1947.06.11
2.223 στίχοι · 16.247 λέξεις · 253 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 131η
Τετάρτη 11 Ἰουνίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Κατερίνης ζητούντων ἀπάλειψιν τοῦ χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ καταστραφέντος ἐκ νάρκης αὐτοκινήτου των κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατεταγμένης ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας καὶ ἀντικατάστασιν τούτου δι’ ἑτέρου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ν. Ράπτης διὰ τηλεγραφήματός του ζητεῖ καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας ἐπὶ τῶν σιτηρῶν πρὸς προστασίαν παραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ἀστέγων Θεσσαλονίκης οἱ «Ἅγιοι Ἀνάργυροι» αἰτούντων παραχώρησιν χώρου ἐκ τῶν πρώην Ἰσραηλιτικῶν συνοικισμῶν πρὸς ἀνέγερσιν οἰκιῶν. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Β. Κρῖκος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κλητήρων τῶν Πολιτικῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι χορήγησιν στολῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἀκτημόνων κατοίκων τοῦ χωρίου Λαϋνῶν Θεσσαλονίκης αἰτουμένων τὴν ὁριστικὴν τακτοποίησιν τῶν γαιῶν τοῦ ὑδραυλικοῦ Ταμείου Λαγκαδᾶ Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίων Πάντων Θεσσαλονίκης ζητοῦντος χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἐκ τοῦ βομβαρδισμοῦ καταστραφέντος ναοῦ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς ἀγροτῶν Λαγκαδᾶ ζητούσης διευκόλυνσιν πληρωμῆς τῶν παραχωρηθέντων παρὰ τῆς Οὔνρρα ἀροτριώντων ζώων. Τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης δι’ ἐγγράφου του ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Καθηγητῶν αὐτοῦ διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ὅπως μὴ γίνῃ δεκτὴ πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους ὁμάδος βουλευτῶν τοῦ Κέντρου Β. Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ὁποίου θίγεται ἡ ἰσοτιμία τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πρὸς τὸ τοιοῦτον τῶν Ἀθηνῶν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καταρρακώνεται τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἱστιαίας καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Συλλόγων Ἰατρικοῦ, Ἐμπορικοῦ, αὐτοκινητιστῶν κλπ. διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην μετακίνησιν τοῦ Ε.Κ.Ε.Ο.Π. ἐκ Χαλκίδος. Ἡ Ἕνωσις Ἰδιοκτητῶν ἀκινήτων Λαρίσης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην κατάργησιν τοῦ ἐδαφ. δʹ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου 200)46 «περὶ ἐνοικιοστασίου». Ὁ Δ. Οἰκονομόπουλος κάτοικος Θηβῶν ζητεῖ χορήγησιν ἀναβολῆς στρατεύσεως διὰ τὸν υἱόν του λόγω σπουδῶν. Ὁ Δ. Γεωργίου, ἐκπαιδευτικός, κάτοικος Θεσσαλονίκης, ζητεῖ δικαίαν διαβάθμισιν τοῦ κλάδου του. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Καβάλας ζητεῖ λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν πληγέντων παραγωγῶν ἐκ τῆς ἀνομβρίας καὶ τοῦ παγετῶνος. Ὁ Δήμαρχος Ἁγίου Νικολάου καὶ Κρητσᾶς Κρήτης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἀπόσπασιν τοῦ ὀροπεδίου Λασηθίου καὶ ὑπαγωγῆς του εἰς τὸν Νομὸν Ἡρακλείου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως Ἰδιοκτητῶν Λαρίσης ζητεῖ ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ ἐδάφιον Βʹ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου 200)46 τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἄρσιν προστασίας τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπὶ τῶν μισθωτῶν οἰκιῶν καὶ γραφείων. Οἱ σύλλογοι πωλησάντων ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς Νομοῦ Μαγνησίας, Ἀχαΐας, Πύργου καὶ Ἀγρινίου, διαμαρτύρονται κατὰ τῶν καθηγητῶν Γ. Ράμμου καὶ Χ. Πράτσικα, οἵτινες τυγχάνουσιν ἀγορασταὶ ἀκινήτων καὶ συμμετέχουσιν ὡς Νομικοὶ Σύμβουλοι τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης διὰ τὴν σύνταξιν νόμου περὶ ἀκυρώσεως ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς καὶ ζητοῦν τὴν ἐξαίρεσιν τούτων. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἁλμυροῦ ζητεῖ ταχεῖαν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως εἰς τὴν περιφέρειάν των. Οἱ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Ἐμπορίου Ἐπισκοπῆς, Ἔξω Γωνίας, Νήσου Θήρας διὰ τηλεγραφήματός των ἐκφράζουν τὰς εὐχαριστίας των διὰ μελετωμένην λῆψιν μέτρων προστασίας τῆς τοματοπαραγωγῆς. Οἱ ἐργάται κατεργασίας ξύλου, οἰκοδομῶν, ἐλαιοχρωματιστῶν καὶ λοιπῶν ὀργανώσεων Κομοτινῆς ζητοῦν ἐπέκτασιν τοῦ νόμου 118)45 πρὸς ἵδρυσιν γραφείων εὑρέσεως ἐργασίας, Ταμείου ἀνεργίας κλπ. Ὁ Καπνοπαραγωγικὸς κόσμος Μανδυλίου ζητεῖ λύσιν τοῦ Καπνεργατικοῦ ζητήματος καὶ ἄμεσον καταβολὴν πρίμ. Τὰ μέλη τοῦ Κ.Κ.Ε. τῆς Ε.Π.Ο.Ν καὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος τῆς περιφερείας Μαριῶν Θάσου συνελθόντα εἰς πάνδημον συλλαλητήριον καὶ ἀναλογισθέντα συμφορὰς ἐκ τρομοκρατίας καὶ λεηλασίας συμμοριῶν καὶ συναισθανθέντα προδοσίαν Ἀρχηγοῦ των Ζαχαριάδη ἐναντίον φιλτάτης πατρίδος, κηρύσσουν ἐθνοκτόνον καὶ ἀντιπατριωτικὴν ἡγεσίαν Κ. Κ. καὶ παραφυάδων αὐτοῦ, ἀποκηρύσσουν δὲ καὶ καταδικάζουν προδοτικὰς ἐνεργείας των καὶ δηλοῦν πανηγυρικῶς ὅτι τάσσονται παρὰ πλευρὸν Κυβερνήσεως Ἐθνικῆς σωτηρίας διὰ τὴν προάσπισιν τῆς Πατρώας γῆς. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Κοζάνης ζητεῖ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ἐκ πυρκαϊᾶς καταστραφέντος Δικαστικοῦ μεγάρου τῆς πόλεώς των καθ’ ὅσον εἰδικοὶ λόγοι συντρέχουν πρὸς τοῦτο. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος καὶ οἱ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Κυργίων Δράμας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν καπνοπαραγωγικοῦ κόσμου εἰς βουλιμίαν καπνεμπορίου καὶ ζητοῦν λῆψιν μέτρων πρὸς προστασίαν καπνοκαλλιεργητικοῦ κόσμου. Οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Ἐλευσῖνος διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην σύμπτυξιν τοῦ σταθμοῦ Χωροφυλακῆς τῶν χωρίων Κοντοβαζαίνης–Βελημαχίου καὶ ζητοῦν μὴ πραγματοποίησιν ταύτης. Ἡ Σοφία Δ. Γεωργίου, κάτοικος Λαρίσης, ζητεῖ ἀπονομὴν συντάξεως διὰ τὸν φονευθέντα υἱόν της κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Κατοχῆς. Οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι Νομοῦ Ρεθύμνης, ζητοῦν ὅπως ὁ χρόνος ὑπηρεσίας των κατ’ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς ὑπολογισθῇ ὡς διπλοῦς χρόνος διὰ τὴν σύνταξίν των. Ὁ κ. Γ. Στρᾶτος (Ὑπ. Στρατ.) καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ τιμητικῆς διακρίσεως τοῦ Ἀρχιστρατήγου τοῦ Πολέμου 1940–41» καὶ 2) «περὶ συμπληρωματικῆς μονιμοποιήσεως Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν τῶν Ὅπλων καὶ Σωμάτων ἐν τῷ Στρατῷ τῆς Ξηρᾶς». Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς (Ὑπ. Μεταφορῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 124)1946 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 19.4.35 Ἀ. Ν. «περὶ διαθέσεως βενζίνης καὶ τῶν πρατηρίων πωλήσεως αὐτῆς». Οἱ κ.κ. Δ. Χέλμης (Ὑπ. Οἰκον.) καὶ Σ. Γονατᾶς (Ὑπ. Δημ. Ἔργων) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν — Πειραιῶς καὶ Περιχώρων διὰ τὸν διακανονισμὸν ἐκκρεμῶν ζητημάτων». Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ διαλύσεως τοῦ προμηθευτικοῦ Συνεταιρισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἑλλάδος καὶ Κτηματικῆς Συν. Π. Ε. καὶ συστάσεως νέων Συνεταιρισμῶν Συν. Π. Ε.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Πολεμίδης, Μ. Καροῦσος καὶ Π. Ροζάκης καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Α. Ν. 2732)40». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 142)30.9.46 καὶ διατάξεών τινων τοῦ Κ. Ν. 4952)31», 2) «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ Διεθνοῦς Κεντρικοῦ Ὀργανισμοῦ Ἐσωτερικῶν Εὐρωπαϊκῶν μεταφορῶν» καὶ 3) «περὶ κυρώσεως συμβάσεων «περὶ προνομίων καὶ ἀσυλιῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Δημητρακόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Λεονάρδος, Α. Δημητρακόπουλος, Γ. Μαῦρος, Ν. Σπέντζας, Α. Ἰατροῦ κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἄλλων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Θεολογίτης καὶ Λ. Λαμπριανίδης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν τινων νόμων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Σωτηρόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς Μελετῶν καὶ καταρτισμοῦ Κωδίκων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Τ.Τ.Τ. ὑπηρεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Βολουδάκης, Κ. Παπαδάκης, Ν. Κρασαδάκης, Ε. Κοθρῆς καὶ Π. Ντεντιδάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐνασκήσεως δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου καὶ κωδικοποιήσεως τῆς περὶ συγκεντρώσεως τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου ἰσχυούσης νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Μπάτζιος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν τινων νόμων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, κύριε Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἀναφορᾶς ὁ κ. Γ. Σπυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ μιᾶς κατηγορίας θυμάτων πολέμου, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ αὐτὰ νὰ τύχουν τῆς προστασίας τοῦ Κράτους καί, ἑπομένως, καὶ τῆς δικαιουμένης συντάξεως, ἔχουν σχεδὸν ἀποκληρωθῆ καὶ παραγνωρισθῆ. Τοῦτο, ἴσως, ὀφείλεται εἰς μίαν στενήν, ἂν θέλετε, παρερμηνείαν τῶν κειμένων διατάξεων περὶ συντάξεων. Πρόκειται περὶ τῆς κατηγορίας τῶν θυμάτων πολέμου, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὰ ἐγκλήματα τῆς κατοχῆς, εἰς τὰ ἐγκλήματα τῶν Ταγμάτων Ἀσφαλείας, εἰς τὰ ἐγκλήματα τῶν Ὀχρανιτῶν καὶ Κομμουνιστῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ θύματα τοῦ πολέμου ἐκ τῶν πολυβολισμῶν τῶν συμμαχικῶν ἀεροπλάνων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Κατοχῆς. Κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ πρᾶγμα ἐκπληκτικὸν καὶ ἀποκαρδιωτικὸν εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ ἑκατοντάδας περίπου καθημερινῶς τὰ θύματα τοῦ πολέμου ἐγγράφονται εἰς τοὺς καταλόγους τῶν συνταξιοδοτουμένων, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μετ’ οὐ πολύ, μὲ τὸν ρυθμὸν μὲ τὸν ὁποῖον σήμερον βαδίζει ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ζητήματος, νὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες σχεδὸν συνταξιοδοτούμενοι, λέγω, ὅτι εἶναι ἀποκαρδιωτικὸν καὶ ἐκπληκτικὸν νὰ βλέπωμεν ὡρισμένα θύματα τοῦ πολέμου νὰ μὴ τυγχάνουν τοῦ εὐεργετήματος τῆς συντάξεως καὶ νὰ τοὺς ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίζουν εἰς τὴν ἀστοργίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν μεριμνᾷ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν των. Διὰ νὰ κατανοήσητε ἀκριβῶς πῶς περίπου γίνεται ἡ ἀδικία αὐτὴ τοῦ Κράτους εἰς τὰ ἐν λόγῳ θύματα, ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Πρόκειται περὶ τοῦ συμπολίτου μου Ἀνδρ. Πολιτίδου, κατοίκου Φλωρίνης, τοῦ ὁποίου τὸν υἱὸν ὑγιέστατον καὶ εὐρωστότατον, ἡλικίας 19 ἐτῶν, ἐστρατολόγησαν οἱ Γερμανοί, κατὰ τὸ σύστημά των, καί, ἀντὶ νὰ τὸν ἀποστείλουν εἰς τὸ στρατόπεδον συγκεντρώσεως Παύλου Μελᾶ, τὸν ἐκράτησαν διὰ νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Ὁ νέος αὐτὸς εἰργάζετο νυχθημερὸν εἰς τὰς βαρυτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν, ἦτο φιλεργατικὸς καὶ ὑπάκουος, δὲν ἠδύνατο δὲ καὶ διαφορετικὰ νὰ πράξῃ. Λόγῳ τῆς μεγάλης ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοπώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέστη εἰς τὴν γερμανικὴν ὑπηρεσίαν, ἰδίως κατὰ τὰς χειμερινὰς ἐποχάς, ὅτε τὸ ψῦχος ἦτο δριμύτατον, ἠσθένησεν ἐκ πλευρίτιδος, ὑπέστη ἐπιπλοκὴν περιτονίτιδος, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας εἰσήχθη εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὅπου τέλος ἀπέθανεν. Ὁ νέος οὗτος, ὅπως καὶ ἄλλοι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν εὑρισκόμενοι, ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν, ἔπαθον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Γερμανῶν. Ὁ νέος οὗτος ἀφῆκεν γονεῖς ἀνικάνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰ σχετικὰ δικαιολογητικά. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα, ἡ αἴτησίς των ἀπερρίφθη, διότι δὲν συμπεριελαμβάνετο εἰς τὰς κειμένας συνταξιοδοτικὰς διατάξεις ἡ περίπτωσίς του καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχουν συντάξεως. Ἐκ τούτων, λοιπόν, προκύπτει ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις θυμάτων πολέμου, τὰ ὁποῖα παραμένουν ἀδικούμενα, ἐνῷ ἔπρεπεν ἐκ τῶν πρώτων αὐτὰ νὰ προτιμηθοῦν καὶ λέγω ἐκ τῶν πρώτων, διότι, ἐνῷ ὁ νέος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐστρατολογήθη ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, θὰ ἠδύνατο νὰ προκρίνῃ ἐὰν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἢ νὰ φύγῃ εἰς τὸ βουνὸ καὶ νὰ ἐνσωματωθῇ καὶ νὰ πλαισιώσῃ καὶ ἐπαυξήσῃ τὰς δυνάμεις τῶν κομμουνιστῶν, ἐπροτίμησε νὰ μείνῃ εἰς τὴν χώραν καὶ νὰ ἐργασθῇ εἰς τοὺς Γερμανούς, ἐπροτίμησε νὰ μὴ γίνῃ δηλαδὴ κομμουνιστής. Ἐν τούτοις ὅμως, καὶ μετὰ θάνατον δὲν ἐδικαιώθη. Λέγω, λοιπόν, ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ὡς ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν θυμάτων αὐτῶν τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν ἐξ ἴσου μὲ τὰ ἄλλα. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅπως καὶ τὴν ἄλλην περίπτωσιν τῶν θυμάτων πολέμου, τῶν προελθόντων ἐκ τῶν Ταγμάτων Ἀσφαλείας καὶ τῶν Ἐαμοκομμουνιστῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀναρχικῶν ὁμάδων καὶ νὰ τὰς συμπεριλάβῃ εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων.
