1934.01.26
3,863 rows · 29,448 words · 356 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1934
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Παναγιώτης Εὐσταθίου ἀνάπηρος, κάτοικος Ἀθηνῶν, αἰτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως. — Οἱ Ρῖζος, Κάκκαβος, Κύρκος κλπ., διὰ τηλεγραφήματός των, ζητοῦσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἀπομακρυνθέντων ἐπὶ ἐπαναστάσεως ὑπαλλήλων. — Ὁ Σύνδεσμος Ἐνυποθήκων Ὀφειλετῶν Καστορίας, διὰ τηλεγραφήματός του, παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ μακρὰ προθεσμία ἐξοφλήσεως δανείων μέχρι ψηφίσεως νομοσχεδίου. — Ὁ Σύνδεσμος Σιδηροδρομικῶν Μακεδονίας, τμῆμα Ἀλεξανδρουπόλεως, διαμαρτύρεται διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 5613. — Κάτοικοι Τρίγλιας, Χαλκιδικῆς, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται διὰ τὴν χορήγησιν ὕδατος εἰς συνοικισμὸν Σερβικὸν Μετόχιον. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. ΛΙΑΠΙΔΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, παρακαλοῦντος τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προκρίνῃ ἐπὶ τῶν κατασκευασθησομένων ἔργων ὁδοποιΐας τὴν ὁδὸν Καλαμπάκας–Ἰωαννίνων. Ἡ ἐπὶ τῶν ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙΤΡΟ-ΠΗ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας αὐτοκινήτων ἀνηκόντων εἰς ἐπαγγελματίας δημοσιογράφους». 2) «Περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Θεσσαλονίκης πρὸς μόνιμον αὐτῆς ἐγκατάστασιν». — Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΑΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 4560 περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων αὐτοῦ», —Ὁ κ. Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου: «Περὶ πτωχευτικῆς ἀποκαταστάσεως». —Οἱ βουλευταί κ. κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Σ. ΣΧΙΝΑΣ,
Π. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ,
καταθέτουν τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ἀξιωματικοὺς χρηματίσαντας διοικητὰς Μεραρχιῶν κατὰ τοὺς νικηφόρους πολέμους 1912–1913, Ἀρχηγοὺς Στόλου ἢ Μοίρας». Ἡ Γερουσία ἀποστέλλει τὴν τὸ πρῶτον ψηφισθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς πρότασιν νόμου: «Περὶ προσθήκης προσθήκης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 παράγραφος 14 τοῦ νόμου 4684». —Οἱ κ. κ. Π. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) καὶ Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου Γ.Σ.Κ.», —Ὁ κ. Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐργατικῶν τινων νόμων». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ξ. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ, Κ. ΨΑΡΡΑΣ,
Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ, Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ, Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑ-
ΚΗΣ, Γ. ΤΣΟΧΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 5409 τῆς 5 Ἀπριλίου 1932 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ἀξιωματικοὺς καταστάντας ἀνικάνους συνεπείᾳ τραυμάτων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καί Ἐρωτήσεων
§2Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ συγκατετίθετο, νὰ παραλείψωμεν σήμερον τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐπειδὴ εἶνε τελευταία ἡμέρα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου.
§3ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ἐπερωτήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἐπιθυμῶ νὰ συζητηθοῦν. Ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἀφορώσης τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀναμφισβητήτως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὸν ἔλεγχον, νὰ προτιμηθοῦν ὅμως αἱ ἐπερωτήσεις τὰς ὁποίας νομίζετε οὐσιώδεις.
§5ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, πρὸ τούτου, ὅπως καταθέσω νομοσχέδιον ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον: «Περὶ κυρώσεως τοῦ νόμου 4560 περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας καὶ συμπληρώσεως αὐτοῦ». Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον καί, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ συνέλθῃ ἀπόψε ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς συζήτησίν του.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σταλῇ ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§7ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐπερώτησις, κ. Βουλευταί, ἀφορᾷ τὴν παράνομον ἐπιβολὴν ποινῆς ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Δελμοῦζον, ποινῆς προστίμου, ἴσου πρὸς τὸν μηνιαῖον μισθόν του, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐδημοσίευσε δύο ἄρθρα δι’ ὧν ἐπέκρινε τὰ τρία ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια «περὶ Ἀστικῶν Σχολείων», «περὶ Παιδαγωγικῶν Ἀκαδημειῶν» καὶ «περὶ διδακτικῶν βιβλίων», τὰ ὁποῖα συνεζητήσαμεν πρὸ ὀλίγων μηνῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαναστασίου, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ἡ ἐπερώτησις κατὰ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ δὲν ἐκπληροῖ κανένα σκοπόν....
§9ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τόσον τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν βέβαια νὰ παρίσταται ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργός, ὁ παρανομήσας, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπευθύνομαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλεσε μέλος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἀπευθύνεσθε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, παίρνω τὸν λόγον μου ὀπίσω.
§11ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ ἄλλου ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, παρακληθεὶς παρ’ ἐμοῦ ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβληθεῖσαν παρανόμως, ἄν καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ δημοσιευθὲν ἄρθρον εἶχεν ἐπιστημονικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀνάκλησιν, ἄνευ αἰτήσεως τοῦ τιμωρηθέντος καθηγητοῦ, αἰτήσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δελμοῦζος δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διότι δὲν ἀνεκάλεσεν, ἀλλὰ λέγω ἁπλῶς, ὅτι ἡ εὐθύνη βαρύνει τὴν Κυβ)σιν διὰ τὴν παράνομον ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς. Τὸ ζήτημα ἔχει ὅλως ἐξαιρετικὴν σημασίαν διότι ἀφορᾷ τὸν σεβασμὸν τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 16, τοῦ προστατεύοντος τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης καὶ τὰς ἄλλας εἰδικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δίδουν κάποιαν ἰδιαιτέραν θέσιν εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὁ κ. Δελμοῦζος διὰ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» ἄρθρων αὐτοῦ ἐπέκρινε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μία μεταβολὴ εἰς τὴν ἐφαρμοζομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκπαιδευτικὴν πολιτικήν. Ἡ μεταβολὴ συνίσταται εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς διδασκαλίας τῆς καθαρευούσης καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς διδασκαλίας τῆς δημοτικῆς, διότι καὶ μὲ τὰ Ἀστικὰ Σχολεῖα, καὶ μὲ τὰς Παιδαγωγικὰς Ἀκαδημείας τὸ πρῶτον ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη. Δὲν θὰ συζητήσωμεν ὅμως αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἶναι ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἐτόνισα. Γνωρίζω ὅτι περὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ γλωσσικὸν διεξάγεται εἰς τὸν τόπον μας εἷς ἀγὼν ἐκπολιτιστικός, οὐχὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκδηλωθείς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ πρὶν ἀκόμη ἀποκτήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν μας. Ὁ ἀγὼν αὐτὸς ἐνετάθη κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας καὶ μετὰ μακρὰς διενέξεις, μετὰ διωγμούς, μετὰ ἀντιδράσεις προελθούσας τόσον ἀπὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, ὅσον καὶ ἀπὸ ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀτόπως ἀνεμίχθησαν εἰς ἕν ζήτημα ζωτικώτατον διὰ τὸ ἔθνος, ἐπεκράτησε τέλος ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα, ἡ λαλουμένη, εἰς τὰς τέχνας, εἰς τὴν ποίησιν εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἡ ὁποία καὶ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἀνεγνωρίσθη ὀρθοτάτη ἀρχή, ὅτι ἔπρεπεν ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ τύχουν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν ἀληθινήν, εἰς τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους, διότι οὕτω μόνον ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ νὰ μὴ εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις τιμάριον μιᾶς ὡρισμένης τάξεως. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ διεξαγάγωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, οὔτε ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος. Εἶπον ὅ,τι εἶπον, διὰ νὰ τονίσω πόσον βαθεῖαι ἦσαν αἱ πεποιθήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν, διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς ζωντανῆς γλώσσης καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν, καὶ εἰς τὸν δημόσιον βίον.
§12Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ «ἀγῶνας τῆς γυναίκας».
§13ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε κάπως σοβαρώτερον.
§14Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐσυνήθισα νὰ παρακολουθῶ μετ’ εὐλαβείας τοὺς ρήτορας, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω καὶ τὰς γνώμας μου.
§15ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ κάμνετε διακοπάς, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω. Νὰ σᾶς εἴπω δὲ πόσον εἶναι ἄτοπος ἡ διακοπή σας. Ὁ «ἀγῶνας τῆς γυναίκας» ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν γυναικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶνε ἄσχετον μὲ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, καὶ πολὺ περισσότερον ἄσχετον μὲ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Ὁμιλῶ διὰ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ποίας βαθείας πεποιθήσεις ἀπέρρευσεν ἡ ἐνέργεια ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὴν πνευματικὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ ἔθνους, ἀπὸ τῶν ἀειμνήστων Κοραῆ, Βηλαρᾶ κλπ. μέχρι τῶν νεωτέρων μεγάλων μας λογοτεχνῶν καὶ τῶν μεγάλων μας παιδαγωγῶν, εἰς τὸν ἀγῶνα δὲ αὐτόν......
§16Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ Κοραῆς;
§17ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Κοραῆς ἔκαμεν ἕνα ἀγῶνα εἰς τὴν ἐποχήν του περὶ τῆς γλωσσικῆς μεταρρυθμίσεως, ὁ ὁποῖος τὸν ἐξέθεσεν εἰς ὅλους τοὺς λογιωτάτους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἵτινες μετεχειρίσθησαν τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα τῶν μεταγενεστέρων λογιωτάτων ἐνώπιον τῶν ἀναμορφωτῶν τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ Κοραῆς, μολονότι εἶχεν ἀρίστας γλωσσολογικὰς ἰδέας, διότι αὐτὸς πρῶτος ἐτόνισεν ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν δέχεται κανένα συμβιβασμόν, αὐτὸς πρῶτος ἐτόνισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἡ γλῶσσα ἦτο εἰς τὰ σπάργανα, ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι δημιούργημα τοῦ ἔθνους, ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ, καὶ κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ εἶνε τύραννος εἰς τὴν γλῶσσαν του, μολονότι, λέγω, εἶχεν ἀρίστας γλωσσολογικὰς ἰδέας, δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν γλωσσικὴν μεταρρύθμισιν, ὅσον ἐπεβάλλετο. Ἀργότερον ὁ Χατζηδάκις διεκήρυξεν ὅτι ἦτο μεγίστη ζημία τὸ ὅτι, ὅτε ἀπεκτήσαμεν τὴν ἐλευθερίαν μας, νὰ μὴ καθιερώσωμεν ὡς γλῶσσαν ἐπίσημον, τὴν γλῶσσαν τὴν λαλουμένην, τὴν γλῶσσαν τὴν ἑλληνικήν. Εἰς τὸν ἀγῶνα δ’ αὐτὸν, τὸν μέγιστον πνευματικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς του, καὶ ὅστις χαρακτηρίζει τὴν πνευματικήν μας ἐξέλιξιν, ὁ Δελμοῦζος διεδραμάτισε σημαντικώτατον πρόσωπον, διότι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Σχολείου τοῦ Βόλου, ἀρχίζει σοβαρὰ προσπάθεια πρὸς μεταρρύθμισιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸς ἐζήτησε τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν παιδιῶν τοῦ λαοῦ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀπηρχαιωμένους ἐκείνους τύπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐβασανίζοντο τὰ παιδιὰ ἐπὶ δεκαετίαν, τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τὰς λέξεις ἐκείνας ποὺ ἦσαν ξέναι πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῶν παιδιῶν. Τότε ἀρχίζει ἡ προσπάθεια πρὸς ἀπόκτησιν γλώσσης, ἡ προσπάθεια χρησιμοποιήσεως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ὅλου τοῦ πνευματικοῦ πλούτου ποὺ εἶχε τὸ παιδί ἀποκτήσει εἰς τὴν ζωήν του, εἰς τὴν οἰκογένειάν του, εἰς τὸν δρόμον ἀκόμη, πλοῦτον, τὸν ὁποῖον περιεφρόνει ἡ παλαιὰ ἐκπαιδευτικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Διὰ τὰς πεποιθήσεις του αὐτὰς κατεδιώχθη ὁ Δελμοῦζος καὶ ἐδημιουργήθη δίκη τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξῆλθε θριαμβευτής. Ἡ δίκη αὐτὴ ἀποτελεῖ ἐποχὴν πραγματικῆς ἀνορθώσεως τοῦ ἔθνους. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπον διὰ νὰ τονίσω ὅτι ὁ Δελμοῦζος ἀντετάχθη μετὰ σθένους εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν, τὴν ὁποίαν καθιερώνουν τὰ νομοσχέδια καὶ ὑπήκουσεν εἰς τὰς βαθείας πεποιθήσεις του. Ἦτο συνεπὴς εἰς τὸν μακρὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν παιδείαν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους. Ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τὸν ὁποῖον ἠνώχλησαν τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα, τὸν ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν, διότι ἐθεώρησεν ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀποτελοῦν ἀνευλάβειαν, ὅπως λέγει εἰς τὸ ἔγγραφόν του, διότι τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν ἐπικαίρως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἅς συνεζητοῦντο εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα τὰ ἐκπαιδευτικά του νομοσχέδια. Διότι διὰ τῆς ἀρθρογραφίας αὐτῆς ἐπεδίωξεν ὁ Δελμοῦζος νὰ ματαιωθῇ ἡ ἐπιψήφισις εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντίδρασιν, ἀντικειμένην τρόπον τινὰ εἰς κάποιον νόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὰ ἀκολουθοῦν. Ὅτι ἀκόμη τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Δελμοῦζος, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἄνευ ἀδείας τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἄνευ ἀδείας δηλαδὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας διότι ὁ κ. Δελμοῦζος ὑποστηρίζει εἰς τὰ ἄρθρα του ὅτι ἡ καθιέρωσις τῆς καθαρευούσης ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει νὰ καθιστᾷ τὴν ἑλληνικὴν ἄγνωστον εἰς τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, διότι ἀκόμη ὑποστηρίζει ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς καθαρευούσης εἰς τὰς δύο τελευταίας τάξεις τοῦ Δημοτ. Σχολείου, δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐκμάθουν τὴν καθαρεύουσαν τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα φοιτοῦν μόνον εἰς τὰ σχολεῖα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι διὰ τὰ παιδιὰ ἡ γλῶσσα τῶν νόμων καὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων κάμνει τὴν ἐντύπωσιν ἱερογλυφικῶν πραγμάτων. Παρ’ ὅλην τὴν διδασκαλίαν εἰς τὰ Γυμνάσια τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἀντὶ νὰ ἐξέργωνται πνευματικῶς ἄρτια, ἐξέρχονται πνευματικῶς κολοβωμένα, διότι δημιουργεῖται εἰς αὐτὰ μία σύγχυσις ἡ ὁποία ἔχει πολὺ κακὰς συνεπείας διὰ τὴν μέλλουσαν πνευματικήν των ἐξέλιξιν. Καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἰς τοῦτο ἔχει δίκαιον, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ παρακολουθήσωμεν ὅλους ἡμᾶς ἀγορεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσους σολοικισμοὺς διαπράττομεν, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τοῦ νεωτέρου τῶν συναδέλφων μας, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ κ. Δελμοῦζος, λέγων, ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐθνική, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν μετονειριζώμεθα, ὅταν οἱ ἀποφοιτοῦντες ἀπὸ τὰ Γυμνάσια καὶ Πανεπιστήμια, καὶ ἐπιδιδόμενοι ἰδιαιτέρως εἰς τὸν λόγον δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ διὰ νὰ ἐκφραζώμεθα, ὡς ἐκφράζονται οἱ ἄνθρωποι οἵτινες ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα εἰς τὴν Ρωμουνίαν, εἰς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Εὐρωπαϊκὸν Κράτος. Διότι ἀπὸ τὴν γλῶσσαν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν μερικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιοῦμεν πραγματικῶς τὰς ψυχικὰς καὶ πνευματικὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλοι οἱ ἀγωνισθέντες, εἴτε λογοτέχναι, εἴτε ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Δελμοῦζος καὶ τόσοι ἄλλοι. Διότι λοιπὸν λέγει ὅτι τὸ ἔθνος καθίσταται ἀνίκανον νὰ ἐκφρασθῇ, διότι δὲν ἔχει μίαν κοινὴν γλῶσσαν μὲ τὴν ὁποίαν νὰ συνεννοῆται μὲ τὴν ὁποίαν νὰ ἀναπτύσσεται πνευματικῶς, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν; Κατηγορεῖται ἀκόμη ὁ κ. Δελμοῦζος, διότι ἐδημοσίευσε τὰ ἄρθρα εἰς ἀντιπολιτευομένην ἐφημερίδα, τὸ «Ἐλεύθ. Βῆμα», καὶ ὄχι εἰς κυβερνητικὴν ἐφημερίδα, καὶ διότι ἡ ἐφημερὶς ἥτις τὰ ἐδημοσίευσεν ἔθηκεν ὡς ὑπότιτλον καὶ ὡς τίτλον «ἡ νέα ἐκπαιδευτικὴ ἀπόπειρα, ἀνεφάρμοστος καὶ βλαβερὰ» καὶ αἱ φράσεις αὐταί, καὶ οἱ τίτλοι αὐτοί, ἐθεωρήθησαν ὑβριστικαὶ καὶ ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν ὁ κ. Δελμοῦζος, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου; Διότι ὁ κ. Δελμοῦζος, ὑπογράφων τὰ ἄρθρα του, εἶπεν ὅτι δὲν συμφωνεῖ εἰς ὅλα τὰ σημεῖα μὲ τὸ θέμα ὅπερ ἐπραγματεύθη ἄλλος παιδαγωγός, ὁ κ. Κακοῦρος —δὲν συμφωνεῖ δὲ εἰς ὅλα τὰ σημεῖα μὲ τὰς κρίσεις τοῦ κ. Κακούρου,—δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι παραπονεῖται καὶ λέγει ὅτι, ἄν καὶ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ ἄρθρα αὐτά, ἐν τούτοις τὰ ἄρθρα περιέχουν μίαν πλήρη μελέτην τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκεῖνος θεωρεῖ ἐπαρκὲς νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν κρίσιν τοῦ νομ)δίου, αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε ἀνευλάβειαν; Διότι ὁ κ. Κακοῦρος ἔχει ἐπίσης εἰς τὰ ἄρθρα του τίτλους, ὄχι πολὺ ἁρμόζοντας εἰς δημόσ. ὑπάλληλον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας,—σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ κ. Κακοῦρος δὲν ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ὅτε ἔγραφε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, — διότι καὶ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, αὐτὰ θὰ ἀπετέλουν κατάργησιν τοῦ Κράτους, θὰ προεκάλουν ἀναρχίαν καὶ θὰ ἀντέκειντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβαλούσης καὶ ἐπιτυχούσης τὴν ψήφισιν τῶν τριῶν νομοσχεδίων, πταίει ὁ κ. Δελμοῦζος; Αὐταὶ εἶναι αἱ κατηγορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν, ὅπως σᾶς εἶπα, εἰς ἐπιβολὴν ποινῆς. Ὁ κ. Δελμοῦζος, φυσικά, ἀπήντησεν ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἀπετέλει δι’ αὐτόν, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, διότι κάθε παιδαγωγὸς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν παιδείαν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐκφράζῃ δημοσίᾳ τὴν γνώμην του ὡς πολίτης, καὶ ὡς ἀκαδημαϊκὸς ἄνθρωπος ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν κοινὴν γνώμην: ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πρόθεσις ἐξευτελισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ τοὺς ὁποίους ἔδωκεν εἶναι χαρακτηρισμοί, οἱ ὁποῖοι δίδονται συνεχῶς ἀπὸ τοὺς ἀγωνιζομένους διὰ τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν καὶ εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς γλώσσης, τῆς ζωντανῆς γλώσσης, τῆς δημοτικῆς. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπέβαλε ποινὴν στερήσεως μηνιαίου μισθοῦ. Καὶ ποῦ στηριζόμενος ἐπέβαλεν αὐτὴν τὴν ποινήν; Εἰς ἕν Διάταγμα τοῦ 1930. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐτιμωρήθη ὁ κυριώτερος ἀνακαινιστὴς εἰς τὴν νεωτέραν ἐποχήν μας τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης, καὶ ὁ νεώτερος συντελεστὴς τῆς ἐκπαιδευτικῆς μας μεταρρυθμίσεως, ὡς ἐπιδείξας ἐπιπολαιότητα κλπ. Ὡς βλέπετε, λοιπόν, τὸ πρᾶγμα ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κρίνωμεν σήμερον ἂν εἶναι ὀρθὸν ἤ ὄχι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Δὲν πρόκειται κἄν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἄν, πᾶς πολίτης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ δημοσίων πραγμάτων καὶ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ ἔργα κυβερνητικά. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἕνομεν τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει καὶ περιφρουρεῖ τὸ δικαίωμα παντὸς πολίτου νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του. Θὰ ἀπετέλει δὲ ἄρνησιν τοῦ Συντάγματος, ἄρνησιν τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, κατάλυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτός τις νόμος, διότι, ἐνῶ τὰ πολιτεύματα, τὰ ἀπολυταρχικά, στηριζόμενα εἰς τὴν θέλησιν τῶν ὀλίγων, εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἑνός, δὲν ἔχουν συμφέρον νὰ διαφωτίζηται ἡ κοινὴ γνώμη, δὲν στηρίζουν ἐπὶ τέλους τὴν πρόοδον ἑνὸς τόπου εἰς τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, ἀντιστρόφως τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα, τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα εἴτε συνταγματικά, ἤ κατὰ μείζονα λόγον δημοκρατικὰ εἶναι, στηρίζουν τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, στηρίζουν τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, στηρίζουν τὴν προστασίαν τῶν συφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ ἔθνους, τὴν στηρίζουν εἰς τὴν γνώμην τῶν πολλῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ βάσις αὐτῶν τῶν πολιτικῶν συστημάτων εἶναι ὁ δημόσιος ἔλεγχος, εἶναι ἡ δημοσία συζήτησις, εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης, ἀρναὶ τὰς ὁποίας κατέκτησαν οἱ λαοὶ μετὰ μακροὺς ἀγῶνας. Εἶναι ἡ μεγαλυτέρα κατάκτησις τῆς νεωτέρας ἐποχῆς, ἡ ἀναγνώρισις αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης. Ἄλλοτε οἱ φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμων νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἡ γῆ κινεῖται περὶ τὸν ἥλιον, ὑπέκυπτον εἰς βασανιστήρια. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμων νὰ ὑπερασπίζουν τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, ἐφυλακίζοντο. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ μεγαλυτέρα κατάκτησις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς πάντα πολίτην νὰ ἐκφράσῃ ἐλευθέρως τοὺς στοχασμούς του καὶ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐπικοίνῃ τὴν καθεστυκυῖαν ἀρχήν. Ἡ Δημοκρατία στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς γνώμης, ὑπόκειται δὲ καὶ εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, καὶ εἰς τὴν δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι στηρίζεται εἰς τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, καὶ εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, διὰ νὰ εἶνε αὐτὸς ὁ δίκαιος ἔλεγχος καρποφόρος καὶ ἀποτελεσματικός, ὑπάρχει ἀνάγκη τὴν συζήτησιν αὐτὴν τὴν δημοσίαν, τὸν δημόσιον ἔλεγχον, νὰ μὴ τὸν διεξάγουν οἱ τυνόντες, νὰ μὴ τὸν διεξάγουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν εὐθύνην τῶν λόγων αὐτῶν ἤ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν γνῶσιν τῶν ζητημάτων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀλλὰ νὰ τὸν διεξάγουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνῶσιν τῶν ζητημάτων, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουν εὐθύνην τῶν λόγων των, νὰ τὸν διεξάγουν οἱ ἐπαΐοντες, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἐπαΐοντας εἰς τὴν δημοκρατίαν νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν γενικῶν, ἠθέλομεν στρέψει ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ, τὴν ἀρχὴν τὴν θεμελιώδη τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης. Καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι περισσότερον ἁρμόδιοι διὰ τὰ ζητήματα αὐτὰ ἄλλοι, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἔταξεν, ὄχι μόνον νὰ μεταδίδωσι τὰς κεκτημένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις εἰς τὴν πανεπιστημιακὴν νεολαίαν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως τοὺς ἔταξε νὰ προάγουν τὴν ἐπιστήμην καὶ νὰ τὴν ἐρευνοῦν καὶ νὰ εἶναι ὑπερασπισταὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἀληθειῶν, διότι τὰ Πανεπιστήμια δὲν ἔχουν μόνον σκοπὸν νὰ μεταδίδουν τὰς κεκτημένας γνώσεις, ἀλλ’ ἔχουν σκοπὸν νὰ εἶναι ἱδρύματα ἠθικῆς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ εἶναι καὶ ἱδρύματα ὑπερασπίσεως τῆς ἀληθείας. Διότι ἡμεῖς ἐδῶ οἱ Ἕλληνες, ἡ Δημοκρατία, τοιαύτην ἀποδίδει σημασίαν εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Πανεπιστημίων Ἡ ἐξαίρεσις δὲ αὐτὴ καὶ μόνον ἐγένετο ἀπὸ τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς λειτουργίας τῆς ὑπαλληλικῆς ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς λειτουργίας τῶν δύο Νομ. Σωμάτων ἐγένετο ἀκριβῶς δι’ αὐτό, διότι θέλομεν νὰ ἐπικρατῇ μὲν ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ νὰ ἐπικρατῇ κατόπιν γνώσεως τῶν ζητημάτων, κατόπιν πλήρους διαφωτίσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἠθελήσαμεν, ἀναπληροῦντες τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίαζε τὸ παλαιὸν πολίτευμα, διότι ἐπιθυμοῦντες νὰ περιορίσωμεν τὰ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἠθελήσαμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπικουρίαν τῶν ἀκαδημαϊκῶν εἰς τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα, ἐπικουρίαν ἥτις ἀπεδείχθη πλέον ἢ καρποφόρος. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ οἱωνδήποτε ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουν πλῆρες δικαίωμα, δύνανται νὰ διεκδικήσουν πολὺ εὐλόγως τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκφέρουν δημοσίαν γνώμην, ἐκφραζόμενοι ἀπέναντι τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ εἶναι οἱ ἐρευνηταί, ὡς εἶπον, καὶ ὑπερασπισταὶ τῆς ἀληθείας, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐπίσης ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα νὰ πολιτεύωνται, δικαίως, διότι, πολιτευόμενοι, ἀντιμετωπίζουν τὰ προβλήματα μὲ περισσότερον θάρρος, μετέχοντες τοῦ Βʹ Νομ. Σώματος, ὥστε νὰ εἶνε εἰς θέσιν καὶ ἀπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος, ἵνα ἀσκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν πράξεων, καὶ νὰ κρίνουν καὶ νὰ ἐπικρίνουν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, ὁπωσδήποτε τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, τὰ κυβερνητικὰ μέτρα. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι ἔκφρασις γνωμῶν εἰς ἀντιπολιτευομένην ἐφημερίδα, σημαίνει ἄρνησιν, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ ἔκφρασις αὐτῆς τῆς γνώμης θὰ ἦτο κατάργησις τοῦ Κράτους, θὰ ἀπετέλει ἀντίθεσιν πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ ἄρνησιν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ νεωτέρου πολιτεύματος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ, ἄρνησιν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐξ ἀφορμῆς ἄλλης συζητήσεως, περιήλθομεν εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἰσχυρίζετο ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἶνε ἀνεκτὴ ἡ ἀντίδρασις ὑπαλλήλων κατὰ τῶν νομοθετικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονή μου κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην προήρχετο ἐκ τοῦ ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψει μου αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόθεσιν, εἶχον μίαν ἀντίληψιν τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη, κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον, ὅτι ἡ ἐναντίωσις ἀκαδημαϊκοῦ εἰς νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ ἀντίδρασιν καὶ κατάργησιν τρόπον τινὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Διότι, πῶς θέλομεν, ἄλλως νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δημοκρατία κατὰ τρόπον καρποφόρον; Ἡ θεμελιώδης ἀρχή, ὅπως εἶπον, εἶναι νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ ὑπαγορεύουν οἱ θεμελιώδεις νόμοι, τὸ Σύνταγμα, μετὰ προηγουμένην διαφώτισιν τοῦ κοινοῦ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας. Τὴν πλήρη αὐτὴν διαφώτισιν ἐπιδιώκει τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τόσας ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῶν κυβερνητικῶν κομμάτων, αὐτὴν τὴν διαφώτισιν ἐπιδιώκει ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Πανεπιστημίων, νὰ μετέχουν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Ἄλλοτε τὰ Κράτη, οὐ μόνον Εὐρωπαϊκά, ἀλλὰ καὶ Βαλκανικά, οἱ καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωνται καὶ ὡς βουλευταί, καὶ νὰ μετέχουν ἐνεργῶς τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου των. Ἐδῶ τοὺς περιωρίσαμεν μόνον εἰς τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τοῦτο, ὄχι διότι τοὺς ἐκρίναμεν ἀναρμοδίους νὰ παρακάθηνται μεταξὺ ἡμῶν, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ κατατρίβωνται εἰς τὴν προσπάθειαν πρὸς ἀπόκτησιν πολιτικῆς ἐπιρροῆς. Αὐτὸς καὶ μόνον ὑπῆρξεν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον διετηρήσαμεν τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου μὲ τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικόν. Ἡ συμμετοχὴ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐνῷ οὐδεμίαν δημιουργεῖ ἐξάντλησιν πρὸς ἀπόκτησιν ἐπιρροῆς πολιτικῆς, ἐξ ἄλλου ἐνισχύει τὰ Νομοθ. Σώματα, ἐνισχύει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς συμμετοχῆς προσώπων ἁρμοδιωτάτων, εἰδικῶν διὰ πλεῖστα θέματα, καὶ δυναμένων νὰ ἐξυγιάνουν τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας. Εἰς ξένας Χώρας, ἐν αἷς ἔτυχε νὰ παραστῶ εἰς πολιτικὰς συγκεντρώσεις, ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν μὲ ἁπλοῦς ἐργάτας ἐπὶ ζητημάτων οἰκονομολογικῶν καὶ ἀπέκρουον καὶ ἐδίδασκον αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ κομματικοῦ βήματος, ἐδίδασκον δηλ. αὐτὸν τὸν λαόν. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν τῶν προσώπων ἐξύψωνε τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀναγνώρισιν τοιούτων δικαιωμάτων εἰς τὸ Αʹ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶνε νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, κατὰ τρόπον μὴ ἐπιδεχόμενον καμμίαν ἀντίρρησιν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης εἰς πάντα πολίτην, καὶ κατὰ μείζονα λόγον εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Πανεπιστημίων. Θέλομεν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἐμπράκτως αὐτὴ ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, διότι ἡμεῖς, ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τῆς Δημοκρατίας, δὲν ἀπεβλέψαμεν τότε μόνον εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κληρονομικοῦ Ἄρχοντος διὰ τοῦ αἱρετοῦ τοιούτου, ἀλλ’ ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν οὐσίαν, τὴν πολιτικήν, ἀπὸ ἀπόψεως δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης περισσοτέρου κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ περιεχομένου εἰς τὴν Δημοκρατίαν, πρόκειται ὅμως περὶ ἐμπράκτου ἀναγνωρίσεως τῶν οὐσιαστικῶν πολιτικῶν δικαίων τῶν πολιτῶν. Καὶ εἶναι ἕν ἀπὸ τὰ θεμελιωδέστερα δίκαια, τὸ καθοριζόμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, τὸ πολιτικὸν δικαίωμα εἰς κάθε πολίτην νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τὰς γνώμας του. Γνωρίζω ὅτι εἰς ἄλλας Χώρας, τὰς ὁποίας ἐθεωροῦμεν προηγμένας εἰς πολιτισμόν, ἔπνευσεν ἐσχάτως ἀντίθετος ἄνεμος, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν καὶ κατέληξεν εἰς ἐγκαθίδρυσιν μιᾶς ὀλιγαρχίας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐξύψωσιν, ἀλλὰ μίαν πληγήν, μίαν ἐπιδημίαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τοὺς λαοὺς αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους βεβαίως ταχέως θὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, διότι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀνέχωνται μίαν τυραννίαν, μίαν ὀλιγαρχίαν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Καὶ γνωρίζω ἀκόμη, ὅτι οἱ ἐδῶ ἄνθρωποι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐμβαθύνουν εἰς τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα, διότι ἀντιλαμβάνονται ὅτι δὲν θὰ ἔχουν ποτὲ τὴν ἱκανότητα, ἀναγνωριζομένης τῆς ἀξίας αὐτῶν ἀπὸ τὸν λαόν, νὰ ἀνέλθουν εἰς τὴν Ἀρχήν, μιμοῦνται κατὰ τρόπον οἰκτρὸν τὰ ξένα αὐτὰ κακὰ παραδείγματα. Θέλουν καὶ ἐδῶ νὰ προπαγανδίσουν ὁμοίας ἰδέας ὀλιγαρχικάς, καὶ πρὸς τοῦτο ἐκμεταλλεύονται, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ἐκμεταλλεύονται, καπηλεύονται, διὰ νὰ εἴπω τὴν κυριολεξίαν, καπηλεύονται τὴν ἰδέαν τοῦ ἔθνους, καπηλεύονται τὴν ἰδέαν τῆς θρησκείας, καπηλεύονται καὶ τὴν ἰδέαν τῆς γλώσσης ἀκόμη, καὶ προσπαθοῦν, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀμάθειαν τῶν πολλῶν ἢ τὴν δυσαρέσκειαν ἄλλων, προσπαθοῦν νὰ καταλύσουν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐπιβάλουν καὶ ἐδῶ τὴν ὀλιγαρχίαν.
