1948.07.09
2,480 rows · 18,892 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88η
Παρασκευὴ 9 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰς τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, τοῦ Συλλόγου Εἰσαγωγικοῦ Ἐμπορίου καὶ τοῦ Συνδέσμου Βιομηχάνων Πατρῶν, ζητούντων ἐλάττωσιν τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν καὶ εἰσφορᾶς ὑπὲρ Ταμείου ἀνεργίας ἐπαρχιῶν. Ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματοβιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν, ζητοῦντος, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν οἱ ἐπαγγελματοβιοτέχναι τῆς τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σταφιδοκτηματιῶν τῆς Κοινότητος Καρεΐκων, ζητούντων ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ Βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Τσιμπιδάρος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμῶν, ζητούντων τροποποίησιν τοῦ νόμου 357)47 «περὶ φορολογίας πλουτισάντων». Οἱ Βουλευταὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ.κ. Χ. Στεργιόπουλος καὶ Ν. Πετρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν ἁλιέων καὶ ἰχθυοπωλῶν Στιλίδος καὶ Λαμίας, ζητούντων τὴν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰσαγωμένων ἰχθύων εἰς Λαμίαν, βαρύνοντος ἐπαχθῶς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Οἱ Βουλευταὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ.κ. Στεργιόπουλος καὶ Ν. Πετρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἰτέας Παρνασσίδος, ζητούντων ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ Βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Παπαδόπουλος, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Σταθμοῦ Χωροφυλακῆς εἰς τὴν Κοινότητα Ἀθύρων καὶ Παλαιᾶς Πέλλης. Ὁ Βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Παπαδόπουλος, δι’ ἀναφορᾶς του, ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐνίσχυσιν τῶν χαλαζοπλήκτων τῆς περιφερείας Γιαννιτσῶν. Ὁ Βουλευτὴς Σερρῶν κ. Κ. Ἀλεξανδρίδης, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ ἄμεσον συγκέντρωσιν σίτου καὶ καθορισμὸν ἱκανοποιητικῆς τιμῆς. Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Θ. Μανωλόπουλος, Δ. Πετροπουλάκος, Κ. Δημητρακόπουλος, Π. Σταθόπουλος, Δ. Μητσόπουλος, Λ. Βρεττᾶκος, Δ. Σαρρῆς, Σ. Πολυζωγόπουλος, Α. Θεοδωρόπουλος καὶ Ι. Σαραντάκης, προτείνουν ὅπως ἀπονεμηθῇ ἠθικὴ ἀμοιβὴ διὰ τῆς ὀνομασίας εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντ)ρχου τοῦ Ἰω. Θ. Παπαγεωργίου ἢ Γανωμένου ὁπλαρχηγοῦ Βαλκανοτουρκικοῦ καὶ Βορειοηπειρωτικοῦ ἀγῶνος, ἐγγεγραμμένου εἰς τοὺς κεκυρωμένους πίνακας Ἐθνικῶν ἀγωνιστῶν Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας του. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Προέδρων Κοινοτήτων Λίμνης, Ροβίων, Κουρκούλων, Κεχριῶν, Σκεπαστῆς κλπ., παρακαλούντων διὰ τὴν ἄμεσον ἵδρυσιν Τάγματος Ἐθνοφρουρᾶς πρὸς ἀσφάλειαν περιφερείας Εὐβοίας. Οἱ κ.κ. Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν. καὶ Ὑπ. Ἐξ.) καὶ Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς Ἀεροπορίας), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Οὐασιγκτῶνι τῇ 1ῃ Ὀκτωβρίου 1947 ὑπογραφείσης Παγκοσμίου Μετεωρολογικῆς Συμβάσεως μετὰ τοῦ Προσθέτου Πρωτοκόλλου καὶ τῆς τελικῆς Πράξεως». Ὁ κ. Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδια ψηφισμάτων: 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΣΤʹ τοῦ ἔτους 1948 ψηφίσματος «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Μαρτίου 1924 ψηφίσματος τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως «περὶ ἐκπτώσεως τῆς δυναστείας καὶ ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας». 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ΜΖʹ ψηφίσματος τοῦ ἔτους 1948 «περὶ ἐκδικάσεως τῶν κακουργημάτων ἐν τῇ περιφερείᾳ Δωδεκανήσων παρὰ τῶν Ἐφετῶν». 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΗʹ τοῦ ἔτους 1948 ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 509)1947 «περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, τοῦ Πολιτεύματος, τοῦ Κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν». 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΘʹ τοῦ ἔτους 1948 ψηφίσματος περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 516)1948 Α. Ν. «περὶ ἐλέγχου τῆς νομιμοφροσύνης τῶν δημοσίων κλπ. ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν». 5) «περὶ κυρώσεως τοῦ ΝΕʹ ψηφίσματος τοῦ ἔτους 1948 «περὶ καταργήσεως τοῦ ΛΘʹ ψηφίσματος «περὶ προσωρινῆς ἀπαγορεύσεως τῆς διακοπῆς τῆς παραγωγῆς καὶ ἀναστολῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας». καὶ 6) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΝΣΤʹ ψηφίσματος τοῦ ἔτους 1948 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1.5.48 Δ)τος περὶ κηρύξεως εἰς κατάστασιν πολιορκίας τῆς περιοχῆς τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης». Οἱ κ. κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ), Ι. ΠΟ-ΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καὶ Α. ΠΑ-ΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 5 Μαΐου 1948 Συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Βορ. Ἀμερικῆς, τῆς Ἑλληνικῆς Β. Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τροφίμων». Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ Σώματος Ἀδελφῶν Νοσοκόμων τοῦ Στρατοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κωστόπουλος, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κρατήσεων ἐκ τῶν ἀποδοχῶν, συντάξεων, μερισμάτων καὶ βοηθημάτων τῶν μονίμων ἀξ)κῶν καὶ ὑπαξ)κῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, Θαλάσσης καὶ Ἀέρος ὡς καὶ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος πρὸς ἐξυπηρέτησιν οἰκοδομικῶν δανείων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαμβέτσος, ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου καταθέτει τὴν ἔκθεσίν του. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Μακκᾶς καὶ Β. Στεφανόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀξ)κῶν καὶ Ἀνθ)στῶν χωρ)κῆς τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 320 τῆς 19)19 Ἀπριλίου 1947 Ν. Δ. «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀνθυπομοιράρχων». Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Τσεριώνης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 702)48 Α. Ν. «περὶ λήψεως διαφόρων φορολογικῶν μέτρων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Σχινᾶς, Θ. Διακουμόπουλος, Β. Κρῖκος, Γ. Βογιατζῆς κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῶν Ἀξ)κῶν Χωρ)κῆς». Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ διαφόρων ἐρωτήσεων. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 205 ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ν. Παπαγεωργίου. Ἐπὶ τῆς ὡς ἄνω ὑμετέρας ἐρωτήσεως δὲν εἶναι δυνατὴ πρὸς τὸ παρὸν ἀπάντησις, καθ’ ὅσον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Α. Π. 47019)Φ. 34020)1)ΒΙ) 1)2.6.7.48 ἡμετέρας, διετάχθη τὸ Αʹ Σ.Σ. ὅπως τροποποιήσῃ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἔνορκον διοικητικὴν ἐξέτασιν εἰς ἔνορκον προανάκρισιν πρὸς πληρεστέραν διασάφησιν τῶν καταγγελομένων εἰς βάρος τοῦ Ἀντ)ρχου Ἰσαακίδου Ἀλεξ. διὰ τῆς ἀπὸ 20.5.48 ἐκθέσεως ὑμῶν. Ἤδη ἐπραγματοποιήθη ἡ μετάθεσις τοῦ ὡς ἄνω Ἀντ) ρχου ἐκ τῆς περιοχῆς Καρπενησίου. Ἀθῆναι τῇ 7.7.48
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
ΙΙ. Τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 202)621)1948 ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Κατσώτα Π. 1. Ἐπίταξις κτηνῶν ὑπὸ τῶν Μονάδων Στρατοῦ διετάχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 72013)2)Γ.Δ.)17.4.48 Δ)γῆς Γ.Ε.Σ. πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τῆς συνθέσεως προβλεπομένου ἀριθμοῦ κτηνῶν τῶν Μονάδων. Δι’ ἕκαστον ἐπιτασσόμενον κτῆνος (ἡμίονον) ὑγιᾶ, καλῆς διαπλάσεως εὐσταθίας καὶ ἡλικίας 4–8 ἐτῶν ὡρίσθη ἀνώτατον ὅριον δραχμῶν 2.500.000, μειούμενον κατὰ 5% δι’ ἕκαστον ἔτος ἡλικίας ἀπὸ 8–11 ἐτῶν καὶ κατὰ 2% δι’ ἕκαστον ἔτος ἀπὸ 12–15 ἐτῶν. Ἡ ἀξία σαγμάτων ἐξαρτημάτων καθορίζεται ἐπὶ τόπου παρ’ Ἐπιτροπῆς ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τούτων καὶ τῶν τοπικῶν συνθηκῶν. Ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται ἀμέσως ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν Ἐπιτάξεως. Τυχὸν καθυστέρησις καταβολῆς ἀποζημιώσεως θὰ ὀφείλεται προφανῶς εἰς ἐσπευσμένας μετακινήσεις Μονάδων λόγῳ τῶν ἐπιχειρήσεων. 2. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀναγκαστικὰς μισθώσεις κτηνῶν καὶ ὁδηγῶν ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 540324)Ε6.3.47 ΔΥΣ βάσει τῆς ὁποίας ἡ ἀναγκαστικὴ μίσθωσις ἐνεργεῖται εἰς μικρὸν ἀριθμὸν κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ δι’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα. Ἐξαίρεσις τοῦ μέτρου τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται κατὰ περιπτώσεις ἀπομακρύνσεως κτηνῶν καὶ ὁδηγῶν μετὰ τῶν Μονάδων συνεχιζουσῶν τὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται ἀμέσως κατὰ δεδουλευμένα χρονικὰ διαστήματα ὡς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὁπλιτῶν. 3. Διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑπὸ μίσθωσιν κτηνῶν ἅτινα ἐξαφανίζονται ἢ φονεύονται κατὰ τὰς ἐπιχειρήσεις ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 817363)7–11–47 κοινὴ ἀπόφασις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν κοινοποιηθεῖσα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 817364)24–8–11–47 Δ.Ε.Σ. Βάσει ταύτης ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται μετὰ προηγουμένην ἐνέργειαν ἐνόρκου Διοικητικῆς ἐξετάσεως. Ἡ ἀποζημίωσις καθορίζεται παρ’ Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς ἐνεργησάσης τὴν ἐπίταξιν Μονάδος. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη εἰδικῶς πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μακρᾶς διαδικασίας ἥτις θὰ ἀπῃτεῖτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 4442)29. Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς ἄνδρας οἵτινες πίπτουν ἢ ἐξαφανίζονται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας των ἰσχύει τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Ν. Δ. τῆς 31–10–1945 βάσει τοῦ ὁποίου συνταξιοδοτοῦνται αἱ οἰκογένειαί των. 4. Γενικῶς τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν ἐξέδωσε διαταγὰς καὶ ἐξουσιοδότησε τὰς Μονάδας διὰ τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν τῶν διατυπώσεων καταβολῆς ἀποζημιώσεων λόγῳ ἐπιτάξεων ἢ ἀναγκαστικῶν μισθώσεων. Τυχὸν βραδύτης ἐκτελέσεων τούτων ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν ἀπασχόλησιν τῶν Μονάδων δι’ ἐπιχειρήσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰουλίου 1948
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ
III) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 175 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Βγενοπούλου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1.7.48. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 104268)7– 5–48 ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης παρέσχομεν τὴν ἀπαιτουμένην κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς 7 Ἰουνίου 1927 ἔγκρισιν ἡμῶν διὰ τὴν κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ Ν.Δ. 78)1946 ἔνταξιν τῶν ὑπηρετούντων Ποινικῶν κλητήρων, κλητήρων ἀκροατηρίου, καὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων τῆς ἐντάξεως τούτων γενησομένης ἀπὸ τοῦ νέου οἰκονομικοῦ ἔτους 1948–49 εἰς τὴν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου περιελάβομεν σχετικὴν πρόβλεψιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται δαπάνης.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 197)607 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζη. 1. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Δ)ντὴς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου Ὑπ. Συντονισμοῦ Ν. Χρυσανθόπουλος μετέβη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐπὶ Κρατικῇ τινι ἀποστολῇ. 2. Ὁ ρηθεὶς Ν. Χρυσανθόπουλος μετέβη ἰδιωτικῶς, καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἐπιβαρύνσεως τοῦ Κράτους, εἰς Ἑλβετίαν, ἔνθα παρέμεινεν ἐπὶ δεκαήμερον πρὸς ἐξέτασιν καὶ θεραπείαν σοβαρᾶς παθήσεως, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐν Γενεύῃ Ἰατρῶν α) Dr. Gouetave G. Morfet ὁδὸς Cantolie ἀριθ. 18 εἰδικοῦ στομαχολόγου καὶ β) Dr. P Baraet Λεωφόρος Ντὲν Λὰ Τοὺ ἀριθ. 4 ἀκτινολόγου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουλίου 1948
Ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ
Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Βουλευτὴς Ἠλείας) V) Τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων ὑπ’ ἀριθ. 191 καὶ 160 τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Καλλία καὶ Χ. Θηβαίου. «Ἀντικείμενον «περὶ χορηγήσεως πιστώσεων πρὸς συμπλήρωσιν ὁδῶν: 1) Χαλκίδος–Καρύστου, 2) Χαλκίδος– Αἰδηψοῦ.
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
1) Ὁδὸς Χαλκίδος–Καρύστου (χλμ. 127,6) Ὁλικὸν μῆκος τῆς ὁδοῦ 127)600 χιλιόμ. Τμήματα ταύτης εἶναι πλήρως περαιωμένα ἕτερα ἡμιτελῆ καὶ ἄλλα ἀκατασκεύαστα καὶ δὴ τὸ τμῆμα Χαλκὶς–Λέπουρα χιλ. 55)600 εἶναι πλήρως περαιωμένον. Τὸ τμῆμα Λέπουρα–Ἁλμυροπόταμος—χλμ. 20—εἶναι περαιωμένον κατὰ τὰ 9 πρῶτα χιλ)μα καὶ ἡμιτελὲς κατὰ τὰ ἑπόμενα 11 χιλιόμετρα. Τὸ τμῆμα Ἁλμυροπόταμος–Στύρα—χιλ. 20 εἶναι ἀκατασκεύαστον. Τὸ τμῆμα Στύρα–Κάρυστος χλμ. 32 εἶναι ἡμιτελὲς κατὰ τὰ 26 πρῶτα χιλ)τρα καὶ περαιωμένον κατὰ τὰ ἑπόμενα 6 χιλ)τρα. Διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἡμιτελῶν καὶ κατασκευὴν τῶν ἀκατασκευάστων θέλει ἀπαιτηθῇ κατὰ πρόχειρον ἐκτίμησιν τὸ ποσὸν τῶν 7 δισεκατομυρίων (20Χ200.000.000) 40Χ75. 000.000–7.000.000.000). 2) Ὁδὸς Χαλκίδος–Αἰδηψοῦ χλμ. 151. Ὁλικὸν μῆκος τῆς ὁδοῦ 151 χιλ. Ἡ ὁδὸς περαιωμένη καθ’ ὅλον αὐτῆς τὸ μῆκος πλὴν τμήματος αὐτῆς Παπάδες–Ἑλληνικὰ μήκους 18 χλμ. ὅπερ εἶναι ἡμιδιηνοιγμένον. Διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τμήματος τούτου θέλει ἀπαιτηθῇ κατὰ πρόχειρον ἐκτίμησιν τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς δισεκατ. τριακοσίων πεντήκοντα ἑκατομμυρίων (18Χ75.000.000– 1.350.000.000). Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουλίου 1948.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων
Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ»
καὶ IV) Τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 161 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Καλλία. «Ἀντικείμενον «περὶ διαθέσεως ποσοῦ διὰ τοὺς ὑποστάντας ἐκ τοῦ πολέμου ζημίας λιμένας τῆς Χαλκίδος καὶ τῆς Κύμης.
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
Δὲν ἐγένετο εἰσέτι ἡ ἔγκρισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων διὰ νὰ εἶναι γνωστὸν ἂν καὶ τὶ διατίθεται διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν λιμένων τοῦ Κράτους, συνεπῶς δὲ καὶ τῶν λιμένων Χαλκίδος καὶ Κύμης. Ἀθῆναι τῇ 1 Ἰουλίου 1948.
Ὁ Ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων
Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σπ. Σγουρόγλου ἀπέστειλε τὴν κάτωθι ἐπιστολήν. Κύριε Πρόεδρε. Παρισταμένης ἐπιτακτικῆς καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης ὅπως μεταβῶ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν διὰ λόγους ὑγείας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ μοὶ χορηγήσητε τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν ζητοῦντες τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς συναίνεσιν τοῦ Σώματος, προέλθητε δὲ ἐν ταὐτῷ εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν χορήγησίν μοι ὑπηρεσιακοῦ διαβατηρίου διὰ Γαλλίαν καὶ Ἀγγλίαν. Ἀθῆναι 9–7–1948.
Μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ
ΣΠ. Γ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Σ. Σγουρόγλου.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὴν μείωσιν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου κλπ.
§8Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καίτοι ἡ ἐρώτησις κατετέθη πρὸ 15 μηνῶν δὲν ἔχασε τὴν ἐπικαιρότητά της. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐβοίας, οἱ ὁποῖοι ἔπαθαν ἐκ τοῦ παγετοῦ καὶ τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι καὶ οἱ ἐλαιῶνες κατεστράφησαν ἤλπιζον ὅτι θὰ εἶχον καὶ αὐτοὶ τὴν ἀρωγήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς ὅλους τοὺς παγετοπλήκτους. Καὶ ἐνῷ εἰς ἄλλας περιφερείας τοῦ Κράτους ἐδόθησαν καὶ δάνεια καὶ ἐμειώθη ὁ φόρος τοῦ οἴνου, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1946 ὑπεσχέθη ὅτι θὰ μειώσῃ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐν τούτοις, διὰ τὴν Εὔβοιαν οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν.
§9Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Κατηργήθη ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο κατώτατον ὅριον φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου 300 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν. Ἤδη ὁ φόρος ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς ἑκάστοτε τιμῆς τοῦ οἴνου κατὰ ἐπαρχίαν. Σᾶς ἀπήντησα εἰς αὐτὸ καὶ ἐνόμιζον ὅτι εἶσθε ἱκανοποιημένος. Ἡ ἐρώτησις αὐτή, κατατεθειμένη πρὸ πολλοῦ, καιροῦ, ἀφορᾷ παράπονα ἐγερθέντα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Ἴσως νὰ μὴ τὸ ἔχετε αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν σας.
§10Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Παραπονοῦνται διότι δὲν ἔτυχον τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, παραπονοῦνται διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν τούτοις δὲν τυγχάνουν τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἔδωσαν μίαν πλειοψηφίαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα. Φαίνεται ὅτι ἐπειδὴ σήμερον διῃρέθησαν οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἔμειναν μόνον δύο Λαϊκοί, δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέχει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περιφέρειαν τὴν προστασίαν της.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ 8ου ὅρου τῶν συμφωνητικῶν μεταξὺ Κράτους καὶ ἀγοραστῶν Λίμπερτυ.
§12Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅταν παρεχωρήθησαν ὡρισμένα Λίμπερτυ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐδόθησαν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐφοπλιστὰς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωσε τὴν ἐγγύησίν της ὑπὲρ τῶν ἀγορασάντων τὰ πλοῖα διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ὑπολοίπου τιμήματος. Τὸ τίμημα αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῇ ὡς ἑξῆς. 25% κατεβάλλετο ἀρχικῶς καὶ ἔπειτα τὸ ὑπόλοιπον θὰ κατεβάλλετο εἰς διαφόρους δόσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἦτο ἀπαιτητὴ τὴν 10.12.47, ἡ δευτέρα τὴν 10.3.48 καὶ ἡ ὑπόλοιπος ἀπὸ Μάρτιον εἰς Μάρτιον ἐντὸς περίπου μιᾶς δεκαπενταετίας μέχρι τοῦ 1962 μὲ τόκον 3½%. Εἰς ἀντάλλαγμα αὐτῆς τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον, ἔναντι τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ἀγοραστῶν Λίμπερτυ, ἐτέθησαν μερικοὶ ὅροι. Μεταξὺ τῶν ὅρων τούτων ἦσαν οἱ ἑξῆς: 1) Ὅτι οἱ ἐφοπλισταὶ δὲν θὰ ἔθετον τὰ πλοῖα ὑπὸ ξένην σημαίαν καὶ θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ μεταφέρουν τὰ ἄλλα ὑπὸ ξένην σημαίαν πλοῖά των εἰς τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, 2) ὅτι θὰ εἰσῆγον ἐτησίως συνάλλαγμα δέκα χιλιάδων δολλαρίων καὶ δυόμισυ χιλιάδων λιρῶν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἀπὸ τοῦ δευτέρου δὲ ἔτους καὶ ἐφεξῆς δέκα πέντε (15) χιλιάδας δολλάρια καὶ 3.750 χιλιάδας λίρας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ κυρώσεις εἰς περίπτωσιν μὴ πραγματοποιήσεώς των, ἠρώτησα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ποῖα ποσὰ κατεβλήθησαν καὶ ἐσημείωσα ὅτι μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1948 μόνον δύο ἐφοπλισταὶ εἶχον καταβάλει ἐν ὅλῳ 12.500 χιλιάδας λίρας καὶ τεσσαράκοντα (40) χιλιάδας δολλάρια, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν εἰσπράξει ἓν (1) ἑκατομμύριον δολλάρια καὶ 250.000 χιλιάδας λίρας. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν παρηκολούθησε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν λόγῳ συμβάσεων, σήμερον ποὺ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δικαιολογία καὶ ἑπομένως παρῆλθεν πλῆρες ὠφέλιμον ἔτος ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ τὰ πλοῖα αὐτὰ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν παρηκολούθησε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως καὶ ποῖα τὰ ποσὰ συναλλάγματος τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, ὡς ἐπίσης ἂν οἱ ἐφοπλισταὶ ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, ἂν ὑπάρχουν οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἄν τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ἔκαμε χρῆσιν τοῦ σχετικοῦ ὅρου τῆς συμβάσεως.
§13Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Κύριε Βαμβέτσο, σᾶς ἀπαντῶ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον, δὲν κατέβαλεν οὐδείς. Ἐφ’ ὅσον μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔγινεν οὐδεμία πληρωμὴ παρέπεμψα τὸ ζήτημα εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν κυρώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε.
