1948.07.06~84
719 rows ·
5,284 words ·
21 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #84.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84η
Τρίτη 6 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ἐκθέσεως τοῦ Γεν. Εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς καὶ ἀνάπτυξις αὐτῆς. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἐκπληροῦντες τὸ βαρὺ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς ἡ τιμητικὴ ἐμπιστοσύνη τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θέτομεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ ἐκπονηθὲν Σχέδιον Συντάγματος καὶ τὰς γενικὰς Εἰσηγητικὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις μας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ αἰσθανόμεθα ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἱστορίαν τοῦ τόπου νὰ ἐξάρωμεν κατ’ ἀξίαν τὴν διετῆ πολύμοχθον προσπάθειαν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ δυσχεροῦς ἔργου δι’ ὃ ἐνετάλησαν. Ἰδιαιτέρως δὲ ὀφείλει νὰ ἐξαρθῇ ἡ συμβολὴ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ τέως προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἀξιοτίμου ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος συναδέλφου κ. Δημ. Χατζίσκου, ὑπὸ τὴν φωτεινὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου αἱ μακραὶ καὶ κοπιώδεις ἐργασίαι αὐτῆς ἀπέδωσαν ὅ,τι περιέχεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σχέδιον Συντάγματος. Ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἐκπληροῦσα τὴν ἐκ τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1946 Διατάγματος «περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς» πηγάζουσαν καὶ διὰ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς ἐγκριθεῖσαν ἀναθεωρητικὴν ἀποστολήν της, θὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν ἀλλὰ καὶ τὸ προνόμιον νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν Συνταγματικὴν ὁμαλότητα εἰς τὴν χώραν. Ἡ ὁμαλότης αὕτη εἶχε κατ’ οὐσίαν διαταραχθῆ ἀπὸ τοῦ 1915. Ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς φύσεως ἱστορικὰ γεγονότα, διὰ τὴν κρίσιν τῶν ὁποίων, ἴσως, δὲν ὑπάρχῃ ἀκόμη ἡ ἀναγκαία χρονικὴ ἀπόστασις, συνέβαλον εἰς βασικὰς ἐκτροπὰς ἀπὸ τῆς Συνταγματικῆς τάξεως κατ’ ἀρχάς, καὶ εἰς πλήρεις, ἀκολούθως, ἀνατροπὰς τῶν πολιτειακῶν θεσμῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριακονταετίαν ἡ ἐντεῦθεν ἐκπηγάσασα συνταγματικὴ ἀνωμαλία ἐσυνεχίσθη, χαρακτηριζομένη, ἄλλοτε μὲν διὰ τῆς πλήρους ἐλλείψεως Συνταγματικοῦ χάρτου, ἄλλοτε δὲ διὰ τῆς προσπαθείας πρὸς διατύπωσιν περιστατικῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀγωνιζομένων νὰ περιβάλωσι τὴν de facto ἀσκουμένην πολιτειακὴν βίαν μὲ τὸν μανδύαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἡ ἀκολουθήσασα πολιτειακὴ συγκρότησις τοῦ 1927 δὲν ἐπέτυχε παρὰ μόνον τὴν προσωρινὴν διακοπὴν τῆς Συνταγματικῆς μας ἀνωμαλίας. Διότι δὲν ἠδυνήθη, παρ’ ὅ,τι εἰλικρινῶς τὸ προσεπάθησε, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ κοινὸν αἴσθημα περὶ τοῦ ὅτι ἡ Πολιτεία διεμορφώθη μὲ ἀποκλειστικὴν βάσιν τὴν παντοδυναμίαν τῆς ἐλευθέρας λαϊκῆς θελήσεως. Διὰ τοῦτο ἐκλονίσθη μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1933 καὶ ἐξέλιπε, οὐσιαστικῶς, τρεῖς μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1935, διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς τὸν παλαιὸν χάρτην τοῦ 1911, ἀνακληθέντα, μετὰ μακρὰν καὶ πολυπαθῆ ἀφάνειαν εἰς τὴν ζωήν, μέχρις οὗ νέος καταστατικὸς χάρτης συγκροτήσῃ τὴν διὰ τῆς παλινορθώσεως τοῦ 1936 κατασταθεῖσαν νέαν Πολιτείαν. Αἱ μακραὶ περίοδοι τῆς δικτατορίας καὶ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν, παρέτειναν ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τὴν Συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν μέχρι τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ εὐτυχές, ἐπαναλαμβάνω, ἱστορικὸν προνόμιον νὰ κλείσῃ τὴν μακρὰν καὶ πολυτάραχον αὐτὴν περίοδον τῆς ἀνωμάλου Συνταγματικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος. Καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ Βουλὴ αὕτη, συγκεκροτημένη, ἀκριβῶς, μὲ τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς ἐλευθέρας λαϊκῆς θελήσεως, ἀνεγνωρισμένον καὶ ἐσωτερικῶς καὶ διεθνῶς κατὰ τρόπον ἐπισήμως ἀδιαφιλονίκητον, ἐπιλαμβάνεται τὸ πρῶτον τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἱστορικοῦ της αὐτοῦ προνομίου, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν ἕνα βλέμμα εἰς τὸ ἀνώμαλον αὐτὸ παρελθόν. Διότι εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν, περιέργως ἀλληλοδιαδεχόμεναι, ἡμέραι ἀφθίτου δόξης ἐθνικῆς καὶ ἐθνικοῦ μεγαλείου, καὶ ἡμέραι ἀπιστεύτου ἐθνικῆς ἀτονίας καὶ ψυχικῆς καταπτώσεως. Ὑπάρχουν συνεπῶς εἰς τὸ παρελθὸν μαθήματα, ἐξ ὧν ὀφείλομεν ν’ ἀντλήσωμεν διδάγματα. Χρεωστοῦμεν ἐπὶ πλέον ἕνα περίφρον τι βλέμμα εἰς τὸ παρόν. Θ’ ἀναζητήσωμεν εἰς αὐτὸ τὴν πιθανὴν προοπτικὴν τῶν αὐριανῶν συνθηκῶν, διεθνῶν καὶ Ἑλληνικῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων τὸ νέον Σύνταγμα προώρισται νὰ ἀσφαλίσῃ τὰς πολιτικὰς καὶ ἀτομικὰς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τὴν Πολιτείαν, ἔναντι τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου, ἐξ αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλά, πρὸ παντός, θεωρῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν εὐγνώμονα τὴν σκέψιν μας πρὸς τὰς ἡρωϊκὰς ἐνόπλους δυνάμεις τῆς χώρας, ἀγωνιζομένας τὸν σκληρότερον ἀλλὰ καὶ τὸν τιμιώτερον τῶν ἀγώνων διὰ τὴν οὐσιαστικὴν συντήρησιν τῆς ἐθνικῆς, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἀτομικῆς μας ἐλευθερίας. Αἱ μεγάλαι αὐταὶ ἠθικαὶ ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι προσδίδουσι ἕνα θέλγητρον εἰς τὴν ζωὴν ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδῶ ἐπιδιώκομεν νὰ κατοχυρώσωμεν διὰ τοῦ παρόντος Σχεδίου Συντάγματος, κατασφαλίζονται τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ τοῦ αἵματος τῶν ἡρωϊκῶν αὐτῶν μαχητῶν, ἐκεῖ ὅπου χαράσσεται καὶ πάλιν ἡ ἔνδοξος ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ἄποψις ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι ἡ καταλληλοτέρα διὰ τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν ψήφισιν Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἐγγυωμένου τὴν μακρὰν καὶ σταθερὰν πολιτειακήν μας συγκρότησιν. Διὰ τὴν ἄποψιν αὐτὴν προεβλήθησαν ὡς ἐπιχειρήματα, κυρίως μὲν ὅτι τὰ Συντάγματα συντίθενται εἰς «κλίματα ἐσωτερικῆς καὶ οἰκουμενικῆς ψυχραιμίας» καὶ εἶναι «γεννήματα ψυχραίμων καὶ κατασταλαγμένων περιόδων». Καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν εἶναι, ὡς ὤφειλεν, ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν καθολικῶν τάσεων αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν κοινωνικήν μας ζωὴ καὶ σύνθεσιν, λόγῳ προφανῶς τῆς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31 Μαρτίου 1946 ἀποχῆς πολιτικῶν τινῶν κομμάτων. Καὶ αὐτὰ δὲν ἀφοροῦν τὴν πρωϊνὴν συζήτησιν ἥτις εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν ἐπ’ ἐλάχιστον ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι εὐκόλως καταδείξιμον τὸ τελείως ἀβάσιμον τῆς ἀπόψεως ταύτης. Εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἰδίως κατόπιν ἑκατέρου τῶν τελευταίων μεγάλων πολέμων, τὰ Συντάγματα εἶναι προϊόντα τῶν μεγάλων γεγονότων τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν αὐτοὺς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῶν χωρῶν των. Διότι τὰ Συντάγματα—αἱ μεταβολαὶ καὶ αἱ ἀνανεώσεις των— καὶ προέρχονται ἐκ τῶν μεγάλων πολιτειακῶν καὶ σκληρῶν κοινωνικῶν κλονισμῶν, καὶ ὑπηρετοῦν τὰς ἐντεῦθεν γεννωμένας νέας συνήθως τάσεις πρὸς συγκρότησιν τῆς δημοσίας ζωῆς. Μετὰ τοὺς μεγάλους αὐτοὺς ἐκ τῶν μεγάλων ἱστορικῶν γεγονότων κλονισμούς, ἀκολουθοῦν πάντοτε τεταραγμένοι καιροί, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ Συντάγματα, αὐτὰ ἀκριβῶς, ὡς ἐκδηλώσεις ἐπιτακτικαὶ τῶν μοιραίων εἰς τὰς ψυχὰς τῶν λαῶν μεταβολῶν, καλοῦνται νὰ ἐπιβάλλουν τὸ τέρμα τῆς διαταραχῆς, νὰ ἐγκαινιάσουν τοὺς νέους καιροὺς τῆς ἠρέμου πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς συμβιώσεως τῶν μαζῶν καὶ τῶν ἀτόμων. Διὰ τοῦτο, δυσκόλως θὰ εὕρισκέ τις εἰς τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν λαῶν, Συντάγματα ἢ ἀναθεωρήσεις των αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκτὸς ἀνωμάλων καιρῶν, καὶ κατὰ τὸν εἰρηνικὸν καὶ ἤρεμον τρόπον τὸν ὁποῖον διαγράφουσιν αἱ περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεις τῶν Καταστατικῶν Χαρτῶν. Εἰδικώτερον ἡ ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν ἀναθεωρήσεων ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐφεξῆς παρέχει περὶ τούτου εὔγλωττον παράδειγμα. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς καθ’ ἡμᾶς τεταραγμένους, δῆθεν, καιρούς, καθ’ οὕς ἐπιδιώκεται σήμερον ἡ Συνταγματική μας μεταρρύθμισις, ὀφείλει νὰ παρατηρηθῇ ὅτι, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ὅρου τούτου νοεῖται ὁ συνεχιζόμενος ἀγὼν τοῦ Ἔθνους κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, πιθανώτατα δὲν πρόκειται περὶ φαινομένου περιστατικοῦ, προωρισμένου νὰ ἐκλείψῃ μετὰ τὴν καταστολὴν τῆς κατὰ τοῦ Κράτους ἐνόπλου ἐπιβουλῆς. Διότι ἐφ’ ὅσον ὁ Κομμουνισμὸς ὡς κοσμοθεωρία, ἀλλὰ καὶ ὡς παγκόσμιος πρᾶξις, ἀποτελεῖ διαρκῆ ἐπανάστασιν καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν δι’ αὐτῆς κατάλυσιν τῆς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας καὶ κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, θὰ παραμένῃ πάντοτε ἐχθρὸς τῶν ἐλευθεριῶν καὶ κίνδυνος διὰ τὴν Δημοκρατίαν. Κατὰ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ ἐνδείκνυνται, συνεπῶς, ὄχι περιστατικὰ ἀλλὰ μόνιμα τείχη πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀμύνης, ἐξασφαλίζοντα καὶ κατοχυροῦντα τὸ Ἔθνος, τὸ κοινωνικὸν σύνολον καὶ τὰ ἐλεύθερα ἄτομα ἀπὸ πάσης δυνατότητος ὑποταγῆς εἰς τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν ὑπάρχουν σήμερον τεταραγμένοι καιροί. Ἀντιθέτως, ὑπάρχει ἐπαρκῶς κατασταλαγμένη περίοδος, καὶ τὸ καταστάλαγμα αὐτὸ εἶναι προϊόν μιᾶς πληθωρικῆς ὡριμότητος καὶ ἐμπειρίας, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ καταπληκτικὴ πεῖρα ἐκ τῆς παγκοσμίου, ἀλλὰ καί, ἰδίως, τῆς ἰθαγενοῦς προσπαθείας πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κομμουνιστικοῦ πειράματος. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προεβλήθη κατὰ τῆς καταλληλότητος τῆς παρούσης Βουλῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, καὶ καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀνέριστον. Ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐξελέγη ὑπὸ ἀφθόνους καὶ πληθωρικὰς ἐγγυήσεις γνησιότητος, κοινῶς γνωστάς. Πανελλήνιος ἀλλὰ καὶ διεθνὴς εἶναι ἡ περὶ τούτου ὁμολογία καὶ ἀναγνώρισις. Ἡ ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν αὐτῆς ἀποχὴ τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος καὶ ἄλλων τινῶν πολιτευομένων προσώπων, ὑπῆρξε κατὰ συνέπειαν, τελείως ἀδικαιολόγητος ἀντικειμενικῶς. Πέραν ὅμως τούτου, τὸ κοινῶς καὶ ἐπισήμως διαπιστωθὲν ποσοστὸν τῆς ἀποχῆς ὑπῆρξε μηδαμινόν. Βεβαιωμένως δέ, ἐξαντλεῖται, σχεδὸν ὁλόκληρον, εἰς τὸν Κομουνιστικὸν ἐκεῖνον κόσμον, ὁποῖος μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἔλαβε τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ Ἔθνους καὶ ἐξακολουθεῖ ἀκόμη τὸν ἀνίερον ἀντεθνικόν του ἀγῶνα. Ἑπομένως ἐὰν δὲν κρίνεται καθολικὴ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐκπροσώπησις ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι τάσεων, εἶναι διότι ἐλλείπει, πράγματι, ἡ τάσις πρὸς κατάλυσιν τῆς ἐθνικῆς ἀκεραιότητος καὶ ἀνεξαρτησίας, ἡ τάσις πρὸς βιαίαν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς μειοψηφίας τοῦ Ἔθνους, ἡ τάσις δηλ. πρὸς δυναμικὴν καὶ μάλιστα ἔνοπλον ἀνατροπὴν τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας τοῦ Λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν διὰ τὸ κενὸν τοῦτο εἰς τὴν καθολικότητα τῆς Λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, θεωρῆται ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀκατάλληλος διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν Καταστατικῶν θεσμῶν τῆς χώρας, τότε ἔχει ἀξίαν τὸ προβαλλόμενον ἐπιχείρημα. Τὸ Σχέδιον Συντάγματος τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, εἶναι προϊόν μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου ἐργασίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εἰς μακρὰς συνεδριάσεις, ἐγγιζούσας τὰς διακοσίας περίπου, ἡ Ἐπιτροπὴ κατέβαλεν ἀδηρίτους πράγματι προσπαθείας διὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν μελέτην καὶ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων θεσμῶν καὶ προσεπάθησε νὰ προσαρμόσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην πρὸς τὰς νέας συνθήκας τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος, χωρὶς νὰ ἀποστῇ, ὅπου ἦτο ἀναγκαῖον, ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν συνέχειαν τῶν ἐθνικῶν μας Συνταγματικῶν παραδόσεων. Μειονέκτημα ὑπῆρξε βεβαίως διὰ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι διὰ πρώτην φορὰν δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτὴν προσχέδιον ἀναθεωρητέων διατάξεων ἀπὸ μέρους τῶν τόσων ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπεχρεώθη οὕτω νὰ ἐπεξεργασθῇ ὁλόκληρον τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, πλήν, φυσικά, τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Εἰς τὸ δυσχερὲς τοῦτο ἔργον ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἐκτὸς ὁλοκλήρου τῆς συγχρόνου ξένης συνταγματικῆς Νομοθεσίας, ἰδίως καὶ ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, καί, ἰδιαίτερα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον, ἰσχῦσαν ἐπὶ μίαν ἐννεαετίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀσκήσῃ, διά τινων φιλελευθέρων διατάξεών του, σημαντικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς κοινῆς ἐν Ἑλλάδι συνειδήσεως. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ἀναθεωρήσεως, συνωμολογήθη ὅτι περιλαμβάνει ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῆς παρούσης Βουλῆς, τὴν ἐξουσίαν ὁλοκληρωτικῆς συντάξεως τῆς πολιτείας, ὑπὸ τὸν μοναδικὸν περιορισμὸν τῆς μὴ μεταβολῆς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἔκτασις αὕτη συνάγεται ἐκ τῆς συντακτικῆς, κατ’ οὐσίαν, ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον αὕτη συνεκλήθη μετὰ μακρὰν περίοδον συνταγματικῆς ἀνωμαλίας, περιλαμβάνουσαν ἐπαναστάσεις, δικτατορίας, πολέμους, ἐχθρικὴν κατοχὴν κλπ. Προκύπτει ἐπίσης ἐξ ὁμοίων Συνταγματικῶν προηγουμένων καί, κυρίως, ἐκ τῆς ἐν τῇ πράξει ἀσκήσεως τῆς ἁρμοδιότητος ταύτης διὰ ρυθμίσεως θεμελιωδῶν θεσμῶν τοῦ Συντάγματος διὰ ψηφισμάτων αὐτῆς. Κατὰ συνέπειαν, ὁ οὐσιαστικὸς χαρακτὴρ τῆς Βουλῆς, ἀσχέτως πρὸς τὴν νόμιμον ὀνομασίαν της, εἶναι προφανῶς συντακτικὸς ἢ τουλάχιστον εὐρύτατα ἀναθεωρητικός, καὶ δὲν νομίζομεν, μετὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ τυπικοῦ, ὅπως ἐπροτάθη, καθορισμοῦ, διὰ ψηφίσματος, τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς τούτου. Τὸ μόνον γεννώμενον ἐν προκειμένῳ συνταγματικὸν ζήτημα εἶναι ἡ ἔκτασις τοῦ νομικοῦ καὶ πολιτικοῦ περιορισμοῦ ὁ ὁποῖος δεσμεύει τὴν Συντακτικὴν παντοδυναμίαν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος». Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ Ἐπιτροπή, μὲ ὁδηγὸν τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, τὴν προϊστορίαν τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς καὶ τὴν κατὰ τὸ δημοψήφισμα ἐκφρασθεῖσαν ἀληθῆ λαϊκὴν θέλησιν, ἐδέχθη ὅτι ὁ περιορισμὸς ἀφορᾷ μόνον τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας καὶ τῆς κληρονομικῆς τοῦ Θρόνου διαδοχῆς, οὐδόλως δ’ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, τ. ἔ. εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, εἰς τὰς Βασιλικὰς προνομίας, εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, καὶ εἴ τι ἄλλο. Οὕτω καθορισθέντων τῶν νομικῶν ὁρίων τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀναθεωρητικῆς ἁρμοδιότητος τῆς παρούσης Βουλῆς, διετυπώθησαν περαιτέρω ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀντίθετοι γνῶμαι ὡς πρὸς τὴν σκοπιμωτέραν ἔκτασιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἔνθεν μέν, ἡ γνώμη ὅτι τοῦτο ὤφειλεν νὰ περιορισθῇ εἰς ἐλάχιστα τινὰ ἄρθρα, ἡ μεταβολὴ τῶν ὁποίων ἦτο σήμερον οὐσιωδῶς ἀναγκαία, τῶν λοιπῶν διατάξεων παραμενουσῶν ὅλως ἀθίκτων. Ἔνθεν δέ, ὅτι, πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, σχεδὸν πάντα τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὤφειλον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐκ τῶν συγχρόνων κοινωνικοοικονομικῶν ἀντιλήψεων ἐνδεικνυομένην μεταρρύθμισιν. Ἡ μεγάλη πλειοψηφία, ἐν τούτοις, τῆς Ἐπιτροπῆς ἠκολούθησε τὴν ὀρθὴν μέσην ὁδόν, ὅπως προκύπτει ἐκ τοῦ Σχεδίου Συντάγματος. Καὶ χωρὶς νὰ ἀγνοήσῃ τὰ νέα κοινωνικά, πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ δεδομένα, ὅσα ἤδη ἔχουσιν κοινῶς ἐπιβληθῆ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν λαῶν καὶ κυρίως τοῦ ἡμετέρου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων διεμορφώθησαν νέαι τάσεις καὶ νέα ρεύματα εἰς τὰς διαφόρους βασικὰς ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας ζωῆς, δὲν ἠθέλησε, ἐν τούτοις, νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῶν παλαιῶν ἐκείνων ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι, συνεχῶς διατηρούμεναι εἰς τὴν Ἱστορίαν μας, ἀπετέλεσαν διὰ τῆς παραδόσεως τὸ βάθρον τῶν ἰδικῶν μας ἐθνικῶν ἀξιῶν εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἐννοιῶν τῆς Πίστεως, τῆς Πατρίδος, τῆς οἰκογενείας, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἐλευθερίας. Διετηρήθη οὕτω, σχεδὸν ἀναλλοίωτος ἡ γραμμὴ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων στοιχείων τὰ ὁποῖα ὀνομάζομεν σταθερὰ ἐν Ἑλλάδι καὶ χάρις εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνισμὸς ἀσκεῖ τὴν λαμπρὰν ἠθικήν του ἀκτινοβολίαν εἰς ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ ὅλας τὰς χώρας. Εἰς τὴν παροῦσαν γενικὴν εἰσήγησιν, θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναλύσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς βασικὰς γραμμὰς τῆς ἀναθεωρήσεως τὰς ὁποίας ἐχάραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἐθν. Ἀντιπροσωπείας. Εἰδικαὶ θὰ ὑπάρξουν εἰσηγήσεις ἐγκρίτων συναδέλφων, εἰδικῶν κατὰ θέματα εἰσηγητῶν, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καθ’ ἕκαστα λεπτομερειῶν τῶν ἀναθεωρηθέντων ἄρθρων. Ὡς πρὸς τὴν μορφολογικὴν κατάταξιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐπιτροπὴ ὀλίγας ἀπεδέχθη μεταβολάς. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Συντάγματος διετηρήθη ὁμοφώνως ἡ ἐπίκλησις τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ Χάρτου τοῦ Προσωρινοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐπιδαύρου τοῦ 1822, σκέπει συνεχῶς, εἰς ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα πλὴν τῶν τριῶν Δημοκρατικῶν τοῦ 1925, 1926 καὶ 1927 τὸν Χριστιανικὸν πολιτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι τοῦτο ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ ἀναχρονισμόν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν συντακτῶν τῶν ὡς ἄνω τριῶν συνταγμάτων, ἀλλ’ ἐνδείκνυται, ἀντιθέτως, ὡς διακήρυξις τῆς βαθείας συναισθήσεως τῆς ἑνότητος τοῦ ἠθικοῦ κόσμου ἑνὸς Λαοῦ, ὁ ὁποῖος βαθυτάτην διατηρεῖ εὐλάβειαν πρὸς τὰ ἠθικά του συναισθήματα καὶ τὰς ἱεράς του παραδόσεις.
