1946.07.30
5.515 στίχοι · 41.083 λέξεις · 306 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54η
Τρίτη 30 Ἰουλίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.00′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ ἕνας μαλλιαρισμός, λέγει «τοὺς ἐργάτες». Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ, διότι ἐγὼ πιστεύω ἀδιστάκτως ὅ,τι αἱ σημεριναὶ συμφοραὶ καὶ οἱ κίνδυνοι τῆς Πατρίδος μας, ὀφείλονται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἐπαράτου, τοῦ θεοστυγοῦς, τοῦ ὀλεθρίου μαλλιαρισμοῦ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπου διεφθάρη ἕνα μέρος τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε. Θὰ ἐπενεχθῇ διόρθωσις.
§5Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ παρατηροῦνται, κύριε Πρόεδρε, συχνὰ καὶ ἀλλοιώσεις ὀνομάτων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§7Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ Θεσσαλονίκης κ. κ. Π. Λεβαντῆς, Γ. Μπακατσέλος καὶ Ι. Ἀποστόλου καταθέτουν αἴτησιν Δ. Καύκου, ἐργοστασιάρχου ζαχαροπλαστικῆς, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ἀπόδοσιν τοῦ γραφείου καὶ ἀποθήκης ἅμα τῇ λήξει τῆς μονοετοῦς συμβάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τουρκοβασίλης καταθέτει τηλεγράφημα τῶν παραγωγῶν γεωμήλων Ἀρκαδίας διαμαρτυρομένων διὰ τὴν συνεχῆ ὑποτίμησιν τούτων καὶ ζητούντων τὴν λῆψιν μέτρων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα Παγκτηματικοῦ Συνδέσμου Θεσσαλονίκης ζητοῦντος ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς τοὺς ἀποδεδειγμένως πλουτήσαντας ἐπὶ κατοχῆς καὶ ὡς τοιοῦτοι θεωροῦνται οἱ ἀγοράσαντες ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Καλαντζόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Δικαστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ζητούντων ὅπως τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ ἐν ἐκκρεμότητι παραμένων νόμος περὶ διαβαθμίσεώς των καὶ συγχρόνως, ὅπως καταβάλωνται καὶ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογα ποσὰ δι’ ὑπερωρίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καλαντζόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα καὶ ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου ἰδιοκτητῶν Ἀγρινίου, ζητούντων, ὅπως καταργηθῇ ἡ προστασία τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς πάντας τοὺς ἄλλους, ἐκτὸς τῶν μισθωτῶν ἐν γένει, τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν ἐργατῶν, αὐξανομένου ὡς πρὸς τούτους τοῦ μισθώματος μὲ βάσιν τὸν σημερινὸν τιμάριθμον. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μόσχος καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων Κοινότητος Τριανταφυλλιᾶς Νομοῦ Σερρῶν ζητούντων ὅπως διαταχθῇ ἡ ὑπηρεσία στεγάσεως Νομοῦ Σερρῶν διὰ τὴν ἄμεσον ἔναρξιν ἀνοικοδομήσεως τῶν 52 οἰκιῶν ὡς καὶ παντὸς ἄλλου καταστραφέντος οἰκήματος. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς κ. Γ. Μόσχος καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἰδιοκτητῶν ἀρτοποιῶν κατοίκων Σερρῶν ζητούντων κατάργησιν τοῦ Α. Ν. 405)35 «περὶ ἄρσεως ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος κλπ.». Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου ὑπαιθρίων μικροπωλητῶν Θεσσαλονίκης «Ἅγιος Ἐλευθέριος» καὶ συνιστᾷ συγχρόνως τὴν υἱοθέτησιν αἰτημάτων των ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαλαμίδας καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων πολέμου Λαμίας ζητούσης τὴν ἀπαλλοτρίωσιν οἰκοπέδου (πρώην ἀποθηκῶν πυρομαχικῶν) παρὰ τὴν ὁδὸν Στυλίδος τῆς πόλεως Λαμίας πρὸς στέγασιν τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σαββίδης καταθέτει ὑπόμνημα ὑποψηφίων φοιτητῶν ἀνωτάτων σχολῶν ζητούντων ὅπως κατὰ τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις ἰσχύσῃ τὸ διὰ συμψηφισμοῦ σύστημα εἰς τὰ πρωτεύοντα μαθήματα. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει τὰς κάτωθι ἀναφοράς, ψηφίσματα, κλπ. 1) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Κριθιᾶς —Λαγκαδᾶ ζητούντων τὴν προαγωγὴν τοῦ σχολείου των εἰς ἑξατάξιον. 2) Ψήφισμα τῆς Ἑνώσεως καραγωγέων, Σωματείου ἁμαξοκαροποιῶν, Ἑνώσεως πεταλωτῶν κλπ. Θεσσαλονίκης ζητούντων τὴν κατοχύρωσιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. 3) Ὑπόμνημα τῆς Πρυτανείας Θεσσαλονίκης ζητούσης ἄμεσον ἐνίσχυσιν τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τῶν πολεμικῶν ἐπανορθώσεων πρὸς κάλυψιν φθαρέντος ὑλικοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, καὶ 4) Ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ παραδοχὴν ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τροπολογίας ὑποδειχθείσης παρὰ τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦντος νομοσχεδίου «περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος». Οἱ κάτοικοι τῶν Κοινοτήτων Νέου Πετριτσίου, Βυρωνείας, Ἀκριτοχωρίου, Μεγαλοχωρίου, Κογχυλίων, Γονίμου, Ἀετοβουνίου, Σ. Σ. Βυρωνείας καὶ Μεσαίας δι’ ἀναφορᾶς των διαμαρτύρονται διὰ τὰς εἰς βάρος τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως καὶ τῶν ἐθνικοφρόνων πολιτῶν γενομένας ἐγκληματικὰς πράξεις ὑπὸ ἀναρχικῶν καὶ ξένων πρὸς τὴν Πατρίδα μας στοιχείων καὶ διαδηλοῦσι τὴν πλήρη πίστιν καὶ ἀφοσίωσίν των πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, ἐκφράζουσι τὴν πλήρη συμπάθειάν των πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀτυχῶν καὶ ἀδίκως σφαγιασθέντων θυμάτων ὑπὸ ἀναρχικῶν, ἐκφράζουσι τὸν ἀποτροπιασμόν των καὶ τὴν πλήρη ἀγανάκτησίν των διὰ τὰ γενόμενα ἐγκλήματα, καὶ ζητοῦν τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφίσματος περὶ μέτρων ἀσφαλείας, νὰ κηρυχθοῦν ἐκτὸς νόμου πᾶσαι αἱ ἐν Ἑλλάδι δρῶσαι ἀναρχικαὶ ὀργανώσεις, τὴν ἀπέλασιν ἐξ Ἑλλάδος παντὸς ξένου αὐτονομιστικοῦ Σλαυϊκοῦ στοιχείου καὶ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν παντὸς συλληφθέντος ἢ συλληφθησομένου ἀναρχικοῦ κλπ. Ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Ἐφοδ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ Α. Ν. 451)1945». Ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης (Ὑπ. Στρατιωτ.) καταθέτει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προκυπτόντων ἐκ Νομοθετημάτων ἐκδοθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς καὶ ἀφορώντων ἀποκαταστάσεις ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λάμπρου καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τῶν ἄρθρων 18 παρ. 12 καὶ 20 παρ. 2 τοῦ Α. Ν. 255)45 «περὶ ρυθμίσεως μισθώσεων ἀκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Νταλίπης, Χ. Πιπιλιάγκας, Γ. Ἀριστείδου, Β. Μουράτογλου, Α. Πέγιος, Γ. Γκίνης, Η. Μπάτζιος, Ν. Ἀντωνιάδης, Σ. Σαμαρᾶς καὶ Π. Παπαδόπουλος καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως τμηματαρχῶν καὶ εἰσηγητῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σοφούλης καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως Ἀναγκαστικοῦ Ἀγροτικοῦ Συνεταιρισμοῦ ἐξυγιάνσεως καὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος Χώρας Σάμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Ἀλεβιζᾶτος, Α. Μουστρούφης, Ι. Κατσάνης καὶ Γ. Τζωρτζόπουλος καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων ἀπολύσεων ὑπαλλήλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπινόπουλος καταθέτει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ παροχῆς εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν προσφορὰν τῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν Ἐθνικῶν διεκδικήσεων τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Πηλείδης, Γ. Κουγιουμτζόγλου κ. ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου 794)43 «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων νόμων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σοφούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν κλπ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. Ριζόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως κλπ. τοῦ ἀπὸ 7.5.1946 Ν. Δ. «περὶ κατεπειγούσης ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον κ.λ.π». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Λεβαντῆς, Λ. Ἰασονίδης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν κατὰ τὸν Α. Ν. 1086) 1946 ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων διαθέσεως αὐτοκινήτων κλπ». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετροπουλᾶκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7.5.1946 Ν. Δ. «περὶ κατεπειγούσης ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σοφούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ ὑπολογισμοῦ συνταξίμου χρόνου διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς τοὺς ἀποχωρήσαντας κατὰ τὰ ἔτη 1933 καὶ 1937». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Μαΐου 1946 «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν Τουρισμοῦ τῆς διοικήσεως, διαχειρίσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Ἀχιλλείου Ἀνακτόρου Κερκύρας». καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 11 Μαΐου 1946 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Γενικῆς Γραμματείας Τουρισμοῦ διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἀνασυστάσεως Κοινοτήτων ἐκ τοῦ Νομοῦ Ἠμαθίας καὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὸν Νομὸν Πέλλης καὶ 2) «περὶ διατάξεων τινων ἀφορωσῶν εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας».
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Παρακαλῶ ὅπως ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ψηφισθοῦν κατὰ πρῶτον ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχουν συζήτησιν. Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ οἰκοδομήσεως ἐργατικῶν κατοικιῶν, νοσηλευτικῶν καὶ ὑγειονομικῶν καταστημάτων καὶ ὀργανώσεως ἐργατικῶν κατασκηνώσεων καὶ ἐργατικῶν παιδοκομικῶν σταθμῶν».
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ οἰκοδομήσεως ἐργατικῶν κατοικιῶν, νοσηλευτικῶν καὶ ὑγειονομικῶν καταστημάτων καὶ ὀργανώσεως ἐργατικῶν κατασκηνώσεων καὶ ἐργατικῶν παιδονομικῶν σταθμῶν». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου) 2 Μαΐου 1946 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κυρώσεως προαγωγῶν δοκίμων γενομένων κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Β. Δ. 22.4.1940 «περὶ Ὀργανισμοῦ Σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων κατὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴν περίοδον 1944–45».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου) 2 Μαΐου 1946 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κυρώσεως προαγωγῶν δοκίμων γενομένων κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Β. Δ. 22.4.1946 «περὶ Ὀργανισμοῦ Σχολῆς Ναυτικῶν Δοκίμων κατὰ τὴν ἐκπαιδευτικὴν περίοδον 1944–45». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 30 Ἀπριλίου 1946 «περὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. 3060)1941 ἐκδοθέντος ἐν Κέϊπ— —Τάουν τὴν 16 Αὐγούστου 1941 «περὶ ἱεραρχικῆς θέσεως τῶν μελῶν τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 30 Ἀπριλίου 1946 «περὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. 3063)1941 ἐκδοθέντος ἐν Κέϊπ– Τάουν τὴν 16 Αὐγούστου 1941 «περὶ ἱεραρχικῆς θέσεως τῶν μελῶν τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 689)1945, 872)1946 καὶ 1041)1946 Ἀναγκ. Νόμων «περὶ συστάσεως θέσεων Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν Νομαρχιῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 689)1945, 872) 1946 καὶ 1041)1946 Ἀν. Νόμων «περὶ συστάσεως θέσεων Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν Νομαρχιῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Α. Ν. 577)1945 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 392)1945 Α. Ν. «περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ ἀνασυντάξεως ἐκλογικῶν καταλόγων».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Α. Ν. 577)1945 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 392)1945 Α. Ν. «περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ ἀνασυντάξεως ἐκλογικῶν καταλόγων». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς ἐν Ἀμαλιάδι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ὑδρεύσεως», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς ἐν Ἀμαλιάδι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ὑδρεύσεως», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου)2 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ ἐτησίων πινάκων Ὑπαξ)κῶν εἰδικοτήτων καὶ τεχνῶν τοῦ ἔτους 1945». (Πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ζητοῦν ὅπως γίνουν ἐπ’ αὐτοῦ δεκταὶ τροπολογίαι).
§21Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπ. Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ θὰ ὑποβάλω συμπληρωματικὸν τοιοῦτον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιληφθοῦν, ἐφ’ ὅσον γίνουν δεκταί, αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι.
§22Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ἠθικῆς βάσεως τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς τὰ κατασκευάσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυαρχείου. Ἔχομεν ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ σᾶς βοηθήσωμεν, ἀλλὰ καὶ θέλομεν νὰ σᾶς κατοχυρώσωμεν.
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς καὶ τὸ «περὶ συμπληρώσεως ὑπαρχόντων κενῶν εἰς Ὑπαξιωματικοὺς εἰδικοτήτων Β. Ν. καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς Α)Υ», τὸ ὁποῖον ἕπεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐτροποποιήθησαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τρόπον συναφῆ τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὰς τροπολογίας αὐτάς, πρέπει νὰ διεξαχθῇ συζήτησις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τόσον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου)2 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ ἐτησίων πινάκων Ὑπαξ)κῶν εἰδικοτήτων καὶ τεχνῶν τοῦ ἔτους 1945» ὅσον καὶ τοῦ εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως ὑπαρχόντων κενῶν εἰς Ὑπαξιωματικοὺς Εἰδικοτήτων Β. Ν. καὶ εἰς Ἀξιωματικοὺς Α. Υ», ἀναβάλλεται. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων καὶ Νομοθ. Διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§25Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ τοῦ γνωστοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων καὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Τὸ Ψήφισμα ὑπεβλήθη εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ εἰσηγήθην, ὡς Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ ὡς τοῦτο διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπερ καὶ ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπή, μὲ μικράς τινας καὶ ἐπουσιώδεις προσθήκας καὶ τροποποιήσεις. Κατὰ τὴν συζήτησιν ὅμως τοῦ σχεδίου ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι ἡ αἰτουμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἡ γνώμη αὕτη ὑποστηρίζεται καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας, ἣν ἔχω εἰς χεῖρας μου, παρὰ ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐπίσης ἐπροτάθησαν καὶ διάφοροι τροπολογίαι, αἵτινες θὰ ὑποστηριχθοῦν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν αἷς καὶ ἐκείνη, καθ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἔδει νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὡς καὶ ἄλλη τροπολογία, καθ’ ἣν δέον νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἐτέθη, ἐπίσης, ὑπὸ ἀξιοτίμου μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς ζήτημα περὶ τοῦ ἐὰν ἡ διακοπὴ αὐτὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως σημαίνει καὶ λῆξιν τῆς Συνόδου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ μᾶς ἀπησχόλησε, καίτοι μὴ ἔχων οὐσιῶδες περιεχόμενον, ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ἐξ αὐτοῦ μοῦ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν νὰ ἐρευνήσω καὶ νὰ ἴδω τί ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν. Εὗρον ὅτι κατὰ τὸ 1932 ἡ τότε Κυβέρνησις, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη, ἐζήτησε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν κατὰ τὴν πέμπτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος ἤρχισεν εἰς τὰς 2 Νοεμβρίου, καὶ τὴν 15ην τοῦ ἰδίου μηνὸς ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐζήτησε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, προκειμένου νὰ διακοποῦν ἐπί τινα χρόνον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς μείζονος ἀντιπολιτεύσεως, ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, προθύμως ἐδέχθη νὰ παρασχεθῇ ἡ αἰτουμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας της μετὰ δίμηνον καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν 6ην συνεδρίασιν αὐτῆς, συνεχισθείσης τῆς ἰδίας πρώτης Συνόδου, χωρὶς κἄν νὰ γίνῃ λόγος περὶ διακοπῆς αὐτῆς. Ὡς εἶπον τὸ ζήτημα δὲν εἶναι οὐσιῶδες. Ἐν τούτοις, ἀνέφερα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ γνώμην ἐξενεχθεῖσαν εἰς ἄλλην περίπτωσιν ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐμποδίζων τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν μιᾶς Συνόδου καὶ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν. Κατὰ τὸ προηγούμενον Σύνταγμα, ὡρίζετο ὡς ἀνώτατον ὅριον τῆς διαρκείας ἑκάστης Συνόδου τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν. Οἱ ἀναθεωρήσαντες τὸ ἰσχύον Σύνταγμα ἐδέχθησαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἀνώτατον ὅριον διαρκείας τῆς Συνόδου. Ἑπομένως ἐὰν συνέβαινε νὰ δοθῇ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις μετὰ πέντε συνεδριάσεις καὶ νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲν σημαίνει καὶ λῆξιν τῆς Συνόδου. Ὑπεστηρίχθη ὅτι κατὰ τὸ ἰσχύον Σύνταγμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀντισυνταγματική. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἰσχύον Σύνταγμα δὲν περιέχει διάταξιν καθορίζουσαν σαφῶς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐν τούτοις ἐπεκράτησεν ἐν τῇ πράξει νὰ παρέχεται νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις κατὰ τὰς διακοπάς. Ἡ παροχή, μάλιστα, τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐκρίθη ὡς συνταγματικὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1911. Τότε διεξήχθη μακρὰ συζήτησις ἐὰν συνάδῃ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ὁ ἀείμνηστος Σ. Δραγούμης καὶ ἄλλοι τινές, εἶχον ἐναντίαν γνώμην. Ὁ Ν. Δημητρακόπουλος, ὁ ὀξύνους ἐκεῖνος ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων καὶ τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, βαθύνους ἐπίσης γνώστης τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὑπεστήριξαν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ν. Δημητρακόπουλος εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1ης Νοεμβρίου 1911: «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐκτελεστικὰ τῶν νόμων διατάγματα, κατὰ τὴν συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν κειμένην εἰς ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ἀλλ’ ἔχει ἐξουσίαν καὶ νομοθετικὰ ἀκόμη διατάγματα νὰ ἐκδίδῃ εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε τύχῃ ρητῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως παρὰ τῆς Βουλῆς... Ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν οὐδέποτε οὔτε φιλονικεῖται οὔτε εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ φιλονικηθῇ ὅτι δικαιοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατ’ ἐπίτρεψιν τῆς νομοθετικῆς νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ διατάγματα οἱασδήποτε ὕλης, περιεχομένου ἢ ἐκτάσεως». Ὅθεν τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ ὅμως ἀπερρίφθησαν ὡς ἀντισυνταγματικὰ καὶ παράνομα καὶ παρέκτροπα.
§27Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἀπερρίφθησαν, ἀλλὰ ὁ μετὰ ταῦτα σχολιαστὴς τοῦ Συντάγματος καὶ σοφὸς καθηγητὴς Ν. Ν. Σαρίπολος, λέγει (ἐν τ. 2 σελ. 121 τοῦ «Συνταγματικοῦ του Δικαίου»): «Ἡμεῖς παραδεχόμεθα, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν σήμερον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ θεωρίαν, ὅτι ἡ λεγομένη «νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις», ἐνεργουμένη ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων, δὲν ἀντιβαίνει πρὸς τὸ σύνταγμα».
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φίλτατε, ἀπερρίφθησαν τῇ προτάσει μου κατηγορηματικῶς καὶ μάλιστα μετ’ ὀργῆς.
§29Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν γνώμην σας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω μεγαλυτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην τοῦ εἰδικῶς ἀσχοληθέντος περὶ τὰ τοιαῦτα καθηγητοῦ Ν. Ν. Σαριπόλου. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἶπεν, ἐπὶ πλέον, ὅτι εἶχεν ἐνδοιασμοὺς ἂν πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ρητῶς τὴν διὰ νόμου ρύθμισιν αὐτῶν, ὅπως π. χ. προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρου καὶ ἰδίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν τότε. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ὀθωνικῆς Μοναρχίας ἐχορηγεῖτο Νομοθετικὴ Ἐξουσιοδότησις. Ὁ Ν. Ν. Σαρίπολος ἀναγράφει ἐν τῷ συγγράματί του, ἐν σχέσει μὲ τὴν περίοδον ἐκείνην τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν περίοδον τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας τοῦ Ὄθωνος, ἰσχύοντος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ συντάγματος τῆς 18 Μαρτίου 1944, καθ’ ὃ «ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται συνάμα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, δηλαδὴ ὑπαρχούσης ἀναλόγου διατάξεως πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νῦν ἰσχύοντος συντάγματος, ἐγένετο πολλάκις χρῆσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως». Ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι, ὄχι μόνον κατ’ ἔθιμον, ἀλλὰ καὶ συμφώνως πρὸς τὸ σύνταγμα, ἡ Βουλὴ — ἡ ἁπλῆ Βουλὴ — δύναται νὰ παράσχῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ Ἀναθεωρητικὴ τοιαύτη. Κατετέθη, ἐπίσης, τροπολογία καθ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δέον νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ τροπολογία αὐτὴ εἰσάγει καινὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρείχετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρεχομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ Συνελεύσεως εἰς ἕνα τμῆμα αὐτῆς. Νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τὰς διακοπάς. Ἄλλως τε, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ ποῖον λόγον θὰ ἀπαλλάξωμεν ἡμεῖς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τῆς εὐθύνης τῶν νομοθετημάτων κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ νὰ ἐπιρρίψωμεν αὐτὴν εἰς ἕνα μέρος τῆς Συνελεύσεως; Τίνα θὰ ἐλέγξωμεν δι’ αὐτά, ἡμᾶς αὐτοὺς ἢ τὴν Κυβέρνησιν; Διὰ πάντα ταῦτα ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ. Κατ’ ἄλλην κατατεθεῖσαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁπωσδήποτε εὐλογοφανής, δέον νὰ καθορίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ παράσχωμεν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ νὰ ἀποκλείσωμεν τὰ ψηφίσματα. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ τροπολογία πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν μετὰ ἕνα τοιοῦτον κοινωνικόν, πολιτικόν, διοικητικὸν καὶ οἰκονομικὸν σάλον, καὶ τὰ παντοειδῆ καὶ πολυσχιδῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρεῖαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι αὕτη εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἀνακύπτοντα ζητήματα χρήζοντα ἐπειγούσης νομοθετικῆς μερίμνης. Ἢ δυσπιστοῦμεν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὴν οὐδεμίαν ἐξουσιοδότησιν, ἢ ἔχομεν ἐμπιστοσύνην καὶ πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν νὰ ρυθμίζῃ τὰ ἀναφυόμενα κατὰ τὰς διακοπὰς ζητήματα.
§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἀνάγκης. Προκειμένου περὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων ἔχει καλῶς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ συντακτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ζήτημα ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν ἐξουσίαν της ταύτην.
§31Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γενικώτερον κρίνοντες τὰ πράγματα, ἡ ἀνάγκη νομοθετικῆς μερίμνης διὰ πολλὰ ζητήματα εἶναι κατεπείγουσα. Δὲν εἶναι, βεβαίως, θέμα τῆς παρούσης συζητήσεως τὸ ζήτημα αὐτό. Δύναται ὅμως νὰ λεχθῇ ὅτι ἔναντι τῶν μεγάλων προσδοκιῶν τοῦ Λαοῦ, αἵτινες ἀνέκυψαν ἀπὸ μίαν τοιαύτην παγκόσμιον θεομηνίαν καὶ καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος, εἰς ὅλας αὐτῆς τὰς οἰκονομικὰς ἐκδηλώσεις, οὐδὲν ἀξιόλογον μέχρι τοῦδε ἐπετελέσαμεν, συνεδριάζοντες ἐδῶ ἐπὶ τόσους μῆνας. Κατήντησεν εἰς τὰ μάτια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν των, νὰ θεωρῆται ἡ Βουλὴ — δὲν θέλω νὰ δώσω βαρύτερον χαρακτηρισμὸν — ὡς περιττή. Ἡ παροῦσα κατάστασις, ἡ ἔχουσα ἀνάγκην κατεπειγούσης καὶ συντόνου προσπαθείας, ἐπιτρέπει καὶ ἐπιβάλλει οὐ μόνον εὐρεῖαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ καὶ δικτατορικὰ ἀκόμη δικαιώματα, χορηγούμενα εἰς ὀλίγα, ἔτι, πρόσωπα ἐπί τινα χρόνον. Εἶναι εὐχερὲς νὰ δημαγωγῶμεν, λέγοντες κατὰ κόρον ὅτι εἴμεθα δημοκρατικοί. Εἶμαι δημοκρατικὸς ἐξ ἀνατροφῆς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, ἀλλὰ δὲν δέχομαι ὅπως, ὑπὸ τὰς παρούσας κατεπειγούσας περιστάσεις, ἀποτελματοῦνται τὰ ζητήματά μας, ἐν ὀνόματι τῶν δῆθεν δημοκρατικῶν ἀρχῶν. Εἶναι, βεβαίως, δύσκολον πρᾶγμα νὰ ἀποφύγῃ τίς τὰς ἐπικρίσεις, προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν πράξεων, ὅσον δήποτε αὗται καὶ ἂν εἶναι ἐπωφελεῖς εἰς τὸν Λαόν. Ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι φιλοδοξοῦν νὰ εἶναι ἰθύνοντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ κοινά, πρέπει νὰ εἶναι ψυχικῶς παρασκευασμένοι οὕτως, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζουν πᾶσαν ἄδικον ἐπίκρισιν, ἔστω καὶ ἀληθοφανῆ τοιαύτην. Ὅταν ὁμιλοῦμεν ἐδῶ περὶ τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ σεβασμοῦ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὁμιλοῦμεν ἔχοντες ἐνδομύχως ὑπ’ ὄψιν μας τὴν ἀτομικήν μας πολιτικὴν ὑπόστασιν καὶ οὐχὶ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Λαοῦ. Δὲν εἶχον ποτὲ οὔτε ἔχω πρόθεσιν νὰ δημοκοπήσω καὶ ἀδιαφορῶ ἐὰν θὰ ἐπανεκλεγῶ βουλευτής. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὴν εὐρεῖαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, πρέπει νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν. Ἐλέχθη, ὡς εἶπον, νὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐγένετο. Ἡ ἐξουσιοδότησις χορηγεῖται πάντοτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Θὰ ἐπρότεινα, μάλιστα, τὴν ἀπάλειψιν ἀπὸ τὸ ψήφισμα καὶ τῆς φράσεως «μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς». Τοιοῦτος περιορισμὸς θὰ ἰσοδυνάμει πρὸς τροχοπέδην καὶ θὰ ἐπιβράδυνε τὴν νομοθετικὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν περιστάσεων. Θὰ συνετέλῃ μόνον εἰς ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης παρά τινων ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὰ ψηφίσματα ἀπὸ τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐγένετο λόγος περὶ ψηφισμάτων, οὔτε περὶ παροχῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὅπως τίθενται ἐν ἰσχύει τοιαῦτα ψηφίσματα. Προκειμένου ὅμως περὶ Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῆς περὶ τοῦ Πολιτεύματος τοιαύτην κατ’ ἐμὲ δὲ καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, δύναται αὕτη νὰ παράσχῃ ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν οἱασδήποτε ἐκτάσεως, συμπεριλαμβανούσης καὶ ψηφίσματα ἀκόμη, συμφώνως, ἄλλως τε, καὶ πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς 26 Ἰουνίου ἐ. ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον «Ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐπὶ ζητημάτων συντακτικοῦ περιεχομένου, ἀποφασίζει δι’ εἰδικῶν ψηφισμάτων, εἰσαγομένων πρὸς συζήτησιν μετὰ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἔκθεσιν τῆς ἁρμοδίας κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπῆς....». Ἑπομένως, καὶ κατὰ τὸ Ψήφισμά μας αὐτὸ δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ παράσχῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα ἐν ὀλίγοις. Ἐλπίζω δι’ ὅσων εἶπον νὰ προλάβω ἀτέρμονας συζητήσεις καὶ θεωρητικὰς ἀντιρρήσεις, καὶ ἰδίως νεαρῶν τινῶν συναδέλφων, ἐκδηλωσάντων τοιαύτην πρόθεσιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Λέγω δὲ εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ στάδιον τῶν τοιούτων ἀντιρρήσεων ἡμεῖς διήλθομεν πρό τινων ἐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἐγὼ ἐπολέμησα μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ φανατισμοῦ τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ παροχῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εὗρον μετά τινα χρόνον, ὅπως εὑρίσκω καὶ τώρα, ὅτι αὐτὰ ποὺ ὑπεστήριζον τότε ἦσαν ἀβάσιμα. Ὡς βάσις καὶ ὡς οὐσιῶδες περιεχόμενον ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀποτελεσματικὴ ἐξυπηρέτησις τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ διὰ τῆς βίας, ἐν ἀνάγκῃ, πρέπει νὰ ἐξυπηρετῆται. Ὁ Λαός, πολλάκις ἔχει τὴν νοοτροπίαν ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ. Καὶ ὅπως τὸ παιδὶ ἐξυπηρετῆται ἀπὸ φιλοστόργους γονεῖς παρὰ τὴν θέλησίν του εἰς πολλὰς περιπτώσεις, οὕτω καὶ ὁ Λαὸς ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ εὐσυνειδήτους ἡγέτας. Ὅταν ὅμως οἱ ἡγέται εἶναι δημαγωγοί, ἀπεργαζόμενοι μόνον τὸ πολιτικόν των συμφέρον καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὸ πῶς νὰ ὑποκλέψουν τὴν ψῆφον, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τῶν πλέον δυνατῶν χαρακτήρων, οὐδέποτε ἐξυπηρετοῦν τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ Λαοῦ. Προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ Ψήφισμα, ἔστω καὶ μὲ τὰς προτεινομένας ἐπουσιώδεις τροπολογίας. Εἶναι δὲ αὗται αἱ ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως μετὰ τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου ἐ. ἔτους». Καίτοι εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἀποτελεῖ πλεονασμὸν διότι ἡ Συνέλευσις αὐτοδικαίως δύναται νὰ συνέλθῃ μετὰ τὴν πάροδον τῶν διακοπῶν. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιβλαβής, καὶ ἂς τεθῇ. Προτείνεται ἐπίσης ὅπως τεθῇ 2α παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Ψηφίσματος, καθ’ ἣν «ἐξαιροῦνται τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1946 καὶ μὴ κυρωθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ προϋπολογισμός». Ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμόν, ἡ διάταξις αὕτη περιττεύει, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ρητῶς ἀπαιτεῖται νόμος ἐγκρίνων αὐτόν. Δὲν βλάπτει ὅμως καὶ αὐτή. Κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ὅμως μέρος αὐτῆς, ἡ τροπολογία εἶναι ἄστοχος. Ἀποστερεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ δικαιώματος ὅπως κρίνῃ καὶ κυρώσῃ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1946 καὶ μήπω κυρωθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τροποποιήσῃ τὰ Διατάγματα αὐτά. Νομίζω ὅτι τροπολογία ἑνὸς διατάγματος μὴ κυρωθέντος εἰσέτι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν ἔγκρισιν καὶ κύρωσιν τοῦ τροποποιουμένου Διατάγματος. Πρὸς δέ, ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ σκόπιμος. Ἐὰν ἰσχύσῃ θὰ ἀφήσωμεν ὅλα τὰ νομοθετικὰ διατάγματα νὰ ἐπισωρευθοῦν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὴν ἑνὸς τοιούτου καὶ τοσούτου νομοθετικοῦ φόρτου, ἢ καὶ μέρους αὐτοῦ, ἐπιλαμβανόμενοι ἡμεῖς ὡς Ἐπιτροπὴ τῆς ἐπεξεργασίας καὶ κυρώσεως αὐτῶν, ἐκτὸς ἂν δὲν ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ἐκπροσωπουμένους ὑπ’ αὐτῆς. Ἐκτὸς αὐτοῦ, τὰ διατάγματα αὐτὰ διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ μείνουν ἄνευ κυρώσεως διότι οὐδέποτε θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, λόγῳ τῶν ἀσχολιῶν της μὲ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀνακύψουν. Ἄλλως τε — θὰ σᾶς εἴπω κάτι ὑπὸ ἐχεμύθειαν — ἡ δίμηνος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι οἰωνὸς διαλύσεως αὐτῆς (γέλωτες). Ἐπροτάθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ὀρθαί. Κατ’ αὐτὰς ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ εἶναι τοὐλάχιστον 50μελὴς καὶ νὰ συνεδριάζῃ παρόντων τριάκοντα, τουλάχιστον, μελῶν αὐτῆς, καὶ αἱ ἀποφάσεις νὰ λαμβάνωνται ἐφ’ ὅσον παρίστανται τὰ ⅖ τῶν τακτικῶν μελῶν αὐτῆς. Προτείνω, ὅθεν, ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ Ψήφισμα μετὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν διότι τοῦτο εἶναι σύμφωνον οὐ μόνον πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ Συντάγματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, προκειμένου περὶ ἀποφάσεων Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν. Ἐπιφυλλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν, ἐὰν ὁ κ. Τσάτσος θελήσῃ νὰ μὲ ἀντιπολιτευθῇ καὶ ἂν προκύψῃ ἀνάγκη ἐκ τούτου.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἀλλὰ εὐχαρίστησιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος, εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§34Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπειλὴ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει καὶ τόσον θέσιν, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ συμπολίτευσις ἀντιπολιτεύεται τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολλὰ τῶν θεμάτων, καὶ ἡμεῖς ὑπήρξαμεν, οἱ μᾶλλον ἐπιεικεῖς κριταὶ τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ σχέδιον μᾶλλον τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἐδημιούργησεν, ὡς εἶναι ἑπόμενον, ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄγνωστα ἀσφαλῶς εἰς τὰ μέλη τοῦ Σώματος. Ἐπὶ πλέον ὅμως τῶν συνήθων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα γεννᾶ ἑκάστοτε ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς λέγεται συνήθως, ἐγεννήθη καὶ ἕνα ἐπὶ πλέον ζήτημα, κατόπιν μιᾶς προτάσεως τῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Βαμβέτσου. Ὁ κ. Βαμβέτσος ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαμβέτσου δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Σημειώνω δὲ ὅτι ὁσάκις λέγω πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν πρέπει νὰ ὑπολαμβάνεται ὅτι αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ σύνθεσις τῆς μειοψηφίας καὶ πλειοψηφίας δὲν προσέλαβε τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἢ τὴν ἐπιτροπήν, παρουσιάζει, κύριοι, ὄχι μόνον νομικὸν ἀλλὰ πρὸ παντὸς πολιτικὸν ἐνδιαφέρον. Πράγματι συνήθως ἡ ἐξουσιοδότησις λέγεται, ὅτι δίδεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔχει προέλθει ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔχει γεννηθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ, διδομένης πράγματι τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἄνευ συμπράξεως οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς προερχομένης ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Παρέχεται, δηλαδή, ὁσάκις ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεδριάζῃ τὸ Σῶμα τὸ νομοθετικόν, ἡ ἐξουσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα νὰ ἐκδίδουν νομοθετικὰ διατάγματα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας τοῦ Σώματος ἄνευ συμπράξεως Ἐπιτροπῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ἐγεννήθη ὁ συνταγματικός, ἂς εἴπωμεν, κατ’ ἔθιμον θεσμὸς τῆς ὑπάρξεως καὶ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἄνευ ἀποφάσεως συμφώνου, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ τὸ ἐκ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως δικαίωμα, διετηρήθη μόνον ἡ ὁρολογία τῆς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν ἐπῆλθε μία διαφορά, ἐπῆλθε μία ἐξέλιξις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀγνοήσωμεν. Δηλαδή, ἐνῷ προηγουμένως ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἄνευ συμπράξεως ἐπιτροπῆς νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα, ἤδη δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα, εἰμὴ μόνον, μετὰ σύμφωνον ἀπόφασιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐξελίξεως σημαντικῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ τὸ γεγονός. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν διαφορὰν διότι οὐδείς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε οὐδεὶς ἐκ τῶν μετασχόντων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξεν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ἄνευ συμφώνου ἀποφάσεως καὶ συνεπῶς τὸ ζήτημα ἀπομένει μόνον ὁρολογιακόν. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι μόνον ὁρολογιακόν. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, μετὰ μίαν διακοπὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, διακοπὴν ἡ ὁποία διήρκεσε ἐπὶ 10ετίαν καὶ ἡ ἀπὸ μέρους τοῦ πρώτου Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, τοῦ συνελθόντος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκδήλωσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, εἶναι νομίζω μία ἀρχή, ἡ ὁποία δὲν στερεῖται ποιᾶς τινος πολιτικῆς σημασίας. Δὲν νομίζω ὅτι ὁριζομένου ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις παρέχεται πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπέρχεται οἱοσδήποτε περιορισμὸς κατ’ οὐσίαν τῆς αἰτουμένης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ἐπέρχεται, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν, ἐὰν ἄλλως θὰ διετυποῦτο ἡ ἐξουσιοδότησις, περιορίζεται. Τοῦτο μόνον ἐπέρχεται: Ὅτι ἀναγνωρίζεται ρητῶς ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ κειμένῳ τοῦ ψηφίσματος ὅτι, ἓν μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν τὸ ἀσκεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα. Ἡ Βουλὴ ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁρίζει τὸ ψήφισμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα. Ἄρα ἡ Βουλὴ διὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς μετέχει τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία παρέχεται διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον θέμα, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν μελῶν τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔχει μὲν ἐπικρατήσει ἡ συνήθης διατύπωσις παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἱστορικοῦ δεδομένου ὅτι ὁ θεσμὸς ἐδημιουργήθη εἰς μίαν ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ἐλειτούργει παρὰ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ καὶ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι λειτουργεῖ ἤδη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι χρήσιμον νὰ τονισθῇ καὶ νὰ ὑπογραμμισθῇ, διότι εἰσερχόμεθα, καὶ πάλιν τὸ τονίζω, εἰς τὸν ὁμαλὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον μετὰ μίαν διακοπὴν ἡ ὁποία ἤρχισεν ἀκριβῶς διὰ τῆς παροχῆς μιᾶς εὐρυτάτης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Μετὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ θέματος γεννᾶται τὸ ζήτημα πῶς θὰ παρασχεθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις. Αὐτὸ τὸ ζήτημα καθίσταται κατὰ τοῦτο δυσχερέστερον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει μιὰ ἁπλῆ Βουλή, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν παρέχει μία Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ δὴ τῆς εὐρυτάτης νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος, τὴν ὁποίαν κατέχει ἡ παροῦσα Βουλή. Γεννᾶται δηλαδὴ τὸ ζήτημα, τί ἐξουσιοδότησις θὰ εἶναι, μόνον Νομοθετική, ἢ Νομοθετικὴ καὶ συνάμα Συντακτικοῦ περιεχομένου, τόσον συντακτικοῦ περιεχομένου, ὅσον εἶναι καὶ αἱ Συντακτικοῦ περιεχομένου ἁρμοδιότητες τῆς ἰδίας Βουλῆς. Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ὅπως εἶχε προταθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Βασιλεὺς «δημοσιεύει ψηφίσματα ...... (ἀναγινώσκει) ......», δηλαδὴ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, περιορίζει προκειμένου περὶ ψηφισμάτων, τὴν αἰτουμένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησιν, εἰς ἐκεῖνα τὰ ψηφίσματα, σχέδια τῶν ὁποίων, ἔχουν ἤδη κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἔκαμνον βεβαίως τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀμφιβόλου περιεχομένου, διότι ἡμερομηνία τοῦ ψηφίσματος θὰ εἶναι ἡ ἡμερομηνία ἐπιψηφίσεως ἢ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξογκοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ καταθέσει, καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ δὲν θὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον, καὶ εἰς τί περιορίζεται ἡ ἐξουσιοδότησις, προκειμένου περὶ ψηφισμάτων. Ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης, τῆς ἀναφερομένης εἰς ἓν θέμα νομοτεχνικὸν καὶ τῆς ἐρειδομένης ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ ἐξουσιοδότησις ἀορίστου περιεχομένου, ὅταν ἀναγνωρίζεται κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις, προκειμένου περὶ ψηφισμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀορίστου περιεχομένου, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς νομίζω ὅτι σκόπιμον εἶναι.......
§35Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐδῶ κατονομάζονται τὰ ψηφίσματα διότι εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρεται ἡ κατάθεσις ἑκάστου ψηφίσματος. Ἀντὶ νὰ κατονομάζωμεν τὰ ψηφίσματα ἓν πρὸς ἕν, εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται σαφῶς ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως θὰ ἔλθουν τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλήν.
§36Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν περιλαμβάνονται μόνον τὰ μέχρι σήμερον κατατεθέντα σχέδια ψηφίσματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἡ δήλωσις αὐτή.
§38Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος ἐγένετο κατόπιν συνεννοήσεως Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως.
§39Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ κ. Σοφούλης μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συνεφώνησεν.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἔννοια τῆς συμφωνίας μας ἦτο ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν θὰ εἶναι περιωρισμένη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, θὰ εἶναι ὅμως περιωρισμένη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα. Ἐπειδὴ ἀνεφύη ἡ ἀπορία μήπως προκύψουν νέα ψηφίσματα καὶ ἐθεωρήθη ὑπέρμετρος ἡ ἐξουσία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐλέχθη ὅτι θὰ περιληφθοῦν ὅσα μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔχουν κατατεθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατάθεσις θὰ πιστοποιῆται ἀπὸ τὰ πρακτικά. Ταῦτα καὶ μόνον θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν νομίζω ὅτι εἴχομεν μείνει σύμφωνοι. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ ρήτωρ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὡμίλησε, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα οὕτω ἐπιβεβαιωθῇ ἡ συμφωνία τοῦ ἀπογεύματος ἐκείνου.
§41Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δηλοῖ ὅτι συνεφώνησεν μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις. Τὰ λοιπὰ θὰ τὰ συζητήσῃ.
