1947.05.28
1,300 rows · 9,531 words · 62 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 122α
Τετάρτη 28 Μαΐου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἵνα ἐν τῷ μεταξὺ τὰ ἴδωμεν, διότι δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Σωματείου ἐμπόρων Δράμας διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ διανομὴν τοῦ ἱματισμοῦ μέσῳ τῶν ἐμπόρων ὡς γίνεται εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς χώρας, ὡσαύτως διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀποφασισθείσης χορηγήσεως ΠΡΙΜ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Καμπάνης καὶ Ε. Ἀλιπράντης καταθέτουν τηλεγράφημα τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Θήρας, ζητούντων λῆψιν μερίμνης διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων αἰτημάτων των, λόγῳ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ τοματοπελτέ, ὡς ἐπίσης κατατεθῇ τὸ ταχύτερον σχέδιον νόμου περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύνης οἰνοπαραγωγῶν Θήρας καὶ Θηρεσίας, δι’ οὗ συνιστᾶται καὶ ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμὸς τοματοπαραγωγῶν τῶν ἄνω περιοχῶν, ὅστις θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἀναξιοπαθούσης τάξεως τῶν παραγωγῶν. Οἱ βουλευταὶ Ἠπείρου κ.κ. Ε. Καλαντζῆς, Γ. Μπάρδος, Γ. Τζωρτζόπουλος, Ν. Ἀθανασίου, Χ. Βαλῖνος, Α. Δερδεμέζης καὶ Ι. Φωτόπουλος, καταθέτουν ὑπόμνημα, ἀφορῶν τὰς πλέον ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς Ἠπείρου καθ’ ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος ὑπογραφὴν τῆς ἀποφάσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, διὰ τὸν καθορισμὸν δικαιωμάτων των 7% ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ Δημοσίων Ὑπαλλήλων Μαγνησίας, ζητοῦντος χορήγησιν συναλλάγματος διὰ τὴν προμήθειαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰδῶν ἱματισμοῦ διὰ τὰ μέλη του. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Θεοδωρόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων τῶν κοινοτήτων Βαχλιώτης, Ἕλους κλπ., διὰ τὴν μελετωμένην μετακίνησιν τοῦ ἐκεῖ ἑδρεύοντος 4ου Λόχου Χωροφυλακῆς, ὅστις ὑποστηρίζει ὅλην τὴν περιφέρειαν Σκάλας. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Κ. Μητσοτάκης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου πυροπαθῶν καὶ βομβοπλήκτων ἐμπόρων ἐπαγγελματιῶν τῆς πόλεως Χανίων, ζητούντων χορήγησιν μακροπροθέσμων δανείων εἰς τοὺς καταστραφέντας ἐμπόρους καὶ ἐπαγγελματίας τῆς πόλεως Χανίων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Κατσώτας καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος κατὰ τῆς Ἑταιρείας «Λεσίνι», ἡ ὁποία ἀφήρεσε ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα 4.000 στρέμματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς αὐτήν. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Μεταξουργείου ζητοῦν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐργοστασίου χημικῶν προϊόντων Γ. Ἀλούκου ἐκ τῆς περιφερείας των, ὡς ἐπικινδύνου διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν λόγω τῆς ἀναδιδομένης δυσοσμίας. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Νομοῦ Ρεθύμνης, ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν καὶ ἐπάνοδον τοῦ 592 Τάγματος εἰς τὴν ἕδραν του, λόγω τῆς δημιουργηθείσης εἰς Κρήτην ἀνωμάλου καταστάσεως, τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, οἰκονομικοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς γυμνότητος τοῦ Νομοῦ ἀπὸ στρατιωτικὰς δυνάμεις. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Μαγνησίας διαμαρτύρεται διὰ τὰς προδοτικὰς ἐνεργείας τῆς ἡγεσίας τοῦ ΕΑΜ καὶ ΚΚΕ καὶ ζητεῖ ὅπως τεθῇ ἐκτὸς νόμου τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα καὶ παραπεμφθῇ ἡ ἡγεσία του εἰς εἰδικὸν στρατοδικεῖον ἐπὶ ἐσχάτη προδοσία. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως βομβοπλήκτων Θεσσαλονίκης καὶ ὁ Σύλλογος ἐθνικοφρόνων πυροπαθῶν Κεντρικῆς Μακεδονίας, ζητοῦν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ ἐνοικιοστασίου. Οἱ Πρόεδροι τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ τῶν παντοπωλῶν Λεχαινῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι διανομὴν ζακχάρεως εἰς τὴν περιφέρειάν των καὶ ζητοῦν τὴν διανομὴν αὐτῆς. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου διαμαρτύρεται διὰ τὴν διάλυσιν καὶ μεταφορὰν τοῦ καπνεργοστασίου Καραβασίλη εἰς Ἀθήνας, ὡς καὶ διὰ τὸ κλείσιμον τοῦ ἐργοστασίου οἴνου καὶ οἰνοπνευμάτων τῆς περιφερείας των. Ἡ Παμμεσσηνιακὴ Ἕνωσις Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ζητεῖ ὅπως ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν συμπεριληφθῇ εἰς τὸ σχέδιον ἀνοικοδομήσεως. Ἡ Πανελλήνιος Ἐθνικὴ Συνομοσπονδία θυμάτων καὶ ὁμήρων ἐκτελεσθέντων κατὰ τὴν κατοχήν, ζητεῖ χορήγησιν συντάξεως εἰς οἰκογενείας τῶν θυμάτων, προστασίαν ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου κλπ. Αὐτοκινητισταὶ ἰδιοκτῆται ἀτοποθετήτων ἀστικῶν λεωφορείων αὐτοκινήτων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ζητοῦν χορήγησιν ἀδείας πρὸς ἐπανατοποθέτησιν τῶν αὐτοκινήτων των εἰς ἀστικὰς γραμμάς. Οἱ κάτοικοι Κολυβίων Γυθείου, ζητοῦν λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν πληγέντων παραγωγῶν ἐκ ξηρασίας κατ’ ἀκρίδος. Οἱ καπνέμποροι Ξάνθης ζητοῦν μείωσιν φορολογίας τῶν καπνῶν διὰ τὰς περιοχὰς αἵτινες ὑπέστησαν τὴν Βουλγαρικὴν κατοχήν. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Ἑλλάδος διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην κατάργησιν τοῦ νόμου 2112 περὶ αὐτοκινητιστῶν. Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία Σιδηροδρομικῶν, ζητεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ μελετωμένη ἔξοδος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπερηλίκων σιδηροδρομικῶν. Ὁ Σύλλογος τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας ἀποστέλλει τηλεγράφημα εὐχαριστῶν τὴν Βουλὴν διὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον 228 «περὶ συστάσεως κλάδου ὑγείας εἰς τὸ ταμεῖον συντάξεώς των». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναπήρων ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τοῦ πολέμου 1940–45, ζητοῦν ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τῶν νόμων 2667)1930 καὶ 994)1943 καὶ διὰ τοὺς παθόντας λόγῳ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου ἐκ πνευμονικῆς φυματιώσεως καὶ ὑπηρετήσαντας ἐπὶ ἑξάμηνον εἰς μονάδας μὴ χαρακτηρισθείσας ὡς ζώνης τῶν πρόσω. Οἱ Πρόεδροι τοῦ Δημαρχιακοῦ Συμβουλίου, Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, Δικηγορικοῦ Σώματος καὶ ἄλλων Σωματείων Σιδηροκάστρου, ζητοῦν ἀκύρωσιν τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς ὑπὸ τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εἰς τὸν Μητροπολίτην Σιδηροκάστρου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Π. Ντεντιδάκης καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὀδοντοϊατρείων ὡς καταστημάτων καὶ ζητοῦντος ὅπως παραμείνῃ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Ν. Δ. 200)1946. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Κιζάνης καὶ Π. Ντεντιδάκης καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως καταστηματαρχῶν κρεοπωλῶν Πειραιῶς καὶ περιχώρων «Ταξιάρχαι», δι’ ἧς αὕτη διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς κρεοπώλας τὸ νόμιμον κέρδος ὅπερ τῇ συστάσει τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶχον ὑποβιβάσει τὰς παραμονὰς τοῦ Πάσχα ἀπὸ 20% εἰς 10%. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Θ. Κιζάνης καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Λεμβούχων Μεθάνων «Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι», δι’ οὗ ζητεῖται ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ναυτικοὺς πράκτορας τὴν εἴσπραξιν μετὰ τῶν ἐκδιδομένων πρὸς ἐπιβίβασιν εἰσιτηρίων καὶ χιλιοδράχμου ὑπὲρ τῶν μελῶν του δικαιώματος, ὅπερ ν’ ἀποδίδεται εἰς τὸ ταμεῖον του. Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μανουηλίδης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν Προέδρων Σωματείων Ὀρεστιάδος, διαμαρτυρομένων καὶ ζητούντων λῆψιν μέτρων πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ καθ’ ὅσον συμμορίαι προερχόμεναι ἐκ Βουλγαρίας εἰσβάλλουν εἰς διάφορα χωρία λεηλατοῦσαι αὐτὰ ἐκτελοῦσαι καὶ ἐπιστρατεύουσαι διαφόρους φιλονόμους ἀγρότας. Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Ὑπ. Ἐξωτ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ δικαιωμάτων ἐγγραφῆς Ἑλλήνων πολιτῶν εἰς τὰ Μητρῷα τῶν Β. Ταγμάτων καὶ δικαιωμάτων ἀποδοχῆς ξένων παρασήμων ὑπὸ Ἑλλήνων πολιτῶν». Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Ὑπ. Ἐξωτ. καὶ Τύπου) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ Ν. Δ. 158 «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 10ης Μαΐου 1946 «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ὑφυπουργείου Τύπου καὶ Πληροφοριῶν καὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 943)1946 Α. Ν.». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ταλιαδοῦρος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ Θʹ ψηφίσματος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Κυρώζης, Γ. Πλατῆς καὶ Γ. Ἀστερίου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Θεολογίτης, Κ. Μπέλλος, Κ. Σταμούλης, Σ. Σαββίδης, Σ. Σχινᾶς κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν Α. Ν. 683 καὶ 765)1945 περὶ ρυθμίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Τραπεζῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σαββίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Α. Ν. 1563)1939 «περὶ κώδικος ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ λειτουργήματος μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. Δ. 692)41». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κοιλαμαρᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ διαβιβασθεισῶν πρὸς αὐτὰ ἐρωτήσεων. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Κ. Μουρατίδου, ὡς πρὸς τὴν χρηματοδότησιν τοῦ ἐμπορίου καπνῶν καὶ τῆς ἀπορροφήσεως τῶν καπνῶν ἐκ τῶν παραγωγῶν, ἔχουσα οὕτω: Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: Αʹ. Ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν καπνεμπόρων τῶν περιφερειῶν ἀπὸ τὰς ὁποίας οὗτοι θὰ ἀγοράζωσι καπνά, γίνεται μόνον ἐνδεικτικῶς καὶ οὐδεμίαν δυσχέρειαν καὶ καθυστέρησιν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν χρηματοδότησιν τῶν καπνεμπόρων, καθ’ ὅσον ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3)52286)7.3.47 ἐγκυκλίου ἐγγράφου τῆς Τραπέζης πρὸς τὰ Καπνικὰ αὐτῆς Ὑποκαταστήματα, παρεσχέθη ἡ εὐχέρεια ὅπως αἱ περιφέρειαι ἐξ ὧν οἱ καπνέμποροι ᾐτήσαντο ν’ ἀγοράσωσι καπνά, μεταβάλλωνται ὑπ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν ἐργασιῶν των. Βʹ. Ἡ ὑποβολὴ τῶν αἰτήσεων τῶν καπνεμπόρων μέσῳ τῶν οἰκείων ὑποκαταστημάτων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀπαραίτητος διότι δέον πρὸ ἑκάστης χρηματοδοτήσεως νὰ γνωρίζωσιν, ἐπακριβῶς τὴν οἰκονομικὴν θέσιν καὶ δυναμικότητα τοῦ χρηματοδοτουμένου καπνεμπόρου, τὸ κυριώτερον δὲ ὄργανον τῆς Τραπέζης ὅπως ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοιούτων περιπτώσεων, εἶναι μόνον τὸ οἰκεῖον Ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης. Ὁ ὡς ἄνω τρόπος ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων τῶν καπνεμπόρων οὐδεμίαν καθυστέρησιν ἐπιφέρει εἰς τὰς ἐγκρίσεις χρηματοδοτήσεως, καθ’ ὅσον λαμβάνεται πρόνοια ὅπως τάχιστα ἀνακοινοῦνται εἰς τοὺς καπνεμπόρους αἱ ἐγκρίσεις τῶν παρεχομένων εἰς αὐτοὺς πιστώσεων. ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 295 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης κ. Προκοπίδη (ἔγγραφον Γενικῆς Γραμματείας ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 49138)4860)14.5.47), ἔχουσα οὕτω: Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 29217) 11.3.1947 καὶ 45036)28.4.47 ἐγγράφων, ὧν ἀντίγραφα ἐπισυνάπτομεν, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπελήφθη τοῦ ἐν τῇ ρηθείσῃ ἐρωτήσει θιγομένου ζητήματος, μεριμνῆσαν διὰ τὴν ἄρσιν πάσης ἐνδεχομένης ὑφισταμένης ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς ἀλεύρων καὶ σίτου ἐκ τῆς περιφερειακῆς Γενικῆς Διοικήσεως Δυτικῆς Μακεδονίας. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Δ. Χατζηγιάννης, ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἔχουσαν οὕτω: «Κύριε Πρόεδρε, Εἰς μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἀπεστάλη ἕνα ἔντυπον περιέχον ἀποσπάσματα ἀγορεύσεών μου εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1933, ἐπὶ προτάσεώς μου νόμου «περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς». Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν βιογραφίαν μου καὶ εἶμαι ξένος καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ εἰς τὴν διανομὴν τῶν ἀποσπασμάτων τούτων. Ἀγνοῶ ἐπίσης καὶ τὸ ὄνομα καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ συλλέκτου αὐτῶν. Πάντως ἡ συλλογή, ὡς παρατίθεται, δὲν ἀποδίδει πλῆρες τὸ νόημα τῶν ἀγορεύσεών μου ἐκείνων. Ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 9 Αὐγούστου 1933 προκύπτει ὅτι ἔλεγα τότε: «Χώρα, ἔχουσα νὰ ἀποκαταστήσῃ 1½ ἑκατομμύριον προσφύγων, ἀριθμοῦσα 700.000 ἄρρενος πληθυσμοῦ ἄνευ ἐπαγγέλματος καὶ ἄνευ ἐργασίας, μὲ τόσον παθητικὸν τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν καὶ μὲ φορολογικὰ βάρη ἀβάστακτα, ἔχει καταδικάσει τὴν παροῦσαν γενεὰν νὰ ἀθλεύσῃ τὸν ἆθλον τῆς δυστυχίας καὶ τῆς πείνης. Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος καταδικάζει μετ’ ἀποτροπιασμοῦ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀποπείρας τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη δὲν δύναται νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ἀγρίαν κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἀναμοχλεύει πάθη καὶ μίση παλαιὰ διὰ νὰ ἀναστήσῃ τὸν ἐθνικὸν διχασμόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ τῆς Ἑλλάδος ζωὴ νὰ ἐνσφηνωθῇ εἰς τὸ κίνημα τῆς 6 Μαρτίου καὶ εἰς τὴν ἀπόπειραν τῆς 6 Ἰουνίου. Ἡ χώρα ἔχει τεράστια μεταπολεμικὰ ζητήματα νὰ ἐπιλύσῃ. Καὶ καλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως, ἀφίνουσα τὰ ἐγκλήματα εἰς τὴν δικαιοσύνην, στραφῇ εἰς τὴν ριζικὴν λύσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν ζητημάτων διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἐργασία καὶ ψωμὶ εἰς τὰς ἐργαζομένας τάξεις». Ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 9 Νοεμβρίου 1933, προκύπτει ὅτι ἔλεγα: Ἡ πρότασίς μου «περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς», δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ μονοπλεύρως τὴν ἀποῦσαν ἐκ τῆς Βουλῆς Ἀντιπολίτευσιν. Ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν πολιτικόν μας κόσμον, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκῃ, καὶ ἐξ ἴσου ἀφορᾷ τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι συνυφασμέναι αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ ὁποῖον στερεώνεται περισσότερον, ὅταν διατηρήσῃ ὅλον τὸ ἠθικόν του κῦρος εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἡ πρότασίς μου παρεξηγηθῇ, ὅτι ἐπιζητεῖ νὰ στηλιτεύσῃ ἠθικῶς πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀποῦσαν ἐκ τῆς Βουλῆς Ἀντιπολίτευσιν, εἶμαι διατεθειμένος νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ πρότασίς μου συζητηθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐντὸς εἴκοσι ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ὅλον τὸν καιρὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μετάσχῃ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν». Καὶ ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 29 Νοεμβρίου 1933 προκύπτει ὅτι ἔλεγα: «Πιστεύω ἀπολύτως ὅτι ἡ μᾶζα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παραμένει ἁγνὴ καὶ ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν εἰσήχθησαν αἱ μεταπολεμικαὶ περὶ πολιτικῆς ἠθικῆς ἀντιλήψεις ἄλλων χωρῶν. Πιστεύω, ὅτι ὅσοι τυχὸν κατεχράσθησαν τὸ λειτούργημά των, ὑπῆρξαν ξένοι πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα, ὅπως θὰ εἶναι ξένη πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα καὶ ἡ Βουλή, ἂν δὲν δώσῃ τὸν ἠθικὸν καθαρμόν». Ἀπὸ τὴν πίστιν μου καὶ ἀπὸ τὴν γραμμήν μου αὐτήν, δὲν ἔχω λόγους νὰ παρεκκλίνω.
Μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς
Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ
Βουλευτὴς Λαρίσης».
§5Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Δ. Δημάδην νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τὰ γεγονότα τῆς Κατερίνης τὰ ὁποῖα συνετάραξαν τὸ Πανελλήνιον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, διὰ νὰ δοθῇ ὁ λόγος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δέον προηγουμένως νὰ γίνῃ σχετικὴ συνεννόησις, ὥστε νὰ εἶναι εἰς γνῶσιν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν προτέρων τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐξ ἄλλου, συμβαίνουν συχνὰ τοιαῦτα ἐπεισόδια καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπασχολούμεθα ἐκ τῶν κυρίων καθηκόντων μας.
§7Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Δ. Δημάδης.
§9Δ. ΔΗΜΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ καιροῦ συνταρακτικὰ γεγονότα ἔλαβον χώραν καθ’ ὅλην τὴν Μακεδονίαν καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κεντρικὴν Μακεδονίαν. Συμμορῖται εἰσῆλθον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις Βέρροιαν, Νάουσσαν καὶ Κατερίνην, ὅπου ἐγένοντο σφαγαὶ ἐπισήμων προσώπων, σημαινόντων προσώπων, ἐγένετο ἀπόπειρα ἀνατινάξεως τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου. Σήμερον ἔτι συνταρακτικώτερα γεγονότα ἀναγγέλλονται. Συμμορία ἐκ χιλίων καὶ πλέον ἀνδρῶν ἐπετέθη καθ’ ὅλων τῶν τμημάτων τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ Λιτοχώρου μέχρι Κατερίνης. Πλέον τῶν 400 ἀνδρῶν εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς πόλεως Κατερίνης, ἔσφαξαν ἀνθρώπους, ἐπῆραν αἰχμαλώτους καὶ ἐπεκράτησεν ἐπὶ πεντάωρον ἀναρχία. Κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ παρελθὸν ἀπετάθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μὴ μείνῃ ἄνευ ἐπαρκῶν δυνάμεων μία ἐπαρχία, ἡ ὁποία συνορεύει μὲ τὰ Πιέρια καὶ τὸν Ὄλυμπον. Ἀλλ’ ἡ φωνή μας ὑπῆρξε φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Σήμερον, μία ἐπαρχία 100.000 καὶ πλέον κατοίκων μόνον τὴν πόλιν εἶχεν ἐλευθέραν· ὁλόκληρος ἡ ὕπαιθρος ἠλέγχετο ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγώ, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας, ἀγνοῶ ἐὰν ἡ οἰκογένειά μου εὑρίσκεται ἐν ζωῇ. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ποῦ βαδίζομεν; Εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἀόριστον ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ συνεχισθῇ; Εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν; Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαγγέλλῃ δυναμικὴν πολιτικήν, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀδυναμικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ, εἶναι καὶ ἡ κακοδιοίκησις. Ἐπαρχία ἄνω τῶν 100.000 κατοίκων εὑρίσκεται ἄνευ οὐδεμιᾶς διοικητικῆς μηχανῆς· ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ζητοῦμεν νὰ γίνῃ ἐνέργεια διὰ νὰ διορισθῇ ἕνας Ἔπαρχος, ἀλλὰ ὄχι μόνον Ἔπαρχος δὲν ἔρχεται, ἀλλὰ δὲν γίνεται καὶ τίποτε. Ἔτσι ἡ κακοδαιμονία, ἡ ἀναρχία καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν δυνάμεων ἁμιλλῶνται διὰ νὰ ἐπιφέρουν περισσοτέρας ἀναπότρεπτους συμφοράς, ὅταν ἡμεῖς ἐδῶ βυζαντινολογοῦμεν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις θὰ εἶναι τόσον ἀναπότρεπται αἱ συμφοραί, ὥστε οὐδεμία δύναμις θὰ ἠμπορῇ νὰ τὰς ἀποτρέψῃ. Δύναται, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν; Ἄλλως ὀφείλει νὰ ἀπέλθῃ.
§10Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Στρατ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ὡμιλήσας, δὲν ἔδωσε πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, ἔκαμεν ἔλεγχον ἀφορῶντα ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ἐπερώτησιν, ὅπως ἔθεσε τὰ ζητήματα. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτει πληροφορίας ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοῦ τὰς δώσω.
§11Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς Κατερίνης συνεκίνησεν ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει, πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§12Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Στρατ.). Τὰ γεγονότα τῆς Κατερίνης ἔλαβον χώραν ὡς ὁ κ. συνάδελφος τὰ ἀνεκοίνωσεν. Ὡς γνωστόν, τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον κάμνει ἐπιχειρήσεις διαδοχικῶς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τὰ γεγονότα τῆς Κατερίνης, βεβαίως, εἶναι ἐξαιρετικῶς δυσάρεστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὀλίγον βαθύτερον. Οἱ συμμορῖται πιεσθέντες ἐπὶ τῶν ὀρέων, εἰς τὰς περιοχὰς Κόζακα, Χασίων καὶ Ἀντιχασίων, διέρρευσαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα δυσάρεστα γεγονότα, ἐφ’ ὅσον οὕτω διεξάγονται αἱ ἐπιχειρήσεις, ἕως ὅτου γίνῃ ὁλοσχερῶς ἡ ἐκκαθάρισις. Κινούμεθα ἐντὸς τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τῆς Χώρας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰς κάθε περιφέρειαν στρατὸν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προλαμβάνωμεν ὅλα. Αἱ δυνάμεις συγκεντρώνωνται εἰς ὡρισμένας περιφερείας πρὸς ἐνέργειαν γενικῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι δὲ δυνατὸν αἱ ἄλλαι περιφέρειαι νὰ ὑποστοῦν ὡρισμένα ἀτυχήματα, ἀλλὰ αὐτὰ δὲν θὰ μᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ τὴν γενικήν μας γραμμὴν οὐδὲ ἐπὶ στιγμήν, διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ συμμοριτικοῦ ἀγῶνος μὲ τὰς σημερινὰς δυνατότητας, πρέπει νὰ κινούμεθα οὕτω. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι συνέβησαν τὰ γεγονότα ταῦτα. Πάντως, ἔσπευσαν ἀμέσως δυνάμεις καὶ ἀπηλευθέρωσαν τὴν περιοχήν.
