1948.07.20~100
1.336 στίχοι ·
10.532 λέξεις ·
66 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #100.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 100ὴ
Τρίτη 20 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. — Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν, ἐρωτᾶτε τὴν Βουλήν: «Δέχεσθε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν». Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Βεβαίως κατὰ τὴν ὑμετέραν κρίσιν ἀπεφάνθητε, ὅτι οἱ ἐγερθέντες ἦσαν περισσότεροι. Ἡμεῖς ὅμως προέβημεν ἀμέσως εἰς ἀντιρρήσεις καὶ ἀντὶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀντιρρήσεις μας προέβητε εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς, κατὰ τρόπον ποὺ ἐνομίσαμεν ὅτι, διακόψατε τὴν συνεδρίασιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι δὲν εἶχα ἀντιληφθῆ, ὅτι εἴχατε ἀντιρρήσεις, διότι ἐὰν τὸ εἶχα ἀντιληφθῆ, θὰ ἐζητοῦσα τὴν ἀντιστροφὴν τῆς ψηφοφορίας. Συνεπῶς, ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ ὡς ἔχουν.
§5Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§6Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο ἀντίθετος καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενομένη ἡ πρότασις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ ὡς ἔχουν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων 3–20 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§8Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν πρὸ ἡμερῶν ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος, ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς προτάσεως καὶ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη γενικωτέρα, πολιτική, Ἐθνική, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἠθικῆς αὐτῆς ἀποστολῆς τοῦ Σώματος, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅπως ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον αὐτό. Εἶναι ἀναγκαῖον ὅπως ἀρθῇ, μία ψευδὴς καὶ πεπλανημένη ἐντύπωσις ἡ ὁποία ὑπάρχει ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ὅτι τάχα παρασκευάζομεν νέον καταστατικὸν χάρτην, ὅτι τάχα ἡ Βουλὴ ἡ ἀναθεωρητική, συντάσσει νέον Σύνταγμα. Ἐλέχθη εὐστόχως κάτι παρόμοιον καὶ παρὰ ξένου ἱστορικοῦ. Ἐπανέλαβε δὲ καὶ ὁ ἰδικός μας μεγάλος ἱστορικός, ὁ Παπαρρηγόπουλος. Ὁ λαὸς, ὁ γιγνώσκων καὶ μελετῶν τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, κρίνει σχεδὸν πάντοτε ἀσφαλέστατα περὶ τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὅρων τῆς προόδου καὶ τῆς εὐτυχίας αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνοντες, συζητοῦντες Σύνταγμα, νὰ ἀναδράμωμεν προχείρως, φευγαλέως, εἰς τὴν πρόσφατον Συνταγματικήν μας ἱστορίαν. Μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, μετὰ τὴν ἀναθεώρησίν του, παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1911, ἡ ὁποία ὡς γνωστόν, ἦτο Βουλὴ συντεθειμένη ἀπὸ μίαν παράταξιν, διότι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ παλαιὰ κόμματα εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1910 ἡττήθησαν καὶ δὲν μετέσχον τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ, ἡ ἀναθεωρητική, ἦτο σχεδὸν ὅπως θὰ ἐλέγαμεν καὶ ἡ σημερινή, διότι τοιαῦτα τινὰ ὑποστηρίζονται καὶ σήμερον ἀπὸ ἐξωκοινοβουλευτικοὺς ἀπροσδοκήτους καὶ ἀπιθάνους ὑπερμάχους τῶν Δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι τάχα καὶ ἡ Βουλὴ ἡ σημερινή, δὲν εἶναι ἀντιπροσωπευτική. Ἐγὼ τότε, διότι ἤμην καὶ ἐγὼ νεώτερος τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ θέλησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διερμηνεύετο μόνον ἀπὸ τὸν κ. Κουλουμβάκην. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅμως, ἀνεγνωρίσθη πράγματι ὡς ἔγκυρον, διότι ἐγένετο κατόπιν εἰδικῆς μελέτης παρὰ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐγένετο κατόπιν ὑποβολῆς ὡρισμένων σχεδίων παρ’ ὅλων τῶν κομμάτων καὶ τῶν παλαιῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μετέσχον τῆς Βουλῆς. Καίτοι δέ, δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐγένετο πλήρης. Καὶ ὅταν ἐδημοσιεύθη τοῦτο, ἐδημοσιεύθη ὡς Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς δευτέρας Ἐθνικῆς συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων τοῦ 1863. Ἐὰν παρατηρήσητε εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, τοῦ Συντάγματος, θὰ ἴδητε ἐπὶ κεφαλῆς: «... (ἀναγινώσκει) Ἡ Συντακτικὴ συνέλευσις τοῦ 1863 καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα, τὸν καταστατικὸν χάρτην τοῦ πολιτεύματός μας, ὁ ὁποῖος φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας ὅπως ἔχουν εἴπει ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐδημοσιεύθη τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τοῦ 1863 ὡς Σύνταγμα Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἀναθεώρησε δὲ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ ἡ Βουλὴ τοῦ 1911. Ἐπὶ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δὲν ἐγεννήθη ἄλλο ζήτημα Συνταγματικόν, παρὰ κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ὅταν ἐδημιουργήθη ἡ κρίσις, ἡ ἐσωτερική. Μόνον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς διαλύσεως τῆς προνομίας τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο ἡ μάχη μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν κόσμων. Ἡ μὲν μία πλευρὰ ὑπεστήριζεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν Βουλήν, ἡ ἄλλη, ὑπεστήριζεν ὅτι ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς ἐπ’ ἄπειρον νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὅταν διαπιστοῦτο διαφωνία μεταξὺ κοινῆς γνώμης καὶ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1920 κληθεῖσα ὡς νομοθετικὴ Βουλή, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπελήφθη τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐκείνης—εἶναι ἐδῶ εἰς τὰ ἀρχεῖα—ἦσαν ἀξιόλογοι Ἐγένοντο συζητήσεις ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ἄρθρων. Ἐγένοντο συζητήσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ἐγένετο ἐργασία ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν δημοσίων καὶ τῶν ἀφορώντων τὸν δημόσιον βίον τῶν Ἑλλήνων. Κατόπιν ὅταν ἐπὶ ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, εἰς τὴν Συντακτικὴν Βουλὴν τοῦ 1924 συνεκροτήθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς Ἀνδρέα Μιχαλακοπούλου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δημοσιευθῆ εἰς τὰ σχετικὰ πρακτικά. Ἐπίσης κατηρτίσθη τὸ πρῶτον Σύνταγμα ἀπὸ μίαν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν ὁ Πάγκαλος περιεβλήθη τὸν μανδύαν ἐδημοσίευσεν ἕνα Σύνταγμα. Ἔπειτα ἦλθεν ὁ Κονδύλης καὶ ἐδημοσίευσεν ἄλλο καὶ τέλος τὸ 1927 ἦλθεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1927 καὶ κατήρτισε τὸ γνωστὸν Σύνταγμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Μετὰ τὸ 1927 ὅταν τὸ 1932 Κυβερνοῦσε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1932, ὅτε εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις καὶ ὅταν εἶχεν ἀναπτυχθῆ μία ὑπερεξέγερσις τοῦ Δημοσιοϋπαλληλικοῦ Συνδικαλισμοῦ, καὶ μία κατάστασις ἐξαιρετικῶς κρίσιμος διὰ τὴν ἐλευθεροτυπίαν, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἶπε τότε, συζητοῦμεν ἐπὶ νομοσχεδίου τροποποιητικοῦ τοῦ νόμου περὶ ἐλευθεροτυπίας: «....... (ἀναγινώσκει).......». Τότε τὸ πρῶτον, ἐγεννήθη τὸ γνωστὸν ζήτημα τῆς τονώσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅταν παραιτηθείσης τῆς Κυβερνήσεως Παπαναστασίου ὁ Μιχαλακόπουλος ὡς ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἀνέπτυξε τὸ θέμα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὸ εἶχεν ἀναπτύξει ὁ Βενιζέλος, ὁ Παπαναστασίου. Ἐχαρακτήρισε δὲ ὡς τάσεις δικτατορικὰς τὰς δηλώσεις περὶ ἐπιδιώξεως ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τονωθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Καὶ εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν του, ὁ Παπαναστασίου τότε ἔλεγε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην Συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, ἀνάγκην ἔχομεν νὰ ἀνασυντάξωμεν τὰς ὑπαρχούσας Συνταγματικὰς διατάξεις, διότι δὲν ἔχομεν πίστιν κοινοβουλευτικήν, συνείδησιν Δημοκρατικήν. Δὲν ἔχομεν πίστιν καὶ συνείδησιν κοινοβουλευτικήν. Ἐπηκολούθησεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1932 καὶ τὸ κίνημα κατὰ τὸ 1933 καὶ ὅταν ὁ ἀείμνηστος Βενιζέλος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπαντοῦσεν εἰς κατηγορίαν ἡ ὁποία διετυπώθη ἐναντίον του ὅτι δῆθεν ἐνίσχυσε τὸ κίνημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἐπεδιώκετο ὁ στραγγαλισμὸς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι συνηντήθη μὲ τὸν κ. Μάξιμον, τὴν 6ην Μαρτίου 1933, καὶ παρεκάλεσα τὸν ἀείμνηστον Παναγῆ Τσαλδάρη πρίν ἡ Κυβέρνησις τῶν στρατιωτικῶν παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν ἤθελε νὰ συνεννοηθοῦν διὰ τὴν ἐνέργειαν Συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι πράγματι, ἔπρεπε νὰ γίνουν Συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, καὶ τῶν κεφαλαίων τῶν ἀφορώντων τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰς ἀτομικάς. Ἀλλὰ μήπως τὰς σκέψεις αὐτὰς τοῦ Βενιζέλου δὲν τὰς υἱοθέτησε καὶ ἡ ἀντίθετος παράταξις μετὰ τὸ κίνημα τοῦ 1935; Εἶναι γνωστὸν ὅτι συνεκροτήθη εἰδικὴ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας μετέσχον καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰσαγάγει, εἶχον υἱοθετήσει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ δικαιώματος ὅπως ἀναστέλλῃ εἰς περίπτωσιν διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας. Δι’ αὐτὸ τὴν πρωίαν διέκοψα τὸν κ. Καλλίαν καὶ παρετήρησα ὅτι αὐτὰ περιλαμβάνονται καὶ εἰς ἄλλα μεταπολεμικὰ Συντάγματα. Ἡ σπουδαία μεταρρύθμισις τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων εἶναι πράγματι αὐτὴ ἡ ὁποία παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀναστέλλῃ τὰς διατάξεις περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν εἰς περίπτωσιν διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως ἢ ἀπειλῆς διαταράξεως. Εἶπεν σήμερον ὁ κ. Καλλίας ὅτι δὲν ἠξεύρομεν τί θὰ γίνῃ αὔριον. Σήμερον εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ κινδύνου τῆς ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ κοινωνικοῦ, τοῦ ἀστικοῦ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐμπράκτου ἐκδηλώσεως τῆς κομμουνιστικῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ Βενιζέλος ἠθέλησε τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων αὐτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας, τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων.
§9Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. Καλλίας ἔκαμε κριτικὴν τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας καὶ αὐτὴν ἀντέκρουσε. Ὑπάρχει σύγχυσις.
