Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Δ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 89

1933.12.31

4.047 στίχοι · 29.514 λέξεις · 1 πίνακας · 236 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1933.12.31
Προεδρεία
ΧΑΡΑΛ. Κ. ΒΟΖΙΚΗ
Περίοδος
Δ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89η

ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1933

Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ

(Ὥρα 1 π. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Ε-ΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ προστασίας τῶν δυνάμει τοῦ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1929 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων κ. λπ. κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 4180 διορισθέντων παρὰ τοῖς Δήμοις τοῦ Κράτους ἐφέδρων παλαιῶν πολεμιστῶν». Ὁ κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀμοιβῆς εἰς τούς καταδώτας κεκρυμμένων χρημάτων κλπ.». Ὁ κ. Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ ἀναβολῆς τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἐκλογῶν καὶ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου διενεργείας αὐτῶν». Οἱ κ. κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1933 Συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παραδόσεως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 50.000 ὁμολογιῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας δραχμῶν 50.000.000 τοῦ δανείου ἀποζημιώσεως ἀνταλλαξίμων τύπου 6% 1928 ἵνα διανείμῃ ταύτας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ 75% τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τούς δικαιούχους ἀποζημιώσεως ἀστοῖς ἀνταλλαξίμους ἐκ τῆς πρώτης νομίμου προκαταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν κλπ.».

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, εἶναι γνωστὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἑλλάς, τῇ συναινέσει μάλιστα ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου αὐτῆς. Ἡ ἐξωτερική μας πολιτική, εἶναι ἡ ἀνάπτυξις φιλικῶν σχέσεων μεθ’ ὅλων τῶν Κρατῶν, καὶ ἰδιαιτέρως μετὰ τῶν Βαλκανικῶν τοιούτων. Ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐχρησίμευσε τὸ Σύμφωνον ἐγκαρδίου συνεννοήσεως, τὸ ὁποῖον συνήφθη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας τὴν 14ην Σεπτεμβρίου 1933. Τὸ Σύμφωνον τοῦτο ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν εἰς Ἑλληνικὸν καὶ Γαλλικὸν κείμενον, πρὸς ψήφισιν καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταλῇ, νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ σχετικὰ διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν ἐπίσης τάς ἐξωτερικάς μας σχέσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἑτέραν συμφωνίαν, ἥτις συνήφθη μετὰ τῆς Τουρκίας πρὸς κατάργησιν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν διαφόρων σχέσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Διὰ τῆς συμφωνίας, ἥν συνήψαμεν μετὰ τῆς Τουρκίας, θὰ καταργηθῇ αὕτη μετὰ ὀκτάμηνον ἀφότου ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος. Εἶνε ἀναγκαία καὶ ἡ κατάργησις καὶ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως ταύτης πρὸς κατάργησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι γνωρίζετε ὅτι ἀρκετὰ δαπανῶνται, ἐνῶ ἤδη ἔχουν ἐκκαθαρισθῆ σχεδὸν κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ διαφοραί, καὶ ἐλάχισται ὑπολείπονται ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν διάρκειαν τῶν ὀκτὼ μηνῶν, μετὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθοῦν. Οὕτω πως θὰ ἐκκαθαρισθοῦν πλέον ὁριστικῶς αἱ σχέσεις μας καὶ θὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς δαπάνης τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ στείλῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τὰ δύο νομοσχέδια, ὅπως τὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως πρὸς ψήφισιν μετὰ τὴν ἐκ νέου ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινων τοῦ νόμου 5940». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν μετασχόντων τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου 1933». Ὁ βουλευτής κ. Μπότσαρης ἔχει τόν λόγον.

§7Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ πράγματι ματαίαν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιχειρημάτων εἰς τὴν σημερινήν συζήτησιν, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πρὸ τριμήνου νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶνε τόσον προφανής ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὥστε, λόγῳ τῆς διαθέσεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν κάτω Βουλήν, καὶ τοῦ συστήματος τοῦ διέποντος τὴν ἄνω τοιαύτην, δὲν ἀπέμεινε καμμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι μετὰ τὸν τακτὸν χρόνον τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ καθίστατο νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν σημαίνει ὅμως ὅτι ἡ ματαία αὐτὴ συζήτησις εἶναι καὶ περιττή, διότι, ἐὰν συντόμως τοὐλάχιστον λάβῃ χώραν, θὰ ἀποτελέσῃ κἄτι τι τὸ διαφωτιστικὸν καὶ εὔχομαι, ὥστε, ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην ὥραν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον ὠθεῖ τὰ πράγματα διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς δὲν εἶναι μέτρον συντελεστικὸν τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον τὸ προορίζει. Ὅλως τοὐναντίον, ἀποτελεῖ κἄτι τι ἐπικίνδυνον δι’ αὐτόν, τὸ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν εὐστάθειαν τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ δὲν ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως τὸν καλλίτερον τρόπον τιμωρίας τῶν πταισάντων. Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν προγενεστέραν συζήτησιν, καὶ σήμερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ καὶ πάλιν ὅτι δὲν ὑπῆρξε διάφορος ἡ ἀντίληψίς μας, περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ πταίσαντες καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ κράτος τῶν νόμων εἰς βάρος τῶν ἀξ)κῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν καταδίκην τοῦ κινήματος, ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι τὰ βαρέα περὶ τὴν πειθαρχίαν ἁμαρτήματα δὲν πρέπει νὰ παραμείνουν ἀτιμώρητα, ὑπάρχει κἄτι τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι μᾶς χωρίζει βασικῶς καὶ τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἀδιστάκτως φρονοῦμεν ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν περιπτώσεις τιμωρίας, τὸ πλαίσιον τῶν κειμένων νόμων παρουσιάζει τόσην εὐρύτητα, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς σύστημα ἀμφιβόλου ἀποτελεσματικότητος, ἀναμφισβητήτως ἐξερχόμενον τῶν πλαισίων καὶ τῶν θεσμίων ἡμῶν καὶ λίαν πιθανῶς καὶ τῶν συνταγματικῶν ἐπιταγμάτων. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν συμφωνῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας, ἀνθιστάμεθα εἰς τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προέκρινε καὶ διὰ τοὺς προμνησθέντας λόγους καὶ διότι θεωροῦμεν τὸ μέτρον τοῦτο κατ’ ἐξοχὴν κινδυνῶδες. Διότι τὶς δύναται νὰ μᾶς διασφαλίσῃ ὅτι ἐὰν παρουσιασθῇ ἐνδεχομένως μία ἄλλη Κυβέρνησις δὲν θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἡ νῦν τοιαύτη, διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ μίαν ἀλλοίωσιν τῆς συστάσεως τοῦ στρατεύματος, ἢ διὰ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ὑποκειμενικὴν αὐτῆς ἀντίληψιν εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀντικειμενικῆς ἐρεύνης τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπουν οἱ καθεστηκότες νόμοι; Ἀλλὰ ἡ ψυχὴ τοῦ νομοθετήματος ἐμφανίζεται εἰς μίαν τῶν φράσεων τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκφέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Εἶχεν εἴπει: «Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς χεῖρας ἄλλων δικαστῶν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τούτων, ἐφόσον οἱ τακτοὶ δικασταὶ κατεπρόδωσαν τὸ καθῆκον των». Ἄ! Κύριοι, εἶναι ἐξαιρετικὰ τολμηρόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου ἀποτελεσματικὸν τὸ νὰ δισβαίνωμεν τόσον εὔκολα πέραν ἐκείνων τὰ ὁποῖα παγίως ἔχουν τεθῆ εἰς ἓν Κράτος. Καὶ θὰ εἴπωμεν: δὲν ὑπῆρξεν ἕως τώρα κανεὶς κολασμός; Εἶναι βέβαιον ὅτι μετὰ πολλῆς περισσείας παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης οἱ ἀξιωματικοί, ὄχι μόνον οἱ κυρίως ἐν προκειμένῳ ἁμαρτήσαντες, ἀλλὰ καὶ δευτερεύοντες τοιοῦτοι. Ὑπῆρξε κἄν ἰσορροπία εἰς τὰς παραπομπάς; Ὑπῆρξε κἄν ἰσορροπία εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν κρίσιν τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν στρατιωτικῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων, κατὰ πρωτοφανῆ παράβασιν τῶν εἰθισμένων, προεπέμφθησαν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, πρὶν ἡ Ποινικὴ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη ἢ ἡ Ναυτικὴ τοιαύτη ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της; Γνωρίζομεν καλῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ, ὅτι τοιαύτη ἰσορροπία εἰς τὰς κρίσεις δὲν ὑπῆρξε καὶ γνωρίζομεν τὸ παράδειγμα τοῦ ὅπλου τῆς Ἀεροπορίας, ὅπου ὁ διχασμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάσας τὸν κολοφῶνα, ὁ διχασμὸς τῶν ἀξιωματικῶν κυρίως, ἀναλόγως τοῦ συστήματος τῆς ἐκ τῶν σχολῶν ἢ μὴ προελεύσεως αὐτῶν, ἔφερεν, ὥστε νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἡ κρίσις, προκειμένου περὶ ἁμαρτημάτων ἀξιωματικῶν προερχομένων ἐκ τῶν σχολῶν καὶ ἐπιεικεστέρα ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐξίσου πταισάντων, ἀλλὰ προερχομένων ἐκ τῆς ἄλλης κατηγορίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν εἴπει ἐνώπιον τῆς μεγάλης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι προσεπάθησε βεβαίως νὰ ἐπιβάλῃ τὰς οἵας ἐνόμιζεν ὀρθὰς κυβερνητικάς του ἀπόψεις διὰ τῶν συμβουλίων, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχεν εἰς τοῦτο, καὶ ἐρωτηθεὶς διατὶ προσέθηκε: διότι τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου μπουκοτάρουν.... Ἡ τοιαύτη περίπτωσις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται ὅτι, ἀντὶ νὰ εἶνε δικασταί, γίνονται συνήγοροι, θὰ ἔπρεπεν, ἐὰν τυχὸν ἠλήθευε τοῦτο, νὰ ἐπέσυρον πολὺ περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ὅ,τι αὐτὴ αὕτη ἡ περίπτωσις τῶν κρινομένων ἀξιωματικῶν, διότι θὰ ἐδημιουργεῖτο, μὰ τὴν ἀλήθειαν, μία περίπτωσις κακοδικίας ἀξία πάσης προσοχῆς. Καὶ ἐὰν ἐπὶ τῆς κακοδικίας αὐτῆς δὲν ὑπῆρχε πρόνοια ἐκ μέρους τῶν καθεστώτων νόμων, θὰ ἦτο ἴσως πλέον συγγνωστόν, ἐὰν ἐζητοῦμεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν κρίσιν, τὴν ἀκρίβειαν τῆς κρίσεως, τῶν Συμβουλίων, τουλάχιστον, διὰ τὰς μήπω ἐκδικασθείσας περιπτώσεις, παρὰ νὰ θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ σημερινὸν νομοθετικὸν ἁμάρτημα, ἁμάρτημα τὸ ὁποῖον παρουσίαζε τὸ Κράτος ἐκδικητήν, τὸ Κράτος ἀντίδικον καὶ προσπαθοῦν, ἐν τούτοις νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς τηβένου τοῦ δικαστοῦ δῆθεν τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντιδικίαν. Ἡ δὲ περίπτωσις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον χαρακτηριστική, καθόσον τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἐστρέφετο ἐναντίον αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατὶ θὰ ἔπρεπε μόνη ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ νὰ προφυλάξῃ καὶ ἑαυτὴν καὶ τὸ κῦρος τῶν νόμων ἀπὸ τοῦ πραγματικῶς ὑπερανθρώπου σκανδαλισμοῦ, τὴν ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ θνητός, ὅταν καλεῖται ὁ ἴδιος νὰ τάμῃ ὡς κριτὴς διαφορὰν αὑτοῦ πρὸς τὸν ἀντίδικόν του. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ τὰ δευτεροβάθμια συμβούλια τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἐφάνησαν αὐστηρότερα τῶν πρώτων. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως, ὅτι τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν συμβουλίων τούτων εἶχε καθορίσει κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἡ Κυβέρνησις, ἦσαν κατὰ τεκμήριον πρόσωπα τῆς ἰδικῆς της ἐκλογῆς. Ἐὰν δὲν κατέστη δυνατὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους του τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἐὰν δὲν κατέστη εἰς τούτους, δυνατὸν νὰ ἀνεύρωσιν ἐν μέσῳ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ κρίσις θὰ συνέπιπτε πρὸς τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις, αἴ! πρέπει, κ. Βουλευταί νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τοιαύτη ἦτο τοῦ στρατεύματος ἡ μέση κρίσις. Ἐὰν τὴν κρίσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις τὴν εὕρισκεν οὐχὶ ὀρθήν, δὲν θὰ εἶχεν ἄλλον τρόπον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα παραπλήσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε; Εἶχον τότε προτείνει, ὡς ἀτομικήν μου γνώμην, καὶ εἶπον ὅτι κατόπιν ἡ γνώμη αὐτὴ ἐγένετο γενικώτερον ἀποδεκτή, εἶχον προτείνει τὴν σύστασιν ἑνὸς ἑνιαίου γενικοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, καταρτιζομένου ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τῶν ὅπλων ξηρᾶς, θαλάσσης, ἀέρος, ἐνισχυόμενον καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ μίαν ἑκάστην ἐκ τῶν περιπτώσεων, ἐκδικαζομένην διὰ μικροτέρου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκροτεῖτο δι’ ἐπὶ μέρει ἐπιλογῆς ἀτόμων ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου γενικοῦ συμβουλίου. Ἐάν τοῦτο ἐπράττομεν, βεβαίως, θὰ ἐκινδυνεύομεν ἀκόμη νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι νομοθετοῦμεν ἐν τῶν ὑστέρων μίαν δοσιδικίαν ἡ ὁποία δὲν προεβλέπετο, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ μᾶς προσάψουν τοῦτο, τουλάχιστον δι’ ὅσας περιπτώσεις δὲν εἶχον ἐκδικασθῇ καί τι πλέον, δὲν θὰ εἰσήρχετο σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς δρόμον ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργήσῃ μίαν ἡμέραν μοιραίως νέον πρόβλημα ἀποτάκτων, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἠσθάνετο τὰς ἀνησυχίας τὰς ὁποίας σήμερον αἰσθάνεται. Ἢ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν πιστεύει εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἀμφισβητήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ τὴν ἀπεστέρει διὰ τοῦ μέτρου τούτου πάσης βάσεως, ὥστε ν’ ἀμφισβητῇ τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ ἀμερόληπτον τῶν κυβερνητικῶν ἐπιδιώξεων. Καὶ ὅταν ἐλέχθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ συνυπηρετήσουν μετὰ τῶν ἄλλων ἐν ὅπλοις συναδέλφων των, ἀντετάχθη παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ πεῖρα ἡ ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὁπότε κινήματα αἱματηρότερα, ὅπως τοῦ 1923 καὶ ἄλλα προηγούμενα, κατασταλέντα, ἐπέτρεψαν ἐν τούτοις εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ συνυπηρετήσουν μετ’ ἀδελφικῶν πρὸς ἀλλήλους δεσμῶν. Καὶ μὴ λησμονῶμεν ὅτι κατὰ τοὺς πολέμους, ὅτε χαώδης ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ τῶν δύο παρατάξεων, οἱ ἀξιωματικοί, κυρίως ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Φιλελευθέρων ἐκπορευθέντες κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν, μετὰ πραγματικοῦ συναδελφικοῦ ζήλου συνεπολέμησαν μετὰ τῶν βασιλοφρόνων συναδέλφων των καὶ ὅτι οἱ βασιλόφρονες οὗτοι συνάδελφοι τόσον αὐτοί, ὅσον καὶ οἱ κατόπιν ἐπανελθόντες εἰς τὸ στράτευμα, ἀνταπέδωκαν πλήρως τὴν αὐτὴν συναδελφικὴν ἀλληλεγγύην καὶ ὅτι ἐκ τῶν σήμερον κυβερνώντων τὸν στρατόν οὐκ ὀλίγοι ἀξιόλογοι ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ προέρχονται ἐκ τῆς παλαιᾶς κατηγορίας τῶν ἀποτάκτων. Ἐλέχθη προσέτι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ ἀπόταξις δὲν εἶναι ποινή. Κύριοι, δὲν γνωρίζω διατὶ στηριζόμεθα — εἶναι κάπως λογοπαικτικὸν αὐτὸ — εἰς τὴν ρῆσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἡ ἀπόταξις, ἢ μᾶλλον ἡ ἀποστρατεία, ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Δὲν σημαίνει τίποτε αὐτό. Διότι ἐν προκειμένῳ πρόκειται, περὶ ἁπλοῦ εὐφημισμοῦ, καθόσον τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων, συμφώνως πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, θὰ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ ἀσκηθῇ ποινὴ ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος, τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἀναπολογήτους, ἀκρίτους τοὺς ἐξαποστέλλετε πέραν τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει βαθεῖαν πίστιν ὅτι θὰ διέλθῃ ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν θώκων. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ζηλεύομεν ποσῶς τοὺς θώκους αὐτούς, τῆς εὐχόμεθα, ἂν παραμένῃ, πᾶσαν προκοπὴν καὶ εὐδοκίμησιν, ἀλλὰ θεωροῦμεν καθῆκόν μας τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προφυλάξωμεν καὶ τὴν Χώραν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ ὀλισθήματος, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ὄψει μέτρου περιάγεται. Ἐάν, λοιπόν, φρονῇ, ὅτι θὰ παραμείνῃ ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν, δὲν βλέπω διατὶ ἐπιδιώκει τόσον ἔκνομον λύσιν, ὥστε νὰ λησμονῇ ὅτι ἔχει καὶ ἄλλας ποινὰς εἰς τὴν διάθεσίν της, ὡς τὴν ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, τὴν διαθεσιμότητα, τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου κλπ., εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶν πρόσχημα καὶ πᾶσαν βάσιν διαμαρτυριῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συγχρόνως δὲ νὰ καταστήσῃ ἀβλαβεστέρους τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, ὅπως θὰ εἶναι, ὅταν αἰσθάνονται ὅτι διατελοῦν ἀκόμη ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅσον ὅταν εὑρεθοῦν ὁριστικῶς ἔξω τῶν ὁρίων τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας, καὶ δημιουργηθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ περίπτωσις πλέον τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀντεπιδρομῆς ἐναντίον τῶν ληφθέντων μέτρων. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καλῶς τὸ πρᾶγμα. Ἡ φύσις τοῦ νομοθετήματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀντίδρασιν, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἀνακύψῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τιμωρηθοῦν, τῆς ἐπανόδου τούτων εἰς τὸν στρατόν, κατὰ τρόπον πολὺ ἰσχυρότερον ἐκείνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν τὴν ἐπάνοδόν των οἱ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἀπομακρυνθέντες ἄλλοτε ἐκ τοῦ στρατεύματος.

§8ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τίς μέλλων κυβερνήτης θὰ τολμήσῃ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ;

§9Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν μαντείαν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι, ὁσάκις ἐδοκίμασε τὸ Κράτος νὰ λυγίσῃ πρὸς τὴν μίαν πλευράν, πλέον τοῦ ἐπιτρεπομένου μέτρου του, ἡ φυσικὴ ἀντίδρασις ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἀντίθετον πλευρόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποκαθίσταται ἡ ἰσορροπία. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σφάλεται ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τὴν παραβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῆς περιπτώσεως αὐτῆς πρὸς τοὺς ἄλλοτε, προτοῦ ἡμεῖς θεσπίσωμεν τὰ ναυτικὰ συμβούλια πρὸς τὰς ἄλλοτε κρίσεις, τὰς ὀλίγον αὐθαιρέτους ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ σφάλεται ἐπίσης, ἐὰν παραλληλίζῃ τὴν σημερινὴν αὐθαιρεσίαν πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς κρίσεως, προκειμένου περὶ ἀντιστρατήγων, διότι ἡ κρίσις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατόν, λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου μέτρου. Κύριοι, εἴμεθα πολὺ πλησίον εἰς τὴν ψήφισιν, ὥστε παρέλκει πλέον σήμερον νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς ἐρεύνης ἴσως τῆς νομικῆς πλευρᾶς. Ἡμεῖς, ἐκτὸς τῆς οὐσίας θεωροῦμεν τὸ ὑπ’ ὄψιν μέτρον ὡς μέτρον ἀντισυνταγματικόν. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς ὅσα ἄλλοτε σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ τριμήνου ἐν σχέσει πρὸς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Νομίζομεν ὅτι ἐκ τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 81 καὶ τὸ ἄρθρον 118 ἐξασφαλίζουν τὸ μέλλον περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δυναμένου νὰ κυρώσῃ ἀπόφασιν τῶν ἀνωτάτων Δικαστηρίων τῆς Χώρας, αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ μὴ δυναμένου κἂν νὰ θίξῃ, ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Συμβουλίων. Ἐκτὸς τούτου, ὅταν συνεζητήθη περὶ τοῦ ἐὰν καλύπτωνται ἢ ὄχι οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τῆς μονιμότητος ὡς οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Συντάγματι οὐδεμία ἀντεκδίκησις. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἴσως τὸ Σύνταγμα τὸ τελευταῖον δὲν εἶναι πλήρως σαφὲς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, πῶς θέλετε κατὰ κρίσιν ἀνθρώπων νομικῶν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προστατεύονται ἀπὸ τὴν μονιμότητα ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ὁ οἱοσδήποτε γραφεὺς μικρᾶς θέσεως, πῶς θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ κλάδος ἐκεῖνος τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἡ Πατρὶς εἰς πρώτην ζήτησιν θεωρεῖ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα του, τὴν ζωήν του, τὸ στάδιον, τὸ πᾶν, πῶς θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι τόσον πόνον, τόσην παρασκευὴν καὶ τόσην θυσίαν καὶ τόσην ἔνθεον πίστιν ἐπὶ τὴν ἀνάγκην τῆς προασπίσεως τῆς φυλῆς μας, πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι τὴν κιβωτὸν ταύτην τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει εἷς ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι τὴν κιβωτὸν αὐτὴν δὲν τὴν θεωρεῖ ἀξίαν προστασίας καὶ μονίμου ἐκ μέρους αὐτῆς ἀπασχολήσεως; Ἀλλὰ φρονοῦμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ὑμῶν καὶ πλέον τούτου, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ προσβάλῃ τὴν κρίσιν εἰς τὸ μέλλον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ ὅτι δὲν θὰ εὐστοχήσῃ ἐναντίον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ ὑπ’ ὄψιν νόμος. Ἀλλ’ ὅλα, Κύριοι, τὰ ἀνωτέρω καὶ ἡ νομικὴ καὶ ἡ θεωρητικὴ συνταγματικὴ ἔρευνα, ἀποτελοῦν ἓν σημεῖον δι’ ἡμᾶς δευτερεῦον. Νομίζομεν, ὅτι ἡ οὐσία προέχει, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ ἔρευνα πρέπει νὰ καθοδηγήσῃ τὰς πράξεις τοῦ Σώματος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον καλεῖται, ὡς ἀνώτατος κοινοβουλευτικὸς δικαστής, νὰ ἐκφέρῃ τὴν ὁριστικὴν πλέον γνώμην του. Σᾶς εἶπον, ὅτι συμφωνοῦμεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς τιμωρίας τῶν τυχὸν ἁμαρτησάντων, ἀλλὰ συνεννοήθημεν καλῶς. Φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι σφάλλεσθε, καὶ σφάλλεσθε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν σᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ ἑλληνικὸς λαός. Ἐκλήθητε νὰ διοικήσητε καὶ δὲν ἐκλήθητε νὰ δικάσητε. Ἡ σύγχυσις αὐτῆς τῆς διοικητικῆς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀποτελεῖ κἄτι τὸ ὁποῖον μίαν ἡμέραν θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀφετηρία ἐπικινδύνων κατολισθήσεων. Καὶ ἔχετε, ὄχι μόνον συμφέρον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν, οἱ ἰσχυρότεροι, ἢ μᾶλλον οἱ ὑπεύθυνοι, νὰ προστατεύσητε καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Πατρίδα ἀπὸ ὁμοίου ἀτοπήματος.

§10Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ καλῶς ἔπραξαν καὶ ἔστρεψαν τὰ ὅπλα ἐναντίον τοῦ λαοῦ;

§11Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ τὰ ἐπαναλάβω μίαν καὶ μόνην φοράν διότι εἶναι σύντομα. Συμφωνοῦμεν βαθύτατα ὄχι μόνον εἰς τὸ ὅτι καλὸν εἶναι, ἀλλὰ εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ βαρὺς ὁ κολασμὸς τῶν τυχὸν ἁμαρτησάντων. Καὶ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς διοικητικῆς τῆς ἀνακρίσεως ὅλας τὰς εὐχερείας νὰ ἀνεύρῃ τούτους, καὶ ἔχει εἰς χεῖράς της ὅλον τὸ πλαίσιον τοῦ νόμου διὰ νὰ τοὺς πατάξῃ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖ ποῦ διαστελλόμεθα πλήρως, εἶναι ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς διοικητικῆς ἁρμοδιότητος ὑμῶν, εἶναι ἡ σκέψις μας ὅτι βασικῶς περιπλέκετε τὴν δικαστικὴν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, πρὸς προστριβὴν καὶ μείωσιν τοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος ἀμφοτέρων.

§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαφωνεῖτε ὡς πρὸς τὴν ποινήν;

§13Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς διαδικασίας. Ὡς πρὸς τὴν ποινήν οἱ δικασταί των εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐπιβάλουν καὶ ταύτην, καὶ ποινὴν πολὺ ἰσχυροτέραν, διότι οἱ δικαστικοὶ εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι οὐσιαστικῶς. Ὑπερθεματίζομεν λοιπόν. Ὄχι μόνον διότι εἶναι ἡ παροῦσα περίστασις, ἡ ὁποία τὸ ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ, διότι σᾶς βλέπομεν εἰς τὸ χεῖλος ἑνὸς κρημνοῦ ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἴμεθα βέβαιοι εἰς ποῖον βάθος μέλλεται νὰ διαβῆτε. Κύριοι τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπορεύεται ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι θὰ παρασυρθῶμεν, νομίζω ὅτι δὲν παρασυρόμεθα, ἀπευθυνόμενοι εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην καὶ τὴν σύνεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ὑστάτην στιγμὴν νὰ μὴ παρασυρθῇ ἡ κυβερνητικὴ παράταξις εἰς τὸ βαρὺ αὐτὸ κυβερνητικὸν σφάλμα. Ἐλέγξατε, ἐρευνήσατε, καὶ τιμωρήσατε, ἀλλὰ μὴ ὀλισθαίνεται, διότι εἶναι γνωστὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ σφάλμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστή, οὔτε δύναται νὰ παροραθῇ ἡ τροχιὰ τῶν σφαλμάτων τούτων, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀκολουθήσουν. Τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς παρατηροῦμεν τὴν ἀντινομίαν, εἶναι πλείονα τοῦ ἑνός. Ἔχομεν ἐλάττωσιν μονάδων, ἐλάττωσιν συνεπῶς στελεχῶν καὶ ἀδικαιολόγητον καὶ ἀνεξέλεγκτον αὔξησιν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὰς στρατιωτικὰς Σχολάς, κυρίως εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. Παρατηροῦμεν μετὰ θλίψεως καὶ ἄνευ τάσεως νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια διὰ νὰ καρπωθῶμεν — διότι θὰ εἶναι πολὺ ὀλέθριος καρπὸς νὰ καρπωθῶμεν τι— παρατηροῦμεν μετὰ θλίψεως, τὸ πόσον κινδυνεύει τὸ μικρὸν κατ’ ἀρχὴν τραῦμα τῆς Ἀεροπορίας νὰ λάβῃ σήμερον μορφὴν γαγγραίνης, παρατηροῦμεν, ὅτι ἡ αἰσιοδοξία δὲν δύναται νὰ μᾶς συνοδεύῃ πλέον ἀδιαταράκτως, ὅπως πρό τινων ἀκόμη ἐτῶν, ὅτι ἡ εἰρήνη, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ἀνενδότως ἐστερεωμένη, καὶ ἑπομένως ἡ εἰρήνη, ἡ ὁποία παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν ἠδύνατο νὰ λατρεύηται ἄνευ δέους, ἡ εἰρήνη αὐτὴ παρουσιάζει σήμερον σχισμάς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἵνα ἐγκαίρως παρακολουθήσωμεν μὴ τυχὸν διαλυθοῦν αὗται ἑκουσίως ἡμῶν. Εἰς τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν καμπήν. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποτελεῖ τὸ καταλληλότερον φάρμακον τῆς νόσου, τὴν ὁποίαν ἀπέβλεψε νὰ θεραπεύσῃ· ὅλως τοὐναντίον φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀνισότης τῆς κρίσεως, ἡ ἀδιατάρακτος, παραμένει εἰς τὸν στρατὸν ἔναντι ἀξιωματικῶν καὶ στελεχῶν τινων, τῶν ὁποίων αἱ πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίαι δὲν φαίνεται νὰ εἶναι καὶ ἄνευ πραγματικοῦ θεωρητικοῦ περιεχομένου, Ἀποδίωξις ἐνδεχομένως ἀξιωματικῶν τινων, τῶν ὁποίων ἡ πικρία θὰ εἶναι ὅτι ἀπέρχονται τοῦ στρατεύματος παρὰ τούς κειμένους νόμους, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν οὔτε αἱ πληγαί των, οὔτε τὰ παράσημα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν μαχόμενοι ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ....

§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐναντίον τοῦ λαοῦ!

§15Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. ... ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἴσχυσαν διὰ νὰ πείσουν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐδικαιοῦντο, ὅτε ἡμάρτησαν — δὲν συμφωνοῦμεν ὅτι ἡμάρτησαν — ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ τύχωσι τῶν φυσικῶν των δικαστῶν.

§16ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τῆς ἀγχόνης.

§17Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κάματε νόμον, καὶ ἂν ἠμπορέσητε νὰ τὸν στηρίξητε, κάμετέ το, καὶ διὰ νὰ ἐξακολουθήσητε τὸν ἀγχόνιον πόθον, ὅταν δημιουργῆται ἕν κίνημα, καὶ ὅταν ὑπάρχει συμπλοκὴ τῶν ἀντιθέτων δυνάμεων, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι ἔνοπλοι δυνάμεις τῆς Χώρας ἢ ὁ λαός ἢ ὁ ἀμυνόμενος πολίτης. Τὴν κρεμάλαν, ἔστω, ἐάν τούς ἔπιαναν καὶ τοὺς ἐκρεμοῦσαν θὰ ἦτο κἄτι τι ποὺ θὰ ἦτο τελειωμένον ἐπάνω εἰς τὸν καυγᾶ, ἀλλὰ μὴ ἔρχεσθε, Κύριε Βουλευτά, μὴ ἔρχεσθε νὰ εἴπητε, ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε τὸ πάθος σας εἰς θέσιν δικαστοῦ — διότι ὁμιλεῖτε μὲ πάθος τὴν στιγμὴν αὐτήν, — διότι, ἀναμφισβητήτως, θέλετε τὴν ἐκδίκησιν μέ μορφὴν δίκης. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι δίκη, θὰ εἶναι ἁπλῶς νέμεσις. Ἐναντίον τοῦ σφάλματος αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ὑπέρ τῶν τιμωρητέων, ἐναντίον τοῦ σφάλματος αὐτοῦ ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς νὰ σᾶς προφυλάξωμεν καὶ πιστεύομεν, ὅτι τὰ πεπρωμένα τῆς Ἑλλάδος, οὐ μὴν καὶ ἡ μονιμότης τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ διασφάλισις τοῦ στρατιωτικοῦ σταδίου, ὅλα αὐτά, ἔστω εἰς τὴν ὑστάτην στιγμήν, θὰ εἶνε ἴσως δυνατὸν νὰ πείσουν τήν Κυβέρνησιν ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ μίαν ὁδὸν νομιμωτέραν διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοπουμένου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡμεῖς κρούομεν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Φρονοῦμεν ὅτι θὰ πρέπῃ τὸ ταχύτερον νὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνευσις καὶ τὸ ταχύτερον ὁ στρατός, ἀπερίσπαστος ἀπὸ τοιαύτην ἀνησυχίαν, νὰ ἐπιδοθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸ μέγα του ἔργον τῆς ἐκπαιδεύσεώς του καὶ τῆς ἀποστολῆς του, διὰ τὴν προάσπισιν μίαν ἡμέραν τοῦ ἐδάφους τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.

§19Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολύ, κ. Βουλευταί, ὄχι διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ διότι τὴν γνώμην μου ἐξέθηκα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ διότι πιστεύω, ὅτι τὸ παρελθὸν χρονικὸν διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν, δὲν ἦτο φαίνεται ἀρκετόν, ὥστε νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ νὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν πλέον δικαιώτερον τρόπον. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν σοβαρωτάτων συνεπειῶν τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γενόμενον νόμος τοῦ Κράτους, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διότι δι’ ὡρισμένας πολίτας, ἰδιαιτέρα διαδικασία πρὸς τιμωρίαν λαμβάνεται ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ ἦτο συντεταγμένον κατὰ συντηρητικὸν τρόπον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο διατεθειμένος νὰ δεχθῇ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον κατόπιν ἠτιολογημένης ἐκθέσεως θὰ ἀποπέμπεται εἷς ἀξιωματικός, ὡς διετυπώθη ὅμως τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπουσίαζεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἤτοι διὰ τῆς προσθήκης τῆς φράσεως «κατ’ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» νὰ γίνεται ἡ ἔξοδος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν ἐνδείξεων, δὲν πρόκειται παρὰ περὶ καθαρᾶς προγραφῆς ὡρισμένων ἀξιωματικῶν. Τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἔχῃ σοβαρωτάτας συνεπείας ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας καὶ τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου τάσσονται πλέον οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ὑποδεεστέραν μοῖραν καὶ τῶν κλητήρων καὶ τῶν ἀγροφυλάκων, διὰ τούς ὁποίους ἀπαιτεῖται κατά τό Σύνταγμα ἀπόφασις εἰδικοῦ ὑπηρεσιακοῦ συμβουλίου, πρὸς ἀπόλυσιν. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν χρειάζεται κανὲν συμβούλιον. Δύνανται νὰ ἀποτάσσωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ στρατεύματος εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἁπλῶς διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις. Μέ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οὐδεὶς ἀξιωματικὸς θὰ εἶναι ἥσυχος ὅτι κατέχει μόνιμον θέσιν. Θὰ εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ προσκολλᾶται ἑκάστοτε εἰς τὰ κόμματα διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν θέσιν του, θὰ ἐξευτελίζεται λοιπόν, καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά του θὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον, ἐνῷ ἡ ἀξιοπρέπεια εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἵσταται ὑψηλά, προκειμένου περὶ ἀξιώματος τόσον ὑπερηφάνου, ὅπερ ἔχει τόσον σοβαρὰν ἀποστολὴν διὰ τὸ Ἔθνος. Ἄν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις λαμβάνει αὐτὸ τὸ μέτρον διὰ τὸ κίνημα τῆς 6 Μαρτίου, ἄλλη Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον διὰ ἄλλο ζήτημα καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ θὰ εἶναι ἀξιοθρήνητος. Οὐδεὶς σεβασμὸς θὰ ὑπάρχῃ. Ὁ κατώτερος θὰ προσπαθῇ νὰ ἐκδιώξῃ τὸ ταχύτερον τὸν ἀνώτερόν του διὰ νὰ προαχθῇ ὅπως δυστυχῶς γίνεται καὶ σήμερον.

§20Λ. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ κ. Συνάδελφος ἀντιγράφει τὴν ἱστορίαν του ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν.

§21ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ κ. Συναδέλφου εἶναι τιμητικὴ δι’ αὐτόν.

§22Λ. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ὁμιλεῖ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀλλοῦ. (Δημιουργεῖται θόρυβος).

§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Δηλοῦμεν ὅτι δὲν δανόμεθα προσωπικὰς προκλήσεις. Ὅσοι προβαίνουσιν εἰς αὐτάς, δὲν ὑπηρετοῦν τὴν γαλήνην τοῦ τόπου.

§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλεται σεβασμὸς καὶ προσοχὴ εἰς πάντα ὅστις ὁμιλεῖ ἐκ τοῦ βήματος, διότι ὁμιλεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ δικαιοῦται νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του, ὅπως θέλει. Δὲν δύναται κανείς, νὰ τὸν ἐμποδίσῃ δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσητε τὴν συζήτησιν νὰ διεξαχθῇ ἠρέμα καὶ κατόπιν, ὅστις ἐξ ὑμῶν θέλει, δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς γνώμας του.

§25Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκτός τούτου, κ. Βουλευταί, δὲν ὑπάρχει πιθανότης ὅτι καὶ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ ἕνα δίκαιον τρόπον. Διότι ἡ Κυβέρνησις κατὰ διάφορον τρόπον κρίνει τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐνῷ ἄλλους παραπέμπει εἰς τὸ Συμβούλιον, ἄλλους τούς προάγει. Θὰ ἐγερθῶσιν ὡς ἐκ τούτου δίκαια παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ κατηγοροῦνται ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς ἕν κίνημα, εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Ἐφόσον ὅμως ἐγὼ γνωρίζω, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ὡδήγησε τὸ τμῆμά του εἰς σύγκρουσιν κατὰ ἑνός ἄλλου τμήματος, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος. Ἡ ἐπανάστασις ἔγινε μόνον διὰ λόγων, προτροπῶν καὶ συζητήσεων, ἐνῷ εἰς τὸ παρελθόν, ἔγιναν συγκρούσεις, ὅπως εἰς τὸ 1923, μεταξὺ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ στρατεύματος. Οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ οἵτινες ὡδήγησαν τὰ ἔνοπλα τμήματα ἐναντίον ἄλλων ἐνόπλων παρέμειναν εἰς τὸ στράτευμα καὶ διώκησαν τοὺς κατωτέρους των ἀμερολήπτως καὶ οἱ κατώτεροι ἐπειθάρχησαν ἀπολύτως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τῆς Κυβερνήσεως συμφέρον εἶναι, νὰ σκεφθῇ καλύτερον καὶ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτόν, παρὰ νὰ ἀφήσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων ἐκείνων, ἅτινα αὐτὴ συνεκρότησε, ἄν θέλῃ ἐπὶ τέλους, ἄς συγκροτήσῃ ἄλλα Συμβούλια ἐπίσης ἐξ ἀξιωματικῶν ἄλλων, ἐξ ἄλλων ὅπλων διὰ νὰ κρίνουν, ἔστω καὶ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Διότι θὰ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται εἰς ἥσσονα θέσιν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν κλητήρων. Αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι ὀδυνηραὶ διὰ τὸ στράτευμα καὶ ὅλας τὰς εὐθύνας θὰ τὰς ὑπέχῃ ἀκεραίας ἡ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς.

§27ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Βουλευταί, μᾶς ἐδόθη εὐκαιρία νὰ καταδικάσωμεν τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, τὸ κίνημα ὅμως ἐκεῖνο εἶχεν ἐλατήρια, ἅτινα ἐκ τῶν ὑστέρων ἐν πολλοῖς ἐδικαιώθησαν, διότι τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἀπέβλεπε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν κινηματιῶν, εἰς τὴν πρόληψιν ἀνωμαλιῶν, διότι καὶ πρὸ τῆς ἀποπείρας τῆς ὁδοῦ Κηφισίας εἶχον παρασκευασθῆ καί τινες ἄλλαι ἀπόπειραι, αἱ ὁποῖαι δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐκδηλωθῶσι καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Παρὰ ταῦτα δὲν παύομεν νὰ καταδικάζωμεν τὸ κίνημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὴν ἑπομένην μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔστω καὶ ἄν ἡ ἐτυμηγορία αὕτη δὲν ἦτο τοιαύτη, ὅπως, κατὰ κόρον ἐμφανίζεται ἑκάστοτε, ἀλλὰ μία ἀμυδρὰ πλειονοψηφία εἰς ἀριθμὸν ἑδρῶν βουλευτῶν, μειονοψηφία δὲ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, παρὰ ταῦτα, τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου εἶναι καταδικαστέον. Διαφωνοῦμεν ὅμως ριζικῶς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ κολασμοῦ τῶν μετασχόντων ἀξιωματικῶν. Οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους προβλέπουν διαδικασίαν, προβλέπουν ποινάς, προβλέπουν ποινικὴν διαδικασίαν, καὶ διοικητικὴν διαδικασίαν. Ἑπομένως ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτὰς δημιουργεῖ ἀνωμαλίας, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὴν καθιερωμένην διαδικασίαν καὶ τὰς καθιερωμένας διατάξεις, προσκρούει πρὸ παντὸς εἰς αὐτὸν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Διότι, Κύριοι, ἄς ἀποβλέψωμεν ὀλίγον εἰς τὴν οὐσίαν. Δὲν λέγει βεβαίως τὸ Σύνταγμα ρητῶς ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ λειτουργοὶ ὑπάγονται, ὅπως καὶ οἱ πολιτικοὶ λειτουργοί, εἰς τὴν κρίσιν τῶν κατὰ νόμον Διοικητικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ εἶναι προφανές, ὅτι ἡ αὐτὴ οὐσία ὑπάρχει, ὁ αὐτὸς «ράτσιο λέγκις» καὶ εἶναι ἀδύνατον εἷς σώφρων δικαστὴς νὰ μὴ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς λειτουργούς. Καὶ κατὰ μείζονα λόγον, διότι, ἄν κατωχυρώθησαν οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ κατοχυρωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς μακρὰν τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπεμβάσεων. Ἑπομένως συντρέχει λόγος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ κατ’ ἀναλογίαν. Λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀνέκαθεν ἐκρίνοντο οἱ στρατιωτικοὶ ἀποκεντρωτικῶς, δὲν ἀνεμιγνύοντο οὔτε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς τιμωρίας, οὔτε ἄλλος τις, ἀλλ’ αἱ στρατιωτικαὶ τῶν συμβουλίων ἀρχαὶ ἐπέβαλον τὰς διοικητικὰς ποινάς, τὰς πειθαρχικὰς ποινάς. Ἄν δὲ ἐπεχειρήθη κατὰ τὸ 1923 μία παρέκκλισις ἀπὸ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ πάλιν ἡ παρέκκλισις ἦτο ἀναμφιβόλως πολὺ μικροτέρα, διότι τότε συνέστη ἕν συμβούλιον ἐξ ἀξιωματικῶν, ἕν ἐξαιρετικὸν συμβούλιον διὰ μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν, δὲν ἀνέλαβε δὲ τὴν κρίσιν αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Σημειώσατε δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατεφέρθη δριμύτατα κατὰ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς διατάξεως ἀπὸ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, χωρὶς καὶ τότε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν κρίσιν. Σημειώσατε δὲ ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἀνώμαλος καὶ σχεδὸν τὸ Σύνταγμα ἦτο ὑπὸ ἀναστολήν. Καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, εἰς τὸ 1917, εἰς τὸ Ναυτικὸν ἐπεχειρήθη παρέκκλισις, ἀλλὰ καὶ πάλιν, κατόπιν τῆς γνώμης μιᾶς ἐπιτροπῆς, καὶ σημειωτέον εἰς ἐποχὴν πολεμικήν. Δι’ αὐτό φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ κολασμοῦ δημιουργεῖ ἕν κακὸν προηγούμενον, δημιουργεῖ καὶ ἐπιτείνει τὴν ὑπάρχουσαν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἄν θελήσῃ κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας τοῦ Δικαίου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ σχετικὸν 114 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῶν συμβουλίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἀποκλείονται οἱ στρατιωτικοί, μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀντιδιαστολῆς. Κατ’ ἀνάγκην τὸ κενὸν αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, ἄν θεωρηθῇ κενόν, ἐφόσον δὲν ὁμιλεῖ ρητῶς καὶ περὶ στρατιωτικῶν, θὰ ἐπληροῦτο μὲ τὴν λογικήν, μὲ τὴν ἀναλογίαν. Σημειώσατε δὲ ὅτι τὸ ἄρθρον 114 τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐνισχύθη διὰ τοῦ δημοκρατικοῦ νεωτέρου Συντάγματος καὶ ὑπὸ μιᾶς ἄλλης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει μίαν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῆς Βουλῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο 118 ἐπιρρωνύει τὴν ἀντίληψιν ὑπὲρ τῆς κατοχυρώσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοὺς ἐξαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος καὶ τῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ θεμελιώδης διάταξις τοῦ ἄρθρου 114 τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παραβιάζει. Φρονῶ, ὅτι παρέβλεψε καὶ μίαν ἄλλην. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὴν νόμιμον διαδικασίαν ἐπεβλήθησαν ποιναί, νὰ ἀνατρέπωνται ἐκ τῶν ὑστέρων τὰ κεκριμένα δυσμενῶς διὰ τοὺς τιμωρουμένους. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 9 ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 97, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ. Βεβαίως, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν καθ’ ἑαυτὸ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς διοικητικῆς ἐν γένει δικαιοσύνης, ὡς εἷς φυσικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος περιελήφθη εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐν τούτοις ἐστερήθησαν τοῦ διοικητικοῦ των δικαστοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Κύριοι, δημιουργεῖ μεγάλην ἀνωμαλίαν ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διότι ἐξευτελίζει — θὰ μεταχειρισθῶ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν φράσιν —καὶ αὐτὸ τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον, διότι τὶ ἄλλο λέγει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸ στρατιωτικὸν συμβούλιον; «σᾶς θεωρῶ μεροληπτικοὺς κριτάς, σᾶς θεωρῶ ἀνικάνους κριτὰς καὶ σᾶς ἀφαιρῶ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν. Ἀνατρέπω τὰς ἀποφάσεις σας καὶ ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ κρίνω». Πῶς θέλετε τότε νὰ ὑπάρχῃ εἷς σεβασμὸς τοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς ἀνωτάτας Ἀρχάς, πρὸς τὰ Συμβούλια; Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐχαρακτήρισεν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἐπιεικεῖς τὰς ἀποφάσεις τὰς ληφθείσας ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ κρίνω τὸ μέτρον τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ἀσφαλῶς συντρέχουν περιστάσεις ἐλαφρυντικαὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν νὰ τὸ εἴπω τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ φυσικοί των δικασταὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνουν ἄλλως. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὰ ἐλατήρια τοῦ κινήματος ἐκείνου ἐκ τῶν ὑστέρων ἐδικαιώθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, οἱ φυσικοὶ δικασταὶ εἶχον νὰ κρίνουν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀξιωματικῶν ὄντως ἐκλεκτῶν τὴν μόρφωσιν, τὸν χαρακτῆρα, μὲ πολεμικὰς ὑπηρεσίας πρώτης τάξεως. Σημειώσατε, ὅτι ἐπίστευσαν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἰς ἕν καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη δι’ ὀλίγον χρόνον καὶ ὑπήκουσαν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καθεστὼς συμβιβαστικῶς κατόπιν κατελύθη καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἀντιστρατήγων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον φοβερὸν ἁμάρτημα τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑποστοῦν τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, διότι ὑπήκουσαν εἰς ἕν «ντέ φάκτο» ἐπικρατῆσαν καὶ προσωρινὸν καθεστώς. Λοιπὸν αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους ἔκρινε τὸ Συμβούλιον. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν ἄλλην σύγκρισιν. Οἱ ἀξιωματικοὶ παρεπέμφθησαν καὶ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ ἡ δίκη των ἐκκρεμεῖ ἀκόμη. Διεπράχθη ὑπὸ ἄλλων ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο καὶ βδελυρόν, κατὰ τὴν φράσιν ὅλων, κακούργημα τῆς ὁδοῦ Κηφισίας. Κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων διενηργήθη καὶ διοικητικὴ ἀνάκρισις ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον πρὸ παντὸς πιστὸν εἰς τὴν παράταξιν τὴν ὑμετέραν, ἀπὸ τὸν κ. Καλυβίτην καὶ ὁ κ. Καλυβίτης ἐπρότεινε τὴν παραπομπὴν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: δὲν εἶναι κατάφωρος ἡ ἀντίθεσις τῶν δύο μέτρων καὶ τῶν δύο σταθμῶν, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τοὺς ἀποκαλέσω, οἱ κανίβαλλοι τῆς ὁδοῦ Κηφισίας, οὐδαμῶς ἐθίγησαν διοικητικῶς, παρὰ τὴν πρότασιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κ. Καλυβίτου, οὐδαμῶς ἀπετάχθησαν μέχρι σήμερον καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὸ παράπτωμά των, ἔχουν ἕν παρελθόν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ, παρὰ τὴν ἐνεργητικότητα τῆς διοικητικῆς διώξεώς των, πρόκειται νὰ πληγοῦν βαρύτατα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρὰ τὸ διοικητικὸν δεδικασμένον; Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀναλαμβάνον μίαν τοιαύτην κρίσιν, ἀντικειμένην πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ διαπράξῃ μίαν ἀδικίαν προωρισμένην νὰ ἐπιτείνῃ τὰς ἀνωμαλίας. Κύριοι, ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ μέτρου. Δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, παρὰ τὰς σαφεστάτας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ δημιουργήσῃ τὸν σημερινὸν νόμον. Ὁ σημερινὸς νόμος, Κύριοι, διὰ κάθε ἀμερόληπτον κριτήν, εἶναι ἄκυρος, εἶναι ἀντισυνταγματικός. Δὲν θὰ χρειάζεται καμμία νομοθετικὴ ἐνέργεια διαδόχου Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἰς τὰς τάξεις των. Δὲν δύναται, Κύριοι, νὰ πείσῃ ἡ Κυβέρνησις κανένα, ὅτι μετ’ ἀμεροληψίας θὰ κρίνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς. Καὶ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ κανένα περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ ἀμεροληψίας τῆς κρίσεώς της, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐπὶ τέλους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ κινήματος αὐτοῦ ἐθίχθησαν, οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀντίδικοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν ψυχήν των νὰ μὴ τρέφουν ἕν αἴσθημα ἐκδικήσεως, ἕν αἴσθημα στρεφόμενον ἐναντίον τῶν κινηματιῶν. Εἶναι οἱ μᾶλλον ἀκατάλληλοι κριταὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαπράττει, εἰσάγουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἕν μέγα σφάλμα, ἐντεῖνον τὰς ἀνωμαλίας, ἐνῶ τὸ καταδικαστέον κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ἦτο δυνατὸν νὰ κολασθῇ κατὰ τὸν ὀρθὸν καὶ δίκαιον τρόπον.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραάμ.

§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ περιορισθῶ, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματικῆς καὶ νομικῆς, ἔστω καὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν, ἔστω καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης ὥρας, διότι νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία, ἡ θεμελιώδης ἄποψις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀποχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέλη τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως ἐπελήφθησαν ἐπίσης τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀναπτύξουν τὰς σχετικὰς ἀντιλήψεις των ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔχω λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, τὴν γνώμην ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ τῶν μελῶν τούτων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ προεβλήθησαν—ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν — ἐνώπιον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ κρινομένου μέτρου, δὲν εἶναι συνταγματικῶς καὶ νομικῶς ὀρθαὶ καὶ βάσιμοι. Διότι ὑπεστηρίχθη μετὰ πολλῆς τόλμης, ὅτι δῆθεν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι τακτικοὶ καὶ μόνιμοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι καὶ αὐτοὶ ὄργανα τοῦ Κράτους προστατευόμενα ἀπὸ ρητῶς ὡρισμένας συνταγματικὰς διατάξεις εἰδικώτερον ἀπὸ τὴν γνωστὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει γενικῶς τὴν μονιμότητα ὅλων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως ἀντληθῶσιν ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἐκδοθεῖσαν τῷ 1929, διὰ τῆς ὁποίας ἐλέχθη, ὅτι ἐτάμη δῆθεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἐφόσον δι’ αὐτῆς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη κατὰ πλειονοψηφίαν ὅτι, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν ξηρᾶς, θαλάσσης, δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ εἶνε, νομίζω, προσῆκον νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐκ μέρους τῆς νῦν κυβερνητικῆς παρατάξεως, τότε ἀντιπολιτευομένης, ἐπεκρίθη αὕτη δριμύτατα καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς σκανδαλώδης. Εἰς δημοσιεύματα τῆς ἐφημερίδος «Καθημερινή» τῆς 3ης καὶ τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1930 ὑπὸ τὸν τίτλον.......... καὶ μὲ στοιχεῖα παχύτατα, κατηγγέλετο τὸ σκάνδαλον τῆς τερατώδους ταύτης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὄπισθεν τῆς ὁποίας πειρᾶται σήμερον νὰ καλυφθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἠλέγχοντο τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, διότι, παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἐν ὀνόματι δὲ δῆθεν μόνον τῆς ἀρχῆς μιᾶς ψευδοῦς σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσε καὶ ὑπηγόρευσε προσωπικὴ ἐπέμβασις καὶ πίεσις αὐτοῦ τούτου τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ στεροῦνται τῆς προστασίας τῆς μονιμότητος, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουν ὅλοι οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐτονίζετο μάλιστα ὅτι ἡ σκανδαλώδης τότε κυβερνητικὴ ἐπέμβασις ἐχώρησεν ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ Συμβουλίου καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν ἀκόμη τῆς διασκέψεως τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ, συμβαλοῦσα δῆθεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη ληφθῇ ὑπὲρ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐδέησε τότε μάλιστα ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κ. Ρακτιβάν, δι’ ἐπιστολῆς του, καταχωρηθείσης εἰς τὴν αὐτὴν ἐφημερίδα, νὰ διαψεύσῃ τὴν συκοφαντικὴν ταύτην εἴδησιν. Ἀνεγράφετο συγχρόνως τότε εἰς τὴν «Καθημερινὴν» τῆς 4ης Ἰανουαρίου, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε πλήρως ἐνημερωθῆ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ θὰ ἐλάμβανε καὶ ὁ ἴδιος μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως. Οὕτω λοιπόν, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξηναγκάσθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, κατὰ τήν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι μόνιμοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δὲν ἀπολαύουσι συνταγματικῆς προστασίας. Προσετίθετο μάλιστα ὅτι, κατὰ τὴν διάσκεψιν τοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ ἐπεκράτησε κατ’ ἀρχὰς ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας τοῦ Συμβουλίου, μετεβλήθη δῆθεν αὕτη, διότι ἀνεπτύχθη κατ’ αὐτὴν ἡ ὑποβολιμαία κυβερνητικὴ ἄποψις, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς σκοπιμότητος, δυνάμει τῆς ὁποίας, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνᾷ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς ἀποφάσεις τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλίων, διότι θὰ προσεβάλλετο ἡ διέπουσα τὴν ἐσωτερικὴν λειτουργίαν τοῦ στρατεύματος ἰδιαιτέρας ἐντελῶς φύσεως πειθαρχία. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ ἐστηρίχθη εἰς τὴν προστιθεμένην εἰς τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐλ. Βενεζέλου. Ἡ δήλωσις αὐτὴ δὲν ἐπανελήφθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 114, προεκλήθη δ’ ἐξ αὐτοῦ συζήτησις μακρὰ ἐὰν ἡ παράλειψις ταύτης ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀκριβῶς διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠγνόει ὅτι προστατεύονται καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ὡς πάντες οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, δι’ αὐτὸ παρέλειψε νὰ ἐπαναλάβῃ ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ λογικὴ ἑρμηνεία, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, συγχρόνως ἀπηλείφθη ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911, ὅπερ ἐπροστάτευεν εἰδικῶς καὶ ἐξαιρετικῶς τὴν μονιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ὁρίζον ὅτι: «μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεων αὐτῶν». Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ παράλειψις αὐτὴ ἔχει τὴν λογικὴ ἀντιλογίαν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπικαλεῖται τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν γενομένην, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἄρθρον 104 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ τονίζει εἰς τὴν ἀπόφασίν του, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προστατεύονται καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ νέου Συντάγματος, ὁρίζοντος καὶ αὐτοῦ ρητῶς ὅτι: «Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀπονέμει «κατὰ νόμον» τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς καὶ διορίζει καὶ παύει κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους». Καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ποίου εἴδους νόμον ἐννοεῖ, ὅταν λέγῃ ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῶν βαθμῶν, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἡ ἀφαίρεσις, γίνεται κατὰ νόμον. Ἐκρίθη δὲ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 100 τῶν παλαιῶν Συνταγμάτων, ἡ ὁποία, ὡς ἡρμηνεύθη, βεβαίως δὲν προέβλεπε τὴν ἔκδοσιν εἰδικοῦ καὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου δι’ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ διὰ συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ γενικοῦ ὀργανικοῦ καὶ καταστατικοῦ νόμου, ρυθμίζοντος τὰ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξ)κῶν, οἷος ἄλλως ὑφίσταται ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπεκαλέσθην εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν καὶ τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρέχει ἰσχυρότατον ἐπιχείρημα πρὸς στήριξιν τῆς ἐκδοχῆς μας ταύτης. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτό, αἱ ἀποφάσεις τῶν κεντρικῶν συμβουλίων τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, αἱ ἀφορῶσαι ὑπαλληλικὰς μεταβολὰς καὶ προαγωγάς, ἢ ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἐξαιροῦνται τοῦ ἰδιαιτέρου ἀμέσου ἐλέγχου τῶν Βουλῶν, τὸν ὁποῖον προβλέπει διὰ τὰς ἀποφάσεις ὅλων τῶν ἄλλων συμβουλίων τῶν Ὑπουργείων. Γίνεται δηλ. ρητὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ μνεία τῶν ἁρμοδίων διὰ τὰς μεταβολὰς συμβουλίων, τὰ ὁποῖα, οὕτω, εἶναι συνταγματικῶς ἀνεγνωρισμένα. Ἀλλὰ κυρίως ἡμεῖς ἐξητάσαμεν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συγκρούσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 97 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπεδείξαμεν τὴν ἀπόλυτον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀντισυνταγματικότητα αὐτοῦ. Ταύτην ἐπρόσεξεν, ὡς εἶδον, ἰδιαιτέρως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσεπάθησε νὰ ἀντικρούσῃ τοὺς σχετικοὺς ἰσχυρισμούς μας. Ἀλλ’ εἶναι φανερόν, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκειται ὁριστικῶς διὰ τῆς ψήφου της ἡ Βουλὴ νὰ καταστήσῃ νόμον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι δι’ αὐτοῦ μεταβάλλεται εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον δικαστήριον, ἐπιβάλλον ποινήν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὅτι δῆθεν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς καὶ ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν ὁποῖον δῆθεν πάντοτε ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι κατάστασις, καὶ ἑπομένως θὰ πρόκειται περὶ μέτρου διοικητικοῦ καὶ οὐχὶ περὶ ποινῆς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τονίζεται ὅτι σκοπός αὐτοῦ εἶναι, ὅπως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιβάλῃ τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικῶν ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων παρεπέμφθησαν, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των αὐτὸ κατὰ τὴν κυβερνητικὴν ἐπιθυμίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη εἰδικῶς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον πράγματι λέγει, ὅτι ἡ ἀποστρατεία εἶναι ἡ τελευταία κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐπανερχομένου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἰς τὴν ὁποίαν τίθεται ὁ ἀξιωματικὸς διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἕνεκα γεγονότος ἐξαιρετικοῦ, κατόπιν ἀποφάσεως ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, κατὰ τῆς ὁποίας, ἔχει προσφυγὴν ἐνώπιον δευτεροβαθμίου συμβουλίου. Ἐπίσης, περαιτέρω ὁ νόμος, ρυθμίζων εἰς τὸ ἄρθρον 52 τὰ τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ὡς ποινῆς, ὁρίζει τὰ ἑξῆς: (ἀναγιγνώσκει). Ὡς ποινὴν λοιπὸν χαρακτηρίζει ρητῶς ὁ νομοθέτης τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς νομικῶς ἠθελήσατε νὰ στηριχθῆτε εἰς αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς τοιαύτης ἀποστρατείας ὡς μέτρου διοικητικοῦ, ἐφόσον εἶναι προφανές καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ὀργανικοῦ αὐτοῦ νόμου, ὅτι φέρει τὸν χαρακτῆρα ποινῆς ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία, ἡ ὁποία ἐπέρχεται συνεπείᾳ παραπτώματος πειθαρχικοῦ. Διότι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ ἰδίου νόμου ὁρίζονται ρητῶς τὰ ἑξῆς: «Τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα...κλπ.» (ἀναγιγνώσκει). Πειθαρχικὴν ποινήν, ἐπιβαλλομένην ὡς συνέπειαν πειθαρχικοῦ παραπτώματος ἐθεώρησαν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν, ὅταν παρέπεμπον τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς διὰ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἐνώπιον τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, τῶν προβλεπομένων ἐκ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν καὶ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ἔχουν καὶ δικαίωμα προσφυγῆς ἐνώπιον δευτεροβαθμίων συμβουλίων. Οὐδεμία λοιπόν, κατ’ ἐμέ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ νομικῶς ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, μεταβαλλόμενον εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον διοικητικὸν δικαστήριον, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐν τῷ ν)δίῳ ὁριζομένην ποινὴν τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας. Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι οὕτω καὶ ἔκτακτον δικαστήριον συνιστᾶται μετὰ τὴν πρᾶξιν καὶ ἡ ποινὴ ὁρίζεται καὶ ἐπιβάλλεται διὰ νόμου, μὴ ἰσχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, καὶ τοῦ φυσικοῦ των δικαστοῦ, τοῦ παρὰ τοῦ ἰσχύοντος πρὸ τῆς πράξεως ὡρισμένου, στεροῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Προσβάλλεται συνεπῶς, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 97, τοῦ ἀποκλείοντος τὴν σύστασιν ἐκτάκτων δικαστηρίων καὶ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ ἄνευ νόμου ἰσχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος, καὶ τὸ ἄρθρον τὸ ὁρίζον, ὡς γνωστόν, ὅτι «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ».