§42Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Ἐπειδὴ ἀπεδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν κάποιος δόλος, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν θὰ εἰσῆγε ψηφίσματα, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι πράγματι εἴχομεν μείνει σύμφωνοι ὅτι ἡ Νομοθ. ἐξουσιοδότησις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα, θὰ εἶναι ἀπολύτως περιωρισμένη καὶ θὰ περιλάβῃ μόνον τὰ ψηφίσματα, τὰ ἤδη κατατεθειμένα, τῶν ὁποίων ἡ κατάθεσις ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§43Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν διεξήγετο ἡ συζήτησις εἰς τὴν σύσκεψιν μὲ τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ μόνα κατατεθειμένα ψηφίσματα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν δύο. Καὶ συγκεκριμένως τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημ. Ὑπαλλήλων καὶ τὸ ψήφισμα περὶ ἀνοικοδομήσεως. Αὐτὰ ἦσαν μόνον, βάσει τῶν ὁποίων διεξήχθη ἡ συζήτησις καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐμείναμεν σύμφωνοι.
§44Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ὑπῆρξεν εὐτυχὲς γεγονός, ὅτι προεκλήθη ἡ συζήτησις αὐτή. Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ ἐξουσιοδότησιν χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὡς πρὸς ποῖα θέματα παρέχει ἐξουσιοδότησιν συντακτικοῦ περιεχομένου. Ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Βουλή, ἐκ σφάλματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν ἔστω, δὲν γνωρίζει ὡς πρὸς ποῖα θέματα παρέχει ἐξουσιοδότησιν, εἶναι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις. Εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων κ. Κωστόπουλον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς μνείας τῶν δύο καὶ μόνον νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ σύσκεψις καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ἡ συμφωνία, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ συμφωνία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄποψις ἐν τῇ Βουλῇ τῶν διαφόρων Κομμάτων ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς οὕτω διδομένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§45Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. ........ (δὲν ἠκούσθη).
§46Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ πεισθῆτε ὅτι ἔχετε προτρέξει ὀλίγον διὰ τῆς παρατηρήσεώς σας, θὰ πεισθῇ δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀπὸ μέρους μου καμμία πρόθεσις νὰ ἀποδώσω δόλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν σημαίνει ὅτι ἀποδίδω δόλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀκριβῶς ὅπως, ὅταν δὲν συμφωνῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι ἀποδίδει δόλον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι, ὡς διατυποῦται ἡ ἐξουσιοδότησις, δύναται τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, πρὸ τῆς δηλώσεως τῆς γενομένης σήμερον μόνον, νὰ θεωρηθῇ ὡς δεκτικὸν ἐπεκτάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δόλος πρὸς ἐπέκτασιν. Ἀκριβῶς διὰ νὰ παύσῃ κάθε συζήτησις καὶ νὰ παράσχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ καθορίσῃ κατὰ τρόπον ἐντελῶς σαφῆ καὶ οὐχὶ διὰ παραπομπῆς εἰς τὰ πρακτικά, τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, νὰ καθορίσουν ποῖα εἶναι τὰ κατατεθειμένα ψηφίσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρέχεται ἐξουσιοδότησις.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (Ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Τὰ γνωρίζομεν.
§48Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ ἠμέλησα νὰ λάβω γνῶσιν, θὰ ἠδύνασθε νὰ μοῦ τὰ εἴπητε;
§49Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω ὡς πρὸς τὰ ψηφίσματα, καὶ ὄχι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς;
§50Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ δήλωσίς σας.
§51Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Διατὶ ἡ δήλωσίς μου καὶ ὄχι τὰ πρακτικά;
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ συζήτησις κινδυνεύει νὰ καταστῇ ματαία. Πράγματι αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ συνεννόησις, ἐφ’ ὅσον ὅμως καὶ ὁ ὁμιλητὴς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ προσδιορίσῃ, διὰ νὰ τὰ γνωρίζωμεν, ἐπειδή, πράγματι, ἔχει τοῦτο μίαν ἐξαιρετικὴν σημασίαν....
§53Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Ἐὰν παρηκολουθεῖτε τὰ πρακτικὰ θὰ τὰ ἐγνωρίζατε.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπὸ τὰ περιεργότερα τῶν θεμάτων, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ θέμα διαφωνίας. Πραγματικῶς ἐκφράζομεν μίαν κατάπληξιν. Εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ ὅλοι, τὶ προσθέτομεν; Ἐπειδὴ ὅταν ἐγένετο ἡ συνομιλία μας ἦσαν γνωστὰ εἰς ἡμᾶς δύο σχέδια ψηφισμάτων, ἐρωτῶμεν, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ παρηκολουθήσαμεν τὰ πρακτικά, γνωρίζομεν ὅτι ἡ παρακολούθησις τῶν πρακτικῶν θὰ μᾶς εἶχε διαφωτίσει, δὲν εἶναι βέβαιον ὅμως ὅτι ὅλοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι πλήρως ἐνήμεροι τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινεν, ἡ συζήτησις θὰ ἦτο περιττή, ἀλλὰ διότι ἡ συζήτησις συνεχίζεται παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν......
§55Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως εἶναι καὶ κανένα, ποὺ ντρεπόμαστε νὰ τὸ ποῦμε;
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. .... παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν περὶ ἀγνώστου θέματος, νὰ παρασχεθοῦν αἱ πληροφορίαι, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ περὶ ποίου συγκεκριμένου θέματος πρόκειται. Εἶναι τόσον στοιχειῶδες ὅ,τι ζητοῦμεν, ὥστε νὰ εἶναι περίεργον ὅτι προκαλεῖ τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἐξέγερσίν σας.
§57Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Καίτοι ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διατελεῖ ἐν ἀπολύτῳ γνώσει τῶν ψηφισμάτων, τῶν κατατεθειμένων εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωσε σημείωμα ρητὸν καὶ κατηγορηματικὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεζήτει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὥστε ὅλα τὰ κόμματα ποὺ ἀντιπροσωπεύονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ διατελοῦν ἐν γνώσει τῶν κατατεθειμένων ψηφισμάτων, ἐν τούτοις δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Εἶναι τὸ «περὶ ἀναγκαστικῶν ἀπαλλοτριώσεων χάριν τῆς ἀνοικοδομήσεως», εἶναι τὸ «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν», εἶναι τὸ «περὶ δοσιλόγων» λεγόμενον.........
§58ΦΩΝΑΙ (Ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Ἄ! Ἄ! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§59Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.)..... καὶ τὸ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς», τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τίποτε ἄλλο πλὴν αὐτῶν τῶν τεσσάρων.
§60Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρχεν ὅμως, ἐπὶ πλέον, καὶ ἄλλος λόγος νομικός, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπεβάλετο ἡ ἀναγραφὴ τῶν ψηφισμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα παρέχεται ἡ ἐξουσιοδότησις, ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ κειμένῳ τοῦ ψηφίσματος. Διότι ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἐκ σφάλματος ἐψήφιζε ψήφισμα κατ’ ἐξουσιοδότησιν πέραν τῶν τεσσάρων, ἐρωτῶ, τὸ ψήφισμα αὐτὸ θὰ εἶχεν ἢ δὲν θὰ εἶχε κῦρος καὶ πῶς τὰ δικαστήρια θὰ ἠδύναντο νὰ κρίνουν, ὅτι ἐξεδόθη πέραν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐὰν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ κειμένῳ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν περιείχετο περιορισμός; Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω, κύριοι, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ ἐπεξήγησις αὐτὴ καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ περιορισμοῦ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ κειμένῳ τοῦ ψηφίσματος ἐπεβάλετο. Τώρα, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ καθορισθὲν περιεχόμενον τῆς συντακτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπάρχει τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐπιβολῆς ὑλικῶν κυρώσεων κατὰ τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ διεξαχθῇ μία τρικυμιώδης συζήτησις προκειμένου περὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι λόγῳ τῆς μεγίστης διὰ τὸ Ἔθνος σπουδαιότητος ἠθικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ μὴν ψηφισθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον λέγω, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§61Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ διαβάσατε τὸ ψήφισμα;
§62Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ σχέδιόν της δὲν ὑπάγει οὔτε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, οὔτε τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα θὰ διέλθουν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ θέμα τὸ εἰδικὸν τὸ ὁποῖον ἔχει συνδυασθῆ μὲ τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν περὶ ἐπιβολῆς κυρώσεων κατὰ τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ λυθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὄχι ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§63Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θὰ ἀκούσητε περὶ τίνος πρόκειται, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι τοῦτο ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν.
§64Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, εἶναι ἀποκλειστικῶς δικονομικαί. Δι’ αὐτῶν ἐξισοῦνται ὁ Μονέδας, ὁ Μπουρδῆς μὲ τοὺς δοσιλόγους.
§65Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐκφέρω οὐδεμίαν κρίσιν περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ψηφίσματος, λέγω ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἀντικειμένου δὲν εἶναι πρέπον νὰ ψηφισθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀλλὰ εἶναι πρέπον νὰ ψηφισθῇ διὰ τῆς Βουλῆς. Εἰς τοῦτο μόνον περιορίζεται ἡ γνώμη μου, καὶ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν οὐσίας ἐὰν ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, νὰ ἐγκαταλείψω τὴν συζήτησιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν· δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης τροπῆς τοῦ περιεχομένου τῆς διεξαγομένης σήμερον συζητήσεως. Συνεπῶς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντακτικὴν ἐξουσιοδότησιν ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὸν ἀναγνωσθέντα πίνακα τῶν 4 ψηφισμάτων καὶ ὀφείλει νὰ καθορίσῃ τὴν ψῆφον της ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι μεταξὺ τῶν κατατεθέντων ψηφισμάτων περιέχεται καὶ τὸ ψήφισμα περὶ ἐπιβολῆς κυρώσεων εἰς τοὺς δοσιλόγους. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ διαφωνία τῆς μειοψηφίας πρὸς τὸ σχέδιον τὸ Κυβερνητικὸν ἔγκειται εἰς τοῦτο. Πρῶτον ἀφορᾷ τὸ κατατεθὲν ὅριον ἀπαρτίας. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν 30 ἀναπληρωματικὰ μέλη μέσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως χωρὶς τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐλλείψεως ἀπαρτίας δυνάμεθα χωρὶς νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν 30 ὡς κατώτατον ὅριον ἀπαρτίας. Ἐπίσης φρονοῦμεν ὅτι προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις καὶ δὴ ἐπὶ θέματος ὄχι μόνον νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἀλλ’ ἐνδεχομένως καὶ συντακτικοῦ περιεχομένου, ὁ ἀριθμὸς τῶν 16 βουλευτῶν, δηλαδὴ τῆς ἁπλῆς πλειοψηφίας, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρξῃ ἕνα κατώτατον ὅριον πλειοψηφίας ἰσούμενον πρὸς τὰ ⅖ τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴν παρέχεται ἡ δυνατότης 16 μέλη νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις συντακτικοῦ περιεχομένου. Εἰς αὐτὸ περιορίζονται αἱ παρατηρήσεις τῆς μειοψηφίας. Ὅσον ἀφορᾷ κ. συνάδελφοι τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ψηφισμάτων εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ πάλιν λειτουργήσῃ, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὑπάρχουν σοβαρώταται ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπανόδου. Πράγματι ἡ Βουλὴ πάσχει ἀπὸ ἕνα φόρτον νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ἀσθμαίνει κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου της, λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς ὀργανώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τῆς δικονομίας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο διστάζω νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἐπάνοδος τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ τῶν ψηφισμάτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὅμως περιληφθοῦν εἰς τὰ ψηφίσματα καὶ τὸ ψήφισμα περὶ δοσιλόγων, ὁμολογῶ ὅτι παρὰ πάντα δισταγμὸν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ὅτι πρέπει τουλάχιστον τὰ ψηφίσματα νὰ ἐπανέλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄλλως ὁμολογῶ ὅτι πρέπει νὰ κατισχύσῃ ἡ ἄποψις τῆς διευκολύνσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία προσκρούει εἰς τὸν μεγάλον φόρτον, ὁ ὁποῖος ἔχει συσσωρευθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως καθυστερεῖ πρὸ τῶν παρουσιαζομένων νομοθετικῶν ἀναγκῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§67Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν νομιμότητα καὶ τὴν συνταγματικότητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ταύτην ἔχει καθιερώσει μακρὰ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα 100 περίπου ἐτῶν, ἡ ὁποία κατέστησε τὸν θεσμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, πάγιον συνταγματικὸν ἔθιμον καὶ καθεστώς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 τὸ ὁποῖον περιεῖχε διάταξιν παρεμφερῆ πρὸς τὴν τοῦ ἡμετέρου συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἐγνώρισε καὶ ἀνεγνώρισε τὸν θεσμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὸν ὁποῖον δὲν κατήργησε οὔτε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ τοῦ 1911, μέχρις ὅτου τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἐν ἄρθρῳ 77ῳ περιέλαβε ὡς ρητὴν διάταξιν κυροῦσαν τὸ δημιουργηθὲν συνταγματικὸν ἔθιμον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἄρθρου καθώρισε τὴν δικονομίαν τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων κατ’ ἐξουσιοδότησιν. Συνεπῶς, τὸ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γεννᾷ ζητήματα εἶναι ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις δύναται νὰ εἶναι καθολικὴ ἄνευ προσδιορισμοῦ θεμάτων ἐξουσιοδοτήσεως ἢ ἂν πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορίζωνται τὰ θέματα. Συνήθως αἱ μέχρι τοῦδε χορηγηθεῖσαι ἐξουσιοδοτήσεις περιεῖχον τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐξετείνετο τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατ’ ἐξουσιοδότησιν. Οἱ δὲ συνταγματολόγοι δέχονται ὅτι πρέπει ἡ ἐξουσιοδότησις, ὁ νόμος περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ περιλαμβάνῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ρυθμίσῃ τὰ ἐπείγοντα ζητήματα. Νομίζομεν ὅμως, κύριοι, ὅτι ἡ πληθὺς καὶ ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα χρήζουν νομοθετικῆς ρυθμίσεως μετὰ δεκαετῆ ἀναστολὴν τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς χώρας, μετὰ πόλεμον καὶ μετὰ οὐχὶ ὀλιγοχρόνιον ξενικὴν κατοχὴν καὶ αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ τόπος, ἡ πληθύς, λέγω, τῶν θεμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν παροχὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἄνευ οὐδενὸς προκαθορισμοῦ τῶν θεμάτων καὶ τῆς ὕλης τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἡ ἐξουσιοδότησις πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα. Συνεπῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ψήφισμα καὶ ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἄνευ προκαθορισμοῦ τῶν θεμάτων αὐτῆς. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶ ἀμφιβολίας εἶναι, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ψηφίσματα, τοὐτέστι πράξεις συντακτικαί. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ μόνης τῆς Συνελεύσεως χωρὶς νὰ μετέχῃ ὁ Βασιλεύς, ἢ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὁ δὲ Βασιλεὺς ὑποχρεοῦται ἁπλῶς νὰ δημοσιεύῃ τὰ συντακτικοῦ περιεχομένου ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει καὶ ψηφίζει ἡ ἀναθεωρητικὴ ἢ ἡ συντακτικὴ Βουλή. Συνεπῶς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐθνοσυνέλευσις νὰ παράσχῃ ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἵνα μόνη αὐτὴ ἐκδίδῃ ψηφίσματα συντακτικοῦ περιεχομένου παρέχουσα ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν Βασιλέα, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἐθνοσυνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ. Ἐν τούτοις, κύριοι, νομίζω ὅτι αἱ θεωρητικαὶ κατασκευαὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ κατισχύουν τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ, οὔτε νὰ ὑπομνήσω τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καὶ δὴ καὶ μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν ἐκλογῶν, εὑρέθησαν διάφοροι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον οὔτε τὸ λαϊκὸν χρῖσμα, οὔτε κἂν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἠσέλγησαν παντοιοτρόπως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐκδοῦσαι σωρείαν Συντακτικῶν Πράξεων καὶ συνεπῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι, μέσα εἰς τὰς τόσας συντακτικὰς πράξεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χωρέσουν καὶ τὰ τέσσαρα ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἐντελῶς περιωρισμένα ζητήματα, ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ ἐντελῶς ἐπείγοντα. Δὲν θέλω ὅμως, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς νομιμοποίησιν μιᾶς συνταγματικῆς ἀνωμαλίας τὴν προηγηθεῖσαν παρανομίαν. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη εὑρίσκει ἐπαρκὲς ἔρεισμα τὴν ὑπερτάτην ἀνάγκην καὶ τοὺς ὑπερτάτους ἐθνικοὺς λόγους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελεῖ ἡ Πατρίς μας. Τὸ Ἔθνος, κύριοι βουλευταί, διανύει τὴν τελευταίαν φάσιν ἑνὸς αἱματηροῦ καὶ ἐνδόξου ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἤρξατο εἰς τὰ ὑψίπεδα τῆς Ἀλβανίας καὶ τὰ ὀχυρὰ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ξενικῆς κατοχῆς ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐνεργοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς παθητικῆς ἀντιστάσεως σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἡ δὲ τελευταία αὐτὴ φάσις τοῦ ἀγῶνος εἶναι καὶ ἡ κρισιμωτέρα ἁπασῶν τῶν ἄλλων φάσεων τοῦ πολέμου, διότι εἰς τὴν φάσιν αὐτὴν πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ τελειωτικὴ μάχη ἐνώπιον τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων ἐκείνων τοῦ Ἔθνους, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του, εἴτε μαχόμενος, εἴτε ἀνθιστάμενος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἐξωτερικὸς ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγει τὸ Ἔθνος. Τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διεξάγῃ καὶ ἐσωτερικὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὠργανωμένων συμμοριῶν μιᾶς ὠργανωμένης φατρίας, ἡ ὁποία ἐξαπέλυσε, βαρέως ὡπλισμένας συμμορίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτίθενται κατὰ τοῦ Κράτους, τὸ ὑπονομεύουν καὶ ζητοῦν τὴν ὑπαγωγὴν πολυτίμων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ γένους καὶ τοῦ Ἔθνους. Πλὴν τούτου ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ἀποδυθῇ καθὼς καὶ ὁ λαὸς εἰς τὸ δημοψήφισμα, διὰ νὰ κλείσῃ ἡ πυορροοῦσα αὐτὴ πληγὴ τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος καὶ διὰ νὰ κατορθώσῃ ὁ τόπος νὰ ἐπιδοθῇ ἡσύχως εἰς τὰ ἔργα του. Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἀποτελοῦν λόγους ὑπερτάτης ἀνάγκης, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ καὶ ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν χορήγησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν παραδοχὴν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν ψηφισμάτων. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι· τὰ ψηφίσματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ Πατρίς; Ἀναμφισβητήτως ναί. Τὸ ἓν ψήφισμα ἀφορᾷ τὴν ἐξυγίανσιν τὴν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Νομίζω ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος διεξάγει ἕνα ἀγῶνα αἱματηρὸν ἐσωτερικὸν ἐναντίον τῶν συμμοριῶν αὐτῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εὑρίσκωνται κακοὶ ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι νὰ τὸ ὑπονομεύουν καὶ νὰ διασαλεύουν τὰ θεμέλια αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀποκόπτουν τὰ τηλεγραφικὰ καὶ τηλεφωνικὰ σύρματα, διὰ νὰ δώσουν καιρὸν εἰς τὰς συμμορίας νὰ ἀποτελειώσουν τὸ ἔργον των, σφάζοντας τὰ στρατευμένα τέκνα τῶν Ἑλλήνων καὶ τοὺς χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι προκινδυνεύουν προασπίζοντες τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς μᾶς ἐπιβάλλεται ἀπολύτως ἡ χορήγησις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τὴν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις αὐτοῦ, καθ’ ὅσον τὸ ψήφισμα τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ἔτυχεν ἐξονυχιστικῆς ἐπεξεργασίας καὶ διατυπώσεως καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος.
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διετυπώσαμεν, ἦτο ὅτι ἡ ἐξυγίανσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐθνικῶν κριτηρίων ἐπιβάλλεται ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποτελέσῃ πρᾶξιν κομματικῆς κρίσεως. Ἐάν, ὅμως, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διατηρῇ τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως, εὐλόγως εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅτι τὸ κριτήριον εἶναι πολιτικὸν καὶ κομματικόν. Δι’ αὐτὸ ὑπεστηρίξαμεν, εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὑποστηρίξει καὶ ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ θέματος. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπεστήριξα ὅτι ἀπετέλεσε λάθος τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι κριτὴς τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος ὑπῆρξεν ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ὄχι ἀνώτατον συμβούλιον κοινῆς ἐγκρίσεως. Συνεπεῖς πρὸς τὴν παλαιὰν ἐκείνην γραμμήν μας, ὁπότε, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ φιλικῆς Κυβερνήσεως, διεφωνήσαμεν καὶ διετυπώσαμεν διάφορον γνώμην, ἐν ὀνόματι τῆς ὀρθότητος αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἐξακολουθοῦμεν ὑποστηρίζοντες ὅτι, μόνον ἐὰν ἡ κρίσις εἶναι ἀμερόληπτος, ὑπερκομματικὴ καὶ ἐθνικὴ ὑπηρετεῖται ὁ σκοπός. (Χειροκροτήματα).
§69Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Θὰ μετατοπίσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Πάντως ἀποδέχομαι τὴν ἀνάγκην νὰ μπῇ καὶ τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχετε δίκαιον, κύριε Πρόεδρε, καὶ δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ δώσω συνέχειαν. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖται συμφωνήσασα, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ εἴπω ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ἐμείναμε σύμφωνοι.
§71Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ παρεκτραπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι θὰ εἶναι ἀτέρμων.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μεγαλυτέρα ἐγγύησις ἀπὸ τοῦ νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ὑπαλλήλων δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ, διότι ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀνατεθῇ τὸ ἔργον αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διαβληθῇ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε τὸ ψήφισμα αὐτὸ νὰ τὸ φέρῃ τὴν δευτέραν ἡμέραν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, ὅταν μέσα εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν ὀργανισμὸν ὑπάρχουν τὰ τέρατα αὐτά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ὑπονομεύουν τὸ Κράτος.
§73Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀπήλειψε κάθε διάταξιν ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς ἀπολύσεις μὲ κριτήρια τὰ φρονήματα τῶν ὑπαλλήλων.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἀπεδέχθην τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεπῶς νομίζω ὅτι παρέλκει πᾶσα περαιτέρω ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§75Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ἀνοικοδόμησις προσκρούουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως καὶ συνεπῶς καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔτυχε τῆς ἐπεξεργασίας τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ὀρθῶς περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι ὀρθῶς ἐπίσης περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὸ ψήφισμα περὶ δοσιλόγων. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι συνάδελφοι, Ἕλληνες πολῖται διατελοῦντες ὑπὸ οἱανδήποτε κατηγορίαν νὰ στεροῦνται τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας καὶ νὰ ὑφίστανται τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως ἥτις ἐξαρτᾶται ἀπὸ γνώμην, οὐχὶ πάντοτε ἀπροκατάληπτον ἑνὸς ἐπιτρόπου ἢ ἑνὸς ἀνακριτοῦ, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ἄρωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας ἐλευθερίας καὶ ἐγγυήσεις εἰς τὰς ὁποίας δικαιοῦνται κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐδίστασε τὸ Κράτος νὰ δώσῃ εἰς τὰ ἀνθρωπόμορφα τέρατα τὰ ὁποῖα μετέβαλον τὸν τόπον εἰς καπνὸν καὶ εἰς ἐρείπια, τοὺς κομμουνιστάς. Διότι διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ θεσπίζεται ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος αἱ ὁποῖαι παρέχουν ἐγγυήσεις διὰ τὰς προσωπικὰς ἐλευθερίας, διὰ τὴν κατάκτησιν τῶν ὁποίων ἡ ἀνθρωπότης ἔχει χύσει ποταμοὺς αἱμάτων.
§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλεγκτέα ἡ Κυβέρνησις εἶναι διότι ἐβράδυνε νὰ καταθέσῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ περὶ δοσιλόγων. Ὑπάρχουν ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ σήπονται ἄνθρωποι ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὑπὸ ἕνα αὐστηρὸν πνεῦμα, πρωτοφανῶς ἀντισυνταγματικὸν καὶ πρωτότυπον ὡς νομοθέτημα. Ἡμεῖς, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐὰν μὲν ἐγκλημάτησαν νὰ τιμωρηθοῦν, ἐὰν ὅμως ὄχι, νὰ τοὺς ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη.
§77Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, κύριοι βουλευταί, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐξουσιοδότησις ἡ ἀφορῶσα τὰ 4 ταῦτα ψηφίσματα εἶναι ἐξουσιοδότησις ἐπιβαλλομένη ἐκ λόγων ὑψίστης ἀνάγκης καὶ σκοπιμότητος καὶ συνεπῶς ὀρθῶς διὰ τοῦ ψηφίσματος χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ 1914, παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν κατὰ παρέκβασιν τοῦ συντάγματος καὶ τοῦτο διότι τὸ ὑπηγόρευε τὸ ἀνώτερον καὶ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς χώρας. Νομίζω, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρρωδήσωμεν πρὸ τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ πραγματικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας οὔτε νὰ παραμείνωμεν ἄκαμπτοι παραβλέποντες τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τὰ ὑπέρτατα τῆς πολιτείας δικαιώματα. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἤμην πλήρης εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ἐὰν δὲν ὡμίλουν περὶ μιᾶς προτάσεως ἡ ὁποία ἀπησχόλησε τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τρικάλων κ. Βαμβέτσον. Ὁ κ. Βαμβέτσος διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς προτείνει τὴν σύστασιν μιᾶς μονίμου ἐπιτροπῆς εἰς ἣν νὰ γίνῃ ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία θὰ συνέρχεται εἰς δημοσίας συνεδριάσεις καὶ θὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις ἐφ’ ὅσον θὰ τῆς ἐκχωρηθοῦν νομοθετικὰ δικαιώματα, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν θὰ ἦτο τὸ ἥμισυ τῶν παρόντων πλέον ἑνός, ἀλλὰ θὰ ἦτο τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἐπολεμήθη, κύριοι συνάδελφοι, παρ’ ὅλων, ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καίτοι ὀρθὴ κατ’ ἀρχήν, ἐπολεμήθη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, διότι εἶναι πρότασις ἀήθης. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὅτι δὲν εἶναι πρότασις νέα. Κατὰ τὴν 4ην συντακτικὴν συνέλευσιν τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ὑποβάλει παρομοίαν πρότασιν δυνάμει τῆς ὁποίας εἶχε προτείνει τὴν σύστασιν μιᾶς μονίμου 30μελοῦς ἐπιτροπῆς μὲ 10 μέλη ἀναπληρωματικὰ ἡ ὁποία θὰ ἦτο μόνιμος καὶ θὰ συνήρχετο καὶ θὰ εἰργάζετο καὶ διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τὰ νομοθετήματα θὰ ἀπεστέλλοντο ἔπειτα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν τελικὴν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ὑπ’ αὐτῆς ἐπιψήφισίν των ἢ ἀφοῦ ἐγένοντο κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ παρεπέμποντο ταῦτα εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐπιτροπὴν πρὸς τελικὴν ἐπιψήφισιν. Ἡ πρότασις ὅμως τελικῶς δὲν περιελήφθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 διότι δὲν ὑπεστηρίχθη οὔτε ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὴν κόμματος. Ἡ πρότασις αὐτὴ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ τότε καὶ ὑποβάλλεται καὶ τώρα ὑπὸ τὸ κράτος ἐντυπώσεων κατὰ τὰς ὁποίας τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διέρχεται κρίσιν λόγῳ τῶν ἀπεράντων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων αἱ ὁποῖαι παρακωλύουν τὸ ἔργον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος καί, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Τσεχοσλοβακικοῦ Συντάγματος περιέχοντος ἀνάλογον διάταξιν, δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὅμως διότι περιορίζονται οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοί. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι «ὁ λόγος» ὑπῆρξε τὸ πολύτιμον ἐκεῖνο ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὸ ἀρχαῖον ἄστυ καθιεροῦντο οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες καὶ προήγοντο οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοί, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τοῦ λόγου μετέπεσεν εἰς εὐθηνὴν ρητορίαν καὶ δημαγωγίαν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κακὸν καὶ μειονέκτημα. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκομαι καὶ ἐπιθυμῶ τοὺς λόγους, νομίζω δὲ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην ἔργων καὶ ὄχι λόγων, ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλάπτει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀλλὰ ἄλλα τινὰ περὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ λόγος ὅταν πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἡ ψήφισις τῶν διατάξεων τοῦ νέου Συντάγματος.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ὅταν ρήτορες τῆς ὑμετέρας εὐγλωττίας δικαιολογοῦν τὰς παρανομίας.
§79Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ δὲν τὰς δικαιολογῶ, κύριε συνάδελφε, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ δι’ αὐτὸ κατεψήφισα τὴν πρότασιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ φιλοφρόνημα ποὺ μοῦ ἐκάματε. Πάντως ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δημιουργηθῇ σῶμα μόνιμον τὸ ὁποῖον κατ’ ἀντανάκλασιν ἢ κατ’ ἐντολὴν θὰ προβαίνῃ εἰς νομοθετικὰ ἔργα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν προσωρινῶς δύο μηνῶν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν χορηγήσωμεν ἀλλαχοῦ παρὰ μόνον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἦτο ἐκπληκτικὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα ὑπὸ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην 35 Ὑπουργῶν, νὰ ἀρνηθῶμεν λέγω τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τοῦτο εἰς μίαν ἀνεύθυνον ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε Κανονισμὸν οὔτε τρόπον διασφαλίζοντα τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς ἐτυμηγορίας της. Συνεπῶς νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπορριφθῇ. Ἄλλωστε νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ ψηφίσματι διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ψηφίσματα θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι τὰ ψηφίσματα ταῦτα καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα θὰ εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ τύχουν τῆς μελλούσης ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐξήγησα ἐπαρκῶς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος, ὡς τοῦτο ἔχει διατυπωθῆ καὶ φέρεται ἐνώπιον τῆς ἡμετέρας ἀντιπροσωπείας. Φοβοῦμαι ὅμως μήπως καὶ ἐγὼ περιέπεσα εἰς τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησα προηγουμένως νὰ ψέξω καὶ τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἀρετὴν ὁ σεβαστός μου συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι θὰ τύχω τῆς συγγνώμης τοῦ Σώματος ἂν τὸ ἀπησχόλησα περισσότερον τοῦ δέοντος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ χρηστὴν καὶ λελογισμένην χρῆσιν τῆς παρεχομένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω καὶ δέχομαι νὰ ψηφίσω τὸ ψήφισμα τοῦτο ὡς ἔχει ἀχθῆ ἐνώπιον τῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Καλλίας.
§81Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δύο διακεκριμένα ζητήματα, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ ψήφισμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὰς διακοπάς· τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἐξουσιοδότησις, διότι ἡ ἐξουσιοδότησις δὲν εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν διακοπῶν. Ἐλέχθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀνήκοντος εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγα ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ διακοπὴ ἀποτελεῖ ἀντιδημοκρατικὴν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν ἐνέργειαν. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι μετὰ τριῶν περίπου μηνῶν νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ Σώματος, ἀνεξαρτήτως ἀποδόσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἀρχὴν πρόθεσις ἀντικοινοβουλευτικὴ ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς εἰσαγωγῆς ψηφίσματος περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν καὶ περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ τοιαύτη πρόθεσις, νομίζω, κύριοι βουλευταί, σκόπιμον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ προστεθῇ ἡ συμπλήρωσις ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ ἡ δυνατότης τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ συγκαλῇ ἐνδιαμέσως τὸ Σῶμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐλαττωθῇ κάπως ὁ χρόνος, διότι πέραν τῆς 10 ἢ 15ης Σεπτεμβρίου τὸ χρονικὸν διάστημα παρουσιάζεται ἀδικαιολόγητον. Παρουσιάζεται ἀδικαιολόγητον καὶ πλέον τούτου ἐπικίνδυνον. Εἶναι λεπτομέρεια βεβαίως αὐτὸ ποὺ θὰ εἴπω, ἀλλ’ ἂς εἶναι καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, φοβοῦμαι ὅτι ἐφέτος εἰσερχόμεθα εἰς ἓν ἔτος σταφιδικῆς καὶ οἰνικῆς κρίσεως καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο σκόπιμον ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκεται παροῦσα πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, διότι συνήθως τὰ μέλη ἐπιτροπῶν ἐξουσιοδοτήσεως, ὡς κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις κατὰ προτίμησιν ἔχουν ψυχολογίαν Ἀθηνῶν κατὰ κανόνα καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι βουλευταὶ ἐπαρχιῶν. Ἡ διακοπὴ θὰ εἶναι πραγματικὴ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου καὶ ὄχι λῆξις αὐτῆς. Τοῦτο ἔχει ὡρισμένας συνεπείας ἰδίως διότι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνῃ λῆξις Συνόδου, τυχὸν ἐνδιάμεσος πρόσκλησις ἐνῷ θὰ γίνῃ διὰ σοβαρώτατα ἐπείγοντα ζητήματα θὰ καταναλώσῃ χρόνον διὰ καθαρῶς τυπικὰ θέματα ὅπως ἐκλογὴ Προέδρου καὶ τὰ ὅμοια. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ γενικὴ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν εἶναι θεσμὸς ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ πάντως εἶναι θεσμὸς μὴ ἰσχύων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἔχει γίνει γενικῶς δεκτὸν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ εἰδικὴ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Βεβαίως ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει τὴν Συνταγματικὴν δυνατότητα νὰ εἰσαγάγῃ τὸν θεσμὸν τῆς γενικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, θεσμὸν ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἡ εἰσαγωγὴ ὅμως τοῦ θεσμοῦ ἀποτελοῦσα τροποποίησιν τῶν περὶ ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας διατάξεων, προϋποθέτει τὴν εὐρεῖαν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἀνέφερεν ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ μόνον τὴν δυαντότητα ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Οὔτε ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀνέφερε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ δημοψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζομεν, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει εὐρυτάτην ἐξουσίαν, ἀναμφιβόλως πιστεύομεν ὅτι ἔχει καὶ τὴν δυνατότητα νὰ εἰσαγάγῃ τὸν θεσμὸν τῆς γενικῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξουσιοδότησιν, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν καὶ ὑπεστηρίχθησαν δύο συστήματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ δεύτερον δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐξουσιοδότησις, εἶναι δημιουργία ἑνὸς νέου θεσμοῦ, θεσμοῦ δημιουργίας κοινοβουλίου περιωρισμένης συνθέσεως διὰ τὴν ἐπὶ ὡρισμένον διάστημα ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι τὸ γνώριμον καὶ ἔχει τὸ μεγάλο πλεονέκτημα τῆς Κυβερνητικῆς εὐθύνης. Τὸ δεύτερον εἶναι σύστημα πρωτότυπον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναμφισβητήτως οὐσιώδη πλεονεκτήματα. Δὲν εἶναι καὶ τοῦτο ἐντελῶς νέον. Τὸ προέτεινε, προφανῶς μὲ βαθυτάτην ἐπίγνωσιν τῆς μεταρρυθμίσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος κύριος Α. Βαμβέτσος, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἀπέδωκε μεγάλην σημασίαν εἰς μίαν δοκιμὴν τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσωμεν. Ὁ θεσμὸς ἐπροτάθη ἄλλοτε κατὰ τὸ 1924, καὶ ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἰδιαίτερον σχέδιον συνταγματικῆς διατάξεως. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἀνέφερε τὸ σχέδιον ἐκεῖνο τὰ ἑξῆς: «Ἁπάντων...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐπίσης ἀνάλογον διάταξιν σαφεστέραν καὶ εὐρυτέραν ἀκόμη περιέχει τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Τσεχοσλοβακικοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει: «........ (ἀναγινώσκει)... ......». Ἡ καινοτομία εἶναι ἀξιολογωτάτη, διστάζω ὅμως, κύριοι βουλευταί, νὰ παραδεχθῶ τόσον βαθεῖαν καινοτομίαν εἰς ἕνα ψήφισμα νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας προσοχῆς κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Συντάγματος. Ἐξ ἄλλου νομίζω ὅτι ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνητικῆς εὐθύνης εἶναι οὐσιῶδες γεγονὸς καὶ κατὰ συνέπειαν διὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν ἔχει μᾶλλον τὸ πλεονέκτημα ἡ ἄποψις τῆς χορηγήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν μετ’ ἀπόφασιν βεβαίως Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικώτερα θέματα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἤρχισαν ἤδη νὰ ἀπασχολοῦν καὶ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐγὼ κύριοι, πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ἡ συντακτικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐπιδεκτικὴ μεταβιβάσεως. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως ἡ συντακτικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ μεταβιβάσεως δὲν πρέπει κανὲν ψήφισμα νὰ ὑποβληθῇ εἰς νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἄν ὑπάρχουν κατεπείγοντα ψηφίσματα ἂς παραμείνῃ ἡ Βουλὴ 5–10 ἡμέρας νὰ τὰ ψηφίσῃ διὰ νὰ μὴ παραβῇ αὐτὴν τὴν βασικὴν ἀρχήν. Ἐλέχθη ὅτι ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἔχει τόσην εὐρεῖαν ἐξουσίαν, ποῖος τὴν περιορίζει; Τὴν περιορίζει ἡ φύσις τοῦ ἀντικειμένου. Διότι ἂν κατελήγομεν εἰς ἀντίθετον ἄποψιν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν ψήφισμα ἐκχωρήσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, πρᾶγμα καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπὸ οὐδεμιᾶς διατάξεως κωλύεται, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι νοητόν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία νομικὴ βάσις πρὸς χορήγησιν ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὰ ψηφίσματα. Ἀφοῦ, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ στερεῖται νομικῆς βάσεως, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπίστευεν ὅτι ὑπάρχει ἀδήριτος ἀνάγκη χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἀπομένει παρὰ μόνον ἡ ἠθικὴ βάσις τῆς ἀπολύτου ὁμοφωνίας. Ἡ ἠθικὴ βάσις τῆς ἀπολύτου ὁμοφωνίας προϋποθέτει ὅτι εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν θὰ περιληφθοῦν μόνον ἐκεῖνα τὰ ψηφίσματα διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ἀνεξαρτήτως περιεχομένου ψηφίσματος ὅτι τὸ ψήφισμα περὶ δοσιλόγων θεωρεῖται ὑπὸ μερίδος τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς ἀνήκομεν, ἐθνικῶς ἀνεπίκαιρον καὶ πολιτικῶς ἐπίμαχον. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἐφ’ ὅσον ἡ τυχὸν ἐξουσιοδότησις πρόκειται νὰ δοθῇ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει νομικοῦ δικαιώματος ἀλλὰ κατ’ οἰκονομίαν τῶν ἀναγκῶν, προϋποθέτει ἑπομένως τουλάχιστον τὴν ὁμοφωνίαν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πλὴν τῶν ψηφισμάτων ὑπάρχουν καὶ τὰ ἑξῆς ἄλλα νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθοῦν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἡ ὁποία ὄντως πρέπει νὰ εἶναι εὐρεῖα ἀλλὰ ὄχι ἀπεριόριστος. Ἡ μία περίπτωσις εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν μετὰ μίαν δεκαετῆ διακοπὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς λειτουργούσης μυστικῶς. Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἡ κύρωσις τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεώς των ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο διότι ἡ τὸ πρῶτον ψήφισίς των ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐκ δευτέρου ψήφισίς των ὑπὸ μιᾶς ὀλιγομελοῦς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως θὰ διηυκόλυνε μίαν ἀναγνώρισιν ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀσκῇ τὴν οὐσιώδη νομοθετικήν της ἀποστολὴν ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς. Ἕτερον θέμα, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς τύχης τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τασσομένης πρὸς τοῦτο μιᾶς προθεσμίας. Ἀλλ’ ἡ ἄποψις αὐτὴ περιέχει ἕνα πολὺ μεγάλον κίνδυνον, τὸν τῆς νομοθετικῆς ἀβεβαιότητος. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας τὰ δικαστήρια δὲν θὰ γνωρίζουν ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους, θὰ ζητοῦν πιστοποιητικὰ ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν προτέρων νὰ δημιουργῶμεν νομοθετικὴν ἀβεβαιότητα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἑπομένως ἀπομένει, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι τὰ νομοθετήματα νὰ μὴ ὑποβάλλωνται πρὸς κύρωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀναγγέλλωνται πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀναγγελία εἶναι ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας, ὡς ἔχουν σήμερον τὰ πράγματα πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις εἰς τὸ ψήφισμα κατὰ τὴν ὁποίαν νομοσχέδια ἢ προτάσεις νόμων περὶ κυρώσεως καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἐκδοθέντων νομοθετικῶν διαταγμάτων συζητοῦνται, ἀναγραφόμενα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ὑποχρεωτικῶς καὶ κατὰ προτίμησιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διαφυλάσσεται πλήρως τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ μεταβολὴν αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ὕπαρξις νομοθετικῆς βεβαιότητος ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ζητῶ τὴν προσθήκην αὐτῆς τῆς διατάξεως, κύριοι βουλευταί, διότι κατὰ τὸ 3μηνον διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἡ Βουλὴ οὐδεμία πρότασις νόμου γενομένη παρὰ βουλευτοῦ ἦλθεν εἰς συζήτησιν. Κατὰ συνέπειαν καὶ διὰ τὰ μέλλοντα νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις ὅτι θὰ ἀξιωθοῦν συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν παρουσιάζει οὐδένα νομοθετικὸν κίνδυνον ἐξασφαλίζει ἀπολύτως ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ ὅλων ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων τῶν ὁποίων εἶναι ἀμφίβολος ἡ ὠφελιμότης καὶ ἡ ὀρθότης. Κύριοι βουλευταί. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν σύνθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τακτικῶν μελῶν εἰς 60 καὶ ἡ διατήρησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 30 ἀναπληρωματικῶν θὰ ἦτο σκοπιμωτέρα ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως: Ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁρίζηται μεγάλη ἀπαρτία διότι δὲν σχηματίζεται. Ἀφοῦ σχηματίζεται δυσχερῶς ἂς ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς εἰς 60, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ἀπαρτία νὰ εἶναι 30 καὶ ἡ ἐλαχίστη πλειοψηφία τοὐλάχιστον 20. Δὲν ἐννοοῦμε νὰ σταματήσῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ συνέπειαν ἂς δεχθῶμεν μικρὰν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ. Διὰ τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Ἡ δημοσίευσις ἐξασφαλίζει τὴν δυνατότητα τοῦ ἐλέγχου καὶ ἑπομένως παρουσιάζει τὸ οὐσιῶδες τοῦτο πλεονέκτημα. Ἔχει ὅμως τὸ μειονέκτημα ἴσως μεγαλυτέρας εὐρύτητος τῶν συζητήσεων. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ ὀλιγομελοῦς σώματος ἡ Βουλὴ θὰ ἐδείκνυεν αὐτοπεποίθησιν ἐὰν ἐθέσπιζε τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων. Παρετήρησα ὅτι ἐπανειλημμένως ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ πρακτικὰ τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία δὲν λειτουργεῖ δημοσία. Ὥστε νομίζω ὅτι ἡ δημοσιότης θὰ ἀπετέλει μίαν ὀφειλομένην προσθήκην εἰς τὸ ψήφισμα. Πρὶν τελειώσω θὰ ἤθελα, κύριοι βουλευταί, νὰ προσθέσω δύο ἀκόμη λέξεις διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ψηφισμάτων. Δὲν ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Συνταγματικὸν προηγούμενον ἐξουσιοδοτήσεως προκειμένου περὶ τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας, περὶ ἐκχωρήσεως τῆς Συνταγματικῆς ἐξουσίας. Ὑπάρχει μόνον τὸ ψήφισμα τῆς 30 Ἰουνίου τοῦ 1925 διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τῆς καταρτίσεως Συντάγματος ὑπὸ τῆς 4ης Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως εἰς μίαν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο εἶναι καὶ τέλος κοινοβουλευτικῆς περιόδου καὶ ἡ οὐσιαστικὴ ἔναρξις τῆς περιόδου τῆς ἀντικοινοβουλευτικῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου.
