1947.06.10
2,602 rows · 18,950 words · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 130η
Τρίτη 10 Ἰουνίου 1947
Προεδρία Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Θ. Μανωλόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Παλαιοχωρίου διὰ τὴν μὴ ἀναπροσαρμογὴν τιμῆς καπνοῦ καὶ ζητεῖ ὅπως λόγῳ τῆς πλήρους καταστροφῆς τῶν σιτηρῶν αὐξηθῇ ἡ μερὶς τοῦ χορηγουμένου ἀλεύρου καὶ χορήγησιν ΠΡΙΜ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κουλουμβάκης, Κ. Δηλαβέρης, Κ. Θεοφανόπουλος, Μ. Καρζῆς καὶ Ι. Ζολώτας καταθέτουν ὑπόμνημα ζητοῦντες τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τῆς δημοτικῆς διδασκαλίας, ἥτις ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐξυπηρετεῖ τοὺς μαθητὰς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ν. Ράπτης διὰ τηλεγραφήματός του ζητεῖ αὔξησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ἁλωνιστικῶν μηχανῶν λόγῳ τῶν ὑπερβολικῶν ἐξόδων ἐπὶ τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει τηλεγραφικὴν αἴτησιν τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν, ζητοῦντος λῆψιν ταχείας ἀποφάσεως παρ’ ἁρμοδίων διὰ τὴν κατάργησιν διαπυλίων τελῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἔκκλησιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων Πατρῶν ζητούντων βελτίωσιν τῆς θέσεώς των ἀπὸ ὑλικῆς ἀπόψεως. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Δ. Μαντούβαλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κλητήρων τῶν πολιτικῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ζητούντων χορήγησιν στολῶν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Α. Λαδᾶς καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου Μητροπολιτικῆς περιφερείας Γρεβενῶν ζητοῦντος μισθοδοσίαν, διαβάθμισιν καὶ συνταξιοδότησιν τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἵδρυσιν εἰδικῶν ἱερατικῶν σχολῶν πρὸς μόρφωσίν των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Α. Ὀρφανίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς κλαδικῆς ἐπιτροπῆς ἐφέδρων πολεμιστῶν 1940–41 Ἑταιρείας ὑδάτων ζητούντων αὔξησιν ἀποδοχῶν κατὰ 15% ἐπὶ τοῦ βασικοῦ μισθοῦ, ἀποκατάστασιν τῶν ὑποβιβασθέντων δυνάμει τῆς 59 Σ. Π. ἐφαρμογὴν τῆς 113 Σ. Πράξεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν Ἐπιτροπῆς ἰδιοκτητῶν ἀστικῶν κτημάτων Πρεβέζης διὰ τὴν μὴ ἀναπροσαρμογὴν μισθωμάτων μὲ τιμάριθμον ζωῆς. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Κιργίων, Νομοῦ Δράμας, «Πρόνοια» «Γιακᾶς» «Νέα Σάντα», «Μέλισσα» καὶ «Δήμητρα», διεκτραγωδούντων τὴν ἀθλίαν οἰκονομικήν των κατάστασιν λόγῳ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πωλήσεως τῶν καπνῶν των εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς καὶ ζητούντων λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς τάξεώς των ὡς καὶ χορήγησιν ΠΡΙΜ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Καλλιθέας Νομοῦ Δράμας καταγγελλόντων νέαν ἐπίθεσιν 17μελοῦς συμμορίας κατὰ τοῦ χωρίου των τὴν 30ὴν Μαΐου καὶ κατὰ νυκτερινὰς ὥρας καθ’ ἣν διηρπάγη παρ’ αὐτῆς ρουχισμὸς καὶ τρόφιμα ἁπάντων τῶν κατοίκων παρακαλεῖ δὲ ὅπως διαταχθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ καὶ χορηγήσωσι 50 τοὐλάχιστον ὅπλα δι’ ἄμυναν τῶν κατοίκων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ι. Μελᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἁγίου Κηρύκου Ἰκαρίας ζητούντων ἀποστολὴν συνεργείου δι’ ἐκκαθάρισιν ναρκοπεδίου ἐξ Ἰκαρίας. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Γενικοῦ Δ)ντοῦ Τ.Ε. Κ.Α. Πύργου διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ δημοσία ὁδὸς Πατρῶν–Πύργου, ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν πιστώσεως πρὸς ἐπισκευὴν ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Θ. Οἰκονόμου καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῆς ὁμοσπονδίας γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Θεσ)νίκης διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Εʹ Ταμείου εἰσπράξεων κοινοποίησιν προσκλήσεως εἰς ἀμπελουργοὺς περιφερείας των δι’ ἧς καλοῦνται οὗτοι ὅπως ἐντὸς διημέρου ἐξοφλήσωσι φόρον ἀποταμιευθέντος γλεύκους παραγωγῆς 1946 καὶ ζητούντων ταχεῖαν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ Π. Ἀθανασιάδης πρώην ἐφημέριος καὶ νῦν κάτοικος Ἀθηνῶν προτείνει ὅπως ἀνεγερθῇ ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου εἰς τὴν θέσιν Τοψὶν Θεσσαλονίκης εἰς ἀνάμνησιν τῶν Βαλκανικῶν νικῶν. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Σερρῶν, ζητοῦν λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς τάξεώς των, πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐπειγουσῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν των. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις θαλαμηπόλων τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς ἑνώσεώς των ἐκ τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου Πειραιῶς. Τὸ προσωπικὸν τοῦ νομομηχανικοῦ δημοσίων ἔργων Σερρῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 289 ὑπὸ τῆς Γενικῆς Δ)νσεως Δημοσίου Λογιστικοῦ ἀφορῶντος τὴν χορήγησιν τεχνικοῦ ἐπιδόματος. Ὁ γεωργικὸς πιστωτικὸς συνεταιρισμὸς Ἐπισκοπῆς, Ἔξω Γωνίας, Ἐμπορίου, Πύργου τῆς Νήσου Θήρας ζητεῖ ταχεῖαν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως συνεταιρισμῶν πρὸς προστασίαν τῆς τομάτας. Ἡ Ἕνωσις παλαιῶν πολεμιστῶν Νομοῦ Τρικάλων διὰ τηλεγραφήματος εὐχαριστεῖ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς οἵτινες ὑπεστήριξαν τὰ δίκαια αἰτήματά των κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τὴν 16ην παρελθόντος μηνός. Τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας Ἑλλάδος διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἐξεύρεσιν χώρου πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ Μουσείου καὶ ζητοῦν ὅπως παραχωρηθῇ τὸ διὰ νόμου ἐκχωρηθὲν κτίριον τῆς παλαιᾶς Βουλῆς πρὸς στέγασίν του. Ἡ ὁμοσπονδία φορτοεκφορτωτῶν Ἑλλάδος διαμαρτύρεται δι’ ἀπόρριψιν αἰτημάτων ἐργατῶν λιμένος Ἡρακλείου καὶ ζητεῖ ἐπανεξέτασιν τούτων. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 147190 ἀποφάσεώς του πιστοποιεῖ ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν δανείου ἐκ 350.000.000 δραχμῶν πρὸς τὴν καπνοβιομηχανίαν Ρόδου πρὸς ἐμπλουτισμὸν τῶν χαρμανίων τῶν παρ’ αὐτῆς καταναλισκομένων σιγαρέττων. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις Κρήτης ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν τῶν Ἐκπαιδευτικῶν ὀργανώσεων Νομοῦ Χανίων, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνισότητα τῶν ὑπαλληλικῶν ἀποδοχῶν ζητούντων ἐπέκτασιν τῶν συνεργείων καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπὶ τοῦ κλάδου τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Οἱ κ.κ. Περμένης, Α. Χρηστουλάκης καὶ Δ. Μποτσέλας ἀπότακτοι ἀξιωματικοὶ Χωροφυλακῆς τῆς κατηγορίας 1927 μὴ ἀποκατασταθέντες εἰσέτι, ζητοῦν ὅπως κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκαταστάσεως ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς ἀποκατασταθῶσι καὶ οὗτοι. Ὁ κ. Φιοτάκης ὑπαξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐν Ε. Α. κάτοικος Θεσσαλονίκης πωλήσας τὴν οἰκίαν του κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ζητεῖ ἀκύρωσιν τῶν γενομένων ἀγοραπωλησιῶν κατὰ τὴν περίοδον κατοχῆς. Ἡ Ἕνωσις συμπολεμιστῶν Ἐθνικοῦ ἀγῶνος ἀκριτῶν παραρτήματος Κιλκίς, ζητεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ μετακίνησις τῶν πλουσίων πρὸς τὰ μεγάλα ἀστικὰ Κέντρα ὑποχρεωθῶσι δὲ οὗτοι ὅπως συμβάλωσιν εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα καὶ πλαισιωθῶσι τὰ σύνορα διὰ γεγυμνασμένων ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας πρὸς παρεμπόδισιν τῶν εἰσερχομένων νοφικῶν συμμοριῶν. Ὁ Σύνδεσμος Ἐργοληπτῶν Ἀργολίδος, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐργολάβου Γ. Κατακουζηνοῦ ὅστις ὑπεισέρχεται εἰς καθήκοντα ξένα πρὸς τὴν ἰδιότητά του. Ὁ Γ. Ποτσώλης μόνιμος λοχίας τοῦ 5ου λόχου τοῦ Β.Σ.Τ. 902 διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀκύρωσιν μονιμότητός του καὶ ζητεῖ δικαίαν ἐξέτασιν τοῦ αἰτήματός του. Πληγέντες ἰδιοκτῆται ἀστικῶν ἀκινήτων Θεσσαλονίκης ζητοῦν ὅπως κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀπαλλαγοῦν αἱ οἰκίαι των τῶν φορολογιῶν. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γουλῆς διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται ἐντόνως καθ’ ὅσον ἡ μόνη συγκοινωνία Κερκύρας διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου Λῆμνος ἀπεστάλη καὶ πάλιν παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ οὕτω ἐπὶ 22 ἡμέρας ἡ Κέρκυρα ἀγνοεῖται παρὰ τοῦ Κράτους ὑφισταμένη οἰκονομικὸν πλῆγμα. Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπ. Ναυτικῶν) 1) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ Ὀργανώσεως τοῦ Ναυαρχείου» καὶ 2) δηλοῖ ὅτι ἐκ παραδρομῆς ἀπεσύρθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 11 τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Α.
Ν. 1005)47».
Ὁ κ. Δ. Χέλμης (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) ἀποσύρει τὸ κατατεθὲν τὴν 5 Δεκεμβρίου 1946 σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἄλλων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Καρζῆς, Χ. Κιοραΐσκος, Δ. Νικολαΐδης, Α. Θεοδωρόπουλος, Β. Μητσόπουλος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ)τος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Μαζαράκης, Μ. Μαυρογορδᾶτος, Δ. Δίγκας καὶ Π. Λεβαντῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Τζωρτζόπουλος, Ν. Βαρβιτσιώτης, Λ. Βρεττᾶκος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἄλλων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων «Περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ συμπληρώσεως τῆς παρατάσεως ἰσχύος διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 46)40 νόμου «περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν ἐν τῇ Χωροφυλακῇ», 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ)τος καὶ 3) «περὶ μέτρων ὑπὲρ τῆς ἀνοικοδομήσεως ὑπὸ ἰδιωτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Καρζῆς, Α. Δερδεμέζης καὶ Κ. Κορόζος καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ)τος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Καρζῆς καὶ Γ. Μπάρδας καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)46 Ν. Δ)τος».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὑμῖν ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ληφθεῖσαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3 Ἰουνίου ἀπόφασιν, περὶ συστάσεως δεκαμελοῦς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς σχετικῶς μὲ τὸ ἀναφυὲν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ βουλευτοῦ καὶ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Ἀβραὰμ ζήτημα, αὕτη κατηρτίσθη ὑπὸ τῶν ἑξῆς κ. κ. βουλευτῶν. Κ. Καλκάνη, Μιλτ. Βαρβιτσιώτη, Π. Σπηλιώτη, Γ. Παραβάντη, Λουκᾶ Κουτσοπετάλου, Ἐμμ. Λουλακάκη, Χρ. Στεργιοπούλου, Δημ. Χατζηγιάννη, Νικ. Παπαγεωργίου καὶ Κωνστ. Μπακόλα.
§6Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε κατατεθεῖσαν ἐπιστολήν μου πρὸς τὴν Βουλήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπιστολὴν τοῦ κ. Δ. Χατζηγιάννη ἔχουσαν οὕτω: Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, Ὅσον καὶ ἂν ἡ ἐκλογή μου ὡς μέλους τῆς καταρτισθείσης Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, μοῦ εἶναι τιμητική, λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀποδεχθῶ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ μὴ συμμετοχή μου εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ καταστήσῃ περισσότερον φανερόν, ὅτι, ἀνακινήσας ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ ἠθικὸν θέμα, ὅπερ εἶχε προκύψει ἐκ τοῦ κειμένου δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς συναδέλφου καὶ τέως Ὑπουργοῦ καὶ εἶχε διὰ τοῦ τύπου ἀχθῆ ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, δὲν ὑπηρέτησα ἀνύπαρκτα προσωπικὰ ἐλατήρια, ἀλλ’ ὑπηρέτησα τὴν Βουλήν, ὡς φορέα τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τὸν δημόσιον τῆς Χώρας μας βίον. Ἀλλὰ ζητῶν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως μὲ ἀναπληρώσητε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δι’ ἑτέρου συναδέλφου, διατηρῶ ἀμείωτον τὸ καθῆκόν μου ὡς μέλους τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅταν ἀχθῆ ἐνώπιον αὐτῆς τὸ πόρισμα τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς Δ. Χατζηγιάννης–Βουλευτὴς Λαρίσης
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ προστασίας ἀμπελουργῶν Ἀττικοβοιωτίας κειμένων διατάξεων».
§9Α. ΦΡΑΓΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει γίνει μία παράλειψις εἰς τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰδικῶς εἰς τὸ ἄρθρον 5. Εἴπομεν, διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, ὅτι τοῦτο θὰ καθορίζεται δι’ ἀποφάσεως ἡμῶν τῇ προτάσει τοῦ Δ. Σ. Αὐτὸ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δέχεται ὁ κύριος Ὑπουργός;
§11Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργ.). Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς διωρθώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ὀργανισμοῦ Προστασίας Ἀμπελουργῶν Ἀττικοβοιωτίας κειμένων διατάξεων», ὡς διωρθώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως καὶ ἀκυρώσεως νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς ἀφορώντων τὴν διεξαγωγὴν δικῶν τοῦ Δημοσίου».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως καὶ ἀκυρώσεως νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς ἀφορώντων τὴν διεξαγωγὴν δικῶν τοῦ Δημοσίου». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 78 τοῦ νόμου 6086)34 «περὶ Ν. Στρατολογίας καὶ 57 τοῦ Α. Ν. 1041)1938 περὶ καταστάσεως διόπων, ναυτῶν καὶ ναυτοπαίδων Β. Ν.».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 78 τοῦ νόμου 6086)34 «περὶ Ν. Στρατολογίας» καὶ 57 τοῦ Α. Ν. 1041)1938 «περὶ καταστάσεως διόπων, ναυτῶν καὶ ναυτοπαίδων Β. Ναυτικοῦ». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ νόμου «περὶ μονίμου καὶ ἐπὶ δοκιμασίᾳ πολιτικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προσωπικοῦ τῆς Σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων».
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ μονίμου καὶ ἐπὶ δοκιμασίᾳ πολιτικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προσωπικοῦ τῆς Σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Α. Ν. 905)37 «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν Β. Ν.», ὡς ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως κλπ.».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Α. Ν. 905)1937 «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν Β. Ν.», ὡς ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως κλπ.». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 735) 1945 «περὶ προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς».
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 733)45 «περὶ προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 4407)29 «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 4407)29 «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἰσχύουσαν στρατολογικὴν νομοθεσίαν».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἰσχύουσαν στρατολογικὴν νομοθεσίαν». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 2127)39 «περὶ στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων».
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 2127)39 «περὶ στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 676)37 «περὶ ἐξόδων μετακινήσεως προσωπικοῦ καὶ μεταφορῶν ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας».
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 676)37 «περὶ ἐξόδων μετακινήσεως προσωπικοῦ καὶ μεταφορῶν ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (βʹ περιόδου) καὶ 1945–46 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκ. ἔτους 1947–48».
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκ. ἔτη 1944–45 (βʹ περιόδου) καὶ 1945–46 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκ. ἔτους 1947–48». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπ. Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς μελετῶν καὶ καταρτισμοῦ κωδίκων». Ὁ κ. Π. Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§35Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, προτείνω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου σύμφωνα μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ διήρεσε τοὺς σκοποὺς τοῦ νομοσχεδίου εἰς δύο. Ὁ ἕνας σκοπὸς εἶναι ὁ καταρτισμὸς σχεδίου ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Εἶναι ἕνα σχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ βασικὴν διὰ τὴν χώραν μας λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ ἕτερος σκοπὸς εἶναι μία Γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ θέματα περισσότερον ἐνδιαφέροντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀλλοίαν σύνθεσιν ὥρισε διὰ τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ πρώτου σκοποῦ, ἀλλοίαν δὲ σύνθεσιν προτείνει διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ δευτέρου σκοποῦ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς τυπικὸν καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἀπὸ τὴν σχεδὸν ὁμοφωνίαν τῶν μελῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μακρὸν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρίσκομαι ἐν συγκινήσει βαθυτάτῃ. Εἶχον πληροφορίας πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὰς Καλάμας ἑτοιμάζονται οἱ συμμορῖται νὰ ἀπελευθερώσουν 800 φυλακισμένους κουκουέδες, ἀλλ’ ἑτοιμάζονται καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Καλαμῶν νὰ τοὺς κατασφάξουν μέχρις ἑνός!
