1947.11.19
3,073 rows · 23,209 words · 332 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12η
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 1947
Προεδρία Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(ὥρα 6.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἔλλειψιν Νομάρχου τοῦ Νομοῦ Πέλλης. Ὁ βουλευτὴς Θεσ]νίκης κ. Χ. Πετραλιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βορείου Ἑλλάδος, ζητούντων τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας κωνωποειδῶν πρὸς καταπολέμησιν τῶν διαφόρων νόσων. Ὁ Ναζόπουλος Ἑρρῖκος, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν φονευθεῖσαν κόρην του ἐξ αὐτοκινητιστικοῦ δυστυχήματος. Ὁ Δήμαρχος Μολάων ζητεῖ τὴν ἀποστολὴν στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ἡ Χριστιανικὴ Ἰσοπολιτεία Πατρῶν ζητεῖ ὅπως ἀναγνωσθῇ ἀπόσπασμα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος «Ἐθνικὸς Κῆρυξ» Πατρῶν τῆς 7ης τρέχ. σχετικῶς μὲ τὴν ἀναφυεῖσαν διένεξιν μεταξὺ Χριστιανικῆς Ἑστίας καὶ Σχολείων. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος συνοικιῶν Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπὶ τῶν ἐνοικίων ἐπιβληθεῖσαν φορολογίαν. Τὸ Σωματεῖον Μυλεργατῶν Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, ὁ Σύνδεσμος Ἐργατῶν Κεραμοποιῶν καὶ ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀθηνῶν, διαμαρτύρονται διὰ τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον «περὶ τῶν ὑπὲρ τρίτων προσθέτων φόρων» καὶ ζητοῦν τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι Κάτω Ἀχαΐας καὶ Πύργου καὶ Ἐπιτροπὴ σταφιδοπαραγωγῶν Κάτω Ἀχαΐας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μονοπώλησιν τοῦ σταφιδοκάρπου ὑπὸ τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ καὶ τὸν ἀποκλεισμόν του ἐκ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου καὶ ζητοῦν τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Οἱ βασιλόφρονες Λαγκαδᾶ διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Δημάρχου Θ. Γρηγοριάδου καὶ ζητοῦν τὸν ἐπαναδιορισμόν του. Ὁ Πετρόπουλος Ν., ἀνθυπομοίραρχος ἐ.ἀ. κάτοικος Πατρῶν, ζητεῖ αὔξησιν τοῦ χορηγουμένου ἐπιδόματος. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ὑπερτίμησιν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ ζητεῖ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῶν ἐργαζομένων. Οἱ κρεοπῶλαι τῆς κεντρικῆς ἀγορᾶς Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Κουβαρᾶ–Ἀττικῆς διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν αἱρετῶν συμβούλων τῆς Κοινότητός των ὑπὸ γνωστῶν καταχραστῶν δημοσίων χρημάτων καὶ ζητοῦν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τούτων. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Πατρῶν ζητεῖ ἄμεσον ἵδρυσιν Σχολῆς Ἐμπορικῶν Σπουδῶν ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς νοτιοδυτικῆς Ἑλλάδος. Τὰ σωματεῖα συνταξιούχων ἐργατοϋπαλλήλων Ἀθηνῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κρατικοποιήσεως κοινωνικῶν πόρων Κλαδικῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων» καὶ ζητοῦν τὴν μὴ ψήφισιν τούτου. Οἱ πωληταὶ ἀκινήτων κατὰ τὴν περίοδον κατοχῆς, Ἀγρινίου, Καλαμῶν καὶ Ἄργους ζητοῦν τὴν κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 Σ. Π. Πεντακόσιαι οἰκογένειαι Χίου καὶ Μυτιλήνης, ἔχουσαι συγγενεῖς εἰς Ἀμερικήν, διαμαρτύρονται διὰ τὴν καθυστέρησιν παραδόσεως τῶν ἀποσταλέντων δεμάτων καὶ ζητοῦν ταχεῖαν παράδοσιν τούτων πρὸς ἀποφυγὴν καταστροφῆς των καὶ ἄρσιν ἀδικαιολογήτων ὑπερημεριῶν Τελωνείου. Οἱ προϊστάμενοι τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν Μολάων ζητοῦν ἄμεσον ἀποστολὴν τοῦ νεοσυσταθέντος ἐν Σπάρτῃ τάγματος Ἐθνοφρουρᾶς ἐξ Ἐπιδαύρου εἰς Μολλάους, κατόπιν τῶν θλιβερῶν γεγονότων Γερακίου. Ὁ Δήμαρχος Σωχοῦ ζητεῖ ἀποστολὴν στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Οἱ συνταξιοῦχοι καπνεργάται Ἀθηνῶν ζητοῦν τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κρατικοποιήσεως κεφαλαίων Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων». Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης (Ὑπουργὸς Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Λεονάρδος, Α. Μπακάλμπασης, Ι. Ντόζης, Δ. Παπαδημητρίου, Π. Ροζάκης, Ι. Ζολώτας, Α. Τριανταφυλλίδης, Χ. Πιπιλιάγκας, Γ. Τζωρτζόπουλος, Γ. Μπάρδας, Δ. Θεοχαρίδης, Μ. Καροῦσος, Μ. Πάζης, Ι. Μελᾶς κ. ἄ. καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου «περὶ κρίσεως ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς τελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, αὔριον τελοῦνται εἰς τὸ Λονδῖνον οἱ γάμοι τῆς Α. Β. Υ. τῆς Διαδόχου τοῦ Ἀγ-
γλικοῦ Θρόνου ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ μετὰ τοῦ Πρίγκηπος
ΦΙΛΙΠΠΟΥ.
Προτείνω ὅπως τὸ Σῶμα ἐγκρίνῃ τὴν ἀποστολὴν συγχαρητηρίου τηλεγραφήματος πρὸς τὰς Α. Μ. τοὺς Βασιλεῖς τῆς Ἀγγλίας καὶ τοὺς Μελλονύμφους.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα (Χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς μετέχει τῆς Διεθνοῦς διακοινοβουλευτικῆς ἑνώσεως καὶ ἐξεπροσωπήθη εἰς αὐτὴν πολλάκις, ἐπ’ ἐσχάτων δέ εἰς τὸ τελευταῖον Συνέδριον αὐτῆς ἐν Καΐρῳ. Πρὸς συμμετοχὴν ὅμως εἰς ταύτην καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἔναντι αὐτῆς ὑποχρεώσεων χρειάζεται ἡ τήρησις ὡρισμένων διατυπώσεων βάσει τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑνώσεως. Ἀπαιτεῖται ἐν πρώτοις ἡ ἔγκρισις–ψήφισις τῆς συγκροτήσεως ἐθνικῆς διακοινοβουλευτικῆς ὁμάδος. Πρὸς εὐρυτέραν παράστασιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐνδείκνυται ἡ συγκρότησις τοῦ ὅλου Σώματος εἰς Ὁμάδα καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ἐξουσιοδότησις. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ ἡ ἐντολὴ ἐν συνεχείᾳ, ὅπως προβῶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὀργάνωσιν τῆς ὁμάδος καὶ ὅπως ἐκπληρώσω πάντας τοὺς λοιποὺς ἐπιβαλλομένους τύπους. (Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει.)
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπεστάλη τὸ ὑπ’ ἀρ. 101192)47 ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται, ὅπως ἀρθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ συναδέλφου κ. Δημητρίου Νικολαΐδου διὰ παράβασιν τῆς ὑπ’ ἀρ. 6 Συντακτικῆς Πράξεως. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν.)
§7Δ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸ σῶμα νὰ συναινέσῃ τὸ συντομώτερον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας.
§8Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσετε. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δέχεται ποτὲ τὴν συναίνεσιν τοῦ βουλευτοῦ, κάμνει τὸ καθῆκον της. Ἐκτιμῶ τὴν δήλωσίν σας, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀσυλίας. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§9Δ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ συναινέσῃ τὸ συντομώτερον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου, διὰ νὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐχέρεια νὰ ἀποδείξω τὴν ἐξυφανθεῖσαν εἰς βάρος μου συκοφαντικὴν κατηγορίαν ἐκ μέρους τοπικῶν πολιτικῶν μου ἀντιπάλων. Δυστυχῶς τὰ ἐλατήρια εἶναι πολιτικά, ταπεινὰ καὶ παρακαλῶ τὸ Σῶμα, εἰ δυνατὸν καὶ ἀπόψε, νὰ μοῦ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν διὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ δόλιοι καὶ σκοτεινοὶ σκοποὶ τῶν κακοήθων συκοφαντῶν μου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀνακαταθέτει σχέδιον νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς περὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας». Θὰ τὸ στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν Γεωργίας.
§11Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ συγκληθῇ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γεωργίας διὰ νὰ κάμῃ ἀρχαιρεσίας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἡ ὑπ’ ἀρ. 1 ἀναφορὰ ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Διακουμόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἀπουσιάζει καὶ συνεπῶς διαγράφεται.
§13Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπέγραψα χθὲς τὰ διατάγματα τῆς προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀρ. 2 ἀναφορὰ ἀναβάλλεται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ὑπ’ ἀρ. 3 ἀναφορά. Ὁ κ. Λαυρεντίδης δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ὁ δὲ κ. Θεοδωρόπουλος ἀπουσιάζει. Ἐπειδὴ ὅμως ἀφορᾷ προσωπικῶς τὸν κ. Πετρακογιώργην δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ εἴπῃ δύο λέξεις.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Γ. ΠΕΤΡΑΚΟΓΙΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι πολλοί, κύριοι βουλευταί, διότι ἀπὸ μίαν ἀτυχῆ ἐρώτησιν ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων Λαυρεντίδη καὶ Θεοδωροπούλου, στρεφομένην κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀφορῶσαν ἐμὲ προσωπικῶς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ 2 λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἡ συμβολή μου εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας εἶναι γνωστὴ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τοὺς συμμάχους καὶ εἰς τοὺς ἐχθροὺς. Λόγῳ τῆς ἰδιότητός μου ταύτης ὑπέστην μίαν πρωτοφανῆ καταστροφὴν ἐκ μέρους τῶν κατακτητῶν. Μοῦ ἐχάλασαν 4 καταστήματα ἐκ θεμελίων, δύο οἰκίας, πέντε ἀποθήκας καὶ δύο ἐργοστάσια, δέκα οἰκίας τῶν ἀδελφῶν μου καὶ κατέστρεψαν πᾶσαν τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν μου. Μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πολέμου κατερχόμενος ἀπὸ τὰ βουνά, εἶχον ὡς περιουσίαν μίαν πεπαλαιωμένην στρατιωτικὴν στολὴν καὶ ἓν ὑπόλοιπον τῆς πατρικῆς μου περιουσίας. Ἀπετάνθην εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ μὲ ἐνισχύσῃ, ὥστε νὰ ἀναδιοργανώσω τὴν στάχτην ποὺ μοῦ ἄφησεν ὁ κατακτητὴς καὶ ἐδέχθη νὰ μοῦ χορηγήσῃ ἕνα δάνειον 200 ἑκατομμυρίων ἕνεκα τῶν μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα περισυνέλεξα καὶ τὰ ὁποῖα ἀξίζουν 400.000.000. Μία ἀσαφὴς ἔννοια τοῦ νόμου τῶν τραπεζιτικῶν διατυπώσεων δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον αὐτὸ καὶ ἐζήτησε τὴν ἐγγύησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπετάνθην εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀρχικῶς ἠρνήθη, ἀλλὰ ἅμα τοῦ ἔθεσα ὑπ’ ὄψει του τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τῆς ἰδιωτικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς οἰκονομίας αὐτῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ πλέον ἀπομεμακρυσμένον διαμέρισμα τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ὑποπροϊὸν τοῦ ἐλαιοπυρῆνος, διὰ τὸ ὁποῖον προωρίζετο τὸ ἐργοστάσιον αὐτό, κατεστρέφετο ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη, ἐδέχθη, λέγω, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοῦ δώσῃ τὴν τυπικὴν ἐγγύησιν δι’ ἕνα ἑξάμηνον. Ἔληξε τὸ ἑξάμηνον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινηθοῦν τὰ μηχανήματα καὶ ὡς ἐκ τούτου παρετάθη ἡ ἐγγύησις ἐπὶ τρίμηνον ἀκόμη. Ἤδη εὑρίσκονται ἐν λειτουργίᾳ τὰ μηχανήματα πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις τῶν ἐρωτήσεων τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν διὰ νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἕνας ὁ ὁποῖος διέθεσε τὰ πάντα διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τήν συνέχειαν τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, δὲν ἔχει τό δικαίωμα νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος, τοῦ ὁποίου τυγχάνει οἱοσδήποτε; (Χειροκροτήματα).
§17Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχα παρακαλέσει χθὲς νὰ μὲ διαγράψητε ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ λάθος μὲ ἐγράψατε, νομίζω ὅτι κακῶς ἀνεγράφη καὶ ὁ κ. Θεοδωρόπουλος. Συνεπῶς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος νομίζω ὅτι δὲν ἀφοροῦν οὔτε τὸν ἀπόντα κ. Θεοδωρόπουλον, οὔτε ἐμέ. Κατὰ λάθος οἱ γραμματεῖς μας ἀνέγραψαν ὅτι ἐζητήσαμεν τὸν λόγον. Δὲν γνωρίζω ἀτυχῶς οὔτε τὰ μηχανήματα, οὔτε τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς τοῦ κ. συναδέλφου.
§18Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι σοβαρώτατον αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰκὸς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ γράφωνται ὀνόματα καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ εἰς τοὺς παρατυπούντας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀρ. 4 ἀναφορά. Ὁ κ. Ἀθανασίου. ἔχει τὸν λόγον.
§20Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἐρρυθμίσθη τὸ ζήτημα καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν διαγράψητε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀρ. 5 καὶ 6 ἀναφοραὶ τῆς Ἡμερ. Διατ. ἀναβάλλονται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 7 ἀναφορὰ τῆς Ἑνώσεως Γ. Συνεταιρισμῶν Λεβαδείας διαμαρτυρομένης διὰ καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας βάμβακος εἰς δραχμὰς 3.200 κλπ. Ὁ κ. Καράμπελας ἔχει τὸν λόγον.
§22Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ τιμὴ ἀσφαλείας τοῦ βάμβακος καθωρίσθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3.200. Αὐτὸ δὲν καλύπτει τὰ ἔξοδα, τὰ στοιχειώδη ἔξοδα τῆς καλλιεργείας διὰ τοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν δεινήν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον, ἐὰν παραμείνῃ ὁριστικὴ αὐτὴ ἡ τιμὴ τῆς ἀσφαλείας, οἱ παραγωγοὶ νὰ συνεχίσουν τὴν καλλιέργειαν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι πολύτιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Οἱ βαμβακοπαραγωγοὶ εἰδικῶς ἐρευνήσαντες ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦν πλήρως τὰ αἰτήματά των, ἐζήτησαν ὅπως ἡ τιμὴ ἀσφαλείας τοῦ βάμβακος καθορισθῇ εἰς 4.700 δρχ. Μετὰ κοινὴν σύσκεψιν παραγωγῶν καὶ ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῶν βαμβακοπαραγωγικῶν περιφερειῶν ἐπιτροπὴ βουλευτῶν μετέβη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ ἀνέπτυξε τὰ αἰτήματα τῶν βαμβακοπαραγωγῶν, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς παρεδέχθη, ἀλλὰ ἐν τούτοις παρέμεινεν ἡ τιμὴ τῶν 3.200 δρχ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος καλύτερον ἐμοῦ γνωρίζει τὰ ζητήματα καὶ τὴν δυσχερεστάτην θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ βαμβακοπαραγωγοί, νὰ συνηγορήσῃ ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τιμὴ ἀσφαλείας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4.700 δρχ., διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς στοιχειώδεις δαπάνας τῶν βαμβακοπαραγωγῶν. Δὲν πρόκειται κἂν περὶ κέρδους. Ἀναλογιζόμενος δὲ τὴν κρίσιμον περίστασιν, τὴν ὁποίαν διέρχονται ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου, παρακαλῶ ὅπως συνηγορήσῃ, ὅπως πρέπει, διὰ νὰ δοθῇ ἓν δίκαιον τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς μεγάλης παραγωγικῆς τάξεως τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολύτιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§23Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, θὰ εἴπω δυὸ λέξεις, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Ἡ τιμὴ τοῦ βάμβακος καθορίζεται ὑπὸ δύο Συμβουλίων, ἑνὸς ὑπηρεσιακοῦ, γνωμοδοτικοῦ τοῦ ὑπουργείου καὶ μιᾶς ἄλλης Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐλέγχου Βάμβακος, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν δύο ξένοι ἐμπειρογνώμονες. Τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας ὥρισε τὴν τιμὴν ἀνεκκοκίστου βάμβακος εἰς 3.330 καὶ 9.100 τοῦ ἐκκοκισμένου βάμβακος. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ Ἐλέγχου, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν καὶ οἱ ξένοι ἐμπειρογνώμονες, περιώρισε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 3.100 καὶ 8.400. Μετέβην ὁ ἴδιος προσωπικῶς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ καθώριζε τὴν τιμὴν καὶ ἠξίωσα ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ αὔξησις τῆς τιμῆς. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπιτύχω τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς ἀπὸ 3.100 εἰς 3.200. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐλέγχου βάμβακος ἢ μᾶλλον οἱ ξένοι, οἱ μετέχοντες αὐτῆς ἐμπειρογνώμονες, μεταβάντες ἐπιτοπίως καὶ ἐρευνήσαντες τὸ ζήτημα, εὗρον δυστυχῶς πολλοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀνεκοίνωσαν ὅτι ἡ μέση παραγωγὴ τοῦ βάμβακος εἶναι κατὰ στρέμμα 120 ὀκάδες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβη πράγματι εἰς ὀλίγους, πολὺ ὀλίγους παραγωγούς. Αὐτοὶ εἴτε διότι ἤθελον νὰ ἐπιδείξουν μεγάλην φιλοτιμίαν καὶ ἐπίδοσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ βάμβακος, εἴτε καὶ ἐκ λόγων ἐγωϊστικῶν—ἄλλους δὲν γνωρίζω—ἐνεφάνησαν τὴν παραγωγήν του εἰς 120 ὀκάδας κατὰ στρέμμα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ἀρδευσίμους γαίας καὶ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ἡ παραγωγὴ ἦτο ὁπωσδήποτε καλυτέρα. Εἰδικῶς ὅμως διὰ τὴν περιφέρειαν τῆς Λεβαδείας τὰ ἄνυδρα βαμβάκια δὲν εἶχον ἀπόδοσιν, παρακάτω σχεδὸν τῶν 40 ὀκάδων κατὰ στρέμμα. Καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λόγος κυρίως τῆς προστασίας τῶν παραγωγῶν μὲ ἤγαγεν εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ζητήσω τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ βάμβακος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη, κατόπιν πολλῶν πιέσεων καὶ παραστάσεων, ἦτο—συνηγορούντων εἰς τοῦτο καὶ τῶν ἀγροτικῶν μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς—νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς ἀπὸ 3.100 τοῦ ἀνεκκοκίστου βάμβακος εἰς 3.200. Ἡ κεντρικὴ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἦτο ἡ προσπάθεια συγκρατήσεως τῶν τιμῶν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων εἰς τὴν παλαιὰν θέσιν των. Δυστυχῶς καὶ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ, δὲν πιστεύω δηλαδὴ ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ἡ διατίμησις τοῦ βάμβακος, παρὰ τὴν θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ὁ γεωργικὸς κόσμος, διότι ἀναμφισβητήτως ὑποβάλλεται εἰς μίαν θυσίαν διὰ τῆς τοιαύτης διατιμήσεως τοῦ προϊόντος του.
§24Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐὰν ἡ τιμὴ τῶν 3.200 ὡρίσθη καλῶς ἢ κακῶς, δι’ αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς καταλογήσωμεν εὐθύνας προσωπικῶς, ἀλλὰ θὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς παραγωγούς, ἐὰν δὲν ἀρχίσῃ ἡ συγκέντρωσις ἐγκαίρως.
§25Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. τῆς Γεωργίας). Ἔχει διαταχθῆ ἡ ἔναρξις τῆς συγκεντρώσεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 8 ἀναφορὰ τοῦ Ἐθνικοῦ συνδέσμου Ἀναπήρων πολέμου Κοζάνης, ζητοῦντος ὅπως ἐξαιρεθῶσιν οἱ ἀνάπηροι πολέμου δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ μελετωμένην ἀπόλυσιν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀναβάλλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 9 ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κάτω Ὀλύμπου, διαμαρτυρομένων διὰ τὸν φόνον τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος, τὴν κατακρεούργησιν τοῦ ἰατροῦ Ἰωάννου Χρυσοχόου κλπ, καὶ ζητούντων λῆψιν μέτρων προστασίας, ἀναβάλλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 ἀναφορὰ τοῦ Συνεταιρισμοῦ Κανναβοκαλλιεργητῶν Κουφαλίων Θεσσαλονίκης καὶ Γιαννιττσῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀφαίρεσιν μικρῶν στρεμμάτων ἐκ τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης Γιαννιτσῶν πρὸς παραχώρησιν τούτων εἰς ἀνταρτοπλήκτους. Ὁ κ. Μπέλλας ἔχει τὸν λόγον.
§27Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ μιᾶς τελευταίας διαταγῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὅλους τοὺς μικροὺς κλήρους, οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν λίμνην τῶν Γιαννιτσῶν διὰ καναβοκαλλιέργειαν εἰς τὸν ἀγροτικὸν συνεταιρισμὸν καναβοκαλλιεργητῶν Κουφαλίων, διετάχθη ἡ Διεύθυνσις Γεωργίας Γενικῆς Διοικήσεως Βορείου Ἑλλάδος, νὰ τοὺς πάρῃ ἀπὸ τοὺς μικροὺς κληρούχους καὶ νὰ τοὺς δώσῃ εἰς ἀνταρτοπλήκτους. Τὸ μέτρον αὐτὸ βεβαίως μᾶς ἐκπλήσσει, διότι παραλλήλως τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας ἔδωσε κλήρους 200 καὶ 300 στρεμμάτων διὰ καναβοκαλλιέργειαν εἰς τὴν λίμνην τῶν Γιαννιτσῶν καὶ ἐν τούτοις αὐτοὺς τοὺς κλήρους δὲν τοὺς ἔδωσαν πίσω. Τώρα τελευταῖα, ὁ κ. ὑπουργός, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἐβεβαίωσεν τοὺς ἰδίους τοὺς μικροὺς κληρούχους, ὅτι θὰ τοὺς δώσῃ πίσω τοὺς κλήρους. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, ἐὰν ἡ πρώτη του δήλωσις ἰσχύῃ ἀκόμη, νὰ τὸ κάμῃ αὐτό, διότι οἱ κάτοικοι διαμαρτύρονται. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται νὰ πάρουν τοὺς μικροὺς κλήρους ἀπὸ τοὺς καναβοκαλλιεργητάς, τότε εὔλογον θὰ εἶναι νὰ πάρουν καὶ τοὺς κλήρους τῶν 200–300 στρεμμάτων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ μᾶς δηλώσῃ, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρώτην του δήλωσιν ἢ ἤλλαξε γνώμην.
§28Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ χορηγήσεως κλήρων, ἀλλὰ περὶ ἐκμισθώσεων, αἱ δὲ μισθώσεις αὗται, ἔληξαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφοῦν, ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως γαιῶν. Ἠγέρθη τὸ ζήτημα τί θὰ γίνουν οἱ ἀνταρτόπληκτοι, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον ἀπὸ τὰ μέρη των, πολλοὶ μάλιστα κατῆλθον καὶ μὲ τὰ ζευγάρια τους καὶ ἔπρεπε νὰ καλλιεργήσουν. Ἔδωσα γενικῶς τὴν διαταγήν, αἱ πρὸς ἐκμίσθωσιν αὐταὶ γαῖαι πρὸς καννυβοκαλλιέργειαν, νὰ διατεθοῦν ἐφέτος, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὐτή, ὑπὲρ τῶν ἀνταρτοπλήκτων διὰ νὰ καλλιεργήσουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαταγὴ ἡ ὁποία ἐδόθη. Ὅταν ὅμως μετέβην εἰς τὴν Μακεδονίαν ἀντελήφθην ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μικρῶν τμημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἐπίσης εἰς τοὺς ἀνταρτοπλήκτους καὶ εἶπα εἰς τὰς Γεωργικὰς Ὑπηρεσίας προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν μικρῶν τεμαχίων νὰ μὴ ἰσχύσῃ ἡ γενικὴ διαταγή, ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 50 στρεμμάτων. Δυστυχῶς αἱ Γεωργικαὶ Ὑπηρεσίαι παρέσυραν τὸν Γενικὸν Διοικητὴν εἰς τὴν γενικὴν ἐφαρμογήν του μέτρου. Ὅταν ἦλθα ἐδῶ μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα ὅτι ἐπλήγησαν καὶ οἱ μικροὶ καλλιεργηταί, ἔσπευσα δὲ νὰ ἀποστείλω, τηλεγραφικὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Γενικὸν Διοικητὴν ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα· εἰδικῶς δὲ σήμερον, ἐπειδὴ ἐπανελήφθη τὸ παράπονον, ἔστειλα καὶ τηλεγράφημα καὶ τὴν αἴτησιν τῶν Κουφαλίων διὰ νὰ ἀποδοθοῦν αἱ γαῖαι εἰς τοὺς μικροὺς μισθωτὰς καὶ νὰ περιορισθῇ τὸ μέτρον εἰς τοὺς ἔχοντας ἄνω τῶν 50 στρεμμάτων.
§29Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀνταρτοπλήκτων εἰς αὐτὸ βεβαίως κάθε μέριμνα καὶ κάθε προστασία τοῦ Κράτους εἶναι εὔλογος. Ἀλλὰ νὰ τοὺς πάρωμεν, κ. ὑπουργέ, καὶ νὰ τοὺς δώσωμεν κλήρους θὰ μείνουν διὰ πολὺν χρόνον ἐκεῖ; οἱ ἀνταρτόπληκτοι κανονικὰ εἰς 2, 3, 4 μῆνας θὰ φύγουν πάλι καὶ τὰ κανάβια θὰ πρέπῃ νὰ τὰ θερίσουν εἰς 7–8 μῆνας· θὰ καθήσουν τόσο ἐκεῖ; τί θὰ γίνῃ;
§30Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅταν τὸ ζήτημα ἐξετάζεται ἀορίστως γεννᾶται ἡ ἰδέα ὅτι ἡμεῖς ἐπήραμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἀπὸ τὴν Καστοριὰν καὶ τοὺς ἀφήσαμε νὰ καλλιεργήσουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ γεωργικά των μέσα, καὶ ὅσοι ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ καλλιεργήσουν εἰς τὰ μέρη των τοὺς ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ καλλιεργήσουν, ἐπὶ ἐκτάσεων αἱ ὁποῖαι περισσεύουν.
