1948.06.24
1,193 rows · 8,959 words · 74 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76η
Πέμπτη 24 Ἰουνίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Πυροπαθῶν Νέας Ζίχνης ζητούντων ὅπως παραμείνουσιν εἰς Σέρρας συνεχιζομένης τῆς περιθάλψεώς των ὡς πυροπαθῶν ἀνταρτοπλήκτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γεωργικῆς Ἑνώσεως Νιγρίτης διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μελετωμένην ἀφαίρεσιν δελτίου ἄρτου ἀπὸ σιτοπαραγωγικὰς οἰκογενείας καὶ ζητεῖ τὸν καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας σίτου εἰς 3.000 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σερρῶν ζητοῦντος καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας σίτου συμβαδίζουσαν μὲ κόστος καλλιεργείας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν πολιτῶν τῆς πόλεως Πατρῶν διαμαρτυρομένων κατὰ ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων κατόπιν ἀναψηλαφίσεως φορολογίας πλουτισάντων ὑπαχθέντων ἁπάντων εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς δισβαστάκτου φόρου ἀνατραπεισῶν τῶν τελεσιδίκων ἀποφάσεων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Προσωπικοῦ Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου Πατρῶν ζητοῦντος τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος κατοχύρωσιν τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἐξομοίωσιν συντάξεων πρὸς ἐκείνας τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τῆς Ἀστικῆς καὶ Ἀγροτικῆς Ἰδιοκτησίας Πατρῶν καὶ Βομβοπλήκτων Πατρῶν διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι τακτοποίησιν τοῦ ἐκκρεμοῦντος ζητήματος τῶν μὴ ἀρτίων οἰκοπέδων 1000 τ. π. περίπου ἐφ’ ὧν ἔχουσιν ἀνεγερθῆ οἰκοδομαὶ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Κάτω Ἀχαΐας καὶ τῆς Κοινότητος Σαγεΐκων ζητούντων ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Βιοτεχνικῶν Σωματείων Πειραιῶς (περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 519)48 καὶ ἀναλήψεως ἐπιδοτήσεως στρατευομένων παρὰ τοῦ Ταμείου ἀνεργίας). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Κιάτου διαμαρτυρομένης κατὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Χ. Πετρολιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ στράτευμα πτυχιούχων τῆς Νομικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Μ. Ροΐδου, Π. Μουτζουρίδου καὶ Κ. Ἀστερίου δι’ ἧς αἰτοῦνται, ὅπως ὑπηρετοῦντες ἐπὶ χρονικὸν διάστημα 36 μηνῶν ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ στράτευμα ἢ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπηρετοῦν νῦν πλέον τῆς διετίας, νὰ διορίζωνται δικηγόροι ἄνευ ἐξετάσεως κλπ. Ὁ Κ. Χρηστάκης Δικηγόρος πολιτευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κάτοικος Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν διάλυσιν τῆς ἐν Ἡρακλείῳ Κρήτης ὑπαρχούσης ὀργανώσεως ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Ε. Μπαντουβᾶ. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Τρικάλων διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατὰ 25% αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος οἰκονομικῆς χρήσεως 1948–1949. Οἱ βουλευταὶ Εὐβοίας κ. κ. Κ. Καλλίας καὶ Χ. Θηβαῖος καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συν)σμοῦ Ἱστιαίας ζητοῦντος νὰ ἐνεργηθῇ συγκέντρωσις σίτου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἱστιαίας Εὐβοίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μακρῆς καταθέτει δύο ἀναφορὰς τῆς Ὁμοσπονδίας ἐργατῶν Ἑλλάδος διαμαρτυρομένης διὰ μὲν τῆς πρώτης ὅτι ἀρνεῖται τὸ Κράτος νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἐφεδρικὸν ἐπίδομα τῶν στρατευομένων ἀρτεργατῶν τῶν ἐπαρχιῶν διὰ δὲ τῆς δευτέρας ὅτι ἀρνεῖται νὰ καταβάλῃ τὸ ὀφειλόμενον δῶρον τῶν ἑορτῶν πρὸς τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ ἔργα ὑπονόμων τῆς πρωτευούσης. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Φωτόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων παντοπωλῶν, ζαχαροπλαστῶν, ὑποδηματοποιῶν Λευκάδος διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων, καθ’ ὅσον ἡ πόλις των ἀριθμοῦσα μόλις ἑξακισχιλίους κατοίκους ἔχει μικροεπιχειρηματίας κλπ. Ὁ κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυουσῶν διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ Παιδικῶν Ἐξοχῶν καὶ Εἰδικῶν Ἑστιῶν Σιτίσεως» καὶ 2) «περὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 618)48 «περὶ Ὑπηρεσιῶν Κοινωνικῆς Προνοίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ἔξαρχος, Λ. Λαμπριανίδης καὶ Η. Λαγᾶκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Γεωγραφικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν «περὶ προσθήκης 3ης παραγρ. εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Παυσανίας Κατσώτας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Γεωγραφικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Πετροπουλᾶκος, Ε. Παπαδόγιαννης, Δ. Μαντούβαλος καὶ Ι. Λαυρεντίδης, ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59)1945 Σ. Π. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 ταύτης διὰ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου 2».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὴν κάτωθι δήλωσιν τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Δ. Χατζηγιάννη. «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, Διὰ τοῦ τύπου ἀνεκοινώθη σήμερον, ὅτι ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ σίτου ἀπεφάνθη ὅπως ἡ τιμὴ συγκεντρώσεως τοῦ σίτου μὴ εἶναι μικροτέρα τῶν 2.500 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, οὔτε ἱκανοποιεῖ αὕτη τὸ δικαιότατον αἴτημα τοῦ γεωργικοῦ μας κόσμου, ὅπως ἡ τιμὴ συγκεντρώσεως τοῦ σίτου τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, δεινῶς πληγείσης καὶ ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν καὶ ἐκ θεομηνιῶν, ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς 3.300 κατ’ ὀκᾶν. Παρ’ οἱανδήποτε πρότασιν Ἐπιτροπῆς, ἡ πρωτοβουλία καὶ αἱ εὐθῦναι διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Ἄν ἡ συγκέντρωσις τοῦ σίτου ματαιωθῇ διὰ παρελκύσεων ἢ ἂν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου δὲν ὁρισθῇ εἰς τὰς 3.300 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, οὔτε ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὰς πρὸς τοὺς γεωργοὺς χορηγήσεις της οὔτε ὁ γεωργικός μας κόσμος θὰ ἐνθαρρυνθῇ νὰ συνεχίσῃ τὴν παθητικὴν δι’ αὐτὸν καταστᾶσαν καλιέργειαν τῆς γῆς. Ἀθῆναι τῇ 24 Ἰουνίου 1948
Μετ’ ἐξόχου τιμῆς
Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ
Βουλευτὴς Λαρίσης».
§6Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς δηλώσεως αὐτῆς, ὡς Πρόεδρος τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, θέλω νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀναπάντητος ἡ δήλωσις αὐτή.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§8Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νέον σύστημα ἐμφανίζει πρό τινος ὁ ἐκ Λαρίσης ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χατζηγιάννης. Εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν ἐμφανίζεται καὶ ὑποβάλλει δηλώσεις. Δήλωσις: «Διαχωρίζω τὰς εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν», τὴν μίαν φοράν. Δήλωσις: «Διαχωρίζω τὰς εὐθύνας ἀπὸ τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν», τὴν ἄλλην. Ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελουμένη ἀπὸ βουλευτάς, ἀγωνισθέντας διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν καὶ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἀγροτῶν, ἀπὸ βουλευτὰς γνώστας ὅλων τῶν γεωργικῶν ζητημάτων, ἀπὸ βουλευτὰς ἀνήκοντας εἰς ὅλα τὰ κόμματα καὶ εἰς ὅλας τὰς παρατάξεις, εἰργάσθη ἐν ὁμοφωνίᾳ καὶ ὑπεράνω πάσης κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ δημοκοπίας καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν πάντων τῶν συναδέλφων. Οὐδεὶς μὰ οὐδείς, ἐπαναλαμβάνω, ἠθέλησε νὰ δημοκοπήσῃ κατὰ τὰς συσκέψεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας νυχθημερὸν διεξηγάγομεν. Τὸ ζήτημα τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ ἔχει δύο σοβαρὰς ἀπόψεις. Τὴν μίαν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀγωνισθῶμεν πρὸς προστασίαν τῶν ἀγροτῶν, διότι οἱ ἀγρόται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κατοχὴν ἔσωσαν τὸν πενόμενον λαὸν προσφέροντες τὴν ἐργασίαν των καὶ τὸν σῖτον των καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐτρέχομεν ὅλοι σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, πρὸς αὐτοὺς διὰ μίαν ὀκᾶν σίτου διὰ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν τῆς πείνης, καὶ τὴν ἄλλην, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν κατάστασιν καὶ νὰ μελετήσῃ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὰ ζητήματα καὶ νὰ ἀκούσῃ ὄχι μόνον τὰς ὑπευθύνους ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρίστανται σήμερον σύμμαχοι καὶ σύμβουλοι τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως κατέληξεν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λαρίσης ἐὰν εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, εἶχεν ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, νὰ ζητήσῃ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ μᾶς δώσῃ τὰ φῶτά του νὰ εἴπῃ καὶ τὰς σκέψεις του, τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξήταζεν ἐπισταμένως καὶ ἐφ’ ὅσον τὰς ἔκρινεν ὀρθὰς καὶ σοβαρὰς θὰ τὰς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὄχι νὰ φυγομαχήσῃ ὡς ἐφυγομάχησε, διὰ νὰ κρίνῃ καὶ ἐπικρίνῃ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἔξω τῆς καταστάσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὰ πάντα ὑπ’ ὄψιν καὶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς ἐξήτασε ταῦτα, ὁ δὲ κ. συνάδελφος, ὑπερβάλλει καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν. Ἡ Συνομοσπονδία ἐζήτησε 3 χιλ. κατ’ ὀκᾶν, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπερβάλλει καὶ κατὰ τοῦτο δημοκοπῶν καὶ ζητεῖ 3.300. Δὲν πιστεύω ποτέ, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματός του, ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὸν τοποθετήσῃ ὡς ὑφυπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ ἐγὼ ἔσπευσα τότε νὰ τὸν εὐχαριστήσω δι’ αὐτό, δὲν πιστεύω, λέγω, ὅτι ὁ ἀρχηγός του ἠρνήθη εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἀλλ’ αὐτός, κατανοῶν τὰς σημερινὰς δυσκόλους οἰκονομικὰς συνθήκας ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ φυγομαχήσῃ διὰ νὰ ἀποφύγῃ εὐθύνας. Ναὶ ἐφυγομάχησεν. Ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνύψωσε τὸν πολιτικὸν κόσμον, διότι εὑρέθη ὁμόφωνος εἰς ὅλας τὰς ἀποφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξε καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐργαζομένη ἵνα δώσῃ τὴν ἐμπρέπουσαν λύσιν, ὥστε καὶ οἱ ἀγρόται νὰ μὴ καταστραφῶσι ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ δημοσιονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας νὰ βαδίσῃ ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ βαδίσῃ. (Χειροκροτήματα).
