1948.10.19
918 rows · 6,725 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12η
Τρίτη 19 Ὀκτωβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6. 40′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ θλίψεως ἀναγγέλλω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἀπεβίωσε τὴν νύκτα ὁ συνάδελφος Θεοδωρόπουλος Ἀριστείδης. Ὁ ἐκλιπὼν συνάδελφος ὑπῆρξεν ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν διὰ τῆς παρουσίας των, τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς παρουσίας του ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὑπῆρξεν ὁ ἠθικός, τίμιος, καλὸς συνάδελφος. Τὸ Προεδρεῖον ἐφρόντισεν ἀμέσως νὰ τεθῇ ἐν ἐπαφῇ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας, διὰ νὰ μεταφερθῇ ἡ σορὸς του εἰς Τρίπολιν καὶ ἐκεῖθεν εἰς Σπάρτην, ὅπου καὶ μετεφέρθη τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς τρεῖς. Οἱ συνάδελφοι ἐκ Λακωνίας ἐβοήθησαν ὅλοι εἰς τὴν λύπην μας καὶ παρέστησαν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπιβιβάσεως τῆς σωροῦ εἰς τὸ ἀεροπλάνον ὡς καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κύριος Μουτζουρίδης, ὁ ὁποῖος ἐξ ὀνόματος τοῦ Σώματος, εἶπε μερικὰς ἐμπνευσμένας λέξεις κατὰ τὴν ἐπιβίβασιν. Ἐν συνεχείᾳ, τὴν Βουλὴν θὰ ἀντιπροσωπεύσῃ κατὰ τὴν κηδείαν ὁ Νομάρχης Λακωνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτηλεγραφήθη νὰ καταθέσῃ στέφανον ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς. Ἐν ὀνόματι λοιπόν, τοῦ ἐκλιπόντος ἂς ἀναφωνήσωμεν ὅλοι μαζί: Αἰωνία του ἡ μνήμη.
§4ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἰωνία του ἡ μνήμη. (Οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἵστανται ὄρθιοι).
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιέχουν πολλὴν ἀλήθειαν οἱ λόγοι λύπης, τοὺς ὁποίους ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, διότι ἡ Βουλὴ ἀπώλεσεν ἕνα νέον συνάδελφον, τοῦ ὁποίου ἡ σεμνότης ἦτο παραδειγματική. Καὶ δὲν ἦτο μόνον σεμνότατος νέος, ἀλλὰ ἴσης ἀξίας ἦτο καὶ ἡ ἐπιστημονική του ἱκανότης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδείξει καὶ ὡς δικηγόρος ἀσκῶν τὸ ἐπάγγελμα ἀξιοπρεπέστατα ἀλλὰ καὶ ὡς βουλευτής, προκαλέσας τὴν ὑπόληψιν ὅλων μας. Δίκαιον εἶναι λοιπὸν νὰ ἐκδηλώσῃ δι’ ἑνὸς λεπτοῦ σιωπῆς ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της καὶ προτείνω τοῦτο. (Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ ἐγείρονται καὶ τηρεῖται ἑνὸς λεπτοῦ σιγή).
§6Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν λύπην μου, διὰ τὸν πρόωρον θάνατον τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου μας καὶ ἐπιπροσθέτως νὰ εἴπω μετὰ πόσης λύπης ἡ περιφέρειά μας θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐκλιπόντος συναδέλφου μας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.......
§8Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά, κύριε Πρόεδρε; Ἐρωτῶ διότι θὰ ἤθελον πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῶν νὰ ὁμιλήσω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ δὲν γίνεται συζήτησις.
§10Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ζητῶ νὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, διότι ἔτυχε νὰ μὴ εἶμαι παρὼν κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν. Εἶδον δὲ νὰ ὑπάρχῃ μία διαστροφή, ἢ κακὴ διατύπωσις καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εἶναι ἡμέρα Συνταγματικῆς ἐργασίας.
§12Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν.
§14Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐφ’ ὅσον, σχεδόν, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά, πρᾶγμα, ὅπερ διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ διετίας καὶ πλέον γίνεται, δικαιοῦμαι κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ζητήσω νὰ ὁμιλήσω, δεδομένου ὅτι θίγομαι ἐκ τῆς κακῆς διατυπώσεως αὐτῶν. Σᾶς παρακαλῶ, συνεπῶς, νὰ μὴ ἐπιμένητε καὶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι βουλευταί, χθὲς περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐδημιουργήθη οὐχὶ ἐξ ἀφορμῆς ἐμοῦ, ὅπως νομίζω, ἕνα προσωπικὸν ἐπεισόδιον. Πρὶν ἢ ἔλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀφορμῶν τοῦ ἐπεισοδίου θεωρῶ καθῆκον μου νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἰδική μου παρέμβασις, δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὰς ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν ἀπότοκοι τοῦ τόνου μὲ ὃν ἐγένετο ἡ συζήτησις μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ ἀπαντήσαντος εἰς τὸν ἐπερωτῶντα ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. ὑπουργοῦ. Ἡ ἰδική μου παρέμβασις, ὅπως ἀμέσως χθὲς ἐξήγησα εἰς τὸ Σῶμα, εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ὅλως ξένον πρὸς τὰς ἑκατέρωθεν ὀξύτητας. Ἤθελον νὰ μάθω, καὶ μαζὶ μὲ ἐμένα καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Κυβερνητικὴ δυσαρμονία ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ μὲν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ γράφῃ μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀφήνῃ αὐτὴν ἀναπάντητον. Καὶ ἀντὶ ὁ κ. ὑπουργός, ἐρωτώμενος ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν ἐπιθυμοῦντα νὰ πληροφορηθῇ περὶ τοῦ ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἀντὶ λέγω νὰ ἀπαντήσῃ, ὡς ὤφειλεν, εὐθέως περὶ αὐτοῦ, αὐτός, ὅλως ἀδικαιολογήτως θυμωθείς, εἶπεν, «ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν προσωπικήν του ἀλληλογραφίαν καὶ ὅτι δὲν ἀνέχεται ἔλεγχον ἀπὸ κανένα». Καὶ προχωρῶν ἔφθασε νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἀπαγορεύει ἀκόμα τὸν ἔλεγχον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ διαμάχη μεταξὺ ἐρωτήσαντος καὶ ὑπουργοῦ μὲ ἀφήνει ἀδιάφορον. Τὸ ποῖος ἔχει δίκαιον, αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ. Εἰδικῶς δέ, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐπικρινομένου θέλω νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἔχω κανένα λόγον προσωπικόν. Τὸ ἐναντίον μάλιστα, ὁ καθ’ οὗ ἡ ἐπίκρισις κ. Δήμαρχος Μεσολογγίου πάντοτε μοῦ ἔδειξε καὶ ἀγάπην καὶ φιλίαν ἀκόμη.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμιγνύετε ἄλλο ζήτημα.
