1948.07.21~101
1.082 στίχοι ·
8.030 λέξεις ·
103 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #101.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101η
Τετάρτη 21 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.20′ π. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§2Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου ἢ ὑπάρχουν ἀκόμη ὁμιληταί;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη καὶ συνεπῶς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου.
§4Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τότε δὲν νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἐπαρκεῖς, διότι ὡς ἀντιλαμβάνομαι εἶναι μόνον 60 παρόντες.
§5Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πάντως δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν.
§6Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. (Χειροκροτήματα).
§7Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν ἔχῃ καταρτίσῃ τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ θέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§9Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὑπάρχουν διάφοροι τροπολογίαι. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ μᾶς διενέμοντο αὐταὶ αἱ τροπολογίαι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθησαν.
§11Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, πρῶτον, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ὥριμος διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ψηφίσματος ΜΖ, διότι ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται τὸ ψήφισμα ΜΖʹ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ βραδύνῃ πολὺ περισσότερον ἀπ’ ὅτι ἐπιτρέπεται, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ δεύτερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ συστήσω, θὰ ἦτο νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἡ ὁποία εἶναι πρόδηλος, ματαιοῦται ἡ ψηφοφορία, χωρὶς προηγουμένως νὰ σημειωθῇ ποῖοι εἶναι παρόντες καὶ ποῖοι ἀπόντες. Εἶναι ἀνάγκη, ἐπὶ τέλους νὰ ἀρχίσῃ νὰ καθίσταται σαφὲς ποῖοι ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκόν των καὶ ποῖοι ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποστοῦν κυρώσεις ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συστηματικῶς παραμελοῦν τὸ οὐσιῶδες καθῆκον, τὸ κύριον καθῆκον τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ κατόπιν δημιουργοῦν ζητήματα, διατὶ δὲν ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ αὐτοὶ πταίουν.
§12Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὁ ἀρχηγός σας πρῶτος.
§13Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ λύωμεν τὴν συνεδρίασιν, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4.
§14Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα νὰ προτείνω.
§15Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, κ. Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§16Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον διεπιστώθη ὅτι, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία πῶς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν; Δὲν θὰ εἶναι ἀνακόλουθον αὐτό;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ προσέρχονται καὶ ἄλλοι συνάδελφοι. Προχωροῦμεν, λοιπόν, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιρίπτεται ἡ εὐθύνη εἰς τοὺς ἀπουσιάζοντας βουλευτάς, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐνῷ εἶχεν ὁρισθῆ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′ π.μ., τὴν ὥραν ἐκείνην ἦτο κλειστὴ ἡ Βουλή.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχει καλῶς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ προτείνω νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐπέλθουν μεταβολαὶ εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 εἴτε διὰ προσθήκης διατάξεων, εἴτε ἀπαλείψεως ἰσχυουσῶν ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀναφέρεται κυρίως ὡς ἐπιβαλλομένη εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Κουλουμβάκης, τοῦ ὁποίου ἡ συμβολὴ εἰς τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων δὲν δύναται νὰ παροραθῇ, νομίζω ὅτι, θὰ συμφωνήσῃ εἰς τοῦτο. Διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὁ νομικὸς λόγος τῆς δημιουργίας τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ὀφείλεται εἰς τὴν ἀέναον προσπάθειαν τῆς διατηρήσεως τούτων ἔναντι τῆς αὐθαιρεσίας τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας. Ἡ διακήρυξις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ φορεὺς τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Συντάγματα τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ εἰς τὰ πρῶτα Ἑλληνικὰ Συντάγματα. Εἰς τὸ προσωρινὸν πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου «περὶ τῶν γενικῶν δικαιωμάτων τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος» προβλέπεται ἡ ἰσότης ἔναντι τῶν νόμων, ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας κλπ. Ἡ Βʹ ἐν Ἄστρει ἐθνοσυνέλευσις θεσπίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, τὴν ἀρχήν τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ κλπ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὁμιλεῖ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ὄχι ἡ πάροδος τεσσάρων δεκαετηρίδων ἀπὸ τῆς διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 οὔτε καὶ αἱ νεώτεραι ἐξελίξεις τῶν κοινωνιῶν, αἱ ὁποῖαι προσδίδουν καὶ ἄλλην βάσιν εἰς τὰ δικαιώματα ταῦτα ὑπὸ τὴν μορφὴν ἀντικειμενικῶν καθηκόντων τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ ἡ κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα καλλιεργηθεῖσα καὶ κυκλοφορήσασα κοσμοθεωρία «περὶ δῆθεν μιᾶς ἄλλης ἰσότητος ἀληθοῦς», «περὶ ἴσης κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν», ἐδῶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ ἴσης κατανομῆς τῆς δυστυχίας ὡς λίαν προσφυῶς ἐχαρακτήρισε ταύτην ὁ μέγας Ἄγγλος πολιτικὸς Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, ἐπέβαλεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ἐπιφέρῃ οὐσιώδη μεταβολὴν εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, περιορίζουσα τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας, διότι πράγματι ὁ κίνδυνος πλέον δὲν προβάλλει τοῦ ἀτόμου ἔναντι τοῦ Κράτους ἀλλὰ τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν ἀτόμων. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, κ. Κασιμάτην, ὅτι ἀρχίζομεν πρωθυστέρως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἐὰν ἐπανιδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν καὶ θεσπίσωμεν ὡρισμένας διατάξεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιορίσωμεν τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας. Τοῦτο ἀποτελεῖ πλάνην κατὰ τὴν γνώμην μου. Ὁ περιορισμὸς τῶν ἄρθρων 6 τοῦ σχεδίου, ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καθ’ ὃν δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἶναι ἐπιβεβλημένος. Καταναλωτικοὺς συνεταιρισμοὺς δύνανται νὰ ἔχουν, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐπαγγελματικοὺς ὄχι. Εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, σταθερὰν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἴχομεν λάβει τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐγὼ ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐζήτησα νὰ ἀναγραφῇ θετικὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τοιαύτην διάταξιν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔναντι τοῦ Κράτους δὲν εὑρίσκονται εἰς σχέσιν ἐργάτου ἔναντι ἐργοδότου ἀλλ’ ἀποτελοῦν τὴν συνισταμένην τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τούτων εἶναι ἀκατανόητον. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ σχεδίου: Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν εἶναι ἐλεύθεραι: Ἐδῶ ἔχομεν διαφωνίαν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Τσάτσος, ὑποστηρίζει, ὅτι ἀφοῦ ἡ συγγραφικὴ διδασκαλία εἶναι ἐλευθέρα πῶς θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀκαδημαϊκὴν διδασκαλίαν. Οὐδὲν ἐκ τῶν δύο θὰ ἐμποδίσωμεν ἀλλὰ καὶ τὰ δύο θὰ θέσωμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ εἰς τοὺς δύο τούτους τομεῖς τῆς πνευματικῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὸν δεσποτισμὸν ἀλλὰ εἰς τὸν λογικὸν περιορισμὸν μιᾶς ἀκράτου ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἐκτρέπεται τῆς ἀσυδοσίας καὶ ἔρχεται εἰς ἄμεσον ἀντίθεσιν μὲ τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων θὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας εὐρύτερον. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 προτείνω νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει:
