1946.05.18
3,674 rows · 27,348 words · 103 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5η
Σάββατον 18 Μαΐου 1946
Προεδρία κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗ
(ὥρα 5.30 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§2Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Σταμούλη.
§4Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὰ πρακτικὰ νὰ διανέμωνται ἐγκαίρως εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς, ἵνα τὰ ἀναγινώσκουν καὶ ἐπιφέρουν τυχὸν τροποποιήσεις, ὡς ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι τεχνικῶς δυνατόν, θὰ καταβάλλεται προσπάθεια, ὅπως διανέμωνται ἐγκαίρως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ μὴ ὁρκισθέντες κ.κ. βουλευταὶ ὅπως προσέλθουν καὶ ὁρκισθοῦν. Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γρ. Κασιμάτης καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος, νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα.
§8Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). Ἡ Ἐπιτροπὴ Βορειοηπειρωτικοῦ Συλλόγου ἀπέστειλε τὸ κάτωθι τηλεγράφημα. Ἐξοχώτατον Πρόεδρον Βουλῆς κ. Ι. Θεοτόκην Ἀθήνας Ἐκφράζοντες εὐγνωσύνην Βορειοηπειρωτικοῦ κόσμου πρὸς Ὑμᾶς, πρὸς Κυβέρνησιν, πρὸς Ἀρχηγοὺς Κομμάτων, καὶ πρὸς ἅπαντας βουλευτὰς διὰ συγκινητικὰς ἐκδηλώσεις, χθεσινὴν Συνεδρίασιν Βουλῆς, ὑπὲρ δυναστευομένων ἀδελφῶν ἡμῶν Βορειοηπειρωτῶν, παρακαλοῦμεν ὅπως ὑπολογίζητε ἐπὶ πάσης θυσίας ἐκ μέρους ἡμῶν, διὰ πραγμάτωσιν ἐθνικοῦ πόθου, ἑνώσεως γενετείρας ἡμῶν μετὰ Μητρὸς–Ἑλλάδος. Ἐπιτροπὴ Βορειοηπειρωτικοῦ Ἀγῶνος–Πρόεδρος Γ. Μουστάκης. Βορειοηπειρωτικὴ Νεολαία–Πρόεδρος Καλύβας. Πανηπειρωτικὸς Σύλλογος–Πρόεδρος Περικλῆς Σταματιάδης (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Βασίλειος Μητσόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τῆς 7ης Ἀπριλίου 1946 ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου τοῦ Ὑποκαταστήματος Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἀλεξανδρουπόλεως». Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Τζηρίδης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Βορειοθρακῶν αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν ἀκόλουθον δήλωσιν: Ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία μὲ τὰ μνημεῖα της, τὰ ἀρχαιολογικά της εὑρήματα καὶ τὸν πολιτισμόν της, εἶναι ἐξ ἴσου μὲ τὴν Πελοπόννησον, Ἑλληνικὴ καθαρῶς ἐπαρχία. Αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων κατοίκων, ποὺ κατὰ καιροὺς κατέφυγον πρόσφυγες εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, δὲν ἱκανοποιοῦνται μὲ μικρὰν μόνον διαρρύθμισιν τῶν συνόρων, διασφαλίζουσαν ἁπλῶς τὰ σύνορα τῆς Ἐπικρατείας. Τὰ παιδιὰ τῶν μαρτύρων τῶν ἀπανθρώπων βουλγαρικῶν διωγμῶν, ἀτενίζουν μὲ ἐλπίδα τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὴν γενέτειραν τῶν πατέρων των Χώραν. Τὸ ὕψιστον τοῦτο δικαίωμα δὲν δύναται νὰ τοὺς ἀρνηθοῦν, οὔτε Θεοί, οὔτε ἄνθρωποι. Οἱ Βούλγαροι ἐπολέμησαν πάντοτε παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡττηθέντες καὶ αὐτὴν τὴν φοράν, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ παραδώσουν εἰς τοὺς δικαιούχους τὰς Ἑλληνικωτάτας ἐπαρχίας τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας τὰς ὁποίας κατὰ καιρούς, μὲ τὴν βοήθειαν τῶν ξένων, ἐσφετερίσθησαν, προδόσαντες ἄλλως καὶ τούτους μὲ τὴν σειράν των».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Σοφούλης.
§10ΘΕΜ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν πρόθεσιν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν ἄλλωστε εὐτυχῶς καὶ αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις δὲν μοῦ παρέχουν τὴν εὐκαιρίαν μακρηγορίας. Ἐπιθυμῶ ὅμως πρὶν ἢ θίξω τὸ κύριον θέμα, δι’ ὀλίγων νὰ ἀναλύσω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31 Μαρτίου εἶχον τὸ ἐξαιρετικῶς ἰδιαίτερον γνώρισμα, ὅτι ἐστεροῦντο ἀπολύτως βάσεως καὶ περιεχομένου πολιτικοῦ. Θέμα καὶ ὑπόθεσις ἐκλογικὴ δὲν ἦτο ἡ πραγματικὴ ζωὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐκφάνσεις καὶ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἀλλ’ ἐσυνοψίσθη τὸ ὅλον νόημα εἰς μίαν λέξιν, εἰς ἕνα νόημα τὸ παλαιὸν γνωστὸν σύνθημα, τοῦ ὁποίου τὰς θλιβερὰς συνεπείας εἶχε δοκιμάσει δὶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Πλὴν αὐτοῦ δὲ διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ὑπὸ τὸ κράτος σφοδρῶν παθῶν καὶ μίσους κοινωνικοῦ, ὑπὸ τὸ κράτος συναισθημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἤρεμον κρίσιν καὶ τὴν λελογισμένην ἀπόφασιν. Ὁ φόβος ἀφ’ ἑνὸς τῶν εὐπόρων πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ μῖσος τῶν θυμάτων, τὸ μῖσος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα τῶν κακοποιῶν στοιχείων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἦσαν τὰ δεσπόζοντα στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς ψυχολογίας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ, εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία εἶχε τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἔννοιαν ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκόν, διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν ἐτίθετο ὡς κόμμα πολιτικὸν αὐτοτελὲς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ διότι ἡ ψῆφος τοῦ Λαοῦ δὲν εἶχε τὴν σημασίαν ἐντολῆς κατηγορηματικῆς πρὸς τὸν νῦν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ, πρὸς διακυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀλλ’ εἶχε μᾶλλον ἀρνητικὴν σημασίαν, ἦτο ψῆφος ἀποδοκιμασίας, ψῆφος καταδίκης, καταδίκης τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὄχι τόσον ἀπὸ ἰδεολογικὴν μισαλλοδοξίαν, ὅσον ἀπὸ τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν ἐγκληματικὴν δρᾶσιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Πέραν τοῦ ἀντικομμουνιστικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος ἐκδηλουμένου κυρίως ὑπὸ τὴν ἀντίθετον μορφήν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ μοναρχισμοῦ, ἄλλη ἑρμηνεία δὲν χωρεῖ εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς καὶ ἡ καλουμένη σήμερα λαοπρόβλητος Κυβέρνησις, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐκ τῶν περιστάσεων τυχαία καὶ μοιραία κυβερνητικὴ ἐξοικονόμησις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐδημιουργήθη πραγματικὴ κατάστασις Πολιτείας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀγνοήσῃ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διαφερόμενον, κατὰ βάσιν καὶ ριζικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τίθεται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὡς ἡ δημοκρατικὴ κοινοβουλευτικὴ ἀντιπολίτευσις. Ἀντιπολίτευσις ὅμως ὄχι ὑπὸ τὴν παλαιὰν μορφήν. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ παρελθὸν ἐσήμαινε κυρίως ἀνατροπὴν καὶ πιστὴ εἰς τὸ κοινὸν λόγιον, ὅτι ὁ σκοπὸς καθαγιάζει τὰ μέσα, οὐδένα εἰδικὸν φραγμὸν ἐγνώριζεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Ὅλα τὰ μέσα ἐθεωροῦντο πρόσφορα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, διασυρμὸς προσώπων, καὶ πραγματικὸς δυσφημισμὸς καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ συκοφαντίαι. Ἡμεῖς θ’ ἀσκήσωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, σύμφωνα μὲ τὰς ἰδικάς μας ἠθικὰς δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει μίαν καλήν, χρηστὴν πρόθεσιν καὶ μίαν ὠφέλιμον ἐνέργειαν, θὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς συνεργάται καὶ πρόθυμοι βοηθοὶ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως διά τινος ἐνεργείας της προκαλεῖ τὴν ἀντιγνωμίαν μας, ἡ ἀντιγνωμία μας αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἀπρόσωπος ἀντικειμενικὸς καὶ καλόπιστος ἔλεγχος. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ἕνα μάταιον φιλοφρόνημα νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ ἐντυπώσεις μου ἦσαν ἱκανοποιητικαί. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι καὶ μόνον ἰδική μου αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις ἀλλὰ καὶ παντὸς Ἕλληνος σκεπτομένου. Ἡμεῖς οἱ παλαιοὶ πολιτευταί, μὲ τὴν μακρὰν πολυχρόνιον πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, συνηθίσαμεν νὰ διακρίνωμεν κυρίως εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἕνα θετικὸν συγκεκριμένον πολιτικὸν πρόγραμμα εἰς ὀλίγας λέξεις καὶ μὲ πολὺ νόημα. Δυστυχῶς αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρουσιάζουν καθόλου ἕνα συγκεκροτημένον πολιτικὸν πρόγραμμα, δὲν παρουσιάζουν ἕνα ἑνιαῖον σύνολον δημιουργικῆς πολιτικῆς σκέψεως. Τὸ πρῶτον μέρος τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἀναφέρεται εἰς τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Δυστυχῶς καὶ ἐκεῖ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἐδόθη μία ἀσφαλὴς κατατόπισις. Ἦτο μόνον ἁπλῆ ἀπαρίθμησις τοῦ συνόλου τῶν διεκδικήσεων. Τὰ ἐθνικά μας δίκαια εἶναι σαφῶς διαγεγραμμένα καὶ καθιερωμένα μέσα εἰς τὴν πανελλήνιον συνείδησιν καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὁλοκλήρου ἡ γνώμη εἶναι ἐπίσης ὁμόφωνος, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος, ὅσον ἀφορᾷ τό σύνολον τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Ἀλλὰ ἡ ἐπιτυχὴς αὐτῶν ἐπίλυσις ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὸν χειρισμὸν τὸν δεξιὸν καὶ ἀπὸ τὴν δημιουργικὴν ἱκανότητα τοῦ ἑνὸς ἰθύνοντος, τοῦ ἐθνικοῦ ἡγέτου, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνων εἰς τὴν ψυχήν του ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, θὰ ἐπιτύχῃ νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν οὐσιαστικὴν μορφὴν καὶ δύναμιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλὴν ἰδέαν νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς τετραμεροῦς διασκέψεως, ὅλας τὰς διπλωματικὰς κορυφὰς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν γνωρίζω τὶ ὁδηγίας πράγματι ἔδωσεν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ἀσκῶν ἀκριβῶς τώρα τὴν ἐθνικὴν ἡγεσίαν. Γνωρίζω ὅμως ὅτι μόνον ἡ φωνὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠκούσθη εἰς τὸ Συνέδριον αὐτό. Ἐτακτοποιήθησαν τόσα ἄλλα Βαλκανικὰ ζητήματα ἐκεῖ καὶ μόνον τὰ ἰδικά μας τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα παρεμερίσθησαν. Ἄλλο ζήτημα ὑπάρξεως διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἀκριβῶς ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἐφαρμόσει ἰδίαν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία κατέληγεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀγγλοελληνικὴν συμφωνίαν. Πόρισμα τῆς συμφωνίας αὐτῆς ὑπῆρξεν ἀκριβῶς ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος καὶ ἡ κινητοποίησις τῆς μηχανικῆς παραγωγῆς. Δὲν ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω γνώμην, ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ συνεχίσῃ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἢ σκέπτεται, ἐπὶ ἄλλων βάσεων νέαν ἰδίαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τείνει εἰς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς σταθερότητος, τίθεται παραπλεύρως τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσίν της. Καὶ τελευταῖον ἔρχεται τὸ καυστικὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα τὸ καθεστωτικόν. Πρὸς μεγίστην ἔκπληξιν ἡ Κυβέρνησις ἐτροποποίησε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα καὶ τὸ μετέτρεψεν εἰς ζήτημα καθαρῶς προσωπικόν. Δὲν τίθεται πλέον πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν τίθεται εἰς τὸν λαὸν τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Τοῦτο ὅμως μεταβάλλει ὅλως διόλου τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς εἶχε τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Τιθέμενον ἔτσι τὸ ζήτημα ὡς προσωπικὸν ἔχει τὴν ἀκόλουθον σημασίαν: Ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι μόνον ὁ κληρονομικὸς δικαιοῦχος τοῦ θρόνου, ἀλλὰ εἶναι καὶ μία πολιτικὴ κατάστασις, εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις μιᾶς ἰδεολογίας, εἶναι αὐτὸ τὸ παρελθόν, τὸ πρόσφατον ζωντανόν. Σημαίνει λοιπὸν τὸ ζήτημα τιθέμενον, ὅπως τίθεται, ὄχι μόνον ὅτι δίδεται ἄφεσις ἁμαρτιῶν τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐγκρίνεται, ἐπιδοκιμάζεται καὶ ἐνθαρρύνεται ἡ συνέχισις τοῦ παρελθόντος. Ἡ μορφὴ δὲ αὐτὴ ἡ νέα, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀποτελεῖ καὶ ἕνα κίνδυνον δυνάμενον νὰ παρασύρῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀπομόνωσιν, τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς μία χώρα ἀντιδραστική, καὶ ἡ μόνη χώρα ἀντιδράσεως πρὸς τὸ κοινὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει σήμερον ὅλα τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ ἀντιδράσεως πρὸς τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπολέμησαν μὲ θυσίας ἑκατομμυρίων νεκρῶν οἱ σύμμαχοι καὶ μαζὺ μὲ αὐτοὺς καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὸ ζήτημα τὸ καθεστωτικὸν εἶναι ἡ μεγάλη ἀνοικτὴ πληγή, ἡ ὁποία σήμερον ἐπὶ τέλους κινδυνεύει νὰ ἀποβῇ ἡ θανατηφόρος ἐθνικὴ γάγγραινα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ ἡ κυρία πηγή, ἡ ἀστείρευτος πηγὴ ὅλων τῶν ἀνωμαλιῶν. Μὲ τὴν συναίσθησιν αὐτὴν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διακανονισμοῦ τῆς καταστάσεως, οἱ Σύμμαχοι μᾶς ὑπέβαλον κατὰ Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους πρόγραμμα περιλαμβάνον δύο μέρη. Πρῶτον τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τὴν 31 Μαρτίου καὶ δεύτερον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1948. Ἡ ἔννοια τῶν συμμαχικῶν συστάσεων ἦτο ὅτι διὰ νὰ τερματισθῇ ὁριστικῶς τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, πρέπει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ συνοδεύεται μὲ ἀδιάσειστον πλέον τὴν πίστιν τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπὶ τὴν γνησιότητα αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταστῇ ἀδιάβλητον τὸ Δημοψήφισμα ἀπαιτεῖται ὡρισμένος χρόνος πρὸς δημιουργίαν τῶν ἀπαραιτήτων προϋποθέσεων πληρότητος καταλόγων, ἐμπεδώσεως τάξεως καὶ κατευνασμοῦ παθῶν’ διὰ τοῦτο ὡρίσθη εἰς ἐποχὴν μετὰ δύο ἔτη ἡ ἐνέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια ἀκριβῶς. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ ἀπεδέχθην ἐγώ, τότε, προθύμως καὶ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ κατόπιν ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πρώτου ὅρου ἦτο ἔργον τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν ὑπόσχεσίν μου νὰ ἐκπληρώσω τὸν πρῶτον αὐτὸν ὅρον, ὥρισα τὰς ἐκλογὰς διὰ τὴν 31 Μαρτίου ἐν ἐπιγνώσει τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῆς μεγάλης πολιτικῆς ζημίας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ διετάχθησαν ὑπὸ τὸν ὅρον ἀκριβῶς ὅτι ἀποτελοῦν μόνον τὴν ἀπαρχὴν ἐκτελέσεως ἑνὸς ἑνιαίου προγράμματος. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας συμβουλὰς τῶν Συμμάχων δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν συμφωνίαν αὐτὴν καὶ ὥρισεν ὡς χρόνον ἐνεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος τὴν 1ην Σεπτεμβρίου διότι εἶχεν ἄλλας ὑποχρεώσεις ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἔτσι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παραδίδεται καὶ πάλιν ἀπροστάτευτος εἰς τὸ ἔλεος τῶν ἐνόπλων ὀργανώσεων. Τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ μελιστάλακτος ἐπιείκεια τῶν Παρατηρητῶν συνέστησεν ὡς ἀπαραίτητον ἀνάγκην, ἀντικατέστησε σήμερον ἡ ἁπλῆ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων, ἀναθεώρησις ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν ἐπαύξησιν αὐτῆς τῆς νοθείας κατὰ τὰς νέας ἐγγραφὰς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως, μανθάνομεν ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀκριβῶς ἀποφασισμένη νὰ ἐφαρμόσῃ μέτρα αὐστηρὰ πρὸς καταστολὴν τῆς τρομοκρατίας τῆς ἀσκουμένης, τρομοκρατίας ἡ ὁποία τώρα ἀνομολογεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς ἀριστερᾶς...
§12Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ μέτρα αὐτὰ ἀμερόληπτα καὶ διὰ τὰ δύο ἄκρα; Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ πλέον χρηστὴ θέλησις ὑπόκειται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν καὶ εἶναι ἀνθρώπινον νὰ μὴ θέλῃ κανεὶς νὰ καταδικάσῃ, καὶ ἀδικοῦντας, τοὺς φίλους του, τοὺς συμμάχους καὶ τοὺς συνεργάτας του, πρὸς ἕνα κοινὸν σκοπόν. Εἶναι ἀνθρώπινον ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει κανεὶς εἰς μίαν κακὴν ἐνέργειαν τῶν φίλων του, μίαν κολάσιμον πρᾶξιν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι συντελεῖται καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ ἐμπεδοῦται ἡ τάξις καὶ καταρτίζονται πλήρεις καὶ οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Ὅλα αὐτὰ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ἐγγύησις ἐκμηδενίζονται, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐνεργήσῃ καὶ θὰ διευθύνῃ τὸ Δημοψήφισμα αὐτὸ ἡ ὑφισταμένη Κυβέρνησις.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ρθῆτε, σεῖς. Μία φωνὴ ἐκ τῶν θεωρείων. Νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Ζαχαριάδην.
§14Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ ποὺ δὲν σᾶς ἀκούω. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ ἕνα μικρὸν διάλογον ἐν τῷ μεταξύ. (Γέλωτες, χειροκροτήματα).
§15Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόπτεται ὁ ρήτωρ ἀπὸ τὰ θεωρεῖα.
§16Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ πρόσωπα. Τοὐναντίον, ἐγὼ συνδέομαι μὲ τὰ περισσότερα πρόσωπα τῆς Κυβερνήσεως μὲ παλαιὰν εἰλικρινῆ φιλίαν καὶ μὲ συνεργασίαν μάλιστα ἀκόμη, τὴν ὁποίαν εὔχομαι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἴδω καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐπαναλαμβανομένην. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι αὐθύπαρκτος ὀργανισμός, πολιτικῶς, εἶναι ἡ σκιὰ ἡ Βασιλικὴ καὶ ἡ ἀνταύγεια τῆς εὐνοίας τῆς Βασιλικῆς καὶ ἐκ τῆς Βασιλικῆς ἐμπιστοσύνης ἀντλεῖ τὴν κυριωτέραν δικαίωσιν τῆς Κυβερνητικῆς της ὑπάρξεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ πληρεξούσιος διαχειριστὴς τῆς ὑποθέσεως τοῦ Θρόνου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας προεκλογικῶς ἔδιδε τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὰς συγκεντρώσεις τῶν φίλων της ὅτι θὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ταχίστην ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως. Ἔχει συνάψει, ἑπομένως, ἓν συμβόλαιον τὸ ὁποῖον τὴν δεσμεύει καὶ τὴν ὑποχρεώνει νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα, θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ταχύτερον τὸν Βασιλέα. (Χειροκροτήματα). Μία φωνή. Ὄχι ἔτσι. Ἀμεροληψία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι οὔτε νοητή, διότι δὲν θὰ ἦτο τότε ἀρετὴ Κυβερνητικὴ ἡ ἀμεροληψία αὐτή, ἀλλὰ θὰ ἦτο παράλειψις καθήκοντος ἐντολοδόχου πρὸς ἐντολέα. (Χειροκροτήματα). Εὐστ. Κουλουμβάκης. Ὀρθὸν καὶ τιμητικὸν εἶναι αὐτό.
§17Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Μὲ τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν λαμβάνει σήμερον ἡ κατάστασις, δημιουργεῖται πάλιν νέα μεγάλη ἐθνικὴ περιπλοκή. Ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ χώρα εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐνισχυθῇ, θὰ διαιωνισθῇ ἡ ἀνωμαλία καὶ θὰ ἐνταθοῦν εἰς ἕνα βαθμὸν ἀπίστευτον καὶ πάλιν τὰ πάθη. Τὸ λυπηρὸν δὲ εἶναι ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον μέλλει νὰ κριθῇ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, θὰ εὑρεθῇ καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς βαθύτατα διχασμένη εἰς ἐμφύλιον διαμάχην. Κύριοι, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις, ἦσαν τόσον ἀθῷαι, τόσον ἀνώδυνοι, ὥστε ἠμποροῦσα νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ μᾶς χωρίζουν ἄλλαι βαθύταται ἀντιθέσεις. Ἡ μὲν Κυβέρνησις, εἶναι καθαρόαιμος ἄκρα δεξιά, πιστεύουσα ἀκόμη εἰς τὴν Θείῳ δικαίῳ ἄσκησιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἡμεῖς, τοὐναντίον, εἴμεθα οἱ θεματοφύλακες τῆς Ἑλληνικῆς δημοκρατικῆς ἰδέας (χειροκροτήματα) τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ θὰ ἀγωνισθῶμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις, τὰς ψυχικὰς καὶ πνευματικάς, ἀψηφοῦντες κάθε κίνδυνον καὶ κάθε βίαν, εἴτε τῶν ἐνόπλων ὀργανώσεων ἢ καὶ τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα). Σεῖς, συνεχίζω τὰς ἀντιθέσεις, νοσταλγεῖτε τὸ πρόσφατον παρελθόν, νοσταλγεῖτε μὲ πόθον, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει μόνον ἡ ἀνάμνησις ἀπωλεσθέντος παραδείσου. Ἡμεῖς, τοὐναντίον, ἀναλογιζόμεθα τὸ πρόσφατον αὐτὸ παρελθὸν τῆς 4ης Αὐγούστου μὲ δέος μὲ φρίκην ποὺ προκαλεῖ ἡ σκέψις τῆς κολάσεως καὶ ἡ ἀνάμνησις σκληρᾶς τυραννίας. (Χειροκροτήματα).
§18Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ 4η Αὐγούστου ὅμως ὡδήγησεν εἰς τὴν 28ην Ὀκτωβρίου.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος! Κάτω ἡ δικτατορία.