§9Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἐκπληκτικόν, τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνισεν ἡ συζήτησις αὐτή. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος. Αὐτὴ κυβερνᾷ, ἡ Βουλὴ ἐλέγχει. Εἶναι ἱερόν, ἀναφαίρετον, δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης, καὶ εἶναι καταπληκτικὸν τὸ φαινόμενον ὅτι, ἐπιζητεῖται νὰ ἀσκηθῇ ἠθικὴ τρομοκράτησις διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, οἱ ἀγῶνες μου ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν προέρχονται ἀπὸ δημοκοπίαν, καὶ παρέρχομαι μὲ περιφρόνησιν τὸν χαρακτηρισμόν. Γνωρίζει ἡ Βουλή, πῶς ἐγὼ ἀσκῶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντά μου, πάντοτε μὲ ἀντικειμενικότητα, ἀδιαφορῶν ποῖος τὸ προτείνει καὶ διατὶ τὸ προτείνει. Κύριοι, ἐγκαλοῦμαι, ἀκόμη διότι δὲν μετέσχον εἰς τὴν λεγομένην Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν. Λέγω εὐθέως, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Διακομματικῶν αὐτῶν Ἐπιτροπῶν. Εἶναι αὐταί, καμουφλάρισμα διὰ νὰ ἐπιρριφθοῦν αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως εἰς ξένους ὤμους. Τί θὰ κάμῃ ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή; «Ἀπεφάνθη», λέγει, ὁμοφώνως ὅτι, ἡ τιμὴ τοῦ σίτου συγκεντρώσεως, δὲν θὰ εἶναι κάτω τῶν 2.500 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ὁρίσῃ εἰς 1.900–2.100 δρχ., τὶ θὰ γίνῃ τότε ἡ ὁμόφωνος «ἀπόφασις» τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς;
§10Δ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Νὰ στείλλετε ἓν ὑπόμνημα αὐτῶν τῶν σκέψεών σας.
§11Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ διατὶ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἡ δήλωσις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχεν ἕνα μόνον σκοπόν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις καμουφλαρισθῇ καὶ καλύψῃ τὰς εὐθύνας, καὶ νὰ εἴπῃ «τί νὰ κάμω; Ἡ Ἐπιτροπή σας, μοῦ εἶπεν 2.500 δρχ., καλὰ εἶναι».
§12Π. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ. Τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ἐζήτησεν ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τὴν ἐδέχθησαν.
§13Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας θὰ ἀπασχολήσῃ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο, ποὺ ἤθελα, ἦτο νὰ κάμω μίαν δήλωσιν καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτῆς ἐμὲ δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζουν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὡς πρὸς ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν θὰ καλυφθοῦν, ὅτι εἶχαν σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία καὶ δικαίωμά μου εἶναι καὶ συνεπὴς εἰς τὰς πεποιθήσεις μου. Κύριοι, ὅσοι δὲν ζῆτε τὸ δρᾶμα τῆς ὑπαίθρου, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συλλάβετε τὴν ἀπήχησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἀγροτικὴν μᾶζαν, ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ σίτου. Ἡ ἐσοδεία, κατεστράφη, ὑπὲρ τὸ ½, αἱ δαπάναι συγκομιδῆς εἶναι ὑπερδιπλάσιαι τῶν περυσινῶν, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προστασίαν τῶν μικρῶν παραγωγῶν, μέχρι συγκεντρώσεως δι’ ἕκαστον 10 χιλ. ὀκάδων σίτου μὲ τιμὴν 3.300 κατ’ ὀκᾶν διότι ἄλλως οὔτε ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὰ δάνειά της, οὔτε οἱ γεωργοὶ θὰ δυνηθοῦν νὰ συνεχίσουν τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πλέον παθητικὴ δι’ αὐτούς. Λόγοι λοιπὸν ὑπερτέρου ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ κοινωνικῆς ἀνάγκης, μοῦ ἐπέβαλαν νὰ διατυπώσω τὴν κατατεθεῖσαν δήλωσίν μου, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀσκήσω ἐν καιρῷ τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτικῆς της.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἡ ὥρα οὐσιαστικῆς συζητήσεως τοῦ θέματος, καὶ δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας. Διότι ὅμως, προέκυψεν προσωπικὸν θέμα, ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς Λαρίσης, καὶ ἐπειδή, ἀνεφέρθη προσωπικῶς, εἰς τὸ Κόμμα καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἀπορρίπτω μὲ ἀγανάκτησιν τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι εἶναι δυνατόν, δημαγωγικὴ πρόθεσις, νὰ ὡδήγησε τὸν διακεκριμένον συνάδελφον καὶ φίλον ἐκ Λαρίσης, εἰς τὴν πρότασιν του. Ἡ πίστις εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀγροτῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν, ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς τοῦ ἐμπνέει τὰς πράξεις αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§15Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐκάκισεν ὁ βουλευτὴς κ. Χατζηγιάννης, τὴν σύστασιν τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ σίτου. Γνωρίζετε σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Συνομοσπονδία Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, ἀπετάνθη πρὸς σᾶς, διὰ νὰ συστήσητε τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπειδὴ ἡ Βουλή, εὑρίσκετο εἰς διακοπάς, εἴπατε σεῖς, ὅτι ἐὰν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων συμφωνοῦν, τότε καὶ μόνον θὰ τὴν κάμω. Ὑπεγράψαμεν δήλωσιν, ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ὅτι συμφωνοῦμεν, καὶ τότε μόνον τὴν ἐκάματε τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Κύριοι βουλευταί, πρῶτον μέρος τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ λῆψις ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, περὶ χορηγήσεως ἢ μὴ ἀδείας πρὸς δίωξιν διαφόρων βουλευτῶν. Ἐπειδὴ οἱ βουλευταί, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ ἄδεια διώξεως ἀνέρχονται εἰς 18 καὶ ἵνα μὴ καταπονῆται ἡ Βουλὴ ἐκάμαμεν ἕνα ψηφοδέλτιον εἰς τὸ ὁποῖον συμπεριελάβομεν ὅλους καὶ ἔναντι ἑκάστου ὀνόματος νὰ γράψῃ κάθε βουλευτὴς ναὶ ἢ ὄχι. Δέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ὅπως ἐγκρίνουν τὴν ἄδειαν διώξεώς μου.
