1948.10.13
1.381 στίχοι · 10.142 λέξεις · 107 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8η.
Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1948.
Προεδρία κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§4Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν προηγήθη, κύριοι βουλευταί, καμμία σοβαρὰ ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς βασικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι ὅλοι μέχρι σήμερον συνεφώνησαν ὡς πρὸς τὴν βασικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, δηλαδὴ τὴν βασικὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἤδη πρόκειται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ καθορισθῇ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως τὸ δικαίωμα τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἀπαγορεύῃ τοὺς Συνεταιρισμούς, εἰδικῶς, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑπάρχει μία τροπολογία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Θεοφανοπούλου, Χατζηπάνου, Τσάτσου καὶ Λουλακάκη, οἱ ὁποῖοι προτείνουν νὰ δύναται διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως νὰ θεσπισθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς καὶ τῶν αὐτῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πρότασις νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν σημείων θὰ ἤθελον διὰ βραχέων νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν ἠμφισβητήθη ποτὲ οὔτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, οὔτε ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων σοβαρῶς, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ παραλλήλως δὲν ἠμφισβητήθη καὶ τὸ ὅτι δύναται ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ ὡρισμένους περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀσκούμενον παρὰ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. «Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ Δημόσιοι, δικαιοῦνται νὰ συνεταιρίζωνται τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» καὶ ὁ μόνος περιορισμὸς τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ τὸ δικαίωμα εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαγγελθῇ ἡ διάλυσις τοῦ συνεταιρισμοῦ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ περιορισμοί, ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς Νομολογίας, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ ἐπεβλήθησαν ἤδη. Ὁ νόμος 2151 τοῦ 1920 διὰ τῶν ἄρθρων 21–23 καθώριζεν ὡρισμένους περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰδικώτερον ἀπαγορεύει τὰς ἑνώσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ ἄλλας ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, ὁ δὲ νόμος 4871 τοῦ 1911, τροποποιηθεὶς ἀπὸ τὸν νόμον 5403 καθώριζεν ἔτι περισσοτέρους περιορισμούς. Ἀπηγόρευε δηλαδὴ τὴν παρὰ τῶν ὑπαλλήλων σύστασιν πολιτικῶν σωματείων, τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς πολιτικοὺς συλλόγους συνισταμένων παρ’ ἄλλων, τὴν ἕνωσιν τῶν Δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ τὴν ἕνωσιν τῶν Δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων μετ’ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν σωματείων. Οἱ νόμοι αὐτοὶ κατηργήθησαν διὰ τῆς Κʹ Συντακτικῆς πράξεως τοῦ 1935 καὶ ἔκτοτε οὐδεὶς φραγμὸς νομοθετικὸς ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοῦτο φυσικὰ δὲν ἀποκλείει τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ὡρισμένους περιορισμούς. Θὰ ἦτο, χρήσιμον, ἴσως, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ πληροφορηθῇ ὅτι αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχει καὶ ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεξειργάζετο τὸ σχέδιον τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος καὶ ἡ ὁποία ἀποσαφηνίζει ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει βασικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, τοῦτο ἀναμφισβητήτως ὑπόκειται εἰς ὡρισμένους περιορισμούς, περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνεγνώρισεν καὶ ἡ ἐπιστήμη παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ τοὺς περιορισμοὺς τῆς συστάσεως πολιτικῶν συλλόγων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐθέσπισεν διὰ ρητῆς διατάξεως ἡ ὑπηρεσία, τοὺς περιορισμοὺς τῆς συστάσεως κερδοσκοπικῶν συλλόγων, ὅπως καὶ τοὺς περιορισμοὺς νὰ ἑνοῦνται αἱ Δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις μετ’ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν σωματείων τὰ ὁποῖα, δὲν ἀποτελοῦνται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ Δημοσίους ὑπαλλήλους. Συνεπῶς δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον θὰ πρέπει, μετὰ τόσων ἐτῶν μακρὰν ἐφαρμογὴν καὶ ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νὰ ζητήσωμεν διὰ νέας Συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καθιερώσωμεν ὅτι ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Πάντοτε ἐγένετο δεκτὸν, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ γενικῶς, ὅτι εἷς καὶ μόνος περιορισμὸς ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, τὸν ὁποῖον ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ Συνταγματικῶς κατοχυρούμενον: Νὰ ὑπαγάγῃ εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως τὴν σύστασιν τοῦ Συνεταιρισμοῦ. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως, ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συνεταιρισμοῦ, πάντοτε ἐκρίθη ὅτι ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἦτο ἐλευθέρα νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἔκρινε σκοπίμους. Συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, πιστεύω ὅτι οὐδεὶς συντρέχει λόγος νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Νομίζω, ὅτι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι καὶ αὐτοὶ πολῖται Ἕλληνες καὶ ἔχουν ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρὸς προάσπισιν τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν των συμφερόντων διὰ τὴν περαιτέρω πνειματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κλάδου των. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ θεσπίσωμεν Συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ δώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἀπαγορεύσῃ τοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πολλοὶ ἴσως ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν, φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητοῦν τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Ἄλλο εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ ἄλλο ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπεργοῦν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῶν ἠθικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν του συμφερόντων νὰ μετέρχεται ὡς μέσον τὴν ἀπεργίαν. Ἐπὶ τοῦ Θέματος τούτου ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ὑπῆρξεν ὁμόφωνος καὶ ἐθέσπισε ρητὴν διάταξιν ὅτι ἡ ἀπεργία ὡς ἀντικειμένη ἀπολύτως πρὸς τὴν φύσιν τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς σχέσεως, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ἄλλωστε, ὑπάρχει καὶ ὁ νόμος 5358 τοῦ 1932, ἤδη ἰσχύων, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ἄρθρῳ 130 ρητῶς ἀναγνωρίζεται ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας διατυπώσεως καὶ ἐκφράσεως τῶν κοινωνικῶν τῶν φρονημάτων, λόγῳ, ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης ποὺ περιέχει τοιαύτην διάταξιν, γενικῶς ἐν Γερμανίᾳ ὑπεστηρίζετο, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι ἀναμφισβητήτως ὅπως εὐστοχώτατα λέγει ὁ Γάλλος καθηγητὴς DUGUIT, ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ μίαν τῶν βαρυτέρων προσβολῶν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, διότι διακόπτει τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ. Συνεπῶς εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δικαιοῦνται νὰ κατέλθουν εἰς ἀπεργίαν. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει διαφωνία, εἶναι ἂν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θέσπισιν σχετικῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ θεσπίσωμεν συνταγματικῶς τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην. Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν ἐν τούτῳ σύμφωνοι. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών του ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ὑφίσταται δικαίωμα ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἰσχύει ἐξ ἄλλου, νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἑπομένως δὲν ἀντιλαμβάνομαι διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ θεσπίσωμεν καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν ἀπαγόρευσιν. Ἐὰν φθάσωμεν πάλιν εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἶναι τόσον ἀνίσχυρον τὸ Κράτος, νὰ ἐγκαταλείψῃ εἰς τοιαύτην ἀπελπιστικὴν κατάστασιν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, ὥστε οὗτος νὰ ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν ἀπεργίαν καὶ τὸ Κράτος νὰ τὴν ἀνέχεται καὶ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, τότε, κ. βουλευταί, μὴ φαντάζεσθε, ὅτι ἐὰν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τὴν μεταθέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα θὰ καταστῇ ἰσχυρότερον τὸ Κράτος. Συνεπῶς, κ. βουλευταί, ὑποβάλλω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ ἄρθρον 11 εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἀναμφισβητήτως περιλαμβάνει καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ὑπόκεινται εἰς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ θέσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὴν ὀρθὴν ὁμαλὴν καὶ σκόπιμον ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τόσον ὑπὸ τῶν πολιτῶν γενικῶς ὅσον καὶ ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀσφαλῶς ἀναγνωρίζεται μέχρι σήμερον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν περιορισμοὶ ὀφειλόμενοι εἰς τὴν φύσιν τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, κ. βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 11 ἔχει καλῶς καὶ οὕτω πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 11 ἄνευ τῶν προταθεισῶν τροπολογιῶν, τόσον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§6Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀγορεύσεις διακεκριμένων συναδέλφων καὶ μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, μὲ τὰς ὁποίας συμφωνῶ, μὲ ἀπαλλάσσουν τοῦ κόπου νὰ σᾶς ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἤθελα ἐν τούτοις νὰ προσθέσω ὀλίγα ἐπιχειρήματα εἰς τὰς ἀπόψεις αὐτὰς ἐν σχέσει μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἰσχῦον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κατά τι τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὁπότε τὸ πρῶτον εἰσήχθη τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι (καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, τόσον τῆς ἐπαναστάσεως, ὅσον καὶ τοῦ 1864 δὲν ἀνεγράφετο τὸ δικαίωμα αὐτό), τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἡρμηνεύθη παγίως ἀπὸ ὅλους τοὺς σοβαροὺς ἐπιστήμονας ὡς ἔχον τὴν γενικὴν ἔννοιαν τὴν περιλαμβάνουσαν πάντα Ἕλληνα, ἑπομένως καὶ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Καθ’ ὅσον δὲ γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει σοβαρὸς συγγραφεύς, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὸ δημόσιον δίκαιον, ὁ ὁποῖος νὰ ἠμφισβήτησε τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου 11. Τόσον ὁ Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει καὶ μερικοὺς περιορισμοὺς τῶν δικαιωμάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὡς καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες, ὅσον καὶ ὁ Θ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἰς τὰς ἀπόψεις του κάθε ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ παρὰ ὡς ἀγόμενος ἀπὸ ριζοσπαστικὰς σκέψεις, τὴν ἰδίαν ἄποψιν ὑπεστήριζε καὶ ἐν τῇ πρώτῃ Ἐπιτροπῇ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ἐγεννήθη τὸ πρῶτον κατὰ ὀξὺν τρόπον τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς συγκλήσεως ὑπαλληλικῶν συνεδρίων. Ἡ Ἐπανάστασις, τότε, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, αὐτὴν μετεῖχον ἐκτὸς τοῦ Χαριτάκη καὶ ἐμοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ριζοσπαστικοί, καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο παρὰ ριζοσπάσται ἦσαν, ὅπως ὁ Παν. Τριανταφυλλᾶκος καὶ ὁ Θ. Ἀγγελόπουλος. Τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχεν ἀναλάβει ὁ Θ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσίν του ἀνέπτυξε τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος καὶ εἶπε τοῦτο, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως τοῦ 1864 ἡ γνώμη τῶν πληρεξουσίων ἐστρέφετο περὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν πολιτικήν. Ἐσκέπτοντο, δηλαδή, τότε, τὰ πολιτικὰ σωματεῖα καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐθεώρησαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι πλῆρες καὶ ἀπόλυτον. Περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων δὲν ἐγίνετο τότε σκέψις. Ἀλλὰ εἰς τὰ 1911 πλέον εἶχεν ἤδη ἀναπτυχθῆ ὁ θεσμὸς τοῦ ἐπαγγελματικοῦ σωματείου καὶ ἐκεῖ κυρίως περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων ἐγένετο λόγος καὶ περὶ αὐτὰ ἐστράφη ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τότε οὐδεὶς περιορισμὸς ἐτέθη, ἀλλὰ ἔχομεν ἕνα σιωπηρὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, διότι εἶχε γίνει μία μελέτη τοῦ Ραλλικοῦ Κόμματος, εἰς τὴν ὁποίαν μελέτην, ὑπῆρχε μία διάταξις ἀπαγορεύουσα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἐγκατελείφθη τελείως καὶ τοῦτο εἶναι ἕνα τεκμήριον, ὅτι οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ στερήσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐπὶ πλέον ἐτέθη καὶ ἐγένετο πρότασις περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ τὴν Γʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1920, καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ ἀπερρίφθη. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καί, παρὰ τὸ τότε ἐπαναστατικὸν καθεστώς, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ρητῶς ὑποστηρίζει καὶ εἰς τὸ σύγγραμμά του ὁ Θ. Ἀγγελόπουλος. Ἑπομένως ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, νομίζω, ὅτι εἶναι πλήρης καὶ δὲν περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ θὰ ἐπερίττευε νὰ γίνῃ μία οἱαδήποτε τροποποίησις. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐπρότεινε κάποιαν ὀπισθοδρόμησιν ἔναντι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Δηλαδὴ ἐκεῖνο, πού ἀναγνωρίζεται συνταγματικῶς, ἠθέλησε νὰ τὸ περιορίσῃ, ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸν νομοθέτην ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπαγορεύῃ οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ θὰ ἦτο περίεργον ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα αὐτό, νὰ ἐρχώμεθα σήμερον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νέων ρευμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν διάχυτα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν τὴν σημερινήν, νὰ ὑπαναχωρῶμεν καὶ νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐπὶ 85 περίπου ἔτη ἔφθασεν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ νομοθεσία. Θὰ ἦτο σφάλμα νὰ θέσωμεν μίαν τοιαύτην διάταξιν, διότι θὰ ἐδικαιολογοῦντο μερικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα στρέφονται ἐναντίον τῆς χώρας ἡμῶν καὶ τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν τοῦ κύρους τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν θὰ ἦτο πρέπον νὰ τεθῇ ἄλλη διάταξις, ἀλλὰ ἀκόμη εἶναι μία ἀπὸ τὰς ὀλίγας περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ὡς ἔχει. Ἐναντίον τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ὑπεστηρίχθησαν δύο τινά. Πρῶτον ἀνεμίχθη κακῶς ὁ Συνδικαλισμὸς μὲ τὸν Κομμουνισμόν. Θὰ ἦτο τοῦτο μέγιστον σφάλμα καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς, νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη σύγχυσις μεταξὺ δύο διαφόρων θεμάτων. Ἀλλοίμονον ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ συνδικαλισμὸς εἶναι ταὐτόσημος μὲ τὸν κομμουνισμόν. Τοῦτο θὰ φέρῃ μίαν μεγίστην δυσχέρειαν εἰς τὴν ὅλην συνδικαλιστικὴν κίνησιν τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ μίαν μεγάλην βλάβην διὰ τὴν χώραν. Εἶναι ἄσχετα πράγματα αὐτά. Ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἐννοιολογικῶς ἄσχετος μὲ τὸν συνδικαλισμόν. Ὁ κομμουνισμὸς ἀποτελεῖ μίαν νέαν ἐντελῶς μορφήν, διάφορον τῆς συνδικαλιστικῆς ἰδέας καὶ ἐξεμεταλλεύθη ἁπλῶς τὴν συνδικαλιστικὴν ἰδέαν. Ἀλλὰ κάθε ἄλλο εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν παρὰ ὅτι κάθε συνδικαλιστὴς εἶναι κομμουνιστής. Ὅλαι αὗται αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται σήμερον εἰς τὸν νοῦν μερικῶν θὰ δημιουργήσουν μίαν προκατάληψιν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συντάσσει ἡ παροῦσα Βουλή.........
§7Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπεστηρίχθη τοιοῦτόν τι;
§8Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν σύγχυσιν αὐτὴν τοῦ συνδικαλισμοῦ μὲ τὸν κομμουνισμὸν κακῶς τὴν κάμουν μερικοί. Θὰ ἤθελον, λοιπόν, νὰ διαχωρίσω αὐτὰς τὰς ἐννοίας. Ὁ συνδικαλισμὸς εἶναι κάτι τι τὸ ἄσχετον μὲ τὸν κομμουνισμόν. Εἶναι μία κίνησις τῶν ἐργατῶν, ἢ ἄλλου ἐργαζομένου, ὅπως συνεννοούμενοι μετ’ ἄλλων συναδέλφων των, ὑποστηρίξουν τὰ ἐπαγγελματικὰ αὐτῶν δίκαια καὶ ἡ παρεκτροπή, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῆς πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ μέρους τοῦ κομμουνισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ συνδικαλισμοῦ.
§9Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγένετο μία ἐκμετάλλευσις τοῦ συνδικαλισμοῦ.
§10Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐκμετάλλευσις βεβαίως, ἐγένετο, ἀλλὰ, ἐκμεταλλεύσεις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν εἰς πολλὰ πράγματα, ἐκμετάλλευσις ἐγένετο καὶ τῆς δυστυχίας ἀκόμη. Ὁ κομμουνισμὸς ἐκμεταλλεύεται τὸ πᾶν καὶ ἑπομένως θὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ αὐτό.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συνδικαλιστικῆς κινήσεως εὑρέθησαν κομμουνισταί.
§12Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συνδικαλιστικῆς κινήσεως εἶναι ἐθνικόφρονες ἐργάται σήμερον, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σύγχυσις αὐτή.
§13Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διεκυβεύετο ἡ ἔννοια αὐτή.
§14Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κακῶς διεκυβεύθη καὶ ἡμεῖς ἔχομεν κάθε συμφέρον νὰ διευκρινίσωμεν αὐτὴν τὴν διακύβευσιν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ἐξεμεταλλεύθη τὸν συνδικαλισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ἐν ταῖς ἁγναῖς αὐτοῦ ἐπιδιώξεσιν.
§15Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ τονισθῇ καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ τὸ δεχθῆτε καὶ σεῖς αὐτό, διότι ὅπως εἴπετε, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεπτύχθη ποτὲ ἡ θεωρία αὐτὴ τῆς ταυτίσεως τοῦ συνδικαλισμοῦ μὲ τὸν κομμουνισμὸν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ δεχθῆτε καὶ σεῖς καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ αὐτὸ πανταχοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς Ἕλλην πολίτης, ὁ ὁποῖος νὰ κάμῃ τὴν σύγχυσιν αὐτήν.