§30ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Λησμονεῖτε τὰ Στρατοδικεῖα!

§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ Σύνταγμα ἑρμηνεύομεν, κ. Βουλευτά. Λησμονεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν πολεμικὴν ἐκείνην περίοδον, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐμπεπλεγμένα εἰς τὸν πόλεμον Κράτη, ὑπῆρχεν ἀναστολὴ τῶν σχετικῶν συνταγματικῶν διατάξεων.

§32Δ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ διώξῃ ἀντιστρατήγους. Διατὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διώξῃ ἀνθυπολοχαγούς; (Θόρυβος).

§33Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Γνωρίζω τὸν νόμον αὐτὸν ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. (Θόρυβος). Παρατηρῶ πάντως ὅτι δὲν δύναται δι’ ἀνάρθρων κραυγῶν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις συνταγματολογικὴ κατὰ τρόπον ἀντάξιον τοῦ βήματος τούτου καὶ τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εἶπον, λοιπόν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 8 καὶ τοῦ ἄρθρου 9 καὶ τοῦ ἄρθρου 97 ἀναμφισβητήτως τὸ μέτρον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλίας, εἰς τὴν σχετικήν του ἀγόρευσιν, ὡς εἶδον εἰς τὰ πρακτικά, ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι δῆθεν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι μόνιμοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται ἰδιαιτέρως οἱ ἀξιωματικοί, διότι πράγματι ἡ διατύπωσις αὕτη ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί. Τὸ ἄρθρον δηλαδὴ αὐτὸ ἰσχυρίσθη, κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἑρμηνεία αὐτοῦ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς ἐξαχθὲν ἐπιχείρημα βάσιμον. Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς ἱστορικοὺς λόγους δι’ οὓς διετυπώθη οὕτω τὸ ἄρθρον αὐτό. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιότης τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ δὲν ἦτο ἀσυμβίβαστος. Τότε ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 64, εἰς τὴν ὁποίαν διεδραμάτισαν ἐξαιρετικὸν ρόλον οἱ ἀξιωματικοί, διεξεδίκησαν οὗτοι καὶ ἐπέτυχον ὡς εἰδικὸν προνόμιον τὸ δικαίωμα νὰ πολιτεύωνται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοί. Καὶ εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου οἱ ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἵνα χάριν τοῦ στρατεύματος ἀπομακρυνθοῦν τῆς πολιτικῆς. Ἀκριβῶς δὲ πρὸς διαστολὴν καὶ κατάργησιν τῆς ἐξαιρέσεως, ἡ ὁποία εἶχε καθιερωθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διετυπώθη οὕτω ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 71 εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὡρίζετο «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ», ἐκ τῆς ὁποίας ἀκριβῶς ἐξάγεται, ὅτι περιελαμβάνοντο εἰς τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, πρὸς ἔξαρσιν τῆς καταργήσεως τῆς διακρίσεως αὐτῆς προσετέθη εἰς τὴν φράσιν ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἡ φράσις «στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ», ἡ ὁποία οὐδαμῶς ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠθέλησε ν’ ἀποχωρήσῃ αὐτοὺς τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων.

§34ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ λέγετε σεῖς αὐτό;

§35Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν σχετικῶν ἑρμηνευτικῶν στοιχείων καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου τῶν σχετικῶν διατάξεων. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔλεγε: «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοῦ». Ἐκ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως καθίσταται φανερόν, ὅτι θεωρεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ δι’ αὐτὸ τονίζει τὴν ἐξαίρεσιν. Πρὸς διαστολὴν τῆς καταργήσεως τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη διὰ τοὺς γνωστοὺς ἱστορικοὺς λόγους εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἦλθεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1911, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς σχετικῆς εἰσηγήσεως ὅλων τῶν προσχεδίων καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἀπαλείψει τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ἀφεώρα εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα ἐφαρμοσθῇ οὕτω καὶ εἰς αὐτοὺς ὁ γενικὸς κανὼν τοῦ ἀσυμβιβάστου, ὡς τονίζεται εἰς τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Οὐδαμῶς κατὰ συνέπειαν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠθέλησε νὰ στερήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τῆς προστασίας τῆς μονιμότητος αὐτῶν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι μὲ ἐξέπληξεν ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀντληθεῖσα ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἂν ἐξήταζε τὴν ἱστορίαν τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης διατυπώσεώς της, δὲν θὰ ἔφθανε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, οἵτινες καὶ διὰ πάντα μὴ εἰδικόν, καὶ μὴ συνταγματολογοῦντα, εἶναι πρόδηλον ὅτι δὲν δύναται νὰ εὐσταθήσῃ καὶ λογικῶς, διότι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐστερήθησαν διὰ τοῦ νέου Συντάγματος τῆς προστασίας ἧς ἀπήλαυον πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.

§36ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Μήπως ἔχετε καμμίαν πρόχειρον ἀγόρευσιν καὶ ἔκθεσιν; Ἔχετε δίκαιον, ἄν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐγένετο δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ διαστολή. Ἀλλὰ νὰ μᾶς εἴπητε ἂν ὑπάρχει ἀγόρευσις εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὅτι ἡ φράσις ἐτέθη, ὅπως σεῖς εἴπετε, διὰ νὰ δηλωθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις, καὶ ὅτι ἀπολαύουν τῆς προστασίας.

§37Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλετε νὰ σᾶς φέρω τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἐκθέσεις; Θὰ εὕρητε τὰς αἰτιολογίας καὶ τὴν ἑρμηνείαν ποὺ ἀναφέρω εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως Δραγούμη, τὴν συντεταγμένην, ὡς γνωστόν, παρὰ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου Ν. Σαριπόλου, τοῦ προσχεδίου τοῦ Ραλλικοῦ κόμματος καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.

§38ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἔχομεν τὴν ἀντίθετον ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βενιζέλου.

§39Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 71, ὅπερ ἐπεκαλέσθητε σεῖς. Ἡ δήλωσις ἐτέθη τῷ 1911 εἰς τὸ ἄρθρον 102 καὶ δὲν ἐπανελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 114 τοῦ 1927. Σᾶς εἶπα ὅτι διετηρεῖτο τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον ἐπροστάτευεν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἀκόμη Συντάγματος ἐπαρκῶς τοὺς στρατιωτικούς, ἴσως περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν αὐτὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, θὰ ἐθίγετο ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος ἐκ τῆς ἐξετάσεως παρὰ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ζητημάτων, ἀφορώντων τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ὀρθῶς παρετηρήθη ὡς πρὸς αὐτό, ἄν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, ἑρμηνεύων οὕτω τὸ Σύνταγμα, προὐτίθετο νὰ ἀφήσῃ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον καὶ αὐθαίρετον κρίσιν τῆς Διοικήσεως, ἤτοι τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἐδημιούργει μεγαλειτέρους κινδύνους διὰ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἑνότητα καὶ τάξιν τοῦ στρατεύματος, τὴν ὁποίαν ἐσκόπει νὰ προστατεύσῃ. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἂν ὑπάρχει τι τὸ ὁποῖον προσβάλλει περισσότερον τὴν ἔννοιαν τῆς Δικαιοσύνης καὶ κλονίζει περισσότερον τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνότητος καὶ πειθαρχίας, τοῦτο εἶναι ἡ αὐθαιρεσία καὶ τὸ ἀνεξέλεγκτον ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς διοικήσεως. Καὶ εἶναι πράγματι θλιβερόν ὅτι κατ’ ἀτυχῆ ἔμπνευσιν καὶ ἐκδήλωσιν μέλους κοινοβουλευτικοῦ τοῦ Σώματος τούτου, τὴν τελευταίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσετέθη πρὸς κατοχύρωσιν τῆς κυβερνητικῆς αὐθαιρεσίας καὶ ἡ φράσις «κατ’ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν». Ὡρίσθη δηλαδή, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως «κατ’ ἀνεξέλεγκτον αὐτοῦ κρίσιν» θέσει εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ κλπ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ εἰς ἄλλο νομοθέτημα ἡ τοιαύτη διακήρυξις τῆς ἀνεξελέγκτου κρίσεως δικαστικῶς, διότι, ὡς δικαστήριον, ὡς εἶπον, πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς ὁμολογεῖται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θὰ πρσθέσω περισσότερα, Κύριοι Βουλευταί. Εἶπον καὶ τὴν ἄλλην φοράν, καὶ ὑπενθύμισα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐτόνισε κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἐπὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων διχάζονται αἱ γνῶμαι. Καὶ εἶναι τοῦτο ἐν μέρει ἀληθές. Ἀλλ’ ὑπενθύμισα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῷ 1929, ἐχαρακτηρίσθη ὡς σκανδαλώδης ἀπὸ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰδικῶς ἀπὸ ἐφημερίδα ἀνήκουσαν σήμερον εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν, τὴν κοπτομένην ὑπὲρ τῆς νομιμότητος. Καὶ εἶναι παράδοξον ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη λησμονεῖται ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος ἀπὸ τὴν διεκδικοῦσαν τὸ μονοπώλιον αὐτῆς Κυβέρνησιν. Δυστυχῶς, μεταβάλλονται καὶ αἱ νομικαὶ καὶ αἱ συνταγματικαὶ ἀντιλήψεις, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, καὶ θυσιάζονται αἱ νομικαὶ πεποιθήσεις εἰς τὰς ἄλλοτε χαρακτηριζομένας ὡς ὀλεθρίας ἀπόψεις σκοπιμότητος. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἡ προκειμένη περίπτωσις ἐπιτρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην μεταβολὴν καὶ νὰ παρασύρῃ τοὺς ἰσχυριζομένους ὅτι μάχονται ἐξ ἐπαγγέλματος τρόπον τινά, ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, εἰς τὴν υἱοθέτησιν τῆς καθ’ ἧς ἠγωνίζοντο ἀρχῆς τῆς σκοπιμότητος καὶ τὴν καταπάτησιν ρητῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι, ὅπως ἀπέδειξα, συντελεῖται ἀναμφισβητήτως διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὠμὴ προσβολὴ τῆς ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τῆς ἀποκλειούσης τὴν ἵδρυσιν ἐκτάκτων δικαστηρίων, ἐφόσον εἰς ἔκτακτον δικαστήριον μεταβάλλεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὡς ποινὴν εἰς τοὺς ὑποπεσόντας εἰς ὡρισμένον πειθαρχικὸν παράπτωμα ἀξιωματικοὺς πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν. Ἐλπίζω δέ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἐδηλώσατε ὅτι δὲν θέλετε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, οὔτε μικρόν τι λιθάριον τοῦ συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος νὰ θιγῇ, διότι, ὡς ὀρθῶς εἴπετε, ἐὰν ἐσαλεύετο καὶ ἕν λιθάριον, δὲν δύναταί τις νὰ γνωρίζῃ ὁποίας τοῦτο θὰ εἶχε συνεπείας καὶ ἂν δὲν θὰ ἐσυνεχίζετο ὁ κλονισμὸς τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ, θὰ ἐνθυμηθῆτε τὴν ὑπερτάτην ταύτην ὑπόσχεσίν σας καὶ θὰ προτιμήσητε ν’ ἀποσύρητε, ἀντὶ τοῦ λιθαρίου αὐτοῦ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, τὸ προφανῶς ἄστοχον καὶ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ νομοθετικὸν κατασκεύασμα.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης.

§41Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ἐξονυχιστικωτάτην ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν πρώην συζήτησιν εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, καὶ κατὰ τὴν ὁμοίαν τοιαύτην ἐνώπιον τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἔκρινα ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ ἀναπτύξω δι’ ἐλαχίστων τὰς ἀντιλήψεις μου ἐνώπιον ὑμῶν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων ἀνακριβειῶν καὶ διαφόρων ἀνυποστάτων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἤκουσα ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Οἱ πάντες ἀπέφυγαν ὁλοσχερῶς νὰ θίξουν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ καταδείξουν τὸν χαρακτηρισμόν τοῦ ἐγκλήματος. Ἠθέλησαν, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, μᾶλλον διὰ σοφιστειῶν νὰ διεξέλθουν τὸ ζήτημα, ἀπομακρυνόμενοι ἐντελῶς καὶ μὴ θέλοντες νὰ θίξουν τὴν οὐσίαν τὸ παράπαν. Καὶ ὡμίλησεν ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸ μικροῦ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὅστις ἐχαρακτήρησεν ὡς πειθαρχικὸν παράπτωμα τὰ γενόμενα, καὶ ἐκράτησα σημείωσιν τῆς φράσεως, ὅτι ὑπῆρξε «παράπτωμα περὶ τὴν πειθαρχίαν». Θὰ ἐχρειάζετο, Κύριοι Βουλευταί, μεγάλη δόσις θάρρους διὰ νὰ ὀνομασθῇ τὸ βαρύτατον ἔγκλημα, μία καθαρὰ συνωμοσία, μία στάσις, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν δολοφονίαν ἐνθουσιῶντος καὶ ἀόπλου λαοῦ, ἀγωνιζομένου διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ διὰ τὴν ἐπικράτησιν νομίμως, ὡς ἀπεδείχθη, τῆς ἐκδηλωθείσης θελήσεώς του. Ἑνὸς τοιούτου ἀνασιουργήματος ἐδόθη ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς πειθαρχικοῦ παραπτώματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς πάντας, προκειμένου ἰδίᾳ περὶ ἀξιωματικῶν, ποῖον εἶνε νοητὸν ὡς βαρύτερον ἀδίκημα, ποῖον ἔγκλημα δύναται νά φέρῃ χαρακτηρισμὸν μᾶλλον βαρύν, ἀπὸ τὴν πρᾶξιν ἡ ὁποία ἐξετελέσθη παρ’ ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς;

§42Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Προφανῶς ἀποτείνετε τὸν λόγον πρὸς ἐμέ.

§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι.

§44Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μετεχειρίσθην τὴν φράσιν αὐτήν, ἀλλ’ ὄχι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.

§45Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σεῖς εἴπετε κἄτι παρεμφερές. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι δὲν ἐδώκατε βαρύτατον χαρακτηρισμόν.

§46Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἕτερον ἑκάτερον. Εἰς τὴν καταδίκην τοῦ κινήματος βεβαίως. Δίπλα ὅμως εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν καὶ ἐλαφρότερα παραπτώματα περὶ τὴν πειθαρχίαν. Ἕτερον ἑκάτερον. Δὲν χαρακτηρίζω ὡς παράπτωμα περὶ τὴν πειθαρχίαν τὸ κίνημα.

§47Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι μερικοὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διεξῆλθον τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν ὅπως εἶπον προηγουμένως.

§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε. Ὑπάρχει μία παρεξήγησις. Εἶναι φανερὰ ἡ παρεξήγησις. Ἔχει ἡ ὑπόθεσις τοῦ κινήματος διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς μίαν διπλῆν ὄψιν, τὴν ὄψιν τὴν ποινικήν, ἐφόσον ὑπέπεσαν εἰς μίαν παράβασιν τῶν ποινικῶν διατάξεων, καὶ τὴν ὄψιν τὴν πειθαρχικήν, ἐφόσον διέπραξαν καὶ παραπτώματα πειθαρχικά. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μυλωνᾶς, ὅτε ὡμίλει περὶ πειθαρχικοῦ παραπτώματος, ἐξήταζε τὴν ἄποψιν τὴν καθαρῶς διοικητικήν, διότι διὰ τὴν ἄλλην εἶναι ἁρμόδια τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως.

§49Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ πειθαρχικὸν παράπτωμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὠχριᾷ, ἐξαφανίζεται δύναμαι νὰ εἴπω ὁλοσχερῶς, πρὸ τῆς βαρύτητος τοῦ ἐγκλήματος.

§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βεβαίως, κ. Συνάδελφε, ὠχριᾷ, ἀλλὰ διὰ τὴν βαρυτέραν παράβασιν, διὰ τὸ ἔγκλημα, δὲν εἶνε ἁρμόδια οὔτε τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, οὔτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Εἶναι ἁρμόδια τὰ ποινικὰ Δικαστήρια.

§51Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀντίληψίς σας. Ὅταν εἶναι βεβαιωμένον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς τὴν συμμετοχὴν ὡρισμένων ἀξιωματικῶν εἰς βαρύτατον κατὰ τῆς Πατρίδος ἔγκλημα, εἰς ἔγκλημα τοιοῦτον, κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν ἐπιβάλλεται, ἔγκλημα τοιοῦτον, ἐπισύρον καὶ αὐτὴν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὅταν τοιοῦτό τι διαπράττεται παρ’ ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐπιτακτικὴν ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ προασπίζουν τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, νὰ προασπίζουν τὸ Κράτος, νὰ φορῶνται, ἄν θέλετε, οὔτε ἅπαξ, οὔτε δίς, ἀλλὰ πλειστάκις, νὰ φορῶνται καταφώρως συνωμοτοῦντες, καὶ τὴν συνωμοσίαν αὐτὴν θέτοντες εἰς ἐφαρμογήν, νὰ ἔρχωνται ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν λαὸν τὸν προσφάτως ἐκφράσαντα τὴν γνώμην του, παρεμφερὲς δὲ ἔγκλημα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διανοηθῇ διὰ τὸν ἀξιωματικὸν οἱοσδήποτε πολίτης, ὅταν τοιοῦτον ἔγκλημα διαπράττεται παρ’ ἀξιωματικῶν, πῶς θέλετε νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡρισμένους ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὸν ὅρκον των, παρὰ τὸν προορισμόν των, περιφρονοῦντες τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκωνται οὗτοι, λαμβάνουν τὰ ὅπλα καὶ στραγγαλίζουν τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους, καὶ στραγγαλίζουν καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ πάντα πολίτην, τὸν ὁποῖον εὑρίσκουν ἀντιμέτωπον αὐτῶν; Ἂν θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ μεμφθῇ οἱονδήποτε, ἡ μομφὴ θὰ συνίστατο ἀποκλειστικῶς εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ριζικώτατα μέτρα, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὥστε νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐφοράθησαν ἀνάξιοι τῶν ἐπωμίδων των, διότι εἶναι ἀνάξιοι ἀξιωματικοί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιούτου εἴδους ἐγκλήματα διαπράττουν. Δὲν δύνανται κἂν νὰ λέγωνται ἀξ)κοὶ οὗτοι. Καὶ εἶνε ἐπιτακτικὴ καὶ ρητὴ καὶ σαφὴς καὶ πρόσφατος ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄν θέλετε, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ θέλησις τοῦ ὀρθῶς σκεπτομένου ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ μὴ ὁρμωμένου ἀπὸ ἄλλα συμφέροντα, εἶναι ὁμόθυμος, ἐπαναλαμβάνω, ἡ θέλησις, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν καὶ κατ’ οὐδεμίαν στιγμὴν νὰ παραμένουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφοράθησαν οὕτω πως ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντός των, οὕτω πως κακουργοῦντες. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἆρά γε ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνήργησαν; Ἐδιδάχθησαν εἰς τὰ σχολεῖα των, ἐδιδάχθησαν εἰς τοὺς στρατῶνας, ἐδιδάχθησαν μεταξὺ τῶν τάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα φέρωνται κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐπανειλημμένως; Καὶ ἂν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ διαχειρισθοῦν πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κυριαρχήσουν ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ θέλουν νὰ δημιουργήσουν Κυβέρνησιν αὐτοί, οἱ λεγόμενοι παράγοντες, ἂν ἐλαμβάνοντο ἀπὸ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἀπὸ τὰς τότε Κυβερνήσεις, ἐλαμβάνοντο μέτρα ριζικά, βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ κακὸν δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς οἷον σημεῖον ἤχθη σήμερον. Προασπίζοντες, Κύριοι Βουλευταί, τοὺς οὕτω πως φοραθέντας καὶ κακουργήσαντας ἀξ)κοὺς, βεβαιωθῆτε ὅτι καταδικάζετε τὴν ὁλότητα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς μαρασμόν, εἰς ἀδράνειαν, εἰς κατάντημα ἀξιοθρήνητον. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ὁ ἔντιμος ἀξιωματικός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθοῦν οἱ νομιμόφρονες ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπικάθηται ἐπὶ τῆς ράχεώς των ἑκάστοτε οἱοσδήποτε αὐτοκαλούμενος παράγων, οἱονδήποτε τσιράκι καὶ ὄργανον μιᾶς πολιτικῆς μερίδος. Δὲν εἶναι κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν ἀνεκτὸν εἰς τὰς τάξεις τῶν νομιμοφρόνων ἀξιωματικῶν, νὰ ὑπάρχουν τὰ ζιζάνια αὐτὰ μέσα εἰς τὰ στελέχη τῶν ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, μέσα εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡρισμένα ἰδανικά, ἐθνικὰ ἰδανικά, δὲν εἶναι λέγω, ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρχουν τὰ ζιζάνια ταῦτα καὶ ἑκάστοτε νὰ ἐμφανίζουν τὴν κεφαλὴν ὑπεράνω τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν. Διὰ τῶν κινημάτων αὐτῶν ἑκάστοτε ἔφθασαν νὰ καταπατήσουν τὴν ἀρχαιότητα, ἔφθασαν νὰ συντρίψουν τοὺς συναδέλφους των, νὰ τοὺς παραγκωνίσουν, ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ νομιμόφρονες ἐκεῖνοι ἀξ)κοὶ δὲν ἐγένοντο δοῦλοι οὐδενὸς κόμματος καὶ δὲν ἠθέλησαν κατόπιν, ὑψοῦντες τὴν κεφαλήν, νὰ δημιουργήσουν καὶ Κυβερνήσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὸ ἔντιμον καὶ εὐγενὲς Σῶμα τῶν Ἑλλήνων νομιμοφρόνων Ἀξιωματικῶν προσδοκᾷ μετὰ πεποιθήσεως, ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, ὅτι θὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη, καὶ δικαιοσύνη θὰ ἀποδοθῇ, ὅταν βγάλῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ τὸν τράχηλον εἰς τὸν ὁποῖον ἐπεκάθησαν τῶν πραγματικῶν ἐθνικῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἄγουν καὶ νὰ φέρουν τοὺς συναδέλφους των, παραγκωνίζοντες καὶ στραγγαλίζοντες τὰ δίκαιά των, καταλαμβάνοντες, καθ’ ὃν τρόπον κατέλαβον τὴν Ἀρχήν, καὶ διακυβερνῶντες, καθ’ ὃν τρόπον διεκυβέρνησαν. Ἀλλὰ τὸ κατάντημα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν τὴν τελευταίαν στιγμήν, δὲν εἶναι πρᾶγμα δυνάμενον νὰ παραβληθῇ καὶ μὲ τὰ προηγούμενα, διότι ἀποθρασυνθέντα τὰ ἴδια ἐκεῖνα πρόσωπα ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας, γλυκανθέντα, διότι ἐκ τῶν κινημάτων αὐτῶν ἀποκομίζουσι τῇ ἀνοχῇ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, κέρδη καὶ ὠφελήματα, βαθμοὺς καὶ ἐπωμίδας, ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ διστάζουν πλέον πρὸ οὐδενός, νὰ μὴ διστάζωσι πλέον, πρὸ τοῦ συγκινητικοῦ θεάματος τοῦ ἐνθουσιῶντος ὄντως καὶ ἐξερχομένου εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, νὰ μὴ διστάζωσι νὰ στρέφωσι τὰ πολυβόλα νά στρέφωσι τὰ ὅπλα διὰ νὰ πνίξουν εἰς τὸ αἷμα τὰ αἰσθήματα τοῦ πανηγυρίζοντος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι Βουλευταί, ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου μία φράσις τοῦ Κικέρωνος. Εἶναι ἀκριβῶς ἐπίκαιρος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο: «Ἕως πότε θὰ καταχρῶνται τῆς ἡμετέρας ὑπομονῆς; Ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ περιφέρεται ἀχαλίνωτος ἡ θρασύτης;». Διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐπὶ μακρόν, ἐπὶ μέγιστον χρόνον περιφέρεται ἀχαλίνωτος ἡ θρασύτης καὶ ἐπὶ μέγιστον χρόνον κατεχρῶντο τῆς ἡμετέρας ὑπομονῆς. Ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου ἐπίσης καὶ ἕν ἄλλο δόγμα τῶν Ρωμαίων: «Salus populi suprema lex esto». Ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ὁ ὑπέρτατος ἂς εἶναι νόμος. Καὶ ὅταν πρόκεινται ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα παραδείγματα, καθ’ ἅ, νὰ διακινδυνεύῃ ἡ ὑπόστασις τῆς πραγματικῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς τὸν νοῦν τῶν παραγόντων αὐτῶν θὰ ἐπικαθήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι αὕτη δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸ συμφέρον των καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς ἀπόψεις των, θέλετε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ληφθοῦν μέτρα ἀνώδυνα, μέτρα τουλάχιστον, διὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐγίνετο τίποτε ἄλλο, παρὰ θὰ ἐξηκολούθει ἡ παραμονὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα; Καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄντικρυς πρὸς πᾶσαν λογικήν, τὸ ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτάς, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς θὰ πρέπῃ νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ δημοσία γνώμη, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ὁ ἑλληνικὸς λαός, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς: παραμείνατε εἰς τὸ στράτευμα καὶ θὰ λάβω ἁπλούστατα μέτρα καθ’ ὑμῶν, θὰ σᾶς τιμωρήσω μὲ μίαν ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἢ μὲ ἑξαμηνιαίαν προσωρινὴν παῦσιν; Νομίζετε, ὅτι τὸ πνεῦμα κανενὸς νομοθέτου, ὅταν ἐθέσπιζε τὰς διατάξεις αὐτάς, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὴν βαρύτητα τῶν ἐγκλημάτων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται; Ἄλλοι Κύριοι Συνάδελφοι, ἀποφυγόντες νὰ θίξωσι τὴν οὐσίαν, νομίζω, τοῦ ζητήματος, ἠθέλησαν νὰ ἐνδιατρίψουν, ὡς πρὸς ἄγκυραν σωτηρίας, εἰς ὡρισμένους τύπους συνταγματικοὺς ἢ εἰς οἱουσδήποτε ἄλλους νομικοὺς τύπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δὲν ἔχουσιν οὐδαμόθεν ἔρεισμα. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ κατάχρησις τῆς ὑμετέρας καλωσύνης, ἂν ἠθέλομεν νὰ διεξέλθωμεν ἐκ νέου τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, μετὰ τὰς τόσον ἐμβριθεστάτας καὶ ἀποστομωτικὰς ἀπαντήσεις τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἄσκοπον νὰ ἀποδείξῃ κανείς, ἔστω καὶ δι’ ἐλαχίστων, ὅτι, κατὰ τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικάς, τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν, πᾶν ἄλλο ἢ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἀφοροῦν. Ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Οὐδεμίαν σχέσιν καὶ οὐδεμίαν ὁμοιότητα ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ προκείμενον. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀναλογία, πρέπει νὰ εἶναι τὰ θέματα ὅμοια. Ἐπὶ ἀνομοίων περιπτώσεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος τὸ παράπαν. Λησμονοῦμεν ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ νόμος, ψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, κατὰ τόν ὁποῖον ὁ βαθμὸς τοῦ ἀντιστρατήγου ἀκόμη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον....

§52Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μετὰ γνώμην ὅμως τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου.

§53Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. ..... καὶ ἐδόθη διὰ τοῦτο μία καὶ μόνη δικαιολογία, ὅτι, τάχα, δικαιοῦται νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ διὰ νόμου τὸν ἀνώτατον τοῦτον βαθμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, διότι — ἀκούσατε, ἀκούσατε!— τὸ ἴδιον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν ἀπένειμε. Μὰ διότι τὸν ἀπένειμε τὸ ἴδιον, δὲν ἐγένετο πλέον κτῆμα τοῦ πρὸς ὃν ἀπενεμήθη ὁ βαθμὸς οὗτος τοῦ ἀντιστρατήγου; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς πλέον ποὺ τοῦ ἀπενεμήθη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀφαιρέσεως. Καὶ ὅμως, διὰ νόμου ἐψηφισμένου παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντιστρατήγου ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Συνεπῶς δὲν εἶνε καινοφανὴς ἡ διάταξις, ἡ διάταξις ἡ τόσον ἐνδεικνυομένη ἐκ τῶν περιστάσεων, ἡ διάταξις ἥτις ἐπιβάλλεται ἐξ ὑπερτάτης, ἂν θέλετε, ἀνάγκης, κοινωνικῶν συμφερόντων, ἐξ ὑπερτάτων ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν ἔχει ἐπίσης οὐδὲν ἔρεισμα τὸ ἄρθρ. 114 τοῦ Συν)ματος, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς γίνεται διάκρισις, ὅπως καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, μεταξὺ πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν. Διότι δὲν δύναται βεβαίως κανεὶς μετὰ λελογισμένην ἔρευναν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι ἐξισοῦνται μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Δι’ αὐτὸ πάνυ ὀρθῶς ἔχει καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον σαφῶς, σαφέστατα ἐδήλωσε δι’ ἀποφάσεώς του, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, Εἶναι ἰδιαιτέρα κατηγορία, φερομένη ὑπὸ τὴν τάξιν καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ ἐδήλωσε τοῦτο τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον. Καὶ ὅταν μὲν σᾶς συμφέρει μία οἱαδήποτε ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τούτου, τὴν ἐπικαλεῖσθε καὶ ἐπαινεῖτε καὶ ἐξυμνεῖτε τὸ Δικαστήριον, ὅταν ὅμως εἶναι εἰς βάρος σας, τότε λέγετε ὅτι δὲν εἶναι λογική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις καὶ ἐν τῷ Συντάγματι σαφῶς γίνεται ἡ διάκρισις μεταξὺ πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν. Ὅπως ἠκούσατε καὶ πρὸ ὀλίγου, ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα ἐντελῶς σαφῶς ποιουμένη τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέν δύνανται νὰ πολιτεύωνται πολιτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ. Πρὸς ἀπόσεισιν μιᾶς τόσον σαφοῦς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει, ὅπως ἔχει, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἀλλ’ ἐφόσον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ὑπάρχει, εἶναι νεκρόν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἦλθε τὸ νεώτερον Σύνταγμα τὸ σημερινόν, δυνάμεθα, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τὸ σημερινὸν Σύνταγμα προέβη εἰς τὴν διάκρισιν αὐτὴν κατ’ ἀντιδιαστολὴν Συντάγματος μὴ ὑπάρχοντος ἢ κατ’ ἐξομοίωσιν Συντάγματος μὴ ὑπάρχοντος; Ὑπάρχει ἕν Σύνταγμα ὡρισμένον, ἰσχῦον ἀπὸ ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου μέχρι σήμερον, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦτο σαφέστατα ποιεῖται τὴν διάκρισιν μεταξὺ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων ἀναφέρον αὐτοὺς εἰς διακεκριμένας τάξεις, εἰς δύο διακεκριμένας κατηγορίας. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν εἴχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἡμεῖς, καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ἐξουσία νὰ καταφεύγωμεν διὰ τὰς ἀναλόγους ἐφαρμογὰς τοῦ Συντάγματος εἰς ἑρμηνείας εὐρυτάτας, περιλαμβανούσας τὰ πάντα καὶ ἀποσαφηνιζούσας κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὸ νόημα τοῦ Συντάγματος, τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα ὅπως εἶναι συντεταγμένον ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον καὶ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν οὐδεμιᾶς ἀναλογικῆς ἐφαρμογῆς. Ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ γίνῃ μία ἑρμηνεία, ἀλλ’ ἀναλογία, ὅταν εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ. Ἐφόσον λοιπὸν ὑπάρχει ρητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, σαφεστάτην ποιουμένη διάκρισιν μεταξὺ πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, παρὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἄλλην ἔννοιαν ἔχει τὸ Σύνταγμα, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τόσον σαφῶς διατυπώνει τὸ Σύνταγμα. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι πεπεισμένος ἀπολύτως, ὅτι ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, ἱκανοποιοῦντες τὴν κοινὴν γνώμην, ἱκανοποιοῦντες τὸ δίκαιον, ἱκανοποιοῦντες τὴν τάξιν τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ πατάξητε πρόρριζα τὸ κακὸν καὶ μὲ τὴν ἀπόλυτον καὶ ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, οὕτω πράττοντες, εὑρίσκεσθε ἐν ἀπολύτῳ δικαιοσύνῃ, θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ παρὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἄλλωστε, τόσην ἔχει μετριοπάθειαν, ἀνεγνωρισμένην καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀντιπάλων, νὰ κάμῃ τὴν πρέπουσαν κρίσιν. Διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης εἰς τὸν τόπον αὐτόν. (Χειροκροτήματα).

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τανούλας.

§55Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐκπρόσωποι ἐντελῶς διαφορετικῶν ἀντιλήψεων ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκπροσωπουμένων ὑπὸ τῶν ἀστικῶν κομμάτων. Ὡς τοιούτων, λοιπόν, ὡς βουλευτῶν ἀνεξαρτήτων, μέσα εἰς τὴν σημερινὴν ὀξύτητα τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος καὶ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολιτικῶν μερίδων, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἡ θέσις μας, ὁμολογουμένως, εἶνε λεπτὴ καὶ δύσκολος, διότι, δυστυχῶς, εἰς τὴν Χώραν μας σήμερον ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ σημεῖον ὀξύτητος’ ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον θέσις δι’ ἄλλην κατάστασιν, δι’ ἄλλην τρίτην πολιτικὴν κατάστασιν. Ἑπομένως, εἶναι ἠναγκασμένος κανείς, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἐπιτακτικόν του κατὰ συνείδησιν καθῆκον ἢ νὰ παρεξηγηθῇ, ἢ ἄλλως, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποφύγῃ τὴν παρεξήγησιν, νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ πνίξῃ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς του. Δι’ ὀλίγων λέξεων, ἕνεκα τούτου, θὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τοῦτο δὲ μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ στάσιν μου. Ἐν πρώτοις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς πρακτικογράφους, ὅπως ὡρισμένα σημεῖα τοῦ λόγου μου, τά διατυπώσωσι σαφῶς εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἡ φωνὴ ἡμῶν τῶν ἀνεξαρτήτων, τῶν ἀποτελούντων σχεδὸν μονάδας ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πνίγεται μεταξὺ τῶν τεσσάρων τοίχων τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως, ὁ ἀστικὸς τύπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γράψῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς λέγομεν ἑκάστοτε. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεστράφη ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ στράτευμα, ὡρισμένων ἀξιωματικῶν, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν καὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρωτοπορείαν εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Δὲν θὰ σχολιάσω τὴν στάσιν τῆς Γερουσίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἔλεγον μόνον δύο λέξεις ὅτι, ἐνῶ ὑποστηρίζεται, καὶ ἴσως ὀρθῶς ἐν μέρει, ὅτι τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα ἀποτελεῖ μίαν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα διὰ τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ἀπέναντι ὡρισμένων κινδύνων, τοὺς ὁποίους πιθανόν θὰ διέτρεχε, τοὐλάχιστον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐμφανίζει κάπως παράδοξον ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος καὶ περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ ἐκδηλώνωνται οἱ δημοκρατικοὶ Ἕλληνες πολῖται, εἴτε ὡς ὄργανα τοῦ Κράτους, εἴτε ὡς ἀξιωματικοί, εἴτε ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἴτε ὡς ἁπλοῖ πολῖται. Κατακρίνεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς συνταγματικότητος, διότι νομίζω, ὅτι οἱονδήποτε μέτρον, ἀποβλέπον, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. (χειροκροτήματα). Μάλιστα ὀφείλω νὰ διαπιστώσω καὶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα χρησιμοποιεῖται ἑκάστοτε καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ὁσάκις καὶ ὅταν συμφέρει εἰς αὐτά. Βέβαια δίδονται διάφοροι ἑρμηνεῖαι, ὑπάρχουν ὅμως εἰς τὸ παρελθόν τόσα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα κατεπατήθη καταφανῶς τὸ Σύνταγμα καὶ δυστυχῶς ἔχω νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν παράταξιν τῆς ἤδη Ἀντιπολιτεύσεως διὰ μερικοὺς νόμους. Ἔχομεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐστραγγάλιζε καὶ τὰς σκέψεις ὡρισμένων τάξεων ἀνθρώπων. Καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι ἦσαν καταφανῶς ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ νόμοι εἶναι εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οἵτινες ἔρχονται σήμερον καὶ κατακρίνουν τοὺς νόμους τοὺς σημερινούς. Ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό, τὸ ἐάν εἶναι ὁ νόμος ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι. Μάλιστα, νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Βουλῆς ἔχει βαθυτέραν κοινωνικὴν σημασίαν καὶ γενικωτέραν πολιτικὴν ἔννοιαν. Εἶπον τὴν ἄλλην φοράν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος αὐτός, ὅτι τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου εἶχεν, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τοὺς κομματικοὺς καὶ προσωπικοὺς λόγους, καὶ λόγους βαθυτέρους κοινωνικούς. Διότι πράγματι εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ κεφαλαιοκρατία ἀντιλαμβάνεται ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἤρχισε νὰ στρέφηται ἐναντίον της καὶ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα αὕτη καθιέρωσεν, ἀντιλαμβάνεται στρεφόμενα ἐναντίον της. Ἑπομένως, ὅπως καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας Χώρας κεφαλαιοκρατικάς, οὕτω καὶ ἐδῶ ἡ κεφαλαιοκρατία ἔχει κάθε συμφέρον νὰ στραγγαλίσῃ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ ἐγκαθιδρύσῃ δικτατορίαν. Δὲν θὰ ἐξετάσω λοιπὸν τὴν συνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου ὡρισμένα σημεῖα: Ἡ παράταξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ εἰς τὸν τόπον ἱστορικῶς τὴν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, μᾶς λέγει, καὶ δὲν τὸ λέγει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ἀλλὰ καθημερινῶς διὰ τῶν ἐφημερίδων της, ὅτι τὸ μέτρον αὐτό δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ κτύπημα 10–20 ἢ 50 ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστράφησαν ἐναντίον τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸ εἶνε πρόσχημα καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποδημοκρατικοποίησιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἐκδίωξιν δηλαδὴ ὅλων τῶν δημοκρατικῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία μελλοντικῶς νὰ ἀνατραπῇ ἡ Δημοκρατία. Πράγματι, τὸ σημεῖον αὐτό, ἡμεῖς τοὐλάχιστον τῆς ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν, οἱ ὁποῖοι θέλαμεν τὴν Δημοκρατίαν τὴν σημερινήν, ἀστικὴν δημοκρατίαν, ὄχι ὡς σκοπόν, διότι δὲν πιστεύομεν ἀπολύτως εἰς αὐτήν, παραδεχόμεθα ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεώς της καὶ τὴν θέλομεν ὡς μέσον, ἵνα ὁ λαὸς ἐξελιχθῇ καὶ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν λαϊκὴν δημοκρατίαν, πράγματι λοιπὸν τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοὺς ἀριστερούς. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ παράταξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καίτοι ἱστορικῶς ἐκπροσωπεῖ τὴν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, παρουσιάζει πολλάκις κἄτι ἀλλοκότους περὶ Δημοκρατίας ἀντιλήψεις. Φαίνεται δὲ ὅτι ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ λέξεις ἔχασαν καὶ τὴν ἔννοιάν των καὶ δὲν ἔχουν κανὲν περιεχόμενον. Ἄς ἐξετάσωμεν. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι δημοκρατικοί; Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶνε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἠθέλησαν νὰ ἐγκαθιδρύσουν δικτατορίαν, ἀδιάφορον διὰ ποίους λόγους, εἴτε διὰ λόγους κοινωνικούς, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι δικτατορία εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος ἔννοια ἀπὸ τὴν Δημοκρατίαν. Μετέβησαν νὰ σώσουν τὴν Δημοκρατίαν μὲ τὴν δικτατορίαν. Δὲν γίνεται λοιπὸν ἕν λογοπαίγνιον; Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τὴ δικτατορίαν νὰ σώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δημοκρατικοί; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡμεῖς τουλάχιστον διαπιστώνομεν ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη μεταδίδεται καθημερινῶς ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας ὅτι σήμερον θὰ κάμῃ ὁ Κονδύλης δικτατορίαν, ὅτι αὔριον θὰ κηρύξουν ἐπανάστασιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ Βενιζελικοί. Καὶ διερωτᾶται ὁ λαός: Ἔχει τὸν στρατὸν μαζί του, καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὁ Κονδύλης; Ἄλλοι λέγουν, ὄχι, ἔχουν οἱ Βενιζελικοὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Δηλαδή, ἐδῶ ὑπάρχει μία νοσηρὰ κατάστασις. Ὑπάρχει μία νοσηρὰ κατάστασις ὅμως εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ὁποία δυστυχῶς ὑποθάλπεται ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ ἐκεῖ ὀφείλεται καὶ ἡ χειρονομία τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 6ης Μαρτίου. Διότι σήμερον ὑπάρχουν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, καίτοι λέγουν ὅτι εἶναι δημοκρατικοί, ἐν τούτοις ἀναζητοῦν μεταξὺ των ἢ ἄλλος τὸν δικτάτορα καὶ λέγουν ὅτι μόνον μὲ μίαν στρατιωτικὴν δικτατορίαν δύναται νὰ σωθῇ ὁ τόπος. Ἄ! λοιπόν, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ὄχι μόνον δὲν ἐκτυπήθη, δυστυχῶς, ἀπὸ τὰ διάφορα κόμματα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἂν καὶ ὅλοι κόπτονται καὶ ἐμφανίζονται ὡς ὑπέρμαχοι τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς Δημοκρατίας, ἀλλά, δυστυχῶς, μόλις ἐξέλθουν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ συναντήσουν ἕνα ἀξιωματικόν, οἱ πολιτικοί, οἱ ἔχοντες τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, τοῦ λέγουν: ἔχετε δίκαιον. Καὶ μάλιστα ὑπάρχουν πολλοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐφθάρη καὶ ἐξέπεσε καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Λοιπόν, Κύριοι, ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ αἴτια εἶναι βαθύτερα. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὡς ἔννοια συλλογικῆς σκέψεως τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ ὡς ὁμαδικὴ σκέψις, εἶναι εἰς τὴν ἱστορίαν, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν ἕως τώρα ὅ,τι ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, θὰ ἀποδώσῃ δὲ ἐπίσης τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα καὶ μελλοντικῶς. Μόνον οὕτω, ὅταν κατανοοῦμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, δὲν θὰ δυνάμεθα, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀντιμετωπίζοντες ἀντιθέτους ἰδέας, νὰ λέγωμεν: μάλιστα, ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεωκόπησε. Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει πολιτικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀναζητεῖ μέσα εἰς τὸ στράτευμα τὸν δικτάτορα. Μέγα μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐσυνήθισε νὰ σκέπτηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Αὐτά, Κύριοι, ἦσαν τὰ κυριώτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὸ κίνημα τῆς 6 Μαρτίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὗτοι δὲν δύνανται νὰ λέγωνται ἀξιωματικοὶ δημοκρατικοί. Ἡμεῖς, πιστεύομεν, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἀντικειμενικῶς δὲν διατρέχει κίνδυνον, ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ προστατευθῇ ἀπὸ στρατιωτικὰς δικτατορίας ἢ ἀπὸ διαφόρους ἄλλους δικτάτορας, αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ προστασίας τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ περὶ δολοφονίας αὐτῆς. Ἡμεῖς, πιστεύομεν, ὅτι ἐὰν διατρέχῃ κίνδυνον τινὰ ἡ Δημοκρατία, διατρέχει ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς κινήσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦν ἀσφαλῶς νὰ συντρίψουν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἀσφάλεια τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ 40–50 ἀξιωματικοί. Ἀντιθέτως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κτυπηθῇ μὲ κάθε μέσον καὶ μὲ κάθε τρόπον αὐτὴ ἡ νοσηρὰ ἀντίληψις ποὺ ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ στράτευμα, καὶ πρέπει νὰ μάθουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, ὅτι εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ Κράτους, εἶναι ὑπηρέται εἰς τὴν κυριαρχικὴν θέλησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι δὲν ἠμποροῦν ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ στρατηγοῦ, ἢ τὴν θέσιν τοῦ συνταγματάρχου ἢ καὶ ταγματάρχου, διότι καὶ αὐτὸ ἔγινε, νὰ παίξουν ρόλον δικτάτορος. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις καὶ ἡ στάσις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀπέναντι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐνέχει αὐτὴν τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν καὶ σημασίαν, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἤθελα ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἄν πιστεύῃ κατ’ ἀρχήν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τούς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, νά εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμειλίκτου τιμωρίας τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδένα εἰς τὸ μέλλον νὰ καταπατήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος ἡ ἀντίληψις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Μάλιστα, περισσότερον ἀπὸ τὴν πλευράν ἐκείνην, θὰ ἐπερίμενα αὐτό, δεδομένου ὅτι ἐμεσολάβησαν τόσα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πείσουν τούς πραγματικοὺς δημοκρατικούς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἄν ὑπάρχουν πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν δικτατορίαν ὡς ἰδέαν, ἂς λάβουν τὸ θάρρος νὰ ἔλθουν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπουν: «Κύριοι, ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεωκόπησεν». Ἄς τὸ εἴπουν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ ἂν ὁ λαός τοὺς ἐπιδοκιμάσῃ, ἔχει καλῶς. Εἶναι ἡ περίοδος σήμερον, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην δικτατορικῶς κυβερνῶνται δημοκρατικὰ ἄλλοτε Κράτη. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Κράτη θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσουν ὡς παράδειγμα δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι τόσον πολὺ ἀκολουθοῦμεν τὰς ξένας μεθόδους καὶ ἀντιλήψεις. Θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν τὸ ἑξῆς: ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν ἔνθα εἶναι εἷς Χίτλερ δικτάτωρ, ἀνεκηρύχθη ἡ δικτατορία διὰ τοῦ λαοῦ, ἀνῆλθε καὶ ἔφθασεν ἐκεῖ ὁ Χίτλερ διὰ τοῦ λαοῦ, ἐκείνους δὲ ποὺ ἀνέτρεψε πρὸ παντὸς ἦσαν οἱ σοσιαλδημοκράται, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλην τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας των καὶ ὁ πλέον ἐπικίνδυνος ἐχθρός των ἦτο ὁ Χίτλερ. Δέν ἐχρησιμοποίησε λοιπὸν οὗτος οὔτε τὸ στράτευμα, οὔτε τούς ἀξιωματικοὺς ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, ἀλλ’ ἐπεβλήθη διὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ Μουσολίνι δέν ἐχρησιμοποίησε τὸ στράτευμα διὰ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ δικτατορίαν, καὶ αὐτὸς ὁ Μουσολίνι ἐξήγειρε τὸν λαόν. Ἄς ἔχουν λοιπὸν τὰς ἰδέας των περὶ δικτατορίας, ἀλλ’ ἄς τὰ διακηρύξουν μέσα εἰς τὸν λαόν, ἄς μὴ περιμένουν μὲ τὸν στρατὸν νὰ τὰς ἐφαρμόσουν. Ἐὰν λοιπόν σκέπτεται διαφόρως ὁ πολιτικὸς κόσμος, οἱ λόγοι εἶναι καθαρῶς κομματικοί, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἤρχοντο ἐδῶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ α ἢ β ἐπιχείρημα νὰ ὑποστηρίξωσι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ τὸ ἔγκλημα αὐτό, ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ὡσὰν νὰ μὴ εἶναι ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ δημοκρατία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δῆθεν ἡ παράταξις αὐτὴ κάμνει ἀγῶνα διὰ νὰ τὴν συγκρατήσῃ, δὲν διατρέχει οὐδένα κίνδυνον. Ἑπομένως μόνον λόγοι καθαρῶς κομματικοί, δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ στρατοῦ ὡς μέσου πολιτικῆς ἐπικρατήσεως, τούς ὠθοῦν εἰς τὴν στάσιν αὐτήν. Ὅταν δὲ ἡ παράταξις ἐκείνη ἱστορικῶς μόνον ἐκπροσωπεῖ τὴν Δημοκρατίαν, καὶ ἡ παράταξις αὐτή ἐκπροσωπεῖ τὴν μοναρχικὴν ἰδεολογίαν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλῶς, ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν διατρέχει κίνδυνον ἀπὸ τὴν μοναρχικὴν νοσταλγίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀστικὴν πρωτοπορείαν, δηλαδή, ἀπὸ τὸν φασισμόν. Καὶ ἐναντίον αὐτοῦ εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ ἀγωνισθῶμεν. Καὶ τὸν φασισμὸν τὸν ἔφερεν ἡ στρατοκρατία ἡ ὁποία πρέπει νὰ φύγῃ. Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ξεκινοῦντες, δὲν ἠμποροῦμεν, παρὰ νὰ εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ τὸν ψηφίζομεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι θὰ ἀπομακρυνθοῦν τοῦ στρατεύματος εἴκοσιν ἤ τριάκοντα ἤ ἑκατὸν ἀξιωματικοὶ ἀντίπαλοι τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι πρόκειται νὰ κτυπηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐστράφησαν ἐναντίον αὐτῆς τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λούλης.

§57ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Συνάδελφος ἐκ Χαλκιδικῆς, περαίνων τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσῃ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις, χρωμένη τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, νὰ τιμωρήσῃ ἀξιωματικοὺς ἐχθρικῶς διακειμένους πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Δυστυχῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξαγάγω τὸν κ. Συνάδελφον ἐκ τῆς πλάνης αὐτῆς, καὶ θὰ τὸν ἐξαγάγω, ἀναφέρων παραδείγματα ὀνομαστικῶς. Ὅτε, Κύριοι Βουλευταί, ἐξεράγη τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, εὑρισκόμην εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ μετ’ ἄλλων τριῶν συναδέλφων ἀντετάξαμεν τὴν πλέον κατηγορηματικὴν ἀντίδρασιν ἐναντίον τοῦ κινήματος αὐτοῦ....

§58Ν. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐτηλεγραφήσατε σεῖς;

§59ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Γνωρίζουν ὡρισμένοι συνάδελφοι ἐξ Ἠπείρου, ἀνήκοντες εἰς τὴν παράταξιν αὐτήν, ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ εἶχε τὸ θάρρος, ὅταν ἐφαίνετο τοὐλάχιστον εἰς τὰ Ἰωάννινα ἐπικρατοῦσα ἡ Δικτατορία, εἶχε τὸ θάρρος νὰ στείλῃ τηλεγράφημα, παρακαλῶν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν νὰ καταθέσῃ τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ τότε, κ. Συνάδελφοι, ὅταν εἰσῆλθον περὶ τὴν 5ην ἀπογευματινήν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἰωαννίνων, καὶ ἐκάλεσα δημοσιογράφους διὰ νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ δεχθοῦν δηλώσεις μου ἐναντίον τῆς διδακτορίας, μοῦ εἶπον: Κύριε Λούλη, εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τὰς δηλώσεις αὐτάς, διότι μόλις πρὸ ἑνὸς τετάρτου μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὸ Στρατηγεῖον ὁ ὑποστράτηγος κ. Βλάχος καὶ ὁ Φρούραρχος κ. Γερολυμᾶτος, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀνήγγειλον ὅτι ἐκηρύχθη ἡ δικτατορία καὶ ὅτι προσεχώρησαν εἰς τὴν δικτατορίαν καὶ προσεχώρησεν ὁλόκληρος ἡ φρουρὰ τῶν Ἰωαννίνων.....

§60Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Εἶναι ψεῦδος. Ὁ Γερολυμᾶτος ποτέ...

§61ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσητε. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, κ. Πρόεδρε.

§62ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι συμπεριφορὰ αὐτὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§63Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Ὁ Γερολυμᾶτος ποτέ.

§64ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἶσαι εἷς ποταπὸς συκοφάντης.

§65Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Εἶναι κακόηθες ψεῦδος.

§66ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἶσαι κακοήθης καὶ συκοφάντης σύ.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ.

§68Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Ἀδύνατον. Δὲν ἀνακαλῶ.

§69ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν, κ. Βουλευτά. (Πρὸς τὸν κ. Μανωλᾶτον). Ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Βουλευτής.

§71Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατόπιν τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους τοῦ ρήτορος, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε εἴδησιν, οὔτε πληροφορίαν κἄν περὶ τῆς ἀναμίξεως τοῦ ἀντιστρατήγου Γερολυμάτου εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἔχω μέχρι τῆς στιγμῆς ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§72ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὴν κήρυξιν τῆς δικτατορίας, ὅταν ἐτηλεγραφήθη ἐντεῦθεν ἐκ μέρους τοῦ ἀντιστρατήγου Πλαστήρα εἰς Ἰωάννινα ὅτι ἀνεκήρυσσε τὴν δικτατορίαν, ἐὰν προσεχώρησεν ὄντως ἡ φρουρὰ Ἰωαννίνων, ὁ ὑποστράτηγος κ. Βλάχος, καὶ ποῖος ἦτο ὁ Φρούραρχος κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ φρουρὰ προσεχώρησε, καὶ ἐὰν ὁ Φρούραρχος ἐκάλεσε τοὺς Διευθυντὰς τῶν Ἐφημερίδων καὶ τοὺς εἶπεν ὅτι ἐκηρύχθη δικτατορία καὶ στρατιωτικὸς νόμος.

§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐρωτήσεις τὰς ὁποίας ἀπευθύνει ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι ὀρθαί, οὔτε δύνανται νὰ τύχωσιν ἀπαντήσεως. Ἐξέρχεται τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ὁμιλῇ. Ὀφείλει νὰ ὁμιλήσῃ μόνον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δέν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἵνα ἀπὸ τοῦδε λάβῃ γνῶσιν τί φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ λέγω τοῦτο. Ἀπευθύνατε ὡς βουλευτὴς ὅσας θέλετε ἐρωτήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀπαντήσῃ.

§74ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ μὴ ἀπαντήσητε, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠρώτησε περὶ γνώμης, ἀλλὰ περὶ γεγονότων.

§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ.

§76ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Ἐφόσον ἀπαγορεύετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν σας ν’ ἀπαντήσῃ, βεβαίως δὲν θὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ πιστοποιηθοῦν ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν περιπέσει εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐξέρχεται ἐντελῶς τοῦ θέματος.

§78ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ ἐξέρχεται τοῦ θέματος;

§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξέρχεται ἐντελῶς τοῦ θέματος, διότι ἐρωτᾶτε τίποτε ἄλλο, κ. Ἀρχηγέ, εἰμὴ διὰ νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ κρίσις διὰ τὸν....

§80ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ἡ κρίσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς προφανῶς θέλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διώκει ὁμοίως πάντας τούς ἀναμιχθέντας εἰς τὸ κίνημα. Σεῖς θὰ εἶσθε αὔριον, κ. Πρόεδρε, δικαστής, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς αὐτὸ κατακρίνει ὅτι δὲν δύνασθε νὰ εἶσθε δικαστής.

§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖ νὰ κατακρίνει ὅ,τι θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς, καθὼς καὶ σεῖς. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγησε κατ’ ἐπανάληψιν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοθετήματος, σεῖς εἶσθε ἐλεύθεροι, ὡς Ἀντιπολίτευσις, νὰ τὸ κρίνητε.

§82ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κρίνομεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἄνευ κομματικῶν προκαταλήψεων.

§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι, ἄν εἶσθε ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ταχθῆτε ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ σφετερισθοῦν τάς ἐλευθερίας του.

§84ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό.

§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ λόγια, μόνον μὲ λόγια.

§86ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν κάθε ἡμέραν τὸ πολίτευμα, εἶναι οἱ καθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐκ τοῦ κέντρου). Νὰ ἐπιβάλητε τάξιν εἰς τούς ὀπαδούς σας. Μὴ στρέφεσθε πρὸς ἐμέ.

§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύνθημα εἰς τάς προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ εἶναι τοῦτο: «Θέλετε ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ νὰ ἰσχύσῃ πράγματι ἢ ὄχι;». (Θόρυβος).

§88ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ κίνημα ἐκάμαμεν ἡμεῖς;

§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν αἱ ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι ἐρωτήσεις προσωπικῆς φύσεως, δὲν εἶναι καθολοκληρίαν ἄσχετοι πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι ζητεῖται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ διαχείρισις ζητημάτων προσωπικῶν. Νὰ κρίνῃ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ποῖοι ἀξιωματικοὶ ἔχουν θέσιν καὶ ποῖοι δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὸν στρατόν. Καὶ ὁ κ. Συνάδελφος διερωτᾶται, εἶνε εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματα ταῦτα μετ’ ἀμεροληψίας; Καὶ ἀνέφερε παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποία ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι συμμετέσχον τοῦ κινήματος, δὲν ἐθίχθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Συνάδελφος. Δέν εἶνε ζήτημα λοιπὸν ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα.

§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα σᾶς ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τελείως ἄσχετον. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρύεται τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς Α ἢ Β πράξεως, τὸ ἀρύεται ἐκ τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχετε δηλαδὴ παντοδυναμίαν; Ἔχετε δηλ. δικαίωμα ἐπαναστατικόν, νὰ ἀνατρέψητε τὰ πάντα ἐκ τῆς λαϊκῆς σας ἐντολῆς;

§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἡ θέλησις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

§93Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸν ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ρήτωρ ἔκαμεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχει μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων τὸν ἀντιστράτηγον Γερολυμᾶτον, ἀπήντησα, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν μήνυσιν, οὐδεμίαν πληροφορίαν, καθαπτομένην τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γερολυμάτου.

§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἰδού, ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει ἐξηγήσεις.

§95Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλά, κατόπιν αὐτοῦ μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ ἐρώτησις ἄν ὁ στρατηγὸς Βλάχος ἀπεδέχθη τὸ κίνημα καὶ ἐκήρυξε τὴν δικτατορίαν καὶ τὶ ἔκαμεν ὁ Γερολυμᾶτος. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχει βεβαίως μία προκήρυξις τοῦ στρατηγοῦ Βλάχου, διὰ τὴν ὁποίαν περιελήφθη καὶ ὁ Βλάχος μεταξὺ ἐκείνων τῶν ὁποίων αἱ ὑποθέσεις θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸς κρίσιν, ἀλλὰ περὶ τοῦ κ. Γερολυμάτου μία καὶ μόνον ὑπάρχει πληροφορία, ὅτι προέτρεψε τὸν στρατηγὸν Βλάχον νὰ κτυπήσουν τὴν δικτατορίαν. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Βλάχος ἔλεγεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοί ὑπὸ τὰς διαταγάς του, κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι Βενιζελικοί, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε, αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι μὲ ὅ,τι ἔχομε θὰ τοὺς κτυπήσωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν σημαίνει δηλ. τίποτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος Βουλευτὴς Ἰωαννίνων, ὅτι ἡ φρουρὰ τῶν Ἰωαννίνων προσεχώρησε. Τί θὰ εἴπῃ, ἡ φρουρὰ Ἰωαννίνων προσεχώρησε. Μήπως ἔγινε καμμία ψηφοφορία μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ἡ φρουρὰ προσεχώρησε; (ἱλαρότης). Ὁ Βλάχος ἔλαβε τὸ διάγγελμα καὶ τὸ ἐκοινοποίησεν.

§96ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Δέν ἔκαμε αὐτὸ μόνον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος πρὶν συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω μάλιστα ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν μου αὐτῶν, ἄν θέλῃ νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις....

§97Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης λέγει τὰ ἀντίθετα.