§31Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδοκορινθίας) Κύριε ὑπουργέ, σᾶς γνωρίζω ὅτι ἀπεβιβάσθησαν ἀνταρτόπληκτοι τσοπάνηδες εἰς τὴν Κόρινθον μὲ τὰ πρόβατά των. Τί θὰ γίνῃ μὲ αὐτούς;
§32Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι αὐτὸ εἶναι τόσον ἀληθές, ὥστε ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου νὰ παραβῶ πάντα νόμον. Ἐνῷ εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχομεν 10.000 ζῶα, σήμερον ἔχομεν ἐγκαταστήση 25.000.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας συζητήσεως ἀναφο-
ρῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου Νόμου «περὶ ἱδρύσεως Δικαστηρίων ἐν Δωδεκανήσῳ». Ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§34Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τὴν ἀπαράμιλλον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομίζω, ὅτι ὀφείλεται ἰδιαιτέρα εὐχαρίστησις τοῦ Σώματος διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸ προσφιλὲς τμῆμα τῆς Δωδεκανήσου, μὲ τὸ ὁποῖον ἔτη πολλὰ μακρᾶς δουλείας μᾶς ἐχώριζον. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει συσταθῆ μετὰ ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ ἄκρας ἐπιμελείας ὥστε δὲν παρουσιάσθη περίστασις οὔτε νὰ προσδώσῃ τις τί οὔτε νὰ ἀφήσῃ τι ὡς περιττόν. Δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου, εἶναι γνώμη τῆς παμψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τὸ ἐπεξεργάσθη μὲ βαθεῖαν εὐχαρίστησιν, μὲ ἰδιαιτέραν χαρὰν καὶ μὲ τὴν εὐχὴν ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσαγόμενον εἰς τὰ Δωδεκάνησα, ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν τῆς εὐημερίας, τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ὡς ἕνα φῶς ζωηρότερον, τὸ ὁποῖον θὰ φωτίσῃ τὸν ἀδελφὸν Δωδεκανησιακὸν λαὸν εἰς τὴν πορείαν του (Χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§36Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ εἶχεν προταθῆ καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ γίνῃ Πρωτοδικεῖον εἰς τὴν νῆσον Κάλυμνον, διότι ἐκεῖ συγκεντροῦται μεγάλων ποσοστὸν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν νήσων, διότι διεξάγεται τὸ ἐμπόριον τῶν σπόγγων. Ἐὰν ὅμως τοῦτο διὰ λόγους οἰκονομικοὺς δὲν εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ὅπως τὸ Εἰρηνοδικεῖον γίνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον πρώτης τάξεως καὶ ὄχι δευτέρας. Ἡ Κῶς εἶχε πάντοτε Πρωτοδικεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ νὰ ἔχῃ τώρα.
§37Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω περισσότερα ἀπὸ τόσα Πρωτοδικεῖα πρώτης τάξεως καὶ τόσα δευτέρας τάξεως. Τὸ προτιμώτερον θὰ ἦτο νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐλπίζω ὅτι βελτιουμένης τῆς καταστάσεως θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἕνα τρίτον Πρωτοδικεῖον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.
§39Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὑπάρχει μία διάταξις ἀφορῶσα τὴν ἵδρυσιν Ἐφετείου ἐν Δωδεκανήσῳ. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ στοργὴ τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν φιλτάτην Δωδεκάνησον. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ εἴπωμεν καὶ μίαν ἀλήθειαν, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θεωροῦμεν κ. βουλευταί, ὅτι παρέλκει ἡ ἵδρυσις Ἐφετείου ἐν Δωδεκανήσῳ διὰ πολλοὺς καὶ ποικίλους λόγους.
§40Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.). Δηλαδὴ προτείνετε νὰ καταργήσωμεν τὸ Ἐφετεῖον ποὺ ὑπάρχει διότι ὑπάρχει ἤδη Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν κ.λ.π. Τώρα ποὺ προσηρτήθησαν τὰ Δωδεκάνησα νὰ τὸ καταργήσωμεν;
§41Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Δύναται τὸ Κράτος βεβαίως χάριν τῆς Δωδεκανήσου νὰ ἐπιδαψηλεύσῃ ἄπειρα ἀγαθά, ἀλλὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν Ναυτικὴ σχολή, Βιομηχανικὴ σχολὴ καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ ἕνα περιττὸν πρᾶγμα οἷον εἶναι τὸ Ἐφετεῖον εἰς τὰ Δωδεκάνησα δὲν δικαιολογεῖται, καθ’ ὃν χρόνον ἀνοικτήρμονες, ἔστω, οἰκονομίαι γίνονται. Διαπράττεται κ. βουλευταὶ ἀδικία ἐθνικὴ κατὰ τῆς Σάμου ἡ ὁποία ὡς ἡγεμονία εἶχεν ἕνα αἰωνόβιον τέμενο τῆς θέμιδος καὶ ἦλθεν ἡ φιλτάτη μητέρα Ἑλλὰς ἡ ὁποία τὸ ἐσκύλευσε καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὴν Σῦρον. Αὐτὸ εἶναι ἐθνικὴ ἀδικία καὶ ἡ ἀδικία αὐτὴ πρέπει νὰ ἀνορθωθῇ ὄχι ὅμως νὰ γίνῃ μία περιττὴ προσφορὰ ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἄσκοπος, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ Ἐφετείου, ἐπὶ πληθυσμοῦ μόλις 150 χιλ. κατοίκων, ὅπως καὶ θὰ εἶναι σχεδὸν ἀργόσχολον, καὶ τὸ Ἐφετεῖον Αἰγαίου. Θέλομεν νὰ μᾶς ἀποδοθῇ τὸ Ἐφετεῖον, νὰ ἀνορθωθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀδικία ἡ ὁποία ἐγένετο. Ἀναμένομεν τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῆς τῆς ἀδικίας καὶ ἔχομεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Σαμιακὸν λαὸν ὁσάκις παρουσιάζεται τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνήν μας, διότι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ Σάμος ἡγεμονία δὲν ἦτο τὶ τὸ τυχαῖον. Πράγματι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη νῆσος εἰς τὸ ἔθνος ἡ ὁποία νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς. Ἠγωνίσθη ἡ Σάμος τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τέλος ἀνεδείχθη εἰς ἡγεμονίαν καὶ παρέσχεν ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας πρὸς τὸ ἔθνος. Ἐκεῖ καταλήγουν ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι καὶ ἐκεῖ ἔμαθαν ὅλοι γράμματα. Ἐξεθρέψαμεν τὴν Δωδεκάνησον εἰς τὴν ἡγεμονίαν.
§42Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἑορτάζομεν τὸ γεγονὸς ὅτι προσαρτῶνται νέαι χῶραι εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὀλιγώτερον ἀποτελεῖ ἔλλειψιν γούστου νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐπανορθώσεως ἀδικιῶν εἰς τὴν Σάμον.
§43Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω ἐγὼ εἶναι τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Σάμον καὶ νὰ εἶναι τὸ μόνον ἐφετεῖον ὅλου τοῦ Αἰγαίου. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἱδρύσετε εἰς τὴν Ρόδον Ἐφετεῖον. Ἀπέναντι τῆς ἱστορίας ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἁρπαγὴν ἑνὸς ἀγαθοῦ ἀπὸ ἕνα τόπον, ἀπὸ ἕναν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐπρωτοστάτησε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, καὶ ἐξ ὅλων τῶν πρακτικῶν καὶ ἐγγράφων τῆς ἐπαναστάσεως φέρεται ὡς ἡ ἀκαταδάμαστος Σάμος.
§44Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Κρήτης ὑπῆρχον δύο Ἐφετεῖα τὸ Ἐφετεῖον Χανίων καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ἡρακλείου. Ἀτυχῶς τὸ Ἐφετεῖον Ἡρακλείου κατηργήθη καὶ ἔμεινε τὸ Ἐφετεῖον Χανίων, καὶ ἔκτοτε τὸ ζήτημα παραμένει ἐκκρεμὲς καὶ οἱ Ἡρακλειῶται ζητοῦν διαρκῶς τὴν σύστασιν τοῦ Ἐφετείου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος.
§46Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν διάταξιν. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει (ἀναγινώσκει) Ἡ διάταξις αὐτὴ, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δεδομένου ὅτι ἔχομεν ἕτερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγεται εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ δικονομία. Εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν διάταξιν περὶ συνεχίσεως τῆς περαιτέρω διαδικασίας τῶν ἐν Ἑλλάδι πολιτικῶν δικονομιῶν, ἡ διάταξις αὐτὴ παρουσιάζει κάποιαν σύγχυσιν, διότι εἶναι γενική, ἀκαθόριστος καὶ ἀόριστος καὶ διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἐπιστήμην εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια τῶν δικαστικῶν νόμων. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου θὰ ἔπρεπε νὰ τονισθῇ εἰς τὸ συναφὲς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει διατάξεις μεταβατικὰς σχετικάς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις αὐτή.
§47Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι, δὲν ἔχει νομίζω ὀρθῶς. Διότι, βεβαίως, πρέπει νὰ ἱδρυθοῦν δικαστήρια εἰς τὴν ἑλληνικὴν Δωδεκάνησον, ἀλλὰ Ἐφετεῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Δωδεκανήσου ἀνέρχεται μόλις περὶ τὰς 120 χιλιάδας. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε ἐπαρχίαν νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἀπὸ ἕνα Ἐφετεῖον. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδικαιολόγησε τοῦτο, διότι ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τίποτε δὲν ἠννόησα!
§48Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν κρίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ποτὲ ἡ ἵδρυσις δικαστηρίου. Ἐὰν δηλαδὴ οἱ κάτοικοι τῆς Δωδεκανήσου εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ στενάζουν εἰς δουλείαν 30 ἐτῶν καὶ προηγουμένως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανεὶς ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Δωδεκανησίων, ὁ ὁποῖος ἐξεπατρίσθη εἶναι τόσος, ὅσος εἶναι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔμειναν. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἰταλοὶ εἶχον εἰς τὰ Δωδεκάνησα Ἐφετεῖον, ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι τοὺς στεροῦμεν τὰ δικαστήρια αὐτά. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ πληθυσμός, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον· εἶναι ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη καὶ ἡ ἐθνικὴ ἐμφάνισις.
§49Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριε ὑπουργέ, νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα μὲ ἐνθουσιασμοὺς καὶ προκαλοῦντες χειροκροτήματα, τότε ἔχει καλῶς. Ἐδῶ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὸ ζήτημα. Ὁ Νομὸς Κυκλάδων ἔχει καὶ μεγαλύτερον πληθυσμὸν καὶ μεγαλυτέραν ἔκτασιν καὶ ἀπὸ τοῦ 1835, ὅτε ἱδρύθησαν τὰ δικαστήρια εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἕνα Πρωτοδικεῖον ὑπάρχει. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε περιφέρειαν νὰ ὑπάρχῃ Ἐφετεῖον. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ἐπειδὴ οἱ Ἰταλοὶ εἶχον Ἐφετεῖον, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ οἱ Ἰταλοὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχουν Ἐφετεῖον, διότι ἦτο ἀπομεμακρυσμένον τὸ μέρος.
§50Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἕνας κάτοικος Καλύμνου δικάζεται ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ποῦ θέλετε νὰ πάῃ εἰς τὸ Αἰγαῖον διὰ νὰ δωσιδικήσῃ; Εἶναι σὰν νὰ τοὺς ἀρνούμεθα κάθε δικαίωμα νὰ ἐφεσιβάλουν τὰς ἀποφάσεις.
§51Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῖον μέρος ἔχει μεγαλειτέραν ἀπόστασιν, ἡ Λῆμνος ἢ ἡ Κάλυμνος; Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ μείνῃ ἕνα Πρωτοδικεῖον μόνον. Αἱ βόρειοι νῆσοι, ἡ Πάτμος καὶ ἄλλαι δύο νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Σάμου, τὰ δὲ ἄλλα νὰ ἀποτελέσουν ἕνα Πρωτοδικεῖον. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε 7 Ἐφετεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχει καλῶς. Ἐπίσης τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Κῶ εἶναι ἐντελῶς περιττόν. Ἴσως, κύριε ὑπουργέ, ἔχετε λάθος εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐκεῖ, νομίζω, ὅτι κάνετε λάθος νὰ ἱδρύετε ἕνα Εἰρηνοδικεῖον εἰς τὴν Ρόδον Νομίζω ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ εἶναι ἄνω τοῦ ἑνὸς Εἰρηνοδικεῖα. Ὁ πληθυσμὸς καὶ ἡ ἔκτασις εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἐξυπηρετῶνται μὲ ἕνα μόνον Εἰρηνοδικεῖον. Δὲν γνωρίζω τὸν πληθυσμὸν τῆς Κάσου, ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις τῆς Κάσου ἀπὸ τὴν Κάρπαθον εἶναι ἀρκετὴ καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐκεῖ Εἰρηνοδικεῖον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριε ὑπουργέ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν μόνον τὰ Εἰρηνοδικεῖα νὰ κάμωμεν ἕνα μόνον Πρωτοδικεῖον, τὸ δὲ Ἐφετεῖον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον τοῦ Αἰγαίου. Μὲ τὴν σημερινὴν ταχύτητα τῆς συγκοινωνίας δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Ἐφετεῖον χωριστόν. Καὶ ἂν θέλετε τὸ Ἐφετεῖον Αἰγαίου νὰ μὴ παραμείνῃ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται, νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν Χῖον ἢ τὴν Σάμον. Δὲν εἶναι μακρύτερα ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὴν Κάλυμνον εἰς τὴν Σῦρον παρὰ ἀπὸ τὴν Λῆμνον εἰς τὴν Σῦρον;
§52Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἀποστάσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι τὴν περιφέρειαν αὐτήν, ἡ ὁποία σήμερον ἔρχεται νὰ γίνῃ τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, θέλομεν νὰ τῆς κάμωμεν τὴν τιμὴν νὰ τῆς δώσωμεν ἕνα Ἐφετεῖον. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἀποστάσεως οὔτε περὶ ἄλλου τινὸς πράγματος. Εἶναι μία ἠθικὴ ἀμοιβὴ πρὸς τὴν χώραν τὴν ἐνσωματουμένην εἰς τὴν πατρίδα μας, ὅπως τὴν ἐκάναμεν εἰς τὰς Κυκλάδας καὶ τὴν Κρήτην.
§53Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Προηγουμένως εἰς τὴν Κρήτην ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς Τουρκοκρατίας...
§54Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε, ὅ,τι ἔδωσεν ἡ δουλεία ἠμπορεῖ νὰ τὸ στερήσῃ ἡ ἐλευθερία;
§55Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. .. ἀπὸ τῆς Τουρκοκρατίας εἰς τὴν Κρήτην ὑπῆρχε τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν ἀφομοιώθη ἡ Κρήτη μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα κατηργήθησαν.
§56Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀπαντήσω πρῶτον εἰς τὸν ἐκ Σάμου κ. συνάδελφον, διότι μὲ τὴν νῆσον αὐτὴν μὲ συνδέουν ἰδιαίτεροι δεσμοί. Ἐὰν ἡ Δωδεκάνησος εἶναι ἡ γεννέτειρά μου, δευτέρα πατρίς μου εἶναι ἡ Σάμος. Καὶ συνεπῶς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐκ Σάμου συναδέλφου ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὴν νῆσον μὲ εὑρίσκει σύμφωνον· ὄχι ὅμως νὰ ἀποδοθῇ εἰς βάρος τῶν Δωδεκανησίων. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἱδρυθῇ τὸ Ἐφετεῖον Ρόδου ἐξετέθη μὲ δύο λέξεις ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Προϋπῆρξεν Ἐφετεῖον ἐπὶ Ἰταλικῆς κατοχῆς. Ἀλλὰ καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ λόγῳ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως τῶν Δωδεκανήσων ἀπὸ τὴν Μητρόπολιν ξένης δυνάμεως ἡ ὁποία τὴν κατεῖχε, εἶχε προσδοθῆ μία διοικητικὴ αὐτοτέλεια καὶ ἕνα ἰδιότυπον διοικητικὸν καθεστώς. Εἶχε μάλιστα καταβληθῆ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς νὰ τοποθετηθοῦν ἱκανοὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι διὰ λόγους προπαγάνδας· καὶ αὐτὸ θὰ τὸ βεβαιωθῆτε ἀπὸ τὰ ὅσα κτίρια θὰ λάβητε τὴν χαρὰν νὰ ἰδῆτε ἐὰν ἐπισκεφθῇ ἡ Βουλὴ τὰ Δωδεκάνησα. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ δημιουργήσωμεν μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν καθεστὼς κατώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐπὶ δουλείας. Ἐὰν ληφθῇ ὡς βάσις ὁ πληθυσμὸς ὁ σημερινὸς τῶν νήσων, θὰ ἔπρεπεν ἴσως καὶ Γενικὴ Διοίκησις νὰ μὴ γίνῃ, ἀλλὰ νὰ στείλωμεν ἁπλῶς ἕναν Νομάρχην εἰς τὰ Δωδεκάνησα, διότι ὑπάρχουν ἄλλοι Νομάρχαι οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγαλύτερον πληθυσμὸν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν πολῖται ὑπαγόμενοι ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Δωδεκανήσου νὰ δικάζωνται ἀπὸ Ἐφετεῖον εὑρισκόμενον ἐκτὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Δὲν συμφωνῶ ἐπίσης μὲ τὸν συνάδελφον τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν καὶ λειτουργοῦν ἤδη εἶναι ἀπόρροια ἀνάγκης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πρώτη ἐντύπωσις τῶν κατοίκων μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν νὰ εἶναι κακή, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δεχομένη τὰς νήσους καταργεῖ ἀρχὰς ὑφισταμένας ἤδη ἀπὸ ἑκατοντάδων ἐτῶν καὶ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν καὶ ὑπὸ τὴν Ἰταλικὴν κατοχήν (χειροκροτήματα).
§57Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὕπαρξις Ἐφετείου εἰς τὴν μαρτυρικὴν Δωδεκάνησον καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ ἐπὶ Ἰταλοκρατίας ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς, ἅμα τῇ προσαρτήσει, νὰ διατηρήσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἐκεῖ κατάστασιν. Αἱ μεμψιμοιρίαι καὶ αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ Ἐφετείου ἐν Δωδεκανήσῳ δὲν εἶναι ὀρθαί. Ὀρθῶς, ὀρθώτατα ἡ Κυβέρνησις, προέβη εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ὑπαρχούσης ἐκεῖ καταστάσεως. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἐπὶ πλέον διότι αἱ συγκοινωνιακαὶ ἀνάγκαι τῶν νήσων τῆς Δωδεκανήσου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις Ἐφετείου εἰς αὐτάς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν Δικαστηρίων ἐκ τοῦ Α ἢ τοῦ Β βαθμοῦ τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ κάτοικοι διὰ νὰ ἀπολαμβάνωσι τῶν ἀγαθῶν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως καὶ ἄλλου Εἰρηνοδικείου. Ἑπομένως συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§58Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἔθνος νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐπιδείξῃ θερμὸν τὸ ἐνδιαφέρον του πρὸς τὰ νησιὰ τὰ ὁποῖα ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀνέμενον τὴν ἐλευθερίαν των καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅτι δὲν τὴν εἶδον κατὰ τὸν ἀπελευθερωτικὸν πόλεμον τοῦ 1912. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις, μὰ καμμία, δι’ ὃν λόγον εἶπον προηγουμένως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν Ἐφετείου ἐν Δωδεκανήσῳ, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον τὸ Ἐφετεῖον τὸ ὑπάρχον ἐν Σύρῳ λύει τὸ ἀπὸ χρόνου μακροῦ ὑφιστάμενον ζήτημα καὶ ἔχει δημιουργήση μίαν κατάστασιν εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς περιφερείας του. Τούτου τοῦ λόγου ἕνεκεν νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κἂν ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν κἂν αἱ ἀντιρρήσεις αὗται αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπεγοήτευον τὸν Δωδεκανησιακὸν λαόν.
§60Π. ΧΡΥΣΟΧΕΡΗΣ. Ὡς Δωδεκανήσιος ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος καὶ συγχαίρω συγχρόνως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ νομοθετήσῃ πρῶτος ἐν Δωδεκανήσῳ. Ἐκφράζω ἀφ’ ἑτέρου τὴν θλῖψιν μου διότι ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ γνώμη ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Ἐφετεῖον τῆς Ρόδου. Τὸ Ἐφετεῖον τῆς Ρόδου ὑπῆρχεν ἐπὶ τουρκοκρατίας, διετηρήθη ἐπὶ ἰταλοκρατίας καὶ θὰ ἦτο κατώτερον ἡμῶν τώρα ποὺ ἡ Δωδεκάνησος εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς πατρίδος νὰ τῆς τὸ στερήσωμεν. Ἡ ἀδικία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Σάμον δὲν ἐπανορθοῦται ἐὰν κάμωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἀδικίαν, δὲν εἶναι αὐτὸς λόγος νὰ ἀδικηθῇ ἡ Δωδεκάνησος.
§61Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ δὲν θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσω ἐὰν δὲν ἠκούοντο ὡρισμέναι παραφωνίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι ἔφερε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ νομίζω ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι, κύριοι ὑπουργοί, ἔπρεπε ὁμαδικῶς νὰ φέρουν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὅλα τὰ νομοσχέδια μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ὁλοκληρώναμεν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς τὴν ἐμφάνισιν τῆς Διοικήσεως ἐν Δωδεκανήσῳ. Ἐν τούτοις, οἱ κ. κ. ὑπουργοί, δὲν τὰ ἔφερον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι τυπικὸν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ καμμία παραφωνία. Μοῦ κάμνει δὲ κατάπληξιν ὅτι ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ ἕνα εὐχάριστον ἐθνικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ προσάρτησις τῆς Δωδεκανήσου, συνδυάζεται μὲ ἄλλας ἀτομικὰς οὕτως εἰπεῖν διεκδικήσεις. Ἐκεῖνο μόνον διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως καὶ ἄλλου εἰρηνοδικείου εἰς τὴν Κάλυμνον, ἐὰν ὑπάρχουν λόγοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπιβάλλουν νὰ γίνῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς ἔχει καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν.
§62Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συγχαρῶμεν τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἱδρύσεως ἐφετείου ἐν Ρόδῳ. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἱκανοποιητικὸν ἐνῷ ὑπό τὴν δουλείαν εἶχεν ἐφετεῖον ἡ Δωδεκάνησος, νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της νὰ τὸ καταργήσωμεν. Θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ἐφετείου ἐν Ρόδῳ δὲν ἔπρεπε νὰ συνδυασθῇ μὲ ἄλλα ἐφετεῖα. Εἰς τὸν ἀείμνηστον Βενιζέλον λόγοι ἱστορικοὶ ἐπέβαλον τὴν ἵδρυσιν ἐφετείου ἐν Σύρῳ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ἔπρεπεν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ συνδυάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ἐφετείου Ρόδου μὲ τὴν ἵδρυσιν ἐφετείων εἰς ἄλλας πόλεις καὶ μὲ τὸ Ἐφετεῖον Αἰγαίου.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πλὴν τῶν ἱστορικῶν λόγων εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἐφετείου Αἰγαίου συνετέλεσε καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου πρὸς τὴν Σῦρον, εἰς τὸ Γυμνάσιον τῆς ὁποίας ἐφοίτησεν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως δικαστηρίων ἐν Δωδεκανήσῳ» γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Δωδεκάνησον τῆς περὶ Δικηγόρων Νομοθεσίας». Ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§67Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἦτο συγγενὲς μὲ τὸ πρῶτον, διότι ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Σώματος τῶν Δικηγόρων. Τὸ χαρακτηρίζει καὶ τοῦτο ἡ ἐξαιρετικὴ προσοχὴ καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ ἐπιμέλεια μὲ τὴν ὁποίαν τόσον μᾶς ἐσυνήθισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας εἶχα τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ὁμοφώνως ἀπεδέχθη, πλὴν τοῦ κ. Μαύρου, τὸ νομοσχέδιον. Πλὴν ὅμως ἐθεώρησα ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ δευτέρου ἄρθρου εἶναι διαγραπτέα καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι δέχεται τὴν διαγραφήν.
§68Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι τὴν διαγραφὴν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ τὴν δεχθῇ ἡ Βουλή, διότι οὐδεὶς δικηγόρος ἐν Δωδεκανήσῳ εὑρέθη νὰ εἶναι συνεργάτης τοῦ ἐχθροῦ.
§69Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως ταύτης τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν καμμίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες καὶ οὐδὲν ἔχει τὸ περιττὸν καὶ τὸ παρέλκον.
§70Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται «οἱ ἤδη νομίμως». Τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο;
§71Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς ἀσκοῦντας τὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν πρὸ τῆς κατοχῆς.
§72Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ σχέδιον νόμου σκοπεῖ νὰ μὴ διαταράξῃ τὴν ὑφισταμένην σήμερον κατάστασιν εἰς τὰ Δωδεκάνησα ἀπὸ ἀπόψεως ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Ὅσοι ἀσκοῦν σήμερον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, δικαιοῦνται νὰ ἐξακολουθήσουν τοῦτο ἐκτός, ἐὰν ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Συνεπῶς, ἐὰν ἡ προηγουμένη νομοθεσία, ἡ ἰταλική, ἐπέτρεπε τὴν ἄσκησιν δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ ἀπὸ μὴ εἰδικοὺς ἐπιστήμονας ἢ ἀπὸ δικηγόρους, προερχομένους ἀπὸ σχολὴν κατωτέραν, αὐτὴ ἡ κατάστασις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία νὰ ἀφαιρέσῃ δικαιώματα, ὑφιστάμενα ἤδη ἐν Δωδεκανήσῳ. Αὐτὸ ἔγινεν εἰς τὰς ἄλλας νέας χώρας, αἱ ὁποῖαι προσηρτήθησαν ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§73Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς τριμήνου ὅμως ὀφείλουν νὰ πᾶνε εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν.
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πρὸς ἔλεγχον τῆς νομίμου ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ λειτουργήματος, ἐπὶ ἰταλικῆς κατοχῆς, λέγει τὸ σχέδιον ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ἐφετεῖον ἐντὸς τριμήνου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Διάταξις ὀρθοτάτη. Ἔχει ὅμως καί μίαν ἄλλην διάταξιν, λέγουσαν ὅτι ἀποκλείονται καὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ ἀσκήσουν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, δικηγόροι οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν...,
§75Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «ὁ χρόνος τῆς προηγουμένης (ἀναγινώσκει)» διότι ἄλλως εἶναι ἐφαρμοστέος ὁ νόμος περὶ Δικηγορικῶν Συλλόγων.