§16Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε, κ. Πρόεδρε, θὰ ἔλθω ἀμέσως καὶ εἰς τὸ θέμα. Καὶ πάλιν, λοιπὸν δηλῶ, ὅτι οὐδένα λόγον εἶχον νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Δημάρχου Μεσολογγίου, καὶ μάλιστα ἠμπορῶ νὰ προσθέσω ὅτι ὁ κ. Εὐαγγελάτος δὲν μοῦ ἦτο ἀσυμπαθής. Ἀλλὰ ὅταν ἤκουσα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργόν, γραμμένην μὲ ὕφος τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον τὸν οἱονδήποτε ἠδύνατο νὰ ξενίσῃ, ἐνόμισα χρέος μου, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν λαβόντα ταύτην κ. ὑπουργόν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί ἀπέγινε μετὰ τὴν λῆψιν αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουν τὰ διαμειφθέντα χθὲς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, ἐν τούτοις, εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀναγράφεται, ὅτι οὗτος ἀπήντησεν, ὡς ἑξῆς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δὲν γίνεται συζήτησις.
§18Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ ὅτι πρώτην φορὰν σᾶς βλέπω νὰ δεικνύετε μίαν τάσιν διακοπῆς καὶ μίαν σπουδήν. Ἀναγράφεται λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου τὰ ἑξῆς. Ἐρώτησις: «Μήπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.... (ἀναγινώσκει)...........». Ἀπάντησις: «Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος... (ἀναγινώσκει).......». Ὡς ἦτο ἑπόμενον ἡ ἀπάντησις αὕτη τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἶχε καὶ συνέχειαν. Καὶ ἰδοὺ αὕτη. Εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, «πιστεύω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἔχετε ἐν πλησμονῇ καὶ ἦθος καὶ εὐπρέπειαν καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι πολύ, βλέπω ὅτι ἀπόψε πρὸς ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν ἐδείξατε, ὡς ἀνέμενα αὐτά σας τὰ χαρίσματα». Καὶ εἰς τοὺς λόγους μου αὐτοὺς ἰδοὺ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Εἶπεν ὅτι «ἐγὼ εἶμαι ἀπρεπὴς καὶ ἀνάγωγος».
§19Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον τὴν λέξιν «ἀνάγωγος».
§20Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὡς Προεδρεύων τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅτι δὲν ἠκούσθη ἡ λέξις «ἀνάγωγος».
§21Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ εἰς μὲν τὸν σημερινὸν τύπον —ὅλως περιέργως κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν—ἀνεγράφη ὅτι τοῦτο ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. ὑπουργὸν........
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔστειλεν 2 σημειώματα, διὰ τῶν ὁποίων δηλοῖ, ὅτι δὲν εἶπε τοιοῦτον πρᾶγμα.
§23Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ναί, κύριε Πρόεδρε, τὸ γνωρίζω. Ἀνεγράφη λοιπόν, εἰς τὸν σημερινὸν τύπον ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐξέφερεν αὐτὴν τὴν ὕβριν. Ὄτι αὐτὸς μοῦ εἶπεν ὅτι εἶμαι ἀπρεπὴς καὶ ἀνάγωγος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὁ περίεργον, ἐνῷ οὔτε κἂν λέγω τινὰ δὲν μοῦ εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὑπουργός, ἐν τούτοις, ὁ τύπος εἰς αὐτὸν ἀποδίδει τὴν ὕβριν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Παπαθανάσης, νὰ μὲ πάρῃ σήμερα τὸ πρωῒ εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ..........
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπέστειλεν ἐπιστολήν;
§25Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πάλιν μὲ διακόπτετε, χωρὶς λόγον, κύριε Πρόεδρε. Εἶχε, λέγω, τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν λεπτότητα ὁ κ. Παπαθανάσης, νὰ μὲ πάρῃ εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι διαψεύδει μὲ ἀγανάκτησιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται σήμερα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὅτι ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν του, νὰ ἀποστείλῃ καὶ ἔγγραφον διάψευσιν εἰς τὸν τύπον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ἐπιμένει ἐπὶ τῆς ἐκστομισθείσης ὕβρεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ζητῶ, ὡς ὑβρισθείς, νὰ τύχω ἱκανοποιήσεως. Καὶ ἐφ’ ὅσον βεβαιοῦται καὶ ἀπὸ τὸν κ. Προεδρεύοντα, ὅτι ἡ λέξις «ἀνάγωγος» δὲν ἐλέχθη ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παραμένει εἰς βάρος του ἡ λεχθεῖσα φράσις «σεῖς εἶσθε ἀπρεπής». Καὶ διὰ τὴν φράσιν ταύτην, ζητῶ ἱκανοποίησιν. Πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσόδου μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραμονῆς μου, οὐδέποτε ἔδωσα εἰς οἱονδήποτε ἀφορμὴν νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ ὡς στερούμενον καὶ λεπτότητος καὶ εὐπρεπείας. Ἐσεβάσθην, νομίζω, πάντοτε καὶ τὸ βῆμα καὶ τοὺς συναδέλφους μου καί, εἶχα τὴν ἀξίωσιν, ὅπως τοῦ αὐτοῦ σεβασμοῦ τύχω καὶ ἀπὸ ὅλους ὅσοι εἴτε ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα ἢ κατέχουν τὸν θῶκον τοῦ βουλευτοῦ ἢ τοῦ ὑπουργοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ μεγάλης μου λύπης εἶδα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔδειξε πρὸς τὸν ὑποφαινόμενον τὸν αὐτὸν σεβασμὸν καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ ἀπὸ αὐτὸν πλήρη ἱκανοποίησιν τῆς θιγείσης ἀξιοπρεπείας μου. Ταῦτα ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα. Πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ὑπουργὸν νὰ ὑβρίζῃ συναδέλφους του καὶ ἰδίᾳ ὅταν οἱ συνάδελφοί του αὐτοὶ τόσον δεικνύουν πρὸς αὐτὸν σεβασμὸν καὶ λεπτότητα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, μοῦ ἀπηύθυνε τὴν κάτωθι ἐπιστολήν: «Κύριε Πρόεδρε, Εἰς τὰς πρωϊνὰς ἐφημερίδας σήμερον ἀνεγράφη, εἰς τὴν στήλην τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τὸν τερματισμὸν τῆς ἀγορεύσεώς μου διαλογικὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος κ. Ζέρβα καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλη, ἐγὼ ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ζέρβαν βαρεῖαν τινα φράσιν. Δηλῶ, ὅτι τοιαύτην φράσιν οὐ μόνον δὲν ἐξεστόμισα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἤκουσα κἄν, διότι οὔτε ἀνεμίχθην εἰς τὴν διαλογικὴν ταύτην συζήτησιν.
Μετὰ σεβασμοῦ
Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ
Ὑπουργὸς Γεωργίας 19.10.1948».