§98ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὁ στρατηγὸς Βλάχος ἐδημοσίευσε τὴν προκήρυξιν τῆς δικτατορίας καὶ τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Ἐπίσης ὁ φρούραρχος Ἰωαννίνων κ. Γερολυμᾶτος ἀπὸ τῆς 5ης ἀπογευματινῆς μέχρι τῆς 10ης νυκτερινῆς, ὁπότε ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἀντιστρατήγων, φρούραρχος καὶ ἀνώτερος ἐπόπτης ἦτο ὁ κ. Γερολυμᾶτος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἐρωτηθοῦν οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, ἄν δὲν ἐκλήθησαν οὗτοι παρὰ τοῦ κ. Βλάχου καὶ Γερολυμάτου καὶ δὲν τοὺς ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἐκηρύχθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ ὅτι διατελοῦν ὑπὸ λογοκρισίαν καὶ πρέπει νὰ ὑποβάλουν τὰ φύλλα των ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, τοῦ κ. Γερολυμάτου.

§99Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγομεν, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζομεν τὴν κήρυξιν δικτατορίας, καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Μέραρχος Ἰωαννίνων Βλάχος δὲν ἐδημοσίευσε μόνον τὸ διάγγελμα, ἀλλ’ ἐκήρυξε καὶ τὸν στρατιωτικὸν νόμον. (Φωναὶ καὶ θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§100ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐάν, κ. Βουλευταί, ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὰ παραδείγματα τοῦ στρατηγοῦ Βλάχου καὶ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γερολυμάτου, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, εἰπόντα ὅτι δίδει ψῆφον, διότι ἔχει πεποίθησιν ὅτι δὲν πρόκειται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου νὰ πλήξῃ τοὺς κομματικῶς ἀντιθέτους πρὸς αὐτὴν ἀξιωματικοὺς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τοὺς πραγματικῶς ἀναμιχθέντας εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἀξιωματικούς, καὶ διὰ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης Γερολυμᾶτος εἶναι σήμερον διοικητὴς Συντάγματος ἐν Ἀθήναις. Τοῦτο δυστυχῶς δὲν μὲ πείθει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου θὰ τηρήσῃ εἰλικρινῶς τὴν ἀρχὴν τῆς τιμωρίας τῶν ἀναμιχθέντων εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν φρονημάτων, ἀλλ’ ὅτι θὰ εὕρῃ πραγματικῶς τὴν εὐκαιρίαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου νὰ πλήξῃ ἀξιωματικοὺς ἀντιθέτων πολιτικῶν φρονημάτων.

§101Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θεωρῶ καθῆκον τιμῆς νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας διὰ τὸν στρατηγὸν Βλάχον, διότι οἱ συνάδελφοί μου, ἴσως δὲν ἐγνώριζον τὰς κατ’ αὐτὸν λεπτομερείας. Ὅτε ὁ κ. Βλάχος ἐπληροφορήθη τὸ κίνημα, ἦλθε πρὸς ἐμὲ ζωηρῶς δυσφορῶν ἐναντίον τούτου. Ἐξεδήλωσε πράγματι τὴν δυσφορίαν του καὶ μὲ ἠρώτησεν ὡς Γενικὸν Διοικητήν, τί θὰ ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Τὸν ἐξουσιοδότησα τότε νὰ κρατήσῃ τὴν τάξιν εἰς χεῖράς του μέχρις ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως, διότι οἱ κομμουνισταὶ εἶχον ἀναθαρρήσῃ. Περὶ τὴν δεκάτην νυκτερινήν, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ πληροφορηθῇ μέσῳ τῆς γραμμῆς Τρικκάλων ὅτι ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν ὁ κ. Ὀθωναῖος, μὲ ἠρώτησε διὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Διοικήσεως, ἐὰν θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν στρατηγὸν Ὀθωναῖον. Ἐπεκρότησα τοῦτο καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατηγὸς Βλάχος κατεφέρετο βαρύτατα κατὰ τοῦ κινήματος.

§102ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ναὶ ἤ ὄχι;

§103Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν τάξιν καὶ ἔψεξε τὸ κίνημα ἐκεῖνο.

§104ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἴπατέ μας, ἄν ἐδημοσίευσε τὴν προκήρυξιν καὶ ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον.

§105Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα.

§106Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Τότε εἶναι περίεργον πῶς ἀπεκήρυξε τὸ κίνημα, ἀφοῦ ἐδημοσίευσε τὴν προκήρυξιν. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι ἐκ τοῦ Προέδρου).

§107Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω μίαν δήλωσιν ἁπλῶς, ἐκ μέρους τῆς μικρᾶς μερίδος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, ὅτι θὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι φρονοῦμεν, ὅπως καὶ ὁ ἡγέτης ἡμῶν διεκήρυξεν, ὅτι δὲν εἶνε ὀρθόν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος, νὰ δημιουργηθῇ νόμος ἐκ τῶν ὑστέρων, ἵνα κρίνῃ αὐστηρότερον παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν γίνει προγενεστέρως. Αὐτὸ μόνον ἤθελα νὰ εἴπω.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.

§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἐπανέλαβεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν γνωστὴν ἐπῳδὸν, ἡ ὁποία πραγματικῶς φαίνεται τοῦ παρέχει πλήρη αὐτάρκειαν, τὴν ἐπῳδὸν ὅτι ὁ λαὸς ἀπεφάνθη καὶ ἑπομένως καὶ αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ συζητήσεις ἡμῶν εἶναι μάταιαι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀσφαλῶς ἐπέδειξε πολλὴν τόλμην, ἀποφασίζων νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν παλαιὰν καὶ προσφιλῆ ἐπῳδόν του, ἀκόμη καὶ τὴν ἑπομένην τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐπισήμων ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ κυβερνῶν κόμμα, ἡ κυβερνῶσα παράταξις, ἔχει βεβαίως κοινοβουλευτικὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει λαϊκὴν τοιαύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ ὑπηρεσία τῆς Στατιστικῆς, ἐὰν εὑρίσκῃ ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐπίσημος τῆς Στατιστικῆς τοῦ Κράτους, εἴτε ἐμερολήπτησεν, εἴτε ἔσφαλε, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀργός. Ἀλλὰ θὰ ἠθέλομεν νὰ εἴπωμεν ἀκόμη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐπικαλούμενος τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ, παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰσάγει εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τὰς δικαστικὰς ἀναμνήσεις, διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ, παρέχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ εἶναι, ὅπως αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι. Ἀλλ’ ἐάν ἡ ἄποψις ἦτο ἀληθής, τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν, τὸ ὁποῖον εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1928 εἶχε τόσον ὀλίγους βουλευτάς, δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ ὑπόκεινται εἰς ἀδιάκοπον ἀναθεώρησιν καὶ αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ συζητήσεις τῶν Βουλῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιδιδόμεθα, αὐτὸν ἔχουσι τὸν προορισμόν, νὰ διαφωτίσουν τὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν διευκολύνουν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἰδικῶν του ἀποφάσεων.

§110ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαὸς δὲν ἀπεφάνθη ποτὲ νὰ λαμβάνωνται αὐθαίρετα μέτρα.

§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ δημιουργοῦν διὰ τὰς Κυβερνήσεις ὑποχρεώσεις, δὲν δίδουν μόνον δικαιώματα.

§112Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ καθορίζων τοὺς σκοποὺς τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι ἐπιδιώκει τὸ παρὸν νομοσχέδιον τὴν ἐξύψωσιν καὶ τὴν θεμελίωσιν τῆς τάξεως ἐν τῷ στρατῷ καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τῆς Πολιτείας. Εὑρισκόμεθα εἰς ἀπόλυτον συμφωνίαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ὀρθότητα τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπαγγέλλεται καὶ ἐπιδιώκει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ κρίνῃ, ὄχι ὅπως προηγουμένως ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ τονίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ πρῖσμα ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπιθυμεῖ νὰ κρίνῃ καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο διαμαρτυρόμεθα ἐναντίον τῆς βεβαιώσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέσχεν εἰς τὴν Γερουσίαν, σχετικῶς πρὸς τὰς προθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος πολιτικὸς κόσμος διεκήρυξε τὴν ἀλληλεγγύην του πρὸς τοὺς κινηματίας. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Γερουσίας....

§113Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς τὸ ἐδήλωσεν, ὅτι ὀψέποτε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς κινηματίας.

§114Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κάμετε ὑπομονήν. Ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία τόσον ἰσχυρῶς ἐτονίσθη ἀπὸ τόσων μηνῶν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου.

§115Α. ΚΑΚΑΡΑΣ. Τὸ πιστεύετε;

§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ ἠρεμοῦσα, ἢ θὰ διακόψωμεν τὸν λόγον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καθὼς ἀπέδειξε καὶ εἰς τὴν πρόσφατον ἀκόμη περίπτωσιν τῆς ἀπεργίας, ἐπιθυμεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων νὰ εἶναι παραστάτης τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τὴν ἐνισχύῃ εἰς τὴν προστασίαν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἂν διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι εἰς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, εἶναι εἰς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν. Διότι πιστεύομεν, ὅτι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται καὶ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογήν, δὲν ὑπηρετοῦσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὑπονομεύουν καὶ τοὺς ἀποτρέπουν. Συμβαίνει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τόσον σύνηθες εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν Ἀρχήν, ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ λόγων καὶ ἔργων, ἡ ἀσυνέπεια μεταξὺ τῶν μέσων καὶ τῶν σκοπῶν. Ἐπηγγέλθη τὴν ἐμπέδωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὡρκίσθη εἰς τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας, ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ ἐξαπέλυσεν ἀπειλὰς ἐναντίον τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἔρεισμα τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐπηγγέλθη τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ δὲν παρῆλθεν ὀλίγος χρόνος καὶ ἐστραγγάλισε τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων καὶ διεμέλισε τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμούς, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε... (Θόρυβος)... καὶ ἐπηγγέλθη τὴν γαλήνην τῆς Χώρας ἐν ὀνόματι τῆς ὁμαλότητος καὶ ἐξήγγειλε καθ’ ὅλας τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀπειλὰς ἀνωμάλων μέτρων, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς τάξεως τοῦ στρατοῦ μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἰσάγει τὴν ἀποσύνθεσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Θὰ τὸ ἀποδείξωμεν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐπαληθεύει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ρῆσιν τῆς Γραφῆς «αἱ μὲν χεῖρες αὐτοῦ εἶναι χεῖρες Ἰσάκ, ἡ δὲ φωνὴ, φωνή Ἰακώβ». Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀναγιγνώσκομεν τὸ κείμενον, διὰ νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κλπ.» (ἀναγινώσκει). Δέν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, διότι θεωρῶ τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν ἐξαντληθεῖσαν ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν προηγουμένων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὀλίγας λέξεις. Διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ἀξιωματικῶν δὲν κατοχυροῦται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ρητὴ περὶ τούτου διάταξις, διότι εἶναι τόσον στοιχειώδης ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος διὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ἐσχάτων δημοσίων ὑπαλλήλων εἶνε κατωχυρωμένη καὶ εἶναι ἔκθετοι οἱ θεματοφύλακες τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας. Ἡ διάταξις ἄλλωστε τοῦ ἄρθρου 81 εἶναι σαφής, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀπονέμει τοὺς βαθμούς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει συγχρόνως ἡ προσθήκη ὅτι δύναται καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρῇ. Ἀλλὰ πέρα τῶν ἀρχῶν αὐτῶν τῆς μονιμότητος, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ρητὴ ἀπαγόρευσις νὰ θεωρῆται ἀποκλειομένη, εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ποινήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκρατέστατος νομικός, ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὡμολόγησεν ὅτι, ἄν πράγματι τὸ νομοσχέδιον εἰσῆγε ποινήν, θὰ παρεβίαζε τὸ Σύνταγμα, διότι παραβιάζει σειρὰν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθίσταται εἰς δικαστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον δικαστήριον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νεώτερος νόμος ἐπιβάλλει ἀναδρομικῶς τὴν ποινήν. Ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ποινὴν ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία· ἀποτελεῖ κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ ἐπεκαλέσθη ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ὅπου ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν καταστάσεων. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἰς ἄλλον ἄρθρον τοῦ νόμου ἀναγράφεται ἐπίσης καὶ ὡς ποινή. Ὅπου ἑπομένως ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία ἔχει ὡς αἰτιολογίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἡ ἀπαγγελία αὐτῆς ἀποτελεῖ ποινὴν, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, ἡ αἰτιολογία τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀναγράφεται εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι μόνον εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἐκθέσεως, ἡ αἰτιολογία εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, δηλαδὴ εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική, καὶ ἐφόσον ἡ αἰτιολογία ἀναφέρεται εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικήν, ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι ποινή. Καὶ ἐφόσον ἀποτελεῖ ποινήν, εἶναι βέβαιον ὅτι προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι τόσον σαφεῖς αἱ διατάξεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ εἰσαχθῇ ποινὴ μὴ ἀναγραφομένη εἰς νόμον πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δύναται νὰ συσταθῇ ἔκτακτον δικαστήριον καὶ δικαστικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν ταύτην, διότι τὴν σύστασιν τοιούτων ἐπιτροπῶν ἀπαγορεύει ρητῶς τὸ πολίτευμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν τῆς Γερουσίας καὶ ἀποκαμὼν ἐκεῖ ἀπὸ τὰ σοφίσματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς συνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, προέβη εἰς μίαν ὁμολογίαν· εἶπεν, θὰ κάμωμεν διὰ νὰ σωθῇ ὁ τόπος, καὶ ἀντισυνταγματικοὺς νόμους. Κρατοῦμεν τὸ ἥμισυ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεφώνησε τότε καὶ εἶπεν, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς συνταγματικότητος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνέδωκεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωνε τὸν θαυμασμόν του πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀρετάς καὶ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ὁ θαυμασμὸς αὐτὸς πρὸς τὴν νομιμοφροσύνην ἐξηκολούθει καὶ εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸν μέλλον, διότι ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνταποδίδων τὴν φιλοφροσύνην ἔγινε καὶ αὐτός, μὲ τὴν σειράν του θαυμαστής τῶν ἐπαναστατικῶν ἀρετῶν τοῦ συνεργάτου του. Ἀλλὰ πέρα τῶν ἀπόψεων τούτων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν εἶπεν, πέραν τῆς συνταγματικότητος, -ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ κυρίως ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,— πέραν τῆς συνταγματικότητος, ὑπηρετεῖ κατ’ οὐσίαν τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, ἐμπεδώνει τὸ κῦρος τῆς Πολιτείας καὶ ἀποκαθιστᾷ τὴν τάξιν εἰς τὸν στρατόν. Κύριοι Βουλευταί, εἰς μίαν ἐποχὴν κατά τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐπεθύμουν ὅπως ὁ στρατὸς ἐπανέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὰ ἔργα του, καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος ἀφεθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἐντολῆς του, εἰς μίαν τοιαύτην ἐποχήν, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτικῆς εἰς τὸ στράτευμα, διότι ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ ἐπιδιώκομεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶνε ὀρθὴ γενικῶς καὶ ἀπείρως κατὰ μείζονα λόγον ἡ σημερινὴ Κυβ)σις, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδηλώθη ἐκεῖνο τὸ κίνημα, στραφὲν κατὰ πρῶτον λόγον καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλά, στραφὲν καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔπρεπεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλέον ἀμερόληπτον καὶ τὴν πλέον ἀπαρεξήγητον κρίσιν κατὰ τῶν ὑπευθύνων καὶ νὰ μὴ παρέμβῃ αὐτή, χαρακτηρίζουσα καὶ καθιστῶσα ἑαυτὴν ὡς δικαστὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐστράφησαν ἐναντίον της. Ποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ, ὅσον καὶ ἄν εἰλικρινῶς τὸ ἐπιδιώκῃ διὰ τὴν ἀμεροληψίαν της; Ἰδού, διατὶ εἰς τὰς περιόδους τὰς δυσκόλους, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα ἁπλῶς ἥσυχοι διὰ τὰς ἀγαθάς μας προθέσεις, ἀλλά πρέπει νὰ προβαίνωμεν καὶ εἰς πράξεις αἱ ὁποῖαι μᾶς προφυλάσσουν ἀπὸ κάθε παρεξήγησιν. Καὶ ὅμως, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἰδιοποιοῦσα τὸ δικαίωμα νὰ καταστῇ δικαστὴς τῶν ἀντιπάλων της ἐκείνων, οἵτινες στρεφόμενοι κατὰ τοῦ λαοῦ, ἐστράφησαν ταὐτοχρόνως καὶ κατ’ αὐτῆς, δίδει λαβὴν εἰς τὴν παρεξήγησιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιδιώξῃ πολιτικὰς ἐκδικήσεις. Ἀλλὰ θὰ ἠθέλομεν νὰ προχωρήσωμεν ἀκόμη Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναλυτικώτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Γερουσίαν. Θέλει νὰ καθιερώσῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος τῆς στρατιωτικῆς συνειδήσεως, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ κύρους τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ προϊσταμένων καὶ ὑφισταμένων ἀξ)κῶν. Εἶνε προφανὲς τότε ὅτι ἐτραυματίσθη ἀνεπανορθώτως τὸ κῦρος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ἔχοντες διοικητικὴν καὶ ἐπαγγελματικὴν ἱκανότητα. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἶναι ἐμπόδιον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πειθαρχικῆς καὶ τῆς ψυχικῆς ἑνότητος τοῦ στρατοῦ. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ καθιερώσωμεν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁπουδήποτε ἤθελεν ἐπέλθει σύγκρουσις μεταξὺ ἀξιωματικῶν ἐξ αἰτίας κινημάτων εἰς τὸ παρελθόν τῆς Χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ συγκρουσθέντες νὰ παραμείνουν, εἰς ποῖον συμπέρασμα θὰ καταλήγωμεν; Εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖται παρὰ μόνον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἐκτὸς κινήματος, διότι μόνον μεταξὺ ἐκείνων θὰ ὑπῆρχεν ὁμοφροσύνη ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ διότι ἔχει ἐπέλθῃ ἡ σύγκρουσις ἐξ αἰτίας τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν τὸν παραλογισμὸν αὐτὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὁδηγεῖ ἡ γενικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν καθιερώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἠναγκάσθημεν ἐπανειλημμένως νὰ παραγνωρίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα, εἰς τὰ συναδελφικὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐμπνέουν, καὶ πρέπει νὰ ἐμπνέουν, τὸν στρατὸν τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος. Διότι πράγματι, ἐὰν εἰλικρινῶς θέλωμεν καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ Χώρα νὰ προκόψουν, εἷς μόνον ὑπάρχει τρόπος, ἐὰν ὅλοι μείνωμεν σύμφωνοι, νὰ παραδώσωμεν τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω καὶ μίαν ἀκόμη ἄποψιν. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ δημιουργήσῃ μίαν ψυχικὴν ἀνάπαυσιν εἰς τὸν στρατὸν τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν γαλήνην. Καὶ ἐρωτῶμεν, ὅταν ἀνακοινῶμεν εἰς τὸν στρατὸν ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας δὲν περιέχει καμμίαν δι’ αὐτὸν κατονύρωσιν, ὅταν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἄνεσιν τῶν δημ. ὑπαλλήλων, καὶ ἐγκατέλειψε τὰς φρουρὰς τοῦ Ἔθνους ἐκθέτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἕρμαιον τῶν θελήσεων αὐτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσωμεν ἡσυχίαν καὶ νὰ μὴ ἐμπνεύσωμεν ἀντιθέτως ἀνησυχίαν διὰ τὸ μέλλον; Διότι, ἐάν σήμερον πλήττονται ἐν ὀνόματι τῆς 6ης Μαρτίου ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, πταίσαντες ἢ μὴ πταίσαντες, ἐν ὀνόματι τῆς αὐτῆς ἀρχῆς εἶναι πιθανὸν, καὶ ἴσως εἶναι βέβαιον, ὅτι αὔριον θὰ πληγοῦν καὶ ἄλλοι, ἀφ’ ἧς καθιερώθη ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶνε κατωχυρωμένη καὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία...

§117Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός. Διότι δὲν θὰ τὸ ξανακάμουν.

§118Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι συμφωνότατος, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ σκοπός σας εἶναι αὐτός. Ἀλλ’ ὅταν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ μονιμότης εἶναι ἀκατοχύρωτος διὰ πᾶσαν περίπτωσιν, ὅτι τὸ Σύνταγμο δὲν κατοχυρώνει αὐτήν τοῦτο θὰ σημαίνῃ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία...

§119Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἴπετε καὶ ἄλλοτε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν προστατεύονται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν δὲν εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, ἀλλ’ εἶναι ἐσχάτη προδοσία....

§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ;

§121Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν)... καὶ περὶ ἐγκληματιῶν ἐσχάτης προδοσίας δὲν μεριμνᾷ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἔχει νὰ προασπίσῃ τάς λαϊκάς ἐλευθερίας. Ἄν τὸ Σύνταγμα πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τοὺς βάλλοντας κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἑορέτω τὸ Σύνταγμα. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς παρατεταμένα).

§122Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ Σύνταγμα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι προωρισμένον νὰ προστατεύῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, καὶ τὰς προστατεύει κατοχυρῶνον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ὅταν καταλύετε τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἐπιδιώξητε τὴν προστασίαν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, κατὰ τὸν ἰδιότυπον τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἑκάστοτε Κυβ)σεις νομίζουν ὅτι τὰς προστατεύουν, τὸ Σύνταγμα καταλύεται καὶ παρασύρει εἰς τὴν κατάρρευσίν του καὶ τάς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθύνω ἀκόμη καὶ μίαν ἐρώτησιν. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον κατετέθη εἰς τὰς Βουλάς, ἡ Κυβέρνησις ἐνεφανίζετο πιστὸς θεματοφύλαξ τῆς νομιμότητος. Ἀλλὰ δοκιμάζω σήμερον μίαν ἀπορίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τούς αὐτοὺς τίτλους ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων τὸ νομοσχέδιον ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος, ἐν ὀνόματι τῆς ὁμαλότητος, ὅταν κατώρθωσε κατὰ τὸν τελευταῖον ἰδίως καιρὸν νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρωτότυπον θέαμα Κυβερνήσεως συνομοτούσης ἐναντίον τῆς ὁμαλότητος καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§123ΠΟΛΛΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῦ; Ποῦ;

§124Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναμείνατε. Φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἀπετόλμων τοιαύτην κατηγορίαν χωρὶς τὰ κείμενα; Ἀκούσατε, δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τὰς ἀποδοκιμάζει. Θὰ σεβασθῶ τὴν δήλωσίν του. Εἰς τὴν «Πρωΐαν» τῆς 25ης Δεκεμβρίου, ἔλεγεν. «Ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιβληθῇ, ἔστω καὶ ἐὰν θὰ ἀπαιτηθῇ προσφυγή εἰς μέτρα ἐξαιρετικά» (ἀναγινώσκει). Καὶ περαιτέρω: «Ἀπεφασίσθη ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν δι’ αὐστηρῶν μέτρων, ἔστω καὶ ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθῃ καὶ τῶν συνταγματικῶν ὁρίων».

§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὰ εἶπον αὐτά;

§126Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω διὰ τὴν διάψευσιν. Εἶναι ἡ «Πρωΐα» καὶ ἔχει ἐπισήμους δηλώσεις σας.

§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δίκαιον. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶνε, ὅτι «ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτή ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὑπάρχουσα, καὶ δὲν δύναται ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ σκεφθῇ πολιτικῶς, ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, δύναμαι νὰ ἀποσυρθῶ καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν μου βίον». Τὸ πρῶτον μόνον εἶπον «ἐξαιρετικὰ μέτρα», ἀλλ’ ἐπαναστατικὰ δὲν εἶπον.

§128Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλώσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι.

§129Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε σεῖς τὶ γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας.

§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γράφει. «Ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Τσαλδάρη» «Ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιβληθῇ, ἔστω καὶ ἂν ἀπαιτηθῇ νὰ προσφύγωμεν εἰς μέτρα ἐξαιρετικά».

§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἐξαιρετικά». Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶπα αὐτά. Ἠξεύρετε αὐτὰ εἶνε σἂν τοὺς τίτλους μερικῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι γράφουν ὅτι, αὐτά—αὐτά, καὶ μέσα εἰς τὸ περιεχόμενον δὲν λέγουν τίποτε.

§132Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. «Ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως». «Τὰ μέτρα τὰ ἐξαιρετικά». Σᾶς ἐρωτῶ: Ἄν τὰ μέτρα εἶναι συνταγματικὰ καὶ νόμιμα, διατὶ τὰ ὀνομάσατε ἐξαιρετικά;

§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι εἶναι μέτρα αὐστηρά.

§134ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους ἡ τελευταία σελὶς τῶν ἐφημερίδων ἦτο γεμάτη μὲ πληροφορίας περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἐρωτώμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰδήσεων αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγε: Θὰ λάβωμεν μέτρα ἐξαιρετικὰ ἄνευ ἐνδοιασμῶν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τοῦ βήματος.

§135Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγομεν, κ. Βουλευταί, εἶναι ὅτι οἱ σκοποί τούς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἐπιτυγχάνονται. Ἀνατρέπονται. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἔρεισμα οὔτε εἰς τὸ πολίτευμα, οὔτε εἰς τὴν νόμιμον καὶ ὁμαλὴν πολιτικὴν τάξιν. Ἀποδεικνύεται ὅτι εἶνε ἀπροκάλυπτος καὶ ὠμὴ πρᾶξις βίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐναβρύνεται, καθὼς λέγουν, νὰ ἐντρυφᾷ καὶ νὰ διημερεύῃ εἰς τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐκεῖθεν ἀντλήσει τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον καθίσταται σήμερον καὶ πάλιν ἐπίκαιρον, τὸ δίδαγμα ὅτι: «τὸ Κράτος τῆς βίας εἶναι ἐφήμερον, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε τὸ σοφὸν τοῦτο δίδαγμα νὰ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὸ παρελθόν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὸ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστόμου.

§137ΓΡ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. «Ἄς παραδώσωμεν τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα». Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ὑπέροχος ρῆσις τοῦ διακεκριμένου προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Παπανδρέου, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ δονῇ τὴν αἴθουσαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν κλείομεν τὸ ἔτος τὸ παρελθὸν καὶ εἰσερχόμεθα ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν εἰς ἕν νέον ἔτος καὶ εἰς μίαν νέαν ἐθνικὴν ἀνατολήν. Κύριοι Βουλευταί, ἤ μᾶλλον, κ. Δικασταί, διότι δικαστῶν ἔργα ἀντιποιούμεθα δυστυχῶς τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ἦτο μοιραῖον φαίνεται κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦ πλήρους κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν τρικυμιῶν, νὰ κρίνεται ἡ τύχη εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, οὐχὶ ἁπλῶς μιᾶς ὁμάδος ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἡ τύχη αὐτὴ ἀκόμη τῆς Πατρίδος. Ἦτο μοιραῖον ἡ βάσκανος μοῖρα, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, 31ην Δεκεμβρίου τοῦ 1933, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, καθ’ ἥν παραδίδομεν τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν στρατός, τὸ ἀγλάϊσμα καὶ ἡ αἴγλη τῆς Πατρίδος, φρουρεῖ τὰ σύνορα ἡμῶν τὰ ἐθνικά, ἀδιαφορῶν τελείως δι’ ὅσα λέγονται καὶ συζητοῦνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἦτο μοιραῖον, λέγω, ἡμεῖς νὰ μεταβληθῶμεν εἰς τιμητὰς καὶ εἰς αὐστηροὺς δικαστάς. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας λεχθέντων. Δέν θὰ ἐξετάσω οὔτε τὴν νομιμότητα, οὔτε τὴν συνταγματικότητα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δέν θὰ ὑπεισέλθω ἀκόμη οὔτε εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἤ ἄλλην τινα ἐξέτασιν τῶν συμβουλίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν καὶ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠλάφρυναν ἤ ἄλλως πως ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἀλλὰ θὰ θελήσω ἕν καὶ μόνον σημεῖον νὰ ἐξάρω, ἕν σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀναβλύζει, τὸ ὁποῖον ἀναθρώσκει ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ψυχήν μου, ψυχὴν παλαιοῦ καὶ ἐμοῦ στρατιώτου, ὅπως καὶ πολλῶν ἄλλων, ψυχὴν συναγωνιστοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων καὶ τῶν ἄλλων, ψυχὴ ἡ ὁποία, ὅταν αὐτὸ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν κόμμα, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920, ὡδήγει τὸν ἐθνικὸν στρατόν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ Ἐσκῆ– Σεχήρ, τῆς Κοβαλίτσης καὶ τοῦ Σαγγαρίου, συνεμάχει καὶ συνηγωνία μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν αὐτὴν κατηγοροῦνται ἐνώπιον τῆς ἐθν. ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἄς μεταβληθῶ εἰς δικαστὴν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων καὶ μεθ’ ὑμῶν ἄς κρίνω, ἄν καὶ κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κρίνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρᾶξις ἡ ὁποία πρέπει νὰ τούς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, ἥν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἤ ἄν εἶναι πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν χωρεῖ ἡ ἐπιείκεια ἐκείνη τὴν ὁποίαν διαγράφουν οἱ νόμοι οἱ ἠθικοὶ καὶ ἀνθρωπιστικοὶ, οἱ νόμοι πάσης ἐννοίας ἀρετῆς καὶ καλωσύνης καὶ ἀγαθότητος. Ἄς μεταβληθῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς κατήγορον καὶ ἂς εἴπω εἰς τούς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς διὰ νὰ δώσω εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπολογηθῶσι. Διατὶ παρείδητε τὴν λαϊκὴν ἐντολήν; Διατὶ ἠθελήσατε νὰ στραγγαλίσητε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, περὶ τῆς ὁποίας τόσον κόπτεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Διατὶ ἠθελήσατε νὰ ἔλθητε ἀντιμέτωποι πρὸς τὴν θέλησιν ἐκείνην τὴν λαϊκήν, ἡ ὁποία ἐπιστεγάζει ἀσαλεύτως τὰ πάντα καὶ τὰ Συντάγματα καὶ νόμους καὶ πάντας τούς κανόνας ἠθικῆς; Καὶ τοῦτο τὸ ἐρώτημα ὑποβάλλων εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους τούς κατηγορουμένους, θὰ δώσω, Κύριοι, τὴν ἀπάντησιν εἰλημμένην ἀπὸ τὴν πεῖραν, εἰλημμένην ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ Σώματος, εἰλημμένην ἀκόμη ἀπὸ τὴν στοιχειώδη λογικήν καὶ εἰλημμένην, ἐπὶ πλέον, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κόλπους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὅταν ἐρχόμεθα, Κύριοι Βουλευταί, νὰ κρίνωμεν τὰς πράξεις ἀξιωματικῶν, θὰ κρίνωμεν ταύτας τυχόν, ὑπὸ τὸ πρῖσμα ὑφ’ ὅ κρίνομεν τὰς πράξεις ἄλλων ἁπλῶν ἰδιωτῶν, ἤ θὰ κρίνωμεν αὐτὰς ὑπὸ ἰδιαζούσης ὅλως μορφῆς πρῖσμα, οἷον εἶναι τὸ τῶν ἀξιωματικῶν; Ποῖος ἐξ ἡμῶν δέν γνωρίζει ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκπαιδεύεται, μορφοῦται καὶ ἀνδροῦται μέσα εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλκάνης ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἰδέαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει ὡς προμετωπίδα καὶ σύμβολον τὸ «Salus populi suprema lex est». Ποῖος θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ἀφ’ ἧς εἰσέρχεται εἰς τὴν Σχολήν, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν δίδει τὸν ὅρκον πίστεως πρὸς τὴν Πατρίδα, δὲν εἶνε περισσότερον ἀφωσιωμένος, περισσότερον προσκεκολλημένος, περισσότερον ἐμπεποτισμένος, ἀπὸ τὴν αὐστηροτάτην ἐκείνην ψυχολογίαν, τὴν ἀνοιωτάτην, ἐπιτραπήτω μοι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιωματικός, ὁ στρατιώτης, ὁ φρουρὸς αὐτὸς τῆς Πατρίδος, συνεπὴς πρὸς τὸν ὅρκον του, συνεπὴς πρὸ τὴν μόρφωσίν του, τὴν καθαρῶς στρατιωτικήν, εἶναι, πρὸ παντὸς ἄλλου, ὑποχρεωμένος νὰ τηρῇ; Καὶ θὰ κρίνωμεν τὴν πρᾶξιν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τὸ ὀλίσθημα τοῦτο, ὑπὸ τὴν αὐστηρότητα ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκρίνομεν παρομοίας καὶ συναφεῖς πράξεις τῶν ἰδιωτῶν; Δὲν θὰ εἴμεθα τότε δικασταί, δὲν θὰ εἴμεθα τότε κριταί, καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀνατάμωμεν τὸν κρινόμενον, καὶ ἐκ τῆς ἀνατομίας ταύτης τῆς ψυχολογικῆς νὰ ἀρυσθῶμεν πορίσματα, νὰ ἀρυσθῶμεν στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξωμεν καὶ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ψυχολογία ἡ ἰδιάζουσα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία παρέχει τὸ ἐλαφρυντικὸν τῆς μετριωτέρας κρίσεως εἰς περίπτωσιν τοιούτου ὀλισθήματος, ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος τοῦ στρατοῦ. Δὲν ὑπῆρξαν τάχα, σᾶς ἐρωτῶ, ὀλισθήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐλάμπρυναν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἱστορίαν; Δὲν ὑπῆρξεν ὀλίσθημα τοῦ 1844, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ὁποίου καθιερώθη τὸ Σύνταγμα; Δὲν ὑπῆρξε τὸ ὀλίσθημα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1909, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμαγαλύνθη καὶ ἐλαμπρύνθη ἡ νεωτέρα Ἑλλάς; Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κρίνουν, ἔστω καὶ μὲ τὴν μικροτέραν ἐπιείκειαν τὰς πράξεις ταύτας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ κινήματα. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν παροῦσαν, προσπαθοῦσαν μετὰ τόσης αὐστηρότητος νὰ καταφέρῃ τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης ἐναντίον ἀξιωματικῶν ὑποπεσόντων εἰς ὀλίσθημα, ἀλλ’ ἐνόντων ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως εἶπον ἀνωτέρω, τὴν ἰδιάζουσαν ὅλως ψυχολογίαν καὶ τὴν ἱστορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεποτίσθησαν. Ἐὰν εἶσθε κριταὶ δίκαιοι, ἐὰν εἶσθε κριταὶ εἰλικρινεῖς, ὀφείλετε νὰ λάβητε καὶ ταῦτα ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, τοὺς φυσικούς των δικαστάς. Δὲν πρέπει νὰ θελήσητε νὰ παραδώσητε τούτους ἔρμαια καὶ βορὰν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, διότι παραδίδοντες τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, παραδίδετε τὸν στρατὸν ὁλόκληρον, καὶ αὐτὴν τὴν Πατρίδα, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὰς κομματικὰς ἰδιοτροπίας τῶν ἑκάστοτε κυβερνητικῶν συγκροτημάτων. Ἀλλ’ ἐκράτησα διὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ δυνατώτερον ἐπιχείρημα. Συνηγορῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τῆς ἱερᾶς ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, σᾶς ὑπεσχέθην νὰ ἀντλήσω ἀπὸ σᾶς κυρίως, ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ ἰδικόν σας, ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν σας, τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἀσφαλῶς, ἀλλὰ θὰ εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς πάντα ἐξ ὑμῶν καλῆς πίστεως διανοούμενον καὶ συζητητήν. Ποῖοι εἶναι, Κύριοι, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ τριάκοντα, οἱ τεσσαράκοντα, οἱ πεντήκοντα, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ καταδικάσητε; Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διέγραψαν τὰς λαμπρὰς σελίδας, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920, ὅτε κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν των, ἐσφαλμένην ἢ μὴ ἀδιάφορον, κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως ὀρθήν, ἐνόμιζον, ὅτι οὐδὲν κόμμα, οὐδεμία πλευρὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνεχίσῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν των, —ἐπαναλαμβάνω πάλιν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ—ἐσφαλμένην ἢ μή, ἀνῆκεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προήρχοντο, οἵτινες, ὑποτασσόμενοι εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920, προσέρχονται πρὸς τὴν Μ. Ἀσίαν, μάχονται εἰς τὸ Ἐσκῆ–Σεχὴρ καὶ τὴν Κοβαλίτσαν, ἀγωνίζονται εἰς τὸ Ἀφιὸν–Καραχισάρ, φονεύονται εἰς τὸν Σαγγάριον, καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον δικάζει σήμερον αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἔδωκεν ἀριστεῖα ἀνδρείας, τὰ ἀριστεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μόνον τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐθέσπισε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ οἱ κατηγορούμενοι ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους δικάζετε σήμερον τόσον αὐστηρῶς, ἀφαιροῦντες αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς φυσικούς των δικαστάς, φοροῦν, εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἔξω, ἀναμένοντας τὴν καταδίκην των, τὰ ἀριστεῖα ἀνδρείας, τὰ ὁποῖα σεῖς τοὺς ἐδώκατε. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν εἶνε τάχα ἄξιοι τῆς ἐπιεικείας σας οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καὶ δὲν εἶναι μήπως ἄξιοι τῆς συγγνώμης ἀκόμη τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ— τὴν ὁποίαν κυρίαρχον θέλησιν ἐξετάζετε μέσα εἰς ἕν πλαίσιον ὀλίγων καὶ μόνων ὡρῶν, μιᾶς ἕκτης Μαρτίου καὶ δὲν ἐπεκτείνετε ὡς δικασταί,— διότι ἀντιποιεῖσθε, ἐπαναλαμβάνω, ἔργα δικαστῶν, δὲν ἐπεκτείνετε τὸ ἴδιον πεδίον τῆς ἀνασκοπήσεως ἐπὶ τῆς μακρᾶς καὶ γενναίας αὐτῶν στρατιωτικῆς ζωῆς; Δὲν εἶναι ἔργον, συνεπῶς, δικαστῶν, δὲν εἶναι ἔργον ἀνθρώπων ἀκόμη ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἐκδικήσεως, εἶναι μία μελανὴ σελὶς, μία κηλίς, διὰ τῆς ὁποίας καλύπτομεν ἀπόψε τὰς δέλτους τῆς ἐργασίας ἡμῶν. Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄξιοι συγγνώμης, ἐκεῖνοι οἵτινες, κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου 1920, ἐνῶ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δὲν ἠκολούθουν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἀγῶνας των, ἀλλ’ ἔφευγον μακρὰν τοῦ μετώπου, — καὶ ἐν τούτοις, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, στασιάζοντες δὲν ἐτιμωρήθησαν — δὲν εἶναι περισσότερον ἄξιοι ἐπιεικείας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὑπείκοντες εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἠκολούθησαν ταύτην καὶ κατήγαγον τὰς νίκας τὰς ὁποίας κατήγαγον; Δέν εἶνε, Κύριοι, ἐπιτετραμμένον ἐν στιγμῇ οὑτωσὶ σοβαρᾷ, ἐν στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμεθα, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1933, νὰ παραδώσωμεν, ὅπως εἶπον προοιμιαζόμενος, τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον ἐν στιγμῇ τοιαύτῃ νὰ συζητῶμεν μέσα εἰς τὸ κοινοβούλιον περὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς τύχης τοῦ Σώματος τῶν Ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι — ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, καὶ ὑπογραμμίζω — ὑπερήσπισαν ὑπὸ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεσθε σεῖς, ἐν ᾧ χρόνῳ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐστασίαζον πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, διατρίβοντες ἐν Κωνσταντινουπόλει. (χειροκροτήματα).

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.

§139ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ εἶχον τὴν δύναμιν, ὥστε νὰ συντελέσω, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐξετασθῇ, χωρὶς πάθος καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν κομματικῶν ἀντιλήψεων. Διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐξαιρετικὰ σοβαρόν, ἐνδιαφέρον τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, καί, κατὰ συνέπειαν, ἔχομεν ὅλοι συμφέρον ὅπως παραμερίζοντες πρὸς στιγμὴν τὰς μεγάλας ἀντιθέσεις, ποὺ μᾶς χωρίζουν, ἐφόσον ὅλοι τονίζομεν ὅτι εἴμεθα θιασῶται τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, ἐφόσον ὅλοι ἐπαγγελλόμεθα τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, ἔχομεν συμφέρον, λέγω, νὰ συνεννοηθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ λύσωμεν τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, ἀσφαλίζοντες συγχρόνως τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου καὶ στερεώνοντες τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς. Ὅταν κανεὶς διαβάζει τὸ νομοσχέδιον καὶ μερικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι, δυστυχῶς, ἀναιροῦνται ἀπὸ ἄλλας δηλώσεις, ἄγεται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι λέγει πάντοτε ὅτι θέλει τὸ ἀγαθόν, ἀλλὰ πράττει τὸ κακόν. Καὶ ἐξ αὐτοῦ ἴσως, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποπνέει τὸ πάθος, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὴν συζήτησιν ἐδῶ τὴν χαρακτηρίζει τὸ πάθος. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιῶκον τὴν ἀπομάκρυνσιν ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, ἐνεχομένων εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸ στράτευμα, νὰ ἐξυψώσῃ τὸ κῦρος τοῦ στρατεύματος καὶ ἀσφαλίσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ὡς ἐκ τούτου τὸ νομοσχέδιον ἐκρίθη καὶ ἀπὸ τὰς δύο του ἀπόψεις, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικότητος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κομματικῆς του βάσεως καὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῶν ἀνωτέρω του σκοπῶν. Ἔγιναν ἀτυχεῖς, ἕν κίνημα τὴν 6ην Μαρτίου καὶ εὐθύνονται διὰ τὸ κίνημα ἐκεῖνο εἴτε ἀξιωματικοί, εἴτε ἁπλοῖ πολῖται. Θὰ ἦτο ἀσέβεια πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐὰν κανεὶς ἠναντιοῦτο εἰς τὸ νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐστηρῶς οἱ νόμοι ἐναντίον παντὸς ὑπαιτίου διὰ τὸ κίνημα ἐκεῖνο τῆς 6ης Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἐστράφη, ὁμολογουμένως, ἐναντίον τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Θὰ εἴπωμεν ποίαν ἔκτασιν εἶχε τὸ κίνημα, ἀλλὰ πάντως, ἐστράφη ἐναντίον τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ δι’ αὐτό, διότι θὰ ἦτο ἀσέβεια οἱαδήποτε ἐναντίωσις κατὰ τῆς τιμωρίας καὶ τῆς ποινικῆς διώξεως τῶν ὑπαιτίων, οὐδεὶς ἠναντιώθη καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη ἐκ τῶν ἐχόντων ὑπεύθυνον πολιτικὴν θέσιν, ὅτε ἠσκήθη ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, εἴτε ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγή. Οὐδεὶς ἐζήτησεν ἐπιείκειαν, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, οὔτε ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων. Ἀφέθη ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ κινήσῃ τοὺς νόμους καὶ αἱ Ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους. Ὡς ἐκ τούτου, ὅ,τι ἐλέχθη ὅτι τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κηρύσσονται ἀλληλέγγυα μὲ τοὺς ὑπαιτίους τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, ἦτο ἐντελῶς ἀβάσιμον. Δὲν θέλω δὲ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν πραγματικὴν λέξιν, διότι ἐπιθυμῶ ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ μὲ κάθε ἠρεμίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογὴν οἱ νόμοι, δὲν πρόκειται ἂν ἐκινήθησαν αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων εἶναι ἐντεταλμέναι νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς νόμους. Τί εἶναι, Κύριοι Βουλευταί, ὁ στρατός; Ὁ στρατὸς εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπιστευθῆ τό Κράτος τὴν προάσπισιν τῆς ἀνεξαρτησίας του καὶ ἡ δύναμις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ σύνολον ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Εἶναι μεγάλη ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία παρέχεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ τμῆμά του ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται στρατός. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς χεῖράς του ὁ στρατός. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀποστολὴ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι καθημερινῶς νὰ ἀναλογίζωνται ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πρόθυμοι, ὅπως θυσιάζουν τὴν ζωήν των, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, τῆς τάξεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅσον μεγάλη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ, τόσον μεγάλαι εἶναι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις του. Καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς, χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς του, ὡρισμένα δικαιώματα. Εἰς τὰ ἀπολυταρχικὰ Κράτη, ἅτινα ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὸν ἀπόλυτον κύριον, τὸν μονάρχην, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουν νόμοι, ρυθμίζοντες τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, τὰς σχέσεις τῶν ἐξουσιῶν, ὅπου νόμος εἶναι ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου, φυσικὸν εἶνε, νὰ εἶνε οἱ ἀξιωματικοὶ ἕρμαια τῆς θελήσεως τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸν νόμον καὶ τὸ Κράτος Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἰς τὰ Κράτη ὅμως τοῦ δικαίου, ὅπου ὁ στρατὸς δὲν εἶναι ὑπηρέτης τοῦ μονάρχου, τοῦ διαχειριζομένου ἑκάστοτε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἶναι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς τάξεως τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου, ὁ στρατός, οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ περιβάλλονται μὲ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, διότι ἀληθῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι πρόθυμοι νὰ ἐκπληρώσουν τὴν μεγάλην ἀποστολήν των, ὅταν εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν διαχειριζομένων ἑκάστοτε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ διὰ νὰ περιφρουρηθῇ τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ καταστατικοῦ χάρτου τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζουν τὴν μονιμότητα εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν. Ἠμφισβητήθη ἐσχάτως, ἂν τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο Σύνταγμα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν, διότι περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα Συντάγματα αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ὀργάνωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν ἀπόλυτον καθιέρωσιν τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων, ἠμφισβητήθη, ἄν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα περιέχει τάς ἐγγυήσεις τῆς μονιμότητος, τάς ὁποίας περιεῖχον τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἴσχυον ἐπὶ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας. Ἤδη ἀπεδείχθη, ὅτι τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἤδη ὁμιλησάντων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 114 καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 118, ἀπὸ τὸ ὅτι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ καθιεροῦται πλήρως ἡ μονιμότης τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ἐπανελήφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδῶ ἔμεινε τὸ Σύνταγμα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 102 καὶ δὲν ἔγινεν ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ 1911, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἀποτελεῖ διοίκησιν, αἱ πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πράξεις διοικήσεως καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Διοικήσεως. Καὶ τὸ Σύνταγμα ρητῶς λέγει, ὅτι περὶ μὲν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ὁ Πρόεδρος ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως, περὶ δὲ τῶν στρατιωτικῶν λέγει, ὅτι ἀπονέμει τούς βαθμούς. Ἐκ τούτου καταφαίνεται σαφῶς, ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ θέλει μεγαλυτέραν ἐγγύησιν διὰ τὴν μονιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ διὰ τούς ἄλλους ὑπαλλήλους. Καὶ ὅταν ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύνανται νὰ ὑποστοῦν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἄλλων Συμβουλίων, ρητῶς φανερώνει τὸ Σύνταγμα, ὅτι σκοπὸς τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, εἶναι καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἰσχύσουν ὅλαι αἱ διατάξεις περὶ μονιμότητος, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν καὶ διὰ τούς ἄλλους ὑπαλλήλους. Μὲ τὸ νομοσχέδιον λοιπόν, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ ἐκδιωχθῇ ἀπὸ τὸ στράτευμα εἷς ὡρισμένος ἀριθμός ἀξιωματικῶν χωρὶς τὴν κρίσιν Συμβουλίου, κατὰ τρόπον ἀντισυνταγματικόν, μεταβάλλοντα τὴν Κυβέρνησιν εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ οὕτω ἔχομεν ἀναίρεσιν σειρᾶς ὅλης συνταγματικῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7.9.97 τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει ἀναδρομικὴν ποινὴν καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία ἀποτελεῖ ποινήν. Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἀνεγνωρισμένου δικαστηρίου, ἐννοεῖ Δικαστικὴν Ἀρχήν, θεσμοθετημένην πρὸ τῆς διαπράξεως οἱουδήποτε ἀτοπήματος. Ἀναιρεῖται καὶ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 97, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπονται ἔκτακτα δικαστήρια. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πράγματι, συνιστῶνται ἀπὸ πολιτικούς, ὄχι ἀπὸ ἀμερολήπτους δικαστάς, ἀπὸ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἔκτακτα δικαστήρια. Ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἄλλοτε ἔγινε παρέκβασις ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἔγινε καὶ ἄλλοτε παρέκβασις ἀκριβῶς τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει νὰ συνιστῶνται ἐπιτροπαὶ μετὰ τὴν ἐντέλεσιν μιᾶς πράξεως. Ἀλλ’ ὁσάκις ἔγιναν αὐταὶ αἱ παρεκβάσεις τῶν συνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων, τὸ Σύνταγμα ἐκοιμᾶτο, εἶχον ἀνασταλῆ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἴτε διότι διεξηγάγομεν πόλεμον καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῇ σιδηρᾶ πειθαρχία εἰς τὸ στράτευμα, εἴτε διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἐπανάστασιν, καὶ γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἔχουν ἰδιαίτερον δίκαιον, ἀλλά καὶ τότε δὲν ἔγιναν παρεκβάσεις παρὰ μόνον αὐτῆς τῆς διατάξεως ὅτι συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ κρίνουν ἐπιτροπαί. Οὐδέποτε ἐπεδιώχθη ἡ ἀπομάκρυνσις ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος, χωρὶς τὴν γνωμοδότησιν Συμβουλίου, ἔχοντος ὑπηρεσιακὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ σήμερον οὔτε εἰς κανένα πόλεμον ἔχομεν περιπλεχθῆ, οὔτε ἐν ἐπαναστάσει εὑρισκόμεθα. Ἐάν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τῆς νομιμότητος, ὅτι πρέπει καὶ ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ ἐξέλθῃ τῆς νομιμότητος, ἄς τὸ εἴπῃ, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι. Δὲν εἶνε ὅμως θεμιτόν, χρησιμοποιοῦσα ὡς πρόφασιν τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, χρησιμοποιοῦσα ὡς πρόφασιν τὴν ἐπιθυμίαν γαληνεύσεως τοῦ στρατεύματος, νὰ καταλύῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦν τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ τιμωρήσῃ ἕνα ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἕν μέτρον διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ δημόσιον αἴσθημα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν πράγματι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ Συμβούλια, εἴτε τὰ πρωτοβάθμια, εἴτε τὰ δευτεροβάθμια, τὰ ὁποῖα ἔκριναν τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ἐπετέλεσαν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ καθῆκόν των, ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἔλθῃ ἐδῶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν οἱουδήποτε ἄλλου μέτρου, ὤφειλε νὰ στραφῇ κατ’ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη τὴν κρίσιν τῶν παρεκτραπέντων ἀξιωματικῶν, τῶν ἐγκληματησάντων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Ἀλλά, κατὰ παράδοξον τρόπον, ἡ Κυβέρνησις δέν ἐννοεῖ νὰ θίξῃ κανένα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, κρίνοντες κατὰ τὴν συνείδησίν των, ἐπέβαλλον ἠπιωτέρας ποινὰς ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθοῦν. Καὶ ἐπὶ τέλους, μήπως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξυπηρετῇ τοὺς σκοπούς ποὺ ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουν τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπαγγέλλεται ὅτι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις; Ἐδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὑπευθύνως, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν, μολονότι οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ ὧν πρόκειται ἐκρίθησαν ἀπὸ ἀπόψεως πειθαρχικῆς καὶ εἶναι ὑπόδικοι ἀπέναντι τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὀφείλουν νὰ λογοδοτήσουν παρ’ ὅλα ταῦτα, λέγω, ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐγκρίνωμεν ὅπως συσταθῇ ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων ἤθελον ἀκυρωθῆ, νὰ ἔλθουν ἐκ νέου εἰς εἰδικὰ συμβούλια, συνιστώμενα μάλιστα ἐν μέρει ὑπὸ ἀξιωματικῶν καὶ ἐν μέρει ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ καταφύγῃ εἰς ἕν μέτρον τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἐξαιρετικὸν καὶ αὐτὸ δὲν συμβιβάζεται ἀπολύτως μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔχει τὰ τρομερὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι, ὄχι διὰ τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ἐξαγγέλλονται, ἀλλὰ δι’ ἄλλους κομματικούς, ἐπιδιώκεται ἡ ἀπομάκρυνσις ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔρχεται εἰς συνεννόησιν ἐπὶ τέλους μαζί μας, προκειμένου περ! ἑνὸς τόσον μεγάλου ἐγκλήματος, ὅπως τὴν βοηθήσωμεν ὥστε κατὰ τρόπον ὅσον τὸ δυνατὸν νόμιμον νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ τιμωρηθοῦν ὅπως ἀξίζει, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ὑπαίτιοι τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Μαρτίου, χωρὶς ὅμως νὰ γίνουν ἀδικήματα, χωρὶς νὰ καταδικασθοῦν ἀθῶοι, χωρὶς νὰ ἐμφυσηθῇ εἰς τὸ στράτευμα ἡ διχόνοια καὶ τὸ μῖσος, χωρὶς νὰ καταστῇ ὁ στρατὸς ὑποχείριος τοῦ κόμματος; Εἶπον νὰ τιμωρηθοῦν ὅλοι οἱ πραγματικῶς ἔνοχοι καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶνε οἱ ἔνοχοι, ποία εἶνε ἡ ἔκτασις τῆς ἐνοχῆς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αἱ βάσεις τὰς ὁποίας θέτει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἐὰν αἱ βάσεις αὐταὶ παρέχουν τὰς ἐγγυήσεις ἱκανοποιήσεως τοῦ δικαίου. Ἔγινε τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀθέμιτον καὶ ἀνόητον. Τὸ κατεδίκασε μετὰ ὅταν κατωρθώθη νὰ ἔλθω εἰς τάς Ἀθήνας, ὅπως κατεδίκασε καὶ ἐπολέμησα καὶ τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος συνεστήθη τὸ παρελθὸν θέρος, σφοδρότερον ἀπὸ ὅ,τι οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκ τῶν παρευρισκομένων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἀγνοῶ μάλιστα ἄν τὸν σύνδεσμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει ἀπειλὴν ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἄν τὸ ἀπεδοκίμασαν ὅλοι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὰ πρῶτα αὐτὰ ἐδώλια. Λοιπόν, ὅπως κατεδίκασε καὶ ἐπολέμησα τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος ἠπείλει μὲ διάλυσιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα, καθ’ ὅμοιον τρόπον κατεδίκασε καὶ καταδικάζω τὸ κίνημα αὐτὸ τῆς 6ης Μαρτίου. Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν πῶς ἐξερράγη καὶ εἰς τὶ ἀπέβλεπε τὸ κίνημα αὐτό: Ἀπὸ ὅ,τι κατετέθη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐπιστοποιήθη ὅτι οἱ λόγοι, ποὺ παρεκίνησαν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς τὸ κίνημα, ἦσαν δύο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐφοβήθη ὅτι ἡ νίκη τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ συνωδεύετο μὲ ἀπόπειραν διαταραχῆς, εἴτε καὶ ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος.....

§140Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶχε δοκιμασθῆ τὸν Σεπτέμβριον.

§141ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σᾶς διέκοψα καμμίαν φοράν, καὶ παρακαλῶ νὰ τύχω τοῦ αὐτοῦ σεβασμοῦ.

§142Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ δεύτερον δὲν ἐλέχθη πουθενὰ, τῆς ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος.

§143ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ, εἶπεν, ὅτι ὁ Πλαστήρας τοῦ εἶπεν ὅτι καὶ τὸ πολίτευμα θὰ καταλύσουν, καὶ ἐπὶ πλέον καὶ ἐμέ καὶ ἐσέ θὰ σκοτώσουν.

§144Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ ναί, τὸ πολίτευμα ὄχι.

§145ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ διεξαχθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρεμωτέρα ἡ συζήτησις, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν μὲ ὅλην μας τὴν προσοχήν. Λοιπόν, δύο ἦσαν οἱ λόγοι ποὺ ὤθησαν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς τὸ ἀπονενοημένον του κίνημα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει προσωπικῶς ὅτι ἐκινδύνευε προσωπικῶς ἡ ζωή του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι θὰ ἐγίνοντο ταραχαί. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἰδική σας ἐκδοχή, εἶναι εὐνοϊκωτέρα διὰ τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγάγω.

§146Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δι’ αὐτὸ σᾶς τὸ εἶπα.

§147ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅτι θὰ γίνουν ταραχαί. Πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ἐξ ὅσων συνέβησαν κατόπιν καὶ ἐξ ὅσων ἀπεδείχθησαν κατόπιν, ὁ φόβος του περὶ ἀπειλῆς τῆς ζωῆς του καὶ ὁ φόβος του περὶ ἀνωμαλιῶν ἀπεδείχθη βάσιμος. Διότι ἤδη ἔχει πιστοποιηθῆ ὅτι καὶ πρὶν ἀνατραπῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ πρώτη τοῦ κ. Τσαλδάρη, εἶχε σκευωρηθῆ μία συνωμοσία ἐναντίον τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τοῦ κ. Πλαστήρα, καὶ ἐπὶ πλέον ἐξεδηλώθησαν τοιαῦται διαθέσεις τοῦ κρατοῦντος κόμματος, τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ρητὰ παραδείγματα, ὑπενθυμίζω μόνον τὰς συνεχεῖς ἀπειλὰς κατὰ τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τῆς μονιμότητος καὶ ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν καὶ κρατοῦν ἀκόμη εἰς ἀνησυχίαν τὸν λαόν....

§148Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι, διότι ἔγινε τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου.

§149ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι οὕτω, διότι ἡ συνωμοσία ἡ πρώτη, ἔγινε πρὶν γίνῃ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ διέτι πρίν, ἄνθρωποι ἐμπιστευτικωτάτας κρατοῦντες θέσεις, ἐσκευώρουν, ἕν τῶν μυσαρωτέρων ἐγκλημάτων...

§150ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν ἔκαμαν.....

§151ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς θέλετε νὰ εἶσθε ἀμείλικτος ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐτήρησαν εὐόρκως τὸ καθῆκόν των καὶ θέλετε νὰ εἶσθε ἐπιεικέστατος ἔναντι μυσαρῶν δολοφόνων.

§152ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Καλυβίτη, ἡ ὁποία τὰ γράφει ὅλα.

§153ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκ τῶν ὑστέρων μόνον ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας, δὲν ἦσαν ἀβάσιμοι. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη εἶχεν αὐτοὺς τοὺς φόβους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸ κίνημα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἄλλον χαρακτῆρα ἔχει ἡ πρᾶξις εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν δικαίως ἐφοβεῖτο καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεώς του, καὶ περὶ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου καὶ περὶ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἄλλον χαρακτῆρα θὰ εἶχεν ἡ πρᾶξίς του, ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς ἕν καὶ μόνον πῶς θὰ γίνῃ κυρίαρχος εἰς τὸν τόπον αὐτόν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέντρου).

§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ διαμαρτύρεσθε; Δὲν ἠξεύρετε; Δικηγόρος εἶναι! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§155ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ μεταχειρίζεσθε αὐτὴν τὴν φράσιν, διότι ἐδῶ, ὅταν ἀνερχόμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, κάμνομεν καθῆκον ἱερὸν καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς ὑμᾶς, οὔτε εἰς οὐδένα ἄλλον νὰ λέγῃ ὅτι εἶμαι δικηγόρος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σᾶς εἴπω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σεῖς ὡς Κυβερνήτης εἶσθε συνήγορος συνωμοτῶν καὶ ἐγκληματιῶν.

§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν θέλετε νὰ τὸν δικαιολογήσητε; Τὶ ἄλλο πράττετε;

§157ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅπως τὴν πιστεύω. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἶμαι συνήγορος οὐδενός. Ἐπιδιώκω δὲ νὰ φέρω σᾶς εἰς τὸν ὀρθὸν δρόμον. (Γέλωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε σεῖς, ὅτι κατακρίνετε τὸ νομοσχέδιον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον λόγους καὶ ἔκαμαν τὸ κίνημα. Δὲν συνηγορεῖτε;

§159ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν δύο διαφορετικαὶ ἔννοιαι τὰς ὁποίας πολὺ εὐκόλως ἀντιλαμβάνεσθε, διότι καὶ εὐφυΐαν ἔχετε καὶ εὐρυμάθειαν ἔχετε. Ὅταν λέγετε, εἶμαι συνήγορος, ἐννοεῖτε ὅτι εἶμαι χάριν τῶν προσώπων ἐκείνων, ἐνῶ ἐγὼ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, τὰ λέγω χάριν τοῦ στρατεύματος. Εἶμαι συνήγορος τοῦ στρατεύματος καὶ ὄχι προσώπων.