§18Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δύνασθε νὰ μᾶς ἀναφέρητε τὰ πρόσωπα;
§19ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι γνωστά, εὑρισκόμενα καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, ὄχι μόνον τὸ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει μεγαλυτέραν συναίσθησιν τῶν δικαίων του τῶν πολιτικῶν, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ἀπέδειξε πλειστάκις ὅτι δὲν ἐπιτρέπει νὰ καταλύωνται αἱ ἐλευθερίαι του, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐδῶ εἰς τὸν τόπον μας κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν, δὲν ἔχομεν οὔτε τὰ ἐθνικὰ ἐκεῖνα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀλλοῦ προεκάλεσαν ἕνα ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὴν καθιέρωσιν ὀλιγαρχίας ἢ δικτατορίας, οὔτε κοινωνικὰ ζητήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀλλοῦ προεκάλεσαν ἕνα μακρὸν ἀγῶνα, ὄχι πρὸς ὑποκλοπὴν τῆς Ἀρχῆς διὰ συνωμοσιῶν σκοτίων ἢ προσηλυτισμοῦ μερικῶν λοχαγῶν ἢ ὑπολοχαγῶν, ἀλλ’ ἕνα ἀγῶνα μακρὸν ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς δικτατορίας. Δὲν ἔχομεν τοιαῦτα ζητήματα. Τὰ λεγόμενα περὶ κομμουνισμοῦ εἶναι ἥκιστα σοβαρά. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦσαν σοβαρά, τὸ Κράτος φαντάζομαι ὅτι ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν νὰ πατάξῃ οἱανδήποτε κομμουνιστικὴν κίνησιν, ἢ οἱανδήποτε ἄλλην κίνησιν, ἡ ὁποία θὰ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς βίας, κατάληψιν τῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐπιβολὴν δικτατορίας μιᾶς τάξεως. Ἐγὼ ἄλλωστε ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ περιώριζον τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν ἐκείνων, οἵτινες ἀρνοῦνται τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας. (χειροκροτήματα). Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουν τὰ ζητήματα τὰ ἐθνικὰ ἢ τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα ἀλλοῦ ἐπροκάλεσαν μακρὸν ἀγῶνα, διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, καὶ τὸ λέγω αὐτὸ δι’ ἐκείνους τοὺς ἥκιστα σοβαροὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν καθ’ ἡμέραν, εἴτε εἰς τὴν Α ἢ Β ἐφημερίδα, εἴτε καὶ ἐδῶ, εἴτε καὶ διὰ συνεντεύξεων, ὁμιλοῦν περὶ δικτατορίας, διότι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀναγνωρίζεται ὅτι ὑπῆρχον σκοπιμότης ἐπιβολῆς δικτατορίας. Εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ὑπῆρξεν ἡ δικτατορία ὁ σκοπός. Ἡ δικτατορία ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα.
§20Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας...
§21ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τί λέγω. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ πρόοδος πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, τῆς πλειονοψηφίας, Εἶπον ὅτι ἐδῶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἐπιβληθῇ δικτατορία, διότι ἡ δικτατορία εἶναι πληγή, εἶναι ἐπιδημία ἀπὸ τὴν ὁποίαν ταχέως θὰ ἀπαλλαγοῦν τὰ ἔθνη. Εἶπον, ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐδῶ, ὄχι μόνον ἀντίκειται εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τοιαύτη πολιτική, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν ἀλλοῦ ρεύματα δικτατορίας, ὅπως ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν ἐδῶ. Εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχουν.
§22Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἀγροτικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντελήφθην ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν. Εἶπεν τὸ ἑξῆς. Ὄτι ἐκεῖ ἀκόμη ὅπου ἀνεγνωρίσθη ἡ σκοπιμότης, ἐπέβαλε τὴν ἀνάγκην....
§23ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶπον ἀνεγνωρίσθη; Δὲν ἀντελήφθητε. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς. Ὄτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ὑποστηρίζοντες, καὶ ἐπιστήμονες ποὺ τὸ γράφουν καὶ ἀναγνωρίζουν, ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν ἡ σκοπιμότης ἐδικαιολόγησε τὸν φασιστικὸν ἀγῶνα καὶ τὴν δικτατορίαν. Σᾶς λέγω δέ, κ. Τανούλα, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ διακρίνητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μοῦ κάμητε τὴν χάριν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ἐκτὸς ἐὰν δὲν θέλετε νὰ διακρίνετε ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι πλέον ἢ σαφῆ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ἐπὶ τέλους, εἰς τὸ κάτω, κάτω τῆς γραφῆς, ὅτι εἰς τὰ ἄλλα μέρη ἡ δικτατορία δὲν ἀποτελεῖ σκοπόν. Οὔτε ὁ Χίτλερ, οὔτε ὁ Μουσολίνι ἐβγῆκαν νὰ εἴπουν ὅτι θὰ γίνουν δικτάτορες, ἀλλ’ ἔκαμαν ἀγῶνας μακρούς. Ὁ πρῶτος ἔκαμεν ἀγῶνα ἀντισημιτικόν, ἕνα ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν μέσων τάξεων ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, καὶ διότι ὁ ἀγών του ἦτο τότε δίκαιος, ἦτο ἀγὼν ἔχων ἀνατρεπτικοὺς σκοπούς, κατέληξεν εἰς τὴν δικτατορίαν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὑπῆρχεν εἷς ἐμφύλιος πόλεμος, εἷς ἀγὼν ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέληξεν ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς δικτατορίας. Λοιπὸν ποῦ εἶναι ἐδῶ αἱ ἀντιθέσεις αὐταί; Ποῦ εἶναι τὰ ζητήματα, καὶ ποῦ ἐπὶ τέλους εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὴν ἐθελοθυσίαν, χάριν τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀγῶνος των, νὰ κατέλθουν καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν ἐπὶ ἔτη διὰ νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαί των; Σᾶς εἶπον αὐτά, διὰ νὰ τονίσω ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδῶ ὑποστηρίζουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθοῦν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ, οὗτοι καπηλεύονται καὶ τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἰδέαν τῆς θρησκείας καὶ τὴν ἰδέαν τῆς γλώσσης. Δὲν στηρίζονται ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ληφθοῦν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. Ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον ἀνταγωνισμὸν τῶν ἰδεῶν, καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὴν καλλιτέρευσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ μας, τοῦ δημοκρατικοῦ μας συστήματος, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι καὶ τὸ σύστημά μας δὲν εἶναι ἄκρατος κοινοβουλευτισμός, ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται. Ἔχουν τεθῆ ἐδῶ ἀρκετοὶ περιορισμοὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀκράτου κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν τῆς βελτιώσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ὑπάρχει στάδιον τιμίας καὶ εὐσυνειδήτου συνεργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν καλοῦνται πάντα τὰ κόμματα νὰ συνεισφέρουν ὅ,τι δύνανται νὰ συνεισφέρουν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἐπὶ ἑνὸς θέματος τόσον θεμελιωδεστάτου νὰ δοθῇ πλήρης ἱκανοποίησις. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει Διοικητικὸν Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσφύγῃ ὁ ἀδικηθείς, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, κ. Ὑπουργέ, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτήν, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους. Γνωρίζω ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν κυβερνητικῶν κομμάτων, ἄλλοτε, λόγῳ τῆς ἀντιθέσεώς των πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἠκολούθησαν ἐντελῶς ἀντιθέτους, ἄκρως, κατευθύνσεις. Ἐπεχείρει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν; Κατηγορεῖτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λόγῳ τοῦ ὀξυτάτου ἀνταγωνισμοῦ, ἡ μεταρρύθμισις ἡ ἐκπαιδευτικὴ ὡς ὑποσκάπτουσα τὰ θεμέλια τοῦ ἔθνους, τὰ θεμέλια τῆς οἰκογενείας καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔγινε βραδύτερον ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἡμερολογίου. Κατηγορήθη καὶ δι’ αὐτὸ ἡ μερὶς ἐκείνη ὡς ὑποσκάπτουσα τὰ θεμέλια τῆς θρησκείας, τὰ θεμέλια τοῦ ἔθνους καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος....
§24Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποθέτω, κ. Παπαναστασίου, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα οὐδέποτε ἐκράτησε τὴν σημαίαν τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ. Τουναντίον, πάντοτε ὑπέλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς καθαρῶς ἐπιστημονικόν.
§25ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἰσχυρίζομαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὅτι ὑπευθύνως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχεν ὑποστηρίξει τὸν παλαιοημερολογιτισμόν. Ἠξεύρω ὅμως ὅτι ὑποψήφιοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, συνεκάλουν τὸν λαὸν εἰς τὰς Ἐκκλησίας διὰ νὰ κατηγορήσουν τὸ νέον ἡμερολόγιον. Αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα καὶ μὲ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζετο ὅτι ἔκλαυσαν αἱ εἰκόνες (!), διότι ἠλλάγη τὸ ἡμερολόγιον! Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπὸ τὸν τύπον τὸν ἀντίθετον, ὅτι ἀπὸ πολιτευτὰς ἀντιθέτους, διεξήχθη καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη ἀγών. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν, ἐὰν διαβάσετε ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης...
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε σχετικῶς πρὸς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἔχω νὰ σᾶς ὑπομνήσω, διότι φαίνεται ὅτι στρέφεσθε καθ’ ὡρισμένων πολιτικῶν, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ παρελθόντος, ἐξέδωκε δύο ἀντιθέτους ἐπισήμους διαταγάς. Μίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπετρέπετο νὰ ἀσκοῦν ἐλευθέρως τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα, κατὰ τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας εἶχον οἱ χριστιανοί, καὶ δευτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν περιώριζεν αὐτούς.
§27ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω αὐτὰ τὰ πράγματα...
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλετε νὰ τὰ γνωρίζητε, ἀλλὰ τὰ γνωρίζετε πολὺ καλά.
§29Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ἐγένετο πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις τοῦ ζητήματος. Οὐδεὶς πολιτικὸς θὰ εἶναι τόσον ἀναμάρτητος, ὥστε νὰ βάλῃ τὸν λίθον. Ἄν θέλετε ὁμιλήσατε γενικῶς περὶ ἰδεῶν. Αὐτὸ ποὺ κάμνετε εἶναι μία κατηγορία, κατὰ τῶν ἀπόντων πολιτικῶν σας ἀντιπάλων, τὴν ὁποίαν δὲν ἤξιζε νὰ κάμητε σεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ.
§30ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ μοῦ ἐζητήσατε εἰδικὸν παράδειγμα, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ παράδειγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἔχω ἀντιθέτους πληροφορίας.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον κατηγορίας.
§32ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Δύνασθε καὶ σεῖς, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε σεῖς, λέγει ὅτι «ἡ ἐλευθερία ἔχει καὶ ὅρια».
§34ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὐδέποτε τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου ἀνήχθη εἰς ζήτημα κομματικόν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν, καὶ ἐπιμένουν εὐλόγως εἰς τὸ νὰ ἔχουν θρησκευτικὸν ἑορτολόγιον, οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν ὅτι εἶναι δυνατὸν, ζήτημα θρησκευτικόν, ζήτημα πεποιθήσεων, νὰ ἀναχθῇ εἰς ζήτημα κομματικόν. (χειροκροτήματα).
§35ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ ὀπαδοί, πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, δὲν γνωρίζω, τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, εὑρίσκονται εἰς τὴν πτέρυγα τὴν ἰδικήν σας.
§36ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ὀφείλω καὶ εἰς αὐτὸ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων σας ἀκολουθοῦν, θρησκευτικῶς, τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον.
§37ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χαίρω πολύ, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ Ἀρχηγὸς αὐτοῦ, δεικνύουσι τόσην εὐαισθησίαν, ὅταν τοὺς ἀποδίδεται ὅτι ἀντετάχθησαν ἄλλοτε κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως. Αὐτὸ μὲ εὐχαριστεῖ ὅλως ἰδιαιτέρως.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ σᾶς εὐχαριστῇ.....
§39ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ τί θέλετε, κ. Πρόεδρε;
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔπρεπε νὰ κατηγορήσητε ἕνα ἀπόντα, ὁ ὁποῖος ἔγινε κατ’ ἐπανάληψιν Ὑπουργός...
§41ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε νὰ μοῦ κάμητε τὸν ἱππότην τώρα; Δὲν θὰ μὲ διδάξητε σεῖς πῶς θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐκ τῶν λόγων μου, ὅτι δῆθεν δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω δι’ ἀπόντας ἀνθρώπους. Ἐγὼ ἤλεγχον μίαν πρᾶξιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος παρακάθηται εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐκεῖ θὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἄλλοι. Δὲν ἠδυνάμην ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ παρὰ νὰ ἐπικρίνω πρᾶξιν ἀπόντος, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγάγωμεν τὸν ἱπποτισμὸν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐμποδιζώμεθα...
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι πρᾶξις γενικωτέρας φύσεως. Εἶναι πρᾶξις Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις διαστέλλει τὰς εὐθύνας της ἀπὸ τὸν πρώην Ὑπουργόν; Ἄν δὲν τὰς διαστέλλει, ἐπικρίνατε τὴν Κυβέρνησιν.
§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διεμαρτυρήθην, διότι ἠθελήσατε νὰ ἐλέγξητε ἕνα πρώην Ὑπουργόν.
§44ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Φαντάζομαι, λοιπόν, ὅτι παρῆλθεν ἀρκετὸς καιρὸς ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεκρίνετο ὡρισμένη πολιτικὴ τῆς Φιλελευθέρας Κυβερνήσεως, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀντιθέσεως ἡ ὁποία ἐχώριζε τὸν πολιτικὸν κόσμον τοῦ τόπου, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι στιγμὴ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, καὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς εἰς ἄλλην εἰδικὴν συζήτησιν, ψυχραίμως καὶ ἀπροκαταλύπτως. Διότι, ἐπὶ τέλους, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ἐκπαιδευτική, δὲν ἦτο πολιτικὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Πρὶν ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἶχον διεξαχθῆ ἀγῶνες σοβαρώτατοι διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τῷ 1911 εὑρέθημεν ἡμεῖς εἰς σφοδροτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα μία διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας συνταγματικῶς καθιεροῦτο ἡ καθαρεύουσα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ πολιτικῆς τῆς φιλελευθέρας μερίδος. Πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἐθνικῆς, πρόκειται περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, καὶ δέν θὰ ἐπεθύμουν σήμερον, ὁπότε ἔχομεν καθιερώσει τὴν Δημοκρατίαν, νὰ φαινώμεθα ὀπισθοδρομικοί. Διότι ποτέ προηγουμένως, καμμία Κυβέρνησις, δὲν ἠθέλησε νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν ὅπου διεξήγοντο σφοδρότατοι ἀγῶνες εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἰς τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, συζητουμένων τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ἔδρα, ὄχι γράφων ἁπλῶς ἄρθρα, ὄχι ἁπλῶς διδάσκων ἀπὸ τῆς ἕδρας, ἀλλ’ εἰς τὰς ὁδοὺς ἀκόμη, ὁ ἀείμνηστος Μιστριώτης. Ἔδρα καὶ διὰ παντὸς μέσου ἐπεδίωκε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὔτε πρὸς στιγμὴν ἐσκέφθη νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ καθηγητοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς μας, ὑπεστήριζεν ἀπηρχαιωμένας ἰδέας. Κανεὶς δὲν ἐπεζήτησε νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τοῦ ἀειμνήστου Μιστριώτη.
§45ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω τί ἔλεγεν ὁ κ. Βενιζέλος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ διὰ τὸν Μιστριώτην; Ἤμην φοιτητὴς καὶ παρηκολούθουν τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ Συντάγματος. Εἶπεν ὁ κ. Βενιζέλος: «Λυποῦμαι ὅτι θὰ λάβω μέτρα ἐναντίον τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου».
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔλαβεν ὅμως κανὲν μέτρον.
§47ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. ... τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρεμποδισθοῦν πλέον αἱ ἐνέργειαι εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει». Καὶ ἦσαν αἱ ἐνέργειαι αὐταί, αἱ ἐκδηλώσεις τῶν ἰδεῶν του.
§48ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ προσθέτω, ὅτι συνελήφθη ὁ Μιστριώτης.
§49ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ἀλεξᾶτε, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ ἂν εἶπεν ἢ ὄχι ὁ κ. Βενιζέλος αὐτὰ ποὺ εἴπετε, ἀλλὰ προφανῶς αὐτὰ ἀπέβλεπον καὶ εἰς τὰς διαδηλώσεις τῶν ὁδῶν, καὶ εἰς τὰς ἐπιθέσεις ἀκόμη κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐσκέφθη κανείς νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ γράψῃ ὁ,τιδήποτε ἤθελε διὰ τά ζητήματα αὐτά. Σᾶς λέγω δ’ ἀκόμη, ὅτι τότε ὁ Μιστριώτης, ἐπὶ κεφαλῆς διαδηλώσεως ἐπροκάλει λιθοβολισμοὺς κατὰ τῆς οἰκίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβ)σεως. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀστεῖον, προκειμένου περὶ ζητημάτων οἱασδήποτε ἐπιστήμης, Φυσικῆς, Χημείας, ἐπὶ παραδείγματι, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἢ ὄχι τὰ σχετικά μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἁρμόδιος καθηγητὴς τῆς Χημείας ἢ τῆς Φυσικῆς, ἢ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἢ λοιπὰ τεχνικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος ὑδραυλικὸς νὰ κρίνῃ ἢ ἐπικρίνῃ τὰ μέτρα αὐτὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις ὁ κ. Ἀνδρεάδης ἔψεξε τὰς σπατάλας τῶν Κυβερνήσεων. Ἐσκέφθη κανείς ποτε νὰ τὸν ἐλέγξῃ; Θὰ ἦτο ἔγκλημα φυσικά, ἂν ἠθέλομεν τὸν καθηγητὴν τῆς Δημοσιονομίας νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του διὰ μέτρα, ἀναγόμενα εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐπιστήμης του. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ ἐκφέρουν μίαν γνώμην. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μὴ φανῶμεν ὀπισθοδρομικώτεροι τῶν προκατόχων μας. Δὲν εἶνε ἁπλῶς θεωρία ἄνευ οὐσίας τὰ δικαιώματα αὐτά. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, νομίζομεν ὅτι θὰ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων νομίζομεν, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ καρποὺς ἡ Δημοκρατία. Καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι μεθ’ ἡμᾶς προσεχωρήσατε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς τυπικῆς Δημοκρατίας...
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τυπικῆς Δημοκρατίας; Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε...
§51ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διέστειλα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως τὸν θεσμὸν τῆς Δημοκρατίας, τὸν ἀφορῶντα τὸν ρυθμιστὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους θεσμούς, ποὺ περιέχουν τὴν προστασίαν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων, τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τῶν κοινωνικῶν καὶ λοιπῶν κοινωνικοῦ περιεχομένου συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔχετε σεῖς ὑποχρέωσιν νὰ συμβάλητε, ὥστε νὰ λειτουργήσῃ ἀρτιώτερον ἡ Δημοκρατία, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ αὕτη κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν περιεχόμενον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρόκειται περὶ στοιχειωδῶν δικαιωμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, διότι αὐτὰ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). (ἐντόνως). Ἦσαν πάντοτε ἀνεγνωρισμένα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θεωρεῖτε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὀπισθοδρομικόν, ὥστε νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι τώρα τελευταίως τῷ ἀνεγνωρίσθησαν τὰ στοιχειώδη αὐτὰ δικαιώματα; Ὅσον καὶ ἂν εἶσθε ζηλωτής...
§53ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ ἐρεθίζησθε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ ἀνεγνωρίσθη εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας...
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Παπαναστασίου....
§55ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκάματε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν διακοπήν σας; Θὰ λάβητε ἤδη τὴν ἀπάντησιν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρίσθη ὑποχρεωτικὴ ἡ ἑξαετὴς μόρφωσις τῶν ἑλληνοπαίδων. Δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος περιεφρουρήθησαν περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἐγένετο μὲ τὰ προηγούμενα Συντάγματα ἡ ἐπιστήμη καὶ αἱ τέχναι.
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐγράφησαν λέξεις καὶ φράσεις...
§57ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν Κυβερνῆται θέλοντες νὰ δώσουν ζωὴν καὶ σάρκα εἰς τὰς λέξεις αὐτάς, μένουν αἱ λέξεις καὶ αἱ φράσεις. Ἀλλὰ «λέξεις» καὶ «φράσεις», κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα;
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός).... λέξεις καὶ φράσεις, ὡς ἐὰν ἦλθε χθὲς ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι πρέπει νὰ παιδεύηται ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὰς τέχνας. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε εἶχε τοιαύτας ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας ὥστε νὰ δύνασθε νὰ παρουσιάζεσθε καὶ νὰ λέγητε ὅτι, ὅτε ἐγράφησαν αἱ λέξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, τότε ἀπέκτησε συνείδησιν ὁ λαὸς αὐτὸς τῶν δικαιωμάτων του αὐτῶν. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§59ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω διατί ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐρεθίζεται ὅταν ἐπαινῶμεν τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐρεθίζεται;
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρεθίζομαι, διότι λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν στέκονται.
§61ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,....
§62ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν ἠρεθίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο πάντοτε ἐλεύθερος καὶ ὄχι μόνον ὅτε ἐγένετο αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Σᾶς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι δὲν ἐδώκατε σεῖς τὰς ἐλευθερίας μὲ τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἀλλὰ τὰς ἐγράψατε μόνον εἰς τὸ χαρτί.
§63ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἄν ἀποτελεῖ ἄμυναν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ τὸ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διαμαρτύρεται διὰ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι τὸ νεώτερον Σύνταγμα περιφρουρεῖ ἀκόμη περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι τὰ προηγούμενα Συντάγματα καὶ τὴν παιδείαν τοῦ λαοῦ, καὶ τὰς τέχνας; Ἀποτελεῖ αὐτό, ναὶ ἢ οὔ, ἄμυναν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ διαστρέφητε τοὺς λόγους μου, ἢ δὲν ἐννοεῖτε τί σᾶς λέγω;
§65ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρατηρῶ, καὶ αὐτὸ βέβαια εἶναι ἐλάττωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχετε ἐπαρκῆ ἐκτίμησιν τῶν λέξεων τὰς ὁποίας λέγετε, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐλέγετε ὅτι διαστρέφω τοὺς λόγους σας. (Δημιουργεῖται θόρυβος καὶ οἱ πλεῖστοι βουλευταὶ ὁμιλοῦσι συγχρόνως).
§66Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ὁ ρήτωρ νὰ ὁμιλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, προκειμένου περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν καὶ ὕβριν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ. (ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ ἐπιτεινόμενος).
§67ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν καταλαμβάνω διατὶ ἐξεγείρεσθε, Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι θέαμα αὐτό. Ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς παρεκάθητο ἄλλοτε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν) μὲ μίαν εἰκοσάδα φίλων του καὶ ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα καὶ ἔψεγε τὴν Κυβέρνησιν...
§68Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὕβρισεν ὅμως ποτὲ κανένα, Κύριε...
§69ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καθήσατε νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐὰν ὕβρισε.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μά, Κύριε Παπαναστασίου, σεῖς καυχᾶσθε ὅτι ἦσθε τότε ὁ ὀξύτερος ἀνταγωνιστὴς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§71ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μά, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε καὶ σεῖς ὁ κορυφαῖος τῆς πτέρυγος, οὔτε ὁ κορμὸς αὐτῆς μὲ ἀφήνει νὰ ὁμιλήσω. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως... (Φωναὶ καὶ ἀντεγκλήσεις, πρὸ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς του, συνιστᾷ ἡσυχίαν).
§72Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, κ. Παπαναστασίου.
§73ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (ἐν μέσῳ θορύβου). Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ εἶπεν, ὅτι διαστρέφω.... (Φωναὶ καὶ θόρυβος)
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντέχω, Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ θέαμα, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω ἕνα τῶν κ. Ἀντιπροέδρων νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ.
§75ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐμέμφθη ὅτι διαστρέφω τὰ πράγματα. Αὐτὸ ὅμως ἀποτελεῖ προσβολήν, διότι σημαίνει πρόθεσιν διαστροφῆς. Καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν συζήτησιν ἄν μὲ προσέβαλεν ἤ ὄχι, ὅτι δὲν ἔχετε ἐπαρκῆ ἐκτίμησιν τῶν λέξεων ποὺ μετεχειρίσθην. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ὕβριν, ὥστε νὰ ἐξεγερθῇ ὁ κ. Στράτος;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαναστασίου, ἐτελείωσε τώρα αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§77ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος, λοιπόν, τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι εἶναι λέξεις αὐταί. Λέξεις εἶναι ὁ θεσμὸς τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος; Ἡ Διοικητικὴ Δικαιοσύνη. Ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη; Βέβαια, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὰς λέξεις αὐτάς, μένουν λέξεις. Ἀλλὰ τότε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ γνωρίζητε ὅτι ἀρχίζει εἷς μέγας ἀγὼν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ τόπου. (Φωναὶ καὶ ἀντεγκλήσεις). Ἀρχίζει εἷς μέγας ἀγὼν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀναγκαῖος, καὶ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀποφευχθῇ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ καθεστηκυῖα Ἀρχή, τὰ Νομοθετικὰ Σώματα προσπαθοῦν νὰ δώσουν σάρκα πραγματικὴν καὶ ζωὴν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος. Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος. Ζητοῦμεν νὰ ἀνακληθῇ ἡ παράνομος τιμωρία τοῦ καθηγητοῦ κ. Δελμούζου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐγκαλλώπισμα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ παιδαγωγικοῦ κόσμου. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς.
§79ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὀφείλεται εἰς μίαν τραγικὴν παρεξήγησιν τὸ ὅτι μέγα μέρος τῶν Ἑλλήνων διάκειται ἐχθρικῶς πρὸς μίαν ζωντανὴν πραγματικότητα, τὸν δημοτικισμόν, τὸν δημοτικισμόν, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως γλώσσης, ἀλλὰ γενικώτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συγχρόνου νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ πλάνη αὐτή καὶ ἡ παρεξήγησις δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ἀνήκει βεβαίως εἰς μεγαλυτέραν κλίμακα πρὸς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας, ὀλιγώτερον ἀνήκει εἰς τὴν ἰδικήν μας. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι εἶναι μία τραγικὴ παρεξήγησις, διότι, ἂν ἐρευνηθῇ κάπως καλύτερον τὸ πρᾶγμα, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ὅτι ὑπάρχει μία ἐξέλιξις καὶ γλώσσης, καὶ παραδόσεων, ἐξέλιξις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τοὺς δεσμούς μας μὲ τὴν κλασσικὴν ἀρχαιότητα: Διὰ τὴν σημερινὴν γλῶσσαν, τὴν δημοτικήν, τὴν πραγματικήν, ὄχι βεβαίως τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν πολλοὶ δι’ ὑπερβολῶν μεταβάλλουν, ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν, τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ἡ καλὴ λογοτεχνία μας, τὴν τόσον εὔπλαστον καὶ δημιουργικήν, θὰ ἔπρεπεν οἱ νεοέλληνες νὰ ἀποθαυμάζουν, ὅπως κάμνουν τόσοι ξένοι εἰδικοί. Καὶ θὰ ἔπρεπε, Κύριοι, ἰδιαιτέρως οἱ ἐθνικόφρονες νὰ ἔχουν ἔμβλημα τὸν δημοτικισμόν. Καὶ ὄντως ὑπῆρξαν ἄνθρωποι ἐνθουσιώδεις, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν σας, οἱ ὁποῖοι ἀνεπέτασσαν τὴν σημαίαν ἄλλοτε τοῦ δημοτικισμοῦ. Δυστυχῶς, ἡ ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος, ἡ λογία παράδοσις, ἐπέφεραν τοιούτους φανατισμοὺς ἐναντίον τῆς σημερινῆς ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, ὥστε εἴδομεν καὶ διαπληκτισμούς, καὶ μάχας εἰς τὰς ὁδοὺς ἐναντίον τῆς σημερινῆς γλώσσης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει βλέπομεν ὅτι κατέκτησε πλέον ἔδαφος ἡ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια ὑπὲρ τῆς ζωντανῆς γλώσσης, ἡ ἀλήθεια ὑπὲρ τῆς πραγματικότητος τῆς νεοελληνικῆς. Καὶ βλέπομεν, ὅτι μία μεγάλη μερὶς τοῦ λαοῦ ἀντελήφθη τὸ πρᾶγμα, καὶ πρὸ παντὸς ἀντελήφθη τὸ ζήτημα ἡ ὁλότης σχεδὸν τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ κόσμου. Κύριοι, ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδεολογίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐνεπνέετο τόσος κόσμος, ἐνεπνέετο καὶ εἷς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, εἷς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος διεξήγαγε τιμίους ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἰδεολογίας αὐτῆς, καὶ ὁ ὁποῖος, τεταγμένος ἐρευνητὴς τῆς ἀληθείας, ἔγραψεν ὡρισμένα ἄρθρα ἐπιστημονικώτατα, ἐπικρίνων τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν. Κύριοι, ἐπεβλήθη κατόπιν τῶν ἀγώνων ἐκείνων ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἰς τὰς τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, ἀλλὰ διὰ μιᾶς πλαγιοδρομίας, λυποῦμαι διότι δὲν ἤμην παρὼν ὅτε ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια, εἰσήχθη σχεδὸν ἡ καθαρεύουσα εἰς τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον. Ἐδημιουργήθησαν σχολεῖα, ἀντικαθιστῶντα τρόπον τινὰ τὰ ἡμιγυμνάσια, τὰ ἀστικὰ λεγόμενα σχολεῖα, ἐδημιουργήθησαν αἱ Παιδαγωγικαὶ Ἀκαδημίαι, ἀντικαθιστῶσαι τὰ Διδασκαλεῖα, διὰ νὰ βασίζωνται ἐπὶ τῆς καθαρευούσης, διότι καὶ τὰ βιβλία ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ διδάσκουν, καὶ ἡ ὅλη μόρφωσις, θὰ στηρίζεται εἰς τὸ ψευδοκλασσικὸν σύστημα τῆς καθαρευούσης. Κατ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν ἀρχῶν ἀντεπεξῆλθεν εἰς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀδιάφορον ἐὰν εἶχε δίκαιον ἢ ὄχι, καὶ εὐλαβέστατα μὲ πλήρη ἐλευθερίαν ἐξετύπωσε τὰς γνώμας του εἰς τὰ ἄρθρα περὶ ὧν πρόκειται. Δυστυχῶς ὅμως εὑρέθη Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τῆς γνώμης, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν, εὑρέθη, λέγω, Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ αὐστηρὰν ποινὴν μίαν ὡραίαν πρωΐαν εἰς καθηγητήν, ἐκφράσαντα τοιουτοτρόπως τὴν γνώμην του. Ὁ καθηγητὴς αὐτὸς λέγει μεταξὺ ἄλλων: ὑπάρχει μία διγλωσσία, ἡ ὁποία εἶνε εἰς βάρος τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ὁμιλεῖ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, καὶ πρέπει νὰ καταστήσωμεν προσεκτικωτέραν τὴν μόρφωσίν του καὶ διὰ γλώσσης, ἥτις ἐπὶ τέλους εἶνε τὸ μέσον καὶ ὄχι ὁ σκοπός, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ δημοτικὴ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον. Λέγει πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ διατύπωσις τῶν νόμων καὶ τῶν ἐπισήμων κειμένων εἶναι ἀκατάληπτος εἰς τὸν πολὺν λαόν, εἶναι ἐν πολλοῖς ἱερογλυφική. Μήπως εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ λέξις αὐτή; Ἐγὼ θὰ προσέθετον ὅτι εἶναι ἱερογλυφική, ὄχι μόνον διὰ τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς νομοθέτας ἀκόμη.