§27Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος, ὅπως σᾶς εἶπα καὶ προηγουμένως, εἶχε τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν λεπτότητα λίαν πρωΐ, ἀπὸ τηλεφώνου, νὰ μοῦ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του δι’ ὅσα ἐγράφοντο εἰς τὸν τύπον. Ἐγὼ σᾶς ἀνέγνωσα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, αὐτὰ δηλαδὴ τὰ ὁποῖα μίαν ἡμέραν, ὡς ἐπίσημα, θὰ δημοσιευθοῦν. Εἰς αὐτὰ τὰ πρακτικά, ἡ ὕβρις ὑπάρχει, καὶ ἡ ὕβρις αὐτὴ θὰ παραμείνῃ, ἐὰν δὲν ἀναιρεθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶπε τοιαύτην φράσιν.
§29Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὴν εἶπον. Ὅταν σεῖς μοῦ εἴπατε ὅτι στεροῦμαι ἤθους, τότε ἐστενοχωρήθην καὶ σᾶς ἀπήντησα καὶ ἐγὼ μὲ κάποιον ἐκνευρισμόν. Ὄχι μόνον δὲν εἶχα τίποτε ἐναντίον σας, ἀλλά, τοὐναντίον, συνδέομαι μαζί σας καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχα κανένα σκοπὸν νὰ σᾶς προσβάλω. (Χειροκροτήματα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκφράζω τὴν λύπην μου πρὸς τὸ Σῶμα διὰ τὸ δημιουργηθὲν ἐπεισόδιον, χαίρω δὲ διότι διὰ τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων ἐπῆλθε πλήρης ἀποκατάστασις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ἔναρξις συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος, ἔχει τὸν λόγον.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφίσωμεν τὰ συζητηθέντα δύο ἄρθρα.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι καὶ πρέπει νὰ διανεμηθοῦν. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν.
§33Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ εἶναι βραχεῖα καὶ σύντομος ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπασχόλησίς μας. Δὲν ὑπάρχουν ἐπ’ αὐτοῦ διϊστάμεναι ἀπόψεις καὶ πρέπει νὰ μὴ καταπονήσωμεν τὴν Βουλήν. Αἱ περιστάσεις, ἄλλωστε, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπωσι μακρυγορίας ἐπὶ λελυμένων ζητημάτων. Κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1863, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεπροσωπεῖτο καὶ ὁ ἔξω τῆς Χώρας Ἑλληνισμὸς καὶ εἰς ἣν μετεῖχον ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ καὶ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες, κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεδείχθη εἰς τὸν Συνταγματολόγον Σαρίπολον νὰ εἶναι σύντομος, ὁ δὲ Ἐπαμ. Δεληγεώργης —ὁ καλλικέλαδος ρήτωρ τῆς Συνελεύσεως— ἐβροντοφώνησεν: «Ὅταν ἡ Πατρὶς κινδυνεύῃ, πρέπει νὰ ἀπαξιοῖ ὁ ρήτωρ νὰ παρασύρῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν διὰ τῆς εὐγλωττίας του». Ὁ χαρακτηρισμὸς «τοῦ ἐπικινδύνου» τῶν ἡμερῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1868 προβαλλόμενος σήμερον εἰς τὴν ἐποχήν μας, τὴν τραγικὴν καὶ πένθιμον, μόνον ὡς σχῆμα λόγου δύναται νὰ ἐκληφθῇ. Καὶ ὅμως ἡ ἔννοια τοῦ κινδύνου δὲν χρήζει ἱστορικῆς ἐρεύνης, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀπόδοσιν τῆς κρισιμότητος τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων κατὰ χαρακτηρισμὸν τῶν συγχρόνων του. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Αἱ βασικαὶ ἐλευθερίαι ποὺ κατοχυρώνουν τὰ Συντάγματα τῶν πεπολιτισμένων λαῶν εἶναι: Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τὰς νεωτέρας περὶ αὐτῆς ἀντιλήψεις, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀνάπτυξιν καὶ συμπλήρωσιν αὐτῶν ἀποτελοῦν αἱ λοιπαὶ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας καὶ ὁ σεβασμός του ἀπὸ παντὸς τρίτου καὶ εἰδικῶς ἀπὸ τῆς ἐπεμβάσεως καὶ καταχρήσεως τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν καὶ ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ ἀπαραβίαστον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἡ κατοικία τοῦ ἀτόμου ὑπῆρξε πάντοτε τὸ ἀντικείμενον τῆς στοργῆς του. Τὸ σπίτι μας εἶναι ἡ μικρὴ Πατρίδα μας. Πρὸς αὐτὸ στρέφεται πάντοτε νοσταλγικὴ ἡ σκέψις ἐκείνων ποὺ εἶναι μακράν του, καὶ αὐτὸ περικλείει, εἴτε ὡς μόνιμος κατοικία, εἴτε ὡς προσωρινὴ — ἀκόμη διαμονή, διότι περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Συντάγματι πρόκειται, τὴν ἀγάπην μας καὶ δι’ αὐτὸ ἀπαιτοῦμεν τὸν σεβασμὸν καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Ὁ μέγας τραγικὸς ποιητὴς τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Σοφοκλῆς, ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα τῆς μεγάλης ἡρωίδος του, τῆς Ἀντιγόνης, ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀγράφων νόμων, τοὺς θαυμασίους στίχους: «Ἔψαυσας ἀλγεινοτάτας ἐμοὶ μερίμνας πατρὸς τριπόλιστον οἶτον» τοὺς ὁποίους ἀπέδωκεν ὁ ποιητὴς Κ. Μάνος ὡς ἑξῆς: «Ἀλλοίμονον μοῦ θύμισες τὴ μοῖρα τοῦ σπιτιοῦ μου». Καὶ οἱ Βρεταννοί, ὅταν ἡ MAGNA CARTA τὸ BILL OF RIGHTS, τὸ ACT OF GETLEMENT καὶ τὸ HABEAS CORPUS, οἱ βασικοὶ νόμοι δηλαδή, οἱ ὁποῖοι συναπαρτίζουν τὸ λεγόμενον ἄγραφον Σύνταγμα τῆς Ἀγγλίας, δὲν περιέβαλον εἰδικὴν διάταξιν διὰ τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐπαρκῶς κατοχύρωναν αἱ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας γενικαὶ διατάξεις, μόνοι των καὶ χωρὶς τὴν ἐπίσημον καταχώρησιν εἰς νόμον διεκήρυξαν μὲ πέντε λέξεις τὸ ἀπαραβίαστον τῆς κατοικίας. Οὐδεὶς σήμερον ἀγνοεῖ τὴν περίφημον φράσιν «MY HOU-SE IS MY CASTLE», «ὁ οἶκος μου εἶναι φρούριόν μου», ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ «πιστεύω» τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν κατοικίαν ποὺ ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, διετήρησαν καὶ οἱ νεώτεροι Ἕλληνες. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, μετέφερον τὰς κατοικίας των εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰς χαράδρας καὶ οἱ Μανιᾶται ἔκτισαν τὰ σπίτια τους εἰς τὰς ἀπροσίτους κορυφὰς τοῦ Ταϋγέτου, διὰ νὰ μὴ τὰ βεβηλώσῃ ὁ κατακτητής. Καὶ ὅταν ἔληξεν ὁ ἀγὼν τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καὶ ἀπὸ τοὺς καπνοὺς τοῦ πολέμου ἀνέθορεν ἐλευθέρα ἡ Ἑλλάς, εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς ἐν Ἄργει Εʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 5 Δεκεμβρίου 1831, περιελήφθη ἐν παρ. 4 ἀριθ. 46, τὸ πρῶτον εἰδικὴ διάταξις, ἔχουσα οὕτω! «Ἡ οἰκία ἑκάστου θεωρεῖται ἄσυλον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου». Καὶ ἔπειτα ἦλθε τὸ Σύνταγμα τῆς 18 Μαρτίου 1844, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 8 ἐπανέλαβεν! «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος. Οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Ἐπηκολούθησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ 12ον ἄρθρον τοῦ ὁποίου διετηρήθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον. Τὰ Συντάγματα τοῦ 1925, τοῦ 1926 καὶ τῆς 3ης Ἰουνίου 1927, περιέλαβον τὴν σχετικὴν διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 15. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς! «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν ἑκατόν». Εἶναι προφανὴς ἡ ἀτέλεια τοῦ ἄρθρου, ὁμιλοῦντος μόνον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐρεύνης καὶ οὐχὶ καὶ τῆς εἰσόδου καὶ τὸ ἀσυγχρόνιστον ἐπίσης ἐκ τοῦ καθοριζομένου ὡς κατωτάτου ὁρίου τῆς ἱκανοποιήσεως χρηματικοῦ ποσοῦ. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα παρὰ τὸν χαρακτηρισμόν του ὡς θεμελιώδους νόμου, ἀποτελεῖ κυρίως θεμελιώδη κατευθυντήριον νόμον καὶ ἡ φράσις, «ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει», προσδίδει νομικὴν πληρότητα καὶ διασφάλισιν. Κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὁ ἐπιφανὴς δικονομολόγος Κωνσταντόπουλος, περιέλαβε διάταξιν ἐν τῇ γενομένῃ δεκτῇ τροπολογίᾳ του: ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν κατὰ τὴν νύκτα, ἐκτὸς εἰς περίπτωσιν πυρκαϊᾶς, πλημμύρας ἢ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν. Τὴν αὐτὴν διάταξιν ἐπρότεινε καὶ ὁ πληρεξούσιος Σωτηριάδης κατὰ τὴν Γʹ Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1922. Οὐδεὶς ὅμως δύναται σοβαρῶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ὡς ἔχει δὲν προστατεύει ἐπαρκῶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀπαραβίαστον τῆς κατοικίας του, ἀφοῦ θεωρία, νόμοι καὶ πρᾶξις ποὺ ἀποτελοῦν τὸ Πολίτευμα, κατέτειναν εἰς αὐτὸ χωρὶς ἀντιλογίας, ἀμφισβητήσεις καὶ ἐξαίρεσίν τινα. Οὕτω ὁ Σαρίπολος διδάσκει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς εἰσόδου ἀπαγορευομένης ἄνευ συγκαταθέσεώς τινος εἰς τὴν κατοικίαν του. Διὰ τῆς φράσεως, «ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει», νοεῖται οὐσιαστικὸς νόμος ἄρα καὶ Διάταγμα κατ’ ἐξουσιοδότησιν. Ὁ ποινικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 469 θεσπίζει ὡς ποινὴν φυλάκισιν καὶ χρηματικὴν ποινήν. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἐν ἄρθρῳ 169, ὁ Κῶδιξ περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων ἐν ἄρθρῳ 57 καὶ ὁ Κανονισμὸς Χωροφυλακῆς ἐν ἄρθρῳ 122, καθορίζουν λεπτομερέστερον τὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσόδου καὶ ἐρεύνης, τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἐπιτρέπονται, τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐνεργοῦνται καὶ πᾶσαν ἄλλην λεπτομέρειαν, ὥστε ἐξ ὅλων αὐτῶν καὶ τῆς συμφώνου νομολογίας τῶν Δικαστηρίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ προκύπτῃ ὅτι δὲν συγχωρεῖται ἀμφιβολία τις περὶ τῆς κατασφαλίσεως τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τῆς ἐκτάσεώς του καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς εἰσόδου εἰς τὴν κατοικίαν τινός. Παρὰ ταῦτα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἐπιτυχεστέρα. Ἡ παρένθεσις καὶ προσθήκη τῶν «οὐδεμία εἴσοδος εἰς αὐτὴν ἐπιτρέπεται» εἰς τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 (1911) φράσιν «οὐδεμία ἔρευνα κατ’ οἶκον ἐνεργεῖται» ἀποτελεῖ οὐ μόνον φραστικὴν συμπλήρωσιν, ἀλλὰ καθιστᾷ ἀρτιωτέραν τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου καὶ λεκτικῶς καὶ πληρεστέραν νομικῶς, ἀλλὰ οὐδεὶς πάλιν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ συμπλήρωσις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ζητήματος μὴ ἀμφισβητουμένου, οὐδὲ προκαλέσαντος πράγματα εἰς τὴν νομολογίαν καὶ τὴν πρᾶξιν παρ’ ἡμῖν. Καὶ μόνον ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἑκατὸν (100) δραχμῶν ὡς κατωτάτου ὁρίου χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως, ἀποτελεῖ ἀναχρονισμόν. Τοῦτο ὅμως δύναται νὰ παραλειφθῇ καὶ ἀφεθῇ ὁ δικαστὴς ἐλεύθερος. Γενικῶς ὅμως ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν σημαίνει μεταβολὴν ἐξ ὑπαρχῆς τοῦ κειμένου καὶ τροποποίησιν ἢ ἀλλαγὴν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια ἔχει πλήρως καθορισθῆ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπήρχετο πλήρης ἀνατροπὴ κατὰ βραχύτατα χρονικὰ διαστήματα καὶ θὰ ἠκολουθεῖτο ἑκάστοτε ἡ φρασεολογία τῆς ἐποχῆς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὡς νόμου θεμελιώδους καὶ καταλύει τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς αὐτό. Μία τοιαύτη ἀνακάθαρσις καὶ οὐχὶ κατ’ οὐσίαν ἀναθεώρησις, οὐδεμίαν ἀνάγκην θὰ ἐπλήρου. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, κατὰ γενικὴν ἀρχήν, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ, ὡς ἔχει, ἐξησφαλίσθησαν πλήρως αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Ἄς ἐμείνωμεν, λοιπόν, εἰς τὰ πάτρια καὶ ἂς σεβασθῶμεν τὴν παράδοσιν. (Χειροκροτήματα).
§34Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούονται παράπονα διὰ τὸν τρόπον τῆς τηρήσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἐννοῶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ προηγουμένως. Σήμερον εἶναι ἡ συνταγματικὴ συζήτησις.
§36Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλῶ, κ. Πρόεδρε. Ὑπάρχει ἓν ἄρθρον εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸ 75ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν τρόπον τῆς τηρήσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτό, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δέον νὰ περιέχουν περίληψιν τῶν λεγομένων.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σύνταγμα συζητοῦμεν.