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§25Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀναμφισβητήτως συνδεδεμένον καὶ ἀλληλένδετον μὲ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι καὶ τὰ τρία αὐτὰ ἄρθρα, ἀφοροῦν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἐν τῇ στενῇ τῆς λέξεως σημασίᾳ καί, ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις θὰ εἶναι συναφής, καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν ἄρθρων. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Τὸ ἄρθρον 4 ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, δὲν νομίζω, ὅτι χρήζει μεταρρυθμίσεώς τινος, καὶ τοῦτο ἐγένετο δεκτόν καὶ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ μίαν ἐλαφρὰν ὄχι τροποποίησιν ἀλλὰ πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο τελικῶς δεκτή. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰ μὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Ὅπως βλέπετε ὁ συντεταγμένος νομοθέτης ἔχει εὐρύτερον στάδιον δράσεως, δυνάμενος νὰ θέσῃ περιορισμοὺς εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἐκτὸς τῶν περιορισμῶν τῶν εἰδικῶν οἱ ὁποῖοι τίθενται εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὴν περίπτωσιν τῆς συλλήψεως, ἢ προφυλακίσεως ὡς καὶ τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 6. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ὁ νομοθέτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι οὐσιωδέστατον, διότι ὅσον ὀλιγώτεραι εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ νόμοι καθιεροῦν περιορισμοὺς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τόσον εὐρυτέρα, εἶναι ἡ ἔκβασις τῆς προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶχε μετὰ τὴν φράσιν «οὐδεὶς συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται» καὶ τὴν φράσιν «ἐκτοπίζεται ἢ ἀπελαύνεται». Ἡ φράσις αὕτη ἐκρίθη καὶ ὀρθῶς νομίζω, ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὡς ἐντελῶς περιττὴ καὶ λόγῳ ἴσως περισσῆς προνοίας ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, διότι ὅταν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 λέγει, «οὐδ’ ἄλλως πως περιορίζεται», ἀναμφιβόλως περιλαμβάνει καὶ ἀπαγορεύει καὶ τὴν ἐκτόπισιν καὶ τὴν ἀπέλασιν. Ὀρθῶς λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὴν φράσιν αὐτήν. Τελευτῶν προτείνω νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§27Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον γίνεται δεκτὸν ὅτι εἰς τὸν νόμον ἢ ἄλλως πως περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀπέλασις καὶ ἡ ἐκτόπισις εἶμαι σύμφωνος νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος εἶχον προτείνει νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 27 ὥστε νὰ δώσωμεν καὶ τὴν ἐντύπωσιν εἰς ὅσους παρηκολούθησαν τὰ πράγματά μας ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν οὔτε ἐκτοπίσεις οὔτε ἀπελάσεις ἀλλὰ ὡς ὁ νόμος ὁρίζει. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 11 προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§29Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις εἶναι συζήτησις ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Διὰ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πρότασις ἢ καταργήσεως ἢ προσθήκης ἢ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐρωτῶ ἀντελήφθη τις ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, διότι ἐμὲ μοῦ διαφεύγει, νὰ ὑπάρχῃ ἐν προκειμένῳ τοιαύτη πρότασις, ὄχι, δὲν ὑπάρχει οὔτε πρόθεσις, οὔτε πρότασις οὐδεμιᾶς, οὔτε προσθήκης, οὔτε ἀφαιρέσεως, οὔτε τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Συνεπῶς ἐρωτῶ περὶ τίνος συζητοῦμεν. Κάμνομεν μίαν ἑορταστικὴν ὁμιλίαν περὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν, δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§30Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ ἄρθρον 15 ποὺ διετύπωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή.
§31Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑποθέτω ὅτι συμφωνοῦμεν, θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα περὶ τίνος θέματος ὁμιλοῦμεν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τις νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4;
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβερν.) Ψηφοφορία θὰ γίνῃ τὸ ἀπόγευμα διὰ νὰ εἶναι παρόντες πολλοὶ βουλευταί.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 5, τὸ εὑρίσκω τέλειον καὶ προτείνω νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 5 προτείνει ὡρισμένας τροποποιήσεις: «Ἄρθρον 5.................................. ............. (ἀναγινώσκει)...............». Ἕως ἐδῶ εἶναι τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. «Ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται................. ............. (ἀναγινώσκει)...............». Ἐκρίθη καὶ τότε καὶ νῦν ἐπιβεβλημένη ἡ διάταξις αὐτή, διότι τῷ ὄντι πραγματικῶς παρίσταται πολλάκις ἀνάγκη νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία αὐτή, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἐδημιούργει ἀνυπέρβλητον κώλυμα. Προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Περαιτέρω λέγει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς: «Παρελθούσης ἀπράκτου................................. ............. (ἀναγινώσκει)...............» Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις εἰς τὸ ἄρθρον 5. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δίωξιν τῶν παραβατῶν καὶ τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας διατάξεων ἔχει τὴν τροποποίησιν ὅτι γίνεται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 16 προτείνει νέαν διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάκρισιν τῆς προφυλακίσεως. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 11 δὲν ὁρίζει διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 εἶχε σχετικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὅμως ἀφήνει εἰς τὸν νόμον νὰ ὁρίσῃ ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ σχετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 16 καθορίζει σαφῶς ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Ὁρίζει δηλαδὴ εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 16: «ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται.................................. ............. (ἀναγινώσκει)...............» Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμειοψήφισαν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι εὑρίσκω ὅτι κατὰ μείζονα λόγον αἱ σημεριναὶ συνθῆκαι ἐπιβάλλουν νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὸ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ὁρίου τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως Δὲν νομίζω ὅτι αἱ σημεριναὶ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Ἔθνος καὶ ἡ σημερινὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ ἀγῶνος τῆς μειοψηφίας ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, πρόκειται νὰ εἶναι παροδική. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι ἐναντίον τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία νὰ κρίνῃ ὁ νομοθέτης ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὅριον προφυλακίσεως. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν θὰ κάμῃ κακὴν χρῆσιν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, τὸ ὁποῖον ἴσως ὅλοι θὰ ἔχετε ἀντιληφθῆ, εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 5 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Παρουσιάσθη μία κατάχρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπὶ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Τὸ ἄρθρον 5 λέγει: «....... ............ (ἀναγινώσκει) ............». Πότε ἕνα ἀδίκημα εἶναι αὐτόφωρον, δὲν τὸ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ γίνεται μία ἐξαιρετικὴ κατάχρησις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τοῦ πότε ὑπάρχει αὐτόφωρον ἀδίκημα. Ἡ κατάχρησις αὐτὴ εἶναι πολὺ συνήθης καὶ νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ καθορισθῇ πότε πέραν ἑνὸς ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτόφωρον. Αὐτὸ δὲν εἶναι τί νέον. Αὐτὰ θὰ εἶχον νὰ προτείνω.
§39Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ δεδικαιολογημένως λόγῳ τοῦ χρόνου, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ συγκέντρωσις μεγάλης πλειοψηφίας βουλευτῶν, δὲν κατωρθώθη δηλαδὴ καὶ δὲν θὰ κατορθωθῇ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ ἔχωμεν τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀριθμὸν ἀπαρτίας, τῶν 118 προσώπων, ἔχει δὲ καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον ὑποβιβάζει εἰς τὸ τέταρτον, νομίζω, ὅτι διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διευκολυνθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας. Δηλαδή, προτείνει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, νὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς διὰ τὴν ἀπαρτίαν τὸ ¼, προτείνει δὲ νὰ γίνῃ τοῦτο τώρα δεκτόν, διὰ νὰ διευκολυνθῶμεν καὶ εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§40Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ τοῦτο δεκτὸν καὶ νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἀπόφασιν, ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ νὰ ἰσχύῃ τὸ ἄρθρον ἀπὸ τώρα.
§41Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε τοῦτο. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιδιώκομεν μίαν εὐχερεστέραν διαδικασίαν. Νομίζω, ὅτι, συμφέρον ὅλων μας καὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου, εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος νὰ περιβληθῇ μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερα ἐχέγγυα.
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μίαν φορὰν εὑρισκόμην εἰς Χαλέπαν τῆς Κρήτης. Εἶπον πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βενιζέλον, ἔλα νὰ κυταζώμεθα κατάματα, διὰ νὰ ἐντρεπόμαστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
§43Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κατ’ οὐσίαν εἶναι ὀρθή, μὲ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ ἐπεδιώκετο, κατ’ ἐξαίρεσιν, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος νὰ καθιερωθῇ μειωμένη ἀπαρτία διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προτείνει μονίμως τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, ἕπεται ὅτι, ἡ μείωσις ἐνδείκνυται, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοὐλάχιστον τῆς πλειοψηφίας, τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ γενικωτέρους λόγους ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, παρεξήγησις συνεπῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, δὲν νομίζω ὅτι, χωρεῖ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἰσχύσῃ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ μία πρότασις, συμπληρώσεως τοῦ ΜΖʹ ψηφίσματος. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ οἱανδήποτε ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας.