§80Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν πταίει ἡ καθαρεύουσα, ἂν εἶναι στρυφνὴ ἡ διατύπωσις. Προσπαθήσατε νὰ ἐκφρασθῆτε εἰς τὴν δημοτικὴν ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν τῶν ἀφῃρημένων. Ἐὰν κατορθώσητε νὰ ἐκφρασθῆτε, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχετε εἰς ὅλην τὴν γραμμὴν δίκαιον.
§81ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς Ἑλλήνων ἔμαθεν αὐτὴν τὴν γλῶσσαν. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Καὶ ἐγὼ ἀκόμη εἶμαι θῦμα αὐτῆς τῆς παραδόσεως. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, σπουδάσαντες εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁμιλοῦν ἄλλην γλῶσσαν, καὶ ἐν τούτοις εἶνε φανατικοὶ Ἕλληνες. Θὰ ἦτο μέγιστον τὸ πλεονέκτημα, ἐὰν διὰ τὴν μόρφωσιν μετεχειρίζοντο ὅλοι τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Ἡ δημοτικὴ εἶναι εὔπλαστος καὶ ἐπιδεκτικὴ καλυτερεύσεως τόσον, ὥστε νὰ εἶναι ἐφάμιλλος τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίθετος γνώμη. Εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανή, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσουν ὅλοι τὰ αἰσθήματά των.
§82Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ νομικῶς καὶ συνταγματικῶς ἀκόμη;
§83ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐὰν ἔχητε ἀντίθετον γνώμην, διατηρήσατέ την. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅτι ἡ σημερινή, ἡ ζωντανὴ γλῶσσα, εἶνε χυδαία, ὅπως λέγουν τινές, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω τὸ λεχθὲν κάποτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαβίλλη. Ὄτι δὲν ὑπάρχει χυδαία γλῶσσα, ἀλλ’ εἶναι χυδαῖοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὴν θίξουν.
§84Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ οἱ ὁποῖοι τὴν διαστρέφουν.
§85Γ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ. Ἡμεῖς, κ. Μυλωνᾶ, ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τὸ νομικὸν καὶ οὐσιαστικὸν μέρος. Ὅλα τὰ ἄλλα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν.
§86ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἐδῶ νὰ λυθῇ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο. Δὲν εἶνε ἄλλωστε μόνον εἰς τὴν πλευράν σας καθαρευουσιάνοι. Οὔτε εἰς τὴν ἰδικήν μας παράταξιν μόνον δημοτικισταί. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως.
§87Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἰς αὐτὸ δύνασθε νὰ ἔχητε δίκαιον.
§88ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀσφαλῶς ἔχω δίκαιον. Καὶ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μοῦ εἴπῃ ἰδιαιτέρως, ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ ἐτιμώρει τὸν κ. Δελμοῦζον, ἐὰν ἦτο τότε Ὑπουργός...
§89Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ θὰ τὸ εἴπω βεβαίως καὶ τώρα. Νομίζετε ὅτι σεῖς ἔχετε τὸ μονοπώλιον τῆς ἀμύνης τῶν ἐλευθεριῶν; Ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα περισσότερον δι’ αὐτά.
§90ΓΕΩΡ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε, διατί δὲν ἀνακαλεῖτε τὴν ποινήν;
§91Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διότι ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα συνειδήσεως. Πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως ἀποτελεῖ μίαν ὡραίαν καὶ εὐγενῆ κατάκτησιν τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Πιστεύω ἀκόμη, ὅτι δὲν ἔχει κανεὶς τὸ μονοπώλιον τῆς ἀμύνης τῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ ἐὰν ἀναπολήσωμεν τὸ παρελθόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἔχει ἱστορίαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ τῆς ἐπιβολῆς ὡρισμένων πολιτικῶν κατευθύνσεων.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται διὰ τὸ μονοπώλιον τῶν ἰδεῶν, ἀφαιρέσατέ το.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ δὲν τὴν ἀνακαλεῖτε;
§94Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπικαλῆσθε.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ δὲν τὴν ἀνακαλεῖτε;
§96ΙΩ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ πάρχει ἀμφισβήτησις ὅτι ἡ Διοίκησις ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀνακαλῇ τὰς πράξεις της, πλὴν τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν προσβάλλονται θιγέντα δικαιώματα ἐν τῷ μεταξύ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ἐπρόκειτο περὶ πράξεως ἁπλῶς διοικητικῆς, ἀλλὰ δικαστικῆς.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Περὶ διοικητικῆς πράξεως.
§98Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Παρεκάλεσα τὸν κ. Παπαναστασίου, ἐφόσον ἤθελε νὰ προστατεύσῃ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, νὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν ἵνα δοθῇ εὐκαιρία διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, διότι ὁμολογῶ ὅτι εἶχον ἐν τῇ ἰδικῇ μου συνειδήσει δισταγμούς, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀνακαλέσω. Ἀλλ’ ὁ κ. Παπαναστασίου μοῦ εἶπεν: Ὁ Δελμοῦζος δὲν ὑποβάλλει αἴτησιν. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἀνακαλῶ τὴν ποινήν, ἐὰν δὲν μοῦ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις.
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὥστε οὐσιαστικῶς εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Τὸ κώλυμα εἶναι τυπικὸν μόνον.
§100Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν.
§101ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Χαίρω πολύ, Κύριοι, διότι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀποδοκιμάζει ἀπολύτως....
§102Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι «ἀποδοκιμάζω». Διαφωνῶ.
§103Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μάλιστα. Ὅτι διαφωνεῖτε ἀπολύτως καὶ ἔτι διὰ λόγους τυπικοὺς ἐμποδίζεσθε νὰ τὴν ἀνακαλέσητε. Τοῦτο εἶναι πλήρη ἱκανοποίησις ἡμῶν. Κύριοι, κατόπιν αὐτῆς τῆς διασαφήσεως, σᾶς ἐρωτῶ. Πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτιμώρησε πρό τινος καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν ἐπιμάχων νομικῶν ζητημάτων τῆς λειτουργίας τῆς Διοικήσεως, δηλαδή, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ κάπως ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, καὶ νὰ ζητηθῇ ὁ φάκελλος ἀπὸ τὴν Δικαστικὴν Ἀρχήν, καὶ κατὰ πόσον καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀνακριτοῦ; Διὰ τὴν ὀχληράν ἐκείνην ὑπόθεσιν πῶς δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις τοὺς καθηγητὰς αὐτοὺς τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀγανάκτησιν καὶ θέρμην, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντετάχθησαν κατὰ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, νὰ τοὺς τιμωρήσῃ; Καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς αὐτῆς, μεταχειριζόμενος ἕν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ὁμιλεῖ περὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας καὶ κακῆς διαγωγῆς τῶν καθηγητῶν, ἐστηρίχθη εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἐπέβαλε ποινὴν προστίμου ἑνὸς μηνὸς μισθοῦ εἰς ἕνα πτωχὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἠθικὸν καὶ δίκαιον; Δὲν νομίζετε ὅτι θίγει καιρίως τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ ἐλευθερίας τῆς σκέψεως; Δὲν εἶναι παρωνυχίς, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς ζωτικώτατον. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγώ, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, νὰ παρακάμψῃ τοὺς δικονομικοὺς τύπους καὶ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀνελευθέραν καὶ κατακριτέαν αὐτὴν ποινήν. Διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἡ ποινὴ αὐτὴ δὲν θὰ ἐστέκετο εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ὁ καθηγητὴς κατέφευγεν εἰς τοῦτο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἔργον στοιχειώδους δικαιοσύνης, ἔργον σεβασμοῦ πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν τρόπον τῆς ἀνακλήσεως τῆς τοιαύτης κατακριτέας ποινῆς. Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν καὶ ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅπως ἐλέχθη καὶ πρὸ ὀλίγου, νὰ μὴ φέρῃ εὐθύνην, διότι εἶναι πολὺ γενικώτερον τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ποινήν, ἐφόσον ὑπάρχει κυβερνητικὴ ἀλληλεγγύη προφανῶς καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Διότι ἡ κυβερνητικὴ ἀλληλεγγύη ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ θεμελιώδη ζητήματα. Ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ἔχομεν δὲ σύμφωνον καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα ἡ κυβερνητικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ κυβερνητικὴ εὐθύνη πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται ἐμφανέστερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀχυροῦται ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς δικονομικοὺς τύπους. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος πρὸς κατοχύρωσιν τῶν θεμελιωδῶν αὐτῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ νόμον ἀκόμη δύναται νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς κατάργησιν τῆς ἀνελευθέρας αὐτῆς ποινῆς.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ συζητούμενον θέμα εἶνε θεμελιῶδες συνταγματικῶς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ συζήτησις αὐτή, χωρὶς νὰ μὴ ἐπωφεληθῶ καὶ ἐγὼ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀναπτύξω τὰς προσωπικάς μου ἀντιλήψεις, καὶ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἐκπρόσωπος. Ἐὰν δὲν ἦτο τόσον θεμελιῶδες τὸ ζήτημα, βεβαίως δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ τιμωρία κατ’ οὐσίαν κατάκειται νεκρὰ ἤδη. Διότι ὅμως ἡ ἀνάκλησις τῆς τιμωρίας αὐτῆς προσκρούει, καθὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἰς δικονομικὰς δυσχερείας, πραγματικῶς ἕπεται ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἡ ἐπιβληθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ποινή. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι θλιβερόν, θλιβερώτατον ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ συζητήσωμεν διὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν ἀντιλήψεις ἀπιστεύτους διὰ τὰς ἡμέρας μας, ἀπηρχαιωμένας καὶ ὀπισθοδρομικάς, ἀπιστεύτως ἀνελευθέρους, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς ποινῆς εἰς ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ἐδημοσίευσεν ἄρθρα ἐπιστημονικά, ἀφορῶντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Εἶμαι εὐτυχής, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, διότι ἐγὼ ἐνδομύχως εἶχον ἤδη τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὡς πεπολιτισμένος καὶ ὡς ἐπιστήμων, νὰ ἐπιδοκιμάζῃ ἐν τῇ συνειδήσει του ἀντιλήψεις τοιαύτης φύσεως. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἂν δικαιοῦται πράγματι ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς, διὰ τὴν δημοσίευσιν ἄρθρων ἐπὶ τῶν φλεγόντων ζητημάτων ἐκ μέρους τῶν ἐπιστημονικῶν ἡμῶν κορυφῶν, ἐφόσον αἱ ἐπιστημονικαὶ αὐταὶ κορυφαὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Κατ’ ἀρχὴν ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπαλλήλου, τῶν ὑπαλλήλων δηλ. ἐκείνων, τῶν ἀμέσως συνεργαζομένων μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ εὑρισκομένων ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ ἐξάρτησιν, ὡς εἶναι οἱ Διευθυνταὶ καὶ οἱ Τμηματάρχαι τῶν Ὑπουργείων. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ δι’ αὐτοὺς ζήτημα τάξεως, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ ἐκφράζωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τὰς γνώμας των, καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίζουν μετὰ σθένους. Θεωρῶ ὅμως ὅτι πρακτικὸν εἶναι, οἱ πνευματικοὶ οὕτως εἰπεῖν ἐπιτελεῖς τῶν Ὑπουργείων, προτοῦ κατέλθουν εἰς δημοσιότητα καὶ προβοῦν εἰς ἐπικρίσεις μέτρων τῆς προϊσταμένης των Ἀρχῆς, νὰ ἔρχωνται εἰς προηγουμένην μετ’ αὐτῆς ἐξήγησιν, νὰ προσπαθοῦν νὰ πείσουν τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν γνωμῶν των, καὶ μόνον ἐν περιπτώσει διαφωνίας καὶ κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ φθάνουν μέχρι δημοσιότητος, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀνακύπτει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ δημοσιεύσωσι τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀπόψεις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μία παρέκκλισις ἀπὸ τῆς τάξεως αὐτῆς, τάξεως μόνον, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου, λαβὴν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἐπιβολὴν ποινῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο θὰ ὤφειλε νὰ τὸ ἀσκῇ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, καὶ εἰς περίπτωσιν ὑποτροπῆς καὶ χρήσεως γλώσσης, ἡ ὁποία εἶναι ἄτοπος διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ τις περὶ ἐπιβολῆς τιμωρίας. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τυπικὸς περιορισμός, ὁ ἰσχύων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἔχοντας ἄμεσον ἐξάρτησιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, προκειμένου περὶ τῶν καθηγητῶν τῶν Πανεπιστημίων, τῶν ὁποίων εἶναι ἰδιάζουσα ἡ θέσις καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ εἰς τὸ ὑπαλληλικὸν δίκαιον, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι τεταγμένοι ἀπὸ τὸ Κράτος, ἔχουν ὡς εἰδικὴν ἀποστολὴν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ἰδεῶν. Ἔχουν ὡς ἀποστολὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ διακονοῦν διαρκῶς εἰς τὴν ὑψηλὴν λειτουργίαν τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, τῆς ὁποίας οὐσιωδεστάτη καὶ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐλευθερία σκέψεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ ἐπιστημονικὴ πρόοδος. Ἐὰν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου δεσμεύονται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν των, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν καθολοκληρίαν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν πρόοδον, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Ἄλλωστε, ὅπως ἐλέχθη, τοῦτο ἔχει ἤδη ἀναγνωρίσει τὸ καθεστὼς πολίτευμα. Τὸ ἔχει ἀναγνωρίσει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Χώρας, διότι, ἐνῶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους ὑπάρχει σαφὴς ἡ ἀπαγόρευσις περὶ ἀναμίξεως αὐτῶν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἐξαιρετικῶς εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τοὺς ὁμοτίμους πρὸς αὐτοὺς καθηγητὰς τοῦ Πολυτεχνείου, ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, ἐπιτρέπουσα εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγωνται μέλη τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος, εἴτε ἀμέσως ἀπὸ τὸν λαόν, εἴτε ἀριστίνδην ἀπὸ τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα, εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Δύνανται ἑπομένως οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, εἴτε ὁμιλοῦντες πρὸς τὸν λαόν, διὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴν ψῆφόν του, εἴτε ἀσκοῦντες τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, νὰ ἔρχωνται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀκόμη, καὶ νὰ προβαίνουν εἰς δριμείας, δριμυτάτας ἐπικρίσεις καὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Δὲν ὑπάρχει οὐδείς, ἀπολύτως οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς τὸ νὰ ἔχουν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, διατηροῦντες τὴν ἐπιστημονικήν των θέσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, χωρὶς τοῦτο νὰ θεωρῆται ὅτι διασαλεύει τὸ παράπαν τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἱεραρχικὴν τάξιν. Ἔχομεν λοιπόν, μίαν εἰδικὴν καὶ ἐξαιρετικὴν ὅλως περίπτωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκτείνονται οἱ συνήθεις κανόνες τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας καὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Αὐτὴν δὲ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἀπεριόριστον, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν διὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ἐκύρωσεν, ὅπως ὑπεστηρίχθη, τὴν ἔχει ἤδη καθιερώσει μία μακρά, ἄνευ ἐξαιρέσεως, πρᾶξις. Δὲν εἶναι μόνον ὁ Μιστριώτης, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ διεξαγάγῃ τοὺς γλωσσικοὺς ἀγῶνας. Πρὸ τοῦ Μιστριώτη, καὶ εἰς παλαιοτέραν ἀκόμη ἐποχήν, ἦτο ὁ Κόντος, ὁ Γεννάδιος ὁ Χατζηδάκις ὁ Πολίτης, ὁ Λάμπρος. Ὅλοι αὐτοί, Κύριοι, ἐμάχοντο καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν τῆς ἀκαδημαϊκῆς, καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ διὰ δημοσίων ὁμιλιῶν, ἐμάχοντο ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα δὲν εἶχε περιέλθει εἰς τὴν σημερινήν του ὕφεσιν, ἀλλ’ εἶχε τοιαύτην ὀξύτητα, ὥστε νὰ ὁδηγῇ εἰς πραγματικὴν διαίρεσιν τῆς κοινωνίας, νὰ ὁδηγῇ εἰς αἱματηρὰς συγκρούσεις καὶ εἰς βιαίας ἀνατροπὰς Κυβερνήσεων. Καὶ ὅμως, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ θέσῃ καὶ τὸν ἐλάχιστον κἂν φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν γνωμῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ Καζάζης ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, ὁ Σαρίπολος ἐπίσης, διεξήγαγον πάντοτε ἀγῶνας σθεναροὺς ἐναντίον τῶν ἑκάστοτε ὑποστηριζόντων τὰς ἀντιθέτους ἰδέας των. Προσφάτως ἀκόμη, σᾶς τὸ ὑπέμνησαν ἤδη, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἀνδρεάδης προέβη, ὄχι εἰς διατύπωσιν ἐπιστημονικῶν ἀπόψεων, προέβη εἰς δριμύτατον κατ’ ἐπανάληψιν ἔλεγχον, εἰς σφοδρὰς ἐπικρίσεις, εἰς μομφὰς ἐναντίον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕν συγκεκριμένον παράδειγμα, ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Συνασπισμοῦ διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν, καὶ κατέκρινεν ἕν, πρὸς ἕν, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε ἐλήφθησαν. Καὶ ὅμως, οὐδείς ποτε ἐσκέφθη, οὔτε καμμία Κυβέρνησις ἐδέχθη, νὰ θέσωμεν φίμωτρον εἰς τὸν κ. Καθηγητήν, καὶ ἀφήκαμεν τὴν κοινὴν γνώμην νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς λίαν ἀμφισβητησίμου ἄλλωστε ἀξίας τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Καθηγητοῦ.
§105Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἠρκέσθητε μόνον νὰ τὸν εἴπητε περίεργον.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ζολώτας πράττει σήμερον τὸ ἴδιον. Δημοσιεύει ἄρθρα ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπικρίνει αὐτήν, δικαίως πολλάκις, ἀδίκως ἐνίοτε. Δημοσιεύει ὅμως ἐλευθέρως τὰς ἐπικρίσεις του, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ περιορίσῃ τὸν κ. Ζολώταν. Ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων δημοσιεύουν καθ’ ἑκάστην γνώμας ὁ Σβῶλος, ὁ Τριανταφυλλόπουλος, ὁ Μαριδάκης καὶ διάφοροι ἄλλοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ θεμελιωδῶν μάλιστα ζητημάτων, καὶ τὰς δημοσιεύουν ἐλευθέρως. Καὶ ὅμως, οὐδεμία μέχρι τοῦδε Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ θέσῃ τὸν ἐλάχιστον περιορισμὸν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν τῶν γνωμῶν, διότι ὅλοι συμφωνοῦν ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἐνίοτε οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἄδικον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρειαζόμεθα, πρὸ παντός, εἰς τὴν πολιτικήν μας ζωὴν κυρίως, εἶναι τὰ ἐπιστημονικὰ φῶτα, τὰ τόσον σπάνια παρ’ ἡμῖν. Δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ σκεφθῇ, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ὀφείλουν νὰ περιορίζωνται εἰς ἕνα ξηρὸν τύπον, καὶ νὰ μὴ ἐκτείνωσι τὸ ἐπιστημονικὸν αὐτῶν βλέμμα ἐφ’ ὅλων τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου. Ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν φώτων, καὶ ὀφείλουν νὰ ἐκφράζουν τὰς γνώμας των καὶ ὅταν ἀκόμη, δημοσιευόμεναι τυχόν, θὰ ἦσαν δυσάρεστοι εἰς τοὺς κυβερνῶντας. Μόνη καὶ πρώτη ἐξαίρεσις εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Καὶ πῶς ἔγινεν ἡ ἐξαίρεσις αὐτή; Καὶ διατί ἔγινεν; Ἐδημοσιεύθησαν ἄρθρα μὲ σπανίαν ἀληθῶς ἐπιστημονικὴν σεμνότητα, ἀπὸ ἕνα καθηγητήν, ἀληθῶς διακεκριμένον, ἀπὸ ἕνα καθηγητήν, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὴν ἀνωτάτην ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ δρᾶσις συνετέλεσεν, ὅσον ὀλίγα ἄλλα, εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ εἰς τὴν ἀνάπλασιν τῆς ἑλληνικῆς διανοήσεως. Ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Δελμούζου ἀποτελεῖ ἀληθῶς ἕνα ἱστορικὸν σταθμὸν εἰς τὴν ἑλληνικὴν διανόησιν καὶ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἡμῶν πράγματα. Καὶ ἦλθε νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ὁ ἄνθρωπος δι’ ἑνὸς δημοσιεύματος, τὸ ὁποῖον διακρίνει ἀπόλυτος σεμνότης ἐκφράσεως, ἐνῷ ἠδύνατο, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, νὰ μὴ τὸ διακρίνῃ τόσον ἀπόλυτος σεμνότης, διότι τὸ ζήτημα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ἦτο ἄξιον σφοδριτέρας ἐπικρίσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀνατρέπει πραγματικῶς μίαν μεταρρύθμισιν, ἥτις ὡδήγει τὸν τόπον εἰς τὴν ὑγιᾶ ἐκπαιδευτικὴν ὁδόν. Ἐδημοσίευσε, λοιπόν, ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ἄρθρα, τὰ ὁποῖα διακρίνει, ὅπως ἄλλως διακρίνει καὶ τὸν ἴδιον γενικῶς, μία σπανία σεμνότης ἐκφράσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδέχθη καὶ ἀδιαμαρτυρήτως τὴν τιμωρίαν. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ τιμωρίαι δὲν δύνανται νὰ πτοήσουν κανένα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσουν τὸν ροῦν τῶν ἰδεῶν καὶ νὰ τὸν φέρουν πρὸς τὰ ὀπίσω. Αἱ τιμωρίαι δ’ αὐταὶ καὶ τὰ μέτρα αὐτά, δὲν εἶναι παρὰ εἰς βάρος τῶν Κυβερνήσεων αἵτινες τὰ λαμβάνουν. Τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ παρέλθουν μαζὺ μὲ τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι τὰ λαμβάνουν, χωρὶς ὅμως νὰ μὴ ἀφήνουν ὄπισθεν αὐτῶν σκιὰν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβ)σιν, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ νὰ μείνῃ ὀρθία μία τοιαύτη ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στίγμα κυριολεκτικῶς διὰ τὸν ὅλον ἑλληνικὸν πολιτισμόν, πολιτισμόν, τὸν ὁποῖον ἐλάμπρυναν οἱ ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ὁμιλήσῃ ὁ ἑπόμενος ρήτωρ, θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ λάβῃ ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ μεγάλας διαστάσεις καὶ τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ καταναλώσωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν εἰς αὐτήν.
§108ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Ἀπὸ ἡμᾶς ἐδῶ, δὲν θὰ ὁμιλήσουν ἄλλοι.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὴν πλευρὰν αὐτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρατηρῶ καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ κανείς, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ λέγω. Βλέπω ὅμως ὅτι ἤρχισεν ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν πλευρὰν ἡ ὄρεξις τῆς συζητήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνω τὴν σύστασιν τῆς συντομίας. Παρακαλῶ, λοιπόν, ἰδιαιτέρως, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἑσπέρα αὐτὴ μᾶς εἶναι πολύτιμος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§111Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχων καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψει μου, κ. Βουλευταί, τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου, θὰ περιορισθῶ εἰς ἐλάχιστα, καὶ ταῦτα ὑπὸ τύπον διαμαρτυρίας δι’ ὅσα ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν. Δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσω πάντας τοὺς προλαλήσαντας ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἤκουσα μόνον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως συμπαθῶ, λόγῳ τῆς καταγωγῆς μας ἐκ τῆς αὐτῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μεγάλην του ἐπιμονὴν μεθ’ ἧς ὑποστηρίζει τὰς πεποιθήσεις του, ἔστω καὶ τὰς ἐσφαλμένας τοιαύτας. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητουμένης ἐπερωτήσεως, ἠκούσθησαν ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς αἱ λέξεις «ὀπισθοδρομικοί», «καπήλευσις», «ἀντιδημοκρατικοί». Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον τόσον ἀφελῶς ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἅπασαν τὴν ἀνθρωπότητα, δύο ἀντίθετα ρεύματα ἰδεῶν κατακλύζουν αὐτήν, καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι τὸ τοῦ μοναρχισμοῦ καὶ τὸ τοῦ δημοκρατισμοῦ, ὅπως ἀρέσκονται νὰ ὑποστηρίζουν οἱ «δημοκρατικοί», ἀλλ’ εἶναι τὸ ρεῦμα τῆς συντηρητικῆς προόδου, καὶ τὸ ρεῦμα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος. Καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν καὶ ἡμεῖς, ἐπιδιώκουν τὴν πρόοδον μὲ ἀφετηρίαν τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, ἐπιδιώκουν τὴν βελτίωσιν, καὶ εὑρίσκουν σκόπιμον ὅπως οἰκοδομήσουν ἐπὶ τοῦ στερεοῦ ἐδάφους τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέμενον μετὰ τὴν πλήρη ἀνατροπὴν τοῦ παντός, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουν τὰ θύματα καὶ ἐπιπλέοντα ἀθύρματα τοῦ ρεύματος τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νομίζουν ὅτι εἶναι προωδευμένοι. Ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προόδου ἐν ὀνόματι τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων νῦν κόπτονται οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνασκοπήσωμεν καὶ νὰ συγκρίνωμεν τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις ἐκείνων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡμεῖς ἔργῳ ἠγωνίσθημεν ὑπὲρ τῶν πραγματικῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ἐνῶ ἐκεῖνοι οὐδέποτε ἐπίστευσαν πράγματι εἰς αὐτάς. Ἀνήγαγον εἰς περιωπὴν τὸ αἱρετὸν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ περὶ αὐτὸ ἀγωνισθέντες ἐξήντλησαν πάσας τὰς προσπαθείας των, νομίζοντες ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ ἅπαντον τῆς Δημοκρατίας, ὅπως νομίζουν ὅτι ὁ «μαλλιαρισμὸς» ἢ ὁ «δημοτικισμός» ἀποτελεῖ πρόοδον, καὶ ὅταν ἀκόμη χρησιμοποιεῖται ἐκεῖ ὅπου δὲν παρίσταται ἀνάγκη, ἐνῶ πράγματι τοῦτο ἀποτελεῖ σύμπτωμα νοσηρᾶς προοδευτικότητος. Τί ἐστὶ Δημοκρατία καὶ τί δέον νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐτυμολογίας τῆς λέξεως. Λέξις Δημοκρατία παράγεται ἀπὸ τὴν λέξιν Δῆμος ἡ ὁποία σημαίνει, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, λαός, καὶ τὴν λέξιν κράτος, ἥτις ἐν προκειμένῳ σημαίνει λαϊκὴν θέλησιν. Κατὰ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν τῆς ὅλης λέξεως, ἡ λαϊκὴ θέλησις ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ κυριώτερος πολιτειακὸς παράγων εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, καὶ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν αὐτὴν τὸ αἱρετὸν ἢ ἰσόβιον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Τὴν θέλησιν αὐτὴν τοῦ λαοῦ σεῖς οἱ «δημοκρατικοί» οὐδέποτε ἐσεβάσθητε. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἀπείρους περιπτώσεις ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδέποτε ἐπιστεύσατε πράγματι εἰς δημοκρατικὰς ἀρχάς. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ καταναλώσωμεν πολὺν χρόνον διὰ τὴν ἐπερώτησίν σας, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νὰ ἀναφέρω μίαν μόνον, μίαν ἢ δύο ἐκ τῶν περιπτώσεων αὐτῶν. Εἶναι τόσον πρόσφατα τὰ σχετικὰ γεγονότα, ὥστε πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1928, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, ὅτε δηλαδὴ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῆς τότε Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ἦλθεν ἔξωθεν ὁ ἀρχιδημοκράτης κ. Βενιζέλος, μὴ ἔχων τότε οὐδεμίαν δημοσίαν ἰδιότητα ἢ ἁρμοδιότητα, καὶ ἔνευσεν ἁπλῶς πρὸς τὸν αἱρετόν σας ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς Πολιτείας, προσωπικόν του φίλον, ἵνα ἀποσκορακίσῃ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, διαλύων τὴν Βουλήν. Καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς Δημοκρατίας ἀπεσκοράκισε τὴν θέλησιν τοῦ Δήμου, τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος τότε κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, πῶς ἐξεδιώχθη ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Ἐνθυμούμεθα βεβαίως ὅλοι, ὅτι ὡς προσχηματικὴ δικαιολογία τῆς ἀντιδημοκρατικῆς καὶ ἀντιλαϊκῆς ἐκείνης ἐνεργείας, ἐχρησιμοποιήθη τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ἰσχυρίσθη δηλαδὴ τότε ὁ ἀρχιδημοκράτης, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἀνατρεπομένης τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὴ δὲν ἐχειρίσθη καλῶς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Καὶ ἂν αὐτὸ ἦτο λόγος ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔδει ὁ σχηματισμὸς νέας τοιαύτης νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι αὐτὸ ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν μεταγενεστέρως ἔθηκεν ὡς βάσιν πολεμικῆς του κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ὡς λόγον διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ κ. Βενιζέλος. Καὶ ἀντὶ νὰ κληθῇ εἰς τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κατὰ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἐκλήθη ἄνθρωπος, μηδεμίαν ἔχων πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Χιλιάκις ἐλέχθη καὶ ἀπὸ ἐμέ καὶ ὑπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν ἐπῆλθε καμμία διαφωνία μεταξύ μας. Ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928 εἶχον δηλώσει ἐγὼ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι, ἐφόσον ἐπρόκειτο αὐτὸς νὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν θέσιν ὡς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Αὐτὸς ἐπέμενε νὰ παραμείνω μέχρις Ἰουλίου εἰς τὴν Ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος. Ἐγὼ δὲν ἔστερξα, καὶ ἐπῆλθε φυσικὰ ὑπουργικὴ κρίσις.
§113Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν συνεφωνήσατε, ἀλλά, κατὰ θετικὰς πληροφορίας, ἃς δὲν γνωρίζω ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ δραματικὰ ἐπεισόδια διεδραματίσθησαν μεταξύ σας.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἑπομένως ἀπεχώρησα καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τί ἄλλο θέλετε; Οὕτω προέκυψεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις. Πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι καὶ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅταν ὁμιλοῦμεν.