§16Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οὐδεὶς ἐπιτρέπεται νὰ διανοηθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀτυχῶς κάπου εἶδον καὶ ἤκουσα λεγόμενον ἀπό τινας ὄχι σοβαρούς. Τοὐναντίον ἡμεῖς διεστείλαμεν σαφῶς αὐτὰς τὰς ἐννοίας καὶ τὸν συνδικαλισμὸν τὸν ἀναγνωρίζομεν πλήρως. Τὸ δεύτερον σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐγένετο ἀπόπειρα ἀναμίξεως καὶ συγχύσεως αὐτῶν τῶν δύο ἐννοιῶν. Βεβαίως, ὁ συνεταιρισμὸς διευκολύνει κατά τι τὰς ἀπεργίας. Εἶναι δηλαδή, εὐκολώτερον νὰ ἀπεργοῦν ὁμαδικῶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὅταν εἶναι συνεταιρισμένοι παρὰ ὅταν δὲν εἶναι συνεταιρισμένοι. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν λεπτομέρειαν. Ἐννοιολογικῶς τὰ δύο πράγματα εἶναι ἀπολύτως διαφορετικά. Ὅτι βέβαια μία ὀργάνωσις διευκολύνει τὴν ἀπεργίαν, τοῦτο δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀλλὰ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ὅπου τὰ μέσα ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἄφθονα καὶ δύνανται μὲ μεγάλην εὐκολίαν νὰ συνεννοοῦνται μεταξύ των οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ ἀποφασίσουν τὴν ἀπεργίαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἀποδώσωμεν ὅλας τὰς εὐθύνας μιᾶς ἀπεργιακῆς κινήσεως εἰς τὸν συνδικαλισμόν, δηλαδή, εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ τοῦτο, ὅτι τὰ ζητήματα τῶν ἀπεργιῶν δὲν λύονται διὰ συνταγματικῶν ἢ νομοθετικῶν διατάξεων, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, διότι αὐτὰ τὰ ζητήματα λύονται ἐκ τοῦ ἂν τὰ αἰτήματα τῶν ἀπεργῶν ἔχουν ἠθικὴν βάσιν ἢ ὄχι. Ἐὰν τὰ αἰτήματα ἔχουν ἠθικὴν βάσιν, ὁσοιδήποτε νόμοι καὶ Συντάγματα καὶ ἂν καταρτισθοῦν, ὅλα αὐτὰ θὰ ἀνατραποῦν ὡς χάρτινοι πύργοι, διότι ἡ κοινὴ γνώμη, θὰ εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν ἀπεργῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν θὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀπεργίαν ἐγκύρως, διότι θὰ ἔχῃ ἀντίθετον τὴν κοινὴν γνώμην. Τοὐναντίον, ἂν τὰ αἰτήματα στεροῦνται ἠθικῆς βάσεως καὶ ἡ κοινὴ γνώμη διατεθῇ δυσμενῶς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν χρειάζεται οὐδεὶς Συνταγματικὸς φραγμὸς διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀπεργίαν, ἀλλὰ ἀρκοῦν οἱ κοινοὶ νόμοι. Παρὰ πάντων, καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ὁμοφώνως ἀνεγνωρίσθη βεβαίως, ὅτι θεωρητικῶς ἡ ἀπεργία δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐν τῇ ὑπαλληλικῇ συμβάσει —καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος Ἐπιτροπὴ ἐνέμεινεν εἰς τὴν παλαιὰν ὀρθὴν βάσιν ὅτι ἡ ὑπαλληλικὴ σχέσις θεμελιοῦται ἐπὶ συμβάσεως— θὰ διακρίνωμεν σαφῶς τὰ δύο στοιχεῖα: Τὸ στοιχεῖον τὸ συμβατικόν, τὸ συνδέον τὸν ὑπάλληλον μετὰ τοῦ Κράτους καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν χαρακτῆρα σχέσεως δημοσίου δικαίου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ διακρίνωμεν τὸ μονομερὲς στοιχεῖον τῆς δημοσίας λειτουργίας. Εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἐν σχέσει πρὸς τὰς συμβάσεις παραχωρήσεως (CONCESSIONS), ὅπου ἔχει ἐπίσης διακριθῆ ἡ συμβατικὴ σχέσις ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τῆς παραχωρηθείσης δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἔχει ὑποστηριχθῆ, ὅτι δύναται τὸ Κράτος συμβαλλόμενον μετά τινος ἐπιχειρηματίου διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἑνὸς σιδηροδρόμου, νὰ ἀναλαμβάνῃ συμβατικὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, λόγῳ τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, νὰ δύναται μονομερῶς νὰ ἐπιβάλῃ δρομολόγια ἐκ τῶν ὑστέρων μὴ προβλεπόμενα ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ἐπιφυλασσομένης τῆς ρυθμίσεως τῶν ἐκ τούτων προκυπτουσῶν οἰκονομικῶν συνεπειῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι καὶ μεταξὺ Κράτους καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπάρχει πλὴν τῆς συμβατικῆς σχέσεως, τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας λειτουργίας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ δημοσία ὑπηρεσία λειτουργῇ κανονικῶς. Ἑπομένως, ὁ ὑπάλληλος, ὁ παραβιάζων αὐτὴν τὴν πλευρὰν τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως, τὴν πλευρὰν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ ὑπαλληλικοῦ καθήκοντος. Συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη, ὅτι θεωρητικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἀντίκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπαγορεύεται μὴ ὑπαρχούσης καμμίας ἀνάγκης Συνταγματικῆς διατάξεως. Τοῦτο, ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐμποδίζει τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐνδεχομένως νὰ γίνουν ἀπεργίαι, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ δύναται νὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ καὶ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις τὸ Κράτος ἢ δεικνύει κακὴν πίστιν ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων ἢ εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἰτήματα τῶν ὑπαλλήλων. Ἀτυχῶς, αἱ ἀντιλήψεις, αἱ σημεριναὶ εἶναι ἀπόρροια τελευταίων γεγονότων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσον αὐστηραὶ ἔναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅσον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐστηραὶ ἔναντι τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τοὺς ὑπαλλήλους εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρετηρήθη ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρὸ τῆς καθόδου των εἰς ἀπεργίαν εἶχον μακρὰς, πλήρεις ὑπομονῆς, συζητήσεις μετὰ τῶν Κυβερνήσεων διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων των καὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ φθάσουν εἰς συνεννόησιν διότι ταῦτα δὲν ἐγένοντο ἀποδεκτά. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἀπεργίας ἐξευρίσκοντο ἀμέσως αἱ λύσεις, αἱ λύσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ τῆς ἀπεργίας παρειλκύοντο. Διατὶ ὅμως νὰ μὴ ἐλύοντο τὰ ζητήματά των πρὸ τῆς καθόδου τῶν ὑπαλλήλων εἰς ἀπεργίαν; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐλάμβανον ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ λάβουν διὰ νὰ καταστήσουν ἠθικῶς ἀδύνατον τὴν ἀπεργίαν. Τοῦτο σημαίνει, ἐπίσης, ὅτι δὲν πταίουν οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον τὰ δέοντα μέτρα. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀκριβῶς, αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶχον τὸ ἠθικὸν κῦρος νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς κειμένους νόμους ἐναντίον τῶν ἀπεργῶν. Τὸ ἴδιον παρετηρήθη καὶ μὲ τὸ τελευταῖον ψήφισμα τῶν ἀπεργιῶν, τὸ ὁποῖον διὰ πλείστους ὅσους λόγους ἦτο περιττὸν καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ κατεψηφίσαμεν, διότι εἶχε τὴν δυνατότητα ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἄλλων νόμων καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος νὰ ἀντιμετωπίζῃ ταύτας. Τὸ Ψήφισμα λοιπὸν τοῦτο παρεβιάσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ἀνίκανος νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, διότι ἐστερεῖτο τοῦ ἠθικοῦ κύρους ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν ἀπεργῶν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαχωρίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς αὐτονόητον, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, εἶναι πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ὅταν ὅμως τὸ Σύνταγμα λέγῃ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ἐννοεῖ, κατὰ τὰ παγίως γενόμενα δεκτά, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ὁ νόμος μέχρις οὐσιαστικῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος. Δύναται νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ θέσῃ περιορισμοὺς καταλήγοντας, εἰς τὸ ὅτι δὲν δύνανται κἂν οἱ ὑπάλληλοι νὰ εἶναι μέλη ἐπαγγελματικῶν σωματείων. Αὐτὸ λοιπόν τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν οἱ ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ συμφωνοῦμεν. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία περιέχει καί τινας περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν Συνταγματικοὶ καὶ ἑπομένως ἡ σήμερον ἐπαναλαμβανομένη Συνταγματικὴ διάταξις θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τῶν νόμων αὐτῶν. Ὁ νόμος, π.χ., ἀπαγορεύει τὰς συνεννοήσεις πρὸς ὁμαδικὴν παραίτησιν. Ὅταν, λοιπόν, τὸ σωματεῖον ἔχῃ τοιούτους σκοπούς, ὅταν τείνῃ εἰς τοιαύτας ἐνεργείας, ἀποβλεπούσας εἰς τὴν παράλυσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὸ σωματεῖον θὰ ἦτο παράνομον καὶ δὲν θὰ ἐπροστατεύετο ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία δέον νὰ ἑρμηνευθῇ ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ ὑπάρχον ἄρθρον ἔχει καλῶς ὅπως ἡρμηνεύθη καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ εἶναι περιττὴ πᾶσα τροποποίησις αὐτοῦ.
§17Δ. ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδ.). Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ψηφίσματος ΚΗʹ «περὶ παροχῆς διευκολύνσεων διὰ τὴν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀνοικοδόμησιν».
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδέποτε, κύριοι συνάδελφοι, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, τὸ ὕπατον καὶ σπουδαιότατον βῆμα τῆς πατρίδος μας, μὲ τόσην δυσφορίαν, μὲ τόσην λύπην. Διότι πιστεύω ἀδίστακτα, ἔχων καὶ τὴν γνώμην πολλῶν ἐξ ὑμῶν σύμφωνον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνεχίζωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Δὲν τὸ ἐπιτρέπουν οἱ καιροί. Δὲν ἐσπεύσαμεν ἀτυχῶς, ἄλλωστε, ὅσον ἔπρεπε διὰ νὰ ἔχωμεν περαιώσει ταύτην τὴν συζήτησιν. Καὶ τώρα εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν τερματίσωμεν. Ἐπικαλοῦμαι τοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος μας, ὅπως προσκομισθῇ μία πρότασις νὰ ἐπικυρώσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς συνεπληρώθη κατὰ τὸ 1936 καὶ πλέον οὔ. Σκεφθῆτε, μελετήσατε, ἀποφασίσατε. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὀνόματι τῶν κινδύνων τῆς πατρίδος. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχετε ἀποφασίσει περὶ τούτου προχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν.
