1948.07.15
2.306 στίχοι · 16.846 λέξεις · 202 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 95η
Πέμπτη 15 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεως τοῦ κ. Θ. Τσάτσου. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Καλαντζᾶκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν θυμάτων Μελιγαλᾶ, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ταγματασφαλιτῶν καὶ ζητοῦν ψήφισιν Νόμου συνταξιοδοτήσεως οἰκογενειῶν των. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν, ζητούντων τὴν ἄμεσον συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Ι. Κίνιας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Προμηθευτικοῦ Συν)σμοῦ Λεβαδείας, ζητοῦντος ἄμεσον ἐνίσχυσιν τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς πληγέντων ἀγροτῶν τῆς περιφερείας Λεβαδείας, διὰ προμηθείας σίτου καὶ κτηνοτροφῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐμπόρων ὑφασμάτων καὶ εἰδῶν νεωτερισμοῦ Θεσ)νίκης, ζητούντων ἄμεσον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν πληγέντων ἐμπόρων ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν καταστραφέντων καταστημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐμπόρων ὑφασμάτων καὶ εἰδῶν νεωτερισμοῦ Θεσ)νίκης, ζητούσης τὴν ἀναστολὴν ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου 578)48 «περὶ τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων ὑπὸ τῶν ἐπιτηδευματιῶν». Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐμπόρων ὑφασμάτων καὶ εἰδῶν νεωτερισμοῦ Θεσ)νίκης, ζητούσης τὴν ἀποδέσμευσιν καὶ ἐλευθέραν παρὰ τῶν ἐμπόρων διάθεσιν τῶν ἐκ Τσεχοσλοβακίας εἰσαχθησομένων μαλλίνων ὑφασμάτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐμπόρων ὑφασμάτων καὶ εἰδῶν νεωτερισμοῦ Θεσ)νίκης, ζητούντων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου Ἀναγκαστικοῦ Νόμου 702)48 διὰ τὰς εἰσαγωγάς, παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς τῶν σχετικῶν δηλώσεων μέχρι 15 Ἰουλίου ἐ. ἔ. κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐμπόρων ὑφασμάτων καὶ εἰδῶν νεωτερισμοῦ Θεσ)νίκης, ζητούντων τὴν ἄμεσον πιστοδότησιν τοῦ τε εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ Ἀθηνῶν κ. κ. Ι. Μογγογιάννης καὶ Θ. Τσάτσος καταθέτουσιν ἀναφορὰν τῶν κληρούχων ἀγροτῶν τῆς τέως Κοινότητος Κομνητῶν (Χασανίου) Ἀττικῆς, ζητούντων τὴν ἐπαναγκατάστασίν των εἰς ἀγροτικὴν περιοχὴν ἐγγὺς τοῦ ἀπαλλοτριωθέντος χωρίου των, ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπὸ ἐπίταξιν τελούσης περιοχῆς, ἐξαίρεσιν τοῦ ζητήματος Χασανίου τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου 18)44 κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ Φλωρίνης κ. κ. Γ. Σπυρόπουλος καὶ Γ. Τζώρτζης, καταθέτουν ἀναφορὰν κηδεμόνων ἀπορριφθέντων μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου ἀρρένων Φλωρίνης, ζητούντων τὴν μετ’ ἐπιεικείας ἀναθεώρησιν τῶν γραπτῶν τῶν ἀπορριφθέντων μαθητῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν σιτοπαραγωγῶν Β. Ἑλλάδος, ζητούντων ἄμεσον συγκέντρωσιν σίτου καὶ καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Καλλιγκάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀρδέας, Ἐπαρχίας Ἀλμωπίας Νομοῦ Πέλλης, ζητούντων, ὅπως ἐπεκταθοῦν καὶ εἰς τὸν Δῆμον Ἀρδέας αἱ τακτικαὶ διανομαὶ τροφίμων καὶ ἱματισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς παραμεθορίου περιοχῆς κάτω Νευροκοπίου Δράμας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου οἰκοδομῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων των ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Δράμας καὶ τοῦ Ταμείου Προνοίας αὐτῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην ἐκ νέου κατάθεσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης σχεδίου Νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν περὶ τῶν ταμείων Προνοίας Δικηγόρων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μακρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Β. Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν πολιτικὴν ἐπιστράτευσιν τῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων τῆς Υ.Ε.Κ.Α. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μακρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὁποίαν διεκτραγῳδεῖται ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν ἐργατοϋπαλλήλων καὶ τὸ παράπονον αὐτῶν διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Τσιρώνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Λαδικοῦ Πύργου, ζητοῦντος ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σταφιδικάρπου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Τσιρώνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἐπιταλίου, ζητοῦντος ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων Φλωρίνης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ἀνατίμησιν τοῦ διὰ τοῦ δελτίου διανεμομένου ἀλεύρου. Οἱ βουλευταὶ Ἠλείας κ. κ. Σταῦρος Πολυζωγόπουλος καὶ Ἠλίας Τσεριώνης, καταθέτουν ἀναφορὰς τοῦ Γεωργικοῦ Συν)σμοῦ Κλαδέου καὶ τῶν Γεωργικῶν Συν)σμῶν Βουνάργου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀποκλειστικὴν συγκέντρωσιν καὶ διάθεσιν τοῦ σταφιδοκάρπου ὑπὸ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ζητούντων τὴν προαιρετικὴν συγκέντρωσιν καὶ ἐλευθερίαν ἐμπορίας τούτου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Κούτσικας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν θυμάτων Μελιγαλᾶ, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν Ταγματασφαλιτῶν καὶ ζητούντων ψήφισιν Νόμου συνταξιοδοτήσεως τῶν οἰκογενειῶν των. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Π. Γαρουφαλιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως παντοπωλῶν Πρεβέζης, ζητούντων ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἄρτης, ζητοῦντος κατάργησιν ἢ ἀναστολὴν τοῦ μέτρου περὶ τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων Δʹ. κατηγορίας». Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου, διαμαρτύρεται διὰ τὸν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως Χωρ) κῆς Μαγνησίας περιορισμὸν τῆς ἑσπερινῆς κυκλοφορίας κατὰ μίαν ὥραν καὶ ζητεῖ τὴν παράτασιν μέχρι 2ας μεταμεσονυκτίου. Οἱ Ἀρτεργάται Πειραιῶς διαμαρτύρονται διὰ τὸν μὴ καθορισμὸν τοῦ ὁριστικοῦ ἡμερομισθίου των, βάσει τῶν συλλογικῶν συμβάσεων τῆς 20ης Ὀκτωβρίου 1947. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Μυρσίνης, Κορώνης, Σταυροχωρίου κ.λ.π. Νομοῦ Πρεβέζης ζητοῦν ἄμεσον ἐνίσχυσιν τοῦ μαχομένου στρατοῦ πρὸς ἀντιμετώπισιν καὶ συντριβὴν τῆς ἀνταρσίας. Οἱ Παλαιοημερολογῖται Λαμίας Μακρακώμης Λαρίσης κ.λ.π. ζητοῦν τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Διακουμόπουλος, διαμαρτύρεται διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς συγκεντρώσεως σίτου διὰ τὸ ἔτος 1948 εἰς δραχμὰς 1850 κατ’ ὀκᾶν, καθ’ ὅσον οἱ δεινοπαθοῦντες ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ μὲ τὴν καθορισθεῖσαν ταύτην τιμήν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξοφλήσωσιν οὔτε τὰ πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν χρέη των κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Ε. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν) σμῶν Αἰγιαλείας, διαμαρτυρομένης δι’ ἐγκατάλειψιν ὑπαίθρου εἰς διάθεσιν συμμοριῶν ἐξ ἧς καθίσταται ἀδύνατος συγκομιδὴ τῶν Γεωργικῶν προϊόντων καὶ δὴ τῆς σταφίδος. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Ε. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἑνώσεως Συν)σμῶν Αἰγιαλείας, διαμαρτυρομένη διὰ καθυστέρησιν διανομῆς προϊόντος ΜΠΟΝ ἐξαχθείσης ποσότητος σταφίδος εἰς ἐξαγωγίμους περιφερείας καὶ ἐγκατάλειψιν ὑπαίθρου εἰς διάθεσιν ἀνταρτῶν. Ὁ κ. Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ Διοικήσεως Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας Σάμου (Ο.Δ.Ε.Π.Σ.)». Ὁ κ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 603)15.10.46 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ μέτρων προστασίας τοῦ ἐγχωρίου βάμβακος παραγωγῆς 1946». Ὁ κ. Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπουργὸς Μεταφορῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας τῶν Σιδηροδρομικῶν καὶ Τροχιοδρομικῶν τῶν κλάσεων 1941–45». Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Στρατοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 330)1943 ὡς οὗτος κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58)1945 Σ. Π. ἐκυρώθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 335 ἀπὸ 30 Μαΐου 1946 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τὰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς καὶ Ἐθνικὰς Ὀργανώσεις Ἐσωτερικῆς Ἀντιστάσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μακρῆς, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ.λ.π. καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 19)44 «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ.λ.π.» καὶ 2) περὶ προστασίας τῶν ἀπολυομένων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συμμοριακῆς δράσεως τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλαμαρᾶς καὶ Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ἐνίων ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν βάσει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. 19)1944 καὶ ἑρμηνείας τῶν διατάξεων αὐτοῦ». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ Κεφ. Αʹ τοῦ Μέρους Δευτέρου τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς». Κατάθεσις τῶν κάτωθι ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. 1) Τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 206 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Μουράτογλου: Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 206)625 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου τὰ ἑξῆς, σχετικῶς μὲ τὴν προσωρινὴν μετάθεσιν τοῦ Διοικητοῦ Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας Πέλλης Χρ. Παλαμιώτη. Ὁ Διοικητὴς Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας κ. Χρ. Παλαμιώτης ἔγγαμος πατὴρ δύο τέκνων (τοῦ υἱοῦ του ἐτῶν 10 καὶ τῆς θυγατρός του ἐτῶν 8) μόνος προστάτης τοῦ 70ετοῦς πατρὸς, ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Διοίκησιν Α.Α. Πέλλης ἀπὸ τῆς 21ης Ὀκτωβρίου 1945 συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως. Λόγῳ τῆς πιέσεως ἡ ὁποία ἠσκεῖτο ὑπὸ τῶν συμμοριῶν καὶ τῶν γενομένων ἐπανειλημμένως ἐπιθέσεων ὑπὸ τούτων κατὰ τῆς Ἐδέσσης, ἡ σύζυγός του ὑπέστη νευρικὸν κλονισμὸν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταστήσῃ ταύτην εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του Πατρίδα Καρδίτσα, ἀποχωρισθεὶς ταύτης ἀπὸ ἔτους. Ἐκρίθη ἠθικὸν καὶ δίκαιον νὰ μεταβῇ ἐκεῖθεν μετὰ τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου συναδέλφου του ἀγάμου καὶ μὴ βεβαρυμένου διὰ τόσων οἰκογενειακῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἴσης μεταχειρίσεως πάντων τῶν ὑπαλλήλων ἐπέβαλε τὴν ἀντικατάστασίν του δι’ ἄλλου συναδέλφου του μηδόλως ὑπηρετήσαντος εἰς τὴν Β. Ἑλλάδα. Καίτοι ὁ ἐν λόγῳ Διοικητὴς Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας Χρ. Παλαμιώτης διετάχθη ἀπὸ τῆς 18ης Μαρτίου 1948 ν’ ἀναχωρήσῃ τῆς θέσεώς του, παρέμεινεν ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἀντικαταστάτου του μέχρι τῆς 8ης Ἰουνίου 1948, ἵνα μὴ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ προϊσταμένου. Ταὐτοχρόνως μὲ τὴν μετάθεσιν τοῦ Χρ. Παλαμιώτη διετάχθη ἡ μετάθεσις τοῦ ἀντικαταστάτου του, ἥτις δὲν κατέστη δυνατὴ μέχρι σήμερον λόγῳ τοῦ ὅτι διὰ τὸν τελευταῖον ἀνέκυψαν λόγοι ἀσθενείας, οἵτινες ἀρθέντες ἤδη δὲν θὰ ἐμποδίσουν τὴν ταχεῖαν ἐμφάνισιν εἰς τὴν θέσιν του. Διὰ τὸν ἐν τῇ Ἐποπτείᾳ Τρικκάλων Ἐπόπτην ἅμα τῇ ἀναλήψει ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ μετατεθέντος Παλαμιώτη, θέλει ληφθῆ πρόνοια προσηκούσης χρησιμοποιήσεως, ἐν συνδυασμῷ, ὑπηρεσιακῶν καὶ οἰκογενειακῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν καὶ ἐν ὄψει τῶν σημερινῶν συνθηκῶν. Συνεπῶς καὶ οἱ εἰσηγηθέντες καὶ οἱ δεχθέντες τὴν μετάθεσιν τοῦ Διοικητοῦ Χρ. Παλαμιώτη καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τούτου δι’ ἑτέρου, μὴ βεβαρυμένου διὰ τόσων οἰκογενειακῶν ὑποχρεώσεων Τμηματάρχου ἢ Διευθυντοῦ ἐνήργησαν νομίμως εὐσυνειδήτως καὶ συμφώνως πρὸς τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς τάξεως ἐκτιμήσαντες ὀρθῶς τόσον τὸ ὑπηρεσιακὸν συμφέρον, ὅσον καί τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπὸ μετακίνησιν ὑπαλλήλων. Ἀθῆναι τῇ 5 Ἰουλίου 1948.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΡΕΝΤΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 188 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Θηβαίου: Σχετικῶς μὲ τὴν ἀπὸ 26–6–48 ἐρωτ. τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Θηβαίου (ἀρ. βιβλ. ἐρωτ. 188)588) ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ διατάγματος κυρωθέντος τὴν τῆς 16 Ἀπριλίου 1948 φύλλον τῆς Ἐφημ. Κυβερνήσεως 23 Μαρτίου 1948 καὶ δημοσιευθέντος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 91 Τεῦχος πρῶτον καθωρίσθησαν τὰ τέλη διελεύσεως πλοίων (πορθμεῖα) διὰ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου εἰς τὸ 80πλάσιον τῶν προπολεμικῶς ἰσχυόντων. Ἡ διὰ τοῦ νεωτέρου σχεδίου Διατάγματος διαβιβασθέντος ἡμῖν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 29110 τῆς 15–6–48 ἐγγράφου του, προτεινομένη αὔξησις τῶν τελῶν τούτων εἰς τὸ 100πλάσιον τῶν κατὰ τὴν 27 Ἀπριλίου 1941 ἰσχυόντων, θέλει ἀποτελέσει ἀντικείμενον τῆς διεξαγομένης γενικωτέρας ἐρεύνης περὶ τῶν ὑπὲρ τρίτων προσθέτων φόρων συμφώνως τῷ Ν.Δ. 630)48.