§82Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τοῦ μανδύα δηλαδὴ χωρὶς κοινοβουλευτισμόν.
§83Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πάντως τὸ προηγούμενον εἶναι πολὺ κακὸν καὶ δὲν ὡδήγησεν εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Καὶ τὸ Τσεχοσλοβακικὸν δὲ Σύνταγμα εἰς τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 54 ἀναφέρει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ ὅλων τῶν ὑποθέσεων πλὴν τῶν Συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἑπομένως τοιαύτη ἐκχώρησις θὰ γίνῃ ἄνευ οὐδενὸς Συνταγματικοῦ προηγουμένου Ἑλληνικοῦ ἢ ξένου. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη καὶ οὐσιώδης διαφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατεδείχθη μάλιστα ὅτι ὑπάρχει μεγάλη συμβιβαστικότης ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζω ὅτι οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς ὁμοφώνου ἀποφάσεως ἐπὶ τόσον οὐσιώδους θέματος.
§84Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ συντομεύσωμεν τὴν συζήτησιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὰς ἑξῆς τροπολογίας: Εἰς τὸ ἄρθρον 1 — ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως — προστίθεται ἡ φράσις: «ἐκτὸς ἐὰν συγκληθῇ προγενεστέρως ὑπὸ τοῦ Προέδρου». Εἰς τὸ ἄρθρον 4· ἀντὶ 20 μελῶν δέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνουν 30 μέλη ὅπως συνεφώνησε καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 δέχεται ἡ Κυβέρνησις ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι διὰ τὰ ⅖ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Προστίθεται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 5 ὅτι περίληψις τῶν πρακτικῶν θὰ ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσιότητα. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 6 τίθεται τὸ ἑξῆς: «Τὰ ψηφίσματα ὅμως ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς». Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν Προεδρίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο — καὶ τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς — ἀντὶ νὰ τεθῇ ὅτι τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Προεδρείου κανονίζει ἡ ἐπιτροπή, νὰ τεθῇ ἁπλῶς: «ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἢ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτοῦ». Μετὰ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις, τὸ σχέδιον ψηφίσματος τροποποιεῖται ὡς ἀκολούθως: Ἄρθρον 1. Ἡ Βουλὴ διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἀπὸ 1ης Αὐγούστου μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1946, ἐκτὸς ἂν συγκληθῇ προγενεστέρως ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἄρθρον 2. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς ὁ Βασιλεύς: 1) Ἐκδίδει τὰ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ 2) δημοσιεύει ψηφίσματα, ἐφ’ ὅσον σχέδια τούτων κατετέθησαν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀμφοτέρας δὲ τὰς περιπτώσεις, μετ’ ἀπόφασιν Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ πεντήκοντα ἐν ὅλῳ τακτικῶν μελῶν καὶ τριάκοντα ἀναπληρωματικῶν. Τὰ μέλη αὐτῆς ὁρίζονται προτάσει τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀναλόγως τῆς ἐν τῇ Βουλῇ δυνάμεως ἑκάστου κόμματος. Ἄρθρον 4. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδριάζει ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων τριάκοντα μελῶν τοὐλάχιστον αὐτῆς. Τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς δύνανται νὰ συμμετέχωσιν ἄνευ ψήφου καὶ οἱ Ὑπουργοί, καλουμένων ὅμως ἀπαραιτήτως τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Τῆς Ἐπιτροπῆς προεδρεύει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν κωλύματι δὲ αὐτοῦ οἱ νόμιμοι αὐτοῦ ἀναπληρωταί. Ἄρθρον 5. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς λαμβάνονται κατὰ πλειοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν, ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι τοὐλάχιστον τὰ ⅖ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῶν σχεδίων Ψηφισμάτων καὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἡ ψήφισις αὐτῶν γίνεται μόνον ἐφ’ ἅπαξ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Περίληψις τῶν Πρακτικῶν ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 6. Τὰ κατὰ τὸ παρὸν Ψήφισμα ἐκδιδόμενα Ψηφίσματα καὶ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἔχουσιν ἰσχὺν ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῶν, τὰ ψηφίσματα ὅμως ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μ. Ἀλιβιζᾶτος.
§86Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οὐδεμίαν στιγμὴν ἐξεδηλώθη δισταγμὸς κατ’ ἀρχὴν ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Διαπιστοῦται δὲ καὶ ἀπὸ τὰς σημερινὰς συζητήσεις, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ βάσιν ὑπάρχει καὶ ἐνταῦθα ὁμοφωνία. Βέβαια ὁ θεσμὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἰδίως ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν συντακτικήν, δὲν εἶναι συνήθης καὶ δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα τοῦ 1911. Μακρὰ ὅμως κοινοβουλευτικὴ πρακτικὴ καὶ αἱ εἰδικαὶ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ σημερινὴ ἐξουσιοδότησις, διευκολύνουν τὴν συμφωνίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν καὶ συνταγματικῶν ἀπόψεων ὡς πρὸς τὸ κατὰ βάσιν παραδεκτὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς παροχῆς αὐτῆς. Παρὰ τὸν σύντονον ρυθμόν, μὲ τὸν ὁποῖον ἔχει ἐργασθῆ ἡ παροῦσα Βουλή, καταφανὲς εἶναι ὅτι τὸ νομοθετικόν της ἔργον δὲν ὑπῆρξεν ἐξαιρετικῶς πλούσιον. Ἐπὶ πλέον, ὑπὸ συνθήκας ὄχι ἀπολύτως ὁμαλάς, ἔπειτα ἀπὸ μίαν περίοδον πρωτοφανῆ καὶ ἐξαιρετικὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν περιωρισμένην ἀριθμητικῶς ἐπιτροπὴν παρέχει τὸ πλεονέκτημα ὅτι εἶναι δυνατὸν ὡρισμένα θέματα ἐπίμαχα, παρουσιάζοντα ἴσως πλευρὰς ὀξύτητος νὰ συζητηθοῦν μὲ πνεῦμα μεγαλυτέρας μετριοπαθείας, μεγαλυτέρας κατανοήσεως. Διότι μέσα εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς γενικῶς καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναπτύσσεται πνεῦμα μεγαλυτέρας συναδελφότητος καὶ μεγαλυτέρας κατανοήσεως ἀπὸ ἐκείνην, ποὺ ἀναπτύσσεται εἰς Σώματα πολυμελῆ. Διὰ τοῦτο ἡ συμφωνία ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὑπῆρξε καθολικὴ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ αὐτὴ συμφωνία ἐκδηλοῦται καὶ ἐνταῦθα σήμερον. Μάλιστα παρουσιάσθη καὶ τοῦτο τὸ ἐξαιρετικόν: Ὅτι δηλαδὴ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξεδηλώθη τάσις διευρύνσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλωστε προσεπάθησεν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἀντέγραψε τὸ σχετικὸν ψήφισμα ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1936. Τὸ ἀντέγραψεν ἀκόμη καὶ εἰς τὰς ἀδοκίμους διατυπώσεις ποὺ περιεῖχε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ὡς ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἡ μόνη μεταξὺ τῶν δύο διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐπέφερεν εἰς ὡρισμένα ἄρθρα μεταβολάς τινας. Ἡ πρώτη οὐσιώδης μεταβολή, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ψήφισμα τοῦ 1936, εἶναι ἡ προσθήκη τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων, δηλαδὴ πράξεων συντακτικοῦ περιεχομένου. Δευτέρα μεταβολή, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν συγκρότησιν, τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ 1936 ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ὀλιγομελεστέρα, ἤτοι τεσσαρακονταμελής, εἶχεν ὅμως τὸ μεγάλον προσόν, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως προσέδιδε περισσότερον κῦρος εἰς αὐτήν, ὅτι ὑποχρεωτικῶς μετεῖχον εἰς αὐτὴν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, διάταξις ἡ ὁποία ἀπηλείφθη ἀπὸ τὸ εἰσαγόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχέδιον Ψηφίσματος. Ἡ νέα διάταξις δὲν ἀποκλείει βέβαια τὴν ἑκουσίαν συμμετοχὴν τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ πάντως ἡ παράλειψις δὲν προσδίδει περισσότερον κῦρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐκεῖ ὅπου προέκυψαν ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἐπαρκῶς ἤδη ἐνταῦθα, εἶναι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία βασικὴ διάκρισις εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Συντακτικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ἐξουσιοδότησιν δηλαδὴ πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων Συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ τὴν καθαρῶς Νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν συνταγματικότητα καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας ἐξουσιοδοτήσεως, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν τίθεται ζήτημα. Ὅπως μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Ψηφίσματος περὶ Δημοψηφίσματος νὰ ἐκθέσω καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι οὐδὲν κώλυμα Συνταγματικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει, καὶ τοῦτο διότι δέχομαι ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι εὐρυτάτη Ἀναθεωρητική, μὴ δεσμευομένη εἰς τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον εἰ μὴ μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Δυσχέρεια κάποια ἐμφανίζεται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, τῶν ὑποστηρικτῶν δηλαδὴ τῆς ἀπόψεως τῶν περιωρισμένων ἀναθεωρητικῶν δικαιωμάτων τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀποδέχεται τὸν περιωρισμένον χαρακτῆρα τῆς ἀναθεωρητικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, εὗρεν τρόπον νὰ συμβιβάσῃ τοὺς ἐνδοιασμούς της ἀπὸ συνταγματικῆς πλευρᾶς ὡς πρὸς τὸ παρὸν Ψήφισμα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ περαιτέρω. Ἔρχομαι, συνεπῶς νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἕνα εἶναι τὸ τιθέμενον ζήτημα: Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις θὰ εἶναι καθολικὴ ἢ εἰδική, ἀπεριόριστος ἢ περιωρισμένη; Βεβαίως, συμφωνότερον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν μέχρι σήμερον πρακτικὴν θὰ ἦτο ἡ ἐξουσιοδότησις νὰ εἶναι περιωρισμένη καὶ εἰδική. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ εἰδικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γίνῃ μία διάκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ τὴν Συντακτικὴν ἐξουσιοδότησιν. Καὶ εἰς ὅ,τι μὲν ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν δύο νομίζω μόνον περιορισμοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ Ψήφισμα, περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἤδη ἐξετέθησαν. Ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν ἀφορᾷ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ δὲ ἕτερος ἀφορᾷ γενικώτερον τὰ νομοθ. διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐξαίρεσις ἀπὸ τὴν ἐξουσιοδότησιν τῶν νομοθετικῶν τούτων διαταγμάτων δὲν δικαιολογεῖται μόνον διότι τὰ διατάγματα αὐτὰ ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὴν ρητὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεώς των ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, δὲν δικαιολογεῖται κἄν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστοῦν τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐλλείπει νομίζω εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πᾶσα οὐσιαστικὴ δικαιολογητικὴ βάσις διὰ νὰ ἀχθοῦν τὰ διατάγματα αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ ἐξουσιοδότησις παρέχεται διὰ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν θέματα μὴ ρυθμισθέντα νομοθετικῶς καὶ ὄχι διὰ νὰ ἐγκριθοῦν τὰ ἤδη νομοθετικῶς ρυθμισθέντα. Κατὰ συνέπειαν, θὰ ἀπετέλει ὑπέρβασιν τοῦ σκοποῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, ἐὰν εἰς αὐτὴν περιελαμβάνοντο καὶ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ἄλλως τε, ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸν ἔργον ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς ὅ,τι ἰδίως ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς νομοθεσίας τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐπειγόντων νέων ζητημάτων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ μὲ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἰς ὅ,τι ἤδη ἀφορᾷ τὴν Συντακτικὴν ἐξουσιοδότησιν, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ὁμοφωνία περὶ τοῦ περιορισμοῦ αὐτῆς. Εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος ἡ ἀπεριόριστος ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων Συντακτικοῦ περιεχομένου. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἶναι νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία ὡς πρὸς τὰ θέματα διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν ψηφίσματα. Αἱ δηλώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθὼς ἐπίσης καὶ αἱ ἀνακοινώσεις ποὺ εἶχε κάμει πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, περιορίζουν τὰ θέματα αὐτὰ εἰς τρία κυρίως ψηφίσματα: Τὸ ψήφισμα τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὸ ψήφισμα διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἐν ὄψει τῆς διευκολύνσεως τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ τὸ ψήφισμα περὶ δοσιλόγων. Καὶ εἰς ὅ,τι μὲν ἀφορᾷ κατ’ ἀρχὴν — οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας — τὴν ἀποδοχὴν τοῦ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ νομίζω καὶ τοῦ ψηφίσματος διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, δὲν φαντάζομαι νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκεῖ, ὅμως, ὅπου ἐξεδηλώθησαν ἤδη ἀντιρρήσεις εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διετυπώθησαν καὶ σήμερον ἀντιρρήσεις κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, εἶναι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ψηφίσματος «περὶ κυρώσεων ἐναντίον τῶν δοσιλόγων».
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὡς μὴ ὤφειλεν.
§88Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβητήτως λεπτόν. Ἀπόδειξις πόσον λεπτὸν εἶναι, εἶναι ἡ δυστοκία τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ φέρῃ τὸ θέμα τοῦτο πρὸς ψήφισιν καὶ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπροτίμησε ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὸ σχετικὸν ψήφισμα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, διὰ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ προσωπικῶς μετὰ κάποιου φόβου ἀντιμετωπίζω τὴν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, φόβου, τὸν ὁποῖον ἐνισχύουν ὡρισμέναι πληροφορίαι περὶ τῶν ψυχολογικῶν ἀντιδράσεων, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν τὸ κατατεθὲν ἤδη ψήφισμα ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὡρισμέναι πληροφορίαι εἶδον ἤδη τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος καὶ ἄλλαι κυκλοφοροῦν, ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἡ γενικότης, μὲ τὴν ὁποίαν ἔχει διατυπωθῆ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὸ ψήφισμα «περὶ ποινικῶν κυρώσεων κατὰ τῶν δοσιλόγων», εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς παρεξηγήσεις.
§89Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας παρεξηγήσεις; Πρόκειται περὶ ἐπαναφορᾶς Δικαιοσύνης.
§90Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω, κύριε συνάδελφε. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι τὸ θέμα τῶν δοσιλόγων εἶναι ἰδιαιτέρως λεπτόν, διότι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προξενήσῃ ὄχι μόνον σοβαρωτάτην ἀντίδρασιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκτός, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀχθῇ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§91Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σύμφωνος, δηλαδή, εἶσθε.
§92Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀνακύπτει μία διαφορετικὴ ἀτμόσφαιρα, ἐκείνης ποὺ ἐπικρατεῖ ἐδῶ. Θὰ ἐπέλθῃ κάποια ἁπάλυνσις τῶν ἀντιθέσεων, κάποια περισσότερον ἀντικειμενικὴ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος. Θὰ ἐπέλθῃ, ἐπὶ πλέον, ἀσφαλῶς καὶ κάποια ἐξασθένησις τοῦ θορύβου καὶ τῶν πιέσεων. Ὅταν κατὰ τὸ 1936 ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ τότε ψηφίσματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ ἀείμνηστος Ἀλεξ. Παπαναστασίου, ἔλεγεν ἀκριβῶς ὑπερασπίζων τὴν ἀνάγκην τῆς εὐρυτέρας νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν: «Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι, (ἡ ἐξουσιοδότησις) ἀποτελεῖ μίαν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ἐφόσον ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ παραμείνῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀρχήν. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὔτε μεταξὺ τῶν διαφόρων Κομμάτων τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει τοιαύτη ἁρμονία, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ὁμαλῶς νὰ γίνῃ ἐπεξεργασία θεμάτων ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα θέματα εἶναι ἀναμφισβητήτως προωρισμένα νὰ προκαλέσουν ζωηροτάτας συζητήσεις....». Ἐζήτει δηλαδὴ τὴν παροχὴν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἀκριβῶς διότι, δὲν ὑπῆρχε «ἁρμονία» πολιτικὴ μεταξὺ τῶν κομμάτων, καὶ διότι ἐπρόκειτο τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλύοντο νὰ προκαλέσουν μεγάλας ἀντεγκλήσεις καὶ ἀντιθέσεις. Καὶ προχωρεῖ κατωτέρω ὁ ἀείμνηστος πολιτικὸς ἡγέτης: «Ἡ λύσις δὲ αὐτῶν τῶν ζητημάτων εἶναι εὐκολώτερον νὰ γίνῃ διὰ τῆς συνεργασίας τῆς Κυβερνήσεως μὲ μίαν σχετικῶς ὄχι πολυάριθμον Ἐπιτροπὴν τοῦ Σώματος....». Ἀλλ’ ἐὰν τότε, τὸ 1936, ὑπῆρχον οἱ δικαιολογητικοὶ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κἂν τὴν πλειοψηφίαν τῆς τότε Βουλῆς, κατὰ μείζονα λόγον σήμερον δι’ ἕνα θέμα τοσοῦτον λεπτόν, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς καταβάλλεται προσπάθεια ἀπὸ ὡρισμένους κύκλους νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ ἐξωελληνικῆς σημασίας ἐπιδράσεις, εἶναι ἀπολύτως προτιμότερον τὸ θέμα τοῦτο νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δηλαδή, ἐννοεῖτε καὶ τοὺς Ὀχρανίτας κ.τ.λ.;
§94Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐννοῶ τοὺς Ἐαμίτας καὶ ἄλλους ἐξωελληνικοὺς κύκλους.
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Περὶ αὐτῶν θὰ ληφθῇ πρόνοια ὑποθέτω.
§96Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὀφείλω ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, ἐφόσον ὑποστηρίζω τὴν παραπομπὴν τοῦ ψηφίσματος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ κάμω μίαν σαφῆ, σαφεστάτην διάκρισιν. Εἶναι κοινὴ ὑφ’ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἡ καταδίκη, τῶν συνεργασθέντων μετὰ τῶν ἐχθρῶν. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἀπετέλει ἔγκλημα ἐθνικόν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἰδίως περιστάσεις, πᾶσα εὔνοια ἐπιδεικνυομένη ὁποθενδήποτε πρὸς αὐτούς, τοὺς πράγματι συνεργασθέντας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ.
§97Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κάνετε μίαν σύγχυσιν ἐδῶ. Ἐδῶ πρόκειται νὰ κριθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου δικαίου, διότι ἐκρίθησαν ὑπὸ ἕνα ἐξαιρετικὸν δίκαιον. Καὶ εἶπον, ἐξαιρετικὸν ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἐπὶ τρίμηνον συνεχῶς, νὰ μὴ σκεφθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στενάζουν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ μὴ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν; Τὸ ψήφισμα δὲν τοὺς ἀπαλλάσσει, ἀλλὰ ὁρίζει, ὅτι θὰ κριθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Ὅταν ὁ Αὐγέρης καὶ ὁ Μπουρδῆς ἐκρίθησαν βάσει κειμένων νόμων, διατὶ νὰ μὴ κριθοῦν καὶ αὐτοί;
§98Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν μὲ διεκόπτατε, θὰ εἴχατε ἀπάντησιν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Εἶμαι σαφής. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θεωρῶ ἔγκλημα ἐθνικὸν πᾶσαν εὔνοιαν ὁποθενδήποτε ἐπιδεικνυομένην, κατὰ μείζονα λόγον ἀπὸ ἐπισήμου πλευρᾶς, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνειδητῶς συνειργάσθησαν μετὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ νὰ συνεχισθῇ μία κατάστασις ἡ ὁποία ὑπερέβη τὰ ὅρια καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ.
§99Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§100Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ καθορίσω σαφῶς τὴν θέσιν μου εἰς τὸ θέμα αὐτό. Διότι δὲν ἐφαντάσθην ποτὲ ὅτι θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίζω ἕνα παρόμοιον θέμα. Δυστυχῶς σήμερον διώκονται χιλιάδες χιλιάδων ἀθώων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι δὲν διέπραξαν οὐδεμίαν συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ὑπέστησαν πολλάκις τὴν συστηματικὴν συκοφαντικὴν καταδίωξιν τῶν πολιτικῶν των ἀντιπάλων.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ μόνη Χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐξετελέσθη ἐκ τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ.
§102Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν μεγάλων ἐνόχων ἔχετε δίκαιον καὶ θὰ τὸ εἴπω, ἐὰν θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ συνεχίσω. Ἡ στάσις, ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Κατοχῆς καὶ αἱ παντοειδεῖς διώξεις, ποὺ ὑπέστην ἀπὸ ὅλους: Ἰταλούς, Γερμανούς, Κατοχικὰς Κυβερνήσεις, μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, χωρὶς νὰ φοβοῦμαι νὰ παρεξηγηθῶ... Καὶ ὀφείλω νὰ διακηρύξω, ὅτι ἐφηρμόσθη, κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐπομένης τῆς ἀπελευθερώσεως ἢ καλλίτερον ἐσυνεχίσθη ἐντονώτερα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν μία βιομηχανία στιγματισμοῦ συστηματικοῦ καὶ κατασυκοφαντήσεως τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, στιγματισμοῦ πρωτοφανοῦς. Καὶ σήμερον ὑπάρχουν χιλιάδες κρατουμένων εἰς τὰς φυλακὰς ἀθώων, χωρὶς νὰ ἔχουν κριθεῖ κἄν. Ὑπάρχουν ἑκατοντάδες ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν νὰ κριθοῦν. Καὶ ὑπάρχουν δεκάδες χιλιάδων ψευδῶν μηνύσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξαπολυθῆ πρὸς ὅλα τὰ στρώματα τῆς Κοινωνίας. Καὶ ὑπάρχουν ἴσως περὶ τὰς 60–80.000 διωκομένων διὰ τῶν μηνύσεων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἴδουν ἑαυτοὺς καταδικαζομένους διὰ ἀναξιότητα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω πλήρη ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς εἰς τὰς ἄλλας περιφερείας. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν μικρὰν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ ἐδῶ, εἶναι ἀπολύτως χαρακτηριστικόν. Ἕνας Εἰσαγγελεύς, μὴ ἔχων ἐπίγνωσιν καὶ συνείδησιν τοῦ καθήκοντός του, μετέβη ἐκεῖ μὲ μόνον πρόγραμμα νὰ κρύψῃ τὰς δικογραφίας τῶν ἑαυτῶν, καὶ νὰ δημιουργήσῃ βιομηχανίαν δοσιλογισμοῦ. Ἐξεδόθησαν πλέον τῶν 1.500 ἐνταλμάτων διὰ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀφάνταστοι. Ἐξεδόθησαν ἐντάλματα ἐπὶ δοσιλογισμῷ ἐναντίον τῶν κατοίκων ὁλοκλήρου πεοιφερείας, τῆς ὁποίας τὸ ἔγκλημα ἦτο ἕνα: Ὅτι δηλαδὴ περιέθαλψε καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἀποβιβασθεῖσαν μυστικὴν Ἀγγλικὴν ἀποστολὴν καὶ δὲν τὴν παρέδωσεν εἰς τοὺς Ἐαμίτας. Καὶ ἐναντίον ὡρισμένων ἐξ αὐτῶν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις δι’ ἀναξιότητα! Ἐχαρακτηρίσθη ὡς δοσίλογος ἕνας, ὁ ὁποῖος — συλληφθεὶς μετ’ ἄλλου ἀπὸ μέρους ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος τοῦ ΕΑΜ — ἐσώθη διότι, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡδηγεῖτο πρὸς ἐκτέλεσιν μετὰ τοῦ ἑτέρου, ἐνεφανίσθη εἰς τὴν ἀπέναντι κορυφὴν τοῦ βουνοῦ μία περίπολος Γερμανική. Ἐνόμισαν τότε οἱ Ἐαμῖται, ὅτι ἐγένοντο ἀντιληπτοί, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τοὺς ἐκτελέσουν καὶ τοὺς δύο ἐπιτροχάδην. Καὶ τὸν μὲν ἕνα τὸν ἐξετέλεσαν, ὁ ἄλλος ὅμως ἔπεσεν εἰς τὸν κρημνὸν καὶ ἐγλύτωσεν, διότι μὲ τοὺς πυροβολισμούς, κατέφθασεν ἡ γερμανικὴ περίπολος καὶ τὸν εὑρῆκεν ἐκεῖ δεμένον. Οὗτος κατηγορήθη κατόπιν ὡς δοσίλογος, διότι δῆθεν κατήγγειλεν τοὺς ἀποπειραθέντας νὰ τὸν ἐκτελέσουν ἀγωνιστὰς τῆς Ἐλευθερίας εἰς τοὺς Γερμανούς.
§103Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τινος χρόνου ἦλθεν ἐκ Γερμανίας ὅμηρος, καὶ εὑρέθη ὅτι εἶχε καταδικασθῆ εἰς ἰσόβια δεσμὰ χωρὶς νὰ ξέρῃ τίποτε, διότι δῆθεν εἶχε συνεργασθῆ μὲ τοὺς Γερμανούς. Τὸν ἔστειλαν εἰς τὴν Αἴγιναν καὶ τώρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ τίποτε. Καὶ θέλομεν ἡμεῖς οἱ νομικοὶ νὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπανορθώσεως μιᾶς ἀδικίας.
§104Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἔκαμα, κύριοι, αὐτὴν τὴν παρέκβασιν, διότι ἐπιθυμῶ — τελειώνων ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ — νὰ τονίσω καὶ πάλιν ὅ,τι ἐτόνισα καὶ εἰς τὴν ἀρχήν. Ὅτι δηλαδὴ οἱ κύριοι ἔνοχοι τῆς συνεργασίας μὲ τὸν ἐχθρὸν, πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικῶς, ἀλλὰ ὀφείλει ἐξ ἀντιθέτου νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸν τεράστιον ἀριθμὸν ἄλλων μικρῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διώκονται, διότι εἶναι μικροὶ καὶ διότι, πολλὲς φορές, εὑρέθησαν εἰς μικρὰν κοινωνίαν, εἰς μικρὸν κοινωνικὸν περιβάλλον, ὅπου τὰ πάθη συμπυκνοῦνται καὶ ἐκρήγνυνται εὐκολώτερον καὶ δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ εὕρουν δικαιοσύνην. Καὶ ἐκφράζω μίαν εὐχὴν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἀδιαλλάκτως ἐπὶ τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ ψηφίσματος τούτου, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ ἐργασθῇ, ὥστε τὸ ψήφισμα νὰ διατυπωθῇ σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα, ποὺ ἐπιβάλλει τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἠθική. Διατυπώνω δὲ τὴν παράκλησιν αὐτήν, κύριοι, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἑκατέρωθεν ἀδιαλλαξία, ἡ ἀδιαλλαξία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον παντός, ὁ ὁποῖος φέρει τὸν τίτλον τοῦ δοσιλόγου, ἡ ἀδιαλλαξία ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῶν ἄλλων, θὰ καταλήξουν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀχρηστευθοῦν ὁλοκληρωτικῶς ὅλα τὰ μέτρα τ’ ἀφορῶντα τὴν ἠθικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Χώρας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θὰ ἐπαναληφθῇ δηλαδὴ κάτι, ποὺ πολλάκις εἴδομεν καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Νὰ διώκωνται δηλαδὴ καὶ νὰ πληρώνουν οἱ μικροὶ καὶ νὰ ἀθωώνωνται καὶ νὰ βγαίνουν ἔξω οἱ ἰσχυροὶ καὶ μεγάλοι. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὔτε ἡ πλευρὰ ἐκείνη, οὔτε πολὺ περισσότερον σεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπιθυμεῖτε ἕνα παρόμοιον ἀποτέλεσμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι — ὅταν ἀπεσυμφορήθησαν οἱ ἐκτελεσταὶ τοῦ Δεκεμβρίου — δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῆς ἐθνικόφρονος παρατάξεως νὰ εὑρίσκωνται ἀδίκως εἰς τὰς φυλακὰς χιλιάδες ἐθνικοφρόνων πολιτῶν. Καὶ εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ θέμα: Πρὸς ποῖον θὰ δοθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις; Τὸ θέμα παρουσιάζει ὄχι ἁπλῶς νομοτεχνικόν, ἀλλὰ καὶ πρακτικὸν ἐνδιαφέρον. Καὶ τοῦτο εἴτε γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία διατυποῦται εἰς τὸ ψήφισμα, εἴτε ἤθελεν — ὅπως δὲν τὸ προβλέπω — γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Βαμβέτσος. Καὶ διὰ τῶν δύο διατυπώσεων τοῦ ψηφίσματος διατηρεῖται βέβαια ἡ νομοθετική, τρόπον τινά, πρωτοβουλία εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἡ ἄποψις τῆς παροχῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μὲ εὗρε σύμφωνον καὶ τὴν ἐψήφισα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον ἐὰν ἠδύνατο ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ ὀλίγον πέραν τῶν θεσπισμένων κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ τοῦτο διότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς δίδεται μία λύσις πολὺ περισσότερον σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας ἀκόμη τῆς σημερινῆς καταστάσεως ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία δίδεται διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ διατύπωσις τοῦ Κυβερνητικοῦ ψηφίσματος, εἶναι ὅτι ἀποκλείει πᾶσαν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ προέρχεται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτᾶται, ἰδίως εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς Συντακτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐὰν αὐτὸ τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα θὰ ἀσκηθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν τροποποίησιν καὶ νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀπαράδεκτον ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πάσης οὐσιαστικῆς τροποποιήσεως τῶν εἰσαγομένων παρ’ αὐτῆς ψηφισμάτων εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Διότι, δυστυχῶς, φοβοῦμαι, ὅτι, ὡς εἶναι διατυπωμένον τὸ ψήφισμα, θὰ φθάσωμεν ἐνδεχομένως καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ τὸ νομοθέτημα νὰ ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ νὰ κινδυνεύῃ νὰ μὴ ὑποβάλλεται πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὑπέστη βασικὰς τροποποιήσεις, ἀνταποκρινομένας πρὸς τὸ αἴσθημα καὶ τὴν συνείδησιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς αὐτὸν θὰ ἐπροτίμων τὴν διατύπωσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τρικκάλων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἀποδεκτή, θὰ ηὐχόμην ἐὰν — ἀντὶ τῆς «συμφώνου γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς» — ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ διατύπωσις, ὅτι τὰ ψηφίσματα καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ἐκδίδονται «μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς». Ἡ διαφορὰ αὐτή, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξα, ἔχει τοῦτο τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι διατηρεῖ μὲν ἡ Κυβέρνησις τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοθετημάτων, ἀλλά, τοὐλάχιστον, αἱ λαμβανόμεναι ἀποφάσεις, ἰδίᾳ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα — διότι διὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα δὲν προκύπτει οὐσιαστικῶς παρόμοιον ζήτημα — θὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ δι’ αὐτήν.
§105Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ συνταγματικῶς;
§106Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Καθ’ ὃν τρόπον δίδομεν συντακτικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία διὰ πρώτην φορὰν οὐσιαστικῶς ἐμφανίζεται σήμερον εἰς τὴν κοινοβουλευτικήν μας πρακτικήν, καθ’ ὅμοιον τρόπον νομίζω, ὅτι ἀντὶ τῆς «συμφώνου γνώμης», θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ «ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς». Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται, κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, δὲν γνωμοδοτεῖ. Δὲν βλέπω, συνεπῶς, κατὰ τί, προκειμένου νὰ κρίνῃ ἐπὶ ψηφισμάτων συντακτικοῦ περιεχομένου, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαιτῆται ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§107Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§108Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ ἄποψίς σας, κύριε συνάδελφε, καὶ ἡ ἄποψίς μου. Διότι, ἂν ἀντιλαμβάνωμαι καλά, μοῦ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἴσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην λύσιν...
§109Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ Βουλή. Ὅπως ξεύρετε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ εἰσαχθοῦν τὰ ψηφίσματα. Ἀποφαίνεται ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Θὰ ἔλθουν αὐτὰ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν;
§110Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατόπιν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§111Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἠμπορεῖ ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις νὰ καταλύσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Εἶναι δυνατόν;
§112Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶναι παράξενον πρᾶγμα νὰ καταργοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὅταν δίδωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζῃ καὶ νὰ διατηροῦνται καὶ γίνωνται σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὅταν ζητοῦμεν μόνον «σύμφωνον γνώμην». Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἰδιόρρυθμον σχῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιλαμβάνομαι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατυπωμένον τὸ ψήφισμα, δὲν θὰ προκύψουν μόνον δυσχέρειαι ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἀποκλείεται ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία εἰς πάντα ἄλλον, πλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ θὰ προκύψουν δυσχέρειαι ἐνδεχομένως ἐὰν ἐντὸς τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἤθελε παρουσιασθῆ τάσις περισσοτέρας τυχὸν χειραφετήσεως πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε βασικαὶ μεταρρυθμίσεις, τροποποιήσεις μᾶλλον, τῶν εἰσαχθησομένων νομοθετημάτων, ἰδίως τῶν ψηφισμάτων, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ γίνουν ἀποδεκταὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τότε θὰ προκύψῃ ἕνα διπλοῦν ζήτημα: Ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τῆς ρυθμίσεως θεμάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν θεωροῦνται ἐπείγοντα καὶ ἐπιτακτικά, ἢ θὰ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπερ ἐπίσης εἶναι βλαπτικόν. Ἄλλως τε, νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν θὰ ἠμποροῦσε εὐχερῶς νὰ προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δοθέντος ὅτι ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι κατ’ ἀναλογίαν τῶν Κομμάτων. Ἑπομένως κατὰ τεκμήριον ἡ Κυβέρνησις θὰ διαθέτῃ πάντοτε τὴν πλειοψηφίαν, ἔστω καὶ ἂν ἐπὶ λεπτομερειακῶν ἢ καὶ βασικωτέρων ζητημάτων ἤθελε παρουσιασθῆ παρέκκλισις. Καί, τελειώνων, κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ηὐξημένου ἀριθμοῦ διὰ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς 30 καὶ τοῦ ηὐξημένου ἀριθμοῦ διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων εἰς 20 — πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστηρίξει καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς—νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος δὲν γεννᾶται ζήτημα. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως προβλεφθῇ ἡ ἐκπροσώπησις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Βέβαια, ἠμποροῦν νὰ μετάσχουν οἰκειοθελῶς, ἀλλὰ περισσότεραν, κύριοι, νομίζω, σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ παρουσία των, ἔστω καὶ ἂν ὁ σεβαστός μου καὶ ἀγαπητὸς φίλος κ. Κουλουμβάκης ἔχει ἴσως κάποιαν ἄλλην ἄποψιν....
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δηλαδὴ νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παρουσία των;
§114Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἔτσι ἦτο τὸ 1936.
§115ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἔρχωνται νὰ εἶναι ἄκυροι αἱ ἀποφάσεις;
§116Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν δὲν ἔρχωνται θὰ ἀντικαθίστανται ἀπὸ ἕνα μέλος τοῦ Κόμματός των.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπεις πῶς σοῦ ἐχάλασε τὸ ὡραῖο σου καὶ δροσερὸ μυαλὸ τὸ ὅτι ὑπηρέτησες τὴν δικτατορίαν!
§118Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ θεωρῶ τιμήν μου.
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ἠμπορῇς νὰ φαντασθῇς τὸν ἑαυτόν σου χωρὶς Ἀρχηγόν!
§120Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Σᾶς διαψεύδει τὸ γεγονὸς τῆς παρουσίας μου ἐδῶ ὡς ἀνεξαρτήτου βουλευτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω κανένα ὡς ἀρχηγόν μου. Σεῖς, ὅμως, αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην Ἀρχηγοῦ καὶ τὸν ηὕρατε! Τὸ ἄρθρον 3, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ψηφίσματος τοῦ 1936 ἔλεγεν ἀκριβῶς: «Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ 40 ἐν ὅλῳ μελῶν καὶ 30 ἀναπληρωματικῶν. Συμμετέχουν αὐτῆς οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, τὰ δὲ λοιπὰ μέλη ὁρίζονται κλπ.» Ἐν πάσῃ περιπτώσει μία ἄποψις εἶναι αὐτή. Ἐρρίφθη καί, ἂν νομίζετε, ἂς γίνῃ ἀκουστή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερεν, ὅτι ἀπεδέχθη τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ψηφίσματος, τὴν ἀφορῶσαν μόνον τὴν δυνατότητα τῆς συγκλήσεως τοῦ Σώματος καὶ πρὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς διετυπώθη ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν βλέπω κατά τι ὠφελεῖ νὰ ἀποκοπῇ ἡ φράσις «ὁπότε συνέρχεται αὐτοδικαίως». Βέβαια, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δύναται αὐτοδικαίως νὰ συνέλθῃ, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι βλάπτει ἡ μὴ ἀποκοπὴ τῆς αὐτοδικαίας συγκλήσεως τὴν 1 Ὀκτωβρίου τοῦ Σώματος, ἐὰν τυχὸν ἐκπνεύσῃ ὅλη αὐτὴ ἡ προθεσμία. Περαίνων, κύριοι βουλευταί, διατυπώνω τὴν εὐχὴν ὅπως τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως ὑποβληθοῦν τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ὁπωσδήποτε ἐπιψηφίσεως τῶν διαταγμάτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγέννα μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ μετέπειτα ἔλεγχος. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ διευκολυνθῇ ἀπολύτως εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου της κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συντελέσῃ ὥστε νὰ προαχθοῦν καὶ ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ὁ βραχὺς βίος τῆς συνόδου αὐτῆς δὲν ἐπέτρεψε νὰ ἀντιμετωπισθοῦν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν. (Ὥρα 10.00′ μ. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.30′ μ. μ.). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§125Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως δὲν εἶναι ἀσύνηθες τὸ φαινόμενον τοῦ νὰ δίδεται ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως δὲ ἀπὸ τοῦ 1912, ὅτε ἀνεφαίνοντο διάφορα ἐπείγοντα ζητήματα συνεπείᾳ τῶν πολέμων, αἱ ἐξουσιοδοτήσεις ἦσαν συχνότεραι, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ὑπάρχει κανένα παράδειγμα νὰ ἐδόθη ἐξουσιοδότησις διὰ ζητήματα συντακτικοῦ περιεχομένου, διὰ ζητήματα ψηφισμάτων καὶ κυρίως ἐκεῖ εἶναι ὅλον τὸ ζήτημα. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει μίαν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς παντὸς νὰ μὴ εἶναι ἀνακόλουθος πρὸς τὰς πράξεις της. Ὅταν πρὸ ὀλίγου χρόνου, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, ἐψηφίζετο τὸ δικονομικὸν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκανονίζετο ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων, ἐγένετο συζήτησις μακροτάτη, διὰ νὰ μὴ περιληφθῇ μέσα εἰς τὸ ψήφισμα αὐτὸ κανένα ἄλλο νομοθέτημα καὶ ἰδίᾳ συντακτικοῦ περιεχομένου ζητημάτων καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἀποξενωθῇ τῶν ἔργων της, τῶν δικαιωμάτων της, καθ’ ὅσον γνωρίζομεν ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς ψηφίσματος εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν, δὲν ἔχει τὸν καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ νὰ τὸ διερευνήσῃ ὅπως ἐξετάζῃ ἕνα νομοσχέδιον εἰς δύο ἀναγνώσεις. Ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη διὰ τὸν ἑαυτόν της καὶ ἔθεσε περιορισμὸν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων, δὲν εἴμεθα ἀνακόλουθοι πρὸς τὰς σκέψεις μας καὶ τὰς ἐνεργείας μας, ὅταν τώρα παρέχωμεν δικαίωμα διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ψήφισιν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ψηφισθῶσι κατὰ ἕνα τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ παραταθοῦν ἔστω καὶ ἐπὶ 5 ἢ 6 ἡμέρας ἀκόμη αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἕνα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται ἀσφαλῶς διὰ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ πολὺ μεγάλας συνεπείας; Καὶ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας διότι μεταξὺ τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ μιᾶς σπουδαιοτάτης ἐνεργείας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἀπὸ 5, 10, 20, 30 βουλευτάς, παρὰ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, διότι τότε μόνον θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι νομικῶς ἔστεκε ἡ ἐξουσιοδότησις νὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὴν ψήφισιν ψηφισμάτων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὰ ψηφίσματα αὐτὰ σπουδαιότατα ζητήματα, δὲν εἶναι ἕνα ἐμπόδιον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποξενωθῇ τῶν ἔργων της κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸς διὰ τὸ κῦρος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Νομίζω ὅτι δὲν προσφέρει οὔτε ἡ Βουλὴ εἰς ἑαυτήν, ἀλλ’ οὔτε ἡ Κυβέρνησις μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ζητοῦσα νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἄριστα νὰ ψηφισθοῦν εἰς μίαν ἢ καὶ δύο συνεδριάσεις. Θὰ ἐξετάσω, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὅλοι γνωρίζομεν καὶ ἔχει καταστῆ κοινὴ ἀντίληψις ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐξυγίανσις. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνῃ, ὥστε νὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα καὶ νὰ εἶναι σεβαστὴ ἀπὸ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς διαδοχικῶς διαδεχθησομένας τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν Κυβερνήσεις, κατὰ τρόπον ἀπαρασάλευτον, ὥστε νὰ μὴ δημιουργήσῃ οὔτε θύματα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀξιώσεις ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἤθελον ἐκβληθῆ τῆς ὑπηρεσίας; Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ 1917 ἐγένετο ἐκκαθάρισις καὶ ὅλοι οἱ τότε ἐκκαθαρισθέντες ἐπανῆλθον τὸ 1920. Τὸ 1923 ξαναβγῆκαν καὶ ἐπανῆλθον τινὲς τὸ 1926, τὸ 1935 ἐγένετο νέα ἐκκαθάρισις καὶ τὸ 1936 ἐπανῆλθον πάλιν. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ μὲ τοιαύτας σκέψεις καὶ μὲ τοιαύτας ἐνεργείας εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ μορφώσωμεν ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἱεραρχίαν καὶ νὰ ἔχῃ σεβασμὸν πρὸς τὸν ἑαυτόν του, νὰ ἔχῃ Κρατικὴν ἀντίληψιν καὶ νὰ μὴ πίπτῃ συνήθως ἀπὸ τὴν ἀξιοπρεπῆ θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κατέχῃ; Νομίζω ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέσων γινόμεθα ἡμεῖς οἱ δημιουργοὶ αὐτῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἐκπεσμοῦ τοῦ Κράτους, διότι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι τὸ Κράτος καὶ ὄχι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔρχονται καὶ αὔριον ἀποτυγχάνουν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι καὶ αὔριον δὲν εἶναι. Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι τὸ Κράτος, καὶ οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ μὴ διασύρωνται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατὰ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διασύρονται. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος πρέπει νὰ προστατευθῇ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός του, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ χρηστότης καὶ τὸ καθῆκον θὰ εἶναι τὰ μόνα ἐφόδια, μὲ τὰ ὁποῖα πάντοτε θὰ κρίνεται ὁ ὑπαλληλικὸς βίος. Κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ψήφισμα τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου καὶ ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ θὰ ἐπιμείνω.