§20Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χωρὶς καμμίαν ἀμφιβολίαν. Τὸ εἶπον αὐτὸ καὶ προχθὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Ἐγὼ τὰ εἶπα καὶ τὰ ἔγραψα· ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω. Θέλω νὰ ὁμιλήσω, διότι ἤκουσα γνώμας τὰς ὁποίας οὐχὶ ἁπλῶς δὲν ἀποδέχομαι, ἀλλὰ ζωηρῶς ἀποκρούω. Ἤκουσα βεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βάσιμοι. Καὶ λυποῦμαι καὶ ὑποτιμῶ ἐμαυτόν, διότι τὰ εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλά, καθὼς παρατηρῶ, ἢ δὲν ἐλήφθησαν καθόλου ὑπ’ ὄψιν, ἢ δὲν τὰ ἐνθυμεῖται κανείς! Ὑποτιμῶ ἐμαυτόν, διότι φαίνεται οἱ λόγοι μου δὲν ἔχουν τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον βέβαια —ἔχω καὶ ἐγὼ ἀνθρωπίνην φιλαυτίαν— ἐπεθύμουν νὰ εἶχον. Κύριοι, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω. Κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1930 —ζητήσατε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τότε νὰ τὰ ἀναγνώσητε— ὑπεβλήθη νομοσχέδιον μὲ τὸν τίτλον: «Καταστατικὸν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων». Καὶ ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, μετὰ πείσματος ἐπέμεινεν, ὅτι ἦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διαφωνοῦσα, Κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἐζήτησε τὸν λόγον, ἐπολέμησε καὶ ἐκεῖνος μετὰ πείσματος τὸ νομοσχέδιον καὶ ὀρθία ὅλη ἡ Βουλή, ὅλη ἡ Βουλή, ἐχειροκρότει ἑκάστην φράσιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου πολεμοῦντος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ συνεταιρίζωνται. Καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθιεροῦτο ἀπολύτου ἐξουσίας ὑπαλληλοκρατία. Μετά τινας μῆνας ἐψηφίσθη νόμος σχεδὸν παρόμοιος καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ βουλευτοῦ, τότε βουλευτοῦ Λακωνίας καὶ τώρα ἄλλης περιφερείας βουλευτοῦ, ἐχαρακτηρίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ὡς τραγελαφικὸς καὶ δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς. Καὶ μετὰ ταῦτα ὑπεβλήθη ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ὑπάρχει ἤδη ὡς ἰσχύων νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ συνεταιρίζωνται. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶπεν: Ἀπαγορεύω τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δικαστάς, εἰς τοὺς ἀστυνομικούς, εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ παρέχω, ἐγὼ ὁ νόμος καὶ οὐχὶ τὸ Σύνταγμα, εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ περιορισμούς, ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, ὅτι ἐπιτρέπεται συνεταιρισμὸς κατὰ κλάδους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οὐχὶ ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁμοῦ καὶ ἑπομένως ἡ ΑΔΕ-ΔΥ εἶναι παράνομος καὶ ὑπὸ ἄλλον περιορισμὸν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ὁμοσπονδία, εἴτε δημοσίων ὑπαλλήλων συνεταιρισμένων ἁπάντων, εἴτε μετ’ ἄλλων συνεταιρισμῶν ἐπαγγελμάτων ἰδιωτικῶν. Λοιπόν, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ Κοινοβουλευτική μας ἱστορία, πῶς ἔρχονται ἐνταῦθα, καταπλήσσομαι! ἐξίσταμαι! πῶς ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι οὐδεὶς τάχα ἠμφισβήτησε τὸ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐκ τοῦ Συντάγματος; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ, ἀλλὰ ὁ Ἀριστοτέλης μοῦ τὸ ἐπιτρέπει νὰ ὀργισθῶ. Ἔλεγεν ὁ Ἀριστοτέλης, καθὼς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς τὸ εἴπω: «Ὁ λαμβάνων δικαίαν ἀφορμήν, ὅπως ὀργισθῇ καὶ μὴ ὀργιζόμενος, εἶναι ἀνήθικος». Καθ’ ὅσον δύναμαι, δὲν ἐπιτρέπω εἰς ἐμαυτὸν νὰ εἶμαι ἀνήθικος καὶ ὀργιζόμενος ἀκούω τοιαύτας γνώμας, ὅτι οὐδέποτε τάχα ἠκούσθη, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐκ τοῦ Συντάγματος! Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι τώρα τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι παρεχόμενον ὑπὸ νόμου. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ οὐχὶ διότι τάχα ἔχω ὑπ’ ὄψει ὡρισμένας πραγματικότητας. Καθὼς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ἡ μεγάλη γεννήτρια τῶν νεωτέρων ἐλευθεριῶν εἰς τοὺς λαούς, ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, κατήργησεν ἐντελῶς παντὸς εἴδους συνεταιρισμόν, ὅλας ἐν γένει τὰς συντεχνίας. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἡ ἱστορικὴ σταδιοδρομία τῶν νεωτέρων λαῶν δὲν συνεφώνησε πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀπαγόρευσιν ταύτην. Ἀληθῶς. Καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡμῶν, δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, οὐχὶ τὸ τοῦ 1944, ἐψήφισε τὸ ἄρθρον περὶ συνεταιρισμῶν ὡς ἔχει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Καὶ συζητοῦντες κατὰ τὸ 1911 ἐμείναμε σύμφωνοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἠννόει συνεταιρισμοὺς πολιτικοῦ καθαρῶς περιεχομένου, δηλαδὴ πολιτικοὺς συλλόγους. Διότι ἐπεθύμουν οἱ τότε λαοί, πρὸς δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις κατευθυνόμενοι ὁρμητικῶς, ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρχουν σύλλογοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ὠθοῦν τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰ Κοινοβούλια πρὸς ἐξασφάλισιν περισσοτέρων ἐλευθεριῶν. Ἀλλὰ ἐμείναμε σύμφωνοι ἐπίσης κατὰ τὸ 1911, ὅτι ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐφεξῆς, μετὰ τὴν ἐπίδρασιν, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς, τῶν σοσιαλιστικῶν δογμάτων, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐπεξετάθη. Δὲν περιωρίζετο πλέον μόνον εἰς πολιτικοὺς συλλόγους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ ἐργατικοὺς εἰδικώτερον. Τὸ ἀνεγνωρίσαμεν καὶ τότε. Ἀλλὰ δὲν εἴπομεν, ὅτι, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἐννοεῖ καὶ τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι, ἐὰν ἠννόει τοῦτο, θὰ περιεῖχε μίαν ἀνόητον ἔκφρασιν τὸ «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Διότι σᾶς ἐρωτῶ: Δύναται νὰ ἐννοηθῇ τὸ ἀντίθετον, τὸ ἁπλῶς διάφορον διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ, ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, συζητοῦντες ἀπὸ τοῦ 1930 μέχρι τοῦ 1932 ἐντατικῶς καὶ ψηφίσαντες τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα καὶ τώρα, ἀνεγνωρισμένον, συνεφωνήσαμεν, ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν τοιοῦτον δικαίωμα. Καὶ ἐπειδὴ συνέβη τότε νὰ εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ὁποίου ἐγένοντο δεκταὶ αἱ προτάσεις, ἔχω ὑποβάλει καὶ πρὸς ὑμᾶς μίαν πρότασιν. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχε κυκλοφορήσει. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι γνωστή. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ δώσῃ ἐντολὴν νὰ κυκλοφορήσῃ. Ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διὰ νόμου δύναται νὰ δοθῇ καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς παντὸς εἴδους, καθορίζεται δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐν γένει καὶ λεπτομερῶς ἡ ἔκτασις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ συνεταιρισμοῦ. Καὶ στεροῦνται ἀπολύτως οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δικαιώματος ἀπεργίας». Καθὼς παρατηρεῖτε, προσθέτω: «... καὶ στεροῦνται ἀπολύτως οἱ Δημόσιοι λειτουργοὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας». Ἐγένετο, κύριοι, λόγος περὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ Γερμανικοῦ τῆς Βαϊμάρης. Συντάγματος, καθὼς γνωρίζετε πάντες, σοσιαλιστικοῦ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ἀπαγορεύεται ρητῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους... Οὐχὶ δὲ μόνον τοῦτο. Ἐγένετο δεκτὸν καὶ ὑπὸ τῆς Διοικήσεως καὶ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων τῶν Γερμανικῶν, ὅτι ἡ φράσις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ σοσιαλιστικοῦ ἐκείνου Συντάγματος ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐπαγγέλματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν καθημερινὴν τῆς Κοινωνίας ζωήν. Διότι κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρεμποδίζῃ τὴν λειτουργίαν καὶ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Π. χ. δὲν εἶναι νοητὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀπεργία εἰς τοὺς τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δίδουν τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, εἰς τοὺς φαρμακοποιούς...
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς δικηγόρους;
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ δικηγόροι, ναί, εἶναι δημόσιοι λειτουργοί. Ἀσκοῦν δημοσίαν λειτουργίαν. Τὴν ἀσκοῦν, ὅμως, ἐλευθέρως, κύριε συνάδελφε, τὴν ἀσκοῦν δὲ κατὰ μίαν τόσον ὑψηλὴν ὑπερηφάνειαν ἀνέκαθεν καὶ εἰς ὅλους τοὺς λαούς, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀπεργία, διότι τὴν ἀπαγορεύει ἡ φιλοπατρία των καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά των. Καί, ἐὰν θέλετε, πιστεύσατέ με, ὅτι τὰ μεγάλα καὶ ἔξοχα προτερήματά σας περιέχουν μίαν ἐλαττωματικότητα: διότι δὲν ηὐτυχήσατε νὰ ἀσκήσητε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, θὰ τὸ ἠσκεῖτε δὲ ἀναμφιβόλως μὲ ἐπιτυχίαν (γέλωτες). Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ παρακαθήμενός σας (γέλωτες), ἐὰν ἠσκεῖτε τὸ δικαίωμα τῆς δικηγορίας, σήμερον θὰ παρείχετε πολὺ μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος.
§24Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἤσκησα τὴν δικηγορίαν ἐπὶ δεκαετίαν, κύριε συνάδελφε.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ λίαν εὐδοκίμως.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν τὴν ἠσκήσατε ἐπὶ δεκαετίαν, ἔχω τόσην ἀγάπην καὶ τόσην ὑπόληψιν πρὸς ὑμᾶς, ὥστε σημειώνω ἀποσιωπητικά, διότι, ἄλλως, θὰ εἶναι ἡ γνώμη μου ὀλίγον τι ἀπογοητευτική! Ἐὰν θέλετε, πεισθῆτε ἀμφότεροι, ὅτι δὲν σᾶς συμφέρει νὰ μὲ διακόπτετε. Ἐὰν δὲν θέλετε, τί πταίω ἐγώ;
§27Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μᾶς ἐκδικεῖσθε διὰ τὴν διακοπήν;