§9Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετᾶται καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα συνταξιοδοτικὰ ζητήματα καὶ θὰ ληφθῇ κάποιο μέτρον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7 ἐρωτήσεως, ὁ κ. Ι. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§11Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἡ ἐρώτησις, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Συχνά, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὰς ἐφημερίδας βλέπουν τὸ φῶς περίεργοι ἀνακοινώσεις περὶ ἀνευρέσεως ἐφοδίων σεσηπότων, κατεστραμμένων, ἐγκαταλελειμμένων. Αἱ πληροφορίαι αὗται, διδόμεναι ἀπὸ ἐπίσημα χείλη, δημιουργοῦν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λιμώττοντα Ἑλληνικὸν λαόν. Εἰς τοὺς δικαιούχους τῶν ἐφοδίων ἐδημιουργήθη δικαίως ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ Κράτος, ἐν τελείᾳ ἀδιαφορίᾳ, ἀγνοεῖ αὐτὰ ταῦτα τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα καὶ εἶναι ἀνάγκη ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀπέναντι τοῦ δικαιούχου λαοῦ, προσφερθῇ εἰς μίαν πλήρη λογοδοσίαν περὶ ὅλων τῶν τροφίμων καὶ τῶν ἐφοδίων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύναμεν ἄλλοτε ἐντεῦθεν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ βάμβακος, τοῦ μεγάλου ἐγκλήματος τοῦ βάμβακος, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τότε τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὁ κ. Κάντζιας, ὑπεσχέθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι θὰ ὥριζε τακτὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετίθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον τὸ θέμα τοῦ βάμβακος. Δυστυχῶς, ὁ κ. Κάντζιας ἀπεχώρησε. Παρήλθον ἔκτοτε πολλαὶ γενεαὶ Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη— βεβαίως ἦτο προσωπικὴ — δὲν ἐτηρήθη. Νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὅτι ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων θεμάτων, εἶναι ὑποχρέωσις ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ τακτὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δι’ ὅλων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸ ἱστορικὸν τῶν ἐφοδίων καὶ νὰ κατονομάσῃ καὶ τοὺς ἐνόχους τῶν μεγάλων ἀντιλαϊκῶν αὐτῶν ἐγκλημάτων καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπίσης, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ λάβῃ ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγκληματιῶν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἵστανται οὗτοι. Τὸ πρᾶγμα ἔχει τεραστίαν σημασίαν, ἐπειδὴ ἐκπίπτομεν ἀκόμη, ὄχι μόνον ἐνώπιον τοῦ δικαιούχου λαοῦ μας, ἀλλ’ ἐκπίπτομεν καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὁποίων, ἐπικειμένης μάλιστα νέας βοηθείας, ἔχει μεγάλην σημασίαν μία ἐξήγησις καὶ ἐὰν τινὰ τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν ἔχουν συμβῆ ὑπὸ περιστάσεις ἀνωτέρας βίας καὶ πάλιν θὰ πρέπει — ἐπειδὴ εἶναι ἀκαταλόγιστα — θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἓν εἶδος πλήρους λογοδοσίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τῶν ἱερῶν ἐφοδίων, τῶν σταλέντων ὑπὸ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διὰ τὸν ταλαίπωρον καὶ λιμώττοντα δικαιοῦχον λαόν μας. Καταλήγων, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὴν ἑξῆς περίεργον καὶ ἐγκληματικὴν εἴδησιν, ἰδοῦσαν τὸ φῶς πρό τινων ἡμερῶν εἰς κυβερνητικὴν μάλιστα ἐφημερίδα. (Ἀναγινώσκει): «Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μακρὰ πομπὴ φορτηγίδων, μὲ κατεστραμμένα ἐφόδια παντὸς εἴδους, τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν καὶ εἰς μεγάλας ποσότητας, ἠνοίχθη εἰς τὰ ἀνοικτά, διὰ νὰ τὰ ρίψῃ εἰς τὸν Σαρωνικόν».
§12Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ σοβαρόν. Νὰ πεινᾷ ὁ λαὸς καὶ νὰ ρίπτωνται τὰ ἐφόδια εἰς τὴν θάλασσαν.
§13Ι. ΜΕΛΑΣ. Εἶναι τόσον ἐγκληματικὰ τὰ γεγονότα, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ ἀπορρίψωμεν εἰς τὴν σιγὴν τοῦ τάφου. Ὀφείλετε ἀπάντησιν!
§14Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐφοδίων, διετάχθη καὶ διενεργεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἐπιτροπαὶ συνεστήθησαν καθ’ Ὑπουργεῖον, διαχειριζόμενον ἁρμοδίως ὡρισμένα ἐφόδια, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ διαχείρισις εἶναι τεραστία, ὁ ἔλεγχος δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω, εἶναι νὰ καθορίσητε συγκεκριμένως ἐπὶ τίνων ἐρωτημάτων θέλετε νὰ δοθοῦν ἐξηγήσεις, διότι τὸ θέμα τῶν ἐφοδίων εἶναι τόσον μέγα, ὥστε πρέπει νὰ καθορισθοῦν ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ λάβητε πληροφορίας.
§15Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Σεῖς δὲν ξεύρετε. Ὁ κ. βουλευτὴς θὰ ξεύρῃ;
§16Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Ἐὰν θίξωμεν ὁλόκληρον τὸ θέμα, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σᾶς εἴπωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ σᾶς ἐνδιαφέρουν. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα νὰ καθορισθοῦν τὰ θέματα.
§17Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν λόγῳ ἁρμοδιότητος τὰ ἐφόδια, τὰ σταλέντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λοιπόν, εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ πρὸς τιμήν των, ἀλλὰ καὶ κατὰ καθῆκον πρὸς τὸν λαόν, νὰ προσέλθουν εἰς μίαν συνεδρίασιν, ὁρισθησομένην ἐπειγόντως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ λογοδοτήσουν ἐνώπιον τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους.
§18Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Συμφωνῶ. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω τοῦτο. Ἐπειδὴ ἡ διαχείρισις τῶν ἐφοδίων ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὴν ΕΦ–ΕΞ, ἡ ὁποία εἶναι παράρτημα τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, ἔχουν γίνει, βεβαίως, καὶ ALOCATIOS, ἔχουν δοθῆ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα διάφορα ἐφόδια, ἀλλὰ τὴν γενικὴν διαχείρισιν τὴν ἔχει ἡ ΕΦ–ΕΞ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐὰν θὰ ἠθέλατε συγκεκριμένως καὶ εἰδικῶς ἐπὶ ὡρισμένων σημείων νὰ ἐπιστήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν καὶ νὰ συλλέξωμεν πληροφορίας περισσοτέρας.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν ρίπτωνται ἐφόδια εἰς τὴν θάλασσαν.
§20Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἀπορία ὅλων μας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑπάρχουν τρόφιμα, παντὸς εἴδους ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ρίπτονται εἰς τὰς θαλάσσας, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πεινᾶ;
§21Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Ὄχι, ἀλλά...
§22Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ζητεῖτε νὰ σᾶς διευκρινίσωμεν τὸ σημεῖον, ποῖα ἐφόδια ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν;
§23Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Ὄχι αὐτό. Αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ἀπολογισμοῦ γενικῆς διαχειρίσεως, δι’ αὐτὸ τοῦ εἶπον μήπως θέλει, ἐν τῇ συζητήσει ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ, νὰ εἰδικεύσῃ ὡρισμένα θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ φέρωμεν στοιχεῖα περισσότερα τῶν ἄλλων;
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τί ἀπαντᾶτε, κ. Ὑπουργέ;
§25Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησεν, ἐκτὸς τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ θέματος τῶν χαλασμένων ἐφοδίων, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ γενικὴν λογοδοσίαν ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος τῶν ἐφοδίων. Καὶ εἶπον, μήπως θέλει νὰ καθορίσῃ εἰδικώτερον στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελε πλέον συγκεκριμένως νὰ τοῦ φέρωμεν.
§26Ι. ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διαφύγετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Παρακαλῶ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τύχης τῶν τροφίμων, τοῦ ἱματισμοῦ, τοῦ ἐρίου, εἰδικώτερον τοῦ βάμβακος, καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἠξεύρετε ὅτι εἶναι πρώτης ἀνάγκης, καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἀνακαλύπτομεν. Μένω μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλα τὰ ἐφόδια δὲν ἐστάλησαν διὰ νὰ ταφοῦν εἰς τὸν Σαρωνικόν. Ἐστάλησαν, ἀποκλειστικῶς, πρὸς μερικὴν τοὐλάχιστον περίθαλψιν τοῦ κατεστραμμένου καὶ ἐξαθλιωμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§27Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ τὰ τρόφιμα, ἐστάλησαν διὰ νὰ κλέπτωνται ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καὶ διὰ νὰ ρίχνουν οἱ ἔξυπνοι νερὸ εἰς τὰ ὑπόλοιπα, διὰ νὰ σήπωνται. Δὲν τὸ καταλαβαίνετε;
§28Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν προσδιορισμὸν μιᾶς τακτῆς ἡμέρας ἀπολογισμοῦ καὶ συζητήσεως.
§29Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον. καὶ Ἐφοδ.). Θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω....
§30Ι. ΜΕΛΑΣ. Θὰ ἀναμείνωμεν.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς ἐρώτησιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ ἀριθ. 2. Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ νόμου 140, εἶχεν ἀναγνωρισθῆ εἰς τοὺς δικαιούχους αὐτοκινητιστάς, κατόχους προπολεμικῶς αὐτοκινήτων, τὸ δικαίωμα τῆς ἀγορᾶς αὐτοκινήτων, εἴτε ἀπεζημιώθησαν ἐκ τῆς ἐπιτάξεως ἀπὸ τὸ Δημόσιον, εἴτε ὄχι. Τώρα ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, παρὰ τὴν διαφωνίαν ἐμοῦ, τοῦ κ. Βαρβούτη καὶ ἄλλων βουλευτῶν τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ Κρήτης, ἐτροποποίησεν αὐτὸν καὶ ἔκαμε τὸν νόμον 268. Δηλαδὴ ὅλα, ἤδη, τὰ αὐτοκίνητα τῆς Βορείου Ἑλλάδος, Κρήτης, Ἠπείρου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιταχθῆ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἔφθασαν εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ τὴν κατάρρευσιν τοῦ μετώπου, σήμερον εὑρίσκονται εἰς ξένας χεῖρας καὶ περνοῦν καὶ τὰ βλέπουν οἱ ἰδιοκτῆται των καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰ πάρουν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν, διότι ἡ ἐρώτησις ἀφορᾷ κυρίως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως, ὅροι οἰκονομικοὶ συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν καὶ τοὺς δύο Ὑπουργούς, καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν, καὶ θὰ τοὺς ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βλέπῃ ὁ προπολεμικὸς ἰδιοκτήτης τὸ αὐτοκίνητόν του καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀποζημιωθῆ, νὰ τὸ ἔχουν ἄλλοι καὶ νὰ τὸ ἐκμεταλλεύωνται, δηλαδὴ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν κυριότητα ἐπ’ αὐτοῦ. Μᾶς ἐλέχθη, ὅτι ὁπωσδήποτε ἀπεζημιώθησαν οἱ προπολεμικοὶ αὐτοκινητισταί, διότι εἶχαν ζητήσει καὶ τοὺς ἔδωσαν ἄλλα αὐτοκίνητα. Πάντως αὐτοὶ ποὺ πῆραν, καὶ ὄχι ὅλοι, τὰ ἐπλήρωσαν. Ἐξ ἄλλου μόνον ἡ μία κατηγορία ἀπεζημιώθη. Οἱ ὁδηγοὶ τῶν αὐτοκινήτων ἐν γένει, ὅλοι δὲν ἔλαβον ἀποζημίωσιν, οὔτε αὐτοκίνητα. Παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ τονίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἀποστερηθοῦν τὶς περιουσίες των κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, παρεκαλέσαμεν τοὺς κυρίους συναδέλφους τῶν Ἀθηνῶν, νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Καὶ ἐψήφισαν 22 ὑπὲρ καὶ 2 κατά. Δυστυχῶς, διότι εἴμεθα ὀλίγοι ἀπὸ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διεμαρτυρήθημεν τότε, καὶ ἤδη παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν νὰ τὸ ἐπανεξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι τί θέλετε, ὅλοι οἱ αὐτοκινητισταὶ ἀπὸ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, Μακεδονίαν, Κρήτην, Θράκην καὶ Ἤπειρον νὰ βλέπουν τὰ αὐτοκίνητά των καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ τὰ πάρουν; Τοῦτο εἶναι δίκαιον καὶ ἠθικόν; Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ ληφθοῦν τὰ ἀναγκαῖα νέα νομοθετικὰ μέτρα.
§34Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Ὑπ. Μεταφ.). Αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐρρυθμίσθησαν προσφάτως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξητάσθησαν ὅλαι αἱ ἀπόψεις καὶ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ρυθμισθοῦν, ὅπως ἐρρυθμίσθησαν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς πρὸς συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ὥρας, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς Μελετῶν καὶ καταρτισμοῦ Κωδίκων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§36Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξεδηλώθη τόση ἀντίθεσις κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐκ τῶν ἀθωωτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησάν ποτε εἰς τὴν Βουλήν. Τίποτε τὸ ἰδιαίτερον τίποτε τὸ κρυπτόν, τίποτε τὸ ὑποβολιμαῖον δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτό. Ὑπάρχει μία ὡρισμένη προϊστορία, τὴν ὁποίαν θὰ ὤφειλον νὰ σᾶς εἴπω: Ἡ ἀρχικὴ σκέψις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεκινήσαμεν, ἦτο νὰ καταρτίσωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ἕνα–δύο μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἕνα Νομοπαρασκευαστικὸν Σῶμα, διότι, πράγματι, ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ εἰδικῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὰ νομοθετήματα χρειάζονται κάποιαν εἰδικότητα, δὲν ἔχει εἰδικὸν Σῶμα τεχνικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπεξεργάζεται νομοτεχνικῶς τὰ διάφορα σοβαρὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἑκάστοτε ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κεντρικὴ ἰδέα. Ἐπὶ πλέον ἠθελήσαμεν νὰ καταρτίσωμεν μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ τὴν σύνταξιν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος καὶ πέραν αὐτοῦ νὰ παραπέμπεται εἰς τὴν ἰδίαν Ἐπιτροπὴν κάθε ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῇ κάποιαν ἰδιαιτέραν μελέτην, ὅπως ἡ κωδικοποίησις τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν νόμων. Ἀλλὰ ὁ βασικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὤθησε νὰ σκεφθῶμεν τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο κυρίως ἡ σύνταξις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ δὲν ἔχει τίποτε τὸ μεμπτὸν αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ὡς νομοθεσία, διότι περιλαμβάνει διατάξεις γενικωτάτας, ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τὸ πῶς οὗτοι προσλαμβάνονται, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων προσόντων, πῶς προάγονται, πῶς διαβαθμίζονται, ἦτο δὲ μία σημαντικὴ ἔλλειψις διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται γενικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ρυθμίζουν ὁμοιομόρφως τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ θέμα, π. χ., τῆς διαβαθμίσεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι ἕνα θέμα πολυποίκιλον καὶ πολυσύνθετον, διότι κάθε Ὑπουργεῖον ἔχει τὴν ἰδικήν του διαβάθμισιν καὶ δὲν ὑπάρχουν γενικοὶ κανόνες, οὔτε ὡς πρὸς τὰς γενικὰς προσλήψεις, οὔτε ὡς πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινάς, οὔτε ὡς πρὸς τὰς προαγωγὰς τῶν ὑπαλλήλων καὶ συνεπῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοθετήματος ἀπροσώπου, θέτοντος γενικὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀποσκοπεῖται ἡ ρύθμισις τῆς καταστάσεως τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ οὕτω ἡ μελέτη καὶ ἡ ρύθμισις τοῦ ὅλου δημοσιοϋπαλληλικοῦ προβλήματος. Εἰς αὐτὸ κυρίως ἀπέβλεψε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ πρὸ 8 μηνῶν. Συνεστήθη τότε μία ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ ἐμοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἤρχιζεν ἀμέσως τὴν μελέτην καὶ σύνταξιν αὐτοῦ τοῦ κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ κυρωθῇ οὗτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς μεταγενεστέρως. Τὸ νομοσχέδιον κατετέθη ἀμέσως τότε. Ἀλλ’ ἐκ διαφόρων λόγων ἰδίᾳ λόγῳ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ συντόμου διαστήματος, καθ’ ὃ εἰργάζοντο αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν κατωρθώθη ἡ ψήφισίς του μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως.