§115Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν λαὸν διεκήρυξεν ὁ κ. Βενιζέλος, ὅτι, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐχειρίσθη καλῶς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων καὶ ἐζημίωσε τὸ Κράτος 1.200 ἑκατομμύρια δραχμῶν χάριν τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἠξίωσεν ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω ἰδιαιτέρας μου πληροφορίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποδείξω, καὶ τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν συνεφώνησε μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ ὑπέδειξεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑλλάδα, προσφέρων οὕτω τὴν μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. (θόρυβος εἰς τὴν ἀριστεράν).
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ. Τὸ ἔλεγεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι δὲν ἤθελα νὰ τοῦ ἐπιτρέψω νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πράγματι οὐδ’ ἴχνος ἀκριβείας ἐνέχει ἡ διαβεβαίωσις αὐτή. Οὐδέποτε ἐγὼ εἶπον τοιοῦτό τι. Δὲν ἠδυνάμην ἄλλωστε νὰ διατυπώσω τοιαύτην ἀξίωσιν. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει δικαίωμα νὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον αὐτόν.
§117Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι εἶσθε ἀριστοτέχνης εἰς τὸ νὰ ἐμφανίζηται τὰ πράγματα ὅπως τὰ θέλετε, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω ἐγώ. Καὶ ἐσεβάσθησαν τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, Κύριοι Βουλευταί, ὁσάκις τοῦτο ἐξυπηρέτει τοὺς κομματικούς των σκοπούς. Ὁσάκις ὅμως τοῦτο δὲν συνέφερεν εἰς αὐτάς, διέπραττον ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας τὰς πλέον ἀντιλαϊκὰς καὶ ἀντιδημοκρατικὰς πράξεις. Ἰδοὺ καὶ ἄλλη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ φίλα αὐτῷ φρονῶν πολιτικὸς κόσμος ἐπεδείξατο τὴν ἐσχάτην περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαύγασμα τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὁ κ. Βενιζέλος ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν Τσαλδάρη καὶ ἐσχημάτισεν ὁ ἴδιος τοιαύτην, καὶ ἐνῷ ὤφειλεν εὐθὺς μετὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπηξίωσε νὰ πράξῃ τοῦτο, παραβιάζων οὕτω ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἄν θελήσωμεν νὰ συγκρίνωμεν γεγονότα τινά, συντελεσθέντα ἐπὶ τοῦ πρώην πολιτειακοῦ καθεστῶτος, πρὸς τὰς πράξεις τῶν αὐτοκαλουμένων δημοκρατικῶν, θὰ ἴδωμεν πότε καὶ ὑπὸ ποίων ἦσαν πράγματι σεβασταὶ αἱ δημοκρατικαὶ ἀρχαί, καὶ ἡ θέλησις, ὄχι μόνον τῶν πολλῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ὀλίγων ἀκόμη. Ἄν θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον παλαιότερον, θὰ εὕρωμεν ἐνεργείας τῶν «δημοκρατικῶν», ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδὲν δημοκρατικὸν ἔχουσιν οὗτοι ἐν ἑαυτοῖς. Τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, τὴν Δημοκρατίαν, δὲν τὴν δημιουργεῖ ἡ λέξις, ἀλλ’ ἡ πραγματικότης. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1922 ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὁ «μονάρχης», ὅπως ἀποκαλεῖται ὑπὸ τῶν σημερινῶν θυμάτων τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος, σεβόμενος καὶ τὴν θέλησιν ὀλίγων στρατιωτικῶν ἐλθόντων ἐξ Ἀσίας, κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον, καὶ τοὺς ὁποίους ἀφήνω τὴν ἱστορίαν νὰ χαρακτηρίσῃ, ἀπῆλθεν ἐξ Ἑλλάδος, οὐχὶ ὡς μηνύων Ἀχιλλεύς, οὔτε ὡς πολέμιος καὶ ὡς ραδιοῦργος τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, ἀλλ’ ὡς εἷς ἐμπνευσμένος δημοκράτης καὶ ὑπέροχος πατριώτης, ἐργασθεὶς ἐν τῇ ἐξορίᾳ του ἀκόμη πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος. Παρομοίαν αὐτοθυσίαν ὑπέστη ὁ αὐτὸς Βασιλεὺς κατὰ τὸ 1917, ὁπότε, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ χυθῇ οὔτε ρανὶς ἀδελφικοῦ αἵματος, ἀπῆλθεν ἐξ Ἑλλάδος, σεβόμενος καὶ τότε τὴν θέλησιν μᾶλλον ὀλίγων Ἑλλήνων, παρὰ φοβούμενος τὴν ἐπιβολὴν τῶν ξένων, μεθ’ ὧν συνειργάζοντο ἐκεῖνοι. Ὅλοι βεβαίως ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι τὸ ἀντίθετον ἔπραξαν κατὰ τὸ ἔτος 1923 οἱ κοπτόμενοι τότε καὶ τώρα ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν. Τότε, στρατὸς καὶ λαός, ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς κυβερνώσης ἐπαναστάσεως μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐπαναφέρουν τὴν Χώραν εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Τὸ τί συνέβη εἶναι γνωστόν. Οἱ τὴν Δημοκρατίαν ἐγκαθιδρύσαντες, οὐ μόνον δὲν ἐμιμήθησαν τὸν «Μονάρχην», οὐ μόνον δὲν ἐσεβάσθησαν τὴν θέλησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ὅλου τοῦ λαοῦ, ἀλλά, τοὐναντίον, ἐχρησιμοποίησαν κατ’ αὐτοῦ πάντα τὰ εἴδη τῶν ὅπλων, ἅτινα ἡ πατρὶς ἔχει διὰ τὴν ἄμυνάν της, καὶ ἔπνιξαν τὴν ἐξέγερσιν αὐτὴν εἰς τὸ αἷμα, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ταῦτα πάντα ἐν ὀνόματι τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν...
§118ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Διαφωνεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§119Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ προσφάτου παρελθόντος βρίθει παρομοίων περιπτώσεων καὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ συνόλου τοῦ λαοῦ, τίνες εἶναι οἱ καταδυναστευθέντες, χάριν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, καὶ τίνες οἱ καταδυναστεύσαντες. Ἐλέχθη ἐπίσης ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, οἱ ὁποῖοι καπηλεύονται ὡρισμένας πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ, ὑπονοοῦντες δι’ αὐτοῦ τοὺς ὑπεραμυνομένους τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἡ λέξις «καπηλεύεσθαι» προϋποθέτει πεποιθήσεις καὶ πράγματα ἀρεστὰ εἰς τὸν λαόν, καὶ ὅταν τις συνηγορῇ ὑπὲρ τοιούτων πεποιθήσεων, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀγαπᾷ καὶ θέλει τὴν γλῶσσαν του. Εἶναι ἐπίσης ἀρεστὴ εἰς αὐτὸν εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, ἡ θρησκεία του, ὅπως ἐκληρονομήθη εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοὺς πατέρας του. Δὲν εἶμαι ποσῶς θρησκόληπτος. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου θρησκευτικὰς πεποιθήσεις. Οὔτε πρόκειται ἄλλωστε νὰ ὁμιλήσω ἐδῶ ὡς μέλος θρησκευτικῆς ἀκαδημίας. Ὁμιλῶ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ ἐὰν θέλω νὰ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, πρέπει νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ καὶ νὰ ὑπεραμύνωμαι αὐτῶν, ἐφόσον μάλιστα αὗται εἶναι συνυφασμέναι μετὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποτελοῦσιν ἠθικὰ ἐρείσματα πάσης κοινωνίας.
§120Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Τὰς πεποιθήσεις ἑνὸς ἐπιστήμονος, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τὰς σεβασθῆτε;
§121Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν τὰς σέβομαι; Προκειμένου ὅμως περὶ πεποιθήσεων καὶ ἰδεῶν, τῶν ὁποίων δύνανται νὰ εἶναι φορεῖς πάντες οἱ ἄνθρωποι, ὅπως εἶναι αἱ περὶ γλώσσης τοιαῦται, προτιμῶ νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις ἕξ καὶ ἥμισυ ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, παρὰ τὰς πεποιθήσεις ἑνὸς φιλολόγου ἐπιστήμονος.
§122Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀπισθοδρομικότης.
§123Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ πεποιθήσεων καὶ ἰδεῶν, ἀναγομένων εἰς συνείδησιν καὶ ἐθνισμόν, προτιμῶ τὴν ὀπισθοδρομικότητα αὐτὴν ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην νοσηρὰν προοδευτικότητα. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐπιστημονικῶν θεωριῶν καὶ πεποιθήσεων, ὡς π.χ., προκειμένου περὶ τῶν νόμων τῆς σχετικότητος, σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἐγὼ Ἀϊνστάϊν, καὶ ὄχι τὰς πεποιθήσεις τοῦ χωρικοῦ Ἕλληνος. Καὶ νομίζετε, κ. Συνάδελφε, ὅτι ἀποτελεῖ πρόοδον ἡ κατάργησις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς διὰ τῆς γλώσσης τοῦ ὀπωροπώλου, τοῦ ἰχθυοπώλου καὶ τοῦ ἀχθοφόρου; Καὶ θὰ εἴχετε τὴν ἀξίωσιν, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶμεν ὀπισθοδρομικοί, νὰ κατέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ γλωσσικὸν ἐπίπεδον τοῦ ἀχθοφόρου; Καὶ διατὶ δὲν θὰ ἀπετέλει πρόοδον ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ εἰς τὸ ἰδικόν μας ἐπίπεδον; Ἀλλὰ τί συμβαίνει μὲ τοὺς «προοδευμένους» αὐτοὺς κυρίους; Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ φιλοδοξοῦν νὰ γίνουν ἥρωες τῆς ἐποχῆς, ἀλλ’ οἱ ἥρωες δημιουργοῦνται ἐκ τῶν διαφόρων κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ζητημάτων καὶ ἀναστατώσεων. Οἱ ἰδικοί μας ἐπίδοξοι γλωσσικοὶ καὶ κοινωνικοὶ ἥρωες, μεταβάντες εἰς τὰς Γερμανίας καὶ σπουδάσαντες τὰς διαφόρους θεωρίας, ἐνόμισαν ὅτι δύνανται νὰ δημιουργήσουν τοιαῦτα ζητήματα ἐν Ἑλλάδι διὰ τοιούτων ἀνεφαρμόστων ἐδῶ θεωριῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Γερμανίας, ἂν αὐτοί, οἱ μεταβάντες ἐκεῖ, ἐσπούδαζον πράγματι ἐκπαιδευτικὰ καὶ φιλολογίαν, θὰ ἐμάνθανον, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει καθαρεύουσα καὶ δημοτικὴ καὶ ἄλλα γλωσσικὰ ἰδιώματα. Καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει χὸχ–Ντόϊτς (καθαρεύουσα) καὶ Γκεσπρόχνες Ντόϊτς (ὁμιλουμένη — δημοτική). Ἐὰν οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐσπούδαζον, ἐν Γερμανίᾳ εὑρισκόμενοι, τὰ γλωσσικὰ ζητήματα, θὰ ἐμάνθανον ὅτι ἐκεῖ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ εἰσαγάγῃ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν εἰς τὰ σχολεῖα. Οὐδεὶς διενοήθη ἐκεῖ οὔτε κατώτερος, οὔτε ἀνώτερος ἐκπαιδευτικὸς λειτουργὸς νὰ καθιερώσῃ ὡς μέσον ἐκπαιδεύσεως τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἄν καὶ αὐτὴ χρησιμοποιεῖται γενικῶς εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον. Διγλωσσία ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς. Καὶ ἄν δεχθῶμεν, ὅπως ἄλλωστε εἶναι ἀληθές, ὅτι δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι ἡ χρησιμοποιουμένη ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ δὴ τῆς ἀπαιδεύτου μάζης αὐτοῦ, θὰ ἠρώτων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποίαν γλῶσσαν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὡς τοιαύτην, ποίαν γλῶσσαν θὰ ἤθελον νὰ καθιερώσωμεν ὡς κοινὴν γλῶσσαν τῶν Ἑλλήνων; Τὴν γλῶσσαν τοῦ Αἰτωλοακαρνᾶνος, τοῦ Κυπρίου, τοῦ Κρητός, ἢ τοῦ Μανιάτου; Καὶ διερωτῶμαι, διατί θὰ ἤθελον οἱ κηρυχθέντες κατὰ τῆς καθαρευούσης ἑλληνικῆς γλώσσης νὰ θραύσουν τὸν κοινὸν αὐτὸν κρῖκον, ὁ ὁποῖος συνδέει ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἀποτελεῖ κοινὸν μέσον διανοήσεως καὶ συνεννοήσεως; Διατί ἆρά γε θέλουν νὰ μεταβάλουν εἰς κόνιν τὸν κοινὸν αὐτὸν πυρῆνα περὶ τὸν ὁποῖον συγκεντροῦνται ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰς τὰ αὐτὰ ἰδανικὰ καὶ εἰς τὴν αὐτὴν διανόησιν; Καὶ ἀντ’ αὐτῆς προσπαθοῦν νὰ καθιερώσουν, τί νομίζετε; Ἀκούσατε μερικὰς φρασεολογίας, τὰς ὁποίας ἔχω προχείρους εἰς τὴν μνήμην μου ἀπὸ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἐδιδάσκετο μέχρι προχθές εἰς τοὺς ἑλληνόπαιδας: «πῆρε τὴ γυναῖκα, ὁ ἄγουρος, ἔκαμε τοὺς γάμους, ἔφαγε τὰ φλωριὰ σὲ δέκα ἡμέρες, «ἔμεινε γκαλντερίμι τσελεπῆς...». Θαυμάσατε τώρα καὶ μίαν ἄλλην φρασεολογίαν, ἀφθάστου γλωσσολογικοῦ καὶ ἠθικοπλαστικοῦ ὕψους: «Ἐκείνην τὴν νύχτα μιὰ γυναῖκα συντροφιασμένη ἀπὸ τὸν τέχτονα τὸν ἄνδρα της (πρόκειται περὶ τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἰωσὴφ) στάθηκε μεσοστρατίς, σὲ μιὰ σπηλιά, καὶ γέννησε ἕνα παιδί.... Κάτω ἀπὸ τὸ γαλάζιο φόρεμα, καὶ τὸ κόκκινο στηθοπάνι, τὸ κορμὶ φάνταζε λιγερό, ἄξιο γιὰ νὰ θρονιάσῃ μιὰ πάναγνη ψυχή... Γέννησε τὸ παιδί, τὸ βύζαξε, τὸ τύλιξε μὲ τὸ σάλι της καὶ τ’ ἀπίθωσε στὸ παχνί....». Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ καθιερώσουν ὡς ἐπίσημον καὶ ὡς μέσον μορφώσεως, καὶ ἡ ὁποία ἐδιδάσκετο εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα διὰ τῶν βιβλίων τοῦ Κοντοπούλου. Αὐτὴν τὴν γλῶσσαν θεωρεῖ ὡς πρόοδον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, τὸ μέγα αὐτὸ θῦμα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος; (γέλωτες).
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί μᾶς λέγετε περὶ Δελμούζου;
§125Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσω τὸν κ. Δελμοῦζον. Γνωρίζω ὅμως τὰς ἀρχάς του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν. Πιθανὸν νὰ εἶναι καλῆς πίστεως ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὸς θῦμα τοῦ ρεύματος τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄτομόν του, ἐνθυμοῦμαι ἀμυδρῶς πως ὅτι πρὸ ἐτῶν ἐγένετο πολὺς θόρυβος περὶ τὸ ὄνομά του ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς δίκης, ἥτις ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο κατηγορούμενος. Δὲν γνωρίζω ἄν κατεδικάσθη ἢ ἠθωώθη.
§126Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἠθωώθη πανηγυρικῶς.
§127Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐχαρακτηρίσθησαν ὀπισθοδρομικοὶ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, οἱ μὴ πρεσβεύοντες τὰς γλωσσικὰς δοξασίας καὶ ἄλλας νοσηρὰς τοιαύτας τῶν κομμουνιζόντων κοινωνιολόγων. Τί διαφέρει ὁ προοδευτικὸς συντηρητισμὸς ἀπὸ τὴν νοσηρὰν προοδευτικότητα; Δὲν προτίθεμαι νὰ κάμω κοινωνιολογικὴν διάλεξιν, οὔτε νὰ λάβω θέσιν διδασκάλου ἔναντι ὑμῶν, ὅπως ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, διότι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς διδασκαλίας μου. Θὰ εἴπω μόνον ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ἰδικῶν μας πεποιθήσεων ἀπὸ τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων, εἶναι ὅτι αὐτοὶ νομίζουν ὡς πρόοδον τὴν μεταβολὴν τῶν πάντων εἰς ἐρείπια καὶ τὴν ὑπ’ αὐτῶν δημιουργίαν καταστάσεως ἀμφιβόλου ὠφελείας. Αὐτοὶ θέλουν νὰ καταστρέψουν τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου ἀπὸ τὰ ψιχία τῆς ὁποίας ζῇ ὁ πτωχὸς Λάζαρος. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν τράπεζαν καὶ διὰ τὸν πτωχὸν Λάζαρον, ἀφαιροῦντες μόνον ἀπὸ τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου ὅσα περισσεύουν, ἢ καὶ τι πλέον, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν τράπεζαν τοῦ Λαζάρου. Ἡμεῖς ἀποβλέπομεν εἰς τὴν εὐτυχίαν τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ συνόλου καὶ οὐχὶ εἰς δημοκοπικὰ φαιδρολογήματα, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν πολλάκις ἀπὸ τὰ θύματα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος, καὶ τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ προξενοῦν ἐντύπωσιν ἥρωος, παρουσιάζονται νάνοι ἀπέναντι τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πραγματικότητος (χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικολαΐδης.
§129ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ πρώην ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς καὶ ἤδη Ἕβρου, χάρις εἰς τὴν προστασίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔφερε μίαν ἐπερώτησιν ἐνώπιον ἡμῶν, ὄχι βεβαίως ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς εἰς τὸν Δελμοῦζον, ἀλλὰ διὰ νὰ ψάλῃ ἰάμβους πρὸς ἐκεῖνον, καὶ νὰ ἀνακατέψῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, νὰ ὁμιλήσῃ περισσότερον περὶ Δημοκρατίας καὶ ἔτι περισσότερον διὰ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸς καὶ μόνον ἦτο ὁ σκοπός του, καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον οἱ Θεσσαλοὶ ἀπεκάλεσαν διαφθορέα, ἀπεκάλεσαν ἄθεον, εἶναι ὁ φωτεινὸς ἀστὴρ τῆς ἀνορθώσεως, τῆς ἐκπαιδεύσεως. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, Κύριοι, τί ἐστί Δελμοῦζος. Δελμοῦζος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ βάθρων ἔσεισε τὰ θεμέλια τῆς γλώσσης, τὰ θεμέλια τῆς θρησκείας, τὰ θεμέλια τῆς πατρίδος, τὰ θεμέλια τῆς οἰκογενείας, τὰ θεμέλια αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας. (χειροκροτήματα). Δελμοῦζος εἶνε εἷς διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀνεβάζῃ τὰ κορίτσια τοῦ Βόλου εἰς τὰ δένδρα καὶ αὐτὸς ἔβλεπε... (θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§130ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι. Δὲν δύναται οἱοσδήποτε συνάδελφος νὰ ἐπαναλαμβάνῃ συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι κατερρίφθησαν κατὰ τὴν γενομένην δίκην.
§131ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δελμοῦζος εἶνε, Κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἀπέπεμψαν ἐπαναστατήσαντες οἱ κάτοικοι τοῦ Βόλου. Ἐὰν ἐγνώριζεν ὅμως ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος τοῦ Βόλου, ὅτι οὗτος, φεύγων ἐκ Βόλου, θὰ ἐγκαθίστατο εἰς τὸ κέντρον, ἵνα καταστρέψῃ τὸ σύμπαν, μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἐπροτίμων νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ μείνῃ εἰς τὰ στενὰ ἐκεῖνα ὅρια, παρὰ νὰ φθάσῃ ἐδῶ καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν κατάστασιν φρικώδη. Ἄλλοτε σᾶς περιέγραψα ποία εἶναι σήμερον ἡ μόρφωσις τῶν παιδιῶν μας. Ἔφθασαν οἱ τελειόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου μέχρι τοῦ νὰ γράφουν τὸ ὕψος μὲ δύο «π» καὶ «σ» καὶ νὰ ἐκθέτουν ἰδέας τοιαύτας, πρὸ τῶν ὁποίων οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά των, καὶ ν’ ἀναφωνοῦν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκπαίδευσις ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἠθέλησαν οἱ ὑπαίτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως νὰ μᾶς ἐλέγχουν, διότι ἐτιμωρήσαμεν τὸν Δελμοῦζον, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ τὸν κόψωμεν ὡς σάπιο δένδρο, ὡς σάπιο κλωνάρι, ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἦλθον νὰ μᾶς ἐλέγξουν ἐπειδὴ τὸν ἐτιμωρήσαμεν, διότι ἐπετέθη αὐθαδέστατα ἐναντίον τῶν προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ, καὶ ὡμίλησαν περὶ Συνταγμάτων καὶ ἐλευθεριῶν, καὶ ὡμίλησαν περὶ Δημοκρατίας, οἱ ὀνόματι δημοκράται, πράγματι δὲ ἄνθρωποι τοῦ Χαμίτ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ τὰς ἔγραψαν εἰς τὰ παληά των τὰ παπούτσια, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶπον «θέλει, δὲν θέλει ὁ λαός, ἡμεῖς θὰ τὸν κάμωμεν νὰ θελήσῃ τὴν Δημοκρατίαν», οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὰ ἐκλογικὰ συστήματα διὰ νὰ κυβερνοῦν μοναρχικῶς, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ λέγουν, ὅτι εἶναι δημοκράται, ἐνῷ τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν εἶναι πράγματι δημοκρατικόν, διότι αὐτὸ τὸ κόμμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγωνίζεται πράγματι ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρός, τοῦ Γούναρη μέχρι τοῦ σημερινοῦ μας Ἀρχηγοῦ, καὶ μέχρις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν διαδεχθοῦν. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐπροστάτευσε τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ λαϊκὰ δικαιώματα, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ φθάσῃ εἰς τὰς ἐπάλξεις ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ.
§132ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κλητήρ, φέρε μίαν λεμονάδα εἰς τὸν ρήτορα.
§133Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐὰν σεῖς προσφέρετε λεμονάδα, κ. Παπαναστασίου, ἡμεῖς σᾶς προσφέρομεν κἄτι τι τὸ ὁποῖον σᾶς προσέφερεν ὁ λαὸς τῆς Μαντινείας, τὴν ἀποδοκιμασίαν, καὶ μὴ ξυνίζεσθε.
§134Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποδοκιμασίας Ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει εἴκοσι βουλευτὰς καὶ γερουσιαστὰς ὀπαδούς.
§135ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὴν λεμονάδα, τὴν ὁποίαν μοῦ προσφέρετε, κ. Παπαναστασίου, σᾶς τὴν προσέφερεν φαίνεται ἡ Μαντίνεια, καὶ σᾶς ἐξύνισε καὶ ἐσπεύσατε νὰ ἐκτεθῆτε ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς σημαίας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προηγουμένως κατηγορεῖτε καὶ ὑβρίζετε, διὰ νὰ γίνετε βουλευτὴς καὶ νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ ὁμιλῆτε περὶ Συνταγμάτων, περὶ Δημοκρατίας κλπ. Μᾶς ὡμιλήσατε περὶ νέων ἰδεῶν, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ζῶμεν εἰς, τὶς οἶδεν, εἰς ποίαν ἐποχήν. Προνομιοῦχοι εἰς τὰς ἰδέας, προνομιοῦχοι εἰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, προνομιοῦχοι εἰς πάντα, σεῖς μόνον ἐμφανίζεσθε ἐξ ἐπαγγέλματος προστάται τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε πράγματι, διότι ἠγωνίσθητε πάντοτε κατὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, καὶ μόνον ἡμεῖς ἠγωνίσθημεν σκληρῶς ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Οὔτε ἐκαλύφθημεν, οὐδ’ ἐπροστατεύθημεν ἀπὸ ξένας λόγχας, οὔτε ἀπὸ ξένα στρατεύματα, ἀλλ’ ἐκαλύφθημεν ἀπὸ τὴν λαϊκὴν σημαίαν, καὶ τὴν λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην. Ἤλθετε ἐδῶ νὰ μᾶς ὁμιλήσητε περὶ Συντάγματος, ὡς ἐὰν ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν ἰδέαν Συντάγματος, ὡς ἐὰν ὁ μέγας νομομαθὴς καὶ νομοδιδάσκαλος Ἀρχηγός μας νὰ μὴ ἔχῃ ἰδέαν τί εἶνε Σύνταγμα καὶ σεῖς μόνον ἔχετε ἰδέαν αὐτοῦ καὶ τὸ ἐπήρατε ἐπάγγελμα. Καὶ κάποιος, ἐλθὼν ἐδῶ ἐκ τῆς πτέρυγός σας, μηχανικὸς τὸ ἐπάγγελμα, ἐξεδίπλωσεν ἕνα χάρτην, ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοῦ Κιλκίς, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ἐπειδὴ ὁ εἷς δρόμος πηγαίνει δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἄρα ὁ νόμος περὶ χωρισμοῦ τοῦ Κιλκὶς εἶναι ἀντισυνταγματικός. (χειροκροτήματα, γέλωτες). Ἀπὸ τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, ὅπου εὑρίσκομαι ἐδῶ, δὲν ἀκούω τι ἄλλο, παρὰ ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι ποὺ ψηφίζομεν ἡμεῖς εἶναι ἀντισυνταγματικοὶ ὡσὰν ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν ἰδέαν Συντάγματος, καὶ μόνον σεῖς, οἵτινες ἀποτελεῖτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶσθε οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχετε ἰδέαν σαφῆ τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐποδοπατήσατε χιλιάκις τὸ Σύνταγμα καὶ καὶ τὸ μεταβάλατε, κατὰ τὸ συμφέρον σας καὶ τὴν ὄρεξίν σας εἰς κομματικόν. Ἔ! φθάνει πλέον. Ὁ κόσμος ἐβαρύνθη νὰ σᾶς ἀκούῃ. (χειροκροτήματα). Σέβομαι τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ μας, ὅστις θέλει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἄλλως θὰ σᾶς ἔλεγον καλύτερον καὶ λεπτομερέστερον καὶ ἄλλα σοβαρώτερα πράγματα. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι. Θέλω μόνον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι τὸ κόμμα μας στηριζόμενον εἰς ἠθικὰς ἀρχάς, ἦλθε νὰ δώσῃ νέαν πνοὴν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ τῆς ὕλης, νὰ δώσῃ εἰς τὰ παιδιὰ ἦθος καὶ μόρφωσιν καὶ δύναμιν ψυχικήν, ὥστε νὰ τὰ καταστήσῃ Ἕλληνας πράγματι καὶ ὄχι μπολσεβίκους. Νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὰ ἑλληνόπουλά μας καὶ ἐκπαιδευτικὴν ἀγάπην πρὸς τὴν θρησκείαν τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν ἀνεκάτεψεν ὁ κ. Παπαναστασίου μὲ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα, τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν οἰκογένειαν, διότι τότε καὶ μόνον, Κύριε Ὑπουργέ, ἡ πατρὶς θὰ προαχθῇ καὶ θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν νέας ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Τότε θὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ καυχηθῶμεν ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἐλθὸν εἰς τὴν Ἀρχήν, συνέτριψε τὴν ἀναρχίαν καὶ ἀνύψωσε τὸ ἔθνος ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶναι. (χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, μίαν ἐπερώτησιν περὶ τῆς τιμωρίας ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἤγαγον οἱ ἐπερωτῶντες εἰς γενικὸν ζήτημα, ὄχι πλέον ἀφορῶν τὸ ἐὰν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο τιμωρητέα, ἀλλ’ εἰς γενικὸν ζήτημα περὶ ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐὰν ὀρθὰ ἔλεγεν ὁ καθηγητὴς ἢ ὀρθὴν πολιτικὴν ἐφήρμοζεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Καὶ δὲν ἐστάθη εἰς τοῦτο μόνον τὸ σημεῖον, ἀλλ’ ἤχθη περαιτέρω καὶ εἰς ζητήματα περὶ Συντάγματος, περὶ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν, καὶ δὲν γνωρίζω περὶ τίνος ἔτι ἄλλου. Βέβαια, δύναταί τις νὰ ἐπιλαμβάνηται μιᾶς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἄγεται εἰς γενικὰ ζητήματα, καὶ δὲν θεωρῶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ κριθῇ ὡς καταδικαστέον, ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω σχετικῶς, εἶναι ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν στιγμήν, δὲν ἦτο οὔτε ἀναγκαῖον, οὔτε ἐπίκαιρον νά ἀνοιχθῶσι τοιαῦται συζητήσεις, ἀφοῦ πάντες γνωρίζομεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι προτοῦ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσωμεν ἐπείγοντά τινα νομοσχέδια. Οὐχ ἧττον, ἐγένετο ἡ συζήτησις. Εἰς τὸ θέμα θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος καὶ κάτοχος τούτου, ὡς γνωρίζετε πάντες, εἶναι, καὶ εὐχέρειαν ἔχει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων. Ἄν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω ἵνα ἀπαντήσω μόνον εἰς τινας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐρρίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ αἱ ὁποῖαι θίγουν αὐτὸν τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ἐπιδεικνύων τὸν χάρτην τοῦ Συντάγματος λέγει: Ἰδοὺ ποῖαι ἰδέαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ καὶ σεῖς ἐνδιαφερόμενοι μόνον διὰ τὴν τιμωρίαν τοῦ καθηγητοῦ, σεῖς μένετε τόσον ὀπισθοδρομικοὶ καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐταί!
