1948.10.12
1.397 στίχοι · 10.399 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
Τρίτη 12 Ὀκτωβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεως τοῦ κ. Β. Σαγιᾶ.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§4Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδοκορινθίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κληθοῦν νὰ προσέλθουν οἱ κ.κ. ὑπουργοί, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔλθῃ ἀμέσως. Ἄλλως τε, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίστανται οἱ κ.κ. ὑπουργοί. Ὁ κ. Γ. Ἀστερίου, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11.
§6Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10, δὲν ἔχουν ψηφισθῆ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον τὸ 10 δὲν ἔχει ψηφισθῆ.
§8Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ἐσκόπευον, κύριοι βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου νὰ λάβῃ τόσας διαστάσεις καὶ νὰ ἐμφανισθοῦν τόσαι γνῶμαι, ὅσαι ἐνεφανίσθησαν. Ἔχω μάλιστα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κατειχόμεθα ἀπὸ ἕνα φόβον, λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, τόσον φόβον, ὥστε κινδυνεύομεν νὰ δώσωμεν Σύνταγμα εἰς τὴν χώραν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπάρχῃ ἡ σφραγὶς τῆς διαταραχῆς, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Πατρίδα μας. Βεβαίως, τὸ Σύνταγμα διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προβλέψῃ καὶ ἔκτακτα μέτρα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως, εἰς τὴν σύνταξιν ἑκάστου ἄρθρου νὰ κατεχώμεθα ἀπὸ τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐμπνέουν πράγματι αἱ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν ἤδη εἰς τὴν χώραν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατώρθωσε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν βεβαίως καὶ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται ἀπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, κατώρθωσε λέγω, νὰ δώσῃ τοιαύτην διατύπωσιν εἰς τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον, εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀντίστοιχον τοῦ 11 ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος Συνάγματος, ὥστε, χωρὶς νὰ ἀρνῆται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, νὰ καθιστᾷ δυνατὴν διὰ τῆς 3 παραγράφου τὴν ἀπαγόρευσιν ἢ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ ἐν λόγῳ δικαιώματος εἰς περιορισμούς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Συντ. Ἐπιτροπὴ ἦτο ἡ ὀρθοτέρα. Ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἡ ὀρθοτέρα γραμμή, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι πλέον ἀναγνωρισμένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδαμῶς.
§10Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε Κουλουμβάκη.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἡ γνώμη μου. Εἶναι τὰ κείμενα. Εἶναι ἕνα σφάλμα τεράστιον.
§12Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὅταν σεῖς ἔχετε κάμει νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου προβλέπετε κυρώσεις...
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὸν ἔκαμα, ἀλλὰ εἶναι νόμος, δὲν εἶναι τὸ Σύνταγμα.
§14Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευε τὸ δικαίωμα αὐτό, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ νόμος.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§16Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐκ τῆς κειμένης Νομοθεσίας εἶναι ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ ἀντίθετον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὁποίαν ἀξίαν ἔχουν αἱ συνταγματικαὶ αὐταὶ κατοχυρώσεις, ὅταν βλέπετε ὅτι σήμερον ἀκόμη ὑπάρχει ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ., ἀπειλοῦνται ἀπεργίαι παρ’ ὅλας τὰς διατάξεις καὶ τὰς κυρώσεις ποὺ προβλέπει ὁ νόμος. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἕνα καθεστὼς ἀνεγνωρισμένον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ προσπάθεια νὰ καταργήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀποτελεῖ προσπάθειαν νὰ ἀναστρέψωμεν τὸν ροῦν τοῦ ποταμοῦ. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν, κ. βουλευταί, νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀφαίρεσις ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεγνωρισμένον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, δὲν εἶναι μόνον συζητήσιμον, ἐὰν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιοτέραν σημασίαν εἶναι νὰ προσέξωμεν ἐὰν θὰ εἶναι ὠφέλιμος, ἐὰν θὰ εἶναι σκόπιμος ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Διότι, μοιραίως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ στάδιον νομίμου ἐνεργείας, μοιραίως τίθεται πρὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὸ ἀμείλικτον δίλημμα ἢ τῆς ἀνοχῆς μιᾶς καταστάσεως ἀθλίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι καταδικασμένοι, ἢ τῆς συνωμοσίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὠθοῦμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρὸς τὴν παρανομίαν, πρὸς τὴν συνωμοσίαν, πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ σκότους. Δὲν εἶναι δὲ κατὰ τὴν γνώμην μου ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβον πολλοὶ ἐκ τῶν μετασχόντων εἰς τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅτι ἀναγκαία προϋπόθεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κ. βουλευταί, μέχρι τῆς ἀπεργίας ὑπάρχει τόση ἀπόστασις, ὑπάρχει τόσον εὐρὺ στάδιον διαφόρων ἄλλων ἐνεργειῶν νομίμων, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι, διότι ὑπάρχει ὁ ἐνδεχόμενος κίνδυνος τῆς ἀπεργίας, πρέπει νὰ στερήσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται εἰς ὅλους τοὺς πολίτας Ἕλληνας. Ἐὰν δέ, κ. βουλευταί, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι δυστυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἴτε ἐξ ἐλλείψεως μέσων, εἴτε ἐξ ἀμελείας τῶν Κυβερνήσεων, ἔχει καταδικάσει ἀπὸ μακροῦ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς μίαν ζωὴν στερήσεων καὶ ταπεινώσεων, τότε φαντάζεσθε ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις, ὅτι πρέπει νὰ στερήσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μόνον τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζωνται καὶ νὰ συζητοῦν τὰ δίκαια αἰτήματά των. Ἀλλὰ διατί, κ. βουλευταί, φρονεῖτε ὅτι μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐξασφαλίζετε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; Νομίζετε, ὅτι, ὅταν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ὠργανωμένοι εἰς σωματεῖα ἀνεγνωρισμένα διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ὀργανωθοῦν κατὰ παράνομον τρόπον καὶ νομίζετε ὅτι ὀργανούμενοι κατὰ παράνομον τρόπον θὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι καὶ θὰ εἶναι δύσκολον νὰ φθάσουν εἰς ἀπεργίαν;
§17Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργ)κορινθίας). Ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανωθοῦν παρανόμως;
§18Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τότε, κ. συνάδελφε, ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρὸν δὲν ἔχει λόγους νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἂς τοὺς ἀφοπλίσωμεν ἠθικῶς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν ἔχομε παρὰ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν νομιμοφροσύνην καὶ τὸν πατριωτισμόν των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι εἶναι πεινασμένοι, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ μία Συνταγματικὴ διάταξις νὰ κατοχυρώσῃ τὸ Κράτος. Ἄλλη εἶναι λοιπὸν ἡ θεραπεία. Ἡ θεραπεία εἶναι ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ προσβλέψῃ μὲ περισσοτέραν ἀγάπην πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ λάβῃ στοργικὴν μέριμναν δι’ αὐτούς. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ μὴ ὑπερηφανεύεται διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους. Πάντοτε παραμερισμένοι, πάντοτε ἐγκαταλελειμμένοι, λαμβάνοντες ἕνα γλίσχρον μισθὸν εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκον των καὶ κρατοῦντες εἰς τοὺς ὤμους των ὅλον τὸ Κρατικὸν οἰκοδόμημα. Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἕλλην Δημόσιος ὑπάλληλος. Βεβαίως εἰς τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τὸ ὑπαλληλικόν, παρατηροῦνται ρωγμαὶ καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ τὰς καλύψωμεν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τὰς ρωγμὰς αὐτὰς θὰ τὰς καλύψωμεν μὲ Συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠμέλησε παρ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιδείξωμεν πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι δὲν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀφορμὰς σοβαρὰς ὥστε νὰ μὴν ἐμπιστευώμεθα τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὸν πατριωτισμόν των, παρ’ ὅλα ταῦτα τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐμερίμνησε καὶ διὰ μιᾶς προστεθείσης εἰς τὸ παλαιὸν ἄρθρον περικοπῆς, ἔλαβε πρόνοιαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ ἀπαγόρευσις ἀκόμη τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἢ ὑπαγωγὴ τούτου εἰς περιορισμούς. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀνεγνωρισμένον. Ἐξ ἄλλου, φρονεῖτε ὅτι νομοθετοῦντες Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν διὰ τὰς παρεξηγήσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκληθοῦν; Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τοῦ 1948 ὅτι ἀπαγορεύεται τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους; Σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι πρό τινων ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ἕν μέτρον περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ἀπεργιῶν καὶ ἡ αὐτὴ Βουλὴ ἠναγκάσθη κατόπιν νὰ ἄρῃ τὸ μέτρον. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη δὲν πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς Συνταγματικὰς διατάξεις. Θὰ εἶχα δὲ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν καὶ ὅμως πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐγένετο ἀπεργία τῶν Τριατατικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ Κράτος δὲν ἐτόλμησε νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν Τριατατικῶν καὶ δὲν ἐτόλμησε νὰ λάβῃ μέτρα διότι τὸ Κράτος δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, διότι τὸ Κράτος, μολονότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῆται ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων κατὰ τοῦ Κράτους, ἐν τούτοις τὸ Κράτος δὲν ἐτόλμησε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαγγέλλουν οἱ νόμοι, διότι ἀσφαλῶς δὲν εὑρίσκετο ἐν δικαίῳ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι ὅταν τὸ Κράτος δὲν ἔχῃ ἀφοπλίσει τοὺς ὑπαλλήλους ἠθικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον. Αὐτὰς τὰς ἁπλᾶς σκέψεις, κύριοι βουλευταί, ἤθελα νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, διότι ὁμολογῶ ὅτι μολονότι εἶμαι συντηρητικώτερος τῶν συντηρητικωτέρων, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Συντάγματος νὰ προστεθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις, ἡ ὁποία θὰ ἀφῄρει ἀπὸ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται καὶ εἰς τὴν τελευταίαν χειρονακτικὴν τάξιν. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ σᾶς συστήσω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὡς τὸ συνέταξε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δηλαδή, νὰ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ εἰς περίπτωσιν ἐκτροπῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπάλληλοι θὰ ἠκολούθουν κατευθύνσεις ἀντιπατριωτικὰς, καὶ ἀντικοινωνικάς, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, νὰ ἀπαγορεύσῃ δηλαδὴ ἢ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, εἰς μὲν τὸ κεφάλαιον αὐτὸ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, εἰς δὲ τὸ κεφάλαιον «περὶ διοικήσεως» νὰ προστεθῇ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἀποκλείῃ τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων; Νομίζω ὅτι ὁ διαχωρισμὸς αὐτὸς εἶναι ὠφέλιμος.