§19Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, τῶν ὁποίων, ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ἐγκρίνουν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ ζητήματα ἀφορῶντα τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τίθεται πρώτην φορὰν ἐνώπιον ἡμῶν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος νὰ θέσω τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι πρυτανεύουν παρ’ ἡμῖν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Λυπούμεθα διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὰς ἀπόψεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία μετέβαλεν ἑαυτὴν εἰς συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ ἐξέδωκεν οἱονεὶ προβουλεύματα ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται ἐναντίον ὡρισμένων βουλευτῶν. Ἡ μέχρι τοῦδε κρατήσασα ἄποψις ἦτο ὅτι ἡ ἔννοια τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ πολιτικὴ ἐπέμβασις, πολιτικὰ ἐλατήρια νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς κριτήριον διὰ τὴν δίωξιν βουλευτῶν, ἀποστεροῦντα τοὺς βουλευτὰς τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς ὁ λαός. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὐστηρὰ ἐπιστημονικὴ ἔννοια καὶ ἑπομένως ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς δράσεως τῆς Βουλῆς καὶ φυσικὰ τῆς ἀποτελούσης τμῆμα αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ νὰ ἐλέγξῃ ἐὰν ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν βουλευτὴν κατηγορία εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι. Αὐτὸ ἐξέρχεται τοῦ κύκλου τῆς δράσεως τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἄλλου νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ζητημάτων ἀσημάντων νὰ ὑποβάλλεται ὁ βουλευτὴς εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς διώξεως καὶ μάλιστα δι’ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐπισύρουν μικρὰς ποινάς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μόνον ἐνόχλησιν καὶ ὄχι ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι αὐτή, ὅτι θὰ ἐξετάζωμεν πρωτίστως ἐὰν ὑπάρχουν ἢ ὄχι πολιτικὰ ἐλατήρια διὰ τὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἐπίσης θὰ ἐξετάζωμεν τὸ σοβαρὸν ἢ μὴ τῆς ἀποδιδομένης κατηγορίας ἄνευ ἐλέγχου τοῦ ἐὰν συντρέχουν ἢ ὄχι τὰ περιστατικὰ, τὰ βασίζοντα αὐτήν. Ἑπομένως ἡμεῖς θὰ δώσωμεν τὴν συναίνεσίν μας εἰς τὴν δίωξιν πάντων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διώκονται διὰ σοβαρὰ ἀδικήματα, περιλαμβανομένων καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων, δηλαδὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος διώκεται ἐπ’ ἀδικήματι φόνου. Θὰ δώσωμεν δὲ ἀρνητικὴν ἀπάντησιν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἐξυβρίσεις ἢ συκοφαντικὰς δυσφημίσεις ἢ παράβασιν ἑνὸς ἐργατικοῦ νόμου. Ἑπομένως, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἄποψιν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος. Ὅτι δηλαδή, ἐπιβάλλεται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, ὅταν δὲν ὑπάρχουν πολιτικὰ ἐλατήρια, ἢ ὅταν τὸ ἀδίκημα εἶναι τοσοῦτον σοβαρόν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν ἄρνησιν τῆς διώξεως τοῦ βουλευτοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκτὸς τούτου μᾶς ἀπεστάλη τηλεγράφημα τοῦ κ. Γενικοῦ Διοικητοῦ Μακεδονίας, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς γνωρίζει ὅτι κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ὑπ’ ἀριθ. 1142 ἀπηλλάγησαν τῆς κατηγορίας των ὁ κ. Ζέρβας, ὁ κ. Ροδόπουλος καὶ ὁ κ. Παπαδόπουλος. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§23Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τὸ πρῶτον τοῦ ζητήματος τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἡ ἁρμοδία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ γνωματεύσασα ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων διώξεως βουλευτῶν, ἠκολούθησε περίεργον τακτικήν, καθ’ ἣν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν της ἡ κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος ἢ ἀσήμαντος. Ἐγὼ καὶ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, χωρὶς νὰ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς κατηγορίας ἵνα πιστοποιήσωμεν αὐτὴν εἴμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὴν σφαλερὰν αὐτὴν ἀντίληψιν, διότι ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον δίδαγμα τῆς Ἐπιστήμης, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς παρὰ τῆς Βουλῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας καθιερώθη ἵνα προστατευθῇ κατὰ ψευδῶν μηνύσεων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ τρίτων ἐκ πολιτικῶν ἐλατηρίων, καὶ ἀλλοιώσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Οὐδ’ ἔχει ἄλλως τε ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος νὰ ἀποφασίσῃ ἄλλως καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἀποδιδομένη κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος ἢ ἀσήμαντος. Κατὰ τὴν πρώτην μὲν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος, ἡ περὶ τούτου κρίσις κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Συντάγματος ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δικαστήρια καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ παρασύρῃ αὐτὴν εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Ἐπὶ πλέον ἡ ἐκ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος προστασία τοῦ βουλευτοῦ σκοποῦσα νὰ προφυλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ καταδιώξεων πολιτικῆς φύσεως τικτουσῶν καὶ ματαίωσιν τῆς ἀποστολῆς του ἐν τῇ πολιτείᾳ, οὐδαμῶς καθιστᾷ αὐτὸν ἀνεύθυνον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Τοῦτο ἐξάγεται τὸ μὲν ἐξ ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, δι’ ἣν καὶ μόνον περίπτωσιν εἶναι ἀνεύθυνος, τὸ δὲ ἐκ τοῦ ἀτόπου εἰς ὃ ἄγει ἡ ἀντίθετος ἐκδοχὴ καθ’ ὃ ἐκλεγομένου συνεχῶς τοῦ βουλευτοῦ δὲν θὰ παρείχετο σχεδὸν ποτὲ δυνατότης νὰ λογοδοτήσῃ οὗτος πρὸ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμμέσως θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα τοῦ πλήρως ἀνευθύνου τοῦ βουλευτοῦ, ὅπερ ὅμως κατὰ τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Συντάγματος, προσήκει εἰς ἕνα καὶ μόνον Ἕλληνα τὸν Βασιλέα. Ἐὰν μάλιστα καθιερώσαμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ σχεδίου Συντάγματος καθ’ ἣν ὁ βουλευτὴς δὲν διώκεται καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον, δηλαδὴ καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ 45 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περιόδου δὲν θὰ δικάζεται ποτὲ καὶ ἂς διαπράττῃ τὰ βαρύτερα τῶν κακουργημάτων, ἐφ’ ὅσον δὲν συλλαμβάνεται ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργῶν. Κατὰ τὴν ἑτέραν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ ἀποδιδομένη κατηγορία εἶναι ἀσήμαντος οὐδεὶς ἐπίσης συντρέχει λόγος μὴ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τὸ μέν, διότι κατὰ τὴν ρῆσιν τοῦ Δημοσθένους «τὸ εὐσεβὲς καὶ δίκαιον ἄν τ’ ἐπὶ μικροῦ ἄν τ’ ἐπὶ μείζονος παραβαίνει τις τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχει», τὸ δέ, διότι ὁ βουλευτὴς ἀξιῶν νὰ εἶναι ἡγέτης καὶ ὀφείλων νὰ εἶναι ἐπιτιμητὴς κατ’ ἀποστολὴν τῶν ἄλλων παραβαινόντων τοὺς νόμους, ὑποχρεοῦται πρῶτος αὐτὸν νὰ σέβεται πάντας τοὺς νόμους, παρέχων ἑαυτὸν ὑπόδειγμα φιλονόμου πολίτου. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ τὸ παράπαν μείωσιν τοῦ βουλευτοῦ ἡ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, οἱουδήποτε βαθμοῦ λογοδοσία περὶ τῶν ἰδικῶν του πράξεων, ἃς δέον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ θέτῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς πολίτου. Ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ σιμφέρον τοῦ βουλευτοῦ ν’ ἀπαλάσσεται τῆς κατηγορίας καὶ νὰ μὴ μένῃ μὲ τὴν δυσμενῆ ἐντύπωσιν μιᾶς ἀδίκου ἐκκρεμοῦς κατηγορίας. Δι’ ὃ θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μόνον εἰς τὰς τρεῖς περιπτώσεις ἠθικῆς αὐτουργίας εἰς τὸν φόνον τοῦ Ζεύγου, ὅπου πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἐλατηρίου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γονῆς ἔχει τὸν λόγον.