§20Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἀλλά, παρὰ τὰς ἀντιθέσεις αὐτάς, τὰς πολιτικὰς καὶ πολιτειακάς, ὑπάρχει καὶ τὸ ἑνωτικὸν σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς συνδέει ὅλους ἡμᾶς εἰς ἓν ἐθνικὸν ἑνιαῖον σύνολον: Ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς! (Ζωηρὰ χειροκροτήματα),
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βενιζέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§22Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἠκούσθησαν μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸ Κόμμα, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι. Ὄχι μόνον, διότι μᾶς δίδουν μίαν γενικὴν εἰκόνα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον σκέπτεται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ πελώρια προβλήματα ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν, ἀλλὰ καὶ διότι συγχρόνως προέρχονται ἀπὸ τὴν πρώτην Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἔπειτα ἀπὸ μίαν δεκαετῆ περίπου βιαίαν διακοπὴν τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν. Τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, φιλοδοξοῦν νὰ συνεχίσῃ τὰς μεγάλας καὶ γνησίας παραδόσεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὴν πρώτην του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ διαδηλώσῃ τὴν ἀπόλυτον πίστιν του εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τοὺς δημοκρατικούς μας θεσμούς. Ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ προσφάτου παρελθόντος εἶναι πλέον ἡ ἀρκετὴ διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα παρ’ ὅλας του τὰς γνωστὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶνε ἄλλως τε ἀθεράπευτοι, εἶναι τὸ μόνον σύστημα τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅτι συγχρόνως οἱαδήποτε παρέκκλισις ἀπ’ αὐτοῦ, ὅσον καὶ ἄν πρὸς στιγμὴν ἐμφανίζεται ὡς δικαιολογουμένη, ἀπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις, καταλήγει μοιραίως εἰς μίαν τραγικὴν τυραννίαν, εἰς μίαν καθαρῶς φασιστικὴν μονοπώλησιν τοῦ Κράτους παρὰ μιᾶς φατρίας. Τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων εἶναι πρόθυμον νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐνισχύσῃ κάθε προσπάθειάν της διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν καὶ λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ὁ ρόλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως μέσα εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἐξ ἴσου πρωτεύων ὅσον καὶ ὁ ρόλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος δύνανται νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι ἀπὸ μέρους μας τοὐλάχιστον θὰ ὑπάρξῃ πάντοτε αὐστηρὰ τήρησις τῶν κανόνων καὶ τῶν παραδόσεων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐλπίζομεν ἄλλως τε νὰ συνομολογήσητε μεθ’ ἡμῶν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὴν καλλιτέραν ἐγγύησιν περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευθῶμεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἡ πρόσφατος πολιτεία μας ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον ἀνελάβομεν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἑνώσεως τοῦ ἐθνικῶς σκεπτομένου πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας ὑπογράψαντες μετὰ τῆς τότε Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τὸ σύμφωνον τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου μόνον κομματικὴν ζημίαν ἀπεκομίσαμεν, μόνον καὶ μόνον, διότι ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἑνὸς τρόπου καλλιτέρας ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀγωνιωδῶν προβλημάτων τῆς χώρας καὶ ὁμαλοτέρας ἐπανόδου μας εἰς τὸν ἐλεύθερον πολιτικὸν βίον. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐδέχθημεν νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ οὐδενὸς κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀποβλέποντες καὶ πάλιν εἰς τοὺς αὐτοὺς ὡς ἄνω σκοπούς. Δυστυχῶς καὶ αἱ δύο αὗται προσπάθειαι δὲν ἐτελεσφόρησαν διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι πάντως ἀποκλείουν οἱανδήποτε ἰδικήν μας εὐθύνην. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις διεπιστώθη κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον ὅτι βασικήν μας γραμμὴν ἀπετέλεσε πάντοτε ἡ ἀνυστερόβουλος ἐπιθυμία καλλιτέρας ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ ὁμαλωτέρας λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ἀλλ’ εἶναι προφανές, ὅτι ὁσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἰδική μας διάθεσις συνεργασίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου σημείου εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ σοβαρὰ περὶ τούτου συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον συνεχισθῆ ὡρισμέναι ἐκδηλώσεις καὶ ἐνέργειαι τείνουσαι εἰς τὴν παραβίασιν τῶν πλέον στοιχειωδῶν προνομίων τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἀναφέρομεν ἐνδεικτικῶς τὴν ἀθρόαν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ὁρκωμοσίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μέχρι σχεδὸν τῆς ἡμέρας τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα διαταγμάτων στερουμένων κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπείγοντος χαρακτῆρος, παρὰ τὴν ρητὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου συμφωνίαν κατὰ τὸν ἀρχικὸν καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τόσον προφανὴς ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προγραμματικῶν της ἐπαγγελιῶν περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρευνηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ μέρος τοῦτο τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, παρὰ μόνον ὡς μία ἔμμεσος ὑπόσχεσις, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν πρόκειται νὰ συνεχισθῇ. Καὶ εἰδοποιοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐσημειώσαμεν ἰδιαιτέρως τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ χώρα εἰσέρχεται εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ κατασφαλίσουν αἱ προσπάθειαι ὅλων μας, τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων θεωρεῖ χρέος του νὰ ἀπονείμῃ τὸν φόρον τῆς ὀφειλομένης τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους. Ἐνώπιον τῆς ἱερᾶς μνήμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ὑποκλινόμεθα μὲ εὐλάβειαν. Ἀλλὰ τὸ ἠθικὸν μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἔλαμψε μόνον εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ὡς Κράτος ἀντεμετώπιζε τὰς σιδηροφράκτους φάλαγγας δύο αὐτοκρατοριῶν. Ὁ ἀγὼν τοῦ Ἔθνους ὑπῆρξεν ὑπέροχος· καὶ ὅταν ἡ δουλεία κατεκάλυψε τὴν κοιτίδα τῆς Ἐλευθερίας, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εὑρέθη ἐπὶ ποδὸς καὶ ἡνωμένον, πρόθυμον εἰς πᾶσαν θυσίαν. Ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ σφυρηλατημένη ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος ἐπεχείρησε τὴν ἐξόρμησιν τῆς ἀντιστάσεως, ἡ ὁποία ὡς ἱστορικὸν γεγονός, καὶ ὡς τίτλος τιμῆς ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ἀδιαίρετον Ἔθνος τὴν ᾐσθάνθη ὡς χρέος του. Ἀπὸ τῶν βορείων συνόρων μέχρι τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία ἔγινεν ὁλοκαύτωμα εἰς τὴν μάχην ποὺ φέρει τὸ ὄνομά της, καὶ ἡ ὁποία πρώτη ἤρχισε τὸν ἀγῶνα τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τοῦ ἐπιδρομέως συνεχίσασα αὐτὸν μέχρι τέλους μὲ τὴν ἰδίαν ἐθνικὴν ἔξαρσιν, ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνεδείχθη ὑπέροχος τῆς ἐλευθερίας ἀθλητής. Τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὡς ἐπηρεάζοντα οὐσιωδῶς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ διεθνεῖ κοινωνίᾳ, συχνότατα δὲ καὶ αὐτὰς ταύτας τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θέματα γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, θέματα ἐθνικά. Διὰ τοῦτο συμμεριζόμενοι τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τὸν ὑπερκομματικὸν χαρακτῆρα τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ἐπιδιώξεων, δηλοῦμεν ὅτι ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἱστάμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῆς, πρόθυμοι νὰ ἐνισχύσωμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰς σχετικὰς προσπαθείας της. Ἀλλὰ πέραν τούτου τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, ἀπαιτοῦν περισσότερον ἴσως ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἑνιαίαν καὶ σταθερὰν κατεύθυνσιν. Αἱ σχετικαὶ προσπάθειαι εἶναι κατὰ κανόνα προσπάθειαι μακρᾶς ἀποδόσεως, ἐὰν δὲ αἱ τυχὸν παρεμπίπτουσαι κυβερνητικαὶ μεταβολαὶ ἐπηρεάζουσιν ἑκάστοτε τὰς βασικὰς κατευθύνσεις, καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐπίτευξις οἱουδήποτε ἀντικειμενικοῦ σκοποῦ. Εἰς τὴν ἐξασφάλισιν προϋποθέσεων ἑνιαίας καὶ σταθερᾶς κατευθύνσεως τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, νομίζομεν ἐνδεδειγμένην τὴν καθιέρωσιν διὰ νόμου τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων Ἐπιτροπῆς, ὡς αὕτη ἐν τῇ πράξει ἐλειτούργησε παρ’ ἡμῖν κατὰ διαφόρους περιόδους. Ἀποτελουμένη ἐκ τῶν διατελεσάντων Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἐκαλεῖτο νὰ γνωματεύῃ ἐπὶ τῶν βασικῶν κατευθύνσεων τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν διεκδικήσεις δὲν προτιθέμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ μίαν ἑκάστην ἐξ αὐτῶν. Ἀποτελοῦν αἱ διεκδικήσεις αὗται κοινὴν συνείδησιν ὅλων τῶν ἐθνικῶς σκεπτομένων Ἑλλήνων καὶ οἱ ἀδιάσειστοι τίτλοι, ἐφ’ ὧν ἑκάστη στηρίζεται εἶναι πλέον γνωστοὶ εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Τὰ αἰτήματα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καθορίζονται εἰς τὰς Κυβερνητικὰς δηλώσεις, δὲν ἀποτελοῦν παρὰ ἐλαχίστην ἀξίωσιν ἀποκαταστάσεως τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς, ἐκεῖ ὅπου αἱ ἔννοιαι αὐταὶ ἔχουν καταφώρως παραβιασθῆ εἰς βάρος ἡμῶν, εἴτε ἐξ ἀδικημάτων ὡρισμένων γειτόνων μας, εἴτε ἐκ σφαλμάτων τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς. Ξένα πρὸς πᾶσαν σκέψιν ἐκδικήσεως ἢ πολεμικοῦ κέρδους εἰς βάρος τῶν χθεσινῶν ἀντιπάλων, τὰ αἰτήματα αὐτὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν παριστάνουν παρὰ ἁπλὰς ἀποδόσεις ὀφειλομένων, καὶ δὲν ἀποτελοῦν παρὰ τὴν αὐστηρὰν καὶ μεμετρημένην ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ἐπικράτησις κατ’ ἐπανάληψιν διεκηρύχθη, ὡς ἀποτελοῦσα τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος. Εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐμπίπτει ἐπίσης λόγῳ τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον ἐμφανίζεται, τὸ ζωτικὸν δι’ ἡμᾶς θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἤδη πρὸ τοῦ παγκοσμίου τούτου πολέμου παρίστανε τὸν προλετάριον εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Χωρῶν, ἔλαχεν, εἰς ἐπίμετρον ἐκ τῆς κοινῆς τοῦ πολέμου τραγωδίας ἡ κατὰ πολὺ σκληροτέρα μοῖρα, παρὰ εἰς οἱανδήποτε τῶν συμμάχων χωρῶν, σκληροτέρα καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐπιφυλαχθείσης εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐχθρικῶν. Ὡς ἦτο ἑπόμενον ἡ ἀσθενεστάτη καὶ ἐπισφαλὴς ἑλληνικὴ οἰκονομία ἐλαχίστην μόνον ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ἀντίστασιν εἰς τὴν ἐξοντωτικὴν μανίαν τριῶν εἰσβολέων, οἱ ὁποῖοι σὺν τοῖς ἄλλοις ἐχρησιμοποίησαν τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη ὡς ὁρμητήριον ὑπερποντίων ἐκστρατειῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὅταν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας μας ἦτο ἡ ἀσυγκρίτως χειροτέρα οἱασδήποτε ἄλλης. Σήμερον δύο σχεδὸν ἔτη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡ Ἑλλὰς οὐδὲ ἀπαρχὴν ἀξίαν λόγου οἰκονομικῆς ζωῆς ἐσημείωσεν, ἐνῷ ὅλαι αἱ ἄλλαι συμμαχικαὶ χῶραι καί τινες μάλιστα ἐκ τῶν ὑπευθύνων τῆς ἰδικῆς μας καταστροφῆς χωροῦν γοργότατα πρὸς τὴν ἀνάρρωσιν. Κατὰ σταθερὸν διεθνῆ κανόνα, κανόνα δικαίου καὶ ἠθικῆς, ὁ ἀδίκως ἐπιτιθέμενος ὑποχρεοῦται εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν καταστροφῶν τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν εἰς τὸ θῦμα τῆς ἐπιθέσεως. Σύμφωνα πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἡ Ἑλλὰς ἐδικαιοῦτο νὰ ἀναμείνῃ ὅτι εἰς τοὺς τρεῖς καταστροφεῖς της, τὴν Γερμανίαν, τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν, θὰ ἐπέπιπτε τὸ βάρος τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι συνεσώρευσαν. Παρὰ ταῦτα σήμερον, ἀπὸ τὸ μέρος τῶν ἰσχυρῶν συμμάχων οἱ ὁποῖοι ἐπεφύλαξαν εἰς ἑαυτοὺς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ρυθμίσεως τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προκυπτόντων προβλημάτων, κρατεῖ ἡ ἀντίληψις ὅτι αἱ ἐχθρικαὶ ἐκεῖναι χῶραι δὲν δύνανται ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθοῦν μὲ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα διέπραξαν. Δὲν προτιθέμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐκφέρωμεν κρίσεις ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης τῶν ἰσχυρῶν συμμάχων. Θὰ ἐλέγομεν μάλιστα ὅτι, ἂν λόγοι γενικωτέρας σκοπιμότητος ἐνέπνευσαν τὴν σκέψιν ἐκείνην, ἡμεῖς οὐδένα θὰ εἴχομεν λόγον νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα εἰς τὰ σχέδιά των, δεδομένου ὅτι σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ ἐκδικηθῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ νὰ ἐπιλύσωμεν τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἡ ἐγκληματικὴ ἐκείνων ἐπίθεσις μᾶς ἐδημιούργησε. Δὲν δυνάμεθα ὅμως παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν πικρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν τόση ἐπιδεικνύεται στοργικὴ μέριμνα ὑπὲρ τῆς οἰκονομίας τούτου ἢ ἐκείνου ἐκ τῶν χθεσινῶν δημίων τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐτέθη ἐκ παραλλήλου ἐπὶ τάπητος κατὰ τρόπον συστηματικὸν καὶ ὁλοκληρωτικόν, τὸ ζήτημα τῆς ἐπουλώσεως τῶν πληγῶν τὰς ὁποίας εἷς ἕκαστος ἐξ ἐκείνων κατέφερε καθ’ ἡμῶν καὶ διὰ τὰς ὁποίας οἱ τρεῖς μαζὶ εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι. Ἐνδεχομένη μονόπλευρος ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ἀπήλλασσε τοὺς χθεσινοὺς ἐπιδρομεῖς τοῦ βάρους τῆς ἐπανορθώσεως τῶν ἀδικημάτων των, χωρὶς τὴν ἀντίστοιχον καὶ σύγχρονον πρόβλεψιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀπετέλει καίριον καὶ ἀνεπανόρθωτον πλῆγμα, ἠθικὸν καὶ ὑλικόν, κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ὅμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τῆς συστηματικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος, ἀνασυγκροτήσεως οὐδὲν μέχρι σήμερον ἠκούσθη ἀπὸ συμμαχικῆς πλευρᾶς. Αἱ πρόσφατοι συμφωνίαι τοῦ Λονδίνου παρέπεμψαν ἡμᾶς εἰς τὴν Διεθνῆ Τράπεζαν Ἀνασυγκροτήσεως. Τοῦτο σημαίνει δανεισμὸν καὶ ὁ δανεισμὸς ἐξυπακούει μεσιτείας, τόκους καὶ χρεωλύσια. Ἀλλὰ αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀνασυγκροτήσεως, ὁσονδήποτε συμπιεζόμεναι, θὰ ἀπαιτήσουν ποσὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία καὶ μόνη θὰ παριστᾷ βάρος πολλαπλάσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀπῄτει ἡ ὑπηρεσία τοῦ προπολεμικοῦ ἡμῶν χρέους, καὶ ὑπὸ τὸ βάρος ἐκεῖνο, εἶχεν ἤδη καμφθῆ ἡ ἀκεραία τότε ἑλληνικὴ οἰκονομία. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως καταστήσῃ συνειδητὸν εἰς τοὺς Συμμάχους ὅτι παραπομπὴ ἡμῶν εἰς τὴν Διεθνῆ Τράπεζαν πρὸς δανεισμόν, ἀποτελεῖ δῶρον ἄδωρον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἰσοδυναμεῖ πρὸς καταδίκην εἰς ὁριστικὸν μαρασμόν. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην δὲν κατεβλήθη μέχρι σήμερον ἡ ἐπιβαλλομένη προσπάθεια. Ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ αὔριον πρὸ τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας νὰ ἀποδεχθῇ συνθήκας εἰρήνης, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπήλλασσον τοὺς χθεσινοὺς ἐπιδρομεῖς τῆς εὐθύνης τῶν ἐπανορθώσεων χωρὶς ταυτόχρονον ἀντιμετώπισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ προβλήματος τῆς ἀνασυγκροτήσεως, διότι ἀποδεχομένη τοιαύτας συνθήκας θὰ προσυπέγραφε κατ’ οὐσίαν τὴν μετάθεσιν τοῦ βάρους τῶν ἐπανορθώσεων ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ἡττημένων εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἡρωϊκοῦ καὶ πολυπαθοῦς Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Θὰ συνέβαινε δὲ τοῦτο παρ’ ὅλον ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάρρωσις τῶν χωρῶν ἐκείνων ἔχει ἤδη κατὰ πολὺ προσπεράσει τὴν ἰδικήν μας. Εἶναι ἐν τούτοις ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ἡ τραγικὴ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ πολέμου, ὅσον καὶ αἱ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος πανταχόθεν δοθεῖσαι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐπαγγελίαι, δικαιολογοῦν πλήρως τὴν προσδοκίαν μας, διὰ μίαν ἐξαιρετικὴν μεταχείρισιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν ἐπανορθώσεων καὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τέλος ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν φίλην καὶ γείτονα Τουρκίαν. Παρήλθον ἱκανὰ ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐθεμελίωσε τὴν φιλίαν ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μὲ τὴν χώραν αὐτὴν χωρὶς ἡ πολυετὴς αὐτὴ φιλία νὰ ἔχῃ ἀποδώσει ὅ,τι οἱ δύο λαοὶ ἐδικαιοῦντο νὰ προσδοκοῦν ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ πεδίου. Ἀποτελεῖ πράγματι σχῆμα ὀξύμωρον τὸ γεγονὸς ὅτι εἴκοσιν ὅλα ἔτη μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἡ εὐχέρεια ὄχι μόνον τῆς ἐγκαταστάσεως, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν ἀμοιβαίων ὑπηκόων μεταξὺ δύο γειτονικῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας συνδέουν εἰλικρινεῖς φιλικοὶ δεσμοί. Καὶ διὰ τὴν ἐναρμόνισιν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν δύο λαῶν οὐδεμία κατ’ οὐσίαν ἔχει συντελεσθῆ πρόοδος. Πρὸς τὰς κατευθύνσεις αὐτὰς εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον καὶ διὰ τὰς δύο χώρας, νὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα προσπάθεια ὅπως, αἰρομένων καὶ τῶν τελευταίων ἀδικαιολογήτων ἐπιφυλάξεων, καταστῇ γόνιμος εἰς πρακτικοὺς καρποὺς ἡ ὑφισταμένη φιλία. Τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἀρχήν, μία καὶ μόνη ὑπόθεσις φαίνεται νὰ τὴν ἀπησχόλησε πρωτίστως: Ἡ ταχυτέρα ἀπόσπασις συγκαταθέσεως τῶν Συμμάχων διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ Δημοψηφίσματος. Εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν ὡς ἡ παροῦσα, ἡ ἐπίλυσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἐτέθη εἰς γραμμὴν ἀπολύτου προτεραιότητος. Τὸ ἀκατάλληλον τῆς στιγμῆς, ἡ ἔλλειψις εὐνοϊκῆς διεθνοῦς ἀτμοσφαίρας καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ σαφεῖς ὑποδείξεις φίλων καὶ Συμμάχων οὐδόλως ἀνέκοψαν τὴν σπουδὴν τῶν κυβερνώντων. Αἱ διαπιστώσεις αὗται ἐξάγονται, ὄχι μόνον ἀπὸ ὑπευθύνους δηλώσεις ἐκπροσώπων τῆς πέραν τοῦ Ἀτλαντικοῦ Μεγάλης ἡμῶν Συμμάχου Ἀμερικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν ἀκόμη τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἐνώπιον τῆς ἄνω Βουλῆς ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας κ. Μὰκ Νήλ, πληροφορούμεθα ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς συμφωνίας τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, περὶ διετοῦς ἀναβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος, προῆλθεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ γνωστὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ἡ παγίωσις τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος, θὰ διηυκόλυνε τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας. Ἡ ἰδία ἄλλως τε ἐπιχειρηματολογία ἀπερρόφησε τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν χθεσινῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ Ἄγγλου Ὑφυπουργοῦ διευκρινίζουν τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὰς σχετικὰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ τὴν ἐπιμονήν της ὅπως, παρὰ τὴν τόσον σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν κατ’ ἀρχὰς συμμαχικὴν ἀντίθεσιν, ἀποσπάσῃ πάσῃ θυσίᾳ συμμαχικὴν συγκατάθεσιν, διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος, θέτουσα ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ πᾶσαν ἄλλην μέριμναν. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν της τούτων, φοβούμεθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνισχύει τοὺς συμμαχικοὺς ἐκείνους κύκλους, οἵτινες δὲν υἱοθέτησαν εἰσέτι τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ συμμετοχή των εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ στοιχειώδη συμμαχικὴν ὑποχρέωσιν. Πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων ἐπιζημίων συνεπειῶν, φρονοῦμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ σύγκλησις τῆς Συνταγματικῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπῆς, ὑπ’ ὄψιν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ τεθοῦν, πάντα τὰ σχετικὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου στοιχεῖα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν πεισθῶμεν ἐκ τῶν κειμένων, ὅτι αἱ κυβερνητικαὶ αὗται ἐνέργειαι, δὲν παραβλάπτουν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ διαχωρίσωμεν τὰς εὐθύνας μας. Μᾶς ἐδόθη κατ’ ἐπανάληψιν ἡ εὐκαιρία νὰ τονίσωμεν, ὅτι ἐτάχθημεν ἀσμένως ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων περὶ διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος τὸ 1948, ἐφ’ ὅσον ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, ἦτο καὶ εἶναι ἡ δημιουργία προϋποθέσεων, αἵτινες θὰ καταστήσουν τὸ Δημοψήφισμα ἀδιάβλητον, παρέχουσαι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν ψυχικὴν γαλήνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς τοιαύτης λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Ἐδηλώσαμεν ὅτι δὲν νοεῖται Δημοψήφισμα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποκαθίσταται πλήρως ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια εἰς τὴν χώραν καὶ δὲν προχωρεῖ πέραν μιᾶς ἁπλῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου ὅμως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχήν, ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια τῆς χώρας ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθη ἀλλὰ καὶ ἐπεδεινώθη. Καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν σεμνυνόμεθα, καὶ πολὺ δικαίως, διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν, χάρις εἰς τὴν πολύτιμον συμβολὴν τῶν συμμάχων μας Ἄγγλων, τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Στρατοῦ ἀποβλέποντος εἰς περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν συνόρων καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου ἡ δημοσία ἀσφάλεια διακυβεύεται καθ’ ἑκάστην παρ’ ἐνόπλων ἀναρχικῶν στοιχείων, ἐναντίον τῶν ὁποίων, ἀδιαφόρως τῆς προελεύσεως αὐτῶν, ὀφείλει νὰ κινηθῇ ἀποφασιστικῶς καὶ νὰ δράσῃ τὸ Κράτος. Ἀποροῦμεν πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐξαγγέλλει σήμερον διενέργειαν Δημοψηφίσματος μετὰ τρίμηνον, ἐφ’ ὅσον τόσον δεινῶς πλήσσεται ἡ ἡσυχία τοῦ τόπου καὶ ἀνακόπτεται ὁ παλμὸς τῆς ἀναδημιουργίας. Ἄλλως τε οὐδεμία τῶν προϋποθέσεων τῆς ἀδιαβλήτου διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος ὑφίσταται, ἀντιθέτως μάλιστα ἡ διεξαγωγὴ τοῦ Δημοψηφίσματος ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας θὰ παρεῖχεν ἐπιχειρήματα εἰς ὅσους ἔχουν συμφέρον νὰ διαβάλουν τὴν γνησιότητα αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐκτὸς τοῦ ἐπιζημίου τούτου χειρισμοῦ, ἔθεσε τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου καὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων κατὰ τρόπον ἀπροσδόκητον. Διὰ τῶν δηλώσεών της, ἐξήγγειλεν ὅτι τὸ δημοψήφισμα θὰ διενεργηθῇ διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ ὄχι διὰ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἐξαγγελία αὕτη δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ, ὡς ἐγκλείουσα πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰς περίπτωσιν ἀκόμη δυσμενῶν διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως ἀποτελεσμάτων, τὸ πολιτειακὸν μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐκρίθη τελεσιδίκως ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμένῃ ἐκκρεμὲς εἰς βάρος αὐτῆς ταύτης τῆς ὁμαλῆς ἀνελίξεως τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Ἡ τοιαύτη κυβερνητικὴ διατύπωσις ἀντιτίθεται ριζικῶς πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε ἐπισήμους τῶν ὑπευθύνων δηλώσεις, καθ’ ἃς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν εὑρίσκεται τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ὑπομιμνήσκομεν τὸ ραδιοφωνικὸν διάγγελμα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ἀπὸ 12ης Ἀπριλίου 1944, εἰς τὸ ὁποῖον σαφῶς ἐδηλοῦτο ὅτι: «Ὅταν ὁ ἐχθρὸς ἐκδιωχθῇ ἐκ τοῦ ἐδάφους μας, ἡ Ἑλλὰς θὰ κληθῇ νὰ ἀποφασίσῃ δι’ ἐλευθέρας ψηφοφορίας περὶ τοῦ πολιτεύματος μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνηθῇ». Ἡ αὐτὴ ἄποψις κατ’ ἀνάλογον τρόπον διετυποῦτο καὶ εἰς ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Παπανδρέου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεκυροῦτο τὸ πέμπτον κεφάλαιον τοῦ συμφώνου τοῦ Λιβάνου. Καλεῖται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποσαφηνίσῃ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ ἐμπλακῶμεν εἰς λαβύρινθον προοιωνιζόμενον ἐθνικὰς ζημίας. Ὁ ἔλεγχος ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω, εἶναι ἀπηλλαγμένος τοῦ πνεύματος τῆς ἀδιαλλαξίας καὶ τοῦ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ. Εἰς τὰς πολιτικὰς ἡμῶν πράξεις ἕνα καὶ μόνον γνώμονα καὶ ὁδηγὸν ἔχομεν: Τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος. Δι’ ἡμᾶς ὑπεράνω καθεστώτων καὶ κομμάτων εἶναι ἡ Ἑλλάς, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτης τιθέμεθα συνεχίζοντες ἱστορίαν καὶ παράδοσιν. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκπληρώσεως ὅλων τῶν ἀνωτέρω προϋποθέσεων, τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων θὰ εἶναι πρόθυμον νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς πολιτειακῆς ἐκκρεμότητος, χωρὶς ἀδιάλλακτον προσήλωσιν εἰς ὡρισμένας ἡμερομηνίας. Ἐπαναλαμβάνομεν δὲ τὴν προεκλογικήν μας δήλωσιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἤθελεν ἀποφανθῆ ἐλευθέρως ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ἡμεῖς θὰ ὑποταχθῶμεν ἀνεπιφυλάκτως εἰς τὴν κυρίαρχον θέλησίν του. Ἐσημειώσαμεν μὲ ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν τὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνώρισιν τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσέφερε κατὰ τὰς κρισίμους στιγμὰς τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου ἡ Α.Μ. ὁ Ἀντιβασιλεύς, καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἀνακινήσῃ πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ Κόμμα ἡμῶν εἶναι πρόθυμον νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ὁμαλὴν διεξαγωγήν του, παρ’ ὅλας τὰς διαφωνίας τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ Κυβέρνησις. Προκειμένου περὶ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως τῶν σχετικῶν μὲ τὸ Κ.Κ.Ε. ἐπαναλαμβάνομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ προεκλογικῶς διεκηρύξαμεν δηλ. ὅτι θὰ μᾶς εὕρῃ ἀντιμετώπους μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ δώσῃ δείγματα ὅτι ἀπεφάσισε νὰ πολιτευθῇ ὡς Κόμμα πολιτικὸν σεβόμενον τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος, ἀπέδωσε καὶ δικαίως ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν ἐντατικὴν κινητοποίησιν τῆς παραγωγῆς καθ’ ὅλους αὐτῆς τοὺς τομεῖς. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ σημειώσωμεν ὅτι τὸ ὅλον κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὄχι μόνον στερεῖται μιᾶς γενικωτέρας θεωρητικῆς βάσεως, ἀλλὰ καὶ συνθέσεως, περιορισθὲν εἰς μίαν πρόχειρον ἀπαρίθμησιν τῶν γνωστῶν προβλημάτων τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Συγκεκριμένως ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τοῦ βασικοῦ προβλήματος, ἐὰν θὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἐν γένει προσπάθειαν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἢ θὰ προσφύγῃ καὶ μέχρι ποίου σημείου εἰς τὸν Κρατικὸν παρεμβατισμόν. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμνημόνευσε κἄν τὸ τεράστιον πρόβλημα τῆς ἐνεργειακῆς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ὡς γνωστὸν ἀπὸ ἐτῶν ἀπασχολεῖ τὸν τεχνικόν μας κόσμον, καὶ τοῦ ὁποίου τὰ πορίσματα ἀνοίγουν εὐρεῖς ὁρίζοντας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν. Εἰδικώτερον δὲν μᾶς ἱκανοποιοῦν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς ὅτι ἀφορᾷ τὴν τόνωσιν τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς. Χώρα τῆς ὁποίας ἡ οἰκονομία βασίζεται κυρίως ἐπὶ τῆς γεωργίας, χώρα τῆς ὁποίας τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος προέρχεται ἀπὸ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν, χώρα ἐξ ἄλλου τῆς ὁποίας τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἦτο καὶ προπολεμικῶς ἀνεπαρκὲς διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς κατοίκους της ἕνα ἀνεκτὸν βιοτικὸν ἐπίπεδον, θὰ ἀνέμενε ν’ ἀκούσῃ ἀπὸ τὴν πρώτην, μετὰ μίαν δεκαετίαν, κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, συνοπτικὸν πρόγραμμα οὐσιαστικῶν μέτρων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας. Καὶ μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχήν, «ἡ γῆ εἰς τοὺς καλλιεργητάς», εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πιστεύομεν, θὰ εἶχε μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς γεωργίας. Καὶ μόνον ἡ ἄντλησις ὕδατος ἀπὸ τοὺς ποταμούς μας, καὶ τὰς λίμνας μας, ζήτημα ὀλίγου χρόνου καὶ μικροῦ κεφαλαίου, θὰ μετέτρεπε πολλὰς δεκάδας χιλιάδων ξηρικῶν στρεμμάτων εἰς ποτιστικὰ καὶ θὰ ἀπετέλει οὐσιώδη καὶ ἄμεσον παράγοντα διὰ τὴν γεωργικήν μας παραγωγήν. Καὶ μόνον ἡ ὀρθολογισμένη χρηματοδότησις τῶν ταλαιπωρημένων ἀγροτῶν μας τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέφερε κἄν ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν δικαιολογημένην μέριμνάν της, διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῆς βιομηχανίας, θὰ ἔδιδεν ἄμεσον ζωὴν εἰς τὴν ἀγροτικὴν τάξιν. Ἀφήνομεν ὅτι, ἐν ὄψει τῆς ἐντὸς ἑβδομάδων συγκομιδῆς τῶν δημητριακῶν καὶ ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν τοῦ καπνοῦ, τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, οὐδὲν γνωρίζομεν περὶ τοῦ τὶ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν ἱκανοποιητικῶν τιμῶν. Ἢ μήπως τὸ ζήτημα τῶν ἱκανοποιητικῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων εἶναι ἀσήμαντον ὅταν πλέον τοῦ ἡμίσεως τοῦ πληθυσμοῦ μας ἀπὸ αὐτὰς θὰ καλύψῃ ὄχι μόνον τὰς βιοτικάς του ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας του εἰς γεωργικὰ ἐφόδια ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὰ πολύτιμα ἀλλὰ δυσπρόσιτα λιπάσματα. Ἐξ ἄλλου διεπιστώσαμεν, ὅτι οὐδεὶς πρακτικὸς ἔγινε λόγος ἐπὶ τοῦ κεφαλαιώδους ζητήματος τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὅλον τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ἰδίως μετὰ τὸν φοβερὸν κλονισμόν της, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ ὅσον καὶ ἂν δὲν ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀξίωσιν, προγραμματικαὶ δηλώσεις νὰ θίγουν ὅλα τὰ ζητήματα πάλιν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀπορήσῃ βλέπων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον μὲ δύο ἐν κυριολεξίᾳ λέξεις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ μεγάλα ἐρωτήματα ποὺ συνέχουν ὁλόκληρον τὸν κτηνοτροφικὸν κόσμον. Διὰ τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν ἰδιαιτέρως συνιστῶμεν μεγαλειτέραν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελοῦσα αὕτη ἕνα ἐκ τῶν σοβαρωτέρων πόρων τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, ἡ ὁποία πάντοτε προσέφερε χωρὶς οὐδέποτε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος, δέον νὰ τύχῃ ὅλως ἐξαιρετικῆς ὑποστηρίξεως παρ’ αὐτοῦ. Διὰ τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως τῶν ναυτεργατικῶν ζητημάτων, συνθέσεως καὶ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ, δέον αἱ σχέσεις ἐργοδότου καὶ ἐργατῶν θαλάσσης νὰ καταστοῦν ἁρμονικαὶ καὶ δοθῇ οὕτω ἐργασία εἰς χιλιάδας ναυτικῶν μας κατ’ ἐπάγγελμα, καὶ ἀνυψωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἐπὶ τῶν πλοίων Ἑλλήνων ἐφοπλιστῶν, τερματιζομένου οὕτω τοῦ φαινομένου τὸ ὁποῖον δυστυχῶς παρατηρεῖται τοῦ νὰ ἐμφανίζωνται τὰ πλοῖα τῶν Ἑλλήνων μὲ ξένας σημαίας. Ἡ κατὰ τὸν πόλεμον ἔνδοξος δρᾶσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πληρωμάτων τοῦ ἐμπορικοῦ μας ναυτικοῦ, ἁμιλλομένη εἰς γενναιότητα καὶ θυσίας πρὸς τὴν ἐπιδειχθεῖσαν τοιαύτην ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πατρίδος μας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν ταχυτέραν ἀνασυγκρότησιν τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου καὶ τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων ἀπαιτήσεών μας διὰ τὰς μεγάλας ἀπωλείας, ἅς ὑπέστη οὗτος κατὰ τὸν πόλεμον ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῶν Κυβερνητικῶν δηλώσεων, τὸ ἀναφερόμενον εἰς συναλλαγὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι τόσον συνοπτικόν, ὥστε θὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐκδήλωσίν του εἰς κυβερνητικὰ μέτρα διὰ νὰ διατυπώσωμεν τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἀντιλήψεις μας, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου καὶ προκειμένου περὶ τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ξένου κεφαλαίου. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νόμισμα μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀπόλυτον σταθερότητα, χάρις εἰς τὴν οὐσιαστικὴν οἰκονομικὴν προσπάθειαν αὐτῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους πρὸς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ ψυχολογικὸς παράγων διὰ τὴν νομισματικὴν εὐστάθειαν ἀλλ’ ὅτι χρειάζεται ἐργασία διαρκὴς καὶ ἐντατικὴ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε οὔτε κἄν τὸν στοιχειώδη χρόνον νὰ ἀναπτύξῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως τῶν καταστάντων ἀστέγων τὸ παρακολουθοῦμεν μὲ ἀληθῆ ἀγωνίαν, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀκόμη περισσοτέραν ἀγωνίαν ἀντιμετωπίζομεν τὸ τί θὰ γίνῃ κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἤδη θέρος τὸ δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως. Πιστεύομεν ὅτι ἄνευ τῆς σοβαρᾶς ἐνισχύσεως ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ τὸ ζήτημα δὲν λύεται. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἔλθῃ αὕτη ἡ ἐνίσχυσις, τί θὰ γίνῃ; Οἱ ἄστεγοι, ἰδίως ἐκεῖνοι τῆς ὑπαίθρου, θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ζοῦν ὑπὸ τὰς τραγικὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας φθείρεται ἡ ὑγεία των καὶ μειώνεται ἡ ἀποδοτικότης των; Τί σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις; Δὲν ἠκούσαμεν. Ἐκτὸς τῆς διοικητικῆς πλευρᾶς τοῦ ζητήματος καὶ μιᾶς γενικῆς ὑποσχέσεως μερίμνης οὐδὲν μᾶς εἶπεν. Ἡμεῖς πιστεύοντες εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς μεγάλης ἐνισχύσεως ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, πιστεύομεν καὶ εἰς τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἐξευρέσεως ἐκτάκτων πόρων, καὶ ἐξ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἀναιμικῆς οἰκονομίας μας, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ καθημαγμένου σώματος τῆς χώρας. Ἡ ἐξεύρεσις αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων πόρων, ἀποτελεῖ διὰ τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ζήτημα οἰκονομικῆς σκοπιμότητος, ζήτημα κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ζήτημα στοιχειώδους ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης. Καὶ ἐπειδὴ οἱ πόροι αὐτοὶ θὰ εἶναι μικροὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς τῶν οἰκισμῶν τῆς χώρας, θὰ ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν κατὰ αὐστηρὰν σειρὰν προτεραιότητος βάσει γενικῶν κριτηρίων ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ἀστέγων οἱ ὁποῖοι ἀναξιοπαθοῦν περισσότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον σοβαροὺς φόβους μᾶς γεννᾷ ἡ ἀσάφεια τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παρέλθῃ καὶ τὸ ἀρξάμενον θέρος χωρὶς ἀποτελεσματικὴν ἐργασίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ κατεδίκαζε πολλὰς δεκάδας χιλιάδων οἰκογενειῶν τῆς ὑπαίθρου, νὰ διέλθουν καὶ ἄλλον χειμῶνα ἄστεγοι. Τὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν ἐνόπλων ἡμῶν δυνάμεων δέον νὰ προσαρμοσθοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας ἀμύνης τῆς χώρας, καὶ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου διδάγματα μὲ τὴν βοήθειαν τῆς πείρας τῶν συμμάχων ὀργανωτῶν καὶ ἐκπαιδευτῶν, οἵτινες τόσον προθύμως ἐτέθησαν ἤδη εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὲ τόσον ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, ὡς καὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἐνισχύσεώς μας εἰς ὑλικὸν πολέμου. Ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ἔνδοξον πολεμικὸν ναυτικὸν πανελλήνιος εἶναι ἡ ἀξίωσις ὅπως ἀντικατασταθῇ τὸ ἀνάνδρως τορπιλλισθὲν εὔδρομόν μας «Ἕλλη», τὸ ὁποῖον δικαίως κατέστη ἐθνικὸν σύμβολον. Ἰδιαιτέρα ὅμως πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τῶν στελεχῶν τῶν τριῶν ὅπλων, ἡ ἐπιλογὴ τῶν ὁποίων δέον νὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν ἱκανοτέρων ἀναλόγως τῆς πολεμικῆς δράσεως καὶ ἐπιδόσεως ἑκάστου εἰς τὸ ὅπλον του. Νὰ καταβληθῇ ὡσαύτως προσπάθεια ὅπως τηρηθῇ τὸ στράτευμα μακρὰν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας, περιοριζόμενον εἰς τὰ στρατιωτικά του καὶ μόνον καθήκοντα. Πενιχραὶ ὑπῆρξαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν τομέα τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων καὶ τῆς ἐν γένει κοινωνικῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα ἀντιπαρῆλθε μὲ ἀδιαφορίαν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ σταθερῶς κατώτατον ὅριον συντηρήσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων, τοιοῦτον μάλιστα ὥστε νὰ περιλάβῃ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν εὐχέρειαν τῆς ἐξασφαλίσεως ἐκπολιτιστικῆς ζωῆς καὶ πνευματικῆς ἐξελίξεως. Ὀφείλει ἐπίσης νὰ ἱδρύσῃ ἐπαγγελματικὰς σχολάς. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐργασία θεωρεῖται δικαίωμα καὶ ἡ προστασία τῶν ἐργαζομένων τάξεων ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀγνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐπαγγελματικὸν προσανατολισμόν, ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐργασίας διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς παρακολουθήσεως, τῆς κλίσεως τοῦ ἐργάτου καὶ τῆς καταλλήλου χρησιμοποιήσεως τῶν σωματικῶν, ψυχικῶν καὶ πνευματικῶν αὐτοῦ ἰδιοτήτων. Οὔτε νὰ ἀντιπαρέλθῃ τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τῆς πυκνώσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν τεχνικῶν καὶ ἀγροτικῶν σχολῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι κυρίως ἡ πηγὴ τῶν ἐργατικῶν χειρῶν. Ἡ ἐξειδίκευσις τοῦ ἐργάτου, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θ’ ἀνυψώσῃ τὴν στάθμην τῆς ποσοτικῆς καὶ ποιοτικῆς ἀποδόσεως τῆς ἐργασίας, παράγοντος ἀνυπολογίστου σημασίας διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἵδρυσις ἐπαρχιακῶν καὶ περιοδικῶν ἐπαγγελματικῶν σχολῶν εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ὤφειλε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισίν της ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Τὸ παράδειγμα ἄλλων χωρῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον ἐξεπαίδευσαν καὶ ἐξειδίκευσαν κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων νέους τεχνίτας οἰκοδόμους καὶ ξυλουργοὺς ἀπὸ τοῦ 16ου μέχρι τοῦ 20οῦ ἔτους, μὴ στρατευόμενον δηλαδὴ πληθυσμόν, διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν κατεστραμμένων περιοχῶν των, εἶναι ἱκανὸν νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον δέον νὰ ἀντικρύζωνται τὰ κεφαλαιώδη προβλήματα τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἀντιμετώπισις οὐσιαστικώτερον τῆς ἀνεργίας, ἡ μεθοδικὴ ἐφαρμογὴ τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας διὰ τῆς εὐρυτέρας ὀργανώσεως τοῦ σώματος τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἡ προστασία τῶν ἀνηλίκων ἐργατῶν καὶ τῶν γυναικῶν, ἡ ὑγιεινὴ παρακολούθησις αὐτῶν καὶ ἡ ἐνδοεργασιακὴ καὶ μετεργασιακὴ προστασία, ὑπῆρξαν θέματα τὰ ὁποῖα ἢ παρέλειψεν ἐντελῶς ἢ μόνον ἀκροθιγῶς, παρεμπιπτόντως καὶ ἀορίστως ἐπραγματεύθη ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν προοπτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐργατικὴ ὑγιεινὴ κατοικία, διὰ πρωτοβουλίας τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ἐγγὺς τοῦ στίβου τῆς ἐργασίας καὶ δι’ οἰκοδομικῶν ἐργατικῶν συνεταιρισμῶν μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους. Λαμβάνομεν ἰδιαιτέραν σημείωσιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πολυτιμοτέραν ζύμην διὰ τὴν ἀνάπλασιν καὶ ἀναδημιουργίαν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις δέον νὰ ὁλοκληρωθῇ καὶ διὰ τοὺς αὐτοτελῶς ἐργαζομένους ἐπαγγελματίας. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως ἐπιβάλλεται νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ὁ αὐστηρὸς ἔλεγχος καὶ ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις. Ἡ προσοχή μας εἰς τὸν παράγοντα τῆς ἐργασίας, εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς πόλεις, πρέπει νὰ στραφῇ ζωηρά, μεθοδικὴ καὶ ἀπερίσπαστος, διότι ἀποτελεῖ τὸ ὑγιέστερον βάθρον τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καὶ τὸν ἀσφαλέστερον συντελεστὴν τῆς εὐημερίας τῆς χώρας. Δὲν ὑπῆρξαν ὁμοίως σαφεῖς καὶ ἐπαρκεῖς αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρωτεύοντα ζητήματα τῆς κοινωνικῆς προνοίας καὶ ὑγιεινῆς ἀντιλήψεως. Ἐνῷ τὰ θέματα ταῦτα εἶναι θεμελιακὰ καὶ πρωτεύοντα καὶ καταλαμβάνουν ἰδιάζουσαν θέσιν εἰς τὰ πολιτικὰ προγράμματα τῶν μεταπολεμικῶν Κυβερνήσεων ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἡ χάραξις κατευθυντηρίου γραμμῆς ἐπὶ τῶν κλάδων τῆς κοινωνικῆς προνοίας ἔδει ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα ἐκ τῶν κυριωτέρων σημείων τῶν Κυβερνητικῶν δηλώσεων. Ἡ διασάλευσις τῆς ὑγείας τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν στερήσεων, καὶ τοῦ ὑποσιτισμοῦ, ἡ ἀτροφία καὶ ὁ μαρασμὸς τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἡ ἑλονοσία καὶ ἡ φυματίωσις ποὺ μαστίζουν τὸν πληθυσμόν, εἶναι ζητήματα κατεπειγούσης μορφῆς, τὰ ὁποῖα χρήζουν ἀμέσου καὶ συντονισμένης προσπαθείας. Ἡ ὑγεία τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὸν Τουρισμὸν ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ μεγαλειτέρα δυνατὴ ἐνίσχυσις διὰ τῆς χρηματοδοτήσεως τῶν τουριστικῶν καὶ ξενοδοχειακῶν ἐπιχειρήσεων, διότι ὁ κλάδος οὗτος δύναται νὰ ἀποβῇ σοβαρὸς παράγων ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Μετὰ λύπης σημειοῦμεν, ὅτι αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ρόλον αὐτῆς εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν σχέσιν αὐτῆς μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Χειμάζεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ Δικαιοσύνη. Εἶναι ἀναγκαῖον μετὰ στοργῆς νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ ἀνόρθωσις αὐτῆς. Ἀποδίδομεν ἐξαιρετικὴν ἐντελῶς σημασίαν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ ἐξύψωσιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἰσοπολιτείαν τὴν ὁποίαν διασφαλίζει μόνον ἡ συνετή, χρηστὴ καὶ δικαία διοίκησις. Ἀποδίδομεν ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Γεν. Διοικητῶν καὶ Νομαρχῶν. Ὁ Νομάρχης δὲν πρέπει νὰ εἶναι κομματικὸν ὄργανον, ἀλλὰ ὁ ὀφθαλμὸς καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ πρέπει νὰ ἐπιλέγηται μεταξὺ τῶν καλλιτέρων. Οἱ βόρειοι Νομοί, αἱ ἀκριτικαὶ περιοχαὶ πρέπει νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας στοργῆς καὶ προσοχῆς. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησεν, ὅπως καὶ τὰς προεκλογικάς της ἐπαγγελίας περὶ περιορισμοῦ τῶν Ὑπουργικῶν χαρτοφυλακίων. Πιστεύοντες ἐξ ἄλλου εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποσυγκέντρωσιν τασσόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπαρχιῶν ἀπὸ τὴν καταδυνάστευσιν καὶ τὴν τυραννίαν τοῦ κέντρου. Καὶ ἀντὶ τῆς πολυτελοῦς ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἀποσυμφορηθῇ ὁ ὑδροκέφαλος τῆς Πρωτευούσης καὶ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐπαρχία. Οὕτω θ’ ἀνακοπῇ καὶ τὸ ρεῦμα τῆς ἀστυφιλίας τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πληγὴν ἀθεράπευτον διὰ τὴν χώραν καὶ πηγὴν ἀνυπολογίστων ζημιῶν. Κατόπιν τῶν ὅσων ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σαφῶς διαγράφεται ἡ θέσις τοῦ Κόμματος ἡμῶν ἀπέναντι αὐτῆς. Ἐπιστεύσαμεν εἰς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος καὶ εἰργάσθημεν ἐμπράκτως ὑπὲρ αὐτῆς. Δυστυχῶς αἱ ἐπιδιώξεις μας τελικῶς δὲν ἐπραγματώθησαν. Καὶ σήμερον εἰς τὴν κρισιμοτέραν τοῦ Ἔθνους καμπὴν εὑρισκόμεθα πρὸ Κυβερνήσεως στερουμένης τῆς οἰκουμενικότητος ἐκείνης, τῆς κριθείσης ἀναγκαίας κατὰ τὸ 1926, ὁπότε τὸ μέγεθος τῶν προβλημάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζει σήμερον τὸ Ἔθνος. Ἡ ἐπιδίωξις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος καίτοι ἀπομακρυνθεῖσα πρὸς στιγμήν, δὲν παύει ν’ ἀποτελῇ βασικὴν πολιτικὴν γραμμὴν διὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς οἱανδήποτε κομματικὴν θυσίαν. Εἰς τὴν ἔλλειψιν εὐρέος κυβερνητικοῦ βάθρου ἀποδίδομεν τὴν ἐσφαλμένην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις χαράσσει εἰς ζωτικὰ τῆς χώρας προβλήματα, καὶ ἐφ’ ἧς διετυπώσαμεν ἤδη τὰς σκέψεις μας. Διαφωνοῦμεν ριζικῶς πρὸς τὸ τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα τῆς διενεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος. Δὲν μᾶς εὑρίσκει συμφώνους ἡ γαλήνη μὲ τὴν ὁποίαν αὕτη ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ζήτημα πρωταρχικῆς σημασίας διὰ τὸν τόπον. Δὲν μένομεν καθόλου ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία στερεῖται τῆς ἀπαραιτήτου διὰ τὰς περιστάσεις δημιουργικῆς πνοῆς καὶ σαφοῦς κατευθύνσεως. Διαπιστώνομεν σιωπὴν εἰς τὸ τεράστιον πρόβλημα τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ γενικῶς τῆς πνευματικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων. Ὀφείλω νὰ τονίσω ἐπίσης, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωσεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της τὴν ἁρμόζουσαν σημασίαν εἰς ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον τῆς ἐθνικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἡ φροντὶς διὰ τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν, διὰ τὴν Ἑλλάδα δηλαδὴ τοῦ μέλλοντος. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ τόπου, εἶναι ἐπιτακτικὴ καὶ σπουδαία ἡ ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν πνευματικήν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν σωματικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς φυλῆς μας. Ὁ πόλεμος καὶ αἱ ἐπακολουθήσασαι περιπέπειαι ἀφῆκαν εἰς τὸν λαόν μας καὶ ἰδίως εἰς τὴν νεολαίαν του ἴχνη βαθύτατα τῶν ὁποίων αἱ συνέπειαι θὰ βαρύνουν εἰς τὴν μελλοντικὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, εἰς τὴν ἱστορικὴν σταδιοδρομίαν μας ὡς ἔθνους. Πέντε ἔτη ὑποσιτισμοῦ διὰ τὰ Ἑλληνόπουλα ἀποτελοῦν μεγίστην ἐθνικὴν ζημίαν. Καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς τῆς ζημίας, τὴν πρόληψιν ἐπεκτάσεως τῶν συνεπειῶν της, πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἡ ἑλληνικὴ νεότης δὲν πάσχει μόνον σωματικῶς. Ἡ ἑλληνικὴ νεότης περνᾷ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν ἠθικὴν κρίσιν πρωτοφανῆ. Οἱ νέοι μας, ὄχι ὅλοι φυσικά, παρεσύρθησαν μέσα εἰς τὴν σύγχυσιν τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς πρὸς κατευθύνσεις ἰδεολογικάς, ὡραίας καὶ εὐγενεῖς ἐπιφανειακῶς, πίσω ἀπὸ τὰς ὁποίας ὅμως ὑποκρύπτονται εἰς τὴν πραγματικότητα συμφέροντα ὕποπτα —καὶ ἔγιναν ἀκούσια ὄργανα αὐτῶν τῶν συμφερόντων. Ἡ ἀνεργία ποὺ μαστίζει τὴν ἑλληνικὴν νεότητα ἀκόμη καὶ σήμερον, ἕνα καὶ πλέον ἔτος μετὰ τὴν ἀνακωχήν, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ὀξύνῃ τὴν ἠθικὴν κρίσιν τῆς νεολαίας μας. Ὁ νέος τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀρχίζει σήμερον τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, εἴτε στὴν ὕπαιθρον εὑρίσκεται, εἴτε εἰς τὴν πόλιν, εἴτε εἶναι ἐργατικός, εἴτε διανοούμενος, δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ὅτι θὰ εὕρῃ μίαν ἐπαγγελματικὴν ἀπασχόλησιν θετικήν, μόνιμον καὶ ἀποδοτικὴν διὰ νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ κοινωνικῶς. Οἱ σημερινοὶ νέοι ποτίζονται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῶν βήματα μὲ πικρίαν κατὰ τῆς κοινωνίας, καὶ φυσικὴ ἡ πικρία αὐτὴ μεταμορφώνεται εἰς τὴν νεανικήν των ψυχὴν εἰς κοινωνικὴν ἀνταρσίαν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὴν ἐκμεταλλευθοῦν. Ἐὰν θέλωμεν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ χώρα αὐτὴ εἰς τὴν ὁμαλότητα, εἰς τὴν ἠρεμίαν, εἰς τὴν εὐτυχίαν, πρέπει, πρὶν ἀπὸ τὰς πληγὰς τῆς οἰκονομίας μας, νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πληγὰς τῆς κοινωνίας μας καὶ πρωτίστως τοῦ πλέον λεπτοῦ καὶ τρυφεροῦ κλάδου τῆς κοινωνίας τῆς νεότητος. Μόρφωσις συγχρονισμένη, ἐκπαίδευσις ἐπαγγελματική, ἠθικὴ διαπαιδαγώγησις, δημιουργία ἰδανικῶν καὶ τέλος σωματικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας, πραγματικὴ καὶ καθολικὴ πρέπει νὰ εἶναι αἱ πρῶται καὶ κύριαι φροντίδες τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν νὰ κύψῃ πρώτη εἰς τὸ βαρὺ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὴν βοηθήσωμεν εἰς τὸ ἱερὸν αὐτὸ ἔργον τῆς ἀναπλάσεως τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας. Καμμία θυσία κόπων, φροντίδων καὶ χρήματος δὲ εἶναι πολὺ μεγάλη προκειμένου νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Νομίζομεν δὲ ὅτι ἡ δημιουργία, παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας, ἑνὸς ὑφυπουργείου Φυσικῆς Ἀγωγῆς ποὺ θὰ ἀνελάμβανεν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς φροντίδος διὰ τοὺς νέους θὰ ἦτο μία πρώτη ἀποτελεσματικὴ ἐνέργεια διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ὀξυτάτου ζητήματος τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας. Πέραν αὐτῆς θὰ ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ γρήγορα καὶ συστηματικὰ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ὅλου ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος ἐπὶ προτύπων συγχρονισμένων. Ἐνῷ, ὡς γνωστόν, διδακτήρια δὲν ὑπάρχουν, ἀφοῦ ἦσαν ἀνεπαρκῆ καὶ ἀκατάλληλα καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἤδη, κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐκ τῶν πολεμικῶν ἐν γένει συνθηκῶν, ἐκ τῶν ἐναπομεινάντων πολλὰ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη χρησιμοποιούμενα διὰ σκοποὺς ξένους πρὸς τὸν προορισμόν των. Περαιτέρω τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν ἀριθμητικῶς ἀνεπαρκὲς καὶ οἰκονομικῶς ἐξαθλιωμένον, δὲν εἶναι κἂν δικαίως κατανεμημένον εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰ σχολεῖα δὲ τῶν βορείων, πρὸ πάντων, ἐπαρχιῶν εἶναι ἀπογυμνωμένα. Ἐπὶ πλέον τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ ἀπομακρυνθέντα τοῦ σχολείου καὶ ριφθέντα ἐπὶ κατοχῆς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς καὶ τὸν μαυραγοριτισμὸν ἔχουν ἀνάγκην στοργῆς καὶ ἐνισχύσεως διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν δυνατότητα τῆς μορφώσεως καὶ νὰ μὴ μείνῃ αὕτη ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν εὐπόρων Ἀλλ’ οὔτε περὶ τῶν μέτρων, τά ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν διὰ νὰ συνέλθῃ ἡ παιδεία ἐκ τῆς ἀναστατώσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ δικτατορία, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν κατήργησε τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ σχολεῖον τοῦ λαοῦ, ἐγένετο καὶ ἡ παραμικρὰ ἔστω νύξις καὶ ἐνῷ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐθν. διεκδικήσεων διαδηλοῦμεν ὁμόφωνον τὴν γνώμην τοῦ Κόμματος ἡμῶν πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς δηλώσεις, ἐφ’ ὅλων τῶν λοιπῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀνεφέρομεν ἀσχοληθέντες μὲ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τούτου ἀρνούμεθα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, κατέχομαι ἀπὸ βαθεῖαν συγκίνησιν ἀνερχόμενος εἰς τὸ ἐθνικὸν βῆμα, ἔπειτα ἀπὸ μίαν πολυκύμαντον δεκαετίαν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε καταλυθῆ καὶ ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ πολιτική μας ἐλευθερία. Καὶ ἀπευθύνω ἐγκάρδιον χαιρετισμὸν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἡ παρουσία τῆς ὁποίας διαπιστώνει ὅτι ἐπανῆλθεν ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν ἀρχαίαν Πατρίδα της. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἔννοια τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν εἶναι ὅτι ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ καὶ ἡ μειοψηφία ἐλέγχει. (Χειροκροτήματα). Ἀποτελεῖ ἑπομένως καὶ ἡ μειοψηφία ἐθνικὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία θὰ πρέπῃ ν’ ἀσκῆται ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας. Ταχθέντες ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀσκήσωμεν ἔλεγχον ἐθνικόν, δημιουργικὸν καὶ καλόπιστον. Θὰ προσπαθήσωμεν ὅπως ἀποτρέπωμεν ἐνδεχόμενα σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ νὰ βοηθοῦμεν τὰς ἀγαθὰς προσπαθείας της. Καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ διέπῃ καὶ σήμερον τὴν κριτικήν μας ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων. Πρῶτον εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Εἰς τὸν βωμὸν τοῦ κοινοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος προσεφέρθη ὁλοκαύτωμα. Ὁλόκληρος ἡ ἑλληνικὴ ὕπαιθρος ἔχει μεταβληθῆ εἰς ὁλόμαυρες ράχες ὅπως τῶν Ψαρῶν. Ἐνώπιον τῆς μνήμης τῶν ἀθανάτων νεκρῶν μας εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δόξαν μας ὑποκλινόμεθα μὲ εὐλάβειαν (χειροκροτήματα) καὶ ἀπευθύνομεν πρὸς ὅλους τοὺς γενναίους ἀγωνιστὰς τῆς ἐλευθερίας τὸν ὑπερήφανον ἔπαινον τῆς Ἑλλάδος (χειροκροτήματα). Πρώτη ὑπῆρξεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν προσφορὰν τῶν θυσιῶν. Πρώτη ὑπῆρξεν ἐπίσης, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰς δυνάμεις της, εἰς τὴν προσφορὰν τῶν Ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν κοινὴν συμμαχικὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν τῆς κρίσεως ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς δὲν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰς θυσίας καὶ τὰς ὑπηρεσίας μας διὰ νὰ ζητήσωμεν ἀνταμοιβήν. Τὰς ἐπικαλούμεθα διὰ νὰ ζητήσωμεν δικαιοσύνην (χειροκροτήματα). Τὸ Ἔθνος ἔχει περιορίσει εἰς τὸ ἐλάχιστον τὰς ἐθνικάς του διεκδικήσεις, ἀλλὰ τὸ ἐλάχιστον αὐτὸ ὅριον τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων θὰ ὑπερασπίσῃ, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἐνώπιον ἐχθρῶν καὶ φίλων, ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, μὲ πλήρη ἀπόφασιν. (Χειροκροτήματα). Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος διετύπωσαν ἐνώπιον τῶν Μεγάλων Συμμάχων μας τὰ ἐθνικά μας αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν ὁποίαν παρίστανται καὶ συμμετέχουν οἱ Ἡγέται ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας ὑπῆρξαν ὁμόφωνοι εἰς τὴν χάραξιν τῶν ἐθνικῶν μας αἰτημάτων. Καὶ ὅπως ἦτο φυσικὸν τὰ ἐπανευρίσκομεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, ἀλληλέγγυοι καὶ παραστάται τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἐθνικῶν μας σκοπῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐὰν ἡ διατύπωσις τῶν ἐθνικῶν μας αἰτημάτων μᾶς εὑρίσκει ὁμοφώνους, διατηροῦμεν ἀμφιβολίας διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῆς διαχειρίσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὰς τύχας τῆς Χώρας εἰς τὴν κρισιμωτέραν της ὥραν, ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ὑποδείξωμεν ὅτι οὐδέποτε περισσότερον ἀπὸ σήμερον ἐπεβάλλετο ἡ πρόσκλησις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπου θὰ ἠδυνάμεθα ἐπισήμως νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς θέσεως τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων μας καὶ νὰ παράσχωμεν μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς, ὅσοι δὲν μετέχομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀμέριστον τὴν ἐπικουρίαν μας. Σύμφωνοι ἐπίσης ὑπήρξαμεν πάντοτε καὶ σύμφωνοι εἴμεθα καὶ σήμερον μὲ τὸ κείμενον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Χώρας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χάραξιν τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς. Τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἔχομεν ὀνομάσει εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐξωτερικῶν πολιτικὴν «ἴσης φιλίας» ἀπέναντι ὅλων τῶν Μεγάλων Συμμάχων μας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα Μεσογειακὴ καὶ Βαλκανικὴ καὶ συνορεύει καὶ μὲ τοὺς δύο μεγάλους συνασπισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπέρρευσαν ἀπὸ τὴν νίκην τοῦ μεγάλου πολέμου. Ἀποτελεῖ ἑπομένως διὰ τὴν Ἑλλάδα ὅρον ὑπάρξεως ἡ διατηρήσεως ἀρίστων σχέσεων μὲ ὅλους τοὺς Μεγάλους Συμμάχους καὶ μὲ τοὺς δύο μεγάλους συνασπισμοὺς (χειροκροτήματα). Μόνον τὸ Κ.Κ.Ε. προσπαθεῖ καὶ μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὰς πράξεις του νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Μεγάλων Συμμάχων. Μόνον τὸ Κ.Κ.Ε. προσπαθεῖ νὰ ἐμφανίσῃ τὴν Ἑλλάδα, ὡς τόπον ὅπου χαλκεύονται μηχανορραφίαι ἐναντίον τῆς εἰρήνης τῶν Βαλκανίων καὶ ἐναντίον τῆς εἰρήνης τῆς Εὐρώπης. Ἡ πτωχή, αἱμάσσουσα καὶ μαρτυρικὴ Ἑλλάς, μηχανεύεται τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης τοῦ κόσμου! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος. Οὐδεὶς περισσότερον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς εἰρήνης, ὄχι μόνον διότι ἡ εἰρήνη θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν ἐρειπίων μας, ἀλλὰ καὶ διότι, εἰς περίπτωσιν συγκρούσεως τῶν δύο μεγάλων συνασπισμῶν, δὲν γνωρίζομεν ποῖος θὰ εἶναι ὁ τελικὸς νικητὴς τοῦ πολέμου, ἀλλὰ γνωρίζομεν ποῖον θὰ εἶναι τὸ πρῶτον τραγικὸν θῦμα — ἡ μαρτυρικὴ Ἑλλάς!... — Ἐπιδιώκομεν τὴν εἰρήνην περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ἀλλὰ εἶναι ἀπαράδεκτον ἐν ὀνόματι τῆς εἰρήνης νὰ ζητοῦνται θυσίαι ἀπὸ τὸ μαρτυρικὸν Ἔθνος (χειροκροτήματα). Πρῶτα θὰ ἐξοφληθῇ ὁ λογαριασμὸς τοῦ πολέμου καὶ ἔπειτα θὰ θεμελιώσωμεν τὴν εἰρήνευσιν τῶν Βαλκανίων. (χειροκροτήματα). Θὰ ἐπανέλθῃ πρῶτον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Βόρειος Ἤπειρος διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν εἰρήνευσιν μὲ τὴν Ἀλβανίαν. Καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ βόρεια σύνορα ἀπὸ τοὺς βαρβάρους τῆς Βαλκανικῆς, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν εἰρήνευσιν μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Ὅταν οἱ ἀναίσχυντοι Ἡγέται τῆς σημερινῆς Βουλγαρίας, ἀποτολμοῦν ὄχι μόνον νὰ ἀρνοῦνται τὴν καταβολὴν τοῦ δικαίου τιμήματος τῶν εὐθυνῶν των, ἀλλὰ διεκδικοῦν ἀκόμη καὶ τὴν Δυτικὴν Θράκην, τὸ Ἔθνος σύσσωμον ἐξεγείρεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Συμμάχους ἀπόδοσιν δικαιοσύνης!... (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Εἴμεθα ἑπομένως σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐθνικὰ θέματα. Καὶ ἐρχόμεθα ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ὁμοφωνίας εἰς τὸ θέμα τῆς διαφωνίας. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπετέλεσε κατάραν τοῦ τόπου ἡ καθεστωτική μας διαίρεσις ἡ ὁποία ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν διαφωνίαν τοῦ 1915. Εἰς τὴν καθεστωτικὴν διαίρεσιν ὀφείλομεν τὴν καταστροφὴν τῆς μεγάλης Ἑλλάδος καὶ ὅλας τὰς προσφάτους μεγάλας δοκιμασίας μας. Τίποτε δὲν ἀποτελεῖ περισσότερον ἐπιτακτικὸν καθῆκον τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τὸν τερματισμὸν τῆς καθεστωτικῆς διαμάχης. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἐθνικὴ παράταξις κατανέμεται εἰς δύο ἀντιπάλους πολιτικὰς μερίδας, τὸ Ἔθνος δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ συνεργάζεται καὶ δὲν θὰ ἠμπορῇ ἡνωμένον ν’ ἀντιμετωπίζῃ καὶ τοὺς ἐσωτερικοὺς καὶ τοὺς ἐξωτερικούς μας ἐχθρούς. Ἀποτελεῖ ἑπομένως ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγάλους, κεφαλαιώδεις σκοπούς μας ὄχι μόνον ὁ προσδιορισμὸς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ ὁ τερματισμὸς τῆς διαμάχης. Διότι πέραν καὶ ὑπεράνω τῆς σχετικῆς ἀξίας τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει ἡ ἀπόλυτος ἀξία τοῦ τερματισμοῦ τῆς καθεστωτικῆς διαμάχης. Τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935, διὰ νὰ συνοψίσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ σημερινοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1935, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπάρξει γνήσιον. Εἶχεν ὅμως ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος τὴν μεγάλην τύχην ἐπανελθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ εὕρῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν στερέωσιν τοῦ θρόνου του, μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἀλλ’ ὑπῆρξε κατόπιν δυστύχημα ὁ θάνατος τοῦ μεγάλου ἀνδρός καὶ τὸ πραξικόπημα τῆς 4ης Αὐγούστου. Τοιουτοτρόπως, μὲ τὸ πραξικόπημα τῆς 4ης Αὐγούστου, ἐνῶ τὸ καθεστωτικὸν πράγματι εἶχε λήξει, ἐδημιουργήθη νέα ὑποτροπή. Μετὰ τὸ πραξικόπημα τῆς 4ης Αὐγούστου αὐτομάτως ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καθεστωτικὸν ζήτημα. Καὶ ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀνεχώρει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Τότε διεμορφώθησαν αἱ δύο ἀδιάλλακτοι ἀντιμέτωποι ἀπόψεις. Ἡ πρώτη ἄποψις, ἡ βασιλική, ἦτο ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτο ὁ νόμιμος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε καταλύσῃ τὸ σύνταγμα. Καὶ διεμορφώθη ἐπίσης ἡ ἀντίπαλος δημοκρατικὴ ἄποψις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατέστη ἔκπτωτος, ἄποψις ἡ ὁποία μὲ ὑπόμνημα ἐκ τῆς κατεχομένης Ἑλλάδος, ὑπεστηρίχθη καὶ ἐνώπιον τῶν Μεγάλων Συμμάχων μας. Ὑπεστήριξεν ἡ ἄποψις αὐτή, ὅτι, ἀφ’ ἧς ὁ Βασιλεὺς ἔπαυσε νὰ εἶναι συνταγματικὸς Βασιλεὺς ἔπαυσε νὰ ἔχῃ βάθρον νομιμότητος, ἐστηρίζετο εἰς τὴν ὑλικὴν βίαν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν περιστάσεων ἡ ὑλικὴ βία, τὸ ὑλικὸν βάθρον κατέρρευσε, κατέρρευσε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ. Τοιουτοτρόπως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν μεγαλυτέραν δοκιμασίαν τῆς ἱστορίας μας, καταλαμβανόμεθα ἀπὸ τοὺς βαρβάρους κατακτητὰς ἐν πλήρει διχασμῷ. Μεταξὺ τῆς νομίμου συμμαχικῆς Ἑλλάδος τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τῆς πραγματικῆς Ἑλλάδος τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἐδημιουργήθη χάσμα μέγα καὶ ἀγεφύρωτον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καιροφυλακτοῦν νὰ περάσουν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος. Τότε ἀνέκυψεν ἡ ἰδέα τοῦ Δημοψηφίσματος ὡς ἰδέα ἐθνική, ὡς ἰδέα γεφυρώσεως τῶν ἀντιθέσεων, ὡς ἰδέα ἐθνικῆς ἑνώσεως. Εἴπομεν τότε, διότι, ἐὰν δὲν πλανώμεθα, εἴχομεν ἡμεῖς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς προτάσεως τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1941, εἴπομεν τότε ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ αἱ δύο παρατάξεις νὰ φθάσουν εἰς συγκαταβάσεις, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἐθνική των συνεργασία. Ὑπεστηρίξαμεν: τὰ πολιτεύματα ὑπάρχουν χάριν τῆς Πατρίδος, δὲν ὑπάρχει ἡ Πατρὶς χάριν τοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα). Εἴπομεν τότε ὅτι ὑπεράνω καὶ τῆς βασιλείας καὶ τῆς δημοκρατίας εἶναι ἡ Ἑλλάς! (Χειροκροτήματα). Καὶ θὰ ἔπρεπεν οἱ Ἕλληνες, παραμερίζοντες τὴν καθεστωτικὴν διαίρεσιν, νὰ ἐργασθῶμεν διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς ἐχθρούς της. Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγους μῆνας, ἀφοῦ ἡ πρώτη προσπάθεια ὄχι μόνον ἀπεκρούσθη, ἀλλὰ καὶ ἐλοιδωρήθη ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὀλίγους μῆνας κατόπιν, ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, Βενιζελισμὸς καὶ Ἀντιβενιζελισμός, κατέληξεν ἐπίσης εἰς τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν, ὄχι ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἐμπάθειαν καθεστωτικήν, ἀλλὰ ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἠθικὴν ἔξαρσιν καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄμεσον ἐθνικὴν ἕνωσιν. Διότι ἑκατέρωθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ Δημοψηφίσματος ἀπῄτει πράγματι συγκαταβάσεις. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Βασιλέως ἀπετέλει συγκατάβασιν ὅτι θὰ ἐτίθετο πάλιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν Δημοκρατικῶν ἀπετέλει ἐπίσης συγκατάβασιν ἡ ἀναγνώρισις ὅτι καὶ μετὰ τὸ πραξικόπημα τῆς 4ης Αὐγούστου θὰ ἦτο δυνατὸν λαοπρόβλητον νὰ τὸν περιβάλουν καὶ πάλιν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην των διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐπροτάθη τὸ Δημοψήφισμα τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1942. Εἰς τὸ κείμενον δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπογραφή μου, διότι συνέβαινε τότε νὰ εὑρίσκωμαι κρατούμενος τῶν Ἰταλῶν εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ προκαταβολική μου συγκατάθεσις. Παρῆλθον ὅμως δύο ὁλόκληρα ἔτη μέχρις ὅτου ἡ ἀρχὴ τοῦ Δημοψηφίσματος γίνῃ ἀποδεκτή. Καὶ αὐτῶν τῶν δύο ἐτῶν ἔκαμε χρῆσιν ὁ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος, ὁ κομμουνισμός, διὰ νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ ρῆγμα, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο μεταξὺ τῶν δύο Ἑλλάδων καὶ νὰ γίνῃ κύριος καὶ τύραννος τῆς Χώρας! Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ εὐθύνη τῆς μακρᾶς καθυστερήσεως. Ἀλλὰ ἦλθεν ἐπὶ τέλους, ἔστω καὶ τόσον ἀργά, ἦλθεν ὁ συμβιβασμὸς τὸν Ἰούλιον 1943. Ὁ Βασιλεὺς μὲ τὴν ραδιοφωνικήν του ὁμιλίαν εἰς τὸ Κάϊρον ἀνεκοίνωσεν ὅτι θὰ θέσῃ τὸν θρόνον του ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τίθενται τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς ἑνώσεως. Καὶ ἐὰν ἡ ἀπώλεια τῶν δύο ἐτῶν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κομμουνισμὸν νὰ ἐπικρατήσῃ, ὁ συμβιβασμὸς τῶν τελευταίων μηνῶν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως νὰ σχηματισθῇ καὶ νὰ ἀνοίξῃ τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ καταλύσῃ τὸν κομμουνισμὸν καὶ νὰ ἀπελευθερώσῃ τὸν λαόν μας. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐθνικὴ ὑπηρεσία τῆς συμφώνου γνώμης τῶν δύο παρατάξεων διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ βαθυτέρα ἔννοια τοῦ Δημοψηφίσματος ἦτο ὅτι ἐπεβάλλετο ὁ παραμερισμὸς τοῦ πολιτειακοῦ μέχρι τῆς ἐνεργείας τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ ὁ τερματισμὸς τοῦ πολιτειακοῦ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐνέργειάν του. Ὅτι ἐπεβάλλετο ἀνακωχὴ μέχρι τῆς προκηρύξεως τοῦ Δημοψηφίσματος καὶ εἰρήνη ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐνέργειάν του. Μόνον τοιουτοτρόπως ἡ ἀρχὴ τοῦ Δημοψηφίσματος θὰ ἀπέδιδεν ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ παρεβιάσθη δυστυχῶς ἑκατέρωθεν ἀπὸ τὰς δύο ἀδιαλλάκτους μερίδας. Ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἠθικῆς ἐννοίας τοῦ Δημοψηφίσματος ἀδιαταράκτως νὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἐθνική μας Ἕνωσις, Δημοκρατικοὶ καὶ Βασιλόφρονες νὰ συνεργασθοῦν, ἕκαστος τῶν ὁποίων θὰ διετήρει ἀναλλοιώτους τὰς πεποιθήσεις του, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀνέβαλε τὴν μάχην διὰ τὴν ὥραν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἔπρεπεν ἀδιαταράκτως νὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις διὰ νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν κρισιμωτέραν της ὥραν. Ἀλλὰ δὲν συνέβη δυστυχῶς. Ὅσοι ὑπεστήριξαν αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ὅπως ἡμεῖς τάξαντες ὑπεράνω τοῦ πολιτεύματος τὴν Ἑλλάδα, ἐλοιδορήθησαν καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀδιαλλάκτους μερίδας. Ἀλλ’ ἐπροχωρήσαμεν μὲ πίστιν εἰς τὴν ἐθνικήν μας πορείαν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἐπικρίσεις καὶ προτάσσοντες πάντοτε τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας, τὸ καθῆκον μας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ αὐτή, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ ἱστορία καὶ ἡ συστατικὴ ἔννοια τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ τὸ Δημοψήφισμα τὴν ἀπόδοσιν χάριν τῆς ὁποίας ὡρίσθη, θὰ πρέπῃ, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὴν ἀγαθὴν ἀπόδοσιν ὁλόκληρον κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς προκηρύξεως του, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἐπιτύχει τὴν ἀνακωχήν, θὰ πρέπῃ τοὐλάχιστον νὰ ληφθοῦν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ τὴν διεξαγωγὴν του θὰ ἐπιφέρῃ τοὐλάχιστον τὴν εἰρήνην, θὰ σημάνῃ τὸ τέρμα τῆς καθεστωτικῆς διαμάχης. Δημοψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπρόκειτο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν οἱανδήποτε μορφὴν πολιτεύματος, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀποτελεῖ περιττὴν πολυτέλειαν καὶ δεινὴν ἐμπλοκήν. Μόνον ἡ κοινὴ συμφωνία διὰ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ Δημοψηφίσματος ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ του. Διότι ὑπάρχει μιὰ θεμελιώδης διαφορὰ μεταξὺ ἐκλογῶν καὶ Δημοψηφίσματος. Αἱ ἐκλογαὶ ἐπαναλαμβάνονται τὸ Δημοψήφισμα ὅμως ὀφείλει νὰ εἶναι μοναδικόν. Αἱ Κυβερνήσεις στηρίζονται εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Τὸ πολίτευμα πρέπει νὰ στηρίζεται εἰς τὸ Ἔθνος. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ βάσις του ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ κοινὴ συμφωνία. Μία μονομερὴς καὶ μονόπλευρος ἐνέργεια μὲ ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τυπικὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ δὲν ὁδηγεῖ εἰς ὁριστικὰς ἐθνικὰς καταστάσεις χρησίμους εἰς τὴν Πατρίδα. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα. Ποῖαι πρέπει νὰ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀδιαβλήτου Δημοψηφίσματος; Ἡ πρώτη ἐγγύησις, ὁ πρῶτος ὅρος ἦτο ἀνέκαθεν ἡ σύμφωνος γνώμη τῶν Συμμάχων. Οἱ Σύμμαχοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ θέμα. Εἶχον ἐκδηλώσει εἰς τὸ παρελθὸν γνώμην διὰ τὸν χρόνον τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ κοινῆς Συμμαχικῆς ἀνακοινώσεως ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ θέμα, ἀπετέλει καθῆκον τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ἡ ἐναρμόνισις τῶν ἀπόψεων. Ὅταν ὑποστηρίζωμεν τὴν σύμφωνον γνώμην, οὐδέποτε ἐννοοῦμεν οὔτε εὐτέλειαν οὔτε ὑποταγήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος δι’ ἕνα φιλότιμον ὑπερήφανον καὶ γενναῖον Λαὸν ὅπως ὁ Ἑλληνικός. Ὅταν ὑποστηρίζωμεν «σύμφωνον γνώμην» ἐννοοῦμεν συνεργασίαν, ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων, ἐναρμόνισιν μεταξὺ Συμμάχων καὶ φίλων. Διεπιστώσαμεν μὲ ἱκανοποίησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, παρασυρθεῖσα τὰς πρώτας ἡμέρας ἀπὸ τὴν μέθην τῶν ἐκλογικῶν πανηγυρισμῶν, κατέστη βαθμιαίως νηφάλιος, ἀπέκτησε περισσοτέραν συναίσθησιν τῆς Κυβερνητικῆς της εὐθύνης καὶ ἐπεδόθη εἰς τὴν προσπάθειαν συνεννοήσεως μὲ τοὺς Συμμάχους κατόπιν τῆς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὅτι «ἡ Μ. Βρεττανία ἀναγνωρίζει πλήρως ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Δημοψηφίσματος ἐναπόκειται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων». Ἐνομίσαμεν, τοιουτοτρόπως, ὅτι ἐπετεύχθη ἡ σύμφωνος γνώμη τῶν Συμμάχων. Καὶ διὰ τοῦτο βραδύτερον, ἀνεγνώσαμεν μὲ ἀπορίαν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, διότι εἰς τὰς δηλώσεις ἐκείνας ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὁμιλεῖ περὶ συμφώνου γνώμης τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλεῖ περὶ διαφόρου γνώμης εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμόνως ἐνέμενε, καὶ μόνον κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀνεγνώρισε τὴν πρωτοβουλίαν. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον σοβαρᾶς προσοχῆς καὶ ἐπισημαίνω τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸ διαχειρίζεται. Πέραν τῆς «συμφώνου γνώμης» τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐθεωρήσαμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ κατόπιν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπαραίτητον, ἄλλη ἐγγύησις ὑπῆρξεν ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἀνασύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἐξητάσαμεν τὸ Ν.Δ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ βάσιν, μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Νομίζομεν, ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τροποποιηθῇ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ πληρέστερον ἡ γνησιότης αὐτοῦ καὶ καλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Δ)μα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ εὐκαιρία τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς τροποποιήσεώς του. Ἀνεγνώσαμεν ἐπίσης μὲ ἱκανοποίησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετεκάλεσε Συμμάχους Παρατηρητάς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπευθύνεται τόσον μακρὰν διατὶ δὲν ἀποφασίζει νὰ ἀπευθυνθῇ καὶ ἐγγύτερον, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν παρουσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου; Ἀλλὰ πέραν τῆς ἀνασυντάξεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὑπάρχει τὸ μέγα θέμα τῆς δημοσίας τάξεως. Τὸ θέμα τῆς δημοσίας τάξεως δὲν ἀνήκει εἰς ἓν ἀπὸ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ πρόκειται ἑκάστοτε νὰ συζητῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἢ ν’ ἀπασχολοῦν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀποτελεῖ τὸ κύριον καὶ τὸ μέγα θέμα. Ὅταν ἡ δημοσία τάξις καταλύεται, ὅταν αἱ συμμορίαι τῆς δεξιᾶς καὶ οἱ ἐγκληματίαι τῆς ἀριστερᾶς καταλύουν τὸ Κράτος, μαζὺ μὲ τὸ Κράτος καταλύουν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα). Διότι καταντᾶ τυπικὴ καὶ σκιώδης ἡ παρουσία μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως, τὴν ἡμέραν ἀκριβῶς καθ’ ἣν δημοσιεύονται αἱ εἰδήσεις ὅτι ἀστυνομικοὶ σταθμοὶ καταλύονται, χωρ)κες φονεύονται καὶ οἱ πληθυσμοὶ καταλαμβάνονται ἀπὸ ἀλλοφροσύνην εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὕπαιθρον. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε τὰς ἀγαθάς της προθέσεις, μὲ τὰς αὐστηρὰς ἐπαγγελίας της. Ἔκτοτε, ὅμως, ἡ κατάστασις δὲν ἔχει βελτιωθῆ τοὐναντίον ἡ κατάστασις ἔχει ἐπιδεινωθῆ καὶ ἀποτελεῖ τοῦτο βαρεῖαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Χωρὶς τὴν πλήρη ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ὕπαρξις τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἂν ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς μίαν πλειοψηφίαν Βουλῆς, θὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὁ Λαός μας διαπιστώνει ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἐστερήθη τοῦ ὑπερτάτου ἀγαθοῦ, τοῦ συναισθήματος τῆς ἀσφαλείας, θὰ εἶναι βέβαιον ὅτι μετέβαλε γνώμην καὶ ἦρε τὴν ἐμπιστοσύνην του. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὴν νομιμότητα, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ἀμφισβητοῦμεν τὴν καταλληλότητα. Καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀνάγκην τοῦ Ἔθνους καὶ πρόκειται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ὁμόφωνον ἀναγνώρισιν τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἀρκεῖ ὁ τίτλος τῆς νομιμότητος τῆς Κυβερνήσεως. Μᾶς χρειάζετια ὁ τίτλος τῆς ἐθνικῆς χρησιμότητος, τῆς ἐγγυήσεως ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ ἀδιάβλητον Δημοψήφισμα. Καὶ τώρα, ἐρχόμεθα εἰς τὸ περίεργον θέμα τὸ ὁποῖον ἐσχάτως κατ’ ὄναρ ἐνεπνεύσθη ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος. Διότι οὐδέποτε, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθόν, κατὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, εἶχε κανεὶς διαλογισθῆ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφευρεθῇ τοιαύτη θέσις τοῦ ἐρωτήματος. Θὰ ἐπεθύμουν, πρῶτον, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πῶς φαντάζεται ὅτι θὰ γραφῇ εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται; (γέλωτες).
§25Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Ὄταν θὰ ἑτοιμασθῇ τὸ ψήφισμα, θὰ τὸ ἴδητε.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε, ἔχει καλῶς. (χειροκροτήματα — γέλωτες). Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προχωρήσω, ὄχι πλέον διὰ νὰ ζητήσω ἄμεσον ἀπάντησιν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προχωρήσω εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ ἄλλων ἐρωτημάτων. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῆς νομικῆς ἐξετάσεως. Θὰ εἰσέλθωμεν ἔπειτα εἰς ἄλλην ἐξέτασιν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διὰ τὴν Κυβέρνησιν βαρυτέραν δοκιμασίαν. Θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα: ἂς ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Λαοῦ ἀπορρίπτει τὸ ἐρώτημα τῆς ἐπανόδου. Ποία θὰ εἶναι ἡ συνέπεια; Ἡ πρώτη συνέπεια θὰ πρέπῃ λογικῶς νὰ εἶναι, ὅτι διατηρεῖται ἡ κατάστασις ὡς ἔχει σήμερον. Ἑπομένως ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος παραμένει νόμιμος βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι σήμερον. Ἡ δευτέρα συνέπεια: Τί θὰ συμβῇ μὲ τὸν διάδοχον Παῦλον; Θέμα ἐρωτήματος δὲν θὰ ἔχῃ ὑπάρξει. Ἑπομένως, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ἐρωτήματος διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως θὰ ἐπανέλθῃ ὁ Διάδοχος; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεδόθη εἰς ἕνα δαίδαλον νομικῶν, πτωχῶν συλλογισμῶν. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἰσχύει καὶ ἀφοῦ ἰσχύει τὸ Σύνταγμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τοιαύτην διατύπωσιν τοῦ Δημοψηφίσματος; Αἱ ἀπαντήσεις εἶναι δύο, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρώτη ἀπάντησις εἶναι, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἰσχύει μέχρι τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι νόμιμος μέχρι τῆς πτώσεώς της!...(Θυμηδία). Καὶ ὑπάρχει ἡ δευτέρα ἀπάντησις: σεῖς, ὁ ὁποῖος καυχᾶσθε ὅτι θέλετε νὰ μείνετε ὀρθόδοξος κοινοβουλευτικός, εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ Συν)τος τὸ ἐρώτημα διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως στηρίζετε; Ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς οἱανδήποτε διατύπωσιν ἐρωτήματος, ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τοῦ Συν)τος, ποίαν διαφορὰν ἔχει, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Συν)τος, ἄν εἶναι τοῦτο ἢ τὸ ἄλλο ἐρώτημα; Ἰδοὺ διατί, ἀφ’ ἧς εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ Σύν)μα ὡς πρόσκομμα διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματος. (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶναι οἱ νομικοὶ συλλογισμοί, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία εἶναι πάντοτε σχετική. Διότι πέραν αὐτῶν ὑπάρχουν αἱ ἠθικαί, πολιτικαί, πραγματικαὶ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀποφασιστικαὶ εἰς τὸν δημόσιον βίον. Ὑπάρχουν τὰ κείμενα τοῦ Βασιλέως, τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον κείμενον τοῦ Βασιλέως ὑπῆρξε τῆς 4ης Ἰουλίου 1943. Ἦτο ἡ πρώτη ραδιοφωνικὴ ὁμιλία κατὰ τὴν ὁποίαν ἔθετε τὸ ζήτημα τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Κατὰ τὴν πρώτην του φάσιν τὸ ἔθεσεν ὡς αἴτημα Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπορρέει ἡ ὑπόθεσις τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ πρώτη μορφὴ εἶναι: Συνταγματικὴ Συνέλευσις, δηλαδή, καθολικὴ ἐξουσία. «Συνεφωνήθη, συνεπῶς, εἶπεν ὁ Βασιλεύς, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας μας εἶναι πλήρης καὶ αἱ ἀνάγκαι τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τὸ ἐπιτρέψουν, θὰ διεξαχθοῦν ἐλεύθεραι καὶ γενικαὶ ἐκλογαὶ διὰ μίαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Καὶ σᾶς δηλώνω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ θὰ λάβουν χώραν ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην θὰ εὑρεθῇ, ὅστις νὰ μὴ σεβασθῇ—καὶ πρῶτος ἐγὼ—τὰς ἀποφάσεις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Τὸ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις ἰσχῦον σήμερον Σύνταγμα τοῦ 1911 θὰ διατηρηθῇ μέχρις ὅτου τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐκφράσει τὴν κυρίαρχον θέλησίν του».
§27Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε;...
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, σᾶς παρακαλῶ. Ἐπειδὴ λαμβάνει διάρκειαν ὁ λόγος μου, δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ὑπάρχουν διακοπαί. Ἄλλως τε οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διακόπτουν, εἶναι κύριοι τοῦ βήματος καὶ θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀπόψεών των. Θὰ ἀκούσω τὸν κ. συνάδελφον μὲ ὅλην τὴν προσοχήν, ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει, ὅταν λάβῃ τὸν λόγον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα: ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ πρῶτον κείμενον τοῦ Βασιλέως γίνεται λόγος περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μόνον διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἑρμηνείας συνάγομεν ὅτι πρόκειται ὁ λαὸς νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ὁ Βασιλεὺς προσέφερεν ἐπίσης, διὰ νεωτέρου κειμένου, καὶ τὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν τῆς πρώτης δηλώσεως. Ὑπάρχει τὸ τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Πρόεδρον Ροῦσβελτ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ διεθνῆ δέσμευσιν καί ἐπίσης ἐπίσημον καὶ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ πρώτου κειμένου. Τὸ τηλ)μα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὴν 4ην Ἰουλίου ἐδήλωσα εἰς τὸν Λαόν μου, ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Χώρας θὰ κληθῇ νὰ δηλώσῃ δι’ ἐλευθέρων ἐκλογῶν ὑπὸ ποῖον πολίτευμα θέλει νὰ ζήσῃ». Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία διὰ τὴν ἔννοιαν τῶν ἀνωτέρω καὶ μὲ τὴν γραμματικὴν καὶ μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ οἱανδήποτε ἑρμηνείαν; Ἡ κραυγὴ τοῦ κειμένου βοᾷ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως (θυμηδία). Ἀλλὰ ὑπάρχει, πέραν αὐτοῦ, καὶ ἄλλο κείμενον ἐπίσης κατηγορηματικόν. Εἶναι τὸ διάγγελμα τῆς 10ης Ἀπριλίου 1944, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἐπαναλαμβάνει ὅτι τὸ πολίτευμα θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὄταν ὁ ἐχθρὸς ἐκδιωχθῇ ἐκ τοῦ ἐδάφους μας καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπανακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θέλει κληθῆ νὰ ἀποφασίσῃ δι’ ἐλευθέρας ψηφοφορίας περὶ τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνηθῇ». Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ἐπεκαλέσθησαν εἰς δημοσιογραφικὰς δηλώσεις τὸ κείμενον τοῦ Συμβολαίου τοῦ Λιβάνου. Ἀλλὰ προφανῶς οἱ ἀναγνῶσται ἔσπευδον, διότι συνήντησαν τὸ 3ον ἄρθρον καὶ ἠμέλησαν τὸ δεύτερον. Τὸ Ἐθνικὸν Συμβόλαιον τοῦ Λιβάνου ὁρίζει εἰς τὸ δεύτερον θέμα, ὅτι θὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα διὰ τὸ πολίτευμα καὶ κατόπιν ὁρίζει τὸ θέμα τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως. Διότι, κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία θὰ πρέπῃ νὰ δοθῇ ὡς ἐξήγησις εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο ἀνέκαθεν περὶ δύο διακεκριμένων θεμάτων. Τὸ πρῶτον θέμα ἦτο ἡ τύχη τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίνετο ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Καὶ ἀφ’ ὅτου τὸ θέμα τοῦτο ἐτέθη, τὴν 4ην Ἰουλίου 1943, ἔκτοτε παρέμεινεν ἀμετακίνητον. Ὁριστικὴ εἶναι ἡ συμφωνία καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Βασιλέως καὶ ἀναλλοίωτος. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν διευθέτησιν προέκυψε τὸ δεύτερον θέμα, ἄσχετον πρὸς τὸ πρῶτον. Κατὰ τὴν περίοδον μέχρι τοῦ Δημοψηφίσματος, ποῦ θὰ εὑρίσκεται ὁ Βασιλεύς, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, μεριμνῶν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Τὸ δεύτερον θέμα ὑπῆρξεν αὐτοτελὲς καὶ ἀσύνδετον πρὸς τὸ πρῶτον. Καὶ ὁ Βασιλεὺς μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος, ἐνῷ ὑπῆρξαν προσωπικαὶ συνεννοήσεις, δὲν εἶχεν ἀκόμη προβῆ εἰς οὐδεμίαν δημοσίαν δήλωσιν. Καὶ προέβη εἰς ταύτην τὸ πρῶτον, μὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Δεκεμβρίου διὰ τὴν Ἀντιβασιλείαν, δίδων τοιουτοτρόπως λύσιν καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐπίμαχον θέμα, Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία καὶ εἰς αὐτὴν ἀσφαλῶς νομίζω, ὅτι ὀφείλεται ἡ σύγχυσις εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν παρεσύρθη εἰς τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν τοποθέτησιν εἰς τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ. Διότι, τὸ μὲν ἐρώτημα καθ’ ἑαυτό, ὁπωσδήποτε καὶ ἄν τεθῇ, θὰ ὁδηγήσῃ οὐσιαστικῶς εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἐν τούτοις ἡ εὕρεσις τοῦ ἐρωτήματος καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διατήρησίν του, παρὰ τὴν ἀπόδειξιν καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς νομικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς διεθνοῦς του ἀνυπαρξίας, ἡ ἐμμονὴ ἡ ἀνένδοτος εἰς τὴν διατήρησίν του γεννᾷ ὑποψίας. Καὶ αὐτὴ μὲν εἶναι ἡ γνώμη μας διὰ τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημοψηφίσματος. Καὶ τίθεται τώρα τὸ θέμα ποιὰ θὰ εἶναι ἡ πολιτειακή μας θέσις ἐνώπιον τοῦ Δημοψηφίσματος. Τὸ θέμα ἀσφαλῶς δὲν ἀφορᾷ τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις ἀποτελεῖ καθῆκον τῶν κομμάτων νὰ ἔχουν καὶ νὰ διατυπώνουν τὴν γνώμην των. Ἀρνούμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι εἶναι δυνατὸν κόμματα καὶ ἡγέται κομμάτων ἐνώπιον μεγάλων θεμάτων τῆς χώρας νὰ στεροῦνται γνώμης. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Τὰ κόμματα ὀφείλουν νὰ ἔχουν ὑπεύθυνον θέσιν ἀπέναντι ὅλων τῶν μεγάλων θεμάτων τῆς Χώρας. Καὶ ἀνήκει ἀσφαλῶς εἰς τὰ μεγάλα θέματα τὸ πολιτειακὸν. Καὶ τὴν θέσιν αὐτὴν τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα ἔχει ἤδη λάβει ἀπὸ μακροῦ. Περιέχεται εἰς τὰς προγραμματικάς μας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν πρὸ ἑνὸς ἔτους. Καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ἐμμένομεν πάντοτε. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δηλοῦμεν ὅτι τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα παραμένει πάντοτε καὶ Δημοκρατικὸν καὶ Σοσιαλιστικόν»... (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὰ εἴπατε ὅμως αὐτὰ εἰς τὸν Λαόν...
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι αἱ προγραμματικαὶ ἀρχαὶ ἔχουν κυκλοφορήσει πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ βιβλιοπωλεῖα.
§31Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, περίεργος τρόπος κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων εἶναι αὐτός...
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον τὴν 28 Ἀπριλίου 1945 εἰς τὸ «Ἔθνος» καὶ ἐκεῖθεν ἀνεδημοσιεύθη εἰς τὸ τεῦχος. Ἀνήκει ἑπομένως εἰς εὐρυτάτην δημοσιότητα (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς δεξιᾶς...).
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἀρνούμεθα ὅτι εἴπατε αὐτά... (θόρυβος).
§34Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀγνοοῦν, κ. Πρόεδρε, τὴν Κοινοβουλευτικὴν τακτικήν.
§35Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (ἐγειρόμενος). Μὴ βιάζεσαι· (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θὰ ἀντιληφθῆτε πῶς κτυποῦν τὰ ὀκταπόδια...
§36Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ ἀφεθῇ ὁ ρήτωρ νὰ ὁμιλήσῃ. Τὶ εἶναι αὐτά;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω.
§38Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Πῶς θὰ διακόψετε. Νὰ συστήσητε εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ μὴ θορυβοῦν.
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀντιμετωπίσαμεν τὴν κομμουνιστικὴν στάσιν τοῦ Δεκεμβρίου ὡς δημοκράται (εὖγε). Αὐταὶ ὑπῆρξαν, κύριοι βουλευταί, αἱ ἀρχαὶ τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἐκηρύξαμεν καὶ εἰς τὰς ὁποίας μὲ πλήρη συνέπειαν ἐμμένομεν πάντοτε (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Ἡ προκήρυξις λέγει, ἐκτὸς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος αἱ ἄλλαι διατάξεις ὑπόκεινται εἰς ἀναθεώρησιν. Ἀποτελεῖ ἑπομένως παραβίασιν τῆς προκηρύξεως.
§40Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ἀναθεώρησις εἶναι πλήρης.
§41Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπήντησα εἰς ἕνα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι διάφορον τὸ κείμενον τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦ ἀναγιγνώσκω τὴν σχετικὴν περικοπήν: «Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος». Ἔχομεν τὴν γνώμην, κ. βουλευταί, ὅτι ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, ἐκτὸς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν. Ἡ ἀρχικὴ ἀπόφασις περὶ «Συντακτικῆς Συνελεύσεως» κατενεμήθη εἰς δύο μέρη, ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ὑπήχθη εἰς τὸ Δημοψήφισμα καὶ τὸ σύνολον τῶν ἄλλων ἀναθεωρήσεων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν μας (χειροκροτήματα). Ἔχομεν ἐπίσης τὴν γνώμην καὶ ἐλπίζομεν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι σύμφωνος, ὅπως αἱ συνελεύσεις τοῦ παρελθόντος, τὰ θέματα τοῦ Συντάγματος μὴ ἀποτελοῦν θέματα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἔχομεν ἐπίσης τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ ἔργον της μέχρι τοῦ Δημοψηφίσματος, ἀλλὰ νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ ἔργον της ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταστατικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τότε νὰ ἔλθῃ τὸ Σύνταγμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς τελικὴν κρίσιν. Δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Συν)τος. Ἀρκούμεθα μόνον εἰς μίαν γενικὴν διαπίστωσιν, ὅτι θὰ πρέπῃ αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Συν)τος νὰ διατηρήσουν τὰς ἀρετὰς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ νὰ διορθώσουν τὰ λάθη του. Ἡ πρώτη ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καὶ ὁδηγὸν καὶ χαλινὸν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ ἄλλη ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν μεγάλην σχολὴν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, διότι μόνον εἰς τὴν Βουλὴν καλλιεργεῖται ἡ γενικότης καὶ ἡ εὐθύνη, ἐνῷ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης καλλιεργεῖται ἡ εἰδικότης καὶ ἡ ἰδιωτικὴ ἄποψις τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ θὰ πρέπῃ ταὐτοχρόνως νὰ ἐξασφαλίσωμεν σταθερότητα καὶ διάρκειαν καὶ δύναμιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἐὰν πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἦτο ἀπαραίτητος, εἶναι ἀπείρως περισσότερον ἀπαραίτητος εἰς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον ἐνώπιον κινδύνων τῆς Χώρας, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνώπιον τῶν ἐρειπίων, διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀνάγκη σχεδίων μακρᾶς πνοῆς. Ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν τῆς εὐρυτέρας ἀναπτύξεως τῶν σχετικῶν θεμάτων. Καὶ τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθιέρωσεν ἕνα περίεργον πίνακα ἠθικῶν ἀξιῶν, ὑποστηρίξας ὅτι ἡ ἀρχὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμάτων, ἔγινε σύμφωνα μὲ τὴν προτεραιότητα τῆς ἀξίας των, κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Μοῦ εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὸν τὸν αὐθαίρετον πίνακα τῶν ἀξιῶν ποὺ καθιέρωσε. Θὰ ἦτο ὑποθέτω δύσκολον καὶ διὰ τὸν ἴδιον, διότι θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ τέλος τῶν ἀξιῶν αἱ Ἔνοπλοι Δυνάμεις καὶ ἡ Νεότης. Ἀλλὰ προφανῶς πρόκειται περὶ μιᾶς περικοπῆς, ἡ ὁποία τοῦ διέφυγε. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τοῦ Ἔθνους, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τοῦ Πολιτεύματος, εἰσερχόμεθα εἰς τὰ θέματα τοῦ Κράτους, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Ὑπερήφανον εἶναι τὸ Ἔθνος διὰ τὸν στρατόν του. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἀγώνων τοῦ Ἔθνους ὁ στρατός μας, οἱ στρατευόμενοι νέοι μας ὑπῆρξαν πάντοτε ἄξιοι τῆς Πατρίδος. Καὶ προχθὲς ἡ καρδία τῆς πρωτευούσης ἐδονήθη ἀπὸ ἐθνικὴν χαρὰν καὶ συγκίνησιν, ὅταν ἔβλεπε τοὺς νέους, τοὺς στρατιώτας μας, νὰ βαδίζουν μὲ τόσην αὐτοπεποίθησιν διὰ τὴν ἀποστολήν των, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ παραμείνουν αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἐγγύησις τοῦ Ἔθνους, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀνήκουν οὔτε εἰς πρόσωπα οὔτε εἰς κόμματα, οὔτε εἰς καθεστῶτα, ὀφείλουν νὰ ἀνήκουν μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα). (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, διότι αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις ἀποτελοῦν τὸ ὄργανον ἀσφαλείας τοῦ Ἔθνους, θὰ ἔπρεπεν, τὸ ἐθνικὸν θέμα νὰ θεωρεῖται θέμα ὑπερκομματικόν, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐξωτερικῶν, ὡς Σῶμα συμβουλευτικόν. Καθ’ ὅμοιον τρόπον φρονοῦμεν, ἰδίως καθ’ ἥν στιγμὴν βαδίζομεν πρὸς ἀνασυγκρότησιν νέου στρατοῦ, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν μονόπλευρον πρωτοβουλίαν τοῦ Κυβερνῶντος Κόμματος καὶ νὰ γίνῃ ὑπόθεσις κοινῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, καθ’ ὅσον βεβαίως ἀφορᾶ τὴν ἀνωτάτην του ἡγεσίαν, διότι πέραν τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας, βεβαίως θὰ πρέπῃ νὰ αὐτοδιοικοῦνται. Οὐδεμία ἀνάμιξις ἐπιτρέπεται. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἔχομεν δοκιμασθῆ ἀπὸ σειρὰν κινημάτων καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ σύνολον τοῦ στρατοῦ μας, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν βουλεύεται. Βουλεύεται μόνον ὁ κυρίαρχος Λαός, τοῦ ὁποίου τὴν θέλησιν ἐκφράζει ἡ Κυβέρνησις (χειροκροτήματα) καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ ὁ στρατός. Θὰ γίνῃ κοινὴ συνείδησις, ὅτι ὁ Στρατός μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε λαϊκός, οὔτε φιλελεύθερος, οὔτε δημοκρατικὸς οὔτε βασιλικός, θὰ εἶναι μόνον Ἑλληνικὸς (χειροκροτήματα). Ἔχομεν ἐπίσης τὴν γνώμην ὅτι, ὅπως πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὰ στελέχη, ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ φροντίσωμεν καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας. Καὶ ὁ Στρατωνισμὸς καὶ ἡ ὑγεία καὶ ἡ τροφὴ τῶν στρατιωτῶν μας πρέπει νὰ γίνῃ ἡ πρώτη ὑπόθεσις. «Οὐδεμία ἐπανάστασις, εἶπεν ὁ Λένιν, ὁ μέγας διδάσκαλος τῶν ἐπαναστάσεων, οὐδεμία ἐπανάστασις ἠμπορεῖ νὰ εὐδοκιμήσῃ, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ στρατοῦ». Εἰς τὴν ἐπιδίωξιν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ ἀπαντήσωμεν μὲ τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ὁ στρατός μας θὰ εἶναι τεῖχος ἀδιάβρωτος, ἀσφάλεια καὶ ἀσπὶς τῆς Πατρίδος. Ὑποστηρίζομεν ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸν Στρατόν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις μὲ ἔκτακτα στρατιωτικὰ συμβούλια, διότι ἔχομεν πεῖραν τῶν ἐκτάκτων ἐκκαθαρίσεων. Δημιουργοῦν τοὺς ἀποτάκτους, πρωταγωνιστὰς τῶν διαφόρων κομμάτων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε βραδύτερον ἐπανέρχονται, καὶ πάντοτε βραβεύονται. Θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις ἀπὸ τὰ τακτικὰ στρατιωτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, εἰς τρόπον ὥστε οἱ κρινόμενοι νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλοῦνται πολιτικὰ ἐλατήρια. Θὰ πρέπῃ ἐπίσης νὰ προχωρήσωμεν εἰς μίαν ἀνανέωσιν καὶ ἀποσυμφόρησιν τοῦ στρατοῦ. Μία λογικὴ ἐλάττωσις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ μία ἐθελουσία ἔξοδος, μὲ τὰ γνωστὰ προπολεμικὰ οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα, θὰ ὡδήγει, ἴσως, εἰς μίαν φυσιολογικὴν ἀποσυμφόρησιν, ἡ ὁποία, θὰ ἤνοιγε τὸν δρόμον εἰς τοὺς νέους ἀνθρώπους, εἰς τοὺς νέους ἀξιωματικούς μας, οἱ ὁποῖοι μαραίνονται ἐπὶ μακρὸν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Καὶ οἱ ὀπαδοί, ὅμως, ἔχουν τὸ δικαίωμα ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας των, ἔπειτα ἀπὸ τὰς θυσίας των νὰ βραβευθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Πατρίδα. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ εἶναι προφανὲς ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, κατώρθωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφοπλίσῃ τὸν ἔλεγχον. Διότι ὑπάρχουν μόνον εὐχαί, ὑπάρχουν μόνον ἐπαγγελίαι, στοργῆς καὶ μερίμνης, δι’ ὅλους τοὺς κλάδους, μὲ τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συμφωνήσῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεμέναμεν ἦτο ἡ συγκεκριμένη διατύπωσις προγράμματος, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιφυλάσσει διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Εἴμεθα διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἠναγκασμένοι νὰ ἀναμείνωμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον, διὰ νὰ ἐκφέρωμεν τότε τὴν κρίσιν μας. Εἴμεθα βεβαίως σύμφωνοι ὅτι καὶ διὰ τὴν γεωργίαν πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ διὰ τοὺς γενναίους πληθυσμούς, τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ διὰ τὴν προστασίαν τῶν δασῶν, καὶ διὰ τοὺς συνεταιρισμοὺς ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὅμως αἱ πρόσφατοι πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐκπροσώπησίν των εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν δὲν συμπίπτουν μὲ τὰς ἐπαγγελίας της, διὰ τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν, διὰ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον, διὰ τὸν τουρισμόν, τὴν ἁλιείαν καὶ τὴν προσέλκυσιν ἑλληνικῶν καὶ ξένων κεφαλαίων καὶ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν καὶ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δι’ ὅλα αὐτὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες σύμφωνοι. Ἀναμένομεν ὅμως τὰ μέτρα τὰ συγκεκριμένα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τὴν κρίνωμεν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι πράγματι μέγα, τὸ θέμα τῆς στεγάσεως τῶν ἀγροτῶν μας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν μας. Ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις συντομίαν διὰ τὸ μέλλον. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἀπωλέσθησαν ὅλαι αἱ ἡμέραι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος. Καὶ αἱ ἡμέραι εἶναι πολύτιμοι, διότι φθάνει ὁ χειμών, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι ἀδύνατον, θὰ εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον νὰ μείνουν καὶ πάλιν ἄστεγοι οἱ ἀγρόται μας, ἡ δεξαμενὴ αὐτὴ ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Τοιαῦται, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ γενικαί μας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Διεπιστώσαμεν κατὰ τὴν σύντομον αὐτῶν ἀνάπτυξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐθνικῶν μας θεμάτων δὲν μᾶς ἔχει ἐμπνεύσει τὴν βεβαιότητα ὅτι κάμνει τὴν καλλιτέραν δυνατὴν διαχείρισιν. Καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς Δημοσίας τάξεως παρουσιάζει βαρυτάτας εὐθύνας. Καὶ γενικώτερον εἰς τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κυβερνητικοῦ της προγράμματος οὐδαμοῦ διεκρίναμεν μίαν εὐρυτέραν δημιουργικὴν πνοήν, ἕνα σχέδιον γενικωτέρας ἀνασυγκροτήσεως τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ξένων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, διότι ἐφόσον ὁ χρόνος παρέρχεται, παρέρχεται ἐπίσης καὶ ἡ ψυχολογία τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἐκτιμᾷ τὰ ἠθικὰ κριτήρια καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ψυχρὰν περίοδον τῆς εἰρήνης, ἡ ὁποία θὰ χρησιμοποιῇ κριτήρια οἰκονομικά, κριτήρια τραπεζιτικά, κριτήρια οἰκονομικῶς ἀπαράδεκτα διὰ τὴν Χώραν. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ τὰ θέματα τῆς διαμάχης μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ ἐθνικὸν θέμα, διὰ τοῦτο ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν πρότασίν μας, τὴν ὁποίαν προχθὲς τόσον ὁμοθύμως ἐνέκρινεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή καὶ προτείνομεν, ὅπως τὸ Προεδρεῖον ὁρίσῃ ἐκπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι νὰ καταρτίσουν μίαν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ διατυπώσουν τὸ ἐθνικὸν ψήφισμα ὅλων τῶν ἐθνικῶν αἰτημάτων μας. Τὸ ψήφισμα τοῦτο χάριν τῆς ἱστορίας θὰ πρέπῃ νὰ ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ συγχρόνως ν’ ἀποσταλῇ εἰς ὅλους τοὺς μεγάλους Συμμάχους. Θὰ εἶναι ἡ ἐγγυροτέρα φωνὴ τῆς Ἑλλάδος διὰ τὰ ἀπαράγραπτα δίκαιά της. Καὶ συγχρόνως μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ πληροφορήσωμεν τὸν Λαόν μας, θὰ πληροφορήσωμεν καὶ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς φίλους μας, ὅτι ἐὰν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μᾶς χωρίζουν τὰ κόμματα, μᾶς χωρίζουν τὰ πολιτεύματα, ὅμως ἡ Ἑλλὰς μᾶς ἑνώνει. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος ἔχει τὸν λόγον.