§44Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 64 γίνεται αὐτομάτως αὐτό.
§45Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἕως ὅτου ψηφισθῇ τὸ 64 θὰ παρέλθουν 10 ἡμέραι, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ πρότασις καὶ νὰ ἔλθῃ τὴν Παρασκευὴν πρὸς συζήτησιν, ἠμποροῦμεν δὲ καὶ αὔριον νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§46Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἂν καὶ ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τὸ ἄρθρον 64 καὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν.
§47Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ νομοθετήματος, νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ μειωμένην ἀπαρτίαν τὸ Σύνταγμα. Διότι τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ μὲ ὁσονδήποτε μεγαλυτέραν πλειοψηφίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ εἶναι διαβλητὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζεται ἡ τοιαύτη ἀπροθυμία μας εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§48Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐφαρμογὴν ἄρθρον ψηφιζόμενον. Θὰ ἠδύνατο λοιπόν, εἰς τὴν ἐρχομένην συνεδρίασιν νὰ ὑπάρξῃ ἡμερησία διάταξις ἐπὶ τοῦ 64 καὶ ψηφιζομένου τούτου νὰ ἐτίθετο ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐφαρμογήν. Ἔτσι ἔχει τὸ θέμα δικονομικῶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 64, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ μειωμένην ἀπαρτίαν διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαρτία ἡ σήμερον ἰσχύουσα. Διότι, πλὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 64 δὲν ἠμπορεῖ νὰ μειώσωμεν τὴν ἀπαρτίαν. Ἐὰν λοιπόν, ἡ Βουλὴ ἐδέχετο, τὸ ἄρθρον 64, αὐτὸ οὐσιωδῶς θὰ ἐμείου τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐδέχετο τὸ ἄρθρον 64, ἡ πρότασις δὲν θὰ εἶχε συνέχειαν. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 64 καὶ ἐὰν τυχὸν τὸ ἐδέχετο ἡ Βουλή, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνεχίσωμεν μὲ τὴν μειωμένην ἀπαρτίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὸ ἀπεδέχετο, δὲν θὰ συνεχίζαμε. Ἀπομένει, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, μόνον τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας διὰ τὴν Βουλήν, τὸ δὲ ζήτημα τῶν τύπων, λύεται διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν.
§49Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε καὶ ὁ κ. Γενικὸς Εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα τοῦ Σώματος, ὅταν μάλιστα ἔχει δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ μὲ ὑπερτέραν, ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν τὸν τρόπον διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν, νὰ θεσπίσῃ ὅ,τι νομίζει σωστὸν καὶ δίκαιον διὰ νὰ προαγάγῃ τὸ ἔργον της. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ὅμως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον μας, νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι, ἔργον τόσον σοβαρόν, ὡς ἡ ἀναθεώρησις τοῦ καταστατικοῦ μας χάρτου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ συνοπτικοῦ τινος τρόπου. Νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοι λόγοι ἀνεφέρθησαν, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐπαναλάβω, οὐσιαστικοὶ καὶ σπουδαῖοι καὶ ἴσως αὐτοὶ νὰ φέρουν, τὸ μειωμένον αὐτὸ ἐνδιαφέρον ποὺ ἐκδηλώνει ἡ περιωρισμένη παράστασις καὶ παρουσία τῶν συναδέλφων. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλα τὰ πολιτεύματα προέβλεπον πάντοτε ἐπηυξημένον ἀριθμὸν πλειοψηφίας καὶ ἄλλας διαδικαστικὰς προϋποθέσεις, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φθάσουν κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον, εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴ ἡ σημερινὴ συζήτησις, εἶναι ἀπεμπόλησις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐτηρήθησαν πάντοτε, οὔτε εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911, οὔτε ἄλλοτε, ἀλλὰ πάντως εἶναι μακροτάτη παράδοσις, συνταγματικὴ τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν κανεὶς ἐδῶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ πρότασις, διὰ τὴν ὁποίαν γίνεται τώρα ἡ συζήτησις, ὅσον σοβαρὰ καὶ ἐὰν εἶναι, ἐν τούτοις, ἀπέχει παρασάγγας ἀπὸ τὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὸ πολίτευμά μας. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους, νὰ πιστεύσουν, ὅτι ἐκφράζων τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, δὲν ἑρμηνεύω οὐδὲ πόρρωθεν κάθε σκέψιν κωλυσιεργίας ἢ τοιαύτης τινὸς προθέσεως. Ὁμιλῶ μόνον διὰ τὸ πραγματικὸν ἔργον ποὺ ἔχομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ ὅλην τὴν ἀξίαν, τὴν ἐπηυξημένην ἠθικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινῆς γνώμης πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε ἡ ἐργασία τοῦ Σώματος, ἐν σχέσει μὲ τὴν μετατροπὴν ἢ τὴν θέσιν τοῦ Συντάγματος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§51Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ, ὅτι θὰ εἶναι ἄτοπον, ἐνῷ προχωροῦμεν εἰς τὴν ἐργασίαν μας, νὰ παρεμβάλωμεν ἑκάστοτε ἄσχετα θέματα τὰ ὁποῖα, παρὰ τὸν Κανονισμόν, παρὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐμποδίζουν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν μας. Κύριοι, ἡ πρότασις ἡ ὁποία, ὑπεβλήθη, περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ ἀπαρτίας διατάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἀναλογισθῆτε, κύριοι, καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα, πῶς θὰ μᾶς κρίνουν οἱ ἐπιγενόμενοι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑποβάλλεται αὐτὴ ἡ πρότασις, μετὰ τὴν οὐσιαστικὴν διαπίστωσιν τῆς μὴ προσελεύσεως τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τούτου ἕνεκεν ἐπιζητοῦμεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν διατάξεως προστεθείσης εἰς τὸ σχέδιον καὶ ἀφορώσης τὴν νομοθετικὴν διαδικασίαν τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Στεφανόπουλος, ἀλλὰ ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς καταρρακώνει τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν τεθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ πρότασις αὐτὴ ὑπεβάλετο ἀρχικῶς, προτοῦ κἂν ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία τοῦ Συντάγματος, θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ τὴν συζητήσωμεν. Δὲν ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ συζητήσωμεν τώρα τοιαύτην πρότασιν, διότι αὐτὸ θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ διὰ νὰ προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι μας, ἐπωφελήθημεν τῆς Συνταγματικῆς αὐτῆς προτάσεως. Αὐτά, κύριοι, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου μας καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ὀρθὰ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἔπειτα παραβιάζομεν καὶ τὸν ρυθμὸν τῆς διαδικασίας. Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψίν σας. Ἡμεῖς αὐτοὶ ἐνομοθετήσαμεν διὰ τοῦ Βʹ ψηφίσματος, ὡς ἐσχάτως τοῦτο ἐτροποποιήσαμεν τὴν δικονομίαν διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Κατ’ αὐτὰ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη διὰ νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἔχομεν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος 1911, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρότασις τυχὸν συναδέλφου. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ τὰ συζητήσωμεν. Αὐτὰ θὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως συνάδελφός τις ἤθελεν ὑποβάλλει τροπολογίαν τινά, ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, διότι τὸ δικαίωμα ὑποβολῆς τροπολογιῶν ἐδόθη εἰς τὰ μέλη τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου. Ἐφ’ ὅσον οὔτε τροπολογίαν, οὔτε φραστικὴν μεταβολὴν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχομεν, οὔτε τροπολογίαν ἐγγράφως ὑποβληθεῖσαν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ τελευταίου ψηφίσματος, οὔτε τροπολογίαν κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπὸ συναδέλφων ὑποβεβλημένην, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πόθεν ἀρνούμεθα τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπιληφθῶμεν συζητήσεως ἄρθρων, μὴ θιγομένων, τοῦ Συντάγματος 1911. Ἐκτὸς ἐὰν τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ Βʹ ψήφισμα καὶ τὸ τελευταῖον, τὴν ἀνατρέψωμεν καὶ κάνομεν ὅ,τι μᾶς καπνίσῃ. Ἀλλὰ αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀναρχικὴ κατάστασις, δὲν εἶναι κατάστασις ἡ πίστις μόνων καὶ βουλευτῶν, ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, συνερχομένων ἐπὶ τὸ αὐτὸ πρὸς ἐπιτέλεσιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου ἔργου.