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ παρεμπόδισις τῆς κανονικῆς καὶ κοινωνικῶς ὠφελίμου λειτουργίας τῶν ἀνθρώπων. Πολὺ περισσότερον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παρεμπόδισις τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους καὶ δὴ ὑπὸ τῶν λειτουργῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον ἐνταῦθα, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν τόσας παραλείψεις, τόσας παραβάσεις καθηκόντων, τόσας παρανομίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὸν Τόπον μας καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς αὐτάς! Αὐτὸ ὅμως εἶναι τὸ καθῆκόν μας; Νὰ συνεχίσωμεν τὰς παρανομίας καὶ τὰς παρεκτροπὰς ἢ νὰ θέσωμεν εἰς αὐτὰς φραγμούς; Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἂς ἐξετάσω πρῶτον τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἔποψιν. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παράνομος ΑΔΕΔΥ, ἀλλὰ οἱ Διευθυνταὶ τῶν Ὑπουργείων ἀνέφερον, ἕκαστος ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς τὰ δίκαια παράπονα τῶν ὑπαλλήλων, τὰς δικαίας ἀξιώσεις αὐτῶν, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται — ἂς μὴ προχωρήσωμεν εἰς αὐτό, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶμεν δημοκόποι — καὶ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν ἐλάμβανε γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἔπαιρνε τὸ ζήτημα ἡ Βουλὴ καὶ καθήλωνεν εἰς τὸν τοῖχον τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παραβαίνει τὰ καθήκοντά της πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, δὲν θὰ ἐξυπηρετεῖτο καὶ τὸ συμφέρον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καλύτερον εὐστοχώτερον, ἀσφαλέστερον, παρὰ διὰ τῶν παρανομιῶν τῆς ΑΔΕΔΥ; Αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ πραγματικὴ ὄψις τοῦ πράγματος. Ποία εἶναι ἡ φιλοσοφική, τὴν ὁποίαν εἶπε καὶ ἐδίδαξεν ὁ μέγιστος τῶν φιλοσόφων, ὁ ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτερος; Ἢ πείθεις τὴν Πατρίδα σου περὶ τοῦ δικαίου σου, ἢ ὑπαίτιος ὑπακούεις. Οὐχὶ δὲ ἢ τὴν πείθεις ἢ τὴν ἐκβιάζεις τὴν Πατρίδα, καὶ δὴ ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ Δημόσιος λειτουργός, δηλαδή, νὰ ἐκτελῆται, νὰ συμβαίνῃ, νὰ διαπράττεται αὐτοκτονία τοῦ Κράτους, διότι αὐτοκτονία τοῦ Κράτους εἶναι αὐτοκτονία τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος, οἱ ὑπουργοί, οἱ βουλευταί, εἴμεθα τὸ Κράτος, ὅπως εἶπον χθές. Ὁ ἄλλος λαὸς δὲν εἶναι τὸ Κράτος. Ὁ ἄλλος λαὸς εἶναι τὸ Ἔθνος, εἶναι ἡ ἱστορικὴ ὑπόστασις. Τὸ Κράτος εἶναι δημιούργημα νομικόν, τοῦ Ἔθνους, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν νοητόν, νὰ ὑπάρχῃ, νὰ συμβαίνῃ, νὰ διαπράττεται ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Σημαίνει τοῦτο ἄρνησιν τοῦ Κράτους, ἄρνησιν πάσης νομιμότητος, ἄρνησιν τῆς Πατρίδος συντεταγμένης κατὰ νόμους, εἴτε γραπτούς, εἴτε ἀγράφους, «οὓς οἱ Θεοὶ ἔθεντο», ὡς εἶπεν ἐπίσης ὁ σοφὸς Σωκράτης. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅτι δύναται μόνον ὁ νόμος, ὁ νόμος νὰ δώσῃ δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ἡ ἀπεργία νὰ ἀπαγορεύεται. Νὰ τεθῇ ρητὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀρχίσωμεν ἐπὶ τέλους ἐπιβάλλοντες τὴν νομιμότητα, τῆς ὁποίας ἡ παράβασις, ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν, ἔχει καταντήσει τὸ Ἔθνος μας ἐνώπιον τῶν σημερινῶν κινδύνων, διότι, χωρὶς αὐτὰς τὰς παραβάσεις τῆς νομιμότητος, ἄλλη θὰ ἦτο ἡ ἐθνική μας κατάστασις, ἡ ἐθνική μας ἀσφάλεια, ἡ ἐθνική μας ὑπόληψις, ἡ θέσις μας ἀπέναντι καὶ τῶν Μεγάλων συμμάχων μας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔπρεπε περισσότερον νὰ ἐκτιμοῦν τὴν μεγάλην θυσίαν μας, τὴν ὁποίαν συνεχίζομεν ἀπὸ τοῦ 1940. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν, κύριοι βουλευταί, διότι τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον λέγει «διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι», τὸ ὁποῖον σημαίνει καταφανῶς ὅτι ὑπάρχει μὲν τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ δύναται διὰ νόμου νὰ ἀποσυρθῇ. Καὶ ἐὰν θέλετε, μάλιστα, εἰς τὴν διάταξιν τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει καὶ μιά τις ἀντισυνταγματικὴ ἀνωμαλία, διότι, ἐὰν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἓν δικαίωμα ἐπιτρέπεται, εἶναι κάπως ἀνώμαλον νὰ ἀφαιρεθῇ ὑπὸ νόμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν δεδομένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι πάντως τοῦτο τακτικώτερον. Δὲν ἀρνούμεθα νὰ παρέχεται ὑπὸ νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον, ὅτι ὁ νόμος θὰ καθορίζῃ τὰς διατάξεις εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα καὶ πάντως, λέγομεν, θὰ ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἐγώ, κύριοι, θὰ σᾶς παρεκάλουν, θὰ σᾶς παρεκάλουν θερμῶς, νὰ μελετήσετε καὶ τὴν ἄλλην μου πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μηνῶν ἐπίσης ἔχω ὑποβάλει καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς παντὸς εἴδους συνεταιρισμὸν ἐργατικὸν ἢ ἐπαγγελματικόν, δὲν δικαιοῦται νὰ εἶναι μέλος τῆς Διοικήσεως ὁ μὴ ἀσκῶν ἐνεργῶς τὴν ἐργασίαν ἢ τὸ ἐπάγγελμα τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ. Καὶ καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὁμοσπονδίας ἢ συνομοσπονδίας περισσοτέρων τοῦ ἑνὸς συνεταιρισμοῦ τῆς αὐτῆς ἢ διαφόρου ἐργασίας καὶ τοῦ αὐτοῦ ἢ διαφόρων ἐπαγγελμάτων, δὲν δικαιοῦται νὰ εἶναι μέλος τῆς Διοικήσεως τῆς ὁμοσπονδίας ἢ συνομοσπονδίας ὁ μὴ ἀσκῶν ἐνεργῶς τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν ἑνὸς τῶν συνεταιρισμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμοσπονδίαν ἢ συνομοσπονδίαν. Γραμματεῖς ἢ δακτυλογράφοι δύνανται νὰ διορισθοῦν χωρὶς δικαιώματα διοικητικά καὶ ψήφου διὰ τὰς ἀποφάσεις καὶ λόγον κατὰ τὰς συζητήσεις».
§29Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἄκρως ἐπιτυχὴς ἡ διάταξις, κ. συνάδελφε.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤκουσα, κύριοι, ἐνταῦθα γνώμας περὶ συνδικαλισμοῦ καὶ περὶ συνεταιρισμοῦ. Ἀποδέχομαι τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν κάμνει εὐστόχως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ ἀξιότιμος καὶ τόσον εἰς ὅλους μας φίλτατος συνάδελφος κ. Θεοφανόπουλος. Ἄλλο πρᾶγμα ὁ συνεταιρισμός, ἄλλο πρᾶγμα ὁ συνδικαλισμός. Ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι ἕνωσις μελῶν ἑνὸς ἐπαγγέλματος, μιᾶς ἐργασίας, μιᾶς κοινωνικῆς ἰδιότητος ἰδιαιτέρας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων καὶ ἰδιοτήτων τῆς ἐργατικῆς ἢ ἐπαγγελματικῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ συνδικαλισμός. Ὁ συνδικαλισμὸς εἶναι ἡ νεωτέρα ὀνομασία, διὰ μιᾶς λέξεως τοῦ συνθήματος, τὸ ὁποῖον ἐδόθη διὰ τοῦ κομμουνιστικοῦ μανιφέστου τοῦ Μάρξ, τοῦ ἑβραίου αὐτοῦ τυχοδιώκτου, κατὰ τὸ 1848. Πρόκειται περὶ τῆς πάλης τῶν τάξεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ συνδικαλισμός. Ἔχει πολὺν πολιτικὸν χαρακτῆρα ὁ συνδικαλισμός. Ὁ συνεταιρισμὸς ἔχει ἰδιότητα καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἀποκλειστικῶς κοινωνικόν τινα σκοπόν, ἰδιαίτερον σκοπὸν κοινωνικὸν ἑνὸς ἐπαγγέλματος. Ἐνῷ ὁ συνδικαλισμὸς εἶναι τὸ μέσον, εἶναι ἡ πολιτική, εἶναι τὸ πρόγραμμα τὸ εὐρύτατον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπειλεῖται ὁ Χριστιανικὸς Κόσμος καὶ ὁ Πολιτισμός. Αὐτὸς εἶναι ὁ συνδικαλισμός. Πρέπει νὰ προσέχωμεν ἀκόμη καὶ εἰς τὴν λέξιν. Διότι ἀπρόσεκτοι ὄντες εἰς τὰς λέξεις θὰ παρασυρθῶμεν ἐξ ἀπροσεξίας καὶ εἰς τὰς πράξεις.
§31Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἴδιον σκοπὸν ἔχουν συνεταιρισμὸς καὶ συνδικαλισμός. Ἀμφότεροι ἀποβλέπουν εἰς ἐξυπηρέτησιν οἰκονομικῶν συμφερόντων.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ συνεταιρισμοὶ ἀποβλέπουν, κυρίως, ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς, εἰς ἐξυπηρέτησιν οἰκονομικῶν συμφερόντων ἐπαγγελματικῶν. Ἐνῷ ὁ συνδικαλισμὸς, ὡς πρόγραμμα, ὡς σύνθημα, ὡς κραυγὴ τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι τὸ ὄργανον διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὶς Κοινωνίες.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συμβαίνει ὥστε, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, καὶ δὴ ἀπὸ τοῦ 1860 καὶ ἐντεῦθεν, τὰ σωματεῖα τὰ ἐργατικά, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀκριβῶς τὸν φορέα τοῦ Ἀγγλικοῦ συνδικαλισμοῦ, νὰ ἐσημείωσαν τὸ κύριον ἐμπόδιον ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ; Διότι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς γνωστόν, ὁ κομμουνισμὸς δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπικρατήσῃ, διότι παρημποδίσθη ὑπὸ τῆς ἐγκαίρου ἀναπτύξεως τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπήγασε καὶ ἡ φυσιογνωμία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὅλοι θαυμάζομεν, ὁ κ. Μπέβιν.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε καὶ ἐξαιρετικώτατε φίλε, καὶ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω, νὰ σᾶς ἔχω φίλον, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, διαπράττετε μίαν ἀπροσεξίαν.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν διαπράττει ἡ ἱστορία.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἡ ἱστορία εἶναι ὅτι οἱ Ἄγγλοι, καυχώμενοι διὰ τὴν ἰδικὴν των ἐπανάστασιν, διὰ τὴν ἰδικήν των διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ μὴ ἔχοντες καμμίαν ἀνάγκην νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, δὲν ἐσταμάτησαν καθόλου εἰς τὸ νὰ συνεταιρίζωνται, νὰ συνεταιρίζωνται ἀδιαλείπτως μὲ τὸ πρόγραμμα, ὅτι καὶ κατὰ ἐλευθερίαν καλῶς ἐννοουμένην ἐπιτρέπονται οἱ συνεταιρισμοί. Ἀλλ’ οὐδέποτε, οἱ ὀρθῶς ἐξ αὐτῶν σκεπτόμενοι παρεδέχθησαν πολιτικὴν ἐμπνεομένην ἀπὸ τὸ σύνθημα τοῦ συνδικαλισμοῦ ἐννοοῦντες τὴν πάλην τῶν τάξεων. Καὶ διὰ τοῦτο, βλέπετε ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερον τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον κατέχει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ ἐλέγχεται ὡς σοσιαλιστικὸν ὑπὸ τοῦ ἐνδόξου σήμερον ἀνδρὸς εἰς τὴν Ἀνθρωπότητα, τοῦ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, τὸ ἴδιον αὐτό, περὶ ἑαυτοῦ δὲν λέγει καὶ δὴ ὅταν ἐπισήμως ἐκφράζεται ὅτι εἶναι σοσιαλιστικόν, ἀλλὰ λέγει ὅτι εἶναι Ἐργατικόν.