§38Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν θὰ τοὺς εὕρουν, κύριε συνάδελφε.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται νὰ ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι πιστεύω εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα. Πιστεύω εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, διότι, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων ὅπως εἶπον καὶ οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης. (Ἀνησυχεῖ εἷς βουλευτής). Ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν θὰ καταρτισθῆτε ὑπὸ ἔποψιν πολιτικῆς ἐπιστήμης, θὰ χύσετε πικρὰ δάκρυα διότι ἔχετε τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχετε τώρα. Διότι, ὁτιδήποτε καὶ ἂν συμβαίνῃ ὑπὸ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι καλύτερον ἀπὸ τὰ ἄλλα πολιτεύματα τῆς τυραννίδος, ἀπὸ τὰ πολιτεύματα τὰ κακῶς ὀνομαζόμενα δικτατορικά. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ δικτατορία εἰς τὴν Ρώμην ἦτο θεσμός, δὲν ἦτο αὐθαιρεσία τυχοδιωκτῶν τυράννων. Ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, θεσμός, κατὰ τὸν νόμον μάλιστα τοῦ 510 ἔτους π. Χ. ἡ δικτατορία εἶχε πᾶσαν ἐξουσίαν πλὴν τοῦ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾶν. Καὶ διήρκει ἡ δικτατορία τὸ πολὺ ἓξ μῆνας. Λέγω τὸ πολύ, διότι ἂν ὑπόλοιπον ἐξουσίας εἶχον οἱ ὕπατοι δύο μηνῶν, ἐπὶ δύο μῆνας διήρκει καὶ ἡ δικτατορία, ἂν εἶχον οἱ ὕπατοι ὑπόλοιπον ἐξουσίας 15 ἡμερῶν, ἐπὶ 15 ἡμέρας διήρκει καὶ ἡ δικτατορία. Καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, εἶχεν ἡ δικτατορία πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν πλὴν τοῦ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾶν. Ἑπομένως κακῶς ὀνομάζεται δικτατορία ἡ τυραννίς, αὐτή, τὴν ὁποίαν λέγουν εἰς τὸν τόπον μας δικτατορίαν, τυραννὶς ἀπεχθής, μία τυραννὶς ἡ ὁποία συχνὰ παρουσιάζει οἰκονομικὰς λωποδυσίας ὡς ἐκείνην τοῦ ἐλαίου καὶ σπορελαίου, ὡς ἐκείνην τῶν καφέδων κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδιώχθη τῆς Κυβερνήσεως εἷς Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐτιμωρήθη ἐνῷ ἐξεδιώχθη ὡς λωποδύτης. Λοιπὸν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ καλύτερον πάντων. Ἀλλὰ θριαμβεύει τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα μόνον ὅταν ἔχῃ Ὑπουργοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐμπνέουν καὶ τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως νομοσχέδιον ἔχει προϋπόθεσιν ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐμπνεύσουν τὴν νομοθεσίαν ἀκόμη τοῦ Κράτους. Λυποῦμαι δέ, διότι τὶ ὑπέβαλεν Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἶναι, πιστεύω μέχρι σήμερον βεβαίως ἱκανὸς καὶ νὰ ἐμπνέῃ καὶ συντάσσῃ νομοσχέδια. Τὸ λέγω τοῦτο ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, διότι τὸ πιστεύω. Ἴσως ἔχω πολλὰ ἐλαττώματα, ἀλλὰ ἐλπίζω νὰ μοῦ ἀναγνωρίζετε ὅτι δὲν ἔχω καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς ὑποκρισίας, ὥστε νὰ μὴ λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω. Πιστεύω ὅτι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐμπνέῃ τὴν νομοθεσίαν καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι περισσότερον ἀξιοκατάκριτος ὑποβάλλων τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ βοηθήσωμεν τὸν Ὑπουργόν, νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἐφαρμογὴν τῶν γνωμῶν αὐτοῦ ἐπιστήμης ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, καλοῦνται ἀξιόλογοι κατὰ τοὺς νόμους μας ὑπ’ αὐτοῦ, συνεργάται του δημόσιοι λειτουργοί, κατὰ πρωτοβουλίαν ὅμως αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν ἔμπνευσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ὅταν ἔχωμεν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικὴν ἐξωκοινοβουλευτικήν, μόνιμον, αὐτὸ εἶναι, κύριοι, ἀντικοινοβουλευτικόν, αὐτὸ σημαίνει μίαν ὁμολογίαν ἐκ μέρους μας μέσα εἰς τὰ σπλάχνα μας, μέσα εἰς τὴν Συνέλευσίν μας δὲν ὑπάρχουν πρόσωπα ἱκανὰ νὰ ἀναλαμβάνουν τὰ Ὑπουργικὰ ἀξιώματα καὶ νὰ ἐμπνέουν τὴν νομοθεσίαν καὶ νὰ ρυθμίζουν αὐτὴν καὶ νὰ μεταρρυθμίζουν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου ἡ γενική. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου νὰ κρίνω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λεπτομερέστερον, βλέπω ἐδῶ μίαν διάταξιν: «εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀνατίθεται 1) ἡ σύνταξις κώδικος περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων». Κατὰ τὸ 1930, κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τίτλον: «Καταστατικὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων» καὶ ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ ζήτημα πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνης καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡμίλησα μάλιστα περὶ τὰ 20′ ὑποστηρίζων τὴν ἀναβολήν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἀπεδέχθη καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησεν, ἀλλ’ ὁ Κυβερνητικὸς βουλευτής, ὁ ὁμιλῶν καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ τώρα Κυβερνητικὸς εἶπεν: «Ἐγὼ δὲν ἀποχωρῶ καὶ ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας». Ἤρχισα νὰ ὁμιλῶ καὶ ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ «κώδικος ὑπαλληλοκρατίας», δηλαδὴ περὶ κινδύνου τοῦ Κράτους, περὶ τοῦ χειροτέρου Κράτους ἐν Κράτει περὶ κράτους εἰς τὸ ὁποῖον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἐτίθεντο ὑπὲρ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ Βουλὴ ἤρχισε νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται καὶ νὰ ταράσσεται καὶ τότε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, ἔστειλε καὶ παρεκλήθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς (1930) ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς μίαν κοινωνικὴν δεξίωσιν καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα πλήρης νεύρων, ἢ μᾶλλον ἐν νευρικῷ ἐρεθισμῷ. Καὶ λέγει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα: «Δὲν ξεύρω τὶ εἴπατε καὶ τὶ δὲν εἴπατε, ἡ Κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ θὰ ψηφισθῇ καὶ δὲν θὰ σοῦ περάσῃ». Ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ ἐξηκολούθησα τὴν ἀγόρευσίν μου. Καὶ τότε, κύριοι βουλευταί, ὀρθία ὅλη ἡ Βουλὴ ἐχειροκρότει εἰς ἑκάστην μου φράσιν, εἰς ἑκάστην μου φράσιν ἐπαναλαμβάνω. Καταπτοηθεὶς ὁ κατὰ κανόνα ἀπτόητος ἐκεῖνος Πρωθυπουργός, ἡ μεγάλη ἐκείνη προσωπικότης εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους μας, καταπτοηθεὶς ὑπεχώρησε, διότι καὶ ἤκουσα ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν τότε φίλον μου, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω τώρα διατὶ δὲν εὑρίσκομαι εἰς φιλικὰς σχέσεις, ἤκουσα: «ηὐχαριστήθην διότι τὸν ἔβαλε εἰς τὴν θέσιν του τὸν κύριον αὐτόν». Εἶναι παρὼν καὶ τώρα ὁ κ. συνάδελφος. Διότι καὶ τότε οἱ βουλευταὶ ἐστερούμεθα τοῦ θάρρους τῆς γνώμης μας καὶ ἐχειροκροτούμεθα ὅταν ἐξετιμᾶτο τὸ θάρρος αὐτὸ τῆς γνώμης μας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησε καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη. Καὶ μετά τινα χρόνον κατώρθωσαν οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀσυγχωρήτως, θὰ κατηρτίζετο Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ συντάξῃ τὸν νόμον καὶ ὡρίζετο διὰ τοῦ νόμου πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς! Περίεργα πράγματα, δηλαδὴ ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικήν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος φυσικὰ οἰκτρὸν ἔσχε κατάντημα καὶ φυσικὴν ἀνυποληψίαν, δι’ ὃ καὶ δὲν ἔσχεν ἐφαρμογήν. Δὲν ἐφηρμόσθη, λέγω, ὁ νόμος αὐτός. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ὅμως ἐμελέτα τὰ πράγματα, ἐμελέτα πολύ. Μὲ περιήγαγε, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ αὐτοκινήτου του εἰς ὅλην τὴν περιφέρειαν τῆς Ἀττικῆς διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα. Καὶ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον μὲ τὴν ὑπογραφήν του τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἐγένετο νόμος, συμφώνως πρὸς εἰσήγησίν μου, νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ὄχι ὁμοῦ, ὅλοι. Ὄχι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι εἰς ἕνα συνεταιρισμόν, ἀλλὰ κατὰ κλάδους καὶ νὰ ἐξαιροῦνται καὶ ἐκ τοῦ κατὰ κλάδους συνεταιρισμοῦ οἱ Δικασταί, οἱ Στρατιωτικοί, οἱ Ἀστυνομικοί. Λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἐλειτούργησε δεόντως, καὶ καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς νομικὸς πιστεύω, ἰσχύει ἀκόμη. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπ’ ἐσχάτων συχνὰ ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας: «Ἡ Γενικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων», «Ἡ Ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων!» Ποῖος δὲν συμπαθεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους; Ποῖος δύναται νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους; Ἀλλὰ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπάρχουν διὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ τὸ Κράτος διὰ νὰ ὑπακούῃ εἰς αὐτούς. Λοιπὸν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἐμβάλλει εἰς ὑπονοίας: «Νὰ συνταχθῇ Κῶδιξ περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων», τῆς καταστάσεως μάλιστα «ἐν γένει» τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, λέγει. Δηλαδὴ ἡ ἔκφρασις εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου 1930 τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, ἀπεδοκίμασε καὶ ἔπεισε τὸν τότε Πρωθυπουργόν, ἄνδρα ἱστορικώτατον, νὰ ὑποχωρήσῃ. Λοιπόν, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κηρύσσομαι καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶναι καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις αἱ ὁποῖαι μὲ ἐμβάλλουν εἰς μίαν τινὰ ἀνησυχίαν. Π. χ. ἀνατίθεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ σύνταξις κωδίκων τῶν φορολογικῶν νόμων. Τὶ εἴδους κώδικες θὰ εἶναι αὐτοί;
§40Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἐκεῖνο μὲ ἐμβάλλει εἰς ὑποψίαν ὅτι ὅλα αὐτὰ σημαίνουν ὅτι θὰ ἔρχωνται τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια νὰ ψηφίζωνται κατὰ τὸν τύπον ποὺ ψηφίζονται οἱ φορολογικοὶ κώδικες, μὲ ἓν ἄρθρον.
§41Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. ............ (δὲν ἠκούσθη).
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐάν, κύριε συνάδελφε, ἐπεδεξιώθητε εἰς τὰς διακοπάς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους τότε τὶ πρᾶγμα εἶναι οἱ κώδικες τῶν φορολογικῶν νόμων;
§43Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἡ φορολογικὴ νομοθεσία εἶναι κατανεμημένη εἰς διάφορα νομοθετήματα. Ἐὰν δὲν κωδικοποιηθῇ, δὲν θὰ ξεύρωμε τὶ μᾶς γίνεται.
§44Χ. ΛΑΔΑΣ. Διατὶ δὲν παίρνει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα μὲ διάταγμα νὰ τὴν κωδικοποιήσῃ ἀλλὰ θέλει Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συντάξῃ τοὺς κώδικας;
§45Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. (Διακόπτει καὶ αὖθις).
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐάν, κύριε συνάδελφε, εἶχον δίκαιον καὶ εἶχον δίκαιον λέγων ὅτι διακόπτετε ἐπιδεξιώτατα, νὰ μὲ συγχωρῆτε ἐὰν σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐστερήθητε τῆς ἐπιδεξιότητος, δι’ ὃ καὶ πρέπει νὰ προσέχετε εἰς τὸ τὶ θὰ εἴπω καὶ οὐχὶ εἰς τὸ πῶς θὰ διακόψητε. Ἐὰν ἔργον ἀποκλειστικῶς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ψηφίζῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ ἐν τούτοις ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κωδικοποιοῦν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, αὐτὴ ἡ κωδικοποίησις, δὲν εἶναι ἔργον νομοθετικόν; Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ κωδικοποίησις δηλαδὴ κατηρτισμένον ἔργον ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς ἡμᾶς; Διότι δὲν πρέπει νὰ μελετῶμεν μόνον τὰς θεωρίας τὰς συνταγματικάς, ἀλλὰ καὶ τὴν πρακτικὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Θὰ ἔλθῃ ἐδῶ μία ἐργασία κατηρτισμένη ἀπὸ μεγάλους τάχα ἐπιστήμονας καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ λέγῃ: «ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρέπει νὰ δοθῇ» ἐνῷ τὸ κοινοβουλευτικῶς ὀρθὸν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σκεφθῇ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ σκέπτεται, ὅπως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην εἴτε τῆς βοηθείας, εἴτε ἁπλῶς τῆς συνεργασίας, ἐπιστημόνων, νὰ τοὺς ἐκλέξῃ κατὰ τὴν πρωτοβουλίαν του καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνος τὸ νομοσχέδιον, ὑπ’ αὐτοῦ συντεταγμένον, ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐπικαλῆται κανένα, εἴτε ἐν τῇ σκηνῇ εἴτε ἐν παρασκηνίῳ ἀπὸ τοὺς μεγάλους τάχα ἐπιστήμονας. Αὐτὸς λέγω εἶναι ὁ Κοινοβουλευτισμός, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐργάζονται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ προκαλεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ. Μόνον ὅταν ὁ λαὸς πιστεύῃ ὅτι τὰ νομοθετήματα εἶναι ἔργα τῶν πολιτικῶν του ἀνδρῶν, μόνον τότε σέβεται τὴν Βουλήν, μόνον τότε τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θριαμβεύει.
§47Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, εἶναι μακρὰν πάσης σκέψεως ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ οἱ μέλλοντες φορολογικοὶ νόμοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν μορφὴν ἑνὸς κώδικος. Αὐτὸ ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ αὐτὴν τὴν ἀνησυχίαν. Τὸ πνεῦμα εἶναι ἡ κωδικοποίησις τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν νόμων. Πρὸς πλήρη διευκρίνησιν δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ προσθέσωμεν τὴν λέξιν: «ἡ σύνταξις κώδικος τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν νόμων». Διὰ τὴν κωδικοποίησιν τῆς ὑφισταμένης φορολογίας ἀπαιτεῖται διάταξις ἡ ὁποία νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συντάξῃ τὸν κώδικα.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠρχίσατε νὰ ἀντιλαμβάνεσθε ἀληθῶς τοῦ θέματος καὶ σᾶς συγχαίρω, ἀλλὰ προηγουμένως δὲν εἴχετε ἀντιληφθῆ. Διότι ἐνῷ πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς ἁπλουστάτης ἐργασίας........
§49Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις προκειμένου περὶ ταξινομήσεως καὶ συναρμολογήσεως διαφόρων νόμων, ὄχι διὰ τῆς θεσπίσεως νέων ἄλλων διατάξεων, αὐταὶ δὲν ψηφίζονται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀλλὰ διὰ νόμου συνιστᾶται Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία τὸν συναρμολογεῖ, ὁ δὲ νόμος αὐτὸς ψηφίζεται ἅπαξ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§50Χ. ΛΑΔΑΣ. Δι’ αὐτὸ χρειάζεται μόνιμος Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος;
§51Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἁπλουστεύσεως ταύτης τῆς ἐργασίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ παριστάμενος κ. Πιπέρος, οἱ δύο των εἶναι ὑπὲρ ἀρκετοὶ νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον τοῦτο.
§53Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Κουλουμβάκη, ἐὰν σᾶς ἐμβάλλῃ εἰς σκέψεις ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ θέλετε, νὰ τὴν διαγράψωμεν.... Πάντως δὲν ἔχει τὴν ἔννοιάν ποτε προσθήκης νέων φορολογικῶν διατάξεων. Πάντως ἂν σᾶς ἐνοχλῇ νὰ τὴν διαγράψωμεν.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀντελήφθη, ἐπὶ τέλους, ὀρθῶς τοῦ θέματος καὶ διὰ τοῦτο ἀπεδέχθη νὰ διαγράψῃ τὴν διάταξιν, διότι ἐὰν δὲν ἀπεδέχετο πῶς θὰ ἐζήτει......
§55Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κακῶς ἀπεδέχθη τὴν διαγραφήν της.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Βαμβέτσε, γνωρίζετε πόσον ἐκτιμῶ τὴν πολυμάθειάν σας καὶ τὴν ἐργατικότητά σας, ἀλλὰ διότι διαφωνεῖτε ἐπὶ τοιούτου θέματος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ νομίζω ὅτι ἔχει ὀρθοτέραν γνώμην ὁ κύριος Ὑπουργός, δι’ ὃ καὶ ἀπεδέχθη τὴν διαγραφήν.
§57Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπα ἐὰν ἐνοχλῇ τὴν Βουλήν, τότε νὰ τὴν διαγράψῃ.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ ἀνακαλεῖτε τὰ λεχθέντα;
§59Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ διάταξις ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ κωδικοποιηθοῦν αἱ ὑφιστάμεναι διατάξεις. Πρόκειται περὶ συναρμολογήσεως τῶν κειμένων διατάξεων.
§60Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δέκα ἀνθρώπους μαζὶ νὰ κάμνουν συναρμολόγησιν τοῦ νόμου, ἐνῷ θὰ τὸ ἔκαμνεν εἷς ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ἕνας εἰσηγητής, ἕνας τμηματάρχης, ἕνας διευθυντής, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνωμεν ὀργανισμόν;
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σκεφθῆτε προκειμένου περὶ νομοθεσίας, νὰ σκεφθῆτε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, σοβαρώτερον, διότι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ τῶν πεπολιτισμένων κρατῶν, μάλιστα εἶναι τὰ σπουδαιότερα ἔργα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὰ σοβαρώτερα προϊόντα τοῦ προηγμένου ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ. Δηλαδὴ ἀνθίσταται μετὰ ζωηρότητος κατὰ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα περιέχουν διατάξεις περιττάς. Αἰσθάνομαι, κ.κ. βουλευταί, τὴν μεγαλυτέραν ὑπερηφάνειαν τοῦ βίου μου, διότι μίαν φορὰν νομοσχέδιον ἑβδομήκοντα ἄρθρων, ὡς εἰσηγητὴς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ συνέπτυξα εἰς ἄρθρα ὀκτώ. Καὶ ἦτο πληρέστερον, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθέτημα μὲ τὰ ὀκτὼ ἄρθρα. Διότι τὰ ἑβδομήκοντα ἄρθρα περιεῖχον διατάξεις ἀφορώσας τὴν λειτουργίαν ὄχι ἁπλῶς τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τῶν διευθυντῶν, τμηματαρχῶν, εἰσηγητῶν, γραφέων! Μέσα εἰς αὐτὸν τὸν νομοθετικὸν ἀπειραρίθμων διατάξεων τραγέλαφον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ καὶ νὰ μὴ διαπραχθῇ παρανομία; Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι πρέπει νὰ πρόκηται ἁπλῶς περὶ κωδικοποιήσεως, ἁπλῶς περὶ συμπράξεως, ἁπλῶς περὶ συναρμολογήσεως, διότι ἐὰν πρόκηται περὶ σοβαρωτέρας ἐργασίας, θὰ διαπραχθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει σφάλμα καὶ θὰ εἶναι σοβαρωτάτη ἡ ἐργασία αὐτή. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ἀοριστολόγον προφανῶς. Ποῖος ἐμποδίζει, λέγω, τὸν οἱονδήποτε Ὑπουργὸν νὰ καθορίσῃ ἕνα, δύο, τρεῖς διευθυντὰς καὶ τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου, διακεκριμένους δημοσίους ὑπαλλήλους διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν; Εὐτυχῶς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἔχει κατ’ ἐξοχήν, ἱκανοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καί, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον, νὰ σκεφθοῦν σοβαρώτερον καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετερρύθμισαν κάπως τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ λέγω καὶ πρὸς τούτους: «Τὸ νὰ ἀντιμετωπίζῃ κανεὶς ἀνδρείως καὶ δραστηρίως τὰς πράξεις του εἶναι βεβαίως ἀρετή, ἀλλὰ εἶναι ἀρετὴ καὶ ἂν ἐνίοτε ἀποφασίζῃ νὰ ὑποχωρήσῃ, εἶναι καὶ αὐτό, λέγω, ἀνδρεία καὶ μάλιστα διακριτικὴ σοφοῦ ἀνδρός. Ὁ μέγιστος τοῦ κόσμου σοφός, ὁ Σωκράτης, εἶπεν: «Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα». Καὶ ὁ πολυμαθέστατος τῶν ἀνθρώπων, κύριε Βαμβέτσε, ἂς πεισθῇ, ὅτι εἶναι περισσότερα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀγνοεῖ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γνωρίζει». Καὶ ἔρχομαι εἰς ἄλλην διάταξιν. «Ἡ ἐπεξεργασία τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν παραπεμπομένων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νόμων καὶ διαταγμάτων ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τούτου.» Πῶς θὰ τὰ παραπέμψῃ ὁ Ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τὰ καταρτίζει; Ποῖος ἐμποδίζει τὸν Ὑπουργόν, ἂν νομίζῃ ὅτι ἔχει εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα ἀνάγκην μιᾶς ἐπεξεργασίας, τὸ νομοσχέδιόν του; Ποῖος τὸν ἐμποδίζει νὰ καταρτίσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ; Ὥστε μάλιστα εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διατάξεως νὰ ἐκλέγεται τὸ κατάλληλον ὄργανον; Αὐτὸ εἶναι καὶ οὐσιαστικώτερον. Δηλαδὴ εἶναι αὐτὴ μία ἐντελῶς περιττὴ διάταξις, ἥτις εἰς μερικὰς περιπτώσεις θὰ εἶναι ἐμπόδιον διὰ νὰ ἐνεργηθῇ τὸ καλύτερον καὶ τὸ σκοπιμώτερον, ὅπερ προφανῶς ἐπιτυγχάνεται ὅταν δὲν ὁρίζῃ ὁ νόμος ὡρισμένην Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἢ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργός. Καὶ ἔχω τώρα καὶ μίαν τελευταίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ μελέτη παντὸς ἄλλου νομοθετήματος παραπεμπομένου αὐτῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ποίου θέματος κύριοι; Πῶς νομοθετεῖ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μὲ αὐτὰς τὰς ἀοριστολογίας; «παντὸς ἄλλου θέματος!» Τὰ νομοσχέδια καθὼς καὶ οἱ νόμοι, εἶναι σαφῆ, κατηγορηματικά. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἔκφρασις «παντὸς ἄλλου θέματος», ἔκφρασις ἀοριστολόγος.