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
Ὁ Ὑπουργὸς ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 184 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημάδη: 1. Προπολεμικῶς ὑπῆρχον τὰ Σώματα Ἐπιμελητείας Αὐτοκινήτων καὶ διαχειρίσεως ὑλικοῦ τῶν διαφόρων ἁρμοδιοτήτων τοῦ Στρατοῦ (Ἐπιμελητείας–Ὑγιειονομικοῦ... Μηχανικοῦ–Ὑλικοῦ–Πυροβολικοῦ). Τὸ Σῶμα τῆς Ἐπιμελητείας ἀπετέλουν ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ καὶ ἄνω μετατασσόμενοι εἰς τοῦτο διὰ διαγωνισμοῦ ἐκ πάντων τῶν λοιπῶν ὅπλων καὶ διαχειρίσεως πάσης ἁρμοδιότητος. Οἱ ἀξιωματικοὶ Ἐπιμελητείας ἐπιλεγόμενοι οὕτω δι’ αὐστηρῶν ἐξετάσεων καὶ τυγχάνοντες εἰδικῆς μορφώσεως, ἀπετέλουν τὸ διευθῦνον Σῶμα τῆς οἰκονομικῆς μερίμνης ἐν τῷ Στρατῷ, ἔχοντες ὡς ἐκτελεστικὰ ὄργανα τοὺς ἀξιωματικοὺς διαχειρίσεως ἁρμοδιότητος Ἐπιμελητείας, ἔχοντες ἰδίαν ἱεραρχίαν ἐν τῇ ἐπετηρίδι καὶ ἀκολουθοῦντες ἄλλην σειρὰν ἀρχαιότητος. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐπιμελητείας εὐδοκιμοῦντες ἐν τῷ Σώματί των εἶχον τὴν δυνατότητα ἐξελίξεως μέχρι καὶ τῶν ἀνωτάτων βαθμίδων (2 θέσεις Ὑποστρατήγων). Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς διαχερίσεως πάσης ἁρμοδιότητος εἶχον ἐξέλιξιν γενικῶς μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου, εἰς εἰδικὰς δὲ περιπτώσεις μέχρι τοῦ Συνταγματάρχου. 2. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν αὐτοκινήτων προερχόμενοι ἐκ μετατάξεως ἐκ τῶν ὅπλων ἢ ἐκ τῶν Παραγωγικῶν Σχολῶν Ὑπαξιωματικῶν καὶ Ἀξιωματικῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, ὑφίσταντο εἰδικὴν τεχνικὴν καὶ ἐπιτελικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ Σώματί των δυνάμενοι νὰ φοιτήσουν εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ πολέμου ὅπως καὶ ἐφοίτησαν ἐξελισσόμενοι μέχρι καὶ τῶν ἀνωτάτων βαθμίδων (1 θέσις Ὑποστρατήγου). 3. Κατὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν νέων Σωμάτων ἐκρίθη ἀναγκαῖον ὅπως τὸ νέον Σῶμα Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν πλαιώσωσιν Ἀξιωματικοί: α) τῶν πέντε ὅπλων διὰ μετατάξεως ἐκ τῶν ἐπιθυμούντων καὶ β) τῶν τέως Σωμάτων Ἐπιμελητείας καὶ αὐτοκινήτων καθοριζομένης νέας σειρᾶς ἀρχαιότητος αὐτῶν βάσει τῆς ἀρχικῆς εἰσόδου των εἰς τὸ Σῶμα τῶν μονίμων ἀξιωματικῶν κριθέντων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τέως δύο Σωμάτων ἀπὸ ἀπόψεως ἐξελίξεως καὶ μορφώσεως περίπου τῆς αὐτῆς ἀξίας καὶ γ) Ἐξ Ἀξιωματικῶν διαχειρίσεως Σ.Ε.Μ. οἵτινες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσι μὲ τοὺς ἀνωτέρω ἀξιωματικοὺς (α καὶ 6) λόγῳ βασικῆς διαφορετικῆς μορφώσεως προορισμοῦ καὶ ἐξελίξεως. Τὸ ἴδιον περίπου συνέβη καὶ διὰ τὸ Σ.Τ.Π. καὶ Σ.Ο.Υ. 4) Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀπὸ 5–6–46 Β.Δ. παρετηρήθησαν πολλαὶ ἀτέλειαι καὶ ἐπὶ πλέον τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν διαχειρίσεως τῶν σωμάτων ΣΕΜ, ΣΥΠ, ΣΟΥ, τῶν κατωτέρω βαθμῶν θὰ ἠδύναντο νὰ συγχωνευθῶσιν μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τῶν νέων σωμάτων πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας κατηρτίσθη προσχέδιον Νόμου, ὅπερ λίαν προσεχῶς τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ δι’ οὗ ἐν ἄρθρῳ 69 καθορίζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀξιωματικοὶ διαχειρίσεως νὰ μεταταγοῦν εἰς τὰ νέα σώματα μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ταγματάρχου, ἐν δὲ τοῖς ἄρθροις 75 καὶ 76 καθορίζεται ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν διαχειρίσεως, μέχρι φυσιολογικῆς ἐξόδου αὐτῶν προβλεφθεισῶν θέσεων Συνταγματάρχου, διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα ἐξ αὐτῶν καὶ τέλος ἐν ἄρθρῳ 79 παραγρ. βʹ καθορίζεται ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν. Διὰ τοῦ τελευταίου τούτου δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐντάξεως εἰς Σῶμα μεγαλυτέρου προορισμοῦ καὶ ἀξίας καὶ δὴ ἄνευ ἐξετάσεων, ἐνῷ προπολεμικῶς ἵνα μεταταγῶσι καὶ ἐξομοιωθῶσι μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν Ἐπιμελητείας ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐστηρὰς ἐξετάσεις καὶ ἐπιτυγχάνοντες νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερὸν ὅλων τῶν ὑπηρετούντων Λοχαγῶν τῆς Ἐπιμελητείας ἔστω καὶ ἂν ὡς Ἀνθυπολοχαγοὶ ἢ Ὑπολοχαγοὶ προηγοῦντο κατὰ πολὺ τῶν νῦν ἀρχαιοτέρων των εἰς τὸ νέον σῶμα εἰς ὃ κατόπιν ἐξετάσεων θὰ μετετάσσοντο. Τοῦτ’ αὐτὸ προβλέπει καὶ ὁ ὑπὸ ψήφισιν Νόμος εὐεργετῶν αὐτοὺς μέχρις ὁρίων, διότι ἐτέθη ὡς βάσις ὅτι διὰ τοῦ Νόμου περὶ νέων σωμάτων οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ χάσῃ κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς νὰ ἀποκτήσῃ πέραν τοῦ δέοντος πλεονεκτήματα εἰς βάρος τῶν ἄλλων συναδέλφων των. Ἀθῆναι τῇ 2 Ἰουλίου 1948
Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
IV. Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 163 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Καλλία: Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 15–6–48 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Καλλία (ἀρ. βιβ. ἐρωτ. 163) ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παραθέσωμεν κατωτέρω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4924)925) 28–6–48 ἔγγραφον τῆς Γεν. Γραμματείας Τουρισμοῦ ἐν ᾧ ἐκτίθενται αἱ ἐνέργειαι διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν Ἑλληνικῶν Λουτροπόλεων. Ἐπὶ ὑμετέρου ἐγγράφου 7947)119 τῆς 25–6–48 ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι. Ἐγένοντο ἐπανειλημμένως συσκέψεις καὶ εἰσηγήσεις παρὰ τῇ AMAG διὰ τὰς ἀνάγκας ἀνασυγκροτήσεως τῆς Τουριστικῆς Οἰκονομίας τῆς τετραετίας 1948–1951 (σχέδιον Μάρσαλ). Δι’ ὅλην τὴν ἀνασυγκρότησιν ταύτην, ἐζητήθησαν, συμφώνως σχετικῇ μελέτῃ τῆς Γ.Γ.Τ. τὰ ἑξῆς ποσά. δραχ. 237.5 δισεκατομμύρια καὶ δολ. 4.7 ἑκατομμ. ἐξ ὧν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν Λουτροπόλεων ἀντιστοιχοῦσι διὰ τὴν ὡς ἄνω τετραετίαν. δραχ. 187.2 δισεκατομμ. καὶ δραχ. 1,8 ἑκατομμ. Ἡ AMAG, κατόπιν συζητήσεων καὶ προσπαθειῶν μας ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν ὅπως δι’ ὅλην τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ Αʹ ἔτους τῆς τετραετίας χορηγηθῶσι τὰ κάτωθι μόνον ποσὰ ἤτοι: Δραχμαὶ 10 δισεκατομμ. δολ. 50 χιλιάδες ὧν τὸ ἀναλογοῦν ποσοστὸν διὰ τὰς Λουτροπόλεις δὲν ἔχει εἰσέτι καθορισθῆ παρὰ τῆς ρηθείσης AMAG.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 178 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Τουρκοβασίλη, Σπέντζα, Σταμούλη καὶ Κ. Δημητρακοπούλου: 1. Τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν ἐφαρμόζει τὰς ἰσχυούσας «περὶ Πολυτέκνων» διατάξεις, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου 1910)44 «περὶ προστασίας Πολυτέκνων» προβλεπόμεναι, ἀλλ’ αἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Νόμου 350) 30–6–47 τοιαῦται δεδομένου ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου τούτου Νόμου κατηργήθη, ἀφ’ ἧς ἴσχυσε, τὸ ἀφορῶν τὴν Στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἄρθρον 5 τοῦ Νόμου 1910)44. Τὸ καταργηθὲν ὡς ἄνω ἄρθρον προέβλεπε διὰ τὴν παροχὴν τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς τὴν ὕπαρξιν τοὐλάχιστον 5 ἐν συνόλῳ ἀγάμων τέκνων. Τὸ ἐπαναφερθὲν ἐν ἰσχύϊ διὰ τοῦ Νόμου 350)47 ἄρθρον 1 τοῦ Α.Ν. 16–10–35 «περὶ προστασίας Πολυτέκνων» προβλέπει, διὰ τὴν παροχὴν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, τὴν ὕπαρξιν ἕξ τοὐλάχιστον ἀγάμων τέκνων. 2. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἀποβλέπουσα εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας καὶ τοῦ Στρατεύματος καὶ χωρὶς νὰ παραγνωρίζῃ τὴν ὀφειλομένην ὑπὸ τῆς Πολιτείας μέριμναν καὶ προστασίαν ὑπὲρ τῶν Πολυτέκνων, ἔκρινεν ἀπαραίτητον τὴν τοιαύτην τροποποίησιν πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Στρατευσίμων 8μήνου θητείας εἰς ὄφελος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Στρατευσίμων πλήρους θητείας, οἱ δὲ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὸ μέτρον τοῦτο τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἶναι εὐνόητοι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἰουνίου 1948.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 203)622 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου 1. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. Β337434)42010)3)Β3)24–12–47 Διαταγὴ Υ. Σ. (Γ.Ε.Σ.) ἀφορῶσα ἀπόλυσιν τῶν δι’ ἀτομικῶν προσκλήσεων κληθέντων καὶ καταταγέντων μέχρι 31–12 –46 ἐφέδρων ἀξ)κῶν κλ. 1930–1935 ἐξεδόθη ὡς Διοικητικὸν μέτρον τοῦ Υ.Σ. 2. Αἱ Μονάδες αἵτινες συμπεριελήφθησαν εἰς ταύτην καθωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου κατόπιν μελέτης ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψει κυρίως τῶν ἀναγκῶν τοῦ μαχομένου Στρατοῦ. 3. Δὲν εἶναι ἡ μόνη κατηγορία ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἥτις δὲν συμπεριελήφθη, δεδομένου ὅτι δὲν συμπεριελήφθησαν καὶ οἱ Λόχοι Μηχανικοῦ, Μεταφορῶν, τὸ Πυροβολικόν, τὰ Ὀρεινὰ Χειρουργεῖα καὶ γενικῶς ὅλαι αἱ μονάδες, αἵτινες δὲν ὑπάγονται ὑπ’ εὐθείας εἰς τὰς Ταξιαρχίας. 4. Τὸ ὅτι αἱ κατηγορίαι αὗται τῶν ἐφέδρων δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν ἄνω Δ)γὴν δὲν προδικάζει ὅτι λόγῳ ὀλιγωτέρων κινδύνων δὲν συμπεριελήφθησαν, δεδομένου ὅτι ἅπαν τὸ Ἔθνος σήμερον εἰς πᾶσαν θέσιν ἀντιμετωπίζει κινδύνους διαβαθμιζομένους βεβαίως ἀλλὰ πάντως τοιούτους. 5. Τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν ἐν τῇ διαρκεῖ διὰ πάντας μερίμνῃ του, εὐθὺς ὡς αἱ παροῦσαι συνθῆκαι τὸ ἐπιτρέψουσι θὰ πραγματοποιήσῃ σειρὰν μέτρων ἀνακουφιστικῶν τῶν μαχομένων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἰουλίου 1948
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 173 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Κιλκὶς κ. Ε. Σωτηριάδη: Οἱ εἰς τὰς Μονάδας Αὐτασφαλείας ὑπαίθρου (Μ.Α.Τ.) ὑπηρετοῦντες ἔφεδροι ἐξ ἐφέδρων καὶ ἐξ ἀπονομῆς ἀξιωματικοὶ ἀποτελοῦν ἰδίαν κατηγορίαν ἤτοι τῶν ὑπηρετούντων εἰς Μ.Α.Υ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. Β. 337434)42010)Β3)24–12–47 Δ.Υ.Σ. περὶ ἀπολύσεως τῶν δι’ ἀτομικῶν προσκλήσεων κληθέντων καὶ καταταγέντων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1946 ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῶν κλάσεων 1930–35 δὲν συμπεριελήφθησαν οὐ μόνον οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς Μ.Α.Υ. ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερα μάχημα τμήματα ὑπηρετοῦντες τῆς αὐτῆς κατηγορίας (ὡς εἰς λόχους Μηχανικοῦ, λόχους Μεταφορῶν, Ὀρεινὰ Χειρουργεῖα, κλπ.) καὶ τοῦτο λόγῳ ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως τῶν εἰς τὰς Μ.Α.Υ. ὑπηρετούντων ἐφέδρων ἀξ)κῶν ἔχει μελετηθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (ΓΕΣ) ἔχει δὲ λάβει τοῦτο σχετικὰς ἀποφάσεις, αἵτινες καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν προοδευτικῶς εὐθὺς ὡς αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐπιχειρήσεων ἐπιτρέψουσιν. Ἀθῆναι τῇ 30–6–48.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 193 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Θηβαίου: Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ. περίπτωσις προσλήψεως ἐκτάκτων θερινῶν διανομέων εἰς τὰς λουτροπόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1948.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 486) 1947 Ν. Δ. «περὶ συμπληρωματικῆς μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν ὅπλων καὶ σωμάτων ἐν τῷ στρατῷ ξηρᾶς».
§6Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἀσαφὴς διατύπωσις καθ’ ὅσον, ὡς ἔχει ἡ διάταξις παραπέμπει εἰς τὸν νόμον 123.
§7Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Παραπέμπει εἰς τὸν νόμον 486)47 «περὶ μονιμοποιήσεως».
§8Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό. Ὡς διατυποῦται, οἱ δι’ αὐτοῦ μονιμοποιούμενοι ἔφεδροι, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθοῦν εἰς τὸ δεξιὸν τῶν ὑπηρετούντων. Δέον νὰ τεθοῦν εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἤδη ὑπηρετούντων.
§9Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.) Τίθεται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἤδη ὑπηρετούντων.
§10Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδὴ καὶ τῶν μονιμοποιηθέντων διὰ τοῦ νόμου εἰς ὃν προσθέτομεν τὴν διάταξιν.
§11Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 486)1947 Ν. Δ. «περὶ συμπληρωματικῆς μονιμοποιήσεως ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν Ὅπλων καὶ Σωμάτων ἐν τῷ Στρατῷ Ξηρᾶς». Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 883)1947 «περὶ στελέχους ἐφέδρων ἀξ)κῶν τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ» καὶ 811)45 «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς διερμηνεῖς τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 883)47 «περὶ στελέχους ἐφέδρων ἀξ)κῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ» καὶ 811)45 «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς διερμηνεῖς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 505)47 Νόμου «περὶ ἐπιβολῆς οἰκονομικῶν βαρῶν διὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἐν Εὐβοίᾳ ἀνταρσίας».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 505)47 νόμου «περὶ ἐπιβολῆς οἰκονομικῶν βαρῶν διὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἐν Εὐβοίᾳ ἀνταρσίας». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου Σμύρνης (1921–1922) καταρτισθέντων πινάκων στασίμων ἀξιωματικῶν κ. λ. π.».
§19Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προτείνω ὅπως δοθοῦν αὐτούσιαι αἱ συντάξεις τῶν βαθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπενεμήθησαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὄχι ὅμως καὶ οἱ βαθμοί.
§20Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ φέρῃ τις τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ καὶ νὰ παίρνῃ σύνταξιν στρατηγοῦ.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικόν.
§22Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ χαριστικῶν ἀπονομῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Στρατ. Συμβουλίου Σμύρνης (1921–1922) καταρτισθέντων πινάκων στασίμων Ἀξιωματικῶν κ. λ. π.». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀξ)κῶν καὶ Ἀνθ)στῶν Χωρ)κῆς τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων». Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§26Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ εἰσηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, διότι δὲν ἐγένετο εἰσήγησις.
§27Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων περὶ χωροφυλακῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπου μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα, ἔνοπλα Σώματα ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκόν των. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἄνδρες τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Σωμάτων, ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκον αὐτῶν, μὲ αὐτοθυσίαν καὶ ἡρωϊσμὸν ἀπαράμιλλον. Τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι τὸ μόνον Σῶμα τὸ ὁποῖον ἀπὸ μιᾶς διετίας, δὲν ἔχει συμβούλια ἀξιωματικῶν, συμβούλια προαγωγῆς, καὶ ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὅπλων προάγονται, οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς δὲν προάγονται, διότι δὲν ὑπάρχουν συμβούλια προαγωγῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Τσάτσου κατηργήθη τὸ συμβούλιον, ἐγένετο διαχωρισμὸς τοῦ νόμου 2410, τοὐτέστιν, τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ἔπαυσε νὰ κάμῃ τὰς προαγωγάς, διὰ τοῦ συμβουλίου ἀντιστρατήγων.
§28Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα. Τὸ θέμα εἶναι ἐπὶ τοῦ Βʹ πίνακος.
§29Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σχετικόν. Κατ’ ἀρχήν, κ. συνάδελφοι, εἶμαι σύμφωνος, μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, πλὴν ὅμως ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει ἠθικὴν βάσιν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κυροῦται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντακτικὴ Πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, τοὐτέστιν οἱ κατοχικοὶ νόμοι.
§30Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ ὅταν ἤρχισεν ἡ παροῦσα συζήτησις, ὁ κ. Πρόεδρος τὸν ἐκάλεσε νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἦτο παρὼν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὡμίλησε.
§31Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν θὰ λάβω πρῶτος τὸν λόγον ἢ ὄχι. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἤμην παρὼν ὀρθῶς ἤρχισεν ὁ κατάλογος. Ἡ ἀμφιβολία μου εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἀνατροπὴ τῆς σειρᾶς, διότι ἐγὼ δὲν ἕπομαι, ἀλλὰ προηγοῦμαι τοῦ κ. Τσάτσου.
§32Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καλῶς εἶναι γραμμένον τὸ ὄνομα τοῦ κ. Θεοτόκη, διότι ἐζήτησε τὴν ἄδειαν καὶ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος.
