1948.07.14~94
2,066 rows ·
15,838 words ·
120 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #94.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 94
Τετάρτη 14 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.05′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων. Ὁ κ. Ε. Λουλακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§4Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Ἐνεπλάκημεν εἰς τὴν δίνην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀποτελεῖ τοῦτο ὑποχρέωσιν ἡμῶν ἔναντι τοῦ λαοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ διάταγμα περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1946 ἔλεγεν: «Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκροτηθησομένη Βουλὴ θέλει ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος». Ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν, ἕνα εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν καὶ ἱστορικῶς βεβαιωμένον· ὅτι τὰ Συντάγματα, συμβόλαια καθολικῆς βουλήσεως τοῦ Ἔθνους, προώρισται νὰ ρυθμίσουν, μὲ προοπτικὴν μακρᾶς διαρκείας, τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, νὰ συμπεριλάβουν εἰς κανόνας καταστατικοῦ Δικαίου, δεσμεύοντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν Διοίκησιν, τὰς τάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς καὶ νὰ πλαισιώσουν τὰ αἰτήματα καὶ τὰς βαθυτέρας ἀναζητήσεις τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ σύνταξις αὐτῶν προϋποθέτει κατασταλαγμένην περίοδον, νηφάλιον νοῦν καὶ ἀτμοσφαῖραν ἀπηλλαγμένην ἀπὸ τὰς ἀναθυμιάσεις τῶν προκαταλήψεων καὶ τὰς ἐπιδράσεις συνταρακτικῶν γεγονότων. Αἱ πλεῖσται ἄλλωστε τῶν Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν, πλὴν τῆς Γαλλίας, ὅπου ἐπεκράτησαν μετὰ τὸν πόλεμον συνθῆκαι σχετικῆς ὁμαλότητος καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ Γιουγκοσλαυΐας, ὅπου ἀνετράπησαν ριζικῶς αἱ πολιτειακαὶ αἱ κοινωνικαὶ οἰκονομικαὶ προϋποθέσεις, δὲν προέβησαν μέχρι σήμερον εἰς συνταγματικὰς ἀναθεωρήσεις ἀλλ’ ἢ εὑρίσκονται εἰς τὸ προπαρασκευαστικὸν στάδιον ἢ δὲν ἔκριναν εὔθετον τὴν στιγμήν. Δὲν ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, σοβαρὸν ἐπιχείρημα τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν μετέχουν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἰσχναὶ ἄλλωστε πολιτικαὶ μειοψηφίαι. Διότι ἡ ἀποχὴ δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν δυνάμεως, ἀλλὰ χαρακτηριστικὸν ἀδυναμίας. Καὶ τό Ἔθνος δὲν δύναται νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν πορείαν του ἀπὸ ὑστεροβούλους ὑπεκφυγὰς καὶ προβεβουλευμένας ὑπονομεύσεις. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου προεκήρυσσε τὰς ἐκλογάς, τὸ Ἔθνος ἔπειτα ἀπὸ μακρὰν περίοδον τρικυμισμένης ζωῆς, πολέμων, ἐπιβουλῶν καὶ ἀναστατώσεων, ἐφαίνετο τοὐλάχιστον ὅτι εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὴν ὁμαλότητα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μέσα εἰς τὴν σφοδρότητα καὶ τὴν μεταβλητικότητα τῶν νέων ἰδεολογικῶν ρευμάτων, εἶχε χάσει ἀναντιρρήτως τὴν ἐπαφὴν καὶ τὴν συνταύτισίν του μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐτέθη ὀρθῶς καὶ ἐπικαίρως ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ ἐπίμαχον θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἤδη περιβεβλημένοι μὲ τὴν λαϊκὴν ἐπιταγήν, παρ’ ὅλας τὰς διατυπωθείσας ἀντιρρήσεις καὶ τὰς ἀξιοπροσέκτους ἐπιφυλάξεις, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τῆς Πολιτείας. Εἰς τὸ ἄρθρον ἄλλωστε 141 τοῦ σχεδίου, τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, σκοπίμως δὲν ἐτέθη οὐδεμία ἀπαγορευτικὴ προθεσμία διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νέου Συντάγματος, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 108 τοῦ ἀναθεωρουμένου, κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον μετὰ μίαν δεκαετίαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του ἐπετρέπετο ἡ ἀναθεώρησίς του. Ἀφέθη λοιπὸν ἀνοικτὴ ἡ θύρα διὰ τὴν ἄνευ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος μελλοντικὴν ἀναθεώρησιν. Εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Πολίτευμα εὕρηνται κυρίως τὸ πρῶτον τὰ σπέρματα τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ ἡ ἔξαρσις τοῦ πολίτου εἰς ἠθικὴν καὶ δικαιοπλαστικὴν προσωπικότητα. Αἱ Ἀμερικανικαὶ καὶ αἱ Γαλλικαὶ διακηρύξεις διέπονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγγλικοῦ φιλελευθερισμοῦ. Ἐπὶ Ἑρρίκου τοῦ 3ου τὸ 1215 διὰ τῆς Charta Magna, τοῦ ἱστορικοῦ τούτου χάρτου, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν βίβλον τῶν ἐλευθέρων λαῶν, ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἐθεσπίσθησαν τὸ πρῶτον διὰ τὸν πολίτην κατοχυρώσεις ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἀναφέρεται εἰς τὴν σχετικὴν διακήρυξιν ὅτι «οὐδεὶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος στερεῖται τῆς ἐλευθερίας του οὔτε συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται, οὔτε ἐξορίζεται ἢ κακοποιεῖται, παρὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου». Διὰ τοῦ Magnum Concilum τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖτο ἐκ κληρικῶν καὶ βαρώνων, περιωρίζετο ἡ ἀπολυταρχία τοῦ Μονάρχου καὶ εἰσήγετο ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Νομοθετικὴν καὶ Δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ συγκατάθεσις τοῦ Συμβουλίου τούτου ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐπιβολὴν ἐπιβαρύνσεων καὶ εἰσφορῶν πρὸς κάλυψιν τῶν ἀπροόπτων ἀναγκῶν. Ἀπὸ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ διεμορφώθη βαθμιαίως τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Ἐντεῦθεν ἕλκει τὴν καταγωγήν της καὶ ἡ σημερινὴ Βουλὴ τῶν Λόρδων, ἡ ὁποία ἁπλουστευθεῖσα περισσότερον ἐξελίχθη τρόπον τινὰ εἰς Σῶμα γερουσιαστικόν. Ἡ Σχολὴ τοῦ Φυσιοκρατικοῦ Δικαίου τοῦ Hugogrotius αἱ φιλοσοφικαὶ θεωρίαι τοῦ Rousseau καὶ τοῦ Montesquieu μὲ τὸ Contrat Social καὶ τὸ Espris des Lois καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ ἄγγλου φιλοσόφου Locke, προπαρεσκεύασαν τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν ἔκφρασίν της εἰς τὴν διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου τὴν 29ην Αὐγούστου 1789. Δι’ αὐτῆς κατελύοντο τὰ προνόμια τῆς ἀριστοκρατίας καὶ τοῦ Φεουδαλισμοῦ καὶ ἀνυψοῦτο ὡς φορεὺς ἀξιῶν καὶ δικαιωμάτων ἡ ἀνθρωπίνη προσωπικότης. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις ἐπύργωσε τὸν θεσμὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἠλευθέρωσε τὸν πολίτην ἀπὸ τὰς ἀπολυταρχικὰς ἐθιμικὰς καὶ ἱστορικὰς καταπιέσεις. Ὑπὸ τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐποχῆς τὸ γαλλικὸν Σύνταγμα ἐτοποθέτησε τὸ ἄτομον εἰς τὸ κέντρον τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Δι’ αὐτοῦ, πηγὴ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν ὁ λαός, διέγραψεν αὐτοδυνάμως τοὺς κύκλους τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας του καὶ κατωχύρωσε τούτους διὰ κανόνων ἐπηυξημένης τυπικῆς δυνάμεως. Ἡ καταξίωσις αὐτὴ ὑπῆρξε καρπὸς διηνεκῶν καὶ ἀκαταδαμάστων πολιτικῶν ἀγώνων ἐναντίον τῆς παντοδυναμίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ἀπολυταρχικοῦ Κράτους. Καθολικὴ καὶ πανανθρώπινη ὑπῆρξεν ἡ ἀπήχησις τῶν ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῆς διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Καὶ εὑρῆκε τὴν δικαίωσίν της καὶ εἰς τὰ πρῶτα Ἑλληνικὰ Συντάγματα. Ὁ ὀργανισμὸς Ἀρείου Πάγου τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος τοῦ Νοεμβρίου 1821 τὸ προσωρινὸν πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου καὶ ἡ διακήρυξις τῆς ἐν Ἄστρει Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως τὸ 1822 κυριαρχοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἔθνους καὶ διακηρύσσουν μέν, ἀλλὰ δὲν συστηματοποιοῦν εὐρύτερον τὴν προστασίαν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ταῦτα κατέταξε καὶ κατωχύρωσε περισσότερον τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος τὸ 1827, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη δικαίως διὰ τὰς ἄκρως δημοκρατικὰς καὶ φιλελευθέρας ἰδέας του, τὸ ριζοσπαστικώτερον τῶν ἐν Εὐρώπῃ Συνταγμάτων. Ἡ κυριαρχία, ἔλεγεν εἰς τὸ ἄρθρον 5. ἐνυπάρχει εἰς τὸ Ἔθνος. Πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ καὶ ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτοῦ». Ταῦτα διεκήρυσσε τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ ἠτύχησε. Διότι ὁ ἐκλεγεὶς πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ὁ ρηξικέλευθος καὶ μεγαλεπίβολος Ι. Καποδίστριας, διαγνώσας ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἐν ἐπαναστάσει εἰσέτι διατελούσης χώρας, μὲ τὸ ριζοσπαστικὸν τοῦτο Σύνταγμα καὶ νὰ πειθαρχήσῃ τὰς φατρίας ποὺ ἐδημιούργησε μοιραίως ὁ ἀγὼν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἔθνους, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε διὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναστολὴν αὐτοῦ, ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς ἐξουσίας, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1828. Ἡ ἀπολυταρχικὴ συγκέντρωσις τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κυβερνήτου ἐπροκάλεσε βραδύτερον καὶ τὴν δολοφονίαν αὐτοῦ καὶ ἤλλαξε τὸν ροῦν τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, ποὺ ἐπηκολούθησαν μέχρι σήμερον ἐμπνέονται ἅπαντα ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ κατωχύρωσαν ἐπαρκῶς τὴν προστασίαν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἑρμηνεία τῆς φύσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων; Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ μίαν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν ὀντότητα. Δρᾷ καὶ ἐξελίσσεται καὶ ἀξιοποιεῖ τὰς ἱκανότητας του μέσα εἰς τὸ περιβάλλον του. Συνάπτεται μὲ τὰς ἄλλας κοινωνικὰς μονάδας εἰς τὸ ἐπίμοχθον ἔργον τῆς αὐτοσυντηρήσεως καὶ ζητεῖ ἐλεύθερον χῶρον διὰ τὴν δραστηριοποίησιν τῶν δυνάμεών του. Ἔχει ψυχικὰ συναισθήματα, σκοπούς, ἐπιδιώξεις, στοχασμοὺς καὶ παρορμήσεις κατευθυντηρίους. Ὅλα αὐτά, ἀποτελοῦν τὴν ἀξίαν τῆς προσωπικῆς του ὑποστάσεως, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ κατοχυρώσῃ ἡ Πολιτεία, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν συγκρούεται μὲ τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ κύτταρον. Ἡ παρακώλυσις τῆς ἐλευθέρας δράσεως τοῦ ἀτόμου, ἐντὸς τοῦ κύκλου ὅστις διαγράφεται ὑπὸ ἠθικῶν καὶ νομικῶν κανόνων, τιθεμένων χάριν τοῦ καθολικοῦ συμφέροντος, ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν καὶ ὑποβιβασμὸν τῆς προσωπικότητός του. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν κλασσικὴν φιλοσοφίαν μας «φύσει τοῦ οἰδέναι ὀρέγεται» ἔχει τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν κοσμοθεωρίαν του. Τὸ θρησκεύεσθαι ἀποτελεῖ μίαν ἀνάγκην τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, ἐρευνώσης τὰς φυσικὰς δυνάμεις καὶ ζητούσης νὰ δώσῃ ἐξήγησιν καὶ ἑρμηνείαν εἰς τὰ ὑπερφυσικὰ προβλήματα ποὺ τὴν περιβάλλουν. Ἔχει ἐσωτερικὸν κόσμον ποὺ ἐπιδιώκει ἐκδήλωσιν καὶ ἐπικοινωνίαν διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς διαδόσεως... Ζητεῖ πνευματικὴν ἐξάπλωσιν καὶ ἐλευθερίαν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας. Διοργανώνει τὴν οἰκογενειακὴν του ζωὴν καὶ δημιουργεῖ τὸ ἄσυλόν του. Μὲ τὴν συνείδησιν τῆς αὔριον ἀποταμιεύει διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς του. Πάντα ταῦτα εἶναι φυσικὰ καὶ ἀπαράγραπτα καὶ ἀπαρασάλευτα δικαιώματα τῆς ὑπάρξεώς του. Καὶ καλεῖται νὰ τὰ σεβασθῇ καὶ νὰ τὰ κατοχυρώσῃ ἡ Πολιτεία. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἡ βαθυτέρα οὐσία τῆς ἀποστολῆς τῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας ὕπατος σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ νὰ προαγάγῃ τὴν εὐημερίαν τῶν ἀτόμων, τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ σύνθεσιν. Τὸ δόγμα τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν, ἡ κατεδάφισις τοῦ προβαδίσματος τῆς καταγωγῆς, ἡ ἐκτόπισις τῆς διακρίσεως τῶν τιτλούχων, τῶν εὐγενῶν καὶ τῶν προνομιούχων, ἡ κατάργησις τῶν νομικῶν φραγμῶν, οἱ ὁποῖοι χωρίζουν τοὺς ἀνθρώπους, ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν χρέος μιᾶς πολιτείας Δικαίου. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα ὁμοιομόρφως εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, διὰ τὴν ἀνεμπόδιστον ἐξέλιξιν τῶν ἀξιῶν, καὶ τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία προάγει καὶ καθοδηγεῖ καὶ ὡραιοποιεῖ τὴν ζωήν. «Ὅπου ἡ ἐνώπιον τοῦ Νόμου ἰσότης κρατεῖ ὡς πολιτικὴ ἀρχή», λέγει ὁ πατὴρ Σαρίπολος, «ὅπου τὰ δίκαια κοινὰ κατ’ ἰσότητα οἱ πάντες ἔχουσι, ἐκεῖ βαθμηδὸν ἐλαττοῦται ἡ ἀπὸ τῶν φυσικῶν δυνάμεων ἀνισότης τῶν κοινωνιῶν, καὶ οἱ πάντες προάγονται εἰς ἀνωτέραν αὐτῶν τελειοποίησιν. Ἡ πολιτικὴ ἰσότης ἄγει εὐθέως πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἰσότητα καὶ καταλύει τὴν φυσικὴν ἀνισότητα». Αἱ θεωρίαι τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καταλαμβάνουν τὸ τελευταῖον τέταρτον τοῦ 18ου αἰῶνος, ὁλόκληρον τὸν 19ον καὶ μέρος τοῦ 20οῦ. Ὑπὸ τὴν γοητείαν καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ὑγιῶν τούτων ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι εἶχον χαρακτῆρα παγκοσμιότητος, διεμορφώθησαν ὅλα τὰ νεώτερα Συντάγματα. Ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν Δημοκρατικῶν πολιτευμάτων ἔγινεν ἡ χειραφέτησις τοῦ ἀτόμου, ἀνεπτύχθη ἡ ὁμάς, ἐξειλίχθη εἰς τεράστιον καὶ ἐπικίνδυνον μηχανισμὸν ἡ μαζικὴ κινητοποίησις, ἡ ὁποία διασαλεύει τὴν κοινωνικὴν ἁρμονίαν καὶ τείνει νὰ ἀποτελέσῃ ἀπειλὴν διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς δυνάμεώς της ἐναντίον τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας. Συγκρούονται αἱ ὠργανωμέναι ὁμάδες κατ’ ἀλλήλων διὰ τὴν διεκδίκησιν τῶν συμφερόντων των καὶ ὅλαι μαζὺ ἀπειλοῦσαι καὶ καταλυτικαὶ στρέφονται ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἡ Δημοκρατία εὑρίσκεται ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ κρισιμώτερον σημεῖον τῆς βιολογικῆς της ἐξελίξεως καὶ ἔχει ἀνάγκην στηρίξεως διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἀκμὴν καὶ τὴν ἀκτινοβολίαν της. Ἀποκρούω ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἀποστρέφομαι τὴν οἱανδήποτε δύναμιν, ὡς μέσον καταπιέσεως τοῦ ἀτόμου. Καὶ πιστεύω ὅτι διὰ τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν, δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ πλήρως ἡ ἁρμονικὴ συμβίωσις τῶν μελῶν μιᾶς κοινωνίας καὶ νὰ διατηρηθῇ ὁ πολιτισμὸς καὶ αἱ ἱστορικαὶ οἰκογενειακαὶ καὶ θρησκευτικαὶ παραδόσεις τῶν λαῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς ἐκτροπάς, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ ὑπερατομικιστικὸς χαρακτὴρ τὸν ὁποῖον προσέλαβεν ἡ ζωὴ διὰ νὰ σώσωμεν τὸ περιεχόμενον τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ προασπίσωμεν τὴν ἐθνικὴν κοινότητα. Ἡ μεταβολὴ ἀποτελεῖ νόμον, ἀδυσώπητον τῆς ζωῆς. Ἡ Κοινωνία λέγει ὁ Οὐμπόριου δὲν εἶναι ἄκαμπτον τεχνικὸν κατασκεύασμα, ἀλλὰ ὀργανισμὸς ζῶν καὶ ἐξελισσόμενος. Ὅσον περισσότερον συμπλέκεται καὶ διογκώνεται ἡ Κοινωνία, ἐπὶ τοσοῦτον δημιουργεῖ κανόνας διὰ νὰ ἐπιβιώσῃ, ἐναρμονιζομένη μὲ τὴν ἐποχήν της καὶ τὴν ζωήν. Αἱ ἰδέαι τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἀτομικῆς δράσεως δὲν εἶναι νέαι. Ἐνωρὶς διεπιστώθησαν τὰ αἴτια τῆς κρίσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ ἡ ἐξασθένησίς της ἔναντι τῶν ὠργανωμένων ὁμάδων. Καὶ ὑπεδείχθη ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς ἀναχαίτισιν τῶν ἐκτροπῶν ποὺ ὑπονομεύουν καὶ διαβιβρώσκουν τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι πλέον ὁ φύλαξ καὶ ὁ ἁπλοῦς ἐπιτηρητής. Ἡ νωχελὴς θεωρία τοῦ gowray τὸ Laissey fure καὶ Laissey passer ἐγκατελείφθη πρὸ πολλοῦ. Τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ὁλότητος καὶ ἡ ὑπεροχὴ αὐτῶν ἔναντι τῶν ἀτομικῶν ἀποτελοῦν τὸν ἄξονα τῶν σημερινῶν τάσεων. Συμφώνως πρὸς αὐτὰς τὸ ἄτομον δέον νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τοῦ Κράτους, ὡς ἐννοίας καθολικῆς. Πᾶσα ἐνέργεια τοῦ ἀτόμου ἀντίθετος πρὸς τὸν ἀνώτατον σκοπὸν τῆς Πολιτείας, ποὺ εἶναι ἡ συνολικὴ εὐημερία, πλήσσει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄτομον. Ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὴν 21ην Μαΐου 1932 ἔλεγεν: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος ἐὰν δὲν εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης». Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει διατάξεις διευρύνσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Προέδρου τῆς Γερμανικῆς τότε Δημοκρατίας. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ὡμίλησαν τότε καὶ ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης καὶ οἱ κ. κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Μυλωνᾶς. Προκειμένης συζητήσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Κοινωνικῶν ἐπιστημῶν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1931 περὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὁ ἀείμνηστος Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος εἶπε χαρακτηριστικῶς: «Ἡ τοιαύτη διεύρυνσις τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας θὰ ἐνισχύσῃ καὶ θὰ κατοχυρώσῃ τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς καὶ θὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν ἀναιμίαν τὴν φθορὰν καὶ τὴν ὑπονόμευσιν τὴν Δημοκρατίαν». Τοιουτοτρόπως τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρέπει νὰ διαπλατυνθοῦν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ κυρίως τὸ κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικόν τους περιεχόμενον, ἐξ ἄλλου ὅμως πρέπει νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας. Πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὸ Κράτος ἀκοίμητον φρουρὸν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, διὰ νὰ μὴ πέσῃ ὑπὸ τὰ πλήγματα τῆς ἀσυδοσίας καὶ τῆς ὑπονομεύσεως εἰς τὴν δούλωσιν καὶ τὸν δεσποτισμόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀντίκρυσε τὸ πρόβλημα τοῦτο μὲ πολὺν σκεπτικισμόν. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἀντίληψις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν ἀκεραίας τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἐθέσπισαν τὰ προηγούμενα Συντάγματα, ἐναρμονίζοντες αὐτὰς μὲ τὰς ἐν τῷ μεταξὺ δημιουργηθείσας κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ θέσωμεν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, ὥστε εἰς τὴν περίπτωσιν κινδύνου ἐπαπειλοῦντος τὴν ὑπόστασιν τῆς Πολιτείας, νὰ παρέχεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ εὐχέρεια τῆς ἀποτελεσματικῆς ἐπεμβάσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ὅρος ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα «Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων». Τοῦτο ἐλέγχεται καὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιστήμης. Πολλὰ Κράτη ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸν ὅρον αὐτόν. Δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ ὅρος αὐτός, διότι δὲν συμπεριλαμβάνονται οἱ ἀλλοδαποὶ καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ὑπάρχουν μόνον δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ὀρθῶς ὠνόμασε τὸ κεφάλαιον αὐτὸ «γενικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα». Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος προτείνω νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 νὰ διαγραφοῦν αἱ λέξεις «καὶ τοῦ Κράτους» καὶ νὰ συγχωνευθοῦν τὰ ἄρθρα 4 καὶ 7 τοῦ σχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου εἰσάγεται μία καινοτομία, ὅτι δηλαδή, δύναται διὰ νόμου νὰ ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ὑπαλλήλους νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐξέθεσα τὰς ἀπόψεις μου καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ συνεταιρίζεσθαι διότι διὰ τῶν Συνεταιρισμῶν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκπληροῦν ἐκπολιτιστικοὺς σκοπούς. Εἶμαι μάλιστα τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ τονωθῇ τὸ Συνδικαλιστικὸν δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων, διότι τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ συγκρατήσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἡ σχέσις δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι σχέσις Συμβάσεως ἐργασίας, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἰδιότυπον συνάλλαγμα. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὁρκίζεται καὶ ἐκπροσωπεῖ τὸ Κράτος, ἔχει ὡρισμένα πλεονεκτήματα καὶ ἔχει μίαν ἀσφάλειαν μελλοντικὴν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐξισωθῇ μὲ τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ ἐσήμαινε διάλυσιν τῆς πολιτείας, διότι συνεπείᾳ ταύτης θὰ διεκόπτετο πᾶσα ἐπαφὴ τοῦ κέντρου μὲ τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τῆς ἀπεργίας θὰ ἐδημιουργεῖτο μία τάξις προνομιοῦχος, ἡ ὁποία θὰ ἐπεβάλετο καὶ εἰς τὸ Κράτος. Προτείνω λοιπόν, νὰ διατηρηθῇ μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσήγαγεν μίαν καινοτομίαν εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ σχεδίου. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, λέγει: «............ ........... (ἀναγινώσκει)...........». Τάσσομαι ὑπὲρ τῆς παραμονῆς τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ συνυπέγραψα μετὰ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος σχετικὴν δήλωσιν καὶ θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ καπιταλιστικὴ ὀργάνωσις τῆς πολιτείας διέρχεται μίαν σοβαρὰν κρίσιν καὶ ἡ κρίσις αὐτή, δὲν εἶναι μόνον βιολογική, ἀλλὰ καὶ ἠθική, διότι ἡ βιομηχανία διὰ τῆς βαρύτητος τῶν μονοπωλείων καὶ τῶν εἰσαγωγῶν τῆς φεουδαρχίας ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τῆς ἰσχύος, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖρας της, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν τιμῶν, καὶ προκαλεῖ ἀνωμαλίας εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ὅπως λοιπόν, λαμβάνομεν μέτρα ἐναντίον τοῦ ἑνὸς ἄκρου, πρέπει νὰ λάβῃ καὶ ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰς τόπον καὶ χρόνον ποὺ θὰ κρίνῃ αὐτή. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τῆς σχετικῆς διατάξεως ἀναγράφεται ὅτι, ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόφασις νὰ λαμβάνεται μὲ ἐξαιρετικὴν πλειοψηφίαν.
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰσήγησιν θεωρητικῶς κάμνετε ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, ἢ ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§6Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Ἀνέπτυξα τὰ ἄρθρα 3–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§7Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Διεσσαφίσθη χθές, ὅτι, αἱ συζητήσεις θὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς τροποποιήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Συνεπῶς ὁ εἰσηγητὴς εἶναι ἐν τάξει.
§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀντίρρησιν ἔχω εἰς τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὁμιλεῖτε ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ ἔργου τοῦ σχεδίου.
§9Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Μὲ διακόπτετε τὴν στιγμὴν ποὺ καταλήγω. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ διατυπώσω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τῶν ἄρθρων, περὶ δημοσίου δικαίου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§11Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ σᾶς κάμω εἰσήγησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5–20 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων ἐγένοντο τροπολογίαι καὶ μετατάξεις κεφαλαίων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς οἰκονομίαν θὰ χρησιμοποιήσω, τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁλόκληρον τὸ ἔργον, τὸ περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 συμπεριελήφθη καὶ ἐψηφίσθη εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγένοντο δὲ καὶ ὡρισμέναι προσθῆκαι εἴτε φράσεων, πλὴν μιᾶς φράσεως ἡ ὁποία διεγράφη καὶ περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς εἴπω παρακατιών. Ὡς θὰ ἔχετε παρατηρήσει ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν τοῦ γενικοῦ εἰσηγητοῦ, κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατόν, ἐπιστημονικωτέραν διαρρύθμισιν ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ Σύνταγμα. Ἡ προσπάθεια εἶναι ἀξιέπαινος καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ ἴσως κανεὶς λεπτομερείας ἢ σκέψεις, ἀναμφισβητήτως ὅμως, δὲν θὰ δυνηθῇ κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ νομικὴ διαρρύθμισις τοῦ σχεδίου εἶναι ὄχι μόνον καλυτέρα ἀπὸ τὰ παλαιὰ Συντάγματα, ἀλλὰ εἶναι καλυτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐὰν θὰ πρέπει τὸ κεφάλαιον τοῦτο νὰ τὸ προτάξωμεν, ἢ ὄχι καὶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν μὲ τὰ ἄρθρα περὶ θρησκείας, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται τῶν ἄλλων. Μεταξὺ τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς λογικῆς, ὅπως τὰ ἄρθρα αὐτά, τεθοῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ παραμείνουν εἰς τὴν διάταξιν τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων, ὅπως ἦσαν τὸ 1864, ἐπροτιμήσαμεν τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τὴν λογικὴν τοποθέτησιν. Προηγοῦνται τὰ ἄρθρα περὶ θρησκείας καὶ κατόπιν ἔρχονται αἱ διατάξεις περὶ δημοσίου δικαίου, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἱστορικὴν συνέπειαν λόγῳ τῶν Συνταγμάτων τοῦ παρελθόντος τοὐλάχιστον αἰῶνος. Εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἔγινε μία σοβαρωτάτη ἐργασία καὶ ἐγένετο μία ἀνακατάταξις τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Ἡ ἀνακατάταξις ἐγένετο κατὰ τρόπον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε τὴν διάκρισιν, διότι θὰ σᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν κατανόησιν τῆς ὅλης προσπαθείας τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Ὕστερα εἰσερχόμεθα εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καθιερώνουν τὴν δραστηριότητα τοῦ πολίτου εἰς συγκεκριμένους καὶ λογικοὺς διακεκριμένους τομεῖς. Αὐτὰ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκτείνονται ἐφ’ ὅλου τοῦ κύκλου τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος εἶναι, πρῶτον, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι ζώντων. Δεύτερον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τρίτον, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ὁμαδικῆς δραστηριότητος τῶν Ἑλλήνων, εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς. Τέταρτον, εἶναι τὰ καθήκοντα τῶν Ἑλλήνων εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσαρα βασικὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐκτείνονται εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος καὶ τὰ ὁποῖα ἐκφράζονται εἰς τὰ πρῶτα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐπιγράφομεν γενικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἢ ὅλους τοὺς ἐν Ἑλλάδι ζῶντας ἢ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ἀφοῦ διετυπώσαμεν τὰς γενικὰς αὐτὰς ἀρχάς, εἰσήλθομεν εἰς τοὺς κατ’ ἴδιον τομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος καὶ ἐθέσαμεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν εἰδικῶν τούτων τομέων, τὴν πνευματικὴν δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὡς Ἕλληνες καὶ ὡς ἄνθρωποι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πνεύματος. Ἀφοῦ διετυπώσαμεν τὰς ἀρχὰς αὐτάς, καθωρίσαμεν τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν φυσικὴν ὑπόστασιν τοῦ ἀνθρώπου, κατόπιν δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὰ ἔτι μερικώτερα καὶ ἐθεσπίσαμεν τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τὴν πολιτικὴν λειτουργίαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου, καὶ ἔπειτα εἰς ἔτι πλέον εἰδικώτερον θέμα καὶ καθωρίσαμεν τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν τὴν οἰκονομικὴν δραστηριότητα τοῦ ἀτόμου. Αὐτή, εἶναι, κύριοι, ἡ διάρθρωσις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ λογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄψογος. Μίαν ἄλλην προεισαγωγικὴν διευκρίνησιν ἔχω νὰ κάμω. Μᾶς ἐβασάνισε κατ’ ἐπανάληψιν, κύριοι συνάδελφοι, ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον βασανίζει πάντοτε τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν θέσπισιν συνταγματικῶν κανόνων, ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν κατευθυντηρίους διατάξεις ἢ ὄχι. Καθὼς γνωρίζετε, εἰς τὰ παληὰ τὰ χρόνια ἡ ἰδέα τῆς κατευθυντηρίου διατάξεως ἦτο ἀνύπαρκτος. Τὰ Συντάγματα περιεῖχον κανόνας δικαίου τοὺς ἀπολύτως ἀπαραιτήτους, διὰ νὰ ὀργανωθῇ ἡ πολιτεία. Ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος, κυρίως μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ὡρισμέναι πολιτεῖαι, αἱ ὁποῖαι τὸ πρῶτον εἰσήρχοντο εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Δημοκρατίας, αἱ ὁποῖαι τὸ πρῶτον ἀπελάμβανον τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ἐλευθερίας, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμουν ὡρισμένας διακηρύξεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον κυρίως πολιτικὴν ἀξίαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἔτεινον νὰ ἐκφράσουν, νὰ ἐξυψώσουν, νὰ διαδηλώσουν εἰς τὸν κόσμον, ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον καὶ τὸ πνεῦμα τῶν πολιτευμάτων αὐτῶν. Τὸ Σύνταγμα τῆς Βεϊμάρης ἔχει διατάξεις τοιαύτας. Συνεζητήσαμεν πολλάκις μὲ τὸ ἐὰν θὰ πρέπει τοιαύτας διατάξεις νὰ θεσπίσωμεν. Ἠναγκάσθημεν νὰ θεσπίσωμεν μίαν—δύο. Ἀλλ’ ἡ γενικὴ τάσις ὑπῆρξε νὰ ἀποφύγωμεν τοὺς κανόνας αὐτούς. Βεβαίως ὅταν λέγωμεν κατευθυντήριοι διατάξεις, ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἐξ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι σαφῶς εἶναι καὶ κανόνες δικαίου. Καὶ περὶ αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις, Συζητοῦνται αἱ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι σαφῶς εἶναι εὐχαί. Ἰδίως δὲ ὑπάρχουν ὡρισμένοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ κάτι τὸ ἐνδιάμεσον. Εἶναι δηλαδή, ὡρισμένοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὶ κανόνες δικαίου. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν βάσει αὐτῶν τῶν κανόνων τῶν κατευθυντηρίων, θεσπισθοῦν κανόνες δικαίου δὲν ἠμποροῦν πλέον κατά τινα γνώμην νὰ τροποποιηθοῦν ἐναντίον τῆς κατευθύνσεως τὴν ὁποίαν θέτει τὸ Σύνταγμα. Δηλαδὴ ἔχουν μίαν ἔμμεσον ἰσχὺν, ἀποτελοῦν καὶ αὐτοὶ κατευθυντηρίους διατάξεις. Ἡμεῖς ἀπεφύγαμεν καὶ τὰς εὐχὰς καὶ αὐτὰς τὰς κατευθυντηρίους διατάξεις, ὅσον ἦτο δυνατόν, καὶ παρεμείναμεν εἰς τοὺς καθ’ αὐτὸ κανόνας δικαίου. Καὶ τὸ ἐκάμομεν αὐτό, διότι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν μακρὰν πολιτικὴν παράδοσιν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διαδηλώσωμεν ὅτι εἴμεθα δημοκράται. Ἡμεῖς εἴμεθα παλαιὸς ἐλεύθερος λαός, καὶ δὲν εἶναι πρωτόλειον τὸ Σύνταγμά μας, ὡς Σύνταγμα ἐλευθερίας. Δι’ αὐτὸ ἡ λιτότης αὐτή, εἶναι ἔνδειξις ὡριμότητος. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως οἱ Βούλγαροι, νὰ εἴπωμεν ὅτι «ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως», οὔτε ἄλλα παρόμοια. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν μορφήν. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἔπρεπε, βέβαια, ὅλοι αὐτοί, οἱ κανόνες περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, νὰ διέπωνται ἀπὸ κάποιο πνεῦμα γενικόν. Διότι οἱ κανόνες αὐτοὶ ἐκφράζουν κάποιον ἀγῶνα παλαιὸν ποὺ ὑπάρχει μέσα εἰς κάθε ἐποχήν. Κάθε ἐποχὴ διὰ νὰ προκόψῃ, ἔχει ἀνάγκην δύο παραγόντων ἀπαραιτήτων: Τῆς ἀτομικότητος καὶ τοῦ ὠργανωμένου, τοῦ πειθαρχημένου συνόλου. Ἡ προσπάθεια τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι πάντοτε νὰ ἐναρμονίζῃ καὶ νὰ ἰσορροπῇ τοὺς δύο αὐτοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι συχνάκις συγκρούονται πρὸς ἀλλήλους, οἱ ὁποῖοι συχνάκις ἔχουν ἀντιτιθέμενα συμφέροντα καὶ οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε εὑρίσκουν τὴν ὀρθὴν τὴν χρυσῆν ἐκείνην τομήν, ἡ ὁποία θὰ χαράξῃ τὸν ὀρθὸν δρόμον καὶ θὰ ἰσορροπήσῃ τὰς ἀντιπάλους αὐτὰς δυνάμεις τῆς ὠργανωμένης ὁλότητος. Ὅταν, κύριοι, ἐθυσιάζοντο τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, ὅταν μεταγενεστέρως ἐθεσπίζετο τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα τοῦ 1830, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς πρότυπον τοῦ Συντάγματος τοῦ 64, τὸ κύριον μέλημα τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτου ἦτο ἡ προστασία τοῦ ἀτόμου ἀπὸ τὰς αὐθαιρεσίας τοῦ μονάρχου ποὺ ἐνεσωμάτωνε τότε τὸ Κράτος. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλὰ ἔτη, ἐξέλιπον καὶ ὁ μονάρχης καὶ τὰ μεμονωμένα ἄτομα καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἔχομεν, ἀντὶ τοῦ μονάρχου τὴν ὠργανωμένην ὁλότητα τῆς πλειοψηφίας πλέον καὶ ἀντὶ τῶν μεμονωμένων ἀτόμων τὴν ὠργανωμένην ἐνίοτε μειοψηφία. Ἔχομεν τὰς ὠργανωμένας μειοψηφίας αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιδιώκουν πλέον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ εἰδικόν, αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἐν ταῖς λεπτομερείαις μεταρρύθμισιν τῶν διατάξεων ὡρισμένων νόμων, τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν, ἀλλ’ ἐπιδιώκουν τὴν κατάλυσιν ἢ τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας ἢ τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον τίθεται. Θὰ ἐκαλεῖτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κατεσκεύαζε σήμερον Σύνταγμα ὄχι πλέον νὰ σταθῇ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐθεσπίσθησαν ἐν ὄψει ἑνὸς μονάρχου καὶ ἑνὸς ἀτόμου, ἀλλὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ βασικὸν ἐσώτερον πρόβλημα ὅπερ ἡ σημερινὴ κοινωνία ἐμφανίζει. Τὸ πρόβλημα τοῦτο εἶναι πολὺ δυσχερέστερον καὶ κινδυνωδέστερον. Διότι σήμερον αὐτὸ ποὺ ἀπειλεῖται δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία ἑκάστοτε ἀτόμων τινῶν, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τῆς ὁλότητος, ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ πολιτική της ἐλευθερία. Διότι αὐτὸ ἐπιδιώκει μία ὠργανωμένη μειοψηφία εἰς κάθε ἐλευθέραν κοινωνίαν. Ἐλέχθη ἐπανειλημμένως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι αὐτὸ γίνεται διότι ἔχομεν μίαν παροδικὴν κρίσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ἡ κρίσις θὰ παρέλθῃ, καὶ εἶναι ὅλως ἀπίθανον καθ’ ἡμᾶς ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐκλείψῃ. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει καὶ κανένα στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς δίδῃ τὴν ἐλπίδα περὶ ταχείας παρόδου τῆς κρίσεως. Αὐτὰ ἐλέχθησαν δι’ ὅλα τοὐλάχιστον τὰ Εὐρωπαϊκὰ Συντάγματα καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα φυσικά. Τὸ πρόβλημα ἑπομένως ποὺ ἐθέσαμεν δὲν εἶναι παροδικὸν ἀλλὰ διαρκὲς καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ δέ, ἔχομεν ἀνάγκην δύο στοιχείων πρὸς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας. Τὸ πρῶτον εἶναι τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη τοῦ πολιτεύματός μας καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἡ σημερινὴ συγκεκριμένη κοινωνικὴ πραγματικότης. Τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη εἶναι αἰώνια καὶ ἀναλλοίωτα καὶ δὲν ὑποθέτω, νὰ μετέβαλεν κανεὶς σκέψεις περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ ἡ συγκεκριμένη κοινωνικὴ πραγματικότης εἶναι μεταβλητή, καὶ ὀφείλομεν ἑκάστοτε τὰς ἐλευθερίας νὰ τὰς προσαρμόζωμεν πρὸς τὴν πραγματικότητα αὐτήν, ὥστε ἕκαστον ἄτομον νὰ δύναται ἀναλόγως τῆς πραγματικότητος, νὰ ὁδηγηθῇ κατὰ τὸν προσφορότερον τρόπον πρὸς τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας περαιτέρω ἀναλύω. Εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ δώσωμεν μεγάλην καὶ εὐρεῖαν προστασίαν εἰς τὰ ἄτομα, χωρὶς νὰ θέσωμεν εἰς κινδύνους τὸ πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστώς, καὶ μέχρι ποίου ὁρίου. Πρέπει ἡ παροχὴ ἐλευθεριῶν νὰ μὴ γίνῃ ἀφορμὴ κινδύνων διὰ τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Δὲν θὰ θίξω ὅλα τὰ εἰδικώτερα θέματα, θὰ σᾶς εἴπω, ὅμως πῶς ἐφηρμόσθη εἰς κάθε ἄρθρον ὡς ἀρχὴ αὐτὴ καὶ πῶς ὅλα τὰ ἄρθρα τείνουν ὡς ἐκ τούτου εἰς ἕνα ἑνιαῖον σύνολον. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ παρακολουθήσητε. Τὸ ἄρθρον 3 εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεσπίζει μίαν γενικωτέραν ἀρχήν, τὸ στάτους τῆς ἐλευθερίας εἰς πάντα ἐν Ἑλλάδι διαμένοντα. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν. Καθορίζει τὴν ἔκτασιν τῆς ἐλευθερίας καθ’ ὑποκείμενον καὶ ἀντικείμενον. Ὅλοι εἶναι ἐλεύθεροι, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης. Ἑπομένως καθορίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας, καθ’ ὑποκείμενον καὶ ἀντικείμενον, καὶ τὸ μόνον πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐξαίρεσις εἶναι αἱ περιπτώσεις ὅπου αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι ἄλλως θεσπίζουν. Τὸ ἄρθρον 3 ἔχει μίαν ἀναλογίαν μὲ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσαμεν διὰ τοῦ σχεδίου εἶναι πολὺ γενικωτέρα. Τὸ ἄρθρον 13 τὸ ὁποῖον διετηρήσαμεν καὶ ἡμεῖς, παραμένει ὡς διάταξις, καταργοῦσα τὸν νομικὸν θεσμὸν τῆς δουλείας καὶ διεγράψαμεν ἐξ αὐτοῦ τὴν πρώτην φράσιν. Εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη τὴν ὁποίαν διεγράψαμεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἡ φράσις «ἐν Ἑλλάδι οὐδεὶς ἀγοράζεται καὶ πωλεῖται», εἶναι πλέον μία φράσις περιττή. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 καθορίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κανὼν τῆς ἰσότητος ἠμφισβητήθη ὡς πρὸς τὸ ἐὰν εἶναι δεσμευτικὸς τῶν δικαστῶν καὶ ὄχι μόνον κατευθυντήριος ἀρχή, ἐκάμαμεν μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία καθορίζει ὅτι ὁ κανὼν αὐτὸς εἶναι κανὼν δικαίου. Ἡ παλαιὰ διάταξις λέγει: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», δηλαδὴ τῆς «νομοθετικῆς ἐξουσίας». Αὐτὸς ὅμως ὁ περιορισμὸς δὲν εἶναι ὀρθός, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀτυχής. Ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου «ἐνώπιον τοῦ κράτους» δημιουργεῖ παρεξηγήσεις καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ εἴπωμεν «ἐνώπιον ὅλων τῶν ἐξουσιῶν». Ἕνα ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν μᾶς ἀπησχόλησεν, εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐσκέφθημεν ὡς ἑξῆς: Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ καθορίσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ ἀφήσαμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ κρίνῃ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀπαγορεύσῃ ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι θὰ πρέπει πάντως νὰ ἐπιβληθοῦν ὡρισμένοι περιορισμοί. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν εἶναι μόνον μισθωτός, δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος λαμβάνει ἁπλῶς ἕνα μισθὸν ἔναντι ἐργασίας ὅπως ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι καὶ Κράτος καὶ μισθωτός. Καὶ ὡς μισθωτὸς μὲν ἔχει δικαίωμα, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ἀπεργῇ, ἀλλὰ ὡς Κράτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπεργῇ. Ὡς μισθοσυντήρητος ἔχει δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ διὰ τῶν συνεταιρισμῶν τὰ οἰκονομικά του συμφέροντα. Ὡς Κράτος ὅμως δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ τὰ ὑπαλληλικὰ συμφέροντά του. Νομίζω ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὅπου δὲν ἀποβλέπει ὁ συνεταιρισμὸς εἰς τὴν ρύθμισιν σχέσεων Κράτους καὶ ὑπαλλήλου, ἀναμφισβητήτως ὀρθὸν εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι νὰ ἀφεθῇ ἀπολύτως ἐλεύθερον εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἀρχίζει καὶ ὀργανοῦται ἡ διεκδίκησις οἰκονομικῶν συμφερόντων ἀπέναντι τοῦ Κράτους, βεβαίως ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι Κράτος, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπος τοῦ Κράτους, παρὰ ὑπὸ ὅρους, νόμῳ ὁριζομένους. Ὑπεστήριξαν ὡρισμένοι συνάδελφοι νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀπεργίαν, καὶ ἀντιθέτως νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν συνεταιρισμόν. Τὴν ἀπεργίαν ὅμως δὲν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν, ἂν ἐπιτρέψωμεν τὸν συνεταιρισμὸν τὸν ἐπαγγελματικὸν διότι τὸ ἕνα δημιουργεῖ τὸ ἄλλο. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφήσωμεν τὸν νομοθέτην τόσον ἐλεύθερον ὅσον τὸν ἔχει ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ σχέδιον. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὡς ἑξῆς: «................ .............» (ἀναγινώσκει)...............». Αὐτὴ εἶναι μία μετριοπαθὴς λύσις, ἡ ὁποία καὶ τὸ Κράτος ἐξασφαλίζει καὶ τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας κατοχυρώνει κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἕνα θέμα, κύριοι, ὅπου ἐπίσης φαίνεται ἀνάγλυφος ἡ προσπάθεια τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἰσορροπήσῃ ἀτομικὰς ἐλευθερίας καὶ ἀσφάλειαν τῆς ὁλότητος εἶναι τὸ ἄρθρον περὶ τέχνης καὶ ἐπιστήμης. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι νέον. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ λειτουργία εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθεραι. Οὔτε κανεὶς περὶ τούτου ἔχει δευτέραν γνώμην. Ἐγεννήθησαν ὅμως ζητήματα ὡς πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς διδασκαλίας εἰς τὰ δημόσια ἱδρύματα, εἰς τὰ Πανεπιστήμια. Καὶ ἐλέχθη ὅτι: Πῶς μέσα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον θὰ εἶναι θεμιτὸν νὰ ἔρχεται ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ καθηγητής, ὅπως ἐγένετο εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, νὰ διδάσκῃ ἀντεθνικὰ κηρύγματα. Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν τοῦτο. Ἐγώ, κύριοι, ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν σκέψιν αὐτήν. Εἶναι σκέψις ἀντίθετος πρὸς ὁλόκληρον τὴν παράδοσιν τῆς ἱστορίας μας καὶ εἶναι σκέψις σαθρὰ εἰς τὴν βάσιν της. Εἶναι πλάνη νὰ φαντασθῆτε ὅτι μὲ τὸ μέσον αὐτό, τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀκαδημαϊκῆς διδασκαλίας, θὰ δυνηθῆτε νὰ περιορίσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλετε. Φαντασθῆτε ὅτι ἐθεσπίσατε διάταξιν, οἵα θέλει προταθῆ ἐνώπιόν σας, νὰ ἀπαγορεύεται δηλαδὴ δι’ αὐτῆς ἢ νὰ εἶναι περιωρισμένη, νὰ μὴ κατοχυροῦται πλήρως ἡ ἀκαδημαϊκὴ διδασκαλία εἰς τὰ δημόσια ἀνώτατα ἱδρύματα. Φαντασθῆτε μίαν τοιαύτην διάταξιν. Τί θὰ συμβῇ; Θὰ γνωρίζῃ ὁ νέος ὅτι ἔξω μὲν ἀπὸ τὰ δημόσια ἀνώτατα ἱδρύματα λέγεται ἐλευθέρως ἡ ἀλήθεια, ἐνῷ μέσα εἰς τὰ δημόσια ἱδρύματα εἶναι ὑπὸ περιορισμόν. Ποῦ θὰ πάῃ ὁ νέος; Ποίου θὰ ἀκούσῃ τὰ διδάγματα; Ἐκεῖ ποὺ εἶναι περιωρισμένα ἢ ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερα; Ἀλλὰ ποία εἶναι διδασκαλία καὶ τὶ σημαίνει διδασκαλία; Ὅταν ἀνέρχεται ὁ καθηγητὴς εἰς τὴν ἕδραν καὶ μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ ἀπευθυνόμενος μόνον πρὸς τὸ λογικόν, ἀναπτύσσει ἔστω καὶ ἐσφαλμένας ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ζημιώνουν τυχὸν ἐθνικῶς, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὰς ἀναπτύσσῃ. Ὅταν ὅμως, ἀντὶ νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸ λογικόν, ἀπευθύνεται πρὸς τὴν ψυχὴν τοῦ νέου, ὅταν πάῃ νὰ ἀναρριπίσῃ συμφέροντα καὶ ἀπωθημένα πάθη, τότε βεβαίως δὲν κάμνει διδασκαλίαν, δὲν διδάσκει, ἀλλὰ ἀσκεῖ προπαγάνδαν καὶ θὰ πρέπει νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν. Ἀλλ’ ὅταν ὁ καθηγητής, ψυχρὸς καὶ ἀντικειμενικός, ἀπευθύνεται πρὸς τὸ λογικὸν καὶ ἀναπτύσσει τὰς ἀντιλήψεις του, τότε ἀφήσατέ τον ἐλεύθερον, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ καταστήσετε ἄνευ κύρους τὴν ἀκαδημαϊκὴν διδασκαλίαν.
§12Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἐὰν ἔχῃ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐπισημότητος ἡ διδασκαλία, τότε γίνεται πλέον πιστευτὴ ἀπὸ τοὺς φοιτητάς, ἐὰν γίνεται ἀλλοῦ δὲν γίνεται πιστευτή.
§13Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ στοιχεῖον τῆς ἐπισημότητος δὲν δίδει καμμίαν ἀξίαν εἰς τὴν διδασκαλίαν. Μὲ τὴν ἐπισημότητα δὲν κερδίζονται οἱ νέοι. Οἱ νέοι κερδίζονται μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι διδάσκεται ἐλευθέρως ἡ ἀλήθεια. Ἄλλως θὰ κάμετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάματε ἕως τώρα, νὰ δημιουργήσετε ἕνα Πανεπιστήμιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον βγαίνουν κάθε χρόνο στρατιῶται τοῦ κομμουνισμοῦ. Τὴν ἐπιστήμην δὲν μποροῦμεν νὰ τὴν καθορίσωμεν ἀπὸ πρὶν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, τὸ ὁποῖον μᾶς συμφέρει καὶ τὸ ἄλλα δὲν εἶναι ἀλήθεια, διότι δὲν μᾶς συμφέρει. Τότε ἔχομεν μίαν κακὴν καὶ ἀνθελληνικὴν ἀντίληψιν περὶ ἐπιστήμης, πολὺ ἀνθελληνικὴν ἀντίληψιν. Εἶναι δυνατὸν καὶ θεμιτὸν ἕνα πρᾶγμα νὰ ἐμποδίσωμεν: Τὴν ἐκμετάλλευσιν τὴν πολιτικὴν ὡρισμένων θεωρητικῶν σκέψεων. Ἐκεῖ εἴμεθα σύμφωνοι. Ὅπου ἀρχίζει ὁ καθηγητής, ἀντὶ νὰ κάμνῃ ἐπιστήμην, νὰ κάμνῃ πολιτικήν, θὰ τὸν πατάξωμεν, διότι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἀλλὰ δὲν ἔχω κανένα δικαίωμα νὰ τὸν ἐμποδίσω νὰ κάμνῃ ἐπιστήμην. Κύριοι, διὰ νὰ ἰδῆτε ἀπὸ ποίας σκέψεις διαπνέονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅπως ἐγὼ αὐτά, τὰ ὁποῖα μὲ διαμαρτυρίας ἐδέχθητε, εἰσέρχομαι εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον περὶ Παιδείας, ὅπου διὰ πρώτην φορὰν κάμνομεν τὴν ἑξῆς μεταρρύθμισιν: Ἐπιβάλλομεν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς κατωτέρας καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως διδασκαλίαν μὲ ὡρισμένον περιεχόμενον. Μὲ περιεχόμενον τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ τὰς ἰδεολογικὰς κατευθύνσεις τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§15Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ σᾶς ἄρεσε διότι σᾶς κατασφαλίζει. Ἐνῷ καὶ τὸ ἄλλο σᾶς κατασφαλίζει ἐξ ἴσου, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι ἡ διδασκαλία ἐκείνη, ἡ ὁποία κατευθύνεται πρὸς ἀώρους ἀνθρώπους μέχρι τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας των, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εἰς τὰ χέρια ἄλλων, παρὰ εἰς τὰ χέρια τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς ὁλότητος καθορίζει μίαν ἰδεολογίαν. Ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει σταθερῶς ἡ ἰδεολογία, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ δύο στοιχεῖα, τὸ καθαρῶς Ἑλληνικὸν καὶ τὸ χριστιανικόν. Καὶ αὐτὸ ὀφείλει εἰς πᾶσαν κατεύθυνσιν νὰ διδάξῃ ὁ διδάσκαλος καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὴν τὴν δέσμευσιν, ἡ ὁποία κατευθύνει πράγματι τὸ σχολεῖον.