§20Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γίνεται συζήτησις περὶ ἀπεργίας. Τὸ ἄρθρον πραγματεύεται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἄλλο τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Ὅταν τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας πιθανὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω διάφορον γνώμην.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν σκέψιν ὅλων σχεδὸν τῶν κυρίων συναδέλφων συνδυάζεται ......
§22Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κακῶς.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς. Ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην λόγῳ τῶν περιστάσεων συνδυάζεται ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρίζεσθαι, μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὁ διαχωρισμὸς αὐτός. Καὶ ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἀπεργίαν, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ νὰ ὑπερνικήσωμεν τὰς τυχὸν ἀντιρρήσεις ποὺ ἔχει ἡ συνείδησίς μας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἀλλὰ ἐπιφυλασσόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ «περὶ διοικήσεως» κεφαλαίου νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναγκαίαν μεταρρύθμισιν.
§24Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ;
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μεγίστη ἀπόστασις μεταξὺ συνεταιρίζεσθαι καὶ ἀπεργίας.
§26Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἐπιμένω διαφωνῶν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Γιαννοπούλου, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τῆς ἀπεργίας.
§27Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγουμένως εἴπατε ὅτι ὑπάρχει ἕνας νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον τιμωροῦνται οἱ Τ.Τ.Τ. ὑπάλληλοι ὅταν ἀπεργοῦν. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ὅταν ἔκαμον τὴν ἀπεργίαν, ἠπείλησε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν Τ.Τ.Τ., δὲν ἀπεφάσισεν ὅμως νὰ τὴν ἐπιβάλῃ, διότι σᾶς ἀπαντῶ ἐγώ, ἦτο ἀδύνατον νὰ τὴν ἐπιβάλῃ, διότι ἐφ’ ὅσον ἦσαν ὠργανωμένοι οἱ Τ.Τ.Τ. καὶ ἀπήργησαν, ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ τοὺς εἴπῃ: Θὰ σᾶς τιμωρήσω διότι ἀπηργήσατε, διότι τότε ὁλόκληρος ὁ κλάδος τῶν Τ.Τ.Τ. ἐτέλει ἐν διαρκεῖ ἀπεργίᾳ.
§28Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τὸ Κράτος τὸ ἰσχυρὸν ὅταν ἵσταται ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ δικαίου ἔχει διάφορα μέσα διὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ καὶ νὰ τοὺς ἐπιστρατεύσῃ ἀκόμη. Δὲν εἶναι, λοιπόν, αὐτὸς ὁ λόγος. Ἀλλὰ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τὰς κυρώσεις, ἦτο ἄλλος. Τοὺς εἶπεν ἐπανέλθετε εἰς τὰς θέσεις σας καὶ θὰ σᾶς ἱκανοποιήσω τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ εἶχεν ἤδη ἐξετάσει. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν εἶχε τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὰς κυρώσεις. Κύριε Γιαννόπουλε, ὅταν ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρόν, καὶ ὅταν τὸ Κράτος αὐτὸ λαμβάνῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους του, καὶ ἐπιδειγνύει στοργὴν δι’ αὐτούς, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀπεργήσουν, ὥστε νὰ συγκρουσθοῦν μετ’ αὐτοῦ. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν πιστεύητε σεῖς ὅτι μόνον μὲ τὰ μέτρα ποὺ πρέπει κατὰ τὴν γνώμην σας νὰ λαμβάνωνται, θὰ κρατηθῇ ἡ πειθαρχία τῶν ὑπαλλήλων. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι εἶναι ἴσως ἀρκετὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην τῶν ὑπαλλήλων, καὶ νὰ συναισθανθῶμεν περισσότερον τὸν πόνον αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄλλα στομάχια εἶναι γεμάτα, αὐτοὶ νὰ πεινοῦν. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ζωὴ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει καταντήσει πραγματικὴ τραγωδία. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτῆτε ἀπὸ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τοὺς Ἕλληνας νὰ εἶναι πάντοτε καὶ μάρτυρες καὶ ἥρωες. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι βουλευταί, μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἔχω τὴν γνώμην ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ὁ συντηρητικώτερος ὅλων, ὅτι θὰ ἀποτελῇ κηλίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ἐὰν τεθῇ τοιαύτη διάταξις μὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅταν αὐτὸ ἀναγνωρίζεται καὶ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν. Εἰς τὸ τέλος τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις «οἱ διὰ νόμου............ (ἀναγινώσκει).........
§29Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Παρῃτήθη τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ὁ εἰσηγητής της, ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρῃ ἴδιον ἄρθρον.
§30Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὅταν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον ἄρθρον, κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄλλο ἄρθρον θὰ ὁμιλήσω. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τὰς σκέψεις μου, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θίγεται ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ συντάξωμεν ὅλον τὸν κόσμον εἰς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμούς. Οἱ γεωργοὶ ἑνὸς χωρίου π. χ. συγκροτοῦν ἀναγκαστικὸν Συνεταιρισμὸν. Ἀλλὰ μὲ τί δικαίωμα θὰ μοῦ ἐπιβάλλετε ἐμένα νὰ γίνω ἔμπορος; Διότι ὁ ἀναγκαστικὸς Συνεταιρισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ἐμπορικοὺς σκοπούς. Ὅταν δὲ ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶναι πλήρης ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι, δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ συγκροτήσωμεν ἀναγκαστικοὺς Συνεταιρισμοὺς διὰ τῆς βίας. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει κοινωνία ὑποχρεώσεων, ἢ δικαιωμάτων, τὸ καταλαβαίνω. Ὅταν ὑπάρχῃ μία ἔκτασις π. χ., ἔχουσα ἀνάγκην ἐγγειοβελτιωτικῶν ἐργασιῶν, ἢ ἕνα δάσος συνιδιόκτητον, ἐκεῖ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς ἀναγκαστικοῦ Συνεταιρισμοῦ, διότι δὲν δύναται κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλὰ θὰ συντάξωμεν ὅλον τὸν κόσμον εἰς ἀναγκαστικοὺς Συνεταιρισμοὺς καὶ θὰ καταστήσωμεν ὅλους τοὺς γεωργοὺς ἐμπόρους, μὲ ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους συνεπάγεται τοῦτο; Ξεύρετε δὲ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία νὰ γίνῃ ἕνας Συνεταιρισμὸς καὶ δὲν γίνεται, ἀλλὰ καταφεύγομεν εἰς τὸν ἀναγκαστικὸν Συνεταιρισμόν, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει ἀναπτυχθῆ τὸ συνεταιριστικὸν πνεῦμα καί συνεπῶς δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὸ ἐπιβάλωμε διὰ τῆς βίας, διότι τότε ὁ Συνεταιρισμὸς μοιραίως θὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας μερικῶν ἐπιτηδείων, οἱ ὁποῖοι θὰ βλάψουν τοὺς ἀφελεῖς. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ συγκροτῶμεν ἀναγκαστικοὺς Συνεταιρισμούς, πέραν ὡρισμένων περιπτώσεων κοινωνίας δικαιωμάτων, ἢ κοινωνίας ὑποχρεώσεων.
§31Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Οἱ ἀναγκαστικοὶ Συνεταιρισμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνέπεια τοῦ νόμου 602, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος.
§32Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ αὐτό. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.........
§33Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα αὐτό.
§34Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ὑπενθυμίζω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ἔχουν εἰς τὴν διάθεσίν των μόνον ἓν τέταρτον τῆς ὥρας.