§37Ε. ΓΟΝΗΣ. Οἱ ἀρχηγοί του, ἔχουν κάμει πραγματείας περὶ αὐτοῦ καὶ λέγουν ὅτι εἶναι Κόμμα Σοσιαλιστικόν. Σᾶς πληροφορῶ δέ, ὅτι ὁ κ. Ἄτλυ ἔχει βιβλίον περὶ σοσιαλισμοῦ, λοιπόν, μὴ λέγετε πράγματα, τοὐλάχιστον ἱστορικῶς ἀναληθῆ.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Ἀνθρωπότης, φίλτατε, ἀναγιγνώσκει καθημερινῶς εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα τῆς Ἀγγλίας εὑρίσκεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτι ἐκδηλοῦνται ἀπὸ τὰς τάξεις του συμπάθειαι πρὸς τὸν σοσιαλισμὸν εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ἀλλά, ἄλλο αἱ ἐκδηλούμεναι ἐκ μέρους προσώπων ἀπὸ τὰς τάξεις του συμπάθειαί τινες καὶ ἄλλο νὰ εἶναι κεφαλαιώδης τίτλος «Συνδικαλισμός». Ὁ συνδικαλισμός, ἐν κυριολεξίᾳ, εἶναι τὸ μέγα ὄργανον, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ θριαμβεύσῃ τὸ κομμουνιστικὸν πρόγραμμα τοῦ Μάρξ, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη κατὰ τὸ 1948. Δὲν τὸ ἠρνήθην ἐγώ, φίλτατε, τὸ εἶπον δὲ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι γίνεται πολλάκις χρῆσις τῶν λέξεων, συνεταιρισμὸς καὶ συνδικαλισμός, χωρὶς καμμίαν σκέψιν καὶ λελογισμένην διάκρισιν, περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξύ των. Τὸ εἶπον, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ τονίζω, τὸ ἀποδέχομαι, ἀλλ’ ἐγὼ κάμνω διάκρισιν, ὅτι, εἰς τὴν πραγματικότητα, εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν συνεπῶς ἀντίληψιν, εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῶν νεωτέρων Ἐθνῶν, ὑπάρχει διαφορά, μεταξὺ συνεταιρισμοῦ καὶ συνδικαλισμοῦ. Καὶ θέλω ἡμεῖς νὰ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διαφοράν, διὰ νὰ προσέχωμεν νὰ παρέχωμεν μὲν διὰ νόμου δικαίωμα συνεταιρισμοῦ, ἀλλὰ νὰ μὴ προχωρήσωμεν μέχρι δικαιώματος ἀπεργίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμά μου, διότι ἡ ὑπὸ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπεργία εἶναι ἄρνησις τοῦ Κράτους, εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ Κράτους ἡ ἀπεργία ἐκ μέρους τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, ἑπομένως ἡ ἀπεργία αὐτῶν εἶναι ἄρνησις τοῦ Κράτους, εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ Κράτους, εἶναι κίνδυνος τῆς Πατρίδος. Καὶ διότι δὲν εἴχομεν αὐτὴν τὴν προσοχὴν νομοθετοῦντες καὶ κυβερνῶντες, διὰ τοῦτο εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῶν σημερινῶν κινδύνων. Εἶναι τεραστία ἡ εὐθύνη τῶν τελευταίων μας Κυβερνήσεων, διότι ἐπέτρεψαν νὰ ὑπάρχῃ ἡ παράνομος ἐπιτροπὴ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἡ καλουμένη ΑΔΕΔΥ. Καὶ εἶναι τεράστιον τὸ σφάλμα αὐτὸ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι δὲν ὑπέβαλον νομιμώτατα ἀναφορὰς καὶ αὐταὶ αἱ ἀναφοραὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπου θὰ υἱοθετοῦντο ἀπὸ ὅλους μας καὶ θὰ ὑπεστηρίζοντο ἐπιτυχέστερον, παρὰ διὰ τῆς ἀπεργίας τῆς ἰδικῆς των. Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ Ἕλληνες βουλευταί, ἐφ’ ὅσον θὰ ἀνεγνωρίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραμελεῖ τό καθῆκόν της ἀπέναντι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ κατερρίπτομεν ὄχι μίαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πολλὰς κατὰ συνέχειαν. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο καὶ νόμιμον καὶ περισσότερον δι’ αὐτοὺς συμφέρον. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδικαί μου γνῶμαι, κύριοι, διότι πιστεύω ἀδίστακτα, ἀνενδοιάστως, ὅτι ἐξυπηρετοῦνται ὅλα τὰ συμφέροντα, ὅλα τὰ δίκαια περισσότερον διὰ τῆς νομιμότητος παρὰ διὰ τῆς ἀνομίας. Περισσότερον διὰ τῆς προσοχῆς, παρὰ διὰ τῆς ἀπροσεξίας. Ἡ ἄλλη μου πρότασις εἶναι νὰ ἐξαφανισθοῦν οἱ ἀποκαλούμενοι ἐργατοπατέρες. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, ἐγὼ νὰ μὴ συμπαθῶ, νὰ μὴν ἀγαπῶ, νὰ μὴ λατρεύω τοὺς ἐργάτας. Διότι ἔχω μίαν ὑψηλοτάτην ὑπερηφάνειαν: Ὅτι εἶμαι ἐτῶν 75 καὶ εἶμαι βιοπαλαιστής. Τὸ εἶπον δὲ ἄλλοτε πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἔχω, ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν, τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κυττάζω ὅλους κατάμματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λατρεύω τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ δὲν λατρεύουν τοὺς ἐργάτας οἱ ἑκάστοτε πρόεδροι αὐτῶν, ἄνθρωποι μερικοὶ ἀνεπάγγελτοι, κηφῆνες, ἐκμεταλλευταί των, δημοκόποι. Μοῦ εἶπε κἄποιος ἐξ αὐτῶν μίαν ἡμέραν, ὅτι τὸν ἀπασχολεῖ τὸ ἐργατικὸν ζήτημα ἀπὸ 35 ἐτῶν καὶ τὸν ἠρώτησα: «Καὶ δὲν μοῦ λέγετε, ἐπὶ 35 ἔτη ἐκερδίσατε διὰ τοῦ ἱδρῶτος σας 35 λεπτά»; Ποῖον δικαίωμα ἔχει αὐτὸς νὰ ἡγῆται τῶν ἐργατῶν καὶ τακτικά, κύριοι, δαπάναις τῶν ἐργατικῶν Ταμείων καὶ ἐνίοτε καὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τακτικώτατα νὰ ταξιδεύῃ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὸν Καναδᾶν, εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἰς τὴν Βραζιλίαν, εἰς τὴν Ἀργεντινήν;
§39Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἶναι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἔργον αὐτό.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἐδίστασα ποτὲ ἐγὼ νὰ ἐλέγξω τὸ Λαϊκὸν Κόμμα διὰ τὰ σφάλματά του καὶ τὰ ἁμαρτήματά του. Ἀλλὰ αἱ ἀριστερότητες αὐταί, αἱ φθάνουσαι μέχρις αὐτῆς τῆς παρεκτροπῆς, ὀφείλονται κυρίως εἰς τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔνδοξον διὰ τὰ μεγάλα του κατορθώματα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔνδοξον ἐξ ἴσου διὰ τὰ ἁμαρτήματα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν του πολιτικήν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δέν εἶναι ἄλλο θέμα, κ. Πρόεδρε, εἶναι πρότασις νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ εἶναι μέλη τῆς διοικήσεως τῶν ἐργατικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων οἱ μὴ ἀσκοῦντες ἐνεργῶς τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὁ κ. Μπερνίτσας ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι πρόεδρος, διότι εἶναι ἐπαγγελματίας ἐνεργῶς.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ νόμου δὲν δύναται νὰ γίνῃ αὐτό.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀφοῦ συζητοῦμεν περὶ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, εἶναι προτιμότερον θέμα τόσης σημασίας κοινωνικῆς νὰ τὸ καθορίσωμεν Συνταγματικῶς.
§45Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καθορισθῇ, κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἕνας ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὸ ἐπάγγελμα ἕως τὴν ἡλικίαν τῶν 60 ἐτῶν, μετέχει ἑνὸς Συμβουλίου καὶ πρέπει νὰ παύσῃ ὁ ἐργάτης, μετὰ τὰ 60, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπέστη μίαν μείωσιν;
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμβιβάζομαι.
§47Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἀσκεῖ ἢ ἤσκησε.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμβιβάζομαι.
§49Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τοὺς βουλευτὰς θὰ γίνῃ ἐξαίρεσις;
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοὺς βουλευτὰς ἔχω κάμει πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν πρότασιν «νὰ εἶναι ὑποψήφιοι βουλευταὶ μόνον οἱ ἔχοντες πτυχίον ἀνωτέρων σπουδῶν καὶ πιστοποιητικὸν ὅτι ἤσκησαν ἐπὶ μίαν σειρὰν ἐτῶν ἓν ἐπάγγελμα εὐδοκίμως». Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τελειώνω καθὼς ἤρχισα. Κἄποιος ἐξ ἡμῶν ἂς καταρτίσῃ μίαν πρότασιν νὰ ἐπικυρώσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἄλλην μίαν φοράν. Ἰσχύει μὲν καὶ δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐπικυρώσεως, ἀλλὰ ἔχει πολιτικήν τινα ἀνάγκην ἡ Χώρα μιᾶς τοιαύτης ἐπικυρώσεως. Καὶ νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, διότι, κ. κ. συνάδελφοι, θὰ σταματήσῃ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ θὰ εἶναι ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης! (Χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§52Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν συνέλευσιν, ζητήματος, πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσωμεν ὡρισμένας ἐννοίας αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν ἀφορμὴν ἢ σύγχυσιν κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν ἐνταῦθα συζήτησιν. Τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων τοῦ συνεταιρίζεσθαι σημαίνει ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ καταρτίζειν σωματεῖα, συλλόγους μὲ παντοίους σκοποὺς καλλιτεχνικούς, πνευματικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς, ἀκόμη καὶ ἐπαγγελματικοὺς ἀλλ’ ὄχι κερδοσκοπικούς. Δὲν πρέπει ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι νὰ συγχέεται μὲ τοὺς συνεταιρισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἰδιοτύπους ἑταιρείας τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ Συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Εἰς τὴν αὐτὴν νομικὴν μορφὴν τῶν ἰδιωτικῶν ἑταιρειῶν ὑπάγονται καὶ οἱ ἀναγκαστικοὶ Συνεταιρισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐκ τούτου θεωρῶ ἀπαράδεκτον τὴν εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς παρατεθειμένην ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν περὶ ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν, ὄχι μόνον ὡς ἄσχετον ἐννοιολογικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄσκοπον, διότι παγία εἶναι ἡ νομολογία τῶν πολιτικῶν καὶ διοικητικῶν Δικαστηρίων, καθ’ ἣν ἡ νομοθεσία περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἐπίσης ἀφορμὴν πρὸς σύγχυσιν, εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἔδωσεν ἡ παρεμβολὴ εἰς αὐτὴν τῆς ἐννοίας του συνδικαλισμοῦ. Βεβαίως, ἡ σωματειακὴ ὀργάνωσις καὶ ὁ συνδικαλισμός, κοινὴν ἔχουν τὴν ἱστορικὴν ἀφετηρίαν, ἀλλὰ ὁ συνδικαλισμὸς ἀπετέλεσε περαιτέρω καὶ πολιτικὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὀργανιζομένη πολιτεία συνδικαλιστικῶς κατανέμει τὴν ὑπερτάτην αὐτῆς ἐξουσίαν μεταξὺ τῶν εἰς συνδικᾶτα ὀργανωμένων. Τοιαύτη ἀπόπειρα, εἶναι ἡ ἀπόπειρα τοῦ Μουσσολίνι διὰ μέσου τῶν συντεχνιῶν. Ἑπομένως, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ συνδικαλισμοῦ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων καὶ μεταξὺ τῶν ἐργατῶν, ἀκυρολεκτοῦμεν καὶ τοῦτο μᾶς ὁδηγεῖ εἰς ὀργάνωσιν, καθ’ ἣν ἡ πολιτικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους θὰ παραχωρηθῇ εἰς τὰ ἐπαγγελματικῶς ὀργανωμένα σωματεῖα.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι πάντοτε.