§33Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Κυροῦται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντακτικὴ Πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως Πλαστῆρα, τοὐτέστιν κυροῦνται οἱ κατοχικοὶ νόμοι 365 καὶ 603 οἱ ὁποῖοι ἀνέτρεψαν τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐπανέφερον τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τοῦ 1923, ὡς καθωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ κρίνω τί ἦτο ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἄμυναν ἢ ἐὰν ἦτο βασιλικός, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι σήμερον ὅλοι ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκον τους καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπανέλθῃ ἡ σειρὰ ἡ πρὸ τοῦ 1940, ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὰ ἄλλα Σώματα. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προήχθησαν διὰ κατοχικῶν νόμων νὰ τεθοῦν εἰς τὸ δεξιὸν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὰς σχολὰς καὶ ὑπηρετοῦν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εὐόρκως, διότι τοῦτο θὰ παραλύσῃ κάθε ἔννοιαν πειθαρχίας καὶ ψυχικῆς ἐπαφῆς μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Κύριε ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ κρίνετε τὰ πράγματα ἀντικειμενικῶς καὶ νὰ δεχθῆτε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ νόμου 6200 καὶ νὰ διατηρηθοῦν ἐν ὑπηρεσίᾳ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὁποίους σήμερον κατέχουν, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἕνα Σῶμα Χωροφυλακῆς ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἀντάξιον τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ δυσκόλου ἔργου τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἀνταρσίας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι σύντομος. Νὰ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον νὰ κρίνῃ πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ παραμείνουν οἱ ἱκανώτεροι καὶ οἱ ἀξιώτεροι. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 συμφωνῶ μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου κ. Πολυζωγοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ὅπως τεθῇ παράγραφος περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 6200, διότι τοιουτοτρόπως θὰ παύσουν αἱ ἀνωμαλίαι καὶ τὰ παράπονα. Κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὰς ἀπόψεις μας.
§34Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδὴ προτείνετε μίαν γενικὴν ἀναμόχλευσιν τῆς ὑφισταμένης σειρᾶς.
§35Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, ζητῶ τὴν ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ Ν. 6200. Εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο παρεξήγησις, ὅτι αὐτὴ ἡ προσθήκη ἀφεώρα εἰς τὴν κατοχύρωσιν ὡρισμένης ἐπετηρίδος ἢ ὡρισμένης σειρᾶς ἀξιωματικῶν. Θέλετε νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον 1 καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν;
§36Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἤρχισεν ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα.
§37Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἔρχεται ὀψιγενῶς νὰ κάμῃ μίαν πρότασιν ἀφορῶσαν τὴν ὅλην συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν τὴν πρὸ 10 ἡμερῶν λαβοῦσαν χώραν καὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου ἀγορεύσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐξήγησε τὰς Κυβερνητικὰς ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητήματος. Ἐπὶ τῶν ἀπόψεων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναπάντητος καὶ δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ διαφωτισθῇ ἐπαρκῶς. Ἐὰν ἑπομένως τώρα σταματήσῃ ἡ συζήτησις τοῦτο τοὐλάχιστον θὰ τεκμαίρῃ ὅτι συνεφώνησεν ἡ Βουλὴ μὲ τὰς σαφεῖς Κυβερνητικὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως. Εἶναι ἐν τούτοις σαφὲς ὅτι αὐτὸ δὲν προάγει οὔτε τὴν λύσιν τοῦ θέματος, οὔτε καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ κρίσιν τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ παρὰ τὴν σειράν μου νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν. Καὶ ὀφείλω, κύριοι βουλευταί, νὰ ζητήσω συγγνώμην διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας αὐτῆς δὲν ἤμην ἐγκαίρως παρών, ὥστε νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιδείξω καὶ τὸν πρὸς αὐτὴν ἐπιβαλλόμενον σεβασμόν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ). Εἰσέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητήματος, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οὐσίας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης καὶ ἀντικειμενικὴ κρίσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ τί ἐπιδιώκει οὐσιαστικῶς τὸ ἄρθρον 1, θὰ διαιρέσω τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς 4 τμήματα. Τὸ πρῶτον θὰ εἶναι μία ἀπάντησις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος σχετικῶς μὲ τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀσκηθεῖσαν ἀπὸ τὴν πρώτην μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου 1946 Κυβέρνησιν, πολιτικήν. Τὸ δεύτερον θὰ εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς οὐσίας τῆς ἐπιδιωκομένης διὰ τοῦ νόμου 6200 καὶ τῆς συναφοῦς τροπολογίας τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσω ἀμέσως εἰς τὸ Προεδρεῖον. Τὸ τρίτον θὰ εἶναι ἡ ἐξήγησις τί τὸ οὐσιαστικὸν ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας τάξεως καὶ τί τὸ τυπικὸν ἐμφανίζει καὶ τέταρτον, ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν πρὸ 10 ἡμερῶν λαβοῦσαν χώραν μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰ ἑξῆς: Διατί, κύριοι βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, διαμαρτύρεσθε; Τί πράττω ἐγὼ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις; Ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις, ἐκύρωσε διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἰσχὺν τῶν κατοχικῶν 305 καὶ 453, τῶν ὁποίων ἐγὼ ζητῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ὁριστικὴν τακτοποίησιν διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Συνεπῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἕνας ἀμιγὴς πολιτικὸς σχηματισμός, ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις, αὐτὸ τοῦτο ζητῶ καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως τῆς σημερινῆς συμμαχικῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ἡ πτέρυξ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τῆς πλειοψηφίας, θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν συνδρομήν. Θέμα ὅμως δὲν εἶναι αὐτό. Ἡ οὐσιαστικὴ ἔρευνα τοῦ ζητήματος εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ σᾶς πείσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀχθῆτε εἰς ὅλως διαφορετικὰ συμπεράσματα. Οἱ κατοχικοὶ νόμοι, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης νὰ θεωροῦνται βασικῶς ὡς μὴ ὑπάρχοντες. Διότι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἡ ἀποδοχὴ τῆς συνυπάρξεως δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, τῆς μιᾶς ἡ ὁποία ἥδρευε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἄλλης ἡ ὁποία ἥδρευε ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἀναμφιβόλως εἶναι λίαν ἀμφίβολος νομικὴ ἑρμηνεία μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως.
§38Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξ.). Ἐζήτησα νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 1 καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§39Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις αὐτή.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμα ὅμως τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν λύεται οὕτω τὸ ζήτημα.
§42Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 1 πρέπει νὰ ἀποσύρῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι στενὰ συνδεδεμένον καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα.
§43Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, διότι ἐὰν ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀναβιοῦν ὡρισμέναι διατάξεις ὑφισταμένων νόμων. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀρνητικὴ ἄποψις, δὲν εἶναι μόνον ἡ θετική. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀπορριπτομένου τοῦ ἄρθρου 1 θὰ ἰσχύσουν ἄλλαι διατάξεις αὐτομάτως. Ἀφήσατε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς. Πρέπει, δηλαδή, ἀποσυρομένου τοῦ ἄρθρου 1 νὰ ἰσχύσουν αἱ ἄλλαι διατάξεις; Ἢ πρέπει νὰ ἰσχύσουν ἄλλαι; Τότε ποῖαι καὶ διατί;
§44Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξ.). Ἐὰν θέλετε νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον 1 καὶ νὰ προχωρήσωμεν.
§45Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἔπρεπε, κύριοι βουλευταί, οἱ κατοχικοὶ νόμοι, διότι εἶναι οὐσιαστικῶς ἐλαττωματικοὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἐκ τῶν πραγμάτων πολιτειακῆς ἀνωμαλίας νὰ εἶχεν εὑρεθῇ τρόπος νὰ καταργηθοῦν eo ipso ἐξ ὑπαρχῆς. Ἀλλὰ αὐτὸ νομίζω, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ, καὶ αἱ πραγματικαὶ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιμετωπίσθησαν καὶ ἔτυχον αὐτῆς τῆς ἀντισυνταγματικῆς ρυθμίσεως, πρέπει κατὰ ἕνα τρόπον νὰ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῶν περαιτέρω συζητήσεων καὶ τῶν περαιτέρω νομοθετικῶν διαρρυθμίσεων. Ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ ἰσχύῃ διὰ τὰ γενικὰ ζητήματα, πιστεύω ὅτι διὰ ἄλλους κατοχικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐρρύθμισαν προσωπικὰς καταστάσεις, ἰδιαζόντως προσωπικὰς καταστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἐπετηρὶς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ἰσχύουν. Καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύουν, διότι οὔτε καὶ οἱ προστατευόμενοι ἀξιωματικοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦν ἱκανοποιητικὸν ὅτι Κυβέρνησις αὐτοεκλεγεῖσα καὶ δράσασα προδοτικῶς ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς προνόμια, τὰ ὁποῖα θέλουν σήμερον νὰ συγκρατήσουν, ὅταν αὐτὰ ἐγεννήθησαν εἰς μίαν τόσον ἀνώμαλον, ἐθνικῶς ἀνώμαλον, περίοδον. Καὶ τώρα θὰ μοῦ εἴπῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον σεῖς ἔχετε αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, πῶς τότε ἐδέχθητε νὰ κυρώσετε τοὺς κατοχικοὺς νόμους διὰ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βάσει τοῦ τότε ἐν ἰσχύϊ ψηφίσματος; Καὶ θὰ τοῦ ἀπαντήσω. Ὅταν θέλει κανεὶς νὰ ρυθμίσῃ μίαν ἀσθενῆ κατάστασιν, ὀφείλει νὰ τὴν προφυλάξῃ ἀπὸ κᾶθε δυνατὴν διάβρωσιν, ἀπὸ κᾶθε δυνατὴν ἀνωμαλίαν.....
§46Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Τί δηλαδή; Ἡ κατάργησις τῶν κατοχικῶν νόμων ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν; Ὠφείλατε νὰ τοὺς καταργήσετε, διατὶ δὲν τοὺς κατηργήσατε;
§47Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐτελείωσα. Ἀπὸ κᾶθε δυνατὴν ἀνωμαλίαν, εἶναι δὲ προφανὲς ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει, πῶς εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα οὐσιαστικῶς γίνονται αἱ νομοθετικαὶ ἀνωμαλίαι, διότι τότε δὲν θὰ ἔκαμνε τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν ἐγὼ λόγῳ τῆς διακριτικῆς μου ἐξουσίας ὡς ὑπουργοῦ καὶ μόνον, ἐδοκίμαζα τὴν ρύθμισιν τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν ρύθμισιν αὐτῶν διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τότε μὲν θὰ ἔπραττον μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο μὲν νομοτύπως ὀρθή, πολιτικῶς ὅμως καὶ οὐσιαστικῶς διαβλητή. Διότι θὰ ἠγνόουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ θὰ ἀνελάμβανον προσωπικῶς τὴν εὐθύνην, νὰ ρυθμίσω προσωπικὰς καταστάσεις. Ὤφειλα λοιπὸν νὰ καταβάλω πᾶσαν προσοχὴν διὰ νὰ ἐξεύρω τὸν τρόπον τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ὅλου ζητήματος ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Σώματος νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τῆς λύσεως, ὅπως προσήκει εἰς πράγματι εὐνομούμενον Κράτος, εἰς Κράτος μὲ ἐλευθέρους δημοκρατικοὺς θεσμούς, ἐν πλήρῃ λειτουργίᾳ καὶ σεβασμῷ, εἰς Κράτος ὅπου νόμοι ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν καὶ μόνον Ἀντιπροσωπείαν.
§48Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Κατηργήθησαν ὅλοι οἱ κατοχικοὶ νόμοι, καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξῄρεσεν ὡρισμένους νόμους ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀπόφασιν. Ἐνῷ εἶναι κατηργημένοι οἱ κατοχικοὶ νόμοι προέβη εἰς ἐξαιρέσεις. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἠθέλησε νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ ἐξαιρέσῃ καὶ ἐπὶ γενικοῦ κανόνος ὡρισμένους νόμους. Τότε ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἐθέσπιζε, τώρα εἶναι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ φρονεῖ ἄλλα.
§49Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ πάλιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργός, κύριοι βουλευταί, ὅπως θὰ πεισθῆτε μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἐμφανίζεται, ὅπως συνήθως συνηθίζει, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μὴ ἔχων πλήρως συγκεντρώσει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ συγκεντρώσῃ διὰ νὰ δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων. Διότι ἰδοὺ τί ἔπραξα, κύριοι. Ἐγὼ ἐμελέτησα τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου ὑπουργίας κατέθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν 20ὴν Σεπτεμβρίου 1946, νομοσχέδιον, μὲ σειρὰν ἄλλων νομοσχεδίων ἀφορώντων τὴν Βασιλικὴν Χωροφυλακήν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπονομάζεται «σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Π. περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὰ ἐξ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν μόνιμα στελέχη τῆς χωροφυλακῆς». Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἰδικοῦ μου, τοῦ ἐλθόντος ἐνώπιον τοῦ Σώματος, μετὰ ὥριμον βάσανον καὶ ὄχι ὡς συνέπεια πράξεων τῆς διακριτικῆς ὑπουργικῆς μοῦ ἐξουσίας, εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ζητῶ τὴν κατάργησιν τῶν κατοχικῶν νόμων καὶ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ νόμου 6200, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν κατορθώθη. Αὐτὸ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, διότι ἐὰν τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, δὲν θὰ ἐξετίθετο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμῃ, διότι ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος κατέθεσα σειρὰν νομοσχεδίων, ὅταν μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων πολιτευτὴς πολὺ καλά, διότι εἰς τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν, ἦτο εἰσηγητὴς— καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐσπευσμένως τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισίν των. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὑπῆρχε καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ ἀναβίωσις τοῦ νόμου 6200. Ἀλλά, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν γνωρίζει τὰς πράξεις αὐτάς, διότι τότε ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐξετίθετο εἰς τὸ νὰ εἴπῃ, τὰ ὅσα εἶπε καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Τώρα ἂς εἰσέλθωμεν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος. Δηλαδή, τί εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, ἡμεῖς, λέγοντες, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιώσῃ ὁ νόμος 6200. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος; Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὸ διάστημα τῶν 30 τελευταίων ἐτῶν, ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων πολιτειακῶν καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, ἀνωμάλως καὶ κομματικῶς ἐρρυθμίσθησαν, ὄχι μόνον εἰς τὴν Χωροφυλακήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς ὅλα τὰ ὠργανωμένα ἔνοπλα σώματα, αἱ καταστάσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Οὕτω πως προκειμένου περὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ 1916–1917, ἐνῷ ὑπῆρχε μία ὀργανικὴ ἐπετηρὶς τῶν ἀξιωματικῶν, ἐσκέφθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ ὡς βάσιν τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τὸ διάταγμα τῆς ὀνομασίας των ὡς ἀνθυπομοιράρχων καὶ ἐπειδὴ ἡ ὀνομασία αὐτῶν δὲν ἐγένετο συνολικῶς τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ἀλλὰ διαδοχικῶς μετὰ ὡρισμένους μῆνας, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀνατρέπεται ἔκτοτε ἡ βάσις τῶν χρονολογιῶν τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον, ὅσοι ὑπηρετοῦν εἰς τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, φέρουν τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, τί ἔκαμε, ὁ νόμος 6200; Ὁ νόμος 6200, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἦλθε καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους πάλιν μὲ τὴν ἰδίαν διαδικασίαν, δηλαδή, ἐψηφίσθη ἀπὸ Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἶπε τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸ 1916 καὶ πέραν εὑρέθημεν εἰς πολιτειακὰς καὶ πολιτικὰς ἀνωμαλίας, ἐνῷ ἀναμφισβητήτως ἦτο ἡνωμένον τὸ Ἔθνος, ὅταν διεξῆγε τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους. Ἐὰν λοιπόν, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τὰ ὅσα ἴσχυον πρὶν ἢ διχασθῇ τὸ Ἔθνος, δηλαδή, πρὸ τοῦ 1914, ὅποτε ὑπῆρχε τεκμήριον ἀμάχητον, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κομματικὰ κριτήρια, τότε θὰ εὕρωμεν μίαν βάσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο σταθερά, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος δὲν ἐβασίζετο ἐπὶ τῶν σκέψεων τῶν κομματικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ὑπῆρχε τεκμήριον, ὅτι τὸ Ἔθνος ἦτο τότε ἡνωμένον καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπῆρχον κομματικαὶ σκέψεις. Ἀνατρέχει, λοιπόν, εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ 1914 καὶ λέγει, ὅτι ἴσχυσαν τὸ 1914 διὰ τοὺς τότε φέροντας τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ μετέπειτα προαχθέντας κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, αὐτὸ τὸ θεωρῶ ὡς δίκαιον καὶ ὀρθὸν καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ 1914, εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἀμάχητον τεκμήριον, ὅτι δὲν ἔχει κομματικὸν ὑπόβαθρον. Καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, βάσει τῆς ὀρθῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης ὅτι ἡ βάσις αὐτὴ ἦτο ὀρθή, Κυβέρνησις στηριζομένη ἐπὶ Βουλῆς ἐλευθέρως ἐκλεγείσης ἐν Ἑλλάδι συνεκρότησε μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν ἓν Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀξιωματικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἀδιάβλητον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ, καὶ αὐτό, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀντιστρατήγων, ἐπεκύρωσε τὰς τότε σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον ὅτι ὀρθῶς ὁ νόμος 6200 λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ καθεστὼς τοῦ 1914, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἡ ὁποία εἶναι κομματικῶς ἀδιάβλητος καὶ ἀπονέμει σχετικῶς τὴν μεγαλυτέραν δικαιοσύνην. Καὶ ταῦτα, ἀπετέλεσαν μέχρι τῆς κατοχικῆς περιόδου, τὸ καθεστὼς ἐν τῇ χωροφυλακῇ. Ἦλθεν ἡ κατοχικὴ περίοδος. Ἐξεδόθησαν δύο κατοχικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἱκανοποίουν μίαν κατηγορίαν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τοὺς ἑαυτούς των θιγέντας, ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ δημοκρατικῆς ρυθμίσεως τῶν πραγμάτων καὶ κατώρθωσαν, διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν δύο αὐτῶν κατοχικῶν νόμων, τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 565 καὶ 603, νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἀρχαιότητα, ἡ ὁποία εἶχεν ἀκολουθήσει ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω. Τώρα, ἡ προτεινομένη, κύριε ὑπουργέ, ὑφ’ ἡμῶν λύσις τοῦ ζητήματος, θίγει τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς εὐεργετηθέντας ἐκ τῶν κατοχικῶν νόμων; Διότι τότε, ἐὰν τοὺς ἔθιγε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης...
