1948.08.11~124
746 rows ·
5,340 words ·
21 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #124.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 124η
Τετάρτη 11 Αὐγούστου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.40′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Τ.Τ.Τ.), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 706)1948, «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπηρεσίας ἡμερομισθίου προσωπικοῦ ταχ. δεμάτων» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 708)1948, «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκον. ἔτη 1944–1945 (Βʹ περίοδος), 1945–46 καὶ 1946–47 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ. καὶ ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου τοῦ οἰκον. ἔτους 1947–48». Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν) καταθέτει: 1) σχέδιον ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΜΕʹ τοῦ ἔτους 1948 ψηφίσματος, «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24.4.46 Ν.Δ. «περὶ τρόπου ἐνεργείας στρατιωτικῶν προαγωγῶν» καὶ τῶν εἰς ἐκτέλεσιν τούτου ἐκδοθέντων αʹ) ἀπὸ 5.6.46 Β. Δ., «περὶ τροποποιήσεως κλπ. τοῦ Α. Ν. 2307)1940, «περὶ Στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας καὶ Στρατιωτικῶν προαγωγῶν κλπ.» καὶ βʹ) ἀπὸ 19. 2.47 Β. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 5.6. 1946 Β. Δ., «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 5.6.1946 Β. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2307)1940 κλπ.» καὶ ὁριστικῆς ρυθμίσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων τούτων προκυψάντων ζητημάτων, ἀφορώντων τὰ στελέχη τοῦ ἐνεργοῦ Στρατοῦ καὶ 2) σχέδιον νόμου «περὶ διαιρέσεως τοῦ Ἐκτάκτου Στρατοδικείου Ἀθηνῶν εἰς τρία τμήματα». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μιχαλακόπουλος, Γ. Ἀστερίου καὶ Δ. Γιαννόπουλος καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 905 τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1947 πράξεως τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου». Ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1911 κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Λευκάδος καὶ Πρεβέζης». 2) «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων ἀνακυπτόντων ἐκ τῆς Δωδεκανήσῳ ἐφαρμογῆς τοῦ ἀπὸ 4)5 Ὀκτωβρίου 1947 Δ)τος, «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ. καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». 3) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 710)45, «περὶ διώξεως καὶ τιμωρίας τῶν παραβάσεων τῆς προστασίας τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος νομοθεσίας», καὶ 4) «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τῶν διατάξεων τοῦ ἐδαφ. αʹ τῆς παραγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 287 Ν. Δ)τος». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυουσῶν διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1116)1946 Α. Ν., «περὶ ἀναπροσαρμογῆς μισθωμάτων ἐγκαταλελειμμένων ἐλαιοκτημάτων περιφερείας Νομοῦ Θεσπρωτίας». Ἡ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 95)1946 «περὶ Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλλίας, καταθέτει τροπολογίαν καὶ προσθήκην ἄρθρου «περὶ συνεταιρισμῶν εἰς τὸ Σύνταγμα». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Μουτζουρίδης, Γ. Τζωρτζόπουλος καὶ Σ. Πολυζωγόπουλος, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ὑπηρεσιακῶν τινῶν ζητημάτων τῆς Τ.Τ.Τ. Ὑπηρεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κουσαῆς, Χ. Πιπιλιάγκας καὶ Ν. Μαλινδρέτος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς Δοκίμων Μελῶν εἰς τὸ Καλλιτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Σταμούλης, Μ. Καροῦσος καὶ Γ. Ἀριστείδου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυουσῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος, Π. Μουτζουρίδης, Α. Νικολαΐδης καὶ Γ. Ἀστερίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης διὰ τὸ 1948–1949 κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Καρζῆς, Ν. Πετρίδης, Γ. Ἀστερίου, Κ. Οἰκονομίδης, Χ. Στεργιόπουλος κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης διὰ τὸ 1948–1949 κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Θεοφανόπουλος, Ι. Πολυχρονόπουλος καὶ Μ. Καροῦσος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυουσῶν διατάξεων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 Ὁ κ. Θ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος προκύπτον καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων ἀνακινηθέν, τοῦ ἐὰν ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀφορᾷ καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐν γένει. Συντάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν ὑπὸ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑποστηριχθεῖσαν ὀρθὴν γνώμην, ὅτι δέον νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ τὸ συνεταιρίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὸ πρὸς ἀπεργίαν δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁμιλῶ περὶ ἀμφοτέρων, διότι εἶναι ἀλληλένδετον, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπεργία θεωρεῖται ὅπλον πρὸς ἐπιβολὴν οἰκονομικῶν ἐπιδιώξεων. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λυθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς τὸ ζήτημα, ἵνα μὴ ἀφιεμένου τοῦ πράγματος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀμφισβητηθῇ βραδύτερον ἡ συνταγματικότης τοῦ νόμου, προσκρούοντος εἰς τὴν διὰ τοῦ ἄρθρου 11 καθιερουμένην ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐν πρώτοις, ὅταν λέγωμεν συνεταιρισμὸν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐννοοῦμεν τὸν συνδικαλισμὸν αὐτῶν εἰς τὸν ὁποῖον μοιραίως ἄγει πᾶς ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμὸς αὐτῶν. Τοῦτο παρετηρήθη ἐν Γαλλίᾳ ὅπου μέχρι τοῦ 1884 δὲν ὑπῆρχε νομοθετικῶς ἀνεγνωρισμένον δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Τότε τὸ πρῶτον διὰ νόμου ἐπετράπη ἡ ἐλευθέρα σύστασις Συνδικάτων ἢ Συνεταιρισμῶν ἐπαγγελματικῶν ἐκ προσώπων ἀσκούντων τὸ αὐτό, ἢ παρεμφερὲς ἢ συναφὲς ἐπάγγελμα ἐπὶ σκοπῷ μελέτης προαγωγῆς καὶ ἀμύνης τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν συμφερόντων καὶ ἡ ἕνωσις τῶν συνδικάτων τούτων εἰς ὁμοσπονδίας καὶ συνομοσπονδίας. Ὁ νόμος οὗτος ἐγένετο γενικῶς δεκτόν, ὅτι δὲν ἀφεώρα τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἵτινες οὕτω ἔμειναν ἔξω τῶν πλαισίων τοῦ συνδικαλισμοῦ. Τὴν 1ην Ἰουλίου τοῦ 1901 ἐδημοσιεύθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ νόμος περὶ Συνεταιρισμῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἱδρύθησαν οἱ Συνεταιρισμοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ σκοπὸν τὴν προαγωγὴν καὶ προάσπισιν, τῶν ἐπαγγελματικῶν αὐτῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων καὶ συμφερόντων. Οἱ Συνεταιρισμοὶ δὲ οὗτοι ταχέως ἐξειλίχθησαν εἰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις εἰς ἑνώσεις καὶ ὁμοσπονδίας καὶ συνομοσπονδίας. Παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ Γαλλικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών του ἠρνήθη ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν νομιμότητα τῶν τοιούτων ὁμοσπονδιῶν, ἀπορρῖψαν αἰτήσεις ἀκυρώσεως τῆς ὁμοσπονδίας κατὰ ἀποφάσεων τῆς διοικήσεως ὡς ἀνομιμοποιήτου. Ἐν τούτοις ὁ συνδικαλισμὸς ἐξηκολούθει ἐμφανίζων κίνδυνον διὰ τὸ Κράτος. Ἕνεκα τούτου, κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1920 κατετέθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύθη τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Στρατοῦ καὶ ἐπετράπη ἡ ἐλευθέρα σύμπηξις συνεταιρισμῶν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ αὐτοῦ ὅμως κλάδου, ἀπαγορευομένης τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν αὐτὸν συν)σμὸν δημοσ. ὑπαλλήλων, διαφόρων κλάδων. Ὁ νόμος οὗτος ἐχρησίμευσεν ὡς πρότυπον τοῦ ἡμετέρου νόμου 4879)1931, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀντιγραφὴν σχεδὸν τῶν ἄρθρων 20 καὶ 22 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Συνεπῶς καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα πρέπει ν’ ἀντιμετωπισθῇ ριζικῶς, διότι, ὅπως ἀνωτέρω ἐξέθεσα, ἐλευθερία, τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων σημαίνει ἐλευθερίαν ἱδρύσεως συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων καὶ συνδικάτων, πρᾶγμα ὅπερ δέον ν’ ἀπαγορευθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἐπηυξημένης τυπικῆς ἰσχύος. Διότι οἱ ὑπάρχοντες παρ’ ἡμῖν νόμοι τοῦ 1928 περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ἀπεργιῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ 4879)31, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν πρῶτος ἐθεώρει ἀδίκημα αὐτεπαγγέλτως διωκτέον τὴν ἀπεργίαν καὶ ὁ δεύτερος κατ’ ἔγκλησιν τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἠτόνησαν, εἴτε διότι αἱ Κυβερνήσεις ἐστεροῦντο θάρρους, νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους εἴτε ἐκ λόγων κομματικῶν ἢ πολιτικῆς συναλλαγῆς σκοπιμότητος, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν τούτους. Διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατ’ ἀρχήν, ἂν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν γένει καὶ μὲ τὸν νομικὸν χαρακτῆρα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ὁ συνεταιρισμὸς αὐτῶν πρὸς ἄμυναν καὶ ἐπιβολὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν συμφερόντων. Ἐν πρώτοις τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐργοδότης τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, οὔτε ἡ σχέσις ἡ συνδέουσα τὸν ὑπάλληλον μὲ τὸ Κράτος εἶναι σύμβασις ἐργασίας ἰδιωτικοῦ δικαίου. Εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου ὁ ἐργοδότης καὶ ὁ μισθωτὸς συζητοῦν ὡς ἴσος πρὸς ἴσον τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἐνῷ εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δημοσίας ὑπαλληλίας ἡ σχέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος εἶναι σχέσις ἐξουσίας, διότι τὸ Κράτος θεσμοθετεῖ διὰ νόμου τὰς λειτουργίας αὐτοῦ, τὰ προσόντα καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των, δύναται δὲ ἐλευθέρως νὰ μεταβάλῃ, ρυθμίζον τὸ Κράτος ἐπὶ τὰ βελτίω ἢ ἐπὶ τὰ χείρω τὴν θέσιν καὶ τὰς ἀποδοχὰς αὐτῶν, ὁ δὲ νόμος οὗτος ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν περιλαμβάνων ὄχι μόνον τοὺς μετ’ αὐτῶν διορισθησομένους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἤδη διορισμένους τοιούτους, πρᾶγμα ὅπερ ἐμφανῶς καταδεικνύει, ὅτι αἱ σχέσεις αὗται εἶναι σχέσεις ἐξουσίας καὶ οὐχὶ σύμβασις, εἰς ἣν δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας. Ἐν τῇ σχέσει τῆς ἰδιωτικῆς ἐργασίας εἶναι νοητὸς ὁ συνασπισμὸς τῶν μισθωτῶν πρὸς προάσπισιν καὶ ἐπιβολὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν συμφερόντων ἔναντι τοῦ ἐργοδότου των, διότι οὗτος ἀσκεῖ κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ εἰς τὸν μισθωτὸν καὶ δικαιολογεῖ ἡ προκατάληψις ἢ τὸ τεκμήριον ἂν θέλετε τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μισθωτοῦ ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου, ὅστις ὡς ἐπιχειρηματίας προσπαθεῖ νὰ ἀποκομίσῃ μείζονα κέρδη εἰς βάρος τῆς ἐργασίας καὶ τῶν μισθωτῶν, ἐνῷ εἰς τὸ Κράτος οὐδ’ ἕτερον ἐκ τούτων συμβαίνει, διότι οὔτε ἐργοδότης εἶναι τὸ Κράτος, οὔτε ἀσκεῖ κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, ὥστε νὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐργασίαν τῶν ὑπαλλήλων, αἱ δὲ νενομοθετημέναι ἀποδοχαὶ ἐνδεικνύουν τὰ ὅρια τῆς