§76Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸ Ταμεῖον Νομικῶν δὲν πρέπει νὰ τὴν συμπεριλάβητε;
§77Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἄλλος νόμος.
§78Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λέγω, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τὸ σχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας, οἱ ἀσκοῦντες ἐννόμως τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐπὶ τῆς κατοχῆς δὲν δύνανται πλέον νὰ πράξουν τοῦτο μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν. Καὶ αὐταὶ αἱ περιπτώσεις εἶναι τρεῖς. Πρῶτον, εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν ἀποκτησάντων τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα. Δεύτερον, εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν ὑπηρετησάντων ἑκουσίως, ἐθελοντικῶς, εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ Τρίτον, οἱ τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ κατὰ τὸν πόλεμον 1940–1945 καὶ ἐπιδειξάντων ἀναξίαν ἐθνικὴν συμπεριφοράν.
§79Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ κατηγορία συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐν Δωδεκανήσῳ, ἀσχέτως χρονολογίας.
§80Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἴσως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δικηγόρου ὑπαγομένου εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις τοιαύτη, τὸ Ἐφετεῖον δὲν θὰ εἶχε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ θὰ πιστοποιοῦσε πανηγυρικῶς ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην δικηγόρος παρεβίασεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ὑποπτεύομαι ὅμως, κύριε ὑπουργέ, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις σᾶς ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Δωδεκάνησον. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ κάποιος τὸν ὁποῖον ἀγνοοῦμεν καὶ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ μένῃ εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε τὴν ἰταλικὴν ἰθαγένειαν. Εἰς αὐτὸν δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐπάνοδον καὶ τὴν ἄσκησιν τοῦ δημοσίου λειτουργήματος. Αὐτὸς εἶναι πλέον ἰταλικῆς ἰθαγενείας. Εἰς τὰ Δωδεκάνησα ὑπάρχουν δύο εἴδη ἰθαγενείας: ἡ ἰθαγένεια τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν νήσων, δυνάμει τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης, καὶ ἡ ἰθαγένεια τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποβάλουν, ἀποκτῶντες τὴν ἑλληνικήν. Διότι ὅλη ἡ πολιτικὴ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἀπὸ τοῦ 1923 μέχρι τοῦδε, συνίστατο εἰς τὸ νὰ διατηροῦν οἱ Δωδεκανήσιοι τὴν ἰταλικὴν ἰθαγένειαν διὰ νὰ δύνανται νὰ παραμείνουν ἐκεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιοῦνται, ἐνδεχομένως, εἰς προσεχεῖς ἀγῶνες ὡς ἐπιχειρήματα διὰ τὴν προσάρτησιν. Πλὴν ὅμως τῆς μικρᾶς ἰθαγενείας, ἡ ὁποία δὲν παρέχει οὐδὲν δικαίωμα ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ ἰταλοὶ ὑπήκοοι, ὑπάρχει καὶ ἡ ἰθαγένεια ἡ πλήρης, ἡ μεγάλη ἰταλικὴ ἰθαγένεια, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται κατὰ κανόνα ὡς μεγίστη εὔνοια τοῦ φασισμοῦ πρὸς ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἤλεγχον τὰ πρὸς τὸν φασισμὸν αἰσθήματα καὶ αὐταὶ αἱ περιπτώσεις, τῆς λεγομένης μεγάλης ἰθαγενείας, εἶναι ἐλάχιστοι, ἴσως μετροῦνται εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός. Καθ’ ἣν στιγμήν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν δικηγόροι ἐν Ἀθήναις Δωδεκανήσιοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐπὶ 20 ἔτη εἰς ἐξορίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀπαγορεύσωμεν διὰ νόμου τὴν ἄσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ λειτουργήματος εἰς τοὺς τυχὸν ἐλαχίστους ἀποκτήσαντας τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ἰθαγένειαν δικηγόρους ὅταν ἄλλοι εὑρίσκοντο ἐν ἐξορίᾳ ἕνεκα τῆς δράσεως αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν ἀποκτησάντων τὴν ἰταλικὴν ἰθαγένειαν, οἱ ὁποῖοι καὶ δημόσια ἰταλικὰ ἀξιώματα ἐν τῇ Μητροπόλει ἀπέκτησαν. Εἶμαι ὑπερήφανος ὡς Δωδεκανήσιος, διαβεβαιώνων τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη ἔκτασις ἀντιστάσεως τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἰταλικῆς δουλείας, ὥστε τὰ τρομοκρατικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ πνεῦμα τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ. Ἐλάχιστοι, 3–4 ἐξαιρέσεις, μεταξὺ 300.000 κατοίκων, πρέπει, νομίζω, νὰ στιγμιτισθοῦν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως μετέβη εἰς Δωδεκάνησα ἀντιμετώπισεν αἴτημα τοῦ λαοῦ, ἐν συλλαλητηρίῳ πανδήμῳ, ὅπως αὐτοὶ οἱ δύο — τρεῖς ἄνθρωποι τεθοῦν ἐκτὸς Νόμου. Καὶ ἐδόθη τοιαύτη ὑπόσχεσις ἀπὸ τοῦ ἐξώστου μιᾶς πλατείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, τὸ Σῶμα, τεθέντος τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, νὰ μὴ δεχθῇ τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ζητοῦν οἱ Δωδεκανήσιοι.
§81Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων συνεζητήθησαν ἐνώπιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μαῦρος εἶχε λάβει μέρος καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὸ θέμα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ κατόπιν τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι σύμφωνος, νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρος ἡ παράγραφος αὐτή...
§82Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἔχῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Δὲν πρόκειται νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νομοθεσίας διὰ μίαν παράγραφον. Ἐμὲ μὲ παρέσυρεν ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Δωδεκανήσιος καὶ τὴν ἔθεσα εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτό.
§83Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως σᾶς ἐνθαρρύνει...
§84Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲ ἅπαξ. Εἶναι ἔγγραφον τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, φέρει, διὰ τὴν ἀκρίβειαν, τὴν ὑπογραφὴν «Σακελλαρίου». Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμην νὰ διαγραφῇ ὡς ζήτημα ἀρχῆς, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ συνεδέσαμεν καὶ μὲ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς ἄλλα νομοσχέδια ἐγράφη ὅτι ἐφαρμόζεται ὅλη ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία, πλὴν τῆς ὑπ’ ἀρ. 6 Σ.Π., λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν ἐκεῖ. Διότι ἐὰν ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ, τὸ θέμα τῆς ὑπ’ ἀρ. 6 Σ.Π. δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκρην. Λοιπόν, ὅταν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε, διὰ λόγους ἀρχῆς, νὰ γραφῇ, ἂν γραφῇ, ἐὰν εἶναι κανεὶς ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποκτήσει Ἰταλικὴν ἰθαγένειαν πλήρη. Ὅταν ὅμως ἐγένετο ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πιστεύει ὅτι ὑπάρχει κανεὶς δικηγόρος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπέκτησε τὴν πλήρη ὑπηκοότητα. Λοιπὸν ἐγὼ εἶπον: Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὸ διαγράψῃ, διότι βλέπω ὅτι εἶναι ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ὄχι διὰ τὴν δικαιολογίαν τὴν ὁποίαν λέγει ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ διότι μὲ παρέσυρεν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Μαύρου, ὁ ὁποῖος δὲν φοβεῖται ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος δικηγόρος, καὶ ὅτι ὅλοι οἱ δικηγόροι εἶναι συνήθως ἡγούμενοι τῶν ἀντιστάσεων καὶ δὲν ἐσυνήθισαν νὰ κύπτουν τὴν κεφαλήν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς δύο γνώμας. Ἐγὼ τὴν ἔβαλα εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔτσι μοῦ παρεδόθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία τὸ ἐπεξειργάσθη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἐγὼ νὰ εἴπω ὅτι διαφωνῶ μὲ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ Βουλή, ἀκούουσα ὅλας τὰς γνώμας, καταλήξῃ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ. Πρῶτος καὶ καλλίτερος θὰ τὴν σβύσω καὶ θὰ βάλω καὶ τὴν ὑπογραφήν μου.
§85Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν ἀδυναμίαν: νὰ σέβωμαι βαθύτατα, ἰδιαιτέρως, τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὰς γνώμας τῶν ὑπουργῶν. Καὶ τὴν ἀδυναμίαν μου αὐτὴν τὴν μεταφέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος νὰ ἀναγραφῇ μία διάταξις, θεωρῶ τοῦτο μέγα κεφάλαιον. Οὐδέποτε ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ὑπουργὸς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Λαδᾶ, μοῦ κάμνει τιμὴν ὅταν συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐμοῦ ἰδιαιτέρως, ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἀπολύτως. Βέβαια ὁ κ. Μαῦρος εἶναι ἕνας ἀξιόλογος καὶ ἀξιότιμος κύριος, εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ὁποίου δικαίως ὁ κ. ὑπουργὸς ἔδωσεν ἰδιαιτέραν ἀκρόασιν καὶ ἐμπιστοσύνην—τὸ ἴδιον θὰ ἔπραττον καὶ ἐγὼ — ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα πληροφοριῶν, τὸ ζήτημα εἶναι ἐξαιρετικῶς οὐσιῶδες, δι’ ἐμὲ προσωπικῶς εἶναι Ἐθνικῆς σημασίας, σημασίας ἡ ὁποία ἐξέρχεται τῶν ὁρίων καὶ αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῆς Δωδεκανήσου. Εἶναι μία διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὁλοκλήρου εἶχον σοβαρὰς ἀμφιβολίας καὶ περὶ τῆς νομικῆς ὀρθότητος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τοιαύτης. Καὶ ἀπεφασίσθη παμψηφεί, πλὴν τοῦ κ. Μαύρου καὶ δύο ἐκ τῶν μελῶν, οἱ ὁποῖοι εἶπον εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, ὅτι εἶναι διαγραπτέα ἡ παράγραφος ἀπὸ νομικῆς, ἀπόψεως, διότι εἶναι εὐχερὴς ἡ λογικὴ ἄποψις, ἀποτολμῶ δὲ νὰ τὴν ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀποφεύγω εἰς τὴν Βουλὴν συζητήσεις εἰδικῶν θεμάτων, θεμάτων τ’ ὁποῖα εἶναι μόνον δι’ ὡρισμένους εἰδικοὺς βουλευτάς, νομικοὺς λ.χ. τὸ ζήτημα ὅμως αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν. Μετὰ μακρὰν δουλείαν στυγνὴν ἑνὸς ἀδελφοῦ λαοῦ, ἡ θεία πρόνοια ἔδωσε τὴν μεγάλην χαρὰν εἰς τὸ Κράτος νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σημαία ἡ Ἑλληνικὴ ὑπάρχει ἁγνή, καθαρή, ἄμωμη, μόνον μὲ τὰ δύο της χρώματα, δὲν πρέπει δὲ νὰ πάρῃ χρῶμα διχονοίας, προδοσίας, λαϊκῶν δικαστηρίων, Συντακτικῶν Πράξεων, καὶ ἡ μεγαθυμία καὶ ἡ ἀνωτερότης τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ κατενόησεν αὐτὸ ἀμέσως καὶ συνῄνεσεν εἰς τὴν διαγραφήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ κατενόησεν αὐτὸ καὶ εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει διὰ τὴν ἀστικὴν νομοθεσίαν, λέγει: Εἰσάγονται οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι πάντες, πλὴν τῆς ὑπὸ ἐπιφύλαξιν — μὲ μεγάλα ἐρωτηματικὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος — ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικῆς Πράξεως, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἐπιβολῆς κυρώσεων εἰς τοὺς συνεργασθέντας μὲ τὸν ἐχθρόν. Καὶ δίδει τὴν βεβαίωσιν ὁ κ. Μαῦρος ὅτι δὲν ὑπάρχουν συνεργασθέντες μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν τινάς, συνεπῶς περιορίζεται ὁ κύκλος τῆς ἐφαρμογῆς της εἰς ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν προσώπων. Ἀλλὰ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως πρόκειται περὶ δύο διακεκριμένων δικηγόρων. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένον καὶ εἶναι ἀπολύτως καταληπτὸν αὐτό. Δὲν σημαίνει συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ τὸ ὅτι ἀπέκτησαν τὴν ἰταλικὴν ὑπηκοότητα. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζοῦσαν ἐπὶ 20 χρόνια μὲ τὴν ἰταλικὴν ὑπηκοότητα ὡς Ἕλληνες. (Διαμαρτυρίαι). Ἡ ἰταλικὴ ὑπηκόοτης, καὶ ἐν γένει πᾶσα ὑπηκοότης, εἶναι μία πρᾶξις τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ τὴν μεταχειρισθῇ, νὰ ἀποκτήσῃ μίαν ἰθαγένειαν οἱανδήποτε θέλει, εἶναι πρᾶξις δηλώσεως τοῦ ἀτόμου, ἡ ὁποία οὐδέποτε, εἰς κανὲν κράτος ἐθεωρήθη ἠθικῶς ἐπίψογος ἢ ποινικῶς τιμωρητέα. Ὅταν λέγετε, κύριοι, ὅτι ἀπέκτησαν τὴν ἰταλικὴν ὑπηκοότητα, τοὺς κατηγορεῖτε ὅτι ἀπέκτησαν, ποίαν ὑπηκοότητα; τὴν φασιστικήν; Καὶ ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου θὰ ἠρνοῦντο νὰ ἀποκτήσουν τὴν φασιστικὴν ὑπηκοότητα, τὴν διὰ τῆς βίας ἐπιβαλλομένην;
§86Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§87Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Θράκην τὸ πλεῖστον τοῦ ἐθνικόφρονος πληθυσμοῦ ὑπέστη τὰ πάνδεινα καὶ ὅμως διετήρησε τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα.
§88Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν συμβιβασμὸν εἰς τὴν διατύπωσιν; Ὑποθέτω ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνοῦν, ὅτι τουλάχιστον αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθοῦν δικηγόροι πρέπει νὰ ἔχουν ἐθνικὴν συνείδησιν. Ἠμποροῦμεν ὅλο αὐτὸ νὰ τὸ βγάλωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν: ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον....
§89Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰθαγένεια εἶναι ἰδιότης τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀποβάλῃ. Ἐὰν εἶναι πρᾶξις καλὴ ἢ κακὴ θὰ τὴν κρίνωμεν. Οἱ νόμοι τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ὁ χρόνος καθ’ ὃν ἀπεκτήθη ἡ ἰθαγένεια αὐτή.....
§90Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν ἐπιβάλλομεν ποινάς.
§91Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐκεῖ ἐπιβάλλετε τὰς μεγίστας τῶν ποινῶν, διότι ἐπιβάλλετε εἰς δικηγόρους νὰ μὴ δικηγοροῦν ποτέ, νὰ μὴ ζήσουν ποτέ, νὰ ἐπαιτήσουν, νὰ τοὺς στερήσητε τὸ μέγιστον κεφάλαιον τῆς περιουσίας των καὶ δὲν εἶναι ποινὴ αὐτό; Δηλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι οὐδεμίαν διακοπὴν δέχομαι, παρακαλῶ νὰ μὲ προστατεύσητε ἐναντίον τῶν διακοπῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐξ ἐκείνων ποὺ καταπονοῦν τὴν Βουλήν. Ἔχω δὲ τοιοῦτον σεβασμὸν καὶ ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅτι μετὰ τοιαύτης συστολῆς ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὥστε σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἀπασχολοῦν εἰς τὴν οἰκίαν μου, νὰ τὰς φέρω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ δὲν κάθομαι εἰς τὸ σκαμνὶ διὰ νὰ διακόπτω. Εἶναι δυνατὸν αἱ γνῶμαι μου νὰ εἶναι πεπλανημέναι. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱανδήποτε πρᾶξιν τὴν ὁποίαν πράττομεν, εἰς ἕνα μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπετέλεσε μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, νὰ τὴν κρίνωμεν μὲ τοὺς ἰδικούς μας νόμους. Ἡ Δωδεκάνησος δὲν ἦτο Ἑλληνική, ἔπρεπε συνεπῶς πᾶσα πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν νὰ τιμωρῆται μὲ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ τόπος αὐτός, εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαβε χώραν. Ἡ Δωδεκάνησος δὲν ἦτο τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἡ Δωδεκάνησος ἦτο Ἰταλικὴ ἐπαρχία. Ἐὰν ἔλαβον μίαν ἰθαγένειαν, πρώτου, δευτέρου, τρίτου βαθμοῦ θὰ κριθοῦν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ κατὰ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἐκεῖ. Κατὰ ποῖον τρόπον οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι θὰ κρίνουν τὸν Δωδεκανήσιον, ὁ ὁποῖος πρὸ 4 ἢ 6 ἐτῶν ἔκαμε μίαν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι οἱ Δωδεκανήσιοι τὴν ἐθεώρουν θεμιτήν καὶ ἔννομον; Αὐτό, δι’ ἐμέ, εἶναι ἀκατανόητον. Δεύτερον, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμωμεν αὐτά, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ποινὴ ἄνευ προηγουμένως νὰ ὑπάρχῃ νόμος. Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς νὰ τοῦ εἴπητε τοῦ Δωδεκανησίου, ὁ ὁποῖος ὅταν ἀπέκτησε τὴν ἰθαγένειαν δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἔκαμε πρᾶξιν προδοτικήν, ἀλλὰ ἴσως νὰ εἶχε εἰς τὴν ψυχήν του, ὅτι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς θὰ ὠφέλει καὶ θὰ ὑπηρέτει τὴν πατρίδα του. Πῶς θὰ τοῦ εἴπητε ὅτι σεῖς ἐκάματε τὴν ἐσχάτην προδοσίαν; Κατὰ τίνα τρόπον θὰ τὸ εἴπητε; Αὐτὸ ἀντιτίθεται σαφῶς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, τρίτον, πῶς ἐνῷ λέγετε ὅτι δὲν εἰσάγετε τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν 6ην Σ. Π. περὶ κυρώσεων διὰ συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ—δὲν τὴν εἰσάγομεν καὶ ὀρθῶς δὲν τὴν εἰσάγομεν— ἐν τούτοις ἐδῶ τιμωρεῖτε τὸν συνεργασθέντα μὲ τὸν ἐχθρόν; Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ ὡς δικαιολογίαν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι κάτι τι κατώτερον καὶ ὑποτίμησις τῆς εὐφυΐας καὶ τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἀξίας ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει τοιαύτην λύσιν. Ἠμπορεῖ ἄλλοι νὰ τὴν ὑποστηρίζουν, ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτος. Αὐτοὶ εἶναι μὲ δύο λέξεις οἱ νομικοὶ λόγοι. Ἀλλὰ εἶναι καὶ πολιτικοί. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν μεγάλην ἱστορίαν. Δὲν ἐδοκιμάσαμεν, δὲν ἠσθάνθημεν τὴν χαρὰν μόνον σήμερον διὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Δωδεκανήσου. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε νὰ αἰσθανθῶμεν καὶ ἄλλοτε τὴν χαρὰν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθημεν ὅταν προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία. Ἀλλὰ οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ὅτι ὑπῆρχον Θεσσαλοὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν πλησίον τῶν Τούρκων καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀνάξιοι, διότι συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονέμωμεν τὴν ἐλευθερίαν, νὰ νομίζωμεν τοὺς Δωδεκανησίους ὡς Ἕλληνας ἴσους μὲ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ κάμνωμεν αὐτὸ εἰς ὡρισμένην τάξιν ἐπιστημόνων—εἰς μίαν καὶ μόνον τάξιν ἐπιστημόνων ἀναφέρεται ἡ ἀτιμία αὐτὴ τὴν ὁποίαν προσδίδετε.—Ἐὰν τὸ νομίζετε, ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Δωδεκάνησον ὑπῆρχον προδόται· ἐὰν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχον, θὰ ὑπῆρχον τόσον δικηγόροι, ὅσον καὶ φαρμακοποιοί, ὅσον καὶ ἰατροί, ὅσον καὶ διπλωμάται, ὅσον καὶ καθηγηταὶ κ.τ.λ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσητε αὐτὸ εἰς μίαν ὡρισμένην τάξιν, διὰ δύο ἢ τρεῖς δικηγόρους, διότι αὐτὸ δι’ ἐμέ, ποὺ εἶμαι καλόπιστος ἄνθρωπος, αὐτὸ μὲ ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίαν καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καὶ γνωρίζει ὁ ἀρχηγός, ὁ στρατιωτικὸς τῆς Κρήτης, διότι εἰς τὰ 1914 ἤμουν Εἰσαγγελεὺς μὲ τὴν προσάρτησιν, ὅτε ἀνήγγειλε τὸ εὐχάριστον γεγονός, τί ἔκαμε προηγουμένως; Τὴν ἀμνήστευσιν ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, ἐγκλημάτων ἐκεῖ σοβαρῶν, ἀγρίων, σύμφωνα μὲ τὴν θαρραλεότητα καὶ τὴν ὀρεσίβιον ζωὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποπέσει εἰς τὰ ἀδικήματα καὶ ἡ ἀμνηστία τὰ διέγραψε. Καὶ ἡμεῖς σήμερον θὰ ἔλθωμεν ὄχι νὰ διαγράψωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναγράψωμεν ἀδικήματα καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν στὴν Δωδεκάνησον προδόται, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζαμεν. Ἀλλὰ φαντασθεῖτε τὶ θὰ συμβῇ. Θὰ σᾶς δώσω μίαν μικρὰν εἰκόνα τοῦ τὶ θὰ συμβῇ. Ὁ δικηγόρος, ὁ πρῶτος, ὁ δεύτερος, ὁ τρίτος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ καλύτερον ἐργαζόμενος, θὰ ὑποστῇ τὰς μηνύσεις, ὅτι συνειργάσθη μὲ τὸν ἐχθρὸν διὰ νὰ ἐξοβελισθῇ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα, ἢ ὁ δικηγόρος ὁ ἄλλος ὁ ὁποῖος σκέπτεται, πιθανόν, νὰ πολιτευθῇ, θὰ ὑποστῇ μίαν τορπίλλην ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐδοκιμάσαμεν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐσπιλώσαμε τὴν Ἑλληνικὴν τιμὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ θὰ πᾶμε ὡς χαιρετισμὸν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας; Ὄχι. Ἀλλὰ θὰ πᾶμε μὲ μίαν σημαίαν γαλανόλευκον, σημαίαν εἰλικρινοῦς ἀγάπης, τὴν σημαίαν τὴν Χριστιανικήν, μὲ αὐτὴν θὰ πᾶμε. Οὐδέποτε εἶναι παραδεκτὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἐν μέσῳ τῆς συγκινήσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχεται, νὰ λέγεται ὅτι τὸ Ἐφετεῖον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ εἰς Δωδεκάνησα καὶ νὰ γίνῃ εἰς Σάμον. (Χειροκροτήματα).
§92Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). «Τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ (ἀναγινώσκει)...» δηλαδὴ τὸ Ἐφετεῖον θὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἔχῃ ἐθνικὴν συνείδησιν. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι κάτι τι πρέπει νὰ τεθῇ, αὐτὸ τουλάχιστον ὅτι ἔχουν ἐθνικὴν συνείδησιν.
§93Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ὑπάρχουν καὶ ὀθωμανοὶ δικηγόροι εἰς τὴν Ρόδον; Ἐὰν εἶναι ἕνας δικηγόρος τοῦρκος τί θὰ γίνῃ μὲ αὐτόν;
§94Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπιτρέψατε νὰ κάνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Θεοφανόπουλον, ἐὰν ὑπάρχουν καὶ κομμουνισταὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτοὺς θὰ τοὺς συναγνωρίσωμεν καὶ θὰ τοὺς ἐπιτρέψωμεν νὰ δικηγοροῦν εἰς τὴν Δωδεκάνησον;
§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§96Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ «ἐθνικὴ συμπεριφορὰ» εἶναι μία φράσις εὐρυτάτη. Δὲν συμπεριλαμβάνει μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν μετὰ τῶν Ἰταλῶν, ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει νομίζω καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι βάλλουν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ὁλόκληρος νομίζω, ὅτι θὰ μείνῃ ἕνα κενὸν καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον τὸν δικηγορικὸν στίβον ἐλεύθερον, τουλάχιστον ἀπὸ τοὺς κομμουνιστάς. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις ὅπως τὴν ἐδέχθη ὁ κ. ὑπουργός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύξατε συμφωνῶ μαζύ σας, ἀλλὰ ἐννοῶ νὰ μὴ παραμείνουν δικηγόροι κομμουνισταὶ διὰ νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐπάγγελμα εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ τὸ ἔδαφος νὰ τὸ παραδώσωμεν παρθένον εἰς τὸν δικηγορικὸν στίβον. Ἐπειδὴ ἐδῶ δὲν κατέστη δυνατόν, διὰ λόγους ποὺ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ δικηγορικὸν σῶμα ἀπὸ τὴν μάστιγα τῶν κομμουνιστῶν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ συμβῇ τὸ ἴδιο εἰς τὴν Δωδεκάνησον, δὲν σημαίνει ὅτι μεταβαίνοντες ἐκεῖ μὲ τὴν γαλανόλευκον εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταφέρωμεν καὶ τὸ μίασμα τοῦ κομμουνισμοῦ· ἐὰν ὑπάρχουν τέτοιοι δικηγόροι θὰ πρέπῃ νὰ ληφθῇ μία μέριμνα. Ἐπιτρέψατέ μου ἀκόμη νὰ κάμω καὶ μερικὰς γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου... Διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου πᾶσαι αἱ διατάξεις τῆς περὶ Δικηγόρων νομοθεσίας εἰσάγονται εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ὁ κ. ὑπουργὸς κάμνει μίαν διάκρισιν ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τούτων δὲν εἰσάγεται καὶ ἡ νομοθεσία περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν.
§97Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ἔκαμεν ὁ δικηγορικὸς Σύλλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν.
§98Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατόπιν τῆς δηλώσεως ὅτι δι’ αὐτοτελοῦς νομοσχεδίου θὰ εἰσαχθῇ καὶ ἡ νομοθεσία περὶ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν, ἡ διάταξις τῆς 1ης παραγράφου ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσάγεται ἡ Ἑλληνικὴ περί δικηγόρων νομοθεσία εἰς τὴν Δωδεκάνησον, συνεχίζει ἡ διάταξις «Διὰ Β.Δ. ὁρισθήσεται... (ἀναγινώσκει) Κύριοι συνάδελφοι κατὰ τὸ ἄρθρον 179 τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων «οἱ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ..... .....» (Ἀναγινώσκει)
§99Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶσθε ἐδῶ κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου, ὁπότε εἶπον ὅτι θὰ γίνῃ διὰ διατάγματος κατὰ παρέκκλισιν, διότι πρέπει νὰ καθορισθοῦν...