§54Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν κομμουνισμόν, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, διότι ὁ κομμουνισμὸς χρησιμοποιεῖ τοὺς συλλόγους καὶ τὰ σωματεῖα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν του. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κομμουνισμὸς γίνεται Κράτος, φονεύει τὸν συνδικαλισμόν, γίνεται ὁ μόνος διαχειριστὴς πάσης οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ ὁ μόνος διαχειριστὴς τῆς ἐξουσίας. Συνεπῶς, ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸν συνδικαλισμόν.
§55Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὅλα τὰ κόμματα καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, χρησιμοποιοῦν τὸν συνδικαλισμὸν διὰ πολιτικοὺς σκοπούς.
§56Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ὅτι τὰ κόμματα χρησιμοποιοῦν καὶ τὰς συνεταιριστικὰς ὀργανώσεις, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν πολιτικῶν των σκοπῶν.
§57Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἔγινε προσπάθεια ταὐτισμοῦ τοῦ συνδικαλισμοῦ μὲ τὸν κομμουνισμόν.
§58Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτος.
§59Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ κομμουνισμός, σημαίνει τὸν θάνατον τοῦ συνδικαλισμοῦ.
§60Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κομμουνισμὸς ὑπεισῆλθεν εἰς τὰ συνδικάτα διὰ νὰ τὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοὺς σκοπούς των.
§61Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν σωματεῖα, πρὸς ἐπιδίωξιν διαφόρων σκοπῶν, πάντως μὴ κερδοσκοπικῶν εἰς ὅλους, ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ Σοβιέτ, δὲν εἶναι συνδικᾶτα;
§63Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὄχι. Εἰς τὰ Σοβιέτ τὸ δικαίωμα ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος.
§64Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸν συνδικαλισμὸν δὲν τὸν ἐκμεταλλεύονται τὰ πολιτικὰ κόμματα, παρὰ μόνον ὁ κομμουνισμός.
§65Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸν χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν του, δηλαδὴ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, τὸν καταργεῖ, διότι τὸ κομμουνιστικὸν κράτος εἶναι τὸ πᾶν ἐν παντί, εἶναι ὁ ὁλοκληρωτικὸς κυρίαρχος, δὲν συμβιβάζεται μὲ τίποτε ἄλλο. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ἀναμφισβητήτως εἰς πάντα Ἕλληνα, ἑπομένως καὶ εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, τὸ δικαίωμα τοῦ κατὰ μόνιμον θεσμὸν ὀργανοῦσθαι πρὸς ἐπιδίωξιν σκοπῶν, πάντως μὴ κερδοσκοπικῶν, πνευματικῶν, καλλιτεχνικῶν, θρησκευτικῶν, μουσικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν ἀκόμη. Εἶναι τόσον γενικὴ ἡ διάταξις, ὥστε δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναγνωρίζεται καὶ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος δὲν μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ὁποῖον τοὺς παρεσχέθη βραδύτερον διὰ νόμου. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐσφαλμένη ἡ γνώμη αὐτή, διότι πρὶν ἐκδοθοῦν οἱ νόμοι τῶν ὁποίων εἶχεν τὴν πρωτοβουλίαν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 389)1930 ἀποφάσεώς του, προγενεστέρας τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν ἐπιχειρηματολογίαν του ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπολύτως εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους.
§66Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας λέγει, ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀπὸ ποῖον;
§67Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀπὸ τὸ ἄρθρον 11 «......(Ἀναγινώσκει).............». Συνεπῶς, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς ἀμφιβολία, ὅτι καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἕνα ζήτημα ὅμως εἶναι οὐσιαστικῶς ἐρευνητέον, τὸ δικαίωμα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ κάμουν σωματεῖα. Δύνανται νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ κάμουν σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σκοπούς, θίγοντας τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους, δηλαδὴ νὰ κάμουν πολιτικοὺς συλλόγους εὐνοοῦντας ὡρισμένα πολιτικὰ κόμματα, συλλόγους διαδόσεως ἀναρχικῶν ἰδεῶν κλπ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν διαφόρων τροπολογιῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται νὰ ἱδρύωνται τοιούτου εἴδους σύλλογοι. Ἡ διαφωνία μας εἶναι, ἐὰν ἡ διάταξις ὡς ἔχει, παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀντιδράσῃ κατὰ τῆς τοιαύτης μορφῆς σωματείων ὑπαλληλικῶν.
§68Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτό, κ. συνάδελφε, ἀπαγορεύεται διὰ πάντα σύλλογον, ὄχι μόνον διὰ τοὺς δημοσιοϋπαλληλικούς.
§69Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κατ’ ἐμὲ πράγματι ἡ φράσις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», σημαίνει ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸ Κράτος νὰ θέτῃ περιορισμούς. Συνεπῶς ἡ φράσις αὐτὴ καλύπτει τὴν εὐχέρειαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καὶ τὴν καλύπτει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑξῆς ἀρχῆς: ὅτι ἡ ὑπαλληλικὴ σχέσις δὲν εἶναι συμβατική, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, ἀλλὰ εἶναι σχέσις ἐξουσιαστική. Ἡ ἀναστηθεῖσα ἐκ τοῦ παρελθόντος θεωρία περὶ συμβατικῆς σχέσεως, εἶναι γέννημα τῆς περιόδου κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον Δίκαιον δὲν εἶχε ἀναπτυχθῆ καὶ διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως, ἐχρησιμοποιοῦντο αἱ διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, «περὶ μισθώσεως ἐργασίας», ἢ «περὶ ἐντολῆς». Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ὑπαλληλικὴ σχέσις, εἶναι συμβατικὴ σχέσις, τότε μοιραίως ἀνοίγομεν τὴν θύραν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν συνδικαλιστικῶν θεωριῶν καὶ τῶν πάσης φύσεως κηρυγμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τῆς ὁποίας ἡ σχέσις πρὸς τὸν ἐργοδότην, εἶναι σχέσις συμβατική. Διότι τότε ἐξομοιοῦμεν τὴν ὑπαλληλικὴν τάξιν πρὸς τὴν ἐργατικήν, καὶ ἑπομένως τῆς ἀναγνωρίζομεν ἐμμέσως τὸ δικαίωμα νὰ μετέλθῃ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετέρχεται ὁ ἐργάτης, διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὸν ἐργοδότην. Ὁ ὑπάλληλος ὅμως ἑκουσίως ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα μονομερῶς νὰ ρυθμίζῃ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοῦ ὁποίους συντελεῖται τὸ λειτούργημα τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου.
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν λέγετε ἑκουσίως, διὰ τῆς ἀποδοχῆς, δὲν εἶναι τό ἴδιον σὰν νὰ γίνεται σύμβασις;
§71Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ σχέσις εἶναι ἐξουσιαστική, ἑπομένως θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύῃ συνεταιρισμοὺς ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ Κράτους.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑπάρχει καὶ νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον, ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἀπεργεῖ, ἐκδηλώνει κατὰ τρόπον τεκμαρτὸν τὴν θέλησίν του, ὅτι δὲν θέλει νὰ εἶναι ὑπάλληλος. Τὸν εἰσηγήθην ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ 1928. Τὸ Κράτος κυριαρχικῶς ὀργανώνει τὰς θέσεις του καὶ καλεῖ τοὺς ὑπαλλήλους νὰ προσέλθουν νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις, δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὰ προσόντα ποὺ ἐνομοθέτησε. Προσέρχονται, ὄχι διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησίν των. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν τῶν καθηκόντων των, ἐκδηλώνουν κατὰ τεκμήριον τὴν θέλησίν των, ὅτι δὲν θέλουν νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των, καὶ ἑπομένως ἀπολύονται. Ἐκεῖ ἐστηρίχθη ὁ νόμος τοῦ 28, τὸν ὁποῖον εἰσηγήθην ἐγώ.
§73Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Παρόμοιος νόμος εἶναι καὶ τοῦ 32, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος θεωρεῖται παραιτούμενος. Διὰ νὰ λήξῃ ὅμως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, θὰ ἐνόμιζα, ὅτι μία δήλωσις, ὅτι ὑπὸ τὸ αὐτὸ νόημα ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτή, θὰ ἐτερμάτιζεν ὅλην τὴν διαφοράν, διότι ὅλοι θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸν κίνδυνον τῆς μετατροπῆς τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων εἰς μορφὰς ἀντιστρατευομένας εἰς τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους. Τώρα ὑπάρχει καὶ μία πρότασις, τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Θεοφανοπούλου καὶ λοιπῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις καθ’ ἣν ἡ ἀπεργία τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, ἀπαγορεύεται. Ἀνεπτύχθη πλέον ἢ ἐπαρκῶ, ὅτι δὲν ὑφίσταται δικαίωμα ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἐξουσιαστικὴν σχέσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τελοῦν καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θίγωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁ νόμος 438, τοῦ 1932, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ 574 τοῦ 1934, μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, ἡ ὁποία λύει τὸ θέμα κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἀπεργοῦν. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα ὑφίσταται σχετικὴ διάταξις. Ἑπομένως δὲν γεννᾶται ζήτημα ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκεῖ ποὺ θὰ ὑπῆρχε ζήτημα εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας, πρόβλημα μεγάλης ἐκτάσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ νὰ ἐξοπλισθῇ τὸ Κράτος διὰ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Τὸ ζήτημα ὅμως αὐτό, συμπίπτει μὲ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, διότι ἡ ἀπεργία ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διότι πραγματικῶς εἶναι τὸ πρόσφορον μέσον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου. Ἀλλὰ ἡ ἀπεργία, κυρίως, συμπίπτει μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, διότι ἕκαστος, κατὰ τὸ κείμενον πολίτευμα, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐργάζεται ἢ νὰ μὴ ἐργάζεται. Ἑπομένως, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, τότε θὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξοπλισθῇ τὸ Κράτος μὲ τὴν δύναμιν νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας. Ἑπομένως, τερματίζων, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἐπαρκὴς ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ μὲ τὴν ἔξαρσιν, ὅτι δὲν ἀποκλείονται οἱ περιορισμοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης διατάξεως, τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων.
§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§75Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ναί.
§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὰ Συντάγματα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927, ὁρίζουν ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους, οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ὑποβάλλεται εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἔγινε τὸ 1932, ὑπέβαλε εἰς ὡρισμένους περιορισμοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ ἔχετε ἀσχοληθῆ μὲ αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀγόρευσίς σας εἶναι ἐπιστημονική, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ δώσητε μίαν πληροφορίαν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας;
§77Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αἱ διοικητικαὶ πράξεις, κρίνονται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ναί.
§79Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐταὶ ἔφθασαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τοῦ νόμου; Ἡ 574 τοῦ 1934 ὑποθέτω, ὅτι ἔγινε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν νόμων.
§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἴπατε, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀπεργίας;
§81Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ 389 τοῦ 1930 καὶ ἡ 574 τοῦ 1934.