§14Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνεσθε, μετὰ ποίας ἐκπλήξεως ἀκούει ἡ Βουλή, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν χαριστικὴν πρᾶξιν καὶ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἑκατὸν (100) πλοῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ὡς κυριωτέρα ὠφέλεια προσεδοκᾶτο ἡ εἴσοδος εἰς τὴν χώραν τόσον σοβαροῦ ποσοῦ συναλλάγματος καὶ εἰς ἐποχὴν ποὺ ἡ χώρα ὑποφέρει τόσον πολὺ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν συναλλάγματος, ὑπάρχουν Ἕλληνες δωρεοδόχοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοιούτων χαριστικῶν πράξεων ἀπέκτησαν τόσα περιουσιακὰ στοιχεῖα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν στοιχειώδη αὐτὴν πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρέωσιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ στιγματίσῃ τὴν ἀντιπατριωτικὴν αὐτὴν πρᾶξιν καὶ θέλω νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ πόσον ἐτηρήθη καὶ ἡ ρήτρα περὶ μεταφορᾶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τῶν ὑπὸ ξένην σημαίαν πλοίων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ταχύτατα νὰ ἐπιβληθοῦν αἱ προβλεπόμεναι κυρώσεις.
§15Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§16Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Πρώτην φορὰν λαμβάνω γνῶσιν αὐτοῦ καὶ θὰ μεριμνήσω.
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρώτην φορὰν λαμβάνει γνῶσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ συμβόλαια αὐτὰ περιέχουν τὴν ρήτραν, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ μεταφέρουν τὰ ὑπὸ ξένην σημαίαν πλοῖα των;
§18Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ τελειώσω διὰ νὰ λάβετε τὴν ἀπάντησιν ποὺ θέλετε. Γνωρίζω τί περιέχει ἡ ρήτρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐγγυήσεως ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ὑποδείξετε σεῖς κατὰ ποῖον τρόπον δύναμαι ἐγὼ νὰ γνωρίζω ποῖος Ἕλλην ἐφοπλιστής, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε λίμπερτυ ἔχει καὶ πλοῖον ὑπὸ ξένην σημαίαν. Ἐὰν σεῖς ἔχετε αὐτὰς τὰς ἱκανότητας θὰ μοῦ παράσχητε πολὺ μεγάλην διευκόλυνσιν.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐκπλήττει αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἀναμένει νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ ἐμὲ ποῖοι Ἕλληνες πλοιοκτῆται ἔχουν πλοῖα ὑπὸ ξένην σημαίαν, δεδομένου ὅτι καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς καταπλέουν πλοῖα μὲ Ἑλληνικὰ ὀνόματα ὑπὸ Παναμαϊκὴν σημαίαν. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἱκανότητα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αὐτοκτονήσῃ. (Γέλωτες).
§20Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Τὸ Ὑπουργεῖον ἔκαμε καὶ κάμνει πᾶν τὸ δυνατὸν ἐν προκειμένῳ, διότι ὑπάρχει ρήτρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται καὶ πρόστιμον ὡρισμένων δολλαρίων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των σύμφωνα μὲ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνω καὶ πάλιν, διὰ νὰ μοῦ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον ὁ κ. Βαμβέτσος πῶς εἶναι δυνατὸν ἑταιρεία ὑπὸ Παναμαϊκὴν σημαίαν ἢ ὑπὸ σημαίαν τῆς Ὁνδούρας, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξωμεν ἡμεῖς ὅτι τὸ πλοῖον Α ἔχει πλοιοκτήτην Ἕλληνα. Θὰ εἶμαι πολὺ ὑποχρεωμένος εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον ἐὰν κατορθώσῃ μὲ τὰς ἱκανότητάς του νὰ μᾶς εὕρῃ τὰ ὑπὸ Παναμαϊκὴν σημαίαν πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς Ἕλληνας πλοιοκτήτας.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ὁμολογεῖ ὅτι ὁ 10ος ὅρος τοῦ συμβολαίου περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑπὸ ξένην σημαίαν πλοίων ἦτο ἐμπαιγμός, διότι, ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν ὅρον αὐτόν, ὁ ὅρος αὐτὸς ἦτο κωμικὸς καὶ ἀνεφάρμοστος.
§22Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτ.). Ἀσφαλῶς ὁ ὅρος αὐτός, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὴν ἐπανάληψιν τῆς λειτουργίας τοῦ ἐν Πάτραις ἐργοστασίου ζύθου κλπ.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου, κ. συνάδελφοι, νομίζω ὅτι εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι εἶναι λίαν γνωστὸν ὅτι τὸ κεφάλαιον, δὲν ἔχει ἀναγνωρίσει ἀκόμη τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τὰς σημερινὰς μάλιστα συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, διότι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ὑποφέρει ἀπὸ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι γενικὴ εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ λοιπόν, τὸ ἀντικείμενον ἔχει ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἕνα δημοσίευμα, διὰ νὰ ἴδητε, ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἕνας δυστυχὴς ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα τῶν Πατρῶν. «......» (ἀναγινώσκει) .............». Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ δυστυχία ἡ ὁποία μαστίζει τὸν κόσμον ὁ ὁποῖος κατέφυγεν εἰς τὰς Πάτρας. Εὐτυχῶς τώρα πληροφοροῦμαι ὅτι ἤδη ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἔθεσεν μίαν γραμμὴν διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι δὲν ἠμπορεῖ οἱ κύριοι αὐτοὶ κεφαλαιοῦχοι οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ μὴν ἀφήνουν τὸν ἄλλον κόσμον νὰ ἐργασθῇ, δὲν ἠμποροῦν νὰ κλείνουν καὶ τὰ ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν. Ὁ κ. ὑπουργὸς καθὼς πληροφοροῦμαι ἔλαβε μέρος, καὶ ἐλπίζω, καὶ νομίζω ὅτι θὰ συνεχίσῃ τὰς ἐνεργείας του αὐτάς, διὰ νὰ ἴδῃ τέλος πάντων καὶ ἡ πόλις τῶν Πατρῶν μίαν ζωήν.
§25Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκον.). Πληροφορῶ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Μιχαλακόπουλον, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτό, τοῦ ἐργοστασίου Μάνου ἐν Πάτραις, ἀπησχόλησε κατ’ ἐπανάληψιν τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐμὲ προσωπικῶς ἀφ’ ὅτου τὸ ἀνέλαβον. Βεβαίως ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν εἶναι, τὸ ἐργοστάσιον νὰ ἐργασθῇ, καὶ καταβάλλομεν πρὸς τοῦτο πᾶσαν προσπάθειαν. Ἀτυχῶς φαίνεται ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ ἑταιρεία, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κινήσῃ τὸ ἐργοστάσιον, ἰσχυρισθεῖσα ὅτι χρειάζεται πολλὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα δὲν διαθέτει ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐξαρτᾶται δὲ ἡ λειτουργία τούτου, ἐκ τῆς χρηματοδοτήσεως τῆς βιομηχανίας. Αἱ τελευταῖαι πληροφορίαι εἶναι ὅτι ἡ ἐπισκευὴ τοῦ ἐργοστασίου ἔχει συντελεσθῆ, καὶ τὸ ἐργοστάσιον λειτουργεῖ ἤδη ὡς παγοποιεῖον καὶ ψυγεῖον. Θὰ ἤθελον σχετικῶς, νὰ παρατηρήσω, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀνεργίας ὅτι δὲν πρόκειται ἡ λειτουργία ἡ κανονικὴ ἔστω τούτου, νὰ ἀνακουφίσῃ τὴν ἀνεργίαν εἰς Πάτρας διότι τὸ προσωπικὸν ὅλον ἀπασχολεῖται ἤδη σήμερον, τὸ ἴδιον δὲ θὰ ἀπασχολῆται καὶ αὔριον. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πληροφορίαι, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀνεγνώσατε τὸ δημοσίευμα, σᾶς λέγω ὅτι καὶ τοῦτο δὲν παρέχει πολλὰς ἐλπίδας. Ὁπωσδήποτε συμφέρον διὰ τὴν περιφέρειαν εἶναι νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐργοστάσιον καὶ διὰ τὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ὅμως ἡ ἑταιρεία ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν διαθέτει τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια διὰ νὰ κινήσῃ τὸ ἐργοστάσιον ὡς ζυθοποιεῖον.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ διευκολύνετε τὴν ἑταιρείαν, κ. ὑπουργέ, διότι ἡ ἐδῶ ἑταιρεία τὸ ἔκανε μονοπώλιον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§27Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς τὰ μέσα νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν ἑταιρείαν νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐργοστάσιόν της. Τί μέσα νὰ διαθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ θέσῃ εἰς λειτουργίαν, ἕνα ἐργοστάσιον; Δὲν διαθέτομεν ἄλλο μέσον ἀπὸ τῆς συστάσεως καὶ τῆς παρακλήσεως.
§28Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὁμιλεῖ περὶ ἀφαιρέσεως ἀδείας.
§29Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἄδειαν.
§30Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Γράφει ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, διατὶ δὲν ἀνακαλεῖται ἡ σχετικὴ διαταγὴ περὶ ἀφαιρέσεως τῆς ἀδείας.
§31Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, διότι ὅταν θὰ εἶναι εἰς θέσιν τὸ ἐργοστάσιον νὰ λειτουργήσῃ θὰ λειτουργήσῃ.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἀνακλήσεως αὐτῆς θὰ συσταθοῦν ἄλλα ἐργοστάσια. Σημειώσατε ὅτι ἕνας ζυθοποιὸς ἐν Πάτραις ἔστειλεν εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, καὶ ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ τὰς τιμὰς τῆς μπύρας ἀπὸ τὴν Ὁλλανδίαν, καὶ τοῦ ἔστειλαν μίαν φιάλην ὡς δεῖγμα ἡ ὁποία εἶχεν 1½ ποτήρι, θὰ ἐστοίχιζε δὲ 800 δρχ. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἐὰν φέρῃ μίαν μὲ συνάλλαγμα, καὶ δὲν τοῦ δώσῃ διὰ δευτέραν φορὰν τὸ δημόσιον συνάλλαγμα, ὁ Φὶξ τὸν ἔκλεισε, καὶ δὲν θὰ τοῦ δώσῃ μπύρα.
§33Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς τοιαύτη αἴτησις.
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ἀκριβῶς δι’ αὐτό. Διότι ἐὰν τοῦ δώσητε μίαν φορὰν καὶ ὄχι ἄλλην θὰ τὸν κλείσῃ ὁ Φίξ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας δι’ ἀναφορὰς
καὶ ἐρωτήσεις, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ὄρυζαν. Ὁ κ. Ε. Γονῆς ἔχει τὸν λόγον.
§36Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μὲ πολλὴν θλῖψιν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Εἶναι ἀπὸ ἐκείνας τὰς περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς δὲν αἰσθάνομαι ἕλξιν τινὰ καὶ οὔτε ἐπὶ τοῦ βήματος θὰ ἀνερχόμην ἐὰν τὸ θέμα, δὲν ἦτο ἁπλοῦν. Ἐὰν τὸ θέμα δὲν παρουσιάζετο ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τόση συζήτησις. Ὅταν μία χώρα χάνῃ ἀποτόμως τὸ ἰσοζύγιόν της, κατόπιν παρουσιάζεται μία ἠθικὴ χαλάρωσις. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ κόμματα μετὰ τὴν συγκρότησίν της, θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ ἠθικὴ ἀνοικοδόμησις τῆς χώρας. Ἀλλοίμονον ἐὰν τὸ πρόβλημα τοῦτο εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῶν ζητημάτων δὲν καταλάβει τὴν πρώτην θέσιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, παρουσίασεν ἀπὸ τῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἀπελευθερώσεως, εἰς ἡμᾶς, εἰδικὴν μορφὴν καὶ ἐξαιρετικὴν εὐαισθησίαν. Καὶ τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἡ ἐπιδείνωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἀτόμων καὶ ὁμάδων, ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς διαφόρους ἐπιτηδείους νὰ ἐκμεταλλεύωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰ λάθη καὶ τὰς παραλείψεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὸν ἁπλούστερον ἄλλον λόγον, ὅτι ἐὰν τὸ κοινωνικὸν σῶμα δὲν ἀντιδράσῃ κατὰ τὸν πλέον ἔντονον τρόπον, εἰς τὰς τοιούτου εἴδους ἐπιδράσεις, τοῦτο συνιστᾷ ἕνα ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον σύμπτωμα. Ἰδοὺ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην τὸ πρόβλημα τῆς ἐπερωτήσεως τὸ ὁποῖον ἔπαυσε πλέον διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ ἀποτελῇ ἁπλῆν ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὸν κ. Βαρβούτην. Εἶναι πρόβλημα ἠθικὸν γενικώτερον καὶ συνιστᾷ ἀναμφισβητήτως καθῆκον ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος ὡς τοιούτου νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν, κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον ἐν σχέσει μὲ τὸ πρόβλημα τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συμπάθεια ἢ ἀντιπάθεια, ἢ καὶ ἀλληλεγγύη. Ἀνήκων εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀφ’ ἀπέκτησα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως μέχρι πρό τινος, παρετήρησα δὲ ὅτι καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν του εἶχε παρεμφερῆ περιστατικά. Καὶ ὁσάκις ὑπῆρξε ζήτημα ἠθικῆς τάξεως ἐπὶ παρομοίου ζητήματος εἰς τὸ κόμμα τοῦτο, ὅταν ἐπολιτογραφήθη ἡ λέξις «λοβιτοῦρα», ἦλθεν ὁ μεγάλος ἡγέτης αὐτοῦ καὶ μᾶς ἔδειξε κατὰ τὴν μεγάλην καὶ ἱστορικὴν ἐκείνην περίοδον τοῦ 1928– 1932 ὡρισμένα παραδείγματα. Ὑπῆρξε μέγας ἐκεῖνος ὁ ἡγέτης ἀλλὰ καὶ ἠθικὸς ἀρχηγὸς καὶ ἐνθυμούμεθα ὅτι κατεδίκασεν Ἕλληνα βουλευτὴν ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀνεμίχθη εἰς μίαν ὑπόθεσιν καὶ τὸν κατεδίκασε, εἰς πολιτικὸν θάνατον τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ ἐννοήσω κἄτι ποὺ ἤκουσα καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω ὅτι δηλαδὴ εἰς ζητήματα ἠθικῆς τάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀλληλεγγύη. Θὰ ἀνέμενον ἀπάντησιν ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν κύριον Βαρβούτην, εἰς ἕνα τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεκλόνισε τὸ πανελλήνιον καὶ τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δικαστήριον, καὶ δὲν ὀφείλει νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον, ἀλλὰ εἶναι Σῶμα πολιτικὸν, θὰ ὤφειλε μόνος του, ὄχι μὲ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Σῶμα. Ζητῶ τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἀντὶ τούτου νομίζω, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἀπὸ ἕνα χθεσινὸν σημείωμα δημοσιευθὲν εἰς φύλλον ἡμερησίας ἐφημερίδος, φιλικῆς πρὸς αὐτόν, νὰ ἐκφράζῃ ἀπόψεις ἐπιζητούσας νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπαρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, περὶ ἀποδοχῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀντίθετος προσπάθεια πρὸς ἀποτροπὴν τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς— ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ, κύριοι, νὰ εἴπω—ὅτι δὲν εἶναι γενναία πρᾶξις. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὅταν κἄποτε ἠγέρθησαν ψίθυροι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κάντζια, οὗτος ἀμέσως ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐζήτησε τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Διατὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ἀποκρούεται καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπιζητεῖται; Ἀλλὰ ἐὰν τὸ Σῶμα φθάσῃ εἰς ἀλληλεγγύην ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως, ἐγὼ θὰ φρονῶ, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ὅτι τὸ Σῶμα περνᾷ τὴν χειροτέραν του κρίσιν. Δὲν εἶναι ὅλα τὰ ζητήματα, κ. συνάδελφοι, ποὺ κρίνονται ἀπὸ ἡμᾶς. Ὑπάρχουν καὶ ζητήματα ποὺ κρίνουν ἡμᾶς. Ὑπὲρ ἡμῶν ὑπάρχει μία δύναμις ἀκατανίκητος ἡ ὁποία λέγεται ἠθικὴ καὶ τῆς ὁποίας ἡ δύναμις εἶναι ὑπερτέρα. Συμφώνως πρὸς τὴν ἠθικὴν αὐτὴν ἄποψιν θὰ ἔπρεπε πρῶτον νὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Βαρβούτης. Δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν καὶ νὰ τὸν κρίνωμεν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ ἐκφέρωμεν σαφῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην γνώμην του. Ὁ κ. Βαρβούτης κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ χειρότερος δικηγόρος τοῦ ἑαυτοῦ του, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ συσταθῇ τὸ συντομώτερον ἡ Ἐπιτροπὴ ἵνα ἐρευνήσῃ τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόβλημα καὶ ἥτις θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων, τὴν Ἰντελιτζέτζιαν τῆς πολιτικῆς ζωῆς ὅλων τῶν κομμάτων. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ δὲν τίθεται οὔτε ζήτημα συμπαθείας, οὔτε ζήτημα ἀντιπαθείας, οὔτε ζήτημα ἀλληλεγγύης. Ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι μία μορφὴ βουλήσεως πρὸς ἀνωτέρους σκοποὺς ἠθικούς, οὐχὶ πρὸς κατωτέρους καὶ πρὸς ἐλάφρυνσιν τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου. Ἡ ἀλληλεγγύη ὅμως πρὸς κατωτέρους σκοποὺς εἶναι ἕνωσις τῶν Π. Ν., ἢ ὅπως θὰ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κουλουμβάκης, συμμορία. Δὲν ἐκδηλοῦται ποτὲ εἰς ζητήματα ἠθικῆς τάξεως. Εἶναι πάντοτε ἀνώτερος σκοπὸς ὅταν ἐκδηλοῦται εἰς ἄλλα ἄτομα ἢ καὶ εἰς ἄλλας ὁμάδας ὅπως καὶ ὅπου πρὸς ἀνωτέρους σκοπούς. Εἶναι μία πρόοδος, εἶναι ἕνας πολιτισμός. Ἀλληλεγγύη ἐπὶ ἠθικῶν ζητημάτων ἀμφισβητουμένη τόσον δεινῶς, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀντίθετος ἐκδοχὴ δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διαβεβαιώσῃ καὶ νὰ διαπιστώσῃ τὴν ὕπαρξιν σοβαρᾶς σοβούσης ἀσθενείας. Ἰδού, διατὶ δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητα. Ἐπληροφορήθην καὶ ἄνευ εὐθύνης τὸ μεταβιβάζω, ἀλλὰ ἀπὸ ἀξιόπιστον πηγὴν ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Κάντζιας προσέφερε κατὰ καθῆκον, οἷα στοιχεῖα προσέφερεν εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὥρμησεν ὁ κ. Βαρβούτης εἰς ἔρευναν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κάντζια. Καὶ αὐτὸ εἶναι γιὰ μένα μία ἔνδειξις καὶ μία παράλειψις καθήκοντος καὶ κάτι μεῖζον. Διότι ἐὰν ὑπῆρχεν ὑποψία της διὰ τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Κάντζια, πᾶς βουλευτής, πᾶς πολιτευόμενος ὤφειλε εὐθὺς ὡς τὸ ἐπληροφορήθη νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν τὴν ἔρευναν, οὐχὶ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἴδιον τῶν γενναίων ἀνδρῶν κατευθυνομένων πρὸς ὡραίους σκοπούς, ὅπως ὑποτίθεται ὅτι εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες. Ὄλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν κάποιαν ἀρρώστειαν καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μὲ ἀνησυχεῖ. Καὶ ἐκεῖ ταπεινῶς τοποθετῶ τὸ θέμα.
§37Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δηλῶ ὅτι, δέχομαι οἱονδήποτε ἔλεγχον εἴτε εἰς τὴν ἰδιωτικήν μου ζωήν, εἴτε εἰς τὴν δημοσίαν. (Χειροκροτήματα).
§38Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνακριβές, ὅτι ἐζήτησα ποτὲ οἱανδήποτε πληροφορίαν, οὔτε καὶ ἐπεσκέφθην κἂν τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, μέχρι σήμερον περὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Κάντζια ἢ καὶ περὶ τῆς πολιτείας οἱουδήποτε προκατόχου μου ὑπουργοῦ. Ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δὲν ἀσχολοῦμαι ποτὲ μὲ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων, δὲν ἠσχολήθην τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων τῶν ἄλλων ἐὰν αἱ πράξεις δὲν εἶναι γενικῶς γνωσταί. Συνεπῶς ἡ πληροφορία σας δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβής. Οὔτε πάτησε ποτὲ τὸ πόδι μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἢ σὲ κανένα ἄλλο Ὑπουργεῖον. Δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἡ πληροφορία σας εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ὀφείλετε νὰ πιστεύσητε τὴν πληροφορίαν ποὺ σᾶς δίδω ἐγώ.
§39Ε. ΓΟΝΗΣ. Χαίρω, κύριοι, ἰδιαιτέρως διὰ τὴν δοθεῖσαν πληροφορίαν.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐὰν πληροφορηθῶ μετά τινος θετικότητος, ὅτι ὑπάρχουν στοιχεῖα, θὰ τὰ ἀναζητήσω καὶ θὰ τὰ γνωστοποιήσω.
