1946.11.28
2.945 στίχοι · 22.075 λέξεις · 153 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75η
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν μελῶν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου Πολιτικῶν Συνταξιούχων, ζητεῖ πρὸς ἄμεσον βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν συνταξιούχων αʹ) τὴν κατὰ 50% αὔξησιν τῶν νῦν χορηγουμένων συντάξεων μέχρις ὁριστικῆς ρυθμίσεως αὐτῶν, βʹ) ὅπως τοῦ λοιποῦ περιλαμβάνωνται καὶ οἱ συνταξιοῦχοι εἰς πᾶσαν διατασσομένην διανομὴν εἰδῶν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὡς καὶ εἰς πᾶσαν διευκόλυνσιν παρεχομένην εἰς αὐτοὺς (ἔκπτωσιν ναύλων, ὑγειονομικὴν περίθαλψιν κλπ.), γʹ) τὴν κατάργησιν τοῦ χαριστικοῦ νόμου 1190, δι’ οὗ εὐνοοῦνται κατ’ ἄδικον τρόπον οἱ ἀπὸ τοῦ 1946 ἐξερχόμενοι τῆς ὑπηρεσίας ἀνώτατοι στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Δημητρᾶτος, καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Χαυριάτων, Χαυδάτων, Ματζαβινάτων καὶ Μονοπλάτων, αἰτούντων ἀλληλοαποδέσμευσιν ἀγροληπτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ὑφισταμένου κτηματικοῦ καθεστῶτος. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Ν. Ζέρβας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων–Καλαμπάκας, διεκτραγωδούντων οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασίν των, εἰς ἣν περιῆλθον συνεπείᾳ τῆς δράσεως τῶν ἀναρχικῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Χούτας καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Στάμου Βάλτου Αἰτωλοακαρνανίας, ζητούντων ἐπίλυσιν τοῦ καπνικοῦ ζητήματος πρὸς ἀντιμετώπισιν στοιχειωδῶν ἀναγκῶν καπνοπαραγωγῶν. Ὁ Χ. Λεκᾶκος, κάτοικος Μεγαρίδος, διαχειριστὴς τοῦ Ταμείου τῆς πόλεως ταύτης ζητεῖ δικαίαν διαβάθμισιν τῶν Ταμειακῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ἀνάπηροι πολέμου 1940–41 ἀκρωτηριασμένοι εἰς ἀμφοτέρας τὰς κνήμας, ζητοῦν ἔγκρισιν πρὸς τοποθέτησιν θεραπαινίδος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ζώχου, ζητεῖ ἀνάκλησιν τῶν εἰς Θεσσαλονίκην ἀπεσπασμένων δημοδιδασκάλων. Ὁ Ἀριστείδης Μαλτῆς ἰατρός, κάτοικος Θεσσαλονίκης, ζητεῖ ἔγκρισιν τῶν δικαιωμάτων του ἐπὶ τοῦ ἐν Πατούσῃ Φλωρίνης μεταλλείου λιγνίτου. Ὁ Δῆμος Φλωρίνης ἀποστέλλει ὑπόμνημα, ἐκθέτων τὴν ἐθνικὴν δρᾶσιν τοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου Φλωρίνης «Ὁ Ἀριστοτέλης», ζητοῦντος τὴν ἄμεσον στρατιωτικὴν ἐνίσχυσιν τούτου. Τὸ παράρτημα Ἐθνικοῦ Κόμματος Χιτῶν Κοινότητος Ἀμησιάνων Καβάλλας, δι’ ἀναφορᾶς του, ζητεῖ ὅπως τεθῇ ἐκτὸς νόμου τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα. Οἱ αὐτοκινητισταὶ Κρήτης δι’ ὑπομνήματός των διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην, ὡς ἰσχυρίζονται, ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 140)1946 Ν. Δ. Τὸ Σωματεῖον Ἀρτοποιειῶν Σερρῶν καὶ ἡ Συντεχνεία ἀρτοποιῶν Κορινθίας, δι’ ἀναφορῶν των ζητοῦν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρτοποιῶν καὶ λειτουργίας ἀρτοποιείων». Ἐπιλαχόντες ὑποψήφιοι σπουδασταὶ Ἀνωτάτης Σχολῆς Πολιτικῶν Μηχανικῶν Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου αἰτοῦνται τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὴν ἀνωτέρω Σχολὴν μειουμένης τῆς σχετικῆς βαθμολογικῆς βάσεως. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: 1) Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν βουλευτῶν Κ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουλουμβάκη, Δ. Κούτσικα, Δ. Πετροπούλου, Α. Μπιράκη. Τὸ μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1946 εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐκ φόρων πλουτησάντων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 13.537.993.185 μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς τοῦτο τῶν μὴ τακτοποιηθεισῶν εἰσέτι λογιστικῶς ἀξιῶν, μεταβιβασθέντων εἰς ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀκινήτων ἐπὶ συνόλου περίπου 3616 φορολογουμένων τῆς κατηγορίας ταύτης εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἐξ ὧν ἐξώφλησαν 1938. Ἐκ τῶν ὑπολοίπων προσωποκρατοῦνται τινὲς εἴτε διότι ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσι τὴν ὀφειλήν των, δεδομένου ὅτι τὰ ἐπιτευχθέντα κατὰ τὴν κατοχὴν κέρδη κατηνάλωσαν, εἴτε διότι κρατοῦνται καὶ ὡς ποινικοὶ δοσίλογοι, εἴτε τέλος διότι δυστροποῦσι νὰ καταβάλωσι τὸ χρέος των, καίτοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι ἔχει δημιουργηθῆ παρ’ αὐτοῖς ἡ ἐντύπωσις ὅτι θὰ ἐπιτύχωσι τελικῶς τὴν ἀπαλλαγήν των. Πλειστάκις εἰς τὰς δύο ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων παρέχονται διευκολύνσεις, ὥστε νὰ ἀποφυλακίζωνται μετὰ τὴν ἐπί τινα χρόνον παραμονήν των εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὁσάκις διαπιστοῦται ἀδυναμία καταβολῆς των συνισταμένη ὄχι εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐκέρδισαν ἐπὶ κατοχῆς τὰ ποσὰ δι’ ἃ ἐφορολογήθησαν, ἀλλὰ διότι ἠνάλωσαν ταῦτα. Οὐδεὶς φυγοδικεῖ συνεπείᾳ ἐκδόσεως εἰς βάρος του ἐντάλματος προσωπικῆς κρατήσεως, πλὴν τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω δυστροπούντων, τῶν λοιπῶν καταβαλόντων τὰς ὀφειλάς των διὰ τμηματικῶν καταβολῶν κατόπιν παρεχομένων διευκολύνσεων πληρωμῆς, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον βραδύνει ἡ ὁλοκληρωτικὴ εἴσπραξις. Κατασχέσεις ἐπὶ περιουσιακῶν στοιχείων ὀφειλετῶν, κεκτημένων τοιαῦτα, ἔχουσι γίνει καλύπτουσαι κατὰ τὸ μεῖζον μέρος τὴν ὀφειλήν των. Οἱ προσφέροντες ἐμπροθέσμως ἀκίνητα, κτηθέντα ἐπὶ κατοχῆς, δὲν ὑπόκεινται εἰς συντελεστὴν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν κέκτηνται ἑτέραν περιουσίαν κτηθεῖσαν πρὸ τῆς κατοχῆς χορηγεῖται αὐτοῖς ἀναστολὴ διώξεως μέχρις ἐκδόσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Σ. Π. 114 προβλεπομένου εἰδικοῦ νόμου. Ἡ μὴ ἔκδοσις μέχρι τοῦδε τοῦ νόμου τούτου, δυσχεραίνει μεγάλως τὸ ἔργον τῆς εἰσπράξεως, δεδομένου ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων τῶν προσφερθέντων πρὸς μεταβίβασιν ἢ καταληφθέντων πρὸς ἐκπλειστηρίασιν δι’ ὀφειλὰς φόρου πλουτησάντων ἀνέρχεται κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 15 δισεκατομμύρια. Ἐφ’ ὅσον ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τῶν φορολογουμένων ἔνστασις ἢ αἴτησις ἀναθεωρήσεως καὶ ἔχει κατασχεθῆ περιουσία καλύπτουσα περίπου τὸ χρέος, χορηγεῖται αὐτοῖς τμηματικὴ καταβολὴ εἰς μηνιαίας δόσεις μὴ ἐπιτρεπομένης ὁλοκληρωτικῆς ἀναστολῆς πληρωμῆς ὑπὸ τῶν σχετικῶν διατάξεων. Οὕτω δὲ διὰ μηνιαίων δόσεων καὶ ἕξ ἢ ὀκτὼ ἢ καὶ δέκα ἐνίοτε, ἐπιτυγχάνεται ὥστε μέχρι τῆς ἐκδόσεως ὁριστικῆς ἀποφάσεως νὰ ἔχῃ καταβληθῆ ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου μέρος τοῦ τελεσιδίκως ἐπιδικασθησομένου ποσοῦ εἰς τρόπον ὥστε μετὰ ταῦτα νὰ ἐπιδιώκεται πλέον ἡ εἴσπραξις τοῦ ὑπολοίπου. Ἡ ἀναστολὴ πληρωμῆς μέχρι τελεσιδικίας τῶν ἀποφάσεων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κατὰ τ’ ἀνωτέρω θὰ ἀντετίθετο εἰς τὸν νόμον, θὰ ἰσοδυνάμει πρὸς ἀναστολὴν εἰσπράξεως οἱουδήποτε ποσοῦ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα δεδομένου ὅτι ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀσκηθέντων ἐνδίκων μέσων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσῃ ταχέως. Ὡς πρὸς τὸν συντελεστὴν ἐδόθη ἀπάντησις εἰς προηγουμένην ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κίνια. Αὕτη δὲ ἔχει ὡς ἀκολούθως: Κατὰ τὸ ἔτος 1945 τὸ Κράτος εὑρίσκετο σχεδὸν ἄνευ πόρων. Πρὸς ἀποφυγὴν ἐκδόσεως χαρτονομίσματος διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς σταθεροποίησιν τῆς νομισματικῆς καταστάσεως, ἐκρίθη ὅτι αἱ εὐπορώτεροι τάξεις καὶ κυρίως οἱ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἀποκτήσαντες ὀφέλη, εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθῶσιν, ἵνα διὰ τῶν ἐκ τῶν φορολογιῶν τούτων ἐσόδων πραγματοποιηθῶσιν οἱ ἀνωτέρω σκοποί. Πρὸς τοῦτο ἐδημοσιεύθησαν οἱ Ἀναγκαστικοὶ νόμοι 182)45, 441)45 καὶ 651)45 δι’ ὧν ἐπεβλήθησαν οἱ ἔκτακτοι φόροι πλουτησάντων, ἐκτάκτου εἰσφορᾶς καὶ ὠφελείας ἐξ εἰσαγωγῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς. Παρ’ ἐλπίδα ἡ νομισματικὴ κατάστασις ἐχειροτέρευσε μὲ ρυθμὸν σταθερόν. Συνεπείᾳ τῆς τοιαύτης ἐξελίξεως τῆς νομισματικῆς καταστάσεως ἦτο ἡ συνεχὴς πτῶσις τῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς καὶ ἡ ἀνισομερὴς ἐπιβάρυνσις τῶν φορολογουμένων εὐνοηθέντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἴτε λόγῳ μὴ ἐγκαίρου βεβαιώσεως τοῦ φόρου, εἴτε διότι ἐφάνησαν ἀπρόθυμοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων, προσῆλθον τελευταῖοι νὰ καταβάλωσι τὰς ὀφειλάς των ἢ καὶ δὲν ἐξώφλησαν εἰσέτι ταύτας, ἐπιτυχόντες οὕτω νὰ ἐξοφλῶσι κατὰ μῆνα Ἰανουάριον τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτοῖς φορολογικὴν ὑποχρέωσιν δι’ οἰκονομικῆς θυσίας κατὰ 20–25 φορὰς μικροτέρας ἐκείνης ἥν θὰ ὑφίσταντο ἐὰν δὲν ὑπετιμᾶτο ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς. Τὴν διόρθωσιν τῆς προκυψάσης καταστάσεως ἐπεδίωξεν ὁ Α. Ν. 825)1946 ὁρίσας ὅτι οἱ μετὰ τὴν 31.1.46 ἐξοφλοῦντες τὰς ὀφειλάς των ἐκ τῶν ἀνωτέρω φόρων θὰ ὑπόκεινται εἰς συντελεστὴν ὁριζόμενον ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν. Οἱ συντελεσταὶ οὗτοι, ἀπὸ τοῦ ὁρισμοῦ των παρέμειναν οἱ αὐτοί. (Διὰ τὸν φόρον πλουτησάντων 5 διὰ τὸν φόρον ὠφελείας ἐκ τῶν εἰσαγωγῶν κατὰ τὴν κατοχὴν 2 καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον εἰσφορὰν 1.50). Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ σημειωθεῖσα πτῶσις τῆς δραχμῆς ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1945 ὅτε ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας πλουτησάντων μέχρις Ἰανουαρίου 1946 καθίσταται προφανὲς ὅτι τὸ ὕψος τῶν ὁρισθέντων συντελεστῶν πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξουδετερώνῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὴν ὠφέλειαν ἣν ἐκτήσαντο οἱ φορολογούμενοι οἱ καθυστερήσαντες τὴν ἐξόφλησιν τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων. Οἱ αὐτοὶ λόγοι οἵτινες συνέτρεξαν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ συντελεστοῦ ἐπὶ τῶν χρεῶν τῶν μέχρι τῆς 31.1.1946 βεβαιουμένων συντρέχουσι καὶ διὰ τὰ ἀπὸ τῆς ἄνω ἡμερομηνίας καὶ ἐντεῦθεν βεβαιούμενα ποσά, διότι ἡ ἀξία τῶν ὠφελημάτων λογίζεται μὲ τὴν τιμὴν τῆς λίρας τῆς ἐποχῆς Ἀπριλίου 1945 καὶ οὐχὶ τὴν τρέχουσαν, ὥστε ὁ ἐπιβαλόμενος φόρος νὰ μὴ ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς. Οὕτως, ἡ χορήγησις προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς φορολογικῆς ἀποφάσεως πρὸς πληρωμὴν φόρου ἄνευ συντελεστοῦ θὰ ἀνέτρεπεν αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ Α. Ν. 825)1946, ἡ ὁποία ὡς ἐλέχθη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ μὴ ἔγκαιρος ἐξόφλησις τοῦ φόρου ἀλλὰ ἡ σημαντικὴ διαφορὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἐπ’ ὠφελείᾳ πάντοτε τῶν φορολογουμένων ἡ νομισματικὴ κατάστασις, ὁ δὲ συντελεστὴς δὲν εἶναι συνεπείᾳ μὴ ἐγκαίρου ἐξοφλήσεως τῆς ὀφειλῆς, ἀλλὰ ἀναπροσαρμογῆς ταύτης ἐπιβαλομένη ἐκ τοῦ ὅτι ὁ φορολογούμενος ὠφελήθη τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς. Ἐξ ἄλλου αἱ οἰκεῖαι ἐκδικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τὸν πολλαπλασιασμὸν τοῦ χρέους ἐπὶ τὸν συντελεστήν. Ἡ ἀπαλλαγὴ συνεπῶς τῶν μὴ ἤδη βεβαιουμένων ὀφειλῶν ἀπὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς, σημαίνει μείωσιν τῆς ὀφειλῆς κατὰ τὰ ⅘ καὶ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ματαίωσιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν μὴ εἰσέτι καταβληθέντων ἢ βεβαιωθέντων ποσῶν τοῦ φόρου τούτου τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς θὰ ἐδημιούργει κατάφωρον ἀδικίαν εἰς βάρος τῶν ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου 1946 καὶ μέχρι καταργήσεως καταβαλόντων τὸ χρέος των ἐπὶ τὸν συντελεστήν, ἣν ἀδικίαν ἐὰν ποτὲ ἐσκέπτετό τις νὰ θεραπεύσῃ ἐπιστρέφων εἰς αὐτοὺς τὰ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καταβληθέντα, θὰ ἐδημιούργει σοβαρὰν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. 2) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαμβέτσου. Ὁ νόμος 1902 τοῦ 1914, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο ὅτι οἱ συνταξιοδοτούμενοι ὡς παθόντες ἐκ φυματιώσεως ὁπλῖται τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς, θαλάσσης, ἀέρος καὶ χωροφυλακῆς λαμβάνουσι τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως τῆς παρεχομένης εἰς τοὺς ὁμοιοβάθμους των ἀναπήρους πολέμου, καθιέρου ὅλως προνομιακὴν θέσιν τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν συνταξιούχων ἔναντι πάντων τῶν λοιπῶν παθόντων ἐν εἰρηνικῇ περιόδῳ στρατιωτικῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Οὕτω, π. χ., φυματικὸς δεκανεύς, χωροφύλαξ κλπ. μὲ ἀναπηρίαν 70% ἐλάμβανε δυνάμει τοῦ νόμου τούτου βασικὴν σύνταξιν δραχμῶν 3850, ἐνῷ ὁ ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας παθὼν ἀνθυπολοχαγὸς, μὲ τὸ αὐτὸ ποσοστὸν ἀνικανότητος, λαμβάνει κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις δραχμὰς 2380, ὁ ὑπολοχαγὸς δραχμὰς 2620 καὶ ὁ λοχαγὸς 3200. Πρὸς ἄρσιν τῆς ἀνικανότητος ταύτης καὶ ἐφ’ ὅσον, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τῶν περὶ πολεμικῶν συντάξεων δι’ ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν ἐν εἰρηνικῇ περιόδῳ παθόντων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐπροτάθη ἡ ἀκύρωσις τοῦ νόμου, ὡς ἄλλως εἶχεν εἰσηγηθῇ καὶ ἡ συσταθεῖσα εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν μελέτην τῶν ἀκυρωτέων κλπ. νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς. Τὸ ζήτημα ἐξακολουθεῖ μελετώμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ κατηρτίσθη σχέδιον νόμου δι’ οὗ ἀναστέλεται ἡ μείωσις τῆς συντάξεως ἡ ἐπερχομένη συνεπείᾳ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀνωτέρω νόμου. 3) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κωνσταντινίδη. Δυνάμει τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1946 Β. Δ. «περὶ καθορισμοῦ νομίμου ἢ ἐξ ὑπερημερίας καὶ ἐκ δικαιοπραξίας ὀφειλομένου τόκου, δημοσιευθέντος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 243 τῆς 21 Αὐγούστου 1946 Φ.Ε.Κ. (τεῦχος Αʹ) τὸ ποσοστὸν τοῦ ἐκ δικαιοπραξίας ὀφειλομένου τόκου, ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἀπὸ τῆς 21 Αὐγούστου 1946 καὶ ἐφεξῆς εἰς δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πάσης φύσεως προμηθειῶν καὶ λοιπῶν ἀνταλλαγμάτων. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1946 ἀπόφασιν τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ χρηματοδοτήσεως ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας», τὸ ἐπιτόκιον τῶν χορηγήσεων ἐν γένει τῶν Τραπεζῶν πρὸς τοὺς τρίτους, εἴτε αὗται παρέχονται ἐξ ἰδίων διαθεσίμων, εἴτε ἐκ κεφαλαίων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 10%. 4) Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 25 Ἰουνίου 1946 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λαμπριανίδη καὶ Κωστοπούλου. Πληροφοροῦμεν τοὺς κ. κ. ἐρωτῶντας βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ αἴτημα τῆς Ὁμοσπονδίας Βομβοπλήκτων–Πυροπαθῶν καὶ Πολεμοπαθῶν Βορείου Ἑλλάδος «περὶ συστάσεως ἐκτιμητικῶν Ἐπιτροπῶν πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ ἐκτίμησιν τῶν ἐκ τοῦ Πολέμου ἐπενεχθεισῶν ζημιῶν πάσης φύσεως, διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέβαινεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἐν λόγῳ αἰτήματος, τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν, ἔστω καὶ σιωπηρῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται πιθανῶς νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἀποζημιώσεις εἰς χρῆμα, τοῦθ’ ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ ἐπενεχθεῖσαι ζημίαι εἶναι τεράστιαι καὶ διότι δυναμικότης χρηματικὴ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν δὲν ὑπάρχει. Παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἐπενεχθεισῶν ζημιῶν, ὡς ζήτημα γενικὸν καὶ ἀφορῶν ὁλόκληρον τὴν χώραν, καὶ ὄχι μίαν κατηγορίαν βομβοπλήκτων καὶ ζημιωθέντων, θὰ ἀντιμετωπίσῃ διὰ τοῦ γενικοῦ αὐτῆς προγράμματος περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας. 5) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Δεσύλλα. Κατὰ τὰς ληφθείσας πληροφορίας παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως νὰ δοθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ. 6) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πέλλης κ. Δ. Οἰκονόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσῃ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν ἐπὶ πωληθέντων ἀνταλλαξίμων κτημάτων πρὸ τῆς 11.11.44 παρουσιάζει δυσχερείας διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν μὴ ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων τῶν ἐνυποθήκων ἀπαιτήσεων τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας, διότι καὶ μετὰ τὸν νόμον 18)1944 περὶ νομισματικῆς ρυθμίσεως εἰς ὃν ὑπήχθησαν καὶ αἱ ἐνυπόθηκοι ἀπαιτήσεις ἀνταλλαξίμου περιουσίας ἐπὶ ἐκποιηθέντων ἀκινήτων της, ὡς ἔχουσαι γενεσιουργὸν αἰτίαν ὑφισταμένην πρὸ τῆς 11.11.1944 ἤτοι τῆς ἰσχύος του, ἡ ἐξάλειψις τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑφισταμένων ἀπαιτήσεών της, δὲν εἶναι δυνατὴ καθ’ ὅσον διὰ τοῦ νόμου 930)1943 ἄρθρον 7 παράγραφος 2 (διατηρηθέντος ἐν ἰσχύϊ), ἀπαγορεύεται ἡ ἐξόφλησις τῶν μὴ ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων ἐνυποθήκων ἀπαιτήσεων. Ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐξάλειψις τῶν ὑποθηκῶν ἀπαιτεῖται τροποποίησις τοῦ ὡς ἄνω νόμου 930)43 τοῦθ’ ὅπερ μελετᾶται ἵνα δοθῇ ἡ ἁρμόζουσα λύσις. 7) Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως 85 τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Β. Ἀθανασίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα πλήρως τὴν δυσχερῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔχουν περιέλθει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι, μελετᾶ μετὰ προσοχῆς τὰ κατάλληλα μέτρα, ἅτινα δέον νὰ ληφθῶσι πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν παρεχομένων σήμερον δυνατοτήτων ὑπὸ τῆς δημοσιονομικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεφασίσθη ἤδη ἡ εἰς τρόφιμα καὶ ἐφόδια οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῶν ἐν λόγῳ τάξεων μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200.000 δι’ ἕκαστον ὑπάλληλον ἢ συνταξιοῦχον, καταβάλλουσα πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως αἱ διανομαὶ ἀρχίσουν τὸ ταχύτερον. Ἤδη ὑπεγράφη ἀπόφασις παροχῆς εἰς ἕκαστον ὑπάλληλον 5 ὀκάδων ὀρύζης, 5 ὀκάδων ἀλεύρου, 2 ὀκάδων ἐλαίου καὶ 5 ὀκάδων ζυμαρικῶν.