§5Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐταὶ αἱ παρεκκλίσεις ἦσαν ἡ ἀφορμὴ τοῦ σημερινοῦ μας καταντήματος.
§6Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Σῶμα τοῦ Συντάγματος διετηρήθη, ἐπίσης, ἡ πρόταξις τῶν περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας ὁρισμῶν, μολονότι ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὀρθολογικὴ σειρὰ τῶν διατάξεων ὤφειλε νὰ φέρῃ εἰς τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Σ)ν)τος τοὺς κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας θεσμούς. Διότι, δεδομένου ὅτι τὸ Σύναγμα, ἀποτελεῖ τὸν βασικὸν τρόπον τῆς πολιτειακῆς συγκροτήσεως, πρῶτον δέον νὰ προσδιορισθῇ ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῆς Πολιτείας καὶ ἀκολούθως ἡ πρὸς αὐτὴν σχέσις τῆς Ἐκκλησίας. Μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῇ συναισθήσει καὶ τῆς ἱστορικῆς ἀπὸ τῶν Συν)μάτων τοῦ ἀγῶνος παραδόσεως, διακοπείσης καὶ ταύτης μόνον ὑπὸ τῶν δύο Δημ. Συνταγμάτων (1925, 1926) ἀλλὰ καὶ τῆς ὀφειλομένης εὐγνώμονος καὶ εὐλαβοῦς τιμῆς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀπεφάσισεν ὅπως παραμερισθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ συνέπεια καὶ διατηρηθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τῆς Ἑλλάδος ἡ πατροπαράδοτος τιμητικὴ θέσις, ὄχι μόνον τῆς θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν ἀμέσως συνδεομένων διατάξεων τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Διὰ λόγον συνδεόμενον ἐπίσης μὲ τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ μὲ τήν, ὑπὸ τὰς κρατούσας ἑλληνικὰς καὶ διεθνεῖς συνθήκας, ἰδιαιτέραν ψυχολογικὴν χρησιμότητα, τὸ δεύτερον μέρος τοῦ Συντάγματος ἐπεφυλάχθη εἰς τὰς περὶ Δημοσίου δικαίου διατάξεις. Ἀκολουθοῦν τὰ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας ἄρθρα, τὰ περὶ Νομοθετικῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ Δικαστικῆς ἐξουσίας τρία μέρη, τὰ περὶ Αὐτοδιοικήσεως καὶ γενικαί τινες καὶ μεταβατικαὶ διατάξεις. Τὸ Σύνταγμα τερματίζεται μὲ τὴν ἐπίσης πατροπαράδοτον ἐπίκλησιν πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ φύλαξις αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐπίκλησις αὕτη, ὅσον καὶ ἂν ἐμφανίζεται πλατωνικῆς σημασίας, ὤφειλεν ἐν τούτοις νὰ διατηρηθῇ. Διότι ἀποτελεῖ διακήρυξιν τῆς παγίας πίστεως τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν ἰδιάζουσαν αὐτὴν ἑλληνικὴν ἠθικὴν ἀξίαν, εἰς τὴν ὁποίαν, ὑπὲρ πᾶσαν κύρωσιν, εἶναι πατρόθεν ἐμπεπιστευμένη ἡ ἱερὰ παρακαταθήκη τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῶν Ἑλλήνων. Εἰσερχόμεθα κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ Αʹ Κεφάλαιον τοῦ Συν)ματος τὸ ἀφορῶν, ὡς ἐλέχθη, τὴν Θρησκείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ἐν τῷ Σχεδίῳ διατύπωσιν τῶν δύο ἄρθρων, συγκεντρώσασα εἰς αὐτά, ὀρθῶς, διατάξεις ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Συν)ματος καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος 1927, κατεσπαρμένας εἰς διάφορα ἄρθρα καὶ κεφάλαια, καὶ ἰδίας τινὰς ἐπενεγκοῦσα μεταβολάς. Αἱ τελευταῖαι αὗται, περὶ ὧν κυρίως εἶναι χρήσιμον νὰ γίνῃ βραχὺς εἰσηγητικὸς λόγος ἐνταῦθα, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἐγένετο ἀποδεκτὸν κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπαρασάλευτος τήρησις τῶν διατάξεων τῶν ἱερῶν, ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων, μόνον ἐφ’ ὅσον αὗται συνδέωνται πρὸς τὸ Δόγμα, πρὸς τὴν δογματικὴν δηλ. διδασκαλίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ὑπῆρξε συνέπεια μακρῶν συζητήσεων αἵτινες ἔθεσαν ἐπὶ τάπητος ὁλόκληρον τὸ περίπυστον πρόβλημα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Τὸ θέμα εἶναι βεβαίως μέγα, ἀλλὰ σχεδὸν ἐξηντλημένον ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Ὑπάρχουν 863 ἐν συνόλῳ κανόνες (85 Ἀποστολικοί, 167 Οἰκουμενικοὶ Συνοδικοί, 329 Τοπικοὶ Συνοδικοί, καὶ 282 τῶν Πατέρων) ἐκ τῶν ὁποίων μόνον οἱ 53 θεωροῦνται ὡς συνδεόμενοι πρὸς τὸ Ἀνατολικὸν Δόγμα. Οἱ λοιποὶ εἶναι κανόνες διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἄσχετοι πρὸς τὴν δογματικὴν διδασκαλίαν. Ἐὰν ὅλοι οἱ κανόνες οὗτοι ἔδει νὰ θεωρῶνται συνταγματικῆς ἰσχύος, μοιραίως θὰ κατελήγομεν εἰς λύσεις καταπληκτικάς, ὡς ἐκείνη καθ’ ἣν ὁ πολιτικὸς νόμος τῆς Ἑλλάδος ὁ ἐπιτρέπων τὸν δεύτερον γάμον τοῦ διεζευγμένου, εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἄκυρος ὡς παραβιάζων τὸν ἀπαρασάλευτον βʹ κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης καθ’ ὃν «μήτε ὁ ἀπὸ γυναικὸς ἐαθεὶς μήτε ἡ ἀπὸ ἀνδρὸς καταληφθεῖσα ἑτέρῳ συζευχθῇ». Μακρὰ δικαστικὴ ἔρευνα τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἐξ αἰτίας προκύψαντος θέματος ἁρμοδιότητος ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ ἱεροψαλτῶν καὶ νεωκόρων, κατέληξε τελικῶς ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς ἁρμοδιότητος προκειμένου περὶ διοικητικῶν ζητημάτων (ἀπ. 139) 1930 Συμβ. Ἐπικρ.).
