1948.08.10
1,523 rows · 11,294 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 123η
Τρίτη 10 Αὐγούστου 1948 ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ (Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου σήμερον τὴν 10ην Αὐγούστου 1948 ἡμέραν Τρίτην καὶ ὥραν 11ην π. μ. ὡρισμένης πρὸς ἐνέργειαν συνεδριάσεως διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ἰω. Θεοτόκης, λόγῳ μὴ προσελεύσεως ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἐκήρυξεν τὴν συνεδρίασιν ματαιωθεῖσαν καὶ ὥρισε συνεδρίασιν διὰ τὴν 7.25′ μ. μ.
τῆς ἰδίας ἡμέρας). (Ὥρα 7. 25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Χατζηπᾶνος, Ε. Ἀβέρωφ, Ε. Λουλακάκης, Χ. Ἀλιβιζᾶτος, Γ. Πετρακογιώργης, Θ. Τσάτσος, Α. Παπαδῆμος, Σ. Σαββίδης, Ν. Κρασαδάκης, Ι. Μαρινᾶκος, Π. Μουτζουρίδης, Θ. Διακουμόπουλος, Γ. Ἀριστείδου, Γ. Δροσόπουλος καὶ Γ. Βογιατζῆς, καταθέτουν πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῆς 3ης Ἰουλίου 1927, αἵτινες δέον ν’ ἀντικαταστήσουν ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ νὰ συμπληρώσουν τοῦτο». Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μουτζουρίδης, Ε. Ἀβέρωφ, Ε. Λουλακάκης, Ι. Μαρινᾶκος, Θ. Τσάτσος, Η. Λαγάκος, Κ. Θεοφανόπουλος, Ν. Κρασαδάκης, Π. Χατζηπᾶνος, Χ. Ἀλιβιζᾶτος, Σ. Σαββίδης, Γ. Πετρακογιώργης, Γ. Ἀριστείδου, Θ. Διακουμόπουλος, Γ. Δροσόπουλος, Γ. Βογιατζῆς καὶ Α. Παπαδῆμος, καταθέτουν πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη ὑπὸ τῆς Ζʹ Συντακτικῆς Πράξεως τῆς 28)29 Ὀκτωβρίου 1935». Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ μᾶς ὑποβάλῃ ἀπόψε τὴν ἔκθεσίν της. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται νὰ συζητηθοῦν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται, κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν Συνταγματικῆς Ἐργασίας, ὡς συναφεῖς πρὸς τὴν κυκλοφορήσασαν ἡμερησίαν διάταξιν;
§4Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ καταστοῦν ὥριμοι πρὸς συζήτησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶναι. Καὶ συνεπῶς, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται ὅπως συζητηθοῦν αὔριον.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κώης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων 11–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι τόσον βαθειὰ ριζωμένη εἰς τὴν σκέψιν μας ἡ πεποίθησις ὅτι, ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Ἑλλήνων εἶναι σοφή, ὥστε νὰ πιστεύωμεν, μετὰ τοσούτου φανατισμοῦ, ὅτι προστατεύει ἱερὸν δικαίωμα τοῦ πολίτου καὶ ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ προκεχωρημένον σταθμὸν πολιτισμοῦ καὶ φιλελευθέρων ἀρχῶν, ὥστε ἐὰν ἀπεπειρᾶτο τις νὰ ἐκδηλώσῃ ἀντίθετον γνώμην, θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ βραδυπορῶν κοινωνιολογικῶς καὶ συνταγματολογικῶς, τοὐλάχιστον κατὰ ἕνα αἰῶνα. Ἐὰν ἀπετόλμα κανεὶς νὰ εἴπῃ, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον συνεκροτήθη καὶ ὑπάρχει ἡ Κοινωνία, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τὸ εὖ ζῆν πάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτήν, καὶ ὁ μέσος τρόπος νὰ ἐκπληρωθῇ οὗτος εἶναι ἡ ἐναρμόνησις ὅλων τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν παραγόντων, πρὸς συστηματικωτέραν ἀξιοποίησιν πάσης πηγῆς ἀγαθῶν ἀπαραιτήτων πρὸς τὸ ζῆν, ἐάν τις ἀπετόλμα, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὄχι μόνον δὲν εἶναι σοφή, ἀλλά, τοὐναντίον, εὑρίσκεται ἐν πλήρει δυσαρμονίᾳ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς κοινωνίας, ὡς ὑποδεικνύουσα ἐμμέσως καὶ προστατεύουσα ἀμέσως τὴν κατάτμησιν καὶ διαίρεσιν αὐτῆς εἰς ἀνεξαρτήτους οἰκονομικοὺς παράγοντας, εἰς συνεταιρισμοὺς ἐπιδιώκοντας ἴδια συμφέροντα ἕκαστος, καὶ ἀλληλοσυγκρουομένους ἐν πολλοῖς, πάντοτε δέ συγκρουομένους πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ἐάν, λέγω, κατώρθωνέ τις πρὸ τῆς τοσαύτης προκαταλήψεως ὑπὲρ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἐνσταλαχθῆ εἰς τὴν ψυχήν μας ἐπὶ πολλὰς δεκάδας ἐτῶν, νὰ συγκεντρώσῃ τὸ θάρρος καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ προκεχωρημένον σταθμὸν πολιτισμοῦ καὶ φιλελευθέρων ἀρχῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἀποτελεῖ ἀνασχετικὸν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς Κοινωνίας πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ σκοποῦ της καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς ἀναγνωρίζεται ἐμμέσως πὼς, ἐπισημότατα ὅμως, ὅτι ἡ δύναμις καὶ μόνον ἡ δύναμις ἡ ὑλική, εἴτε ἐν τῇ ἑνώσει προσώπων, εἴτε ἐν τῇ ἑνώσει χρήματος, εἶναι τὸ μόνον μέσον οἰκονομικῆς ἐπικρατήσεως καὶ καλυτέρας διαβιώσεως, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ συνόλου, καὶ ἐὰν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔλεγεν, ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ἔχει θέσιν εἰς Σύνταγμα συγχρονισμένου λαοῦ, θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς ὀπισθοδρομικὸς καὶ ὡς ἐκτὸς πραγματικότητος καὶ δὴ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐν ὄψει τὸν ἀριστερισμὸν τῆς ἐποχῆς. Καὶ ἐν τούτοις, κ.κ. συνάδελφοι, ἔχω ἀποφασίσει νὰ ἀντιμετωπίσω τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνεται εἰς Σύνταγμα λαοῦ συγχρονισμένου καὶ δημοκρατικοῦ. Ἡ θεωρία, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζω τὴν γνώμην μου αὐτήν, θὰ σᾶς φανῇ ἴσως πρωτότυπος. Δὲν εἶναι ὅμως πρωτότυπος. Ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ σκοπῷ τῆς Κοινωνίας καὶ εἶναι τόσον ἀρχαία, ὅσον εἶναι καὶ ἡ Κοινωνία, ἀφ’ ὅτου αὕτη ἀπετελέσθη ἀπὸ πλείονας τῶν δύο ἀνθρώπων. Εἶναι, βεβαίως, μεγάλη ἡ προκατάληψις ὑπὲρ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος καὶ ἰδίᾳ ἐκείνων, οἵτινες, ἐπιβιβασθέντες τοῦ ἀκατίου τοῦ ἐπιπολαίου καὶ κακῶς ἐννοουμένου «σοσιαλισμοῦ» ἔχουν παρασυρθῆ ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος καὶ νομίζουν, ὅτι αὕτη συνάδει πρὸς τὸν ἀριστερισμὸν τῆς «μόδας». Καὶ ἐν τούτοις, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι καὶ ἐν ὄψει τοῦ σκοποῦ τῆς Κοινωνίας, τὰ μέγιστα ὀπισθοδρομική, καὶ ἀντιδημοκρατική.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅλαι αἱ ἀριστεραὶ διατάξεις εἶναι ἀντιδημοκρατικαί.
§10Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ φόβον προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θεωρίας μου αὐτῆς, διότι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ προσκρούσω εἰς ἐρριζωμένας πεποιθήσεις καὶ νὰ θεωρηθῶ, τοὐλάχιστον, ὡς ἀφελής. Καὶ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσχέρειαν νὰ ἀπαρνηθῶ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἐὰν οἱ ἀντιφρονοῦντες ἀπεδείκνυον τὸ σφαλερὸν αὐτῆς. Ὡς ἀφετηρία τῶν σκέψεών μου λαμβάνω τὸ τὶ προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ διάταξις αὐτή. Πρὸ τούτου, ὅμως, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν παρέκβασιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, πρὸς ἀνεύρεσιν ὀρθῶν συλλογισμῶν. Δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἡ Κοινωνία συνεκροτήθη καὶ ὑπάρχει πρὸς τὸν μοναδικὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τῆς ζωῆς πάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτήν. Ἡνώθημεν ὅλοι εἰς μίαν οἰκονομικὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ ἑνώσωμεν τὴν ἀτομικήν μας δύναμιν εἰς μίαν μεγάλην συνολικὴν τοιαύτην, πρὸς ἀποτελεσματικωτέραν ἀξιοποίησιν καὶ ἀποδοτικωτέραν ἐκμετάλλευσιν πάσης πλουτοπαραγωγικῆς πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τὸ ζῆν ἀγαθά. Ὁ σκοπός μας εἶναι κοινός. Δὲν ἐπιτυγχάνεται οὗτος διὰ τῆς κατατμήσεως τῆς οἰκονομικῆς κοινωνίας εἰς διαφόρους συνεταιρισμούς. Ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς αὐτός, εἶναι ἡ ἐναρμόνισις ὅλων τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἠθικῶν παραγόντων καὶ παντὸς σχετικοῦ στοιχείου πρὸς τὴν αὐτὴν καὶ ἰδίαν κατεύθυνσιν. Τούτου μὴ γενομένου διὰ μέσου τῶν αἰώνων, οὐδέποτε ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς τῆς Κοινωνίας. Καὶ οὔτε θὰ ἐκπληρωθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν κατανοοῦμεν, ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ Κοινωνίᾳ διαβιοῦντες, ἔχομεν ἴσα δικαιώματα καὶ ἀμοιβαίας ὑποχρεώσεις καὶ ὄχι συγκρουόμενα συμφέροντα. Ἡ ἰσότης τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν μέσων τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀμοιβαιότης τῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν πάσης ἀληθοῦς δημοκρατίας. Κοινὴ οἰκονομικοκοινωνικὴ κατεύθυνσις ἑδραιώνει αὐτήν. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ ἄρθρου 11, διὰ τῆς ὁποίας προστατεύονται ἀνεξάρτητοι οἰκονομικοὶ μικροοργανισμοί, ἐπιδιώκοντες ἕκαστος τὴν ἐξυπηρέτησιν ἰδίων οἰκονομικῶν συμφερόντων κατὰ διάφορον τρόπον ἕκαστος, καταστρέφεται ἡ ἰδέα τῆς τοιαύτης οἰκονομικοκοινωνικῆς κατευθύνσεως. Ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ προκεχωρημένον σταθμὸν πολιτισμοῦ καὶ δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ἀλλά, τοὐναντίον, εἶναι ἀναχρονιστικὴ καὶ ἀντιδημοκρατική. Ἐπιτρέπει τὴν δημιουργίαν ἰσχυροτέρων οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἑνώσει προσώπων ἢ χρήματος ἀποκτοῦν δύναμιν, χρησιμοποιουμένην πρὸς ὑπολανθάνουσαν ἢ καὶ ἐμφανῆ καταδυνάστευσιν τῶν ἄλλων, καὶ ἰδίως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζῶντες μακρὰν τῶν κέντρων ἐν πενίᾳ, δὲν ἔχουν λόγους ἢ τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀποτελέσουν καὶ αὐτοὶ συνεταιρισμούς. Ἀναγνωρίζει ἡ διάταξις διακρίσεις καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀντιδημοκρατική.