§3Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν λάβει γνῶσιν πολλοὶ βουλευταί, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ πολῖται ἔλαβον ἐπίσης γνῶσιν, ὅτι ὑπεβλήθη πρὸς ὑμᾶς ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῆς Πρεσβείας τῆς Κύπρου. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος νὰ ἀνακοινωθῇ ἡ ἀναφορὰ καὶ νὰ συζητηθῇ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τεραστίας σπουδαιότητος διὰ τὴν Πατρίδα μας. Ἡ Κύπρος, ἡ ὁποία μᾶς ἐδίδετο τὸ 1916, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς δίδεται τὸ 1946, διὰ λόγους σπουδαιοτέρους ἤδη. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς (Ὑπ. Δημ. Ἔργων) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς τεχνικοῦ ἐπιδόματος εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων». Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης (Ὑπ. Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας) καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Ἰουνίου 1930 καὶ τοῦ Α. Ν. 966 τῆς 21 Φεβρουαρίου 1946», 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1946 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ κ. SAL. DUNKELBLUM διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας ἐπεξεργασίας ἀδαμάντων», 3) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1095)1946 Α.Ν. περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ Χρηματιστήριον Ἀξιῶν Ἀθηνῶν», καὶ 4) «περὶ ἀντικαταστάσεως, καταργήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινων τῆς περὶ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως κειμένης Νομοθεσίας». Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος (Ὑπ. τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ Μουσείου Μπενάκη καὶ τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Καμπάνης, Α. Ὀρφανίδης, Κ. Μπέλλας, Α. Φράγκος, Β. Κρῖκος, Σ. Πολυζωγόπουλος, κ. ἄ., καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ διατάξεως ἀφορώσης τὴν ἡλικίαν Δημοτικῶν Ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Βύζας, Θ. Μανωλόπουλος, Α. Ἰατροῦ, Μ. Καρζῆς, Δ. Γιαννόπουλος, Α. Μουστρούφης, Γ. Τζωρτζόπουλος, Ι. Φωτόπουλος, Ν. Ἀθανασίου, Ε. Κουσαῆς, Δ. Προμπονᾶς, Ι. Ντόζης, Ν. Παναγιωτόπουλος, Α. Θεοδωρόπουλος, Ν. Καράμπελλας, Γ. Μπάρδας, Α. Καραθόδωρος, Α. Ὀρφανίδης, Γ. Στρᾶτος, Κ. Κορόζος, Α. Νικολαΐδης, Ν. Κώττας, Κ. Παπακωνσταντίνου, Ι. Πάντος κ. ἄ., καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσαυξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων εἰς τὴν Ἀρχιτεκτονικὴν Σχολὴν Ε. Μ. Πολυτεχνείου». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν Ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1946–47 οἰκονομικὰ ἔτη πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκ. ἔτους 1946–47». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κουλουμβάκης, Μ. Βαρβιτσιώτης, Γ. Στράτος, Μ. Καροῦσος, Π. Ροζάκης, Ι. Λίτσιος καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κρίσεως ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς τελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαμπρόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας πλουτησάντων». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Λαμπριανίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κρίσεως ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς τελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Χούτας, Γ. Παπαϊωάννου, Χ. Στεργιόπουλος, Ε. Καζατζῆς, Σ. Πολυζωγόπουλος, κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 967)46 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ὑπὸ τοῦ Ταμείου Νομικῶν κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Λαμπριανίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρόνου διαγραφῆς ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1946». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μπακόλλας, Μ. Βαρβιτσιώτης, Μ. Καρζῆς καὶ Π. Σπηλιώτης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Θʹ ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν κλπ.».
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν λάβει πολλοὶ βουλευταὶ γνῶσιν ἀλλὰ καὶ πολῖται ἀκόμη Ἕλληνες χθὲς ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ὑπεβλήθη πρὸς ὑμᾶς ἀναφορὰ τῆς Πρεσβείας τῆς Κύπρου. Νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἀκόμη ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος νὰ ἀνακοινωθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τῆς Πρεσβείας τῶν Κυπρίων καὶ νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ θέμα προφανῶς εἶναι τεράστιον διὰ τὴν Πατρίδα μας καὶ εἶναι ὄντως ἀνάγκη νὰ ἀποδοθῇ ἡ ὑπερτάτη δικαιοσύνη διότι κατὰ ποίαν λογικὴν ἡ Κύπρος ἡ ὁποία μᾶς ἐδίδετο τὸ 1915 πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δίδεται τὸ 1946 διὰ λόγους μεγαλυτέρους καὶ περισσοτέρους. (Χειροκροτήματα).
§5Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπανορθώσω μίαν παράλειψιν διὰ τὴν ὁποίαν ὑπεύθυνος εἶναι ἡ μνήμη καὶ ἡ καρδία ὅλων μας. Πρὸ δύο ἀκριβῶς ἡμερῶν συνεπληρώθη τριετία ἀπὸ τῆς μεγάλης καὶ συγκλονιστικῆς τραγωδίας τοῦ Μονοδένδρου. Τὴν 26ην Νοεμβρίου 1943, 118 ἐκλεκτὰ ἡγετικὰ στελέχη τῆς πόλεως καὶ τῶν περιχώρων τῆς Σπάρτης ἤχθησαν ὑπὸ τῶν κατακτητῶν εἰς τὸ μαρτύριον. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἔπεσαν ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Σῶμα ὅπως τιμηθῇ ἡ μνήμη τῶν μαρτύρων τηρουμένης ἑνὸς λεπτοῦ σιγῆς.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀληθῶς ἦτο τρομερὰ ἡ σφαγὴ ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τᾶν Οὔννων οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζοντο ὅτι πρωτεστάτουν εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔσφαξαν ἀγριώτατα καὶ βαρβαρώτατα 118 ἐκλεκτοὺς νέους τῆς Σπάρτης καὶ τὸ γεγονὸς συνέβη ὡς ἑξῆς: Ὡδηγοῦντο αὐτοὶ οἱ 118 ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν διὰ τῆς δημοσίας ὁδοῦ καὶ ἐνῷ ὡδηγοῦντο ἐδολοφονήθησαν δύο ἐμπροσθοφύλακες τῶν Οὔννων ὑπὸ τῶν Ἐαμιτῶν, τοῦτο δὲ ἀπετέλεσεν αἰτίαν καὶ οἱ Οὖννοι ἤρχισαν νὰ τουφεκίζουν τὰ τέκνα τῆς Σπάρτης. Οἱ κομμουνισταὶ ἂν καὶ ἦσαν περισσότεροι καὶ καλύτερα ὡπλισμένοι δὲν ἐπετέθησαν ἐναντίον αὐτῶν καὶ οὕτω ἐπεδόθησαν οἱ Οὖννοι εἰς τερατώδη σφαγὴν διότι οἱ Ἐαμῖται, οἱ ἀργυρώνητοι αὐτοὶ σφαγεῖς οἱ ὁποῖοι φέρουν Ἑλληνικὸν αἷμα εἰς τὰς ἀρτηρίας των, ἀλλὰ δὲν φέρουν Ἑλληνικὴν ψυχήν, δὲν προσεπάθησαν νὰ τοὺς ἐμποδίσουν εἰς τὸ ἀνοσιούργημά τους.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ τηρήσῃ ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴν εἰς μνήμην τῶν ἡρωϊκῶν νεκρῶν. (Ἐγειρομένου τοῦ κ. Προέδρου ἐγείρονται οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ τηρεῖται ἑνὸς λεπτοῦ σιγή).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον Θʹ Ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν κλπ.» καὶ τῶν σχεδίων νόμων «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΙΓʹ Ψηφίσματος» καὶ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Θʹ Ψηφίσματος». Ὁ κύριος Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§9Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ψήφισμα τῆς ἐξυγιάνσεως ἔρχεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Ἀπησχόλησεν ὅμως ἤδη καὶ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς συνεζητήθη διὰ μακρῶν τὸ πρῶτον ψήφισμα, τὸ κύριον, τὸ βασικὸν ψήφισμα τῆς Ἐξυγιάνσεως καὶ πρὸ ἡμερῶν τὸ 3ον ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας τῆς ἐξυγιάνσεως. Ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως συνεζητήθη εὐρέως τὸ πρῶτον ψήφισμα. Ἐπίσης καὶ τὸ δεύτερον τὸ τροποποιητικὸν τοῦ πρώτου. Ἐπειδὴ ἐκεῖ ἔλαβον τὸν λόγον καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις, θὰ παρακαλέσω τὰ μέλη ἐκεῖνα τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἤδη μέρος καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ μοῦ συγχωρήσουν τὴν μερικὴν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν πραγμάτων. Συζητοῦμεν σήμερον καὶ τὰ τρία ψηφίσματα ἐν τῷ συνόλῳ των καὶ ἑπομένως τίθεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὅλον ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως. Ἡ λαϊκὴ ἐντολή, ἡ ὁποία ἐδόθη τὴν 31 Μαρτίου, ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶχε νόημα πολιτικόν, ἀλλὰ πολιτειακόν. Τοῦτο, καθὼς εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι ἐν μέρει μόνον ἀληθές. Ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ εἶχε πρωτίστως νόημα πολιτικόν. Τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἦτο ἕνα τμῆμα τοῦ ὅλου προβλήματος. Ἐθεωρεῖτο δηλαδὴ ἀπὸ μίαν μᾶζαν τῶν ἐκλογέων, ὅτι διὰ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ πολιτειακοῦ προβλήματος θὰ καθίστατο εὐκολωτέρα ἡ προστασία ἐναντίον τῆς κομμουνιστικῆς ἀπειλῆς. Ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ λύσις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ ἕως σήμερον τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, εἶναι πολύπλοκος. Ἡ προστασία δηλαδὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἐθνικοφρόνων Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, ἐναντίον τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ἐκ τῆς ἐν τῇ χώρᾳ δρώσης 5ης φάλαγγος, δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἑνὸς καὶ μόνον μέτρου. Τὸ πρῶτον τμῆμα εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν καταστολὴν τοῦ ἀνατρεπτικοῦ κινήματος. Τὸ δεύτερον τμῆμα εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ὑφισταμένων συνθηκῶν. Τὸ τρίτον τμῆμα εἶναι ἡ διαφώτισις τοῦ Ἔθνους· καὶ τὸ τέταρτον εἶναι ἡ ἐξυγίανσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταστολὴν τοῦ ἀνταρτικοῦ κινήματος πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀκόμη κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις ἀπησχολήθη τὸ σῶμα μὲ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδέποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἀρκετά, ἐφ’ ὅσον αἱ καθημεριναὶ εἰδήσεις ἐκ τῶν διαφόρων σημείων τῆς χώρας ἔχουν οἵαν ἐμφανίζουν καθ’ ἡμέραν ἔκτασιν. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναμφιβόλως ἕνα ἐξαιρετικὸν ρεκὸρ ὀργανωτικῆς ἐπιτυχίας. Παραλαβοῦσα δηλαδὴ ἀπὸ τὴν προκάτοχόν της Κυβέρνησιν πέντε ἑκατοντάδας ἀνατρεπτικῶν στοιχείων, κατώρθωσεν ἐντὸς ἑξαμήνου χρονικοῦ διαστήματος νὰ τὰ εἰκοσαπλασιάσῃ. Τοῦτο πράγματι ἦτο ἐξαιρετικὴ ἐπιτυχία, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε σήμερον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου νὰ μὴ ἔχωμεν παρὰ συνεχεῖς μάχας καὶ καθημερινὰ ἀνακοινωθέντα, τῶν ὁποίων τὸ καταστάλαγμα εἶναι τὸ δημοσιευθὲν σήμερον σχετικῶς μὲ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὸ Μάνδαλον. Τὸ ἀνακοινωθὲν αὐτὸ λέγει: «Ἡ μεγάλη μάχη τοῦ χωρίου Μανδάλου ἔληξε σήμερον τὸ ἀπόγευμα, ὁπότε ὁ στρατὸς εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ χωρίου, ἀποκαταστήσας πλήρως τὴν τάξιν. Αἱ εἰς τὸ χωρίον εἰσελθοῦσαι στρατιωτικαὶ δυνάμεις εὗρον 13 χωροφύλακας φονευμένους μετὰ τοῦ διοικητοῦ τῶν ὑπολοχαγοῦ Παύλου Κωνσταντινίδου. Ἐπίσης ἐφονεύθησαν 24 χωρικοί, ἐτραυματίσθησαν 12 χωροφύλακες καὶ 2 χωρικοί, ἐκάησαν δὲ 60 οἰκίαι ἐθνικοφρόνων». Αὐτὸ εἶναι τὸ σημερινὸν ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν τελευταίαν ἔκδοσιν τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων συμπληροῦται διὰ τῆς εἰδήσεως, ὅτι ἡ πόλις τῆς Νώτιας ἀνακατελήφθη καὶ πάλιν ὑπὸ τῶν ἀνταρτῶν. Παρὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις ἐναβρυνομένη καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν ἐπιτυχίαν της εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μέτωπον, σχεδιάζει ταξίδιον ἀναψυχῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἢ παραμένει μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ πρόβλημα τὸ ἐσωτερικὸν δὲν εἶναι πρόβλημα ἐσωτερικόν, ἀλλ’ εἶναι πρόβλημα ἐξωτερικόν. Ἢ, διὰ νὰ ἑρμηνεύσω ὀρθότερον, ὅπως ἐξετέθη ἡ Κυβερνητικὴ ἄποψις, εἶναι ζήτημα ὑψηλῆς διπλωματίας, τὸ νὰ μὴ λέγεται, ὅτι πρόκειται περὶ ἐσωτερικοῦ προβλήματος, ἀλλὰ περὶ ἐξωτερικοῦ. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν περισσοτέρας ἐπιτυχίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἀναγινώσκει ἐφημερίδας καὶ ὅτι δὲν πληροφοροῦνται τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἀπὸ τοὺς ἐδῶ εὑρισκομένους ἀνταποκριτὰς ξένων ἐφημερίδων. Καὶ νομίζουν, ὅτι πρόκειται περὶ κουτοφράγκων, ὥστε νὰ παραπλανηθοῦν τινές, μεταξὺ τῶν ξένων παρατηρητῶν, περὶ τῶν πραγματικῶς συμβαινόντων ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῇ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ ἐξωτερικὸς παράγων ἐνισχύει τὸ ἐσωτερικὸν κίνημα. Ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀνταρσία εἶναι ἐκ τῶν ἔσω καὶ δέον νὰ κατασταλῇ ἐκ τῶν ἔσω, οὐδεὶς ἐπίσης δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἑνὸς τόσον ἀνεξαντλήτου ἀλλὰ καὶ πράγματι λίαν ἐξηντλημένου προβλήματος καὶ ἐξετάζω τὴν δευτέραν ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ἐξυψώσεως τῶν βιοτικῶν συνθηκῶν. Γνωρίζετε, κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τοῦ λαοῦ ἀνυψώθη κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον. Βεβαίως ἡ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ πρὸς ἐργασίαν εἶναι μεγίστη καὶ εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερε χθὲς ὁ κύριος Ὑφυπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐσωτερικὴ τάξις δὲν ἀποκαθίσταται, οὐδεμία ἐργασία εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους στεγάζεται ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἐξακολουθοῦν καὶ κατὰ τὸν παρόντα χειμῶνα νὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Τὸ κυριώτερον σημεῖον τῆς στέγης δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ τὸ λύσωμεν. Ἐπίσης ἀπὸ ἀπόψεως τιμῶν εἶναι γνωστόν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐσωτερικὴ ἀσφάλεια εἶναι εἰς οἷον σημεῖον εὑρίσκεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κυκλοφορία τῶν ἐγχωρίων προϊόντων. Ἑπομένως εἶναι φυσικὸν ὅτι αἱ τιμαὶ ἀνέρχονται καὶ φοβοῦμαι ὅτι κατὰ τὸν λίαν προσεχῆ χρόνον θὰ ἀνέρχωνται ἔτι μᾶλλον.
§10Χ. ΛΑΔΑΣ. Δηλαδὴ ἡ συζήτησις γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§11Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδὴ καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι εἰς εὐχάριστον σημεῖον. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου σημειοῦμεν τὴν πλήρη Κυβερνητικὴν ἀποτυχίαν. Εἰς τὸ τρίτον ζήτημα τῆς διαφωτίσεως, ἐκεῖ δὲν ἔχομεν πλήρη ἀποτυχίαν, ἐκεῖ ἔχομεν πλήρη ἔλλειψιν, πλήρη ἔλλειψιν κυβερνητικῆς δράσεως. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς, ἡ ἀντιπολίτευσις, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ὑφυπουργείου Τύπου καὶ Προπαγάνδας, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν μὲ κάποιαν σχετικὴν ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, προσεθέσαμεν μεταξὺ τῶν ἀπασχολήσεων τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ τὸ ἔργον τῆς διαφωτίσεως. Τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ Ὑπουργείου εἶναι τὸ σπουδαιότερον, εἶναι ὁ σπουδαιότερος τομεύς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὤφειλε νὰ δράσῃ τὸ ἐπίσημον Κράτος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πλήξῃ τὴν κομμουνιστικὴν κίνησιν. Διότι, ὅπως εἶπον, καὶ ἄλλοτε ὁ Ἑλληνικὸς κομμουνισμὸς δὲν ἔχει τὰ ἴδια ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει εἰς τὰ ἄλλα κράτη καὶ εἰς τὴν θεωρίαν περὶ κομμουνισμοῦ καὶ σοσιαλισμοῦ. Δὲν εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὸν Ἑλληνικὸν κομμουνισμόν, καὶ παρατηροῦμεν τὸ περίεργον φαινόμενον ἄνθρωποι φύσει ἀντικομμουνισταὶ νὰ εἶναι κομμουνισταὶ καὶ ἄνθρωποι θέσει κομμουνισταὶ νὰ εἶναι ἐθνικόφρονες. Εἶναι δηλαδὴ ἐντελῶς ξένον τὸ Ἑλληνικὸν κομμουνιστικὸν πρόβλημα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκομεν εἰς τὰ διάφορα συγγράμματα, ὅσοι ἔχομεν ἀσχοληθῇ μὲ τὰ κοινωνικὰ αὐτὰ προβλήματα. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς διαφωτίσεως ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ κύριον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅμως οὐδεμία ἐγένετο ἀπόπειρα ἀπασχολήσεως. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι τὸ Ὑφυπουργεῖον Τύπου καὶ Προπαγάνδας, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν θὰ ἀρχίσῃ ταχέως ἐπιτελοῦν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἔργον, διότι, ἐὰν δὲν τὸ κάμωμεν, θὰ ἔχωμεν καθ’ ἑκάστην νέαν εἴσοδον κληρωτῶν ἐν τῷ στρατεύματι κομμουνιστὰς κατὰ μεγαλύτερον ποσοστὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον καὶ φυσικὰ πολλαπλασίαν αὔξησιν τῆς ἐνόπλου δυνάμεως τῶν ἀναρχικῶν. Ἐπίσης τὸ Κράτος πρέπει νὰ μὴ ἐμφανίζεται ἀπὸ ἀπόψεως διαφωτίσεως ὡς ἐμφανίζεται σήμερον, διότι ἄλλως θὰ κάμῃ νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ ἐλπίζουν τὰ ἀνατρεπτικὰ στοιχεῖα ὅτι θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπιτύχουν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ὁμαλῆς ὁδοῦ. Τὸ τέταρτον, κύριοι, σημεῖον εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἦτο ὁμόφωνος ἡ Κοινὴ Γνώμη, ὅτι ἔπρεπε τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ χωρήσῃ ταχέως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἰδίαν σπουδήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπελήφθη ὅλων τῶν ἄλλων σοβαρῶν ζητημάτων ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐξυγιάνσεως. Τὸ πρῶτον σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὑπεβλήθη μόλις τὴν 18 Ἰουλίου καί, μολονότι τὸ ἐπεξειργάσθη τότε ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Σῶμα πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν του, ἀλλ’ ἀνέμενε τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως διὰ νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον ταύτης. Ἡ ἐξυγίανσις, ὅπως τὴν ἐφαντάσθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅπως κατὰ πλειοψηφίαν Κυβερνητικὴν ἐνεφανίσθη εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Κυβερνητικὸν ψήφισμα, περιέχει τέσσαρας λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις δημοσίου λειτουργοῦ. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ συνεργασία μετὰ τῆς δικτατορίας, ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ἡ συνεργασία μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὁ τρίτος λόγος εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ ἀνατρεπτικὸν κίνημα καὶ ὁ τέταρτος λόγος εἶναι ἀσυμβίβαστος διαγωγὴ ἢ σωματικὴ καὶ διανοητικὴ ἀνικανότης. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὸν κατάλογον αὐτὸν τῶν λόγων ἀπολύσεως. Καὶ διεφωνήσαμεν κυρίως, διότι ἐπιστεύομεν ὅτι οὗτος ὁ κατάλογος δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε μὲ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν οὔτε μὲ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκεται καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ ἀδιάβλητον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μεταξὺ τῶν λόγων εἶναι καὶ λόγος ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς κρίσεως τῶν ἐκκαθαριζόντων, εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ νὰ προκύψῃ κατάχρησις καὶ ὁ ἀπολυόμενος ὑπάλληλος λόγῳ ἐπαγγελματικῆς ἀνικανότητος νὰ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἀπελύθη ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ἀλλὰ διὰ λόγους, μὴ κομματικῆς συμφωνίας μὲ τὴν ἐκκαθαρίζουσαν αὐτὸν Κυβέρνησιν. Καὶ τότε εἶναι φυσικὸν νὰ δημιουργηθῇ ζήτημα ἐκκαθαρισθέντων, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν ἀποτάκτων, μὲ τὴν προσπάθειαν ἐν ἐγγὺς ἢ ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι, νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ὅλη αὐτὴ ἐργασία. Ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, διότι αὕτη ἕνα καὶ μόνον λόγον ἤθελεν ἐξυγιάνσεως, τὸν λόγον δηλαδὴ τῆς συμπράξεως μὲ ἀνατρεπτικὰ στοιχεῖα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε αὐτὸν τὸν κατάλογον, τὸ ἔπραξε καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀδυναμίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ὅλας τὰς πράξεις της, ὅτι δηλαδὴ ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ ἀρεστὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καί μὴ ἔχουσα ἕτερον κῦρος ἔναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐμφανισθῇ εὐλαβὴς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐθεσπίσθησαν εἰς τὸ παρελθόν. Πράγματι, ἂν θελήσητε νὰ ἀναγνώσετε τὴν Συμφωνίαν τῆς Βάρκιζας, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀντιγραφή, μετ’ ἐλαχίστων τροποποιήσεων, τῶν λόγων ἐξυγιάνσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπετράπησαν ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν εἰς τὸ Ἐλεύθερον Κράτος διὰ τὴν μέλλουσαν ἐκκαθάρισιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐλάβεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Συμφωνίαν αὐτήν, ἡ ὁποία προδήλως, κινεῖ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ μὴ θίξῃ αὐτὸ τὸ SACROSANCTUM τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Ἡ κυριωτέρα αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξυγίανσις, εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἡ ἀπόλυσις παντὸς στοιχείου ἀνήκοντος εἰς τὴν κομμουνιστικὴν παράταξιν. Θὰ φανῇ, ἴσως, κάπως ὑπερβολικὴ ἢ θὰ θίξῃ ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ πιστεύουν ὅτι διὰ λόγους διπλωματικοὺς δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ φανῇ τόσον ὑπερβολικὴ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν ἀντιλαμβανόμεθα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν διπλωματίαν. Βεβαίως τὸ διεθνὲς κοινωνικὸν ψεῦδος ἐδημιούργησε δύο ἐννοίας Δημοκρατίας: τὴν λεγομένην Δυτικὴν καὶ τὴν λεγομένην Ἀνατολικὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας. Ἡμεῖς γνωρίζομεν μίαν μόνον ἔννοιαν Δημοκρατίας: τὴν Δημοκρατίαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεται ἐλευθερία σκέψεως, συνειδήσεως καὶ ἐκφράσεως, καὶ τὴν Δημοκρατίαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Λαὸς κυβερνᾶται ὑπὸ ἐλευθέρως ἐκλεγομένων, μεταξὺ πλειόνων καταλόγων ὑποψηφίων, ἀντιπροσώπων. Δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἀποτελοῦν Δημοκρατίαν αἱ χῶραι ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ πλειόνων διὰ τὴν ἀνάδειξιν τῶν ἡγητόρων τοῦ Ἔθνους καὶ αἱ χῶραι ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία γνώμης, σκέψεως καὶ ἐκφράσεως. (Χειροκροτήματα). Τοὐναντίον πιστεύομεν ὅτι ὑπάρχουν δύο τύποι Φασισμοῦ: ὁ τύπος τοῦ Δυτικοῦ Φασισμοῦ καὶ ὁ τύπος τοῦ Ἀνατολικοῦ Φασισμοῦ. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουν Ἀνατολικὴ Δημοκρατία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἄλλη διατύπωσις διὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς Ἀνατολικῆς ἐννοίας τοῦ Φασισμοῦ. Δι’ ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσχολήθησαν θεωρητικῶς μὲ τὰ προβλήματα τοῦ Σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ Κομμουνισμοῦ δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ λεχθοῦν δύο λέξεις περὶ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγεννήθη τὸ κομμουνιστικὸν κίνημα. Τούτου προηγεῖται τὸ σοσιαλιστικὸν δημοκρατικὸν κίνημα. Τὸ κίνημα αὐτὸ περιέχει ἀπὸ ἀπόψεως Πολιτικοοικονομικοῦ περιεχομένου τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς πρόγραμμα τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ σοσιαλιστικῶν δημοκρατικῶν κομμάτων καὶ κομμουνιστικῶν κομμάτων ἦτο καὶ εἶναι μία: ὅτι τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἐν μὲν τοῖς πρώτοις ἐπιδιώκεται διὰ τῆς ὁμαλῆς δημοκρατικῆς ὁδοῦ ἐν δὲ τῷ κομμουνιστικῷ κινήματι ἐπιδιώκεται διὰ τῆς βιαίας καταλήψεως καὶ διὰ τῆς βιαίας διατηρήσεως τῆς βιαίως καταληφθείσης ἀρχῆς. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων εἶναι εὐχερῶς καταληπτή, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ τοῦ κομμουνισμοῦ ἔγκειται ἡ ἀνατροπὴ τῆς ὑπαρχούσης ἐννόμου τάξεως. Ἡ ὕπαρξις τοῦ κομμουνισμοῦ ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας. Θεωρῶ ἑπομένως ὄχι πολὺ σοβαρὸν τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε πρὸ ἡμερῶν πρὸς ἕνα τῶν ὁμιλούντων βουλευτῶν, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν ἠρώτα ἐὰν ἐπεθύμει νὰ τεθῇ ὁ κομμουνισμὸς ἐκτὸς νόμου. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσωμεν ἡμεῖς τὸν κομμουνισμὸν ἐκτὸς νόμου.