§38Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαγορεύεται κατὰ τὰς συνεδριάσεις — ἐρωτῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς — ἀπαγορεύεται κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ ζητῆται ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§40Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην. Ἐρωτῶ, ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύεται ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; Ἐδῶ, εἰς τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, προβλέπεται ὅτι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δέον νὰ περιλαμβάνεται περίληψις τῶν λεγομένων ἀπὸ τοὺς ρήτορας. Μὲ κατάπληξίν μου — καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ τελευταία διαπίστωσις οὔτε ἡ πρώτη, εἶναι ἡ χιλιοστὴ — μὲ κατάπληξίν μου ἀνέγνωσα τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ τὴν εὑρῆκα τόσον παραποιημένην, ὥστε οὔτε κἂν τὴν ἀναγνωρίζω.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ σύστημα καθιερωμένον, οἱ κ.κ. βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύουν, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις των, νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν ὅπου γράφονται τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ νὰ διορθώνουν τὰ πρακτικά. Εἰς τὰ πρακτικά, περίληψις μόνον γίνεται.
§42Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ τοιοῦτος θεσμός, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ βουλευταὶ νὰ παρακολουθοῦν τοὺς γραφεῖς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν τὴν ταπείνωσιν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ἀπαράδεκτον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§44Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω ριζικῶς.
§45Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§46Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ καθιερώσητε τοιαύτην τακτικήν.
§47Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἔχει δίκαιον. Καὶ ἐγὼ διαβάζω ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἐπὶ λόγων ποὺ δὲν εἶπα.
§48Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς βουλευτής, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ φέρω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰς παρατηρήσεις μου, διὰ τὴν παραβίασιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περίληψις τῶν λεγομένων γίνεται.
§50Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρξα σαφὴς εἰς τὴν διατύπωσιν. Δὲν γίνεται περίληψις τῶν λεγομένων, ἀλλὰ παραμόρφωσις τῶν λεγομένων καὶ περίληψις τῶν μὴ λεγομένων.
§51Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἡ περίληψις προϋποθέτει γνώσεις τοῦ γράφοντος καὶ κατανόησιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ρήτορος.
§52Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης τὸ ἄρθρον 79, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὅτι ἀμέσως συντάσσονται ἐκ μέρους τῶν Γραμματέων..........
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα.
§54Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε, παρακαλῶ, ὀλίγην ὑπομονήν. «Αἱ ἀγορεύσεις μεταφράζονται ἀμέσως ὑπὸ τῶν στενογράφων». Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται. Ἀγόρευσίς μου τῆς 5.8.48, προσεκομίσθη πρὸς θεώρησιν τὴν 15.10.48... Δὲν νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς περιπτώσεως παραλείψεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μία καθυστέρησις.
§56Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ δίδετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι μοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναπτύξω τὰς σκέψεις μου. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς περιπτώσεως παραλείψεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κανόνος τεθειμένου κακῶς καὶ διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιληφθῆτε προσωπικῶς διὰ νὰ διορθωθῇ.
§57Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διὰ τὰ πρακτικά, εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Γραμματεῖς βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκον των.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κώης, ἔχει τὸν λόγον.
§59Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος, ἐξασφαλίζει τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν παντὸς ἀτόμου ἔναντι τῶν ὑπερβασιῶν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐμφανιζομένης διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως καὶ κατὰ τὴν ἐκ τῆς ἀρχαίας γλώσσης παράδοσιν προκύπτει, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καθιεροῦται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συν)τος θεσπίζει περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τίθεται δηλαδὴ ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ συνεπῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐπέμβασις τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, εἰ μή, εἰς ἃς περιπτώσεις καὶ ὑφ’ οὓς περιορισμούς, ὁ νόμος διατάσσει. Παρὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος, ἐξαίρει ἰδιαιτέρως τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν καὶ διαλαμβάνει ὅτι κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐπιτρέπεται ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐννοίας τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, δὲν ἕπεται βεβαίως ὅτι πᾶσα ἄλλη εἴσοδος εἶναι ἐπιτετραμμένη ἀπεριορίστως οὔτε, ὅτι πᾶσα εἴσοδος πρὸς ἄλλους, ἐπὶ παραδείγματι, φορολογικοὺς σκοποὺς ἢ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ταῦτα συνάγονται εὐκόλως ἐκ τοῦ ἄρθρου καὶ ἔχουσιν ἐπικρατήσει ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ θεμελιώσει Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ μάλιστα περὶ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν πρέπει νὰ ἐπικρατῇ σαφήνεια, διὰ τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία περιέχει τὴν διατύπωσιν, ὅτι οὐδεμία εἴσοδος ἐπιτρέπεται οὔτε κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται εἰ μὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Δηλαδὴ διευκρινίζει αὕτη τὴν μέχρι τοῦδε κρατοῦσαν ἀσάφειαν διὰ τοῦ ὁρισμοῦ ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα εἴσοδος ἐν γένει ἐπιτρεπομένη μόνον ὅπως καὶ ὅταν ὁ νόμος διατάσσει. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ παράδοσις, δεδομένου ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρου διατύπωσις, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται μόνον περὶ τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, προέβη εἰς τὴν διόρθωσιν αὐτὴν καὶ περιέλαβε τὴν ὀρθὴν διατύπωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσοδον, εἰς τὴν κατοικίαν ὅτι αὕτη ἐπιτρέπεται, ὅπως καὶ ὅταν ὁ νόμος ὁρίζει. Ἐπίσης εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ρυθμίζει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως λόγῳ ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ παθόντος. Ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις οὐ μόνον διότι ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 100 δραχμῶν εἶναι πλέον ὡς ἐλάχιστον ὅριον ἄνευ σημασίας, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ρυθμίζεται ὑπὸ τοῦ κοινοῦ νομοθέτου, ὥστε νὰ ἐναρμονίζωνται αἱ διατάξεις περὶ αὐτοῦ καὶ πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι παρομοίας περιπτώσεις. Θὰ ἤθελον τέλος νὰ προβῶ εἰς ἐξηγήσεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρ’ ἡμῶν διετυπώθη. Τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος ἐν ἐδαφίῳ τρίτῳ ὁρίζει: «Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ παραβάσει τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς........ ............ (ἀναγινώσκει) ............». Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ εἶναι ἀδόκιμος διότι κατάχρησις ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει, ὅταν ὁ κρατικὸς λειτουργὸς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας τοῦ ἄλλου εἰς δεδομένην περίπτωσιν βάσει ἐπιτρέποντος νόμου, ἀλλ’ εἰσελθὼν ἐκτρέπεται εἰς πράξεις, παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ ἐπιτρέποντος νόμου. Ἡ ἀδόκιμος ὅμως αὐτὴ διατύπωσις δὲν ἔχει νῦν σημασίαν, διότι τὸ σχετικὸν ἄρθρον 469 τοῦ ποινικοῦ νόμου κολάζει ὡς «κατάχρησιν ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς τὴν παραβίασιν τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας». Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ κατατεθειμένον σχέδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, τὰ πράγματα διευκρινίζονται ἐπιστημονικῶς καὶ οὕτως ἡ περίπτωσις τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 12 προβλέπεται ἐν ἄρθρῳ 241 ὡς παραβίασις τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας. Ἐνῷ ἀντιθέτως κατὰ τὸ ἄρθρον 230 τοῦ σχεδίου Ἑλλην. Ποινικοῦ κώδικος, ὡς κατάχρησις ἐξουσίας προβλέπεται, ὅταν οἱ ἐν αὐτῷ ὑπάλληλοι παρανόμως μεταχειρίζωνται ἐκβιαστικὰ μέτρα, ὅπως ἐπιτύχωσιν ἔγγραφον κλπ. παρὰ τοῦ κατηγορουμένου ἢ ἐκθέτουσιν ἐν γνώσει εἰς δίωξιν ἢ τιμώρησιν ἀθώου κλπ. Οὕτω κατὰ τὰ προβλεπόμενα εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ποινικοῦ κώδικος τοποθετοῦνται τὰ πράγματα κατὰ ἐπιστήμην. Ἐνδείκνυται ὅθεν ἡ προσαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ ποινικοῦ κώδικος. Ἄλλως προφανὴς ἔσται ἡ ἀνωμαλία, διότι κατὰ μὲν τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος, οἱ παραβάται τῶν διατάξεων αὐτοῦ κολάζονται ἐπὶ καταχρήσει ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, κατὰ δὲ τὸν ἰσχύοντα ποινικὸν κώδικα ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον προβλέπονται ἄσχετοι παραβάσεις. Καὶ ἑρμηνευτικῶς μὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ἐφαρμοστέον, ἀλλὰ ἐπὶ διατάξεως ποινικῆς ὕλης ἐπιβάλλεται ἡ κυριολεξία καὶ σαφήνεια.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ αἴθουσα εἶναι πλήρης.