§41Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τῆς μελλούσης ἐνεργείας τῆς ἰδικῆς σας καὶ τῆς ἤδη διαψευδομένης. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν χαράν, διότι, ἡ πληροφορία αὐτὴ τόσον ἐγκύρως ἀνασκευάζεται. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἓν ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπεσήμανα ὡς ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον, προερχόμενον ἀπὸ τὸν κακὸν δικηγόρον τοῦ κ. Βαρβούτη, τὸν κ. Βαρβούτην. Καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πολὺς λόγος ἔγινε περὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔχω λόγον νὰ μὲ ἐρεθίσῃ. Δὲν ἀνέχομαι, κύριοι συνάδελφοι, τὴν δημαγωγίαν, ὁπουθενδήποτε καὶ ἐὰν προέρχηται. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βαρβούτη, κατὰ κόρον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιέφερεν ἦτο νὰ φέρω γρήγορα ρύζι φθηνὸ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ φάῃ ὁ πτωχὸς κόσμος. Διὰ νὰ καλύψῃ ὅλας τὰς ὑποτεθεμένας ἀνωμαλίας, ὅλας τὰς παρανομίας, ὅλας τὰς ἀνεξηγήτους ἐνεργείας του, κατέφυγεν εἰς ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι λογικόν. Ἡ προσπάθεια τοῦ νὰ φέρωμεν ρύζι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ποὺ τόσον πολὺ πιάνομεν εἰς τὸ στόμα μας, δῆθεν ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων του, δὲν ἐκδηλοῦται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀγαπητὲ κ. Βαρβούτη. Ἀλλὰ σεῖς, κ. Βαρβούτη, δὲν εἴπατε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐπανειλημμένως καὶ ἀντικρούων τὸν κ. Τσάτσον ἐπὶ λέξει: «Ποιὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ θὰ παρελάμβανα μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς σορβεγιὰνς τὴν ὄρυζαν;». Σεῖς δὲν τὰ εἴπατε αὐτά, ἀντικρούων τὸν κ. Τσάτσον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐκ τῆς συμπληρωματικῆς συμβάσεως, εἶσθε καὶ πάλιν ὑποχρεωμένος νὰ παραλάβητε τὴν ὄρυζαν, ἀνεξαρτήτως ποιότητος; Μία ἐπιτυχία νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι κρίνεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματός της. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέσατε θῦμα αὐτῶν τῶν κακοφήμων, ὅπως σεῖς τοὺς ἀποκαλέσατε εἰς τὴν δίκην, ἢ ἄλλης τινὸς ἀφελείας, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι μετὰ τόσην ταλαιπωρίαν κατὰ τὴν ἰδικήν σας πάντοτε ὁμολογίαν, καὶ ἐὰν δὲν ἐμεσολάβει ἡ ἀποκάλυψις καὶ ἐὰν δὲν κατετίθετο ἡ ἐπερώτησις καὶ ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ ἐκστρατεία τῆς «Ἑστίας», σεῖς ἐδηλώσατε ἐδῶ ὅτι τὴν ὄρυζαν αὐτήν, οὕτω πῶς διαπιστουμένην ἀπὸ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς συρβεγιὰνς, ὅτι δὲν θὰ τὴν παρελαμβάνατε. Συνεπῶς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος κρίνοντες καὶ ἐδῶ ἐφάνητε κακὸς πολιτικὸς καὶ κακὸς ἔμπορος. Καὶ εἶναι κρῖμα, κύριοι, διότι ὁ κ. Βαρβούτης, παρεῖχεν ἐλπίδας εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ δι’ ἐμὲ ὁ ἱκανὸς ἄνθρωπος ὁπουδήποτε καὶ ἐὰν εὑρίσκεται, εἶναι ἀξιοπρόσεκτος καὶ ἀξιοσέβαστος καὶ εἴχαμε πολλὰς ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον του. Ἀλλὰ ἡ σοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων προεῖδε καὶ τοῦτο: «Ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι». Καὶ ἐκ τῆς πολιτείας αὐτῆς τοῦ ἀνδρὸς συνεκινήθημεν, μὴ ἔχοντες οὐδὲν τὸ προσωπικὸν ἀπηντήσαμεν, λυπούμενοι ὄχι διὰ τὴν ἀποτυχίαν, ὄχι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ὀρύζης, ὄχι ἐπὶ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῶν ἐξαγωγῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τοῦ ἐλαίου καὶ ἄλλων προϊόντων, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ δυστυχῶς, ὅτι ἀπέτυχεν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπῆρχεν ἂν μὴ βεβαιότης τοὐλάχιστον ἐλπὶς νὰ ἐπιτύχῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ τόσον κακόφημον ἐπανελήφθη ὡς ἐπιχείρημα σοβαρὸν πρὸς κάλυψιν αὐτῶν τῶν ἀτασθαλιῶν, λέγω, ὅτι, ἀπετύχατε καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημά σας τοῦτο. Δὲν γνωρίζω πῶς αὐτὸ σᾶς παρέσυρε τόσον, ὥστε, νὰ τὸ ἐπαναλάβητε χωρὶς αὐτὴν τὴν ἁπλῆν λογικήν, ἡ ὁποία σᾶς στερεῖ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου.
§42Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν στέκει καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Διότι τὸ ρύζι δὲν ἔλλειψεν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου ἢ Φεβρουαρίου, ὥστε ἐνώπιον μιᾶς προσωρινῆς ἐλλείψεως νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἔξω τοῦ νόμου. Τὸ ρύζι ἔλλειπε τοὐλάχιστον ἀπὸ 6 μηνῶν. Ἐγώ, ἤκουσα τὸν Πρόεδρον τῆς ἑνώσεως εἰσαγωγέων ὀρύζης λέγοντα ὅτι, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1947 δηλαδὴ 2–3 μῆνας πρὸ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τὸ συμβούλιον τῆς ἑνώσεως εἰς διάβημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμε πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνιστῶν εἰσαγωγὴν ὀρύζης ἀπὸ τὴν Περσίαν, τῆς ὁποίας ἡ εἰσαγωγὴ ἦτο ἐλευθέρα, ἔξω τῆς ἀλλοκασιόν, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς ὀρύζης ἦτο ἀκριβή, διότι μὲ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ κατεβάλοντο δι’ ἕνα τόννον ὀρύζης θὰ ἠδύναντο νὰ ἀγορασθοῦν δύο τόννοι σίτου καὶ ὅτι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔπρεπε σιγὰ– σιγὰ νὰ ξεμάθῃ τὸ ρύζι, τὸ ὁποῖον οὔτε οἱ Εὐρωπαῖοι τὸ τρώγουν. Σημειώνω, ὅτι τὸ ρύζι ἐκεῖνο, προσεφέρετο πρὸς 95 περίπου λίρας, δηλαδή, ἡ τιμή του κατ’ ὀκᾶν δὲν θὰ ὑπερέβαινε πολὺ τὴν τιμὴν τῶν 2.000–2.500 δραχμῶν. Δὲν κατηγορῶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν συμφωνῶ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔπρεπε νὰ ξεμάθῃ τὸ ρύζι. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι, δύο μῆνας ἀργότερον, ὅταν ἐπιέσθημεν νὰ ἀγοράσωμεν τὸ ρύζι ἠδυνάμεθα νὰ παραβιάσωμεν ὅλους τοὺς νόμους.
§43Ε. ΓΟΝΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ἐπιμείνω διὰ μακρῶν ἄνευ λόγου εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, λέγω ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ πάλιν ἐπίκλησις τούτου, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος διεβεβαίωσεν καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ παραλειφθῇ πλέον ἡ ποσότης αὐτή. Μετὰ ταῦτα ἔρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ἐνδιαφέρον. Συχνὰ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Δικαστηρίου, πρὸς κάλυψιν τῆς εὐθύνης, πρὸς ἀπόδειξιν δὲν ξεύρω ποίου πράγματος, ἐπεκλήθη κάποιος Ντόουζον. Αὐτός, ὅπως γνωρίζετε, ὁ κύριος, δὲν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον προσεφέρθη καὶ προσεκλήθη.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴν ἀναφέρεται.
§45Ε. ΓΟΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Κουλουμβάκη. Ὅλοι γνωρίζουν, ὅτι οὗτος δὲν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἀμερικανικῆς ἀποστολῆς. Εἶναι ἀστικολόγος, καὶ καλεῖται οὗτος ἑκάστοτε διὰ τὸ κῦρός του, νὰ δώσῃ κάποιαν βαρύτητα. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς τὸ Σῶμα, τὶ μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν ἐγνωμάτευσεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰ ἑξῆς ὡραῖα: «........... ............... (ἀναγινώσκει)...............». Μὲ τοιαύτην ἔκθεσιν θὰ ἔπρεπεν ἡ ξενικὴ αὐτὴ ὄρυζα νὰ δοθῇ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, βάσει τῆς περιφήμου γνωματεύσεως τοῦ κ. Ντόουζον, καθηγητοῦ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου κάποιου Πανεπιστημίου τῆς Ἀμερικῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Βαρβούτη εἶναι ἕνα πελώριον ἠθικὸν ζήτημα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ κ. Βαρβούτης, δὲν γνωρίζω ἐκ ποίου ψυχολογικοῦ αἰτίου ὁρμώμενος, ἐνόμισεν — εἶναι τοῦτο ἕνα περίεργον πράγματι ψυχολογικὸν φαινόμενον ἄξιον μελέτης — ἐνόμισεν, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐκυβέρνα, ὅτι ὁ ἥλιος δὲν ἔλαμπε, παρὰ μόνον δι’ αὐτόν. Ἐὰν ὑπῆρχον ἄλλα Ὑπουργεῖα ἁρμόδια ἠδιαφόρει, ἐὰν ὑπῆρχον ἄλλαι προτάσεις ἀπερρίπτοντο, ἐὰν ὑπῆρχον ὑπηρεσίαι τὰς ἠγνόει. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ὅμως ἀποδεικνύεται καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ἔχετε πεισθῇ κ. Βαρβούτη περὶ αὐτοῦ, ὅτι ὁ ἥλιος δὲν θὰ λάμπῃ τοῦ λοιποῦ διὰ σᾶς, ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον καιρόν. Δὲν τὸ λέγω, ἐπαναλαμβάνω, μὲ κανενὸς εἴδους ἱκανοποίησιν. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρακολουθεῖ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ εἶναι γνωστὸν πόσον εἶναι ἐξαιρετικῶς εὐαίσθητος. Τοῦτο μᾶς παρηγορεῖ διότι ἔχει κάποιαν ὑγείαν μέσα του. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι ἔχει ἤδη κρίνει καὶ σχηματίσει τὴν γνώμην του. Διότι, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι πράγματι ἕνας ὡραῖος καὶ ρωμαντικὸς λαός. Πιστεύει πράγματι, ὅτι ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι ὡραία αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ καὶ τελικῶς χρήσιμος καὶ οὐδεὶς πρόκειται νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὸ κεφάλι του τὴν γνώμην αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§47Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ὄντως λυπηρὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Ἀντιπροσωπεία νὰ συζητῇ κατ’ αὐτὰς ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεως. Λέγων «τοιαύτης φύσεως» ἐννοῶ ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἀνώμαλον διαχείρισιν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Λέγω σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀγωνίζεται ἕνα ἱερὸν ἀγῶνα ὑπερασπιζόμενος ὅ,τι πολυτιμότερον ἔχει, τοὺς ἐλευθέρους του θεσμούς, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας καὶ τὴν ἀκεραιότητά της, ὑφιστάμενος θυσίας καὶ αὐτὴν τὴν ὑπερτάτην θυσίαν τοῦ αἵματος, θυσίαν χρημάτων, περιουσιῶν καὶ στερήσεων, εἴθε νὰ μὴν εἶχεν ὑπάρξει αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις διὰ νὰ μὴν ὑπῆρχε καὶ θέμα συζητήσεων, ἀποτελοῦν παραφωνίαν εἰς τὸν γενικὸν συναγερμὸν τοῦ ἔθνους ἐναντίον τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ. Οἱ ἐπερωτήσαντες ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν τὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς γενέσεώς της μέχρι τῆς ἀνατροπῆς τῆς συμβάσεως. Ὁ ἐπερωτώμενος θὰ ἀπαντήσῃ ἐπίσης ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος. Ἐγώ, κύριοι, μὴ συγκαταλεγόμενος οὔτε μεταξὺ τῶν ἐπερωτώντων, ἀλλ’ οὔτε μεταξὺ τῶν ἐπερωτωμένων, θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναπτύξω τὰ γεγονότα μὲ τὰ ὁποῖα ἦλθον εἰς συνάφειαν καὶ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐγεννήθησαν ἐξ αὐτῶν μόνον διὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθην μὲ τὴν ὑπόθεσιν ὡς ὑπουργός, δηλαδὴ μὲ τὸ διάστημα ἀπὸ 23 Μαρτίου, ὅτε ἔλαβον τὸ περίφημον τηλεφώνημα, μέχρι τῆς 6 Ἀπριλίου, ὅτε, διαστείλας τὰς εὐθύνας μου, ἔπαυσα ἀσχολούμενος μὲ αὐτήν. Διὰ πρώτην φορὰν κύριοι, ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρὸ μεσημβρίας τῆς 23 Μαρτίου διὰ τηλεφωνήματος τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας διὰ τοῦ ὁποίου τηλεφωνήματος μὲ ἠρώτα ἐὰν θὰ ἤμουν εὐχαριστημένος, ἡ χώρα μας νὰ ἀποκτήσῃ 4½ χιλιάδας τόννους ὀρύζης καὶ 16½ χιλιάδας τόννους ἀραβοσίτου... Ἦτο φυσικὸν, ἐφ’ ὅσον μοῦ ἔδιδε καὶ ἄλλας περαιτέρω ἐξηγήσεις νὰ τοῦ ἀπαντήσω: «καὶ ἐρωτᾷς; Εἰπέ μου τί πρέπει νὰ κάμωμεν διὰ νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν». Καὶ μοῦ ἀνταπήντησε τηλεφωνικῶς «κάλεσε τὸν κ. Ρημάκην νὰ σοῦ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα, διότι αὐτὸς εἶναι ἐν γνώσει». Πράγματι ἐκάλεσα τὸν κ. Ρημάκην τηλεφωνικῶς, ἔφθασε δὲ οὗτος μετὰ ἡμίσειαν ὥραν εἰς τὸ Γραφεῖον μου. Σημειωθήτω ὅτι ὁ κ. Ρημάκης εἶναι τμηματάρχης τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀπεσπασμένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, ὡς Διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας Ἀγορῶν ἐξωτερικοῦ, ἐξαιρετικῆς μορφώσεως, πείρας, ἱκανότητος καὶ ἐργατικότητος καὶ διὰ τὸ ὀλίγον διάστημα ποὺ συνειργάσθην μετὰ τούτου, ὁμολογῶ ὅτι πλέον αὐτῶν, ἐξετίμησα καὶ τὴν εὐθυκρισίαν του καὶ τὴν εὐθύτητά του. Ὁ κ. Ρημάκης ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τίνος πρόκειται, σχετικῶς μὲ τὸ πρὸ ὀλίγου τηλεφώνημα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας. Μοῦ ἀπήντησεν ὅτι πράγματι, τὴν παραμονήν, δηλαδὴ τὸ ἑσπέρας τῆς 22 Μαρτίου, ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅπου ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ ἀνεκοίνωσεν τὰ τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τὰ τοῦ τερματισμοῦ αὐτῶν. Αὐτὰ μοῦ εἶπε ἐν ὀλίγοις. Μοῦ προσέθεσεν ὅτι τοῦ ἐπεδείχθησαν 2–3 τηλεγραφήματα καὶ πέραν τούτου, προσέθεσεν, ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ παρεκάλεσεν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἐγὼ δὲ τοῦ ἀπήντησα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο πολὺ λεπτὸν καὶ ὅτι θὰ ὤφειλεν ὁ ἴδιος νὰ σᾶς πάρῃ στὸ τηλέφωνο καὶ ὁπωσδήποτε τε νὰ ἐπικοινωνήσῃ μεθ’ ὑμῶν καὶ νὰ σᾶς καταστήσῃ ἐνήμερον. Ἐπὶ πλέον τοῦ εἶχεν εἴπει ὁ κ. ὑπουργός, νὰ ἀναλάβῃ τὴν συνέχισιν τῆς ὑποθέσεως. Εἰς αὐτὸ ἀπήντησεν ὁ κ. Ρημάκης ὅτι διὰ νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτης φύσεως ὑπόθεσιν, θὰ ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ὑπάρχῃ ἐπίσημος προσφορά, πρωτοκολλημένη, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ δημόσιον ἔγγραφον. Εἰς αὐτὸ ἀνταπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι «νομίζω, ὅτι ἐσὺ ὀφείλεις νὰ ἐρωτήσῃς τὸν κ. ὑπουργόν». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, «θὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ἐνδιαφερόμενος νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσφοράν». Τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ ὁ κ. ὑπουργός, ἐπῆρε εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ πάλιν τὸν κ. Ρημάκην, τὸν ἠρώτησεν ἐὰν μὲ ἐτήρησεν ἐνήμερον, εἰς ἀρνητικὴν δὲ ἀπάντησιν αὐτοῦ ἐγένετο τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος πρὸς ἐμὲ τηλεφώνημα, ὅπως ἀκριβῶς σᾶς τὸ ἀνέπτυξα. Ἀντιλαμβάνεσθε τὴν ἔκπληξίν μου, τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ ἤκουσα ὅτι διὰ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἁρμόδιον ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, νὰ ἔχῃ ἐπιληφθῇ προσωπικῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μὲ μίαν ἀφάνταστον σπουδήν, μὲ μίαν ἀπόλυτον μυστικότητα. Ἐσκέφθην τί ἔπρεπε νὰ πράξω. Ἀλλὰ προηγουμένως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναπτύξω τοὺς τρεῖς αὐτοὺς χαρακτηρισμούς, δηλαδὴ πῶς ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν χαρακτηρισμῶν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος, δηλαδὴ ἐὰν ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἦτο παράνομος ἢ ὄχι. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον 1030 τοῦ Μαρτίου τοῦ 1946, Ἀναγκαστικὸν Νόμον, ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς προμηθείας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐξεδόθησαν αἱ σχετικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ΚΟΣ, τὰς ὁποίας εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναπτύξω. Λέγει: «....................................» ................. (ἀναγιγνώσκει)................. .............................................». Ἐξεδόθησαν αἱ σχετικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ΚΟΣ ἡ μὲν πρώτη τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1946 ἡ ἑτέρα τοῦ Μαρτίου τοῦ 1947, αἱ ὁποῖαι συνέστησαν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τῶν εἰσαγωγῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ ὁποία ἔδιδεν ὡρισμένα δικαιώματα καὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν, νὰ ὑπογράφῃ ἀντὶ τοῦ ὑπουργοῦ. Εἶχαν δὲ καὶ διαφόρους λεπτομερείας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀλλὰ τινὲς ἐξ αὐτῶν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀνακοινωθοῦν: «Ἡ πρόκλησις............... ................. (ἀναγιγνώσκει)................. ............................................. καὶ ὅλα τὰ σχετικά». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀρχικὴ νομοθεσία βάσει τοῦ νόμου 1030, ὁ ὁποῖος ἴσχυε ὡς εἶχε μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1947, ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ὑπ’ ἀριθ. 480)31)10, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ὡρισμένας μεταβολὰς καὶ συγκεκριμένως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προμηθείας τοῦ Δημοσίου ἐπέβαλεν ὡρισμένους περιορισμούς. Γνωρίζομεν καὶ γνωρίζετε ὅλοι ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ Νομ. Διατάγματος 480. Σκοπὸς τοῦ Νομ. Διατάγ. ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἡ ἀφορῶσα τὸ συνάλλαγμα καὶ τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ ἕνα ἑνιαῖον ὀργανισμόν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἑνιαία πολιτικὴ ἐπ’ αὐτῶν. Ἄς ἴδωμεν διὰ μιᾶς ἁπλῆς ἀναγνώσεως κατὰ τί, μετέβαλεν τὸν νόμον 1030, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καὶ ζήτημα ἑρμηνείας, δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἑρμηνείας ἀπολύτως. Ὑπάρχει ἁπλῶς ζήτημα ἀναγνώσεως τοῦ νομ. διατάγ. τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον σαφές, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχουν ἐνδοιασμοὶ καὶ νὰ χρειασθῇ κανεὶς νὰ καταφύγῃ εἰς ἑρμηνείας: «Ἡ κατὰ ............................................. ................. (ἀναγιγνώσκει)................. ................. κυβερνητικῆς ὀργανώσεως». Δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἄρθρον 5 λέγει τὸ ἴδιον Νομοθετικὸν Διάταγμα. «Αἱ ἐκδιδόμεναι ὑπό........... ............................................. ................. (ἀναγιγνώσκει)................. .............................................» Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ὑπῆρξεν τοιαύτη τροποποίησις οὐδεμία, ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 1030 περιοριζόμεναι ἁπλῶς ὡς ὁ νόμος 480 ὁρίζει Ὅριζεν δὲ ὁ νόμος συγκεκριμένως ἐν σχέσει πρὸς τὰς προμηθείας τοῦ Δημοσίου «Πρῶτον, διαπραγματεύσεις............... ............................................. ................. (ἀναγιγνώσκει)................. .......................... τοῦ παρόντος ἄρθρου». Ὅτι δηλαδὴ χρειάζεται προέγκρισις καὶ αἰτία εἰσαγωγῆς. Ἐπίσης ὁ Σύμβουλος τῆς Διοικήσεως Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου, ὁ ἀλλοδαπὸς ἐμπειρογνώμων ἐνεργῶν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν κανονιστικῶν ἀποφάσεων «............... ............................................. ................. (ἀναγιγνώσκει)................. ............................................. .............. ἀντιστοίχου εἰσαγωγῆς». Νομίζω ὅτι ὁ νόμος εἶναι τελείως σαφής. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἡ ὑπηρεσία θὰ ἐξηκολούθει ὑφισταμένη, ὑποβάλλονται ὅμως καὶ αἱ προμήθειαι τοῦ Δημοσίου εἰς οἵους περιορισμοὺς ὑποβάλλονται καὶ αἱ εἰσαγωγαὶ τῶν ἰδιωτῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔλογον, καὶ σκόπιμον καὶ ὀρθόν. Διότι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Διεύθυνσις Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου εἶναι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τὴν συναλλαγματικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, εἶναι ἐκείνη ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρύονται τὰς πληροφορίας καὶ τὰ Ὑπουργεῖα, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία προμήθεια λόγῳ ἐπαρκείας ἢ ἀνεπαρκείας τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀνοιγῇ ἡ πίστωσις, ἐὰν συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ προτιμηθοῦν αἱ χῶραι τῆς στερλίνας ἢ αἱ χῶραι τοῦ δολλαρίου. Εἶναι Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ εἶναι ἁρμόδιον νὰ κανονίζῃ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ Κράτος καὶ οἱ ἰδιῶται. Διότι ἐὰν ὁ κάθε ἕνας κάμῃ ὅτι θέλει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ διὰ Κράτος, οὕτω εἶναι ἐνδεχόμενον μία χώρα νὰ ἐκβιασθῇ νὰ ὑπογράψῃ μίαν σύμβασιν ἐμπορικὴν διὰ καταλλήλου χειρισμοῦ. Εἶναι ἐπίσης ἐνδεχόμενον μία ἄλλη χώρα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἐμπορικὰς σχέσεις, μὲ τὴν χώραν μας νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ τὰς διατάξεις τῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων, καὶ νὰ πρέπει νὰ τῆς γίνουν ἀντίποινα. Εἶναι ἐνδεχόμενον, χῶραι αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν Ἑλλάδα συνδέονται ἐμπορικῶς νὰ ἔχουν ὑπογράψει συμβάσεις δι’ ἀνταλλαγὰς ἢ κλῆριγκ καὶ οὐχὶ διὰ καταβολῆς συναλλάγματος. Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ γνωρίζῃ ἄλλο Ὑπουργεῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἁρμόδιον ἄλλο Ὑπουργεῖον, παρὰ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Διεύθυνσις Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου. Δηλαδή, μὲ δύο λέξεις δι’ ὑμᾶς, ὅσοι εἶσθε νομικοί, τὸ μὲν Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, ἐνεργεῖ, ὡς FISCUS τὸ δὲ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐνεργεῖ ὡς Κράτος–Ἐξουσία, καὶ οἱ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν διὰ τοὺς ἰδιώτας, ἰσχύουν καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος προβαίνει εἰς προμηθείας ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Νομίζω ὅτι, κατόπιν αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν χρειάζονται καμμίαν ἑρμηνείαν, ἡ ὑπόθεσις ἢ μᾶλλον τὸ ζήτημα τὸ νομικόν, εἶναι ἀπολύτως λελυμένον, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἑρμηνεία ἀντίθετος. Τὸ συμβούλιον ὅπως σᾶς εἶπον τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου εἶχε περισσότερα δικαιώματα, ὄχι ὁ ὑπουργός. Δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐὰν θέλῃ ὅτι, εἶναι ἐπάναγκες νὰ ἐκδοθοῦν τροποποιητικαὶ διατάξεις, δημοσιευόμεναι εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι νὰ μεταβάλουν, νὰ τροποποιοῦν, νὰ συγχωνεύουν τὰς ὁμοειδεῖς ὑπηρεσίας διότι πολὺ πιθανὸν καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἰς τὸ παρελθὸν νὰ προέβαινον εἰς ἀγορὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ὑπῆρξε μόνον ἔκνομος. Δὲν ἐκαλύπτετο οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ πρόσχημα ἢ τὸ ἐπιχείρημα τῆς σκοπιμότητος διότι, καθὼς γνωρίζομεν ὅλοι, ἐπίκλησις τῆς σκοπιμότητος γίνεται ὅταν μία πρᾶξις ἀναγκαία ὠφέλιμος, συμφέρουσα διὰ τὸ Κράτος συναντᾷ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια νόμων περιοριστικῶν, ἀπαγορευτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἀνάγκην, οὕτως εἰπεῖν, νὰ καταλύσῃ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ, χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους. Ἐν προκειμένῳ ἡ νομοθεσία ἦτο σαφὴς καὶ δὲν ὑπῆρχε ζήτημα, νὰ ἀγνοήσωμεν τοὺς νόμους αὐτούς. Μία εἰδοποίησις, ἕνα τηλεφώνημα, μία ἐπαφή, μὲ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, τὰ δύο Ὑπουργεῖα μαζὺ θὰ ἠδύναντο νὰ προχωρήσουν τὸ μὲν ἔχον τὰ κλειδιὰ τοῦ Κράτους «Ἐξουσία» τὸ δὲ ἄλλο τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Κράτους (FISCUS). Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ ἡ νομιμότης θὰ ἐτηρεῖτο, καὶ ἡ σκοπιμότης θὰ ἐκαλύπτετο. Ὀφείλω νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἡ σχέσις τῶν δύο ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν δύο Ὑπουργείων, ἦτο τόσον ἁρμονική, ὥστε δὲν ἐδικαιολογεῖτο κανεὶς ἀπολύτως δισταγμός, διὰ νὰ μὴ καταστῇ ἐνήμερον καὶ τὸ ἄλλο Ὑπουργεῖον. Δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἑπομένως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μία μονομερής, μία αὐθαίρετος, μία παράνομος πρᾶξις. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἐπαναλαμβάνω, ἡ συνεργασία ἦτο ἐξαιρετικῶς ἀποδοτική, ἐξαιρετικῶς ἁρμονική. Ἡ μία ὑπηρεσία, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προμηθείας τοῦ Δημοσίου, συνεπλήρωνε τὰς πληροφορίας τῆς ἄλλης, τὰς σκέψεις τῆς ἄλλης καὶ τὰς κατευθύνσεις τῆς ἄλλης. Συνεπῶς τῆς σκοπιμότητος, ἀπεκλείετο ἀπολύτως ἡ ἐπίκλησις. Διὰ νὰ τελειώνω ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς νομιμότητος, κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς: Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ νεώτεροι χρόνοι, δὲν ἀποδίδουν τὴν δέουσαν σημασίαν, εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων. Ἐγώ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, ἡ σημασία δὲ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρουσιάζεται καὶ ἐμφανίζεται πλήρως εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν τοῦ 1876, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον λέγει ὅτι, καταδιώκεται ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὑπουργός, ὅστις, ἐκ προθέσεως παραβαίνει τὸ Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα. Αὐτὸ φθάνει εἰς τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην, δεδομένου ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ὄργανον τοῦ Κράτους, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν ὑπουργόν, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ εἰδικοῦ. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν. Διότι, αἱ πράξεις τῶν ὑπουργῶν, κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ φαίνωνται ἀδιάβλητοι. Δὲν πρέπει μόνον κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ πρέπει καὶ κατὰ τύπους νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀνεπίληπτοι. Ἀλλοίμονον ἐὰν συνέβαινε τὸ ἀντίθετον. Πρὸ ἐτῶν, διὰ νὰ ἀναφέρω τὴν γνώμην ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ ἐπαρχιώτου, συζητοῦντες σχετικῶς μοῦ ἔλεγεν, ἕνας συμπολίτης μου, ὅτι βέβαια, δὲν ἔχομεν κατάλογον, τῆς διαβαθμίσεως τῆς ἐντιμότητος τῶν ἐναλλασσομένων ὑπουργῶν ὥστε, εἰς ἄλλους μὲν νὰ ἐπιτρέπεται νὰ παραβαίνουν ὅταν θέλουν τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους νὰ ἐπιβάλωνται αὐστηροὶ περιορισμοὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων. Καὶ πράγματι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβῇ κανεὶς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος θεσπίζει, χωρὶς νὰ καταρρακώσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ εὐνομουμένου Κράτους, καὶ χωρὶς νὰ δώσῃ λαβεῖν εἰς περαιτέρω κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας. Κύριοι βουλευταί, πῶς ἦτο δυνατὸν κατόπιν αὐτῆς τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας ἡ ὁποία δὲν ἐκαλύπτετο, οὔτε ἀπὸ τὸ πρόσχημα τῆς σκοπιμότητος, πῶς ἦτο δυνατὸν, ἐγὼ πληροφορούμενος αὐτό, νὰ μὴ διερωτηθῶ διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, νὰ μὴ διερωτηθῶ, διατὶ γίνεται αὐτὴ ἡ προμήθεια καὶ δὴ ἀπὸ τὸν ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοθετ. 480, καὶ συνεπῶς ἐγνώριζε καλῶς τὸν νόμον, καὶ ἐγνώριζε καλῶς τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἔφερεν, ἦτο δὲ ἐν πλήρει συνηδείσει τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἐνήργει.