§37Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδὴ δὲν τὸ εἴχατε ὡς αὐτοτελὲς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ εἴχατε μέσα εἰς ἕνα ἄλλο νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν.
§38Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐπειδὴ ἐξεφράσθη ἡ γνώμη ὅτι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, προσυπεγράφη ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§39Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος κατήρτησε νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπὰς πρὸς σύνταξιν σχεδίων διοικητικῶν κωδίκων, εἶναι ὁ νόμος 964 τοῦ 1917 ἐκδοθεὶς ἐπὶ κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Ε. Ρέπουλη. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ κατηρτίσθησαν αἱ πρῶται ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι κατήρτισαν τὸν διοικητικὸν κώδικα.
§40Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπεκράτησε τότε ἡ σκέψις ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ συντεθῇ ἀπὸ πρόσωπα εἰδικώτερα, ἀπὸ εἰδικωτάτους ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰδήμονες, ὡς εἰδικῶς ἀσχοληθέντες μὲ τὸ ὑπαλληλικὸν δίκαιον, ὅπως ὁ κ. Στασινόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Παπασταθόπουλος, ὁ κ. Καρβελᾶς, ἀπὸ ὑπαλλήλους δηλαδή, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ καλύτεροι γνῶσται τῶν ὑπαλληλικῶν θεμάτων.
§41Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ καθηγητὴς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, κ. Δένδιας, διατί, προκειμένου νὰ συνταχθῇ κῶδιξ δημοσίων ὑπαλλήλων, παρελείφθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν;
§42Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Σωτηρόπουλε, λογίζετε ὡς παράλειψιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§43Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐχρησιμοποιήσαμεν τὰς γνώσεις τοῦ κ. Δένδια, ὁ ὁποῖος μετέχει εἰς ὅλα τὰ συμβούλια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τώρα, ποὺ κάμνομεν τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν τὸν χρησιμοποιοῦμεν καὶ ἐχρησιμοποιήσαμεν παρέδρους ἢ συμβούλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα χθὲς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, καὶ πιστεύω ὅτι διερμηνεύω καὶ τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ παράλειψις αὐτὴ εἶναι οὐσιώδης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίζεται ἐπιτροπὴ καὶ νὰ παραλείπεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰδικὰς γνώσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§44Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καθὼς γνωρίζετε ὁ κ. Δένδιας εὑρίσκεται συχνὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ διαφόρους ἀποστολὰς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Πάντως δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ.
§45Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δικηγόρος τί εἰδικότητα ἔχει εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§46Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρητήθη οἰκειοθελῶς ἀφ’ ἧς ἀσκεῖ τὰ νέα του καθήκοντα παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, κύριε συνάδελφε καὶ διωρίσθη εἰς ἀναπλήρωσίν του ὁ πρόεδρος τῆς ΑΔΕΔΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ καὶ ὁ κ. Δένδιας καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος τὸν ὁποῖον θὰ ἐνομίζατε ὡς κατάλληλον. Συνεκροτήθη οὕτω ἡ ἐπιτροπὴ μὲ τὴν σκέψιν ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ τὴν ἀποτελέσουν θὰ πρέπει νὰ εἶναι εἰδικά, ὡς ἐπίσης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶνε πολυμελὴς ἡ ἐπιτροπή, διότι θὰ ἦτο δυσχερέστερον τὸ ἔργον της προκειμένου νὰ καταρτίσῃ ἕνα κώδικα δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ καὶ ὁ κ. Δένδιας ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Δένδιας, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Συνεπῶς τὸ θέμα, κύριοι, περιορίζεται εἰς τὸ ἑξῆς: Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, διὰ νὰ ἀρθῇ κάθε παρεξήγησις καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὕποπτον, νὰ ἀπαλειφθοῦν ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ νομοπαρασκευαστικὴν ἁρμοδιότητα καὶ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς σύνταξιν τοῦ κώδικος καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§47Χ. ΛΑΔΑΣ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§48Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι τίθεται ἡ Βουλὴ πρὸ ἑνὸς ἐκβιασμοῦ νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν νὰ ψηφίσῃ τὸν κώδικα, ὡς κώδικα, ἢ καὶ ὡς νομοθέτημα, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελε νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς νομοθέτημα. Δι’ ὃ προσθέτω καὶ τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Ὁ κῶδιξ οὗτος θέλει.... (ἀναγινώσκει)....».
§49Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις αὐτή.
§50Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὑπονομευτική, εἶναι διάταξις τοῦ κομμουνισμοῦ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ συντάγματος τοῦ 1927.
§52Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Τὸ σύνταγμα τοῦ 1927 εἰς τὸ ἄρθρον 49, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον, διότι ἡ σημερινὴ Συνέλευσις, ἐψήφισε τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, λέγει τὰ ἑξῆς:.... ......... (ἀναγινώσκει)........................». Πάντως εἶναι διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τὸ ὁποῖον παρέλαβε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ διὰ ψηφίσματος αὐτοῦ τὴν ἔθεσεν ἐν ἰσχύϊ προσθέσασα αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἑπομένως εἶναι Συνταγματικὴ διάταξις ἰσχύουσα σήμερον. Δηλαδὴ ἡ διάταξις αὐτὴ λέγει ὅτι, διὰ νὰ ψηφισθῇ ἕνας κῶδιξ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συσταθῇ διὰ νόμου μία εἰδικὴ ἐπιτροπή, ὁπότε ἡ Βουλή, ἔχει τὴν εὐχέρειαν, εἴτε νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς κώδικα, εἴτε, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς κώδικα, νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς νομοσχέδιον ἁπλοῦν διὰ τῆς συνήθους διαδικασίας.
§53Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αὐτὸν τὸν κώδικα τὸν φέρετε μὲ νόμον κυρωτικόν, περὶ κυρώσεως τοῦ τάδε κώδικος, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ τὸν ψηφίσῃ κατ’ ἄρθρον, ἀλλά, ἢ θὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, ἢ θὰ τὸν ἀπορρίψῃ. Ἡ διάταξις που δύναται νὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀφοῦ θὰ γίνῃ ὁ κῶδιξ ἠμπορεῖτε νὰ μὴ τὸν φέρετε διὰ νόμου, ἀλλὰ νὰ τὸν φέρετε ὡς νομοθέτημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ διαδικασία τῆς ψηφίσεως τῶν νομοθετημάτων, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος.
§54Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ τακτικὴ διαδικασία εἶναι καθιερωμένη διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν φέρῃ ὡς νόμον θὰ τὸν φέρῃ ὡς νόμον.
§55Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ διευκολύνσεως τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, προκειμένου ἐπὶ ψηφίσεως κωδίκων. Ὑπάρχει μόνον ἡ εὐχέρεια νὰ μὴ εἰσαχθῇ νόμος περὶ κυρώσεως τοῦ κώδικος, ἀλλὰ αὐτὸς οὗτος ὁ κῶδιξ.
§56Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Τὸ «δύναται» ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Βουλήν.
§57Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σαφεστέρα διάταξις ἀπὸ αὐτὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι πῶς γεννᾶται ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀντίθετος ἄποψις. (Κωδωνοκρουσίαι).
§58Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐπειδή, κύριοι βουλευταί, ἐγεννήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀσαφείας τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνύπαρκτον, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι σαφέστατον, δὲν νομίζω ὅτι πρὸς πληρεστέραν διασάφησιν βλάπτει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν νόμον εἰδικὴν διάταξιν καθορίζουσαν, ὅτι ὁ κῶδιξ αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ ἰσχὺν νόμου χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἀφοῦ τὸν ἐξετάσῃ καὶ ἀφοῦ πεισθῇ περὶ τῆς ἀρτιότητός του, ἢ θὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς κώδικα ἢ θὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τακτικὴν διαδικασίαν. Οὕτω θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ ὡρισμένας τροποποιήσεις. Αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν ἂν καὶ τὴν ἔχῃ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἂς τὴν ἐπαναλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δηλαδή, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους ἄνευ γνώσεως τῆς Βουλῆς. Μετὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἢ θὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς κώδικα διὰ τῆς εἰδικῆς περὶ κωδίκων διαδικασίας, ἢ ἐὰν θέλῃ θὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Δι’ αὐτό, κ.κ. βουλευταί, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα πρὸς συζήτησιν. Ὁ κῶδιξ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, θὰ ὑποβληθῇ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν εὐχέρειαν ἢ νὰ τὸν ψηφίσῃ ὡς κώδικα ἢ νὰ τὸν μετατρέψῃ νὰ τὸν μεταβάλῃ καὶ νὰ τὸν ψηφίσῃ κατόπιν διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας, οὕτω, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς φόβος ἐκ τῶν διατυπωθέντων ὑπὸ τῶν συζητητῶν. Ζητῶ λοιπόν, ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει μετὰ τὴν ἀπάλειψιν ὅλων τῶν διατάξεων περὶ ὧν ἀνέφερα ἀνωτέρω, περιοριζομένη μόνον εἰς τὸν κώδικα.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ δώσετε χρήματα νὰ κάμωμεν περισσότερον στρατὸν καὶ χωροφυλακὴν καὶ ἔπειτα νὰ συζητήσωμεν δι’ ὅλα τὰ ἄλλα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ καταθέσῃ σχέδιον νόμου.
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχέδιον νόμου «περὶ ἀναστολῆς διώξεως ἀδικημάτων τινῶν διαπραχθέντων ἐν Κρήτῃ».
§62Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Νὰ κηρυχθῇ κ. Πρόεδρε κατεπεῖγον.
§63Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐπίσης ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 331 νόμου κ.λ.π.» ἀφορῶντος τὴν ρύθμισιν τῶν ἐπιτάξεων. Ἐπ’ αὐτοῦ κατετέθη πρὸ μηνὸς σχετικὸν νομοθέτημα ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἀπεφάνθη ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπή. Ἐπειδὴ λήγουν αἱ προθεσμίαι καὶ εἶναι ὑπὸ ἐκτέλεσιν σωρεία ἀποφάσεων, παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ αἰτουμένη παράτασις τῶν προθεσμιῶν ἕως ὅτου δοθῇ ὁριστικὴ λύσις διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§64Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμένετε ἔκθεσιν ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§65Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ δὲν κατατίθεται καμμία ἔκθεσις. Συνεπῶς πρέπει νὰ λάβω τὰ μέτρα μου.
§66Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἐνήμερος ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Διὰ τοῦ νομοθετήματος καταργοῦνται πλείονες διατάξεις τοῦ νομοθετήματος περὶ ἐνοικιοστασίου. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι καὶ τὰ δύο ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδια εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως, τὸ ἓν συνέχεια τοῦ ἄλλου, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἁρμόδιον Σῶμα ἐν σμικρῷ ὅπως δὲν θὰ ἦτο καὶ ἡ Βουλὴ ἐν μεγάλῳ νὰ συζητήσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐν τῷ συνόλῳ του.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Ἐπιτροπή.
§68Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐθεώρησε καλόν —ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς— νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διεβεβαίωσαν τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι συμφωνοῦν μὲ τὴν γνώμην της ἀλλὰ παρακαλοῦν νὰ ἀναμείνωμεν ἐπί τινα χρόνον διὰ νὰ μᾶς δώσουν μίαν ἀπάντησιν ἂν αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ τὸ ρυθμίσῃ διὰ διατάγματος κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐργασίαν της. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὐδεμίαν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀπάντησιν τόσον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὥστε τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον διετυπώθη δὲν εἶναι βάσιμον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§70Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν θέμα ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην σφοδρὰν ἀντιδικίαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἡ ἱστορία τοῦ θέματος ἐξετέθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ συνταχθῇ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφιλοδόξησε νὰ εἰσαγάγῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, ἔργον μεγάλης ἀξίας. Τοιοῦτος κῶδιξ ἐξεπονήθη εἰς Γαλλίαν παρ’ Ἐπιτροπῆς ἐκ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁμοίως τοιοῦτος κῶδιξ ὑπάρχει ἐν Γερμανίᾳ. Ἐλάχιστα κράτη διαθέτουν τοιοῦτον κώδικα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λοιπόν, συνέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν Ἐπιτροπήν. Καὶ τὰ πράγματα ἔβαινον καλῶς μέχρις οὗ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Κώδικος ἀνεμίχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγέννησε δυσαρεσκείας. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέμιξε μεταξὺ τῶν μελῶν καὶ ὡρισμένα πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι δυσάρεστον ὅτι μετέχουν διὰ πολλὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θερίζει τὰς δυσαρεσκείας αὐτάς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι τὰ αἴτια αὐτὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ παρασύρουν τὴν Βουλὴν εἰς ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν θὰ τιμᾷ τὸ Σῶμα. Ἀνήκω εἰς πτέρυγα ἀντιπολιτευομένην τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τίθενται ὑπεράνω πάσης κομματικῆς ἀπόψεως. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν διατὶ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὸ νομοπαρασκευαστικὸν στάδιον τὴν σύνταξιν τῶν νόμων παρ’ ὑπαλλήλων. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ἐπειδὴ ἀνετέθη τὸ ὑπὸ κρίσιν ἔργον εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Ἐπιτροπήν, ὅτι προσβάλλεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἔλθῃ τὸ σχέδιον πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν. Ἐξ ἄλλου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύεται μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν σύνταξιν τῶν νόμων.
§71Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ κῶδιξ πρέπει νὰ γνωρίζετε τὶ κατάστασις ὑπάρχει εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον.
§72Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Βεβαίως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ κώδικος θὰ ὑπάρξουν κατευθυντήριοι γραμμαί. Αὐτὰς θὰ τὰς δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ θέσιν εἰς ὡρισμένα προβλήματα, δηλαδή, τὶ εἴδους θὰ εἶναι ἡ ὑπαλληλικὴ σχέσις, ἂν δηλ. εἶναι σύμβασις ἢ λειτούργημα, ἂν οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἂν πρέπει νὰ γίνωνται προαγωγαί, ὅπως γίνονται αἱ προαγωγαὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εὑρισκομένων ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὡρισμένην θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅταν δὲ προετοιμασθῇ ὁ κῶδιξ καὶ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, τότε ἄρχεται τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐδόθησαν αἱ κατευθυντήριοι γραμμαὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς, σήμερον ἐρευνητέον εἶναι, πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κῶδιξ; Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Αἱ διατάξεις τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, δὲν θὰ εἶναι προσωπικαί, θὰ ἀποτελέσουν μιὰν κατοχύρωσιν διὰ τὴν ἑκάστοτε Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ ἐγγύησιν πολιτικὴν ὑπὲρ τῆς ἴσης μεταχειρίσεώς των. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τιμὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ διὰ τοῦ κώδικος κατοχύρωσις τῆς ἀνεξαρτησίας, εἰς τὴν ὅλην διαχείρισιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος. Ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ τρόπου τῆς συνθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Κατηγόρησαν, ὅτι αὕτη συνεκροτήθη κατὰ τὰ ⅔ ἐξ Ἀριστερῶν καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν μετέχουν καὶ ὑπάλληλοι. Ὀρθῶς μετέχουν ὑπάλληλοι, ὁ πρόεδρος δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς καθηγητὴς τοῦ ὑπαλληλικοῦ δικαίου γνωρίζει ὅλα τὰ ὑπαλληλικὰ προβλήματα. Πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δὲν ὑπῆρχε διοικητικὸν δίκαιον. Ἡ ἁρμοδιωτέρα ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, εἶναι αὐτὴ ἥτις ἐπεξεργάζεται τὸν κώδικα καὶ ἥτις θὰ συντάξῃ ἕνα σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ πρὸς ἔλεγχον εἰς τὴν Βουλήν. Προεβλήθη καὶ μία ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰς ἐργασίας της θὰ ἀνέλθῃ εἰς μεγάλο ποσόν.