§36Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ναί, ἀλλὰ ἄνευ διακοπῶν, διότι ὁ κ. Ἀστερίου διεκόπη ἐπανειλημμένως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§38Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, κύριοι βουλευταί, εὑρίσκεται σχεδὸν εἰς τὸ τέρμα της καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἠμπορούσιμε νὰ συνοψίσωμε τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ συναφοῦς, τοῦ ἀπολύτως συναφοῦς, πρὸς αὐτὸ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Ὀφείλομεν ἐν πρώτοις, νὰ ξεκαθαρίσωμεν ἐντελῶς τὸ ἔδαφος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐν πρώτοις, ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ συνάπτουν Συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸν οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως ἐκτὸς βεβαίως τῶν Συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως. Δύνανται οἱ ὑπάλληλοι, ἀναμφιβόλως νὰ ἱδρύουν Συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοποὺς καλλιτεχνικούς, φιλολογικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν διοικητικὴν μόρφωσιν αὐτῶν καὶ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ ἠθικοῦ ποιοῦ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Δύνανται ἐπίσης νὰ κάμουν Συνεταιρισμοὺς ἀποβλέποντας εἰς τὴν ὑπόδειξιν μέτρων πρὸς διόρθωσιν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Περὶ τούτων δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία. Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι οὐδεμία σχέσιν ἔχουν οἱ Συνεταιρισμοὶ οἱ καταναλωτικοὶ καὶ προμηθευτικοὶ καὶ ἐν γένει οἱ Συνεταιρισμοὶ ποὺ ἔχουν σκοποὺς οἰκονομικούς, μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, διότι τοῦτο προστατεύει μόνον ἑνώσεις προσώπων καὶ οὐχὶ ἑνώσεις κεφαλαίων. Ἑπομένως, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Θηβαῖος, εὑρίσκεται ἔξω τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία ἐτέθη κακῶς εἰς τὸ ἄρθρον 11, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀστερίου. Τοῦτο εἶναι ἀναμφίβολον. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περικοπὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέα Μιχαλακοπούλου, γενομένην εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Μαρτίου 1911: «Ἐννοοῦμεν ἐπαγγελματικὸν Συνεταιρισμόν, τὸν Συνεταιρισμὸν προσώπων μετερχομένων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα πρὸς προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἐπίτευξιν κέρδους». Ἐξαιρεῖ δηλαδὴ τοὺς οἰκονομικοὺς Συνεταιρισμούς. Κατὰ συνέπειαν ἀσχέτως τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας θὰ εἶχε νὰ διατυπώσῃ κανεὶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως, νομίζω ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη λίαν ἀτόπως ἐτέθη ὑπὸ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς τὸ ζήτημα περιορίζεται εἰς τοὺς καθαρῶς ἐπαγγελματικοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ἐν γένει τὴν τροποποίησιν τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν ὑπαλληλικῶν Συνεταιρισμῶν εἶναι ἀναμφιβόλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, συναφῶς καὶ ἀναποσπάστως συνδεδεμένον καὶ μὲ τὴν φυσικὴν του ἀπόρροιαν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἶναι ἡ φυσικὴ ἀπόρροια τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τὸ μοναδικόν, δύναται νὰ εἴπῃ κανείς, καὶ τὸ τονίζω αὐτό, μέσον πραγματοποιήσεως τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ὁ Συνεταιρισμός. Ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν τὴν ὕπαρξιν, οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως Συνεταιρισμῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἄνευ, τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Ἐγώ, μάλιστα, θὰ ἔλεγον ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων προηγήθη καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἱστορικῶς τοὐλάχιστον, εἶναι τοῦτο βεβαιωμένον καὶ ὅπως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπεργία ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι δύναται νὰ νοηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπάρξῃ Συνεταιρισμὸς ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Ἑπομένως, τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα εἶναι ἀπολύτως συναφῆ καὶ οὕτω ὀφείλομεν νὰ τὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πραγματικότητος. Κύριοι βουλευταί, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μία γνώμη κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ταύτην εἶπον ὅτι, τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος εἶναι ἐπαρκὲς καὶ ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἐπίσης ἐπαρκής, διότι ἐπιβάλλονται κυρώσεις, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας καὶ ἑπομένως δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη τροποποιήσεων ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἀντιθέτως ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι, τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος περιλαμβάνει ἐν τῇ προστασίᾳ του καὶ τοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν γνώμην αὐτήν, εἶπον ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ εἰδικῶς ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν φυσικὴν ἀπορίαν καὶ τὸ μόνον πραγματικὸν μέσον τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὴν ἀπεργίαν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχετε βεβαίως ὑπ’ ὄψει σας. Ὡρμᾶται, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι, καὶ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, διότι λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου της: «Διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπαλλήλους Νομικῶν Προσώπων καὶ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου ἢ νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς ὡρισμένους περιορισμούς». Καὶ βεβαίως διὰ νὰ λέγῃ «δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ» προϋποτίθεται ὅτι ὑφίσταται τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀφήνει εἰς τὸν Συντεταγμένον νομοθέτην τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν Συνεταιρισμόν. Ὄχι μόνον, δηλαδή, νὰ θέσῃ οἱουσδήποτε περιορισμούς, ὄχι μόνον νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἤδη κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, οὐδέποτε δύναται νὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τοὺς Συνεταιρισμούς, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάσῃ μέχρις ἀπαγορεύσεως καὶ ἑπομένως νὰ δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν ἀπεργίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν τεσσάρων συναδέλφων κ. κ. Οἰκονομοπούλου, Χατζηπάνου, Τσάτσου καὶ Λουλακάκη, ὁρμᾶται καὶ αὐτὴ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι βεβαίως τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἑξῆς διατύπωσιν, ἥτις δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Συντεταγμένην Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ φθάσῃ μέχρις ἀπαγορεύσεως τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλά, λέγει ὅτι δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, δὲν δύνανται νὰ φθάσουν μέχρι πλήρους ἀπαγορεύσεως καὶ ἐν τέλει ζητεῖ νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Οὕτω, λοιπόν, τίθεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει δύο πλευράς, 1) τὴν νομικὴν καὶ τὴν θεωρητικήν, ἀλλὰ καὶ 2) τὴν πλευρὰν τὴν πραγματικήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἴσου σπουδαία καὶ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν. Βέβαια ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ἔχῃ μεγάλας ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἐὰν πράγματι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐπιτρέπει τοὺς Συνεταιρισμοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἠδύνατο ἀκόμη κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀντίκειται πρὸς τὴν φύσιν αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σχέσις ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀλλὰ εἶναι σχέσις ἐπιταγῆς, σχέσις ἐξουσίας. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἀκόμη ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν ἀντίκειται ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, καὶ δὲν εἶναι νοητὸν ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Κράτος, δηλαδὴ τὸ ἴδιον τὸ Κράτος, νὰ στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του διὰ τῆς ἀπεργίας. Θὰ ἠδύνατο ἐπίσης νὰ τονισθῇ καὶ ὁ κίνδυνος ὁ μέγας τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει ὁ συνδικαλισμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἰδικώτερον τὸ μέσον τῆς ἀπεργίας παραλυούσης τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς καὶ ἀπειλούσης αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους. Ἀλλά, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθὴς ἡ πραγματικότης τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν καὶ ἡ πραγματικότης αὐτὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ μετὰ τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ μέσου ἀκόμα τῆς ἀπεργίας ἤδη ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ὑπάρχουν. Τὰ καταστατικά των ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τὰ δικαστήρια, δὲν γνωρίζω δὲ καμμίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀναγνώρισιν σωματείου τινὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς ἀντικειμένου εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος.
§39Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἐδέχθη, ὅτι ἡ ΚΔʹ Συντ. Πρᾶξις τοῦ Κονδύλη, ἔχει μεταβάλει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα. Δηλαδὴ ἐδέχθη, ὁ Ἄρειος Πάγος ὅτι ἰσχύει κατὰ μεταβολὴν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐδέχθη ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀπ’ ὅσα σεῖς ἐλέγατε.
§40Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀπόφασιν ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ τὰ κατώτερα τοὐλάχιστον δικαστήρια, οὐδέποτε ἔβγαλαν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀρνοῦνται νὰ ἀναγνωρίσουν καταστατικὸν σωματείου Δημοσίων ὑπαλλήλων.
§41Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις δικαστηρίου ποὺ λέγει, ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι εἰδικοῦ τύπου καὶ συνεπῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους.
§42Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σπουδαῖον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν πραγματικότητα ὄχι μόνον δὲν ἀντετάχθησαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνεγνώρισαν καὶ τὴν ἀπεδέχθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν ἂν μὴ ρητῶς, πάντως ὅμως σιωπηρῶς, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς χθεσινὰς ἀκόμα δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἀντιπειθαρχικῆς ἀνακοινώσεως τῆς Α.Δ.Ε.Δ.Υ., κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπεργίαν (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν ὁ κ. Τσαλδάρης, δὲν περιώρισε κανὲν ἀπολύτως δικαίωμα καὶ δὲν περιέστειλεν οὐδεμίαν ἀπὸ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων οὐδ’ αὐτὴν τὴν ἀπεργίαν».
§43Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι γεγονός, κύριοι, ὅτι ἀπειληθείσης ἀπεργίας, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συνεδριάζον υἱοθέτησε τὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς ἀνακοινωθέν, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος 5358 τοῦ 1932 περὶ ἀπεργούντων Δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦ ὁποίου νόμου ἔγινεν ὑπόμνησις εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, τοῦτο ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀπετράπη ἡ ἀπεργία ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τι τὸ νέον, ἀλλὰ ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ὑπάρχει.
§44Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπόν, κύριοι, συνάδελφοι, ὅτι ἡ συνδικαλιστικὴ ἐλευθερία καὶ διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχει γίνει κοινὴ συνείδησις καὶ κοινὴ πεποίθησις τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ ἀγνοήσωμεν, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν δυνάμεθα νὰ περιφρονήσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμεν σύνταγμα πραγματικῶς ἐφαρμόσιμον. Ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε, κύριοι, περὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐπιταγῆς τῆς κοινῆς αὐτῆς συνειδήσεως περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ κυρώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν καὶ ποινὰς βαρυτάτας, ἠγνοήθησαν ὑπὸ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς οὐδὲν ἴσχυσαν ν’ ἀνακόψουν τὴν ζωὴν τῶν Δημοσιο–ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων οὐδὲ κἂν καὶ αὐτοῦ τοῦ μέσου τῆς ἀνεργίας; Πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ ὑπενθυμίσωμεν ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποφασιστικὴν ἐπίδρασιν, τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἐφάνησαν πάντοτε ἀμελεῖς διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄστοργοι εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοοῦμεν, ὅτι οἱ ἀγῶνες τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς ὅλας των τὰς περιπτώσεις πλὴν σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων τῆς κατοχῆς, ἀπέβλεπον εἰς ἐπιβολὴν αἰτημάτων τὰ ὁποῖα ἦσαν δίκαια καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ συνεζήτει ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις τὰ ἀπεδέχθη καὶ ἐὰν δὲν τὰ ἀπεδέχθη ἐξ ὁλοκλήρου, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τοῦ Κράτους, δὲν ἐπέτρεπον τοῦτο. Ἀλλὰ πρέπει καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι οὐδέποτε ἢ μᾶλλον εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις ἦλθον μόναι των αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ αἰτήματα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐχρειάσθη πάντοτε οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ χρησιμοποιήσουν ματαίως ὅλα τὰ νόμιμα δικαιώματα καὶ τότε μόνον ἔφθαναν εἰς τὸ ἔσχατον μέσον τῆς ἀπεργίας διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ αἰτήματά των. Λέγω λοιπόν, κύριοι, ὅτι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν, ὅτι πάντοτε ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἦσαν καθαρῶς ἐπαγγελματικά, οὐδέποτε δὲ οἱ ὑπάλληλοι ὡρμήθησαν ἀπὸ ἐλατήρια μὴ ἐπαγγελματικά. Καὶ ὁσάκις στοιχεῖα ἀνατρεπτικὰ ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τοὺς ἀγῶνας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ προσπάθεια αὐτῶν προσέκρουσεν εἰς τὴν μεγίστην, τὴν συντριπτικὴν μᾶζαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἐμφορεῖται ἀπὸ ἐθνικόφρονα αἰσθήματα καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Κύριοι, μᾶς λέγουν, δὲν φοβεῖσθε τοὺς κομμουνιστάς; Δὲν φοβεῖσθε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον στοιχεῖα ἀνατρεπτικὰ νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα; Δὲν φοβεῖσθε τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργηθῇ ἔναντι τοῦ Κράτους; Σᾶς ἀπαντῶ: Οἱ κομμουνισταὶ δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος στρέφεται κατὰ τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν θέσιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπισείωμεν τὸν κομμουνιστικὸν κίνδυνον, διὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ νὰ στραγγαλίσωμεν τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει πολλὰ ἄλλα μέσα εἰς τὴν διάθεσίν του, διὰ νὰ προλάβῃ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπισείονται ἐναντίον του, ἔχει τὸ μέσον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔχει τὸ μέσον τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 11, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτας σοβαρωτάτας περιπτώσεις νὰ ἀναστείλῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Δύναται ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις νὰ ρυθμίσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τάσσουσα ὡρισμένας προϋποθέσεις, δὲν νομίζω ὅμως ποτέ, ὅτι ὑπὸ τὸ φόβητρον τῶν κομμουνιστῶν, πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς καταργήσεως τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος. Θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης καταργήσεως. Διότι τί θὰ συμβῇ; Θὰ συμβῇ, ὥστε τὰς φανερὰς ἑνώσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ ἀντικαταστήσουν αἱ παράνομοι, διότι τότε τὰ στοιχεῖα τὰ ἀνατρεπτικὰ εἶναι εὐκολώτερον νὰ παρασύρουν τοὺς ἀφελεῖς καὶ τοὺς πολλοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρὸς κατευθύνσεις τελείως διαφορετικὰς ἀπὸ τὰς ἐπιδιώξεις τῶν ἐπαγγελματικῶν των συμφερόντων. Ἀλλά, κ. βουλευταί, δὲν πρέπει ἀκόμη νὰ παρίδωμεν καὶ τοὺς κινδύνους τῶν γενικωτέρων παρεξηγήσεων τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, μὲ τὴν διάκρισιν, ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω παρόμοιον μέτρον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠναγκάσθημεν νὰ καταργήσωμεν. Φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο πρᾶξις ἄστοχος καὶ ἐπικίνδυνος, ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τοῦ 1948 ἤρχετο νὰ εἴπῃ, ὅτι καταργεῖ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Βεβαίως, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας. Ὁ συντεταγμένος νομοθέτης, δύναται καὶ ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ὡρισμένας ἐγγυήσεις καὶ προϋποθέσεις, ἀλλὰ οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν τούτων. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παραβάντης ἔχει τὸν λόγον.