§7Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι ὑπάρχουν ἱεροὶ κανόνες, θέτοντες δόγμα; Οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶναι διοικητικῆς φύσεως. Μόνον οἱ ὅροι θεσπίζουν τὰ δόγματα.
§8Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ὅροι ποὺ λέτε, εἶναι οἱ 52 ποὺ ἀνέφερον. Ἐν πάσῃ πριπτώσει εἶναι γεγονὸς ὅτι ἅπαντες οἱ λοιποὶ κανόνες δὲν εἶναι δογματικοί. Κατὰ συνέπειαν ἡ διατύπωσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ ἁπλῶς τυπικὴν διασάφησιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ πράξει κρατησάντων, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀξιόλογοι Ἕλληνες νομικοὶ σφοδρῶς ὑπερημύνθησαν τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως. Προσωπικῶς συνετάχθησαν πρὸς τὴν καὶ κρατήσασαν ταύτην γνώμην παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι δὲν θεωροῦμεν σκόπιμον τὴν δημιουργίαν Κράτους Ἱεροκρατικοῦ, ἢ μᾶλλον Ἀρχιεροκρατικοῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐδὲ πειθόμεθα εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κανόνων διοικήσεως τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων, ἀχρηστεύονται ἐθιμικῶς ὡς «καιρικοὶ» ἢ δὲν ἔχουν ἔννοιαν κανόνων ἀλλ’ εὐχῶν, πρᾶγμα χρῆζον ἑκάστοτε καὶ πολυερίστου ἐρεύνης. Οὐδόλως δὲ φρονοῦμεν ὅτι ἡ τυπικὴ αὕτη ἀφαίρεσις τῆς συνταγματικῆς μόνον κατοχυρώσεως, καὶ δὴ κατὰ τρόπον θεμελιώδη, ἀπὸ τῶν μὴ δογματικῶν κανόνων, ἀποτελεῖ ὑποταγὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Κράτος καὶ παρεισαγωγὴν εἰς τὴν Διοίκησιν αὐτῆς κριτηρίων ξένων πρὸς τὸ πνεῦμά της. Ἡ ἀξία τῆς ἀπὸ τοῦ Κράτους ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται εἰς τὸ δογματικὸν μέρος καὶ τοῦτο μόνον προσδίδει εἰς αὐτὴν τὸ ἀναγκαῖον κῦρος πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἠθικοῦ της προορισμοῦ. Πέραν τούτου προετάθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Συνταγματικὴ κατοχύρωσις τῆς συναλληλίας ἐν ταῖς σχέσεσι Κράτους καὶ Ἐκκλησίας διὰ διατάξεως καθ’ ἣν ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἡ Πολιτεία θὰ νομοθετῇ ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Ἐκκλησία θ’ ἀποφασίζῃ ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Κράτους. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι διὰ τοιαύτης Συνταγματικῆς διατάξεως ἀνάλογοι τῆς ὁποίας, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, ὑπάρχουν μόνον εἰς τὸ Σουηδικὸν Σύνταγμα (ἀρ. 87) καὶ εἰς τὸν Καταστατικὸν Νόμον τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας (ἄρ. 21), θὰ κατελήγομεν πιθανώτατα εἰς τὸ αὐτὸ ἄτοπον τῆς δημιουργίας Κράτους ἐν Κράτει. Δὲν ἐνόμισε, συνεπῶς, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος τοιοῦτος περιορισμὸς τῆς Πολιτείας διὰ νὰ χαρακτηρισθοῦν αἱ σχέσεις της μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς σχέσεις οἱονεὶ συναλληλίας, οἷαι πράγματι οὐσιαστικῶς εἶναι σήμερον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ πάντοτε ἰσχυρῶς κρατήσαντος πνεύματος ἀμοιβαίου εἰς τὰς σχέσεις ταύτας σεβασμοῦ. Προεκρίθη ἡ προσθήκη διατάξεως ρητῶς ἀσφαλιζούσης τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ἡ ἐλευθερία αὕτη, ἐμμέσως βεβαίως, ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐχὶ ὀλιγώτερον σαφῶς, προέκυπτε καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρ. 1, 3 καὶ 4 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ καθ’ ὅλου πνεύματος τοῦ διέποντος τὰς περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων διατάξεις αὐτοῦ. Ἐκρίθη, ἐν τούτοις, σκόπιμον, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε, ἴσχυσεν ἐπὶ δεκαετίαν ὁμοία διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, νὰ μὴ ἀπολείπεται ἀπὸ τὸ νέον Σύνταγμα, συντασσόμενον ὑπὸ τὸ φῶς τῶν περὶ ἐλευθεριῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς μας, ρητὴ ἀναγνώρισις τῆς ἐλευθερίας ταύτης, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι, βεβαίως, δυνατὸν νὰ νοηθῇ οὐδεμιᾶς ἄλλης μορφῆς προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἐπίσης ὅτι καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως, ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη ἀτομικὴ ἐλευθερία, ἐν τῇ χρήσει αὐτῆς ἔχει ὡρισμένα ὅρια ἐκτεινόμενα μέχρι τῶν ὁρίων τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῶν χρηστῶν ἠθῶν. Καὶ ἡ ὁροθέτησις αὕτη, μολονότι φύσεως γενικῆς, περιελήφθη ἐν τούτοις εἰς τὸ ἄρθρον, διὰ λόγους ἀναγομένους εἰς τὴν ἐκ τῆς φύσεως τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ποικιλίας τῶν ὡς ἐλευθέρων διακηρυσσομένων δογμάτων καὶ τύπων λατρειῶν, μείζονα δυνατότητα προσκρούσεως εἰς τὰ ἀπαραβίαστα αὐτὰ σύνορα. Προσετέθη κατὰ πλειοψηφίαν ἑρμηνευτικὴ δήλωσις καθ’ ἣν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου «θρησκευτικῆς συνειδήσεως» περιλαμβάνεται καὶ τὸ θρησκεύεσθαι κατὰ τὸ παλαιὸν Ἡμερολόγιον. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς διατυπώσεως τῆς ἑρμηνευτικῆς ταύτης δηλώσεως ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἀναγκαίως περιλαμβάνει πᾶν δόγμα θρησκευτικὸν καὶ πάντα τύπον λατρείας καὶ ὅτι, συνεπῶς, θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ ἀφαίρεσις τῆς συνταγματικῆς προστασίας ἀπὸ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ παλαιὸν ἑορτολόγιον. Προσωπικῶς διαφωνήσαντες, συντασσόμεθα μὲ τὴν ἄποψιν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποκρουσάσης τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἑρμηνευτικῆς ταύτης δηλώσεως. Διότι, καθ’ ἡμᾶς καὶ τὴν μειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Συνταγματικὴ προστασία τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως τῆς θρησκευτικῆς, ἀσφαλίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀτόμου νὰ πρεσβεύῃ οἱονδήποτε δόγμα, ἢ καὶ οὐδὲν δόγμα, νὰ μεταβάλῃ ἐλευθέρως τὴν θρησκείαν του, νὰ μὴν ἐξαναγκάζεται εἰς ἐκδήλωσιν τῶν θρησκευτικῶν του πεποιθήσεων ἢ συμμετοχὴν εἰς ὡρισμένην λατρείαν, οὐδόλως δύναται νὰ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς δημιουργίας νέου τελετικοῦ, ἀντιθέτου πρὸς τὸ ἐπίσημον καὶ νόμῳ ἀνεγνωρισμένον τοιοῦτον τῆς ἐπισήμου θρησκείας τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦν ὅτι ἀνήκουν οἱ ἀξιοῦντες τοῦτο. Οὐδὲ εἶναι νοητόν, ὁμάδες πιστῶν τῆς αὐτῆς ἐκκλησίας νὰ ἀξιοῦν τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος προστασίαν, διὰ νὰ δύνανται ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτῆς κατὰ βούλησιν νὰ ἀναγνωρίζουν ἢ νὰ μὴ ἀναγνωρίζουν τὰς καθεστηκυίας τῆς ἐκκλησίας ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας καὶ νὰ δημιουργοῦν ἰδικήν των ἑκάστη ἐκκλησιαστικὴν καὶ τελετουργικὴν ἱεραρχίαν, ἐπειδὴ διαφωνοῦν εἰς μίαν ἀπόφασιν τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι καταφανὲς εἰς ὁποίου εἴδους ἀναρχίαν θὰ ἦτο εὐχερῶς δυνατὸν νὰ καταλήξῃ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως προστατεύει πᾶσαν τοιαύτην ἀναρχικὴν διάθεσιν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς αὐτῆς ἐκκλησιαστικῆς Κοινότητος τῆς ἐπισήμου θρησκείας. Ἐὰν οἱ παλαιοημερολογῖται ἀνῆκον εἰς ἄλλην, πλὴν τῆς ἐπικρατούσης, θρησκείαν, ἄλλη, ἴσως, θὰ προσῆκε νομική, τοὐλάχιστον, λύσις, δεδομένου ὅτι αἱ ξέναι ἐκκλησίαι ἐν Ἑλλάδι ἀποτελοῦσιν ἰδιωτικὰ σωματεῖα. Ὁμοίως ἄλλη θὰ προσῆκε λύσις ἐὰν διεκήρυσσον ἑαυτοὺς δογματικῶς κεχωρισμένους τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἢ χωριστὴν Ἐκκλησιαστικὴν Κοινότητα. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι σχῖσμα, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, οὔτε ἐζητήθη οὔτε ἐκηρύχθη. Καὶ ἐπίσης ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἀποτελοῦν ἰδίαν Ἐκκλησιαστικὴν Κοινότητα. Πέραν τῶν λόγων τούτων, δὲν εὑρίσκομεν ὅτι ἐνδείκνυται διὰ τῆς ἐπισήμου αὐτῆς ἑρμηνείας τοῦ ὅρου «ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως», ἡ δημιουργία θρησκευτικῆς μειονότητος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶ νέων ζητημάτων, ἡ ὀξύτης τῶν ὁποίων, εἶναι μοιραῖον, εἰς τοιούτους μάλιστα Ἐθνικοὺς καὶ Κοινωνικοὺς καιρούς, νὰ φθείρῃ τὸ κῦρος καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Νέον Ἡμερολόγιον μετὰ μακρὰν καθιέρωσιν καὶ ἐφαρμογήν, κατέστη ἤδη κοινὴ ἐν Ἑλλάδι συνείδησις καὶ πολιτικὴ καὶ θρησκευτική, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς, καθιστᾷ ἄσκοπον καὶ ἀπρόσφορον τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος νέαν ἐπιστημονικὴν ἢ θρησκευτικὴν ἔρευναν. Οἱ ὀλίγοι δὲ ἀπομείναντες εἰσέτι διαφωνοῦντες, συμφέρον εἶναι καὶ ἴδιον καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας νὰ μὴ βραδύνουν νὰ προσχωρήσουν εἰς τὴν καθεστηκυῖαν ἤδη πολιτικὴν καὶ θρησκευτικὴν τάξιν, ἡ ἀνατροπὴ τῆς ὁποίας, ἀσχέτως πρὸς τὴν ὀρθότητα ἢ μὴ αὐτῆς, δὲν φαίνεται πλέον δυνατή. Εἰσηγούμεθα κατὰ συνέπειαν, τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διαγραφὴν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως.
§9Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀφοῦ δέχεσθε τὴν ἐλευθερίαν τῆς λατρείας των, καὶ δὲν δέχεσθε νὰ ἔχουν ἐκκλησιαστικὴν ἱεραρχίαν, πῶς θὰ λειτουργοῦνται ἄνευ ἱερέων; Ἀποτελεῖ ἀντίφασιν.