§126Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ψηφισμάτων.
§127Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ψηφισμάτων, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ περιλαμβάνετε εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὄχι διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐὰν πρέπῃ καλῶς ἢ κακῶς νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἔχω τοιούτους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν συζήτησίν του παρὰ τῆς ὁλότητος τῆς Βουλῆς. Ἡ πρώτη περίπτωσις τοῦ ψηφίσματος, ὅπως τὸ ἐτροποποίησεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἑκουσία καὶ συνειδητὴ συνεργασία μετὰ τῶν κατακτητῶν ἢ ἐπιδρομέων τῆς Χώρας πρὸς ὑποβοήθησιν τῶν σκοπῶν των ἢ πρὸς ἐπίτευξιν οἱωνδήποτε ὠφελημάτων ὡς καὶ ἡ σύσκεψις ἢ καλλιέργεια τινῶν κοινωνικῶν σχέσεων μετὰ τούτων κατὰ τρόπον ἀντικείμενον εἰς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα». Δεύτερον: «Οἱαδήποτε ἄμεσος ἢ ἔμμεσος συμμετοχὴ ἢ συνεργασία εἰς τὴν προπαρασκευὴν ἢ ἐκδήλωσιν τῆς ἀνατρεπτικῆς κινήσεως τῆς 3 Δεκεμβρίου 1944 καὶ οἱαδήποτε ἔκτοτε καὶ ἐφεξῆς μέχρι λήψεως τοῦ παρόντος δρᾶσις ἢ καὶ συμμετοχὴ εἰς τοιαύτην κατὰ τῆς ἐν τῷ Κράτει ἐννόμου τάξεως κλπ.». Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ ἡ μία περίπτωσις καὶ ἡ ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα, ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνῃ μία μακροτάτη συζήτησις, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς παρεμερίσαμεν, διότι ἐζητήθη λόγος ἀπὸ ἡμᾶς διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐπράξαμεν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 4 ἐτῶν; Κατὰ συνέπειαν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐζητήθη ἀπὸ ἡμᾶς, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἴμεθα δοσίλογοι, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς λόγον ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον; Ἐδῶ, κύριοι, ἐγεννήθη ἕνα ζήτημα καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν καὶ εἶπον, ὅτι θὰ ζητηθῇ νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητηθῇ ἐὰν ὑπάρχουν εὐθῦναι δι’ ὡρισμένας Κυβερνητικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν τότε καὶ σᾶς ἐρωτῶ — ὁ Ἀρχηγὸς μάλιστα τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος προσέθεσε ὅτι θὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ πορεία τῶν ἄλλων πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον — καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἐφ’ ὅσον αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προϋπάρχουν πάσης ἄλλης ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, δὲν ἐρευνῶνται, μὲ ποῖον δικαίωμα ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ὑπαλληλίσκον ἢ τὸν κλητῆρα, ὅτι ἐσὺ συνειργάσθης μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἢ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ σὲ ἀπολύω; Λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνετε ἐκεῖνα μόνον τὰ ὁποῖα μᾶς συμφέρουν, ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τί ἔγινε, ἀλλὰ καὶ ἐπικαλοῦμαι τοῦτο τὸ γεγονός, διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς ἀντιλαμβάνονται τὰς ὑποχρεώσεις των οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς τὰ ἄλλα μέρη. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν ἄλλοτε Πρωθυπουργὸν τῆς Γαλλίας κ. Νταλαντιέ, ὁ ὁποῖος ἀπολογούμενος εἶπε: «Θέλω, κύριοι, νὰ κριθῇ ἡ πολιτική μου διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Γαλλικὸς λαός, ἐὰν ἔπραξα τὸ καθῆκον μου ἀπέναντι τῆς Πατρίδος, ἢ ἂν παρημέλησα τοῦτο, διὰ νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσω τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα μοῦ παρέχει ὁ λαὸς διὰ τῆς ψήφου του». Ὅταν ἔλεγε ὅτι θέλω νὰ κριθῇ ἡ πολιτική μου ὁ Νταλαντιέ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὄχι νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς μικρούς. Εἶναι τόσον ἀληθῆ τὰ γεγονότα, ὥστε μόνον ἐθελοτυφλοῦντες ἠμποροῦν νὰ ποῦν ὅτι εἶναι ἔτσι καὶ δὲν εἶναι ἔτσι. Ἡ πραγματικότης εἶναι πραγματικότης καὶ ἂν θέλετε νὰ τὴν μετατρέψετε δὲν μετατρέπεται, διότι σᾶς ἐμποδίζουν τὰ πολιτικὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδιάσπαστα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς μικροὺς καὶ οἱ μεγάλοι νὰ καλυπτώμεθα. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνῃ ἡ συζήτησις ἐκείνη καὶ τότε θὰ μᾶς ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὅλα τὰ θέματα καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πάντα διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὅταν θέλουν νὰ λέγωνται πολιτευόμενοι μὲ κῦρος ἔχουσιν ὑποχόεωσιν καὶ τὸν ἰδιωτικόν των βίον ἀκόμη νὰ τὸν θέτουν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ λαοῦ. Ὅταν λοιπόν, κύριοι, τοιαύτη ἀρχὴ κυριαρχεῖ, διότι εἶναι ἠθικὴ ἀρχὴ ὅταν τοιαῦται ἀντιλήψεις πρυτανεύουν, σᾶς ἐρωτῶ εἶναι ὀρθὸν νὰ δώσωμεν ἐξουσιοδότησιν διὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν περὶ τόσων σοβαρῶν γεγονότων; Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐξυγίανσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν πρέπει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀδιάβλητος. Λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, κύριοι, ἐὰν προβῶμεν εἰς ἐνεργείας αἱ ὁποῖαι εἶναι βεβιασμέναι καὶ δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ξεύρετε ὅτι δημιουργοῦμε ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θὰ ἔλθουν ὡς δικαιοῦχοι καὶ θὰ ζητήσουν καὶ προαγωγὴν καὶ ταὐτοχρόνως καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἐσυκοφαντήθησαν. Λοιπὸν μόνον ἡ ἑνότης ὅλων μας εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τοιαῦτα ψηφίσματα, ἔχω τὴν γνώμην νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν τῶν διαφόρων νομοθετικῶν μέτρων. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον μὲ ποῖον δικαίωμα εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθησαν τόσαι καὶ τόσαι περιπέτειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Καὶ ὅταν δὲν ἠμποροῦμε νὰ λάβωμε ὑπ’ ὄψει μας μερικὰ στοιχεῖα, πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις; Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεμελιώσωμεν Κράτος ἐὰν θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι στερεά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλύσωμε τὴν ὑπαλληλικὴν μονιμότητα, διότι οὕτω θὰ δημιουργήσωμε θύματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπαναλάβουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη τὸ 1917, τὸ 1920, 1923, 1926, 1935, 1936 θὰ ἐπαναληφθῇ, τὸ ἴδιο εἰς βάρος πάντοτε τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, καὶ εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς πολιτείας, διότι οὐδέποτε θὰ ἔχῃ ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, εἰς τὸ ὕψος τὸ ὁποῖον τὴν θέλει ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις. Αὐτὰ εἶχα, κύριοι, νὰ εἴπω καὶ τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕνας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν φέρει τὴν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις του. Δὲν ξέρω ποία εἶναι ἡ ἀντίληψις ἑνὸς ἑκάστου, ἀλλὰ κάθε εἰς βουλευτὴς εὐθύνεται μὲ τὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία θὰ τὸν βαρύνῃ, διότι ἠκολούθησε τὴν Α ἢ τὴν Β ὁδὸν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, ἀπὸ ὅσα συνεζήτησεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ μετὰ δεκαετεῖς διακοπάς. (Χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Μαῦρος.
§129Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν πρότασιν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν καὶ παρακαλῶ νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνουν οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἐφ’ ὅσον προφανῶς ὑπάρχει ἀπαρτία. Πάντως ἐγὼ τὴν θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος.
§131Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Εἶναι ἐντελῶς περίεργος ἡ ὑποβολὴ προτάσεως διὰ τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§133Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον διότι εἴμεθα καταπεπονημένοι καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑπέγραψα τὴν πρότασιν αὐτὴν μ’ ὅλον ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος καθ’ ἣν μάλιστα ἔχω γνώμην ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι Συντακτική, ἀλλὰ θέλω νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀναπτύξω τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἀνεπτύχθησαν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀπόψε. Λοιπὸν νομίζω ὅτι καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη ὅπως εἶμαι ἐγώ.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ. Δὲν εἴμεθα κουρασμένοι. Νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§136Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα δὲν μπορεῖ νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς δύναται ἡ Βουλὴ ἢ ὡρισμένοι βουλευταὶ νὰ ζητήσουν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν διακόπτει τὴν συζήτησιν.
§137Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε ὅταν λέτε ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις; Ἅμα ἀρχίσῃ μία συζήτησις δὲν διακόπτεται;
§138Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ Κανονισμὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἀλλὰ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα διακοπῆς τῆς συζητήσεως.
§139Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα.
§140Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει πρότασις ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ὀφείλει νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ Βουλὴ εὑρέθη μὲ περισσότερον ἀκροατήριον ἀπὸ τὴν ἑσπέραν αὐτήν. Ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις εἶναι ἐντελῶς κωλυσιεργική.
§142Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ ἀποσύρουν τὴν πρότασιν.
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀνακαλῶ τὴν ὑπογραφήν μου, ἀλλὰ τὴν ἀνακαλῶ διότι ἔγινα παραίτιος νὰ παρεκτραπῆτε, κ. Πρόεδρε, εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν ὥστε νὰ μυκτηρίσετε μίαν πρότασιν ὑπογραφοιμμένην ἀπὸ πολυαρίθμων συναδέλφων. Σβῦστε παρακαλῶ τὴν ὑπογραφήν μου.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρῖστε, κ. Μιχαλακόπουλε. (Ὁ Προεδρεύων Αʹ Ἀντιπρόεδρος Δ. Λεονάρδος κατέρχεται τῆς Προεδρικῆς ἕδρας, τὴν ὁποίαν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μιχαλακόπουλος, καὶ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα).
§146Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρηκολούθησα καὶ ἐγὼ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀνελλιπῶς ἀφ’ ἧς συνεκλήθη ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εἰς τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις λόγῳ τοῦ κόπου, λόγῳ τῆς ὥρας, οὐδέποτε παρετηρήθη μεγαλυτέρα συγκέντρωσις ἀπὸ ἀπόψε. Ὑπάρχουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὐλάχιστον ὑπὲρ τοὺς 80 βουλευταί, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου, ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαρτία. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἐμυκτήρισα τὴν πρότασιν, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι καίτοι εἶχον πεισθῆ περὶ τῆς ἀπολύτου τῆς Βουλῆς ἀπαρτίας, ἐν τούτοις, σεβόμενος ἀπολύτως τὴν πρότασιν ταύτην, ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντα ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ὅτι ἐγὼ θὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, ἐζήτησα μάλιστα νὰ μοῦ φέρουν καὶ τὸν κατάλογον διὰ νὰ ἀρχίσω τὴν ψηφοφορίαν. Δὲν καταλαβαίνω λοιπὸν εἰς ποῖον παράπτωμα ὑπέπεσα, ὥστε νὰ ἀκούσω τὴν βαρεῖαν μομφὴν ἀπὸ τὸν κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἐμυκτήρισα τὴν πρότασιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχει αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν).
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐψήφισα τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον διὰ τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον κατέχει μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸν ψηφίσω καὶ αὖθις. Ἀλλ’ εἶπεν προηγουμένως ὅτι οὐδέποτε παρετηρήθη τόση κωλυσιεργία. Εἶπεν αὐτὴν τὴν φράσιν.
§149Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἡ πρότασις ὅπως ὑπεβλήθη ἦτο κωλυσιεργική. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει καὶ πάλιν ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§150Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑπεβλήθη μία πρότασις. Τὸ κανονικὸν θὰ ἦτο νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία δι’ ἀνατάσεως νὰ εἴπῃ τί θέλει.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις;
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. Νὰ συνεχίσωμεν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§154Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως εἴτε Νομοθετικῆς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς Συντακτικῆς, εἶναι ξένη πρὸς τὴν φύσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι εὔλογοι αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται εἰς τὴν Βουλήν, ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνῃ χορήγησις νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ ἡ ἀδήριτος φορὰ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τὴν χορήγησιν ἐνίοτε ἐξουσιοδοτήσεως διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι ὑπάρχει ἀνάγκη διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ δεύτερον διότι ὑπάρχει συναφὴς ἀνάγκη νὰ μὴ διακοπῇ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ συνεχίζεται ἐνδεχομένως εἰς περίπτωσιν ἐπείγοντος ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις καθορίζει τὴν φύσιν, τὴν ἔκτασιν καὶ τὰ πλαίσια τοῦ ἔργου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συντρέχῃ στοιχεῖον ἐπείγοντος. Τὸ στοιχεῖον τοῦ ἐπείγοντος δὲν ὑπάρχει προκειμένου περὶ ψηφισμάτων. Ἀνεφέρθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ἔργον προκειμένου περὶ ψηφισμάτων θὰ περιωρίζετο εἰς ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα ἤδη κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι γενικῶς ἡ μεταβίβασις Συντακτικοῦ ἔργου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβαμεν ἀπὸ τὸν Λαὸν πρὸς ἄσκησιν Συντακτικοῦ ἔργου εἰς οἱανδήποτε Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄτομον. Ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀντίθετος θεωρία θὰ ἦτο δυνατὸν ὄχι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἓν ἄτομον νὰ μεταβιβάσῃ ἡ Βουλὴ τὸ Συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Δὲν ὑπάρχει μὲν κείμενον τὸ ὁποῖον θὰ τὸ λέγῃ αὐτὸ ὅτι δηλαδὴ ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία δὲν μεταβιβάζεται ἀλλὰ τὸ λέγει ἡ φύσις τῶν πραγμάτων. Ἐξελέγημεν ἡμεῖς διὰ νὰ κάμωμεν τὴν Συντακτικὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι διὰ τὰ ψηφίσματα τῶν ὁποίων τὰ σχέδια ἐκκρεμοῦσιν ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδεὶς λόγος ἐπείγοντος συντρέχει καὶ δὲν νομίζω ὅτι οὔτε καὶ διὰ τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ἀκριβῶς διότι δὲν ὑπάρχει χρόνος. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον δημοψηφίσματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν 10 ἡμέρας πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ κάμωμεν ἐξυγίανσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν; Ἀντιθέτως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ διαβληθῇ διεθνῶς, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος, ὅταν διεξαχθῇ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Δεύτερον, δὲν νομίζω ὅτι συντρέχει λόγος νὰ θίξωμεν σήμερον τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικὴν Πρᾶξιν «περὶ διώξεως τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ». Δὲν εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ πρᾶξις 6 δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως. Ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως εἶχον ἀφορμὴν νὰ ἴδω τὸ ζήτημα ἀπὸ ὑπευθύνου σκοπιᾶς καὶ διεπίστωσα, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ δίωξις τῶν δοσιλόγων εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀκολουθήσει κακὸν δρόμον. Εἶναι πρωτοφανὲς θέαμα Χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβεν τόσην διάστασιν ἡ δίωξις τῶν δοσιλόγων, ἀλλὰ καὶ πρωτοφανὲς θέαμα Χώρας ὅπου δίωξις δοσιλόγων δὲν ἐγένετο, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μεγάλης διαστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ὑποβολὴ μηνύσεων ἐναντίον δοσιλόγων. Συμβαίνει δὲ πρᾶγμα καταπληκτικόν: τὰ δικαστήρια δικάζουν καθημερινῶς εἰς βαρείας ποινὰς καὶ κατόπιν τὸ Συμβούλιον Χαρίτων χαρίζει τὰς ποινάς, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀποσυμφόρησις;
§156Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ Συνεδρίου Εἰρήνης. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὑποστηρίζει εἰς Παρισίους τὰ Ἐθνικὰ Δίκαια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὴν δυνατότητα, εἰς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ παράσχωμεν ὡρισμένας εὐνοίας εἰς τοὺς συνεργασθέντας μὲ τοὺς κατακτητάς.
§157Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ διαβάσατε τὸ ψήφισμα τῶν δοσιλόγων;
§158Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§159Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διατὶ δὲν εἴχατε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἰδίων διατάξεων τοῦ Παπανδρέου μὲ μόνην τὴν διαφορὰν δικονομικῶν διατάξεων;
§160Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε ἢ δὲν ἐπιτρέπετε τὴν κατάργησιν ἀποφάσεων;
§161Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέπομεν διότι ἐξεδόθησαν ἀπὸ Ἐπιτροπὰς ἀντισυνταγματικάς.
§162Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶναι εἰς χρόνον ἀνεπίκαιρον. Σκοπεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν δικῶν τῶν πολιτικῶν δοσιλόγων, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταρυθμίσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικῆς Πράξεως. Ἰδίως δὲν ὑπάρχει εὐθυγράμμισις τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Λέγω ὅμως, ὅτι εἶναι μοναδικὸν φαινόμενον Χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε τόσην διάστασιν ἡ δίωξις τῶν συνεργασθέντων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τιμωρηθῇ οὐδείς. Διότι ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὸ παράδειγμα ἑνὸς βασανιστοῦ Ἐξάρχου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πρωτοβουλίαν ἑνὸς δικαστοῦ ἐξετελέσθη, δὲν ἔχομεν τὸ παράδειγμα ἄλλου ἐκτελεσθέντος ὡς συνεργασθέντος μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Συνεπῶς δὲν εἶναι σκόπιμον αὐτὴν τὴν στιγμήν, ποὺ διεξάγονται εἰς Παρισίους συνομιλίαι ἐπὶ τῶν Ἐθνικῶν Δικαίων, νὰ ἔρχεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ ἀφίνῃ μίαν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐκμεταλλευθοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος, ὅτι εἰσάγει ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖ νὰ παράσχῃ εἰς μερικοὺς δοσιλόγους εὐνοίας. Πρὸ παντὸς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὰ ψηφίσματα αὐτά, τόσον διότι δὲν εἶναι ἐκχωρητὸν τὸ Συνταγματικὸν δικαίωμα, ὅσον καὶ διότι δὲν συντρέχει διὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἡ περίπτωσις τοῦ κατεπείγοντος. Δεύτερον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ἄλλοι ρήτορες ἀνέπτυξαν, τὰ σχέδια κυρώσεως νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωσεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς συνόδου τῆς παρούσης Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις νὰ περιορισθῇ ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν στενὸν χῶρον μιᾶς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ δοθῇ τοιουτοτρόπως ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀποφεύγεται ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς.
§163Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ ὁποία εἶναι δημοσία.
§164Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Αἱ συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἀνακοινοῦνται.
§165Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἔπρεπε, κύριοι βουλευταί, ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ περάσουν ὅλα ἀπὸ τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ τὰ κυρώσῃ, ἄλλως νὰ παύσουν νὰ ἔχουν κάθε ἰσχύν. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι βεβαρημένον τὸ Σῶμα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν προσαγωγὴν νομοθετημάτων ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀνέγνωσα εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει καταρτίσει τὸ σχέδιον νόμου περὶ τῆς τύχης τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Κατοχῆς γενομένων συμβάσεων πωλήσεων ἀκινήτων. Εἶναι δυνατὸν τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θίγει 300.000 συμβάσεις....
§166Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ψήφισμα.
§167Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη εἰς τὸν τύπον.
§168Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶπον ὅτι εἶναι ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα.
§169Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν;
§170Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Βεβαίως ὄχι.
§171Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Σύμφωνοι. Ἐν σχέσει πρὸς τὰς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν τὴν ἐξουσιοδότησιν, τί πράττει τὸ σχέδιον; Κατ’ ἀρχὴν ἐδόθη ἐξουσιοδότησις γενικὴ ἄνευ ὁρίων. Δεύτερον, δὲν θὰ ἔλθουν τὰ νομοθετήματα ποτὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τρίτον συγκροτεῖται μία Ἐπιτροπὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ παρέχεται ἡ εὐκολία εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸν τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος νὰ ἐκλέξῃ ἐνδεχομένως τοὺς βουλευτάς, τοὺς ὁποίους θὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς κομματικῆς πειθαρχίας.
§172Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέγετε αὐτά.
§173Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἀνάγκην κομματικῆς πειθαρχίας. Δὲν εἶναι ὕβρις αὐτό. Τοῦτο θὰ καθίστα τὴν Ἐπιτροπὴν ὑποχείριον ὄργανον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ἐπεκρίθη ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον δὲν ἠκούσθη προβαλλόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως νὰ προβληθῇ ἀργότερον, καὶ θεωρῶ σκόπιμον νὰ τὸ ἀντικρούσω ἀπὸ τοῦδε. Ἐλέχθη ὅτι τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα εἶναι πανομοιότυπον τοῦ ψηφίσματος τοῦ 1936, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ συνεπῶς, πρὸς τί αἱ ἀντιρρήσεις αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τὴν πλευρὰν αὐτήν. Κύριοι, εἰς εἰς τὸ γράμμα, ὁμοιάζει τὸ ψήφισμα τὸ κυβερνητικὸν μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ 1936, ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ προϋποθέσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἦσαν τελείως διαφορετικαί. Κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ 1936, οὐσιαστικῶς ὑπῆρχε ἄρνησις παροχῆς ἐντολῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα, διότι τὸ 1936 ἡ Βουλὴ ἠρνεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσιοδότησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνεκροτεῖτο ἀπὸ τὸ μικρότερον κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κἂν ἐκπροσώπους εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀπὸ τὸν Μεταξᾶν. Τοῦτο ἔχει σημασίαν, διότι σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι προέκτασις τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ἀνέδειξε τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη συνεκροτεῖτο ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συνεπῶς δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ βῆμα ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἔχῃ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§174Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν πρᾶξιν — τότε ἐγὼ ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς — διότι, συνηνοῦντο τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀπέρριπτον σειρὰν σχεδίων νόμων τῆς Κυβερνήσεως Μεταξᾶ. Ἡ θέσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν θέσιν ποὺ θὰ ἔχῃ ἡ σημερινὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὸ ὑποστηρίζει ὁ ρήτωρ καὶ νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ πηγάζει ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐγκύρου, εἶναι ἔγκυρος Ἐπιτροπή. Ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§176Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, κ. Κουλουμβάκη. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ στερῆται ἡ Βουλή......
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ............
§178Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐτηρήθη ὁ Κανονισμὸς νὰ ὁμιλῇ εἷς ἐκ τῶν προτεινόντων καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων. Καὶ συμβαίνει τὸ ἄτοπον νὰ ἀντικρούεται, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, μία πρότασις τοῦ κ. Βαμβέτσου, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος δὲν ἀνέπτυξεν. Διὰ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον μετά, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Βαμβέτσος ἐπρότεινεν ὅπως, ἡ ἐξουσιοδότησις χορηγηθῇ, ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, εἰς ἕνα κλιμάκιον ὀλιγάριθμον τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀντέκρουσα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, τῆς ὁποίας εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι τὴν προεκάλεσαν. Εἶναι ἡ διαπίστωσις ὅτι τὸ ἔργον τὸ 3μηνον τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν ἦτο ἱκανοποιητικόν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὸν ἔλεγχον τὸν Κοινοβουλευτικόν, δὲν ἐτερματίσαμεν παρὰ μόνον 2½ ἐπερωτήσεις, καὶ ἐὰν αὗται ἐτερματίσθησαν, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι πολλοὶ τῶν ἐγγεγραμμένων βουλευτῶν, κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας δὲν ἦσαν ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον δὲν νομίζω ὅτι ἐπροχώρησε καλῶς. Ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς βασικὰ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν θὰ ἐξετάσωμεν, ὅταν θὰ ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος στιγμή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μιᾶς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνωμεν τὰ καταστατικὰ ζητήματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι, ὅπως παρετήρησα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς κλιμάκιον ὀλιγάριθμον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ τὴν πρότασιν νόμον εἰς τὰ μέλη τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ προκύψῃ ἡ ἀνάγκη κανονισμοῦ διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν. Δηλαδὴ εἰσάγομεν θεσμόν, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἰσαχθῇ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως λόγῳ διακοπῶν.
§179Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Πρώτην φορὰν γίνεται αὐτό;
§180Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συνταγματικῶς ὀρθὸν καὶ παραδεδεγμένον. Διότι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάζῃ σήμερον μὲ 11 βουλευτὰς καὶ αὔριον μὲ ἄλλους 11 διαφορετικούς. Ἐγὼ προτιμῶ νὰ ἔχω ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ 30 μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀντὶ 11 βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι θὰ ἐναλλάσσωνται.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 30 βουλευταί.
§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλου εἴδους εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλου εἴδους ἡ εὐθύνη τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως φθάνει μέχρι ποινικῆς διώξεως, ἐνῷ ἡ εὐθύνη τῶν Κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων εἶναι μόνον εὐθύνη ἱστορική. Οὕτω πλανᾶσθε καὶ ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴπατε περὶ τῶν ἐκχωρητῶν ἢ μὴ ἐκχωρητῶν. Εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ Σώματα, τὰ συνήθη, τὰ μὴ ἀποτελοῦντα συντακτικὰς συνελεύσεις, ἡ ἐξουσία εἶναι μόνον μέχρι τῆς κυρώσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ Πολιτεύματος. Ἐὰν ὑπερβοῦν τὸ Σύνταγμα ὑπέχουν εὐθύνην. Ἐνῷ τὰ συντακτικὰ Κοινοβουλευτικὰ Σώματα δὲν ἔχουν περιορισμὸν εἰς τὸ ἔργον των καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ ἐξουσιοδοτήσουν καὶ ἄλλους. Ἐνῷ εἰς τὰς κοινὰς Βουλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξουσιοδότησις, διότι δὲν ἔχουν τοιαύτην ἐξουσίαν.
§183Π. ΚΑΛΛΙΓΚΑΤΣΗΣ. Ὅπως λέγετε σεῖς, κύριε Κουλουμβάκη, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον νὰ νομοθετῇ.
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, δυνάμεθα νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν ἓν μέλος ἡμῶν. Διότι τὸ ἄλλο εἶναι παράλογον. Ἐγὼ δὲν εἶπον τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον. Ἐὰν δὲν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου πολιτεύματος. Ἐὰν τὸ κείμενον πολίτευμα δὲν μᾶς δίδῃ τοιαύτην ἐξουσίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀσκήσωμεν. Μὲ ἐννοεῖτε;
§185Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἀναντιρρήτως συντακτικὴ μὲ τὸν γνωστὸν περιορισμὸν τὸν ἀφορῶντα τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει ἀπόλυτον εὐχέρειαν νὰ ἐκχωρήσῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τρίτα ὄργανα ἢ πρόσωπα. Διότι ἢ ὑπάρχουν περιορισμοὶ ἢ δὲν ὑπάρχουν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε κανεὶς περιορισμός, ἀναντιρρήτως θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν της ἐπὶ μίαν τριετίαν, καὶ νὰ ὁρίσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μεταβιβάσῃ τὸ Συντακτικόν της ἔργον. Ὥστε, διὰ νὰ συνοψίσω τὰς ἰδικάς μου προτάσεις, θὰ ἔπρεπε, πρῶτον, πᾶν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ ἔρχεται πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου 6 κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἐὰν δὲ ἐντὸς τετραμήνου ἡ Βουλὴ δὲν κυρώσῃ τὰ νομοθετήματα αὐτά, νὰ παύσουν ἐφεξῆς ἰσχύοντα. Δεύτερον, πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως γενικῶς τὰ ψηφίσματα, ὡς καὶ ὅλα τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς Συνόδου τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεώς των παρ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§187Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ἀποτελεῖ μίαν ἐπὶ πλέον ἀπόδειξιν τῶν ἀντικρατικῶν καὶ παραπαιουσῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐνῷ διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐθεωρήθη ὡς μὴ δυναμένη νὰ ἀναθεωρήσῃ θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος διατάξεις, διὰ τοῦ Ψηφίσματος αὐτοῦ θίγονται αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι ὄχι μόνον τὴν Νομοθετικήν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα τῆς ἐξυγιάνσεως εὑρέθη ἡ δικαιολογία, ὅτι δῆθεν ἡ διάταξις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἀλλὰ ποία δικαιολογία θὰ εὑρεθῇ διὰ νὰ λεχθῇ ὅτι αἱ διατάξεις περὶ Νομοθετικῆς καὶ Συντακτικῆς Ἐξουσίας δὲν εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις; Εἶναι προφανὴς ἀντίφασις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑποβολὴ τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθημεν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι εὐρυτάτη Ἀναθεωρητική, κατὰ τοῦτο διαφέρουσα τῆς Συντακτικῆς, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ μεταβάλῃ μόνον τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν περιλαμβανομένην εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ δημοψηφίσματος, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀδιάλυτος πέραν ὅμως τούτου ἔχει εὐρύτατα δικαιώματα, δι’ ἡμᾶς, λέγω, δὲν ὑπάρχει καμμία ἐπιφύλαξις εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ Ψήφισμα τοῦτο καὶ νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς κατ’ ἀρχὴν παραδεκτόν. Κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε συζητήσεις ἐγένετο τὸ ἄτοπον, τὸ πρωθύστερον, τοῦ νὰ ἀντικρουσθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, προτοῦ ἡ γνώμη αὕτη ἀκουσθῇ. Θὰ ἦτο ἴσως ἐπιβεβλημένον μετὰ τοὺς εἰσηγητὰς νὰ δοθῇ εἰς ἐμὲ ὁ λόγος, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κάμω εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἶναι ἁπλοῦν. Τὸ Σύνταγμα αὐτὸ δὲν γνωρίζει νομοθετικὰ διατάγματα, ἀλλὰ κατ’ ἀνοχὴν ἔγιναν δεκτὰ τὰ λεγόμενα Ἀναγκαστικὰ Διατάγματα, ἐκδιδόμενα ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, τὰ Διατάγματα δ’ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωνται πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποκτήσουν νόμιμον κῦρος καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἡ συγγνώμη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπῆρχε καὶ ἡ κατηγορία τῶν λεγομένων «κατ’ ἐπιτροπὴν» Διαταγμάτων, ὅταν, δι’ εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀνετίθετο εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ θέτῃ κανόνας δικαίου. Πέραν τούτου δὲν ἦτο δυνατόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐκδίδωμεν νομοθετικὰ διατάγματα, οὔτε νὰ δώσωμεν οἱανδήποτε ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν αὐτῶν. Ἐὰν σήμερον τὸ κάμνωμεν, τὸ κάμνομεν διότι εἴμεθα οἱονεὶ Συντακτικὴ Βουλὴ καὶ ὡς τοιαύτη, δικαιούμεθα νὰ καθιερώσωμεν κανόνας ρυθμίζοντας τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς κρίνομεν κατάλληλον.
§188Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ θέσις.
§189Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν ὅμως λέγωμεν, ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις μὲ μόνον περιορισμόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, δὲν ἐννοοῦμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος εἶπεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὅταν λέγωμεν μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος, κύριοι, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς συγκεκριμένου κειμένου, τοῦ κειμένου δηλαδὴ τοῦ Διατάγματος «περὶ προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν», τὸ ὁποῖον ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε τὴν Βουλὴν αὐτήν. Καὶ εἶναι ἀλληλένδετον τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ ἐρώτημα τοῦ δημοψηφίσματος, διότι, καθὼς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, τὰ δύο αὐτὰ πράγματα εἶναι ἀλληλοσυμπληρούμενα, δηλαδὴ τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον ἀφήνει ἡ ἐξουσία τῆς παρούσης Βουλῆς, εἶναι τὸ κενὸν τοῦ δημοψηφίσματος. Τούτου, δοθέντος, ἔχομεν δικαίωμα νὰ δώσωμεν οἱανδήποτε ἐξουσιοδότησιν, πρὸς ἔκδοσιν εἴτε πράξεων συντακτικοῦ περιεχομένου, εἴτε πράξεων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἀλλὰ ἐλέχθη — καὶ ἐλέχθη ὀρθῶς — ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἥκιστα δημοκρατικόν, τὸ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀκριβῶς διότι συναισθάνομαι τὸ ἀντιδημοκρατικὸν καὶ τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν μιᾶς τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεως, ἐνόμισα ὅτι καὶ διὰ λόγους τεχνικοὺς καὶ διὰ λόγους πρακτικούς, ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν πεπατημένην ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίσαμεν μέχρι τοῦδε, πεπατημένην ὡς ἀρχὴν ἐξουσιοδοτήσεως μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἢ μόνον δυνάμει πράξεων ἐκδοθεισῶν ἀπὸ Συνελεύσεις ὁμοίου χαρακτῆρος πρὸς τὴν ἰδικήν μας, οὐχὶ ὅμως ἀπὸ κοινὰς νομοθετικὰς ἐξουσίας, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν εἰς τὴν πρότασιν; Ἐλέχθη, πρῶτον, ὅτι εἶναι παλαιὰ συνήθεια νὰ ἐξουσιοδοτῆται ἡ Κυβέρνησις. Ἡ συνήθεια δὲν εἶναι παλαιὰ, εἶναι συνήθεια ὡρισμένων συνταγματικῶν καθεστώτων. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξακολουθῶμεν πάντοτε σεβόμενοι αὐτὴν τὴν συνήθειαν, ὅταν τὰ πράγματα καὶ αἱ πρακτικαὶ ἀνάγκαι μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ τὴν παραβιάσωμεν, καὶ ὅταν, μάλιστα, ἔχωμεν δικαίωμα νὰ τὸ κάμωμεν, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ παραβίασιν, ἀλλὰ ἐνάσκησιν ἰδικοῦ μας δικαιώματος. Ἐλέχθη, περαιτέρω, ὅτι μειώνεται ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀποτελῇ Βουλὴν ἐν μικρογραφίᾳ, ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη παραμένει πάντοτε, προκειμένου μὲν περὶ Ψηφισμάτων, ἐν τῇ πράξει τῆς ἐκδόσεως τοῦ ψηφίσματος, προκειμένου δὲ περὶ νομοθετημάτων ἐν τῇ πράξει τῆς κυρώσεως τοῦ νομοθετήματος. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρὸς κύρωσιν ἓν νομοθέτημα, δὲν εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτὴ πρᾶξις πολιτικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως; Ἑπομένως οὐδαμῶς ἐκλείπει ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη. Ἐλέχθη, ἐπίσης, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶναι ρευστή. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἀποφασίζωμεν διὰ τῶν ⅘ τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, δηλαδὴ διὰ τῶν 4)15, τὶ ἀποκλείει καὶ αὐτὰ τὰ 4)15 νὰ εἶναι διάφορα τὴν ἄλλην ἡμέραν καὶ διάφορα τὴν μεθεπομένην καὶ ἅπαξ σχεδὸν ἔτι ἀκόμη; Ὥστε καὶ ἡ παρατήρησις αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐλέχθη περαιτέρω, νομίζω, ἀπὸ τὸν ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφον κ. Σαγιᾶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ διορίσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τυφλοὺς ὀπαδούς της διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἄγνοια τῶν ὅρων τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὅταν λέγωμεν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ἐννοοῦμεν Κυβέρνησιν βασιζομένην ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἑνός, διαθέτει τὴν πλειοψηφίαν αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχει ἓν μέγιστον ἐκβιαστικόν, οὕτως εἰπεῖν, ὅπλον ἐναντίον τυχὸν ἀπειθαρχούντων φίλων της, τὸ ὅπλον τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ὅταν, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι μεγαλύτερον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ διορίζῃ ὡρισμένα μέλη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ; Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα στερεῖται οἱασδήποτε λογικῆς βάσεως. Ἐλέχθη περαιτέρω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι τύραννος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἐλάμβανε τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ Βουλὴ ἐν μικρογραφίᾳ. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο συμβαίνει, ἐκπροσωπεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Βουλῆς, διότι θὰ εἶναι συντεθειμένη καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι λοιπὸν σοβαρὰ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Ὁ δὲ ἀγαπητός μου Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, εἶπεν ἓν μόνον ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς προτάσεως, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι νέα καὶ δὲν ἔχομεν πεῖραν ἀρκετὴν ἐπ’ αὐτῆς. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀντιτάξω ὅτι εἶναι μία ἐποχὴ τῶν δύο αὐτῶν μηνῶν διὰ νὰ δοκιμάσωμεν ἐν τῇ πράξει τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ συστήματος καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον θὰ δυνηθῶμεν ἐφεξῆς νὰ τὸ μονιμοποιήσωμεν καὶ ἐν τῷ Συντάγματι. Πῶς ἀντιλαμβανόμεθα, κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτήν; Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1920 ὑπεστήριζα τὴν ἀνάγκην τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εὑρισκόμενος δηλαδὴ πρὸ τῆς καταχρήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῶν ἀναγκαστικῶν διαταγμάτων, ὅταν τὸ 1920 ὁ ἀείμνηστος Γούναρης εἶχε διορίσει μίαν μικρὰν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοὺς ἀειμνήστους Π. Πρωτοπαπαδάκην, Γ. Μπαλτατζῆν καὶ ἐμὲ διὰ νὰ συντάξωμεν ἓν προσχέδιον Συντάγματος, τῆς Ἐπιτροπῆς δὲ ταύτης ἤμην ἐγὼ ὁ εἰσηγητής, ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ρυθμίσωμεν τελειωτικῶς διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων. Μὲ εἶχε δὲ ἐπηρεάσει ἡ διάταξις τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, ἡ ὁποία ὥριζε μίαν Ἐπιτροπὴν ὀνομαζομένην Ἐπιτροπὴν τῆς Προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία παρηκολούθει τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν διέκοπτεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της. Συνεδύασα λοιπόν, αὐτὴν τὴν διάταξιν μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἐνομοθέτει ἀπούσης τῆς Βουλῆς. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν δὲν τὴν ἐδέχθη ἡ τότε Συνέλευσις, ἀλλ’ ἐκαρποφόρησε βραδύτερον καὶ ὑπό τινα μορφὴν ἐγένετο δεκτὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ κρατήσωμεν τὴν βάσιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον νὰ παραμείνῃ ἔκθετον. Ἂν ἐπίστευον αὐτὰ τότε, τὰ πιστεύω σήμερον κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς δεικνύει ὅτι θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν ὁμαλῶς εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ χρεωκοπήσῃ κατ’ ἀνάγκην. Χθὲς διενεμήθησαν δύο ἡμερήσιαι διατάξεις τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἐρωτήσεων. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων περιέχει 155 ἐπερωτήσεις. Ἐκ τούτων διεξεπεραιώσαμεν μόνον τὴν ἐπὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ, τὴν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐν μέρει, τὴν ἐπερώτησιν τοῦ σηροτροφικοῦ, τὴν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων Θράκης καὶ τὴν ἐπερώτησιν δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐπὶ ἀριθμοῦ λοιπὸν 155 ἐπερωτήσεων, εἰς διάστημα ἐργασιῶν μας 2½ μηνῶν συνεζητήσαμεν αὐτὰς ποὺ ἀνέφερα καὶ ἑπομένως χρειάζεται διὰ τὰς ὑπολοίπους, ἐργασία 25–30 μηνῶν. Ἐρωτήσεις ἦσαν μέχρι χθὲς 744, ἐξ αὐτῶν 81 μόνον συνεζητήθησαν καὶ ἀπομένουν 660, αἱ ὁποῖαι βεβαίως καὶ κατὰ τὸ 1950 θὰ εἶναι ἐκκρεμεῖς. Καὶ ἔχει ἤδη διεκπεραιωθῆ ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἐργασίας ἡ ἑξῆς: Ἐψηφίσαμεν ἑπτὰ ψηφίσματα, ἐκ τῶν ὁποίων 4–5 ἦσαν ἐντελῶς τυπικά. Καὶ τὰ μόνα ψηφίσματα κάποιου περιεχομένου εἶναι τὸ ψήφισμα περὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων ἀσφαλείας καὶ τὸ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν νομοθετημάτων Κατοχῆς. Νομοθετήματα δὲ ἐψηφίσαμεν, τὸ περὶ ὀργανισμοῦ ἀνασυγκροτήσεως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κυρώσεις νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι τῆς 10.5.1946. Συνεπῶς οὐδεμίαν πράγματι νομοθετικὴν ἐργασίαν διεξεπεραιώσαμεν, διότι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν νομοθ. διαταγμάτων ἐψηφίσθησαν μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἐπροκάλουν συζήτησιν, ἐνῷ τὰ προκαλοῦντα συζήτησιν, ἀναβάλλονται ἀπὸ συνεδριάσεως εἰς συνεδρίασιν, καὶ δὲν διεκπεραιοῦνται. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἔχομεν 200 περίπου νομοθετικὰ διατάγματα πρὸς κύρωσιν καὶ ὅλα τὰ νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐννοεῖ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγουσα: «Θέλομεν νὰ σᾶς βοηθήσωμεν, θέλομεν νὰ εἴμεθα σύμμαχοι μαζί σας, διότι ἐντρεπόμεθα νὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τὸν λαόν», ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ κωλυσιεργεῖ καὶ θέλει αὐτὴ νὰ θέσῃ φραγμοὺς εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτον θέαμα, κύριοι, εἶναι πρωτοφανές. Κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπεστήριζα, προκειμένου περὶ τῶν ψηφισμάτων καὶ τῶν νομοθετημάτων, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ βάσις τῆς ἐφ’ ἅπαξ ψηφίσεως. Καὶ θὰ ἦτο τοῦτο εὐχῆς ἔργον. Ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑνὸς μέν, μὴ τολμήσασα νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἀναγκάζεται νὰ παρουσιάζῃ πλεῖστα νομοθετήματα ὡς κατεπείγοντα ὥστε νὰ ζητηθῇ ἡ ψήφισις τούτων εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πολλὰ ἄλλα ἔρχονται κανονικῶς. Ἐπρότεινα περιορισμὸν τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν ἐγένετο δεκτόν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Βεβαίως ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις δὲν εὐθυνόμεθα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐθύνεται καὶ διὰ τὴν κωλυσιεργίαν ἐν τῇ ὑποβολῇ τῶν νομοθετημάτων καὶ διὰ τὴν ἀκράτειαν τοῦ λόγου ἐν τῇ Βουλῇ; Καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶμεν ἡμεῖς φέροντες τὰς εὐθύνας, ἐνώπιον τοῦ Ἑλλην. Λαοῦ, αὐτῆς τῆς Κυβερνητικῆς ἀτασθαλίας; Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ κάμνω τὴν πρότασιν αὐτὴν διὰ νὰ δώσω τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμαλῆς ρυθμίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀπολύτως ἀνίκανος νὰ διεκπεραιώσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δὲν ἀγνοεῖται ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένη μέθοδος ἀπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Κατ’ ἀρχὴν μόνον, ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μόνον, τὰ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντα καὶ σπουδαῖα ἐμφανιζόμενα ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, ἐργαζομένης ὡς Ἐπιτροπῆς. Τὰ δὲ ἄλλα ψηφίζονται ἀπὸ «τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ ἄνω πατώματος» τῆς Βουλῆς, διότι ἐκεῖ ἑδρεύουν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Καὶ τοῦτο ἐκεῖ ὅπου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κομματικός, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀπολύτως οὐδέτερος, ἔχει μέγιστα δικαιώματα εἰς τὸ νὰ διακόπτῃ τὰς συζητήσεις, εἰς τὸ νὰ ἐπιλέγηται τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας εἰσάγουν πρὸς ψηφοφορίαν διὰ τοῦ λεγομένου συστήματος τοῦ Καγκουρώ, ἢ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ λεγόμενον σύστημα τῆς Λαιμητόμου, δηλ. ὁ Πρόεδρος ὁρίζει ὡρισμένην ὥραν συζητήσεως, εἰς τρόπον ὥστε τὰ τελευταῖα ἄρθρα τοῦ νομοθετήματος καταντᾶ νὰ ψηφίζωνται ἄνευ συζητήσεως. Ὅταν αὐτὰ γίνωνται ἐκεῖ, πῶς θέλετε νὰ μὴ λαμβάνωμεν ἐδῶ, ὅταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ παραδείγματα περὶ ἐργασίας, ὡρισμένα μέτρα ταχίστης ψηφίσεως διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωμεν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας; Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν εἰς τὸ νὰ κάμω τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία πρότασις ἔχει τὰ ἑξῆς κύρια πλεονεκτήματα: Δὲν ἀναθέτομεν τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διατηροῦμεν δηλαδὴ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ διὰ σώματος ἐν μικρογραφίᾳ, προερχομένου ἐξ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ βασικὴ δημοκρατικὴ ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος, παραμένει ἀπολύτως ἀδιατάρακτος καὶ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν παραμένει.