§46Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σπεύδω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 11 διότι φρονῶ, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς ὅλας τὰς ἀξιώσεις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνον τοῦ ἄρθρου λέγει τοῦτα. Λέγει δηλαδὴ ὅτι «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τὸν φραγμὸν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ νόμου τοῦ Κράτους, ἔχομεν τὸ προηγούμενον ὅτι τίποτε δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὅταν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Συνεπῶς, ἡ πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατοχυρώσῃ αὐτὸ της τὸ δικαίωμα ἀπολύτως καὶ εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν δι’ ἑνὸς νόμου. Συνέπεια τούτου, εἶναι ὅτι ὁ νομοθέτης, ἔχει δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ προληπτικὰ μέτρα. Ἔχομεν τὸν νόμον 281 περὶ σωματείων καὶ ἄλλους, ὁ ὁποῖος καθορίζει ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ ἐπιβάλλει ὡρισμένα προληπτικὰ μέτρα. Λέγει φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὸ ἄρθρον 3 δὲν δύναται νὰ γίνῃ διοίκησίς τις τοῦ σωματείου, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν φύλων. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ λαμβάνῃ οἱονδήποτε πολιτικὸν μέτρον καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἔχει δικαίωμα ὁ νομοθέτης νὰ ἀπαγορεύσῃ ὡρισμένους συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν νόμον καὶ τὴν ἠθικήν. Συνεπῶς, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ἄρθρου 11 πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ συνεταιρισμὸς καὶ νὰ ἀσκῇ τὰ δικαιώματά του καὶ τὴν ἀποστολήν του. Εἶναι δὲ τόσον ἐπιτακτικὸν αὐτό, ὥστε δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν, ὅτι μία νομοθεσία ἡ ὁποία εἶναι ἐλευθέρα εἰς τὸ δικαίωμα αὐτό, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θεσπίζει περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Καὶ προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ ἐφαρμογή του ἐπὶ τόσα ἔτη, δὲν ἔδωσεν οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν. Καὶ προκειμένου νὰ τροποποιήσωμεν ἢ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν πεῖραν. Προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον τόσον μᾶς ἀπησχόλησεν, ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ θεωρητική. Εἶπε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν κωδίκων τοῦ ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, εἶπεν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐψηφίσθη νόμος εἰς τὸ 1932 καὶ εἶπεν, ὅτι διὰ νόμου παρέχεται εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, πλὴν τῶν στρατιωτικῶν, δικαστικῶν καὶ ἀστυνομικῶν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ τοῦ Συντάγματος.
§48Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Διὰ νόμου. Τὸ ἴδιον ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἠμφισβητήθη θεωρητικῶς, ἐνῷ εἰς τὴν πρᾶξιν ἐπετράπη. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπόκεινται εἰς περιορισμούς. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων των δὲν ἔχουν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν. Ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην δύναται νὰ δημιουργῇ πολιτικοὺς συλλόγους, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος. Δὲν δύναται οὗτος νὰ κάμῃ κομματικὸν σύλλογον καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι: ἀνήκω εἰς τὸ Αʹ ἢ Βʹ κόμμα. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ συνεταιρισμὸς Δημοσίων ὑπαλλήλων ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ ἀξίωμά των. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύονται βάσει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα ἐὰν ἕνας συνεταιρισμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, θὰ κριθῇ εἰς τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς ἐνεργείας του, ἐὰν δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους ἢ τὴν φύσιν τῆς ἀποστολῆς του ἐν τῷ Κράτει. Τόσον μάλιστα αὐτὸ εἶναι ἀκριβές, ὥστε καὶ οἱ Θεωρητικοὶ οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ἠμφισβήτησαν ἐὰν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦτο, λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ νῦν Συνταγματικοῦ Δικαίου, λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἵνα κλίνῃ ὑπὲρ τῆς γνώμης, διότι ἐφ’ ὅσον οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ἔχουν καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ ἐκ τῆς φύσεώς των εἶναι περιωρισμένοι. Δι’ αὐτὸ προτείνω καὶ σᾶς λέγω, διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ὅτι (ἀναγινώσκει)................................................ Ὥστε καὶ ἡ θεωρία λοιπὸν ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα ἐὰν ἔχουν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ὑποστηρίζει τὸ δικαίωμά τους, δι’ αὐτὸ νομίζω καὶ ἐγὼ ὀρθὸν νὰ τεθῇ διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι ἔχουν μὲν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ πρέπει νὰ βρίσκεται ἐντὸς ὡρισμένων περιορισμῶν. Δὲν πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι νὰ συγχέεται μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Κατ’ ἐμὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἴσως νὰ εἶναι συγγενὲς μὲν πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ αὐτό. Θὰ ἠδυνάμεθα δὲ διὰ νόμου νὰ ρυθμίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀείμνηστος Βενιζέλος εἶπε κάποτε, ὅτι δὲν δύναται ἡ κοινωνία νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα νὰ ἀπεργῇ, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ κοινωνία νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ εἰς τὸν ἐργοδότην τὸ δικαίωμα νὰ κλείνῃ τὸ ἐργοστάσιόν του. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοῦτο μονοπλεύρως πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἐργοδότης τὰ μέσα τῆς ἀμύνης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. συνάδελφοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα Συνταγματικὸν τὸ ζήτημα τῆς ρυθμίσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ρυθμίζῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς ἄλλωστε μέχρι τοῦδε συμβαίνει. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ληφθῇ πρόνοια, εἶναι νὰ προστατεύσωμεν τὸ δικαίωμα μόνον τῆς ἑνώσεως συνεταιρισμῶν, διότι κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Συνταγματικὴ διάταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ γίνουν ἑνώσεις ἑνώσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς τοπικὰς καὶ πανελληνίους συνομοσπονδίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ὀλεθρίαν δύναμιν. Ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ καὶ ὁ Μὰρξ στηρίζεται εἰς τὰς τοιαύτας συνομοσπονδίας, αἱ ὁποῖαι προπαγανδίζουν καὶ ἀποτελοῦν τὸ μέσον τῆς βιαίας ἀνατροπῆς ὑπὸ τοῦ προλεταριάτου. Δὲν ἀπαγορεύομεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ ἀτυχῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐγένετο μέσον ἐπιβολῆς πολιτικῶν ἰδεῶν, καὶ ἐγένετο χρησιμοποίησις, τόσον τῶν ἑνώσεων, ὅσον καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας πρὸς ἄλλους σκοποὺς καὶ ὄχι ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπον. Καὶ δὲν δύναται ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰς καταχρήσεις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ περιφρουρήσῃ αὐτά. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ δικαίωμα τῶν ἑνώσεων, νὰ προστεθῇ δὲ μία διάταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ: «ἑνώσεις συνεταιρισμῶν δύνανται νὰ ἐπιτρέπωνται ὑπὸ νόμου, ἐλευθέρως ρυθμίζοντος τὰ κατ’ αὐτάς». Δηλαδὴ νὰ ἀφήνωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ἐπιτρέπῃ τὰς ὁμοσπονδίας καὶ συνομοσπονδίας. Ἡ γνώμη μου, κ. συνάδελφοι, εἶναι νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, μὲ τὴν προσθήκην περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἑνώσεως τῶν ἑνώσεων καὶ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ οὕτως ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, δὲν θὰ δώσωμεν καμμίαν εὐχέρειαν ἐπικρίσεων, ὅτι καταχρώμεθα τῆς Συνταγματικῆς ἐργασίας, ἐὰν ἀλλάξωμεν ἔστω καὶ εἰς ἐλάχιστον τὴν δημοκρατικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, τοὐναντίον μένον τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, εἶναι δημοκρατικώτατον καὶ δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν. Ἄλλωστε, κύριοι, ἡ ἐπιτυχία τῶν νόμων δὲν ἔγκειται εἰς τὴν κατάρτισιν, ἀλλὰ τὸν τρόπον χειρισμοῦ, αὐτῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Περικλῆς. «Λόγῳ μὲν Δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ἑνὸς ἀνδρὸς ἀρχή».