§10Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ ἱερέων. Ὁ κ. Βαμβέτσος κρούει εἰς ἀνοικτὰς θύρας. Ὁμολογουμένως ὑπάρχει ἀντίφασις, ἀλλὰ τὴν ἀντίφασιν δημιουργοῦν αὐτοί. Ἐὰν θέλουν νὰ ἐκλείψῃ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν καθεστηκυῖαν κατάστασιν. Καὶ τώρα εἰσέρχομαι, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ εἰδικώτερον εἰς τὰς νέας τάσεις ὡς πρὸς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἄρ. 3–20) τὸ ἀφορῶν τὴν Διακήρυξιν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου ἐν Ἑλλάδι, ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς ὡρισμένας μεταβολάς, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ἔνθεν μέν, τῶν μετὰ τοὺς δύο μεγάλους πολέμους ἀναφανεισῶν νέων κοινωνικοοικονομικῶν τάσεων, ἔνθεν δέ, τῶν ἔναντι τῆς συγχρόνου διεθνοῦς πραγματικότητος γεννωμένων νέων διὰ τὴ ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας, προβλημάτων. Τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα τοῦ 1864–1911 ἐχάραξε τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἔναντι τοῦ ἀτόμου ἐν τὸ πνεύματι τῶν ἀναγκῶν τοῦ καιροῦ του. Ἦτο δὲ ὁ καιρὸς οὗτος ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὰς συνθήκας καὶ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ ΧΙΧ αἰῶνος, ἑνὸς αἰῶνος κατ’ ἐξοχὴν «πολιτικοῦ» κατὰ τὸν ὁποῖον ὅπως λέγει ὁ Στάνταλ, τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ὑπῆρξαν τὸ κύριον πάθος τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο, ἀναγκαίως τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀγνοεῖ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ΧΧ αἰῶνος κυρίως κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ πιεζομένου ἀπὸ τὰς τεραστίας ἀνάγκας ποὺ ἀνέκυψαν κατὰ τρόπον ἐντόνως ἰσχυρόν, ἰδίως κατὰ τὸ μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολέμων πολλαπλῶς κρίσιμον χρονικὸν διάστημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς σήμερον ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ παγκόσμιοι πολεμικοὶ σεισμοὶ καὶ αἱ μετ’ αὐτοὺς κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ περιπλοκαί, συνετάραξαν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ συνέθλιψαν τοὺς τέως ἰσορροπημένους ὅρους τῆς ζωῆς. Καὶ ὅτι, συνεπῶς, ἐὰν δὲν μετετόπισαν διηύρυναν ὅμως σημαντικῶς τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων, διὰ παραδόσεως, ἐκ τῆς ἀπηχήσεως τῶν ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐθεμελιώθησαν ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, αὐτὸς ὁ χάρτης «ὁ πλέον ἅγιος, ὁ πλέον εὐεργετικὸς ποὺ ἐνεφανίσθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Εὐαγγελίου». Τοιουτοτρόπως, τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν ἀντιμετωπίζονται πλέον ὡς ὑποκειμενικὰ μόνον δικαιώματα τοῦ ἀτόμου, δικαιουμένου ν’ ἀξιοῖ τὸν περιορισμὸν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας πρὸ τῶν φυσικῶν ἢ καὶ τῶν νομικῶν του κατακτήσεων ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἀτομικῆς του δράσεως. Ἀντιμετωπίζονται ἐπὶ πλέον καὶ ὡς ἀντικειμενικὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλοντα εἰς αὐτό, θετικῶς, ὑποχρεώσεις, θεωρουμένας ὡς φυσικὰς ὀφειλὰς τοῦ ὠργανωμένου Κοινωνικοῦ συνόλου ἔναντι τῶν κατ’ ἰδίαν μελῶν τοῦ Κοινωνικοῦ Σώματος. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν νέων ἐξελίξεων τῶν Κοινωνιῶν, αἱ διακηρύξεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου διευρύνονται, διὰ νὰ προσαρμοσθοῦν πρὸς τὰς νέας καὶ ἀπαιτητικὰς αὐτὰς ἀξιώσεις τοῦ καιροῦ μας. Ἡ κατοχύρωσις τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου δὲν εἶναι πλέον ἐπαρκὴς διασφάλισις τῆς εὐημερίας του. Ἡ Κοινωνικὴ καὶ Οἰκονομικὴ κρίσις ἡ ὁποία ὑπῆρξε καὶ εἶναι ὁ μοιραῖος μεταπολεμικὸς κλῆρος ὅλων τῶν Κρατῶν, νικητῶν ἢ ἡττημένων τῶν δύο πολέμων καί, ἀκόμη, ἡ ἀπειλὴ ἐκ τῆς πείρας τοῦ Σοβιετικοῦ πειράματος, ἔθεσεν ἐνώπιον τῶν Συνελεύσεων τῶν Λαῶν, παραλλήλως πρὸς τὸ πρόβλημα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τὸ κοινωνικοοικονομικὸν ζήτημα, ὡς πρόβλημα — ἐξ ἴσου ἂν μὴ ἔτι μᾶλλον, σημαντικὸν — κοινωνικῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἱστορικὴ πρᾶξις ἀπέδειξεν ὀρθότατον τὸ ἀξίωμα ὅτι, δὲν εἶναι αἱ ἐλευθερίαι, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζονται διὰ τῶν Συνταγμάτων, ἀλλ’ εἶναι ἀντιθέτως τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζονται διὰ τῶν ἐλευθεριῶν, ἐναντίον τοῦ κινδύνου τῆς φθορᾶς καὶ τῆς καταλύσεως, τὴν ὁποίαν, μοιραίως, ἀπεργάζεται ἡ παραγνώρισίς των, προετείναμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο διατάξεις καθιερούσας τινὰ ἐκ τῶν κοινωνικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων εἰς ὡρισμένας βασικάς των μορφάς. Διότι, εἴπομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τοιαῦται παραχωρήσεις ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔγιναν ἤδη κοινὴ συνείδησις κεκτημένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἡ ἄρνησις τῶν ὁποίων ἀναγκαίως θὰ συνεπάγεται ἀντίδρασιν καὶ ἀγῶνας ἀποσυνθέτοντας τὴν κοινωνικὴν τάξιν, εἶναι ἐπὶ πλέον, ἐπιβεβλημένον νὰ φθάνουν ἐξ ἰδίας τοῦ Κράτους πρωτοβουλίας μέχρι τῶν δυνατῶν ὁρίων, ἐκ λόγων στοιχειώδους Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναμφισβητήτου Κοινωνικῆς προνοίας καὶ σκοπιμότητος. Χαρακτηριστικαὶ τῶν παγκοσμίως κρατουσῶν περὶ τῆς Κοινωνικῆς αὐτῆς μορφῆς τῶν νέων διακηρύξεων, ἰδεῶν, εἶναι αἱ διαμορφώσεις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὅλων σχεδὸν τῶν μεσοπολεμικῶν Συνταγμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου Γαλλικοῦ τοιούτου. Ἔτι ὅμως χαρακτηριστικώτεραι εἶναι αἱ μέχρι τοῦδε γνωσθεῖσαι ἐργασίαι τοῦ Τμήματος τοῦ Κοινωνικοῦ καὶ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὸ Τμῆμα τοῦτο κατήρτισεν, ὡς γνωστόν, εἰδικὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν, ὀνομασθεῖσαν «Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου», ἐπιδιώκουσαν τὴν κατάρτισιν διεθνοῦς διακηρύξεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἐχούσης κοινὴν ἰσχὺν εἰς πάντα τὰ ἀνήκοντα ἢ προσχωρήσαντα εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Κράτη. Ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης πληροφορούμεθα ὅτι ὁ Ἀμερικανὸς ἀντιπρόσωπος κ. Στενεμπάουερ προέτεινε νὰ καθορισθῇ προγραμματικῶς ὅτι παρὰ τὰ προσσωπικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τὴν Διεθνῆ Διακήρυξιν, ὑπάρχουν καὶ δικαιώματα Κοινωνικῆς τάξεως (ἐργασία καὶ κοινωνικὴ ἀσφάλισις, προστασία τῆς παιδικῆς ἡλικίας, δικαίωμα ἴσων προνομίων, δικαίωμα εἰς ἓν μίνιμουμ ὑλικῆς εὐημερίας εἰς τὴν οἰκονομικήν, κοινωνικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν κ. λ. π.). Ἐν συνειδήσει τοῦ ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄνευ ρητῶν Συνταγματικῶν διατάξεων προῆλθεν ἤδη εἰς τὴν νομοθετικὴν θέσπισιν τινῶν ἐκ τῶν μέτρων τούτων διὰ μιᾶς ἐργατικῆς καὶ ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως φιλελευθερωτέρας, ἴσως, τῆς ἐποχῆς της, περιωρίσθημεν νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, γενικὰς τινας γραμμὰς ὑπηρετούσας τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ μας αἰῶνος.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι προηγήθημεν καὶ τῆς Γαλλίας ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων;