§43Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος ἐμφανιζόμενον διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν φιλοδοξεῖ νὰ αὐξήσῃ κατὰ ἓν τὰ ἤδη πολυάριθμα ἑλληνικὰ κόμματα. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος δὲν ἐγεννήθη ἐντὸς πολιτικῶν αἰθουσῶν, οὐδὲ ἀπέρρευσεν ἐκ πολιτικῶν φιλοδοξιῶν τῶν ἱδρυσάντων αὐτό. Τέκνον καὶ συνέχεια τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, γεννηθὲν εἰς τὸν καθαρὸν ἀέρα τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν, ὅπου ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας ἐναντίον τῶν βαρβάρων κατακτητῶν, ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ σφρῖγος τῆς ἑλληνικῆς νεότητος, ἡ ὁποία ἐσήκωσε τὰ ὅπλα τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, τὴν ὑγιᾶ ἀτμόσφαιραν τῆς παρημελημένης, ἂν μὴ τελείως περιφρονημένης ὑπαίθρου, ἀλλὰ καὶ τὸν πόνον καὶ τὰς στερήσεις τῆς μεγάλης μάζης τοῦ λαοῦ, ποὺ ζῇ μακρὰν τῶν πόλεων καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐπεξετάθη ὄχι μόνον καμμία ἐκδήλωσις τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ ἁπλῆ μέριμνα τοῦ Κράτους πρὸς ἐξασφάλισιν στοιχειωδῶν ὅρων διαβιώσεως. Ἀπότοκον τοιούτων συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἢ ἐπέτεινεν ἡ τετραετὴς περίπου σκλαβιὰ τῆς χώρας, δὲν πρόκειται ν’ ἀκολουθήσῃ τετριμμένας ὁδοὺς καὶ μεθόδους. Φορεὺς τοῦ πνεύματος τῆς νέας γενεᾶς πρὸς θετικὴν καὶ γόνιμον ἐργασίαν, φορεὺς τοῦ ἀδόλου πατριωτισμοῦ τῆς γνησίας ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀπέβλεψεν εἰς χρησιμοποίησιν τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα τῆς ἐδόθησαν πρὸς καταπολέμησιν τοῦ ἐχθροῦ, διὰ ἰδιοτελεῖς πολιτικὰς ἐπιδιώξεις, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς πολιτικὸν κόμμα, τὴν ὁδὸν τῆς πλήρους νομιμοφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ὅταν ἀπετέλει τὰς Ἐθνικὰς Ὁμάδας τῶν Ἑλλήνων Ἀνταρτῶν. Δεύτερον θ’ ἀποφύγῃ τοὺς πομπώδεις λόγους καὶ τὴν κενὴν ρητορείαν, μὲ ἐμφάνισιν συγκρατημένην καὶ οὐσιαστικήν. Τρίτον, θέλει ἀσκήσει ἀντιπολίτευσιν τιμίαν, θετικὴν καὶ ὑπεύθυνον, ἐπικροτοῦν μὲν ἐκεῖνα τὰ κυβερνητικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα συμφωνοῦν μὲ τὰς προγραμματικάς του γραμμάς, ἐπικρῖνον δὲ ἐκεῖνα πρὸς ἃ διαφωνεῖ, τοῦτο ὅμως οὐχὶ ἀρνητικῶς καὶ ἀκάρπως ἀλλὰ μὲ πρότασιν ἰδίων λύσεων, τὰς ὁποίας τὸ κόμμα θὰ ἐφαρμόσῃ ὅταν ποτὲ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχήν. Τὰ κύρια χαρακτηριστικά του εἶναι, εἶναι κόμμα ἐθνικόν, τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, κόμμα βασιζόμενον ἐπὶ τῆς μεγάλης μάζης τῶν ἀγροτῶν τοῦ κάμπου καὶ τοῦ βουνοῦ καὶ τῶν μικροαστῶν, τῆς μικρᾶς μιᾷ λέξει ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κύριον γνώρισμα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Αἱ γενικαὶ αὗται γραμμαὶ θὰ πρυτανεύσουν προκειμένου τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος νὰ λάβῃ θέσιν ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις. Ἡ Κυβέρνησις ὀνομάζει ἑαυτὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἡνωμένης Παρατάξεως Ἐθνικοφρόνων. Ἄν μὲ τοῦτο ἐννοεῖ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἔφερον τὰ ψηφοδέλτια αὐτῆς κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἡ ὀνομασία εἶναι ἀκριβής. Ἄν ὅμως θέλῃ νὰ ἐμφανίσῃ ἑαυτὴν ὡς τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐθνικοφρόνων, τότε ἡ ὀνομασία εἶναι ἀτυχής, διότι καθ’ ὃν τρόπον ἐσχηματίσθη ἐπέφερεν αὐτόχρημα διάσπασιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. Ἡ σύνθεσις αὐτῆς εἶναι καθαρῶς κομματικὴ καὶ ἐκπροσωπεῖ μέρος μόνον, καὶ ὄχι τὸ μεγαλύτερον, τῆς ἐθνικόφρονος παρατάξεως. Δὲν δυνάμεθα ἐξ ἄλλου νὰ παρέλθωμεν ἀδιαμαρτυρήτως τὰς Κυβερνητικὰς δηλώσεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Διὰ νὰ παρακάμψῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ πολιτικὴν σκοπιμότητα ἠθέλησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἀγῶνα τῆς ἀντιστάσεως, ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν ὡς ἀνώνυμον, βασιζομένην εἰς τὴν ὁλότητα καὶ τοὺς ἀφανεῖς μόνον ἥρωας τῆς κατοχῆς. Ταῦτα λέγουσα ἡ Κυβέρνησις πρὸς Σῶμα, ἐν τῷ ὁποίῳ παρακάθηνται τέσσαρες καὶ πλέον δεκάδες ἀγωνιστῶν τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, οἱ ὁποῖοι οὔτε νὰ οἰκειοποιηθοῦν ταύτην διὰ πολιτικὴν σκοπιμότητα προσεπάθησαν, οὔτε τὴν ἐμονοπώλησαν, ἀλλ’ ἐνεφανίσθησαν ἐνταῦθα διὰ νὰ ὑποβοηθήσουν πᾶσαν Κυβέρνησιν ἀκριβῶς διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τοῦ ἀφθόνως ρεύσαντος Ἑλληνικοῦ αἵματος, ἀσεβεῖ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Βεβαίως ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος ἀντέστη κατὰ τοῦ κατακτητοῦ. Ἀλλὰ πέραν τῆς παθητικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀντιστάσεως ὑπῆρξεν ἡ γνησίως Ἑλληνική, ἡ θετικὴ ἐθνικὴ ἀντίστασις μὲ τοὺς φανεροὺς της ἥρωας, τοὺς ἥρωας τῆς Ἠπείρου, τῆς Ρούμελης, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Κρήτης, τῆς Μακεδονίας, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἐνισχύσῃ μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐπιδιώκουσαν τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων. Καὶ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ αὐτὴ ἀντίστασις ἠγνοήθη καὶ ἀγνοεῖται καὶ ἡ ὑπευθύνως διαχειριζομένη τὰς ἐθνικὰς διεκδικήσεις Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δικαίωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων χωρὶς νὰ παρουσιάσῃ τὸν τίτλον τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλάς, καθ’ ἣν στιγμὴν πρώην ἐχθρικὰ Κράτη ἐδημιούργησαν ψευδεῖς τοιούτους τίτλους διὰ νὰ ἐμφανισθοῦν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὡς Σύμμαχοι. Φέρει βαρεῖαν, ὡς ἐκ τούτου, εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ διότι ἠγνόησε συστηματικῶς καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Ἐν τούτοις, τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν εἶχον ἀναγνωρίσει τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1944 τὰ Ἑλληνικὰ κόμματα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὸ μεῖζον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων διὰ τῶν ἐκπροσώπων του ὡς προσφέρουσαν ἀληθῶς πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ κοινὸν συμμαχικὸν μέτωπον τῆς ἐλευθερίας, ἀπευθύναντα πρὸς αὐτὴν τὰ θερμότατα συγχαρητήρια καὶ τοὺς πατριωτικούς των χαιρετισμούς, βεβαιοῦντα δὲ αὐτὴν περὶ τῆς ἀμερίστου ἠθικῆς των ἐνισχύσεως εἰς τὴν πορείαν της, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καθὼς καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀπεκάλεσε τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν ἀνώνυμον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι γνωστὴ καὶ τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς καθολικήν.
§45Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Οὔτε ἀφανὴς λοιπόν, οὔτε, πρὸ πάντων, ἀνώνυμος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων, ἡ πράγματι ἐθνικόφρων Ἑλληνικὴ ἀντίστασις. Ἄν ἦτο ἀφανής, κανεὶς δὲν θὰ τὴν ἔβλεπεν. Ὡς τόσον ὅμως ἀντήχησεν ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ ἔργον της καὶ οἱ Σύμμαχοι τὴν ἀνεγνώρισαν ἐπισημότατα. Καὶ ἀντίστασις ἀνώνυμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ. Διότι ἡ ἀντίστασις εἶναι δρᾶσις καὶ κάθε δρᾶσις ἔχει ὄνομα. Ἀνώνυμος ἐπιμένει νὰ μείνῃ ἡ δρᾶσις μόνον ὅταν ἔχῃ λόγους νὰ φοβῆται ὅτι, ὀνομαζομένη, θὰ ἀπεκαλύπτετο ὅτι εἶναι ἀντεθνική. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐθνικὴ ἀντίστασις πανταχοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐκηρύχθη ἀνώνυμος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξήρθη ἐπισήμως παντὶ σθένει. Ἀνώνυμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἡ δρᾶσις τῶν τόσων ἡρώων, οἱ ὁποῖοι αὐτοπροαίρετα ἔδωκαν τὸ αἷμά των διὰ νὰ διατηρηθῇ ἀλώβητος καὶ ἄσπιλος ἡ ἐθνικὴ τιμή, διὰ νὰ μείνῃ καὶ δουλωθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ἀνίκητος καὶ κατακτηθεῖσα, ἐλευθέρα. Οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ καλυφθῇ διὰ τῆς ἀνωνυμίας τὸ ἔπος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, διότι τότε θὰ ἐτίθετο τέρμα εἰς τὴν ὡραίαν ἔννοιαν τῆς εὐγενοῦς διὰ πάσης θυσίας ἁμίλλης. Ἔννοιαν χάριν τῆς ὁποίας τόσοι καὶ τόσοι Ἕλληνες κατὰ τὴν μακραίωνα πάλην τοῦ Ἔθνους μας διὰ τὴν ἐλευθερίαν συνετέλεσαν διὰ τοῦ αἵματος καὶ τῶν ὁλοκαυτωμάτων των εἰς τὴν διαιώνισιν τῆς Φυλῆς. Θὰ ἐσκέπτετο κανεὶς νὰ χαρακτηρίσῃ «ἀνώνυμον» τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, τοὺς ἥρωάς της καὶ τὰ ἔργα των; Ἀντίστασις ἐν τούτοις, βουνῶν καὶ πόλεων, ἀντίστασις καὶ θυσία, κτῆμα καὶ ἔργον τοῦ Ἔθνους ὅλου ἦτο καὶ ἐκείνη, ὅπως κτῆμα καὶ θυσία καὶ δόξα καὶ ἐθνικὸν κεφάλαιον τῶν Ἑλλήνων ὅλων, εἶναι καὶ ἡ ἀντίστασις τῆς τριετοῦς καὶ πλέον κατοχῆς τοῦ 1941–1944. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζεται «ἀνώνυμος» συνωμοτική, μάλιστα. Παθητικὴ ἢ ἐνεργός, στὰς πόλεις ἢ τὰ βουνά, ἔνοπλος ἢ ἄοπλος, μάλιστα. Ἀνώνυμος ὄχι. Τὸ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντίστασις ὑπῆρξε καθολική, τὸ ὅτι τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους αὐθόρμητα καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἄνευ καθοδηγήσεως, ἀντέστη, ὅπως καὶ ὅπου ἠδυνήθη πρὸς τοὺς κατακτητάς, ἀντισταθὲν συγχρόνως καὶ πρὸς τοὺς ἀναρχοκομμουνιστὰς ποὺ ἐπεδίωκαν ὑπὸ τὸ προσωπεῖον ἐθνικῆς ἀντιστάσεως πολιτικὴν κατάκτησιν τῆς Χώρας καὶ δούλωσιν τοῦ Λαοῦ μας, τοῦτο, εἶναι ἄνευ προηγουμένου γεγονός, εἰς τιμὴν μεγίστην τοῦ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου τὴν δρᾶσιν καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον ἐχαρακτήρισεν ἡ σεμνότης. Τὸ Ἔθνος ὅμως ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὀφείλει, λυποῦμαι δὲ διότι ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀναγκάζει νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, ὀφείλει ἰδίως πρώτη ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐκφράσῃ ἄμεσα καὶ χωρὶς τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς ὅσους διὰ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἀγώνων των ἀνεδείχθησαν ἤδη ἄξιοι τῆς Πατρίδος. Θὰ ἦτο πρὸς πάντα ταῦτα ἀσέβεια ἡ ἀντίληψις ὅτι ἠμπορεῖ διὰ λόγους σκοπιμότητος, ὁποιασδήποτε, νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ καταδίκη τοῦ ἔπους τῶν θυσιῶν αὐτῶν εἰς τὴν ἀφάνειαν διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, ἥτις ἔχει τὸ ὄνομα τοῦ Ἔθνους καὶ ἐπώνυμα τὰ τῶν ἡρώων καὶ θυμάτων της, ὡς ἀνωνύμου. Ὅπως ἀποτελεῖ τοὐλάχιστον ἀδίκημα ἐναντίον τῆς πράγματι καὶ ἀποκλειστικὰ Ἐθνικῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιστάσεως ἡ δι’ ὁποιονδήποτε λόγον κακῆς, καθ’ ἡμᾶς, σκοπιμότητος ἐπιδιωκομένη διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως σύγχυσις, διὰ τῆς ἀποφυγῆς τῆς ρητῆς καταδίκης ἐκείνων ποὺ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς καθ’ Ἑλλήνων ἐχρησιμοποίησαν τὰ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ δοθέντα εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς Συμμάχους ὅπλα. Ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ παρεμβολὴ ἐναντίον μας ἠμπόδισε τότε τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐκ μέρους τῆς πράγματι Ἐθνικῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιστάσεως σκοπουμένης προελάσεως πρὸς καταδίωξιν τοῦ φεύγοντος ἐχθροῦ καὶ ἐντὸς τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἥτις χωρὶς τὴν παρέμβασιν αὐτὴν τῶν ἐαμιτῶν θὰ ἦτο ἤδη ἐλευθέρα. Ἡγηθεὶς τῆς πράγματι Ἑλληνικῆς μόνον Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως εἰς τὴν Ἐλευθέραν Ὀρεινὴν Ἑλλάδα λυποῦμαι διότι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅσον τὸ ἔπραξα ἔντονα κατὰ τοῦ κυβερνητικοῦ προγραμματικοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ὡς «ἀνωνύμου». Δὲν ἀποτελεῖ ὅμως ἀδίκημα μόνον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελεῖ ἀδίκημα κατὰ τῆς Πατρίδος. Διότι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντίστασις ἔχει εἰς χεῖρας της πολύτιμα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπεν, ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀναγνώρισιν τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων. Θὰ εἶχε, λέγομεν, νὰ παρουσιάσῃ σειρὰν συγχαρητηρίων τῶν Συμμαχικῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν. Ἀρκοῦμαι νὰ μνημονεύσω μόνον ὀλίγα πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. «Εὐγνώμονες διὰ τὴν στάσιν ἣν ἐλάβατε ἐναντίον Γερμανῶν εἰς περιοχήν σας. Εἰδικῶς ἀπησχολήθη ἀριθμὸς Γερμανῶν ἐναντίον ἀνταρτῶν. Τώρα δὲν εἶναι ἀπησχολημένοι, ἀλλὰ καθηλωμένοι». Εἰς ἕτερον τηλεγράφημα «Μεγαλειώδης χειρονομία πρὸς τὸν κόσμον ἐκ μέρους τοῦ Ζέρβα». Περαιτέρω «Διαβιβάζω ὑμῖν τὰ θερμὰ συγχαρητήρια ἐμοῦ τοῦ ἰδίου καὶ ὅλων τῶν ὑπ’ ἐμὲ τμημάτων ἀγγλικῆς ἀποστολῆς διὰ τὰς τελευταίας σας ἐπιτυχίας. Ἐδικαιώσατε τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην μας ὡς ὠργανωμένος στρατός, ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν τόσον συχνὰ εἴχομεν. Αἱ ὑπέροχοι ὑμῶν ἐπιτυχίαι ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ καὶ τὰς αἰσιοδοξοτέρας μας ἐλπίδας καὶ θέλουν ἀναγραφῇ ὡς μία τῶν λαμπροτέρων σελίδων τῆς πλήρους δόξης τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος σας. Τὴν ὥραν αὐτὴν ὅπου ἡ στιγμὴ τῆς ἀπελευθερώσεως ἐγγίζει εἴμεθα ὑπερήφανοι ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὸν κοινὸν ἀγῶνα παρὰ τὸ πλευρόν σας. Μαζὺ μὲ ὑμᾶς εὐελπιστοῦμεν εἰς τὸ ἐγγύτατον μέλλον νὰ ἴδωμεν μίαν Ἑλλάδα ἐλευθέραν καὶ ἰσχυράν». Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι παρόμοια στοιχεῖα τῆς κατ’ αὐτὴν ἀνωνύμου ἐθνικῆς ἀντιστάσεως θὰ ἦσαν ἄχρηστα διὰ τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων; Ἢ μήπως δὲν θὰ ἐχρησίμευον εἰς αὐτὴν διὰ τὴν ἀντίκρουσιν ἀλβανικῶν ἰσχυρισμῶν τὰ μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν ἀποβατικῶν Δυνάμεων Ἀδριατικῆς καὶ ἡμῶν ἀνταλλαγέντα τηλεγραφήματα ἐν σχέσει πρὸς συνδυασμένας ἐπιχειρήσεις ἐκείνου μὲν κατὰ τῶν Ἁγίων Σαράντα ἡμῶν δὲ πρὸς Ἡγουμενίτσαν–Ἰωάννινα, ὅπου ἡμεῖς ἐτονίζομεν: «Δυνάμεθα νὰ ἐπεκταθῶμεν βορείως ἐντὸς Ἀλβανικοῦ ἐδάφους. Ἀλβανικὴ Τσέτα δέον διαταχθῇ ἐπιτρέψῃ διάβασιν συνόρων. Μέχρι σήμερον Τσέτα ἀπηγόρευε κίνησίν μας ἐντὸς Ἀλβανικοῦ ἐδάφους πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἐχθροῦ». Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπεκταθῶμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι τὰ λεχθέντα ἀρκοῦν ἵνα ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τῆς βαρείας εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Ἐθνικαὶ διεκδικήσεις. Αἱ ἐθνικαὶ διεκδικήσεις ἐξέρχονται τοῦ στενοῦ κομματικοῦ κύκλου καὶ ἀποτελοῦν σημεῖον, ἐφ’ οὗ συμφωνοῦν πάντες οἱ γνήσιοι Ἕλληνες. Συνεπῶς τίποτε τὸ βασικὸν δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλά, πλὴν τῆς ἀμφιβολίας τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διὰ τὸν προεκτεθέντα λόγον, περὶ τῆς ἱκανότητος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως διαχειρισθῇ μόνη τὸ ζήτημα τοῦτο, αὐτὸς ὁ τόνος καὶ ἡ ἀοριστία τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων θὰ ἤρκει διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ δέος καὶ τὴν ἀμφιβολίαν ἂν εἰς καλὰς χεῖρας ἀνετέθη ἡ διαχείρισις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησεν ἀορίστως περὶ Βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν συνόρων χωρὶς νὰ διασαφήσῃ ποῖα τὰ ὅρια τῆς πρώτης καὶ πῶς ἐννοεῖ τὰ δεύτερα. Νομίζει ἴσως ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀορίστως ὁμιλοῦσα ἢ ἐμφανιζομένη ὡς μετριοπαθής, θὰ ἐπιτύχῃ περισσότερα. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ πλάνην, πλάνην βαρυτάτην καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρακολουθεῖ τὰς κινήσεις τοῦ παιζομένου διπλωματικοῦ ζατρικίου. Ἂν ὡς πρὸς τὰ Δωδεκάνησα δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ὅμως ἡ ἀοριστία τῶν δηλώσεων ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κύπρον, ἰδίως μετά τινα ἀνησυχητικὰ σημεῖα τῶν τελευταίων ἡμερῶν, δὲν ἱκανοποιεῖ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν. Βεβαίως ἡ Κύπρος δὲν εἶναι διεκδίκησις καὶ ἀποτελεῖ ζήτημα φιλικῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ δύο φίλων χωρῶν, ἀποτελεῖ ὅμως αὕτη ἐθνολογικὴν ὀντότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Χάρτης τοῦ Ἀτλαντικοῦ καὶ ἡ ἐνσωματώσασα αὐτὸν Δήλωσις τῆς Βασιγκτῶνος ἐγγυᾶται τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τέλος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐμνήσθη τῆς ἔναντι φίλης χώρας ἀξιώσεως ταύτης, μολονότι δὲν ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, ἄν διετύπωσε τὴν ἀξίωσιν διὰ τῆς προσηκούσης ὁδοῦ, παρέλειψε καὶ ν’ ἀναφέρῃ κἄν παρόμοιον ζήτημα ὑφιστάμενον πρὸς ἄλλην φίλην χώραν καὶ σχετιζόμενον μὲ τὰ βόρεια σύνορα τῆς Ἑλλάδος. Συμφωνοῦμεν κατὰ τὰ λοιπὰ πλήρως μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ φρονοῦμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εὑρίσκεται εἰς ἀγαθὰς σχέσεις μὲ ὅλους τοὺς Μεγάλους Συμμάχους καὶ νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως αἱ τυχὸν μεταξὺ αὐτῶν ὑφιστάμεναι διενέξεις, μὴ ἀπολήξουν εἰς βάρος τῆς Πατρίδος μας. Ὑπῆρξεν εὐτύχημα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τοῦ Δημοψηφίσματος διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἠγωνίσθημεν, διότι τὴν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ τὴν δημιουργίαν σταθερᾶς καὶ βιωσίμου καταστάσεως, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι αὕτη ἐπετεύχθη ὄχι ἁπλῶς κατ’ ἀνοχὴν ἀλλὰ θετικῶς καὶ μὲ πλήρη διαβεβαίωσιν ὅτι οὐδεμία πρόκειται νὰ προκύψῃ βλάβη τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων εἴτε ἐδαφικῶν εἴτε οἰκονομικῶν, διότι ἄνευ τοιαύτης διαβεβαιώσεως ἡ ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο φαινομενική. Ὁ τρόπος ὅμως τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσεν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος μίαν ἀτυχῆ συζήτησιν Φρονοῦμεν βεβαίως ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπιθυμεῖ τὴν βασιλευομένην δημοκρατίαν καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, πρὸς ὃν ἡ ἐθνικὴ ἀντίστασις βαθεῖαν αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν ὑπ’ Αὐτοῦ παρασχεθεῖσαν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀτυχὴς καὶ θὰ ἐλέγομεν ἀσεβὴς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἔμπνευσις τὸ νὰ τεθῇ τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ὑπὸ κρίσιν καὶ ἀντιμέτωπον μιᾶς, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῇ αὕτη μερίδος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὠθουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ δικάσῃ καὶ καταδικάσῃ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Εἶναι πρόδηλον ὅτι οἱ λέγοντες Ναὶ εἰς τὸ Δημοψήφισμα ἐννοοῦν ἐν ταὐτῷ τὸ πολίτευμα τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας καὶ τὸν σημερινὸν αὐτοῦ φορέα, οἱ δὲ λέγοντες Ὄχι θὰ ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰλικρινὴς θέσις τοῦ ζητήματος καὶ ἡ μόνη εὐλαβὴς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, τὰ νομικὰ δὲ ἐπιχειρήματα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀρκοῦν διὰ νὰ μεταβάλουν τὴν ἀναμφίβολον ἑρμηνείαν τῆς ἐκβάσεως τοῦ Δημοψηφίσματος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀποτέλεσμα ὅλα τὰ νομιμόφρονα κόμματα δὲν δύνανται παρὰ ν’ ἀναγνωρίσουν. Τοὐναντίον, ἡ νομικὴ ἐπιχειρηματολογία τῆς Κυβερνήσεως φοβούμεθα ὅτι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν διαβολῆς τοῦ Δημοψηφίσματος. Πράγματι, ἐφ’ ὅσον ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐν ὀνόματι αὐτοῦ ἀσκεῖται ἡ ἐξουσία καὶ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη, εἶναι ἀνεύθυνος καὶ κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, προστατεύεται, διότι εἶναι ἀδίκημα ἡ κατ’ αὐτοῦ δημοσία μάλιστα λοιδορία. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ προληφθῇ ἀπὸ τοιούτων ἐκτροπῶν μία προδημοψηφισματικὴ πολιτικὴ ἐκστρατεία ἰδίως προκειμένου διὰ δημοψήφισμα διεξαγόμενον μὲ ἐρώτημα ἀκριβῶς προσωπικὸν διὰ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ἐπάνοδόν του. Ἐκ δύο πραγμάτων τὸ ἕν. Ἢ οἱ νόμοι θὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ τότε ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ὀφείλει αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐπεμβαίνῃ πρὸς κολασμὸν πάσης κατὰ τοῦ βασιλικοῦ προσώπου ἐπιθέσεως, ἂν γίνῃ. Τότε ὅμως οἱ ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὴν ἐπάνοδόν του δὲν θὰ λείψουν βέβαια, ἀπὸ τοῦ νὰ καταγγείλουν ὅτι φιμώνονται. Δύναται μάλιστα νὰ θεωρηθῇ βέβαιον ὅτι θὰ κάμουν τὸ πᾶν διὰ νὰ προκαλέσουν παρεμβάσεις ποὺ θὰ τοὺς δώσουν τὴν ἀφορμὴν νὰ προφασισθοῦν ὅτι φιμώνονται ἀκριβῶς διὰ νὰ διαβάλουν τὸ δημοψήφισμα ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ παρέμβῃ ἐπιβάλλουσα νὰ κοιμηθοῦν οἱ νόμοι. Τότε ὅμως τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως θὰ γίνῃ ἀσφαλῶς ἀντικείμενον ἀχαλινώτων δυσφημήσεων καὶ συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν καταρράκωσιν τοῦ κύρους τοῦ βασιλικοῦ προσώπου διὰ τῆς παραδόσεώς του ὡς βορᾶς εἰς τὴν ἀντιβασιλικὴν προδημοψηφισματικὴν ἐκστρατείαν. Εἶναι περίεργον πῶς ἡ Κυβέρνησις προβλέπει πάντα ταῦτα. Πῶς δὲν ἀντιλαμβάνεται τοὐλάχιστον, ὅτι ἂν καὶ μικρόν τι ποσοστὸν Ἑλλήνων, ἀδιαφοροῦν διὰ τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῶν νόμων πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως σεβασμόν, ἐκτραπῇ λόγῳ τῆς μορφῆς ἣν δίδει εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν ἡ Κυβέρνησις, θέτουσα ὡς θέτει τὸ ἐρώτημα εἰς προσωπικὰς ἐπικρίσεις ἐναντίον τοῦ Βασιλέως, πῶς δὲν ἀντιλαμβάνεται, λέγομεν, ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ποσοστὸν αὐτὸ τῶν Ἑλλήνων θὰ συνταχθῇ τελικῶς ὄχι εἰς ἀντιπάλους τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ εἰς στρατόπεδον προσωπικῶς ἐχθρικὸν κατὰ τοῦ Βασιλέως. Ἐξορκίζομεν διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν παράξενον καὶ ἐσφαλμένην γνώμην της ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διὰ νὰ τερματισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα καὶ παύσῃ ἡ ἐσωτερικὴ ἀνωμαλία. Ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Οὐδείς, νομίζομεν ὑπάρχει διαφωνῶν οὔτε ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα οὔτε ὡς πρὸς τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου τῆς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως. Διαφωνοῦμεν ὅμως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅταν αὕτη περιορίζῃ τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνελεύσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Διότι, ὡς γνωστόν, ἡ θεωρία χαρακτηρίζει ὡς θεμελιώδεις πλείστας ὅσας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ τὸ ἔργον ἡμῶν διαγράφεται σαφῶς ἐξ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος τῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸ ὁποῖον οὐδὲν κόμμα διεφώνησε καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Σώματος τούτου μόνον ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι αὕτη θέλει ἀποφασισθῆ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Λαοῦ διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ προστασία τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ κατὰ πάσης ἀποπείρας παραβιάσεως, εἴτε ἐκ δεξιῶν, εἴτε ἐξ ἀριστερῶν, μᾶς εὑρίσκει συμφώνους, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ πρότασις περὶ συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν θ’ ἀντιπροσωπευθῇ τὸ κόμμα ἡμῶν. Ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ θεσπισθῇ καὶ εἰδικὸς τρόπος ψηφίσεως διὰ περιορισμοῦ τῶν ἀπεραντολογιῶν, ὥστε ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους νὰ περατωθῇ τὸ συντακτικὸν ἔργον, διατιθεμένων δύο συνεδριάσεων καθ’ ἑβδομάδα μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἔργου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἢ ἀκόμη καὶ παραλλήλως πρὸς αὐτό, εὐθὺς ὡς περατοῦνται αὐτοτελῆ κεφάλαια. Ἀσφάλεια.—Ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως. Νομίζομεν ὅτι τοιαῦτα μέτρα, νομοθετικοῦ δηλαδὴ χαρακτῆρος, δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, ἡ ὑποβολὴ δὲ αὐτῶν θέλει ἁπλῶς παρατείνει τὸ μαρτύριον τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, τοὺς ὁποίους δολοφονοῦν καθ’ ἡμέραν οἱ ἐπαναστάται τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, οἵτινες παρὰ τὴν περίεργον ἐκείνην συμφωνίαν τῆς Βάρκιζας, τῆς ὁποίας, ἐκδήλως παραβιασθείσης ὑπ’ αὐτῶν, παρέμεινε μονομερής τηρητὴς τὸ ἐπίσημον Κράτος, κατέχουν ὁλόκληρα ὁπλοστάσια καὶ χάριν εἰς τὸν νόμον τῆς ἀποσυμφορήσεως καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πάσης εὐθύνης τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν, τρομοκρατοῦν ὁλοκλήρους περιφερείας, ἀπροσίτους ὄχι μόνον εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους. Χρειάζεται λοιπὸν ἁπλούστατα ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Κράτους τοῦ Νόμου κατὰ τῶν ἐνόπλων στασιαστῶν μὲ χεῖρα στιβαρὰν καὶ ὄχι τρέμουσαν ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν παρουσίασε μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις. Παρέλυσε προδήλως τὰς Κυβερνητικὰς ἐνεργείας ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ὡς πολιτικὸς ὀργανισμὸς καὶ κόμμα εἶναι σεβαστὸς καὶ ὅτι ἡ προπαγάνδισις τῶν ἰδεῶν του εἶναι ἐλευθέρα. Εἶναι ὅμως πράγματι πολιτικὸς ὀργανισμὸς καὶ κόμμα ὁ κομμουνισμός; Εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ κατὰ συνθήκην ψεύδη τῆς διπλωματικῆς γλώσσης νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀνατολικῆς καὶ περὶ δυτικῆς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας. Ἡμεῖς γνωρίζομεν μίαν καὶ μόνην ἔννοιαν Δημοκρατίας, ἐκείνην καθ’ ἣν ὑπάρχει ἐλευθερία σκέψεως καὶ διακυβέρνησις τοῦ λαοῦ ὑπὸ τοῦ λαοῦ δι’ ἐλευθέρων ἐκλογῶν μεταξὺ πλειόνων ὑποψηφίων. Εἰς τοιαύτην ὅμως δημοκρατίαν δὲν ἀποβλέπει ὁ κομμουνισμός, ὅστις ἔχει ὡς πρόγραμμα, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σοσιαλδημοκρατίαν, ὄχι μόνον τὴν βιαίαν κατάληψιν τῆς ἀρχῆς δι’ ἐνόπλου δράσεως μιᾶς δυναμικῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ τὴν βιαίαν διατήρησιν αὐτῆς ἅπαξ καταληφθείσης. Τοιουτοτρόπως ὅμως ὁ κομμουνισμὸς δι’ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεώς του θέτει ἑαυτὸν ἐκτὸς τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ δὲν εἶναι κόμμα ἀλλ’ ἐπανάστασις. Ἡ διάδοσις ἑπομένως τῶν κομμουνιστικῶν ἰδεῶν δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ἐπαναστατικὸν κήρυγμα καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῖον Κράτος θὰ ἠνείχετο τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν κόμματος διδάσκοντος καὶ ἐπιχειροῦντος τὴν βιαίαν τῆς ἐννόμου τάξεως ἀνατροπήν. Ταῦτα χωρὶς νὰ ἀναφέρω τὸν ἀντεθνικὸν χαρακτῆρα τοῦ κομμουνισμοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ ὀργάνωσιν ἑτερόφωτον, μὴ διστάζουσαν νὰ στασιάζῃ ἐν καιρῷ πολέμου, ὁσάκις ἡ Πατρίς του ἀκολουθεῖ διάφορον πολιτικήν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τὴν τραγῳδίαν τῆς κομμουνιστικῆς τρομοκρατίας ἐπιθυμεῖ νὰ κοιμᾶται ἥσυχος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε, ἡ ὑψίστη ἐντολή του. Καὶ ταύτης μέχρι σήμερον οὔτε τὴν ἐκτέλεσιν, οὔτε τὴν ἀρχὴν ἐκτελέσεως εἴδομεν. Ἀνησυχοῦμεν δὲ ἔτι μᾶλλον ὅταν μόλις περὶ τὸ τέλος τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ σχεδὸν παρέργως ἐγένετο λόγος περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὅταν εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ὑπηρετοῦν λειτουργοὶ εἴτε προδίδοντες Κρατικὰ μυστικά, εἴτε σαμποτάροντες τὰς Κρατικὰς λειτουργίας διὰ νὰ προκαλοῦν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, εἴτε δηλητηριάζοντες τὰς εὐαλώτους ψυχὰς τῆς νέας γενεᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπίσης διὰ μιᾶς φράσεως εἰς τὸ τέλος ἐξέφρασεν ἡ κυβέρνησις τὸ πλατωνικόν της ἐνδιαφέρον. Δὲν δυνάμεθα τέλος ν’ ἀφήσωμεν ἀδιαμαρτύρητον μίαν ἀτυχεστάτην φράσιν τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, καθ’ ἥν, κατὰ παράβασιν στοιχειωδῶν διπλωματικῶν κανόνων καὶ δίδουσα ὅπλα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Μεγάλης ἡμῶν Συμμάχου, ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν Βρεττανικὴν Ἀποστολὴν ὡς συμπαραστάτριαν αὐτῆς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως τοῦ νόμου. Μᾶς κατέπληξεν ἀληθῶς ἡ, «ἂς εἴπωμεν ἐπιεικῶς», ἀπροσεξία αὕτη. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων μέχρι τοῦ τέλους αὐτῶν ἀκολουθεῖ μία ἀόρατος ἀπαρίθμησις ὅλων τῶν οἰκονομικῶν, ἐθνικοοικονομικῶν καὶ λοιπῶν ζητημάτων μὲ ἄφθαστον ἀφέλειαν κατὰ τρόπον ἐνθυμίζοντα τὰ συνήθη προεκλογικὰ προγράμματα κοινῶν ἐκλογῶν. Ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ὡσὰν νὰ μὴ ἠσθάνθη τὸν σεισμὸν ὁ ὁποῖος ἐκλόνισε τὸν κόσμον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καμμία νέα πνοή, κανὲν πρόγραμμα, καμμία συγκεκριμένη πρότασις. Ἡ καλλιέργεια τῶν εὐγενῶν προϊόντων, ἡ ἀναδάσωσις, ὁ τουρισμός, ἡ ἁλιεία—ἀνὰ δύο λέξεις δι’ ὅλα αὐτά, χωρὶς νὰ καταβληθῇ κἂν προσπάθεια ἐναρμονίσεως ἀντιφάσεων. Διότι, παραδείγματος χάριν, ἡ προστασία τῆς κτηνοτροφίας μετὰ τὴν ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς πολυετοῦς κατοχῆς πλήξασαν τὸν κτηνοτροφικὸν πλοῦτον τῆς χώρας συμφορὰν ἀπαιτεῖ μεγάλην ἐλαστικότητα εἰς τὴν προστασίαν τῶν δασῶν καὶ τὴν ἀναδάσωσιν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐπὶ θυσίᾳ τῆς ἀπαραιτήτου διὰ τὰ προσεχῆ ἔτη αἰγοβοσκῆς. Βόρειος Ἑλλάς. Χαίρομεν διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Ἐλπίζομεν δὲ ὅτι, οὕτω λαλοῦσα, συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν Ἤπειρον. Θὰ ἠθέλαμεν ὅμως ν’ ἀκούσωμεν διὰ τὴν γεωργίαν περισσότερα ἀπὸ ὅσα τετριμμένα ἐλέχθησαν περὶ τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς της. Ἡ γεωργία δὲν δύναται νὰ τεθῇ παράλληλος πρὸς τὴν ἁλιείαν, ἀλλ’ ἡ περὶ αὐτῆς μέριμνα δέον ν’ ἀποτελῇ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης. Οἱ ἀγρόται καὶ οἱ κτηνοτρόφοι εἶναι καὶ ἐν κυριολεξίᾳ καὶ οἰκονομικῶς οἱ αἱμοδόται τῆς χώρας καὶ δέον ν’ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς ὅλης κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Εἰδικώτερον τονίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ νέων ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων καὶ ἰδίᾳ τῶν παλαιῶν καὶ νέων πολεμιστῶν. Εἰς τὰς εἴκοσι τόσας σελίδας τῶν δηλώσεών της ἡ Κυβέρνησις ἄλλως τε δὲν εὗρεν οὔτε μίαν λέξιν νὰ εἴπῃ περὶ τῆς προστασίας τῶν πολεμιστῶν οὔτε περὶ τῆς ἠθικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ τῆς ἐξομοιώσεως τῶν ἐθνικῶν ἀνταρτῶν πρὸς τοὺς λοιποὺς πολεμιστάς. Βιομηχανικὴ καὶ Ἐμπορικὴ πολιτική. Τὰς αὐτὰς ἀοριστίας περιέχει ἡ βιομηχανικὴ καὶ ἐμπορικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ ἁπλῆ ἀπαρίθμησις τῶν λέξεων τούτων δύναται νὰ ὀνομασθῇ πολιτική. Εἰδικῶς δὲν ἀναφέρεταί τι περὶ τῶν ἀγορῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ αἱ ὁποῖαι θ’ ἀντικαταστήσουν τὰς ἀπωλεσθείσας τοιαύτας τῶν τέως ἐχθρικῶν χωρῶν οὔτε περὶ συγκεκριμένων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Οὐδὲ διὰ τὴν βιομηχανίαν λέγει τι συγκεκριμένον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καὶ μόνη καὶ ὄχι τὸ ταμεῖον ἀνεργίας θὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς τοὺς ἀνέργους καὶ τὸν γεωργικὸν ὑπερπληθυσμόν. Ἡ βιομηχανία μετὰ τὴν καταβαράθρωσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τὴν ἐξαφάνισιν περιουσιῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ἐπαρκῶν κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰ ὁποῖα ὅμως μετὰ τόσας δυσαρέστους ἐκπλήξεις θ’ ἀπαιτήσουν καὶ συνταγματικὴν ἔτι κατοχύρωσιν κατὰ πάσης ἀποπείρας. Εἰδικῶς δὲν φαίνεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπρόσεξε τὴν ἀνάγκην διακομιστικῆς ἤ, ὡς λέγεται, συναρμολογιστικῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ συσταθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ ἐν Ἑλλάδι χάρις εἰς τὴν γεωγραφικὴν αὐτῆς θέσιν. Ἐμπορικὴ Ναυτιλία. Τὸ μέγα πρόβλημα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἡ ὁποία χάρις εἰς τὴν ἀβελτηρίαν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἑλληνικῶν κυβερνήσεων δὲν ἐξησφάλισε τὴν ἐπάνοδόν της εἰς τὰ προπολεμικὰ ὅρια καὶ ἀφίνει σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν χιλιάδας ναυτεργατῶν ἀνέργους, μεταβληθέντας εἰς ἀνατροπεῖς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ χιλιάδας τόννων πλοῖα μὲ ξένην σημαίαν, καὶ τὸ πρόβλημα τοῦτο ἁπλῶς ἀνεφέρθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεθουσιάσθη μὲ τὴν μέριμνάν της ὑπὲρ τοῦ τουρισμοῦ καὶ τῆς ἁλιείας καὶ παρεῖδε τὰ ἀσήμαντα, ὡς φαίνεται, θεωρηθέντα προβλήματα ἐκεῖνα. Θὰ ἀνέμενέ τις τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῇ πρὸ ἑνὸς πλήρους οἰκονομικοῦ προγράμματος ἔπειτα ἀπὸ τὸ μεγαλοπρεπὲς προεκλογικὸν πρόγραμμα τοῦ μείζονος τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων. Ἀντὶ τούτου, καὶ ἐνταῦθα γίνεται ἀπαρίθμησις τῶν ἐπικεφαλίδων, οὕτως εἰπεῖν, τῶν προβλημάτων: νομισματικῆς σταθερότης, ἀποκατάστασις πίστεως, ἰσοσκέλισις προϋπολογισμοῦ.... Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα, δέον νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι αὕτη ἐπετεύχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως μὴ ἀνατραπῇ αὕτη. Ὡς πρὸς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγει νὰ ἐκθέσῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τὴν ἐπιτύχῃ, εἰδικώτερον δὲ δὲν ἀναπτύσσει οὐδ’ ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς στοιχειώδη τινὰ φορολογικὴν πολιτικήν, οὐδὲ ἐκφράζει γνώμην κατὰ πόσον αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην πῶς διὰ τῆς φορολογικῆς της πολιτικῆς θὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀπαράδεκτον σήμερον ἀπόστασιν μεταξὺ τοῦ μεγίστου καὶ τοῦ ἐλαχίστου εἰσοδήματος. Τέλος σχετικῶς πρὸς τὴν πίστιν, λέγεται ἁπλῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐργασθῇ μὲν μὲ σθένος διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατος ἡ ὑπ’ αὐτῆς ὑπισχνουμένη περαιτέρω ἀναβίωσις τοῦ ἀποταμιευτικοῦ πνεύματος, ἀλλ’ ὅτι ἡ κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει ἄμεσον ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων τῶν καταθετῶν καὶ τῶν κατόχων τῶν ἐθνικῶν χρεογράφων εἰς δραχμάς. Καὶ ὅμως ἄνευ ἐπιλύσεως τῶν δύο τούτων ζητημάτων, τὴν ὁποίαν καὶ προεκλογικῶς καὶ μετεκλογικῶς διὰ συνεντεύξεων ὑπεσχέθη κατηγορηματικῶς ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ ἐμπράκτου ἀποδείξεως ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ζημιωθοῦν οἱ ἐκδηλώσαντες τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν τιμήν, τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ βαρύτατα τρωθεῖσα πίστις τοῦ Κράτους, χωρὶς δὲ νὰ γίνῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐμφανισθῇ τὸ ἐν τῇ χώρᾳ ὑπάρχον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πρὸς σωτηρίαν του ἐπενδύθη εἰς χρυσόν. Προὐτάθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν τόσαι λύσεις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως. Θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀρχίσῃ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν τούτων ἀποδόσεως μέρους τῶν καταθέσεων διὰ ρευστοποιήσεως ἑνὸς τμήματος τοῦ χαρτοφυλακίου των, ὅπερ ἐν μέρει προέρχεται ἀπὸ καταθέσεις. Ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ καὶ πάλιν ἀορίστως περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ τραπεζικοῦ ὀργανισμοῦ, ὑποθέτομεν βεβαίως ὄχι δι’ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος πρὸς τροφοδότησιν τῶν κενῶν ταμείων τῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ κρατικῆς χρηματοδοτήσεως πληρώνουν καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα διοικήσεως. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, πόθεν θ’ ἀρυσθοῦν αἱ Τράπεζαι τὰ κεφάλαια διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὸν προορισμόν των, ὅταν ἐκ δυσπιστίας βέβαια οὐδ’ αὐτὰ τὰ χαρτοφυλάκιά των ἀποφασίζουν νὰ ἐκποιήσουν μολονότι μεγάλη παρατηρεῖται ζήτησις αὐτῶν. Φαίνεται ὅτι τὰ πάντα ἀναμένονται ἐκ τῆς ἔξωθεν βοηθείας. Συμφωνοῦμεν βεβαίως καὶ ὑπερθεματίζομεν εἰς τὴν ἄτονον μνείαν ἐν ταῖς προγραμματικαῖς δηλώσεις τοῦ ζητήματος τῶν ἐπανορθώσεων. Ἡ πίστις τῆς χώρας ἐτρώθη, τὰ χρήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξητμίσθησαν καὶ ἐξηυτελίσθησαν ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ συνήθως ὀλιγώτερον πληττόμενα ἀκίνητα παρὰ τὴν ἐκ τῶν καταστροφῶν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ των, ὑπετιμήθησαν εἰς τὸ τρίτον περίπου τῆς προπολεμικῆς των ἀξίας πάντα δὲ ταῦτα εἶναι ἀποτέλεσμα οὐχὶ οἰκονομικῆς τινος κρίσεως, ἀλλὰ τῆς ξενικῆς κατοχῆς, ἡ ὁποία ἐξεμηδένισε τὸ ἐθνικὸν νόμισμα διὰ τοῦ μοναδικοῦ ἴσως εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν πληθωρισμοῦ. Δὲν γνωρίζομεν κατὰ ποῖον τρόπον αἱ ἀπὸ τῆς καταστροφῆς καὶ ἐντεῦθεν Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἐχειρίσθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ποῖαι αἱ ὑφιστάμεναι ἐλπίδες. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπαιτῶμεν συμμαχικὴν βοήθειαν καὶ νὰ ἐμφανιζώμεθα ὡς χώρα ζητοῦσα ἐλεημοσύνην, χώρα εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τούτου, δύνανται οἱ ἐλεοῦντες νὰ κάμνουν παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως ἢ νὰ ἐπιβάλλουν περιορισμοὺς δι’ ἐγκαταστάσεως οἰκονομικοῦ ἐλέγχου ὑπὸ ἄλλο εὔσχημον ὄνομα, ἀντὶ λέγω νὰ μεταπέσωμεν εἰς τὴν ἐξευτελιστικὴν αὐτὴν θέσιν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῶμεν ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐδαφικῶν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν διεκδικήσεων ἀπαιτηταὶ μετὰ σθένους καὶ νὰ βροντοφωνήσωμεν, ὅτι οἱ ἡττηθέντες ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι ἐπροξένησαν ὅλας τὰς καταστροφὰς τῶν ἀξιῶν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας καὶ τοῦ ἀποταμιεύματος ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος, ὀφείλουν νὰ πληρώσουν. Ὅταν οἱ λαοὶ τοῦ ἄξονος καὶ τῶν δορυφόρων του διὰ νὰ κατασκευάσουν πυρομαχικὰ ἵνα ἐξαπολύσουν τὸν φρικτὸν αὐτὸν πόλεμον ἐθυσίαζον ἐπὶ τόσα ἔτη ἀδιαμαρτυρήτως, μάλιστα εὐχαρίστως, καὶ τὸ ψωμί των ἀκόμη, δίκαιον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσουν ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη τὰς στερήσεις των εἰς πολὺ μικρότερον βαθμὸν διὰ νὰ ἀποζημιώσουν ἐκείνους τοὺς ὁποίους κατέστρεψαν. Θὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καὶ σύμμαχοι ἐμπειρογνώμονες συνεδύασαν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως μὲ τὰς ἐπανορθώσεις καὶ θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν. Διότι, ἐπιτυγχανομένων τῶν ἐπανορθώσεων, θὰ ἔχωμεν τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐλεημοσύνην, ζητοῦντες μόνον εἴτε μίαν προεξόφλησιν τῶν ἐπανορθώσεων, εἴτε σύναψιν κοινοῦ τραπεζικοῦ δανείου εἰς βάρος τῶν ἡττηθέντων ἐξυπηρετουμένου ἀπὸ τὸ ἐτήσιον ποσὸν ἐπανορθώσεων. Τοῦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐκ τῶν ἐπανορθώσεων μόνον, φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν προγραμματικῶν καὶ ἄλλων δημοσίων δηλώσεών της ἐξαρτῶσα τὸ ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως. Διὰ τοῦτο μετὰ δέους ἀναλογιζόμεθα ὅτι μὲ τὰ ἀόριστα μέσα καὶ τοὺς ἀορίστους συνδυασμούς, τοὺς ὁποίους ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἔργον τῆς σχεδιασθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀνοικοδομήσεως 60.000 οἰκημάτων δι’ ἀγρότας, καὶ δὲν γνωρίζω πόσων οἰκημάτων διὰ τὴν ἀστικὴν ἀνοικοδόμησιν, θὰ εἶναι ἀκατόρθωτον καὶ ὅτι χιλιάδες κατοίκων ἰδίως εἰς τὰ ὀρεινὰ τμήματα τῆς χώρας θὰ διέλθουν ἕνα ἀκόμη χειμῶνα ἄνευ στέγης. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δέον ἐντὸς ἡμερῶν ν’ ἀρχίσῃ τὴν στέγασιν τῶν ὀρεινῶν χωρίων ὅπου μόλις τρεῖς μῆνας θὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της, διότι ἄλλως ἡ κριτικὴ ἡμῶν θὰ εἶναι ἀμείλικτος καὶ ἡ παρὰ τῷ λαῷ ἀπήχησις ἀνυπολόγιστος. Ἐργατικὴ Πολιτική. Ἠκούσαμεν ἐπίσης τὰς ἐπικεφαλίδας κυβερνητικοῦ προγράμματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐργατικὴν πολιτικήν. Ἡ εὐρυτέρα χρησιμοποίησις τῶν διαθεσίμων ἐργατικῶν χειρῶν καὶ ἡ καταπολέμησις τῆς θεωρητικῶς ἀδικαιολογήτου βεβαίως ἀνεργίας ἐν ὄψει τοῦ κολοσσιαίου ἔργου τῆς ἀνοικοδομήσεως, δὲν εἶναι θέμα ἐργατικῆς πολιτικῆς. Ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς βιομηχανίας, τὴν σύστασιν νέων βιομηχανιῶν καὶ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνοικοδομήσεως πάντα δὲ ταῦτα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν διάθεσιν κεφαλαίων. Ὅταν ταῦτα εὑρεθοῦν καὶ διατεθοῦν, τότε αὐτομάτως θὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεργίας χωρὶς ἀνάγκην ἐργατικῆς πολιτικῆς. Μετὰ χαρᾶς ἠκούσαμεν τὰς κυβερνητικὰς σκέψεις περὶ ἀναπτύξεως τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, ἐπεκτάσεως μάλιστα αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, δὲν μᾶς ὑπέδειξεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτύχῃ ταῦτα, δὲν λέγομεν ἐντὸς ἔτους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐντὸς τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τοῦ βίου μιᾶς Βουλῆς μὲ τὰ ὑπάρχοντα καὶ προβλεπόμενα διὰ τὴν προσεχῆ τετραετίαν μέσα. Διότι ἄλλως τοιαῦται ἐπαγγελίαι θίγουσαι τὰ ὅρια τῆς δημοκοπίας βαυκαλίζουν ἐλπίδας καὶ δημιουργοῦν, μὴ πραγματοποιούμεναι, ἀπογοητεύσεις λίαν ἐπικινδύνους ἐν ὄψει τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων. Ἔνοπλοι δυνάμεις. Αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων συνδυαζόμεναι μὲ τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα ὑπ’ αὐτῆς μέτρα οὐδαμῶς μᾶς ἱκανοποιοῦν. Βεβαίως πιστεύομεν ὅτι, αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὄργανα τοῦ Ἔθνους καὶ μόνον τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ ἡ μέχρι τοῦδε διαχείρισις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μακρὰν ἀπέχει τῆς ὀρθῆς ταύτης ἀρχῆς. Ἀντὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρόσφατος πολεμικὴ ἢ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀντιστάσεως δρᾶσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐτέθησαν εἰς τὴν αὐτὴν χοάνην ἐμπειροπόλεμοι καὶ ἄμαχοι ἐπανελθόντες εἰς τὸ στράτευμα μετὰ μακρὰν ἐξ αὐτοῦ ἀπομάκρυνσιν. Εἰς τὴν ἀεροπορίαν ἐπανελήφθησαν τὰ αὐτὰ καὶ δὲν ἐπεδιώχθη κἂν ἡ ἀπομάκρυνσις στοιχείων, στερουμένων τῆς ἱκανότητος πρὸς πτῆσιν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἐγένοντο ἔνοχα πράξεων ἀσυμβιβάστων μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ. Δικαιοσύνη. Ἐν τῷ ἐπιλόγῳ των αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις περιέχουν καὶ μίαν ἐπὶ τροχάδην μνείαν ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων: δικαιοσύνης, κλήρου, δημοσίων ὑπαλλήλων, παιδείας. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς μείζονος, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ μείζων, ἀοριστίας ἐπὶ τῶν σημείων τούτων, ἐπί τινων τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν ἔχομεν σοβαρωτάτας ἀμφιβολίας. Ὁμιλεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τούτου ἔδει νὰ δώσῃ δεῖγμα αὐτὴ ἡ ἰδία, ἐκτελοῦσα ἀμέσως τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐν σχέσει πρὸς τὰς τελευταίας ἀπολύσεις καὶ προαγωγὰς δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἀντὶ τούτου, ὄχι μόνον δὲν ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε τὰ οἰκεῖα Διατάγματα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑνὸς νομοθετικοῦ συνονθυλεύματος κυροῖ ἐν μέρει πράξεις χαρακτηρισθείσας ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου τῆς Χώρας Δικαστηρίου ὡς ἀντισυνταγματικάς. Ἐξ ἄλλου σεβασμὸς πρὸς τὴν δικαιοσύνην σημαίνει σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἰδίᾳ τὸν ὑπέρτατον τῆς Πολιτείας νόμον, τὸ Σύνταγμα. Ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένη, πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐπέκρινε δριμύτατα καὶ εὐλόγως τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἔκδοσιν Συντακτικῶν Πράξεων καὶ Νομοθετικῶν διαταγμάτων μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος περὶ προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, αὐτὴ ἡ ἰδία μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἀκόμη τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδαμῶς θὰ ἐκινδύνευεν ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος, διατάγματα π.χ. περὶ ὀργανισμοῦ Ὑπουργείων. Καὶ τ’ ἀνωτέρω πράττει, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ διαθέσῃ εἰς τὰς πολυσέλιδους δηλώσεις της μίαν φράσιν συγγνώμης πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν διὰ τὴν ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀνευλαβῆ αὐτὴν ἐνέργειαν. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα διὰ λόγους ἀρχῆς θεωρεῖ ἅπασαν τὴν ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1946 (ἡμέρας δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τῶν ἐκλογῶν) μέχρι σήμερον νομοθεσίαν ἄκυρον καὶ μὴ οὖσαν. Θὰ ἐπικροτήσωμεν πᾶν μέτρον πρὸς ἐξύψωσιν τῆς θέσεως τοῦ κλήρου καὶ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς τάξεως οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λησμονηθέντων ἀλλὰ σκληρότερον παντὸς ἄλλου δοκιμαζομένων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων, τῶν ὁποίων αἱ μηνιαῖαι συντάξεις δὲν ἀρκοῦν οὐδὲ διὰ μιᾶς ἑβδομάδος πενιχρὰν διαβίωσιν. Πρέπει νὰ νοηθῇ ὅτι ἄνευ ἱκανοποιητικῆς ἀμοιβῆς τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ συνταξιούχου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγοῦν οἱ βουλευταὶ τοῦ ἀναξιοπρεποῦς ἔργου τῆς διεκπεραιώσεως διοικητικῶν ὑποθέσεων, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ κρατικὴ μηχανή. Ἀντιλαμβάνεταί τις εὐκόλως ὅτι τοῦτο γίνεται οὐ μόνον ἐπὶ ἠθικῇ ζημίᾳ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βλάβῃ αὐτοῦ τούτου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ αὐξανόμενα ἔσοδα θὰ ἐκάλυπτον τὴν δαπάνην ἱκανοποιητικῶν μισθῶν καὶ συντάξεων. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἡ συστηματικὴ καὶ ἔντονος προσπάθεια τῆς ἐλαττώσεως τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης ἵνα καταστῇ ὑποφερτὴ ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου τῶν ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων, οὔτε ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε πράξεις τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει, οὔτε ἀπὸ τὰς δηλώσεις αὐτῆς. Τέλος ἐκφράζομεν ὅλην ἡμῶν τὴν ἀπογοήτευσιν διὰ τὰς ἀναφερομένας εἰς τὴν παιδείαν καὶ τὴν νεότητα ὀλίγας τελευταίας λέξεις τῶν δηλώσεων. Ἡ νέα γενεά, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔστρεψεν ὅλην του τὴν προσοχὴν ὁ κομμουνισμὸς καὶ ἡ ὁποία εὐκόλως διαφθείρεται καὶ ἀπὸ τὰ κηρύγματα τῶν ἐλευθέρων ἠθῶν καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας πλάνας ἐπαγγελίας τοῦ κομμουνιστικοῦ Εὐαγγελίου, ἤξιζε μεγαλυτέραν προσοχὴν ἐκ μέρους τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκρίνοντο ἀνεπαρκεῖς ἀκόμη καὶ ἂν ἐπηγγέλλοντο ὑπὸ ὁμαλὰς συνθήκας κανονικῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς. Ἡ γυμνότης καὶ πενιχρότης των ὅμως ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἀνωμάλους συνθήκας ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν ποὺ ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος, ἡ κατοχὴ καὶ τὸ ἀνατρεπτικὸν κίνημα προκαλεῖ φόβους καὶ δημιουργεῖ κινδύνους καὶ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικούς. Δύνανται νὰ παραβληθοῦν πρὸς πίνακα περιεχομένων, ἀτυχῶς ἄνευ περιεχομένου. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἀνοχῆς, ἵνα δοκιμασθῇ αὕτη εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν προβλημάτων. Εἶναι ὅμως τοιαύτη ἡ ἀνεπάρκεια τῶν δηλώσεων αὐτῆς, ὥστε θὰ καθιστάμεθα συνυπεύθυνοι τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐδίδομεν πρὸς αὐτὴν ἔστω καὶ τοιαύτην ψῆφον. Μὴ ἐπιθυμοῦντες ὅμως νὰ τὴν ἀντιπολιτευθῶμεν προτοῦ δώσωμεν εἰς αὐτὴν μικρὰν ἔτι πίστωσιν χρόνου καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἰσχυρὰ σήμερον διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, θέλομεν περιορισθῆ εἰς τὸ ν’ ἀρνηθῶμεν ψῆφον.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ τὸ ζήτημα. Ἀνεγνώσθησαν ἔγγραφα σπουδαῖα καὶ διεστράφησαν. Ἐτέθη ζήτημα πολιτεύματος μὲ ἐσχάτην ἀμάθειαν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ τὰ πῆτε.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν μποροῦμε ἀπόψε κ. Πρόεδρε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(ὥρα 10 καὶ 40 μ.μ.)