§48Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰσηγητὴς ἢ διεκπεραιωτής;
§49Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἤθελα νὰ τὸ ἀναφέρω. Μὲ ἐπροκαλέσατε καὶ κατένευσα. Ἀλλά, κύριοι, πρὸς στιγμὴν ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ἄποψις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἦτο ὀρθή, καὶ ὅτι ὁ νόμος εἶχε τελείως ἄλλως. Πῶς ἐγὼ νὰ μὴ διερωτηθῶ, διατὶ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς περιπτώσεως, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ ἀποστῇ μιᾶς ἀρχῆς, μιᾶς τακτικῆς, ἡ ὁποία εἶχε παγιωθῆ, καὶ ἡ ὁποία ἐτηρεῖτο ἀπαρεγκλήτως, δηλαδή, τῆς ἀρχῆς τῆς πλήρους στενῆς συνεργασίας. Διὰ ἐμὲ ὑπάρχει πράγματι ἐξ αὐτοῦ ἡ ἀπορία, πῶς ἐνήργησεν τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ διαπραγματευθὲν μὲ ἰδιώτας καὶ τὴν ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβείαν, μόνον δὲ τὴν 23ην ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἑτοίμης μαγειρευμένης δουλειᾶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ἐκ πρώτης ὄψεως μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ τὸ ἑξῆς: Πῶς ἐγένετο δεκτὴ προσφορὰ ἰδιώτου διὰ προμήθειαν τοῦ Δημοσίου προτοῦ ὑπάρξει ἡ ἄδεια τοῦ I. F. C. καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ΑΜΑΓΚ εἰς ἐπανειλημμένας προφορικὰς ἐρωτήσεις μου εἶχεν ἀπαντήσει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεχώμεθα προσφορὰς ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ ἐχορηγεῖτο ἄδεια ὑπὸ τοῦ I.F.C. καὶ τοῦτο μοῦ ἔκαμεν, ὁμολογῶ, ἐντύπωσιν. Κατόπιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ὄψεως προέκυψαν ὡς δισταγμοί, ὡς φόβοι, ὡς ὑποψίαι ἐσκέφθην τὶ ἔπρεπε νὰ πράξω, δεδομένου ὅτι, ὁμολογῶ, εἶχον χάσει τελείως τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὸ ἑσπέρας μετέβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, συνεσκέφθην μὲ τὸν διευθυντὴν διὰ νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον περαιτέρω χειρισμοῦ τῆς ὑποθέσεως, ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως. Ἐπειδὴ δὲ μοῦ εἶχεν ἀπὸ πρωΐας ἀναφέρει ὁ κ. διευθυντὴς ὅτι ὡς προέκυπτεν ἀπὸ τὰ ἐπιδειχθέντα εἰς αὐτὸν τηλεγραφήματα εἶχε γίνει συνεννόησις καὶ μὲ τὴν Οὐάσιγκτων, ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτανθῶ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὴν δυσπιστίαν μου θὰ τὴν διείδετε εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἑξῆς: «... Παρακαλοῦμεν ἅμα λήψει παρόντος, τηλεγραφήσετε ἀπ’ εὐθείας ἡμῖν ἂν πράγματι ἦσθε ἐνήμερος ὑποθέσεως καὶ...................... .............. (ἀναγινώσκει)...........». Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου εἶχε φθάσει ὁ ἐνδοιασμός μου.
§50Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν ἐτηλεγραφήσατε εἰς Οὐάσιγκτων;
§51Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρὸς τὴν Πρεσβείαν Οὐασιγκτῶνος. Εἰς τὸ τηλεγράφημά μου αὐτό, ἔλαβον μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπάντησιν, εἰς τὰς 26 τοὐτέστιν τὴν πρωΐαν. Εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ παρεπεμπόμην εἰς προηγούμενα τηλεγραφήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δηλαδή, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀναρμόδιον, τῆς προτιμήσεως τῆς Πρεσβείας, χωρὶς νὰ δίδῃ οὐδεμίαν περαιτέρω ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ θὰ εἶχεν ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ τηλεγραφήματός μου διαγνώσει τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, τὴν δυσπιστίαν ποὺ μὲ κατεῖχε.
§52Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Πρεσβεία εἶχε προτιμήσεις;
§53Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Συμπεραίνω ἁπλῶς, δὲν διαπιστώνω.
§54Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ὁ ἀκόλουθος τῆς ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβείας ἦτο ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§55Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ αὐτὸ συμπεραίνω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβω πληροφορίας. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ρημάκην νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ νὰ μοῦ φέρῃ ὅ,τι τηλεγραφήματα ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἴτε ἐν ἀντιγράφῳ γραφομηχανῆς, εἴτε καὶ ἰδιοχείρως, δηλαδή, νὰ καθήσῃ νὰ τὰ ἀντιγράψῃ. Ὁ κ. Ρημάκης συνεμορφώθη καὶ μοῦ ἔφερε τὰ τηλεγραφήματα. Ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος, ἔμεινα ἀμέσως ἐμβρόντητος. Τὸ τηλεγράφημα ἀνεγνώσθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοὺς ἐπερωτήσαντας εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Πρεσβεία ἐπληροφόρει ὅτι, ἐγένοντο εἰς τὴν Πορτογαλικὴν Πρωτεύουσαν διαπραγματεύσεις, διὰ τὴν πώλησιν ὀρύζης καὶ ἀραβοσίτου ἀπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ διεξήγει διαπραγματεύσεις; Τίνος πρωτοβουλία ἦτο αὐτή; Ποῦ εἶναι τὸ ἔγγραφον ἐξουσιοδοτήσεως διὰ διαπραγματεύσεις διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, προμηθείας, καὶ δὴ προμηθείας διὰ τρία ὁλόκληρα ἑκατομμύρια δολλαρίων; Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐπεδείχθησαν, ἀντελήφθην ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐκινεῖτο καὶ καθωδηγεῖτο ἀπὸ ἰδιώτας, παρασκηνιακῶς δρῶντας, οἱ ὁποῖοι ὡδήγουν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν πολλοῖς πλέον ἐνήμεροι τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ ὅτι ἦσαν αἱ ἴδιαι αἱ Πρεσβεῖαι. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ τηλεγράφημα τῆς 15ης, τὸ ὁποῖον ἐπεσυνάφθη εἰς τὴν προσφοράν, τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τῆς 22ας. Πράγματι τὴν 23 προσεκόμισεν ὁ ἐνδιαφερόμενος προσφοράν, ἡ ὁποία εἶχε συνημμένως καὶ τρία τηλεγραφήματα. Εἰς τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν, τῆς 15ης ἀνεκοίνωνε ὁ ἐν Οὐασιγκτῶνι προμηθευτὴς εἰς τὸν ἐδῶ ἀντιπρόσωπόν του, ὅτι τὴν 22αν θὰ πάρουμε καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ IFC καὶ γαλλικὰ «Sera Delivrèe»... δηλαδὴ κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶχε προδιαγραφῆ καὶ προσυμφωνηθῆ. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρώτη ἐντύπωσις ἀπὸ τὸ πρῶτο τηλεγράφημα ποὺ ἀνέγνωσα. Εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐστάλη τὴν 16ην ἐλήφθη τὴν 17ην καὶ πρωτοκολλήθη τὴν 18ην ἀπήντησεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὴν 19ην τουτέστι τὴν ἑπομένην: «Ἀποδεχόμεθα προσφορὰν Πανταζοπούλου....». Εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχε σταλῆ ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν, δὲν ἀνεφέρετο τὸ ὄνομα κανενὸς μεσάζοντος. Ἀπαντᾶ ὅμως εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτό: «Ἀποδεχόμεθα προσφορὰν Πανταζοπούλου». Ποίαν προσφορὰν Πανταζοπούλου; Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Πανταζόπουλος; Πόθεν ἡ τιμὴ αὐτὴ τῶν 225; Βέβαια ἐκ τῶν ὑστέρων βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὰ ἦσαν χειρισμοὶ ἰδιωτικῆς φύσεως, βάσει ἰδιωτικῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα μεταφερόμενα ἀπὸ τσέπης εἰς τσέπην καὶ οὐχὶ ἀπὸ πρωτοκόλλου εἰς πρωτόκολλον, ἐπεδεικνύοντο εἰς τὸν ὑπουργὸν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς πρωτοκόλλου, χωρὶς νὰ ἀποτελοῦν δημόσια ἔγγραφα. Εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα, κύριοι, ὅταν ἀναλαμβάνωνται ἐνέργειαι διὰ προσφορὰς προμηθειῶν, διὰ νὰ εἶναι ἀνεπίληπτοι αἱ ἐνέργειαι αὗται πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπηρεσιακῶς ἀναληφθῆ τὸ ἔγγραφον τῆς προσφορᾶς, νὰ ἔχῃ πρωτοκολληθῆ καὶ λέγω, ὅτι ὅταν ἀναλαμβάνωνται ἐνέργειαι ἐπ’ αὐτῶν — διότι ἐπὶ πλείστων προσφορῶν δὲν ἀναλαμβάνονται ἐνέργειαι καὶ συνεπῶς τὰ ἀντίγραφα τῶν τηλεγραφημάτων τίθενται εἰς τὸ ἀρχεῖον χωρὶς νὰ ἔχουν πρωτοκολληθῆ, διότι δὲν ἀποτελοῦν ἔγγραφα — ἢ ἐπιστρέφονται τὴν ἰδίαν στιγμὴν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ὅταν ὅμως πρέπει νὰ γίνουν ἐνέργειαι, πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπίληπτος ἡ πρᾶξις, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἰδιωτικαὶ καὶ ἰδιαιτέρως μάλιστα, ὅταν ὁ ἀντιπρόσωπος ἔχῃ καὶ κάποιαν φιλικὴν σχέσιν μὲ τὸν ὑπουργόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, βεβαίως, εἶναι εἰς βάρος τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλά, κύριοι, καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δὲν ἦτο «ἐν τάξει», δὲν ἦτο ὁμαλή, διότι ἀπὸ τῆς 19ης τοῦ μηνὸς ὁ ὑπουργὸς ἀπεδέχετο προσφοράν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπολύτως καμμίαν πληροφορίαν ἢ κανὲν στοιχεῖον ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει, κατὰ τὸ τηλεγράφημα τὸ ἐπίσημον τῆς Πρεσβείας Οὐασιγκτῶνος, εἰς τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ προμήθεια αὐτὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναληφθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπῆρξε οὔτε ζήτημα ἐὰν εἶναι ἀγοραστὴς ἢ μὴ προμηθευτής, οὔτε ζήτημα ἐὰν εἶναι ἀποκλειστικῶς μεσολαβητής. Αὐτὸ μοῦ ἔκαμε μεγάλην κατάπληξιν. Ἀλλά, κύριοι, ἐπίσης μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν ἡ ἐσπευσμένη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἢ μᾶλλον τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχε σταλῆ τὴν 22αν ἀπὸ προμηθευτὴν Οὐασιγκτῶνος εἰς τὸν ἐδῶ ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐζητεῖτο νὰ τεθῇ ὁ ὅρος τοῦ ἀλληλενδέτου τῶν δύο προϊόντων. Τὸ τηλεγράφημα τὸ ἔλαβε τὴν 23ην καὶ ἀπὸ τὸν φάκελλον εἶδα ὅτι αὐθημερὸν ὁ ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ἀλληλένδετον, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ προηγουμένως τί θὰ εἴπῃ ἀλληλένδετον, τί ὑποκρύπτει τὸ ἀλληλένδετον, διατὶ νὰ προτείνεται μία Affaire combinée. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία αἰτία, ἕνας λόγος. Ἡ συνήθης δικαιολογία εἶναι ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύο προϊόντων πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἕτερον, διὰ νὰ εὕρῃ τοῦτο τοποθέτησιν εἰς τὴν ἀγορὰν εἴτε διότι ἡ τιμὴ του δὲν εἶναι συμφέρουσα, εἴτε διότι ἡ ποιότης του δὲν εἶναι καλή. Ἔνδειξις περὶ πιθανῆς κακῆς ποιότητος ὑπῆρχε διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἕνα ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον λιμνάζει ἀπὸ μηνῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τὴν διεθνῆ κἄποιον ἐλάττωμα πιθανώτατα θὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχεν ἐλάττωμα εἰς τὴν ποιότητα τοῦ ἐμπορεύματος, τότε θὰ ἔπρεπεν ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐρευνηθῇ καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς τιμῆς. Ἀλλὰ τὸ ἀλληλένδετον, κύριοι, ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον κίνδυνον, τὸν ὁποῖον πρέπει ὁ προμηθευόμενος νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του: Ὅτι, ἐὰν τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο προϊόντων δὲν παραληφθῇ λόγῳ ποιότητος ἢ δι’ ἄλλην ἀφορμήν, ἀπόλλυται καὶ τὸ ἕτερον ἐμπόρευμα. Ἀπόδειξιν αὐτοῦ ἔχομεν καὶ ἐν προκειμένῳ, διότι, μὴ ἐκτελεσθείσης τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τὴν ὄρυζαν, ἐχάσαμεν καὶ τὸν ἀραβόσιτον. Τὸ ἐμπόρευμα τῆς ὀρύζης εἴπομεν ὅτι ἐλίμναζεν εἰς τὴν διεθνῆ ἀγοράν. Ἐλέχθη ὑπὸ διακεκριμένου συναδέλφου ὅτι τὴν 29.12.1947 εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλη προσφορά, διὰ τὴν αὐτὴν παρτίδα, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον 1948. Ἡ προσφορὰ αὕτη, γενομένη ὑπὸ τῆς ἑταιρείας «Ἀμυρᾶς καὶ Σία», συνωδεύετο καὶ ἀπὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τῆς Πορτογαλικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, ἀφοῦ προηγήθη συνεννόησις τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, διεβίβασε δι’ ἐγγράφου του τὴν προσφορὰν εἰς τὴν Διεύθυνσιν Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἵνα μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐνδεχομένως ἡ προσφορὰ αὕτη ἦτο ἀξία συζητήσεως. Εἶναι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τόσος λόγος καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν εἴς τινας ὡς ἐπιχείρημα ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Αὐτὸ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα κατέπεσε καὶ δὲν προβάλλεται πλέον. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἤρχιζεν ὡς ἑξῆς: «Κατόπιν τῶν χθεσινῶν................ ................(ἀναγινώσκει)................» Τὸ ἔγγραφον ἀπεστάλει, διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, διότι ἡ ποσότης τῆς ὀρύζης προσεφέρετο ἐκτὸς ἀλλοκασιόν. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι χῶραι, εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀγοράσουν ἐκτὸς ἀλλοκασιόν, χωρὶς ἄδειαν τοῦ I.F.C., ὄρυζαν Εὐρωπαϊκῆς προελεύσεως ἢ προελεύσεως τῶν χωρῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, Ἰρὰκ καὶ Ἰράν Συνεπῶς ὑπῆρχε κατ’ ἀρχὴν ἐνδιαφέρον, διότι ὑπῆρχε μία ποσότης ὀρύζης ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ὁποία εἶχε πιστοποιητικὸν προελεύσεως Πορτογαλικῆς καὶ συνεπῶς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ διαπραγματεύσεως. Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ἀπὸ τὸν κ. Ρημάκην ὑπηρεσιακῶς — χωρὶς νὰ προδικάζῃ τὴν ἰδικήν μου γνώμην — ἀνεφέρετο καὶ ἡ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν προσεφέρετο ἡ ὄρυζα, τῶν 260 δολλαρίων, καὶ ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ σπεύσῃ ἐκεῖνο νὰ πληροφορηθῇ τὰς διεθνεῖς τιμὰς κλπ. Βεβαίως ἡ τιμὴ ἦτο μαυραγορίτικη, διότι ἦτο ἐκτὸς ἀλλοκασιόν, καὶ νὰ σκεφθῇ ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ τύχῃ περαιτέρω ἐνεργείας ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ βεβαίως, ἐὰν τυχὸν ἀπήντα κατ’ ἀρχὴν τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν εἶχον παρὰ νὰ σπεύσω νὰ καλέσω διὰ τῆς ὑπηρεσίας τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ νὰ ἴδω ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαπραγματευθῶμεν εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε νὰ καταφύγωμεν εἰς διαγωνισμόν. Τὸ ἔγγραφον ὅμως αὐτὸ δὲν ἔτυχεν ἀπαντήσεως, διότι εἶχε σταλῆ ὑπηρεσιακῶς, κατόπιν συνεννοήσεως, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν ἡ ὄρυζα αὐτὴ ἦτο πράγματι προελεύσεως Πορτογαλικῆς ὅπερ ἀπεδείχθη ἀνακριβὲς διότι αὐτὴ ἦτο προελεύσεως Βραζιλιανῆς, ὅπως ἐξηκρίβωσαν οἱ ἐμπειρογνώμονες τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστῇ ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων.
§56Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Προσφέρων ποῖος ἦτο;
§57Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ προσφέρων ἦτο ἕνας ὀνόματι Ἀμυρᾶς καὶ Σία, συνοδεύετο δὲ ἀπὸ ἔγγραφον τῆς Πορτογαλικῆς ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐφοδιασμοῦ Ἡ συνεννόησις τῶν δύο Ὑπουργείων ἐγένετο εἰς τὰς 9 Φεβρουαρίου καὶ τὸ ἔγγραφον ἀπεστάλη εἰς τὰς 10. Αὐτὸ ἐτέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον ὡς εἶπον διότι ἐξηκριβώθη ὅτι αὐτὴ ἡ παρτίδα τῆς Πορτογαλικῆς ὀρύζης δὲν ἦτο προελεύσεως Πορτογαλικῆς, ἀλλὰ ἦτο προελεύσεως Βραζιλιανῆς καὶ διότι μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας, ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ πολὺ κατωτέρας τιμάς, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἢ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία, ὁ κ. Ρημάκης, τοῦ εἶχεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἴπει ὅτι ἡ τιμὴ ἦτο ὑπερβολικὴ καὶ ὅτι ἐὰν κατ’ ἀρχὴν θὰ ἦτο ἀγοράσιμον, θὰ ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν τιμήν, δι’ ὃ καὶ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐπανῆλθε μὲ τιμὴν 233, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὸ ἀλληλένδετον. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε διότι εἶχε διαπιστωθῆ ὅτι ἦτο προελεύσεως Βραζιλιανῆς, δὲν ἀνεκοινώθη οὕτω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἡ νεωτέρα εὐθηνοτέρα τιμὴ καὶ ἡ προσφορὰ του ἐτέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον. Δὲν ἀναφέρω τὰς περαιτέρω προσφοράς, τὰς ὁποίας.......