§10Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀποκλείεται ἡ κατάχρησις. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ εἶχα διορισθῆ μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν παρηκολούθησα τὰς ἐργασίας της. Παρηκολούθησα ὅμως μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν τὴν γενικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ ὀφείλω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὑπευθύνως τρόπον τινά, στηριζόμενος εἰς κἄποιαν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ ἐξάρω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὡς ἐπίσης τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγήθησαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος οἱ κ.κ. εἰδικοὶ εἰσηγηταί. Ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τοῦ δημοσίου δικαίου ἐπέφερεν οὐσιώδεις τροποποιήσεις. Πρῶτον εἰς τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν τὸν συνεταιρισμόν, τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον βέβαια ἔχει συζητηθῆ διὰ μακρῶν καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ συντάσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκλεισθῇ τὸ ἐπαγγελματικῶς συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι—αὐτὰ ἔχουν λεχθῆ κατ’ ἐπανάληψιν—εἶναι φορεὺς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν δύναται, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Βενόπουλος, νὰ τὴν μεταχειρίζεται ὡς ὅπλον ἐναντίον τοῦ Κράτους καὶ νὰ παραλύσῃ τὴν κρατικὴν μηχανήν. Τοῦτο ἔχει ἰσχύσει καὶ ἀλλοῦ καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ περιορισμός. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν περὶ τύπου, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ὀρθῶς γίνεται εἰσήγησις παύσεως τῶν ἐφημερίδων, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ μακαρίτης Παπαναστασίου εἶχεν εἰσηγηθῆ ὡς Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ 1926. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καθορίζεται ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἔναντι τοῦ νόμου καὶ ἡ λεγομένη φορολογικὴ δικαιοσύνη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι τὸ δεύτερον νομίζω ὅτι πράγματι δὲν πρέπει νὰ σημειώνεται ἢ ἐγὼ νομίζω ὅτι πράγματι δὲν πρέπει νὰ σημειώνεται ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ ἄρθρον 3 καὶ θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἴσως εἰδικὴ διάταξις, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 7. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 7 παρενέβαλε διάταξιν ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τρόπον ἀρτιώτερον εἰς τὸ ἄρθρον 106 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 θὰ πρέπει ἐκεῖ ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ ἀπαλειφθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰσότητα, τὸ ἄρθρον 3 τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὅμοιον ἄρθρον 7 τοῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Παρετήρησα τὴν πρωίαν ὅτι ἡ λέξις «ἀπολύτου» ἐπροκάλεσε κἄποιαν δυσφορίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ἀλλ’ εἶναι διατυπωμένη καὶ εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τὰ δημοκρατικά. Ἀκόμη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἀνατολικῆς χέρσου Ἑλλάδος τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐπαναστάσεως ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὐτὴ τὴν ὁποίαν εἶχον ἀντιγράψει ἀπὸ τὴν διακήρυξιν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Τώρα νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ ἀποχωρισθῇ καὶ νὰ περιληφθῇ κατωτέρω. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 27 εἶχε τεθῆ διάταξις καθ’ ἥν: «.... (Ἀναγινώσκει) .... πλὴν μεταλλίων πολέμου». Νομίζω ὅτι δὲν βλάπτει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ «πλὴν μεταλλίων πολέμου». Κύριοι βουλευταί, αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Ὑπέμνησα κάτι ποὺ εἶχεν εἴπει ὁ Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου. Ἔχομεν ἀνάγκην πίστεως, ἔχομεν ἀνάγκην συνειδήσεως συνταγματικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς. Διότι καὶ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἔξω ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται ὡς μοναδικοὶ κηδεμόνες τῆς δημοσίας μας ζωῆς καὶ εἰδικοὶ ἐμπειρογνώμονες, εἶναι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς 4ης Αὐγούστου ἔγραφον ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπαντῶντες εἰς ἄρθρον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἔλεγεν ὁ κ. Παπανδρέου: «................ ....................... (ἀναγινώσκει) .......................». Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐλευθερίαι. Εἶναι ἐλευθερίαι διεφθαρμέναι, παρεξηγημέναι, ἐλευθερίαι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ σαρωθοῦν διὰ νὰ δώσουν τὴν θέσιν των εἰς ἕνα δίκαιον, τίμιον καὶ αὐστηρὸν Κράτος τὸ ὁποῖον θὰ παρασκευάσῃ καὶ κόσμον ἰθύνοντα καὶ κοινωνία καλήν». Ἰδοὺ διατὶ παρεσκευάσθη ἡ 4η Αὐγούστου. Εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ὁμιλοῦν, δυστυχῶς καὶ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας περὶ δικαιώματος τοῦ Στέμματος νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τάχα δύναται καὶ νὰ περιφρονήσῃ τὴν Βουλήν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ σωθῇ ὁ τόπος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σωθῇ ἡ Βουλή, ἡ Βουλὴ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐντιμότερον τρόπον, ποὺ ἔχει ἀναγνωρισθῆ παγκοσμίως, ἔπειτα ἀπὸ γνησίας ἐκλογάς, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Διότι ἔχει ἀνάγκην τὸ Ἔθνος, ὅπως ἔλεγεν ὁ κ. Παπανδρέου εἰς τὸν λόγον του τὸν ἀπελευθερωτικόν, νὰ ἀποκτήσῃ ὁριστικὸν πολίτευμα, νὰ ἀποκτήσῃ ὁριστικὸν καταστατικὸν χάρτην, ὁ ὁποῖος βέβαια ἔχει καὶ ἠθικὴν ἀξίαν. Διότι πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν μίαν ἀκόμη φοράν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν πραγματικὴν πίστιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἔχωμεν ὑπακοὴν ὄχι ὁσάκις, τέλος πάντων, κρίνομεν ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Πρέπει διὰ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς Πατρίδος νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὅλας τὰς λεγομένας ἀτομικὰς ἐλευθερίας; (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§12Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας, εἶναι μία συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται πρωθυστέρως. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι προκειμένου νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς διατάξεις περὶ ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας. Διότι ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτάς, ἐξαρτῶνται καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι συνταγματικαὶ διατάξεις. Δὲν νομίζω, πράγματι, ὅτι ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων, μία συνταγματικὴ πεῖρα, ἡ ὁποία εἶναι πλουσιωτάτη δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας, δὲν νομίζω, ὅτι, ἡ πεῖρα αὐτὴ ἀπέδειξεν ὅτι διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος προστατεύοντος ἢ μὴ προστατεύοντος τὴν Α ἢ τὴν Β ἀτομικὴν ἐλευθερίαν διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, ἐπροστατεύθησαν ἢ κατηργήθησαν αἱ ἐλευθερίαι μας. Νομίζω, ὅτι, δὲν πταίουν οὔτε αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, περὶ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, οὔτε αἱ παράγραφοι, οὔτε τὰ κόμματα, οὔτε αἱ τελεῖαι. Ἀλλά, πταίει κάτι βαθύτερον, τὸ ὁποῖον βαθύτερον νοσεῖ καὶ αὐτὸ τὸ βαθύτερον εἶναι ἡ σύνταξις τῆς Πολιτείας. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν καὶ τὸ λέγω ἐγώ, αὐτό, ὁ ὁποῖος πιστεύω εἰς τὸ ἄσκοπον τῆς σημερινῆς συνταγματικῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἡ πίστις μου, ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ συμβάλω καὶ ἐγὼ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Διότι πράγματι, νομίζετε, ὅτι μὲ τὸ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἢ μὲ τὸ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας, τῆς διδασκαλίας τῆς ἐπιστήμης, κατωχυρώσαμεν αὐτὰ τὰ δύο πράγματα; Αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι κυβερνοῦν τὰ Ἔθνη, διότι δὲν τὰ κυβερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ δυνάμεις εἰς τὴν δεδομένην στιγμήν, δὲν θὰ ἐνδιαφερθοῦν δι’ αὐτὰς τὰς διατάξεις. Τὸ εἴδομεν μὲ τὸ τελευταῖον ἀτυχέστατον ψήφισμα περὶ ἀπεργιῶν. Πότε ἐφηρμόσθη σᾶς παρακαλῶ τὸ ψήφισμα αὐτό; Καὶ προεκάλεσεν ἢ δὲν προεκάλεσε καὶ σάλον καὶ ζημίαν; Τί πρέπει νὰ σκεφθῶμεν λοιπόν; Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς συντάσσοντες τὴν Πολιτείαν, θὰ φροντίσωμεν εἰς τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς αὐτὰς δυνάμεις νὰ δώσωμεν τὴν δυνατότητα τῶν διατάξεων πῶς αὐτὰς τὰς δυνάμεις θὰ τὰς ὀργανώσωμεν διὰ νὰ ἰσορροπήσουν τὰ ρεύματα, ἡ σύνθεσις τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίξῃ τὴν Πολιτείαν καὶ ὄχι ἡ ἀντίθεσις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πιστεύω ὅτι καὶ γενικώτερον, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, ἴσως ἐλάχισται, ἴσως καμμία τροποποίησις εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, νὰ μὴ εἶναι ὀρθή.
§13Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν συντεταγμένην Πολιτείαν.