§73Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν σήμερον μὲ αὐτό.
§74Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ ἐντολή, κύριοι, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς —ἂν καὶ παρῆλθον 15 μῆνες χωρὶς νὰ ἔχωμεν κάμει τίποτε— εἶναι νὰ λειτουργήσῃ ἕνα Κράτος ἰσχυρὸν καὶ διὰ νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἡ ὅλη ὀργάνωσις τῶν ὑπαλλήλων ἄρχεται ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ κώδικος. Λέγεται, ὅτι δὲν ἔρχεται ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων περὶ κωδίκων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πρῶτον νόμος συστατικὸς τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἔχει ἄλλως ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐχέρειαν νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ κώδικος ὡς συνόλου καὶ δι’ αὐτὸ εἰσάγει τὸν νόμον αὐτόν. Εἴμεθα λοιπόν, ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον διὰ νὰ δώσωμεν οὕτω τὴν εὐχέρειαν πρὸς σύνταξιν τοῦ κώδικος.
§75Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετέχουν μέλη τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ μετέχουν. Μετέχει ὁ Οἰκονομόπουλος καὶ ὁ Καρβελᾶς οἵτινες ἀνήκουν εἰς τὸ Ε.Α.Μ.
§76Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Οἰκονομόπουλος δὲν συμμετέχει τῆς Ἐπιτροπῆς.
§77Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα ὅμως ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§78Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἦτο εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἀντικατεστάθη ἀργότερα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ὀργανώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων.
§79Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ποὺ ἔγινε ἰδιαίτερος τοῦ Πρωθυπουργοῦ παρῃτήθη.
§80Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων;
§82Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Ὄχι! Τῆς Ἐθνικῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι παράνομον! Διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὀργάνωσις ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπαγορεύεται διὰ νόμου.
§84Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αἱ ἀντιθέσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐπὶ μέρους δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρασύρουν εἰς τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρέπει ἐκ τοιούτων ζητημάτων νὰ ἀναστείλωμεν τὸ ἔργον. Ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὴν Βουλὴν ἡ ἀπόρριψις νομοσχεδίου τείνοντος εἰς τὴν σύνταξιν ὑπαλληλικοῦ κώδικος. (Δημιουργεῖται θόρυβος, ὁμιλοῦν πολλοὶ μὴ ἀκουόμενοι). Κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε καὶ σεῖς. Ἀλλ’ αἱ προσωπικαὶ ἀντιθέσεις δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἐπιστημονικὸν πρόβλημα. Ὁ κῶδιξ ἀποτελεῖ ἕνα ἔργον ἐπιστημονικὸν καθαρῶς, ὑπερκομματικόν, ἄσπιλον. Τὸ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ ἀντικρούσωμεν αὐτὴν τὴν προσπάθειαν θὰ ἀποτελέσωμεν μίαν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ὅλην προσπάθειαν ἡ ὁποία καταβάλλεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπὲρ τοῦ κλάδου αὐτοῦ.
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Σοσιαλιστικὴν Γερμανίαν.
§86Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὑπαλληλικὸς κῶδιξ ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κῶδιξ ὑπάρχει μόνον εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν σοσιαλιστικήν, μετὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαλτιμόρης.
§88Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ποιοῦμαι ἔκκλησιν, νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰς προσωπικὰς ἀντιθέσεις, διότι ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν ἀντιθέσεων καὶ τῶν δυσαρεσκειῶν παραβλάπτεται ἡ χρησιμότης τοῦ ἔργου καὶ γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ παρασυρόμενος ἀπὸ προσωπικὰς ἀντιθέσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν εἶναι κακοήθης.
§90Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας, ὡς πρὸς αὐτό.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δέν ἔπρεπε νὰ τὰ λέγετε αὐτά.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§93Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἕνα νομοσχέδιον, ὡς τὸ παρόν, ἐδημιούργησεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὀξύτητα, τὴν ὁποίαν ἀντικειμενικοὶ παρατηρηταί, δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν, οὔτε διατὶ ἐδημιουργήθη καὶ πόθεν ἐδημιουργήθη. Παρουσιάζεται μία προσπάθεια ἐπαινετὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ δημιουργήσῃ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα.
§94Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔχομεν καὶ ἄλλα σοβαρώτερα ζητήματα νὰ ἀσχοληθῶμεν.
§95Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀσχολῆται μόνον μὲ τὰ σοβαρώτερα, τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συνεδριάζῃ ὡς Βουλή, ἀλλὰ νὰ στρατευθῇ. Καλούμεθα, κύριοι, νὰ νομοθετήσωμεν ἐπὶ σωρείας θεμάτων, πολὺ πλέον ἀσημάντων καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ θίξῃ ἕνα τόσον σοβαρὸν ζήτημα, ὡς τῆς κωδικοποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους. Κύριοι, δὲν συζητῶ, ὅτι τὸ σοβαρώτατον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σας, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον, καὶ τὸ κύριον, εἶναι τὸ πᾶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἐὰν αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ, τίποτε δὲν γίνεται, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἀγωνιζόμεθα, διὰ τὴν τάξιν, ὑπάρχει πάντοτε περιθώριον διὰ τὴν Βουλήν, νὰ ἀσχολῆται καὶ μὲ τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἔχομεν ἑπομένως ὑποχρέωσιν, ὅσας στιγμὰς δὲν τὰς ἀφιερώνωμεν διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως, νὰ τὰς ἀφιερώσωμεν, διὰ τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων, ἀπὸ ἀπόψεως διοικήσεως. Σεῖς ἀκριβῶς, κύριε συνάδελφε, μετὰ πολλῆς ὀξύτητος, ὀρθότατα, παρετηρήσατε, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦν Δημόσιοι Ὑπάλληλοι, εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Ἔχομεν ὅμως, ὑπ’ ὄψιν μας, ὑπὸ ποίους συνθήκας, διαβιοῦν οἱ ὑπάλληλοι; Ἐγὼ πρῶτος, εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ μὴ μετάβασις εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ἀποτελεῖ στίγμα.
§96Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διατί; Διότι ἡ Κυβέρνησις φέρεται ὑποχωρητικῶς. Διατὶ δὲν ἔχει τὸ θάρρος ἡ Κυβέρνησις, νὰ τοὺς πάρῃ καὶ νὰ τοὺς στείλῃ ἐκεῖ πάνω;
§97Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ὑπάρχουν εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως προτείνεται μία θέσις, ἡ ὁποία κατὰ κάποιον τρόπον, θὰ βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα, διατὶ νὰ μὴ τὴν συζητήσωμεν μὲ προσοχὴν καὶ ἀντικειμενικότητα; Εἶναι μερικὰ βασικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικὰ μὲ τὴν βελτίωσιν, τοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ κρατικοῦ, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε καιρός, νὰ τὰ συζητήσωμεν. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, σχετικὸν μὲ τὴν δημιουργίαν Ἐπιτροπῆς, πρὸς σύνταξιν Κώδικος ὑπαλληλικοῦ. Συνεκρότησε τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, καλῶς. Ἠκούσθησαν ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς διαμαρτυρίαι, ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τὴν παρακολούθησιν τῆς συζητήσεως, ὑποπτεύομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν Ἐπιτροπῆς, ὅσον περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα τὴν ἀποτελοῦν. Ἐὰν δηλαδὴ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, ὑπέκρυπτεν ἢ ἀφεώρα πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ 8 ὥρας, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ εἴχομεν ψηφίσει χθὲς τὸ βράδυ. Αἱ ἀντιρρήσεις προέρχονται, ἀτυχῶς, ἀπὸ προσωπικὰ ζητήματα, ἀπὸ γνώμας διαφορετικάς, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν Ἐπιτροπήν. Τὰ πρόσωπα, κύριοι, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον κρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐδῶ, κατέστησαν ἀντικείμενον κρίσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως καὶ εἰδικότητος, δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν τὴν εἰδικότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ καταρτίσουν τὸν Κώδικα.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀναφέρονται πρόσωπα.
§99Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν τὰ ἀνεφέρατε σεῖς, τὰ ἀνέφερον ἄλλοι, κατὰ τὴν συζήτησιν, ρητῶς καὶ ὀνομαστικῶς.
§100Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἰδικότητα ἔχει ὁ κ. Οἰκονομόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναντικατάστατος;
§101Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴν εἰδικότητα, ἑνὸς ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος ἔχει πολλάκις, μετὰ μεγίστης ἐπιτυχίας, ἀσχοληθῆ μὲ θέματα Δημοσίου Δικαίου.
§102Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ;
§103Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὸ ἐρωτᾶτε, θὰ σᾶς εἴπω. Ὑπάρχουν πλήρεις μελέται καὶ εἰσηγήσεις σχετικαὶ μὲ τὸ Δημόσιον Δίκαιον τὰς ὁποίας κατήρτισε διὰ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὁ κ. Οἰκονομόπουλος, τὸ 1935, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν βασικὰ κείμενα, ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικοῦ Δικαίου. Μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπέδειξε μεγάλην ὑποχωρητικότητα, διότι αἱ τροπολογίαι αὗται, μειώνουν τὴν ἀξίαν τοῦ νομοσχεδίου. Πάντως κατόπιν αὐτῶν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Τί μᾶς ζητεῖται σήμερα πλέον, μετὰ τὰς τροπολογίας; Γίνεται μία Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ ἓν προσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, θὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ τὸ ψηφίσῃ σύμφωνα μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 57 ἢ ἐὰν θὰ τὸ ψηφίσῃ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν τῶν νόμων. Δὲν εἶναι παρὰ μία προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ προωθήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Κώδικος τοῦ Ὑπαλληλικοῦ. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, καθίσταται ἀπορίας ἄξιον, δι’ ἕνα ἀντικειμενικὸν κριτήν, διατὶ συζητοῦμεν ἐδῶ 4 ὥρας αὐτὸ τὸ θέμα, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα αὐτό, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετήματος, δὲν δημιουργεῖ ζητήματα.
§104Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Θὰ ἤμην ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπολύτως σύμφωνος, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι κατήρτιζε μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε μοναδικὸν σκοπόν, νὰ καταρτίσῃ αὐτὸν τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα.
§105Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ πρόκειται νὰ γίνῃ.
§106Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι μία μόνιμος κατάστασις.
§107Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐτροποποιήθη, κύριε συνάδελφε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔχετε, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς διενεμήθη καὶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Θ. Κώης ἔχει τὸν λόγον.
§109Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν κώδικος περὶ καταστάσεως τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἤτοι πρόκειται κατὰ μέγα μέρος περὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ μὲ Συνταγματικὰ ζητήματα, διότι τοιαῦτα, δὲν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὰς βελτιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον, ὡς διατυποῦται, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Εἶναι δὲ ἀπαράδεκτον, διότι συνιστᾷ Ἐπιτροπήν, ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὁποῖα οὕτω δὲν εἶναι ἐγνωσμένου, ὡς ὤφειλε, κύρους καὶ ἐπιβολῆς. Ἐὰν ἔχωσιν ἰδέας παραλόγους καὶ παρακεκινδυνευμένας, θὰ συμβῇ νὰ καταρτίσωσι σχέδιον κώδικος, ὅπερ ἐνδέχεται νὰ περιλάβῃ τοιαύτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ διακυβεύσωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους. Πράγματι ὁ συνταχθησόμενος κῶδιξ θὰ προβλέπῃ περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν Ὑπαλλήλων, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ διορισμοῦ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, περὶ τῶν προσόντων πρὸς διορισμὸν καὶ τῶν κωλυμάτων ἀπὸ τούτου, περὶ διαβαθμίσεων ἐν ἀντιστοιχίᾳ πρὸς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Διοικήσεως, περὶ προσόντων προαγωγῆς καὶ ὑποβιβασμοῦ καὶ περὶ τῶν μεταθέσεων καὶ ἀπολύσεων. Ἐπίσης θὰ διαλαμβάνῃ περὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων, ἐπίσης περὶ ἑνώσεων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ πειθαρχικοῦ δικαίου. Ἐκ τῶν διατάξεων ὅμως τούτων, δύναται νὰ προκύψῃ μία τυραννὶς ὑπαλληλοκρατία, διότι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς διαδικασίας πειθαρχικοῦ δικαίου νὰ ἀναιρῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς πειθαρχικῶν ποινῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ βεβαίως δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸν κώδικα, ὅπως θὰ τὸν καταρτίσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἢ θὰ δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πράγματος ἡ εὐχέρεια αὕτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Κύριοι βουλευταί, ὑπεσχέθητε ἡμῖν τὴν σύνταξιν κώδικος, τὸν κώδικα τοῦτον συνέταξαν πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις ἐνεπιστεύθησαν τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ τώρα, ὅτε συνετάχθη, ἀρνεῖσθε τὴν ἐπιψήφισιν. Οὕτω δύναται νὰ προκληθῇ σπουδαία ἀναταραχή, καθ’ ὅσον καὶ τὰ παράπονα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων δὲν θὰ στερῶνται ποιᾶς τινος βασιμότητος.
§110Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ σχέδιον αὐτὸ θὰ τὸ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν θὰ τὰ υἱοθετήσῃ. Ἑπομένως, εἶναι θέμα Κυβερνητικῆς εὐθύνης, ἐὰν καταργηθῇ ἡ Α ἢ Β διάταξις τοῦ κώδικος. Δὲν θὰ ἔλθῃ τὸ σχέδιον τοῦ Κώδικος κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλήν. Θὰ ὑποβληθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν κόπον νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ ἂν τὸ εὕρῃ ἀπαράδεκτον δὲν θὰ τὸ υἱοθετήσῃ. Συνεπῶς δὲν ἔχει ἀξίαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§111Θ. ΚΩΗΣ. Παραβλέπεται τὸ ἑξῆς, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν θὰ ἔχετε τὴν δύναμιν...
§112Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὁλόκληρον τὴν δύναμιν νὰ τὸ υἱοθετήσῃ.
§113Θ. ΚΩΗΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἡ Ἐπιτροπὴ ὡρίσθη ἐξ ἀνωτάτων ἐπιστημόνων κύρους καὶ παρὰ ταῦτα ἔγινεν Ἀναθεωρητικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ἀνεθεώρησαν τὸ σχέδιον. Πρὸς ἐξασφάλισιν παρεμφερῶν ἐγγυήσεων καὶ ἐν προκειμένῳ προτείνω τὴν τροπολογίαν, ἵνα τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποβληθῇ εἰς ἀναθεώρησιν παρ’ Ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ὁριζόντων τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν, τῶν Προέδρων καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Οὕτω τὸ σχέδιον τοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ τελικῶς ἀναθεωρούμενον ὑπὸ τῆς οὕτω συντεθειμένης Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἄρτιον πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Τοιοῦτον σχέδιον κώδικος θὰ ἔχῃ προφανῶς κῦρος ἐπιστημονικῆς καὶ ἔμφρονος καταρτίσεως.
§114Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποτίθεται, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀρχηγῶν. Ἐδῶ ὑποβάλλονται τὰ πλέον ἀσήμαντα νομοσχέδια, καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ ὁλόκληρος κῶδιξ;
§115Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μήπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μία συμβιβαστικὴ λύσις; Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εὑρίσκεται περὶ τὸ τέρμα του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυκλοφορήσῃ ὡς προσχέδιον ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή;
§116Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν τροπολογίαν μου, θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, διότι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§117Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατατεθῆ παρὰ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἢ ἐπὶ τοῦ διανεμηθέντος ἤδη ἄνευ προγραφῆς;
§118Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι ἰδικόν μου.
§119Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς κώδικος, περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: Εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός του τὸ θέμα, ἢ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§120Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸ 1917.
§121Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ τὸ θεωρήσωμεν, ὑποβαλλόμενον ὑπ’ ἀμφοτέρων.