§12Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ἐὰν προτείνῃ ν’ ἀρχίσῃ ἡ δίωξις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμουνιστῶν.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἤκουσα. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο: δὲν πρόκειται νὰ θέσωμεν ἡμεῖς τὸν κομμουνισμὸν ἐκτὸς νόμου. Ὁ κομμουνισμὸς ἔθεσεν ἑαυτὸν ἐκτὸς νόμου δι’ αὐτῆς τῆς δράσεώς του. Εἶναι ἀδυναμία τοῦ Κράτους νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴν τὴν ἐκτὸς νόμου θέσιν τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ ἐναντίον αὐτοῦ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ἐναντίον παντὸς θέτοντος ἑαυτὸν ἐκτὸς νόμου. Τούτου δοθέντος, κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ κομμουνιστικὴ ἰδεολογία, καὶ ἐν τούτῳ θὰ διαφωνήσω ἐλαφρῶς πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ κομμουνιστικὴ ἰδεολογία ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, κώλυμα διὰ τὴν διατήρησιν ἢ τὴν εἴσοδον προσώπου τινὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Διότι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, λειτουργὸς τοῦ Κράτους, λειτουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως, δὲν δύναται ἰδεολογικῶς νὰ ἀνήκῃ εἰς κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κόμμα ἀλλ’ ἐπανάστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἀνήκῃ εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τοῦ νομίμου Κράτους. Διότι ὁ ὑπάλληλος αὐτός, εὑρισκόμενος ἐντὸς τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κατασκοπεύῃ τὸ Κράτος, νὰ δολιεύηται τὸ Κράτος, νὰ προσπαθῇ νὰ ὑπονομεύῃ τὸ Κράτος. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ὄχι μόνον εἰς τὸν κατ’ ἐξοχὴν εὔθικτον κλάδον τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπου εἶναι πρόδηλον τὸ καταστρεπτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ὑπάρξεως διδασκάλων διδασκόντων τὴν νεολαίαν μὲ κηρύγματα ἀντεθνικὰ ἤ, ἐὰν εἶναι εὐσυνείδητοι τυχὸν πρὸς τὸ καθῆκον των, διδασκόντων μὲν τὸ πρόγραμμα τοῦ Κράτους ἀλλὰ διδασκόντων αὐτὸ χωρὶς νὰ τὸ πιστεύουν, κατὰ τρόπον ἑπομένως, ὥστε παρὰ τῷ ἀκούοντι νὰ δημιουργῆται ἡ ἀντίθετος ἀκριβῶς ἐντύπωσις ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θέλει τὸ Κράτος, ἐκείνη τὴν ὁποίαν θέλει ὁ διδάσκων, ἡ σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδεολογίαν του, ὄχι μόνον, λέγω, εἰς τὸν κλάδον τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα οἱουδήποτε κλάδου λειτουργῶν, οἱασδήποτε κατηγορίας, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ λεχθῇ ὅτι οἱ ἐν αὐτῷ κομμουνισταὶ εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Κράτους. Ἀναφέρω τὰ γνωστότερα παραδείγματα, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τῶν καθημερινῶς μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπικοινωνούντων γεωπόνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μεγαλύτεροι προπαγανδισταὶ τοῦ κομμουνισμοῦ. Θὰ ἀναφέρω τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ καταπονοῦν τοὺς πολίτας εἰς τὴν διανομὴν τῶν τροφίμων διὰ νὰ δημιουργοῦν τὴν δυσφορίαν, θὰ ἀναφέρω τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης οἱ ὁποῖοι ἐνώπιον τῶν ἰδίων μου ὀμμάτων εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου Πατρίδα ἄφησαν τοὺς χωρικοὺς ἀναμένοντας εἰς τὸ πεζοδρόμιον ἔξωθι τῆς Τραπέζης προκειμένου νὰ λάβουν δάνεια, εἰς τρόπον ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ ἀγανάκτησιν νὰ τίθενται ἀντιμέτωποι τοῦ Κράτους. Ἰδού, κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν ἡ προπαγάνδα, ἡ κομμουνιστική, νὰ δράσῃ τόσον ἐντατικῶς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἀνήκουν εἰς τὸν κομμουνισμόν. Ἑπομένως δὲν εἶναι τιμωρία ἰδεολογίας ὅταν ἀπολύωμεν τὸν κομμουνιστὴν ὑπάλληλον, διότι ἡ ἰδεολογία αὐτὴ εἶναι ἰδεολογία δράσεως. Δηλαδή, τιμωροῦντες τὴν ἰδεολογίαν, τιμωροῦμεν τὴν αὐτομάτως ἐν τῇ ἰδεολογίᾳ ἐνυπάρχουσαν ἀντεθνικὴν καὶ ἀνατρεπτικὴν δρᾶσιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ὑπέβαλον, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ πρῶτον τὸ ψήφισμα, τὴν πρότασιν ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιορισθοῦν οἱ λόγοι ἀπὸ τέσσαρες εἰς δύο, δηλαδὴ μόνον εἰς τὴν συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ εἰς τὴν κομμουνιστικὴν δρᾶσιν ἢ ἰδεολογίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐτροποποίησα ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ γενικώτερον τὴν διατύπωσιν τῆς συμπράξεως εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀντιγραφῆς ἀπὸ τὴν συνθήκην τῆς Βαρκίζης περιεῖχε τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον. Ἡ ἰδική μου πρότασις, κύριοι, ἦτο λακωνικωτάτη. Ἔλεγον δηλαδὴ ὅτι: λόγον ἀπολύσεως ἀποτελεῖ οἱαδήποτε συμμετοχὴ ἢ συνέργεια εἰς ἀνατρεπτικὰς τῆς ἐννόμου τάξεως ἢ ἀντεθνικὰς ἐνεργείας. Καὶ νομίζω, ὅτι τοιαύτη τις θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι γενικωτέρα ἡ διατύπωσις τοῦ λόγου τῆς ἀπολύσεως. Τοὐναντίον, ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δύο λόγους, τὸ μὲν διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητος ἡ ἐκκαθάρισις, τὸ δὲ διότι ὡρισμένα ἀδικήματα, μολονότι βεβαίως δὲν ἀγνοῶ καὶ δὲν συμπαθῶ τὸ δικτατορικὸν καθεστὼς τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα ἓν τῶν θυμάτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ πολιτικὰ αὐτὰ ἀδικήματα ἔχουν μίαν βραχυπρόθεσμον παραγραφὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον μετὰ μίαν ὅλην 10ετίαν νὰ ἀνασκαλεύσωμεν τὸν πρὸ δεκαετίας βίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ἐρευνήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποία ἦτο ἡ στάσις των κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δικτατορίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος πρώτη ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους ἀπολύσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς τὰς δύο διατάξεις, τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ τῶν ἀντεθνικῶν ἐπιδιώξεων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐκκαθαρίσεως συμφώνως πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ κατὰ τρόπον ὥστε ἡ ἐκκαθάρισις νὰ εἶναι ἀδιάβλητος. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητος ἡ ἐκκαθάρισις θὰ ἔπρεπε νὰ περιέχῃ καὶ θεμελιώδεις τινάς ἐγγυήσεις διὰ τὴν προσήκουσαν κρίσιν τῶν ὑπὸ ἐκκαθάρισιν ὑπαλλήλων. Συμβαίνει συχνάκις νὰ γίνωνται λάθη, λάθη ἐξ ὁμωνυμίας, λάθη, ἐξ ἐπιπολαίων καταγγελιῶν, λάθη ἐξ ἐμπαθῶν καταγγελιῶν, γινομένων ἰδίως εἰς μικρὰ μέρη, ὥστε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία στοιχειώδης ἐξασφάλισις τοῦ ὑπαλλήλου, ὅτι ἡ ἀπόλυσίς του θὰ εἶναι πράγματι διὰ τοὺς λόγους τοὺς περιεχομένους ἐν τῷ νόμῳ. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἀρχικῶς ἡ ἐκκαθάρισις ἀνωτάτων λειτουργῶν ὑπὸ μικτοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἄλλωστε σήμερον ἐτερματίσθη, καὶ τὸ πρᾶγμα πλέον εἶναι ἄνευ σημασίας, ἐπιτευχθείσης μόνον τῆς πανηγυρικῆς ἀπολύσεως τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνατρεπτικοῦ καὶ κομμουνιστικοῦ στοιχείου, οἷος εἶναι ὁ Σύμβουλος Ἐπικρατείας, ὁ Ἐθνικόφρων Ἀλέξ. Διγενόπουλος, εἰς οἷον δὲν ἐγένετο λέγω, δεκτὴ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ διακομματικὴ ἐκκαθάρισις τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν κατωτέρων λειτουργῶν ἐγεννήθη τὸ πρόβλημα κατὰ ποῖον τρόπον αὕτη θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν. Τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον καὶ τὸ ψήφισμα, ὡς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ εἰσήγησιν, περιεῖχε τὴν ἔννοιαν τῆς «συμφώνου γνώμης» ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἤδη, ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἴπομεν, ὅτι αἱ ἐξ ὑπαλλήλων ἐπιτροπαὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσουν προσηκόντως τὸ ἔργον των. Κυρίως διότι ἀκόμη καὶ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα, εἴχομεν ἤδη φωνάς τινας ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι μᾶς παρεκάλουν νὰ παρέλθῃ ἀπὸ αὐτῶν τὸ ποτήριον τοῦτο. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀντεμετώπισαν τόσας τραγικὰς στιγμάς, δολοφονούμενοι ἢ ἀπειλούμενοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν Δεκεμβριανῶν, ὥστε δὲν θὰ ἤθελον νὰ τεθοῦν ἀντιμέτωποι προσώπων, τὰ ὁποῖα σήμερον θὰ ἐξηφανίζοντο ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐξηφανίζοντο ἐκ τῆς ζωῆς καὶ θὰ ἀπετέλουν ἕνα μόνιμον κίνδυνον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπέβαλε τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν χώραν. Καὶ διετυπώθη ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων ἡ ἐπιθυμία νὰ μὴ εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Προετάθη τότε, ἀντὶ τούτου, νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὸς ὁ Ὑπουργός. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάθεσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ ἔργου τῆς ἐκκαθαρίσεως συνοδεύεται ἀπὸ ἄλλας ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ἐγγυήσεις δὲν θὰ εἶχον βεβαίως καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀναθέσω εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἔχοντα τὴν πολιτικὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Σώματος, τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀλλὰ μόνον, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπῆρχε καὶ μία ἄλλη ἐγγύησις κατοχυροῦσα τὸν ὑπάλληλον ἔναντι ὑπουργικῶν αὐθαιρεσιῶν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, τοῦ νὰ ἀνατεθῇ δηλαδὴ εἰς μόνον τὸν ὑπουργὸν μεθ’ ἁπλῆν γνώμην ἢ ἔστω καὶ ἄνευ γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας δὲν ἀποφανθῇ, ἡ ἀπόφασις ἡ ὁριστικὴ περὶ ἀπολύσεως δημοσίων λειτουργῶν, κατωτέρων πλέον, ἐφ’ ὅσον ἔληξεν ἡ προθεσμία τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀνωτέρων καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, τὴν ἀρχικῶς ὁρισθεῖσαν, διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνωτάτων κρατικῶν λειτουργῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ θέσωμεν μόνον τὸν Ὑπουργὸν κριτὴν πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἰδίαν νομοθετικὴν ἀτέλειαν, τὴν περιεχομένην ἐν τῷ βασικῷ ψηφίσματι τοῦ νὰ μὴ καλῆται δηλαδὴ ὁ ὑπάλληλος εἰς ἀπολογίαν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἔνδικόν τι μέσον ἐναντίον τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Τοὐλάχιστον, ἂν μή τι ἄλλο, δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, φανταζόμενος ὅτι καὶ λόγῳ τοῦ ἤθους των καὶ λόγῳ τῆς πολιτικῆς των εὐθύνης δὲν θὰ θελήσουν νὰ κάνουν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δύο καὶ μόνον λόγων θὰ θελήσουν νὰ περιλάβουν εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς σαφῶς καθοριζομένους λόγους ὑπαλλήλους ἄλλους μὴ ὑπαγομένους εἰς αὐτοὺς δι’ ἐκκαθάρισιν λόγῳ κομματικῶν ἐλατηρίων καὶ τοιαύτην τινὰ ὑπόνοιαν δὲν ἔχω, ἀλλὰ τονίζω τὸν κίνδυνον τῶν ἐνδεχομένων λαθῶν διότι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξετέθησαν περιπτώσεις τινὲς κατὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπέσαμεν θύματα τοιούτων λαθῶν ἢ ἀτελειῶν ἢ δολίων πληροφοριῶν ἐκ μέρους κατωτέρων ὀργάνων, ὥστε θὰ ἔπρεπεν ὁ ὑπάλληλος νὰ κατοχυροῦται. Καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἐδέχθη, ἡμῶν συμφωνούντων, τὸ νὰ καλῆται ὁ ὑπάλληλος εἰς ἀπολογίαν πρὸ πάσης ἀπολύσεως, νὰ δίδεται δηλαδὴ εἰς αὐτὸν ἡ εὐχέρεια νὰ πληροφορῆται τὶ τοῦ ἀποδίδεται καί ἐὰν τυχὸν πράγματι πρόκειται περὶ λάθους ἢ περὶ συκοφαντίας, νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσῃ τὸν ὑπουργὸν περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ πάλιν νομίζω ὅτι ἡ ἐγγύησις αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκής. Ἐπαρκὴς θὰ ἦτο ἡ ἐγγύησις, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν τότε, ἐὰν παρείχετο εἰς τὸν ὑπάλληλον ἡ εὐχέρεια τῆς προσφυγῆς εἰς ἀνώτατον Δικαστήριον καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ πρότασίς μου αὐτὴ ἔτυχεν ἰσοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, δηλαδὴ ἀπερρίφθη διὰ ψήφων 7 κατὰ 7, διότι δὲν συνεκέντρωσεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν. Ἀντιλαμβάνομαι τὰς διαμαρτυρίας τῶν ψιθυριζόντων ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἀλλὰ ὀφείλω, νὰ τονίσω, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἀναστέλει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἑπομένως οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν ἤδη ἐξέλθει ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον πρὸ τῆς ἀπολύσεως, δυνάμει ἑτέρας διατάξεως τοῦ ψηφίσματος, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ θέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ὁ πραγματικὸς κίνδυνος ἐκλείπει, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ὑπηρετοῦν, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ὑπονομεύουν τὸ Κράτος. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ κριθοῦν ἀπὸ μίαν ἀμερόληπτον ἀρχήν; Ἀντετάχθη, ὅτι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ δίδεται μεγάλη ἀπασχόλησις εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε μακρὸν χρονικὸν διάστημα νὰ ἀπασχολῆται μὲ τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις. Ἀλλ’ ὑπέδειξα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ προβλεφθῇ ἐν τῷ νόμῳ, μία εἰδική, ὀλιγομελεστέρα σύνθεσις, τριμελής, ἢ ὅπως ἠθέλησαν ἄλλοι συνάδελφοι, πενταμελής, δηλαδὴ σύνθεσις τμήματος καὶ ὄχι ὁλομελείας, ὁπότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἠδύνατο εὐχερέστατα ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ διεκπεραιώσῃ τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, χωρὶς ἄλλωστε, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς μὴ διεκπεραιώσεως νὰ προκύψῃ ὁ παραμικρὸς κίνδυνος διὰ τὸ ἔργον τοῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἔργον τῆς ἐξυγιάνσεως νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιτύχῃ, πρέπει νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμείνῃ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἀδιάβλητον. Ἐπίσης δὲν συμφωνῶ καὶ δὲν συνεφωνήσαμεν οὔτε ἐν τῇ μιᾷ οὔτε ἐν τῇ ἄλλῃ Ἐπιτροπῇ, μὲ τὴν πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς προαγωγῆς ὑπαλλήλων, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὸ ὁποῖον μάλιστα κατὰ μίαν πρότασιν συναδέλφου, ὀρθὴν βεβαίως, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν γίνῃ δεκτὸν τὸ πρᾶγμα, παρατείνεται ἐπὶ ἕνα εἰσέτι μῆνα ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλ’ ἡμεῖς βασικῶς ἀντετάχθημεν πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ διορισμοῦ ἢ τῆς προαγωγῆς ἢ τῆς μεταθέσεως ὑπαλλήλου, κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, δὲν εἴμεθα εὐχαριστημένοι, διὰ τὸ ἔργον αὐτό, ὅπως ἕως τώρα ἐξετελέσθη.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐξετελέσθη.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐξετελέσθη, κύριε συνάδελφε, ἐν πολλοῖς καὶ ἐκτελεῖται ἀκόμη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον, εἶναι, ὅτι ἓν τόσον σοβαρὸν αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἓν τόσο σοβαρὸν σημεῖον τοῦ Κυβερνητικοῦ Προγράμματος, ὄχι μόνον δὲν ἐξετελέσθη μὲ τὴν ταχύτητα, τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος ἀνέμενεν ἀλλ’ ἀφῆκεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῶν ἐν τῷ πρώτῳ ψηφίσματι προθεσμιῶν καὶ ἔρχεται σήμερον διὰ τοῦ τρίτου ψηφίσματος, νὰ ζητήσῃ τὴν παράτασιν αὐτῶν. Βεβαίως, ἐπιθυμοῦντες πράγματι νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐκκαθάρισις, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν τασσομένην αὐτὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι μίαν τόσον σοβαρὰν ἀποστολήν, ὅπως ἦτο ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς Δημοσίας Ὑπηρεσίας, ἀπὸ κακὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, δὲν τὴν ἐξετέλεσε μετὰ τῆς ταχύτητος, ἡ ὁποία ἐπεβάλετο. Καί, ὅσον καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἀνιαρόν, δὲν εἶναι δυνατόν, παρά, ὁσάκις τοιαῦτα ζητήματα ἐμφανίζονται, νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν πάντοτε, ὅτι τὸ βασικὸν ἐλάττωμα, εἶναι τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τῶν ἀμφιταλαντεύσεων καὶ τῶν δισταγμῶν, ὠθεῖται ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῆς ἰδίας αὑτῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀδυναμίας καὶ ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τοῦ ὅτι στερεῖται, τονίζω, ἀναγκαίου κύρους, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ περιβάλλεται πᾶσα Κυβέρνησις, διὰ νὰ λάβῃ γενναίας ἀποφάσεις. Εἴμεθα εὐτυχεῖς, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας, τὸ σημεῖον τοῦτο πλέον, τείνει νὰ ἀποτελέσῃ κοινὴν ὄχι μόνον τῆς Χώρας, διότι τοῦτο εἶναι ἤδη τετελεσμένον, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος τούτου ἀντίληψιν. Καί, ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὰς χθεσινὰς καὶ σημερινὰς εἰδήσεις, τὰς περιεχομένας εἰς φύλλα, φιλικῶς προσκείμενα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχει ἐδῶ μία σοβοῦσα κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἀπὸ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς πλειοψηφίας, ἐγένετο εὐρέως ἀντιληπτόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐξωτερικῶν προβλημάτων τῆς Χώρας, παρὰ μόνον διὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ εὐρυτέρας βάσεις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ εὐρυτέρας συμπαθείας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Χαίρω, διότι τὰ πολλαπλᾶ ἡμῶν κηρύγματα πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς πλειοψηφίας, εὗρον τέλος, ἔστω καὶ ἐν μέτρῳ τοὐλάχιστον, εὗρον μικρὰν ἀπήχησιν καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ κίνησις αὐτή, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, θὰ διευρυνθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πρὶν πραγματοποιηθῇ τὸ ἀμφιβόλου χρησιμότητος ταξίδιον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἀποδείξῃ ἑαυτὴν ἀξίαν τῶν περιστάσεων καὶ θὰ δώσῃ εἰς τὴν Χώραν, Κυβέρνησιν ὄχι μόνον μονομεροῦς πλειοψηφίας, ἀλλὰ Κυβέρνησιν ἀπολαμβάνουσαν, ἂν μὴ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον τοῦ μεγίστου μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§17Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Διὰ νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀποφύγωμεν μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἀπασχολήσουν τοὺς ἀγορητάς, θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις υἱοθετεῖ τὰς συμπληρώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Συνεπῶς ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἐὰν θέλουν καὶ οἱ ἀγορηταί, θὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον προέρχεται μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ τροποποιήσεις τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ὅτι ἀντὶ δεκαημέρου ἀπολογίας, θὰ ζητήσῃ πενθήμερον ἀπολογίαν. Ἀλλὰ θὰ ἀναγραφῇ καὶ διάταξις, ὅτι αἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν ἐκκαθαριστικῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ παραμείνουν ἰσχυραί. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ κυρία διαφωνία, δηλαδὴ ἐὰν αἱ παράγραφοι 1 καὶ 4 τοῦ ἄρθρου 2, θὰ εἶναι ἐφαρμοστέαι καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν, ὑπάρχει πρόβλεψις εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 οὐδένα λόγον ἔχει νὰ ἐμμείνῃ, καθ’ ὅσον ἤδη ἡ παράγραφος 1 δὲν ἐφαρμοσθῇ καθόλου. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν παράγραφον 4, ἐπιφυλάσσεται ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἄποψιν τῆς διατηρήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, σχετικὴν μὲ τὴν ἀνικανότητα, ἦθος κτλ., ἢ ἐὰν θὰ καταθέσῃ ἴδιον ψήφισμα διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτάς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§19Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Διότι κατὰ τὸν τελευταῖον αὐτὸν καιρόν, οἱονδήποτε νομοσχέδιον καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ὁ πρόλογος καὶ ὁ ἐπίλογος συνήθως, εἶναι ἡ Ἱστορία τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως. Δὲν νομίζω δηλαδή, ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν ἤρχισε καὶ ἐτελείωσε πάλιν ὁ ἀγαπητός μου φίλος καὶ ἐξαίρετος συνάδελφος, βουλευτὴς Τρικάλων, δύναται νὰ κρατηθῇ ἀπὸ ἐμὲ ἀγορεύοντα, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξω λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ὅλοι νὰ ἀντιταχθῶμεν καὶ ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος, ἄρτι κατελθὼν ἐκ τοῦ βήματος, κατὰ τῆς διενεργείας αὐτῆς τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀπὸ Κυβέρνησιν, κατὰ τῆς ὁποίας τόσα βέλη ἔρριπτεν, ἐπὶ ὥραν, ὁ ρήτωρ. Πῶς εἶναι δυνατόν, πράγματι, νὰ ἐμπιστεύεται καὶ νὰ συζητῇ λεπτομερείας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ἐξυγιάνσεως ἢ ἐκκαθαρίσεως Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ καταστρέψασαν τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ θνήσκουσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κινήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, ἢ θὰ λάβῃ χώραν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ἐκκλήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνοντο ἐπὶ ἡμέρας καὶ μῆνας πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγώ, νὰ μὴ κρατήσω ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἐκ Τρικάλων, παρὰ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἐκκαθάρισις Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀδιάβλητος, ἐκκαθάρισις ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ διαρκῶς τὸν χαρακτῆρα καὶ νὰ μὴ ἀνατραπῇ εἰς πρώτην περίστασιν, ὅταν διενεργῆται ἀπὸ τέτοιαν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν ζωγραφικὴν ἐπαρκῶς παρουσίασαν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἄλλαι ἀγορεύσεις καὶ ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἄρτι κατῆλθε τοῦ βήματος; Θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσω, προλογίζων, διότι δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσω αὐτὸ τὸ διαρκῶς ἐπεῖγον, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει εἰς ὅλας τὰς ἐνεργείας της ἡ Κυβέρνησις, ἀκριβῶς διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τελείαν ἐπιβράδυνσιν καὶ τόσον βραδεῖαν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπειγόντων μέτρων μὲ τὰ ὁποῖα κατατυραννεῖ ἐνίοτε τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Τὸ πρᾶγμα δικαιολογεῖ μόνον τὴν παρατήρησιν ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐξ οἱασδήποτε πτέρυγος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἐπίγνωσιν πλέον τοῦ ἐπείγοντος ἢ μὴ ἐπείγοντος τῶν διαφόρων ζητημάτων. Πράγματι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὡμολόγει καὶ ὑπεστήριζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις — τώρα ἔγινεν ἐξυγίανσις, ὅπως τὸ κλῖμα, ἡ ἐξυγίανσις — ὅτι ἡ ἐξυγίανσις αὐτὴ εἶναι κάτι τὸ ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον, καὶ πρέπει μέσα σὲ μιὰ νύχτα νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, παρῆλθον 8 μῆνες καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὸ ἐπεῖγον. Καὶ ἐνῷ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐτάσσετο προθεσμία 24 ὡρῶν, καὶ κατετυραννήθημεν διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἐφθάσαμεν μόλις τὴν 16ην Αὐγούστου νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο πάλιν ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔπρεπε νὰ ξενυχτήσωμεν. Δι’ αὐτὸ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 5.30′ πρωϊνήν. Καὶ μετ’ αὐτὸ τὸ ἐπεῖγον φθάνομεν εἰς τὰς 16 Ὀκτωβρίου. Καὶ λύεται τότε ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 10 καὶ 30′ πρωϊνήν! Τώρα, εἰς τὸ τέλος Νοεμβρίου, ζητοῦμεν παράτασιν τῶν προθεσμιῶν! Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τοῦ ἐπείγοντος, κατὰ τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν. Εἶπον ἤδη, ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν. Θὰ σᾶς διαβάσω ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν δήλωσιν ποὺ ἀνέγνωσα ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τότε, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Διότι ἂν θέλετε, ὀμνύω εἰς Θεοὺς καὶ δαίμονας, ὅτι θὰ ἀποδείξω καὶ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ κάμετε ἐκκαθάρισιν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ἐκκαθάρισιν, διότι δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ κάμετε ἐκκαθάρισιν. Τοὐλάχιστον, διότι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ κάμῃ ἐκκαθάρισιν, εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν, μὲ αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα, μία Κυβέρνησις, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἱκανή, ἂν εἶναι μονόπλευρος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§20Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν ἠξεύρω εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα τί γίνεται, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔχει προχωρήσῃ τόσον πολὺ ἡ ἐκκαθάρισις, ὥστε μοῦ εἶναι ἀδιάφορος ἡ παράτασις.