§13Δ. ΔΗΜΑΔΗΣ. Τὰ Πιέρια ὄρη καὶ ἡ Β. Δ. πλευρὰ τοῦ Ὀλύμπου, ὑπῆρξαν πάντοτε ἀκάλυπτα. Ἀλλὰ ὅταν ἀφήνωμεν τὰ Πιέρια καὶ τὸν Ὄλυμπον ἀκάλυπτα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι οἱ ἀντάρται διωκόμενοι δὲν θὰ τραποῦν πρὸς τὰ ἐκεῖ; Δι’ αὐτὸ ἐπεστήσαμε τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχον δυνάμεις διὰ νὰ καταλάβουν τὰς καιρίας αὐτὰς θέσεις. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ μία Ταξιαρχία, ἡ ὁποία κατόπιν διαταγῆς ἀπεχώρησεν. Ἀλλὰ τώρα ἐπίκειται ἐκεῖ ὁ θερισμὸς καὶ ἡ συγκομιδὴ καὶ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν μὲ δύο ἕως τρία τάγματα, τὰ ὁποῖα ἑδρεύουν ἐκεῖ νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ ἀσφάλεια καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ συγκομιδή. Δι’ αὐτὸ ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας καὶ παρακαλῶ, ἐν συνεννοήσει μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ σταλοῦν ἐκεῖ ἰσχυρότεραι δυνάμεις καὶ νὰ ληφθοῦν μέτρα σοβαρώτερα.
§14Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπ. Στρατ.). Κύριε συνάδελφε, σᾶς εἶπα ὅτι, γίνονται ἐπιχειρήσεις κλιμακηδόν. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ θερισμοῦ, ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπιτρέψουν νὰ γίνῃ αἰσίως ἡ συγκομιδή. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι γίνεται, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, πάντοτε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν δυνατοτήτων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁ κ. Ν. Καράμπελας ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Χθὲς τὸ βράδυ, ἐπέστρεψα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Λακωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν παρέμεινα ἀπὸ τῆς 12ης Ἀπριλίου. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, συνέβησαν ἐκεῖ γεγονότα τραγικά, τὰ ὁποῖα συνετάραξαν τὸ Πανελλήνιον. Θὰ ὁμιλήσω σήμερον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ ἐκθέσω τὸν τρόπον, τὴν πρωτοφανῆ βαρβαρότητα καὶ ἀγριότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ λεγόμενος «Δημοκρατικὸς» στρατὸς ἐξετέλεσε τοὺς ἡρωϊκοὺς ἐκείνους χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐνέπεσαν εἰς ἐνέδραν τὴν 22αν Ἀπριλίου ἐ. ἔ., εἰς τὴν περιφέρειαν Γερακίου Πάρνωνος. Ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τὰ γεγονότα αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσω ὅπως ἡ Βουλὴ κάμῃ ἔκθεσιν τῶν γεγονότων μετεφρασμένην εἰς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ Γαλλικὴν διὰ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὰς Βουλὰς ὅλων τῶν πεπολιτισμένων λαῶν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν «Δημοκρατικοὶ», ἀγωνιζόμενοι πρὸς ἀναβίωσιν δῆθεν τῶν Δημοκρατικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δύσκολον νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἀνθρωποφάγοι, ὅπως ἐδιαβάσαμεν ὅτι ἦσαν οἱ ἀνθρωποφάγοι εἰς τὴν Ἀφρικὴν πρὸ 200 ἐτῶν. Τὴν 19 Ἀπριλίου 1947, ὁ μικρὸς λόχος Χωροφυλακῆς ὑπὸ τὸν ὑπομοίραρχον Παναγέαν, ἔλαβε διαταγὴν νὰ βαδίσῃ καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 1703 ὕψωμα τοῦ Πάρνωνος. Ἡ διαταγὴ αὐτὴ ἐξετελέσθη καὶ ὁ μικρὸς ἐκεῖνος λόχος ἐξεκίνησε τὴν 20ὴν Ἀπριλίου καὶ τὴν 21ην ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψωμα. Ἐκεῖ εὑρέθη πρὸ καταυλισμοῦ μέσα εἰς πυκνότατον δάσος, πρὸ καταυλισμοῦ κατεσκευασμένου μὲ μέσα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὴν ἔκπληξιν, πῶς αὐτοὶ οἱ ἐγκληματίαι κατορθώνουν καὶ τὰ προμηθεύονται, καίτοι διὰ πάντα γνωρίζοντα τὴν κατάστασιν, δὲν πρέπει νὰ προκαλῆται ἡ ἔκπληξις αὕτη. Εἶχον κατασκευάσει καλύβες σκεπασμένες μὲ τσίγκους καὶ ὁ λόχος τῆς Χωροφυλακῆς εὑρῆκεν ἕτοιμον συσσίτιον ἀπὸ ρύζι διὰ πολλοὺς ἄνδρας, 20 ἀρνιὰ σφαγμένα, 25 τράγους, περὶ τὰς 800 ὀκάδας πατάτες, 800 κονσέρβες τῆς Οὔνρρα, ἐνδύματα ἄφθονα ἀνδρικά, γυναικεῖα καὶ παιδικά, ραπτομηχανάς, τηλέφωνα κλπ. Τὸ περίεργον εἶναι πῶς κατώρθωσαν καὶ εἶχαν κουβέρτες τῆς Οὔνρρα; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι περίεργον, διότι ὅλοι ἐνθυμούμεθα ὅτι ξένοι καὶ ἐντόπιοι ὑπάλληλοι τῆς ΟΥΝΡΡΑ μὲ αὐτοκίνητα αὐτῆς, συνελήφθησαν μεταφέροντες τοιαῦτα εἴδη εἰς τοὺς Σλαυοκομμουνιστὰς ἐγκληματίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη τὰ κατέστρεψεν ὁ λόχος τῆς Χωροφυλακῆς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ πάρῃ μαζί του. Ὁ λόχος ἐξεκίνησε, κατόπιν διαταγῆς, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν βάσιν του. Οἱ χωροφύλακες ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν ὑπομοίραρχον Παναγέαν νὰ μὴ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὁδόν, ἀλλὰ νὰ φύγουν ἀπὸ ἄλλο μέρος. Δυστυχῶς ὁ ὑπομοίραρχος Παναγέας δὲν ἤκουσε τὴν σύστασιν τῶν χωροφυλάκων καὶ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὁδόν. Ὅτε δὲ ἐπροχώρησαν καὶ ἔφθασαν εἰς μίαν χαράδραν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ μίαν γούβαν, τότε εὑρέθησαν περικυκλωμένοι ἀπὸ κομμουνιστάς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄνω τῶν τριακοσίων. Δὲν ἠδύναντο οὔτε πλαγίως νὰ διαφύγουν, οὔτε ὀπίσω νὰ κάμουν, οὔτε νὰ προχωρήσουν καὶ οἱ ἡρωϊκοὶ ἐκεῖνοι χωροφύλακες ἔδωσαν μάχην περὶ τὰς πέντε ὥρας, μέχρις ὅτου ἐσκοτείνιασεν. Ἐσώθησαν τὰ πυρομαχικά τους καὶ μόνον μικρὸν τμῆμα, ὑπὸ τὸν ἀνθυπομοίραρχον Μαυρουλέαν, ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν χαράδραν καὶ κατώρθωσε νὰ γλυτώσῃ. Οἱ ἄλλοι χωροφύλακες ἐπολέμησαν, ἐξήντλησαν τὰ πυρομαχικά τους καὶ τότε, ὅπως λέγει διασωθεὶς χωροφύλαξ, τοῦ ὁποίου ἔχω ἀντίγραφον ἐπιστολῆς, «ἐγώ, λέγει ὁ χωροφύλαξ, ἐκράτησα 1 σφαῖραν εἰς τὴν θαλάμην τοῦ ὅπλου μου, διότι ἐγνώριζα τί μᾶς περιμένει, τὴν ὥρα ὅμως, ποῦ ἤθελα νὰ κτυπηθῶ, ἠσθάνθην ἐκ τῶν ὄπισθεν νὰ συλλαμβάνωμαι». Ἔτσι συνελήφθησαν καὶ οἱ ἄλλοι, διότι εἶχε σκοτεινιάσει καὶ οἱ συμμορῖται κατώρθωσαν καὶ τοὺς συνέλαβον πρὶν προφθάσουν νὰ ἀντιληφθοῦν τί συνέβαινε. Μόλις τοὺς συνέλαβον, ἀμέσως τοὺς ἔβγαλαν τὰ ἐνδύματα καὶ τοὺς εἶπαν «μὴ φοβεῖσθε, ἐμεῖς δὲν σφάζομεν, ἐμεῖς δὲν εἴμεθα Κατσαρέηδες, εἴμεθα δημοκρατικοὶ πολῖται». Οἱ χωροφύλακες τοὺς ἀπήντησαν «εἶσθε Βούλγαροι καὶ γνωρίζομεν τὶ μᾶς περιμένει». Μετὰ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸ στρατηγεῖον τους καὶ ἔβαλαν φρουρούς. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ στρατηγεῖον, εὑρῆκαν ἐκεῖ καὶ 15 συναγωνίστριες, τὰ θηλυκὰ δὲ αὐτὰ θηρία ἐζήτουν νὰ σουβλισθοῦν ζωντανοὶ οἱ χωροφύλακες, διότι, δῆθεν, κατατυραννοῦν τοὺς δημοκρατικοὺς πολίτας. Ἐκεῖ τοὺς ἐγύμνωσαν τελείως καὶ κατόπιν τοὺς ὡδήγησαν εἰς ἕνα παρεκκλήσιον, ἔξωθι τοῦ χωρίου Ἀγριάνι, εἰς τὸ παρεκκλήσιον Ἅγιος Γεώργιος. Ὁ χωροφύλαξ ἀναφέρει ὅτι ὁ ὑπομοίραρχος Παναγέας ἦτο σοβαρώτατα τραυματισμένος. Ὅταν τοὺς ἔβαλαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐκάλεσαν πέντε χωροφύλακας ἔξω καὶ ἤρχισαν μὲ μαχαίρια νὰ τοὺς βγάζουν τὰ μάτια, νὰ τοὺς κόβουν τὰ αὐτιὰ καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ κατόπιν νὰ τοὺς κάνουν κυριολεκτικῶς κιμᾶ. Οἱ χωροφύλακες, ποὺ ἦσαν μέσα, ἄκουγαν τὰς οἰμωγὰς καὶ τοὺς θρήνους τῶν συναδέλφων των. Κατόπιν ἤνοιξαν τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας καὶ πῆραν ἕνα χωροφύλακα καὶ ἐνώπιον τῶν ἄλλων, ἤρχιζαν νὰ τοῦ κάμνουν τὰ ἴδια μαρτύρια καὶ τὸν ἔρριψαν μέσα εἰς τοὺς ἄλλους οἰμώζοντα καὶ ἀσπαίροντα. Οἱ χωροφύλακες κατάλαβαν τί τοὺς περίμενε καὶ ἀμέσως ἐνηγκαλίσθησαν ἀλλήλους, ἐφιλήθησαν καὶ ἐφώναξαν «ζήτω ἡ Ἑλλάς, Βούλγαροι κτυπᾶτε, ἡ Ἑλλὰς δὲν πέφτει». Τότε οἱ συμμορῖται ἤρχισαν νὰ βάλλουν ἀπὸ τὰ παράθυρα μὲ ὅπλα καὶ χειροβομβίδες. Ὁ χωροφύλαξ συνεχίζει, ᾐσθάνθην ὅτι δὲν εἶχα τραυματισθῆ, καὶ ἄλλα πτώματα εἶχαν πέσει ἐπάνω μου. Ὕστερα ἀπὸ λίγα λεπτὰ ἤκουσα πολυβολισμούς, ὁπότε ᾐσθάνθην ὅτι ἐτραυματίσθην ἀπὸ θραῦσμα καὶ σφαῖραν πολυβόλου. Καὶ πάλιν ἐγὼ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸν νὰ μὲ σώσῃ. Ἐπέρασαν ἀρκετὰ δευτερόλεπτα ὅτε εἰσῆλθον μέσα δύο ἀπ’ αὐτὰ τὰ τέρατα, ἐπλησίαζαν τὰ πτώματα καὶ ὅπου ἔβλεπαν καμμίαν κίνησιν ἔρριπτον ἐκ τοῦ πλησίον εἰς τὴν κεφαλήν. Ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς κατόπιν ᾐσθάνθη δίπλα του νὰ κινῆται ἕνα ἄλλο σῶμα καὶ τότε παρεμέρισε τὰ πτώματα καὶ εἶδεν ὅτι καὶ ἕνας ἄλλος χωροφύλαξ εἶχε σωθῆ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Συνεννοήθην, λέγει, μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ περιμέναμε νὰ φύγουν. Κατόπιν συρόμενοι ὅπως τὰ ἑρπετά, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ἀντελήφθημεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς φρουρός. Τότε ἐξήλθομεν καὶ ἐσύρθημεν μέσα ἀπὸ τὰ χωράφια. Λιποθυμούσαμε καθ’ ὁδὸν λόγῳ τῆς αἱμορραγίας ἐκ τῶν τραυμάτων μας καὶ περὶ τὰ ἐξημερώματα ἐφθάσαμεν πλησίον τοῦ χωρίου Χρύσαφα. Ἐκεῖ συνήντησαν τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔδωσαν ἐνδύματα, τοὺς ἔβαλον ἐπάνω εἰς ἕνα ζῷον καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸ χωρίον. Ὁ χωροφύλαξ δὲν ἀναφέρει τὰ ὀνόματα τῶν χωρικῶν διότι τοὺς περίμενε τρομερὰ ἡ τιμωρία τῶν κακούργων. Ἐκεῖ τοὺς ἔπλυναν τὰ τραύματά τους εἰδοποίησαν μυστικὰ ἀμέσως τὴν Διοίκησιν Χωροφυλακῆς Σπάρτης, ἡ ὁποία ἀπέστειλεν ἕνα ταγματάρχην τῆς Χωροφυλακῆς μὲ ἄλλους χωροφύλακας οἵτινες τοὺς παρέλαβαν καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸ νοσοκομεῖον τῆς Σπάρτης. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἡ ἀφήγησις αὐτὴ τοῦ χωροφύλακος πρέπει νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὰς Βουλὰς ὅλων τῶν πεπολιτισμένων λαῶν διὰ νὰ γνωρίσῃ ὁλόκληρος ὁ κόσμος πῶς διεξάγεται ὁ πόλεμος τοῦ λεγομένου «Δημοκρατικοῦ στρατοῦ», ὅπως αὐτοκαλεῖται, διότι πρέπει νὰ διαφωτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην τῶν ξένων λαῶν καὶ ἰδίως τοὺς Μεγάλους μας Συμμάχους ὅτι ὁ ἀγὼν αὐτὸς ὁ ὁποῖος διεξάγεται ἄνευ τηρήσεως οὐδενὸς κανόνος πολέμου εἶναι κατὰ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, κατὰ τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι διέπουν καὶ πρέπει νὰ διέπουν τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς τονίσω ὅτι ἡ κατάστασις εἰς τὴν Λακωνίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον εἶναι οἰκτρά.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εἶναι.
§18Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησον εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν μέτρα, διότι πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ἐπιχείρημα τῶν Σλαυοκομμουνιστῶν ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι ἐσωτερικός. Μήπως εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουν σύνορα μὲ τὴν Ἀλβανίαν καὶ Βουλγαρίαν; Δι’ αὐτὸ ἡ ἀσφάλεια διὰ τὴν Πελοπόννησον ἔχει σπουδαίαν σημασίαν καὶ πρέπει νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ τάξις εἰς αὐτήν, διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὰ νῶτα τῆς Ἑλλάδος. Ἐτονίσθη ἐπανειλημμένως ὅτι πρέπει νὰ ἀναλάβωσι τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς ἰσχυραὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις. Ὑπάρχει στρατὸς εἰς τὴν Πελοπόννησον ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἓν δυὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πληθυσμὸς σφάζεται. Ἡ Χωροφυλακὴ εἶναι Σῶμα ἡρωϊκόν, ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι στερεῖται ἐπαρκοῦς ὁπλισμοῦ καὶ εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ θίξω τὸ ἡρωϊκὸν αὐτὸ Σῶμα διότι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ θίξῃ οὔτε καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν του, διότι οὐδενὸς τὴν προστασίαν χρειάζεται, προέρχεται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἀγωνίζεται διὰ τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει δώσει εἰς τὴν Χωροφυλακὴν τὴν θέσιν ποὺ τῆς ἀξίζει. Ἀπεναντίας θέλομεν νὰ διαφυλαχθῇ, διότι ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἡ κατάστασις ὅταν θὰ λήξῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ εὑρίσκωμεν ἄνθρωπον νὰ καταταγῇ εἰς τὴν Χωροφυλακὴν διὰ νὰ φυλάξῃ τὰ μέρη μας. Δὲν δύνανται συνεπῶς οἱ ἁρμόδιοι καὶ ὑπεύθυνοι νὰ χαρακτηρίζουν τὰς ὀρθὰς καὶ ἐνδεικνυομένας ἐκ τῶν τραγικῶν γεγονότων ὑποδείξεις μας ταύτας ὡς δῆθεν θιγούσας τὴν ἡρωϊκὴν Χωροφυλακήν, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται νὰ τὰς λάβουν ὑπ’ ὄψιν των πρὸς ἀποφυγὴν μελλοντικῶν καταστροφῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ σκεφθοῦν σοβαρώτερον τὸ ζήτημα τῆς Πελοποννήσου νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Χωροφυλακὴ καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι οἱ δυνάμενοι νὰ λάβουν ὅπλα νὰ λάβουν διὰ νὰ λείψουν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Σλαυοκομμουνιστῶν. Φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἡ κατάστασις θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα ἐπεισόδια πολὺ χειρότερα. Ἔχετε λάβει γνῶσιν τῆς σφαγῆς τῶν πέντε καὶ τοῦ Δημάρχου εἰς τὴν Ἀρκαδίαν. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι καὶ ὁ κόσμος ζῇ ὑπὸ τοιαύτην τρομοκρατίαν καὶ ἀγωνίαν ὥστε μᾶς λέγουν κατὰ πρόσωπον: Τὶ κάμνετε σεῖς ἐκεῖ, συζητεῖτε περὶ ταγμάτων καὶ ἔχετε ἐγκαταλείψει τὸν πληθυσμόν. Ἐπιβάλλεται νὰ σταλοῦν σοβαραὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις διὰ νὰ ἀρχίσουν συστηματικαὶ ἐπιχειρήσεις ὑπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ τῆς πολυπαθοῦς Χωροφυλακῆς ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ κόσμος ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην τῶν Σλαυοκομμουνιστῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας εἰσερχόμεθα
εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§20Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἀπόφασις περὶ προτάξεως ἐρωτήσεώς μου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§22Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ δίδετε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἐξαντλεῖται ὁ χρόνος, οὕτω δὲ δὲν γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Μόλις εἰσελθών). Κύριε Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόλις εἰσερχόμεθα.
§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ὅπως ἔχομεν συνεννοηθῆ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι, πάρα πολὺ ποὺ θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ ἕνα προσωπικὸν ζήτημα καὶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ λύπη μου εἶναι εἰλικρινὴς καὶ βαθεῖα καὶ ὅτι ἐὰν ὑπῆρχε τρόπος νὰ ἀποφύγω τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, θὰ μοῦ ἔκαμνεν ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν. Προχθὲς ὅταν εἴχαμε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Καβάλας Κωνσταντίνου Παπαδιοπούλου. Ὁ σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ κάμω ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Κάθε ἄλλο. Ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ ἐξάρω τὴν δρᾶσιν ἑνὸς ἐθνικοῦ ἥρωος προσενεγκόντος πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, τόσον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ὅτε ἠγωνίσθη κατὰ τῶν Βουλγάρων, στῆθος πρὸς στῆθος, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην ὅσον καὶ κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας ἐναντίον τῶν ἐαμοκομμουνιστῶν καὶ διὰ τῶν ἀνδρῶν τοὺς ὁποίους διέθετε καὶ τοῦ προσωπικοῦ του θάρρους ἐπέτυχε ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ Θρᾴκη ἀπὸ βεβαίαν κομμουνιστικὴν ἐπικράτησιν. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός μου καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, μάλιστα δὲ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἤμην κἂν ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς. Πράγματι εἶχον ἀγανακτήσει καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία περιεῖχε φράσεις ὑβριστικὰς ἐναντίον ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην αὐτοθυσίαν ὑπηρέτησαν τὸ Ἔθνος.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὑπηρετοῦν.
