1948.07.20~99
1,261 rows ·
9,871 words ·
66 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #99.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99η
Τρίτη 20 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως «ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911». Ἐπειδή, κ. βουλευταί, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐγεννήθη ζήτημα, ἐὰν οἱ κ.κ. ἀγορηταὶ θὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου ἢ ἐπὶ μόνου τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται καὶ λύσις εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη, θὰ ἐπεθύμουν ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἔχω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐρωτῶ λοιπόν, τὴν Βουλήν. Ἡ συζήτησις θὰ γίνεται κατ’ ἄρθρον ἢ κατὰ κεφάλαιον;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατ’ ἄρθρον, κατ’ ἄρθρον.
§3Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐάν τις τῶν ὁμιλητῶν, θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου, τοῦ κεφαλαίου, ταὐτοχρόνως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, αὐτὸς ὁ ὁμιλητὴς νὰ μὴ ἐπανέρχεται πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Προχθὲς παρήλασαν ἀγορηταὶ οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καὶ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἐὰν συνεπῶς, ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των καὶ ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§4Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ βάλωμεν περιορισμούς, πῶς θὰ χειρισθῇ τὸ θέμα του ὁ ἀγορητής, ἀρκεῖ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια, τὰ ὁριζόμενα ἀπὸ τὸ ψήφισμα, ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ γενικώτερον ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ Βούδδα, εἶναι δικαίωμά του, ἀρκεῖ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ τέταρτον. Ἐπίσης θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, κ. Πρόεδρε, ἐὰν ἔληξαν αἱ γενικαὶ εἰσηγήσεις;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί.
§6Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μάθω, ἐὰν παρακολουθῆτε τὴν ὥραν τῶν συζητήσεων. Δηλαδή, ἐὰν παρακολουθῆτε, ποίαν ὥραν ἤρχισε ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 3 καὶ πόσαι ὧραι κατηναλώθησαν εἰς τὴν συζήτησίν του μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν 14ην Ἰουλίου ὡμίλησαν οἱ κύριοι...
§8Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὰς ὥρας πρέπει νὰ ξεύρωμεν.
§9Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ὀρθῶς, διότι τὸ ψήφισμα ὁμιλεῖ περὶ ὡρῶν συζητήσεως ἑκάστου ἄρθρου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ψήφισμα λέγει, ὅτι «μετὰ ἑξάωρον συζήτησιν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν...... κλπ.».
§11Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλήν, μετὰ ἑξάωρον συζήτησιν, ἐὰν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα θὰ συζητοῦν μόνον 5 λεπτά. Ἐπίσης θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ εἰς τὸ ψήφισμα ἀναγράφονται οἱ ἀριθμοί τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου, Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται μετὰ 12ωρον νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, νὰ ἀναθέσετε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ὁρίσῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀντίστοιχα τούτων ἄρθρα, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταρτισθησομένου ὑπ’ αὐτῆς πίνακος, καταστῇ δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ποῖα ἄρθρα θὰ ἀπαιτήσουν δωδεκάωρον συζήτησιν.
§12Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ οὐσιῶδες, εἶναι νὰ μὴ ἔχωμεν διπλὰς ἀγορεύσεις, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐάν, εἰς τὴν γενικὴν ἀγόρευσιν ποὺ θὰ κάμῃ ἕκαστος βουλευτής, ἐξετάσῃ καὶ τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα ἐξαντλεῖται τὸ δικαίωμά του, καὶ δὲν θὰ ἐπανέρχεται πάλιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μέχρι τοῦ ἄρθρου, τοῦ εἰκοστοῦ, εἶναι 17. Ἐπίσης τὰ ἄρθρα, τὰ σχετικά, τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι 25, ἀφαιρέσατε τὰ 2 μένουν 23, προσθέσατε καὶ 17 γίνονται 40. Λοιπόν, θὰ διαρκέσῃ ἡ ὁμιλία σας περὶ τὰ 40 ἄρθρα τὸ πολὺ ἕνα τέταρτον καὶ συνολικῶς 6ωρον. Εἶναι πράγματα ἀδύνατα..., ἀδύνατα..., ἀδύνατα. Τελείως ἀδύνατα.
§14Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὁ περιορισμὸς τοῦ 6ώρου, εἶναι κατ’ ἄρθρον.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, ἀγαπητὲ Πᾶνο. Διότι εἶναι ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, 111 καὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς 145, ἐν ὅλῳ 256.
§16Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἕν ἄρθρον εἶναι καὶ τὸ ἀντίστοιχον τοῦ σχεδίου.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ καταλάβετε, τί θέλω νὰ εἴπω. Λοιπόν, ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ περὶ ἄρθρων 256. Δὲν τελειώνει ἡ συζήτησις αὐτή, οὔτε εἰς ἕνα μῆνα, οὔτε εἰς δύο μῆνας. Ἡ Ἐπιτροπή, ἔκαμε διὰ τὸ ἔργον της δύο ἔτη καὶ δύο μῆνας νομίζω. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὁλομέλεια νὰ μὴ χρησιμοποιήσῃ μερικοὺς μῆνας, δὲν γνωρίζω πόσους. Θέλετε νὰ κάμωμεν ἐργασίαν σοβαράν, ἀνάλογον πρὸς τοὺς καιρούς, τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ πατρίς μας; Ἂς συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν πρώτων ἄρθρων μέχρι τοῦ 20 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἂς συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἄρθρου, περὶ συνεταιρισμῶν, περὶ ἰδιοκτησίας, περὶ τύπου, νὰ παραλείψωμεν ἐντελῶς, νὰ σβύσωμεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, τὸ ἄρθρον 22 νὰ τὸ διαγράψωμεν, διότι εἶναι κομμουνιστικώτατον, νὰ δεχθῶμεν ἢ νὰ μὴ δεχθῶμεν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μέχρι τοῦ 20, συμπεριλαμβανομένου, τροποποίησιν τινὰ καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ὅτι, ἐπιβαλλομένων καὶ τῶν καιρῶν, ἡ 4η Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις ἀποδέχεται τὴν ἰσχὺν καὶ πάντα τὰ λοιπὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ 1911 καὶ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ μῆνας πολλοὺς ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένετε, εἴτε σεῖς, εἴτε ἄλλοι, Εἶναι ἡ ὥρα 11.25′ εἰς τὰς 10.30′ εἴμεθα παρόντες ἐγὼ καὶ ὁ κ. Νικολαΐδης. Λοιπὸν δὲν τελειώνει αὐτὴ ἡ συζήτησις. Δὲν σκοπεύω νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις. Ἐὰν γίνουν δεκταί, δόξα σοι ὁ Θεός, ἂν δὲν γίνουν δεκταὶ εἶπον καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.
§18Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂν ἐπιθυμοῦμεν πράγματι, νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τὴν περαιώσωμεν, πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ συζητῶμεν, περὶ τῆς μεθοδολογίας τῆς συζητήσεως. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, νὰ συνεχίζεται αὐτὴ ἡ μεθοδολογικὴ συζήτησις, περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀποφασίσαμεν, νομίζω, κακῶς, ἀλλὰ ἀποφασίσαμεν, ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἄρθρον τὸ Σύνταγμα, μὲ βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴχωμεν ὡς βάσιν τὸ σχέδιον. Ἡ Βουλή, ἀπεφάσισε νὰ ἔχωμεν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, Νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, νὰ κληθοῦν ὅσοι ἔχουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 καὶ κατόπιν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§20Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν συμμερίζομαι τὰ ἀπαισιόδοξα αἰσθήματα τοῦ σεβαστοῦ μου ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κουλουμβάκη σχετικῶς μὲ τὴν πορείαν τῶν συζητήσεών μας καὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Διότι παρ’ ὅλον ὅτι ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς ἀκούεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἡ γνώμη ὅτι πάρα πολλὰ εἶναι τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου Συντάγματος τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι θὰ ἐμπλακῶμεν εἰς κυκεῶνα, ἐν τούτοις νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι ἐν ἱκανῷ μέρει ἀδικαιολόγητος. Διότι ἡ ἐντύπωσις βεβαίως ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 145 ἄρθρων εἶναι ἴσως ὀρθή, ἀλλ’ ἡ οὐσία εἶναι διάφορος. Οὕτω ἐν πρώτοις, εἶναι πλεῖστα ὅσα ἄρθρα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐκ τοῦ Βʹ μέρους τὸ ὁποῖον ἤδη συζητοῦμεν κεφάλαιά τινα, διότι ἡ εἰς κεφάλαια διαίρεσις τοῦ δευτέρου μέρους εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀναθεωρήσεως ἦτο εὔστοχος ὀρθὴ ἐπιστημονικὴ καὶ ἐπιβεβλημένη — ὑπάρχουν — τονίζω, κεφάλαιά τινα εἰς τὰ ὁποῖα ἀδιαφιλονικήτως συμφωνοῦμεν πάντες οἱ παρόντες καὶ δὲν θὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ μακρὸν μὲ αὐτά. Εἰδικώτερον βεβαίως θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς Γʹ Ἀναθεωρητικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ ὁποία συνεζήτησεν ἐντὸς 3 συνεδριῶν εἰς τὰς 2–4 καὶ 5 Ἰουνίου 1922 καὶ ἐψήφιζεν περὶ τὰ 20 ἄρθρα τοῦ βʹ μέρους. Ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ τοιαύτην κινηματογραφικὴν ταχύτητα οὔτε θὰ ἠδύνατό τις νὰ συστήσῃ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν τινὰ τῶν θεμάτων αὐτῶν ὅπως τὸ θέμα τῶν συνεταιρισμῶν, τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ Τύπου, νὰ συζητηθοῦν κατὰ διάφορον ἀντίληψιν ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἤδη εἰς τὴν πολιτικὴν κοινωνικὴν καὶ κοινὴν γενικῶς ἀντίληψιν πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀτέρμονα συζήτησιν οὔτε ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐξαιρετικῶς σύντομον ὥστε νὰ εἶναι ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ὅλου θέματος. Ἄλλωστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη, ἀκριβῶς μὲ αὐτὴν τὴν εὐσυνείδητον νοοτροπίαν εἰργάσθη καὶ ἐὰν ἀπῃτήθη τόσον χρονικὸν διάστημα διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπισταμένως ἐμελέτησεν τὸ ἔργον της καὶ ἐπὶ πλέον διότι εἶχε καὶ τὴν δυνατότητα τῆς βραδύτητος τῶν ἐργασιῶν της. Αὐτὸ ὅμως δὲν συμβαίνει διὰ τὴν συνέλευσίν μας. Ἄλλωστε, εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μὲ πνεῦμα συμπληρώσεως τῶν κενῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς ἅτινα ἀποδεικνύουν πόσον ἔχουν ἄδικον ἐν πολλοῖς ὅταν ὁμιλοῦν λέγοντες ὅσα λέγουν οἱ ἐπικρίνοντες τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι πράγματι κακῶς ἴσως, ἀλλὰ πάντως ἡ Ἐπιτροπὴ συνεζήτησε καὶ προέβη εἰς τὸ ἔργον της μὲ ἀφετηρίαν πάντοτε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Καὶ μοῦ εἶναι εὔκολον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα πίνακα τὸν ὁποῖον μετὰ ἐπίμονον ἐργασίαν ἔχω συντάξει, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς πείσῃ καὶ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐπὶ παραδείγματι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἐκ τῶν 18 ἄρθρων ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζεται τὸ μέρος τοῦτο, τὰ 7 ἄρθρα, τὰ 4, 6, 8, 9, 10, 15, καὶ 19 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐπαναλαμβάνονται μὲ αὐτολεξεὶ διατύπωσιν, καὶ ἀπολύτως ὁμοίαν διατύπωσιν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Συγκεκριμένως τὸ ἄρθρον 4, ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ σχεδίου, τὸ ἄρθρον 6 εἰς τὸ ἄρθρον 17, τὸ ἄρθρον 8 εἰς τὴν παράγραφον 1 τὸ ἄρθρον 14 τοῦ σχεδίου, τὸ ἄρθρον 9 ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 20, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ 1911 εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ σχεδίου, τὸ ἄρθρον 15 τοῦ 1911 εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ σχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ 1911 εἰς τὸ 115 τοῦ Σχεδίου. Ἀντιλαμβάνεσθε λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τῶν 7 τούτων ἄρθρων θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπίμονος διάθεσις πρὸς συζήτησιν διὰ νὰ ὑπάρξῃ τάσις μακρηγορίας. Προχωρῶ ἤδη ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων. Ἄλλα 8 ἐξ αὐτῶν περιελήφθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰς τὸ Σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ συγγενεστάτην διατύπωσιν. Συγκεκριμένως. Τὰ ἄρθρα 3, 5, 7, 11, 12, 13, 16, 18 περιελήφθησαν μὲ ἐλαφρὰς φραστικὰς μεταβολὰς ὡς αὐτούσια ἢ διεσπασμένα ἢ μὲ ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις εἰς ἄρθρα (4, 7, 21) 16, 13, 6, 18, 12, 9, 19 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀντιλαμβάνεσθε λοιπόν, κ. βουλευταί, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν θὰ ὑπάρξῃ βεβαίως συζήτησις, ἀλλὰ περιωρισμένη συζήτησις. Ἄρθρα εἰς τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν οὐσιωδεστάτην μεταβολὴν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι 3 ἄρθρα ἤτοι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 περὶ τύπου, 17 περὶ ἰδιοκτησίας, καὶ 20 περὶ ἐπιστολῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι νέα ἄρθρα ἢ τοὐλάχιστον μὲ νέαν διατύπωσιν, διότι καὶ ἂν ἀναμνησθῶμεν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἀποτελεῖ μίαν πραγματικότητα ἡ ὁποία ἔχει ἀφήσει τὰ κατάλοιπά της εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, ἐν τούτοις καὶ πάλιν τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπολύτως νέα. Ἀλλὰ ἐν τῇ κυριολεξίᾳ νέα ἄρθρα εἶναι μόνον τέσσαρα ἤτοι τὰ ἄρθρα 3, 8, 21 καὶ 22. Δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 3 ἀφορῶν τὰ δικαιώματα ξένων καὶ Ἑλλήνων πολιτῶν τὸ ἄρθρον 8 τὴν προστασίαν τῆς Τέχνης Ἐπιστήμης κλπ., τὸ 21 ἀφορῶν τὴν προστασίαν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἀμφοτέρων τῶν φύλλων καὶ τὸ ἄρθρον 22 ἀφορῶν τὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας. Καὶ ἐρωτῶ. Ποῖον ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἄρθρων τινὰ τῶν ὁποίων ἀπαντῶνται εἰς τὸ ἐπὶ 8ετίαν ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1927 δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς θεμελιώδη ρύθμισιν συγχρόνου ἀνάγκης ἐνίοτε μάλιστα μετὰ ὑπερβαλούσης συντηρητικότητος; Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ δεύτερον μέρος, ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. Καὶ θὰ ἠδυνάμην ἂν δὲν ἐφοβούμην τὴν κόπωσίν σας νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ εἰς τὰ ἄλλα 8 μέρη τοῦ σχεδίου Ἐπιτροπῆς πόσα ἀκριβῶς εἶναι αὐτὰ τὰ αὐτολεξεὶ περιλαμβανόμενα ἄρθρα τοῦ 1911 ἂν μοῦ δώσητε τὴν πίστωσιν χρόνου ποὺ ἀπαιτεῖται. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν πρέπει νὰ καταλαμβανώμεθα ὑπὸ δέους πρὸ τοῦ πρὸ ἡμῶν ἔργου διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ νὰ ἐνθυμούμεθα τὴν ἀλήθειαν ὅτι ἡ Ἐπιροπὴ εἰργάσθη μὲ βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ περιέλαβεν εἰς τὸ σχέδιόν της πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν ἄρθρων τούτου, ἐπιφέρουσα βεβαίως μικρὰς μικροτάτας μεταβολὰς ὅπου τὰς ἐπέφερεν καὶ αὐτάς.....
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§22Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐγὼ κύριε συνάδελφε, δύναμαι καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω διὰ τῆς παραβολῆς τῶν κειμένων αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω θὰ χαρῶ δὲ ἂν ἀποδειχθῇ ἡ πλάνη μοῦ καὶ θὰ λυπηθῶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅπως θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἰδική σας. Ἁπλῶς θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ προσεπάθησε νὰ κάνῃ καλυτέραν διάταξιν τῆς ὕλης καὶ κατανομὴν τῶν κεφαλαίων. Ἄλλωστε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἴχομεν 11 μέρη ἀλλὰ οὐδὲν Κεφάλαιον. Ἐνῷ ἐδῶ ἔχομεν 8 μέρη διῃρημένα εἰς 21 Κεφάλαια κατὰ μίαν σειρὰν ἀναμφισβητήτως ἐπιστημονικωτέραν, ἀρτιωτέραν ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἴχομεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Θὰ ἐχρειάζετο ἴσως ἓν πάλιν παράδειγμα διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο καταληπτόν. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὰ 18 ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, εἶναι τοποθετημένα κατὰ μίαν ἀκανόνιστον διάταξιν. Ἄρθρα τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν μίαν ἀλληλουχίαν συνεχῶς διασπῶνται ἀπὸ παρεμβαλόμενα ἄρθρα τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν προηγουμένων ἄρθρων καὶ γενικῶς ἡ διάταξις δὲν ἔχει ἐκείνην τὴν ἐπιστημονικὴν συνέχειαν ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ προσδίδῃ τὴν σαφήνειαν καὶ τὴν ἀρτιότητα εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὰ ἄρθρα λοιπὸν τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἶναι 22 καὶ ἐταξινομήθησαν, ἀκολουθουμένου τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὰς Γαλλικάς, Βελγικάς, Ἰταλικὰς καὶ Ἑλληνικὰς Συνταγματικὰς ἀπόψεις, καὶ τοὺς σοφοὺς Συνταγματολόγους Esmein. Orban, Rossi, Tambarro καὶ τὸν ἡμέτερον Ν. Ν. Σαρίπολον καὶ ἐν παραβολῇ θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 διὰ ν’ ἀντιληφθῆτε πόσον ἀπείρως εὐστοχοτέρα εἶναι τώρα ἡ διάταξις τῆς ὕλης καὶ πόσον σπασμωδικῶς χορευτικὴ ἦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Οὕτω εἰς τὰ ὑπὸ τίτλον «Γενικὰ Δικαιώματα καὶ καθήκοντα» ἄρθρα 3–7 τοῦ Αʹ κεφαλαίου τοῦ Σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντιστοιχοῦν τὰ ἄρθρα 3, 10, 11 καὶ 106 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰς τὰ περὶ προστασίας «Πνευματικῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου» ἄρθρα 8–11 τοῦ Βʹ Κεφαλαίου τοῦ Σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντιστοιχοῦν τὰ 16, 14, 18 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰς τὰ περὶ «Προστασίας τῆς Προσωπικῆς Ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου» ἄρθρα 12–19 τοῦ Γʹ Κεφαλαίου τοῦ Σχεδίου ἀντιστοιχοῦν τὰ ἄρθρα 13, 7, 8, 4, 5, 6, 12, 18 τοῦ Συντάγματος 1911 Ἐπίσης εἰς τὰ ἄρθρα 20–21 τοῦ Δʹ Κεφαλαίου τοῦ σχεδίου περὶ προστασίας τῆς Πολιτικῆς Ἐλευθερίας ἀντιστοιχοῦν τὰ ἄρθρα 9 καὶ 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τέλος εἰς τὰ ἄρθρα 22–24 τοῦ Εʹ Κεφαλαίου τοῦ σχεδίου περὶ οἰκονομικῆς δραστηριότητος ἀντιστοιχεῖ τὸ 17 τοῦ 1911 ἐνῷ ἡ προστασία καὶ ἐργασίας καὶ ἀπεργίας ἄγνωστος εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐνταῦθα σαφῶς ἀναγράφεται. Ἀντιλαμβάνεσθε λοιπὸν, ἐξ ὅλων αὐτῶν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερεν ἀνακατανομὴν τῆς ὕλης, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς διατάξεως εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθωτάτη. Εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔχω καταθέσει τροπολογίας ἀλλὰ ἄλλο τὸ θέμα τοῦ ὅλου ἔργου καὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἄλλο τὸ θέμα τοῦ περιεχομένου τῶν εἰδικῶν καὶ ὡρισμένων ἄρθρων, ὡς μᾶς ἐμφανίζονται ταῦτα, ἐν τῷ Σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρέπει, κ. βουλευταί, νὰ ἔχωμεν πάντως ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ κινδυνεύσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἐξάμβλωμα Συντάγματος, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν βάσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου θ’ ἀποτελῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἢ ὄχι, πάντως παραλλήλως ἀνὰ χεῖρας θὰ ἔχωμεν συνεχῶς καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τελικῶς θὰ ὀφείλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἄλλως μοιραίως θὰ ἴδωμεν ἄρθρα τοποθετούμενα εἰς διαφορετικὰ κεφάλαια καὶ μέρη ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου τὰ ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ τοποθετημένα καὶ ἀσφαλῶς αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι οὔτε πρὸς τιμὴν τῶν μελῶν τοῦ Σώματος ἡμῶν, οὔτε πρὸς τιμὴν τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα συμμετέσχον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἵνα γίνω ἀντιληπτότερος, ἰδοὺ π.