§21Χ. ΛΑΔΑΣ. Λυποῦμαι, διότι θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν τὴν ἔχετε προχωρήσει. Ἔχουν προχωρήσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης μερικαὶ προαγωγαί, μεταθέσεις ἢ διορισμοί. Ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ ἐκκαθάρισιν, διότι ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ψηφίσματος, βέβαια ἔχετε προχωρήσει περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι χρειάζεται. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκκαθάρισις σημαίνῃ ἀπόλυσιν τοῦ Ἀλεξ. Διγενοπούλου, δὲν ἔχετε προχωρήσει.
§22Α. ΒΑΧΛΙΩΤΗΣ. Πράγματι ἔχει προχωρήσει πολὺ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἡ ἐκκαθάρισις, διότι ἐξεκαθαρίσθη εἰς τὴν Μεγαλόπολιν ἕνας δικαστικὸς κλητήρ, ὡς συμμετασχὼν εἰς τὸ κίνημα καὶ ἔρχεται τοῦ Εἰρηνοδίκου ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκλεκτοῦ ὑπαλλήλου.
§23Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ὅλον σύστημα τῆς διαδικασίας τῆς ἐκκαθαρίσεως εἶναι τέτοιο, ὥστε πολλὲς φορὲς νὰ μὴ πταίουν οἱ Ὑπουργοί. Συνέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας νὰ παραπονεθῶ ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν — καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχα δίκαιον — διὰ μίαν διαθεσιμότητα, διὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ὁ Ὑπουργὸς εἶχε τὴν εὐθύνην. Τὴν εὐθύνην τὴν εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν ψευδεῖς καταγγελίας καὶ δὲν διεφώτισαν τὸν Ὑπουργόν. Δι’ αὐτὸ εἶπα ὅτι οὔτε μποροῦν, οὔτε θὰ κάμουν ἐκκαθάρισιν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι δὲν θέλουν νὰ κάμουν ἐκκαθάρισιν.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσες ἐκκαθαρίσεις ἔχετε κάμει σεῖς; (Χειροκροτήματα).
§25Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀκριβῶς, κύριε συνάδελφε, ἔχομεν κάμει παρὰ πολλὲς ἐκκαθαρίσεις. Μάλιστα μαζὶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον, ποὺ σᾶς ἐχειροκρότησε, ὁ ὁποῖος τὶς ἔκαμε τότε καὶ ἐγὼ ἤμην μὲ τοὺς ἐκκαθαριζομένους! (Γέλωτες). Ἀκριβῶς διότι ἔχομεν κάμει αὐτὲς τὶς ἐκκαθαρίσεις, ἔχομεν ἀποκτήσει τὴν πεῖραν διὰ νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τέτοια Κυβέρνησις ἐκκαθάρισιν. Διότι τὶς ἐκκαθαρίσεις τὶς κάμνουν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σταθερὸν τὸ ἔδαφος καὶ ὄχι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας κλονίζονται καὶ ὁμολογοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀποτυχίαν των. Τώρα ἡμεῖς, ἀντετάχθημεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, ὄχι διότι ἐνομίζαμε ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐκκαθάρισις, ἀλλὰ διότι ἐνομίζομεν ὅτι τὸ σύνολον τῶν περιστάσεων ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβάλλεται καὶ δὴ ἐπειγόντως ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκκαθαρίσεως, δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο κανονικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων πρὸς τοὺς ὁποίους σπεύδομεν ἄλλως νὰ προσαρμοσθῶμεν. Διότι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἀπολογίας εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα προσαρμογῆς μας πρὸς τὴν παλαιὰν βάσει τῶν κειμένων νόμων ἐκκαθαριστικὴν μηχανήν. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας προσφυγὴ τοῦ ἀπολυομένου, πλήρως ἐφαρμόζονται πλέον αἱ κανονικαὶ διατάξεις. Καὶ ἑπομένως, ὀρθῶς ἡμεῖς προΐδομεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, διότι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάμῃ καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ τὴν κάμουν. Καὶ τότε διετυπώσαμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν πρώτην, τὴν ἑξῆς δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἤδη, διότι ἀποτελεῖ πλήρη ἀλλὰ σύντομον ἔκθεσιν τῶν ἀντιλήψεών μας, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἀλλὰ καὶ διότι πρέπει νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν ἕως τὸ πρωΐ, δίδων τὸ παράδειγμα τῆς βραχυλογίας. Εἴπομεν, λοιπόν, τότε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐπανελάβομεν τὴν 16 Αὐγούστου ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τὰ ἑξῆς: Καταψηφίζομεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος, ὄχι διότι εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν ὁποίαν τοὐναντίον πιστεύομεν ὡς ἀναγκαίαν, καὶ θεωροῦμεν ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον. Ἀλλὰ διότι πιστεύομεν ὅτι ἡ ψυχολογικὴ καὶ πολιτικὴ ἀτμόσφαιρα δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐφαρμογὴν ἀντικειμενικῶν κριτηρίων ἐξυγιάνσεως ἢ τοὐλάχιστον νὰ καθιστᾶ ἀσύστατον τὴν μορφὴν ὅτι δὲν ἠκολουθήθησαν τοιαῦτα κριτήρια καὶ τὴν καθολικὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἀποτελέσματος ὡς ἀδιαβλήτου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐκ τοῦ τρόπου ἐκκαθαρίσεως ποὺ προβλέπει τὸ ψήφισμα, χωρὶς νὰ ἐξαγγέλῃ σαφῶς τὸν σεβασμὸν τῶν πολιτικῶν φρονημάτων, θὰ προκληθῇ σάλος εἰς τὰς Δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ εὐρύτατος κοινωνικὸς τοιοῦτος. Ἐπὶ πλέον φοβούμεθα πολὺ ὅτι θὰ προκληθοῦν παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι πιθανώτατον νὰ ἐκμεταλλευθοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ τὴν συκοφαντήσουν καὶ δυσχεράνουν τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος τῶν Ἐθνικῶν Διεκδικήσεων κατὰ τὰς παραμονὰς μάλιστα τῆς Διεθνοῦς Διασκέψεως. Φρονοῦμεν — δηλαδὴ τότε ἐφρονοῦμεν — ὅτι ἡ ἐξυγίανσις τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν δύναται νὰ χωρήσῃ πρὸς τὸ παρὸν βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἔστω καὶ τροποποιουμένων καὶ νὰ διευρυνθῇ αὕτη εἰς εὐθετώτερον χρόνον, συνδυαζομένη ἀπαραιτήτως καὶ μὲ μέτρα βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ κατορθωθῇ ἡ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς Διασκέψεως συγκέντρωσις τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Πολιτικοῦ κόσμου ἀπερισπάστως ἀπὸ ἄλλα ζητήματα εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων». Καὶ προσθέτομεν: «Οὔτε ἡ Κατοχὴ δὲν μποροῦσε νὰ υἱοθετήσῃ παρόμοιον σύστημα, διότι ὁ ὑπάλληλος ἀπολύεται χωρὶς νὰ ἀπολογεῖται. Δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ κανεὶς τρόπος ἐπανορθώσεως τῆς ἀδικίας. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ μὴ δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγῃ ὁ ἀδικηθεὶς εἰς μίαν Ἀρχήν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀδικίαν. Τὸ νομοσχέδιον θὰ προκαλέσῃ τρομερὸν σάλον, πολλῷ μᾶλλον διότι λαμβάνει μέτρα κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ ἀντιθέτως οὐδὲν ἐλήφθη μέχρι τῆς στιγμῆς μέτρον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δεινῆς θέσεως αὐτῶν. Ἡμεῖς καταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, δηλοῦμεν ὅτι ὀψέποτε δυνηθῶμεν, θὰ ἐπαναφέρωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπολυθοῦν διὰ πολιτικὰ φρονήματα καὶ θὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν διὰ τῆς περιουσίας τῶν ὑπαιτίων τῆς τοιαύτης ἀπολύσεώς των». Τίποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἔχει μεταβληθῆ ἐξ ὅσων ἐφοβούμεθα. Διότι πρῶτον δὲν ἔγινεν ἐκκαθάρισις. Ἐὰν εἴχατε τὴν τύχην νὰ ἀκούσετε ἕναν σεβαστὸν συνάδελφόν μας, ἀγορεύοντα ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀνωτάτων ὑπαλλήλων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ ἐπείθεσθο ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις ἔγινε στὸ γόνατο. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς ἄλλην παράταξιν, συνεκινήθημεν ἀκούοντες τὸν συνάδελφον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν παράταξιν τὴν ἰδικήν σας, καὶ θὰ ἐπείθεσθο καὶ σεῖς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καμμία μονομερὴς Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἐκκαθάρισιν, εἴτε διότι δὲν θέλει, εἴτε διότι δὲν μπορεῖ. Λοιπόν, ἐξακολουθοῦμεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὄχι μόνον διατελοῦμεν ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς διετελοῦμεν ὅταν ἐγένετο ἡ δήλωσις αὐτή, ἀλλ’ ὅτι καὶ αἱ συνθῆκαι αὐταὶ ἐχειροτέρευσαν. Διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ἐπαναλαμβάνονται ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἀναγράφονται καθημερινῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην ψυχολογικὴν ἀτμοσφαίραν νὰ γίνῃ ἀντικειμενικὴ κρίσις ὑπαλλήλου, στηριζομένη εἰς ἀναφορὰς χωροφυλάκων ἢ ἀναφορὰς ἀντιπάλων, περὶ τῶν ὁποίων μὲ ἔπεισεν ἕνας Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ἡ καλὴ πίστις, ἐμένα τοὐλάχιστον, μοῦ κάνει ἐντύπωσιν, καὶ νὰ ὑποστηρίζω ὅ,τι μὲ πρόχειρα μέσα κινδυνεύουν νὰ διώκωνται ἄριστοι ὑπάλληλοι καὶ ἐθνικῶν, ἐθνικοτάτων φρονημάτων. Προχθὲς δίπλα μου ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ μὲ γνωρίζῃ — διότι τὸν ἐγνώρισα μάρτυρα ὑπερασπίσεως λέγοντα μωρίας ὑπὲρ ἐλασίτου διωκομένου ἐπὶ φόνῳ εἰς τὰς Ἀθήνας — ἔλεγε διὰ νὰ τὸν ἀκούσω: «Τί εἶναι ὁ Ζαχαριάδης; Ὁ Σοφούλης εἶναι ὁ χειρότερος κομμουνιστής!». Καὶ ἐπειδὴ ἤμουν καὶ ἐγὼ καὶ ἤθελε νὰ μοῦ γράψῃ προσημείωσιν, συνεχίζει: «Ἕνας μόνον ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν εἶναι κομμουνιστής». Καὶ ἔλεγε γιὰ μένα. (Γέλωτες). Ἐνόμισεν ὅτι ἐγὼ θὰ δυσηρεστούμην. Ἐγώ, τότε, ἁπλῶς τοῦ εἶπον στὸ αὐτί: Μὴ τὰ λὲς αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι μπορεῖ κανεὶς ἀπὸ δῶ μέσα νὰ εὑρεθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἀναφορὰ στὸν Καλκάνη, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ λίγο στραβόξυλο, καὶ τὸ κακὸ ποὺ θὰ πάθω εἶναι ὅτι θὰ γίνω ψευδομάρτυς, διὰ νὰ πῶ, πῶς δὲν τὰ εἶπες. Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν αὐτοὶ συμβαίνει νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Ἀσφάλειαν καὶ ὅταν τοὺς συμφέρει πηγαίνουν μάρτυρες ὑπερασπίσεως τῶν ἐλασιτῶν ποὺ κινδυνεύουν, καὶ ὅταν τοὺς συμφέρει κάνουν κρίσεις περὶ ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους δὲν μποροῦν νὰ ἀτενίσουν, σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν αὐτοὶ μὲ ἕνα πιστοποιητικὸν ποὺ θὰ δώσουν διὰ τὸν Α ἢ τὸν Β ὑπάλληλον, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσουν εἰς πεπλανημένην κρίσιν, διὰ τοὺς ἁγνοτέρους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου.
§26Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Νὰ μᾶς εἰπῆτε τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, διὰ νὰ τοῦ ἐπιβληθοῦν αἱ ἀπαιτούμεναι κυρώσεις.
§27Χ. ΛΑΔΑΣ. Θέλετε νὰ κάνω τὸν ψευδομάρτυρα, ποὺ εἶπον ἤδη, κ. Ὑπουργέ; Ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι ἐπὶ τῶν μωρῶν, διότι ἀλλοίμονον ἂν δι’ ἑκάστην μωρίαν κατέλθομεν ἀπὸ τὴν θέσιν μας, καὶ σεῖς καὶ ἐγώ, διὰ νὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ αὐτήν, ἔστω καὶ ἂν ἐλέχθη ἀπὸ στόματος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος φέρει στολήν.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί βαθμὸν ἔχει;
§29Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι πάντως κατώτερος ὑπάλληλος. Τώρα ἅμα τὸ διαβάσῃ στὴν ἐφημερίδα θὰ καταλάβῃ. Λοιπόν, νομίζω ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε σήμερον ἐκκαθάρισιν καὶ ἐὰν πιστεύσω εἰς ὅσα λέγει ὁ κ. Βαμβέτσος, ἢ ὅσα διαβάζω εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι δυνατὸν πάλιν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὴ ἢ ἄλλη, καὶ νὰ ζητήσῃ ἄλλην παράτασιν διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν ἀφιστάμενοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν — διότι τὸ μόνον ἐλάττωμά μας εἶναι ὅτι ἔχομεν κάποιαν γραμμὴν εἰς τὴν πολιτικήν μας, καὶ αὐτὸ δὲν μπορεῖτε νὰ μᾶς τὸ ἀρνηθῆτε — λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀφιστάμενοι τῶν ἀρχῶν μας νὰ ψηφίσωμεν παράτασιν τοῦ ψηφίσματος, ἢ νὰ ψηφίσωμεν κύρωσιν ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἤδη κατεψηφίσαμεν καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ ἄρθρον 10. Διατὶ νὰ γίνῃ ἡ παράτασις ἐκείνη τῶν διορισμῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίζεται ὅτι ἀντετάχθη καί, ὅταν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θεοφανοπούλου ἦτο ἔκδηλος ἡ συγκίνησις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ δώσῃ μίαν παράτασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντετάχθη καὶ εἶπεν ὅτι δὲν χρειάζεται παράτασις καί, ἀφοῦ τότε δὲν εἴχατε ἀνάγκην τῶν 15 ἡμερῶν, τώρα μὲ τὸ νέον σχέδιον ψηφίσματος ζητεῖτε μῆνας πολλούς.
§30Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μὴ συγχέετε τὴν μίαν προθεσμίαν μὲ τὴν ἄλλην. Αὐτὴ εἶναι ἡ προθεσμία τοῦ 45θημέρου, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσεν ὁ κ. Θεοφανόπουλος, καὶ παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ἡ ἰδία παράτασις.
§31Χ. ΛΑΔΑΣ. Ζητεῖτε τρίμηνον παράτασιν, διὰ νὰ βάλετε ἀνθρώπους εἰς διαθεσιμότητα, διὰ νὰ διορίζετε, μεταθέτετε, προάγετε. Καὶ ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ τοῦ Ὑπουργείου σας, λέγω τοῦτο, ὅτι ὑπῆρξε δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ γίνῃ ἀντεισαγγελεὺς πλημμελειοδικῶν, τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν δὲν τὸν ἔκρινεν ἄξιον καὶ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 ἔγινεν ἀπ’ εὐθείας εἰσαγγελεὺς καὶ ἐκαβάλλησε ὅλους τοὺς ἀντεισαγγελεῖς.
§32Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ποῖος εἶναι αὐτός;
§33Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ Μπέης.
§34Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχετε λάθος, ὁ Μπέης οὐδέποτε πέρασεν ἀπὸ τὸ συμβούλιον.
§35Χ. ΛΑΔΑΣ. Δεύτερον, ὑπῆρξεν ἄλλος, δὲν λέγω ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἱκανός, διότι μοῦ εἶπον ὅτι εἶναι καὶ ἐξάδελφός σας καὶ κρίνων....
§36Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριε Λαδᾶ, αὐτὸ ποὺ κάμετε, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ κάμετε. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε πνεῦμα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε εἰς βάρος μου.
§37Χ. ΛΑΔΑΣ. Δεύτερον, ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς ἔτους διωρίσθη ἔμμισθος πάρεδρος εἰς τὴν Κρήτην καὶ πρὸ 20 ἡμερῶν ἔγινεν εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν, ὁ Ἀντώνιος Λούκας.
§38Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὁ Ἀντώνιος Λούκας, εἶναι 14 ἔτη ἀντεισαγγελεὺς καὶ εἶχε ἀδικηθῆ ἀπὸ ἕνα Θεοδωρακέαν, διότι εἶχεν ἐπιτύχει εἰς διαγωνισμὸν ἀπὸ τὸ 1936 καὶ διότι ἔκτοτε ὑπηρέτησεν ὡς ἔμμισθος Πάρεδρος.
§39Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὄχι ἔκτοτε, πρὸ ἑνὸς ἔτους.
§40Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶχεν ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ γίνῃ ἀντεισαγγελεύς.
§41Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἔγινεν ἀπ’ εὐθείας Εἰσαγγελεύς, ἐκ τοῦ παραθύρου τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ πρᾶγμα δεικνύει διατὶ ζητοῦνται αἱ παρατάσεις τοῦ τριμήνου καὶ τετραμήνου, καὶ αὐτὸ δικαιολογεῖ κάθε ἄνθρωπον, ὁποῖος σέβεται ἑαυτόν, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον του εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον, διὰ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐκκαθαρίσεως, ἐνῷ σκοποῦμεν ἁπλῶς νὰ δημιουργήσωμεν κενὰ καὶ νὰ τὰ συμπληρώσωμεν δι’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διορίζονται χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ προσόντα. (Χειροκροτήματα).
§42Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ τρίμηνον εἶναι πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Στεφανοπούλου. Ἐγένετο δὲ ἡ πρότασις αὐτὴ τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, ὅτι διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ ἐκκαθάρισις θέλει 2 μῆνας, νὰ δημιουργηθοῦν τὰ κενὰ καὶ νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις πρὸς συμπλήρωσιν, ἀπαιτεῖται ἕνα χρονικὸν διάστημα καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τὴν τρίμηνον παράτασιν.
§43Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὴν τροποποίησιν αὐτήν, ἔκαμε ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§45Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βαμβέτσου καὶ τοῦ κ. Λαδᾶ, ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένας ἀπόψεις, τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ ἐξυγίανσις τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας προσλαμβάνει χαρακτῆρα, ὄχι ἁπλῶς κυβερνητικῆς ἐνεργείας ἢ πολιτικῆς πράξεως, ἀλλὰ καθαρῶς ἐθνικῆς κινήσεως πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὰ μέσα τῆς προόδου, τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀνεξαρτήτως ἐὰν πιστεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως ἐὰν πιστεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς τάξεως, ἀνεξαρτήτως ἐὰν πιστεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἠθικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ δοθῇ ἡ παιδεία καὶ ἡ μόρφωσις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν οἱ πολῖται τῆς αὔριον. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ μεγαλυτέρα προσπάθεια καὶ μεγαλυτέρα προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως, τὸ ἀσκούμενον ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ καθαρῶς κυβερνητικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως, τὸ ἀσκούμενον ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τῆς ἀποκαθάρσεως τοῦ κλάδου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνει νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου. Τὸ πρῶτον ζήτημα ἔληξε καὶ ἐπὶ τούτου δὲν ἐζήτησε νὰ ἐπανέλθῃ, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἄλλωστε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ πρώτου μέρους, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀποκληθῇ ἀδιάβλητος. Δὲν ὑπάρχει καμμία πρᾶξις τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία νὰ εἶναι κατ’ εὐθεῖαν ἀδιάβλητος, ἀδιάφθορος καὶ πλήρως ἀληθής. Δὲν ἔχει σχέσιν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι Κυβέρνησις μονόπλευρος. Διότι κατὰ τὰ Συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὸ Κράτος τὸ ἰδικό μας καὶ ὅλα τὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα, δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις μονόπλευρος ἢ μή, μόνον ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι Δικτατορική. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἡ ὁποία σήμερον κυβερνᾶ τὴν Χώραν, δὲν εἶναι μονόπλευρος, εἶναι Κυβέρνησις πλειοψηφίας καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἡ μόνιμος Κυβέρνησις τῆς Χώρας. Ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι συνηνοῦντο ἅπαντα τὰ Κόμματα εἰς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀπηρτίζετο μία Κυβέρνησις, καὶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδιάβλητον, διότι ἀδιάβλητοι δὲν εἶναι ἀκόμη οὔτε καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, δοθέντος, ὅτι οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἐνέργεια εἶναι ἀπολύτως ἀδιάβλητος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ δυνατὸν νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἀδιάβλητον καὶ εἰδικώτερον τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, τὸ ὁποῖον λόγῳ τοῦ μεγέθους τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπηρετούντων εἰς αὐτό, ἔκαμε τὴν πλέον σοβαρώτερον ἐκκαθάρισιν. Ἀλλ’ ἤδη ἐμφανίζεται τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν. Πρέπει νὰ δοθῇ παράτασις ἢ ὄχι. Ἄν δὲν πρέπει νὰ δοθῇ παράτασις, ἡ Βουλὴ ἔχει δεχθῆ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ σχέδιον νόμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκκαθάρισις ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν 4 μηνῶν; Ἐκκαθάρισις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ χιλιάδες πολιτῶν καὶ ὑπαλλήλων συμποσουμένων εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 18.000, ὅπως εἶναι ἑνὸς καὶ μόνον κλάδου, τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς καὶ μόνον 4 μηνῶν νὰ κριθοῦν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τόσες χιλιάδες ὑπαλλήλων. Ἀνεμνήσθη, ὁ κ. Λαδᾶς, ἑνὸς σφάλματος, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ ἀνέφερον. Ἀλλ’ ἦτο σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη, εἶχε θέσει εἰς διαθεσιμότητα ὡρισμένους Δημοσίους διδασκάλους. Αὐτὸν τὸν πίνακα τὸν ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου. Ἐπὶ πλέον, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1946, ἐπὶ Κυβερνήσεως Σοφούλη, ὑπῆρξαν ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ αἵτινες ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας ἄθροισμα ἀναφορῶν καὶ ἐγγράφων περὶ τῆς δράσεως ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐθεώρησα ἀδιαβλήτους ὡς προερχομένας ἀπὸ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν προέβημεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην κατόπιν, ὅτι ἂν θὰ ἦσαν τὰ πράγματα ὡς τὰ παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μας, ἐν τούτοις, δὲν ἦσαν τόσον τραγικά. Τοιαῦτα σφάλματα μεμονωμένα θὰ ὑπάρξουν, ἀλλὰ θὰ ἀποτελοῦν σφάλματα, διότι αὐτοὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλοῦμεν ἐδῶ, δὲν εἶναι δράσαντες ἀμέσως, ἀλλὰ εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐμμέσως ἔδρασαν.