§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πιστεύετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι συνηγορεῖτε ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ κίνημα.

§161ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν συνηγορῶ ὑπὲρ οὐδενός, Συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, καὶ δὲν σᾶς εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ λέγητε, ὅτι εἶμαι συνήγορος...

§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένω, διότι, ὅταν λέγετε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκαμαν τὸ κίνημα, διότι ἐπεβάλλετο διὰ τοῦτο καὶ δι’ ἐκεῖνο, δὲν κάμνετε μίαν συνηγορίαν ὑπὲρ τῶν κινηματιῶν;

§163ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πάλιν διαστρέφετε τὰ πράγματα. Αὐτὰ δὲν εἶναι συνηγορία οὐδενὸς προσώπου. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶπον τίποτε, τὸ ὁποῖον εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ διαψεύσητε.

§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δι’ αὐτὸ εἶπα εἰς τοὺς φίλους μου διὰ νὰ σᾶς ἀκούσουν. Διότι σεῖς οὕτω σκέπτεσθε.

§165ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἰδιαιτέραν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ χαρακτηρισμὸς κάθε λέξεως. Καλὸν εἶνε νὰ μὴ διακόπτητε, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀντίθεσιν.

§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς διέκοψα, διότι ἄλλην ἀντίληψιν ἔχετε σεῖς περὶ αὐτοῦ καὶ ἄλλην ἡμεῖς.

§167ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς διακόπτετε διὰ νὰ θέσητε ἔναυσμα εἰς τὴν πυράν. Ἀπὸ ὅ,τι ἐξέθηκα καταφαίνεται τίνα ἦσαν τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν νὰ κάμῃ τὸ κίνημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δικαιολογῶ, παρ’ ὅλην τὴν βασιμότητα τῶν λόγων τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ κ. Πλαστήρας. Ἀπέβλεπε λοιπὸν εἰς τὸ νὰ γίνῃ δικτατορία καὶ νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν; Ὁ Πλαστήρας εἶναι γνωστόν, ὅτι ἤσκησε δικτατορικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος. Καὶ ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι εἰς καλὰς προσωπικὰς σχέσεις μαζί του, καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι, ἐνῷ μετὰ μίαν ἐκλογὴν τοῦ 1922 ἀπέδειξεν ὁ λαὸς ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτικήν μου, ὁ Πλαστήρας ἐκάλεσε τὸν Βενιζέλον διὰ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Ἤσκησε λοιπὸν δικτατορίαν, ἀλλ’ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὄρεξιν νὰ εἶναι δικτάτωρ, διότι κατέθηκε τὴν δικτατορικὴν ἀρχὴν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπῆλθεν.

§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπεν εἰς τὸ διάγγελμά του.

§169ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δηλῶ, ὅτι ἐφόσον αἱ διακοπαὶ εἶναι τοιαῦται, δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλην διακοπήν.

§170ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν παρεδέχεσθε ὅτι ὁ Πλαστήρας εἶναι δολοφόνος;

§171ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς σημαίαν καὶ πρόγραμμα νὰ γίνῃ δικτάτωρ. Ἐξέδωκεν ἓν διάγγελμα, τὸ ὁποῖον οὔτε κἄν συνέταξεν ὁ ἴδιος, διότι ἦτο ἀνάγκη ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ κάμῃ αὐτό. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Πλαστήρα. Πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρέθησαν τὴν 6ην Μαρτίου; Εἰς τὴν ἑξῆς. Ὑπῆρχε τὴν προηγουμένην μία Κυβέρνησις καὶ τὸ πρωΐ εἶχεν ἐγκατασταθῆ μία δικτατορία καὶ διαδηλώσεις ἐγένοντο εἰς τὸν δρόμον καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ἔδειξαν στάσιν στερὰν, ἐφεκτικήν, ἄλλοι δὲ ἐδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσουν ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ἐδῶ ἔγινε λόγος περὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ ἐτονίσθη ὅτι ἐκοινοποίησε τὸ διάγγελμα καὶ ἐγκατέστησε λογοκρισίαν, ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὴν τάξιν εἰς χεῖράς του, διότι τὸ γεγονός, ὅτι ἐδημοσίευσε τὸ διάγγελμα καὶ ἐγκατέστησε λογοκρισίαν αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες εἰς τὸν στρατῶνά των καὶ εὑρεθέντες πρὸ μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἶπον: Καθῆστε νὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ. Δὲν ἔλαβον τὰ ὅπλα, οὔτε νὰ κτυπήσουν τὸν Πλαστήραν, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ὑπάρχει μάλιστα ἡ διαταγὴ τοῦ Σώματος Στρατοῦ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἦτο ὁ Πλαστήρας.

§172ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διότι ἔφυγεν ὁ μασκαρᾶς ἐκεῖνος, ὁ Ὑπουργός.

§173ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔξεστι Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν. Τὸ ὅτι δὲ τὸ κίνημα ἐκεῖνο δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν μὲ ἐγκαθίδρυσιν μιᾶς δικτατορίας μονίμου, ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὴν ἰδίαν 6ην Μαρτίου, ὁ ἴδιος ὁ Πλαστήρας κατέθηκεν τὴν Ἀρχὴν καὶ διηυκόλυνε τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἀντιστρατήγων.

§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ἐὰν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐφονεύθησαν ἄνθρωποι;

§175ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ γνωρίζω.

§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπετε τὸν συνάδελφον κ. Γεώργιον Στρᾶτον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκρωτηριασμένος;

§177ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ κρίνω ἀντικειμενικῶς. Σεῖς θέλετε νὰ γίνετε δικαστὴς καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε μίαν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν.

§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀναφέρω ἐγὼ ὡρισμένα γεγονότα, τά ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε. Πρέπει νὰ τὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας.

§179ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ γνωρίζω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅμως γνωρίζω, εἶναι ὅτι δὲν συνετέλεσεν ἡ βία διὰ νὰ κατασταλῇ ἡ ἐπανάστασις, ἀλλὰ συνετέλεσαν ἄλλα γεγονότα. Ἐγώ, Κύριοι, ἐχάρην πολύ, ποὺ εἶδον μίαν ἐξέγερσιν ἐναντίον μιᾶς ἐπαναστάσεως, ὅσον καὶ ἄν οἱ φόβοι οἱ ὁποῖοι ἐγέννησαν τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἀπεδείχθησαν βάσιμοι.

§180ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τούς κινηματίας σεῖς τούς ἐξεθρέψατε. Ὅτε ἤλθετε εἰς τὴν Λάρισαν, τὸ αὐτοκίνητόν σας ἦτο περιεστοιχισμένον ἀπὸ ἀξιωματικούς.

§181ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε;

§182ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὅτε ἤλθετε νὰ ἐπιβάλητε τὴν Δημοκρατίαν.

§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ συνελάβατε καὶ ἐμὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

§184Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἤλθετε καὶ εἰς τὴν Λευκάδα, ἐπικεφαλῆς Σενεγαλέζων.

§185ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως, ἦλθον, διότι ἠγωνιζόμην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.

§186ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὡς ὄργανον τῶν ξένων.

§187ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμόσω τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).

§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέσυραν τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν διὰ τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς. Τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν ἔκαμε νὰ λησμονήσῃ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἠρεμίαν;

§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ κανείς.

§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅταν οἱ ρήτορες ὑπερβαίνουσι πᾶν ὅριον ἀνοχῆς, θὰ δέχωνται τάς ἀπαντήσεις.

§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέχονται τὰς ἀπαντήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλ’ ὄχι διὰ διακοπῶν, διότι τότε ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.

§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διακοπαὶ γίνονται παντοῦ, εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια.

§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐταὶ δὲν εἶναι διακοπαί. Εἶναι καθαρὰ ἀπόσπασις τοῦ λόγου.

§194Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἀνέκυψε ζήτημα παρελθόντος, θὰ παρακαλέσω τούς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως νὰ ζητήσουν πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τότε συναγωνιστήν μας, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην.

§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ ρίπτητε ἔλαιον εἰς τὴν πυράν, δι’ αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ ἤρεμος συζήτησις. Καὶ σεῖς ὁ ὁποῖος ὑπήρξατε ἰδιαίτερος γραμματεύς τοῦ Πλαστήρα....

§196Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πιστεύων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ διεκδικήσῃ τὰς Χώρας ὅπου κατῴκουν Ἕλληνες, ἦτο ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς, καὶ ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν σκληρὰν θέσιν νὰ τοῦ ἐπιτεθοῦν οἱ Βούλγαροι, τούς ἐπετέθη. Ὅτε δὲ κατόπιν εὑρέθη εἰς τὴν Καβάλλαν, ἐλιποτάκτησε διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐπῆγε, καὶ ἐπῆρε τὴν Μεραρχίαν του. Κατόπιν ἐπῆγεν εἰς τὸ μέτωπον καὶ ἤρχισε νὰ πολεμῇ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920, ὁπότε ἐγένετο ἐπίθεσις. Καὶ ἐπειδὴ ἠχμαλωτίσθη ὁ στρατός, ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ μηνιαίαν ἄδειαν. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν εὑρισκόμενος, ἐγνώρισεν εἰς τὸν τότε προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀρκεῖ νὰ γίνῃ διοικητής, ἀλλὰ δέν τοῦ ἀπήντησαν καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν Κωνσταντινούπολιν μέχρι καὶ τῆς μάχης τοῦ Σαγγαρίου. Ὅταν ὁ στρατός, ὁ ἑλληνικός, ἡττήθη εἰς τὸν Σαγγάριον, διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἤρχησα νὰ ὑποστηρίζω τὰς ἰδέας μου. Οὐδέποτε συνέπραξα μὲ ξένους κατὰ τῶν Ἑλλήνων, οὐδέποτε ἠσχολήθην εἰς διενέξεις ἐσωτερικάς. Ἤμην ἐναντίον πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς διὰ ξένων ἐπιβολῆς τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ὅτε διεμαρτυρήθην δι’ αὐτὸ πρὸς τὸν Βενιζέλον, μοῦ εἶπε: «Ἀφοῦ εἴμεθα σύμμαχοι, τί νὰ κάμωμεν;». Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν αἱματοχυσίαν. Καὶ τοῦ εἶπα ἀκόμη, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπάγωμεν ἐμπρὸς μόνοι μας.

§197ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω νὰ ἀναμιχθῶ καθόλου εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ξένος πρὸς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἠσκήθη ἀπὸ τοῦ 1909–1922.

§198Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν ἐσωτερικὴν ἀπολύτως.

§199ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ βεβαίως τὴν ἱστορίαν δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνηθῶ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπεδίωξα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετεῖχον. Λοιπόν, αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ἡ κατάστασις τὴν ἕκτην Μαρτίου καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ συμπεριφορὰ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται. Διότι, ἄν ἀφαιρέσῃ κανεὶς δύο, τρεῖς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐξετράπησαν περισσότερον, οἱ ἄλλοι δὲν ἔκαμαν τίποτε παραπάνω,ἀπὸ ὅ,τι ἔκαμεν ὁ Μέραρχος Ἰωαννίνων διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις μέχρις ὅτου ἔβλεπον τί θὰ ἐγίνετο, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων δὲν ἦσαν οἷας τὰς ἀνέμενεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τώρα, ἐνῶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἔγκλημα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ Κυβέρνησις προχειρίζεται ἡ ἰδία εἰς δικαστήριον διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐπὶ τῇ βάσει ἐνδείξεων, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἀπὸ τὰς ἀνακρίσεις. Ἤδη, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθη ἡ ἀνάκρισις ἢ ὡρισμέναι ἀνακρίσεις, ἀποδεικνύουν ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ τὸ ἀνώτερον πνεῦμα ἐπεκράτησε, κάθε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπιδίωξις γαλήνης εἰς τὸ στράτευμα ἐπεδιώχθη. Ἤδη, ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις εἰς τὴν Ἀεροπορίαν, εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῆς διαλύσεως τοῦ Σώματος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου διατυποῦνται βαρύταται κατηγορίαι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνακρίσεων. Εἰς τὸ Ναυτικόν, ἐδημιουργήθη καὶ ἐκεῖ εἷς φάκελλος κατηγοριῶν βαρυτάτων, αἱ ὁποῖαι ἴσως, ἴσως ἀπασχολήσουν καὶ αὐτὴν τὴν Βουλήν, διότι ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ σχετικοῦ φακέλλου. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν ἀνακρίσεων ἀπὸ πρόσωπα, ἅτινα δὲν παρέχουν τὴν πρέπουσαν πίστιν, πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τακτικῶν δικαστηρίων, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ διεμαρτύρετο, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρεβιάζετο τὸ δίκαιον. Νὰ τιμωρηθοῦν, Κύριοι, οἱ ἔνοχοι, ἀλλ’ οἱ πραγματικοὶ ἔνοχοι. Δέν δύναται νὰ γίνουν διώξεις ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακρίσεων συλλογικῶν ὑπὸ δικαστηρίων μεροληπτικῶν. Αὐτὸ σημαίνει κατάλυσιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ λέγητε, ὅτι, ὅταν ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι, θὰ καταλύσωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἐλευθερίαι δὲ καταλύονται μὲ τοιαῦτα νομοσχέδια. Καὶ ἐπὶ τέλους, πῶς θὰ κρίνητε ὑμεῖς; Εἶσθε τόσον καθαροὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀπειλῶν τοῦ πολιτεύματος, εἶσθε τόσον καθαροὶ καὶ τόσον ἀμερόληπτοι, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ ἀξιώσητε νὰ λάβητε εἰς τὰς χεῖράς σας δικαστικὴν ἐξουσίαν; Δὲν εἶσθε, Κύριοι, διότι ἀπὸ τῆς 5ης Μαρτίου αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐξέλιπον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἶνε ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα νὰ θέλῃ νὰ μεταβληθῇ εἰς ὑπέρτατον κριτὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποπέσει εἰς τὸ αὐτὸ ἀδίκημα, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλη πλειονοψηφία, θὰ ἔπρεπε καὶ ὁ αὐτὸς νὰ καθήσῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου.

§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ μᾶς λέγετε αὐτά, ὅταν θέλωμεν νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς καταλύσαντας τὸ πολίτευμα; Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλήσητε ποτὲ περὶ ἡσυχίας τοῦ τόπου, ποτὲ περὶ ἀντισυνταγματικότητας, διότι ὅλος ὁ βίος σας, ὁ πολιτικός, εἶναι ἀναμεμιγμένος εἰς αὐτὰς τὰς ἐνεργείας.

§201ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαός γνωρίζει.

§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς γνωρίζει ὁ λαός.

§203ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαὸς γνωρίζει ἀπὸ ποίους προέρχονται αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὁ λαός, ὁ ἀναγιγνώσκων τὰς ἐφημερίδας, γνωρίζει ἀπὸ ποίους καταβάλλονται προσπάθειαι καὶ γίνονται παρεκκλίσεις, διὰ νὰ προχειρισθοῦν οἱ δικτάτορες. Δὲν ἐλησμόνησεν ἄλλωστε ὁ λαὸς τὴν ἀπειλήν, ἡ ὁποία ἐλέχθη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἐτόλμα ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλονίκης νὰ ψηφίσῃ τούς ὑποψηφίους τοῦ Ἐθνικοῦ Συνασπισμοῦ, τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν χρησιμοποίησιν μέτρων βίας, μέτρων ἀντισυνταγματικῶν.

§204ΦΩΝΑΙ. Αὐτὰ τὰ εἴπετε μόνοι σας. Δὲν ἔγινεν ἄλλωστε τίποτε τέτοιο.

§205ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ εἴπετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι κόπτεσθε σήμερον ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, σεῖς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, μὲ κουστωδίας, μὲ ὑπηρεσίας, μὲ ὅλας τὰς ἐξουσίας ποὺ εἴχετε εἰς χεῖράς σας, τὰ εἴπετε καὶ ἠπειλήσατε τὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν σᾶς ἐψήφιζε, θὰ κατελύετε τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἤκουσα ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην κάποιον, ὁ ὁποῖος εἶπε, δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ ἀπειλαί, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀκριβῶς διότι ὁ λαὸς ἔδειξεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς αὐτὰς καὶ σᾶς κατεδίκασε.

§206Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Παπαναστασίου δὲν βλέπει τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου 1933 καὶ βλέπει ἄλλα κινήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔγιναν.

§207ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, λέγω ἀπὸ ποῦ προέρχονται αἱ ἀπειλαὶ καὶ ἂς ἔλθουν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ διαψεύσουν. Ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ ποῖος ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν, διότι δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ὁρκίζονται δεκάκις τῆς ἡμέρας εἰς τὴν Δημοκρατίαν, εἰς τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ ἑκατοντάκις τῆς ἡμέρας ὁμιλοῦν περὶ τῆς ἀποστολῆς των νὰ γίνουν δικτάτορες, νὰ σώσουν τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλά, τί, λοιπόν, θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου; Θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ γαλήνη εἰς τὸν στρατόν, ἢ θὰ ἐπισυρθῇ τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀδιαλλαξία, ὅταν μία μερὶς τοῦ στρατοῦ ἀντιληφθῇ ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται δὲν εἶναι μέτρα δίκαια, δὲν εἶναι μέτρα προερχόμενα ἀπὸ ἐνδιαφέρον πραγματικὸν πρὸς ἐξύψωσιν τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων, πρὸς δημιουργίαν δυνάμεως εἰς τὸ στράτευμα; Τότε, βεβαίως, ἡ μερὶς αὐτὴ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θὰ συγχωρήσῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρήσῃ τοιούτου εἴδους πράξεις, καὶ βεβαίως ἡ μερὶς αὐτὴ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θὰ εἶναι διατεθειμένη μὲ πνεῦμα συνδιαλλακτικὸν νὰ συνεργασθῇ ἐντὸς τοῦ στρατεύματος. Ἀντὶ νὰ ἐξυψώσητε τὸ φρόνημα εἰς τὸν στρατόν, θὰ τὸ καταρρίψητε, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι εἶναι ἡ τύχη των ἕρμαιον τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, βεβαίως τὸ φρόνημά των θὰ κλονισθῇ. Κλονίζετε ἀκόμη τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἀφοσίωσιν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἔκριναν τοὺς κατηγορουμένους ἀξιωματικοὺς καὶ ἐπέβαλον τιμωρίας τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ἐπαρκεῖς καὶ θέλει ἡ ἰδία, σχηματιζομένη εἰς δικαστήριον, νὰ ἐπιβάλῃ αὐστηροτέρας ποινάς. Νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων στερεώνετε τὴν δύναμιν ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνετε σπασμωδικῶς, καθ’ ἡμᾶς, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχετε τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἡ δύναμις δὲν ἐνισχύεται διὰ τοιούτων μέτρων. Ἄλλωστε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον: εἶπε κἄτι τὸ ὁποῖον ἦτο ἀληθές, διότι εἶπεν: ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι κύριος εἰς τὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον διευθύνω. Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ἄλλο μέρος εἶνε δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους καὶ θέλω νὰ λάβω τὰ μέτρα μου.

§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε: «Θέλω νὰ κοιμοῦμαι ἥσυχος».

§209ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ὅτι κοιμᾶται. Εἶπε κἄτι τὸ ἀληθές. Καὶ πράγματι, καὶ ἀπὸ τὸ ἕν μέρος, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις ὅτι ἀπὸ τὴν ἀντίπαλον μερίδα εἶναι δυνατὸν μία ἀπειλὴ ἐφαρμογῆς βίας νὰ ἐκδηλωθῇ, καὶ κάθε μέρος λαμβάνει τὰ μέτρα του. Ἀλλὰ ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή; Ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ ἀντίληψις αὐτή; Διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, φαντάζεσθε, ὅτι ἀσφαλίζετε τὴν γαλήνην; Ὅτι ἀσφαλίζετε τὴν δύναμιν; Ἀπατᾶσθε, Κύριοι, ἂν νομίζετε, ὅτι οὕτω ἀσφαλίζεται ἡ γαλήνη. Μόνον μέτρα δίκαια, μόνον μέτρα τοιαῦτα, δύνανται νὰ ἀσφαλίσουν καὶ τὸ Κράτος, καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Μέτρα ἄδικα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν μακρὰν ζωήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθοῦν πάντοτε. Θὰ ἀνατραποῦν τὰ μέτρα καὶ δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἀνατραποῦν, ἐφόσον στηρίζονται εἰς τὸ ἄδικον. Ἂν θέλετε, πράγματι, νὰ ἐξυψώσητε τὸν στρατόν, ἂν θέλετε πράγματι νὰ τὸν προστατεύσητε, ὀφείλετε νὰ λάβητε τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεδείξαμεν, τὴν σύστασιν νέου συμβουλίου, παρέχοντος ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, καὶ δὴ τὴν ἀμεροληψίαν. Καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ λάβητε αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ σᾶς δώσωμεν, σημαίνει, ὅτι αἱ προθέσεις σας δὲν εἶναι ἁγναὶ καὶ δι’ αὐτὸ τὰ μέτρα σας θὰ εἶναι βραχυτάτης διαρκείας. (Χειροκροτήματα)

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.

§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γερουσιαστὴς ἔγκριτος, Κύριοι, ὁμιλῶν εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν, ὅτι διστάζει νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τὸ κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ διμήνου, ὅταν θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ ὀργή, ἡ ὁποία τὸ ἐνέπνευσεν. Ἡ ἐλπὶς τοῦ ἀξιοτίμου Γερουσιαστοῦ ἀποδεικνύεται ἔωλος. Ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀλλὰ κατήργησε καὶ τὴν παράδοσιν τῆς διακοπῆς τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν κατὰ τὰς ἁγίας αὐτὰς ἡμέρας διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ταχύτερον τὴν προχείρισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς νόμον, καὶ θὰ τὸ ψηφίσῃ βέβαια. Ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις δὲν εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ δικαιώσῃ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ δὲν ἀπαλλάσσει ἡμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐγείρωμεν καὶ πάλιν τὴν φωνήν μας, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐξέγερσις καὶ ἡ καταδίκη τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἔχουν ἀνάγκην νὰ φωνασκοῦν περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας καὶ τῆς καταδίκης τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ὁ βίος, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀνωμάλους πολιτικὰς ἐξελίξεις.

§212ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διὰ σᾶς, τὸ πιστεύω.

§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λέγω, ὅσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀποστροφὴ κατὰ τοῦ κινήματος ἐκείνου, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Εἶνε μέτρον ἔκθεσμον, εἶνε μέτρον ἔκρυθμον, καὶ εἶναι μέτρον ἔκρυθμον, διότι καταλύει, διότι ἀνατρέπει τὸ δεδικασμένον, διότι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι καταλύει κάθε ἀνασχετικὸν φραγμὸν ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς εἰς τὸν στρατόν. Τὸ μέτρον ἀνατρέπει τὸ δεδικασμένον. Οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες, διαγράφουσι σαφῶς ποία εἶνε ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία εἶνε ἀκολουθητέα καὶ ποῖαι αἱ κυρώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἀδικήματα, τὰ ἀφορῶντα τὸν στρατόν, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐφηρμόσθησαν. Ἐφηρμόσθησαν, διότι ἀφ’ ἑνός, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐκινήθη διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἡ ποινικὴ διαδικασία, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πειθαρχικὰς εὐθύνας τῶν διωκομένων ἀξιωματικῶν, μηνυθέντων ἀξιωματικῶν, ἀνακρίσεις διετάχθησαν καὶ ἐνεργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν μᾶλλον ἁρμοδίων διὰ τὴν ἐκδίκασιν συμβουλίων, καὶ τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια ἐπελήφθησαν τῶν ὑποθέσεων, ἐδίκασαν καὶ ἀπεφάνθησαν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς λοιπὸν αὐτῆς, ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη ἐλειτούργησε πλήρως. Ὁ κολασμός, ὁ νόμιμος, ἐπῆλθε. Πιθανὸν νὰ εἶναι ἐπιεικής, πιθανὸν νὰ εἶναι αὐστηρός, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη ἐλειτούργησεν, ὁ νόμιμος κολασμὸς ἐπῆλθε καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὸ δεδικασμένον ἐκάλυψε τὴν ὑπόθεσιν. Τί ἠθέλησε σήμερον ἡ Κυβέρνησις; Θέλει σήμερον, αὐτὸ τὸ δεδικασμένον, αὐτὸ τὸ δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐκδήλωσις τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀσφάλεια δὲν εἶνε δυνατόν, εἰμὴ νὰ διαταραχθῇ ὑπὸ μιᾶς ἀπειλῆς καὶ νὰ καθίσταται ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἐξύψωσις, ἡ ἀνάπτυξις ἐννόμων σχέσεων. Αὐτὸ τὸ δεδικασμένον σήμερον θέλει ἡ Κυβ)σις ν’ ἀνατρέψῃ, δηλαδὴ αὐτὸν τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος νὰ καταστήσῃ ἀφορμὴν ἀνατροπῶν κάθε ὁμαλῆς σχέσεως εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἄμεσοι, αἱ ἀπώτεραι συνέπειαι; συνέπειαι ὀλέθριαι, τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία; Τὸ νομοσχέδιον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, τὸ παραβιάζει δι’ ὅλους τοὺς λόγους ἐκείνους, οἵτινες ἀνεπτύχθησαν καὶ οὓς ἐγὼ θὰ ὑπομνήσω μόνον δι’ ὀλίγων λέξεων. Παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφαιρεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῶν φυσικῶν δικαστῶν, καὶ τοὺς ἀφαιρεῖ, παρὰ τὴν ἀντίθετον ἐπιταγὴν τοῦ Συν)τος, στερεῖ τοὺς διωκομένους ἀξι)κοὺς τῶν φυσικῶν δικαστῶν των, καὶ εἶνε φυσικὸν ὅτι δικασταί, κατὰ γνώμην σύμφωνον, εἶνε ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶνε ἁρμόδιοι διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων καθ’ ὃν χρόνον διαπράττονται τὰ ἀδικήματα. Εἶναι δὲ περισσότερον φυσικοὶ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπελήφθησαν ἤδη τῆς ὑποθέσεως, καὶ μάλιστα περισσότερον ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Ἐάν δὲν εἶνε ἡ περίπτωσις αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ στερηθῇ οὐδενὸς τῶν φυσικῶν του δικαστῶν, ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μοῦ εἴπουν, ποία εἶναι ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις; Δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπολύτως οὐδεὶς φυσικὸς δικαστής, διότι καθωρίσθησαν τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, ἐπιληφθέντα τῆς ὑποθέσεως, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς ἀπεφάνθησαν. Ἔρχεται σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀφαιρέσῃ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, νὰ στερήσῃ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς τῶν φυσικῶν των δικαστῶν, νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ εἰς μίαν διαδικασίαν αὐθαίρετον. Δὲν εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος κατάφωρος; καὶ ἐὰν δὲν εἶναι ἡ παραβίασις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος κατάφωρος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐρωτῶ, ἐρωτῶ μετ’ ἐπιμονῆς, νὰ μοῦ εἴπουν, πότε θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος; Εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἰδίας μονιμότητος τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι δημόσιοι λειτουργοί. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ —τὸ πρᾶγμα ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν — ὅτι μολονότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, ἐτύγχανον ἰδιαιτέρας ποινῆς καὶ ἰδιαιτέρας προτιμήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μόνον ἐστερήθησαν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, τῆς προστασίας τῆς παρεχομένης εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους λειτουργούς; Διότι εἰς ἐνίσχυσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὡς ἐλέχθη, ἕπεται ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώνῃ τὰς πράξεις ὅλων τῶν ἄλλων ἀνακριτικῶν συμβουλίων, νὰ εὐρύνῃ αὐτὰς καὶ νὰ τὰς ἀκυρώνῃ, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ρυθμίζεται ἡ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν πῶς θέλετε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποστερήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τελείως πάσης ἐγγυήσεως, παρεχομένης ἐκ μέρους τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἔχομεν ἀκόμη διάταξιν, πληθὺν ἄλλων διατάξεων, ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ μὲν τοὺς βαθμούς, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ αὐτούς. Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, σωρείαν ἄλλων διατάξεων, δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς αὐτάς, διότι μοῦ ἀρκεῖ κἄτι ἄλλο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαίως ὑπεμνήσθη, ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιμείνω καὶ ἐγὼ περισσότερον, μοῦ ἀρκεῖ μία ὁμολογία τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁμολογία, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλῃ ποινήν, καὶ ἀντισυνταγματικὸν εἶναι καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἀπαράδεκτον. Εἶναι ὁμολογία τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλῃ ποινήν, καὶ ἀντισυνταγματικὸν εἶναι, καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀπαράδεκτον. Ἄν λοιπὸν ἐπιβάλλῃ ποινὴν τὸ νομοσχέδιον, δὲν γεννᾶται, ὑποθέτω, καμμία ἀμφιβολία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, εἶπεν ὅτι, οὔτε αὐτός, οὔτε κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν του, θὰ ἐδέχετο ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον ἐπιβάλλον ποινὴν ἀναδρομικήν. Διότι περὶ τούτου πρόκειται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπέμεινον οἱ ἀγορηταὶ εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα. Οὔτε αὐτὸς θὰ ἐδέχετο νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον ἐπιβάλλον ἀναδρομικὴν ποινήν, διότι τοῦτο δὲν θὰ προσέκρουε μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν καὶ εἰς τὰ Συντάγματα τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐψηφίσθησαν, καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως — δὲν εἶναι λόγοι ἰδικοί μου, εἶναι λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — δὲν θὰ ἀντέκειτο λοιπὸν εἰς αὐτὰ μόνον, ἀλλὰ θὰ ἀντέβαινε, καὶ τὸ φοβερώτερον, θὰ προσέκρουεν εἰς ἓν ἀξίωμα νομικόν, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀφότου ὑπάρχουν εὐνομούμεναι πολιτεῖαι, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸ ἀξίωμα, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ ἄνευ νόμου. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον, ὅτι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πράγματι καθιεροῦται ποινή, πράγματι ἐπιβάλλεται ποινή — τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ τύχῃ κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἀντιτίθεται εἰς τὸν θεμελιώδη ἡμῶν Καταστατικὸν Χάρτην. Τὸ μόνον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι, ἂν ἐπιβάλλει ποινήν. Εἶνε τὸ ἐρώτημα αὐτό, κ. Βουλευταί τῆς πλειονοψηφίας, πῶς νὰ σᾶς τὸ εἴπω εἶνε τὸ ἐρώτημα αὐτὸ κατώτερον συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἡ ἀποστράτευσις δὲν εἶναι ποινή· ὅτι ἡ ἀποστράτευσις εἶναι κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὴν τὴν ἀποστράτευσιν θεσπίζει. Ἄρα, δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς. Καί, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς, δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις εἴτε ἐκ τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἐκ τῶν θεμελιωδῶν τοῦ Δικαίου ἀρχῶν. Ἀλλὰ πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ὑποτιμήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἐάν ποτε ἠθέλομεν ὑποθέσει, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ αἱ θεμελιώδεις τοῦ Δικαίου ἀρχαί, τὰ δόγματα τοῦ Δικαίου, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ποινῆς, ἔχουν ὑπ’ ὄψει των μίαν τυπικὴν τῆς ποινῆς ἔννοιαν, ἕνα τυπικὸν τῆς ποινῆς χαρακτηρισμόν, καὶ δὲν ἔχουν ὑπ’ ὄψει τὴν ποινὴν ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν, ὑπὸ τὴν οὐσιαστικήν της ἔννοιαν. Ὑποθέσωμεν —ὑπόθεσιν ἀδύνατον ἴσως εἰς τὴν πρᾶξιν— ἀλλ’ ὑπόθεσιν χρήσιμον διὰ τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ ζήτημα ἔχῃ ἀνάγκην διαφωτισμοῦ, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἰσάγεται εἷς νόμος, ὅστις θεσπίζει, ὅτι καρατόμησις εἶναι μεταβολὴ καταστάσεως, ὅτι εἶνε μία μετάθεσις ἁπλῆ ἀπὸ τῆς ζωῆς εἰς τὰς αἰωνίους μονάς. Θὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσκέπτετο ἢ θὰ ἔλεγεν: Ἄ! Ἰδοὺ ὁ νόμος. Δὲν ἐπιβάλλει ποινήν. Ἑπομένως ἐδῶ δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε αἱ αἰώνιοι καὶ θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχαί. Κανεὶς δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν αὐτό. Καὶ ἂν δὲν τὸ ἔλεγεν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διατὶ θὰ τὸ ἔλεγεν εἰς τὴν παροῦσαν; Τὶ ἔγινε σήμερον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ εἰς τὸν νοῦν ἀνθρώπου, ὅτι δέν εἶναι ποινὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὡς κύρωσις καὶ ὡς συνέπεια ἑνὸς παραπτώματος; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶνε ποινὴ τὸ θεσπιζόμενον, ὅταν τὸ νομοσχέδιόν του ὅλον αὐτὴν ἀκριβῶς ἔχει τὴν βάσιν; Διότι ποίαν βάσιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον; Ἔχει τὴν βάσιν ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια ἐδίκασαν ὄχι καλῶς. Ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν ἐπέβαλον ποινὰς αὐστηράς. Ἐπέβαλον ποινάς μικράς καὶ δυσαναλόγους πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ὀλισθήματος. Ὅτι αἱ ποιναὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὸν παραδειγματισμόν, ὅστις ὀφείλει νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τιμωρίας. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει: Ὄχι! Τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν ἐνήργησαν καλῶς καὶ δώσατε εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποκατασταθῶ ἐγὼ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων καὶ αὐτὰς τὰς ποινάς, τὰς ἐπιεικεῖς, νὰ τάς ἐπιδεινώσω, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν χρειάζονται μέτρα δρακόντεια διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ὑποτροπάς, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν νέας ροπὰς πρὸς ἀνωμάλους λύσεις. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ αὐτὰς τὰς ποινάς, τὰς ἐπιεικεῖς, νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ διὰ ποινῶν βαρυτέρων. Καὶ ὅταν τοῦτο πράττει, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει ποινήν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ ἀπομάκρυσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία οἱανδήποτε καὶ ἄν ἤθελε περιβληθῆ μορφήν, εἶναι ἡ βαρυτέρα τῶν ποινῶν ἐξ ὅσων δύνανται νὰ ἐπιβληθοῦν ἐναντίον δημοσίου λειτουργοῦ, εἶναι ἡ βαρυτέρα τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐναντίον ἀξιωματικοῦ, ὅτι ἡ ἀποβολὴ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἶναι ἁπλῆ κατάστασις καὶ δὲν ἔρχεται ὡς κύρωσις, ὡς ποινὴ ἑνὸς παραπτώματος; Αὐτό, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς. Εἴτε ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ὁρίζει ὅτι ἡ ἀποστρατεία δὲν εἶναι ποινή, ἀλλ’ εἶναι κατάστασις, εἴτε ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ἄλλα ἐθέσπιζε, δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ παραγραφοῦν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις καὶ οἱ θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχαί, μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποτάξεως καὶ περὶ ποινῆς, ἐθέσπισεν ὡς ποινὴν τὴν ἀποστρατείαν καὶ ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀσήμαντά τινα πλεονεκτήματα, τὰ πλεονεκτήματα π. χ. τῆς συντάξεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων καὶ νὰ γίνῃ ἡ ποινὴ κατάστασις, περιγραφομένων οὕτω τῶν ἀρχῶν ἐκείνων τῶν συνταγματικῶν, αἵτινες ἴσχυσαν καὶ ἰσχύουν αἰωνίως. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο, Κύριοι, ἀκόμη περισσότερον, διότι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ὁρίζει τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τῶν ἀξιωματικῶν ὡς ποινήν. Καὶ ἀνεγνώσθησαν τὰ ἄρθρα τὰ σχετικά, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται περιτράνως καὶ κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι ποινὴ ἐκ τῶν βαρυτέρων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἀξιωματικούς.

§214Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Εἶναι ὁμοία τῆς ἀποτάξεως.

§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Τὴν ἐκδοχὴν αὐτὴν τὴν ὑπεστήριξεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, συνάδελφος εὔγλωττος καὶ νομομαθὴς διακεκριμένος, ὁ κ. Ράλλης, ὁ ὁποῖος, ὑποθέτω, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται ποινή. Ἔχομεν μίαν ἀνεπιφύλακτον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογίαν, μίαν συνομολόγησιν ἑπομένως ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπιβάλλον ποινήν, εἶναι νομοσχέδιον ἀντιτιθέμενον καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχάς, νομοσχέδιον ἑπομένως ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀντισυνταγματικόν. Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ὅταν ἔχετε αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πράγματι ἀντισυνταγματικόν, σεῖς —καὶ ὅταν χωρὶς πλέον δικαιολογίαν τινά ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ ὁπωσδήποτε νὰ τὸ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους, —σεῖς ἀληθῶς θὰ τὴν παρακολουθήσητε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ παραβλέψητε καθολοκληρίαν ὅλους τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται, νὰ παραβλέψητε καθολοκληρίαν ὅλας τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν, νὰ παραβλέψητε καὶ τὴν ἀθέτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, νὰ παραβλέψητε ἀκόμη καὶ αὐτὰς τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, ἐπιβάλλοντος ποινήν; Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ Γερουσίᾳ, νομίζω, ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ αὐτός, μὲ τὴν ὀρθοφροσύνην τὴν διακρίνουσαν αὐτόν, — δὲν ἔχει σχέσιν, δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ὑποπίπτοντα εἰς μίαν λογικὴν ἀντίληψιν, δὲν ἔχει σημασίαν μεγάλην ἡ νομικὴ κατάρτισις —ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνώρισε, νομίζω, κατενόησε, καὶ κατανοήσας ἀνεγνώρισεν, ὅτι πράγματι ὁ νόμος αὐτὸς ἀντίκειται εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν ἠνάγκασε νὰ εἴπῃ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ὅτι, ἄν πρέπῃ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ νόμων ἀντισυνταγματικῶν, θὰ κάμωμεν νόμους τοιούτους....

§216Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν διευκρίνισιν νὰ σᾶς κάμω. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι ποινὴ καὶ συνεπῶς ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸν κάμνομεν διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἴδιον σχῆμα λόγου. Εἶναι κατώτερον ἡμῶν νὰ ὑποστηρίζωμεν ὅτι εἶναι ποινὴ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς ποινάς. Ποιναί εἶναι, ἡ φυλάκισις, ἡ ἀργία δι’ ἀπολύσεως, ἡ ἀπόταξις. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν, κάθε χρόνον τὸ Συμβούλιον ἐκκαθαρίζει μερικοὺς ἀνικάνους, καὶ λέγει «ἀποστρατεύονται αὐτεπαγγέλτως μετὰ προβιβασμοῦ ἤ ἄνευ».

§217Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κατόπιν ἐκθέσεως ἐπὶ ἀνικανότητι.

§218Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα ἔκαμεν ἔκθεσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§219Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι πρωτοφανὴς ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ θέλετε νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀνέπτυξα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων, νομίζω, ὅτι δὲν παρέμεινε καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ποινήν; Διατὶ θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον;

§221Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σεῖς ἐστηρίξατε τὰ ἐπιχειρήματά σας εἰς αὐτό τὸ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα». Μᾶς εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι ποιναὶ μόνον ὅσαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ποιναί ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν τῆς ποινῆς.

§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποινὴ εἶναι κάθε ποινή, καὶ ὅσον καὶ ἄν θέλωμεν νὰ καλυφθῇ ὑπὸ οἱονδήποτε ἔνδυμα, παραμένει πάντοτε ποινή. Ποινὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ἀποτελεῖ ποινήν. Δὲν εἶναι ποινὴ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀνομάζετε σεῖς. Δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα ἡ ποινή, διότι σεῖς δίδετε ἄλλο ὄνομα. Διότι τότε θὰ ἦτο εὐκολώτατον νὰ περιγράψωμεν ὅλους τοὺς νόμους, δίδοντες εἰς τὰς πράξεις μας ψευδεῖς ὀνομασίας. Αὐτὰ ἄλλωστε τὰ ἀνέπτυξα ἤδη καὶ δὲν ἠμπορῶ διὰ μίαν φράσιν, νὰ ἐπανέρχωμαι καὶ νὰ πολυλογῶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Μὲ ἠναγκάζετε ὅμως νὰ σᾶς δώσω πάλιν μίαν εἰκόνα. Ὑπάρχουν τὰ ἴδια πράγματα, ὅτέ μέν εἶνε ποιναί, ὅτι δὲ δὲν εἶνε. Διατὶ μέ ἀναγκάζετε, λέγω, νὰ κάμνω κατάχρησιν τῆς μεταφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔκαμα; Διατὶ θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ θάνατος; Ἡ ἰδία κατάστασις ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς μιᾶς αἰτίας, καὶ εἰς τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ ὁ θάνατος, ὁ φυσιολογικός, ὅπως ἡ ἀποστράτευσις εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις δὲν εἶναι βεβαίως ποινή. Ἡ καρατόμησις ὅμως εἶναι ἀναμφισβητήτως ποινή. Ἰδοὺ ἡ διαφορά μας. Διότι ἐδῶ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία δὲν ἔρχεται, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς φυσιολογικὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ κατάστασις, διότι οὗτος περιῆλθεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἐδῶ ἔρχεται ὡς συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης πράξεως, ὡς κύρωσις καὶ ὡς τιμωρία τῆς πράξεως ταύτης. Καὶ εἶνε δυνατὸν νὰ ὀνομάζῃ καὶ νὰ χαρακτηρίζητε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, — τὸ εὐκολώτερον τούτου;— ὅτι σεῖς θεσπίζετε ἀποστράτευσιν; Ἀλλ’ ἡ ἀποστράτευσις ἡ ἰδική σας, ὡς σεῖς τὴν θεσπίζετε, εἶναι ἡ βαρυτέρα τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν.

§223Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ὁ ἀξιωματικός, ὁ παραπεμπόμενος ἐνώπιον ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἀποτάσσεται, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ ὑποστρατευτικὸν δικαίωμα, ἀποστρατεύεται δὲ αὐτεπαγγέλτως, ὅταν ἔχει εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ἐδῶ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι ἴση μὲ ἀπόταξιν.

§224Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν ἔρχεται νὰ κυρώσῃ μίαν παράβασιν ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία, εἶναι ποινή. Προχωρῶ, λοιπόν, περαιτέρω διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἀνέφερα ἐδῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, διὰ νὰ ὑποδηλώσω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ἐμμέσως ἔστω, συγκεκαλυμμένως ἔστω, ἀνεγνώρισεν ὅμως ὁπωσδήποτε τὴν παράβασιν τὴν συνταγματικήν, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπεν ὅτι: «ἐὰν πρόκειται νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς, θὰ κάμωμεν καὶ ἀντισυνταγματικοὺς νόμους». Ἐγὼ δὲν ἀνεφέρθην εἰς ὡρισμένα ἐπιχειρήματα τῆς συνταγματικότητος. Ἐγὼ ἀνεφέρθην μᾶλλον εἰς τὴν διαίσθησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, καίτοι δὲν ἔχει νομικὴν κατάρτισιν, ἐν τούτοις δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ποινὴν ἐπιβάλλει, ὅσον καὶ ἄν τὴν ποινὴν αὐτὴν τὴν ἀποκαλεῖ ἀποστράτευσιν, καὶ δι’ αὐτὸ προέβη εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην. Ἂν δὲν προέβη δι’ αὐτὸ εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησε δι’ αὐτῆς νὰ ἐξαγγείλῃ μίαν γενικωτέραν του ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ διστάσῃ καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως νόμων ἀντισυνταγματικῶν, ὅταν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος τὸ ἐπιβάλῃ τὴν ἔκδοσιν ἀντισυνταγματικῶν νόμων, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτόν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνώμαλοι μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, ὅλαι αἱ ἀνακηρύξεις δικτατοριῶν, ἐπεχειρήθησαν ἀκριβῶς ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἐν ὀνόματι τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Καμμία ἀνωμαλία δὲν ἔλαβε μέχρι σήμερον χώραν, χωρὶς νὰ ἀναπετασθῇ ἡ σημαία τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος, ὅπως καλύψῃ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος εἶναι αἴσθημα ὑποκειμενικὸν καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν ὅτι, πράττων κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλον τρόπον, γίνεται ὁ σωτὴρ τῆς Πατρίδος του. Ὅλοι ὅμως ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν, ὅλοι ἔχουσιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται τὸ πολίτευμα καὶ νὰ ὑπακούωσιν εἰς τοὺς νόμους αὐτοῦ. Ὅλοι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ γίνωνται πιστευτοί, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ὁμαλότητος καὶ τάξεως, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ ὁμαλότητος καὶ τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε, προβάλλοντες ὡς λόγον τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, νὰ ὁμιλοῦν περὶ ἀνωμάλων λύσεων, περὶ ἀνωμάλου ἐξελίξεως, νὰ ὁμιλοῦν περὶ παραβάσεων συνταγματικῶν. Διότι, ὅταν αὐτοὶ ὁμιλοῦν, καὶ εἶναι οἱ κυβερνῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πῶς θὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἄδειαν νὰ δικάσουν ἄλλους; Πῶς θὰ δικάσουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κανένα δισταγμὸν νὰ προβοῦν καὶ εἰς κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ εἰς παράβασιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ θεματοφύλαξ, ὁ φρουρὸς τῶν λαϊκῶν δικαίων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγουν ὅτι ἔλαβε χώραν μία ἐπιβουλὴ κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν; Πρέπει νὰ τὴν πατάξωμεν, ἔστω καὶ διὰ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος; Ὄχι, Κύριοι Συνάδελφοι. Ἐλέχθη ἀκόμη καὶ ἕν ἄλλο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐλέχθη, ὅτι διετυπώθη — ἐνταῦθα ἢ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, δὲν ἐνθυμοῦμαι— ἡ πρότασις ὅπως τέλος πάντων, εὑρεθῇ μία ἐνδιάμεσος ὁδὸς, ἱκανοποιοῦσα καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἱκανοποιοῦσα ἐν μέρει τοὐλάχιστον, τὸ δίκαιον, σῴζουσα τοὐλάχιστον προσχήματά τινα, σῴζουσα λείψανά τινα νομιμότητος, ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων νὰ γίνῃ δι’ ἄλλων τινων ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, συγκροτουμένων κατὰ τρόπον παρέχοντα ποιάς τινας ἐγγυήσεις, αὐστηρότητος ἔστω, τότε ἐλέχθη, δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τίνος, νομίζω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ τοιαύτην λύσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται αὐτοὺς τοὺς συμβιβασμούς, διότι ἔχει τὸ σθένος νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατεύματος. Λησμονοῦν ὅμως οἱ ταῦτα εἰπόντες, ὅτι ὅλοι οἱ φραγμοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀρθωθῆ, εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τῆς ἰσοβιότητος, τῆς μονιμότητος, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, ὅλα ἐθεσπίσθησαν δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον· ἀπὸ τὸν φόβον ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ ἀνεπιθυμήτου κυβερνητικοῦ σθένους. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις ἐθεσπίσθησαν, διότι τὸ σθένος αὐτό, τὸ κυβερνητικόν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσεν ἀνησυχίας, διότι ἐγνώριζον οἱ θεσπίσαντες τοὺς θεσμοὺς αὐτούς, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς πλέον ἀκατάλληλος, διὰ νὰ χειρίζηται τὴν πλάστιγγα τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εὑρίσκωνται διηνεκῶς μέσα εἰς τὸν στίβον τῶν πολιτικῶν παθῶν, μέσα εἰς τὸν στίβον τῶν πολιτικῶν ἀγώνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν κρίσιν ἀνεπηρέαστον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστῶν. Δι’ αὐτὸ ἐτέθησαν οἱ φραγμοὶ αὐτοὶ κατὰ τῶν κυβερνητικῶν ὑπερβασιῶν. Καὶ τώρα ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει τοῦτο: «Ὄχι. Ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς φραγμοὺς τοὺς καταρρίπτω, δὲν τοὺς ἀναγνωρίζω, καὶ θὰ μεταβληθῶ ἐγὼ εἰς δικαστήν». Καὶ λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν: πῶς θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς σᾶς προσπάθεια μιᾶς ἀμερολήπτου κρίσεως, προσπάθεια μιᾶς γαλήνης εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, προσπάθεια νὰ λησμονήσητε καὶ τοὺς φίλους σας, καὶ τὰς συμπαθείας σας, καὶ τὰς ἀντιπαθείας σας καὶ νὰ δικάσητε, ὅπως δικάζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μακράν τῶν κομματικῶν ἀνταγωνισμῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν παρασύρονται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς συμφυεῖς πρὸς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμόν; Ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀπονέμηται τὸ δίκαιον ὀρθῶς. Ὀφείλει ἡ δικαιοσύνη νὰ παρέχῃ καὶ τὴν πίστιν περὶ τῆς ὀρθότητος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ποῖος θέλετε νὰ πιστεύσῃ ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον, ὡς λέγετε, κρίσιν της, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, χωρὶς τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι περιβάλλουν τὰ δικαιώματα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, ἴσως ὑποσυνειδήτως, δὲν θὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικήν της; Πῶς θέλετε νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ σταθμίσῃ τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐξετάσῃ ὅλας τὰς ἀπόψεις καλύτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐστάθμισαν τὰ πράγματα τὰ ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της θὰ εἶναι ἀπόφασις δικαιοτέρα ἀπονέμουσα τὸ δίκαιον μὲ μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν παρ’ ὅ,τι αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων; Ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ὑποδύονται, παρὰ τὸ προσῆκον, τὸν ρόλον τοῦ δικαστοῦ, τότε ἕν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα: ὅτι εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ οἱ ἔνοχοι μεταβάλλονται εἰς θύματα, δικαιούμενα νὰ τύχουν μίαν ἡμέραν ἱκανοποιήσεων, δικαιούμενα νὰ τύχουν μίαν ἡμέραν ἀποκαταστάσεως καὶ ἐπανορθώσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχειρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀπονέμουσα τὸ δίκαιον, διότι καθιστᾷ καὶ τοὺς ἐνόχους ἀθώους, καὶ τοὺς ἐνόχους θύματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, καταχρωμένη τῆς δυνάμεώς της, ζητεῖ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς νομίμους ἀνακριτικὰς καὶ δικαστικὰς ἀρχάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι Βουλευταί. Δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸ δίκαιον. Δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὰς ὑγιεῖς καὶ προαιωνίους περὶ δικαιοσύνης ἀντιλήψεις, οὔτε πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετεῖ καὶ οὐσιαστικῶς τὴν τάξιν. Δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ τὴν τάξιν. Τὸ νομοσχέδιον — εὔχομαι νὰ μὴ γίνω μάντις κακῶν— ἀνοίγει τὰς θύρας τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν κομματισμόν. Μέχρι ποίου σημείου θὰ φθάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος, καὶ ἕως ποῦ θὰ προχωρήσῃ ἡ κατάχρησις — ποῖος τὸ γνωρίζει; Κάθε Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν της κριτήριον. Τὸ νομοσχέδιον ἀνοίγει διάπλατα τὰς θύρας τοῦ στρατεύματος, ἀποτελεῖ ἕν ἀληθὲς ἔναυσμα μελλοντικῶν ὀλεθρίων ἀναστατώσεων. Ἡμεῖς, κ. Βουλευταί, ἐπράξαμεν ὅ,τι τὸ καθῆκόν μας μᾶς ἐπέβαλε, διὰ νὰ προλάβωμεν ἕν τοιοῦτον δυσάρεστον, μίαν τοιαύτην σοβαρὰν τῶν πραγμάτων τροπήν. Ἦλθε σήμερον ἡ ὥρα νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὸ καθῆκόν της, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, παρὰ τοὺς δεσμούς της μὲ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ τὸ ἐπιτελέσῃ, ἀπορρίπτουσα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν τάξιν, καὶ τὴν νομιμότητα διασαλεύει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§226Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πρὸ διμήνου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Γερουσίας, ἐνόμιζον ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ὅτι ἡ συζήτησις ἀπόψε θὰ περιωρίζετο εἰς ὀλίγην ὥραν διὰ τὴν δικαιολόγησιν τῆς ψήφου τῶν διαφόρων κομμάτων καὶ ὁμάδων. Δυστυχῶς, οἱ ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠγόρευσαν ἐπὶ ἑξάωρον, ἀνηλεῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ θίξουν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστῇ νόμος ἀπόψε, διὰ τῆς ψήφου σας, εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποὺ ἔκαμεν αὐτὴ ἡ Κυβ)σις πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ διασφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς) πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ στρατεύματος καὶ παραδειγματισμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προτιμότερον ἦτο οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συνεργήσαντες μὲ τὸν στασιαστὴν τῆς 6ης Μαρτίου, νὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, νὰ κριθῶσιν ἀπὸ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια, τὰ συνήθη — καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀρχικὴ τῆς Κυβερνήσεως διάθεσις, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐχαρακτήριζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ κίνημα ὡς ἕν ἀσήμαντον ἐπεισόδιον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγεννήθη ἕν ζήτημα, ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ προκαλεῖ τὸ κίνημα καὶ ἐκεῖνον ποὺ τὸ ὑποστηρίζει εἰς αὐτό· δηλαδὴ τὸ ζήτημα, τί θὰ γίνουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τούς στρατῶνας καὶ εἶπον εἰς τούς κατωτέρους των: Ἐκηρύχθη δικτατορία. Ἐλᾶτε μαζί μας, καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι, «ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν δικτατορίας, παρὰ τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας». Ἐγεννήθη, λοιπόν, κατόπιν τὸ ζήτημα: τί θὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς στείλωμεν πάλιν εἰς τὸν στρατόν νὰ διοικήσουν; Εὐλόγως οἱ νομιμόφρονες ἀξιωματικοὶ ἀνησύχησαν διὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνομεν. Δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ κανείς, ἐὰν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνησυχίας τῶν ἀξιωματικῶν, ὅταν εἶναι γεγραμμένη εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπιστολὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τότε ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἷς συμβιβασμὸς τοῦ ζητήματος τοῦ δυναστικοῦ καὶ νὰ σωθῇ ἡ Μεγάλη Ἑλλάς, καὶ δὲν τὸ ἔκαμε, διότι δὲν τὸ ἠθέλησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐδῶ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ μᾶς κατηγοροῦν, διότι προσπαθοῦμεν νὰ μὴ συμβαίνουν εἰς τὸν στρατὸν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συνέβαινον, ἄν θὰ ἐστέλομεν πάλιν εἰς τοὺς στρατῶνας τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Φαντάσθητε ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λόγῳ τοῦ ἀναβρασμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐκ τοῦ ὅτι οἱ κατώτεροι δὲν θὰ ὑπήκουον εἰς τούς ἀνωτέρους των, εἰς τούς ὁποίους θὰ ἔλεγον, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ μόνον διὰ δικτατορίαν. Θὰ ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ συνιστᾷ Στρατοδικεῖα. Ἀλλά, Κύριοι, διατὶ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν τοὺς ἀπέταξαν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ; Ὁμιλοῦν, Κύριοι, περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι καταστάσεως, ὡσὰν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς καμμίαν εὐνομουμένην Χώραν, ὅπου ὁ στρατὸς ἡνωμένος ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, ἡ χωροφυλακὴ ἐπίσης, ὅπου ἡ ἀστυνομία ἐπίσης ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της, ὅπου ἡ ἀεροπορία, τὸ ναυτικὸν κλπ. δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ ἔργον των καὶ πῶς νὰ παραγάγουν περισσότερα ἔργα. Δέν εἶναι αὐτή ἡ κατάστασις, Κύριοι. Παρελάβομεν ναυάγιον, καὶ τὸ ναυάγιον ἐκλήθημεν νὰ διοικήσωμεν. Ἠθελήσαμεν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὰ Συμβούλια, καὶ σᾶς ἀνέγνωσα τὴν διαταγήν μου πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀλλά, δυστυχῶς, τὰ Συμβούλια δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ἀναμενομένας ἀποφάσεις. Διατί; Πρέπει, Κύριοι, νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Δὲν θέλω νὰ θίξω κανένα καὶ ἀποφεύγω πάντοτε τοῦτο. Ἐφόσον ὅμως εἷς κόσμος πολιτικός, ὁ ἥμισυς σχεδόν, ἐκηρύχθη ἀλληλέγγυος τῶν ἀξιωματικῶν, ἐφόσον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συγκροτήσαντες τὰ Συμβούλια, μόνον τὴν μερίδα ἐκείνην ἐγνώρισαν, ἡ ὁποία διώκησε τὰ κοινὰ ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἐφόσον τοὺς βαθμούς των ἔλαβον ἀπὸ τὴν μερίδα ἐκείνην, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δὲν εὗρον μέσα των τὴν δύναμιν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν ἔκκλησιν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔκαμα, ὅπως ἐξυψωθοῦν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν δεσμῶν. Καὶ εἴχομεν ἀποτέλεσμα ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, θέσαντος εἰς τετράμηνον ἀπόταξιν τὸν ἀξιωματικόν, τὸν Συνταγματάρχην, ὁ ὁποῖος διένειμε φυσίγγια εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἵνα ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ γηγενοῦς στοιχείου! Καὶ μετὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας, Κύριοι, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ τὸν στείλω εἰς τὸν στρατῶνα. Ἐφόσον λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐξυψώθησαν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν δεσμῶν, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὰς εὐθύνας, διότι ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνδρικώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλην λύσιν. Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀργεῖ πολὺ καὶ δὲν γνωρίζομεν, ἂν θὰ ἔφθανεν εἰς ἀποτέλεσμα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένουν ἐπ’ ἄπειρον εἰς διαθεσιμότητα. Ἐάν τοὺς στείλω εἰς τὸν στρατῶνα, θὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν: «Ἐπιβάλλετε ποινήν». Διατὶ εἶναι ποινή; Ἡμεῖς λέγομεν δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ τιμωρηθοῦν. Ἂς τύχουν ἀμνηστείας κλπ. Πῶς κάθε χρόνον τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐκκαθαρίζει ἀπὸ τὸν στρατὸν διαφόρους ἀξιωματικοὺς διὰ διαφόρους παθήσεις, ἀπὸ ἀρθριτισμὸν ἢ ἀπὸ ἆσθμα, ὅπως ἐγώ; Περίεργος ἀντίληψις! Καταβάλλεται κάθε προσπάθεια διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἔγινε κίνημα. Νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἑτοιμάζονται ἄλλα κινήματα, καὶ ἀναφέρουν τὸ τί ἐλέχθη εἰς προεκλογικὸν λόγον. Πιθανὸν νὰ ἐλέχθη τοιοῦτό τι, ἀλλ’ αὐτὸ εἶνε καὶ προεκλογικὸν κόλπο. (Γέλωτες). Ἀλλὰ καὶ ἄλλο πρᾶγμα λέγουν: Ὅτι τὸ κίνημα εἶναι δεδικαιολογημένον ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἔγινεν ἡ ἀπόπειρα τῆς 6ης Ἰουνίου! Εἶπον πολλὰ καὶ πολλά. Ἀλλὰ τὸ τελευταῖον εἶναι πολὺ περίεργος λογική. Διατὶ τάχα ἡ 6η Μαρτίου νὰ μὴ δικαιολογῇ τὴν 6ην Ἰουνίου; Πρωθύστερον σχῆμα αὐτὸ καὶ πολὺ περίεργος λογική, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐννοῶ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο πρᾶγμα ἠκούσθη. Ὅτι οἱ κινηματίαι ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὄγι ἐναντίον τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν! Ἄρα, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν πρέπει νὰ τοὺς καταδιώξῃ. Ἔθραυσε τὸ πόδι του ὁ συνάδελφος κ. Στράτος, συνελήφθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, συνελήφθη ὁ κ. Ράλλης καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν πρέπει νὰ τοὺς καταδιώξῃ! Ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ αὐτὴ ἡ χριστιανικὴ ἐπιείκεια; Ἐὰν τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια. Ἡμεῖς κυτάζομεν νὰ ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν στρατόν, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὰ ὅπλα καὶ ἐκτύπησαν τοὺς ἄλλους, καὶ δὲν μᾶς ἀφήνετε νὰ ἀπομακρύνωμεν καὶ αὐτοὺς ὅλους; Ἄλλωστε, τέλος πάντων, εἶναι ζήτημα συνειδήσεως. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἔρχονται καὶ μὲ παρακαλοῦν ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ συμπεριληφθῶ καὶ ἐγώ, νὰ μὴ συμπεριληφθῶ καὶ ἐγώ, καὶ οὕτω αἰσθάνομαι πραγματικὴν θλίψιν ψυχικήν, διότι, διὰ νὰ σᾶς εἴπω καὶ «τοῦ φτωχοῦ τὸ δίκηο», αὐτοὶ λέγουν: ἄν ὑπάγω ἐναντίον, θὰ μὲ διώξουν· ἄν δὲν ὑπάγω πάλιν θὰ διωχθῶ. Εὑρίσκονται εἰς μίαν δυσχέρειαν, καὶ ὅταν εἶνε οἰκογενειάρχαι, τί θὰ κάμουν; Εἶναι, δηλαδή, τὸ ἔνστικτον τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Δι’ αὐτὸ ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ συμφωνήσῃ, νὰ δημιουργηθῇ μία τάξις εἰς τὸν στρατόν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ κόσμος νὰ ἀτενίσῃ εἰς τὸ μέλλον. Διότι εἶναι τρομερὸν πρᾶγμα, κάθε φοράν, ποὺ ἀλλάζει ἡ πολιτικὴ κατάστασις, νὰ τίθεται ἐν ἀβεβαιότητι διὰ τὴν αὔριον ποῖος; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπολέμησε 10 χρόνια διὰ τὴν πατρίδα, ποὺ ἔχει πληγάς. Γνωρίζω ὅλα αὐτά, δηλαδὴ καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κρίνω αὐστηρῶς τὴν ἐπιείκειαν τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων. Ἄλλωστε τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν κατενόησαν, μερικὰ δηλαδὴ ἀπὸ τὰ μέλη ὄχι ὅλα, δὲν κατενόησαν τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος, δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἢ νὰ τοὺς ἀπομακρύνω ἀπὸ τὸν στρατὸν κατὰ τὸν ἀνωδυνότερον τρόπον, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνω πάντοτε, ἢ νὰ τοὺς στείλω εἰς τὸν στρατῶνα, ὅπου οἱ κατώτεροι θὰ τοὺς ἐσφύριζον.