§49Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι θεσμὸς δημοκρατικός;
§50Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Μάλιστα.
§51Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐναντίον, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ μέσον ἐκβιασμοῦ.
§52Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Εἶναι δημοκρατικὸν δικαίωμα, διότι συνεταιρίζονται τὰ μέλη ἑνὸς σωματείου, ἐκλέγουν τὴν διοίκησίν των περιοδικῶς καὶ ἀνανεώνουν αὐτήν. Εἶναι δηλαδὴ καὶ αὐτὸ μία ἐκδήλωσις τῆς δημοκρατικῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος.
§53Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνδικαλισμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, σημαίνει ὀργάνωσιν ὑπὲρ τὸ Κράτος.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἴπατε ὅτι ἡ καλὴ κατάστασις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς νόμους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καλὸν χειρισμὸν αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ, ὁ καλὸς χειρισμὸς τῶν νόμων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ πουθενά;
§55Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ ἔχῃ κατάλληλα πρόσωπα ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἡγεσία καὶ ὅμως, κ. συνάδελφε, ἡ σημερινὴ ἡγεσία εἶναι ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ.
§57Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ἐλαχίστων, ἐπὶ ἑνὸς θέματος τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἀπησχόλησε τὸ Σῶμα ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις. Τὸ ἐπίμαχον ζήτημα ἐὰν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὡρισμένοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀκατανόητον τὸ Κράτος νὰ διεκδικῇ ὡρισμένα συμφέροντα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφοι, νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πλάνην. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἀποτελεῖ τὸ Κράτος. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους. Ἄλλο εἶναι τὸ Κράτος τὸ ἴδιον καὶ ἄλλο εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς θὰ σκεφθῶμεν: Εἶναι δυνατὸν ὁ ἀντιπρόσωπος νὰ ἑνοῦται μὲ ἄλλον ἀντιπρόσωπον διὰ νὰ διεκδικήσῃ ὡρισμένα συμφέροντα; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλὰ κύριοι, λησμονῶμεν καὶ μίαν ἄλλην ἰδιότητα τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ προκειμένου νὰ νομοθετῶμεν πρέπει νὰ εὑρίσκωμεν τὴν πραγματικὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, τὸ ἀληθὲς περιεχόμενον αὐτῶν, διότι οὕτω ἡ νομοθεσία μας, θὰ εἶναι ἀρτία. Λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι καὶ ἐργάτης καὶ ἐπαγγελματίας, εἶναι καὶ οἰκογενειάρχης καὶ ἔχει ἀπόλυτον συμφέρον νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς λοιπὰς οἰκονομικάς, κοινωνικὰς καὶ οἰκογενειακάς του ὑποχρεώσεις. Κατὰ ποῖον τρόπον, κύριοι, θὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν νὰ ἐνεργῇ μετ’ ἄλλων ἀνθρώπων πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν του συμφερόντων. Πιστεύω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἔπειτα πιστεύω, ὅτι ὁ συνδικαλισμὸς δὲν εἶναι νέον τι. Βεβαίως ὁ σημερινὸς συνδικαλισμὸς ἐμφανίζεται περισσότερον ὠργανωμένος. Ἀλλ’ ἡ ἕνωσις 10–20–50 ἀνθρώπων ἐχόντων κοινὰ συμφέροντα ὑπάρχει καθ’ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Προκειμένου ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἐνεργήσῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς του καταστάσεως, κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην θὰ προστρέξῃ εἰς τὸν συνεταῖρον του, εἰς τὸ συνάδελφόν του διὰ τὴν καλυτέραν ἐπιτυχίαν τῶν ἐπιδιώξεών του. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς λοιπὸν αὐτῆς, πιστεύω ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐξ ἄλλου, ἐὰν θελήσωμεν νὰ θέσωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ συνεταιρίζεσθαι, νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν τίποτε τὸ ὠφέλιμον; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπάρχει ἐν τῇ φύσει τοῦ ἀνθρώπου, θὰ δημιουργηθοῦν κρυφίαι δυνάμεις, ὠργανωμέναι περισσότερον καὶ κατὰ τρόπον ἐπικίνδυνον, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι περισσότερον ἐπικίνδυνοι, παρὰ ἐὰν εἶναι φανεραὶ ὀργανώσεις. Καὶ ἐγὼ δὲν θεωρῶ σκόπιμον αἱ ὀργανώσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ἑνοῦνται μὲ ἄλλας ὀργανώσεις πρὸς διεκδίκησιν τῶν οἰκονομικῶν των συμφερόντων. Αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικὰ μικρὸν τρόπον τινά. Εἶναι καθωρισμένον εὐτυχῶς ἀπὸ τὸν νόμον 2151, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἀπαγορεύεται αἱ ὀργανώσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ἑνοῦνται μὲ ἄλλας ὀργανώσεις ἐχούσας ἄλλην ἰδιότητα. Ἀλλ’ ἐδῶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας. Συνδικαλισμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐξ Ἠλείας, σημαίνει ἀπεργία. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τὰ θέματα εἶναι τελείως διάφορα. Ὁ συνδικαλισμὸς εἶναι μία κατάστασις. Ἐνῷ ἡ ἀπεργία εἶναι ἕνα ὅπλον πρὸς ἐπιτυχίαν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκονται καὶ ἀποφασίζονται διὰ τοῦ συνδικαλισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἔχει μόνον ὅπλον τὴν ἀπεργίαν. Ἔχει καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν εἶναι τόσον δραστικά, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὰ σπουδαῖα καὶ ἀποτελεσματικά. Ἔχουν τὸ δικαίωμα, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ τοῦ συνεταιρίζεσθαι νὰ κάμουν ὑπομνήματα διὰ νὰ πείσουν περὶ τοῦ δικαίου τῶν αἰτημάτων των. Ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐπίσης νὰ κάμουν ὑπομνήματα καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων νὰ δημιουργοῦν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ γνωρίζετε πόσον, ὅταν διαφωτισθῇ πλήρως ἡ κοινὴ γνώμη, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ μιᾶς Κυβερνήσεως.
§58Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνδικαλισμὸς ἔχει καὶ ἄλλα ὅπλα, ἀλλ’ ἡ ἀπεργία ἔχει μόνον ἕνα μέσον, τὸν συνδικαλισμόν.
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Θεοφανόπουλος λέγει, ὅτι ὅσον ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν, τόσον διαφέρει ὁ συνδικαλισμὸς ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§60Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀκαθόριστον. Εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος δὲν χρειάζεται νὰ θέσωμεν διάταξιν ἀπαγορεύουσαν τὴν ἀπεργίαν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, δι’ ἑτέρου ἄρθρου.
§61Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας εἶναι ἡ θέσις τοῦ προβλήματος περὶ ἀπεργίας.
§62Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας, κύριοι, ἔχει μίαν ἰδιορρυθμίαν. Διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει καὶ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐφαρμογῆς του δὲν κατωρθώθη νὰ προληφθῇ ἡ ἀπεργία; Εἶναι ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι ἔχει μίαν ἐξαιρετικὴν ἰδιορρυθμίαν καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ πολλοὺς παράγοντας. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ δίκαιον τῶν αἰτημάτων. Διότι, ὅταν, κύριοι, ἡ ἠθικὴ δύναμις τῶν αἰτημάτων εἶναι μεγάλη, οὐδεμία διάταξις θεμελιώδης ἢ μὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀπεργούς. Μὴ ἀσχολούμεθα λοιπόν, περὶ ἀπεργιῶν καὶ περὶ ἀπαγορεύσεων ἀπεργιῶν. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἱκανοποιήσωμεν πλήρως ὅλα τὰ θέματα τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ δὲν θὰ δημιουργήσωμεν πλέον ἀπαγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ καταπέσουν μὲ τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου.