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).
§51Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὴ διακόπτετε τὸν ρήτορα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι, ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπέσυρε τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἶναι τοῦτο δικαίωμά του ἢ ὄχι;
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀδιαφόρως ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 1ον, τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τῆς διαγραφῆς, διότι δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον 1 ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πταίει εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐδῶ, σήμερον, ὑποβάλλεται μία τροπολογία, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑπάρξαντος ἢ ὑπάρχοντος ἄρθρου πρώτου, διὰ τῆς ὁποίας τροπολογίας ἐπιδιώκεται νὰ μεταβληθῇ ἡ σειρὰ τῆς ἐπετηρίδος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἐπαναφερομένου τοῦ νόμου 6200 καὶ καταργουμένων τῶν κατοχικῶν νόμων. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει ἡ Βουλὴ εἰς πᾶν νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς εἰσαγόμενον. Ἑπομένως, καὶ ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς διαγράφῃ τὸ ἄρθρον θὰ παραμείνῃ ἡ τροπολογία τῶν κ. βουλευτῶν. Δὲν κερδίζομεν λοιπὸν τίποτε, κύριε Πρόεδρε.
§55Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν δύναται νὰ παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Ὅταν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποσύρῃ ὁλόκληρον νομοθέτημα, ἐξ ἴσου ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαλείψῃ ὡρισμένα ἄρθρα. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἄρθρων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός. Διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τροπολογίας τοποθετουμένης εἰς ἄρθρον, πρέπει νὰ εἶναι αὐθύπαρκτος καὶ ὄχι πίσω ἀπὸ τὸ ἄρθρον αὐτό. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς τὸ Προεδρεῖον ἔθεσε τὸ ζήτημα.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον κατετέθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ διαγραφῇ ἄρθρον, μόνον ἐὰν στέρξῃ ἡ Βουλή.
§57Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον, καὶ δύναται νὰ τὸ ἀπαλείψῃ, ἡ τροπολογία μου παίρνει θέσιν πρώτου ἄρθρου.
§58Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἐδήλωσε τώρα, ἐπρόκειτο νὰ τὰ εἴπω, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸ Σῶμα. Ἀλλά, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ κἄτι ἄλλο. Ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τοῦ εἰσηγουμένου, νὰ ἀποσύρῃ νομοσχέδιον ἢ νὰ ἀποσύρῃ ἄρθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου κρατοῦμεν τὰς ἐπιφυλάξεις μας, πάντως δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις, καὶ ὑπάρχει ρήτωρ εἰς τὸ βῆμα, ὁ ὁποῖος ἀναπτύσσει ἕνα ὡρισμένον θέμα, νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, διότι τοῦτο τότε, θὰ ἐξισοῦτο πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ ρήτορος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος, ἐνῷ ἀναπτύσσει θέμα βάσει τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν νόμων, νὰ κατέλθῃ διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν αʹ ἢ βʹ λόγον, θέλει νὰ κάμῃ μίαν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου, ἴσως διότι εἶναι δυσάρεστος εἰς αὐτήν. Συνεχίζων, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀγόρευσίν μου, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, διὰ νὰ τεθῇ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τροπολογιῶν, Κανονισμοῦ, κλπ. τέρμα, δίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὴν τροπολογίαν, ὑπογεγραμμένην παρὰ 40 συναδέλφων, τὴν ὁποίαν δύναται, ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος. Ἔγινε, κύριοι συνάδελφοι, τοῦτο: Διὰ τῆς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπαναφορᾶς τοῦ νόμου 6200 ἐν ἰσχύϊ, ὑπάρχει αἰτία ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις εἶναι κομματικὴ καὶ ὅτι θίγονται οἱ προστατευθέντες ἐκ τῶν κατοχικῶν νόμων ἀξιωματικοί; Ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀντίκρουσις ὅτι ναὶ μὲν ὁ ν. 6200 ἐρρύθμισε τότε βάσει τῆς ὀρθολογικῆς τοῦ 1914 τὰ πράγματα, ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχει μία πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία κατοχυρώθη καὶ ἔρχεται ὁ ν. 6200 καὶ τὴν ἀνατρέπει. Οὔτε κἄν αὐτὸ δὲν συμβαίνει. Δὲν θίγονται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί. Διότι, ἄν, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανοι διότι φέρουν προνόμια χαρισθέντα ἐπὶ κατοχῆς ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διεθνῶς ἐθεωρήθη ὡς προδοτικὴ καὶ ἡ ὁποία ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὤφειλε νὰ ρυθμίσῃ προσωπικὰς καταστάσεις, ὡς εἶναι ἡ ρυθμισθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ἔχουν τίτλους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, δὲν ἠμποροῦν νὰ καυχῶνται διότι οἱ κατοχικοὶ νόμοι τοὺς ἔδωσαν αὐτὰ τὰ προνόμια, οἱ ἀξιωματικοί, λέγω, αὐτοὶ δὲν θὰ θιγοῦν, διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, διότι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία, τὴν ὁποίαν κατέθεσα πρὸ ὀλίγου, ναὶ μὲν ζητεῖ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ ν. 6200, ἀναγνωρίζει ὅμως ὡς καλῶς ἀπονεμηθεῖσαν τὴν ἀποκατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν οἱ κατοχικοὶ νόμοι. Σημειωτέον δὲ ὅτι, κατὰ μίαν περίεργον σύμπτωσιν, ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔτεινον εἰς τὸ νὰ ἀνατρέψουν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐρρύθμισεν ὁ ν. 6200, ὑπῆρξαν πράξεις ἐπαναστατικαὶ καὶ ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας, τῆς προβλεπομένης ἐκ τοῦ Ν. 6200, ὑπῆρξαν πράξεις πολιτικῶς ὁμαλαί. Δηλαδὴ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ἀπὸ Βουλὰς, ἀπὸ Κυβερνήσεις στηριζομένας ἐπὶ τῆς λαϊκῆς πλειοψηφίας. Τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ν. 6200 — ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου — δὲν πρόκειται νὰ ἔχετε ἀντιρρήσεις, ἐνῷ ἀντιστρόφως θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ διάταγμα τὸ ἐπαναστατικὸν τοῦ 1923 καὶ οἱ κατοχικοὶ νόμοι, ὑπῆρξαν νόμοι ἐκδοθέντες εἰς ἀνωμάλους πολιτειακὰς καταστάσεις. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι βουλευταί, οἱ βασικοὶ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νόμος 6200 πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους μετὰ μακρὰν καὶ ὥριμον ἔρευναν τοῦ πράγματος, ἐπὶ μῆνας, ὡς ὑπεύθυνος ὑπουργός, εἶχον καταλήξει εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς προανέφερα καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεζήτουν ἐπιμόνως ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος 6200.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ἀκόμη κἄποιον δισταγμὸν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπειδὴ καὶ σεῖς τότε κἄπως ἐδιστάσατε, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Βεβαίως αὐτὰ ποὺ εἴπατε ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἔχουν ὀρθῶς, ἀλλὰ ὅταν νομοθετῇ τις, νομοθετεῖ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς. Ἐρωτᾶται λοιπόν, μήπως τυχὸν ἀνατρέποντες τὴν σήμερον ὑφισταμένην κατάστασιν καὶ ἐπαναφέροντες τὸν νόμον 6200, δημιουργήσωμεν μεγαλύτερον σάλον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὡς σήμερον σχεδὸν ὑπάρχων, κατελύθη; Μήπως κάμωμεν δηλαδὴ πρᾶξιν ἀντιπολιτευτικήν;
§60Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλετε, κύριε βουλευτὰ ἐκ Τρικάλων, νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως, παρεμπιπτόντως ἢ κατὰ τὴν συνέχειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου;
§61Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅποτε θέλετε.
§62Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε, κύριε βουλευτὰ ἐκ Τρικάλων, ὅτι πράγματι, ἀπησχόλησε πολὺ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοὺς ἑκάστοτε ὑπουργοὺς τῆς Δημοσίας Τάξεως τὸ θέμα. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι — σεῖς γνωρίζετε καλύτερον ἐμοῦ — τὸ πόσας ἀμφιταλαντεύσεις ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἦλθε πρὸς συζήτησιν, ἀπεσύρθη, ἐπανῆλθε, δὲν ἐδημοσιεύθη, ἐπανῆλθεν ἐκ νέου ξανασυνεζητήθη ἐκ νέου καὶ ἀπεσύρθη.
§63Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀρχικῶς ἐβιάσθητε νὰ τὸ ψηφίσετε, ἔπειτα ὅμως ἐδιστάσατε καὶ ἤθελα νὰ ἠξεύρω διατὶ ἐδιστάσατε.
§64Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐδίστασα. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τί ἔγινε τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τῶν νομοσχεδίων τῆς σειρᾶς αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἐπειδὴ ἐνομίζον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κινήσουν τὸ ἰδιάζον ἐνδιαφέρον τῶν συναδέλφων, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον, ὅτι πρὸς καλυτέραν νομοθετικὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων ἐγὼ μὲν καταθέτω τὸ νομοσχέδιον σεῖς δέ, ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας, ἀποστείλατέ μου τὰς παρατηρήσεις σας, ὥστε ἐγὼ ἔχων πλήρη γνῶσιν τῶν ἀπόψεων τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσω εἰς τὴν γενικωτέραν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον καταθέτω ἤδη ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ Κυβερνητικὴ μεταβολή. Συνεπῶς δὲν ὑπῆρξε δισταγμὸς ἐκ μέρους μου.
§65Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπῆρξεν κἄποτε. Μάλιστα θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι μὲ εἴχατε παρακαλέσει νὰ σᾶς βοηθήσω καὶ νὰ ἀναλάβω καὶ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἀργότερον μοῦ εἴπατε ὅτι δὲν θὰ τὸ φέρετε. Ἑπομένως εἴχατε κἄποιον δισταγμόν.
§66Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ νὰ ἴδητε πόσον τὸ θέμα καὶ ἡ ἐρώτησις πού μοῦ κάμνετε εἶναι ἐπίκαιρος, ἐπειδὴ πολλαὶ ἀπόψεις ἠγέρθησαν καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἡ ἄποψις ὅτι πιθανὸν ἡ ἀναβίωσις τοῦ νόμου 6200 νὰ ἔχῃ συνεπείας ὄχι τόσον ἱκανοποιητικὰς ἀπὸ ἀπόψεως σχετικῆς δικαιοσύνης, διότι ἀπόλυτος δικαιοσύνη εἰς αὐτὸν τὸν τραγέλαφον τὸν ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ κατοχὴ μὲ τὸν τότε ὑπουργήσαντα τῆς Δημοσίας Τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πλησιάσωμεν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θέματος εἰς τὴν καλυτέραν ἔννοιαν ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης. Ἐπανειλημμένως συνεστήθησαν Ἐπιτροπαὶ πρὸς ἔρευναν καὶ βάσανον τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἰδιαίτατα ἀπὸ τῆς ὑπουργίας μου καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐξηκολούθησε νὰ ὑφίσταται τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν διαδόχων καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται καὶ κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, συνεκροτήθη ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ, διὰ τήν βάσανον τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἀπηρτίσθη ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, τὸν Ἀρχηγὸν χωροφυλακῆς καὶ τὸν Ἄγγλον ὀργανωτήν, ὁ ὁποῖος ὡς γνωρίζετε ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς Ὀργανωτικῆς Ἀποστολῆς ἔχει γνωμοδοτικὴν ἁρμοδιότητα ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰργάσθη ἐπὶ πολὺ χρόνον καὶ κατέληξε τὴν 26ην Μαΐου 1948 εἰς τὸ νὰ ἐκπονήσῃ τὸ πόρισμά της τὸ ὁποῖον, ἐὰν θέλετε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀμέσως. Ἐὰν πάλιν νομίζετε ὅτι εἶναι παρατεταμένον τὸ κείμενον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὰ συμπεράσματα. Λέγει λοιπὸν ἡ ὁμοφώνως — τονίζω ἡ ὁμοφώνως— ἐκδοθεῖσα τὴν 26ην Μαΐου 1948 ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ: «Ἡ ἀρχαιότης ........................................ .................(ἀναγινώσκει) ......................». Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἐν συνεχείᾳ ἄλλων παρομοίων ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ἀπὸ τοιαῦτα Συμβούλια προηγουμένως. Κύριοι βουλευταί, αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας ρυθμιζομένης διὰ τῆς κατατεθείσης ὑφ’ ἡμῶν τροπολογίας. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχον ἐκπληρώσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν πλήρως τὸ καθῆκόν μου, τουτέστιν νὰ τὴν διαφωτίσω ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων.....
§67Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὴν τροπολογίαν σας.
§68Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦν οἱ κύριοι βουλευταί, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία μου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§70Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρέπει ὅταν κανεὶς αἰσθάνεται τὸ βάρος τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ σθένος νὰ λέγῃ ὁλόκληρον τὴν σκέψιν του, ἔστω καὶ ἐὰν γίνῃ δυσάρεστος εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἔστω καὶ ἐὰν γίνῃ δυσάρεστος καὶ εἰς πολλοὺς συναδέλφους. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἀγορεύσας ὡς ἠγόρευσε πρὸ 10 ἡμερῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, δὲν ἀπέκρυψε τὴν πραγματικήν του σκέψιν, διότι εἶπε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι: Ἀναμένετε, κ. βουλευταί, ἐγὼ νὰ μὴ προστατεύσω τοὺς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν κατ’ ἀμάχητον τεκμήριον ἰδεολογικῶς εἰς τὸ ἡμέτερον κόμμα;
§71Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπεν αὐτό.
§72Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν, εἶπε.
§73Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Τὸ εἶπε, κύριοι συνάδελφοι.
§74Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Εἰς τὸ ἐθνικὸν κίνημα. Εἰς τὸ κίνημα ἐθνικῆς ἀντιστάσεως τῆς Θεσσαλονίκης εἰς τὸ ὁποῖον μετέσχον καὶ ἐγώ, εἶπον. Ἰδεολογικῶς σήμερον, διότι παρῆλθον ἔκτοτε πολλὰ ἔτη, πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα μας.
§75Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ συγχαίρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, διότι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν διότι ἡ δήλωσις αὐτὴ τὸν τιμᾷ καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει συνέπειαν εἰς τὴν πολιτικήν του σκέψιν καὶ τὴν πολιτικήν του παράδοσιν. Δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὸν κατηγορήσῃ δι’ αὐτό.
§76Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶπε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Διότι ἦτο ἐξαιρετικὴ ὑπηρεσία διὰ τὸ Κράτος τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ 1916. Ἔσωσε τὴν Μακεδονίαν.
§77Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι συγχαίρω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως διότι προέβη εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν διότι αἰσθάνεται καὶ ἔχει παράδοσιν καὶ συνέπειαν πρὸς τὰς ἰδεολογικὰς καὶ πολιτικὰς πεποιθήσεις του. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ἐπαναλαμβάνω, ποὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃ δι’ αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, κύριοι βουλευταί, τοποθετῇ ἑαυτὸν ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς διὰ νὰ στηρίξῃ τὸ νομοσχέδιόν του, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιολογημένη θὰ εἶναι ἡ ἀντίληψις καὶ ἄλλων τινῶν συναδέλφων, ἄλλων πολιτικῶν ἀποχρώσεων νὰ σκεφθοῦν κατ’ ἀνάλογον ἔννοιαν, ὅτι, θὰ πρέπει νὰ ὑποστηρίζουν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσέφερον καὶ αὐτοὶ ὑπηρεσίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ αὐτὸ ἰδεολογικὸν κλῖμα εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως διὰ τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη. Ποσῶς. Τοὐναντίον τὸν συγχαίρω, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τῆς ἑτέρας πλευρᾶς τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀναμένομεν μετὰ τῆς αὐτῆς παρρησίας καὶ πολιτικῆς συνεπείας καὶ ἡ ἑτέρα πτέρυξ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ αὐτὴ τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις της, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεστήριξε τὰς ἰδικάς του. Διότι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς κἄτι ἄλλο ἐπιδιώκει νὰ κάμῃ.
§78Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χειρότερο εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις τῶν σκέψεων αὐτῶν εἰς παρομοίας στιγμάς.