§227ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὰ 1927, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπανέφερε κινηματίας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπῆρξε κίνδυνος στάσεως. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐπεβλήθη, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανῆλθον καὶ οὐδεμία στάσις ἐγένετο.

§228Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σύμφωνος εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἀφοῦ καθήσουν καὶ αὐτοὶ τέσσαρα ἕως πέντε χρόνια, νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν μετά. Θὰ ἔχουν κοπάσει ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πάθη (χειροκροτήματα). Ἠθέλησα νὰ εἴπω καὶ ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν σημασίαν τοῦ κινήματος, διότι εἶναι ἀνάγκη ἱστορικῶς νὰ ξεκαθαρίζωνται αὐτὰ τὰ ζητήματα. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Πλαστήρας — διότι τὸν γνωρίζω ὡς τιμιώτατον—δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Πλαστήρας ἐφοβήθη διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔκαμε τὸ κίνημα. Τὸν θεωρῶ ἀνώτερον αὐτοῦ τὸν Πλαστήραν. Ὁ Πλαστήρας εἶχε τὴν ἔμμονον ἰδέαν —εἴτε ὁ Πλαστήρας τὴν μετέδωκεν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, εἴτε αὐτὸς εἰς τὸν Πλαστήραν—εἶχε τὴν ἔμμονον ἰδέαν ὅτι, ὅταν ἔλθῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἰς τὰ πράγματα, θὰ θύσῃ καὶ θὰ ἀπολέσῃ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ Πλαστήρας ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 25ης Σεπτεμβρίου καὶ κατόπιν, εἰς τὰς ἄλλας ἐκλογάς, διεκήρυσσεν ὅτι θὰ διαλύσῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ διαλυθῇ ἕν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ἡμίσειαν τουλάχιστον Ἑλλάδα; Τί εἶναι τὸ Λαϊκὸν κόμμα; Εἶναι καμμία ὁμὰς πολιτῶν, νὰ βάλῃ τὴν περίπολον νὰ τὴν διαλύσῃ. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ὁ Πλαστήρας, ὁ ὁποῖος εἶχε παληκαριά, δὲν εἶχε κρίσιν, τοῦ κατέστη ἔμμονος ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶναι ὁ κακὸς δαίμων. Νὰ τὸ διαλύσωμεν λοιπὸν τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Ὅταν λοιπὸν εὑρέθη ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ γεγονότος ὅτι πλειονοψηφεῖ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, εἶπεν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον: «θὰ ὑπάγω νὰ ὁπλίσω τοὺς πρόσφυγας», καὶ ἔκαμεν ὅ,τι ἔκαμε. Δὲν εἶναι ὅτι ἐφοβεῖτο ὁ ἄνθρωπος μήπως τὸν σκοτώσῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἔκαμε τὸ κίνημα. Εἶναι ἀνώτερος τοιούτου φόβου ὁ Πλαστήρας. Ἀλλὰ τοῦ εἶχε καταστῆ μία ψύχωσις, ὅτι πρέπει νὰ διαλύσῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον, ἂν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, θὰ καταστρέψῃ τοὺς πρόσφυγας, θὰ φέρῃ τὸν Βασιλέα κλπ. Τελευτῶν, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις δι’ αὐτὰ ποὺ ἤκουσα. «Ἀνοίγετε τὰς θύρας τοῦ κομματισμοῦ εἰς τὸν στρατόν». Εἶναι ἑρμητικῶς κεκλεισμέναι τώρα; Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομ)διον αὐτό, εἶνε τὸ μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον, στηριζόμενον ἐπὶ βάσεως ἠθικωτάτης, ἀποβλέπει εἰς τὴν διασφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ τὰ ἐπανειλημμένα κινήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν κατήντησαν καὶ ὀλίγον κωμικά. Εἶναι τὸ πρῶτον οὐσιαστικὸν μέτρον ὑπέρ τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀνυψώσεως αὐτοῦ καὶ πάλιν εἰς τὸ ἠθικὸν καὶ πνευματικὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εὑρίσκεται. Μὴ ἀκούετε τὰς ἐπικλήσεις τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ κλείσατε τὰ ὦτα: Μὴ ἀνοίγετε αὐτὰ εἰς τὰς φωνὰς τοῦ κομματισμοῦ. Ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον, ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἶσθε ἥσυχοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἀποφέρῃ τοὺς καρπούς του. (χειροκροτήματα παρατεταμένα.)

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἀπορριφθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν μετασχόντων τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου 1933». Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Μάλλωσης, Λούλης, Στράτος καὶ Παπασταύρου. Μεθ’ ὅ, τοῦ γραμματέως ἀναγιγνώσκοντος τὸ ὄνομα ἑκάστου βουλευτοῦ, διεξάγεται φανερὰ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, τοῦ ἐρωτήματος τεθέντος οὕτω. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, ὡς τοῦτο ἀρχικῶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, λέγουσι ναί, καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ὅτι προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 162, εἶπον ναὶ 133, ὄχι 29. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, συγκεντρῶσαν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 30, παράγραφος 4 τοῦ Συντάγματος, γίνεται δεκτόν, κατὰ τὸ κάτωθι παρατιθέμενον πρωτόκολλον, ἔχον οὕτω:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Σλῆμαν Ἀγαμ. Ν
Ράλλης Ι. Ν
Εὐλάμπιος Μιχ. Ν
Τσουκαλᾶς Κων. Ν
Στράτος Γεώργιος Ν
Ράλλης Γεώργιος Ν
Μπαμπᾶκος Δημήτριος Ν
Χέλμης Δημήτριος Ν
Μπακόπουλος Γεώργιος Ν
Τσαλδάρης Κωνσταντῖνος Ν
Ἀθηνογένης Ἀντώνιος Ν
Βερροιόπουλος Κωνσταντῖνος Ν
Κρανιωτάκης Νικόλαος Ν
Λιβιερᾶτος Ἀντώνιος Ν
Μανωλᾶτος Ε. Ν
Τσόχας Γεώργιος Ν
Εὐστρατιάδης Γρηγόριος Ν
Κριεζῆς Λάζαρος Ν
Κανελλόπουλος Κανέλλος Ν
Λόντος Δημήτριος Ν
Ψάρρας Κωνσταντῖνος Ν
Δεληγιάννης Βασίλειος
Γκόφας Θεόδωρος Ν
Πέππας Δημήτριος Ν
Δροσόπουλος Ἀθανάσιος
Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Ν
Παραβάντης Γεώργιος Ν
Οἰκονομίδης Κωνσταντῖνος Ν
Πεσματζόγλου Γεώργιος Ν
Μαντᾶς Μιλτιάδης Ν
Στράτος Ἀνδρέας Ν
Παπαδάκης Ι.
Γρηγοριάδης Α.
Ἀγγελῆς Β.
Ζουρμπᾶς Α.
Ἀποστολίδης Βασίλειος Ν
Φιλιππίδης Γ. Ν
Σταμούλης Π. Ν
Ἀντωνόπουλος Νικόλαος Ν
Μαυρομμάτης Ξενοφών Ν
Ἀποσκίτης Ἠλίας Ν
Γιαννόπουλος Δημήτριος Ν
Μπιτόπουλος Κωνσταντῖνος Ν
Ποντίκας Γεώργιος Ν
Πετροπουλάκης Δημήτριος
Παναγιούλας Χρῆστος Ν
Ζερβὸς Γ.
Λαμπριανίδης Λ.
Κύρκος Μιχαὴλ Ν
Θεοδωρίδης Λ.
Βοραζάνης Γεώργιος
Χλωρὸς Γεώργιος Ν
Εὐελπίδης Χρῆστος
Χρυσοστόμου Γρηγόριος Ο
Πανταζίδης Χριστόφορος
Χατζηλίας Βασίλειος Ο
Τηλικίδης Γρηγόριος
Καλλιγκάτσης Παρίσσης
Γεωργιάδης Τ. Ν
Σκανδαλάκης Ἰωάννης Ν
Καφαντάρης Γεώργιος Ο
Μπουρδάρας Γεώργιος Ο
Μάλλωσης Ἰωάννης Ν
Βοῦλτσος Διονύσιος Ν
Στεφανόπουλος Στέφανος Ν
Πολυζωγόπουλος Σ. Ν
Κρεστενίτης Γεώργιος Ν
Μπούκουρας Δημήτριος Ν
Σιγαλὸς Νικόλαος Ν
Μαρῆς Γεώργιος
Σακλαμπάνης Μιχαὴλ
Περδικογιάννης Ἰωάννης
Γαλανάκης Ἀντώνιος
Ἀγγελιδάκης Γεώργιος
Κωνσταντινίδης Ἀδὰμ
Σαμαρᾶς Μιχαὴλ
Γαβριηλίδης Κωνσταντῖνος
Ζάννας Ἀλέξανδρος
Εὐθυμιάδης Δημήτριος
Μιχαὴλ Ἰωάννης Ο
Σταθάκης Ἰωάννης
Δημιάδης Δημήτριος
Τσακμάνης Σεραφείμ
Σωτηριάδης Ε.
Ἀνδρεάδης Νικόλαος
Λεβαντῆς Παναγιώτης
Ἀποστόλου Ι. Ν
Παπαδόπουλος Ε.
Μπιράκης Α.
Ἀθηνοδώρου Δ.
Μουζενίδης Κ.
Τζοβαρόπουλος Γκαῖτε
Τσιάρας Ἀναστάσιος
Τζιρίδης Γεώργιος Ν
Ραλλίδης Α. Ο
Βουρδουμπᾶς Ε. Ν
Μπασιᾶκος Α. Ν
Ἀσιμῆς Δημήτριος Ν
Χαφοὺζ Γκαλήπ
Χασὰν Ζαδὲ
Ἀβδουραχὶμ Χασὰν
Δεμὶρ Ζαδὲ
Παΐζης Α. Ν
Μπαλᾶνος Σ. Ν
Μυλωνᾶς Ἀλέξανδρος Ο
Μπότσαρης Δημήτριος Ο
Μελᾶς Ἀλέξανδρος Ο
Λούλης Ἀλέξανδρος Ο
Καγιᾶς Γεώργιος Ο
Σῖμος Σῖμος
Παπασταῦρος Χρῆστος Ο
Θεολογίτης Αὔγουστος
Νικολαΐδης Σ.
Παπαδᾶτος Ἀχιλλεύς
Τσογκαρίδης Ι.
Ντῖνος Κωνσταντῖνος Ο
Κάρτσωνας Νικόλαος Ν
Μαυρομιχάλης Ἠλίας Ν
Ζαΐμης Φωκίων
Λιαπίδης Δ. Ν
Χατζηκωνσταντῆς Γεώργιος Ν
Βογιατζῆς Νικόλαος Ν
Ἀναγνωστόπουλος Δημοσθένης Ν
Κουκουρῖκος Κωνσταντῖνος Ν
Ψάρρας Α. Ν
Ταλλιαδοῦρος Σπυρίδων Ν
Τσόντος Βάρδας Γεώργιος Ν
Νταλίπης Α. Ν
Μαζαράκης Ο
Θεοτόκης Ἰωάννης Ν
Μοναστηριώτης Ἰωάννης Ν
Δεσύλλας Θεόδωρος Ν
Παϊπέτης Σ.
Βαρβούτης Γεώργιος
Προκοπίδης Κ.
Παπαδόπουλος Ἠλίας
Κουπαροῦσος Νικόλαος Ν
Τσαλδάρης Παναγῆς Ν
Παπακωνσταντίνου Ε. Ν
Ζιούβας Δημήτριος Ν
Μεταξᾶς Ἰωάννης Ν
Τσιτσίλιας Παναγιώτης
Βοζίκης Χαράλαμπος Ν
Τσιριγώτης Λ. Ν
Βαρβιτσιώτης Γ. Ν
Νικολαΐδης Αδ. Ν
Χατζηγιάννης Δ. Ν
Κούνδουρος Ἰωσήφ
Κοθρῆς Μιχαὴλ
Κορόζος Κωνσταντῖνος Ν
Εὐταξίας Λ. Ν
Καλκάνης Κ. Ν
Παπανδρέου Γεώργιος Ο
Παπαγεωργίου Α.
Μαλιάκας Λαίλιος
Νιάνιας Ν.
Βαφέας Χ.
Κονταξῆς Γεώργιος
Τσακόπουλος Σ. Ν
Τουρκοβασίλης Γεώργιος Ν
Ἀνδριόπουλος Ἰωάννης Ν
Σχοινᾶς Σπυρίδων Ν
Νικολαΐδης Π. Ν
Κριμπᾶς Γεώργιος Ν
Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος Ἀλέξανδρος
Τρικούπης Σπῦρος Ν
Κόμης Α. Ν
Πρωτοπαπαδάκης Α. Ν
Καλαντζόπουλος Γ. Ν
Μουντζουρίδης Ἰωάννης Ν
Μοσχούλας Φ. Ν
Τσιρώνης Λ. Ν
Μαυρομιχάλης Πέτρος
Λιναρδᾶτος Θεόδωρος Ν
Κάγκας Π. Ν
Τζίδας Ἀνδρέας Ν
Ἀντωνόπουλος Ἀθ. Ν
Στεφανόπουλος Δημήτριος Ν
Σαγιᾶς Βασίλειος Ν
Γαλανόπουλος Ι. Ν
Ἀργυρόπουλος Γ. Ν
Σβολόπουλος Μ. Ο
Κοιμάνταρος Ν.
Βενιζέλος Ἐλευθέριος
Ντεντιδάκης Π. Ν
Σακαλῆς Γεώργιος
Ἠσαΐας Γεώργιος Ο
Χατζημπεῆς Σ. Ο
Ἀβραὰμ Νικόλαος Ο
Σαββίδης Σάββας Ο
Μαρσέλλος Δημήτριος
Χαβίνης Θεόδωρος Ο
Γαρουφαλιᾶς Π. Ο
Τσιόκος Λ. Ν
Ράλλης Περικλῆς Ν
Γοβατζιδάκης Ἰωάννης Ο
Τσουδερὸς Γ.
Ἀσκούτσης Νικόλ.
Πιαλόγλου Ἀριστ.
Ἑξηντάρης Γεώργιος Ο
Παπαναστασίου Ἀλέξανδρος Ο
Ἀλεξάτης Βρασίδας Ν
Χατζηδάκης Ε. Ν
Βλιάμος Ν. Ν
Κώνστας Ε. Ν
Φλωριᾶς Δημοσθένης
Κωνσταντόπουλος Ν.
Μανούσης Νικόλαος Ο
Μουρατίδης Κ.
Πάλλης Ἀλέξανδρος Ο
Ζαρωτιάδης Γ.
Σοφιανόπουλος Ἰωάννης
Αἰγιαλίδης Κλ. Ν
Μπούμπουλης Περικλῆς Ν
Μπούμπουλης Νικόλαος Ν
Ράλλης Πέτρος Ν
Λαγουρός Ἀλέξανδρος Ν
Ντολιόπουλος Δ. Ν
Σπέντζας Ν. Ν
Κονδύλης Γεώργιος Ν
Ταριμπάζης Γ.
Λίτσος Ἰωάννης Ν
Παπαθανάσης Ἀθανάσιος Ν
Νικολίτσας Ἰωάννης Ν
Παπαδόπουλος Ι. Ν
Ροδόπουλος Κ. Ν
Πρωτοπαπᾶς Π.
Κουλούρας Γκίκας
Κιζάνης Θεόδωρος Ο
Ριζιώτης Α.
Μακρόπουλος Ἰωάννης Ν
Χατζῖσκος Δημήτριος Ν
Γραμματίκας Ἀθανάσιος Ν
Δραγούμης Φίλιππος Ν
Μπινόπουλος Σ. Ν
Κακαρᾶς Α. Ν
Ρεντίφης Κ. Ν
Βασιλικὸς Β. Ν
Τανούλας Α. Ν
Τριποδάκης Ἐμμανουὴλ
Πιστολάκης Σ.
Βολουδάκης Μ. Ο
Φραντζεσκάκης Σ. Ο
Ροζάκης Π. Ο
Παχνός Ἀλέξανδρος
Πανταζίδης Ὅμηρος
Χατζηκυριάκος Ἀλέξανδρος Ν
Παππᾶς Δημήτριος Ν

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσω τὰ πρακτικά.

§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἐπαναληφθοῦν, τὴν μεταπροσεχῆ Τετάρτην 10ην Ἰανουαρίου, ἐκτὸς ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ καλέσω τὴν Βουλὴν ἐνωρίτερον. Τὸ Προεδρεῖον εὔχεται εἰς τούς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ τούς κ. κ. Βουλευτὰς, ἔτη πολλὰ καὶ εὐτυχῆ.

§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ δοθῇ μικρὸν βοήθημα εἰς τὴν φρουρὰν τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῶν ἑορτῶν.

§234ΦΩΝΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν παροχὴν τοῦ βοηθήματος.