§58Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Θέλετε νὰ δώσετε μίαν διασάφησιν, κύριε συνάδελφε.
§59Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόψετε διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω καμμίαν διασάφησιν παρὰ μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου. Νὰ ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ κρατῆτε σημειώσεις καὶ εὐχαρίστως εἰς τὸ τέλος θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν θέλω οὐδεμίαν διακοπὴν ἰδίως ὅταν αὗται ἐπαναλαμβάνωνται ἀπὸ ὑμᾶς, κ. συνάδελφε, καὶ αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν διὰ δημοσιογραφικοὺς σκοπούς. Αἱ διακοπαί σας εἰς τὸν φιλικόν σας τύπον λαμβάνουν ἔκτασιν πολλαπλασίαν πολυώρων ἀγορεύσεων.
§60Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἔκαμα καμμίαν διακοπὴν σᾶς παρακαλῶ ἁπλῶς......
§61Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Νομίζω ὅτι ἐσεβάσθην πάντας τοὺς ἀγορητάς, δὲν διέκοψα κανένα μὲ τὴν ρητήν μου δήλωσιν ὅτι τὸ πράττω διὰ νὰ μὴ ὑποστῶ καὶ ἐγὼ διακοπάς, ἂν καὶ θὰ μοὶ ἦτο πολὺ εὔκολον νὰ διακόψω τοὺς ρήτορας.
§62Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσετε τὸ ἔγγραφον. Δὲν σᾶς ἔκαμα διακοπήν. Διότι αὐτὰ ποὺ εἴπατε εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸ ἔγγραφον.
§63Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχετε τὴν εὐχέρειαν ὅταν ἀνεβῆτε εἰς τὸ βῆμα διὰ μακρῶν νὰ μὲ ἀντικρούσετε καὶ νὰ τὸ ἀναγνώσετε ἐπὶ τετράωρον ἐσεῖς. Ἀλλά, κύριοι, ἐπὶ πλέον μοῦ ἔκαμεν ἐπίσης ἐντύπωσιν ἀμέσως — ἐννοῶ τὸ χρονικὸν διάστημα — μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν διετύπωσα τὴν ἐπιστολήν μου τῆς 3ης Ἀπριλίου, ἡ ὁποία ἀπὸ ἐμὲ παρεδόθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν 1ην τὸ ἑσπέρας διὰ νὰ δακτυλογραφηθῇ τὴν ἑπομένην πρωΐαν καὶ νὰ ἀποσταλῇ, ἐκτὸς τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ διάφορα τηλεγραφήματα, ἔγγραφα κλπ. δὲν συνεφώνουν μεταξύ των ὡς πρὸς τὰς ποσότητας, ὑπῆρχε τοὐτέστιν ἀναρχία ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ποσότητος. Αὐτὸ δὲ βεβαίως μὲ ἀνησυχοῦσεν ὅταν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀλληλένδετον καὶ τὸν χρόνον ποὺ ἐλίμναζε τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὴν ἀγοράν. Τὸ πρῶτον τηλεγράφημα ἀνέφερε 4.800 τόννους τὸ ἄλλο 4.500, τὸ ἄλλο ἐπανήρχετο εἰς τοὺς 4.800 τόνους, ἄλλη προσφορὰ τοῦ ἰδίου ἐμπορεύματος ἦτο διὰ 5.000, ἄλλη διὰ 4.000 χιλιάδας, δὲν ὑπάρχει καμμία συμφωνία εἰς τὰς ποσότητας, αἱ ὁποῖαι προσεφέροντο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ ἐγέννησεν τὴν ἀπορίαν πῶς δὲν εἶναι γνωστὸν αὐτὴ ἡ παρτίδα εἰς τὶ ποσὸν ἀνέρχεται. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντελήφθημεν ὅτι ἦτο ἕνα μέγιστον μέρος χαλασμένον. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, προχωρῶν εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἔρευναν τῶν τηλεγραφημάτων, ἐμόρφωνα διαρκῶς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἦτο ἀνώμαλος, δὲν ἤμην δὲ διατεθειμένος νὰ προσυπογράψω τὴν σύμβασιν. Τὴν 27ην—καὶ αὐτὸ τὸ ἀναφέρω ἐπίσης ὡς ἓν ἐπὶ πλέον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ ἐξηνάγκασε νὰ σκεφθῶ ἀκόμη ὡριμώτερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως— τὴν 27ην ἀπὸ τῆς πρωΐας εὑρισκόμην κλινήρης. Τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὡς συνήθιζεν ἄλλως τε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ καλῇ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐκλήθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου. Ἐννοεῖται ὅτι ὢν κλινήρης ἀπὸ πρωΐας μὲ πυρετὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῶ καὶ νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Συμβούλιον. Σημειωθήτω ὅτι δὲν ἀνεφέροντο οὔτε κἂν τὰ θέματα τῆς συζητήσεως. Οὐδέποτε ἄλλως τε ἀνεφέροντο τὰ θέματα τῆς συζητήσεως, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡμερησία διάταξις καὶ παρὰ τὰς παρατηρήσεις μου καὶ τὴν ἐπιμονήν μου ὅπως διανέμεται μία ἡμερησία διάταξις, τοιαύτη δὲν διενέμετο. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ρημάκην, διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου μου γραφείου, νὰ μεταβῇ καὶ παραστῇ εἰς τὴν σύσκεψιν αὐτήν. Μετέβη καὶ τὸ ἑσπέρας περὶ τὴν 7ην ἢ 8ην ὥραν ἐλήφθη ἓν τηλεφώνημα εἰς τὴν οἰκίαν μου ὅτι ἐζήτει τὸν κ. ὑπουργὸν ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ φυσικὰ τοῦ ἀπήντησαν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἀσθενής. Ἐπανελήφθη μετὰ μίαν ὥραν τὸ τηλεφώνημα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπιμένει νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ζαΐμην, ἀλλὰ ὁ κ. Ζαΐμης εἶχεν ἀποκοιμηθῆ μὲ 3 (τρεῖς) ἀσπιρίνας καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ξυπνήσῃ μὲ πυρετὸν διὰ νὰ μεταβῇ νὰ συζητήσῃ ἀγνώστους ὑποθέσεις εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου. Ἐπιμονῇ ὅμως τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ διαφωνοῦντος ὑπουργοῦ, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς παραγγελίας.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ ὑπουργοῦ τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§65Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι εἶναι οἱ ἐμπειρογνώμονες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰσχύουσαν γνώμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ ἐπιμονή τους παρασύρει πολλάκις τὸν ὑπουργόν, ὅπως καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ὑπουργοῦ παρασύρει αὐτούς, ἀμοιβαίως. Αὐτῆς τῆς ἀσθενείας μου, κύριοι, ἐγένετο μεγάλη ἐκμετάλλευσις ὅπως ἐπληροφορήθην, καὶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου καὶ διὰ τοῦ Τύπου — ἐγὼ βέβαια δὲν τὰ ἀνέγνωσα ἀλλὰ τὰ ἐπληροφορήθην — ὅτι ἐλέχθη ὅτι ἐφυγομαχοῦσα ὅτι σκοπίμως δὲν ἐπῆγα εἰς τὸ Συμβούλιον, αὐτὸ τὸ ἑσπέρας, ὡς νὰ εἶχα ἐνδοιασμὸν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν ἤμουν ἀσθενὴς ἀλλὰ ἤμουν δῆθεν εἰς ἕνα πάρτυ καὶ τὰ λοιπὰ κλπ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ πάρτυ, ὅτι πράγματι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀσθενείας μου, ἡ σύζυγός μου καὶ ἐγὼ εἴχομεν καλέσει μερικοὺς κυρίους τῆς ΑΜΑΓΚ εἰς τὸ Λύκειον τῶν Ἑλληνίδων καὶ αὐτὸ διὰ λόγους προπαγανδιστικοὺς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ παρακολουθήσουν ἐθνικοὺς χορούς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πάρτυ εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ δὲν μετέβην καὶ μετέβη μόνον ἡ σύζυγός μου.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε δὲν ἐχορέψατε;
§67Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Μᾶς ἐχόρεψαν ἄλλοι, κ. Κουλουμβάκη, (γέλωτες). Ταῦτα, κύριοι, διὰ τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχον ἀπουσιάσει. Τὴν μεθεπομένην ἦτο Δευτέρα τὸ πρωΐ ὁ κ. Ρημάκης, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ συγκρατήσετε τὰς ἡμερομηνίας, διότι ἐπὶ 10 ἡμέρας ἐφερόμην ἐξαφανισθεὶς καὶ οὔτε ἡ Ἀστυνομία δὲν μὲ εὕρισκε! Τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ ἦλθεν ὁ κ. Ρημάκης εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ μοῦ ἀνεκοίνωσε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συσκέψεως, τοῦ Σαββάτου. Ἔμεινα κατάπληκτος πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν ἡ συνεδρίασις ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχω καὶ ἐγώ. Ἐζήτησα ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν. Ἐλήφθη ἀμέσως τὴν ἑπομένην διότι ὁ κ. Ρημάκης τὸ ἐζήτησεν, ἐπειδὴ ὁ ἐξαφανισθεὶς (!) ὑπουργὸς τὸ ἐζήτει ἐπιμόνως διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς ἐνεργείας ἐν προκειμένῳ. Εἰς τὸ πρακτικὸν αὐτὸ ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι ἡ ἑξῆς παράγραφος: «... (ἀναγινώσκει περικοπὴν τῶν πρακτικῶν)... Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας...». Ὁμολογῶ, ὅτι ὅταν ἐδιάβασα ὅτι εἶναι ἐκτὸς ἀλλοκασιόν, ἔμεινα ἀποσβολωμένος, διότι, κύριοι, δὲν ὑπῆρχε καμμία πληροφορία ἀπὸ τὴν ὁποίαν νὰ προέκυπτεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πάρουμε καλαμπόκι ἐπὶ πλέον καὶ ἐκτὸς ἀλλοκασιόν. Τὸ καλαμπόκι καὶ κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Δενδραμῆ, ἐπρόκειτο νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὰ δευτερεύοντα δημητριακὰ ἐξ ἄλλων χωρῶν, δηλαδὴ ἐντὸς τῆς ἀλλοκασιόν. Σᾶς ἀφήνω νὰ κρίνετε, ἐὰν ἡ ἀπορία μου ἦτο δικαιολογημένη, πῶς ἓν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἦτο οὐσιῶδες παρεστάθη ἀντίθετον τῆς πραγματικότητος, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ἐπὶ πλέον τῆς ἀλλοκασιὸν τοῦτο εἶχεν ἄλλην σημασίαν καὶ ἄλλην σημασίαν ἐὰν ἦτο ἐντὸς τῆς ἀλλοκασιὸν καὶ εἰς βάρος ἄλλου καλαμποκιοῦ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ πλέον μετὰ τὴν νέαν παραγγελίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, ἡ ὁποία παρουσιάσθη τελείως ἀντίθετος. Εἶχον λοιπὸν ἐπὶ πλέον λόγους σοβαροὺς νὰ ἔχω ἀκόμη περισσοτέρους ἐνδοιασμοὺς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν λοιπὸν εἶδον ὅτι ὑπῆρχον τόσα σκοτεινὰ σημεῖα εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅταν ἀκόμη εἶδον, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ μου καὶ κατὰ τὸν κατεπείγοντα τρόπον ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἐν γνώσει ὅτι ἐγὼ διεφώνουν, προέβην εἰς διάβημα πρὸς τὸν προεδρεύοντα, ἢ μᾶλλον διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ἐπειδὴ τὸ πρακτικὸν δὲν ἀνέφερε ποῖος προήδρευσεν, ἐπειδὴ ἄλλοτε κατὰ νόμον προήδρευεν ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἄλλοτε ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μὴ γνωρίζων ποῖος εἶχε προεδρεύσει, προέβην εἰς διάβημα πρὸς τὸν ὑπουργὸν Συντονισμοῦ, εἴτε προεδρεύσαντα καὶ λαβόντα τὴν ἀπόφασιν, εἴτε ὡς μέλλοντος νὰ προεδρεύσῃ καὶ τοῦ ἀνέπτυξα τὰ ἐπιχειρήματά μου. Αὐτὸ συνέβη τὴν 31ην διὰ νὰ μὴ ξεχνᾶμε καὶ τὰς ἡμερομηνίας τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐξαφανισθέντος ὑπουργοῦ. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀφοῦ μὲ ἤκουσε μετὰ προσοχῆς εἰς ὀλιγόλεπτον ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος μοῦ εἶπεν: Τὰ ἐπιχειρήματά σας εἶναι σοβαρὰ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τὴν τάξιν, προκειμένου νὰ ἐπανεξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις ὅπως ζητεῖς καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, νὰ μοῦ ἀπευθύνῃς μίαν ἐπιστολὴν μὲ τὰ σοβαρώτερα τῶν ἐπιχειρημάτων σου, τὰ ὑπόλοιπα δὲ θὰ μπορέσῃς νὰ τὰ ἀναπτύξῃς εἰς τὴν νέαν συνεδρίασιν. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ συνετάχθη ἀπὸ ἐμὲ τὴν 1ην τοῦ μηνὸς καὶ τὴν ἑπομένην παρεδόθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀγορῶν ἐξωτερικοῦ διὰ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τοὺς κ. ὑπουργούς. Τὴν 2αν ἐδακτυλογραφήθη καὶ ἐπρωτοκολλήθη καὶ τὴν 3ην παρεδόθη. Παρεδόθη δὲ εἰς ὅλα τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργῶν διὰ κλητῆρος, εἰδικῶς πρὸς τοῦτο σταλέντος, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ γενικοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου. Ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ προεδρεύσῃ ἢ εἶχε προεδρεύσει κατὰ τὴν γενομένην συνεδρίασιν ἐδόθη ἰδιοχείρως ἀπὸ τὸν κ. Ρημάκην. Τὴν ἐπιστολήν μου ταύτην, κύριοι βουλευταί, τὴν περιώρισα μεταξὺ τῶν 4 μόνων μελῶν τοῦ συμβουλίου τὰ ὁποῖα εἶχον μετάσχει τῆς συνεδριάσεως καὶ τοῦτο ἐν τῇ πεποιθήσει μου, ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις γνωστοποιούμεναι εὐρύτερον παραβλάπτουν τὰ γενικὰ συμφέροντα ἔπρεπε δὲ μεταξύ μας, διὰ τῆς κατανοήσεως νὰ λάβωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν καὶ νὰ μεταβάλωμεν τὸν χειρισμὸν τῆς ὑποθέσεως δι’ νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πράγματι νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἤθελον εἰς ἀπάντησιν κάποιας ἀποστροφῆς τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι μὲ τὴν διαμαρτυρίαν τῆς ἐπιστολῆς μου ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω καὶ παραίτησιν, νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιστολή μου δὲν ὑπῆρξεν ἔγγραφον διαμαρτυρίας ἢ ἐπιθέσεως, ἀλλ’ ὑπῆρξε προϊὸν προσπαθείας πρὸς κατανόησιν μετὰ τὴν μὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ συνεννόησιν, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ προεδρεύσῃ καὶ ὑπεβλήθη κατόπιν ὑποδείξεώς του, διὰ τὴν τάξιν καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις πρὸς συζήτησιν ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταί, ἀνέγνωσαν ἢ ἤκουσαν τι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς ἐπιστολῆς μου. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ σᾶς κουράσω ἐπαναλαμβάνων ταύτην.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιβάλλεται. Χρειάζεται νὰ τὴν διαβάσετε.
§69Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ τὴν διαβάσω τότε, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν καί τινες βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν ἤκουσαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀναγνώσω ταχέως: (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Σημειωθήτω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐλέχθη, ὅτι ὁ κ. Ρημάκης ἀνεμιγνύετο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, δηλαδὴ κύριοι ἠρωτᾶτο πράγματι ἀλλὰ μόνον γενικῶς καὶ ἀορίστως πόσον ἔχει τὸ ρύζι, τὶ στοιχεῖα ὑπάρχουν καὶ πράγματι μίαν ἡμέραν εἶδον ὅτι ἐζήτει πληροφορίας περὶ ὀρύζης καὶ αὐτὸ μὲ εὐχαρίστησε, διότι ἐνόμισα ὅτι θὰ προωθοῦντο αἱ ἐκκρεμεῖς ἀνταλλαγαί, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐγένοντο τὰ ὅσα ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ μου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του, διότι αἱ ἐρωτήσεις αἱ ἀφορῶσαι στοιχεῖα περὶ τῆς ὀρύζης δὲν ἀφεώρων τὰς ἀνταλλαγάς, ἀλλ’ ἀφεώρων μίαν προσφορὰν ὕποπτον τὴν ὁποίαν διεπραγματεύετο ἰδιώτης τις μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας: «....................... ........ (ἀναγινώσκει)...................» Σημειωθήτω ὅτι, τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς ὅτε εἶχον δώσει τὴν ἐπιστολήν μου ἀπέσυρεν οὗτος τὴν προσφοράν, ἀλλὰ τὴν τρίτην τοῦ μηνὸς ὅτε εἶχεν ἤδη ἐπιδοθῇ ἡ ἐπιστολή μου, τὴν ἔδωσε πάλιν καὶ εἶπον ὅτι παραμένει ἰσχυρὰ ἡ προσφορά:..... (ἀναγινώσκει).................». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπιστολή μου. Τὰ πλεῖστα ἐπιχειρήματά της ἀνεπτύχθησαν. Ἐκεῖνο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεπτύχθη εἶναι ἐκεῖνο, βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μικροτέρα δυνατὴ τιμή. Εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ὑπεστήριζον ὡς εἴδατε, ὅτι διὰ νὰ ἐνεργήσῃ προμήθειαν τὸ Κράτος ἐνδείκνυται νὰ γίνεται σύμβασις κατόπιν δημοπρασίας, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο, καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω παρακάτω παραδείγματα, νὰ γίνεται διὰ προχείρου διαγωνισμοῦ προσφορά. Οὕτω ἐὰν ὁ προμηθευτὴς εἶναι εἷς καὶ συνεπῶς θὰ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἀποκλείεται ὁ δημόσιος διαγωνισμὸς θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν προμηθευτῶν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν διαφόρων πληροφοριῶν προκύπτει ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μικροτέρα τιμὴ εἰς βάρος τῆς προμηθείας τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐν προκειμένῳ, κύριοι, δὲν ἐγένετο τίποτε, ἐξ ὅλων αὐτῶν. Ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπῆρξαν ὡρισμένα δικαιολογητικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐγὼ ἠμφισβήτησα, πάντως τὴν 19ην τοῦ μηνός, οἱ δεχόμενοι τὴν προσφοράν, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν κανένα ἐξ αὐτῶν. Ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ γίνῃ ἡ προμήθεια ἤτοι οὔτε διὰ διαγωνισμοῦ μεταξὺ προμηθευτῶν οὔτε διὰ μειοδοτικοῦ συναγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων, τότε νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὀργανισμόν. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ παρτίδα αὐτὴ εἶχε προσφερθῆ, καὶ δι’ ἄλλων ἀντιπροσώπων, καὶ συνεπῶς ἠδύνατο νὰ καλέσῃ καὶ αὐτοὺς νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν εἶχον ὀψιόν. Ἠδύναντο νὰ γίνουν ἀκόμη προσφοραὶ μέχρι τῆς 24ης ὁπότε ἀνηγγέλθη διὰ τοῦ τύπου ἡ πληροφορία, ὅτε προσῆλθον διάφοροι. Θὰ ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ τὸ γνωρίζῃ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν νὰ ἐπιτύχῃ μικροτέρας τιμάς. Τὴν 19ην τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐδεσμεύθη χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα λόγον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἦτο ὁ μοναδικὸς ἀντιπρόσωπος καὶ ὁ μοναδικὸς προμηθευτής, διότι δὲν ὑπῆρχον ἐπίσημα στοιχεῖα. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ κατόπιν μέχρι τῆς ἡμερομηνίας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγώ, ἠσχολήθην μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, τὰ τρία ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐν σχέσει ἀκριβῶς μὲ τὸ σημεῖον τοῦτο, εἶναι τὰ τρία τηλεγραφήματα τῆς Πρεσβείας τῆς Οὐασιγκτῶνος καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπου τῆς Πορτογαλικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰ δύο τηλεγραφήματα ἡ Πρεσβεία κατέληγεν: «... Ὅθεν συμπεραίνομεν........». Τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ τῆς 29ης καὶ 31ης ἦσαν τηλεγραφήματα εἰς ἀπάντησιν τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ εἶχε καθῆκον ἡ Πρεσβεία νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ περαιτέρω, ἀλλὰ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν προσεπάθησεν, ἀλλὰ ἐνόμισεν ὅτι, ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ βάσει τῶν ἀνακοινώσεων τὰς ὁποίας εἶχον προηγουμένως χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ὀψιόν. Διότι πράγματι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς ἐπαφήν, ἦτο ὁ Πανταζόπουλος καὶ συνεπῶς ἡ Πρεσβεία ἠγνόει πάντα ἄλλον πλὴν τοῦ Πανταζοπούλου. Καὶ ὁ ὑπουργὸς ἠρώτησε περὶ Γκουλιτζιᾶνο, ἡ ἐρώτησις ἔπρεπε νὰ ἐξακριβωθῇ ἀπὸ τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος τις, ὁ ὁποῖος νὰ προμηθεύσῃ τὸ ἐμπόρευμα καί, ἐὰν εἶχε σχετικὴν ὀψιόν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπρόσεξε δυστυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δηλαδὴ δὲν ἠρώτησεν ἐὰν ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ καὶ ἄλλος προμηθευτὴς καὶ ἠρώτησε μόνον διὰ τὸν Γκουλιτζιᾶνο, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτοῦ μόνον ἐὰν εἶναι σοβαρός. Οὕτως ἐγένετο. Ἠρωτήθη ἡ Πρεσβεία τῆς Οὐασιγκτῶνος ἀντὶ νὰ ἀπευθυνθῇ τὸ ἐρώτημα εἰς Λισσαβῶνα. Ἡ ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβεία χωρὶς νὰ ἐρευνήσῃ περαιτέρω καὶ βάσει τῶν παλαιῶν ἀνακοινώσεων αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων μόνον τὰς διαπραγματεύσεις Πανταζοπούλου, ἀπήντησε, βάσει τῶν ἀνακοινώσεων τούτων καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ Πανταζοπούλου. «... Συμπεραίνομεν, ὅτι εἶναι ἡ μόνη βάσιμος προσφορὰ ἡ τοῦ Πανταζοπούλου...». Ἡ βεβαίωσις αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη βάσιμος διότι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη προσφορὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ οὔτε ἠρωτήθη ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη προσφορά. Τὸ «συμπεραίνω» μοῦ ἔκαμεν ἀμέσως ἐντύπωσιν. Συμπεραίνω, θὰ πῇ ὅτι δὲν ἔχω ὁ ἴδιος ἀπ’ εὐθείας γνῶσιν. Δὲν αἰσθάνομαι, ὅτι εἶμαι βέβαιος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τοὐναντίον μάλιστα διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀφήνω μίαν θύραν ἀνοικτήν, διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐλεγχθοῦν τὰ γεγονότα, μήπως τυχὸν διαψευσθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅπως καὶ συνέβη, καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ, ὅτι δηλαδὴ ἐὰν ἡ Πρεσβεία ἠρεύνα περισσότερον, θὰ ἀνεκαλύπτετο ὅτι αὐτὰ ὅπου ἐλέχθησαν, δὲν ἦσαν πιστευτά, ἀκριβῆ. Τὸ τρίτον ἔγγραφον ἦτο τὸ τῆς Πορτογαλικῆς ἀντιπροσωπείας ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἀπάντησις αὐτῆς ἐδόθη ἐπειγόντως διότι τὸ Σάββατον ἐπεδόθη τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἡ ἀπάντησις ἐδόθη τὴν ἑπομένην ἤτοι τὴν Κυριακήν, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δὲν ἦτο ἱκανοποιητικὴ διὰ τὰς ἀπόψεις τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρ’ ὅλον ὅτι ἐξ αὐτῆς συνήγαγε τοῦτο, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἄλλη ἀντίρρησις. Τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐπερωτήσας ἀνέφερεν τὰ ἐμπορεύματα Sont vendus, εὑρίσκονται ὑπὸ πώλησιν διαμεσολαβήσει τοῦ δόκτορος Φραγκίστα καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν Pour le moment, δηλαδή, πρὸς στιγμήν, πρὸς τὸ παρὸν νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἄλλως. Ἦσαν δηλαδὴ προσωρινῶς ὑπὸ πώλησιν ὑπὸ τοῦ κυρίου Φραγκίστα. Αὐτὸ τὸ προσωρινῶς μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶχε προσέξῃ αὐτὸ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ ἦσαν τὰ στοιχεῖα, βάσει τῶν ὁποίων ἔκαμα τὰς σκέψεις μου. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, τὸ Pour le moment, —πρὸς στιγμὴν —«προσωρινῶς» καὶ ἐξ αὐτῶν ὅλων συνεπέρανα ὅτι, τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ὡς ὑπεστηρίζοντο. Ἔλαβον φυσικὰ ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ τὴν ἐπιμονὴν τῶν ἄλλων ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἀναφέρω, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν ὡρισμένας ἀπόψεις. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα προκύπτει —ὡς καὶ κάποιων ἄλλων, ὅπως τὰ τηλεγραφήματα τῆς 6ης Ἀπριλίου τοῦ κ. Ἀργυροπούλου ἀπὸ τὴν Λισσαβῶνα, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ἀνῆκον εἰς τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν καὶ μεσολαβητὴς μόνον ἦτο ὁ Φραγκίστας— ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶχε γεννηθῆ ζήτημα πωλήσεως τῶν ἐμπορευμάτων πρὸς Φραγκίσταν— ἀλλὰ καὶ κατόπιν τὰ τηλεγραφήματα ἐκ Πορτογαλίας ἐνταῦθα, ὁμιλοῦν «Par l’ entremise» «διὰ μεσολαβήσεως» τοῦ Φραγκίστα». Αὐτὰ εἶναι μέχρι τῆς 6ης τοῦ μηνός. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω καὶ ὅταν ἔγινε τὸ τηλεγράφημα τῆς Πορτογαλικῆς Κυβερνήσεως τῆς 12ης τοῦ μηνὸς ὁμιλεῖ καὶ αὐτὸ περὶ ἐμπορευμάτων τῆς Πορτογαλικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται διὰ μεσολαβήσεως τοῦ Φραγκίστα. Αὐτὸ τὸ λέγει καὶ ἡ σύμβασις. Δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τότε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἦτο ἀγοραστὴς τῶν ἐμπορευμάτων ὁ Φραγκίστας. Δὲν γνωρίζω μετὰ ταῦτα, τὶ ἔπραξεν ἡ Πορτογαλικὴ Κυβέρνησις. Διερωτῶμαι λοιπὸν εὐλόγως διατί ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὡς καὶ τὰς προσφορὰς τῶν ἄλλων, τὰς παρουσιασθείσας τὴν 24ην καὶ μετέπειτα. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἦσαν σοβαραὶ νομίζω ὅτι δὲν εὐσταθῆ. Διατὶ ἄλλως τε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἰδιωτικὸν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχε προσαγάγει τὴν 16ην Μαρτίου ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ προμηθευτοῦ καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἰδιωτικὰ τηλεγραφήματα τῶν ἄλλων; Δὲν βλέπω καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ τὰ ἄλλα τηλεγραφήματα τοῦ ἑνὸς ἀντιπροσώπου ἦσαν περισσότερον σοβαρὰ ἀπὸ τὰ τῶν ἄλλων ἀντιπροσώπων. Ἀντιθέτως, νομίζω ὅτι, θὰ ἔπρεπε νὰ τύχουν ὅλαι αἱ προσφοραὶ προσοχῆς εἰς τρόπον ὥστε, νὰ ἐγένετο ἕνας διαγωνισμός, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελοῦσε τὸ δημόσιον. Αἱ ἄλλαι προσφοραὶ ἦσαν αἱ ἑξῆς. Ἀναφέρω μόνον ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπὸ τῆς 24ης: (Ἀναγινώσκει πίνακα προσφορῶν κατὰ χρονολογικὴν σειράν). «Εἰς τὰς 26 Μαρτίου ὁ οἶκος Σκουλικίδης...... .......................». Πρὸ τῆς ἐπιμονῆς αὐτῆς τῶν προμηθευτῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεχώρουν καὶ καθημερινῶς ὑπέβαλον ἐνισχυτικὰ τηλεγραφήματα τῶν προσφορῶν των καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπανελάμβανον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ προσεφέροντο νὰ ὑποβάλουν καὶ φωτοτυπίας τῶν ἀδειῶν των διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι εὑρίσκοντο ἐν δικαίῳ, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔσπευδε καὶ ἐπέμενε εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν τὸ ἴδιον εἶχε χαράξει.