χ. τί ἐγένετο μὲ τὸ ἄρθρον 3 τὸ ὁποῖον διέσπασεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀναθεωρήσεως κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Τὸ ἐδάφιον 1 τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐγένετο, παράγραφ. 1 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου αὐτοτελής. Τὸ ἐδάφιον μόνον τῆς παραγράφ. 2 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐτέθη ὡς παράγραφ. 3 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου. Τὸ ἐδάφιον μόνον τῆς παραγράφ. 3 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐτέθη ὡς παράγραφ. 2 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐξ ἄλλου τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 3)1911 ἐτέθη ὡς παράγραφ, 1 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου καὶ τὸ ἐδάφιον 3 τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρ. 3)1911 ἐτέθη ὡς παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ σχεδίου ὅπου γίνεται λόγος περὶ προστασίας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Εἰδικώτερον ἔτι ὡς πρὸς τὸν τίτλον τοῦ Βʹ μέρους τοῦ σχεδίου ἔνθα ἐτοποθετήθησαν τὰ στοιχεῖα τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου 3. Ἤδη ἀπὸ τῆς προχθὲς ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἤρχισε μὲ τὴν συζήτησιν κατὰ πρῶτον ἐπὶ τοῦ τίτλου, ἐὰν δηλ. ὁ τίτλος «περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων» εἶναι ὀρθότερος ἢ ἐὰν ἄλλος τις θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ μέρος αὐτὸ δὲν γίνεται λόγος μόνον περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαιωμάτων παντὸς οἱουδήποτε εὑρισκομένου ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ὁ τίτλος θὰ ἦτο πληρέστερος, ἐκτὸς ἐὰν λόγοι ἱστορικῆς συνεπείας μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ μὴ μεταβληθῇ, θὰ ἦτο πληρέστερος λέγω καὶ συνεπέστερος ἐὰν ἀνεγράφετο «περὶ Δημοσίου Δικαίου ἐν Ἑλλάδι» ὥστε νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ οἱ ἀλλοδαποί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς χώρας. Ἔρις ὑπάρχει περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος 1911. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν. Ἐξ ἄλλου εἰς τὸ ἄρθρον 4 παράγρ. 1 τοῦ σχεδίου, προσετέθησαν 3 λέξεις «καὶ τοῦ Κράτους» εἰς τὸ τέλος τῆς φράσεως «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ἠμφισβητήθη ἡ χρησιμότης αὐτῶν τῶν 3 λέξεων καὶ ἠκούσαμεν 2 ἀπόψεις κατ’ ἐπίφασιν ἀντιθέτους τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κ. Τσάτσου καὶ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Θ. Τσάτσου. Καὶ βεβαίως δὲν διαφέρουν αἱ δύο αὐταὶ ἀπόψεις οὐσιωδῶς ὅσον καὶ ἐὰν φαίνωνται κάπως ἀπέχουσαι ἀπ’ ἀλλήλων. Ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Θ. Τσάτσου ἄποψις ἔχει σκοπὸν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, συγγενῆ μὲ τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει, δηλαδὴ τὴν ἰσότητα τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πολίτης πρὸς τὸ Κράτος, ὅταν εὑρίσκεται εἰς ἀντιδικίαν μὲ τὸ Κράτος. Ὁ δὲ κ. Κ. Τσάτσος, ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῶν ἐξουσιῶν καὶ καθόλου Κρατικῶν λειτουργιῶν. Κατὰ βάθος αἱ δύο αὐταὶ διαφορετικαὶ διατυπώσεις δὲν ἔχουν οὐσιαστικὴν διαφοράν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν λέξεων, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἔχομεν παραβάσεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἄτομον λόγῳ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν διαθέτει. Θεωρῶ ὅθεν εὔλογον τὴν παραμονὴν τῶν προστεθεισῶν τριῶν αὐτῶν λέξεων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου, ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν ἐκεῖ ποὺ γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀναλόγου συμμετοχῆς εἰς τὰ βάρη τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία νὰ διευκρινίζῃ ὅτι τὰ βάρη θὰ φέρουν οἱ πολῖται ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς οὔτε αὐθαίρετος θὰ εἶναι οὔτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς σημεῖον δημεύσεως περιουσιῶν καὶ καταπατήσεως ἀτομικῶν δικαιωμάτων οὔτε νεκρώσεως τῆς ἐφέσεως πρὸς οἰκονομικὴν δραστηριότητα, ὡς ἀναπτύσσω εἰς τὴν κατατεθειμένην τροπολογίαν μου, πάντως δὲ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Τέλος εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ὁποῖον ἀναποσπάστως συνδέεται καὶ μὲ τὴν παράγραφον 1 ἐδάφ. 3 τοῦ ἄρθρου 3 ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν γίνῃ δεκτὴ αὐτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ παραχωρήσεως ὁμοίων δικαιωμάτων εἰς τὰς γυναῖκας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ σχεδίου ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ ἐδάφιον 3 τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 3 πρέπει εἰς τὴν ἀρχὴν της νὰ μεταβληθῇ καὶ ἀντὶ νὰ λέγῃ «...μόνον πολῖται Ἕλληνες κλπ...» νὰ λέγῃ «...μόνον Ἕλληνες τὴν ἰθαγένειαν εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας...». Καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἄρωμεν τὰς νομικῶς δικαιολογημένας ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ ἂν δύνανται ἢ δὲν δύνανται νὰ διορίζωνται εἰς τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας γυναῖκες ὑπάλληλοι.
§23Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διατὶ αὐτό;
§24Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Διότι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις καὶ ἀντίληψις ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ πολιτῶν ἐνεργῶν καὶ μὴ ἐνεργῶν. Τέλος, εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν, ἐκεῖ ποὺ γίνεται λόγος περὶ εἰδικῶν ἐξαιρέσεων, κακῶς ἀπηλείφθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ δευτέρα λέξις «εἰδικῶν» ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς ἄρσιν ἐπίσης νομικῶν ζητημάτων, διότι ἡ διπλῆ ἐπανάληψις τῆς λέξεως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ μὲν πρώτη ἀφορᾷ τοὺς νόμους ἡ δὲ ἄλλη ἀφορᾷ τὰς λειτουργίας, ἀπὸ μίαν δὲ ἑκάστην περίπτωσιν ἐξαιρέσεως θέλει τὸ Σύνταγμα εἰδικὴν ἐξαίρεσιν ὥστε νὰ μὴ ἀνατρέπεται ἡ γενικὴ Συνταγματικὴ ἰσότης τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν εἰμὴ διὰ εἰδικοῦ νόμου ἀνατρέποντος τόσον θεμελιώδη Συνταγματικὴν διάταξιν. Ἐν συμπεράσματι ὑποστηρίζω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς διεσπασμένου ἄρθρου 3 ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς προτείνεται, ἤτοι ὡς ἄρθρα 4–7 καὶ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 21 μὲ τὰς ἀναφερθείσας καὶ κατατεθειμένας τροπολογίας μου καὶ ζητῶ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἐπίμονος καὶ ἀδικαιολόγητος ἐπίθεσις κατὰ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὡς σᾶς ἀπέδειξα εἶναι ἐν πολλοῖς, κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν ἐπανάληψις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ κατὰ τὰ ὑπόλοιπα προσηρμόσθη ἐλαφρῶς μὲ ὀλίγα νέα ἄρθρα, ἐκτὸς τῶν ἀληθῶς τολμηρῶν ἄρθρων περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, καί τινων ἄλλων μὲ φραστικὰς βελτιώσεις. (Χειροκροτήματα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§26Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βοιλευταί, τώρα ποὺ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς κατ’ ἄρθρον ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν)τος τοῦ 1911, θὰ σᾶς ζητήσω ὅπως μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, σκέψεις μου τινάς. Εἰς τὸ ἔργον μας αὐτὸ τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ σοβαρώτερον καὶ τὸ σπουδαιότερον ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐπετελέσαμεν, καὶ ἴσως ὅλων ἐκείνων ποὺ θὰ ἐπιτελέσωμεν, μέχρις ὅτου ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἴδια, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα τοῦ 1911 ἦτο ἔργον μεγάλων καὶ σοφῶν τῆς Πατρίδος τέκνων, τὰ ὁποῖα ἡ Θεία Πρόνοια εἶχε προικίσει τὴν Πατρίδα, εἰς μίαν ἐποχὴν σχετικῶς εὐδαίμονα καὶ ἱστορικήν. Μία τοιαύτη ἀνάμνησις τῆς σημερινῆς τοῦ Ἔθνους Συνελεύσεως πρὸς τὸ ἔργον τῶν μεγάλων τοῦ Ἔθνους ἀνδρῶν, οἷοι ἦσαν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, ὁ Δημήτριος Γούναρης, ὁ Παναγῆς Τσαλδάρης, ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος, ὁ Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος, ὁ Στέφανος Δραγούμης, δὲν εἶναι μόνον φόρος ὀφειλομένης εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάτι ἄλλο ἐπιτακτικώτερον καὶ σκοπιμώτερον. Μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ εἴμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν προσεκτικώτεροι, ὅταν πρόκειται νὰ διορθώσωμεν τὸ ἔργον ἐκείνων, καὶ μάλιστα εἰς κεφάλαια καὶ διατάξεις τῶν ὁποίων τὴν ἀνακαίνισιν τὴν ἐπιβάλλουν αἱ σημεριναὶ πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι τῆς Χώρας. Καὶ ὀφείλομεν ἰδιαιτέρως νὰ εἴμεθα ἐπιφυλακτικοί, ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν κεφαλαίου περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Διότι τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ναὶ μὲν περιέχει τὰς σπουδαιοτέρας τῶν ὅλων τοῦ Συντάγματος διατάξεων, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται, ἀναγράφουσι δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου ἔμφυτα εἰς τὸν ἄνθρωπον, παγκοίνως καὶ παγκοσμίως ἀνεγνωρισμένα ἀπὸ αἰώνων, πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἀπὸ τὸν Ἀγγλικὸν καὶ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα καὶ τὴν κατόπιν Γαλλικὴν διακήρυξιν περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Συνεπῶς, τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀποτελοῦντα ἀναλλοιώτους ἀνθρωπίνους ἠθικὰς ἀξίας, δὲν ἐπιδέχονται εὐχερῶς τροποποιήσεις καὶ βελτιώσεις. Καὶ δι’ αὐτό, εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, πρέπει νὰ εἴμεθα περισσότερον ἐπιφυλακτικοί, καὶ ἄκρως συντηρητικοί, ἢ εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος. Ἡ δευτέρα σκέψις ποὺ ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἔργον μόνον τῶν δικηγόρων. Ἐὰν ποτὲ κατηρτίζετο Σύνταγμα ἢ ἀναθεωρεῖτο τοιοῦτον μὲ βάσιν μόνον τὴν δικηγορικὴν ἢ νομικὴν σκέψιν, ἔστω καὶ τὴν ἀρτιωτέραν, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἦτο τὸ καλύτερον. Καὶ δι’ αὐτό, εἰς ἕνα τοιοῦτον πολυσήμαντον ἔργον, ὅπως εἶναι ἐκεῖνο τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγατος πρέπει νὰ βοηθήσουν ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι, νὰ ἐργασθοῦν ὅλοι, νὰ συνεισφέρουν ὅτι μποροῦν, ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην του ἕκαστος ἀπὸ τὴν τέχνην του, ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ ἀπὸ τὴν ζωήν του. Τὸ Σύνταγμα περιέχει τὰς γενικωτάτας τοῦ Ἔθνους θελήσεις, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἀντιπροσώπων, ποὺ θὰ παρακολουθοῦν μὲ προσοχὴν καὶ μὲ θέλησιν, διὰ νὰ καταρτισθῇ ἕνα Σύνταγμα, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτερον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς σημερινὰς καὶ μελλούσας ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ τελευταία σκέψις ποὺ ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ὅτι ἡ συμμετοχὴ ὅλων μας εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ καὶ καρποφόρος, ἐὰν στηρίζεται μόνον εἰς τὴν ἀκροαματικὴν τρόπον τινὰ διαδικασίαν. Ἀλλὰ πρέπει ἀπαραιτήτως, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κατὰ τὰς συζητήσεις, νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ἕνα χέρι, τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα, καὶ εἰς τὸ ἄλλο τὸ ἐκπονηθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς σχέδιον καὶ μὲ τὰ κείμενα αὐτά, νὰ παρακολουθοῦμεν τοὺς πολυμαθεῖς συναδέλφους, ποὺ θεωροῦν χρέος των νὰ μᾶς φωτίσουν καὶ νὰ μᾶς ὑποδείξουν ποῖα ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθοῦν καὶ ποῖαι τροποποιήσεις πρέπει νὰ γίνουν δεκταί, εἴτε ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ τῶν κ. βουλευτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἀκολουθηθὲν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς σύστημα, παρουσιάζει κἄποιαν δυσχέρειαν, ἀλλὰ μία καλὴ θέλησις καὶ μία καλυτέρα καὶ προσεκτικωτέρα συγκριτικὴ μελέτη τῶν ὁμιλητῶν τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος, μὲ ἐκείνας τοῦ σχεδίου καὶ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν, θὰ ὑπερνικήσωσι τὰς δυσκολίας εἰς τρόπον ὥστε, νὰ παρασχεθῇ ὅλη ἡ εὐχέρεια ποὺ ἀπαιτεῖται διὰ νὰ προστεθῶσι εἰς τὰ οἰκεῖα ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, ὅλαι αἱ τοῦ σχεδίου τῆς ἀναθεωρήσεως ἐπιμεμελημέναι καὶ ἐπιστημονικώταται τροποποιήσεις, ἐπιλέκτων συναδέλφων, ἃς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἤθελεν ἐγκρίνει. Κατόπιν τούτων ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον. Τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει διότι τοῦτο συνδέεται μὲ τὰ ἄρθρα 4, 7, καὶ 21 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Βεβαίως ἡ φράσις, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς «καὶ τοῦ Κράτους» δὲν ἔχει θέσιν καὶ πρέπει νὰ παραλειφθῇ. Δύναται ὅμως νὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς αὐτό. Νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ ὑπάλληλος εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν» ἥτις φράσις, ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ εἶναι πλῆρες τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ σχεδίου. Τὸ ἄρθρον 5 ὅμοιον μὲ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει μερικὰς προσθήκας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἄξιαι ἐνδιαφέροντος. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ καθορίζῃ τὰς χρηματικὰς ποινάς. Αὗται πρέπει νὰ ἀφεθοῦν νὰ καθορισθοῦν ὑπὸ τοῦ Νομοθέτου. Τὸ ἄρθρον 16, ὁμιλεῖ περὶ χρόνου προφυλακίσεως. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Νομοθέτην ἵνα τὴν ρυθμίσῃ. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως. Πρῶτον, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει ὁ τίτλος τοῦ μέρους αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 κάμνει τὴν διαίρεσιν εἰς κεφάλαια. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως θὰ εἴδατε, κάμνει τὴν διαίρεσιν εἰς μέρη ἅτινα ὑποδιαιρεῖ εἰς κεφάλαια. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι ὅλοι ὅτι, εἴτε ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν τοῦ «Μέρους», ὅπερ εἶναι τὸ ὀρθώτερον κατὰ τὸ σχέδιον, εἴτε ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν τοῦ «κεφαλαίου» πρέπει νὰ παραμείνῃ ὁ τίτλος «Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων» διὰ λόγους ἱστορικούς, καίτοι εἶναι ἐπιστημονικῶς παραδεδεγμένον ὅτι ὁ τίτλος οὗτος δὲν εἶναι ὀρθός. Δεύτερον, νομίζω ἐπίσης ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις ὅτι ἡ θέσις τοῦ περὶ Δημοσίου Δικαίου κεφαλαίου ἢ Μέρους τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ αὐτὴ διὰ λόγους ἐπίσης ἱστορικοὺς παρ’ ὅλον ὅτι, ὡς ὀρθῶς ἀνεπτύχθη καὶ ὡς εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβητήτως ἐπιστημονικῶς παραδεδεγμένον, ἡ θέσις του θὰ ἔπρεπε λογικῶς νὰ εἶναι εἰς τὸ τέλος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς εἶπον καὶ ἀνωτέρω τὸ «περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων» Μέρος τὸ διῄρεσεν εἰς κεφάλαια. Ἡ κατάταξις αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ὀρθωτέρα, ἡ ἐπιστημονικῶς ἐπιβεβλημένη, ἐὰν θέλωμεν βεβαίως νὰ κάμωμεν, ἐφ’ ὅσον μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, μίαν κατάταξιν λογικὴν καὶ μίαν ταξινόμησιν νομοτεχνικῶς ὀρθολογιστικὴν εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ μεταβολὴ αὐτὴ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν ὥστε νὰ ἐξαπατώμεθα. Τὸ πρῶτον κεφάλαιον ἐπιγράφεται «Γενικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα». Ὁ τίτλος αὐτὸς νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸς καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει. Διετυπώθησαν ὑπὸ ἑνὸς τῶν συναδέλφων ἀντιρρήσεις ὅτι ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἐνῷ ὁμιλεῖ περὶ γενικῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, περιλαμβάνει ἐν τούτοις διατάξεις, καὶ δὴ τὴν τοῦ ἄρθρου 3ου ἀφορώσας ὄχι μόνον τοὺς Ἕλληνας ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἐν Ἑλλάδι βιοῦντας. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις αὕτη διότι ὁ τίτλος «γενικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα» δὲν ἐτέθη ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἀπὸ ἀπόψεως ὑποκειμένου (προσώπων) ἔκτασιν, ἀλλὰ πρὸς τὸ περιεχόμενον, τὰ θέματα δηλ. τὰ ὁποῖα ρυθμίζει, δηλαδὴ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικειμένου, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς δὲ αὐτῆς ἀναμφισβητήτως τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ρυθμίζει τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀφορῶν κανόνας οἵτινες ἐκτείνονται εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς δραστηριότητος τοῦ ἀτόμου, ἀνάγονται εἰς τὰ γενικώτερα δικαιώματα καὶ καθήκοντα εἴτε ἁπάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι βιούντων εἴτε μόνον τῶν Ἑλλήνων ἀναλόγως τῆς φύσεως ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὁ τίτλος τοῦ πρώτου κεφαλαίου εἶναι ὀρθὸς καὶ τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του. Περαιτέρω πιστεύω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξεν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ τοῦτο, καθόλου παιδαριῶδες, ὡς τόσον ἀτόπως ἐλέχθη, ἀλλ’ ἔργον εὐσυνείδητον, ἔργον ἀόκνου καὶ ἐπιμελημένης ἐργασίας. Δυνατὸν νὰ ἐσημειώθησαν καὶ σφάλματα. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι πρὸς θάνατον. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος καὶ τὸ Σῶμα ὡς κυρίαρχον θὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων καὶ τῶν συμπληρώσεων τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον ἀναμφισβητήτως εἶναι ἐργασία ἐπιμελημένη καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὑποδειγματική. Εἰς τὸ «Μέρος» «περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων», ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπέφερεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ θεμελιώδεις ἀνατροπάς. Ἡ φύσις τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ὡς ἀναλοιώτων καὶ ἀπαραγράπτων διὰ ποταμῶν αἵματος θεμελιωθέντων, εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέχεται βαθείας ἀνατροπὰς αἵτινες θὰ μετέβαλον αὐτὸν τοῦτον τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ Δημοκρατικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Ἐν τῷ πλαισίῳ ὅμως τούτῳ ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει μερικὰς ἀρκετὰ οὐσιώδεις τροποποιήσεις καὶ προσθήκας. Δύο εἶναι αἱ κατευθύνσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας ὡρμήθη ἡ Ἐπιτροπή. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀμύνῃ του κατὰ τῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἐπιβουλεύονται καὶ μάχονται κατὰ τοῦ Κράτους, κατὰ τῆς ὠργανωμένης μειοψηφίας ἡ ὁποία κάμνει κατάχρησιν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν κατάργησιν αὐτῶν τούτων ἀκριβῶς τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Δημοκρατίας. Ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ τῆς Ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ πιστεύω νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησις. Αἱ κατευθύνσεις αὗται τῆς Ἐπιτροπῆς εὑρίσκουν ἀπήχησιν εἰς τὸ ἄρθρον π.χ. περὶ τύπου. Εἰς αὐτὸ βεβαίως ἐκαινοτόμησε διότι διηύρυνε τὰς περιπτώσεις τῆς μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατασχέσεως τοῦ φύλλου, ἐπιτρέπουσα ταύτην ἰδίως ὅταν τὸ περιεχόμενον τοῦ δημοσιεύματος εἶναι προφανῶς στασιαστικοῦ περιεχομένου ἢ στρέφεται κατὰ τῆς ἀκεραιότητος ἢ ἀποτελεῖ πρόκλησιν πρὸς διάπραξιν ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας. Ἐπίσης εἰσήγαγε καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ μέτρον τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῆς παύσεως τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντύπου ἐν περιπτώσει καταδίκης ἐν ὑποτροπῇ. Θὰ συζητήσωμεν βεβαίως ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των καὶ κρίνωμεν ποίας ἐξ αὐτῶν θὰ δεχθῶμεν. Τροποποιήσεις ἐπίσης εἰσήγαγεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῶν ὁποίων δίδεται ὡρισμένη κατεύθυνσις εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς διδασκαλίας εἰς τὴν στοιχειώδη καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν καθοριζομένου ὅτι αὕτη δέον ν’ ἀποσκοπῇ εἰς τὴν πνειματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀγωγὴν τῶν νέων βάσει τῶν κατευθύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐκεῖ βεβαίως θὰ ὑπάρξουν πολλαπλαῖ ἀντιρρήσεις, μία τῶν ὁποίων ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Πιστεύω τῷ ὄντι ὅτι ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους ὀφείλει νὰ ἀσκῆται καὶ εἰς τὴν Ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἠκούσθη καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τάχα νοητὸν ὁ καθηγητὴς ἄλλα νὰ διδάσκῃ ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἄλλα νὰ πρεσβεύῃ καὶ νὰ κηρύσσῃ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ἁπλούστατα δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὄχι δὲν εἶναι ἔτσι. Διότι, ὅταν τὸ Κράτος παραδίδει τὴν νεολαίαν, καὶ ἀσφαλῶς ἡ Πανεπιστημιακὴ νεολαία εἶναι ἀκόμη ἀνώριμος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ἔχει ὡριμάσει. Εἰς τὸν σχηματισμὸν γνωμῶν καὶ κρίσεων, ὅταν τὸ Κράτος λέγω παραδίδει τὴν νεολαίαν αὐτὴν εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως προφυλάξῃ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς διαφθορᾶς τῆς ἐθνικῆς του συνειδήσεως. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος ν’ ἀξιώσῃ ὅπως τὰ τέκνα του ὄχι μόνον διατηρήσουν ἀλλὰ καὶ χαλυβδώσουν τὴν ἐθνικήν των ἐκπαίδευσιν τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς δύνανται ν’ ἀλλοιώσουν διδάγματα δόλια καὶ ἀπατηλά, ἐμφανιζόμενα συχνότατα ὑπὸ τὴν ἀθώαν μορφὴν τῶν δῆθεν ἐπιστημονικῶν θεωριῶν. Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀποβλέπει ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 20 περὶ τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν προσθήκη διὰ τῆς ὁποίας ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ ἐγγυήσεις ἐπιτρέπεται ἡ παραβίασις τοῦ ἀπορρήτου πρὸς διαπίστωσιν ἀξιοποίνου πράξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος ὄχι μόνον νὰ παρίσταται ἀπαθὴς θεατής, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸ τὴν μεταφορὰν ἐπιστολῶν διὰ τῶν ὁποίων γνωρίζει ὅτι προπαρασκευάζεται τὸ ἔγκλημα, ἢ διευκολύνεται ἡ ἀπόκρυψις αὐτοῦ; Ἐπίσης εἰς τὸ ζήτημα τῶν συνεταιρισμῶν καὶ ἐκεῖ εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐκδηλοῦται ἡ κατεύθυνσις τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς κατοχύρωσιν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον παρέχομεν τὸ δικαίωμα ὅπως διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ρυθμίζῃ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἀποτελοῦν αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ ποτὲ δὲν εἶναι νοητὸν ὅτι τὸ Κράτος στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐπιτροπὴ —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἄλλη κατεύθυνσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμήθη— ὅπου δὲν ὑπῆρχε ζήτημα συγκρούσεως μεταξὺ Κράτους καὶ ἀτόμων ὅπου δὲν ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ἐκ τῆς ἀντιδράσεως τῆς ὠργανωμένης μειοψηφίας ἐκεῖ βεβαίως ηὔρυνε τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας καὶ παρέσχε μείζονας ἐγγυήσεις διὰ τὴν κατοχύρωσιν αὐτῶν. Παρέλειψα νὰ σᾶς τονίσω ἀνωτέρω σὲ μία τῶν σπουδαιοτέρων μεταρρυθμίσεων τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν κατευθυντήριον γραμμήν, τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους κατὰ τῆς ὠργανωμένης μειοψηφίας, εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὅπερ ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 24 εἰς τὸ σχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Ἐκεῖ ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις εἶναι ἀρκετὰ σημαντικὴ καὶ οὐσιώδης διότι ἐνῷ τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐπιτρέπει τὴν ἀναστολὴν ὡρισμένων ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων ἐπιστρατεύσεως, ἤδη τὸ σχέδιον, (ἄρθρον 24), ἐπεκτείνει εὐρύτατα τὰς περιπτώσεις ἀναστολῆς τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις σοβαρᾶς διαταραχῆς ἢ ἀπειλῆς τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῆς χώρας ἐξ ἐσωτερικῶν κινδύνων. Ἡ διάταξις αὐτὴ ληφθεῖσα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης εἶναι μία οὐσιώδης τροποποίησις τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ. Εἶπον ὅμως ὅτι, ὅπου δὲν ὑφίσταται κίνδυνος τοῦ Κράτους, ὅπου δὲν συγκρούεται τοῦτο πρὸς τὸ ἄτομον καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὴν ὠργανωμένην μειοψηφίαν, ἐκεῖ βεβαίως ἐλήφθησαν μέτρα διευρύνσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ἢ μείζονες κατοχυρώσεις αὐτῶν, π.χ. ἡ ψῆφος τῶν γυναικῶν, ἐπίσης τὸ ἄρθρον 16 διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνονται αὐστηρότεραι ἐγγυήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν προφυλάκισιν καὶ τὴν διάρκειάν της. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω καὶ μίαν λέξιν ἐν σχέσει μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ τῆς ὁποίας εἶμαι εἰσηγητὴς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, περὶ προσθήκης, δηλαδή, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος 1927, κατὰ τὴν ὁποίαν: «Ὁ γάμος ὡς θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ τῆς συντηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν τοῦ Κράτους. Πολυμελεῖς οἰκογένειαι δικαιοῦνται εἰς εἰδικὴν μέριμναν». Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἐξ ἀβλεψίας, εἰς τὸ σχέδιον, δὲν περιελήφθη ἡ διάταξις αὐτή, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη ἡ Ἐπιτροπή, κατόπιν προτάσεως ἰδικῆς μου ἀπεδέχθη τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως σκόπιμος. Ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι νὰ τεθῇ εἰς τὸ μέρος τοῦ δημοσίου δικαίου, ἀλλὰ εἰς ἰδιαίτερον κεφάλαιον, περὶ προστασίας τῆς οἰκογενείας. Νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ἡ ἐφαρμογή της, ἐπὶ μίαν 10ετίαν, ἀναμφισβητήτως ἀπεδείχθη ἐπιτυχής. Σήμερον κατὰ μείζονα λόγον, παρίσταται ἀνάγκη ἐνισχύσεως καὶ κατοχυρώσεως τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, ὅπου ἡ ὠργανωμένη μειοψηφία βάλλει κυρίως, κατὰ τῶν θεμελίων τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τῆς οἰκογενείας, σήμερον, λέγω, ὑπέρ ποτε ἄλλοτε, ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν καὶ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἔστω ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς κατευθυντηρίου γραμμῆς, τὸν γάμον καὶ τὴν πολυμελῆ οἰκογένειαν. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰδικώτερον, εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντ)τος τοῦ 1911. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ σχέδιον. Τὸ σχέδιον ἔχει δύο συναφεῖς διατάξεις, τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4. Διότι καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντ)τος τοῦ 1911. Κατὰ τοῦ ἄρθρου 3, κύριοι, ἠκούσθησαν ἐπικρίσεις καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι εἶναι ἄρθρον ἄσκοπον. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἄποψιν αὐτήν. Δὲν πρέπει πρωτίστως νὰ ἀγνοοῦμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 δὲν εἶναι νέον ἄρθρον. Εἶναι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Καὶ ἑπομένως, κατὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν, ἐκ τοῦ Συντάγματος 1927, ἐπιβάλλεται νὰ διατηρήσωμεν ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς δεκαετοῦς πείρας καὶ ἐφαρμογῆς των ἀπεδείχθησαν εὔστοχοι καὶ ἐπωφελεῖς. Μία τῶν διατάξεων αὐτῶν ἀναντιρρήτως εἶναι καὶ ἡ παροῦσα. Ἐπὶ πλέον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ σχεδίου, ὅπως εὐστόχως παρετήρησεν, ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος, ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τέλος δέ, ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὴν εὐρύτητα τῶν Δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Κατὰ συνέπειαν, εἶμαι κηρυγμένος ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ κυρίως πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ 1911, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅπως φαντάζομαι καὶ ἡ μεγίστη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὴν πρώτην παράγραφον, αἱ λέξεις «καὶ τοῦ Κράτους». Ὅσον ἀφορᾶ τὴν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἰσότητος ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐτέθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ὑπὸ τὸ ἄρθρον αὐτὸ φρονῶ, ὅτι, εἶναι ἐπιβεβλημένη πρὸς ἄρσιν τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν ἀμφισβητήσεων, αἵτινες εὗρον ἀπήχησιν καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ, δεδομένου δὲ ὅτι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ περὶ ἰσότητος διάταξις δὲν ἀποτελεῖ κατευθυντήριον γραμμήν, ἀλλὰ κανόνα δικαίου. Ἡ τελευταία ὅμως φράσις τῆς ἑρμηνευτικῆς ταύτης δηλώσεως, δηλαδὴ ἡ φράσις «καὶ ὄχι κατευθυντήριον γραμμήν», πρέπει νὰ διαγραφῇ ὡς ἀποτελοῦσα πλεονασμὸν περιττόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἀφίνει εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην, νὰ ρυθμίζῃ τὸν τρόπον τῆς κτήσεως καὶ τῆς ἀπωλείας τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἰδοὺ τί ὁρίζει τὸ σχέδιον κατ’ ἀντιγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911: «Πολῖται Ἕλληνες, εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουν τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις, ὡς ἔχει, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Λέγω τοῦτο, διότι, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὑπεστηρίχθη, παρὰ διακεκριμένου συναδέλφου, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται, οἱ ἐξ Ἑλλήνων πολιτῶν τὸ γένος καταγόμενοι, Ἕλληνες, νὰ στερηθῶσι τῆς ἰθαγενείας αὐτῆς. Ἡ τροπολογία αὐτή, εὐλόγως ἀπεκρούσθη, διότι ἐκρίθη, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἀδέσμευτος ὁ συντεταγμένος νομοθέτης ἐν τῇ ρυθμίσει τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Διότι ἀναμφισβητήτως, εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις ἐπιβάλλουσαι τὴν ἀφαίρεσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἀκόμα καὶ ἀπὸ ὡρισμένους κακοὺς Ἕλληνας, οἵτινες ἐφάνησαν ἀνάξιοι τῆς μεγίστης τῶν τιμῶν, οἵαν ἀποτελεῖ ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Θὰ ἤθελον, δὲ νὰ ὑπενθυμίσω ἁπλῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγου εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν τὸ ψήφισμα περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ὡρισμένων προσώπων, ἐξ ἄλλου, ὑπάρχουν αἱ περιπτώσεις, τῶν ἐλαχίστων εὐτυχῶς, σλαυοφώνων, οἵτινες καίτοι Ἕλληνες, δὲν ἔχουν Ἑλληνικὴν τὴν συνείδησιν. Τέλος ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι προσώπων τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκτήσει καὶ ἄλλην ἰθαγένειαν καὶ περιπτώσεις δηλαδή, κατὰ τὰς ὁποίας ὡρισμένοι Ἕλληνες εἴτε ἐξεδήλωσαν πρόθεσιν ἀποβολῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, εἴτε προτίμησιν πρὸς ἄλλην τοιαύτην πρέπει δὲ ὁ νομοθέτης νὰ ἀφεθῇ ἀδέσμευτος εἰς τὸ νὰ ρυθμίζῃ τὰ ζητήματα τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τῆς ἰθαγενείας εἰς τοιαύτας περιπτώσεις. Καὶ περαίνων τὸν λόγον μου, κύριοι, θὰ εἶχον μίαν ἀκόμη παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου, εἰς τὸ ἐδάφιον 2 λέγει: «Πᾶς πολίτης Ἕλλην, ὑποχρεοῦται νὰ ἐκπληροῖ τὰς κατὰ νόμον στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ἀναδέχεται τιμητικὰς λειτουργίας, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου». Ἡ πρώτη περίοδος τῆς παραγράφου ταύτης: «Πᾶς πολίτης Ἕλλην...(ἀναγινώσκει).......ἀφορᾷ περίπτωσιν ρυθμιζομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Νομίζω, ὅτι, θὰ ἦτο ὀρθωτέρα, διὰ λόγους, ἱστορικοὺς καὶ σκοπιμότητος, ἡ διατήρησις τοῦ ἀντιστοίχου τούτου ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μὲ τὴν αὐτὴν διατύπωσιν, ἥτις εἶναι ὀρθωτέρα καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ, νὰ μεταφερθῇ δὲ μόνον εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ὅπου εἶναι πράγματι ἡ θέσις της. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 106, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶς Ἕλλην δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ Πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων». Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία εἶναι ἱστορικῶς ἐπιβεβλημένη, ἔχει κάποιαν γενικωτέραν συμβολικὴν σημασίαν. Δὲν εἶναι σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 106 ἡ ἐπιβολὴ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, διότι οὐδεὶς ποτὲ διενοήθη, ὅτι ὑφίστατο οἱονδήποτε κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ὅπως ὁ νόμος ρυθμίζῃ τὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει καὶ ἱστορικὴν σημασίαν καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἔξαρσιν οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ ὑπὲρ πατρίδος ἄμυνα καὶ θυσία ἀποτελεῖ διὰ τὸν Ἕλληνα, ἱερὰν παράδοσιν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον 16 ὡς ἔχει. (Χειροκροτήματα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§30Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ τεταγμένου περιωρισμένου χρονικοῦ ὁρίου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ θελήσῃ νὰ προσέξῃ ὡρισμένας γενικὰς εἰσαγωγικὰς παρατηρήσεις, ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Κύριοι συνάδελφοι, καλούμεθα νὰ συντάξωμεν Σύνταγμα εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δεδικαιολογημένως εἶναι τεταραγμένη ἡ συνείδησις ὅλων μας. Ὁ κομμουνισμὸς φονεύει, βασανίζει, στασιάζει καὶ προδίδει. Ἡ κατάστασις αὐτὴ προεκάλεσεν ἕνα σεισμόν, ὁ ὁποῖος ἤσκησε ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πορείας τοῦ δείκτου τῶν αἰωνίων ἀξιῶν. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνωμεν, νὰ μὴ ἔχῃ πάντα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς νευρικότητος, οὔτε τὸν χαρακτῆρα τῆς στενῆς ἐπικαιρότητος, διότι δὲν εἶναι οὔτε ἀστυνομικὴ διάταξις, οὔτε προκήρυξις στρατιωτικοῦ νόμου. Τὸ Σύνταγμα εἶναι θεμελιώδης νόμος, ὁ ὁποῖος καὶ νὰ ζήσῃ ἐπὶ ἔτη τοὐλάχιστον φιλοδοξεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεῖ κριτήριον τῆς θέσεως μιᾶς χώρας, ἔναντι τῆς αἰωνίας ἀξίας τῆς ἐλευθερίας. Νομίζω, ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι παρὰ τὴν ψυχολογίαν ἡ ὁποία δεδικαιολογημένως ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπάρχει, πρέπει ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος νὰ προκύπτῃ μετ’ ἐμφάσεως ἡ πίστις πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ προσέξωμεν, διότι ἀλλοιώνει τὴν σκέψιν μας καὶ τὴν συνείδησίν μας ἡ ἀνάγκη ἀντιμετωπίσεως τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μόνον μὲ τὰς σημερινὰς κρισίμους περιστάσεις. Ἀλλὰ θὰ λεχθῇ, κύριοι συνάδελφοι, τὶ θέλατε νὰ κάμωμεν; Δὲν θὰ ἐπιτρέπῃ τὸ Σύνταγμα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περιπέτειαν καὶ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει σήμερον ὁ Ἑλληνισμός; Δὲν λέγω τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Καθ’ ἡμᾶς, ὅλαι αἱ πάγιαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ περιέχουν τὴν ἔκφρασιν πίστεως πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Ὑπάρχει διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ θὰ ἴδωμεν πῶς πρέπει νὰ διατυπωθῇ, ὑπάρχουν καὶ τὰ σημερινὰ ψηφίσματα, περὶ τῆς χρονικῆς ἰσχύος τῶν ὁποίων θὰ προβλέψωμεν διὰ μεταβατικοῦ ψηφίσματος. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕν ἄλλο θέμα· τὸ θέμα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν ἐλεύθερον πολίτευμα, ἐν σχέσει πρὸς τὸν πάγιον κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχουν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ ἀπὸ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν μὲν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀγαπητότατος συνάδελφος κ. Τσάτσος δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, διότι φοβοῦμαι περισσότερον τὴν κατάχρησιν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐννοίας τῆς καταχρήσεως, ἀπὸ τὴν κατάχρησιν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Ἀναμφισβητήτως ὅμως, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ Δημοκρατία πρέπει νὰ προασπίσουν τὸν ἑαυτόν των ἀπὸ τὸν κίνδυνον καταλύσεως τῶν ἐλευθεριῶν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι κατ’ ἐμέ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοιαύτη διάταξις. Διὰ μὲν τὰς κρισίμους περιστάσεις δὲν χρειάζονται μέτρα δραστικώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰ ψηφίσματα, ἅτινα ἰσχύουν καὶ περὶ τῆς διαρκείας τῆς ἰσχύος τῶν ὁποίων θὰ μεριμνήσωμεν εἰς τὸ τέλος διὰ μεταβατικοῦ ψηφίσματος. Περὶ τῶν ἄλλων ἀνωμάλων περιστάσεων προβλέπει τὸ ἄρθρον 24. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ παγίαν διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου ἡ ἀντιμετώπισις τῆς ἐπιβουλῆς τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη τοῦτο νὰ ὡριμάσῃ καὶ νὰ λυθῇ παγκοσμίως. Θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως τὴν τιμήν, ὅτι εἴμεθα πρόδρομοι εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀλλὰ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ φιλοδοξήσωμεν νὰ γίνωμεν πρόδρομοι, ἐὰν δὲν εὑρισκόμεθα ἤδη ἐντὸς τῆς μάχης, ἐὰν ἡ μάχη δὲν εἶχε ἀρχίσει. Τότε θὰ ἔλεγον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν διὰ μιᾶς διατάξεως τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ἡ μάχη ἔχει ἀρχίσει καὶ διεξάγεται παγκοσμίως, ἀλλοῦ ἐνόπλως, ὅπως ἐδῶ, ἀλλοῦ ἐν ἀναμονῇ καὶ προπαρασκευῇ ἐνόπλου συγκρούσεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, μέχρις ὅτου ὁριστικῶς διαμορφωθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἀμύνης τῆς ἐλευθερίας ἐναντίον τῆς ἐπιβουλῆς της, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμένωμεν τὴν λῆξιν τῆς συγκρούσεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ παγκόσμιον ἀναγνώρισιν καὶ κατοχύρωσιν νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ λάβῃ τὴν τελικὴν διαμόρφωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτηθῇ καὶ ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῆς μεγάλης παγκοσμίου συγκρούσεως τῆς ἐλευθερίας, ἐναντίον τῶν πάσης μορφῆς ὁλοκληρωτισμῶν. Τότε μόνον πρέπει νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα.