§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην Ἰανουαρίου 1934. (Ὥρα 7 καὶ 30 μ.μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89η
2ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1933
3Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
4(Ὥρα 1 π. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα.
7Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
8Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Ε-
9ΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως
10νόμου:
11«Περὶ προστασίας τῶν δυνάμει τοῦ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρί-
12ου 1929 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων κ.
13λπ. κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 4180 διορισθέντων παρὰ τοῖς
14Δήμοις τοῦ Κράτους ἐφέδρων παλαιῶν πολεμιστῶν».
15Ὁ κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑ-
16ποβάλλει σχέδιον νόμου:
17«Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀμοιβῆς εἰς τούς καταδώτας
18κεκρυμμένων χρημάτων κλπ.».
19Ὁ κ. Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
20κῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου:
21«Περὶ ἀναβολῆς τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἐκλο-
22γῶν καὶ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου διενεργείας αὐτῶν».
23Οἱ κ. κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ
24ΣΠ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλου-
25σι σχέδιον νόμου:
26«Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1933 Συμβάσεως
27μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
28ζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παραδόσεως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ
29Δημοσίου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 50.000
30ὁμολογιῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας δραχμῶν 50.000.000 τοῦ δα-
31νείου ἀποζημιώσεως ἀνταλλαξίμων τύπου 6% 1928
32ἵνα διανείμῃ ταύτας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ 75% τοῦ πο-
33σοστοῦ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τούς δικαιούχους ἀποζημιώ-
34σεως ἀστοῖς ἀνταλλαξίμους ἐκ τῆς πρώτης νομίμου προκα-
35ταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν κλπ.».
36§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
37§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί,
38εἶναι γνωστὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ
39ἡ Ἑλλάς, τῇ συναινέσει μάλιστα ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ
40κόσμου αὐτῆς. Ἡ ἐξωτερική μας πολιτική, εἶναι ἡ ἀνάπτυ-
41ξις φιλικῶν σχέσεων μεθ’ ὅλων τῶν Κρατῶν, καὶ ἰδιαιτέρως
42μετὰ τῶν Βαλκανικῶν τοιούτων. Ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος
43τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐχρησίμευσε τὸ Σύμφωνον ἐγκαρδίου
44συνεννοήσεως, τὸ ὁποῖον συνήφθη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
45Τουρκίας τὴν 14ην Σεπτεμβρίου 1933. Τὸ Σύμφωνον τοῦ-
46το ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν εἰς Ἑλληνικὸν καὶ Γαλλι-
47κὸν κείμενον, πρὸς ψήφισιν καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπι-
48τροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταλῇ, νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ σχετικὰ
49διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον.
50Ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν ἐπίσης τάς ἐξωτερικάς μας
51σχέσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἑτέραν συμφωνίαν, ἥτις συνήφθη
52μετὰ τῆς Τουρκίας πρὸς κατάργησιν τῆς Μικτῆς Ἐπιτρο-
53πῆς, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν διαφόρων
54σχέσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πλη-
55θυσμῶν. Διὰ τῆς συμφωνίας, ἥν συνήψαμεν μετὰ τῆς Τουρ-
56κίας, θὰ καταργηθῇ αὕτη μετὰ ὀκτάμηνον ἀφότου ψη-
57φισθῇ ὁ νόμος οὗτος. Εἶνε ἀναγκαία καὶ ἡ κατάργησις καὶ ἡ
58ψήφισις τῆς συμβάσεως ταύτης πρὸς κατάργησιν τῆς Ἐπι-
59τροπῆς, διότι γνωρίζετε ὅτι ἀρκετὰ δαπανῶνται, ἐνῶ ἤδη
60ἔχουν ἐκκαθαρισθῆ σχεδὸν κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ διαφοραί,
61καὶ ἐλάχισται ὑπολείπονται ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν διάρ-
62κειαν τῶν ὀκτὼ μηνῶν, μετὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπέλθῃ ἡ κα-
63τάργησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθοῦν. Οὕτω πως θὰ
64ἐκκαθαρισθοῦν πλέον ὁριστικῶς αἱ σχέσεις μας καὶ θὰ ἀπαλ-
65λαγῶμεν τῆς δαπάνης τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ
66τὸν κ. Πρόεδρον νὰ στείλῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τὰ
67δύο νομοσχέδια, ὅπως τὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως πρὸς ψήφισιν
68μετὰ τὴν ἐκ νέου ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
69§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
70Ἡμερησίαν Διάταξιν
71τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
72Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου:
73«Περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
74(Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
75§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου:
76«Περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινων τοῦ νόμου 5940».
77(Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
78§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀξιω-
79ματικῶν μετασχόντων τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου
801933».
81Ὁ βουλευτής κ. Μπότσαρης ἔχει τόν λόγον.
82§7Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ ὁμο-
83λογήσω, ὅτι θεωρῶ πράγματι ματαίαν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν
84ἐπιχειρημάτων εἰς τὴν σημερινήν συζήτησιν, διότι, ὡς εἶ-
85χον τὴν τιμὴν καὶ πρὸ τριμήνου νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς
86Βουλῆς, εἶνε τόσον προφανής ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως
87ὅπως καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον
88ἔφερεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, ὥστε,
89λόγῳ τῆς διαθέσεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειο-
90νοψηφίας εἰς τὴν κάτω Βουλήν, καὶ τοῦ συστήματος τοῦ δι-
91έποντος τὴν ἄνω τοιαύτην, δὲν ἀπέμεινε καμμία ἀμφιβολία
92περὶ τοῦ ὅτι μετὰ τὸν τακτὸν χρόνον τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ
93καθίστατο νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν σημαίνει ὅμως ὅτι ἡ
94ματαία αὐτὴ συζήτησις εἶναι καὶ περιττή, διότι, ἐὰν συντό-
95μως τοὐλάχιστον λάβῃ χώραν, θὰ ἀποτελέσῃ κἄτι τι τὸ δι-
96αφωτιστικὸν καὶ εὔχομαι, ὥστε, ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην ὥ-
97ραν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον
98ὠθεῖ τὰ πράγματα διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς δὲν εἶναι
99μέτρον συντελεστικὸν τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον τὸ προορί-
100ζει. Ὅλως τοὐναντίον, ἀποτελεῖ κἄτι τι ἐπικίνδυνον δι’ αὐ-
101τόν, τὸ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν εὐστάθειαν τοῦ πολιτεύματος,
102ὅπερ δὲν ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως τὸν καλλίτερον τρόπον
103τιμωρίας τῶν πταισάντων. Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν προγενε-
104στέραν συζήτησιν, καὶ σήμερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ καὶ
105πάλιν ὅτι δὲν ὑπῆρξε διάφορος ἡ ἀντίληψίς μας, περὶ τῆς
106ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπῆρξαν ἀξιωματι-
107κοὶ πταίσαντες καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ κράτος τῶν νόμων εἰς βά-
108ρος τῶν ἀξ)κῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν
109καταδίκην τοῦ κινήματος, ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι
110τὰ βαρέα περὶ τὴν πειθαρχίαν ἁμαρτήματα δὲν πρέπει νὰ
111παραμείνουν ἀτιμώρητα, ὑπάρχει κἄτι τὸ ὁποῖον φαίνεται
112ὅτι μᾶς χωρίζει βασικῶς καὶ τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἀδιστά-
113κτως φρονοῦμεν ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν περιπτώσεις τιμωρίας, τὸ
114πλαίσιον τῶν κειμένων νόμων παρουσιάζει τόσην εὐρύτητα,
115ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς
116σύστημα ἀμφιβόλου ἀποτελεσματικότητος, ἀναμφισβητή-
117τως ἐξερχόμενον τῶν πλαισίων καὶ τῶν θεσμίων ἡμῶν καὶ
118λίαν πιθανῶς καὶ τῶν συνταγματικῶν ἐπιταγμάτων. Κύριοι
119Βουλευταί, ἐὰν συμφωνῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας,
120ἀνθιστάμεθα εἰς τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προ-
121έκρινε καὶ διὰ τοὺς προμνησθέντας λόγους καὶ διότι θεω-
122ροῦμεν τὸ μέτρον τοῦτο κατ’ ἐξοχὴν κινδυνῶδες. Διότι τὶς
123δύναται νὰ μᾶς διασφαλίσῃ ὅτι ἐὰν παρουσιασθῇ ἐνδεχομέ-
124νως μία ἄλλη Κυβέρνησις δὲν θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ προη-
125γουμένου τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἡ νῦν τοιαύτη, διὰ νὰ ἐπιδι-
126ώξῃ μίαν ἀλλοίωσιν τῆς συστάσεως τοῦ στρατεύματος, ἢ
127διὰ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ὑποκειμενικὴν αὐτῆς ἀντίληψιν
128εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀντικειμενικῆς ἐρεύνης τὴν ὁποίαν ἐπι-
129τρέπουν οἱ καθεστηκότες νόμοι; Ἀλλὰ ἡ ψυχὴ τοῦ νομο-
130θετήματος ἐμφανίζεται εἰς μίαν τῶν φράσεων τὰς ὁποίας
131εἶχεν ἐκφέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
132Ἀθηνῶν, ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Εἶχεν εἴπει:
133«Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς χεῖρας
134ἄλλων δικαστῶν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τούτων, ἐ-
135φόσον οἱ τακτοὶ δικασταὶ κατεπρόδωσαν τὸ καθῆκον των».
136Ἄ! Κύριοι, εἶναι ἐξαιρετικὰ τολμηρόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κα-
137θόλου ἀποτελεσματικὸν τὸ νὰ δισβαίνωμεν τόσον εὔκολα πέ-
138ραν ἐκείνων τὰ ὁποῖα παγίως ἔχουν τεθῆ εἰς ἓν Κράτος.
139Καὶ θὰ εἴπωμεν: δὲν ὑπῆρξεν ἕως τώρα κανεὶς κολασμός;
140Εἶναι βέβαιον ὅτι μετὰ πολλῆς περισσείας παρεπέμφθησαν
141ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης οἱ ἀξιωματικοί, ὄχι μόνον οἱ κυ-
142ρίως ἐν προκειμένῳ ἁμαρτήσαντες, ἀλλὰ καὶ δευτερεύοντες
143τοιοῦτοι. Ὑπῆρξε κἄν ἰσορροπία εἰς τὰς παραπομπάς; Ὑ-
144πῆρξε κἄν ἰσορροπία εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν κρίσιν τῶν διοικητι-
145κῶν συμβουλίων τῶν στρατιωτικῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων, κατὰ
146πρωτοφανῆ παράβασιν τῶν εἰθισμένων, προεπέμφθησαν οἱ
147πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, πρὶν ἡ Ποινικὴ Στρατι-
148ωτικὴ Δικαιοσύνη ἢ ἡ Ναυτικὴ τοιαύτη ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμη-
149γορίαν της; Γνωρίζομεν καλῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ διαμ-
150φισβητηθῇ, ὅτι τοιαύτη ἰσορροπία εἰς τὰς κρίσεις δὲν ὑπῆρ-
151ξε καὶ γνωρίζομεν τὸ παράδειγμα τοῦ ὅπλου τῆς Ἀεροπο-
152ρίας, ὅπου ὁ διχασμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ τὴν στιγμὴν ταύ-
153την φθάσας τὸν κολοφῶνα, ὁ διχασμὸς τῶν ἀξιωματικῶν κυ-
154ρίως, ἀναλόγως τοῦ συστήματος τῆς ἐκ τῶν σχολῶν ἢ μὴ
155προελεύσεως αὐτῶν, ἔφερεν, ὥστε νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἡ
156κρίσις, προκειμένου περὶ ἁμαρτημάτων ἀξιωματικῶν προερ-
157χομένων ἐκ τῶν σχολῶν καὶ ἐπιεικεστέρα ὅταν ἐπρόκειτο
158περὶ ἐξίσου πταισάντων, ἀλλὰ προερχομένων ἐκ τῆς ἄλλης
159κατηγορίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
160κῶν εἶχεν εἴπει ἐνώπιον τῆς μεγάλης Κοινοβουλευτικῆς Ἐ-
161πιτροπῆς, ὅτι προσεπάθησε βεβαίως νὰ ἐπιβάλῃ τὰς οἵας
162ἐνόμιζεν ὀρθὰς κυβερνητικάς του ἀπόψεις διὰ τῶν συμβου-
163λίων, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχεν εἰς τοῦτο, καὶ ἐρωτηθεὶς διατὶ
164προσέθηκε: διότι τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου μπουκοτά-
165ρουν.... Ἡ τοιαύτη περίπτωσις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι
166κατηγοροῦνται ὅτι, ἀντὶ νὰ εἶνε δικασταί, γίνονται συνήγοροι,
167θὰ ἔπρεπεν, ἐὰν τυχὸν ἠλήθευε τοῦτο, νὰ ἐπέσυρον πολὺ
168περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ὅ,τι αὐτὴ
169αὕτη ἡ περίπτωσις τῶν κρινομένων ἀξιωματικῶν, διότι θὰ
170ἐδημιουργεῖτο, μὰ τὴν ἀλήθειαν, μία περίπτωσις κακοδικί-
171ας ἀξία πάσης προσοχῆς. Καὶ ἐὰν ἐπὶ τῆς κακοδικίας αὐ-
172τῆς δὲν ὑπῆρχε πρόνοια ἐκ μέρους τῶν καθεστώτων νόμων,
173θὰ ἦτο ἴσως πλέον συγγνωστόν, ἐὰν ἐζητοῦμεν νὰ κατοχυ-
174ρώσωμεν τὴν κρίσιν, τὴν ἀκρίβειαν τῆς κρίσεως, τῶν Συμ-
175βουλίων, τουλάχιστον, διὰ τὰς μήπω ἐκδικασθείσας περι-
176πτώσεις, παρὰ νὰ θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ σημε-
177ρινὸν νομοθετικὸν ἁμάρτημα, ἁμάρτημα τὸ ὁποῖον παρου-
178σίαζε τὸ Κράτος ἐκδικητήν, τὸ Κράτος ἀντίδικον καὶ
179προσπαθοῦν, ἐν τούτοις νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς τηβένου τοῦ
180δικαστοῦ δῆθεν τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντιδικίαν. Ἡ δὲ περίπτω-
181σις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι κατὰ τοσοῦτον μᾶλ-
182λον χαρακτηριστική, καθόσον τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἐστρέφετο
183ἐναντίον αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατὶ θὰ
184ἔπρεπε μόνη ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπαθήσῃ νὰ προφυλάξῃ
185καὶ ἑαυτὴν καὶ τὸ κῦρος τῶν νόμων ἀπὸ τοῦ πραγματικῶς
186ὑπερανθρώπου σκανδαλισμοῦ, τὴν ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ θνη-
187τός, ὅταν καλεῖται ὁ ἴδιος νὰ τάμῃ ὡς κριτὴς διαφορὰν αὑ-
188τοῦ πρὸς τὸν ἀντίδικόν του. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ τὰ δευτερο-
189βάθμια συμβούλια τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἐφάνησαν
190αὐστηρότερα τῶν πρώτων. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως, ὅτι τοὺς
191ἀξιωματικοὺς τῶν συμβουλίων τούτων εἶχε καθορίσει κατ’
192ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἡ Κυβέρνησις, ἦσαν κατὰ τεκμήριον
193πρόσωπα τῆς ἰδικῆς της ἐκλογῆς. Ἐὰν δὲν κατέστη δυνα-
194τὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ
195τοὺς ἄλλους συναδέλφους του τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων,
196ἐὰν δὲν κατέστη εἰς τούτους, δυνατὸν νὰ ἀνεύρωσιν ἐν μέ-
197σῳ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ κρίσις θὰ συν-
198έπιπτε πρὸς τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις, αἴ! πρέπει, κ.
199Βουλευταί νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τοιαύτη ἦτο τοῦ στρατεύ-
200ματος ἡ μέση κρίσις. Ἐὰν τὴν κρίσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις
201τὴν εὕρισκεν οὐχὶ ὀρθήν, δὲν θὰ εἶχεν ἄλλον τρόπον διὰ
202νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα παραπλήσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖ-
203ον ἐπεδίωκε; Εἶχον τότε προτείνει, ὡς ἀτομικήν μου γνώ-
204μην, καὶ εἶπον ὅτι κατόπιν ἡ γνώμη αὐτὴ ἐγένετο γενικώ-
205τερον ἀποδεκτή, εἶχον προτείνει τὴν σύστασιν ἑνὸς ἑνιαίου
206γενικοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, καταρτιζομένου ἀπὸ ἀξιω-
207ματικοὺς τῶν ὅπλων ξηρᾶς, θαλάσσης, ἀέρος, ἐνισχυόμενον
208καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ μίαν
209ἑκάστην ἐκ τῶν περιπτώσεων, ἐκδικαζομένην διὰ μικροτέ-
210ρου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκροτεῖτο δι’ ἐπὶ μέρει ἐ-
211πιλογῆς ἀτόμων ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου γενικοῦ συμβουλί-
212ου. Ἐάν τοῦτο ἐπράττομεν, βεβαίως, θὰ ἐκινδυνεύομεν ἀκό-
213μη νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι νομοθετοῦμεν ἐν τῶν ὑστέρων μίαν
214δοσιδικίαν ἡ ὁποία δὲν προεβλέπετο, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως
215δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ μᾶς προσάψουν τοῦτο, τουλάχιστον δι’
216ὅσας περιπτώσεις δὲν εἶχον ἐκδικασθῇ καί τι πλέον, δὲν
217θὰ εἰσήρχετο σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς δρόμον ὁ ὁποῖος
218θὰ δημιουργήσῃ μίαν ἡμέραν μοιραίως νέον πρόβλημα ἀπο-
219τάκτων, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἠσθάνετο τὰς ἀνησυχί-
220ας τὰς ὁποίας σήμερον αἰσθάνεται. Ἢ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις
221δὲν πιστεύει εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἀμφισβητήσεων τῆς
222Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ τὴν ἀπεστέρει διὰ τοῦ μέτρου τούτου
223πάσης βάσεως, ὥστε ν’ ἀμφισβητῇ τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ ἀμε-
224ρόληπτον τῶν κυβερνητικῶν ἐπιδιώξεων.
225Καὶ ὅταν ἐλέχθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οἱ ἀξι-
226ωματικοὶ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ συνυπηρετήσουν μετὰ τῶν
227ἄλλων ἐν ὅπλοις συναδέλφων των, ἀντετάχθη παρὰ τῆς
228Ἀντιπολιτεύσεως ἡ πεῖρα ἡ ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὁπότε κι-
229νήματα αἱματηρότερα, ὅπως τοῦ 1923 καὶ ἄλλα προηγού-
230μενα, κατασταλέντα, ἐπέτρεψαν ἐν τούτοις εἰς τοὺς ἀξιω-
231ματικοὺς νὰ συνυπηρετήσουν μετ’ ἀδελφικῶν πρὸς ἀλλή-
232λους δεσμῶν. Καὶ μὴ λησμονῶμεν ὅτι κατὰ τοὺς πολέμους,
233ὅτε χαώδης ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ τῶν δύο παρατάξεων, οἱ ἀ-
234ξιωματικοί, κυρίως ἐκ τῆς πλευρᾶς τῶν Φιλελευθέρων ἐκπο-
235ρευθέντες κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν, μετὰ πραγματικοῦ
236συναδελφικοῦ ζήλου συνεπολέμησαν μετὰ τῶν βασιλοφρό-
237νων συναδέλφων των καὶ ὅτι οἱ βασιλόφρονες οὗτοι συν-
238άδελφοι τόσον αὐτοί, ὅσον καὶ οἱ κατόπιν ἐπανελθόντες εἰς
239τὸ στράτευμα, ἀνταπέδωκαν πλήρως τὴν αὐτὴν συναδελφι-
240κὴν ἀλληλεγγύην καὶ ὅτι ἐκ τῶν σήμερον κυβερνώντων τὸν
241στρατόν οὐκ ὀλίγοι ἀξιόλογοι ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ προ-
242έρχονται ἐκ τῆς παλαιᾶς κατηγορίας τῶν ἀποτάκτων. Ἐλέ-
243χθη προσέτι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
244κῶν, ὅτι ἡ ἀπόταξις δὲν εἶναι ποινή. Κύριοι, δὲν γνωρίζω
245διατὶ στηριζόμεθα — εἶναι κάπως λογοπαικτικὸν αὐτὸ — εἰς
246τὴν ρῆσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἡ ἀπόταξις, ἢ μᾶλλον ἡ ἀπο-
247στρατεία, ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν κατάστασιν τοῦ ἀξιωμα-
248τικοῦ. Δὲν σημαίνει τίποτε αὐτό. Διότι ἐν προκειμένῳ πρό-
249κειται, περὶ ἁπλοῦ εὐφημισμοῦ, καθόσον τοὺς ἀξιωματικοὺς
250αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων, συμφώνως πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας
251νόμους, θὰ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ ἀσκηθῇ ποινὴ ἀποπομ-
252πῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος, τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἀναπο-
253λογήτους, ἀκρίτους τοὺς ἐξαποστέλλετε πέραν τῆς στρατιω-
254τικῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει βαθεῖαν πίστιν
255ὅτι θὰ διέλθῃ ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν ἐπὶ τῶν ὑπουργι-
256κῶν θώκων. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι
257δὲν ζηλεύομεν ποσῶς τοὺς θώκους αὐτούς, τῆς εὐχόμεθα, ἂν
258παραμένῃ, πᾶσαν προκοπὴν καὶ εὐδοκίμησιν, ἀλλὰ θεω-
259ροῦμεν καθῆκόν μας τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προφυλάξωμεν
260καὶ τὴν Χώραν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ ὀλισθήματος,
261εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ὄψει μέτρου περιάγεται. Ἐάν,
262λοιπόν, φρονῇ, ὅτι θὰ παραμείνῃ ὁλόκληρον τὴν τετραετί-
263αν, δὲν βλέπω διατὶ ἐπιδιώκει τόσον ἔκνομον λύσιν, ὥστε
264νὰ λησμονῇ ὅτι ἔχει καὶ ἄλλας ποινὰς εἰς τὴν διάθεσίν
265της, ὡς τὴν ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, τὴν διαθεσιμότητα, τὴν
266θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου
267κλπ., εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶν πρόσχημα καὶ πᾶ-
268σαν βάσιν διαμαρτυριῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συγχρόνως
269δὲ νὰ καταστήσῃ ἀβλαβεστέρους τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους,
270ὅπως θὰ εἶναι, ὅταν αἰσθάνονται ὅτι διατελοῦν ἀκόμη ὑπὸ
271τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅσον ὅταν εὑρεθοῦν
272ὁριστικῶς ἔξω τῶν ὁρίων τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας,
273καὶ δημιουργηθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ περίπτωσις πλέον τῆς ἐ-
274παγγελματικῆς ἀντεπιδρομῆς ἐναντίον τῶν ληφθέντων μέ-
275τρων. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι πρέπει
276νὰ σκεφθῶμεν καλῶς τὸ πρᾶγμα. Ἡ φύσις τοῦ νομοθετή-
277ματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀντίδρα-
278σιν, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἀνακύ-
279ψῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιω-
280ματικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τιμωρηθοῦν, τῆς ἐπανόδου τούτων
281εἰς τὸν στρατόν, κατὰ τρόπον πολὺ ἰσχυρότερον ἐκείνου κα-
282τὰ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν τὴν ἐπάνοδόν των οἱ δυνάμει τῶν
283κειμένων νόμων ἀπομακρυνθέντες ἄλλοτε ἐκ τοῦ στρατεύ-
284ματος.
285§8ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τίς μέλλων κυβερνήτης θὰ τολ-
286μήσῃ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ;
287§9Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὴν μαν-
288τείαν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι, ὁσάκις ἐδοκίμασε τὸ Κράτος
289νὰ λυγίσῃ πρὸς τὴν μίαν πλευράν, πλέον τοῦ ἐπιτρεπομέ-
290νου μέτρου του, ἡ φυσικὴ ἀντίδρασις ἐπανέφερεν εἰς τὴν
291ἀντίθετον πλευρόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποκαθίσταται ἡ
292ἰσορροπία. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σφάλεται ἡ Κυβέρνησις καὶ
293διὰ τὴν παραβολὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῆς περιπτώσεως αὐ-
294τῆς πρὸς τοὺς ἄλλοτε, προτοῦ ἡμεῖς θεσπίσωμεν τὰ ναυτι-
295κὰ συμβούλια πρὸς τὰς ἄλλοτε κρίσεις, τὰς ὀλίγον αὐθαι-
296ρέτους ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ σφάλεται
297ἐπίσης, ἐὰν παραλληλίζῃ τὴν σημερινὴν αὐθαιρεσίαν πρὸς
298τὴν περίπτωσιν τῆς κρίσεως, προκειμένου περὶ ἀντιστρα-
299τήγων, διότι ἡ κρίσις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατόν, λόγῳ τῆς
300φύσεως τοῦ ζητήματος, νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου μέ-
301τρου. Κύριοι, εἴμεθα πολὺ πλησίον εἰς τὴν ψήφισιν, ὥστε
302παρέλκει πλέον σήμερον νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς ἐρεύνης ἴσως
303τῆς νομικῆς πλευρᾶς. Ἡμεῖς, ἐκτὸς τῆς οὐσίας θεωροῦμεν
304τὸ ὑπ’ ὄψιν μέτρον ὡς μέτρον ἀντισυνταγματικόν. Δὲν θὰ
305ἀνατρέξω εἰς ὅσα ἄλλοτε σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ τριμήνου ἐν
306σχέσει πρὸς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Νομίζομεν
307ὅτι ἐκ τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 81 καὶ τὸ
308ἄρθρον 118 ἐξασφαλίζουν τὸ μέλλον περὶ κοινοβουλευτικοῦ
309ἐλέγχου, δυναμένου νὰ κυρώσῃ ἀπόφασιν τῶν ἀνωτάτων Δι-
310καστηρίων τῆς Χώρας, αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἀρείου Πάγου,
311ἀλλὰ μὴ δυναμένου κἂν νὰ θίξῃ, ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον
312συζητήσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτι-
313κῶν Συμβουλίων. Ἐκτὸς τούτου, ὅταν συνεζητήθη περὶ τοῦ
314ἐὰν καλύπτωνται ἢ ὄχι οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τῆς μονιμότητος
315ὡς οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ ὑπονο-
316ηθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Συντάγματι οὐδεμία ἀντεκδί-
317κησις. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἴσως τὸ Σύνταγμα τὸ τελευ-
318ταῖον δὲν εἶναι πλήρως σαφὲς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν,
319πῶς θέλετε κατὰ κρίσιν ἀνθρώπων νομικῶν νὰ δεχθῶμεν,
320ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προστατεύονται ἀπὸ τὴν μονιμότητα ὀ-
321λιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ὁ οἱοσδήποτε γραφεὺς μικρᾶς θέσεως,
322πῶς θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ κλάδος ἐκεῖνος τῆς Πολιτεί-
323ας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἡ Πατρὶς εἰς πρώτην ζήτησιν θεωρεῖ ἀ-
324νῆκον εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα του, τὴν ζωήν του, τὸ στάδιον,
325τὸ πᾶν, πῶς θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι τόσον πόνον, τόσην
326παρασκευὴν καὶ τόσην θυσίαν καὶ τόσην ἔνθεον πίστιν ἐπὶ
327τὴν ἀνάγκην τῆς προασπίσεως τῆς φυλῆς μας, πῶς θέλετε
328λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι τὴν κιβωτὸν ταύτην τῶν ἐθνικῶν
329ἰδανικῶν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει εἷς ἕκαστος τῶν ἀξιωματι-
330κῶν, ὅτι τὴν κιβωτὸν αὐτὴν δὲν τὴν θεωρεῖ ἀξίαν προστα-
331σίας καὶ μονίμου ἐκ μέρους αὐτῆς ἀπασχολήσεως; Ἀλλὰ
332φρονοῦμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ὑμῶν καὶ πλέον τούτου, δὲν
333θὰ δυνηθῇ νὰ προσβάλῃ τὴν κρίσιν εἰς τὸ μέλλον τοῦ Συμ-
334βουλίου Ἐπικρατείας καὶ ὅτι δὲν θὰ εὐστοχήσῃ ἐναντίον
335τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐπιδιώ-
336κει ὁ ὑπ’ ὄψιν νόμος. Ἀλλ’ ὅλα, Κύριοι, τὰ ἀνωτέρω καὶ ἡ
337νομικὴ καὶ ἡ θεωρητικὴ συνταγματικὴ ἔρευνα, ἀποτελοῦν
338ἓν σημεῖον δι’ ἡμᾶς δευτερεῦον. Νομίζομεν, ὅτι ἡ οὐσία προ-
339έχει, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ ἔρευνα πρέπει νὰ καθοδηγήσῃ τὰς
340πράξεις τοῦ Σώματος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον καλεῖται, ὡς
341ἀνώτατος κοινοβουλευτικὸς δικαστής, νὰ ἐκφέρῃ τὴν ὁρι-
342στικὴν πλέον γνώμην του. Σᾶς εἶπον, ὅτι συμφωνοῦμεν ὅσον
343ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς τιμωρίας τῶν τυχὸν ἁμαρτησάν-
344των, ἀλλὰ συνεννοήθημεν καλῶς. Φρονοῦμεν ἀδιστάκτως,
345ὅτι σφάλλεσθε, καὶ σφάλλεσθε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν ὑ-
346μῶν ἐπὶ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν σᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ ἑλλη-
347νικὸς λαός. Ἐκλήθητε νὰ διοικήσητε καὶ δὲν ἐκλήθητε
348νὰ δικάσητε. Ἡ σύγχυσις αὐτῆς τῆς διοικητικῆς πρὸς τὴν
349δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀποτελεῖ κἄτι τὸ ὁποῖον μίαν ἡμέραν
350θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀφετηρία ἐπικινδύνων κατολισθήσεων.
351Καὶ ἔχετε, ὄχι μόνον συμφέρον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν, οἱ
352ἰσχυρότεροι, ἢ μᾶλλον οἱ ὑπεύθυνοι, νὰ προστατεύσητε καὶ
353ὑμᾶς καὶ τὴν Πατρίδα ἀπὸ ὁμοίου ἀτοπήματος.
354§10Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ κα-
355λῶς ἔπραξαν καὶ ἔστρεψαν τὰ ὅπλα ἐναντίον τοῦ λαοῦ;
356§11Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ τὰ ἐπαναλάβω μίαν καὶ μόνην φο-
357ράν διότι εἶναι σύντομα. Συμφωνοῦμεν βαθύτατα
358ὄχι μόνον εἰς τὸ ὅτι καλὸν εἶναι, ἀλλὰ εἰς
359τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ βαρὺς ὁ κολασμὸς τῶν τυ-
360χὸν ἁμαρτησάντων. Καὶ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς δικα-
361στικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς διοικητικῆς τῆς ἀνακρίσεως ὅλας
362τὰς εὐχερείας νὰ ἀνεύρῃ τούτους, καὶ ἔχει εἰς χεῖράς της ὅ-
363λον τὸ πλαίσιον τοῦ νόμου διὰ νὰ τοὺς πατάξῃ. Ἀλλ’ ἐ-
364παναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖ ποῦ διαστελλόμεθα πλήρως, εἶναι ἡ
365ἀντίληψις περὶ τῆς διοικητικῆς ἁρμοδιότητος ὑμῶν, εἶναι ἡ
366σκέψις μας ὅτι βασικῶς περιπλέκετε τὴν δικαστικὴν πρὸς
367τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, πρὸς προστριβὴν καὶ μείωσιν τοῦ
368γοήτρου καὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος ἀμφοτέρων.
369§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαφωνεῖτε ὡς πρὸς τὴν ποινήν;
370§13Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς δια-
371δικασίας. Ὡς πρὸς τὴν ποινήν οἱ δικασταί των εἶναι ἁρ-
372μόδιοι νὰ ἐπιβάλουν καὶ ταύτην, καὶ ποινὴν πολὺ ἰσχυρο-
373τέραν, διότι οἱ δικαστικοὶ εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι οὐσι-
374αστικῶς. Ὑπερθεματίζομεν λοιπόν. Ὄχι μόνον διότι εἶναι
375ἡ παροῦσα περίστασις, ἡ ὁποία τὸ ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ, διότι σᾶς
376βλέπομεν εἰς τὸ χεῖλος ἑνὸς κρημνοῦ ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἴ-
377μεθα βέβαιοι εἰς ποῖον βάθος μέλλεται νὰ διαβῆτε. Κύριοι
378τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπορεύεται ἡ Κυβέρ-
379νησις, νομίζω ὅτι θὰ παρασυρθῶμεν, νομίζω ὅτι δὲν παρα-
380συρόμεθα, ἀπευθυνόμενοι εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην καὶ τὴν σύν-
381εσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ζη-
382τήσωμεν καὶ τὴν ὑστάτην στιγμὴν νὰ μὴ παρασυρθῇ ἡ κυ-
383βερνητικὴ παράταξις εἰς τὸ βαρὺ αὐτὸ κυβερνητικὸν σφάλ-
384μα. Ἐλέγξατε, ἐρευνήσατε, καὶ τιμωρήσατε, ἀλλὰ μὴ ὀλι-
385σθαίνεται, διότι εἶναι γνωστὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ σφάλ-
386μα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστή, οὔτε δύναται νὰ παροραθῇ
387ἡ τροχιὰ τῶν σφαλμάτων τούτων, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ
388ἀκολουθήσουν. Τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς παρατηροῦμεν
389τὴν ἀντινομίαν, εἶναι πλείονα τοῦ ἑνός. Ἔχομεν ἐλάττωσιν
390μονάδων, ἐλάττωσιν συνεπῶς στελεχῶν καὶ ἀδικαιολόγητον
391καὶ ἀνεξέλεγκτον αὔξησιν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὰς στρα-
392τιωτικὰς Σχολάς, κυρίως εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων.
393Παρατηροῦμεν μετὰ θλίψεως καὶ ἄνευ τάσεως νὰ ὑπερβῶ-
394μεν τὰ ὅρια διὰ νὰ καρπωθῶμεν — διότι θὰ εἶναι πολὺ ὀλέ-
395θριος καρπὸς νὰ καρπωθῶμεν τι— παρατηροῦμεν μετὰ θλί-
396ψεως, τὸ πόσον κινδυνεύει τὸ μικρὸν κατ’ ἀρχὴν τραῦμα τῆς
397Ἀεροπορίας νὰ λάβῃ σήμερον μορφὴν γαγγραίνης, παρα-
398τηροῦμεν, ὅτι ἡ αἰσιοδοξία δὲν δύναται νὰ μᾶς συνοδεύῃ πλέ-
399ον ἀδιαταράκτως, ὅπως πρό τινων ἀκόμη ἐτῶν, ὅτι ἡ εἰ-
400ρήνη, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ἀνενδότως ἐστερεωμένη, καὶ ἑπομέ-
401νως ἡ εἰρήνη, ἡ ὁποία παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν ἠδύνατο νὰ
402λατρεύηται ἄνευ δέους, ἡ εἰρήνη αὐτὴ παρουσιάζει σήμε-
403ρον σχισμάς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἵνα ἐγκαί-
404ρως παρακολουθήσωμεν μὴ τυχὸν διαλυθοῦν αὗται ἑκουσίως
405ἡμῶν. Εἰς τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν καμπήν. Κύριοι Βουλευταί,
406νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνη-
407σις δὲν ἀποτελεῖ τὸ καταλληλότερον φάρμακον τῆς νόσου,
408τὴν ὁποίαν ἀπέβλεψε νὰ θεραπεύσῃ· ὅλως τοὐναντίον φρο-
409νοῦμεν, ὅτι ἡ ἀνισότης τῆς κρίσεως, ἡ ἀδιατάρακτος, πα-
410ραμένει εἰς τὸν στρατὸν ἔναντι ἀξιωματικῶν καὶ στελεχῶν τι-
411νων, τῶν ὁποίων αἱ πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίαι δὲν φαίνεται
412νὰ εἶναι καὶ ἄνευ πραγματικοῦ θεωρητικοῦ περιεχομένου,
413Ἀποδίωξις ἐνδεχομένως ἀξιωματικῶν τινων, τῶν ὁποίων ἡ
414πικρία θὰ εἶναι ὅτι ἀπέρχονται τοῦ στρατεύματος παρὰ τούς
415κειμένους νόμους, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν οὔτε αἱ
416πληγαί των, οὔτε τὰ παράσημα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν μα-
417χόμενοι ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ....
418§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐναντίον τοῦ λαοῦ!
419§15Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ.... ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι ὅλα αὐτὰ
420δὲν ἴσχυσαν διὰ νὰ πείσουν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐδικαιοῦν-
421το, ὅτε ἡμάρτησαν — δὲν συμφωνοῦμεν ὅτι ἡμάρτησαν — ὅ-
422τι ἐδικαιοῦντο νὰ τύχωσι τῶν φυσικῶν των δικαστῶν.
423§16ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τῆς ἀγχόνης.
424§17Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κάματε νόμον, καὶ ἂν ἠμπορέσητε
425νὰ τὸν στηρίξητε, κάμετέ το, καὶ διὰ νὰ ἐξακολουθήσητε
426τὸν ἀγχόνιον πόθον, ὅταν δημιουργῆται ἕν κίνημα, καὶ ὅ-
427ταν ὑπάρχει συμπλοκὴ τῶν ἀντιθέτων δυνάμεων, ἀδιαφόρως
428ἂν εἶναι ἔνοπλοι δυνάμεις τῆς Χώρας ἢ ὁ λαός ἢ ὁ ἀμυνό-
429μενος πολίτης. Τὴν κρεμάλαν, ἔστω, ἐάν τούς ἔ-
430πιαναν καὶ τοὺς ἐκρεμοῦσαν θὰ ἦτο κἄτι τι ποὺ θὰ
431ἦτο τελειωμένον ἐπάνω εἰς τὸν καυγᾶ, ἀλλὰ μὴ ἔρχεσθε,
432Κύριε Βουλευτά, μὴ ἔρχεσθε νὰ εἴπητε, ὅτι δύνασθε νὰ θέ-
433σητε τὸ πάθος σας εἰς θέσιν δικαστοῦ — διότι ὁμιλεῖτε μὲ
434πάθος τὴν στιγμὴν αὐτήν, — διότι, ἀναμφισβητήτως,
435θέλετε τὴν ἐκδίκησιν μέ μορφὴν δίκης. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι
436δίκη, θὰ εἶναι ἁπλῶς νέμεσις. Ἐναντίον τοῦ σφάλματος αὐ-
437τοῦ καὶ οὐχὶ ὑπέρ τῶν τιμωρητέων, ἐναντίον τοῦ σφάλμα-
438τος αὐτοῦ ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς νὰ σᾶς προφυλάξωμεν καὶ πι-
439στεύομεν, ὅτι τὰ πεπρωμένα τῆς Ἑλλάδος, οὐ μὴν καὶ ἡ
440μονιμότης τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ διασφάλισις τοῦ
441στρατιωτικοῦ σταδίου, ὅλα αὐτά, ἔστω εἰς τὴν ὑστάτην στιγ-
442μήν, θὰ εἶνε ἴσως δυνατὸν νὰ πείσουν τήν Κυβέρνησιν ὅτι ὀ-
443φείλει νὰ ἐκλέξῃ μίαν ὁδὸν νομιμωτέραν διὰ τὴν ἐπιδίωξιν
444τοῦ σκοπουμένου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡμεῖς κρούομεν τὸν κώ-
445δωνα τοῦ κινδύνου. Φρονοῦμεν ὅτι θὰ πρέπῃ τὸ ταχύτερον
446νὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνευσις καὶ τὸ ταχύτερον ὁ στρατός, ἀπε-
447ρίσπαστος ἀπὸ τοιαύτην ἀνησυχίαν, νὰ ἐπιδοθῇ καὶ πάλιν εἰς
448τὸ μέγα του ἔργον τῆς ἐκπαιδεύσεώς του καὶ τῆς ἀποστο-
449λῆς του, διὰ τὴν προάσπισιν μίαν ἡμέραν τοῦ ἐδάφους τῆς
450Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
451§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
452§19Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολύ, κ. Βου-
453λευταί, ὄχι διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ διότι τὴν
454γνώμην μου ἐξέθηκα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νο-
455μοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ διότι πιστεύω, ὅτι τὸ παρελθὸν χρονι-
456κὸν διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν, δὲν ἦτο φαίνεται ἀρ-
457κετόν, ὥστε νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ γνώ-
458μην καὶ νὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν πλέον δικαιώτερον
459τρόπον. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ ἐπι-
460στήσω τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερ-
461νήσεως ἐπὶ τῶν σοβαρωτάτων συνεπειῶν τὰς ὁποίας μέλλει
462νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γενόμενον νόμος τοῦ Κράτους,
463καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ
464Ἔθνους, διότι δι’ ὡρισμένας πολίτας, ἰδιαιτέρα διαδικα-
465σία πρὸς τιμωρίαν λαμβάνεται ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερ-
466νήσεως. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ
467Βουλῇ ἦτο συντεταγμένον κατὰ συντηρητικὸν τρόπον. Ὁ
468κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα ἐν τῇ Κοινοβου-
469λευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο διατεθειμένος νὰ δε-
470χθῇ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον κατόπιν ἠτιολογημένης
471ἐκθέσεως θὰ ἀποπέμπεται εἷς ἀξιωματικός, ὡς διετυπώθη
472ὅμως τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀ-
473πουσίαζεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἤτοι διὰ τῆς προσθή-
474κης τῆς φράσεως «κατ’ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τοῦ Ὑπουργι-
475κοῦ Συμβουλίου» νὰ γίνεται ἡ ἔξοδος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ
476τοῦ στρατεύματος, ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν ἐνδείξεων, δὲν πρό-
477κειται παρὰ περὶ καθαρᾶς προγραφῆς ὡρισμένων ἀξιωμα-
478τικῶν. Τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ
479τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἔχῃ
480σοβαρωτάτας συνεπείας ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν στρατιωτι-
481κῶν πραγμάτων τῆς Χώρας καὶ τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὅτι διὰ
482τοῦ νόμου τούτου τάσσονται πλέον οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ὑ-
483ποδεεστέραν μοῖραν καὶ τῶν κλητήρων καὶ τῶν ἀγροφυλά-
484κων, διὰ τούς ὁποίους ἀπαιτεῖται κατά τό Σύνταγμα ἀπό-
485φασις εἰδικοῦ ὑπηρεσιακοῦ συμβουλίου, πρὸς ἀπόλυσιν. Διὰ
486τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν χρειάζεται κανὲν συμβούλιον. Δύ-
487νανται νὰ ἀποτάσσωνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ στρατεύμα-
488τος εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἁπλῶς διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνη-
489σις. Μέ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οὐδεὶς ἀξιωμα-
490τικὸς θὰ εἶναι ἥσυχος ὅτι κατέχει μόνιμον θέσιν. Θὰ εἶνε
491ὑποχρεωμένος νὰ προσκολλᾶται ἑκάστοτε εἰς τὰ κόμματα
492διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν θέσιν του, θὰ ἐξευτελίζεται λοιπόν,
493καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά του θὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον,
494ἐνῷ ἡ ἀξιοπρέπεια εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἵσταται ὑψηλά,
495προκειμένου περὶ ἀξιώματος τόσον ὑπερηφάνου, ὅπερ ἔχει
496τόσον σοβαρὰν ἀποστολὴν διὰ τὸ Ἔθνος. Ἄν ἡ σημερινὴ
497Κυβέρνησις λαμβάνει αὐτὸ τὸ μέτρον διὰ τὸ κίνημα τῆς 6
498Μαρτίου, ἄλλη Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον διὰ
499ἄλλο ζήτημα καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ θὰ εἶναι ἀξιο-
500θρήνητος. Οὐδεὶς σεβασμὸς θὰ ὑπάρχῃ. Ὁ κατώτερος θὰ
501προσπαθῇ νὰ ἐκδιώξῃ τὸ ταχύτερον τὸν ἀνώτερόν του διὰ
502νὰ προαχθῇ ὅπως δυστυχῶς γίνεται καὶ σήμερον.
503§20Λ. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἀπὸ τοῦ
5041917 καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ κ. Συνάδελφος ἀντιγράφει τὴν ἱστο-
505ρίαν του ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν.
506§21ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ κ. Συναδέλφου εἶναι τι-
507μητικὴ δι’ αὐτόν.
508§22Λ. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ὁμιλεῖ ἐνώπιον
509τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀλ-
510λοῦ. (Δημιουργεῖται θόρυβος).
511§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συ-
512ζήτησις. Δηλοῦμεν ὅτι δὲν δανόμεθα προσωπικὰς προκλή-
513σεις. Ὅσοι προβαίνουσιν εἰς αὐτάς, δὲν ὑπηρετοῦν τὴν γα-
514λήνην τοῦ τόπου.
515§24Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλεται σεβα-
516σμὸς καὶ προσοχὴ εἰς πάντα ὅστις ὁμιλεῖ ἐκ τοῦ βήματος,
517διότι ὁμιλεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ δικαιοῦται νὰ
518ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του, ὅπως θέλει. Δὲν δύναται κανείς, νὰ
519τὸν ἐμποδίσῃ δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ
520ἀφήσητε τὴν συζήτησιν νὰ διεξαχθῇ ἠρέμα καὶ κατόπιν,
521ὅστις ἐξ ὑμῶν θέλει, δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος
522τὰς γνώμας του.
523§25Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκτός τούτου, κ. Βουλευταί, δὲν ὑπάρ-
524χει πιθανότης ὅτι καὶ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ
525ἡ Κυβέρνησις κατὰ ἕνα δίκαιον τρόπον. Διότι ἡ Κυβέρνη-
526σις κατὰ διάφορον τρόπον κρίνει τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐνῷ
527ἄλλους παραπέμπει εἰς τὸ Συμβούλιον, ἄλλους τούς προά-
528γει. Θὰ ἐγερθῶσιν ὡς ἐκ τούτου δίκαια παράπονα τῶν ἀ-
529ξιωματικῶν. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ
530κατηγοροῦνται ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς ἕν κίνημα, εἰς τὸ κί-
531νημα τῆς 6ης Μαρτίου. Ἐφόσον ὅμως ἐγὼ γνωρίζω, οὐδεὶς
532ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ὡδήγησε τὸ τμῆμά του εἰς
533σύγκρουσιν κατὰ ἑνός ἄλλου τμήματος, ὅπως ὁρίζει ὁ νό-
534μος. Ἡ ἐπανάστασις ἔγινε μόνον διὰ λόγων, προτροπῶν καὶ
535συζητήσεων, ἐνῷ εἰς τὸ παρελθόν, ἔγιναν συγκρούσεις, ὅ-
536πως εἰς τὸ 1923, μεταξὺ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ στρα-
537τεύματος. Οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ οἵτινες ὡδήγησαν τὰ ἔνοπλα
538τμήματα ἐναντίον ἄλλων ἐνόπλων παρέμειναν εἰς τὸ στρά-
539τευμα καὶ διώκησαν τοὺς κατωτέρους των ἀμερολήπτως καὶ
540οἱ κατώτεροι ἐπειθάρχησαν ἀπολύτως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅ-
541τι τῆς Κυβερνήσεως συμφέρον εἶναι, νὰ σκεφθῇ καλύτερον
542καὶ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτόν, παρὰ νὰ ἀφήσῃ τὰς
543ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων ἐκείνων, ἅτινα αὐτὴ συνεκρό-
544τησε, ἄν θέλῃ ἐπὶ τέλους, ἄς συγκροτήσῃ ἄλλα Συμβούλια
545ἐπίσης ἐξ ἀξιωματικῶν ἄλλων, ἐξ ἄλλων ὅπλων διὰ νὰ
546κρίνουν, ἔστω καὶ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον τοὺς ἀξιωματικοὺς
547αὐτούς. Διότι θὰ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐντύπω-
548σις ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται εἰς ἥσσονα θέσιν τῶν ἀ-
549γροφυλάκων καὶ τῶν κλητήρων. Αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης
550ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι ὀδυνηραὶ διὰ τὸ στρά-
551τευμα καὶ ὅλας τὰς εὐθύνας θὰ τὰς ὑπέχῃ ἀκεραίας ἡ Κυ-
552βέρνησις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπο-
553λιτεύσεως).
554§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς.
555§27ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Βουλευταί, μᾶς ἐδόθη
556εὐκαιρία νὰ καταδικάσωμεν τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, τὸ
557κίνημα ὅμως ἐκεῖνο εἶχεν ἐλατήρια, ἅτινα ἐκ τῶν ὑστέρων
558ἐν πολλοῖς ἐδικαιώθησαν, διότι τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἀπέβλεπε,
559κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν κινηματιῶν, εἰς τὴν πρόληψιν ἀ-
560νωμαλιῶν, διότι καὶ πρὸ τῆς ἀποπείρας τῆς ὁδοῦ Κηφισίας
561εἶχον παρασκευασθῆ καί τινες ἄλλαι ἀπόπειραι, αἱ ὁποῖαι
562δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐκδηλωθῶσι καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν.
563Παρὰ ταῦτα δὲν παύομεν νὰ καταδικάζωμεν τὸ κίνημα ἐκεῖ-
564νο τὸ ὁποῖον τὴν ἑπομένην μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ ἑλληνικοῦ
565λαοῦ, ἔστω καὶ ἄν ἡ ἐτυμηγορία αὕτη δὲν ἦτο τοιαύτη, ὅ-
566πως, κατὰ κόρον ἐμφανίζεται ἑκάστοτε, ἀλλὰ μία ἀμυδρὰ
567πλειονοψηφία εἰς ἀριθμὸν ἑδρῶν βουλευτῶν, μειονοψηφία δὲ
568ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι,
569παρὰ ταῦτα, τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου εἶναι καταδικα-
570στέον. Διαφωνοῦμεν ὅμως ριζικῶς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ
571κολασμοῦ τῶν μετασχόντων ἀξιωματικῶν. Οὐδεὶς θὰ εἶχεν
572ἀντίρρησιν ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ μεί-
573νουν ἀτιμώρητοι. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους προβλέπουν διαδι-
574κασίαν, προβλέπουν ποινάς, προβλέπουν ποινικὴν διαδι-
575κασίαν, καὶ διοικητικὴν διαδικασίαν. Ἑπομένως ἡ παρέκ-
576κλισις ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτὰς δημιουργεῖ ἀνωμαλίας, ἐ-
577νῷ ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς πολι-
578τικῆς καταστάσεως. Ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὴν καθιερωμέ-
579νην διαδικασίαν καὶ τὰς καθιερωμένας διατάξεις, προσκρού-
580ει πρὸ παντὸς εἰς αὐτὸν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Διότι,
581Κύριοι, ἄς ἀποβλέψωμεν ὀλίγον εἰς τὴν οὐσίαν. Δὲν λέγει
582βεβαίως τὸ Σύνταγμα ρητῶς ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ λειτουρ-
583γοὶ ὑπάγονται, ὅπως καὶ οἱ πολιτικοὶ λειτουργοί, εἰς τὴν
584κρίσιν τῶν κατὰ νόμον Διοικητικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ εἶ-
585ναι προφανές, ὅτι ἡ αὐτὴ οὐσία ὑπάρχει, ὁ αὐτὸς «ράτσιο
586λέγκις» καὶ εἶναι ἀδύνατον εἷς σώφρων δικαστὴς νὰ μὴ
587εἴπῃ ὅτι ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ
588δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς λειτουρ-
589γούς. Καὶ κατὰ μείζονα λόγον, διότι, ἄν κατωχυρώθησαν
590οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐκτελε-
591στικῆς ἐξουσίας, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ κατοχυρω-
592θοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς μακρὰν τῆς
593πολιτικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπεμβάσεων. Ἑπομένως συν-
594τρέχει λόγος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ κατ’ ἀναλο-
595γίαν. Λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀνέκαθεν ἐκρίνον-
596το οἱ στρατιωτικοὶ ἀποκεντρωτικῶς, δὲν ἀνεμιγνύοντο οὔτε
597ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς τιμωρίας, οὔτε ἄλλος τις, ἀλλ’ αἱ
598στρατιωτικαὶ τῶν συμβουλίων ἀρχαὶ ἐπέβαλον τὰς διοικητι-
599κὰς ποινάς, τὰς πειθαρχικὰς ποινάς. Ἄν δὲ ἐπεχειρήθη
600κατὰ τὸ 1923 μία παρέκκλισις ἀπὸ τῆς διατάξεως αὐτῆς
601καὶ πάλιν ἡ παρέκκλισις ἦτο ἀναμφιβόλως πολὺ μικροτέ-
602ρα, διότι τότε συνέστη ἕν συμβούλιον ἐξ ἀξιωματικῶν, ἕν ἐ-
603ξαιρετικὸν συμβούλιον διὰ μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν, δὲν
604ἀνέλαβε δὲ τὴν κρίσιν αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
605Σημειώσατε δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
606κῶν, κατεφέρθη δριμύτατα κατὰ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δι-
607ατάξεως ἀπὸ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, χωρὶς καὶ τότε τὸ
608Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν κρίσιν. Σημειώ-
609σατε δὲ ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἀνώμαλος καὶ σχε-
610δὸν τὸ Σύνταγμα ἦτο ὑπὸ ἀναστολήν. Καὶ εἰς μίαν ἄλλην
611ἐποχὴν, εἰς τὸ 1917, εἰς τὸ Ναυτικὸν ἐπεχειρήθη παρέκ-
612κλισις, ἀλλὰ καὶ πάλιν, κατόπιν τῆς γνώμης μιᾶς ἐπιτροπῆς,
613καὶ σημειωτέον εἰς ἐποχὴν πολεμικήν. Δι’ αὐτό φρονῶ, ὅ-
614τι ὁ τρόπος τοῦ κολασμοῦ δημιουργεῖ ἕν κακὸν προηγούμε-
615νον, δημιουργεῖ καὶ ἐπιτείνει τὴν ὑπάρχουσαν πολιτικὴν ἀ-
616νωμαλίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἄν θελήσῃ
617κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας τοῦ Δικαίου νὰ ἑρμηνεύ-
618σῃ τὸ σχετικὸν 114 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁ-
619μιλεῖ περὶ τῶν συμβουλίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἀ-
620ποκλείονται οἱ στρατιωτικοί, μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀντιδια-
621στολῆς. Κατ’ ἀνάγκην τὸ κενὸν αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, ἄν
622θεωρηθῇ κενόν, ἐφόσον δὲν ὁμιλεῖ ρητῶς καὶ περὶ στρατι-
623ωτικῶν, θὰ ἐπληροῦτο μὲ τὴν λογικήν, μὲ τὴν ἀναλογίαν.
624Σημειώσατε δὲ ὅτι τὸ ἄρθρον 114 τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται
625ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐνισχύθη διὰ τοῦ δημοκρατι-
626κοῦ νεωτέρου Συντάγματος καὶ ὑπὸ μιᾶς ἄλλης διατάξεως
627τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει
628μίαν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῆς Βουλῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν
629πράξεων τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον
630τοῦτο 118 ἐπιρρωνύει τὴν ἀντίληψιν ὑπὲρ τῆς κατοχυρώσε-
631ως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοὺς ἐξαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν
632αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος καὶ τῆς πολιτικῆς.
633Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ θεμελιώδης διάταξις τοῦ ἄρθρου
634114 τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παραβιάζει. Φρονῶ, ὅτι πα-
635ρέβλεψε καὶ μίαν ἄλλην. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον κατὰ
636τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὴν νόμιμον διαδικασίαν ἐπεβλή-
637θησαν ποιναί, νὰ ἀνατρέπωνται ἐκ τῶν ὑστέρων τὰ κεκρι-
638μένα δυσμενῶς διὰ τοὺς τιμωρουμένους. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖ
639τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 9 ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 97,
640ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ. Βεβαίως,
641αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν καθ’ ἑαυτὸ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχει
642ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς διοικητικῆς ἐν γένει δικαιοσύνης,
643ὡς εἷς φυσικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος περιελήφθη εἰς τὸ Σύνταγ-
644μα. Καὶ ἐν τούτοις ἐστερήθησαν τοῦ διοικητικοῦ των δικα-
645στοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Κύριοι, δημιουργεῖ μεγάλην ἀ-
646νωμαλίαν ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, διότι ἐ-
647ξευτελίζει — θὰ μεταχειρισθῶ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν φράσιν
648—καὶ αὐτὸ τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον, διότι
649τὶ ἄλλο λέγει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸ στρατιωτικὸν συμβούλι-
650ον; «σᾶς θεωρῶ μεροληπτικοὺς κριτάς, σᾶς θεωρῶ ἀνικά-
651νους κριτὰς καὶ σᾶς ἀφαιρῶ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν. Ἀνατρέ-
652πω τὰς ἀποφάσεις σας καὶ ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ κρίνω».
653Πῶς θέλετε τότε νὰ ὑπάρχῃ εἷς σεβασμὸς τοῦ στρατοῦ πρὸς
654τὰς ἀνωτάτας Ἀρχάς, πρὸς τὰ Συμβούλια; Κύριοι, ὁ κ.
655Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐχαρακτήρισεν εἰς τὴν αἰτιο-
656λογικὴν ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἐπιεικεῖς τὰς ἀπο-
657φάσεις τὰς ληφθείσας ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν.
658Ἐγὼ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ κρίνω τὸ μέτρον τῆς ἐπι-
659βληθείσης ποινῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ἀσφαλῶς
660συντρέχουν περιστάσεις ἐλαφρυντικαὶ διὰ τοὺς ἀξιωματι-
661κοὺς αὐτούς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν νὰ
662τὸ εἴπω τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ φυσικοί των
663δικασταὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνουν ἄλλως. Σᾶς εἶπον ἐν
664ἀρχῇ, ὅτι τὰ ἐλατήρια τοῦ κινήματος ἐκείνου ἐκ τῶν ὑστέ-
665ρων ἐδικαιώθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, οἱ φυσικοὶ
666δικασταὶ εἶχον νὰ κρίνουν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀξιωματικῶν
667ὄντως ἐκλεκτῶν τὴν μόρφωσιν, τὸν χαρακτῆρα, μὲ πολεμι-
668κὰς ὑπηρεσίας πρώτης τάξεως. Σημειώσατε, ὅτι ἐπίστευσαν
669οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἰς ἕν καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργή-
670θη δι’ ὀλίγον χρόνον καὶ ὑπήκουσαν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ
671καθεστῶτος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καθεστὼς συμβιβαστικῶς κα-
672τόπιν κατελύθη καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τῆς Κυβερνήσεως
673τῶν Ἀντιστρατήγων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον φοβερὸν
674ἁμάρτημα τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑποστοῦν τὴν ἐ-
675σχάτην τῶν ποινῶν, διότι ὑπήκουσαν εἰς ἕν «ντέ φάκτο» ἐπι-
676κρατῆσαν καὶ προσωρινὸν καθεστώς. Λοιπὸν αὐτὸ ἀποτελεῖ
677ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους ἔ-
678κρινε τὸ Συμβούλιον. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ
679κάμω μίαν ἄλλην σύγκρισιν. Οἱ ἀξιωματικοὶ παρεπέμφθη-
680σαν καὶ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ ἡ δίκη των ἐκκρε-
681μεῖ ἀκόμη. Διεπράχθη ὑπὸ ἄλλων ἀξιωματικῶν τῆς Χωρο-
682φυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο
683καὶ βδελυρόν, κατὰ τὴν φράσιν ὅλων, κακούργημα τῆς ὁδοῦ
684Κηφισίας. Κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων διενηργήθη καὶ
685διοικητικὴ ἀνάκρισις ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον πρὸ
686παντὸς πιστὸν εἰς τὴν παράταξιν τὴν ὑμετέραν, ἀπὸ τὸν κ.
687Καλυβίτην καὶ ὁ κ. Καλυβίτης ἐπρότεινε τὴν παραπομ-
688πὴν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν διοικητικὴν δικαι-
689οσύνην καὶ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ:
690δὲν εἶναι κατάφωρος ἡ ἀντίθεσις τῶν δύο μέτρων καὶ τῶν
691δύο σταθμῶν, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ
692νὰ τοὺς ἀποκαλέσω, οἱ κανίβαλλοι τῆς ὁδοῦ Κηφισίας, οὐ-
693δαμῶς ἐθίγησαν διοικητικῶς, παρὰ τὴν πρότασιν τοῦ Ἐ-
694πιθεωρητοῦ κ. Καλυβίτου, οὐδαμῶς ἀπετάχθησαν μέχρι σή-
695μερον καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
696οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὸ παράπτωμά των, ἔχουν ἕν παρελθόν, τὸ
697ὁποῖον οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ, παρὰ τὴν ἐνερ-
698γητικότητα τῆς διοικητικῆς διώξεώς των, πρόκειται νὰ
699πληγοῦν βαρύτατα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρὰ
700τὸ διοικητικὸν δεδικασμένον; Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
701ἀναλαμβάνον μίαν τοιαύτην κρίσιν, ἀντικειμένην πρὸς τὸ
702Σύνταγμα, θὰ διαπράξῃ μίαν ἀδικίαν προωρισμένην νὰ ἐπι-
703τείνῃ τὰς ἀνωμαλίας. Κύριοι, ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς
704τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ μέτρου. Δὲν δύναται ἡ νομο-
705θετικὴ ἐξουσία, παρὰ τὰς σαφεστάτας διατάξεις τοῦ Συντά-
706γματος, νὰ δημιουργήσῃ τὸν σημερινὸν νόμον. Ὁ σημερινὸς
707νόμος, Κύριοι, διὰ κάθε ἀμερόληπτον κριτήν, εἶναι ἄκυρος,
708εἶναι ἀντισυνταγματικός. Δὲν θὰ χρειάζεται καμμία νο-
709μοθετικὴ ἐνέργεια διαδόχου Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐπανέλ-
710θουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἰς τὰς τάξεις των. Δὲν δύνα-
711ται, Κύριοι, νὰ πείσῃ ἡ Κυβέρνησις κανένα, ὅτι μετ’ ἀμε-
712ροληψίας θὰ κρίνῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς. Καὶ δὲν δύ-
713ναται ἡ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ κανένα περὶ τῆς ὀρθότητος
714καὶ ἀμεροληψίας τῆς κρίσεώς της, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπο-
715τελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐπὶ τέλους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ κι-
716νήματος αὐτοῦ ἐθίχθησαν, οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν εἶναι κατ’ οὐ-
717σίαν ἀντίδικοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν
718ψυχήν των νὰ μὴ τρέφουν ἕν αἴσθημα ἐκδικήσεως, ἕν αἴ-
719σθημα στρεφόμενον ἐναντίον τῶν κινηματιῶν. Εἶναι οἱ μᾶλ-
720λον ἀκατάλληλοι κριταὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ
721φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαπράττει, εἰσάγουσα τὸ
722νομοσχέδιον τοῦτο, ἕν μέγα σφάλμα, ἐντεῖνον τὰς ἀνωμαλί-
723ας, ἐνῶ τὸ καταδικαστέον κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ἦτο
724δυνατὸν νὰ κολασθῇ κατὰ τὸν ὀρθὸν καὶ δίκαιον τρόπον.
725§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραάμ.
726§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ περιορισθῶ, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν
727ἔρευναν τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματι-
728κῆς καὶ νομικῆς, ἔστω καὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν,
729ἔστω καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης ὥρας, διότι νο-
730μίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία, ἡ θεμελιώδης ἄποψις τοῦ
731ζητήματος αὐτοῦ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς
732Κυβερνήσεως ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτῆς
733ἐνώπιον τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς
734ἀπόψεις του καὶ ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀποχῆς τῆς Ἀν-
735τιπολιτεύσεως μέλη τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως ἐπελή-
736φθησαν ἐπίσης τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀναπτύξουν τὰς σχετικὰς
737ἀντιλήψεις των ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔχω λοιπόν, Κύριοι Συν-
738άδελφοι, τὴν γνώμην ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι δι-
739ετυπώθησαν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
740ὡς καὶ τῶν μελῶν τούτων τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως
741καὶ προεβλήθησαν—ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν —
742ἐνώπιον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ
743κρινομένου μέτρου, δὲν εἶναι συνταγματικῶς καὶ νομικῶς
744ὀρθαὶ καὶ βάσιμοι. Διότι ὑπεστηρίχθη μετὰ πολλῆς τόλ-
745μης, ὅτι δῆθεν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι τακτικοὶ καὶ μόνι-
746μοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι καὶ αὐτοὶ ὄργανα τοῦ
747Κράτους προστατευόμενα ἀπὸ ρητῶς ὡρισμένας συνταγματι-
748κὰς διατάξεις εἰδικώτερον ἀπὸ τὴν γνωστὴν διά-
749ταξιν τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
750ἀσφαλίζει γενικῶς τὴν μονιμότητα ὅλων τῶν διοικητικῶν
751ὑπαλλήλων. Καὶ κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως ἀντληθῶσιν
752ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου
753τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἐκδοθεῖσαν τῷ 1929, διὰ τῆς ὁποίας
754ἐλέχθη, ὅτι ἐτάμη δῆθεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἐφόσον δι’
755αὐτῆς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη κατὰ πλειο-
756νοψηφίαν ὅτι, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν ξηρᾶς, θαλάσ-
757σης, δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Συντάγματος.
758Ἀλλ’ εἶνε, νομίζω, προσῆκον νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι, ὅτε ἐξεδό-
759θη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐκ
760μέρους τῆς νῦν κυβερνητικῆς παρατάξεως, τότε ἀντιπολι-
761τευομένης, ἐπεκρίθη αὕτη δριμύτατα καὶ ἐχαρακτηρίσθη
762ὡς σκανδαλώδης. Εἰς δημοσιεύματα τῆς ἐφημερίδος «Καθη-
763μερινή» τῆς 3ης καὶ τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1930 ὑπὸ τὸν τί-
764τλον.......... καὶ μὲ στοιχεῖα παχύτατα, κατηγγέλε-
765το τὸ σκάνδαλον τῆς τερατώδους ταύτης ἀποφάσεως τοῦ
766Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὄπισθεν τῆς ὁποίας πειρᾶται
767σήμερον νὰ καλυφθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἠλέγχοντο τὰ μέλη
768τοῦ Συμβουλίου, διότι, παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους,
769ἐν ὀνόματι δὲ δῆθεν μόνον τῆς ἀρχῆς μιᾶς ψευδοῦς σκοπιμό-
770τητος, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσε καὶ ὑπηγόρευσε προσωπικὴ ἐ-
771πέμβασις καὶ πίεσις αὐτοῦ τούτου τοῦ τότε Προέδρου τῆς
772Κυβερνήσεως, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι οἱ ἀξιωμα-
773τικοὶ στεροῦνται τῆς προστασίας τῆς μονιμότητος, τῆς ὁ-
774ποίας ἀπολαμβάνουν ὅλοι οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐτονί-
775ζετο μάλιστα ὅτι ἡ σκανδαλώδης τότε κυβερνητικὴ ἐπέμβα-
776σις ἐχώρησεν ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ Συμβουλίου καὶ κατὰ
777τὴν διάρκειαν ἀκόμη τῆς διασκέψεως τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ,
778συμβαλοῦσα δῆθεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁ-
779ποία εἶχεν ἤδη ληφθῇ ὑπὲρ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς συν-
780ταγματικῆς διατάξεως. Ἐδέησε τότε μάλιστα ὁ Πρόεδρος
781τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κ. Ρακτιβάν, δι’ ἐπιστο-
782λῆς του, καταχωρηθείσης εἰς τὴν αὐτὴν ἐφημερίδα, νὰ δια-
783ψεύσῃ τὴν συκοφαντικὴν ταύτην εἴδησιν. Ἀνεγράφετο συγ-
784χρόνως τότε εἰς τὴν «Καθημερινὴν» τῆς 4ης Ἰανουαρίου,
785ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρόε-
786δρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε πλήρως ἐνημερωθῆ ἐπ’ αὐτοῦ
787καὶ θὰ ἐλάμβανε καὶ ὁ ἴδιος μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς
788σχετικῆς ἐπερωτήσεως. Οὕτω λοιπόν, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς
789τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξηναγκάσθη τὸ Συμβούλιον
790τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, κατὰ τήν
791ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι μόνιμοι διοικητικοὶ ὑπάλ-
792ληλοι καὶ δὲν ἀπολαύουσι συνταγματικῆς προστασίας. Προσ-
793ετίθετο μάλιστα ὅτι, κατὰ τὴν διάσκεψιν τοῦ Συμβουλίου,
794ἐνῷ ἐπεκράτησε κατ’ ἀρχὰς ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας τοῦ
795Συμβουλίου, μετεβλήθη δῆθεν αὕτη, διότι ἀνεπτύχθη κατ’
796αὐτὴν ἡ ὑποβολιμαία κυβερνητικὴ ἄποψις, καθ’ ἣν ἔπρεπε
797νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς σκοπιμότητος, δυνάμει τῆς ὁποίας,
798δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνᾷ τὸ Συμβούλιον τῆς
799Ἐπικρατείας τὰς ἀποφάσεις τῶν Στρατιωτικῶν Συμβουλί-
800ων, διότι θὰ προσεβάλλετο ἡ διέπουσα τὴν ἐσωτερικὴν λει-
801τουργίαν τοῦ στρατεύματος ἰδιαιτέρας ἐντελῶς φύσεως πει-
802θαρχία. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας
803ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ ἐστηρίχθη εἰς τὴν προστιθεμένην εἰς
804τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἑρμηνευτικὴν
805δήλωσιν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐλ. Βε-
806νεζέλου. Ἡ δήλωσις αὐτὴ δὲν ἐπανελήφθη κατὰ τὴν ψήφι-
807σιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 114, προ-
808εκλήθη δ’ ἐξ αὐτοῦ συζήτησις μακρὰ ἐὰν ἡ παράλειψις ταύ-
809της ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀκριβῶς διότι ὁ συνταγματικὸς νο-
810μοθέτης ἠγνόει ὅτι προστατεύονται καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ὡς
811πάντες οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, δι’ αὐτὸ παρέλειψε νὰ ἐ-
812παναλάβῃ ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ λογικὴ ἑρμηνεία,
813διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, συγχρόνως ἀπηλείφθη ἐκ τοῦ
814νέου Συντάγματος τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὸ
815Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911, ὅπερ ἐπροστάτευεν
816εἰδικῶς καὶ ἐξαιρετικῶς τὴν μονιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν,
817ὁρίζον ὅτι: «μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οἱ στρα-
818τιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν
819καὶ τῶν συντάξεων αὐτῶν». Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον,
820ὅτι ἡ παράλειψις αὐτὴ ἔχει τὴν λογικὴ ἀντιλογίαν. Τὸ
821Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπικαλεῖται τὴν ἑρμηνευτικὴν
822δήλωσιν, τὴν γενομένην, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἄρθρον 104 τοῦ
823Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ τονίζει εἰς τὴν ἀπόφασίν του,
824ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ προστατεύονται καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 81
825τοῦ νέου Συντάγματος, ὁρίζοντος καὶ αὐτοῦ ρητῶς ὅτι: «Ὁ
826Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀπονέμει «κατὰ νόμον» τοὺς
827στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς καὶ διορίζει καὶ παύ-
828ει κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους». Καὶ ἐγεννήθη
829τὸ ζήτημα ποίου εἴδους νόμον ἐννοεῖ, ὅταν λέγῃ ὅτι ἡ ἀπο-
830νομὴ τῶν βαθμῶν, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἡ ἀφαίρεσις, γί-
831νεται κατὰ νόμον. Ἐκρίθη δὲ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν
832αὐτὴν ἔννοιαν πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 100 τῶν πα-
833λαιῶν Συνταγμάτων, ἡ ὁποία, ὡς ἡρμηνεύθη, βεβαίως δὲν
834προέβλεπε τὴν ἔκδοσιν εἰδικοῦ καὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου δι’ ὡ-
835ρισμένα πρόσωπα καὶ διὰ συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ
836γενικοῦ ὀργανικοῦ καὶ καταστατικοῦ νόμου, ρυθμίζοντος τὰ
837τῆς καταστάσεως τῶν ἀξ)κῶν, οἷος ἄλλως ὑφίσταται ἀφ’ ἧς
838ὑπάρχει ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπεκαλέσθην εἰς
839τὴν προηγουμένην συζήτησιν καὶ τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Συν-
840τάγματος, τὸ ὁποῖον παρέχει ἰσχυρότατον ἐπιχείρημα πρὸς
841στήριξιν τῆς ἐκδοχῆς μας ταύτης. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρ-
842θρον αὐτό, αἱ ἀποφάσεις τῶν κεντρικῶν συμβουλίων τῶν Ὑ-
843πουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, αἱ ἀφορῶσαι ὑπαλ-
844ληλικὰς μεταβολὰς καὶ προαγωγάς, ἢ ἄσκησιν πειθαρχι-
845κῆς ἐξουσίας, ἐξαιροῦνται τοῦ ἰδιαιτέρου ἀμέσου ἐλέγχου
846τῶν Βουλῶν, τὸν ὁποῖον προβλέπει διὰ τὰς ἀποφάσεις ὅλων
847τῶν ἄλλων συμβουλίων τῶν Ὑπουργείων. Γίνεται δηλ. ρητὴ
848ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ μνεία τῶν ἁρμοδίων διὰ τὰς μεταβολὰς
849συμβουλίων, τὰ ὁποῖα, οὕτω, εἶναι συνταγματικῶς ἀνεγνω-
850ρισμένα. Ἀλλὰ κυρίως ἡμεῖς ἐξητάσαμεν καὶ τὴν ἄλλην
851φορὰν τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συγκρούσεως
852αὐτοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 97 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπεδείξα-
853μεν τὴν ἀπόλυτον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀντισυνταγματι-
854κότητα αὐτοῦ. Ταύτην ἐπρόσεξεν, ὡς εἶδον, ἰδιαιτέρως ὁ
855κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσεπάθησε νὰ ἀντι-
856κρούσῃ τοὺς σχετικοὺς ἰσχυρισμούς μας. Ἀλλ’ εἶναι φανε-
857ρόν, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκει-
858ται ὁριστικῶς διὰ τῆς ψήφου της ἡ Βουλὴ νὰ καταστήσῃ
859νόμον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι δι’ αὐτοῦ μεταβάλλε-
860ται εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον δικαστήριον, ἐ-
861πιβάλλον ποινήν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ὁ κ.
862Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὅτι δῆθεν δὲν πρό-
863κειται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς καὶ ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον περὶ
864καταστάσεως ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν ὁποῖον δῆθεν πάντοτε ἡ
865αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι κατάστασις, καὶ ἑπομέ-
866νως θὰ πρόκειται περὶ μέτρου διοικητικοῦ καὶ οὐχὶ περὶ
867ποινῆς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν αἰ-
868τιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τονίζεται ὅτι σκοπός
869αὐτοῦ εἶναι, ὅπως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιβάλῃ τὴν
870αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀξιω-
871ματικῶν ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ συμβού-
872λια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων παρεπέμφθησαν, δὲν ἐξεπλήρωσαν
873τὸ καθῆκόν των αὐτὸ κατὰ τὴν κυβερνητικὴν ἐπιθυμίαν.
874Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη εἰδικῶς τὸ
875ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, τὸ
876ὁποῖον πράγματι λέγει, ὅτι ἡ ἀποστρατεία εἶναι ἡ τελευ-
877ταία κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐπανερχομένου εἰς τὸν
878ἰδιωτικὸν βίον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ αὐτεπάγγελτος ἀποστρα-
879τεία εἰς τὴν ὁποίαν τίθεται ὁ ἀξιωματικὸς διὰ διαταγῆς
880τοῦ Ὑπουργείου, ἕνεκα γεγονότος ἐξαιρετικοῦ, κατόπιν ἀ-
881ποφάσεως ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, κατὰ τῆς ὁποίας, ἔχει
882προσφυγὴν ἐνώπιον δευτεροβαθμίου συμβουλίου. Ἐπίσης,
883περαιτέρω ὁ νόμος, ρυθμίζων εἰς τὸ ἄρθρον 52 τὰ τῆς αὐ-
884τεπαγγέλτου ἀποστρατείας ὡς ποινῆς, ὁρίζει τὰ ἑξῆς: (ἀνα-
885γιγνώσκει). Ὡς ποινὴν λοιπὸν χαρακτηρίζει ρητῶς ὁ νομο-
886θέτης τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν, κ. Πρόεδρε τῆς
887Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς νομικῶς ἠθελήσατε νὰ
888στηριχθῆτε εἰς αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς τοιαύτης ἀπο-
889στρατείας ὡς μέτρου διοικητικοῦ, ἐφόσον εἶναι προφανές
890καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ὀρ-
891γανικοῦ αὐτοῦ νόμου, ὅτι φέρει τὸν χαρακτῆρα ποινῆς ἡ αὐ-
892τεπάγγελτος ἀποστρατεία, ἡ ὁποία ἐπέρχεται συνεπείᾳ πα-
893ραπτώματος πειθαρχικοῦ. Διότι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ
894ἰδίου νόμου ὁρίζονται ρητῶς τὰ ἑξῆς: «Τὰ πειθαρχικὰ πα-
895ραπτώματα...κλπ.» (ἀναγιγνώσκει). Πειθαρχικὴν ποινήν, ἐ-
896πιβαλλομένην ὡς συνέπειαν πειθαρχικοῦ παραπτώματος ἐθε-
897ώρησαν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων τὴν
898αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν, ὅταν παρέπεμπον τοὺς ἀξιω-
899ματικοὺς αὐτοὺς διὰ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸ κίνημα τῆς
9006ης Μαρτίου ἐνώπιον τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, τῶν
901προβλεπομένων ἐκ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματι-
902κῶν καὶ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ἔχουν καὶ δι-
903καίωμα προσφυγῆς ἐνώπιον δευτεροβαθμίων συμβουλίων.
904Οὐδεμία λοιπόν, κατ’ ἐμέ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ νομικῶς
905ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, μεταβαλλόμενον
906εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον διοικητικὸν δικα-
907στήριον, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐν τῷ ν)δίῳ ὁριζομένην ποι-
908νὴν τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας. Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι
909οὕτω καὶ ἔκτακτον δικαστήριον συνιστᾶται μετὰ τὴν πρᾶ-
910ξιν καὶ ἡ ποινὴ ὁρίζεται καὶ ἐπιβάλλεται διὰ νόμου, μὴ ἰ-
911σχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, καὶ τοῦ φυσικοῦ
912των δικαστοῦ, τοῦ παρὰ τοῦ ἰσχύοντος πρὸ τῆς πράξεως
913ὡρισμένου, στεροῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι. Προσβάλλεται
914συνεπῶς, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 97, τοῦ ἀποκλείοντος τὴν σύ-
915στασιν ἐκτάκτων δικαστηρίων καὶ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον
916ὁρίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ ἄνευ νόμου ἰσχύ-
917οντος πρὸ τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος, καὶ τὸ ἄρθρον τὸ
918ὁρίζον, ὡς γνωστόν, ὅτι «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ
919τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ».
920§30ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Λησμονεῖτε τὰ Στρατοδικεῖα!
921§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ Σύνταγμα ἑρμηνεύομεν, κ. Βουλευτά.
922Λησμονεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν πολεμικὴν ἐκείνην περίοδον, ὅ-
923πως καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐμπεπλεγμένα εἰς τὸν πόλεμον Κράτη,
924ὑπῆρχεν ἀναστολὴ τῶν σχετικῶν συνταγματικῶν διατάξε-
925ων.
926§32Δ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος δυνάμει
927τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ διώξῃ ἀντιστρα-
928τήγους. Διατὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διώξῃ ἀνθυπολοχα-
929γούς; (Θόρυβος).
930§33Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Γνωρίζω τὸν νόμον αὐτὸν ἀλλὰ δὲν ἔχει
931σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. (Θόρυβος).
932Παρατηρῶ πάντως ὅτι δὲν δύναται δι’ ἀνάρθρων κραυγῶν
933νὰ διεξαχθῇ συζήτησις συνταγματολογικὴ κατὰ τρόπον ἀν-
934τάξιον τοῦ βήματος τούτου καὶ τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εἶπον,
935λοιπόν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 8 καὶ τοῦ ἄρ-
936θρου 9 καὶ τοῦ ἄρθρου 97 ἀναμφισβητήτως τὸ μέτρον εἶναι
937ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλί-
938ας, εἰς τὴν σχετικήν του ἀγόρευσιν, ὡς εἶδον εἰς τὰ πρακτι-
939κά, ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι δῆθεν οἱ ἀξι-
940ωματικοὶ δὲν εἶναι μόνιμοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, τὴν διάτα-
941ξιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνα-
942φέρονται ἰδιαιτέρως οἱ ἀξιωματικοί, διότι πράγματι ἡ δια-
943τύπωσις αὕτη ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοὶ
944ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί. Τὸ ἄρ-
945θρον δηλαδὴ αὐτὸ ἰσχυρίσθη, κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τῶν
946ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐν
947ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ὑποστηριχθεῖ-
948σα ἑρμηνεία αὐτοῦ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς ἐξαχθὲν ἐπιχείρημα
949βάσιμον. Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς ἱστορικοὺς λόγους δι’ οὓς
950διετυπώθη οὕτω τὸ ἄρθρον αὐτό.
951Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὁμιλεῖ
952περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ὑπῆρ-
953χεν εἰδικὴ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιότης τοῦ ἐν ἐνε-
954ργείᾳ ἀξιωματικοῦ δὲν ἦτο ἀσυμβίβαστος. Τότε ὑπὸ τὸ
955πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 64, εἰς τὴν ὁποίαν διεδρα-
956μάτισαν ἐξαιρετικὸν ρόλον οἱ ἀξιωματικοί, διεξεδίκησαν οὗ-
957τοι καὶ ἐπέτυχον ὡς εἰδικὸν προνόμιον τὸ δικαίωμα νὰ πο-
958λιτεύωνται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοί. Καὶ εἶναι γνωστοὶ
959εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου οἱ ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι
960ἐγένοντο ἵνα χάριν τοῦ στρατεύματος ἀπομακρυνθοῦν τῆς
961πολιτικῆς. Ἀκριβῶς δὲ πρὸς διαστολὴν καὶ κατάργησιν
962τῆς ἐξαιρέσεως, ἡ ὁποία εἶχε καθιερωθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα
963τοῦ 1864, διετυπώθη οὕτω ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 71 εἰς τὸ
964Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
965ὡρίζετο «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα
966πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, οὐχὶ δὲ καὶ
967πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ», ἐκ τῆς ὁποίας ἀκρι-
968βῶς ἐξάγεται, ὅτι περιελαμβάνοντο εἰς τοὺς ἐμμίσθους δη-
969μοσίους ὑπαλλήλους, πρὸς ἔξαρσιν τῆς καταργήσεως τῆς
970διακρίσεως αὐτῆς προσετέθη εἰς τὴν φράσιν ἔμμισθοι δη-
971μόσιοι ὑπάλληλοι, ἡ φράσις «στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ», ἡ ὁ-
972ποία οὐδαμῶς ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομο-
973θέτης ἠθέλησε ν’ ἀποχωρήσῃ αὐτοὺς τῶν ἐμμίσθων δημοσί-
974ων ὑπαλλήλων.
975§34ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ λέγετε σεῖς αὐτό;
976§35Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν σχε-
977τικῶν ἑρμηνευτικῶν στοιχείων καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου
978τῶν σχετικῶν διατάξεων. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔλεγε: «τὰ
979καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ
980ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ
981στρατιωτικοῦ». Ἐκ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως τῆς σχετι-
982κῆς διατάξεως καθίσταται φανερόν, ὅτι θεωρεῖ τοὺς ἀξιωμα-
983τικοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ δι’ αὐτὸ τονίζει
984τὴν ἐξαίρεσιν. Πρὸς διαστολὴν τῆς καταργήσεως τῆς ἐξαι-
985ρέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη διὰ τοὺς γνωστοὺς ἱστορικοὺς
986λόγους εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἦλθεν ὁ συνταγματικὸς
987νομοθέτης τοῦ 1911, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς σχετικῆς
988εἰσηγήσεως ὅλων τῶν προσχεδίων καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς
989ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἀπα-
990λείψει τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ἀφεώρα εἰς τοὺς στρατιωτι-
991κοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀξιωματικούς,
992ἵνα ἐφαρμοσθῇ οὕτω καὶ εἰς αὐτοὺς ὁ γενικὸς κανὼν τοῦ
993ἀσυμβιβάστου, ὡς τονίζεται εἰς τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Οὐ-
994δαμῶς κατὰ συνέπειαν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐπὶ τῇ βά-
995σει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ συνταγματικὸς
996νομοθέτης ἠθέλησε νὰ στερήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἰδι-
997ότητος τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τῆς προστα-
998σίας τῆς μονιμότητος αὐτῶν. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι μὲ ἐξέπληξεν
999ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀντληθεῖσα ἐπιχειρηματολογία τοῦ
1000κ. Συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἂν ἐξήταζε τὴν ἱστορίαν τῆς δια-
1001τάξεως αὐτῆς καὶ τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης διατυπώσεώς
1002της, δὲν θὰ ἔφθανε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῆς πρὸς ὑποστήριξιν
1003τῶν ἰσχυρισμῶν του, οἵτινες καὶ διὰ πάντα μὴ εἰδικόν, καὶ μὴ
1004συνταγματολογοῦντα, εἶναι πρόδηλον ὅτι δὲν δύναται νὰ εὐ-
1005σταθήσῃ καὶ λογικῶς, διότι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι οἱ ἀ-
1006ξιωματικοὶ ἐστερήθησαν διὰ τοῦ νέου Συντάγματος τῆς
1007προστασίας ἧς ἀπήλαυον πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
1008§36ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Μήπως ἔχετε καμμίαν πρόχειρον ἀγό-
1009ρευσιν καὶ ἔκθεσιν; Ἔχετε δίκαιον, ἄν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ
10101911 ἐγένετο δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ διαστολή. Ἀλλὰ νὰ
1011μᾶς εἴπητε ἂν ὑπάρχει ἀγόρευσις εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911
1012ὅτι ἡ φράσις ἐτέθη, ὅπως σεῖς εἴπετε, διὰ νὰ δηλωθῇ ὅτι
1013δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις, καὶ ὅτι ἀπολαύουν τῆς προσ-
1014τασίας.
1015§37Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θέλετε νὰ σᾶς φέρω τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς
1016ἐκθέσεις; Θὰ εὕρητε τὰς αἰτιολογίας καὶ τὴν ἑρμηνείαν
1017ποὺ ἀναφέρω εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προσχεδίου τῆς Κυβερνή-
1018σεως Δραγούμη, τὴν συντεταγμένην, ὡς γνωστόν, παρὰ τοῦ
1019καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου Ν. Σαριπόλου, τοῦ
1020προσχεδίου τοῦ Ραλλικοῦ κόμματος καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ
1021καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
1022§38ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἔχομεν τὴν ἀντίθετον ἑρμηνευτι-
1023κὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βενιζέλου.
1024§39Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ἄρθρου 71, ὅ-
1025περ ἐπεκαλέσθητε σεῖς. Ἡ δήλωσις ἐτέθη τῷ 1911 εἰς τὸ
1026ἄρθρον 102 καὶ δὲν ἐπανελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 114 τοῦ
10271927. Σᾶς εἶπα ὅτι διετηρεῖτο τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον
1028ἐπροστάτευεν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἀκόμη Συντάγματος ἐπαρ-
1029κῶς τοὺς στρατιωτικούς, ἴσως περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς
1030ἄλλους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους.
1031Κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν αὐτὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπε-
1032καλέσθη καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, θὰ ἐθίγετο ἡ πει-
1033θαρχία τοῦ στρατεύματος ἐκ τῆς ἐξετάσεως παρὰ τοῦ Συμ-
1034βουλίου Ἐπικρατείας ζητημάτων, ἀφορώντων τὴν κατάστα-
1035σιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν τοῦ στρα-
1036τεύματος. Ἀλλ’ ὀρθῶς παρετηρήθη ὡς πρὸς αὐτό, ἄν ὁ συν-
1037ταγματικὸς νομοθέτης, ἑρμηνεύων οὕτω τὸ Σύνταγμα, προὐ-
1038τίθετο νὰ ἀφήσῃ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον
1039καὶ αὐθαίρετον κρίσιν τῆς Διοικήσεως, ἤτοι τοῦ Ὑπουρ-
1040γοῦ, θὰ ἐδημιούργει μεγαλειτέρους κινδύνους διὰ τὴν
1041πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἑνότητα καὶ τάξιν τοῦ
1042στρατεύματος, τὴν ὁποίαν ἐσκόπει νὰ προστατεύσῃ. Διότι
1043εἶναι γνωστόν, ὅτι ἂν ὑπάρχει τι τὸ ὁποῖον προσβάλλει πε-
1044ρισσότερον τὴν ἔννοιαν τῆς Δικαιοσύνης καὶ κλονίζει πε-
1045ρισσότερον τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνότητος καὶ πειθαρχίας, τοῦτο
1046εἶναι ἡ αὐθαιρεσία καὶ τὸ ἀνεξέλεγκτον ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς
1047διοικήσεως. Καὶ εἶναι πράγματι θλιβερόν ὅτι κατ’ ἀτυχῆ
1048ἔμπνευσιν καὶ ἐκδήλωσιν μέλους κοινοβουλευτικοῦ τοῦ Σώ-
1049ματος τούτου, τὴν τελευταίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ψήφισιν
1050ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσετέθη
1051πρὸς κατοχύρωσιν τῆς κυβερνητικῆς αὐθαιρεσίας καὶ ἡ φρά-
1052σις «κατ’ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν». Ὡρίσθη δηλαδή, ὅτι ἐπι-
1053τρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως «κατ’ ἀνε-
1054ξέλεγκτον αὐτοῦ κρίσιν» θέσει εἰς αὐτεπάγγελτον ἀποστρα-
1055τείαν ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ κλπ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑ-
1056πάρχῃ εἰς ἄλλο νομοθέτημα ἡ τοιαύτη διακήρυξις τῆς ἀνε-
1057ξελέγκτου κρίσεως δικαστικῶς, διότι, ὡς δικαστήριον, ὡς
1058εἶπον, πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς
1059τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς ὁμολογεῖται εἰς τὴν αἰτιο-
1060λογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θὰ πρσθέσω περισ-
1061σότερα, Κύριοι Βουλευταί. Εἶπον καὶ τὴν ἄλλην φοράν, καὶ
1062ὑπενθύμισα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐτόνισε
1063κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἐπὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων διχάζον-
1064ται αἱ γνῶμαι. Καὶ εἶναι τοῦτο ἐν μέρει ἀληθές. Ἀλλ’ ὑπεν-
1065θύμισα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ
1066Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῷ 1929, ἐχαρακτηρίσθη ὡς
1067σκανδαλώδης ἀπὸ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰδικῶς ἀ-
1068πὸ ἐφημερίδα ἀνήκουσαν σήμερον εἰς τὴν κυβερνητικὴν
1069παράταξιν, τὴν κοπτομένην ὑπὲρ τῆς νομιμότητος. Καὶ εἶ-
1070ναι παράδοξον ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη λησμονεῖται ἐπὶ τοῦ ἀπα-
1071σχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος ἀπὸ τὴν διεκδικοῦσαν τὸ μονο-
1072πώλιον αὐτῆς Κυβέρνησιν. Δυστυχῶς, μεταβάλλονται καὶ αἱ
1073νομικαὶ καὶ αἱ συνταγματικαὶ ἀντιλήψεις, ἀναλόγως τῶν
1074περιστάσεων, καὶ θυσιάζονται αἱ νομικαὶ πεποιθήσεις εἰς
1075τὰς ἄλλοτε χαρακτηριζομένας ὡς ὀλεθρίας ἀπόψεις σκοπι-
1076μότητος. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἡ προκειμένη περίπτωσις ἐ-
1077πιτρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην μεταβολὴν καὶ νὰ πα-
1078ρασύρῃ τοὺς ἰσχυριζομένους ὅτι μάχονται ἐξ ἐπαγγέλμα-
1079τος τρόπον τινά, ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, εἰς τὴν υἱοθέτησιν τῆς
1080καθ’ ἧς ἠγωνίζοντο ἀρχῆς τῆς σκοπιμότητος καὶ τὴν κα-
1081ταπάτησιν ρητῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι, ὅπως ἀ-
1082πέδειξα, συντελεῖται ἀναμφισβητήτως διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ,
1083ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὠμὴ προσβολὴ τῆς ρητῆς διατάξεως τοῦ
1084Συντάγματος τῆς ἀποκλειούσης τὴν ἵδρυσιν ἐκτάκτων δι-
1085καστηρίων, ἐφόσον εἰς ἔκτακτον δικαστήριον μεταβάλλεται
1086τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὡς ποινὴν εἰς τοὺς ὑποπε-
1087σόντας εἰς ὡρισμένον πειθαρχικὸν παράπτωμα ἀξιωματικοὺς
1088πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν.
1089Ἐλπίζω δέ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖ-
1090ος κατ’ ἐπανάληψιν ἐδηλώσατε ὅτι δὲν θέλετε ἐπὶ τῶν ἡ-
1091μερῶν σας, οὔτε μικρόν τι λιθάριον τοῦ συνταγματικοῦ οἰ-
1092κοδομήματος νὰ θιγῇ, διότι, ὡς ὀρθῶς εἴπετε, ἐὰν ἐσαλεύετο
1093καὶ ἕν λιθάριον, δὲν δύναταί τις νὰ γνωρίζῃ ὁποίας τοῦτο
1094θὰ εἶχε συνεπείας καὶ ἂν δὲν θὰ ἐσυνεχίζετο ὁ κλονισμὸς
1095τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ, θὰ ἐνθυμηθῆτε τὴν ὑπερτάτην
1096ταύτην ὑπόσχεσίν σας καὶ θὰ προτιμήσητε ν’ ἀποσύρητε,
1097ἀντὶ τοῦ λιθαρίου αὐτοῦ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν,
1098τὸ προφανῶς ἄστοχον καὶ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ νομοθε-
1099τικὸν κατασκεύασμα.
1100§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης.
1101§41Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ
1102λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ἐξονυχιστικωτάτην ἐξέτασιν τοῦ
1103ζητήματος κατὰ τὴν πρώην συζήτησιν εἰς τὰ Νομοθετικὰ
1104Σώματα, καὶ κατὰ τὴν ὁμοίαν τοιαύτην ἐνώπιον τοῦ Βʹ Νο-
1105μοθετικοῦ Σώματος. Ἔκρινα ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ ἀνα-
1106πτύξω δι’ ἐλαχίστων τὰς ἀντιλήψεις μου ἐνώπιον ὑμῶν, λαμ-
1107βάνων ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων ἀνακριβειῶν καὶ διαφόρων ἀ-
1108νυποστάτων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἤκουσα ἀπὸ τοὺς προ-
1109λαλήσαντας συναδέλφους. Οἱ πάντες ἀπέφυγαν ὁλοσχερῶς
1110νὰ θίξουν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ καταδείξουν
1111τὸν χαρακτηρισμόν τοῦ ἐγκλήματος. Ἠθέλησαν, ἄς μοὶ ἐ-
1112πιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, μᾶλλον διὰ σοφιστειῶν νὰ διεξέλθουν
1113τὸ ζήτημα, ἀπομακρυνόμενοι ἐντελῶς καὶ μὴ θέλοντες νὰ
1114θίξουν τὴν οὐσίαν τὸ παράπαν. Καὶ ὡμίλησεν ἀξιότιμος συν-
1115άδελφος, πρὸ μικροῦ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὅστις ἐχαρακτή-
1116ρησεν ὡς πειθαρχικὸν παράπτωμα τὰ γενόμενα, καὶ ἐκράτησα
1117σημείωσιν τῆς φράσεως, ὅτι ὑπῆρξε «παράπτωμα περὶ τὴν
1118πειθαρχίαν». Θὰ ἐχρειάζετο, Κύριοι Βουλευταί, μεγάλη δό-
1119σις θάρρους διὰ νὰ ὀνομασθῇ τὸ βαρύτατον ἔγκλημα, μία
1120καθαρὰ συνωμοσία, μία στάσις, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἐπακόλου-
1121θον τὴν δολοφονίαν ἐνθουσιῶντος καὶ ἀόπλου λαοῦ, ἀγωνι-
1122ζομένου διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ διὰ
1123τὴν ἐπικράτησιν νομίμως, ὡς ἀπεδείχθη, τῆς ἐκδηλωθείσης
1124θελήσεώς του. Ἑνὸς τοιούτου ἀνασιουργήματος ἐδόθη ὁ χα-
1125ρακτηρισμὸς ὡς πειθαρχικοῦ παραπτώματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ
1126τοὺς πάντας, προκειμένου ἰδίᾳ περὶ ἀξιωματικῶν, ποῖον εἶνε
1127νοητὸν ὡς βαρύτερον ἀδίκημα, ποῖον ἔγκλημα δύναται νά
1128φέρῃ χαρακτηρισμὸν μᾶλλον βαρύν, ἀπὸ τὴν πρᾶξιν ἡ ὁ-
1129ποία ἐξετελέσθη παρ’ ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐ-
1130τάς;
1131§42Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Προφανῶς ἀποτείνετε τὸν λόγον πρὸς
1132ἐμέ.
1133§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι.
1134§44Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μετεχειρίσθην τὴν φράσιν αὐτήν,
1135ἀλλ’ ὄχι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
1136§45Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σεῖς εἴπετε κἄτι παρεμφερές. Ἡ ἔν-
1137νοια εἶναι, ὅτι δὲν ἐδώκατε βαρύτατον χαρακτηρισμόν.
1138§46Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἕτερον ἑκάτερον. Εἰς τὴν καταδί-
1139κην τοῦ κινήματος βεβαίως. Δίπλα ὅμως εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν
1140καὶ ἐλαφρότερα παραπτώματα περὶ τὴν πειθαρχίαν. Ἕτερον
1141ἑκάτερον. Δὲν χαρακτηρίζω ὡς παράπτωμα περὶ τὴν πει-
1142θαρχίαν τὸ κίνημα.
1143§47Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι μερικοὶ συν-
1144άδελφοι, οἱ ὁποῖοι διεξῆλθον τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐ-
1145χαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν ὅπως εἶπον προηγουμένως.
1146§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε. Ὑπάρχει μία
1147παρεξήγησις. Εἶναι φανερὰ ἡ παρεξήγησις. Ἔχει ἡ ὑπό-
1148θεσις τοῦ κινήματος διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς μίαν διπλῆν ὄ-
1149ψιν, τὴν ὄψιν τὴν ποινικήν, ἐφόσον ὑπέπεσαν εἰς μίαν πα-
1150ράβασιν τῶν ποινικῶν διατάξεων, καὶ τὴν ὄψιν τὴν πειθαρ-
1151χικήν, ἐφόσον διέπραξαν καὶ παραπτώματα πειθαρχικά. Ὁ
1152ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μυλωνᾶς, ὅτε ὡμίλει περὶ πειθαρ-
1153χικοῦ παραπτώματος, ἐξήταζε τὴν ἄποψιν τὴν καθαρῶς δι-
1154οικητικήν, διότι διὰ τὴν ἄλλην εἶναι ἁρμόδια τὰ ποινικὰ
1155Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως.
1156§49Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω τὴν γνώ-
1157μην, ὅτι τὸ πειθαρχικὸν παράπτωμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὠ-
1158χριᾷ, ἐξαφανίζεται δύναμαι νὰ εἴπω ὁλοσχερῶς, πρὸ τῆς
1159βαρύτητος τοῦ ἐγκλήματος.
1160§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βεβαίως, κ. Συνάδελφε, ὠχριᾷ, ἀλ-
1161λὰ διὰ τὴν βαρυτέραν παράβασιν, διὰ τὸ ἔγκλημα, δὲν εἶνε
1162ἁρμόδια οὔτε τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, οὔτε τὸ Ὑπουργι-
1163κὸν Συμβούλιον. Εἶναι ἁρμόδια τὰ ποινικὰ Δικαστήρια.
1164§51Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀντίληψίς σας. Ὅταν εἶναι
1165βεβαιωμένον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς τὴν
1166συμμετοχὴν ὡρισμένων ἀξιωματικῶν εἰς βαρύτατον κατὰ
1167τῆς Πατρίδος ἔγκλημα, εἰς ἔγκλημα τοιοῦτον, κατὰ τὸ
1168ὁποῖον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἡ ἐσχάτη τῶν ποι-
1169νῶν ἐπιβάλλεται, ἔγκλημα τοιοῦτον, ἐπισύρον καὶ αὐτὴν
1170τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὅταν τοιοῦτό τι διαπράττεται παρ’ ἀ-
1171ξιωματικῶν, οἵτινες ἐπιτακτικὴν ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ προ-
1172ασπίζουν τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, νὰ προασπίζουν τὸ Κρά-
1173τος, νὰ φορῶνται, ἄν θέλετε, οὔτε ἅπαξ, οὔτε δίς, ἀλλὰ
1174πλειστάκις, νὰ φορῶνται καταφώρως συνωμοτοῦντες, καὶ
1175τὴν συνωμοσίαν αὐτὴν θέτοντες εἰς ἐφαρμογήν, νὰ ἔρχωνται
1176ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν λαὸν τὸν προσφάτως ἐκφράσαντα τὴν
1177γνώμην του, παρεμφερὲς δὲ ἔγκλημα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ δι-
1178ανοηθῇ διὰ τὸν ἀξιωματικὸν οἱοσδήποτε πολίτης, ὅταν τοι-
1179οῦτον ἔγκλημα διαπράττεται παρ’ ἀξιωματικῶν, πῶς θέλετε
1180νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡρισμένους ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι, πα-
1181ρὰ τὸν ὅρκον των, παρὰ τὸν προορισμόν των, περι-
1182φρονοῦντες τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρί-
1183σκωνται οὗτοι, λαμβάνουν τὰ ὅπλα καὶ στραγγα-
1184λίζουν τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους, καὶ στραγγαλί-
1185ζουν καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ πάντα πολίτην,
1186τὸν ὁποῖον εὑρίσκουν ἀντιμέτωπον αὐτῶν; Ἂν θὰ ἠ-
1187δύνατο κανεὶς νὰ μεμφθῇ οἱονδήποτε, ἡ μομφὴ θὰ συνίστατο
1188ἀποκλειστικῶς εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ἀπὸ τῆς πρώ-
1189της στιγμῆς ριζικώτατα μέτρα, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβά-
1190νονται τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὥστε νὰ ἐκ-
1191λείψουν ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖ-
1192οι ἐφοράθησαν ἀνάξιοι τῶν ἐπωμίδων των, διότι εἶναι ἀνά-
1193ξιοι ἀξιωματικοί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιούτου εἴδους ἐγκλή-
1194ματα διαπράττουν. Δὲν δύνανται κἂν νὰ λέγωνται ἀξ)κοὶ
1195οὗτοι. Καὶ εἶνε ἐπιτακτικὴ καὶ ρητὴ καὶ σαφὴς καὶ πρόσφα-
1196τος ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄν θέλετε, ἀ-
1197νεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ θέ-
1198λησις τοῦ ὀρθῶς σκεπτομένου ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ μὴ ὁρ-
1199μωμένου ἀπὸ ἄλλα συμφέροντα, εἶναι ὁμόθυμος, ἐπα-
1200ναλαμβάνω, ἡ θέλησις, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδεμίαν ἐκ-
1201δοχὴν καὶ κατ’ οὐδεμίαν στιγμὴν νὰ παραμένουν εἰς τὰς
1202τάξεις τοῦ στρατεύματος οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφοράθη-
1203σαν οὕτω πως ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντός των, οὕτω πως
1204κακουργοῦντες. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἆρά γε ἡ πρώτη φορὰ
1205κατὰ τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνήργησαν; Ἐδιδάχ-
1206θησαν εἰς τὰ σχολεῖα των, ἐδιδάχθησαν εἰς τοὺς στρατῶνας,
1207ἐδιδάχθησαν μεταξὺ τῶν τάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα φέ-
1208ρωνται κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐπανειλημμένως; Καὶ ἂν
1209ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ
1210διαχειρισθοῦν πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ κυριαρ-
1211χήσουν ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ θέ-
1212λουν νὰ δημιουργήσουν Κυβέρνησιν αὐτοί, οἱ λεγόμενοι πα-
1213ράγοντες, ἂν ἐλαμβάνοντο ἀπὸ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἀπὸ τὰς τό-
1214τε Κυβερνήσεις, ἐλαμβάνοντο μέτρα ριζικά, βεβαιωθῆτε ὅτι
1215τὸ κακὸν δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς οἷον σημεῖον ἤχθη σήμερον.
1216Προασπίζοντες, Κύριοι Βουλευταί, τοὺς οὕτω πως φοραθέν-
1217τας καὶ κακουργήσαντας ἀξ)κοὺς, βεβαιωθῆτε ὅτι καταδι-
1218κάζετε τὴν ὁλότητα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς μαρασμόν, εἰς
1219ἀδράνειαν, εἰς κατάντημα ἀξιοθρήνητον. Διότι δὲν εἶναι δυ-
1220νατὸν νὰ ἀνεχθῇ ὁ ἔντιμος ἀξιωματικός, δὲν εἶναι δυνατὸν
1221νὰ ἀνεχθοῦν οἱ νομιμόφρονες ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπικάθηται
1222ἐπὶ τῆς ράχεώς των ἑκάστοτε οἱοσδήποτε αὐτοκαλούμενος
1223παράγων, οἱονδήποτε τσιράκι καὶ ὄργανον μιᾶς πολιτι-
1224κῆς μερίδος. Δὲν εἶναι κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν ἀνεκτὸν εἰς
1225τὰς τάξεις τῶν νομιμοφρόνων ἀξιωματικῶν, νὰ ὑπάρχουν
1226τὰ ζιζάνια αὐτὰ μέσα εἰς τὰ στελέχη τῶν ἑλλήνων ἀξιωμα-
1227τικῶν, μέσα εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁ-
1228ποῖοι ἔχουσιν ὡρισμένα ἰδανικά, ἐθνικὰ ἰδανικά, δὲν εἶναι
1229λέγω, ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρχουν τὰ ζιζάνια ταῦτα καὶ
1230ἑκάστοτε νὰ ἐμφανίζουν τὴν κεφαλὴν ὑπεράνω τῶν ἄλλων
1231ἀξιωματικῶν. Διὰ τῶν κινημάτων αὐτῶν ἑκάστοτε ἔφθασαν
1232νὰ καταπατήσουν τὴν ἀρχαιότητα, ἔφθασαν νὰ συντρίψουν
1233τοὺς συναδέλφους των, νὰ τοὺς παραγκωνίσουν, ἀπο-
1234κλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ νομιμόφρονες ἐκεῖ-
1235νοι ἀξ)κοὶ δὲν ἐγένοντο δοῦλοι οὐδενὸς κόμματος καὶ δὲν
1236ἠθέλησαν κατόπιν, ὑψοῦντες τὴν κεφαλήν, νὰ δημιουργή-
1237σουν καὶ Κυβερνήσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀ-
1238πόψεως ταύτης ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὸ ἔντι-
1239μον καὶ εὐγενὲς Σῶμα τῶν Ἑλλήνων νομιμοφρόνων Ἀξιω-
1240ματικῶν προσδοκᾷ μετὰ πεποιθήσεως, ὁλόκληρον τὸ Σῶμα
1241τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, ὅτι θὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δι-
1242καιοσύνη, καὶ δικαιοσύνη θὰ ἀποδοθῇ, ὅταν βγάλῃ ἡ ἐ-
1243θνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ τὸν τράχηλον εἰς
1244τὸν ὁποῖον ἐπεκάθησαν τῶν πραγματικῶν ἐθνικῶν ἀξιωμα-
1245τικῶν, τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἄγουν
1246καὶ νὰ φέρουν τοὺς συναδέλφους των, παραγκωνίζοντες καὶ
1247στραγγαλίζοντες τὰ δίκαιά των, καταλαμβάνοντες, καθ’ ὃν
1248τρόπον κατέλαβον τὴν Ἀρχήν, καὶ διακυβερνῶντες, καθ’ ὃν
1249τρόπον διεκυβέρνησαν. Ἀλλὰ τὸ κατάντημα, τὸ ὁποῖον εἴδο-
1250μεν τὴν τελευταίαν στιγμήν, δὲν εἶναι πρᾶγμα δυνάμενον νὰ
1251παραβληθῇ καὶ μὲ τὰ προηγούμενα, διότι ἀποθρασυνθέντα
1252τὰ ἴδια ἐκεῖνα πρόσωπα ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας, γλυκανθέντα,
1253διότι ἐκ τῶν κινημάτων αὐτῶν ἀποκομίζουσι τῇ ἀνοχῇ τῶν
1254προηγουμένων Κυβερνήσεων, κέρδη καὶ ὠφελήματα, βαθ-
1255μοὺς καὶ ἐπωμίδας, ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ διστάζουν
1256πλέον πρὸ οὐδενός, νὰ μὴ διστάζωσι πλέον, πρὸ τοῦ συγκι-
1257νητικοῦ θεάματος τοῦ ἐνθουσιῶντος ὄντως καὶ ἐξερχομένου
1258εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐρ-
1259γαζομένου λαοῦ, νὰ μὴ διστάζωσι νὰ στρέφωσι τὰ πολυβόλα
1260νά στρέφωσι τὰ ὅπλα διὰ νὰ πνίξουν εἰς τὸ αἷμα τὰ αἰσθή-
1261ματα τοῦ πανηγυρίζοντος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λα-
1262οῦ. Τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι Βουλευταί, ἔρχεται εἰς τὸν
1263νοῦν μου μία φράσις τοῦ Κικέρωνος. Εἶναι ἀκριβῶς ἐπί-
1264καιρος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο: «Ἕως πότε θὰ καταχρῶνται
1265τῆς ἡμετέρας ὑπομονῆς; Ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ περιφέρε-
1266ται ἀχαλίνωτος ἡ θρασύτης;». Διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ
1267ὅτι ἐπὶ μακρόν, ἐπὶ μέγιστον χρόνον περιφέρεται ἀχαλίνω-
1268τος ἡ θρασύτης καὶ ἐπὶ μέγιστον χρόνον κατεχρῶντο τῆς ἡ-
1269μετέρας ὑπομονῆς. Ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου ἐπίσης καὶ ἕν
1270ἄλλο δόγμα τῶν Ρωμαίων: «Salus populi suprema
1271lex esto». Ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ὁ ὑπέρτατος
1272ἂς εἶναι νόμος. Καὶ ὅταν πρόκεινται ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα
1273παραδείγματα, καθ’ ἅ, νὰ διακινδυνεύῃ ἡ ὑπόστασις τῆς
1274πραγματικῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς τὸν νοῦν τῶν παρα-
1275γόντων αὐτῶν θὰ ἐπικαθήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι αὕτη δὲν συμφωνεῖ
1276πρὸς τὸ συμφέρον των καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς ἀπόψεις των,
1277θέλετε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ληφθοῦν μέτρα ἀνώδυνα,
1278μέτρα τουλάχιστον, διὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐγίνετο τίποτε
1279ἄλλο, παρὰ θὰ ἐξηκολούθει ἡ παραμονὴ τῶν ἀνθρώπων αὐ-
1280τῶν εἰς τὸ στράτευμα; Καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἄν-
1281τικρυς πρὸς πᾶσαν λογικήν, τὸ ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς,
1282ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτάς, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς θὰ πρέπῃ
1283νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, νὰ μεί-
1284νῃ ἀπαθὴς ἡ δημοσία γνώμη, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ὁ ἑλ-
1285ληνικὸς λαός, νὰ μείνῃ ἀπαθὴς ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ
1286εἰς αὐτούς: παραμείνατε εἰς τὸ στράτευμα καὶ θὰ λάβω ἁ-
1287πλούστατα μέτρα καθ’ ὑμῶν, θὰ σᾶς τιμωρήσω μὲ μίαν ἀρ-
1288γίαν δι’ ἀπολύσεως ἢ μὲ ἑξαμηνιαίαν προσωρινὴν
1289παῦσιν; Νομίζετε, ὅτι τὸ πνεῦμα κανενὸς νομο-
1290θέτου, ὅταν ἐθέσπιζε τὰς διατάξεις αὐτάς, εἶχεν
1291ὑπ’ ὄψει του τὴν βαρύτητα τῶν ἐγκλημάτων περὶ
1292τῶν ὁποίων πρόκειται; Ἄλλοι Κύριοι Συνάδελφοι, ἀποφυ-
1293γόντες νὰ θίξωσι τὴν οὐσίαν, νομίζω, τοῦ ζητήματος, ἠθέ-
1294λησαν νὰ ἐνδιατρίψουν, ὡς πρὸς ἄγκυραν σωτηρίας, εἰς ὡ-
1295ρισμένους τύπους συνταγματικοὺς ἢ εἰς οἱουσδήποτε ἄλ-
1296λους νομικοὺς τύπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δὲν
1297ἔχουσιν οὐδαμόθεν ἔρεισμα. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ κατάχρη-
1298σις τῆς ὑμετέρας καλωσύνης, ἂν ἠθέλομεν νὰ διεξέλθωμεν
1299ἐκ νέου τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, μετὰ τὰς τόσον ἐμβριθε-
1300στάτας καὶ ἀποστομωτικὰς ἀπαντήσεις τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότι-
1301μος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε κατὰ τὴν συζή-
1302τησιν εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἄσκοπον
1303νὰ ἀποδείξῃ κανείς, ἔστω καὶ δι’ ἐλαχίστων, ὅτι, κατὰ τὰς
1304διατάξεις τὰς συνταγματικάς, τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Συντάγ-
1305ματος, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν, πᾶν ἄλλο ἢ τὴν προκειμένην
1306ὑπόθεσιν ἀφοροῦν. Ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ κοινοβουλευτι-
1307κοῦ ἐλέγχου. Οὐδεμίαν σχέσιν καὶ οὐδεμίαν ὁμοιότητα ἔχει
1308τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ προκείμενον. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι
1309διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀναλογία, πρέπει νὰ εἶναι τὰ θέματα ὅμοια.
1310Ἐπὶ ἀνομοίων περιπτώσεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος τὸ
1311παράπαν. Λησμονοῦμεν ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ νόμος, ψηφι-
1312σθεὶς ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, κατὰ τόν ὁποῖον ὁ
1313βαθμὸς τοῦ ἀντιστρατήγου ἀκόμη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ Ὑ-
1314πουργικὸν Συμβούλιον....
1315§52Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μετὰ γνώμην ὅμως τοῦ Ἀνωτάτου
1316Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου.
1317§53Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ...... καὶ ἐδόθη διὰ τοῦτο μία καὶ μόνη
1318δικαιολογία, ὅτι, τάχα, δικαιοῦται νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ διὰ νό-
1319μου τὸν ἀνώτατον τοῦτον βαθμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρ-
1320χίας, διότι — ἀκούσατε, ἀκούσατε!— τὸ ἴδιον τὸ Ὑπουργι-
1321κὸν Συμβούλιον τὸν ἀπένειμε. Μὰ διότι τὸν ἀπένειμε τὸ ἴ-
1322διον, δὲν ἐγένετο πλέον κτῆμα τοῦ πρὸς ὃν ἀπενεμήθη ὁ βαθ-
1323μὸς οὗτος τοῦ ἀντιστρατήγου; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς πλέον ποὺ
1324τοῦ ἀπενεμήθη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀφαι-
1325ρέσεως. Καὶ ὅμως, διὰ νόμου ἐψηφισμένου παρὰ τῆς προ-
1326κατόχου Κυβερνήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ
1327βαθμοῦ τοῦ ἀντιστρατήγου ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
1328βούλιον. Συνεπῶς δὲν εἶνε καινοφανὴς ἡ διάταξις, ἡ διάτα-
1329ξις ἡ τόσον ἐνδεικνυομένη ἐκ τῶν περιστάσεων, ἡ διάταξις
1330ἥτις ἐπιβάλλεται ἐξ ὑπερτάτης, ἂν θέλετε, ἀνάγκης, κοινωνι-
1331κῶν συμφερόντων, ἐξ ὑπερτάτων ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν ἔ-
1332χει ἐπίσης οὐδὲν ἔρεισμα τὸ ἄρθρ. 114 τοῦ Συν)ματος, διό-
1333τι ἐκεῖ ἀκριβῶς γίνεται διάκρισις, ὅπως καὶ εἰς τὸ προη-
1334γούμενον ἄρθρον, μεταξὺ πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατι-
1335ωτικῶν. Διότι δὲν δύναται βεβαίως κανεὶς μετὰ λελογισμέ-
1336νην ἔρευναν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι ἐ-
1337ξισοῦνται μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Δι’ αὐτὸ πά-
1338νυ ὀρθῶς ἔχει καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ
1339Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον σαφῶς, σαφέστατα ἐδήλωσε δι’ ἀπο-
1340φάσεώς του, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι πολιτικοὶ ὑπάλ-
1341ληλοι, Εἶναι ἰδιαιτέρα κατηγορία, φερομένη ὑπὸ τὴν τάξιν
1342καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ ἐδήλωσε τοῦτο τὸ
1343Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον. Καὶ ὅταν μὲν σᾶς συμ-
1344φέρει μία οἱαδήποτε ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τούτου, τὴν
1345ἐπικαλεῖσθε καὶ ἐπαινεῖτε καὶ ἐξυμνεῖτε τὸ Δικαστήριον,
1346ὅταν ὅμως εἶναι εἰς βάρος σας, τότε λέγετε ὅτι δὲν εἶναι λο-
1347γική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις
1348καὶ ἐν τῷ Συντάγματι σαφῶς γίνεται ἡ διάκρισις μεταξὺ
1349πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν. Ὅπως ἠκούσατε
1350καὶ πρὸ ὀλίγου, ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα ἐντελῶς
1351σαφῶς ποιουμένη τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέν δύναν-
1352ται νὰ πολιτεύωνται πολιτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἀξιωματικοὶ
1353ἐν ἐνεργείᾳ. Πρὸς ἀπόσεισιν μιᾶς τόσον σαφοῦς διατάξεως
1354τοῦ Συντάγματος, ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνά-
1355δελφος, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει, ὅπως ἔχει, κατ’ ἀντιδια-
1356στολὴν πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἀλλ’ ἐφόσον τὸ Σύν-
1357ταγμα τοῦ 1864 δὲν ὑπάρχει, εἶναι νεκρόν, καὶ ἐξ αὐτοῦ
1358ἦλθε τὸ νεώτερον Σύνταγμα τὸ σημερινόν, δυνάμεθα, λέγω,
1359νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τὸ σημερινὸν Σύνταγμα προέβη εἰς τὴν
1360διάκρισιν αὐτὴν κατ’ ἀντιδιαστολὴν Συντάγματος μὴ ὑπάρ-
1361χοντος ἢ κατ’ ἐξομοίωσιν Συντάγματος μὴ ὑπάρχοντος; Ὑ-
1362πάρχει ἕν Σύνταγμα ὡρισμένον, ἰσχῦον ἀπὸ ὡρισμένης χρο-
1363νικῆς περιόδου μέχρι σήμερον, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦτο σα-
1364φέστατα ποιεῖται τὴν διάκρισιν μεταξὺ πολιτικῶν καὶ στρα-
1365τιωτικῶν ὑπαλλήλων ἀναφέρον αὐτοὺς εἰς διακεκριμένας
1366τάξεις, εἰς δύο διακεκριμένας κατηγορίας. Οὐαὶ καὶ ἀλλοί-
1367μονον, Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν εἴχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἡ-
1368μεῖς, καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ἐξουσία νὰ καταφεύγωμεν διὰ τὰς
1369ἀναλόγους ἐφαρμογὰς τοῦ Συντάγματος εἰς ἑρμηνείας εὐρυ-
1370τάτας, περιλαμβανούσας τὰ πάντα καὶ ἀποσαφηνιζούσας κα-
1371τὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὸ νόημα τοῦ Συντάγματος, τὴν
1372ἔννοιαν αὐτοῦ.
1373Τὸ Σύνταγμα ὅπως εἶναι συντεταγμένον ἐφαρμόζεται
1374ἀκριβῶς κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον καὶ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν
1375οὐδεμιᾶς ἀναλογικῆς ἐφαρμογῆς. Ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ γίνῃ
1376μία ἑρμηνεία, ἀλλ’ ἀναλογία, ὅταν εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις
1377τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ. Ἐφόσον
1378λοιπὸν ὑπάρχει ρητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, σαφεστά-
1379την ποιουμένη διάκρισιν μεταξὺ πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ
1380στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, παρὰ
1381τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἄλλην ἔννοιαν ἔ-
1382χει τὸ Σύνταγμα, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τόσον σαφῶς
1383διατυπώνει τὸ Σύνταγμα. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, Κύριοι
1384Βουλευταί, εἶμαι πεπεισμένος ἀπολύτως, ὅτι ὅσον οἷόν τε
1385ταχύτερον, ἱκανοποιοῦντες τὴν κοινὴν γνώμην, ἱκανοποιοῦν-
1386τες τὸ δίκαιον, ἱκανοποιοῦντες τὴν τάξιν τῶν ἀξιωματικῶν,
1387θὰ πατάξητε πρόρριζα τὸ κακὸν καὶ μὲ τὴν ἀπόλυτον καὶ
1388ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, οὕτω πράττοντες, εὑρίσκεσθε ἐν
1389ἀπολύτῳ δικαιοσύνῃ, θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ παρὸν
1390Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ἄλλωστε, τόσην ἔχει
1391μετριοπάθειαν, ἀνεγνωρισμένην καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀντιπά-
1392λων, νὰ κάμῃ τὴν πρέπουσαν κρίσιν. Διότι οὕτω καὶ μόνον
1393θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης εἰς τὸν τόπον
1394αὐτόν. (Χειροκροτήματα).
1395§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τανούλας.
1396§55Α. ΤΑΝΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν
1397Βουλὴν ὡς ἐκπρόσωποι ἐντελῶς διαφορετικῶν ἀντιλήψεων
1398ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκπροσωπουμέ-
1399νων ὑπὸ τῶν ἀστικῶν κομμάτων. Ὡς τοιούτων, λοιπόν, ὡς
1400βουλευτῶν ἀνεξαρτήτων, μέσα εἰς τὴν σημερινὴν ὀξύτητα
1401τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος καὶ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ποὺ
1402ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολιτικῶν μερίδων, ἐντὸς
1403καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἡ θέσις μας, ὁμολογουμένως, εἶνε λε-
1404πτὴ καὶ δύσκολος, διότι, δυστυχῶς, εἰς τὴν Χώραν μας σή-
1405μερον ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον
1406βαθμὸν καὶ σημεῖον ὀξύτητος’ ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον
1407θέσις δι’ ἄλλην κατάστασιν, δι’ ἄλλην τρίτην πολιτικὴν
1408κατάστασιν. Ἑπομένως, εἶναι ἠναγκασμένος κανείς, ἐὰν θε-
1409λήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἐπιτακτικόν του κατὰ συνείδησιν κα-
1410θῆκον ἢ νὰ παρεξηγηθῇ, ἢ ἄλλως, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποφύγῃ
1411τὴν παρεξήγησιν, νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ πνίξῃ τὴν φωνὴν τῆς
1412συνειδήσεώς του. Δι’ ὀλίγων λέξεων, ἕνεκα τούτου, θὰ ἐκ-
1413θέσω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου
1414τοῦτο δὲ μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ στάσιν
1415μου.
1416Ἐν πρώτοις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βου-
1417λῆς νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς πρακτικογράφους, ὅπως ὡρισμένα
1418σημεῖα τοῦ λόγου μου, τά διατυπώσωσι σαφῶς εἰς τὰ πρα-
1419κτικά, διότι ἡ φωνὴ ἡμῶν τῶν ἀνεξαρτήτων, τῶν ἀποτε-
1420λούντων σχεδὸν μονάδας ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πνίγεται μετα-
1421ξὺ τῶν τεσσάρων τοίχων τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως, ὁ ἀστι-
1422κὸς τύπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γράψῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς
1423λέγομεν ἑκάστοτε.
1424Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεστράφη ἀπὸ
1425τὴν Γερουσίαν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ
1426στράτευμα, ὡρισμένων ἀξιωματικῶν, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐ-
1427πρωτοστάτησαν καὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρωτοπορείαν εἰς τὸ
1428κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Δὲν θὰ σχολιάσω τὴν στάσιν τῆς
1429Γερουσίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἔλεγον μόνον δύο λέξεις
1430ὅτι, ἐνῶ ὑποστηρίζεται, καὶ ἴσως ὀρθῶς ἐν μέρει, ὅτι τὸ Βʹ
1431Νομοθετικὸν Σῶμα ἀποτελεῖ μίαν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα
1432διὰ τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ἀπέναντι ὡρισμένων κιν-
1433δύνων, τοὺς ὁποίους πιθανόν θὰ διέτρεχε, τοὐλάχιστον εἰς
1434τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐμφανίζει κάπως παράδοξον ἀντί-
1435ληψιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος καὶ
1436περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ ἐκδηλώνωνται οἱ δημοκρατικοὶ Ἕλ-
1437ληνες πολῖται, εἴτε ὡς ὄργανα τοῦ Κράτους, εἴτε ὡς ἀξιωμα-
1438τικοί, εἴτε ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἴτε ὡς ἁπλοῖ πολῖται.
1439Κατακρίνεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐγὼ
1440δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς συνταγμα-
1441τικότητος, διότι νομίζω, ὅτι οἱονδήποτε μέτρον, ἀποβλέπον,
1442εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῶν πολιτικῶν
1443ἐλευθεριῶν δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εἶναι ἀντισυνταγμα-
1444τικόν. (χειροκροτήματα). Μάλιστα ὀφείλω νὰ διαπιστώσω
1445καὶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα χρησιμοποι-
1446εῖται ἑκάστοτε καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ὁσάκις καὶ ὅταν
1447συμφέρει εἰς αὐτά. Βέβαια δίδονται διάφοροι ἑρμηνεῖαι, ὑ-
1448πάρχουν ὅμως εἰς τὸ παρελθόν τόσα παραδείγματα, κατὰ
1449τὰ ὁποῖα κατεπατήθη καταφανῶς τὸ Σύνταγμα καὶ δυστυ-
1450χῶς ἔχω νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν παράταξιν τῆς ἤδη Ἀντιπο-
1451λιτεύσεως διὰ μερικοὺς νόμους. Ἔχομεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος
1452δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πολιτικῶν ἐλευ-
1453θεριῶν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐστραγγάλιζε καὶ τὰς σκέψεις ὡρι-
1454σμένων τάξεων ἀνθρώπων. Καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι ἦσαν κατα-
1455φανῶς ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγμα-
1456τος. Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ νόμοι εἶναι εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ
1457κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οἵτινες ἔρχονται σήμερον καὶ
1458κατακρίνουν τοὺς νόμους τοὺς σημερινούς. Ἑπομένως τὸ ζή-
1459τημα δὲν εἶναι αὐτό, τὸ ἐάν εἶναι ὁ νόμος ἀντισυνταγματι-
1460κὸς ἢ ὄχι. Μάλιστα, νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Βουλῆς
1461ἔχει βαθυτέραν κοινωνικὴν σημασίαν καὶ γενικωτέραν πολι-
1462τικὴν ἔννοιαν. Εἶπον τὴν ἄλλην φοράν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ
1463νόμος αὐτός, ὅτι τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου εἶχεν, ἀνεξαρ-
1464τήτως ἀπὸ τοὺς κομματικοὺς καὶ προσωπικοὺς λόγους, καὶ
1465λόγους βαθυτέρους κοινωνικούς. Διότι πράγματι εἶναι γε-
1466γονὸς ὅτι ἡ κεφαλαιοκρατία ἀντιλαμβάνεται ὅτι αἱ πολιτι-
1467καὶ ἐλευθερίαι, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἤρχισε νὰ στρέφηται ἐν-
1468αντίον της καὶ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ κοινοβου-
1469λευτικὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα αὕτη καθιέρωσεν, ἀντιλαμ-
1470βάνεται στρεφόμενα ἐναντίον της. Ἑπομένως, ὅπως καὶ εἰς
1471πολλὰς ἄλλας Χώρας κεφαλαιοκρατικάς, οὕτω καὶ ἐδῶ ἡ
1472κεφαλαιοκρατία ἔχει κάθε συμφέρον νὰ στραγγαλίσῃ τὰς
1473πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ ἐγκαθιδρύσῃ δικτατορίαν. Δὲν θὰ
1474ἐξετάσω λοιπὸν τὴν συνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλ-
1475λὰ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου ὡρισμένα σημεῖα: Ἡ παράταξις
1476τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ εἰς τὸν τόπον
1477ἱστορικῶς τὴν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, μᾶς λέγει, καὶ δὲν
1478τὸ λέγει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ἀλλὰ καθημερινῶς διὰ τῶν ἐ-
1479φημερίδων της, ὅτι τὸ μέτρον αὐτό δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ κτύ-
1480πημα 10–20 ἢ 50 ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστράφησαν ἐν-
1481αντίον τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸ εἶνε
1482πρόσχημα καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποδημοκρατικοποίησιν
1483τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἐκδίωξιν δηλαδὴ ὅλων τῶν δημοκρα-
1484τικῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ
1485νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία μελλοντικῶς νὰ ἀνατραπῇ ἡ Δημοκρα-
1486τία. Πράγματι, τὸ σημεῖον αὐτό, ἡμεῖς τοὐλάχιστον τῆς ἀρι-
1487στερᾶς, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν, οἱ ὁποῖοι θέλαμεν τὴν Δη-
1488μοκρατίαν τὴν σημερινήν, ἀστικὴν δημοκρατίαν, ὄχι ὡς σκο-
1489πόν, διότι δὲν πιστεύομεν ἀπολύτως εἰς αὐτήν, παραδεχό-
1490μεθα ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεώς της καὶ
1491τὴν θέλομεν ὡς μέσον, ἵνα ὁ λαὸς ἐξελιχθῇ καὶ ἐγκαθιδρύσῃ
1492τὴν λαϊκὴν δημοκρατίαν, πράγματι λοιπὸν τὸ σημεῖον αὐτὸ
1493ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τοὺς ἀριστερούς. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω,
1494ὅτι ἡ παράταξις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καίτοι ἱστορικῶς ἐκ-
1495προσωπεῖ τὴν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, παρουσιάζει πολ-
1496λάκις κἄτι ἀλλοκότους περὶ Δημοκρατίας ἀντιλήψεις. Φαί-
1497νεται δὲ ὅτι ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ λέξεις ἔχασαν καὶ τὴν
1498ἔννοιάν των καὶ δὲν ἔχουν κανὲν περιεχόμενον.
1499Ἄς ἐξετάσωμεν. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι δημοκρατι-
1500κοί; Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶνε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπο-
1501μένην τῶν ἐκλογῶν ἠθέλησαν νὰ ἐγκαθιδρύσουν δικτατορί-
1502αν, ἀδιάφορον διὰ ποίους λόγους, εἴτε διὰ λόγους κοινωνι-
1503κούς, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι δικτατο-
1504ρία εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος ἔννοια ἀπὸ τὴν Δημοκρατίαν.
1505Μετέβησαν νὰ σώσουν τὴν Δημοκρατίαν μὲ τὴν δικτατορί-
1506αν. Δὲν γίνεται λοιπὸν ἕν λογοπαίγνιον; Διότι πῶς εἶναι
1507δυνατὸν μὲ τὴ δικτατορίαν νὰ σώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν,
1508καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ
1509δημοκρατικοί; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται
1510περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡμεῖς τουλάχιστον διαπιστώνομεν ὅτι καὶ
1511σήμερον ἀκόμη μεταδίδεται καθημερινῶς ἀπὸ τὰς ἐφημε-
1512ρίδας ὅτι σήμερον θὰ κάμῃ ὁ Κονδύλης δικτατορίαν, ὅτι
1513αὔριον θὰ κηρύξουν ἐπανάστασιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ Βενιζε-
1514λικοί. Καὶ διερωτᾶται ὁ λαός: Ἔχει τὸν στρατὸν μαζί του,
1515καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὁ Κονδύλης; Ἄλλοι λέγουν, ὄχι, ἔ-
1516χουν οἱ Βενιζελικοὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Δηλαδή, ἐδῶ ὑπάρ-
1517χει μία νοσηρὰ κατάστασις. Ὑπάρχει μία νοσηρὰ κατάστα-
1518σις ὅμως εἰς τὸ στράτευμα, ἡ ὁποία δυστυχῶς ὑποθάλπεται
1519ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατά-
1520στασις καὶ ἐκεῖ ὀφείλεται καὶ ἡ χειρονομία τῶν ἀξιωματι-
1521κῶν τῆς 6ης Μαρτίου. Διότι σήμερον ὑπάρχουν ἀνώτεροι
1522ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, καίτοι λέγουν ὅτι εἶναι δημοκρατι-
1523κοί, ἐν τούτοις ἀναζητοῦν μεταξὺ των ἢ ἄλλος τὸν δικτάτορα
1524καὶ λέγουν ὅτι μόνον μὲ μίαν στρατιωτικὴν δικτατορίαν δύ-
1525ναται νὰ σωθῇ ὁ τόπος. Ἄ! λοιπόν, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ὄχι μό-
1526νον δὲν ἐκτυπήθη, δυστυχῶς, ἀπὸ τὰ διάφορα κόμματα εἰς
1527τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἂν καὶ ὅλοι κόπτονται καὶ ἐμφανίζον-
1528ται ὡς ὑπέρμαχοι τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς Δη-
1529μοκρατίας, ἀλλά, δυστυχῶς, μόλις ἐξέλθουν τῆς αἰθούσης
1530ταύτης καὶ συναντήσουν ἕνα ἀξιωματικόν, οἱ πολιτικοί, οἱ
1531ἔχοντες τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, τοῦ λέγουν: ἔχετε δίκαιον.
1532Καὶ μάλιστα ὑπάρχουν πολλοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι λέγουν,
1533ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐφθάρη καὶ ἐξέπεσε καὶ δὲν δύνα-
1534ται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Λοιπόν,
1535Κύριοι, ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ αἴτια εἶναι βαθύτερα. Ἡμεῖς νο-
1536μίζομεν, ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὡς ἔννοια συλλογικῆς σκέ-
1537ψεως τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ ὡς ὁμαδικὴ σκέψις, εἶναι εἰς
1538τὴν ἱστορίαν, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν ἕως τώρα ὅ,τι
1539ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, θὰ ἀποδώσῃ δὲ
1540ἐπίσης τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα καὶ μελλοντικῶς. Μόνον οὕ-
1541τω, ὅταν κατανοοῦμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, δὲν θὰ δυνά-
1542μεθα, ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀντιμετωπίζον-
1543τες ἀντιθέτους ἰδέας, νὰ λέγωμεν: μάλιστα, ὁ κοινοβουλευ-
1544τισμὸς ἐχρεωκόπησε. Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει
1545πολιτικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀνα-
1546ζητεῖ μέσα εἰς τὸ στράτευμα τὸν δικτάτορα. Μέγα μέρος
1547τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐσυνήθισε νὰ σκέπτηται κατ’ αὐτὸν
1548τὸν τρόπον. Αὐτά, Κύριοι, ἦσαν τὰ κυριώτερα αἴτια, τὰ ὁ-
1549ποῖα ὤθησαν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὸ κίνημα τῆς
15506 Μαρτίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὗτοι δὲν
1551δύνανται νὰ λέγωνται ἀξιωματικοὶ δημοκρατικοί. Ἡμεῖς,
1552πιστεύομεν, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἀντικειμενικῶς δὲν διατρέ-
1553χει κίνδυνον, ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ προστατευθῇ ἀπὸ στρα-
1554τιωτικὰς δικτατορίας ἢ ἀπὸ διαφόρους ἄλλους δικτάτορας,
1555αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ προστασίας τῆς Δημο-
1556κρατίας, ἀλλὰ περὶ δολοφονίας αὐτῆς. Ἡμεῖς, πιστεύομεν,
1557ὅτι ἐὰν διατρέχῃ κίνδυνον τινὰ ἡ Δημοκρατία, διατρέχει
1558ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς κινήσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι προσ-
1559παθοῦν ἀσφαλῶς νὰ συντρίψουν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Καὶ
1560δὲν νομίζω, ὅτι ἀσφάλεια τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι αὐτοὶ
1561οἱ 40–50 ἀξιωματικοί. Ἀντιθέτως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
1562κτυπηθῇ μὲ κάθε μέσον καὶ μὲ κάθε τρόπον αὐτὴ ἡ νοση-
1563ρὰ ἀντίληψις ποὺ ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ στράτευμα, καὶ πρέ-
1564πει νὰ μάθουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, ὅτι εἶναι ἀξιωματικοὶ
1565τοῦ Κράτους, εἶναι ὑπηρέται εἰς τὴν κυριαρχικὴν θέλησιν
1566τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι δὲν ἠμποροῦν ἀπὸ τὴν θέσιν
1567τοῦ στρατηγοῦ, ἢ τὴν θέσιν τοῦ συνταγματάρχου ἢ καὶ ταγ-
1568ματάρχου, διότι καὶ αὐτὸ ἔγινε, νὰ παίξουν ρόλον δικτάτο-
1569ρος. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις καὶ ἡ στάσις τῆς ἐθνι-
1570κῆς ἀντιπροσωπείας ἀπέναντι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐνέχει
1571αὐτὴν τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν καὶ σημασίαν, καὶ ἐγὼ τοὐ-
1572λάχιστον θὰ ἤθελα ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἄν
1573πιστεύῃ κατ’ ἀρχήν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τούς κοινο-
1574βουλευτικοὺς θεσμούς, νά εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμειλίκτου τιμωρί-
1575ας τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς οὐδέ-
1576να εἰς τὸ μέλλον νὰ καταπατήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας.
1577Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος ἡ ἀντίληψις
1578τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Μάλιστα, περισσότερον ἀπὸ
1579τὴν πλευράν ἐκείνην, θὰ ἐπερίμενα αὐτό, δεδομένου ὅτι ἐ-
1580μεσολάβησαν τόσα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πείσουν
1581τούς πραγματικοὺς δημοκρατικούς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ
1582ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἄν ὑ-
1583πάρχουν πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν δικτατορίαν
1584ὡς ἰδέαν, ἂς λάβουν τὸ θάρρος νὰ ἔλθουν εἰς τὸ βῆμα καὶ
1585νὰ εἴπουν: «Κύριοι, ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεωκόπησεν».
1586Ἄς τὸ εἴπουν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ ἂν ὁ λαός τοὺς
1587ἐπιδοκιμάσῃ, ἔχει καλῶς. Εἶναι ἡ περίοδος σήμερον, κατὰ
1588τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην δικτατορικῶς κυβερνῶν-
1589ται δημοκρατικὰ ἄλλοτε Κράτη. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Κράτη
1590θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσουν ὡς παράδειγμα δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁ-
1591ποῖοι τόσον πολὺ ἀκολουθοῦμεν τὰς ξένας μεθόδους καὶ ἀντι-
1592λήψεις. Θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν τὸ ἑξῆς: ὅτι εἰς τὴν
1593Γερμανίαν ἔνθα εἶναι εἷς Χίτλερ δικτάτωρ, ἀνεκηρύχθη ἡ
1594δικτατορία διὰ τοῦ λαοῦ, ἀνῆλθε καὶ ἔφθασεν ἐκεῖ ὁ Χίτλερ
1595διὰ τοῦ λαοῦ, ἐκείνους δὲ ποὺ ἀνέτρεψε πρὸ παντὸς ἦσαν οἱ
1596σοσιαλδημοκράται, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλην τὴν κρατικὴν ἐξου-
1597σίαν εἰς τὰς χεῖρας των καὶ ὁ πλέον ἐπικίνδυνος ἐχθρός των
1598ἦτο ὁ Χίτλερ. Δέν ἐχρησιμοποίησε λοιπὸν οὗτος οὔτε τὸ
1599στράτευμα, οὔτε τούς ἀξιωματικοὺς ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος,
1600ἀλλ’ ἐπεβλήθη διὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ Μουσολίνι δέν ἐ-
1601χρησιμοποίησε τὸ στράτευμα διὰ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ δικτατο-
1602ρίαν, καὶ αὐτὸς ὁ Μουσολίνι ἐξήγειρε τὸν λαόν. Ἄς ἔχουν
1603λοιπὸν τὰς ἰδέας των περὶ δικτατορίας, ἀλλ’ ἄς τὰ διακη-
1604ρύξουν μέσα εἰς τὸν λαόν, ἄς μὴ περιμένουν μὲ τὸν στρατὸν
1605νὰ τὰς ἐφαρμόσουν. Ἐὰν λοιπόν σκέπτεται διαφόρως ὁ πολι-
1606τικὸς κόσμος, οἱ λόγοι εἶναι καθαρῶς κομματικοί, διότι ἄλ-
1607λως δὲν θὰ ἤρχοντο ἐδῶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ α ἢ β
1608ἐπιχείρημα νὰ ὑποστηρίξωσι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δια-
1609πραχθῇ τὸ ἔγκλημα αὐτό, ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν,
1610ὡσὰν νὰ μὴ εἶναι ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπο-
1611μένην τῶν ἐκλογῶν ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ λα-
1612οῦ. Ἡ δημοκρατία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας δῆθεν ἡ παράταξις αὐ-
1613τὴ κάμνει ἀγῶνα διὰ νὰ τὴν συγκρατήσῃ, δὲν διατρέχει οὐ-
1614δένα κίνδυνον. Ἑπομένως μόνον λόγοι καθαρῶς κομματικοί,
1615δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ στρατοῦ ὡς μέσου πολι-
1616τικῆς ἐπικρατήσεως, τούς ὠθοῦν εἰς τὴν στάσιν αὐτήν.
1617Ὅταν δὲ ἡ παράταξις ἐκείνη ἱστορικῶς μόνον ἐκπροσωπεῖ
1618τὴν Δημοκρατίαν, καὶ ἡ παράταξις αὐτή ἐκπροσωπεῖ τὴν
1619μοναρχικὴν ἰδεολογίαν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλῶς, ὅτι ἡ
1620Δημοκρατία δὲν διατρέχει κίνδυνον ἀπὸ τὴν μοναρχικὴν
1621νοσταλγίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀστικὴν πρωτοπορείαν, δηλαδή,
1622ἀπὸ τὸν φασισμόν. Καὶ ἐναντίον αὐτοῦ εἴμεθα ἀποφασισμέ-
1623νοι νὰ ἀγωνισθῶμεν. Καὶ τὸν φασισμὸν τὸν ἔφερεν ἡ στρα-
1624τοκρατία ἡ ὁποία πρέπει νὰ φύγῃ. Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἀπό-
1625ψεως αὐτῆς ξεκινοῦντες, δὲν ἠμποροῦμεν, παρὰ νὰ εἴμεθα
1626κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ τὸν ψηφίζομεν ὑπὸ
1627τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι θὰ ἀπομακρυνθοῦν τοῦ στρατεύματος
1628εἴκοσιν ἤ τριάκοντα ἤ ἑκατὸν ἀξιωματικοὶ ἀντίπαλοι τοῦ
1629κυβερνῶντος κόμματος, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι πρό-
1630κειται νὰ κτυπηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἑπομένην ἡμέ-
1631ραν τῶν ἐκλογῶν ἐστράφησαν ἐναντίον αὐτῆς τῆς θελήσεως
1632τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
1633§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λούλης.
1634§57ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Συν-
1635άδελφος ἐκ Χαλκιδικῆς, περαίνων τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι
1636θὰ ὑπερψηφίσῃ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἔχει τὴν
1637πεποίθησιν ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις, χρωμένη τῶν
1638διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, νὰ τιμωρήσῃ ἀξιωματικοὺς
1639ἐχθρικῶς διακειμένους πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ πρόκειται ἡ Κυ-
1640βέρνησις νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1641ἔλαβον μέρος εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Δυστυχῶς,
1642εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξαγάγω τὸν κ. Συνάδελφον ἐκ τῆς
1643πλάνης αὐτῆς, καὶ θὰ τὸν ἐξαγάγω, ἀναφέρων παραδείγμα-
1644τα ὀνομαστικῶς. Ὅτε, Κύριοι Βουλευταί, ἐξεράγη τὸ κίνη-
1645μα τῆς 6ης Μαρτίου, εὑρισκόμην εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ μετ’
1646ἄλλων τριῶν συναδέλφων ἀντετάξαμεν τὴν πλέον κατηγο-
1647ρηματικὴν ἀντίδρασιν ἐναντίον τοῦ κινήματος αὐτοῦ....
1648§58Ν. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐτηλεγραφήσατε σεῖς;
1649§59ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Γνωρίζουν ὡρισμένοι συνάδελφοι
1650ἐξ Ἠπείρου, ἀνήκοντες εἰς τὴν παράταξιν αὐτήν, ὅτι ὁ ἔχων
1651τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ εἶχε τὸ θάρρος, ὅταν ἐφαίνετο τοὐλά-
1652χιστον εἰς τὰ Ἰωάννινα ἐπικρατοῦσα ἡ Δικτατορία, εἶχε τὸ
1653θάρρος νὰ στείλῃ τηλεγράφημα, παρακαλῶν τὸν στρατηγὸν
1654Πλαστήραν νὰ καταθέσῃ τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ τότε, κ. Συν-
1655άδελφοι, ὅταν εἰσῆλθον περὶ τὴν 5ην ἀπογευματινήν εἰς τὴν
1656ἀγορὰν τῶν Ἰωαννίνων, καὶ ἐκάλεσα δημοσιογράφους διὰ
1657νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ δεχθοῦν δηλώσεις μου ἐναντίον
1658τῆς διδακτορίας, μοῦ εἶπον: Κύριε Λούλη, εἶναι ἀδύνατον
1659νὰ δεχθῶμεν τὰς δηλώσεις αὐτάς, διότι μόλις πρὸ ἑνὸς τε-
1660τάρτου μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὸ Στρατηγεῖον ὁ ὑποστράτηγος κ.
1661Βλάχος καὶ ὁ Φρούραρχος κ. Γερολυμᾶτος, οἱ ὁποῖοι μᾶς
1662ἀνήγγειλον ὅτι ἐκηρύχθη ἡ δικτατορία καὶ ὅτι προσεχώ-
1663ρησαν εἰς τὴν δικτατορίαν καὶ προσεχώρησεν ὁλόκληρος ἡ
1664φρουρὰ τῶν Ἰωαννίνων.....
1665§60Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Εἶναι ψεῦδος. Ὁ Γερολυμᾶτος ποτέ...
1666§61ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσητε. Δὲν εἶναι κα-
1667τάστασις αὐτή, κ. Πρόεδρε.
1668§62ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι συμ-
1669περιφορὰ αὐτὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
1670§63Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Ὁ Γερολυμᾶτος ποτέ.
1671§64ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἶσαι εἷς ποταπὸς συκοφάντης.
1672§65Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Εἶναι κακόηθες ψεῦδος.
1673§66ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἶσαι κακοήθης καὶ συκοφάντης σύ.
1674§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀνακα-
1675λέσῃ.
1676§68Ε. ΜΑΝΩΛΑΤΟΣ. Ἀδύνατον. Δὲν ἀνακαλῶ.
1677§69ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κα-
1678νονισμόν.
1679§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν, κ. Βου-
1680λευτά. (Πρὸς τὸν κ. Μανωλᾶτον). Ἀνακαλεῖται εἰς τὴν
1681τάξιν ὁ κ. Βουλευτής.
1682§71Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατό-
1683πιν τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους τοῦ ρήτορος, ὀφείλω νὰ δη-
1684λώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε εἴδησιν, οὔτε πληροφορίαν
1685κἄν περὶ τῆς ἀναμίξεως τοῦ ἀντιστρατήγου Γερολυμάτου
1686εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἔχω μέχρι τῆς στιγμῆς ὑ-
1687ποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
1688§72ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1689τιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὴν κήρυ-
1690ξιν τῆς δικτατορίας, ὅταν ἐτηλεγραφήθη ἐντεῦθεν ἐκ μέ-
1691ρους τοῦ ἀντιστρατήγου Πλαστήρα εἰς Ἰωάννινα ὅτι ἀνεκή-
1692ρυσσε τὴν δικτατορίαν, ἐὰν προσεχώρησεν ὄντως ἡ φρουρὰ
1693Ἰωαννίνων, ὁ ὑποστράτηγος κ. Βλάχος, καὶ ποῖος ἦτο ὁ
1694Φρούραρχος κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
1695φρουρὰ προσεχώρησε, καὶ ἐὰν ὁ Φρούραρχος ἐκάλεσε τοὺς
1696Διευθυντὰς τῶν Ἐφημερίδων καὶ τοὺς εἶπεν ὅτι ἐκηρύχθη
1697δικτατορία καὶ στρατιωτικὸς νόμος.
1698§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐρωτήσεις τὰς
1699ὁποίας ἀπευθύνει ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1700Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι ὀρθαί, οὔτε δύνανται νὰ τύχωσιν
1701ἀπαντήσεως. Ἐξέρχεται τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀ-
1702φείλει νὰ ὁμιλῇ. Ὀφείλει νὰ ὁμιλήσῃ μόνον ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
1703δίου. Δέν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἵνα ἀπὸ τοῦδε λάβῃ γνῶ-
1704σιν τί φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ λέ-
1705γω τοῦτο. Ἀπευθύνατε ὡς βουλευτὴς ὅσας θέλετε ἐρωτή-
1706σεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις
1707δὲν θὰ ἀπαντήσῃ.
1708§74ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ μὴ ἀ-
1709παντήσητε, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠρώτησε περὶ γνώμης,
1710ἀλλὰ περὶ γεγονότων.
1711§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει ὑποχρέω-
1712σιν νὰ ἀπαντήσῃ.
1713§76ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Ἐφόσον ἀπαγο-
1714ρεύετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν σας ν’ ἀπαντήσῃ, βεβαίως δὲν
1715θὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ πιστοποιη-
1716θοῦν ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν
1717περιπέσει εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1718§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς λέγω, ὅτι ἐν
1719τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐξέρχεται ἐντελῶς τοῦ θέματος.
1720§78ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ ἐξέρχεται τοῦ θέματος;
1721§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξέρχεται ἐντελῶς
1722τοῦ θέματος, διότι ἐρωτᾶτε τίποτε ἄλλο, κ. Ἀρχηγέ, εἰμὴ
1723διὰ νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ κρίσις διὰ τὸν....
1724§80ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ἡ κρίσις. Ὁ κ. Βουλευ-
1725τὴς προφανῶς θέλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δι-
1726ώκει ὁμοίως πάντας τούς ἀναμιχθέντας εἰς τὸ κίνημα. Σεῖς
1727θὰ εἶσθε αὔριον, κ. Πρόεδρε, δικαστής, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς
1728αὐτὸ κατακρίνει ὅτι δὲν δύνασθε νὰ εἶσθε δικαστής.
1729§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖ νὰ κατα-
1730κρίνει ὅ,τι θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς, καθὼς καὶ σεῖς. Ἡ Κυ-
1731βέρνησις ἐξήγησε κατ’ ἐπανάληψιν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ
1732νομοθετήματος, σεῖς εἶσθε ἐλεύθεροι, ὡς Ἀντιπολίτευσις, νὰ
1733τὸ κρίνητε.
1734§82ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κρίνομεν ὡς ἀντιπρόσωποι
1735τοῦ λαοῦ ἄνευ κομματικῶν προκαταλήψεων.
1736§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω,
1737ὅτι, ἄν εἶσθε ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ταχθῆτε ἐν-
1738αντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ σφετερισθοῦν τάς ἐλευ-
1739θερίας του.