§100Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 179 ἅπαντες οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ λειτούργημα εἰς μίαν περιφέρειαν Πρωτοδικείου ἀποτελοῦν ὑποχρεωτικῶς μέλη τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου, οἱ δὲ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἀποτελοῦν νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ συγκροτήσεως καὶ ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι ἀφ’ ἧς εἰσαχθῇ ὁ κῶδιξ, ἡ συγκρότησις τῶν Δικηγορικῶν συλλόγων, ἐπιτρέπεται αὐτοδικαίως. Ὁ κ. ὑπουργός, νομίζω, ὅτι θὰ εἶχεν ἐν νῷ τὴν συγκρότησιν τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων; ἀλλὰ ἄλλο συγκρότησις καὶ λειτουργία τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ ἄλλο συγκρότησις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου. Διότι ὁ κ. ὑπουργός, κατ’ ἀτυχῆ, ἐπαναλαμβάνω, ἔκφρασιν, συνεχίζει ὅτι «θὰ καθορισθῇ ἡ χρονικὴ περίοδος τῆς λειτουργίας τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου». Δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο. Ἀφ’ ἧς εἰσάγετε τὴν δικηγορικὴν νομοθεσίαν εἰς τὴν Δωδεκάνησον ὑφίστανται καὶ εἶναι συγκεκροτημένοι οἱ Δικηγορικοὶ σύλλογοι καὶ ἀπομένει ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 202 συγκρότησις τῶν πρώτων Διοικητικῶν Συμβουλίων. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν θέλετε νὰ εἶσθε ἐν νομικῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἀκριβολογίᾳ, θὰ πρέπῃ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «τὰ δὲ περὶ χρονικῆς διαρκείας ἔχουσι τὴν ἔννοιαν τῆς διαρκείας τοῦ πρώτου Συμβουλίου» διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 202 ἡ θητεία εἶναι τριετής. Ἐδῶ βεβαίως νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον Διοικητικὸν Συμβούλιον θὰ ἔχῃ θητείαν ὀλιγωτέραν. Ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 νὰ ὁρισθῇ ὡς ἑξῆς: «Διὰ Β.Δ. ὁρισθήσεται ὁ χρόνος καὶ ὁ τρόπος τῆς συγκροτήσεως» διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως θὰ πρέπῃ νὰ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 202 τοῦ κώδικος. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι 9 εἶναι ὅλοι–ὅλοι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Ρόδον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ πρέπῃ ἡ συγκρότησις τοῦ πρώτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Δικηγορικῶν συλλόγων εἰς Δωδεκάνησον νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκλογήν, ἀλλ’ ὅτι θὰ πρέπῃ, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν, θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ διορισμὸς τῶν μελῶν του ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις. Ἑπομένως προτείνω ὅπως ἡ βʹ περίοδος τοῦ ἄρθρου 1ου ὁρισθῇ ὡς ἑξῆς:......(Ἀναγινώσκει)...... Περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν αʹ παράγραφον λέγει «Οἱ ἤδη νομίμως ἀσκοῦντες.............» Δεδομένου ὅτι ἱδρύονται 10 Εἰρηνοδικεῖα καὶ ἡ παράγραφος αὐτὴ ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταστάσεως εἰς τὴν ἕδραν τῶν Πρωτοδικείων, νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ἀντὶ «Πρωτοδικείων» νὰ τεθῇ «Δικαστηρίων».
§101Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διορίζονται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ πηγαίνουν εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα.
§102Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν μὲ ἠκούσατε. Λέτε ἐδῶ ὅτι «παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις, εἰς τὴν ἕδραν τῶν ὁποίων εἶναι ἐγκατεστημένοι». Ἑπομένως εἰς τὴν ἕδραν τῶν Πρωτοδικείων δύνανται νὰ ἀσκοῦν τὸ λειτούργημα, ὅσοι εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἑπομένως εἰς περίπτωσιν δικηγόρου ἐγκατεστημένου ὄχι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλὰ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συναχθῇ τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα. Διατὶ νὰ μὴ τὸ βάλετε «παρὰ τοῖς δικαστηρίοις»; Σᾶς βλάπτει τοῦτο;
§103Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς λέγω ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἐπέρασεν ἀπὸ πάρα πολλὰ μάτια. Λέμε: παρὰ Πρωτοδίκαις θὰ ἠμποροῦν νὰ ἀσκοῦν τὸ λειτούργημα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀσκοῦν τοῦτο. Πρόκειται περὶ τῶν δικολάβων.
§104Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. ὑπουργέ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν. «Οἱ ἤδη νομίμως ἀσκοῦντες τὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις εἰς τὴν ἕδραν τῶν ὁποίων εἶναι ἐγκατεστημένοι». Ἑπομένως αὔριον θὰ μοῦ εἴπῃ ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν: Κύριε εἶσαι ἐγκατεστημένος εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου; Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀσκήσῃς τὸ λειτούργημα.
§105Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὰ βέβαια δὲν μπορεῖς νὰ ἀσκήσῃς τὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου. Δὲν ἠμπορεῖ ἕνας ποὺ εἶναι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον νὰ πεταχθῇ ἀμέσως εἰς τὸ Ἐφετεῖον.
§106Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον νὰ ἀσκῇ τὴν δικηγορίαν.
§107Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ λέγω τὸ ἀνάποδον: Ὅποιος εἶναι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον ἠμπορῇ νὰ εἶναι καὶ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Ἐὰν εἶσαι διωρισμένος εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἠμπορεῖς νὰ πᾷς καὶ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον· Ἄν ὅμως εἶσαι διωρισμένος εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ πᾷς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον.
§108Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἷς δικηγόρος σήμερον εἶναι ἐγκατεστημένος εἰς τὴν Ἄνδρον καὶ εἶναι διωρισμένος εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ἐρωτῶ: σύμφωνα μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως, δύναται νὰ ἀσκῇ τὸ ἐπάγγελμά του παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἐδέχθη ὁ κ. ὑπουργός.
§110Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶχον νὰ κάμω μίαν σοβαρὰν παρατήρησιν, κύριε ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον λέγει. (Ἀναγινώσκει)............. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι πρῶτον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἱδρύονται τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐν Δωδεκανήσῳ, ὀρθῶς, καὶ ἱδρύεται καὶ δεύτερον Πρωτοδικεῖον. Θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ὑπάρχουν μόνον 9 δικηγόροι εἰς ὅλην τὴν Δωδεκάνησον καὶ δὴ εἰς τὴν Ρόδον. Θὰ πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὴν Δωδεκάνησον εἰσάγεται ἅπασα ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία, ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ δικονομία, ὅλη ἡ νομοθεσία, πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ 9 δικηγόροι, οἱ ὑπάρχοντες ἐκεῖ εἶναι ἐντελῶς ξένοι. Ὑπάρχουν καὶ Εἰρηνοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς δικηγόρος. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἑξῆς διαδικασία: Θὰ συνεχίσουν νὰ ἀσκοῦν τὸ λειτούργημα οἱ δικηγόροι, θὰ γίνῃ ὅλη ἡ διαδικασία τοῦ ἐπαναδιορισμοῦ, καὶ μετά, ἀφ’ οὗ συγκροτηθοῦν τὰ πρῶτα συμβούλια, τότε καὶ μόνον θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν θὰ ἐπιτρέψῃ διορισμούς. Θὰ ἐπακολουθήσῃ ἕνα χρονικὸν διάστημα 8–10 μηνῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχουν δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ διαφωτίσουν καὶ θὰ βοηθήσουν τοὺς διαδίκους. Τοῦτο θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐξαιρετικῶς ἐπιζήμιον καὶ ἐπιβλαβὲς διὰ τὸ κῦρος τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Θὰ ἐπρότεινον λοιπόν, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι, ἐὰν δὲν δεχθῇ τὸν ἄμεσον διορισμόν, νὰ δεχθῇ τὴν μετάθεσιν, τοὐλάχιστον τῶν ἐκ Δωδεκανήσου καταγομένων δικηγόρων, καὶ ὄχι μόνον νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἐπιτάξῃ νὰ πᾶνε ἐκεῖ διὰ νὰ διδάξουν τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, διὰ νὰ καθοδηγήσουν τὸν κόσμον. Ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, εἴμεθα τυφλοὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Ἀστικὸν Κώδικα, πῶς θέλετε οἱ πολῖται ἐκεῖ νὰ ὑπερασπίσουν τὸ δίκαιόν των; Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ κάμῃ μίαν ἐξαίρεσιν, ἐπιβεβλημένην διὰ τοὺς ἐν Δωδεκανήσῳ δικηγόρους.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἶναι διωρισμένος νομίμως εἷς δικηγόρος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατεθῇ ἐκεῖ;
§112Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπαγορεύει ὁ κ. ὑπουργός. Θὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην γενικὴν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ λέγει τὰ ἑξῆς: Πρῶτον «ὅτι ὁ διορισμὸς..... (ἀναγινώσκει)..... ἀπαιτεῖται δὲ νέος διορισμὸς διὰ τοὺς ἤδη ἀσκοῦντας τὸ λειτούργημα». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐλλιπὴς κατὰ τοῦτο, ὅτι: δὲν ὁρίζει καὶ πρέπει νὰ ὁρίζῃ, ὅτι ὁ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος διορισμὸς λογίζεται γενόμενος ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ἤσκησε τὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου.
§113Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Ὁ χρόνος τῆς προηγουμένης ἐν τοῖς δικαστηρίοις (ἀναγινώσκει)..........».
§114Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα παρατήρησις: Λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, ἐρευνᾷ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐὰν οἱ αἰτοῦντες εἶχον διορισθῇ συμφώνως πρὸς τὰς ἰσχυούσας, κατὰ τὸν χρόνον τοῦ διορισμοῦ των διατάξεις. Ἐρωτᾶται, αὐτὴ ἡ ἔρευνα τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ τὸ Ἐφετεῖον, μέχρι τίνος σημείου θὰ ἐπεκταθῇ, δηλαδὴ τὸ Ἐφετεῖον θὰ κρίνῃ, ἐὰν ὁ ἀσκῶν τὸ λειτούργημα ἐν Δωδεκανήσῳ ἔχει διορισθῆ; Θὰ κρίνῃ τὸ τύποις νόμιμον τοῦ διορισμοῦ ἢ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν δηλαδὴ θὰ ἐξετάσῃ τὸ Ἐφετεῖον, ἐὰν εἷς δικηγόρος ἐν Δωδεκανήσῳ ἔχει διορισθῆ σύμφωνα μὲ τὸ Ἰταλικὸν Δίκαιον, ἐὰν ὁ διορισμός του, ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ;
§115Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης) Βέβαια.
§116Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέμενον ὅτι εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν ἡ διάταξις, ἐγὼ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει προκειμένου καὶ περὶ ἀποφάσεων ἀλλοδαπῶν δικαστηρίων, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ παραβολή. Θὰ ἐξετάσῃ δηλαδὴ τοὺς τύπους ἔχει διορισθῆ νομίμως, ἂν ἡ Ἰταλικὴ Διοίκησις εἶχε διορίσῃ αὐτὸν δικηγόρον, σύμφωνα μὲ τοὺς τύπους, τοὺς προβλεπομένους ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς νομοθεσίας. Ἐὰν ἀσκήσῃ τις τὸ δικηγορικὸν λειτούργημα ἐπὶ 25ετίαν, δὲν δύνασθε σήμερον νὰ τοῦ εἴπητε ὅτι κακῶς εἶχες διορισθῆ δικηγόρος, διότι σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον α καὶ β τοῦ τάδε Ἰταλικοῦ Κώδικος ἀρκεῖ ὅτι ἔχει διορισθῆ οὗτος, καὶ ἡ ἔρευνα τοῦ Ἐφετείου εἰς τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῇ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω: Τὸ σημεῖον τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ διευκρινισθῇ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄρτιον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου.
§117Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ὅσοι παρηκολουθήσαμεν τὰ Δικαστήρια τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἰδίως τῆς Θράκης τῆς Ἀνατολικῆς, κάποτε καὶ ἤδη τῆς Δυτικῆς, διεπιστώσαμεν μετὰ λύπης, ὅτι αἱ διάφοροι νομοθεσίαι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Τουρκικὴ προηγουμένως, εἶχον δώσει τὴν ὀνομασίαν τοῦ δικηγόρου εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον διπλώματα Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου. Νομίζετε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Διότι ὅπως γνωρίζουν, ὡς γνωρίζουν ὅσοι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, κατάγονται ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν, ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἠδύνατο νὰ δικηγορήσῃ, εἴτε εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἴτε εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, εἴτε εἰς τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Δικαστήρια, πᾶς ὅστις ἐγνώριζεν ἀνάγνωσιν, γραφὴν καὶ ἐγνώριζε τὸ Κοράνιον, ἀσχέτως ἐὰν εἶχεν ἢ οὔ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς. Αὐτοὶ ἐλέγοντο «νταβὰ βεκιλίδες» δηλ. ἑλληνιστὶ οἱ «ἀναλαμβάνοντες τὰς δίκας». Ἦλθεν ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον σκοπιμότητος καὶ ἐθεώρησεν ὅλους αὐτοὺς δικηγόρους καὶ παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς γεγονός; Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μὲ τὴν Νομικὴν Ἐπιστήμην, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον νὰ συντάξουν μίαν ἀγωγήν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρουν νὰ ἀναγνώσουν οὔτε 5 λέξεις, εἶναι δικηγόροι ὄχι παρὰ Πρωτοδικείῳ, ὄχι παρ’ Εἰρηνοδικείῳ, ἀλλὰ καὶ παρ’ Ἐφετείῳ ἀκόμη, διότι συμφώνως τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ, ἐφ’ ὅσον ἔχουν 5ετῆ ὑπηρεσίαν, προάγονται.
§118Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Καὶ τί θὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἕως χθὲς ἤσκουν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα;
§119Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλωμεν, κύριε Μαῦρε, νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἵσταται εἰς τὸ ὕψος του πρέπει, ὅταν παίρνωμεν νέα μέρη νὰ τοποθετῶμεν εἰς αὐτὰ ἐκείνους, ποὺ πραγματικῶς, εὐπρεπῶς καὶ τιμίως ἤσκησαν τὸ ἐπάγγελμα αὐτό.
§120Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐφόσον ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὸν ἰταλικὸν κώδικα, θὰ ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμόσουν καὶ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν.
§121Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ὅλοι δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵστανται. Δι’ αὐτὸ ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν φράσιν «... οἱ ἤδη ἀσκοῦντες νομίμως τὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου...» νὰ τεθῇ «... καὶ ἔχοντες πάντες διπλώματα Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου». Αὐτὸ νὰ τεθῇ.
§122Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ βάλωμεν τὸ πόσοι ἔχουν διπλώματα, διότι τὰ 9)10 αὐτῶν τῶν δικηγόρων, θὰ ἔμεναν ἔξω.
§123Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ παρ’ Ἐφετείῳ, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην.
§124Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ ἔχομεν δικολάβους εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Πῶς νὰ μὴ ἔχωμεν ἐκεῖ; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐφετεῖον, ἡ παρατήρησίς σας εἶναι λογική, ἀλλὰ προστατεύεται αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, διὰ νὰ διορίσῃ, πλὴν τοῦ ἀπαιτουμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἀπαιτεῖ συγχρόνως νὰ ἔχῃ πραγματικῶς ἀσκήσει καὶ εὐδοκίμως τὸ λειτούργημα. Δηλαδὴ ἐὰν δὲν εἶναι δικηγόρος καὶ δὲν ἔχει ἀσκήσει τὸ ἐπάγγελμα εὐδοκίμως δὲν τὸν διορίζει.
§125Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μαῦρος εἴμεθα Ἐφέται εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν, τότε θὰ ἐλέγομεν «αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει 10 χρόνια ποὺ εἶναι δικηγόρος; ἂς τὸν ἀφήσωμεν δικηγόρον», ἐνῷ ἐὰν βάλωμεν διάταξιν ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἔχῃ δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, τὸ Ἐφετεῖον δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ σχεδὸν ὅλους. Κύριε Μαῦρε, δικηγορεῖτε εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ὄχι εἰς τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἰδῆτε τὶ κακὸν δημιουργοῦν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δικηγόροι, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν δικαιοσύνην.
§126Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐκλείψῃ μετὰ πάροδον ἐτῶν, ὅταν θὰ ἐκλείψουν καὶ αὐτοί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ τοὺς ἀφαιρέσωμεν τὸ ἐπάγγελμά των.
§127Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησίν μου, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ διορίζωνται παρὰ μόνον εἰς Εἰρηνοδικεῖα καὶ ὄχι εἰς ἄλλα ἀνώτερα δικαστήρια. Ἄλλην παρατήρησιν, κύριε ὑπουργέ, ἔχω εἰς τὸ ἄρθρον 2. Νὰ τεθῇ: «Δὲν διορίζονται δικηγόροι οἱ ἐπιδείξαντες ἀνάρμοστον Ἐθνικὴν συμπεριφορὰν μέχρι σήμερον, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν». Καὶ ἂς κρίνῃ τὸ Συμβούλιον βάσει τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἐὰν ὁ α ἢ ὁ β ἔδειξεν ἀνάρμοστον συμπεριφοράν.
§128Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ νὰ γράψωμεν: «Οἱ ἐπιδείξαντες ἀνάρμοστον Ἐθνικὴν συμπεριφοράν».
§129Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐπιφέρῃ ἰσόβιον ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν 20 χρόνια εἰς αὐτό.
§130Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη σας, κύριε Πρόεδρε, δι’ ἡμᾶς εἶναι σεβαστή, ἀλλὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὶ ἐγένετο κατὰ τὴν κατοχὴν εἰς τὴν Θράκην. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν λευκὴν Ἐθνικὴν συνείδησιν, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀσκοῦν δημόσιον λειτούργημα, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν.
§131Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα;
§132Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ λέγω αὐτό. Ἐφ’ ὅσον ἐφαρμόζομεν νέους νόμους ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν κατάστασιν.
§133Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἀναξιοπρέπειαν Ἐθνικὴν εὑρίσκομεν εἰς ὅλας τὰς περιφερείας τῆς Ἑλλάδος.
§134Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὰ Συμβούλια τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων ἔκαμαν τὸ καθῆκον των, διότι ὑπάρχει ρητὴ διάταξις εἰς τὸν κώδικα περὶ δικηγόρων καὶ ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς ἐκκαθαρίσωμεν.
§135Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Καὶ οἱ ἰατροὶ ἀσκοῦν Δημόσιον λειτούργημα. Ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ τεθοῦν ὑπὸ ἔλεγχον καθὼς καὶ οἱ Δικηγόροι καὶ οἱ Μηχανικοί.
§136Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. (πρὸς τὸν κ. Διακουμόπουλον) Ὁμιλεῖτε διὰ νὰ ὁμιλήσετε κύριε συνάδελφε, ἢ προτείνετε τροπολογίας;
§137Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τροπολογίας.
§138Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τότε διατυπώσατέ τας.
§139Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρώτην τὴν ἐδέχθη ὁ κ. ὑπουργός. Τὴν ἄλλην θὰ τὴν δώσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριε ὑπουργέ, εἶναι ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος. Διὰ τὴν μὴ μετάθεσιν τῶν Δικηγόρων.
§140Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ζητοῦν καὶ οἱ ἐδῶ Δικηγόροι καὶ οἱ ἐκεῖ Δικηγόροι, νὰ μὴ γίνῃ ὅ,τι ἔγινε καὶ..............
§141Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω τί ἔγινε.
§142Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἠξεύρετε πολὺ καλά. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ ἴδια παθήματα. Τὸ πρακτικώτερον εἶναι νὰ περιμένωμεν μέχρι συγκροτήσεως τῶν Δικηγορικῶν συλλόγων. Δύο μῆνες εἶναι.
§143Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος καὶ ὁ κ. Μαῦρος θὰ τὸ ἠξεύρῃ καλῶς. Γνωρίζετε πόσοι Δικηγόροι εἶναι εἰς τὰ Δωδεκάνησα; 9 μόνον.
§144Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Διότι δὲν ὑπάρχουν ὑποθέσεις. Θὰ ὑπάρξουν ἀνάγκαι βραδύτερον.
§145Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κάμωμεν 3 Ἐφετεῖα καὶ 7 στρατοδικεῖα, ποὺ θὰ εὑρεθοῦν αὐτοὶ οἱ δικηγόροι νὰ ἀνταπεξέλθουν εἰς τὴν ἐργασίαν;
§146Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης) Ἐδῶ μὲ ἔχουν τρελλάνει ἀπὸ τηλεγραφήματα καὶ ὑπομνήματα διὰ νὰ πάῃ εἰς τὴν Ρόδον ἕνας εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀλεξιπτωτιστής· διωρίσθη εἰς τὰ Γρεβενὰ καὶ προσπαθῶ νὰ τὸν στείλω ἐκεῖ. Κυριολεκτικῶς μὲ ἔχουν τρελλάνει ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι μόνον 9 οἱ δικηγόροι τῆς Δωδεκανήσου, ἀλλὰ εἶναι περισσότεροι. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι δι’ αὐτὸ εἴπομεν μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, οἱ δὲ δικηγορικοὶ σύλλογοι θὰ συγκροτηθοῦν διὰ τοῦ διατάγματος, θὰ κάμωμεν τὴν ἀπογραφήν μας καὶ ὕστερα θὰ φθάσουν ἐκεῖ οἱ διάφοροι δικηγόροι.
§147Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δικηγόροι εἶναι 9 εἰς ὅλην τὴν Δωδεκάνησον. Πῶς λοιπὸν θὰ κρίνητε ὑποθέσεις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλύμνου, ὅπου δὲν ὑπάρχει κανεὶς δικηγόρος; Δι’ αὐτὸ σᾶς παρεκάλεσα νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου.
§148Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνεζητήθη καὶ εἰς τὴν Δωδεκάνησον.
§149Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι δικηγόροι οὕτως ἢ ἄλλως θὰ πᾶνε.
§150Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Κἄποιος ποὺ δὲν θέλει νὰ πάῃ εἶναι ποὺ ἀγωνίζεται νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§152Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνον ἐνδιαφέρον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἡ τελευταία περικοπὴ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ 2ου ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ δικηγορεῖν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ὑπηρέτησαν εἰς τὸ ἐχθρικὸν στράτευμα ἢ ἀπέκτησαν ἀλλοδαπὴν ὑπηκοότητα. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι παρέμειναν διὰ μέσου πέντε αἰώνων Ἕλληνες, ὅπως ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὸν Βασιλέα των Νηλέα, μετέχοντες μετὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων εἰς τὴν ἐκστρατείαν κατὰ τῆς Τροίας, διὰ νὰ καταπολεμήσουν τοὺς πειρατάς, οἱ ὁποῖοι παρηνώχλουν τοὺς Ροδίους. Ἀφορμή, βεβαίως, ὑπῆρξεν ἡ ὡραία Ἑλένη, πραγματικῶς ὅμως λόγος ἦτο ἡ ἑλληνικὴ ἀλληλεγγύη. Ἐὰν τώρα κατὰ τὸ παρελθὸν τινὲς ἐξ αὐτῶν προσεμειδίασαν πρὸς οἱονδήποτε κατακτητήν, πρὸς τοὺς Τούρκους ἢ πρὸς ἄλλον τινά, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι αὐτοὶ πράγματι ἠρνήθησαν τὴν ἑλληνικὴν καταγωγήν των ἢ τὰ ἑλληνικά των αἰσθήματα. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐθνομάρτυρες θυσιασθέντες διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀποκατάστασιν τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ κατακτητοῦ. Τὸ παράδειγμα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Εʹ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ μεγαλύτερος ἥρως καὶ ὁ ὁποῖος καὶ ἐπιτίμιον ἐξέδωκε κατὰ τῶν ἡρώων τῆς Ἐπαναστάσεως. Θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀναφέρῃ πολλὰ παραδείγματα πατριωτῶν ὑποκριθέντων τὸν φίλον εἰς τὸν ἐχθρὸν σκοπίμως. Καί, ἀσφαλῶς, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς τώρα θέλομεν νὰ στιγματίσωμεν ἰσοβίως, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ θυσιάσουν καὶ τὴν ζωήν των ἀκόμη χάριν τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι ἔγινεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν, εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἀνήκει τὸ μέλλον. Ἡμεῖς ἔχομεν μεγάλην ἀποστολὴν ἀνὰ τὴν Μεσόγειον, ἴσως καὶ πέραν τῶν ὁρίων αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα, κατὰ τὴν πρώτην αὐτὴν ἐμφάνισίν μας εἰς τὰ ἑλληνικὰ Δωδεκάνησα νὰ φανῶμεν μικρόφρονες καὶ μικροπράγμονες. Πρέπει νὰ ἐπιδείξωμεν ἀνωτέραν σκέψιν καὶ ἀνώτερον πολιτισμόν. Θὰ εἴμεθα πολὺ καλύτεροι τῆς ἀποστολῆς μας, ἐὰν ἐπιμείνωμεν νὰ ἀνεύρωμεν καὶ νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς τυχὸν προσεγγίσαντας τὸν κατακτητήν, κατὰ τὰ ἔτη, τὰ πολλὰ ἔτη τῆς κατακτήσεως. Καὶ ἐὰν ὑπάρχουν τοιοῦτοι, ἡμεῖς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ὁλότης σχεδὸν τῶν Δωδεκανησίων παρέμεινεν ἀκλόνητος εἰς τὸν ἐθνισμόν της, νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς guarda e passa. Λαός, ὅπως ἡμεῖς, φιλοδοξῶν νὰ διαδραματίσῃ ἐκπολιτιστικὸν ρόλον εἰς τὸν Μεσόγειον, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ σκέπτεται, καὶ οὕτω πράττοντες καὶ τοὺς ἰταλοὺς ἀκόμη θὰ κάμωμεν ἕλληνας πολίτας.
§153Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς ἐκάμαμεν εἰς τὰς Πάτρας.
§154Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταχρασθέντες τῆς καλωσύνης μας καὶ τῆς μεγαλοφροσύνης μας, συνετρίβησαν. Τοὺς ἐγκληματίσαντας κατὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ τοὺς δεχθῶμεν, βεβαίως. Τοὺς νομιμόφρονας ὅμως, δὲν θὰ ἔχωμεν δυσχέρειαν ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ μας νὰ τιμήσωμεν διὰ τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος.