οἰκονομικῆς δυνατότητος αὐτοῦ, ὅπερ ἔχει συμφέρον, ἐφ’ ὅσον συντρέχουν αἱ οἰκονομικαὶ αὐτοῦ δυνατότητες, νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν λειτουργὸν αὐτοῦ ἀπὸ παντὸς περισπασμοῦ ὡς πρὸς τὴν συντήρησίν του διὰ τὴν καλυτέραν ἐπίδοσιν αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι πρόδηλον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν σχέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος ἐλλείπει πᾶν ἔρεισμα δικαιολογοῦν συνδικαλισμὸν αὐτῶν ἐναντίον τοῦ Κράτους πρὸς ἐπιβολὴν τῶν οἰκονομικῶν των ἐπιδιώξεων. Ὁ ὑπάλληλος, προσχωρῶν ἐλευθέρως εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρόσληψίν του ἀναλαμβάνει τὴν πρωταρχικὴν ὑποχρέωσιν νὰ διασφαλίσῃ τὴν συνεχῆ καὶ ἄνευ διακοπῆς ἐκτέλεσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἥτις ὡς ἐξυπηρετοῦσα τὸ σύνολον δέον νὰ παρέχηται συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὁ παραβαίνων θεληματικῶς τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην καὶ ἀρνούμενος νὰ παράσχῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, παραβαίνει τὴν ἐκ τῶν καθηκόντων του ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσίν του καὶ ὑπόκειται εἰς πειθαρχικὴν δίωξιν καὶ ἀπόλυσιν. Πῶς λοιπὸν ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπάλληλον μεμονωμένως νὰ πράξῃ, θὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνῃ ὁμαδικῶς διὰ τῆς ὁμαδικῆς διακοπῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ πῶς ἡ τοιαύτη ὁμαδικὴ διακοπὴ δὲν ἀποτελεῖ βαρύτερον παράπτωμα ἵνα μὴ εἴπω ἔγκλημα κατὰ τοῦ Κράτους, ὅπερ δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰ μὴ ἡ ὁλότης τῶν πολιτῶν. Ἐπιπροσθέτως τὸ Κράτος ἐν τῇ εἰδικῇ αὐτοῦ δυναμικῇ ὑποστάσει, ἐμφανίζεται ὑπάρχον καὶ δρῶν διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ὅταν δὲ οὗτοι ὀργανωθοῦν κατ’ αὐτοῦ καὶ διακόψουν τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἐνεργοῦν τὴν διάλυσιν αὐτοῦ. Τὸ Κράτος, ὡς ἐκπροσωποῦν τὸ σύνολον, δικαιοῦται νὰ λάβῃ μέτρα προστατεύοντα αὐτὸ καὶ ὅπως ἀπηγόρευσε τὴν οἰκονομικὴν ἐπιβουλὴν τῶν καταναλωτῶν, οἵτινες εἶναι τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, ἀπαγορεῦσαν τὰ οἰκονομικὰ τρὰστ καὶ τὰ καρτέλ, οὕτω δύναται καὶ πρέπει νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰς οἰκονομικὰς ἑνώσεις τῶν ὀργάνων του, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὴν ὁλότητα, ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τῶν ὀλίγων πρὸς διάλυσιν αὐτοῦ. Οἱ ἀρνηταὶ πάσης ἐλευθερίας καὶ πολέμιοι καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν στοιχειωδεστέρων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων φωνασκοῦν ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, διακηρύσσοντες, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῶν προσωπικῶν αὐτῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται δι’ ὅλους τοὺς λοιποὺς πολίτας καὶ οἱ ἀφελεῖς θεωρητικοί, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὰς ἀτομιστικὰς καὶ ὑποκειμενικὰς θεωρίας καὶ παραγνωρίζοντες τὴν ἀντικειμενικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν συλλογικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ συνόλου καὶ τῶν ἀτομικῶν τῶν ἰδιωτῶν, ἐμπίπτουν εἰς τὴν παγίδα καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τῶν ὀλίγων, σφαγιάζουν τὰς ἐλευθερίας τῶν πολλῶν καὶ τοῦ συνόλου. Οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς ἰσότητος τῶν ἐλευθεριῶν παραβλέπουν, ὅτι ὡρισμέναι ἰδιότητες τῶν ἀτόμων ἐπιβάλλουν καὶ ὡρισμένους περιορισμούς, εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἀτομικῶν των ἐλευθεριῶν διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ συνόλου. Οὐδεὶς ποτὲ ἰσχυρίσθη, ὅτι περιορίζεται ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅταν ὑποχρεοῦται διὰ νὰ τελέσῃ γάμον νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς, οὔτε, ὅτι ἡ ἀγαμία τοῦ κλήρου, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς φυσικὸν δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ πλῆγμα κατὰ τῆς ἐλευθερίας, ἐφ’ ὅσον οἰκειοθελῶς ὑπεβλήθησαν οὗτοι εἰς τὴν τάξιν τὴν συνεπαγομένην τοὺς περιορισμοὺς τούτους. Ἄς μὴ πλανώμεθα, κύριοι. Ὑπεράνω τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπάρχει τὸ ἄδυτον καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως, τὸ φιλελευθερώτερον δὲ Κράτος τοῦ κόσμου ἡ Ἀμερική, ἐζήτησε δήλωσιν νομιμοφροσύνης τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἔλεγχον τῆς συνειδήσεως τοῦ ὑπαλλήλου καὶ ὁμολογίαν πίστεως εἰς τὰ κοινωνικὰ δόγματα τῆς πολιτείας πρὸς σωτηρίαν τοῦ συνόλου. Καταλήγων, ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν φράσιν τοῦ διασήμου δημοσιολόγου Δουγκί, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέχεται ἢ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, παρασκευάζει τὸν ἴδιον ἑαυτῆς ὄλεθρον. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ συνδικαλισμὸς καὶ ἡ ἀπεργία ἀπαγορεύεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κλείς, κύριοι βουλευταί, τῆς ὀρθῆς κριτικῆς καὶ ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἶναι ἡ μελέτη καὶ ἡ γνῶσις τῆς ἱστορίας ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου καὶ τῶν ὑπὸ τούτου εἰσαγομένων ἀρχῶν ἢ θεσμῶν ἢ κανόνων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Καὶ ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου 11, καθὼς καὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1864 καὶ τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, εἶναι σαφὴς μὴ ὑποκειμένη εἰς ταλαντεύσεις καὶ ἀμφιβόλους ἑρμηνείας. Ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον θεσμοθετεῖται, ἀλλὰ καὶ ἀριθμεῖται μετὰ τὸ ἄρθρον 10 περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, ἀφορᾷ λέγω τὸ ἄρθρον 11, τὸ πολιτικὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ τοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς πολιτικοὺς καὶ μόνον τούτους, καὶ βραδύτερον, μόλις τὸ 1911, κατ’ ἐπέκτασιν καὶ τοὺς συντεχνιακοὺς τοιούτους τοὺς μὴ ἐπὶ κέρδει. Τοῦτο ἀποσαφηνίζουν ἐπὶ πλέον α) τὰ πρακτικὰ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864, ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τῶν πληρεξουσίων Κυπαρίσση καὶ Σαράβα ἔχουσα οὕτω: «Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἄρθρου 11, δὲν ἐπεκτείνονται εἰς τὰς πολιτικάς, δηλαδή, ἀστικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἑταιρείας, ἀλλὰ αὗται θέλουσι διέπεσθαι καὶ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὸ ἰσχῦον Ἀστικὸν καὶ Ἐμπορικὸν Δίκαιον» καὶ β) αἱ κατὰ τὸ 1911 ἀγορεύσεις τοῦ Ἀνδρέα Μιχαλακοπούλου καὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4.3.11, ὁ μὲν Μιχαλακόπουλος, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 11, «...ἀποκλείομεν πάντα συνεταιρισμόν, ὅστις σκοπὸν ἔχει τὴν ἐπιδίωξιν καὶ διανομὴν χρηματικῶν κερδῶν μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἐννοοῦμεν ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμὸν τὸν συνδυασμὸν προσώπων, μετερχομένων πάντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα, ἢ συναφῆ, σκοπὸν δ’ ἐχόντων τὴν προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἐπιτυχίαν χρηματικοῦ κέρδους. Τοὐναντίον, ἑταιρεῖαι ἢ συνεταιρισμοὶ ἀποσκοποῦντες κέρδος, διέπονται ἀπὸ τὸ Ἀστικὸν ἢ Ἐμπορικὸν Δίκαιον. Ταύτας τὰς τελευταίας, δὲν περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος......». Ὁ δὲ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 11, «...προνοεῖ διὰ συνεταιρισμοὺς ἐπιδιώκοντας πολιτικούς, καλλιτεχνικούς, εἴτε οἱουσδήποτε ἄλλους, ὄχι ὅμως οἰκονομικοὺς σκοπούς...». Κατόπιν τούτου, βάσει τῶν κατατεθειμένων τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καθὼς καὶ ἐκ τῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, ἀγορεύσεων τῶν κυρίων συναδέλφων, πιεζόμενος, τόσον ὑπὸ τῶν ὁρίων τοῦ χρόνου, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς κατὰ τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, 20ὸν ἀγορητήν, μὲ ἐξηντλημένας τὰς θεωρητικὰς ἀναπτύξεις καὶ θέσεις τοῦ ζητήματος, θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν κατ’ εὐθείαν τῶν ἀντιρρήσεων πρῶτον, καὶ τῶν τροπολογιῶν μου δεύτερον. Εἰς κάλυψιν λοιπόν, τῶν ἀναγκῶν ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ εἰς πολιτικοὺς συνεταιρισμούς, ἀφορῶντος ἄρθρου 11, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ρητῶς ἀναγνωρίζοντος τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, ὑπὸ τὴν τήρησιν τῆς προϋποθέσεως τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ὁ Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος, εἰσηγεῖτο βραδύτερον, τὸν νόμον 281)14 περὶ Σωματείων, ἐνῷ ὁ αὐτὸς ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνήρ, βραδύτερον, τὸ 1915, εἰσηγούμενος τὸν νόμον 602 τοῦ 1915, ἐπεζήτει τὴν ρύθμισιν τῶν ἀφορώντων θεμάτων τοὺς πιστωτικούς, οἰκοδομικούς, παραγωγικούς, καταναλωτικοὺς κλπ. συνεταιρισμούς, ἐπιδιώκων διὰ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ νόμου, ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας, τοῦ εὐρυτάτης κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς σημασίας θέματος τῶν συνεταιρισμῶν, σημασίας ἡ ὁποία, γίνεται ἀντιληπτή, ἂν ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ αἰῶνος, τὸν ὁποῖον διανύομεν, οἱ συνεταιρισμοὶ διεκδικοῦν μὲ τοὺς θεωρητικοὺς ἀπολογητάς των, Κάρολον Ζίδ, τὸν Τοτόμιαντς, τὸν Τζῖνο Βαλέντι, τὸν Μαριάνι καὶ ἄλλους, τὴν λύσιν τῶν συγχρόνων ἐπιτακτικῶν προβλημάτων τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς ἑνότητος, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ τῆς κυριαρχίας τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ ἀμύνης τῶν συμφερόντων τῶν πενεστέρων καὶ οἰκονομικῶς ἀδυνάτων τάξεων. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν Ἀμπελακίων, τοῦ Μελενίκου, καὶ τῆς Νήσου Ὕδρας, ἐξόχου Ἐθνικῆς, ἐπιστημονικῆς καὶ κοινωνιολογικῆς σημασίας. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, γίνεται προφανές, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως διὰ τοὺς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμούς, ἡ περιληφθεῖσα εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κατὰ πρότασιν τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ συμπαθεστάτου φίλου κ. Καλλία, καὶ ἡ ἀνάλογος τροπολογία τοῦ κ. Μπάμπη Ἀλιβιζάτου, δέον ἀσχέτως τῆς οὐσίας αὐτῆς, νὰ ἀποκρουσθῇ, ἐφ’ ὅσον συνδυάζεται μὲ τὸ ἄρθρον 11, ὡς μὴ ἔχουσα τὴν θέσιν της εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀφορῶσα θέμα τοῦ κύκλου τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τοῦ πολίτου, δέον ἢ νὰ προστεθῇ ὡς παράγραφος τοῦ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρου (17), καταλλήλως διατυπουμένη, ἢ νὰ ἀποτελέσῃ ἴδιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Πιστεύω δέ, ὅτι εἶναι ἀναξία τοῦ εὐρυτάτου θέματος τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν, ἡ λύσις τῶν συναφῶν θεμάτων των, διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ παραθύρου τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως καὶ ὄχι δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς προτείνω νὰ γίνῃ. Ἀλλά, πάντως, εἴτε ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τῆς ἰδιοκτησίας, εἴτε αὐτοτελῶς ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα, πάντως δὲν ἔχει σχέσιν καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητῆται σήμερον μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος τοῦ 1911.