§25Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸ Σῶμα. Τὸ 1945 εἰς τοὺς ἀγῶνας οἱ ὁποῖοι διεξήγοντο μεταξὺ τῶν ἐθνικοφρόνων ἐργατῶν καὶ τῶν καμουνιστῶν τὸ ἐπίσημον ὄργανόν μας ἡ «Ἐργατικὴ Σημαία» ἀνέγραψε τὴν ἀληθῆ πληροφορίαν ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν περιφήμων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δρώντων κομμουνιστῶν Κολιὸς καὶ Καραγιάννης εἶχον καταδικασθῆ ἀπὸ τὸ συμμαχικὸν δικαστήριον ἐπὶ σαμποτὰζ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Ἡ ἐφημερὶς εἶχεν ὑπεύθυνον συντάκτην καὶ ἡ μήνυσις ἐστράφη κατὰ τούτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤμην ἐγώ. Ὅταν ἐξελέγην βουλευτής, τὸ Κ. Κ. ἐνεθυμήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνῃ μίαν μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει ἐναντίον τοῦ Γονῆ. Δι’ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι ὑπερηφάνειαν καὶ παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ δεχθῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, διὰ νὰ ἀποδειχθοῦν ποῖα εἶναι τὰ περίφημα ἐκεῖνα καθάρματα. (Χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματός μας, κ. κ. βουλευταί, διὰ νὰ διωχθῇ ποινικῶς βουλευτής, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ αὐτοφώρου ἀδικήματος, εἰς βαθμὸν κακουργήματος, ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ποινικὴν δίωξιν περὶ οἱουδήποτε καὶ ἐὰν πρόκειται ἀδικήματος. Ἀλλά, ἐνῷ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα τυπικῶς, οὐσιαστικῶς βέβαια ἡ Βουλὴ πρέπει κατὰ κανόνα νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν, διότι ἄλλως θὰ διεξεδίκει ὁ βουλευτὴς ἀσυλίαν ἀπόλυτον ἀπέναντι τῶν ποινικῶν νόμων. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο μία ἀσυγχώρητος ἀπρέπεια. Ἀλλὰ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ καὶ οὐσιαστικῶς ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν δίωξιν. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἔκτοτε ἡ ποινικὴ δίωξις νὰ ὠφείλετο εἰς ὑστεροβουλίας πολιτικὰς ἀξιοκατακρίτους, σφοδρῶς ἀξιοκατακρίτους. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἐν προκειμένῳ πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν δίωξιν ὅπου ὑπάρχει ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θέτει ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν ὑψηλὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ψηφίσω ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ δίωξις δι’ ἀδικήματα συκοφαντίας καὶ δυσφημήσεως. Ὅπου ὅμως ἡ δυσφήμησις ἐγένετο διὰ τοῦ τύπου καὶ συμβαίνει νὰ εἶμαι καὶ δημοσιογράφος καὶ ἔχω γνῶσιν ὅτι ὅταν κανεὶς δημοσιογραφεῖ καθὼς καὶ ὅταν πολιτεύεται εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὀργίζεται καὶ συνήθως ἡ ὀργὴ εἶναι πρᾶξις ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ ἑπομένως καὶ δυσφήμησις καὶ ἐὰν εἶναι, ἀλλὰ διὰ τοῦ τύπου, ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὴν δίωξιν διὰ τῆς προσωπικῆς μου ψήφου. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅμως, κ.κ. βουλευταί, τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη νὰ ψηφίσωμεν «ναὶ» ἢ «ὄχι», ἐπικρίνω τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν Θεσσαλονίκης διότι καὶ ἐπὶ μίαν μόνον στιγμὴν ἀπεδέχθη ἁπλῶς πρὸς στοιχειώδη ἔστω ἐξέτασιν τὴν ἄτιμον ἐκείνην συκοφαντίαν ὅτι ὑπῆρξαν πολιτευόμενοι ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τῆς δολοφονίας ὑπὸ τῶν ὁμοφρόνων του, ἑνὸς τῆς πατρίδος διασήμου προδότου. Ἔπρεπεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ σχίσῃ μίαν τοιαύτην μήνυσιν, νὰ μὴ τὴν ἐξετάσῃ καθόλου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀξιοπρεπὴς Εἰσαγγελικὴ ἀρχή, καλῶς ἐκτελοῦσα τὰ καθήκοντά της, ἐὰν παντὸς εἴδους μήνυσιν ἐκ μέρους καὶ τοῦ τελευταίου συκοφάντου, μήνυσιν κατὰ μίαν ἀπόλυτον ἀντίληψιν ἐλεεινήν, αἰσχράν, κακοήθη, δύναται νὰ τὴν ἐξετάσῃ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ πρὸς μίαν ἀκόμη στιγμήν. Μάλιστα, κ. κ. βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ἐν παρενθέσει καὶ μίαν νομικὴν γνώμην εὐρυτέρου περιεχομένου. Εἶμαι ἐκ τῶν νομικῶν οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς πρέπει πάντοτε νὰ ἐξετάζουν τὸ βάσιμον τῆς μηνύσεως. Ἐὰν καταφανῶς εἶναι μία μήνυσις ἀβάσιμος, νὰ τὴν ἀπορρίπτουν. Αὐτὰ ὑπεστήριξα, κ.κ. συνάδελφοι, πρὸ ἐτῶν, πρὸ 40 ἐτῶν, εἰς τὴν «Δικαιοσύνην» ἐκδιδομένην ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀειμνήστου Πέτρου Θηβαίου καὶ ἐμοῦ. Τὸ εἶχον γράψει αὐτὸ τότε ὅτι δὲν δικαιολογοῦνται οἱ Εἰσαγγελεῖς, λέγοντες: «Δὲν τὸ ἐξετάζω ἐγὼ τὸ βάσιμον τῆς μηνύσεως». Ἐν προκειμένῳ ἦτο μία συκοφαντία τόσον κακοήθης, τόσον βδελυρά, τόσον ἄτιμος, ὥστε συνεταράχθη ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Κύριε Εἰσαγγελεῦ, εἶσθε ἐν προκειμένῳ τιμωρητέος, διότι ἔλαβες καὶ πρὸς μίαν στιγμὴν ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν τοιούτου εἴδους μήνυσιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§29Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ τριάκοντα περίπου μηνῶν διῆλθον ἐξ Ἀθηνῶν τρεῖς Ἄγγλοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν διαφόρους Ἕλληνας πολιτικοὺς ὅλων τῶν παρατάξεων.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τίνος Κόμματος;
§31Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τοῦ Ἐργατικοῦ τὸ ὁποῖον κυβερνᾶ σήμερον τὴν Ἀγγλίαν.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι μερικοὶ ἀπεχωρίσθησαν τοῦ κόμματος, ἢ μᾶλλον ἀπεβλήθησαν.
§33Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐπισκέψεως αὐτῆς ἐτηλεγραφοῦντο ἐκ Λονδίνου εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ δῆθεν εἶχον διατυπώσει εἰς αὐτούς. Μετ’ ὀλίγας ὥρας ἐκυκλοφόρει ὁ ἀπογευματινὸς τύπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο κατηγορηματικὴ διάψευσις τῆς δῆθεν συνεντεύξεώς μου διότι τὸ θέμα ποὺ εἶχον συζητήσει μὲ τοὺς Ἄγγλους βουλευτὰς ἦτο ἄλλο καὶ ἀπεδόθη κακῶς ἡ συνομιλία μας. Δὲν ἀποδίδω κακὴν πίστιν εἰς τοὺς Ἄγγλους βουλευτάς, ἀλλὰ ἐγένετο σύγχυσις προσώπου. Μεταξὺ ἄλλων ἐρωτηθέντες ἀπὸ τὸν κ. Μπέβιν, οἱ τρεῖς Ἄγγλοι βουλευταί, ἐὰν καὶ ἄλλοι πλὴν τῶν ἀριστερῶν ἐν Ἑλλάδι ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Ἀγγλικῶν στρατευμάτων, ἀνέφερον τὸ ὄνομά μου. Παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ κάμω εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν διάβημα, διότι ἀκριβῶς εἶχον τὸ ἀντίθετον τονίσει. Εἶχον τονίσει ὅτι τὸ θέμα τῆς παραμονῆς τῶν Ἀγγλικῶν στρατευμάτων ἐν Ἑλλάδι, ἀπετέλεσεν τὸν Ἰανουάριον 1946 ζήτημα Κυβερνητικῆς κρίσεως, ὅταν ἀπεχώρησεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ διάψευσις ἐδημοσιεύθη ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐξ Ἀγγλίας εἰδήσεως. Παρ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι βουλευταί, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ἴσως ἀγνοῶν τὴν διάψευσιν, ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου διὰ νὰ γίνῃ μήνυσις ἐναντίον μου ἕνεκα ἐξυβρίσεως τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα κατὰ πόσον βουλευτὴς διατελέσας προϊστάμενος ὡρισμένου Ὑπουργείου, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διοικεῖται ἡ ὑπηρεσία τῆς ὁποίας προΐσταται καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ λειτουργία διεξάγεται κατὰ τρόπον ἄθλιον καὶ ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως ἔστω ἐὰν σφάλλῃ ὁ βουλευτὴς ἢ ὁ ὑπουργός. Διότι δικαίωμά του εἶναι νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία. Ὅταν ὁ κ. Σακελλαρίου παρέδιδε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐφοδιασμοῦ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην παρουσιάζων τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, τοὺς ἐχαρακτήρισε, παρόντων αὐτῶν, μὲ ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ τὰς ἐδημοσίευσεν ὁλόκληρος ὁ τύπος. Φοβοῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα μήνυσις, περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, δὲν εἶναι ἄμοιρος πολιτικοῦ χαρακτῆρος. Ζητῶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ μήνυσις αὐτή, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, πρὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἀτμοσφαίρας ἡ ὁποία ἐπεκράτει τότε εἰς τοὺς δικαστὰς οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ὡς καταλειφθέντες ἀπὸ τὸ ὅριον ἡλικίας τὸ ὁποῖον ἴσχυεν πρὸ τῆς εἰσόδου τῶν Γερμανῶν καὶ τὸ ὁποῖον εἶχον παρατείνει αἱ Γερμανικαὶ Κυβερνήσεις τῆς κατοχῆς. Ἐδημιουργήθη τότε, μία ἐχθρότης καὶ τὸ ζήτημα ἠνήχθη εἰς περιωπὴν εἰς τὸν τύπον καὶ κατηγορήθην ὅτι παρεβίαζον τὸν Γερμανικὸν νόμον τῆς κατοχῆς διότι ἐπανέφερον τὸν πρὸ αὐτοῦ ἰσχύοντα νόμον. Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἄμοιρος πολιτικοῦ χαρακτῆρος ἡ ὑποβληθεῖσα αἴτησις. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ ἡγεσία τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος δὲν ἔδειξε τοιαύτην εὐαισθησίαν εἰς τὰς προσβολὰς τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ὑπέστη. Ὅταν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1944 ὁ κ. Παπανδρέου Πρωθυπουργὸς τῆς πρώτης μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας μετεῖχον ὅλα τὰ ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκτὸς αὐτῆς κόμματα, μέχρι τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἀπήγγειλε δριμύτατον κατηγορητήριον ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ ξενοδοχείου Ἀγγλίας, εἰς τὴν πλατεῖαν Συντάγματος, λέγων ὅτι τὰ ἀνώτατα δικαστήρια ἐχρεωκόπησαν, οὐδείς, ἐκ τῶν ἡγετῶν τοῦ κλάδου αὐτοῦ, ἐσκέφθη, ὡς ἡμεῖς ἀνεμένομεν νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν αὐθημερὸν ἀλλ’ ἐξηκολούθησαν ὅλοι νὰ παραμένουν εἰς τὸν κλάδον τῶν μὲ τὴν βαρεῖαν αὐτὴν κατηγορίαν. Δὲν θέλω νὰ κρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ......