§155Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Ἂς μὴ λησμονηθῇ ὅμως, ὅτι ἐδῶ μὲ 4 χρόνια κατοχὴν παρουσιάσθη ἕνας μεγάλος ἀριθμός, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἐχθρῶν μας. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς εἰς αὐτούς, ποὺ ἔκαμαν πολλὰ χρόνια εἰς τὴν σκλαβιά. Ἐὰν ἐπιμένω νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ 2ου ἄρθρου, αὐτὸ τὸ πράττω, προσβλέπων πρὸς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας ἐκεῖ καὶ χάριν τῆς πρώτης ἐντυπώσεως. Δὰ ἠδυνάμην νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς καὶ τὸν ὅρον τῆς πρό τινων ἡμερῶν ὑπογραφείσης συνθήκης, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαγορεύεται δίωξις Δωδεκανησίων διὰ τοιαῦτα ἀδικήματα. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔλαβον καθόλου ὑπ’ ὄψει μου. Ὑπ’ ὄψει πρέπει μόνον νὰ ἔχωμεν ὅσα εἶπον καὶ τὸ ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι πιστεύουν ὅτι ἡμεῖς, καὶ δικαίως, εἴμεθα ἀπείρως ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς αὐθέντας των καὶ πανηγυρίζουν τὴν μεθ’ ἡμῶν ἕνωσίν των. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν πίστιν αὐτὴν τῶν Δωδεκανησίων καὶ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι σκοπός μας δὲν εἶναι ἡ ἀνεύρεσις τῶν συνεργασθέντων κατὰ τὸν χρόνον τῆς δυστυχίας των μετὰ τοῦ κατακτητοῦ, ἀλλὰ ἡ εὐημερία ὅλων ἀνεξαιρέτως. (Χειροκροτήματα).
§156Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι ὅτι δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ ἡ Βουλὴ τὴν μέθοδον ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὸ σχέδιον διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς περὶ δικηγόρων νομοθεσίας. Ἡ μέθοδος εἶναι ἡ ἑξῆς. Πρῶτον ὅσοι δικηγόροι ἐξασκοῦν τὸ ἐπάγγελμά τους, αὐτοὶ θὰ ἐξακολουθήσουν προσωρινῶς νὰ τὸ ἐξασκῶσιν, εἰς τὴν Ρόδον καὶ τὴν αὐτὴν περιφέρειαν διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία σοβαρὰ ἀνωμαλία. Δεύτερον δίδεται μία προθεσμία τριῶν μηνῶν ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν θὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτούς. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος ποὺ γίνεται αὐτό; Θὰ διορισθοῦν διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κριθοῦν διοριστέοι ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω προϋπόθεσιν. Ἔτσι ἐπιδιώκεται τὸ ἑξῆς: πρῶτον θὰ κάνωμεν μητρῷα δικηγόρων, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἀγωνιζόμεθα καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα νὰ κάμωμεν καὶ δὲν ἠμπορέσαμεν. Αὐτὰ νὰ γίνουν βάσει τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων καὶ τοῦ διορισμοῦ. Δεύτερον θὰ κάνωμεν μίαν ἐκκαθάρισιν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ ἀναλάβουν τὸ ἐπάγγελμα ἐνῷ ταυτοχρόνως δὲν θὰ ἀποστερήσωμεν τούτου, συμφώνως ἄλλως τε καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης, ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν βαρύνονται μὲ τί τὸ συγκεκριμένον. Διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ὁρίζομεν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ συγκρότησις τῆς διοικήσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν δικηγορικῶν συλλόγων. Δι’ αὐτὸ εἰς παρατήρησιν τοῦ συναδέλφου κ. Ἀλετρᾶ, εἶπα ὅτι διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν μέθοδον αὐτοῦ. Ὅταν θὰ γίνουν ὅλα αὐτά, τότε θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἴδωμεν πόσοι δικηγόροι εἶναι ἐδῶ καὶ πόσοι ἐκεῖ καὶ θὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῶν δικηγορικῶν συλλόγων. Διότι τότε ἠμπορεῖ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετοὶ οἱ δικηγόροι καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκροτηθῇ δικηγορικὸς σύλλογος. Ἡ συγκρότησις τῶν δικηγορικῶν συλλόγων συμπίπτει μὲ τὴν πάροδον τῆς τριμηνίας. Ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ διορίζωνται δικηγόροι, διότι ἐὰν γίνῃ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ τότε τί θὰ γίνῃ. Διὰ νὰ μετατεθοῦν δικηγόροι χρειάζεται γνωμοδότησις τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀποχωροῦν καὶ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου εἰς τὸν ὁποῖον πηγαίνουν, ὅτι εἶναι καλὸς ὁ μετατιθέμενος. Αὐτὸ ἐφαρμόζεται παγίως αὐτὴ εἶναι ἡ κειμένη νομοθεσία. Ἀφοῦ λοιπὸν κατὰ τὴν μέθοδον τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὸ διανῦσαν διάστημα δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν δικηγορικοὺς συλλόγους, διότι ἔπρεπε νὰ κάνωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν μεταθέσεις, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄριστοι οἱ μετατιθέμενοι, ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἔχουν μίασμα κ.λ.π. ἀπὸ τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν μακρὰν τὰ νέα μέρη. Μάλιστα ἐγὼ εἶχα εἰπῆ, ἀντὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ ἀπεκρούσθην ἀπὸ τὰ μέλη καὶ τὸν Δικηγορικὸν σύλλογον, εἶχα εἰπῆ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ φύγῃ κανεὶς νὰ πάῃ ἐκεῖ διὰ νὰ ἔχωμεν κάποιαν ἐγγύησιν τῶν μεταθέσεων. Ἀλλὰ ὀρθῶς μοῦ εἶπεν ὅτι: κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν δὲν ἀρκεῖ νὰ θέλῃ νὰ τὸν ξεφορτωθῇ ὁ σύλλογος, πρέπει νὰ θέλῃ καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος τοῦ Πρωτοδικείου ὅπου εἶναι. Καὶ ἔτσι ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία λήγει μὲ τὴν γνωμοδότησιν τῶν δύο δικηγορικῶν συλλόγων. Ἡ μόνη παρατήρησις ἡ ὁποία ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μὲ κάνει προσεκτικόν, εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Διακουμοπούλου ποὺ εἶπεν, ὅτι καλὸν εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἔδειξαν διαγωγὴν ἀνάρμοστον ἐθνικῶς νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Ἡ διάταξις λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει)...................
§157Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὰς ἐξαιρέσεις πῶς τὰς διατυπώσατε κ. ὑπουργέ;
§158Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔφθασα ἀκόμη ἐκεῖ. Παραμένει λοιπὸν ὡς μόνον ζήτημα ὅτι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς νομοθεσίας περὶ δικηγορικῶν συλλόγων εἶναι μέθοδος προσωρινή. Διὰ τοὺς δικηγόρους τῶν Ἐφετείων μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν δίπλωμα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραστοῦν. Αὐτὰ θὰ γίνουν κατὰ τὸ τρίμηνον προσωρινῶς. Κατόπιν θὰ διαφωτισθῶμεν πόσοι εἶναι οἱ δικηγόροι καὶ ποῖοι δικηγοροῦν ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ γίνῃ ἡ συγκρότησις τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου. Ὑπάρχουν διατάξεις ὁριστικαὶ μέχρι τῆς συμπληρώσεως διετίας αἱ ὁποῖαι καθορίζουν. (Ἀναγινώσκει...). Διότι ὑπάρχει καὶ ὁ ἄλλος κίνδυνος νὰ ἔλθουν ὅλοι ἐδῶ καὶ νὰ μείνουν οἱ Δωδεκανήσιοι χωρὶς δικηγόρους. Λέγω ὅτι ὀρθῶς μπῆκε αὐτὸ νὰ μὴν γίνωνται μεταθέσεις διότι ὅπως ἀπεδείχθη δὲν ὑπάρχει συγκεκροτημένος εἰς σῶμα δικηγορικὸς σύλλογος. Οἱ δικηγόροι μάλιστα ἔχουν καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, μίαν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ἔτη ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τῶν Δικηγορικῶν συλλόγων, οἱ ἐν Δωδεκανήσῳ δικηγόροι δὲν ἠμποροῦν νὰ ζητήσουν τὴν μετάθεσίν των ἐκ τοῦ δικαστηρίου ποὺ ὑπηρετοῦν διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι τότε ἐκεῖ θὰ μείνουν χωρὶς δικηγόρους, ὁπότε θὰ πέσουν εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν δικολάβων. Τώρα παραμένει μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἐξαιρέσεων. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶχα παραστῆ καὶ ἐγὼ διότι ἤθελον νὰ καθορισθῇ μία ὀρθὴ κοινοβουλευτικὴ γραμμή. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παρίσταται ὁ ὑπουργὸς εἰς τὰς ἐπιτροπάς, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ ἀποτελοῦν τὸν κύριον μοχλὸν τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, καὶ διότι ὅσον καλύτερα γίνονται αἱ ἐργασίαι τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν τόσον καλυτέρα εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία.
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς μόνον ὅταν καλοῦνται οἱ ὑπουργοί.
§160Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.). Πρέπει νὰ πηγαίνουν ὅταν συζητοῦνται τὰ νομοθετήματά των. Λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εὑρέθη νὰ εἶμαι παρών, ἀλλὰ δὲν ἔμεινα μέχρι τέλους διότι ἐγένετο συζήτησις ἑνὸς ἄλλου νομοσχεδίου ἐδῶ καὶ ἀπεχώρησα. Διετυπώθησαν αἱ ἀντιρρήσεις; Ὁ κ. Μαῦρος ὡμίλησε περὶ τῆς μεγάλης, ἢ πλήρους Ἰταλικῆς ὑπηκοότητος δηλαδὴ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον παράσημον ὡς εὔσημον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μποῦν εἰς τὸ Facio. Εἶναι γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ διαστολὴ τῶν ὑπηκοοτήτων κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν Ἰταλίαν δίδει ὅλον τὸ μέτρον τῆς κρίσεως· ὅτι δηλαδὴ εἶχον δημιουργηθῆ κύριοι καὶ διὰ νὰ γίνω σαφέστερος, διὰ νὰ διορισθῇ τὶς δημόσιος ὑπάλληλος, διὰ νὰ μπῇ εἰς τὰ δημόσια καταστήματα, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς δημοπρασίας διά, διά, διά... ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν πλήρη ὑπηκοότητα, τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁποία ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι πλήρης ὑπηκοότης.
§161Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὁ ἰταλικὸς ὅρος εἶναι μεγάλη ὑπηκοότης.
§162Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχε ζητηθῆ καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὅταν εἶχεν ἔλθη ἀπὸ τὰ Δωδεκάνησα, ὅτι τέλος πάντων αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον πάρει τὴν ἰταλικὴν ἰθαγένειαν νὰ μὴ μποῦνε εἰς τὸ σῶμα ὄχι διότι ὑπάρχουν δικηγόροι, διότι καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχουν δικηγόροι, ἀλλὰ ὡς ζήτημα ἀρχῆς διὰ νὰ στιγματίζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον μετὰ περιφρονήσεως τοὺς ἄλλους ἕλληνας Μολονότι ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὅλοι αὐτοὶ δὲν θὰ τολμήσουν νὰ ἔλθουν καὶ νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα καὶ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς διατάξεως, διότι θὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον θὰ δίδῃ τὸ μέτρον κρίσεως, καὶ θὰ εἶναι κάτι ἀνάλογον ὅπως εἶπον προηγουμένως, διακόπτων, μὲ τὴν ἐδῶ ἐφαρμοστέαν 6ην Συντακτικὴν Πρᾶξιν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ κανεὶς καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν βλάπτεται κανείς, διατὶ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἡ κύρωσις, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον θὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν ἔχῃ δίπλωμα προκειμένου νὰ διορισθῇ εἰς αὐτό, καὶ ἐὰν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διορίζεται δικηγόρος εἶναι ἕλλην; Τὸ ἄλλο ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς 6ης Συντακτικῆς Πράξεως καὶ πρέπει τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐπεδείξατο ἀσυμβίβαστον Ἐθνικὴν συμπεριφοράν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ διαγραφῇ ἡ διάταξις, διότι ἡ διαγραφὴ θὰ ἔχῃ μίαν συνέπειαν ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι πολὺ εὐμενής. Δι’ ἐμὲ ἡ διάταξις δὲν προσθέτει τίποτα ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ μία ἔστω καὶ ἀεριώδης κύρωσις δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πρόθυμοι ὑπηρέτησαν τὸν ἰταλικὸν στρατὸν ἑκουσίως διὰ νὰ πολεμήσουν κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτούς, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ γίνουν δικηγόροι; Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ καὶ πιστεύω, πῶς οὐδεὶς δικηγόρος θὰ εἶναι ἐξ ἐκείνων.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Σφαέλλος.
§164Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ περιορισθῶ ἀπολύτως εἰς τὴν ἐπίμαχον παράγραφον καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν περίοδον ἡ ὁποία θέτει ὡρισμένους φραγμοὺς ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα, εἴτε ὡς καθορίζεται εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἴτε κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος τῆς πρεπούσης Ἐθνικῆς συμπεριφορᾶς. Ἀναγνωρίζω ἀπολύτως τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀνωτερότητος καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιολογίας τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μὴ περιληφθῇ ἡ ἐπίμαχος αὐτὴ περίοδος τῆς παραγράφου 2 εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἀκριβῶς οἱ κ. συνάδελφοι εἶπον ὅτι θὰ ἀπετέλῃ διὰ τὸν Δωδεκανησιακὸν λαὸν ὕβριν ἐπίσημον ἐὰν περιλάβωμεν παράγραφον ἀναγνωρίζουσαν ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν κατὰ τρόπον ὄχι ἐθνικόν. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντιστρεφόμενον θὰ ἀπετέλῃ ὕβριν διὰ τὸν Δωδεκανησιακὸν λαόν, ἐὰν δηλαδὴ ἐπρόκειτο ὁλόκληρος ὁ Δωδεκανησιακὸς λαὸς νὰ κριθῇ μὲ τὴν συμπεριφορὰν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν τυχὸν καὶ οἱ ἐλάχιστοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος των δεχθέντες ἢ ἐπιζητήσαντες τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα τοῦ ἐχθροῦ καὶ δυνάστου ἢ ὑπηρετήσαντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐχθρικοῦ καὶ δυναστικοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1940–45. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων ὅτι αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι δὲν ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος των ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἐθνικῆς, διότι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ πῶς οἱ 115 χιλιάδες τῶν Δωδεκανησίων ἐκράτησαν ὑψηλὰ τὸ ἐθνικόν των φρόνημα παρὰ τὴν κοινὴν καὶ δι’ αὐτοὺς ἀνάγκην. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ τιμήσωμεν τὰς 115 χιλιάδας τῶν Δωδεκανησίων; ἀλλὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἐξαιρέσεις; Καὶ κολάζοντας αὐτούς, νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμαυρώσουν τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς ὁλότητος τῶν 115 χιλ. τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ;
§165Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον μεταξὺ δικηγόρων θὰ τοὺς εὕρετε, κ. συνάδελφε;
§166Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Σήμερον συζητοῦμεν διὰ τὸ θέμα τῶν δικηγόρων. Ἐὰν αὔριον ἡ κυβέρνησις φέρῃ ἕνα ἄλλο νομοθέτημα θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν καὶ διὰ τὰς λοιπὰς εἰδικότητας. Βεβαίως, ἡ ἀφετηρία τῆς λογικῆς τῶν σκέψεων τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν πρότασιν διαγραφῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα nulla paena sine lege. Εἶναι βεβαίως τοῦτο ἀξίωμα χωρὶς καμμίαν διαμφισβήτησιν εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην καὶ βάσις τῶν σχετικῶν Συνταγματικῶν μας διατάξεων. Ἀλλὰ τίθεται ἕνα ἐρώτημα. Δὲν ὑπάρχει ὁ ἠθικὸς νόμος τοῦ ὁποίου αἱ ἐπιταγαί, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς εἶναι ὑπεράνω τοῦ γραπτοῦ νόμου; Καὶ ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ τὰς περὶ δοσιλόγων Συντακτικὰς Πράξεις, διότι αὐταὶ σήμερον εἶναι πλέον περιτταί, ἢ τουλάχιστον ἐπισκιασθείσης ἠθικῆς ἀπαιτήσεως συνεπείᾳ νεωτέρων πολυπληθῶν κατὰ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ ἐγκλημάτων, ὁ ποινικὸς νόμος περιλαμβάνει ὅλα τὰ θέματα συνεργασίας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ εἴτε τὴν ἐμφανῆ εἴτε τὴν ἄμεσον εἴτε τὴν ἔμμεσον, τότε πλήρως ὑπάρχει δεδικαιολογημένη αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ ἀναγραφὴ τῆς περιόδου αὐτῆς.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε περὶ Συντακτικῶν Πράξεων.
§168Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι περιτταὶ πλέον καὶ ἐκτός τόπου, χρόνου, καὶ πείρας γεγονότων.
§169Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἁπλῶς περιτταί; Εἶναι ἄξιοι ραβδισμοῦ οἱ ἐκδόσαντες Συντακτικὰς Πράξεις.
§170Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Τὸ μὲν πνεῦμα τῆς 6ης Συντακτικῆς Πράξεως ἦτο ὀρθόν. Ἡ διατύπωσις ἐκείνης ὅμως, ὄχι μόνον δὲν ἦτο ὀρθή, ἀλλ’ ἐκμαυλιστικὴ τοῦ θέματος. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία ἀμφισβήτησις ὅτι ὑπάρχει ἠθικὴ βάσις εἰς τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν, τῆς παραγράφου 2, ἂς ἀποτελέσῃ τὴν ἠθικὴν βάσιν τῆς ἐξαιρέσεως ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ τῆς Δωδεκανήσου. Διότι εἶναι γεγονός, ὅτι διὰ συλλαλητηρίου ἠξιώθη παρὰ τοῦ λαοῦ τῆς Δωδεκανήσου, ἀπὸ τοὺς πρώτους ἐπισκεφθέντας ἕλληνας ἐκπροσώπους, ὑπουργοὺς Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὁ στιγματισμὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ὅτι στεροῦνται ἐθνικῆς ὑπολήψεως. Πολὺ περισσότερον, ὅταν ὡς μᾶς ἐδήλωσεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἀπόψε, δὲν πρόκειται ἡ περιβόητος αὐτὴ καὶ τόσον ἐπίμαχος διὰ διαφόρους λόγους 6η Συντακτικὴ Πρᾶξις νὰ ἐπεκταθῇ ὡς τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ὥστε ἐν τέλει νομίζω, ὅτι τὸ ἐλάχιστον τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ μας διὰ νὰ περισώσῃ τοὐλάχιστον τὰ προσχήματα θὰ ἦτο νὰ δεχθῇ τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν, τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πάντως ὅμως τὸ νὰ δώσωμεν συγχωροχάρτι ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικοφροσύνης καὶ νὰ ἀφήνωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν προτάσσουν τὰ ἀτομικά των συμφέροντα καὶ ἀκόμη καὶ τὰς ἰδίας των ἀντιλήψεις ὑπεράνω τοῦ ἐθνικοῦ, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιπλέουν, νομίζω ὅτι οὔτε πρὸς τὸ πρέπον ὕψος τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνάλογον, οὔτε πρὸς τὴν ἐντόνως ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέφερεν ἀκριβῶς διότι ἔμεινεν ἀδούλωτος καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὴν ψυχήν. Καὶ αὐτῆς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος, τὴν νομικὴν ἐκδήλωσιν πρέπει νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ νομοθέτημά μας ψηφίζοντες τὸ νομοθέτημα, ὡς κατετέθη. (Χειροκροτήματα.)
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§172Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δι’ ὁλόκληρον τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Εἰς τὸ κρίσιμον ὅμως θέμα, τὸ ἀφορῶν τὴν θεσμοθέτησιν διακρίσεων μεταξὺ τῶν δυναμένων ν’ ἀσκῶσι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, θὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πλευρὰν τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφισθοῦν αἱ διακρίσεις αὐταί, τὰς ὁποίας θέτει ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἰς τὴν κρίσιν αὐτὴν καταφεύγω μὲ δύο βασικὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι προσδιορίζουν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον βλέπω τὸ πρᾶγμα. Ἡ πρώτη σκέψις εἶναι ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅπως εἶναι διατυπωμένη, δὲν ὑπάρχει κανεὶς περιορισμὸς χρονικός, δηλαδὴ δὲν καθορίζεται ἀπὸ πότε εἶναι ἐπιλήψιμον νὰ ἔχῃ κανεὶς συνεργασθῇ εἰς τὴν Δωδεκάνησον μὲ τὸν ἐχθρόν. Τοιουτοτρόπως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις ἑνὸς γηραιοῦ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ συνεργασθῆ πρὸ τριακονταετίας μὲ τοὺς Τούρκους καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον λογαριασμὸν διὰ τὴν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ συνεργασίαν του. Πέραν αὐτοῦ, ἡ δευτέρα βασικὴ σκέψις μου εἶναι ὅτι ἡ Δωδεκάνησος ἦτο μέχρι τοῦδε ἰταλικὸν ἔδαφος. Καὶ ἑπομένως, οἱ κάτοικοι τῆς Δωδεκανήσου, εἴτε ἕλληνες εἴτε ἰταλοί, εἶχον ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικῶς ἰταλικὴν ὑπηκοότητα. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀναχωροῦντες, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι γεννᾶται πράγματι νομικὸν ζήτημα, διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς. Ζήτημα νομικόν, στηριζόμενον ὄχι μόνον εἰς τὴν συνθήκην, ἡ ὁποία εἰς τὸ ἄρθρον 19 παράγραφος 4 ὁρίζει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) Λέγω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει νομικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἔν τινι μέρει καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 19 τῆς Συνθήκης, βάσει τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι γίνονται ipso jure ὑπήκοοι τοῦ νέου Κράτους καὶ καθορίζεται ὅτι ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἓν τῶν ὁποίων εἶναι ἀδιαφιλονικήτως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐργάζεσθαι, τὸ ὁποῖον δικαίωμα θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν δικηγόρους. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἀτομικὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, παρουσιάζεται ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπὸ τὰς διατάξεις μιᾶς συνθήκης, διὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς ἕλλην δὲν ἔχει λόγους νὰ εἶναι ἐνθουσιασμένος, μὲ ἀπασχολεῖ, εἶναι ὅτι τὸ νομικὸν ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, θεμελιοῦται ἰδίως εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐδῶ ἐπιβάλλεται μία ποινὴ ἄνευ προϋπάρξεως προηγουμένου νόμου. Βεβαίως ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀσκεῖν τὴν δικηγορίαν δὲν εἶναι, κυρίως εἰπεῖν, καὶ κατ’ αὐστηρὸν δίκαιον, ἡ ποινικὴ ποινή, δηλαδὴ ἡ ἐκ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλά, τὸ ὀλιγώτερον, εἶναι μία πειθαρχικὴ ποινή. Δηλαδὴ ἐπιβάλλομεν πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ προηγούμενος νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§173Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἠμπορεῖ νὰ διορίζωνται λ.χ. οἱ ἀποκτήσαντες τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα; Εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθοῦν Πρέσβεις εἰς ξένην χώραν; Αὔριον ἂν τοὺς ἀποκλείσῃ ὁ νόμος, τοὺς ὑπάγει εἰς καθεστὼς δυσμενές;
§174Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τοὺς ἀποκλείσῃ ὁ νόμος, βεβαίως. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ, ἀκόμη καὶ διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι περαιτέρω ἀνάγονται ὄχι εἰς τὸ νομικὸν θέμα δηλαδὴ εἰς τὴν πολιτικὴν μορφὴν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν μορφὴν τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ ἀξίωσίς μας νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις. Ἡ μορφὴ αὐτὴ εἶναι ἡ περισσότερον ἐπηρεάζουσα τὴν σκέψιν μου, κύριοι βουλευταί. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀσχέτως ὅλων τῶν νομικῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον διάδοχοι τοῦ ἰταλικοῦ κράτους καὶ νὰ μὴ μεταφέρωμεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὴν πνοὴν μιᾶς πλήρους ἀνανεώσεως τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς. Ἐὰν μεταβῶμεν ἐκεῖ μὲ τὰς μικρότητας, τὰς ὁποίας εἴχαμε ἐδῶ, μικρότητας ἐννοῶ ἀναγομένας εἰς τὰς περιφήμους ἐκείνας περὶ Συντακτικῶν Πράξεων καὶ περὶ συνεργασίας μὲ τὸν ἐχθρὸν ἀντιλήψεις καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐνσπείρωμεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον τὰ ζιζάνια τῆς ἀναζωογονήσεως τῶν παθῶν καὶ τοῦ μίσους τοῦ προσωπικοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἐκεῖ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι βέβαια ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὀνειρεύονται οἱ πιστεύοντες ὅτι ἠλευθερώθησαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἤμην διατεθειμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ δεχθῶ τὴν συμβιβαστικὴν λεγομένην ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ὑπουργός, περὶ ποιᾶς τινος κρίσεως τῶν δικηγόρων, ἀναγομένης εἰς τὴν ἐθνικήν των ἀξιοπρέπειαν. Φοβοῦμαι ὅμως, καὶ ὁ φόβος μου εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὥστε δὲν μὲ ἀφήνει νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἄποψίν του, ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἐκεῖ ἐκείνας τὰς περιέργους καὶ ἰδιοτύπους κατηγορίας τὰς ὁποίας ἐδημιουργήσαμεν καὶ ἐδῶ.
§175Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ 9 εἶναι ὅλοι—ὅλοι οἱ δικηγόροι.
§176Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμωμεν κακὴν ἀρχὴν καὶ θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὔριον τὴν τακτικὴν αὐτὴν καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν ἐδῶ μὲ τὴν περίφημον αὐτοδημιουργίαν ἑνὸς ἀδικήματος ἀορίστου καὶ νομικῶς ἀνυπάρκτου, τοῦ ἀδικήματος τῆς Ἐθνικῆς ἀναξιότητος κατὰ τοῦ ὁποίου, ὡς ἀδικήματος, ἐστράφη ὁλόκληρος ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν ἑλλήνων, ἀκόμη καὶ ἡ μεγίστη πλειοψηφία τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν ἐδῶ θὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἐκεῖ μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ τὸ δημιουργήσωμεν εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι. Διότι ποῖος θὰ κρίνῃ αὔριον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὁ Α ἢ ὁ Β δικηγόρος ἐπέδειξεν ἀξιοπρεπῆ διαγωγήν, ἐθνικόφρονα διαγωγήν; Θὰ τὸν κρίνῃ τὸ Ἐφετεῖον; Μὰ τὸ Ἐφετεῖον θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ δικαστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἐκεῖ, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβοῦν ἐκεῖ τώρα. Ἑπομένως τὸ Ἐφετεῖον θὰ κρίνῃ περὶ παρελθόντων καὶ βεβαίως θὰ στηριχθῇ εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας θὰ δίδουν οἱ διάφοροι συνάδελφοι τοῦ κρινομένου ἢ ἄλλα διάφορα ἄτομα καὶ ἑπομένως τὸ Ἐφετεῖον θὰ εὑρεθῇ ἐνδεχομένως ὑποχρεωμένον νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσωπικῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χωρίζουν ἴσως τὸν κρινόμενον ἀπὸ τὸν Α ἢ τὸν Β συνάδελφόν του ἢ πολίτην.