§52Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγένετο πρότασις, περὶ περιορισμοῦ τῆς ὁριζομένης ἀπαρτίας, διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων. Ἀντιτίθεμαι εἰς ταύτην καὶ συνταγματικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς. Εἶσθε ἡ πλειοψηφία καὶ ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§53Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, κ. συνάδελφε, εἴπομεν ποία εἶναι ἡ διαδικασία μὲ τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα.
§54Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Λεονάρδος ἔκαμε μίαν πρότασιν καὶ ἤνοιξε μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἄλλο θέμα συζητοῦμεν τώρα. Τὸ ἄρθρον 64 θὰ τὸ συζητήσωμεν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του.
§55Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι δυνάμεθα αὔριον νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος, Χαίρω διότι τὸ ζήτημα λήγει, διότι, κύριοι, ἐὰν ἐξελέγησαν 355 βουλευταὶ καὶ ὄχι μόνον 250, ἐξελέγησαν ἀκριβῶς διὰ νὰ δοθῇ κῦρος εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ θέλῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι ψηφίζομεν τὸ Σύνταγμα μόνον μὲ 30 βουλευτάς.
§56Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδεμία οὐσιώδης μεταβολή, οὔτε φραστική, προτείνεται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε παρ’ οὐδενὸς τῶν συναδέλφων εἰς ὡρισμένα ἐδάφια. Ὑπάρχουν ὅμως προσθῆκαι τινὲς ἐκ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας καὶ μόνας δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ εἶναι αἱ ἑξῆς: «Ἡ προθεσμία παρατείνεται μέχρι 5 ἡμερῶν.......» (ἀναγινώσκει).......». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἀποφανθῶμεν. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ παράτασις τῶν 3 ἡμερῶν εἰς 5. Ὁ ἀνακριτὴς ἐντὸς 3 ἡμερῶν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, περὶ ἀπολύσεως ἢ προφυλακίσεως τοῦ συλληφθέντος.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§58Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομοθετοῦμεν διὰ καταστάσεις ἐκτάκτους ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν, τῶν ὁποίων σήμερον διατελοῦμεν, ὁπότε εἶναι ἐπιβαρυμένα τὰ δικαστήρια μὲ ὅλον αὐτὸν τὸν ὄγκον τῶν κακοποιῶν. Ὁμιλοῦμεν καὶ νομοθετοῦμεν διὰ καταστάσεις ὁμαλὰς καὶ αὐτὰς θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἑτέρα προσθήκη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὸ ἄρθρον 5 εἶναι ἡ ἑξῆς: «...καὶ εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ». Ἐδῶ ἡ Ἐπιτροπὴ προσθέτει: «...τοῦ συνόλου τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Κύριοι, αἱ ἡμερήσιαι ἀποδοχαί, κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, εἶναι αἱ ἀποδοχαί, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ μισθωτός, εἴτε ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε δημόσιος. Βέβαια, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ ποσὸν τῶν 10 δραχμῶν, τοῦ Συντάγματος 1911. Λέγω, ὅμως, ὅτι δὲν δέχομαι οὔτε καὶ τὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κατωτέρου τοῦ συνόλου τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπωμεν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ δίδεται μία εὔλογος ἀποζημίωσις. Φρονῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι εὐρύτερον καὶ παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ὁρίζῃ ἀποζημίωσιν. Ἄλλωστε, εἶναι καὶ γεωργοὶ καὶ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἡμερησίας ἀποδοχὰς καὶ συνεπῶς ὁ δικαστὴς δὲν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν διὰ νὰ καθορίζῃ ἀποζημίωσιν. Ἡ προτεινομένη αὔξησις τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς προφυλακίσεως, δὲν μὲ εὑρίσκει πάλιν σύμφωνον. Φρονῶ ὅτι, δὲν θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐπεκτείνομεν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ συντάμωμεν τὰ ὅρια αὐτά. Εἶναι ὑποχρεωμένα τὰ δικαστήρια νὰ ἐργασθοῦν διὰ νὰ κατορθώσουν, ὥστε νὰ μὴ ἀπολύωμεν μετὰ 6μηνον τὸν ἀθῶον ἢ μετὰ 4μηνον τὸν προφυλακισθέντα καὶ κρατούμενον χωρὶς νὰ ἐκδίδωμεν ἀκόμη τὸ βούλευμα τῆς ὁριστικῆς παραπομπῆς.
§59Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡμᾶς δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ νομοτεχνικὴ ἄποψις τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 5. Μᾶς ἐνδιαφέρει οὐσιαστικῶς νὰ ἐξετάσωμεν εἰδικῶς τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα. Παραπονούμεθα διαρκῶς, ὅτι δὲν μᾶς παρακολουθεῖ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ δὲν μᾶς παρακολουθεῖ, διότι διαρκῶς ἐξετάζομεν θεωρητικῶς τὸ Σύνταγμα. Πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ οὐσιαστικῶς ἀπὸ τὴν ἄποψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία συγκινεῖ πράγματι τὴν κοινὴν γνώμην. Ἕνα μεγάλο θέμα, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ τὴν κοινὴν γνώμην, εἶναι τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα. Ὁ χαρακτηρισμός του, ὡς αὐτοφώρου ἀδικήματος, ἔχει ἀφεθῆ εἰς τὰ κατώτατα ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα κάμουν βαρυτάτας καταχρήσεις, ὁδηγοῦντα κατὰ χιλιάδας τὸν κόσμον εἰς τὰ κρατητήρια. Καθημερινῶς πολλοὶ ἄνθρωποι κρατοῦνται 2–3 ἡμέρας εἰς τὰ κρατητήρια, οἱ ὁποῖοι δικαζόμενοι ἀπαλλάσσονται, ἀλλὰ δημιουργεῖται ὅμως εἰς τὰς ψυχάς των, ἕνα δικαιολογημένον παράπονον. Δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον μίαν συμπλήρωσιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκφράζω τὸ παράπονόν μου, δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν μου καὶ μὲ καμμίαν δυστυχῶς αἰτιολογίαν. Λέγει, ὅτι ἀπορρίπτεται, δηλαδὴ κατ’ ἐμέ, οὔτε τὸ στοιχειῶδες τάκτ, ἔναντι ἑνὸς συναδέλφου δὲν ἐτήρησε καὶ ἐφήρμοσε μίαν καθαρῶς ἀστυνομικὴν πολιτικήν, ἀπέναντί μου, ὅπως καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα.
§60Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λάθος τῆς ὑπηρεσίας, κ. συνάδελφε, ἡ παράληψις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. συγάδελφος. Ἐν τῇ οὐσίᾳ ὅμως, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐξήτασε μετ’ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς τὴν ἀνωτέρω τροπολογίαν, καὶ ἐσκέφθη, ὅτι ναὶ μὲν γίνεται καταστρατήγησις τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρου ἀδικήματος, ἀλλὰ ὅτι, τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, δεδομένου, ὅτι ὑπάρχει καὶ σχετικὴ διάταξις εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι, δύναται διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως νὰ προφυλαχθῇ μία κατάχρησις, τότε καὶ ὁ νόμος παρουσιάζει τὴν δυνατότητα καταχρήσεων. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ δὲν προσεχώρησεν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Μπερνίτσα. Ἡ παράληψις, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ νὰ μὴ τεθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ αἰτιολογία εἰς τὴν ἀπάληψιν τῆς τροπολογίας, ὀφείλεται εἰς τὸν γραμμιατέα, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴν ἔκθεσιν.
§61Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Χαίρω πολύ, διὰ τὴν δικαιολογίαν, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω νὰ διατηρηθῇ τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα καὶ ὁ χρόνος τῆς τελέσεώς του, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζεται ἐὰν θὰ εἶναι 2 ὧραι, ἢ 24 ὧραι ἢ 3 ἡμέραι. Πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως. Δι’ αὐτὸ προτείνω, μετὰ τὰς ὑποβληθείσας συμπληρώσεις ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ ἑξῆς: «.......... ........... (ἀναγινώσκει)............».