§70ΑΛ. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σεῖς διατὶ δὲν τοὺς ἐκαλεῖτε ὡς ἁρμόδιος ὑπουργός;
§71Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω εἰς τὸ τέλος. Εἶπαν προηγουμένως, κύριοι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ γίνωνται διαγωνισμοί, νὰ ὑποβάλλωνται προσφοραί, ὅταν οἱ προμηθευταὶ εἶναι πολλοί, καὶ ὅταν εἶναι ἕνας προμηθευτὴς νὰ γίνεται διαγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ αὐτοῦ προμηθευτοῦ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἀφ’ ὅτου ἐγὼ ἀνέλαβα τὸ Ὑπουργεῖον. Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις καθ’ ἃς δὲν ἔγινε δημόσιος διαγωνισμὸς καὶ ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς τὰς ἀναφέρω διότι ἐπιθυμῶ νὰ δώσω καὶ ἐξηγήσεις διὰ νὰ μὴ ἔλθουν ἐνώπιόν σας ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς βασικῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχω θέσει. Τὸ πρῶτον ἦτο μία προμήθεια ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ὑπόδειξιν τῆς AMAG εἰς ἐποχὴν ποὺ ἦτο κάπως δυσχερὴς ἡ προμήθεια δευτερευόντων δημητριακῶν. Ἡ ΑΜΑΓΚ ἐπέμεινε νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀγορὰν δευτερευόντων δημητριακῶν ἀπὸ τὰς ἀνατολικὰς χώρας, δηλαδὴ ἀπὸ τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἀνατολικῶς τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Καὶ πράγματι εἰς μίαν προκήρυξιν διαγωνισμοῦ τοῦ τέλους Ἰανουαρίου προσεθέσαμεν μεταξὺ τῶν χωρῶν προελεύσεως καὶ τὴν Ρουμανίαν. Δυστυχῶς δὲν ὑπεβλήθησαν προσφοραὶ ἐκ Ρουμανίας. Αὐτὸ ὅμως ἀπετέλεσεν ἀφορμὴν εἰς γενικωτέρας ζυμώσεις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἦλθον προσφοραὶ τοιαῦται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μου. Αὐτὸ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν AMAG καὶ ἡ AMAG συνέστησε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κλείσῃ ὁπωσδήποτε τὴν δοκιμήν, ἡ δοκιμὴ ὅμως, ἐννοεῖται, ἀπὸ ἐμὲ δὲν θὰ ἐγένετο χωρὶς ἔστω πρόχειρον διαγωνισμόν. Ἐφ’ ᾧ ἐκλήθησαν οἱ ὑποβάλλοντες προτάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπὶ πλέον ἐκλήθησαν οἱ τρεῖς διεθνεῖς μεγάλοι Οἶκοι δημητριακῶν, ὁ Ντρέϋφους, ὁ ANDRE καὶ ὁ ΜΟΥΙΤΕ. Νομίζω ὅτι ἦσαν ἐν ὅλῳ 12 οἶκοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος. Ὁ μειοδοτήσας εἶχε προσφέρει μὲ 120 δολλάρια, ἀλλὰ μὲ παράδοσιν ἄμεσον, δηλαδὴ εἰς 20 ἡμέρας θὰ ἦτο τὸ ἐμπόρευμα ἐδῶ, μαζὺ μὲ τὰ ἀνοίγματα πιστώσεων καὶ μὲ ὅλα. Δηλαδὴ ἐὰν ἐπιτυγχάνετο θὰ ἦτο μία εὐκαιρία καὶ ἡ AMAG εἶχε τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὰ ὀλίγα δολλάρια ἐπὶ πλέον προκειμένου νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ταχεῖαν ἄφιξιν τῶν φορτίων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸς ὅμως ὁ πρῶτος μειοδοτήσας ἐζήτησε τριήμερον προθεσμίαν, ἡ ὁποία τοῦ ἐδόθη καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπήντησεν ὅτι δὲν κατώρθωσε τίποτε. Ἐκλήθη ὁ δεύτερος μειοδοτήσας κατὰ σειράν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ συνέχειαν εἰς τὴν προσφοράν του. Καὶ τέλος ἔμεινε ἡ προσφορὰ εἰς τὸν μεγάλον οἶκον «ANDRE», ὁ ὁποῖος ὅμως δυστυχῶς, ἐνῷ εἶχε δικαίωμα νὰ φέρῃ μέχρις 9 χιλ. τόννων δὲν κατώρθωσε νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν παρὰ μόνον διὰ 2.000 τόννους. Αὐτὸ τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τότε εἶχε περιπετείας, διότι ὅταν οἱ Ρῶσοι ἀντελήφθησαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς Ἑλλάδος τὴν ὥρα ποὺ ἐφορτώνοντο εἰς τὸ Σπαλᾶτο, ὅπου εἶχε μεταφερθῆ, ἠνάγκασαν τὰ πλοῖα νὰ ξεφορτώσουν καὶ ἐχρειάσθη ἄλλη μανοῦβρα διὰ νὰ μεταφερθοῦν μέσῳ τρίτης χώρας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τὸ ἐμπόρευμα αὐτό, ὅπως πληροφοροῦμαι, μόλις χθὲς ἔφθασε εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τῷ μεταξύ, παρὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστη, ἔπρεπε νὰ εἶναι συνεπής, διότι εἶναι μεγάλος Διεθνὴς οἶκος, ἐδέχθη νὰ μειώσῃ τὴν τιμὴν κατὰ 2½ δολλάρια τὸν τόννον διὰ νὰ ἐπιτύχῃ παράτασιν προθεσμίας παραδόσεως. Συνεπῶς ἡ τιμὴ ἦτο 118½ δολλάρια κατὰ τόννους. Αὐτὴ ἦτο μία ἀπόπειρα νὰ προμηθευθῶμεν δημητριακὰ ἀπὸ ἐγγὺς χώρας πρὸς ἀνατολὰς τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα ὅτι ἡ δοκιμὴ αὕτη ἐγένετο διὰ προχείρων προσφορῶν. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς δημόσιον διαγωνισμόν, διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς πάντας «δὲν ἐνεδεικνύετο νὰ γίνῃ μεμονωμένος διὰ τὴν Ρουμανίαν δημόσιος διαγωνισμὸς, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ αὐτὸ ὡς ἐπιχείρημα ὅτι τουτέστι μᾶς ἐγκατέλειψεν ἡ Δύσις καὶ θὰ μᾶς προστατεύσῃ ἡ Ἀνατολή. Ἡ δευτέρα περίπτωσις ἦτο ἡ προμήθεια ζακχάρεως Τσεχοσλοβακικῆς. Ἡ τιμὴ ἦτο συμβατικὴ λόγῳ ἰδιωτικῆς ἀνταλλαγῆς καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ. Μᾶς προσεφέρετο ἀπὸ Ὀργανισμὸν Ἐξαγωγικοῦ Ἐμπορίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀργανισμὸς μονοπωλιακῆς φύσεως Δημοσίου Δικαίου. Εἶχε κανονίσει καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὥστε νὰ λάβουν ὅλοι ἐκ μέρους του τὴν δέουσαν προμήθειαν, ὥστε διαγωνισμὸς δὲν εἶχε λόγον νὰ γίνῃ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐνόμιζα ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ λεχθοῦν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ὡς παραβάσεις τῆς ἀρχῆς, ὤφειλα νὰ σᾶς τὰ ἐκθέσω διὰ νὰ εἶναι ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε ἡ προσφορὰ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ νὰ τοῦ εἴπωμεν ὅτι δὲν θὰ δεχθῶμεν τὴν προσφορὰν του ἐὰν δὲν ὑποβιβάσῃ τὰς τιμάς. Διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ πωλήσητε εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν! Ἀλλὰ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, κύριοι, διότι ἀκαίρως δυστυχῶς εἶχαν κλεισθῆ καὶ ἡ τιμὴ τῶν 225 δολλαρίων διὰ τὴν ὄρυζαν καὶ ἡ τιμὴ τῶν 112 δολλαρίων διὰ τὸν ἀραβόσιτον μὲ τηλεγραφήματα εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Τέλος ὑπῆρχε καὶ ἡ ἔνδειξις ὅτι ὑπεβίβασαν τὸν ἀραβόσιτον ἀπὸ 116 δολλάρια ποὺ ἀρχικῶς τὸν προσέφερον εἰς 112, ἀζημίως βέβαια. Ὁμιλῶ μεταφερόμενος εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὄχι συγκρίνων βάσει τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἀποδείξεων τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῶν ὑστέρων. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην αὐτὰ ἦσαν τὰ δεδομένα. Ἐγώ, κύριοι, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, δι’ ἐπιστολῆς μου ἐζήτησα ἀπ’ εὐθείας συνεννόησιν μὲ τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν δὲ λέγω ἀπ’ εὐθείας ἐννοῶ ἐρώτημα, ἐννοῶ τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἐν Λισσαβῶνι Ἕλληνα πρεσβευτήν, νὰ μεταβῇ πρὸς συνάντησιν τοῦ Πορτογάλου ὑπουργοῦ τῶν Ἀποικιῶν καὶ νὰ τοῦ εἰπῇ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ἐμπόρευμα αὐτὸ καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ ἐμπόρευμα αὐτὸ διατεθῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐρωτήσῃ ποῖαι θὰ ἦσαν ἐνδεχομένως αἱ τιμαὶ καὶ ἐκεῖ βεβαίως θὰ ἐπληροφορεῖτο τότε ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἀβαριάτο ἐμπόρευμα καὶ θὰ ἐπληροφορεῖτο ἐπίσης καὶ τὰς τιμὰς τοῦ ἀλληλενδέτου τὰς ὁποίας ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπληροφορήθημεν. Καὶ τότε, ἔχοντες ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, θ’ ἀνεγνωρίζομεν καὶ τὰς ἀπ’ εὐθείας ἀντιλήψεις τῆς Πορτογαλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖθεν νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον ἐνεργείας μας. Ἐὰν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἕτερον, πλὴν ἐκείνου, τότε τοὐλάχιστον ἐκεῖνο θὰ ἦτο τελείως ἀδιάβλητον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τιμὰς ἤθελα ἐπὶ πλέον νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Αἱ τιμαὶ δὲν εἶναι κάτι τί τὸ ἀφῃρημένον. Δὲν φθάνει νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ τάδε τιμὴ εἶναι διεθνής. Τὸ ἐμπόρευμα εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου. Καθημερινῶς μεταβάλλονται αἱ τιμαὶ καὶ οἱ ὅροι ἀκόμη τῆς τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ περίπτωσις κατὰ περίπτωσιν εἶναι διάφορος διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν. Εἰς τὴν συγκεκριμένην δὲ περίπτωσιν, ἐφ’ ὅσον ἐγνωρίζαμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἐπὶ μῆνας αὐτὸ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ ξεφορτωθῇ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι αἱ τιμαὶ εἰς τὰς ὁποίας μᾶς προσεφέρετο τὸ εἶδος ἦσαν τιμαὶ καλαὶ ἀπὸ ἀπόψεως μαύρης ἀγορᾶς, διότι κατὰ βάθος ἡ τιμὴ δὲν εἶναι τιμὴ ἀλλοκασιόν. Ἡ τιμὴ τῆς ἀλλοκασιὸν θὰ ἦτο μικροτέρα τῶν 225 δολλ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τιμὴ ἀλλοκασιόν. Οὖσα δὲ ἐκτὸς ἀλλοκασιὸν καὶ οὖσα μία εἰδικὴ περίπτωσις, διότι δὲν ὑπάρχουν ἄλλαι τοιαῦται περιπτώσεις, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ συγκεκριμένως. Τὸ ἐμπόρευμα, ἀφοῦ ἐγύρευε εὐκαιρία νὰ τὸ ξεφορτωθῇ καὶ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἄλλο παρὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ ἐκβιάσωμεν οὕτως εἰπεῖν τὸν πωλοῦντα τὸ ἐμπόρευμα, ἀφοῦ γύρευε εὐκαιρία νὰ τὸ ξεφορτωθῇ καὶ νὰ μειώσωμεν οὕτω τὴν τιμήν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κύριοι, δὲν ἔγινε παρὰ τὴν ἐπιμονήν μου. Ἀλλὰ καὶ δύο ἄλλα στοιχεῖα ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμαν ἀκόμη περισσότερον νὰ εἶμαι διστακτικός, ἢ μᾶλλον νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις. Ἦσαν, κύριοι βουλευταί, τὰ ἀναμιχθέντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν πρόσωπα. Τὴν πρώτην τοῦ μηνὸς ὑπῆρχε τηλεγράφημα ὅτι ὁ βασικὸς προμηθευτὴς ἦτο ὁ κ. Φραγκίστας. Μετὰ ὅτι ὁ Φραγκίστας εἶχε ἄλλον ἀντιπρόσωπον, τὸν κ. Πανταζόπουλον, καὶ ὅτι ὁ Πανταζόπουλος εἶχε ἄλλον ἀντιπρόσωπον τὸν κ. Ρουμπίνην. Δηλαδὴ ὁ κ. Ρουμπίνης ἦτο ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀντιπροσώπου. Αὐτοὶ οἱ κύριοι βέβαια δὲν ἠννόουν νὰ εἶναι ἐκλεκτὰ πρόσωπα, διότι συνήθως οἱ προμηθευταὶ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται πᾶν μέσον καὶ μὲ κάθε καθεστὼς καὶ μὲ κάθε κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐπιτύχουν τοῦ σκοποῦ των. Ἐὰν ἡ προσφορὰ εἶναι συμφέρουσα, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν στάσιν προσοχῆς καὶ διστακτικότητος ἀπέναντί των, νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸ παρελθόν, ὅτε διέπραξαν πολλὲς κομπίνες παρέχουν ἐμπιστοσύνην, διὰ νὰ ἀμυνθῶμεν ἐνδεχομένως καὶ ἡμεῖς νομίμως. Ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα εὑρέθην εἰς δυσκολωτέραν ἀκόμη θέσιν. Εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου συγκεκριμένως τὸν Φραγκίσταν ὁ ὁποῖος, ἐκ τοῦ φακέλλου τὸν ὁποῖον εἶχα εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν μου διὰ τὰ ὑποδήματα τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τοῦ Μποζώνη καὶ ἐκ καταθέσεων προέκυπτεν ὅτι ἦτο μαιευτήρ, ἐγκατέλειψε τὸ ἐπάγγελμά του καὶ ἐρρίχθηκε σὲ διασκεδάσεις καὶ κατόπιν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν εἶχεν ἐμπλακῆ εἰς μίαν ἐπιχείρησιν ἐξαγωγῆς ὡρισμένων χημικῶν καὶ φαρμακευτικῶν προϊόντων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον πρὸς ἄλλας χώρας, ὅτι ἐκεῖ συνελήφθη ἐπὶ 3μηνον, ἐφυλακίσθη καὶ κατόπιν διὰ ψήφων τριῶν κατὰ δύο τὸν κατεδίκασαν διὰ λαθρεμπορίαν, αἱ δὲ δύο ἐδόθησαν δι’ ἀπάτην, ἀπηλλάγη δὲ διότι κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον ἐπειδὴ ἦτο ἐκτὸς τῆς χώρας, δὲν τιμωρεῖται διὰ λαθρεμπορίαν. Πάντως ἦτο πρόσωπον τὸ ὁποῖον εἶχε διαπράξει κομπίνα καὶ ἀπάτην. Κατόπιν αὐτοῦ, διὰ νὰ παρηγορηθῇ ἐπεσκέπτετο τακτικὰ τὰς χαρτοπαικτικὰς λέσχας τοῦ Καΐρου, ἔχασε κολοσσιαῖα ποσὰ ἀπεβλήθη διὰ λόγους χρεῶν τιμῆς ἀπὸ αὐτὰς καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν κατέφυγεν ἐδῶ, ἵνα εὐεργετήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν παπούτσια καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὴν περίφημον προμήθειαν παπουτσιῶν, καὶ ἔλαβεν ἕν εὐτελὲς ποσὸν 40–50.000 χαρτίνων λιρῶν, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγήν. Εἰς αὐτὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐφάνη σκληρόν! Δὲν τὸν ἄφησε νὰ ἐργασθῇ καὶ περαιτέρω εὐεργετικά, οὗτος δ’ ἔφυγε εἰς ἀναζήτησιν εὐρυτέρου ὁρίζοντος εἰς τὴν Λισσαβῶνα, ὅπου καὶ ἔκαμε μίαν ἄλλην κομπίναν. Μὲ τοιαῦτα πρόσωπα πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι προσεκτικός. Δὲν ἐννοῶ ἐὰν εἶναι μία πρᾶξις συμφέρουσα χάριν τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ τὴν κάνῃ κανείς, ἀλλὰ ὅταν ἡ πρᾶξις αὐτὴ φέρῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς κομπίνας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμεν ὅλως ἰδιαιτέρως αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ προμηθευτοῦ ὁ κ. Πανταζόπουλος, περὶ αὐτοῦ δὲν γνωρίζω τίποτε τὸ συγκεκριμένον. Περὶ τοῦ Φραγκίστα εἶχον τὸν φάκελλον ὡς ὑπουργὸς, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἠρύσθην τὰς πληροφορίας μου. Περὶ Πανταζοπούλου δὲν εἶχον πληροφορίας. Ἁπλῶς ὅτι ἦτο ἄνθρωπος τοῦ κ. Μποδοσάκη, τὸν ὁποῖον εἶχε χρησιμοποιήσει ἐπανειλημμένως εἰς διαφόρους ὑποθέσεις εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, εἰς τὴν Σουηδίαν, κλπ. Ξεύρω ἐγώ; Εἰδικῶς εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν βέβαια δὲν ἦτο δυνατὸν κανεὶς νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἐνήργει ὡς ἀντιπρόσωπός του ἢ ὄχι. Πάντως εἶχον αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Μποδοσάκη, τὸν ὁποῖον γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι εἶναι ἕνας ἐπιχειρηματίας εὐφυέστατος, πράγματι ἄξιος προσοχῆς ἀλλὰ ὅταν συναλλάσσεσαι μαζύ του πρέπει νὰ τὸν προσέχῃς, διότι ἀλλοιῶς εἶναι ἐπικίνδυνος (γέλωτες). Τὴν περιουσίαν του τὴν ἔχασεν ἐπανειλημμένως καὶ τὴν ἐκέρδισεν εἰς τὸ πολλαπλοῦν.