§16Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης.
§17Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἰδεολογικὸν περιεχόμενον ἐπιβάλλει τὸ Κράτος εἰς τὰ σχολεῖα, καὶ ἐπιβάλλει αὐτὸ ποὺ δὲν θεωρεῖ ἀντίθετον πρὸς τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιστήμης. Ἐνῷ εἰς τὴν ἀνωτάτην παιδείαν δὲν ἐπιβάλλει τίποτε τὸ Κράτος, ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου. Τὸ ὅτι τὸ διδασκόμενον εἰς τὴν μέσην παιδείαν δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ εἴπῃ κανείς, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ κριτὴς ἀπόλυτος εἶναι τὸ Κράτος καὶ μόνον.
§18Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐπιστημῶν;
§19Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι. Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐπιστημῶν εἶναι κριταί, ἐκεῖ ὅπου διδάσκονται οἱ ὥριμοι νέοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος, ὅπου εὑρίσκονται τὰ ἀνώτατα ἱδρύματα. Ἐκεῖ δύναται νὰ λέγεται ἡ ἀλήθεια, καθ’ ὑποκειμενικὴν κρίσιν τοῦ διδάσκοντος.
§20Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν κατωτέραν παιδείαν νὰ ἀφήνετε τὴν νεολαίαν νὰ ἐκπαιδεύεται μὲ μύθους;
§21Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα. Θὰ ἐκπαιδεύεται μὲ τὸν μῦθον τὸν Ἑλληνικὸν καὶ τὸν χριστιανικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αὐτὸς ὁ μῦθος δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ἀποτελεῖ πίστιν καὶ ἀλήθειαν καὶ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν θέλομεν νὰ τὴν μεταλαμπαδεύσωμεν ὡς πλειοψηφία εἰς ὅλους μας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀκόμη ὥριμοι. Ὅταν ὡριμάσουν καὶ μποῦν, εἰς τὸν χῶρον τῆς ἀνωτέρας ἐπιστήμης ἂς κάμουν ὅ,τι θέλουν. Ἡ πίστις, ὁ μῦθος αὐτός, εἶναι τὸ ἀπόσταγμα τῆς σοφίας τὸ ὁποῖον ἐδίδαξαν οἱ πατέρες μας. (Χειροκροτήματα).
§22Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς;
§23Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ τώρα, κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸν τύπον. Ἐκεῖ ἠναγκάσθημεν ὄχι νὰ θέσωμεν, ἀλλὰ νὰ περιορίσωμεν τὰ πράγματα. Δὲν ὑπήρξαμεν ριζοσπαστικοί, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι ἀναμφισβητήτως συνυφασμένη μὲ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Προληπτικὴ λογοκρισία εἶναι κάτι τὸ ἀκατανόητον. Εἰς δημοκρατικὸν καθεστὼς εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Ἀλλά, κατασταλτικὰ μέτρα, εἶναι ἀσφαλῶς ἐπιβεβλημένα εἰς πολλὰς περιστάσεις καὶ δὴ εἰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεπε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι δὲν εἶχον δημιουργηθῆ ἐκ τῶν περιστάσεων τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καθίστων μίαν τοιαύτην θέσπισιν νομοθετικῶν μέτρων ἀναγκαίαν. Συγκεκριμένως ἐπεκτείνομεν τὴν κατάσχεσιν μετὰ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ φύλλου ὁσάκις προσβάλλονται ὡρισμένα πρόσωπα τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 περιωρίζετο εἰς τὸν Βασιλέα, διότι ἐσκέφθημεν ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ διὰ τῆς προσβολῆς καὶ αὐτῶν τῶν προσώπων νὰ θιγῇ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία. Δι’ ὃ ἐπεκτείνομεν καὶ ἐπὶ ἄλλων προσώπων τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας τὴν προστασίαν τὴν συνταγματικήν. Δεύτερον κυρίως, ἠναγκάσθημεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀποκάλυψις κινήσεων τῶν ἐνόπλων δυνάμεων νὰ δημιουργοῦνται ἐγκλήματα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιβάλουν ἄμεσον λῆψιν μέτρων, ὅπως τὸ ἔγκλημα τῆς στάσεως, τὸ ἔγκλημα τῆς προκλήσεως πρὸς ἐσχάτην προδοσίαν καὶ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον κατατείνει εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς ἐθνικῆς ἀκεραιότητος, τὸ ὁποῖον εἶναι ταὐτόσημον πρὸς τὴν ἐσχάτην προδοσίαν. Καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ὅπως καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ὅπου γίνεται ἀποκάλυψις κινήσεων τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται τὸ κατασταλτικὸν μέτρον τῆς κατασχέσεως. Ἐπὶ πλέον προχωρήσαμεν καὶ περαιτέρω καὶ εἴπομεν, ἐάν, ὅπως συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, ἔχομεν ὄργανα τοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον διαπράττουν τὸ ἔγκλημα ἀλλὰ καὶ συνεχίζουν καὶ καθ’ ὑποτροπὴν τὰ ἐγκλήματα, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, τότε θὰ κάμωμεν τὸ ἑξῆς: Μετὰ τὴν τρίτην καταδικαστικὴν ἀπόφασιν θὰ ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις τοῦ ἐντύπου καὶ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ εἰς βαρείας περιπτώσεις, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀσκήσεως τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐπαγγέλματος. Αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ ἐπιβάλλονται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Βεβαίως, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ τύπου δὲν εἶναι τόσον ζήτημα Συντάγματος, εἶναι ζήτημα κυρίως Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐὰν λειτουργήσῃ κατὰ τρόπον ταχὺν ἡ ποινικὴ δικονομία εἰς τὰ ζητήματα τοῦ τύπου, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ποινικὴ δικονομία νὰ λειτουργῇ βραδέως, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τοῦ Συντάγματος, νομίζω ἔγινεν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἔχομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς θέματα ποινικῆς δικονομίας. Κύριοι, αὐταὶ κυρίως εἶναι αἱ βασικαὶ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐθεσπίσαμεν. Ἔχομεν καὶ ὡρισμένας παραλείψεις, τὰς ὁποίας θὰ συμπληρώσουν αἱ τροπολογίαι, ὅπως π. χ. ἡ ἐντελῶς τυχαίως παραληφθεῖσα διάταξις περὶ κατοχυρώσεως τῶν διαθηκῶν. Κύριοι, αὐτὰς τὰς διατάξεις δὲν σᾶς τὰς ἀνέφερα, διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὰ καθέκαστα, ἀλλὰ διὰ νὰ κατανοήσετε τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διεπόμεθα κατὰ τὰς ἐργασίας μας. Ἐὰν σήμερον ὑποστηρίζουσι τινές, ὅτι θὰ ἔφθανεν ὁ ποινικὸς νόμος διὰ νὰ λύσῃ τὰ προβλήματα αὐτά, ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι σύμφωνος μαζί τους, διότι ὅπως βέβαια δροῦν ἐμφανῶς οἱ ἐγκληματίαι, τότε ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει καλῶς, ἀλλὰ ὅπου ἐφαρμόζεται κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὴν ἱστορίαν τὸ σύστημα τῆς νομιμοφανείας ἐκεῖ ὁ ποινικὸς νόμος συνήθως ἀτονεῖ καὶ ἐκεῖ χρειάζονται νέα μέτρα. Ἔχει καταστῆ εἰς τὰς συγχρόνους δημοκρατίας μόνιμον τὸ φαινόμενον τοῦ νομιμοφανοῦς ἀδικήματος, αὐτῆς τῆς fraus, τῆς καταχρήσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ἐνῷ εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον ἀπαγορεύεται ἡ κατάχρησις δικαιώματος, ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν διοίκησιν ἀκυρώνομεν τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ κατάχρησιν τοῦ νόμου ἢ τῆς ἐξουσίας εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῆς Ἑλλήνων, οὐδεὶς ποτὲ ἐσκέφθη ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κατάχρησις δικαιώματος. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ δεκαετίας τώρα, ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς καταχρήσεως τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ὑφιστάμεθα, αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα. Τὸ νόμιμον ὅμως κενὸν τῆς μὴ ὑπάρξεως ἀπαγορεύσεως τῆς καταχρήσεως τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, δὲν τὸ βλέπομεν οὐδαμοῦ πληρούμενον. Ποίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ ὕπαρξις διατάξεως ἀπαγορευούσης τὴν κατάχρησιν; Μήπως θὰ ἀπήντων τινές, ὅτι ὅταν κάμνῃ κανεὶς κατάχρησιν δὲν κάνει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ὑπαγόρευσις τῆς καταχρήσεως εἶναι αὐτονόητος. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἀναλαμβάνετε ἐσεῖς ὡς νομοθέται αὔριον νὰ κάμετε νόμον περιορίζοντα ἢ κολάζοντα τὰς καταχρήσεις τῆς ἐλευθερίας τῆς διδασκαλίας, τῆς ἀκαδημαϊκῆς ποὺ εἴπομεν πρὶν ἢ κολάζοντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνέρχεσθαι; Χωρὶς νὰ διατρέχετε τὸν κίνδυνον, νὰ χαρακτηρίσουν τοὺς νόμους αὐτούς, τὰ δικαστήρια, ὡς ἀντισυνταγματικούς; Βεβαίως, ὑπάρχει αὐτὸς ὁ κίνδυνος, διότι ἀτομικὰ δικαιώματα ἐθεσπίσθησαν ἀπὸ τὰ Συντάγματα μας, ἐν ὄψει ἑνὸς κινδύνου τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διέτρεχε τὸ ἄτομον ἀπὸ τὸ Κράτος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, οὔτε ἐπετρέπετο, κατὰ τὸ δίκαιον τὸ ἰσχῦον, ἡ οὐσιαστικὴ ἔρευνα τῆς κακῆς χρήσεως ἢ καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἔτσι ὀρθῶς ἡρμηνεύοντο αἱ περὶ ἐλευθεριῶν διατάξεις. Σήμερον ὅμως ἦλθεν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὅπλον μας. Ὅταν ἔχομεν νὰ πολεμῶμεν τὸν ἔνοπλον, ὁ ποινικὸς νόμος κάμνει τὴν δουλειά του, ὅταν ἔχομεν νὰ πολεμήσωμεν τὸν ὕπουλον, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις περὶ καταχρήσεως. Θὰ μοῦ εἴπετε, ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ τὸ ἐπικίνδυνον ἐγώ, ἀλλ’ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς ἀμειλίκτου διλήμματος: Ἢ νὰ διακινδυνεύσῃ τὸ ἄτομον ἀπὸ τὴν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ εἰς βάρος του ἡ Πολιτεία, ἢ ἀντιστρόφως θὰ ἴδωμεν τὴν Πολιτείαν κινδυνεύουσαν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν ἀτόμων καὶ τῶν μειοψηφιῶν ποὺ ἀπαρτίζουν ὁμάδας ἀτόμων. Ἢ τὸ ἕνα θὰ γίνῃ ἢ τὸ ἄλλο. Κύριοι, μὴ πλανᾶσθε. Ἐὰν θέλετε νὰ νομοθετήσετε, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τοῦ ἀμειλίκτου αὐτοῦ διλήμματος. Θὰ περιορίσωμεν τὸ δίλημμα εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ὅταν εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ δύο νὰ τὰ ἰσορροπήσωμεν καὶ νὰ τὰ ἐξοικονομήσωμεν, θὰ τὸ κάμωμεν, Θὰ ἔλθῃ ὅμως μία στιγμή, ὅπου τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο, θὰ τὸ προκρίνωμεν, θὰ ἐπιχειρήσωμεν, ὅπως λέγουν οἱ νομικοί, μίαν στάθμισιν συμφερόντων, καὶ τότε θὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, πολὺ περισσότερον κινδυνεύει ἡ Πολιτεία ἀπὸ τὰ ἄτομα, παρὰ τὰ ἄτομα ἀπὸ τὴν σημερινὴν Πολιτείαν, καὶ θὰ προτείνωμεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ καθορίζῃ ὅτι, δὲν προστατεύεται διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ κατάχρησις τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, οὕτως ὥστε ἐάν, αὔριον ὁ συντεταγμένος νομοθέτης θέλῃ νὰ κολάσῃ ἢ νὰ περιορίσῃ αὐτὴν τὴν κατάχρησιν, νὰ μὴν εἶναι ὁ νόμος του ἀντισυνταγματικός. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅλαι αἱ δυσπιστίαι, τὰς ὁποίας εἴπετε προηγουμένως, ὅλαι αἱ δυσπιστίαι τὰς ὁποίας ἐξεφράσατε, κολάζονται καὶ διορθώνονται καί, κολάζονται καὶ διορθώνονται, κατὰ ἕνα τρόπον, πολὺ ἀρτιώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ εἴχομεν, ἐὰν εἰς ἑκάστην διάταξιν ἐθεσπίζαμεν εἰδικοὺς περιορισμούς.
§24Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ λείψουν οἱ εἰδικοὶ περιορισμοί.
§25Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι. Βεβαίως αὐτῆς τῆς διατάξεως θὰ ὑπάρξουν ἐπικριταὶ καὶ ἐγὼ φυσικά, ὁ ὁποῖος τὴν ὑποστηρίζω, ἴσως χαρακτηρισθῶ ὡς ἀντιδραστικός. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ποὺ ἐχαρακτηρίσθην ὡς ἀντιδραστικός, θὰ εἶναι ἡ δευτέρα, ἢ τρίτη, ἴσως ὄχι ἡ τελευταία. Οἱ ἀντιδρῶντες εἶναι πρῶτον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι, τίποτε δὲν ἤλλαξεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1911 ἀκόμη, καὶ ὅτι ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα μὲ ἐλαφρὰς μεταρρυθμίσεις, ὅλα τὰ πράγματα θὰ ἔχουν καλῶς. Ἀλλὰ ὕστερα θὰ κάμωμεν ψηφίσματα καὶ παρανομίας, διὰ νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄλλα πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα θέλουν ἀκριβῶς νὰ διαφυλάξουν αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν κινήσεων, αὐτῶν τῶν σκοτίων δυνάμεων. Καὶ ὑπάρχουν, καὶ ἀρκετοὶ συνάδελφοι, μὲ ἁγνὴν ἰδεολογίαν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι εἰς τὸν κόσμον ποὺ ἔρχεται, θὰ φθάσωμεν γρήγορα εἰς ἕνα συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ὡς περιεχόμενον τὸν συγκερασμὸν δύο ἀντιθέτων ἰδεολογιῶν, ὁπόταν βέβαια, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ αὐστηρὰ μεταχείρισις τῶν ἐπαναστατούντων κατὰ τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Κύριοι, νομίζω ὅτι, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι αὐτοτιτλοφοροῦνται προοδευτικοί, διατὶ ἐνόμισαν ὅτι προεῖδον τὴν ἐξωτερικὴν τοποθέτησιν τῆς χώρας μας ἀνάμεσα εἰς τὰς συμβιβασθείσας μερίδας, ἐνῷ δὲν ἀντελήφθησαν, ὅτι δημιουργεῖται ρῆγμα μακρᾶς διαρκείας εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Νομίζω, ὅτι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, δὲν εἶναι προοδευτικοί, ἀλλὰ εἶναι ἀντιθέτως πολὺ καθυστερημένοι. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τοῦ 1918 καὶ δὲν ἔζησαν τὴν πραγματικότητα τοῦ 1948; Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι τὸ κεντρικὸν πρόβλημα θὰ εἶναι, διὰ πολλὰ ἔτη, τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα, ἐνῷ θὰ εἶναι ἓν πρόβλημα, ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, πρόβλημα ἀγῶνος δύο ἰμπεριαλισμῶν, ἐὰν θέλετε, τοῦ ἑνὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναίμακτος καὶ ἐλεύθερος καὶ δημιουργικὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος εἶναι βάρβαρος. Ἐὰν θέλετε λοιπόν, κύριοι, παραμερίζοντες αὐτὰς τὰς πλάνας, μὲ αὐτὰς τὰς βάσεις, καὶ αὐτὴν τὴν ἀφετηρίαν, νὰ καταλήξετε εἰς ἓν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θὰ κατοχυρώσῃ τὰς περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν διατάξεις, καὶ θὰ τὰς καταστήσῃ μίαν ἰσχυρὰν ἑνότητα ἱκανὴν νὰ κατασφαλίσῃ καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας, θὰ προσθέσετε καὶ αὐτὴν τὴν κορυφαίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνω, διάταξιν καθ’ ἣν δὲν προστατεύεται ἡ κατάχρησις τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο ἀποφασίζοντες, θὰ προσφέρητε μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν χώραν. (Χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔληξεν ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τῶν ἄρθρων 3–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ἔχουν δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ καμμία ἀπολύτως παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κανόνος αὐτοῦ.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μᾶς διενεμήθη ἡμερησία διάταξις, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ὅλοι θὰ συζητήσωμεν εἰσηγούμενοι τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τῶν ἄρθρων 3–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, φυσικὰ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τὸ σχεδίου.