§62Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει, κ. συνάδελφε, νόμος, ὁ ὁποῖος τὰ καθορίζει αὐτά.
§63Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ διασαφισθῇ πλήρως τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα, καὶ πότε ἔλαβε χώραν. Ἐν συνεχείᾳ, διὰ τὰ ὅρια, τὰ ἔχει προσθέσει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Εἰς τελευταίαν παράγραφον, νομίζω, ὅτι τὰ ὅρια αὐτὰ πρέπει νὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ ½. Δὲν δικαιολογεῖται νὰ παραμείνῃ τις προφυλακισμένος ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ δικασθῇ. Ἡ πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα δικάζωνται οἱ πολῖται τὸ ταχύτερον, Δι’ αὐτὸ προτείνω σύμπτυξιν τῶν προθεσμιῶν καὶ περιορισμὸν εἰς τὸ ½ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Παραβάντης.
§65Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 5 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἕνα δηλαδή, ἀπὸ τὰ θεμελιωδέστερα δικαιώματα τοῦ ἀτόμου. Ἡ περιφρούρησις τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας ὡς δικαιώματος, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863) 1911, εἶναι πλήρης. Τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄριστα δέον ἐν τούτοις νὰ συμπληρωθῇ ὡς προτείνει ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή. Εἶναι δηλαδὴ σκόπιμον καὶ ἀναγκαῖον, νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον προβλέπει παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι πέντε ἡμερῶν, αἰτήσει τοῦ προσαχθέντος ἢ ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι ὅταν πρόκειται περὶ μεγάλης δικογραφίας καὶ μεγάλης ὑποθέσεως, ἀναγκάζονται οἱ δικηγόροι καὶ ζητῶσι παράτασιν τῆς προθεσμίας τῆς ἀπολογίας τοῦ κατηγορουμένου καὶ ὁ ἀνακριτὴς εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ δίκαιον αἴτημα τοῦ συνηγόρου ἢ νὰ παραβιάσῃ τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἄλλως ὁ χρόνος τῶν 3 ἡμερῶν. Ἐκ τῆς ἰδίας δικηγορικῆς μου πείρας φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας ταύτης. Σημειωτέον ἄλλωστε, ὅτι ἡ παράτασις δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ θὰ χορηγῆται αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη, ἀφοῦ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς παρατάσεως ἐξ ἀνωτέρας βίας ἀπαιτεῖται ἄμεσος βεβαίωσις ταύτης δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ὅπως ἐπίσης πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ σχεδίου, ὅπως οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τιμωροῦνται, διωκόμενοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Τοῦτο εἶναι μία ἐπιπρόσθετος ἐγγύησις τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον ὡς γνωστόν, ἐπιβάλλει ὡρισμένας κυρώσεις, ὅτι θὰ ἐπιβληθοῦν αὗται, καὶ αἱ ὁποῖαι κυρώσεις εἶναι τριῶν εἰδῶν. Εἶναι αὗται πραγματικῶς ὑπερβολικαί, ἀλλὰ ἀνάλογοι πρὸς τὸ ἱερὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον περιφρουροῦν. Εἶναι ὅθεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δεκτὴ ἡ προσθήκη, ἡ προτεινομένη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως διώκεται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Νὰ ἐπιτρέπεται δηλαδή, ἡ ἄσκησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς καὶ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὸν ἀδικηθέντα, χαρακτηριζομένης οὕτω τῆς παραβάσεως ταύτης τῆς παρανόμου κατακρατήσεως ὡς δημοσίας τάξεως. Λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀδικήματος, προσβάλλοντος τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, φρονῶ ὅτι, εἶναι σκόπιμος καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ προσθήκη. Ἐκεῖ ὅμως, ποῦ ἀντιτίθεμαι πρὸς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, —καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου— εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως νὰ γίνῃ Συνταγματικὴ διάταξις. Θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον, τὸ θέμα τοῦτο οὐσιώδη πράγματι ἀσκοῦν ἐπιρροὴν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην. Εἶναι εὐχῆς ἔργον, νὰ φθάσωμεν εἰς τοσοῦτον πολιτισμόν, ὥστε ἡ προφυλάκισις νὰ μὴ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαραίτητος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ προβλέπεται βραχυτάτη εἰς τὸ ἀναγκαῖον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθορίζῃ ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε κοινωνικῶν συνθηκῶν. Τούτοις ἕνεκεν, εἶναι σκοπιμώτερον, ὅπως ἀντὶ ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον ὁρίζει χρόνον προφυλακίσεως καὶ ἄλλας λεπτομερείας, νὰ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν, τὴν ὑπάρχουσαν, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, καθ’ ἣν «ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν διὰ νόμου ὁριζομένων ὁρίων», νὰ ἀφεθῇ, δηλαδή, εἰς τὸν νομοθέτην, ἡ ρύθμισις τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως.
§66Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπέτυχεν ἐν τῇ πράξει.
§67Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἀπέτυχε λόγῳ παραβάσεων. Εἴτε ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ὁρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴτε ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἔχει σημασίαν, διὰ τοὺς παραβάτας.
§68Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου χρόνου προφυλακίσεως προσετέθησαν 15 παράθυρα, βάσει τῶν ὁποίων ἡ προφυλάκισις ἐξακολουθεῖ νὰ φθάνῃ εἰς ὅρια ἐξοργιστικὰ διὰ πάντα πολιτισμένον ἄνθρωπον, φθάνει εἰς 15 μῆνες καὶ 18 καὶ 20, βάσει εἰδικῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤθελεν ἢ δὲν ἤθελεν ὅλο τὸ Ἔθνος νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, διὰ τὸ ἔγκλημα κατὰ τοῦ Ἀμερικανοῦ δημοσιογράφου Πόλκ; Διατί δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ ἀνάκρισις; Διότι δὲν εἶναι δυνατόν.
§70Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἠθέλησα νὰ μακρυγορήσω, πλὴν τὰ ἤδη λεγόμενα ἀποδεικνύουν τὴν ἀνάγκην, ὅτι τὸ ζήτημα ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὸν νόμον.
§71Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχωμεν ἕναν προφυλακισμένον, τότε θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν τὸ πρᾶγμα.