§82Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπεβλήθη εἰς ὡρισμένους περιορισμοὺς καὶ ἀπηγορεύθη εἰς ὡρισμένας κατηγορίας, ὅπως τοὺς δικαστικούς. Αὐτὸ ἐθεωρήθη σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα;
§83Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶναι ἡ ἀπόφασις 389 τοῦ 1930 καὶ ἄλλαι. Δυστυχῶς, δὲν ἔχω σημειώσεις διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ σᾶς δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας.
§84Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπάρχουν καὶ μεταγενέστεραι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀναγνωρίσει τὸν νόμον αὐτὸν ὡς συνταγματικώτατον.
§85Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἡ συνταγματικότης τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§86Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, ἠμφισβητήθη πάντοτε ἡ πρακτικότης τῆς δυνατῆς ἐφαρμογῆς διότι εἶναι νόμος κατ’ οὐσίαν ἀνεφάρμοστος, διότι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§87Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μήπως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τῆς πρώτης ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς;
§88Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου.
§89Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1935, ὁ κ. Κολυβᾶς ὡς ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου Πεσματζόγλου, τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀναστασιάδη, εἶχον προτείνει τροποποίησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιήσεως ὡρίζετο ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὄχι μόνον εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ν.Π.Δ.Δ.
§90Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὀργανισμῶν κοινῆς ὠφελείας.
§91Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἐκείνην Ἐπιτροπήν, μετεῖχε καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος, ἀλλὰ δὲν ἦτο εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Δημοσίου Δικαίου.
§92Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐκρίθη ὁ νόμος Συνταγματικὸς καὶ ταὐτοχρόνως ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος εἰς πάντα Ἕλληνα ἐπιτρέπει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Τώρα ἀπαγορεύει ὁ νόμος εἰς ὡρισμένας τάξεις τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Πῶς συνδυάζεται νὰ κρίνεται ὁ νόμος Συνταγματικὸς ὑπὸ τὴν μία μεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἡ γενικότης τοῦ Συντάγματος νὰ εἶναι, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι; Κατὰ τίνα τρόπον ἐξαιροῦνται οἱ δικαστικοί; Καὶ πῶς ἠμπορεῖ νὰ κρίνεται Συνταγματικὸς ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἐξαιρεῖ ὡρισμένας τάξεις πολιτῶν;
§93Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ θεωρητικὴ κατασκευὴ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔχει δύο θεμέλια. Πρῶτον, τὴν φράσιν ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καθ’ ἣν «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» καὶ ἑπομένως ἔχει δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ τὸ πρόβλημα ἐλευθέρως, πλὴν τῆς ἀνικανότητος νὰ ἀπαιτῇ προηγουμένην ἄδειαν.
§94Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§95Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ δευτέρα θεμελίωσις εἶναι ὅτι ὁ ὑπάλληλος διατελῶν ἐν ἐξουσιαστικῇ ἱεραρχίᾳ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συμμετέχῃ εἰς συνεταιρισμούς, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου, αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελίωσις τῆς κατασκευῆς τῆς νομικῆς.
§96Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν μὲ ἱκανοποίησεν ἡ ἐξήγησίς σας καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τοιοῦτον τι, διότι ὑπάρχει ἡ ἀπόλυτος γενικότης τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὡς ἑρμηνεύεται τοῦτο καὶ ὡς ἡρμηνεύθη ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, ὅτι εἶναι διάταξις ἀφορῶσα γενικῶς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως ἐξαιρέσεως. Πάντες, δηλαδή, οἱ Ἕλληνες πολῖται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, ἐκ τῆς ἰδιότητος μόνον, ὅτι εἶναι Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν δύνανται νὰ τὸ ὑπαγάγουν εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς τώρα λοιπόν, ἔρχεται ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὡρισμέναι τάξεις πολιτῶν καὶ ἀπαγορεύει ὁλοσχερῶς εἰς τὴν τάξιν τῶν Δικαστῶν, τῶν στρατιωτικῶν τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι; Βεβαίως, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ του ὑπήχθη εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους.
§97Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει δικαίωμα συνεταιρισμοῦ.
§98Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχει ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Μοῦ ἀρέσει νὰ ἀποσαφηνίζω τὰ πράγματα. Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι σαφές. Τὸ δίλημμα εἶναι στυγνόν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἔκρινε περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, καθώρισεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνήκει εἰς ὅλους γενικῶς τοὺς Ἕλληνας ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐξαιρεθοῦν ὡρισμέναι κατηγορίαι πολιτῶν. Ἔπειτα, ἐκδίδεται ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐκτὸς ὡρισμένων τάξεων καὶ λέγομεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι συνταγματικὸς καὶ ἐκρίθη ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον ὡς συνταγματικὸς νόμος. Τὸ ἴδιον Δικαστήριον εἶπεν, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Συνεπῶς, ἡ ἀντινομία αὐτὴ εἶναι προφανής.
§99Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ των, ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ἀπεδέχθησαν νὰ ὑπάγωνται εἰς τοὺς νομίμους αὐτοὺς περιορισμούς. Σᾶς εἶπον ἐξ ἄλλου, ὅτι ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει δικαίωμα νὰ συνεταιρίζεται εἰς πάσης φύσεως συνεταιρισμοὺς ἀσχέτους πρὸς τὴν θέσιν του. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ σωματεῖα, ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν ὑπαλληλικήν του θέσιν, ἐκεῖ μοιραίως ἔχει ἐξαιρεθῇ ὑπὸ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ ἔχει ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Κράτους.
§100Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θὰ θεσπίσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτρέψωμεν ἤ ὄχι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τότε καλῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις. Ἐὰν πρόκειται περὶ βασικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν θὰ θέσωμεν ἡμεῖς τώρα, ἀφορῶσαν τὴν ρυθμικὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς, παρέλιπον ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ θεσπίσωμεν ἤ ὄχι συνταγματικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἑπομένως ἡ εὐχέρεια τοῦ ἀπεργεῖν. Ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ μάλιστα διατελῶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν μιᾶς ἄλλης ἐντυπώσεως, διότι ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν Σύνταγμα.
§101Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις ποὺ διεξάγονται πιστοποιοῦν ὅτι ὑπάρχει πράγματι ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ τὸ ἄρθρον 11, ὡς διατυποῦται. Δι’ αὐτό, ἐγὼ εἶπον χθὲς καὶ προτείνω, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις. Ἄλλο τώρα ἐὰν ὁ νόμος αὐτός δὲν προσεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ ζήτημα ὑπάρχει. Δι’ αὐτὸ λέγω ἤ θὰ λυθῇ διὰ θετικῆς διατάξεως, ἤ ὄντως οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσίν μου λύεται τό ζήτημα.
§102Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οἱ μὲν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι φορεῖς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ στρατιωτικοί, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεταιρίζωνται. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὅταν ἑρμηνεύῃ συνταγματικὰς διατάξεις, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἑπομένως, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων εἰς τοὺς δικαστικούς, τοὺς ἀστυνομικοὺς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς τὸ συνεταιρίζεσθαι, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας θὰ εἴπῃ ὅτι καλῶς ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1948 καὶ δὲν τὸ διώρθωσε. Αὐτὸ εἶναι παγίως νομολογημένον καὶ ἀπορῶ πῶς συζητοῦμεν.
§103Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης), Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος παρέχει, κ. συνάδελφοι, εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὑπάρχουν συνάδελφοι, ὅπως ὁ κ. Μπακόπουλος, οἱ ὁποῖοι εἶπον νὰ τεθῇ τροπολογία. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι πιστεύω ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι νοητόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολὺ εὐχάριστον νὰ ὑπάρχουν συνεταιρισμοὶ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἁπλοῖ ἐκτελεσταὶ τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἀπασχολοῦνται καὶ εἰς ἄλλους εὐγενεῖς σκοπούς. Κατὰ ταῦτα δὲν νοεῖται διαφωνία. Τὸ Σύνταγμα εἶναι σαφὲς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐκτὸς τούτων ὅμως ἀντίκειται πρὸς μίαν γενικωτέραν ἀντίληψιν, τὸ νὰ θεσπίσωμεν σήμερον μετὰ 80 ἐτῶν ἰσχὺν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀνατρέχοντες εἰς τὸ παρελθὸν καὶ παλινδρομοῦντες διὰ τῆς καθιερώσεως διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο καθόλου. Εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ νὰ διαχωρισθῇ ἡ ἔννοια τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς σχέσεως καὶ τῆς ἰδιότητος τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς μελῶν συνεταιρισμῶν ὑπὸ τυχὸν ἰδιότητας ἄλλων συνεταιρισμῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἄλλους σκοποὺς καὶ ἄλλα μέσα ἐπιδιώξεως. Εἴπομεν, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ὑπάρχει νόμος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἐν τῷ παρελθόντι κατ’ ἐπανάληψιν ἐφαρμογή, ὁ νόμος δὲ αὐτὸς ἐκρίθη κατ’ ἐπανάληψιν ὡς συνταγματικὸς ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πάντα ταῦτα καλύπτουν τό θέμα κατὰ τρόπον ἀπόλυτον καὶ κατὰ τρόπον δημοκρατικὸν καὶ μὴ χρήζοντα ἄλλης τινὸς συμπληρώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φαινομενικὴν αὐτονομίαν ὡρισμένων κατηγοριῶν μελῶν τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, νομίζω ὅτι κατ’ ἐπίφασιν συμβαίνει τοῦτο, διότι εἰς τὴν οὐσίαν δὲν ὑπάρχει οὔτε δικαιολογεῖται ἡ αὐτονομία αὐτή. Καὶ συνταγματικὸς εἶναι ὁ νόμος καὶ συμφυὴς μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν σχέσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναζητῶμεν εἰς τοὺς Δημοσίους λειτουργοὺς ὡς πρὸς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν λειτουργῶν αὐτῶν. Θὰ ἦτο ἀλλόκοτον καὶ ἀκατανόητον νὰ μὴ εὑρίσκωνται οἱ δικασταὶ εἰς τὰς θέσεις των εἰς τοιαύτην ὥραν κρίσεως. Κοτὰ ταῦτα, δὲν πρόκειται περὶ περιορισμοῦ, ἀλλὰ περὶ ὑποχωρισμοῦ ὡρισμένων κατηγοριῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν χρῆσιν τοιούτων δικαιωμάτων.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ χρειασθῇ ἴσως μία διάταξις ἡ ὁποία νὰ προσιδιάζῃ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, διότι ἄλλως ἡ ὕπαρξις τοιούτου νόμου θὰ εἶναι ἀκατανόητος. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ νὰ λέμε ὅτι εἶναι γενικὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην νὰ λέμε ὅτι εἶναι μὲν γενικὴ ἡ διάταξις ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἡμεῖς μὲ ἕνα νόμον καὶ τροποποιοῦμεν ὡρισμένας περιπτώσεις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 8.40′ μ.μ.)