§122Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἠμπορῶ νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς καταρτισμοῦ κώδικος ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ὡς προσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ, ἡμεῖς θὰ ὑπερψηφίσωμεν ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, μόνον, δηλαδή, διὰ κώδικα.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι νέον νομοσχέδιον αὐτό;
§124Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροπολογήθη παρ’ ἐμοῦ, ἀπαλειφθεισῶν ὡρισμένων διατάξεων καὶ προστεθεισῶν νέων τοιούτων.
§125Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι, πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπηλείψαμεν ὡρισμένας διατάξεις καὶ ἄλλας προσεθέσαμεν.
§126Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ πάῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§127Θ. ΚΩΗΣ. Ἐὰν πρόκειται ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον, νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις, δέον νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶπον, πρὸς ἀναθεώρησιν. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ σχέδιον, ὅπως εἶναι διατυπωμένον, ὁμιλεῖ περὶ κώδικος τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: Ὅπως εἶναι διατυπωμένον, περιλαμβάνει καὶ τοὺς ἀξιωματικούς; Διότι, ὅπως ξεύρετε, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§128Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους.
§129Θ. ΚΩΗΣ. Τότε νὰ τὸ δηλώσητε.
§130Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ δηλῶ.
§131Θ. ΚΩΗΣ. Ἀλλὰ καὶ οἱ Δικαστικοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Περιλαμβάνονται καὶ αὐτοί;
§132Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐξαιροῦνται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἀξιωματικοί.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Σαρρῆς.
§134Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ σύνταξις ἑνὸς κώδικος ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν ἔκφρασιν εἰς ἕνα Κράτος εὐνομούμενον. Περὶ αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα ὅμως ἀπὸ οὐσιαστικῆς πλευρᾶς σήμερον, τίθεται ὡς ἑξῆς: Σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν ρευστήν. Συνεπῶς, γεννᾶται ἡ ἀπορία ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν Κώδικα αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἕνα Κράτος εὐνομούμενον εἶναι ἀπαραίτητος;
§135Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Σᾶς ἀπαντῶ, ἡ διάθεσις νὰ ὀργανώσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἡ διάθεσις νὰ ὀργανώσωμεν τὸ Κράτος, νὰ βάλωμεν γενικὰς ἀρχὰς καὶ γενικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ καθορίζουν ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν στοιχεῖα βασικὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν.
§136Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Σᾶς ἤκουσα καὶ σᾶς λέγω τοῦτο. Ὄχι μόνον δὲν ἀμφιβάλλω, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ νομοσχέδιον σᾶς ὑπεβλήθη. Καὶ ὄχι μόνον εἰς σᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς περισσοτέρους Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶσθε ὄργανα τῶν ὑπαλλήλων, διότι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς καθορίζουν τὰ νομοσχέδια καὶ εἶμαι βέβαιος προσωπικῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας ὑπεβλήθη, διότι ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος θέλει νὰ κατοχυρωθῇ ἔτι περισσότερον, διὰ νὰ πράττῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράττει σήμερον καὶ δὲν δύναται ἡ κρατικὴ μηχανὴ νὰ προχωρήσῃ. Καὶ δὲν ἠμπορεῖτε σήμερον νὰ πιστοποιήσητε σεῖς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀσκεῖτε πραγματικὴν ἐξουσίαν Ὑπουργοῦ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς τὸ βῆμα.
§137Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Πάλιν λαμβάνω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἔχω παρακολουθήσει, δυστυχῶς, τὴν ὅλην συζήτησιν. Ἐκ τῶν ὀλίγων λεγομένων ἀπὸ τὸν κύριον ἀγορεύοντα, παρατηρῶ ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀκριβῶς τῆς ἐπιδοκιμασίας ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κύριος ἀγορεύων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, ἐγένετο ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου, περίπου 2 μῆνας μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας ὑφ’ ἡμῶν. Τότε κατηρτίσαμεν ἀκριβῶς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐξήταζε τὸ ὅλον ζήτημα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκεται ἐν ἀταξίᾳ ἀπὸ ἐτῶν. Οὔτε ἀποτελεῖ τοῦτο κανὲν νέον γεγονός. Πρόκειται δι’ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κυρώσῃ μίαν κατάστασιν ὑφισταμένην ἀπὸ δεκαετηρίδων ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία ἀντεμετωπίσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μας καὶ δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἄγεται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους. Τὸ ἔργον αὐτὸ ἔχει συντελεσθῇ ἐν μέρει. Τί ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν σήμερον; Νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ μιᾶς νέας Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ συντελεσθῇ ὁ Κῶδιξ τῶν ὑπαλλήλων. Τί ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ἁγιώτερον; Πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ὑποδείξεις διὰ τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς — ἐννοῶ δηλαδὴ τὰ πρόσωπα EX OFICIO — ἂν θέλῃ ἄλλην σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχει γίνει μία ἐργασία μέχρι σήμερον καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν ζητοῦμεν κύρωσιν — καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ δήλωσιν καὶ παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ — καὶ δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι κυροῦνται καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἔπεται ὅτι πρέπει νὰ ματαιωθῇ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ Κῶδιξ θὰ εἰσαχθῇ ὡς νομοσχέδιον καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῶν Κωδίκων.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§139Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσωμεν τὸν Κώδικα ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Θέλετε νὰ γίνῃ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον; Νὰ γίνῃ, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Θέλει ἡ Βουλὴ ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ καθορισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον; Νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον.
§140Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Ὅπως εἶναι δυνητικῶς διατυπωμένον, ἔχει καλῶς.
§141Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἱανδήποτε συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις.
§142Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω...
§143Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν). Σᾶς παρακαλῶ. Κάμνω ὡρισμένας δηλώσεις. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ διακόπτετε. Εἴμεθα διατεθειμένοι, γενομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς, νὰ δεχθῶμεν εἴτε ἄλλην σύνθεσιν, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι χρειάζεται ἄλλη σύνθεσις ἢ ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἄλλα πρόσωπα ὑπηρεσιακά.
§144Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.
§145Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν). Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Ὅταν τελειώσω, δύνασθε νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε. Εἶναι πρωτάκουστον αὐτό. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν, αὐτὴ ἀφορᾷ μόνον τὴν γενομένην ἐργασίαν. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν καταργήσωμεν. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐργασίαν.
§146Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ἐξησφαλίζετο περισσότερον ἡ καλὴ ἐργασία καὶ ἡ καλὴ ἐμφάνισις τοῦ Κώδικος, ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς κ............, ἡ ὁποία λέγει: «Ὅτι ὁ ...... (ἀναγινώσκει) ......».
§147Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι Βουλή, δὲν εἶναι Ἐπιτροπή.
§148Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐγὼ τὸ λέγω αὐτό, διὰ νὰ δοθῇ μία καλυτέρα ἐγγύησις, ὅτι ὁ Κῶδιξ θὰ ὑποστῇ καλυτέραν ἀναθεώρησιν, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καλύτερον κατηρτισμένος.
§149Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἁπλούστατον. Ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ καὶ ὑπάρχουν αἱ λεπτομέρειαι. Ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἂς προτείνουν οἱ κ.κ. βουλευταὶ τὰς τροπολογίας των ἐπὶ τῆς συνθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅταν λέγωμεν ὅτι «κυροῦνται», ἐννοοῦμεν ὅτι κυροῦνται αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται σήμερον νὰ συμπληρωθοῦν.
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ὡμίλησα πρῶτος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν θὰ κατελήγομεν εἰς συμφωνίαν, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅτι τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν διορίζει εἷς Ὑπουργὸς ἢ 2 Ὑπουργοὶ ἢ ὅλη ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν, εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δυνητικὴ περίπτωσις. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Αὐτὸ εἶναι. Διότι, ἄλλως ὑποπτευόμεθα, οἱ παρακολουθοῦντες τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας ἀπὸ δεκαετηρίδων, ὅτι δὲν εἶναι παρὰ μία ὑπονόμευσις ἐκ μέρους Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι καὶ τώρα παραβαίνουν τὸν νόμον, διὰ νὰ ἐπιβληθοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ τὸ συζητήσωμεν ἐδῶ τὸ νομοσχέδιον, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. (Χειροκροτήματα).
§151Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Διότι βλέπομεν σήμερον ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅπως γνωρίζετε, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ὅτι ἔχουν λάβει ἐνεργὸν μέρος καὶ ἔχουν συμμετάσχει εἰς ὅλας τὰς ἀναταραχὰς τοῦ Ἔθνους, κατὰ τρόπον πολὺ σοβαρόν. Καὶ ἐπειδὴ γνωρίζομεν, καὶ δηλῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσκοῦν πράγματι τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὅτι τὰ περισσότερα ἐκ τῶν νομοθετημάτων ὑποβάλλονται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καί, οὕτω, νὰ νομοθετήσωμεν τὸν κώδικα ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ὡς σκέψις, ὡς ἰδέα, ὡς πρᾶξις, εἶναι θαυμάσιος, ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει νὰ μᾶς κάμῃ κάπως διστακτικούς, διότι ἡ κατάστασις τοῦ Ἔθνους εἶναι κάπως δυσάρεστος.
§152Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον εὗρε τοιαύτην ἀντίδρασιν εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον ἐντελῶς φυσικόν, σοφὸν καὶ ἐμπεριστατωμένον. Ἐδῶ πρόκειται νὰ γίνῃ Κῶδιξ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν αὐτὴν ταύτην τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, νὰ καθορίσωμεν ποῖα τὰ προσόντα διορισμοῦ των, ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις των, ποία ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ σύνταξις τοιούτου Κώδικος εἶναι ἐπιβεβλημένον ἔργον, τὸ ὁποῖον τιμᾷ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιληφθῇ διὰ νὰ δώσῃ ἓν τέρμα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν πολυνομίαν, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης, τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν νομίζω, ὅτι προσήκει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ πρέπει νὰ τύχῃ ἀμέσου ἐπιψηφίσεως.
§153Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ νέον δηλαδή.
§154Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ ἂν θὰ ψηφισθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον, αὐτὸ εἶναι ζήτημα ποὺ θὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§156Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν — δὲν ἀναλαμβάνω εὐθύνην δι’ οὐδένα ἄλλον — ἐὰν ὑπάρχῃ βουλευτής, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς συζητήσεις ἰδίως τὰς νομοθετικάς, διατυπώνει ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, ἕνεκα προσωπικῶν ἀντιθέσεων, ὁ βουλευτὴς αὐτὸς εἶναι ἀνήθικος. Ἐὰν ψηφίζῃ νόμους κατὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, παρασυρόμενος, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ λόγους προσωπικούς, εἶναι ἀνήθικος ὁ βουλευτὴς αὐτός.
§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μᾶς τὸ εἶπον. Ὁ κ. Θηβαῖος εἶπεν, ὅτι διὰ λόγους προσωπικοὺς ἐτάχθημεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§159Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλευρὰν ἀκούονται πρόσωπα καὶ ὀνόματα· ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν κανένα.
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο πρᾶγμα λέγω ἐγώ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς: Πῶς θὰ εἶναι κατηρτισμένη; Κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ἰδικήν μου, καλύτερον θὰ ἦτο ἡ διάταξις νὰ ἔλεγεν: «Ὁρίζεται Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν», χωρὶς νὰ ἀναφέρωνται περιπτώσεις. Τόσον πολύ, δηλαδή, ἐγὼ ἀσχολοῦμαι περὶ τῶν προσώπων, ὥστε ἀποδέχομαι ἡ διάταξις νὰ εἶναι γενικωτέρου περιεχομένου. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, λοιπόν, ποῖοι θὰ ἀποτελοῦν τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, κ.κ. βουλευταί, εἶναι τὸ ἑξῆς: Νὰ μὴ δημιουργηθῇ, διὰ Κώδικός τινος, ἀντιπάθεια μεταξὺ τοῦ ἐθνικόφρονος λαοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργηθῇ κατ’ οὐδένα τρόπον, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἀντιπάθεια, ἐπαναλαμβάνω, ἢ διχογνωμία μεταξὺ τοῦ ἐθνικόφρονος λαοῦ μας καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἔχω λόγους νὰ ἔχω τοιοῦτόν τινα φόβον, μελετῶν τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μας. Καθὼς γνωρίζετε, κ. κ. συνάδελφοι, ἄλλοτε πρὸ τοῦ 1887, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἦσαν ἕρμαια τῶν διαθέσεων τῶν πολιτευομένων. Οἱ ἡγηθέντες τῆς Πατρίδος μας, μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἐνόμιζαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτοκράτορες. Μεθ’ ἑκάστην κυβερνητικὴν μεταβολὴν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εὑρίσκοντο ἐν κινδύνῳ. Ἀπολυόμενοι κατὰ δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας συνωθοῦντο εἰς ἕνα κῆπον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις, ἔκτοτε ὠνομάσθη κῆπος τοῦ Κλαυθμῶνος! Ἀλλ’ ἤρχισεν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις νὰ ἐξεγείρεται διὰ τοῦτο. Καὶ ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἐλάμπρυνε τὴν ἱστορίαν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ πλέον ὡλοκληρωμένος πολιτευτὴς τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890, διαφωτιζόμενος καὶ ἀπὸ Ἀντιπολίτευσιν, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο πολιτικὸς ἀνὴρ ἐπίσης πεφωτισμένος καὶ πολυμαθέστατος καὶ ἐμπειρότατος, ὁ Θεόδωρος Δηληγιάννης, κατώρθωσε, λέγω, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης νὰ καταρτίσῃ νομοθεσίαν πλουσίαν, ἀσχολουμένην περὶ τῶν προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, περὶ τῶν τρόπων τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, περὶ τῶν μεθόδων τῆς τιμωρίας αὐτῶν τῆς πειθαρχικῆς. Ἔκτοτε ἀνυψοῦται τὸ Σῶμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδεχθεῖσα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Χ. Τρικούπη, ἐξηκολούθησεν ἐφαρμόζουσα αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις Θ. Δηληγιάννη, ἀπὸ τὸ 1895–1897 συνέχισε τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ Ἔθνους, ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους, αὐτὸ ἦτο τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διηκριβώθη εἰς μίαν λέξιν κατὰ τὸ 1909–1910, εἰς τὴν λέξιν: «Ἀνόρθωσις». Αὐτὸ ἐσήμαινεν ἡ ἀνόρθωσις, τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Σώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ πᾶσα ὑπερβολὴ ἄγει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα εἶπεν ὁ Πλάτων, ἑρμηνεύων τὸ «μηδὲν ἄγαν». Νέοι τινές, σχεδὸν πάντες— ἀποκλειστικῶς πάντες— σπουδάσαντες ἐν Γερμανίᾳ, ἦλθον ἐδῶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ ἀριστερὰς ἰδέας, καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διαμορφώσουν μίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἔτεινεν οὐχὶ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Κράτους. Ποίαν θέσιν εἶχε, κύριοι, ἡ θεσμοθέτησις τοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία διέστρεψε τὸν νοῦν καὶ διέφθειρε τὰς ψυχὰς μέρους τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ θεσμοθέτησις εἰς τὴν Θεσσαλονίκην κατὰ τὸ λεγόμενον «Κίνημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης»; Διὰ τοῦτο μετέβησαν τότε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ Ναύαρχος Κουντουριώτης, ὁ Στρατηγὸς Πάγκαλος, ὁ Θεμιστοκλῆς Σοφούλης, ὁ Ἐμμ. Ρέπουλης καὶ οἱ ἄλλοι συνεργάται των; Διὰ νὰ καθιερώσουν ἐκπαιδευτικὸν σύστημα μαλλιαρισμοῦ; Καὶ οἱ αὐτοὶ νέοι, οἱ σπουδάσαντες ἐν Γερμανίᾳ, μὲ τὴν ἀχαλίνωτον φιλοδοξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ τὴν ἀσυγκράτητον ὁρμὴν πρὸς τὸν ἀριστερισμόν, κατήρτισαν μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τὴν τακτοποίησιν τάχα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰ 1917. Ἀναγνώσατε τὰ δημοσιευθέντα πρακτικὰ καὶ θὰ ἴδητε πόσον πρὸς τοὺς νέους αὐτοὺς ἀντεμάχετο ὁ γνωστὸς διὰ τὴν συντηρητικότητά του, διὰ τὴν ἐπιστημοσύνην του, διὰ τὴν ἀρετήν του, διὰ τὴν ἐθνικοφροσύνην του, ὁ Θεόδ. Ἀγγελόπουλος, ὁ Καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου.