§11Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἀμφισβητεῖτε, κ. συνάδελφε, ἀπολύτως τὸν θεσμὸν τοῦ συνδικαλισμοῦ;
§12Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἕνα συνεταιρισμὸν ἀναγνωρίζω ὡς συμφωνοῦντα μὲ τὸν πραγματικὸν ἀνθρωπισμόν, καὶ μὲ ὅσα, ἄλλωστε, ἐμφανίζονται ὡς πιστεύοντες καὶ οἱ σοσιαλισταί. Ἀναγνωρίζω μόνον τὴν ὀργάνωσιν ὅλου τοῦ λαοῦ εἰς ἕνα συνεταιρισμόν. Μόνον διὰ τοιούτου «συνεταιρισμοῦ» θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Κοινωνικὴ δικαιοσύνη, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἡ διαρκὴς ἱκανοποίησις τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολίτου, τῶν ἀπορρεουσῶν ἀπὸ τὸν φυσικὸν καὶ ἄτεγκτον νόμον τῆς αὐτοσυντηρήσεως, ὑπὸ τῆς ἀναλόγως ὠργανωμένης Ὁλότητος. Οἱ ἄλλοι ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἐπιβλαβῆ ἐμβαλώματα. Καίτοι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ θεωρηθῶ οὐτοπιστής, θὰ ἐπρότεινα, ὅπως εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀερώδους αὐτῆς διατάξεως ἐτίθετο ἡ ἑξῆς διάταξις: «Δημιουργεῖται βιοτικὸν ἐπίπεδον, συνιστάμενον εἰς τὰ πρώτης ἀνάγκης ἀγαθά, κάτωθεν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ κατέρχεται οὐδείς, τῇ ὑποχρεωτικῇ μερίμνῃ τῆς Πολιτείας». Τοιαύτη διάταξις θὰ μᾶς ὡδήγει εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς Πολιτείας, καὶ πρὸ παντὸς τῆς Κοινωνίας. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καὶ προσεχῶς, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὰ δὲν θὰ θεωρῶνται οὐτοπίαι, ὅπως δὲν εἶναι καὶ τώρα, διότι ἀπορρέουν ἐξ αὐτῆς τῆς πραγματικότητος. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολον νὰ τὰ ἀποδεχθῶμεν τώρα, διότι ἡ πεποίθησίς μας, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν μεγάλους σκοποὺς μὲ αὐτὰς τὰς περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων διατάξεις, ὥστε νὰ ἔχουν συνυφανθῆ μαζί μας μέχρι ἀποστεώσεως ἐντὸς τοῦ ἐγκεφάλου μας. Ἐν ὄψει ὅλων αὐτῶν, τὸ ὀλιγώτερον ποὺ δύναταί τις νὰ ζητήσῃ, εἶναι νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ συνδικαλιστικῶς συνεταιρίζεσθαι.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ σκανδαλωδέστερον εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς τῶν ὑπαλλήλων.
§14Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον θὰ εἶχεν ἠθικὸν ἔρεισμα τὸ δικαίωμα αὐτό, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πρακτικὴν σημασίαν, ποὺ ἔχει ὁ ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμός. «Ἐπαγγελματικὸς Συνεταιρισμὸς», γνωρίζετε, ἐπιδιώκει οἰκονομικὰ συμφέροντα ἔναντι ἄλλου παράγοντος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἡ ἱκανοποίησις αὐτῶν. Καὶ ὡς μέσον ἐπιβολῆς τῶν τοιούτων ἀξιώσεων εἶναι ἡ ἀπεργία. Ἐν προκειμένῳ, ὁ ἀντίθετος παράγων εἶναι τὸ Κράτος. Λέγομεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους «ὀργανωθῆτε καὶ ἐπιτεθῆτε κατὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὰς οἰκονομικάς σας ἐπιδιώξεις». Δηλαδή, «προσπαθήσατε νὰ λάβετε διὰ τῆς βίας, ὅ,τι ἐγὼ ἐξ ὑποχρεώσεως πρέπει νὰ πράξω». Τοῦτο εἶναι καὶ ἄνανδρον καὶ ἀναξιοπρεπὲς δι’ ἕνα Κράτος. Αὐτὸ πρέπει νὰ περιβάλῃ μετὰ στοργῆς τὰς σάρκας του, διότι σάρκας του εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐπιδιώκοντας, τυχόν, διὰ τῆς ἀπεργίας νὰ ἐπιβάλουν τὰς ἀξιώσεις των, θὰ ἀναφέρω τὸν μῦθον τοῦ Ἀγρίππα, ὁ ὁποῖος εἰς παρομοίας, ἴσως, περιπτώσεις εἶπεν εἰς τοὺς Ρωμαίους: «Τὰ μέλη τοῦ σώματος εἶπον εἰς τὸν στόμαχον, θὰ παύσωμεν πλέον νὰ ἐργαζώμεθα δι’ ἐσέ. Καὶ ἀπήργησαν. Τὸ σῶμα ἀπέθανε καὶ μαζί μὲ αὐτὸ ἀπέθανον καὶ τὰ μέλη».
§15Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἀφ’ ἧς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ἂν ἐπεδίωξαν ἄλλους σκοπούς; Μόνος σκοπός των ἦτο ἡ ἀπεργία.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λάθος.
§17Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγνωρίζω τὸ μονοπώλιον τοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς οὐδένα ἐκ τῶν συναδέλφων. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα ἐξ ἴσου, ἴσως, ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα περισσότερον καὶ εἰλικρινέστερον. Δὲν προσβλέπομεν, ὅμως, ὅλοι πρὸς αὐτοὺς ὡς ἐκλογικὸν παράγοντα. Πράγματι, 150 χιλιάδες δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ἀξιόλογος ἐκλογικὸς παράγων. Τὴν μέριμναν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ὡς τοιοῦτον παράγοντα, τὴν ἀφίνομεν εἰς ἄλλους. Ἡμεῖς θέλομεν, πράγματι, νὰ ἐξυπηρετήσωμεν αὐτούς, καὶ νομίζομεν ὅτι τοὺς ἐξυπηρετοῦμεν, ἐὰν τοὺς ἐμπνεύσωμεν νὰ πιστεύουν εἰς τὸ Κράτος, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, ποὺ τὸ Κράτος θὰ πράξῃ ὅ,τι δεῖ δι’ αὐτούς. Ἐγώ, μάλιστα, θὰ ἔφθανα καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ προτείνω τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας. Εἶναι καταφανές, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοιούτων συνεταιρισμῶν, ἐπὶ σκοπῷ ἱκανοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν των συμφερόντων καὶ δι’ ἀπεργίας, ἀντίκειται ἄρδην πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου. Εἶναι μεγαλυτέρας ἀνάγκης ἡ ὕδρευσις, ὁ φωτισμὸς ἢ συγκοινωνία, ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, περιορίζομαι εἰς τὴν τροπολογίαν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἔχει αὕτη ὡς ἑξῆς: «Ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἀπαγορεύονται», καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή. (Χειροκροτήματα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος ἔχει τὸν λόγον.
§19Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι εὐχάριστον τὸ γεγονὸς νὰ ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀγορεύωμεν διὰ μακρῶν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν συζητηθῆ χιλιάκις. Ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶμεν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ μακρὰς καὶ ἐξεζητημένας συζητήσεις καθαρῶς θεωρητικὰς διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σύμφωνος θεωρία καὶ πρᾶξις ἔλυσεν ἱκανοποιητικῶς. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπακοπούλου εἶναι ὀρθή. Ἡ ἄποψις αὕτη εἶναι ἡ διατήρησις καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν κρατουσῶν ἀντιλήψεων, ποὺ κατηύθυναν μέχρι τοῦδε τὴν κοινωνικὴν τάξιν παρ’ ἡμῖν. Αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα δὲν παρέχονται ἁπλῶς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα εἰς τοὺς λαούς. Τὰ Συντάγματα δὲν ἀποτελοῦν, εἰμή, κατευθυντηρίους διατάξεις, διότι ὡρισμέναι μεγάλαι ἀρχαὶ εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων. Ἐλέχθη πρὸ χιλιάδων ἐτῶν ἀπὸ τὸν ποιητὴν «οὐ τι νῦν γε κἀχθές, ἀλλ’ ἀεί ποτε ζῇ ταῦτα κοὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου φάνη». Εἶναι ἀνεγνωρισμένα τὰ δίκαια τῶν ἀνθρώπων πολὺ πρὶν καταχωρηθοῦν εἰς τὰ Συντάγματα. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται νὰ τεθῶσι μόνον κατευθυντήριοι γραμμαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ὀργανωθῇ ἡ Πολιτεία, θὰ ρυθμισθῇ ὁ κοινωνικὸς βίος καὶ θὰ καθορισθοῦν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ πολίτου, δι’ ἐπισήμου πλέον ἀναγνωρίσεως τῆς Πολιτείας. Ἄς μὴ συζητῶμεν, λοιπόν, ἐπὶ ζητημάτων, ποὺ ἐπέλυσαν αἱ Συνελεύσεις τοῦ 1863–64, τοῦ 1911 κλπ., ἐξηντλημένων τελείως. Σήμερον αἱ ἐλευθερίαι ἀπώλεσαν τὴν παλαιὰν ἀφῃρημένην, τὴν καθαρῶς ἰδεαλιστικὴν αὐτῶν μορφήν, ἡ ὁποία ἱκανοποίει μόνον τὸ αἴσθημα καὶ δὲν ἐθεράπευε τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀτόμου. Ἡ βασικωτέρα ἐλευθερία, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον μέλημα τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ παροχὴ ἴσης εὐχερείας εἰς τοὺς πολίτας μιᾶς χώρας. Αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὴν ἰσότητα τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, εἰς τὶ συνίσταται ἡ «ἴση εὐχέρεια;». Σᾶς φέρω τὸ πρόχειρον παράδειγμα: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπανέλθῃ αὔριον νικητής, ἀλλὰ τραυματίας ἢ ἀσθενὴς ἢ ἀνάπηρος ἀπὸ τὰ πεδία τῶν μαχῶν, θὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ μίαν ἐργασίαν καὶ γενικῶς τὰ μέσα τῆς ζωῆς. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ τοῦ παράσχῃ πᾶν μέσον, ὥστε νὰ εἶναι ἴσος εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους ηὐνόησεν ἡ τύχη. Πρὸς αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν τοῦ πολίτου δέον νὰ κατατείνωμεν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ δὲν τὰς καθιστᾷ ἀνενεργοὺς καὶ ἀφηρημένας. Οἱ ἄνθρωποι σήμερον ἀγωνίζονται σκληρῶς νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ζωήν των καὶ νὰ ἀποκτήσουν ἴσην εὐχέρειαν πρὸς τοὺς λοιποὺς πολίτας, κινούμενοι καὶ ζῶντες ὡς ἴσοι καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦντες τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Πολιτείας. Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐγράφη τὸ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ληφθὲν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Δανίας καὶ ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1911 ὑπὸ τῆς Βʹ Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἀφορᾷ κυρίως τὴν πνευματικὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν καὶ ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν συμπλήρωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀποτελεῖ κατὰ βάσιν πολιτικὸν δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, δι’ οὗ παρέχεται συνταγματικὴ ἐγγύησις, μὴ ἐπεκτεινομένη εἰς τοὺς κατοίκους τῆς χώρας, γενικῶς, δηλαδὴ τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐν Ἀγγλίᾳ τοιοῦτον δικαίωμα ἀνεγνωρίσθη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, εἰς τοὺς συναποτελοῦντας τὸ λεγόμενον «ἄγραφον» Σύνταγμά της πέντε θεμελιώδεις νόμους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀναγράφεται τὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου. Παρὰ ταῦτα, τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα παρέχει πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς τοῦτο, εὐρυτέραν παρὰ εἰς τὰς χώρας, ὅπου ρητῶς ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμά των. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα — ἤτοι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11, τοῦ 1864, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη κατὰ τὸ 1911— ἐξασφαλίζει πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καθορίζον τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αὕτη στηρίζεται. Οὕτω, προβλέπει οὐ μόνον τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν διάλυσιν, παρέχον ἐγγύησιν ἀπὸ πάσης αὐθαιρέτου ἐνεργείας τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ ἀπαιτοῦν δικαστικὴν ἀπόφασιν πρὸς διάλυσιν διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος περιελήφθη ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως ἐν ἄρθρῳ 6, προσετέθη δὲ ἐκεῖ καὶ τρίτη παράγραφος ἀφορῶσα τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ Δημοσίου Δικαίου. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν τῶν τελευταίων, κατὰ τὸ σχέδιον, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὡρισμένους περιορισμούς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἀπεργία, γενικῶς, τῶν ἐργαζομένων δὲν ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς δικαίωμα ἢ ἐλευθερίαν πολιτικὴν ἢ ἀτομικήν, ἀλλ’ ὅτι αὕτη συνδέεται μὲ ἓν ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον συμπληροῖ, τὸ δικαίωμα, δηλαδή, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ποὺ δικαιοῦται εἰς προηγμένην κοινωνίαν νὰ διαθέτῃ ἐλευθέρως ἑαυτό, νὰ ἐργάζεται ὅταν θέλῃ, καὶ νὰ παύῃ ἐργαζόμενον ὅταν ἐπιθυμῇ. Ὑπάρχουν, ὅμως, ἀσχολίαι, αἱ ὁποῖαι παρέχουν εἰς τὸ ἄτομον τὰ μέσα τῆς ζωῆς, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ ρυθμίζουν τὴν ζωὴν καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Αὗται εἶναι ἐργασίαι, ποὺ παρέχονται πρὸς κοινὴν τῶν κατοίκων ὠφέλειαν, ἡ ὁμαδικὴ δὲ διακοπὴ τῆς παροχῆς τῆς ἐργασίας αὐτῆς, στερεῖ τῶν μέσων τῆς ζωῆς καὶ τοὺς λοιποὺς κατοίκους, ὡς εἶναι ἡ μὴ παροχὴ ὕδατος, φωτός, μέσων συγκοινωνίας, τροφίμων κλπ. Ἡ ἀπεργία αὕτη δὲν τείνει ἁπλῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς ζωῆς τοῦ ἐργαζομένου, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ὅπλον κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ πολλάκις ὑποκρύπτει πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Εἰς χώρας, ὅπου ἡ ἀπεργία ἀποτελεῖ θεσμὸν, ἐλήφθησαν νομοθετικὰ μέτρα προλήψεως καὶ καταστολῆς, χωρὶς οὐδεὶς νὰ κρίνῃ ταῦτα ἀνελεύθερα ἢ ἀντισυνταγματικά. Εἰδικῶς, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν διὰ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον προσλαμβάνει ἄλλην μορφήν, καθόσον δὲν στερεῖται πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας. Τὸ ζήτημα, ὅμως, τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ καθαρᾶς ἐπιστημονικῆς, δηλαδὴ θεωρητικῆς ἀπόψεως, διότι τότε δὲν συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ συντάσσομεν πραγματείαν. Τοῦτο εἶναι συναφὲς πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ Κράτους, τὴν μεταχείρισιν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμμέσως παριστοῦν τοῦτο, τὰς ἀνάγκας των καὶ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἠθικὸν ἔρεισμα τοῦ Κράτους. Κατ’ ἀρχήν, δὲν νοεῖται ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀνάγκη, ὅμως, ὅπως ἡ διάκρισις αὐτὴ καὶ ὁ διαχωρισμὸς τῶν μὴ ἐκληφθῇ ὡς διάφορος μεταχείρισις, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα παρέχει εἰς πάντα Ἕλληνα πλήρη ἐλευθερίαν καὶ οὔτε νὰ κριθῇ ἡ στέρησις μέρους τῆς ἐλευθερίας. Διὰ τοῦτο, ἐνταῦθα, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν εἶναι σχετικὴ ἡ συζήτησις τοῦ θέματος περὶ ἀπεργίας, ἡ ὁποία ἄλλωστε, ἀποτελεῖ ζήτημα δυναμισμοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἄγει εἰς τὴν πάλην τῶν τάξεων. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς συνδικαλισμός. Μακραὶ συζητήσεις δὲν θὰ προῆγον τὸ ζήτημα καὶ οὔτε θὰ ἔδιδον λύσιν, ἀπεναντίας μάλιστα θὰ προσέδιδον μίαν ὀξύτητα ἀσύμφορον καὶ βλαπτικὴν διὰ τὰς περιστάσεις ποὺ διερχόμεθα, τῶν ὁποίων τὴν κρισιμότητα ὅλοι ἀναγνωρίζομεν. Ἡ δικαία καὶ στοργικὴ μεταχείρισις ὅλων τῶν πολιτῶν καὶ ἡ μέριμνα διὰ τὴν ζωήν, τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ὑπαλληλικὴν ἐξέλιξιν τῶν δημοσίων λειτουργῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἤρεμον πνεῦμα καὶ ὁ πατριωτισμὸς πάντοτε ἀνεγνωρίσθη, εἶναι αἱ βάσεις εἰς τὰς ὁποίας ἀνάγκη νὰ ἐπιστηριχθῶμεν, χωρὶς διὰ ρητῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἀπαγορεύσεως νὰ ἐμφανίσωμεν τὴν πολιτείαν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνεξαρτήτως τῶν ὑποστηριζομένων θεωριῶν, τὴν ἐκπροσωποῦν. Ὁ νομοθέτης δύναται ἑκάστοτε νὰ ρυθμίσῃ διὰ νόμου τὸ ζήτημα τοῦτο, βάσει τῆς ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ διατάξεως «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ κατοχύρωσιν τῆς πολιτείας. Οἱ νόμοι ἄλλωστε, ποὺ καθώρισαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ διέγραψαν τὴν ἔκτασίν του κατὰ εἰδικότητα ἢ κατηγορίαν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ πέραν τούτου ἐρρύθμισαν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν ἐκρίθησαν ἀντισυνταγματικοί. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος, νὰ παρενθέσωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι οὔτε θὰ προαγάγουν τὰ πράγματα καὶ οὔτε θὰ ἐπιλύσουν ζητήματα, ἡ εὐρύτης τῶν ὁποίων ἐκφεύγει πολλάκις καὶ αὐτὰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκ λόγων κοινωνικῆς ἀνάγκης δημιουργοῦν καταστάσεις, ἡ ἐκ προοιμίου καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος ρύθμισις τῶν ὁποίων δύναται νὰ κριθῇ παρακεκινδυνευμένη. Ἄς παραμείνῃ λοιπόν, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 ὡς ἔχει ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ τὸ Σύνταγμά μας ἂς εἶναι Παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν πράγματι ἐλευθέρων ἀνθρώπων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§21Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου περὶ συνεταιρίζεσθαι καὶ νομίζω, ὅτι πρωτίστως εἶναι χρήσιμον νὰ διαπιστωθῇ ὅτι, ἡ παράγραφος 1η καὶ 2α τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν προκαλοῦν οὐδεμίαν συζήτησιν. Διότι, ἐπ’ αὐτῶν δὲν ὑφίσταται πρότασις τροπολογίας καὶ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπαναλαμβάνει ὅ,τι εἶχε θεσπίσει καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἡ συζήτησις διεξάγεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τὴν Συνταγματικὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Συνταγματικὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ἐκ τῶν δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα πράγματι συζητοῦμεν, τὸ ζήτημα, δηλαδή, τῆς συνταγματικῆς ρυθμίσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι γνωστά, καὶ ἔχουν πολλάκις ἀναπτυχθῆ τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅπως εἶναι ἐπίσης γνωστά, διότι ἔχουν πολλάκις ἐπαναληφθῆ τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὶ κορυφοῦται ἡ μία ἄποψις καὶ εἰς τὶ κορυφοῦται ἡ ἀντίθετος, θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κυρίως ἐκπηγάζουν ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως, ὡς μιᾶς ἰδιαζούσης σχέσεως, ἡ ὁποία συνεπάγεται καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, τὰ ὁποῖα καθήκοντα καὶ αἱ ὁποῖαι ὑποχρεώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθοῦν εἰς ἣν περίπτωσιν δοθῇ καὶ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πράγματι ἡ ἱεραρχικὴ κατάταξις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἡ πειθαρχικὴ σχέσις, ἡ ὁποία ὑφίσταται λόγῳ τῆς διαβαθμίσεως, λόγῳ τῆς ἱεραρχίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, συγκρούεται μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ὁποῖον δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, φέρει ὁμοψήφους ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ἀσχέτως βαθμοῦ. Διὰ τοῦτο εἰς ἄλλας ἱεραρχίας, ὅπου ἡ ἔννοια τῆς πειθαρχίας προσλαμβάνει μίαν ἰδιάζουσαν αὐστηρὰν μορφήν, ὅπως εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ἱεραρχία, δὲν συζητεῖται κἂν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διότι προσκρούει εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διάφορος, ἀλλὰ εἶναι περισσότερον ἀμβλεῖα προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἀντιθέτως, ὑποστηρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἡ Πολιτεία ἔναντι τοῦ ὑπαλλήλου δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἕνας ἐργοδότης καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν μισθωτὸν ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει θεωρηθῆ, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ μισθωτός, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά του ἐναντίον τοῦ ἐργοδότου. Νομίζω, καὶ ἡ μία ἄποψις καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις, ἄγουν εἰς ὑπερβολάς. Ἀναμφιβόλως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι προσκρούει εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐκ τῶν μερικῶν αὐτῶν περιπτώσεων, νὰ συνάγωμεν γενικὰ συμπεράσματα. Ἐπίσης καὶ ἡ ἀντίθετος ἄποψις, ἡ ὁποία θεμελιοῦσα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τὰς σχέσεις τῆς πολιτείας πρὸς τὸν ὑπάλληλον, ὀφείλει νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι αὐτονόητον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διότι προέρχεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς σχέσεως. Καὶ αὐτὴ ἡ ἄποψις δὲν εἶναι ὀρθή, διότι βεβαίως ὑπάρχει μία σχέσις μεταξὺ πολιτείας καὶ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ πολιτεία νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸν κοινὸν ἐργοδότην. Διότι ὁ κοινὸς ἐργοδότης ἐπιδιώκει κέρδος ἐν τῇ φύσει τοῦ λειτουργήματος, τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ. Ὑπάρχει ἡ ἐπιδίωξίς του, νὰ μειώσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἀμοιβῆς, τῆς ἐργασίας, διὰ νὰ ὑπάρξῃ περισσοτέρα ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως ὠφέλεια. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν πολιτείαν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντρέχουν, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συντρέχουν, διὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὲρ τῶν μισθωτῶν καὶ ἡμερομισθίων τῶν κοινῶν ἐπιχειρήσεων, τῶν εὑρισκομένων δηλαδή, εἰς σχέσιν ἐργασίας πρὸς ἐργοδότην. Ἡ συνέπεια τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο ἀντιθέτων ἀπόψεων θὰ εἶναι λογικῶς νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ νὰ δοθῇ εἰς τὴν πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ τὸ θέτῃ ὑπὸ εἰδικὸν περιορισμόν. Ἐὰν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, θέλῃ νὰ συνεταιρισθῇ, ἐπὶ παραδείγματι χάριν σκοπῶν διδακτικῶν, ἢ διὰ νὰ δημιουργήσῃ μίαν λέσχην ἢ μίαν βιβλιοθήκην, ἢ διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἕνα γυμναστήριον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἶναι τί; Εἶναι ἡ ἐπιδίωξις παντὸς σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ὡς τοιούτου. Ἐγώ, δι’ αὐτό, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἶχον ὑποστηρίξει τὴν ἄποψιν νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ σχετικὴ συνταγματικὴ διάταξις: «Ἀπαγορεύεται νὰ ἀναλαμβάνουν οἱ......... (ἀναγινώσκει).........». Διότι ἡ σύστασις, ἡ διαχείρισις καὶ ἡ λύσις τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ἀπὸ τὴν πολιτείαν ἐκνόμως μέν, ἀλλ’ ἐξουσιαστικῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποτελῇ ἀντικείμενον... (δὲν ἠκούσθη)... τῆς πολιτείας πρὸς τοὺς ὠργανωμένους ὑπαλλήλους. Ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ὑπογράψω καὶ ἐγώ, μίαν πρότασιν μαζὶ μὲ ἄλλους συναδέλφους, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι: «Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν ὑπαλλήλων............ (ἀναγινώσκει).............». Δηλαδή, κάθε περιορισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτίθετο διὰ νόμου καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἀνήγετο ἀπὸ ἀπόψεως δικαιολογίας εἰς τὴν ἀντίθετον τοῦ σκοποῦ τοῦ ὑπαλληλικοῦ συνεταιρισμοῦ πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, θὰ ἦτο νόμος Συνταγματικὸς καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ λύσις, εἶναι ἡ λύσις, ἡ ὁποία διαφυλάσσει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτείας ἀκεραίαν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καθ’ ὃ μέρος τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ἀντίκειται πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς πολιτείας καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος.
§22Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τίνι σκοπῷ συνεταιρίζεσθαι;
§23Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀνέφερα προηγουμένως παραδειγματικῶς τὰς λέσχας διὰ ψυχαγωγίαν, τὰς βιβλιοθήκας κλπ.
§24Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Δὲν τοὺς ἀρνεῖται κανεὶς τὸ δικαίωμα αὐτό. Πρόκειται περὶ συνεταιρισμῶν ἐπὶ σκοπῷ ἐπιδιώξεως οἰκονομικῶν συμφερόντων ἀνοχῇ τοῦ Κράτους.
§25Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αἱ ὑπαλληλικαὶ τάξεις ἔχουν συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν περιορίζονται εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἀφορῶντα τὸν καθορισμὸν τοῦ μισθοῦ. Ἐπαγγελματικῶς, συνεταιρισμὸς κατ’ οὐδεμίαν κρίσιν δύναται νὰ θεωρηθῇ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει αὐτὸν τὸν σκοπόν. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα, εἶναι ἀπολύτως σαφὲς καὶ δὲν τὸ βλέπω δεκτικὸν καὶ εὐρυτέρας συζητήσεως.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ μίαν λέξιν, δὲν ἐπιτρέπεται ὁ συνδικαλισμὸς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἄλλου εἴδους ἑνώσεις, ὄχι συνδικαλιστικαί, δύναται νὰ ἐπιτρέπωνται.
§27Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ πέραν αὐτοῦ.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι σήμερον ἔχομεν καθωρισμένην τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως συνδικαλισμὸς, ὅτι ἐξυπηρετοῦνται κάποια συμφέροντα ἀπὸ ἐδῶ, ἀντιτιθέμενα πρὸς τὰ ἐκεῖ. Λοιπόν, συνδικαλισμὸς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλου, δὲν ἐπιτρέπεται. Ἄλλου εἴδους ἑνώσεις, μὴ συνδικαλιστικαί, ἐπιτρέπονται.