§79Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ δὲν κάμνω ἰδικήν μου τοποθέτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ νὰ μὴ ἀναξέωμεν πληγὰς τοῦ παρελθόντος καὶ διὰ νὰ τοποθετήσωμεν δικαίως τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ εἰς ἡμᾶς νὰ προκαλῇ ἐντύπωσιν διατὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐπρότεινε πρὸ 10 ἡμερῶν, πρὸς πᾶσαν ἔρευναν τοῦ θέματος αὐτοῦ, νὰ συσταθῇ καὶ νέα Ἐπιτροπὴ διὰ μίαν εἰσέτι φοράν. Τί πρόκειται νὰ προσθέσῃ ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ νέα Ἐπιτροπή, ἡ τετάρτη, ἢ ἕκτη, ἢ ἑβδόμη κατὰ σειρὰν Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ καλῆται νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως; Σημαίνει ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως διαφωνῶν πρὸς τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνεστήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, νομίζει ὅτι διὰ τῆς θεσπίσεως νέας Ἐπιτροπῆς θὰ δυνηθῇ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐφεσιβάλῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Μαΐου τοῦ 1948 ἢ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως θεωρεῖ ὅτι θὰ ἦτο τυχερότερος ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ δὲν θὰ εἶναι τόσον ἄτυχος, ὅσον ὑπῆρξε μὲ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον τῆς 28ης Μαΐου 1948, τὸ ὁποῖον ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ζητεῖ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ 6200 νόμου.
§80Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη μόνη της;
§81Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεστήθη βάσει ἐγγράφου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως: ... (ἀναγινώσκει) ...». «Τὸν Ἀπρίλιον ἐζήτει ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ συγκροτηθῇ ἡ Ἐιτροπὴ δι’ ἐγγράφου του. Συγκροτεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐκδίδει τὸ πόρισμά της τὴν 28ην Μαΐου 1948. Διατί ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως προσέφυγεν εἰς τὴν πρότασιν συστάσεως νέας Ἐπιτροπῆς; Προφανῶς διὰ νὰ θεσπίσῃ ἕνα νέον ἔνδικον μέσον, ἂς εἴπωμεν, ἐλπίζων ὅτι εἶναι εὐτυχέστερος κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον συνεκροτεῖτο μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι, κύριοι βουλευταί, μὴ νομίσετε ὅτι τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ἐπρότεινε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ κειμένου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἀπόψε, μὴ νομίσετε ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον 1 εἶναι ἁπλῶς ἡ ρύθμισις θέματος ἀφορῶντος τὴν ἀρχαιότητα τῶν συνταγματαρχῶν. Ὄχι. Ἀποτελεῖ καὶ ταὐτοχρόνως πρόκριμα διὰ τὸ ἀμέσως ἐρχόμενον πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ νομοσχέδιον περὶ προαγωγῶν. Διότι τὸ ἀμέσως ἐρχόμενον πρὸς κρίσιν νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος τῶν συνταγματαρχῶν διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Βασιλικῆς χωροφυλακῆς, Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως αὐτονομίαν — ὀρθῶς δὲ θὰ ἔχῃ αὐτονομίαν — καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν ἀνεξαιρέτως, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνωμοτάρχου μέχρι τοῦ στρατηγοῦ. Ἑπομένως ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀρχαιότητος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἀποτελεῖ ἐπαύξησιν τῶν πιθανοτήτων, ἡ συγκρότησις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Βασιλικῆς χωροφυλακῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε εὐμενῶς καὶ μετὰ κἄποιας συμπαθείας νὰ τείνῃ τὸ οὖς πρὸς τὰς ἐνδεχομένας σκέψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως. Ἐνῷ θὰ ὤφειλε τὸ Συμβούλιον αὐτὸ νὰ εἶναι συγκεκροτημένον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν αὐτονομίαν τῆς διοικήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἔχει τοῦτο οὐσιαστικῶς θεσπισθῆ καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Ἰδού, λοιπόν, διατί ἐκτὸς τῆς τυπικῆς ἐμφανίσεως, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ρυθμίζει θέμα ἀρχαιότητος, ὑπάρχει καὶ ἄλλο, ὑπάρχει ἡ οὐσία, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο πρόκριμα διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβοιλίου καὶ δι’ αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐζήτησε πρὸ 10 ἡμερῶν τὴν ἀνατροπὴν τῆς σειρᾶς τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ὅτι πρῶτον ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ προαγωγῶν καὶ ἱεραρχίας καὶ ἔπειτα ἤρχετο πρὸς συζήτησιν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν τοῦ πρώτου καὶ ἄμεσον συζήτησιν τοῦ δευτέρου. Διατί; Διότι ἤθελε πρῶτον νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅτι ἡ ἀρχαιότης τῶν συνταγματαρχῶν θὰ ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ εἶναι εὐμενὴς πρὸς τὰς σκέψεις του καὶ ἔπειτα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προαγωγῶν καὶ συγκροτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς χωροφυλακῆς.
§82Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν προαγωγαὶ ἀξιωματικῶν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀξιωματικοὶ θὰ ἦσαν ἐντεταγμένοι εἰς τὸν Βʹ πίνακα.
§83Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ προαγωγῶν, δὲν προάγει, καθορίζει τὴν διαδικασίαν, τὰ δικαιώματα καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ νέου Συμβουλίου καὶ ἑπομένως δὲν μεταβάλλεται ἡ οὐσία, ὅτι πράγματι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἤθελε πρῶτον νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ἡ νέα ἐπετηρὶς εἰς τὸν βαθμὸν τῶν συνταγματαρχῶν θὰ ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ δυνηθῇ, ὅταν συγκροτηθῇ τὸ νέον Συμβούλιον νὰ φανῇ εὐμενὲς πρὸς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως......
§84Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ γίνω συνήγορος τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Γνωρίζετε ποσάκις διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν, δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ τὸν κατηγοροῦμεν ἀδίκως. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἀθῶος αὐτῆς τῆς διατάξεως. Μὴ ἀποδίδετε εὐθύνας διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν διαπράττει αὐτός. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀκέραιον. Δὲν θέλω νὰ συγχύσω τὰ πράγματα, ἄλλο τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄλλο τὸ θέμα τοῦ νόμου 6200. Εἶναι δυνατὸν καὶ παραμένοντος τοῦ ἄρθρου 1 νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ 6200 καὶ μὴ παραμένοντος τοῦ ἄρθρου 1 καὶ πάλιν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ 6200.
§85Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀξιότιμε, κύριε βουλευτὰ ἐκ Τρικάλων, θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι εἰς τὴν ἀρχήν, εὐθὺς ὡς ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, εἶπον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ δύο λόγους, διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ζητήματος καὶ διὰ νὰ ἀντικρούσω τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως εἶπε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του πρὸ 10 ἡμερῶν καὶ ἐπειδὴ τότε εἶπε τὰ ὅσα ἀντέκρουσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ καθαρῶς νομικοῦ, προσέθεσε καὶ τὴν ἄποψίν του νὰ συγκροτηθῇ καὶ νέον συμβούλιον καὶ νέα Ἐπιτροπὴ καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀπὸ ἀπόψεως νομοσχεδίων καὶ κατεπλάγημεν διότι ὁ ἴδιος ὁ ὑπουργὸς εἰσηγεῖται καὶ ἐμφανίζει τὰ νομοσχέδιά του, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τοιούτους ταλανισμοὺς τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸς ψήφισιν καὶ πάλιν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ κ. ὑπουργὸς ἀνατρέπει τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§86Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἦτο διάχυτος καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Σώματος.
§87Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Τὴν σημειῶ μόνον, διότι καὶ ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως δὲν τὸ ἐσκέφθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἀποτελεῖ πρόκριμα τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν συνταγματαρχῶν, διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς, ἐὰν λέγω, δὲν τὸ ἐσκέφθη, τότε τοῦ τὸ λέγομεν ἡμεῖς ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ τὸν καθιστῶμεν προσεκτικόν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἀθώου, ὄντος τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀποτελεῖ πρόκριμα οὐσιαστικὸν καὶ συνεπῶς, ὄχι μόνον τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως προκαλοῦμεν τὴν προσοχήν, ἀλλὰ προκαλοῦμεν ἐπίσης τὴν προσοχὴν καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης, ἂν μὴ συνεννόησις, τοὐλάχιστον ἀποσαφήνισις τῶν εὐθυνῶν διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος, κατὰ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα τρόπον, νὰ προκαλέσῃ. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχω νὰ προσθέσω πέραν τούτου τι. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρξα σαφὴς καὶ ἀρκετὰ κατηγορηματικός, ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ παρὰ τὴν συνήθειάν μου ἀπότομος. Καὶ θέλω νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὅστις γνωρίζει ὅτι τρέφω ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν πρὸς αὐτόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα ἀπόψε, δὲν τὸν ἀφορᾷ προσωπικῶς. Μακρὰν ἐμοῦ ἡ σκέψις νὰ τὸν θίξω προσωπικῶς. Ἀποτελεῖ μίαν ἐπίκρισιν εἰλικρινῆ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὴν δέχεται οὐσιαστικῶς ὡς ὀρθήν, πάντως ἐγὼ μετ’ εἰλικρινείας ἤσκησα κριτικὴν τῆς πολιτικῆς του, ὄχι τῆς προσωπικῆς του πολιτικῆς, ἀλλὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν αὐτός, ὡς φορεὺς τῶν ἀντιλήψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐμφανίζει ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρὶν κατέλθω ἀπὸ τὸ βῆμα, κύριοι, δὲν ἠμπορῶ παρά, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν πλήρη προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς ὅλας της τὰς ἀποχρώσεις καὶ εἰς ὅλας της τὰς πλευράς. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι, χρειάζεται κάποια ἑνότης εἰς τὴν ἐθνικόφρονα παράταξιν, καὶ ὅτι, ἄνευ τῆς ἑνότητος αὐτῆς, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα θὰ κληροδοτήσῃ ἡ μορφὴ τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ὅλον ἐσωτερικὸν πολιτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι τώρα ἡ στιγμὴ κατάλληλος νὰ τὸ διαιρέσωμεν. Τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερε καὶ προσφέρει τὰς γνωρίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν δημόσιον λειτούργημα. Ποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως θυσιῶν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολυτιμότητος εἰς ἐποχάς, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ συνθῆκαι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦσαν ἐπισφαλεῖς διότι οὐσιαστικῶς δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο ἐμφανίζον τὰς δυνατότητας ἀποδόσεως ἔργου, ὡς ἡ Βασιλικὴ Χωροφυλακή. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑπεχρεώθην κατ’ ἄλλας ἐποχὰς διὰ λόγους εὐρυτέρας πολιτικῆς σκοπιμότητος νὰ ἀποσιωπήσω τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ εἴπω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις διότι δὲν ἤξευρα ποῖοι θὰ ἦσαν οἱ ψυχολογικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἀντίκτυποι, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναμνησθῶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ νὰ μὴ ἀποτίσω φόρον τιμῆς εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ νὰ συγκρατηθῇ ἡ Ἐθνικὴ ἑνότης καὶ ἡ πειθαρχία καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εὐρύτερον καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, θὰ παρεκάλουν καὶ τὴν πτέρυγα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὴν πτέρυγα τῶν Λαϊκῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα διότι ἡ πτέρυξ τῶν Φιλελευθέρων ὀφείλει νὰ εἶναι ἱκανοποιημένη διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν βαθμῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν κατοχικῶν νόμων μὲ μίαν ἐλαφροτάτην ἀβαρίαν εἰς τὸ θέμα τῆς ἀρχαιότητος, ἡ δὲ πτέρυξ τῶν Λαϊκῶν ποὺ εἶναι τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα εἰς τὴν Βουλήν...
§88Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τοὺς Φιλελευθέρους οὔτε εἰς τοὺς Λαϊκούς, παρὰ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, δὲν πρόκειται νὰ τοὺς πατρονάρωμεν οὔτε νὰ τοὺς διαιρέσωμεν.
§89Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Γιαννόπουλος δὲν μὲ ἐπρόσεξε, διότι ἐγὼ περὶ ἑνότητος ὁμιλῶ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δώσῃ μίαν λύσιν ἱκανοποιητικήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ πολιτικὸν σφάλμα τὸ νὰ θεωρήσῃ κανεὶς ὅτι, καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶναι αὐθύπαρκτον καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔχει τὰς ἰδέας του καὶ προσπαθεῖ κανεὶς νὰ ἑνώσῃ τὰς ἀπόψεις αὐτάς.
§90Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Εἴπατε ὅτι, ἡ ἰδική σας τροπολογία ἱκανοποιεῖ καὶ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπιτρέπεται νὰ λέγετε, ὅτι ἀνήκουν εἰς δύο παρατάξεις οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς;
§91Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε βουλευτὰ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ἐξεφράσθην κακῶς. Σᾶς εἶπον ἐπανειλημμένως ὅτι, ἐὰν εἶπον τοιοῦτόν τι, ἐξεφράσθην κακῶς. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνήκουν εἰς τὸ Ἔθνος. Σεῖς δὲ ἔχετε τὸ ἐξαιρετικὸν προνόμιον νὰ διατυπώνετε ὅτι, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν κόμματα καὶ σεῖς ἔχετε τὸ προνόμιον νὰ αἰσθάνεσθε ὅτι ἐσταμάτησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ κομματικαὶ συναλλαγαί. Ἐγὼ ἐπιμένω, ἐξετάζων τὴν οὐσίαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ὑπάρξῃ ἑνότης τοῦ ἐθνικόφρονος κόσμου διὰ τὰς ὅσας συνεπείας θὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἡ ἑνότης αὐτὴ δὲν ἐπιτευχθῇ καὶ πιστεύω ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν καταθέτω, ἱκανοποιεῖ τὰς διαφόρους ἐπὶ τοῦ θέματος τυχὸν ὑπαρχούσας διαφορὰς ἀντιλήψεων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κ. βουλευταί, παρ’ ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἐνέχει πλευρὰς ὀξύτητος καὶ πιθανὸν νὰ εἶμαι συντελεστὴς τῆς ὀξύτητος, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς μου δὲν ἦτο αὐτός, ὁ σκοπὸς μου ἦτο νὰ ἐξηγήσω τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐὰν δὲν δοθῇ ὀρθὴ διαρρύθμισις εἰς τὸ θέμα καὶ ὁποία εἶναι ἡ ὀρθὴ διαρρύθμισις ὑμεῖς θὰ κρίνετε, κύριοι βουλευταὶ (Χειροκροτήματα).
§92Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Λυποῦμαι πράγματι, κ. συνάδελφοι, ὅτι, προκειμένου περὶ συζητήσεως νομοθετημάτων, καταβάλλεται μία προσπάθεια, προσπάθεια μεταστροφῆς νομοθετικῶν διατάξεων εἰς ἀντικείμενον πολιτικῶν διενέξεων. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς τοῦ πίνακος Βʹ. Ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀνήκοντες εἰς τὸν πίνακα Βʹ, οἱ ὁποῖοι μάχονται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς κινδύνους. Τὴν θέσιν αὐτῶν ἐπιδιώκομεν νὰ τακτοποιήσωμεν. Νομίζω, ὅτι, εἶναι ὕλης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας προσπάθεια καὶ ἐπιθυμία νὰ τακτοποιήσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Δὲν ὑπάρχει ὑστεροβουλία τις, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἐμέ. Ποῖοι θὰ τακτοποιηθοῦν ἐκ τοῦ πίνακος Βʹ, αὐτὸ θὰ εἶναι θέμα ἑνὸς συμβουλίου, ὅτι πρέπει νὰ τακτοποιηθοῦν, νομίζω ὅτι εἶναι θέμα μιᾶς Ἐθνικῆς ὑποχρεώσεως ὅλων μας. Μοῦ ἀποδίδεται ἢ μᾶλλον μοῦ ἀπεδόθη παρὰ τοῦ προλαλήσαντος ὑστεροβουλία, ὅτι ἠθέλησα νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πίνακος Βʹ. ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰς προαγωγάς. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν προαγωγαὶ καὶ νὰ κριθοῦν ἀξιωματικοί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν κριθῆ ἀξιωματικοὶ τοῦ πίνακος Βʹ, ἐὰν εἶναι μόνιμοι ἢ ἐκτὸς ὑπηρεσίας ἀξιωματικοί. Συνεπῶς σύμφωνα μὲ τὴν λογικὴν πρῶτον πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ πίνακος Βʹ. Δὲν ἔχω καμμίαν ὑστεροβουλίαν, οὔτε πρόκειται νὰ ἐξαπατήσω κανένα, οὔτε ἐπιδιώκω τίποτε τὸ ἰδιαίτερον ἢ τὸ κομματικόν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1, ὡς ὁ κ. Βαμβέτσος ἐβεβαίωσεν, ἐπροτάθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶχα καμμίαν ὑστεροβουλίαν νὰ ἐξαπατήσω κανένα, διὰ νὰ ἐπιφέρω ἕν ὡρισμένον νομοθετικὸν ἀποτέλεσμα. Κατόπιν ἐγένετο ἐπίθεσις, ὅτι ἐπιδιώκω δῆθεν ὡρισμένην ἀνατροπὴν ἐπετηρίδος. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλα καμμίαν διάταξιν δι’ ἧς νὰ ἀνατρέπω τὴν ὑφισταμένην ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, κατηγοροῦν ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν ὑστεροβουλίαν νὰ ἀνατρέψω τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἕν ὅριον καλῆς πίστεως εἰς τὰς συζητήσεις ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, διὰ νὰ κρίνωμεν τί ἐπιδιώκει μία Κυβέρνησις καὶ ἕνας ὑπουργός. Δὲν ὑπέβαλα οὐδεμίαν πρότασιν νὰ ἀνατρέψω τὴν ἐπετηρίδα. Ὑπέβαλα πρότασιν νὰ ἀνατρέψω τὴν σειρὰν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς;
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§94Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, δὲν εἰσάγω διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλλω τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, δὲν μεταβάλλω τίποτε. Σεῖς ὑποβάλλατε πρότασιν μεταβολῆς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ὑπάρξῃ τις νὰ κατηγορηθῇ θὰ εἶσθε σεῖς οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, ὄχι ἐγώ. Πῶς ἀντιστρέφετε τὰ πράγματα;
§95Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐρωτᾶτε καὶ μὲ προκαλεῖτε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ εὐθύνεται διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Σεῖς τὸ παρουσιάζετε καὶ σεῖς εἶσθε ὁ ὑπεύθυνος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ζητεῖτε εἰς τὸ ἄρθρον 1 νὰ κυρώσετε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντακτικὴν Πρᾶξιν καὶ ἄλλους τινὰς νόμους. Ἑπομένως δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἀνατρέπετε οὐσιαστικῶς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν.