§7Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι κατετέθη πρότασις δι’ εἰδικὸν ἄρθρον.
§8Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Χαίρω διὰ τὴν πληροφορίαν, καὶ μὲ ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, ἀφοῦ μελετήσω τὴν πρότασιν θὰ τὴν ὑποστηρίξω, ἐφ’ ὅσον ἡ διατύπωσις ἀποδίδει καὶ τὰς ἀπόψεις μου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἄρθρου 11, ἐκρίθη ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Παπαληγούραν, ὅτι τὸ θέμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ὡς μίαν τῶν συνεπειῶν του τὴν ἀπεργίαν τῶν ἰδιωτῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο, οὗτος ἐξήτασεν εὐρέως τὸ θέμα. Νομίζω, κ.κ. βουλευταί, ὅτι τὸ εὐρύτατον θέμα τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀπεργίας ὁμοίως, δὲν ἔχει θέσιν συζητήσεως κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἄρθρου 11 καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος, ἐκπροσωπῶν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν ἐργατικωτέραν καὶ παραγωγικωτέραν περιοχὴν τῆς Χώρας, νὰ ἀφίσω νὰ παρέλθῃ ἀσυζήτητον τὸ ἄρθρον 22 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ παρελήφθη ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, δηλαδή, «περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας», παρὰ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἐχθίστας διαθέσεις τοῦ ἀγαπητοῦ ἐκ Πειραιῶς συναδέλφου κ. Δηλαβέρη, διαβλέποντος φοβεροὺς κινδύνους ἐκ τῶν νέων τούτων διατάξεων, ὡς δημοσιογραφῶν μᾶς πληροφορεῖ. Δὲν πιστεύω, κ.κ. βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας τὰ δικαιώματα τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀπεργίας, ἐπιδρῶντα ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς τύχης καὶ εὐημερίας τοῦ Ἐθνικοῦ συνόλου, δὲν εἶναι θέματα καὶ δικαιώματα μόνον τῶν ἀσκούντων αὐτά, ἀλλ’ εἶναι θέματα ἐνδιαφέροντα ζωτικῶς τὸ Ἐθνικὸν καὶ Κοινωνικὸν σύνολον, τὴν Ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν συνοχὴν καὶ εὐημερίαν, καὶ ὀφείλουν νὰ ρυθμίζωνται ὄχι μόνον ὡς δικαιώματα τῶν μὲν ἢ τῶν δέ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀντιλήψει τῶν ὑποχρεώσεων ἀμφοτέρων, πρὸς τὸ καθόλου σύνολον. Διότι, κ.κ. βουλευταί, ἡ ἐργασία εἶναι ἐθνικὸν κεφάλαιον καὶ εἰς τὴν πτωχήν Ἑλλάδα μας εἶναι τὸ πρῶτον καὶ μόνον ἄφθονον ἐθνικὸν κεφάλαιον καὶ παραγωγικὴ δύναμις τόσον μεγάλη, ὅσον εἶναι καὶ τὸ χρηματικὸν κεφάλαιον, καὶ κοινὴ ἀμφοτέρων ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ἐθνικοῦ συνόλου, ἐκ τῆς καλῆς χρήσεως καὶ τῆς καλῆς ἀποδόσεως αὐτῶν, ἢ ἀντιθέτως. Καὶ ὅπως ἔχει βαρείας ὑποχρεώσεις πλησίον εἰς τὰ δικαιώματά του τὸ κεφάλαιον, ἀναλόγους εὐθύνας καὶ ὑποχρεώσεις ἔχει καὶ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ δικαίωμα, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἠθικὸν προνόμιον καὶ ἐθνικὸν καθῆκον. Τοῦτο, ἄλλωστε, ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ πᾶς λογικευόμενος ἀποδέχεται, καὶ αὐτὸ τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα τοιαύτην θέσιν ἔχει λάβει, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπαγορεύει καὶ τιμωρεῖ— μάλιστα τιμωρεῖ — τοὺς ἀπεργοῦντας, ἐνῷ, παραδόξως, ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ στόματος συναδέλφου, προσφάτως ἐγκαταλείψαντος τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἀναπτύξεις ὑποστηρίζουσαι, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ καθεὶς νὰ ἐργάζεται ἢ νὰ μὴ ἐργάζεται, ἢ νὰ ἀπεργῇ. Ἀλλὰ, παρὰ τὰς δικαίας, ὡς προερχομένου ἐκ τοῦ παραγωγικοῦ Πειραιῶς, διαμαρτυρίας μου, δὲν θέλω σήμερον, οὔτε δέχομαι ἐκ πλαγίου νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀπεργίας καὶ τῆς ἐργασίας τῶν ἰδιωτῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων ἢ οἱουδήποτε, οὔτε νὰ προκινδυνεύσωμεν νὰ ἀνακληθῶμεν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος εἰς τὸ θέμα, ὡς καθορίζονται τὰ ὅρια τούτου ὑπὸ τῆς ἱστορίας τοῦ ἄρθρου 11, ἣν ἀνεπτύξαμεν. Πέραν τῶν ἀνωτέρω ἀντιρρήσεων, συνδεομένων μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, αἱ παράγραφοι αὐτοῦ 1 καὶ 2, καλύπτουσαι θαυμασίως τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ διασφαλίζουσαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ ἀπηλλαγμέναι ἀπὸ πᾶσαν κυβερνητικὴν ἄδειαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κατασταλτικῶς, ἀλλὰ ἀδιαβλήτως δυναμένου τοῦ Κράτους διὰ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ προφυλάξῃ ἑαυτὸ ἀπὸ τὴν ἐκτροπὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν του, ἡ ἀναγνώρισις τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρις ἀνατροπῆς τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Κράτους, χωρὶς τοῦτο νὰ δύναται νὰ ἀμυνθῇ, νομίζω, ὅτι δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία, ὅτι καλῶς ἔχουσιν αἱ διατάξεις καὶ πρέπει νὰ παραμείνωσιν ὡς ἔχουσιν, εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἀμέσως εἰσερχόμεθα συναφῶς, πρὸς τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δηλαδὴ μιᾶς εἰδικῆς κατηγορίας πολιτῶν. Καὶ ἐτονίσθη παρὰ προλαλησάντων συναδέλφων, ὅτι δὲν συντρέχει λόγος νὰ ὑποστοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκλεκτοὶ αὐτοὶ πολῖται τῆς χώρας, τὴν «Κάπιτις