§190Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἕν δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβιβάσῃ. Διότι τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ἔχουν δύο παράγοντες: Ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεύς. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν: Σεῖς ποῦ εἶσθε νομομαθὴς ἐκ τῶν διακεκριμένων, πῶς αἰσθάνεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ κανεῖς ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς, πῶς δύναται νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς κλιμάκιον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον θὰ ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν;
§191Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Φαίνεται, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε ὅσα εἶπα, διότι, ἐὰν τὰ εἴχατε παρακολουθήσῃ, δὲν θὰ ἐλέγατε αὐτὰ ποὺ εἴπατε. Ἐγὼ εἶπα ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι οἱονεὶ συντακτική, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦτο, δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό. Δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τοῦ τὸ ἀπονείμῃ, δύναται νὰ ὁρίσῃ, ὅπως ὥριζε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ Βασιλεὺς περιορίζεται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Λοιπόν, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζωμεν καθ’ ὃν θέλομεν τρόπον τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἔχοντες δὲ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀναθέτομεν τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς μέλη ἐξ ἡμῶν τῶν ἰδίων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέλομεν ὁρίσει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κύριε Ὑπουργέ, ἡ πρότασίς μου δὲν θίγει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τοὐναντίον ρητῶς διαστέλλει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰς πράξεις συντακτικοῦ περιεχομένου κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅπως καὶ εἰς τὰ ψηφίσματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν δηλαδὴ τῆς ἐντελῶς πρὸς δημοσίευσιν PROMULGATION, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου, διὰ τὰς ὁποίας ἀφήνει τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὸ ἰσχύον Σύνταγμα νὰ ἀσκῇ τὸ ἔργον τῆς κυρώσεως. Ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσαμεν, διὰ νὰ μὴ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν μεγάλας ἀντιρρήσεις καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλομεν τὴν πρότασιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἑπομένως διατηροῦμεν ὅλον τὸν ρυθμὸν τῆς σημερινῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, μεταβάλλοντες μετὰ τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν, ἐὰν θέλετε, μίαν Βουλὴν ἀποφαινομένην ἐπὶ παρουσίᾳ 118 μελῶν, θὰ ἔχωμεν μίαν Βουλὴν ἀποφαινομένην παρισταμένων 30 μελῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων. Λοιπὸν τὸ πρῶτον προτέρημα τῆς προτάσεώς μου εἶναι ὅτι νομοθετεῖ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν νομοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως ἔχομεν πλῆρες τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τῆς χώρας καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς χεῖρας τοῦ λαοῦ καὶ ἀδιατάρακτον.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ἴδιο πρᾶγμα καταλήγομεν.
§193Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ σύμφωνος γνωμοδότησις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἄλλο εἶναι ἡ κύρωσις τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων νόμων ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἴδιο εἶναι.
§195Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο, τὸ μὲν ἕνα θὰ εἶναι νομοθετικὸν διάταγμα τὸ δὲ ἄλλο θὰ εἶναι νόμος καὶ θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὴν σειρὰν τῶν νόμων. Ἐν τῇ συναφείᾳ αὐτῇ ἀκριβῶς θὰ ἔλθῃ τὸ δεύτερον προτέρημα τῆς προτάσεώς μου. Εἶπον, κύριοι, ὡς δεύτερον ἐπιχείρημα τὴν ταχύτητα περὶ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς ἐργασίας, ταχύτητα ὄχι μόνον ἐν τῇ ψηφίσει νομοθετημάτων, ἀλλὰ ταχύτητα εἰς τὸ ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῶμεν ὡς βάσιν τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ ἢ μικρὰ αὐτὴ Βουλὴ νομοθετεῖ, θὰ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ κάμωμεν τὸ ἔργον της ἐκ νέου, ὑποβάλοντες τὰ ὑπ’ αὐτῆς ψηφιζόμενα νομοθετήματα πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, διότι ἄλλως, ἐὰν ἐμμένῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ τρόπου τῆς ψηφίσεως τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, θὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀνώμαλον καὶ ἐξ ἴσου ἄηθες, ἐὰν κάμωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν τὸ νὰ ἐκδίδῃ ἡ Κυβέρνησις νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑποβληθοῦν πλέον πρὸς κύρωσιν, ἐφ’ ὅσον θεωροῦμεν ἀπαραίτητον τὸ νὰ περατωθῇ κάποτε τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ μέλλον, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη λύσις πλέον αὐτῆς, τῆς συνεποῦς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπόψεως, ἡ ὁποία δὲν περιέχει καμμίαν ἐν ἑαυτῇ ἀντίφασιν καθ’ ἥν στιγμὴν ὅλαι αἱ ἄλλαι λύσεις περιέχουν σωρείαν ἀντιφάσεων. Ἐκτὸς δὲ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως παραμένει πλέον ἄνευ δυσχερείας καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ μέρους τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Διότι, καθ’ ὃν τρόπον δικαιούμεθα ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν μικρὰν Βουλὴν αὐτήν, μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν καὶ μέρος τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως δὲν δικαιούμεθα νὰ συγκατατεθῶμεν εἰ μὴ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ συντακτικοῦ ἡμῶν ἔργου ὄχι διὰ λόγους τοῦ τί δυνάμεθα ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον τοῦ τί εἶναι ἐμφανίσιμον. Ἠρωτήθη ὑπὸ συναδέλφου ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν καὶ εἰς τοῦτο ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ἐδίστασε νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω ἀδιστάκτως ὅτι βεβαίως δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ αὐτό, ἀφ’ οὗ ἔχομεν τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Ἄλλο τὸ ἐὰν αὐτὸ θὰ ἦτο ἀπρεπὲς ἢ ἀνήθικον νὰ τὸ πράξωμεν. Ἀλλὰ νομικῶς, δυναμικῶς, ἔχομεν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάνωμεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δέχομαι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναθέσωμεν ἄνευ ὅρων τὴν ἄσκησιν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν Βουλήν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν θὰ εἶναι τόσον μέγας, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐν τῇ προτάσει μου, περιέλαβα καὶ ρήτραν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀπεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δηλαδὴ ἐξαιρετικῶς τὰ ψηφίσματα θὰ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὑποχώρησις, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὀφείλεται εἰς νομικὸν δισταγμόν, ἀλλ’ εἰς μίαν ἠθικὴν ἀντίληψιν ὅτι πλέον τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀσκήσωμεν ἅπαντες ἡμεῖς. Αὐτοί, κύριοι, εἶναι οἱ κυριώτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν ἀδιστάκτως καὶ ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἀντιφάσεως νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Τοῦτο πράττοντες, δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ψήφισμα καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀκριβῶς διότι εἶχε τοὺς δισταγμοὺς ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐφ’ ὅσον ἠκολούθησε τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν δὲν ἐδέχθη, δηλαδὴ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων. Ἐλέχθη δηλαδὴ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως περιεῖχον ρήτραν ὅτι «τὸ παρὸν νομοθετικὸν διάταγμα θέλει ὑποβληθῆ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Βουλῆς» καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κυρώσῃ αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Τοῦτο δὲν τὸ δέχομαι. Καὶ δὲν τὸ δέχομαι διότι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδουσα νομοθετικὰ διατάγματα νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡμεῖς θέλωμεν αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα νὰ τὰ κυρώσωμεν ἐν ὁλομελείᾳ ἢ ὡς ἁπλῆ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ δὲν τὸ δέχομαι καὶ διὰ λόγον πρακτικῆς, διότι, ἐὰν δὲν τὸ κάνωμεν αὐτό, μὴ δυνάμενοι νὰ προβλέψωμεν τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ ὁποία φοβοῦμαι ὅτι θὰ εἶναι μικροτέρα, ἀπὸ οἷα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἀπὸ οἷαν θὰ ηὐχόμην προσωπικῶς νὰ εἶναι, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ νομοθετικόν μας ἔργον, ὅπως ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν. Καὶ θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανικήσω κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν τοὺς δισταγμούς: Τὶ θὰ κάμετε, πῶς θὰ κυρώσετε τὰς χιλιάδας τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς; Πῶς θὰ κυρώσετε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ποὺ ἐξεδώσατε ἕως τώρα; Πῶς θὰ κυρώσετε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ποῦ θὰ ἐκδώσητε τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως; Καὶ πότε θὰ ψηφίσετε μερικὰ νομοθετήματα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δέκα χρόνια εὑρίσκετο ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ ὁποῖος ἀναμένει τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως ἐκ βάθρων ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος καὶ ἡ κατοχή; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῆτε εἰς τὸν λαόν, ποὺ σᾶς ἐξέλεξε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἐψηφίσαμεν 10–15 νομοθετήματα καὶ συνεζητήσαμε 70 ἐρωτήσεις καὶ 4½ ἐπερωτήσεις, καὶ ὅτι ἐκυρώσαμεν 15 νομοθετικὰ διατάγματα; Εἶναι τόσον μεγάλη ἡ εὐθύνη σας, κύριοι, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικροτοῦν πᾶσαν πρᾶξιν αὐτῆς, ὥστε φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσητε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας, ὅτι ἐπετελέσατε τὸ ἔργον ὑμῶν. Εἰς τὴν πρότασίν μου αὐτὴν μὲ ὤθησε μία βαθεῖα πίστις πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ πρὸς τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Καί, ἐπειδὴ διαβλέπω τοὺς κινδύνους, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐμμένωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ τριῶν μηνῶν, θὰ εἶναι μεγάλη ἡ χρεωκοπία, ὥστε δὲν γνωρίζω πλέον ποία κατάστασις θὰ δημιουργηθῇ. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι αἱ ἰαχαὶ τῆς νίκης τοῦ δημοψηφίσματος μετὰ 30 ἢ 40 ἡμέρας ἀπὸ σήμερον θὰ ἔχουν ἐξανεμισθῆ, καὶ τότε τὶ θὰ δώσετε πλέον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἂν δὲν ἔχετε ἴσως νὰ ἀναγγείλετε καὶ ἐπιτυχίας ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων; Πῶς θὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἂν δὲν ἔχετε νὰ παρουσιάσητε ἀξίαν λόγου νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§196Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμους περιμένει ὁ λαός;
§197Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀλλά, κύριε συνάδελφε, τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος, δὲν λύονται μόνον δι’ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων καὶ δι’ ὑπουργικῶν διαταγῶν, χρειάζεται μία σειρὰ νομοθεσίας, χρειάζεται ἕνα νοικοκύρευμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, διότι Κράτος μέχρι σήμερον ἀκόμη δὲν ὑφίσταται, ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι εὑρίσκονται ἐν ἐξαρθρώσει, ὅπως καὶ ὁλόκληρος ἡ διοικητικὴ μηχανή. Θὰ ἠμπορούσατε νὰ μοῦ εἴπητε οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, ἐὰν δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τοὺς πελάτας σας ποῖοι νόμοι ἰσχύουν ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος; Ὅταν ἔχετε χιλιάδας νόμων καὶ ἡ ἀρίθμησις ἀκόμη τῶν νόμων εἶναι πολλαπλῆ, ὥστε νὰ εἶναι χάος καὶ δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολούμεθα μὲ τοὺς νόμους, φαντασθῆτε τὶ γίνεται μὲ τὸν ἁπλοῦν πολίτην, ὁ ὁποῖος τεκμαίρεται ὅτι γνωρίζει τοὺς νόμους.
§198Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ὁ πολίτης τοὺς ποινικοὺς νόμους τοὺς ξεύρει, τοὺς ἀστικοὺς δὲν γνωρίζει.
§199Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπορῶ πῶς μοῦ ἐκάματε αὐτὴν τὴν διακοπήν. Ὁ πολίτης ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τοὺς ποινικοὺς νόμους, τοὺς φορολογικούς, τοὺς στρατολογικούς, δὲν ὑπάρχει δὲ νόμος, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ πολίτης. Εἶναι δὲ μία ἐκ τῶν μεγαλυτέρων παραλείψεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὸ ὅτι δὲν ἐφρόντισε μέχρι σήμερον νὰ φέρῃ μίαν τάξιν εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ὑπάρχει μία συντακτικὴ πρᾶξις ἐπὶ Κυβερνήσεως Βούλγαρη, ἡ ὁποία ἀναθέτει εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ τακτοποιήσῃ τὴν νομοθεσίαν καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο τὸ πρῶτον ἔργον τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὸ δὲν ἔγινε μέχρι σήμερον. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ κυριώτεραι ἀπόψεις, διὰ τὰς ὁποίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ ἐπιμένω μέχρι τέλους εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Γνωρίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διστάζει εἰς τὸ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν πεπατημένην ὁδόν, δὲν ἔχει καὶ ἐν τούτῳ τὴν τόλμην νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ μικρὸν βῆμα, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα σπουδαιότερα ζητήματα. Γνωρίζω, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν κάμνω, δὲν θὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπευθυνόμεθα ὄχι μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ὅτι ἴσως ἐνωρίτερον, ἀπὸ ὅ,τι φαντάζεσθε τινὲς θὰ παραστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐντολέων μας καὶ τότε ἐπιθυμοῦμεν νὰ διαχωρίσωμεν τὰς εὐθύνας μας ἀπὸ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ λέγω αὐτό, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐγκρίσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν ἀποτελοῦν ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν, ἀλλ’ ἀποτελοῦν προσπάθειαν πρὸς ἐνίσχυσιν, διότι τοὺς εἶπον ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἐνώπιον τοῦ κόσμου φαινόμεθα ὡς ἀλληλέγγυοι. Εἶναι δυστύχημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὅτι ἡ πτέρυξ αὐτὴ (τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς) εἶναι κενή, ὁπότε τὰ πράγματα θὰ ἦσαν διαφορετικά, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν συνεδριάζει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁλόκληρον τὸ ἀστικὸν λεγόμενον καθεστώς.
§200Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι τὸ ἀστικόν, τὸ ἐθνικόν, διότι εἴμεθα καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ὁ ὅρος ἀστικὸς ἀποτελεῖ μίαν ὁμολογίαν ὅτι αἱ λαϊκαὶ τάξεις εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§201Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἔστω τὸ ἐθνικὸν καθεστώς. Ὁπωσδήποτε ἐνταῦθα ἐμφανίζεται ὁλόκληρος ὁ ἐθνικόφρων κόσμος, ὁλόκληρος ἡ ἐθνικόφρων παράταξις καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως φοβοῦμαι μήπως γίνῃ ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ὡς ἀποτυχία ὁλοκλήρου τῆς ἐθνικόφρονος παρατάξεως. Καὶ δι’ αὐτό, κύριοι, προσπαθοῦμεν νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ κάμῃ δύο βήματα πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀντὶ νὰ κάμῃ, ὅπως κάμνει, ἓν βῆμα ἐμπρὸς καὶ τρία βήματα ὄπισθεν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐφ’ ὅσον βλέπω, ὅτι αὐτὸ εἶναι μάταιον ἔργον καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ νοοτροπία αὐτὴ τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ φύγῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πεπαλαιωμένην καὶ τετριμμένην ὁδόν, εἶμαι τοὐλάχιστον ὑποχρεωμένος νὰ διαχωρίσω τὰς ἰδικάς μας, ὡς κόμματος, εὐθύνας ἀπὸ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡμεῖς σήμερον ἀνεπετάσαμεν ἐδῶ τὴν σημαίαν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ κατέλθωμεν αὔριον εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἡ σημαία αὐτὴ εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ λειτουργῇ καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν θὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς μικρᾶς Βουλῆς, ἀσκούσης τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ πρᾶγμα ξενίζει, τὸ πρᾶγμα φαίνεται ὑπερβολικόν, ἀλλὰ θὰ ὑπενθυμίσω τὰς λέξεις τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ μιᾶς φίλης καὶ συμμάχου χώρας. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας Ἄτλυ ὡμίλει πρὸ 2–3 ἐτῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν διεθνῶν μεταρρυθμίσεων καὶ προέτεινε διάφορα τολμηρὰ σχέδια, εἶχεν εἴπει τοῦτο, ὅτι τὰ φάρμακα καθορίζονται ἐκ τῆς σοβαρότητος τῶν ἀσθενειῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ θεραπεύσουν. Ὅταν αἱ ἀσθένειαι εἶναι μεγάλαι καὶ τὰ φάρμακα πρέπει νὰ εἶναι δραστικώτερα. Ἑπομένως πρέπει νὰ τολμήσωμεν καὶ ἡμεῖς μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων οὐσιαστικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἰς μάτην ἀναμένομεν Κυβερνητικὴν πρότασιν. Πρέπει νὰ χωρήσωμεν μετὰ θάρρους καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο καταστρεπτικοὺς πολέμους, ὅτι ἡ κρατικὴ μηχανὴ δὲν πρέπει νὰ διέπεται ἀπὸ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν δυναταὶ μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος. Θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ συμμετάσχωμεν καὶ νὰ φανῶμεν ἄξιοι τῶν νέων συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος καὶ ἡ μακρὰ κατοχή. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§203Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων τῆς παρούσης Βουλῆς, κύριοι βουλευταί, ὁμολογεῖται παρ’ ὅλων ἡμῶν καὶ ἑπομένως εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ δικαιώματά μας φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε τὰ πάντα νὰ δυνάμεθα νὰ πράξωμε πλὴν τοῦ νὰ μεταβάλωμε τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ γεννᾶται ἕνα ζήτημα ἐὰν ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολήν, ἔδωσε δηλαδὴ τὴν ἐντολὴν εἰς 354 πληρεξουσίους ὅπως ἀναθεωρήσουν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ προβοῦν εἰς ἃς πράξεις ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἠμποροῦν νὰ προβοῦν, ἐὰν ἔδωσε ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ἐντολὴν εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποκαταστήσουν ἄλλους εἰς τὴν ἐντολήν του αὐτὴν καὶ μάλιστα μὲ μίαν ἐξουσίαν ἀπεριόριστον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶμαι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν ἀνεκίνησα τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀνεκίνησα ὄχι δι’ ἄλλον λόγον ἀλλὰ διότι εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα περιέχονται καὶ τὰ ψηφίσματα, περιέχονται δηλαδὴ καὶ πράξεις αἱ ὁποῖαι ἔθιγον τὸ πολίτευμα, καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη ὅπως τὰ ψηφίσματα ταῦτα ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς συνελεύσεως φυσικὸν νὰ μὴ γεννᾶται ζήτημα τοιοῦτον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν εἶναι τοῦτο. Δεδομένου ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ δίδεται εἰς 50 μέλη ἐκ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἡ ὁποία διὰ τοῦ ψηφίσματος θὰ δεσμεύῃ πλέον τὴν Βουλὴν τόσον διὰ τὰ νομοθετήματα ἐξ ὁλοκλήρου ὅσον καὶ διὰ τὰ ψηφίσματα κάπως δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ἀπὸ μικροτέραν πλειοψηφίαν ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον διὰ νὰ ψηφισθῇ ἕνα νομοθέτημα ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν πλέον ἑνὸς δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περιορίσωμε τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, καὶ διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ψήφισμα ὁρίζει ὅτι ἡ ἀπόφασις λαμβάνεται διὰ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Πέραν τούτου δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅσον εἶναι γεγονὸς ὅτι παρίσταται ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις. Βέβαια τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Βαμβέτσου, θὰ ἀποτελοῦν νόμους ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι μία διατύπωσις ὁρολογικὴ μᾶλλον ὅτι δὲν ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐκδίδει νόμους μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Πέραν τούτου νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, καθὼς εἶχον τὴν τιμὴν κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἀσχοληθῶ μὲ αὐτὸ πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ἡ παροῦσα συνέλευσις εἶναι συνέλευσις συντακτική. Ἀναθεωρητικὴ συνέλευσις εἶναι ἐκείνη τῆς ὁποίας τὸ ἔργον εἶναι καθωρισμένον ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ καθωρισμένα ὅρια τὰ ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένα ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω. Ἡ παροῦσα συνέλευσις ἡμῶν δὲν συνεκλήθη κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν εἶναι καθωρισμένον ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἑπομένως εἶναι συνέλευσις συντακτική. Δὲν πρέπει νὰ παραπλανᾶται κανεὶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι τάχα αἱ συντακτικαὶ συνελεύσεις εἶναι παντοδύναμοι. Παντοδύναμος εἶναι μόνον ὁ Θεὸς εἶπεν ἄριστα κατὰ τὸ 1922 ὁ μακαρίτης Δημήτριος Γούναρης, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐγνώριζα ὡς ἐπιστήμονα καὶ πολιτικὸν ὡς εἶναι εἰς ἡμᾶς πάντας γνωστόν. Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος, πᾶσα συνέλευσις καὶ ἡ συντακτικὴ ἀκόμη δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀφορώσας τὰ φυσικὰ τοῦ ἀνθρώπου δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει ὁ πολιτισμὸς τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ὅτι εἶναι ἀπολύτως συναφῆ πρὸς τὸ περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς αἴσθημα τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, μέρος δὲ αὐτῶν εἶναι διατυπωμένον εἰς τὰς διατάξεις τῶν συνταγμάτων, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀποτελεῖ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν συνταγμάτων, τὰς ὁποίας οὔτε αἱ συντακτικαὶ συνελεύσεις δικαιοῦνται νὰ θίξουν ἐφ’ ὅσον συνέρχονται κατὰ τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ὅρους τοῦ πολιτισμοῦ καὶ πρόκειται νὰ συντάξουν νόμους ἔστω συνταγματικούς. Πιστεύω λοιπὸν ἀδιστάκτως ὅτι ἡ ἡμετέρα συνέλευσις εἶναι συντακτικὴ καὶ ἑπομένως ὅταν δὲν πρόκειται νὰ παραβιάσῃ τὸ περὶ δικαίου καὶ ἠθικῆς αἴσθημα τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ὅλα τὰ ἄλλα ἔχει δικαίωμα νὰ τὰ διατυπώσῃ κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Ἑπομένως ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ εἴτε μέρος τῆς Βουλῆς, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε καὶ ἀμφοτέρας, καὶ μέρος τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ συμβαίνοντα εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον καὶ ἑπομένως νὰ εἶναι ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις ἔγκυρος. Δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ ὅταν δὲν πρόκειται περὶ συντακτικῆς συνελεύσεως, διότι ὅταν δὲν πρόκειται περὶ συντακτικῆς συνελεύσεως κύριοι, δὲν ἔχει ἡ συνέλευσις ἐκείνη, εἴτε εἶναι ἀναθεωρητική, εἴτε εἶναι ἁπλῆ Βουλή, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος. Ἐὰν ἑπομένως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει διάταξις ὁρίζουσα παροχὴν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἀναθεωρητικὴ ἀκόμη συνέλευσις νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, δι’ ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων. Συμβαίνει δηλαδὴ διὰ νὰ ἐννοηθῇ τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν πληρεξουσιότητα κατὰ τὰς συνήθεις συναλλαγάς. Λέγει ὁ ἰδιοκτήτης διορίζω πληρεξούσιον, ἐὰν ὅμως δὲν δώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ οὗτος ἄλλον πληρεξούσιόν του δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἄλλον καὶ διὰ τοῦτο ρητῶς περιλαμβάνεται εἰς τὰ συμβόλαια ὅτι ὁ πληρεξούσιος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ καὶ ἄλλον πληρεξούσιον. Ἑπομένως ἐὰν ἐξεδίδοντο νομοθετικὰ διατάγματα ἀναγκαστικοὶ νόμοι ὅπως ἄλλως ἀπεκλήθησαν, εἰς τὴν προαναφερθεῖσαν περίπτωσιν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο παράνομον. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὲ παρακολουθήσητε διὰ νὰ ἴδωμεν ὀλίγον ἱστορικῶς τὸ πρᾶγμα πῶς ἔχει παρ’ ἡμῖν. Πρὸ τοῦ 1909 δὲν ἐξεδίδοντο οὔτε ἀναγκαστικοὶ νόμοι οὔτε ἀναγκαστικὰ διατάγματα. Κατὰ τὸ 1911 ἐὰν διετυπώθη διάταξις περὶ ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἠθέλησεν ὁ τότε μεγαλοφυῶς κυβερνῶν τὴν Ἑλλάδα Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μιμούμεθα τὰ παραδείγματα τῶν μεγαλοφυῶν ἀνδρῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς παράδειγμα τὸν Βενιζέλον ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ μέγας καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης δι’ ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ δι’ ὅλους τοὺς λαούς, ὁ ὁποῖος ἐδόξασε ἐν τῇ μεγαλοφυΐᾳ του τὴν νομιμότητα καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐμεγαλούργει. Ὅσοι δὲν εἶναι Βενιζέλοι πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει τὸ δίδαγμα τοῦ Μακόλεϋ ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἄγγλοι ἔχομε μέγα καύχημα ὅτι ἐπὶ 600 ἔτη εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὴν νομιμότητα. Ὁ Βενιζέλος ὡς μέγας ἀνὴρ ἠθέλησε νὰ διατυπωθῇ στὸ Σύνταγμα διάταξις περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς παράδειγμα καὶ οὕτω καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τηρῶμεν τὴν νομιμότητα διότι ἄλλως δὲν θὰ κατορθώσωμε νὰ προκόψωμεν. Εἰς τὴν μεγάλην συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ὑπέροχος ἐπιστήμων καὶ ὑπέροχος μελετητὴς ἐν ταὐτῷ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγούμης, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐλήφθη ἀπόφασις συστάσεως ὑποεπιτροπῆς μὲ εἰσηγητὴν τὸν διαπρεπέστατον μελετητὴν τοῦ Δημοσίου Δικαίου τὸν Ἀλέξανδρον Διομήδην καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐξετάσασα τὰ ἄρθρα περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας συνέταξε καὶ περιέλαβε καὶ διάταξιν περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὄταν ἦλθεν ἡ πρότασις αὐτὴ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἐκ Λακωνίας βουλευτής, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς ἐζήτησε τὸν λόγον ὁμιλήσας ἐπὶ 2½ ὥρας ἐναντίον τῆς προτάσεως ἐπευφημούντων τοῦ ὑπερόχου Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλων πεπειραμένων πολιτευομένων, τῶν ἀειμνήστων Χ. Βοζίκη καὶ Ι. Τσιριμώκου. Μάλιστα κύριοι, ὁ Ἰωάννης Τσιριμῶκος ἦτο νομικὸς διαπρεπὴς καὶ μεγάλης δυνάμεως καὶ ἐργατικότητος καὶ ἀπέθανε καὶ ἐκεῖνος εἰς τὴν ψάθα ὅπως ἀποθνήσκουν οἱ ἔντιμοι καὶ ἐνάρετοι πολιτικοὶ ὅταν ἔχουν καλὴν συνείδησιν εἰς τὸν τόπον ὅπως καὶ ἄλλος γέροντας ἔχει τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι θὰ ἀποθάνῃ τοιουτοτρόπως. Ἐπευφημιούντων καὶ ἄλλων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἀπεφασίσθη νὰ διορισθῇ νέα ὑποεπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν περιελήφθην καὶ ἐγὼ καὶ εἰς συζήτησιν σοβαρὰν καὶ παρατεταμένην ἐμείναμεν ὅλοι σύμφωνοι ὅπως διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ διότι ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἶσθε σεῖς πάντοτε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, θὰ εἶναι καὶ ἄλλοι Πρωθυπουργοὶ καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ προβοῦν εἰς καταχρήσεις τοῦ πράγματος τούτου καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτή. Ἐγένοντο παραβάσεις ἀπὸ τὸ 1917–20, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο μόνον αὐτὴ ἡ παράβασις, μήπως δὲν κατηργήθη τότε ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, μήπως καὶ ὁ μεγαλοφυὴς ἐκεῖνος πολιτικὸς δὲν ἐκτύπα κατόπιν τὴν μεγαλοφυᾶ κεφαλήν του, διότι κατήργησε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν; Διότι, κύριοι, ἐπηκολούθησαν τοιαῦται παρανομίαι, διότι μετὰ ταῦτα εἴτε ἄνδρες, εἴτε ἀνθρωπίσκοι, εὑρίσκοντο ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς, ὡς δικτάτορες, τύραννοι πραγματικοὶ—διότι ἡ δικτατορία ἦτο θεσμὸς εἰς τὴν Ρώμην μὲ πολλοὺς περιορισμοὺς καὶ χρόνον περιωρισμένον, οὐχὶ πέραν τῆς ἐξουσίας τῶν ὑπάτων—καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν εἶχον οἱ δικτάτορες πλὴν τοῦ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾶν καὶ μετὰ τὴν δικτατορίαν αὐτοδικαίως ἤρχοντο οἱ πρὸ τῆς δικτατορίας νόμοι—μετὰ ταῦτα ἀνάξιοι ἀνθρωπίσκοι εὑρέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Κράτους ὡς τυραννίσκοι καὶ ἐξέδιδον ἀναγκαστικοὺς νόμους καὶ συντακτικὰς ἀκόμη πράξεις. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ τυράννων ὁμιλῶ, κύριοι, καὶ διὰ τὰς τελευταίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ σεβασθοῦν τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος καὶ νὰ μὴ φωνασκοῦν ὅτι εἶναι δημοκρατικαὶ καὶ ὅμως νὰ ἐκδίδουν συντακτικὰς πράξεις. Εἶναι πρᾶγμα ἀσυμβίβαστον ὑπὸ ἔννοιαν δημοκρατικήν. Ἐὰν ὅμως ἐγένοντο αὐταὶ αἱ παραβάσεις, διότι ἐγένοντο, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ πρακτικὴ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικήν, νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς κάτι τὶ τὸ προσωρινόν. Καὶ διὰ τοῦτο κύριοι συνάδελφοι, εἶχα τὴν τόλμην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος νὰ κηρύξωμεν ἀκύρους ὅλας τὰς συντακτικὰς πράξεις καὶ ὅλους τοὺς νόμους ἀπὸ 4.8.36 μέχρι σήμερον, μέχρι τῆς 31.3.46 καὶ μία ἐπιτροπὴ 15 νομομαθῶν βουλευτῶν νὰ καθορίσῃ ἐὰν ἐξεδόθησαν νόμοι τινὲς ἔστω καὶ συντακτικαὶ πράξεις, κατ’ ἀνωτέραν βίαν, πράγματι ἀναπότρεπτον ἢ ἐὰν ἀκόμη ἐδημιουργήθησαν πραγματικότητες ἀναπότρεπτοι καὶ νὰ κυρώσωμεν αὐτὰς νὰ τὰς κυρώσωμεν ἡμεῖς καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀποκαταστήσωμεν εἰς τὴν Πατρίδα μας τὴν νομιμότητα νὰ ἀνορθώσωμεν πράγματι τὸ Κράτος μας καὶ ἐφεξῆς νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος. Ὁμιλῶ, κύριοι, καὶ περὶ δημιουργηθεισῶν πραγματικοτήτων ἀναποτρέπτων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε καὶ αὐταὶ νὰ νομιμοποιηθοῦν, διότι ἀληθῶς αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς κάτι ἱστορικώτατον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς τότε κοσμοκρατορίας, ἡ ὁποία ὅπως ἡμεῖς ἐδιδάξαμεν εἰς τὸν κόσμον τὴν φιλοσοφίαν, τὴν ἔννοιαν τοῦ Δικαίου, ὅπως ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐξεπαιδεύσαμεν τὸν ἄνθρωπον ἀληθῶς εἰς τὴν καλλιτεχνικὴν ἀντίληψιν, τοιουτοτρόπως ἐκεῖνοι ἐξεπαίδευσαν τὸν πολιτισμένον ἄνθρωπον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς αὐστηρᾶς νομιμότητος. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καίσαρος συνῆλθε μία ἐπιτροπὴ νὰ ἀκυρώσῃ ὅλους τοὺς νόμους αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅταν εὑρέθησαν πρὸ μιᾶς πραγματικότητος, ἀναποτρέπτου, εἶπον καὶ ἐκεῖνοι, ὅπως εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν τὰ δημιουργηθέντα καὶ νομιμοποιοῦμεν αὐτά. Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβανόμενοι τῶν πραγμάτων, πιστεύοντες, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν τὸ ὁμολογῆτε ρητῶς, ὅτι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ὅτι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ οὐχὶ κατὰ παράδοσιν τάχα πολιτικήν, ἐγκρίνομεν καὶ ψηφίζομεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ὑμῶν ψήφισμα, ἀποδεχόμεθα τὴν ζητουμένην ἐξουσιοδότησιν. Ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, τουλάχιστον ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, διότι ἐὰν δὲν ἐψήφιζα τοιοῦτον ψήφισμα, θὰ ἦτο διάφορον τὸ καθῆκον μου. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ γίνουν δεκτὰ 2 πράγματα. Θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἡ διατύπωσις, ἡ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα» νὰ διατυπωθῇ πληρέστερον ὡς ἑξῆς: «Κυροῖ καὶ ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα». Ἐπίσης δὲ θὰ παρακαλέσω εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον ἡ φράσις: «Τὰ ψηφίσματα ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς» νὰ διαγραφῇ ὡς περιττὴ ἢ καὶ ἄτοπος, διότι ἀφοῦ θὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐταὶ αἱ διατάξεις καὶ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡμᾶς ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις αὐταὶ καὶ ἀσφαλῶς θὰ δημιουργηθοῦν πραγματικότητες, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔλθῃ κατόπιν καὶ εἴπῃ: «δὲν ἐγκρίνω αὐτὰ τὰ ψηφίσματα», τὶ θὰ γίνουν αἱ πραγματικότητες αὐταί;
§206Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐφεξῆς θὰ παύσουν νὰ ἰσχύουν ὡς λέγει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Διὰ τὰς νέας σχέσεις ἔχει ἐφαρμογήν.
§207Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ νέας σχέσεις δὲν πρόκειται, διότι ὅπως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, τὸ ἔργον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι καθωρισμένον εἰς 4 μόνον ψηφίσματα. Ἀλλά, τίνα ἐκ τῶν ψηφισμάτων τούτων, θὰ δημιουργήσουν πραγματικότητας, πραγματικότητας ἀναποτρέπτους. Λοιπὸν περιττεύει ἡ διάταξις αὐτή, νομίζω. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ψήφισμα. Εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἦτο διάφορον τὸ καθῆκον μου, ἐὰν δὲν ἐψήφιζον ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις πρὸς ὑμᾶς ἀκόμη, ἕνεκα μιᾶς φράσεως τοῦ συναδέλφου κυρίου Μαύρου, ὅτι ἀναγνωρίζεται ὑπό τινων βουλευτῶν ἡ ἀνάγκη πειθαρχίας. Νομίζω ὅτι ἀναγνωρίζεται ὑπὸ πάντων τῶν βουλευτῶν ἡ ἀνάγκη κομματικῆς πειθαρχίας. Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ χωρὶς κόμματα. Τὰ κόμματα δὲν νοοῦνται, κύριοι, χωρὶς πειθαρχίαν. Βέβαια ἡ πειθαρχία τῶν βουλευτῶν, ὅπως ἔλεγον πρό τινων ἐτῶν εἰς τὸν ἀείμνηστον Βενιζέλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶναι πειθαρχία δεκανέων, εἶναι πειθαρχία πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνώμην.
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πειθαρχία εἰς τὴν Κυβερνητικὴν γραμμήν.
§209Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι φυσικόν, ὅτι ὁ βουλευτής, ὁ ἀνήκων εἰς ἕνα κόμμα, διαφωνῶν ἐπὶ θεμελιώδους ζητήματος, ὅπως εἶναι τὸ παρὸν ψήφισμα, ἐὰν διαφωνῇ, ὀφείλει ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς του καὶ κατὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Πατρίδα του, νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ Κόμματος. Λοιπὸν ἐὰν διεφώνουν θὰ ἐψήφιζον μὲν κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἀποχωρῶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἐὰν τὸ θέμα δὲν εἶναι θεμελιῶδες ὁ βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἀποχωρήσῃ διότι ἀπέναντι τοῦ συνόλου τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου, καθῆκον εἶναι νὰ θυσιάζεται μία ἐπουσιώδης διαφωνία. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι ἡ πειθαρχία τῶν βουλευτῶν καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως ἔχῃ ἡ πειθαρχία τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ προχωρήσω ἐπικυρώνων ὅσα σαφῶς εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, δὲν ἔπρεπε νὰ παρουσιάζωνται αὐταὶ αἱ ἀτελεύτητοι συζητήσεις, δὲν ἔπρεπε ἐπὶ θεμάτων ἐπουσιωδῶν νὰ ζητοῦν τὸν λόγον 20, 40, 70 Κυβερνητικοὶ βουλευταί.