§34Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἡ ὁλομέλεια τοῦ Α. Πάγου συνῆλθε τότε......
§35Γ. ΜΑΥΡΟΣ. .... καὶ διεμαρτυρήθη τότε, ἀλλὰ δὲν παρῃτήθη.
§36Ν. ΑΒΡΑΑΜ. .... καὶ ὑπέβαλε ψήφισμα. Ὡρισμένοι ἀρεοπαγῖται ὑπέβαλον παραιτήσεις. Ἐγένετο τότε παρ’ ἐμοῦ μία ἐπανόρθωσις τῶν λεχθέντων τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν νὰ θίξουν τὸ Δικαστικὸν Σῶμα. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι ἐμοῦ, ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔγιναν μετὰ συναίνεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§37Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἐγένοντο ἢ δὲν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις;
§38Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεὶς ἐκ τῶν δικαστῶν ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλλῃ μήνυσιν ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος κατηγόρησε τὰ δύο ἀνώτατα δικαστήρια ἐπὶ χρεωκοπίᾳ. Τὸ σφάλμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο ὅτι δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε θέσει τὸ στίγμα, τὰ ἄφησεν ἔτσι, διότι ἦλθε τὸ κίνημα καὶ δὲν εἶχε τὸν καιρὸν ὁ κ. Παπανδρέου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισίν των. Ἐνῷ λοιπόν, τότε, οἱ δικαστικοὶ ἐσίγησαν καὶ κατέπιον αὐτὴν τὴν πρωτοφανῆ κατηγορίαν, διερωτῶμαι: Ὑπῆρχον ἢ δὲν ὑπῆρχον πολιτικὰ ἐλατήρια ὅταν προβαίνουν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν διὰ πολιτικὰς δηλώσεις —καὶ δηλώσεις μὴ γενομένας— αἱ ὁποῖαι διεψεύσθησαν αὐτοστιγμί; Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν δὲν εἶχον προβῆ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος παρέτεινε τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν δικαστικῶν —πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης .... (δὲν ἠκούσθη) .... εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ εἰς ἄλλας χώρας ἐτυφεκίσθησαν— ἐάν, λέγω, δὲν εἶχον προβῆ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ δὲν εἶχον ἐπαναφέρει τὸν παλαιὸν θὰ ἐσκέπτετο κανεὶς νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐναντίον μου διὰ δηλώσεις, ἔστω, γενομένας, πολλῷ μᾶλλον διὰ μὴ γενομένας; Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ ὑμᾶς νὰ δώσετε χαρακτηρισμὸν ὅτι πρόκειται περὶ διώξεως πολιτικῆς καὶ συνεπῶς ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἀσυλίαν. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ζητήσω νὰ ἄρετε τὴν ἀσυλίαν. Ἔχετε καθῆκον νὰ τὸ κάμετε διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀφήσετε ἐκτεθειμένους εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν ἑνὸς προνομίου παραβιάζομεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ζητῶ τὴν χάριν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Σῶμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ὅτι προστατεύει τοὺς βουλευτὰς παρανομοῦντας. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§40Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί...
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀπολογίας, εἶναι ἐντελῶς περιττή. Εἶσθε τόσον γνωστὸς ἡρωϊκὸς ἀγωνιστὴς τῆς Πατρίδος, ὥστε εἶναι περιττή.
§42Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὄνομά μου εἶναι γραμμένο τρεῖς φορὲς εἰς τὸν κατάλογον, δηλαδὴ διὰ τρεῖς παραβάσεις μὲ κατηγοροῦν. Ἐὰν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ἐζήτησαν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας των, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ζητήσω μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιμονῆς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσω ὑπερήφανα τὰ δικαστήρια τῆς Πατρίδος μου, διότι ὅλαι αἱ καταγγελίαι προεκλήθησαν ἐναντίον μου συνεπείᾳ Ἐθνικῶν δημοσιογραφικῶν ἀγώνων εἰς ἀπάντησιν τῶν προδοτικῶν ἐνεργειῶν τῶν Ἐαμοβουλγάρων καὶ Βουλγαρισάντων. Τέσσαρα χρόνια ἤμουν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης. Ὅταν κατέβηκα ἀπὸ τὰ βουνά, βρῆκα ἔγγραφα τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΕΑΜ Δράμας πρὸς τοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας τοῦ Νομοῦ διὰ τῶν ὁποίων διετάσσοντο νὰ μεταβάλουν τὰ ὀνόματα τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν, ποὺ ἔφερον ὀνόματα τῶν ἡρώων τοῦ 1821, εἰς ὀνόματα τῶν ἡγετῶν καὶ καπετανέων τοῦ ΕΑΜ–ΕΛΑΣ. Διὰ τοῦ τύπου ποὺ διευθύνω, ἔκανα ἀγῶνα, ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ὑπέβαλον μήνυσιν ἐναντίον μου, καὶ ὁ κομμουνιστὴς εἰσαγγελεὺς τότε τῆς Δράμας, ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Αὐτὴ καὶ μία ἄλλη περίπτωσις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἕνας Ἕλλην βουλγαροσυνεργάτης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ κατοχῆς ἔπερνε 150 ὀκάδες ζάχαρι τὸν μῆνα, ὅταν οἱ Ἕλληνες δὲν ἔπερναν οὔτε 150 δράμια, καὶ τὸ ζαχαροπλαστεῖον του, εἶχε μεταβάλει εἰς κέντρον διασκεδάσεως Βουλγάρων, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἠθέλησεν νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ὑπὲρ πατριώτης, καὶ τοῦτον κατήγγειλα διὰ τοῦ τύπου εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ αὐτὸς μὲ κατήγγειλε, στὸν κομμουνιστὴ εἰσαγγελέα καὶ ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου. Δὲν θέλω νὰ καλυφθῶ πίσω ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν, διὰ νὰ μὴ νομίζουν οἱ κομμουνισταί, ὅτι ἐγὼ ἔφταιξα καὶ μὲ προστατεύει ἡ ἀσυλία. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ, νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία μου, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσω αὐτὰ τὰ σκυλιὰ μπροστὰ στὴ Δικαιοσύνη, διὰ νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς προδότας, νὰ προπαγανδίσουν εἰς βάρος μου, ὅτι ἐγὼ ἔφταιξα, παραβιάζων τρεῖς φορὲς τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος μου, ἀλλὰ προστατεύομαι ἀπὸ τὴν ἀσυλίαν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Τούντας, ἔχει τὸν λόγον.
§44Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπολύτως ὀρθῶς, ὁ κ. Θηβαῖος, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, πρέπει νὰ γίνεται, πλὴν ἐὰν ἡ κατηγορία κατὰ βουλευτοῦ, ὑποκρύπτει πολιτικὰ ἐλατήρια. Ἀλλὰ τοῦτο ὑποστηρίξας, ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα νὰ θελήσῃ νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐρευνήσῃ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον, δηλαδὴ ἐὰν μία κατηγορία ὑποκρύπτει ἢ ὄχι πολιτικὰ ἐλατήρια.
§45Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κάνετε λάθος.
§46Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Καὶ βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον, ἄνευ ἐρεύνης, καὶ πολὺ ὀρθῶς εἰς πλείστας τῶν περιπτώσεων, ἔκαμε τὸ ἔργον αὐτὸ διὰ νὰ ἀποφανθῇ. Ἐπὶ παραδείγματι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἀποκρύπτωνται πολιτικὰ ἐλατήρια ἂν δὲν εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, ὁπότε θὰ μορφώσωμεν τὴν κρίσιν, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ συναδέλφου, κ. Μαύρου, κατηγορία, ἀσφαλῶς ὀφείλεται εἰς τὴν χολήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ χύσουν ἐναντίον αὐτοῦ, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἐθίγοντο ἀπὸ τὰς ἐξενεχθείσας ὑπ’ αὐτοῦ γνώμας — καὶ τὰς ἐξήνεγκε — αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο, παρὰ ἐκινήθησαν ἀπὸ προσωπικὰ ἐλατήρια; Πῶς ἄλλως θὰ ἀνεύρωμεν, ἐὰν ὑποκρύπτωνται πολιτικὰ ἐλατήρια εἰς τὴν κατὰ τοῦ συναδέλφου, κ. Μαλαμίδα, μήνυσιν, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει; Πῶς θὰ ἐγνωμάτευεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν προκειμένῳ ἐὰν δὲν ἠρεύνα τὴν οὐσίαν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκτήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Μαλαμίδας, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του, ὡς ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς, κατά τινα ἐπίσκεψίν του εἰς τὴν Σωτηρίαν, ἐξεφράσθη περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ ὄχι ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὅστις κατόπιν ὑπέβαλεν μήνυσιν ἐναντίον τοῦ τέως ὑπουργοῦ του, διὰ νὰ τοῦ δημιουργήσῃ πράγματα; Ἐκεῖνο, ἐπίσης, ποὺ πρέπει νὰ λάβῃ κανεὶς κυρίως ὑπ’ ὄψιν, διὰ τὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι καὶ τὸ ἐὰν τὸ ἀδίκημα διεπράχθη, καθ’ ὃν χρόνον ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἢ εἰς προγενέστερον χρόνον. Διότι, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, εἶναι προγενέστερος τῆς ὑπ’ αὐτοῦ κτήσεως τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, τότε εἴμεθα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἔξω τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ὀφείλεται ἡ κατηγορία εἰς πολιτικοὺς λόγους καὶ συνεπῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ παροχὴ τῆς ἀδείας, πρὸς δίωξιν, εἶναι πλέον εὐχερής.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ πότε ἤρχισεν ἡ δίωξις, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ.