ντε μινούτσιο μάξιμα», τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως εἰς αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀλλ’ ἆραγε, ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὅτι ἡ Ἐπιστήμη καὶ ἡ Διεθνὴς Συνταγματικὴ πρακτικὴ καὶ ἡ Νομολογία τῶν δικαστηρίων καὶ αὐτὴ, τέλος, ἡ κοινὴ λογικὴ ἀναγνωρίζει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὡς ἰδιοτύπους πολίτας, ὅπως ἰδιότυποι πολῖται, στερούμενοι τοῦ τιμητικοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι, εἶναι ἐπίσης οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ κληρικοί, τιμιώτατα καὶ σεβαστότατα τῆς ὅλης κοινωνίας μας; Καὶ ὅπως οἱ τελευταῖοι στεροῦνται τοῦ τιμητικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος, ὄχι ὑπὸ ἔννοιαν ἀτιμωτικήν, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἰδιότητός των, καὶ τῆς σχέσεως αὐτῶν πρὸς τὸ ὠργανωμένον Κράτος, χωρὶς καμμίαν ἔννοιαν ἀτιμώσεως ἢ μειώσεως, δέον νὰ ἔχουν ἀπολύτως περιωρισμένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ διὰ τοῦτο, χωρὶς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία παρέλκει, δηλῶ, ὅτι ἀποδέχομαι, καὶ εἰσηγοῦμαι καὶ πρὸς ὑμᾶς, τὴν ὀρθὴν λύσιν, ποὺ δίδει εἰς τὸ ἐπίμαχον πολιτικῶς, ἀλλ’ ἐπιστημονικῶς λελυμένον ἐρώτημα, ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προτείνει, ὅπως νόμος δύναται νὰ περιορίσῃ ἢ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἄλλωστε, ἡ εἰς τὸ Σύνταγμα λεπτομερὴς ἀναγραφὴ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς θὰ ἐπετρέπετο ἢ θὰ ἀπηγορεύετο, θὰ ἀντέβαινε πρὸς τὴν ἐπιγραμματικότητα καὶ τὴν συντομίαν, τῶν ὡς κανόνων δικαίου ἢ κατευθυντηρίων γραμμῶν, τιθεμένων Συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ δὲ ὕπαρξις τοῦ νόμου 4897 τοῦ 1931 ἀντισυνταγματικῶς καὶ παρανόμως μὴ λαμβανομένη ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦ νόμου μὴ ἐφαρμοζομένου ἤδη, καλύπτει κατὰ μέγα μέρος τὸ θέμα. Αἱ δὲ περιστάσεις καὶ ἡ εἰς πολλὰ ὀρθὴ ἀνάγκη ὑπάρξεως τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν συνεταιρισμῶν, καὶ διὰ λόγους οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ πολιτικοκοινωνικοὺς τοιούτους καὶ διεθνεῖς, δὲν ἐπιτρέπουν αὐστηροτέραν θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας, ὑπὸ ἄλλας προϋποθέσεις, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ταχθῶ, χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ παραγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἅς ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται τὸ συνεταιρίζεσθαι αὐτῶν, πρὸς προαγωγὴν καὶ αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιακῶν καὶ Κρατικῶν ἢ καὶ κλαδικῶν συμφερόντων, ὅπως π.χ. διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ παρ’ ἡμῖν σωφρονιστικοῦ συστήματος, τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, τοῦ φοροτεχνικοῦ κλπ. κλπ. Ἄλλωστε, καὶ ἡ κατατεθειμένη τροπολογία τοῦ σεβαστοῦ φίλου κ. Κουλουμβάκη, νομίζω, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου, οὔτε ἀπὸ ἐκείνην τῶν κ.κ. Θεοφανοπούλου, Χατζηπάνου κλπ.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ διαφωνία μου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι μὲ τὸ «δύναται διὰ νόμου νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι», ποὺ λέγει ἡ Ἐπιτροπή, σημαίνει ὅτι τὸ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καὶ ὅτι τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ δύναται ὁ νόμος νὰ τοὺς τὸ ἐπιτρέψῃ!......
§10Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν δίδω τὴν ἰδίαν μὲ ὑμᾶς ἑρμηνείαν, εἰς τὴν διατύπωσιν. Διότι, περὶ τοῦ ὅτι κατ’ ἀρχήν, ὡς Ἕλληνες πολῖται — διότι πρὸ τῆς ἰδιότητος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐπικρατεστέρα καὶ ἀρχικὴ εἶναι ἡ τοῦ Ἕλληνος πολίτου — ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κατ’ ἐμέ, δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἂν ἐδεχόμεθα τὴν ἄποψίν σας, πῶς νόμος θὰ ἐχορήγει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Θὰ πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ ἀφίνῃ τὸν νόμον νὰ τὸ ρυθμίζῃ. Ἀλλά, τότε, περιπίπτομεν εἰς τὴν ὀρθὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν βλέπω διατὶ νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν, λόγῳ φραστικῶν διαφορῶν. Ἄλλωστε, ἰδίᾳ ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας δὲν ζοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ὑποφέρουν, ὄχι ἐξ ἀντικειμενικῶν αἰτίων, ἀλλ’ ἐκ Κυβερνητικῶν λόγων, δὲν θὰ ἦτο καθόλου φρόνιμον νὰ θελήσωμεν ἢ νὰ διανοούμεθα, ἐν ἀντιλήψει τῆς περιβαλλούσης πραγματικότητος, ξηρῶς νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ δικαίωμα, ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὸ περιορισμούς, τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§11Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τῆς οἰκονομικῆς διαβιώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, σᾶς κάμνει νὰ μὴ δέχεσθε τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων;