§61Θ. ΚΩΗΣ. Θὰ ἤθελον ὅθεν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι σκόπιμον νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τὴν παρ’ ἡμῶν προτεινομένην τροπολογίαν, δηλαδή, οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 12, τιμωροῦνται ἐπὶ παραβιάσει τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου. Ἐπειδή, συνεπῶς ὁ ὅρος τῆς παραβιάσεως τοῦ ἀσύλου καθορίζει τὴν οὐσίαν τοῦ ἀδικήματος συντελουμένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχεδίου τοῦ ποινικοῦ κώδικος, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν ἀνωμαλία. Πάντως ἀντὶ τοῦ ὅρου κατάχρησις ἐξουσίας θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἀορίστως, ὅτι οἱ παραβάται τιμωροῦνται διὰ δημοσίας ποινῆς ἢ ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Οὑτωσὶ τὸ ἄρθρον 12 θὰ εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄρτιον ὑπὸ τὰς ἐκτεθείσας τροποποιήσεις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§63Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος τοῦ 1911, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλήν. Καὶ κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, αἱ διαπιστωθεῖσαι διχογνωμίαι ἦσαν ἐλάχισται καὶ ὁμόφωνος ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ἄρθρον 12. Ἄλλωστε ἐλάχισται εἶναι αἱ διαφοραὶ τοῦ ἄρθρου τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὸ τοῦ 1911 καὶ μᾶλλον φραστικαί. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 12, ὡς ἔχει εἰς τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὰς ἐλαχίστας φραστικὰς διορθώσεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν, πρῶτον μέν, σαφῆ καὶ ρητὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσόδου εἰς τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας καὶ δεύτερον, εἰς τὴν ἐπιβολὴν προστίμου 100 δραχμῶν, προκειμένου περὶ τῆς παραβιάσεως ταύτης, κύρωσις ἣν προσθέτει τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Συντάγματος τοῦ 27 ἀλλὰ μεταλλικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν κ.κ. Θεοφανοπούλου, Τσάτσου, Χατζηπάνου κλπ., νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον, ὅστις ἑκάστοτε θὰ ὁρίζῃ, σχετικῶς. Διότι, τοιοῦτος νόμος, οὔτε ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ, λόγῳ τῆς ἀπειρίας τῶν περιπτώσεων καθὼς εἶναι δυνατὴ ἡ παράβασις τοῦ οἰκιακοῦ ἀσύλου καὶ τυχὸν ἀποδοχὴ τῆς τροπολογίας, θὰ ἐσήμαινεν δολίευσιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Συντακτικοῦ Νομοθέτου. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 2 πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, μὲ τὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἐπέφερον, καὶ μὲ τὰς ὁποίας συμφωνεῖ καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Κώης, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβόλογος καὶ ἐπιστημονικωτάτη καὶ συγχρονίζει τὸ ἄρθρον 12 πρὸς τὰς σημερινὰς νομικὰς συνθήκας τῆς χώρας, δηλαδή, πρὸς τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον Ποινικοῦ Κώδικος. Ἐν κατακλεῖδι, προτείνω τὴν ἑξῆς διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 12, ἣν καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον: «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐδεμία κατ’ οἶκον εἴσοδος ἢ ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ παραβάσει τοῦ οἰκιακοῦ ἀσύλου, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν 100 μεταλλικῶν δραχμῶν».
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§65Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἀλλὰ μὲ ὤθησαν ὡρισμέναι σκέψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργήσουν πεπλανημένην κατεύθυνσιν. Ὁ κ. Παπαδῆμος, ἀνέπτυξε τὸ θέμα, καὶ ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν παλαιὰν διατύπωσιν. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιληφθῇ ὅλων τῶν Συνταγματικῶν προβλημάτων. Εἶναι δὲ Συνταγματικὰ προβλήματα, πρῶτον ἡ προσαρμογὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἰς τὰς συγχρόνους περιστάσεις καὶ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, καὶ δεύτερον ἡ λύσις, διὰ ρητῶν διατάξεων, ὅλων τῶν ἀμφιβολιῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν, ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων τοῦ 1911. Ἔχει ἐπίσης ὑποχρέωσιν ἡ σημερινὴ Βουλή, νὰ ἑρμηνεύσῃ ἐπιστημονικῶς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ ἢ νὰ συμπληρώσῃ ἡ κοινὴ Βουλὴ τὰς διατάξεις αὐτάς. Ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ λύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὀρθῆς διατυπώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ὁδηγεῖ εἰς πλήρη πλάνην. Δὲν νομίζω, ὅτι τὰ ἰσχύοντα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δύνανται νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὡς ἀκριβῶς εἶναι ἀμετάβλητα καὶ ἀλλαχοῦ. Δηλαδή, εἶναι χώρα τοῦ γραπτοῦ δικαίου ἡ Ἑλλάς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει ἡ παράδοσις καὶ τὸ ἔθιμον, ἅτινα ἐπιτρέπουν τὴν εὐχερεστέραν προσαρμογὴν αὐτῶν πρὸς τὰ ἑκάστοτε νέα προβλήματα. Ἀντιθέτως ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει εἰς τὰς χώρας τοῦ γραπτοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ὅπερ κατ’ ἐπανάληψιν τροποποιεῖται, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν μέχρι τοῦδε 10 Συντάγματα.