§29Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μὲ βοηθεῖτε. Καὶ ὑπηρετοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀγωνιζόμενοι μετὰ λύσσης ἐναντίον τῶν αὐτῶν ἐχθρῶν. Κατώρθωσε δὲ ὁ Ἀντώνιος Φωστερίδης, ἢ Ἀντὼν Τσαούς, ὅπως λέγεται, νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, τὴν Καβάλαν καὶ τὴν Δράμαν καὶ τώρα εὑρίσκεται εἰς Ἔβρον κληθεὶς ἐκεῖ διὰ ν’ ἀπελευθερώσῃ καὶ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην. Ἑπομένως ἀγανακτεῖ κάθε ἀνθρωπίνη ψυχὴ ὅταν ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ ὄντως τούτου ἥρωος ρίπτωνται ὕβρεις ἀντὶ νὰ ἀκούωνται ἔπαινοι. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ὡμίλουν, συνάδελφος ἐκ τῆς πτέρυγος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ βουλευτὴς κ. Μελᾶς, ὡμίλησε καὶ εἶπε φράσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἤκουσα, διότι ἂν βεβαίως τὰς ἤκουον, θὰ ἔδιδον τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως. Εἶπε φράσεις ἐναντίον τοῦ προσώπου μου, ἀλλ’ ὁμιλεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε νὰ μὴ κατορθώνῃ ποτὲ νὰ γίνεται ἀκουστὸς. Χθὲς τὴν μεσημβρίαν ἐπληροφορήθην ἀπὸ κάποιον φίλον μου ὅτι ἐδιάβασεν εἴς τινα ἐφημερίδα διακοπὴν τοῦ κ. Μελᾶ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ἐγὼ συνειργάσθην μὲ τοὺς Γερμανοὺς καὶ ἐβοήθησα τὸν ἐχθρὸν κατὰ τὴν συνεργασίαν μου ἐκείνην. Ἄλλωστε δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἔννοιαν ἡ συνεργασία λεγομένη εἰς στιγμὴν μάλιστα κάποιας ἀγανακτήσεως. Παίρνω τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Δὲν ἀνέγραφον τίποτε, παρεκάλεσα τὸν διακεκριμένον Διευθυντὴν ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν συμπαθέστατον κ. Γράψαν νὰ μοῦ δώσῃ εἰ δυνατὸν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Μὲ τὴν εὐγένειαν ποὺ τὸν χαρακτηρίζει καὶ τὴν ταχύτητα τῆς ἐνεργείας μοῦ ἔφερεν ἐντὸς 5 λεπτῶν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἀλλ’ οὔτε εἰς αὐτὰ βλέπω καμμίαν διακοπὴν τοῦ συναδέλφου καὶ διακεκριμένου διπλωμάτου κ. Μελᾶ. Τὸ πρωῒ παίρνω εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν φίλον μου, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν ὅτι ἐδιάβασεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εἶδον εἰς καμμίαν ἐφημερίδα καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τὴν ἐδιάβασεν εἰς τὸ «Βῆμα». Ἀναζητῶ τὸ «ΒΗΜΑ» καὶ βλέπω, κύριοι βουλευταί, μὲ πολλὴν κατάπληξιν, ἀλλὰ καὶ μὲ βαθεῖαν λύπην, φράσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν ἀπὸ κύριον τῆς περιωπῆς, τῆς οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς τοῦ κ. συναδέλφου, βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν. Αἱ φράσεις εἶναι αἱ ἑξῆς: «... ... (ἀναγινώσκει)...Οἱ συνεργασθέντες μὲ τοὺς Γερμανοὺς καὶ ὑπηρετήσαντες τὸν ἐχθρόν. Πρέπει νὰ αἰσχύνεται καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ὅσα λέγει». Εἶναι βαρεῖαι αἱ φράσεις καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. Βεβαίως καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐλέχθησαν παρόμοια, τὰ ἀφῆκα ὅμως ἀπαρατήρητα, διότι ἐθεώρησα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διαλυθοῦν οἱ καπνοὶ τῆς πυρίτιδος τοῦ πολέμου, νὰ κατευνασθοῦν τὰ πνεύματα, διὰ νὰ ἔλθῃ μία στιγμὴ ποὺ ὁ καθένας θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του διὰ τὴν δρᾶσιν του κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Ὅταν εἶδον αὐτὰ ἀνεγεγραμμένα σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον εἰμὴ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Βεβαίως οἱ ἀναγνῶσται τοῦ «Βήματος» δὲν εἶναι πάρα πολλοί, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις. Ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν τὰ ἤκουσε κανείς. Ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Σώματος ἂν τὰ ἤκουσε. Δὲν τὰ ἤκουσε. Δὲν ξεύρω ἂν τὰ ἤκουσε κανείς. Φοβοῦμαι μήπως κἂν δὲν ἐλέχθησαν καὶ ἂν ὁ κ. συνάδελφος εἴπῃ ὅτι δὲν ἐλέχθησαν δὲν ἔχω παρὰ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δὲν ὁμιλεῖ. Ἐπομένως ἐλέχθησαν. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης ἦτο τέλος Ἀπριλίου 1943 ὁπότε πλέον ἡ νίκη τῶν συμμάχων εἶχεν ἀποκλίνει ὁριστικῶς ὑπὲρ αὐτῶν. Εἰς δὲ τὴν Μεσόγειον ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ἐκρίθη ὁ ἀγὼν εἶχε σχεδὸν τελειώσει πᾶσα πολεμικὴ δρᾶσις. Ἐπίστευον δὲ ἀδιστάκτως ὅτι πλέον ἡ νίκη ἔκλινεν ὑπὲρ τῶν συμμάχων καὶ ὅμως ἐδέχθην νὰ ἀναλάβω τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ὅταν ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Ράλλης ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου ἐν Π. Φαλήρῳ καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸν βοηθήσω. Τοῦ εἶπον. Ἀγαπητέ μου Πρόεδρε, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ μὲ στείλῃς στὴ φυλακὴ ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, διότι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποκτήσω εὐκαιρίαν καὶ νὰ κάμω ὑποχωρήσεις. Ὄχι μοῦ εἶπε. Δὲν θὰ ἔχῃς καμμίαν ἐπαφὴν μὲ τοὺς Γερμανούς. Ἐγὼ τὸ ἀναλαμβάνω αὐτό. Πολὺ καλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ. Ἀνέλαβα τὴν διοίκησιν. Κατὰ τίνα τρόπον ἐχειρίσθην τὸ λειτούργημα αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Ἀθηναϊκὴ καὶ εἰδικώτερον γνωρίζει εἰς ποίους κινδύνους προσωπικοὺς ἐξετέθην, ποίας θυσίας ὑπέστην καὶ πῶς ἔφθασα ἀκόμη καὶ μέχρι τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος ἐξ αἰτίας τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν, ποῖοι ἦσαν φίλοι των καὶ ὄχι μόνον νὰ τοὺς προστατεύουν, ἀκόμη καὶ ἐγκληματοῦντας ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἐγκλημάτισα. Ὅτι δὲ ἐγὼ ἐπίστευον, ὅτι ἡ νίκη ἔκλινεν ὁριστικῶς ὑπὲρ τῶν συμμάχων ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅταν ἀνέλαβον τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης ἐνώπιον 3.000 ὑπαλλήλων εἰς τὸ χὼλλ τῆς Τραπέζης ὅπου ὑπῆρχον ἄλλοι 2.000 περίεργοι, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, θὰ μοῦ κάμῃ μίαν μεγάλην χάριν νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ τὰς ἀναγνώσω περικοπάς τινας, τῆς ὁμιλίας μου ἐκείνης, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον ἐγὼ ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα λέγων, νὰ εἶχον ὑπεσταλμένην τὴν πατριωτικὴν σημαίαν. Κύριοι βουλευταί, ἔχω ἀνάγκην τῆς προσοχῆς σας, διότι δὲν πρόκειται κἂν νὰ ὁμιλήσω, θὰ ἀναγινώσω, τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ πεισθῆτε ὅσοι δὲν ἔχετε πεισθῆ ποία ἦτο ἡ δρᾶσις μου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ γίνῃ πλέον λόγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἄλλως θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λέγω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἐπανέλθουν ἐπ’ αὐτοῦ ἐκ νέου ὅτι δικαιοῦνται τίτλου περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἐν τέλει. Τὸ ζήτημα εἶναι ὄχι ἂν ἀνέλαβε κανεὶς ἀξίωμα ἐπὶ κατοχῆς, ἀλλὰ πῶς διεχειρίσθη τὸ ἀξίωμα. Διότι ἂν τὸ ἐχειρίσθη ὑπὲρ τῶν κατακτητῶν ὄχι ἁπλῶς εἶναι δοσίλογος, ἀλλὰ εἶναι κατάπτυστος. Ἄν ὅμως τὸ ἐχειρίσθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγὼ ἐχειρίσθην τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ δι’ αὐτὸ ἔσχον τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔσχον ὡς Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τότε ποῖος ψόγος; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας τῆς πρώτης ὁμιλίας τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν θὰ σᾶς μείνῃ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία. (Ἀναγινώσκει). Προέβλεψα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φύγω ἐνωρίτερον καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε εἰς τὸν λόγον μου ἐκεῖνον, ὅτι τὸ ἀνέφερον. Φαντασθῆτε τὴν κατάστασιν ἐκείνην καὶ θὰ ἴδητε ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Γερμανῶν, ὅσα ἐλέχθησαν. (Ἀναγινώσκων ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Τσουδεροῦ ὡς Πρωθυπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ).
§30Α. ΚΑΚΚΑΡΑΣ. Ἐκεῖ ἐκάματε λάθος.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁμολογῶ, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Τσουδεροῦ ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ....... (ἀναγινώσκει) ...... Εὑρίσκετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι λόγοι ἀνθρώπου, ὅστις ἐβοήθει τοὺς κατακτητὰς καὶ ὅστις εἶχε ἠλαττωμένον τὸ πατριωτικὸν αἴσθημα; Πάντα ταῦτα ἐλέγοντο καὶ ἐγένοντο ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ διότι ὁ ἐχθρὸς, ὡς γνωρίζετε, εἶχεν ἐγκατασταθῆ ἐντὸς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τῶν διερμηνέων παρηκολούθει τὴν ὁμιλίαν μου. Αὐτὰ εἶχον τὴν τόλμην νὰ τὰ εἴπω εἰς ἐποχὴν ἐσχάτης καταθλίψεως. Καὶ αὐτοὶ οἵτινες μὲ κατηγοροῦν δὲν θὰ ἠδύναντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἵν’ ἀναπνεύσουν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). (Ἀναγινώσκων ἀναφέρει ἐνεργείας του ὡς Ὑπουργοῦ Παιδείας ὅτε δι’ ἑνὸς διατάγματος ἀπέλυσε 64 καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου).
§32Γ. ΜΕΛΑΣ. Καὶ τί σχέσιν ἔχει αὐτό;
§33Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχει σχέσιν διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἔχω τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος νὰ πράττω παντοῦ καὶ πάντοτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ προβῶ εἰς ἀπομάκρυνσιν τῶν ἐπὶ κατοχῆς καὶ τῇ συνδρομῇ τῶν Γερμανῶν διορισθέντων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι αἱ χεῖρες μου ἦσαν δεσμευμέναι. Ἦτο ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ ΕΑΜ εἶχεν εἰσβάλει εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ προσεπάθησα διὰ τῶν λόγων μου νὰ συγκρατήσω τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τὸν κατήφορον. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι ἐν μέρει κατώρθωσα τοῦτο καὶ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν τοὺς ἐπανέφερα εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ πάντα ταῦτα ἐλέγοντο ἐπὶ κατοχῆς· ἔδιδον ἐξετάσεις διὰ νὰ συλληφθῶ. Προσεπάθησα μὲ κάθε τρόπον νὰ συγκρατήσω τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὰ ἐθνικὰ πλαίσια. Εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἀποκαλέσω ἀξέστους λαοὺς τοὺς κατακτητάς. (Χειροκροτήματα).
§34Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Καὶ γι’ αὐτὸ ἐπήγατε στὰς φυλακάς.
§35Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Γι’ αὐτὰ ὅλα ἐπῆγα εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἔφθασα πρὸ τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, διότι εἶχον τὴν τόλμην νὰ τὰ διακηρύττω καὶ νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ κατακτητοῦ. (Χειροκροτήματα). Ὑποθέτω ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, θὰ ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν μὲ ποίας διαθέσεις ἐπῆγα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ πῶς ἐξυπηρέτησα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἰς τὰ ἐγκαίνια ἑνὸς σανατορίου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ὁποίου ἐθεώρησα ἀπαραίτητον διότι ἔβλεπα τὴν φυματίωσιν νὰ ἐξαπλοῦται ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐγκαίνια παρευρέθησαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου καὶ ἄλλοι, εἶπα τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει)....
§36Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέτε τώρα ἔχουν δημοσιευθῆ καθόλου;
§37Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δέν ἦτο δυνατὸν νὰ δημοσιευθοῦν κατὰ τὴν κατοχήν. Ἀλλὰ τὰ ἔστειλα παντοῦ τὰ χειρόγραφα αὐτά.
§38Μ. ΚΑΡΖΗΣ. Ἤμην παρὼν ἐγώ.
§39Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. ...... Ὡμίλησα καὶ περὶ τῶν κομμουνιστῶν. (Χειροκροτήματα). Εἶχεν ἐκδοθῆ τότε ἕνα βιβλίον χωρὶς τόνους καὶ εἶπα ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουν εὐκαιρίαν νὰ κτυπήσουν τὸ Ἔθνος.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἕνα τηλεφώνημα πρὸς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τοῦ ἀτίμου μαλλιαρισμοῦ.