§48Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Συμφωνῶ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§50Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία μὲ βαρύνει. Ἐπὶ κατοχῆς, ἤμουν πρόεδρος τοῦ Ἰατρικοῦ συλλόγου καὶ εἶχα ἀναλάβει νὰ προφυλάξω τοὺς συναδέλφους, ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναμιχθοῦν μέσα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν κομμουνιστῶν. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πρώτου ψηφίσματος, ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις ἑνὸς συναδέλφου, τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου Πειραιῶς, τοῦ Παπαϊωάννου. Μετά τινας ἡμέρας, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐκκαθάρισίν του ἐκ τοῦ Κρατικοῦ νοσοκομείου, τὸν εὑρῆκα εἰς τὸ Ζάννειον Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον Πειραιῶς. Εἰς τὸ Νοσοκομεῖον αὐτό, ἤμουν Ἀντιπρόεδρος, εἰς τὸ Ἀδελφᾶτον του, ἠρώτησα τὸν Διευθυντὴν τῆς κλινικῆς πῶς διωρίσθη εἰς τὸ Ζάννειον Νοσοκομεῖον Πειραιῶς, ἀφοῦ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰ Κρατικὸν Νοσοκομεῖον Πειραιῶς. Παρεκάλεσα τὸν Διευθυντὴν καὶ τὴν τριμελῆ τοῦ Ζαννείου Ἐπιτροπὴν, νὰ ἀπολύσῃ τὸν ἰατρὸν Παπαϊωάννου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ Δεκεμβριανά, ἦτο γενικὸς ἀρχίατρος τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου τοῦ Πειραιῶς. Ὁ συνάδελφος τοῦ Πειραιῶς, Ὑφαλάκης, ὁμοϊδεάτης τοῦ Παπαϊωάννου, τοῦ ἀπολυθέντος ἐκ τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου, ἠθέλησε νὰ τὸν ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του, καὶ εἰς τὸ φύλλον τῆς 31 Ἰουλίου τοῦ 1945 ἔγραψε, ὅτι: «Βέβαια, δὲν ἔχομεν πρόεδρον τοῦ ἰατρικοῦ συλλόγου Πειραιῶς, διότι ἂν εἴχωμεν, θὰ τὸν ὑπερήσπιζεν, διὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖον τὸ Κρατικόν». Εἰς τὸ δημοσίευμα αὐτὸ τῆς ἰατρικῆς γνώμης, ἀπήντησα διὰ ἐπιστολῆς μου, ὅτι ὁ ἰατρικὸς σύλλογος καὶ πρόεδρον ἔχει καὶ καλῶς ἔκαμε τὰ καθήκοντά του καὶ γνωρίζει ποῖος εἶναι ὁ Παπαϊωάννου καὶ ποίας ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα προσέφερεν, νὰ κυττάξῃ δὲ τὸν ἑαυτόν του ὁ κ. συνάδελφος Ὑφαλάκης, διότι ἐπὶ κατοχῆς, ἔκαμε ἐμπόριον μὲ τοὺς Γερμανοὺς παπλώματα καὶ καί.... Διὰ τὸ δημοσίευμα καὶ τὴν λέξιν αὐτὴν ἐμηνύθην ἀπὸ τὸν κ. Ὑφαλάκην, καὶ παρεπέμφθη ἡ μήνυσις εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Ἐγένοντο δύο κατ’ ἐπανάληψιν δίκαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεβλήθησαν, διότι ὁ κ. Ὑφαλάκης δὲν προσήρχετο. Ὅταν, τὴν τρίτην φοράν, ἔγινα βουλευτὴς, τὸν Μάρτιον τοῦ 1946, ἐζήτησα μόνος μου εἰς τὸ δικαστήριον νὰ δικασθῶ, καὶ εἶπα εἰς τὸν πρόεδρον καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον, ὅτι ἐγὼ δὲν κάνω χρῆσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ ἐπαφίεμαι εἰς τὸ δικαστήριον νὰ μὲ δικάσῃ. Ὁ ἀντίδικός μου, διὰ τοῦ δικηγόρου του ἐπρόβαλεν τὸ ζήτημα τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Τὸ δικαστήριον, συνελθὸν εἰς διάσκεψιν, ἀπεφάσισε νὰ μὴ δικασθῶ. Ὅταν ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησα νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, διὰ νὰ λογοδοτήσω ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς πατρίδος μου καὶ ἀπορῶ, πῶς ἡ Βουλὴ, ἐπὶ δύο χρόνια, διαιωνίζει τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ διαπομπεύεται κανεὶς διὰ ἀσήμαντα πράγματα, γράφουν αἱ ἐφημερίδες καὶ διαπομπευόμεθα, διότι οἱ βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠθέλησαν νὰ κάνουν τὸ καθῆκον των καὶ νὰ ὑπερασπίσουν ὡρισμένα δικαιώματα πολιτῶν καὶ συναδέλφων, ἔναντι τοῦ μιάσματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Πατρίδα. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ ψηφίσετε ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§52Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐζήτουν τὸν λόγον, ἐὰν αἱ γνωμοδοτήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ πλειονοψηφίαν, ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν μοὶ ἐγένων μίαν ἀνησυχίαν, τὴν ἀνησυχίαν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀρνηθῇ γενικῶς τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας διώξεως ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἔχω, κ. συνάδελφοι, βαθὺ τὸ αἴσθημα τῆς πολιτικῆς συναδελφότητος, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι περιλαμβάνεται εἰς αὐτὸ, ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας διώξεως συναδέλφων γενικῶς, ἡ ὁποία θὰ ἐξέθετε τὸ μὲν Σῶμα εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς κοινῆς γνώμης, τοὺς δὲ ἀξιοτίμους συναδέλφους θὰ ἐστέρῃ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀθωότητά των. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι σκοπὸς τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει ἐν τούτῳ ὄχι ἀσυλίαν, ἀλλὰ τὴν μὴ δίωξιν, προτοῦ κρίνει ἡ Βουλή, ἂν συντρέχῃ λόγος χορηγήσεως τῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας, εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος τοῦ βουλευτοῦ. Ἡ ἔννοια τῆς παρεμβάσεως εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος εἶναι κατά τι εὐρυτέρα ἡ ἔννοια ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ σκοποῦ· ὁ πολιτικὸς σκοπὸς τῆς τοιαύτης διώξεως, ἀποσκοπούσης παρέμβασιν ἢ παρακώλυσιν, εἶναι ὁ κανών, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης ἀποβλέπει εἰς τὸ ἀντικείμενον, δηλαδὴ εἰς τὸ ἐὰν ἐκ τῆς διώξεως ὑπάρχει κίνδυνος παρακωλύσεως τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἀσκήσῃ τὸ λειτούργημά του καὶ ὄχι εἰς τὸ κῦρος φωρᾶται νὰ παρέμβῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν διευρυνομένην νὰ περιληφθοῦν καὶ αἱ προφανῶς ἀβάσιμοι ἢ αἱ προφανῶς ἀσήμαντοι κατηγορίαι, ἀλλ’ ἐὰν εἰς Α ἢ Β συγκεκριμένην περίπτωσιν καὶ προφανῶς ἀσήμαντός τις κατηγορία κριθῇ ὡς μὴ δικαιολογοῦσα τὴν χορήγησιν ἀδείας διώξεως δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἔγκλημα τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον εἶναι, ὅτι, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἡ Βουλή, καὶ χάριν τοῦ κύρους τῶν διωκομένων καὶ χάριν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος, ὠφείλει νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν διώξεως. Εἰς τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος διενεμήθη πρὸς ἡμᾶς ὑπάρχουν ὡρισμέναι περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει κανεὶς νὰ διστάσῃ. Ἐγὼ θὰ ἀναφέρω μίαν ἐξ αὐτῶν, λόγῳ τῆς ἰδιοτυπίας της, ὄχι διότι εἶναι ἡ μόνη, κατὰ τὴν γνώμην μου· εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς διώξεως τοῦ συναδέλφου κ. Μαύρου. Διαφωνῶ ριζικώτατα πρὸς πλείστας ἐκ τῶν πράξεών του ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς πολλὰς ἐκ τῶν γνωμῶν του τὰς ὁποίας ἐξέφερε περὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν διώξεως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Παρέμβασις εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος τοῦ βουλευτοῦ δύναται νὰ γίνῃ ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Παρέμβασις δηλαδή, εἶναι οἱαδήποτε παρακώλυσις τοῦ βουλευτοῦ ν’ ἀσκῇ τὸ λειτούργημά του καὶ οἱαδήποτε παρέμβασις εἰς τὴν συνείδησίν του. Ὁ κ. Μαῦρος ἐξέφερε τὰς γνώμας του ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του, ὡς τέως ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, τὰς γνώμας του δηλαδή, τὰς κατ’ ἐμὲ πεπλανημένας, τὰς ἐσχημάτισεν ὡς ὑπουργὸς καὶ τὰς ἐξέφερεν ὡς βουλευτής. Εἶναι δύσκολον νὰ ἀποφανθῇ κανείς, ὅτι ἡ δίωξίς του δὲν ἔχει σχέσιν τινὰ μὲ τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος τοῦ βουλευτοῦ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν περιπτώσεων περὶ ὧν ἐπρονόησεν ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης. Ἡ περίπτωσις μάλιστα, τῆς διώξεως τοῦ κ. Μαύρου πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, διαφωνῶ, μοῦ ἐπιβάλλει τὴν σκέψιν, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, ὅτι τὰ παρὰ δημοσίων λειτουργῶν, διαπραττόμενα ἀδικήματα κατὰ τοῦ Σώματος τοῦ δικαστικοῦ, ἐν τῇ ἀσκήσει δημοσίας ἰδιότητος θὰ ἔπρεπε νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, διότι παρὰ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, εἶναι ἄτοπον ὁ μηνυτὴς νὰ εἶναι καὶ δικαστὴς τῆς μηνύσεώς του. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς παρατηρήσεις, καταλήγω εἰς τὸ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ σφάλμα τῆς Βουλῆς καὶ ζημίαν τῶν συναδέλφων ἂν ἀκολουθήσωμεν τὰς γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀρνηθῶμεν γενικῶς ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον τὰς αἰτουμένας ἀδείας διώξεως. (Χειροκροτήματα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§54Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ εἴπω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ διεξαγομένη παρουσιάζει ἕνα ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον. Εἶναι προφανές, ὅτι, καὶ εἰς τὰ δύο θέματα, τὰ ὁποῖα ἐξετάζομεν, εἶναι ἐντελῶς ξεχωριστὸν τὸ θέμα τοῦ ἀνεκκλήτου καὶ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ἐνώπιον τοῦ Σώματος, καὶ ἐντελῶς ξεχωριστὸν τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως διὰ τοῦ τύπου ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Εἶναι ἐντελῶς ξεχωριστὸν τὸν θέμα, καὶ συνταγματικῶς καὶ πολιτικῶς διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας διώξεως ἀπὸ τὴν Βουλήν, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ βουλευτής. Μετὰ τὴν ἀναγκαίαν αὐτὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ κάμῃ κανεὶς διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς μίαν περισσότερον οὐσιαστικὴν ἔρευναν τοῦ θέματος, ἂς μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν ἡ Βουλή, μὲ ὀλίγας λέξεις νὰ ἀκούσῃ τὰς ἀπόψεις μου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐτέθη διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὰς κακὰς διαθέσεις τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόμματος καὶ ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν ψευδοῦς κατηγορίας, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς του ὑποστάσεως. Οἱ ἐμβριθεῖς συνάδελφοι κ.κ. Βαμβέτσος καὶ Θηβαῖος ὑπεστήριξαν ὅτι ἀσφαλῶς διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτάς, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἀδίκημα εἶναι δημιούργημα τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόμματος καὶ ἔχει πολιτικὸν περιεχόμενον, ἡ Βουλὴ ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἀδίκημα εἶναι σκηνοθεσία τοῦ ἀντιπάλου κόμματος; Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀσκήσῃ ἕνα οὐσιαστικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ ὑποστατοῦ ἢ ὄχι τῆς κατηγορίας καὶ ἕνα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ ἐπὶ τῶν κινήτρων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν κατηγορίαν. Διαφορετικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ μήνυσις στρεφομένη κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι παρασκεύασμα τοῦ ἀντιπάλου κόμματος καὶ ἡ μήνυσις κατὰ τοῦ κ. Κουλουμβάκη, δὲν εἶναι τοιαύτη. Δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ ἐὰν δὲν ἀσκήσῃ οὐσιαστικὸν ἔλεγχον. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως, ὅπου κατὰ τὴν σκέψιν αὐτὴν θὰ ἀσκήσῃ οὐσιαστικὸν ἔλεγχον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προωθήσωμεν τὴν σκέψιν μας, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν ὅλον τὸ νόημα τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως. Τί σκοπεῖ τὸ ἀντιπολιτευόμενον κόμμα, ὅταν σκηνοθετῇ τὴν κατηγορίαν; Σκηνοθετεῖ καὶ σκοπεῖ διὰ τῆς σκηνοθεσίας αὐτῆς νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ βουλευτοῦ, νὰ τὸν ἀγάγῃ κατηγορούμενον ἐνώπιον μιᾶς ἀρχῆς, νὰ γράψουν αἱ ἐφημερίδες, ὅτι ὁ τάδε βουλευτὴς ἤχθη ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀπελογήθη καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς τὴν δικαστικὴν καὶ εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν, ὅτι οὐδεμία ἐγγύησις δύναται νὰ παρασχεθῇ ὅτι δὲν θὰ πέσῃ ὁ βουλευτὴς εἰς δίκαιον εἰσαγγελέα, ἢ εἰς τὸν κακὸν δικαστήν, ἢ εἰς δίκαιον ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον. Καὶ ἐρωτῶ· θὰ ἐπέλθῃ ἢ ὄχι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ βουλευτοῦ, ὅταν θὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν διαπόμπευσιν τῆς προσαγωγῆς του ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς; Ἀσφαλῶς ναί. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, καθ’ ἣν διὰ νὰ διωχθῇ ὁ βουλευτής, πρέπει νὰ προηγηθῇ προηγουμένως ἄδεια τοῦ Σώματος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νόημα καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν καὶ δὲν ὁμολογήσωμεν οἱονεὶ ὡς βουλευταί, ὅτι τοῦτο συμβαίνει διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον καὶ περὶ τῆς βασιμότητος τῆς κατηγορίας καὶ περὶ τῶν κινήτρων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν κατηγορίαν. Τώρα ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι κάπως δυσχερὴς ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν δύναται ὁ οἱοσδήποτε τρίτος, καὶ ἐδῶ θὰ κάμω μίαν παρένθεσιν, διὰ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ἔγιναν συνεργεῖα ὁλόκληρα τῶν κομμουνιστῶν, τὰ ὁποῖα συνέτασσον καὶ κατήρτιζον μηνύσεις κατὰ χιλιάδας καὶ τὰς ὑπέβαλον εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχάς. Θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀπαράδεκτον μὲ μίαν μήνυσιν, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλλεται ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐλέγξῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πλήρη γελοιοποίησιν καὶ τὸν πλήρη ἐξευτελισμὸν τοῦ Σώματος, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ μία τοιαύτη σκηνοθεσία, γενομένη ἀπὸ μέρους πολιτικῶν ἀντιπάλων, ἢ δὲν γνωρίζω ποίου κόμματος. Φρονῶ, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι τὸ θέμα σαφές, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, νὰ ἀσκήσῃ οὐσιαστικὸν ἔλεγχον καὶ περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τῆς κατηγορίας καὶ περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα τὴν ἐδημιούργησαν. Ἐπίσης ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδέχομαι καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε πολιτικῶς οὔτε συνταγματικῶς, νὰ υἱοθετήσωμεν ἄποψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὰ μικρὰ ἀδικήματα δὲν πρέπει νὰ χορηγῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ διάκρισις, ποῖα θὰ εἴπωμεν μικρὰ ἀδικήματα καὶ ποῖα θὰ εἴπωμεν μεγάλα. Ἐὰν θὰ καθιερώσωμεν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὰ μικρὰ ἀδικήματα ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν, θὰ δημιουργήσωμεν τὸ ἠθικὸν ἄτοπον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται τὰ μικρὰ ἀδικήματα νὰ τὰ διαπράττῃ καὶ ἐνῷ ἀναμφισβητήτως ὁ βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἀποτελῇ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑποταγῆς πρὸς τὸν νόμον, νὰ φωρᾶται ἔχων αὐτὸς τὴν εἰς ἀέναον ἀσυλίαν διὰ τὰ μικρὰ ἔστω ἀδικήματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπάδει εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ υἱοθετήσῃ αὐτὸ κατ’ οὐδένα τρόπον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ προασπίσῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ἐλέγχουσα οὐσιαστικῶς τὰς μηνύσεις, τὰς ὑποβαλλομένας κατὰ βουλευτῶν καὶ χορηγοῦσα τὴν ἄδειαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, τότε καὶ μόνον ὅταν ἀνακύπτῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ βάσιμον τῆς κατηγορίας καὶ ὅταν αὕτη δὲν εἶναι τέχνασμα τοῦ ἀντιπάλου κόμματος ἢ τοῦ ἀντιπάλου κοινωνικοῦ καθεστῶτος. (Χειροκροτήματα).