§46Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἐγὼ εἶπον τὰ ἴδια.
§47Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ἐὰν καταργηθῇ τὸ μέτρον τῆς παλαιᾶς ἐκκαθαρίσεως, δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τοῦ ψηφίσματος νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλ’ ἐρωτῶ πότε θὰ τελειώσῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτή; Καὶ ἐὰν βαίνωμεν οὕτω βραδέως, πότε θὰ φθάσωμεν νὰ κινηθῶμεν ὡς Κράτος εὐνομούμενον, καὶ ἐὰν μετὰ δύο μῆνες τελειώσει ἡ ἐκκαθάρισις, πότε θὰ γίνουν οἱ διορισμοὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν; Ὅταν ἔχωμεν τὰς αὐτὰς προθεσμίας ἐκκαθαρίσεως καὶ διορισμῶν, πότε θὰ γίνῃ ὁ διορισμός;
§48Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὴν ἀπάντησιν, ὁ κ. Μπαλᾶνος σᾶς τὴν ἔδωσε. Ἐγὼ συμφωνῶ μαζί σας προκαταβολικῶς. Καὶ ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον «παρελθόντων ἐτῶν», σᾶς εἶπα ὅτι θὰ ἔχετε τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Πανεπιστημίου.
§49Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Μὲ ἀναγκάζετε νὰ κάμω μίαν μικράν, πολὺ μικράν, ἀναδρομὴν ἐπὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤθελα νὰ φέρω. Πρὸ μηνῶν, ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ ἐψήφισε 4 καθηγητὰς διὰ νὰ καταλάβουν ὡρισμένας ἕδρας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅταν ἐψήφιζε ἡ Ἰατρικὴ Σχολή, εἶχε προηγηθῆ μία πρᾶξις τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι διάταγμα κανονιστικὸν καὶ οὐχὶ ἐκτελεστικόν, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ μιᾶς 20ετίας ἔχει χαρακτῆρα ἐκτελεστικόν. Εἶχα ὑποχρέωσιν, σεβόμενος τὴν γνώμην τῆς Σχολῆς, νὰ παραγγείλω εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν καθηγητῶν. Ἡ Σχολὴ παρήκουσε, δὲν εἶχε ἄλλως τε ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀκούσῃ, καὶ ἐγὼ τοὺς εἶπα: Ἐψηφίσατε τοὺς καθηγητάς, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τοὺς ἐγκρίνω, διότι ἐὰν αὔριον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνατρέψῃ αὐτὴν τὴν ἐκλογήν, θὰ εἶναι μετέωροι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Παρέμεινε τὸ ζήτημα οὕτω καὶ ἦλθε τὸ ψήφισμα τῆς ἐκκαθαρίσεως. Τότε ἀπέστειλα ἕνα ἔγγραφον εἰς τὴν Σχολὴν καὶ τῆς ἐζήτησα τὴν ὑποβολὴν πίνακος τῶν κατὰ τὴν κρίσιν της διοριστέων. Ἀντὶ τούτου, ἀντὶ νὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μετέβησαν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤρχισαν δημοσιεύσεις. Γνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα μου καὶ γνωρίζετε ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἕνας ἄνθρωπος....
§50Χ. ΛΑΔΑΣ. Διατὶ δὲν τοὺς ἀπολύσατε;
§51Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν προέβην εἰς ἀπόλυσιν. Ἡ κατάστασις τῆς Χώρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἴμεθα σώφρονες καὶ συνετοί, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἀντιδρῶντες. Πάντως ἡ ἀντίδρασις δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὸ ὁποῖον φυσικὰ δὲν θὰ εἶμαι μόνιμος, εἰς αὐτὸ θὰ ἔλθῃ κάποιος ἄλλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμφανίσῃ μίαν ἄλλην τάξιν καὶ μίαν ἄλλην πειθαρχίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νεότης, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ Κράτος, θέλουν ὅλοι κάτι τὸ νέον.
§52Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ὅταν ἡμεῖς ἐζητήσαμε νὰ φέρετε σεῖς καθηγητάς, σεῖς δὲν συμφωνήσατε καὶ ἠθέλατε νὰ ἐπαναφέρετε ὑπερήλικας.
§53Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν θέλω νὰ σᾶς διαψεύσω, διότι σᾶς ἐκτιμῶ. Σᾶς λέγω τοῦτο μόνον, ὅτι οὐδέποτε παρημπόδισα τὴν νεότητα νὰ καταλάβῃ θέσεις, ἀπεναντίας ηὐνόησα αὐτήν. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὴν ἐφαρμόζω πάντοτε.
§54Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ὑπάρχει ἕνας βασικὸς θεσμός, ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοτελείας τοῦ Πανεπιστημίου. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν νομίζετε ὅτι συντελῇ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἀνωτάτου ἱδρύματος ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἐκτάκτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέχει τὸ ψήφισμα. Ἡ χρησιμοποίησις τοῦ διαιώματός σας νὰ πληροῦνται θέσεις, κατὰ τὴν εἰδικὴν αὐτὴν διαδικασίαν, καθηγητῶν Πανεπιστημίου, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κλονισμὸν ἑνὸς βασικοῦ θεσμοῦ τῆς Πανεπιστημιακῆς μας, Ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἀκριβῶς ἡ ζωὴ τοῦ ἀνωτάτου ἱδρύματος.
§55Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Κύριε Τσάτσο, γνωρίζω ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει μίαν οἱωνεὶ αὐτοτέλειαν· δὲν ὑπάρχει τίποτα αὐτοτελές, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μιᾶς 100ετίας νὰ κινῆται βάσει τῶν νόμων. Ἄλλωστε δὲν ἠθέλησα νὰ διορίσω καθηγητὰς μὲ τὸ ψήφισμα, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Σχολῆς. Δὲν ἤθελον νὰ θίξω τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ πλέον ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους καθηγητὰς ὅτι ὁ κόσμος θέλει κάτι τὸ νέον καὶ ὄχι ἐμμονὴν ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1890. Τὸ Πανεπιστήμιον ἐμμένει εἰς τὴν τακτικὴν τοῦ παρελθόντος χρόνου, καὶ δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ μίαν φωνὴν, ἡ ὁποία τοῦ λέγει ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ παρόν.
§56Μ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μᾶς καθορίσετε ἂν συνάδῃ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ νὰ πληροῦνται παρ’ αὐτοῦ αἱ ἕδραι ταχυδακτυλουργικῶς, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῇ βάσει πλαστογραφημένου Βασιλικοῦ διατάγματος. Διατὶ τότε, δὲν διεμαρτυρήθη ὁ κ. Πρύτανις; Γνωρίζω ἐξ ἐγγράφου αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐπλήρωσε ἕδρας ἐπὶ τῇ βάσει διατάγματος πλαστογραφημένου, ἀποδεικνυομένης τῆς πλαστότητος ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ διατάγματος. Καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὁμιλῶμεν περὶ διοικητικῆς αὐτοτελείας τοῦ Πανεπιστημίου, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πρὶν ἀπ’ ὅλα κάποια ἠθικὴ αὐτοτέλεια τοῦ Πανεπιστημίου. Βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 60 Συντακτικῆς πράξεως, ἐξεδόθη διάταγμα προκηρύξεως ἑδρῶν ἄνευ προγενεστέρας συμφώνου γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 27ην Μαΐου ἐ. ἔ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ, ἐν γνώσει τελοῦσα ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ διάταγμα τοῦτο, διότι εἶχε ἐκδοθῆ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐπροχώρησε ταχυδακτυλουργικῶς εἰς πλήρωσιν τῶν ἑδρῶν της ἡ Ἰατρικὴ Σχολὴ καὶ τοῦτο διὰ νὰ κρίνῃ ὑπὲρ ὡρισμένων ὑποψηφίων καὶ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ψήφου ἑνὸς καθηγητοῦ, ὁ ὁποῖος κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας — καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατος ἡ συγκέντρωσις τῆς πλειοψηφίας — καὶ τῆς ψήφου ἑτέρου καθηγητοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέμενε τὰ διαβατήριά του διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας ἐγένετο ἀντιληπτόν, ὅτι τὸ διάταγμα ἀκύρως εἶχεν ἐκδοθῆ, διότι δὲν εἶχε τύχει τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διαβιβάζεται τότε τὴν 19 Ἰουλίου ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεβάλλετο πρὸς γνωμοδότησιν τὸ διάταγμα ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ γνωμοδότησίς του. Ἡ ἐπεξεργασία αὕτη ἐγένετο παραδόξως ἐντὸς 24 ὡρῶν, καὶ τὴν 20ὴν Ἰουλίου ἐκδίδεται γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τὸ παραδοξώτερον, τὴν ἰδίαν ἡμέραν διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγεννήθη τότε τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως πλέον νέου Βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀντὶ τούτου, παρελήφθη τὸ πρωτότυπον τοῦ παλαιοῦ διατάγματος — τὸ διεπίστωσα ὁ ἴδιος, ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων — καὶ παρεμβάλλεται εἰς τὸ τέλος τοῦ διατάγματος ἡ φράσις «καὶ κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκδοθείσης κλπ.».
§57Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν εἶναι αὐτὴ διακοπή, ἀλλὰ ἀγόρευσις. Θὰ λάβετε τὸν λόγον ἔπειτα καὶ θὰ τὰ εἰπῆτε. Κύριε Τσάτσο, θὰ ἐξακολουθήσω διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ὑπάρχει ὑπαιτιότης μόνον τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Τί εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον; Καθ’ ὅλα ἄριστον. Πρέπει, ὅμως, νὰ συνηθίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐποχὴ τοῦ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, διότι ἐπέρασαν ὄχι 20 ἔτη, ὅπως λέγῃ ὁ Δουμᾶς, ἀλλὰ 40 ἔτη, διότι εἴμεθα εἰς τὸ 1946.
§58Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι παρήγορον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐπὶ τέλους διεμαρτυρήθησαν οἱ κύριοι Ἀκαδημαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα χρόνια ἐσιώπων.
§59Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ἕνα πρωΐ τοῦ Σεπτεμβρίου, εἷς νέος μὲ σχισμένα ροῦχα καὶ παπούτσια τελείως ἐφθαρμένα, παρουσιάσθη εἰς ἐμέ. Τὸν ἠρώτησα τί θέλει, μοῦ ἔδειξε ἕνα ἔγγραφον καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι ὑπηρέτησε εἰς τὸ τάδε πλοῖον, ὅπου ἐτορπιλλίσθη, διεσώθη ὅτι ὑπηρέτησε καὶ αὖθις εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν, εἰς δεύτερον πλοῖον, καὶ ἐτορπιλλίσθη καὶ διεσώθη πάλιν. Τέλος καὶ τρίτην φορὰν καὶ ἐτορπιλλίσθη καὶ διεσώθη. Ὅταν εἶδα αὐτὸν τὸν νέο, μοῦ ἐφάνη, ὅτι ἔβλεπα ἕνα πραγματικὸν Ἕλληνα, ἕνα πολεμιστήν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσα νὰ δώσω τίποτα. Ἐσηκώθηκα καὶ τοῦ ἔδωσα τὸ χέρι μου καὶ τοῦ εἶπα «σὲ συγχαίρω». Τὸν ἔστειλα εἰς τὸν κ. Παπαθανάσην νὰ τοῦ εὕρῃ ἐργασίαν καὶ τοῦ ἔδωσα καὶ 25 χιλ. δραχμές. Τοῦ ἔδωσε καὶ ὁ κ. Παπαθανάσης 25 χιλ. δραχμὲς. Τοῦ ἔδωσα καὶ ἕνα γράμμα πρὸς τὸν κ. Πρύτανιν καὶ τοῦ ἔλεγα μέσα: Αὐτὸν τὸν πραγματικὸν Ἕλληνα στρατιώτην, παρακαλῶ νὰ τὸν βοηθήσετε νὰ μπῇ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ὄχι νὰ κάμετε λαθροχειρίαν, ἕνα θάρρος νὰ τοῦ δώσετε, νὰ τοῦ πῆτε ὅτι μπορεῖ νὰ δώσῃ ἐξετάσεις. Μετά τινας ἡμέρας, ἐπεσκέφθη ὁ κ. Πρύτανις τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ εἶπε: «Τί κατάστασις εἶναι αὐτή. Ὁ Ὑπουργός σας μᾶς στέλνει σημειώματα ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων». Καὶ ἐπειδὴ οὐδέποτε ἔδωσα σημειώματα εἰς ὅλην τὴν πολιτικὴν ζωήν μου, τοῦ ἔγραψα μίαν ἐπιστολὴν καὶ τὸν ἠρώτησα ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιστολὴ ἰδική μου ὑπὲρ εὐνοουμένου τινὸς προσώπου. Μοῦ ἀπήντησαν ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐπιστολὴ αὐτή. Τοῦ ἀπαντῶ καὶ ἐγὼ καὶ τοῦ λέγω: Τοῦ ἔδωκα ἐξ ἰδίων μου 25 χιλ. δραχ. καὶ ἑτέρας 25 χιλ. ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Παπαθανάσης, καὶ τὸν συνιστῶ πρὸς τὸν κ. Πρύτανιν δι’ ἐπιστολῆς μου, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαίρω τὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος θυσίας του. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ..........». Αὐτὸ δίδει τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω καὶ ἀφήνω νὰ τὴν χαρακτηρίσετε σεῖς, ἐὰν εἶναι κομματικὴ πολιτικὴ ἢ ἐθνική. Καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν πρᾶξιν ἄνθρωποι ὑπηρετοῦντες καὶ διδάσκοντες καὶ διευθύνοντες τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ νεότης, ἡ Ἑλληνική, καὶ αὐτὴ ἀκόμη τὴν πρᾶξιν ἠθέλησαν νὰ τὴν διαβάλουν. Ἀσφαλῶς ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ὅλοι μαζὶ διὰ νὰ κάμωμεν καλυτέραν ἐκκαθάρισιν. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν Κυβέρνησιν νόμιμον καὶ ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, ἐκτελοῦντες ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ τὴν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐκκαθάρισιν, διὰ νὰ σωθῇ ἡ Πατρίς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ δὲν θέλομεν ἡμεῖς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ δίκαιον ὁλόκληρον μὲ τὸ μέρος σας. Ἡ ἀπορία μου συνάπτηται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Ἐὰν ἀποτελῇ πρᾶξιν σκοπιμότητος ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ μέτρου περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων, ἀντικαθιστώντων τοὺς ἀπολυομένους διὰ λόγους ἐθνικοὺς κλπ. Ἢ θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ ὑπερβληθῇ ἡ κανονικὴ διαδικασία τῆς πληρώσεως τῶν ἑδρῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐὰν νομίζετε ὅτι πράγματι εἶναι μία πρακτικὴ λύσις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετῇ τὸ Ἀνώτατον Ἵδρυμα, αὐτὸ εἶναι γενικώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ ἄλλην φοράν.
§61Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Οἱ καθηγηταὶ ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον.
§62Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παραλείπεται ἡ διαδικασία.
§63Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν ἐξελέγησαν ἄνευ διαδικασίας.
§64Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ διαδικασία ἔχει ἀτονίσει. Ἐν πρώτοις παραλείπεται ἡ δυνατότης τῆς συμμετοχῆς τῶν ὑποψηφίων.
§65Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Διὰ τοὺς δύο ἐκλεγέντας παμψηφεί, τί θὰ εἴπητε;
§66Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει δυνατότης ὑποβολῆς ὑποψηφιοτήτων νέων, οὐδεμία προηγουμένη ψῆφος θὰ ἔχῃ ἰσχύν. Αὐτὸ εἶναι βασικόν.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Γεωπονικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δὲν ἔχει οὔτε ἕνα καθηγητήν; Θὰ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἕνα χρόνον;
§68Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν συμφωνῶ ἐν πολλοῖς διὰ τὰ Ἀνώτατα Ἱδρύματα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτό, εἶναι τελείως ἄσχετον μὲ τὸ σφάλμα τῆς Πολιτείας σήμερον, νὰ μὴ μεταχειρίζεται τὰ συνήθη μέσα.
§69Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μοῦ εἶναι ἀνεξήγητος ἡ σπουδὴ τῆς πληρώσεως τῶν Πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν, ἔστω καὶ κατόπιν ἐκκαθαρίσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν γνωρίζομεν ὅλοι καλά, ὅτι χιλιάδες δημοτικῶν σχολείων παραμένουν ἄνευ δημοδιδασκάλων. Δὲν διορίζετε καλύτερα δημοδιδασκάλους, ὥστε νὰ μπορέσουν τὰ ἑλληνόπαιδα νὰ μάθουν τὴν γλῶσσα τους καὶ νὰ ἀφήσετε τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου;
§70Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Διώρισα χθὲς 615 δημοδιδασκάλους, ὅσην πίστωσιν εἶχα. Καθηγητὰς δὲν διώρισα ἐγώ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐψήφισαν.
§71Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἄτοπον νὰ ἀγανακτῇ δι’ ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνετελέσθη ἀκόμη, τοῦ διορισμοῦ 6 καθηγητῶν, καὶ νὰ μὴ ἀγανακτῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διότι ἀπὸ τοῦ 1935 διωρίσθησαν διὰ διαταγμάτων καὶ δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων ὅλοι οἱ καθηγηταὶ τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐκρίθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ τοὺς συναδέλφους των, ἀφοῦ συνῆψαν στενωτάτας σχέσεις μετ’ αὐτῶν καὶ δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστοι εἰς τὴν κρίσιν τῶν συναδέλφων των.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπ. Ἀλιβιζᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὅταν ἦλθε τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, μοῦ ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ψηφίσματος εἶχε πράγματι τὴν πρόθεσιν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Μοῦ ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα ἐὰν ἐπίστευεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν δυνατότητα τῆς ἐφαρμογῆς του. Ἡ ἀμφιβολία μου αὐτὴ προήρχετο ἀπὸ λόγους πολλούς. Ἡ ἔλλειψις εἰς τὸ ψήφισμα μιᾶς καθαρᾶς γραμμῆς ὡς πρὸς τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Ἡ παράλειψις ἀπὸ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ του πάσης προσπαθείας, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας ποὺ τοῦ ἐδίδετο καί, ἐὰν ὄχι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν ἐφαρμογήν του, νὰ ἔχῃ τὴν οὐσιαστικὴν ἀνοχήν της. Ὁ τρόπος, τέλος, κατὰ τὸν ὁποῖον προεβλέπετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ζητήματος, μοῦ ἐγέννησε ζωηροτάτας ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐπιτυχίας του. Τὰ ἐπακολουθήσαντα γεγονότα, ἦλθαν, δυστυχῶς, νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὶς ἀμφιβολίες μου ἐκεῖνες. Καὶ μόνον δὲ τὸ γεγονός, ὅτι μετὰ τρεῖς ἀκριβῶς μῆνες ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις διὰ δευτέραν φοράν, νὰ ζητήσῃ παράτασιν τῆς προθεσμίας τῆς ἐφαρμογῆς του, ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἀρχικὸν ψήφισμα ἀπέτυχε τοῦ σκοποῦ του. Βέβαια τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἔχουν διαδραματισθῆ, οἱ τραγικὲς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν, ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἕνα τεράστιον μέρος τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπὸ ἄλλας συνθήκας θὰ προεκάλει. Ἦτο ὅμως ἐπάναγκες νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ προκληθῇ ἡ σημερινὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ διαπιστωθοῦν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀποτυχίαν αὐτήν. Νὰ ἀναζητηθοῦν ὁ τρόπος καὶ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν — ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν — νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἀρχικὸς σκοπός του. Φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς τοῦ ψηφίσματος, ἤχθη μόλις κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὴν σκέψιν νὰ εἰσαγάγῃ ὁλόκληρον τὸ ψήφισμα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀπόδειξις, ὅτι μέχρι τοῦ Σαββάτου εἶχε καταθέσῃ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος μόνον τὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 σχέδιον ψηφίσματος περὶ παρατάσεως τῶν σχετικῶν προθεσμιῶν. Ἡ ἐπάνοδος, ὅμως, τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς εἰσηγήσεώς της, ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ ψηφίσματος. Αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν διὰ δευτέραν φοράν, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν, δὲν εἶναι νέαι. Εἶχαν διατυπωθῆ καὶ πρὸ τεσσάρων περίπου μηνῶν καὶ εἶχαν τεθῆ ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἠδύναντο συνεπῶς ἀπὸ τότε νὰ γίνουν ἀποδεκταί. Ἄν τὸ πρᾶγμα ἐλάμβανε χώραν τότε, ἴσως σήμερον ἡ ἐξυγίανσις τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν νὰ εἶχε προχωρήσει καὶ ἀσφαλῶς θὰ εἶχαν προληφθῆ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Δυστυχῶς, φαίνεται ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ψηφίσματος εἶχεν ὑπερβολικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νομοπλαστικήν του ἱκανότητα καὶ διὰ τοῦτο, ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθη οὐδεμίαν ἀπὸ τὶς βασικὲς τροποποιήσεις, ποὺ εἶχε τότε εἰσηγηθῆ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἀλλὰ κατὰ μίαν παράδοξον ἐντελῶς συγκυρίαν, ἡ ὁποία φαντάζομαι ὅτι ἦτο ἐντελῶς τυχαία — θέλω νὰ τὸ πιστεύω — ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον τολμήσει τότε νὰ διατυπώσουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ συνταχθέντος ἀρχικοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἀπεκλείσθησαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ παρουσιάσθη τοῦτο τὸ πρωτοφανές, εἰς τὴν τεσσαρακονταμελῆ Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ τροποποιηθῇ βασικώτατα τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν 50μελῆ, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν πάλιν τῶν κομμάτων συντεθεῖσαν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπου ἐγένετο προφανῶς χρῆσις τῆς κομματικῆς πειθαρχίας τῆς πλειοψηφίας, νὰ ἀπορριφθοῦν ὅλες ἐκεῖνες αἱ βασικὲς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐδήλωσε σήμερον ὅτι ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§74Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὶς τροποποιήσεις αὐτὲς, τὶς ὑπεστήριξε καὶ πάλιν ἡ πλειοψηφία, ὅταν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ — συζητοῦσα καὶ πάλιν περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν — ἐπανῆλθεν εἰς τὰς ἀρχικάς της ἀποφάσεις, ἀφοῦ διεπίστωσε τὴν ἀποτυχίαν. Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἐπανέφερε τὸ ζήτημα.
§75ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ἀποδείξω κατὰ ποῖον τρόπον κάποτε συντάσσονται νομοθετήματα καὶ ψηφίζονται ψηφίσματα βασικά, ἀφορῶντα κλάδους ζωτικοὺς τῆς Δημοσίας ἡμῶν ζωῆς, διὰ νὰ καταδείξω ἀκόμη πόσον ὀλίγη προσοχὴ ἀποδίδεται συχνὰ εἰς τὴν πραγματικὴν ἐπεξεργασίαν τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, ἀπὸ μέρους τῶν διαφόρων κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ παράδειγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀναφέρω τὸ ζήτημα τοῦτο. Παρετήρησα καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἀπορριφθέντα ἢ ἀναιρεθέντα τελείως ἀπὸ ἄλλας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τὰ ὁποῖα εἰσαχθέντα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐψηφίσθησαν ὡς ἀρχικῶς εἶχον ὑποβληθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Τόσον, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον προσέλθῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ δέους τὸν ἠρώτων ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ καὶ νέα παράτασις τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἐφοβόμην ἀκριβῶς, ὅτι θὰ συνεχίζετο ἡ νομοπαραγωγικὴ αὐτὴ μηχανὴ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§76Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω μαζί σας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀναμφισβητήτως ἠσκήθη κυβερνητικὴ πίεσις ἐπὶ μερικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὑπῆρξε μνημειῶδες καὶ ὅσοι τὸ μελετήσουν θὰ ἴδουν, ὅτι σπανίως Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως κατέβαλλε τοιαύτας προσπαθείας.
§77Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ ἀποτελέσῃ τὸ βασικὸν ἐπιχείρημα διὰ βαθυτέραν Συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν.