§62Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. ......... (δὲν ἠκούσθη).
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, κ. Ἀστερίου, ὅτι ὡμίλησα σαφῶς δι’ ἱκανότητάς σας, ἀλλὰ ἐπιστεύσατε ὅτι εἶναι μεγαλύτεραι ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πράγματι εἶναι. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω δὲ νὰ διακόπτετε εἰς ἑκάστην μου φράσιν. Τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ «παντὸς ἄλλου θέματος» εἶναι ἀόριστον ἢ δὲν εἶναι; (Χειροκροτήματα). Θέλει ὁ κύριος Ἀστερίου νὰ καλέσωμεν εἰδικῶς δύο συμβούλους καὶ τρεῖς λούστρους νὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ὅταν λέγωμεν «παντὸς ἄλλου θέματος», ἐὰν λέγωμεν ἀορίστως ἢ δὲν λέγωμεν ἀορίστως; Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὕποπτον, καθ’ ὅσον θὰ κατορθωθῇ δι’ αὐτοῦ νὰ οἰκειοποιηθοῦν δικαιώματα νομοθετικῆς ἐξουσίας οἱ ὑπάλληλοι, εἴτε νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐκβιαστικῶς πως νομοσχέδια κατηρτισμένα ὑπὸ σοφῶν τάχα ἀνδρῶν! καὶ ἑπομένως νὰ καταρρίπτεται τὸ κῦρος, τὸ γόητρον, ἡ αὐθεντία τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ζητῶ νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Χειροκροτήματα). Διότι περιέχεται καὶ μία ἄλλη τελευταία διάταξις: «Ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν καὶ τοῦ γραμματέως τῆς ἄνω Ἐπιτροπῆς ὁρίζεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ». Μήπως αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§65Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχω βαθεῖαν πίστιν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοὺς ἐλευθέρους ἀντιπροσωπευτικοὺς θεσμοὺς καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα συχνότατα ἐκπλήσσομαι ἢ ἀπογοητεύομαι, ὅταν τὸ ἔργον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος δὲν εἶναι ἐπαρκές, ἢ δὲν εἶναι πλῆρες καὶ ὅταν γίνωνται μάταιαι συζητήσεις καὶ μακραὶ συνεδριάσεις ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἀλλὰ εἰς τὸ προκείμενον νομοθέτημα δύναμαι νὰ εὑρίσκω ἐνδεχομένως ἄλλα ἐλαττώματα, ὄχι ὅμως ὅτι θίγει ἐλευθέρους θεσμούς, διότι ἡ χρησιμοποίησις ὀργάνων προπαρασκευαστικῶν ἢ ἡ χρησιμοποίησις ὀργάνων συγκεντρωτικῶν τῆς πείρας, ὀργάνων ὑπηρεσιακῶς ἁρμοδίων, οὐδέποτε ἀποτελοῦν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐκείνη ἀκόμη ἡ διάταξις περὶ κωδίκων καὶ ἂν ἀκόμη ἀφορᾷ, ποὺ δὲν ἀφορᾷ, ὅπως ἐδήλωσεν ἢ εἶναι πρόθυμος νὰ δηλώσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν σύνταξιν νέων κωδίκων φορολογικῶν καὶ πάλιν δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δυνατότης ὑπάρχει μόνον συνολικῆς ἐγκρίσεως τῶν κωδίκων καὶ ὄχι ὑποχρέωσιν περὶ τὴν ψήφισιν κυρωτικοῦ νόμου. Ἂν δὲν πρόκειται περὶ συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἢ Ποινικῆς Δικονομίας ἢ τοῦ Ποινικοῦ κώδικος εἶναι πολὺ φυσικὸν δι’ ἕνα νόμον τοῦτο. Γίνεται ἡ κύρωσις ἄλλως θὰ παλινδρομήσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ θὰ ψηφίσῃ ἐνδεχομένως ἀντιθέτους διατάξεις. Προκειμένου περὶ τοῦ φορολογικοῦ κώδικος ἡ ἔννοια τοῦ κώδικος εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ μίαν ριζικὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἀλλ’ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις συνολικὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσιν. Δὲν νομίζω ἑπομένως ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει σφάλμα. Τὸ βασικὸν σημεῖον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος εἶναι ἡ διάταξις περὶ κωδίκων, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἐν γένει. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τοῦ νομοθετήματος. Διότι Ἐπιτροπαὶ ὀλιγομελεῖς, βοηθητικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν τῆς καταρτίσεως τῶν νομοσχεδίων, εἶναι κάτι σύνηθες γνωστὸν καὶ ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε.
§66Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἀμισθί.
§67Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχει σημασίαν καὶ αὐτὴ ἡ παράγραφος. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἐκείνη δυνάμει τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ νὰ καταψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου ἔχουν ἔλθει πρὸ καιροῦ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἄρθρον ἢ παράγραφος ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ αἱ διατάξεις τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ἦσαν πολλαὶ καὶ ἐνδεχομένως καὶ ἐπαχθεῖς, ἀπεχωρίσθη ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν εἶναι τοὐλάχιστον ἀνώδυνον, διότι ἀφορᾷ τὴν μελέτην ἑνὸς προβλήματος ἢ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ πρὸς ὕπαρξιν διατάξεως τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 113 ἡ ὁποία προβλέπει τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς μελέτης τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος. Δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καταρτίζεται μία Ἐπιτροπὴ μελέτης διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐτέθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἑνὸς ἐγκρίτου Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας ὁ ὁποῖος σήμερον ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του εἰς μίαν ἄλλην ἔξοχον Ἐθνικὴν ἀποστολήν. Καὶ ἐπροχώρησε φαίνεται ἀρκετὰ μόνον εἰς τὸ θέμα τῆς συντάξεως γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν κατὰ κύριον λόγον νομίζω ὅτι ἤθελε νὰ νομιμοποιήσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἰδίως δὲ τὰς ἀρχικὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν κάπως στενώτεραι. Ἀλλὰ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω κάποιαν ἀντίρρησιν ὄχι διότι ἡ μελέτη τοῦ προβλήματος πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ παρέμβασιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλὰ διότι τὸ νομοθέτημα φαίνεται ἀνεπαρκές. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα διότι εἶναι ἀνεπαρκές, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἕως ὅτου ἔλθῃ τὸ ἐπαρκὲς δὲν θὰ ἐργάζεται καὶ ἡ ἐν λόγῳ Ἐπιτροπὴ καὶ ἀντὶ προαγωγῆς τοῦ ζητήματος θὰ ἔχωμεν ὀπισθοδρόμησιν. Κατὰ συνέπειαν ἂν πρόκειται μόνον νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ μέχρι τοῦδε συντελεσθὲν ἔργον τῆς καταρτίσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος καὶ νὰ γίνῃ αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐν ὄψει ὅμως τῆς ἀνεπαρκείας καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν συνολικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος ἢ ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς περισσότερον πολυμελοῦς εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Νομίζω δηλαδή, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σύνταξιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συστηματικὴ μακρὰ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς διότι εἶναι συντακτικὴ ἐργασία ἡ ὁποία τελικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ κυρωθῇ καὶ νὰ λάβῃ ἰσχὺν νόμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐργασία πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὅλων τῶν Ὑπουργείων κατὰ κλάδον καὶ βαθμόν. Μέγα πρόβλημα. Διότι ἔχομεν ἕνα τρομακτικὸν φαινόμενον, ὁριστικὴν ἐγκατάλειψιν τῶν κατωτέρων βαθμῶν. Ἐπιζήτησιν ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων καὶ ἐνδεχομένως καὶ νέων ἀνωτάτων διαβαθμίσεων αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθοῦν. Εἶναι ἀνάγκη τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ κατὰ κύριον βέβαια λόγον, ἀλλὰ πρέπει πρὸς ἐμπλουτισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς πείρας νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ ἡ πεῖρα ἄλλων χωρῶν. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα διαβαθμίσεως τῶν ὑπαλλήλων ὅλων τῶν Ὑπουργείων ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος μέχρι τῆς ἀνωτάτης. Νομίζω ὅτι διὰ τόσον εὐρὺ ἔργον ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι πλήρης. Ὑπάρχει τέταρτον θέμα, κύριοι συνάδελφοι, τῆς μελέτης τῆς μετατάξεως τῶν πλεοναζόντων ὑπαλλήλων ὡρισμένων κλάδων εἰς ἄλλους, ἔργον τὸ ὁποῖον κατὰ προτίμησιν ὀφείλει νὰ εἶναι ἔργον μιᾶς Ἐπιτροπῆς γενικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος, διότι ὅλαι αἱ διατυπώσεις ἀφηρημένων γενικῶν ἀρχῶν ἀποτελοῦν ἡμιτελῆ ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Νὰ ἐξετασθῇ ἐπίσης τὸ θέμα τῆς μετεκπαιδεύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ γενικώτερον τοῦ τρόπου τῆς αὐξήσεως τῆς ὑπαλληλικῆς ἀποδόσεως. Ἐπίσης νὰ μελετηθῇ τὸ θέμα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ μιᾶς γνωμοδοτικῆς Ἀνωτάτης Ἐπιτροπῆς Δημοσίων Ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρωνται προηγουμένως τὰ ὑπαλληλικὰ ζητήματα, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία γνώμη βάσει τῆς ὁποίας νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ πλέον μία διατύπωσις γνώμης παρὰ τῶν θεματοφυλάκων τῆς ἱεραρχίας ἡ ὁποία βάλλεται συνεχῶς. Καὶ ἔχομεν, πρῶτον τὴν χορήγησιν βαθμοῦ ἄνευ θέσεως καὶ μετὰ ταῦτα τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως, διότι οὕτως ἢ ἄλλως, ὑπάρχει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν θέσιν. Τὰ προβλήματα εἶναι τεράστια, εἶναι μεγάλα καὶ ἔχουν ἀνάγκην ριζικῆς ἀντιμετωπίσεως. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει νὰ συστηθῇ μία πολυμελὴς ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκπροσωπηθοῦν ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ αἱ γνῶμαι τῆς Ὀργανώσεως τῶν ὑπαλλήλων, περὶ τεχνικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν ζητημάτων. Καὶ τότε ὅλον αὐτὸ τὸ ἔργον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐταὶ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις διὰ τὸ προκείμενον νομοθέτημα, ἀντιρρήσεις, ἁπλῶς ἀντιμετωπίσεως, ὄχι ἀντιρρήσεις παρεκκλίσεως ἀπὸ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Νομίζω ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ συμπλήρωσις ὅλων τῶν θέσεων διὰ διαγωνισμοῦ, ὅλων τῶν δημοσίων θέσεων αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ συμπληρωθοῦν. Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καταρτίζομεν νομοθέτημα θὰ ἔπρεπε διὰ μιᾶς διατάξεως ηὐξημένης τυπικῆς δυνάμεως νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν συμπλήρωσιν θέσεων δι’ ἄλλου εἴδους πλὴν τοῦ διαγωνισμοῦ. Διότι ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ προσπαθοῦμε νὰ ὑψώσωμε τὸ ἐπίπεδον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ καταβιβάζομεν καθημερινῶς τὸ ἐπίπεδον καὶ ἀποκλείομεν τὴν ποιοτικὴν κρίσιν κατὰ τὴν εἴσοδον. Μόνον δὲ κατὰ τὴν εἴσοδον εἶναι δεκτὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ποιοτικὴ κρίσις. Μετὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ρίπτεται κανεὶς εἰς τοὺς δρόμους.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀντικείμενον τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσόδου εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Καὶ ἡ παλαιὰ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ εἰσόδου εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καθορίζει τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἕκαστος ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτός. Ἐπομένως τοῦτο ἀποτελεῖ θεμελιῶδες ἀντικείμενον τοῦ κώδικος περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων.
§69Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐγένετο χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κώδικος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εἶναι τόσα τὰ θέματα δι’ αὐτὸ ἐτόνισα τὴν σημασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς εὐρυτέρας συνθέσεώς της. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχα νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§71Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκ πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοθετήματος ὅπως ὑποβάλλεται ὑπὸ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, πρὸ πάσης συζητήσεως, διερωτᾶται κανεὶς ποία ὑπῆρξεν ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπεχρέωνε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑπογράψῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Διότι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοθετήματος εἶναι διατάξεις ἀφορῶσαι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§72Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀρχικῶς ὑπέβαλα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ὑπογραφὴν τὴν ἰδικήν μου, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ κώδικες ἐθεωρήθησαν καὶ θεωροῦνται ὅτι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέγραψε καὶ οὗτος.
§73Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν διευκρίνησιν ἤθελα. Καὶ λέγω ὅτι ἐὰν αἱ ἁρμοδιότητες, δηλαδὴ ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπεχρέωνε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑπογράψῃ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἦτο ἡ διάταξις ἐκείνη, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ συντάξεως κωδίκων περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς παρεμβολῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν τοιαύτης σημασίας θέμα, ὅπως εἶναι ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει. Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων. Ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δικαιούμεθα νὰ τροποποιήσωμεν καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κώδικες καὶ ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς χωρὶς καμμίαν δυνατότητα τροποποιήσεως; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, παρ’ ὅτι εἶναι γνωστόν, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ζητῇ νὰ περάσῃ ὁ καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης ἀπὸ τὴν Βουλήν, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις. Ὄχι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό. Τὸ Σύνταγμα λέγει: «........ (Ἀναγινώσκει) τὰς τελευταίαν καὶ προτελευταίαν παραγράφους τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος)..........». Ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ συστάσεως εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐτέθη ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ οὕτως συντεθειμένη, ὅπως ἐκ τοῦ νόμου προκύπτει, νὰ συντάξῃ τὸν κώδικα περὶ καταστάσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα τροποποιήσεων. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι σπουδαῖον καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ποίας μορφώσεως καὶ ποίων γνώσεων πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ εἰδικοὶ εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Συνεπῶς δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς δύο Παρέδρους ὅπως γίνεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δύο ἄλλοι ὑπάλληλοι καὶ ἕνας δικηγόρος παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ τῆς ὁποίας περιέρχεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα εἰδικῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ κωδίκων καὶ ὑποεπιτροπῶν εἶναι διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 δηλαδὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκλεγῆ κατ’ ἀναλογικὴν ἐκλογὴν καὶ ἐκείνη περιεῖχε βουλευτὰς ἐπικρατοῦντας, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ καταλυθῇ τὸ Κράτος τὸ Κοινοβουλευτικὸν καὶ νὰ ἱδρυθῇ τὸ Κράτος τὸ ὑπαλληλικόν. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπενόμευσαν τὸ πολίτευμά μας ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ δὲν τὸ εἶχον ἀντιληφθῆ. Ἐφώναζον ὁ δυστυχὴς καὶ εἰς τὰ 1911, ἔρχεται ὁ κομμουνισμός, ἔρχεται ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μοῦ ἔλεγον τότε ὅτι σπεύδω, τώρα μοῦ λέγουν μερικοὶ ὅτι ὑπερβάλλω.
§75Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον θέμα, κύριοι τοῦ νομοθετήματος εἶναι τὸ ἀναφερόμενον ἐπίσης εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν φορολογικῶν νόμων.
§76Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοῦ ὀφείλετε μίαν ἀπάντησιν. Σᾶς παρεκάλεσα νὰ διαβάσετε τὸ ἄρθρον ἕως τὸ τέλος.
§77Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Δύναται νὰ γίνῃ».
§78Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ τὸ κάμῃ.
§79Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸν κώδικα θὰ τὸν ἀπορρίψῃ χωρὶς νὰ τὸν τροποποιήσῃ, ἐνῷ ἐὰν ἦτο νομοσχέδιον θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸν τροποποιήσῃ.
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Θέτομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§81Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν τὸ λέγει εἰς κάθε νομοσχέδιον.
§82Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, περὶ μὲν τοῦ κώδικος περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δεχόμεθα καὶ ὀρθῶς τὴν ἄποψιν ὅτι πρόκειται περὶ κώδικος, διότι κῶδιξ, κύριοι, δὲν εἶναι ἡ συναρμολόγησις ἢ ἡ παράθεσις 100 ἢ 200 διατάξεων ἐπὶ ἑνὸς θέματος. Τὸ Σύνταγμα ὅταν ὁμιλῇ περὶ κωδίκων ἐννοεῖ τοὺς διαρκεῖς ἐκείνους νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σχεδὸν ἀμετάβλητοι καὶ δὲν ἰσχύουν δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ὅπως εἶναι ὁ Ἀστικὸς κῶδιξ, Ποινικὴ Δικονομία, ὁ Ποινικὸς νόμος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κώδικες οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν τὴν ὀνομασίαν τοῦ κώδικος. Δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι κάμνομεν κώδικας προσωρινοὺς τοὺς ὁποίους μεταβάλλομεν κατὰ περίστασιν, κατὰ συνθήκην καὶ κατ’ ἀνάγκην. Θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθοῦν αὐτοί, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι κώδικες.
§83Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτό. Ὁ σκοπὸς εἶναι οἱ προσωρινοὶ νόμοι νὰ γίνουν καταστατικὸς χάρτης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ παγίας διατάξεις.
§84Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδεδειγμένως διὰ τὸν καταστατικὸν χάρτην ἰσχύει τοῦτο καὶ δύναται νὰ καταρτισθῇ κῶδιξ, ἀλλὰ εἶπον, δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ περὶ τούτου διάταξις μέσα εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος περιέχων διατάξεις τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν.
§85Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος, δίδει τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ καταρτίσῃ Ἐπιτροπὴν ἵνα συντάξῃ τὸν κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ εἰς τὴν Βουλήν.