§72Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἶναι πολὺ καλὸς ἄνθρωπος.
§73Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ἄξιος, ἀλλὰ ὅταν συναλλάσσεσαι μαζύ του, πρέπει νὰ τὸν προσέχῃς. Κατέχει τὴν λεγομένην τέχνην τῆς κομπίνας, ἔχει τὴν εὐχέρειαν τοῦ κομπινάρειν. Καὶ ἔρχεται τελευταῖος ὁ ἐδῶ ἀντιπρόσωπος ὁ κ. Ρουμπίνης, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχον πληροφορίας ὅτι ἦτο πλουτήσας ἐπὶ Κατοχῆς. Πέραν τούτων, κύριοι βουλευταί, ἐπληροφορήθην μόνον ἀπὸ τὸν κ. Κάντζιαν ἐδῶ, ὅτι ἦτο ἔμπορος δερμάτων ἀγριμιῶν. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, τῆς ἀναμίξεως τόσων ὑπόπτων προσώπων εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἤμην ἐπιφυλακτικός. Ὅλη αὐτὴ ἡ σειρά, ἡ κορδέλλα Φραγκίστα, Πανταζοπούλου, Ρουμπίνη μὲ εἶχε καταστήσει διστακτικώτατον, μὲ hὐξημένην τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ ἡ ἐπιδεικνυομένη ἐπίσπευσις, νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις ὡς ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἕν ἄλλο πρᾶγμα, μὲ εἶχε καταστήσει ἀκόμη προσεκτικώτερον. Ἡ σύμπτωσις τῆς ἀποτυχίας ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε προσπαθειῶν προμηθείας ὀρύζης καὶ συγχρόνως ἡ ἐπιμονὴ νὰ μὴ κατορθώσωμεν νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὴν Βραζιλίαν ἢ τὴν Αἴγυπτον τὴν ἀλλοκασιόν μας ὀρύζης, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑστέρων τώρα, μᾶς ὡρίσθη, ἐξ Αἰγύπτου ἀφοῦ ἐξησφαλίσθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄλλη, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπόθεσις! Αὐτὴ ἦτο μία ὑπόνοια. Ἀλλὰ ἐπίσης. Διατὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνταλλαγὴν τοῦ ἐλαίου μὲ ὄρυζαν καὶ ἀραβόσιτον; Διατὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνταλλαγὴν τῆς ΚΥΔΕΠ, ἡ ὁποία ἐπίσης ἦτο συμφέρουσα καὶ μᾶς παρέπεμπον κατὰ τὰς δύο Μαρτίου, μετὰ 4–6 ἑβδομάδας, ὁπότε συμπίπτει μὲ τὴν ἄδειαν τῆς I.F.C. διὰ τὴν παροῦσαν παρτίδα ὀρύζης; Διατὶ δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν αἴτησιν δι’ ἐξαγωγὴν 1000 τόννων ἐλαίου μὲ 10.000 ἀραβοσίτου, ὅπως εἶχε διαπιστωθῆ καὶ παρέμεινε ἐκκρεμής, παρὰ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τῆς ὑπηρεσίας Ἀγορῶν Ἐξωτερικοῦ ἀφοῦ τὸ ἔλαιον ἔφθανε 1.075$ κατὰ τόννον καὶ ὁ ἀραβόσιτος ὑπελογίζετο κάτω τῶν 110 δολ.; Αὐταὶ λοιπὸν αἱ ἀναβολαί, αὐταὶ αἱ ἐκκρεμότητες, ἐφανταζόμην ὅτι τυχαίως ἐγένοντο, ἐφανταζόμην ὅτι τυχαίως δὲν προωθοῦντο αἱ ὑποθέσεις! Ἐπίσης ἡ ἀναβολὴ τῆς προμηθείας ἀπὸ τὴν AMAG τῶν 18.000 τόννων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ ἤτοι 9.000 τόννους ἐκ τῆς Αὐστραλίας καὶ 9.000 ἐκ τῆς Νικαράγουας τοὺς ὁποίους τελικῶς ἠρνήθη νὰ φέρῃ ὅταν ἐδηλώθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθν. Οἰκονομίας ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγουν 16.500 τόννους ἐκ Πορτογαλίας. Ὅλα αὐτὰ βεβαίως δὲν εὐθύνουν τὴν ἐδῶ AMAG ἀλλὰ εὐθύνουν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προμηθεύουν εἰς τὴν AMAG διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἴδη τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ ἡ AMAG ἐδῶ, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα. Δὲν τοὺς γνωρίζω αὐτοὺς τοὺς κυρίους ἐκεῖ. Δὲν γνωρίζω ποῖοι ἐκπροσωποῦν τοὺς ἀγοραστὰς τῶν προϊόντων διὰ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Ἀμερικήν, πάντως ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἤμην ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὰς ἐνεργείας των ὡς ὑπουργός. Οὕτω ἐν σχέσει μὲ τὴν ὄρυζαν, τὴν ὁποίαν ἐπρομήθευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ AMAG, δηλαδὴ τοὺς 2000 τόννους, οὗτοι ἦσαν ποιότητος καταλλήλου διὰ τὶς κόττες, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάλυσιν, 40% σπασμένο καὶ εἰς τιμὴν 250 δολ.! Τὸ ἐπιχείρημα δέ, τὸ ὁποῖον ἠντλήθη ἐξ αὐτοῦ ὅτι ἀφοῦ ἐκεῖνοι φέρουν μὲ 250, ἡμεῖς καλυτέρας τιμὰς μὲ 225 δὲν ἰσχύει, διότι κύριοι, ἐγὼ εἶχον διακινδυνεύσει καὶ αὐτὰς τὰς καλὰς σχέσεις μου μὲ τὴν AMAG λόγῳ τοῦ ἐγγράφου μου πρὸς αὐτήν, εἰς τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγου ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέφερα τὴν πραγματικότητα ὅπως δηλαδὴ πράγματι ἦσαν καὶ τὴν καθίστων προσεκτικὴν διὰ τήν κακὴν προμήθειαν τοῦ παρελθόντος καὶ τὰς τυχὸν μελλούσας, εἰς τοὺς ἀγοραστάς της ἐν Ἀμερικῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς θεωροῦν ὡς ἀποίκους. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω: «Σχετικῶς μέ................... ............................................ ............. (ἀναγιγνώσκει) ................ .........................................».
§74Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Συγχαρητήρια κύριε Ζαΐμη. Τί σᾶς ἀπήντησεν;
§75Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπήντησεν ὅτι, ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς Οὐασιγκτῶνα καὶ ὅτι θὰ φροντίσῃ δι’ ὅλα ὅσα παρατηρῶ. Κύριοι βουλευταί, κατόπιν τῆς ἐπιστολῆς μου, συνεκλήθη διὰ τὴν 6 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου. Τὸ χρονικὸν τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς εἶναι λυπηρόν, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν θὰ ἀπεφεύγομεν τὴν ἀνάπτυξίν του, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀλίγοις νὰ σᾶς τὸ ἐκθέσω. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ γίνῃ ἡ συνεδρίασις εἰς τὸ ἰδικόν του Ὑπουργεῖον διὰ λόγους εὐνοήτους, καὶ ἵνα ἐπὶ πλέον προεδρεύσῃ, ἐὰν ἦτο δυνατόν. Δυστυχῶς, ὁ κ. ὑπουργός, κατὰ κακὴν τύχην, ἦτο ἀσθενής, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο ἐπίσης, ἀσθενής, ἀλλ’ ἀσθενὴς ἦτο καὶ ὁ ὑπουργὸς κ. Παπαθανάσης. Ἐξηκριβωμένη ἀσθένεια, κατὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἰδιαιτέρου μου γραφείου τοῦ Ὑπουργείου, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὸ τηλέφωνον διὰ νὰ πληροφορηθοῦν. Συνεπῶς, δὲν θέλω, δὲν ἐπιτρέπεται, νὰ λεχθῇ δι’ αὐτοὺς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη δι’ ἐμὲ κατὰ τήν προηγουμένην συνεδρίαν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὸ συμβούλιον συνῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀπόντων τῶν τριῶν ὑπουργῶν, καὶ παρόντων ἡμῶν, τῶν δύο διαφωνούντων καὶ δὴ ριζικῶς, καὶ ὅπως εἶπον καὶ ὀρυζικῶς (θυμηδία). Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ἔφερα τὴν ἔνστασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Εἶπον ὅτι τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἐκλήθη, διὰ νὰ ἐκφέρουν ἐκ νέου γνώμην, οἱ ὑπουργοὶ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Συνεπῶς, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτῶν, δὲν ἦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε σκόπιμον νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν κατὰ ἄλλην ἡμέραν. Εἰς αὐτὸ ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅτι, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ προέβαλε ἔνστασιν ἀπαρτίας. Τοιοῦτον τί, δὲν εἶπον ἐγώ, καὶ ἀνταπήντησα ὅτι, ἔνστασιν ἀπαρτίας δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα 4 παρόντες. Ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι, ἡ ἔνστασίς μου εἶναι ἔνστασις οὐσίας, εἶναι ἔνστασις σκοπιμότητος, καὶ εἶναι ἂν μὴ τί ἄλλο, ἐκτὸς τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς ὀρθότητος, εἶναι καὶ λόγοι ἁβρότητος, ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν, καθ’ ἥν στιγμὴν θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἀκούσουν τὰς ἀντιρρήσεις μας. Καὶ δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ γίνῃ δι’ αὐτούς, ἐκεῖνο ποῦ εἶχε γίνει δι’ ἐμὲ μὲ τὴν 27ην. Καὶ προσέθεσα ὅτι, εὑρισκόμεθα δύο ὑπουργοὶ διαφωνοῦντες καὶ ἐπρόκειτο νὰ βοηθηθῶμεν ἐκ δύο ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἐκ τῶν ὁποίων, ὁ εἷς εἶχεν τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ του, ὁ Ἀμερικανὸς ἐμπειρογνώμων, ὁ δὲ ἕτερος ὁ κ. Μαντζαβῖνος, ἀτυχῶς δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν οὔτε τῆς ἐπιστολῆς μου, ἀλλὰ δὲν εἶχεν λάβει μέρος οὔτε εἰς τὴν προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν, καὶ δὲν ἐγνώριζε συνεπῶς τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὁ κ. Μαντζαβῖνος μοῦ παρετήρησεν ὅτι, κύριε ὑπουργέ, ἐνταῦθα ἡ ψῆφος μου εἶναι ἰσότιμος. Βεβαίως τοῦ ἀπήντησα, ἀλλὰ δὲν ἔχετε πολιτικὴν εὐθύνην, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ παραστοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον πολιτικὴν εὐθύνην ἔναντι τῆς Βουλῆς αὔριον.
§76Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διατὶ δὲν ἀπεχωρήσατε, διὰ νὰ ματαιώσητε τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ἀπαρτίας;
§77Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω κατόπιν. Λαβὼν τὸν λόγον, ἐδήλωσα ὅτι διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ χειρισμοῦ τῆς ὑποθέσεως, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ρημάκην, παριστάμενον, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα τοῦ φακέλλου, ὥστε ἐγὼ νὰ ἀναπτύξω κατόπιν τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἐν λεπτομερείᾳ. Ἀνέγνωσε τὸ πρῶτον ἔγγραφον μετὰ διακοπῶν. Τὸ δεύτερον ἐπίσης μετὰ διακοπῶν καὶ εἰς τὸ τρίτον διακόπτεται ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα, τὸν ὑπουργὸν τουτέστιν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἤρχισε ἕνα μονόλογον προσωπικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Τὸν διέκοψα ἅπαξ καὶ τοῦ εἶπον νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς τὸν ἴδιον τόνον καὶ μὲ τὴν αὐτὴν φρασεολογίαν, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο εἰς μάτην.
§78Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τί ἔλεγε;
§79Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ τὰ ἴδητε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 6ης Ἀπριλίου, ἐν πολλοῖς ἀνώμαλα. Ἡ συζήτησις ἐσυνεχίσθη εἰς τόνον ζωηρὸν καὶ εἰς μίαν στιγμὴν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπισείων τὴν ἐπιστολήν μου, ἤρχισε νὰ γυρίζῃ εἰς τὸ γραφεῖον κατέρυθρος καὶ νὰ ὑβρίζῃ τὸν ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ μὲ λέξεις ἀναρμόστους. Οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν ἠνόησαν τὰς ὕβρεις καὶ ἐγὼ ἐσκέφθην ἐκείνην τὴν ὥραν ποία ἦτο ἡ θέσις μου. Τὸ δίλημμα ἦτο νὰ ἀποχωρήσω ἢ νὰ παραμείνω; Ἐσκέφθην ὅτι ἐὰν ἀπεχώρουν, θὰ μποροῦσα καὶ πάλιν νὰ κατηγορηθῶ ὅτι προσπαθῶ νὰ ματαιώσω τὴν συνεδρίασιν καὶ συνεπῶς νὰ ἐμφανισθῶ ὡς κωλυσιεργῶν. Ἐπίσης θὰ ἔδιδα πιθανὸν κακόπιστον ἐντύπωσιν εἰς τοὺς Ἀμερικανούς, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀντελαμβάνοντο ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὑβρίζονται μεταξύ των, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθύμουν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐσκέφθη τί νὰ κάμω; Ἦτο ὄντως δύσκολος ἡ θέσις μου. Ἠναγκάσθην τότε εἰς τόνον αὐστηρὸν καὶ μὲ βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ προσθέσω ὅτι γὼ συμφώνως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν. Ὁ παριστάμενος οἰκονομικὸς σύμβουλος τῆς AMAG, ὁ θυμοειδὴς σύμβουλος, ἐπίεζε νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τὰ τρόφιμα. «Ἐδῶ, ἔλεγε, πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τὰ τρόφιμα τοῦ λαοῦ!!».
§80Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν ἔχοντα ἰδιότητα Ἕλληνος ὑπαλλήλου ἢ τὸν ἄλλον;
§81Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι, τὸν ἄλλον. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐγὼ εἶμαι ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἡ ὑπογραφή μου εἶναι δύσκολος νὰ τεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Κατόπιν αὐτῶν, μετ’ ὀλίγην ὥραν ἐκύτταξε τὸ ρολόϊ του καὶ εἶπεν ὅτι «ἔχω κάποια δουλειὰ» καὶ ἀπεχώρησε. Αὐτὴ ἦτο ἡ περίφημος συνεδρίασις τῆς 6 Ἀπριλίου. Ἡ συζήτησις ἐγένετο εἰς γλῶσσαν Ἑλληνο–Ἀμερικανικὴν καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐγένετο κάποια μετάφρασις, ὅταν ὅμως προσέλαβε ζωηρὸν τόνον ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ μετάφρασις, διότι ὅλοι ὡμίλουν συγχρόνως.
§82Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω τοῦτο, μήπως ὁ ξένος σύμβουλος ἐνόμιζεν ὅτι τὸν ἀραβόσιτον μᾶς τὸν προσέφεραν πρὸς 40 δολλάρια τὸν τόννον καθ’ ἥν στιγμὴν εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰ ἦτο 110;
§83Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἐὰν εἶχα ἐγὼ αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὸ πρᾶγμα ἐννοεῖται θὰ εἶχεν ἄλλως. Δὲν εἶχα τοιαύτας πληροφορίας δυστυχῶς. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, μὲ ὀλίγας λέξεις ἡ γενικὴ εἰκὼν αὐτῆς τῆς συνεδριάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο ἐπανειλημμένως λόγος περὶ τῆς ἐρωτήσεως ποὺ μοῦ ὑπέβαλεν ὁ κ. Μαντζαβῖνος καὶ τῆς ἀπαντήσεως ποὺ ἔδωκα, θ’ ἀσχοληθῶ ἐν ὀλίγοις μὲ τὸ σημεῖον αὐτό. Ὁ κ. Μαντζαβῖνος εἰς μίαν στιγμὴν ἐδήλωσεν ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ οἱ σύμβουλοι τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου δὲν ἔχομεν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης ὑποθέσεως, ἀλλὰ ἁρμόδιος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Συνεπῶς ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἠμπορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐφοδιασμοῦ νὰ μᾶς προμηθεύσῃ ἄλλοθεν ἀραβόσιτον καὶ ὄρυζαν; Ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἐπὶ πλέον δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον προτάσεις ὡς ἀντιπρόσωποι ὅπως διὰ τὸν Γκουλιτζιᾶνο κλπ. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐρωτήσεως δὲν εἶχα νὰ ἀπαντήσω τίποτα διότι ἦτο αὕτη μία ἐρώτησις ἀνύπαρκτος, διότι ὡς γνωστὸν τὰ εἴδη τὰ ἀλλακὲ δὲν δύναται νὰ τὰ προμηθευθῇ τις παρὰ ἀπὸ ἐκεῖ ποῦ ὁρίζει τὸ IFC καὶ εἰς τὴν καθωρισμένην ποσότητα ὡς γνωστὸν δὲ διὰ τὴν ὄρυζαν εἶχον ὁρισθῆ 2.000 τόννοι ἐξ Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ 2.000 ἐξ Ἐκουαδόρ, ἐπὶ πλέον δὲ 4.500 τόννοι ἐκ Πορτογαλίας, Βραζιλιανῆς προελεύσεως. Ταῦτα διὰ τὴν ὄρυζαν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν ἀραβόσιτον ἐπίσης ἡ ἀλλοκασιὸν ἦτο κλεισμένη κατὰ ποσὸν καὶ χώρας προελεύσεως καὶ συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις ἐκ μέρους μας νὰ ἐνεργήσωμεν ἄλλοθεν εἰσαγωγήν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐρωτήσεως ποὺ ἀφορᾷ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν καὶ αὐτὸ δὲν εἶχε θέσιν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτᾶται ἕνας ὑπουργὸς ἐὰν αὐτὸς προσωπικῶς ἀναλαμβάνῃ εὐθύνην ἐὰν θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ Α ἢ Β προμήθεια ἀπὸ τὸν Α ἢ Β προμηθευτήν, ὁ ὑπουργὸς ἐνεργεῖ συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους καὶ ἐὰν διὰ λόγους ἀνωτέρους καὶ ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του δὲν πραγματοποιηθῇ μία προμήθεια δὲν δύναται ν’ ἀναλαμβάνῃ προσωπικὰς εὐθύνας. Συνεπῶς καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Μαντζαβίνου δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν οὔτε περιεχόμενον καὶ τοῦ ἀπήντησα ὅτι ἐγὼ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς μου, δηλαδὴ ἐπὶ συγκεκριμένης προτάσεως νὰ προχωρήσωμεν τουτέστιν εἰς συνεννόησιν ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴν Πορτογαλικὴν Κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον ὁ συναγωνισμὸς ἀπεκλείετο. Αὐτὴ ἦτο, ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἡ συνεδρίασις αὐτή, τῆς ὁποίας τὰ πρακτικὰ μετὰ ἀρκετὸν χρόνον διετυπώθησαν καὶ τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο στενογράφος, ὁ ὁποῖος ἐσηκώνετο ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔκαμε βόλτες εἰς τὸ δωμάτιο καὶ ἐκάθητο πάλιν διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ γράψιμο. Ὑπέβαλα μίαν ἐπιστολὴν ἐκ τῶν ὑστέρων σχετικῶς..........
§84Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν τὰ ὑπεγράψατε σεῖς τὰ πρακτικά;
§85Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι. Ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν τότε προσωρινὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κωστόπουλον καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἀξιότιμε κ. ὑπουργέ..... ................................. (ἀναγιγνώσκει) ................................».
§86Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀντίγραφον αὐτῆς διεβιβάσθη εἰς τὴν Βουλήν.