§14Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἔχομεν συντεταγμένην Πολιτείαν, ἀλλὰ ἡ συντεταγμένη αὐτὴ Πολιτεία, δὲν χρειάζεται συμπλήρωσιν; Θὰ σᾶς εἴπω ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ μεγάλη συζήτησις, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἦτο τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν, τὸ θέμα τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Θὰ ἔχωμεν μίαν ἢ δύο Βουλάς; Καὶ ἐὰν θὰ ἔχωμεν δύο, ποία θὰ εἶναι ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ σύνθεσις τῆς δευτέρας; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἅπαν. Διότι, ἐὰν εὕρωμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ... (δὲν ἠκούσθη)..., ὅπως πιστεύω ἐγώ, σεῖς πιθανὸν νὰ ἔχητε ἀντίθετον γνώμην, ἀπὸ τὴν συζήτησιν θὰ ἐξέλθῃ ἡ ἀλήθεια, ἐὰν ἔχωμεν τὴν δυνατότητα διὰ τοῦ συστήματος τῆς διπλῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ... (δὲν ἠκούσθη)... συστήματος, νὰ εὕρωμεν τρόπον συνθέσεως τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν σωμάτων, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε εἰς τὰ Σώματα αὐτὰ νὰ ἐντάξωμεν τὰς κοινωνικὰς καὶ τὰς πολιτικὰς δυνάμεις, πιθανὸν τότε νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι συντεταγμένη σήμερον εἰς τὰς ψυχάς μας, ἡ ὁποία εἶναι συντεταγμένη σήμερον εἰς τὴν πίστιν ὅλων μας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἶναι ὁλοκληρωτικῶς συντεταγμένη εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ εἰς τὴν ἐνεργόν της ἐκδήλωσιν ὡς κράτους συγχρόνου δικαίου. Λοιπόν, διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι φρονῶ, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτευχθοῦν εἰς τὰ ἄρθρα 3–20 τοῦ Συντάγματος 1911, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὀλίγαι, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κυρίως ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι νὰ συνδέωνται μὲ τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας καὶ ὄχι νὰ καθιερώνωμεν μόνον τὰς θεωρητικάς μας ἐπιθυμίας καὶ τὰς ἐνδομύχους πίστεις μας. Διότι, ὅταν προσθέτομεν εἰς τὰ ἄρθρα αὐτὰ, τὸ περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας, δὲν κάνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λέγωμεν κάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτονοούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ἕνα πραγματικὸν Κράτος δικαίου, νὰ τὸ ἀναφέρῃ, διότι πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν χωρὶς νὰ τὸ ἀναφέρωμεν. Δὲν νομίζω, ἐπίσης, ὅτι διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρωμεν, θὰ πρέπει νὰ μειώσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ὄχι διότι, ἡ μείωσις δὲν εἶναι πολλάκις ἀναγκαία, ἀλλὰ διότι ὅπως εἶναι ἤδη διατυπωμένα τὰ ἄρθρα 3–20, ἀναθέτουν εἰς τὴν Νομ. Ἐξουσίαν, κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, τὸ δικαίωμα τῆς παροδικῆς ἢ καὶ ὁριστικῆς ἐντάξεώς των μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Κρατικῆς ἀλληλεγγύης. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὴς ἡ ἄποψις ὅτι, ἐπέρασεν ἡ ἐποχή, ἡ ὁποία παρήγαγε τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ἐποχὴ μάχης μεταξὺ Μονάρχου καὶ Ἀτόμου ἔχει δώσει σήμερον τὴν θέσιν της εἰς μίαν ἐποχὴν μάχης, μεταξὺ Κράτους καὶ ἀπειθάρχου ἀτόμου. Διότι, μάχη μεταξὺ μονάρχου καὶ ἀτόμου, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ προϋπόθεσις τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος. Ἡ προϋπόθεσις αὐτή, τὸ αἴτιον τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων 3–20, εἶναι ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ μονάρχου καὶ λαοῦ, ὄχι ὡς ἀτόμου ἀλλὰ ὡς ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος. Τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ἡ Βουλή, ἔρχεται πρὸς τὸν μονάρχην, καὶ τοῦ περιορίζει τὰ δικαιώματά του. Εἴμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐννοίας τοῦ κυριάρχου, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς θεωρίας τοῦ φορέως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Καί, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, βλέπομεν, ὅτι εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ἄρθρα περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, πολλάκις εἰς τὰ πλεῖστα, εἰς τὸ σπουδαιότερον, εἰς τὸ ἄρθρον τὸ συνδεόμενον μὲ τὸ κόρπους, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, βλέπομεν ὅτι πάντοτε γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸν νόμον «ὅτε καὶ ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει». Ὄχι ὁ μονάρχης, ἀλλὰ ἡ Νομ. Ἐξουσία, ἔχει τὴν δυνατότητα τῆς κατ’ οὐσίαν περιστολῆς τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Ποία θὰ εἶναι ἡ Νομ. Ἐξουσία ἡ ἔχουσα τὸ δικαίωμα αὐτό; Αὐτὸ εἶναι τὸ συζητήσιμον. Καὶ διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν κεφαλαίων περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας. Καὶ διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος περιορισμοῦ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, διότι, ἐὰν ἀκόμη διερχόμεθα σήμερον, μίαν περίοδον κάμψεως τῆς ἐλευθερίας, ἂς μὴ πλανώμεθα, ἡ περίοδος αὐτὴ θὰ εἶναι περίοδος παροδική, ἢ ὁ πολιτισμὸς θὰ ἀποθάνῃ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ἡμεῖς νὰ εἴμεθα οἱ φορεῖς τῆς παρακμῆς, οἱ φορεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ προαναγγείλωμεν τοῦ πολιτισμοῦ τὸν θάνατον. Νὰ διατηρήσωμεν ἀκεραίας τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας, νὰ προσπαθήσωμεν διὰ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας, νὰ τὰς θέσωμεν μέσα εἰς ἕνα πλαίσιον κοινωνικῆς σκοπιμότητος καὶ πολιτικῆς προόδου, καὶ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς προτείνουν περιορισμοὺς καὶ μεταβολάς, ἄρθρα ἄχρηστα, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω. Διότι, ποὺ θὰ εὕρετε τὴν δυνατότητα νὰ σταματήσετε τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐναντίον τῆς ὁποίας εἶμαι καὶ ἐγώ, δὲν λέγω ὅτι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι κάτι τὸ ὀξύμωρον ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρωμεν τὴν δυνατότητα νὰ τὴν σταματήσωμεν; Διότι τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα; Θὰ τὴν σταματήσωμεν, ἐὰν φροντίσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὰς προϋποθέσεις, τὰς ἠθικὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δημιουργήσουν τὴν ἀτμοσφαῖραν, ὥστε, νὰ μὴ διανοοῦνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ κάμουν ἀπεργίαν.
§15Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος εἶναι ἔργον αὐτὸ;
§16Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τίνος εἶναι ἔργον, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἄλλο θέμα. Καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ξεχωρίσωμεν τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν ἀπὸ τὴν λοιπὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Διὰ τοῦτο ἢ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων —καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ —ἢ πρέπει νὰ μὴ τεθῇ κανεὶς περιορισμός. Βάσει αὐτῶν τῶν σκέψεων καὶ ἓν σχέδιον μεταρρυθμίσεων, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 30ὴν Ἰουνίου, ἐγὼ προέτεινα ὡρισμένας μόνον τροποποιήσεις τῶν ἄρθρων 3–20, διατηρῶν ἀμετάβλητον σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ κείμενον τοῦ 1911. Αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ ἀναφέρονται πρῶτον εἰς ἀπήχησιν τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι διὰ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς πραγματικῆς καὶ τῆς καλῆς Πολιτείας θὰ κατοχυρώσωμεν τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας καὶ ὄχι διὰ τῶν κενῶν λόγων καὶ τῶν συνταγματικῶν διατυπώσεων, διὰ τοῦτο εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν προτείνω ὡρισμένας μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας, ἀκριβῶς δὲ διότι ἐγὼ τὰς προτείνω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, μολονότι πηγαίνουν εἰς ἄλλο κεφάλαιον, νὰ εἴπω δύο λόγια μόνον δι’ αὐτάς. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ἡ ὕπαρξις δευτέρου ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας καὶ ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα δὲν μποροῦν νὰ εἶναι ἐφευρήματα τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπηχοῦν μίαν πραγματικότητα, νομίζω ὅτι τὸ μὲν πρῶτον ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα πρέπει νὰ εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ εἰκὼν τοῦ λαοῦ, ὡς ἀθροίσματος πολιτῶν, τὸ δὲ ἄλλο ἡ εἰκὼν τοῦ λαοῦ ὡς ἀθροίσματος κοινωνικῶν παραγόντων, ὡς ἀθροίσματος κοινωνικῶν σχηματισμῶν, ὡς ἀθροίσματος, ἂς μὴ τὸ κρύπτωμεν, κοινωνικῶν τάξεων. Διότι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις εἶναι μία πραγματικότης, δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ εἶναι κανεὶς ὀπαδὸς τῆς πάλης τῶν τάξεων, διὰ νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν ὕπαρξιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Πῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν αὐτήν; Εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν ἄλλοτε. Διότι πράγματι εἶναι δυσχερέστατον. Σήμερον δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα—ὅταν δὲ λέγω σήμερον ἐννοῶ εἰς τὴν ἐποχήν μας—δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα παρὰ νὰ τὸ προπαρασκευάσωμεν μόνον. Διότι δὲν λέγεται ἀντιπροσώπευσις τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη μὲ τὴν προηγουμένην Γερουσίαν. Δηλαδή, 15 αὐτοχειροτόνητοι ἢ κατὰ γνωστὸν τρόπον ἐκλεγόμενοι πρόεδροι τῶν διαφόρων σωματείων νὰ ἐκλεγοῦν γερουσιασταί. Αὐτὸ δὲν εἶναι νοητὸν καὶ ἐπιτετραμμένον. Εἰς αὐτὸν τὸν λόγον ὀφείλεται ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν κάμνω εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον λέγω ὅτι πρέπει ἡ πρώτη παράγραφος νὰ γίνῃ δευτέρα νὰ τεθῇ δὲ μία πρώτη παράγραφος, ἡ ὁποία νὰ συνθέτῃ αὐτὴν τὴν πρόγνωσιν περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων μὲ μίαν γενικὴν θεωρητικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη, ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀναγνωρίζει καὶ προστατεύει ..................... ..................... (ἀναγινώσκει) .....................». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἰδική μου ἐπινόησις. Βέβαια τὸ προτείνω, διότι εἶναι μία ἀρχή, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκομεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὰς ἄλλας ἀρχὰς τὰς εὑρίσκομεν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τὰς εὑρίσκομεν, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας δὲν τὴν εὑρίσκομεν. Εἶναι ὅμως ἀνάλογος, δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιον, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ τελευταίου Ἰταλικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ προνοεῖ περὶ τῶν ἰδίων πραγμάτων. Οὔτε ἔχω τὸν καιρόν, οὔτε ὅμως ἀπευθυνόμενος πρὸς σᾶς, νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα. Εἶναι καὶ αὐτονόητον καὶ τὸ γνωρίζετε ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ θέμα. Μία ἄλλη τροπολογία, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς εὑρίσκω ὅτι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ σχέδιόν μου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν συζήτησιν εἶδον, ὅτι εἶναι σκόπιμος, εἶναι τὸ ἀναφερόμενον, τὸ ἐξηγηθὲν μᾶλλον ἀπὸ τὸν κ. Θ. Τσάτσον, θέμα τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης. Πράγματι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος λέγει: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ..................... ..................... (ἀναγινώσκει) .....................». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον λόγῳ τῆς συνοπτικῆς, χωρὶς νὰ εἶναι συνθετική, λόγῳ τῆς συνοπτικῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος ὁδηγεῖ, λέγω, εἰς παρεξηγήσεις. Ἀσφαλῶς ἡ πρώτη φράσις εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς δευτέρας. Τὰ δικαστήρια ὅμως εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἤρχισε μία διαμάχη, νομολογιακή, περὶ τῆς Συνταγματικότητος τῆς προοδευτικῆς φορολογίας καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ χωρισμός. Ἴσως προτιμώτερον θὰ ἦτο μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις μὴ ἐντασσομένη κἂν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἢ καὶ ἐνετασσομένη εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ὄχι ἐκείνη τὴν ὁποίαν δίδουν τὰ διδακτήρια. Τὸ λέγω δὲ αὐτὸ διότι πιστεύω, ὅτι ἀφοῦ ἔχομεν ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ μίαν παράδοσιν, τὸ καλύτερον ποὺ ἔχομεν νὰ κάμωμεν, εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Νομίζω ὅτι φρονιμώτερον εἶναι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ κείμενον ἀπομακρυνόμενοι μόνον ἐὰν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ. Καὶ πραγματικῶς εὑρίσκω ὅτι παρακάτω εἰς τὸ ἄρθρον 14 ὑπάρχει μία τοιαύτη ἀνάγκη. Μεταξὺ τῶν ἐλευθεριῶν εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Ἀλλὰ αὕτη μὲ τὰ σημερινὰ μέσα τῆς ἐμφανίσεως τῶν ἐφημερίδων, φοβοῦμαι ὅτι πολλάκις καθίσταται ἐλευθερία ὄχι τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ ἐλευθερία τῶν ἰσχυρῶν οἰκονομικῶν ὁμάδων. Θὰ ἔπρεπε, ἴσως, χωρὶς καθόλου νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, χωρὶς καθόλου νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ γράφοντος, χωρὶς καθόλου νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, τοῦ γράφοντος, τοῦ ἐκδίδοντος μίαν πολιτικὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς οἰκονομικὰ συγκροτήματα, θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐσκέφθη καὶ μία Κυβέρνησις, ποὺ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ὡς ἀντιδημοκρατική, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λέοντος Μπλοὺμ τὸ 1939, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὸ βασικὸν αὐτὸ θέμα τὸ ὁποῖον καταντᾷ πολλάκις νὰ μὴ εἶναι ἐλευθερία, καταντᾷ πολλάκις νὰ εἶναι ἄρνησις καὶ σφαγιασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ἀδυνατοῦντος νὰ ἀνταπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἰσχύος τῶν οἰκονομικῶς ὀργανωμένων συνασπισμῶν. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἀποδέχομαι τὸ ἄρθρον 10 τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι μία πρόοδος. Μὲ μίαν ὅμως διαφοράν, τὸ ἄρθρον 10 τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως καὶ ἡ ὅλη μας νομοθεσία, κάμνει μίαν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δηλῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω ἠθικήν, τὴν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχουν ἰδιωτικὸν βίον. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες πρέπει νὰ κρίνωνται εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς δράσεως καὶ ὅλαι διατάξεις θὰ ἐφαρμοσθοῦν διὰ τὴν κριτικὴν τοῦ δημοσίου των βίου αἱ αὐταὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὴν κριτικὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἐὰν πράγματι πιστεύωμεν, ὅτι διερχόμεθα μίαν ἠθικὴν κρίσιν, ἐὰν πράγματι πιστεύομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀντιδράσωμεν κατ’ αὐτῆς, πρέπει νὰ δώσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι τὸ παράδειγμα τῆς ἀντιδράσεως καὶ νὰ δεχθῶμεν τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ τοῦ φράγματος, τὴν ἄρσιν αὐτοῦ τοῦ φράγματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μεταξὺ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου. Δύο ἀρχαὶ ἰσότιμοι τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου μὲ τὸν δημόσιον καὶ δυνατότης τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας. Δύο ἀρχαὶ καὶ δύο προϋποθέσεις, ἀλλὰ καὶ ἓν ἀποτέλεσμα, αὐστηρὰ τιμωρία τοῦ συκοφάντου τοῦ μὴ δυναμένου νὰ ἀποδείξῃ τὴν κατηγορίαν, ὁποθενδήποτε καὶ ἄν ἀναφέρεται αὕτη.