§161Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, κ. συνάδελφε, ἐλήφθησαν ὁμοφώνως, μὲ τὴν γνώμην τοῦ Θ. Ἀγγελοπούλου.
§162Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§163Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πάρετε τὸ βιβλίον αὐτὸ (δεικνύει ἓν βιβλίον) νὰ τὸ διαβάσετε.
§164Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς κατακρίνω διότι εἰς τὸ 1917 εἴχετε ἐμπνευσθῆ καὶ ὑμεῖς ἀπὸ τὴν ἀχαλίνωτον φιλοδοξίαν.
§165Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οὐδεμίαν φιλοδοξίαν. Εἴχομεν μόνον πατριωτισμόν.
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς κατακρίνω ὅμως τώρα ἐὰν ἐμπνέεσθε ἀπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς καὶ τὰς ροπὰς ἐκείνας. Διότι τώρα, μαζὶ μὲ τὴν πολυμάθειάν σας καὶ τὴν εὐφυΐαν σας, ἔχετε καὶ ἐμπειρίαν πολιτικὴν ἀρκετήν. Δυστυχῶς ὅμως καὶ τώρα —ἀφοῦ προκαλεῖτε — σᾶς λέγω, ὅτι πολυπραγμονεῖτε....
§167Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς.
§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ καταρτίσετε Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου ἰδικόν σας. Θέλετε νὰ συντάξετε ὅλην τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Ὄχι, κύριε. Καὶ Πολίτευμα ἔχει ἡ Πατρὶς μας καὶ ἡ νομοθεσία της εἶναι ἐπαρκής. Εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶναι μερικὰ ἄξια διορθώσεως καὶ θὰ ἀγωνισθῶμεν ὅλοι καὶ θὰ προσπαθήσωμεν ὅλοι νὰ τὰ διορθώσωμεν. Ἀλλὰ δὲν πάσχομεν οὔτε πολιτικῶς, οὔτε νομοθετικῶς ἀπὸ τῶν ὀνύχων μέχρι τῆς κορυφῆς. Κύριοι, εἰς τὰ 1925 κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι οἱ λέγοντες ὅτι εἶναι δημοκρατικοί, ἢ ἀριστεροί, ἔδωκαν εἰς αὐτὸν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Βουλήν, τοιουτοτρόπως δὲ κατώρθωσαν καὶ ὑφήρπασαν μίαν συγκατάβασιν αὐτοῦ νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ καταρτίσῃ νέον Σύνταγμα τῆς χώρας, διότι ἀπέβλεπον κυρίως, κυριώτατα εἰς τὸ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αἱ βουλευτικαὶ θὰ ἐνεργῶνται πάντοτε μὲ ἀναλογικήν. Καὶ ὅταν πεισθεὶς ὑπὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνήδρευον, ἠγρύπνουν θέλω νὰ εἴπω, διὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Πατρίδα των, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν καὶ τὸ ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις, ὅταν λέγω οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατώρθωσαν νὰ πείσουν τὸν στρατηγὸν Πάγκαλον, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἀπειλεῖ τὴν Πατρίδα μας μὲ καταστροφὴν— δὲν ἀμφιβάλλω ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ὅτι, αἱ κατ’ ἐπανάληψιν γενόμεναι ἐκλογαὶ μὲ ἀναλογικήν, μᾶς ὡδήγησαν ἐνώπιον τῶν σημερινῶν συμφορῶν καὶ κινδύνων — καὶ ὅταν ὁ Πάγκαλος διεφωτίσθη εἰς τοῦτο ἐκήρυξαν κατ’ αὐτοῦ τὸν πόλεμον. Προηγουμένως ἦτο σωτὴρ τῆς Πατρίδος. Μετὰ ταῦτα, ὅταν δὲν ἐδέχετο νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ἦτο, κατ’ αὐτούς, προδότης! Οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι ἐπεβλήθησαν καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1927 καὶ ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις περὶ τῶν εἰδικῶν νόμων, περὶ κωδίκων κλπ.
§169Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 αὐτό.
§171Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ ἀρχὴ ὑπάρχει ἐκεῖ. Πῶς λέγετε ὅτι εἶναι ἐπινόησις τοῦ 1927 καὶ τοῦ 1924;
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς διάφοροι αἱ δύο διατάξεις. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὅπως ἔλεγον καὶ χθές, κατετέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ 1930 τὸ νομοσχέδιον περὶ καταστατικοῦ χάρτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις παραπλανηθεῖσα ἐν ἀρχῇ, ἐπέμενε νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ διαφωτισθεῖσα ἔπειτα ἡ Κυβέρνησις ἐξηναγκάσθη ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεβουλεύετο τὸ πολίτευμά μας τὸ Κοινοβουλευτικὸν καὶ ἀνηγόρευε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους αὐτοκράτορας ἑαυτῶν. Τὰ πάντα, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ ἀπεφασίζοντο τελεσιδίκως καὶ ὁριστικῶς ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Δὲν θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια, δὲν θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, δὲν θὰ ἐλογαριάζετο καθόλου ἡ ἐξουσία ἡ Νομοθετικὴ ἐκβιαζομένη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ συνδικαλισμοῦ. Αἰσθανόμεθα ὑπερηφάνειαν, οἱ κατορθώσαντες νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Μετὰ τοῦτο, μαινόμενοι ἐναντίον μας, προσεπάθησαν καὶ πάλιν νὰ παραπείσουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ ἔφερεν ἄλλο νομοσχέδιον διὰ νὰ καθυποτάξουν τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν αὐτοκρατορίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι καὶ τώρα ἀκόμη, ἐναντίον τοῦ νόμου, ἀποτελοῦν κάποιαν Ἐπιτροπήν, τὴν λεγομένην Α.Δ.Ε.Δ.Υ., παράνομον Ἐπιτροπήν, ἀξιοκατάκριτον Ἐπιτροπήν, ὑπονομεύουσαν τὸ Κράτος.
§173Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀγωνιζομένην νὰ συγκρατήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τὸν κομμουνισμόν, ἀπὸ τὰς ἀριστερὰς τάσεις καὶ τὰς ἐπαναστάσεις καὶ ὄχι ὑπονομεύουσαν. Αὐτὸ κάμνει ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
§174Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅ,τι εἶναι, κύριοι παράνομον, εἶναι ἄδικον καὶ ὅ,τι εἶναι ἄδικον εἶναι ὀλέθριον, λέγω ἐγὼ κατὰ τὸ Σωκρατικὸν δόγμα. Κατώρθωσαν λοιπὸν νὰ ψηφίσουν νόμον. Ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι τὸ ἐνθυμοῦνται. Καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καθωρίσθη μία Ἐπιτροπή, διωρίσθη δὲ διὰ τοῦ νόμου ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ὁ μακαρίτης Α. Καραπᾶνος. Διὰ τοῦ νόμου(!). Τὴν τελευταίαν ὅμως στιγμὴν εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιλαμβάνεται καὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ τώρα βουλευτὴς Ἀθηνῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὑτήν. Μετέβην, κ.κ. συνάδελφοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, μετέβην εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς: «Ἔρχομαι διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φοράν, διότι καὶ σεῖς ἴσως συνέλθετε διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φοράν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος τοιοῦτος, ἀντισυνταγματικός». Καὶ πραγματικῶς δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον χθές, ἤρχισε νὰ διαφωτίζεται ὁ τότε πρωθυπουργός. Μὲ παρέλαβεν ἑσπέραν τινὰ καὶ περιωδεύσαμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοκινήτου του ἀνὰ τὴν Ἀττικήν, μέχρι καὶ τῶν περιχώρων ἀκόμη, ἐπὶ ὥρας συζητοῦντες τὸ θέμα καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι ἐκεῖ καὶ εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Ὄλυμπος» τῆς Κηφισιᾶς νὰ καταρτίσωμεν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι θὰ παρέχεται διὰ νόμου εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι δὲν παρέχεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι», δὲν ἐννοεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§175Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀπεφάνθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπ’ αὐτοῦ ὅτι εἶναι πολῖται ἰδίου τύπου.
§176Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἀπεφάνθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ἐγὼ διηγοῦμαι ἱστορίαν. Αἰσθάνομαι μίαν ἱκανοποίησιν, διότι τὴν διάταξιν ταύτην διετύπωσα ἐγώ, διαγράψας μάλιστα ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Βενιζέλου, διαγράψας τὴν διάταξιν «δυνάμει τοῦ Συντάγματος» καὶ παρείχετο τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, πλὴν τῶν Δικαστῶν, πλὴν τῶν Ἀστυνομικῶν, πλὴν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ κατώρθωσα ἐπίσης, νὰ πείσω τὸν τότε πρωθυπουργὸν νὰ γίνωνται συνεταιρισμοὶ δημοσίων ὑπαλλήλων μόνον κατὰ κλάδους. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπέμεινα νὰ συνεταιρίζωνται μόνον κατὰ νομούς, ἀλλὰ τελικῶς ὑπεχώρησα. Δὲν κατώρθωσα νὰ τὸν πείσω καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἠδυνήθην. Λοιπὸν περὶ τούτου πρόκειται: Νὰ καταρτισθῇ τώρα κῶδιξ δημοσίων ὑπαλλήλων συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1930, ὥστε καὶ αἱ προαγωγαὶ καὶ οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ πειθαρχικαὶ τιμωρίαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὰ συμβούλια τῶν ὑπαλλήλων; Νὰ εἶναι ξένοι πρὸς ὅλην αὐτὴν τὴν λειτουργίαν τῆς δημοσίας ὑπαλληλίας καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία; Διατί, κύριοι συνάδελφοι; Κύριε Πρόεδρε τοῦ κόμματός μου, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ εἶσθε, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος), ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Θέλετε νὰ φέρετε ἐπὶ τέλους ἕνα κώδικα δημοσίων ὑπαλλήλων; Φέρετέ τον. Νὰ τὸν ἐξετάσωμεν καὶ νὰ τὸν ψηφίσωμεν. Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ φέρετε νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι θὰ φέρετε ἄλλο, τὸ ὁριστικόν, νομοσχέδιον;
§177Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐρωτᾶτε ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη. Νὰ σᾶς εἴπω καὶ πάλιν διότι τὸ ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν πρὸ ὀλίγου ἐδῶ, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ τὸ ἀκούσετε. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ οἱ κώδικες ἀποτελοῦνται ἀπὸ πολλὰ ἄρθρα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἐδῶ, δίδεται ἡ εὐχέρεια δίδεται ὅλον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν κώδικα, εἴτε ὡς κώδικα, εἴτε νὰ τὸν ψηφίσῃ κατ’ ἄρθρον ἐὰν θέλῃ ἀφοῦ προηγουμένως τὸν ἐξετάσῃ· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, κύριε Πρόεδρε καὶ Ἀρχηγέ, ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀερόλογος.
§179Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸν ζητεῖ τὸ Σύνταγμα πῶς εἶναι ἀερολόγος.
§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ζητεῖ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Σύνταγμα ὕπουλον.
§181Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ διαφωνία σας, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι αὐτή, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος θεωρεῖ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος, ὡς κομμουνιστικόν.
§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα, ὑπονομευτικόν, κύριοι συνάδελφοι. Εἰς τὰ 1911 ἔφεραν καὶ ἐψήφισαν μίαν διάταξιν, περὶ ἐκπροσωπήσεως τῆς μειοψηφίας εἰς τοὺς Δήμους, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς κοινότητας. Ἀντιπροσώπους τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὰς κοινότητας!! Καὶ τότε, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω: Ποίαν θέσιν, ποῖον λόγον, ποίαν σκοπιμότητα, ἔχει τοιαύτη διάταξις; Προαναγγέλλει τὴν ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Καὶ ἀπεδείχθην ἀληθής. Καὶ τώρα σᾶς λέγω, ἀπαντῶν εἰς τὸν λόγον, τὸν ἀερολόγον. «Ὁ λόγος εἶναι νὰ φέρουν ἐδῶ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸν κώδικα, νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις καὶ ψήφισις κατ’ ἄρθρον, καί, ἐὰν μὲν τὸ ἐπιτύχουν, ἐθριάμβευσαν, ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτύχουν, ἐπιφυλάσσονται. Διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας διεξάγουν αὐτὸν τὸν ὕπουλον καὶ μανιώδη ἀγῶνα. Κύριε Θηβαῖε, εἶσθε διακεκριμένος ἐπιστήμων, ὁπλισθῆτε καὶ μὲ πολιτικὴν πεῖραν, μελετήσατε καὶ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου σας, διὰ νὰ εἶσθε πολὺ χρήσιμος.
§183Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω τὸν ἔλεγχον, ὅταν ἔλθῃ ἐδῶ τὸ ἔργον.
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτραπῇ νὰ κάμνετε ἔλεγχον, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπουν ψηφίζετε ἢ ὄχι;
§185Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποῖος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ; Ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψουν; Σεῖς θέλετε νὰ αὐτοπεριορισθῆτε, νὰ μὴ ἔχετε ἓν δικαίωμα παραπάνω, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει ὁ νόμος.
§186Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ γενναῖος στρατιώτης καὶ πολὺ καλὸς βουλευτὴς ὁ κ. Σαρρῆς· δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι εἶσθε ὑποχείριοι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ παραπλανᾶσθε, παρασύρεσθε, ἕλκεσθε......!
§187Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡμεῖς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῶμεν, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ.
§188Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἢ θὰ παρασυρθῇ καὶ ἀμέσως ἐθριαμβεύσατε ἢ δὲν θὰ παρασυρθῆτε καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐνεδρεύουν, ὄχι σεῖς βέβαια ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔχουν ἐμπνεύσει. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κύριε Ὑπουργέ, σᾶς λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος, τόσον σᾶς ἀνύμνησα καὶ εἶμαι πρόθυμος καὶ τώρα νὰ ἀνυμνήσω καὶ τὴν διάνοιάν σας καὶ τὸν χαρακτῆρα σας καὶ τὴν ἱκανότητά σας, αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν θέλετε νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ αἰσθανθῆτε, ὅτι ἐὰν εἴπητε «ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον» θὰ σᾶς συνοδεύουν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης τὰ χειροκροτήματα τῶν κ. κ. συναδέλφων.
§189Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ ἰδικά σας.