§87Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δι’ ὅσων εἶπον ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον τῆς προμηθείας ἀραβοσίτου ἢ ὀρύζης, ἀλλὰ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ἕτερον τρόπον χειρισμοῦ τῆς ὑποθέσεως. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν ἠκολουθεῖτο ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυον ἐγώ, ἡ ὄρυζα, μέρος τοὐλάχιστον τῆς ὀρύζης, ἴσως νὰ εἶχε φθάσει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι ὑπεστήριζα ὅτι δὲν φθάνει κανεὶς νὰ θέλῃ νὰ κάνῃ τις μίαν προμήθειαν, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ξεύρῃ νὰ προμηθεύεται, δὲν φθάνει δηλαδὴ ἡ προμήθεια καὶ ὁ θόρυβος, χρειάζεται μία ἐργασία μὲ σκέψιν καὶ πρόγραμμα καὶ ἐνέργειαν μὲ κάποιαν πεῖραν. Ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, αὐτὸ μὲ ἀφορᾷ προσωπικῶς μοῦ εἶχε ἀποδοθῆ ἡ μομφὴ ὅτι ἔχω κάποιαν ἔμφυτον διστακτικότητα. Ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ τὴν πολιτικήν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπῆρχε τὸ ἀντίθετον παράπονον. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ τότε, χαρακτηρίζῃ ὡς διστακτικότητα τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐπὶ ὅλων τῶν σκοτεινῶν αὐτῶν στοιχείων τῆς ὑποθέσεως, ἐγὼ παραδέχομαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι εἶμαι διστακτικός..... (δὲν ἠκούσθη) ἀλλὰ τότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ μία μεταβολὴ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν λεξιλόγιον καὶ νὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι διστακτικότης σημαίνει προνοητικότης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίγον δυσχερὲς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δέχομαι τὴν κρίσιν αὐτὴν τοῦ ἀγαπητοῦ μου συναδέλφου. Ὅσον ἀφορᾷ ἕν προσωπικόν μου ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐλέχθη καὶ ἀπὸ συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἔπρεπε νὰ τοὺς τὰ πετάξῃ στὰ μοῦτρα καὶ νὰ τοὺς καταγγείλῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Ταῦτα ἀφοροῦν τὴν εὐθιξίαν μου ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι διὰ νὰ μὴ θελήσω νὰ διαψεύσω μίαν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν εἶχα ὑπογράψει, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπεθύμουν νὰ διαψεύσω διὰ λόγους εὐνοήτους ἀπεχώρησα τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα συνέβησαν πρὸ δεκαεπταετίας. Δὲν ἐνόμισα ὅτι ἡ διάψευσις τῆς ἐπιστολῆς ἔπρεπε νὰ μὲ κρατήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον. Συνεπῶς καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν ἔδωσα δείγματα, ὅτι δὲν ἤμην προσκεκολλημένος εἰς τὰ ἀξιώματα. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρώτην κυβέρνησιν τοῦ σημερινοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου μοῦ προσεφέρθησαν δύο Ὑπουργεῖα καὶ δὲν τὰ ἐδέχθην. Εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἐπιέσθην καὶ ὑπὸ ὅρους ἐδέχθην. Συνεπῶς δὲν εἶμαι τόσον προσκεκολλημένος εἰς τὰ ἀξιώματα. Ἀντιθέτως εἶμαι πολὺ δύσκολος ν’ ἀναλάβω τοιαῦτα. Αὐτὰ ὡς προοίμιον, διὰ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχε δι’ ἐμέ, μέχρις ὡρισμένης στιγμῆς, τοὐλάχιστον περίπτωσις ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξ ὅσων θὰ ἠκούσατε, κύριοι μέχρι τῆς 6ης Ἀπριλίου, ὅτε ἐγὼ ἐξεδηλώθην ὁριστικῶς κατὰ τῆς ὑποθέσεως, διαστείλας τὰς εὐθύνας μου, δὲν ὑπῆρχον παρὰ ἐνδείξεις. Δὲν εἶχα καμμίαν ἀπόδειξιν τοιαύτην, ὥστε νὰ τὴν μεταχειρισθῶ διὰ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς ἀπόψεις μου. Ἡ προσπάθειά μου ὅλη ἐστηρίζετο εἰς ψυχία ἐπιχειρημάτων καὶ ἡ κρίσις μου βάσιν εἶχε κείμενα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἡρμήνευσε κατ’ ἀντίστροφον λόγον. Ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὤφειλα ὡς ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ νὰ ἐνεργήσω ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησα μέχρι τῆς 6ης Ἀπριλίου. Πέραν τούτου τί ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ; Ἢ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν ἢ ἔπρεπε ν’ ἀποχωρήσω. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως: πόσον ἐπικίνδυνον θὰ ἦτο, ἐάν, διὰ πᾶσαν ἀντίρρησιν χωρὶς ἀποδείξεις, κατέληγε κανεὶς εἰς μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν; Θὰ ἐθεωρούμην εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅτι εἶμαι ἢ συκοφάντης ἢ ὑπερβολικὰ διστακτικὸς ἢ ὅτι ἐπιδιώκω νὰ δημιουργήσω ἐντυπώσεις ὑπὲρ ἐμοῦ. Δὲν ἀρέσκομαι, κύριοι, εἰς τὴν εὔκολον νίκην. Εἶμαι ἐκ χαρακτῆρος ἥσυχος καὶ συντηρητικός. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ἀνεχώρουν καὶ ἐσήκωνα, ἂς εἴπωμεν, τὴν σημαίαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ἦτο βεβαίως μαζύ μου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο τοῦτο ἀντίθετον πρὸς τὸν χαρακτῆρα μου καὶ ἀρκετὰ παρακεκινδυνευμένον. Διότι φαντασθῆτε τί θὰ ἐγίνετο ἂν ὅλαι αἱ ὑποψίαι μου καὶ ὅλοι οἱ φόβοι μου δὲν εἶχον πραγματοποιηθῆ, ἐὰν εὑρισκόμην ἐγὼ ἐν ἀδίκῳ. Τί θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ἐὰν ἡ ὄρυζα μετὰ τὰς ἁπλᾶς ἐνδείξεις, ὅτι ἐλίμναζε ἐπὶ καιρὸν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξήγησα σήμερον δὲν ἐπραγματοποιοῦντο;
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν φράσιν; Ὅλη ἡ ὑπόθεσις εἶναι Πανταζόπουλος, Φραγκίστας, Ρουμπίνης, ἀπὸ τὸ Α ἕως Ω.
§89Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Φαντασθῆτε, λέγω, νὰ ἐπραγματοποιοῦντο τὰ ἀντίθετα. Δυστυχῶς ἐπραγματοποιήθησαν αἱ προβλέψεις μου. Ἐὰν ἐπραγματοποιοῦντο τὰ ἀντίθετα, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις μου ὡς πολιτικοῦ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕν σημεῖον. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως γνωρίζετε, ἔχει κατατμηθῆ εἰς πολυώνυμα συμβούλια, κατὰ τὸ σύστημα Βαμβέτσου (ἱλαρότης). Τὰ ζητήματα, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι πολλὰ καὶ πολυποίκιλα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδωνται λύσεις ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθημερινῶς. Δι’ αὐτὸ ἐνῷ εἰς τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε παρὰ τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιον—δὲν γνωρίζω πῶς ὠνομάζετο τότε—ἐκ τῶν ὑστέρων ἐδημιουργήθησαν τοιαῦτα Συμβούλια, ἄλλα μὲν νομίμως ὑφιστάμενα, δηλαδὴ βάσει διατάξεως νόμου, ἄλλα δὲ ἁπλῆ πολιτικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 6 μέλη τῆς Κυβερνήσεως κατ’ οἰκονομίαν βεβαίως, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τὸ ὁρίζῃ, ὑπάρχει ἀκόμη τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως συμμετοχῇ Οἰκονομικῶν Συμβούλων, τὸ ὁποῖον ἐπιλύει τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος καὶ δι’ αὐτό, ὑπάρχει ἀκόμη τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου καὶ λοιπά. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν διὰ τὴν λῆψιν ταχειῶν ἀποφάσεων. Ὅταν, λοιπόν, περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ὑπουργοῦ ἀντιλαμβάνωνται ἕνα πρᾶγμα κατὰ τὸν Α τρόπον καὶ αὐτὸ εἶναι λεπτομερειακὸν ζήτημα, αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει ὁ διαφωνῶν πρὸς αὐτοὺς ὑπουργὸς νὰ παραιτῆται. Ἐγεννήθησαν ἀφ’ ὅτου ἤμην ἐγὼ ὑπουργὸς πολλὰ ζητήματα, μὲ διαφόρους ὑπουργούς, πάσης φύσεως, πλεῖστα τῶν ὁποίων ἐλύοντο ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν. Αὐτὸ δὲν ἐσήμαινεν ὅτι κάθε ἡμέρα θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλεται καὶ μία παραίτησις ὑπουργοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πολιτικὸν μέρος. Ὅταν ἀνήκῃ κανεὶς εἰς μίαν Κυβέρνησιν καὶ δέχεται τὴν γενικήν της πολιτικήν, ὑφίσταται τὰς ἐξουσίας, τόσον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅσον καὶ τῶν μερικωτέρων αὐτῆς Συμβουλίων. Τρίτον ζήτημα ἦτο τὸ ἑξῆς, κύριοι, τὸ οὐσιαστικὸν πλέον ἐξερχόμεθα δηλαδὴ ἀπὸ τὸν τύπον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας εἶχε πείσει τὴν AMAG περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς προμηθείας αὐτῆς καὶ ἡ AMAG ἐπίστευσε εἰς αὐτὸ—ἀδιάφορον ἐὰν ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ τρόπου ποὺ ὑπεδείκνυα ἐγὼ νὰ ἐπιτευχθῇ μικροτέρα τιμή,— ἀφ’ ἧς στιγμῆς λέγω ἡ AMAG ἐπίστευσεν εἰς αὐτό, ἦρε τὴν ρητήν τῆς ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ 18.000 τόννους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναλάβει νὰ φέρῃ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἐκείνην τὴν στιγμήν, ποία ἦτο ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ οἱοσδήποτε ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ; Οἱ 18.000 τόννοι, ἐφ’ ὅσον εἶχε πεισθῆ ἡ AMAG ὅτι ἐπρόκειτο ὁπωσδήποτε νὰ εἰσαχθοῦν οἱ 16.000 τόννοι, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθουν. Ἐφ’ ὅσον ἐπαναλαμβάνω ἐπείσθη ἡ AMAG περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς προμηθείας, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὸ τυπικὸν μέρος καὶ τὸν χειρισμόν, δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς 18.000 τόννους ὅπως ἐδήλωσεν. Οἱ 16.500 τόννοι σημειωθήτω δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθουν ἐπὶ πλέον τῶν ἀλλοκασιόν. Ἤρχοντο ἐντὸς τῆς ἀλλοκασιόν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκτήσωμεν ἐπὶ πλέον 16.500 τόν. Κύριοι, ἐδῶ ἐδημιουργήθη εἰς τὴν κοινὴν γνώμην μία ἐντύπωσις ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κερδίσωμεν ἀραβόσιτον ἐπὶ πλέον ἐκείνου τὸν ὁποῖον μᾶς εἶχον καθορίσῃ. Ἀπὸ τῆς κακῆς καὶ ἐσφαλμένης πληροφορίας ἡ ὁποία εἶχεν ἐπηρεάσει τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία τὸ εἶχε πιστεύσει αὐτό. Τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τότε; Νὰ ἀφήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν χωρὶς τὶς 18.000 τόννους καὶ χωρὶς τοὺς 16.500 τόννους εἰς ἐποχὴν δυσχερεστάτην πραγματικῶς δι’ αὐτόν; Δι’ αὐτό, διαστείλας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τὰς εὐθύνας μου ὡς πρὸς τὸν χειρισμὸν τῆς ὑποθέσεως ἐπέτρεψα οὕτως εἰπεῖν—διότι ἐνήργησα ἀρνητικῶς—νὰ μποῦν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν 18.000 τόννων τῶν ὁποίων ἠρνήθη τὴν εἰσαγωγὴν ἡ AMAG νὰ ἔλθουν οἱ 16.500 τόννοι. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ «ἀλληλένδετον» τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο διαφορετικόν, διότι ὡς πρὸς τὴν ὄρυζαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ χρόνος ἐρεύνης. Δὲν ἦτο ἀπὸ τὰ εἴδη πρωτίστης ἀνάγκης, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ δὲν θὰ ἐπεδέχετο ἀναβολὴν ἑνὸς 20ημέρου καὶ πλέον διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἔρευνα καὶ νὰ πεισθοῦν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἔλθουν εἰς ἀπ’ εὐθείας ἐπικοινωνίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πορτογαλίας. Ἀλλά, κύριοι, διὰ τὴν ἀραβόσιτον τὰ πράγματα ἦσαν τελείως διαφορετικά. Ἀφοῦ ἀνεκαλεῖτο ἡ προμήθεια τῶν 18.000 ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἀντικατάστασις αὐτῶν. Εἰς τὰς δυσχερεστάτας αὐτὰς στιγμὰς ἡ εὐθύνη μου ἦτο πολὺ βαρεῖα, καὶ ἡ εὐθιξία μου μπῆκε στὴν τσέπη μου, κύριε Κουλουμβάκη, καὶ εἶπον ἐγὼ μὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν χειρισμόν, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀφήσω τὴν χώραν μας χωρὶς νὰ εἰσέλθουν οἱ 16.500 τόννοι, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι εἰς θέσιν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πείσῃ τοὺς Ἀμερικανοὺς ὅτι πρέπει νὰ ἀποστοῦν ἀπὸ τὴν γνώμην ν’ ἀνακαλέσουν τὴν παραγγελίαν τῶν 18.000 τόννων. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμαν νὰ ἐνεργήσω ὡς ἐνήργησα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἕν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἦλθον εἰς φῶς μετὰ τὴν 6ην Ἀπριλίου εἴτε διαφορὰν τιμῆς εἴτε κακὴν ποιότητα ἢ ὅτι δήποτε ἄλλο θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐνέργειά μου νὰ ἦτο κάπως ἐντονωτέρα, ἀλλὰ μὲ μόνον τὰς ἐνδείξεις ποὺ εἶχον μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ προκαλέσω ζητήματα, καὶ ζητήματα κοινῆς γνώμης, καὶ ζήτημα συναδέλφου καὶ ζήτημα σκανδαλοθηρίας, διότι ἦτο εὔκολον καὶ διὰ τὸν κάθε ἕνα νὰ δρέψῃ δάφνας ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ δὲν εἶμαι πάντως ἐξ ἐκείνων ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ δρέψῃ δάφνας ἀπὸ τέτοια ζητήματα τὴν στιγμὴν αὐτήν, τὴν τόσον κρίσιμον διὰ τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ ἀργότερον προέκυψε καὶ ἄλλη περίπτωσις παραιτήσεώς μου: ὅταν μίαν ἑσπέραν μὲ ἐπληροφόρησαν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μας μὲ ἐμέμφθη εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τρόπον ὀξύν. Φυσικὸν ἦτο ἐγὼ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ παραφερθῶ. Δὲν παραφέρομαι ὅμως συνήθως, ἀνέμενα τὴν πρωΐαν νὰ ἀναγνώσω τὰς ἐφημερίδας. Εἰς τὰς ἐφημερίδας οὐδαμοῦ συνήντησα τὴν αὐτὴν διατύπωσιν τῶν ἀνακοινώσεων. Ἡ κάθε μία ἐφημερὶς ἔγραφε ἐκεῖνο ποὺ αὐτὴ ἤθελε. Ἔκαναν δηλαδὴ αἱ ἐφημερίδες πολιτικὴν καὶ συνεπέρανα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ ἁπλῶν δηλώσεων. Δὲν ἤξερα ποίαν ἀπὸ τὰς διατυπώσεις νὰ ἐκλάβω ὡς ἀποδιδούσας πιστότερον τὰ ἐκστομιθέντα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον. Τοῦ ἀπηύθυνα τότε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν τοῦ ἔλεγον ὅτι εἰς τὰς πρωϊνὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα κάποιας δηλώσεις του, καίτοι τὴν προτεραίαν τὸ ἑσπέρας ὀλίγην ὥραν πρότερον εἴχομεν εἰρηνικώτατα χωρισθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ αἱ δηλώσεις του εἶχον γίνει μετὰ ἕνα τέταρτον ἀπὸ τὸν χωρισμόν μας. Τοῦ ἔλεγον ἀκόμη ὅτι ἐὰν ὄντως προέβη εἰς δηλώσεις, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποῖαι ἦσαν αὐταί, ἡ θέσις μου δὲν ἦτο πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πραγματικῶς ἤμην βέβαιος ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶχε οὕτω τερματισθῆ καὶ συνεπῶς δὲν ἤμην μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὸ ἑσπέρας ἐκλήθην ἀπὸ τὸν ἴδιον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ, ὅτι ἐξεστόμισεν φράσεις ὀξείας ἐναντίον ἑνὸς ἡμερησίου φύλλου καὶ ὅτι οἱ δημοσιογράφοι ἀνέμιξαν καὶ ἐμὲ κακῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῆς ἐφημερίδος. Προσέθεσεν ἐπὶ πλέον ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐπιτυχὼν ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅτι ἤμην καὶ πολύτιμος ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐννοεῖται βέβαια, ὅτι ἐδῶ ἐγεννᾶτο ἕνα ζήτημα: Ποῖον ἔπρεπε νὰ πιστεύσω; Τὰς ἐφημερίδας ἢ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως (γέλωτες) τί ἔπρεπε νὰ κάνω;
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κλῆρον ἔπρεπε νὰ ρίξετε. (Γέλωτες).
§91Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπροτίμησα νὰ πιστεύσω τὸν σεβαστὸν γέροντα Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἀντίθετος κατεύθυνσις, δηλαδὴ ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν παραίτησίν μου μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐθεωρεῖτο ἐπὶ πλέον μία ἐκ μέρους μου σκανδαλοθηρία καὶ θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα κάθε συνετὸς πολιτευόμενος, νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἐπιδιώκω ὀφέλη προσωπικά. Αὐτὰ συνέβαινον ὀλίγας ἡμέρας, κύριοι, προτοῦ ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον Νομοθετικοῦ Διατάγματος τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν καὶ ἀνασύστασιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ἴσως—διότι πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς τὸ θάρρος νὰ ὁμολογῇ ὡρισμένας ἀδυναμίας—ἴσως νὰ μὲ ἐπηρέασεν καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό, διότι μετὰ πολυμήνους κόπους ἔπρεπε νὰ γεννήσω τὸ παιδὶ αὐτό, τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ φιλοδοξία μου, διότι ἡ φιλοδοξία μου μὲ τὸ νομοθέτημα αὐτό, ἦτο νὰ κάμω ἕν νέον Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰς βάσεις του. Φαντασθῆτε λοιπόν, 5 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἶχον ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἴσως νὰ ἤμουν ἐπηρεασμένος καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ ἐπαναλάβω εἰλικρινῶς, ὅπως ἠσθανόμην ἐκείνην τὴν στιγμήν. Μέσα εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπῆρχεν μία διάταξις τὴν ὁποίαν, ἴσως οἱ ἰσχυροὶ προστάται μου—ὅταν λέγω ἰσχυροὶ προστάται μου θὰ ἀντιλαμβάνεσθε ποίους ἠμπορῶ νὰ ἐννοῶ, —διότι εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα σήμερον ἔχομεν τοὺς ἐμπειρογνώμονας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰς συμπαθείας των καὶ τὰς ἀντιπαθείας των εἶχον συμπεριλάβει τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ αὐτοδικαίως γίνεται καὶ ὑπουργὸς τοῦ νέου ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου νὰ μὴ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀνέμεινα εἰς τὴν αὐτόματον κατάργησίν μου. Ἦτο ἡ μεγαλυτέρα μου εὐχαρίστησις νὰ πίπτω ψηφίζων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαύγασμα τῶν κόπων μου τόσων μηνῶν. Καὶ πραγματικῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως ἐζήτησα μόνος μου νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι ὄχι μόνον ἦτο ἀντισυνταγματική, ἀλλὰ καὶ ἀντιπολιτικὴ καὶ ἀντικοινοβουλευτική. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ πέσω μὲ τὸ πέρας τοῦ ἔργου μου. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὁ πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβω τὸ νέον Ὑπουργεῖον θὰ μοῦ τὸ ἐπρότεινε καὶ ἐγὼ θὰ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω πολλὰ πράγματα εἰς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἀπαλειφθείσης τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως καὶ μὲ ἀγῶνα δρόμου ἐντὸς 3 ἡμερῶν προσεπάθησα νὰ δημοσιευθῇ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ μὴ ἀποχωρήσω λόγῳ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως παραιτούμενος, ἀλλὰ νὰ πέσω καταργούμενος ὡς ὑπουργός. Καὶ πράγματι τὴν 7ην Μαΐου πρὸ μεσημβρίαν κατώρθωσα νὰ πάρω τὸ πρῶτον ἀντίτυπον εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργούμην ὡς ὑπουργός. Συνεπῶς δὲν ὑπῆρξε ζήτημα παραιτήσεως δι’ ἐμέ. Αὐτὴ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα μου εὐχαρίστησις. Καὶ τώρα ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἐκ τῶν ὑστέρων, κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς καὶ τὸ λέγω μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου καὶ θέλω νὰ τὸ πιστεύσητε, λυποῦμαι διότι ἐπηλήθευσαν αἱ προβλέψεις μου. Θὰ προετίμων νὰ εἶχα ἄδικον θὰ εἶχα τότε τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω τὸ σφάλμα μου διότι τὸ σφάλλειν εἶναι ἀνθρώπινον, ἰδίως εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὅταν χειρίζωνται τόσον δύσκολα θέματα, ὡς εἶναι τὸ θέμα τοῦτο. Δυστυχῶς δὲν συνέβη αὐτὸ καὶ δυστυχῶς ἔτυχε κακομεταχειρίσεως καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους καὶ ἡ καθεστηκυῖα τάξις, ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὰ κατόπιν γεγονότα ἀπέδειξαν ὅτι τὸ ρύζι δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος, διεπιστώθη ἐπίσης ὅτι καὶ ἄλλοι ἐδικαιοῦντο νὰ προσφέρουν τὸ αὐτὸ ἐμπόρευμα. Ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως, ἡ σπουδή, ἡ παρανομία, ἡ μυστικότης ἐκ παραλλήλου μὲ τὰ πρωτοστατήσαντα πρόσωπα δύο ἐκδοχὰς μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἀντιμετωπίσω. Ἢ ἦτο μία σατανικὴ σύμπτωσις γεγονότων ἀλληλοσυμπληρουμένων, ἢ ἦτο ἐπιτελικῶς κατεστρωμένον σχέδιον καὶ μέχρις ὡρισμένου σημείου ἐπιτυχῶς ἐκτελεσθέντος μιᾶς ὑποθέσεως σκοτεινῆς. Καὶ εἶμαι, βέβαιος, κύριοι βουλευταί, ὅτι νὰ νήματα ἢ μᾶλλον ὁ διευθύνων νοῦς ἦτο ἐκτὸς τῆς χώρας καὶ ἐκεῖθεν εἶχεν οὗτος εἰς χεῖρας του τὰ νήματα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Οὐάσιγκτων καὶ εἰς τὴν Λισσαβῶνα. Ἦσαν οἱ κομπάρσοι τοῦ διευθύνοντος αὐτοῦ νοῦ, ἄλλοι μὲν ἀνίδεοι ἄλλοι δὲ συνειδητοί. Καὶ νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μία καὶ μόνη λύσις τῆς ὑποθέσεως ὑπάρχει, ἡ λύσις τὴν ὁποίαν καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ζητεῖ, ἀλλὰ νομίζω καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος νὰ δεχθῇ. Νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, νὰ τὴν ἐρευνήσωμεν νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχουν εὐθῦναι καὶ νὰ τὰς καταλογίσωμεν εἰς ἐκείνους ποὺ πρέπει. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔστω καὶ ἀρνητικῶς ἀπησχολήθην μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ αὐτήν, σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς Ἐξεταστικῆς καὶ τὸ πόρισμα της δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποβῇ ἐπὶ καλῷ τοῦ Ἔθνους, τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Πρέπει νὰ δείξωμεν ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὸ φῶς, τὴν ἀλήθειαν διακαῶς (χειροκροτήματα).
§92Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, προηγουμένως σᾶς ἐζήτησα μίαν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβον. Ὅταν εἰς τὸ συμβούλιον, ποὺ διεφωνίσατε μὲ τὸν κ. ὑπουργόν, καὶ ἔγινε τὸ ἐπεισόδιον αὐτό, διατὶ δὲν ἐφέρατε τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;
§93Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν πρὸ τῆς καταστάσεως τῆς δημιουργηθείσης, τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοὐτέστιν τῆς παραγγελίας τῆς AMAG ἐκ 18.000 τόννων καὶ τῆς συνεχῶς ἀναγκαιούσης ποσότητος τῶν 16.000 τόννων, εἶχε δὲ παρέλθει καὶ τόσος ἤδη χρόνος, ὥστε ἦτο δύσκολον πλέον ἐκείνην τὴν ὥραν νὰ προβῇ τις εἰς ἄλλην ἐνέργειαν, ὡς δημοσίου διαγωνισμοῦ, ἦτο ἡ στιγμὴ τόσον δύσκολη ὥστε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἔπραττε τὸ ἴδιον δηλαδὴ θὰ ἔδιδε τὴν εὐχέρειαν νὰ εἰσαχθῇ αὐτὸς ὁ ἀραβόσιτος, εἰσαγομένου δὲ τοῦ ἀραβοσίτου, ἐφ’ ὅσον ἡ προμήθεια ἦτο ἀλληλένδετος, θὰ ἤρχετο καὶ τὸ ρύζι διότι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος νὰ χωρισθῇ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βαρβούτης ἔχει τὸν λόγον.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.40′ μ.μ.)