§17Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπὸ ποῖον ἡ αὐστηρὰ τιμωρία;
§18Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλονται ὅλαι αἱ τιμωρίαι, ποὺ ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶπον προηγουμένως, ὅτι συζητοῦμεν περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας κατοχυρώνομεν εἰς τὸ χαρτί.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Βενιζέλου, δὲν ἦτο ἐρώτησις, ἀλλὰ μελαγχολικὴ διαπίστωσις.
§20Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Αὐτοῦ ἐπωφελήθην καὶ ἐγὼ διὰ νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω. Ἐλησμόνησα, κύριοι, ἀκριβῶς, διότι ὑπάρχει αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τῆς ὥρας, ἐλησμόνησα, ὅτι εἰς τὸ θέμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι χρειάζεται συμπλήρωσις, ἡ ὁποία συνδέεται πάλιν μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῆς πολιτείας, δηλαδὴ μὲ τὸ Βον ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἐν πολλοῖς καὶ μίαν θεωρητικήν, μᾶλλον, ἀξίαν, ἀλλὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμά μας ὑστερεῖ. Βεβαίως γνωρίζετε, ὅτι εἰς πολλὰς ἐκδηλώσεις τοῦ δημοσίου βίου ὑπάρχει μία παρέμβασις τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία προωθεῖ ἢ ἐπιβάλλει τὴν συγκρότησιν συνεταιρισμῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἀναφέρεται ἡ ὑποχρεωτικὴ αὐτὴ ἔνταξις, ἡ ὑποχρεωτικὴ αὐτὴ σύνταξις εἰς συνεταιρισμούς, εἰς ὡρισμένα τοπικῶς, περιορισμένα ἐπαγγέλματα, ὅπως εἶναι οἱ ἀγροτικοὶ συνεταιρισμοί, τὸ πρᾶγμα εἶναι γνώριμον. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν χώραν μας ἀντιμετωπίσθη ἡ διαιτησία ἐπὶ τῶν ἐργατικῶν διαφορῶν μὲ τοὺς 2 νόμους, τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ τῆς διαιτησίας, ἐπεβλήθη καὶ μία συγκρότησις κατ’ ἐπαγγελμάτων εἰς συνεταιρισμόν, τὸ ὑποχρεωτικὸν συνδικάτον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη μόνον ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα. Αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν διαιτησίας εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ ὅλους τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἐπάγγελμα. Νομίζω ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ὀργάνωσιν τοιαύτην, θὰ πρέπει νὰ προϊδεάσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ τῆς δώσωμεν τὴν κατεύθυνσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ περισκέψεως νὰ προβῇ εἰς ὑποχρεωτικὴν ὀργάνωσιν κατ’ ἐπαγγελμάτων τοπικῶς εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, πλὴν τῶν καθαρῶς ἀγροτικῶν. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὴν ὁποίαν θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι θὰ τὴν εἴδατε γραμμένην. Βέβαια ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις εἰς τὸ ἄρθρον 17 αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ περίφημον θέμα τῶν ἀπαλλοτριώσεων καὶ ἐθνικοποιήσεων, νομίζω ὅτι ἐκφεύγουν ἀπὸ τὸ σημερινὸν θέμα.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 3 συζητοῦμεν.
§22Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Προχθὲς ἐγένετο ἡ διάκρισις, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 ἕως 20 γενικῶς καὶ ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ διευκρίνησις ἔγινεν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἡμερησία διάταξις ἀναγράφει ρητῶς, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν συζητοῦμεν σήμερον. Πιστεύω ὅτι θὰ ἦτο παράδοξον νὰ κάμνουν μακρὰν εἰσήγησιν, ἐπὶ ὅλου τοῦ Συντάγματος δύο ἢ τρεῖς συνάδελφοι καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένας γενικὰς ἀρχάς, διότι γενικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι τὰ λεξίδια καὶ αἱ παῦλαι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§24Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μάλιστα εἰδικώτερον ἀκόμη περὶ μιᾶς φράσεως, τῆς φράσεως: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου». Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην προσέθηκεν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ φράσις.... .......... (ἀναγινώσκει)................». Τόσον ἐκ τῆς θέσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, τῆς διατάξεως δηλαδὴ περὶ τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων, ὅσον καὶ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, προκύπτουν ὡρισμένα νομικὰ προβλήματα μὲ πολλὰς σημαντικὰς πρακτικὰς συνεπείας καὶ περὶ τῶν προβλημάτων αὐτῶν θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ὁμιλήσω. Κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπανειλημμένως, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποτελεῖ εὐχολόγιον, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸν βασικὸν νόμον τῆς πολιτείας καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ περιέχῃ ἄλλο τι εἰ μὴ κανόνας δικαίου. Νομίζω, ὅτι αἱ λεγόμεναι κατευθυντήριοι γραμμαί, θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι μία πολιτικὴ προκήρυξις, συνοδεύουσα τὸ Σύνταγμα, θὰ ἠδύναντο νὰ περιληφθοῦν εἰς εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν συνοδεύουσαν τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἔχουν ὅμως οὐδεμίαν θέσιν μέσα εἰς τὸν βασικὸν νόμον τῆς πολιτείας. Δὲ θὰ ἔπρεπε σαφῶς νὰ ὁρίζουν κατὰ τί δεσμεύουν, πῶς δεσμεύονται τὰ διάφορα ὄργανα τῆς ἐξουσίας τῆς ὀργανωμένης ἐν Ἑλλάδι καὶ πλέον οὔ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν διαφωνῶ ὄχι μόνον μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, διαφωνῶ, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν φαίνεται τοῦτο παράδοξον κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν βασικὴν διατύπωσιν ὅτι: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Καὶ νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει, ὅσον καὶ ἂν εἶναι παραδεδομένη, νὰ ἀπαλειφθῇ ὡς οὐδὲν σημαίνουσα καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἐξηγήσω διὰ ποῖον λόγον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι τοῦτο ἀντίκεται εἰς μακρὰν παράδοσιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γράφωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐννοοῦμεν καὶ εἶναι ἐπιδεκτικὰ διατυπώσεως σαφοῦς καὶ ἑπομένως ἐπιδεκτικὰ ἑρμηνείας καὶ ὄχι ἀοριστιολογίας δυναμένας νὰ ἑρμηνευθοῦν ἑκάστοτε εἴτε ἀπὸ τὰ δικαστήρια εἴτε ἀπὸ ἄλλα συντεταγμένα τῆς πολιτείας ὄργανα κατὰ τὸ αὐτοῖς δοκοῦν. Κύριοι, καὶ ἀπὸ μόνον γραμματικῆς ἑρμηνείας ἡ ἔννοια τῆς φράσεως: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», νομίζω ὅτι ἐξισοῦται πρὸς τὸ μηδέν. Προέκυψεν ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ μακρὰν παράδοσιν θεωρητικήν, ἀπὸ παράδοσιν ἡ ὁποία συνέδεσεν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν ἔννοιαν μιᾶς κἄποιας μαθηματικῆς ἐπιχειρηθείσης νὰ συλληφθῇ ἰσότητος. Ἡ θεωρία μάλιστα, ἀνάγεται εἰς τὸν Ἀριστοτέλην, ὁ ὁποῖος κάμνει μίαν διπλῆν διάκρισιν τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τῆς διαλογικῆς ἰσότητος καὶ ἔφθασε νὰ ἀναστραφῇ, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω, τὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ νὰ πάρῃ μίαν συγκεκριμένην τότε ἑκάστη μορφή. Κύριοι, «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου» τί θὰ εἴπῃ; Ἔχουν οἱ Ἕλληνες ἴσα δικαιώματα; Βεβαίως ἔχουν. Οἱ Ἕλληνες πολῖται εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαιωμάτων; Βεβαίως. Ἀλλὰ κάθε δικαίωμα ὁπωσδήποτε θεσπιζόμενον θέτει ὡρισμένας προϋποθέσεις. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ δικαίωμα. Ἐξαρτᾶται, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων. Θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα: Τὸν καιρὸν τοῦ Φεουδαρχισμοῦ διὰ ν’ ἀποκτήσῃ κανεὶς ἕνα ἀκίνητον κτῆμα εἰς ὡρισμένην περιοχὴν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡρισμένους τίτλους εὐγενείας. Τὸν καιρὸν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος διὰ νὰ ἀποκτήσῃ κανεὶς ἕνα ἀκίνητον κτῆμα πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο ἀποτελοῦν συγκεκριμένας νομικὰς προϋποθέσεις τῆς κτήσεως τοῦ δικαιώματος. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἀπόδειξις ὅτι ἡ προσκόμισις τῶν τίτλων εὐγενείας ἢ ἡ προσκόμισις τοῦ χρήματος εἶναι ἡ μία τῆς ἄλλης περισσότερον ἴση, ἢ ἄνισος. Ἀλλὰ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως οἱ συγκεκριμένοι συντάκται τοῦ Συντάγματος ἐθεώρουν, ὅτι ἀπὸ τὰς διακρίσεις μεταξὺ εὐγενῶν καὶ ἀστῶν προέκυπτον ἀδικίαι, ἐθεώρησαν ὅτι τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἄνισον προκύπτει ἐκ τῶν διακρίσεων τούτων. Ἑπομένως ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ ἀπόψεως θέσεως δικαιώματος, ἢ ἀπὸ ἀπόψεως δικαιώματος προσώπου, δὲν σημαίνει, οὐδὲ δύναται νὰ σημαίνῃ τι. Ἔχει ὅμως μίαν αἴγλην ἱστορικὴν ἀναμφισβήτητον. Καὶ ὅταν ἔλεγον τὸν 18ον αἰῶνα, εἰς τὸ τέλος του, ὅτι οἱ Γάλλοι, ἢ ἄλλοι τινὲς εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἠννόουν τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπηρεάζει ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς καὶ ὅτι, δεύτερον, συνεισφέρουν ὅλοι εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως. Διότι ὡς γνωρίζετε, εἰς τοὺς χρόνους τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, εἶχον διατηρηθῆ ἐν Γαλλίᾳ προνόμια τινὰ φορολογικά, τὰ ὁποῖα ἔκειντο ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ τῶν φορέων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν εὐγενῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια, κύριοι, ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τῆς ἰσότητος. Καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ἔλεγον ἰσότητα. Καὶ δι’ αὐτὸ διαφωνῶ πάρα πολὺ πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος κ. συνάδελφον. Δὲν εἶναι συμπτωματικὸν ὅτι εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, μετὰ τὴν φράσιν «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», ἀκολουθοῦν αἱ διατάξεις ὅτι συνεισφέρουν ἐξ ἴσου εἰς τὰ δημόσια βάρη, καὶ ὅτι τίτλοι εὐγενείας δὲν ἀπονέμονται; Ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔγραφεν αὐτὰ, αὐτὸ ἠννόει. Διότι ἄλλη τις ἰσότης δὲν ὑπάρχει, διότι εἴτε Μοναρχικόν, εἴτε Δημοκρατικόν, εἴτε Κομμουνιστικόν, εἴτε Φασιστικὸν εἶναι ἕνα Κράτος, τὸ δίκαιον εἶναι ἡ ἑτερόρρυθμος κατανομὴ τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἑτερόρρυθμος κατανομὴ ἐξουσιῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀγαθῶν, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἄνισον καὶ εἶναι μονοπώλησις ἐξουσίας καὶ μονοπώλησις ἀγαθῶν. Θὰ μοῦ εἴπητε: Ἀφοῦ δὲν σημαίνει τίποτε, τί σὲ ἐνοχλεῖ νὰ παραμείνῃ; Θὰ σᾶς εἴπω διατὶ μὲ ἐνοχλεῖ. Διότι ἡ διάταξις αὐτὴ παραμένουσα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἔχει ἀποκτήσει, κύριοι, ἓν τῇ πράξει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ὅτι τὰ διάφορα δικαστήρια —καὶ δὴ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας— ἐθεώρησαν ὡρισμένους νόμους ἀντισυνταγματικούς, διότι ἀντέβαινον, εἶπον τὰ δικαστήρια, πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν καθιερωμένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ἂς ἐξετάσωμεν συγκεκριμένως αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ τίνος ἀπεφήναντο. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶδεν, ὅτι ἕνας νόμος ἀντέκειτο εἰς τὸ «περὶ δικαίου» συναίσθημα τῶν δικαστῶν, τῶν κρινόντων τὴν συγκεκριμένην ὑπόθεσιν. Καὶ εἶπε τὸ δικαστήριον, μὴ δυνάμενον νὰ ὑπαγάγῃ ἀλλοῦ τὸν νόμον καὶ νὰ τὸν θεωρήσῃ ἀντισυνταγματικὸν κατ’ ἄλλην διάταξιν, εἶπεν, ἐπειδὴ ἀντέκειτο πρὸς τὸ περὶ δικαίου συναίσθημά του, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός, καὶ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκδοθεῖσα πρᾶξις τῆς διοικήσεως ἀκυρωτέα, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος. Τί προτείνω; Ἐγὼ πιστεύω, κύριοι, ὅτι προϋπόθεσις τῆς ὑπάρξεως Συντάγματος, δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως νόμου, ἔχοντος ηὐξημένην τυπικὴν ἰσχύν, εἶναι νὰ ἔχουν ἁρμοδιότητα ὡρισμένα δικαστήρια— τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προκειμένου περὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ὑποθέσεων— νὰ κρίνουν περὶ τῆς Συνταγματικότητος, ἢ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων, ἢ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως. Δὲν διαφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐλέγχῃ τὴν Συνταγματικότητα τῶν νόμων, ἢ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, φρονῶ ὅμως ὅτι θὰ πρέπει νὰ διασφαλίσωμεν, καὶ νὰ εἴπωμεν σαφῶς ὅτι λέγοντες «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου» ἐννοοῦμεν τοῦτο, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο, διότι κάθε τί, τὸ ὁποῖον ἔχει νόημα, εἶναι δεκτικὸν διατυπώσεως.
§25Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ μελλοντικὰ ὅμως δὲν εἶναι δεκτικὰ προβλέψεως.
§26Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἐὰν γίνῃ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἡ ὁποία εἴπῃ μεθαύριον ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος —μὴ μοῦ εἴπητε ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀπίθανον—εἴπῃ ὅτι ἀκυρώνει μίαν πρᾶξιν τῆς διοικήσεως διότι ἐξεδόθη κατ’ ἐφαρμογὴν διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων π.χ. νὰ εἴπῃ ὅτι καταργεῖται ἡ ἰδιοκτησία ἐν Ἑλλάδι, θεωρητικῶς θέτω τὸ ἐνδεχόμενον διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συζητήσωμεν......
§27Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας αἴτησις τῆς ὁποίας ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος ποὺ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ «περὶ φορολογίας τῶν Ἀνων. Ἑταιρειῶν» εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι φορολογεῖ μόνον ὡρισμένας ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν μορφὴν τῆς ἀνωνυμίας καὶ ὄχι ἄλλας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὴν μορφὴν αὐτήν. Ἡ προσφυγὴ στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς παραβιάζει τὴν διάταξιν περὶ ἰσότητος. Ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς τὸ σχέδιον τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἴσως φθάσῃ εἰς ἀκύρωσιν καὶ θὰ ἔχωμεν μεγάλα ζητήματα.
§28Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀσφαλῶς ὄχι.
§29Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ νὰ παραμείνῃ ὅτι ἀποτελεῖ κατευθυντήριον γραμμήν.
§30Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἢ πρέπει, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἤ, ἐὰν δὲν θέλετε ν’ ἀπαλειφθῇ, νὰ διευκρινισθῇ. Ἐάν, πάλιν, ἡ διάταξις δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε ἢ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ διατυπώσωμεν, τότε νὰ μὴ τὸ βάλωμεν.
§31Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ἰσχύει ἡ διάταξις αὕτη, περίπου ἀπὸ τοῦ 1863, καὶ δὲν ἐγεννήθη παρὰ μόνον τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἀφορᾷ τὴν φορολογικὴν πλευρὰν τοῦ θέματος ἢ καὶ ἄλλας πλευράς. Μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐγεννήθη.
§32Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνησις. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ διάταξις δὲν ἔχει νόημα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι συντρέχουν ἱστορικοὶ λόγοι διατηρήσεως τῆς φράσεως, διότι περὶ φράσεως πρόκειται, τότε νὰ παραμείνῃ ὡς κατευθυντήριος γραμμή. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν συγκεκριμένων τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται ἐδῶ ἐξ ἀφορμῆς ἄλλων συζητήσεων γενομένων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, προβλέπεται κάποια ἁρμοδιότης τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τῶν ἄλλων δικαστηρίων ἡ ὁποία καλύπτει τὴν ἁρμοδιότητα ἡ ὁποία θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐν μέρει ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ἐὰν ἐθεωρεῖτο ἡ διάταξις αὐτὴ ὡς μὴ περιέχουσα κανόνα δικαίου, καὶ συγκεκριμένως τὸ ἄρθρον 36 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐὰν παρεμβληθῇ μέσα εἰς τὸν νόμον μία διάταξις ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν νόμον καὶ ἑπομένως διάταξις προσωπική, διότι ὑπάρχει πληθὺς ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον εἰς παρομοίας περιπτώσεις εἶπεν, ὅταν πρόκειται περὶ παραβάσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 36, ὅτι ὁ νόμος θεωρεῖται ἀντισυνταγματικός. Προέτεινα μάλιστα μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36, τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλέγχεται ἡ προσωποληψία τοῦ νόμου ἀπὸ τὰ δικαστήρια, θὰ εἶναι δηλαδὴ ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος προδήλως προσωποληπτεῖ καὶ ἑπομένως ἡ περίφημος αὐτὴ ἰσότης διασφαλίζεται ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ποὺ σᾶς εἶπον. Κύριοι, τελευτῶν, θέλω νὰ εἴπω τοῦτο μόνον ὅτι θεωρῶ ἄκρως ἐπικίνδυνον νὰ περιέχωνται εἰς τὸ Σύνταγμα διάφοροι εὐχαί, διότι τὰς εὐχὰς ἄλλως τὰς ἐννοοῦν οἱ εὐχόμενοι καὶ ἄλλως τὰς ἑρμηνεύουν οἱ ἐφαρμόζοντες τὸ δίκαιον. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Κασιμάτην, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βʹ διπλῆς Βουλῆς τοῦ 1911, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ὑπὸ οὐδεμίαν μονομερῆ ἐξουσίαν συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο τότε τὸ Σύνταγμα, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τότε εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν καὶ πολλάκις ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφιζεν ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐνέπνεε τὸ Ἔθνος ὅσον δὲν τὸ ἐνέπνευσεν οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος τὸ ἐδέχετο καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸ διεξεδίκει νὰ ἔχῃ πειθαρχίαν συνεδρίου βασιλέων καὶ οὐχὶ συνεδρίου ἀνδραπόδων. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διορθώσω καὶ ἓν ἱστορικὸν σφάλμα περὶ τῆς διπλῆς ἐκείνης Βουλῆς. Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ὁ Στέφανος Δραγούμης, ἐπιστήμων περιωπῆς, ἐπιστήμων, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς τὸν μακρὸν ἤδη βίον μου δὲν συνήντησα φιλοτιμότερον. Οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, νὰ ἦλθεν εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ μὴ ἦτο εὐρύτατα καὶ βαθύτατα μελετημένος. Οἱ συνεργάται του ἦσαν κἄποιος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, διὰ τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Στέφανος Δραγούμης ὅτι ἠργάσθη «ὑπὲρ πάντα ἄλλον». Ὅταν κανεὶς προκαλῆται λησμονεῖ ὀλίγον τὴν μετριοφροσύνην, μολονότι βεβαίως προκαλεῖ κἄποιαν στενοχωρίαν καὶ ἡ τοιαύτη λησμοσύνη τῆς μετριοφροσύνης. Ἦσαν συνεργάται πρώτης τάξεως τοῦ Στεφάνου Δραγούμη προσέτι ὁ κ. Ἀλέξανδρος Διομήδης, ὁ Παναγιώτης Ἀραβαντινός, ὁ Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος, προσέτι δὲ οἱ ἔμπειροι πολιτικοὶ καὶ ὀξύτατοι εἰς τὴν ἀντίληψίν των καὶ πρακτικώτατοι εἰς τὰς κρίσεις των ὁ Χαράλαμπος Βοζίκης καὶ ὁ Ἰωάννης Τσιριμῶκος. Πιστεύω ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ πρωτεργάται τῆς ἀναθεωρήσεως ἐκείνης μὲ συζητητὴν ὑπέροχον οὐ μόνον διὰ τὴν διάνοιάν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πεῖράν του, τὴν τε πολιτικὴν καὶ τὴν νομικήν, τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος καὶ πολίτευμα συνέταξε τῆς Κρητικῆς Πολιτείας καὶ εὐδοκιμώτατα ἤσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου ἐπὶ 23 ὁλόκληρα ἔτη. Διατὶ λέγω ταῦτα; Διότι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν ἓν ἐπάγγελμα ἐπὶ μίαν σειρὰν ἐτῶν εὐδοκίμως, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγνωρίζεται ἡ ἱκανότης των ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ ἀσκήσαντες ἐπάγγελμα, καλὸν εἶναι νὰ προσέχουν, νὰ ἀκούουν, νὰ ὑπακούουν, καὶ νὰ σιωποῦν. (Γέλωτες—χειροκροτήματα). Διότι ὅπως εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν καὶ τὸ εἶχεν εἴπη καὶ εἷς σπουδαῖος πολιτικὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ἐξοχώτατος δὲ ρήτωρ, κοινοβουλευτικὸς ρήτωρ δηλαδή, ἀρχίζων ἀπὸ τοῦ θέματος καὶ τελειώνων εἰς τὸ θέμα, χωρὶς προλόγους καὶ χωρὶς ὡς τὸ τέλος κορώνας, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, ἀνάθεμά την τὴν πομπώδη ρητορικήν, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ρητορική, δὲν εἶναι ρητορική, ἀλλὰ εἶναι κομπασμὸς λόγων. Ἔρχομαι τώρα εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν μετὰ τοῦ νέου συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἐξαιρετικῶς ἐγὼ ἐξετίμησα πρὸ ὀλίγου ἀγορεύοντα, τὸν ἐκαμάρωσα κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον καὶ εἶπον: Δόξα σοι ὁ Θεός, ὅτι ὑπάρχουν νέοι ἐπιστήμονες τοιοῦτοι εἰς τὴν Πατρίδα μας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη συμπληρώσει τὴν μελέτην του περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος (θυμηδία), καὶ δὴ τοῦ πολιτεύματος. Διότι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», βέβαια εἶναι νομικὸς κανών, ἀλλὰ νομικὸς κανὼν Συνταγματικός. Διότι ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς γνώμης τῆς κοινῶς παραδεδεγμένης, περὶ τοῦ ὅτι «νόμος ἀντικείμενος εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἄκυρος;» Πόθεν τοῦτο; Ποία εἶναι ἡ δικαιολογία αὐτῆς τῆς γνώμης; Διότι αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις καθορίζουν ἀπὸ ποῦ πρέπει νὰ ἀρχίζουν, ποῦ δὲ πρέπει νὰ πηγαίνουν καὶ ποῦ νὰ σταματοῦν αἱ ἄλλαι διατάξεις τῶν ἄλλων νόμων. Ἑπομένως, ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι κατευθυντήριοι, εἶναι πάντως διευθυντήριοι διατάξεις. Αἱ διατάξεις τῶν ἄλλων νόμων πρῶτον μὲν βέβαια συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις, θεραπεύουν τὰς ἑκάστοτε κοινωνικὰς ἀνάγκας, συμμορφοῦνται ὅμως καὶ πάντως πρὸς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ περιστάσεις αἱ πραγματικαὶ οἱ νόμοι ὡς ἐφαρμόζονται εἰς τὸν Αʹ πολίτην Ἕλληνα, οὕτω ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὸν Βʹ καὶ εἰς τὸν Γʹ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατὰ Σύνταγμα ἰσότης ἐνώπιον τοῦ νόμου. Μία ἀρχή. Ἀλλὰ ὅταν ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ αὐτή, κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰ πρόσωπα, κατὰ τὰς προϋποθέσεις, βέβαια παρουσιάζεται ποικιλία. Βέβαια ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωνται εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας ὑπάλληλοι. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες. Ἐν τούτοις ὅμως ὁρίζεται καὶ ὅριον ἡλικίας, ὁρίζονται καὶ προσόντα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἡ αὐτὴ ἡλικία, τὰ αὐτὰ προσόντα, ὁ αὐτὸς βαθμὸς εἰς ἕνα διαγωνισμόν, διορίζονται καὶ ὁ Αʹ καὶ ὁ Βʹ καὶ ὁ Γʹ. Λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ βάσιν κατὰ μίαν ἔννοιαν ἀνθρωπίνης ἀντιλήψεως καὶ κρίσεως περὶ ἰσότητος, εἴμεθα ὅλοι ἐνώπιον τοῦ νόμου ἴσοι. Τοῦτο ὅμως, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν παρουσιάζονται διαφοραί. Εἶπον πρὸ ἡμερῶν ὅτι καὶ ὁ Αʹ κατηγορεῖται καὶ ὁ Βʹ κατηγορεῖται ἐπὶ φόνῳ, καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα δὲν εἶναι μόνον κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι καὶ ὡς πρὸς τὴν πρόθεσιν. Ἐξεταζομένου δὲ ὑπὸ τὴν πρόθεσιν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου χωριστά, τὸ παρελθὸν τοῦ ἑνὸς καὶ τὸ παρελθὸν τοῦ ἄλλου, ἐπιβάλλομεν διάφορον ποινήν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι καταργεῖται ἡ ἰσότης ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἰσότης τοῦ νόμου γίνεται ἀποδεκτὴ κατὰ μίαν λογικήν, κατὰ μίαν σκοπιμότητα, κατὰ μίαν θεραπείαν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ περιστάσεων καὶ ἐνδεχομένων κινδύνων.
§35Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει τὸ ἀπρόσωπον.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς μίαν ἄλλην θεωρίαν δι’ ἐλαχίστων. Ὅλα αὐτὰ εἶναι καλά, καὶ τὰ Συντάγματα καὶ οἱ νόμοι καὶ αἱ ἑρμηνεῖαι τῶν νόμων καὶ αἱ ἱστορικαὶ παραδόσεις, καὶ αἱ σύγχρονοι ἀνάγκαι, ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ἅγια. Ἀλλὰ εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν Κρατῶν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸ πᾶν, οἱ Κυβερνῶντες. Μὲ τὸ αὐτὸ πολίτευμα καὶ μὲ τοὺς αὐτοὺς νόμους ἐκυβέρνησαν καὶ ὁ Βούλγαρης, καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ Τρικούπης, καὶ ὁ Θεοτόκης, καὶ ὁ Ράλλης, καὶ ὁ Βενιζέλος καὶ οἱ διάφοροι ἄλλοι, ἀλλά, λέγω, ὅλοι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκυβέρνησαν καὶ μὲ τὴν αὐτὴν ὠφελιμότητα; Ὄλοι; Ὄχι. Λοιπόν; Ἄς μὴ προσηλωθῶμεν ἀπολύτως εἰς τὰς κειμένας διατάξεις. Ἄς μὴ στραπατσάρωμεν τὴν πολιτικήν μας παράδοσιν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶμαι ἐναντίον τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν 145 ἄρθρων. Τὸ κύριον μέρος τῆς πολιτείας, φίλοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ εἶναι ὁ Κυβερνήτης. «Εἷς τύραννος, εἷς βασιλεὺς ἔστω», εἶπεν ὁ Ὅμηρος. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁ ἀρχηγὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ὁ Κυβερνήτης τῆς χώρας, εἶναι ἡ κυρία δύναμις. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλο ζήτημα. Παρ’ ὀλίγον πρὸ ὀλίγου νὰ χειροκροτήσω, ὅταν ἤκουσα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ «πίστις». Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πίστις ὅταν μένωμεν σύμφωνοι ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ Συντάγματος εἰς ἕκαστος κατὰ τὴν γνώμην του, ἄρα καὶ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις του, ἀλλὰ προφανῶς ἀσκεῖται μία πίεσις καὶ εἶναι πρόθυμος μία ὑπακοή! Αὐτὸ εἶναι σημεῖον κακῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Τώρα ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ εἰς ἐμὲ νομοθετικῶς δὲν εἶναι πολὺ καλόν, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος. Δὲν πειράζει καθόλου, ἐὰν ὑπάρχῃ μία διάταξις ἐκ διαφόρων στοιχείων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ταράσσει καὶ οὐσιαστικῶς καὶ νομοτεχνικῶς εἶναι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα διότι τάχα ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, διότι καὶ ἐκεῖ τότε ἐπρωτοστάτησαν ἄνθρωποι τάσεων ἀριστερῶν. Λοιπὸν δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα δι’ ἐμέ. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ὁλόκληρον ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκφρασιν, ὅτι πηγάζει καὶ δὲν συγκρούεται πρὸς τὸ διεθνὲς δίκαιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία βάσις καὶ ὑπόστασις. Βεβαίως ὑπάρχει τὸ διεθνὲς δίκαιον τὸ ὁποῖον εἶναι σεβαστὸν παρ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, ἐφ’ ὅσον θέλουν νὰ λέγωνται καὶ νὰ εἶναι πεπολιτισμένα, ἂν καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι τοῦτο ὀλίγον τι ἀμφισβητήσιμον! Καί, δυστυχῶς, διὰ τοῦτο κινδυνεύει σήμερον ἡ ἀνθρωπότης, ὅπως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, διότι ἀκριβῶς δὲν σέβονται τοὺς κανόνας τοῦ διεθνοῦς δικαίου.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σαφεῖς κανόνας τὸ διεθνὲς δίκαιον;
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει καὶ αὐτὸ σαφεῖς κανόνας, ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅσον κλάδος τις εἶναι εὐρύτερος φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχῃ καὶ εὐρυτέρας, οὕτως εἰπεῖν, κενότητας.
§39Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ζήτημα σχέσεως ἐσωτερικοῦ καὶ διεθνοῦς καὶ δικαίου, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι βασικὸν καὶ ἐπίμαχον σήμερον εἰς τὴν ἐπιστήμην.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ διεθνὲς δίκαιον εἶναι κἄτι τὸ ξένον πρὸς ἡμᾶς; Εἶπον, ὅτι εἶναι στοιχεῖον εἰς τὰ πολιτεύματα ὅλων τῶν Κρατῶν.