§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἰδικά σας εἶναι περιττά. (Χειροκροτήματα). Λοιπόν, νὰ ἀποδεχθῆτε τοὐλάχιστον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος τῆς Χώρας, καὶ τὸ εἶπε κατὰ πεποίθησιν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ τὰς παρακλήσεις, τὰς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένας, νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐπὶ τέλους τὸ νομοσχέδιον, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶμεν, διὰ νὰ μὴ μᾶς ἀπειλῇ τὸ ἐνδεχόμενον ἂν θὰ δυνηθῶμεν ἢ δὲν θὰ δυνηθῶμεν, νὰ ἀπορρίψωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν. Ποίαν θέσιν ἔχει αὐτὴ ἡ δυνητικὴ περίπτωσις; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, κύριοι συνάδελφοι. Πιστεύω, ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ εἶναι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, ἀνάλογος πρὸς τὰς σημερινὰς συμφορὰς καὶ τοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος μας, διότι ἡ ψήφισις νομοσχεδίου δυνητικοῦ εἶναι ἐνδεχόμενος κίνδυνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνεχισθῇ ἐναντίον τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§192Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, θὰ ὑπερψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποσαφηνίσω ὅσα σχετικῶς, εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς τὸ βράδυ νὰ εἴπω, πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀναγνωρίζω ἀνεπιφυλάκτως τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος καὶ δὲν ἀποδέχομαι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἐναντίον τῆς προσπαθείας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, τοὐλάχιστον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἀπαραίτητον εἶναι ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς, ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ θέματος. Ὅταν λέγωμεν, κύριοι βουλευταί, σύνταξιν ὑπαλληλικοῦ κώδικος, εἶναι δι’ ἐμὲ ἀκατανόητον, ὅτι περιλαμβάνομεν εἰς τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, τὴν συρραφὴν τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ εἰς τὸ διάγραμμά του, περιλαμβάνει, τὰ προσόντα, τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς, τὸν τρόπον τῆς εἰσόδου καὶ ἐξόδου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν τύχην τοῦ ὑπαλλήλου, ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς του μέχρι τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ σύγχρονον αἴσθημα τοῦ δικαίου καὶ ἡ σύγχρονος διεθνὴς θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν τοῦ Κράτους, ἀπεκρυστάλλωσε, τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν ἀπετέλουν ἀνικείμενον ἀγώνων, δικαίων, δικαιοτάτων, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅταν ὁμιλῶμεν, κύριοι βουλευταί, περὶ ἀνάγκης συντάξεως ὑπαλληλικοῦ κώδικος, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἄλλο πλὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐγὼ θὰ εἰσηγηθῶ. Διότι τὸ νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, εἶναι περιττόν, διότι ἤδη εἶναι κατοχυρωμένη. Τὸ νὰ καθορίσωμεν τὰ προσόντα τῆς εἰσόδου ἢ τῆς προαγωγῆς καὶ τοῦτο εἶναι νομοθετημένον καὶ ἐξησφαλισμένον. Δύο θὰ ἠδύναντο νὰ ὑπάρξουν τὰ σημεῖα τὰ χρήζοντα πολιτικῆς ἀντιμετωπίσεως. Δηλαδή, πρῶτον, τὸ ζήτημα τῆς δυνατότητος πρὸς συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Δεύτερον, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ἐξηρτημένος ἀπὸ τὴν κρατικὴν διοίκησιν, ἢ ἐὰν θὰ ὑπαχθῇ ἐξ ὁλοκλήρου ἢ μέχρι ποίου βαθμοῦ εἰς τὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια. Καὶ τρίτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρέρχεται ἀπαρατήρητον εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Δηλαδὴ θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ «γραφειοκρατικὸν» σύστημα ἢ ὄχι; Τὸ γραφειοκρατικὸν σύστημα οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ὁ τρόπος, ἡ μέθοδος τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἀπέτυχε καὶ πρέπει νὰ ἀντικαταστῇ. Ὅταν λοιπὸν ὁμιλῶμεν περὶ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραλείπωμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἐὰν θέλωμεν ἡ συζήτησις νὰ ἔχῃ σοβαρότητα καὶ πρακτικότητα. Θὰ ἐνόμιζα λοιπόν, ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὰς ἰδικάς της, ὥστε αἱ ἀπόψεις αὗται νὰ ἀποτελέσουν τὴν κατευθυντήριον γραμμὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν κώδικα. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ διατυπώσω διαφορετικὴν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην ἣν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Θηβαῖος. Ὅτι δύναται δηλ. ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἔλθῃ τὸ θέμα ἐνώπιόν της νὰ ἀσκήσῃ ἕνα εἶδος ἐλέγχου ἐπὶ τῶν διατάξεων. Θὰ ἐνόμιζα πολιτικώτερον καὶ ὀρθότερον νὰ μὴ ἀπασχολῆται ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς ἕνα ἔργον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε προηγουμένως καὶ τὰς ὑπευθύνους ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκπονήσῃ οὕτω ἔργον τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο πιθανῶς σύμφωνον μὲ τὰς ἀντιλήψεις της. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ Βουλή, ὡς ἔλεγχον, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ὡς ὑπόδειξιν καὶ κατευθυντήριον γραμμήν.
§193Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ καταρτισθησομένου νομοσχεδίου θὰ ἀναφέρῃ ποίαν ὁδὸν θὰ ἀκολουθήσῃ. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ προεξοφλῇ τὴν γνώμην μας, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις θὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ θὰ ψηφισθῇ ὁ κῶδιξ. Ἑπομένως, ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἕπεται ὅτι θὰ γίνῃ καὶ γνώμη τοῦ Σώματος.
§194Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπον ὅτι τὸ σχέδιον θὰ τὸ τροποποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπευθύνως θὰ τὸ ἐξαγγείλῃ.
§195Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι δύνανται νὰ υἱοθετηθοῦν καὶ αἱ ἀπόψεις αὐταί. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι νομίζω ὀρθότερον τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενον. Δηλαδὴ νομίζω, ὅτι μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ εἰδικοῦ νόμου πρὸς σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλουν νὰ ἐξαγγελθοῦν αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἔθιξα, καὶ νὰ διατυπωθοῦν αἱ ἀπόψεις ὁλοκλήρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ τὴν κατευθυντήριον γραμμὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἐργασθῇ. Δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῶν βασικῶν αὐτῶν σημείων εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀκόμη δέ, ὅτι καὶ τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως θὰ ἐνημερώσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Κατὰ τὰ ἄλλα εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, μὲ τὴν τελευταίαν διαμόρφωσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ πλέον ἀνεπιφυλάκτως.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§197Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως διεγνώσατε ὅλοι, ἡ προσπάθειά μας δὲν ἐνεῖχε τὴν πρόθεσιν νὰ παρεμποδίσῃ τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ προσπάθειά μας κατηυθύνετο εἰς τὸ νὰ διευκολύνωμεν καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν καλυτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τουλάχιστον εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ αἱ συστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο σχετικῶς μὲ τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ τὴν βοήθειαν τὴν ὁποίαν προσφέρομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως μίαν διευκρίνησιν. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔχομεν δύο πανομοιότυπα νομοσχέδια μὲ μερικὰς παραλλαγάς. Τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη κατὰ τὸν μῆνα αὐτόν, φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καὶ περιέχει διατάξεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§198Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ὁ κῶδιξ αὐτῆς τῆς ἁρμοδιότητος εἶναι.
§199Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προέτεινα καὶ τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, ἀλλὰ περὶ συντάξεως νέου κώδικος. Ὑποβάλλει τὴν τροπολογίαν τῆς διατάξεως αὐτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κωδικοποίησις..... ...(δὲν ἠκούσθη).
§200Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.).... (Δὲν ἠκούσθη).
§201Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βαπτίζεται τροπολογία εἶναι ὅμως κατὰ τὸ κείμενόν του πλήρης νόμος, δὲν ἀναφέρεται εἰς ὃ ἴδιον θέμα «τὸ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς καταρτίσεως κώδικος καὶ περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». Συνεπῶς φρονῶ καὶ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, ὅτι ὁ νόμος, ὁ κατατεθειμένος ὡς τροπολογία εἶναι νόμος νέος, καὶ ὡς τοιοῦτος θὰ ἔπρεπε νὰ τύχῃ τῆς ἐπεξεργασίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. (Φωναί, διαμαρτυρίαι).
§202Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀγορεύων ὁ Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου καὶ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προέβη εἰς ὡρισμένας τροπολογίας καὶ εἶπεν, ὅτι ἀπαλείφει τὴν διάταξιν Α καὶ τὴν διάταξιν Β καὶ συνεπῶς εἶναι τὸ ἴδιον νομοσχέδιον τροποποιημένον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§203Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἐνῷ διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἐπεχειρήθησαν ἄλλα πράγματα, τώρα παρουσιάζεται ἕνα νέον νομοσχέδιον.
§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἴδιον θέμα εἶναι.
§205Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἁπλοποιοῦμεν εἰς βαθμὸν μεγάλον τὰ πράγματα, διότι καὶ αἱ δικονομικαὶ διατάξεις, δὲν εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τεθῆ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ μᾶς ἀπασχολοῦν, ἀλλὰ εἶναι διατάξεις διασφαλίζουσαι τὴν καλυτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου μας. Διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νέου τροποποιημένου νομοθετήματος ἔκαμε — τροποποιημένου καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι κατὰ κύριον λόγον τὸ νέον νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον ὁμιλοῦν περὶ Καταστατικοῦ χάρτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὄχι περὶ καταρτίσεως Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν— ἀποδέχομαι λέγω, ὅτι ἐπετεύχθη καὶ ἕνα ἄλλο βῆμα ἐκ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ ὄχι πλῆρες, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνει τὴν Βουλὴν νὰ ἀντιδρᾷ ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, παρ’ ὅλον ὅτι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετήσεως αὐτῆς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς κάμνει ὅλους νὰ ἀντιδρῶμεν, εἶναι ὁ φόβος ὁ φόβος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία, λέγει, ἅμα εἷς κῶδιξ ἔχει καταρτισθῆ, ἀπὸ μίαν δι’ εἰδικοῦ νόμου καταρτισθεῖσαν Ἐπιτροπήν, ψηφίζεται ἢ ἀπορρίπτεται ἐν τῷ συνόλῳ του. Αὐτὸ φοβίζει τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους.
§206Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς φοβίζει.
§207Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἀνησυχίαν αὐτὴν τῆς Βουλῆς σᾶς ἐκφράζω. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν προχωρήσατε Αὐτὸ ἦτο ἕνα κύριον σημεῖον. Ἐπ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ νέου νομοθετήματος ἐκάματε μίαν προχώρησιν. Θέλει τὸ νομοθέτημα μίαν προσθήκην τὴν ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει)...». Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐὰν ὑμεῖς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰσηγάγατε τὸ νομοθέτημα μὲ εἰδικὸν νόμον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καταρτίσει εἰδικὴ ἐπιτροπή, δι’ ἑνὸς νόμου, περὶ ἐπιψηφίσεως ἢ μὴ τοῦ Κώδικος περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος κατετίθετο καὶ διενέμετο, τότε εἶναι ἀμφίβολον —καὶ τὸ τονίζω, διότι ἐνέκυψα εἰς τὴν μελέτην τῶν συζητήσεων ποὺ ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος— τότε εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἢ νὰ ἀπορρίψῃ ἢ νὰ ἀποδεχθῇ τὸν κώδικα.
§208Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν. καὶ Ὑπ. Ἐξ.). Ἐὰν κύριοι, ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ σκάνδαλον, ἂς εἴπωμεν ἔτσι, ἂς διαγράψωμεν τὴν παράγραφον αὐτὴν καὶ νὰ τελειώσῃ ἡ δουλειὰ αὐτή.
§209ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§210Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὁ κῶδιξ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν, διότι, ὅπως ὀρθῶς ἀντελήφθη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, αὐτὸς εἶναι ὁ φόβος.
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποία παράγραφος θὰ διαγραφῇ;
§212Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶπε νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνατεθῇ ἡ σύστασις κώδικος περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Παρὰ κάτω εἶναι ἡ προσθήκη, ὅτι ὁ κῶδιξ αὐτὸς θέλει τεθῇ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλήν, ἁρμοδίαν νὰ ἀποφασίσῃ. Σβήνει ὅλα τὰ ἄλλα καὶ λέγει: «Ὁ κῶδιξ θέλει ὑποβληθῆ πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν», ὄχι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 49.
§213Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τότε τί σκοπὸν ἔχει ὁ νόμος αὐτός;
§214Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐὰν γίνῃ αὐτό, ποὺ λέγετε, καὶ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ διαγραφῆς τῆς παραγράφου, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι αὐτὸ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ πρῶτον, διότι τότε ἀναγκαστικῶς θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ κώδικος. Ἑπομένως, ὅπως τὸ ἔχει διατυπώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ διατάγματος, ἡ ὁποία εἶναι δυνητική. Δεύτερον, ἐὰν γίνῃ αὐτό, ποὺ λέγετε, δηλαδὴ νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν, κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Ἄρα δωρεὰν ὁμιλοῦμεν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Βουλή, δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τώρα νὰ τὴν δεσμεύσωμεν.
§215Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δι’ αὐτὸ καλύτερον εἶναι νὰ διαγραφῇ.
§216Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν. Δὲν θέλετε τοὐλάχιστον, νὰ κάμωμεν μίαν ἑρμηνείαν ὅτι ὁ κῶδιξ, ἡ λέξις κῶδιξ σημαίνει νομοσχέδιον; Διότι ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ λέξις κῶδιξ, θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπικαλοῦνται τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ θὰ μᾶς λέγουν ὄχι κατ’ ἄρθρον.
§217Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τί σᾶς πειράζει ἐὰν γίνῃ ἕνας κῶδιξ, διότι τὸ κυριώτερον εἶναι νὰ γίνῃ κάτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ συζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διότι ἐὰν γίνῃ ἕνα ἀριστούργημα κώδικος θὰ ἔχετε ἀντίρρησιν ἀπὸ τώρα, διὰ τὸ τί θὰ κάμετε τότε; Δὲν τὸ καταλαβαίνω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§218Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατὶ ἔχετε ἀντίρρησιν, σεῖς δὲν ἔχετε φόβον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον.
§219Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Νομίζω, ὅτι ἀπαλειφομένης τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον, θὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπολοίπου. (Χειροκροτήματα).