§86Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐρωτῶ, χρειάζεται νόμον εἰδικὸν διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ ἐπιτροπήν;
§87Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρειάζεται διὰ νὰ μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ βουλευταί, νὰ τροποποιήσουν τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις. Δι’ αὐτὸ τὸ ἔβαλαν ἔτσι.
§88Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀναμφισβητήτως χρειάζεται νόμος. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον συνάδελφον διατὶ νομίζει ὅτι, ἡ ἰδέα τῆς συντάξεως καταστατικοῦ χάρτου τῶν ὑπαλλήλων ἀνήκει εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸν Βενιζέλον;
§89Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύετε ὅτι δύο Πάρεδροι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δύο Σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ καταρτίσουν κώδικα.
§90Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀρίστων ὑπαλλήλων. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν θέλετε νὰ πλαισιώσετε τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δι’ ἄλλων μελῶν εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ νὰ ἔρχεσθε ὅμως καὶ νὰ ἀντικρούετε τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτὸ θὰ πῇ ὅτι δὲν θέλετε κώδικα δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ τὸ εἴπητε καθαρά.
§91Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ τὸ εἴπωμεν.
§92Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλομεν νὰ εἶχε τὸ θάρρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ νὰ εἰσαγάγῃ νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς πρὸς σύστασιν Ἐπιτροπῆς, ἵνα αὕτη καταρτίσῃ τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὄχι νὰ ἐπιζητῇ τοῦτο διὰ διατάξεως παρεισφρυούσης εἰς νόμον ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἔργου, διὰ τοιαύτης τακτικῆς.
§93Χ. ΛΑΔΑΣ. Τέσσαρες ἄνθρωποι, παντογνῶσται! Ὅταν ἐγένοντο οἱ φορολογικοὶ κώδικες κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἕνας ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν μέσα διὰ νὰ καταρτίσῃ φορολογικοὺς κώδικας, οὔτε ἕνας! Μόνον ἕνας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὡς γραμματεύς. Ὁμιλοῦμεν λοιπὸν σοβαρῶς;
§94Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι προβλέπουν τὴν σύνταξιν κώδικος τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ ἐπεξηγῶ, ἐπὶ μιᾶς διακοπῆς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ κρίνῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου καὶ ἴσως καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεσύρθη καὶ παρηρμήνευσε τὸ πρᾶγμα καὶ ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως ὑπαρχόντων νόμων ἢ διατάξεων νόμων αἱ ὁποῖαι δύνανται χωρὶς νὰ μεταβληθοῦν νὰ γίνουν ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον καὶ νὰ ἀποτελέσουν τὸν κώδικα ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐκδοθῇ καὶ διὰ διατάγματος εἰς ἐκτέλεσιν διατάξεως νόμου, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται σύστασις Ἐπιτροπῆς. Περὶ τούτου προβλέπει ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος: «...... (Ἀναγινώσκει)... ......». Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ δευτέρα αὐτὴ μορφὴ τῆς κωδικοποιήσεως εἶναι μορφὴ ταξινομήσεως, ὅπως καὶ τὸ Σύνταγμα τὴν λέγει, εἶναι αἱ ὑφιστάμεναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παίρνουν μίαν σειρὰν καὶ αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὴν ἰσχὺν διατάξεων νόμου χωρὶς ὅμως νὰ ἐπαναφέρουν τυχὸν καταργηθέντας φορολογικοὺς νόμους. Ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν σύνταξιν κωδίκων φορολογικῶν νόμων δὲν ἀναφέρεται προφανῶς εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν παράγραφον, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν τὴν ταξινόμησιν.
§95Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι καλὴ ἡ διατύπωσις.
§96Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ταξινόμησιν, κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε δικαίωμα νὰ τὴν κάμετε καὶ μὲ διάταγμα· ὑπάρχουν πλεῖσται ἐξουσιοδοτήσεις νόμων πρὸς τοῦτο.
§97Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κάμνετε λάθος, αὐταὶ αἱ κωδικοποιήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων γίνονται δυνάμει ρητῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§98Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους σχετικαὶ διατάξεις συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας δικαιοῦται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ τὰς φτιάξῃ. Ἐπὶ πλέον ἡ διάταξις αὕτη ὡς εἶναι διατυπωμένη ἀναφέρεται εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ Συντάγματος, ὅπου δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐξουσιοδοτεῖται ἐπιτροπὴ νὰ συντάξῃ κώδικας, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ θὰ δικαιοῦται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: Εἶναι κώδικες αὐτοὶ οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ἡ ψήφισις δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων... (δὲν ἠκούσθη) ἢ φορολογικῶν κωδίκων, αὐτούς, τοὺς ὁποίους θὰ φτιάξῃ ἡ συνιστωμένη Ἐπιτροπὴ νομοθετοῦσα; Ἐνέχουν βέβαια διοικητικὸν χαρακτῆρα, πλὴν ὅμως καθαρῶς διακρίνονται εἰς φορολογικούς, καὶ ἔχομεν πλείστας ὅσας ἀκόμη καὶ συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν τὴν φορολογικὴν αὐτὴν νομοθεσίαν καὶ τῆς δίδουν μίαν ἄλλην μορφὴν καὶ δίδουν ὡρισμένας ἄλλας ὑποχρεώσεις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουν τὰ σχετικὰ νομοθετήματα. Ἐρωτῶ: Θὰ εἶναι ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, ὅπου ὑπάρχει φορολογία; Εἶναι νομοθεσία διαρκής, δυναμένη νὰ ἰσχύσῃ ἐπ’ ἀόριστον χρονικὸν διάστημα, ὅπως ὁ κῶδιξ ὁ Ποινικός, ἢ ὁ κῶδιξ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἢ εἶναι νομοθεσία μεταβαλλομένη ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῶν φορολογικῶν ἀναγκῶν καὶ πλείστων ἄλλων συντελεστῶν; Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι ἡ φορολογικὴ νομοθεσία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡς νομοθεσία βάσει κώδικος διαρκοῦς ὅπως οἱ γνωστοὶ δικαστικοὶ κώδικες. Τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἄποψίν μου. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὸ συζητούμενον νομοθέτημα ἐπερίμενε κανεὶς αὐτὰ τὰ μεγάλα πράγματα, διότι πράγματι περὶ μεγάλων πραγμάτων πρόκειται, ἐὰν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία συγκροτεῖται θὰ συμμετέχουν ὅσοι δύνανται καὶ λόγῳ ἀξιώματος, λόγῳ θέσεως, λόγῳ γνώσεων νὰ συμμετάσχουν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται νὰ κάμωμεν κώδικα περὶ καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, κώδικα φορολογικὸν ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων καὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ περιληφθοῦν καὶ οἱ ἐντεταλμένοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον καθηγηταὶ τῆς Δημοσιονομίας καὶ διὰ τὰ φορολογικά, καὶ ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς φορολογικοὺς νόμους οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πεῖραν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης φορολογικῆς νομοθεσίας καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ συντρέξουν, καὶ νὰ βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργον διὰ τὴν καλυτέραν διαμόρφωσιν τῶν φορολογικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ στηρίξουν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον μοὶ ἐπιτραπῇ, ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἤθελε ψηφισθῆ τὸ νομοθέτημα αὐτό, νὰ μὴ διαπράξωμεν τὸ ἀτόπημα αὐτό, νὰ μὴ διαπράξωμεν τὸ ἀτόπημα, ἐὰν θεωρηθοῦν κώδικες οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ μὴ μετάσχουν ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς ἢ βουλευταὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποξενωθῇ ἀπὸ τὸ κύριον ἔργον της καὶ ἔχῃ ὡς ἔργον μόνον κατ’ ἀρχὴν νὰ δέχεται τοὺς κώδικας ἢ νὰ τοὺς ἀπορρίπτῃ. Ἀλλὰ μὲ ἐξένισε καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. (Ἀναγινώσκει). «Κυροῦται διὰ τοῦ παρόντος ἡ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἑνιαία ἀπόφασις........».
§99Χ. ΛΑΔΑΣ. Οὔτε ποία ἀπόφασις εἶναι οὔτε πότε κατηρτίσθη ἡ Ἐπιτροπή.
§100Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι ἡ Ἐπιτροπή, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Καλλίας. Αὐτὸ ἐμὲ μὲ ξενίζει. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὑπὸ κρίσιν κακὴν πρόθεσιν. Τοὐναντίον διάθεσιν διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐβοήθει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἑκάστοτε καὶ τὸν σημερινὸν εἰς τὸν τεράστιον ὄγκον τῆς ἐργασίας ὁ ὁποῖος τὸν καταπλακώνει. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Κουλουμβάκην διὰ τὰ ἀποστελλόμενα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοθετήματα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὰ στέλλει διὰ νὰ τοῦ ὑποδείξουν τυχὸν παραλείψεις, ὥστε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθουν πληρέστερα καὶ τιμᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ τοιαύτη προσπάθεια καὶ πρέπει ἀναμφισβητήτως ὅταν τοιαύτης σημασίας νομοθετήματα καταρτίζωνται, νὰ ἐξετάζωνται ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται παραλείψεις καὶ νὰ γίνωνται αἱ δέουσαι προσθῆκαι. Μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει ὅσων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐξέθεσα, θὰ θελήσωμεν νὰ διευκολύνωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ συντάξῃ νομοθέτημα τῆς ἁρμοδιότητός του ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὸ θάρρος νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ συντάξῃ ἕνα κώδικα ὡς νομοσχέδιον περὶ καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἁρμοδίαν νὰ ἀποφασίσῃ. Καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ περισσότερον τὸ ζήτημα καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς νὰ τὴν κάμῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὕτως ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μεγίστου ἔργου, τὸ ὁποῖον τῆς ἔχει ἀνατεθῆ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§102Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐὰν ἀναγνώσῃ κανείς, κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη μὲ ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀριστερὰ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δεξιά, πείθεται ὅτι εἶναι δικαιολογημένον τὸ νομοσχέδιον, ζητοῦν σύστασιν Ἐπιτροπῆς πρὸς παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων, διότι οὐδέποτε νομοσχέδιον ἔχει ἔλθει περισσότερον ἀμελέτητον ὅσον αὐτό. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μέχρι τοιούτου σημείου ἠδιαφόρησαν οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν οἱ δύο κύριοι Ὑπουργοί, ὥστε ὁμιλοῦν περὶ ἐκδοθείσης κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ συστάσεως μιᾶς Ἐπιτροπῆς χωρὶς καὶ νὰ λάβουν τὸν κόπον νὰ ἀναφέρουν, οὔτε τὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε νὰ σημειώσουν τὴν ἡμερομηνίαν τῆς κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία κοινὴ ἀπόφασις κατήρτισε τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν καὶ φίλος κ. Κουλουμβάκης, διότι, βέβαια, δὲν ἐσκέφθη οὔτε ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, νὰ καταργήσῃ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς Χώρας καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ὁ κ. Χέλμης, ὁ ὁποῖος θὰ ἐβαρύνετο νὰ τοὺς καταργήσῃ, διότι ἔχει τόσας πολλὰς ἀπασχολήσεις καὶ καταναλίσκει ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν εἰς τὸ νὰ συζητῇ εἰς διαφόρους γλώσσας μὲ ἀντιπροσώπους ξένων Κρατῶν, χωρὶς νὰ εὑρίσκῃ καιρὸν νὰ μᾶς τιμᾷ διὰ τῆς παρουσίας του. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἐὰν ἤρχετο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὡμίλει περὶ καταρτίσεως Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀπασχοληθῆ ἀπὸ τοῦ 1917 Ἐπιτροπαὶ Κοινοβουλευτικαὶ καὶ ἐξωκοινοβουλευτικαὶ καὶ ἔχουν ἀποδώσει ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ ἤρχετο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὡς Κῶδιξ, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τὸ εἶχε καταρτίσει, δὲν ἦτο Ἐπιτροπή, περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ὁμιλήσω, οἵαν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον καὶ οἵαν πρόκειται νὰ διορθώσῃ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τότε βέβαια ἐγὼ πρῶτος θὰ τὸ ἐψήφιζα, πόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐπανειλημμένως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1917 κατήρτισεν Ἐπιτροπὰς Κωδίκων περὶ δημοσιοϋπαλληλικῆς καταστάσεως. Καὶ θὰ τὸ ἐψήφιζα εἰς ἕνα ἄρθρον, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Θὰ εὕρουν τὸν τρόπον οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰθισμένοι ἀπὸ τὴν ἐπὶ μίαν 10ετίαν ἔλλειψιν τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου νὰ νομοθετήσουν διαφόρους θέσεις καὶ ἔξαφνα θὰ εὑρίσκωνται πάντοτε προαγόμενοι καὶ θὰ εἶναι αἱ ἀνώτεραι θέσεις ἕρμαιον τῆς ἐξυπνάδας τῶν ἐξύπνων, ἐνῷ οἱ κατώτεροι θὰ παραμένουν ἐπὶ 10 καὶ 20 ἔτη εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως αὐτό, δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ Κῶδιξ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς, τὸν ὁποῖον κατήρτισαν δύο ἀξιόλογοι Πάρεδροι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι μὲν ἀξιόλογοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ μόνοι ἀξιόλογοι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κῶδιξ ὑπαλληλικός....
§103Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Πάρεδροι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουν μέχρις ἐντελείας τὸ θέμα, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§104Χ. ΛΑΔΑΣ. Χαίρω πολύ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι οἱ μόνοι. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶναι οἱ μόνοι, ἀλλὰ ἁπλῶς ἀξιολογώτατοι, εἶναι ὅτι ἀπησχολήθησαν μὲ τὸ θεωρητικὸν μέρος τόσον πολύ, διότι διὰ νὰ κάμῃς Ὑπαλληλικὸν Κώδικα, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχετε τόσα ἔτη βουλευτής, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἶσαι θεωρητικῶς κατηρτισμένος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃς μαζί σου καὶ τὴν πεῖραν τὴν δημοσιοϋπαλληλικήν.
§105Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὴν ἔχουν ὡς Σύμβουλοι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀσχοληθέντος μὲ τὴν ὑπόθεσιν τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν ὅσον οὐδεὶς ἄλλος.
§106Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅσον καὶ νὰ ἔχουν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τὴν δημοσιοϋπαλληλικήν, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἔχουν τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ εἷς ὑπάλληλος ἀπὸ κάθε Ὑπουργεῖον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ζήσει μέσα εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Θεωρητικῶς εἶναι ἄριστοι, πρέπει ὅμως νὰ συμπληρωθοῦν ἀπὸ τὴν πεῖραν, ἡ ὁποία τοὺς λείπει.
§107Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου καὶ Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας, διατελέσας ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀνώτατος ὑπάλληλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§108Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶναι ὁ μόνος καθηγητὴς ἐν Ἑλλάδι τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Δικαίου.
§109Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἐξαιρετικοί. Διαφωνοῦμεν εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐξαιρετικότης δὲν εἶναι το μόνον προσόν, διότι εἶναι ἄριστοι ὑπάλληλοι, ἄριστα θεωρητικῶς μορφωμένοι, ἀλλὰ θὰ καταρτίσουν Κώδικα κατὰ τὸν τρόπον ποὺ εἶναι αἱ ἐκθέσεις τοῦ κ. Θηβαίου εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἔχουν μόνον τὴν θεωρίαν, ἀλλὰ νὰ ἔχουν ζυμωθῆ ὀλίγον καὶ μὲ τὴν πρᾶξιν καὶ ἡ πρᾶξις λείπει περιέργως ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς κυρίους. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι αὐτοὶ οἱ δύο εἶναι ἀκατάλληλοι. Ἐγὼ λέγω πὼς εἶναι καταλληλότατοι. Ἀλλὰ λέγω συγχρόνως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μόνοι των νὰ καταρτίσουν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα τοιοῦτον, ποὺ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν ὅταν εἰσαχθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ τὸν ψηφίσουν εἰς ἕνα μόνον ἄρθρον. Θὰ ἔπρεπεν, ὅταν κάμωμεν Κώδικα περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων, νὰ ὑπάρχῃ μία Ἐπιτροπὴ εἰδικῶς κατηρτισμένη διὰ τὸν Κώδικα αὐτὸν καὶ νὰ εἶναι ὅλοι...
§110Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐὰν ἦσαν ὅλοι ὑπάλληλοι δὲν θὰ ἐκάμνομεν τίποτε.
§111Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἄλλοτε δὲν εἴχομεν καθηγητὴν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ἀλλὰ εἴχομεν τὸν Βασ. Δεληγιάννην, ποὺ εἶχε πεῖραν εἰς τὴν κατάρτισιν Κωδίκων Ὑπαλληλικῶν καὶ παρέσχε σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κώδικος, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε. Δὲν ἐννοῶ, λοιπόν, διατὶ νὰ μονοπωληθῇ ὁ Κῶδιξ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, ἕνα ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ μόνιμον, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ μὲ ἓν ἄρθρον. Ὅταν λείπῃ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Θηβαῖος, ὁ χθεσινὸς αὐτὸς βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔδειξεν ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν εἰς τὰς ἐκθέσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας εἰς σειρὰν τυπογραφικῶν φύλλων μᾶς ἀναγκάζει νὰ τὰς μελετῶμεν καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ τὰς μελετῶμεν, διότι εἶναι σοβαραί, ὅταν λείπῃ ὁ κ. Βαμβέτσος, ὁ ὁποῖος ἐγήρασε μελετῶν αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅταν λείπουν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι πολλοῦ λόγου ἄξιοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ὅλην αὐτὴν τὴν πρακτικὴν τὴν Δημοσιοϋπαλληλικήν, διότι δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν Κώδικα διὰ νὰ προκαλέσῃ ἀπεργίας Δημοσιοϋπαλληλικὰς ἢ διὰ νὰ συζητῶμεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κάμωμεν Κώδικα ποὺ νὰ εἶναι σεβαστὸς ἀπὸ ὅλους μας.
§112Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, ὁ Κῶδιξ καὶ ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσῃ δὲν τὸν ψηφίζετε.
§113Χ. ΛΑΔΑΣ. Πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν, λοιπόν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὴν θεωρίαν τοῦ «ράβε ξύλωνε»; Ἡμεῖς, λέγομεν ὅτι ἐπειδὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὁ Κῶδιξ σάρκα καὶ ὀστᾶ ψηφίσματος, πρέπει αὐτὸς ὁ Κῶδιξ νὰ ψηφισθῇ ὡς Κῶδιξ μὲ ἕνα ἄρθρον, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τὸν ἔκαμε, νὰ μὴ εἶναι Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ δύο Συμβούλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ δύο Συμβούλους τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς κατηρτισμένη Ἐπιτροπή, εἰδικῶς συντεθειμένη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀπασχολοῦνται μόνον μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ τελειώσῃ ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἐὰν διὰ κάθε ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ παραπέμπῃ καὶ νὰ τὸ μελετᾶ, ἀπασχολεῖται αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ δύο αὐτοὶ ἀξιολογώτατοι κύριοι, εὑρίσκονται ἤδη εἰς ὑπηρεσίαν ἐν Δωδεκανήσῳ καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ συνεχίσουν τὴν ἐργασίαν των, ἐκτὸς ἂν ὅλον τὸ νομοθέτημα σκοπὸν μοναδικὸν ἔχῃ νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν ἀμοιβήν των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἐκεῖνο ποὺ προκαλεῖ τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἐνῷ ὁμιλοῦμεν περὶ Κώδικος ὑπαλληλικοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον — κάμνω τὴν παραχώρησιν — εἶναι ἄριστοι καὶ μόνον οἱ δύο καὶ ὄχι ἄλλοι, προσθέτομεν καὶ κώδικας φορολογικῶν νόμων καὶ παρασκευὴν φορολογικῶν καὶ οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, ἐρωτῶ: Διὰ νὰ γίνῃ ὁ Κῶδιξ τῶν φορολογικῶν νόμων — ἐγὼ δὲν συζητῶ ἂν εἶναι ἢ ὄχι κακὴ ἡ διατύπωσις — εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἕνας ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἢ ἕνας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Τοὺς ἔβαλε, λέγουν, ἡ Ἐπιτροπή. Ἀλλά, νομίζετε, ὅτι ὁ Α ὑπάλληλος, νὰ ποῦμε ὁ καλύτερος τῶν ἀμέσων φόρων δύναται νὰ συντάξῃ τοὺς Κώδικας αὐτοὺς ἢ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα καπνὰ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ τὰ καπνὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ συντάξῃ Κώδικας ἢ νομοσχέδια περὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας;
§114Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι ἀμετάβλητος. Ἀναλόγως τῶν Κωδίκων.