§63Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ψηφίσματος ΝΖʹ «μετὰ σειρὰν συζητήσεων ........ (ἀναγινώσκει) ..........». Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἔπρεπε νὰ εἶχε κηρυχθῆ περαιωμένη.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν ἐξαιρουμένων.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κανονικῶς διεξάγεται.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, μολονότι εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς της ἀνέλαβεν ἡ Συνέλευσίς μας, δὲν μᾶς δημιουργεῖ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβαίνωμεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν ἀναθεώρησιν παντὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν μία ἀδήριτος ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλῃ ὡρισμέναι διατάξεις νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἀναθεώρησιν, βεβαίως καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἔχομεν νὰ τὸ κάμωμεν. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου τοιαύτη ἀνάγκη δὲν παρίσταται, νομίζω ὅτι ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰς μακρὰς καὶ ἀσκόπους συζητήσεις. Ὡς πρὸς τὰς διατάξεις, περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν πιστεύω καὶ ἐγὼ καὶ λόγῳ ἰδεολογίας καὶ λόγῳ βαθείας πίστεως πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅτι πρέπει οἱ δημοκρατικοί μας θεσμοὶ νὰ τηρηθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκέραιοι καὶ ἀδιαίρετοι. Βεβαίως οὐδεμία ὑπῆρξε ποτὲ τῆς Συνελεύσεως πρόθεσις νὰ μειώσῃ κατ’ οὐδὲν τὴν ἔκτασιν τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Ἀλλὰ ἰδιαίτατα, πιστεύω, ὅτι τοῦτο ἐφαρμόζεται προκειμένου περὶ τῶν δύο κατὰ συνέχειαν διατάξεων, τοῦ ἄρθρου 10 καὶ τοῦ ἄρθρου 11. Πιστεύω, ὅτι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, συμφέρον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν. Δὲν νομίζω, ὅτι κανένας κίνδυνος, οὐδαμόθεν προερχόμενος, ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἄνευ ἀντιμετωπίσεως ἐκ τῆς παραμονῆς τῶν ἄρθρων τούτων ὡς ἔχουν. Σοφοὶ νομοθέται τὰ ἐπεξειργάσθησαν καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ διατύπωσίς των, ὥστε νὰ καλύπτῃ πᾶσαν δυνατὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακύψῃ. Τέλος τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι... (δὲν ἠκούσθη) ... καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχῆς νὰ παρεμβαίνῃ πρὸς ἀποφυγὴν διασαλεύσεως τῆς τάξεως ὑπάρχει ἀκέραιον καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως. Καμμία λοιπὸν ἀνάγκη νὰ θίξωμεν τὸ ἄρθρον 10. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 11 ὡσαύτως φρονῶ, ὅτι καμμία ἀπολύτως ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει νὰ θιγῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Εἶναι μία ἀναφαίρετος δημοκρατικὴ ἐλευθερία πολιτισμένων ἀνθρώπων διαβιούντων ἐν κοινωνίᾳ. Πλεῖστα ὅσα θέματα εἶναι ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ κατὰ μόνας νὰ ἐπιδιώκουν τὴν λύσιν των οἱ ἄνθρωποι καὶ εἶναι ἀνάγκη φυσική, εἶναι ἀνάγκη κοινωνικὴ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν πρὸς ὡρισμένους σκοπούς, θεμιτοὺς πάντοτε, διότι περὶ αὐτῶν πρόκειται. Περὶ ἀθεμίτων σκοπῶν οὔτε οἱ νόμοι πραγματοποιοῦνται, οὔτε τὰ Συντάγματα. Ὑπὸ τὴν τοιαύτην ἔννοιαν, πιστεύω, καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 11. Τὸ ἀνακῦπτον λεπτότερον ζήτημα, εἶναι τὸ τῆς προσθήκης 3ης παραγράφου ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Μὲ ὅλον τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς τὸ ἐπιμελέστατον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ἡ Ἐπιτροπή, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θίξωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀφορῶντος πλεῖστα ὅσα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουν καὶ δικαίωμα ἀναφαίρετον οἱ ὑπάλληλοι νὰ συνεταιρίζωνται δὲν θὰ ἦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε σκόπιμον οὔτε ἐπίκαιρον οὔτε συνεπὲς πρὸς τὴν ἐποχήν, πρὸς τὴν ὁποίαν ζῶμεν, νὰ ἔλθωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἢ νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ δικαίωμα προμηθευτικοὺς συνεταιρισμοὺς νὰ συμπήξουν ἔχουν, καὶ δικαίωμα μορφωτικοὺς συνεταιρισμοὺς νὰ συμπήξουν ἔχουν, καὶ δικαίωμα ἐνισχύσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν των ζητημάτων καὶ τόσων ἄλλων μὲ τὴν ἵδρυσιν συνεταιρισμῶν ἔχουν. Καὶ ἀγαθὸν καὶ ἐπωφελὲς διὰ τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν γενικώτερον εἶναι, οἱ ὑπάλληλοι πέραν τῶν καθ’ αὑτὸ ὑπαλληλικῶν των καθηκόντων νὰ ἔχουν τὸ ἐνδιαφέρον νὰ συνεταιρίζωνται πρὸς τοιούτους σκοπούς. Πῶς λοιπόν, θὰ ἔλθωμεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοιοῦτον δικαίωμα; Κατὰ ποίαν λογικὴν καὶ ποίαν ἔννοιαν ἢ ἀντίληψιν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν; Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τοῦ, ἐὰν ὁ συνεταιρισμός, συνδικαλισμὸς ἀποκαλούμενος —καὶ δὲν νομίζω ὅτι συμπίπτουν ἀπολύτως αἱ δύο αὐταὶ ἔννοιαι— εἶναι δυνατὸς καὶ ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἐπεκτείνεται αὐτὴ ἡ εὐχέρεια καὶ τὸ ἀναφαίρετον, ἐπαναλαμβάνω, δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὡς πρὸς τὰ θέματα τῆς κυρώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κοινός, ὁ ἄλλος συνδικαλισμός, ἐργαζομένων, ἐχόντων σχέσιν ἐργαζομένων πρὸς ἐργοδότην, ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν ὡς μέσα ἐπιβολῆς τῶν ἐπιδιώξεών των. Τοῦτο εἶναι θέμα ἐντελῶς διάφορον καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πρακτικῆς τοιαύτης. Καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης μὲν ἀπόψεως εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ παραδεδεγμένον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἀσυζητητὶ τμῆμα τοῦ Κράτους, εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν καὶ χαρακτηρίζουν ἔμμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐργαζόμενοι, εἰς σχέσιν ἐργαζομένων πρὸς ἐργοδότην. Εἶναι προσηρτημένοι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν βάσει κειμένων διατάξεων θεσπιζουσῶν κατὰ τρόπον ὀργανικὸν τὰς σχέσεις τὰς ὁποίας συνάπτει ὁ ὑπάλληλος πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου ἔρχεται καὶ γίνεται ὑπηρέτης, ὑπάλληλος καὶ ὄργανον. Κατὰ ταῦτα, δὲν νομίζω, ὅτι νοεῖται διάστασις, ἡ ὁποία θὰ ἐγεννᾶτο πλέον, ὅσον ἀφορᾷ, Κράτος καὶ ὑπάλληλόν του ἡ ὁποία θὰ ἐξεδηλοῦτο διὰ ἀπεργίας, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ νὰ παρεκκλίνω οὔτε κατὰ κεραίαν ἀπὸ τὴν βαθεῖαν, βαθυτάτην πίστιν μου, πρὸς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς καὶ τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι συνεπὲς πρὸς τοιαύτην ἀντίληψιν περὶ ἐλευθερίας, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος διὰ τῶν ὀργάνων του, δι’ ὀργανικοῦ τμήματός του, ἑπομένως, θὰ ἤρχετο νὰ διαμερίσῃ αὐτὸ, ἑαυτὸ εἰς τμήματα. Κατὰ ταῦτα, ἡ ἔννοια τῆς ἀπεργίας, καὶ ἄνδρας πολὺ ἐγκυροτέρους ἐμοῦ καὶ νομοθέτας καὶ κυβερνήτας, ἔκαμε νὰ θεσπίσουν εἰδικὸν νόμον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νόμον ἰσχύοντα καὶ σήμερον, ἐφαρμοσθέντα ἐν τῷ παρελθόντι καὶ προσφάτως ἀκόμη ὑπομνησθέντα, μὲ ἀγαθὰ καὶ κατευναστικὰ ἀποτελέσματα. Μὲ τὰς λέξεις αὐτὰς, δὲν θέλω νὰ διατυπώσω ἐννοίας καὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐκφράζουσαι κάποιαν... (δὲν ἠκούσθη)..., κάποιαν ἔλλειψιν κατανοήσεως πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὑφ’ ἃς μάλιστα συνθήκας διατελοῦν οὗτοι σήμερον, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καὶ κανεὶς Ἕλλην, κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κανεὶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν συναισθάνεται ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τὴν βαθεῖαν, τὴν φυσικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωμεν συνεχῶς κατὰ νοῦν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὅταν ἡ χώρα μας ποτὲ εὐτυχήσῃ νὰ ἴδῃ κάποιαν καλυτέραν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν της μέσων, δὲν θὰ ὑπῆρχεν, οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ἀπασχολήσεών του, τὴν σχετικὴν μέριμναν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ παρουσιάσῃ αὐτὰ τὰ μέσα, δὲν νομίζω ὅτι......
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον τὴν πεῖναν δὲν θεραπεύει ὁ χρόνος.
§68Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι, τὰ ὀξύτατα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζουν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι πρὸς πολλὰς κατευθύνσεις. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικήν της δρᾶσιν, ἀλλὰ γνωρίζετε ποῖα ὀξύτατα προβλήματα καθημερινῶς προστίθενται, ὅπως τελευταίως τὸ πρόβλημα τῶν ἀνταρτοπλήκτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω, ὅτι οὔτε ἄλλη παράγραφος θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 11ον τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἄλλη τις ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, καλῶς ἔχει. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἔχουν θεσπίσει τὰ ζητήματα αὐτά. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι περισσότερον ἀνάγκη νὰ ἀπασχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ πιστεύω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἐμπνεομένη ἀπὸ ἀρχὰς φιλελευθέρας καὶ δημοκρατικάς, θὰ στέρξῃ νὰ δεχθῶ, ὅπως παραμείνουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν. Κατὰ ταῦτα, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὡρίμασεν ἡ συζήτησις, ἀνεξαρτήτως τερματισμοῦ τῆς ὥρας τῆς προβλεπομένης ἀπὸ τὸ ψήφισμα, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ ἄρθρου κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§69Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ διατυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὁλόκληρος ἡ θαυμασία καὶ σοφὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διότι αὕτη γενομένη ποτὲ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, λύει τὸ ζήτημα τὸ ἀμφισβητούμενον, ἐὰν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν ὑπάγονται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἑπομένως, τὰ δικαστήρια θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, γενομένη δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἔδωσε τὴν πρέπουσαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἑπομένως πᾶσα ἀμφισβήτησις ἐγερθεῖσα μέχρι τοῦδε εἰς τὰ δικαστήρια δὲν ἔχει χῶρον πλέον εἰς τὸ μέλλον. Καὶ κατὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν ἀγόρευσιν αὐτήν, ὅπως ἐγένετο, ὡς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος.
§70Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἀντίρρησιν, μίαν ἐξήγησιν. Ὅταν ὁ νόμος τοῦ 1932 λέγει, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ συνεταιρίζεσθαι —διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ— πλὴν τῶν στρατιωτικῶν, τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀστυνομικῶν, ποία εἶναι ἡ ἔννοια; Ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι ἐὰν τὸ εἶχον ἐκ τοῦ Συντάγματος, πῶς θὰ ἤρχετο ὁ νόμος νὰ εἴπῃ, πλὴν τῶν δικαστῶν, τῶν στρατιωτικῶν, τῶν ἀστυνομικῶν;
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος χρησιμοποιεῖ τύποις μίαν ταὐτολογίαν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅμως, τοῦ ἄρθρου 11 τὴν ἔννοιαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου.