§12Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγήθημεν πράγματι τῆς Γαλλίας καὶ ἐρχόμεθα δεύτεροι μετὰ τὴν Ρουμανίαν εἰς ἐργατικὰς καὶ ἀγροτικὰς μεταρρυθμίσεις. Καὶ ἐτονίσαμεν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται καὶ ὅπου δὲν ἔθεταν πρακτικὰς λύσεις ἀμέσου ἐφαρμογῆς, θὰ ἐχρησίμευον ὡς κατευθυντήριοι γραμμαὶ διὰ τὴν συντεταγμένην ἐξουσίαν πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ πλέγματος τῶν μέτρων, δι’ ὧν θὰ ἀνταπεκρίνετο ἡ νομοθεσία μας εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς αὐτὰς ἀξιώσεις τοῦ καιροῦ μας. Καὶ ἀπεδέχθη μέν, ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ἔκδηλον ἄλλωστε, χρησιμότητα τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τοιούτων διατάξεων, κατευθυντηρίου τοῦ νομοθέτου, φύσεως, καὶ ἀνέγραψε τοιαύτας ἀλλαχοῦ, πλὴν δὲν ἐδέχθη κατὰ πλειοψηφίαν, τὴν μεταφορὰν εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 περὶ εἰδικῆς προστασίας τοῦ γάμου καὶ τῆς πολυτεκνίας, τὴν ἐξασφάλισιν εἰδικῆς προνοίας διὰ τὴν μητρότητα, ἰσότητος ὅρων διὰ τὴν φυσικὴν πνευματικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν μεταξὺ τῶν φυσικῶν καὶ νομίμων τέκνων καὶ ἰσότητος δικαιωμάτων εἰς ἀμφοτέρους τοὺς συζύγους. Δὲν ἐδέχθη, ἐπίσης, διάταξιν ἀφορῶσαν τὴν ὀργάνωσιν τῆς καθ’ ὅλου οἰκονομικῆς ζωῆς κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα εἰς ὅλους τοὺς πολίτας ἓν μίνιμουμ ὑλικῆς εὐημερίας. Εἰσηγούμενοι ἤδη τὰς διατάξεις ταύτας πρὸς τὴν Βουλήν, ἀναφερόμεθα, ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τούτων, εἰς ὅσα ἐξεθέσαμεν ἀνωτέρω, καὶ εὐρύτερον εἰς τὴν ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1947 ἔκθεσίν μας πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἑτέρωθεν ἡ Ἐπιτροπή, ἐν ὄψει τῆς συγχρόνου παγκοσμίου πραγματικότητος, ἀπέβλεψε μετὰ περισκεμμένης φροντίδος εἰς τὰς ἀτομικὰς ἐκείνας ἐλευθερίας αἵτινες περιορίζουσι τὰ ὅρια τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δράσεως τῶν ἀτόμων. Ὡς ἤδη ἐλέχθη, ἡ ἀρχικὴ διαμόρφωσις τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν τεχνικὴν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἦτο προϊὸν τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡ πίπτουσα κρατικὴ καὶ φεουδαλικὴ ὀλιγαρχία, κατέλιπεν τὴν ἐντύπωσιν ἐχθροῦ τοῦ λαοῦ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐπεβάλετο σειρὰ φραγμῶν ἀμύνης. Ἔκτοτε, καὶ μετὰ τὸν ΧΙΧ αἰῶνα, ἡ ἐντύπωσις αὕτη ἔβαινε μετριαζομένη, δυσκόλως ὅμως ἀπέλιπε τοὺς λαοὺς ἡ αἴσθησις τοῦ κινδύνου τῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους, καὶ ἦτο πάντοτε ἡ πολιτεία τῆς ὁποίας ἔδει νὰ περιορίζωνται αἱ ἐξουσίαι, ἐνώπιον τῶν ἀτόμων καὶ τῆς ἐλευθέρας των δράσεως. Ἀπό τινος, ἐν τούτοις, κατέστη προφανές, ὅτι ἤλλαξαν οἱ ὅροι τῆς ἀναλογίας τῶν κινδύνων. Νέαι συνθῆκαι κοινωνικῶν ἐξελίξεων ἐδημιούργησαν, ὄχι πλέον εἰς ἄτομα μεμονωμένα, ἀλλὰ εἰς μάζας ἀτόμων, τάσεις, ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀνεμπόδιστος ἀνάπτυξις τῶν ὁποίων ἐδημιούργει, ἀντιθέτως, κινδύνους διὰ τὴν σταθερότητα τῆς Πολιτείας καὶ εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν διὰ τὸ Κοινωνικὸν σύνολον. Προέκυψεν ἐντεῦθεν ἡ κοινὴ συνείδησις ὅτι ἔναντι τῶν τάσεων τούτων εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ Κράτος ἰσχυρὸν, ἱκανὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κίνδυνον καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀληθῆ ἐλευθερίαν τῆς Κοινωνίας. Καὶ κατέστη ἐπίσης κοινὴ συνείδησις ὅτι μία ἐκ τῶν βασικῶν αἰτιῶν δι’ ἃς τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐνισχυθῇ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, εἶναι ἡ ἀνεμπόδιστος κατάχρησις τῶν κλασσικῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, ἰδίως ἐκείνων αἵτινες παρέχουν εἰς τὰς ὠργανωμένας μάζας τὴν εὐχέρειαν τῆς παραλύσεως τῆς Κρατικῆς. Καὶ Κοινωνικῆς μηχανῆς. Ὑπὸ τῶν σκέψεων αὐτῶν ἀγομένη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη κατὰ βάσιν τὸν περιορισμὸν τινῶν ἐκ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφουν ὄχι μόνον τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ ἡ δημοσία τάξις, ἀλλὰ καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον γενικώτερον κοινωνικὸν συμφέρον. Ἐδέχθη δηλαδή, τὸν λεγόμενον «κοινωνικὸν ἔλεγχον» τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων.
§13Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διακοπὴ 10 λεπτῶν διὰ νὰ ξεκουρασθῇ ὁ ρήτωρ, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ἐπὶ δύο ὥρας συνεχῶς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10 λεπτά. (Ὥρα 9.00′ μ.μ.) (Ὥρα 9.10′ μ.μ.)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνομεν τὴν διακοπεῖσαν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα συνεχίσῃ τὴν εἰσήγησίν του.
§16Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν, ἄλλωστε ὁ ρήτωρ φαίνεται καταπεπονημένος καὶ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§17Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον τὴν πρωΐαν, καθόσον καὶ ἡμεῖς οἱ εἰδικοὶ εἰσηγηταί, δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι, ὁπότε ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἰς δὲ τὴν ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν νὰ ὁμιλήσωμεν ἡμεῖς.
§18Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δέχομαι συγχαρητήρια.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 10.30′ π. μ., μὲ θέμα συνέχισιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Γενικοῦ Εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κ. Β. Στεφανοπούλου. (Ὥρα 9.15′ μ.μ.)