§115Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀναλόγως τῶν Κωδίκων, κ. Ὑπουργέ. Ἐδῶ λέγει ὅτι καταρτίζεται μόνιμος Ἐπιτροπή. Καὶ εἶναι ὡραῖον καὶ πρωτότυπον νὰ ὑπάρχῃ μόνιμος μεταβαλλομένη Ἐπιτροπή! Θέλετε νὰ κάμετε Ἐπιτροπήν, κ. Ὑπουργέ; Νὰ τὴν κάμετε διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Θέλετε νὰ κάμετε Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μηχανικὴν ἐργασίαν; Δὲν νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι σεῖς τοὐλάχιστον, παλαιὸς κοινοβουλευτικός, ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῆτε, ὅτι χρειάζεται εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ κάμῃ συναρμολόγησιν διατάξεων. Διότι ἕως τώρα ἐβάζαμε μίαν διάταξιν: «Διὰ διατάγματος ἐπιτρέπεται ἡ συναρμολόγησις...». Δὲν ἔχετε καὶ τώρα παρὰ νὰ πῆτε: «Διὰ διατάγματος ἐπιτρέπεται ἡ συναρμολόγησις τῶν φορολογικῶν νόμων», καὶ τελειώνει ἡ ἱστορία. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν μόνιμον Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σήμερον νὰ εἶναι εἰδικοὶ δι’ ἓν νομοθέτημα καὶ αὔριον δι’ ἄλλο, καὶ νὰ ἔχωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μόνιμον Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ γίνεται διελκυστίνδα πρὸ τοῦ Γραφείου σας, λόγῳ τῆς ἐπὶ πλέον ἀμοιβῆς, ποῖοι θὰ πᾶνε καὶ ποῖοι ὄχι; Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, κ. Ὑπουργέ, πρῶτον, διὰ νὰ συμπληρωθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις — καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κάμνω ἐγὼ πρῶτος τὴν δήλωσιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀναδρομικῆς ἐπικυρώσεως, ὅτι θὰ τὴν ψηφίσω. Ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀπόφασις, νὰ δοῦμε ποία εἶναι. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀλληλοδιδακτικὸν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει τὰ παιδάρια, τὰ ἀνήλικα, τῶν 6 ἐτῶν, νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς ὅσα τοὺς λέγει ὁ δάσκαλος. Ἐδῶ ἔχομεν εὐθύνας καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν, ἔστω καὶ ἂν τὰ ψηφίζωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων. (Χειροκροτήματα). Δεύτερον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον σοβαρὸν, ἀνάλογον τῆς σοβαρότητος τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ Κώδικος ἢ τῶν ἄλλων θεμάτων καὶ νὰ προβλέπῃ, ὅπως ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ περιέχῃ τὰ δύο αὐτὰ ἀξιόλογα στοιχεῖα, ἐμπλουτισθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰς προηγουμένας παρομοίας Ἐπιτροπὰς ἐργασθῆ — εἶναι ἀπαραίτητος π. χ. ὁ κ. Βαμβέτσος ἢ ὁ κ. Θηβαῖος — νὰ ἐμπλουτισθῇ, λοιπόν, καὶ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν Κώδικα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ποὺ ἀποτελεῖ κάτι τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν Χώραν μας καὶ δὴ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, καὶ θὰ μᾶς φέρῃ τὸν Κώδικα αὐτὸν καί, μὲ τὸν σεβασμὸν τῶν ὑπογραφῶν ἐκείνων καὶ μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἀρνηθῇ κανεὶς σὲ μίαν ὥραν νὰ τὸν ψηφίσῃ. Θὰ ποῦμε: Αἱ ὑπογραφαὶ αὐταὶ εἶναι ὑπογραφαὶ λαμπρῶν καὶ ἐξαιρετικῶν ἀνθρώπων, τὸ ψηφίζομεν καὶ γίνεται νόμος τοῦ Κράτους. Διὰ τὰ ἄλλα, διατί νὰ γίνῃ μόνιμος Ἐπιτροπή; Ἕως τώρα ὁ Καλοδούκας τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, συνέτασσεν ὅλα τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου του, διατὶ νὰ κάμωμεν τώρα Ἐπιτροπήν; Καὶ τί καταλαβαίνουν διὰ τὰ φορολογικὰ ἢ διὰ τὰ ἄλλα θέματα οἱ τέσσαρες ἄνθρωποι; Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελε νὰ μελετηθῇ ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ σφαγὴν (;), τὸ ζήτημα τῶν ἐκκρεμουσῶν ἀγοραπωλησιῶν, τῶν γενομένων ἐπὶ Κατοχῆς. Ἔκαμε μίαν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἁρμόδιοι διὰ τὴν λύσιν του. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν «μόνιμος Ἐπιτροπή», παντογνώστρια, ἡ ὁποία νὰ ἠξεύρῃ τὰ πάντα καὶ νὰ λύῃ τὰ πάντα; Καὶ ὅλ’ αὐτὰ μὲ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτι δὲν προκαλεῖ δαπάνην. Σημειώσατε ὅτι, ἐὰν πρόκειται διὰ κανὲν νομοσχέδιον διὰ τοὺς δυστυχεῖς ἀκόμη τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς ἢ διὰ τοὺς ποινικοὺς κλητῆρας, γίνεται ὁ πολλαπλασιασμός, ὁ ἀναδιπλασιασμός....
§116Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διατὶ τὰ λέγετε αὐτά; Δὲν εἶναι ἄξια ὑμῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δεδομένη ἡ ἀποζημίωσις καὶ ὁ χρόνος τῆς διαρκείας, τί θέλετε νὰ εἴπῃ;
§117Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ λέγω, διότι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ξεχνᾷ νὰ τὸ εἴπῃ ἢ ἡ διάταξις ἡ τελευταία ἐμπῆκε μετὰ τὸ νομοσχέδιον ἢ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔκαμε μίαν παράβασιν, μὴ ὑπολογίσαν ποία εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀναδρομικὴν πληρωμὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατηρτίσθη. Ἐδῶ λέγει: «Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁρίζεται ἡ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον ...... (ἀναγινώσκει).
§118Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ τόσους μῆνας δωρεάν.
§119Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καταλαβαίνει, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ καταλάβῃ. Λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπολογίσῃ τὴν δαπάνην τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἐνῷ δὲν λέγει ὅτι εἶναι καὶ μία ἄλλη δαπάνη, ἡ δαπάνη τῆς ἀναδρομικῆς πληρωμῆς...
§120Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μία δαπάνη εἶναι. Ὑπῆρξα κάποτε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς συντάξεως Ναυτικοῦ Κώδικος. Εἰργάσθημεν ἐπὶ 1½ ἔτος καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν ἐπήραμεν οὔτε μία δεκάρα. Τόσον γενναιόδωρον εἶναι τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῶν κόπων αὐτῶν! Ἀξίζει τὸν κόπον τώρα διὰ μερικὲς παληοχιλιάδες, ποὺ θὰ πάρουν, νὰ συζητοῦμεν;
§121Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχεται νομοσχέδιον καὶ νὰ περιέχῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λογιστηρίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι κοκτέϊγ, κύριοι συνάδελφοι. Ἤρχισεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, ἔφθασε κατόπιν — διὰ νὰ μποῦν καὶ ἄλλοι — εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν φορολογικῶν Κωδίκων, κατόπιν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν παραπεμπομένων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν σχεδίων νόμων καὶ διαταγμάτων. Τί χρειάζονται, κύριοι, αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ Γενικοὶ Διευθυνταὶ καὶ οἱ Τμηματάρχαι, ὅταν δὲν μποροῦν νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν νομοσχεδίων καὶ χρειάζεται νὰ τοὺς βοηθήσουν δύο Πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ δύο Πάρεδροι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας; Νομίζω, λοιπὸν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἀγωνιζόμεθα καὶ λέγομεν στὸν κόσμον ὅτι, κάμνομεν οἰκονομίας ὅτι συμπιέζομεν τὰς τιμάς, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κάμωμεν δαπάνας, πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ εἶναι ἄδικον νὰ γίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους καὶ νὰ εἶναι ἐπιτροπὴ εἰδικὴ δι’ ἕκαστον θέμα ἀναλόγως τῆς ἐκτιμήσεως ποὺ ἔχει ὁ Ὑπουργός. Αὐτὴ εἶναι σοβαρὰ ἐργασία καὶ αὐτὴν δύναται νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της. (Χειροκροτήματα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§123Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐφανταζόμην ὅτι νομοσχέδιον τόσον ἁπλοῦν, ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὑπηρεσιακόν, θὰ ἀπησχόλει τὴν Βουλὴν ἐπὶ δίωρον περίπου, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο ἓν νομοσχέδιον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ψηφίζονται ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἀπεδόθη τόση μεγάλη σημασία εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον πράγματι, οὔτε ὕποπτον εἶναι, οὔτε ὑπόπτους τινὰς διατάξεις περιέχει, ἀλλὰ εἶναι ἓν ἁπλοῦν ἀθωότατον νομοσχέδιον, καθορίζον τὴν ἁρμοδιότητα Νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ὡρισμένα θέματα ἐμφανιζόμενα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Τοιαῦται Ἐπιτροπαὶ ἔχουν καταρτισθῆ πλεῖσται ὅσαι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπον πρὸ ὀλίγου ἐν διακοπῇ, ὅτι πάντοτε ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια, ἀδιάφορον ἐὰν καλὴ ἢ κακή, ὅτι ὁ Κῶδιξ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων θεωρεῖται ἔργον τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1917, διὰ τοῦ νόμου 964, εἶχε καταρτισθῆ ἡ πρώτη Ἐπιτροπὴ Διοικητικῶν Κωδίκων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἔπειτα μετερρυθμίσθη, ὅταν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου κατηρτίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο 7μελής, ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐξέδωκε δύο ὁλοκλήρους τόμους: Ἕνα περὶ τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ἕνα περὶ τοῦ Κώδικος τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως. Τὸ ἔργον αὐτό, εἶναι ἔκτοτε τυπωμένον καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἀποτελῇ πάντοτε, ἔστω καὶ ἐὰν παρῆλθον τόσα ἔτη, χρήσιμον βοήθημα διὰ πάντα, ὅστις ἤθελε νὰ συντάξῃ Κώδικα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἢ Κώδικα τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως. Αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται, κύριοι, συνιστῶνται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἐπιστημονικῶν προσόντων. Τὸ ἐὰν οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας ἢ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι τὰ καταλληλότερα πρόσωπα ἢ ὄχι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἀποφασιστικῶς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν ἐκλεκτοὶ ἐπιστήμονες, ἀσχοληθέντες εἰδικῶς μὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Εἰδικῶς δὲ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἶναι οἱ μᾶλλον ἐνδεδειγμένοι διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει παντὸς οἱουδήποτε Κώδικος καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς νομολογίας του ἔθεσε τοὺς βασικοὺς κανόνας τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Δικαίου. Ἡ Νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀσκεῖται προκειμένου περὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ δικαίου, διττῶς. Ἀσκεῖται ἐν τῇ πλήρει δικαιοδοσίᾳ ὑπὸ τοῦ πρώτου Τμήματος, τὸ ὁποῖον κρίνει τὰς πειθαρχικὰς παραβάσεις τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ἑπομένως, ἐκεῖ διαμορφοῦται τὸ πειθαρχικὸν Δίκαιον τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Περαιτέρω κρίνει ὅμως τὸν ὅλον Ὑπαλληλικὸν βίον, θίγει ὁλόκληρον τὸ Ὑπαλληλικὸν Δίκαιον, ὅταν κρίνῃ ἐπὶ αἰτήσεων, ἀκυρώσεως πράξεων τῆς Διοικήσεως, διότι ἐκεῖ, καθὼς γνωρίζετε, κρίνει ἐπὶ πράξεων διορισμῶν, ἐπὶ πράξεων προαγωγῶν, ἐπὶ πράξεων ἀπολύσεων, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς εἰσόδου μέχρι τῆς ἐξόδου τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἀσχολεῖται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὸ Ὑπαλληλικὸν Δίκαιον.
§124Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ ἔχει καὶ νομολογίαν.
§125Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς. Ὑπάρχει ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐν τῷ κλάδῳ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκόμη κλάδος νέος καὶ δὲν ἔτυχεν ἀκόμη εὐρείας ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην. Διότι δὲν ὑπάρχουν πολλὰ Ἑλληνικὰ συγγράμματα διοικητικοῦ δικαίου, εἰδικῶς δὲ ἐν τῷ ὑπαλληλικῷ δικαίῳ πλὴν ἑνὸς βιβλίου τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου «περὶ τοῦ Δικαίου τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων», ἐλάχισται ἄλλαι ἐπιστημονικαὶ πραγματεῖαι ἔχουν γραφῆ. Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ὑπαλληλικὸν δίκαιον δὲν ἔχει ὑποστῆ πλήρη ἐπεξεργασίαν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ κυρίως ἠμποροῦμε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἐν γένει καὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ εἰδικώτερον, ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται σήμερον. Εἶναι, λοιπόν, φυσικώτατον ὅτι ἐκεῖ θὰ ἔπρεπε νὰ ζητηθοῦν τὸ πρῶτον οἱ συντάκται τοῦ Κώδικος καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ εὑρεθοῦν πολὺ καλύτεροι ἐκεῖ, παρὰ μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου καὶ τοῦτο, διότι ὁ πρακτικός, ὁ ἀσχοληθεὶς μὲ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, εἶναι καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιος διὰ νὰ δώσῃ νομοθετικὰς λύσεις εἰς τὰ ὑπαλληλικὰ προβλήματα. Ἑπομένως, ἀπὸ ἀπόψεως καταρτίσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρέχουν μίαν δυνατότητα ἐπιλογῆς τῶν καταλλήλων προσώπων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τώρα βεβαίως, ἠμποροῦμε νὰ καταρτίσωμεν τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μὲ ἄλλους, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ νὰ ἐργάζωνται μὲ πολλὰ μέλη. Ἡμεῖς εἴμεθα, ὡς προεῖπον, ἑπτὰ μέλη καὶ δὲν παριστάμεθα περισσότεροι ἀπὸ 4–5 εἰς κάθε συνεδρίασιν καὶ ἐκάμαμε παραγωγικὴν ἐργασίαν. Ἑπομένως τὰ μέλη εἶναι πλέον ἢ ἀρκετὰ. Τί θὰ ὠφελήσῃ, π. χ., ἂν εἶναι δύο βουλευταὶ ἢ δύο ἐπιστήμονες; Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα τοιαῦτα, τῶν ὁποίων τὸ ἔργον θὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ἤθελα νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι διετυπώθησαν μερικαὶ περίεργοι νομικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι λυποῦμαι, διότι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅπου ὑποτίθεται ὅτι συζητοῦμεν ἐν γνώσει τῶν νόμων καὶ γνωρίζομεν νὰ ἑρμηνεύωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν μὴ τι ἄλλο, καὶ δὲν ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ λέγωμεν πράγματα ἀσύστατα. Ἡ διάταξις περὶ κωδίκων, ἐτέθη τὸ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ἀνέγνωσεν εἰς κείμενον ποὺ τοῦ ἔδωσα, μίαν περικοπὴν καὶ δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἡ ἐντὸς ἀγκυλῶν διάταξις ἦτο παράγραφος τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἡ ὁποία δὲν ἰσχύει πλέον ἀντικατασταθεῖσα ἀπὸ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀφεώρα μόνον τοὺς δικαστικοὺς κώδικας καὶ εἶχε τὸ κείμενον σχεδὸν ὁμοιόμορφον μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον μετὰ ἐπεξέτεινε τὴν διάταξιν καὶ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν κωδίκων. Λέγει τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 «ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν (καὶ ἐδῶ τὸ νῦν ἰσχῦον ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 προσέθεσεν «ἢ διοικητικῶν») κωδίκων, προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου (τὸ ἄρθρον 49 διαφέρει φραστικῶς μόνον) δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ». Ἡ σκέψις τοῦ Συνταγματικοῦ Νομοθέτου ἀμφοτέρων τῶν περιόδων, ἦτο ἁπλουστάτη. Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι, ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τοῦ ἐξ ἑνὸς ἄρθρου ἀποτελουμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλει ἐπὶ δύο ὥρας, τί θὰ ἐγίνετο ἂν ἤρχετο ἐδῶ ἕνας κῶδιξ, ἀποτελούμενος ἀπὸ χιλιάδας ἢ ἑκατοντάδας ἄρθρων. Φαντασθῆτε τὴν Βουλὴν συζητοῦσαν τὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἐπὶ παραδείγματι, μὲ τὴν δυνατότητα τῆς εἰσαγωγῆς διαφόρων τροπολογιῶν. Φαντασθῆτε τὴν Βουλὴν συζητοῦσαν ἐπὶ τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 400 ἄρθρα περίπου. Φαντασθῆτε τὴν Βουλὴν συζητοῦσαν ἐπὶ ἄλλων κωδίκων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, Βουλὴ 354 βουλευτῶν, νὰ συζητήσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα, χωρὶς νὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ ἔτη μόνον μὲ ἓν ἐξ αὐτῶν. Ἐσκέφθησαν, λοιπόν, ὀρθότατα οἱ Συνταγματικοὶ Νομοθέται, ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ θέλουν μίαν ἰδιάζουσαν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν καὶ ἐμπειρίαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον ὁμάδων βουλευτῶν, ἐνίοτε ἀπαρασκεύων, διὰ νὰ καταρτισθοῦν νόμοι. Ἑπομένως, εἶπον οἱ Συνταγματικοὶ Νομοθέται, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι κυρίως ἔργον νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι, ἀποτελούμεναι ἀπὸ ἐπιστήμονας καὶ πρακτικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κάπως ἐξειδικευμένοι, δύνανται, καταλληλότερον, νὰ καταρτίζουν ἓν σχέδιον κώδικος. Ἀλλ’ εἶπε συγχρόνως ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης, καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἀνέφερον οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀνελθόντες εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐσταμάτησαν εἰς τὰς πρώτας λέξεις τοῦ ἄρθρου καὶ δὲν ἐπροχώρησαν διὰ νὰ ἴδουν τὴν ἔννοιαν τοῦ Συνταγματικοῦ Νομοθέτου, εἶπε, λοιπόν, τὸ ἄρθρον 49 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τὰ ἑξῆς καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὰ πράξητε, διὰ νὰ ἴδητε καὶ τὴν ἀξίαν τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Σᾶς τὸ διαβάζω σιγὰ– σιγά: «Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων, τοὺς ὁποίους συνέταξαν εἰδικαὶ ἐπιτροπαί, συσταθεῖσαι δι’ εἰδικῶν νόμων, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρων νόμων, κυροῦντες τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ». Τοῦτο περιέχει δύο πράγματα· πρῶτον, ὅτι διὰ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὐτή, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς νόμος καταρτίζων τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλά, δεύτερον, καὶ ἐὰν γίνῃ αὐτὸς ὁ εἰδικὸς νόμος, ὁ καταρτίζων τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ ὑπ’ αὐτῆς συνταχθεὶς κῶδιξ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐπιλογήν, ἐὰν θέλῃ νὰ τὸν ψηφίσῃ δι’ ἑνὸς ἄρθρου κυροῦντος τὸν κώδικα ἐξ ὁλοκλήρου, ἐὰν ὅμως δὲν θέλῃ, δύναται νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ νὰ ἀξιώσῃ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος.