§177Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ Δωδεκάνησα ἡ ποινικὴ νομοθεσία. Λοιπὸν διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι οἱ ἤδη ὑπηρετοῦντες δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἀναγνωρίσουν αὐτήν, βεβαίως τότε θὰ εἴπωμεν ὅτι τοὺς ἰταλοὺς ὑπηρετοῦντας ὑπαλλήλους ὑποχρεωτικῶς δὲν πρέπει νὰ τοὺς θίξωμεν.
§178Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἰταλοὺς ὑπαλλήλους λέγετε; Δὲν ὑπάρχουν ἰταλοὶ ὑπάλληλοι, κύριε συνάδελφε. Κάμνετε κάποιαν σύγχυσιν. Δὲν ὑπάρχουν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθοῦν ἰταλοὶ ὑπάλληλοι εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Πρόκειται περὶ νέων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν τώρα. Ἡ βάσις τῶν σκέψεών μου, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ πολύ, εἶναι αὐτή: Καθῆκον τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διαδέχεται τὴν κυριαρχίαν εἰς τὰ Δωδεκάνησα, εἶναι νὰ ρίψῃ λήθην εἰς τὸ παρελθόν, εἴτε ὑπάρχει παρελθὸν ἀνάξιον ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς, εἴτε δὲν ὑπάρχει. Πρέπει τὸ καθεστὼς τῆς λήθης νὰ καλύψῃ ὅλο ἐκεῖνο τὸ παρελθόν. Πρέπει νὰ ἀξιώσωμεν εἰς τὸ μέλλον ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Δωδεκανήσου, οἱ ipso jure πλέον ἕλληνες ὑπήκοοι, νὰ ἐπιδεικνύωσι στάσιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑλληνικῆς συνειδήσεως καὶ ἐὰν εἰς τὸ μέλλον ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐπιδείξουν αὐτὴν τὴν στάσιν, τὴν σύμφωνον μὲ τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑλληνικῆς συνειδήσεως, ὅλοι οἱ κείμενοι νόμοι καὶ ἄλλοι ὅσους θέλετε τοὺς ὁποίους μετὰ πάσης ταχύτητος θὰ ἐψηφίζαμεν, θὰ πρέπῃ νὰ δύνανται νὰ πλήξουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τοὺς μὴ ἔχοντας εἰς τὸ μέλλον ἑλληνικὴν συνείδησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν, ὡς ἐκ τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐδαφικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἰταλοὶ ὑπήκοοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως ἡ πίστις πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἑλληνικὴν συνείδησιν ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τυπικοῦ διαχωρισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἕλληνας δικηγόρους. Ἀπόκειται εἰς τὸν λαὸν τῆς Δωδεκανήσου, κύριοι βουλευταί, νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ νὰ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ἐὰν ὁ λαὸς τῆς Δωδεκανήσου ἔχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἴτε δικηγόροι, εἴτε ἰατροί, εἴτε παπάδες, εἴτε ἰδιῶται δὲν ἐπέδειξαν τὸν δέοντα σεβασμὸν πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἰδέας, ἀπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκτιμήσουν τοῦτο καὶ νὰ δημιουργήσουν πέριξ τοῦ ἀτόμου τούτου τὸν ἀναγκαῖον κλοιὸν ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ πάθῃ κοινωνικήν, πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν ἀσφυξίαν. Ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τόσον μάλιστα μακράν, νὰ δημιουργήσῃ αὐτὸν τὸν κλοιόν, φοβοῦμαι ὅτι θὰ δημιουργήσῃ καὶ ἐκεῖ ἀδικίας. (Χειροκροτήματα).
§179Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω παρὰ ἐλάχιστα. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ φαντάζομαι ὅτι ὅλοι σας θὰ εἶστε σύμφωνοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μεταβαίνει εἰς τὰ Δωδεκάνησα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσοπολιτείας, μεταβαίνει εἰς τὰ Δωδεκάνησα μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρώτη αὐτὴ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας ἐδίδαξεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Θέλω λοιπὸν νὰ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι τὰ κωλύματα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον σχετικῶς μὲ τὸν μὴ διορισμὸν τῶν δικηγόρων, δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον τὸν ἠθικόν, πρέπει νὰ διαγραφοῦν. Ἀλλά, κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεζητοῦμεν περὶ μιᾶς συνθήκης. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκυρώσαμεν τὴν συνθήκην μετὰ τῆς Ἰταλίας δηλαδὴ τὴν συνθήκην αὐτὴν τὴν ἐκάμαμε νόμον τοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἀποκτᾶται ἡ ἑλληνικὴ ὑπηκοότης εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας αὐτήν, νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης θὰ ἔπρεπε τὸ πρᾶγμα νὰ ἐξετασθῇ. Διότι, κύριοι, τὸ νὰ ἀποκτήσῃ κανεὶς μίαν ἰθαγένειαν, αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνας τύπος. Ἡ ἀπόκτησις μιᾶς ἰθαγενείας ἔχει περιεχόμενον καὶ τὸ περιεχόμενον ἁπλούστατα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὅταν κανεὶς γίνεται ἕλλην ὑπήκοος σημαίνει, ὅτι θὰ διέπεται ἐξ ἴσου μὲ τὰς ἀρχάς, μὲ τὰς ὁποίας διέπονται πάντες, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἕλληνες. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως καμμία διάκρισις. Δὲν βλέπω τὸν λόγον πῶς θὰ καθορίζωμεν διακρίσεις ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν ἐχόντων ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι ἕλληνες, βεβαίως θὰ κριθοῦν τὰ προσόντα τὰ περὶ διορισμοῦ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ δικηγόρος ὁ τάδε, ἐφ’ ὅσον κατάγεται ἀπὸ ἐκεῖ, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ πιστοποιητικὸν ἐθνικῆς ἱκανότητος ἢ πρέπει νὰ μὴ εἶναι δοσίλογος. Αὐτὸ δὲν ἔχομεν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δικαίωμα νομικῶς νὰ τὸ εἴπωμεν. Ἕτερον κώλυμα ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐὰν συνειργάσθη μετὰ τῶν ἰταλῶν. Βεβαίως, κύριοι, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν πραγματικὴν συνωμοσίαν καὶ θίγει κάθε ψυχὴν ἑλληνικήν. Δὲν φαντάζομαι καὶ δὲν πιστεύω, αἱ δὲ πληροφορίαι μου εἶναι, ὅτι ὅλοι ἐκεῖ οἱ ἕλληνες παρέμειναν ἕλληνες ἐπὶ ἑκατονταετίας, χωρὶς ἀπολύτως κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ συνεργασθῇ μὲ δόλον, μὲ τὸν δόλιον σκοπὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τοιοῦτος Δωδεκανήσιος ἕως τώρα δὲν ἐνεφανίσθη. Καὶ ἐὰν κύριοι, ὑπάρχουν ἐλάχιστοι μέσα εἰς τὰς χιλιάδας τῶν ἐλευθέρων νησιωτῶν αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμαυρώσωμεν μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ φέρωμεν τὴν διχόνοιαν πάλιν μέσα εἰς τὰς νήσους αὐτάς, διὰ τὰς ὁποίας ὅλοι ἑορτάζομεν; Ἔχομεν τὸ ἑξῆς παράδειγμα: ὁμιλεῖτε περὶ Ἐθνικῆς ἀναξιότητος. Ὅταν προσηρτήθησαν τὰ νέα μέρη, διωρίσαμεν ὑπαλλήλους τούρκους, ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι ἄριστα ὑπηρέτησαν τὴν νέαν πατρίδα των. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν τότε, εἶχον συνείδησιν Ἑλληνικήν; Ὄχι ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ ἅμα τῇ προσαρτήσει, αὐτοὶ πλέον ἐκλήθησαν καὶ ὑπηρέτησαν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς νέας Μητέρας των. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κἂν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ὡρισμένα κωλύματα γύρω ἀπὸ τὸν θεσμὸν τὸν δικηγορικόν. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον, τὸ ζήτημα δημιουργεῖ πολλὰ σχόλια, εἰς βάρος τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρετε τοιαύτας διακρίσεις δι’ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὑπῆρχον μέχρι τῆς ἑνώσεως. Δὲν ἠμποροῦσε τις νὰ ἀξιώσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ εἶναι δοσίλογος ὁ τάδε, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἀπολύτως νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπηγορεύοντο ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀξιοῦμεν ἀπὸ ἕνα νομικὸν καὶ νὰ τοῦ εἴπωμεν αὐτὰς τὰς διακρίσεις, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ χαιρετᾷ τοὺς Ἰταλούς, ἢ νὰ μὴ συνεργάζεται μὲ τοὺς Ἰταλούς, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖ ἔζη, καὶ τὸ Ἰταλικὸν Ἔθνος ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸν περιεῖχεν ἐντὸς τῆς κυριαρχίας του καὶ ἦτο ὑποχρεωμένος μάλιστα νὰ ὑπακούῃ τοὺς νόμους καὶ τὰς διαταγὰς αὐτὰς τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους.
§180Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεὶς ἀντιλέγει.
§181Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιλέγουν αἱ διατάξεις, ἀξιότιμε κύριε Μαῦρε, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἐθέσατε.
§182Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ χθὲς εἶδον τὸ νομοσχέδιον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τὸ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§183Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἔγιναν αἱ διατάξεις αὗται τῇ εἰσηγήσει ὑμῶν.
§184Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος εἴμεθα νομίζω ὅλοι σύμφωνοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν Δωδεκανήσῳ δοσιλογισμὸς μὲ τὰ κριτήρια τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, διότι ἀπὸ τότε μάχεται τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἀρνούμεθα τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μεγάλους ἰταλοὺς ὑπηκόους, νὰ γίνωνται δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐὰν ἐγνώριζεν ἡ Βουλὴ ὁποίας καταφρονήσεως τυγχάνουν εἰς τὴν Δωδεκάνησον οἱ μεγάλοι ὑπήκοοι, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καταφρονοῦνται, ὥστε ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Δωδεκάνησον πρὸ ἑξαμήνου καὶ ἐχαιρέτησα κἄποιον, μοῦ εἶπον «προύσεξε μὴ τὸν χαιρετᾶς, διότι εἶναι μεγάλος ὑπήκοος». Ἐὰν ἐγνώριζεν ἡ Βουλὴ ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔλαβον τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα, τρόπον τινὰ μὲ ἀντάλλαγμα προδοτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἀσφαλῶς οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων, θὰ ἀνελάμβανε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, δύο ἢ τρεῖς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ἡ συμπεριφορὰ κρίνεται ὡς κατάπτυστος.
§185Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαῦρος εἶπεν, ὅτι ὑποστηρίζομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεγάλοι ὑπήκοοι τῶν Ἰταλῶν. Ἐγὼ ἐξήγησα πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἕνα γνωρίζω: ὅτι αἱ διακρίσεις αὐταὶ δὲν πρέπει νὰ τεθοῦν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ γενικωτέρας πολιτικῆς πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐφαρμογῆς τῶν συνθηκῶν, καὶ διότι ἡ Ἑλλὰς θέλει πάντοτε νὰ δεικνύῃ, ὅτι εἶναι ἐν καλῇ πίστει καὶ ἐκτελεῖ καὶ τὰς συνθήκας ἀκόμη, ἔστω καὶ ἐὰν αὐταὶ αἱ συνθῆκαι εἶναι ἐπὶ βλάβῃ αὐτῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν τροπολογίαν, κάμνει συγκερασμὸν αὐτῶν τῶν δύο ἀπόψεων καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἐχρειάζετο νὰ ἐξετασθῇ μόνον ἡ ἐθνικὴ ἀναξιότης.
§186Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, δὲν εἶπον ἔτσι, δι’ ἀνάρμοστον ἐθνικὴν συμπεριφοράν.
§187Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀνάρμοστον ἐθνικὴν συμπεριφορὰν ἔδειξέ τις, νὰ μὴ διορίζεται. Καὶ αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τῆς ἀοριστίας, θὰ δημιουργηθοῦν πολλὰ ζητήματα, διότι θὰ γεννηθῇ τοῦτο τὸ ζήτημα: ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἁρμόδιος δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὸ πιστοποιητικὸν αὐτό. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σωστόν. Ἔπειτα, θὰ δημιουργηθῇ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, λόγῳ τῶν ἐχθροτήτων, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθοῦν, δυστυχῶς, τὸ πνεῦμα τῆς διχονοίας, τὸ πνεῦμα τοῦ μίσους, τὸ πνεῦμα τῆς μισαλλοδοξίας, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ χειρότερον ἀποτέλεσμα, παρὰ ἐὰν τυχὸν διορισθῇ εἷς, ἔστω καὶ ἂν ἔδειξεν ὄχι καλὴν διαγωγὴν ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Κύριε ὑπουργέ, τώρα τελευταίως, βεβαίως, ὑπάρχει ἓν διοικητικὸν μέτρον, σχετικῶς μὲ τοὺς διορισμούς, διοικητικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναφέρεται. Τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι ὅτι, διὰ νὰ διορισθῇς, πρέπει νὰ προσαγάγῃς ἓν πιστοποιητικὸν περὶ τῶν φρονημάτων σου κ.λ.π. Ἐπειδὴ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ προλάβω τοὺς τυχὸν διορισμοὺς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔδειξαν μίαν ἀνάρμοστον διαγωγήν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ καὶ ζητήματα, θὰ ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τῆς παραγράφου 2 ὁ διορισμὸς γίνεται διὰ Β. Διατάγματος.... (ἀναγινώσκει) ........... νὰ λέγῃ: «ὁ διορισμὸς γίνεται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Ἐφετῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἔχω τὴν γνώμην, ἡ διοίκησις, ἐὰν θέλῃ ἐν προκειμένῳ νὰ κάμῃ τὸν διορισμόν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ πληροφορίας καὶ βεβαιώσεις ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, καὶ ἐὰν πεισθῇ ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν ἔχει δείξῃ ἀνάρμοστον διαγωγήν, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁ διορισμός του θὰ φέρῃ σκάνδαλα ἐθνικὰ ἀκόμη, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ προβῇ εἰς τὸν διορισμόν.
§188Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς, «μετὰ γνώμης» πρέπει νὰ εἴπῃ.
§189Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω καὶ νομίζω ὅτι θὰ λυθῇ καὶ τὸ περίφημον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τόσας συζητήσεις. Ἐὰν βγάλετε τὸ «ὑποχρεωτικῶς» καὶ βάλετε τὸ «μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου» λύεται τὸ ζήτημα.
§190Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προτιμῶ νὰ ὑπάρχῃ τὸ «μετὰ σύμφωνον» διὰ πολλοὺς λόγους.
§191Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγράψητε τὸ «ὑποχρεωτικῶς» καὶ νὰ εἴπητε «μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν» τουλάχιστον διὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§192Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ σβύσῃ τὸ «ὑποχρεωτικῶς» καὶ νὰ μείνῃ τὸ «μετὰ σύμφωνον».
§193Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἠμπορούσατε νὰ ἀποφύγετε τὰς ἀκυρωτικὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας; Καὶ ἔτσι, ἀξιότιμοι κύριοι, μεταβιβάζομεν εἰς τὰ Δωδεκάνησα τὴν ὁμόνοιαν καὶ ὄχι τὴν διαίρεσιν. (Χειροκροτήματα).
§194Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τὰς μακρὰς συζητήσεις νομίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ἐπαρκῶς ἐκκαθαρισθῆ, ὥστε νὰ παρέλκουν εὐρύτεραι συζητήσεις. Ἀπομένει ὅμως τὸ ἐπίμαχον θέμα τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ διορισμοῦ των ὡς δικηγόρων. Ὑπῆρξα μετά τινων εὐαρίθμων συναδέλφων, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐμειοψήφισα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἐδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἀπαγορεύσεων αὐτῶν καὶ θέλω νὰ αἰτιολογήσω τὴν ἄποψίν μου καὶ τὴν ψῆφον μου. Μᾶς διαφεύγει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἑξῆς: ὅτι αὐτὴ ἡ λεγομένη πλήρης ὑπηκοότης ἢ μεγάλη ὑπηκοότης, εἶναι, ὅπως ἐλέχθη, μία ἐπιβράβευσις ὑπηρεσίας παρασχεθείσης πρὸς τοὺς Ἰταλούς, πρὸς τὸν ἐχθρόν, εἶναι ἕνα εἶδος ἀποβολῆς τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως, θέσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου, τοῦ κτησαμένου τὴν ὑπηκοότητα αὐτήν, ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς Κοινότητος. Ὁ λαβὼν τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα ἐνσυνειδήτως εἶπεν: ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἕλλην, πηγαίνω μὲ τοὺς ἰταλούς· καὶ ἐνῷ εἶχεν ἀποκτήσει μαζὺ μὲ τὴν ἀθρόαν πολιτογράφησιν τὴν ἰταλικὴν ὑπηκοότητα ἠθέλησε καὶ μίαν μείζονα προδοτικὴν ὑπηκοότητα. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ἡμεῖς σήμερον, νομοθετοῦντες νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως καὶ ἐνσυνειδήτως ἔθεσεν ἑαυτὸν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς μας συνειδήσεως, τὸν ἐπαναφέρομεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς Πατρίδος, ὄχι δὲ ἁπλῶς τὸν ἐπαναφέρομεν, ἀλλὰ τὸν ἐπιβραβεύομεν ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὸν νὰ ἀποκτήσῃ ἕνα δημόσιον λειτούργημα· αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Βεβαίως, πολλὰ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἰδίως ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἐπεκαλέσθη, εἶναι ἄξια προσοχῆς, εἶναι καὶ ἠθικὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἐπιχειρήματα χριστιανικά, ἑνὸς ἀνωτέρου πνεύματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα καὶ ἕνα νομικὸν ἀκόμη τὸν συγκινοῦν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγῃ, ὅτι ἀπὸ μὲν τῆς νομικῆς πλευρᾶς δὲν ἐπιβάλλεται ἀναδρομικῶς ποινή, οὐδαμοῦ δὲ ἔχει θεωρηθῆ ὅτι ἡ πειθαρχικὴ κύρωσις ἔχει τὴν ἔννοιαν ποινικῆς κυρώσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὴν ἀπαγγέλλῃ καὶ νὰ τὴν νομιμοποιῇ, ὅπως ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπεκαλέσθη, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 παράγραφος 4 τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Ἰταλίας, παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς νὰ ἔχουν ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν οἱ ἕλληνες πολῖται, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἠμποροῦν νὰ γίνουν δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ νὰ γίνουν καὶ πρεσβευταὶ ἀκόμη! Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅτι θὰ διασφαλισθοῦν εἰς τοὺς κτησαμένους τὴν ἰθαγένειαν αὐτήν τὰ στοιχειώδη δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ πολίτου, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀποκτήσεως τίτλων καὶ δικαιωμάτων, ἰδίως δημοσίων λειτουργημάτων, ὁ νόμος εἶναι κυρίαρχος καὶ δύναται εἴτε νὰ τὰ ἐπιτρέψῃ εἴτε νὰ τὰ ἀπαγορεύσῃ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς: ξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ δικηγορία ἔχει μίαν ἰδιάζουσαν θέσιν, ἔχει μίαν ἰδικὴν δεοντολογίαν καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα δικηγόρος παραβαίνων ὡρισμένα στοιχειώδη καθήκοντα ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός του, διαγράφεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικηγορικοῦ συλλόγου διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν κἄν ποινικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐπαγγελματικῆς δεοντολογίας. Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ τόση εὐθιξία περὶ ἑνὸς ἕλληνος διότι ἐδολιεύθη τὸν πελάτην του, ἢ ἐπῆρε κάτι παρὰ πάνω, ἢ ἔκαμε μίαν ἐλαφρῶς ἢ βαρέως δολίαν διαχείρισιν μιᾶς περιωρισμένης ὑποθέσεως, ἠμποροῦμεν νὰ τὸν θέσωμεν ἐκτὸς τοῦ Σώματος, θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γίνῃ δικηγόρος ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον τὸ λαϊκὸν αἴσθημα θεωρεῖ προδότην καὶ θὰ τὸν ἐπιβραβεύσωμεν, ἀναγνωρίζοντες εἰς αὐτὸν τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῆς τιμῆς, περιουσίας καὶ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλλήνων; Αὐτὸ εἶναι κάτι τὶ τὸ ἀκατανόητον.
§195Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δικηγορικὸς σύλλογος ἔχει ἐγγεγραμμένα 350 μέλη κομμουνιστὰς ἐν ἐνεργείᾳ.
§196Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Μὲ εὑρίσκετε σύμφωνον μὲ αὐτό, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος συσχετίσεως.
§197Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πᾶμε ἐκεῖ ὡς ἐκδικηταί.
§198Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μὴ αὐταπατώμεθα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν γνωστὴν καὶ θαυμασίαν λαϊκὴν ρῆσιν εἶναι «προσκυνημένοι» καὶ ὅταν ὁ Γέρος τοῦ Μωρηᾶ, ὁ Κολοκοτρώνης, λέγει «στοὺς προσκυνημένους φωτιὰ καὶ τσεκούρι», θὰ πᾶμε ἡμεῖς βέβαια ὄχι νὰ τοὺς κόψωμεν τὸ κεφάλι, ἀλλὰ νὰ μὴ τοὺς ἐπιτρέψωμεν νὰ διακονήσουν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Πατρίδος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ δὲν εὐσταθοῦν. Ἡμεῖς οἱ δικηγόροι δὲν τοὺς θέλομεν, διότι ὁ δικηγόρος ἐπιτελεῖ ἕνα μεγάλο λειτούργημα μέσα εἰς ἕνα συντεταγμένον Κράτος καὶ μίαν ἐλευθέραν Κοινωνίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν στιγματισμένους ἀνθρώπους νὰ τοὺς ἐπιβραβεύσωμεν καὶ νὰ τοὺς θέσωμεν εἰς ἴσην μοίραν, μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξωρίσθησαν, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ τύχουν αὐτῶν τῶν εὐεργετημάτων, μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν λαμπαδηφόροι τοῦ πνεύματος τῆς ἀντιστάσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Τώρα πράγματι ὑπάρχει ἕνα σημεῖον εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τὸ ὁποῖον ξενίζει καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὑπάρχουν πράγματι δύο ἀπολύτως θεμιταὶ καὶ σκόπιμοι ἀπαγορεύσεις, ἡ ἀπαγόρευσις ἀσκήσεως τῆς δικηγορίας τῶν κτησαμένων τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα καὶ τῶν ἑκουσίως στρατευθέντων εἰς τὰς ἰταλικὰς δυνάμεις. Δύο κριτήρια ἀντικειμενικά, εὐχερῶς πιστοποιούμενα, αὐτοὺς τοὺς ξέρουν, αὐτοὶ εἶναι ἐπώνυμοι, εἶναι γνωστοί. Ὡς πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ τρίτον σκέλος τῆς διατάξεως τὸ ἀφορῶν τοὺς συνεργασθέντας ἐν Δωδεκανήσῳ μετὰ τοῦ ἐχθροῦ κατὰ τὴν ξένην κατοχὴν πράγματι ὡς πρὸς τὴν γενικὴν καὶ ἀπροσδιόριστον αὐτὴν τάξιν τῶν προσώπων μὲ ἐμβάλλει εἰς σοβαρὰν σκέψιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Θεοφανοπούλου, διότι πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν ὅτι ἠμπορεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων «νὰ σκάσῃ μία τορπίλλη» ὅτι ἠμπορεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ὑποβληθῇ μία μήνυσις ἢ νὰ ὑπάρξῃ μία συκοφαντία καὶ νὰ κατασπιλωθῶσιν ὑπολήψεις καὶ νὰ ὑπάρξουν μειώσεις προσώπων διὰ νὰ τοὺς ἀπαγορευθῇ ἡ δικηγορία. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἀντικειμενικότης τοῦ κριτηρίου εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ παράγραφος ἠμπορεῖ νὰ ἀφαιρεθῇ, δηλαδὴ νὰ μείνουν αἱ δύο διακρίσεις τῶν στρατευθέντων καὶ τῶν κτησαμένων τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα διότι ἄλλως θὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα καὶ πιθαναὶ καταχρήσεις μὴ ἐποικοδομητικαὶ τῆς γαλήνης καὶ ἑνότητος τῶν ἀδελφῶν μας τῆς Δωδεκανήσου...
§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἕνας, διαρκοῦντος τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου ἀπέκτησε τὴν ἰταλικὴν ἰθαγένειαν, αὐτὸς θὰ εἶναι ἀνάξιος;
§200Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Αὐτὸς, εἶναι ἀνάξιος, βεβαίως. Οἱ ἄλλοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐκ τῶν ὑστέρων δύνανται νὰ κατασκευασθοῦν κατηγορίαι οἱ ἄλλοι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν καὶ νὰ μείνουν ἐκτὸς τῶν κυρώσεων αὐτῶν καί, ἀκόμη, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐξαιρεῖ εἰδικῶς τὴν 6 Σ. Π. Συνεπῶς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν διαγραφὴν ἐλπίζω δὲ νὰ μὴ εἶναι πολλαὶ αἱ περιπτώσεις. Διὰ τοὺς ἑκουσίως ὅμως στρατευθέντας εἰς τοὺς ἰταλικοὺς σχηματισμοὺς καὶ στρέψαντας τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Πατρίδος καὶ τοὺς κτησαμένους τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα ἡ ἀπαγόρευσις πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος. Εἶναι προτιμώτερον ἕνα ἰταλὸν ἐρχόμενον πρὸς ἡμᾶς νὰ τὸν δεχθῶμεν, ἀλλὰ ἕνα ἕλληνα ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἰταλός, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸν συγχωρήσῃ.