§72Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ παράπονον τοῦ κ. Μπερνίτσα, ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δὲν ἀπεδέχθη τὴν προταθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ τροπολογίαν, ἐπειδὴ φέρομαι ὡς εἰσηγητὴς τῆς προτάσεώς του, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι διατυπωμένη κακῶς ἡ ἔκθεσις καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἀνατύπωσις τῆς ἐκθέσεως. Ἐν τῇ οὐσίᾳ ὅμως, δὲν παραλείπω νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι νόμος θέλει καθορίζει λεπτομερῶς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ ἀδίκημα θεωρεῖται αὐτόφωρον, ὅπως προτείνῃ ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ χωρὶς νὰ ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ δυνατότης ὑπάρχει. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἔχει λάβει ὅλα τὰ μέτρα καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν κενὰ νομοθετικά. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 168 τῆς ποινικῆς δικονομίας, τὸ ὁποῖον ρητῶς ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἕνα ἀδίκημα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι αὐτόφωρον. Πέραν τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, ἥτις ἄλλοτε πραγματικῶς ἀπησχόλησε τὴν ἐπιστήμην ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἦλθε τὸ ἄρθρον 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ρητῶς ὥρισεν τὰς περιπτώσεις τοῦ πότε ἕνα ἀδίκημα εἶναι αὐτόφωρον. Ὁρίζει τρεῖς περιπτώσεις. Ἡ 1η περίπτωσις: «Εἶναι αὐτόφωρον τὸ κακούργημα....... (ἀναγινώσκει)..................». Ἐπίσης ἐψηφίσθη ὁ νόμος 237)1914, τροποποιηθεὶς καὶ συμπληρωθεὶς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1582 τοῦ 1918 ἔτους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πράγματι, εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ πράξει, νὰ λάβουν χώραν καταχρήσεις καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε συζητήσεις εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, συζητήσεις μακραί, ἐὰν πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ ἀναγραφοῦν ἐγγυήσεις καὶ νὰ καθορισθῇ τὸ αὐτόφωρον ἀδίκημα. Ἔφθασε βουλευτὴς τότε νὰ εἴπῃ ὅτι: «Παρὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, δυστυχῶς δὲν περιφρουρήθη αὕτη». Ἕτερος δὲ βουλευτὴς ἐπρότεινε νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι: «Οὐδέποτε τὸ ἔγκλημα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ πέραν τῶν 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως». Ἐν τούτοις ὅμως, ἡ τότε Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἀπέρριψε τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ «αὐτοφώρου ἐγκλήματος» ἀφεθέντος τῷ νόμῳ. Καὶ ἐγένετο τοῦτο ὀρθῶς καὶ δικαίως, διότι δὲν εἶναι σκόπιμον καὶ διότι δὲν εἶναι πρέπον, νὰ ἀναγράφωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα λεπτομερείας. Διότι τότε θὰ ἔπρεπε καὶ δι’ ὅλα τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα νὰ καθορίζωνται λεπτομερῶς ἐν τῷ Συντάγματι. Διὰ τοῦτο ὁ τότε ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, εἶπεν, ὅτι,... (δὲν ἠκούσθη)... δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ καμμία λεπτομέρεια εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν παραβάτας καὶ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ κάμουν καταχρήσεις. Δὲν νομίζω, ὅθεν, ὅτι ὑπάρχει ὁ λόγος ἐγγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα ὁρισμῶν περὶ τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, ὅταν μάλιστα, ὡς εἴρηται, ἔχει ληφθῆ νομοθετικὴ πρόνοια διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἀτόμου εἰς περίπτωσιν αὐτοφώρου ἀδικήματος. Πρέπει δηλαδή, ὁ ἀστυφύλαξ νὰ προσαγάγῃ ἀμέσως τὸν συλλαμβανόμενον εἰς τὸ ἐγγύτερον ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἔνθα νὰ ἐξετάζηται ἀμέσως ἡ ταὐτότης του καὶ εὐθὺς μετὰ τοῦτο ἀφίεται ἐλεύθερος ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης τῆς ἀμέσου ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως. Ἐν τῇ πράξει, κύριοι, παραμένει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος, ὅτι: «Δὲν πταίουν οἱ νόμοι, ἀλλ’ οἱ ἐφαρμόζοντες τοὺς νόμους». Τὸ ὀρθώτερον εἶναι νὰ μὴ ληφθῇ οὐδεμία πρόνοια διὰ τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον τὰ τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ τυχὸν ἀτέλεια, δύναται νὰ συμπληρωθῇ διὰ νέου νόμου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§74Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προτείνω ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 προστεθῇ ἡ παράγραφος 4, τοῦ ἄρθρου 16, τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν αὕτη παρέλαβεν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ τὴν ὁποίαν, τροποποιήσασα κατά τι διετύπωσεν οὕτω: «Εἰδικὸς νόμος ὁρίζει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρέχεται ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸ Κράτος εἰς ἀδίκως προφυλακισθέντας ἢ καταδικασθέντας». Πρόκειται, κατὰ τὴν γνώμην μου, περὶ οὐσιωδεστάτης διατάξεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογὴ τοῦ ὅλου ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι εὐνόητον, ἀποτελεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§75Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε τὴν τύχην τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰς τὴν δικαστηριακὴν πρακτικήν;
§76Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κατοχυρώσωμεν. Πρὸς τοῦτο, θὰ προτείνω σαφεστέραν καὶ ρητὴν διατύπωσιν τῆς παραγράφου τῆς ἀφορώσης τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ διὰ νὰ κατανοηθῇ περισσότερον ἡ ἀνάγκη σαφεστέρας καὶ ρητῆς διατυπώσεως, θὰ ἀναφέρω παραδείγματα ἀπὸ τὴν πρᾶξιν: Πρό τινων ἐτῶν κατεδικάσθη ἐρήμην ἐπὶ κλοπῇ εἰς πέντε μηνῶν φυλάκισιν εἷς ὀνόματι Ἰωάννης Κατσούλης. Μετά τινα χρόνον συνελήφθη, δυνάμει τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἄλλος ὀνόματι Ἰωάννης Κάτσουλας, νέος ἀγαθὸς καὶ ἐργατικὸς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀνεύρεσιν ἐργασίας. Παρὰ τὰς διαμαρτυρίας του, ἐρρίφθη εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπου ἐξέτισεν οὐ μόνον τὴν ποινὴν τῶν 5 μηνῶν, ἀλλὰ καὶ δύο μῆνας ἐπὶ πλέον, διότι δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Καὶ τὸ χείριστον ἦτο τὸ ὅτι κατεγράφη εἰς τὸ Μητρῶον ὡς κλέπτης καὶ ἐσημάνθη ὡς τοιοῦτος ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Σημάνσεως. Τὸ δὲ καταπληκτικώτερον εἶναι τὸ ὅτι ὁ πραγματικὸς δράστης προσελθὼν ἤσκησεν ἀνακοπὴν καί, ἐπαναληφθείσης τῆς δίκης, κατεδικάσθη εἰς δέκα ἡμερῶν φυλάκισιν μόνον. Ὁ ἀτυχὴς Ἰωάννης Κάτσουλας, ἐξελθὼν τῶν φυλακῶν μὲ ἠλαττωμένην τὴν διανοητικήν του κατάστασιν ἀπὸ τὴν περιπέτειάν του αὐτήν, μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοῦ διηγήθη τὴν μεγάλην ἀδικίαν, ἡ ὁποία τοῦ προσεγένετο ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν προσέφυγα μετ’ αὐτοῦ, δὲν ἐφάνη ὅτι συνεκινήθη καὶ πολύ. Μὲ ἐπιμόνους προσπαθείας τὴν ἐπείσαμεν ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα καὶ διαγραφῇ, τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὸ Ποινικὸν Μητρῶον καὶ ἀπὸ τὴν Σήμανσιν ὁ Ἰωάννης Κάτσουλας ὡς κλέπτης. Καὶ τοῦτο ἐπετεύχθη μετὰ προσπαθείας πολλῶν μηνῶν. Ἴσχυε τότε νόμος, ὅπως ἰσχύει καὶ τώρα, κατὰ τὸν ὁποῖον, οἱ ἀδίκως προφυλακιζόμενοι καὶ καταδικαζόμενοι ἀποζημιοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἤγειρεν ὁ Κάτσουλας ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δικαστήριον ἀπεφάνθη ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εὐθύνεται διὰ τὰς ἀδίκους ἐνεργείας τῶν ὀργάνων αὐτοῦ. Βλέπετε ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐπαφιέμεθα εἰς τὸν νόμον, ἀναγράφοντες εἰς τὴν διάταξιν: «Εἰδικὸς νόμος ὁρίζει κλπ.». Πλανώμεθα, νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ τὶ τὸ θετικὸν ἀπὸ μίαν τοιαύτην διάταξιν. Πρέπει ρητῶς νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα ἀνορθώσεως τῆς ζημίας εἰς τὸν ἀδικούμενον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους ὅπως ἀποζημιώσῃ. Εἶναι βεβαίως πάρα πολλοί, οἱ ἀδίκως προφυλακισθέντες καὶ καταδικασθέντες κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθὸν καὶ τὸ παρόν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Θὰ θέσωμεν τὸ Κράτος εἰς κίνδυνον νὰ ἀποζημιώσῃ τόσους ἀδίκως προφυλακιζομένους καὶ ἀδίκως καταδικαζομένους; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου συγκρούονται δύο ἀρχαί· ἡ ἠθικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος, ὡς κατ’ ἐξοχὴν Ἠθικὸν Πρόσωπον, ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ἀδικηθέντας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἡ σκοπιμότης ὅπως μὴ ὑποβάλωμεν τὸ Κράτος εἰς κίνδυνον μεγάλων δαπανῶν. Ἡμεῖς, ὡς Συντακτικὸς Νομοθέτης, ποίαν ἐκ τῶν δύο θὰ προτιμήσωμεν; Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν πρώτην καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ ἐκκινήσωμεν εἰς τὰς σκέψεις μας, καὶ τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ Κράτος ἔχει τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν νὰ εἶναι προσεκτικώτερον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὀργάνων καὶ νὰ ἐξευρίσκῃ τὸν κατάλληλον «προστησάμενον». Ἐπὶ πλέον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος μιᾶς ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται, δυνάμει τοῦ νόμου, πάντες. Κατὰ περισσότερον λόγον πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς αὐτὴν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Ἠθικὸν Πρόσωπον, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδειγματίζωνται ὅλοι οἱ πολῖται. Ἡ σαφήνεια, ἄλλως τε, μιᾶς διατάξεως, δὲν ἀφήνει καὶ μεγάλο περιθώριον εἰς τὸν δικαστὴν νὰ κρίνῃ κατὰ τὰς ἀτομικάς του ἀντιλήψεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἀπόλυτον πεποίθησιν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐνεφανίσθησαν δικαστικαὶ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπεστέρησαν τῆς εὐχαριστήσεως, ὅπως ἔχωμεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν δικαστήν. Καὶ εἰς τὰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις τῆς Δικαιοσύνης ἴσως νὰ συντελῇ καὶ τὸ ὅτι ὁ Ἕλλην δικαστὴς δὲν ἔχει προπαρασκευασθῆ δεόντως διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ πολλάκις νομίζει τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς ὡς προσωπικήν του ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἀπονέμει κατὰ τὰς συμπαθείας του ἢ ἀντιπαθείας του. Ἡ ἄσκησις τῆς δικαιοσύνης δὲν ἀπαιτεῖ μόνον γνώσεις, ἀλλὰ καὶ ψυχικὴν καὶ πνευματικὴν διάπλασιν τοῦ ἀσκοῦντος αὐτήν. Δι’ αὐτὸ, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος περὶ «Δικαστικῆς Ἐξουσίας» εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ Ἐπιτροπήν, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν: Ἐπρότεινα ὅπως προσὸν ἀπαραίτητον διὰ τὸν διορισμὸν δικαστοῦ εἶναι καὶ ἡ ἀποφοίτησις ἀπὸ εἰδικὴν σχολήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ προπαρασκευάζεται διὰ τὴν θέσιν αὐτὴν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας. Ὅπως οἱ στρατιῶται τοῦ Κράτους, οἱ ἀξιωματικοί, εἰσέρχονται ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας εἰς εἰδικὴν σχολήν, ὅπως οἱ στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ, οἱ κληρικοί, οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ τῆς Ἐκκλησίας προπαρασκευάζονται ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας εἰς Ἱερατικὰς Σχολάς, οὕτω καὶ οἱ ἱερεῖς τῆς Θέμιδος θὰ ἠδύναντο νὰ προπαρασκευάζωνται ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας ποικιλοτρόπως, διὰ νὰ γίνουν δικασταὶ ἀντάξιοι τῆς μεγάλης ἀποστολῆς των καὶ διὰ νὰ ἀπονέμουν πράγματι δικαιοσύνην.
§77Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἰς αὐτὸ δὲν συμφωνῶ μαζύ σας. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ κακοὶ δικασταὶ ἀποτελοῦν τὴν ἐξαίρεσιν, καὶ ὄχι τὸν κανόνα.
§78Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτέ ποτε. Τώρα, οἱ καλοὶ δικασταὶ ἀποτελοῦν νησῖδας εἰς το τέλμα.
§79Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις καὶ ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ ὁ κανὼν εἶναι ὅτι οἱ δικασταὶ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς των.
§80Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντάζεσθε, βεβαίως, κύριοι βουλευταί, πόσον δύσκολος εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἐπικρίνοντος, ὁσονδήποτε δικαίως καὶ ἂν ἐπικρίνῃ. Οἱ κ. ὑπουργοὶ ἔχουν λάβει τὴν εὔκολον ὄψιν τοῦ ζητήματος. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ἠδυνάμην ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὴν θέσιν αὐτήν. Εἶναι πολὺ εὐχάριστον τὸ ἐγκωμιάζειν, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ τῆς Δικαιοσύνης μας.
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ δὲν εἶναι δύσκολος ἡ θέσις τοῦ κόλακος; Ὅλοι οἱ παλαιοὶ δικηγόροι ἰσχυριζόμεθα ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ εἶναι οἱ ἠθικώτεροι δικασταὶ τῆς Ὑφηλίου. Τὸ σφάλμα ἦτο, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ ἰσοβιότης ἀπὸ τὸ 1837 καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφαρμόζεται ὁ νόμος «περὶ ἐμμίσθων παρέδρων» τοῦ 1897. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, οἱ ἠθικοὶ δικασταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὁ κανών,
§82Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ κόλακος, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην ἐκ πείρας ἀτομικῆς μου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διότι οὐδέποτε κατώρθωσα νὰ βρεθῶ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν.
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπα διὰ σᾶς.
§84Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον! Ἐὰν, πράγματι, πιστεύωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου 5, πρέπει νὰ καταστήσωμεν τοῦτο ἐφαρμοστέον. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουν αἱ ἐν αὐτῷ διατάξεις, ἐν αἷς καὶ ἡ περὶ «ἄνευ τινὸς ἀναβολῆς» προσαγωγὴ τοῦ συλλαμβανομένου εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἢ ἡ περὶ ὑποχρεωτικῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ μετὰ πάροδον προθεσμίας τινός, ἐφ’ ὅσον αὗται οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν ἐν τῇ πράξει, παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, τῶν ἀσκούντων τὴν δικηγορίαν, νὰ εἴπῃ ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐνδείκνυται ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ταύτης τροποποιουμένης εἰς διατύπωσιν ρητὴν καὶ συγκεκριμένην, διότι, ὡς ἔχει, δὲν προσθέτει καὶ πολλὰ πράγματα εἰς τὴν ἐφιστῶσαν κατάστασιν. Ὁ εἰδικὸς νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ, ὑπάρχει ἤδη ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ οὐδέποτε, ὡς εἶπον, ἐφηρμόσθη. Ἡ διάταξις πρέπει νὰ δημιουργῇ ρητῶς δικαίωμα τοῦ ἀδικουμένου εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς τοῦτο. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ διασφαλίζει ἡ ἑξῆς διατύπωσις: «Ὁ ἀδίκως προφυλακιζόμενος ἢ καταδικαζόμενος δικαιοῦται ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους». Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ χρήζει συμπληρώσεώς τινος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν κίνδυνον μεγάλων δαπανῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκτίθεται τὸ Κράτος καί, ἀφ’ ἑτέρου, νὰ ἀπαλλάξωμεν τὰ ἁρμόδια ὄργανα αὐτοῦ τοῦ φόβου τῆς εὐθύνης των, εἰς περίπτωσιν ἀδίκου προφυλακίσεως ἢ καταδίκης, καὶ εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἐνδεχόμενον νὰ προτιμήσουν τὴν ἀπόλυσιν ἢ ἀδικαιολόγητον ἀπαλλαγήν. Αἰσθάνομαι ὅμως, δυσχέρειαν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς συμπληρώσεως αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν βοήθειάν σας καὶ ἐν συνεργασίᾳ ὅλων μας νὰ εὕρωμεν τὴν κατάλληλον λύσιν. Νομίζω, ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ μᾶς διευκολύνῃ, ἐὰν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἐν προκειμένῳ δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις: εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν ἡ ἄδικος σύλληψις ἢ ἡ καταδίκη ὀφείλεται εἰς δόλον, ἢ εἰς πεῖσμα, ἢ εἰς κακότητα, ἢ εἰς ἀδικαιολόγητον ἀμέλειαν τοῦ ἁρμοδίου ὀργάνου τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀπίθανον, ἤ, τοὐλάχιστον, σπάνιον, καὶ ἡ συνήθης περίπτωσις τῆς ἐκ καλῆς πίστεως καὶ ἐσφαλμένης πεποιθήσεως σύλληψις ἢ καταδίκη. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ Κράτος πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ἀποζημίωσιν, δυνάμενον μετὰ ταῦτα νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ κακοῦ ὑπαλλήλου του. Ἡ δευτέρα περίπτωσις ἐμφανίζει πολλὰς δυσκολίας. Βλέπω τὸν ἐξ Ἀθηνῶν ἀξιότιμον συνάδελφον κινοῦντα τὴν κεφαλήν του, ὡς ἐὰν νὰ ἐκδηλώνῃ ἀπορίαν. Εἴπομεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκθέσωμεν τὸ Κράτος εἰς κίνδυνον μεγάλων ἀποζημιώσεων. Κύριοι, εἶπον ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο συγκρουομένων ἀρχῶν, τῆς ἀρχῆς τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς σκοπιμότητος. Νὰ θεωρήσωμεν τὴν σκοπιμότητα ὡς ἀρχὴν καὶ νὰ θέσωμεν τὸ Κράτος ἐκτός...