§138ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος γνωρίζω ὅτι θέλει νὰ παρίσταται αὐτὸς ὡς ἱδρυτὴς τῶν ἰδεῶν τούτων, ἀλλὰ θὰ ἦτο χίμαιρα τοιοῦτος ἰσχυρισμός. Ὁ κ. Παπαναστασίου πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ἀξίαν, ἐὰν δὲν ἀπορρέουν ἐκ τῶν πεποιθήσεων τοῦ λαοῦ Ἐνθυμοῦμαι ἕνα ὡραῖον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσα, τοῦ Kassel, ὁ ὁποῖος, ὁμιλῶν μίαν ἡμέραν εἰς τὸν Πρωσσικὸν λαὸν περὶ τοῦ Συντάγματος, ἔλεγε: «Τί νομίζετε, Κύριοι; Θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ ἀντίτυπα ἤθελον καταστραφῆ; Θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα, ἐὰν καταστραφῇ καὶ αὐτὸ τὸ πρωτότυπον κείμενον, τὸ ὁποῖον φυλάσσεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους; Καὶ ἀντιθέτως: Θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα ἐὰν ἄπειρα ἀντίτυπα εὑρίσκωνται διεσκορπισμένα καὶ εἰς τὰς καλύβας ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων;» Καὶ ἀπήντησεν: «Οὔτε εἰς τὴν μίαν περίστασιν θὰ χάσωμεν τὸ Σύνταγμα, ἐὰν χαθοῦν αὐτὰ τὰ φυλλάδια, τὰ ὁποῖα ἐπιδεικνύει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος, καὶ ἂν καταστραφῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Κράτους. Καὶ τοὐναντίον, δὲν θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα, ἐὰν ὅλοι σας ἔχετε ἀπὸ ἓν τοιοῦτον φυλλάδιον! Διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συγκέντρωσις, ἡ διοχέτευσις τῶν ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἐξηκολούθησε: Διατί ἡ Πρωσσία ἔχει πολίτευμα μοναρχικόν; Διατί προστατεύει τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας κλπ.; Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ καταστρέψητε τὴν μοναρχίαν, ὅταν ἔχει ἕνα στρατόν, ὅστις ἔχει ὡς ἀρχηγὸν τὸν μονάρχην καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζει τὴν δρᾶσιν της; Νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἔχετε ἰδιοκτησίαν, ὅταν ὑπάρχουν οἱ «γιοῦγκερς», οἱ ὁποῖοι τόσην δύναμιν ἔχουν ἐπὶ τοῦ τόπου τούτου;». Ὄχι. Συνεπῶς, κ. Παπαναστασίου, δὲν ἐδημιουργήθησαν αἱ ἰδέαι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἰδέαι ὑπῆρχον, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ζήσει ἐλεύθερον καὶ συνταγματικὸν κοινοβουλευτικὸν βίον ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Καὶ προτοῦ ἀποκτήσει τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς, ἀνεπτύσσοντο αἱ δημοκρατικαὶ ἰδέαι τοῦ λαοῦ. Ὁ δημοκρατισμὸς δὲν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἔχῃς αἱρετὸν ἢ κληρονομικὸν ἄρχοντα, ὅπως εἶπεν καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, δυνάμει τῶν ὁποίων ἀναπτύσσονται καὶ προοδεύουν οἱ λαοί. Πῶς θέλετε λοιπόν, νὰ καταβιβάσητε τὴν Ἑλλάδα, λέγοντες ὅτι σήμερον ἀπὸ αὐτὸν τὸν Χάρτην προάγεται εἰς τὰς ἐλευθέρας αὐτῆς ἀρχάς. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἐνεπνέετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δουλείας ἀκόμη. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ ἀφ’ οὗ, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων διέρρευσαν αἱ ἰδέαι τῆς ἐλευθερίας καὶ πᾶσαι ὅσαι ὑπάρχουν, δημοκρατικαὶ ἀρχαί. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διέκοψα τὸν κ. Παπαναστασίου, δὲν ἀντελήφθη τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις. Ἀφήσατε τὸν λαόν, κ. Παπαναστασίου, νὰ προοδεύῃ μὲ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχει. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, οὐδ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διαφωνεῖ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης. Ἀλλὰ μεταξὺ ἐλευθερίας γνώμης καὶ καταχρήσεως γνώμης, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Ὁ μέγας Κοραῆς ἔγραψε σχετικῶς περὶ τῆς ἐλευθερίας ὅτι: «ὅταν τις δὲν σέβεται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ἰδικήν του, τότε δὲν αἰσθάνεται τὴν ἐλευθερίαν, διότι ἡ πρᾶξις του ἐγκλείει ἐγωϊσμόν, διότι περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα ἐπίσης νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς δράσεως μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου καθ’ ὃ ἐνασκεῖ τὰ εἰς αὐτὸν παρεχόμενα δικαιώματα...
§140ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε ἡ τιμωρία τοῦ Δελμούζου ἀποτελεῖ ἐλευθερίαν γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ;
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, κ. Παπαναστασίου. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ μὲ παρακολουθήσητε, μὴ μὲ παρακολουθεῖτε. Καὶ ἤκουσα ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ μίαν ἄλλην περίεργον ἀντίληψιν. Συμφωνῶ ὅτι τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης του, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἐπιστημονικῶν ζητημάτων, δύναται πᾶς τις νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ὅτι ἔχει ἰδιαίτερόν τι δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ὡς εἶπον τινὲς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὅτι τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο δικαίωμα ἀπέκτησεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος, διότι ἐκλέγεται καὶ γερουσιαστής. Δηλαδὴ μόνον ἐπειδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀσυλίας, δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς γνώμης του. Δὲν συμφωνῶ. Πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§142Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τίς εἶπεν αὐτό, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος τούτου, κ. Βουλευταί, στηρίζεται εἰς τὸν σεβασμόν, τὸν μείζονα, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀνέρχεται εἰς αὐτό, ἀπέναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν, καὶ μάλιστα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόντες.
§144Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ δὲν λέγετε ποῖος τὸ εἶπεν;
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς διέκοψα, ἀλλὰ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἴπετε καὶ σεῖς τοῦτο.
§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, ἐξέθηκα σαφῶς τὴν γνώμην μου, καὶ εἶπον ὅτι κατέχει ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου θέσιν ἰδιάζουσαν εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον. Αὐτὸ εἶπον ἐγώ. Αὐτὸ ποὺ σεῖς λέγετε, εἶναι ἐντελῶς ἄλλα πράγματα.
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν. Θὰ διαβάσετε τὰ λεχθέντα σας, καὶ θὰ ἴδητε τὰ ὅσα εἴπετε.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐντελῶς ἄλλο πρᾶγμα εἶπον.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ὁ καθηγητὴς νομίζετε, ὅτι ἀπέκτησε πλέον ἀχαλίνωτον ἐλευθερίαν, διὰ νὰ δύναται νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει; Ὄχι, Κύριοι. Ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα σέβηται τὸ Πανεπιστημιακὸν ἀξίωμα, πλέον παντὸς ἄλλου, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ πολιτεύεσθαι δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς κατάχρησιν δικαιώματος γνώμης. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντιγνωμία περὶ τοῦ ὅτι ἕκαστος ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του εἴτε γραπτῶς, εἴτε προφορικῶς, εἴτε ὅπωσδήποτε καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ ταύτην, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ δευτέρα γνώμη περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἰδιαζούσης θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει, ἔχει καὶ ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ καὶ ὡρισμένην συμπεριφορὰν ἀπέναντι ἄλλων προσώπων, ὀφείλει καὶ νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συμπεριφορᾶς ταύτης. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, διὰ νὰ συμπληρώσω, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἔχων μίαν ὑποχρέωσιν ἰδιαζούσης συμπεριφορᾶς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κράτους, ἔχει οὐχ ἧττον καὶ τὸ δικαίωμα καὶ νὰ διατηρῇ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης του, οὐ μόνον ἐπὶ ἐπιστημονικῶν γενικῶς ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ πολιτικά του φρονήματα ἀκόμη. Κακῶς λέγουν τινές, ὅτι εἷς ὑπάλληλος ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικήν, διότι μετέβη καὶ παρέστη εἴς τινα συγκέντρωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν εἷς πολιτικός. Καὶ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερωθῆ ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης. Κύριοι, ὡς τὴν φαντάζεται ὁ κ. Παπαναστασίου, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δημοδιδάσκαλος ἐτιμωρήθη διότι παρέστη εἰς μίαν ὁμιλίαν ἰδικήν μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὴν πατρίδα μου, εἰς τὸ Ξυλόκαστρον. Τὸν ἐτιμώρησεν ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι παρέστη.
§150ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ δύο ἰδικοί μου φίλοι δημοδιδάσκαλοι ἐτιμωρήθησαν, διότι μὲ ἐχαιρέτησαν ἁπλῶς.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν διαπράττονται παρόμοια πράγματα. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἐτιμωρήθη αὐτὸς ὁ δημοδιδάσκαλος, διότι εἰς τὸ Ξυλόκαστρον παρέστη εἰς μίαν ὁμιλίαν μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καθήμενος εἰς τι καφενεῖον, ὅπου εἶχε συναχθῆ καὶ ἄλλος κόσμος. Τὸν ἐπετίμησεν ὁ ἐπιθεωρητής, λέγων: «παρέστης κατὰ τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὅποιαν ἔκαμεν ὁ κ. Τσαλδάρης». Αὐτὸς δὲ καλύτερον ἀπὸ τὸν προϊστάμενόν του ἀντιλαμβανόμενος τὴν ἐλευθερίαν του, ἀπήντησε: «Κύριε Ἐπιθεωρητά, σᾶς λέγω ὅτι παρέστην καὶ ἤκουσα τὸν κ. Τσαλδάρην μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς καὶ εὐλαβείας, μετὰ τῆς ὁποίας τὸν ἤκουσεν ὅλος ὁ λαός. Καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἐὰν εὑρίσκομαι συχνὰ εἰς παρομοίας περιστάσεις. Καὶ ἐπειδὴ σεῖς ἔχετε ἀντίθετον σκέψιν, τοῦ εἶπεν, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐγὼ σᾶς ὑποβάλλω τὴν παραίτησίν μου». Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου...
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὥστε σεῖς θέλετε τὸν ὑπάλληλον διαδηλωτὴν ἁπλῶς.
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ λέγω ὅτι δύναται καὶ αὐτὸς νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης του, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ ὅτι παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται, εἴτε ἐντὸς τῶν καθηκόντων, εἴτε ἐκτὸς αὐτῶν, ὀφείλει νὰ συλλογίζηται ὅτι ἔχει καὶ προϊστάμενον ἀπέναντι τοῦ ὁποίου τοῦ ἐπιβάλλονται καθήκοντα, καὶ πρέπει νὰ τηρῇ τὴν συμπεριφορὰν τὴν ὁποίαν τοῦ δημιουργοῦν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τί ἔκαμεν ὁ Δελμοῦζος;
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω λεπτομερείας. (Φωναὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἄ! Ἄ!) Ἀφήσατέ τους νὰ ἐκβάλλωσιν ἀνάρθρους φωνάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας. Σᾶς εἶπον, Κύριοι Βουλευταί εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος εἰδικῶς θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἐπεθύμουν νὰ ἀναπτύξω γενικὴν ἰδέαν, ὑποστηρίζων ὅτι ὁ ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ λησμονῇ τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι τοῦ ἐπιβάλλονται ἀπέναντι τῶν προϊσταμένων του.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς δὲν γνωρίζετε περὶ τίνος πρόκειται!
§157Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ἀκόμη καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, νομίζῃ ὅτι, διότι ἐγένετο καθηγητής, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ λησμονῇ ὅτι τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Πολιτεία καὶ τὴν ὁποίαν αὐτὸς κατέλαβε καὶ κατέχει, ἀφοῦ ἔδωκεν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν, δι’ ὅρκου, ὅτι θὰ τηρήσῃ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, προφανῶς πλανᾶται καὶ παραβιάζει τὰς περὶ ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας κειμένας διατάξεις. Οὐδ’ ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι, διότι ἐγένετό τις καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἢ διότι τῷ παρεχωρήθη μία θέσις ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἔχει ἰδιάζοντα τῶν ἄλλων δικαιώματα καὶ δύναται νὰ παραβαίνῃ ἀτιμωρητεὶ τὰ καθήκοντά του ὡς ὑπαλλήλου. Εἶναι καὶ αὐτὸς ὑπάλληλος καὶ ὑπόκειται ἀσφαλῶς καὶ αὐτὸς εἰς πειθαρχικὴν ποινήν. Μόνον ὅταν θέσωμεν αὐτοὺς τοὺς κανόνας, τοὺς γενικούς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑγιᾶ καὶ εὐνομουμένην Πολιτείαν, ἐνῶ τοὐναντίον, ἐὰν θέσωμεν ὡς γενικὴν ἀρχὴν τὴν ἀνύψωσιν τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκφέρονται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα ὅταν αὗται ἀντιτίθενται πρὸς τὰς γνώμας τῶν προϊσταμένων των, ἐκτρεπόμεθα τότε ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας καὶ σχεδὸν καταλύομεν τὴν εὐνομουμένην Πολιτείαν καὶ δίδομεν τὸ δικαίωμα ὅπως πᾶς ὑπάλληλος, ἔστω καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ λέγῃ καὶ νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀπόψε καθηγητής, γράψας ἄρθρα καὶ ἐπικρίνας τὴν πολιτικὴν τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτε αὕτη ἠσκεῖτο, διότι ἡ πολιτική τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν συνεφώνει μὲ τὰς ἰδέας του, ἦτο πρᾶξις ὄχι διαφωτιστική, ἀλλ’ ἀντιδραστικὴ καὶ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ τὸν τιμωρήσῃ ἐνασκῶν τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν. Ὥστε καὶ ἄν ὁ καθηγητὴς οὗτος ἤθελεν ἀπαλλαγῆ πάσης ποινῆς, δὲν δύναται παρὰ νὰ διατελῇ καταδεδικασμένος ἐν τῇ συνειδήσει τῶν εὐνομουμένων πολιτῶν, διὰ τῶν διδαγμάτων δὲ τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν προέκυψεν ἄλλο τι, παρὰ ζημία εἰς βάρος τῆς Πολιτείας. Δὲν γνωρίζω ἐπακριβῶς τὸ περιεχόμενον τῶν ἄρθρων τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ τιμωρήσῃ τοῦτον ὁ Ὑπουργός, σημαίνει ὅτι τὸ περιεχόμενον αὐτό, περὶ οὗ ἄλλωστε θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ἀντιπειθαρχικόν.
§158ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ διαφωνία μας.
§159Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω πῶς ἐγράφη τὸ ἄρθρον. Θὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἤκουσα τὸν ἕτερον τῶν κ. Ἀρχηγῶν, τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, νὰ κάμνῃ μίαν διάκρισιν, ὑποστηρίζων ὅτι, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἐκ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τοῦ ἐγγὺς κειμένου προσωπικοῦ, τότε ἴσως θὰ ὤφειλε προηγουμένως νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν του τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ ἔγραφε, καὶ μετὰ νὰ ἐδημοσίευε τὴν γνώμην του αὐτήν. Ἀντιθέτως ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται πλησιέστατα εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ αὐτός, ἐφόσον ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ τοῦ ἐπιβάλλουν νὰ ζητήσῃ προηγουμένως τὴν ἄδειαν τοῦ προϊσταμένου του, δὲν δύναται νὰ δημοσιεύσῃ τὴν γνώμην του, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ. Οἱ στρατιωτικοί, Κύριοι, ὅταν θέλουν νὰ δημοσιογραφήσουν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσουν ἄδειαν. Εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, εἶνε ἀληθές, δὲν ἐπιβάλλεται αὐτό, ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἡ περίπτωσις, ὡς ἀφορῶσα δημοσίευσιν γνώμης, ἀντιτασσομένης καὶ πολεμικῆς πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ ὑπάλληλος ὑπάγεται. Ὑποστηρίζω ἑπομένως ὅτι εἴτε καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, εἴτε καὶ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ δεικνύῃ τὸν σεβασμόν του πρὸς τοὺς προϊσταμένους του, καὶ κατὰ τρόπον ὅστις νὰ δεικνύῃ πράγματι ἐκδήλωσιν γνώμης ἐπιστημονικῆς καὶ ὄχι γνώμης ἀντιδράσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ποία ἦτο ἡ γνώμη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν τιμωρήσῃ εἷς προϊστάμενός του Ὑπουργὸς οὕτω πως, θὰ ἐξέλαβε τὴν πρᾶξίν του, ἀντιδραστικήν. Δυνατὸν ἡ ἐπιβληθεῖσα τιμωρία ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὀφείλεται εἰς κακὴν ἐκτίμησιν τῆς πράξεως ταύτης, ἀλλ’ οὐχὶ ἀσφαλῶς εἰς παράβασιν ἠθικῶν ἀρχῶν καθιερωμένων ἔκπαλαι εἰς τὴν Χώραν μας, τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. (χειροκροτήματα).
§160ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρ’ ὅλην τὴν δεξιοτεχνίαν, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν κατωρθώθη νὰ ἀποκρουσθοῦν αἱ πραγματικαὶ ἐσωτερικαὶ πεποιθήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, πεποιθήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετοι πρὸς δηλώσεις ρητὰς τοῦ ἰδίου, σχετικῶς μὲ τὰς γενικωτέρας ἀρχὰς τῆς Ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εὑρίσκεται καὶ εἰς πλήρη ἀντίθεσιν, ἴσως πρὸς φίλους καὶ συνεργάτας αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐπέκρινε, διότι ἐπεξετείναμεν τὴν ἐπερώτησιν πέρα τοῦ θέματος, ὅπερ ἀφεώρα, ὅτι ἐπεξετείναμεν αὐτὴν καὶ δὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνῶ ἡμεῖς εἴπομεν ρητῶς ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ νομοσχέδια ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Εἴπομεν ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἑνὸς μεγάλου ἀγῶνος, ὅστις διεξήχθη ἐπὶ τῇ βάσει πεποιθήσεων, καὶ εἴπομεν αὐτό, ἵνα ἐξηγήσωμεν ἀπὸ ποίας πεποιθήσεις ἀπέρρευσεν ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ἐπεκρίθημεν ἀκόμη ὅτι δῆθεν ἐκάμαμεν κατάχρησιν καὶ ἐπεξετείναμεν τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ποῦ ἠθέλετε νὰ στραφῇ ἡ ἐπερώτησις, ἀφοῦ ἡ παράνομος ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς εἶναι παράνομος, διότι παρεβιάσθησαν διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Πῶς θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἀναφέρωμεν τὸ Σύνταγμα; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συγχύζεται καὶ δὲν γνωρίζω διατί συγχύζεται, ὅταν λέγωμεν ὅτι τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα περιέχει ἀξιώσεις μεγαλυτέρας παρ’ ὅ,τι τὰ προηγούμενα Συντάγματα σχετικῶς μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης, σχετικῶς μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἰσχυρίσθημεν ἡμεῖς ὅτι πρὸ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ ἐτιμωροῦντο οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἐὰν ἐξέφερον τὴν γνώμην των; Ἀντιθέτως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευκῶν καὶ ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, ὅτι, μολονότι ἐπεκρίθησαν Κυβερνήσεις ἐκ μέρους καθηγητῶν, δὲν ἐζητήθη νὰ φιμωθῇ τὸ στόμα αὐτῶν, ἂν καὶ ἔχομεν παραδείγματα πραγματικῶς τραγελαφικά. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν, κατὰ τὸ ἔτος 1908, τὸν ποιητὴν Παλαμᾶν, διότι μετεχειρίζετο τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν εἰς τὰ ποιήματά του. Καὶ τότε καὶ ἐγώ, ὅστις ἐνεφανίσθην τὸ πρῶτον εἰς τὴν πολιτικήν, διεμαρτυρήθην διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ὁ Παλαμᾶς τότε ἀπήντησεν ἀξιοπρεπῶς, ὅτι δὲν δέχεται κανένα ἔλεγχον εἰς τὴν λογοτεχνικήν του ἐργασίαν, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δὲν τοῦ ἐπέβαλον καμμίαν τιμωρίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπείσθη τότε νὰ δεχθῇ τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀρεστὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα ὅτι ἡμεῖς δὲν ἰσχυρίσθημεν αὐτό.
§161Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τίς ἦτο Ὑπουργός;
§162ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τίνα σημασίαν ἔχει. Ἐγὼ πρώτην φορὰν ἐπολιτεύθην τότε καὶ ἐδημοσίευσα μίαν διαμαρτυρίαν δριμυτάτην, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε καὶ ὁ κ. Μυλωνᾶς καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλόπουλος, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Δελμοῦζος. Εἶναι ὅμως γεγονὸς ὅτι ἡ Δημοκρατία, τὸ πολίτευμα αὐτό, ὑπὸ τὴν στενὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ἔχει μεγαλυτέρας ἀξιώσεις καὶ διὰ τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡμεῖς θεωροῦμεν μεγίστην προσβολὴν τῶν γενικῶν αὐτῶν ἀρχῶν περὶ ἐλευθερίας τῆς γνώμης, τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία καταβάλλεται νὰ καταπνιγῇ ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ὡρισμένων πολιτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει οὐσίαν τὸ ζήτημα τοῦ κληρονομικοῦ ἢ αἱρετοῦ ἄρχοντος. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτο τι: εἶπον ὅτι δι’ ἡμᾶς ἡ Δημοκρατία δὲν περιορίζεται εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κληρονομικοῦ δι’ αἱρετοῦ ἄρχοντος, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντικατάστασις εἶναι παρωνυχίς. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ δι’ ἡμᾶς οὐσίαν, διότι ἡ κατάλυσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ κληρονομικοῦ ἄρχοντος συντελεῖ, ὥστε νὰ μὴ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν ζωὴν τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου πρόσωπα ἀναρμόδια, πρόσωπα τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις συνετέλεσε, κατὰ τὴν ἰδικήν μας τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, ὥστε τὸ ἔθνος νὰ ὑποστῇ μεγίστας συμφοράς. Δὲν ἀποτελεῖ παρωνυχίδα, ἐὰν εἴπω ὅτι ἐκεῖ δὲν τελειώνει ἡ Δημοκρατία ἀλλ’ ἡ Δημοκρατία ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ περιεχόμενον. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέδωκεν ὀρθῶς τὰς ἰδικάς μας ἀντιλήψεις. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν καὶ κἄτι τι ἄλλο σήμερον, τὸ ὁποῖον δῆθεν ἡμεῖς εἴχομεν ἀρνηθῆ, ὅτι δὲν εἶνε τὸ ἔντυπον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὰς ἐλευθερίας. Μήπως κανεὶς ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ ἔντυπον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὰς ἐλευθερίας; Ἐξασφαλίζονται αἱ ἐλευθερίαι, ὅταν αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ζωνταναὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται ὁ ἀγών μας, διότι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα λαὸς καὶ θέλομεν καὶ τὸν λαὸν νὰ ἐπηρεάσωμεν καὶ ἀγωνιζόμεθα, ὥστε νὰ ἔχουν σάρκα καὶ ὀστᾶ αὐταὶ αἱ διατάξεις. Ποῖος δὲ ἀγὼν συντελεῖ διὰ νὰ ἔχουν σάρκα καὶ ὀστᾶ αὐταὶ αἱ διατάξεις; Ὁ ἰδικός μας ἀγών, οἱ ὁποῖοι διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν παράβασιν τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἢ ἡ στάσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠνέχθησαν τὴν παράβασιν τῶν διατάξεων καὶ ἡ στάσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν κἄτι τι ἐντελῶς ἐπουσιῶδες τὸ ὅτι ἠδίκησαν ἕνα ἀνώτερον ἐκπαιδευτικὸν λειτουργόν, διότι ἐξέφρασε τὴν γνώμην του ἐπὶ ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων; Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν ὅτι προηγουμένως οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἀπελάμβανον τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης, ἀλλὰ τώρα, ὅτε τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα καθώρισε τοῦτο. Ἀκριβῶς ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν ὅτι ἀπελάμβανον τοῦ δικαιώματος ἐκ τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἀλλ’ ὅτι τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα ἐπὶ πλέον ἔθεσεν ἐγγυήσεις μεγαλυτέρας διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ὅπως ἐλέχθη, πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ ὄχι νὰ ἐξεγειρώμεθα, νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνθρωποι ἁρμόδιοι, ἐπὶ θεμάτων τῆς εἰδικότητός των, ἔρχονται καὶ ἀγωνίζονται δημοσίᾳ πρὸς ἐπικράτησιν τῶν ἰδικῶν των πεποιθήσεων, διότι, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρά, ἐὰν ὑπάρχει μία ἀσθένεια εἰς τὰς σημερινὰς κοινωνίας, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνανδρία, ἡ πολιτική. Εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τοῦ νὰ ἀγωνίζωνται διὰ τὸ δίκαιον οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι συναισθάνονται τὴν ἀδικίαν, εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τοῦ νὰ ἀγωνίζωνται ὑπὲρ τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ὑγιὴς αὐτὴ ἀρχὴ προσβάλλεται καὶ καταπνίγεται ἐπὶ βλάβῃ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Αὐτὸ εἶναι μία ἀσθένεια τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, καὶ λόγῳ τῆς ἀσθενείας αὐτῆς. Βλέπετε νὰ ἐπικρατοῦν ἄνθρωποι δημαγωγοί, ἄνθρωποι ἀνάξιοι, ἄνθρωποι ἀναρμόδιοι νὰ κανονίσουν ζητήματα μεγάλα. Πρέπει νὰ εἴμεθα λοιπὸν εὐγνώμονες, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀνθρώπους τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δελμούζου νὰ κατέρχωνται εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ νὰ ἐκφέρουν τὴν ἰδικήν των γνώμην εὐθαρσῶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ πῶς ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ καθηγητῶν Πανεπιστημίου καὶ τμηματαρχῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές, ὅτι ὁ τμηματάρχης εἶναι ὁ ἐγγύτερον συνεργάτης τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἠμφισβητήσαμεν ὅτι ὁ τμηματάρχης σήμερον πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκεῖ ἀνάγκη ἰδιαιτέρας συμπεριφορᾶς, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνεργασία τοῦ ἀμέσως προϊσταμένου μὲ τὸν ἀμέσως ὑφιστάμενον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συντρέχει μὲ τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου δὲν συνεργάζεται μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ διότι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἔχει ἀποστολὴν νὰ μεταδίδῃ εἰς τὴν φοιτῶσαν νεολαίαν τὰ φῶτα, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐρευνᾷ καὶ νὰ ἀγωνίζηται διὰ τὰς ἀληθείας καὶ διὰ τὴν μετάδοσιν τῶν πεποιθήσεών του. Καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὑπάρχον ἤδη προγενεστέρως, ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ πολιτεύηται καὶ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Γερουσίαν, νὰ κρίνῃ καὶ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν. Βλέπετε, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι σαφὴς καὶ τὸ ζήτημα οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν ἐπιδέχεται. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατὰ θεωρίαν ἔμεινε σύμφωνος μαζύ μας, καὶ μᾶς ὑπερέβαλε μάλιστα, διότι εἶπεν ὅτι δὲν θέλει νὰ τιμωρῆται ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὅταν ἔτι μετέχει εἰς πολιτικὰς διαδηλώσεις...
§163Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶπε τοιοῦτό τι.
§164ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περίπου αὐτὸ εἶπεν.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπεν ἐτιμωρήθησαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν εἰς ἑλληνικὴν συγκέντρωσιν; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν ἐπίδειξιν τῶν πολιτικῶν των φρονημάτων, διότι τότε κλονίζεται ἡ πεποίθησις ἐπὶ τῆς ἀμεροληψίας των. Ἔχουν δικαίωμα νὰ ἔχουν ἐκλογικὰ φρονήματα, ἀλλ’ ὄχι νὰ προπαγανδίζουν ἀναφανδὸν τὰς ἰδέας ἑνὸς κόμματος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κόσμος νὰ ἔχῃ πεπεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀμεροληψίας των. Κλονίζεται ἡ πίστις ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται τοὺς ὑπαλλήλους ὡς διαδηλωτάς, ἀλλὰ δὲν δέχεται τὴν ἔκφρασιν τῶν γενικωτέρων αὐτῶν ἀντιλήψεων.
§166Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεπίστωσε τὸ γεγονός, ὅτι συμπολίτης του δημοδιδάσκαλος παρηκολούθησε τὴν ἀγόρευσίν...
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἰς τὴν ἀπολογίαν του εἶπε μάλιστα, ὅτι ἐγὼ τυχαίως παρέστην εἰς τὴν ἐκλογικὴν συγκέντρωσιν. Δὲν τὸ ἐπικροτῶ αὐτό, ἀλλὰ ὑπάρχει διαφορὰ τεραστία.
§168Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σᾶς λέγω ἓν ἱστορικόν. Ὅτε ὡμίλουν εἰς τὴν Λαμίαν, εἶχον μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν μου πεντήκοντα δημοσίους ὑπαλλήλους.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπικροτῶ, κ. Ὑπουργέ, αὐτά, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ τὴν ἐπιβολὴν τιμωρίας εἰς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὴν ἔκφρασιν ἐπιστημονικῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου.
§170ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπλησίασε τὸ θέμα, λέγω ἐπλησίασε, διότι ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν κειμένων, καὶ ἠθέλησε κάπως ἐγγύτερον πρὸς τὰ πράγματα νὰ ὁμιλήσῃ, ἀνέπτυξε γνώμας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετοι μὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐξήγγειλε περὶ ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Διότι εἶπε, ναὶ μὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ δὲν πρέπει αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέπῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἀντίδρασιν. Αἴ, λοιπόν, ἐδῶ κεῖται ἡ διαφορά μας, κ. Ὑπουργέ, μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μὲ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Διότι ἡμεῖς αὐτὸ ἀκριβῶς θέλομεν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, (δὲν ὁμιλοῦμεν τώρα περὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ πᾶς πολίτης) ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπικρίνῃ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸ δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀναγνωρίσητε, δὲν θέλετε νὰ συντελέσητε ὅπως διαφωτίζηται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, δὲν θέλετε ὅπως λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συν)τος, τότε λόγοι, καὶ μόνον λόγοι εἶναι τὰ λεγόμενά σας περὶ ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Πράγματι, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ὁμιλεῖτε δῆθεν περὶ ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θέλετε ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία νὰ μὴ θίγεται ἀπὸ τὴν κρίσιν καὶ ἐπίκρισιν. Συνέβη ἐσχάτως διαπρεπὴς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐπικρίνῃ μετὰ δριμύτητος δεδικαιολογημένης πράξεις κυβερνητικάς, καὶ τοῦτο βεβαίως προερχόμενον ἀπὸ τὸν διαπρεπῆ καθηγητὴν ἔθιξε τὴν Κυβέρνησιν. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι καλά, ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ λέξεις, χρειάζεται νὰ ἐναρμονίζωνται μὲ τὴν λαϊκὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν φαντάζεται ὅτι ἐκπροσωπεῖ. Κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀντίληψιν αἱ λέξεις πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καταργῆται ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ὑπὸ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Αὐτὴ εἶνε ἡ οὐσία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ εἰλικρινῶς νὰ ἀνακοινώσῃ ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο πρᾶξις ἀντισυνταγματική, καὶ ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ. Αὐτὸ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι νὰ ἔλθῃ νὰ μεμφθῇ ἐμέ, ὅτι δῆθεν ὡμίλησα διὰ πράξεις ἀπόντων. Ἤμην ὑποχρεωμένος δυστυχῶς νὰ ὁμιλήσω περὶ μιᾶς πράξεως ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅτι σᾶς ἐπεσκέφθην ἐπανειλημμένως, καὶ ἐξηγῶν εἰς ἡμᾶς τὸ ζήτημα, σᾶς ἐζήτησα νὰ ἀνακαλέσητε τὴν ποινήν. Ἡ ἰδική σας ἀντίληψις ἦτο ὅτι, μολονότι τὸ ἄρθρον ἦτο ἐπιστημονικόν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἀνακαλέσητε διὰ λόγους τυπικούς, καὶ σᾶς εἶπον τότε, ὅτι ἡμεῖς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσκήσωμεν ἔλεγχον. Θὰ ἐπεθύμουν εἰλικρινῶς νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον αὐτόν, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς συμπολίτου μου πρώην Ὑπουργοῦ, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ. Ἀλλ’ ἡ συμπεριφορά μου ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ κανένα ἡ πρᾶξίς μου αὐτὴ νὰ παρεξηγηθῇ. Ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ προκύπτει ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος διὰ νὰ διευκρινισθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὶ μᾶς χωρίζει, διότι διαπιστώνω μετὰ λύπης μου ὅτι μᾶς χωρίζει αὐτὴ ἡ πεποίθησις. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, Κύριοι Βουλευταί, ἀδιστάκτως, ὅτι μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀρχῶν τοῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος θὰ προαχθῇ ὁ τόπος, μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης θὰ ἔχωμεν διαφώτησιν τοῦ λαοῦ, θὰ ἔχωμεν καλυτέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν, θὰ ἔχωμεν ἐφαρμογὴν καλυτέρας πολιτικῆς. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα χωριζόμεθα καὶ εἶναι ζήτημα οὐσιωδέστατον, εἶναι ζήτημα θεμελιωδῶν ἀρχῶν δημοκρατικῶν, εἶναι ζήτημα πολιτισμοῦ δι’ αὐτὸν τὸν τόπον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τανούλας.