§201Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διὰ τοὺς ἄλλους ἐπαγγελματίας, δὲν πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα; Διατὶ ὁ κ. ὑπουργὸς κρίνει μονομερῶς τὸ ζήτημα αὐτό; Μόνον τοὺς δικηγόρους θὰ τιμωρήσετε;
§202Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ εἶναι νομοθέτημα διὰ τοὺς δικηγόρους.
§203Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διατὶ θέλετε νὰ ἐνσπείρωμεν ζιζάνια ἀπὸ τώρα; Διατὶ ἀρχίζετε ἀπὸ τώρα νὰ τὰ κάμνετε αὐτὰ τὰ πράγματα;
§204Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Διὰ νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ 6 ὥρας διὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 Σ.Π.
§205Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μόνον ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου σημείου ἄρθρου 2, παράγραφος 2 θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πραγματικότητος ἡ ὁποία ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπεκράτησεν εἰς τὰς νήσους, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν ἡ συζήτησις αὐτή, καὶ θὰ ἐνόμιζον ὅτι ὅλοι αὐτομάτως θὰ εὑρισκώμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ ὅτι τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐνέσκυψε καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν δὲν ὑπάρχει, εἶναι μοναδικὸν εἰς τὰ χρονικὰ τὰ διεθνῆ, δηλαδὴ ἡ εἰδικὴ διασκευή, ἡ εἰδικὴ συγκρότησις ἑνὸς θεσμοῦ ἀνυπάρκτου ἕως τώρα, τοῦ τῆς μεγάλης ἰθαγενείας διὰ νὰ δελεάσουν ἐθνικὰς ψυχὰς ἀτρώτους καὶ ἀντεχούσας εἰς ὅλους τοὺς πειρασμοὺς καὶ τοὺς δελεασμούς. Εἰδικῶς αὐτὴ ἡ σατανικὴ ἐπινόησις ἔγινε διὰ νὰ καμφθοῦν αἱ Ἑλληνικαὶ ψυχαί, ψυχαὶ μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ Δωδεκανησιακοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 ἔτη ἀντέσχεν εἰς τὸν Ἰταλὸν κατακτητὴν καὶ ἐπὶ 6 αἰῶνας εἰς τόσους ἄλλους κατακτητάς. Λέγω εἰδικῶς ἐπενοήθη ὁ θεσμὸς αὐτὸς διὰ νὰ εὑρεθῇ ἓν μέσον, ἓν δέλεαρ, νὰ κάμψουν τὴν Ἐθνικὴν ἀντίστασιν καὶ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποσπάσουν Ἕλληνας ἀπὸ τὸν Ἐθνικὴν οἰκογένειαν καὶ νὰ τοὺς μεταφέρουν, βιαίως εἰς τὸ στρατόπεδόν των, ὡς ὄργανα τῆς ἰταλικῆς πλέον πολιτικῆς καὶ ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ Ἔθνους. Αὐτό, ἀτυχῶς, ἐσημειώθη καὶ ἐὰν δὲν ἐσημειώθη, παρὰ ὡς μία σπανία ἐξαίρεσις, δὲν ἕπεται ὅτι δύναται ποτὲ νὰ παρασχεθῇ ἢ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ κανένα διὰ νὰ μειώσῃ τὸν ἀπέραντον σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφομεν εἰς τοὺς ἐκ Δωδεκανήσου ἀδελφοὺς διὰ τὴν ἐθνικήν των αὐτὴν ἀντίστασιν ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας. Θὰ ἦτο μία παρεξήγησις ἀπολύτως ἄτοπος καὶ μὴ ἐπιτρεπομένη. Ἀλλὰ ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα ὀλίγα ἄτομα, δὲν εἶναι δυνατὸν νομίζω σοβαρῶς ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐπὶ τόσην ὥραν νὰ εὑρίσκῃ μεταξὺ τῶν κόλπων της ρήτορας, οἱ ὁποῖοι νὰ νομίσουν ὅτι ὑπάρχουν λόγοι νὰ ἀσχολούμεθα συμπαθῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἢ παρεξηγοῦντες τὴν ἔννοιαν τῆς μεγαλοφροσύνης νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔρχεται μὲ τὸν κλάδον τῆς ἐλαίας καὶ μὲ ἀνοικτὰς τὰς ἀγκάλας, τὰ μέτρα ποὺ ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ εἶναι διὰ σπανίας περιπτώσεις.
§206Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Μᾶς παρεξηγεῖτε.
§207Γ. ΜΕΛΑΣ. Θέλω νὰ τονίσω ὅτι οἱ ὁμιλήσαντες ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐκλεκτὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ ἐκεῖνα πρὸ τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτομαι καὶ ἐκφράζω ἀπέραντον τὸν σεβασμόν μου.
§208Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Εἶναι μία γνώμη γενικὴ αὐτή.
§209Γ. ΜΕΛΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀποσύρω τὴν λέξιν συμπάθεια, διότι δὲν θέλω νὰ δημιουργήσω παρεξηγήσεις. Ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τό βῆμα, εἶναι μόνον διὰ τοῦτο: Συνέπεσεν, ἐπὶ 20 ὁλόκληρα ἔτη τοῦ δημοσίου βίου μου, νὰ ἀσχοληθῶ εἰδικῶς μὲ τὸ Δωδεκανησιακὸν πρόβλημα, διότι μόλις εἰσῆλθον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ εἶναι δούλη ἡ Δωδεκάνησος, — λέγω ὅτι ὑπῆρξαν, ἀτυχῶς, περιπτώσεις ὅπου ὑπῆρξε παράβασις τοῦ ἐθνικοῦ καθήκοντος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ἄλλην περίπτωσιν, τὸν τότε γνωστὸν ἀπόστολον τῆς Ρόδου, ἱεράρχην τὸν ὁποῖον χωρικὸς τὸν ἐτραυμάτισεν ἐπιχειρήσας, ὀρθῶς, νὰ τὸν φονεύσῃ διὰ τὴν ἀνθελληνικὴν στάσιν του—. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἱστορικὸν γεγονός. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι ἐστιγματίσθησαν καὶ ἐγκατέλειψαν τὴν ἐθνικήν των πορείαν ἀλλὰ ὑπάρχουν, ἀτυχῶς, καὶ ἱστορικαὶ ἐξαιρέσεις. Παρομοίως καὶ εἰς ἄλλον κλάδον, εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πράκτορες τῆς ἰταλικῆς ἀστυνομίας, Ἦτο ἐνσυνείδητος πρᾶξις ἀνθελληνική, πρᾶξις στιγματισθεῖσα διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
§210Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς αὐτό. Νὰ φύγουν. Ὄχι ὅμως διὰ τῆς μεθόδου τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§211Γ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εὕρῃ διαφωνοῦντας ἓν τοιοῦτον ζήτημα. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπῆρξαν σαφεῖς περιπτώσεις ὡρισμέναι.
§212Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Τοὺς ρίπτομεν εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ Λαοῦ.
§213Γ. ΜΕΛΑΣ. Ὑπῆρξαν καὶ ὧραι καὶ ἱστορικαὶ στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἕνα Κράτος, μὲ ὅλην τὴν γενναιοφροσύνην τὴν ὁποίαν συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδεικνύῃ ἀσυζητητὶ εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, ἔχει ὅμως καὶ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις διεθνεῖς, δηλ. νὰ σέβωνται αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους θέλει ἰδιαζόντως νὰ τιμήσῃ. Κατ’ ἐξοχήν, εἶναι τοιαύτη ἡ προκειμένη περίπτωσις καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ μέσον αὐτὸ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ κύριοι—οἱ ὁποῖοι εἶναι δακτυλοδεικτούμενοι, μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός, πάντως ἐλάχιστοι—μόνοι των εὗρον τὸν τρόπον νὰ ξεχωρίσουν ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν σύνολον διότι τὸ περιστατικὸν εἶναι μοναδικόν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰς διεθνεῖς δέλτους. Θὰ πρέπῃ νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος καὶ τὴν συνείδησιν ὅτι κρίνομεν ἐθνικῶς ὡς νομοθέται πολιτισμένοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν νὰ μετροῦν μὲ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ τὴν ἰσοπολιτείαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὡς ἀρχήν, ὡς πίστιν, ἀλλὰ ἐν τούτοις εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἀφ’ ἑαυτῆς διαχωρισθείσης ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ἔννοια ἢ ἡ ὀρθὴ τῆς ἰσοπολιτείας καθορίζει ὡς καθῆκον. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς λελυμένη καὶ ὅτι ἡ διάταξις καλῶς ἔχει, σεβομένη μίαν κατάστασιν ποὺ ἀποτελεῖ μίαν βοὴν τῆς ἐθνικῆς ἐπιταγῆς. Καὶ ἡ ἑπομένη διάταξις, ἡ ὁποία ὡσαύτως ἀφορᾷ συγκεκριμένα γεγονότα, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ κ. Λαγᾶκος, διευκολύνει τόσον πολὺ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν, ὥστε νὰ παρέλκῃ καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἐὰν ἡ τελευταία διάταξις τῆς ἐξαιρέσεως παρέχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δύναται αὐτὴ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως, λόγῳ τοῦ ὅτι θὰ χρειάζεται μία διαδικασία, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐμφυλοχωρίσῃ ἡ δυνατότης νὰ ἔλθουν συκοφαντικὰ στοιχεῖα πρὸς κρίσιν ὑπὸ ἑνὸς καλοπίστου Ἐφετείου, ἐκεῖ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις. Κατὰ τὰ λοιπὰ ὅμως μέρη, τὰ δύο πρῶτα, τὰ ἀφορῶντα τὴν μεγάλην ἰθαγένειαν καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, νομίζω ὅτι δὲν δύναται, ἀνθρωπίνως, νὰ εὑρεθῶμεν διαφωνοῦντες εἰς τὰς γνώμας μας.
§214Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λέγει τὸ ἐδάφιον 2 ὅτι «Οἱ ἑκουσίως ὑπηρετήσαντες........ (ἀναγινώσκει) Ἄν ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἐλάμβανε χώραν ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἐτιμωρῆτο κατὰ τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Π.Ν. μὲ θάνατον. Ἐδῶ, τί λέγομεν; Ἁπλῶς, δὲν σὲ θέλομεν βοηθὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§215Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὅσοι ὅμως εἶναι πράκτορες τῶν Ρώσων;
§216Γ. ΜΕΛΑΣ. Εἶναι μεμονωμέναι περιπτώσεις.
§217Ε. ΚΟΥΣΑΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς σκοπεῖται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Σώματος τῶν δικηγόρων τῆς Δωδεκανήσου, διὰ τοιαύτας ἀντεθνικὰς πράξεις. Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου θὰ ἤθελον νὰ διαφωτισθῶ: Ἄν μεταξὺ τοῦ Σώματος τῶν δικηγόρων τῆς Δωδεκανήσου ὑπάρχουν καί τινες κομμουνισταὶ οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπεργάζονται τὴν καταστροφὴν τῆς Πατρίδος μας καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐργάζωνται ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας, δι’ αὐτοὺς λαμβάνεται καμμία πρόνοια; Ποία διάταξις προνοεῖ περὶ τιμωρίας αὐτῶν;
§218Γ. ΜΕΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς σας εἶναι πολὺ ἐπίκαιρος. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἔχω ἀντίληψιν, δὲν εἶναι τοιαῦτα πρόσωπα εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ὅπως ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ παντοῦ—εὐτυχῶς ἀπεκόμισα παρομοίας πληροφορίας συμπιπτούσας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ—εὐτυχῶς μίασμα καὶ μόλυνσις καὶ ἐπέκτασις τοῦ κακοῦ πρὸς τὰ ἐκεῖ, δὲν ἔχει συμβῆ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν ἐθνικὸν εὐτύχημα.
§219Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Θὰ ἠθέλομεν νὰ πληροφορηθῶμεν ἂν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν κατώρθωσαν οἱ δικηγόροι, νὰ μὴ συμπεριληφθῇ κανεὶς ἐξ αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό; Τώρα, πῶς συμβαίνει νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα;
§220Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἠκούσθησαν τότε κραυγαὶ ὑστερικαὶ διὰ νὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν ἐξυγίανσιν οἱ δικηγόροι.
§221Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Αἶσχος, αἶσχος.
§222ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ μίαν ψῆφον ἐκερδήθη ὑπὲρ τῶν δικηγόρων καὶ αὐταὶ αἱ ψῆφοι δὲν ἦσαν ψῆφοι δικηγόρων βουλευτῶν. Ἐγώ, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δικηγόρων.
§223Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Συλλυποῦμαι μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν ἐκείνους ποὺ ἐψήφισαν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν.
§224Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν ψήφισμα, ἠκούσθησαν ἀρκεταὶ γνῶμαι. Μετὰ προσοχῆς ἐπίσης ἠκούσαμεν τὰς γνώμας τῶν πρὸ ἐμοῦ ὡμιλησάντων ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος. Εἰς τὸ βῆμα ἀνῆλθον διὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποὺ ἐξ ὅλων τῶν ὑπουργῶν, ἐβιάσθη νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια τῆς δικαιοδοσίας του τὰ ἀφορῶντα τὴν Δωδεκάνησον. Εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅπως γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν κατοχὴν τῆς Δωδεκανήσου, ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν ὁλόκληρος περιφέρεια κατοικεῖται ἀπὸ Δωδεκανησίους. Ὁ λόγος λοιπὸν αὐτὸς μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, διότι δὲν θὰ ἤμην ἄξιος ἐκπρόσωπός των ἐὰν δὲν διεμαρτυρόμην, διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος δίδεται ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος, διότι ἡ Ἑλλάς, παρ’ ὅλας τὰς πικρίας ποὺ ἔχει ποτισθῆ μέχρι σήμερον ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ἔγινε Βασίλειον, εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς νομοθεσίας της εἰς τὰ νέα μέρη, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε προσηρτήσθησαν, δὲν παρετηρήθη καμμία διάκρισις ἐξ ὅσων γνωρίζω μέχρι σήμερον. Θὰ ἦτο λοιπὸν σφάλμα τοῦ Σώματος ἂν παρεδέχετο τοιαύτην διάταξιν. Καὶ νὰ μὲ συγχωρίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις λέγω, ἀπορῶ πῶς ἔβαλε τὴν διακριτικὴν αὐτὴν διάταξιν διὰ νὰ στιγματίσῃ ἕνα λαόν, εἰς τὸ πλέον εὐαίσθητον σημεῖον τοῦ Ἐθνισμοῦ του, τὸν ὁποῖον ἐπὶ 500 καὶ πλέον ἔτη, ἐκράτησε, καὶ ὁ ὁποῖος λαός, εἰς τὸ διάστημα αὐτό, ἠγωνίσθη παράπλευρα μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ἐὰν ἔχῃ γίνει τὸ τοιοῦτον καὶ ὑπάρχει ἱκανὴ εἰς ἀριθμὸν κατηγορία προσελκυσθέντων εἰς τὴν Μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα ὀφείλετε, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ γενικεύσετε τὸ μέτρον καὶ νὰ μὴ στιγματίσετε ὅπως ἠκούσθη, 9 ἢ 10 ἢ 20 συναδέλφους δικηγόρους ἐπιστήμονας.
§225Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κάθε ἄλλο. Ἐγὼ τοὐναντίον προσπαθῶ νὰ μείνουν ἐντελῶς ἀστιγμάτιστοι καὶ νὰ στιγματισθοῦν ἀπὸ ἐκείνους ἐκεῖ, εἴτε τὸ θέλει, εἴτε δὲν τὸ θέλει ὁ νόμος, καὶ νὰ μείνουν στιγματισμένοι ἐσαεί.
§226Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δι’ ἐκείνους, κ. ὑπουργέ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποκτήσει τὴν μεγάλην ἰταλικὴν ὑπηκοότητα, προσελκυσθέντες, ὑπάρχουν ἄλλα μέσα. Καὶ ὑπάρχουν ἄλλοι νόμοι διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσετε, χωρὶς μὲ τοὺς πρώτους, μετὰ τὴν προσάρτησιν νόμους, νὰ μαραίνωμεν καὶ νὰ ἐλαττώνωμεν τὸ ἠθικὸν αἴσθημα τῶν κατοίκων τῆς προσαρτωμένης νέας περιοχῆς. Εἶναι δυνατόν, κατ’ ἐμέ, τὸ Κράτος διὰ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων, νὰ πατάξῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριακονταετοῦς κατοχῆς τῶν Ἰταλῶν, ἔβλαψαν τὴν Πατρίδα των, εἴτε ἠθελημένως, εἴτε ἀπὸ ἀδυναμίαν χαρακτῆρος. Δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων αὐτῶν καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλα τὰ μέτρα. Καὶ τὴν ἐκτόπισιν ἀκόμη, διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν Δωδεκάνησον τὰ ἐπιβλαβῆ ἐκεῖνα στοιχεῖα. Χωρὶς βεβαίως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, τῆς νομοθεσίας τοῦ νέου ψηφίσματος, νὰ κάμῃ διάκρισιν τῶν νέων Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι κατὰ περιόδους προσηρτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔγιναν Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἠδύνατο ἡ διάκρισις αὐτή, κύριε ὑπουργέ, νὰ ἀφορᾷ μόνον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ τὴν διάκρισιν αὐτήν, θὰ τὴν ἤθελον ὄχι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντεθνικῶς εἰργάσθησαν, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ προσλαμβάνωνται ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐθνικῶς εἰργάσθησαν καὶ ὑπηρέτησαν, ὄχι εἰς τοὺς ξένους στρατούς, ἀλλὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Θὰ ἤθελον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς μακρᾶς δουλείας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τοὺς διαφόρους ἀγῶνας τῆς Πατρίδος μας, θὰ ἤθελον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προτιμῶνται κατὰ τὴν πρόσληψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ τοῦτο, νὰ εἶναι τὸ μόνον χαρακτηριστικὸν καὶ τὸ μοναδικὸν εἰ δυνατὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ζητῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Θὰ δημιουργηθῇ, κύριε ὑπουργέ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν ἐπιμείνετε νὰ ἐπεκτείνετε τὸ ψήφισμα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἐπιστημονικοὺς κλάδους ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας κατηγορίας ἐπαγγελμάτων, ἐμπόρων βιομηχάνων κλπ. σάλος.
§227Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προκόψωμεν.
§228Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἴτε προκόψωμεν, κ. συνάδελφε, εἴτε ὄχι, ἐγὼ νομίζω...
§229Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα ἐμεῖς κ. συνάδελφοι.
§230Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐὰν ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ εἰς ἄλλας κατηγορίας καὶ εἰς ἄλλας διακρίσεις ἐπαγγελμάτων, ὅπως εἶναι αἱ κατηγορίαι τῶν ἰατρῶν, τῶν φαρμακοποιῶν, τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, τῶν χημικῶν, κατ’ ἀνάγκην θὰ δημιουργηθῇ σάλος. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ δι’ ὑπομνημάτων θὰ καταφύγουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἀφοῦ δὲν ἔχουν ἀκόμη ἀντιπροσώπους ἐδῶ οἱ ὁποῖοι θὰ διαμαρτυρηθοῦν. Ἀρκεταὶ συζητήσεις, κ. ὑπουργέ, ἐγένοντο μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ διάκρισις αὐτὴ πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ, διότι οἱ συμπολῖταί μου τοῦ Πειραιῶς, οἱ Καλύμνιοι, οἱ Συμιακοί, οἱ Ρόδιοι, οἱ κάτοικοι τῆς Κῶ καὶ τῶν ἄλλων νήσων τῆς Δωδεκανήσου θὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ θὰ ζητήσουν τὸ λυντσάρισμά μου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν μὴν ἐπιμένετε, κύριε ὑπουργέ, διότι καὶ εἰς σᾶς δὲν εἶναι καθόλου εὐχάριστον, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει καὶ καμμία δικαιολογία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς διακρίσεως εἰς μόνην τὴν Δωδεκάνησον. Ἀρκετὰ ἠσχολήθημεν, κ. συνάδελφοι, μὲ τὸ τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ ἐλλείψεις ἐὰν εἶχε, διότι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ νομοθεσία εἰς ἕν νέον προσαρτώμενον Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ τόσες πίκρες, ποὺ ὑπέστημεν ἀπὸ τὴν ἀδικίαν τῶν κριτῶν μας, διὰ τοῦτο καὶ μόνον, ἔπρεπε νὰ χαίρωμεν καὶ νὰ καταληφθῶμεν ἀπὸ ἀκράτητον ἐνθουσιασμὸν καὶ νὰ περάσουμε τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀσυζητητί. Ἐγώ, ὡς παθὼν ἀπὸ τὴν ἄτιμον αὐτὴν Ἰταλικὴν φυλήν, ἔπρεπε νὰ εἶμαι κατὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, λέγων ταῦτα, ἀπηχῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὴν γνώμην τῶν ἡρωϊκῶν μας νεκρῶν, τῶν ὁποίων αἱ σκιαί, ὑπεριπτάμεναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῶν κεφαλῶν μας, θὰ εὐχαριστηθοῦν ἀκόμη περισσότερον καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι αἱ θυσίαι των δὲν ἐπῆγαν χαμέναι. Ἡ προσάρτησις τῆς χώρα τῆς Δωδεκανήσου εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα τοὺς εὐχαριστεῖ. Ἀλλά, αὕτη νὰ γίνῃ ἄνευ διακρίσεων. Καὶ θὰ ηὐχαριστοῦντο ἀκόμη περισσότερον καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς ὅλοι, ἐὰν δὲν μᾶς ἠδίκουν οἱ κριταί μας καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ εἰς τὴν Β. Ἤπειρον καὶ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν καὶ εἰς τὴν Κύπρον. Ἀκόμη δὲ ὅπως εἶπον ἐγὼ καὶ ἄλλοτε, καὶ εἰς τὴν Κυρηναϊκὴν καὶ τὴν Τριπολίτιδα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§232Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἰδιαιτέρως ἐπρόσεξα τὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη εἰς ἕνα μακρὸν ἔλεγχον προτοῦ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη εἰς ἐνδελεχῆ μελέτην, καὶ ἐδῶ, ἀλλὰ ὑπεβλήθη καὶ ἐπιτοπίως εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ ἐμελετήθη ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ δικαστὰς καὶ δικηγόρους καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν προϊστορίαν βαρύνουσαν ἐπὶ τῶν σκέψεών μας. Ἕνα θέμα ὅμως νομίζω ὅτι ἐλησμονήθη καὶ τοῦτο εἶνε τὸ θέμα τῶν δικολάβων, διότι εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἔχομεν μέγαν ἀριθμὸν δικολάβων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον ὡς πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ πάντως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν μίαν σχετικὴν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθ. 1 καὶ εἰς τὸ ἄρθ. 2, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ ἡ νομοθεσία περὶ δικολάβων ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπεν εἰς τὸ ἄρθρον 2 νὰ προστεθῇ ὅτι καὶ οἱ δικολάβοι ἀσκοῦν νομίμως τὸ λειτούργημά των παρὰ τῷ Εἰρηνοδικείῳ, παρ’ ᾧ εἶναι διωρισμένοι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§233Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ἐὰν γεννηθῇ ζήτημα θὰ κάμωμεν εἰδικὸν νόμον. Θέλομεν νὰ ἴδωμεν πόσοι δικηγόροι θὰ εἶναι καὶ ἀναλόγως τῶν κενῶν θὰ κρίνωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ συμπλήρωσις μὲ δικολάβους.
§234Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἑπομένως παραμένει κενὸν τὸ ζήτημα τῶν δικολάβων.
§235Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ δικηγόρων ὑπάρχει διάταξις περὶ δικολάβων. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸ παρουσιάζει ποιάν τινα αντινομίαν;
§236Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸ πρόβλημα αὐτὸ νὰ τὸ ρυθμίσῃ δι’ ἄλλου νομοθετήματος, περιττεύει ἡ περαιτέρω συζήτησις. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 παράγρ. 2 καθορίζεται ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν δὲν πρόκειται νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, ἢ μᾶλλον θὰ ἐξετάσῃ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀσυμβιβάστου κ. λ. π. Πράγματι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἀσυμβιβάστου, εἰς ἣν ὅμως περίπτωσιν ὁ διορισθεὶς ἐπὶ ἰταλικῆς κατοχῆς δὲν ἔχει τὰ προσόντα τοῦ δικηγόρου κατὰ τὸν ἑλληνικὸν νόμον, εἶναι ὀρθὸν σήμερον νὰ μὴ στερηθῇ τῆς ἰδιότητος τοῦ δικηγόρου διότι κατὰ τὸν διορισμόν του εἶχεν ἀσυμβίβαστον ἰδιότητα, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐτέθη εἰς ἰσχὺν ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ ρυθμισθῇ;
§237Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν συντρέχει περίπτωσις ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον.
§238Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὥστε συμπεριελήφθη, ἀλλ’ ὁμιλῶ διὰ τὸ μέλλον.
§239Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ μέλλον, μόλις εἰσαχθῇ ὁ νόμος τοὺς καταλαμβάνει ὅλους.
§240Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Ἡ σκέψις πολλῶν συναδέλφων εἶναι ὅτι δημιουργεῖται μία ἐξαιρετικὴ διάταξις εἰς βάρος τῶν Δωδεκανησίων μὲ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰσχύει ἡ συντακτικὴ πρᾶξις 6 καὶ ὁ νόμος 153. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπάρχουσα γενικὴ νομοθεσία ἐν Ἑλλάδι, δὲν θέλω δὲ νὰ ἐξετάσω ἐὰν εἶναι καλὴ ἢ κακή, ἐὰν πρέπῃ νὰ καταργηθῇ ἢ ὄχι. Αὐτὸ δὲν μὲ ἀπασχολεῖ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Εἰς ἐμὲ τίθεται τὸ πρόβλημα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς ἐν Δωδεκανήσῳ καταστάσεως μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω ὅτι ὅ,τι ἰσχύει εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Εἶναι ἀδύνατον αἱ περὶ δοσιλογισμοῦ διατάξεις νὰ μὴ ἰσχύουν καὶ εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ἐν τούτοις αἱ διατάξεις αὐταὶ λαμβάνουν ἰδιάζουσαν πρόνοιαν, ἡ ὁποία δὲν καθιστᾷ χειροτέραν τὴν θέσιν τῶν Δωδεκανησίων, ἀλλὰ περιορίζει εἰς τὸ ἐλάχιστον τὰς περὶ δοσιλογισμοῦ διατάξεις. Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι προστατευτικὸν καὶ ἐπιεικές, καθορίζει δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ κ. ὑπουργὸς 4 περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξαίρεσις εἰς βάρος τῶν δικηγόρων. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ ἀμέσως διατί γίνεται εἰδικῶς εἰς βάρος τῶν δικηγόρων ἡ ἐξαίρεσις αὐτή. Ἡ δευτέρα περίπτωσις τῆς ἐθελοντικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατὸν εἶναι σαφῶς τὸ 1940–41. Οὐδεὶς φαντάζεται, οὔτε ἐγεννήθη ζήτημα ὅτι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπῆγεν ἐθελοντικῶς τὸ 1940 καὶ ἐπολέμησεν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ δικηγορῇ ἐνώπιον Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων.