§41Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποία ἡ σχέσις του μὲ τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον;
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς λέγει ὁ κύριος Τσάτσος, ὅτι τὸ θέμα εἰς τὸ Σύνταγμα θίγεται μόνον ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ σχέσεις ἐσωτερικὰς καὶ διεθνεῖς. Ποία ἡ σχέσις ἐσωτερικοῦ καὶ διεθνοῦς δικαίου; αὐτὸ τὸ ρυθμίζει τὸ Σύνταγμα;
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ διεθνὲς δίκαιον οὐδ’ εἰς ἐλάχιστον, οὐδὲ κατὰ ἓν μικρὸν γράμμα καθορίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ διεθνὲς δίκαιον ρυθμίζεται κατὰ τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τοῦ πολιτισμοῦ. Ὑπάρχει τὸ διεθνὲς δίκαιον εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ ἔχει ἐπίδρασιν καὶ εἰς τὰς καταστάσεις τὰς ἐσωτερικάς. Ἐξαιρέσεις ἐπιτρέπονται εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ κατὰ συνθήκας καὶ συμβάσεις ἐρρυθμισμένον μεταξὺ τινῶν Κρατῶν διεθνὲς δίκαιον. Δηλαδὴ ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις περὶ ὧν συζητοῦμεν, ὑπάρχουν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξαιροῦνται, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ὑπεστήριζον λοιπόν, ὅτι εἶναι ματαία ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἔχει θέσιν τοιαύτη διάταξις εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην ἑνὸς σοβαροῦ Κράτους. Οὔτε ἐγεννήθη, οὔτε θὰ γεννηθῇ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ τοιοῦτον ζήτημα.
§44Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐὰν κανὼν τοῦ διεθνοῦς δικαίου προσκρούῃ εἰς Συνταγματικὴν διάταξιν, τί θὰ γίνῃ;
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν συνομολογηθῇ ἓν σύμφωνον μεταξὺ δύο Κρατῶν καὶ ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ ἑτέρου αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησίς του θὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ, ἐὰν ὅμως νομίζῃ ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν χώραν θὰ εὕρῃ ἕνα τρόπον εἴτε νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ Σύνταγμα, εἴτε νὰ δώσῃ μίαν ἑρμηνείαν, εἴτε καὶ νὰ προβῇ εἰς μίαν τολμηρὰν ἐφαρμογήν, ὥστε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα γενικώτερον, ἐντελῶς διάφορον τῆς διεξαγομένης συζητήσεως.
§46Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐνδείκνυται λοιπόν, ἡ ἐξαίρεσις.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποστηρίζω ἐγὼ κυρίως, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ὡς μάταιον εἶναι διαγραπτέον. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι θετικόν, ἔχει τὴν παράδοσίν του, δὲν πειράζει ἐὰν νομοτεχνικῶς δὲν εἶναι ἄριστον.
§48Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σοβαρὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος ἓν συνονθύλευμα διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαφορετικὸν σκοπὸν καὶ περιεχόμενον; Εἶναι σοβαρὸν αὐτό; Δὲν ἀνταποκρίνεται αὐτὸ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας καὶ πρὸς ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ πολιτεύματος.
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον, κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι συνονθύλευμα. Δὲν εἶναι νομοτεχνικῶς ἀριστούργημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου συνονθύλευμα. Εἶναι διατύπωσις σοβαρά, διατύπωσις σπουδαία, διατύπωσις ἡ ὁποία ἔχει μίαν πολιτικὴν ἱστορίαν μίαν σταθερὰν παράδοσιν. Μία διάταξις γνωστὴ εἰς ὅλους μας καὶ ἑπομένως ἀξία προσοχῆς ἰδιαιτέρας, δὲν εἶναι καθόλου συνονθύλευμα. Ποῖος εἶπε «συνονθύλευμα;» Διότι εἶπον δὲν εἶναι νομοτεχνικῶς ἀριστούργημα, αὐτὸ ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶναι συνονθύλευμα; Νὰ μὲ συγχωρῆτε. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον προεκλήθησαν αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις καὶ αἱ ἀντιθέσεις. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ τελειώνω, θὰ συζητήσω ἄλλοτε περὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων, ἀπὸ τοῦ 3 μέχρι τοῦ 20οῦ, ἰδιαιτέρως θὰ μὲ ἀπασχολήσουν τὰ ἄρθρα περὶ τύπου, περὶ ἰδιοκτησίας περὶ συνεταιρισμῶν. Ἐὰν μάλιστα μοῦ ἐπιτρέπετε, θὰ τολμήσω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, προκειμένου περὶ συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἔχουν μίαν ἱστορίαν πρόσφατον, διότι κατὰ τὸ 1930–1931 ἀπεσύρθη κατόπιν μιᾶς ἀγορεύσεώς μου ἓν νομοσχέδιον ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἶχε θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν ἐματαιώθη ὡς νόμος τὸν ὁποῖον εἶχον διακηρύξει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡς ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ τραγελαφικὸν καὶ ἀνεφάρμοστον. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐψηφίσθη ἄλλος νόμος κυρίως ὑπ’ ἐμοῦ συνταχθείς, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ἀκόμη. Ἐπειδὴ λοιπόν, κύριοι, συνέβη νὰ εἶμαι ὁ αἴτιος νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον, ἐπειδὴ κατεδείχθη ὀρθὴ ἡ γνώμη μου ὅτι δὲν θὰ ἐφηρμόζετο ὁ κατόπιν ψηφισθεὶς νόμος, τέλος δὲ καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ὁ κύριος συντάκτης τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὅταν συζητηθῇ τὸ ἄρθρον περὶ συνεταιρισμῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε μέ τινα προσοχήν. Προτείνω τέλος νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἔχον λόγον ὑπάρξεως τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ψηφισθῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον του 3, ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ στενοχωρηθῶ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἴτε ὑπάρχει, εἴτε δὲν ὑπάρχει, εἶναι κἄτι τὸ ἐν πάσῃ περιπτώσει μάταιον. (Χειροκροτήματα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§51Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπειδὴ μετέσχον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σύνταξιν ὡρισμένων Συνταγμάτων τῆς χώρας, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἠρέμου καὶ ψυχραίμου συζητήσεως καὶ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῆς πείρας τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ τῆς ἐπιστήμης. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν στερεῖται πείρας καὶ ἔχει ἄπειρον ἐγωϊσμόν, δικαίως περιβάλει διὰ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι μετέσχεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἔργου ἐκείνου. Ἀλλά, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ἀγαπητοὶ φίλοι, ὅλα τὰ ἔργα δὲν εἶναι τέλεια. Τὰ πάντα διέπονται ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, τὰ πάντα ρεῖ, τὰ πάντα μεταβάλλονται καὶ συνεπῶς χρήζουν ποιᾶς τινος μεταλλαγῆς. Δὲν εἶναι φυσικὰ ἀτελές, στερεῖται ὅμως ὡρισμένων βάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἡμεῖς, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Τὸ ἔργον τοῦ 1927, δὲν εἶναι ἕνα ἔργον τυχαῖον, ἀλλὰ εἶναι ἔργον μελέτης, πείρας καὶ γνώσεων, αἱ ὁποῖαι κατεστρώθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ὑποβοηθήσουν εἰς τὸ ὅλον ἔργον μας. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ δύο χρόνια ἠργάσθη φιλοτίμως εἶναι ἔργον ἀτελὲς βεβαίως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ θὰ συμβάλῃ κατὰ πολὺ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ ἔργου ἡμῶν. Συνεπῶς, ὅλα τὰ ἔργα εἶναι τοιαῦτα καὶ πρέπει ὅλα νὰ τὰ κρίνωμεν καὶ νὰ τὰ προσέχωμεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἔργον ἄρτιον. Ἐάν, λοιπόν, ταῦτα θέσωμεν ὡς βάσιν, δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὡς βάσις τῆς συζητήσεως, διότι οὕτω ἀπεφάσισε τὸ Σῶμα, εἶχεν ἀκολουθήσει μίαν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε μὲ μίαν παρέκκλισιν, ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῆς ὕλης καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἐκαινοτόμησε τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, κατατάσσει τὴν ὕλην καὶ διακρίνει τὰ διάφορα κεφάλαια χωρὶς νὰ τὰ ἐπιγράφῃ κεφάλαια. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 27 ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν τακτικήν, ἀλλὰ πληρεστέραν, διότι διακρίνει τὴν ὕλην εἰς κεφάλαια. Κατὰ τοῦτο εἶναι καλύτερον τὸ Σύνταγμα τοῦ 27 ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς διήρεσε τὸ ἔργον εἰς μέρη, τὰ μέρη εἰς κεφάλαια καὶ τὰ κεφάλαια εἰς ὑποκεφάλαια. Ἐγὼ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή, διότι ἐπέφερεν ἡ κατάταξις αὐτὴ τῆς ὕλης σύγχυσίν τινα, διότι ἠναγκάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ διασπάσῃ τὰ διάφορα ἄρθρα. Καὶ ἐπῆλθε σύγχυσις. Ποίαν σχέσιν ἔχει, π.χ. τὸ ἄρθρον 14 μὲ τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ κεφαλαίου Γʹ «περὶ προστασίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας»; Ὅσον καὶ ἂν προσπαθήσωμεν νὰ διαιρέσωμεν τὴν ὕλην, ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑπαγάγωμεν τὰ ἄρθρα εἰς ὡρισμένα κεφάλαια. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, εἶναι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τελειότερα, διότι κατατάσσουν τὴν ὕλην εἰς γενικὰς γραμμάς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔσφαλλε. Ἐὰν θέλωμεν, κύριοι, νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν χώραν τὸν ἀνάλογον καταστατικὸν χάρτην, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν πάντοτε, ὅταν ἐψηφίζομεν Σύνταγμα. Ποίαν τακτικήν; Ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἕκαστον ἄρθρον διετυποῦντο αἱ γνῶμαι τῶν σοφῶν καὶ τῶν εἰδικῶν καὶ τῶν ἐμπείρων, ἦσαν ἔναυλα εἰς τὰ ὦτα, τὰ ἑκατέρωθεν ὑποστηριζόμενα ἐπιχειρήματα καὶ ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν μακρῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἀπεραντολογίας δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Πρέπει, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐμφανίσωμεν ἔργον ἐπιστημονικὸν καὶ οὐσιαστικὸν καὶ ἄρτιον, νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν νὰ διατυπώνωμεν τὰς σκέψεις μας, νὰ τὰς ἀνταλλάσσωμεν, νὰ συμπληροῦμεν ἕκαστος τὸν ἄλλον, νὰ βοηθούμεθα ἀπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927 καὶ ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν χώραν τὸ πολίτευμα, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα μὲ τὰ ἑδώλια τῆς Κυβερνήσεως κενά. Πῶς θέλετε νὰ δοθῇ πνοὴ ἐργασίας εἰς τὸ Σῶμα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ψηφιζομένου τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους, ἀπουσιάζει; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, κύριοι, χωρὶς πνοήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα χωρὶς νὰ συμμετέχουν ὅλοι οἱ βουλευταί καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Ὀφείλομεν νὰ σοβαροποιηθῶμεν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παίξωμεν ἂς ἐγκαταλείψωμεν τὰ ἑδώλια αὐτὰ καὶ ἂς πᾶμε εἰς τὰ σπίτια μας διὰ νὰ ἔλθουν ἄλλοι νὰ καταρτίσουν τὸ Σύνταγμα μὲ μεγαλυτέραν πνοὴν καὶ περισσοτέραν συγκίνησιν. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, τὸ κεφάλαιον, τὸ ἐπιγραφόμενον «Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», νὰ μελετηθῇ ἰδιαιτέρως, διότι ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐζήσαμεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, δυστυχῶς αἱ διατάξεις αὐταὶ γράφονται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα τῆς διατηρήσεως τῆς ἰσχύος των. Εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἴτε γράφονται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, εἴτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, εἴτε εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, σᾶς βεβαιῶ δὲν πρόκειται νὰ διατηρηθοῦν ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἡ πνοή, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κασιμάτης. Ἐὰν ἐδίδετο ἡ πνοὴ καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ποῦ ἡ πνοή; Τί εἴμεθα καὶ τί πράττομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ψηφίζομεν τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς βαρύτητος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Εἶναι δυνατὸν ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν σοβαρὸν ἀποτέλεσμα; Ἐν πάσῃ περιπτώσει καταλήγων λέγω τοῦτο, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀκολουθήσωμεν δύο δρόμους. Ἢ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ἐπιθυμοῦμεν σοβαρώτερον νὰ ἐργασθῶμεν, ἢ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἄρθρον ψηφίσεως διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν κάτι τι, τὸ σοβαρόν. Βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς ἀρκετὰ σοβαρόν εἶναι τὸ θέμα περὶ διπλῆς Βουλῆς, τὸ θέμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν συνέλευσιν σοβαρώτατα. Διότι ὁ κοινοβουλευτισμός, κύριοι βουλευταί, νοσεῖ καὶ νοσεῖ διότι ψηφίζει ἐν πολλοῖς νόμους ἀντισυνταγματικούς, νοσεῖ διότι αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, δὲν συντίθενται καταλλήλως, νοσεῖ διότι οἱ νόμοι ψηφίζονται ἐπιτροχάδην καὶ ἐγὼ ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη θὰ συζητήσωμεν ὅπως πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐκεῖ θὰ δώσωμεν τὴν πνοὴν τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῶν νόμων, ἐὰν θέλωμεν ἀρτίους νόμους εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ὅτι σοβαρῶς σκεπτόμεθα καὶ τὴν ἀμφιβολίαν ἐκείνην τὴν βλέπω ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ἐπὶ κεφαλῆς ἡμῶν, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μας. (Χειροκροτήματα).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Νικολαΐδης ἔχει τὸν λόγον.