§210Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἀλλὰ μόνον οἱ 5, οἱ γνωστοί.
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι οἱ 5, οἱ γνωστοί. Δικαιοῦται αὐτό, κύριε συνάδελφε καὶ ἀγαπητὲ συγγενῆ, νὰ τὸ ἐλέγχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡγουμένη τοῦ Κόμματος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε παροῦσα καὶ ἐπιβλητικὴ καὶ νὰ καθορίζῃ τὴν δρᾶσιν τοῦ Κόμματος. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Προέδρου της, ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ὁμιλῶν τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ εἶχε καὶ κάποιαν εἰδικότητα νὰ ὁμιλήσῃ τοῦ ἠξίωσε νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁ βουλευτὴς ὁ ὁμιλῶν τὴν στιγμὴν ταύτην ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ μὴ ἀντιλέξῃ καὶ νὰ τὸ δηλώσῃ ἐνώπιον τοῦ Κόμματος εἰς ἐπήκοόν σας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας ταχέως.
§212Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔχει ὅμως αὐτὸ κάποιαν προσβολὴν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τοῦ βουλευτοῦ.
§213Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν προσβολὴν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου διότι ἐὰν αἰσθάνεται ὅτι εἶναι καθῆκον νὰ ὁμιλήσῃ ἔστω καὶ ἐὰν θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, εἶναι καθῆκον του, νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ εἶναι καθῆκον του ὅμως καὶ νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετάζουσα τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, βεβαίως θὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον διὰ περισσοτέρων ἐκπροσώπων της. Τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι κανονικὴ ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγένετο λόγος, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐξουσιοδοτουμένης ἐπιτροπῆς. Ἐγώ, κύριοι, πιστεύω ὅτι τὸ ψήφισμα περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἴσως εἶναι περιττὸν διότι ὑπάρχουν διατάξεις τῶν νόμων κατὰ τὰς ὁποίας ἀπολύονται οἱ παρεκτρεπόμενοι ὑπάλληλοι. Ὑπάρχει δὲ σήμερον κοινὴ πεποίθησις ὅτι ὑπάρχουν δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἐδολιεύθησαν τὸ Κράτος ὑπονομεύσαντες καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ὑπονομεύοντες καὶ δολοπλοκοῦντες ἐναντίον αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τῆς πατρίδος. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀνάγκη ψηφίσματος ἢ νόμων διὰ νὰ ἀπολυθοῦν οὗτοι παραχρῆμα ἐπὶ κακοηθείᾳ. Εἶναι ἡ γνώμη αὐτὴ ἐντελῶς προσωπική. Ἴσως σέβομαι τὴν ἀντίθετον γνώμην ἀλλὰ θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ κρατήσω τὴν ἰδικήν μου. Διότι νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε ἤδη νὰ εἶχε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰ κακοήθη αὐτὰ ὄντα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ψήφισμα, τὸ περὶ δοσιλόγων, θὰ δύναται ἀξιολογώτατα ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τῆς Διασκέψεως τῆς Εἰρήνης νὰ εἴπῃ εὐθαρσῶς, χωρὶς ἐνδοιασμούς, ὅτι ἀποκαθιστᾷ τὴν ἀναγκαίαν ἰσότητα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι προδόται τῆς πατρίδος στυγεροὶ καὶ ἀποτρόπαιοι δολοφόνοι, βιασταὶ γυναικῶν καὶ παιδίων, ἐδικάσθησαν κατὰ τοὺς κειμένους μέχρι σήμερον νόμους, ἐνῷ ἄλλοι, μὴ διαπράξαντες τόσα κακουργήματα ἐδικάσθησαν κατ’ ἄλλους νόμους νεοσυσταθέντας. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἰσότητα ἐνώπιον τοῦ νόμου· σημαίνει ἀνισότητα καὶ κάτι τὸ ἀνώμαλον καὶ ἀπαράδεκτον μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων κρατῶν. Διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν λοιπὸν τὴν νομικὴν ἰσότητα καὶ ὁμοιότητα πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο διότι ἄλλως θὰ εἴμεθα ἄνθρωποι μὴ σεβόμενοι τὴν νομιμότητα καὶ τὴν ἠθικήν. Διὰ τοὺς λόγους ἀκόμη τούτους θὰ ψηφίσωμεν μετὰ πάσης προθυμίας τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§215Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν ἐξηντλήθη ἀπὸ ὅλους τοὺς μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντας ρήτορας. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Κανένα δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὑποβαλλόμενον ἀπὸ τὴν σημερινὴν λαοπρόβλητον Κυβέρνησιν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ζητοῦσα τὴν ἐξουσιοδότησιν δὲν θὰ κάμῃ τοιαύτην χρῆσιν. Ἔχω ὅμως νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀρκετὰ ἐργασθῆ· δὲν ἀπέδωσεν ὅμως ἔργον καρποφόρον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δηλαδὴ ἤθελε ὁ λαός, διὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔθεσε πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐνώπιον τῶν βουλευτῶν. Τὰ δύο· τρία ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπέρασαν δὲν εἶναι ἀρκετὰ διότι παραμένουν ἄλυτα ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Μαΐου ἤμην ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἔκαμα χρῆσιν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποσυμφορήσεως ὄχι μόνον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ πληθυσμοῦ ἐκ τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων. Εἴχαμε ἀναπτύξει 14 ζητήματα οὐσιώδη καὶ ζωτικὰ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἐδόθη ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ λύσῃ διὰ τῶν νομοθετικῶν της μέτρων. Πάντως ἡ λύσις των χρειάζεται διὰ νὰ ἔχουν τακτοποιηθῆ ὡρισμένα πράγματα καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν εἰσέλθει εἰς μίαν ὁμαλότητα μεγαλυτέραν. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀποσυμφορήσεως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν οὔτε τὸ ζήτημα τῆς ἀνοικοδομήσεως τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς 50μελῆ κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ὅλοι μας γνωρίζομεν ὅτι ἐκτὸς τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἶναι καὶ ἄλλα ζητήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπείγοντα. Περιμένει ὁ ἐργάτης νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον νομοθετικὸν διὰ τὸν κόσμον τὸν ἐργατικὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνεργος καὶ πένεται. Ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαῖον εἶναι τὸ τῆς ἀποσυμφορήσεως τῶν πληθυσμῶν τῶν πόλεων. Ἔπειτα ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὸ Σῶμα περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὅταν χιλιάδες ἐργατῶν πεινοῦν, αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν. Ἔχει σχέσιν ὅταν σύ, (ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Κάντζιαν) παίρνῃς ἕνα αὐτοκίνητον καὶ πηγαίνεις σπίτι σου, ἐνῷ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ τὸ πάρω. Δὲν ἔχει σχέσιν ὅτι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῆς οἰκογενείας μου καθημερινῶς καὶ ἔχει σχέσιν ὅταν σὺ μπορῇς νὰ φᾷς κρέας καθημερινῶς. Τέτοιαν ἀντίληψιν ἔχω ἐγὼ ποὺ εἶναι ἀντίληψις συμβαδίζουσα μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Λαοῦ, ἐνῷ σὺ ἔχεις ἀντιλήψεις διαφορετικάς. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄσχετον τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων ὅταν ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ λέγει: σοῦ δίνω 100.000 δρχ. γιὰ νὰ ζήσῃς ἐνῷ ὁ κ. συνάδελφος τὶς 100.000 αὐτὲς τὶς ἐξοδεύει εἰς μίαν ἡμέραν. Δὲν ἔχει σχέσιν τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, διότι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὑπάρχουν 150.000 αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι στοιβαγμέναι σὲ πάκα ὁλόκληρα καὶ περιμένουν αἱ οἰκογένειαι, περιμένει ἡ χήρα ποὺ ἔχει τὸν προστάτην της χαμένον, περιμένει νὰ πάρῃ ἔστω καὶ αὐτὰς τὰς 100.000 δραχμὰς αἱ ὁποῖαι τὶς οἶδε πότε θὰ δοθοῦν ἀφοῦ ὁ ὑπάλληλος ἀφίνῃ τὶς αἰτήσεις στὸ χρονοντούλαπο. Ἔχει σχέσιν λοιπὸν καὶ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἔχει σχέσιν καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἔχει σχέσιν καὶ τὸ ζήτημα τῶν Σωμάτων ἀσφαλείας, ἔχει σχέσιν καὶ τὸ ἐργατικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων διότι δι’ ὅλα πρέπει νὰ φέρῃ νομοθετήματα ἡ Κυβέρνησις ἔχουν σχέσιν καὶ αὐτὰ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἄλλα 50 ἀκόμη ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς πῶ καὶ τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ ἔχουν σχέσιν. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναπτύξω ἐν ἐκτάσει, τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον διότι μέσα εἰς τὸ μυαλό μου, τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ εἶναι μικρόν, εἶναι ὅλος ὁ πόνος μου διὰ τὸν λαὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐργάζομαι νύκτα μέρα διὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσω. Λοιπὸν λέγω ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν μας βέβαια, εἶναι μία μεταβίβασις ἐξουσίας ἀπὸ τὸ Σῶμα ὁλόκληρον εἰς ὡρισμένα ἐπίλεκτα μέλη τοῦ Σώματος ἢ μᾶλλον εἰς ἐκείνους ποὺ θὰ μείνουν ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ δὲν θὰ πᾶνε εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὸ θὰ τὸ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις μέ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ ἀνακατευθῶμεν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἔκαμα ἐὰν ἤμουν εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως....
§216ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσθε Κυβέρνησις.
§217Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἶμαι, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὸ Βέτο, διότι δὲν μὲ ἠρώτησαν τὶ ἔχεις μέσα εἰς τὸ μυαλό σου. Θὰ ἔκανα λοιπὸν τὸ ἑξῆς: Ὅπως ἔφερον διαφόρους νόμους δευτερευούσης καὶ τριτευούσης σημασίας θὰ ἔφερον 25–30 νόμους πρωτευούσης σημασίας καὶ θὰ ἔλεγον: Ψηφίστε τους. Δὲν τοὺς ψηφίζετε; Σᾶς καταγγέλλω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἂς σηκωνώσαστε τότε σεῖς κ. Παπανδρέου μὲ τὶς ρητορίες σας νὰ κάμετε πολιτικήν. Ἔτσι θὰ σᾶς τὴν ἔσκαζα! (Γέλωτες).
§218Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ προβλέπετε ὅτι θὰ διαφώνουν;
§219Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ σᾶς προσβάλω, κύριε Παπανδρέου, μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπα. Ἐγὼ ἔκαμα μίαν κρίσιν. Ἴσως ἡ κρίσις αὐτὴ νὰ μὴ εἶναι ὀρθή.
§220Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε διαπιστώσει ὅτι ἐπεδόθημεν μετὰ πάθους εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει πρόβλεψις ἀντιθέσεως. Ἐκεῖθεν θὰ προήρχοντο αἱ δυσκολίαι.
§221Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἔκαμα ὑποδείξεις ὡρισμένας καὶ ὡρισμένοι ἀπὸ σᾶς ἐδέχθητε τὰς ὑποδείξεις αὐτάς, διότι ἦσαν πράγματα βγαλμένα ἀπὸ τὴν ψυχήν μου, ἦσαν πράγματα τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι. Ἐγὼ δὲν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα ποτὲ διὰ νὰ δημοκοπήσω ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰπῶ, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ σταματήσωμεν τὸ ρεῦμα καὶ νὰ μὴ πηγαίνουν ὀπαδοὶ στὸ Κ.Κ.Ε., πρέπει νὰ στρωθοῦμε στὴ δουλειὰ καὶ νὰ λύσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον θὰ ἔλθω εἰς τὴν πρότασιν Βαμβέτσου πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ διαφωνήσω διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν...
§222Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διατὶ θὰ διαφωνήσετε;
§223Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Διότι σεῖς ποὺ τὴν ὑπεβάλατε ἐὰν εἴσαστε εἰς τὴν παράταξιν αὐτὴν (δεικνύει τὴν παράταξιν τῶν Λαϊκῶν) δὲν θὰ τὴν ὑπεβάλλατε. Τὸ στάρι — στάρι καὶ ἡ ἤρα — ἤρα. Πρέπει νὰ τὰ λέμε ὀρθὰ τὰ πράγματα. Διότι τὶ γίνεται; Ἔρχεσθε νὰ ὑποκαταστήσετε μίαν λαοπρόβλητον Κυβέρνησιν εἰς τὰ καθήκοντά της καὶ νὰ τὴν δέσετε μὲ ἁλυσίδες τῶν κουκουέδων πισθάγκωνα διὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ κινηθῇ. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν παράταξιν αὐτὴν ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μὲ ἐμποδίζει ὅταν ἡ παράταξις αὐτὴ δὲν κάνει τὸ καθῆκον της νὰ λέγω τὰ τρωτά της. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ καθῆκον μου. Τὰ ἄλλα τὰ Συνταγματικὰ τὰ ὁποῖα λέτε σεῖς οἱ νομικοὶ καὶ οἱ καθηγηταί, ἐὰν δηλαδὴ εἶναι συντακτικὴ ἡ Βουλὴ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κουλουμβάκης ἢ ἀναθεωρητική, ἡμεῖς ἐκφράσαμε τὴν γνώμη μας ὅτι εἶναι ἀναθεωρητικὴ καὶ μπορεῖ νὰ δίδῃ καὶ ἐξουσιοδότησιν ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἔγκυρος διότι ἔχει πάρει τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ καὶ ἐγὼ δέχομαι ὅτι μεγαλύτερη ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα καὶ κάθε ἄλλον νόμον εἶναι ἡ Λαϊκὴ ἐντολή. Αὐτὸ μέσα στὸ μυαλό μου τὸ ἔχω ὡς ὑπέρτατον τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ τὰ κράτη εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον. (Χειροκροτήματα).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§225Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ ὥρα εἶναι πολὺ προχωρημένη καὶ θὰ εἶμαι πολὺ σύντομος. Μὲ τὸ πρῶτον βλέμμα, τὸ ὁποῖον ρίπτει κανεὶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εὑρίσκεται πρὸ μιᾶς ἀπορίας. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Ἡ Βουλὴ ...... (ἀναγινώσκει)......». Καὶ τίθεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα, διατὶ ἡ Βουλὴ διὰ ψηφίσματος διακόπτει τὰς ἐργασίας της; εἶναι μία εὔλογος ἀπορία, διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχουν λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους γίνεται τοῦτο εἶναι μία περιττολογία, περιττολογία ἡ ὁποία ἁπλῶς ἐμβάλλει εἰς σκέψεις.
§226Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Τὸ ἄρθρον 1 ἐμπῆκε διὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἑπόμενα.
§227Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσητε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ νὰ εἴπητε: «κατὰ τὰς ἀρχομένας θερινὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς γίνεται τοῦτο καὶ τοῦτο», αὔριον δὲ τὸ ἑσπέρας ὅπου διακόπτει ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμόν της, μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ὁ κύριος Πρόεδρος διακόπτομεν δι’ ἕνα ἕως δύο μῆνας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κανονικόν, τὸ ὁποῖον γίνεται πάντοτε. Ὅταν ἀνέγνωσα διὰ πρώτην φορὰν αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου πρώτου εἶπον, μήπως θὰ πρόκειται περὶ μιᾶς κεκαλυμμένης λύσεως τῆς Συνόδου, δηλαδὴ ἐπειδὴ μᾶς λείπουν 13 ἡμέρες νὰ συμπληρώσωμεν τὸ κατώτατον ὅριον τῆς Συνόδου τὸ τρίμηνον, μήπως αὐτὸ καλύπτει μίαν κεκαλυμμένην λύσιν τῆς Συνόδου καὶ συνεπῶς τὴν 1ην Ὀκτωβρίου θὰ ἀρχίσῃ μία νέα σύνοδος συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1ην τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰς τακτικὴν Σύνοδον διὰ τὰ ἐτήσια ἔργα...... (ἄρθρ. 54)». Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος ἐπέφερε μίαν τροπολογίαν καὶ προσέθεσεν «πλὴν ἐὰν ὁ Πρόεδρος καλέσῃ τὴν Βουλήν». Καὶ αὐτὸ εἶναι συμπλήρωσις περιττολογίας. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὁ Πρόεδρος θὰ τὸ εἶχε τὸ Δικαίωμα αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἐφ’ ὅσον προσθέτει τὴν συμπλήρωσιν, ἐγὼ θὰ συνιστοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέθετε καὶ τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τὴν καλέσῃ, ἐφόσον τὸ κρίνει σκόπιμον ἢ ἐὰν τὸ ζητήσουν 50 βουλευταί». Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Εἶναι δὲ ἡ περίοδος τόσον ἀνώμαλος ὥστε νὰ πρέπει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐζήτησε τὴν τροπολογίαν ταύτην, νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ἕνα τρόπον νὰ φέρῃ ὡρισμένα ζητήματα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἔχομεν τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἐκκρεμῆ ἔχομεν ἕνα δημοψήφισμα καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὶ ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ. Νομίζω λοιπόν, ἐφόσον δὲν διαγράφεται ἡ περιττὴ αὐτὴ διάταξις καὶ συμπληρώνεται, νὰ συμπληρωθῇ ἔτι περισσότερον, ὡς προτείνω. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι εὔλογον διότι ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ προηγούμενα συντάγματα διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι καινοφανὴς ἡ διάταξις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ψηφισμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ὅτι βαδίζομεν παρ’ ὅλα ὅτι δὲν εἶναι διάταξις τοῦ 1911, ὅτι βαδίζομεν ἐπὶ μιᾶς πεπατημένης δηλαδὴ ἡ ἐξέλιξις ἡ πολιτειακὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μᾶς φέρει νὰ μὴ ζητήσωμεν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι καὶ τὸ 1935–1936 ὅταν ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἡ τότε Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐψήφισεν παραπλησίαν διάταξιν. Ἠκολούθησεν καὶ ἐκείνη τὴν ὥριμον πλέον συνείδησιν περὶ τῆς ἀνάγκης της, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγνωρισθῆ καὶ ἡ διάταξις εἶχε περιληφθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἐκεῖνο μόνον ποὺ θὰ ἤθελον νὰ τονίσω εἶναι ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθοῦν τὰ νομοθετικὰ διατάγματα μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὸ κατεπεῖγον. Δηλαδὴ ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις κρίνει ὅτι εἶναι ἕνα ζήτημα κατεπεῖγον τότε καὶ μόνον νὰ τὸ φέρῃ. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἐντὸς τοῦ θέρους μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ λυθοῦν ἀργότερον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων, συνεπῶς τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ περιληφθοῦν οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Οἱ περιορισμοὶ τοῦ 1927 ἀφοροῦν πρῶτον, προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν, συμβάσεις μὲ τὸ Δημόσιον καὶ συνθήκας. Αὐτὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν καὶ πρέπει νὰ παραμείνουν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς θὰ ἤθελον νὰ προστεθῇ τὸ κατεπεῖγον καὶ αἱ ἐξαιρέσεις ἐπὶ πλέον τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἐν σχέσει μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βαμβέτσου καὶ τὸ ἀνέπτυξα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ εἶναι ὥριμος διὰ νὰ δεχθοῦν μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τερματισθῇ ἐντὸς τῆς νυκτός. Συνεπῶς δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Πάντως εἶναι μία ὀρθὴ σκέψις. Μὲ δύο λέξεις ἐγὼ προκρίνω μεταξὺ τῶν 2 μεθόδων, αἱ ὁποῖαι, εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμόσουν τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας εἰς τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἀντὶ τῆς μεθόδου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ πρόγραμμά του ἀνέπτυξε τὸ σχέδιον τῶν πλαισίων νόμων, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, προτιμῶ τὴν λεγομένην μέθοδον διαρκοῦς νομοθετικῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τμῆμα διακοπῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν ἀκόμη τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁλομελείας νὰ ὑπάρχῃ ἡ μικρὰ Βουλή. Εἶναι δὲ εὐκολωτάτη ἡ διαδικασία καὶ δὲν παρουσιάζει οὐδεμίαν δυσκολίαν. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμπωνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ δευτερεύοντα νομοσχέδια. Αὐτὸ θὰ ἠμπορῇ νὰ συνεχισθῆ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι αὐτὸ ἀντιτίθεται εἰς τὰς βασικὰς διατάξεις τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, διότι εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνας τρόπος, τὸν ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὰς ἐργασίας της. Λέγει τὸ ἄρθρον 65: «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της».
§228Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἤθελα νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ ἑξῆς τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ προγράμματος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι τὰ πλαίσια τοῦ νόμου, ἐννοοῦνται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, περαιτέρω ἐνέργεια ἀπόκειται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν καλῶς ἤκουσα σεῖς εἴπατε περὶ τμημάτων διακοπῶν κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐργάζεται πλέον τμῆμα τῆς Βουλῆς.
§229Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Βεβαίως, αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§230Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Τὰ πλαίσια νόμων ὅπως τὰ ἐννοεῖ καὶ ὅπως σκέπτεται νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἔχουν τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει εὐρυτέρων διατάξεων, τῶν ὁποίων τὰς λεπτομερείας, θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία.
§231Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸν καταπολεμῶ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί: Ἔχομεν πικρὰν πεῖραν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τῆς διαγωγῆς, ὄχι τῶν Ἑλληνικῶν, ἀλλ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ὁλοκληρωτικοῦ Κράτους, καὶ τὴν τάσιν των πρὸς φασισμόν. Δηλαδὴ ἐκουράσθημεν ἀπὸ τὰ φασιστικὰ καθεστῶτα εἰς τὴν Εὐρώπην. Αἱ Βουλαὶ ἀπουσίασαν ἐπὶ μακρόν. Εἶναι ἀνάγκη ἡ προσοχὴ τοῦ λαοῦ νὰ στρέφεται πρὸς τὰς Βουλὰς, καὶ νὰ στρέφεται ἐντατικῶς πρὸς τὰς Βουλάς. Αἱ Βουλαὶ νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἐπίκεντρον τοῦ Δημοσίου βίου καὶ ὄχι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἡ ὁποία νὰ ἀποστείλῃ ἐπὶ 6 μῆνας εἰς ἄδειαν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ διακοπῇ ἄνευ ἐλέγχου. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν κάθε ἡμέραν αἱ Ἐφημερίδες νὰ ἀναφέρουν σοβαρὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς.
§232Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τῶν νόμων.
§233Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὸ ζήτημα τῶν ψηφισμάτων, ἐγὼ εἶμαι ἀπολύτως ἀντίθετος, διότι θεωρῶ ὅτι δὲν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, νὰ ἀπεμπολήσωμεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰ δικαιώματά μας. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς συμφωνίας, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἀντιπολιτεύσεως καὶ συμπολιτεύσεως, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, αὐτοῦ, καὶ συνεπῶς εἰς ἐμὲ δὲν πίπτει λόγος. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς: Τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διατυπώσεως, νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἡ μὲν Κυβέρνησις βεβαίως ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ ψηφίσματα, προσέξατε πῶς τὸ ἔχετε διατυπώσει, «ἡ Κυβέρνησις δημοσιεύει..... μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς». Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος εἶναι ὁ θεσπίζων εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν; Ὁ ἔχων τὴν νομοθετικὴν βούλησιν; Εἶναι μία κατάστασις πολὺ περίεργος πραγματικῶς. Σεῖς μέν, δὲν ἀναλαμβάνετε τὰς εὐθύνας, ὡς Κυβέρνησις. Ἁπλῶς πέρνετε τὰ ψηφίσματα καὶ τὰ δημοσιεύετε. Ὁ ἕτερος παράγων, δηλαδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἁπλῶς δίδει μίαν γνώμην.....! Ποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος; Τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ τακτοποιηθῇ εὐκόλως. Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις δημοσιεύει ψηφίσματα, ψηφιζόμενα ὑπὸ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔχων τὴν εὐθύνην καὶ τὴν νομοθετικὴν βούλησιν. Τὴν ἔχει δὲ τὴν εὐθύνην ποῖος; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν. Σεῖς ὅμως, δὲν θὰ ἠμπορεῖτε ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς βουλευταὶ νὰ ὑποβάλετε τὰ σχέδια ψηφισμάτων εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Συνεπῶς ὡς Κυβέρνησις, ἐὰν εἷς ἐξ ὑμῶν, π. χ., δὲν ἦτο βουλευτὴς δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν.
§234Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ ἀπεδέχετο τὴν ἰδικήν μου γνώμην ὡς πρὸς τὰ ψηφίσματα.
§235Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι κάτι τι τὸ θεωρητικῶς σόλικον. Δὲν μπορεῖτε νὰ δημοσιεύετε κάτι, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει ἕνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἔχει σύμφωνον γνώμην....
§236Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι θεωρητικῶς ὀρθή, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§237Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν βαδίζομεν τὴν ὁδὸν αὐτήν. Καὶ τὸ 1936 εἶχε γίνει κάτι τι τὸ παρόμοιον, διὰ κεκαλυμμένου τρόπου, διὰ τῆς τεθλασμένης, ἀλλὰ κάπως περιωρισμένον. Εἶχε ψηφισθῆ ἓν ψήφισμα ὑπ’ ἀριθ. Β, ἀκριβῶς δημοσιευθὲν εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθα ἐδημοσιεύθη ἡ ἐξουσιοδότησις, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «.... ...... (ἀναγινώσκει)........». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συμπληρώσῃ, τροποποιήσῃ ἢ καταργήσῃ νόμους. Δηλαδὴ νέας συντακτικὰς πράξεις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ. Ἡ ὑμετέρα Κυβέρνησις σήμερον, ἔχει ἓν παρόμοιον δικαίωμα μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς συντακτικὰς πράξεις τῆς κατοχῆς, τὰς ὁποίας δύνασθε διὰ νόμου νὰ καταργήσητε, κυρώσητε ἢ τροποποιήσητε. Συνεπῶς δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν καὶ κατὰ τὸ 1936 αὐτὸ δὲν ἦτο σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ παρεβιάζετο ἡ διάταξις περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν, ἄλλοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ἄλλοι εἶπον ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθουν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ ἔλθουν πάλιν ὅλα, θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ μίαν ὀγκώδη ἐργασίαν περιττὴν ἡ Βουλή. Ἐγὼ θὰ κάμω μίαν μέσην πρότασιν. Θὰ ἔλεγον ὅτι ἐὰν 10 βουλευταὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ζητήσουν νὰ ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ προστίθεται εἰς τὸ Ν. Διάταγμα ἡ διάταξις ὅτι «τὸ παρὸν ὑποβληθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν». Εἶναι ζήτημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά της καὶ νὰ ἐπανέλθουν. Εἶναι μία λύσις μεταξὺ τῶν δύο. Ἐγὼ λέγω νὰ ἐπανέλθουν μόνον ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελον οἱ διαφωνήσαντες νὰ ἔλθουν πρὸς εὐρυτέραν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§238Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ Κυβέρνησις, συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι τὸ «σύμφωνον γνώμην» δὲν μπορεῖ ἀκριβῶς νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ψηφίσεως τῶν ψηφισμάτων εἰδικῶς, θὰ ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀντὶ «συμφώνου γνώμης» νὰ ἐγράφομεν «μετ’ ἀπόφασιν». Δηλαδὴ εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις «μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς». Αὐτὸ συμβαδίζει καὶ μὲ τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει) .......».
§239Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. «Μετὰ ψήφισιν».
§240Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Εἶναι ἀντίγραφον τοῦ 1936.
§241Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔγινε λάθος τὸ 1936. «Μετὰ ψήφισιν».
§242Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Νὰ μὴ ἀντιγράφωμεν πράγματα χωρὶς νὰ τὰ μελετῶμεν. Διότι ἂν ἔγινεν αὐτὸ τὸ 1936—διακοπὴ τοὐτέστιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ ψηφίσματος — ἦτο διότι ὁ Μεταξᾶς ἐζήτει πεντάμηνον ἐξουσιοδότησιν, διότι τὸν ἀηδίαζε καὶ τὸν ἐστενοχώρει ἡ Βουλή, καὶ ἤθελε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ τῆς θέσῃ τὸν βρόχον καὶ νὰ πλήξῃ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, πρᾶγμα ὅπερ καὶ ἐπέτυχε. Ἡ ἐπίκλησις, κύριε Ὑπουργέ, τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σύστημα τῆς πτέρυγος τῆς ἰδικῆς σας, δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν. Κακῶς διετυπώθη εἰς τὸ 1936. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτὴ ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν «μετὰ ψήφισιν».
§243Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθωτέρα γνώμη, ἀλλὰ ἡ οὐσία δὲν ἀλλάσσει. Βάλετε τὸ «μετὰ ψήφισιν».
§244Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νομικωτέρα διατύπωσις εἶναι ἀσφαλῶς «μετὰ ψήφισιν». Διότι λέγει τὸ σχέδιον «μετὰ σύμφωνον γνώμην», ἀλλὰ ἂν δὲν ὑπάρχῃ σύμφωνος γνώμη;
§245Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τότε ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ἂν θέλῃ ἠμπορεῖ νὰ δημοσιεύσῃ ὡς τοιαῦτα τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν δὲν θέλῃ, δὲν δημοσιεύει τίποτε. Ὡς πρὸς τὰ ψηφίσματα ὅμως, ὅταν ψηφισθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ δημοσιεύσῃ.
§246Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπίγνωσιν τοῦ, τί πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ. Ἂν δεχθῆτε τὸ «μετὰ ψήφισιν» τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐγκαταλείπετε τὴν μέχρι τοῦδε ἄποψιν. Διότι τότε θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δημοσιεύσητε τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς.
§247Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν νὰ προστεθοῦν ὡρισμέναι ἐγγυήσεις τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος. Δηλαδὴ τὰ νομοσχέδια, ποὺ ἀπαιτοῦν δαπάνην, νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰ συνταξιοδοτικὰ μετ’ ἔγκρισιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κλπ. Δηλαδὴ νὰ τεθῇ ὡς ρητὴ διάταξις αὐτό.
§248Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Αὐτὸ ὑπονοεῖται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.
§249Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπίσης νὰ ἐκτυποῦνται τὰ νομοσχέδια, αἱ τροπολογίαι κλπ. ὥστε νὰ διευκολύνεται ἡ ἐργασία. Ἂν θέλετε κάμετε μόνον μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, νὰ ἔρχωνται πλήρη ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Βουλῆς. Ἐπίσης πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων θὰ γίνεται μετὰ 48 ὥρας ἢ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς διανομῆς των, ὥστε νὰ μὴ ἔρχωνται ἐξ ὑφαρπαγῆς. Ἐπίσης νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁσάκις γίνονται τροπολογίαι, θὰ ἐκτυποῦται ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη καὶ κατόπιν θὰ ψηφίζεται ὡς σύνολον. Τοῦτο θὰ ἀποφύγῃ τὸν κίνδυνον ἐνδεχομένων παρεξηγήσεων, ἐπειδὴ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς τῆς Βουλῆς, ἐντὸς 24ώρου. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ προνοηθοῦν καὶ νὰ συντελέσουν εἰς τὸ νὰ γίνῃ μία τακτικὴ ἐργασία καὶ ἀποδοτικὴ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, «δύνανται νὰ συμμετέχουν ἄνευ ψήφου οἱ Ὑπουργοὶ ......... (ἀναγινώσκει) .........». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ φραστικῶς ἡ διάταξις αὐτή, ὥστε νὰ καθορίζεται ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουν καλούμενοι νὰ προσέρχωνται ἢ δὲν θὰ καλοῦνται καθόλου, ἀλλὰ θὰ προσέρχωνται. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλειοψηφίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία διαφορὰ πλειοψηφίας πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως μεταξὺ τῶν συντακτικῶν ἀποφάσεων καὶ ἁπλῶν νόμων. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κάπως μεγαλυτέρα ἡ πλειοψηφία διὰ τὰς πρώτας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ μία διάταξις, ὥστε εἰς τὰς συντακτικὰς πράξεις ἡ ἀπαρτία νὰ εἶναι 40, ὡς πρὸς δὲ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων νὰ εἶναι 35 εἰδικῶς διὰ τὰς συντακτικὰς πράξεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα νομοθετήματα νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 30 εἶναι ἀρκετός. Βλέπετε ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 108 περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ὡρισμένην πλειοψηφίαν, λέγει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὰ ⅔ τοῦ συνόλου. Τοὐναντίον καταργοῦντες ὅλα αὐτὰ νὰ κυττάξωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ προασπίσωμεν τὸ ἔργον μας.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη 9 ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κομμάτων καὶ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§251Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζομεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ.
§252Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Ἐφ’ ὅσον ἐταλαιπωρήθημεν ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν, διότι ἐὰν ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι, ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν μὴ παρισταμένων ἀπόψε, ἐγραφοῦν καὶ ἄλλοι αὔριον νὰ ὁμιλήσουν, ὁπότε ἀναγκαστικῶς θὰ ἔχωμεν καὶ αὔριον ὁλονύκτιον συνεδρίασιν. Τοὐλάχιστον νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις ἀπόψε καί, ἐὰν θέλετε, λαμβάνομεν αὔριον τὴν ἀπόφασιν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§254Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Σεβόμενος τὴν κόπωσιν τοῦ Σώματος, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Τὸ ἐπίμαχον θέμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος εἶναι, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ πόσον θὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εὐχέρεια τῆς ἐκδόσεως ψηφισμάτων συντακτικοῦ περιεχομένου. Διότι δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγῃ ὅτι καὶ νομικῶς καὶ πολιτικῶς ἡ παροχὴ τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεως, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀντενδείκνυται. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται κοινῶς ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, τὸν ἀρχηγόν της, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ συνεπῶς εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἔχομεν ἕνα εἶδος μεταβιβάσεως, ἐκχωρήσεως ἁρμοδιότητος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς ἕτερον ἐπίσης ἁρμόδιον σκέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς συντακτικῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις. Διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, δηλαδὴ τὸ κυρίαρχον σῶμα, μεταθέτει δικαιώματα, ἐκχωρεῖ δικαιώματα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἐκ τῆς φύσεώς της δὲν ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα, διότι δὲν μετέχει εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ Συντακτικοῦ ἔργου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται μονομερῶς καὶ κυριάρχως ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἄνευ συμπράξεως ἄλλου πολιτειακοῦ παράγοντος. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἕνα βῆμα τόσον μεγάλο, νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα πολιτικὸν θεσμόν, ἕνα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ποίας ταλαιπωρίας θὰ ἐπιφυλάσσῃ εἰς τὸ μέλλον τοῦ δημοσίου μας βίου. Ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς νομίζω ὅτι ἀντενδείκνυται τοῦτο. Ἐπεκαλέσθησαν, προλαλήσαντες συνάδελφοι, τὸ προηγούμενον τῆς Βουλῆς τοῦ 1936, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ προηγούμενον αὐτὸ εἶναι ἥκιστα ἐποικοδομητικόν. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ γίνω μάντις κακῶν, οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν αἱ ἴδιαι προϋποθέσεις μετὰ τὸν πόλεμον.
§255Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὔτε ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐξουσίας συνέβησαν τότε, ὅσα συνέβησαν.
§256Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Πάντως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα προηγούμενον εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος δυσκόλως καταπολεμᾶται, ὁ ὁποῖος θὰ καταστῇ πάγιος θεσμὸς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἔχει ἐπικρατήσει. Ἐννοῶ τὴν εὐχέρειαν ἐκχωρήσεως συντακτικῶν ἁρμοδιοτήτων. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὑποστηρίζω ὅτι, καὶ ὑπαρχούσης συντακτικῆς συνελεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ εἰς Ἐπιτροπήν της ἢ ἄλλο Σῶμα μία τόσον μεγάλη ἁρμοδιότης, ὡς ἡ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἀτυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ περισσότεραι Βουλαὶ ὑπῆρξαν συντακτικαὶ λόγῳ τῶν μεγάλων γεγονότων καὶ τῶν περιπετειῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Ἔθνος, παρὰ τακτικαί, ἁπλαῖ Βουλαί. Συνεπῶς νομίζω ὅτι πολιτικῶς καὶ νομίμως ἀντενδείκνυται ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως συντακτικοῦ περιεχομένου. Ἡ ἐκχώρησις αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησίς μου. Ὡς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ρητῶς εἶχε παράσχει τὴν εὐχέρειαν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ καθιερώθη οὕτω θεσμὸς, καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ παλαιοτέρου συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ σήμερον ἐν ἰσχύϊ, πάλιν ἐχώρησεν ἐπανειλημμένως ἔκδοσις νομοθετικῶν διαταγμάτων κατ’ οἰκονομίαν. Τοῦτο ἐκυρώθη ἀπὸ μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν ἡ ὁποία μᾶς ἐδημιούργησεν ἕνα προηγούμενον, μίαν παράδοσιν, ἕνα θεσμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Συνεπῶς ὡς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις. Ἡ μόνη παρατήρησις εἶναι ὅτι θὰ ἔπρεπε τὰ εἰσαγόμενα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως νομοσχέδια νὰ ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατεπείγοντος, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθοῦν ὅλα τὰ σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι θὰ ἐπεβαρύνετο πάρα πολὺ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἐὰν ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ ταχέως καὶ γονίμως τὸ ἔργον της, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ὑποβάλωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅλα τὰ σχέδια νόμων, καίτοι τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἓν εἶδος ἀπαλλοτριώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος, παρεξήγησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε ὑπὸ τὰς παρούσας τοὐλάχιστον συνθήκας νὰ ἀποφύγωμεν. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Νομίζω ὅτι τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι καὶ νομοτεχνικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς ἀρτιώτερον, ἀπὸ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Καίτοι δὲ αἱ τροποποιήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ προσεγγίζουν κατὰ πολὺ τὰ δύο σχέδια, νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πληρότητος τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀρτιώτερον καὶ προτείνω ὅπως τοῦτο γίνῃ δεκτὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§258Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν προκεχωρημένην αὐτὴν ὥραν ἀναβαίνω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διατυπώσω μίαν δήλωσιν, τὴν δήλωσιν ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὸ ψήφισμα τοῦτο, πρῶτον διότι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐργάζεται ἀπὸ τριῶν μηνῶν καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ πρωτεύοντα ζητήματα, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ υἱοθετήσῃ. Ἀντιθέτως καὶ ἓν ψήφισμα σχετικὸν τὸ ὁποῖον διετυπώθη ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐφάνη μᾶλλον ὅτι τὸ δέχεται, τοὐλάχιστον πρὸς τὸ παρόν, εἰς δὲ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὅπως διατυποῦται αὐτὸ ἀποκρούεται, διότι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνει πρόνοιαν ὡς εἶπεν δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος. Τοιοῦτον σχέδιον ψηφίσματος περὶ παρεκκλίσεως ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει κατατεθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἐγώ, ἀντιπρόσωπος κατ’ ἐξοχὴν ἀγροτικῆς περιφερείας, ἡ ὁποία μοῦ ἔδωσε εἰδικὴν ἐντολὴν ὅπως οἱ ἀγρόται ἀπολυτρωθοῦν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος, ψευσθῶ καὶ δώσω ἐξουσιοδότησιν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, χωρὶς εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ πιθανότης καὶ ἐλπὶς νὰ θεσπισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ νομοθέτημα αὐτό. Διὰ τοὺς λόγους τούτους κατ’ ἀρχὴν θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ καὶ δύο λέξεις ἀκόμη, κύριοι βουλευταί. Συμβαίνει νὰ εἶμαι ἀδιόρθωτος δημοκράτης, νὰ πιστεύω πολὺ εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς, νὰ πιστεύω ὅτι ἡ δημοκρατία δὲν εἶναι τύπος, εἶναι οὐσία. Ὅταν καὶ ἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα δὲν εἶναι ἱκανὸν σήμερον νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς, δὲν νομίζω ὅτι ἠμποροῦμε νὰ τοῦ ρίξουμε τὸ ἀνάθεμα. Νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα ἄνδρες Κοινοβουλευτικοί, ὅτι πιστεύομεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ διὰ τῶν ἔργων μας νὰ ρίπτωμεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τοῦ δημοκρατικοῦ συστήματος. Δι’ αὐτὸ μὲ εὑρίσκει ἄντικρυς ἀντίθετον ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαμβέτσου. Δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὶς ἀτέλειες ποὺ ἐμφανίζει ὁ μηχανισμὸς μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ἂν θέλετε, ρήτορας κατὰ κόμματα εἰς κάθε νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐξουσιοδότησιν ρητὴν πρὸς ἓν Σῶμα ἀριστείνδην βουλευτῶν, εἴτε πρὸς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον Ἀθηνῶν, εἴτε πρὸς τὴν Ὁμοσπονδίαν τῶν Ἐπαγγελματιῶν, καὶ ἂν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε αὐτό, μπορεῖ νὰ λέγεται νομικὴ ἐξουσιοδότησις, ἀλλ’ εἶναι ξένη εἰς τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ὥρα γιὰ πειράματα τοιαῦτα. Μάλιστα δὲν νομίζω ὅτι πταίει ἡ Βουλή, ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ ὀλίγην νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δὲν εἶναι τὸ ποσὸν ποὺ δίδει τὴν ἀξίαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ποιόν. Καὶ ὁσαδήποτε νομοθετήματα διοικητικὰ καὶ ἂν ἐψήφιζεν ἡ Βουλὴ αὐτή, δὲν θὰ ἐβελτίωνον οὔτε τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε θὰ ἐξύψωναν τὸ ἐπίπεδον τῆς Βουλῆς αὐτῆς εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συνήρπαζε τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε μοναχὰ ἕνα μεταβατικὸν Σῶμα διὰ νὰ ἐκλέξῃ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ φορεὺς τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, φορεὺς πρωτοπόρος εἰς τὴν πρωτοπορείαν τῶν ρευμάτων καὶ ὄχι εἰς τὴν ὀπισθοφυλακήν, ἦτο αὐτὸ τὸ ψήφισμα περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁμοῦ μὲ 4, 5 ἄλλα ζητήματα, ἂν ἐλύοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, θὰ ἦσαν ἀρκετὰ ἀπέναντι οἱουδήποτε ἄλλου ὁρμαθοῦ διοικητικῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπαυξάνουν τὰς δημοσίας θέσεις, δὲν λύουν ὅμως τὰ κοινωνικὰ προβλήματα. (Χειροκροτήματα).