§31Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἔχωμεν καιρόν;
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἔχωμεν καιρόν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἔχομεν δραστικωτέρας διατάξεις, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§33Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Συντάγματα ἔχουν παρομοίας διατάξεις;
§34Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὰ Συντάγματα μεταξὺ δύο πολέμων αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν εἶναι αἱ προσήκουσαι καὶ ἡ σημερινὴ σύγκρουσις θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν τελικὴν διαμόρφωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο πλήρως νὰ προβλεφθῇ τότε. Πάντως, ὁ θεσμὸς, τοῦ ὁποίου τὴν διαμόρφωσιν σκέπτομαι καὶ πιστεύω ὡς προσεχῆ, εἶναι ἡ πλήρης κατοχύρωσις ἐναντίον πάσης προσπαθείας, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὴ ἡ προσοχὴ εἰς τὸν θεσμὸν μὲ κάνει νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικὸς διὰ τὴν θέσπισιν ἀπὸ σήμερον παγίας διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον προστατευόμεθα ἀπὸ ψηφίσματα δρακόντεια καὶ ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ σχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι πλήρως ἐξασφαλιστική. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 περιέχονται εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ πρώτη φράσις: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου» ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 4§1, ἔχουσαν οὕτω: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι περιττεύει ἡ προσθήκη: «καὶ τοῦ Κράτους». Ἀλλὰ «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ ☐ ☐γεῖ: «Πάντες οἱ Ἕλληνες ...(ἀναγινώσκει)...». Θὰ ἤθελα ἐνταῦθα νὰ διευκρινήσω δύο ζητήματα· ἐὰν, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 3, θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος τῶν φύλων, ἢ θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως;
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως.
§36Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἑπομένως, δὲν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 3.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ θέσις του εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 3.
§38Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐπειδὴ δύναται νὰ γίνῃ αὐτοτελὲς ἄρθρον, ἂς διαχωρισθῇ ἐδῶ. Πάντως πρέπει νὰ λυθῇ. Ἐπίσης, εἶναι συναφὴς ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἄρθρου 4, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω ἀμέσως κατωτέρω. Ἡ φράσις: «Οἱ Ἕλληνες ... (ἀναγινώσκει) ...». ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 7 § 1 τοῦ σχεδίου: «Οἱ Ἕλληνες πολῖται... (ἀναγινώσκει) ...». Τὸ τίνες εἶναι πολῖται ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 4 § 3 τοῦ σχεδίου καὶ ὅτι δὲν ἀπονέμονται τίτλοι εὐγενείας εἰς τὸ ἄρθρον 4 § 2. Ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου 3 περιέχεται εἰς νέον σχέδιον. Τὶ ἀπομένει; Ἡ κατάταξις. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπιτυχές. Ἀλλὰ τὸ μόνον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον ὅτι ἐπέτυχε, εἶναι ἡ κατάταξις, διότι εἶναι περισσότερον ἐπιστημονικὴ καὶ συστηματική.
§39Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, τὶ θὰ ψηφίσωμεν, ἄρθρα ἢ διατάξεις;
§40Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διατάξεις.
§41Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς, ἡ συναρμολόγησις δύναται νὰ γίνῃ αὔριον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§43Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς συζητήσεις τὰς κάμνομεν ὄχι διὰ νὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ παρομοίας διευκρινήσεις δυνάμεθα νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς ρήτορας. Μὴ τὸ παρακάνωμεν τὸ πρᾶγμα. Μίαν διευκρίνησιν ζητῶ.
§44Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν νέαν κατάταξιν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, ποὺ τὸ ἐξετάζομεν τώρα καὶ διαπιστώνομεν, ὅτι ἡ κατάταξις τὴν ὁποίαν ἔκαμε ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐπιτυχής. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πιστεύω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ διασπασθῇ. Μένει ἕνα ἄλλο οὐσιῶδες ζήτημα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρόκειται νὰ τελειώσω, μένει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ φράσις «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου» ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου καὶ ὄχι κατευθυντήριον γραμμήν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω βεβαίως, ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις πρέπει νὰ παραμείνῃ. Ὑποστηρίζω τοῦτο, διότι συγχρόνως πιστεύω ὅτι θὰ ἀναθεωρηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐὰν ἐπαληθεύσουν οἱ διατυπωθέντες φόβοι καταχρήσεων κατὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναθεωρηθῇ ἐν καιρῷ ἡ διάταξις καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Διότι, ναὶ μὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ πραγματικότητα ἡ ἰσότης τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τοῦ Νόμου, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν ἐπιτρέπεται κατάχρησις τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ τῆς μεθόδου τῆς διαστολῆς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς ἐννοίας τῆς ἰσότητος ἐξουσίας. Ἐπειδὴ δὲν ἐδοκιμάσθη ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ὅτι ἡ ἰσότης ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ μὲ ἐξεζητημένην εὐρύτητα, ὁπότε καταλύει τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν, πιστεύω, ὅτι δοκιμαστικῶς πρέπει νὰ τεθῇ. Ἄλλωστε, οἱ μεγάλοι περιορισμοὶ τοῦ τακτικοῦ νομοθέτου, οἱ τιθέμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι βεβαίως κατ’ ἀρχὴν δεκτοί· ἀποσκοποῦν ὅμως, κυρίως, νὰ προστατεύσουν ἀπὸ τὸ νόσημα τῶν διαφόρων κατ’ οἰκονομίαν ἢ κατ’ ἀνάγκην ἢ καθ’ ὑπέρβασιν νόμων, οἱ ὁποῖοι συχνότατα ἐκδίδονται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὅλοι οἱ νόμοι νὰ ψηφίζωνται εἰς τὴν Βουλήν, οἱ περιορισμοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ ὀλιγώτεροι, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ κίνδυνος ἐνεφανίσθη ὑπὸ τὴν μορφὴν χρονίου νοσήματος κατ’ ἐξαίρεσιν μετετράπη εἰς κανόνα, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τοιαῦται προστατευτικαὶ διατάξεις δύνανται νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλά, πάντως, πιστεύω, ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζητήσεως ἀκόμη πρέπει νὰ προκύπτῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, νὰ παρεμβαίνουν ἐξεζητημένως, ἀσεβοῦντα πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου (χειροκροτήματα).
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅλον τὸ Σύνταγμα εἶναι κατευθυντήριοι κανόνες δικαίου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐφ’ ὅσον σεβόμεθα τὸ τέταρτον, τὸ καθωρισμένον διὰ κάθε ἀγορητήν, ὀρθὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι δυνάμεθα ἐντὸς τοῦ τετάρτου νὰ διαπραγματευθῶμεν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, καὶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διατύπωσις καὶ ἡ κατὰ κεφάλαια ρύθμισις τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ καλυτέρα, θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἄρθρων. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ ὁποίου ἀποσπάσματα ἔχουν διατυπωθῆ εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ σχεδίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀπολύτως ὅπως εἶχε κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὴν ἑξῆς ὅμως διατύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Διότι ναὶ μὲν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, παγίως πλέον, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος τελευταίως, ἐδέχθησαν, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἡ διάταξις αὐτὴ κατευθυντήριον γραμμήν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρὸς ἀποφυγὴν ἀμφισβητήσεως, νομίζω, ὅτι καλύτερον εἶναι νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις ὡς ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι κατὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἂν διατυπωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, περιττεύει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ δὲ φράσις «καὶ τοῦ Κράτους» εἶναι ὅλως περιττὴ καὶ ἐτέθη προφανῶς ἐκ λάθους, ἰδίως μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 113 τοῦ σχεδίου, ἡ ὁποία λέγει: «Ἀπαγορεύεται ἡ καθιέρωσις διατάξεων μὴ ἐξασφαλιζουσῶν πλήρη δικονομικὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν διαδίκων». Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή, τὴν προστασίαν δηλαδή, τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους ὡς διαδίκων. Ἑπομένως, μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 119, περιττεύει τελείως ἡ φράσις «καὶ τοῦ Κράτους» εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων ἄρθρων. Εἶπον ὅτι περιττεύει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3—τοῦ ἄρθρου 4 δηλαδὴ—τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὴν σειρὰν τοῦ ἄρθρου 3, ὡς εἶχε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ δὲ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ παραμείνῃ ὡς ἄρθρον 4, διότι περιέχεται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύουν ἀπολύτου καὶ ἴσης —νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις «καὶ ἴσης»—προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας των, ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, θρησκείας ἢ γλώσσης. Ἐξαιρέσεις ἐπιτρέπονται εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ περίπτωσις αὐτὴ τῶν ἐξαιρέσεων, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰσότης. Νομίζω, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς: «Οἱ διὰ νόμου ἐπιβαλλόμενοι ἀναγκ. συν)σμοί, ἐφ’ ὅσον οἱ σκοποὶ αὐτῶν δὲν ἀντιτίθενται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θεωροῦνται ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα», ὅτι εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ βαδίσωμεν εἰς μίαν δικτατορίαν ἢ κατάργησιν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας. Ἐάν, ὅμως, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις κρίνῃ σκόπιμον νὰ παραμείνῃ, θὰ ἤθελα νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Οἱ σχετικοί, ὅμως, νόμοι, πρέπει νὰ ψηφίζωνται δι’ ηὐξημένης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς», π. χ. τῶν ⅔. Εἰς τὸ ἄρθρον 7, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐλέχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους, ἡ παράγραφος 2 περιττεύει τελείως. Ἐπίσης εἶμαι ἐναντίον τῆς διατυπώσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον προστατεύει κατὰ ἕνα τρόπον ἀόριστον τὴν ἐπιστήμην, τὴν τέχνην καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι τελείως περιττὴ ἡ διάταξις αὕτη. Τέλος, ἔχω νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ σχεδίου Συντάγματος, τὸ προβλέπον τὴν ἔκδοσιν ἐφημερίδων καὶ λέγον ὅτι: «Ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων ἐπιτρέπεται μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας, μὴ ἐστερημένους τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων», νομίζω ὅτι δέν εἶναι ἐπαρκὴς αὐτὴ ἡ διάταξις. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε — καὶ εἰς ἕνα μπακάλην ἀκόμη — νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα. Θὰ ἤθελα, λοιπόν, νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων ἐπιτρέπεται μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας, μὴ ἐστερημένους τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ, τοῦ Μέρους «περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων».