§172Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, δὲν θὰ ἀναπτύξω τὴν σκέψιν μου ὅπως θὰ ἤθελον νὰ πράξω. Ἐν τούτοις ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν διαγωγὴν ποὺ ἐπιδεικνύουν ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀπέναντι τῶν βουλευτῶν. Διότι νομίζω, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ θὰ ἐπερίττευον ἐντελῶς. Δὲν θὰ ἐχρειάζοντο καὶ θὰ ἤρκει, διὰ νὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος, νὰ ἐκλέγωνται οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ νὰ συσκέπτωνται καὶ νὰ ἀποφασίζουν. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ὀφείλουν νὰ κατανοήσουν ὅτι, ὅπως ἀξιοῦν οὗτοι σεβασμὸν πρὸς αὐτοὺς ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν, οὕτω καὶ αὐτοὶ ὀφείλουν ἐξίσου νὰ σέβωνται τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς οὐδὲν ἀπὸ τὰ μεγάλα κόμματα Ἤθελον νὰ δώσω μόνον μερικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς διακοπῆς ποὺ ἔκαμα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἀγροτικῶν καὶ Ἐργατικῶν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὁμιλίας του, καὶ νὰ εἴπω ὅτι τὸν διέκοψα εἰς τὸ σημεῖον τοῦ λόγου του, ὅτε ὡμίλει περὶ ἰδιοκτησίας καὶ Δημοκρατίας, καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ λόγου του ποὺ ἀφεώρα κυριώτατα τὴν ἐπερώτησιν. Καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμα, διότι δὲν θέλω νὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι προστατεύει τοὺς ἐκπροσώπους τῆς δημοτικῆς γλώσσης, καὶ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει μόνον ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ἡ παράταξις ἐκείνη. Δὲν θέλω νὰ γεννηθῇ ἡ γνώμη, ὅτι μὲ τὴν διακοπὴν ἐκείνην εἶμαι ἐναντίον τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐγκρίνω τὴν πρᾶξιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς τιμωρίας τοῦ κ. Δελμούζου, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς δὲν γνωρίζω, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἐπλάτυνε τὴν ἔννοιαν τῆς τιμωρίας, διότι τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας αὐτοῦ τοῦ καθηγητοῦ, τοῦ κ. Δελμούζου, δὲν εἶναι τυχαῖον καὶ συμπτωματικόν. Εἶναι μία ἐκδήλωσις τῆς πάλης μεταξὺ τῆς ἀντιδραστικῆς πλευρᾶς καὶ τῆς προοδευτικῆς, εἶναι μία ἐκδήλωσις τῆς πάλης, ἡ ὁποία ἔχει μίαν ἱστορίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μεταξὺ τῶν δημοτικιστῶν καὶ τῶν ἀντιδραστικῶν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ τιμωρία τοῦ κ. Δελμούζου ἐκ μέρους τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Καὶ τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται καὶ δικαιολογεῖται ἀπολύτως, διότι ἀρκεῖ νὰ ρίψῃ τις μίαν ματιάν εἰς τὴν σημερινὴν ἐκπαιδευτικὴν πολιτικὴν πού ἠκολούθησεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος καὶ τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, συνεχίζει καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ διαπιστώσῃ ὅτι ἡ ὅλη τῆς ἐκπαιδευτικὴ ἐπάνω εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶνε πολιτική, πράγματι, ἀντιδραστική. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Δελμοῦζος εἶναι θιασώτης τῆς δημοτικῆς γλώσσης, δηλαδὴ τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ...
§173Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διατί τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ;
§174Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Διότι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἀποτελεῖ τὸ ὄργανον ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς θὰ γίνῃ κάτοχος τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐπιστήμης, καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ διερμηνεύῃ τὴν πολιτικὴν τῶν ἑκάστοτε ἀστικῶν Κυβερνήσεων.
§175Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν βγαίνει ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὸ Σχολεῖον.
§176Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Δι’ αὐτὸ ὑπῆρξε μία ἀντιδραστικὴ πολιτικὴ ἐπάνω εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς γλώσσης, κ. Συνάδελφοι, συνδέεται μὲ τὸ ὅλον καθεστωτικὸν ζήτημα μὲ ὅλην τὴν κοινωνικὴν πάλην, διότι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι ἡ γλῶσσα πού θὰ ὠφελήσῃ τὸν λαὸν καὶ θὰ τὸν διαφωτίσῃ. Ἡμεῖς δὲ πιστεύομεν ἀπολύτως ὅτι διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς δημοτικῆς γλώσσης δὲν θέλετε νὰ δώσητε τὰ φῶτα εἰς τὸν ἐργαζόμενον κόσμον διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ νὰ παραπλανοῦν τὸν λαόν, ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις τῆς τιμωρίας τοῦ κ. Δελμούζου δὲν ἔχει προσωπικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Δελμούζου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, οὔτε μὲ τὰς πολιτικάς του ἰδέας συμφωνῶ. Καὶ λέγω μόνον, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ του καθυβρίζεται, ὄχι αὐτός, ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ γλῶσσα. Ἑπομένως αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τιμωρίας αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω περισσότερον διατί ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, μὲ τὴν πάλην τῶν ἐκμεταλλευομένων ἐναντίον τῶν ἐκμεταλλευτῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν, εἶναι ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, ἐκπηγάζουσα μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ ἐπιβληθῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεμία δύναμις νὰ τὴν σταματήσῃ. Ἐξ ἄλλου, γνωρίζομεν ὅτι ἤδη ἔχει ἐπικρατήσει Ἐκεῖνο ποὺ ἔγινεν ἐδῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ποὺ περιέπαιξαν τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἐκδήλωσις τῆς νοοτροπίας τῶν αὐτῆς, τῆς καθαρῶς ἀντιδραστικῆς θέσεως ποὺ παίρνουν ἐπάνω εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Διότι, κατ’ ἐμέ, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ Πανεπιστήμιον ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, τὰ εἶπον καὶ τὰ ἐξεδήλωσαν κατὰ τὸν πλέον ἐντονώτερον τρόπον ὡρισμένοι βουλευταὶ τῆς παρατάξεώς του, καὶ περιέπαιξαν τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος: διατί ὁ λαὸς νὰ λέγῃ τὴν φάτνην, παχνί. Διότι, κ. Μπακόπουλε, ἡ λέξις φάτνη εἶναι ἄγνωστος λέξις εἰς τὸν λαόν καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἠθέλομεν φυτεύσει τοιαύτας παραστάσεις εἰς τὸ μυαλὸ τῶν παιδιῶν. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς τιμωρίας τοῦ κ. Δελμούζου, εἶναι καθαρὸς ἐμπαιγμὸς κατὰ τῆς δημοτικῆς γλώσσης. Ἄλλωστε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐγεννήθη καὶ ἕν ἄλλο ζήτημα. Ἐπρόκειτο διὰ τὸν κ. Σβῶλον. Καὶ ὁ κ. Σβῶλος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀπέφυγε τὴν τιμωρίαν, διότι ἦτο φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ....
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ποῖον ζήτημα;
§178Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Μαρξιστικῆς θεωρίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Δελμοῦζος δὲν εἶχε φίλον τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ οὕτω ἐτιμωρήθη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ τιμωρία τοῦ κ. Δελμούζου εἶναι ράπισμα κατὰ τῆς δημοτικῆς γλώσσης.
§179Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἀπὸ μίαν ὁλόκληρον πτέρυγα, τὴν κυβερνητικήν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ἕν ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα κόμματα τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐσηκώθη οὔτε εἷς διὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήγασεν ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης καὶ τῶν ἰδεῶν, κατέπεσαν τὰ πάντα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§181Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι Βουλευταί, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1933 ὑπεβάλλοντο εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα δύο, τρία νομοσχέδια παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας γερουσιαστοῦ καὶ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κ. Τουρκοβασίλη. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἀφεώρων τὴν διαρρύθμισιν ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ἕν ν)διον περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Λυποῦμαι δὲ διότι ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν παρευρίσκετο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀπέχουσα τότε τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὰ ἀποσπάσματα τῶν βιβλίων, διὰ τῶν ὁποίων τόσον κακοποιεῖται ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει διὰ τὰς τέσσαρας πρώτας τάξεις. Θὰ ἐπείθετο τότε, ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἥν μερικοὶ ἔλαβον ὡς λάβαρον τῶν νέων ἰδεῶν, ὡς λάβαρον μιᾶς ζωντανῆς καὶ ζωογόνου πνοῆς διὰ τὸ ἔθνος, δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἕν πρόσχημα διὰ νὰ καλύψουν σκοποὺς σκοτεινοὺς καὶ ἀντεθνικούς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δημοτικῆς γλώσσης. Ὁμιλῶ περὶ μιᾶς διανοητικῆς ἀναρχίας ἡ ὁποία διήκει διὰ μέσου τῆς βιβλιογραφικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ πῶς εὑρέθησαν γνωμοδοτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα διευθύνουν τὴν πνευματικὴν κίνησιν τοῦ ἔθνους, νὰ ἐγκρίνωσι, βιβλία τὰ ὁποῖα θρυματίζουν ὅλας τὰς ἠθικὰς ἀξίας τὰς παραδεδεγμένας ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως μέχρι τοῦδε, βιβλία εἰς τὰ ὁποῖα τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος ἐμφανίζεται ὡς μία ἀγριότης εἰς βάρος τοῦ νεοφωτίστου, βιβλία εἰς τὰ ὁποῖα ἡ θεολογία, ὑπὸ τὴν σκέπην δῆθεν τοῦ δημοτικισμοῦ, καὶ τῶν νέων ἰδεῶν, ἐξηγεῖται κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, ἔρχεται εἰς ὀξυτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὴν καθολικὴν τοῦ ἔθνους ἡμῶν συνείδησιν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἴδητε σωρείαν τηλεγραφημάτων τὰ ὁποῖα καταφθάνουν ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ πολίτας περιωπῆς ὁπωσδήποτε, ἀπὸ πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν καθολικὴν τοῦ ἔθνους συνείδησιν καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουν: Ἀναγνωρίσατε τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν διὰ τὰς τρεῖς, τέσσαρας πρώτας τάξεις, ἀλλ’ ἀποκαθάρατε τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τὸ ἀκάθαρτον, τὸ ρυπαρόν, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει τὴν διανοητικὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀναρχίαν, καὶ τὸ ὁποῖον θρυματίζει ὅλας τὰς παραδόσεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον κατασυντρίβει τὰς ἠθικὰς ἀξίας τῶν παραδόσεων, ἀποκαθάρατε τὸ περιεχόμενον αὐτὸ ἀπὸ τὰ βιβλία, ἂν θέλετε νὰ καταστήσωμεν ἡμέραν τινὰ συζητήσεως τοῦ ὅλου προβλήματος, νὰ συζητήσωμεν δὲ καὶ τὸ περιώνυμον γλωσσικὸν ζήτημα, διὰ νὰ ἐκφρασθοῦν, ἔστω ἀκόμη μίαν φοράν, ἂν θέλετε, ὡς ἐκ περισσοῦ, αἱ ἰδέαι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ εὐτυχὴς νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ διατυπώσω καὶ τὰς ἰδικάς μου σκέψεις.
§182ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἡμεῖς θὰ τὰς ἠκούομεν εὐχαρίστως.
§183Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Νὰ σᾶς εἴπω μὲ δύο λέξεις ποία εἶναι ἡ διαφωνία μας. Λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ μητρική μας γλῶσσα, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπήραμεν ἀπὸ τὴν μάννα μας, εἶναι ζωντανή.
§184ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν ἐξετείναμε τὸν λόγον οὔτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος.
§185Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ Δελμούζου καὶ περὶ γλώσσης. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κρίνω τὸν ἄνδρα. Ἀλλ’ ὀφείλω, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἔχω δὲ καὶ ὑποχρέωσιν, νὰ προστατεύσω τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐκπαιδευτικούς, τοὺς λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἠκούσθησαν ἄλλαι ὕβρεις καὶ βαρεῖς χαρακτηρισμοὶ κατὰ τοῦ κ. Δελμούζου, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει ἓν δεδικασμένον, ἀπόφασις ἀθωωτικὴ τοῦ Κακουργιοδικείου Ναυπλίου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν πανηγυρικὴν διάψευσιν τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες διεδόθησαν τότε εἰς βάρος τοῦ κ. Δελμούζου. Ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χαρακτηρισμοὶ βαρεῖς καθ’ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου. (χειροκροτήματα). Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰ χειροκροτήματα, ἀλλὰ πιστεύσατε ὅτι ἀπὸ τοῦ στόματός μου δὲν θὰ ἀκουσθῇ κἄτι τι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀποτελῇ ἀλήθειαν ὑποκειμενικήν. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν εἰς μίαν φιλικὴν συζήτησιν μὲ τὸν κ. Μυλωνᾶν, νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι γλωσσολόγος, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην ἑνὸς μεγάλου γλωσσολόγου, τοῦ κ. Χατζηδάκι, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθεὶς ἀπὸ ἕνα συνάδελφόν του: Εἶσθε ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς, ἢ ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς; Ἀντὶ ἀπαντήσεως, ὑπέμνησε τὸν μύθον τῆς καμήλας, ἡ ὁποία ἠρωτήθη ἂν προτιμᾷ τὸν ἀνήφορον ἢ τὸν κατήφορον. Καὶ ἀπήντησεν: ἐχάθη ὁ ἴσιος δρόμος; Λοιπόν, λέγω, ἂν θέλετε τὰς σκέψεις μου, ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐμάθαμεν ἀπὸ τὴν μάννα μας, διὰ τὰς πρώτας τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου ἀποτελεῖ παιδαγωγικὴν καὶ γλωσσικὴν ἀνάγκην. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι πρέπει ἐκ τοῦ γνωστοῦ νὰ βαίνωμεν πρὸς τὸ ἄγνωστον. Καὶ εἶνε βέβαιον ὅτι πρῶτον θὰ πάρωμεν τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἱκανότης τοῦ νὰ προσλαμβάνωνται καὶ νέαι παραστάσεις ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, διὰ νὰ πλουτίζωμεν τὴν συνείδησιν τοῦ παιδιοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ περαιτέρω ἀκόμη, βλέπω καὶ μίαν τάσιν διαστροφῆς εἰς τὸ νὰ καταστῇ ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία εἶναι ὄργανον τῆς διανοήσεως, ὄργανον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ ταχύτερον καὶ ἄμεσον ὄργανον τῆς σκέψεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἠμπορῇ ὁ γράφων καὶ ὁ λέγων νὰ συνδέεται καὶ ἐπικοινωνῇ ἀπευθείας μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀκροατοῦ ἢ τοῦ ἀναγνώστου, βλέπω μίαν διαστροφὴν ἀντιλήψεων, ζητουσῶν νὰ δημιουργήσουν ἕνα γλωσσολογικὸν τύπον καὶ νὰ δημιουργήσουν....
§186ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ δὲν εἶνε τύπος. Ἄν εἷς μεταχειρίσθη ἀδεξίως μίαν ξένην λέξιν, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τύπον. Τύπος εἶνε ἡ κλῆσις, γενική, δοτική, κλπ. Μὴ ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι τύπον ἀποτελεῖ ἡ λέξις «σπετσαρία», διότι τότε δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν.
§187Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ ἁπλῆ καθαρεύουσα....
§188ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τί θὰ εἴπῃ ἁπλῆ καθαρεύουσα;
§189Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σᾶς ὡμίλησα μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς ὁποίας κάμνετε χρῆσιν.
§190ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀκαθόριστα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν σύγχυσιν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν παιδιῶν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν διὰ συζήτησιν ἀπόψε. Ἐὰν θέλετε, ὡρίσατε μίαν ἡμέραν διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα.
§191Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐὰν θέλετε πάρετε τὴν προκήρυξιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖ περιλαμβάνεται τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν τοῦτο τὸ ὀνομάζετε ἀντίδρασιν, τότε δὲν γνωρίζω τί θὰ ὀνομασθῇ δρᾶσις.
§192ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι μία φράσις πολὺ βαρεῖα.
§193Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ποία, κ. Πρόεδρε;
§194ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπατε ὅτι θὰ ἀπαντήσητε διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι μεταχειρίζονται τὴν δημοτικήν, διὰ νὰ καλύψουν οἱ ἄνθρωποι τοὺς σκοτείους σκοπούς των. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ φράσις ἐλέχθη γενικῶς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε λογοτέχνης, οὔτε εἰς τὸν προφορικόν μου λόγον ἔχω συνηθίσει νὰ ὁμιλῶ δημοτικά.
§195Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κανεὶς δὲν ἔχει μελετήσει τὸν Παλαμᾶν ὅσον ἐγώ. Τὸν ἔχω ἐγκόλπιον ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια. Καὶ σᾶς λέγω καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι συμφωνῶ μαζύ σας ὅτι ὁ κόσμος ὁ συναισθηματικός, ὁ κόσμος τῶν αἰσθημάτων, ἡ ἁπλῆ ζωή, ἡ καθημερινὴ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μὲ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν νὰ ἐκφράζηται. Δὲν θὰ εἴπῃ: «ἡ μητέρα καὶ τὸ τέκνον μου, ἰατρέ!». Θὰ εἴπῃ: «Ἡ μάννα καὶ τὸ παιδί μου, γιατρέ!», διότι αὐτὸ ἐκφράζει τὸ αἴσθημα, ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ πείσητε καὶ ὅτι, ὅταν κάμνωμεν τὴν «μεταρρύθμισιν» «μεταρρύθμιση» καὶ τὴν «ἐκπαίδευσιν» «ἐκπαίδευση», κάμνομεν δημοτικήν.
§196ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τυπικόν, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Δέχομαι τὴν ἐξήγησιν, ἀλλὰ ἡ ἔκφρασις ἔγινε γενική, καὶ περιλαμβάνει ὅλους τοὺς δημοτικιστάς, καὶ δι’ αὐτὸ χαίρω πολὺ ὅτι τὴν διορθώνετε. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι ἐπροχωρήσατε εἰς τὸ ζήτημα, εἰς τὴν ἀναγνώρισιν μερικῶν ἀληθειῶν, ἀλλ’ ἐσταματήσατε εἰς τὰ μέσα τοῦ δρόμου, ὅπως ὁ διαπρεπὴς γλωσσολόγος κ. Χατζηδάκις. Ἐπροχώρησεν, ἀνεγνώρισε μερικὰς ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ἐσταμάτησεν εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν εἰς τὰ μέσα τοῦ δρόμου.
§197Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πῶς θέλετε νὰ βαδίσωμεν; Εἰς τὸ νὰ δημιουργῶμεν λέξεις χυδαίας, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§198ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶνε ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ τὰ εἴπωμεν. Σᾶς τὸ λέγει ὅλη ἡ νεωτέρα λογοτεχνικὴ παραγωγὴ τοῦ τόπου, ὅλη ἡ νεωτέρα πνευματικὴ κίνησις, πλὴν τῆς ἐπιστημονικῆς, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν κατελήφθη ἀπὸ τὴν δημοτικήν. Σᾶς τὸ λέγει ἡ νεωτέρα πνευματικὴ κίνησις τοῦ τόπου.
§199Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σᾶς ὡμίλησα περὶ ὡρισμένων διδακτικῶν βιβλίων.
§200ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ τώρα, διότι τότε πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ βιβλία, νὰ κρίνωμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν.
§201Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ὑπουργέ, διακόψατε αὐτὴν τὴν διαλογικὴν συζήτησιν μὲ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐργατικῶν καὶ Ἀγροτικῶν, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Εἶναι βλέπετε ἕν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον....
§202ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μᾶς κατακρίνετε ὅτι ἐξήλθομεν ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως.
§203Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ τελευταῖος ρήτωρ, ὁ φίλος κ. Τανούλας, ὡμίλησε περὶ ἀντιδραστικῆς προσπαθείας ἀπὸ τῆς πτέρυγος αὐτῆς. Ἐνῶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀντιδράσεως. Πρόκειται περὶ μιᾶς δημιουργίας καὶ ἑνὸς σταθμοῦ ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργήσῃ, ὄχι μὲ ὑπερβολάς, ὄχι μὲ Κοντισμόν, ὄχι μὲ ἀναχρονισμόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ μὲ καταφθορὰν ὅλων τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τὰς ὁποίας μερικοὶ ἐξ ὑμῶν...
§204ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε γενικῶς, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὰς ἠθικὰς ἀξίας ποὺ ὑποστηρίζετε, τὰς ὑποστηρίζουν περισσότερον οἱ δημοτικισταὶ ἀπὸ τοὺς καθαρευουσιάνους. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τοὺς λόγους τοῦ ἀειμνήστου Μαβίλλη, ὁ ὁποῖος εἶπε τότε πολὺ ὀρθῶς αὐτὰ τὰ πράγματα: «Δὲν ὑπάρχουν χυδαῖαι λέξεις. Ὑπάρχουν χυδαῖοι ἄνθρωποι».
§205Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Ἀγροτικῶν καὶ Ἐργατικῶν, βλέπω ὅτι ἐμπίπτετε εἰς μίαν παρανόησιν. Νομίζετε ὅτι ἔχετε ἕνα ἐχθρόν, μίαν ἀντίδρασιν, κατὰ τῆς ὁποίας ὀφείλετε νὰ βάλητε, καὶ νομίζετε ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ αὐτῶν τῶν ὀλίγων συγγραφέων τῶν διδακτικῶν βιβλίων.
§206ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν συμβαίνει ἕν ἢ δύο βιβλία νὰ μὴ εἶναι καλά, νὰ τὰ διώξητε αὐτὰ τὰ βιβλία.
§207Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ θὰ κάμωμεν.
§208ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν καὶ ἄριστα ἐκπαιδευτικὰ βιβλία.
§209Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Συνεχίζετε τὰς διακοπὰς διαρκῶς, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ πλέον ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω τὴν πεῖραν τὴν κοινοβουλευτικὴν τὴν ἰδικήν σας. Μολονότι δὲ γνωρίζω νὰ διατυπώνω μερικὰς σκέψεις, ὡς τόσον ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, διότι εἶμαι ὁ τελευταῖος ὁμιλῶν, καὶ δὴ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Βουλῆς, νὰ εἶμαι σύντομος. Σᾶς ὁμιλῶ, ὄχι κατὰ τῶν δημοτικιστῶν, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατ. καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος. Δὲν ὡμίλησα, κ. Παπαναστασίου, περὶ τῶν δημοτικιστῶν καθόλου, ὡμίλησα περὶ μερικῶν συγγραφέων διδακτικῶν βιβλίων, οἱ ὁποῖοι, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ δημοτικισμοῦ, ἐπαρουσίασαν καινὰ δαιμόνια, ἢ μᾶλλον δαιμόνια καταστρεπτικὰ καὶ φθαρτικὰ τῆς ψυχῆς τῶν ἑλληνοπαίδων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα ρύπον καὶ τὸν ρύπον αὐτὸν θὰ ζητήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποκαθάρῃ ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἕν μέτρον τὸ ὁποῖον ἔτεινε πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἦτο τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τοῦ κ. Τουρκοβασίλη. Διὰ τοῦ σχεδίου τούτου τοῦ νόμου, τὸ μὲν καθιεροῦται ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἰς τὰ τέσσαρα πρῶτα χρόνια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ δὲ καθιεροῦται ἡ ἁπλῆ καθαρεύουσα, μία γλῶσσα ἁπλῆ διὰ νὰ δύναται νὰ παρακολουθῇ ὁ ἀπόφοιτος τοῦ Δημοτικοῦ Σνολείου τὴν ἐφημερίδα. Μίαν τελευταίαν παρένθεσιν διὰ τὸ ζήτημα καὶ τελειώνω τὸ γλωσσικόν. Λέγει ὁ Δελμοῦζος: Μὰ τὴν ἐφημερίδα δὲν τὴν καταλαβαίνει τὸ παιδί. Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγω. Τὴν ἐφημερίδα δὲν τὴν καταλαμβάνει τὸ παιδί, καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ὀλίγον τὴν καθαρεύουσαν, ἐὰν πρόκειται νὰ μορφωθῇ, ὥστε νὰ ἠμπορῇ νὰ διαβάζῃ μίαν ἐφημερίδα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐφημερὶς πρέπει νὰ γραφῇ εἰς τὴν δημοτικήν! Μὰ ἀφοῦ δὲν γράφεται εἰς τὴν δημοτικήν, ὅπως δὲν γράφονται εἰς τὴν δημοτικὴν αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ὅπως δὲν ὁμιλεῖται εἰς ἐπισήμους αἰθούσας, ὅπως δὲν γίνονται αἱ διαλέξεις, αἵτινες πραγματεύονται ἐπιστημονικὰ ζητήματα κλπ., δι’ αὐτὸ ν’ ἀφήσωμεν τὸν λαὸν αὐτὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ μίαν γλῶσσαν, ἓν σύστημα γλωσσικόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὴν ζωήν; Διότι ἡ γλῶσσα εἶναι ὄργανον τῆς ζωῆς, ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ζωήν. Νὰ γραφῇ ἡ ἐφημερὶς λέγουν οἱ δημοτικισταὶ εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν δημοτικήν. Καὶ ἀπαντᾷ ἡ σημερινὴ ἐκπαίδευσις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Τελειώνω λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, μὲ τὸ γλωσικὸν ζήτημα, καὶ εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην μίαν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Σᾶς κάμνω τώρα μίαν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἔχω μὲ τοὺς δημοτικιστὰς μεγάλην διαφορὰν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, καὶ ὅτι ἡ δημοτική, ἄν θὰ εἰσαχθῇ, θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἀνωτέρας θὰ εἰσαχθῇ ἡ καθαρεύουσα ἡ ἁπλῆ, διὰ νὰ καταστῇ εὔχρηστον ὄργανον ὡρισμένων ἰδεῶν. Περαιτέρω, τὸ ζήτημα ἐγενικεύθη, καὶ ὀρθῶς, καὶ ἄν αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, τὴν αἰσθάνομαι, διότι ἤχθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς νὰ διατυπώσουν σκέψεις τινὰς σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀπόφασις τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κ. Τουρκοβασίλη, κατὰ τοῦ κ. Δελμούζου. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἐνόμισεν, κρίνων ὡς δικαστής καὶ ἀσκῶν πλέον πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης κ. Δελμοῦζον, διότι ἔγραψε δύο ἢ τρία ἄρθρα, δὲν ἐνθυμοῦμαι διὰ τῶν ὁποίων ἐπέκρινε σφόδρα τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Τουρκοβασίλη εἰς τὰ Νομ. Σώματα. Ἐθεώρησε δὲ τὰ ἄρθρα αὐτά, οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἐπικριτικά, ἀλλ’ ὡς μίαν συστηματικὴν ἐκδήλωσιν καὶ ἀπροκάλυπτον ἀντίδρασιν ὑπὸ σκοποῦ γινομένην, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν. Οὕτως ἔκρινεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης. Ὅτε κατὰ τὸν Δ)βριον τοῦ 1933, ἢ μᾶλλον κατὰ τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1933. ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἢ δέκα πέντε ἡμέρας μετά, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος μοὶ ὑπέδειξε τὴν τιμωρίαν αὐτήν, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ καταστήσω ἀντικείμενον προσεκτικῆς μελέτης τὴν ὑπόθεσιν. Πράγματι, ἐζήτησα τὸν φάκελλον. Δὲν εἶχον τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν τὰ ἄρθρα. Ἀνεζήτησα αὐτὰ καὶ τὰ ἀνεῦρον. Μετά τινας ἡμέρας ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι εἶχον μεγίστην ἔκτασιν, καὶ πράγματι καθυστέρησα ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ μελετήσω τὸν φάκελλον. Ὅταν ἐμελέτησα τὸν φάκελλον, Κύριοι, —ἔχω κριτήριον τὴν νομικήν μου συνείδησιν καὶ τὴν ἐπιστημονικήν μου συνείδησιν—ὁμολογῶ ὅτι, παρ’ ὅλον ὅτι τρέφω βαθεῖαν ἐκτίμησιν εἰς τὰς ἀρετὰς τὰς πολιτικὰς καὶ προσωπικάς, τὴν ἀμεροληψίαν, καὶ τὴν ἀνωτερότητα τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ κ. Τουρκοβασίλη, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατυπώσω ἐν τῇ συνειδήσει μου, καὶ μετέπειτα καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος, διαφωνίαν πρὸς τὸν κ. Τουρκοβασίλην, καὶ τοῦτο διότι ὁσονδήποτε καὶ ἄν αἱ γνῶμαι τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Δελμοῦζος διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἦσαν ἐσφαλμέναι ἢ ἀντισυνταγματικαί, ἐλάμβανον ὡς πρώτην βάσιν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως. Καὶ τὶς δὲν θὰ συμφωνήσῃ μεθ’ ὑμῶν, κ. Παπαναστασίου, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως εἶναι μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας καὶ εὐγενεστέρας κατακτήσεις τῆς ἀνθρωπίνης προσπαθείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως; Τίς δὲν θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ἐλευθερία αὐτὴ τῆς σκέψεως δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ ὑποστῇ εἰς τοὺς σημερινοὺς χρόνους μίαν ἐπιβουλὴν χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ διαμαρτυρία; Τίς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, μεταξὺ τοὐλάχιστον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον πάντοτε τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, ὅπως καὶ ὅλας τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἔθεσεν ὡς σημαίαν, καθ’ ὃν χρόνον διωγμοὶ καὶ ἐπιβουλαὶ ἐτελοῦντο ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν τῶν λαϊκῶν; Ἐμνήσθητε τῆς Δημοκρατίας, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, καὶ ἐμνήσθητε, ὡς ἐὰν εἴχετε τὴν ἀξίωσιν τῆς πατρότητος τῶν διατάξεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα...
§210ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μερικῶν ἔχω τὴν πατρότητα.
§211Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τουλάχιστον αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψίς μου. Λέγω λοιπόν, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς κοινῆς συνειδήσεως, καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ λόγους πολὺ ἐκφραστικωτέρους, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἔντυπος χάρτης. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶνε ἁπλῶς εἷς χάρτης ἄψυχος. Τὰ Συντάγματα στηρίζονται εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται νὰ εἶνε ὥριμος, καὶ τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ πάντοτε τὴν ἔκφρασιν τὸ Σύνταγμα.
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὥριμος ὁ λαός;
§213Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω.
§214Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε ἡ παραβίασις δὲν εἶναι μόνον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινῆς συνειδήσεως.
§215Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι καὶ τὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωνται ἐκ τῶν ἄνω, ὅπως ἐπεβλήθη τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐκ τῶν ἄνω.
§216ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λάθος ἔχετε, καὶ αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ τὸ ἀπέδειξαν.
§217Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀφήσατέ με νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἱστορίαν τώρα. Ὅτε ἐγένετο τὸ δημοψήφισμα, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἦσθε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἀπηυθύνθητε πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, εἴχετε καθιερώσει τὴν Δημοκρατίαν διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ σᾶς ὑπνθιμίζω ἀκόμη λεπτομερέστερον ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἀπηυθύνεσθε εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὑπῆρχον πέριξ ὑμῶν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἴπῃ «ὄχι», ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν «ναὶ» καὶ θὰ ἐπιβάλωμεν τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ ἐγὼ τότε εἶπον, περιοδεύων εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς ἦτο τὸ ἀντιλαϊκὸν καὶ τὸ ἀντιδημοκρατικόν, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ Δημοκρατία ἐκ τῶν ἄνω, ἀντὶ νὰ λάβῃ μορφωτικὴν κίνησιν ἐκ τῶν κάτω, καὶ νὰ ἀποτελέσῃ κοινὸν κτῆμα τῶν πανελλήνων. Ὅπως ἐπεβλήθη τώρα, ἀναντιρρήτως καὶ τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα τῆς Δημοκρατίας, ὅπως ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ Δημοκρατία, μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τὸ πολιτικόν, μὲ τὸ περιεχόμενον τὸ κοινωνικόν. Διότι κατὰ φύσιν εἶναι δημοκράτης ὁ ἑλληνικὸς λαός, μὴ ἀνεχόμενος οὔτε ἀριστοκρατίαν, οὔτε ἀνισότητα, ὅπως λοιπὸν ἡ Δημοκρατία, μὲ τοιοῦτον εὐρὺ περιεχόμενον ἀπὸ αἰώνων εἶχεν ἐγκαθιδρυθῇ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ἦτο Δημοκρατία μόνον, διότι τὴν ἐπεβάλατε κατὰ τύπους, διότι ἡ Δημοκρατία αὐτὴ ἡ ἐπιβληθεῖσα οὕτω πως παρ’ ὀλίγον νὰ ἐκτραπῇ εἰς ἄθυρμα εἰς χεῖρας ὀλίγων συνταγματαρχῶν, καὶ ἀντὶ τῆς σεμνῆς καὶ λευκῆς παρθένου, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ σκορπίζῃ τὴν γαλήνην, ὀφείλει νὰ σκορπίζῃ εὐτυχίαν εἰς τὸν λαόν, ἐκινδύνευε νὰ γίνῃ κοκκινόσκουφος Μεξικανὶς εἰς χεῖρας ὀλίγων στρατιωτικῶν, οὕτως...