§29Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, εἶναι τὸ περὶ ἀπεργίας. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι δὲν συγχωρεῖται ἡ ἐπέκτασις τῆς συζητήσεως, διότι δὲν ὑπάρχουν, ὑποθέτω, οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἀποτελεῖ ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὶ τὸ νόμιμον.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ βεβαίως, ἀλλ’ ἐν τούτοις!...
§31Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἶναι ἕνα ἐρώτημα, εἶναι μία πολιτικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία δέχεται ὅτι, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ τεθῇ συνταγματικὴ ρητὴ διάταξις, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ μέσον τῆς ἀπολύτου κατοχυρώσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀνατραπῇ, εἶναι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ συνεταιρίζεσθαι, εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δηλαδὴ τὸ ἐπιτρέπει μὲν τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δύναται ὁ νόμος...... ... (Δὲν ἠκούσθη) ... Καὶ αὐτοὶ νὰ ἔχουν ἔπειτα ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσουν τὸν νόμον. Ὄχι! Τὸ Σύνταγμα θὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν.
§33Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν σύμφωνοι, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι διὰ νόμου μόνον θὰ ἐπιτραπῇ, ὄχι διὰ τοῦ Συντάγματος.
§35Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Διατί ταὐτίζεται τὰς δύο ἐννοίας;
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι θὰ τοὺς δίδεται εὐκαιρία νὰ ἐξεγείρωνται ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ὄχι συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὁ νόμος ἂς ἐπιτρέψῃ ὑπὸ περιορισμόν, ὅπως τὸ ἔκαμεν εἰς τὸ 1931.
§37Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα...
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν εἰς τὸ 1931 ἀπηγορεύσαμεν τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς στρατιωτικούς, εἰς τοὺς δικαστάς, καὶ τοὺς ἀστυνομικούς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀπηγορευμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς ἅπαντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§39Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία προυποτίθετο εἰς τὸν νόμον 1931, ὅτι δύναται δηλαδή, προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ τεθοῦν περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι εἴς τινας περιπτώσεις ἐξικνοῦντο μέχρι τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὅπως συνέβη, προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῶν τελούντων ὑπὸ στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, π. χ. τῶν ἀστυνομικῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ὀρθή, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι, ἀποτελεῖ τὴν κρατήσασαν ἄποψιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν παροῦσαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι θέμα παραδοχῆς τῆς ἀπεργίας οὔτε ἐτέθη, οὔτε δύναται νὰ τεθῇ. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡμεῖς ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ θεσπίσωμεν ρητῶς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας. Ὄχι διότι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ σήμερον ὑποστηρίζεται σοβαρῶς ὅτι, εἶναι δικαίωμα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἡ ἀπεργία, οὔτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, τὸ ὁποῖον ἦτο Σύνταγμα ἂν ὄχι ἀπολύτως σοσιαλιστικόν, πάντως ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν ἐπίδρασιν σοσιαλιστικῶν ἀντιλήψεων, ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἀπεργία ἀποτελεῖ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§40Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ρητῶς λύει τὸ ζήτημα. Τὸ θέμα τοῦτο ἔχει ἤδη ἀποτελέσει ἀντικείμενον νομοθετικῆς μερίμνης. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νομοθέτης ἔχει ἐπιλύσει.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι, κύριε ὑπουργέ, ἡ διάταξις τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δύναται νόμος νὰ ἀπαγορεύσῃ. Ἄρα ὑπάρχει τὸ δικαίωμα.
§42Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὑποστηρίζει τὴν ἄποψιν ὅτι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θεσπίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπιλυθῆ διὰ κοινῶν νόμων. Ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θεσπίζονται Συνταγματικαὶ διατάξεις, δὲν ταυτίζεται πρὸς τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ρυθμίζονται ὡρισμένα θέματα, διὰ νόμου. Ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται διὰ τοῦ Συντάγματος, ἐνδέχεται νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ρυθμισθοῦν καὶ διὰ νόμου. Ἡ θέσπισις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, σκοπὸν ἔχει νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν τροποποίησιν τοῦ τυχὸν ὑφισταμένου νόμου. Τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Ἡ ηὐξημένη ὅμως τυπικὴ δύναμις τοῦ Συντάγματος, αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐξυπηρετεῖ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω, εἶναι ὄχι ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου ἤδη νόμου ἐπιτρέπεται, τοὐναντίον, ἐὰν μὲ ἔχῃ παρακολουθήσει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶχε προσέξει, ὅτι ἀνέφερα, ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται σοβαρῶς πλέον, οὔτε καὶ παρ’ ἡμῖν, οὔτε ἀλλαχοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ νόμιμος ἀπεργία δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω εἶναι, ὅτι τὸ καθεστὼς αὐτό, τὸ νομικόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατοχυρωθῇ καὶ συνταγματικῶς, ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ αὔριον ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος διαφωνῶν καὶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς νόμους τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ εἴπῃ, ἐγὼ συγχωρῶ, δι’ ὡρισμένον λόγον ἐπὶ παραδείγματι, τὴν ἀπεργίαν τῶν τριατατικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὴν τὴν καπηλείαν τῶν θεμάτων τὴν ὑπαλληλικήν, πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἡ διάταξις κατὰ τοῦτο σαφής, καὶ κατὰ τοῦτο νὰ κατοχυρώνῃ τὰς ὀρθὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας οἱ κείμενοι νόμοι θεσπίζουν.
§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν κυρώσεων, κατὰ τίνα τρόπον θὰ κατοχυρωθῇ;
§44Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης θεσπίζει ἀφῃρημένους κανόνας. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μοῦ θέτετε εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠμπορῇ νὰ κρίνῃ κανεὶς εἰς μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Γίνονται ἀπεργίαι, λαμβάνουν ἔκτασιν, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν κυρώσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιβληθοῦν. Ἐὰν μοῦ τὸ ἐθέτατε ἔτσι, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω.
§45Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ νόμος... (δὲν ἠκούσθη)... κώλυμα διὰ τὰς κυρώσεις ἐκ τῆς ἀπεργίας δὲν ὑπάρχει. Ἐπηυξημένη τυπικὴ δύναμις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, ἐὰν ἐγγραφῇ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι φυσικά, εὔλογον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι τοῦτο θὰ μεταβάλῃ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Τὸ θέμα εἶναι ἀλλαχοῦ, εἶναι γενικώτερον.
§46Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μὰ ἡ οὐσία τῶν συνταγματικῶν διατάξεων εἶναι νὰ ἐμποδίζουν ὡρισμένας μεταβολὰς νόμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτίστη οὐσία πάσης συνταγματικῆς διατάξεως. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον, ἡ ἀπαγόρευσις συνταγματικῶς τῆς ἀπεργίας, εἶναι χρήσιμον, νὰ τεθῇ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἀκόμη πρόσθετον λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀναφέρω. Σήμερον, ἡμεῖς δεχόμεθα, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι συνταγματικός. Ἐὰν αὔριον ὑποστηριχθῇ καὶ μετεβάλετο ἡ ἄποψις ἡ ἐπιστημονική, ὅτι ὁ νόμος αὐτός, εἶναι ἀντισυνταγματικός, ποῖος θὰ ἐμποδίσῃ τὰ δικαστήρια νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσουν, διότι θὰ τὸν κρίνουν ἀντισυνταγματικόν, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, ὡς ἀντισυνταγματικός; Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ φανῶμεν σαφεῖς καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν καπηλείαν τῶν θεμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκμετάλλευσις ἀπέληξε πάντοτε εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. (Χειροκροτήματα).
§47Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ ἀπεργία πρᾶξις δυναμική;
§48Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οὐδεμία πρᾶξις, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πρᾶξις, ἐὰν δὲν εἶναι δυναμική.
§49Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεταιρισμὸς 150.000 ὑπαλλήλων δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν δυναμικὴν αὐτὴν πρᾶξιν παρὰ τοὺς νόμους ἢ δὲν δύναται;
§50Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ στάσις εἶναι πρᾶξις δυναμικὴ ἢ δὲν εἶναι; Ἐπειδὴ εἶναι δυναμικὴ πρέπει νὰ τὴν ἀπαγορεύσωμεν;
§51Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λόγον ἔχουν τότε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ κάμουν ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς, κύριε συνάδελφε;
§52Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ ἀπαγορευθοῦν οἱ συνεταιρισμοί, οἱ ἐπιδιώκοντες σκοπούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀντιτιθέμενοι εἰς τὰ καθήκοντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγάκος ἔχει τὸν λόγον.
§54Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως τῆς ἰδέας τοῦ συνεταιρισμοῦ, θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ μακρόν. Δὲν πρόκειται ὅμως, νὰ σᾶς καταπονήσω. Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις ὡδήγησεν ἀπὸ τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς τὸ ἐπιτρεπτόν καὶ ἤδη πάλιν κατὰ περίεργον καὶ ἐν Ἑλλάδι μόνον σημειουμένην, ἀτυχῶς, ἀναδρομήν, συζητεῖται ἔστω καὶ συγκεκαλυμμένως ἡ ἀπαγόρευσις. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπηγόρευσεν ἀπολύτως οἱονδήποτε συνεταιρισμόν. Ἦτο ἡ προσπάθεια τῆς συντριβῆς τῶν συντεχνιῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν τῆς προεπαναστατικῆς ἐποχῆς, ἀπετέλουν τροχοπέδην τῆς ἐξελίξεως. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, δὲν ἤργησεν νὰ ἐπιβληθῇ καὶ πάλιν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον, παρὰ τὰς παραφθορὰς ὑπὸ διαλειμμάτων τῶν δικτατοριῶν ἔχει ἀπολύτως καὶ ἐπιτραπῇ καὶ κατοχυρωθῇ. Δὲν γνωρίζω ἄλλα καθεστῶτα τί κάμουν ἢ θὰ κάμουν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, θεμελιώνομεν ἐδῶ φιλελεύθερον δημοκρατικὸν καθεστώς, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπεται νὰ τὴν θίξωμεν. Τόσον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅσον καὶ τὸ τοῦ 1927, περιέλαβον σαφεῖς διατάξεις. Εἶναι ταὐτόσημα. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ περιέλαβεν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῶν 2 ἀντιστοίχων ἄρθρων τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927 καὶ προσέθεσε μίαν διάταξιν σχετικὴν μὲ τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Συνεπῶς, νομίζω, ὅπως καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐτόνισεν, ὅτι ἡ ὅλη μας ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ μόνον καὶ μόνον περὶ τὸ θέμα τοῦτο. Νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὰς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὅπως εἶχε καθορισθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927 καὶ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας λόγῳ τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ ὁ τόπος, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ τεθοῦν περιορισμοί, ὄχι εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀλλὰ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας αὐτῶν.
§55Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι δὲν εἶναι δικαίωμα;
§56Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Πλανᾶσθε καὶ σεῖς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅταν λέγετε ἐπαγγελματικῶς καὶ μὴ ἐπαγγελματικῶς. Ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι ἑνιαία. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαγορεύσετε τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι, διότι ἐὰν τὸ ἀπαγορεύσετε, καὶ ἐπιτρέψετε ἄλλας ἑνώσεις, οἱασδήποτε μορφῆς ἑνώσεις προσώπων, ἐὰν ὑπάρξουν ἀντικειμενικαὶ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάλλουν τὴν διεκδίκησιν οἰκονομικῶν συμφερόντων, τότε αἱ ἑνώσεις αὗται, ὁ καλλιτεχνικός, π.χ. ἢ ὁ μορφωτικὸς συνεταιρισμός, θὰ γίνῃ — ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν δυστυχῶς— συνεταιρισμὸς οἰκονομικὸς—ἐπαγγελματικός. Γνωρίζετε τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα παλαιότερον, διὰ νὰ ἀποφύγῃ ὡρισμένας ἀπαγορεύσεις, ὑπὸ τὸν τύπον μιᾶς ἀδιαβλήτου δῆθεν ἑνώσεως, τὴν ὁποίαν ἵδρυεν, ὑπεισῆλθεν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς πολιτικῆς, ἐπαγγελματικῆς ἢ οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Συνεπῶς, ἐὰν πρόκειται νὰ εἴμεθα πραγματολόγοι, καὶ ἐὰν ἔχωμεν μελετήσει τὴν σύγχρονον κοινωνικὴν ἐξέλιξιν, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸν διαχωρισμὸν αὐτόν, μεταξὺ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρισμοῦ ἢ ἄλλης μορφῆς καὶ φύσεως συνεταιρισμῶν, διότι καὶ ἐὰν θεωρητικῶς, ἦτο νοητὴ αὐτὴ ἡ ἄποψις, εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι ἀλληλένδετος εἰς ὅλας τὰς μορφὰς καὶ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ διακρίσεων, ὡς ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐπιζητεῖτε νὰ καθιερώσητε.