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§260Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἀποψινὴ συζήτησις, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξεν γόνιμος εἰς ἰδέας καὶ προτάσεις ἀξίας πάσης προσοχῆς καὶ πάσης μελέτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὗται δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς ἀντικείμενον συζητήσεως, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὡρισμένον, συγκεκριμένον σκοπόν, νὰ ἐκταθῶμεν εἰς συζήτησιν γενικωτέρων θεμάτων, ὅπως εἶναι τὸ θέμα κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πρέπει νὰ καταστῇ εὐχερέστερον τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος ἔρχεται κατόπιν συζητήσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μέτρον ἀνάγκης, ἀνάγκης τὴν ὁποίαν θεωρεῖ τόσον ἐπιτακτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, διαθέτουσα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ καὶ μονοπλεύρως εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος, καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἐξηγεῖ ἁπλῶς τὸ περιστατικόν, ὅτι ἤθελε νὰ συντομεύσῃ τὴν συζήτησιν, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει προσωρινὸν μόνον κέρδος χρόνου διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς κάτι τὸ βαθύτερον, εἰς τὴν ἀνάγκην δηλαδή, ὅτι τὰ ἔκτακτα μέτρα, θὰ ἔπρεπε νὰ προσελάμβανον ἐντονωτέραν χροιὰν ὥστε νὰ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀπόρροια συμφωνίας καὶ θὰ ἔλεγον ἀνάγκη ἐκ τῶν πραγμάτων. Βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἰδικῶς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ διὰ μακρῶν, διὰ μακροτάτων, τὴν Βουλὴν ἐπὶ θέματος τόσον σοβαροῦ, διότι ἐὰν τὴν συμπολίτευσιν συγκρατῇ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνεπῶς ἡ πεποίθησις ὅτι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις, διέπονται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὅλοι θέλομεν νὰ διέπωνται, τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅμως ἀντιθέτως χαρακτηρίζει ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ εὔλογος ἑπομένως εἶναι ἡ ἀνησυχία της νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ ψήφισμα τοιαύτας διατάξεις, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ὡρισμένας διασφαλίσεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ αὐτῆς ἡ συνείδησις. Ἡ Κυβέρνησις προέβη ἤδη εἰς τροπολογίας τινάς, αἱ ὁποῖαι πλησιάζουν πως τὰς ἀντιθέτους ἀπόψεις. Βέβαια πολλὰ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ πολλαὶ σελίδες τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου νὰ φυλλομετρηθοῦν καὶ νὰ εἴπῃ κανεὶς παραδείγματα Κρατῶν, ἀντιτιθεμένων πρὸς τὰ τοιούτου εἴδους ψηφίσματα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἴτε πταίει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι πταίει, εἴτε δὲν πταίει, γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τετράμηνον ἤδη μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ ἀπόδοσις εἰς νομοθετήματα δὲν εἶναι σπουδαία, τὶ λέγω, εἶναι ἀσήμαντος. Βεβαίως δὲ πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι καὶ πρόγραμμα εἶχε δημοσιεύσει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα πολὺ χρονικὸν διάστημα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ γενικὴ κατάστασις καὶ ἰδιαίτατα ἡ οἰκονομικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἀνέμενε ὅτι θὰ ἤρχοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔθιγον τὰ καίρια ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται ἡ Χώρα, ὡς εἶναι, π. χ., τὰ οἰκονομικοῦ περιεχομένου. Τοῦτο ὅμως δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα, θέματα ἀνασυγκροτήσεως καὶ εὐρυθμίας, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμε ἐπὶ 4 μῆνας. Ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸν κατάλογον τῶν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς σχεδίων νόμων, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ περισσότερον μέρος τῶν εἰσαχθέντων νομοθετημάτων δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ κυρώσεις νομοθετικῶν διαταγμάτων. Αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν τοιούτου εἴδους κυρώσεων, εἶναι κατ’ ἀνάγκην περιωρισμέναι, διότι εἰς τὰς σκέψεις ὅλων ἐπικρατεῖ ὅτι ἰσχύουν. Εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀνάγκης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑνὸς μέν, διότι ἔχει παρέλθει ὁ συνήθης χρόνος τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι ἡ Κυβέρνησις κρίνει ὅτι ἀπουσιάζοντος τοῦ ἀρχηγοῦ της, κωλύεται εἰς τὸ ἔργον της. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινε ὅτι κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της διὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν εἶμαι ἀρχηγὸς κόμματος καὶ δὲν ἤμουν παρὼν κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἀλλ’ ὡς ἀνεκοινώθη ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπῆλθε συμφωνία μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, καθ’ ἣν εἰς μὲν τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ζητήσῃ εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, εἰσάγουσα ὁτιδήποτε θέλει, εἰς τὰ ψηφίσματα ὅμως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐντελῶς περιωρισμένην ἐξουσιοδότησιν. Ἡ συμφωνία εἶναι ὅτι μόνον τὰ ψηφίσματα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε σύμπτωσις γνωμῶν, θὰ περιελαμβάνοντο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἔγινε δὲ δεκτὸν αὐτό, καθὼς ἀνεκοινώθη καὶ εἰς ἐμέ, προκειμένου περὶ 2 ἕως 3 θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκρίθη σκόπιμον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ παρεμποδισθῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὸ ψήφισμα διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἴσως διότι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ διμήνου εὑρεθοῦν χρήματα καὶ θὰ χρειασθῇ νὰ γίνουν ἀπαλλοτριώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τοὺς συνήθεις κανόνας διὰ τὰς ἀναγκαστικὰς ἀπαλλοτριώσεις. Ἐπίσης ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε κατ’ ἀρχὴν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίδρασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὑπῆρξε καὶ τρίτον σχέδιον ψηφίσματος μικροτέρας σημασίας, ἀλλ’ εἰς ταῦτα καὶ μόνον περιωρίσθη ἡ συμφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ὑπερβαίνουσα τὴν συμφωνίαν αὐτήν, θελήσῃ νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἄλλα ψηφίσματα, βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἐπικαλουμένη τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν διαθέτει, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἐπικαλουμένη τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν παρέχει τὴν συγκατάθεσίν του εἰς τὴν παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων, πλὴν ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρξε συμφωνία. Ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ψηφίσματος, διὰ μὲν τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι πάντως ἔχουν σημασίαν σπουδαίαν, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀντίθεσίν του, ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἅπαντα, νομοθετήματα καὶ ψηφίσματα, ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, πλὴν τοῦ παραδείγματος τοῦ ψηφίσματος τοῦ 1936, ἐπεκράτησε δι’ ὅλης τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας, ἀντετάχθη ὅτι θὰ εἶναι πλῆθος αὐτὰ τὰ νομοθετήματα καὶ ὅτι εἰς τὸν ὄγκον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἤδη τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς καὶ ἄλλων περιόδων, θὰ προστεθῇ καὶ ἕνας νέος ὄγκος νομοθετημάτων. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀπεφάνθη διὰ τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς, τὰ ὁποῖα ἀριθμοῦνται κατὰ χιλιάδας καὶ ἀφ’ οὗ πρόκειται, ὅπως ἀνέπτυξεν εἰς τὴν εὔγλωττον ἀποψινὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαμβέτσος, αἱ χιλιάδες αὐταὶ τῶν νομοθετημάτων νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν ἢ κατάργησιν, πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, περὶ παρωνυχίδος διὰ τὰ 50, 100 ἢ 200 νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγκριθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ παραβιάσεως μιᾶς ἀρχῆς, ἡ ὁποία πάντοτε ἐτηρήθη, ὅτι τὸν τελευταῖον λόγον ἔχει πάντοτε ἡ Βουλή. Δὲν φαντάζομαι ὅτι, ἀφοῦ ἐξηρέθησαν αἱ κυρώσεις τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, δὲν φαντάζομαι ὅτι ὁ νομοπαρασκευαστικὸς οἶστρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀψίμως κεντῶν αὐτήν, θὰ ἐξαποστείλῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν διακοπῶν ἑκατοντάδας νόμων. Τὸ εὔχομαι, ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω καὶ δὲν τὸ πιστεύω, δι’ οὓς λόγους εἶπον προηγουμένως, ὅτι δηλαδὴ τὰ μεγάλα θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἐνδιαφέρεται ἡ Κυβέρνησις νὰ νομοθετήσῃ διαρκουσῶν τῶν διακοπῶν, εἶναι στενώτατα συνδεδεμένα πρὸς χρηματικὰς καὶ ἄλλας δυσκολίας, τῶν ὁποίων γνῶσιν καθ’ ἑκάστην λαμβάνει ἡ Βουλή. Δὲν εὐσταθεῖ, λοιπόν, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι θὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς πολλὰ νομοθετήματα ἐπὶ πλέον, ἐνῷ ἀντιθέτως μεταβάλλεται μία ἀρχή, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φοράν, ἔχει ἐφαρμοσθῆ δι’ ὅλον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι μετριάζει τὸ κακόν, δεχομένη νὰ ὑποβληθοῦν πρὸς ἔγκρισιν τὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι τὰ ψηφίσματα θὰ εἶναι 3 ἢ 4, ἐνῷ τὰ νομοθετήματα θὰ εἶναι πολλά. Εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα, εἰς τὴν παραβίασιν δηλαδὴ τῆς συμφωνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα καὶ συνεπείᾳ τούτου εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐγκρίνῃ κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ ψήφισμα καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου καὶ συντακτικοῦ ἔργου εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἐξαντλοῦνται αἱ κύριαι ἀντιρρήσεις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχομεν τὴν συναίσθησιν, ὅτι, διαρκοῦντος τοῦ διμήνου ἢ τριμήνου τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν — καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο ἰσχύει καὶ διὰ τὰ ἄλλα κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως — συνετελέσαμεν περισσότερον ἀπὸ τὴν συμπολίτευσιν εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αὐτὸ δὲ θὰ πράξωμεν καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀντιπροσωπεύουν τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ στατιστική, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος κ. Βαμβέτσος, ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος, τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ τὴν συσχέτισιν τοῦ περιεχομένου τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν πρὸς τὸν ἀριθμόν των, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ πρόκειται νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν εἰργάσθη καὶ δὲν ἀπέδωκε νομοθετικῶς, ἀφ’ οὗ ὅ,τι ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη, μάλιστα, κατὰ τρόπον πιεστικώτατον. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις φέρῃ ἕνα ψήφισμα, διότι περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἡ πλειοψηφία καὶ διότι τελικῶς θὰ γίνῃ δεκτὸν αὐτό, μᾶς δημιουργεῖ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν αὐτὴν ἑσπέραν νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν, νὰ τὸ ἐγκρίνωμεν ὅπως ἔχει, δὲν νομίζομεν ὅτι ἀποτελεῖ ἰδέαν κοινοβουλευτικήν. Ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ τὸ ψήφισμα, νὰ συζητηθῇ ἀμέσως καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἰσήλθατε πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλήν, ξενίζεσθε ἴσως δι’ αὐτό, ἀλλὰ ὅσον προχωρεῖ ὁ καιρός, θὰ ἴδητε, ὅτι κάθε νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατάχρησις, ἡ ὁποία δὲν βαρύνει ἡμᾶς. Δὲν συμφωνῶ εἰς ὅ,τι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας του. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πραγματικῶς τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν, δὲν φέρουν ἐγκαίρως καὶ ἄρτιον τὸ πρόγραμμά των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὶ θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐὰν φέρωμεν νόμους, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι αὐτοὶ θὰ ψηφισθοῦν; Ἀπόκειται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προωθήσῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ψήφισμα, ὅπως φαίνεται ὅτι θὰ γίνῃ δεκτόν, θὰ ἔχῃ τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν, ἀπόκειται εἰς αὐτήν, ἀσκοῦσαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἄρῃ τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐναντίον της, ὅτι δὲν προωθεῖ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. (Χειροκροτήματα).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§262Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ψηφίσματος, ἡ ὁποία πλέον ἐξηντλήθη κατόπιν τῶν τόσων ἀγορεύσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἄλλως τε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεδέχθη ἀρκετὰς τροπολογίας εἰς τρόπον, ὥστε ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία μᾶς ἐχώριζεν ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον ψηφίσματος, δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς πολλὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὀλίγα δὲ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἀκόμη, ἐσμικρύνθη κατὰ πολύ. Συγκεκριμένως τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων θὰ ἤθελε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δύο σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων καὶ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Φρονοῦμεν δηλαδὴ ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν παγίαν παράδοσιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἐν λευκῷ. Ἀσχέτως τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ τύχη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη κατὰ τὸ 1936 ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελῇ προηγούμενον ἀσφαλὲς καὶ προηγούμενον εὐοίωνον, πιστεύομεν ἀδιστάκτως ὅτι ὑπάρχει ἕνας βιολογικὸς νόμος, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποξενοῦνται τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαιωμάτων των, δὲν εἶναι ὀργανισμοὶ βιολογικῶς βιώσιμοι. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ ἠθέλαμεν ἕνα περιορισμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπομεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῶν θεμάτων, ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς εἰς ὡρισμένα εἰδικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλεφθοῦν. Διὰ τοῦτο θὰ ἠθέλαμεν νὰ προτείνωμεν τὸν περιορισμὸν λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἐπροτείναμεν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἶναι καθαρῶς ἠθικός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελεῖ καὶ ἕνα περιορισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ μίαν ἱκανοποίησιν τοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ ἀπεμπολήσῃ ἐν λευκῷ τὰ δικαιώματά του. Ἡ δευτέρα τροπολογία ἀφορᾷ τὴν ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων. Ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν φαίνεται ὅτι ὑπάρχει σοβαρὰ θεωρητικὴ διαφωνία ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Θὰ ἔπρεπε τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων νὰ λυθῇ κατ’ οἰκονομίαν, δηλαδὴ κατὰ μίαν συμφωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ συμφωνία αὕτη ἐπετεύχθη κατ’ ἀρχὴν μετὰ τὴν συνάντησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνθυμεῖται — διότι παρίστατο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην — ὅτι μετὰ τὴν βασικὴν ἀντίρρησιν τοῦ κ. Σοφούλη, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου ἐπρότεινε μίαν μέσην λύσιν, ὑποδείξας ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις διὰ τὰ ὑποβληθέντα ψηφίσματα καὶ ἰδίᾳ διὰ τὰ 2 αὐτὰ ψηφίσματα. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ μοῦ ἔκανε, ὁμολογῶ, κατάπληξιν ὅταν τὴν ἑπομένην εὑρέθημεν πρὸ νέων ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὴν συζήτησιν.
§263Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ διαβεβαιώσω τὰ ὅσα εἴπατε καὶ νὰ προσθέσω ὅτι μᾶς ἐδηλώθη τότε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι περὶ ἐκείνων μόνον τῶν ψηφισμάτων ἐπρόκειτο καὶ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν σκέψιν κανενὸς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ κατετίθεντο καὶ ἄλλα ψηφίσματα. Καὶ πράγματι συνεμερίσθημεν τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβραδυνθῇ ἡ ἐξυγίανσις τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ δημιουργία πραγματικοῦ ἐθνικοῦ Κράτους ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἐπικειμένων ἀπροόπτων ψηφισμάτων.
§264Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐὰν ὑπαινίττεσθε τὸ ψήφισμα τῶν δοσιλόγων, σᾶς κάνω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι τὸ ψήφισμα εἶχε κατατεθῇ πρὸ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ἡ τροπολογία εἶχε κατατεθῇ πρὸ τῆς συσκέψεως.
§265Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον εἶχε γίνει συμφωνία ἐπὶ ποίων ψηφισμάτων ἐπρόκειτο καὶ βεβαιοῦν τὴν συμφωνίαν ταύτην οἱ παρόντες, ὁ ἐκπρόσωπος ἑνὸς Κόμματος καὶ ὁ Ἀρχηγὸς ἄλλου.
§266Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἐγένετο ὀνομαστὶ συζήτησις περὶ τῶν ψηφισμάτων τῶν ἤδη ὑποβεβλημένων.
§267Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνθυμεῖσθε ἐὰν ἔγινε λόγος περὶ ψηφίσματος δοσιλόγων εἰς τὴν συνομιλίαν μας;
§268Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔγινε τοιαύτη συζήτησις.
§269Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγένετο συνομιλία διὰ τὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι προσδιώρισα τὴν ἀνάγκην ἐθνικῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ὄχι κομματικῆς καὶ ὅταν ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν ἀποδοχῆς αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, τότε εἶπον ὅτι πράγματι θὰ ἦτο ἀτύχημα ἐὰν δὲν ἐγίγνετο χρῆσις αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαμέσου χρονικοῦ διαστήματος καὶ προσέθεσα ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ ἐκκαθάρισις νὰ γίνῃ κομματικὴ δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμουν.
§270Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐφ’ ὅσον γεννᾶται ἡ ἀμφισβήτησις ἐπιθυμοῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ συμφωνία μας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων ἐγένετο ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἀφορᾷ μόνον τὰ δύο ἐκεῖνα ψηφίσματα. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, ἀκριβῶς διότι πρόκειται περὶ ἐπιμάχου θεωρητικῶς θέματος πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο ἀπαραίτητος μία συμφωνία καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἀποσύρῃ ἢ μᾶλλον νὰ δεχθῇ ὅπως ρητῶς προσδιορισθοῦν εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὰ δύο αὐτὰ θέματα, διότι ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐπὶ ἄλλων ψηφισμάτων τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον μεταξὺ τῶν ἄλλων σχεδίων ψηφισμάτων τὰ ὁποῖα ἐκκρεμοῦν ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν ζητήματα καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συζητοῦνται καὶ πρόκειται νὰ κριθοῦν θέματα συμφέροντα τῆς Χώρας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐπαναλαμβάνομεν, νὰ ἐμμείνωμεν ἀνενδότως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐπιμένομεν ὄχι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀπὸ πνεῦμα ἐπικουρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸ ἴδιον πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἤχθημεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία διὰ τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης, νομίζομεν δὲ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ δήλωσίς μας ἔχει κάποιαν ἰδιαιτέραν σημασίαν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ὑπερβαίνει τὴν ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Χειροκροτήματα).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§272Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς διακοπῆς.........
§273Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δευτερολογοῦντες λαμβάνουν τὸν λόγον ἀφοῦ ὁμιλήσουν πρῶτον ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι. Ἐγὼ καὶ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν κοινοβουλευτικότητά του.
§274Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μακρηγορήσω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Δὲν γνωρίζω τὶ νὰ λάβω ὡς κριτήριον τῆς μακρηγορίας. Νὰ λάβω τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικάλων τροποποιησιολόγου κ. Βαμβέτσου; Νὰ λάβω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν κ. Κουλουμβάκη, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὴν ὥραν μᾶς ἐδίδασκε τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν; Τί, τέλος πάντων, νὰ λάβω ὡς κριτήριον τῆς μακρηγορίας; Δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ διατὶ ὅταν πρόκειται νὰ λάβω τὸν λόγον μοῦ γίνεται σύστασις νὰ εἶμαι σύντομος. Αὐτὸ μὲ ἀπαγοητεύει (γέλωτες). Ἐν τούτοις, καὶ ἐν ἀπαγοητεύσει εὑρισκόμενος, θὰ ὁμιλήσω. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς διακοπῆς, ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ καὶ ἤκουσα τόσα πράγματα καὶ τοιαύτας θεωρίας καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐλησμόνησα τὶ κυρίως μὲ παρώθησεν εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικάλων βουλευτοῦ, πλαισιωθεῖσα μὲ τόσον ὡραίας καὶ ὑψηλὰς θεωρίας, μὲ ἔκαμε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὶ οὗτος συγκεκριμένως ζητεῖ. Χρειάζεται νὰ κάμω ἀνασκαφὴν τοῦ ὅλου ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀγορεύσεώς του διὰ νὰ ἀνεύρω τὸ νόημά της. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐπεσώρευσε σωρὸν ὁλόκληρον ἀπὸ ποικίλον ὑλικόν, ἀπὸ χρήσιμον, ἄχρηστον, περιττὸν καὶ ἀναγκαῖον. Βεβαίως, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν εἶναι ὀρθή. Μᾶς εἶπε, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὁ Λαὸς ἔχει ἀνάγκην νόμων, ἔχει ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως λέγει: Ἄ! δὲν δίδομεν ἡμεῖς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, θὰ τὴν δώσωμεν εἰς 50 βουλευτάς. Δηλαδὴ θέτει μίαν τροχοπέδην, ἕνα χαλινὸν εἰς τὴν ταχεῖαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπίσης μᾶς εἶπεν ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ νομοθετοῦν μετὰ μεγάλης ταχύτητος, καὶ ὅμως ἐπιμένει νὰ μὴ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο, πρὸς ταχεῖαν νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ μᾶς ἀφήνει μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ἐξ ὅσων εἶπεν, ὅτι ὁ ἐκ Καρπενησίου ἐαμόπληκτος ἢ Γερμανόπληκτος, θὰ ἠσθάνετο ἱκανοποίησιν ἐὰν ἔβλεπε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πλήρεις νομοσχεδίων καὶ νόμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις; Ὡραία πράγματι, εἶναι ἡ θεωρία! Μᾶς βαυκαλίζει καὶ μᾶς φέρει εἰς τὰ ὕψη καὶ ἐκεῖθεν, αἰσθανόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς μεγαλοπράγμονας, βλέπομεν τοὺς ἐπὶ Γῆς κοινοὺς θνητοὺς ὡς ἔχοντας ἀνάγκην νόμων. Ἀλλ’ ἂς προσγειωθῶμεν καὶ ἂς ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικότητα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται οὔτε πρέπει νὰ ἀπομακρύνεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἡ σκληρὰ τῶν περιστάσεων πραγματικότης μᾶς ἐπιβάλλει νὰ παράσχωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, διότι αὕτη εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον δύναται νὰ νομοθετῇ ἐπὶ τῶν κατεπειγουσῶν περιπτώσεων, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας περὶ πολιτικῆς ὡριμάνσεως, περὶ τῆς ὁποίας προηγηθεὶς συνάδελφος ὡμίλησεν. Ὅταν ὡριμάσωμεν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ πολιτικὸν Μπικίνι καὶ ἐκεῖ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πείραμα τῆς ἀναπτυχθείσης θεωρίας. (Γέλωτες). Εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡμᾶς ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως ψηφισμάτων τινῶν, ὅπως π. χ. τοῦ περὶ ἀνοικοδομήσεως τῆς Χώρας καὶ τοῦ περὶ ἀπαλλοτριώσεων πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Τοῦτο ἐκίνησε τὴν εὐθιξίαν τινῶν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν εἶμαι, βεβαίως, ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν θεωρῶ ὅμως αὐτὴν ὡς ἱερὰν καὶ ἀπαραβίαστον, ὡς ἐχαρακτηρίσθη ὑπό τινων συναδέλφων κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθοῦν κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἰδιοκτησίας νὰ μὴ θεωρῆται ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, καὶ ἡ προστασία του νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἀποτελῇ ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν κοινωνικῶν σκοπῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, ἐγὼ ὑπέβαλα τροπολογίαν, καθ’ ἣν αἱ ἀπαλλοτριώσεις νὰ ἐπιτρέπωνται ἐπὶ σκοπῷ καὶ μόνον ἀνοικοδομήσεως καὶ ὄχι δι’ οἱονδήποτε τε ἄλλον λόγον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς σχετικῆς διατάξεως. Ἐπίσης ἐπείγει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν Ψηφίσματος. Ἢ μήπως τυχὸν νομίζετε ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη ταχείας ἐπιψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ; Ὅσον ἀφίνομεν τὸν κοινωνικὸν σάρακα τοῦ Κομμουνισμοῦ νὰ ὑποσκάπτῃ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοσοῦτον δυσχερέστερον θὰ ἀπαλλαγῶμεν αὐτοῦ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὸ ψήφισμα περὶ δοσιλόγων πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ταχύτερον. Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι ἀντιπαθοῦν αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν σμήνη λαοῦ καὶ πλήθη κόσμου ἦσαν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐνώπιόν μου καὶ μοῦ ἔλεγον: «Μὴ τολμήσῃς νὰ θίξῃς τὸ ζήτημα αὐτό», ἐγὼ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τὸ ἔθιγον, διότι αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι, ὅλοι μας κοπτόμεθα ὑπὲρ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἠκούσαμεν τὸν ἐκ Τρικάλων ἀξιότιμον βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ τρόπος καθ’ ὃν παρέχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἠκούσαμεν καὶ ἄλλους συναδέλφους τ’ αὐτὰ ὑποστηρίζοντας....
§275Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα.
§276Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσαμεν θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐλησμονήσαμεν π. χ. τὸ 3ον ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ἐλησμονήσαμεν τὸ ἄρθρον 7ον τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Ἐλησμονήσαμεν ἐπίσης τὸ ἄρθρον 8 κατὰ τὸ ὁποῖον «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ». Καὶ παύομεν νὰ ἔχωμεν ἐν ὄψει τὰς διατάξεις αὐτὰς ὁσάκις δὲν ἐξυπηρετοῦν τὰς ἀπόψεις μας. Τοιοῦτοι συμβιβασμοὶ δὲν ἁρμόζουν εἰς τοὺς ὑπεραμυνομένους τοῦ Συντάγματος. Τοιαῦται μεροληπτικαὶ ἀντιλήψεις εἶναι ἀνεπίδεκτοι συμβιβασμοῦ μὲ τὴν καλὴν πίστιν.
§277Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Βεβαίως δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ συμβιβασμὸς μὲ τὴν καλὴν πίστιν.
§278Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ πρὸς σᾶς κύριε συνάδελφε, διότι σεῖς οὐδέποτε μεταβάλλετε γνώμην......
§279Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν θὰ ψηφίσω ποτὲ ὑπὲρ τῶν δοσιλόγων, οὔτε θὰ κάνω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν δικηγόρον τῶν δοσιλόγων.
§280Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε νὰ ψηφίσετε ὑπὲρ τῶν δοσιλόγων; Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην ἐδημιουργήθη μία σατανικὴ στρατιὰ δημιουργῶν δοσιλογίας. Ἡ κομμουνιστικὴ αὐτὴ στρατιά, ἐνεργοῦσα ἐπὶ τῇ βάσει ὁδηγιῶν καὶ συνθήματος προερχομένου ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πηγήν, γνωστὴν εἰς ὑμᾶς, ὡς σκοπὸν ἔχει νὰ δημιουργῇ δοσιλόγους διὰ παντὸς θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου μέσου. Ἐπίσης γνωρίζετε πάντες ὅτι οἱ ἐν Ἑλλάδι κομμουνισταί, ἀνήγαγον εἰς βιομηχανίαν τὴν δημιουργίαν δοσιλογίας, καὶ ἐμφανίζονται ὡς κατήγοροι ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἢ θέλουν νὰ ἐκβιάσουν ἢ θέλουν νὰ ἐξοντώσουν. Καὶ πολλάκις ἐπιτυγχάνουν τοῦ σκοποῦ των αὐτοῦ, χρησιμοποιλοῦντες τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Σεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μὴ θελήσετε νὰ ἀντικαταστήσητε τοὺς κομμουνιστὰς εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει μεγαλυτέραν ἀποστολὴν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιτελεῖ Δημόσιον λειτούργημα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
§281Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μετατρέπονται θανατικαὶ ποιναὶ ἐγνωσμένων ὀργάνων τοῦ ἐχθροῦ. Ὅλα αὐτὰ καταβιβάζουν τὸ ἐπίπεδον τῆς ἠθικῆς στάθμης τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως, κύριε συνάδελφε, φοβοῦμαι ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ ψηφίσματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ φέρῃ ἕνα μεγάλο κακὸ εἰς τὴν Χώρα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ηὐξημένον εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον.
§282Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑφίστατο τοιοῦτος κίνδυνος, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐδίσταζα οὔτε πρὸς στιγμὴν νὰ ξεσχίσω τὸ ψήφισμα αὐτό, ἐὰν τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμέ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ ὑπεραμυνθῶμεν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν προδοτικῶς μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Οὔτε ὑπάρχουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πράγματι δοσιλόγων. Ποῖος ἀρνεῖται ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε συνεργασθέντες μετὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐξυπηρετήσουν αὐτὸν καὶ νὰ βλάψουν τὴν Πατρίδα δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν; Ποῖος ἀρνεῖται ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς ὅλοι ὑφιστάμεθα τὰ πάνδεινα διαβιοῦντες μὲ λαχανίδας, συνειργάζοντο σκανδαλωδῶς μετὰ τοῦ ἐχθροῦ πρὸς πλουτισμόν, πατῶντες ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ καταδυναστευμένου καὶ πεινῶντος Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ προδίδοντες ἅμα τὴν Ἑλλάδα;
§283Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Χθὲς ἀκόμη, τὴν ποινὴν τοῦ Πουλῆ, ὁ ὁποῖος ἐπρόδωσε 8 ἀνθρώπους, τὴν μετέτρεψαν ἀπὸ ποινὴν θανάτου εἰς ποινὴν ἰσοβίων δεσμῶν. Ὁ Βουλπιώτης ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Ὁ Βασιλόπουλος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν φυλακήν.
§284Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν κ. Βασιλόπουλον, δὲν ἔχω πληροφορίας ὅτι ἔδρασεν ἀντεθνικῶς. Κακῶς ἐμετριάσθη ἡ ποινὴ τοῦ Πουλῆ. Πρέπει νὰ ἄρωμεν τὰς παρεξηγήσεις καὶ νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἄδικα. Καὶ ἔχουν συντελεσθῆ πολλὰ τοιαῦτα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον ἕνα παράδειγμα. Πρό τινος χρόνου ἐπεσκέφθην τὸν Εἰδικὸν Ἐπίτροπον τῶν δοσιλόγων διὰ νὰ πληροφορηθῶ ἂν ὑπάρχουν περιπτώσεις ἀδικιῶν. Ὁ κ. Ἐπίτροπος μοῦ διηγήθη μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικόν: Ἐπέστρεψεν πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐκ Γερμανίας μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὁμήρους, καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ κατὰ τὴν ἀπουσίαν του εἰς ἰσόβια δεσμά, κατηγορηθεὶς ὑπὸ κομμουνιστῶν ὡς δοσίλογος. Εἶχε καταδικασθῆ προφανῶς ἀδίκως. Ὁ Ἐπίτροπος ὅμως, μὴ δυνάμενος νὰ πράξῃ ἄλλως κατὰ τοὺς περὶ δοσιλόγων ἰσχύοντας νόμους, ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης, ὅπου καὶ ἐκτίει τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὁ ἄνθρωπος τίποτε ἀπὸ τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς αὐτὸν κατηγορίαν.
§285Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν κατεδικάσθη ἐρήμην, ἔχει δικαίωμα ἀναθεωρήσεως, ἂς τὸ ἀσκήσῃ.
§286Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Οἱ καταδικαζόμενοι κατὰ τὴν γνωστὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικὴν Πρᾶξιν, οὐδὲν ἔνδικον μέσον δύνανται νὰ ἀσκήσουν. Ἔχουν μόνον δικαίωμα ἀνακοπῆς ἐν ᾗ περιπτώσει, προφυλακισμένοι ὄντες, δὲν προσήχθησαν εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§287Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ Συντακτικὴ Πρᾶξις τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἡ ὁποία παρέχει δικαίωμα ἀνακοπῆς εἰς τοιαύτας περιπτώσεις.
§288Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα. Ἀλλά, κύριοι, τοιαῦτα παραδείγματα ὑπάρχουν πλεῖστα. Καὶ ὅσοι τυγχάνει νὰ ἔχουν νομικὴν συνείδησιν καὶ νὰ ἔχουν ἔνθεον τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, ὑποφέρουν δεινῶς βλέποντες ἀπειρίαν ἀθώων πολιτῶν νὰ σήπωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἀπὸ ψευδεῖς κατηγορίας, σκευωρηθείσας ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ συγκροτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ δυσφημίσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐμφανίζον χιλιάδας Ἑλλήνων ὡς συνεργασθέντας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ δὲν ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος ἡ τοιαύτη ἐνέργειά του. Μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι κατά τινα συγκέντρωσιν δημοσιογράφων παρὰ τῷ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτῇ τῆς Ἀλβανίας, γενομένην τῇ προσκλήσει τοῦ ἰδίου, μία δημοσιογράφος Γαλλίς, ἠρώτησε τὸν Ἕλληνα δημοσιογράφον κ. Δασκαλάκην, πόσοι Ἕλληνες συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ κατακτητοῦ ἀφήνουσα νὰ ἐξυπακούεται ὅτι οὗτοι ἀριθμοῦνται εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων. Καὶ ὁ Ἕλλην δημοσιογράφος ἀπήντησε καταλλήλως. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα τῆς δημιουργίας τόσον δοσιλόγων εἶναι θλιβερόν. Ἀπὸ τὸν ραδιοφωνικὸν σταθμὸν τῆς Σόφιας, πολλάκις ἐλέχθη ὅτι οἱ Βούλγαροι, ἀδίκως κατηγοροῦνται ὡς συνεργασθέντες μετὰ τοῦ Ἄξονος καὶ ὅτι οἱ συνεργασθέντες ἐν Βουλγαρία μετ’ αὐτοῦ ἀνήρχοντο μόνον εἰς 150 τοὺς ὁποίους καὶ ἔσφαξαν. «Πηγαίνετε, λέγει, εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἴδετε πόσαι χιλιάδες δοσίλογοι ὑπάρχουν». Ἐάν, κύριοι, φιλοδοξοῦμεν νὰ ἀποτελέσωμεν τὴν πρωτοπορίαν τοῦ ἐκπολιτισμοῦ τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Βαλκανικῆς, πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι Λαὸς πολιτισμένος. Πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ἔχομεν Δικαιοσύνην πολιτισμένου Λαοῦ. Καὶ διὰ νὰ λάβετε ἰδέαν τοῦ πῶς ἐδημιουργήθησαν αἱ χιλιάδες αὐταὶ τῶν δοσιλόγων, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐμπιστευτικὴν ἐγκύκλιον τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος πρὸς τὰ ὄργανά του. «Κ.Κ.Ε. ΠΕΡ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ, 15 ΜΑΗ 1945. ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ. Ἀγαπητοὶ σύντροφοι. Δὲν φάνηκαν σοβαρὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν κινητοποίησι ἐνάντια στοὺς δοσιλόγους. Συνεχίστε μὲ δραστηριότητα, σκοπὸς εἶναι βαρὺς καὶ σπουδαῖος. Θὰ κάνετε μηνύσεις ἰδίως σὲ ὅσους ἔχουν τσιφλίκια καὶ περιουσίες καὶ θὰ κρατᾶτε ἀντίγραφα, ἀργότερα θὰ χρειασθοῦν τὰ στοιχεῖα. Μηνύσεις.... μηνύσεις...... μηνύσεις καὶ πάλι μηνύσεις........ «Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μεγάλος ἀριθμὸς μηνύσεων. Οἱ Τσιφλικάδες ὅλοι ἦσαν εἰς τὸ ΕΑΣΑΔ, ὅλοι εἶναι προδότες, ὅλων ἡ περιουσία πρέπει νὰ κατασχεθῇ ἀργότερα καὶ νὰ δοθῇ εἰς τὰ τίμια παλληκάρια τοῦ ΕΛΑΣ καὶ εἰς τοὺς ἄλλου ἡρωϊκοὺς συναγωνιστὲς...». Καὶ οὕτω ἐδημιουργήθη ἀπειρία δοσιλόγων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἐδικάσθησαν καὶ δικάζονται ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῇ βάσει προανακρίσεων, διεξαχθεισῶν ἐπὶ Ἐαμοκρατίας, καὶ οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης προδικασίας καὶ μόνον. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀναφέρῃ ἄπειρα παραδείγματα τῆς τοιαύτης διαδικασίας. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι θὰ κάνω κατάχρησιν τῆς καλωσύνης σας καὶ ὑπομονῆς σας, καὶ θὰ τὰ ἀντιπαρέλθω. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποφύγω ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ τραγικὸν δικαστικὸν γεγονός. Εἴς τινα ἄρτιον Ἕλληνα, ἐπιστρέψαντα πρό τινων ἐτῶν ἐξ Ἀμερικῆς καὶ κατοικοῦντα εἰς τι χωρίον παρὰ τὴν Τρίπολιν, ἐπροτάθη ὑπὸ τῶν ἀναρχικῶν, οἵτινες ἐπεκράτουν τότε ἐκεῖ, κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς, ὅπως γίνῃ Πρόεδρος ἑνὸς ἀνταρτοδικείου. Ἀρνηθείς, ὅπως ἦτο ἑπόμενον ἀπὸ ἕνα τοιοῦτον Ἕλληνα, καὶ ἀπειληθεὶς ὅτι θὰ ἐδολοφονεῖτο, προσέφυγεν εἰς Ἀθήνας. Καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκετο ἐδῶ, οἱ ἀναρχικοὶ κατέκαυσαν τὴν οἰκίαν του μεθ’ ὅλου τοῦ πλουσίου περιεχομένου της καὶ ἀπήγαγον τὴν οἰκογένειάν του εἰς τὰ ὄρη. Αὐτός, ἐν ἀπελπισίᾳ εὑρεθείς, ἔσπευσεν εἰς Τρίπολιν καὶ ἐκεῖ κατετάγη εἰς τὰ Τάγματα Ἀσφαλείας, διότι ἐκεῖ μόνον εὕρισκε σχετικὴν ἀσφάλειαν καὶ ἐσκέφθη ὅτι μόνον διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ διασώσῃ τὴν οἰκογένειάν του, τὴν ὁποίαν καὶ ἔσωσεν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατηγγέλθη ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν ὡς δοσίλογος καὶ ὅτι δῆθεν παρέδωσεν εἰς τοὺς Γερμανοὺς Ἕλληνας πολίτας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Τριπόλει. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐαμοκρατίας ἐσχηματίσθη ὁλόκληρος δικογραφία μὲ διαφόρους ψευδομαρτυρίας. Ἡ δίκη ὡρίσθη εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Δικαστήριον τῶν Δοσιλόγων καὶ ἀνεβλήθη πεντάκις διότι δὲν προσήρχοντο οἱ μάρτυρες. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀνεθάρρυσαν οἱ κομμουνισταὶ καὶ τὸ Κέντρον τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος διέθεσεν ἄφθονον χρυσίον διὰ τοῦ ὁποίου προσεκόμισεν ἐκ Τριπόλεως 25 μάρτυρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ πολλοὶ ἀποσυμφορηθέντες ἀνταρτοδίκαι, καὶ ὅλοι αὐτοὶ κατέθεσαν ὁμοιομόρφως ὅ,τι τοὺς ὑπηγόρευσε τὸ Κόμμα. Προήδρευε τοῦ Δικαστηρίου ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φημίζεται καὶ ὡς ἰδεώδης δικαστής. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἔχων ἀναγνώσει τὸν φάκελλον τῆς δικογραφίας, ἡ ὁποία εἶχε προπαρασκευασθῆ ἐπὶ ἐαμοκρατίας, μετὰ φανατισμοῦ ὑπεστήριξε τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἐφάνη ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν τῆς διαδικασίας ὅτι εἶχεν ἐκδώσει τὴν ἀπόφασίν του, μὴ λαβὼν καθόλου ὑπ’ ὄψιν του τὰς καταθέσεις πέντε ἀνωτέρων Ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἰδανικοῦ Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δὲν συνειργάσθη μετὰ τῶν Γερμανῶν, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δὲν ἦλθεν εἰς οἱανδήποτε ἐπαφὴν μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀποστροφῆς προσέβλεπε πρὸς αὐτούς. Καὶ ἐν τούτοις τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ καταδικασθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς θάνατον. Ἡ δεδικαιολογημένη ἀγανάκτησίς του ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ δραπετεύσῃ οὗτος ἀπὸ τὰς φυλακὰς Καλλιθέας, ἀνατινάξας μετ’ ἄλλων μέρος τοῦ περιτειχίσματος αὐτῶν. Καὶ καλῶς ἔπραξε. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ τί πρέπει νὰ γίνῃ; Πρέπει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ κρύπτεται καθ’ ὅλην τὴν ζωήν του ἢ νὰ τουφεκισθῇ; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλεται λῆψις μέτρων πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν τοιούτων δικῶν; Ἀλλ’ ἂς τερματίσω τὴν ἀφήγησιν τῶν παραδειγμάτων. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίσθη ἡ διάταξις 7 τοῦ Συντάγματός μας, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν, εἶναι Ἑλληνικῆς προελεύσεως καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἄκρον ἄωτον τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς λαοῦ. Αὕτη ἐθεσπίσθη τὸ πρῶτον τῷ 594 π.χ. ἀπὸ τὸν Σόλωνα, ἐφηρμόσθη μετ’ ἀκριβείας καὶ ἐτηρήθη μετὰ μεγάλης εὐλαβείας ἀπὸ τοὺς πολιτισμένους προγόνους μας. Ἔχομεν καὶ κλασσικὸν παράδειγμα τῆς τοιαύτης τηρήσεως τῆς ἀρχῆς ἐκείνης. Ἀθηναῖος τίς, ὀνόματι Λεωκράτης, ἐκδηλώσας ἡττοπάθειαν, ἐγκατέλιπε τὴν μάχην τῆς Χαιρωνείας καὶ ἔσπευσεν εἰς Ἀθήνας, ὁπόθεν ἀποδημήσας ἐπέστρεψε μετὰ ὀκτὼ ἔτη. Τότε ὁ ρήτωρ Λυκοῦργος ἐμήνυσεν αὐτὸν ἐπὶ ἡττοπαθείᾳ. Τὸ Δικαστήριον ἀπεφάνθη ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς τὸν Λεωκράτην διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἀδικήματος, παρ’ ὅτι ἐδέχθη ὅτι τοῦτο ἦτο βαρύτατον. Τότε ὁ κατήγορος ἐπρότεινε νὰ θεσπισθῇ νόμος ἐπιβάλων ποινὴν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλ’ οἱ Ἀθηναῖοι εἶπον «Ὁ γὰρ νόμος πέφυκε προλέγειν, ἃ μὴ δεῖ πράττειν». Κατὰ τὸ 1924, ὁ τότε Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ἀπηγχόνισε δύο πολίτας δυνάμει ἑνὸς νόμου μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν καὶ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ἐπροκάλεσε. Θὰ ἐνθυμῆσθε, βεβαίως, τὸν σάλον, ὁ ὁποῖος ἐπηκολούθησε τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ἠθέλατε ἡμεῖς, οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ προσάψωμεν τοιαῦτα στίγματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην; Θὰ ἠθέλατε νὰ ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικὴν Πρᾶξιν τοῦ 1945, διὰ τῆς ὁποίας δημιουργοῦνται ἀδικήματα ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὑπάρχουν κείμενοι νόμοι διὰ τῶν ὁποίων προβλέπονται ὅλα αὐτὰ τ’ ἀδικήματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγῃ ἔνοχός τις, θὰ ἔπρεπε ἐξ αὐτοῦ νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν ἀντικειμένην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν πολιτισμόν; Θὰ ἔπρεπεν ἐξ αὐτοῦ νὰ παραμένουν εἰς τὰς φυλακὰς τόσοι ἀθῶοι; Ἔλεγον οἱ πρόγονοι ἡμῶν «εἰ δέοι ἁμαρτεῖν ἐπὶ τῷ δικάζειν ὁσιώτερον ἂν εἴη τὸ ἀδίκως ἀπολῦσαι τοῦ μὴ δικαίως ἀπολέσαι».