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, τῆς πρώτης μετὰ δεκαετίαν Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας, κατέχομαι ἀπὸ αἴσθημα μεγάλης εὐθύνης. Τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης ἀπὸ τὸ ὁποῖον κατέχομαι τὸ ἐπιτείνει τὸ γεγονὸς ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ συντονίσω τὴν γραμμὴν τῶν σκέψεών μου μὲ τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα τῶν σκληρῶν ἐτῶν τῆς μεγάλης τοῦ Ἔθνους δοκιμασίας ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Μεγάλα προσεδόκησαν ἐκεῖνοι, μεγάλα καλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν ἡμεῖς. Φυσικὸν ἦτο νὰ εἶναι μεγάλαι αἱ προσδοκίαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἑπόμενον εἶναι τὰ χρέη ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διεσώθημεν καὶ ἐπεζήσαμεν νὰ εἶναι τοὐλάχιστον τόσον μεγάλα, ὅσον ὑπῆρξαν καὶ αἱ προσδοκίαι τῶν θυσιασθέντων μεγάλαι. Αἱ προσδοκίαι, κύριοι βουλευταί, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀναφέρονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν δικαίωσιν τοῦ Ἔθνους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν δικαίωσιν τῆς μεγάλης των θυσίας. Ἡ δικαίωσις τοῦ Ἔθνους προϋποθέτει, κ. βουλευταί, τρία τινά. Προϋποθέτει τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραίωσιν τῆς Ἑλλάδος. (χειροκροτήματα). Προϋποθέτει τὴν πολιτικὴν ἀξιοποίησιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν τομέα τὸν κρίσιμον, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ἔταξεν ὁ ὕψιστος καὶ προϋποθέτει τὴν οἰκονομικὴν ἐπίσης στερέωσιν καὶ ἀξιοποίησιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν χῶρον τῆς Μεσογείου, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐδαφικά μας δίκαια συμφωνῶ πλήρως πρὸς τὰς διατυπώσεις εἰς ἃς προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Συμφωνῶ εἰδικώτερον καὶ μὲ τὴν ἀντιδιαστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων ἐπὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν βορείων συνόρων μας πρὸς Βουλγαρίαν. Συμφωνῶ, λέγω, πλήρως καὶ πρὸς τὴν ἀντιδιαστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν διεκδικήσεών μας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς θετικῆς καὶ νομίμου ἐλπίδος, ἐν σχέσει πρὸς τὴν Κύπρον (χειροκροτήματα). Αἱ διεκδικήσεις μας στρέφονται ἐναντίον ἐχθρῶν. Ἡ ἐλπίς μας διατυποῦται ἀπέναντι τῆς μεγάλης καὶ ὑπερόχου εὐεργέτιδος τῆς Ἑλλάδος τῆς Μ. Βρεττανίας. (χειροκροτήματα). Στοιχειώδεις εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ αὕτη ἡ ἀξίωσις τῆς τροποποιήσεως τῶν συνόρων μας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν βασιζομένη ἐπὶ καθαρῶς γεωπολιτικῶν καὶ στρατηγικῶν κριτηρίων, εἶναι μικροτέρα ἐκείνης ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ θὰ ἦτο ἱστορικῶς θεμιτὸν νὰ διαπιστωθῇ ὑπὸ ἔννοιαν διεκδικήσεως, ἀφορῶσαν τὴν ἀναβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. (χειροκροτήματα). Ὅταν λέγωμεν ὅτι διεκδικοῦμεν τὴν διαρρύθμισιν τῶν συνόρων μας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἐπὶ τῇ βάσει στρατηγικῶν καὶ γεωπολιτικῶν σκοπιμοτήτων, δὲν λέγομεν κάτι πέραν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἱστορικῶν μας δικαίων, λέγομεν καὶ διατυποῦμεν κάτι πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ καὶ ἱστορικά μας δίκαια. Παραλλήλως ὅμως πρὸς τὰς ἐδαφικάς μας διεκδικήσεις εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη νὰ διεκδικήσωμεν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην θέσιν, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κρισιμότητα τῆς ἀκριτικῆς ἐπάλξεως τὴν ὁποίαν κατέχομεν. Ὅπως ἔχωμεν ἐπανειλημμένως ἀξιοποιήσῃ τὴν ἰδιότητά μας ὡς λαοῦ κατέχοντος τὴν ἀκριτικὴν καὶ προασπίζοντος τὴν ἐπικίνδυνον αὐτὴν ἀκριτικὴν τοποθεσίαν, ἔτσι κύριοι, ἔχομεν τὸ νόμιμον ἱστορικὸν δικαίωμα, νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀξιοποιήσωμεν τὴν θέσιν μας αὐτὴν καὶ ἀπὸ ἐκπολιτιστικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἀπόψεως χώρου Βαλκανικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπόψεως χώρου Μεσογειακοῦ ἡ θέσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἐκπολιτιστικάς μας ἱκανότητας καὶ εἰς τὴν ἔξοχον εἰρηνευτικήν μας ροπήν, ἐν συνδυασμῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὴν Γιουγκοσλαβίαν — καὶ τοῦτο ἀφορᾷ τὴν Βαλκανικήν μας ἰδιότητα, — ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ μὲ τὴν Αἴγυπτον, καὶ καλούμεθα νὰ παίξωμεν ρόλον πρωτεύοντα εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν νέων συνθηκῶν πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ χώρου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θυσιαζόμεθα καὶ ζῶμεν. Ἀπαραίτητον ἐπίσης εἶναι νὰ διεκδικήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τῶν μεγάλων μας Συμμάχων, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς ἐπανορθώσεις ἐκείνας ποὺ ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ μέγεθος τῶν θυσιῶν μας. Καὶ ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ διεκδικήσωμεν, ὄχι μόνον τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην βοήθειαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνασυγκρότησιν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀξιοποίησιν τῆς ἰδιοτύπου θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχομεν, τῆς θέσεως ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χρήσιμον κόμβον παγκοσμίων ἠθικῶν, ἐμπορικῶν καὶ πνευματικῶν συναλλαγῶν. Μέγα λοιπὸν εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰς ἐδαφικὰς διεκδικήσεις συμφωνῶ πλήρως πρὸς τὴν διατύπωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως ὀρθότατα ἐτόνισεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ διατυπώσεως καὶ διαχειρίσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἰς διαφόρους δηλώσεις της διετύπωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ὅλα τὰ Κόμματα τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ συνδράμουν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Μετὰ μεγάλης ἱκανοποιήσεως, κύριοι βουλευταί, ἐδέχθημεν καὶ δεχόμεθα διαρκῶς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς ἐνῷ τοιαῦτα φθέγγεται καὶ λέγει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐθνικῶν μας προβλημάτων, ὅταν ἀπεφάσιζε τὴν εἰς Παρισίους ἀποστολὴν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὄχι μόνον δὲν ἀπετάνθηκεν εἰς τὰ κόμματα διὰ νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἀποστολήν, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησε κἂν ἀναγκαῖον νὰ καλέσῃ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων διὰ νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν των τὸ ζήτημα καὶ νὰ τοὺς συμβουλευθῇ. Κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν στιγμὴν ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ὁλόκληρον καὶ πλέον μῆνα διαχειρίζεται τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐνῷ διαρκῶς τονίζει ὅτι θὰ λάβῃ τούτους ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἱκανοποίησις τῶν μεγάλων καὶ ἱερῶν κόπων τοῦ Ἔθνους προϋποθέτει τὴν σύμφωνον γνώμην καὶ τὴν βοήθειαν τῶν μεγάλων Συμμάχων τῆς Ἑλλάδος. Κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν συνείδησίν μας δὲν δικαιούμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς διακρίσεις μεταξὺ τῶν μεγάλων ἐκείνων παραγόντων τῆς νίκης, οἱ ὁποῖοι ἐχάρισαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὴν διεθνῆ ἐλευθερίαν. Θαυμασμὸν βαθύτατον τρέφομεν ἀπέναντι ὅλων τῶν μεγάλων συντελεστῶν τῆς νίκης. Ὁ θαυμασμὸς εἶναι ἴσος ἀπέναντι ὅλων, διότι ὅλοι συνέβαλον εἰς τὴν νίκην κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὑπέροχος εἰς θυσίας καὶ εἰς θετικὰ ἐπιτεύγματα. Μετὰ τὸ μέγα θέμα τῶν ἐθνικῶν δικαίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσῆλθεν εἰς τὸ πολύπλοκον καὶ κρίσιμον πρόβλημα τοῦ Δημοψηφίσματος. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ εἰσέλθουν, ἂς εἴπω μάλιστα νὰ εἰσβάλουν, αἱ πολιτειακαί μας ἀντιθέσεις καὶ ἀντιγνωμίαι, ἔχω ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀξιοποιήσω ἐθνικῶς τὴν δημοκρατικὴν πολιτικὴν ἰδεολογίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀδιστάκτως ἐμμένω. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τοῦ Δημοψηφίσματος ἔχει τρεῖς πτυχάς. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν σύμφωνον ἢ διάφορον γνώμην τῶν Μεγάλων μας Συμμάχων, ἡ δὲ δευτέρα ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία δέον νὰ προσδοθῇ εἰς τὸ Δημοψήφισμα καὶ ἡ τρίτη τέλος ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς διενεργείας του. Τὸ πρόβλημα τῆς συμφώνου ἢ διαφόρου γνώμης τῶν Μεγάλων μας Συμμάχων τὸ ἔθιξεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον πλήρως υἱοθετῶ. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοψηφίσματος ἐλπίζω νὰ ἐπιθυμῆτε ὅλοι νὰ τὴν λάβωμεν δι’ ὁμοφωνίας. Ἐφ’ ὅσον εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἴσως καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδιώξωμεν πλήρη διαφώτισιν τῆς συνειδήσεώς μας, ἐπὶ τοσούτῳ κρισίμου θέματος καὶ ὑμεῖς ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε παμμέγιστον συμφέρον νὰ ἐπιτύχητε τὴν διαφώτισιν αὐτὴν διὰ νὰ βαδίσωμεν ὅλοι μαζὺ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ὥρας τοῦ Δημοψηφίσματος. (Χειροκροτήματα).
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὅταν τὴν ἀπόφασιν τὴν παίρνει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πλειοψηφοῦν Κόμμα, τὴν παίρνει ὁ Λαός.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Λαὸς δὲν ἀπαρτίζεται μόνον ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἶναι ἔνδειξις ἐλλειποῦς κοινοβουλευτικῆς καὶ δημοκρατικῆς ἀντιλήψεως ἡ διακοπή σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς ἀριστερᾶς).
§58Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Δὲν ἀκούεται).
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀξιότιμε κύριε βουλευτά, νὰ σεβασθῶ πλήρως τὴν ἄποψίν σας, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν μικρὰν ἀξίωσιν νὰ σεβασθῆτε τὴν ἰδικήν μου.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διακόπτετε. Νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τάξις, κύριε Πρόεδρε. (Κωδωνοκρουσίαι).
§62Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ προκλητικότητος. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, σᾶς παρακαλῶ, προκαλεῖσθε ἢ προκαλεῖτε;
§63Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ προκλητικότητος.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶσθε μειοψηφία, εἶσθε ἐσχάτη μειοψηφία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§65Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστός μου κύριος Κουλουμβάκης νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός, εἰς τὸν ὁποῖον προέβη, εἶναι ἀντικοινοβουλευτικός, διότι βάσει τοῦ Συντάγματος καί τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου τοιαύτη διάκρισις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος νόμος τὸ γράφει αὐτό;
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ δεύτερον οὐσιῶδες θέμα, εἶναι τὸ θέμα τὸ συνδεόμενον μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Τὸ ἱστορικὸν τῆς διακρίσεως τοῦ προβλήματος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναπτύξῃ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος κ. Παπανδρέου. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, δὲν εἶναι οὔτε κἄν ἀνάγκη νὰ προβῶ εἰς ἐκτενῆ ἀνάπτυξιν τῆς ἐννοίας τοῦ Δημοψηφίσματος. Παραδόξως ἡ Κυβέρνησις ἀπησχολήθη διὰ τόσων σκέψεων καὶ μακρῶν φράσεων μὲ τὸ θέμα τοῦτο, ἐνῷ δι’ ἐλαχίστων καὶ ἀσημάντων φράσεων ἀντιμετώπισε τὰ μεγάλα, τὰ φλέγοντα καὶ τὰ καίρια ζητήματα τοῦ τόπου. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν θέλωμεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς ἱστορικῆς σοβαρότητος τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ λαὸς ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα ἄλλην ἑρμηνείαν, εἰμὴ τὴν ἀκόλουθον: Μάλιστα κύριοι. Ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία ἀποτελεῖ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τοῦ ἀναθεωρηθέντος ἐν ἔτει 1911 τὸ νόμιμον πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ τὸ νόμιμον τοῦτο πολίτευμα τελεῖ ὑπὸ μικρὰν αἵρεσιν, ἀναβλητικὴν μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν βασιλικῶν καθηκόντων, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Λαὸς θὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, ὑπὸ αἵρεσιν δὲ διαλυτικὴν ἐν σχέσει πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Λαὸς θὰ ἀποφανθῇ ἐναντίον τῆς Βασιλείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλουστάτη, ἡ λογικὴ σκέψις, ἡ ὁποία χωρεῖ εἰς τὸ ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος, κύριοι βουλευταί, τὸ πρόβλημα τοῦ χρόνου τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ πρόβλημα, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω κατὰ τρόπον αὐτοτελῆ, ἀλλὰ μόνον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἀπαραιτήτους ἐκείνας προϋποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε. Δὲν καλοῦμαι ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς μου νὰ κρίνω τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ Δημοψηφίσματος. Ἡ ἡμερομηνία τοῦ Δημοψηφίσματος θὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς πραγματικότητος ἡ ὁποία θὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Αἱ προϋποθέσεις αἱ ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Δημοψηφίσματος, ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλην στιγμὴν εἶναι προϋποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ πάντων τῶν προλαλησάντων ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Πρόκειται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνασυντάξεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἀνάγκης ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη καὶ μὲ διεθνῆ ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρόκειται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπερτάτης καὶ ταὐτοχρόνως στοιχειώδους ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς πλήρους τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Ἑλλάδι. Περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ὅταν φθάσω εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἀσφαλείας καὶ τῶν Σωμάτων τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μεγάλη μὲ κατέλαβεν ἔκπληξις ὅταν εἰς σχετικὰς μὲ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς φράσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκάλυψα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνα αὐθαίρετον περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μίαν ἀσάφειαν ὡς πρὸς τὰς ἐπενεκτέας εἰς τὸ Σύνταγμα τροποποιήσεις. Οἱ θυσιασθέντες κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀπαιτοῦσι ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι διεσώθημεν καὶ ἐπεζήσαμεν ὄχι μόνον τὴν δικαίωσιν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν δικαίωσιν τῆς μεγάλης των θυσίας. Καμμία ἐκ τῶν φράσεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουν σχέσιν οὔτε ἔμμεσον κἄν πρὸς τὰς ἱερὰς προσδοκίας τῶν πεσόντων καὶ θυσιασθέντων. Καὶ μὲ μεγάλην ἐπίσης ἔκπληξιν ἤκουσα τὴν φράσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ καταρτισθῇ διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ προετοιμάσῃ τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὰς γενεάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγνώρισαν κοινοβούλιον; ἡ ἀναβολὴ τοῦ κυριωτέρου ἔργου ἀποτελεῖ τὸ παράδειγμα μὲ τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ τοὺς ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὰς ἀντεθνικὰς καὶ ἀντιδημοκρατικὰς ἰδεολογίας; Νομίζω ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θ’ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων μας εἶναι νὰ καταρτίσωμεν τὴν διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ χωρίσωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυντάξεως τῆς Πολιτείας. Κύριοι βουλευταί, ὅπως ὑπῆρξεν ἀσαφὴς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔτσι ἀσαφὴς ὑπῆρξε καὶ εἰς τὸ μέγα καὶ κρίσιμον θέμα τῆς ἀσφαλείας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐρχόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παρουσιαζόμενος μετὰ 1 καὶ ½ μηνὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του δὲν καλεῖται ἁπλῶς νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ ἐπιδείξῃ ἀντικειμενικότητα εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Νόμου. Καλεῖται νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς καὶ διατὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τελευταίου μηνὸς ἐπεδεινώθη, καθ’ ὃν τρόπον ἐπεδεινώθη, ἡ κατάστασις εἰς τὴν χώραν μας. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ τὸν πρῶτον λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Λαοῦ (χειροκροτήματα). Διότι κύριοι βουλευταί... (θόρυβος, φωναί, διαμαρτυρίαι). Ἐνῷ σεῖς φωνάζετε ἄλλοι φονεύονται κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Φωναὶ μπράβο. Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, κωδωνοκρουσίαι).
§68Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρόεδρ. Κυβερν.). Διατυπώνετε μίαν ἐρώτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴμεθα πρὸ ἑνὸς μηνός. Πρὸ ἔτους ἢ πρὸ 4 ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς ἐκυβερνᾶτο ἀπὸ ἄλλας Κυβερνήσεις. Ἄν τὸ κράτος τοῦ νόμου δὲν ἐπικρατεῖ, εἶναι διότι οὐδέποτε ἐδώσατε κῦρος εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων. (Χειροκροτήματα καὶ φωναὶ μπράβο, μπράβο).
§69Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ποῦ εἶναι τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἐδώσατε σεῖς; (θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ πλειοψηφοῦσα μερὶς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ναὶ ἢ ὄχι; (νέαι φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι).
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὰ ἐγκλήματα διὰ τὰ ὁποῖα βαρύνεσθε ἔχετε νὰ μᾶς πῆτε τίποτε;
§72ΧΡ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι τρόπος αὐτός· εἶναι κατάστασις αὐτή;
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Μέσῳ συνεχιζομένου θορύβου). Σκεφθῆτε ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν κρίνεται ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐν Ἑλλάδι. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἑκατέρωθεν, φωνάζουν μὴ ἀκουόμενοι λόγῳ τοῦ θορύβου).
§75Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον δι’ ὅλους τοὺς βουλευτάς. Νὰ προχωρήσετε εἰς τὴν συζήτησιν.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν δύναται εἷς δοσίλογος νὰ ὁμιλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (θόρυβος).
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος ποὺ λέγει αὐτὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ πολύ. Ὀφείλεται ἐκ μέρους τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος... (θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχουν δύο ὑπεύθυνοι ἡγέται τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ ἐρωτῶμεν. Πρόκειται νὰ ἀσκήσουν τὸ κῦρος καὶ τὴν εὐθύνην των διὰ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἢ ὁμολογοῦν ἀνικανότητα καὶ παραδίδουν τὸν κοινοβουλευτισμὸν εἰς τὴν χρεωκοπίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας αὐτῆς; (Φωναὶ καὶ θόρυβος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπροκάλεσε κανέναν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅταν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ἤκουσε μὲ σεβασμόν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος κατέρχεται τῆς ἕδρας, ἣν καταλαμβάνει ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§82Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ἀπὸ τοῦ βήματος). Παρεκάλεσα ἀπὸ τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ συνέστησα εἰς ὅλους νὰ συζητῶμεν ἠρέμως καὶ ἄνευ προκλήσεων. Δυστυχῶς διαπιστώνω ὅτι σεῖς (δεικνύων τὴν ἀριστερὰν) προκαλεῖτε. (Θόρυβος διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Συνιστῶ λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ παύσουν αἱ διακοπαὶ καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ κανεὶς τὸν λόγον ἄνευ ἀδείας ἢ τοῦ ρήτορος ἢ τοῦ Προέδρου, τέλος πάντων νὰ κρατήσῃ κάποια πειθαρχία. (Χειροκροτήματα).
§83Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κάμνω ἔκκλησιν καὶ ἐγὼ πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, ὅπως δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ μέσον νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἱστάμεθα εἰς τὸ ὕψος μας. Νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ ἔφθασαν ἄλλαι Βουλαί, ὁπότε κι’ ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ διαλύσω τὸν Κοινοβουλευτισμόν. (Χειροκροτήματα. Φωναί).
§84Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρχόμενος τῶν προγραμματικῶν αὐτοῦ δηλώσεων ἐξεδήλωσε τὴν εὐτυχίαν του, διότι μετὰ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ἐπανεῦρεν ἡ χώρα τὴν ὁμαλὴν κοινοβουλευτικήν της ζωήν. Τὴν εὐτυχίαν αὐτὴν ἀναμένομεν νὰ τὴν καταστήσῃ πραγματικότητα. Ὀφείλει τὸ Κυβερνητικὸν Κόμμα νὰ δώσῃ τὸν τόνον τοῦ σεβασμοῦ. Αἱ ἀντιθέσεις ἂς μὴ ἐκλαμβάνωνται ὡς προκλήσεις καὶ ἂς προσπαθήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ συγκρατῇ τὰ νεῦρά του. Ἐὰν δὲν τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως τοὐλάχιστον ἓν τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν του. Ἀναμένομεν μετ’ ἐλπίδος ὅτι πρῶτος ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι θὰ εἴχομεν ἀποφύγει τὰ ἐπεισόδια, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδήλου ἐξ ἀρχῆς ὅτι οἱ ἀγορεύοντες δέχονται ἢ ὄχι διακοπάς. (Χειροκροτήματα).
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατος, νὰ δώσωμεν μερικὰς συμβουλάς. Τὴν πρώτην καὶ κυρίαν συμβουλὴν διὰ νὰ λειτουργήσῃ καλῶς ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀπὸ ἡμᾶς, εἶνε νὰ παύσωμεν νὰ κάμνωμεν ὅλοι τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δίδει τὸν λόγον, μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διακόπτει. Ἠθέλησα ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν, εἶνε ἀλήθεια κ. Κανελλόπουλε, ὅτι σᾶς εἶπα: «Σᾶς παρακαλῶ μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν» δὲν κατώρθωνε νὰ μὲ ἀκούσῃ, δὲν κατώρθωνα νὰ διατυπώσω τὴν παράκλησίν μου, ὅλοι ὄρθιοι 15 ἕως 20 βουλευταὶ μοῦ ἀπηγόρευον νὰ παρακαλέσω, ἀπηγόρευον εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον νὰ ἀκούσῃ, ἀπηγόρευον εἰς τόν κ. Πρόεδρον νὰ παρέμβῃ. Μόνον ἂν ἀφήσωμεν τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μόνον τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν καλὸν κοινοβουλευτισμόν, δηλαδὴ τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων, ὅπως ἐδίδαξαν τὴν ἀνθρωπότητα ἅπασαν οἱ δύο μεγαλύτεροι καθηγηταὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης Ἕλληνες ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης. Ἡ Πολιτεία, εἶπον, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δηλαδὴ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων. Ἀλλὰ θὰ λειτουργῇ καλῶς τὸ πολίτευμα αὐτό, ἂν ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ κανόνες του, καὶ θεμελιώδης κανὼν τοῦ πολιτεύματός μας εἶναι νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι οἱ διακόπτοντες. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου ἐκτυποῦσαν τὸ τραπέζι μὲ τὸν γρόνθον τους. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, ἂν τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Πρόεδρος θὰ δέχωμαι διακοπάς, ἀλλὰ διακοπὰς ἑνός, ὄχι διακοπὰς ἀπὸ 15 ταυτοχρόνως. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ μειοψηφία νὰ ἔχω μίαν γνώμην. Μέχρι τῆς στιγμῆς ὑπῆρξεν ἐκείνη ἡ προκλητική, ἐκείνη ἡ κατηγοροῦσα. Ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς εἶναι πολὺ ὑπόλογος ἀπέναντι τῆς πατρίδος. (Φωναί: μπράβο, μπράβο).
§86Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ δηλώσῃ, κ. Πρόεδρε, ποῖοι εἶναι ὑπόλογοι ἐνώπιον τῆς Πατρίδος.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπόλογοι ἐνώπιον τῆς Πατρίδος εἶναι οἱ προκαλέσαντες τὸ στασιαστικὸν κίνημα τῆς Αἰγύπτου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§89Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Οἱ κομμουνισταί. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐθνικόφρονες καὶ τὸ ξεύρετε πολὺ καλά.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν λεχθέντων παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του μετ’ εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ.