§72Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, ἐὰν θέλετε νὰ εἴπω μίαν φράσιν ἀκόμη. Ἠσχολήθημεν εἰς τὸ θέμα, κύριοι, τότε ἀπὸ τοῦ 1930 μέχρι τοῦ 1932. Ἐμελετήσαμεν τὸ θέμα. Εἰς τὸ νομοσχέδιον μάλιστα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βενιζέλου, ἐπειδὴ τὸ ὑπεγράψαμεν κατὰ παραδρομὴν —συντεταγμένον ἀπὸ ἕνα κομμουνιστὴν καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου — περιείχετο διάταξις, ὅτι τάχα δυνάμει τοῦ Συντάγματος συνεταιρίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ ὁ μακαρίτης Βενιζέλος, μετὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ σᾶς ὁμιλῇ, διεγράψαμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος συνεταιρίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι θὰ συνεταιρίζωνται δυνάμει τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσῃ ὡρισμένας κατηγορίας δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἄλλως, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ νόμος.
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας δὲν τὸ εἴχατε ἐσεῖς εἰς τὰ 1930–1932. Ἑπομένως ὅ,τι καὶ ἐὰν ἀπεφάνθητε, εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἰσχύν...
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ἰσχὺν τώρα.
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἰσχὺν, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀληθές. Εἶναι ὅμως ὀρθὸν καὶ ἀληθές; Διὰ νὰ εἶναι πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν Ἑλλήνων δὲν ὑπάγονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτὸ ὅμως εἶναι παράλογον, παρὰ τὴν λογικήν.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι λογικώτατον, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἔργον τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος λέγει, ἔχουν οἱ Ἕλληνες τὸ δικαίωμα. Δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωμαι.
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ὑπενθυμίσω ὀρθὴν παρατήρησιν ἑνὸς τῶν κ. ὁμιλητῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος, ἴσως τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου, ὅτι δὲν εἶναι νοητὴ ἡ ταύτισις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος τὸ Κράτος; Δὲν δικαιοῦται ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Λουδοβῖκος ὁ 14ος, «L’ ETAT C’ EST MOI». Εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη ἡ ἄποψις, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι τὸ Κράτος, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα οὔτε ἡμεῖς τὸ Κράτος.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν ὁ Λουδοβῖκος ὁ 14ος τὸ εἶπεν αὐτὸ, ἠννόει, ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ Κράτος καὶ κανεὶς ἄλλος. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα τώρα καὶ λέγομεν, ὄχι, κύριε, δὲν εἶσαι ἐσύ, οὔτε ὁ Βασιλεύς, οὔτε ὁ Πρωθυπουργός, οὔτε οἱ ὑπουργοί, οὔτε οἱ βουλευταί, εἴμεθα ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, λειτουργοὶ τοῦ Κράτους.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος εἶναι μία ἔννοια, ἡ ὁποία δὲν ὁλοκληροῦται εἰς τὰ πρόσωπα. Ὀρθῶς, δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέμνησε μίαν γερμανικὴν φράσιν καὶ εἶπεν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι MITTEL-BAR STAATSORGAN, ἔμμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς εἴμεθα ἄμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους.
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀμεσώτατα εἶναι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρασεολογικῶς εἰπέτε το ὅπως θέλετε. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ἐξετάσητε θεωρητικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς εἶναι ἔτσι.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιστημονικῶς καὶ πρακτικῶς τὸ Κράτος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς δημοσίους λειτουργούς.
§83Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἀποτελεῖται ὑπὸ τὸν ἀγρότην, ὁ ὁποῖος παλεύει;
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀγρότης, ὁ ὁποῖος παλεύει εἶναι ὁ κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸ Κράτος καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν ἄλλοτε σύμφωνοι ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Κράτος, εἴμεθα κατὰ τὴν ἐπιταγὴν ἐκείνου τοῦ κυριάρχου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀντίληψις. Εἶναι ὁ κυρίαρχος λαός, ὁ ἀνεύθυνος, ὁ ὑπάρχων ἱστορικῶς καὶ οὐχὶ νομικῶς. Δὲν ὑπάρχει νομικῶς τὸ Ἔθνος. Νομικῶς, ὑπάρχει τὸ Κράτος, κατὰ τοὺς νόμους. Τὸ Ἔθνος ὑπάρχει κατὰ ἱστορικὴν ἀντίληψιν. Ἄλλο ἡ μία ἔννοια καὶ ἄλλο ἡ ἄλλη. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ πιστεύω ἀδίστακτα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, χθές, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι οἱ καιροὶ οἱ κατάλληλοι. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς καλὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς καλὴν θέσιν νόμων, πρέπει νὰ παύσωμεν ἕκαστος ἔχοντες γνώμην. Νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς γενικῶς ἐπικρατούσας γνώμας εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Κρατῶν. Ἄλλο πρᾶγμα, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, εἶναι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία καὶ ἄλλο τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον διέταξε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, κατὰ ὡρισμένους νόμους. Ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία δὲν ὑπάρχει κατὰ ὡρισμένους νόμους, ἀλλ’ ὑπάρχει κατὰ τὸν ἱστορικὸν της προορισμόν.
§85Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν λέξιν ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ ἐκκαθαρίσω τὸ ζήτημα. Ὅταν λέγετε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι τὸ Κράτος, ἐπειδὴ ἔκαμα καὶ ἐγὼ χρῆσιν τοῦ ὅρου εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, δὲν ἐννοεῖται βέβαια, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι νομικῶς ταυτισμένοι μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἐξετάζεται ἐὰν εἶναι ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὄργανα αὐτῶν. Ἐννοοῦμεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καὶ μάλιστα ὀργανωμένοι εὐρύτατα, συνεταιρικῶς, συνδικαλιστικῶς, ἀποτελοῦν τὴν σπονδυλικὴν στήλην τοῦ Κράτους ἀπὸ ἀπόψεως λειτουργίας. Δηλαδὴ ἐννοοῦμεν, ὅτι εἶναι ἡ κρατικὴ μηχανή, ἡ ὁποία, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ ἀποστῇ τῶν ἔργων της, ἔχει τὴν δύναμιν, μόνη, αὐτή, νὰ παραλύσῃ τὸ Κράτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν καὶ ὄχι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἀντιμετωπίσῃ, δηλαδή, ὅτι ἐννοοῦμεν τὸν νομικὸν ταυτισμὸν τοῦ Κράτους μὲ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐννοοῦμεν, ὅτι ἄνευ τῶν ὑπαλλήλων παραλύει ἡ κρατικὴ μηχανή.
§86Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κατ’ οὐσίαν ταυτίζονται αἱ ἀπόψεις μας. Ἴσως νὰ ἐχρησιμοποίησα διάφορον διατύπωσιν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἠννόουν τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§87Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐξέθεσα τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀντιλήψεις μου. Ἀλλά, παρὰ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐγένετο σφοδροτάτη ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία προτάσει ἐμοῦ, ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Διετυπώθησαν δύο ἀντιρρήσεις, ἡ μία ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως καὶ ἡ δευτέρα ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν. Διότι, ἐλέχθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην πράγματα παράδοξα, πράγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουν πλήρη παρεξήγησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, καὶ πλήρη παρεξήγησιν, τοῦ τὶ εἶναι οἱ λεγόμενοι ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί. Ἐγένετο ὑπενθύμισις ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων, ἀπεκλήθησαν οἱ ἀγρόται, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῶν ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν εἵλωτες, καὶ ἐγένετο ἐπίσης ἀναδρομὴ εἰς τὰς συντεχνίας τοῦ Μεσαίωνος. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τοιούτων πραγμάτων, πρόκειται περὶ ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ γεωργικοῦ κόσμου, πρόκειται περὶ ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόσθη μέχρι σήμερον. Καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ, δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἄρῃ ἐνδεχομένας νομικὰς ἀμφισβητήσεις. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς περισσότερον ἐμοῦ γνωρίζει, ποίους κινδύνους ἐγκλείει ἡ ὀργάνωσις τῶν ἀγροτῶν ἰδίως, εἰς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμοὺς ὄχι διότι πρόκειται νὰ μετατραποῦν εἰς εἵλωτας, οὔτε διότι πρόκειται νὰ ἀναβιώσουν αἱ συντεχνίαι τοῦ Μεσαίωνος, ἀλλὰ διότι πράγματι κινδυνεύει ἕνας συνεταιρισμός, ὅταν ἀναγκάζωμεν τοὺς πραγματικοὺς συνεταιριστὰς καὶ τὰ ζιζάνια τῶν συνεταιρισμῶν, νὰ εἶναι ὠργανωμένοι εἰς τὴν αὐτὴν ὀργάνωσιν. Ἀλλά, ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐφευρεθῇ θὰ ἔλεγον ἡ ἰδέα τοῦ ἀναγκαστικοῦ συνεταιρισμοῦ, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Τὰ Ἑλληνικὰ γεωργικὰ προϊόντα, διατρέχουν μίαν μόνιμον καὶ διαρκῆ κρίσιν. Ὑπάρχει ἡ τραγῳδία τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας, διότι, τὰ μὲν προϊόντα τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς, δὲν εὐνοοῦνται ὑπὸ τοῦ κλίματος, καὶ δὲν παράγονται εἰς τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ Ἑλληνικὴ κατανάλωσις, τὰ δὲ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εὐνοεῖ τὸ Ἑλληνικὸν κλῖμα, παράγονται εἰς μεγαλυτέρας ποσότητας, μὴ δυναμένας νὰ καταναλωθοῦν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξαχθοῦν. Ἀλλά, ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα παράγουν ὁμοειδῆ προϊόντα, ἐφαρμόζουν προστατευτικὴν πολιτικήν, καὶ ἡ προστατευτικὴ αὕτη πολιτικὴ, καθιστᾷ δυσμενεστάτους τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξάγονται τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα. Τί πρόκειται λοιπὸν νὰ γίνῃ; Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὴν τὴν πληθώραν τῆς παραγωγῆς ὡρισμένων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἐὰν πρόκειται νὰ καταναλωθοῦν μόνον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προκαλοῦν μίαν μόνιμον κρίσιν; Ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποσυμφορήσεως, ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη ὀργανώσεως τῆς οἰκονομίας. Ἐντεῦθεν ἀνακύπτει ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως τῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκήσουν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγνώρισα τοὺς συνεταιρισμοὺς, ὄχι τῶν βιβλίων, οὔτε καὶ τῶν ἀφηγήσεων τρίτων, ἀλλὰ κινούμενος ἐντὸς τῶν συνεταιρισμῶν, παρετήρησα ὅτι πολλοὶ παραγωγοί, ἠρνοῦντο νὰ μετάσχουν τῶν συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων, ἂν καὶ ἀνεγνώριζον, ὅτι εἶναι εὐεργετικαὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν παραγωγὴν, ἠρνοῦντο ὅμως διότι, ἡ συμμετοχὴ εἰς μίαν ὀργάνωσιν, περιεῖχε καὶ ὡρισμένα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐκαρποῦντο καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν συνεταιρισμένοι. Τί, λοιπόν, ἀπαιτοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συμμετάσχουν; Ἀπαιτοῦν ἐξασφάλισιν τῆς καθολικῆς ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς. Ἦσαν δηλαδή, συνεταιρισταί, ὑπὸ αἵρεσιν, ὅτι θὰ μετάσχουν καὶ οἱ ἄλλοι. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐξασφαλίσεως παρὰ μόνον διὰ τοῦ νόμου καὶ διὰ τῶν Ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν σκέψεων συνέταξα κατὰ τὸ 1931 τὸ πρῶτον σχέδιον νόμου περὶ Ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς περιφερείας μας καὶ παρὰ τὰς ἀντιδράσεις, τὰς ὁποίας συνήντησεν εἰς τὴν Γερουσίαν τότε, ὑπὸ φανατικῶν συνεταιριστῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἦσαν ἀδιάλλακτοι ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συνεταιριστικῆς ὀργανώσεως, διότι ἦσαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων συνεταιρισμῶν, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τὴν ὁποίαν συνήντησε καὶ ἐκεῖνοι μετεπείσθησαν, τὰ δὲ πράγματα ἐδικαίωσαν τὴν πρόβλεψιν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου ἐκείνου τοῦ νόμου ἔγιναν ὅλοι οἱ ἔκτοτε δημιουργηθέντες ἀναγκαστικοὶ ἀμπελουργικοὶ συνεταιρισμοί. Πρὸ αὐτῶν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, ὅπως τὸ Τ.Α.Ο., ἡ Ἕνωσις Οἰνοπαραγωγῶν Κρήτης καὶ ἄλλοι. Ἔφερα τὸ παράδειγμα, τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἀπομακρύνω τὰς σκέψεις ὅλων ὑμῶν ἀπὸ τοὺς μύθους. Δὲν πρόκειται νὰ θελήσῃ ὁ νομοθέτης νὰ ὀργανώσῃ συλλήβδην ὅλον τὸν κόσμον εἰς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμούς. Ὅταν κάμωμεν τοιαύτας σκέψεις ἀποβλέπομεν πρὸς τὸν νομοθέτην ὡς πρὸς παράφρονα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ καρποὺς ἂν εἴμεθα τόσον φιλύποπτοι πρὸς τὸν νόμον.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι προσωπική σας νομίζω αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ ἑρμηνευτική. Σεῖς τὴν εἴχατε προτείνει. Θὰ εἶναι μεγαλοψυχία ἂν δηλώσετε.....