§78ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐξ ἀφορμῆς ἄλλου ψηφίσματος, τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐτάχθηκα ὑπὲρ τῆς μονίμου λειτουργίας Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς. Εὑρέθηκα σύμφωνος κατὰ βάσιν μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ καὶ δὴ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ δὲν διαφωνῶ, ὅπως ἐπίσης, δὲν κάμνω κριτικήν, οὔτε εἰς τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, οὔτε τῶν ἐργασιῶν της. Ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι φυσικόν, νὰ μὴ παρουσιάζῃ τὴν ποιοτικὴν ποικιλίαν προσώπων, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει σήμερον ἡ Βουλή, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἔργον τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, νὰ προσέχουν περισσότερον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγουν τὰ νομοσχέδια καὶ τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται ἐπ’ αὐτῶν. Αὐτὰ παρεμπιπτόντως. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόθεσις συμπαθής. Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὸ παρελθόν, δὲν εἶναι καθόλου ἐνθαρρυντική. Αἱ διάφοροι ἐκκαθαρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἀπὸ μιᾶς 30ετίας περίπου, εἰς τίποτε ἄλλο τελικῶς δὲν κατέληξαν, παρὰ εἰς τὴν μόνιμον σχεδὸν ἀναστάτωσιν τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἰς τὴν συνεχῆ κατόπιν αὔξησιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἑκάστοτε ἀπολυομένων καὶ τῆς ἀπονομῆς εἰς αὐτοὺς «Δικαιοσύνης» ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀπὸ τὰς μετέπειτα πολιτικὰς Κυβερνήσεις καὶ τὴν συνεχῆ αὔξησιν τῶν Δημοσίων δαπανῶν, διὰ τῆς μεθόδου τῶν συντάξεων. Καὶ συνεπῶς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς συνήθους μέτρου Ὑπαλληλικῶν Δημοσίων ἐκκαθαρίσεων, θὰ ἤμουν ἀντίθετος πρὸς τὸ προτεινόμενον μέτρον. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος μοῦ δημιουργεῖ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, σοβαροὺς ἐνδοιασμούς. Εἶναι αἱ ὅλαι συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζομεν εἶναι τόσον μεγάλος; Ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτάκτου ἐθνικῆς ἀνάγκης, νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ δημόσιος ὀργανισμὸς τῆς Χώρας μας, ἀπὸ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὄχι ἁπλῶς πιστεύουν θεωρητικῶς, διότι αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο ἀντικείμενον διώξεως, ἀλλὰ ἐνεργοῦν πρακτικῶς πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ Κράτους καὶ αἱματοκύλισαν ἤδη τὴν Χώραν. Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ στοιχείων, τὰ ὁποῖα συνειργάσθησαν μὲ τὸν ἐχθρόν, διὰ τὰς δύο αὐτὰς κατηγορίας, ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐνόμισα ὅτι δὲν ὑφίστατο ἐνδοιασμός.
§79Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε.
§80ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§81Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοῦ ἐπιτρέψατε τὴν διακοπήν. Λυποῦμαι μόνον, διότι θὰ σᾶς εἶμαι ὀλίγον πικρὸς εἰς τὴν διακοπὴν αὐτήν. Ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς κύκλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι διαβιβρώσκουν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν κρατικὴν ὑπόστασιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ δίκαιον καὶ ἠθικόν, καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ ἡμετέρα Πολιτεία διώρισεν καὶ μετεβλήθησαν εἰς διώκτας τῶν συναδέλφων των, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσέλθει κανονικῶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ χεὶρ τιμωρὸς καὶ διὰ τὰ βδελύγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετέβαλλον τρὶς καὶ τετράκις ἰδεολογικὰς πεποιθήσεις; Δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς ἐκείνους τοὺς κυρίους, τοὺς ὁποίους διώρισεν ὡς ὑπερεθνικόφρονας ἡ 4η Αὐγούστου, καὶ μετεβλήθησαν εἰς καταπτύστους χαφιέδας καὶ ὑπηρέτας τοῦ κατακτητοῦ, δὲν εἶναι δίκαιον ἡ ἐκκαθάρισις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν;
§82ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀσφαλῶς, ἐὰν μετεβλήθησαν εἰς χαφιέδας καὶ ὑπηρέτας τοῦ κατακτητοῦ, ἢ εἰς ὑπηρέτας τῶν σφαγέων τοῦ Δεκεμβρίου, ὀφείλουν καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκκαθαρισθοῦν.
§83Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Τοὺς ἐξαιροῦν, ὅμως, κύριε συνάδελφε.
§84ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐξαιροῦνται. Ὅταν πρόκειται διὰ τὰς 2 αὐτὰς βασικὰς κατηγορίας, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἐνδοιασμοὶ καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἐνδοιασμοί. Ὄχι διὰ λόγους θεωρητικούς, ὄχι ἁπλῶς διότι κατὰ τὴν κομμουνιστικὴν θεωρίαν, τὸ Κράτος τὸ ἀστικὸν δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μέσον καταπιέσεως, τοῦ Κεφαλαίου εἰς βάρος τοῦ προλεταριάτου, ἕνα ὄργανον ταξικὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνατραπῇ καὶ νὰ θρυματισθῇ διὰ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ Κράτος τὸ προλεταριακόν. Ὄχι δι’ αὐτό, ἀλλὰ διότι, ἂν ἐπροσέξατε τὴν διατύπωσιν τοῦ ψηφίσματος, δὲν τιμωροῦνται ἁπλῶς διὰ τὴν ἰδεολογικήν των πίστιν, τιμωροῦνται διὰ τὰς πράξεις των καὶ διὰ τὰς πράξεις τὰς ἐγκληματικάς, τὰς ἀνατρεπτικάς, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κάθε ἕνας εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Ἀλλοίμονον ἐὰν καθιερωθῇ, ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, τὸ δικαίωμα εἰς ὡρισμένην μερίδα κοινωνικὴν ἢ πολιτικήν, νὰ ἐγκληματῇ ἀσυνειδήτως καὶ νὰ καταστρατηγῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι θεωρητικοί, οἱ λόγοι ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ἐκκαθάρισιν, ὡς πρὸς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα. Εἶναι λόγοι πρακτικοί. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, δὲν εἶχε γίνει ἀντιληπτὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅταν κατετίθετο πρὸς ψήφισιν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις, ὄχι μόνον πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀδιάβλητον, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παρέχῃ καὶ ἐξωτερικῶς τὴν πεποίθησιν καὶ εἰς τὰ ὄργανα, ποὺ θὰ τὴν ὑποστοῦν καὶ εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν ἐφαρμόσουν καὶ γενικώτερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι μέτρον πρόσκαιρον καὶ ἐπισφαλές. Καὶ κατὰ συνέπειαν, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὴ ἡ πεποίθησις καὶ ψυχολογία, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν σταθερότητα τῆς ἐκκαθαρίσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον αἱ ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς ἄλλης μερίδος τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μία σύμπτωσις δυναμένη νὰ κατασφαλίσῃ τὴν ἰσχὺν τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ σημερινὴ πλειοψηφία. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δύο ἦσαν τὰ βασικὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀποσπάσῃ ἔστω καὶ τὴν σιωπηρὰν συγκατάθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ πρῶτον ἦτο νὰ περιορίσῃ, ὅσον τὸ δυνατόν, τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως εἰς λόγους ἀποδεκτοὺς πανταχόθεν, εἰ δυνατόν, ὥστε ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σκοποὺς τῆς ἐκκαθαρίσεως νὰ ὑπάρχῃ ὁμοφωνία καὶ συμφωνία. Ἡ δευτέρα προϋπόθεσις διὰ τὴν σταθερότητα τῆς ἐκκαθαρίσεως, θὰ ἦτο νὰ δοθῇ πᾶσα δυνατὴ ἐγγύησις, ὅτι θὰ προληφθοῦν λάθη, ὅτι δὲν θὰ γίνουν καταχρήσεις. Ἀπὸ τῆς πρώτης πλευρᾶς, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς δηλαδὴ τοῦ ἐντοπισμοῦ τῶν λόγων τῆς ἐκκαθαρίσεως, εἰς κριτήρια ἀντικειμενικά, ἀποδεκτὰ πανταχόθεν, τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἐξεδηλώθη σαφῶς ἡ θέλησις, ὅλων τῶν μελῶν τῶν ἐκπροσωπουμένων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ κατόπιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Δύο ἦσαν οἱ λόγοι, εἰς τοὺς ὁποίους συνεφώνησεν τόσον ἡ Συμπολίτευσις, ὅσον καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο ὁ τῆς συνεργασίας μετὰ τῶν κατακτητῶν, καὶ ὁ δεύτερος ἡ ἐνεργὸς ἀνάμιξις εἰς τὸ κίνημα τὸ στασιαστικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς 2 ἄλλους λόγους, ἐξεδηλώθη ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν διαφωνία καὶ μάλιστα, πρὸς κατατοπισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Χίου, ἐπρωτοστάτησα εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου Α, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου. Ἐγένετο δὲ ἐπανειλημμένως ψηφοφορία ἐπὶ τῆς παραγράφου αὐτῆς.
§85Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεων, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἶχε καὶ ἔχει τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ ὅσους διωρίσθησαν ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ ἐντεῦθεν. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις περιλαμβάνει πολλὰ κόμματα. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔχει ἰδίας καὶ σταθερὰς πεποιθήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Ἀλιβιζᾶτε.
§86ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε συνάδελφε. Ἐπειδὴ τὸ θέμα μὲ ἐνδιέφερε, τὸ λέγω πρὸς τιμήν μου, καὶ ἐπειδὴ ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον εὐρυτάτων συζητήσεων, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐτήρησα προχείρως τὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφοφοριῶν. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἀπόρριψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἐζήτησεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, κύριος Λαδᾶς, πρῶτος διὰ τῆς εἰσηγητικῆς του ἐκθέσεως. Βεβαίως δι’ ἄλλους λόγους αὐτός, δι’ ἄλλους λόγους ἡμεῖς. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε θὰ εὕρω τὴν σχετικὴν εἰσήγησιν....
§87Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριε συνάδελφε, τὰ πρακτικά, ἀλλὰ λυποῦμαι πολύ, ποὺ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Λαδᾶς.
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή, μὲ τὸ ποῖος ἐψήφισε καὶ ποῖος δὲν ἐψήφισεν.
§89ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Λαδᾶ: «...Τὸ πρῶτον κριτήριον, ὁρίζον τὴν ἀσυμβίβαστον «διαγωγήν»...... εἶναι τόσον ἀόριστον, ὥστε νὰ περιλάβῃ «τὸν οἱονδήποτε ὑπάλληλον καὶ μόνον διότι ὑπῆρξε» «κατὰ τὰ φρονήματά του ἀνεξάρτητος κλπ......» «Καὶ τί ὠφελεῖ ἂν διαγραφῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 κριτήριον, ὅταν διατηρηθῇ ἡ «ἀσυμβίβαστος διαγωγὴ «τόσον γενικῶς καὶ ἀορίστως νομοθετουμένη»...... Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος ὑπῆρξε συμφωνία τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος περὶ διαγραφῆς, ἐκδηλωθεῖσα δίς, καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα. Ἡ συμφωνία αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσῃ, διότι......
§90Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Μὴ δημιουργῆτε ἐντυπώσεις καὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς συμφωνίας αὐτῆς. Θὰ ἤθελα νὰ ἦτο ἐδῶ ὁ κύριος Λαδᾶς διὰ νὰ σᾶς διαψεύσῃ.
§91Μ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὑπάρχουν μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς παρόντα.
§92Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ κύριος Ζαΐμης κατεψήφισεν.
§93ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ ἐπικυρῶ καὶ ἐγὼ αὐτό, ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης, μὴ παραστὰς εἰς τὰς πρώτας συνεδριάσεις, κατεψήφισε κατὰ τὴν τελευταίαν.
§94Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Αὐτὸ μὲ ἱκανοποιεῖ πρὸς τὸ παρόν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς δώσω πληρεστέραν ἀπάντησιν.
§95ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶναι πτωχὴ ἡ ἱκανοποίησις ὅταν δύο ἐκθέσεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐζήτησαν τὴν διαγραφήν. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν ἀποδοχὴν ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου αὐτῆς, δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω κριτικὴν διὰ τὴν ἀναγραφήν της εἰς τὸ σχέδιον. Ἀρκοῦμαι μονάχα νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἐγένετο σκέψις, μαζὶ μὲ τοὺς σφαγεῖς τοῦ Δεκεμβρίου, μαζὶ μὲ τοὺς ὑπονομευτὰς τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, μαζὶ μὲ τοὺς δοσιλόγους καὶ τοὺς συνεργασθέντας μὲ τὸν ἐχθρόν, νὰ θελήσουν νὰ συγκαταλέξουν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ «ἔγκλημα» νὰ διατηρήσουν τὰς θέσεις των ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχε τὴν τιμὴν νὰ εἴπῃ τὸ «ΟΧΙ» τῆς 28 Ὀκτωβρίου.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ....... (δὲν ἠκούσθη).
§97ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐκάματε τὴν διακοπὴν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο καὶ εἰδικὴ συζήτησις κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἀπεδέχθησαν καὶ συνάδελφοί σας. Σταματῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διότι ἐδέχθη, ὡς εἶπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου καὶ διότι εὑρέθη σύμφωνος ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἀπομένει, κύριοι, μία διαφωνία, διαφωνία ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 4. Τότε, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, καὶ κατὰ τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν κατὰ τὴν τελευταίαν, ἐκηρύχθην ἐναντίον τῆς παραμονῆς τῆς παραγράφου 4, ἐκηρύχθην ἐναντίον τῆς διατηρήσεως τῆς παραγράφου αὐτῆς, διότι ἡ λεγομένη «ποιοτικὴ ἐκκαθάρισις», ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τῆς ἐν λόγῳ παραγράφου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνωδύνως καὶ φυσιολογικῶς βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις — ἂν ὄχι καὶ εἰς καταχρήσεις. Ἤκουσα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφυλάσσεται ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ἄρῃ τὰς ἐπιφυλάξεις του καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ νὰ ἀποδεχθῇ πλήρως τὴν εἰσήγησιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε ὡς ἀντικειμενικὰ κριτήρια τῆς ἐκκαθαρίσεως νὰ παραμείνουν μόνον τὰ ὑπὸ στοιχεῖα βʹ καὶ γʹ, τὰ ὁποῖα ὄντως εἶναι κριτήρια ἀντικειμενικά. Ἐλέχθησαν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο — καὶ ἀνεφέρθησαν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν — λάθη, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἀνεφέρθησαν καὶ ὀνόματα. Κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν τὰ λάθη αὐτὰ διεπράχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγράφου 4. Εἶναι ἀρκετὰ χαρακτηριστικόν, ὅτι ἡ μόνη παράγραφος, ἡ ὁποία ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ διαπραχθοῦν λάθη, κοινῶς ἀναγνωριζόμενα, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀφορῶσα τὴν λεγομένην «ποιοτικὴν ἐκκαθάρισιν». Καὶ μόνον ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος 4 ἀπὸ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Ὑπάρχει, βέβαια, ἡ περίπτωσις τῶν ἤδη κριθέντων καὶ ἐκκαθαρισθέντων βάσει τῆς παραγράφου αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ προτείνει μίαν συμπλήρωσιν τῆς τροπολογίας βάσει τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ ἐκ νέου κρίσις τῶν τυχὸν ἀπολυθέντων βάσει τῆς παραγράφου δʹ. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἀπολύτως κανονικὸς καὶ παρέχει πᾶσαν ἐγγύησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἐκκαθάρισις ἐγένετο καὶ συνεπῶς ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ἀδικημάτων θὰ πρέπει νὰ γίνῃ πάλιν διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δὲν εἶχεν ἄλλο ἀγαθὸν ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὅπως ἀρχικῶς τὸ εἶχεν ἐγκρίνει καὶ εἰσηγηθῆ ἡ Κυβέρνησις, εἶχε τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι μᾶς ἀπέδειξε τὰ ἀδύνατα σημεῖα, τοὺς λόγους τῆς ἐνδεχομένης καὶ πραγματοποιηθείσης μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον ἀποτυχίας του. Καὶ οἱ λόγοι, κύριοι, εἶναι τὸ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς κατ’ ἐξοχὴν πολιτικοῦ μέτρου ἐζητήθη καὶ ἀνετέθη εἰς ὄργανα ἀνεύθυνα, ὄργανα ὑπηρεσιακά, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλουν καὶ πραγματοποιήσουν τὴν ἐκκαθάρισιν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι εὐτυχὲς τὸ φαινόμενον καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεδέχθη ἔστω καὶ ἀργὰ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἰσήγησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν, ὄχι μόνον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλά, γενικώτερον, καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρατηρεῖται εἰς ὅλας τὰς Κρατικὰς Ὑπηρεσίας ἢ καὶ ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ὑπουργείων ἡ αὐτὴ προθυμία πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξυγιάνσεως, ἀλλὰ ὡρισμένοι ὀργανισμοί, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἀσφαλεῖς, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ τὰς ὁποίας δύναται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξελέγξῃ, ἐδήλωσαν ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμόσουν τὸ ψήφισμα τῆς ἐξυγιάνσεως. Καὶ ἐρωτᾶται, ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα Ὀργανισμοὶ κείμενοι ὑπεράνω τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ἂν εἶναι Ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς πολλὲς φορὲς ὑποσκελίζουν καὶ τὸ Κράτος διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον διαχειρίζονται. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω καὶ ἐφιστῶ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὅτι μεγάλοι Ὀργανισμοὶ ὄχι μόνον ἠγνόησαν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς τελείως τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται νὰ τὸ ἐφαρμόσουν. Καὶ διερωτῶμαι: Ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν καὶ διοικοῦν τοὺς Ὀργανισμοὺς αὐτούς, ἐὰν ἐμμείνουν εἰς αὐτὴν τὴν φανερὰν ἀνταρσίαν ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους; Ἀπομένει ἕν τελευταῖον σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θίξω, καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου......
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν ἐδέχθημεν. Ἡμεῖς δὲν ἀνεμίχθημεν ποτὲ εἰς τὴν οὐσίαν.
§99ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶπα ὅτι διεμαρτυρήθητε διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς πρώτης παραγράφου.
§100Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν ἀνεμίχθημεν ποτὲ εἰς καμμίαν συζήτησιν τῆς οὐσίας.
§101Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς τὰ εἶπον ἐδῶ διότι δὲν μετεῖχον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§102ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Περιττὸν νὰ ταράττεσθε, ἀφοῦ δὲν ταράττομαι ἐγώ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἔκανε μία δήλωσιν καὶ εἶπον ἐγὼ ὅτι ὅταν εἰσήχθη πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐψήφισαν καὶ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ νομίζω καὶ μέλη τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§103Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὄχι. Ἡμεῖς δὲν μπορούσαμε νὰ ψηφίσωμεν διότι εἴχομεν καταθέσει δήλωσιν. Μάλιστα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐγὼ προσωπικῶς δὲν μποροῦσα νὰ ψηφίσω διότι ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦ Μιχαλακοπούλου τὸν ὁποῖον ἐσκότωσαν οἱ κύριοι αὐτοί.
§104ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ξεύρω ἐὰν τὸν ἐσκότωσαν ἢ ὄχι. Ἐγὼ διάβασα τὴν εἰσήγησίν σας καὶ τὸ ὅτι ἐδώσατε «παρὼν» ἀποδεικνύει τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου.
§105Χ. ΛΑΔΑΣ. «Παρὼν» ἐδώσαμεν καὶ εἰς ἄλλα.
§106ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. «Παρὼν» κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως.
§107Π. ΡΟΖΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι παραλογισμός.
§108ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ (εἰρωνικῶς). Εὐχαριστῶ κύριε συνάδελφε. Θεωρῶ περιττὸν καὶ δὲν θέλω νὰ ἀνταποδώσω τὴν φράσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅταν εἰσήχθη ψήφισις τοῦ ἄρθρου 2 παράγραφος 1 ἐψήφισαν 24 ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς 6 ἐναντίον τῆς διαγραφῆς καὶ δύο παρόντες. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ τώρα ἕνα τελευταῖον σημεῖον. Κύριοι βουλευταί...
§109Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἴπατε ὅτι εἰς τοὺς Ὀργανισμοὺς ἠρνήθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ ψήφισμα.
§110ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔχω.
§111Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Πολὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε τοῦτο. Ὅταν λέγετε Ὀργανισμοὺς τὶ ἐννοεῖτε, τὰς Τραπέζας καὶ τὰς παραχωρηθείσας ὑπηρεσίας;
§112ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§113Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κάνω τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλιβιζάτου περὶ ἀρνήσεως τῶν Ὀργανισμῶν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ ψήφισμα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως ἀλλὰ περὶ κενοῦ τοῦ νομοθετήματος. Εἶχεν παρέλθει τὸ τεσσαρακονταπενθήμερον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ κατάρτισις τῶν Συμβουλίων κ.λ.π. τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Παραχωρηθεισῶν Ὑπηρεσιῶν. Ὅταν ἦλθεν ἡ τροποποίησις κατόπιν καὶ ἔγινε ἡ δεκαπενθήμερος παράτασις, τὴν ὁποίαν ὅπως εἴπομεν προηγουμένως ἐπρότεινε ὁ κύριος Θεοφανόπουλος, δὲν ἔγινε συγχρόνως καὶ παράτασις διὰ τὰς ἐπιτροπὰς τῶν Ὀργανισμῶν αὐτῶν καὶ δὲν ὑπῆρχε τρόπος αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ νὰ συμπληρωθοῦν. Δηλαδὴ ὅπως ἐνθυμεῖσθε ὑπῆρχε μία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας συνεπληροῦντο αἱ ἐπιτροπαὶ ἀπὸ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας ἢ εἰς τὰς Τραπέζας. Αὐτὴ ἡ προθεσμία εἶχε λήξει. Καὶ ἐπειδὴ δὲν παρετάθη αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν συνεπληρώθησαν καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμουν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφίσματος. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ ὄχι περὶ ἀρνήσεως καὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου νὰ τὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἰδοῦμε πῶς θὰ μπορούσαμεν ἔστω καὶ τώρα νὰ τὸ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ κενόν.