§66Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Συνταγμάτων, ἔγκειται κάπου ἀλλοῦ. Τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, εἶναι αὐστηρᾶς μορφῆς Σύνταγμα, δὲν μεταβάλλεται διὰ τῆς ἐξελίξεως, εἰμὴ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἐλαστικῆς μορφῆς Σύνταγμα καὶ διαπλάσσεται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ σεῖς εἴπατε, ὅτι ἡ τροπολογία τὰ ἔχει λύσει τὰ ζητήματα.
§67Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ὅπου ἡ νομολογία δὲν εἶναι σαφής, νὰ τὴν κάμωμεν σαφῆ. Σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Προκειμένου περὶ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, εἶπεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ καταργήσωμεν τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι δυνάμεθα. Ἐν Ἀγγλίᾳ πράγματι δὲν ὑφίσταται διάκρισις τυπικὴ μεταξὺ νόμου καὶ Συντάγματος καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια προσαρμογῆς, λόγῳ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ ἐθίμου, τῆς παραδόσεως, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ποὺ εἴμεθα χώρα γραπτοῦ δικαίου καὶ ὅπου τὸ Σύνταγμα ἀνὰ πᾶσαν 15ετίαν μεταβάλλεται, δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ κρατοῦν ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ὅλας τὰς ἐξουσίας, πλὴν τοῦ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἄρρεν εἰς θῆλυ καὶ τὸ θῆλυ εἰς ἄρρεν. Καὶ οἱ κοινοὶ, λεγόμενοι νόμοι, παρ’ ἡμῖν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχουν Συνταγματικὴν ἰσχύν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, τὰ πολιτισμένα Κράτη τοῦ κόσμου, οἱ θεμελιώδεις ὅροι τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, δὲν μεταβάλλονται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ ἀπὸ δεκαετίας εἰς δεκαετίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ φιλοσοφικῶς παραδεδεγμένον.
§69Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι ὅπου τὰ ζητήματα τὰ Συνταγματικὰ στασιάζονται, εἶναι προτιμότερον, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ποὺ ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, προτιμότερον εἶναι νὰ ἔχωμεν τὴν σαφήνειαν παρὰ τὴν ἀμφιταλάντευσιν.
§70Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπον. Δὲν εἶπον νὰ μεταβάλωμεν τὰ θεμελιώδη. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ σαφεστέρας διατυπώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε, διότι δὲν ἔχομεν ἐδῶ τὴν παράδοσιν.
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ καλύτερον ἀπὸ ὅλα, θὰ ἦτο τὸ καλούμενον σχέδιον Συντάγματος, νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων.
§72Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ διαφωνήσω ριζικῶς μὲ τὰς γνώμας σας αὐτάς.
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἀπὸ σᾶς, ἐὰν δὲν διαφωνήσετε, ἀλλὰ καὶ ἀλλοίμονο καὶ ἀπὸ ἐμένα ἐὰν συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην σας.
§74Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἕνα δύναμαι νὰ τονίσω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ σχεδίου Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ σχεδίου μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ δεύτερον εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν θὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Καὶ τοῦτο βλέπετε εἰς ὅλας τὰς διατάξεις, ποὺ συζητοῦνται καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠσχολήθη ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλ’ ἀντεμετώπισε πραγματικὰ προβλήματα, καὶ ἔδωσε κατευθύνσεις καὶ γενικῶς ἔκαμε μίαν σοβαρὰν ἐργασίαν.
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πραγματικὸν πρόβλημα ἦτο, εἰκοσαμελὴς Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, διὰ κλήρου καταρτιζομένη, νὰ δύναται νὰ παύσῃ ὁριστικῶς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§76Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ποῦ τὸ εἴδατε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ σχεδίου σας.
§78Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἐκτὸς ἐὰν σκέπτεσθε σεῖς νὰ τὸ προτείνετε.
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 116 λέγει: «Ἡ ἐνέργεια τῶν μελῶν... ........ (ἀναγινώσκει)...........».
§80Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντιγραφὴν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 27, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν τῆς βουλήσεως τριῶν συνελεύσεων τῆς δημοκρατικῆς περιόδου καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ 15ετίαν ὁλόκληρον. Οὐδὲν ἀνάστημα ὑπάρχει, νὰ ἀντιπαραταχθῇ πρὸς τὴν σοβαρότητα τῶν συνελεύσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπετελέσθησαν ἀπὸ ἄξια ἐθνικόφρονα στοιχεῖα καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξέφρασαν τὰς πολιτικάς των ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ προβλήματος αὐτοῦ.
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, εἶναι κατασκεύασμα παιδαριῶδες.
§82Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος. Ἐδῶ δύο μικρὰς τροποποιήσεις ὑπέδειξεν ἡ Ἐπιτροπή. Πρῶτον, νὰ ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον ἡ ἔρευνα ἀλλὰ καὶ ἡ εἴσοδος εἰς τὴν οἰκίαν, μόνον εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρεπομένας περιπτώσεις, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ὡς ἀπέδειξαν καὶ οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι. Δεύτερον, νὰ εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου ὁ προσδιορισμὸς τῆς καταβλητέας ἑκάστοτε χρηματικῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνου, τοῦ ὁποίου παρεβιάσθη τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας. Τοῦτο, διότι, ἡ ἐμμονὴ εἰς τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἔχει, καθιστᾷ τὴν διάταξιν ἀνεφάρμοστον, διότι τὸ ποσὸν τῶν 100 δρχ. εἶναι ἄνευ ἀξίας. Μὲ τὴν σημερινὴν δὲ νομισματικὴν ἀστάθειαν ἐπιβάλλεται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν νομοθέτην ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως.
§83Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζει, ὅτι οἱ παραβάται τιμωροῦνται, πρῶτον, ἐπὶ παραβάσει ἐξουσίας καί, δεύτερον, ὑποχρεοῦνται εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος. Αἱ δύο αὗται κυρώσεις, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Ἡ τρίτη κύρωσις, εἶναι περιττή, ἀφοῦ περὶ αὐτῆς, ἄλλωστε, προβλέπει καὶ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ. Προτείνω, λοιπόν, νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία αὕτη κύρωσις.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 13. Ὁ κ. Θ. Κώης, ἔχει τὸν λόγον.