§41Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐξέγερσιν τῆς ὑπαίθρου καὶ εἶπα ἡ λέξις «ἐλευθερία» εἶναι ζήτημα ζωῆς διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆραν τὰ βουνά. Μὴ δυνάμενοι, δηλ. οἱ Ἕλληνες νὰ ὑποφέρουν τὴν δουλείαν ἐπῆραν τὰ βουνὰ διὰ νὰ εἴπουν εἰς τοὺς κατακτητὰς τοιουτοτρόπως ὅπως ἐλέχθη καὶ ἐπὶ Περικλέους «μὴ λησμονῆτε ποίους θέλετε νὰ κατακτήσετε». Τόσον ἦτο καυστικὴ ἡ γλῶσσα μου κατὰ τὰ ἐγκαίνια ἐκεῖνα ὥστε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ πᾶμε φυλακή. Ἀλλὰ ὡμίλησα καὶ διὰ τὰ Ἀλβανικὰ ἔπη. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἡ δρᾶσις μου καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ δι’ αὐτήν.
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξηντλήσατε τὸ θέμα.
§43Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ εἶπον περὶ ἐμοῦ καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ κομμουνισταὶ ὑπάλληλοι τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἑώρτασαν τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1943. (Ἀναγινώσκει). Ἐπῆρα, δηλ. ὅλας τὰς εὐθύνας ἐγὼ διὰ νὰ σώσω τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν μετὰ τόσου θαυμασμοῦ καὶ συγκινήσεως. Κατόπιν τούτων ὑπάρχει τις ν’ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὴν ἐθνικήν μου δρᾶσιν; Μ’ ἐφυλάκισαν διὰ κομμουνιστικὴν δρᾶσιν καὶ εἰσήχθην εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ἀπηλλάγην μόνον διότι ὅλοι οἱ δικηγόροι ἐφώναξαν ὅτι δὲν εἶμαι κομμουνιστής. Ἐν τούτοις καίτοι ἀπηλλάγην ἔμεινα ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀκόμη εἰς τὴν φυλακήν. Θὰ σᾶς διαβάσω καὶ μίαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Γρηγορίου (Ἀναγινώσκει). Καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ κανεὶς τὸ τὶ ὑπέστην εἰς τὰς φυλακάς, ποίας κακομεταχειρίσεις μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε καὶ νὰ κοιμῶμαι κάτω μὲ μισὴ κουβέρτα. Ποία δεινὴ κακομεταχείρισις! Καὶ θὰ μὲ ἐξετέλουν ἂν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἐξετελεῖτο ὁ ἀδελφός μου ἀπὸ τοὺς ἀντάρτας. Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ τις καὶ νὰ μὲ κατηγορῇ ὅτι ἔχω μειωμένον τὸ πατριωτικόν μου αἴσθημα; Θὰ σᾶς διαβάσω τὶ ἔγραψεν ὁ Ἠλίας Βενέζης κατὰ τὴν ἀφιέρωσιν τοῦ βιβλίου του «Αἰολικὴ Γῆ». (Ἀναγινώσκει). Πρὸς ἀποκορύφωμα ὅλων αὐτῶν θὰ σᾶς διαβάσω ἕνα βούλευμα. Ὅταν ἔφυγα διὰ τὴν Αἴγυπτον μὲ κατηγόρησαν διὰ δοσιλογισμόν. Δὲν ἔδωσα καμμίαν προσοχὴν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐξεδόθη τὸ ἑξῆς βούλευμα. Τμῆμα Γον. Ἀριθ. 1214. Τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Σ. Π. Συμβούλιον τοῦ Εἰδ. Δικαστηρίου Ἀθηνῶν συγκείμενον ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ Μ. Παντελῆ, Ἐφόρου, ὡς Προέδρου, Ἀνδρ. Κουτσολάκου καὶ Χ. Καθάρειου, Πρωτοδικῶν (κωλυομένων τῶν ἀρχαιοτέρων μελῶν αὐτοῦ) συνελθὸν ἐν τῷ πρὸς διάσκεψιν δωματίῳ του τὴν 4ην Ἰουνίου 1946, παρουσίᾳ τοῦ τε Εἰδ. Ἐπιτρόπου Γ. Βελούζου καὶ τοῦ Γραμματέως Δημ. Δεσποτοπούλου, ἵνα σκεφθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως: Ὁ Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, κάτοικος Ἀθηνῶν, κατηγγέλθη ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 1 ἐδ. εʹ ἄρθρου 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Σ. Π. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διετάχθη καὶ ἐνηργήθη προανάκρισις, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας ὁ Εἰδ. Ἐπίτροπος ὑπέβαλε πρὸς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1203 ἐ. ἔ. ἐγγράφου προτάσεώς του ἐχούσης οὕτω: Ἀφορμὴν εἰς τὴν κατὰ Θεοδώρου Τουρκοβασίλη ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 1 ἐδ. εʹ καὶ ἄρθρον 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Σ. Π. κατηγορίαν ἔδωκε τὸ ἐν τῷ ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1945 φύλλῳ τῆς ἐνταῦθα ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» δημοσιευθὲν σχόλιον ὑπὸ τὸν τίτλον «ἀνενόχλητος» γραφὲν ὑπὸ τοῦ Θεοφυλάκτου Παπακωνσταντίνου, οὐδὲν ἄλλο ἔχοντος ὑπ’ ὄψιν στοιχεῖον, εἰμὴ μόνον τὸ πρὸς τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν Ἀθηνῶν κατὰ Ἰούλιον 1941 ὑποβληθὲν ὑπόμνημα τοῦ κατηγορουμένου, ὅπερ ἐν ἀντιγράφῳ εἶναι συνημμένον τῇ δικογραφίᾳ. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ὑπομνήματος τούτου πείθει ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ διαμαρτυρία διὰ τήν, ὑπὸ τῶν στρατευμάτων κατοχῆς, κακὴν μεταχείρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν εἰς τοὺς Βουλγάρους παραχώρησιν τοῦ ἀπὸ Στρυμόνος μέχρις Ἕβρου τμήματος τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς καὶ ἡ προσπάθεια ἐπιτεύξεως ἐπιεικοῦς καὶ φιλανθρώπου πολιτικῆς, ἔναντι τοῦ δυναστευομένου λαοῦ, ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν στρατευμάτων. Εἰς τοιοῦτον σκοπὸν ἀποβλέπων ὁ κατηγορούμενος, φυσικὸν ἦτο νὰ ἐμφανίσῃ ἑαυτὸν ὡς φίλον τῆς Γερμανίας καὶ νὰ προσθέσῃ τὰς ἐν τῷ ὑπομνήματι εὐμενεῖς ὑπὲρ τῆς Γερμανίας περικοπάς, μὴ παραλείπων συγχρόνως νὰ καυτηριάσῃ δριμύτατα τὴν ἀσκουμένην ἐν τῇ Βουλγαροκρατουμένῃ περιοχῇ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων τρομοκρατίαν καὶ νὰ τονίσῃ τὸ ἄδικον τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς, νὰ χαρακτηρίσῃ δὲ ὡς ἐχθρικὴν τὴν ἀσκουμένην Γερμανικὴν συμπεριφοράν. Ἀναμφισβητήτως, συνεπῶς δὲν συνιστᾷ τὴν ἀντικειμενικὴν ὑπόστασιν τῶν ἀδικημάτων δι’ ἃ ἠσκήθη ἡ ποινικὴ ἀγωγή, τὸ προμνησθὲν ἔγγραφον, ὅπερ μάλιστα δὲν ἀπηυθύνθη πρὸς Ἕλληνας, ἀλλὰ πρὸς τὴν Γερμανικὴν πρεσβείαν καὶ ἄγνωστον πῶς ἐγένετο γνωστόν, ἢ καὶ καθ’ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ περιβάλλοντος τοῦ κατηγορουμένου δέον νὰ ἐγένετο ἡ κοινολόγησις ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πράξεως, ἐξυπηρετούσης τὴν πατρίδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τιμώσης δὲ τὸν εἰς ταύτην προβαίνοντα, διότι δὲν ἐδίσταζε χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος νὰ προσάψῃ εἰς ἑαυτὸν ἰδιότητας, δι’ ἃς ἐκ τῶν πραγμάτων καταδεικνύεται ὅτι ὀδύνας ὑφίστατο. Ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν Παναγιώτου Παναγάκου, Γεωργίου Σπυρίδωνος καὶ Δημητρίου Παπαδοπούλου, ἀντιστρατήγων πάντων, Στυλιανοῦ Γρηγορίου Ὑποδιοικητοῦ Τραπέζης Ἑλλάδος, Σπύρου Καλημέρη καὶ Ἠλία Βενέζη ὑπαλλήλων τῆς αὐτῆς Τραπέζης, ὡς καὶ ἐκ τοῦ περιεχομένου τῶν ὁμιλιῶν τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν καθηκόντων του ὡς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Σανατορίου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος βεβαιοῦται κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ κατηγορούμενος μετὰ σθένους καὶ ἀποφασιστικότητος ἀντέδρα εἰς τὴν ἐθνικὴν κατοχήν, ἐνίσχυσεν οἰκονομικῶς, καὶ πλουσίως μάλιστα, ὡς Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τὰ Σώματα Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ ἐπίστευε πάντοτε εἰς τὴν συμμαχικὴν νίκην καὶ τὴν ταχεῖαν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος μας, ἣν πίστιν καὶ δημοσία διεκήρυξε, συλληφθεὶς καὶ φυλακισθεὶς ὑπὸ τῶν Γερμανῶν, κατὰ τὰ γνωστὰ ἐν τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος, γεγονότα, ἐπὶ τῷ ἑορτασμῷ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1943, χαρακτηρισθεὶς ὡς ὑπεύθυνος καὶ ἀναλαβὼν μάλιστα μόνος τὴν εὐθύνην τῶν γενομένων, διὰ νὰ καλύψῃ, τοὺς ὑπαλλήλους του παρέχων ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ὑψίστης αὐτοθυσίας. Ἡ ὅλη πολιτεία τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὴν κατοχὴν ὑπῆρξεν ἄκρως πατριωτικὴ καὶ ἐξαιρετικῶς σθεναρὰ καὶ οὐδὲν ἀπολύτως στοιχεῖον μαρτυρεῖ οἱανδήποτε ἀξιοκατάκριτον δρᾶσιν ὅπερ γεγονὸς ἀναντίρρητον καθιστᾷ τὴν ὀρθότητα τῆς κρίσεως ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ὡς ἐπιμέμπτου κατατεθέντος ἐγγράφου. Δέον ὅθεν διὰ τοὺς ἄνω λόγους νὰ μὴ γίνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ ἄνω κατηγορουμένου ἐπὶ ταῖς εἰς αὐτὸν ἀποδοθείσαις πράξεσι καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι τὰ ἔξοδα τῷ Δημοσίῳ ἀσκηθείσης αὐτεπαγγέλτως τῆς διώξεως. Διὰ ταῦτα Προτείνω νὰ μὴ γίνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Θεοδώρου Τουρκοβασίλη κατοίκου Ἀθηνῶν, ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 1 ἐδ. εʹ καὶ ἄρθρου 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Σ. Π. πράξεσι καὶ λαβούσαις χώραν ἐν Ἀθήναις διαρκούσης τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς, ἤτοι ἀπὸ Μαΐου 1941 μέχρι Σεπτεμβρίου 1944. Νὰ ἐπιβληθῶσι τὰ ἔξοδα τῷ Δημοσίῳ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4ῃ Ἰουνίου 1946. Ὁ Εἰδ. Ἐπίτροπος Γ. Βελοῦζος. Ἀκοῦσαν αὐτοῦ καὶ προφορικῶς ἀναπτύξαντος τὴν προεκτεθεῖσαν πρότασίν του καὶ εἶτα ἀποχωρήσαντος. Ἰδὸν τὴν δικογραφίαν σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ οἱ ἐν τῇ προεκτεθείσῃ προτάσει τοῦ Εἰδικοῦ Ἐπιτρόπου ἀναφερόμενοι λόγοι εἰσὶν ὀρθοί, νόμιμοι καὶ σύμφωνα πρὸς τὰ ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης προανακρίσεως προκύψαντα πραγματικὰ περιστατικά, δεκτοὶ ὡς τοιοῦτοι καθίστανται καὶ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τούτου. Ἐπειδὴ δέον ὅπως ἐπιβληθῶσι τὰ δικ. ἔξοδα καὶ τέλη τῷ Δημοσίῳ, ὡς ἀσκηθείσης αὐτεπαγγέλτως τῆς ποινικῆς διώξεως. Διὰ ταῦτα Ἰδὸν καὶ τὸ ἄρθρον 14 παράγρ. 9 τοῦ Α. Ν. 533, δεχόμενον τὴν πρότασιν τοῦ Εἰδικοῦ Ἐπιτρόπου. Ἀποφαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Θεοδώρου Τουρκοβασίλη, κατοίκου Ἀθηνῶν, ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 1 ἐδ. εʹ ἄρθρου 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Συντ. Πράξεως, πράξεσι φερομέναις ὡς λαβούσαις χώραν ἐν Ἀθήναις, διαρκούσης τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς, ἤτοι ἀπὸ Μαΐου 1941 μέχρι Σεπτεμβρίου 1944. Ἐπιβάλλει τὰ ἔξοδα καὶ τέλη τῷ Δημοσίῳ. Ἀπεφασίσθη καὶ ἐγένετο ἐν Ἀθήναις τῇ 4ῃ Ἰουνίου 1946 καὶ ἐξεδόθη αὐτόθι τῇ 28ῃ ἰδίου μηνὸς καὶ ἔτους. Ὁ Πρόεδρος Μ. Παντελῆς Ὁ Γραμματεὺς Δ. Δεσποτόπουλος Ὅ,τι ἀκριβὲς ἀντίγραφον Ἀθήναις 26)7)46 Ὁ Δικ. γραφεὺς (Ὑπογραφὴ) Ἐθεωρήθη. Ἀθῆναι αὐθημερόν. Ὁ Προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας (Τ. Σ.) Ὑπογραφή. Νομίζω, ὅτι οἱ πολιτικοὶ λογοδοτοῦν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Κατόπιν τούτων, ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ διαπρεπὴς συνάδελφος καὶ διακεκριμένος διπλωμάτης ὅτι ἐβοήθησα τοὺς Γερμανοὺς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς; Ἄν πρόκειται διὰ τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἀνέλαβα σᾶς λέγω ὅτι καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμά του κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς κατοχῆς καί, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο ἄλλος εἰς τὸν Ἀρχιερατικὸν Θρόνον καὶ ὑπῆρχε καὶ μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Δαμασκηνὸν ὅτι ἐβοήθησε τοὺς Γερμανούς;
§44Α. ΚΑΚΚΑΡΑΣ. Ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας ὅταν ἀναφέρετε διὰ τὸν Δαμασκηνόν.