§57Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὸν συνδικαλισμὸν ὁ ὑπάλληλος ἀκούει τὸ συνδικάτον καὶ ὄχι τὸ Κράτος, διότι τὸ νὰ συζητῶμεν ἐὰν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον τὸ συνεταιρίζεσθαι, εἶναι κάτι τὸ ὀπισθοδρομικόν. Ἡμεῖς τοῦ ἀρνούμεθα τὸν συνδικαλισμὸν ποὺ δημιουργεῖ μίαν ἐξουσίαν ἰδιαιτέραν καὶ ἐξαιρετικὴν καὶ ὁ ὑπάλληλος ὑπακούει εἰς τὸ συνδικάτον καὶ ὄχι εἰς τὸ Κράτος.
§58Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀντίθετον γνώμην. Ἐτόνισα αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν: Ὅτι, δηλαδή, καὶ ἐὰν ἐπιβάλητε ἀπαγορεύσεις ἡ πρᾶξις θὰ καταλήξῃ εἰς καταστρατήγησιν αὐτῶν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία βασικὴ παρανόησις τῆς ἐννοίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὁ συνδικαλισμὸς ὑπεστηρίχθη οἱονεὶ κολοβωμένος ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους. Συνδικαλισμός, δὲν εἶναι μόνον καὶ μόνον, ἡ ἐπιδίωξις οἰκονομικῶν συμφερόντων ἀπὸ ὠργανωμένας ὁμάδας, ἐντὸς τῆς κοινωνίας· εἶναι πλάνη αὐτό. Ὁ συνδικαλισμὸς, ἔχει εὐρύτατον περιεχόμενον. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου συστηματικώτερον διεμορφώθη ἡ περὶ συνδικαλισμοῦ θεωρία διδάσκεται, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν οἰκονομικῶν μόνον συμφερόντων ἐξαντλεῖται ἡ ἰδέα τοῦ συνδικαλισμοῦ. Τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, εἶχε καθιερώθει μίαν γενικὴν ἀρχὴν συνδικαλιστικήν, τὴν ὁποίαν, κατὰ παράδοξον τρόπον ἐσεβάσθη καὶ ὁ Χίτλερ. Εἶχε καθιερώσει τὰ συμβούλια ἐπιχειρήσεων, Betriebsräte, διὰ τῶν ὁποίων μετεῖχον ἐκπρόσωποι τῶν ὠργανωμένων ἐργατῶν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐπιχειρήσεων. Ὅσοι μετὰ τὸν πόλεμον παρακολουθοῦν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ δημοσίου δικαίου εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἔχουν ἀντιληφθῆ ἕνα βασικῆς σημασίας θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερώσει ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία, ἐμπνεομένη ἀπὸ τὰς περιφήμους διατάξεις τοῦ προοιμίου τοῦ Συντάγματος τοῦ Ὀκτωβρίου 1946. Εἶναι τὰ περίοπτα συμβούλια ἐπιχειρήσεων conseils d'enterprise τὰ ὁποῖα μετέχουν εἰς τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν ἐργαζομένων, εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ὅρων καθαριότητος καὶ ὑγιεινῆς, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας, καὶ εἰς χίλια ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰς σχέσεις τῶν ἐργατῶν πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, τὸν ἐργοδότην καὶ τὸ Κράτος. Τὰ συμβούλια τῶν ἐπιχειρήσεων ὅπου συμμετέχουν ἐντόνως οἱ ὠργανωμένοι ἐργάται, εἶναι ὀργανισμοὶ ἐλευθέρας καὶ δημοκρατικῆς ἐπιλύσεως τῶν ἐργατικῶν διαφορῶν. Καὶ εἶναι τοῦτο ὑπ’ ὠφελείᾳ τῆς παραγωγῆς, δὲν εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς. Ἀκριβῶς μετεχειρίσθη τὸ Κράτος τὴν ὠργανωμένην δύναμιν τῶν ἐργατῶν, διὰ νὰ δύναται, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐποπτεύῃ, καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται νὰ ὑποτάσσῃ τὰ ἐπαγγελματικὰ καὶ ταξικὰ συμφέροντα εἰς τὸ γενικὸν δημόσιον συμφέρον χρησιμοποιλοῦν ὑπεύθυνα καὶ ὠργανωμένα Σώματα ἢ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἐνεργοῦν ὑπευθύνως καὶ νὰ λογοδοτοῦν. Ἡ ἰδία ἐξέλιξις παρετηρήθη καὶ εἰς τὸ Βέλγιον ὅπου πρόσφατος νόμος καθιέρωσε τὰ «συμβούλια τῶν ἐπιχειρήσεων». Ἄς μὴ λησμονῶμεν, καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλοι παρανοήσει τὸν συνδικαλισμόν, ὅτι ἐὰν ἀπαγορεύσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὑπὸ τὴν ὤθησιν τῶν ἀναγκῶν των, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, θὰ εὕρουν τρόπον νὰ ἑνωθοῦν, καὶ ἂν δὲν δύνανται νομίμως, θὰ τὸ πράξουν παρανόμως. Ἐάν, δὲν ἐπιτρέψωμεν τὴν νόμιμον ἐμφάνισιν τῶν ἐκπροσώπων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὠργανωμένων εἰς ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, θὰ τοὺς παρασύρουν καὶ θὰ τοὺς ὠθήσουν εἰς ὑπερβολὰς καὶ ἐκτροπὰς ἄλλοι, καὶ εἶναι γνωστὸν ποῖοι. Ἐκεῖ ὅπου, δὲν θὰ ὑπάρχουν οἱ νόμιμοι ἐκπρόσωποι, θὰ ὑπάρξουν οἱ παράνομοι. Ὅταν ἡμεῖς θὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ τοὺς ὀργανώνῃ μυστικὰ καὶ θὰ τοὺς κατευθύνῃ ὁ κομμουνισμός. Εἶναι ἀπείρως προτιμότερον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔχωμεν ὠργανωμένην ἐκπροσώπησιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μὲ τοὺς ὁποίους ἑκάστοτε θὰ δύνανται καὶ τὸ Κράτος, καὶ αἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνήσεις νὰ συνεργάζωνται καὶ νὰ ἐξευρίσκουν λύσεις, παρὰ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἔρμαια τῶν ἀναγκῶν των, καὶ νὰ ὑπόκεινται ἑκάστοτε εἰς τὰς ἐπιρροὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο παρὰ τὸ καλὸν τῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους ἐπιδιώκουν. Ἐὰν λοιπὸν ἀπαγορεύσωμεν τὴν ὀργάνωσιν αὐτῶν, θὰ γίνῃ ἡ ὀργάνωσις ἐπὶ ζημίᾳ καὶ φθορᾷ τοῦ Κράτους, ὑπὸ ἄλλων παραγόντων. Συνεπῶς, καθ’ ἡμᾶς, πρέπει ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ συνεταιρίζεσθαι νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἕως ἐδῶ ὅμως. Περαιτέρω, ὡς πρὸς τὴν ἀπεργίαν, νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ὑπάρξῃ ἓν εἶδος διαχωρισμοῦ, νὰ γίνῃ ἐνδεχομένως ἀπεργία, χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ σταματᾷ ἡ λειτουργία τῆς Πολιτείας, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατόν, μὲ μίαν λογικὴν ἀφαίρεσιν, νὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἕνα καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ ἄλλο, θὰ ἐδεχόμην καὶ τὴν ἀπεργίαν, ἀφοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἀπεργία νὰ γίνεται καὶ νὰ μὴ προσκόπτῃ ἡ κίνησις τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Ἀλλά, λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκφράζουν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐργασίας των, αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἰμπέριουμ, ταὐτίζονται δηλαδή, μὲ τὸ Κράτος, ἡ ἀπεργία αὐτῶν, ἡ παῦσις τῆς ἐργασίας των ἔστω καὶ δι’ ἐπιδίωξιν θεμιτῶν καὶ ἀπολύτως δικαίων αἰτημάτων, διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶναι ἀνεπίτρεπτος. Διότι, ἡ παῦσις τῆς ἐργασίας, ἔστω καὶ δι’ ἀπολύτως δικαιολογημένους οἰκονομικοὺς σκοποὺς, ἔστω καὶ δι’ ἐπιδίωξιν βασίμων δικαιωμάτων, ἀποτελεῖ ἄρσιν τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους. Ἀτομικῶς, δὲν εἶμαι καθόλου ἐνθουσιασμένος καὶ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, τελοῦμεν ὑπὸ νόμιμον ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν περίπου καὶ ἐν τούτοις αἱ ἀπεργίαι διαδέχονται ἀλλήλας, χωρὶς αἱ Κυβερνήσεις νὰ δύνανται νὰ καταστείλουν τὰς ἀπεργίας αὐτάς, ὄχι δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ τοῦτο, ὑπῆρξαν πάντοτε νομιμόφρονες, τὰ δὲ αἰτήματά των πάντοτε μεμετρημένα καὶ δίκαια. Ἐὰν ὠθοῦνται εἰς ἀπεργίας, ὠθοῦνται ὑπὸ πραγματικῶν ἀναγκῶν. Τότε, θὰ μοῦ εἴπητε, διατὶ πρέπει δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἀπεργίαν; Πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ὑπάρξῃ μία διάταξις ἠθικοῦ περιεχομένου, ἡ ὁποία ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀνεπίτρεπτον νὰ τὸ τονίζῃ ἰδιαιτέρως. Τώρα, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐὰν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Κράτος αὐτὴν τὴν ἀπαγόρευσιν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἐπιβάλῃ, ἂς καταλήξῃ νὰ δημιουργήσῃ ἕνα μηχανισμόν, δυνάμενον νὰ θεραπεύῃ καὶ προλαμβάνῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται αἱ ἀπεργίαι.
§59Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων λόγων, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν ἐπέτυχε τὴν μὴ κήρυξιν τῆς ἀπεργίας, εἶναι ἀκριβῶς, τὸ ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι, διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς μίαν ὁμάδα, θὰ ἦτο εὐχερέστερον εἰς τὸ Κράτος, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πυγμήν του. Ἑπομένως, τὸ κακὸν εἶναι εἰς τὴν ρίζαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθητε, δηλαδή, τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι· διότι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, ἀρχίζει ἡ ἀδυναμία τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν μεγάλην μᾶζαν.
§60Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι κατεκτήθη κατόπιν ἀγώνων, ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἡ συγκρότησις ἐνδιαμέσων κοινωνικῶν ἑνώσεων καὶ ἐὰν ἡμεῖς τὰς ἀπαγορεύσωμεν, θὰ ἀνακύψουν πάλιν ἀφ’ ἑαυτῶν ἔστω καὶ παρανόμως, ὁπότε εἶναι χειρότερον, διότι διαφεύγουν τὸν ἔλεγχον καὶ περιέρχονται εἰς χεῖρας ἀνευθύνων.
§61Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέτετε μίαν βάσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθή, οὔτε θεωρητικῶς, οὔτε πρακτικῶς. Λέγετε, δηλαδή, ὅτι, ἐπειδή, ἐὰν ἀπαγορεύσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, θὰ δημιουργηθῇ τοῦτο παρανόμως, δὲν τὸ ἀπαγορεύομεν. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγητε ὅτι, ἐχρειάσθημεν νὰ κλείσωμεν τὸν «Ριζοσπάστη» ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν κλείωμεν διότι θὰ βγῇ παρανόμως.
§62Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, θὰ τὸ ἀναγνωρίσω ὁπωσδήποτε, διὰ νὰ δύναμαι νὰ τὸ ἐλέγχω καὶ νὰ τὸ κατευθύνω, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, διότι ἡ ἀναγνώρισίς του προάγει ἀντὶ νὰ ζημιώνῃ τοὺς ἐλευθέρους δημοκρατικούς μας θεσμούς.
§63Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φυσικὸν δικαίωμα.
§64Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι φυσικόν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀπαγορεύσωμεν ἐὰν θέλωμεν νὰ μείνωμεν ἐλεύθερον καὶ δημοκρατικὸν πολίτευμα.
§65Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν ἀπεργίαν. Εἶναι οὐτοπία νὰ πιστεύετε, ὅτι μίαν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ 50 χιλ. ὑπαλλήλους θὰ τὴν ἀπαγορεύσετε.
§66Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Θὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις εἰς τοὺς ἡγουμένους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐὰν κρίνῃ, ὅτι ἐξώθησαν εἰς μίαν ἀδικαιολόγητον καὶ ἐπιζήμιον ἀπεργίαν. Ἀλλὰ νὰ τοὺς εἴπῃ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συνέρχεσθε, νὰ κάμετε μίαν μελέτην περὶ τῶν θεμάτων ποὺ σᾶς ἀφοροῦν ἐπὶ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, π.χ. ὅπως συνέβη ἐσχάτως, ὅταν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐκλήθησαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετάσχουν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, αὐτὸ δὲν τὸ εὑρίσκω καθόλου ὀρθόν.
§67Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐὰν ἔχουν τὸ δίκαιον μὲ τὸ μέρος των, ἡ ἀπεργία θὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε.