§126Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τότε ἡ ὅλη αὐτὴ ἐργασία, τίνα σκοπὸν θὰ εἶχεν;
§127Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται πρὸ μιᾶς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐκτιμᾷ κατὰ τὸ περιεχόμενόν της καὶ εὕρῃ, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶναι πραγματικῶς ἀρτία, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται ἐπὶ μῆνας ἢ ἐπὶ ἔτη διὰ τὸ νομοθέτημα αὐτό, συζητοῦσα ἄρθρον κατ’ ἄρθρον, τὸ ψηφίζει ἐν τῷ συνόλῳ του. Ἐὰν εὕρῃ, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρτιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγει ὄχι, τὸ παραπέμπει εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀκολουθεῖ τὴν κειμένην συνήθη διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων.
§128Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κώδικες ἐψηφίσθησάν ποτε ἐν τῇ πράξει κατ’ ἄρθρον ἐδῶ, μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδετε;
§129Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ περιπτώσεις ὅμοιαι. Καθὼς γνωρίζετε, ὑπῆρξαν ἐσωτερικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ συνέπεσεν ἀτυχῶς, τὰ διάφορα νομοθετήματα νὰ γίνουν ἀπὸ Κυβερνήσεις μὴ Κοινοβουλευτικάς, διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ ἐψηφίσθη ἐπὶ δικτατορίας δι’ ἁπλοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος.
§130Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τροποποιήσεις κωδίκων ἐψηφίσθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§131Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀλλὰ κώδικες, πλὴν ἴσως τῶν περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι δὲν ἐψηφίσθησαν ἕως τώρα ποτέ. Ὁ κῶδιξ περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κῶδιξ περὶ Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως ἐκυρώθη διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Ἑπομένως, ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἕως τώρα δὲν προέκυψαν, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τοιαύτη περίπτωσις. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, διὰ πάντα ὁ ὁποῖος ἔχει διαβάσει τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐὰν θέλῃ νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον ἐφ’ ἅπαξ, ἢ δύναται νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τὸν ψηφίσῃ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον.
§132Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ποὺ ἐδιαβάσαμε τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην.
§133Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ εἶσθε ὁ μόνος ὑποθέτω ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Καθὼς γνωρίζετε καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος οὐδεμία ἠγέρθη διαφωνία καὶ ὅλοι ὁμοφώνως εὗρον ταύτην, ὡς τὴν μόνην δυνατὴν λογικῶς καὶ γραμματικῶς ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Χαίρω πολύ, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἀντίθετος ἐν Ἑλλάδι γνώμη, ἡ ὑμετέρα.
§134Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι δι’ εἰδικοῦ νόμου συνιστᾶται Ἐπιτροπή, δὲν νομίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖ εἰδικὸν νόμον, δι’ ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν; Εἰδικῶς ἐδῶ, δὲν εὑρίσκετε, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος, διότι, π. χ., πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶται Ἐπιτροπὴ μόνιμος, ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ Κώδικας, ὑπαλληλικούς, φορολογικούς; Τοῦτο δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ εἰδικὸν νόμον διὰ κάθε περίπτωσιν;
§135Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καθὼς γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πρὸ μηνῶν ἐψηφίσθη νόμος τοῦ κ. Καλκάνη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ ἐκάμαμεν δύο Ἐπιτροπάς. Εἶναι σχεδὸν τὸ ἴδιον πρᾶγμα. Ἑκάστη διάταξις καθορίζουσα Ἐπιτροπὴν δι’ ἕκαστον εἰδικὸν θέμα ἀποτελεῖ τὸν εἰδικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα.
§136Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ τὸ θέμα τοῦ Κώδικος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, θὰ ἔπρεπε νὰ συσταθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου εἰδικὴ Ἐπιτροπή; Καὶ δὲν δημιουργεῖ κάποιαν ὑποψίαν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν παρεμβολὰς διατάξεών τινων εἰς τὸν Κώδικα;
§137Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς ἀνύποπτοι εἰς ὡρισμένα νομοθετήματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοιά τις, ἀλλὰ προσπαθῶ νὰ ἀναζητῶ τὰ ὕποπτα νομοσχέδια, κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ Κώδικος, τὸν ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ ἡ Ἐπιτροπή, τί διάβολο θέλετε νὰ ἀναζητήσω καὶ τί ὑπόπτους σκοπούς; Τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ;
§138Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι οἱ προνομιοῦχοι ὑπάλληλοι θὰ εὐλογήσουν τὰ γένειά των.
§139Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ προσπαθήσουν νὰ θέσουν προσωπικὰς διατάξεις καὶ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν διάταξιν προσωπικὴν ἐψήφισά ποτε, θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ καταψηφίσω αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Ἀλλὰ θεωρῶ ἀνικάνους αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσόβιοι, νὰ θέσουν ὑπὲρ ἑαυτῶν διατάξεις, διότι οὗτοι δὲν ὑπάγονται κἂν εἰς τὸν κώδικα αὐτόν. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε προηγουμένως περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἐπρόσεξεν, ὅτι πρόκειται περὶ Κώδικος Διοικητικῶν Ὑπαλλήλων. Οὔτε οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὔτε οἱ Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὑπόκεινται εἰς τὴν κωδικοποίησιν αὐτήν. Ἐν τούτοις, ἂς δεχθῶ, πρὸς στιγμήν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ ἐξυπηρετήσουν ὡρισμένα πρόσωπα. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοθέτημα ἐδῶ, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ καταψηφίσωμεν. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι λογικῶς δυνατόν, δὲν εἶναι λογικὸν ἐν Κώδικι Δημοσίων Ὑπαλλήλων νὰ παρεμβάλλωνται προσωπικαὶ διατάξεις, διότι εἶναι τοιαύτη ἡ φύσις τοῦ νομοθετήματος. Δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ ὁ τρόπος τῆς εἰσόδου εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ὁ τρόπος τῆς σταδιοδρομίας τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ τρόπος τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ, ὁ τρόπος τῆς ἐξόδου αὐτοῦ ἐκ τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας. Τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ὕποπτον ποὺ νὰ ἀφορᾷ τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν γένει; Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἄνθρωποι, σεβόμενοι ἑαυτοὺς θὰ θέσουν ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ γραφεὺς 2ας τάξεως, π. χ., δὲν θὰ χρειάζεται νὰ ἔχῃ ἄλλα προσόντα ἀπὸ τὸ ἀπολυτήριον τῆς δευτέρας τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου; Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ φαντασθῆτε, εἶναι λογικῶς δυνατόν; Αὐτὰ εἶναι κωμικὰ πράγματα. Ὑπάρχει ἀκόμη τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων, πλὴν τῶν φορολογικῶν». Ἐν πρώτοις δὲν γνωρίζω πῶς τὸ ἀντελήφθη ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ αὐτὸ ἀφορᾷ ὄχι τὴν κωδικοποίησιν, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐπαναφορὰν καταργηθέντος φορολογικοῦ νόμου. Δηλαδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν: «Ἄρθρον μόνον. Ἐπαναφέρεται ὁ φορολογικὸς νόμος τάδε». Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν. Πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅλον τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θέλει νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τὸν φόρον, π. χ., τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει, ὥστε ἡ ἐπαναφορὰ καταργηθέντος φορολογικοῦ νόμου, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐφ’ ἅπαξ δι’ ἑνὸς μόνον ἄρθρου. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κωδικοποιήσεως ἰσχυόντων φορολογικῶν νόμων. Καὶ ἠρωτήθην ἀπὸ συνάδελφον, διὰ ποῖον λόγον κάμνομεν τοῦτο συνήθως διὰ Διαταγμάτων. Εἶναι δυνατὸν κωδικοποίησις νὰ γίνῃ διὰ Β. Δ. μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐσχάτως προέτεινον εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως φορολογικῶν νόμων, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ διαφόρους φορολογικοὺς νόμους, νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν θὰ τίθεται προθεσμία ἑνὸς μηνός, διὰ νὰ κωδικοποιηθοῦν ὅλοι οἱ τροποποιούμενοι δι’ αὐτοῦ νόμοι. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ ἡ κωδικοποίησις διὰ διατάγματος, ἀπαιτεῖται νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν κωδικοποίησιν τῶν μέχρι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ ἰσχυόντων φορολογικῶν νόμων. Δὲν εἶναι δυνατὸν παλαιὰ ρήτρα περὶ κωδικοποιήσεως νὰ περιλαμβάνῃ μεταγενεστέρους νόμους. Θὰ πρέπει δι’ ἕκαστον μεταγενέστερον νόμον νὰ τίθεται ρῆτρα κωδικοποιήσεως διὰ Β. Δ. Ἀντὶ τούτου, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον θέτει γενικὴν ρῆτραν, σύμφωνον πρὸς τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Τὶ εἶναι τὸ μᾶλλον ὕποπτον, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ Β. Δ. μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ κάμῃ τὴν κωδικοποίησιν, ἢ νὰ ἔλθῃ ἄλλην μίαν φορὰν ἡ κωδικοποίησις πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἡμεῖς ἐδῶ μέσα, τὸ σύνολον τοῦ νομοθετήματος; Λοιπόν, βλέπετε ὅτι κάθε ἄλλο ἢ τὸ ὕποπτον δύναται νὰ ἀνεύρῃ κανεὶς εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς. Κύριοι, αἱ ἀμοιβαὶ δυστυχῶς, δυστυχέστατα, εἶναι πάντοτε πολλοστημόριον τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ὁ ὑπάλληλος. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι εἰς πολλὰς συμμετέσχον, χωρὶς νὰ πάρω ἀξιόλογόν τινα ἀμοιβήν. Συμμετέσχον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς συντάξεως τοῦ Ναυτικοῦ Κώδικος, ὅπου εἰργάσθημεν ἐπὶ 1½ ἔτος καὶ δὲν μᾶς ἔδωσαν ἀπολύτως τίποτε. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διακρίνεται διὰ τόσον μεγάλην γενναιοδωρίαν, ὥστε νὰ φοβῆσθε ὅτι θὰ δώσῃ μεγάλας ἀμοιβὰς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχουν τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν. Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι θὰ ἐγίνετο τόσος θόρυβος διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀμοιβῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐν γένει διότι πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει σύστασιν ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἁπλῆν ταξινόμησιν τῶν νόμων καὶ νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς τὸ ἁπλοῦν αὐτὸ νομοθέτημα πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι προεκάλεσε πολὺν θόρυβον διὰ τὸ τίποτε.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§141Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἱστορία τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συζητουμένου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε κάποιος συνάδελφος ὁμιλήσας προηγουμένως· ὑπῆρχε μία χρήσιμος, χρησιμωτάτη διάταξις εἰς νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς ἱδρύετο μία ἐπιτροπὴ μελετῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς χρήσιμον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ συνάδελφοι, ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς συζητήσεις τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς μακροτάτας ἐκεῖ συζητήσεις περὶ νομοπαρασκευαστικοῦ καὶ νομοτεχνικοῦ συμβουλίου, ἐμόρφωσαν ἀσφαλῶς τὴν γνώμην πάντες καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν, ὅπως ἐγώ, ἀντίθετοι πρὸς τὸ νομοπαρασκευαστικὸν συμβούλιον, διότι τὸ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ὡς ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι, ἐκρίναμεν, λέγω, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἐνισχυθῇ ἀπὸ ἀπόψεως νομοπαρασκευαστικῆς καὶ νομοτεχνικῆς διὰ νὰ παρουσιάζῃ ἄρτια νομοσχέδια ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαί, τὰ συμβούλια θὰ ἦσαν ὑπηρεσιακὰ καθαρῶς εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς θὰ παρέπεμπεν ὁ,τιδήποτε ἔχρῃζε μελέτης, εἴτε νομοσχέδια, εἴτε γενικωτέρας μελέτας, ἐὰν δὲ ἐλειτούργει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μία τοιαύτη ἐπιτροπή, ὁμολογῶ ὅτι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἤρχετο, ὅπως ἦλθε τὸ καταπληκτικὸν τοῦτο νομοθέτημα, διότι πραγματικῶς ὁμολογῶ ὅτι, ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ νομοθετήματος καὶ συνεζητήσαμεν τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἤμουν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπολέμησαν καὶ τὸ ἐπολέμησαν ἐπιτυχῶς, διότι ἔλαβε τοιαύτην ριζικὴν μεταβολήν, ὥστε νὰ εἶναι τοὐλάχιστον συζητήσιμον. Ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ ἀνέφερον ἐν ἀρχῇ, ἀπεσύρθη, ἀγνοοῦμεν διὰ τίνα λόγον καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς νέας Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὰς νέας προγραμματικὰς δηλώσεις μᾶς ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον τόσον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐντὸς τῶν διατάξεών του περιελαμβάνοντο καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῆς συνυπογραφῆς καὶ συνυποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπατρονάριζεν ἀπ’ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὰς ἐργασίας τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Παρουσιάσθη δὲ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μελετῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν θὰ διώριζεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσκοῦντα οὕτως εἰπεῖν καὶ καθήκοντα Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν θὰ ὑπάρχῃ ὑπάλληλος — διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἕνας ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ἐπρόκειτο νὰ παραπέμπωνται ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, αἱ κωδικοποιήσεις, αἱ μελέται αἱ γενικώτεραι δι’ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ μόνη ὑπηρεσία ποὺ ἠγνοεῖτο ἦτο ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μάλιστα τελείως, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο πάντοτε παρών. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ποὺ ἔγινεν, ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῶν κωδίκων, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀφεώρα κωδικοποιήσεις, ἐνῷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἀντίθετον καὶ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Βαμβέτσου, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου ὅτι διὰ γενικῶν διατάξεων νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ βούλησις τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου. Διότι, ὅταν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὁμιλῇ περὶ κινδύνων, ὁμιλεῖ περὶ σοβαρῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μελετηθοῦν ἰδιαζόντως καὶ ὑπὸ εἰδικῶν διὰ τὰ ὁποῖα δηλαδὴ ἑκάστοτε θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν τὰ κατάλληλα πρόσωπα.
§142Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τόσον τὸ καλύτερον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ τὴν ἄποψίν σας.
§143Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Βεβαίως, ὑποστηρίζω ὅτι ὁ φόβος περὶ κωδίκων, θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ματαιωθῇ ἐάν, ἀντὶ τῆς λέξεως κωδίκων, ἐτίθετο ἡ λέξις κωδικοποίησις, ὁπότε θὰ ἐπανήρχετο ἡ ὑπηρεσιακὴ μορφὴ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὥστε νὰ καταρτίζῃ, ὁσάκις ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλλε τὸ ἐρώτημα, μίαν οἱανδήποτε κωδικοποίησιν καὶ πέραν τούτου ἡ κωδικοποίησις αὐτὴ δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἔχῃ τὴν νομικὴν ἰσχύν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα κώδικες. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐθίγη καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἁρμόδιον διὰ τοὺς ὑπαλληλικοὺς κώδικας καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ὑπαλληλικῶν κωδίκων. Ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἀπολύτως, ὅτι ἀντιθέτως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἴσως ἦτο ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς καὶ διοικητικῆς τὸ ἁρμοδιώτερον παλαιότερον νὰ ἐπιληφθῇ τῶν κωδίκων δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἀπετέλει τότε τὸν κορμὸν τῆς διοικήσεως. Σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἀπολύτως περιωρισμένην ἁρμοδιότητα καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνα Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁρμόδιον διὰ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, θὰ ἦτο μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῶν καθηκόντων του καὶ τῆς ἁρμοδιότητός του, εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὸ σύνολον τῶν διοικητικῶν κλάδων, τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν.
§144Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπὸ πότε ἐννοεῖτε, ὅτι ἔχει περιωρισμένην ἁρμοδιότητα τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγε τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως;
§145Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα αὐτὴν ἀπὸ τὸ 1928–1932 καὶ φαντάζομαι ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐγένετο αὐτὸ ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων.
§146Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ ἔγινεν ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων τὸ 1920, ὁπότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν σημερινὴν ἁρμοδιότητα, σὺν τῇ δημοσίᾳ ἁρμοδιότητι.
§147Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπὸ 1928 ἕως 1932.
§148Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ 1920 σᾶς λέγω ἐγώ.
§149Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι 25 χρόνια ἀπὸ τότε. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ δημόσιος βίος τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀναπτυχθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀγνοῇ τὴν νομοθεσίαν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ νὰ εἶναι τὸ μᾶλλον ἀκατάλληλον διὰ νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεστήριξα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Κοινοβουλευτικήν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὴν θέσπισιν μιᾶς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, ἔχει ἀνάγκην ἀνθρώπων ἱκανότητος, ἀνθρώπων πείρας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπον εἴτε νομοπαρασκευαστικόν, εἴτε νομοτεχνικόν, νὰ τὸν βοηθοῦν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν νομοσχεδίων. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεδέχθην κατ’ ἀρχὴν τὴν ἵδρυσιν τοῦ συμβουλίου μελετῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τώρα ἔρχεται ὁ συνδυασμὸς τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιλαμβάνηται ζητημάτων σχετικῶν μὲ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, διότι ὡς βάσις ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν εἶναι κακή. Διότι καὶ οἱ σύμβουλοι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θὰ ἦσαν οἱ ἀπαραίτητοι τροχοὶ μιᾶς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ τοιαύτη ἐπιτροπή, χωρὶς νὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὁλοκληρώνουν τὴν διοίκησιν. Βλέπουν οἱ μὲν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀθρόας προσφυγὰς διὰ ζητήματα διοικητικά, οἱ δὲ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὅλα τὰ ζητήματα αὐτὰ ποὺ διέρχονται διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Συνεπῶς, θὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἀναθέσωμεν ὡς βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ριζικῶς ἀνεσκευάσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ἱδρύσεως τμήματος μελετῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδεικτικῶς ἀναφέρονται αἱ ἁρμοδιότητές των, διότι καὶ ἂν μὴ ἀναφέρωνται ἐνδεικτικῶς, ὁ Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ Σῶμα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας, νὰ στείλῃ ὅ,τι θέλει. Ἐφ’ ὅσον λέγει θὰ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κώδικα, τὸν ὁποῖον ὅλοι μας ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἴσως σήμερον νὰ μᾶς φαίνεται περίεργον τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος εὑρίσκεται ἀνάστατος, διωκόμενος πανταχόθεν μὲ τὴν ἐξυγίανσιν, ἀλλὰ δὲν νομοθετοῦμεν διὰ σήμερον, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον καὶ διότι ἐλπίζομεν ὅτι κάποτε θὰ τελειώσῃ ὁ διωγμὸς καὶ θὰ πρέπει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ κρίνωνται ἀπὸ ἕνα γενικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίζῃ ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, θὰ ἔπρεπεν ἐπαναλαμβάνω, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ διὰ νὰ λυθῇ μιὰ καὶ καλὴ καὶ τὸ ζήτημα, ποῦ ἀνήκει ἡ ἁρμοδιότης διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κώδικος. Δίδεται μία εὐκαιρία νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.... Ἀντὶ τουτέστι νὰ πλουτίζεται ἡ Ἐπιτροπὴ μόνον μὲ ἕνα ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ ἕνα δικηγόρον, ἐφ’ ὅσον συζητεῖται ἐν αὐτῷ ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ, νὰ σκεφθοῦμε μήπως δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ προστεθοῦν ἕτεροι 2 ἢ 3.