§220Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς διευκρινίσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κῶδιξ, ὁ ὁποῖος θὰ συνταχθῇ, θὰ τύχῃ τῆς ἐπεξεργασίας κατὰ τὴν κανονικὴν καὶ συνήθη διαδικασίαν, ὄχι τὴν διαδικασίαν τῶν κωδίκων, ἀποδέχομαι τὸ νομοθέτημα κατ’ ἀρχήν, προτείνω ὅμως ὅπως αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι μου, διὰ τῶν ὁποίων καθορίζεται ἡ καλυτέρα συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς, γίνουν ἀποδεκταὶ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδεχθῇ ὅπως τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ συνταχθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, τεθῇ ἐνώπιον τῆς συνιστωμένης Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὥστε οἱ κ.κ. βουλευταὶ νὰ ἔχουν τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν δὲν ἔχουν παρεισφρύσει οὔτε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀντιποιοῦνται ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, οὔτε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δημιουργοῦν μίαν κατάστασιν δικτατορικὴν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου εἰς βάρος τοῦ ὑπολοίπου λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§222Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διετυπώθησαν, κύριοι συνάδελφοι, τόσα ἀπροσδόκητα πράγματα καὶ τόσαι ἀπίθανοι ὑποψίαι, ὥστε νὰ γεννᾶται καὶ εἰς ἐμὲ μία ἄλλη ὑποψία ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ τελοῦμεν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων, δὲν θὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸν προορισμόν μας, νὰ συντάξωμεν Σύνταγμα. Εἶναι ἀδύνατον μὲ τόσας ὑποψίας διὰ τὸ πλέον ἄδολον νομοθέτημα, νὰ προχωρήσωμεν. Ἦλθον εἰς τὴν μνήμην τῶν παλαιοτέρων συναδέλφων γεγονότα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ παρὸν νομοθέτημα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἐπιδίωξις καὶ καμμία προσπάθεια τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐπιβληθοῦν ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου· ὑπάρχει προσπάθεια τοῦ Κράτους, προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Ἐὰν τώρα αὐτὴ ἡ εὔρυθμος λειτουργία ἀποτελῇ καὶ μίαν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι τοῦτο ἐκδήλωσις ὀφειλομένης στοργῆς καὶ ἐκπλήσσομαι διότι προὐκάλεσε τόσας ἀντιδράσεις ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα. (Χειροκροτήματα).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§224Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, ὡς ριζικῶς ἔχει ἀνασκευασθῆ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Σήμερον ὅμως, ἀνασκευάζεται ἔτι πλέον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὕτω δὲ ἐφ’ ὅσον κατέληξε νὰ εἶναι τὸ ἐλάχιστον, ἐγὼ δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω τὸ μεῖζον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἀντίρρησιν κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπως διεμορφώθη. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δυνητικὴν διάταξιν ἐπιψηφίσεως, ὡς κώδικος ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς τὴν εὑρίσκω ὡς μίαν περιττολογίαν, εἴτε διαγραφῇ, εἴτε παραμείνῃ, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον νὰ εἶχε διαγραφῆ, διὰ νὰ μὴ παρουσιάσωμεν ἔλλειψιν συνταγματικῶν γνώσεων. Νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον δίδεται διὰ τοῦ συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νόμου. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, νὰ θέσωμεν ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν θὰ ψηφισθῇ ὁ κῶδιξ διὰ τῆς συνήθους διαδικασίας εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσῃ τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς ἐὰν ἐθεσπίζομεν τὴν διάταξιν διὰ ψηφίσματος· ἐδῶ ὅμως πρόκειται περὶ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν σύνθεσιν, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνας καθηγητὴς ἀνωτάτης σχολῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἕνας ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους, διότι τὰ ζητήματα αὐτὰ ἔχουν ἀσφαλῶς σχέσιν καὶ μὲ τὸ ὑλικὸν μέρος καί, νομίζω, ὅτι ὁ ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι ἀπαραίτητος, δεδομένου ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα διαβαθμίσεως κλπ. ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Θὰ ἤθελα, τελειώνων, νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ μία παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἀπὸ τὴν ἐπίθεσιν τὴν ἀδικαιολόγητον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπίθεσις ἦτο δικαιολογημένη, ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ θυσιασθῇ ἕνας θεσμός, τὸν ὁποῖον θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ εἴχομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν μελῶν, ἡμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν διὰ μακρῶν τὰ ζητήματα αὐτά, συνεφωνήσαμεν μὲν νὰ μὴ ὑπάρξῃ νομοπαρασκευαστικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιποιῆται κλπ. τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἴπομεν νὰ φροντίσωμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα νὰ ὑπάρχουν ἐπιτροπαὶ μελετῶν, διὰ νὰ ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτερα καὶ διὰ νὰ μὴ ἔρχωνται μέχρις ἡμῶν ἀσυνάρτητα. Ἡ δευτέρα παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ὑπάρχει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία μελετᾶ τὰς ἀναθεωρητικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ συνεπῶς μελετᾶ καὶ τὰς βασικὰς διατάξεις, τὰς σχετικὰς μὲ τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καλὸν εἶναι συνεπῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ συστήσουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κώδικος νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κώδικος καὶ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως, νὰ χρειάζεται μίαν τοιαύτην ἀνασκευὴν ἡ ὅλη ἐργασία της, ὥστε νὰ ἔχῃ χαθῇ πολύτιμος χρόνος καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐναρμονισμός. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κώδικος νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ γνῶμαι ἀλλοῖαι τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος, ὅπως εἶναι τὸ κεφάλαιον περὶ μονιμότητος κλπ. Τώρα ὅσον ἀφορᾶ τὴν οὐσίαν τοῦ δυνητικοῦ δικαιώματος — τὸ ὁποῖον ἐνυπάρχει ἐκ τοῦ Συντάγματος — τοῦτο εἶναι χρησιμώτατον. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀπὸ τοῦδε γνωρίζει ἐὰν πρόκειται νὰ ἔλθῃ πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον ἐκ 30 ἄρθρων ἢ 300. Καὶ ἐὰν μὲν εἶναι 30 ἄρθρα, θὰ μπορέσῃ νὰ τὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ 300 ἄρθρων, μὲ τὴν ἔφεσιν τῶν βουλευτῶν νὰ ἀγορεύουν διὰ κάθε ἄρθρον, θὰ χάσωμεν τρεῖς μῆνας. Καὶ συνεπῶς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, νομίζω ὅτι ἐὰν εἶναι ἀρτίως κατηρτισμένον μὲ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὸ προσχέδιον, θὰ μπορέσῃ νὰ ψηφισθῇ ὡς κῶδιξ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει πρότασις περὶ ὑπάρξεως ἀπαρτίας. Θὰ ἐκφωνήσω τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων. Ὁ ἐκ τῶν ὑπογραψάντων κ. Α. Κακαρᾶς, ἀπουσιάζει. Συνεπῶς ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζει εἷς τῶν ὑπογραψάντων. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§226Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὰς ἀπόψεις μου τὰς ἠκούσατε χθές, διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα μία διακοπή, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἀρχηγόν μου, καὶ μὲ ἐλύπησεν ὁ τρόπος τῆς συμπεριφορᾶς του ἀπέναντί μου. Ἐνῷ πάντοτε, ὁσάκις ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγόν μου, συνήθισα μετὰ σεβασμοῦ νὰ ἀπευθύνωμαι εἶχα τὴν ἀξίωσιν μὲ τὸν ἴδιον σεβασμὸν νὰ συμπεριφερθῇ ἀπέναντί μου. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἓν σημεῖον τοῦ λόγου του, εἶπε πὼς ἐκεῖνος μὲ ἔφερεν ἐδῶ. Εἶναι γνωστὸν ποῖος μὲ ἔφερεν ἐδῶ καὶ δὲν ἦλθα διὰ πρώτην φοράν, ἔρχομαι διὰ τετάρτην φοράν, ἔρχομαι διὰ τετάρτην καὶ ὡς γνωρίζετε, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ ὅταν εἰς τὸ παρελθὸν δὲν εἶσθε σεῖς ἐδῶ, ἐγὼ πάντοτε εὑρισκόμην, μὲ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν μοῦ δίδουν οἱ ἐκλογεῖς μου, χωρὶς νὰ μοῦ παρέχῃ οὐδεμίαν δύναμιν τὸ χρῖσμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἴσως ἡ διακοπή μου νὰ ἦτο παράκαιρος, ἀλλὰ δι’ ὅσα εἴπατε, νὰ δώσητε ἐξηγήσεις. Τὸ νομοσχέδιον ἠμπορεῖ νὰ ἔρχεται ἐδῶ ἀπὸ καλοὺς χειριστὰς τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ εἶναι ἀμελέτητον καὶ θέλουν νὰ νομοθετήσουν μὲ ἕνα ἄρθρον πολλὰ σπουδαῖα ζητήματα. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ξεύρομε ἐὰν κάμνουν τὴν δουλειάν τους, τὸ πλεῖστον δὲν τὴν κάμνει καὶ μᾶς ταλανίζουν ἀπὸ τὸ πρωΐ ὣς τὸ βράδυ. Ὅλοι συμφωνοῦμε νὰ γίνῃ ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ, ἀλλὰ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ μὴ περάσῃ ἀσυζήτητος. Ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ καθορίζει πῶς θὰ ἐργασθοῦν οἱ ὑπάλληλοι, ποῖα τὰ προσόντα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔχουν ὑπαλληλικὴν συνείδησιν, δὲν ἐργάζονται μετὰ ἐθνικῆς συνειδήσεως, κλέπτουν τὸ Κράτος, δίδουν μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τοὺς δίδει τὸ Κράτος, πληροφορίας εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος καὶ δημοσιεύονται ἐμπιστευτικὰ ἔγγραφα. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ ἐξασφαλίσητε ὡρισμένα προνόμια ὑπὲρ αὐτῶν, νὰ γίνουν αὐτοὶ Κράτος ἐν Κράτει.
§227Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατηγορεῖτε συλλήβδην τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους;
§228Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Βεβαίως ὄχι. Μόνον τοὺς ἐπιλήσμονας, τοὺς ἀπάτριδας καὶ προδότας, τοὺς ἐστερημένους ὑπαλληλικῆς συνειδήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, κ. Πρωτοπαπαδάκη, ὅτι ἐνῷ παρακολουθεῖτε ἐμένα, καμμιὰ φορὰ θέλετε νὰ κάμετε σπόρο. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, νὰ τὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ μάλιστα αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβω ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ μου, δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω παρ’ αὐτοῦ ἐλέχθη. Δηλαδὴ διὰ τὸ πρῶτον ζήτημα.
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶπε τέτοια πράγματα, ὁ κ. Πρόεδρος.
§230Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα.
§231Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχω καμμιὰ δουλειὰ ἐδῶ μέσα.
§232Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Σᾶς εἶπα ἁπλούστατα, ὅτι ἐφ’ ὅσον κάνω μίαν ὡρισμένην δήλωσιν, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας μου. Ἄλλωστε δὲν εἶπον καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ ἐὰν νομίζετε ὅτι ἐθίγητε, σᾶς ζητῶ συγγνώμην. Οὔτε ἄλλωστε εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ κάμω τοῦτο.
§233Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὴν δήλωσιν τὴν λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν καὶ μοῦ ἀρκεῖ ἡ πρόθεσίς σας.
§234Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλωστε, γνωρίζετε πόσον σᾶς ἀγαπᾶ ὁ κ. Πρόεδρος.
§235Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὰς ἀντιλήψεις μου, διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰς ἠκούσατε καὶ χθές. Ἔθιξα ὡρισμένα ζητήματα καὶ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὰ εἶπον αὐτά, πρὸς γνῶσιν καὶ συμμόρφωσίν της, διὰ νὰ μὴ μᾶς περνᾶ ὅτι δὲν εἴμεθα διὰ τίποτα, ἐνῷ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν. Ἡμεῖς διευθύνουμε καὶ τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια καὶ τοὺς κρατοῦμεν εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτό, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι μέχρι τώρα δὲν ἔχομε ἐπίγνωσιν τῆς δυνάμεώς μας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιδεικνύεται ἡ κυβερνητικὴ συμπεριφορά, ὁ τρόπος τῶν κυβερνώντων ἔναντι τοῦ Σώματος. Ἐξέθεσα, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀντιλήψεις μου διὰ τὸ νομοθέτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, νὰ μὴ ἀντιληφθῶμεν τὴν ἀποστολήν μας καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἄλλους τὴν σύνταξιν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. (Χειροκροτήματα).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη ἡ πρότασις καὶ ἀπουσίαζεν ὁ κ. Κακαρᾶς, δι’ αὐτὸ ἀνεβλήθη.
§237Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶσθε ἐν τάξει. Ὑποβάλλω μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ἐπαναλαμβάνω. Ὑπεβλήθη μία πρότασις, οἱ ὑποβαλόντες ὅμως ἀπουσιάζουν, θὰ εὕρω δὲ ἐγὼ τὴν κατάλληλον στιγμὴν διὰ νὰ ἐπαναφέρω πάλιν τὴν πρότασιν.
§239Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος, κατὰ τὴν γνώμην μου. Ὁ κύριος Ἀλετρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§241Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, φέρει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν: «...... (ἀναγινώσκει).....». Τὸ ὡς τροπολογία σήμερον ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φέρει τὸ ἑξῆς «.... (ἀναγινώσκει) ....» καὶ τὸ περιεχόμενόν του εἶναι παντοῦ διάφορον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ φέρεται ὡς μία ἁπλῆ τροπολογία. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀφεώρα καὶ ἀπέβλεπεν εἰς τὸν καταρτισμὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἑνὸς συμβουλίου, ἑνὸς μονίμου σώματος, ἑνὸς συμβουλίου τὸ ὁποῖον θὰ ἕδρα παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀρχὴ καθορίζεται σήμερον ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του, τὸ τέλος του δὲν ὁρίζεται παντάπασι. Συνεπῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς συμβουλίου, μιᾶς ἐπιτροπῆς, ποὺ θὰ δρᾷ μονίμως ὡς σῶμα συμπληρωματικόν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς σκοπὸν του τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν κωδίκων, ἢ ἄλλου τινὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔθετεν ὑπ’ ὄψιν του. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ σημερινὸς ἢ ὁ προκάτοχός του, ἔχουν ἀνάγκην ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ τὸ δηλώσουν καθαρὰ καὶ νὰ εἴπουν: Κύριοι, διὰ νὰ διοικήσωμεν τὸν τόπον αὐτόν, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς συμβουλευτικοῦ Σώματος, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐργαζώμεθα διαρκῶς. Θὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν διαδεχθοῦν, θὰ μᾶς τὸ εἴπουν: Ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσηγούμεθα νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς προηγουμένως νὰ συστήσετε μίαν μόνιμον ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ πρόσωπα κύρους καὶ μορφώσεως εἰδικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ τίθεται ὑπ’ ὄψιν, νὰ λεχθῇ αὐτὸ καὶ νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Τὸ ὅτι ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὁμολογεῖ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, σήμερον διὰ τῆς τροπολογίας, ἢ δυνάμει τοῦ νέου του νομοσχεδίου, δημιουργεῖται πλέον μία νέα κατάστασις. Ὅλαι αἱ προηγούμεναι σκέψεις ἀπομακρύνονται καὶ παρουσιάζεται, ὅτι θέλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταρτίσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν προσωρινὴν καὶ τόσον προσωρινήν, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος, νὰ καταρτίσῃ τὸν κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν καταστατικὸν Χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς εἴμεθα εἰλικρινέστεροι, ἂς εἴμεθα πρὸ παντὸς ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἰδιαιτέρως λεπτοί. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος σᾶς ἐξέθεσεν, ἔχει καταρτισθῆ ἀπὸ τὰς 22.6.1946. Ἡ ἐπιτροπή, λοιπόν, διατὶ νὰ μὴ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, εἶναι πράγματι ἀληθὲς ὅτι εἰργάσθη καὶ πρέπει νὰ πληρωθῇ. Καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ μισθοδοτήσουν τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ μᾶς τὸ ποῦν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰργάσθη ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ καταρτίσῃ τὸν κώδικα, διατὶ νὰ παρουσιάζεται αὐτό; Νὰ μᾶς πῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεράτωσε τὸ ἔργον. Κύριοι, ἔχω τὸν κώδικα, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐμφανίζω, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἔργον ἐπεξεργασίας πέντε–δέκα ὑπαλλήλων. Πολὺ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔγινεν ἔτσι. Ἀντὶ νὰ μᾶς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17172)144 τῆς 22.6.1946 κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνετέθη ὁ καταρτισμὸς τοῦ καταστατικοῦ Χάρτου καὶ τὰ λοιπά, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ὁρίζουν μισθὸν τόσων δραχμῶν κατὰ μῆνα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ ἀναφέρῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθοῦν αἱ δαπάναι αὐταί. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδέποτε κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, προκαλοῦν δαπάνας καὶ μισθούς, ἰδίως χωρὶς νὰ καθορίζωνται ἐπακριβῶς αἱ δαπάναι αὐταὶ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Αὐτὸ εἶναι ἀντικανονικόν, ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ καθορισθῇ ἡ ἀμοιβὴ καὶ τότε νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καθορίσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ ἀμοιβή. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσα νὰ τὸ χαρίσω, δεδομένου ὅτι γνωρίζω τὴν νομιμότητα καὶ τὴν σκληρότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χειρίζεται τὸν δημόσιον πλοῦτον. Πάντως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν τῆς παραγρ. 6, νὰ κυρώσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μᾶς παρουσιασθῇ, μετὰ 4 μῆνας, αὐτὸς ὁ Καταστατικὸς Χάρτης ὡς νόμος καὶ οὐχὶ ὡς κατηρτίσθη καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ὡς ἓν κακὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ τροποποιῇ, νὰ τὸ μεταβάλλῃ ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ, ὅπως καὶ κάθε ἄλλο κοινὸν νομοσχέδιον.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖ, ἐάν τις τῶν συναδέλφων ἔχῃ νὰ κάμῃ καμμίαν διατύπωσιν, νὰ τὸ εἴπῃ.
§243Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ διατυπώσω, κ. Πρόεδρε, εἶναι ὅτι ἀποδέχομαι τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαγραφῇ τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς παραγράφου 3 καὶ νὰ μείνῃ τὸ ὑπόλοιπον ὡς ἔχει.
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή: Δέχεται τὸ νομοσχέδιον;
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροπολογήθη, τροποποιουμένου καὶ τοῦ τίτλου του, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς καταρτισμοῦ Κώδικος «περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων».
§248ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, διότι ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 12 συναδέλφους, ἐνῷ δὲν εἶναι. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς Κοινότητος Ἁγίου Ἀθανασίου ἐν τῷ Νομῷ Βοιωτίας».
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς Κοινότητος Ἁγίου Ἀθανασίου ἐν τῷ Νομῷ Βοιωτίας». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§252ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.10′ μ. μ.).