§68Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω, ἀλλὰ θὰ ἦτο, νομίζω, ὀρθόν, νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διὰ νόμου ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας, διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἡ ἀπεργία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐπιτρέψωμεν, ἔστω καὶ ἂν οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν δίκαιον, διότι, δυνατόν, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, δι’ οἰκονομικὰς διεκδικήσεις νὰ δημιουργοῦν ἀδιέξοδον, νὰ καταργοῦν, δηλαδή, τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὑπηρετεῖ ἡ Πολιτεία. Νομίζω, κατὰ ταῦτα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀπαγορεύσωμεν διὰ θετικῆς διατάξεως νόμου, ἡ ἔκδοσις τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἄλλο εἰς τὴν πρᾶξιν τὶ θὰ γίνῃ. Κατὰ τὰ ἄλλα, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀπεριορίστως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐφόσον, ἐννοεῖται, ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου θὰ γίνεται ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν νόμου καὶ τῆς ἰδιαζούσης φύσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν.
§69Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ πάρετε τοὺς 10 πρωταιτίους νὰ τοὺς παύσετε; Ὅταν ὁλόκληρος ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος ἀποφασίσῃ μίαν ἀπεργίαν, δὲν θὰ ἀφίσῃ ἐκθέτους τοὺς 10 πρωταιτίους, διὰ νὰ τοὺς παύσῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ κάμῃ νέαν ἀπεργίαν δι’ αὐτούς.
§70Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Εἴτε ὑπάρχει, εἴτε δὲν ὑπάρχει συνδικαλιστικῶς ὠργανωμένη ὑπαλληλικὴ τάξις, ὅταν αἱ ἀνάγκαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων φθάσουν εἰς ὃ σημεῖον ἔχουν περιέλθει σήμερον, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἀπεργοῦν. Σήμερον ἀπαγορεύεται ἡ ἀπεργία καί, ἐν τούτοις, γίνεται. Διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε προλαλήσας προχθὲς συνάδελφος, ἀπηγορεύθη καὶ τὸ συνεταιρίζεσθαι δι’ ὡρισμένας κατηγορίας δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐν τούτοις, αὐτοὶ ἔκαμον ὄχι μόνον συνεταιρισμούς, ἀλλὰ ἀπεργίαν. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέτωμεν διατάξεις νόμων, διὰ τὰς ὁποίας εἴμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι, ὅτι πρόκειται νὰ καταστρατηγηθοῦν τὴν ἑπομένην. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ.κ. συνάδελφοι, ἐφόσον ζητοῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν Σύνταγμα δημοκρατικὸν καὶ φιλελεύθερον, νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἄσκοπον καὶ ἐπικίνδυνον ἀναχρονισμόν. Ἠμποροῦμεν νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἀπεργίαν. Δὲν ἔχω, βεβαίως, καμμίαν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος τοῦ μέτρου, διότι, ἐφόσον δὲν ἱκανοποιοῦνται αἱ στοιχειώδεις ἀνάγκαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αἱ ἀπεργίαι θὰ γίνωνται, ἀλλὰ διὰ γενικωτέρους, ἠθικούς, κυρίως, λόγους, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι τὰ Συντάγματα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους πολὺ σοφωτέρους καὶ πολὺ ἐμπειροτέρους ἀπὸ ἡμᾶς.....
§71Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀπεργίας τότε, τὸ 1911.
§72Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Εἶχον τὸ 1927. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἶχον, ἦτο ἑπόμενον ἕνας νομοθέτης νὰ τὰ προβλέψῃ ὅλα αὐτά. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς διατάξεις ὡς εἶχον εἰς τὰ Συντάγματα τοῦ 1911 καὶ 1927 καὶ διὰ νόμου νὰ ἀφίσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἐὰν δεχθῆτε, ὅ,τι ἐπρότεινον διάφοροι συνάδελφοι, νὰ ἀπαγορεύσωμεν, δηλαδή, γενικῶς τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ κάμετε ἔργον μάταιον. Ἐὰν πρόκειται νὰ κάμωμεν κάτι, τουλάχιστον νὰ μὴ στερῆται σοβαρότητος.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κάντζιας ἔχει τὸν λόγον.
§74Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου Συντάγματος ἢ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐξηντλήθη. Δὲν ὑπάρχει, ὑποθέτω, ἀντίρρησις ἀπὸ κανένα τῶν κ.κ. βουλευτῶν, ὅτι ἡ ὅλη συζήτησις περιορίζεται εἰς τὸ ἐὰν ἔχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δικαίωμα ἀπεργίας ἢ ὄχι, διότι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐδάφια — καὶ τὰς Ἑνώσεις ἀκόμη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων — δὲν νομίζω, ὅτι διεπιστώθησαν ἀντιρρήσεις. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πιστεύουν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν δικαίωμα ἀπεργίας. Ἐάν, μάλιστα, ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῆς, τῆς ἀπεργίας, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ παρουσιάσθη ἰδίως ἀπὸ τὸν 19ον αἰῶνα, ὅταν ἤρχισε νὰ διαμορφοῦται μία νέα βιομηχανικὴ περίοδος καὶ μεγάλαι μᾶζαι ἐργατῶν συνεκεντρώθησαν εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα. Ἐδημιουργήθη τότε ἕνας κόσμος προλεταρίων, ἤρχισαν νὰ ἀναπτύσσωνται νέαι κοινωνικαὶ ἀντιλήψεις, συνέπεια δέ αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ ὀργάνωσις τῶν ἐργατῶν εἰς σωματεῖα καί, ὡς ἄμυναν, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίσταντο ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας των τὰ ἐργατικὰ αὐτὰ σωματεῖα μετεχειρίσθησαν τὸ ὅπλον τῆς ἀπεργίας. Ἐπρόκειτο, δηλαδή, περὶ μιᾶς συγκρούσεως συμφερόντων ἰδιωτικῶν, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τῶν ἐργοδοτῶν μὲ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ «λόκ–ἄουτ» καί, ἀπὸ τὸ ἄλλο, τῶν ἐργατῶν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν πίεσιν τῶν ἐργοδοτῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ βασικὴ καὶ ἡ πρακτικὴ ἐπιδίωξις τῆς ἀπεργίας, δηλαδή, ἡ διεκδίκησις ἢ ὑποστήριξις συμφερόντων ἐναντίον ἄλλων συμφερόντων. Τοῦτο, ὅμως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἀποτελεῖ αὐτός οὗτος τὸ Κράτος καί, κατά συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεργῇ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐὰν τὸ Κράτος κακομεταχειρίζεται τὸν ὑπάλληλον, δὲν πρέπει νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν διαμαρτυρίαν του, καὶ μάλιστα διὰ τοῦ ὅπλου τῆς ἀπεργίας. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ περιμένουν εἰς μίαν δημοκρατίαν, ὅπως εἶναι — καὶ ὅπως ὑπῆρξε πάντοτε — ἡ Ἑλλάς, νὰ ἔλθῃ μία ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἀνατρέψῃ ἐκείνην, ἡ ὁποία δέν ἐμερίμνα διὰ τὰ ὄργανά της. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἔλθουν εἰς τὴν σειρὰν καὶ νὰ ἐξομοιωθοῦν πρὸς τὸν ἀπροστάτευτον ἐργάτην. Διότι, ὅταν τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα, διὰ τοῦ ὅπλου τῆς ἀπεργίας ἐπεδίωξαν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν συμφερόντων των, οἱ ἐργάται δέν εἶχον οὔτε μονιμότητα, οὔτε σύνταξιν, οὔτε καμμίαν περίθαλψιν. Ἦσαν ἐφήμεροι ἐργάται, δυνάμενοι νὰ ἀπολυθοῦν οἱανδήποτε στιγμήν. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀντιμετωπίζων ὁ ἐργάτης, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέσον τῆς ἀπεργίας, διὰ νὰ ἀμυνθῇ. Τοῦτο δέν συμβαίνει, ὅμως, μὲ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν σύνταξίν του καὶ τὰς ἄλλας διασφαλίσεις του. Ἐὰν τὸ Κράτος, ἐνίοτε, διέρχεται ὡρισμένας κακὰς περιόδους ἢ διοικῆται ἀπὸ κακὰς κυβερνήσεις, εἰς τὰς δημοκρατίας ὑπάρχει πάντοτε ἡ εὐχέρεια τῆς διορθώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς, διὰ τῆς ἀναδείξεως νέας κυβερνήσεως, ὁπότε θὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος συνήθως εἶναι καὶ ὁ εἰσηγητὴς ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων, εἶναι, δηλαδή, ὁ οὐσιαστικὸς Κυβερνήτης. Διότι καὶ ἡ νομοθεσία εἶναι ἔργον τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ γενικώτερα μέτρα, κατὰ μέγα ποσοστόν, εἶναι ἔργον ὑπαλλήλων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, πιστεύω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συνεταιρισμούς, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ συνεταιρίζεσθαι. Μάλιστα, κατὰ κλάδους, ὡς ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης ἀνέπτυξε προχθὲς εἰς τὴν ὡραίαν ἀγόρευσίν του, εἶναι ἐπιβεβλημένον τοῦτο. Παρέστην, κ.κ. συνάδελφοι, εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις δημοσιοϋπαλληλικῶν σωματείων. Ἡ ἀποστολή των εἶναι πολὺ εὐρυτέρα, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐπιδίωξις οἰκονομικῶν σκοπῶν. Τοὐναντίον, ἐκεῖ συζητοῦνται τὰ θέματα τοῦ κλάδου, ἡ βελτίωσις τῶν διαφόρων συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργοῦν αἱ ὑπηρεσίαι. Ἡ ἐπαφή, λοιπόν, αὐτή καὶ ἡ ἀλληλογνωριμία συμβάλλει ὄχι μόνον εἰς τὴν καλυτέρευσιν καὶ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος. Τὰς Ἑνώσεις, κατὰ συνέπειαν, τοιαύτης μορφῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἀπαγορεύσωμεν, ἀλλά, τοὐναντίον, νὰ τὰς διευκολύνομεν, δεδομένου ὅτι εἶναι ἕν ἤδη κεκτημένον δικαίωμα καί, ἀφ’ ἑτέρου, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, εἶναι συμφέρον καὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ Κράτους, τοιαύτης μορφῆς Ἑνώσεις νὰ λειτουργοῦν καὶ νὰ ὑφίστανται. Ἐκεῖ περιορίζεται τὸ ζήτημα καὶ ἂς εἴπωμεν μένει μόνον ἡ διατύπωσις, διότι ἐκ τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἀγορεύσεων τῶν ρητόρων, δὲν βλέπω ἄλλην διαφωνίαν, παρὰ πῶς θὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα καὶ πῶς θὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα, εἰς τρόπον ὥστε ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νὰ μὴ ἔχῃ μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ἀλλὰ μόνον τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι καὶ θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω μίαν καὶ ἡ Βουλὴ ὅποιαν θέλει ἂς ψηφίσῃ. Ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπησχόλησεν ὅμως τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ὅσον θὰ ἔπρεπε—διότι ἀνατρέξας εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος δὲν εἶδον νὰ τὴν ἀπησχόλησεν ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὅσον θὰ ὤφειλεν—εἶναι μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, τὴν ὁποίαν βλέπω κάτω ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6, τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν «Οἱ διὰ νόμου ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί, ἐφόσον οἱ σκοποὶ αὐτῶν δὲν ἀντιτίθενται εἰς ρητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις, δὲν θεωροῦνται ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα». Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς σημαντικωτάτης ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος περισσότερον.
§75Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔφερε κανεὶς ἀντιρρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ.
§76Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὸ μοῦ κάμνει κατάπληξιν, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Πρῶτον, καὶ ἂν ἀκόμη θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη δήλωσις εἰς τὸ Σύνταγμα, μὴ ἔχουσα τὴν θέσιν της εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ ὄχι περὶ οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ περὶ πολιτικῶν ἑνώσεων, περὶ ἠθικῶν ἑνώσεων, περὶ ἠθικῆς μορφῆς συνεταιρισμῶν, διότι, ἀσφαλῶς, ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὁμιλεῖ περὶ συνεταιρισμῶν ἐπιδιωκόντων οἰκονομικοὺς σκοπούς.
§77Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας εἶναι διάφορον καὶ τὸ θέμα τῆς θέσεως διάφορον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως, ἐὰν εὕρετε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει περισσοτέραν σχέσιν μὲ αὐτήν, τότε θεωρῶ δικαιολογημένην τὴν ἀντίρρησίν σας. Ἑπομένως, ἐὰν ψηφίσωμεν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι συγγενέστερα πρὸς αὐτήν, δύναται νὰ μετατοπισθῇ. Ἀλλά, συγγενῆ ἄρθρα εἶναι, πλὴν τοῦ ἄρθρου 6, τὸ περὶ ἰδιοκτησίας καὶ τὸ περὶ ἰσότητος τῶν βαρῶν. Μεταξὺ τῶν τριῶν, νομίζω, ὅτι τὸ συγγενέστερον εἶναι τὸ ἄρθρον 6, διότι ἀφορᾷ περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος νὰ ἐκλέγῃ τοὺς συνεργάτας του, δὲν εἶναι δέ οἰκονομικῆς φύσεως ἡ ἐλευθερία αὐτή, διότι δὲν εἶναι ἐλευθερία τοῦ ἐκλέγειν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει περισσότερα ποσὰ χρημάτων, ἀλλὰ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡρισμένας προσωπικὰς ἰδιότητας. Ἐπειδή, λοιπόν, ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐκλέγειν ὡς συνεργάτην του τὸν ἔχοντα Α ἢ Β προσωπικὰς ἰδιότητας, σ’ αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
§78Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν σκοπόν. Ἐδῶ ὁμιλοῦμεν ἐὰν ὑπάρχῃ κατ’ ἀρχὴν δικαίωμα νὰ συσταθῇ τοιοῦτος συνεταιρισμὸς καὶ νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 6.