§12Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Καὶ αὐτή. Καὶ ἀκόμη, τὸ ὅτι εἰς τὴν τεταραγμένην καὶ μεστὴν δικαίων καὶ μὴ αἰτημάτων ἐποχήν μας, δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρούσω τελείως τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, πρὶν ἢ ἐπιλύσω τὰ ζητήματα αὐτῶν, διότι ἄλλως, τοὺς ἐξωθῶ εἰς παρανομίαν, ἀσύμφορον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Ἄλλωστε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς ὁ σεβαστὸς κ. Κουλουμβάκης, εἰς τὰ 1931, δηλαδὴ ὁ 4879, ὁ ὁποῖος ἐπαρκέστατα καὶ ἱκανοποιητικώτατα δίδει λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, σχεδὸν ἐν τῷ πνεύματι τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως προτεινομένη παραγράφου 3, τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου, ἢ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος 1911, ἥν ἀποδέχομαι, καὶ ὑπὲρ ἧς συνηγορῶ καὶ ἐγώ. Αὐτὴ ἡ ἀρχή, τοῦ ὑπὸ περιορισμοὺς ὑφισταμένου δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπεκράτησε καὶ εἰς τὴν Χώραν μας, ἐνῶ ἀρχικῶς, ὁ Ν. Σαρίπολος ἠμφισβήτει κατὰ πόσον τοὺς ἐπιτρέπεται, ἰδίᾳ δὲ ἀπολύτως ἠρνεῖτο, ὅτι ἐπετρέπετο Συνδικάτον Νομικῶν Προσώπων γενικῶς, καὶ κατὰ μείζονα λόγον, δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἠρνήθη ἡ Ἐπιστήμη καὶ ἡ Νομολογία πᾶσαν Συνταγματικὴν προστασίαν, εἰς τὰ συνδικάτα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1901 ἰδίᾳ δὲ ὁ τοῦ Μιλλερὰν τοῦ 1920, ρητῶς ἀπαγορεύει τὰ συνδικάτα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, κατὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, δὲν προστατεύονται τὰ συνδικάτα, δηλαδὴ αἱ ἑνώσεις τῶν Νομικῶν Προσώπων, τῶν σωματείων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οὔτε ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, εἰς δὲ τὴν Ρωσίαν, φυσικά, εἶναι ἄγνωστον τὸ θέμα. Πρέπει, λοιπόν, σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως, νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὰς ὁμοσπονδιακὰς καὶ συνομοσπονδιακὰς ἑνώσεις σωματείων δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ἐπίσης ρητῶς, ὡς πράττει ἡ Νομολογία τοῦ Ἀνωτάτου Ἀκυρωτικοῦ καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ παγίως, ὡς πράττει τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης καὶ ἡ καθόλου Ἀγγλοσαξωνικὴ Συνταγματικὴ Ἐπιστήμη, ρητῶς νὰ ἀπαγορεύσωμεν πᾶσαν ἀπεργίαν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὴν ὁποίαν ἀπὸ 20ετίας ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀείμνηστον Ἀλέξανδρον Παπαναστασίου καὶ Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ἀλλὰ καὶ ὁ σήμερον κυβερνῶν καὶ πολιτικὸς Κόσμος τῆς Χώρας θεωρεῖ ἀπαράδεκτον, ὅπως καὶ εἶναι τοιαύτη, κατὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ αὐτῶν τῶν ἀνωτέρων Διοικητικῶν κρατικῶν ὑπαλλήλων καὶ Δικαστικῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ σχέδιον Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, ὅπου ἐν ἄρθρῳ 151 ρητῶς δηλοῦν καὶ προτείνουν, ὅπως ἀπαγορεύεται ἡ ἀπεργία εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ὅπως συμμετοχὴ εἰς αὐτὴν συνεπάγεται ἔκπτωσιν ἐκ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος, διακοπτομένης τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος. Ἐκεῖνο μόνον, εἰς τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, εἶναι, ὅπως ἀπαγορευθῇ ὄχι ἁπλῶς ἡ ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ πᾶσα ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ πᾶσα συμμετοχὴ δημοσίου ὑπαλλήλου, εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἄλλων κλάδων ἀπεργίαν. Καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει ἡ κατατεθειμένη ἀπὸ 13ης Ἰουλίου 1948 τροπολογία μου, μὲ τὴν αὐστηρὰν καὶ ἀκριβολόγον διατύπωσίν της. Πρὶν ἢ περατώσω, κύριοι συνάδελφοι, θέλω, ἐπίσης, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως προστεθῇ καὶ 5η παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 11, ἀφορῶσα τὰ πρόσωπα τῶν διοικούντων τοὺς συνεταιρισμούς. Πρῶτος ἐγώ, σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ θέμα θὰ ἦτο μᾶλλον νομοθετικόν, καὶ νομοθετικῶς θὰ ἔδει νὰ τὸ ἀντεμετωπίζαμεν, ἂν ἡ πεῖρα δὲν μᾶς ἐπέβαλεν νὰ δυσπιστοῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου νόμου, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ Βουλῆς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπληττε τόσον εὐπαθῆ καὶ τόσον δυνατὰ ὠργανωμένα συμφέροντα. Ὅτε, κ.κ. βουλευταί, τὸ 1911, ἐπερατώθη ἡ Ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος, εἰς ἐφαρμογὴν τῆς προϋποθέσεως τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀφεώρων τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, εἰσηγήθη τὸν νόμον 281 τοῦ 1914 περὶ σωματείων, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τούτου, μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτίθεντο, ἵνα ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκλεγῇ μέλος τῆς Διοικήσεως τοιούτων συνεταιρισμῶν, ὡρίζετο, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι μέλος τοῦ σωματείου. Βραδύτερον, τὸ 1920, ὁ νομοθέτης, διὰ τοῦ νόμου 2151, ἄρθρον 3, ὥριζεν, ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον, ὅτι ἀπητεῖτο ὄχι ἁπλῶς νὰ εἶναί τις μέλος τοῦ σωματείου, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐπὶ ἕνα ἔτος μέλος τοῦ σωματείου. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων, ὁ νομοθέτης ἤθελεν, ὅπως διασφαλίσῃ τὴν Διοίκησιν τῶν σωματείων εἰς πρόσωπα ἔχοντα τὸ ἐπάγγελμα, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦντο ἀπὸ τὸ σωματεῖον καὶ νὰ ἀποκλείσῃ τὸν «παρασιτικὸν ἐργατοπατερισμὸν» καὶ τὸν «παρασιτικὸν ἐπαγγελματοπατερισμόν», διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησε θαυμασίως ὁ φίλτατος καὶ σεβαστὸς κ. Κουλουμβάκης. Οὐχ’ ἧττον ὅμως, οἱ νόμοι δὲν ἐφηρμόσθησαν καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀφόρητον τυραννίαν προσώπων ξένων πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, ξένων πρὸς πᾶν ἐπάγγελμα, ἢ ἐστερημένων ἐξ ἀπαγορεύσεως ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀσκοῦν ἐπάγγελμα, καὶ οἱ ὁποῖοι λόγῳ χαλαρότητος τῆς ἐποπτείας τῆς ἐποπτευούσης ἀρχῆς, εἴτε λόγῳ ἀσκήσεως τρομοκρατίας κομμουνιστικῆς ἢ κομματικῶν ἐπιρροῶν, ἐπέβησαν ὡς ἀληθεῖς μοιχοεπιβάται τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ τῶν ἐργατικῶν συνεταιρισμῶν καὶ κατέστησαν αὐτὰ ὄχι ἐξυπηρετικὰ τοῦ φυσικοῦ προορισμοῦ των, ἀλλ’ ἔπαλξιν ἐπιδιώξεως ἀτομικῶν συμφερόντων, ἔπαλξιν πολιτικῆς δράσεως, ἢ ἀσκήσεως πολιτικῆς καὶ κομματικῆς βίας, εἰς βλάβην τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν συνεταιριστικῶν συμφερόντων, καὶ τῶν Ἐθνικῶν τοιούτων. Ἡ τοιαύτη κακοήθης Ἐπιτροπὴ τοῦ συνεταιριστικοῦ πνεύματος καὶ ὁ «παρασιτικὸς ἐργατοπατερισμὸς» καὶ «ἐπαγγελματοπατερισμὸς» προσώπων ξένων πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, κοπτομένων δῆθεν, διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν, πρέπει νὰ ἐκριζωθῇ καὶ νὰ κτυπηθῇ ἀμειλίκτως. Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος ἀπεδείχθη ἀνίσχυρος, καὶ δὲν ἐφαρμόζεται, προτείνω κατ’ ἀνάγκην νὰ μετέλθωμεν τὸ δραστικὸν φάρμακον τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως καὶ νὰ προσθέσωμεν διάταξιν ὡς παράγραφον 5, ὡς ἡ ἀπὸ 30. 7.48 τροπολογία μου, καθ’ ἥν... «ἀπαγορεύεται ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν Ἐπαγγελματικῶν Συνεταιρισμῶν προσώπων, μὴ ἐνεργῶς ἀσκούντων ἀπὸ 5ετίας τὸ ὑπὸ τῶν σκοπῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐξυπηρετούμενον ἐπάγγελμα». Ἐν τέλει, συνοψίζων τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρατηρήσεις μου, συνιστῶ καὶ εἰσηγοῦμαι: α) Τὴν ἐπιψήφισιν τῆς παραγράφου 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ 1911 ὡς ἔχει. β) Τὴν προσθήκην 3ης παραγράφου ἀφορώσης τὰ Διοικοῦντα τοὺς Συνεταιρισμοὺς πρόσωπα, ὡς εὐθὺς ἀνωτέρω περιέγραψα. γ) Τὴν προσθήκην ὡς παραγράφου 4 τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος προτεινομένης, ἀφορώσης τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς. δ) Τὴν προσθήκην παραγράφου, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διατυπουμένης ὡς ἑξῆς: «... ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συμμετοχὴ τούτων εἰς πάσης μορφῆς ἀπεργίαν ἀπαγορεύεται καὶ συνεπάγεται, αὐτοδικαίως ἄμεσον καὶ ὁριστικὴν ἔκπτωσιν, ἀπὸ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς σχέσεως».
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος.
§14Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ναὶ ἀπὸ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς σχέσεως καὶ ἰδιότητος. Ἐπὶ πλέον, ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη παράγραφος, ὀρθότερον θὰ εἶναι, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος κ. Π. Κανελλοπούλου, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅπου γίνεται λόγος, περὶ τῆς θέσεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ἔχει μεγαλυτέραν συνοχὴν πρὸς τὸ ὅλον ἄρθρον καὶ ἐπιστημονικῶς ὁρίζεται, ὡς καταλληλοτέρα ἡ θέσις. Ἀλλ’ ἂς ψηφισθῇ τώρα, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν εἰλημμένην ἀπόφασιν, ἡ παράγραφος, κατὰ τὴν ἀναρίθμησιν καὶ ἀνακατάταξιν τὴν τελικὴν τῆς ἐψηφισμένης Συνταγματικῆς ὕλης, εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ παρὰ τὰ θέματα τοῦ ἄρθρου 107 ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος προτείνει, καὶ ὡς καὶ ἐγὼ συνηγορῶ.
§15Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου καὶ νὰ τοποθετηθῇ, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπιτρέπεται τὸ συνεταιρίζεσθαι, θὰ εἶναι ἀλυσιτελής.
§16Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἐφαρμόζωνται οἱ περιορισμοὶ τοῦ νόμου 4879 καὶ αἱ κυρώσεις μιᾶς τοιαύτης Συνταγματικῆς διατάξεως, καὶ τὸ ἄρθρον 151 τοῦ σχεδίου ὑπαλληλικοῦ κώδικος, διὰ νὰ μὴ ἀναμνησθῶ καὶ τῶν συναφῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διάταξις θὰ εἶναι λυσιτελής. Πολιτικῶς μόνον θὰ παραμένῃ τὸ ζήτημα καὶ ὡς ὑπόθεσις πυγμῆς Κυβερνητικῆς ἢ Προνοίας, θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ ὑφίσταται. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι Συνταγματικὸν θέμα, καὶ ἐπὶ τούτου, ἡ ὥρα τῆς κρίσεως ὁλονὲν ὡριμάζουσα προσεγγίζει. Ὑπὸ τὰς ἄνω λοιπὸν παρατηρήσεις, εἰσηγοῦμαι, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 11 συμφώνως πρὸς τὰς ὑποστηριχθείσας τροπολογίας, καὶ τὴν ὁριστικὴν διατύπωσίν του, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα. (Χειροκροτήματα).
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ πρέπει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι κομματική.
§18Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. (Ὥρα 0.30′ μ.μ.)