§28Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Τσάτσος ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἀνέπτυξε καὶ ἰδικήν του τροπολογίαν μὴ περιλαμβανομένην εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ ἤθελον, λοιπόν, νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπιτρέπεται ἀνάπτυξις καὶ ἄλλων τροπολογιῶν, μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κώης ἔχει τὸν λόγον.
§30Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς τὴν ὑποβολὴν ὡρισμένων παρατηρήσεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τετάρτου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπὶ τοῦ ἑβδόμου τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον τρίτον. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ σχεδίου, ὡς παρατηρῶ, ἐπιγράφεται «δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων». Βεβαίως ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὀρθός, μὴ ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸ περιεχόμενον, ἀφορῶν ἐν ἄρθρῳ 3 καὶ τοὺς ἀλλοδαπούς, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ ὀρθῶς ἐσεβάσθη τὴν παράδοσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ περαιτέρω ἐπιγράφει τὸ κεφάλαιον τέταρτον «γενικὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα», ἀλλὰ ὁ τίτλος οὗτος εἶναι ἀτυχής, διότι, ὡς προκύπτει, ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου τούτου, μόνον τὸ τρίτον ἀφορᾷ ἀτομικὰ δικαιώματα, ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν, πάντα δὲ τὰ ἄλλα ἄρθρα ἀφορῶσι δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἀναφερόμενα μόνον εἰς τοὺς Ἕλληνας. Οὕτω τὸ ἄρθρον τέταρτον διαλαμβάνει ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου» καὶ τὸ πέμπτον, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ ἕκτον, ὅτι οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, κλπ. Ὡς βλέπετε λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκαυχήθη διὰ τὴν τεχνικωτέραν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τοῦ πρώτου κεφαλαίου ὑπέπεσεν εἰς διαμαρτυρίαν. Ἐπειδὴ ἡμεῖς πιστεύομεν, κ. βουλευταί, ὅτι βάσιν τῆς ἀναθεωρήσεως ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀναθεωρήθη τῷ 1911 μετὰ τῶν προσθηκῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι δικαιολογοῦντες τὴν γνώμην ἡμῶν νὰ ὑποβάλωμεν μερικὰς παρατηρήσεις καὶ μερικὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει διατάξεις χρησίμους, περιέχει διατάξεις περιττὰς ἀλλὰ περιέχει καὶ διατάξεις εἰς ἄκρον ἐπικινδύνους καὶ σφαλεράς. Τὸ ἄρθρον 36 π. χ. διαλαμβάνει ὅτι «νόμος περιέχων διατάξεις ἀσχέτους πρὸς ἀλλήλας εἶναι ἄκυρος ἐν τῷ συνόλῳ του». Ποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι καταφανεῖς. Βάσει τῆς εἰσαγομένης θεωρίας τῆς σχετικότητος δύναται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ ἀποβῇ προβληματικὸν τὸ κῦρος παντὸς νόμου. Ἐπίσης προτείνεται ὡς νέον τὸ ἄρθρον 60, καθ’ ὃ ὑποβάλλεται ἡ Βουλὴ ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῶν νομοσχεδίων οἱονεὶ ὑπὸ τὸν προληπτικὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ ἄλλως καὶ δὲν κέκτηται εἰδικότητα ἐπὶ νομοσχεδίων ἰδιωτικοῦ δικαίου. Τὸ ἄρθρον 130 περιέχει τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπαρτίζεται ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ συμβούλων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τί δὲ εἴπωμεν περὶ τοῦ ἐκ βουλευτῶν πειθαρχικοῦ δικαστηρίου τοῦ ἄρθρου 116 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἂν ἠθέλομεν ἐπεκταθῆ καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ σχεδίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καθίστατο ἐπὶ πλέον βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἡ γνώμη, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀναθεωρήθη τῷ 1911. Ὡς πρὸς τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει περιορισμοὺς ὑπερβολικούς, ὑπερμέτρους ἄγαν, ἐνῷ ἔδει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις αἱ καθορίζουσαι τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας δέν θεσπίζονται διὰ τοὺς κακοποιούς, θεσπίζονται ὑπὲρ τῶν χρηστῶν πολιτῶν. Κατὰ τῶν πρώτων ὑπάρχουσιν οἱ ποινικοὶ νόμοι. Πράγματι δὲ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα μετὰ τὰς τροποποιήσεις καὶ τὰς προσθήκας ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἤτοι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀναθεωρηθὲν τῷ 1911 κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἤκμασαν οἱ διαπρεπέστατοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἄτρωτον διότι περιέχει διατάξεις τοσοῦτον ἐλαστικὰς καὶ εὐστόχως διατυπωθείσας, ὥστε δύναται νὰ προσαρμόζεται πρὸς πᾶσαν κοινωνικὴν ἐξέλιξιν. Ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔλεγεν ἄλλοτε, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ ἀντιλήψεις ἀντιμαχομένων πολιτικῶν μερίδων, τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἔχῃ προοπτικὴν δέν πρέπει νὰ εἶναι δύσκαμπτον, ἵνα δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς μελλούσας κοινωνικὰς ἐξελίξεις, ἵνα οὕτω δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Εἰσερχόμενοι τώρα εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ ἄρθρον τρίτον, ἔχει τὴν ἑξῆς ἱστορίαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιελήφθη τὸ πρῶτον ὡς ἄρθρον 5 ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1925 προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Παπαναστασίου εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἧς ἦτο τότε Πρόεδρος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον πέμπτον ἐψηφίσθη, διότι, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου δεκάτου τρίτου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει «Ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος κλπ.», ἦτο ἀπηρχαιωμένη, καταργηθείσης πανταχοῦ τῆς δουλείας καὶ ἑπομένως ἔδει νὰ προκριθῇ ἡ παρ’ αὐτοῦ προσαρμοζομένη πρὸς τὰς σημερινὰς συνθήκας διατύπωσις. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προκύπτει ὅτι τὸ ἄρθρον τρίτον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποτελοῦν ἐπανάληψιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925 καὶ 7 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶναι εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου δεκάτου τρίτου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἑπομένως παρέλκει τὸ ἄρθρον δωδέκατον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει ἐν μέρει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Κατὰ ταῦτα λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐθνοσυνέλευσις δεχθῇ τὸ ἄρθρον τρίτον τῆς Ἐπιτροπῆς, τότε, ἂν ἀρετὴ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ συντομία, τὸ ἄρθρον δωδέκατον παρέλκει τελείως, διότι καλύπτεται ὑπὸ ἐκείνου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τέταρτον τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐπιθυμῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἔκφρασις ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κράτους». Ἡ φράσις «ἀπέναντι τοῦ νόμου» σημαίνει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι τόσον ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ νόμου ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Τοῦτο διδάσκεται παρὰ πάντων τῶν συγγραφέων. Ἑπομένως ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου εἶναι λίαν ἀτυχής.
§31Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ διατύπωσις διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπιμείνῃ.
§32Θ. ΚΩΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι ἡ φράσις «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου καὶ ὄχι κατευθυντήριον γραμμήν», εἶναι τελείως περιττή, διότι καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ νόμου εἶναι κανὼν δικαίου. Ἀλλὰ καὶ ὡς διατυποῦται ἡ διάταξις αὐτή, εἶναι διττῶς ἡμαρτημένη. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 ἀποτελεῖ μὲν κατευθυντήριον γραμμὴν ἀλλὰ ἀποτελεῖ νομικὴν κατευθυντήριον γραμμήν, δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὸν ἀξίωμα. Ἀφοῦ δὲ ἡ φράσις διαλαμβάνει ρητῶς ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου» ἀποτελεῖ θετικὸν κανόνα δικαίου. Ἀλλ’ ἡ θετικὴ καὶ ἀρνητικὴ ἅμα διατύπωσις τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως δὲν εἶναι διατύπωσις πρόσφορος πρὸς θέσπισιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι πρὸς διδασκαλίαν εἰς φοιτητάς. Ἀληθῶς, ἐφ’ ὅσον τίθεται ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ φράσις, ὅτι οἱ «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου» ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου, παρέλκει ἡ ἐν συνεχείᾳ προσθήκη ὅτι δὲν ἀποτελεῖ κατευθυντήριον γραμμήν. Τὸ ἄρθρον ἕβδομον, κατ’ ἀκριβολογίαν εἶναι ὅλως περιττόν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ θέτῃ κανόνας δικαίου ἀκωλύτως, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει Συνταγματικὸν κώλυμα, ἑπομένως καὶ ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, περιοριζομένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς τηρήσεως νομικῆς ἰσότητος, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ βάρη καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰς διὰ νόμου ἐπιβαλλομένας στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, εἴτε τὰς τιμητικὰς λειτουργίας. Ὅταν τὸ ἄρθρον εἰκοστὸν δεύτερον τοῦ Συντάγματος καὶ 26ον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ὁρίζει: «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς» τοῦ συνδέει δύο ἐννοίας, τὴν ὑποκειμενικὴν καὶ τὴν ἀντικειμενικήν. Ἡ ὑποκειμενικὴ μὲν ἀφορᾷ τὸ ὄργανον τὸ νομοθετικόν, ἡ δὲ ἀντικειμενικὴ τὸ περιεχόμενον ἤτοι τὴν θέσιν κανόνων δικαίου, ὅτι δηλαδή, κανόνας δικαίου δύναται νὰ θέτῃ καὶ θέτει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία (Βουλὴ καὶ Βασιλεύς). Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰς ἑκάστην περίπτωσιν νὰ διαλαμβάνῃ τὸ Σύνταγμα, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται κώλυμα ἐξ ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελέ τις νὰ σεβασθῇ τὴν παράδοσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι προφανῶς προκριτέα ἡ διατήρησις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 106». Πράγματι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 106 ὁρίζει: «Πᾶς Ἕλλην δυνάμενος φέρειν ὅπλα ὑποχρεοῦται νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπὲρ Πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων.....». Εἶναι λίαν ἐπιτυχὴς ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἔχει ἱστορικὴν καὶ πολιτικὴν σημασίαν, τεκμηριοῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες οὐδέποτε ἐπεχείρησαν ἐπιθετικοὺς ἀγῶνας, ἀλλ’ ἀπελευθερωτικοὺς καὶ διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς Ἔθνος ἀείποτε ἀμύνεται ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτῆς καὶ τῶν ἐθνικῶν αὐτῆς ἰδεωδῶν. Ἑπομένως ἀντὶ τῆς ἀχρήστου ταύτης διατάξεως τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις 106 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, διατυπουμένη μόνον εὐρύτερον, ὡς ἑξῆς: «Πᾶς Ἕλλην ὀφείλει, ὑποχρεοῦται καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ὑπὲρ Πατρίδος ἄμυναν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων», ἵνα οὕτω περιλάβῃ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἄλλας ὑπὲρ τῆς Πατρίδος θυσίας. Κατὰ τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ταύτας, κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τρίτον «προστασία τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας» καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄρθρον 12 ὡς τελείως περιττόν. Ἡ φράσις «ἔναντι τοῦ Κράτους» πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διαγραφῇ. Ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὑπ’ αὐτὸ παρέλκει τελείως, ἄλλως πρέπει νὰ διορθωθῇ, ὡς προείρηται. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 7 τὸ ἐδάφιον πρῶτον, ἐφ’ ὅσον διατηρηθῇ περιλαμβάνεται ἐν τῷ νῦν ἰσχύοντι ἄρθρῳ τρίτῳ, ἀντὶ δὲ τοῦ 2ου ἐδαφίου πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 106. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 4 καὶ 7 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ καθορισθὲν διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρόγραμμα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἀπουσίασεν ὁ ἄλλοτε καθηγητὴς τῆς φιλολογίας τοῦ δικαίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι τὸν ἐχειροκρότησα, τὸν συνεχάρην ἐκ τοῦ πλησίον, ἀλλὰ καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτόν, ὅτι θὰ ἄρω μερικὰς παρεξηγήσεις του καὶ θὰ συμπληρώσω μερικὰς ἐξηγήσεις του. (Ἀμέσως ὅμως προσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ ἀξιότιμος κ. Κων. Τσάτσος). Συζητοῦμεν, κύριοι, περὶ Συντάγματος. Σύνταγμα εἶναι ἀριθμὸς τις γενικῶν ρυθμῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους κανονίζεται ἡ ἀπὸ κοινοῦ ζωὴ ἑνὸς Ἔθνους, κατὰ κανόνα Ἔθνους, ἀποτελοῦντος Κράτος. Καὶ ἄλλοτε ἡ λέξις «Σύνταγμα» ἐταυτίζετο πρὸς τὴν λέξιν «πολίτευμα». Ἀλλὰ σήμερον ἀληθῶς ἡ λέξις πολίτευμα εἶναι τόσον πολὺ εὐρυτέρας ἐννοίας, τόσον πολὺ εὐρυτέρας ἐννοίας, ὥστε νὰ μὴ μᾶς χρησιμεύῃ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα περὶ κατευθυντηρίων γραμμῶν. Διότι τὸ πολίτευμα ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ νόμους, ἰδίως γενικωτέρας τινὸς σημασίας νόμους, ἀπὸ ἑρμηνείας γενομένας καὶ εἰς τὰ δικαστήρια ἀκόμη, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον εἰς τὰς Βουλάς, ἀπὸ ἑρμηνείας δοθείσας εἰδικώτερον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀπὸ γνώμας ἀκόμη ἐπιστημονικὰς διατυπωθείσας εἰς συγγράμματα σπουδαίων ἐπιστημόνων, δεκτὰς γενομένας καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐν γένει δὲ ἀπὸ τὰς ἐφαρμογάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω ἰδίως δημοσίων λειτουργῶν, λέγω, ἐφαρμογὰς ἐπὶ σπουδαίων ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸ πνεῦμα καὶ τὰς παγίας διαθέσεις τοῦ σκέπτεσθαι καὶ πράττειν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν γένει. Βέβαια, λοιπόν, τὸ πολίτευμα εἶναι μία ἔννοια εὐρυτέρα καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἐμειώθη κἄπως ἡ σπουδαιότης τῶν τυπικῶν κειμένων τῶν Συνταγματικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε καὶ ἡ Ἐπιτροπή μας ἡ Συνταγματικὴ νὰ κατατριβῇ ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη, διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸ σχέδιον τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ 145 ἄρθρα! Διότι, βεβαίως, ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἄλλοτε καθηγητὴς τῆς φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅτι προώδευσαν αἱ κοινωνίαι τῶν ἀνθρώπων, ἡ συναίσθησις τοῦ δικαίου καὶ τῆς εὐπρεπείας μεταξὺ τῶν συζώντων εἰς μίαν Κοινωνίαν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις, εἶναι τόσον ἰσχυρὰ ἡ συναίσθησις αὐτή, τόσον ἐπιβλητικὴ σήμερον, ὥστε εὐλόγως δὲν ἀναμένομεν τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων ἀπὸ τὴν τυπικὴν διάρθρωσιν τῶν κειμένων διατάξεων, ὅσον ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴν ψυχολογικὴν πάντων διάθεσιν ἐκ τῆς περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς συνειδήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο σήμερον, εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πρακτικὴν ἀκόμη, εἶναι ἀποδεδειγμένον, εἶναι καθιερωμένον, ὅτι εἶναι ἄκυροι πράξεις, ὅτι εἶναι ἄκυρος πᾶσα τυπικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη γίνεται δεκτόν, ὅπως εἴπομεν καὶ ἄλλοτε, ὅτι καὶ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις σήμερον δὲν εἶναι παντοδύναμοι, διότι τίποτε δὲν ἰσχύει ἀπέναντι τῆς περὶ δικαίου συνειδήσεως τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ συντάξῃ αὐτὸ τὸ ἀκαταμέτρητον πλῆθος ἄρθρων Ἀλλά, ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, ὁ εὐδοκίμως διδάξας τὴν φιλοσοφίαν τοῦ Δικαίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, νομίζω ὅτι δὲν ἀπησχολήθη πολὺ καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν νεωτέρων χρόνων, διότι μᾶς εἶπεν ὅτι τάχα χθές, προχθές, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν κόσμον, παρὰ μόνον ὁ μονάρχης καὶ τὸ ἄτομον. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ἐδῶ σύγγραμμα σπουδαιοτάτου Ἄγγλου συνταγματολόγου, εἰς τὸν ὁποῖον παραπέμπουν ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι ὅλων τῶν Κρατῶν, σύγγραμμα γενόμενον κατὰ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, νομίζω κατὰ τὸ 1860 καὶ τὸ ὁποῖον — εἶναι ὡραία μετάφρασις καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ — καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον λέγω, συζητεῖ π.χ. ὁ Βασιλεύς, ὁ Συνταγματικός, μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ του, καὶ πρόκειται νὰ ὑπογράψῃ ὁ Βασιλεὺς Διάταγμα εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνεῖ. Πῶς ὁμιλεῖ ὁ Βασιλεύς; Πῶς ἔπρεπε νὰ ὁμιλῇ εἰς τὰ 1860; Λέγει, πρὸς τὸν ὑπουργόν του;
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γάλλος συγγραφεὺς εἴπατε;
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, Ἄγγλος.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ τότε.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε, θὰ κάμω χρῆσιν καὶ Γάλλου.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Βάγιοτ: «Ἐπὶ σοῦ ἐπιπίπτει ἡ εὐθύνη τῶν μέτρων. Πρέπει νὰ γίνηται πᾶν ὅ,τι κρίνεις καλόν, καὶ πᾶν ὅτι κρίνεις καλὸν ἕξει τὴν πλήρη καὶ ὁλόκληρον ὑποστήριξίν μου. Ἀλλὰ θέλεις παρατηρήσει ὅτι διὰ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα λόγον τὸ σχέδιον τοῦτο ἐστὶ κακόν· διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον προτιμότερον θὰ ἦτο ὅ,τι δὲν προτείνεις. Δὲν ἀντιτείνω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλὰ παρατήρησον ἁπλῶς ὅτι δίδωμι σοι παραίνεσιν». Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λέγει, ὁ Βασιλεύς, νὰ ὑπογράψω, διότι σὺ εἶσαι ὁ ὑπεύθυνος καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σὺ λέγεις, ἀλλά, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος, δὲν εἶμαι ἄγαλμα, δίδωμί σοι παραίνεσιν, σοῦ ἐκθέτω μίαν γνώμην. Ἐὰν ἐπιμένῃς θὰ ὑπογράψω, Ποῦ εἶναι ὁ Μονάρχης εἰς τὸ 1860; Λέγει ἐπίσης ὁ αὐτὸς συγγραφεύς, εἰς τὸ 1860, προκειμένου αἴφνης περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι εἶναι τάχα μεταξὺ τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ὅτι ἐάν, λέγω, εἰς τὸ 1860, ἤκουον οἱ Ἄγγλοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, θὰ ἐνόμιζον ὅτι συνέβη σεισμός. Διότι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἦτο ἀποκλειστικὸν δικαίωμα καὶ τότε τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἰς θεμελιώδη ζητήματα πολιτικὰ δὲν μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, οἱ ὅροι τῆς ἐφαρμογῆς φιλελευθέρων πολιτευμάτων εἰς τὴν πεπολιτισμένην ἀνθρωπότητα. Δὲν εἶναι σοφὴ ἀλλὰ ἀπρόσεκτος ἡ γνώμη, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι τοῦ 1948 μετεβλήθησαν ἄρδην οἱ πολιτικοκοινωνικοὶ ὅροι καὶ θεσμοί. Ἀλλὰ ὁ κύριος καὶ τόσον σοφὸς ἄλλοτε καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου, ἐξέφρασε καὶ μίαν ἄλλην γνώμην, ὅτι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν καθηγητῶν. Ἔ! Κύριοι, ἡ ἐλευθερία βέβαια καὶ φυσικὰ καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι: «Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἑαυτοῦ καὶ ὁμοίωσιν». Διότι βέβαια ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τὰ ὄργανα τοῦ σωματικοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ. Ἡ «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὸ: Ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος, βεβαίως, εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἐλευθέρως πρέπει νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα του εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, ἰδίως δὲ τὰ ἠθικά του καθήκοντα. Βεβαίως ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει μερικὰ ὅρια, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει μερικὰ μέτρα, δὲν εἶναι πλέον ἐλευθερία, ἀλλὰ εἶναι τὸ μεῖζον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ κακόν, ὅπως εἶπεν ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχαιότης. Εἶναι ἀναρχία καὶ εἶναι ἀναρχία ὅταν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον διδάσκουν τὰς ἰδικάς των αἱρετικὰς ἴσως γνώμας καὶ πεποιθήσεις οἱ καθηγηταί. Ποῖος ἐμποδίζει τοὺς ἐπιστήμονας νὰ ἐκδίδουν συγγράμματα, ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, νὰ ἐκδίδουν φυλλάδια ἢ νὰ ἐκδίδουν ἐφημερίδας, καὶ νὰ γράφουν τὰς γνώμας των; Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, κύριε πρώην καθηγητά, καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καθὼς καὶ εἰς τὰ ἄλλα σχολεῖα, τὴν ἐκπαίδευσιν ἐπιβλέπει καὶ ἐποπτεύει τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πιστεύετε σεῖς, κατὰ ὑπαινιγμούς, τοὺς ὁποίους ἐξεφράσατε ὅτι ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζωὴν τῶν ἀνθρώπων! Ὅτι ἴσως δὲν γνωρίζομεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπιτακτικῶς πρέπει νὰ ρυθμίζουν μίαν κοινωνίαν. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς ἀρνούμεθα τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπίσης ἀποδέχεται καὶ διδάσκει καὶ αὐτὸν ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχαιότης — ἡ ὁποία δὲν εἶναι μῦθος, κύριε, εἶναι πραγματικότης μεγάλη, ἡ ὁποία διδάσκει καὶ τώρα τὴν ἀνθρωπότητα— ὅτι ἡ κοινωνικότης εἶναι ἰδιότης ἔμφυτος εἰς τὸν ἄνθρωπον. Τὸ νὰ ζῇ ὁ ἄνθρωπος μετ’ ἄλλων ἀνθρώπων εἶναι ἰδιότης τοῦ ἀναφαίρετος. Λοιπόν, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐποπτεύει τὸ Κράτος.
§41Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τί ἐποπτεύει;
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὸ ἀκούσετε. Ἐποπτεύει τὸ Κράτος διὰ νὰ διδάσκωνται ὡρισμένα ἐπιστημονικὰ στοιχεῖα καὶ οἱ ἐξερχόμενοι τοῦ Πανεπιστημίου, μετὰ ταῦτα δὲ ἀσχολούμενοι εἰς μελέτας, συμπληροῦντες τὰς γνώσεις των ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ διὰ νὰ ἐπιδοθοῦν εἰς συγγραφὰς καὶ εἰς δημοσιογραφήματα, ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, ἀλλ’ ἐκεῖ — καὶ ἐκεῖ — εἰς τὸ Πανεπιστήμιον — καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον — εἶναι ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους. Καὶ οἱ θέλοντες νὰ διδάξουν τὰς αἱρέσεις των ἂς παραιτηθοῦν τῆς θέσεώς των ἐκείνης καὶ ἂς συγγράφουν ἐλευθέρως.
§43Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκτεινομένη ἡ ἐποπτεία εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστήμης; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Δηλαδή, θὰ διατάξῃ τὸ Κράτος νὰ μὴ διδάσκεται ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου ἢ νὰ διδάσκεται τὸ πείραμα τοῦ Καρτεσίου;
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγὴν τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ ἀσκήσῃ μίαν ἔμπνευσιν, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀπεδείχθη ψευδής.
§45Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ μάλιστα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δουλειὰ τῆς Πολιτείας αὐτή.
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ διδάξῃ ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ποῖον εἶναι τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τὸ ἰσχῦον ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, καὶ θὰ ἀποφύγῃ ὁ καθηγητὴς ἐποπτευόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους, νὰ διδάξῃ ὅτι ὅλα αὐτά, τάχα εἶναι βλακεῖαι καὶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς Ἔθνους εἷς ἄνθρωπος τοῦ δρόμου, ὁ ὁποῖος, καλεῖται Τῖτο, Μάρκο, Ζαχαριάδης, ἢ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο.
§47Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πολιτικὴ δὲν εἶναι ἐπιστήμη.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι πολιτικὴ καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι θὰ ἄρω τὰς παρεξηγήσεις καὶ θὰ συμπληρώσω τὰς ἐξηγήσεις σας, διότι ἐν συμπεράσματι αὐτὸ τὸ εἴπατε ὀρθῶς: Ὅτι ὁ καθηγητὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξέρχεται ὡρισμένων ὁρίων ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρχίζει ἡ πολιτική.
§49Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ μείνῃ ἐντὸς περιωρισμένων ὁρίων διὰ φοιτητάς, δι’ ἐπιστήμονας ἀκόμη ἀμορφώτους, μὴ συμπεπληρωμένους δηλαδὴ ὡς ἐπιστήμονας. Δέν νομίζω, κύριοι, ὅτι χρειάζεται εἰσαγωγικῶς νὰ εἴπω περισσότερα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς λέγει ἡ ἡμερησία διάταξις, ἀπὸ τοῦ 3ου μέχρι τοῦ 20οῦ ἄρθρου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 γίνεται συζήτησις.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ προηγηθέντες ὁμιληταὶ, ὡμίλησαν ἐπὶ ὅλων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 γίνεται συζήτησις ὄχι ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει καλῶς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον θὰ μὲ ἀναγκάσετε κ. Πρόεδρε, νὰ λάβω εἰκοσάκις τὸν λόγον, διότι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων.
§55Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἡμερησία διάταξις ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἄρθρων 3 ἕως 20.
§56Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς καθιερώσεως τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἐπὶ γενικῶν γραμμῶν ἀποτελουσῶν οἰκογένειαν ἄρθρων, συνωμοταξίαν ἄρθρων, ὅπως εἶναι τὰ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων κεφάλαιον, ὡς ἐπιγράφεται ἀποκλεισθῇ μία γενικωτέρα συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τρόπον τινα τῶν κατὰ μέρος διατάξεων. Ὅπως προκειμένου περὶ ἑνὸς κοινοῦ νομοθετήματος ὑπάρχει συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς πρῶτον καὶ κατόπιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι φυσικὸν νὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι σύμφωνος νὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 3, κύριοι συνάδελφοι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των μόνον δὲ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουν τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται». Νομίζω, κύριοι, καὶ ὑποστηρίζω, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπεται μετά τινος ἐπιμονῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει ὀρθῶς καὶ νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει. Σχετίζεται πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κράτους». Ἡ φράσις «καὶ τοῦ Κράτους» περιττεύει. Ὅταν λέγῃ τὸ ἄρθρον: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», ἐννοεῖ ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ ἐνώπιον ὅλων τῶν νόμων τοῦ Κράτους ἀνεξαιρέτως. Τώρα εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, βεβαίως δικαιολογοῦνται φιλοσοφήματα, διότι αἴφνης διαπράττει μίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν εἷς ἄνθρωπος ἀπολύτου ἠθικῆς καὶ ἕτερος μὲ δεκάδα εἰς βάρος του καταδικαστικῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, βέβαια δὲν θὰ τιμωρηθῇ καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος διὰ τῆς αὐτῆς ποινῆς.
§58Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς γίνεται κρίσις.
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ὅταν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγει ὅτι ἀποτελεῖ «κανόνα δικαίου» καὶ ὄχι «κατευθυντήριον γραμμήν», ὄχι μόνον περιττεύει ἡ ἔκφρασις αὐτή, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄτοπος. Διότι, καθὼς ἤδη εἴπομεν, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συνταγμάτων καὶ ἐν γένει τῶν νόμων, καθὼς γνωρίζετε, ἰδίως ὅλοι οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, γίνεται διασταλτικὴ ἑρμηνεία, γίνεται κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ εἰς τὰ παρόμοια καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει σχολαστικῶς πως ἐννοουμένη μία ἀπόλυτος ἰσότης καὶ ἐνώπιον τῶν νόμων, ἀλλὰ ἰσχύει καὶ ἐκεῖ μόνον ἡ περὶ δικαίου συνείδησις τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καθὼς καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τὰς σωματικάς, ἀναλόγως τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἀποδόσεώς των ἀμείβονται, ὁμοίως καὶ εἰς τὰς ἠθικῆς ποιότητος πράξεις τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχουν αἱ αʹ ἢ αἱ βʹ ἑρμηνεῖαι διασταλτικώτεραι ἢ στενώτεραι τὴν μία φορὰν ἀπὸ τὴν ἄλλην. Λοιπόν, καὶ τὸ «καὶ τοῦ Κράτους» εἶναι περιττὸν καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἶναι περιττή. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἄριστον, ἔστω καὶ ἂν νομοτεχνικῶς εἶναι κάπως πολυποίκιλον. Τώρα τί γίνεται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς; Θὰ διαγραφῇ, διότι καὶ ἀτόπως εἶναι ἐκπεφρασμένον ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς περιττόν, καθ’ ὁλοκληρίαν περιττὸν εἶναι. Ἡ ἐσφαλμένη ἔκφρασις εἶναι εἰς τὴν λέξιν «ἀπολύτου». Διότι λέγει: «Πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύουν ἀπολύτου προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας». Νομίζω ὅτι τὸ «ἀπολύτου» σημαίνει ὅτι δύναταί τις καὶ νὰ σκοτώνῃ καὶ νὰ βιάζῃ γυναῖκας καὶ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο ἀκόμη! Λοιπὸν αὐτὸ τὸ «ἀπολύτου» .......
§60Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι νέον τὸ ἄρθρον αὐτό. Εἶναι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927.