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ κάμω πίσω σκιάζομαι, νὰ κάμω μπρὸς φοβᾶμαι...
§86Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἢ νὰ θέσωμεν τὸ Κράτος ὑπεράνω τῶν στοιχειωδῶν ἠθικῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὅλοι ὑπόκεινται, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς πολίτας ἐκτεθειμένους εἰς αὐθαίρετον προφυλάκισιν καὶ εἰς ἄδικον καταδίκην. Θὰ ἦτο, βεβαίως, ὀρθότερον καὶ ἀσφαλέστερον, ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπετέλει τὸν τελευταῖον κρῖκον ἁλύσεως ἄλλων μεταρρυθμίσεων καὶ ἄλλων διατάξεων. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος θέματος. Ἀλλὰ ἕως ὅτου γίνουν αὐτά, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν προσωρινὴν μέριμναν, διὰ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτείνω.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ κάμωμεν καλυτέρους ἀκόμη δικαστάς.
§88Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ εἶπα. Ἀπαιτεῖ ὅμως πολὺν χρόνον. Τώρα, ἐφ’ ὅσον συντάσσομεν Σύνταγμα, ἂς θέσωμεν τοὐλάχιστον γενικὰς ἀρχάς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προστατεύωνται αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι καὶ νὰ ἐναρμονίζωνται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους δικαίου, περὶ οὗ ὅλοι ὁμιλοῦμεν. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ καὶ μία ἄλλη μικρὰ παρέκβασις. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος, περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπρότεινα ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸ καὶ αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ διοικούμενος ζημιοῦται ἐκ πράξεως ἢ παραλείψεως τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἱδρυομένου πρὸς τοῦτο καὶ ἑτέρου Τμήματος. Τοιουτοτρόπως, ὁ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους ζημιούμενος πολίτης θὰ ἀποφεύγῃ τὴν μακροχρόνιον ταλαιπωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκειται ὅταν προσφεύγῃ εἰς τὴν δικονομικομανῆ ἀστικὴν δικαιοσύνην. Ὡς γνωρίζετε, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ διαδικασία μιᾶς ὑποθέσεως προωθεῖται αὐτεπαγγέλτως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς αἰτήσεως ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου. Εἶναι, ἄλλωστε, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἁρμοδιώτερον νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, κατὰ παράβασιν τῶν ὁποίων τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ζημιοῦν τὸν πολίτην. Ἐν ὄψει ὅλων αὐτῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ ἀδίκως προφυλακιζόμενος ἢ καταδικαζόμενος πρέπει νὰ ἀποζημιοῦται, νὰ διατυπώσωμεν ὅλοι ὁμοῦ ἐν συνεργασίᾳ τὴν συμπλήρωσιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται διατάξεως. Ἐδῶ εὑρισκόμεθα ὄχι μόνον νὰ διαφωνῶμεν ἢ νὰ ἐκδηλώνωμεν ἀντιθέσεις, ἀλλὰ νὰ συσκεπτώμεθα καὶ νὰ συμφωνῶμεν. Ἐρωτῶ, λοιπόν, πῶς πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις αὐτή;
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς λεπτομερείας θέλει καθορίσει ὁ νόμος.
§90Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐκδικάζωνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας αἱ περιπτώσεις αὐταί;
§91Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσθέσωμεν «κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἢ κατὰ τὰς περὶ τοῦ προστήσαντος ἀρχάς;»
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ νὰ καταργήσωμεν ὅλας τὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀφήσωμεν μόνον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας!
§93Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπαγωγὴ μιᾶς ἀκόμη κατηγορίας περιπτώσεων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν σημαίνει κατάργησιν ὅλων τῶν Ἀρχῶν τοῦ κράτους. Ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἔχουν ὑπαχθῆ ἤδη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου αἱ περιπτώσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ πράξεις ἢ παραλείψεις τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰ Διοικητικὰ Δικαστήρια εὐθὺς ὡς ἱδρυθοῦν αὐτά, ὅπως συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ, τῆς ὁποίας τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀποτελεῖ ἐν πολλοῖς πρότυπον τοῦ ἰδικοῦ μας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ τοὺς δισταγμούς, τοὺς ὁποίους ἐκδηλώνει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὁμολογῶ ὅτι συναντῶ δυσχέρειαν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς συμπληρώσεως τῆς διατάξεως.
§94Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τὴν κατοχυρώνομεν συνταγματικῶς. Ὁ περαιτέρω καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἡ ἐκδίκασις αὐτῆς εἶναι ἔργον δικαστικόν καί, συνεπῶς, ὁ νόμος θέλει ὁρίσῃ περαιτέρω τὸν τρόπον καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως.
§95Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὴν γνώμην καὶ ἄλλων.
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡς ὁ νόμος ὁρίσῃ.
§97Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν δύο νόμοι διὰ τὴν προστασίαν των.
§98Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, ἂς προσθέσωμεν «ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσῃ». Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως εἶναι, ὅτι ὁ ἀδίκως προφυλακιζόμενος ἢ ἀδίκως καταδικαζόμενος δικαιοῦται ἀποζημιώσεως, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ τὴν τοῦ Συντάγματος 1927, ἡ καθιέρωσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἐπαφίεται εἰς τὸν νομοθέτην. Χαίρω πολύ, διότι συνεφωνήσαμεν ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας διὰ ρητῶν καὶ συγκεκριμένων διατάξεων καὶ ὄχι δι’ ἀορίστων. Ἐγχειρίζω τὴν διατύπωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἁλιβιζᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§100Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, πρέπει κατὰ βάσιν νὰ γίνουν δεκταὶ ἴσως μὲ 2 προσθήκας. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, εἶναι μία παλαιὰ διάταξις, περιεχομένη ἤδη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 σκοπίμως, καὶ ἀφορᾷ μίαν ἐπὶ πλέον προστασίαν τῶν συλλαμβανομένων, οἱ ὁποῖοι ἐλλείψει προθεσμίας ποινικῆς, κινδυνεύουν νὰ ... (δὲν ἠκούσθη) ... ἐκδιδόμενον ἔνταλμα. Ἡ τροποποίησις, ἡ περαιτέρω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ἐντελῶς τυπική. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ προσθήκη τῆς τελευταίας παραγράφου, ἡ γενομένη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν καθιέρωσιν ὁρίων πέραν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἡ προφυλάκισις. Θὰ ἦτο ἴσως σκόπιμον, νὰ προστεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπὸ μέρους τῶν δικαστῶν. Διὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως καθιεροῦται ἡ ποινικὴ εὐθύνη τῶν παραβαινόντων τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 5, διὰ τῆς καθιερώσεως ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται προκειμένου νὰ καθορισθῇ ἡ ποινικὴ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων, ἡ ὕπαρξις δόλου. Νομίζω, ὅτι, αὐτὰς μόνον τὰς προσθήκας εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, δέον νὰ κάμῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ὅλον τὸ ἄρθρον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 5 ὡς ἔχει τροποποιηθῆ ὑπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἡ ὑφισταμένη εἰς τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖται δολία προαίρεσις διὰ νὰ ὑπέχῃ ποινικὴν εὐθύνην ὁ παραβαίνων τὰς σχετικὰς διατάξεις δικαστὴς ἢ δημόσιος λειτουργός. Ἐὰν γίνῃ καὶ ἡ προσθήκη αὐτὴ, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι πλῆρες ὡς συνεπληρώθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ.;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 1,05′ π.μ.)