§79Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ὑπὸ τὸ κρατοῦν Σύνταγμα ὑπάρχουν ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί.
§80Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὑπάρχουν ἐλάχιστοι καὶ κακῶς, κατ’ ἐμέ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 λέγει: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες, ὅμως, οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγουν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Οἱ συνεταιρισμοί, διὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλεῖ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις συνίστανται κατόπιν ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ συσταθῇ ἕνας οἰκονομικὸς συνεταιρισμὸς, ἐπιδιώκων οἰκονομικοὺς σκοπούς, ἀπαιτεῖται ἄδεια, καταστατικὸν καὶ πολλαὶ διατυπώσεις. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 6. Αὐτά, κατ’ ἀρχήν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει).....«ἐφόσον οἱ σκοποὶ αὐτῶν δὲν ἀντιτίθενται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θεωροῦνται ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα».
§81Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὴν σύστασιν τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ.
§82Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐὰν οἱ σκοποὶ ἀντιτίθενται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Πρὶν φθάσωμεν, ὅμως, εἰς τοὺς σκοπούς, πρέπει νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ σύστασις ἀντιτίθεται.
§83Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὴν σύστασιν τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἐὰν καὶ ἡ Νομολογία ἀπεδέχθη, ὅτι εἶναι Συνταγματική. Οἱ σκοποί, περὶ τῶν ὁποίων ἀνεφέρετε εἶναι, ὅτι ἐὰν ἕνας συνεταιρισμὸς ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἢ ἔχῃ σκοπὸν τὴν λῆψιν ὁλοκλήρου τοῦ εἰσοδήματος, δὲν κατοχυρώνεται διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μήπως εἶναι κανένας κουκουές, ποὺ τὰ ἔβαλεν αὐτά;
§85Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, πρόκειται περὶ αἰτήματος ὅλου τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ μόνη ἐξασφαλιστική, τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος, τάξις.
§86Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ γίνονται δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις, δὲν εἶναι γενικοί.
§87Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μὲ ἀφίσετε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου, καὶ εὐχαρίστως μετά, θὰ δεχθῶ διακοπάς. Πιστεύω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ σύστασις τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὄχι μόνον εἰς ὡρισμένας διατάξεις. Διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν, καὶ ἀσφαλῶς ἀναφερόμεθα τότε εἰς ἀναγκαστικοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς, τὶ ἐννοοῦμεν; Ὅτι θὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν γεωργὸν νὰ ἐνταχθῇ εἴτε τὸ θέλει, εἴτε δὲν τὸ θέλει, εἰς ἕνα οἱονδήποτε συνεταιρισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιώκῃ διαφόρους σκοπούς, εἴτε ἐξαγωγικοὺς σκοπούς, ἐὰν πρόκειται περὶ προϊόντων ἐξαγωγίμων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἴτε συγκεντρωτικοὺς σκοπούς, ἐὰν πρόκειται περὶ συγκεντρώσεως τοῦ προϊόντος του, εἴτε ἄλλης φύσεως σκοπούς, σχέσιν ἔχοντας μὲ τὴν καλλιέργειαν, μὲ τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον. Αὐτὸ ἐννοῦμεν.
§88Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἡ εὐθύνη εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς εἶναι καὶ δι’ ὅλης τῆς περιουσίας.
§89Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ γνωρίζω, κ. συνάδελφε. Τοῦτο, κ. συνάδελφε, εἰς δημοκρατικὰ καθεστῶτα εἶναι, δι’ ἐμέ, ἀκατανόητον, διότι τί ἐννοῦμεν, ὅταν λέμε τοῦ γεωργοῦ θὰ σὲ συνεταιρίσω θέλεις δὲν θέλεις, θέλεις δὲν θέλεις θὰ μοῦ δώσῃς τὸ σιτάρι μὲ 1700 δρχ., ποὺ ὥρισεν ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ σημαίνει ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός. Καὶ, ἐὰν δὲν θέλῃς νὰ τὸ δώσῃς, θὰ εὐθύνεσαι δι’ ὅλης σου τῆς περιουσίας. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐφαρμοσθῇ εἰς ἔκτασιν μεγαλυτέραν, ἐκτὸς ποὺ θὰ ἔχωμεν μίαν ἀναστάτωσιν εἰς ὅλον τὸν γεωργικὸν κόσμον, θὰ καταντήσωμεν τὸν Ἕλληνα γεωργόν, τὸν δεινοπαθοῦντα ἤδη, δοῦλον πραγματικόν.
§90Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Οἱ συνεταιρισμοὶ γίνονται δι’ ἐργασίας ἀγροτικὰς εἰδικάς, ὅπως ἐργασίας χορτονομῆς κλπ.
§91Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ γνωρίζω τὸ θέμα τῶν συνεταιρισμῶν, διότι ἔτυχε νὰ ἀσχοληθῶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Συνεταιρισμοὶ μέχρι σήμερον ἀναγκαστικοὶ συνεστήθησαν μερικοὶ μὲ ἐντελῶς περιωρισμένας ἀποστολὰς καὶ ἐπιδιώξεις. Δηλαδή, μερικοὶ ἀρδευτικοὶ συνεταιρισμοὶ καὶ ἕνας μόνον συνεταιρισμὸς παραγωγικὸς, τῆς μαστίχης τῆς Χίου.
§92Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κάμνετε λάθος, κ. συνάδελφε, εἶναι πολλοὶ οἱ συνεταιρισμοί. Εἶναι τὸ Ταμεῖον Οἰνοπαραγωγῶν Λευκάδος, τὸ Ταμεῖον Παραγωγῶν Θήρας καὶ πολλοὶ ἄλλοι, δὲν εἶναι ἕνας καὶ δύο, εἶναι διακόσιοι.
§93Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἐντελῶς περιωρισμένης ἐκτάσεως καὶ ἐὰν εἶναι 200 δὲν εἶναι ἐν λειτουργίᾳ καὶ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν προσκόμισιν τοῦ προϊόντος καὶ τὴν συγκέντρωσιν αὐτοῦ.
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ καὶ περὶ αὐτῶν ὁμιλεῖ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε.
§95Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Οἱ μέχρι σήμερον συσταθέντες ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶχον πολὺ μικρὰν τὴν ἐπίδρασίν των ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, διότι περιωρίσθησαν εἰς ὡρισμένα θέματα. Ἡ ἔννοια, ὅμως, τῶν προτεινόντων τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἦτο πολὺ εὐρυτέρα. Τοὐλάχιστον, ὅπως ὁ κ. Καλλίας μᾶς ἀνέπτυξεν, ὡμίλησεν καὶ περὶ ἐξαγωγῆς ἀκόμη, διότι γίνεται καὶ ἐκμετάλλευσις ἀπὸ ὡρισμένους παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι δὲν προσκομίζουν τὸ προϊόν των εἰς τὴν χαμηλὴν τιμὴν ποὺ ὁρίζει τὸ Κράτος, καὶ κατὰ συνέπειαν, θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν καὶ αὐτοὺς νὰ τὸ δώσουν εἰς αὐτὴν τὴν χαμηλὴν τιμήν, μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι δῆθεν ἔτσι προστατεύομεν τοὺς παραγωγούς.
§96Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό. Ὅταν θὰ νομίσετε, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς διακόψω, νὰ μοῦ τὸ εἴπητε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ διακόπτετε κύριοι.
§98Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζήτησις γίνεται ἐδῶ. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἀκούωμεν ὡς εἴδωλα τοὺς διαφόρους ἀγορητάς. Θὰ ζητήσωμεν διασαφήσεις, θὰ μᾶς δώσουν ἀπαντήσεις καὶ θὰ γίνῃ συζήτησις.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰς συζητήσεις.
§100Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ λογική.
§101Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μὲ τὴν ἔννοιαν, λοιπόν, ὅτι θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐξαγωγήν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ κρατήσωμεν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τὰς χαμηλὰς τιμὰς τῶν προϊόντων, διὰ νὰ τὰ τοποθετήσωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν σταφίδα, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ πεῖραν πολλήν. Θὰ ὑποχρεώσωμεν ὅλους τοὺς παραγωγούς, καὶ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχουν μίαν τιμὴν ὑψηλοτέραν, νὰ δώσουν τὴν σταφίδα των εἰς τὴν τιμὴν τῶν 1800 δραχμῶν, ποὺ τοὺς ὥρισεν ὁ Α.Σ.Ο., διότι αὐτὸς ἔχει ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν ἀπὸ πέρυσι καὶ δίδει εἰς τὴν Ἀγγλίαν 20.000 τόννους καὶ θέλει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς παραγγελίας του. Θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν, λοιπόν, νὰ κρατήσουν χαμηλὰ τὰ ἐπίπεδα τῶν τιμῶν, διὰ νὰ καλυφθοῦν τὰ ἔξοδα διοικήσεως τῶν ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν.
§102Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πλανᾶσθε ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως «ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός».
§103Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμὸς θὰ πῇ ἐφ’ ὅσον ψηφίζεται νόμος, νὰ μετέχουν εἰς τὸν συνεταιρισμὸν οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἔννοια ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμὸς λέγει τὸ ἀντίθετον ἐντελῶς ἀπὸ ὅ,τι λένε.
§105Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ σημερινὸς νόμος. Αὔριον ψηφίζεται ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ τελείως διαφορετικά. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον Συνταγματικῶς ἀναγνωρίζεται ὁ ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός. Μὴ περιοριζόμεθα εἰς τοὺς σήμερον ὑφισταμένους νόμους.
§106Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν νομοθέτην.
§107Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ πρᾶγμα δὲν σᾶς ἀνησυχεῖ καὶ δικαίως, διότι μέχρι σήμερον οἱ συνεταιρισμοί, οἱ ἀναγκαστικοί, ὑπῆρξαν ἀνώδυνοι καὶ μᾶλλον ἐξυπηρετικοί. Ἐὰν ὅμως, τοὺς καθιερώσωμεν συνταγματικῶς, δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίαν ἔκτασιν θὰ φθάσουν καὶ τί θὰ προκαλέσουν. Εἰς Δημοκρατικὰ καὶ Σοσιαλιστικὰ πολιτεύματα, οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι κάτι τὸ ἀκατανόητον. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ μέγας ἀπόστολος τοῦ συνεταιρισμοῦ ὁ.... (δὲν ἠκούσθη).... δὲν ὑπεστήριξεν εἰς καμμίαν περίπτωσιν, τὸν ἀναγκαστικὸν συνεταιρισμόν. Ἀλλὰ καὶ μεταγενεστέρως, ὁ ἀββᾶς Μωρίς, τῆς Ἀγγλικανικῆς ἐκκλησίας καὶ ὁ Σαὶν–Ζὺλ εἰς καμμίαν περίπτωσιν δὲν ὑπεστήριξαν καὶ αὐτοὶ τὸν ἀναγκαστικὸν συνεταιρισμόν. Τὸ συνεταιρισμὸν τὸν θέλουν, βλέπουν μὲ τὴν ἀντίληψίν των τὸν σωτῆρα τῆς κοινωνίας εἰς τὸν συνεταιρισμόν, ἀλλ’ οὐδέποτε καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ διὰ τῶν ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν. Οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι κατασκευάσματα τῶν δικτατορικῶν καθεστώτων, εἶναι κατασκευάσματα τῆς δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου, ὅπου καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἠναγκάσθησαν νὰ παρεκκλίνουν καὶ νὰ ἐπιτρέψουν εἰς τοὺς κουλάκους νὰ ἐργασθοῦν μὲ ἐλευθέρους συνεταιρισμούς. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν παρετηρήθη μόνον εἰς τὰς κομμουνιστικὰς δικτατορίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας δικτατορίας, εἰς τὸν ἐθνικοσοσιαλισμὸν καὶ τὸν φασισμόν. Διότι, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τώρα ὅτι οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοί, δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ δικτατορικὰ καθεστῶτα, διότι οἱ δικτάτορες ἔλεγον, σᾶς ἀναγκάζω, κύριοι, νὰ συμπήξετε ἀναγκαστικὸν συνεταιρισμόν, διότι εἶσθε ἀφελὴς λαὸς καὶ δὲν ἠξεύρετε νὰ ὑποστηρίξετε τὰ συμφέροντά σας. Διότι, ὅταν ὁ γεωργὸς δὲν θέλει νὰ μετάσχῃ εἰς ἕνα συνεταιρισμόν, τὸν ὑποχρεώνομεν νὰ μετάσχῃ. Τὸ αὐτὸ ἔλεγεν ὁ Χίτλερ καὶ ὁ Μουσσολίνι καὶ ὅλα τὰ δικτατορικὰ καθεστῶτα. Διατὶ νὰ μὴ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐλευθέρως, διότι τὸ Κράτος ἔχει τὰ μέσα τοὺς ἐλευθέρους συνεταιρισμοὺς νὰ τοὺς διευκολύνῃ καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ ἐμμέσως ἀναγκαστικούς, ἀλλ’ ὄχι διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ βάζετε μίαν διάταξιν μὲ δικτατορικὸν περιεχόμενον καὶ νὰ θέλετε νὰ κάμετε τοὺς γεωργοὺς εἵλωτας ὡρισμένων ἐπιτηδείων. Διότι, σήμερον, μὲ τοὺς ἐλευθέρους συνεταιρισμοὺς ἔχομεν τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, ὅτι δύναται νὰ συσταθῇ ἀπὸ τὸν παλαιὸν συνεταιρισμὸν ἕνας ἄλλος συνεταιρισμός, ὥστε νὰ μὴ γίνουν ὑπηρέται τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἕνας φόβος, δημιουργεῖτε ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός, ὅταν ἔχετε ἕνα ἀναγκαστικὸν συνεταιρισμόν, τότε τοὺς ὑποχρεώνετε νὰ μετέχουν. Ἐὰν θέλετε νὰ προστατεύσετε τὸν γεωργόν, ὀφείλετε νὰ ἀπαλείψετε τὴν διάταξιν αὐτήν, καὶ νὰ τεθῇ εἰδικὴ διάταξις, ὅτι ἀπαγορεύετε ἡ σύστασις ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν.