§150Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Οἱαδήποτε Ἐπιτροπὴ προκειμένου νὰ καταρτίσῃ τὰς σκέψεις της, δύναται νὰ καλέσῃ καὶ οἱονδήποτε ὑπάλληλον θέλει καὶ οἱονδήποτε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ συμβάλῃ εἰς τὸ ἔργον της.
§151Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προστεθοῦν, ἐὰν κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἀπαραίτητον, δύο ἢ τρία ἀκόμη πρόσωπα, ὁσάκις συζητεῖται ὁ κῶδιξ αὐτός. Εἴτε, π. χ., ὁ εἷς καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἢ ἕνας ἄλλος καθηγητὴς σχετικῆς ἐπιστήμης. Ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ζητηθεῖσαν διαγραφὴν τοῦ δικηγόρου ἀπὸ μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς δημοσιοϋπαλληλικοῦ κώδικος, ἐδόθη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας ἀπάντησις, ὅτι ἡ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ὑφισταμένη καὶ ἐργαζομένη ἐπιτροπὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα τῆς ἐργασίας της, καὶ συνεπῶς ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ δικηγόρος αὐτὸς εἰργάσθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἀμοιβήν του, ἡ ὁποία θὰ καθορίζεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Λυποῦμαι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸ ἐλάττωμα, νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἄλλως πολλὰ θὰ ἠδύναντο νὰ διορθωθοῦν μετὰ τὴν συζήτησιν. Θὰ παρεκάλουν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ γίνῃ εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπόψε, διότι ἐγώ, τοὐλάχιστον, μόνον αὐτὸ ἀποδέχομαι.
§152Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§153Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Οὕτω θὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀνέπτυξε διαφόρους ἀπόψεις, καιρὸν νὰ τὰς σκεφθῇ καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι ὑπὲρ ὀλιγομελοῦς Ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, γνωρίζω ὅτι ὅταν εἴμεθα πολλοί, δὲν ἐπιταχύνεται τὸ ἔργον, ἐνῷ ὅταν εἴμεθα ὀλίγοι, βαίνομεν ταχέως. Ὅπως ἔχω ἐπίσης τὴν ἄποψίν μου, ὅτι ὁ κῶδιξ ὁ ὑπαλληλικός, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γίνουν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ πρέπει νὰ ἐκτυπωθῇ, νὰ κυκλοφορήσῃ, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ σταλῇ εἰς τὰ κόμματα ὡς προσχέδιον καὶ ὄχι σχέδιον καὶ νὰ ἔλθῃ μετὰ ταῦτα διωρθωμένον ὡς σχέδιον.
§154Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ χωρὶς νὰ τὸ πῆτε, τὸ εἶχα δηλώσει.
§155Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ, ἀλλὰ ὁ Κῶδιξ δὲν θὰ γίνῃ καὶ δὲν θὰ ψηφισθῇ.
§156Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ κῶδιξ εἶναι ἕτοιμος. Θὰ ἦτο κρῖμα νὰ μὴ γίνῃ. Ἔχει γίνει μία ἐργασία μεγάλη καὶ εἶναι κρῖμα νὰ μὴ ψηφίζεται...
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἔχω ἐγὼ δίκαιον;
§158Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐνῷ εἶναι ἕτοιμος ὁ κῶδιξ, τί χρειάζεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δὲν διανέμεται τὸ προσχέδιον διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν;
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποσύρατε τὸ νομοσχέδιον, κύριε Ὑπουργέ...... (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§160Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀκοῦστε, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐργάζεται, ἐπειδὴ ἔβλεπεν ὅτι παρατείνεται ἐπὶ μακρὸν ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐσταμάτησε τὰς ἐργασίας της, διότι ἀντελήφθη ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀντίθεσις τῆς Βουλῆς, ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν προώθησε τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισίν του, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατόπιν αὐτοῦ ἔφερα τὸ νομοσχέδιον εἰς ψήφισιν, διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ τὸ ἔργον της ἡ Ἐπιτροπή.
§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε μᾶς ἐκβιάζετε; Αὐτὸ εἶναι ἐκβιασμός.
§162Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ καταψηφίσουν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ὡς ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ἐργάζωνται, κ. Ὑπουργέ, διὰ θεσμῶν τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς κατεψήφισε, καὶ ὑπεχώρησεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, πεισθεὶς ὅτι τὸν ὑπενόμευον.
§164Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τερματίζων τὸν λόγον μου, σᾶς ἐκφράζω τὴν παράκλησίν μου νὰ δεχθῆτε σήμερον τὸ νομοσχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν εἶναι, ἀπολύτως διαφορετικὸν κατὰ βάσιν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιόν σας.
§165Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ τὰ δύο εἶναι ἀπολύτως ἴδια.
§166Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ δεύτερον νὰ χωρισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δύο ἀναγνώσεις, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ μία ἀπόψε καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ποὺ θὰ ἐπανέλθῃ, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι περισσότερον παρασκευασμένη καὶ νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις βάσει τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἀπόψε.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ψηφισθῇ, δὲν μποροῦν νὰ ὑποτάξουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ φράσις αὐτή, εἶναι φράσις ἐπιδιώκουσα τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§168Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. ...... (δὲν ἠκούσθη).
§169Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποσύρατε τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ πεισθῆτε εἰς τὸ τέλος ὅτι ἔχω δίκαιον.
§170Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον)....... (δὲν ἠκούσθη).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι θιασώτης τοῦ Χαριλάου Τρικούπη.
§173Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ἐμοῦ παρῆλθον τοῦ βήματος ἀρκετοὶ ρήτορες τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ ὡμίλησαν γιὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνονται δύο διαφορετικὰ καὶ ἀντίθετα ζητήματα, καὶ διατυπώνονται εἰς ἕνα ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ διετύπωσαν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ ἔχω τὰς ὑπογραφάς των, εἶναι παλαιοὶ πολιτικοὶ καὶ τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ἱκανοί. Καὶ διερωτῶμαι, πῶς ἔβαλον τὴν ὑπογραφήν των κάτω ἀπὸ ἕνα νομοθέτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔθετον ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως διὰ δύο σοβαρὰ ζητήματα. Τὸ πρῶτον, ὅπως ἐλέχθη, διὰ τὸν κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ δὲ ἄλλο διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, ἔρχονται εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ τόσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅσον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι καλά, καὶ τοὺς ὁποίους εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχὴν ἐγνωρίζαμεν. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὁμιλῶν ὡς ἐκλεκτὸς τοῦ Πειραϊκοῦ λαοῦ, σᾶς λέγω ὅτι μοῦ γεννῶνται πολλαὶ ἀπορίαι διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ εἰς τὰς διατυπώσεις· ἂν διαβάσετε τὴν διατύπωσιν τῶν διαφόρων ἐδαφίων τοῦ νομοσχεδίου, ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀφίνει καὶ ὡρισμένα κενά. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία διάταξις, ἡ ὁποία λέγει καὶ περὶ παντὸς ἄλλου θέματος, ὅτι οἱ διάφοραι ὑπηρεσίαι εἰς τὰ συμβούλιά των θέτουν ὅτι θὰ γίνεται συζήτησις καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος, μὴ ἀναγεγραμμένου. Ἐγὼ ἔτσι τὸ πῆρα καὶ ἔτσι τὸ ἐξηγῶ.
§174Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔτσι εἶναι.
§175Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἶπα, λοιπόν, διότι γνωρίζετε καὶ ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὰ νομικὰ καλῶς κατέχετε, ἀλλὰ συγχρόνως πάθατε μίαν γκάφαν καθὼς καὶ ὁ συνάδελφός σας, μὲ περικεφαλαίαν μεγίστην. Ἐγὼ δὲν λέγω διὰ τὸ νομοσχέδιον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ γίνῃ. Ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέσα. Καλεῖται ὁ λαὸς νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν οἱ δύο Ὑπουργοί, χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσουν καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτήσουν τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ. Ἐμᾶς μᾶς θεωροῦν παρακατιανούς. Περισσότερον δὲ μοῦ ἔκανεν ἐντύπωσιν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ εἶπεν ὅτι ἔχει δυνητικὴν σημασίαν· δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν δὲ θέλῃ ἡ Βουλή, δύναται νὰ τὸ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Ἀλλὰ πότε ἐργασία 6 ἢ 8 ἢ 10 μηνῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ξεύρω ἀπὸ πότε ἔχει ἀρχίσει τὰς ἐργασίας της, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία τὶ θὰ γίνῃ; Καλεῖται δηλαδὴ ἡ Βουλὴ νὰ πληρώσῃ τὰ σπασμένα;
§176Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ ἀποζημίωσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τέτοιο ἔργον, λέγεται «σπασμένα»;
§177Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἔτσι εἶναι, κ. Ὑπουργέ. Ὅταν ἦλθα καὶ σᾶς εἶπα τὶ θὰ γίνῃ μὲ ἐκείνους ποὺ τοὺς ἐσκότωσαν οἱ Ἰταλοί, οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Ἐλασίτες, μοῦ εἴπατε «εἶναι μεγάλο τὸ ζήτημα καὶ δὲν τὸ ἔχουμε συζητήσει ἀκόμη». Ἐνῷ ἐδῶ δίδετε εὔκολα τὰ χρήματα.
§178Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἂν πρόκειται νὰ γίνεται πόση συζήτησις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ τὴν πληρώσω ἐγώ.
§179Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Μοῦ κάνει κατάπληξιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Πῶς μπορεῖτε νὰ διαθέσετε αὐτὰ τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν τσέπη σας, ἐνῷ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε ἕνα ζευγάρι κάλτσες;
§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἂν διαθέτῃ αὐτὸ τὸ χρηματικὸν ποσόν, δύναται χωρὶς νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, νὰ καταρτίσῃ ὅσας ἐπιτροπὰς χρειάζεται.
§181Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σοβαρολογεῖτε;
§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σοβαρολογῶ... (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§183Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, σεῖς θέλετε νὰ κάμετε διαλογικὴν συζήτησιν. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἔμπνευσις ἰδική σας ἢ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Πάντως εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἀνήκῃ ἡ ἔμπνευσις, δὲν διαφωνῶ εἰς τὸ ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ προβλέψωμεν περὶ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Διαφωνῶ ὅμως ὅτι δὲν ἐκάματε τὴν ἐργασίαν ἐκείνην ποὺ ἐχρειάζετο, διότι ὅπως γνωρίζετε εἰς κάθε Ὑπουργεῖον ὑπάρχουν διαφορετικαὶ συνθῆκαι καὶ ἑπομένως ἀφοῦ ἀνελάβατε μίαν τοιαύτην πρωτοβουλίαν διὰ νὰ τακτοποιήσετε ἕνα τόσον σοβαρὸν ζήτημα, ἔπρεπε νὰ ἐκδώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς νὰ γίνῃ εἰδικὴ μελέτη εἰς κάθε Ὑπουργεῖον καὶ αἱ μελέται αὗται νὰ εἶναι ἕτοιμοι διὰ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ὄχι αὐτὴν τὴν ὁποίαν συνιστᾶτε σεῖς, ἀλλὰ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὰ καλύτερα στελέχη τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ ὑπαλλήλους. Δὲν τοὺς γνωρίζω αὐτοὺς τοὺς κυρίους ποὺ λέγετε, διότι δὲν βλέπω ὀνόματα. Ἐγὼ βλέπω τί διατυπώνετε στὰ χαρτιά. Θὰ παίρνατε, λοιπόν, καὶ αὐτοὺς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους... Τί στενοχωρεῖσθε, κύριε συνάδελφε Βαμβέτσε; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς στενοχωρῶ.
§184Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶπον, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν εἶναι σύνηθες εἰς τοὺς νόμους νὰ ἀναγράφωνται ὀνόματα.
§185Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὁ κ. Βαμβέτσος, γνωρίζει καὶ τὰ πρόσωπα καὶ δύναται νὰ κρίνῃ καλύτερα ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν τὰ γνωρίζω. Ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀναγράφονται εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ πρόσωπα, ἴσως αὐτὸ νὰ γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὴν Ἑλλάδα καμμιὰ φορὰ μόνον ἡ φωτογραφία λείπει. Ὑπάρχουν τέτοιοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀπὸ ὡρισμένους θερμοαίμους, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ποῖος ἐφρόντισε νὰ παραπεμφθοῦν εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἰδοῦμε ποῖοι εἶναι χρήσιμοι καὶ ποῖοι ἄχρηστοι; Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν μέσα εἰς τὸ ἴδιον νομοθέτημα νὰ ὁμιλῇ κανεὶς περὶ ὑπαλλήλων καὶ νὰ κάμνῃ συζήτησιν καὶ διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Τί δουλειὰ ἔχει, ὅπως λέγει καὶ ἡ παροιμία, «ὁ φάντης μὲ τὸ ρετσινόλαδο»; Εἶναι δύο ζητήματα σοβαρὰ καὶ τὰ δύο. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀπὸ τὴν διατύπωσιν ὅλην τοῦ νομοσχεδίου, βλέπετε ὅλοι πόσην μεγάλην σημασίαν ἀπέδωσαν οἱ δύο Ὑπουργοὶ ποὺ ὑπέγραψαν τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν ὑπαλληλίαν καὶ νὰ χαράξουμε ἕνα πρόγραμμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ διοικηθοῦν εἰς τὸ μέλλον οἱ ὑπάλληλοι καὶ θὰ ξεύρουν πῶς θὰ ἐργασθοῦν καὶ θὰ ἀποκτήσουν συνείδησιν ὑπαλληλικήν. Διότι τώρα, ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων στεροῦνται ὑπαλληλικῆς συνειδήσεως καὶ παραμελοῦν τὰ καθήκοντά τους τελείως. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, μοῦ δίδει καὶ μίαν ἄλλην ὑπόνοιαν. Ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλουν τὰς ἀπόψεις των. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν καὶ οἱ ὑπάλληλοι μίαν ὡρισμένην ἐντολὴν καὶ νὰ τὴν ἐκτελέσουν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ χωρὶς ἀμοιβὴν μάλιστα, χωρὶς τὴν δημιουργίαν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ τοιαῦτα.
§186Χ. ΛΑΔΑΣ. (Εἰς τόνον εἰρωνικόν). Ἀμείβονται, ἄλλωστε, πλουσιοπαρόχως, ὥστε νὰ ἐργάζωνται καὶ ὑπερωριακῶς.
§187Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι ἀμείβονται, κ. συνάδελφε. Ἀλλὰ δὲν κάμνω καὶ προπαγάνδαν, δὲν θέλω νὰ κερδίσω ψήφους, ὅταν ὁμιλῶ δι’ ἕνα νομοσχέδιον. Διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχω ὡμιλήσει περισσοτέρας φορὰς ἀπὸ σᾶς. Ἀλλὰ σήμερον, οἱ περισσότεροι δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν κάμνουν τὴν δουλειά τους. Ὑπάρχουν, λοιπόν, προνομιοῦχοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ δημιουργοῦνται προσθέτως καὶ ἄλλοι. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶπα, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν ἐγένετο μεγάλη προσπάθεια νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλαι αἱ εἰδικαὶ περιπτώσεις κατὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, νὰ μελετηθοῦν καὶ νὰ γίνῃ ἕνας Κῶδιξ κοινός, ὁ ὁποῖος νὰ διέπῃ ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, νὰ τοὺς δίδῃ ὅλα τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαιτῇ ἀπ’ αὐτοὺς τὰς ἰδίας ὑποχρεώσεις καὶ τὴν ἄσκησιν ἀπὸ μέρους των μετὰ ζήλου, εὐσυνειδησίας καὶ προθυμίας τῶν καθηκόντων των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μᾶς ἔδωσε τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Λέγει εἰς τὸ νομοσχέδιον..... (ἀναγινώσκει σχετικὴν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς ἐγκρίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ πρὸ ὀκταμήνου ληφθεῖσα ἀπόφασις «περὶ καταρτισμοῦ Ἐπιτροπῆς συντάξεως Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος»). Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μποροῦσε διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, νὰ ἤρχετο προηγουμένως εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ζητεῖτε νὰ σᾶς ἐγκρίνῃ ὅ,τι στραβὸ ἔχετε ἀποφασίσει προηγουμένως.