§241Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὸ λειτουργημά του καὶ ὁ ὁποῖος κατετάγη ὡς ἐθελοντὴς εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατὸν καὶ ὑπηρέτησεν ὡς λοχαγός. Αὐτὸς ἦτο ἡ ἀφορμὴ καὶ συνελήφθησαν 40 ἔγκριτοι πολῖται τῆς Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ καθ’ ὁδὸν ἐπνίγησαν ὅλοι. Ἐν τούτοις αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι δικηγόρος.
§242Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί λέγει ὁ Δικηγορικὸς σύλλογος; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ καταγγείλετε καὶ ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὰ περαιτέρω.
§243Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Καὶ ὑπῆρξεν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἤλεγξε τὸ δικαστήριον, διότι δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ δικηγόρου αὐτοῦ διὰ καταδίκην ἐρήμην εἰς θάνατον.
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποιὸς ὑπουργὸς εἶναι αὐτός;
§245Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς. Ὑπάρχει φάκελλος εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας καθὼς καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§246Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐρευνήσω καὶ θὰ μάθω.
§247Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, διὰ νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι εἰς τὴν Δωδεκάνησον, οἱ ὁποῖοι ἐνετάχθησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἰταλικοῦ στρατοῦ καὶ ἐπολέμησαν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει τὸ νόημα ὅτι, ἐὰν τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐστρατολογήθησαν βιαίως, αὐτοὶ δὲν τιμωροῦνται, διότι πιθανὸν νὰ συνέβη καὶ αὐτό, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἐθελοντάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν· δὲν ὑπάρχει οὔτε εἷς ἐθελοντὴς εἰς τὴν Δωδεκάνησον.
§248Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν πρόκειται νὰ στιγματίσωμεν ἢ νὰ ἐπαινέσωμεν τοὺς Δωδεκανησίους. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Ἀλετρᾶ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἐνισχύει τὴν ἄποψίν μου, διότι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἔγινεν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, πρέπει ἀκριβῶς νὰ ἀποφύγωμεν εἰς τὰ Δωδεκάνησα καὶ εἶναι εὐτυχὴς σύμπτωσις διὰ τὴν Δωδεκάνησον, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοὺς χειρίστους ἐκ τῶν κακῶν αὐτῶν Δωδεκανησίων, ἐὰν τοιοῦτοι ὑπάρχουν, μὲ καθαρῶς τυπικὰ κριτήρια. Πρῶτον τυπικὸν κριτήριον εἶναι ἡ κατάταξις εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατόν, δεύτερον τυπικὸν κριτήριον εἶναι ἡ λεγομένη «μεγάλη ὑπηκοότης» ἢ «μεγάλη ἰθαγένεια», ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ ἰθαγένεια, ἡ ὁποία ἀπενέμετο ὡς τίτλος τιμῆς εἰς τοὺς συνεργασθέντας ἢ προστατεύσαντας τὸ Ἰταλικὸν καθεστὼς εἶναι παράσημον, δὲν εἶναι ἡ γνωστὴ ἰθαγένεια, ἡ κοινή. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ «ἀφαιρῶ τὴν ἰθαγένειαν, τὴν ὁποίαν ἐπῆρεν ὁ Δωδεκανήσιος, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἐπάγγελμά του καὶ νὰ βγάλῃ τὸ ψωμί του», τότε, κύριε συνάδελφε, θὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἀντίθετοι.
§249Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ τὸ ἔκανα αὐτό.
§250Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι ἐδῶ ὑπάρχουν μερικοὶ ἄνθρωποι παρασημοφορημένοι, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν ἕνα τίτλον τιμῆς ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν αὐτὴν τὴν ἐσχάτην προδοσίαν, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τοὺς ἔχω συμπαραστάτας τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§251Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Μπορεῖ αὐτὸς νὰ γίνῃ καὶ δικαστὴς καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἠμπορεῖ καὶ νὰ διορισθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον Πάρεδρος Εἰρηνοδίκου ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ Συμβολαιογράφος καὶ νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον θέλω ἐγὼ νὰ τὸ περιορίσωμεν ὅσον ἠμποροῦμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ βάλωμεν διάταξιν.
§252Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ μόνον εἰς τὰ Δωδεκάνησα;
§253Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Διατὶ μόνον εἰς τὰ Δωδεκάνησα καὶ ὄχι εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα; Νὰ κατατεθῇ ἀπόψε νόμος περὶ δοσιλόγων, δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.
§254Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θέτετε, κ. Ἀλετρᾶ, τὴν ἐρώτησιν χωρὶς νὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἰσχύει ὁ νόμος περὶ δοσιλόγων, βαρύτερος καὶ αὐστηρότερος. Διατὶ λέγετε ὅτι ὑπάρχει μία ἐξαιρετικὴ διάταξις εἰς βάρος τῆς Δωδεκανήσου, ἐνῷ πρόκειται περὶ εὐνοϊκῆς διατάξεως;
§255Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Μὰ ἐδῶ, δὲν ὑπεχρεώθησαν οἱ σύλλογοι νὰ διαγράψουν τοὺς δικηγόρους;
§256Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκεῖ πρόκειται ὡς δοσίλογος νὰ καταδικασθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει συνεργασθῆ κατ’ αὐτὸν τὸν τύπον. Ἐὰν ὑπῆρχεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἐπὶ Ἰταλικῆς κατοχῆς θὰ ἔπαιρνε τὴν «μεγάλην ὑπηκοότητα», θὰ τὸν ἐκτελούσαμεν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κύριοι, (Χειροκροτήματα) καὶ ὄχι μόνον νὰ τοῦ πάρωμεν τὴν ἄδειαν.
§257Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τοιοῦτος νόμος δὲν ἐγένετο διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§258Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔχει γίνει ὁ νόμος περὶ δοσιλόγων. Δὲν τὸν κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ γνωρίζω πόση ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ ἀντίδρασις. Λέγω ὅμως ὅτι ἂν ἰσχύῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ὁ νόμος περὶ δοσιλόγων καὶ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἀνάλογα μέτρα καὶ διὰ τὰ Δωδεκάνησα, ἐπιεικέστερα ὅμως δι’ εἰδικοὺς λόγους. Ἄν ποτε ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνική, ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι, νὰ καταργήσῃ τὴν Συντακτικὴν Πρᾶξιν 6, θὰ λείψουν καὶ αὐτὰ τὰ ἀσυμβίβαστα, ὡς φυσικὴ συνέπεια. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§259Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε νὰ τὸ κάμωμεν τώρα, κύριε Τσάτσο, διὰ νὰ τὸ σβύσωμεν μετὰ 6 μήνας;
§260Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ τὸ σβύσωμεν μετὰ 6 μῆνας...
§261Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δημιουργηθῇ μία ἀναταραχὴ ἐκεῖ χωρὶς λόγον.
§262Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ φόβος τῆς ἀναταραχῆς ὑπάρχει μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς περιπτώσεις 3 καὶ 4. Πράγματι, κύριε ὑπουργέ, ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐξετάζουν κατὰ πόσον ὁ Α συνειργάσθη ἢ ὄχι....
§263Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἴπομεν νὰ τὸ διαγράψωμεν.
§264Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν αὐτὸ διαγραφῇ καὶ μείνωμεν εἰς τὰ 2 τυπικὰ κριτήρια, οὐδεμία περίπτωσις ἀναταραχῆς δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀναταραχῆς ἀντιθέτως, ἐὰν δηλ. ἀφήσωμεν τοὺς πράγματι ἐγνωσμένους δοσιλόγους νὰ ἐπηρεάζουν τὴν ζωὴν καὶ νὰ προκαλοῦν ἀντιδράσεις εἰς τὸν πληθυσμόν, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσωμεν ἀκριβά. Κύριοι συνάδελφοι, προσέξατε· τὰ Δωδεκάνησα εἶναι ἀπηλλαγμένα ἀπὸ τὸ μίασμα τοῦ κομμουνισμοῦ. Μὴ δίδομεν ἐπιχειρήματα εἰς τὸν κομμουνισμὸν ἐκεῖ τουλάχιστον, ἀφοῦ ἐκάμαμεν τὸ λάθος νὰ τοῦ δώσωμεν ἐδῶ. (Χειροκροτήματα).
§265Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ὑπάρχουν οἱ κείμενοι νόμοι περὶ δικηγόρων. Ἑπομένως εἶναι πολὺ ὀρθὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς 2 περιπτώσεις.
§266Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἐδέχθην νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὴν πλήρη ἰθαγένειαν καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἑκουσίως κατετάχθησαν εἰς τὸν ἰταλικὸν στρατόν.
§267ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§268Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ, προσέξατε καὶ αὐτό. Ὑπάρχει ἓν ἄλλο ἐνδεχόμενον. Ἔχομεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον μίαν ὀθωμανικὴν μειονότητα. Εἰς ἣν περίπτωσιν ὑπάρχει ὀθωμανός, ὁ ὁποῖος συνειργάσθη μὲ τοὺς Ἰταλούς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δι’ αὐτὸν ἐθνικῶς ἐπίμεμπτον, διότι ἦτο ὀθωμανός, ἐκεῖ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν ἐξαίρεσιν καὶ νὰ προβλέψωμεν, ὅτι ἀφορᾷ τοὺς ἑλληνικῆς καταγωγῆς ὅλη αὐτὴ ἡ αὐστηρὰ νομοθεσία καὶ ὄχι τοὺς ὀθωμανούς.
§269Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἑλλήνων, κ. Τσάτσο. Θὰ ἔχωμεν, ἴσως, περίπτωσιν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συναντήσωμεν δυσχερείας.
§270Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ἔθεσεν ἓν ζήτημα, ἐλευθερίας ἐργασίας καὶ ἐσημείωσεν τὸ ὅτι ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἀντισυνταγματικῆς, ἴσως, διατάξεως.
§271Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὄχι. Ἀντιθέσεως πρὸς τὴν Συνθήκην.
§272Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰδικῶς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἔχει κάτι τὸ διάφορον ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα καί δὲν ἠμπορεῖ νὰ ταυτισθῇ ἀπολύτως μὲ τὴν ὑπαλληλικὴν θέσιν, ἀλλὰ ἔχει ὡρισμένας λειτουργίας καὶ ὡρισμένας ὄψεις, αἱ ὁποῖαι τὸ ταυτίζουν μὲ τὸ δημόσιον λειτούργημα. Καὶ ἑπομένως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, αὐστηρὰ ἢ ἐπιεικῆ, θὰ θεσπίσωμεν διὰ τοὺς δικηγόρους, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει καὶ νὰ τὰ ἐπεκτείνωμεν εἰς τοὺς ἐμπόρους, βιομηχάνους καὶ ἰατρούς. Ἄλλη εἶναι ἡ θέσις τοῦ δικηγόρου, ἄλλαι εἶναι αἱ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις τοῦ δικηγόρου καὶ ἄλλαι τῶν ἄλλων ἐπαγγελματιῶν. Ὁ δικηγόρος εἶναι συμπαραστάτης εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι στοιχεῖον, εἶναι ὄργανον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς μετέχει καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§273Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι εἶναι περισσότερον ἔνοχοι οἱ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἔφιαξαν στρατιωτικοὺς δρόμους καὶ ἀεροδρόμια, ἀπὸ τοὺς δικηγόρους;
§274Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μίαν διακοπήν. Ὁ δικηγόρος, περὶ τοῦ ὁποίου προελέχθη, ὑπέβαλεν αἴτησιν χάριτος, ἀπερρίφθη καὶ τώρα ἡ αἴτησις χάριτος ἐπῆγεν εἰς τὸν Βασιλέα.
§275Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι κατεδικάσθη εἰς θάνατον ἐπὶ συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, παρουσιάσθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν καταδικασθέντα εἰς θάνατον δικηγόρον, τὸν ἐδέχθη, ἤκουσε τὰ παράπονά του καὶ ἐκάλεσεν τὸν πρωτοδίκην Ζακύνθου εἰς ἀπολογίαν, διότι δὲν ἔκαμε δεκτὴν τὴν ἔφεσίν του.
§276Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπέβαλεν αἴτησιν χάριτος, ἀπερρίφθη καὶ ἀπεστάλη εἰς τὰ Ἀνάκτορα πρὸς ὑπογραφήν.
§277Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μετὰ τὴν παρεμβολὴν αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις ἀκόμη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, μὲ τὴν σκέψιν ὄχι μόνον τῆς ἐπιεικείας, τῆς λήθης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξ ἀρχῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐκεῖ ζωῆς—αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον— καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ βλέπῃ κανείς, εἰς τὸ πρῶτον νομοθέτημα, πράξεις κολασμοῦ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκον των. Ἐγὼ ἐξήτασα τὰ σχετικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤκουσα ἀπὸ ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, καθὼς πληροφοροῦμαι, τὴν ἀντίδρασιν τοῦ συνόλου τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, διότι 4–5 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐταλαιπώρησαν τὸν λαὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, θὰ ἀποκτήσουν τιμητικὰ δικαιώματα καὶ δή τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τῆς δικηγορίας καὶ ὅλα τὰ παρεμφερῆ λειτουργήματά της, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὸ κάπως θλιβερὸν αὐτὸ σημεῖον τοῦ κειμένου, χάριν τῆς οὐσίας. Εἴπομεν ὅτι θέλομεν ἰσοπολιτείαν, μὰ ἰσοπολιτεία δὲν εἶναι ἡ λήθη καὶ ἡ ἐπιείκεια. Ἰσοπολιτεία εἶναι ὁ κολασμὸς τῶν κακῶς δρώντων καὶ ἡ ἐπιβράβευσις τῶν καλῶς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς κατόπιν τῆς μακρᾶς αὐτῆς συζητήσεως περιώρισε τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ ζήτημα εἰς δύο τυπικὰ κριτήρια καὶ διέγραψε τὰς περιπτώσεις ὅπου ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος τῆς συκοφαντίας, νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Τὸ ἐπιχείρημα τέλος τὸ ὁποῖον ἐπίσης προσέθεσεν καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑποστηρίξας ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ κάμνομεν διὰ τοὺς δοσιλόγους καὶ ἀφίνομεν τοὺς κομμουνιστάς, μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον μαζί σας. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρέπῃ νὰ ληφθοῦν μέτρα εἰδικὰ κατὰ τῶν κομμουνιστῶν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμοσθοῦν ὅπως εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰ Δωδεκάνησα.
§278Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὅλα μαζί.
§279Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε ἀντιπρόεδρε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθορίσωμεν κάτι εἰδικῶς διὰ τὰ Δωδεκάνησα ὅταν δὲν ἰσχύῃ ἀκόμη εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§281Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν γενομένην λεπτομερῆ συζήτησιν ἡ Βουλὴ ἔχει συμπέσει σχεδὸν εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, μερικὰς δὲ λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν, τὰς ἀπεδέχθη ὁ κ. ὑπουργός. Τὸ ὅλον ζήτημα περιωρίσθη εἰς τὸ ζήτημα τῶν δύο περιπτώσεων. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ὀρθὸν ὅπως ἤδη ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι δὲν διορίζονται οἱ ἀποκτήσαντες τὴν Ἰταλικὴν τὴν πλήρη, τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα. (Ἀναγινώσκει.......).
§282Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§283Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Μία ἀπὸ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἦτο ὅτι αὐτὸ θὰ ἔθιγε τὴν αὐαισθησίαν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, διότι θὰ τοῦ ἀπεδίδετο μία μομφὴ ὅτι ἕνα μέρος τοῦ λαοῦ τους εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία εἶναι βαρυτάτη διὰ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τῶν Δωδεκανησίων, τὸ ὁποῖον ἦτο πάντοτε ἀκμαῖον. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, λόγῳ προσωπικῆς μου μεταβάσεως εἰς τὴν Ρόδον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ τὸ ἐθεώρουν ὅτι ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἐθνικὴν μείωσιν δι’ αὐτούς, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐθεώρουν ὡς τὴν μεγαλυτέραν ἱκανοποίησιν διότι καὶ ἐὰν ἐλάχιστοι ὑπῆρξαν αὐτοὶ πρέπει νὰ στιγματισθοῦν διὰ δημοσίας πράξεως. Ἡ δὲ τυπικότης τὴν ὁποίαν ἐνέχουν αἱ δύο αὐταὶ περιπτώσεις δὲν ἀφήνουν καμμίαν ἐπέκτασιν οὕτως ὥστε νὰ γεννηθῶσι καὶ ἐκεῖ διενέξεις. Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν τυπικῶς ἐκ τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων ἀποφεύγεται κάθε διαχωρισμὸς ἐν Δωδεκανήσῳ.
§284Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν φέρωμεν τὰ ἄλλα νομοθετήματα, θὰ τὰ βάλωμεν αὐτά.
§285Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Λέγω ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε, νὰ τὸ βάλωμεν θὰ ἦτο εὐτυχές.
§286Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§287Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Εἶναι σύμπτωσις, ὅτι τὸ πρῶτον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, θὰ κάνῃ συγχρόνως καλὴν ἐντύπωσιν, διότι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐψήφισε πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ αἰσθήματος τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ψαρρός.
§289Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι συντεταγμένον μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ παρέχει ὅλην τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κώδικα περὶ δικηγόρων εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Τὸ μόνον ἐνδιαφέρον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῶν περιορισμῶν εἰς τοὺς ἀναδιορισμοὺς τῶν δικηγόρων καὶ εἶναι βαρύτατον διὰ τὴν εὐαισθησίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τοῦτο. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Ἐθνικῆς εὐαισθησίας οὔτε νομικὸς λόγος ὑπάρχει, οὔτε πολιτικός. Πρῶτον ἠκούσαμεν τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν δικηγόροι βεβαρημένοι μὲ τὰ στοιχεῖα αὐτά. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχουν εἶναι περιττὸν νὰ θέσωμεν περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι προξενοῦν ἐντύπωσιν. Εἶναι φανερόν, ὅτι οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ στηρίζονται εἰς τὴν δοσιλογίαν καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς δημιουργεῖ ἀμέσως μίαν ἀντινομίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις κατ’ οὐδένα λόγον θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ δοσιλογίας εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσῃ διὰ γενικωτέρους λόγους δὲν ἠμπορεῖ οὔτε νομικῶς νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἐμπόδιον. Ἐὰν λοιπὸν ἐφαρμόσῃ τὰς ποινὰς τῆς δοσιλογίας μόνον εἰς τοὺς δικηγόρους, παραβιάζομεν τὸν κανόνα τῆς ἰσότητος. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατὶ οἱ δικηγόροι θὰ ὑποστοῦν τὴν ποινὴν αὐτήν, ὅταν ὅλοι οἱ...
§290Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Οἱ προδόται δικηγόροι.
§291Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Μήπως νομίζετε ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸ ζήτημα; Ἀλλὰ θὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Οἱ ὀθωμανοί, οἱ ἰταλοὶ κλπ. τί θὰ γίνουν; — Χ. Λαδᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἠμποροῦσα νὰ καταλάβω ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἀναταραχὴν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔφερον προσωπικὸν νόμον. Ὁ νόμος λέγει: (ἀναγινώσκει)... «δὲν διορίζονται...»
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχουν ἰταλοὶ ὑπήκοοι, αὐτοὶ θὰ παραμείνουν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον; — Χ. Λαδᾶς. (Ὑπουργ. τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ἰταλὸς ἔκαμε τὸ καθῆκον του ὑποστηρίξας τὴν Ἰταλίαν, ἐνῷ ὁ Ἕλλην δὲν τὸ ἔκαμεν. — Δ. Λεονάρδος. Θὰ πρέπῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἰσονομία εἰς ὅλην τὴν χώραν καὶ ὄχι νὰ εἰσάγωμεν ἐξαιρετικὰ μέτρα διὰ τοὺς Δωδεκανησίους. Ἐὰν ἕνας παρασημοφορηθῇ καὶ ἀποκτήσῃ τὴν μεγάλην ὑπηκοότητα ἔλθει δὲ ἐφέτος καὶ σπουδάσει εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ὅταν θελήσῃ νὰ διορισθῇ δικηγόρος, αὐτὸν θὰ τὸν ἀποκλείσητε; — Χ. Λαδᾶς. (Ὑπουργ. τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα. Δυνάμει τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ μπῇ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ ὁποία θὰ μπῇ καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὰ ἄλλα νομοθετήματα τὰ εἰσάγοντα τὴν νομοθεσίαν εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Πάντως ὑποστηρίζετε οὐχὶ δικαίαν ὑπόθεσιν, κύριε συνάδελφε. — Χ. Ψαρρός. Ὑποστηρίζω δικαιοτάτην ὑπόθεσιν. Ξέρετε δὲ ὅτι ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω κακὰς ὑποθέσεις.
§293ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπώλησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ κατετάγησαν εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατὸν διὰ νὰ πολεμήσουν ἐναντίον αὐτῆς πρέπει νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν;
§294Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Μὴ λησμονῆτε, κ. συνάδελφοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ Δωδεκανήσιοι, ἐπὶ πέντε αἰῶνα; δὲν ἦσαν Ἕλληνες ὑπήκοοι. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξω τοὺς προδότας, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἐγὼ θεωρῶ προδότας καὶ τοὺς κομμουνιστὰς διὰ τοὺς ὁποίους οὐδεμίαν σχετικὴν διάταξιν ἐλάβομεν καὶ ἐρωτῶ· διατὶ νὰ μπῇ ἡ διάταξις αὐτή;
§295ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ γενικὸς νόμος δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§296Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Πῶς ὑποστηρίζετε νὰ ὑπάρχῃ μία τοιαύτη ἐξαίρεσις;
§297Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργ. τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Γονατᾶς ἐπῆγεν αὐτοπροσώπως καὶ ἠξεύρει τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα εἴδατε τὶ σᾶς εἶπε.
§298Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ νόμος κυκλοφοροῦν μόνον τὴν νύκτα καὶ ὅταν δὲν ἔχει φεγγάρι. Ἐνῷ ἄλλοι τῆς κατηγορίας αὐτῆς ἔφυγαν.
§299Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν μικρολεπτομερειῶν οἱ ἀντιφρονοῦντες ἔχουν δίκαιον. Ἡμεῖς ὅμως τὸ θέτομεν ἄλλως, καὶ λέγομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισίν της, δὲν πρέπει νὰ ἐμφανισθῇ μὲ διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς ἐνέχουσαι τὴν μνησικακίαν.
§300Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε ὅτι οἱ ἰταλοὶ στεροῦν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους;
§301Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ἐὰν κανένας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους λέγετε παρουσιάσει πιστοποιητικὸν τῶν Ἀγγλικῶν Ἀρχῶν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἐξυπηρέτησε τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα, τί θὰ γίνῃ τότε;
§302ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε πρόεδρε τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν. Οἱ λοιποὶ συνάδελφοι παραιτοῦνται τοῦ λόγου. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι, ἀντεγκλήσεις)
§303ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κ. πρόεδρε.
§304ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ μελετηθῇ τὸ ὅλον ζήτημα.
§305Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ...
§306Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὑπάρχει πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§307Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παραιτοῦνται οἱ ὑπογράψαντες;
§308Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα, κ. Πρόεδρε.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόντος,............... (Πολλοὶ τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν δηλοῦν ὅτι ἀποσύρουν τὰς ὑπογραφάς των). (ἀναγ.)... (θόρυβος).
§310Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἢ ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς ἢ δὲν ὑπάρχει Κανονισμός.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγεγραμμένων διὰ νὰ ὁμιλήσουν.
§312Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζωμεν αὐτὸ τὸ φαινόμενον. Πρέπει νὰ συνέλθωμεν αὔριον.
§313Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Θέλετε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον χωρὶς νὰ διατυπωθῇ ἡ ἀντίληψίς μας; Μίαν δήλωσιν θέλω νὰ κάμω.
§314Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν εἶναι κανονικὴ ἡ συζήτησις. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν δήλωσιν θέλει νὰ κάμῃ ὁ κ. βουλευτὴς τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς.
§316Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ πλήρους ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς βάσεως. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ μὲ τὴν ἑξῆς διαφοράν: Ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἡ διάκρισις διὰ τὴν Δωδεκάνησον, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Διότι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ὅτι κατετάγησαν εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατόν......
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία.
§318Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Διέπραξαν ἀδικήματα καὶ ἄλλοι καταγόμενοι ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ ἰατροὶ καὶ ἄλλοι ἀσκοῦντες λειτούργημα δημοσίου δικαίου, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔμειναν ἀτιμώρητοι. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι διατεθειμένος ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν καταγγελίαν αὐτὴν τὴν ἐπίσημον καὶ νὰ λάβῃ μέτρα συντόμως ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτὰ παρεβίασαν καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν προσέβαλον; Ναὶ ἢ ὄχι; Κατ’ ἀρχήν, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἤθελα τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ διάταξις αὐτή, θὰ παραμείνῃ μόνον διὰ τὰ Δωδεκάνησα;
§319Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὄχι μόνον ὑπάρχει, ἀλλὰ κατεδικάσθησαν καὶ ἄνθρωποι.
§320Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Οἱ ὁποῖοι, ὅμως, δὲν διεγράφησαν ἀπὸ τὸν Δικηγορικὸν σύλλογον, δηλαδὴ δὲν ἐλήφθησαν μέτρα.
§321Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς ἐπῆραν καὶ.......
§322Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσετε νὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἐκεῖ μηνύσεις καὶ ἂν κατεδικάζοντο, τότε νὰ διαγραφοῦν. Διατὶ λέγετε ἐδῶ, νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις καὶ ἐκεῖ, προλαμβάνοντες, δὲν περιμένετε;
§323Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία καταρτίζει τὰς τροποποιήσεις τοῦ δικηγορικοῦ κώδικος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ θὰ τὸ φέρω αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θὰ μείνῃ τίποτε ἀκαθάριστον.
§324Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Εἶμαι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν δήλωσίν σας αὐτήν.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου νὰ ὁμιλήσῃ ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ σχέδιον νόμου ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν;
§326ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Δωδεκάνησον τῆς περὶ δικηγόρων νομοθεσίας» γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν.
§328Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ τὸ σύνολον ἐψηφίσθη;
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§330Χ. ΛΑΔΑΣ. Διεγράφη μόνον μία φράσις.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς δὲν ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ δὲν ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου των καὶ, ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει νομοθετικὴ ἐργασία ἑτοίμη, ὥστε νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ προσέλθουν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς διὰ τὰς ἐκλογάς.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν καὶ ὥραν 5½ μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 10.45′ μ. μ.)