§108Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν σᾶς κάμει ἐντύπωσιν τὸ πρᾶγμα, ὅτι ὅσοι ἔχουν συνάφειαν μὲ τοὺς γεωργούς, πρέπει νὰ ἔχουν ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμούς; Ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μὲ τοὺς γεωργούς, εἶναι ὑπὲρ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι μὲ τοὺς γεωργοὺς, εἶναι ἐναντίον τῶν ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν.
§109Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὥστε νὰ κάμνῃ δικτατορίαν; Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε ἐλευθέρους συνεταιρισμούς. Μὲ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλα τὰ δικτατορικὰ καθεστῶτα δικαιολογοῦν τὰ δεσποτικά των μέτρα. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον μέτρον. Ἐὰν θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε καὶ νὰ ἀναπτύξετε τοὺς ἐλευθέρους συνεταιρισμούς, τοὺς συνεταιρισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξελιχθοῦν ὑπὸ ἕνα καθεστὼς ἐλευθερίας, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι θὰ εἶναι ὑγιεῖς καὶ βιώσιμοι.
§110Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐρωτῶ: Μήπως, ὅταν λέγωμεν ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμούς, ἐννοοῦμεν ἁπλῶς μορφὰς οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως χάριν ὡρισμένου σκοποῦ, ἕνα ὡρισμένον κύκλον προσώπων τοπικῶς καθορισμένον; Διότι, ὁ ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦν οἱ συνάδελφοι καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ ὁποίου ζητοῦν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
§111Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὰ ἤθελα νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψίν μου, ὥστε νὰ ζητήσω νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Ἔφερα τὰ ὅσα ἐκ πείρας γωρίζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ. Πάντως ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι εἰς τὰ δημοκρατικὰ καθεστῶτα ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ δὲν ἐπιτρέπονται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. (Χειροκροτήματα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δηλαβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§113Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴμεθα ὅλοι ἐπηρεασμένοι, ἄλλοι περισσότερον, ἄλλοι ὀλιγώτερον, ἀπὸ τὰ ἀνώμαλα γεγονότα τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τὰς δυστυχεῖς περιστάσεις, ἀπὸ τὰ ἰδεολογικὰ ἐπιχειρήματα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ συγκεχυμένα οἰκονομολογικὰ συστήματα καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἐννοοῦμεν θεωροῦμεν τὸ Σύνταγμα ὡς μίαν εὐκαιρίαν διὰ νὰ ἀπαγορεύσωμεν κάτι, διὰ νὰ προλάβωμεν μίαν ἀνωμαλίαν, διὰ νὰ στεγάσωμεν ἐν γένει διαφόρους ἀπόψεις μας. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι λησμονοῦμεν κάτι τὸ πολὺ βασικὸν, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰδικῶς, ἔχει ὡς προορισμὸν νὰ κατοχυρώνῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, καὶ μόνον αὐτὸν τὸν προορισμὸν ἔχει τὴν κατοχύρωσιν τῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ γίνεται τοῦτο κατὰ δύο τρόπους, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι ρητῶς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὡρισμένην ἐλευθερίαν, ὅτι τὰ Κράτη ἐμμέσως θέτουν φραγμὸν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἴτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Πάντως, σκοπὸς καὶ προορισμὸς τοῦ Συντάγματος εἶναι, ἡ κατοχύρωσις τῶν ἐλευθεριῶν, πέραν τούτου οὐδέν. Ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας εἶναι καὶ αὐτὸς τρόπος κατοχυρώσεως τοῦ λαοῦ, ὅλαι αἱ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὸ πῶς θὰ ψηφισθῇ ἕνας νόμος, τὸ πῶς θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ Σύνταγμα ἐδόθη εἰς τὸν λαὸν διὰ νὰ κατοχυρώνῃ ὡρισμένας ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας καὶ ρητῶς ἀναφέρει. Πέραν τούτου οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προτείνωμεν. Ὅταν Συνταγματολογοῦμεν, ὡς Βουλή, ὡς νομοθετικὸν Σῶμα, ἔχομεν πᾶν δικαίωμα νὰ δημιουργοῦμεν ἀπαγορεύσεις, δεσμεύσεις, καὶ ὅτι ἄλλο, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνομεν εἰς τὰς βασικὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν ἐλευθεριῶν μας. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ σεβαστὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι ὑπέστη καὶ αὐτὴ τὴν σύγχυσιν τῆς σημερινῆς νοοτροπίας, διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐγκρίτους καὶ ἐμβριθεῖς νομομαθεῖς, ἀλλὰ πάντως ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὄχι νὰ κατοχυρώσῃ καλύτερον τὰς ἐλευθερίας τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ θέσῃ περιορισμούς, δεσμεύσεις, ἀπαγορεύσεις καὶ ἰδίως νὰ κατοχυρώσῃ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ κατοχυρώσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας κατοχυρώνει κατὰ τὸ πλεῖστον, τὴν Ἐκτελεστικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξελίξεως εἶναι τὸ ἐλατήριον. Ἐὰν ἡ ἀνάγκη εἶναι πραγματικὴ ἢ ἐὰν ἔπρεπε αὐτὰ νὰ τεθοῦν ὑπὸ συνταγματικὴν ἐπικύρωσιν, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἐγὼ λέγω, ποῖος εἶναι ὁ προορισμός μας, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά μας. Ἐν συνεχείᾳ φέρω ὡς παράδειγμα τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον λέγει: «Διὰ νόμου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ.................... ............ (ἀναγινώσκει)...............» Ἰδοὺ ὅτι περιέχει μίαν ἀπαγόρευσιν. Ἐνῷ δηλαδή, ἔχει καταστῆ συνείδησις εἰς τὸν Ἕλληνα, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐν τούτοις ὅλως αἰφνιδίως τὸ Σύνταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογον τοῦ 1911, εἰς κατοχύρωσιν τῶν ἐλευθεριῶν, ἀποτόμως λέγει, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς μίαν μερίδα Ἑλλήνων, τὸ συνεταιρίζεσθαι, δηλαδή, εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐνῷ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἀφαιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1948 ἀφαιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἔχει γίνει συνείδησις τῶν λαῶν ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἰδοὺ ἀμέσως ἕνα τρωτὸν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1948, ὅτι δηλαδὴ ἀφαιρεῖ καὶ δὲν γνωρίζομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὁσονδήποτε λογικὸν καὶ ἂν εἶναι τοῦτο, δὲν γνωρίζομεν ἐὰν ὁ λαὸς μᾶς ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς ἐλευθερίας του, ἢ νὰ ἀφήσωμεν ἀπροστάτευτον ἕνα μέρος τῶν ἐλευθεριῶν του. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχωμεν τοῦτο τὸ δικαίωμα, νὰ ἀφήσωμεν, δηλαδή, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Βεβαίως ἐλέχθη, ὅτι τοῦτο γίνεται ἵνα μέσῳ τῶν συνεταιρισμῶν προβαίνουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς ἀπεργίας καὶ αὐτὸ εἶναι σφάλμα. Ὅπως σᾶς εἶπον προηγουμένως ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς νόμους ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀπεργίας. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰς ἀπεργίας. Τὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ ἀπεργῇ; Ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἀγνοῇ τὴν ἀπεργίαν, διότι ἐὰν τὴν ἀναγνωρίσῃ καὶ τὴν ἀναγνωρίζει, ἔστω καὶ ἐμμέσως, ἂν θελήσῃ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, αὐτὸ θὰ εἶναι μεγάλο κακόν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις, ὅπου πολλαὶ ἀπεργίαι ἔχουν ἠθικὴν βάσιν. Τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσῃ τὰς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Συντάγματος νὰ τοὺς ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀπεργίαν. Τώρα, πῶς εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σχεδίου. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Κάντζιας: «... ................ (ἀναγινώσκει).............» Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, κύριοι, δημιουργοῦμεν μίαν διάταξιν, ξένην πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ Συντάγματος. Δεσμεύομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἡ διάταξις αὐτὴ σημαίνει ἐξαναγκασμὸν καὶ δὲν εἶναι ἔργον συνταγματολογούντων βουλευτῶν νὰ ἐξαναγκάσουν οἱονδήποτε εἰς κάτι. Εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ σχεδίου, ὑπὸ ἕναν πομπώδη τίτλον, ὑπάρχει ἕνα κείμενον τὸ ὁποῖον λέγει, ἡ ἐργασία τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Ἐδῶ προστατεύει τὸν ἐργαζόμενον, λαὸν εἰς τὰς ἐργασίας του, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι πᾶς Ἕλλην εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ δεσμεύσεως τεραστίας ὁλκῆς. Τὸ ἄρθρον 22 κατοχυρώνει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἴτε εἶναι καλή, εἴτε εἶναι κακή. Ἀναφέρω τοῦτο, διὰ νὰ καταδείξω τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀντελήφθη τὸ ἔργον της ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 22 ὑποχρεώνει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ τεθῇ ὑπὸ ὡρισμένην προστασίαν. Αὐτὴ εἶναι ὑποχρέωσις μεγίστης ὁλκῆς, εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον δεσμεύει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν. Λέγει δέ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι τὴν κατοχύρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα μετερρύθμισεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν δεσμεύσεις ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ κατοχύρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἡμεῖς θὰ λέγωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι σὲ προστατεύομεν μὲ τὴν δημιουργίαν Συντάγματος, ἀπὸ τὴν πολυνομίαν καὶ ὅτι δὲν σὲ δεσμεύομεν, Ἑλληνικὲ λαέ, θὰ ἔλθῃ καλύτερος καιρὸς ὁπότε, διὰ τοῦ Συντάγματος αἱ Κυβερνήσεις θὰ σὲ προστατεύουν ἀπὸ τὴν καλὴν χρῆσιν τῶν νόμων; Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκτραγωδεῖ αὐτὴν τὴν κακὴν διαδικασίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τοῦ Συντάγματος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 10 καὶ ζητῶ ὅπως μὴ ληφθῇ οὐδεμία τροπολογία ὑπ’ ὄψει, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πραγματικὸς Ἄτλας, διότι αὐτὸς ὑφίσταται τὰς πιέσεις τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων τῆς ΑΔΕΔΥ, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἔχει τὸ δίκαιον εἰς πολλὰς περιπτώσεις μὲ τὸ μέρος της. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰ ὑπαλληλικὰ δὲν δύνανται νὰ ἐλέγχωνται διὰ Συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ὑπαλληλικῶν ζητημάτων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ Συνταγματικῶν διατάξεων. Τὸ δημοσιονομικὸν πρόβλημα εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐξαιρετικῶς δύσκολον. Ἡ ἀντιμετώπισις αὐτοῦ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον, εἶναι ζήτημα προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ ἀπεργίαι, καὶ νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα τῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μὴ γελῶμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καὶ νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν δεόντως τὰ προβλήματά των. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μπῇ διάταξις ἀπαγορεύουσα τὰς ἀπεργίας καὶ τὸ θεωρῶ καὶ μάταιον νὰ ἀναγραφῇ. Ἀκριβῶς, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς ἔχει. (Χειροκροτήματα).
§114Α. ΦΡΑΓΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προφανὴς ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ συνεπῶς προτείνω νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ἀπαρτίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 11 π.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 κατὰ τὴν διανεμηθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὥρα 9.45′ μ.μ.)