§89Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι πνευματικὴ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ προτείνω τὴν διάταξιν. Ἐὰν εἴχατε ζήσει περισσότερον κοντὰ εἰς τοὺς παραγωγοὺς θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἀποτελεῖ.....
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι χωρικός.
§91Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐγώ, ἀπὸ παιδὶ ἐπέρασα ὅλα τὰ στάδια. Διετέλεσα Πρόεδρος καὶ Ἀντιπρόεδρος Ἑνώσεων Συνεταιρισμῶν καὶ ἐκφράζω ὑπεύθυνον γνώμην τῶν συνεταιρισμένων παραγωγῶν καὶ ὄχι ρωμαντικὴν διάθεσιν ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν.
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω σπείρει καὶ ἔχω θερίσει ἐγώ.
§93Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ πιστεύω ἀλλ’ οἱ παραγωγοὶ τότε ἦσαν ξένοι πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτό.
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς σας συνηγορεῖ ἡ πεῖρα καὶ τὰ γεγονότα. Καὶ σᾶς λέγω τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν ὅτι τὰ κρασιὰ τῆς Λευκάδος προηγουμένως ἦσαν εἰς συνεταιριστικὴν τιμὴν καὶ ὡρισμέναι ἑταιρεῖαι ἐξεμεταλλεύοντο τὸ προϊὸν αὐτό. Ἤδη τὸ Ταμεῖον κατώρθωσε νὰ τὸ ἐξαγάγῃ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τώρα ἐξάγεται ἐπίσης εἰς τὴν Γαλλίαν. Ταὐτοχρόνως ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει Ταμεῖον, ἡ Πάρος καὶ ἡ Ἀντίπαρος ποὺ δὲν ὑπῆρχον τοιοῦτοι ἀναγκαστικοὶ Συνεταιρισμοί, δηλώνει ἡ ἑταιρεία ὅτι ἀγοράζει πρὸς 700 δραχμάς, ἐνῷ πράγματι τὸ ἀγοράζει πρὸς 430. Καὶ ἡ πρόσφατος πεῖρα καί ἡ προηγουμένη δηλώνουν ὅτι οἱ Συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ εἶναι εἰς ἄκρον ὠφέλιμοι διὰ τοὺς παραγωγούς. Ἐπίσης οἱαδήποτε ἀντίδρασις θὰ προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄμεσον τὴν ἀντίληψιν, ἔχουν μὲν τὴν πρόθεσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν πραγματικὴν πεῖραν.
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δίκαιον ἔχετε καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Καλλίας. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν δικαιοῦται ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀνάγῃ εἰς ἀπόλυτον ἀξίαν καὶ ἀρχὴν τὴν προσωπικήν του πεῖραν. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει δίκαιον προκειμένου διὰ τὸ ἔλαιον καὶ σεῖς προκειμένου διὰ τὰς ἀμπέλους. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ μας ἡ διάθεσις τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως. Ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν πρέπει μὲ τόσον ἀπόλυτον ὕφος νὰ ἀρνῆται ἐκεῖνα ποὺ λέγει ὁ κ. Καλλίας, ὅπως ὁ κ. Καλλίας καὶ ἐγὼ δὲν ἀρνούμεθα ὅτι διὰ τὴν Λακωνίαν καὶ Μεσσηνίαν ἔχετε δίκαιον.
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθ’ ὅλου δὲν τὸ ἀρνοῦμαι καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην μεγαλοφροσύνην.
§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς προσθέτω καὶ τοῦτο τὸ τρομερόν, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει Ἕνωσις Ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν, συνέβη τὸ ἑξῆς τρομερόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὑποπέσει εἰς τὴν ἀντίληψίν σας, ὅτι ἠναγκάσθησαν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ νὰ πωλήσουν τὸ λάδι πρὸς 4.000–5.000 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν εἰς τοὺς διαφόρους ἐκμεταλλευτὰς κερδοσκόπους καὶ ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι μετ’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, μετὰ παρέλευσιν 3–4 μηνῶν ἀφοῦ τὸ συνεκέντρωσαν ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς μὲ 4.000 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν τὸ ἐπώλησαν πρὸς 10.000, 11.000 καὶ 12.000 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Σᾶς φέρω παράδειγμα τὴν Λευκάδα, ὅπου ἐπωλήθη τὸ λάδι πρὸς 3.000–4.000 δραχμὰς τὴν ὀκᾶ, 3–4 ἔμποροι τὸ συνεκέντρωσαν καὶ τὸ ἴδιο τὸ ἐπώλησαν πρὸς 10.000–12.000. Συμπέρασμα ὅτι ἡ Λευκὰς ἀποτελεῖ τιμάριον 3–4 ἀνθρώπων ὡς νὰ εἶχον περιουσίαν ἰδικήν των ὁλόκληρον τὴν νῆσον καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν τὸν ἱδρῶτα καὶ τὴν κακουχίαν ποὺ ὑπέφερεν ὁ κόσμος. Πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Σοφούλης καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προσεπάθησαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ φέρουν ἕνα ἐμπόδιον εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Βαρβούτης, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, κατώρθωσε νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§98Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ οὐσία τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἀποτελεῖ τρόπον ἐξασφαλίσεως τῶν παραγωγῶν εἰς τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας κάμνουν νὰ ἑνωθοῦν καὶ ἀποτελεῖ μίαν συμβολὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, ἀποτελεῖ μέτρον, τοῦ ὁποίου ἡ σκοπιμότης δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον, κύριοι συνάδελφοι, δύναται νὰ λεχθῇ, εἶναι τοῦτο: Εἶναι ἀναγκαία ἤ περιττὴ ἡ διάταξις; Μήπως εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις, διότι προκύπτει ἐξ ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Ἐπειδὴ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἠμφισβητήθη ἡ χρησιμότης τῶν ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν, κρίνομεν ἀναγκαῖον, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀρθῇ ἡ ἀμφισβήτησις αὐτή, διότι εἰς τὸ μέλλον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ εὐρυτάτη χρῆσις τοῦ συστήματος τῶν ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν. Πάντοτε ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ Νομοθέτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ὅλην τὴν ἐγγύησιν, ὥστε ἡ ... (δὲν ἠκούσθη)... νὰ μὴ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ περὶ Συνδικάτων. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα συγγενεστέρα διάταξις, διότι οὔτε ἡ περὶ ἰδιοκτησίας εἶναι συγγενεστέρα, οὔτε ἡ περὶ ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐνόμισα τότε ἀναγκαῖον νὰ προτείνω τὴν προσθήκην τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ὑπὸ τὸ συγγενέστερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ἐπειδὴ διετυπώθησαν καὶ ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄν ἡ διάταξις ἔχῃ τὴν θέσιν της ἐδῶ καὶ ἐπειδὴ οἱ Συνεταιρισμοὶ ἀποτελοῦν κάτι περισσότερον οὐσιῶδες ἀπὸ τοῦ νὰ γίνουν ἀντικείμενον μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως εἰς τὸ Σύνταγμα, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, προτείνω ὅπως ἀντὶ τούτου, προστεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, ἔχον οὕτω: «Οἱ Συνεταιρισμοὶ ......... (ἀναγινώσκει) .......». Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, ὁπότε αἴρεται ἡ ἀντίρρησις περὶ τῆς καταλλήλου θέσεως καὶ συγχρόνως προσφέρεται μία πραγματικὴ ὑπηρεσία, ἰδίως εἰς τὸν γεωργικὸν κόσμον.
§99Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι ὅπως ἔχει.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 9 μ. μ.).