§85Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, καθ’ ὃ «ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος ἀργυρώνητος ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας εἶναι ἐλεύθερος ἅμα πατήσῃ ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους», εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὑπ’ ἀριθ. 3 ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει: «................... ........ (ἀναγινώσκει)..........». Ἄρθρον οἷον τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ προτεινόμενον ἐθεσπίσθη τὸ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1925 κατὰ πρότασιν τοῦ Ἀλ. Παπαναστασίου, Προέδρου τότε τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος εἰσηγούμενος παρετήρει, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπηρχαιωμένη καί, ὅτι ἦτο προτιμοτέρα νέα διατύπωσις, προσαρμοζομένη εἰς τὰς νέας συνθήκας καὶ ἐγγυωμένη τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἑκάστου, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης. Τοιουτοτρόπως, διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925, ἀντικαθίστατο τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Σχεδὸν δὲ ἐπὶ λέξει ἐπανελήφθη ἐν ἄρθρῳ 7 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἐπαναλαμβάνουσα αὐτολεξεὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ προτείνει ὡς ἄρθρον 3. Ἀλλὰ μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορικὴν σημασίαν τῆς διατάξεως, αὐτῆς, προτείνει καὶ τὸ ἄρθρον 12, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἀργυρώνητος ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας εἶναι ἐλεύθερος ἀφ’ ἧς πατήσῃ ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους». Τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 13, ἀπαλειφθέντος ὡς περιττοῦ τοῦ πρώτου ἐδαφίου αὐτοῦ. Προτείνει, λοιπόν, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δύο ἄρθρα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, τὸ ἰσχῦον καὶ τὸ ὑπ’ αὐτῆς προτεινόμενον. Τὸ ἄρθρον, βεβαίως, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ περιέχει καὶ τὴν διάταξιν περὶ ἀπολύτου προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ὅμως προστασία ἐξασφαλίζεται καὶ δι’ ἄλλων διατάξεων, τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 19 τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ βάσανος κατὰ τῶν πολιτῶν, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ἀλλὰ ἀπόλυτος προστασία τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας δὲν ὑπάρχει. Αὕτη προσδιορίζεται ὑπὸ τῆς πολιτείας δικαίου, ὡς ἀνέφερεν ἄλλοτε, καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης. Πρέπει, λοιπόν, νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ἀπόλυτος προστασία», διότι εἶναι ἄστοχος. Προτείνω, ὅθεν, τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 13 ὡς ἑξῆς: «Πᾶς ἄνθρωπος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐλεύθερος, ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης. Ἐξαιρέσεις ἐπιτρέπονται κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον». Πρόκειται, ὡς εὐνόητον περὶ τῶν περιπτώσεων τῆς ἐκδόσεως. Εἰς ἣν ὅμως περίπτωσιν, θέλετε νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον 13 ὡς ἔχει, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἀπηρχαιωμένον, διατηρεῖ ἐν τούτοις τὴν παράδοσιν καὶ ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος πρὸς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπὸ μέρους μας ἀντίρρησις. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, θὰ πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς προτεινόμενον ἄρθρον 3, διότι παρέλκει.
§86Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου 13 εἶναι περιττόν, διότι ἐν Ἑλλάδι, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀγορᾶς δούλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀτυχῶς ἀκόμη, καὶ ἔχομεν διεθνεῖς διαπιστώσεις, ὅτι γίνεται δουλεμπορεία, δι’ αὐτό, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία εἶναι γενικὴ διάταξις προστασίας.
§87Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν δίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ λόγους ἱστορικούς, διατάξεις, ὡς ἡ περὶ ἧς πρόκειται, δύνανται νὰ διατηροῦνται ὠφελίμως. Ἐπὶ πλέον ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Βʹ Τμήματος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, Παπαφράγκου, παρετήρει, ὅταν εἶχε παραλειφθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 παρομοία διάταξις, ὅτι πρόκειται περὶ παραλείψεως, καὶ μάλιστα τὴν ἐθεώρησε, γενομένην ἐκ παραδρομῆς καὶ εἶπεν, ὅτι, ὅταν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, συνεχίζων τὴν παράδοσιν τοῦ Συντάγματος μιᾶς χώρας, παραλείπῃ ἐκ παραδρομῆς διάταξιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κατὰ τὸ πνεῦμα, τμῆμα τοῦ συνόλου τοῦ Συντάγματος, ἡ διάταξις αὕτη δὲν θεωρεῖται καταργηθεῖσα. Δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα σημασίαν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, τὸ ἀναφέρω ὅμως, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπιφανὴς νομικὸς ἐθεώρησε τὴν παράλειψιν, ὡς παράλειψιν.
§88Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Διὰ τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰσάγονται δύο διατάξεις. Ἡ τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ἡ προστασία τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας πάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοικούντων, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἡ ὁποία εἶναι ταυτόσημος πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ πρώτη πρότασις καθ’ ἣν ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος, παρελείφθη. Δὲν ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ διατηρηθῇ ἡ πρότασις αὕτη ἐν μέσῳ 20ῷ αἰῶνι, ἡ ὁποία θὰ ἄφηνε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὑποψίαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγένοντο ἀγοραπωλησίαι ἀνθρώπων. Ἡ δευτέρα πρότασις, τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ σχεδίου, ἐκρίθη σκόπιμον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ περιληφθῇ, διότι εἴς τινας χώρας καὶ σήμερον δυστυχῶς, ἐμφανίζονται νέαι μορφαὶ δουλείας, καὶ τοῦτο ἀπετέλεσε, μάλιστα καὶ ἀντικείμενον συζητήσεων εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη εἶναι εἰδική, χωρὶς νὰ καλύπτεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει γενικὸν κανόνα.
§89Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι ἐντελῶς ἀναχρονιστικὴ ἀλλὰ ἡ δευτέρα, ἔστω καὶ διὰ οὐσιώδεις λόγους, ἂς ἐπιτραπῇ νὰ διατηρηθῇ, ἀσχέτως πρὸς τὰ ἄλλα, περὶ ἐλευθερίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, διότι ἔχουν θέσιν παράλληλον. Ἐπιπροσθέτως, νομίζω, ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν δύο εἰς μίαν διάταξιν, ἴσως θὰ ἦτο σκόπιμος.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13, μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται περαιωμένη, ἀλλὰ ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται ἐλλείψει ἀπαρτίας.
§91Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καταντῶμε νὰ συζητῶμεν ἄρθρα, καὶ νὰ ἀφήνωμεν ἐκκρεμεῖς τὰς ἀποφάσεις καὶ εἰς τὸ τέλος θὰ ψηφίσουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρόντες. Αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνομεν τώρα εἶναι ἀπολύτως ἀνώμαλον. Κύριε Πρόεδρε, δι’ αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνει τὸ Προεδρεῖον, ἀνομολογεῖ ὅτι συνεδριάζομεν ἀντισυνταγματικῶς, ἄνευ ἀπαρτίας. Καὶ ὅταν συζητῶμεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν καθαρὰν ἀνωμαλίαν. Πρέπει νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἀμέσως ἀποφάσεις. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία διὰ τὴν ἀπόφασιν, δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀπαρτία, οὔτε καὶ διὰ τὴν συζήτησιν. Ἄρα δὲν γίνεται τίποτε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§93Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ δὲν εἶναι δουλειὰ ἰδική μου. Εἶναι δουλειὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ ἐπιβληθοῦν ἐπὶ τῶν κομμάτων των.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ἐλλείψει ἀπαρτίας, νὰ λύσωμε τὴν συνεδρίασιν;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 8.15′ μ.μ.)