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀποκαλοῦν ἀντιδραστικούς. Διετυπώθη τὸ «ἀπολύτου», ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤσκησαν καθόλου ἐπαγγέλματα καὶ δὲν ἐγνώρισαν ποία εἶναι ἡ ἀξία, ἰδίως εἰς τὰς νομικὰς διατάξεις καὶ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ μιᾶς ἀκόμη λέξεως. Ἡ λέξις λοιπὸν «ἀπολύτοι» εἶναι διαγραπτέα. Ἀλλὰ ὅλον αὐτὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τελευταίαν φράσιν «ἐξαίρεσις ἐπιτρέπεται εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον». Βεβαίως μεταξὺ ὅλων τῶν Κρατῶν ἰσχύουν οἱ κανόνες τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἀποκαλεῖται διεθνὲς Δίκαιον. Ὅταν εὑρίσκεται εἰς ἓν ἄλλο Κράτος εἷς πολίτης κατηγορούμενος διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα, δικαιοῦται τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησίν μας, ὅπως τὸν παραδώσῃ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ πράξεως κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου ἡ ἠθικὴ ἡ παγκόσμιος ἐπιβάλλει νὰ μᾶς τὸν ἀποδώσῃ. Λοιπὸν ὑπάρχουν τοιαῦται συμφωνίαι, θὰ ὑπάρξουν ἴσως καὶ ἄλλαι καὶ θὰ διακανονίσουν αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ἡμεῖς ἔχομεν σχετικὴν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὅτι ὅστις εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα «εἶναι ἐλεύθερος!». Ἔχομεν λοιπὸν διάταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θὰ τὴν ἀφήσωμεν ὅπως ἔχει ἢ θὰ τὴν συμπληρώσωμεν, καὶ ἑπομένως τὸ φραστικῶς καὶ οὐσιαστικῶς κακῶς συντεταγμένον ἄρθρον καὶ κατὰ τὸ 1927 καὶ κατὰ τὸ 1948, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν πρακτικὴν ζωὴν εἰς τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν δικαστηρίων, εἶναι διαγραπτέον ἐντελῶς ὡς περιττὸν καὶ ἀτόπως συντεταγμένον. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§63Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ κεφάλαιον περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναπτύξωμεν, διότι ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἐδιδάχθημεν καὶ γνωρίζομεν, ὅλα ὅσα εἶναι συναφῆ μὲ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ συζητούμενον κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος, εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ σήμερον ἡ ἀνθρωπότης ἡ ἡνωμένη καὶ ὠργανωμένη εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, κατέβαλε καὶ καταβάλλει συντόνους προσπαθείας ἔναντι τοῦ ἐγερθέντος κύματος τῆς ἀρνήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἀπὸ ὡρισμένα Κράτη. Καὶ αἱ ἐργασίαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκεῖ εἰς τὸ κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν συμβούλιον, καὶ εἰς τὴν ὑποεπιτροπὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, κατέληξαν εἰς ὁριστικὸν σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θὰ ἀποτελῇ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ τῶν Ἑλλήνων, καὶ παντὸς ἀνθρώπου ἐρχομένου ἢ διαβιοῦντος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι ἡ Ἑλλὰς ὡς προσχωρήσασα εἰς τὸ σύμφωνον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἔχει νομικὴν διεθνῆ ὑποχρέωσιν, ὅπως καταστήσῃ ταῦτα νόμους τοῦ Κράτους ἀναγκαστικῆς ἰσχύος, μὲ ὑπερτέραν διεθνῆ ἰσχὺν καὶ κυρώσεις διεθνεῖς. Τούτων δεδομένων ἔρχομαι εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν ἀνάπτυξιν τῶν διατάξεων τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς Βʹ συνελεύσεως καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον, θὰ συζητηθοῦν ἐν συναρτήσει αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μὲ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπή, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ θὰ συζητηθοῦν καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι παρὰ τῶν μελῶν τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως καὶ αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχουν αἱ ἀποφάσεις καὶ αἱ προτάσεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει καλῶς. Ἄλλως θὰ συζητηθοῦν ὅταν ἔρχωνται πρὸς συζήτησιν τὰ κατ’ ἰδίαν ἄρθρα, τούτων δεδομένων, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁρίζεται πρὸς συζήτησιν, τὸ ἄρθρον 3 μέχρι τοῦ ἄρθρου 20 ὁλόκληρον δηλαδὴ τὸ κεφάλαιον. Πρὸ τοῦ ἄρθρου 3 ὅμως τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, παρ’ αὐτῷ ὑπάρχουν καὶ προτάσεις μελῶν τῆς συνελεύσεως μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ δύο ἰδικαί μου, τοῦ συναδέλφου κ. Τσάτσου καὶ τοῦ κ. Κασιμάτη, ἀναφερόμεναι εἰς τὸ γενικὸν μέρος, ἤτοι εἰς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Αἱ προτάσεις αὐταὶ θὰ συζητηθοῦν, ὡς προτίθεται πρὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἢ θὰ ἀπορριφθοῦν ἢ θὰ γίνουν δεκταί. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ὁποῖον προτίθεται τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, μετεφέρθη, ἐκ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Καὶ διαφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας ὅτι ἀποδίδει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶς ἀργυρώνητος δοῦλος ἢ ἐλεύθερος ἀφικνούμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀμέσως ἐλεύθερος μόλις πατήσει ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἀλλὰ ἄλλο ἐκεῖνο καὶ ἄλλο τὸ ἄρθρον 3. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι διάταξις ἡ ὁποία περιελήφθη καὶ εἰς τὴν διακήρυξιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καὶ ἐξασφαλίζει τὴν ἀπόλυτον προστασίαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀδιακρίτως ἐθνικότητος καὶ χρώματος. Κατὰ τοῦτο εἶναι ἡ διαφορά: Ὅτι τὸ σχέδιον τῆς διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἔχει τὴν διάκρισιν τοῦ χρώματος. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ παραμείνῃ. Παρὰ τῷ ἄρθρῳ τούτῳ κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἰδική μου πρότασις. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ἄρθρον ἔχον οὕτω: Ἄρθρον (). Πρὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συν)τος (ἄρθρ. 3 σχεδίου) τίθεται ἄρθρον ἔχον οὕτω: «Τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἑκάστου ἀνθρώπου ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ κύκλου τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῶν δικαίων ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων τοῦ Κράτους. Τὸ ὅριον τούτων καθορίζεται καὶ διαγράφεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Οἱ ὑπὸ τῶν νόμων τιθέμενοι κανόνες δὲν ἰσχύουν, ἐὰν παρεμβάλουν ἐμπόδια πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ, καὶ κοινωνικοῦ χαρακτῆρος περιορίζοντα τὴν ἐλευθερίαν, ἰσότητα καὶ τὰ ἀναγνωριζόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν περιορισμῶν ἐμποδίζεται ἡ πλήρης ἀνάπτυξις τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καὶ ἡ ἐνεργὸς συμμετοχὴ ὅλων τῶν πολιτῶν, εἰς τὸν πολιτικόν, οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας». Τὸ ἄρθρον αὐτό, ἐν συναρτήσει καὶ μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβαλομένην ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Τσάτσου, προσδιορίζει διὰ τὰ δικαστήρια τὰ μέλλοντα νὰ ἐφαρμόσουν τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν, ποία θὰ εἶναι ἡ κατάχρησις καὶ ποία ἡ ἔκτασις τῆς καταχρήσεως ἥτις θὰ ὑπάρχῃ ὅταν γίνεται ὑπέρβασις τῶν ὁρίων. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐπανάληψις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς διακηρύξεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει: «........... ......................(ἀναγινώσκει)..............». Νομίζω ὅτι τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ τὴν παραλείψωμεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμά μας, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρεμποδίσωμεν ὁμαδικὴν δρᾶσιν κατὰ τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ τοῦτο. Ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ εἰς τὸ νέον Ἰταλικὸν Σύνταγμα, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τῶν κομμουνιστῶν οἱ ὁποῖοι ἐμειοψήφισαν. Αἱ κατ’ ἰδίαν διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἔχουν μεταφερθῆ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ μὲν πρώτη παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἡ δὲ δευτέρα εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ταξινόμησις ἡ νέα ἔχει γίνει σύμφωνα μὲ ἐπιστημονικὰ κριτήρια. Συνεπῶς εἶναι ὀρθὸν κατ’ ἐμὲ νὰ τὰ δεχθῶμεν ὡς καλῶς τεθέντα τὰ σχετικὰ ἐδάφια ἐφ’ ὅσον ἀποδίδουν τὰς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς βασικὰς ἀρχὰς καὶ τῶν Συνταγμάτων καὶ τῶν σχεδίων διακηρύξεως, τὰ ὁποῖα υἱοθέτησεν ἡ Ὀργάνωσις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Προτείνω κατὰ συνέπειαν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τίποτε τὸ νέον δὲν εἰσάγεται διὰ τὸ ἄρθρον 3 καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν τροπολογιῶν, τῆς μιᾶς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος κ. Τσάτσος καὶ τῶν δύο τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐπροτείναμεν. Ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν σας ἐὰν θὰ τὰς περιλάβητε ἢ ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα.
§64Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται κατ’ ἄρθρον.
§65Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Γίνεται ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀδιέξοδον. Οἱ αἰτοῦντες νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἄρθρον κατ’ ἄρθρον δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει διάφορον κατανομήν. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, ἔχει διάφορον κατανομὴν καὶ πολλάκις τὰ ἄρθρα κατανέμονται κατὰ τμήματα. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τὸ ὁποῖον δὲν λέγει τίποτε ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ὅλου τοῦ τμήματος νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§66Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἀκούσῃ, ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ κεφαλαίου τούτου περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, τότε παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Διότι συζήτησις ἀφορῶσα τὸ σπουδαιότερον τῶν κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος καὶ διεξαγομένη ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγεται ἡ παροῦσα συζήτησις, νομίζω ὅτι μειώνει τὴν σοβαρότητα τοῦ ὁμιλοῦντος, δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πρόκειται ὅμως περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος 1911 δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συνεχίσω τὸν λόγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί συζητοῦμεν; Γενικῶς περὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων ἢ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἄρθρον.
§68Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον. Πρέπει νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσαμεν ἡ συζήτησις νὰ γίνεται κατ’ ἄρθρον καὶ μὲ βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§70Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένα τὰ ἄρθρα 3–20 τοῦ Συντάγματος 1911. Ἐπ’ αὐτῶν δύνανται νὰ ὁμιλήσουν ὅσοι ρήτορες ἐπιθυμοῦν. Ἐὰν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐν τῷ συνόλῳ, ἔχουν τὸ δικαίωμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς περιορίσῃ εἰς αὐτό. Ὅπως δύνανται νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου.
§71Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἀποκλείει τὴν δυνατότητα τῆς συγκρίσεως. Πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν πῶς θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Ἓν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου.
§72Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐπιθυμία διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς συζητήσεως νὰ μὴ συζητοῦνται τὰ ἄρθρα ἢ αἱ γενικαὶ ἀρχαί. Οἱ βουλευταὶ δύνανται νὰ ὁμιλήσουν εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἄρθρων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἴτε ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου.
§73Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Νομίζω ὅτι ἐὰν ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν λέγω τηρῆται ἰδίως ἐπὶ τόσων κεφαλαιωδῶν θεμάτων, ὅσον εἶναι τὸ κεφάλαιον περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μονομερῶς, θὰ ἔχῃ προχωρήσει ἡ δημιουργία μιᾶς συνειδήσεως περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, πλήρης καὶ ὁλοκληρωτική.
§74Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τὴν γενομένην τοιαύτην ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ὡρίσθησαν τὰ ἑξῆς καὶ ἀποδεκτὰ γενόμενα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἕνας γενικὸς εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 4 ἡμέρας ἐπῆρεν ἕνα ὡραῖο βιολὶ εἰς τὰ χέρια του καὶ ἐτόνισε μὲ τὸν ὡραιότερο τρόπο τοὺς ὡραιοτέρους παλμοὺς τῆς αἰσθηματικότητος καὶ τῆς ἀνωτέρας διανοήσεως, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ κατατοπισθῇ πλήρως ἐπὶ τῶν γενικῶν ζητημάτων καὶ ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος. Εἶτα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὥρισεν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου, ὡς λ.χ. τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον, ὡρισμένους εἰσηγητάς. Καὶ ὥρισε τοιούτους 4. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Θηβαῖος λόγῳ ἀσθενείας, ὁ κ. Λουλακάκης, ὁ κ. Τσάτσος καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξήντλησαν ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου, καθόσον ἕκαστος ἠδύνατο νὰ τὸ ἀναπτύξῃ. Τώρα ἔρχεται ἡ συζήτησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ὑπολείπεται τίποτε ἄλλο παρὰ ἕκαστος τῶν κ. βουλευτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἔκαμεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἄρθρον 3 συνδέεται μὲ τὸ 4. Ὑπάρχει τίποτε νεώτερον τὸ ὁποῖον νὰ προσθέσωμεν ἢ νὰ καταργήσωμεν; Ναί, ὄχι. Καὶ προχωροῦμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τελειώνομεν.
§75Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ κ. συνάδελφοι, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅταν, κύριοι συζητεῖται καταστατικὸς χάρτης τῆς χώρας, ἔστω καὶ ἐὰν ἔχουν ὁρισθῆ εἰσηγηταί, καὶ ἔστω ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἐξαντλήσει τὸ θέμα, δὲν εἶναι νοητὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ μὴ δύνανται νὰ διαπραγματευθοῦν καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ κεφαλαίου.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἕκαστον ἄρθρον. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ εἰσηγητοῦ.
§77Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, οὐδεὶς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, δύναται νὰ περιορίζηται εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης του ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ νὰ τὰ ἐλέγατε ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα Ζʹ καὶ καθωρίσθησαν οἱ ὧρες.
§79Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ζʹ ψηφίσματος, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἑπομένως, προκειμένου περὶ συζητήσεων Συνταγματικῶν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι νοητὸν οἱ βουλευταί, νὰ περιορίζωνται. Καὶ ἡ γενικὴ καὶ εἰδικὴ τοποθέτησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου ἀποτελεῖ βάσιν τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Τώρα ἐὰν οἰκειοθελῶς εἷς συνάδελφος θέλῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀνάπτυξίν του, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς ἄρθρου εἰδικώτερον, αὐτὸ εἶναι δικαίωμά του. Ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ μορφὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν, τὸ ἀδιάβλητον τοῦ νέου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ βγῇ ἀπὸ ἐδῶ, ἐπιβάλλουν ἡ Βουλὴ νὰ δέχεται ἀπὸ βουλευτὰς νὰ ἀναπτύξουν ἐλευθέρως καὶ τὰς γενικάς των ἀπόψεις καὶ τὰς εἰδικὰς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων.
§80Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ψηφίσματος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, οὐδεὶς περιορισμὸς ὑπάρχει, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ψηφίσματος ὅμως ἐπὶ ἑκάστου τῶν ἄρθρων.
§82Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὡρισμένα πράγματα καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὸ γράμμα τοῦ ψηφίσματος εἶναι ὡς ἔχει. Ἀλλὰ λέγω τοῦτο. Δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δυνατὸν αὔριον νὰ μεταβληθῇ, πρόκειται νὰ ἐκπονήσωμεν τὸν καταστατικὸν χάρτην τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται — τὸν ἀναθεωροῦμεν ἂν θέλετε — ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ διὰ μακρὰ ἔτη καὶ συνεπῶς ἡ βάσις εἶναι αὐτὸ τὸ ἔργον, ὅποιο καὶ νὰ εἶναι, νὰ εἶναι ἀδιάβλητον καὶ διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητον, πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν ὅσων καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ Συντάγματα, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ ἐθέσπισαν ὡς βάσιν τῶν συζητήσεων αὐτῶν, κατὰ τὴν θέσπισίν των καὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησίν των. Τώρα δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐπικαλοῦμαι καὶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐγγυᾶται τὸ ἀδιάβλητον αὐτῶν. Διατί; Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν πολλαὶ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ὀρθὸν καὶ νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Μὴ νομίσετε, ὅτι ὅταν γίνωνται συνεδριάσεις δημόσιαι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν παρακολουθοῦνται αἱ συνεδριάσεις αὐταὶ καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα παρόντες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπόντας. Συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος — κύριοι βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας — Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ ἀναγνωρισθῇ κατ’ ἀντίθεσιν καὶ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι προβλέπουν καὶ πῶς γίνονται αἱ συζητήσεις καὶ πῶς λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις, ἐὰν αὐτὰ θὰ ἦσαν ἀνεκτά, δι’ ἕνα ἁπλοῦν νόμον, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, νομίζω ὅτι, εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον νὰ ἰσχύσουν προκειμένου περὶ Συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι τότε, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, πολὺ συντόμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ αὐτή, θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἐχάρισεν εἰς τὸ Ἔθνος Σύνταγμα, καὶ Σύνταγμα δὲν θὰ ἔχῃ χαρίσῃ. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐμποδίζει οὐδεὶς οὐδένα νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§84Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, τότε ἐσεῖς εἶσθε κριτὴς τῆς ἀπαρτίας. Παρακαλῶ δὲ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν τοποθέτησιν τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω.
§85Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ λόγου. Εὐρύτατα παρέχεται ὁ λόγος διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ παρέχεται εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα, εἰς ἕκαστον ἄρθρον νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ 1 τέταρτον, ὅτε θὰ διατυπώσῃ πλήρως τὰς ἀπόψεις του, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν φλυαρίαν.
§86Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§87Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Συνεπῶς, ἐὰν θέλατε νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, τότε τὰ ἐμμείνετε εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλετε νὰ ματαιώσετε τὸ Σύνταγμα, θὰ ματαιώσετε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, συμπεραίνων λέγω τοῦτο. Βεβαίως ἐντὸς τοῦ τετάρτου, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ἐὰν θέλῃ ἀγορητής τις εἰλικρινῶς νὰ ἀνατρέξῃ καὶ εἰς τὸ προσχέδιον καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, δύναται νὰ διατυπώσῃ πλήρως τὰς γνώμας του. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου νὰ δίδεται ὁ λόγος, νὰ ὁμιλοῦμεν ἐπὶ πολλὰς ὥρας, διὰ νὰ ὑποστῶμεν τὰς ἐπικρίσεις τῶν ἀπόντων καὶ τῆς Βουλῆς, τότε ἔχω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ὅτι Σύνταγμα σημερινὸν δὲν θὰ ψηφίσετε ποτέ, θὰ δέχεσθε δὲ τὰ μειδιάματα τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὡς συζητοῦντες, φλυαροῦντες καὶ οὐδὲν πράττοντες.
§88Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θέλω νὰ ὁμιλήσω, διότι ἡ πρότασις αὐτὴ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ τὸ κείμενον ὅσων εἶπον πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἀντίληψίν μου ἐπὶ ὅσων νομίζω ὅτι συνεπάγονται τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαθημένου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, χωρὶς νὰ διεκδικῇ περισσότερα δικαιώματα, ἀλλὰ μίαν αὐτόματον ἀντίληψιν μιᾶς ἀντιστοίχου ὑποχρεώσεως αὐτοῦ. Λέγω καὶ ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω — ἵνα σημειωθῇ ἐπίσης εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεών μας — ὅτι, τοὐναντίον ἐξέφρασα τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, κατὰ τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς σοβαρᾶς ἐνάρξεως τῶν κατ’ οὐσίαν ἔργων μας, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς σημασίας τοῦ συνόλου τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων, τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ὡς ἐπιγράφεται ἤδη, δὲν συμπεριλαμβάνει τὴν δυνατότητα τῆς προόδου τοῦ Συνταγματικοῦ μας ἔργου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια μιᾶς γενικῆς ἐκφράσεως τῆς ἀντιλήψεως, ἀνεξαρτήτως τῆς περιωρισμένης ὁμιλίας ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου. Μοῦ εἴπατε ὅτι, ἡ Βουλὴ ἔκρινεν ἀντιθέτως, δικαίωμά της εἶναι νὰ κρίνῃ ὡς αὐτὴ θέλει, οὐδὲ πρόκειται νὰ τῆς τὸ ἀμφισβητήσω, ἀλλὰ ὀφείλω ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ διαδηλώσω τὴν ἀντίληψίν μου αὐτήν.
§89Δ. ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδομ.). Ἀσφαλῶς ὑπάρχει μία παρανόησις ἐπὶ τοῦ τὶ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ τοῦ τὶ λέγει τὸ ψήφισμα, καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα ἔχει δίκαιον ὁ συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς κ. Μελᾶς. Λέγει ρητῶς τὸ ἄρθρον 3 «................... ................. (ἀναγινώσκει) ................» Λοιπόν, τὸ ἄρθρον αὐτό, πραγματεύεται πῶς θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Πρῶτον μὲν ἡ γενικὴ εἰσήγησις, κατόπιν ἡ συζήτησις κατὰ κεφάλαια καὶ οἱ εἰσηγηταὶ κατὰ κεφάλαια θὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, οἱ δὲ λοιποὶ ἀγορηταὶ ἐπὶ ἓν τέταρτον, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου.
§90Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὄχι. Δὲν πιστεύω τοιοῦτό τι νὰ θέλῃ ἡ Βουλή.