§55Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπερνίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§57Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐξήγησιν. Ὁ τελευταῖος ὑπουργὸς τῆς κατοχικῆς Κυβερνήσεως, διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς του, ἵδρυσεν ἀθρόα ταμεῖα ἐπικουρικὰ εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν ἐπαγγελματιῶν. Τὸ 1946 ἤρχισαν νὰ λειτουργοῦν καὶ ἔβγαλαν ἀναδρομικῶς ὀφειλὰς —δῆθεν ὀφειλὰς— ἑκατομυρίων δρχ. ἀπὸ 4–20 ἑκατομ. δρχ. δι’ ἕκαστον ἐπαγγελματίαν καὶ βιοτέχνην. Ἐγένετο ἐξέγερσις τότε καὶ ἐγὼ ὡς προϊστάμενος τῶν ὀργανώσεων τῆς Πρωτευούσης, ἔδωσα τὴν ἐντολήν, νὰ μὴ καταβληθῇ οὐδὲν ποσὸν παρ’ οὐδενός, διότι τὰ ποσὰ αὐτὰ ἦσαν ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος. Τὰ ταμεῖα εἰς ἀπάντησιν προέβησαν εἰς μηνύσεις ἐναντίον τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ αἱ μηνύσεις ἐξεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀπηλλάγησαν ἅπαντες. Μεταξὺ τῶν ἀπαλλαγέντων συμπεριελαμβάνοντο ὡς κατηγορούμενοι καὶ οἱ 2 ἀδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι πανηγυρικῶς ἠθωώθησαν. Συνεπῶς ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι οὐσιαστικὴ ἀλλὰ πρόκειται περὶ τυπικότητος, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν τὰ ἐπικουρικὰ ταμεῖα εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν. Καὶ ἐγώ, ὁ ἴδιος θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ὑπερήφανον, διὰ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα εἰς τὸ ζήτημα καὶ παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν παράκλησίν μου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Θεμελῆς ἔχει τὸν λόγον.
§59Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ὄχι διὰ νὰ ἀπολογηθῶ, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τόπος τῆς ἀπολογίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Νὰ παρακληθοῦν οἱ κ. κ. Εἰσαγγελεῖς, ὁσάκις πρόκειται νὰ ζητήσωσι τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας νὰ ἐξαντλοῦν τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων καὶ ἐφ’ ὅσον πεισθοῦν, ὅτι πράγματι ὁ μηνυόμενος εἶναι ἔνοχος, νὰ ζητοῦν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, διότι πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν...
§60Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν τοῦ τὸ ἐπιτρέπει, κύριε συνάδελφε, ὁ νόμος.
§61Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία. Ὑπεβλήθη μία μήνυσις τῆς «Ἐπιτροπῆς Πόλης ΕΑΜ Θεσσαλονίκης», διὰ μίαν ἀποπομπὴν ἀπὸ τοῦ γραφείου μου, εἰς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἤμην βουλευτής. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν τὴν ἐκράτησεν ἐπὶ τετράμηνον καὶ ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, δι’ ἐμὲ εἰδικῶς, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ οὐδένα ἀπολύτως μάρτυρα παρὰ μόνον τὴν καταγγελίαν 2 μελῶν τῆς «Ἐπιτροπῆς Πόλης ΕΑΜ Θεσσαλονίκης».
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν γίνεται ἀλλοιῶς.
§63Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν πάντως, νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§65Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐφ’ ὅσον συγκεκριμένα περιστατικὰ μᾶς ἀνέφερε, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν ἐξόφθαλμον τὴν πολιτικὴν προέλευσιν τῆς μηνύσεως, νομίζω ὄντως ὅτι δὲν χωρεῖ συζήτησις καὶ ὅτι, δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ μέχρις ἡμῶν ἡ αἴτησις. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα δὲν νομίζω, ὅτι χωρεῖ γενίκευσις ὡς πρὸς τὸ καθῆκον τῶν Εἰσαγγελέων, διότι ὡς γνωστόν, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀπολογία τοῦ μηνυομένου δὲν ὑπάρχει περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ κατὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐπιδεκτικὸν γενικεύσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δούμπας ἔχει τὸν λόγον.
§67Ι. ΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Καλλίας, καταστρέφων τὸν λόγον, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, τὰς γνώμας, τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ νὰ ψηφίσῃ τὰς αἰτήσεις αὐτὰς τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Νομίζω, ὅτι, ἡ ἰδέα του εἶναι πεπλανημένη, διότι τότε διατὶ τηρεῖται αὐτὴ ἡ διαδικασία, αὐτή, ἡ ὁποία τηρεῖται καὶ δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια; Κατατίθεται ἡ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διὰ τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας, δὲν ἐλάβομεν οὐδεμίαν γνῶσιν. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας οὐδενὸς βουλευτοῦ καὶ προχωροῦντες ἀκόμη περισσότερον προτείνομεν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ὁ βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, ὅπως νομίζῃ αὐτὸς καλλίτερον, χωρὶς νὰ δύναται, ἀκόμη καὶ τότε, νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, εἰς τὸ νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι τὸν βαρύνουν. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ διατάξῃ νὰ φέρουν καὶ εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς...
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διενεμήθησαν.
§69Ι. ΔΟΥΜΠΑΣ. ... διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῶμεν, τοὐλάχιστον ἐγώ, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰς κατηγορίας, χωρὶς δὲ νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἴδωμεν ἐὰν...
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μὰ διενεμήθησαν ἤδη, κύριοι συνάδελφοι.
§71Ι. ΔΟΥΜΠΑΣ. Διατὶ δὲν θέλετε, νὰ τὰς γνωρίζουν ἐν ἐκτάσει καὶ ὅσοι δὲν εἶναι παρόντες ἐκ τῶν βουλευτῶν ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναπτύξουν τὰς ὑποθέσεις των;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Παρακαλῶ ὅπως προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Ν. Καράμπελλας καὶ Γ. Σταμάτης καὶ ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ. κ. Γ. Τζωρτζόπουλος, Β. Κρῖκος καὶ Ν. Μαλλιάκας. (Προσελθόντων τῶν ἀνωτέρω ἄρχεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν ἀκολούθων αἰτήσεων). 1) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παν. Παπαδάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει Α. Ν. 258)36 «περὶ τυχηρῶν παιγνίων». 2) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Νταλίπη κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τοῦ Τύπου. 3) Τοῦ Εἰδικοῦ Ἐπιτρόπου Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Δημητρίου Νικολαΐδου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῆς 6)1945 Συντ. Πράξεως. 4) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Γ. Μαύρου κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Νόμου περὶ Τύπου καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει. 5) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Δημ. Νικολαΐδου ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει καὶ ἐξυβρίσει. 6) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Καβάλλας κ. Παν. Παπαδοπούλου, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει. 7) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Καβάλλας κ. Παν. Παπαδοπούλου κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει διὰ τοῦ Τύπου. 8) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Δράμας κ. Γ. Κύρου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς καὶ αὐτοδικίας. 9) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Καβάλλας κ. Παν. Παπαδοπούλου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ Α. Ν. 537)1937. 10) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζέρβα κατηγορουμένου ἐπὶ ἠθικῇ αὐτουργίᾳ φόνου Ι. Ζεύγου. 11) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ροδοπούλου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἠθικῇ αὐτουργίᾳ φόνου Ι. Ζεύγου. 12) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου κατηγορουμένου ἐπὶ ἠθικῇ αὐτουργίᾳ φόνου Ι. Ζεύγου. 13) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Θεσ)νίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Θεσ)νίκης κ. Γ. Θεμελῆ, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει. 14) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Δ. Μαντουβάλου, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει διὰ τοῦ Τύπου. 15) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἐλ. Γονῆ, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει διὰ τοῦ Τύπου. 16) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παν. Παπαδάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς. 17) Τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν Ἀθηνῶν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Εὐστ. Μαλαμίδα, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει. 18) Τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσα, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου 1373)1944. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς (ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα). Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Π. Παπαδάκη: Ὄχι 39, ναὶ 153, λευκὰ 2. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ διώξεως τοῦ κ. Α. Νταλίπη: Ὄχι 158, ναὶ 30, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Δ. Νικολαΐδη: Ὄχι 91, ναὶ 98, λευκὰ 2, παρὼν 3. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Γ. Μαύρου: Ὄχι 110, ναὶ 81, λευκὰ 2, παρὼν 1. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Δ. Νικολαΐδη: Ὄχι 144, ναὶ 47, λευκὰ 2, παρὼν 1. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Π. Παπαδοπούλου: Ὄχι 143, ναὶ 45, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Π. Παπαδοπούλου: Ὄχι 146, ναὶ 42, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Γ. Κύρου: Ὄχι 134, ναὶ 54, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Π. Παπαδοπούλου: Ὄχι 139, ναὶ 51, λευκὰ 2, παρὼν 2. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Ν. Ζέρβα: Ὄχι 165, ναὶ 22, λευκὰ 2, παρὼν 5. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Κ. Ροδοπούλου: Ὄχι 164, ναὶ 23, λευκὰ 2, παρὼν 5. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου: Ὄχι 163, ναὶ 25, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Γ. Θεμελῆ: Ὄχι 159, ναὶ 30, λευκὰ 2, παρὼν 3. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Δ. Μαντουβάλου: Ὄχι 155, ναὶ 34, λευκὰ 2, παρὼν 3. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Ε. Γονῆ: Ὄχι 149, ναὶ 40, λευκὰ 2, παρὼν 3. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Π. Παπαδάκη: Ὄχι 107, ναὶ 81, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Ε. Μαλαμίδα: Ὄχι 107, ναὶ 69, λευκὰ 2, παρὼν 4. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ κ. Ι. Μπερνίτσα: Ὄχι 125, ναὶ 60, λευκὰ 2, παρὼν 7. Συνεπῶς ἐγένοντο δεκταὶ αἱ αἰτήσεις: 1) τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Δράμας περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παν. Παπαδάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ Α. Ν. 258)36 «περὶ τυχηρῶν παιγνίων» καὶ 2) τοῦ Εἰδικοῦ Ἐπιτρόπου Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Δημητρίου Νικολαΐδου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῆς 6)1945 Συντακτικῆς Πράξεως. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφορὰς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.45′ μ.μ.)