§188Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Στραβὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριε συνάδελφε;
§189Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὴν χρησιμότητα τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐτόνισα ἐγὼ ὁ ἴδιος, κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ προεξοφλεῖ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις οἰκειοποιεῖται δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει. Ἄς τὰ ζητοῦσε ἐνωρίτερον καὶ ὄχι ἐκ τῶν ὑστέρων. Διότι κακομαθαίνουμε εἰς τὴν παρανομίαν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θέλει μελέτην καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ ἀποσύρῃ, δηλῶ δὲ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸ ψηφίσω. Αὐτὰ εἶχα νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§191Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει κατανοήσει ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνας τῶν ἐργασιῶν της τὴν ἰδιαιτέραν καὶ ὅλως ἐξέχουσαν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις της ἐξεδήλωσε τὸ ἐνδιαφέρον αὐτό. Ἔχουν κατανοήσει οἱ κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ δημοσίων ὑπαλλήλων, τάξεως ὑπαλληλικῆς, ὠργανωμένης ὀρθῶς, καλῶς καὶ δικαίως. Τοῦτο, ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω καὶ νὰ ἔχω καλῶς διαγνώσει, ἀποτελεῖ πίστιν τῆς Βουλῆς, εἴτε ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, εἴτε ἀπὸ τὴν μέσην, εἴτε ἀπὸ τὴν ἑτέραν. Ἡ πίστις αὐτὴ ὑπάρχει καὶ προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν εἰσήλθομεν. Καὶ μέχρι σήμερον ἀνεμένομεν ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν πίστιν τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν εἰδικὴν ἀξίωσιν τοῦ μεγάλου ὑπαλληλικοῦ κόσμου, τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὁ ὁποῖος πιστεύει ἐπίσης ὅτι δὲν ἠμπορεῖ τὸ Κράτος ἄνευ δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ὑπάρξῃ. Ἐπέρασε, δυστυχῶς, ἕνα χρονικὸν διάστημα μεγάλο, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰργάσθη ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἕνα ἄλλο μικρὸ διάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐβοήθησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι τολμηρὸν νὰ εἴπω ὅτι περιμέναμε νὰ ἔχωμεν ἀξιολογώτερον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας φιλοπονίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς ἀμφοτέρους τοὺς διακεκριμένους πολιτικούς, δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔπειτα ἀπὸ τόσον χρόνον, ἀπὸ τόσας ἐλπίδας καὶ ἀπὸ τόσα ὄνειρα ἐμφανίζεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν. Εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσωμεν ὅτι ἱκανοποιοῦμεν τὸν κόσμον τὸν ὑπαλληλικόν, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον ἄνω τῶν 100 χιλιάδων λέγοντες πρὸς αὐτὸν ὅτι τοὺς κάμνομεν μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημά των; Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ δύο Συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, δύο μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἕνα δικηγόρον; Ὁ κῶδιξ ὁ ὑπαλληλικὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν δυνάμεων καὶ τῶν ἀνωτεροτήτων μὲ τὰς ὁποίας εἶναι προικισμένη ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνιστᾶται διὰ νὰ συντάξῃ τὸν κώδικα. Ἔχει τόσην ποικιλίαν ἐργασίας, ἔχει τόσην ποικιλίαν πραγμάτων, ἔχει τόσους πολλοὺς συμβιβασμοὺς νὰ κάμῃ μὲ τὰς ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, ἔχω τὴν γνώμην, ἔχω τὴν πεποίθησιν, τὴν πίστιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀκατάλληλος μόνη της νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα τοιοῦτον ἔργον. Θὰ ἦτο ἀναμφισβητήτως, ἕνας κατάλληλος σύμβουλος ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ αὐτὴ μόνη της εἶναι ἀπολύτως ἀκατάλληλος διὰ νὰ κάμῃ τὸ μέγα αὐτὸ ἔργον τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κύριοι, εἶχα τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ἑτοιμάσει μίαν πραγματικὴν ἐργασίαν διότι ὁ κῶδιξ ἀποτελεῖ ἕνα οἰκοδόμημα μέγα, πολυμερὲς καὶ πολύπλευρον μάλιστα σήμερον, ὁπότε, δὲν ἔχομεν 7 Ὑπουργεῖα, ἔχομεν 27 καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν αὔριον 47. Βλέπομεν σήμερον ὑπαλλήλους κατέχοντας θέσιν Διευθυντοῦ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν χρόνον ὑπηρεσίας περισσότερον ἴσως τῶν 5, 6 ἢ 7 ἐτῶν καὶ ἀντιθέτως, ὑπαλλήλους ἱκανούς, μορφωμένους μὲ ὑπηρεσίαν 15–20 ἐτῶν εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα καὶ νὰ μένουν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ τμηματάρχου Α ἢ Β τάξεως. Ἡ ἔκτασις τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ὑπαλληλικὸν Σῶμα ἐπιβάλλει ἐργασίαν ἰδιαιτέραν παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ ὄχι μία Ἐπιτροπὴ ἀλλὰ πλείονες ἐπιτροπαὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων αἱ ὁποῖαι θὰ συλλέγουν τὴν ὕλην ἑκάστου Ὑπουργείου, θὰ κάμουν ξεχωριστὰ τὴν ἐργασίαν δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ ἔλθῃ ὡς ἐπιστέγασμα μία γενικὴ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ρυθμίσῃ καὶ νὰ συστήσῃ τὰς ἐπὶ μέρους αὐτὰς ἐργασίας. Δὲν εἶναι ζήτημα λοιπὸν 3 ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν τὸν κώδικα. Ὁ κῶδιξ αὐτὸς εἶναι ἴσως οὐχὶ μικροτέρας σημασίας ἀπὸ τὸν Ἀστικὸν κώδικα καὶ ἀπαιτεῖται διὰ τοῦτο νὰ εἶναι τὸ πόρισμα μεγάλης ἐπιμελείας καὶ ἐργασίας ὑπὸ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχει τὴν ἐργασίαν ἑτοίμην. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν παράλειψιν μὴ τυπώσας τὴν ἐργασίαν ὥστε νὰ ἔχῃ διανεμηθῇ πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ὄχι μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται, πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ ἐπὶ πλέον ὄχι μόνον πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς πολίτας τοὺς κατανοοῦντας καὶ τοὺς πιστεύοντας ἀκραδάντως ὅτι ἄνευ δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ Κράτος. Ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὴν Πατρίδα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν φαίνωνται εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι πάρα πολλοὶ αὐτοί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτό τι, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν γίνεται. Οἱ κώδικες, ὅπως θὰ γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ σύστημα ἀκολουθοῦν. Ὁ Ἀστικὸς κῶδιξ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κυρωθῇ καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς εἰσηγητὴν ἕνα ἐξαιρετικὸν καὶ διακεκριμένον συνάδελφον, αὐτὸν τὸν δρόμον ἀκολουθεῖ. Ἐτυπώθη ὁ Ἀστικὸς κῶδιξ καὶ ἐδημοσιεύθη καὶ ἐκυκλοφόρησεν εἰς ἕνα εὐρύν, εὐρύτατον κύκλον ἀνθρώπων. Ἐκλήθησαν τὰ δικαστήρια νὰ ἐκφέρουν τὰς γνώμας των. Τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ποῖος θὰ τὴν κάμῃ ἐδῶ; Ὁ ἕνας δικηγόρος καὶ τὰ δύο ἄλλα μέλη; Εἶναι δυνατὸν εἰς τοιαύτην ἀλήθειαν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι σοβαρόν. Ὁ κύριος Παπαρρηγόπουλος ἔκαμε μίαν νομικωτάτην παρατήρησιν. Ἀλλὰ δὲν θέλω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον. Θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω εἰς τὴν οὐσίαν. Δὲν εἶναι τοῦτο νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ νοηθῇ συνταγματικόν. Τὸ Σύνταγμα λέγει δι’ εἰδικοῦ νόμου· μόνον δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ σεῖς κάμνετε ἕνα νόμον καὶ μίαν Ἐπιτροπήν.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι νόμος;
§193Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νόμος, κύριε Ὑπουργέ, δὲν θέλω νὰ σᾶς πικράνω. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νόμος εἰδικός· διότι λέγετε ὅτι κάμνετε μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ τὸν κώδικα, ποὺ ἔπρεπε μόνον διὰ τὸν κώδικα νὰ ἀπασχοληθῇ, ἀλλὰ ὅτι θὰ κάμετε καὶ δευτέραν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἁρμοδία καὶ διὰ «πᾶν θέμα»· εἶναι ἡ φράσις ἡ ὁποία ἐσκανδάλισε πολλούς. Κύριοι, εἶναι τοιοῦτον ζήτημα, ὡς τὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει δώσει τόσα δείγματα στοργῆς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ διὰ κάθε ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸν τόπον, ἀφοῦ ἡ μοῖρα εἰς τοὺς ὤμους αὐτοῦ ἔχει ἐπιθέσει τὰ σπουδαιότερα τῶν ζητημάτων, νὰ θελήσῃ νὰ ἀκούσῃ, ἂν ὄχι ὅλας τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς, διότι δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι, πάντως γνωρίζω ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος αὐτῆς, ἐν τῇ ἐκτιμήσει καὶ τῇ ἀγάπῃ τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς ἡμᾶς, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Θέλομεν τὰς δυνάμεις σας καὶ τὴν ἐπιθυμίαν σας, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὴν διαθέσητε εἰς ἕνα νομοσχέδιον πληρέστερον καὶ ὄχι μόνον ὑμεῖς ἀλλὰ καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος.
§194Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὶ προτείνετε;
§195Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον.
§196Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὶ προτείνετε ὅταν λέγετε ἕνα πληρέστερον νομοσχέδιον; Πῶς τὸ φαντάζεσθε αὐτό;
§197Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμητε πολλὰς Ἐπιτροπὰς παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ. Ἕκαστον Ὑπουργεῖον θὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν του.
§198Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν ὀργανισμοὺς καθ’ Ὑπουργεῖα. Ἐδῶ πρόκειται περὶ κώδικος δημοσίων ὑπαλλήλων δηλαδὴ περὶ θεσπίσεως γενικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὶ νὰ τὶς κάνωμεν τὶς ἐπιτροπές;
§199Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντελήφθην αὐτό. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κῶδιξ θὰ ἀφορᾷ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, πρέπει νὰ γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας ἑκάστου Ὑπουργείου.
§200Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ κῶδιξ δὲν ἀφορᾷ τὰ Ὑπουργεῖα, ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον.
§201Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει εἰδικὰς περιπτώσεις διὰ νὰ ἱκανοποιοῦνται οἰκονομικῶς οἱ ὑπάλληλοί του. Θέλομεν, κύριε Ὑπουργέ, δικαιοσύνην δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὄχι δι’ εἰδικὰς περιπτώσεις.
§202Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποῖος λέγει ὄχι;
§203Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὄχι εἰδικὰς περιπτώσεις δι’ ὡρισμένους ὑπαλλήλους καὶ ὡρισμένας ὑπηρεσίας.
§204Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον). Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα μας, κύριε Μαντούβαλε.
§205Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περίεργον, πῶς ὁ κύριος Βαμβέτσος ἐρωτᾷ τὶ θὰ περιέχῃ ὁ Ὀργανισμός.
§206Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ τὸν ἔκαμα.
§207Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ κάμετε κώδικα, ἐὰν δὲν ξεύρετε, ποία εἶναι ἡ δουλειὰ ἑκάστου ὑπαλλήλου.
§208Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν γράφουν τοιαῦτα πράγματα οἱ κώδικες. Ὁ κῶδιξ λέγει πῶς προάγεται ἕνας ὑπάλληλος κ.τ.λ.
§209Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε τὸν Α καὶ τὸν Β ὑπάλληλον καὶ τὶ νομοθετεῖτε. Διὰ τοῦτο ἡ ἐργασία σας δὲν θὰ ἴδῃ τὸ φῶς, ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι τοιαύτη, δὲν θὰ τὸ ἴδῃ ποτὲ καὶ οὐδέποτε θὰ ψηφισθῇ παρ’ οὐδενός.
§210Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ δευτέραν φοράν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§213Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον εἶναι μεγίστης σοβαρότητος, καὶ συνεπῶς ἡ σημασία, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνάλογος. Ὑπάρχει ὅμως εἰς τὸ Σύνταγμα, διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, δύναται ἡ Βουλή, δι’ εἰδικοῦ νόμου, νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ σύνταξιν κωδίκων διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, προέβη εἰς μίαν ἄκρως σημαντικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι δηλαδὴ ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ εἶναι ἕτοιμος καὶ δὲν ἀπαιτεῖται παρὰ ὁ εἰδικὸς νόμος.
§214Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι ἕτοιμος. Εἶπον, ἐγένετο ἕνα σημαντικὸν μέρος τοῦ ἔργου αὐτοῦ καὶ ὅτι ἐσταμάτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκριβῶς διότι δὲν δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ πρέπει, νὰ νομιμοποιηθῇ διὰ νὰ τὸ περατώσῃ.
§215Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβάλλει νομίζω, κατ’ οὐδὲν τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ἡ ἀποσαφήνισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν σύμφωνα μὲ τὴν τελευταίαν ἀποσαφήνισιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν εἰδικὸν νόμον διὰ τὴν ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὡς ἔχει συνταχθῆ, δὲν ἀποτελεῖ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέβλεψεν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὅταν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἓν μέρος τοῦ κυρίου καὶ οὐσιώδους ἔργου της, διὰ νὰ τὸ ἀναθέσῃ εἰς μίαν ἐπιτροπήν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του βέβαια, μερικὰ οὐσιώδη πράγματα, δηλαδὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς τεχνικὰς ὁμολογουμένως δυσχερείας ἑνὸς πολυμελοῦς Σώματος, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως ἑνὸς κώδικος ἀποτελουμένου ἀπὸ ἑκατοντάδας ἄρθρων. Καὶ συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἐπὶ παραδείγματι ἢ τοῦ κώδικος «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων», ἢ τῶν ἄλλων κωδίκων Διοικητικῶν ἢ δικαστικῶν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Καὶ δι’ αὐτὸ πάντοτε εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, δύναμαι νὰ εἴπω, οἱ κώδικες αὐτά, κατηρτίσθησαν ἀπὸ ἐπιτροπὰς. Ἀλλὰ ἡ διαφορά, ἡ οὐσιώδης ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλή, νὰ τελῇ ἐν ἀγνοίᾳ, τοῦ ὅτι εἶναι ἕτοιμον ἓν ἔργον, ἀναφερόμενον εἰς τὴν οὐσίαν τῆς δημοσίας ζωῆς τοῦ τόπου, καὶ θὰ ἐνόμιζα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, ὅταν ἐθέσπιζεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, εἶχεν ἐν νῷ, μίαν, περίπου τοιαύτην, διαδικασίαν, ὅτι θὰ ὤφειλεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, εἰσάγων τὸν σχετικὸν νόμον εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐξέθετε ταὐτοχρόνως τὰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ τὰς γενικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, βάσει τῶν ὁποίων, ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συνεκροτεῖτο, θὰ ἔτεμνε τὴν ἐργασίαν της. Καὶ τότε θὰ παρείχετο ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ ἐπισήμως καὶ ὑπευθύνως τὴν θέλησίν της καὶ τὰς γενικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ ἀπετέλουν ὁδηγὸν καὶ γνώμονα τῶν ἐργασιῶν της. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἦτο διάφορος ἡ βούλησις τοῦ Συνταγματικοῦ νομοθέτου, ὅταν ἀπεφάσιζεν ὅτι διὰ τεχνικοὺς καὶ ἄλλους λόγους, ἠδύνατο νὰ ἀφαιρέσῃ ἓν οὐσιῶδες μέρος ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σώματος. Δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ εἶναι ἄλλη, ἡ θέλησις καὶ ἡ σκέψις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ τεχνικῶς καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς κατὰ τὴν ἰδίαν μου, τοὐλάχιστον, ἀντίληψιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ διαφορετικὰ τὸ πρᾶγμα.
§216Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ποῖον δικαίωμα ἀφαιρεῖ ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης;
§217Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ νομοθετῇ αὐτή, καὶ τὰ παραπέμπει εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν οἱονδήποτε κώδικα καὶ εἰδικῶς τὸν κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ, μετὰ ταῦτα, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλή, ἔχει δικαίωμα, νὰ τὸν ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ μὴ τὸν ἐπικυρώσῃ καὶ φυσικὰ ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον αὐτό, ἀπέχει ἀπὸ μίαν σοβαρότητα, ἐὰν δὲν προηγηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω προηγουμένως.
§218Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διὰ τὸν σοβαρώτερον τῶν κωδίκων, τὸν Ποινικόν, δὲν ἐγένετο αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§219Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐάν, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω ὡς ὀρθόν, δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι λόγος, νὰ μὴ γίνῃ τώρα. Ἐπαναλαμβάνω διὰ μίαν ἀκόμη φοράν. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἐδῶ, εἰσαγομένου τοῦ εἰδικοῦ νόμου, μία συζήτησις, ἡ ὁποία νὰ ὁλοκληρώνῃ τὸ θέμα, νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ παντός, ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδει τὴν μεγαλυτέραν σοβαρότητα ἡ Βουλή, μὲ τὸ κῦρός της, μὲ τὴν ἁρμοδιότητά της, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν συνταγματικήν, νὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατεύθυνσις θὰ ἀποτελέσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§220Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ ἀποκλείεται ἡ Βουλὴ αὔριον, ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἀπ’ ὅ,τι ἔχει σήμερον;
§221Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόνοια ὅτι πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, δὲν ἀποτελεῖ λόγον νὰ μὴ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της.
§222Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σήμερον ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ἄλφα γνώμην, καὶ ἄλλην γνώμην νὰ ἔχῃ ἡ μέλλουσα Βουλή.
§223Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα εὑρισκόμεθα εἰς μίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν, δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι σοβαρόν. Καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω ἀκόμη περισσότερον τὴν σοβαρότητα τῶν ἰσχυρισμῶν μου, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Πῶς ἐννοεῖτε τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, ἢ καὶ τοὺς ἄλλους κώδικας; Τοὺς ἐννοεῖτε ὡς συρραφὴν τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων, δηλαδή, ὡς μίαν κωδικοποίησιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων; Ἂν ἐννοῆτε αὐτό, τότε δὲν πρόκειται περὶ κώδικος ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου πράγματος. Ὅταν ὅμως ἐννοῆτε ὅτι, κῶδιξ ὑπαλληλικός, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, ἀποτελεῖ τὴν προσπάθειαν πρὸς ἐπίλυσιν ἑνὸς σοβαρωτάτου κοινωνικοῦ, πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ καὶ ἠθικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μαστίζει τὸν τόπον, δὲν νομίζω ποτὲ ὅτι δύνασθε τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ τὸ ἐμπιστευθῆτε εἰς τοὺς οἱουσδήποτε ἀξιολόγους τεχνικούς. Δὲν εἶναι δυνατόν, τὰς λύσεις αὐτὰς αἱ ὁποῖαι περιέχουν, οἰκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικὰς καὶ ἠθικὰς ἀπόψεις, νὰ τὰς θέσῃ ἄλλος, παρὰ μόνον ἡ Βουλή, παρὰ μόνον ὁ πολιτικός, παρὰ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ πολίτευμα εἶναι τεταγμένος νὰ δίδῃ τὰς λύσεις ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψις νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ πρυτανεύσῃ καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἐμφανίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλο, ἀναφερόμενον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος ἤ, ἂν θέλῃ, καὶ εἰς τὴν σύνταξιν φορολογικῶν κωδίκων, ὄχι ὅμως νομοσχέδιον, καταρτίζον Ἐπιτροπήν, διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ☐ ☐ατελλομένων ἐκεῖ, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητημάτων, ἢ διὰ τὴν μελέτην παντὸς ἄλλου θέματος, ὑποβαλλομένου ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Δὲν εἶναι πλέον εἰδικὸς αὐτὸς ὁ νόμος, ὡς τὸν θέλει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης. Συνεπῶς εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι εἶναι γενικὸς νόμος, καὶ τοιαύτην ἐξουσίαν δὲν παρέχει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§224Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ ἐδάφιον δʹ εἶναι γνωμοδοτικὸν Σῶμα, ἐπὶ παντὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργός.
§225Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σεῖς, βαθὺς καὶ ὀξὺς νομικός, ἀπορῶ πῶς λέγετε τοιαῦτα πράγματα. Ἄλλο πρᾶγμα ἡ γνωμοδοτικὴ ἐπιτροπή, καὶ ἄλλο πρᾶγμα ἡ εἰδικὴ πρὸς σύνταξιν κώδικος ἐπιτροπή· δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξουν καὶ τὰ δύο· αὑτὸς ὁ εἰδικὸς νόμος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν εἶναι εἰδικὸς μὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος περιέχει γενικὰς διατάξεις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παύει νὰ εἶναι συνταγματικός. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω, λέγω ὅτι, θὰ ἐνόμιζον ὀρθόν, ὅτι ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ φέρῃ ἄλλο εἰδικόν, ὡς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, καὶ νὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κατευθύνουν τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ καταρτίσῃ τὸν ὑπαλληλικόν, τὸν φορολογικόν, ἢ δὲν ξεύρω ποῖον ἄλλον, κώδικα καὶ νὰ παρασχεθῇ ταὐτοχρόνως ἡ εὐκαιρία εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἐκφράσῃ τὰς ὑπευθύνους καὶ ἐγκύρους ἀπόψεις του, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσουν τὸν γνώμονα καὶ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἐπιτροπή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου. (Χειροκροτήματα).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Χ. Θηβαῖος.
§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ Βουλὴ ζητεῖ νὰ διακόψῃ.
§229Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Διατὶ νὰ διακόψωμεν; Νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριε Ὑπουργέ, ἐκ μέρους ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τίθεται ζήτημα ἀπαρτίας, ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Ἡ συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς μελετῶν καὶ καταρτισμοῦ κωδίκων», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφορὰς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.).