§96Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐὰν ζητῶ κύρωσιν ὑφισταμένης καὶ ἰσχυούσης διατάξεως, δὲν ζητῶ ἀνατροπήν.
§97Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα μόλις εἴπατε, ὅτι, «ζητῶ κύρωσιν», δηλαδὴ ζητεῖτε νὰ δώσετε νομικὴν ἰσχὺν εἰς μίαν ὑφισταμένην κατάστασιν.
§98Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Τί ζητῶ, ἀνατροπὴν, μεταβολήν; Πῶς μεταστρέφετε τὰ πράγματα καὶ θέλετε νὰ ἀποδώσετε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως πρόθεσιν μεταβολῆς; Νομίζω, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος ἐδικαιοῦτο νὰ ὁμιλήσῃ θὰ ἦτο ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Εἶναι δεσμευμένος ἐκ τῶν πράξεών του καὶ πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς πράξεις καὶ τὰς εἰσηγήσεις του. Ἀλλοίμονον ἐὰν κανεὶς ἐγκαταλείπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριζε πρὸ ὡρισμένων μηνῶν καὶ ἔρχεται κατόπιν νὰ γίνῃ κατήγορος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος εἰσηγεῖτο τότε. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς καὶ λυποῦμαι δι’ ὅσα ὑποστηρίζει σήμερον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ συμπάθειαν καὶ ἐκτίμησιν ἰδιαιτέραν. Ὁ κ. Θεοτόκης, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, οἱ κατοχικοὶ νόμοι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ καταργηθοῦν. Διατί ἰσχύει ὁ νόμος αὐτός; Πῶς μὲ κατηγοροῦν ἐμένα διὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ κατοχικοῦ, ὅταν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. προλαλήσαντα.
§99Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσετε...
§100Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Σιωπή, μὴ μὲ διακόπτετε. Ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει, σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι τὸ εἰσηγήθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Αὐτὸς ἐζήτησε νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ κατηγορεῖ. Νομίζω, ὅτι, ὑπάρχουν ὅρια ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι σεβαστά.
§101Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀφείλετε, ὅταν κάθεσθε εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς θώκους, νὰ ἔχετε τὴν ἀντικειμενικότητα νὰ παρακολουθῆτε τοὺς ρήτορας. (Φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§102Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κάτσε κάτω βρωμόπαιδο.... (Νέαι φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
(Ὥρα 8.45′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9 μ. μ.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ὅτι θὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, καὶ θὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§105Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἢ δὲν τὴν εἶπα, ἢ τὴν ἀνακαλῶ τὴν φράσιν, θὰ παρεκάλουν νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συνεχίσω.
§106Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει βαρὺ προσωπικὸν ζήτημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημ. Τάξεως, νομίζω, ὅτι παρεξετράπη, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι πρωτοφανὴς διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§107Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτακτοποιήθη.
§108Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§109Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, μετὰ τὰ ὅσα εἶπεν, ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν του νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην. Δι’ ἐμέ, τότε μόνον ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι ἱκανοποιητική, ἐὰν τὸ σύνολον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θεωρήσῃ ὅτι, ἡ ἀνάκλησις εἶναι ἐπαρκής.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ σύνολον ἀποδέχεται ὅτι εἶναι ἐπαρκής.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ ἐν ἠρεμίᾳ καὶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν φθάνω εἰς συμπεράσματα ὡρισμένων κεφαλαίων τῆς ὁμιλίας μου, διότι ἐὰν διακόπτωμαι εἰς τὰ συμπεράσματά μου, φυσικὸν εἶναι νὰ δημιουργῆται ὀξύτης εἰς τὰς συζητήσεις.
§113Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διακόψω. Γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε σέβομαι τὸν τρίτον. Σεῖς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀγορεύσεώς σας, ἐστράφητε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ εἰδικῶς πρὸς ἐμέ, καὶ εἴπατε καὶ ἐρωτήσατε καὶ σᾶς ἀπήντησα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀφήσητε νὰ συνεχίσῃ ὁ ρήτωρ.
§115Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ δώσω ἐξηγήσεις, κ. συνάδελφοι, θὰ παρεκάλουν νὰ περιμένετε νὰ τελειώσω τὸν συλλογισμόν μου καὶ τότε νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Ἐὰν θέλετε νὰ ἀγορεύσητε, νὰ κατέβω νὰ ὁμιλήσετε, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Λοιπόν, ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν εἰσάγω τροπολογίαν, οὔτε διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς ὁποίας νὰ μεταβάλλω τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Πῶς ἰσχύει ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος λέτε; Καὶ ἐκατηγορήθην, ὅτι ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος, ἔχει κανονισθῆ διὰ κατοχικοῦ νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Προϋπῆρχε μία σειρὰ ἀρχαιότητος, μέχρι τοῦ 1934. Μετεβλήθη διὰ νόμου τὸ 1944 καὶ ἡ σειρὰ αὐτὴ τῆς ἐπετηρίδος μετεβλήθη διὰ κατοχικοῦ νόμου. Ἀλλὰ διὰ Συντακτικῆς Πράξεως οἱ κατοχικοὶ νόμοι ἐκηρύχθησαν ἄκυροι, ἐκτὸς ἂν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσιζε νὰ ἐξαιρέσῃ κανέναν ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν. Μὴ μὲ κατηγορεῖτε, διότι ἐγὼ σέβομαι μίαν σειρὰν ἀρχαιότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Νὰ ἴδωμεν ποῖος εὐθύνεται. Ὁ κατοχικὸς νόμος ἔμεινεν, καὶ αἱ μεταπελευθερωτικαὶ Κυβερνήσεις ἐκύρωσαν τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μὲ ἐνδιαφέρει. Πρόκειται περὶ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 30 Μαΐου 1946. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἡ προελθοῦσα ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, ἐθεώρησεν ὅτι ὁ νόμος ὁ κατοχικὸς δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατηργημένος, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰσχύῃ, εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἀποτελῇ ἰδικήν μου εὐθύνην;
§116Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὑπὸ ὁμαλωτάτας συνθήκας, κ. ὑπουργέ.
§117Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὄχι τὸ φύλλον τῆς Κυβερνήσεως 180 γράφει τὰ ἑξῆς: «...» (ἀναγινώσκει) Αὐτὰ ἐκυρώθησαν. Δὲν εἶπον ὅτι τὰ εὗρεν ἰσχύοντα καὶ δὲν τὰ κατήργησε. Τὰ ἐξήρεσε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὰ ἐξήρεσεν ὡς ἀποβλέποντα εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας. Πῶς μὲ κατηγορεῖτε ἐμέ, ὅτι δὲν τὰ κατήργησα, ὅτι ἰσχύουν αὐτά; Ποῖος μὲ κατηγορεῖ; Ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος προσυπέγραψε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἰδοὺ τὰ ὀνόματα: «Τσαλδάρης, ....» (ἀναγινώσκει) Πῶς μὲ κατηγορεῖτε διότι ἰσχύει μία πρᾶξις κατοχική; Ἕτερον ἑκάτερον. Κάμετε μίαν πρότασιν μεταβολῆς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ὑποβάλῃ μίαν τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ νὰ λέγετε ὅτι, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως προσπαθεῖ νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Βουλήν, θέλει νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς συναδέλφους καὶ νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἐνῷ ἔχει κυρωθῆ αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ἐσεῖς τὴν ἔχετε κυρώσει, αὐτὸ ὅλο εἶναι ἀπαράδεκτον. Διατί μὲ κατηγορεῖτε ἐμένα; Διατί, κύριοι, ἐνῷ σεῖς ὅταν εἴχατε ἀμιγῆ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς πλειοψηφίας δὲν τὸν κατηργήσατε τὸν κυρώσαντα τὰς πράξεις αὐτὰς νόμον καὶ τώρα που εἶμαι ἐγὼ ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, τώρα λέγετε, ἀξιώνετε, νὰ τὸν καταργήσω; Διατί τώρα; Διότι λέγουν εἶμαι συνδεδεμένος μὲ ὡρισμένην ἐπετηρίδα ἐκ τοῦ πολιτικοῦ μου βίου. Ὅπως ὅμως εἶναι ὅλοι. Ἐγὼ ἀπετέλεσα μέλος τοῦ κινήματος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ εἶμαι ἀλληλένδετος μὲ τὴν ἐπετηρίδα, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῶν γεγονότων ἐκείνων. Ἀπὸ τότε ἐπέρασαν πολλὰ χρόνια. Δὲν λέγω ὅτι σήμερον εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ κομματικοὶ φίλοι μας. Σήμερον εἰς τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἔχει φίλους, ἀλλὰ εἶμαι συνδεδεμένος μὲ μίαν σειρὰν ἀρχαιότητος καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῆς ἐπετηρίδος ἐκείνης. Διατί τώρα ποὺ ἐγὼ εἶμαι ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, θέλετε νὰ τὴν μεταβάλλετε καὶ ὅταν ἦσθε σεῖς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τῆς πλειοψηφίας, ποὺ ἦσαν ὑπουργοὶ ὁ κ. Ζέρβας, ὁ κ. Καλκάνης, δὲν ἠθελήσατε νὰ μὴν μεταβάλετε; Λέγω, ὅτι, βεβαίως εὑρίσκομαι εἰς δυσχερῆ θέσιν, τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται μία τοιαύτη πρότασις. Πάντως ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ἡ πρότασις θὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, δυνατὸν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον. Συζητήσιμον εἶναι τὸ θέμα. Ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ. Πάντως ἕνα, τὸ ὁποῖον λέγεται, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1935, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ νόμος 620 εἶναι τοῦ 1934, πρὶν γίνῃ τὸ κίνημα. Ἀφεώρα διευθέτησιν σειρᾶς ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συνταχθῆ μὲ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μερίδα μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ 1917–1922. Τώρα βέβαια, μέχρι τοῦ 1926, ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, προαγόμενοι διετηρήθησαν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ. Προήχθησαν κατόπιν νόμων, οἱ ὁποῖοι παρενέπεσαν καὶ ἐτάχθησαν εἰς τὸ ἀριστερόν. Ἠμποροῦσαν νὰ τοὺς βάλουν πάρα κάτω ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἀλλὰ δὲν τοὺς ἔβαλαν. Εἰς τὰ 1920–1922 ὑπῆρχε πλειοψηφία τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπῆρχε Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν τοὺς ...(δὲν ἠκούσθη)..., τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ κινήματος. Ἴσχυσεν ἡ ἐπετηρὶς αὐτὴ μέχρι τοῦ 1934. Ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι συζητήσιμα, ἀλλὰ τὸ νὰ μεταστρέφωμεν τὰ πράγματα, ὅτι ἠθέλησεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι δῆθεν ἔβαλε τὸν πίνακα Βʹ, διότι ἔχει ὑστεροβουλίαν κλπ., αὐτὰ δὲν τὰ καταλαβαίνω. Ἡ ἐπετηρὶς ἴσχυσε δυνάμει ἀποφάσεως τῆς μερίδος, ἡ ὁποία ἐξῆλθε πλειοψηφοῦσα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Θέλετε νὰ τὴν μεταβάλετε; Ὑπάρχει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ. Δὲν ἀντιτίθεται κανεὶς νὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν μία πρότασις. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν πρόθεσιν νὰ ἐξαπατήσω συναδέλφους ἢ νὰ ὑφαρπάσω διατάξεις. Τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἔβαλεν ὁ κ. Βαμβέτσος, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁμοιομορφία μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως. Συνεπῶς, ἐὰν εἶπα νὰ τὸ ἀπαλείψωμεν, εἶναι διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν πίνακα Βʹ. Θέλετε νὰ τὸ παραλείψωμεν καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πίνακος Βʹ; Θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν μεταβολῆς τῆς ἐπετηρίδος; Ἂς συζητηθῇ. Μομφὴ ὅμως ἐναντίον μου, ὅτι θέλω νὰ παραπείσω τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ὑφαρπάσω διατάξεις, δὲν στηρίζεται. Οὔτε ἐγὼ ὑπέβαλον καμμίαν τροποποίησιν τῆς ὑφισταμένης ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Στηρίζομαι εἰς ὅ,τι ἰσχύει, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ὄχι διότι ἡμεῖς τὸ θέλομεν, ἀλλὰ διότι ἡ πλειοψηφία ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τὸ ἐπεκύρωσε διὰ ρητῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§118Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἡ τάξις τῶν πραγμάτων ὅπως τὰ ἐθέσατε εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν σας τὸ θέμα σας παραμένει ἐκκρεμές. Ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, ἐσεῖς ἐκάματε ἐρώτημα εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπηρτίσθη ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀποστολῆς τῆς Ἀμερικανικῆς, ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Θεοτόκης, ὑπεβλήθη τοιοῦτον ἐρώτημα, θὰ ἐδόθη μία ἀπάντησις. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι, καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ συνειδήσει παραμένει τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, διὰ νὰ μὴ μένουν ἐκκρεμεῖς οἱ ἄνθρωποι, καθ’ ἣν στιγμὴν καταβάλλομεν μίαν προσπάθειαν διὰ νὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα.
§119Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἕτερον ἑκάτερον. Ἱστορικῶς ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐπειδὴ παρενεβλήθησαν πολλαὶ τροπολογίαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, μοῦ ἐζήτησεν ὁ Ἄγγλος ἀρχηγὸς τῆς Ἀποστολῆς, ἐὰν θὰ ἤθελον νὰ τὰς ἐξετάσῃ καὶ αὐτός, μετ’ ἄλλων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ εἴπουν τὴν γνώμην των. Τοὺς εἶπον μάλιστα. Δὲν ἔδωσα ἐντολὴν νὰ ἐξετάσουν τὸ ζήτημα τῆς ἐπετηρίδος, οὔτε τίποτε ἄλλο. Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ἀφοῦ ἐτερμάτισαν τὴν ἐργασίαν αὐτήν καὶ ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια, ἐπέρασαν κατόπιν 20 ἡμέρες καὶ κατόπιν εἶπον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν 2 πινάκων. Ἐντολὴν δι’ αὐτὸ δὲν εἶχον. Διότι τὸ θέμα ἦτο καὶ τεχνικὸν καὶ πολιτικόν. Δὲν ἦτο θέμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ τὸ λύσῃ μία Ἐπιτροπή, οὔτε εἶχον ἐγὼ καμμίαν ἐξουσιοδότησιν, δὲν ἦτο διακομματικὴ οὔτε κοινοβουλευτικὴ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή. Δέν ἠξεύρω διατὶ ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ μίαν τροπολογίαν.
§120Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τοῦτο καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως νὰ διασαφήσῃ τὸ ζήτημα. Τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸ Συμβούλιον, προέρχεται ἀπὸ σᾶς ἢ αὐτεπαγγέλτως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος;
§121Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπετηρίδος αὐτεπαγγέλτως ἐπελήφθη τὸ Συμβούλιον.
§122Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι μετὰ τὰς σαφεῖς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, δὲν εὐσταθοῦν αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ ἐναντίον τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἀπέδειξεν ὁ κ. ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως ὅτι χειρίζεται τὸ ζήτημα μὲ ἀπόλυτον ἀμεροληψίαν, ἡ ὁποία δικαιολογεῖται ἀκόμη περισσότερον ἀπὸ λόγους ἁβρότητος, διότι δὲν θέλει νὰ ἀνατρέψῃ μίαν κατάστασιν καθιερωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μετὰ τοῦ ὁποίου τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, συνεργάζεται ἐν τῇ Κυβερνήσει. Πέραν αὐτῶν θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως ἀποφύγῃ τὸν διαχωρισμὸν μιᾶς κατηγορίας ἀξιωματικῶν, ὡς προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς θέσεως καὶ δὲν πρόκειται νὰ κριθοῦν ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι συνάδελφοί των. Εἶναι δίκαιον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἐξαιρεθοῦν καὶ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν γενικὴν κρίσιν μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων των. Τάσσομαι, κύριοι, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ συμφωνῶ ὅπως παραμείνῃ τὸ ἄρθρον 1.