§218ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἡ Δημοκρατία ἐπεβλήθη, διότι ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ ἦτο νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ διότι ἡ καθιέρωσίς της ἀπετέλει κτῆμα ἠθικῆς τάξεως, καὶ ἐξησφάλιζε τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τόπου.
§219Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σεῖς ἀγωνίζεσθε περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τῆς Δημοκρατίας καὶ ὄχι περὶ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεωδῶν.
§220ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε;
§221Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἱστορία...
§222ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λέγω ὅτι ἡμᾶς ἐνδιαφέρει τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῆς Δημοκρατίας.
§223Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει καθόλου τὸ οὐσιαστικόν. Σᾶς ἐνδιέφερε μόνον ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις.
§224ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σφάλλεσθε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ πρώτη φορά!
§225Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀπὸ τὰς αὐτὰς λοιπὸν πεποιθήσεις ἀγόμενος, εἶπον εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου, μοῦ φαίνεται κατὰ τὴν μετὰ τὰς ἑορτὰς ἐπανάληψιν τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος, ὅτι, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ προκατόχου μου, δὲν θὰ ἡρμήνευον τὰ ἄρθρα αὐτὰ ὡς περιέχοντα ἀντίδρασιν, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐνόμιζον ὅτι ἀποτελοῦν μίαν ἔκφρασιν ἐλευθέρας γνώμης, ἐπιστημονικῆς, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχει εἷς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐπιστημονικὸν ἡγέτην τοῦ τόπου, νὰ ἐκφράσῃ.
§226ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἀντίδρασιν δι’ ἄρθρων του ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ.
§227Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἠθελήσατε καὶ προχθές, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Ἀγροτικῶν καὶ Ἐργατικῶν, ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω τὴν φράσιν, νὰ προκριματίσητε, ὅπως εἶπον, τὴν συζήτησιν τὴν ἀποψινήν, προκαλοῦντες τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην, καὶ χωρὶς νὰ ἑρμηνεύσω τὰς σκέψεις ἐκείνας, περιορίζομαι νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ τὰς θεμελιώσω ἐπὶ τῆς βάσεως τῶν συλλογισμῶν τοῦ Ἀρχηγοῦ μου καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λέγω, καὶ ἐκφράζω τὴν γνώμην, ὅτι: εὐτυχὴς ὁ πράττων τὰ κοινά, ὁ ἡγούμενος ἑνὸς Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ εὐθαρσεῖς καὶ θαρραλέους ὑπαλλήλους παρ’ αὐτῷ διὰ νὰ τὸν συμβουλεύουν καὶ νὰ ἐκφράζουν μετὰ παρρησίας καὶ θάρρους τὴν γνώμην των, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ θάρρος νὰ διαφωνοῦν, καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀντιτίθενται, διότι πιστεύω ὅτι, ὅσον ἐπωφελὴς εἶναι εἷς ἀντικειμενικὸς καὶ ἀπρόοπτος ἔλεγχος διὰ τὸν πράττοντα τὰ κοινά, καὶ ὅσον μεγάλη ὑπηρεσία εἶναι δι’ αὐτὸν τοῦτον πρὸ παντός, τόσον πιστεύω ὅτι ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν προκύπτει πάντοτε ἡ ἀλήθεια. Τόσον πιστεύω ὅτι καὶ κάθε πρᾶξις ποὺ θὰ κατέλυεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας σκέψεως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ φθορὰν μόνον, καταστροφήν, ζημίαν καὶ ἀνάλωσιν νὰ ἐπιφέρῃ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ὄψις καὶ ἔκφρασις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ, αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ἐννοίας τὴν ὁποίαν ὀνομάζουν ἐλευθερίαν, ἡ ἐλευθερία αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ παρὰ ἀπὸ τὸ μέτρον καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπονέμομεν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως τοῦ πλησίον ἡμῶν. Ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην ἕνα μέγαν δικανικόν, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη κατὰ τὸ 1868 νὰ ὑπερασπισθῇ μίαν δίκην πολιτικῶν ἀνδρῶν θαρραλέων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπογράψει τῷ 1868 τὸ δημοκρατικὸν μανιφέστον ἐν Γαλλίᾳ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. Ὁ Ὀλιβιέρος εἶχεν ἀναλάβει νὰ σχηματίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διέπραξε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τοῦ Ναπολέοντος Γʹ τὸ σφάλμα νὰ διώξῃ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ μανιφέστου ἐκείνου, ὅπως διεπράχθη καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἓν ἄλλο σφάλμα, ὕστερα ἀπὸ πεντήκοντα τέσσαρα ἔτη, ἓν ἄλλο σφάλμα πολιτικὸν ἀπὸ μέρους ἡμῶν, νὰ διωχθῇ ἓν ἄλλο μανιφέστον, τὸ ὁποῖον ἤγαγεν ὑμᾶς εἰς τὰς φυλακάς, κ. Παπαναστασίου, καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ πάρητε τὸν ρόλον τοῦ μάρτυρος. Ἦτο σφάλμα ὀγκῶδες, βαρύτατον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε εἷς μέγας ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερασπιζόμενος τοὺς πολιτικοὺς του ἀντιπάλους, εἶπε: Μὴ παρεξενεύεσθε, Κύριοι, διότι ἔλαβον τὴν θέσιν τοῦ συνηγόρου τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι καταπολεμοῦν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, διότι πιστεύω ὅτι ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐμῆς εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνδρῶν τούτων. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὰ ἁπλῶς, Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Ἐργατικῶν καὶ Ἀγροτικῶν, μία θεωρία τὴν ὁποίαν ἐκφέρομεν ἡμεῖς. Εἶναι μία ἠθική, πιστεύσατε, πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἠσκήσαμεν, τὸ λέγω ἐν ὀνόματι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας ἐκπροσωπῶ τὴν στιγμὴν αὐτήν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁλόκληρος ἡ ζωὴ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἦτο παρὰ μία πάλη διαρκὴς τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἠθικοῦ τούτου στοιχείου κατὰ τῆς ἐπαγομένης ἑκάστοτε κατ’ αὐτοῦ βίας. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπόν, νὰ κατηγορηθῶμεν ἡμεῖς ὅτι τὰ ἰδανικὰ αὐτὰ τῆς ἐλευθερίας ἐγκατελείψαμεν καὶ ἀπεμπολήσαμεν. Ἐὰν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ προκατόχου μου, καὶ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐσημειώθη μία διάστασις γνωμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, δὲν δύνασθε οὔτε κατ’ ἐκείνου νὰ βάλλητε, οὔτε κατ’ ἐμοῦ νὰ ἀπευθύνητε τὴν αἰτίασιν ὅτι δὲν ἀνεκάλεσα τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τυπικῶς μόνον, διότι πιστεύω, ὡς πρᾶξις δικαστική, ὡς ἀπόφασις δικαστική...
§228ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ποτὲ δικαστής. Εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον.
§229Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐν τούτῳ ἀσκεῖ δικαιοδοσίαν πειθαρχικὴν καὶ δικαστικήν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πρὸς τοῦτο, σᾶς εἶπον, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, εἰπέτε εἰς τὸν κ. Δελμοῦζον, διότι ἐγὼ ἀποκλειστικῶς πιστεύω ὅτι κακῶς ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ αὐτή, καὶ ἀπόδειξις ὅτι σᾶς ἔδωκα τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐπερωτήσητε ἀπόψε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ σᾶς ἔδωκα τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπητε μερικὰς ἀποστροφάς, καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πτέρυξ αὐτὴ ὡς ἀντιδραστική, ἐνῶ πέρα καὶ ὑπεράνω παντὸς ἄλλου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι τὰς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας ἐκράτησε πάντοτε ὡς παλλάδιον, καὶ ὅτι τὴν σημαίαν ταύτην δὲν ὑπέστειλε ποτὲ ἡ πτέρυξ αὐτή, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος) σᾶς εἶπον τότε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τοῦ εἴπητε νὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν ἵνα λάβω ἀφορμὴν πρὸς ἀναθεώρησιν. Μοῦ εἴπετε ὅτι θὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, καὶ σᾶς ἀπήντησα νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις, διότι, ἐὰν σᾶς ἔλεγον κατεπτοημένος, νὰ μὴ τὴν συζητήσωμεν, ἀλλὰ θὰ σπεύσω νὰ τὴν ἀνακαλέσω, ἐνῶ δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ τὸ πράξω, θὰ σᾶς ἔδιδον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι φοβούμεθα νὰ λογοδοτήσωμεν ἐνώπιον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ ὑποστῶμεν τὸν ἀναγκαῖον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν σᾶς τὴν ἔδωκα. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης δὲν εἶναι ὀλιγώτερον πάντων ἡμῶν ἐλεύθερος εἰς τὰς κρίσεις του, οὔτε ἀντιδραστικὸς ὑπῆρξεν ἢ εἶναι, οὔτε τὰς βασικὰς αὐτὰς καὶ θεμελιώδεις ἰδέας τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως σεβασμοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταλίπῃ εἰς τὴν ἰδίαν του σκέψιν καὶ συνείδησιν. Ἔκρινε μόνον ὅτι ἡ στάσις τοῦ κ. Δελμούζου ἦτο στάσις, περιέχουσα ὄχι ἁπλῆν διατύπωσιν ἀντιθέτου γνώμης, ἀλλ’ ὅτι περιεῖχε θετικὴν ἀντίδρασιν, τείνουσαν νὰ ματαιώσῃ ὡρισμένην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τοιαύτης σκέψεως, πεπλανημένης κατ’ ἐμέ, ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ τιμωρήσῃ τὸν κ. Καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ κ. Τουρκοβασίλης. Εἴτε δι’ ἀποφάσεως, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω ὅτι ἦτο πεπλανημένη ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγώ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, δὲν θὰ τὴν ἔδιδα. Ἐὰν μάλιστα μοὶ ἐδίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναθεωρήσω κατὰ τὴν νόμιμον διαδικασίαν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, θὰ την εἶχον ἀναθεωρήσει ἀθορύβως, χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθελήσατε νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐγένετο ἡ συζήτησις. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, τερματίζων τὸν λόγον μου, ὅτι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῆς σκέψεως, ἣν ἐπικαλεῖσθε ὡς θεμελιώδη καὶ βασικὴν ἀρχὴν τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ πραγματικοῦ λαϊκοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν αἰτίασίς τις νὰ ἀπευθυνθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἐν τῷ συνόλῳ της, διότι βαθύτερον παντὸς ἄλλου ἔχεται τῶν ἰδεῶν τούτων, τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως. Ἀπόδειξις, ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην, κ. Βουλευταί, αἰσθάνεται τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὑτή, ἀσχέτως πρὸς τὴν πλάνην ἥτις τὴν ὑπηγόρευσε, δὲν ἦτο ὀρθή, διότι ὑπῆρξεν ἁπλῶς μία γνώμη ἐπιστημονική, ἥν διετύπωσε μετὰ δυνάμεως ἴσως ὁ κ. Δελμοῦζος, ἀλλὰ γνώμη, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, δὲν ἀπετέλει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντίδρασιν. Ἐπειδὴ δὲ ἀκόμη πιστεύω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῶν λαῶν, καὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀτόμων τὰς πνευματικάς, ὑφίστανται μερικαὶ ἀναλογίαι μὲ τὴν φυσικὴν ζωήν, σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν ἤμην ἐγώ, δὲν θὰ ἐτιμώρουν αὐτόν, οὔτε θὰ ἐνόμιζον ἄξιον νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι φρονῶ, ὅτι, ὁσονδήποτε δριμέως καὶ ἂν ἐκφέρεται μία σκέψις, σκέψις ἡ ὁποία ἐνδεχόμενον νὰ ἀπορρέῃ ἐκ καλῆς πίστεως, φρονῶ, καὶ ἐν τούτῳ θὰ διατυπώσω καὶ μίαν ἄλλην διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω μὲ τὸν ἀξιότιμον γερουσιαστὴν ἐξ Ἀρκαδίας καὶ τέως Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ὁ κ. Δελμοῦζος διὰ τῆς ἀπολογίας του ἔδωκε τοιαύτας ἐξηγήσεις, ὥστε ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν ἐπαρκεῖς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ γίνῃ ἀμφισβήτησις αὐτῶν, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπισήμου θέσεως τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ πέρα αὐτοῦ, δὲν ἔχει καμίαν σκοπιμότητα, κατ’ ἐμέ, ἡ δίωξις ἐπιστημονικῶν, ἀκόμη καὶ πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἐμνήσθην τῶν παραδειγμάτων αὑτῶν ἐκ τῆς ἱστορίας προχείρως διότι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν ἔκτασιν ἡ συζήτησις, διὰ νὰ καταφύγω εἰς περισσότερα ἱστορικὰ παραδείγματα, ἐὰν μοὶ παρεῖχεν ὁ χρόνος καὶ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν καθημερινὴν ζωὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντλήσῃ τις τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ δίωξις πολιτικῶν σκέψεων καὶ ἐπιστημονικῶν ἰδεῶν δὲν ἔχει καμμίαν σκοπιμότητα καὶ ἀποτελεῖ πραγματικὸν ἀναχρονισμόν. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀντλήσω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους μίαν παρομοίωσιν: ὁ ἀτμοσφαιρικὸς ἀήρ, ὁ ὁποῖος ὅταν εἶναι ἐλεύθερος, ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, μίαν διάχυτον ἐνέργειαν ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ, ἐὰν ἐγκλεισθῇ καὶ πιεσθῇ, ἀποτελεῖ μίαν δύναμιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποβῇ καταστρεπτική, ὅπως καταστρεπτικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ καὶ ἡ δίωξις πολιτικῶν ἢ ἐπιστημονικῶν ἰδεῶν. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀνακαλέσω τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἐὰν ἤθελεν ὑποβάλει αἴτησιν ὁ κ. Δελμοῦζος. Μοὶ εἴπετε ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν ὁ κ. Δελμοῦζος.
§230ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ θεωρεῖ μειωτικὸν δι’ ἑαυτόν.
§231Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἴπετε ὅτι θὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Δὲν φοβούμεθα τὸ φῶς τῆς συζητήσεως. Τοὐναντίον μάλιστα ἐπαναλαμβάνω διὰ μίαν τελευταίαν φορὰν νὰ εἴπω, μίαν προσωπικήν μου γνώμην, ὅτι κάθε πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος πράττει τὰ κοινά, εἰδικῶς ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, θεωρεῖ εὐτυχῆ ἑαυτὴν κάθε φορὰν ποὺ πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον αὐτόν, διότι ὁ ἀπρόσωπος καὶ ἀντικειμενικὸς ἔλεγχος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν πρὸς τοὺς πράττοντας τὰ κοινά. (χειροκροτήματα).
§232Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο ἀερώδης. Δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μὲ τὴν λέξιν «ἀερώδης». Ἀερώδη ἐχαρακτήρισα θεωρητικῶς τὴν συζήτησιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς πολὺ θετικωτέρας συζητήσεις νομοθετικάς, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀπόψε νὰ κάμωμεν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκπροσωποῦντα τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις διὰ νὰ κάμωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ὁ κ. Παπαναστασίου εἶπεν ὅτι ὑπάρχουν ἐπερωτήσεις κατεπείγουσαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συζητηθοῦν, καὶ ὑπέδειξε τὴν πρώτην. Ἤδη ἐτελείωσε καὶ αὐτή. Νὰ εἰσέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§234Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ νέων ἰδεῶν καὶ παλαιῶν, περὶ νέων καὶ παλαιῶν ἡμερολογίων, περὶ νέων καὶ παλαιῶν πραγμάτων, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι καὶ τὰ τηλέφωνα τῆς Βουλῆς εἶναι πεπαλαιωμένα καὶ πρέπει νὰ διορθωθοῦν, ὅπως διορθώνονται ὅλα τὰ παλαιὰ πράγματα. Πῆγα νὰ πάρω ἀπόψε ἕν τηλέφωνον, καὶ μὲ ἐτίναξε.
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). (Δὲν ἠκούσθη).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεχείρησα, κ. Κούνδουρε, νὰ τὰ διορθώσω, ἀλλὰ μοῦ ἐζήτησαν νὰ δαπανήσω ἑκατὸν χιλιάδας δρχ. Ἐσκέφθην ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ νὰ ἐγκατασταθῶμεν εἰς τὴν νέαν Βουλὴν θὰ ἦτο περιττὴ μία τοιαύτη δαπάνη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4639 περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν ἐγγείων βελτιώσεων κλπ». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4878 «περὶ Ἑνώσεως Κιτροπαραγωγῶν Κρήτης». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου· «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5903 «περὶ συστάσεως Εἰδικῶν Ταμείων Κατασκευῆς Ἁμαξιτῶν Ὁδῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀκτοπλοϊκῶν συγκοινωνιῶν καὶ μεταφορῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τὸ πρῶτον ψηφισθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐπεκτάσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γερουσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐξήσεως ἀποζημιώσεως βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, ὡς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας».
§242Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ συζήτησιν.
§243Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§244Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§245Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν ὑποβάλει πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§246Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τὸ ἀποσύρῃ.
§247ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸ ἀποσύρητε.
§248ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν δὲν ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἂς μείνῃ τελευταῖον, διὰ νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄλλα.
§249Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέχομαι νὰ μείνῃ τελευταῖον.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 4650 εἰς Θεσσαλίαν καὶ διαρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». Ὁ κ. Χατζηγιάννης.
§251Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ ἐπεκταθῶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκυκλοφόρησαν νέαι μέθοδοι πολιτικῆς, ἐπειδὴ ἐκυκλοφόρησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐπιστολαὶ ὅτι ἐγὼ ἀντέδρασα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ νὰ τονισθῇ ἐπισημότατα, μὲ μάρτυρας ὅλους τοὺς βουλευτάς......
§252Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶσθε ὁ εἰσηγητής.
§253Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. ... ὅτι ἀπὸ διετίας ἐνοχλῶ τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ ἂν ἐγὼ ἐψήφισα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§254Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐνθυμούμεθα ὅλοι.
§255Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω ἀκόμη τοῦτο. Ὅτι ἡ δρᾶσίς μου, βέβαια, δὲν ἄρχεται ἀπὸ τοὺς ἄμβυκας, οὔτε φιλοδοξῶ νὰ τελειώσῃ εἰς τοὺς ἄμβυκας, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν: ὅτι ἐγὼ πιστεύω βαθέως καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως ὅτι εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετηθῶσι συμφέροντα τῆς μεγάλης βιομηχανίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Θὰ τῆς εἶμαι ἀντίπαλος. Ψηφίζω τὸ νομοσχέδιον, διότι ὠφελεῖ τοὺς χωρικούς.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐγκρίσεως πληρωμῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὸν πέμπτον μῆνα (25 Ἰανουαρίου — 24 Φεβρουαρίου 1933) τῆς Γʹ Βουλευτικῆς Περιόδου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 4159 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Μαρτίου 1929 Ν. Δ. περὶ ὀργανώσεως τῆς πλοηγικῆς ὑπηρεσίας κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 134 τοῦ νέμου 5493».
§260Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸ τέλος, ἵνα διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία.
§262Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως βλέπω καὶ ἀκούω, δὲν ὑπάρχει διάθεσις ἐπιμονῆς εἰς τὰς τεθείσας χθὲς ὑπογραφὰς εἰς τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἀποσύρω τὴν ὑπογραφήν μου.
§263ΦΩΝΑΙ. Δεκτὸν. Δεκτὸν.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς, γίνεται δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§265Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀκαταστασία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, δὲν μοῦ ἐπέτρεψε νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5 πρότασιν, «περὶ ἐπεκτάσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γερουσίας». Ἤθελα νὰ γίνῃ μία δήλωσις, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ οἱ κλητῆρες.
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλά. Καλά.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀναγνωρίσεως ὑπηρεσίας περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 41 τοῦ νόμου 5712 περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς συνταξίμου τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως», (Ψηφίζεται εἰς μόνην συζήτησιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Ὁ κ. Περδικογιάννης.
§269Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ἄρθρου 5, δίδονται προνόμια εἰσαγωγῆς γεωργικῶν εἰδῶν εἰς τὸν Αὐτόνομον Σταφιδικὸν Ὀργανισμόν, καὶ εἰδικῶς μόνον διὰ τὴν μαύρην σταφίδα. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς Ἑλλάδος μόνον ἡ μαύρη σταφίς, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἄσπρη σταφίς, καὶ ἐφέτος ἀπὸ τὴν ἄσπρην σταφίδα ἐζημιώθη σοβαρῶς ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία, ἡ ὁποία, εἶνε γεγονός, εἰς τὸν νομόν μου ὑπέστη ζημίας μεγάλας. Τοῦτο δὲ διότι δὲν εἶχον ἐκεῖ τὰ μέσα ἵνα ἀγοράσουν πανιά, διὰ νὰ προφυλάξουν τὴν σταφίδα ἀπὸ τὴν βροχήν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ δώσητε τὰ αὐτὰ προνόμια καὶ διὰ τὴν μαύρην σταφίδα καὶ διὰ τὴν ἄσπρην σταφίδα. Καὶ ὁ τόπος σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παράγει ἄσπρη σταφίδα.
§270Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, δὲν δύνανται νὰ γίνουν τροποποιήσεις μετὰ τὴν ψήφισιν του ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἢ θὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν ὅπως τὸ ἐψήφισεν ἡ Γερουσία, ἢ δὲν θὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν. Ἑπομένως, προσθῆκαι νέαι δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθουν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, καὶ ἰδιαιτέρως, ὅτι ὁ Αὐτόνομος Σταφιδικὸς Ὀργανισμὸς εἶναι ἰδιαίτερος ὀργανισμὸς διὰ τὴν μαύρην σταφίδα. Ἐν τούτοις δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὸν Ὀργανισμὸν ν’ ἀναλάβῃ νὰ προμηθεύῃ πανιὰ καὶ διὰ τὴν ἄσπρην σταφίδα ἢ νὰ κάμωμεν ἕνα εἰδικὸν νόμον.
§271Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκάμαμεν ἕν νομοσχέδιον, τὸ ἐδώκαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος τὸ ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τὸ ἀπέρριψε.
§272Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Δὲν ἀπερρίψαμεν τίποτε.
§273Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς τὸ ἔδωκα προσωπικῶς.
§274Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ φέρω νέον νομοσχέδιον, ἵνα ἐπανορθώσω τὴν ἀδικίαν.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα. Ὁ κ. Ζαΐμης.
§276ΦΩΚ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ Γερουσία δὲν ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα τῆς Βουλῆς. Συνεζήτησε τὸ ζήτημα καὶ κατέληξεν εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶναι νὰ συστήσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν, καὶ εἰδικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ μελετήσουν τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, ἐὰν ὄχι μιὰ ριζικὴ λύσις, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ρυθμίσῃ τὰ πράγματα, ὥστε ὅλα τὰ κόμματα νὰ συμφωνήσουν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινα καὶ κάτι παραπάνω διὰ τὴν Βουλὴν τοὐλάχιστον, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἄμεσον ἐκπροσώπησιν, νὰ γίνουν μονιμώτεραι ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς σταφίδος, τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ καπνοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα, νὰ ἀκούουν τὰς γνώμας τῶν εἰδικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ καταλήξουν εἰς πορίσματα τὰ ὁποῖα νὰ ὑποβάλουν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§277Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Οὐδεμία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ καταρτίσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ὄχι μόνον ἐκ κοινοβουλευτικῶν ἀλλὰ καὶ ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες νὰ μελετήσουν τὸ ζήτημα. Ζήτημα, ὅπως τὸ σταφιδικόν, εἶναι ζήτημα γενικωτέρας σημασίας, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ὑπόθεσιν κομματικῆς διαμάχης. Δι’ αὐτὸ ἐδέχθημεν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, ἵνα συσταθῇ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ σταφιδικὸν πρόβλημα, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ χαραχθῇ μία ἑνιαία πολιτική, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐκτρέπωνται αἱ Κυβερνήσεις, παρὰ μόνον εἰς τὰς λεπτομερείας. Κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, ἵνα, μετὰ τὰς διακοπάς, συσταθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, χαράξῃ μίαν πολιτικήν, ἥτις νὰ ἀποτελῇ τοῦ λοιποῦ καὶ τὴν βάσιν τῆς σταφιδικῆς πολιτικῆς τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Κατεστήσαμεν πλέον συγκεκριμένα τὰ ζητήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως ὀργανικῶν τινων χρωμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ συστάσεως συλλόγων ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 11)11)33 συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων περὶ ἀγορᾶς τοῦ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἀρσάκη. Πανεπιστημίου καὶ Σανταρόζα ἀκινήτου. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἰσχυούσης νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ καθορισμοῦ τοῦ μισθώματος τῶν ἐν τῇ Νέᾳ Ἀγορᾷ Ἀθηνῶν καταστημάτων διὰ τὸ μισθωτικὸν ἔτος 1933– 1935». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐξετάσεων ὀδοντοϊατρῶν κεκτημένων διπλώματα ἀνεγνωρισμένων Σχολῶν». Ὁ κ. Σταυρόπουλος.
§286Ι. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρατηρεῖται: 1) μία οὐσιώδης παράλειψις καὶ 2ον) μία δυσνόητος φράσις, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω πῶς ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς. Ἡ παράλειψις ἡ οὐσιωδεστάτη, εἶναι ἡ ἑξῆς: Οἱ ἄνθρωποι οἵτινες πρόκειται νὰ δώσουν ἐξετάσεις καὶ νὰ λάβουν τὸ πτυχίον, δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον τί θὰ γίνουν. Θὰ ὑπάγουν εἰς τὸ Παρίσι, εἰς τὸ Βερολῖνον.
§287Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς). Μετὰ ἓξ μῆνας δύνανται νὰ ἐπανέλθουν. Κάμετε μίαν τροπολογίαν νὰ τὴν δεχθῶ.
§288Ι. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ λέγω εἶναι μία παράλειψις οὐσιωδεστάτη. Ἐπίσης ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ 1ον ἄρθρον μίαν ἀσάφειαν. Ἔχει μίαν φράσιν: «οἱ δυνάμενοι νὰ ἀσκήσουν τὸ ὀδοντοϊατρικὸν ἐπάγγελμα κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἡ φράσις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ τίνας ἀφορᾷ. Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπολυτήριον Σχολαρχείου Γερμανικοῦ;
§289ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Ἔγινε διὰ μακρῶν συζήτησις, καὶ εὑρέθηκαν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι πράγματι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἐν τάξει καὶ περιττεύει ἡ συζήτησις.
§290Ι. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τίποτε. Ἡ φράσις αὐτὴ δὲν γνωρίζομεν τίνας ἀφορᾷ. Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπολυτήριον Γυμνασίου τῆς Χώρας ποὺ ἀπέκτησαν τὸ δίπλωμά των καὶ ἔχουν καὶ τὴν ὑπηκοότητα τῆς Χώρας ἐκείνης. 7 ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἓν δίπλωμα Γαλλικοῦ Πανεπιστημίου ἢ μιᾶς Γαλλικῆς ὀδοντοϊατρικῆς Σχολῆς—καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξήσκησαν τὸ ἐπάγγελμα εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας, ἢ ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας πού, ἀπόφοιτοι Γυμνασίου, μετέβησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἔλαβον ἓν δίπλωμα ὀδοντοϊατρικῆς Σχολῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διπλώματος αὐτοῦ θὰ δύνανται νὰ ἐξασκήσουν τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν εἰς τὴν ἡμεδαπήν; Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπορίαι δὲν λύονται ἀπὸ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς, νὰ δηλώσῃ τίνας ἀφορᾷ ἡ φράσις αὐτή, διὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§291Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς). Πρόκειται περὶ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι, λαβόντες εἰς τὴν ξένην δίπλωμα καὶ ἀσκήσαντες ἐκεῖ τὸ ἐπάγγελμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι στεροῦνται ἑνὸς ἀπολυτηρίου Γυμνασίου.
§292Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ ἑξῆς. Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἀναχωρήσαντες ἐξ Ἑλλάδος μὲ ἀποφοιτήριον τῆς Βʹ τάξεως Πανεπιστημίου, μετέβησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐφοίτησαν εἰς ξένα Πανεπιστήμια καὶ ἔλαβον δίπλωμα. Οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ πολῖται δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει νὰ φοιτήσουν ὀκτὼ μῆνας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τότε θὰ δύνανται νὰ δώσουν ἐξετάσεις; Τί θὰ γίνῃ λοιπὸν μὲ αὐτούς;
§293Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουρ. τῆς Ὑγιεινῆς). Ἐὰν ἡ Σχολὴ εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὴν ἰδικήν μας, θὰ γίνουν δεκτοὶ καὶ θὰ προσέλθουν εἰς τὰς ἐξετάσεις.
§294Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἔχετε κάμει ἀντιθέτους δηλώσεις.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται τὸ νομοσχέδιον;
§296ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως». Ὁ κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ.
§298Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Φαντάζομαι ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, διὰ τῆς ἐγγράφου ἐκθέσεώς της κατώρθωσε νὰ τοποθετήσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν πρέπουσαν θέσιν του. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ὁμιλῶ μετὰ πολλῆς εὐθυμίας, διότι τὸ πρᾶγμα ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ ἕξ περίπου μηνῶν, ἀπασχολεῖ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν Βουλήν. Πῶς θὰ πολιτευθῶμεν; Ποῖον θὰ εἶναι τὸ τῆς Χώρας πολίτευμα; Ὅλη ἡ φιλοσοφία τῆς ἱστορίας εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω. Εἰς τοὺς ἀρχαίους λαοὺς ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία σεβαστὴ καὶ φοβερὰ πηγὴ ἐξουσίας, καὶ εἶχον τὸν Θεόν. Ἄν ἔλεγεν ὁ Μωϋσῆς, ὅτι ἦσαν ἰδικῆς του ἐμπνεύσεως αἱ δέκα ἐντολαί, δὲν θὰ ἦσαν αἱ ἐντολαὶ αὐταὶ οὔτε πιστευταί, οὔτε σεβασταί. Δι’ αὐτὸ ἀνῆλθεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Σινᾶ, καὶ ὅτε ἐπέστρεψε μὲ τὰς πλάκας, εἶπεν ὅτι γράφουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Ἔχομεν κατόπιν τὴν ἱεροκρατίαν. Οἱ διάφοροι σοφοὶ ἐκράτουν τὸ μυστικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἦλθε κατόπιν ὁ μεσαίων, μὲ τὸ δόγμα τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ» μοναρχίας μέχρι τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν ὁ συγκερασμὸς τῆς Βασιλείας «ἐλέῳ Θεοῦ» καὶ τῆς ἐξουσίας ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ ἦλθεν ὁ μέγας πόλεμος καὶ ἐσάρωσε τὰς «ἐλέῳ Θεοῦ» δυναστείας. Τί μένει πλέον; Ποία εἶνε ἡ πηγὴ τῆς ἐξουσίας; Μένει ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἀκούσατε ἓν παράδειγμα. Ἐπανεστάτησεν εἰς τὴν Τουρκίαν ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ, καὶ ἐνῶ εἶνεν ἀσύντακτα στίφη διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον, καὶ ἐνῶ ἦτο αὐτὸς παντοκράτωρ, συνεκρότησε μίαν Συνέλευσιν καὶ εἶπεν: «Οἱ ὅροι τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως! Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποχωρήσω. Οἱ ὅροι τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως!». Καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἄγκυραν ὑπάρχει Ἐθνοσυνέλευσις, ἀφοῦ κατηργήθη τὸ Χαλιφᾶτον, μὲ τὴν ἱστορίαν του τῶν χιλιάδων ἐτῶν, καὶ ἐξεθρονίσθησαν Σουλτάνοι καὶ ἀντικατεστάθησαν μὲ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία πηγὴ ἐξουσίας. Ποία θὰ εἶναι αὐτή; Τίποτε δὲν μένει πλέον ἄλλο, ἢ ἡ λαϊκὴ θέλησις. Καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἐκπροσωπεῖ ἡ Μεγάλη Ἐθνοσυνέλευσις, τὰ μέλη τῆς ὁποίας λαμβάνουν ἀποζημίωσιν 37 χιλιάδων δραχμῶν μηνιαίως Ἐθνοσυνέλευσις μπέηδων!