§91Δ. ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδομ.). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ κεφαλαίου ἐν γενικῇ ἐννοίᾳ καὶ θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς γενικῆς ἐννοίας τοῦ κεφαλαίου ὡς διετυπώθη ἀπὸ τοὺς κατὰ μέρος εἰσηγητάς. Καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία γενικὴ συζήτησις κατὰ κεφάλαιον, ρητῶς δὲ νομίζω, ὅτι ὁρίζει τοῦτο τὸ γράμμα τοῦ ψηφίσματος καὶ κατόπιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ζητῶ τὸν λόγον. Ὑπάρχει ὅμως ἓν ζήτημα σπουδαιότερον ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἐδῶ εἶναι δύο μεγάλα κόμματα, τὸ Κόμμα τῶν Λαϊκῶν καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παρίσταται μόνον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Ζαΐμης.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις ὅπως ἡ συζήτησις περιορισθῇ εἰς ἕκαστον ἄρθρον.
§95Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἕνα περιορισμὸν μόνον ἔχει, τὸν χρονικὸν καὶ οὐχὶ τὸν οὐσιαστικόν. Ἑπομένως ὑποχρέωσις ὑπάρχει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ χρονικὸν ὅριον τὸ διδόμενον εἰς τὸν ἀγορητήν, οὐδεμία ὅμως ὑποχρέωσις ὑπάρχει περιορισμοῦ τοῦ ἀγορητοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου.
§96Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεσθε εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ψήφισμα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§98Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἰς τοὺς παρακολουθήσαντας τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, περιλαμβάνει διατάξεις διαφόρους κατὰ τὸ ἀντικείμενον. Λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864: «Οἱ Ἕλληνες ................ ................. (ἀναγινώσκει) ................». Κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει ἡ Ἐπιτροπή, κατατέμνεται τὸ ἀρχικὸν ἄρθρον 3. Καί, εἰς μὲν τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν γενικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία διεγράφετο εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἰς τὸ ἄρθρον λέγει, 4 τοῦ σχεδίου, ὁρίζεται ὅτι, οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κράτους. Καθιεροῦται δηλαδὴ καὶ πάλιν, ὅπως εἰς ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος καὶ καθιεροῦται ὡς κανὼν δικαίου, διότι ὑπὸ τὸ ἄρθρον 4, ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ φράσις: «Οἱ Ἕλληνες ............................ ..................... (ἀναγινώσκει) ................». Νομίζω, ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Νομίζω, δηλαδή, ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ κατοχυρωθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει ἰσχύν, κανόνος δικαίου, καὶ ὅτι, συνεπῶς, ἐλέγχεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἡ συμμόρφωσις τοῦ νόμου πρὸς τὸν συνταγματικὸν αὐτὸν κανόνα, διότι μέχρι τοῦδε, ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων, ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὴν μὲν ἀντίθετος πρὸς τὴν ἄποψιν ὅτι, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, εἶναι διάταξις κανόνος δικαίου ἰσχυρά. Κατόπιν ὑπῆρξαν ὡρισμέναι ἀποφάσεις, πρῶτον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καί τινες τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, αἱ ὁποῖαι ἐδέχθησαν ὅτι ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου. Ἀλλά, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι, νομολογικῶς ἔχει παγιωθῆ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις. Πρῶτον, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος, διὰ μιᾶς μοναδικῆς ἀποφάσεως ἐδέχθη τὴν ἄποψιν ταύτην, τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐσχάτως μόνον ἐδέχθη ὅτι, ὁ περὶ ἰσότητος κανών, εἶναι κανὼν δικαίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐλέγχεται ἡ συνταγματικότης τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου.
§99Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων.
§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ συνταγματικότης τῶν νόμων, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων.
§101Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος μὲ εἶχε παρακολουθήσει τὴν στιγμὴν αὐτὴν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι, ἄλλο ἤθελον νὰ εἴπω. Λέγω τοῦτο: Ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κανόνος ἰσχυροῦ, καὶ συνεπῶς ἐλέγχοντα τὴν συνταγματικότητα, δὲν ἔχουν καθῆκον νὰ ἐλέγχουν ἐὰν συμμορφοῦται ὁ νόμος πρὸς τὸν κανόνα αὐτόν. Συνεπῶς, θεωρῶ ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἶναι χρήσιμος καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσαφηνισθῇ τοῦτο. Βεβαίως εἶναι μέγα ἐπιστημονικὸ θέμα τὶ συνεπάγεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἐπαφεθῶμεν εἰς τὸν ἐφαρμοστὴν τοῦ δικαίου, εἰς τὸν δικαστήν, διὰ νὰ ἐλέγξῃ πῶς πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἐφαρμόζεται ὁ κανὼν αὐτὸς τοῦ Συντάγματος. Συγκεκριμένως, νομίζω, ὅτι, θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ διαδηλωθῇ ὑπὸ τῶν ὁμιλητῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων στοιχεῖον ἑρμηνείας, 1) ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἐφαρμόζεται ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταχείρισιν ὑπὸ τῆς πολιτείας τῶν πολιτῶν εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων τῆς πολιτείας πρὸς τοὺς πολίτας. Συνεπῶς δὲν δύναται νὰ καθιεροῦνται κανόνες, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουν τὴν θέσιν τὴν διαδικαστικὴν τοῦ δημοσίου, ἐπὶ παραδείγματι ἔναντι τοῦ πολίτου, εἰς θέσιν κρείσσονα, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἔχῃ ἰδιάζουσαν δικονομικὴν θέσιν τὸ δημόσιον ὁσάκις δικάζεται ἔναντι τοῦ πολίτου. Αὐτὰ ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ διατυπώσῃ καὶ εἶχε περιλάβει μίαν διάταξιν ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ τῆς διαδικαστικῆς ἰσότητος μεταξὺ Κράτους, δημοσίου καὶ ἰδιώτου, ὁσάκις ἐμφανίζονται ἐπὶ δικαστηρίων ὡς διάδικοι.
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθότατα εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγετε, ἀλλὰ εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§103Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ἡ φράσις αὐτὴ δὲν γνωρίζω πῶς κατὰ τὴν τελικὴν ἐπεξεργασίαν ἔχει τεθῆ εἰς τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 καὶ κατεσκευάσθη ἡ νομικὴ αὐτὴ διατύπωσις ὅτι: «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κράτους». Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἰσότητος τοῦ ἰδιώτου καὶ τοῦ Κράτους, ὁσάκις εἶναι ἀντίδικοι ἐνώπιον τοῦ νόμου.
§104Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἀνισότητι τῆς μεταχειρίσεως ἐννοεῖται καὶ ἡ ἀναλογία; Διότι ὅπως γνωρίζετε, ἡ ἀνισότης εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ὅπως ξεύρετε ἔχει εὐρεῖαν ἔκτασιν ... (δὲν ἠκούσθη) ..., αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀποσαφηνίσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὁδηγήσωμεν τὸν ἑρμηνευτὴν τοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§105Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι παλαιὰ καὶ ἁπλοϊκὴ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἐσκέφθη ποτὲ ὁ νομοθέτης, ὁσάκις ὡμίλει περὶ ἰσότητος, τὴν μαθηματικήν, τὴν ἀπόλυτον ἰσότητα. Δέν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς νεωτέρους συγγραφεῖς. Ὁ Ἀριστοτέλης δίδων τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀνισότητος, εἶπεν ὅτι, ἡ ἰσότης εἶναι ἡ ἀνισότης τῶν ἀνίσων, εἶπε δηλαδή, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δύο περιπτώσεις διάφοροι, κατὰ τὰ νομικῶς ἀξιόλογα συστατικά των, νὰ τύχουν τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀνισότης ἡ ὁποία ἐμφανίζεται μεταξὺ δύο περιπτώσεων, ἐπιβάλλει κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τὴν ἄνισον μεταχείρισιν, τὴν διάφορον μεταχείρισιν.
§106Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γεννᾷ ἀμφιβολίας εἶναι ἡ διατύπωσις, δηλαδή, ὅταν λέγῃ ἡ διατύπωσις: «Οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἔναντι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κράτους».
§107Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Αὐτὸ θὰ διαγραφῇ.
§108Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. (Ὑπ. Γεωργίας) Ποία λέξις τίθεται εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ «Κράτους;».
§109Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ θελήσωμεν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ τὸ ξεκαθαρίσουμε ἅπαξ διὰ παντός. Ἡ φράσις παρεισέφρυσεν ὡς ὑπόλειμμα μιᾶς ἄλλης διατάξεως, ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ σχεδίου. Εἰς τὸ σχέδιον ἡ Ἐπιτροπὴ ὥρισε τοῦτο, παράγραφος 3 «........ ............. (ἀναγινώσκει).............». Ἡ ἔννοια εἶναι προφανῶς μεταξὺ διαδίκων καὶ ἀτόμων καὶ ἀτόμων πρὸς δημόσιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις τὴν ὁποίαν ἠθέλαμε νὰ βάλωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ὅταν κατόπιν εἰς τὴν κατάταξιν μεταφέραμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, διὰ λόγους σκοπιμότητος, εἰς τὸ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας κεφάλαιον, ἐλησμονήθη ἡ λέξις «Κράτους», ὥστε ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τονισθῇ ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἡ λέξις «Κράτους», ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§110Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ συνέπειαν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι χρήσιμον καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὡμίλησαν, νὰ τονίσετε τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς ἰσότητος, διὰ νὰ χρησιμεύσουν αἱ συζητήσεις ὡς ἑρμηνευτικὸν στοιχεῖον καὶ νὰ μὴ φορτώσωμεν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος μὲ ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τεθοῦν ὁσάκις εἶναι πράγματι ἀπαραίτητον. Νομίζω ὅτι χρήσιμος εἶναι ἡ ὕπαρξις ἑρμηνευτικῶν δηλώσεων, ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ ἔννοια τῆς ἰσότητος ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου, ἡ ἔννοια τῆς ἰσότητος ἀπὸ ἀπόψεως συνεπειῶν εἰς τὰς δίκας ὅπως λέγεται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ σχεδίου, εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῶν διαφόρων ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχῃ καταστῆ σαφὲς ὅτι καθιερουμένης τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, δὲν καθιεροῦται ἀρχὴ ἐφ’ ἑξῆς ἰσχύουσα, καθιεροῦται ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐὰν ὑπῆρξαν νόμοι εἰς τὸ παρελθὸν ψηφισθέντες οἱ ὁποῖοι παρεβίαζον τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἐλεγχόμενοι κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, θὰ ἔπρεπε νὰ κριθοῦν ὡς ἀντισυνταγματικοὶ ἔστω καὶ ἐὰν ὑπῆρξαν προγενέστεροι τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως ταύτης. Τοῦτο μὲν διότι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐπανάληψις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦτο δὲ διότι τὸ Σύνταγμα δὲν καθιερώνει κανόνας δικαίου, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἀποδίδει τόσην σημασίαν ὥστε νὰ δέχεται ὅτι μόνον ἐφ’ ἑξῆς ἰσχύουν. Τὸ Σύνταγμα καθιερώνει κανόνας δικαίου, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κριτήριον τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ ἑπομένως ἀνατρέχουν καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Πλὴν τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι μετὰ τὴν κατάτμησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἀπόκτησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, τὴν μὴ ἀπονομὴν τίτλων εὐγενείας εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, τοὺς περιελάβαμεν εἰς δύο χωριστὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου.
§111Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει, διότι εἶναι ἕνα σύμπλεγμα διατάξεων διαφόρων ἐχουσῶν ἑκάστη καὶ διάφορον σκοπὸν καὶ διάφορον περιεχόμενον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔτσι.
§112Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνουν τὴν διακήρυξιν τῆς ἀρχῆς, «τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπονομῆς τίτλων καὶ διακρίσεων, καὶ γενικῶς εἰς τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἰθαγένειαν ......... ............ (ἀναγινώσκει) .............». Τὰς διατάξεις αὐτῆς περιελάβαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου, ἀποτελοῦσιν ἑπομένως κατ’ οὐσίαν ἐπανάληψιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ διατύπωσις εἶναι σαφεστέρα καὶ ἐπιστημονικωτέρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν «περὶ ἰθαγενείας», δηλαδὴ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι κατ’ ἐμὲ ἡ Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια εἶναι ἰδιότης, ἡ ὁποία ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀποκτηθῆ ἐκ γενετῆς, δηλαδὴ λόγῳ γεννήσεως, ἢ ἔχει ἀποκτηθῆ κατ’ ἀπονομὴν... ... (δὲν ἠκούσθη) ... ἀλλὰ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, εἶναι ἰδιότης, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει οὔτε διὰ νόμου. Τὸ λέγω αὐτό, διότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐσχάτως ἡρμηνεύθη ὅτι δύναται νὰ ἀγάγῃ μέχρις ἀφαιρέσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας, εἴτε ἐκ γενετῆς, εἴτε ἐξ ἀφορμῆς ληφθείσης ὑπ’ ὄψιν ... (δὲν ἠκούσθη) ... Καὶ ἤχθη τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἡ ὁποία δέχεται τοῦτο. Νομίζω ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου εἶναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ τουλάχιστον εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ μία ἔννομος τάξις νὰ καθιστᾷ ἕνα ἄνθρωπον ἐστερημένον ἰθαγενείας. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ...
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὔτε ὁ Σοφιανόπουλος;
§114Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατ’ ἐμὲ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ τὸν κρατήσω ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου διὰ νὰ τοῦ ἐπιβάλω τὰς κυρώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος. Ἀλλὰ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀφαιρῶ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαταράσσω τὴν διεθνῆ ἔννομον τάξιν κατὰ τοῦτο ὅτι θὰ δημιουργήσῃ ἀνθρώπους ἐστερημένους ἰθαγενείας. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἐμφανίζεται νομίζω τὸ πρῶτον εἰς τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν εἶναι οὐσιῶδες, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία δήλωσις ἐνδεχομένως ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ στοιχεῖον ἑρμηνευτικὸν τῆς διατάξεως καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρῆται ἡ Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐκτήθη λόγῳ γενετῆς ἢ λόγῳ γένους. Τώρα, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἡ παλαιὰ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὰς παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 εἰς τὸ παρελθόν. Εἰς τὸ παρελθὸν γνωρίζετε ὅτι εἶχε συνδυασθῆ τὸ ἄρθρον 3, ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, μὲ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, τὸ ζήτημα τῆς εἰσφορᾶς ἀδιακρίτως ὅλων τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰ δημόσια βάρη. Ἀναμφιβόλως ἡ σύνδεσις ἡ ὁποία εἶχε γίνει εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο, διότι ὅταν ἐθεσπίζετο ἡ διάταξις, ἐπεβάλετο ὡρισμένη θυσία ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους, ἦτο ἡ φορολογία καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι ἡ συνήθης ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος εἶναι ἡ φορολογία. Τὰ δικαστήρια ὅμως πολλάκις παρεβίασαν τοῦτο καὶ .... (δὲν ἠκούσθη) .... ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον προκειμένου περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων. Πρόκειται περὶ προφανοῦς σφάλματος προελθόντος ἐκ τῆς κακῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ πράγματι ἐνδείκνυται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὸν διαχωρισμὸν τοῦ ἀρχικοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἰς ἄρθρον 4 καὶ εἰς ἄρθρον 7. Καὶ ἀπομένει πλέον ἡ ἄλλη διάταξις, ἡ διάταξις περὶ διορισμοῦ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν μόνον ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, πλὴν ἐκείνων τῶν περιπτώσεων καθ’ ἃς θεσπίζεται ἡ ἐξαίρεσις, διὰ νόμου, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνωμεν σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ παρατηρήσω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ θέμα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν μὲ ἐπιστημονικὴν ἠρεμίαν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις μὲ ἐπιστημονικὴν ἠρεμίαν. Λυποῦμαι διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐκδηλώσω τὴν διαφωνίαν μου πρὸς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀκολουθήσει κατὰ τὰς πρωϊνὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, δὲν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία διὰ τὰς συζητήσεις. Ἀπαρτία ἀπαιτεῖται διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ἀνάγκη, ἐφ’ ὅσον μάλιστα θέλομεν τόσον νὰ ἐξάρωμεν τὴν σπουδαιότητα .... (θόρυβος) .... Νομίζω ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Ἡ προσπάθειά μου, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο προσπάθεια παρεμποδίσεως ἢ δημιουργίας δυσχερειῶν.
§115Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς, μηδὲ νὰ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τῶν ⅘ τοῦ κατωτέρου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας».
§116Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. (Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος). Δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Προεδρείου μόνον, εἶναι καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§117Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν πρὸς τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἐπαναλαμβάνω, μὲ ἠρεμίαν, χωρὶς πείσματα, μὲ τὴν προσπάθειαν πράγματι ἡ συνεργασία ὅλων ἡμῶν νὰ ἀποδώσῃ κάτι τι τὸ καλόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὴν ὀξύτητα ἡ ὁποία διακρίνει τὰς συζητήσεις τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, νὰ προχωρήσωμεν ὠφελίμως. Ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς συναδέλφους, χωρὶς νὰ θέλω νὰ διατυπώσω οὔτε κατὰ τοῦ Προέδρου, οὔτε καθ’ οὐδενὸς ἀπολύτως, μομφήν, ἀπευθύνω ἔκκλησιν νὰ καταβάλωμεν μίαν προσπάθειαν τὸ οὐσιῶδες αὐτὸ ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς, πράγματι νὰ ἐπιτελεσθῇ. (Χειροκροτήματα).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.25′ μ.μ.)