§45Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διὰ ποῖον Δαμασκηνὸν λέγετε; Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐξέλιπε κάθε σεβασμὸς πρὸς τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.
§46Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν φράσιν ἡ ὁποία ἐλέχθη διὰ τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον καὶ τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὅτι θίγει τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους.
§47Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἀεροπ.). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς κρίσεις ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον κατέχει τὸν Ἀρχιερατικὸν Θρόνον τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). (Τινὲς τῶν βουλευτῶν διαμαρτύρονται. Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς εὐχαριστῶ διότι μὲ ἠκούσατε μετὰ προσοχῆς. Ἐξ ὅσων σᾶς ἀνέγνωσα ἀποδεικνύεται ἡ δρᾶσις μου ὡς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ ἐπανέλθω διὰ κανένα λόγον, εἴτε ἐπαναληφθοῦν ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, εἴτε γραφοῦν εἰς ἐφημερίδας. Παρέλειψα νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἕνα τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον μοῦ ἐστάλη εἰς τὴν Αἴγυπτον ὑπὸ τῶν ἐαμιτῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης καὶ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ἀναμιμνήσκονται μετὰ συγκινήσεως τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἀπὸ κοινοῦ ὑπέστημεν τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1943». Κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἰς οἱονδήποτε ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ κάμῃ ἐρωτήσεις. Διότι νομίζω ὅτι τὰ πάντα ἐθυσίασα εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος. Εἰς ὅλην τὴν δρᾶσιν μου δὲν θὰ εὑρεθῇ τίποτε ἀντεθνικόν. Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς πληροφορήσῃ τὰ ἐμβάσματα τὰ ὁποῖα ἔστειλα πρὸς τὰς Ἐθνικὰς ὀργανώσεις. Θὰ ἦτο ἀκόμη ἐντονωτέρα ἡ δρᾶσις μου ἐὰν ἔμενα ἀκόμη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐφυλακίσθην τετράκις ὑπὸ τῶν Γερμανῶν καὶ τὴν τελευταίαν φορὰν ὑπὸ τὰς χειροτέρας συνθήκας καὶ ἔμεινα εἰς τὰς φυλακὰς πλέον τῶν 100 ἡμερῶν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τί ἔπραξαν κατὰ τὴν κατοχὴν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μὲ κατηγοροῦν; Διότι καὶ ἄλλα ἔχω νὰ παρουσιάσω, ὅπως τὸ δάνειον εἰς τοὺς δικαστὰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς ἐμὲ καὶ τὸ δάνειον πρὸς τοὺς δικηγόρους κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος εἶναι ἔργον ἰδικόν μου. Ἐπίσης καὶ ἡ ἐνίσχυσις πρὸς τοὺς Μακεδόνας καὶ Θράκας πολιτευομένους εἶναι ἰδικόν μου ἔργον καὶ εἶναι ἡ ἀφορμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ πρώτην φορὰν ἦλθον εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς Γερμανούς. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ λέγῃ τις ὅτι δὲν ἐμπνέομαι ἀπὸ πατριωτικὰ αἰσθήματα;
§49Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Οὐδείς.
§50Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἀσφαλῶς ἔχετε προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς κατηγορήσῃ κανεὶς δι’ ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ. Ἔχετε γράψει τὴν ἱστορίαν σας. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀναλαμβάνῃ τις ἀξιώματα ὅταν ὁ τόπος κατάκειται εἰς ἐρείπια; Διότι νομίζω ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ δρᾶσις ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν πρέπει ν’ ἀναλαμβάνῃ ἀξιώματα ὅταν ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς ἐρείπια. Τότε διατὶ δὲν ἀναλάβατε ἀξιώματα καὶ μὲ τοὺς Βουλγάρους, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσετε τὴν Πατρίδα;
§51Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐλπίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ δώσω ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐκ Καβάλας συνάδελφον. Τὸ ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναδεχθῶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ζήτημα ἰδικῆς μου ἀντιλήψεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ζήτημα δὲν εἶναι διατὶ ἀνέλαβον τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἀλλὰ πῶς ἐχειρίσθην τὸ ἀξίωμα. Ἂν ὑπηρέτησα τὸν ἐχθρὸν, τοῦτο εἶναι κατάπτωσις. Ἐὰν ὑπηρέτησα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νομίζω, ὅτι διὰ τοῦτο εἶμαι ἄξιος πάσης τιμῆς. Χαίρω δὲ διότι μοῦ ἐγένετο ἡ διακοπὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὅταν οἱ Γερμανοὶ εἶχον καταλάβει τὰς μεταξὺ τοῦ Ντόβερ καὶ Καλαὶ δύο Ἀγγλικὰς νήσους, ὑπῆρξαν Ἄγγλοι οἵτινες ἀνέλαβον τὴν διακυβέρνησιν αὐτῶν. Ὅταν δὲ ἠρωτήθη ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ κατὰ τῶν δεχθέντων νὰ ὑπηρετήσουν ὑπὸ τὸν ἐχθρόν, ἀπήντησε: «Τοὺς ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην διότι ἀνέλαβον τὸ ἀξίωμα ἐπὶ Γερμανῶν διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς Ἄγγλους». Ἐσφαλμένως λοιπὸν ὁ συνάδελφος μὲ ἐκάκισε διότι ἐδέχθην ὡς πολιτικός, ἀξίωμα ἐπὶ κατοχῆς. Ὡς πολιτικὸς ἐθυσίασα τὸν ἑαυτόν μου.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὡμιλήσατε ἀποστομωτικὰ διὰ τὸ προσωπικόν σας ζήτημα. Καὶ ἀπεδείξατε ὅτι, εἶσθε πράγματι γνησιώτατος ἀπόγονος τοῦ Τουρκοβασίλη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὰ τὰ ἄλλα. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ μὴ ἀνελάμβανον ἀξιώματα ἐπὶ κατοχῆς. Τὸ θέμα ὅμως δὲν εἶναι αὐτό. Διότι αὐτὸ εἶναι ζήτημα διαφορᾶς ἀντιλήψεων.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ θέμα τὸ θεωρῶ ἤδη λῆξαν. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔχω νὰ δώσω οὐδεμίαν ἀπάντησιν πλέον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Τονίζω, ὅμως, διὰ πᾶσαν νέαν τυχὸν ἐπίθεσιν, ὅτι θὰ παραπέμψω τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. (Χειροκροτήματα).