§114ΜΠ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ἐλλείψεως τοῦ νόμου τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ μιᾶς προσθήκης. Ἀπομένει τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 10. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παράτασις αὐτὴ διότι δὲν νοεῖται πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ προθεσμία διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργήσῃ ἡ τυχὸν ἐφαρμογὴ τοῦ ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως» νὰ εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν προθεσμίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐφθάναμε εἰς τὸ ὀξύμωρον σχῆμα νὰ τελειώνῃ ἐνωρίτερον ἡ προθεσμία πληρώσεως τῶν κενῶν παρὰ ἡ προθεσμία τῆς δημιουργίας τῶν κενῶν. Κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τὴν διπλῆν αὐτὴν προϋπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ἀπαλείψεως ἐκ τῶν λόγων τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν παραγράφων 1 καὶ 4 τοῦ ἄρθρου 2, θὰ ψηφίσω τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Δὲν ἀπατῶμαι, κύριοι, ὡς πρὸς τὰ γενικώτερα ἀποτελέσματα ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐξυγίανσις τοῦ δημοσίου ὑπαλληλικοῦ βίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ μόνιμα ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν συνοδευθῇ ἀπὸ μέτρα ποιοτικῆς καὶ ὑλικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ γενικωτέραν ἀπήχησιν καὶ γενικωτέραν εὐμενῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ὅλης ἐξελίξεως τοῦ Κρατικοῦ μας βίου, ἐὰν δὲν συνοδευθῇ μὲ γενικώτερα μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ δώσουν μίαν καινούργια πνοὴν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὸ Κράτος. Χρειάζεται νὰ δοθῇ νέα πνοὴ καὶ πίστις. Χρειάζεται νὰ ὑπερνικηθῇ ἕνα εἶδος καταπτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι διερχόμεθα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πνεύσῃ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων, ποὺ ἐκπροσωποῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶναι ἀνάγκη νὰ πνεύσῃ μία προσπάθεια δημιουργικῆς πνοῆς καὶ ζωῆς, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ κομμουνιστικὸς κίνδυνος ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπειλούμεθα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πνεύσῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ θάρρος καὶ ἡ θέλησις τῆς δημιουργίας. Εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ραθυμίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουμε περιέλθει σήμερον καὶ τὰς προχείρους πολιτικὰς λύσεις νὰ μεταπηδήσωμεν εἰς λύσεις πραγματικὰ δημιουργικάς. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν ἀτμόσφαιραν μέσα εἰς τὴν ὁποίαν κινούμεθα καὶ ζῶμεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν μὲ τὴν ἀτμόσφαιραν τὴν ὁποίαν ἐγνωρίσαμεν ὀλίγους μῆνας πρίν, μὲ τὶς ἐλπίδες ποὺ μᾶς περιέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 31 Μαρτίου, θὰ αἰσθανθῶμεν συναισθήματα θλιβερά. Εἶναι βαθεῖα καὶ γενικὴ ἡ ἀπογοήτευσις τὴν ὁποίαν, δοκιμάζει σήμερον, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἰδιαιτέρως ἡ παράταξις ἡ ἐθνικόφρων ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀναδειχθῆ. Ἀπογοήτευσις διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν γενικωτέρων Ἐθνικῶν μας ζητημάτων. Ἀπογοήτευσις ἀκόμη, διότι τὸ Κράτος, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδικήν του θέλησιν, εἶναι ἀναγκασμένον τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἀμύνεται ἐναντίον τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀνατροπέων. Δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπάνω εἰς τὸ θέμα αὐτό, διότι εἶναι αὐταπόδεικτον καὶ τὸ αἰσθανόμεθα ὅλοι. Θέλω μόνον ἕνα νὰ τονίσω, ὅτι τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον σήμερον ἀντιμετωπίζομεν δὲν εἶναι πρόβλημα μόνον ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι πρόβλημα πρόσκαιρον. Εἶναι πρόβλημα καθολικώτερον καὶ διαρκεστέρας πνοῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ μονομερῶς καὶ μὲ διχασμένην τὴν ἐθνικὴν παράταξιν τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελέσωμεν ὅλοι, μὲ οἱονδήποτε τρόπον, νὰ ἀποκατασταθῇ ἐκ νέου καὶ νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ χρόνον ἀρκετόν, διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν μακρόν, ἡ ἑνότης τῆς ἐθνικῆς παρατάξεως τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία θὰ τῆς δώσῃ τὴν δύναμιν ὄχι μόνον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν διὰ μίαν καινούργιαν δημιουργικὴν πνοήν. Συζητήσεις πολλαὶ ἐγένοντο καὶ γίνονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ διὰ τὴν ἀνάγκην μιᾶς κυβερνητικῆς διευρύνσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀσφαλείας. Νομίζω ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι γενικώτερον καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως δὲν ὀφείλομεν νὰ τὴν κρίνωμεν καὶ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζωμεν μὲ πρόχειρα κριτήρια τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν ὡς μίαν μόνιμον καὶ παγίαν ἀνάγκην τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ἕως ὅτου κατορθωθῇ νὰ ἀνασυγκροτηθῇ καὶ πάλιν ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους καὶ νὰ τεθοῦν αἱ βάσεις γιὰ τὴν νέαν ζωὴν τοῦ Ἔθνους. Γνωρίζω τὰς δυσχερείας, ποὺ συναντῶνται. Δὲν θὰ κάμω ἔκκλησιν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος αὐτῆς, διότι νομίζω ὅτι κατὰ κόρον ἔχουν ἀκουσθῆ ἐκκλήσεις καὶ φοβοῦμαι ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἴσως ἐπεδιώχθη ἡ προπαγάνδισις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἐδημιούργησε παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδυσχέραναν τὴν πραγματοποίησίν της. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς πλειοψηφίας, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὴν δικαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς της ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀναζητήσωμεν εἰς τὰ τελικὰ ἀποτελέσματα καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν της. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐπίσης ἀντιληπτὸν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως, ἡ ἰδέα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν σημερινῶν κινδύνων δὲν εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ σκέψις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, νὰ λαμβάνῃ τὸ χρῶμα καὶ τὸν χαρακτῆρα μιᾶς προσπαθείας πρὸς διάσπασιν τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦτο, διότι ἁπλούστατα εἶναι μία ὑπόνοια, εἶναι ἕνας παράγων δυσμενὴς διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. Φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρξαν παρεξηγήσεις, φοβοῦμαι ὅτι ἐγένετο κακὸς χειρισμός. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναζητήσω, οὔτε νὰ ἀποδώσω εὐθύνας, νομίζω ὅμως ὅτι, δι’ ὅσους αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην αὐτήν, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ὑπάρχει ἕνα μόνον στάδιον δράσεως. Τὸ στάδιον ἐκείνων, ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην αὐτὴν εἰς οἱανδήποτε πλευρὰν τῆς Βουλῆς καὶ ἂν εὑρίσκωνται, εἶναι νὰ γίνουν οἱ διαιτηταὶ τῆς καταστάσεως, νὰ γίνουν ἡ γέφυρα, ἡ ὁποία θὰ παρασκευάσῃ τὴν σύμπτωσιν μεταξὺ τῶν ἀντιτιθεμένων ἀπόψεων, διὰ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ τὴν ὁποίαν ἀναζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§116Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ πρόβλημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀποτελεῖ, κύριοι βουλευταί, μίαν πλευρὰν τοῦ ὅλου, τοῦ μεγάλου ἑλληνικοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν τρίπτυχον, εἶναι δηλαδὴ τρία τὰ συναφῆ ζητήματα, α) τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀποδόσεως ὑπαλλήλων, δεύτερον τῆς ἱκανοποιητικῆς μισθοδοσίας των, καὶ τρίτον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων πλευρῶν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος φέρεται ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μόνον ἡ μία, νομίζω κακῶς. Νομίζω ὅτι τὸ πρόβλημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ μὲν πρόβλημα τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀποδόσεως εἶναι πρόβλημα σημαντικώτατον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ αὐτοτελῶς, τὸ δὲ θέμα τῆς ἱκανοποιητικῆς μισθοδοσίας εἶναι θέμα ἐπιδεικτικὸν δημαγωγίας, διὰ τοῦτο ἐπιφυλλάσσομαι νὰ ἐκφέρω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὅταν ὡς ἐλπίζω, θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πρὸ ἡμερῶν κατατεθὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ σήμερον διανεμηθὲν σχέδιόν μου ψηφίσματος περὶ ἀντιμετωπίσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὅμως ἡ Βουλὴ μίαν ὑπενθύμισιν ἑνὸς ἁπλοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον συνδέεται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων τὸ ὁποῖον θέλω νὰ θέσω ἀπὸ σήμερον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς ἦτο τοιαύτη ἡ κατάστασίς των, ὥστε ᾐσθάνθην τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν διεύθυνσιν νομικοῦ περιοδικοῦ ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἐπέγραφα: «πῶς δὲν ἀπέθανες»· τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης φυσικὰ ἡ δημοσίευσις ἀπηγορεύθη ὑπὸ τῆς λογοκρισίας. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην ἔλεγα ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ὑπαλληλικῶν ἀποδοχῶν εἶναι τόσον ὥστε ἐὰν κάποτε γίνωμεν τόσον αὐστηροί, ὅσον εἴμεθα σήμερον ἀνάλγητοι, θὰ διατυπώσωμεν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ ἐρώτημα: «πῶς δὲν ἀπέθανες» ὡς τραγικὴν παραλλαγὴν τοῦ «πόθεν ἔσχες». Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τῶν μέχρι τοῦδε ἐκκαθαρίσεων. Ὅλαι ἀπέτυχον, τὸ γεγονὸς δὲ τῆς ἀποτυχίας τῶν προηγουμένων ἐκκαθαρίσεων μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως, διὰ νὰ μὴ ἀποτύχῃ καὶ ἡ παροῦσα. Χρειάζεται δηλαδὴ μὲ ψυχραιμίαν, μὲ παιδαγωγικὴν διάθεσιν καὶ μὲ λελογισμένην αὐστηρότητα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα καὶ ὄχι μὲ νευρικότητα καὶ μὲ ἄστοχον σκληρότητα. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπάρχει τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον περιεβλήθη καὶ τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καλούμεθα ἤδη ὡς ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς νὰ ἀπαντήσωμεν πρῶτον, ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρχήν. Θέλω νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἡ παραδοχὴ κατ’ ἀρχὴν ἑνὸς νομοθετήματος, δὲν σημαίνει παραδοχὴν τῆς ἀφῃρημένης ἀρχῆς, σημαίνει παραδοχὴν IN CONCRETO, ὄχι IN AB-STRACTO, δηλαδὴ παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος ὅπως ἐκφράζεται διὰ τῶν βασικῶν του διατάξεων. Ἐνῷ, λοιπόν, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως, ἀντιτίθεμαι καὶ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον ψηφίσματος, διότι αἱ βασικαί του διατάξεις ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν παρέχει ἐπαρκῶς ἐγγυήσεις ὀρθῆς καὶ δικαίας κρίσεως. Προεβλήθη, ὅταν εἰσήχθη ἀρχικῶς τὸ ψήφισμα ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ ψήφισμα ἁπτόμενον θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶναι ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ λόγους τυπικούς, διὰ λόγους ἁρμοδιότητος νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δὲν εἶμαι σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτήν, δὲν εἶμαι δηλαδὴ σύμφωνος πρὸς τὸ ὅτι ὑπάρχει κώλυμα νὰ ἐπιληφθῇ ἡ παροῦσα Βουλὴ διατάξεων συνταγματικῶν, αἱ ὁποῖαι ἅπτονται θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅμως, ὅτι παρουσιάζεται ἀνακόλουθος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κατὰ καιροὺς ὑπεστήριξε μεταβλητὴν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ἄλλοτε εὐρύνουσα καὶ ἄλλοτε στενεύουσα ταύτην. Νομίζω, ἐν τούτοις, ὅτι ὑπάρχει ἡ συνταγματικὴ δυνατότης. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν παντοδυναμίαν ἢ σχεδὸν τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παροῦσα Βουλή, τὸ τελευταῖον, ποὺ πρέπει νὰ ἐξετάζεται, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικῆς δυνατότητος, τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος. Ἀλλοίμονον ἐὰν νομίσωμεν ὅτι τὸ μόνον κώλυμα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος, εἶναι τὰ Συνταγματικὰ ὅρια καὶ ὄχι τὰ κριτήρια τοῦ ἐθνικοῦ καὶ πολιτικοῦ δέοντος ὡς πιστεύομεν ἡμεῖς. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἐνδεδειγμένης ἐκκαθαρίσεως, ἐπιβάλλει κάποιαν ἐκτροπὴν ἀπὸ τοῦ γράμματος ὅμως μόνον, καὶ ὄχι καὶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, οὐχὶ ἀπὸ τῶν τεθειμένων ἐγγυήσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν παραδεκταὶ ὡρισμέναι παρεκκλίσεις, διατηρουμένων ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ ἰσχύων Συνταγματικὸς Χάρτης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν ὑπέβαλον περὶ τὰ τέλη Ἰουλίου, πρὸς τὴν Βουλὴν σχέδιον ψηφίσματος, ἀποδεικνῦον, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις μου, ἀπετέλουν, ὄχι προσπάθειαν ἀποφυγῆς τῆς λήψεως ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἐφαρμοζόμενον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἐπωφελές, ὅτι δὲν ἐπήγαζον ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν ἀλλὰ ἦσαν πραγματικαὶ καὶ βασικαὶ ἀντιρρήσεις, ἐναντίον ἑνὸς ἀνεπιτυχοῦς σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος. Ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ποιοτικὴν ἐκκαθάρισιν, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει ἴσως κάποια ἀνάγκη, ἀλλὰ διότι τοιαῦτα ζητήματα, διὰ νὰ κριθοῦν ὀρθῶς χρειάζονται ἠρεμίαν καὶ σύμπτωσιν ἀντιλήψεων, τοὐλάχιστον τῶν ἐθνικῶς σκεπτομένων Ἑλλήνων, ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν προβλημάτων. Τοιαύτη δὲ ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι ἡ νοοτροπία τῆς παρούσης Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν ἀποτελοῦν βαρέα, βαρύτατα πειθαρχικὰ παραπτώματα. Τοιαῦται περιπτώσεις εἶναι πρῶτον, ἡ περίπτωσις τῆς συνεργασίας μετὰ τῶν κατακτητῶν. Οὐδεὶς προβάλλει ἀντιρρήσεις διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ χώρα, ἡ ὁποία ἔχει τοὺς ὀλιγωτέρους συνεργασθέντας, καὶ τοὺς περισσοτέρους ἀγωνιστάς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εὑρίσκονται εἰς ἀκόμη μεγαλυτέραν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἐθνικὸν σύνολον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, κατ’ ἐξαίρεσιν συνεβιβάσθησαν μὲ τὸν κατακτητήν. Δευτέρα περίπτωσις εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ κομμουνισμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Συνταγματικὴν ἐπιτροπήν. Ἀναμφισβητήτως οἱ κομμουνισταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος, νὰ ἐκφράζουν δηλαδὴ τὴν θέλησίν του, ὄχι λόγῳ τῆς ἐπαναστατικῆς Κομμουνιστικῆς των θεωρίας, ἀλλὰ λόγῳ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν μὲ τὸ ἔγκλημα. Ἐλέχθη, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, παρ’ ἐμοῦ, ὅτι οἱ κομμουνισταὶ δὲν εἶναι πλέον Διεθνισταί, εἶναι ἐθνικισταὶ διὰ λογαριασμὸν ξένης πατρίδος. Ἐπιδιώκουν δηλαδὴ τὴν διάδοσιν τῆς κομμουνιστικῆς των ἰδεολογίας διὰ τῆς γεωγραφικῆς ἐπεκτάσεως τῶν Κομμουνιστικῶν Κρατῶν. Ἀλλὰ ὅπως εἶναι τοῦτο βέβαιον εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἡ ἀναζήτησις τοῦ ἐπικινδύνου, πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωτερικῶν κριτηρίων, κριτηρίων τὰ ὁποῖα δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν τόσον ἐπικίνδυνον ἐνδοσκόπησιν τῶν συνειδήσεων ἀλλὰ ἀποβλέπουν εἰς τὰς συγκεκριμένας ἐνεργείας καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι πράξεις ἐναντίον τοῦ Ἔθνους εἶναι πράξεις σχετιζόμεναι μὲ τὸ ἔγκλημα. Εἶναι ἑπομένως ὀρθή, μὲν κατ’ ἀρχήν, ἡ διατύπωσις τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω διευκρινήσεως, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ὑπερβασίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξωτερικῶν κριτηρίων, ὅταν γίνεται ἡ κρίσις, δὲν ὑπάρχει καὶ ὁ κίνδυνος τῆς διαβολῆς, ὅτι ἀσκεῖται δίωξις κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων διότι εἶναι αὐταπόδεικτον ὅτι κολάζονται πράξεις συγκεκριμέναι, πράξεις ἐναντίον τοῦ Ἔθνους ἢ κοινὰ ἐγκλήματα, πράξεις ἀναμφισβητήτως ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημοσίου Ὑπαλλήλου. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι βουλευταί, θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν ἰδιαιτέραν προσοχήν, μὴ τυχόν, ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς προστασίας τοῦ Ἔθνους, προκαλέσωμεν κακὸν ἀντὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀγαθοῦ ἀποτελέσματος. Ἡ ἄνευ ἐπαρκοῦς προσοχῆς διεύρυνσις τοῦ κύκλου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκκαθαρισθοῦν ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ τὴν Πατρίδα, ὄχι μόνον ἀποτελεῖ περίπτωσιν ἀτομικῆς ἀδικίας, ἀλλὰ περικλείει καὶ τὸν μέγαν κίνδυνον, νὰ στενεύσωμεν τὸν κύκλον τῆς Ἐθνικῆς οἰκογενείας καὶ νὰ εὐρύνωμεν τὸν κύκλον, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἁλωθοῦν, νὰ γίνουν θύματα τῆς ἐπαναστατικῆς ἰδεολογίας, θύματα τοῦ Κομμουνισμοῦ. Θὰ μοῦ ἀντιταχθῇ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐπαρκὴς μία ἀπόλυσις, εἶναι ἐπαρκὴς λόγος ἡ ἀτομικὴ ἀδικία, διὰ νὰ μεταστοῦν ἄνθρωποι πιστεύοντες εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν; Θὰ ἔλεγον εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐποχήν, ὄχι ἀναμφισβητήτως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχήν μας, ὅτι ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν μεγάλων ζυμώσεων, ἐποχὴν ὁρίων μεταβλητῶν, ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πειρασμοὶ εἶναι τεράστιοι καὶ οἱ ἰδεολογικοὶ ἀκόμη πειρασμοί. Εἰς αὐτὰς τὰς περιόδους ἀποτελεῖ σοβαρὸν κίνδυνον, ἡ δημιουργία περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας αἰσθάνεται τὸ ἄτομον καὶ τὴν ἀπόγνωσιν τῆς ἀποβολῆς ἀπὸ τὴν θέσιν του καὶ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὸν πειρασμὸν τῶν ἀπατηλῶν Σειρήνων, αἱ ὁποῖαι συνεχῶς τριγυρίζουν πέριξ τῆς ἀκοῆς του. Ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ψήφισμα, τῆς ὁποίας ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν ἡ Συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἀπεδέχθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 2 δηλαδὴ τῆς ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς πρὸς τὴν ἰδιότητα, τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τὴν ἐπιδειχθεῖσαν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἀναστολῆς μέχρι τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἐψήφισα καὶ ἐγὼ κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς γενικῆς ταύτης διατάξεως, δηλώσας μόνον ρητῶς, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπέβαλα καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ μίαν εἰδικήν, μικράν, στενὴν κατηγορίαν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία συνδέεται μετὰ τῆς 4ης Αὐγούστου. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξυγιάνσεως, νὰ ἀναζητήσω εὐκαιρίαν, διὰ νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀναμφισβήτητον ἀντίθεσίν μου, πρὸς τὴν Δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ πρὸς πᾶσαν ἐν γένει δικτατορίαν, οὔτε καὶ νὰ ἐξομοιώσω τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πρὸς τὰς προηγουμένας. Ἡ διεθνὴς διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνω ἀφορᾷ μόνον τὰς περιπτώσεις ὑπαλληλικῆς πρωτοβουλίας ἀντισυνταγματικῶν ἐνεργειῶν ἢ πράξεων ἀσυμβιβάστων πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν πρόκειται οὔτε κἂν περὶ τοῦ διορισμοῦ κατὰ τὴν κρινομένην ἐποχήν. Πρόκειται περὶ τῆς πρωτοβουλίας τῶν ἀντισυνταγματικῶν πράξεων ἢ τοῦ ὑπερβαλόντος ζήλου ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀνελευθέρας πολιτικῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν πιστεύω ὅτι οὕτω διατυπουμένη ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ἐπὶ μεγάλου ἀριθμοῦ Ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ χρήσιμον νομοθετικὸν δείκτην ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδεικνύῃ ὅτι δὲν δύνανται ἀτιμωρητὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ δεικνύουν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποσκοπεῖ ἡ διάταξις, οὐχὶ δὲ νὰ θέσῃ ὑπὸ διωγμὸν ὅλους τοὺς ὑπηρετοῦντας τότε ὑπαλλήλους.
§117Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐνθυμεῖσθε κύριοι συνάδελφοι, εἶπον, ὅτι συμφωνῶ ἐπὶ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλα καὶ τότε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Διατὶ περιορίζετε χρονικῶς τὴν διάταξιν; Διατὶ θέλετε νὰ περιβάλλετε δι’ αὐτῆς μόνον ὡρισμένην κατηγορίαν ὑπαλλήλων;
§118Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, μοὶ προεβλήθη αὐτὴ ἡ ἀντίρρησις. Ἀπήντησα καὶ τότε, ἀπαντῶ καὶ σήμερον, ὅτι προκειμένου περὶ περιόδου, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ παραβίασις εἶναι γεγονὸς ἀτομικόν, δὲν χρειάζεται εἰδικὴ ἔκτακτος διάταξις. Ἡ προκειμένη διάταξις ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην, διότι αὕτη συνδέεται πρὸς τὸν σχηματισμὸν ἑνὸς τύπου Πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Αἱ λοιπαὶ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συνδέονται πρὸς ὡρισμένην μορφὴν Πολιτειακοῦ καθεστῶτος, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ κρίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινῆς νομοθεσίας. Ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰ ὄργανα κρίσεως. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι κατάλληλον ὄργανον διὰ νὰ κρίνῃ εἶναι οἱ Ὑπουργοί. Διότι ἐκεῖνοι ἔχουν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην καὶ ὄχι τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα εἶναι, λέγουν, ἀκατάλληλα. Δὲν συμφωνῶ διόλου πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, διότι τὸ μὲν σθένος δὲν λείπει ἀπὸ ἰσοβίους καὶ μονίμους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους προκειμένου περὶ ἄλλων περιπτώσεων ἀνεθέσαμεν κρίσιν συνδεομένην μὲ στάσεις καὶ μὲ τὸν κομμουνισμόν. Πῶς ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς Ὑπαλλήλους αὐτούς, πιστεύοντας ὅτι ἔχουν τὸ σθένος νὰ ἐπιβάλουν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου καὶ δὲν τοὺς ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰς προκειμένας περιπτώσεις ὅτι θὰ ἔχουν τὸ σθένος νὰ ἐπιβάλουν τὴν ποινὴν τῆς ἀπολύσεως διὰ συγκεκριμένας ἐν τῷ ψηφίσματι ἀναφερομένας πράξεις; Πιστεύω ὅμως καὶ κάτι ἄλλο· ὅτι ὄχι μόνον οἱ ρηθέντες κριταὶ ἔχουν τὸ σθένος, ἀλλὰ ἔχουν σχέσιν καὶ πρὸς τὴν Δημοσίαν Ὑπηρεσίαν καὶ τὴν παράδοσιν αὐτῆς. Καὶ πιστεύω, ἀντιστοίχως, ὅτι ὁ Ὑπουργός, δὲν ἔχει τὴν καταλληλότητα, διότι ἔχει ἠλαττωμένην γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ θὰ στηριχθῇ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς εἰσηγήσεις κατωτέρων ὀργάνων τὰ ὁποῖα ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχουν ἀγαθὰς προθέσεις, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι καλῆς πίστεως, δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ διακρίνουν ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ Κόμματος καὶ τῆς Πολιτικῆς ἰδεολογίας, καὶ ποῖα τὰ ὅρια τοῦ Ἔθνους. Εἶναι δὲ τραγικὸν ἂν κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν γίνῃ σύγχυσις μεταξὺ ὁρίων Κόμματος καὶ Κράτους, Ἔθνους. Οἱ Ὑπουργοὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ στηριχθοῦν μόνον εἰς ἐκθέσεις κατωτέρων κατὰ κανόνα ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατάλληλα διὰ νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸν τομέα των, ἀλλὰ εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀκατάλληλα, λόγῳ ἐλλείψεως προπαιδεύσεως νὰ κρίνουν περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν ἄλλων.
§119Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Περὶ τῶν πράξεων.
§120Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν πράξεων, διότι αἱ πράξεις ἐνίοτε παραμορφώνονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ γίνωνται ἀγνώριστοι. Ἄλλωστε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ λείπῃ καὶ τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς διὰ νὰ στηριχθῇ ἤτοι τὴν προσωπικὴν ἀντίληψιν.
§121Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ποῦ θὰ εὕρῃ τὴν προσωπικὴν ἀντίληψιν ὁ δικαστής;
§122Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς κατηγορίας εἰς τὰς ὁποίας πολλάκις ὑπάρχουν διαβολαί, ἀλλὰ θὰ στηριχθῇ συχνὰ εἰς τὴν ἀτομικήν του ἀντίληψιν.
§123Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Θὰ σᾶς εἰπῶ τί συνέβη μὲ τὸν νόμον περὶ ἀπελάσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον αὐτὸν οἱ δικασταί, καὶ παρουσιάσθη τὸ ἑξῆς φαινόμενον: Κομμουνιστὴς ἐκ τῶν ἰσχυρῶν, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὰς περιοχὰς Θεσσαλίας προσήχθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας. Οἱ δύο δικασταὶ δὲν εὗρον τὰ στοιχεῖα ἐπαρκῆ διὰ νὰ τὸν ἀπελάσουν καὶ τὸν ἀπέλυσαν. Μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηλλάγη, συνελήφθη παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐκτὸς τῆς πόλεως Λαρίσης διοργανώνων συμμορίας. Ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος λόγῳ τῆς ἕξεώς του, νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς τύπους καὶ νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ εἰς τοὺς τύπους, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ γεγονότα καὶ εἰς τὰς πράξεις. Διὰ τοῦτο πρέπει οἱ δικασταὶ νὰ μὴ ἀναμιχθοῦν εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Ἐγὼ ἀκόμη, δὲν θὰ ἤμην σύμφωνος οὔτε πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν. Διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Βενιζέλος ἐφήρμοζεν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐκκαθάρισις νὰ πραγματοποιηθῇ πολὺ ταχέως καὶ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἂν τὴν ἐκκαθάρισιν τὴν ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς δικαστάς. Οἱ τύποι θὰ φᾶνε τὴν οὐσίαν, οὐσίαν, ἡ ὁποία ἔχει οὐσίαν φουρνέλλου κάτωθεν τοῦ Κράτους, κάτωθεν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους.
§124Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀνεφέρατε μίαν περίπτωσιν καὶ σᾶς ἀντιπαρατάσσω, ὅτι εἰς ἄλλας περιπτώσεις οἱ δικασταὶ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας ἐδέχθησαν τὰς προτάσεις τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ὑπῆρχον καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσε τὰς ἀποφάσεις ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας ὡς αὐστηράς. Ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως κίνδυνος ὑπάρχει, ὅταν ἀνατίθεται εἰς δικαστικὴν ἀρχὴν ἡ κρίσις τῶν Ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐπειγόντων θεμάτων, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Δημοσίας Τάξεως ἦτο φυσικὸν δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας δὲν ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς δικαστικῆς κρίσεως, προκειμένου νὰ κριθοῦν οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι, προκειμένου νὰ κριθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἐγκλήματα καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγουν, διότι πρόκειται περὶ ὀφθαλμοφανῶν παραβιάσεων; Εἶναι προτιμότερον νὰ παραμείνουν 10 ἔνοχοι παρὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἕνας ἀνύποπτος ἀθῷος καὶ νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται περὶ διωγμοῦ τῶν ἀντιφρονούντων. Κύριοι συνάδελφοι, ἔλεγον προηγουμένως ὅτι ὑπάρχουν ἐκθέσεις κατωτέρων ὀργάνων, αἱ ὁποῖαι καθάπτονται δημοσίων ὑπαλλήλων καθ’ ὅλα ἀξίων καὶ ἐθνικοφρόνων τοὺς ὁποίους μάλιστα τοὺς παριστάνουν ὡς ἐπικινδύνους Κομμουνιστάς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπροχώρησεν ἡ ἐκκαθάρισις πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν τὰ παραδείγματα.