§123Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ροδόπης, ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Διακουμόπουλος, πολὺ καλὰ ἤρξατο τοῦ λόγου του, ἐκφράσας τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην τοῦ Σώματος διὰ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως παραλλήλως πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὡραίους λόγους, νὰ κάμωμεν καὶ μίαν ἔμπρακτον χειρονομίαν ἀπέναντι τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ὅλων τῶν θυσιῶν, ὅλων τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους διεξάγει ζητεῖ ψιχία ἀπὸ ἡμᾶς. Τὰ ἐλάχιστα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ τοῦ δώσωμεν εἶναι μία τάξις, μία ὁμαλότης, μία σταθερότης τῆς σταδιοδρομίας των. Καθὼς γνωρίζετε, κ. συνάδελφοι, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ Σῶμα αὐτὸ μαστίζεται ἀπὸ μίαν ἀδιάκοπον ἐναλλαγὴν καταστάσεων. Ἀπὸ τοῦ 1945 κατεβλήθη καὶ καταβάλλεται προσπάθεια διὰ μίαν ρύθμισιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἕκαστος νομίζει καλλίτερον. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι, ἀπὸ τοῦ 1945 ὅτε ἔτυχε νὰ χειρίζομαι καὶ ἐγὼ τὰ ζητήματα αὐτά, δὲν ἔγινεν οὔτε ἕνα βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ μένουν ἐκκρεμῆ τὰ προβλήματα δι’ ἡμᾶς καὶ ἡ τάξις τῆς σταδιοδρομίας διὰ τοὺς ἀγωνιζομένους ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς. Θὰ κάμω δι’ αὐτό, μίαν ἔκκλησιν, ἔκκλησιν ἀνάλογον μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀγαπητὸς συνάδελφος, νὰ κάμωμεν μίαν προσπάθειαν παράλληλον μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν κάμουν οἱ ἄνδρες καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, νὰ παρατήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ τὰ πάθη καὶ νὰ μὴ διαπληκτιζώμεθα, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, εἰς βάρος τῶν συμφερόντων ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐξ ἴσου σεβόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν. Διότι ἡ παραμονὴ μιᾶς ἐκκρεμότητος εἶναι χειροτέρα ἀπὸ οἱανδήποτε λύσιν. Ἐκ μέν τῆς λύσεως, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν, πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ τύχη ἐλαχίστων ἀξιωματικῶν, ἐκ δὲ τῆς ἐκκρεμότητος ζημιώνεται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιταχύνωμεν λοιπόν, τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων αὐτῶν. Δέν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβραδύνωμεν διὰ λόγους πολιτικοὺς ἕνα ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τοὺς πολιτικούς μας ἀνταγωνισμούς. Εἶναι τοῦτο ἠθικὸν καθῆκον τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἴμεθα ὅλοι, δὲν κάμνω καμμίαν ἐξαίρεσιν, ἐπιλήσμονες τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ καθήκοντος. Κύριοι, θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς μίαν ἐξιστόρησιν πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα, πῶς τὰ ἀντελήφθην ὅταν τὰ ἐχειριζόμην καὶ θὰ παρακαλέσω ἐκείνους ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σχηματίσει ἀσφαλῆ γνώμην, νὰ μὲ παρακολουθήσουν, μὴ τυχὸν μὲ ὅσα τοὺς εἴπω τοὺς βοηθήσω εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς γνώμης των. Ὑπάρχει, κύριοι, ἕνας σταθερὸς κανὼν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ τὸ προσέξετε. Ἕνας σταθερὸς κανών, ὁ ὁποῖος ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Σώματα ἀνέκαθεν. Ὅτι ὑπάρχουν δύο ἱεραρχίαι. Ἱεραρχία τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἱεραρχία τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ἱεραρχία τῶν ὑπαξιωματικῶν κανονίζεται ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς εἰσόδου των εἰς τὸ Σῶμα ἡ δὲ ἱεραρχία τῶν ἀξιωματικῶν ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν χρόνον καὶ τὴν σειρὰν τῆς ἐξόδου των ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς σχολὰς ἢ ἀπὸ τὰς εἰσιτηρίους εἰς τὸ Σῶμα ἐξετάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀρχή. Τί συνέβη καὶ πῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἐπετηρίς; Τὸ 1919 ὠνομάσθησαν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί. Ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ὠνομάσθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ 1920, ἐπὶ Κυβερνήσεως νομίζω πλέον ἢ Ράλλη ἢ Γούναρη. Τότε καὶ ἐπὶ μίαν διετίαν ἀπὸ τὸ 1920 ἕως τὸ 1922 ἡ Κυβέρνησις Γούναρη–Πρωτοπαπαδάκη τοποθετοῦσα τοὺς ἐξελθόντας τὸ 1920 ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὰς σχολὰς ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου ... (δὲν ἠκούσθη) διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον, εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἐξελθόντων τὸ 1919, διότι...
§124Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐξελθόντας τῆς σχολῆς. Ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὠνομάσθησαν ἄνευ σχολῆς τὸ 1916–1917 καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ σημερινοὶ συνταγματάρχαι. Οἱ τῆς σχολῆς τοῦ 1919 οὐδέποτε ἔχασαν τὴν σειράν των, παρηκολούθησαν τὴν ἐπετηρίδα τὴν κανονικήν.
§125Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τονίσω τὸ ἑξῆς. Ἡ ἱεραρχία ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν καταλαμβάνει ὁ ὀνομαζόμενος ἀνθυπολοχαγός. Ἐὰν ἐβγῆκαν 10 ἢ 100 ἀπὸ τὴν σχολὴν αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον. Τὸ κύριον εἶναι τὸ ἐὰν καὶ πότε ἔγινε κανεὶς ἀνθυπολοχαγός. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Αὐτὸν τὸν κανόνα τὸν παραδέχεσθε; Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὀνομασθέντες τότε τὸ 20 μὲ 22 ἠδικήθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἐτίθεντο εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὀνομασθέντων τὸ 1919. Διατὶ ἐγένετο αὐτό; Ἐγένετο διότι κανὼν σταθερός, ἀπαράβατος κανών, εἰς τὴν ἐποχὴν μάλιστα ἐκείνην ἦτο ὅτι ὑπολογίζεται ἡ ἱεραρχία τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ὀνομάζονται ἀνθυπολοχαγοὶ ἢ ἀνθυπομοίραρχοι. Αὐτὸ τὸ καθεστὼς ἀμετάβλητον διατηρεῖται ἀπὸ τοῦ 1919 μέχρι τοῦ 1934. Ἀπὸ τοῦ 1929 καλύτερα μέχρι τοῦ 1934. 14 χρόνια ἰσχύει ἀμετάβλητος αὐτὴ ἡ ἐπιτηρίς.
§126Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1923 ἐπὶ Πλαστήρα;
§127Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τί ἔγινε τότε, κύριε συνάδελφε;
§128Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πλαστήρας κατήργησε τὸν νόμον 2771.
§129Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὶ ἔκαμε. Ἐγὼ σᾶς λέγω ποῖος εἶναι ὁ κανών. Παραδέχεσθε τὸν κανόνα; Ὅτι θὰ ὑπολογίσωμεν κεχωρισμένως τὴν ἱεραρχίαν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ δὲν θὰ κάμωμεν τὸ ἄτοπον νὰ δημιουργήσωμεν ἑνιαίαν ἱεραρχίαν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἰδοὺ τὸ κλειδὶ τῆς ὑποθέσεως, αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία.
§130Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀνατρέχετε εἰς ἱστορικὰ γεγονότα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγνώσετε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου;
§131Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχει μεταβληθῆ αὐτὴ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπὸ τὸ 1919–1934 ἴσχυσεν εἷς κανών, ὁ κανὼν τοῦ ὅτι ὁ χρόνος ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀναχωρεῖ κανεὶς διὰ νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἱεραρχία τῶν ἀξιωματικῶν, ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ἀνθυπομοιράρχου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου. Ἄλλαξε αὐτό;
§132Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλαξε. Ἰδοὺ τί λέγει: «.................. (ἀναγινώσκει) ....................».
§133Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ τί ἔγινε τότε;
§134Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσχυεν ἡ ἀρχαιότης ἡ πρὸ τοῦ 1919.
§135Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἐξήγησιν. Τὸ 1919, ὅπως εἴπατε, ἐλήφθη ὡς βάσις ἡ ἔξοδος ἐκ τῶν σχολῶν. Τὸ 1920 ἡ τότε κοινοβουλευτικὴ κατάστασις ἐρρύθμισε τὰ πράγαματα κατὰ τὸν Α τρόπον. Αὐτὸ ἀπετέλεσε τὸν νόμον 2771, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Αὐτὸς ὁ νόμος ἀνετράπη διὰ διατάγματος τὸ 1923. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις.
§136Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωσεν ὁ κ. Θεοτόκης μεταβάλλει τοῦτο τὸ σημεῖον, ὅτι δὲν διετηρήθη τὸ καθεστὼς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀνθυπολοχαγῶν κατὰ τὴν διετίαν 1920–1922 ἀλλὰ ἀνετράπη τὸ 1923. Δηλ. κατὰ τὸ 1920–1922 δὲν εἶχον κάνει; Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ὑπαξιωματικῶν;
§137Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§138Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τοῦτο εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶπον μίαν ἀνακρίβειαν συνισταμένην εἰς τοῦτο: Τὸ καθεστὼς αὐτὸ τὸ κανονικὸν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν διετίαν 1920–1922. Ἔρχομαι εἰς τὸ 1934. Τὸ 1934 γίνεται ὁ ἄλλος νόμος καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἐνωμοτάρχου. Μετὰ μίαν διετίαν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν δικτατορίαν, εἰς τὴν κατοχὴν καὶ ἡ κατοχὴ πάλιν ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ μᾶς εὑρίσκει σήμερον, κύριοι, τὸ 1948 ἐρίζοντας ἐὰν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀρχαιότης τῶν ἀνθυπολοχαγῶν ἢ ἡ ἀρχαιότης τῶν ἐνωμοταρχῶν. Καὶ ὁ ἕνας ἐπικαλεῖται τοὺς νόμους ποὺ τοῦ ἀρέσουν καὶ ὁ ἄλλος ἐπικαλεῖται τοὺς νόμους ποὺ τοῦ ἀρέσουν.
§139Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν στρατὸν ἐδέχθημεν ἀπὸ τοὺς ὑπαξιωματικούς;
§140Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἀπὸ τὸν καιρὸν πού ἔχομεν στρατὸν καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ εἴχομεν σχολὰς ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἕνα ἦτο καὶ ἕνα θὰ πρέπει νὰ εἶναι τὸ μέλλον —δὲν ἠξεύρω τί μεταβατικὰς διατάξεις θὰ κάμετε— τὸ κανονικόν. Ἄλλο ἀρχαιότης ὑπαξιωματικῶν καὶ ἄλλο ἀρχαιότης τῶν ἀξιωματικῶν. Διατὶ νὰ καταργήσωμεν μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία στερεώνει τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος;
§141Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ κανὼν πρέπει νὰ μείνῃ. Ἡ βάσις εἶναι ὀρθή.
§142Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ τηρῆται ἀπαρεγκλήτως. Ἐξετάσατε ὅμως ταυτοχρόνως πῶς ἐγὼ δὲν ἔγινα ἀξιωματικὸς καὶ πῶς τοῦ λόγου του ἔγινε ἀξιωματικός.
§143Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ σᾶς κάμω μίαν δήλωσιν ὅτι δὲν ἔχω κανένα ἀπολύτως σύνδεσμον μὲ καμμίαν παράταξιν, οὔτε ἐντὸς τῆς χωροφιλακῆς, οὔτε ἐκτός. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν πολεμήσας με ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ ἔχω ἀπέναντί του μόνον πικρίαν, καὶ δὲν σᾶς τὸ ἀποκρύπτω, καμμίαν ἰδιαιτέραν συμπάθειαν. Ἐὰν ἑπομένως ἀγωνίζωμαι ἐδῶ, ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῆς χωροφιλακῆς καὶ ὄχι διὰ σᾶς κ. ὑπουργέ. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἀντικειμενικός. Ἐγὼ τρομάζω ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι θὰ καταργήσωμεν τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ θὰ πᾶμε πάλιν εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ὑπαξιωματικοῦ.
§144Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Εἰς ἐμέ, κ. Τσάτσο, συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Δὲν ἔχω πικρίαν ἀπέναντί σας, ἀντιθέτως πολλὴν συμπάθειαν.
§145Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὠνομάσθη ἀπὸ σᾶς ὀργανωτὴς τῶν συμμοριῶν τῆς δεξιᾶς καὶ κατηγορήθην δι’ αὐτὸ καὶ μοῦ ἐπεβλήθη νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ ὑπουργός. Ἑπομένως ἔχω κάθε λόγον νὰ ἔχω πικρίαν. Δὲν εἶμαι οὔτε δεξιός, οὔτε ἀριστερός, οὔτε «κέντρον».
§146Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νομίζω ὅτι θεωρητικῶς τὸ ἐθέσατε ὡραῖα τὸ ζήτημα, δηλαδὴ ὅτι βασικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ μίαν θεμελιώδη ἀρχήν. Τώρα, ἐπειδὴ συζητοῦμεν ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας, θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην σας, ἐπειδὴ ἐχειρίσθητε τὰ ζητήματα αὐτά, μήπως ἡ ἀποδοχὴ τῆς τροπολογίας ὡς μεταβατικῆς πάντοτε διατάξεως θὰ ἔχῃ πρακτικῶς ἐπιζήμια ἀποτελέσματα διὰ τὸ Σῶμα ἢ ὄχι.
§147Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν παρελθοῦσαν ἐπαφήν μου μὲ τὰ ζητήματα αὐτά, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅταν τὰ ἐχειριζόμην, ἔχων σχέσεις καὶ ἔχων ἐπαφὰς μὲ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς μιᾶς παρατάξεως καὶ τῆς ἄλλης —δοθέντος ὅτι μέχρι σήμερον ὅλαι αἱ τοποθετήσεις σχεδὸν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἔχουν γίνει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου καὶ μὲ τὴν ὑπογραφήν μου — πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶδον καμμίαν διάστασιν καὶ ἔριδα εἰς τὸ σύνολον. Εἶναι ἐλάχισται αἱ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ἀντιθέσεις. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκεῖνο ποὺ μὲ θλίβει εἶναι ὅτι δι’ ἐλάχιστα πρόσωπα δημιουργεῖται ἕνας καυγᾶς ἐπάνω εἰς τὴν καμπούρα τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ μόνον γι’ αὐτὸ ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα.
§148Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπητε νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ κερδίσῃ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 6200, μοῦ εἶπεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐναντίον τῆς ἐπαναφορᾶς, διότι δὲν εὐσταθεῖ.
§149Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ θέμα δὲν ἀφορᾷ τοὺς ἀντισυνταγματάρχας καὶ τοὺς συνταγματάρχας. Διὰ τοὺς συνταγματάρχας, διὰ ποῖον λόγον; Πρόκειται αὐτοὶ κατ’ ἀρχαιότητα νὰ προαχθοῦν εἰς ὑποστρατήγους; Ὄχι! Δὲν ὑπάρχει κανένα ζήτημα λοιπὸν δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ὑπάρχει μὲ τοὺς ταγματάρχας. Αὐτοὶ εἶναι ὀλίγοι. Εἰς ἐμὲ τουλάχιστον ἐγεννήθη εἰς ἐσχάτην ἀνάλυσιν ἡ ἑξῆς σκέψις. Νὰ προαχθοῦν αὐτοὶ οἱ 14 ὡς ὑπεράριθμοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα αἱ προαγωγαί των νὰ γίνουν ἀπὸ τὰ Συμβούλια. Ἄς γίνῃ αὐτὸ διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ πράγματα. Ἢ ἂς γίνῃ ἡ προαγωγὴ καὶ τῶν ταγματαρχῶν κατ’ ἐκλογήν.
§150Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λύεται τὸ ζήτημα.
§151Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Προσέξατε, κύριοι βουλευταί, αὐτὴ ἡ ἀρχαιότης ἴσχυσεν ἀπὸ τὸ 1919–1920, ἀπὸ τὸ 1922– 1934, 12 χρόνια αὐτὰ καὶ ἕνα 13 καὶ ἀπὸ τὸ 1943–1948, 5 χρόνια καὶ 13,18 χρόνια ἴσχυσεν ἡ ἀρχαιότης τὴν ὁποίαν λέγομεν νὰ καταργήσωμεν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν καταργήσωμεν;
§152Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. (δὲν ἠκούσθη).
§153Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐδῶ πέρα παλεύομεν ὁ καθένας μὲ ἕνα ὅπλο στὸ χέρι. Τὸ ὅπλο σας εἶναι ἡ ἱεραρχία τοῦ ἐνωμοτάρχου, τὸ ὅπλο μου εἶναι ἡ ἱεραρχία τοῦ ἀνθυπομοιράρχου. Βάλλομεν μὲ αὐτὰ τὰ δύο ὅπλα καὶ δὲν θὰ καταλήξωμεν ἔτσι ποτὲ σὲ συμφωνία.
§154Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ ἀληθές. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα αὐτό.
§155Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκεῖ καὶ μόνον εἶναι τὸ ζήτημα.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (δὲν ἠκούσθη).