§299ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Νὰ ἔχωμεν Βουλὴν μπέηδων; Αὐτὸ θέλετε;
§300Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ἡμεῖς ἐδῶ θὰ ἔχωμεν Βουλήν, ὄχι μπέηδων, ἀλλὰ Βουλὴν λαοῦ. Θέλομεν ἀκριβῶς νὰ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας εἰς τὰ πτωχὰ καὶ τίμια παιδιὰ τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν θέλομεν ἡ Βουλὴ νὰ παραμένῃ προνόμιον τοῦ πλούτου. (χειροκροτήματα). Κύριοι, ἂν ὑπῆρξε μία μεγίστη δημαγωγία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ λαοῦ, αὐτὴ ἦτο ἡ δημαγωγία ἐπάνω εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Ἄν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι τόσον τυφλός, τόσον καθυστερημένος, ὥστε νὰ πιστεύσῃ αὐτὴν τὴν δημαγωγίαν, τοῦ λέγω ὅτι, ἂν κάμῃ μίαν Βουλὴν δωρεάν, θὰ ἐξοικονομήσῃ δέκα ἢ εἴκοσιν ἑκατομμύρια δρχ. κατ’ ἔτος ποὺ εἶναι ἡ δαπάνη τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ θὰ φορολογῆται κάθε χρόνον μὲ δέκα δισεκατομμύρια δραχμῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι τοῦ πλούτου δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ φορτώνουν ἀφόρητα βάρη ἐπάνω εἰς τὴν ράχην τοῦ λαοῦ. (χειροκροτήματα). Τί λοιπὸν προτιμᾷ ὁ λαός; Δέκα ἑκατομ. διὰ τοὺς βουλευτάς, ἢ δέκα δισεκατομμύρια δραχμῶν φόρους; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Ἀλλ’ ἐφόσον τὸ ζήτημα ἐτέθη, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ αὔξησις ὅπως πρέπει, ἄλλως ἐγὼ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπορρίψῃ πᾶσαν τροπολογίαν καὶ νὰ γνωσθῇ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ζοῦν μὲ τὴν παλαιὰν ἀσκητικὴν αὐτῶν ἀποζημίωσιν Λέγω ἀκόμη καὶ τοῦτο. Ἂν θέλετε, καταργήσατε ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν ὡς ἀντιδημοκρατικήν! Ἐφόσον ὁ λαὸς θὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέγῃ διὰ τῆς ψήφου του, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ἀκόμη ἐλέγετε ὅτι οἱ βουλευταὶ θὰ πληρώνουν διακοσίας δραχμὰς διὰ νὰ εἰσέρχωνται καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔρχομαι ἐδῶ καὶ θὰ πληρώνω τὰς διακοσίας δραχμὰς κατὰ συνεδρίαν, διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύω τὸν λαόν. Διὰ νὰ τελειώνωμεν λοιπόν, διερμηνεύοντες ὁμόφωνον τὴν γνώμην, ὄχι μόνον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων).
§301Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται ὀλιγώτερον τὰς ἀνάγκας τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Βεβαίως, ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν δὲν εἶνε μισθός. Εἶνε ἕν ποσὸν τὸ ὁποῖον καταβάλλεται εἰς αὐτούς, διότι στεροῦνται τῆς ἐργασίας των καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται πρὸς συντήρησίν των. Ἔλεγον μίαν φορὰν μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις χαρακτηρίζεται ὡς δωρεὰν ἐκ τοῦ νόμου διατροφὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσουν. Ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ὁρίζεται σήμερον, δὲν εἶναι βεβαίως ἐκείνη ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι καὶ τὸ Κράτος ἔχει ποικίλας ὅσας ἀνάγκας. Κατὰ δὲ τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ ἔτος ὑπεβλήθη εἰς πολλὰς νέας δαπάνας. Διότι δυστυχῶς δὲν ἦσαν μόνον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἱκανοποιοῦνται εἰς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχουν, ἀλλ’ ἦτο ἀκόμη καὶ ὁλόκληρος ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἤδη μίαν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ μὴ νομίζετε ὅτι ἱκανοποίησεν ὅλας τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς. Εἶναι πάμπολλαι αἱ ἀνάγκαι αὐταὶ καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας αὐτάς. Δι’ αὐτό, παρ’ ὅλον ὅτι ἀναγνωρίζω ὅσα ἐξέθηκεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, θὰ συστήσω καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιοῦν κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθοῦν εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον, μολονότι ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκές, ἀποτελεῖ ὅμως κάποιαν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Διότι τὸ ποσὸν τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν αὐξάνεται καὶ ἀνέρχεται εἰς 10.500, διότι ἀπαλλάσσεται τοῦτο τῆς κρατήσεως τοῦ 6%.
§302ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὀλίγη.
§303Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω ὅτι αἱ ἐντατικαὶ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐκούρασαν ἀρκετὰ τοὺς κ. Βουλευτάς, καὶ δι’ αὐτὸ δίδομεν καὶ μίαν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ψηφισθῇ κατόπιν ὁ νόμος, πρέπει νὰ ἀρκεσθοῦν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτήν.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§305Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὑπάρχουν διάφοροι διακρίσεις. Διάκρισις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διάκρισις τοῦ ἑνὸς κόμματος ἀπὸ τὰ ἄλλα. Διάκρισις τῶν Ἀρχηγῶν ἀπὸ τοὺς βουλευτάς. Ἀλλ’ αἱ διακρίσεις αὐταὶ εἶναι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἥτις μᾶς ἐνδιαφέρει, καθαρῶς θεωρητικαί. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν, ὑπάρχουν καὶ διακρίσεις οὐσιαστικαί, διακρίσεις πλουσίων καὶ πτωχῶν, διάκρισις ἐργαζομένων καὶ μή, διάκρισις βουλευτῶν, ἐχόντων μεγάλας ἀνάγκας, ἀπὸ βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκας, ἢ ἔχουν μικρὰς τοιαύτας. Τὸν πρόλογον τοῦτον ἔκαμα διὰ νὰ τονίσω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς μου, ὅτι τοὐλάχιστον αἱ γνῶμαι αἱ ἰδικαί μου, εἶναι γνῶμαι προσωπικαί καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὰς γνώμας τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. Καὶ τοῦτο διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἔχουν σχέσιν αἱ θεωρητικαὶ ὡς ἄνω διακρίσεις, ἀλλ’ αἱ οὐσιαστικαὶ τοιαῦται, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ ἐκφέρῃ γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν καὶ πρὸς τὰς ἀτομικὰς καὶ πολιτικάς του ἀνάγκας καὶ οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἢ πρὸς ἄλλην τινὰ ἰδιότητά του. Εἴχομεν ἀρχῆθεν καὶ διατηροῦμεν ἔκτοτε τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ ἡ βουλευτικὴ ἐπιχορήγησις, ἀλλὰ δὲν ἐξεκινήσαμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἴμεθα μισθοφόροι. Πιστεύομεν ἑαυτοὺς διακόνους τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς πατρίδος, διατεθειμένους νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ ἂν ἀκόμη πρόκειται νὰ ἐνδυθῶμεν τρίχινον σάκκον. Ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον. Αἱ γνῶμαι μας διεπλάσθησαν καὶ διετυπώθησαν μετὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ὡς ἑξῆς: Ὁ κοινοβουλευτισμός, ὡς σύστημα ἀνθρώπινον, ἔχει τὰ τρωτά του. Ὡς καθεστώς, ἦτο ἄλλοτε περισσότερον ρωμαλέον, περισσότερον ἀνεκτόν καὶ ἕνεκα τούτου, παρὰ τὰς ἀπουσίας, παρὰ τὴν ἀπροθυμίαν, παρὰ τὰς ὀλιγωρίας τῶν βουλευτῶν, τὸ καθεστὼς τοῦτο παρέμενε σεβαστὸν καὶ ἀκλόνητον εἰς τοὺς παλαιοτέρους καιρούς. Ἔκτοτε ὅμως μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις. Τὸ κοινοβούλιον, ὡς σύστημα, δὲν συγκινεῖ πλέον, ὡς ἄλλοτε συνεκίνει. Τὸ κοινοβούλιον ὡς καθεστώς, δὲν διατηρεῖ πλέον τὴν ἰσχύν, τὴν ὁποίαν διέθετε παλαιότερον. Γεννᾶται συνεπῶς τὸ ἐρώτημα. Μήπως τάχα μεταξὺ τῶν μέσων ἀναστηλώσεως, συγκρατήσεως καὶ ἐξυψώσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ παρ’ ἡμῖν, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν, δύναται νὰ καταταχθῇ καὶ ἡ ἔρευνα τῶν οἰκονομικῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους διαβιοῦν οἱ βουλευταί; Βεβαίως, αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας κινοῦνται οἱ βουλευταὶ ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἥτις ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ἀνωτερότητα, τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τὴν ὁποίαν διαθέτουν οἱ ἐκπροσωποῦντες αὐτό. Ὁσάκις ὡμίλησα περὶ τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως ἢ μᾶλλον περὶ τῆς ἀνάγκης βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν μέσων παραστάσεως καὶ κινήσεως τοῦ βουλευτοῦ, συνεδύασα τὸ ζήτημα αὐτὸ μὲ τὸ ζήτημα τῆς καθιερώσεως τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον κατέκρινα, καὶ κατακρίνω «περὶ μεσαζόντων» καὶ τὸν ἕτερον νόμον, ὃν κατακρίνω ἐπίσης, «περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες». Ἀμφότεροι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐπεδίωξαν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ἐξυγίασιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἐπιδιώκουν νὰ ἐμπνεύσουν ἓν πνεῦμα λιτότητος καὶ ἀρετῆς εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε διαχειρίζονται τὰ δημόσια πράγματα, ἐν οἷς βεβαίως πρώτην θέσιν κατέχουν οἱ βουλευταί. Εἴπομεν καὶ λέγομεν ὅτι διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν δὲν θὰ ἐπέλθῃ κανὲν ἀποτέλεσμα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ νομοθέτης. Ὠφελήματα μεγάλα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν θὰ ἀποκομίσωμεν μόνον ἐκ τοῦ δικαίου διακανονισμοῦ τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως. Δὲν ἐζητήσαμεν αὔξησιν διὰ νὰ καταστήσωμεν τοὺς ἑαυτοὺς μας πλουσιωτέρους. Ἐζητήσαμεν ἁπλῶς τὴν δημιουργίαν καταστάσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀπουσιάζουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, νὰ προθυμοποιοῦνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ ἔρχωνται παρεσκευασμένοι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν. Ἀπέναντι τῆς μικρᾶς οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὡραματίσθημεν τεράστια ἠθικὰ ὠφελήματα. Ὡραματίσθημεν βουλευτὰς προθύμους καὶ ὄχι ρήτορας ἀμελετήτους, οὔτε ὑπερασπιστὰς ζητημάτων ἀγνοουμένων. Πόσοι βουλευταὶ εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ ἀφήνουν τὰς ἐργασίας των καθημερινῶς καὶ νὰ παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις; Πόσοι εἶναι οἱ ἔχοντες καιρὸν νὰ μελετήσουν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀσχοληθοῦν; Πόσοι εἶναι οἱ ἱκανοὶ νὰ ἀγοράσουν βιβλία διὰ νὰ πλουτίσουν τὰς γνώσεις των; Πόσοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν εὐχέρειαν νὰ μελετήσουν ἐπὶ τόπου τὴν σωρείαν τῶν προβλημάτων, ἅτινα ὑφίστανται ἢ γεννῶνται εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας; Πόσοι, τέλος, εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ παριστάνουν τοὺς βουλευτὰς καὶ ὄχι τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ τοὺς οἰκογενειάρχας καὶ τοὺς βιοπαλαιστάς; Ἐκ τῶν καθημερινῶν παραδειγμάτων ὅλων αὐτῶν τῶν περιπτώσεων φέρω ὡς παράδειγμα τὰ περίφημα παραγωγικὰ ἔργα τοῦ Ἀξιοῦ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Μακεδονίας, διὰ νὰ ἐρωτήσω πόσοι βουλευταὶ εἶχον τὸν καιρὸν ἢ καὶ τὰ μέσα, νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ ἔργα αὐτά καὶ νὰ σχηματίσουν ἄμεσον περὶ αὐτῶν γνώμην; Ὡραματίσθημεν λοιπὸν μέγιστα ἠθικὰ ὠφελήματα, ὅτε ὑπεβάλλομεν τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων. Καὶ οἱ ὁραματισμοί μας δὲν ἦσαν ξένοι πρὸς τὴν πρακτικὴν τοῦ ζητήματος ἄποψιν, ἢ μᾶλλον, δὲν ἦσαν στεῖροι καὶ δὲν θὰ ἀπέβαινον μάταιοι. Ἐκτὸς τῶν ἀναφερθέντων ὠφελημάτων εἴχομεν πάντοτε ὑπ’ ὄψει νὰ συνδυάσωμεν, μὲ τὴν αὔξησιν τῆς ἐπιχορηγήσεως, τὴν καθιέρωσιν εὐρυτάτων «ἀσυμβιβάστων» πρὸς τὰ ἔργα τοῦ βουλευτοῦ. Καὶ ἂν ὡρισμένα ἐπαγγέλματα δὲν ἐκηρύσσοντο νόμῳ ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, σιωπηρῶς, ἐν τούτοις θὰ καθιεροῦτο τοιοῦτό τι, διότι ὁ βουλευτὴς, ὁ ἐπαρκῶς ἀποζημιούμενος, θὰ ἠδύνατο οἴκοθεν νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὴν ἄσκησιν ἐπαγγέλματος, ἤ ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν εἰς ὑποθέσεις ἱκανὰς νὰ τὸν ἐκθέσουν εἰς μείωσιν ἤ παρεξήγησιν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν διάταξιν τοῦ Τουρκικοῦ Κώδικος, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἀνέφερα. Κατ’ αὐτήν, οἱ μυλωνάδες δὲν ἠμποροῦν νὰ διατηροῦν κοτέτσι. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι οἱ ἐκ τῶν μυλωθρῶν διατηροῦντες ὀρνιθῶνας φυσικὸν εἶναι νὰ τρέφουν τὰς ὄρνιθάς των ἀναλώμασι τῆς πελατείας των. Δὲν γνωρίζομεν ἂν ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν τοιοῦτοι μυλωνάδες διατηροῦντες κοτέτσια, γνωρίζομεν ὅμως ὅτι ἡ πρότασίς μας θὰ φέρῃ μεγάλην βελτίωσιν καὶ θὰ προλάβῃ πολλὰς περιπτώσεις ἐκμεταλλεύσεων καὶ παρεξηγήσεων. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμβοῦν πάντα ταῦτα, πρέπει ἡ δοθησομένη αὔξησις νὰ εἶναι ἀξία λόγου, νὰ δύναται νὰ ἀποσπάσῃ τοὺς βουλευτάς, τοὺς πτωχοὺς βουλευτάς, ἀπὸ τὸ γραφεῖόν των, τὰ ἐργαστήριά των, τὰ καταστήματά των, τὰς ἐπιχειρήσεις των, καὶ νὰ τοὺς προσκολλήσῃ εἰς τὸ βουλευτικόν των καθῆκον. Περὶ ἀξίας λόγου αὐξήσεως ὁμιλοῦμεν, διότι μόνον ἡ τοιαύτη αὔξησις θὰ ἀποδώσῃ ὅσα ὡραματίσθημεν καὶ ὅσα ἀναμένει ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς ἡ Χώρα. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ δοθῇ σοβαρὰ αὔξησις, δίδεται ἁπλῶς ἐλαχίστη τοιαύτη, θὰ εἶναι ἀστεῖον νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ὅσα ἀναμένομεν, καὶ προτιμοῦμεν νὰ λείψῃ ὁλοτελῶς. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει τὸ νομοθέτημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ δεκτόν. Εἶναι προτιμότερον νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παλαιὸν καθεστώς. Ἄν θέλετε μάλιστα νὰ προχωρήσωμεν καὶ περαιτέρω, καὶ νὰ μειώσωμεν τὴν ἐπιχορήγησιν τὴν ὁποίαν παίρνομεν σήμερον. Τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται συμβιβασμοὺς καὶ συναλλαγάς, ἀλλὰ πρέπει, ἢ νὰ λυθῇ ὡς ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν, ἤτοι διὰ σοβαρᾶς συζητήσεως, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν, ἢ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει καὶ νὰ ἔλθῃ ἄλλη Βουλὴ καὶ ἄλλη Κυβέρνησις, διαθέτουσα περισσότερον ἐνδιαφέρον διὰ τὸν κοινοβουλευτισμόν, νὰ τὸ λύσῃ. Ἄν θέλετε συμβιβασμοὺς καὶ ἂν φοβεῖσθε τὰς παρεξηγήσεις καὶ τὰ σχόλια, ἡμεῖς προτείνομεν ἄλλην λύσιν. Προτείνομεν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ αὐξήσητε τὴν βουλευτικὴν ἐπιχορήγησιν μόνον διὰ τὸ μέλλον. Δώσατε μίαν αὔξησιν ἀξιοπρεπῆ διὰ τὸ μέλλον, ὥστε νὰ παρασχεθῇ ἡ ἐγγύησις ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἡ πολιτικὴ δὲν θὰ καταντήσῃ προνόμιον τῶν ὀλίγων πλουσίων, ἀλλὰ θὰ μένῃ πάντοτε δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν τέκνων τοῦ πτωχοῦ καὶ τιμίου λαοῦ. (χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης). Ἐξ ὀνόματος, κ. Βουλευταί, τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς, ἐξ ὀνόματος τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποζοῦν διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των, ἐξ ὀνόματος στερεότητος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, προτείνω ἢ νὰ δοθῇ ἀξιοπρεπὴς ἐπιχορήγησις ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἢ νὰ παραμείνῃ ἡ ἐπιχορήγησις ὅπως ἔχει καὶ νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἄν ὅμως ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ὑπάρχει πρότασις νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§306Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλήξωμεν εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην καὶ αὐτὴ νὰ κανονίσῃ τί δύναται νὰ δώσῃ.
§307Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰπέτε μας τὴν γνώμην σας, διὰ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν.
§308Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ δεχθῶσι τὴν αὔξησιν...
§309Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δέχονται.
§310Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἀφήσατε νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον βλέπομεν.
§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§312Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐνόμισα, κ. Βουλευταί, ὅτι μὲ τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία δίδεται, εἶναι δυνατὸν ὄχι πλήρως, ἀλλὰ κατὰ μέρος τοὐλάχιστον, νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, καὶ ἐφόσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου βαίνουσι κατ’ εὐχήν, θὰ ἴδωμεν ἀργότερον τί θὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶσθε σύμφωνοι, ἂς ἀποσυρθῇ ἄν θέλετε τὸ νομοσχέδιον.
§313Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἑτέρα γνώμη περὶ τοῦ ὅτι τὸ νομοθέτημα πρέπει νὰ ματαιωθῇ. Δὲν ὑπάρχει λόγος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποσχεθῶμεν ὅμοια ἀνταλλάγματα ἐκ τῆς διδομένης αὐξήσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος καὶ νὰ δεχθῶμεν τὴν αὔξησιν, διότι τότε, πράγματι, θὰ μεταβληθῶμεν εἰς μισθοφόρους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται παρὰ μόνον πῶς νὰ αὐξήσουν τὸν μισθὸν αὐτῶν ὅπως, ὅπως. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ ὅπως ἡ πρᾶξις αὕτη, ὅπως ἡ ματαίωσις τοῦ νομοθετήματος, μὴ θεωρηθῇ ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης ὡς ἔλλειψις ἠθικῆς δυνάμεως πρὸς ἐκτέλεσιν ἑνὸς καθήκοντος, διότι βεβαίως ὑπάρχει ὁ φόβος νὰ εὑρεθοῦν πολλοὶ σχολιασταὶ καὶ νὰ μᾶς εἴπουν: Ἀπετολμήσατε μίαν ἀνίερον πρᾶξιν, μίαν ἐκμετάλλευσιν, μίαν ἐπιδρομὴν κατὰ τοῦ δημοσίου χρήματος, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεχαιτίσθητε. Εἶναι λοιπὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ματαιώνει αὐτό, νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ταῦτα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βουλευτικὴν ἐπιχορήγησιν. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τὰς δαπάνας του, καὶ δὲν θέλω νὰ ἔχω γνώμην. Δίδετε, κ. Πρωθυπουργέ, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας αὔξησιν, καὶ οἱ βουλευταὶ ἂς ἀσκητεύουν, ὡς πράττουσι μέχρι σήμερον.
§314Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ κύριος ἐκ Λασιθίου Βουλευτὴς εἶπε πολλὰς ἀληθείας, δὲν παραδέχομαι ὅμως ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, ἐὰν λάβουν τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν καθώρισε τὸ νομοσχέδιον.
§315Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποσύρατε τὸ νομοθέτημα.
§316ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέν τὸ θέλομεν.
§317ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορίαν.
§318Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἐὰν ἐπρόσεξα εἰς τὰς φράσεις μου, δὲν ἀπέφυγα τὰς παρεξηγήσεις. Οὐδέποτε ὑπεστήριξα ὅτι θὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐπιχορήγησιν ἡ ἐργασία καὶ ἡ ἀπόδοσις τῶν βουλευτῶν. Ἀνέφερα καὶ συγκεκριμένας περιπτώσεις καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ δύνανται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ γραφεῖα καὶ τὰ ἐργαστήριά των. Καὶ πληροφορῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ πρωΐ θὰ συναντηθῶμεν μὲ τὸν κ. Καλκάνην, μὲ τὸν κ. Μπαμπᾶκον καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Κακουργιοδικεῖα καὶ τὸ βράδυ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διανυκτερεύσωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόουν ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ τῶν βιοπαλαιστῶν βουλευτῶν δικαιολογεῖ μίαν ἐπαρκῆ ἐπιχορήγησιν.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀλεξᾶτος.
§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀποσυρθῇ. Κατόπιν τῆς κατηγορηματικῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι ἐξευτελιστικὸν διὰ τοὺς βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συζητῶμεν ἀκόμη.
§321Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀπορριφθῇ.
§322ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριοι, εἰς ὃ σημεῖον ἔχουν φθάσει τὰ πράγματα ἐδημιουργήθη μία ἰδιάζουσα θέσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κ)σεως, ὄχι καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Ἡ θέσις αὐτὴ εἶναι θέσις αὐτόχρημα ἠθική, εἶναι θέσις εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν διέξοδον αὐτὸς καὶ μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὅτε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ συνέτασσε καὶ ὑπέβαλλε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ὡς ἐκπροσωποῦσα τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀνεμέτρησεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίζεται ὅτι ἀνεμέτρησε διὰ νὰ ἀρνῆται νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Οὔτε εἶναι δυνατόν, κ. Βουλευταί, νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ἔστω καὶ ἂν οὗτος εἶναι ὁ ἐντιμότατος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀπέβαλε κάθε αἴσθημα ἐντροπῆς, καὶ παραβλέπουσα τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Πατρίδος της καὶ τοῦ λαοῦ, ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεώς της. Θὰ ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ φέρῃ διὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ χρόνου πολλοῦ ἐτήρησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, ἴσως δὲ καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γραφῇ ἕν ἄρθρον ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία, ὡς ἀπεδείχθη, εἶχε σκοπὸν καὶ συμφέρον νὰ διασύρῃ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς κατακραυγῆς ἡ ὁποία θὰ ἠκούετο εἰς τὰς τριόδους καὶ τὰ καφφενεῖα, τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς τοὺς βουλευτάς, δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δὲν θὰ εἶχεν ἀναμφισβητήτως καμμίαν σημασίαν, καὶ πρὸ παντὸς ἠθικήν. Ἀλλ’ ὅτε θέτει οὕτω τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λέγει, ὅτι ὅλοι σεῖς, ὅλη ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, παρὰ τὴν μελέτην τὴν μακρὰν τοῦ ζητήματος, παρὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξητάσθη τοῦτο ἀπὸ ὅλας τὰς ἀπόψεις, ὅτι ὅλοι, λέγει, σεῖς, δι’ οὐδὲν ἄλλο ἐνδιαφέρεσθε, εἰμὴ μόνον διὰ τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ παραβλέπετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ καὶ μόνον ὑποστηρίζω καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ καὶ μόνον ἐπιμελοῦμαι, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Εἶνε τοῦτο μία ἀποδοκιμασία, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἥτις θίγεται βαθύτατα καὶ καιριώτατα, διότι προέρχεται ἡ ἀποδοκιμασία ἀπὸ τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διὰ νὰ σᾶς παραστήσω τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ σήμερον καὶ τὰς ἀνάγκας ἀπὸ τὰς ὁποίας μαστίζεται. Διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐκτελοῦμεν ὅπως πρέπει τὸ βουλευτικόν μας καθῆκον, καὶ δὲν τὸ ἐκτελοῦμεν, κ. Βουλευταί, ἐλλείψει τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παρέχῃ τὸ Κράτος, νὰ παρέχῃ ἡ Πολιτεία ἡ ἐκπροσωποῦσα τὸν λαὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα, καὶ δι’ ὃν ἀφιερώνομεν καὶ καταναλίσκομεν τὸν βίον ἡμῶν ὁλόκληρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐφόσον οὕτω πως τίθενται τὰ ζητήματα, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θελήσῃ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἠθικὴν ἡμῶν θέσιν, ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀποκαταστήσωμεν ἡμεῖς, ὄχι ὅμως νὰ φθάσωμεν μόνον μέχρι τοῦ νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱαδήποτε πρότασις περὶ οἱασδήποτε αὐξήσεως ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν μήπως εἶναι ἀνάγκη κατόπιν αὐτοῦ τοῦ διασυρμοῦ τὸν ὁποῖον ὑπέστημεν, νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ καθήμεθα εἰς τὰ ἕδρανα αὐτά. (χειροκροτήματα).
§323Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§324Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλαμεν ἀναβολήν. Δὲν θέλομεν νὰ διασυρώμεθα. Νὰ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἡ Βουλή.
§325ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀποσυρθῇ.
§326ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ φωνὴ τῶν κ. Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§327Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον, μίαν ἔχω γνώμην: Ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ ἐκκρεμότης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπὶ μίαν ἀκόμη ἡμέραν, ἀφήνει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ διασυρμὸς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς Βουλῆς, ὁ ἀληθῶς ἀφορήτως παρατεινόμενος ἀπὸ τριμήνου, ἕνεκα τῆς ἀναποφασιστικότητος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ἀλλὰ νὰ τὴν λάβῃ τὴν ἑσπέραν αὐτήν.
§328ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§329ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρθετάτη ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ οἱαδήποτε ἀναβολή.
§330Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§331ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶπον προχθές, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§332Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄς ἀφήσῃ τὸν τρόπον αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἀποφεύγῃ τὰς εὐθύνας. Ἀπέκρουσα ἄλλοτε μόνος ἐγὼ πρότασιν αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως.
§333Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς εἶπον νὰ ἀναλάβητε οὐδεμίαν εὐθύνην.
§334Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐζητήσετε προχθὲς ρητῶς...
§335Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα τίποτε. Ἐγὼ γνωρίζω πόσον εἶναι κακαὶ αἱ συνεννοήσεις αὐταί.
§336Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ λάβητε τὰς ἀποφάσεις σας.
§337Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον τὰς ἀποφάσεις μου. Ἡ ἀπόφασίς μου εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
§338Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνετε νὰ διασύρεται ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ Βουλή. (Ὁ κ. Καφαντάρης κτυπᾷ τὴν χεῖρα του ἐπὶ τοῦ καθίσματος).
§339Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ κτυπᾶτε τὸν γρόθον σας κ. Καφαντάρη; Τὰς ἀποφάσεις μου τὰς ἔχω λάβει ἐγώ, καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ἐπιμένω.
§340Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε οὐδὲν θάρρος. Σύρεσθε καὶ ἀμφιταλαντεύεσθε διαρκῶς. Λάβετε τὰς ἀποφάσεις σας.
§341Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυσαρεστεῖσθε ἴσως, διότι ἔλαβον μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία δὲν σᾶς ἱκανοποιεῖ.
§342Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε αὐτὰ δι’ ἡμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ. Λυμαίνεσθε τὴν Ἀρχήν...
§343Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τὴν Ἀρχὴν τὴν λυμαίνεσθε σεῖς. Εἶσθε πάντοτε λυμεῶνες.
§344Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Θέλετε νὰ τὴν δεχθῆτε, ἔχει καλῶς. Δὲν θέλετε, μὴ τὴν δεχθῆτε.
§345Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν δεχόμεθα. Τὸ ζήτημα παρεξηγήθη, ἐξετράπη τῆς θέσεώς του. Δὲν τὴν θέλομεν.
§346ΒΡ. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§347Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. (Θόρυβος).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§349Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ εἶχε γίνει, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τίποτε ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπον, ἐν τούτοις ἔρχομαι νὰ ἀναγνωρίσω τὴν ἀξίωσιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὄχι πλήρως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἱκανοποιήσω πλήρως, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀναγνωρίσω κατὰ μέρος, ὁρίζων τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ μῆνα εἰς δραχμὰς ἕνδεκα χιλιάδας. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ κ. Βουλευταί, ὅτε ἐλάμβανον τὰς 7.000 δρχ. χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν μὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ἀναγνωρίζουσα λέγω, τὰς ἀνάγκας, παρέσχεν εὐκολίας εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, εἰς τρόπον ὥστε σχεδὸν παρέσχε ποσὸν 11 ἢ 12 χιλ. δραχμῶν. Ἵνα ἔκτοτε νομιμοποιήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ κ. κ. Βουλευταί, δέχεται ὅπως ἡ ἀποζημίωσις ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Περιόδου. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπὶ πλέον, θὰ κρατῆται παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς συμψηφισμὸν τοῦ χρέους ἐκείνου. Ἀπὸ σήμερον δὲ καὶ ἑξῆς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἰσχύος τοῦ νομοσχεδίου, θὰ κρατῆται ποσὸν δύο χιλιάδων δραχμῶν μέχρι καλύψεως τοῦ χρέους. Τοῦτο εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἂν τὸ δέχεται ἡ Βουλή...
§350ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§351Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ προσωπική μου γνώμη διατηρεῖται ἀκλόνητος.
§352Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι τὸ 6% δὲν θὰ κρατηθῇ ἀπὸ τῆς Περιόδου αὐτῆς.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κυρώσω τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ὑπ’ εὐθύνην μου.
§355ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον καὶ ὥραν 2.30 π.μ. (Ὥρα 8 καὶ 30′)