§125Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δυστυχῶς, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι συλλογικὸν ὄργανον παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ πολλοὺς καὶ ἑπομένως καὶ ἂν ἀκόμη εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἔπεσε θῦμα κακῆς εἰσηγήσεως, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἄλλος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς κακὰς αὐτὰς εἰσηγήσεις, ἐν τούτοις, λέγω, αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προέβη εἰς ἀπόλυσιν ἀνωτάτων λειτουργῶν, Διευθυντῶν Ὑπουργείων, βάσει τοῦ ψηφίσματος, Διευθυντῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὸν Κομμουνισμὸν καὶ δὲν γνωρίζω πῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόλυσίν των. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ὀνόματα, διότι θὰ πρέπει νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ περισσότερον κατατοπισμένος εἰς τὸ αἰτιολογικόν. Νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων καὶ μάλιστα ἀνωτάτων λειτουργῶν. Θὰ ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ διαδικασία μὲ μείζονας ἐγγυήσεις. Ἐὰν θέλωμεν τὴν διαγραφὴν εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἐπέρχεται σύγχυσις. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν βάσει τῆς παραγράφου 4, ἀλλὰ βάσει τῆς παραγράφου 3 τῆς ἀφορώσης τὸν Κομμουνισμόν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κύριος Βαμβέτσος μὲ βεβαιώνει ὅτι ἔχει γνῶσιν τοῦ αἰτιολογικοῦ. Προκειμένου περὶ τοῦ κυρίου Μπιτζάνη οὗτος ἀπελύθη βάσει τοῦ ἄρθρου 3.
§126Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἤθελα ἐπίσης πληροφοριακῶς νὰ εἴπω ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου περίπτωσιν, ἡ ὁποία βεβαίως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπροχώρησεν ἡ ἐκκαθάρισις δὲν ἔφθασεν εἰς ἀπόλυσιν. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου κατηγορηθέντος ὅτι εἶναι κομμουνιστὴς καὶ ἐκεῖνος ἀπέσεισε τὴν κατηγορίαν μὲ βεβαίωσιν ὅτι διετέλεσεν ἐπὶ 15 μῆνας ὅμηρος τῶν κομμουνιστῶν, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τῶν 15 μηνῶν ἐπανειλημμένως ὡδηγήθη εἰς ἐκτέλεσιν, τὴν ὁποίαν τελικῶς ἀπέφυγε. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ περιπτώσεις ἀδικιῶν ἐκ πλάνης καὶ περιπτώσεις διαβολῶν καὶ ὅσον περισσότερον γίνεται ἐξονύχισις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ, ἐπαναλαμβάνω, μόνον τοὺς ὑπόπτους, διότι περὶ τῶν ἄλλων ὁμιλοῦν σαφῶς αἱ πράξεις των, ὅσον περισσότερον γίνεται ἐξονύχισις, τόσον πληρέστερον δικαιότερον καὶ ἀποδοτικώτερον θὰ εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§127Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀναγνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐθνικὸν ἔργον ἡ ἐκκαθάρισις; Ἡ καλὴ ἐκκαθάρισις;
§128Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ καλὴ ἐκκαθάρισις βεβαίως.
§129Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Καὶ ἐὰν συμβαίνουν μικρὰ λάθη;
§130Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νὰ συμβαίνουν λάθη, ἀλλὰ λάθη λόγῳ τῆς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης κρίσεως τὸ κατανοῶ. Ἀλλὰ νὰ γίνωνται λάθη λόγῳ ἀτελείας τοῦ νόμου δὲν τὸ ἀποδέχομαι. Ἐγὼ θεωρῶ τὸν Ὑπουργὸν κατάλληλον δι’ ἐκκαθαρίσεις. Αὐτὸ δὲ τὸ λεγόμενον περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι μόνον ἐντυπωσιακὸ διότι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ συνείδησις εὐθύνης τοῦ ἰσοβίου ὑπαλλήλου, μέλλοντος νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ αὔριον ἀποτελεῖ περισσοτέραν ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν συνειδήσεως εὐθύνης.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀρνοῦνται νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον τοῦτο.
§132Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἀρνοῦνται ὅλοι νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον των. Διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον θὰ παρεῖχε πλήρεις ἐγγυήσεις καὶ ἐξηκολούθουν νὰ ἀρνοῦνται θὰ ἠδύνατο ἡ μειοψηφία τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ ἄρῃ τοὺς δισταγμούς της. Ἀλλὰ οἱ ἰσόβιοι ὑπάλληλοι δὲν φοβοῦνται ἐκεῖνο ποὺ νομίζετε. Φοβοῦνται μήπως θεωρηθοῦν ὅτι συμμετέχουν εἰς κομματικὴν ἐκκαθάρισιν.
§133Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Θέλετε νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ τοὺς ὑπαλλήλους; Ἐκ τῆς πείρας σας πιστεύετε ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ διενέργεια ἐκκαθαρίσεως ἀπὸ καθαρῶς δικαστικὰ πρόσωπα; Καὶ σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι διαστέλλομεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑπαλλήλου εἰς ὑπαλλήλους πολιτικοὺς καὶ ὑπαλλήλους δικαστικούς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ κρίσεως ὄχι δικαστικῆς ἀλλὰ διοικητικῆς. Καὶ ἔπειτα ὁ δικαστικὸς ὁ ὁποῖος μετέχει εἰς μίαν ἐπιτροπὴν διοικητικὴν ἀσφαλῶς θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰσθήσεως τοῦ κρίνειν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τροχοπέδην. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν κρίσιν οὔτε δυσμενῆ, οὔτε εὐμενῆ, ἀλλὰ κρίσιν δικαίαν. Καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὴν κρίσιν αὐτήν. Ὁ φόβος ὅμως διαφέρει. Ὁ φόβος εἶναι ἄλλη ἔννοια ἡ ὁποία καταλαμβάνει τὸν δικαστὴν καὶ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Κατὰ συνέπειαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι φοβοῦνται ὅλοι μηδενὸς ἐξαιρουμένου. Καὶ ἂν προκριθῇ ἡ ἐκκαθάρισις, προσκρούει ἐκεῖ. Καὶ ὁ φόβος δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τίποτε, διότι ἡ εὐθύνη ἡ ἰδική μας δὲν δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τὴν ἄρσιν τοῦ αἰσθήματος τοῦ φόβου.
§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καλλία, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Παπαδῆμον, νὰ ἐκφράσω μίαν βαθεῖαν ἀπορίαν δι’ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ γενικοῦ πανικοῦ καὶ φόβου τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Διοικήσεως ὅπως ἐκτελέσουν ἕνα στοιχειῶδες ἐθνικὸν καθῆκον. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κατατοπίσῃ ἔτι περισότερον τὴν Βουλὴν εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος, διότι πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρος ἡ ἡγεσία τῆς Διοικήσεως, τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, τῶν Πανεπιστημίων — διότι καὶ οἱ καθηγηταὶ Πανεπιστημίων μετέχουν τῶν Συμβουλίων — ὅτι ἡ ἀνωτάτη ἡγεσία τοῦ Ἔθνους ἔχει χάσει τὸ ἐθνικόν της θάρρος καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τῆς ὑποδεικνύει ἢ μήπως αἱ ἐνέργειαι τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐσφαλμέναι ἢ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην πνοὴν διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν τῆς Διοικήσεως ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον της.
§135Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδ.). Δὲν πρόκειται περὶ φόβου. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς ἁπλὸ πρᾶγμα: Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἀπέβαλον ὡρισμένους καθηγητάς........ (δὲν ἠκούσθη).... Αἱ πράξεις αὐταὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἐξηγήσεως. Δὲν εἶναι ὁ φόβος τῆς ζωῆς, δὲν εἶναι ὁ φόβος τῆς ἀκεραιότητος, δὲν εἶναι ὁ φόβος τῆς περιουσίας. Εἶναι ἄλλος φόβος: Εἶναι ἡ ἔννοια πρῶτον, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι φοβοῦνται τὴν κρίσιν τῶν συναδέλφων των. Δεύτερον εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συναδελφότητος καὶ τρίτον εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ οἴκτου, ἡ ὁποία, ἡμᾶς λαὸν Μεσογειακόν, μᾶς καταλαμβάνει τὴν ἑπομένην τῆς πτώσεως. Τὴν μίαν ἡμέραν φωνάζομε σταύρωσον, σταύρωσον καὶ τὴν ἄλλην ἥμαρτον. Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἀπὸ τὴν μελέτην τῆς ψυχολογίας τοῦ ὄχλου. Ἀλλὰ περισσότερον αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐρχόμενοι λέγουν αὐτά, αὔριον, λέγουν τὰ ἄλλα. Αὐτὰ λέγω, ὅτι κατέλαβον τὸν ἀνώτερον ὑπαλληλικὸν κόσμον.
§136Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ψυχολογία τοῦ ὄχλου διέπει τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου; Ἀλλοίμονον διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§137Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδ.). Κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται περὶ φόβου, ἀλλὰ περὶ ἄλλων αἰσθημάτων ἀνθρωπίνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς μὲν κάπως τὰ σκεπάζομεν καὶ κάνομεν αὐτά, τὰ ὁποῖα κάνομεν, ἀλλὰ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι συνάδελφοί των καὶ δι’ αὐτὸ ἂν ἠμποροῦσε τὴν ἐκκαθάρισιν νὰ τὴν κάμῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ εἶχε τελειώσει τώρα.
§138Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀπέδειξα ὅτι ὁ βασικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκλείσθησαν οἱ ἰσόβιοι κριταί, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅταν ἀρχικῶς εἰσήχθη τὸ νομοθέτημα, νὰ εἶναι γνωσταὶ αἱ σήμερον ἐμφανιζόμεναι δυσκολίαι. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο. Τί ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν πλὴν τῆς αὐθαιρέτου διαθέσεως, νὰ θέση τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ὡρισμένον διάστημα χρόνου ἔχει δικαίωμα αὐθαιρέτου μεταθέσεως καὶ ἔχει δικαίωμα διορισμοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν χαριστικὴν βολὴν κατὰ τῆς ἐννοίας τῆς χρηστῆς διοικήσεως. Ὁ φόβος τῶν ὑπαλλήλων νὰ κρίνουν περὶ τῶν μεταθέσεων. Ἰδού, λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ βασικὸς λόγος. Θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε αὐθαιρεσίαν, θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε ἐπέμβασιν ὑπερβολικῆς πρωτοβουλίας, ὀνομάσατέ το ὅπως θέλετε. Αὐτὸ ὅμως εἶναι τὸ γεγονός. Τὸ ἄλλο εἶναι ἐπιχείρημα ἀναζητηθὲν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§139Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Κύριε Καλλία, θέλετε νὰ ἴδητε διατὶ γίνονται αὐτοὶ οἱ διορισμοί; Νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Οἱ διορισμοὶ ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σειρᾶς καὶ τοῦ πίνακος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ἄν δὲν ὑπῆρχε τὸ ψήφισμα καὶ διωρίζαμε τὸν Ἄλφα ὑπάλληλον.....
§140Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ πίνακος καὶ περὶ σειρᾶς. Ὁμιλῶ περὶ μὴ κρίσεως τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, ὁμιλῶ περὶ μὴ κρίσεως τῶν ἀνωτέρων Δικαστικῶν Συμβουλίων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διορίζονται κατὰ παράβασιν τῆς σειρᾶς τοῦ πίνακος. Κύριε Ὑπουργέ, ἂν ὁ ἀληθὴς σκοπὸς ἦτο αὐτός, τότε θὰ ἤρκη ἡ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ ἔλεγεν, ὅτι δὲν δεσμεύονται, προκειμένου περὶ διορισμῶν ἀπὸ τὴν σειρὰν τοῦ πίνακος, ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ μόνον τοὺς διδασκάλους. Προκειμένου περὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, δὲν γίνεται ἡ κρίσις ὑπὸ τῶν φυσικῶν των κριτῶν, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἐπιζήτησιν τῆς μεγάλης, τοὐλάχιστον πρωτοβουλίας περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως.
§141Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μεταθέσεως καὶ διορισμῶν ἄνευ ἐγκρίσεως τῶν Συμβουλίων, εἶναι ἐξυπηρετική, κομματικῶν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, βλέψεων. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἔχετε περιπτώσεις ὡς τώρα ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως; Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μου, δὲν ἔχω κάμει οὐδεμίαν μετάθεσιν, ἄνευ γνώμης τοῦ Συμβουλίου, καίτοι ἔχω τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν. Παραλλήλως ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς μεταθέσεις τὰς ἔκαμα ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, διότι αἱ μεταθέσεις ποὺ ἐγένοντο, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἐπεβάλοντο ἐκ στοιχειώδους ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς καλῆς διοικήσεως τῶν γεωργικῶν ὑπηρεσιῶν, πλεῖσται δὲν ἦσαν, κατόπιν ἐπιμόνων ἀξιώσεων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἠξίουν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν εἰς μίαν περιφέρειαν ὡς ὑπάλληλοι καὶ προϊστάμενοι ὑπηρεσιῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγουν, διότι ἦσαν ἐκτελεσταὶ καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν προπαγανδισταὶ ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν· ἦσαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξηκολούθουν νὰ μετέρχωνται αὐτὸ τὸ ἔργον. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα, τοὐλάχιστον νὰ τοὺς μετακινήσῃ, νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ περιβάλλον αὐτό, καὶ χάριν τῶν ἰδίων αὐτῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ μετανοήσουν. Δὲν θὰ ἔπρεπε; Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε. Λοιπόν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀπαιτεῖται πιστεύω, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἄν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὁ Ὑπουργὸς κάμῃ κατάχρησιν, τότε βέβαια τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τὸ ἔχουν πλῆρες καὶ ἀπαραβίαστον. Καὶ ἂν ἔχετε τοιαύτας περιπτώσεις, βεβαίως νὰ ἐπικρίνητε καὶ τὴν διάταξιν καὶ τὴν καθ’ ἕκαστα ἐφαρμογήν της. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχετε καὶ δὲν ἔχετε, ὄχι μόνον διὰ ἀπολύσεις, δὲν ἔχετε, οὔτε προκειμένου περὶ διορισμῶν — διότι ἂν ἀγώμεθα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ διορίσωμεν ὑπαλλήλους ἄνευ λόγου, διὰ νὰ πληρώσωμε τὰς θέσεις μὲ φίλους κομματικούς, ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὰς τὰς ἀπολύσεις — διατί κατηγορούμεθα; Κατηγορούμεθα ὄχι μόνον διὰ σπουδήν, ἀλλὰ διὰ βραδύτητα, διὰ ραθυμίαν. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως, ἂν ἔχετε ἕνα πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον μπορεῖτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, εἶναι τὸ ὅτι, ὄχι μόνον κατάχρησιν δὲν ἐκάμαμεν, ἀλλὰ οὔτε χρῆσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ καὶ βλέπω μάλιστα καὶ τοῦτο. Παρατηρῶ, ὅτι ἠθέλατε καὶ τὴν διάταξιν τῆς ἀπολογίας. Ἐρωτῶ, ὅλα ἐκεῖνα τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα προέβησαν εἰς ἔκδοσιν ὡρισμένων ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ εἶναι ἔγκυροι, διότι ἐγένοντο ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ψηφίσματος — ἂν ἐγένετο εἰς αὐτὰ καλὴ ἢ κακὴ κρίσις αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρω διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν — ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Τί θὰ γίνῃ μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν; Τότε δὲν θὰ παρουσιασθῇ αὐτὸ τὸ ἄδικον, ὅτι ἄλλοι θὰ κριθοῦν μὲ ἀπολογίαν ἄλλοι δὲ ἀναπολόγητοι; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ πάγια καὶ μὴ μεταβάλωνται ἀνὰ δακαήμερον. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εὑρίσκω ὅτι τὸ πρῶτον ψήφισμα ἦτο ἀρκετὸν διὰ μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ κάμῃ πραγματικὴν ἐκκαθάρισιν. Ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν κάμῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Ἀλλὰ ἤρκει νὰ εἶχε διάθεσιν νὰ τὴν κάμῃ. Δυστυχῶς δὲν τὴν ἔκαμε. Καὶ δι’ αὐτὸ εὑρισκόμεθα πρὸ τριῶν ψηφισμάτων καὶ κρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἀλληλοσυγκρούονται καὶ δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν ἀδικίας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀδικία.
§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας μᾶς ἐδώσατε πρῶτον ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον σας. Δεύτερον ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου θὰ ἀκούσετε ὡρισμένας περιπτώσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ ἐκτεθοῦν τώρα, ἀλλὰ πάντως κυκλοφοροῦν εὐρύτατα αἱ σχετικαὶ φῆμαι. Τὸ γεγονὸς δὲ εἶναι ὅτι ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος τελεῖ ὑπὸ τὴν Δαμόκλειον σπάθην τῆς μεταθέσεως ἄνευ κρίσεως ὑπὸ συμβουλίου τινός. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὰς ἀντιρρήσεις σας, ἐρωτῶ διὰ ποῖον λόγον τὰ πολιτεύματα ὅλα ἐξησφάλισαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τῶν αὐθαιρεσιῶν ἑκάστοτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
§143Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Διότι ἀμφιβάλλω ἐὰν ποτὲ ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν κρατικὸς ὀργανισμὸς καὶ Κράτος, ὑπέστη τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζει σήμερον ἡ Ἑλλάς.
§144Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὅσον μεγαλύτεροι εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, οἱ κίνδυνοι, τόσον μεγαλυτέραν προσοχὴν καὶ περίσκεψιν θέλουν διὰ τὴν ἀντιμετώπισίν των. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ πρέπει νὰ συντομεύσω. Προκειμένου περὶ τῶν ὀργάνων κρίσεως, εἰς τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ σχέδιον ψηφίσματος τὴν 20ὴν Ἰουλίου, εἶχον προτείνει διὰ μὲν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διακομματικὴν ἐπιτροπήν, διότι κατὰ βάσιν τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὰ ἀνώτατα ταῦτα Δικαστήρια, εἶναι ζήτημα ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐμπίπτουν ὁπωσδήποτε εἰς μίαν ἐκ τῶν περιπτώσεων τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἡ κρίσις ὑπὸ διακομματικῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο χρήσιμος, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας εἶχα διατυπώσει, ὑπελόγιζα ὅτι θὰ ἐπωμίζοντο τὸ ἔργον τῆς κρίσεως τῶν ἄλλων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς διακομματικῆς κρίσιν των, τὰ μέλη τῶν τριῶν τούτων ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Προκειμένου περὶ τῶν ὑπολοίπων ὑπαλλήλων, ἐνόμιζα ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κρίσις εἰς πρῶτον βαθμὸν μόνον, παρὰ προσώπων δικαστικῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν σύνθεσιν ἰσοβίων δικαστικῶν καὶ τῆς συμμετοχῆς ἐπίσης ἄλλων μονίμων ὑπαλλήλων, ἐξησφαλισμένων διὰ Συνταγματικῆς μονιμότητος, ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἀπετέλει ἐγγύησιν ὀρθῆς καὶ δικαίας κρίσεως, ἡ ὕπαρξις δευτέρου βαθμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε μάλιστα ἐν μέρει ἀποδεχθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὕπαρξιν κάποιου τύπου δευτεροβαθμίου κρίσεως, καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἀπέρριψε. Νομίζω ὅτι ἐὰν εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν ἐπαρκοῦν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἰσόβιοι, τοὐλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς κρίσεως ὑπὸ δευτεροβαθμίου συμβουλίου συντιθεμένου καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξ ἰσοβίων προσώπων. Ἄλλη προϋπόθεσις, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο ἡ ἀπολογία. Τὴν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν δὲν τὴν θέλω βέβαια μακράν. Ἀλλὰ πάντως ἡ προθεσμία παρέχει τὴν δυνατότητα ἀφοῦ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ καλούμενος εἰς ἀπολογίαν νὰ ἑτοιμάσῃ τὴν ἀπάντησιν. Νομίζω ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν οἱονδήποτε κομματικὸν πειρασμὸν ἢ τοὐλάχιστον ὑποψίας ὑπάρξεως αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καὶ κυρίως, διότι ἐφ’ ὅσον γίνονται αἱ ἀπολύσεις, εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἕκαστος κλάδος ἀπασχολεῖ, ὅτι θὰ ἔπρεπε αἱ κενούμεναι θέσεις νὰ καταργοῦνται καὶ νὰ συμπληροῦνται κατόπιν ἀποφάσεως ἢ διακομματικῆς ἐπιτροπῆς ἢ τοὐλάχιστον μονίμου ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι νὰ κρίνουν περὶ τῆς ἀνάγκης συμπληρώσεως τῆς θέσεως. Ἐπανειλημμένως γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη εὐκαιρία νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα, παρὰ μόνον ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ θέσεις εἶναι κεναί. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ καμμίαν δικαιολογίαν, ἐργαζομένους καὶ ὑπηρετοῦντας ὑπαλλήλους νὰ τοὺς ρίψῃ κανεὶς εἰς τοὺς δρόμους, διὰ λόγους οἰκονομίας. Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κριτηρίων τοῦ ψηφίσματος ἀπολυθῇ ὡρισμένος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων, εἶναι εὐκαιρία νὰ κριθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν. Τὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον οὕτως θὰ ἐξοικονομεῖτο ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ διατεθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπολοίπων δημοσίων ὑπαλλήλων. Νομίζω ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συμπλήρωσις ὅσων κενῶν θέσεων κριθῇ ὅτι εἶναι ἀναγκαία, πρέπει νὰ γίνεται διὰ διαγωνισμοῦ. Γνωρίζω μίαν ὑπάρχουσαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν ὡρίζετο μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ κρίνῃ προκριματικῶς τοὺς μετέχοντας τῶν διαγωνισμῶν ἐν γένει περὶ τοῦ ἤθους των, πᾶς κίνδυνος εἰσόδου ἀκαταλλήλων προσώπων εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας θὰ ἀπεφεύγετο καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ δικαία κρίσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ γίνουν κρατικοὶ λειτουργοί. Αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις ἤθελα νὰ ἐκθέσω, κύριοι συνάδελφοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡ κατ’ ἀρχὴν ἀντίρρησις κατὰ τοῦ σχεδίου, ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ ὅτι δὲν παρέχει τὰς πλήρεις ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην καὶ συνείδησιν, εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μείνουν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν συνείδησιν ὀργάνου τοῦ Κράτους, εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ παρακαλέσω καὶ σᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπερθεματίζετε πάντοτε εἰς τὴν αὐστηρότητα καὶ διστάζετε πρὸ πάσης διαδικασίας ἐξασφαλιζούσης δικαίαν κρίσιν, νὰ προσέξητε ἕνα πρᾶγμα. Κρίσεις νηφάλιαι, κρίσεις ἤρεμοι, κρίσεις μετὰ πλήρων ἐγγυήσεων, φέρουν μόνιμα καὶ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἀντιθέτως αἱ μετὰ νευρικότητος λαμβανόμεναι ἀποφάσεις, οὐδὲν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα ἔχουν. Καὶ ἐνέχουν τὸν κίνδυνον τῆς καθολικῆς ἀνατροπῆς τῶν λαμβανομένων ἀπολύσεων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος καὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ἐκκαθαρίσεως. (Χειροκροτήματα).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων, ἀναβαλλομένου τοῦ ἐλέγχου;
§146Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύσκολον, ἐρήμην τῶν περισσοτέρων ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν ἀναβολῆς τοῦ ἐλέγχου.
§147Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, διότι ἀπουσιάζουν οἱ ἐκπρόσωποι τριῶν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων κομμάτων.
§148Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις συνεχίσεως τῆς συζητήσεως, ὥστε νὰ περατωθῇ αὔριον, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Τρίτην.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ αὔριον ἡμερησία διάταξις ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, καθὼς ἐπίσης καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως θ’ ἀποφασίσῃ ποῖον θέμα θὰ συζητηθῇ.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον Θʹ ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν κλπ.» καὶ τῶν σχεδίων νόμων «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΙΓʹ ψηφίσματος» καὶ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Θʹ ψηφίσματος», ἀναβάλλεται. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5.30′ μ. μ. (Ὥρα 10 μ. μ.).