§289Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μὲ τὸ ψήφισμα θὰ ἐξέλθουν οἱ δοσίλογοι ἔξω, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ τὸ ἀδίκημα τῆς δοσιλογίας. Καὶ αὐτὸ εἶναι Ἐθνικῶς ἀσύμφορον.
§290Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτος φόβος δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἡ Ἀγγλικὴ ἀκόμη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς Ἑλλάδα ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης μας, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑποδεικνύει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῶν δοσιλογικῶν δικαστηρίων ὑπὸ Ἐπιτροπῶν ἢ Συμβουλίων (COMMITTEES OR BOARDS). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων ὀφείλει νὰ σεβασθῇ καθιερωμένας ἀρχὰς πολιτισμοῦ καὶ νὰ καταργήσῃ νόμους ἀντικειμένους πρὸς αὐτάς. (Χειροκροτήματα).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, νομίμως ὑπογεγραμμένη, περὶ περιορισμοῦ τῆς ὥρας ἀγορεύσεως εἰς τὸ ἓν τέταρτον. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν;
§292ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτή.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ὁ χρόνος τῆς ἀγορεύσεως τῶν ὑπολοίπων κ. κ. ἀγορητῶν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, περιορίζεται εἰς τὸ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ε. Λουλακάκης.
§294Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. βουλευταί, διότι μετέχων εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος καὶ ἤκουσα καὶ ἐδέχθην καὶ ἐπρότεινα τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου. Θὰ εἶμαι ὅμως σύντομος καὶ σχεδὸν συμπερασματολογικός. Οἱ προηγηθέντες ἄλλωστε εἰς τὸ βῆμα διακεκριμένοι καὶ ἐμπειρότεροι ἐμοῦ συνάδελφοι, ἔκαμαν μὲ σαφήνειαν, ἀναλυτικότητα καὶ ἐμπεριστάτωσιν τὴν θεωρητικὴν καὶ οὐσιαστικὴν ἀνατομίαν τοῦ ψηφίσματος, καὶ δὲν ἀφῆκαν οὐδὲν σημεῖον κενόν, θολὸν καὶ ἀμφίβολον. Ὥστε νὰ μὴ μοῦ ἐπιτρέπεται, κατὰ τὴν προκεχωρημένην αὐτὴν ὥραν τῆς νυκτός, ἀνεξαρτήτως τῆς τεθείσης κλεψύδρας, νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν, βεβαρυμένην ἀπὸ τὸν φόρτον τόσων προβλημάτων καὶ τὸν κάματον τόσων συζητήσεων μὲ περιττὰ σχήματα καὶ ἐπαναλήψεις. Ἕνα εἶναι βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον κύριοι βουλευταί. Ὅτι διανύομεν μίαν στυγνήν, ταραχώδη καὶ πεπυρακτωμένην περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ προκύψωσιν αἰφνιδιαστικῶς σοβαρὰ ζητήματα χρήζοντα ἀμέσου καὶ ἐπειγούσης νομοθετικῆς ρυθμίσεως. Καὶ θὰ ἦτο ἀσύμφορον νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ μέσον νὰ ἐπεμβαίνῃ ταχέως καὶ ἐπικαίρως πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Καὶ εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συνταγματικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἡ ἐνέργεια αὕτη. Τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τοῦ Σώματος, καθιεροῖ πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, σαφὴς δὲ εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμη τοῦ καθηγητοῦ Σαριπόλου. Ἀλλὰ καὶ σταθερὸν καὶ πάγιον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ἐπεσφράγισε καὶ καθιέρωσε ὡς θεσμὸν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Πλεῖστα δὲ ἐκ τῶν Συνταγμάτων τῶν Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν ἀναγράφουν τὸν θεσμὸν τοῦτον. Καὶ διὰ ν’ ἀποφύγω εὐρυτέρας θεωρητικὰς ἀναμοχλεύσεις, προβαίνω εὐθέως εἰς τὴν κριτικὴν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν νέαν τροποποίησιν τοῦ ψηφίσματος, βάσει τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων προσέθεσεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ συγκαλέσῃ ταύτην καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῶν διακοπῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἐμφανισθοῦν θέματα ἰδιαζούσης σπουδαιότητος καὶ ἀνωμαλίαι, ἐπιβάλουσαι τὴν σύγκλησιν ταύτην. Διὰ τὴν ἀρτίωσιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ τὴν παροχὴν μείζονος ἐγγυήσεως εἰς περίπτωσιν Κυβερνητικῆς ἐκτροπῆς, πέραν τῆς ἐννοίας τῆς παρασχεθείσης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, προτείνω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ζαΐμη, ὡς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔπραξα, ὅπως καθιερωθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ συγκαλῇ ταύτην τῇ ἐγγράφῳ αἰτήσει 50 βουλευτῶν πρὸ τοῦ πέρατος τῶν διακοπῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ψηφίσματος, θεσπίζεται διπλῆ ἁρμοδιότης, τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς δημοσιεύσεως ψηφισμάτων ἀφ’ ἑτέρου. Ἠρευνήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἂν δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ δικαιώματα ταῦτα. Καὶ περὶ μὲν τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἀσθενὴς ὑπῆρξεν ἡ προβληθεῖσα ἀντιγνωμία. Διότι πλὴν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, ἀποτελεῖ διασφάλισιν ἀπὸ τὸ ἐνίοτε ἀναπόφευκτον μέτρον τῆς ἐκδόσεως Ἀναγκαστικῶν νόμων ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, γεγονὸς τὸ ὁποῖον συνιστᾶ σοβαρὰν καὶ κινδυνώδη παρέκκλισιν ἀπὸ τὸν θεσμὸν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ, Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. Διὰ τὴν δημοσίευσιν ὅμως ψηφισμάτων αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρξαν ἰσχυραί, δεδομένου ὅτι ταῦτα ἔχουν συντακτικὸν περιεχόμενον καὶ ἅπτονται θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, μὴ μετέχουσα τοῦ Συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ δι’ ἐξουσιοδοτήσεως φορεὺς τούτου. Μολονότι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι παρ’ ἡμῖν καινοφανές, ἐπειδὴ ἐφηρμόσθη κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐπειδὴ μεταξὺ τῆς ἐξουσιοδοτούσης Βουλῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας παρεμβάλλεται πολυμελὴς ἐσωκοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, οἱονεὶ μικρὸν Κοινοβούλιον, ὑποδεικνυομένη ὑπὸ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποκαθιστῶσα τὴν βούλησιν αὐτῆς, καὶ μόνον μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς ὁποίας ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δημοσιεύει τὰ ψηφίσματα, φρονοῦμεν ὅτι καὶ θεωρητικῶς εὐσταθεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς. Κρίνω ὅμως ὀρθὸν καὶ ἀπαραίτητον, ὅπως διὰ μὲν τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν ἀσκεῖ ἡ Κυβέρνησις μόνον ἐπὶ θεμάτων ἐπειγούσης φύσεως. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη ἡ ἔννοια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως κατὰ τὸ βραχυχρόνιον διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα δέον ὅπως καθορισθοῦν ταῦτα ὀνομαστικῶς καὶ περιοριστικῶς, ἵνα ἐν γνώσει τοῦ ἀντικειμένου των παράσχῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐξουσιοδότησιν ταύτην. Φέρονται δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν σύγκλησιν αὐτῆς πρὸς κύρωσιν. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 4, τοῦ καθορίζοντος τὴν ἀπαρτίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεμακρύνθη πολὺ κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ψηφίσματος ἀπὸ τὸ ἀρχικόν του κείμενον. Ἡ καθιερουμένη δι’ αὐτοῦ ἀπαρτία θὰ παρακωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ καταστήσῃ λόγῳ τοῦ καύσωνος, τῶν θερινῶν διακοπῶν καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν βουλευτῶν ἐκ τῆς Πρωτευούσης, προβληματικὴν τὴν λειτουργίαν της. Ἐξαιρετικὴ ἀπαρτία καὶ πλειοψηφία θὰ ἠδύνατο νὰ θεσπισθῇ μόνον προκειμένου περὶ ψηφισμάτων. Ὡμίλησα νομίζω, μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ ἀπροκαταληψίαν. Καὶ τερματίζω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κ. κ. βουλευταί, μὲ μίαν εὐχήν. Ὅπως ἡ Κυβέρνησις κάμῃ χρηστὴν καὶ συνετὴν χρῆσιν τῆς παρεχομένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§296Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Συναισθανόμενος, κύριοι βουλευταί, τὴν κόπωσιν ὑμῶν καὶ ὅτι περὶ μεταμεσονυκτίους ποθ’ ὥρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν σοβαραὶ συζητήσεις, θὰ εἶμαι βραχύς. Κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεῦον τὴν παροχὴν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει παρ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου ἐκτεθείσας γνώμας. Μακρὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔθος καθώρισε τοῦτο καὶ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν Βουλῶν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτῆρος τῶν Βουλῶν, ὡς Συντακτικῶν ἢ Ἀναθεωρητικῶν ἢ ἁπλῶν Βουλῶν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἐπιτετραμμένη καί, συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀντίρρησις. Ἐφ’ ὅσον ἀπεφασίσθη, κατόπιν συνεννοήσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ παρασχεθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, καὶ τοῦτο ἐπιπροσθέτως εὐλόγως μαρτυρεῖ, ὅτι ὀρθῶς, παραχωρεῖται καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀντείπωμεν ἡμεῖς. Ἐρώτημα μόνον γεννᾶται: Θὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ δύο ψηφίσματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθεν ἡ συνεννόησις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ἢ θὰ προχωρήσωμεν καὶ πέραν τούτων; Ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς ἄλλα ψηφίσματα πλὴν τῶν δύο αὐτῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε σεβομένη τὴν γνώμην καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ δεχθῇ νὰ προχωρήσῃ καὶ ἕνα βῆμα πρόσω καὶ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὸ ψήφισμα περὶ παρεκκλίσεως ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ καὶ εἰς τοῦτο τὸ βῆμα, ἀφοῦ τοῦτο προφανῶς θὰ ἱκανοποίει ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δέχεται δύο ἀκόμη ψηφίσματα, πέραν τῶν ἀρχικῶς συμφωνηθέντων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἐνστερνισθῇ τὴν γνώμην ταύτην. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀρθῶμεν εἰς τὸ ὕψος ἡμῶν καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὄχι ὡς αὐστηροὶ κριταὶ ἢ ἐπικριταί, ἀλλ’ ὡς εἰλικρινεῖς συζητηταί. Ἡ Κυβέρνησις, πράγματι δὲν ἔφερε πρὸ τοῦ Σώματος, ὅταν τοῦτο εἰργάζετο τὴν ἣν ὤφειλε νὰ φέρῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καθυστέρησεν ἐπὶ πολὺ καὶ δὲν ἔφερε πρὸ τοῦ Σώματος τὰ νομοθετικὰ ἐκεῖνα μέτρα, ἅτινα θὰ ἔδιδον λύσεις εἰς σοβαρὰ θέματα, ὡς τὸ θέμα τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τὸ ἀναφέρω τοῦτο ὄχι διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν ἐξαναγκάσω νὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον. Εἰς τὸ οὐσιῶδες τοῦτο θέμα τῆς ἰδιοκτησίας ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ σαφῆ θέσιν καὶ νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὰ ἀναγκαῖα νομοθετικὰ μέτρα καὶ νὰ μὴ ὑφίσταται σήμερον μία τόσον ἀνώμαλος κατάστασις ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπὶ τοῦ φλέγοντος θέματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, θέματος κοινωνικῆς μορφῆς, ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ διπλῆν πολιτικήν. Τὰς παλαιὰς μισθώσεις τὰς ρυθμίζει παρασυρομένη ἀπὸ τὸν καθολικὸν χαρακτῆρα τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀτομικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς καὶ χωρὶς νὰ προσπαθῇ νὰ τὰς προσαρμόσῃ κατὰ τὸ ἐφικτὸν καὶ μὲ λογικὰς προφανῶς ὑποχωρήσεις ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς. Ἀντιθέτως εἰς τὰς ἐφεξῆς συναπτομένας μισθώσεις ἡ Κυβέρνησις νομοθετεῖ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν ἀτομικὸν χαρακτῆρα τῆς ἰδιοκτησίας παραβλέπουσα τὸν καθολικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς. Οὕτω αἱ παλαιαὶ μισθώσεις, ἃς καὶ τὸ Δημόσιον τὰς φορολογεῖ μὲ 33% φέρουσι τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς συντηρήσεώς της καὶ αὕτη θὰ καταρρεύσῃ καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὁλότητος. Ἐπίσης διὰ τὰς ἀγοραπωλησίας τὰς συναφθείσας ἐπὶ κατοχῆς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε σαφῆ θέσιν καὶ οὕτω αἱ ἀγοραπωλησίαι αὗται καὶ ἡ ἰδιοκτησία αὕτη στερεῖται ἰδιοκτήτου μὴ ἀνήκουσα οὔτε εἰς τὸν ἀγοραστήν, οὔτε εἰς τὸν πωλητὴν καὶ ἔχει ἀποβῆ καὶ EXTRA COMMERCIUM ἐκτὸς συναλλαγῆς, διότι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ τὴν μεταβιβάσῃ!!! Καὶ ἡ ἰδιοκτησία αὕτη καταρρέει ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῆς ὁλότητος. Καὶ τὸ ἔτι καταπληκτικὸν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐπὶ τῆς κατοχῆς ἀγοράσαντας, ὧν δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιοκτησίαν, τοὺς θεωρεῖ ὡς ἐκ τῶν ἀγορῶν τούτων, οὓς δὲν ἀναγνωρίζει, ὡς «ἐπὶ κατοχῆς πλουτήσαντας» καὶ τοὺς φορολογεῖ ὡς ἰδιοκτήτας!!! καὶ πλουτήσαντας. Καὶ τὸ ἔτι καταπληκτικώτερον εἶναι, ὅτι καὶ πενταπλασιάζει τὸν φόρον τοῦτον τοῦ θεωρουμένου τούτου πλουτήσαντος ἀγοραστοῦ μὴ ὄντος εἰσέτι ἰδιοκτήτου!!! νόμῳ. Καὶ ἐὰν εἰς πάντα ταῦτα προσθέσητε καὶ τὰς ἀβασανίστως διενεργηθείσας καὶ διενεργουμένας ἐπιτάξεις εἴπατέ μας ἂν εἰς ἀστικὸν ἢ κομμουνιστικὸν ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν ζῶμεν καθεστώς. Δὲν ἀπεφάσισεν ὅθεν ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς νὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας καίτοι ἐξήγγειλεν εἰς τὸ προεκλογικόν της πρόγραμμα, ὅτι θὰ ἐλάμβανε τάχιστα τὰ προσήκοντα μέτρα ὡς πρὸς αὐτήν. Ἡ μὴ μέχρι σήμερον λῆψις νομοθετικῶν μέτρων βαρύνει ἀπολύτως τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι τὴν Βουλήν. Ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη τὸ καθῆκον της θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν νομοθετικὴν ἐκείνην ἐργασίαν, ἣν δὲν παρουσίασεν εἰς τὸ Σῶμα καὶ οὕτω δυνηθῶμεν καὶ ἀναπληρώσωμεν τὰ κενά, ἅτινα ἐγκατέλιπεν ἡ νομοθετικὴ ἀδράνεια τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Καὶ τὸ εὐχόμεθα καὶ τὸ ἐλπίζομεν. (Χειροκροτήματα).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ρῖζος ἔχει τὸν λόγον.
§298Χ. ΡΙΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω παρὰ ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον. Φρονῶ ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων ὡρισμένου περιεχομένου δὲν ἀποτελεῖ κυρίως μεταβίβασιν συντακτικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἀποτελεῖ νομοθετικὴν λειτουργίαν. Τὸ ψήφισμα ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ συγκεκριμένως διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, «ἀναστέλλω τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν». Ἐὰν ἔλεγε αὐτὸ τὸ ψήφισμα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ρυθμισθῇ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης παραγράφου; Συγκεκριμένως νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν ἀποτελεῖ μεταβίβασιν συντακτικοῦ δικαιώματος, ἂν καὶ τοῦτο εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι εἴτε ἀναθεωρητική, εἴτε συντακτικὴ χαρακτηρισθῇ ἡ Βουλή, πάντως ἀσκεῖ συντακτικὰ καθήκοντα. Ἑπομένως δύναται νὰ μεταβιβάσῃ ταῦτα, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀπεριορίστως ἐὰν εἶναι συντακτική, περιωρισμένως δὲ ἂν εἶναι ἀναθεωρητική. Ἕτερον σημεῖον εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις ἡ δευτέρα τοῦ ψηφίσματος. Ἡ ἐξουσιοδότησις τότε δίδεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἀρχὴν ἡ ἐξουσιοδότησις δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὐτὴ ὡς ἔχει. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἰργάσθη. Ἡ Βουλὴ εἰργάσθη ἐντατικῶς καὶ ἀπόδοσιν εἶχε. Βεβαίως πολλὰ θέματα παρελείφθησαν, ὅπως ἐκεῖνα, ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Χατζηγιάννης, ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ μικροκτηνοτρόφων, θέμα σπουδαιότατον, ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἄλλα θέματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ἀμέσως νὰ λυθοῦν. Τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ συζητηθοῦν βραδύτερον. Ἡ χορήγησις ἐξουσιοδοτήσεως λοιπὸν δὲν ἀποτελεῖ κακὸν οἰωνὸν διὰ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§300Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Πέραν τῶν ἀναπτυχθεισῶν θεωριῶν, κατέστη νομίζω πλέον ἀντιληπτόν, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ἐρχόμενον μόλις δύο μῆνας ἀπὸ τῆς πρώτης συγκλήσεως τοῦ Σώματος, ἀποτελεῖ καὶ τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν θανάτου τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὑπάρχει ἄλλωστε καὶ ἡ περίπτωσις τῆς 4ης Αὐγούστου. Τὸ Ἔθνος ἐπιρρεπὲς εἰς λησμοσύνην συντρεχούσης καὶ τῆς παρούσης τραγωδίας του, ἔπαυσε νὰ τὴν ἐνθυμῆται. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις συγχωρεῖται λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος καὶ κολάζεται διὰ τὰς ἀναντιμετωπίστους ἄλλως περιστάσεις. Ἡ ἐθνικὴ δὲ ἀνάγκη καὶ τὸ κατεπεῖγον κρίνονται πάντοτε ἐκ τοῦ ἀντικειμένου των. Ὅταν ἠρωτήθη ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ποῖον εἶναι τὸ τρίτον θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως παρέπεμψε τὸ πρῶτον, τοὺς ἐρωτῶντας εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν προηγουμένων συνεδριάσεων. Καὶ μόνον μετὰ δεκάλεπτον περίπου σιγὴν καὶ μάταιον ταλανισμὸν τῶν ἐρωτώντων, ἐδέησε νὰ κατονομάσῃ τὸ ψήφισμα. Καὶ ἦτο τῶν Δοσιλόγων. Ἀποφυγοῦσα ἡ Κυβέρνησις νὰ κατονομάσῃ τὸ ψήφισμα, ἀπέδειξεν ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἐπιζῇ ἐνταῦθα τὸ αἴσθημα τῆς αἰδοῦς καὶ ὡμολόγησε συγχρόνως τὸ ἀσυγχώρητον τοῦ θέματος. Ἔφθασεν ἐπὶ τέλους, κύριοι βουλευταί, ἡ ὥρα νὰ διακηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀλήθειαν: Τὸ ἔγκλημα τοῦ Ἀναρχισμοῦ εἶναι ἔγκλημα κατὰ τοῦ νόμου. Τὸ ἔγκλημα τοῦ Δοσιλογισμοῦ εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς τιμῆς τῆς Πατρίδος. Καὶ ὁ συμψηφισμὸς δύο ἀνομοιογενῶν, ἑτερογενῶν ἐγκλημάτων εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἁπλῆ ἀπόπειρα πρὸς συσχετισμόν, ἀποτελεῖ ἀπαράδεκτον προσβολὴν τῆς Πατρίδος. Διετύπωσαν καὶ ὑπεστήριξαν ἐνταῦθα, ὅτι διὰ τὸν κολασμὸν τοῦ δοσιλογισμοῦ, δὲν ὑπῆρξεν ὁ νόμος. Καὶ ἐμνήσθησαν οἱ ὑποστηρικταὶ ἡμερῶν ἀρχαίων. Κατέφυγον εἰς τὸν Λεωκράτην. Καὶ εἰς τὸν ρωμαϊκὸν ὁρισμόν, τὸν «NULLUM CRIMEN, NULLA POENA SI-NE LEGE». Διὰ νὰ συμπεράνουν ὅτι μὴ προϋπάρξαντος νόμου, ἡ συζήτησις περὶ ποινῆς εἶναι ἀκατανόητος. Ἡ προσπάθεια εἶναι ματαία καὶ ἀσυγχώρητος. Ἐπειδὴ γνωρίζουν, ὅτι τὸ ἔγκλημα τοῦ δοσιλογισμοῦ, τὸ ἔγκλημα τῆς Ἐθνικῆς ἀναξιότητος, ὑπῆρξε πλῆρες! Καὶ γνωρίζουν ἀκόμη, ὅτι προϋπῆρξε τοῦ ἐγκλήματος καὶ ὁ τιμωρὸς νόμος! Καὶ ἐρωτᾶται: Ποῖος τὸν ἐνομοθέτησε; Ἀπαντῶμεν: Νομοθέτης ὑπῆρξεν ἡ Συνείδησις τοῦ δούλου Ἔθνους! (Φωναί: Εὖγε!). Ἐρωτᾶται: Πότε τὸν ἐνομοθέτησε; Ἀπαντῶμεν: Εὐθὺς ὡς ἐπάτησε τὸν πόδα, ὁ Κατακτητής, εἰς τὴν ἱερὰν Γῆν μας! Ποῦ τὸν ἐνομοθέτησεν; Ἀπαντῶμεν: Ἐνομοθέτει τὸ δοῦλον Ἔθνος εἰς τὸ Χαϊδάρι, εἰς τὴν ὁμηρίαν, εἰς τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εἰς τοὺς τόπους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν βασάνων, εἰς τοὺς δρόμους! Παντοῦ, ὅπου, τὸ μαρτυρικὸν Ἔθνος, ἀπὸ τοῦ λίκνου ἕως τῶν γερόντων, γυμνητεῦον, ἄσιτον, φερέοικον, διωκόμενον, λιπόθυμον, τυραννούμενον, φονευόμενον, κατέγραφε τὸ ἔγκλημα καὶ ἐνομοθέτει τὴν ποινήν. Ἐρωτᾶται: Μὲ ποῖον δικαίωμα ἐνομοθέτει; Ἀπαντῶμεν: Μὲ τὸ δικαίωμα ποὺ παρέχει εἰς τοὺς πληρεξουσίους του νὰ νομοθετοῦν ἐξ ὀνόματός του καὶ ἐπιφυλάσσον δι’ ἑαυτό, ἀκέραιον, τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀδιαμφισβήτητον καὶ ἀναφαίρετον! Κατὰ τὰς σκοτεινὰς ὥρας τῆς δουλείας, ἐν τῇ φοβερᾷ σιωπῇ, ἐνομοθέτει τὴν καθολικήν του θέλησιν διὰ τὴν ὥραν τῶν τιμωριῶν, ἐναντίον τῶν παραβατῶν τοῦ ἐθνικοῦ χρέους! (Χειροκροτήματα). Ἕτερον ἀντικείμενον τῆς ἐπιτροπῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁρίζεται ἡ ἐξυγίανσις τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Ὡσὰν νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν τὸ θέμα τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐγκαίρως πρὸ τοῦ συνόλου τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἀπωθοῦσα ἡ Κυβέρνησις τὸ κρίσιμον θέμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, πείθει τοὺς πάντας, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τὰς συμπαθεῖς εἰς αὐτὴν ὑπόπτους καὶ κομματικὰς λύσεις. Καὶ πρόκειται περὶ περιπτώσεως ἀνηκούσης εἰς τὴν περιοχὴν τῶν ἐθνικῶν λύσεων. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς παρούσης Βουλῆς ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε καὶ προοιωνίζεται σχεδὸν ἴση πρὸς τὸ μηδέν. Ἡ Κυβέρνησις ἐν ὄψει τῆς διεξαγωγῆς δημοψηφίσματος τοῦ ὁποίου τὴν διεξαγωγὴν ἐπιδιώκει κατὰ τρόπον ἐξόχως ἐπικίνδυνον, κατὰ τρόπον κατασφαλίζοντα τὴν διαιώνισιν τῆς πολιτειακῆς γαγγραίνης, ἀπέφυγε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ἐθνικὰ θέματα. Ἡ Βουλὴ ἐτέθη μακρὰν τῶν λαϊκῶν πόθων. Καὶ διέψευσε τὰς δικαίας προσδοκίας τοῦ γενναίου καὶ μεγάλου Λαοῦ μας. Ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐκ τῶν νέων ἀνδρῶν, ποὺ εἰσέρχονται τὸ πρῶτον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Εἶναι ἐξ ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ εἴσοδός των ἐνταῦθα, ἀπετέλεσε τὸν ὑπέρτατον ὁραματισμὸν τῆς ζωῆς των καὶ οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὴν παρουσίαν των εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν χῶρον, ὡς ἀνυπέρβλητον ἀποστολὴν καὶ ὑψηλὴν διακονίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος! (Φωναί: Εὖγε!). Κατὰ τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς ἀλλὰ κρισίμους μῆνας οἱ ὁποῖοι διέρρευσαν, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους μετὰ τῶν ἄλλων νέων συναδέλφων παρηκολουθήσαμεν τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν, δὲν συνηντήσαμεν εἰμὴ τὴν ἀκοσμίαν ἐνίων γερόντων, τὴν ὁποίαν εἰς μάτην προσπαθοῦμεν νὰ καλύψωμεν διὰ τῆς σεμνότητος καὶ τοῦ ἤθους μας. Καὶ ἀπερχόμεθα ἀποκομίζοντες τὴν πικρίαν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν. Διαφωνοῦντες τόσον μὲ τὴν παράκρουσιν τὴν κυριαρχοῦσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅσον καὶ μὲ τὴν ἄλλην παράκρουσιν, τὴν κυριαρχοῦσαν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐπεζητήσαμεν τὴν μέσην ὁδόν, τὴν μόνην ἱκανὴν νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν διέξοδον. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ προκείμενον ψήφισμα τῆς αὐτοχειρίας. Ἐπειδὴ πλὴν τῶν ἀναφερθέντων λόγων, πιστεύω ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον μοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ διαφωνήσω μὲ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἤδη καθολικὴν τοῦ Ἔθνους θέλησιν, τὴν νομοθετήσασαν εἰς τοὺς φοβεροὺς κύκλους τῆς δουλείας τὴν ποινὴν τῆς ἐθνικῆς ἀναξιότητος καὶ τῆς ἐθνικῆς προδοσίας. Πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι στεροῦμαι τοῦ δικαιώματος νὰ παραπέμψω τὸν ὑπάρχοντα νόμον, τὴν καθολικὴν τοῦ Ἔθνους θέλησιν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ Κυβέρνησις τῆς πλειοψηφίας, κύριοι βουλευταί, ἠδύνατο, προσαρμοζομένου τοῦ κανονισμοῦ εἰς τὰς συγχρόνους συνθήκας, νὰ ἐπιτύχῃ μίαν πρέπουσαν ἀπόδοσιν νομοθετικήν, πρὸς λῆψιν ἐπιβαλλομένων μέτρων στοργῆς καὶ προνοίας ὑπὲρ τοῦ μαρτυρικοῦ αὐτοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἠθέλησε. Θέλω καταψηφίσει τὸ ψήφισμα, ἀκόμη καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν σοβαρῶν κατεπειγουσῶν περιπτώσεων νὰ συγκαλῆται ἐκτάκτως ἡ Συνέλευσις. Θὰ ἦτο καταπόνησις τῆς Βουλῆς καὶ κατάχρησις δικαιώματος, ἐὰν ἤθελον ἐκταθῆ εἰς ἔκθεσιν ἀπόψεων ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῶν δικονομικῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται. Θὰ ἐπεθύμουν ἁπλῶς νὰ προσθέσω, ὅτι ἂν δὲν πραγματοποιηθοῦν καὶ μάλιστα ἐγκαίρως αἱ ἀναγκαῖαι μεταρρυθμίσεις καὶ προσαρμογαὶ εἰς τὴν δικονομίαν τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος, ὁ Κοινοβουλευτισμός, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς μὲ τόσας θυσίας καὶ μὲ τόσους κινδύνους ἐθνικῆς συντριβῆς ἐπανεκτήσαμεν, θὰ ὁδηγηθῇ μοιραίως εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐκ τοῦ συντόμου αὐτοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας βίου, ἀπεδείχθη, κύριοι βουλευταί, ἡ δυσχέρεια τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ ἀπεδείχθη ἀκόμη καὶ κάτι βαθύτερον. Ἀπεδείχθη, ὅτι τίποτε πλέον, δὲν εἶναι τώρα δυνατόν, νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐπικειμένην προβολὴν τῶν νέων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀνακατατάξεων. Τὴν προβολὴν τῶν νέων ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Τὴν προβολὴν καὶ κυριάρχησιν νέων δυνάμεων τοῦ Ἔθνους! Εὔχομαι εἰς τὸν Θεόν, νὰ ἐμπνέῃ τὴν σκέψιν των! Εὔχομαι εἰς τὸν Θεόν, νὰ φωτίζῃ τὴν πορείαν των! (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§302Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι προφανὲς ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἡμεῖς πιστεύομεν γενικώτερον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ὁ χρόνος πρὸς συζήτησιν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ μέγα θέμα καὶ ἔχει ἀνάγκην βαθείας μεταρρυθμίσεως. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν Σῶμα. Μία ἁπλῆ θεώρησις τῆς Βουλῆς πείθει, ὅτι ὅλα της τὰ μέλη εἶναι πολιτικὰ μέλη, ὅλα ἔχουν πολιτικὰς γνώμας καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσουν πολιτικὸν ἔλεγχον. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἂς θεωρήσωμεν ἀλλήλους, πόσοι εἴμεθα πράγματι παρεσκευασμένοι ὡς νομοθέται; Κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν εἶναι τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν ἔργον αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τῶν νόμων ἐμπίπτουν εἰς τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις μας, καὶ ὡς πολιτικὸν σῶμα ἔχομεν τὴν ἱκανότητα τῆς κατανοήσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ πολιτικόν των περιεχόμενον. Πέραν ὅμως αὐτοῦ εἴμεθα σῶμα ἀκατάλληλον διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ ἐμμένοντες εἰς αὐτὴν τὴν διεκδίκησιν βλάπτομεν καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἰδοὺ διατὶ πιστεύω ὅτι ἡ μεταρρύθμισις πρέπει νὰ εἶναι βαθεῖα, ὥστε τὸ Σῶμα νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν πραγματικὸν προορισμὸν καὶ τὸ ἔργον τῶν νόμων νὰ ἐξαρθῇ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ πράγματι τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ σήμερον ἀντικείμενον συζητήσεως. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν τῶν γενικωτέρων ἀρχῶν, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύομεν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις μᾶς εὑρίσκει ἀνεπιφυλάκτως συμφώνους. Ἐτέθη τὸ θέμα, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ εἰς τὸ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δώσῃ τὴν σύμφωνον ἀπόφασιν. Ἠκούσθησαν καὶ ἀντίθετοι γνῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἔχει περισσότερον θεωρητικὴν σημασίαν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ φρονοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς γενικωτέρας ἀρχῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ποία εἶναι ἡ πορεία τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν πλήρη χωρισμὸν Δικαστικῆς, Ἐκτελεστικῆς, Νομοθετικῆς, Ἐξουσίας, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν σύγχρονον μορφήν, καὶ ὁ ὁποῖος σημαίνει ταύτισιν τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς, ταύτισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡγεῖται τῆς Νομοθετικῆς ἡ Ἐκτελεστική, περιβαλλομένη προηγουμένως μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ μὲν πλειοψηφία τοῦ νομοθετικοῦ σώματος περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀντλοῦσα δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν τὴν δύναμιν, ἡγεῖται τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πλέον ἡ παλαιὰ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πλέον ὁ φορεὺς τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἑπομένως κατὰ τὴν συνάντησιν τῶν δύο συντελεστῶν Κυβερνήσεως καὶ μικρᾶς Βουλῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ Κυβέρνησις εἶναι φορεὺς τῆς καθολικῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ μικρὰ Βουλὴ εἶναι μόνον μικρὰ Βουλὴ ἀπέναντι τῆς μεγάλης. Τὸ γεγονὸς ἄλλωστε διαπιστοῦται καὶ ἐκ τοῦ τυπικοῦ στοιχείου ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον θὰ εἰσηγῆται τοὺς νόμους εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης θὰ κυρώνῃ τοὺς νόμους. Ἑπομένως αἱ δημιουργικαὶ πρωτοβουλίαι ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ σύμφωνος ἀπόφασις μόνον ἀνήκει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν μικρὰν Βουλήν. Τὸ κύριον ἔργον εἶναι Κυβερνητικὸν καὶ διὰ τοῦτο εὔλογον εἶναι ὅτι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρέχεται ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ θέμα ἑπομένως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ διαφωνίαν. Ἐκεῖ ὅπου ἀνακύπτει πράγματι θέμα διαφωνίας εἶναι ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ διὰ τὴν ψήφισιν ψηφισμάτων. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ εἶναι ὄντως ὑπέρμετρος, διότι πράγματι τὸ νὰ ἐκδίδῃ ἡ μικρὰ Βουλή, ἡ Ἐπιτροπή, Συντακτικὰς Πράξεις, εἶναι ἐξουσία ὑπερμέτρως ἐξαιρετική. Εἶναι ἡ ἐξουσία τῶν ψηφισμάτων τὴν ὁποίαν εὔλογον εἶναι νὰ διατηρῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ τοῦ ἐλαχίστου χρόνου, ὁ ὁποῖος χωρίζει τὰς δύο Συνόδους. Ἰδοὺ διατὶ τὴν ἔκτακτον αὐτὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν μεταδίδῃ παρὰ μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ὁμοφωνίας ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Τὸ κώλυμα δὲν εἶναι νομικὸν εἶναι ὅμως ἠθικὸν καὶ πολιτικόν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν πράγματι, ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁμοφωνίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἦτο ἐν τάξει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν κατὰ τὴν συνάντησίν του μετὰ τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔθεσε τὸ θέμα καὶ ἐπεδίωξε ὁμοφωνίαν. Καὶ διὰ τοῦτο φοβοῦμαι καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τάξει σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξέρχεται ἐκείνης τῆς συμφωνίας καὶ ἀσκοῦσα τὸ νομικόν της δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, διότι τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, καταλύει τὸν ἠθικόν της δεσμὸν καὶ ἐπιμένει εἰς παραπομπὴν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συνεφωνήθησαν. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Διατὶ ἡμεῖς δίδομεν τόσην σημασίαν εἰς τὴν προσθήκην ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν συνεφωνήθη; Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύει ὅτι στερεῖται συνεπείας καὶ γραμμῆς. Ὅλη ἡ πολιτική σας, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἕως τώρα εἶναι πολιτικὴ ἐκτάκτων μέτρων καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς τάξεως καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅταν ἐφθάσατε εἰς τὸ θέμα τῶν δοσιλόγων τότε μόνον ἐνεθυμήθητε τοὺς κρατοῦντας νόμους καὶ εἴπατε: διατὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν; Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ εἶχε χαράξει μίαν γραμμήν. Ἢ κρατεῖ τὴν γραμμὴν τῆς κειμένης νομοθεσίας εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἢ ἀναγνωρίζει ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλουν ἔκτακτα μέτρα καὶ τότε εἰς μίαν περίπτωσιν κατ’ ἐξοχήν, δὲν ἠδύνατο τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ παραβιάσῃ. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δοσιλόγων, ἡ ὁποία ὑπέκειτο εἰς παρεξηγήσεις. Εὑρισκόμεθα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, οἱ ὁποῖοι, ἐπιβουλεύονται αὐτὴν καὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ δυσφημίσουν πᾶν μέτρον, ἀκόμη καὶ βάσιμον καὶ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως θὰ ἐλαμβάνομεν. Καὶ ἡ ὥρα εἶναι κρίσιμος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὸ Ἔθνος ἀνακοινοῦντες σήμερον αὐτὸ τὸ θέμα καὶ παρέχοντες εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἤσκησε τὴν καθολικὴν ἀντίστασιν τοῦ λαοῦ της καὶ ἡ ὁποία δικαιοῦται ἀπὸ τὰς μεγάλας καὶ πολυαιμάκτους ὑπηρεσίας της νὰ ἀντλήσῃ τίτλους ἀπέναντι τῶν κριτῶν τῆς Γῆς. Εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν τοιαύτη ἐνέργεια, τοὐλάχιστον, ἀναβάλλεται. Ἐν ὀνόματι τῶν γενικωτέρων Ἐθνικῶν Συμφερόντων, σᾶς ζητοῦμεν, νὰ μὴ ἐμμείνετε εἰς μίαν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν καὶ τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ τίποτε τὸ ὁποῖον, νὰ μᾶς χωρίζῃ. (Χειροκροτήματα).
§303Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ (Προεδρεύων Κυβερν.). Εἰς τὸ τελευταῖον μόνον σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ἔχω νὰ ἀπαντήσω. Εἰς τὰ ἄλλα νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ὅπως εἶπεν καὶ ὁ κύριος προλαλήσας, εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος, τόσον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅσον καὶ εἰς τὴν περιωρισμένην ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων. Ἡ μόνη διαφωνία, ἡ ὁποία βλέπω ὅτι παρουσιάζεται εἶναι τὸ ζήτημα τὸ τελευταῖον, τῶν δοσιλόγων. Καὶ ἀπεδόθη μία ἐξαιρετικὴ σημασία, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν Ἐθνικῶν μας Διεκδικήσεων. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀντίληψις αὐτή, ἂν μή τι ἄλλο. Διότι νομίζω ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν ἔχει οὐδένα λόγον εὐνοίας πρὸς τοὺς δοσιλόγους τοὺς πραγματικοὺς ἀλλὰ ἔχει λόγον ἀπολύτου δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν χωρεῖ ἐπίκρισις καὶ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία μάλιστα, νὰ ἔχῃ τόσον βαρείας συνεπείας εἰς τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε καὶ τὴν ὁποίαν ἐλπίζει νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντων τῶν ἐγγεγραμμένων ρητόρων, ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωθεῖσα. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μελᾶς, Η. Λαγάκος, Θ. Τσάτσος, Θ. Κιζάνης, Σ. Σαββίδης, Π. Ντεντιδάκης, Π. Γαρουφαλλιᾶς, Σ. Κωστόπουλος, Κ. Τσάτσος, Γ. Μαῦρος, Ι. Μελᾶς, Λ. Κουτσοπέταλος, Ἐμμ. Λουλακάκης, κλπ., ὑποβάλλουσι τὴν κάτωθι πρότασιν. «Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, ἐξαιτούμεθα τὴν διεξαγωγὴν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ψηφίσματος ἀποκλειστικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν κάτωθι τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 2, παρ. 2. «Δημοσιεύει ψηφίσματα ἐπὶ τῶν κάτωθι καὶ μόνον θεμάτων Αʹ) Ἐξυγίανσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Βʹ) Ἀνοικοδόμησιν. Γʹ) Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ Δʹ) περὶ ἀπαλλοτριώσεως, κ.λ.π.» Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμὸς διὰ ψηφοφορίαν προτείνω νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως κατὰ τὴν ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον. Ἑπομένως ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ Ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς», ἀναβάλλεται διὰ τὴν ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς σήμερον;
§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7.00′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 4.25′ π.μ.).