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§49Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, καὶ ἔχομεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαόν νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911, ἵνα ἀνεύρωμεν ποῖαι ἐξ αὐτῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθοῦν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ ταχύτερον τὴν ἀποστολήν μας αὐτὴν καὶ τὴν ἐντολήν μας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι δέν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἀνωμαλία. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος εἰργάσθη φιλοτίμως καὶ παρουσίασεν ἐνώπιον ἡμῶν ἔργον ἄξιον πάσης προσοχῆς.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀηδίας.
§51Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, θὰ ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ ἐρευνήσωμεν τί σημασίαν ἔχει τοῦτο; Τί σκοπὸν ἔχει ἡ ἀναθεώρησις ἑνὸς Συντάγματος; Ἡ ἀναθεώρησις οἱουδήποτε θεσμοῦ — πολὺ περισσότερον, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας — σημαίνει νὰ ἐρευνήσωμεν κατὰ ποῖον τρόπον τὸ ὑφιστάμενον δίκαιον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμοσθῇ μὲ τὰς μετέπειτα ἐμφανισθείσας ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ διασφαλίζωνται καὶ νὰ ἱκανοποιῶνται αὗται. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ ἀναθεώρησις, νὰ εὕρωμεν δηλαδὴ τοὺς θεσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἱκανοποιήσουν πληρέστερον τὰς δημιουργηθείσας ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ μεγαλύτερον θέμα, δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ἀνεύρωμεν μελλοντικῶς τοὺς θεσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἱκανοποιήσουν πληρέστερον τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικάς, τὰς ἀνάγκας τῆς Δημοκρατίας. Ὅλοι γνωρίζετε περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος εὑρίσκεται, ἀπὸ ἀπόψεως ἰδεῶν, ἐν πλήρει συγχύσει. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι διατρέχομεν μίαν μεταβατικὴν κατάστασιν τρομεράν, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ἀπὸ ἡμᾶς ποῦ θὰ καταλήξῃ. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, πιστεύω ὅτι μέσα εἰς τὴν δίνην αὐτὴν τῶν ἀντιμαχομένων ἰδεῶν δὲν ἔχουν κατασταλάξει αἱ ἰδέαι αἱ πραγματικαί, αἱ ἰδέαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσουν τοὺς νέους θεσμούς, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ διοικῶνται ὅλα τὰ Κράτη. Ἐγώ, μὲ τὴν πτωχήν μου γνώμην, πιστεύω ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ ἡ Δημοκρατία, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐνυπάρχουν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί. Πέραν τῆς Δημοκρατίας, βεβαιωθῆτε, κ. συνάδελφοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβω ποῦ θὰ καταλήξουν καὶ κατασταλάξουν οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ οἱ διάφοροι. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ εἶναι πραγματικότης, ὅτι ἔχομεν μίαν κοσμοθεωρίαν εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον: Τὴν κοσμοθεωρίαν τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἡ κοσμοθεωρία αὐτή, ἀξιότιμοι κύριοι, μεταχειρίζεται δύο ὅπλα· τὸ ὅπλον τῆς ἀπάτης, διὰ τῆς ὁποίας γοητεύει ἕνα ἐλάχιστον μέρος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅπλον τῆς βίας, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς της, ἡ δὲ βία στρέφεται κατὰ τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπακούουν εἰς τὰ κελεύσματά της. Ἐπίσης καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ ἀδυνατίσῃ τὴν ἀληθινὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τρόπον ποὺ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμύνεται ἐπαρκῶς εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς βίας. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῆς τῆς παγκοσμίου καταστάσεως τῆς βίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν σοβαρῶς περὶ ἀναθεωρήσεως θεσμῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προστατεύσουν τὸν λαόν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τοὺς θεσμούς αὐτούς, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καταστάλαξαν ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον αἱ δημοκρατίαι τελοῦν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ ἑπομένως, τὸ πρώτιστον καθῆκον των εἶναι νὰ ἀμύνωνται διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Δημοκρατίας. Τοῦτο θὰ γίνῃ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ βία τοῦ κομμουνισμοῦ θὰ ἐκλείψῃ, ὅταν θὰ ὡριμάσουν αἱ ἰδέαι, θὰ ὡριμάσουν παγκοσμίως οἱ θεσμοί, καὶ τότε θὰ ἔλθουν οἱ μεταγενέστεροι ἡμῶν νὰ ἐφαρμόσουν πράγματι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, διὰ νὰ λειτουργήσουν πλήρως τὰ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Κατόπιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς εἰσηγήσεως, πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ ὁποῖον ἔχει ἀρχὰς ἀρκετὰ φιλελευθέρας, καὶ βάσει αὐτοῦ νὰ προχωρήσωμεν ὄχι μὲ πολὺ ἐλευθεριότητα ἀλλὰ μετὰ μεγάλης συνέσεως. Πρέπει δηλαδὴ ἀναθεωροῦντες καὶ ἐξετάζοντες τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πρῶτον τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος ἔξωθεν ἀπειλεῖ τὰς ἀληθινὰς Δημοκρατίας καὶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διασφαλίσωμεν τὴν Πολιτεία καὶ τὴν Δημοκρατία. Ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα εἶναι δευτερεύοντα. Διότι, κύριοι, οἱουσδήποτε θεσμούς, περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων ἢ ἐλευθεριῶν καὶ ἂν θεσπίσωμεν, ὅταν ἀδυνατίσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας, ὅταν ἀδυνατίσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς Πολιτείας, ἡ κοσμοθεωρία τῆς βίας θὰ εἶναι εὐκολώτερον νὰ τὴν κρημνίσῃ. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πρέπει ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, περὶ ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πράγματι ἀνωτέρων καὶ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ὅταν δὲν φροντίζωμεν νὰ διασφαλίσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔγκειται ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία τῶν λαῶν; Πιστεύω λοιπὸν ὅτι μετὰ πάσης συνέσεως πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 κατὰ τὴν γνώμην μου καλῶς ἔχει ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3, ἐδημιούργησε τὸ ἄρθρον 3 ἐπίσης τοῦ σχεδίου της, ἐντὸς τοῦ ὁποίου προσέθεσε καὶ ὡρισμένας ἄλλας διατάξεις. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου, ἐφ’ ὅσον νομοτεχνικῶς ἔχει διαρρυθμισθῆ κατὰ τὴν γνώμην μου κατὰ καλύτερον τρόπον καὶ διαχωρίζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου κατὰ τρόπον ἐπιστημονικώτερον καὶ ὀρθώτερον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ἔχει ὀρθῶς καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὸ «ἀπολύτου» προστασίας; Νὰ κάμω δηλαδὴ ὅ,τι θέλω;
§53Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτό, τὸ λέτε σεῖς, κ. Κουλουμβάκη;
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συχαίνεσθε καὶ νὰ τὸ ἀκούσετε;
§55Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν παρεμβάλομεν καμμίαν νέαν διάταξιν. Ἐπίσης, κύριοι, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ περιττὸν τὸ ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὸ ἄρθρον 3 τῆς Ἐπιτροπῆς στηρίζεται εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον; Ποῖος ὅμως ἀρνεῖται τὸ Διεθνὲς Δίκαιον;
§57Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα. Οὐδεμία διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου εἶναι νέα. Ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἐμπεριέχονται εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Συνεπῶς δὲν μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἐπιτροπὴ τίποτε τὸ νέον πλὴν φράσεις «προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον», νομίζω δὲ ὅτι αὐτὸ ὑπῆρχεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖ κάκιστα.
§59Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς αὐτὸ δὲν βλάπτει διότι διευκρινίζει τὸ θέμα κατὰ τρόπον καλύτερον.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φίλτατε κύριε συνάδελφε, τὸ διεθνὲς δίκαιον εἶναι διεθνὲς δίκαιον καὶ δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§61Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ σχέδιον ὀρθῶς ἔχει. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι συζητοῦμεν εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 ἄρθρα. Κατὰ συνέπειαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακόψω τὸν λόγον μου, ἢ μᾶλλον νὰ τερματίσω τὸν λόγον μου, διότι τὸ ἄρθρον 5 ὁμιλεῖ περὶ ἄλλων ζητημάτων.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα;
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§64Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Εἰς τὰς 6.30′ μ.μ. ἀκριβῶς, θὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ συνεπῶς παρακαλοῦνται οἱ ἐγγραφέντες ρήτορες νὰ εἶναι παρόντες.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσετε εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων βουλευτῶν κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης συνεδριάσεως, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῖοι παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις καὶ ποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. ἀκριβῶς. (Ὥρα 6.50′ μ.μ.)