§157Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐξοικονόμησις τῶν πραγμάτων —τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ προτεινομένη τροπολογία— καὶ ἐκεῖ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον, δὲν συμφέρει. Εἶναι ἀσήμαντος καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ Σῶμα. Θὰ ἱκανοποιήσῃ πρόσωπα. Ἄς ἀφήσωμεν τὰ ἐλάχιστα πρόσωπα διὰ νὰ σώσωμεν τὸ Σῶμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις μου. (Χειροκροτήματα).
§158Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Διακουμόπουλος, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐμνήσθη τοῦ ἔργου τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιόν της. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως εἰς τὴν ἀνοιχθεῖσαν συζήτησιν ἔσπειρε ζιζάνια, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κύριοι, ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πίνακος Βʹ, τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι μάχονται εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, χωρὶς νὰ προάγωνται, χωρὶς νὰ δικαιοῦνται ἀμοιβῶν ἐπὶ ἔτη τώρα, ἐνῷ ἕνα ἄλλο μέρος ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Βʹ κάθονται εἰς τὰ καφενεῖα καὶ μισθοδοτοῦνται. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§159Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἄρθρον 11 παρ. 2 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς... (ἀναγινώσκει)...». Ἐρωτῶ, ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα τῶν ὁμιλητῶν, ἔχει δικαίωμα νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν ὅταν ὁμιλοῦν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν ἕδραν κατόπιν διὰ νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος;
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν.
§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν ἢ ὄχι τὴν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν δίδει τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 11, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ καταλαμβάνῃ τὴν θέσιν του μέχρι πέρατος τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν μετὰ τὴν ὁμιλίαν του, ἀσφαλῶς διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἡ κατάληψις τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου, ἀπὸ ὁμιλητήν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ εἶναι πιθανὸν νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀμεροληψίας εἰς τὸ Σῶμα. Κύριε Πρόεδρε, δὲν στρέφεται προσωπικῶς κατὰ τοῦ ρήτορος ἡ παρατήρησίς μου, καὶ παρακαλῶ πολὺ τὴν Βουλήν, νὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν διαβεβαίωσίν μου αὐτήν. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ κατ’ ἀρχήν, τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι δυνατόν, ὁ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καὶ ὁ σκεπτόμενος καὶ ἀποφασισμένος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ ἐξακολουθῇ νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα; Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§162Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφής. Τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς καταλήψεως τῆς ἕδρας τὴν θέτει ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατέχων τὴν Προεδρικὴν ἕδραν ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν δικαιοῦται πλέον νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν. Ἀλλὰ ἀναδρομικῶς διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ μὴ δύναται νὰ προεδρεύσῃ, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον δὲν φαντάζομαι νὰ ἔχῃ καὶ τὸ νόημα, ἡ ἔνστασις τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὁ κ. Λεονάρδος ἔπαυσε νὰ εἶναι βουλευτής καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύσῃ. Τὸ πολύ–πολύ, θὰ θεωρήσωμεν ἄκυρον τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Λεονάρδου ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ συζήτησις, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι κάμνομεν μίαν συζήτησιν ἄνευ οἱασδήποτε πρακτικῆς σημασίας καὶ ἐκτὸς Κανονισμοῦ. Διότι, ἕνα πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ: Ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι καὶ βουλευτής, καὶ ἀφ’ ἧς κάμῃ τὸν βουλευτήν, δὲν δύναται κανεὶς νὰ τοῦ ἀπαγορεύσῃ τὸν λόγον.
§163Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε βουλευτὰ ἐκ Τρικάλων, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι σεῖς κατείχετε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καὶ εἴχετε ἐγγραφῆ νὰ συμμετάσχητε εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ ἐπιμένατε νὰ κατέχετε τὴν ἕδραν;
§164Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§165Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἄλυτον. Ἔχει λυθῆ. Θὰ ἦτο ὀδυνηρὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐκεῖνος ὅστις ἔχει ἐκλεγῆ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ καταλάβῃ τὴν Προεδρίαν ἢ τὴν Ἀντιπροεδρίαν, δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος τούτου ὅτι θὰ διαχειρισθῇ τὸ Προεδρικὸν του ἀξίωμα ἀμερολήπτως. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι πάντοτε ὁσάκις ἤρχετο ἡ σειρὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἕνας, εἴτε ὁ Πρόεδρος εἴτε ὁ Προεδρεύων, κατήρχετο τῆς Προεδρικῆς ἕδρας καὶ κατόπιν ἐκάθητο μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἕως ὅτου λήξῃ ἡ συζήτησις. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ γεννῶμεν ζητήματα μὴ ὑπάρχοντα.
§166Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ἀπεφαίνετο ὅτι, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Ὅταν ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν γ. Θεοτόκην ἦτο ἡ ἰδική μου σειρὰ νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Πρόεδρος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἕδραν ἀνῆλθον ἐγώ. Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ ὅτι, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ἐκτὸς ἐὰν γεννᾶται ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν Πρόεδρον. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν νὰ δηλώσῃ ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παραμονῆς μου εἰς τὴν ἕδραν ἀντελήφθη μεροληψίαν τινά.
§167ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§168Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς τί ἡ συζήτησις;
§169Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη ζήτημα καὶ ὁ κ. βουλευτὴς εἶπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§170Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω, καὶ εὐθὺς ἅμα τελειώσω προχωρεῖτε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§171Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ ἐὰν κακῶς ὑπήρξατε Πρόεδρος, διότι ἠθέλατε νὰ ὁμιλήσετε, πάντως καλῶς δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε, περὶ αὐτοῦ δὲν γεννᾶται ζήτημα.
§172Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν στρέφομαι κατὰ τοῦ κ. Λεονάρδου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκουσθῇ ὁ κ. Λεονάρδος, διὰ νὰ διαφωτισθῶ καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν ἠμποροῦν οἱ Πρόεδροι, νὰ καιροφυλακτοῦν διὰ νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα.
§173Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἐὰν κάμνω καλῶς τὸ καθῆκόν μου ἢ ὄχι, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε «ναί». Καταγγέλλω καὶ ἐγώ, τὸν κ. Παπακωνσταντίνου εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι ὡς Πρόεδρος δὲν ἐμερολήπτησα, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ μέλλον. Συνεχίζω λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεισήγαγον αὐτὰς τὰς διατάξεις περὶ ἀρχαιότητος εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἔκαμον μίαν μεγάλην τρικλοποδιάν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εὐθὺς ἐπακολουθεῖ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀρχαιότητος. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον σήμερον ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μόνον τὸ ζήτημα τοῦ Βʹ πίνακος. Τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ἐπίμαχον, τὸ μηδενικόν, τὸ περὶ ὄνου σκιᾶς, δὲν εἶναι ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἀπόψε. Πρόκειται νὰ λύσωμεν ἀπόψε τὸ ἐθνοσωτήριον ζήτημα, ἐὰν πρόκειται νὰ προαχθῇ κανεὶς συνταγματάρχης εἰς στρατηγόν, αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημά μας καὶ δι’ αὐτὸ ὑποφέρει καὶ πάσχει ἡ Ἑλλάς; Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὴν ἀρχαιότητα τῶν συνταγματαρχῶν, διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνταγματάρχας αὐτοὺς πρόκειται νὰ γίνῃ στρατηγός; Ἐὰν δ’ ἕνας εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἢ καὶ οἱ δύο εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν ἀρχαιότητα..... (δὲν ἠκούσθη). Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Τσάτσος, οἱ στρατηγοὶ προάγονται πάντοτε κατ’ ἐκλογήν, καὶ συνεπῶς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπόψε, δὲν εἶναι θέμα συζητήσιμον. Τὸ 1919, προήχθησαν μερικοὶ εἰς ἀνθυπομοιράρχους. Μία ἄλλη μερίς, εἴτε διότι δὲν ἤθελε νὰ ταχθῇ ὑπὸ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, εἴτε διότι δὲν ἤθελε νὰ κουρασθῇ, παρέμεινεν ἔξω....... (Στρεφόμενος ὁ ρήτωρ, πρὸς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια δὲν ἠκούσθη). Εἶπε: Ἡ σειρὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου! Καὶ μπῆκαν καὶ αὐτοὶ στὴ σειρά.
§174Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ στὸ στρατὸ αὐτό.
§175Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω πραγματικὰ γεγονότα. Τὸ 1923 ἔγινεν ἕνας νόμος πάλιν ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε κανεὶς ἀξιωματικὸς θὰ εἶναι ἀξιωματικός. Καὶ λέγω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο ποὺ ἀναμασᾶ τόση ὥρα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διακουμόπουλος. Οἱ ἀνθυπομοίραρχοι ἔμειναν ἐπὶ 12 χρόνια μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἦλθε τὸ κίνημα Πλαστήρα καὶ βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς καβαλήσουν. Ἔπειτα ἦλθεν ἡ κατοχὴ μετὰ ἕξ–ἑπτὰ ἔτη. Οἱ ἄλλοι εἶχον κάποιον δικό τους. Ἀπὸ πάνω καὶ αὐτοί. Ἦλθε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Λαϊκὴ ἡ ὁποία εἶπε: Καλῶς ἔχει τὸ διάταγμα. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἤλθομεν νὰ λύσωμεν ἡμεῖς. Τοὺς ἀπὸ πάνω ἀπὸ κάτω, καὶ τοὺς ἀπὸ κάτω ἀπὸ πάνω. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γυρίζουν καὶ πᾶνε ἀπὸ κάτω, εἶχον περισσότερα χρόνια ἀπὸ πάνω. Τί πρόκειται λοιπόν, νὰ λύσετε; Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνουν οἱ συνταγματάρχαι στρατηγοί; Καὶ ποῖος θὰ μπῇ μπροστά; Ἐὰν αὐτὸ σεῖς τὸ θεωρῆτε ἐθνικὸ ζήτημα καὶ σπουδαῖο ζήτημα, ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν νὰ λύσωμεν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βʹ πίνακος, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν χωρὶς νὰ ἀμείβωνται. Σᾶς ἀφήνω νὰ κρίνετε ποῖος ἔχει δίκαιον. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ παύσωμεν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ τοῦτο ἀκόμη ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἀπὸ τὸ βῆμα, διατὶ ὡμίλησα. Διατὶ ὡμίλησα; Ὁ Πρόεδρος εἶναι βωβὸν πρόσωπον; Εἶπον, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω καὶ κατεῖχον τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, κατῆλθον τοῦ βήματος. Ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ἀλλὰ ἔλαβον μέρος ὡς Πρόεδρος εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ σᾶς εἴπω ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν. Καὶ εἶπον ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ 1ον ἄρθρον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδίδω σημασίαν, ἠμποροῦσεν ἐφ’ ὅσον τὸ ἐζήτει ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἀπαλειφθῇ. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ Πρόεδρος καὶ ὄχι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ μάλιστα ἀντέλεγεν ὁ κ. Καράμπελλας......
§176Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Εἶπον ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ ἡμεῖς προτείνομεν τροπολογίαν.
§177Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ ὡμίλησα. Δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὥστε νὰ ἀναγκασθῶ νὰ κατέλθω τῆς ἕδρας. Ὡμίλησα ἐπὶ ζητήματος Κανονισμοῦ, ὅπου ὁ Πρόεδρος ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Καλῶς ἑπομένως ὡμίλησα. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλήν: Ὁ Πρόεδρος ἐμερολήπτησεν; (Φωναὶ ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης). Ὄχι, ὄχι.
§178Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§179Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι παρατείνεται ἡ συζήτησις πέριξ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τόσον σοβαρὸν ὥστε θὰ πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὡς Κυβέρνησιν, δηλαδὴ τὰ δύο ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζόμενα κόμματα, ἐπειδὴ δὲ βλέπω ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου τῶν κομμάτων τούτων τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀντιπαρέλθωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἕως ὅτου τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα νὰ ἐκφράσουν πλέον τὴν ἐπίσημον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχοντος ὡς γνωστὸν καὶ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου —καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἄρθρων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νὰ προχωρήσωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ νομοσχεδίου. Διότι τελικῶς, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν πρακτικά, τί πρόκειται νὰ γίνῃ; Ἐὰν ὑποθέσετε ὅτι ἡ ψηφοφορία ἀπολήξῃ κατὰ πλειοψηφίαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν συμπεριλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συμβῇ τοῦτο: Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δημοσιεύσῃ ὁλόκληρον τὸν νόμον καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ἓν ἄτοπον. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ φέρετε εἰς δύσκολον θέσιν τὸ κόμμα σας, (ἀπευθύνεται πρὸς τὴν πτέρυγα τῶν Λαϊκῶν) τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀφήσετε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα προκαταβολικῶς διὰ τῆς συνεννοήσεως τῶν δύο κομμάτων καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν νὰ μᾶς φέρῃ τὴν ἐπίσημον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἂς προχωρήσωμεν...... (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Λαϊκῶν βουλευτῶν).
§180Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. (Εἰς ζωηρὸν τόνον φωνῆς). Ἀξιοῖ κανεὶς κἄποιον ἐλαφρὸν σεβασμὸν ὅταν ὁμιλεῖ.
§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Λαϊκῶν). Διαφωνοῦμεν διότι θέλετε νὰ ἀποδώσετε τὴν γνώμην σας εἰς τὸ Κόμμα.
§182Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω τὴν γνώμην σας εἰς τὸ κόμμα, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι πολὺ σοβαρὸν ὡς θίγον τὴν ἐπετηρίδα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Τοιαῦτα σοβαρὰ ζητήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσούτου σοβαροῦ ζητήματος, θὰ ὠφείλατε νὰ πειθαρχήσετε.... (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Λαϊκῶν).
§183Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διότι ἐὰν ἔλθῃ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματός σας καὶ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θιγῇ ἡ ἐπετηρὶς τῆς χωροφυλακῆς, θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι ἐπὶ τοσούτῳ σοβαροῦ ζητήματος νὰ πειθαρχήσετε. Διατὶ λοιπὸν νὰ θέσετε εἰς δύσκολον θέσιν....
§184Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πρὸς ἡμᾶς ὁμιλεῖτε;
§185Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον ὁμιλῶ, ἀλλὰ στρέφομαι πρὸς ὑμᾶς, διότι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς σας ἔρχεται ἡ ἀντίρρησις καὶ διότι ἀποτελεῖτε καὶ τὴν σχετικὴν πλειοψηφίαν τοῦ κόμματος καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι Κυβερνητικόν, καὶ ἑπομένως θὰ λυθῇ τελικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁποίαν μετέχει καὶ τὸ κόμμα σας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ σταματήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτατον διότι ἔχομεν νὰ τακτοποιήσωμεν μαχομένους ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς εὑρισκομένους εἰς τὸν πίνακα Βʹ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ νὰ περιμένωμεν τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ μᾶς φέρῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται διατάξεως. Αὐτὴν τὴν πρακτικὴν καὶ συμβιβαστικὴν πρότασιν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς.
§186Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἠκούσαμεν μετὰ βαθυτάτης προσοχῆς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικάλων βουλευτοῦ. Προσωπικῶς ἐγὼ χωρὶς νὰ ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην οὐδενός, προσχωρῶ ἀπολύτως εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι συντρέχουν πράγματι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βαμβέτσος διὰ νὰ διακοπῇ προσωρινῶς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Θεοτόκη καὶ Πολιζωγοπούλου, μέχρι τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Φιλελευθέρων). Πάλιν θὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις;
§188Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως νομίζει ὅτι πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος καθὼς ἐπίσης εἶμαι σύμφωνος νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§189Π. ΛΕΒΑΝΤΗΣ. (Πρὸς τὸν κ. Ρέντην). Ἐκφράζει ὁ νόμος ἢ ὄχι γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, κ. ὑπουργέ;
§190Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει υἱοθετήσει ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον: (Φωναὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Λαϊκῶν). Νὰ διακόψωμεν. κ. Πρόεδρε. (Φωναὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Φιλελευθέρων). Ὄχι. Νὰ προχωρήσωμεν. Νὰ μὴ διακόψωμεν. (Φωναί, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τῶν δύο κομμάτων).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§192Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἀναμφισβητήτως εἶναι ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προχωρήσωμεν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ διακοπή. Ἐὰν θέλετε νὰ σταματήσετε τὸ ἔργον, τότε διαμαρτύρομαι.
§193Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§194Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. (Φωναὶ, θόρυβος, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§195Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ρυθμίζῃ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. (Φωναί, θόρυβος)
§196Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κύριοι βουλευταί, εἰς ἓν νομοσχέδιον εἶναι ἑπόμενον νὰ ὑποβάλωνται τροπολογίαι καὶ πολὺ περισσότερον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διότι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος ἡ τροπολογία αὐτή. Συνεπῶς ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν πρόκειται νὰ σταματήσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μία τροπολογία.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Λαϊκῶν). Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Φιλελευθέρων). Ὄχι, νὰ συνεχίσωμεν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, διαμαρτυρίαι).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν θέλουν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθοῦν. (Ὁ θόρυβος καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις συνεχίζονται). (Ὁ κ. Α. Γιαννόπουλος κἄτι λέγει, μὴ ἀκουόμενος, ἐν μέσω τῶν κωδωνοκρουσιῶν).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. βουλευταί, παρακαλῶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§201Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ἐλύθη προηγουμένως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον ποὺ κατεῖχε τὴν ἕδραν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχισις τῆς Βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν ἀξ)κῶν καὶ ἀνθ)στῶν Χωρ)κῆς τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.10′ μ.μ.)