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καθῆκον μου, κ. κ. βουλευταί, νὰ παρίδω πᾶν ὅτι συνέβη καὶ νὰ μὴ προσέξω, ὅσα ἐλέχθησαν. Εἶναι καθῆκον νὰ ἐπιδείξωμεν κατὰ τὴν πρώτην μεγάλην μάχην τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ μάχαι τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἔκβασιν ὡραίαν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ συμβάλωμεν ὅλοι εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὰ θέματα εἰς τὰ ὁποῖα εἶχα σταματήσῃ εἴτε προκληθεὶς εἴτε προκαλέσας. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ διατυπώσω συγκεκριμένην μομφὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς του διατί δὲν μᾶς ἐξήγησε πῶς κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τελευταίου μηνὸς ἐχειροτέρευσεν ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι εἶχα πλῆρες δικαίωμα νὰ διατυπώσω τὸ ἐρώτημα τοῦτο καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο στοιχειώδης ὑποχρέωσις ἐκ μέρους ὅλων νὰ σεβασθοῦν τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐρωτήματός μου. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν καλωσύνην ἐγειρόμενος νὰ δώσῃ ὡρισμένην ἀπάντησιν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ πρόκλησις καὶ ἡ διατύπωσις τῆς γνώμης μου ταύτης. Πρῶτον ὑπῆρξεν ἄστοχος εἰς τὴν διατύπωσίν του, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχρησιμοποίησε τὸ δεύτερον πρόσωπον τοῦ πληθυντικοῦ, ὡς ἐὰν ἐγὼ ἐκυβέρνων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν μηνῶν, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις ὅπως ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν διαμορφωθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ χρησιμοποιῶ τὴν λέξιν «διαμορφωθῆ», ἐνῷ ἔπρεπε ὄχι περὶ μορφῆς, ἀλλὰ περὶ πλήρους ἀμόρφου καταστάσεως νὰ ὁμιλήσω, ὅπως δὲ ἔχῃ σήμερον διαμορφωθῆ ἡ κατάστασις εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλεται, εἰμὴ εἰς τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον αἴτιον ἔχει ὁμολογουμένως οὐσιώδη σημασίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς κάποιαν τῶν ἐρχομένων συνεδριάσεων νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τῆς τόσον ἐπικινδύνου χειροτερεύσεως τῆς καταστάσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πιθανὸν νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν χειροτέρευσιν αὐτήν. Δὲν τὸ εὔχομαι ὅμως νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ὄχι διὰ νὰ καταστῇ εὐστοχωτέρα ἡ ἰδική μου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως βολή, ἀλλ’ ἀλλοίμονον ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος μία Κυβέρνησις διὰ τὴν κατάστασιν ἢ ἀκαταστασίαν, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὴν Χώραν. Προσφάτως ἐπέστρεψα ἀπὸ περιοδείαν εἰς τὴν Μακεδονίαν τὴν Δυτικήν, εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς τμῆμα τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ ἐπιστρέψας ἐθεώρησα στοιχειῶδες καθῆκον νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ νὰ εἴπω ὅτι, ἂν δὲν ληφθοῦν τάχιστα συγκεκριμένα μέτρα — καὶ περὶ συγκεκριμένων μέτρων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησεν νὰ ὁμιλήσῃ, — ἐὰν δὲν ληφθοῦν συγκεκριμένα καὶ ἄμεσα μέτρα ἐντὸς ἐλαχίστων μηνῶν θὰ εἶνε ἀργά. Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀναρχῆται ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἔχω καθῆκον νὰ προβῶ εἰς τὴν προειδοποίησιν αὐτήν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπεύθυνοι, δὲν ἐξετάζω τὴν ψυχολογικὴν εὐθύνην ἀλλὰ τὴν ἄμεσον τεχνικὴν οὕτως εἰπεῖν εὐθύνην, ὑπεύθυνοι διὰ τὴν δημιουργίαν καταστάσεων εἰς ἄλλας μὲν περιοχὰς τῆς Ἑλλάδος εἶναι οἱ αἰωνίως ἀμετανόητοι ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος οἱ φορεῖς τοῦ ἐρυθροῦ φασισμοῦ, εἰς ἄλλα δὲ τμήματα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑπεύθυνοι ἄνθρωποι ὁμιλοῦντες ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐργαζόμενοι μὲ βίαια μέσα καὶ μὲ ἀπομίμησιν τῶν κομμουνιστικῶν μεθόδων, θάπτουν αὐτὴν ταύτην τὴν Ἑλλάδα. (χειροκροτήματα). Μετὰ τὸ θέμα ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ τῶν ἐνόπλων γενικῶς δυνάμεων. Συμφωνῶ πλήρως πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις μας, διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν ὁποίων, βαθυτάτη ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη πρὸς τὰς Βρεττανικὰς Ὀργανωτικὰς Ἀποστολάς, συμφωνῶ πλήρως, ὅτι αἱ ἔνοπλοί μας δυνάμεις πρέπει νὰ κρατηθοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρατηθοῦν πράγματι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μακρὰν τῆς πολιτικῆς. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ συμπληρώσω τὰς περὶ ἐνόπλων δυνάμεων φράσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἑπομένην παρατήρησιν. Θὰ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὁριστικὴν διαμόρφωσιν τῶν στελεχῶν τῶν ἐνόπλων μας δυνάμεων νὰ ληφθῇ ὡς βάσις καὶ ὡς κύριον ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικὸν κριτήριον ἡ συμβολὴ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ εἰς τοὺς ὑπερόχους ἀγῶνας οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν ἀπὸ τῆς 28)10)1940. Ἑκάστη ἐποχὴ ἔχει καὶ τὸ στρατιωτικόν της πνεῦμα, ἑκάστη ἐποχὴ ἔχει καὶ τὸ στρατιωτικόν της ἦθος. Μετὰ τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δύο θεμελιωδῶν τούτων κεφαλαίων τῆς ἀσφαλείας καὶ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων εἰσῆλθεν εἰς τὰ θέματα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν οἰκονομικήν, νομισματικήν, δημοσιονομικὴν καὶ κοινωνικήν μας ζωήν, Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κύριοι βαυλευταί, ὅτι δὲν κατώρθωσα εἰς ὅλα τὰ πολλὰ ἢ ὀλίγα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν σχετικῶς μὲ τὴν κοινωνικὴν καὶ δημοσιονομικήν μας ζωήν, ν’ ἀνακαλύψω οὔτε μίαν κατευθυντήριον γραμμήν. Κύριοι βουλευταί, ὕστερα ἀπὸ δεκαετεῖς δοκιμασίας τοῦ ἔθνους ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν πρώτην Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων, ἀπαιτεῖ κατευθυντηρίους γραμμάς (χειροκροτήματα). Ἐμνημονεύθησαν ὅλοι οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ δὲν συνελήφθη οὔτε ἴχνος οὐσίας τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης μας, διατὶ δὲν μᾶς ἐμπιστεύεται τὰς σκέψεις του ἐπὶ τῶν προβλημάτων τούτων; Τὶ νόημα ἔχει ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης ὅταν δὲν στρέφεται πρὸς ὡρισμένας σκέψεις πρὸς ὡρισμένον πρόγραμμα; ποία θὰ εἶναι π. χ. ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νομισματικὸν πρόβλημα καὶ εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν; θὰ εἶναι βασισμένη εἰς τὸ ἰμπεριαλιστικὸν σύστημα ἢ εἰς ἀρχὰς συνδεομένας μὲ τὸν παρεμβατισμὸν καὶ τὴν κρατικὴν ὀργάνωσιν; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν ὀρθὸν μετὰ τοιαύτην καταιγίδα, ἥτις ἐξέσπασεν εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Λαοῦ νὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι τὴν κατέχουν ἐπὶ τῶν μεγάλων αὐτῶν ζητημάτων τοῦ Λαοῦ μας; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἤθελε νὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τὰς σκέψεις της ἡ Κυβέρνησις ἢ δὲν εἶχε σκέψιν νὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ, τοὐλάχιστον ἔπρεπε—διότι αὐτὸ ἐπιβάλλει ὁ σεβασμὸς ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ποὺ ἀσχέτως ποιότητος καὶ ποσότητος μᾶς ἐξέλεξαν ὅλους μας — τοὐλάχιστον τὰς κατευθυντηρίους γραμμὰς τὰς ὁποίας θ’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν. Νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον ἡ ζωὴ τῶν Βορείων ἐπαρχιῶν μας ὅτι αὐτὴ τοὐλάχιστον ἔπρεπε ν’ ἀναχθῇ εἰς ἀντικείμενον συγκεκριμένης ἀντιμετωπίσεως. Ἀγνοεῖ, κύριοι βουλευταί, ὁ Λαὸς ὁλοκλήρου τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἐπὶ μῆνας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ δὲν γνωρίζει ἀκόμη καὶ δὲν τὸ ἔμαθεν οὔτε χθὲς ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ποία θὰ εἶναι ἡ μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ λειτουργήσῃ ὁ μεγάλος αὐτὸς τομεὺς τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Καὶ τώρα σκεφθῆτε, κ. βουλευταί, ποία κατέχει ἀγωνία τὴν παμμεγίστην πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων, μὴ γνωρίζουσαν τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὰ προϊόντα μὲ τὰ ὁποῖα συνδέει ὄχι μόνον τὸν ἱδρῶτα της, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ αἷμα της. Αἱ μὲν τιμαὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων κατὰ κάποιον τρόπον ἐρρυθμίσθησαν, ἀλλὰ τὶ γίνεται μὲ τὴν ζωὴν τῶν ἀγροτῶν μας; Διατὶ δὲν ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ εἴπῃ δύο λέξεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ρυθμίσῃ τὸ ἀμεσώτατα συνδεόμενον μὲ τὴν ζωὴν τοῦ Λαοῦ μας πρόβλημα τῶν τιμῶν τῶν ἀγροτικῶν μας προϊόντων. Ἂς σταματήσουν πλέον αἱ γενικότητες, κ. βουλευταί. Καὶ προχωρῶ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Παιδείας. Ἡ παιδεία ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἰσοδύναμον πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικήν μας δικαίωσιν πρόβλημα, δὲν ὑπῆρξεν ἀντικείμενον παρὰ μόνον μιᾶς τελευταίας συμβατικῆς φράσεως ἡ ὁποία οὐδὲν λέγει. Καὶ ὅμως, κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν δεκαετίαν εἰργάσθησαν θεωρίαι, ἰδεολογίαι, μπροσοῦρες, ὑπεύθυνοι, οἱ πάντες εἰργάσθησαν καὶ μόνον ἡ δεξιὰ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ κατὰ τὴν κρίσιμον, ἀλλὰ καὶ μεγάλην διὰ τὸ Κόμμα της στιγμήν, καθ’ ἣν στιγμὴν ποὺ παρουσιάζεται ὕστερα ἀπὸ τόσα ἔτη ἀφανείας καὶ ἀναλαμβάνει τὴν ἡγεσίαν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ τὶ θὰ κάμῃ διὰ τὴν παιδείαν. (χειροκροτήματα). Πρὸ τοῦ 1922 ἦτο συνυφασμένη ἡ ἔννοια τοῦ Ἔθνους μὲ τὴν Μεγάλην Ἰδέαν. Μετὰ τὸ 1922 ἐσημειώθη μετασχηματισμὸς τῆς ἐννοίας τοῦ «Ἔθνους», διότι δὲν εἶναι λέξις, κύριοι βουλευταί, τὸ «Ἔθνος» λέξις χρησιμοποιουμένη εἰς προεκλογικὰς περιόδους. Ἔχομεν χρέος, ἂν θέλωμεν νὰ προφυλάξωμεν τὰς συνειδήσεις τῶν νέων, ἂν θέλωμεν νὰ σώσωμεν ἕνα μεγάλον ἀριθμὸν νέων πού φαίνονται δῆθεν χαμένοι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθοῦν, ἔχομεν χρέος νὰ προασπίσωμεν τὴν νεότητα ἀπὸ ὅλας τὰς ξένας πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ Ἔθνος κοσμοθεωρίας. Καὶ ἔπρεπεν ἡ πρώτη ἐκ τῶν ἐκλογῶν Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα. Καὶ ἔπρεπε τὸ σύνθημα τοῦτο νὰ εἶναι συνυφασμένον, καὶ ἔκαμα τὸν σχετικὸν ὑπαινιγμὸν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, νὰ εἶναι συνυφασμένον μὲ τὸ ἦθος καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος τῶν τελευταίων ἐτῶν. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς ἀντιστάσεως ἐσημειώθη μία οὐσιώδης ἀντιγνωμία μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος Στρατηγοῦ κ. Ζέρβα. Νομίζω ὅτι ἐλλιπὴς ἦτο ἡ διατύπωσις καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐλλιπὴς εἶναι καὶ ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία παρήχθη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Στρατηγοῦ ἐκ τῆς φράσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνισε, καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ διατύπωσις αὕτη εἶναι θεμιτή, τὴν ἀνώνυμον ἀντίστασιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ὅλοι τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνώνυμοι δικαιοῦνται ἐν ὥρᾳ ἀγῶνος καὶ ἀντιστάσεως νὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρουν ὄνομα; (Χειροκροτήματα). Ἀνώνυμοι, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δικαιοῦνται εἰς τὰς ὥρας τῶν μεγάλων ἀγώνων νὰ εἶναι οἱ πράγματι ἀνώνυμοι δηλαδὴ οἱ μεγάλοι μάρτυρες, οἱ πολλοί, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ μεγάλοι. Ἀλλὰ τῶν ὀλίγων τὸ χρέος ὅπως καὶ τὸ δικαίωμά των νὰ φέρουν ὄνομα γνωστὸν καὶ δημοσίᾳ τιμώμενον, τῶν ὀλίγων τὸ χρέος, εἶναι εἰς τὰς ὥρας αὐτὰς νὰ εἶναι ἐπώνυμοι καὶ ὄχι ἀνώνυμοι. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν συμφωνῶ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ Στρατηγὸς Ζέρβας, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκπροσωπεῖ ἐπίσημον καὶ τετιμημένην ἀντίστασιν. Ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, φέρει ἢ δὲν φέρει ὄνομα — διὰ νὰ μνημονεύσω μόνον τοὺς μεγάλους νεκροὺς — φέρει ἢ δὲν φέρει ὄνομα ὁ Συνταγματάρχης Ψαρρός; φέρει ἢ δὲν φέρει ὄνομα ὁ Ἀντισυνταγματάρχης Τσιγάντες; φέρει ἢ δὲν φέρει ὄνομα ὁ Ἀντισμήναρχος Κ. Περρῖκος; κύριοι βουλευταί, εἶναι χρήσιμος πᾶσα κληρονομία, ἐκληρονομήσαμεν δὲ μεγάλους ἀγῶνας, μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ ἀνελάβαμεν παμμεγίστας ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἐκεῖνοι ἔφθασαν εἰς τὸ ὕψος τῶν μεγάλων θυσιῶν μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς νὰ φθάσωμεν — καὶ αὐτὸ εἶναι εὐκολώτερον — εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰς θυσίας μεγάλων, ὡραίων ἐθνικῶν ἀποφάσεων. Τὸ πνεῦμα ὅλης αὐτῆς τῆς περιόδου τῆς μεγάλης ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς θὰ προκύψουν τὰ διδάγματα καὶ τὰ αἰτήματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ διαμορφώσωμεν τὴν νέαν γενεὰν ἐντὸς καθαρῶς ἐθνικοῦ πλαισίου σώζοντες τὴν ἀμφιρρεπῆ διάθεσίν της ἀπὸ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀπειλοῦν, τὰ αἰτήματα, λέγω, καὶ διδάγματα εἶναι μεγάλα. Καὶ τὸ πνεῦμα τῶν διδαγμάτων αὐτῶν δὲν τὸ εὗρον οὔτε ὑπὸ μορφὴν ἴχνους ἁπλοῦ εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ τῆς προσηλώσεώς του εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Μετὰ μεγάλης ἱκανοποιήσεως ἐδέχθημεν τὸ ἄκουσμα τῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφιερώθησαν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὴν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν παρήγαγον εἰς τὴν συνείδησίν μου αἱ φράσεις αὐταὶ τὴν ἐξουδετέρωσαν, — διότι ἡ μνήμη μου δὲν ἠδυνήθη τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ μὲ ἐγκαταλείψῃ — ὡρισμένα γεγονότα πρόσφατα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ἢ ἀγνοεῖτε ἐνδεχομένως ἀκόμη. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν νέαν Κοινοβουλευτικὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους ἔπρεπε νὰ φθάσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς παμμεγίστην καὶ σχεδὸν ἐπιδεικτικὴν εὐλάβειαν ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον νὰ ἐκδώσῃ καὶ μάλιστα νὰ κυκλοφορήσῃ μετὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, τῆς Βουλῆς προχρονολογημένα πάμπολλα νομοθετήματα, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα χωρὶς νὰ συναισθανθῇ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων της νὰ προβῇ εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀστικοῦ μας κώδικος καὶ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν ἀγροτικὴν τράπεζαν.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὀρθῶς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο κατέρχεται τῆς ἕδρας ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος καὶ καταλαμβάνει ταύτην ὁ Πρόεδρος, κ. Ι. Θεοτόκης).
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὀρθὸν ἐὰν ἦτο, εἶναι λάθος καὶ εἶναι λάθος παμμέγιστον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παιδαγωγικῆς ἔναντι τῶν κλάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐψήφισαν κοινοβούλιον καὶ ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἴδουν τὸ κοινοβούλιον ὑπὸ μορφὴν παραδείγματος. Εἶναι λάθος ἰδίᾳ ἀπὸ παιδαγωγικῆς ἀπόψεως τὸ ὅτι προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νομοθετημάτων. Ἄλλως τε τὸ δεύτερον τῶν νομοθετημάτων τούτων τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐπὶ νέων βάσεων διοικήσεως, ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ χθὲς λεχθέν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ τονώσῃ καὶ νὰ δυναμώσῃ τοὺς συνεταιρισμούς. Κεκτημένα τῶν συνεταιρισμῶν δικαιώματα ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ προτοῦ ἀκόμη παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μας. Αὐτὰ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς δηλώσεις καὶ βεβαιώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβητε. Εὑρισκόμενος, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τόσων κενῶν, ἐνώπιον τόσων ἀσαφῶν φράσεων, ἐνώπιον τόσων ἀντιφάσεων, διαπιστοῦμεν τὴν πλήρη ἔλλειψιν συνοχῆς τῆς συνειδήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ νόημα τῶν τελευταίων ἐτῶν, πρὸς τὰ αἰτήματα τῆς χώρας μας, πρὸς τὰς κατευθύνσεις τῆς αὔριον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀνόματι τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπόσχομαι πάντως, ὅτι θὰ παρακολουθήσω καὶ ὅτι θὰ παρακολουθήσωμεν ὅλοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν μικρὴν ἢ μεγάλην αὐτὴν ὁμάδα, ὅπως εἶχε τὴν καλωσύνην κἄποιος ἐκ τῶν κυρίων νὰ τὴν ὀνομάσῃ, ὑποσχόμεθα ὅλοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ὁμάδα αὐτήν, ὅτι θὰ παρακολουθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπόλυτον θετικὴν διάθεσιν, θὰ ἐκδηλώσωμεν ἀπόλυτον ἐθνικὴν ἀλληλεγγύην εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἐθνικά μας δίκαια καὶ τὰ μεγάλα τῆς Ἑλλάδος ζητήματα. Καὶ τέλος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα τῆς Κυβερνήσεως θὰ τὰ παρακολουθήσωμεν μὲ ἐθνικὴν κατανόησιν καὶ μὲ πνεῦμα θετικόν. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§97ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι δικαίωμα ἑκάστου ἐξ ἡμῶν — κ. συνάδελφοι, νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Εἶναι δικαίωμα ἡμῶν ν’ ἀναπτύσσωμεν τὰς γνώμας μας συμφώνως μὲ τὰς πολιτικάς, πολιτειακὰς ἢ ἄλλας ἐκδηλώσεις τὰς ὁποίας πρεσβεύομεν. Ἀλλ’ ἓν εἶναι καθῆκον ὅλων νὰ μὴν ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὰ εὐρέα πλαίσια τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν νόμου ἐντὸς τῶν ὁποίων δικαιούμεθα μόνον νομιμοφρόνως νὰ κινούμεθα καὶ νὰ δρῶμεν. Εἶναι πράγματι ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ μὴ παραβαίνωμεν τὴν ἐντολὴν τῆς ὁποίας τὴν ἐφαρμογὴν ἐναπέθεσεν εἰς χεῖρας ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ὑπάρχουν θαρραλέοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν ὅτι τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα δικαιοῦνται νὰ δημιουργοῦν ἐπαναστατικὸν δίκαιον. Δικαιοῦνται ἀκόμη νὰ προβαίνουν εἰς ἀνατροπὰς τῶν πολιτευμάτων, ἀλλ’ οἱ θαρραλέοι οὗτοι πολιτικολόγοι δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀρνηθοῦν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις λαϊκῆς ἐντολῆς πρέπει τὸ ὀλιγώτερον νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὴ διαίσθησις, ὅτι ὁ Λαὸς δὲν ἔχει εὔνοιαν πρὸς τὰ ἀνατρεπτικὰ ταῦτα τολμήματα τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων. Διότι, ἐὰν ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν συμβαίνει τοῦτο, τὰ τολμήματα ταῦτα εἶναι καταδικασμένα εἰς ἀποτυχίαν καὶ δὲν προοιωνίζονται παρὰ μόνον δεινὰς συμφορὰς διὰ τὴν Χώραν. Τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδογματίσθησαν αἱ σχετικαὶ ἀρχαί. Ἔφθασαν ἀκόμη νὰ εἴπουν ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ προέλθῃ μία πολιτειακὴ μεταβολή, ὀφείλει αὕτη νὰ εἶναι μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Εἶναι λοιπὸν δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὰς τοιαύτας ἰδέας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτευμάτων οἱ ταῦτα δογματίζοντες. Δὲν ὑπάρχουν παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα πολιτεύματα νὰ ἐθεμελιώθησαν ἀπὸ τὴν ὁλότητα τοῦ πληθυσμοῦ, ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐθεμελίωσαν τὸν δημοκρατικὸν θεσμὸν ἓν μόνον ἔθεσαν ὡς θεμέλιον, τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς ὁποίας μόνης δύνανται νὰ βασίζωνται οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοί. Εἴμεθα, κ. βουλευταί, ἀναθεωρητικὸν ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα καὶ ἐκλήθημεν ἀπὸ τὰς νομίμους ἐξουσίας τοῦ Κράτους νὰ θεσμοθετήσωμεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἀπὸ τὸν ἱκανώτερον δοκησίσοφον ὅτι μεταξὺ τοῦ ἔργου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ τῆς Βουλῆς ταύτης δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀναθεώρησις τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Πολιτεύματος, ἡ θεμελιωδεστέρα τῶν ὁποίων εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Πολίτευμα. Εἷς μόνον ἔχει τὸ κυρίαρχον τοῦτο δικαίωμα καὶ οὗτος εἶναι ὁ κυρίαρχος Ἑλληνικὸς Λαός, διότι οὗτος ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δημιουργοῦνται ἀπὸ τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτᾶται ὁ κυρίαρχος οὗτος Ἑλληνικὸς Λαός, ἔδωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ Πολίτευμα; Ὁ κυρίαρχος οὗτος Ἑλληνικὸς Λαὸς ἠθέλησε νὰ μετατρέψωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἡμῶν ἔργον εἰς συντακτικὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς κρίσεως αὐτοῦ ὁλόκληρον τὸν θεσμόν; Ὁ κ. Παπανδρέου ἀντελήφθη τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, κάμνων ἕνα πολιτικὸν περίπατον εἰς παλαιοτέρους χρόνους, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη γνώμη ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ ἐκφρασθεῖσα νὰ θέσωμεν ὑπὸ κρίσιν αὐτοῦ ὁλόκληρον τὸ Πολίτευμα. Ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ τὸν περίπατον τοῦτον εἰς τὰς σκοτεινὰς ἡμέρας τῆς κατοχῆς, νὰ εὕρῃ ἕνα κόσμον ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος ἦτο αἰσθηματικῶς συνδεδεμένος μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν τότε, ὁ ὁποῖος διὰ διαφόρων αὐτοῦ δημοσιευμάτων, διὰ διαφόρων ἐκκλήσεων πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ἰδίως, ἔθεσε τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ὅτι ὁ κόσμος ἐκεῖνος δὲν ἠδύνατο νὰ ἀξιοῖ ὅτι ἀντεπροσώπευεν ὁλόκληρον τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐξεφράσθη τότε, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης κρυφίως, ἡ γνώμη ἐκείνη νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπῆρξε γνώμη τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἔκτοτε εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τὸ Πολίτευμα. Κύριοι βουλευταί, ἂν πραγματικῶς ὑπῆρξεν ἀνακίνησις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς ἀναχωρήσας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῇ ἐπιταγῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἀγῶνα παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐραδιοφώνησε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ καὶ πάλιν τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι τιθεμένην ὑπὸ μίαν νέαν κρίσιν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔκτοτε ἐὰν ἐπηκολούθησε λαϊκή τις κρίσις αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ μόνον ἡ συνάντησις τοῦ Λιβάνου. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὅτι ἡ συνάντησις ἐκείνη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν λαϊκὴν πραγματικὴν ἐκδήλωσιν. Ἀντιθέτως ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τοῦ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἡ συνάντησις ἐκείνη ἦτο τὸ ἱστορικὸν ἰσότιμον τῆς συνελεύσεως τῆς Τροιζηνίας. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ πράγματι ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως τόσων πολιτικῶν προσώπων καὶ διαφόρων πολιτικῶν παρατάξεων, ὅτι ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἦτο πραγματικῶς μία λαϊκὴ ἐκδήλωσις. Ἀλλὰ τὶ ἐθεσμοθέτησεν, ἀλλὰ τὶ ἐκήρυξεν ὡς δόγμα ἡ συνέλευσις τοῦ Λιβάνου, τὸ ἔχομεν ἐδῶ εἰς τὴν διακήρυξιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Τὸ πρακτικὸν τὸ ὁποῖον ὁμοφώνως ὑπογράφουν ὅλοι λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: Ἡ δεδηλωμένη ἀνάγκη εἶναι νὰ ἀναμένῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν γνώμην τοῦ Λαοῦ. Τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Παπανδρέου. Ποία λοιπὸν ἦτο ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ θέματος αὐτοῦ; Τίποτε ἄλλο εἰμὴ μία ἀπὸ αὐτὰς τὰς δύο ἐκφρασθείσας εὐχάς, εἴτε ἐκ μέρους τῆς συγκεντρώσεως τοῦ Λιβάνου εἴτε ἐκ μέρους τῆς θελήσεως τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἐκτὸς τῶν δύο τούτων ἐκδηλώσεων ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἄλλη τοιαύτη ἡ ὁποία νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἔγκυρος γνώμη λαϊκή. Διότι ἑπτὰ προσωριναὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκυβέρνησαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξέφρασαν γνώμην, ἐκτὸς τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Σοφούλη ἡ ὁποία ἐκάλεσε τὸ Σῶμα τοῦτο διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἕνα ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Ἂν ἔχωμεν μίαν γνώμην, δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχομεν τὴν γνώμην τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: Ἆρα εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, τὰς πρὸ διμήνου, ὑπεβλήθη τοιοῦτον ἐρώτημα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν; Ὑπῆρξε πολιτικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας τὸ θέμα ὅτι ὀφείλομεν ἀπὸ τὰς κάλπας νὰ ἐξέλθωμεν μὲ τὴν ἀπόφασιν ὅτι τὸ πολίτευμα ὁλόκληρον ἐτέθη ἐκ νέου εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Εἶναι τοὐναντίον ἀληθὲς ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἀπέφυγε νὰ δώσῃ οἱανδήποτε πολιτικὴν χροιὰν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου, πρὸ παντὸς δὲ ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ὁ κόσμος ὁ σημερινὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ρητῶς ἠξίωσεν ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτὴν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σήμερον τὴν συμπολίτευσιν, ὅτι πρέπει ἀπολύτως ν’ ἀπομακρυνθῇ πᾶσα ἰδέα, πᾶσα χροιὰ πολιτειακὴ ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας καὶ μάλιστα ἔρριψαν κραυγὰς διαμαρτυρίας, διότι εὑρέθη τότε ἕνας ὁ ὁποῖος παρεξέκλινε τῆς βάσεως ἐκείνης. Βεβαίως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶχε καὶ κάποιαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρξεν ἐκδήλωσις τοιαύτη ὑπῆρξε μόνον ἀξίωσις ὅπως ἐπιδιωχθῇ καὶ ἐπισπευθῇ ἡ ἐπάνοδος τῆς Α. Μ. Ἡ βοὴ ἡ ἀκουομένη ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἕως τοῦ ἄλλου ἄκρου τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον τοῦ δρόμου, ἡ φωνὴ «ἔρχεται, ἔρχεται», αὐτὸ τὸ νόημα εἶχε καὶ τίποτε ἄλλο. Δὲν δύναται λοιπὸν σήμερον νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ κανένα, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν καταναλωθῇ ρητορεία ἢ ἐπιδεξιότης κατὰ τὴν ἔκφρασιν, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν τὴν ὁποίαν καθώρισαν αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, δηλ. τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ θέσωμεν ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ θεσμοῦ. Μὴ ζητεῖτε, κύριοι, νὰ γίνωμεν ἐπαναστάται, ἐπαναστάται ἐναντίον τῶν νομίμων ἐξουσιῶν αἱ ὁποῖαι μᾶς καθώρισαν τὴν ἀποστολήν μας, ἐπαναστάται ἐναντίον τῆς σαφοῦς γνώμης τῆς ἀποφάσεως, τῆς θελήσεως τῆς ἐντόνου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τῶν πλαισίων τούτων. Μὴ ζητεῖτε νὰ κάνωμεν τοῦτο μόνον διὰ νὰ κορέσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν τινῶν, ὅπως διὰ τοιούτων ἐκθέσμων καὶ παρανόμων ἐνεργειῶν, δείξωμεν πρῶτα ὅτι δὲν ἔχομεν εὐλάβειαν πρὸς τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸ πρόσωπον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἀντιθέτως ἂν πράγματι ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θελήσωμεν νὰ ἀντιληφθῶμεν τὸ νόημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν αὐτῇ, θὰ ἴδωμεν μόνον σεβασμὸν πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, θὰ ἴδωμεν μόνον εὐλάβειαν πρὸ τὸ 32 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, θὰ ἴδωμεν μόνον μίαν τακτοποίησιν τῆς ἐπανόδου τῆς Βασιλείας ἀπὸ τῆς ἐξορίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει καὶ ἐπιβάλλει τὸ 53 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἐντεῦθεν, εἰς τὸ αὐτὸ θὰ καταλήξῃ ἄν πράγματι δὲν γίνῃ ἀποδοχὴ τοῦ ψηφίσματος τούτου παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἂν πράγματι αὔριον ἔλθῃ μία ἀποκήρυξις, μία μὴ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως ταύτης τὶ πρόκειται νὰ κάνετε; Εἰς τὸ αὐτὸ θὰ καταλήξετε ἀποτέλεσμα. Νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ αὐτή, νὰ φύγῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ γίνουν νέαι ἐκλογαὶ διὰ μίαν νέαν Βουλὴν ἡ ὁποία θὰ θελήσῃ νὰ θέσῃ ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς θὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ πάθωμεν καμμίαν ἀπώλειαν χρόνου. Εἶναι μόνον ἀνευλάβεια πρὸς τὰ καθωρισμένα πλαίσια τοῦ καταστατικοῦ μας νόμου τὸ νὰ πράξωμεν ἄλλως ἐν προκειμένῳ, νὰ μὴ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, νὰ ἀκολουθήσωμεν διαφόρους μειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ νὰ παρασύρουν ἡμᾶς εἰς ἀπόψεις, μὴ εὐλαβουμένας τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων προῆλθε καὶ εἰς ἄλλας παρατηρήσεις σχετικῶς μὲ τὸ Δημοψήφισμα, παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ὅσον καὶ ἂν ἐγένοντο μὲ τὴν γνωστὴν αὐτοῦ ἐπιχειρηματολογίαν, δὲν δύνανται εἰμὴ μίαν μόνον ν’ ἀφήσουν ἐντύπωσιν, τὴν ἐντύπωσιν τῆς βαθείας λύπης. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. βουλευταί, νὰ κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις οὐδὲ νὰ εὐσταθήσῃ λόγος ἐναντίον αὐτῆς, ὅταν πᾶσαν καταβάλλῃ ἐπιμέλειαν διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, ὅταν μάλιστα βαίνομεν πρὸς εὐημερίαν, ἂν δὲν ἔχῃ πολίτευμα. Ὅλοι οἱ πέριξ ἡμῶν Λαοί, ἔσπευσαν ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει νὰ ὁλοκληρώσουν τὸ πολίτευμα αὐτῶν. Μόνη ἀτυχῶς ἐξαίρεσις, ὑπῆρξεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία παρέμεινεν ἐπὶ μίαν σχεδὸν δεκαετίαν ἄνευ ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἄνευ ἐθνικῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Βεβαίως ὑπάρχουν οἱ ὑπεύθυνοι πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ εἰς τίποτε εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθη. Ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ψῆφος ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπορρέουν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἡ λαϊκὴ ψῆφος εἰς τὴν ὁποίαν στηρίζονται αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι. Πέραν αὐτοῦ, πάντα τὰ ἄλλα ἀποτελοῦν σοφιστείας. Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τὸ Δημοψήφισμα, διότι πλέομεν εἰς τὴν τρομοκρατίαν καὶ διότι τὴν τρομοκρατίαν αὐτὴν τὴν ἐνισχύομεν ἡμεῖς. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτὰ εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν καὶ ἀπὸ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διακυβέρνησις τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω τὸν βαθμὸν τῆς εὐαισθησίας τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἡ ὁποία δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀποστολήν της, ἀποστολὴν ἣν ἔθεσαν ἄλλωστε, ἐνώπιόν μας αἱ νόμιμοι ἀρχαὶ τοῦ Κράτους καὶ αὗται ἦσαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σοφούλη. Καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ εἶναι νὰ ἀναθεωρήσωμεν μόνον τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἔρχονται σήμερον αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπέδειξαν τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, λέγοντες εἰς ἡμᾶς: Διατὶ δὲν θέτετε τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ πολιτεύματος εἰς τὸν Λαόν; Ὡς ἐὰν νὰ ὑπῆρξε τοῦτο θέλησις καὶ ἀπόφασις τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἔρχονται σήμερον οἱ ἀντίπαλοί μας νὰ μᾶς ἀποδώσουν τὴν κατηγορίαν πῶς δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὴν διαλαγὴν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι σπεύδομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ Δημοψήφισμα διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τὴν γάγγραιναν, ἀπὸ τὸ καρκίνωμα τὸ ὁποῖον διαβιβρώσκει τὴν ὑγιᾶ ζωὴν τοῦ Κράτους. Καὶ ἔρχονται ἀκόμη νὰ εἴπουν ὅτι δὲν εἴμεθα δημοκρατικοί, ὅτι ζῶμεν ἐλέῳ Ὑψίστου καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα δημοκρατικοί, ἀλλ’ ἡ σκιὰ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζωμεν τοιαῦτα, ὅταν γνωρίζωμεν πάντες ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ ἑνὸς δημοκρατικοῦ Κράτους—Προεδρικοῦ ἀξιώματος καὶ ἑνὸς δημοκρατικοῦ Κράτους—Βασιλικοῦ προσώπου, παρὰ μόνον ὅτι ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι μεταβλητὸς καθ’ ὡρισμένα διαστήματα καὶ ὁ ἄλλος γεννᾶται καὶ θνήσκει τοιοῦτος; Ὁ πρῶτος εἶναι ἀπόστολος ἑνὸς μεγάλου κόμματος, ὁ ἄλλος εἶναι ἐθνάρχης καὶ ἔρχονται νὰ εἴπουν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει των ὅτι, ἐὰν δὲν κάμωμεν τὸ Δημοψήφισμα ἀφήνωμεν ἀνοικτὴν τὴν ὁδὸν τῆς διχονοίας καὶ τῆς διαιρέσεως. Προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα τῆς μὴ γνησιότητος τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ὅτι ὑφίσταται ἀφόρητος τρομοκρατία. Τὰ αὐτὰ ἐπανελάμβανον καὶ πρὸ δύο μηνῶν. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθουν οἱ ξένοι παρατηρηταὶ διὰ νὰ ἀποδειχθοῦν τελείως αἰόλοι οἱ ἰσχυρισμοί των. Δὲν ὑπάρχει ἀναρχία. Ὑπάρχει μία θέλησις ἀπὸ τὸν κομμουνιστικὸν κόσμον πρὸς ἀναρχίαν, ἡ ὁποία, δὲν ἐκόπη ἀμέσως, μόνη ὑπεύθυνος εἶναι ἡ ἀδιαφορία τῶν προκατόχων κυβερνήσεων καὶ ἡ ἀποφυλάκισις τῶν χιλιάδων φυλακισμένων. (χειροκροτήματα).
§98Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας). Καὶ ἠθικὴ αὐτουργία τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ λογοδοτήσουν.
§99Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀβουλίαν (χειροκροτήματα) ἀπέναντι τῶν κακούργων, διότι δὲν κρατεῖ τὴν βίαν, ἀλλὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ παντὸς κακοποιοῦ, ἔχουσα πρὸς τοῦτο τὴν βοήθειαν τοῦ ἐντίμου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ (χειροκροτήματα) καὶ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐναντίον αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅσον καὶ ἂν φωνασκοῦν, εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐμφανισθοῦν πρὸ τοῦ Λαοῦ, παρ’ ὅτι ἔλεγον ὅτι εἶχον τὴν πλειοψηφίαν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ὁ τόπος αὐτὸς θέλει νὰ διοικηθῇ νομίμως. Καὶ ἐὰν παρενεβλήθησαν ἡμέραι τοιαῦται ποὺ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαδηλωθῇ τοῦτο, ἤδη ὑπάρχει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία δύναται νὰ βροντοφωνήσῃ ὅτι εἶνε ἀνακριβές, ὅτι πλέομεν εἰς ἀναρχίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ὑποχρέωσις τοῦ Σώματος, ἄλλο καθῆκον ἱερώτερον, ἀπὸ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν Λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Ἡ ἐντολὴ εἶναι καθαρά: Νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸ Δημοψήφισμα διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διακυβερνῶμεν ἐντίμως, ἰσοτίμως καὶ ἰσοπολιτειακῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ τὸ πρώτιστον καθῆκον μας τῆς τακτοποιήσεως τοῦ Πολιτεύματος. Εἴμεθα δημιουργοὶ καὶ ὄχι καταλυταί. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν Δευτέραν;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν 20ὴν τρέχοντος καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 3.30′ π.μ.)