§54Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι εὐτυχής, ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ συναδέλφου εἰς τὸ βῆμα, μοῦ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιφέρω μίαν διόρθωσιν εἰς μίαν παράβλεψιν τῶν πρακτικῶν. Διότι, ὁμολογουμένως, τὰ πρακτικὰ δὲν ἀνέγραψαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶχα ἐκστομίσει καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο οἰκτρὸν ἐὰν δὲν ἀνεδεχόμην ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Τὴν ἐξεστόμισα καὶ μάλιστα μετ’ ὀργῆς, ἡ δὲ ὀργή μου προεκλήθη ἀπὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματός μου, ὁ σεβαστὸς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Θεμιστοκλῆς Σοφούλης, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι κακῶς ἠγέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἐπὶ ἄλλου ἐντελῶς θέματος, τῆς δράσεως δηλονότι ὡρισμένων ἀγωνιστῶν εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, εἶχε γίνει ἀντικείμενον ἀτόπου ἐπιθέσεως. Εἰς τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν παρεμβαίνων ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, προσέθηκεν ὀλίγας φράσεις περὶ τοῦ κ. Σοφούλη. Μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ θίξῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Αὐτὴν καὶ μόνον τὴν δήλωσίν του, ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἐπὶ δίωρον ἀγορεύσεώς του, συγκρατῶ καὶ ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Ἐν τούτοις ὅμως, προχθὲς ἀκούων αὐτὸν νὰ λέγῃ ὅσα εἶπε, διὰ τὸν Ἀρχηγόν μου, ἐμόρφωσα — χωρὶς παραφορὰ νὰ μὲ ὁδηγῇ εἰς τοῦτο — σαφῆ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι χωρὶς, βέβαια βίαν ἐκφράσεως, ἀλλὰ στόμφον, δι’ ἄλλου τρόπου πλαγίου, διὰ συγκεκαλυμμένων φράσεων καὶ ὡραιοφανῶν, ἤθελε νὰ καταφέρῃ βαρύτερον καὶ ὑπουλότερον κτύπημα κατὰ τοῦ ἐντίμου καὶ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός. Ὑπάρχουν, κύριοι, καὶ εἰς τὸ ὕφος τὸ φιλολογικὸν καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν λόγον, δύο τρόποι χρησιμοποιήσεως τοῦ προφορικοῦ λόγου ἢ τοῦ γραπτοῦ. Ὁ εὐθύς, ὁ ἄμεσος καὶ κάποτε τραχύς, καὶ ὁ πλάγιος, ὁ πεποικιλμένος, ὁ τορνευμένος καὶ ὁ ὑπονοῶν. Εἶναι βεβαίως, ἀξιόλογον μέσον καὶ ἡ δευτέρα μορφὴ τοῦ λόγου πρὸς ἐπίθεσιν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἀθάνατος Σαίξπηρ, εἰς τὴν γνωστήν του τραγῳδίαν τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος, ἕνα ἀπὸ τὰ μνημεῖα τοῦ γραπτοῦ λόγου, εἰς τὸν περίφημον μονόλογον τοῦ Μάρκου Ἀντωνίου κατὰ τοῦ Βρούτου, διὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὰ πλήθη κατ’ αὐτοῦ ὡς συνωμότου, κατ’ ἐπανάληψιν λέγει: «Ἀλλ’ ὁ Βροῦτος εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος». Κάτι παρόμοιον μοῦ ἐθύμισεν ἡ περὶ Σοφούλη παρέμβασις καὶ δὲν τὸ ἀποκρύπτω, οὔτε πρόκειται νὰ τὸ ἀποσύρω. Εἶπα κατὰ λέξιν τοῦτο: «Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ μᾶς δίδουν μαθήματα πατριωτισμοῦ, οἱ συνεργασθέντες μετὰ τῶν Γερμανῶν». Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ φράσις δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά, εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, ὅτι μοῦ παρέχεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπανορθώσω διὰ πλήρους ἀγορεύσεως τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν τῶν πρακτικῶν — πῶς γενομένην, δὲν ἐξετάζω — ἀλλὰ πάντως παράλειψιν. Καὶ καθ’ ἣν στιγμήν, λυποῦμαι, διότι ἀπασχολῶ τὸ Σῶμα εἰς ὥρας μεγάλων ἐθνικῶν κοινωνικῶν καὶ ποικίλων προβλημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπείγοντα ἔργα νομοθετικὰ πρόκεινται ἐνώπιόν μας, μὲ θέματα τοιαύτης φύσεως, ἐν τούτοις εἶναι εὔλογον καὶ φυσικόν, ὅτι θὰ ἀπασχολήσω τοὺς συναδέλφους ἐπί τινα λεπτά, ὄχι ἐπὶ θέματος προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ γενικωτέρου ζητήματος τόσον μεγάλης σημασίας, ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς σημασίας ποὺ ἀνέκυψε. Νομίζω καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θὰ συμφωνήσουν μαζί μου, ὅτι ἀποτελεῖ εὐτύχημα, ὅτι παρεσχέθη εἰς τὸ Σῶμα τῆς Αʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, μετὰ τὴν συμφορὰν καὶ τὴν ἐρήμωσιν ποὺ ἐνέσκηψεν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος πρὸ μιᾶς ὁλοκλήρου ἑξαετίας, ἡ εὐκαιρία νὰ δώσῃ ἐπὶ τέλους τὸ Σῶμα ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ μέτρον τοῦ πῶς κρίνει τὰ ζητήματα, τὰ τόσον κεφαλαιώδους, ἐθνικῆς καὶ ἠθικῆς τάξεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Εἶναι καιρός, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κάμωμεν ἕνας ἕκαστος τὸν διαχωρισμὸν αὐτῶν τῶν τεραστίων ἠθικῶν προβλημάτων, νὰ κάμωμεν μίαν ἀναμέτρησιν τῆς συνειδήσεώς μας καὶ νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ, ἔναντι τοῦ Ἔθνους νὰ ἀναλάβῃ ἕνας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὅσας καὶ οἱασδήποτε εὐθύνας ἔχῃ νὰ τοῦ καταλογίσουν. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγου, πρὶν κατέλθῃ τοῦ βήματος ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, προσέθηκε μίαν ἐντελῶς περιττὴν καὶ ἀτυχῆ κατ’ ἐμὲ δήλωσιν. Εἶπεν, ὅτι εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, εἴτε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, εἴτε ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ Τύπου, ἀποτολμήσουν νὰ ἐπαναλάβουν παρόμοια πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ πράγματι λεχθέντα, τοὺς ὑπομιμνήσκει τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ μας νόμου. Τὸν εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν, ἀλλὰ καὶ τὸν διαβεβαιῶ συνάμα, ὅτι δὲν πρόκειται ἀπὸ τοῦ στόματός μου νὰ ἐξέλθῃ λέξις, ἡ ὁποία εἴτε νὰ ἐμπίπτῃ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἴτε πρὸ παντὸς νὰ ἐμπίπτῃ εἰς ἄλλον νόμον, ὑπέρτερον ὅλων τῶν νόμων, τὸν ἠθικὸν νόμον. (Φωναὶ ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων: Μπράβο.). Δὲν πρόκειται νὰ κατέλθω εἰς τὸ χαμερπὲς ἐπίπεδον τοῦ συκοφάντου καὶ ὑβριστοῦ. Φέρω ἕνα ὄνομα, διὰ τὸ ὁποῖον σεμνύνομαι, ὅτι συμπίπτει μὲ κάποιας ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Ἔθνος, ἀπὸ οἱανδήποτε τὸ ἔφεραν ἄλλοτε ἢ καὶ νεώτερον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε. Τὸ πῶς ἕνας ἕκαστος φέρει τὸ ὄνομά του, ἔχει σημασίαν καί, λέγω, ὅτι ἐὰν καὶ πρὸς στιγμὴν μόνον, κύριοι συνάδελφοι, λέγων, ὅσα ἐπανέλαβον κατὰ λέξιν, ὅτι εἶπον προχθές, ἐγὼ μόνος θὰ εὕρισκα τὸν τρόπον νὰ τιμωρήσω ἐμαυτόν. Δὲν θὰ ἀνέμενον τὰς ὑπομνήσεις του, περὶ ποινικοῦ νόμου καὶ οὔτε μὲ ἐπτόησεν ἡ μνεία τοῦ ποινικοῦ νόμου, οὔτε εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐμπίπτουν εἰς τὰς λαβίδας αὐτοῦ. Ὁ κ. συνάδελφος, ἐξιστόρησεν ἐπὶ δίωρον ὁλόκληρον, γεγονότα σημαντικά, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοῦ ὁμολογήσω ὅτι μὲ ἀφῆκε τελείως ἀσυγκίνητον. Ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ καὶ ἐνώπιον τῆς Δʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θεωρίαν, ὅτι εἶναι νοητόν, ὅτι εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ θεωρῇ Ἕλλην, μὲ αἷμα ἑλληνικὸν ρέον εἰς τὰς φλέβας του, ὅτι εἶναι νοητὸν λέγω νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐδῶ παρουσίας τοῦ κατακτητοῦ, τοῦ ἐχθροῦ, εἰς οἱονδήποτε ἀξίωμα μικρὸν ἢ μεγάλον, ὑπεύθυνον ἢ μὴ καὶ νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ἐὰν ὑπηρέτησεν ὑπὸ τὸν ἐχθρόν, ἀλλὰ τὸ πῶς εἰργάσθη, ἐὰν εἰργάσθη ἐθνικῶς ἢ ἀντεθνικῶς. Τοιαύτας θεωρίας, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ παραδεχθῶ, οὔτε καὶ νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι πολλοὶ ἐδῶ διατεθειμένοι νὰ ἀνεχθοῦν τοιοῦτον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ἡ Ἑλλὰς κατελήφθη τὸ 1941, ἀλλά, πολὺ πρὸ τῆς μοιραίας πτώσεως τῆς Ἑλλάδος, εἶχον πέσει ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην αἱ συμμαχικαὶ χῶραι. Πρώτη ἡ Πολωνία, κατόπιν ἡ Γαλλία, τὸ Βέλγιον, ἡ Ὁλλανδία, ἡ Νορβηγία καὶ ἤδη, πολὺ πρὶν πατήσῃ τὸ πόδι τοῦ κατακτητοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἤδη ἀποτελοῦσε παγκόσμιον σύμβολον ὁ ὅρος Κουΐσλιγκ. Κουΐσλιγκ ἐλέγετο ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Νορβηγίας, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ὑπὸ ποίους ὅρους ὁ κατακτητὴς ἐγκατέστησε. Καὶ ἦσαν καὶ ἄλλα Ἔθνη ὑποδουλωθέντα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεδουλώθησαν ἐθνικῶς, ὅπως καὶ ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδουλώθη. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας κατὰ τὸν μαῦρον χρόνον τῆς κατοχῆς ἐπεβάλλετο ἡ ὀρθὴ ἀντίληψις, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ τις τὴν Πατρίδα χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ ὑπουργικὰ καὶ ἄλλα ἀξιώματα. Δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τὸν κύριον συνάδελφον τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὸν ψέγω διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὴν ὑπηρέτησε καὶ ψέγω ἀπολύτως τὰς τοιαύτας ἀντιλήψεις του. Δὲν ἦτο δυνατόν, οὔτε νοητόν, Ἕλλην ἀπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ ἢ ἄλλου ὑπευθύνου ἀξιώματος νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπηρεσίαν. Ἀπέμεινον μόνον αἱ δευτερεύουσαι ὑπηρεσίαι κυρίως περιθάλψεως, τὰς ὁποίας προσέφερον ὄντως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες, αἱ κατώτεραι αὐταὶ ἀρχαί, ὡς καὶ οἱ ἰδιῶται ἀληθινοὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσουν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐχθρικῆς κυριαρχίας τῆς χώρας, ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα πράγματα, ποὺ Ἑλληνικὰ χέρια θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἐξασφαλίσουν. Κυβέρνησις ὅμως Ἑλληνική, πρὸς ὑπεύθυνον ἀντιμετώπισιν πολιτικῶν καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἐθνικῶν πραγμάτων, βεβαιότατα δὲν ἠμποροῦσεν οὔτε ἐπετρέπετο νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ κατακτητοῦ. Ἐπρόκειτο, ἑπομένως, δι’ ὅσους συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ κατακτητοῦ, περὶ ἐσκεμμένης παραγνωρίσεως καὶ παραμερισμοῦ ἑνὸς ἠθικοῦ φραγμοῦ κατ’ ἐμὲ ἀκαταλύτου, τὸν ὁποῖον καὶ μόνον παραγνωρίζοντες, ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθοῦν νὰ ὑπηρετήσουν, δῆθεν, τὴν Ἑλλάδα, ὑπηρετοῦντες πράγματι τὸν τότε κυρίαρχον κατακτητήν. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, ........
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶμαι πρῶτος ἐκ Μεσσηνίας καὶ πρῶτος ἐξ Ἀρκαδίας καὶ πρόσεξε ὅταν προφέρῃς τὸ ὄνομα Θ. Τουρκοβασίλης, νὰ προσέχῃς πῶς μιλᾶς, διότι σὺ εἶσαι ἕνας βουλευτὴς τῆς μειοψηφίας καὶ ἐβγῆκες διότι ὑπηρέτησες ἕνα κόμμα. Εἶσαι ἕνας μικρὸς ἄνθρωπος. (Φωναί, ἀντεγκλήσεις, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§56Γ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μοῦ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι τὸ ὄνομα Μελᾶς εἶναι λευκὸν καὶ ἔχει μίαν ἱστορίαν. Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας καὶ Ἀρκαδίας πρῶτος ἐκλεγεὶς βουλευτὴς...... (Φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι, ἀντεγκλήσεις).
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἀερ.). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι ἐκφεύγομεν τῆς σοβαρᾶς ἀντιμετωπίσεως τῶν ζητημάτων. Νὰ ἡσυχάσουν τὰ πνεύματα, διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἠρεμήσῃ ἡ Βουλή.
§58Γ. ΜΕΛΑΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Κύριε συνάδελφε, λέγω ὅτι....
§59Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶσαι μικρὸς ἄνθρωπος σύ, καὶ ἐξελέγης, διότι ὑπηρέτησες εἰς ἕνα κόμμα καὶ ἦλθες τελευταῖος καὶ ἐγὼ μὲ τὰς κατηγορίας αὐτὰς ἦλθα πρῶτος. (Φωναί, θόρυβος, ἀντεγκλήσεις, κωδωνοκρουσίαι).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὀξύτης εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ συζήτησις, δὲν ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω συνέχισίν της καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι σύμφωνον τὸ Σῶμα νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9. 30′ μ. μ.).