§53Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Μετὰ τὴν θαυμασίαν εἰσήγησιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐξήτασε καὶ τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων καὶ μετὰ τὰς εἰσηγήσεις τῶν εἰδικῶν εἰσηγητῶν καὶ ὅλων τῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ὁμιλησάντων, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω ἐπὶ τῶν γενικῶν διατάξεων καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἀκριβῶς τῶν ἄρθρων 3–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐν σχέσει πρὸς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Νομίζω, ὅτι τὰ ἄρθρα 3–20 ἔχουν καλῶς. Καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεμακρύνθη τῶν ἄρθρων τούτων, πλὴν μόνον ἔκαμεν ὡρισμένας προσθήκας καὶ ἐλαχίστας τροπολογίας ὡς καὶ μεταβολὰς νομοτεχνικὰς εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, 3–20 πρέπει νὰ μείνουν ὡς ἔχουν καὶ ὡς εἶναι διατυπωμένα, διότι οὐδὲν ζήτημα ἠγέρθη δι’ αὐτὰ καὶ οὐδεμία διαμαρτυρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐσημειώθη. Μόνον μία παράλειψις ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὴν ὁποίαν συμπληροῖ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Ἐπιτροπή, ἐγὼ δέχομαι τὰς ἑξῆς: Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκεῖ ὀφείλει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Στεφανόπουλος. Ἐγὼ φρονῶ μάλιστα, ὅτι δύναται νὰ μελετηθῇ ἐὰν πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν ἀπεργίαν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἡ ὁποία νὰ τεθῇ εἴτε εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴτε εἰς τὸν κώδικα περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπίσης δέχομαι τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, περὶ τύπου. Δι’ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα ἀπαιτοῦνται προσόντα, πολλῷ δὲ μᾶλλον διὰ τοὺς δημοσιογράφους, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου. Διότι πολλάκις ἡγοῦνται οἱ δημοσιογράφοι, αὐτῆς ταύτης τῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ διάταξις αὐτή, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, εἶναι ἀρίστη καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν πᾶς τις νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κλάδον καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν κάλαμον εἰς τὴν χεῖρα καὶ νὰ δημιουργῇ καταστάσεις, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν προσόν. Ἐπίσης πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ διάταξις περὶ κινηματογράφων, διότι σήμερον οἱ κινηματογράφοι ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ διαπραχθῶσιν ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντεγράφησαν ἀπὸ κινηματογραφικὰ ἔργα. Εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς προταθεῖσα διάταξις, ἀλλὰ νὰ μὴ τεθῇ ὡς ἔχει, ἀλλὰ νὰ περιλάβῃ ἅπαντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα καὶ τὰ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ὅτι δύναται ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὑπάλληλος τοῦ Κράτους νὰ ἀναπτύσσῃ ὡρισμένας ἰδέας ἀντικρατικὰς καὶ ἀντικοινωνικὰς, διότι δῆθεν τὸ δεκαοκταετὲς παιδὶ ἔχει ὡριμάσει πνευματικῶς, ὥστε νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἕδρας του ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου θὰ διδάξῃ. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἔλλειψιν καὶ τὴν παράλειψιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἵνα κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις δύναται καὶ νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Συνεπῶς, πολὺ ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθέσπισε τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου της. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ὡρισμένας κρισίμους περιστάσεις, αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρὸς συγκράτησιν τῆς τάξεως νὰ ἀνασχέτωνται ἀπὸ ὡρισμένας διατάξεις, βεβαίως ὑπὸ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι μία πραγματικὴ συμπλήρωσις, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν πολλάκις νὰ γίνουν παρεξηγήσεις καὶ διαφωνίαι μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Νομίζω, ὅτι, εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐνισχύεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις. (Χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις, διὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος 1911 καὶ τοῦ 3 τοῦ σχεδίου. Πολὺ ὀρθῶς ὁ προλαλήσας συνάδελφος, κ. Νικολαΐδης, διέγνωσε τὸ πνεῦμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τονίσας ὅτι ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὰ ἀφορῶντα τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας προτείνονται καὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἑπομένως εἰσηγοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν διατήρησιν τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ὁλοκλήρου, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως, νὰ συζητήσω μόνον τὸ ζήτημα τῆς κατατάξεως τῆς ἐν αὐτῷ ὕλης του χωριστά. Τὸ ζήτημα τῆς κατατάξεως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ γεννηθῇ ὅταν θὰ ψηφισθοῦν ὅλα τὰ ἄρθρα περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ σᾶς ἐξηγήσω διὰ τίνα λόγον ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3, τοῦ σχεδίου, διότι κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὰς συζητήσεις, βλέπω ὅτι, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν ἔγινε κατανοητόν. Σᾶς εἶχον εἴπει, εἰς τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅ,τι ἀφεώρα γενικῶς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, κ. κ. Παπαληγούρας καὶ Κουλουμβάκης, ὑπεστήριξαν ὅτι, αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ γενικαί, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ὅμως ἀξίαν ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας, δὲν ἔχει ἐπίσης καμμίαν ἀξίαν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος. Τὸ νὰ ἐμμένωμεν καὶ νὰ θεσπίζωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, σημαίνει ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὴν θέσπισιν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὡρισμένων ἀρχῶν. Εἶναι ἑπομένως φυσικόν, νὰ ἐμμένωμεν καὶ νὰ θέλωμεν νὰ θεσπίσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς θεσπίζεται καὶ ἡ ἰσότης. Ἢ θὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Παπαληγούρα, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργοῦμεν ὅλας αὐτὰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ τὰς συνάγωμεν ἐκ τῆς θεωρίας τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, εἶναι καὶ αὐτὴ μία λύσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κἂν ἐπιστημονικῶς κατακριτέα — ἢ ἄλλως θὰ δεχθῶμεν νὰ θέσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος. Θὰ μὲ ἐρωτήσῃ ὅμως τώρα, ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, εἰς τί χρησιμεύει; Τί τὴν χρειαζόμαστε; Διὰ τοῦ Συντάγματος ὑφίσταται προστασία ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐν Ἑλλάδι, ἀνεξαρτήτως γλώσσης, θρησκείας καὶ ἐθνικότητος. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν μειονεκτικὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ παρέχουν εἰς ὡρισμένας μειονότητας τὴν αὐτὴν προστασίαν ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν παρέχουν εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας καὶ ἔχομεν ἐθνικὸν λόγον καὶ συμφέρον ἐθνικὸν νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα εἰς ὡρισμένας μειονότητας νὰ μὴ παράσχωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν αὐτὴν προστασίαν ἐλευθερίας. Ἐνῷ, κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφοροποίησις εἰς τὴν παροχὴν προστασίας καὶ ἐλευθερίας εἰς ὅλους τοὺς ἐν Ἑλλάδι ζῶντας, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον ἐθνικὸν, νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης τῆς κατ’ ἄλλον τρόπον μεταχειρίσεως ὡρισμένων μειονοτήτων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα 1927, συνταγὲν μετὰ τὰς συνθήκας περὶ μειονοτήτων εἶχεν αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ δὲν ἐννοῶ διατὶ σήμερον ἡ διάταξις θεωρεῖται περιττή. (Χειροκροτήματα). Ἡ διάταξις, κύριοι συνάδελφοι, ἐξυπηρετεῖ τὸ ἐνδεχόμενον μιᾶς ἀλλοίας μεταχειρίσεως, ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα διαφέρουν κατὰ τὴν γλῶσσαν, τὰ ὁποῖα διαφέρουν κατὰ τὴν ἐθνικότητα, διαφέρουν κατὰ τὴν θρησκείαν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ τοὺς παράσχωμεν τὰς αὐτὰς ἐλευθερίας.
§56Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας εἶναι ὅτι, τίθεται ἡ διάταξις διὰ τὰς ἐλευθερίας διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας καθορίζει τὸ διεθνὲς δίκαιον.
§57Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§58Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δυσμενεστέρα μεταχείρισις οὐδέποτε ὑπῆρξεν, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ. Αὐτὸ εἶναι πολιτικὸν θέμα.
§59Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διάκρισιν.
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ὑπάρξῃ δυνατότης καὶ ἴσης παροχῆς προστασίας ἐλευθερίας καὶ ζωῆς εἰς τὰς ἐν Ἑλλάδι μειονότητας.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἐξαίρεσις.
§62Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ δυνατότης διὰ τοῦ ἄρθρου 3, διὰ νόμου ἔστω νὰ κάμωμεν τοιαύτην διάκρισιν;
§63Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἔχωμεν συμβάσεις διεθνεῖς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων διὰ νὰ ὁμιλήσουν ἐξηντλήθη. Θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον, ὁπότε θὰ ἔχῃ συναρμολογηθῆ τὸ ἄρθρον 3 καὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 10.30′ π. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων. (Ὥρα 9.20′ μ.μ.)