1740§84ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό.
1741§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ λόγια, μόνον μὲ
1742λόγια.
1743§86ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό, διότι
1744ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν κάθε ἡμέραν τὸ πολίτευμα, εἶναι
1745οἱ καθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς
1746καὶ ἐκ τοῦ κέντρου). Νὰ ἐπιβάλητε τάξιν εἰς τούς ὀπαδούς
1747σας. Μὴ στρέφεσθε πρὸς ἐμέ.
1748§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύνθημα εἰς τάς
1749προσεχεῖς ἐκλογὰς θὰ εἶναι τοῦτο: «Θέλετε ἡ θέλησις τοῦ
1750λαοῦ νὰ ἰσχύσῃ πράγματι ἢ ὄχι;». (Θόρυβος).
1751§88ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ κίνημα ἐκάμαμεν ἡμεῖς;
1752§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν αἱ ἐρωτήσεις, τὰς ὁ-
1753ποίας ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος,
1754εἶναι ἐρωτήσεις προσωπικῆς φύσεως, δὲν εἶναι καθολοκλη-
1755ρίαν ἄσχετοι πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι ζη-
1756τεῖται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ διαχείρισις ζητη-
1757μάτων προσωπικῶν. Νὰ κρίνῃ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ποῖοι
1758ἀξιωματικοὶ ἔχουν θέσιν καὶ ποῖοι δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὸν
1759στρατόν. Καὶ ὁ κ. Συνάδελφος διερωτᾶται, εἶνε εἰς θέσιν ἡ
1760Κυβέρνησις νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματα ταῦτα μετ’ ἀμερολη-
1761ψίας; Καὶ ἀνέφερε παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποία ἀξιωμα-
1762τικοί, οἱ ὁποῖοι συμμετέσχον τοῦ κινήματος, δὲν ἐθίχθησαν
1763ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέ-
1764λει ὁ κ. Συνάδελφος. Δέν εἶνε ζήτημα λοιπὸν ἄσχετον πρὸς
1765τὸ θέμα.
1766§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα σᾶς ἐ-
1767παναλαμβάνω, εἶναι τελείως ἄσχετον. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν
1768Προοδευτικῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρύεται τὸ ζήτημα αὐτό,
1769τὸ νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς Α ἢ Β πράξεως, τὸ
1770ἀρύεται ἐκ τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ ἑλληνι-
1771κοῦ λαοῦ.
1772§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχετε δηλαδὴ παντοδυναμίαν;
1773Ἔχετε δηλ. δικαίωμα ἐπαναστατικόν, νὰ ἀνατρέψητε τὰ
1774πάντα ἐκ τῆς λαϊκῆς σας ἐντολῆς;
1775§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἡ θέλη-
1776σις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1777§93Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς
1778τὸν ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ρήτωρ ἔκαμεν ἐναντίον τῆς
1779Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχει μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων τὸν
1780ἀντιστράτηγον Γερολυμᾶτον, ἀπήντησα, ὅτι μέχρι τῆς στιγ-
1781μῆς αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει οὐ-
1782δεμίαν μήνυσιν, οὐδεμίαν πληροφορίαν, καθαπτομένην τῆς
1783διαγωγῆς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γερολυμάτου.
1784§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἰδού, ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει ἐξηγή-
1785σεις.
1786§95Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλ-
1787λά, κατόπιν αὐτοῦ μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ ἐρώτησις ἄν ὁ στρατη-
1788γὸς Βλάχος ἀπεδέχθη τὸ κίνημα καὶ ἐκήρυξε τὴν δικτατο-
1789ρίαν καὶ τὶ ἔκαμεν ὁ Γερολυμᾶτος. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω,
1790ὅτι ὑπάρχει βεβαίως μία προκήρυξις τοῦ στρατηγοῦ Βλά-
1791χου, διὰ τὴν ὁποίαν περιελήφθη καὶ ὁ Βλάχος μεταξὺ ἐ-
1792κείνων τῶν ὁποίων αἱ ὑποθέσεις θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Ὑ-
1793πουργικὸν Συμβούλιον πρὸς κρίσιν, ἀλλὰ περὶ τοῦ κ. Γερο-
1794λυμάτου μία καὶ μόνον ὑπάρχει πληροφορία, ὅτι προέτρε-
1795ψε τὸν στρατηγὸν Βλάχον νὰ κτυπήσουν τὴν δικτατορίαν.
1796Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Βλάχος ἔλεγεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοί
1797ὑπὸ τὰς διαταγάς του, κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι Βενιζελικοί,
1798ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε, αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι μὲ
1799ὅ,τι ἔχομε θὰ τοὺς κτυπήσωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς
1800δεξιᾶς). Δὲν σημαίνει δηλ. τίποτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ
1801Κύριος Βουλευτὴς Ἰωαννίνων, ὅτι ἡ φρουρὰ τῶν Ἰωαν-
1802νίνων προσεχώρησε. Τί θὰ εἴπῃ, ἡ φρουρὰ Ἰωαννίνων προ-
1803σεχώρησε. Μήπως ἔγινε καμμία ψηφοφορία μεταξὺ τῶν ἀ-
1804ξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ἡ φρουρὰ προσεχώρησε;
1805(ἱλαρότης). Ὁ Βλάχος ἔλαβε τὸ διάγγελμα καὶ τὸ ἐκοινο-
1806ποίησεν.
1807§96ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Δέν ἔκαμε αὐτὸ μόνον. Εἶμαι ὑποχρεω-
1808μένος πρὶν συνεχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου νὰ πληροφορήσω
1809τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, καὶ νὰ τὸν
1810παρακαλέσω μάλιστα ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν μου αὐτῶν, ἄν
1811θέλῃ νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις....
1812§97Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης λέγει τὰ ἀντίθετα.
1813§98ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ὁ στρατηγὸς Βλάχος ἐδημοσίευσε τὴν
1814προκήρυξιν τῆς δικτατορίας καὶ τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιω-
1815τικοῦ νόμου. Ἐπίσης ὁ φρούραρχος Ἰωαννίνων κ. Γερολυ-
1816μᾶτος ἀπὸ τῆς 5ης ἀπογευματινῆς μέχρι τῆς 10ης νυκτερι-
1817νῆς, ὁπότε ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ Κυβέρ-
1818νησις τῶν Ἀντιστρατήγων, φρούραρχος καὶ ἀνώτερος ἐπό-
1819πτης ἦτο ὁ κ. Γερολυμᾶτος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑ-
1820πουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ
1821ἐρωτηθοῦν οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις ἐκδιδομένων ἐ-
1822φημερίδων, ἄν δὲν ἐκλήθησαν οὗτοι παρὰ τοῦ κ. Βλάχου
1823καὶ Γερολυμάτου καὶ δὲν τοὺς ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἐκηρύχθη ὁ
1824στρατιωτικὸς νόμος καὶ ὅτι διατελοῦν ὑπὸ λογοκρισίαν καὶ
1825πρέπει νὰ ὑποβάλουν τὰ φύλλα των ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ,
1826τοῦ κ. Γερολυμάτου.
1827§99Γ. ΚΑΓΙΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι
1828ὑπέγραψαν τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγο-
1829μεν, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζομεν τὴν κήρυξιν δικτατορίας, καὶ
1830ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Μέραρχος Ἰω-
1831αννίνων Βλάχος δὲν ἐδημοσίευσε μόνον τὸ διάγγελμα, ἀλλ’
1832ἐκήρυξε καὶ τὸν στρατιωτικὸν νόμον. (Φωναὶ καὶ θόρυβος
1833ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1834§100ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐάν, κ. Βουλευταί, ἠναγκάσθην νὰ
1835φέρω τὰ παραδείγματα τοῦ στρατηγοῦ Βλάχου καὶ τοῦ ἀν-
1836τισυνταγματάρχου Γερολυμάτου, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ πείσω
1837τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος,
1838εἰπόντα ὅτι δίδει ψῆφον, διότι ἔχει πεποίθησιν ὅτι δὲν πρό-
1839κειται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου νὰ πλή-
1840ξῃ τοὺς κομματικῶς ἀντιθέτους πρὸς αὐτὴν ἀξιωματικοὺς ἡ
1841Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τοὺς πραγμα-
1842τικῶς ἀναμιχθέντας εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἀξιω-
1843ματικούς, καὶ διὰ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀν-
1844τισυνταγματάρχης Γερολυμᾶτος εἶναι σήμερον διοικητὴς
1845Συντάγματος ἐν Ἀθήναις. Τοῦτο δυστυχῶς δὲν μὲ πείθει,
1846ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
1847ὑπὸ ψήφισιν νόμου θὰ τηρήσῃ εἰλικρινῶς τὴν ἀρχὴν τῆς
1848τιμωρίας τῶν ἀναμιχθέντων εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρ-
1849τίου, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν φρονημάτων, ἀλλ’ ὅτι θὰ εὕρῃ
1850πραγματικῶς τὴν εὐκαιρίαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου
1851τούτου νὰ πλήξῃ ἀξιωματικοὺς ἀντιθέτων πολιτικῶν φρονη-
1852μάτων.
1853§101Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θεωρῶ καθῆκον τιμῆς νὰ δώσω με-
1854ρικὰς πληροφορίας διὰ τὸν στρατηγὸν Βλάχον, διότι οἱ
1855συνάδελφοί μου, ἴσως δὲν ἐγνώριζον τὰς κατ’ αὐτὸν λεπτο-
1856μερείας. Ὅτε ὁ κ. Βλάχος ἐπληροφορήθη τὸ κίνημα, ἦλθε
1857πρὸς ἐμὲ ζωηρῶς δυσφορῶν ἐναντίον τούτου.
1858Ἐξεδήλωσε πράγματι τὴν δυσφορίαν του καὶ μὲ ἠρώτη-
1859σεν ὡς Γενικὸν Διοικητήν, τί θὰ ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Τὸν ἐ-
1860ξουσιοδότησα τότε νὰ κρατήσῃ τὴν τάξιν εἰς χεῖράς του
1861μέχρις ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως, διότι οἱ κομμουνι-
1862σταὶ εἶχον ἀναθαρρήσῃ. Περὶ τὴν δεκάτην νυκτερινήν, ἀφοῦ
1863κατώρθωσε νὰ πληροφορηθῇ μέσῳ τῆς γραμμῆς Τρικκά-
1864λων ὅτι ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν ὁ κ. Ὀθωναῖος, μὲ ἠρώ-
1865τησε διὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Διοικήσεως, ἐὰν θὰ
1866ἦτο φρόνιμον νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν στρατηγὸν
1867Ὀθωναῖον. Ἐπεκρότησα τοῦτο καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ
1868στρατηγὸς Βλάχος κατεφέρετο βαρύτατα κατὰ τοῦ κινή-
1869ματος.
1870§102ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ναὶ ἤ
1871ὄχι;
1872§103Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν τάξιν
1873καὶ ἔψεξε τὸ κίνημα ἐκεῖνο.
1874§104ΑΛ. ΛΟΥΛΗΣ. Εἴπατέ μας, ἄν ἐδημοσίευσε τὴν προκή-
1875ρυξιν καὶ ἐκήρυξε τὸν στρατιωτικὸν νόμον.
1876§105Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα.
1877§106Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Τότε εἶναι περίεργον πῶς ἀπεκήρυ-
1878ξε τὸ κίνημα, ἀφοῦ ἐδημοσίευσε τὴν προκήρυξιν. (Θόρυβος
1879καὶ κωδωνοκρουσίαι ἐκ τοῦ Προέδρου).
1880§107Β. ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω μίαν
1881δήλωσιν ἁπλῶς, ἐκ μέρους τῆς μικρᾶς μερίδος τῶν Συντη-
1882ρητικῶν Δημοκρατικῶν, ὅτι θὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομο-
1883σχέδιον, διότι φρονοῦμεν, ὅπως καὶ ὁ ἡγέτης ἡμῶν διεκήρυ-
1884ξεν, ὅτι δὲν εἶνε ὀρθόν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος, νὰ
1885δημιουργηθῇ νόμος ἐκ τῶν ὑστέρων, ἵνα κρίνῃ αὐστηρότε-
1886ρον παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν γίνει προγενεστέρως.
1887Αὐτὸ μόνον ἤθελα νὰ εἴπω.
1888§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.
1889§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ-
1890μιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἐπανέλαβεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπευθυ-
1891νόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν γνωστὴν ἐπῳδὸν, ἡ
1892ὁποία πραγματικῶς φαίνεται τοῦ παρέχει πλήρη αὐτάρκει-
1893αν, τὴν ἐπῳδὸν ὅτι ὁ λαὸς ἀπεφάνθη καὶ ἑπομένως καὶ αἱ
1894ἀπόψεις καὶ αἱ συζητήσεις ἡμῶν εἶναι μάταιαι. Ὁ κ. Πρόε-
1895δρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀσφαλῶς ἐπέδειξε πολλὴν τόλμην,
1896ἀποφασίζων νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν παλαιὰν καὶ προσφιλῆ ἐπῳ-
1897δόν του, ἀκόμη καὶ τὴν ἑπομένην τῆς δημοσιεύσεως τῶν
1898ἐπισήμων ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἀπὸ τὴν
1899ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, συμ-
1900φώνως πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ κυβερνῶν κόμμα, ἡ κυβερνῶσα
1901παράταξις, ἔχει βεβαίως κοινοβουλευτικὴν πλειονοψηφίαν,
1902ἀλλὰ δὲν ἔχει λαϊκὴν τοιαύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐ-
1903θνικῆς Οἰκονομίας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὑπάγεται
1904ἡ ὑπηρεσία τῆς Στατιστικῆς, ἐὰν εὑρίσκῃ ὅτι ἡ ὑπηρεσία,
1905ἡ ἐπίσημος τῆς Στατιστικῆς τοῦ Κράτους, εἴτε ἐμερολήπτη-
1906σεν, εἴτε ἔσφαλε, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀργός. Ἀλλὰ θὰ
1907ἠθέλομεν νὰ εἴπωμεν ἀκόμη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
1908βερνήσεως, ὅτι, ἐπικαλούμενος τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ,
1909παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰσάγει εἰς τὸν πολιτικὸν βίον
1910τὰς δικαστικὰς ἀναμνήσεις, διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον
1911ἐπικαλεῖται τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ, παρέχει τὴν ἐντύ-
1912πωσιν, ὅτι αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ εἶναι, ὅπως αἱ δικαστι-
1913καὶ ἀποφάσεις, ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι. Ἀλλ’ ἐάν ἡ ἄπο-
1914ψις ἦτο ἀληθής, τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν, τὸ ὁποῖον εἰς τὰς
1915ἐκλογὰς τοῦ 1928 εἶχε τόσον ὀλίγους βουλευτάς, δὲν θὰ
1916εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Αὐτὸ
1917σημαίνει ὅτι αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ ὑπόκεινται εἰς ἀδιάκο-
1918πον ἀναθεώρησιν καὶ αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ
1919συζητήσεις τῶν Βουλῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιδιδόμεθα, αὐτὸν
1920ἔχουσι τὸν προορισμόν, νὰ διαφωτίσουν τὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν
1921διευκολύνουν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἰδικῶν του ἀποφά-
1922σεων.
1923§110ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαὸς δὲν ἀπεφάνθη ποτὲ
1924νὰ λαμβάνωνται αὐθαίρετα μέτρα.
1925§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἱ ἐτυμηγορίαι τοῦ λαοῦ δημιουρ-
1926γοῦν διὰ τὰς Κυβερνήσεις ὑποχρεώσεις, δὲν δίδουν μόνον
1927δικαιώματα.
1928§112Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1929ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ καθορίζων τοὺς σκοποὺς τοῦ
1930νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι ἐπιδιώκει τὸ παρὸν νομοσχέδιον τὴν
1931ἐξύψωσιν καὶ τὴν θεμελίωσιν τῆς τάξεως ἐν τῷ στρατῷ καὶ
1932τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τῆς Πολιτείας. Εὑρισκόμεθα
1933εἰς ἀπόλυτον συμφωνίαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
1934νήσεως, διὰ τὴν ὀρθότητα τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπαγ-
1935γέλλεται καὶ ἐπιδιώκει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ κρί-
1936νῃ, ὄχι ὅπως προηγουμένως ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ τονίσῃ
1937ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ πρῖσμα ἀντιπολιτεύ-
1938σεως. Ἐπιθυμεῖ νὰ κρίνῃ καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς ἀν-
1939τιπρόσωπος τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο διαμαρτυρόμεθα ἐναντίον
1940τῆς βεβαιώσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1941κῶν παρέσχεν εἰς τὴν Γερουσίαν, σχετικῶς πρὸς τὰς προ-
1942θέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1943Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος πολιτικὸς κόσμος δι-
1944εκήρυξε τὴν ἀλληλεγγύην του πρὸς τοὺς κινηματίας. Ἐκ
1945τῶν πρακτικῶν τῆς Γερουσίας....
1946§113Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς τὸ ἐδήλωσεν, ὅτι ὀψέπο-
1947τε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἀρχήν,
1948θὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς κινηματίας.
1949§114Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κάμετε ὑπομονήν. Ἐπαναλαμβάνω
1950τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία τόσον ἰσχυρῶς ἐτονίσθη ἀπὸ τόσων
1951μηνῶν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κίνη-
1952μα τῆς 6ης Μαρτίου.
1953§115Α. ΚΑΚΑΡΑΣ. Τὸ πιστεύετε;
1954§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ
1955ὑπάρξῃ Βουλὴ ἠρεμοῦσα, ἢ θὰ διακόψωμεν τὸν λόγον. Ἡ
1956Ἀντιπολίτευσις, καθὼς ἀπέδειξε καὶ εἰς τὴν πρόσφατον ἀ-
1957κόμη περίπτωσιν τῆς ἀπεργίας, ἐπιθυμεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐ-
1958θνικῶν πραγμάτων νὰ εἶναι παραστάτης τῆς Κυβερνήσεως
1959καὶ νὰ τὴν ἐνισχύῃ εἰς τὴν προστασίαν τῶν γενικωτέρων
1960συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἂν διαφω-
1961νοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι εἰς τοὺς σκοποὺς
1962τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, εἶναι εἰς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα χρη-
1963σιμοποιεῖ διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν. Διότι πιστεύομεν,
1964ὅτι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται καὶ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ
1965θέσῃ εἰς ἐφαρμογήν, δὲν ὑπηρετοῦσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὑπο-
1966νομεύουν καὶ τοὺς ἀποτρέπουν. Συμβαίνει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν
1967περίπτωσιν τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τόσον σύνηθες
1968εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν Ἀρ-
1969χήν, ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ λόγων καὶ ἔργων, ἡ ἀσυνέπεια
1970μεταξὺ τῶν μέσων καὶ τῶν σκοπῶν. Ἐπηγγέλθη τὴν ἐμ-
1971πέδωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὡρκίσθη εἰς τὸ πολί-
1972τευμα τῆς Χώρας, ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ
1973ἐξαπέλυσεν ἀπειλὰς ἐναντίον τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος
1974τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἔρεισμα τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐπηγ-
1975γέλθη τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ δὲν παρῆλθεν ὀλίγος χρόνος
1976καὶ ἐστραγγάλισε τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων καὶ διεμέλισε
1977τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμούς, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε...
1978(Θόρυβος)... καὶ ἐπηγγέλθη τὴν γαλήνην τῆς Χώρας ἐν
1979ὀνόματι τῆς ὁμαλότητος καὶ ἐξήγγειλε καθ’ ὅλας τὰς τε-
1980λευταίας ἡμέρας ἀπειλὰς ἀνωμάλων μέτρων, καὶ ἐν ὀνόματι
1981τῆς τάξεως τοῦ στρατοῦ μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, κατὰ τὴν
1982πεποίθησιν ἡμῶν, εἰσάγει τὴν ἀποσύνθεσιν ἐν τῷ στρατεύ-
1983ματι. Θὰ τὸ ἀποδείξωμεν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν
1984ἐπαληθεύει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ρῆσιν τῆς Γραφῆς
1985«αἱ μὲν χεῖρες αὐτοῦ εἶναι χεῖρες Ἰσάκ, ἡ δὲ φωνὴ, φωνή
1986Ἰακώβ». Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ παραβίασιν
1987τοῦ Συντάγματος. Ἀναγιγνώσκομεν τὸ κείμενον, διὰ νὰ τὸ
1988ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς: «Ἐπιτρέπεται
1989εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κλπ.» (ἀναγινώσκει). Δέν
1990θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συνταγματικοῦ θέματος,
1991διότι θεωρῶ τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν ἐξαντληθεῖσαν ἔπει-
1992τα ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν προηγουμένων συναδέλφων τῆς
1993Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὀλίγας λέξεις.
1994Διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ μονιμότης τῶν
1995ἀξιωματικῶν δὲν κατοχυροῦται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἔπρε-
1996πε νὰ ὑπάρχῃ ρητὴ περὶ τούτου διάταξις, διότι εἶναι τόσον
1997στοιχειώδης ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος διὰ τὸ πολίτευμα ἡ-
1998μῶν, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ
1999μονιμότης τῶν ἐσχάτων δημοσίων ὑπαλλήλων εἶνε κατωχυ-
2000ρωμένη καὶ εἶναι ἔκθετοι οἱ θεματοφύλακες τῆς τιμῆς καὶ
2001τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας. Ἡ διάταξις ἄλλωστε τοῦ ἄρ-
2002θρου 81 εἶναι σαφής, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀπο-
2003νέμει τοὺς βαθμούς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει συγχρόνως ἡ προσ-
2004θήκη ὅτι δύναται καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρῇ. Ἀλλὰ πέρα τῶν ἀρ-
2005χῶν αὐτῶν τῆς μονιμότητος, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον, ἐφό-
2006σον δὲν ὑπάρχει ρητὴ ἀπαγόρευσις νὰ θεωρῆται ἀποκλειομέ-
2007νη, εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου
2008ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ποινήν. Ὁ κ. Πρό-
2009εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκρατέστατος νομικός, ὁμιλῶν εἰς
2010τὴν Γερουσίαν, ὡμολόγησεν ὅτι, ἄν πράγματι τὸ νομοσχέ-
2011διον εἰσῆγε ποινήν, θὰ παρεβίαζε τὸ Σύνταγμα, διότι παρα-
2012βιάζει σειρὰν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ πε-
2013ριπτώσει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθίσταται εἰς δικα-
2014στικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον δικαστήριον. Ἐν τοιαύτῃ
2015περιπτώσει, νεώτερος νόμος ἐπιβάλλει ἀναδρομικῶς τὴν
2016ποινήν. Ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2017ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ποινὴν ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία· ἀ-
2018ποτελεῖ κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ ἐπεκαλέσθη ἄρ-
2019θρον τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ὅπου ἡ
2020αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν κα-
2021ταστάσεων. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές,
2022ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἰς ἄλλον ἄρθρον τοῦ νό-
2023μου ἀναγράφεται ἐπίσης καὶ ὡς ποινή. Ὅπου ἑπομένως ἡ
2024αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία ἔχει ὡς αἰτιολογίαν ἀξιόποινον
2025πρᾶξιν, ἡ ἀπαγγελία αὐτῆς ἀποτελεῖ ποινὴν, καὶ εἰς τὴν
2026παροῦσαν περίπτωσιν, ἡ αἰτιολογία τῆς αὐτεπαγγέλτου ἀ-
2027ποστρατείας ἀναγράφεται εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου,
2028ὄχι μόνον εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἐκθέσεως, ἡ αἰτιολογία εἶ-
2029ναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, δηλαδὴ
2030εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική, καὶ ἐφόσον ἡ αἰτιολογία ἀναφέ-
2031ρεται εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικήν, ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρα-
2032τεία εἶναι ποινή. Καὶ ἐφόσον ἀποτελεῖ ποινήν, εἶναι βέ-
2033βαιον ὅτι προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι τόσον σαφεῖς
2034αἱ διατάξεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμ-
2035φισβητηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ εἰσαχθῇ ποινὴ μὴ
2036ἀναγραφομένη εἰς νόμον πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Δὲν
2037εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δύναται νὰ συσταθῇ ἔκ-
2038τακτον δικαστήριον καὶ δικαστικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἐπιβά-
2039λῃ τὴν ποινὴν ταύτην, διότι τὴν σύστασιν τοιούτων ἐπιτρο-
2040πῶν ἀπαγορεύει ρητῶς τὸ πολίτευμα.
2041Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακολουθήσας τὴν
2042συζήτησιν τῆς Γερουσίας καὶ ἀποκαμὼν ἐκεῖ ἀπὸ τὰ σοφί-
2043σματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς
2044συνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, προέβη εἰς μίαν ὁμο-
2045λογίαν· εἶπεν, θὰ κάμωμεν διὰ νὰ σωθῇ ὁ τόπος, καὶ ἀντι-
2046συνταγματικοὺς νόμους. Κρατοῦμεν τὸ ἥμισυ τῆς ὁμολογίας
2047τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ
2048εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2049νήσεως διεφώνησε τότε καὶ εἶπεν, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν
2050περίπτωσιν ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς συνταγματικότητος
2051καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνέδωκεν. Ὁ κ. Ὑ-
2052πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν περίοδον κα-
2053τὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωνε τὸν θαυμασμόν του πρὸς τὰς πο-
2054λιτικὰς ἀρετάς καὶ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ κ. Προέδρου
2055τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ὁ θαυμασμὸς αὐ-
2056τὸς πρὸς τὴν νομιμοφροσύνην ἐξηκολούθει καὶ εἰς τὸ παρὸν
2057καὶ εἰς τὸν μέλλον, διότι ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχυ-
2058ρίζονται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνταποδίδων
2059τὴν φιλοφροσύνην ἔγινε καὶ αὐτός, μὲ τὴν σειράν του θαυμα-
2060στής τῶν ἐπαναστατικῶν ἀρετῶν τοῦ συνεργάτου του. Ἀλ-
2061λὰ πέρα τῶν ἀπόψεων τούτων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2062σεως, ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν εἶπεν, πέραν τῆς συνταγ-
2063ματικότητος, -ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἐπὶ τοῦ
2064σημείου αὐτοῦ κυρίως ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατι-
2065ωτικῶν,— πέραν τῆς συνταγματικότητος, ὑπηρετεῖ κατ’ οὐ-
2066σίαν τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, ἐμπεδώνει τὸ
2067κῦρος τῆς Πολιτείας καὶ ἀποκαθιστᾷ τὴν τάξιν εἰς τὸν στρα-
2068τόν.
2069Κύριοι Βουλευταί, εἰς μίαν ἐποχὴν κατά τὴν ὁποίαν καὶ
2070ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κό-
2071σμος, ἐπεθύμουν ὅπως ὁ στρατὸς ἐπανέλθῃ ὁριστικῶς εἰς τὰ
2072ἔργα του, καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος ἀφεθῇ ἀπερίσπαστος εἰς
2073τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς ἐντολῆς του, εἰς μίαν τοιαύτην
2074ἐποχήν, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς
2075ἀντιπροσωπείας, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν ἐ-
2076πέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ἐπέμβασιν τῆς
2077Κυβερνήσεως, τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτικῆς εἰς τὸ στράτευ-
2078μα, διότι ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἀντιστρατεύεται
2079πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ ἐπιδιώκομεν. Ἀλλ’
2080ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶνε ὀρθὴ γενικῶς καὶ ἀπείρως κατὰ μεί-
2081ζονα λόγον ἡ σημερινὴ Κυβ)σις, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς
2082ὁποίας ἐξεδηλώθη ἐκεῖνο τὸ κίνημα, στραφὲν κατὰ πρῶτον
2083λόγον καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνι-
2084κοῦ λαοῦ, ἀλλά, στραφὲν καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
2085Λαϊκοῦ κόμματος, ἔπρεπεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ φρον-
2086τίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλέον ἀμερόληπτον καὶ τὴν πλέον
2087ἀπαρεξήγητον κρίσιν κατὰ τῶν ὑπευθύνων καὶ νὰ μὴ πα-
2088ρέμβῃ αὐτή, χαρακτηρίζουσα καὶ καθιστῶσα ἑαυτὴν ὡς δι-
2089καστὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐστράφησαν ἐναντίον της.
2090Ποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ, ὅσον καὶ ἄν εἰλικρινῶς
2091τὸ ἐπιδιώκῃ διὰ τὴν ἀμεροληψίαν της; Ἰδού, διατὶ εἰς τὰς
2092περιόδους τὰς δυσκόλους, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, δὲν πρέ-
2093πει νὰ εἴμεθα ἁπλῶς ἥσυχοι διὰ τὰς ἀγαθάς μας προθέσεις,
2094ἀλλά πρέπει νὰ προβαίνωμεν καὶ εἰς πράξεις αἱ ὁποῖαι μᾶς
2095προφυλάσσουν ἀπὸ κάθε παρεξήγησιν. Καὶ ὅμως, ἡ σημερι-
2096νὴ Κυβέρνησις, ἰδιοποιοῦσα τὸ δικαίωμα νὰ καταστῇ δικα-
2097στὴς τῶν ἀντιπάλων της ἐκείνων, οἵτινες στρεφόμενοι κατὰ
2098τοῦ λαοῦ, ἐστράφησαν ταὐτοχρόνως καὶ κατ’ αὐτῆς, δί-
2099δει λαβὴν εἰς τὴν παρεξήγησιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀπο-
2100δώσῃ δικαιοσύνην, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιδιώξῃ πολιτικὰς
2101ἐκδικήσεις. Ἀλλὰ θὰ ἠθέλομεν νὰ προχωρήσωμεν ἀκόμη
2102Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν ὁ-
2103ποίαν ἀναλυτικώτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
2104ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Γερουσίαν. Θέλει νὰ καθιερώσῃ εἰς
2105τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος
2106τῆς στρατιωτικῆς συνειδήσεως, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ
2107κύρους τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2108Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ προϊσταμέ-
2109νων καὶ ὑφισταμένων ἀξ)κῶν. Εἶνε προφανὲς τότε ὅτι ἐ-
2110τραυματίσθη ἀνεπανορθώτως τὸ κῦρος τῶν ἀνωτέρων ἀξιω-
2111ματικῶν, ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ θεω-
2112ρηθοῦν ἔχοντες διοικητικὴν καὶ ἐπαγγελματικὴν ἱκανότητα.
2113Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἶναι ἐμπόδιον διὰ τὴν ἀποκατά-
2114στασιν τῆς πειθαρχικῆς καὶ τῆς ψυχικῆς ἑνότητος τοῦ στρα-
2115τοῦ. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ
2116καθιερώσωμεν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν πρό-
2117κειται νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁπουδήποτε ἤθελεν
2118ἐπέλθει σύγκρουσις μεταξὺ ἀξιωματικῶν ἐξ αἰτίας κινημά-
2119των εἰς τὸ παρελθόν τῆς Χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ συγ-
2120κρουσθέντες νὰ παραμείνουν, εἰς ποῖον συμπέρασμα θὰ κα-
2121ταλήγωμεν; Εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς
2122δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖται παρὰ μόνον ἀπὸ ἀξιωμα-
2123τικοὺς ἐκτὸς κινήματος, διότι μόνον μεταξὺ ἐκείνων θὰ ὑ-
2124πῆρχεν ὁμοφροσύνη ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ διότι ἔχει ἐπέλ-
2125θῃ ἡ σύγκρουσις ἐξ αἰτίας τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων. Ἀλλ’
2126εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν τὸν παραλογισμὸν αὐτὸν εἰς
2127τὸν ὁποῖον ὁδηγεῖ ἡ γενικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν
2128καθιερώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἠναγκά-
2129σθημεν ἐπανειλημμένως νὰ παραγνωρίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρ-
2130χὴν καὶ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος
2131τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα, εἰς τὰ συναδελφικὰ
2132αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐμπνέουν, καὶ πρέπει νὰ ἐμπνέουν, τὸν
2133στρατὸν τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐμπιστευ-
2134θῶμεν εἰς τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος. Διότι πράγματι, ἐ-
2135ὰν εἰλικρινῶς θέλωμεν καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ πολιτικὸς κό-
2136σμος καὶ ἡ Χώρα νὰ προκόψουν, εἷς μόνον ὑπάρχει τρόπος,
2137ἐὰν ὅλοι μείνωμεν σύμφωνοι, νὰ παραδώσωμεν τὸ παρελθὸν
2138εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μέλλον. (Χειρο-
2139κροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2140Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω καὶ μίαν ἀκόμη ἄποψιν.
2141Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ δημιουργήσῃ
2142μίαν ψυχικὴν ἀνάπαυσιν εἰς τὸν στρατὸν τὸ νομοσχέδιον.
2143Θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν γαλήνην. Καὶ ἐρωτῶμεν, ὅταν ἀνα-
2144κοινῶμεν εἰς τὸν στρατὸν ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας δὲν
2145περιέχει καμμίαν δι’ αὐτὸν κατονύρωσιν, ὅταν ὁ πολιτικὸς
2146κόσμος τῆς Χώρας μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἄ-
2147νεσιν τῶν δημ. ὑπαλλήλων, καὶ ἐγκατέλειψε τὰς φρουρὰς τοῦ
2148Ἔθνους ἐκθέτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνή-
2149σεων, ἕρμαιον τῶν θελήσεων αὐτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
2150ἐμπνεύσωμεν ἡσυχίαν καὶ νὰ μὴ ἐμπνεύσωμεν ἀν-
2151τιθέτως ἀνησυχίαν διὰ τὸ μέλλον; Διότι, ἐάν σή-
2152μερον πλήττονται ἐν ὀνόματι τῆς 6ης Μαρτίου
2153ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, πταίσαντες ἢ μὴ πταίσαντες, ἐν
2154ὀνόματι τῆς αὐτῆς ἀρχῆς εἶναι πιθανὸν, καὶ ἴσως εἶναι βέ-
2155βαιον, ὅτι αὔριον θὰ πληγοῦν καὶ ἄλλοι, ἀφ’ ἧς καθιερώθη
2156ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶνε κατω-
2157χυρωμένη καὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία...
2158§117Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸς
2159εἶναι ὁ σκοπός. Διότι δὲν θὰ τὸ ξανακάμουν.
2160§118Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι συμφωνότατος, κ. Ὑπουργὲ
2161τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ σκοπός σας εἶναι αὐτός. Ἀλλ’ ὅταν
2162καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ἡ μονιμότης εἶναι ἀκατοχύρωτος
2163διὰ πᾶσαν περίπτωσιν, ὅτι τὸ Σύνταγμο δὲν κατοχυρώνει
2164αὐτήν τοῦτο θὰ σημαίνῃ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία...
2165§119Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἴπετε
2166καὶ ἄλλοτε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν προστατεύονται ἀπὸ τὸ
2167Σύνταγμα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπίθεσις κατὰ
2168τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν δὲν εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, ἀλλ’ εἶναι
2169ἐσχάτη προδοσία....
2170§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ;
2171§121Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν)... καὶ
2172περὶ ἐγκληματιῶν ἐσχάτης προδοσίας δὲν μεριμνᾷ τὸ Σύν-
2173ταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἔχει νὰ προασπίσῃ τάς λαϊκάς ἐλευ-
2174θερίας. Ἄν τὸ Σύνταγμα πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τοὺς βάλ-
2175λοντας κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἑορέτω τὸ Σύνταγμα.
2176(χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς παρατεταμένα).
2177§122Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ Σύνταγμα, κ. Ὑπουργὲ τῶν
2178Στρατιωτικῶν, εἶναι προωρισμένον νὰ προστατεύῃ τὰς λαϊ-
2179κὰς ἐλευθερίας, καὶ τὰς προστατεύει κατοχυρῶνον τὸν τρό-
2180πον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ὅταν
2181καταλύετε τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἐπιδιώξητε τὴν προστασίαν
2182τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, κατὰ τὸν ἰδιότυπον τρόπον, κατὰ
2183τὸν ὁποῖον αἱ ἑκάστοτε Κυβ)σεις νομίζουν ὅτι τὰς προστα-
2184τεύουν, τὸ Σύνταγμα καταλύεται καὶ παρασύρει εἰς τὴν κα-
2185τάρρευσίν του καὶ τάς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ θὰ ἐπε-
2186θύμουν νὰ ἀπευθύνω ἀκόμη καὶ μίαν ἐρώτησιν. Ὅταν τὸ
2187νομοσχέδιον κατετέθη εἰς τὰς Βουλάς, ἡ Κυβέρνησις ἐνε-
2188φανίζετο πιστὸς θεματοφύλαξ τῆς νομιμότητος. Ἀλλὰ δο-
2189κιμάζω σήμερον μίαν ἀπορίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τούς
2190αὐτοὺς τίτλους ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίζῃ ἐνώπιον τῶν Νο-
2191μοθετικῶν Σωμάτων τὸ νομοσχέδιον ἐν ὀνόματι τοῦ Συν-
2192τάγματος, ἐν ὀνόματι τῆς ὁμαλότητος, ὅταν κατώρθωσε κα-
2193τὰ τὸν τελευταῖον ἰδίως καιρὸν νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρωτό-
2194τυπον θέαμα Κυβερνήσεως συνομοτούσης ἐναντίον τῆς ὁμα-
2195λότητος καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος; (Χειροκροτήματα
2196ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2197§123ΠΟΛΛΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῦ; Ποῦ;
2198§124Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναμείνατε. Φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἀ-
2199πετόλμων τοιαύτην κατηγορίαν χωρὶς τὰ κείμενα; Ἀκού-
2200σατε, δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τὰς
2201ἀποδοκιμάζει. Θὰ σεβασθῶ τὴν δήλωσίν του. Εἰς τὴν «Πρω-
2202ΐαν» τῆς 25ης Δεκεμβρίου, ἔλεγεν. «Ἡ θέλησις τῆς Κυβερ-
2203νήσεως θὰ ἐπιβληθῇ, ἔστω καὶ ἐὰν θὰ ἀπαιτηθῇ προσφυγή
2204εἰς μέτρα ἐξαιρετικά» (ἀναγινώσκει). Καὶ περαιτέρω: «Ἀ-
2205πεφασίσθη ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστα-
2206σιν δι’ αὐστηρῶν μέτρων, ἔστω καὶ ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνά-
2207γκην νὰ ἐξέλθῃ καὶ τῶν συνταγματικῶν ὁρίων».
2208§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὰ εἶπον αὐτά;
2209§126Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω διὰ τὴν διάψευσιν. Εἶναι ἡ
2210«Πρωΐα» καὶ ἔχει ἐπισήμους δηλώσεις σας.
2211§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δίκαιον.
2212Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶνε, ὅτι «ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτή
2213ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὑπάρχουσα, καὶ δὲν δύναται ὁ πολιτικὸς κό-
2214σμος νὰ σκεφθῇ πολιτικῶς, ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, δύναμαι
2215νὰ ἀποσυρθῶ καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν μου βίον». Τὸ πρῶτον
2216μόνον εἶπον «ἐξαιρετικὰ μέτρα», ἀλλ’ ἐπαναστατικὰ δὲν εἶ-
2217πον.
2218§128Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλώσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2219λίου εἶναι.
2220§129Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε σεῖς τὶ
2221γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας.
2222§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γράφει. «Ἀνακοινώσεις τοῦ κ.
2223Τσαλδάρη» «Ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιβληθῇ, ἔ-
2224στω καὶ ἂν ἀπαιτηθῇ νὰ προσφύγωμεν εἰς μέτρα ἐξαιρετι-
2225κά».
2226§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἐξαιρετικά». Ἀλ-
2227λὰ ἐγὼ δὲν εἶπα αὐτά. Ἠξεύρετε αὐτὰ εἶνε σἂν τοὺς τίτλους
2228μερικῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι γράφουν ὅτι, αὐτά—αὐτά,
2229καὶ μέσα εἰς τὸ περιεχόμενον δὲν λέγουν τίποτε.
2230§132Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. «Ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2231Κυβερνήσεως». «Τὰ μέτρα τὰ ἐξαιρετικά». Σᾶς ἐρωτῶ: Ἄν
2232τὰ μέτρα εἶναι συνταγματικὰ καὶ νόμιμα, διατὶ τὰ ὀνο-
2233μάσατε ἐξαιρετικά;
2234§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι εἶναι μέτρα
2235αὐστηρά.
2236§134ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ ἡμέρας ὁ-
2237λοκλήρους ἡ τελευταία σελὶς τῶν ἐφημερίδων ἦτο γεμάτη
2238μὲ πληροφορίας περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν συνταγματι-
2239κῶν διατάξεων. Ἐρωτώμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰδήσεων
2240αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγε: Θὰ λάβωμεν
2241μέτρα ἐξαιρετικὰ ἄνευ ἐνδοιασμῶν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ
2242εἴπω μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τοῦ βήματος.
2243§135Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατα-
2244λήγομεν, κ. Βουλευταί, εἶναι ὅτι οἱ σκοποί τούς ὁποίους ἐ-
2245πιδιώκει ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἐπιτυγ-
2246χάνονται. Ἀνατρέπονται. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἔχει
2247ἔρεισμα οὔτε εἰς τὸ πολίτευμα, οὔτε εἰς τὴν νόμιμον καὶ ὁ-
2248μαλὴν πολιτικὴν τάξιν. Ἀποδεικνύεται ὅτι εἶνε ἀπροκάλυ-
2249πτος καὶ ὠμὴ πρᾶξις βίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
2250τιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐναβρύνεται, καθὼς λέγουν, νὰ ἐντρυφᾷ
2251καὶ νὰ διημερεύῃ εἰς τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας, θὰ ἔπρεπε
2252νὰ εἶχεν ἐκεῖθεν ἀντλήσει τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ
2253τὸ παρὸν νομοσχέδιον καθίσταται σήμερον καὶ πάλιν ἐπί-
2254καιρον, τὸ δίδαγμα ὅτι: «τὸ Κράτος τῆς βίας εἶναι ἐφήμε-
2255ρον, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε τὸ σοφὸν τοῦτο
2256δίδαγμα νὰ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὸ παρελθόν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ
2257τὸ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀρι-
2258στερᾶς).
2259§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστόμου.
2260§137ΓΡ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. «Ἄς παραδώσωμεν τὸ παρελθὸν
2261εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα». Αὐτὴ ὑ-
2262πῆρξεν ἡ ὑπέροχος ρῆσις τοῦ διακεκριμένου προλαλήσαντος
2263συναδέλφου κ. Παπανδρέου, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ δονῇ τὴν
2264αἴθουσαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν κλείομεν τὸ
2265ἔτος τὸ παρελθὸν καὶ εἰσερχόμεθα ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν εἰς ἕν
2266νέον ἔτος καὶ εἰς μίαν νέαν ἐθνικὴν ἀνατολήν. Κύριοι Βου-
2267λευταί, ἤ μᾶλλον, κ. Δικασταί, διότι δικαστῶν ἔργα ἀντι-
2268ποιούμεθα δυστυχῶς τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ἦτο μοιραῖον φαί-
2269νεται κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦ πλήρους
2270κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν τρικυμιῶν, νὰ κρίνεται ἡ τύχη
2271εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, οὐχὶ ἁπλῶς μιᾶς ὁμάδος ἀξιωματικῶν,
2272ἀλλ’ ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
2273ἡ τύχη αὐτὴ ἀκόμη τῆς Πατρίδος. Ἦτο μοιραῖον ἡ βάσκα-
2274νος μοῖρα, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, 31ην Δεκεμβρίου τοῦ
22751933, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, καθ’ ἥν παραδίδομεν τὸ
2276παρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα,
2277τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν στρατός, τὸ
2278ἀγλάϊσμα καὶ ἡ αἴγλη τῆς Πατρίδος, φρουρεῖ τὰ σύνορα ἡ-
2279μῶν τὰ ἐθνικά, ἀδιαφορῶν τελείως δι’ ὅσα λέγονται καὶ συ-
2280ζητοῦνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπεί-
2281ας, ἦτο μοιραῖον, λέγω, ἡμεῖς νὰ μεταβληθῶμεν εἰς τιμη-
2282τὰς καὶ εἰς αὐστηροὺς δικαστάς. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι
2283Βουλευταί, εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν ἀπὸ τοῦ βήμα-
2284τος τούτου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας λεχθέντων. Δέν θὰ
2285ἐξετάσω οὔτε τὴν νομιμότητα, οὔτε τὴν συνταγματικότητα
2286τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δέν θὰ ὑπεισέλθω ἀκόμη οὔτε
2287εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἤ ἄλλην τινα ἐξέτασιν τῶν συμβουλίων
2288ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν καὶ τῶν ἀποφάσε-
2289ων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠλάφρυναν ἤ ἄλλως πως ἀπεφάνθη-
2290σαν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἀλλὰ θὰ θε-
2291λήσω ἕν καὶ μόνον σημεῖον νὰ ἐξάρω, ἕν σημεῖον τὸ ὁποῖον
2292ἀναβλύζει, τὸ ὁποῖον ἀναθρώσκει ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ψυχήν
2293μου, ψυχὴν παλαιοῦ καὶ ἐμοῦ στρατιώτου, ὅπως καὶ πολ-
2294λῶν ἄλλων, ψυχὴν συναγωνιστοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων
2295καὶ τῶν ἄλλων, ψυχὴ ἡ ὁποία, ὅταν αὐτὸ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν
2296κόμμα, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920,
2297ὡδήγει τὸν ἐθνικὸν στρατόν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ Ἐσκῆ–
2298Σεχήρ, τῆς Κοβαλίτσης καὶ τοῦ Σαγγαρίου, συνεμάχει καὶ
2299συνηγωνία μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν
2300στιγμὴν αὐτὴν κατηγοροῦνται ἐνώπιον τῆς ἐθν. ἀντιπροσω-
2301πείας. Ἀλλ’ ἄς μεταβληθῶ εἰς δικαστὴν τῶν ἀξιωματικῶν
2302τούτων καὶ μεθ’ ὑμῶν ἄς κρίνω, ἄν καὶ κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις
2303διὰ τὴν ὁποίαν κρίνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρᾶξις
2304ἡ ὁποία πρέπει νὰ τούς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποι-
2305νῶν, ἥν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἤ ἄν εἶναι πρᾶξις διὰ τὴν
2306ὁποίαν χωρεῖ ἡ ἐπιείκεια ἐκείνη τὴν ὁποίαν διαγράφουν οἱ
2307νόμοι οἱ ἠθικοὶ καὶ ἀνθρωπιστικοὶ, οἱ νόμοι πάσης ἐννοίας
2308ἀρετῆς καὶ καλωσύνης καὶ ἀγαθότητος. Ἄς μεταβληθῶ τὴν
2309ἑσπέραν ταύτην εἰς κατήγορον καὶ ἂς εἴπω εἰς τούς ἀξιω-
2310ματικοὺς αὐτοὺς διὰ νὰ δώσω εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν νὰ
2311ἀπολογηθῶσι. Διατὶ παρείδητε τὴν λαϊκὴν ἐντολήν; Διατὶ
2312ἠθελήσατε νὰ στραγγαλίσητε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, περὶ
2313τῆς ὁποίας τόσον κόπτεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσε-
2314ως; Διατὶ ἠθελήσατε νὰ ἔλθητε ἀντιμέτωποι πρὸς τὴν θέ-
2315λησιν ἐκείνην τὴν λαϊκήν, ἡ ὁποία ἐπιστεγάζει ἀσαλεύτως
2316τὰ πάντα καὶ τὰ Συντάγματα καὶ νόμους καὶ πάντας τούς
2317κανόνας ἠθικῆς; Καὶ τοῦτο τὸ ἐρώτημα ὑποβάλλων εἰς τοὺς
2318ἀξιωματικοὺς τούτους τούς κατηγορουμένους, θὰ δώσω, Κύ-
2319ριοι, τὴν ἀπάντησιν εἰλημμένην ἀπὸ τὴν πεῖραν, εἰλημμέ-
2320νην ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ Σώματος, εἰλημμέ-
2321νην ἀκόμη ἀπὸ τὴν στοιχειώδη λογικήν καὶ εἰλημμένην, ἐ-
2322πὶ πλέον, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κόλπους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
2323Ὅταν ἐρχόμεθα, Κύριοι Βουλευταί, νὰ κρίνωμεν τὰς πρά-
2324ξεις ἀξιωματικῶν, θὰ κρίνωμεν ταύτας τυχόν, ὑπὸ τὸ πρῖ-
2325σμα ὑφ’ ὅ κρίνομεν τὰς πράξεις ἄλλων ἁπλῶν ἰδιωτῶν, ἤ
2326θὰ κρίνωμεν αὐτὰς ὑπὸ ἰδιαζούσης ὅλως μορφῆς πρῖσμα, οἷ-
2327ον εἶναι τὸ τῶν ἀξιωματικῶν; Ποῖος ἐξ ἡμῶν δέν γνωρίζει
2328ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκπαιδεύεται, μορφοῦται καὶ ἀνδροῦται
2329μέσα εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
2330φος κ. Καλκάνης ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν
2331ἰδέαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει ὡς προμετωπίδα καὶ σύμβολον
2332τὸ «Salus populi suprema lex est». Ποῖος θὰ μᾶς
2333εἴπῃ ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ἀφ’ ἧς εἰσέρχεται εἰς τὴν Σχολήν,
2334μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν δίδει τὸν ὅρκον πίστεως πρὸς
2335τὴν Πατρίδα, δὲν εἶνε περισσότερον ἀφωσιωμένος, περισσό-
2336τερον προσκεκολλημένος, περισσότερον ἐμπεποτισμένος, ἀπὸ
2337τὴν αὐστηροτάτην ἐκείνην ψυχολογίαν, τὴν ἀνοιωτάτην, ἐ-
2338πιτραπήτω μοι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιωματικός, ὁ στρα-
2339τιώτης, ὁ φρουρὸς αὐτὸς τῆς Πατρίδος, συνεπὴς πρὸς τὸν
2340ὅρκον του, συνεπὴς πρὸ τὴν μόρφωσίν του, τὴν καθαρῶς
2341στρατιωτικήν, εἶναι, πρὸ παντὸς ἄλλου, ὑποχρεωμένος νὰ
2342τηρῇ; Καὶ θὰ κρίνωμεν τὴν πρᾶξιν τῶν ἀξιωματικῶν τού-
2343των, τὸ ὀλίσθημα τοῦτο, ὑπὸ τὴν αὐστηρότητα ἐκείνην, ὑπὸ
2344τὴν ὁποίαν θὰ ἐκρίνομεν παρομοίας καὶ συναφεῖς πράξεις
2345τῶν ἰδιωτῶν; Δὲν θὰ εἴμεθα τότε δικασταί, δὲν θὰ εἴμεθα
2346τότε κριταί, καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες καθῆκον καὶ ὑποχρέω-
2347σιν νὰ ἀνατάμωμεν τὸν κρινόμενον, καὶ ἐκ τῆς ἀνατομίας
2348ταύτης τῆς ψυχολογικῆς νὰ ἀρυσθῶμεν πορίσματα, νὰ ἀ-
2349ρυσθῶμεν στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξωμεν καὶ τὴν
2350κρίσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ψυχολογία ἡ ἰδιά-
2351ζουσα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία παρέχει τὸ ἐλαφρυντικὸν
2352τῆς μετριωτέρας κρίσεως εἰς περίπτωσιν τοιούτου ὀλισθή-
2353ματος, ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ τούτου τοῦ
2354Σώματος τοῦ στρατοῦ. Δὲν ὑπῆρξαν τάχα, σᾶς ἐρωτῶ, ὀλι-
2355σθήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐλάμπρυναν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν
2356ἱστορίαν; Δὲν ὑπῆρξεν ὀλίσθημα τοῦ 1844, ὑπὸ τὴν αἰγίδα
2357τοῦ ὁποίου καθιερώθη τὸ Σύνταγμα; Δὲν ὑπῆρξε τὸ ὀλίσθη-
2358μα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1909, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμαγαλύνθη
2359καὶ ἐλαμπρύνθη ἡ νεωτέρα Ἑλλάς; Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ
2360ὁποῖοι κρίνουν, ἔστω καὶ μὲ τὴν μικροτέραν ἐπιείκειαν τὰς
2361πράξεις ταύτας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ κινήματα. Ἀλλὰ
2362δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν
2363παροῦσαν, προσπαθοῦσαν μετὰ τόσης αὐστηρότητος νὰ κα-
2364ταφέρῃ τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης ἐναντίον ἀξιωματικῶν
2365ὑποπεσόντων εἰς ὀλίσθημα, ἀλλ’ ἐνόντων ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπως
2366εἶπον ἀνωτέρω, τὴν ἰδιάζουσαν ὅλως ψυχολογίαν καὶ τὴν
2367ἱστορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεποτίσθησαν. Ἐὰν εἶσθε κριταὶ
2368δίκαιοι, ἐὰν εἶσθε κριταὶ εἰλικρινεῖς, ὀφείλετε νὰ λάβητε
2369καὶ ταῦτα ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς
2370ἀξιωματικοὺς αὐτούς, τοὺς φυσικούς των δικαστάς. Δὲν
2371πρέπει νὰ θελήσητε νὰ παραδώσητε τούτους ἔρμαια καὶ βο-
2372ρὰν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, διότι παραδίδοντες τὸ
2373Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις,
2374παραδίδετε τὸν στρατὸν ὁλόκληρον, καὶ αὐτὴν τὴν Πατρίδα,
2375εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὰς κομματικὰς ἰδιοτροπίας τῶν
2376ἑκάστοτε κυβερνητικῶν συγκροτημάτων. Ἀλλ’ ἐκράτησα
2377διὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ δυνατώτερον ἐπιχείρημα. Συνηγο-
2378ρῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τῆς ἱερᾶς ὑπὲρ τῶν ἀξιωματι-
2379κῶν, σᾶς ὑπεσχέθην νὰ ἀντλήσω ἀπὸ σᾶς κυρίως, ἀπὸ τὸ
2380κόμμα τὸ ἰδικόν σας, ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν σας, τὸ
2381μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον καὶ
2382πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἀσφαλῶς, ἀλλὰ θὰ εἶναι σύμφωνον
2383καὶ πρὸς πάντα ἐξ ὑμῶν καλῆς πίστεως διανοούμενον καὶ
2384συζητητήν. Ποῖοι εἶναι, Κύριοι, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ
2385τριάκοντα, οἱ τεσσαράκοντα, οἱ πεντήκοντα, τοὺς ὁποίους
2386θέλετε νὰ καταδικάσητε; Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διέγραψαν
2387τὰς λαμπρὰς σελίδας, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν 1ην
2388Νοεμβρίου 1920, ὅτε κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν των, ἐ-
2389σφαλμένην ἢ μὴ ἀδιάφορον, κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως ὀρθήν, ἐνό-
2390μιζον, ὅτι οὐδὲν κόμμα, οὐδεμία πλευρὰ εἶχε τὸ δικαίωμα
2391νὰ συνεχίσῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν των,
2392—ἐπαναλαμβάνω πάλιν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ—ἐσφαλμένην
2393ἢ μή, ἀνῆκεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, ἀπὸ
2394τὴν ὁποίαν προήρχοντο, οἵτινες, ὑποτασσόμενοι εἰς τὴν λαϊ-
2395κὴν κυριαρχίαν τῆς 1ης Νοεμβρίου τοῦ 1920, προσέρχονται
2396πρὸς τὴν Μ. Ἀσίαν, μάχονται εἰς τὸ Ἐσκῆ–Σεχὴρ
2397καὶ τὴν Κοβαλίτσαν, ἀγωνίζονται εἰς τὸ Ἀφιὸν–Κα-
2398ραχισάρ, φονεύονται εἰς τὸν Σαγγάριον, καὶ τὸ Λαϊκὸν
2399κόμμα, τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον δικάζει σήμερον αὐτοὺς τοὺς
2400ἀξιωματικούς, τοὺς ἔδωκεν ἀριστεῖα ἀνδρείας, τὰ ἀριστεῖα
2401ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μόνον τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐθέσπισε τὴν ἐπο-
2402χὴν ἐκείνην. Καὶ οἱ κατηγορούμενοι ἀξιωματικοί, τοὺς ὁ-
2403ποίους δικάζετε σήμερον τόσον αὐστηρῶς, ἀφαιροῦντες αὐ-
2404τοὺς ἀπὸ τοὺς φυσικούς των δικαστάς, φοροῦν, εἰς τὰς φυλα-
2405κὰς καὶ ἔξω, ἀναμένοντας τὴν καταδίκην των, τὰ ἀριστεῖα
2406ἀνδρείας, τὰ ὁποῖα σεῖς τοὺς ἐδώκατε. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν εἶνε
2407τάχα ἄξιοι τῆς ἐπιεικείας σας οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καὶ δὲν
2408εἶναι μήπως ἄξιοι τῆς συγγνώμης ἀκόμη τῆς κυριάρχου
2409θελήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ— τὴν ὁποίαν κυρίαρχον θέ-
2410λησιν ἐξετάζετε μέσα εἰς ἕν πλαίσιον ὀλίγων καὶ μόνων
2411ὡρῶν, μιᾶς ἕκτης Μαρτίου καὶ δὲν ἐπεκτείνετε ὡς δικα-
2412σταί,— διότι ἀντιποιεῖσθε, ἐπαναλαμβάνω, ἔργα δικαστῶν,
2413δὲν ἐπεκτείνετε τὸ ἴδιον πεδίον τῆς ἀνασκοπήσεως ἐπὶ τῆς
2414μακρᾶς καὶ γενναίας αὐτῶν στρατιωτικῆς ζωῆς; Δὲν εἶναι
2415ἔργον, συνεπῶς, δικαστῶν, δὲν εἶναι ἔργον ἀνθρώπων ἀκό-
2416μη ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἐκδικήσεως, εἶναι μία μελανὴ σε-
2417λὶς, μία κηλίς, διὰ τῆς ὁποίας καλύπτομεν ἀπόψε τὰς δέλ-
2418τους τῆς ἐργασίας ἡμῶν. Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄξιοι συγ-
2419γνώμης, ἐκεῖνοι οἵτινες, κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου 1920, ἐνῶ
2420ἄλλοι ἀξιωματικοί, ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρ-
2421χίαν, δὲν ἠκολούθουν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἀγῶνας των,
2422ἀλλ’ ἔφευγον μακρὰν τοῦ μετώπου, — καὶ ἐν τούτοις,
2423οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, στασιάζοντες δὲν ἐτιμωρήθησαν —
2424δὲν εἶναι περισσότερον ἄξιοι ἐπιεικείας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι,
2425ὑπείκοντες εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἠκολούθησαν ταύ-
2426την καὶ κατήγαγον τὰς νίκας τὰς ὁποίας κατήγαγον; Δέν
2427εἶνε, Κύριοι, ἐπιτετραμμένον ἐν στιγμῇ οὑτωσὶ σοβαρᾷ, ἐν
2428στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμεθα, κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐ-
2429τὴν τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1933, νὰ παραδώσωμεν, ὅπως εἶ-
2430πον προοιμιαζόμενος, τὸ μέλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶνε ἐ-
2431πιτετραμμένον ἐν στιγμῇ τοιαύτῃ νὰ συζητῶμεν μέσα εἰς τὸ
2432κοινοβούλιον περὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς
2433τύχης τοῦ Σώματος τῶν Ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς τύχης τῆς
2434πατρίδος τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι — ἐπαναλαμβά-
2435νω καὶ τονίζω, καὶ ὑπογραμμίζω — ὑπερήσπισαν ὑπὸ τὴν
2436λαϊκὴν κυριαρχίαν τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεσθε σεῖς, ἐν ᾧ χρό-
2437νῳ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2438Στρατιωτικῶν ἐστασίαζον πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δι-
2439ατρίβοντες ἐν Κωνσταντινουπόλει. (χειροκροτήματα).
2440§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
2441§139ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι Βου-
2442λευταί, νὰ εἶχον τὴν δύναμιν, ὥστε νὰ συντελέσω, ὅπως τὸ
2443ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐξετασθῇ, χωρὶς πάθος καὶ οὐ-
2444χὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν κομματικῶν ἀντιλήψεων. Διότι τὸ
2445ζήτημα εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐξαιρετικὰ σοβαρόν, ἐνδια-
2446φέρον τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, καί, κατὰ συνέπειαν, ἔχομεν
2447ὅλοι συμφέρον ὅπως παραμερίζοντες πρὸς στιγμὴν τὰς με-
2448γάλας ἀντιθέσεις, ποὺ μᾶς χωρίζουν, ἐφόσον ὅλοι τονίζομεν
2449ὅτι εἴμεθα θιασῶται τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, ἐφόσον ὅ-
2450λοι ἐπαγγελλόμεθα τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, ἔχομεν συμφέ-
2451ρον, λέγω, νὰ συνεννοηθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ λύσω-
2452μεν τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, ἀσφαλίζοντες συγχρόνως τὴν ἡ-
2453συχίαν τοῦ τόπου καὶ στερεώνοντες τοὺς δημοκρατικοὺς
2454θεσμούς. Ὅταν κανεὶς διαβάζει τὸ νομοσχέδιον καὶ μερι-
2455κὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι, δυστυχῶς, ἀναι-
2456ροῦνται ἀπὸ ἄλλας δηλώσεις, ἄγεται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυ-
2457βέρνησιν, ὅτι λέγει πάντοτε ὅτι θέλει τὸ ἀγαθόν, ἀλλὰ πράτ-
2458τει τὸ κακόν. Καὶ ἐξ αὐτοῦ ἴσως, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον
2459ἀποπνέει τὸ πάθος, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὴν συζήτησιν ἐ-
2460δῶ τὴν χαρακτηρίζει τὸ πάθος. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιῶκον
2461τὴν ἀπομάκρυνσιν ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, ἐνεχομένων
2462εἰς τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἀπο-
2463καταστήσῃ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸ στράτευμα,
2464νὰ ἐξυψώσῃ τὸ κῦρος τοῦ στρατεύματος καὶ ἀσφαλίσῃ τὰς
2465λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ὡς ἐκ τούτου τὸ νομοσχέδιον ἐκρίθη
2466καὶ ἀπὸ τὰς δύο του ἀπόψεις, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικό-
2467τητος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κομματικῆς του βάσεως
2468καὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῶν ἀνωτέρω του σκοπῶν. Ἔγιναν ἀ-
2469τυχεῖς, ἕν κίνημα τὴν 6ην Μαρτίου καὶ εὐθύνονται διὰ τὸ
2470κίνημα ἐκεῖνο εἴτε ἀξιωματικοί, εἴτε ἁπλοῖ πολῖται. Θὰ ἦ-
2471το ἀσέβεια πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κρά-
2472τους, ἐὰν κανεὶς ἠναντιοῦτο εἰς τὸ νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐστη-
2473ρῶς οἱ νόμοι ἐναντίον παντὸς ὑπαιτίου διὰ τὸ κίνημα ἐκεῖ-
2474νο τῆς 6ης Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἐστράφη, ὁμολογουμένως, ἐν-
2475αντίον τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Θὰ εἴπωμεν ποίαν ἔκτασιν
2476εἶχε τὸ κίνημα, ἀλλὰ πάντως, ἐστράφη ἐναντίον τῶν λαϊ-
2477κῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ δι’ αὐτό, διότι θὰ ἦτο ἀσέβεια οἱαδή-
2478ποτε ἐναντίωσις κατὰ τῆς τιμωρίας καὶ τῆς ποινικῆς διώ-
2479ξεως τῶν ὑπαιτίων, οὐδεὶς ἠναντιώθη καὶ οὐδεὶς διεμαρτυ-
2480ρήθη ἐκ τῶν ἐχόντων ὑπεύθυνον πολιτικὴν θέσιν, ὅτε ἠσκή-
2481θη ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν,
2482εἴτε ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγή.
2483Οὐδεὶς ἐζήτησεν ἐπιείκειαν, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ
2484κόσμου, οὔτε ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων. Ἀφέθη
2485ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ κινήσῃ τοὺς νόμους καὶ αἱ Ἀρ-
2486χαὶ, αἱ ὁποῖαι λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμό-
2487σουν τοὺς νόμους. Ὡς ἐκ τούτου, ὅ,τι ἐλέχθη ὅτι τὰ κόμμα-
2488τα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κηρύσσονται ἀλληλέγγυα μὲ τοὺς
2489ὑπαιτίους τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, ἦτο ἐντελῶς ἀ-
2490βάσιμον. Δὲν θέλω δὲ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν πραγματικὴν
2491λέξιν, διότι ἐπιθυμῶ ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ μὲ κάθε ἠρε-
2492μίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Δὲν πρό-
2493κειται περὶ τοῦ ἂν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογὴν οἱ νόμοι, δὲν
2494πρόκειται ἂν ἐκινήθησαν αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ πολι-
2495τεύματος καὶ τῶν νόμων εἶναι ἐντεταλμέναι νὰ ἐφαρμόσουν
2496τοὺς νόμους.
2497Τί εἶναι, Κύριοι Βουλευταί, ὁ στρατός; Ὁ στρατὸς εἶναι
2498ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπιστευθῆ τό
2499Κράτος τὴν προάσπισιν τῆς ἀνεξαρτησίας του καὶ ἡ δύναμις
2500ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ σύνολον ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν τή-
2501ρησιν τῆς τάξεως. Εἶναι μεγάλη ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία πα-
2502ρέχεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ τμῆμά του ἐκεῖνο τὸ ὁποῖ-
2503ον λέγεται στρατός. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν ἔχει
2504εἰς χεῖράς του ὁ στρατός. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀποστολὴ τῶν
2505ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι καθημερινῶς
2506νὰ ἀναλογίζωνται ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πρόθυμοι, ὅπως θυ-
2507σιάζουν τὴν ζωήν των, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κρά-
2508τους, τῆς τάξεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅσον μεγάλη εἶναι ἡ
2509ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ, τόσον μεγάλαι εἶναι καὶ αἱ ὑποχρε-
2510ώσεις του. Καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς, χάριν τῆς ἐκπλη-
2511ρώσεως τῆς ἀποστολῆς του, ὡρισμένα δικαιώματα. Εἰς τὰ
2512ἀπολυταρχικὰ Κράτη, ἅτινα ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὸν ἀ-
2513πόλυτον κύριον, τὸν μονάρχην, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουν νό-
2514μοι, ρυθμίζοντες τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, τὰς σχέσεις τῶν
2515ἐξουσιῶν, ὅπου νόμος εἶναι ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου, φυσικὸν
2516εἶνε, νὰ εἶνε οἱ ἀξιωματικοὶ ἕρμαια τῆς θελήσεως τοῦ ἐκ-
2517προσωποῦντος τὸν νόμον καὶ τὸ Κράτος Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκ-
2518τελεστικῆς ἐξουσίας. Εἰς τὰ Κράτη ὅμως τοῦ δικαίου, ὅπου
2519ὁ στρατὸς δὲν εἶναι ὑπηρέτης τοῦ μονάρχου, τοῦ διαχειρι-
2520ζομένου ἑκάστοτε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἶναι ὁ
2521ὑπερασπιστὴς τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς τάξεως τοῦ λαοῦ ὁλο-
2522κλήρου, ὁ στρατός, οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ
2523περιβάλλονται μὲ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, διότι ἀληθῶς δὲν
2524εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι πρόθυμοι νὰ ἐκπληρώ-
2525σουν τὴν μεγάλην ἀποστολήν των, ὅταν εἶναι ἐκτεθειμένοι
2526εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν διαχειριζομένων ἑκάστοτε τὴν ἐκ-
2527τελεστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ διὰ νὰ περιφρουρηθῇ τὸ Σῶμα
2528τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ καταστατικοῦ χάρ-
2529του τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀνα-
2530γνωρίζουν τὴν μονιμότητα εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν.
2531Ἠμφισβητήθη ἐσχάτως, ἂν τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα τοῦ
25321927, τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο Σύνταγμα εἶ-
2533χεν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματι-
2534κῶν, διότι περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα Συντάγματα αὐτὸ ἀ-
2535ποτελεῖ τὴν ὀργάνωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν ἀπόλυ-
2536τον καθιέρωσιν τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων, ἠμφισβητήθη, ἄν
2537αὐτὸ τὸ Σύνταγμα περιέχει τάς ἐγγυήσεις τῆς μονιμότη-
2538τος, τάς ὁποίας περιεῖχον τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἴσχυ-
2539ον ἐπὶ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας. Ἤδη ἀπεδείχθη, ὅτι
2540τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἤδη ὁμιλησάντων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον
2541νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 114 καὶ εἰς τὸ ἄρ-
2542θρον 81 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 118, ἀπὸ τὸ ὅ-
2543τι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ καθιεροῦται πλήρως ἡ μο-
2544νιμότης τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ἐπανελήφθη ἡ διάταξις τοῦ
2545ἄρθρου 100 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδῶ
2546ἔμεινε τὸ Σύνταγμα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 102 καὶ
2547δὲν ἔγινεν ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ 1911, κατὰ
2548τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι,
2549ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἀποτελεῖ διοίκησιν, αἱ πράξεις
2550τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πράξεις διοικήσεως καὶ οἱ ἀξιωματι-
2551κοὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ
2552τῆς Διοικήσεως. Καὶ τὸ Σύνταγμα ρητῶς λέγει, ὅτι περὶ
2553μὲν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ὁ Πρόεδρος ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα
2554τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως, περὶ δὲ τῶν στρατιωτικῶν
2555λέγει, ὅτι ἀπονέμει τούς βαθμούς. Ἐκ τούτου καταφαίνεται
2556σαφῶς, ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ θέλει μεγαλυτέραν ἐγγύησιν
2557διὰ τὴν μονιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ διὰ τούς ἄλ-
2558λους ὑπαλλήλους. Καὶ ὅταν ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 118 τοῦ
2559Συντάγματος ἀναφέρει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων
2560τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύνανται νὰ ὑποστοῦν τὸν κοινοβου-
2561λευτικὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν αἱ
2562ἀποφάσεις τῶν ἄλλων Συμβουλίων, ρητῶς φανερώνει τὸ
2563Σύνταγμα, ὅτι σκοπὸς τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, εἶναι
2564καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἰσχύσουν ὅλαι αἱ διατάξεις
2565περὶ μονιμότητος, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν καὶ διὰ τούς ἄλλους ὑ-
2566παλλήλους.
2567Μὲ τὸ νομοσχέδιον λοιπόν, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρόκει-
2568ται νὰ ἐκδιωχθῇ ἀπὸ τὸ στράτευμα εἷς ὡρισμένος ἀριθμός
2569ἀξιωματικῶν χωρὶς τὴν κρίσιν Συμβουλίου, κατὰ τρόπον
2570ἀντισυνταγματικόν, μεταβάλλοντα τὴν Κυβέρνησιν εἰς δικα-
2571στικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ οὕτω ἔχομεν ἀναίρεσιν σειρᾶς ὅλης
2572συνταγματικῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7.9.97 τοῦ ἄρθρου ἐ-
2573κείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει ἀναδρομικὴν ποινὴν καὶ
2574δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ἡ αὐτεπάγ-
2575γελτος ἀποστρατεία ἀποτελεῖ ποινήν. Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγ-
2576μα ὁμιλεῖ περὶ ἀνεγνωρισμένου δικαστηρίου, ἐννοεῖ Δικαστι-
2577κὴν Ἀρχήν, θεσμοθετημένην πρὸ τῆς διαπράξεως οἱουδήπο-
2578τε ἀτοπήματος. Ἀναιρεῖται καὶ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ Συν-
2579τάγματος τοῦ ἄρθρου 97, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπον-
2580ται ἔκτακτα δικαστήρια. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2581δίου, πράγματι, συνιστῶνται ἀπὸ πολιτικούς, ὄχι ἀπὸ ἀμε-
2582ρολήπτους δικαστάς, ἀπὸ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἔκτακτα
2583δικαστήρια. Ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἄλλοτε ἔγινε
2584παρέκβασις ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἔγινε καὶ ἄλ-
2585λοτε παρέκβασις ἀκριβῶς τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συν-
2586τάγματος, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει νὰ συνιστῶνται ἐπιτρο-
2587παὶ μετὰ τὴν ἐντέλεσιν μιᾶς πράξεως. Ἀλλ’ ὁσάκις ἔγιναν
2588αὐταὶ αἱ παρεκβάσεις τῶν συνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων,
2589τὸ Σύνταγμα ἐκοιμᾶτο, εἶχον ἀνασταλῆ αἱ διατάξεις τοῦ
2590Συντάγματος, εἴτε διότι διεξηγάγομεν πόλεμον καὶ ἦτο ἀ-
2591νάγκη νὰ ἐπιβληθῇ σιδηρᾶ πειθαρχία εἰς τὸ στράτευμα, εἴ-
2592τε διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἐπανάστασιν, καὶ γνωρίζετε πολὺ
2593καλά, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἔχουν ἰδιαίτερον δίκαιον, ἀλλά
2594καὶ τότε δὲν ἔγιναν παρεκβάσεις παρὰ μόνον αὐτῆς τῆς δι-
2595ατάξεως ὅτι συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν
2596τῆς πράξεως, μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε
2597νὰ κρίνουν ἐπιτροπαί. Οὐδέποτε ἐπεδιώχθη ἡ ἀπομάκρυν-
2598σις ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος, χωρὶς τὴν γνωμο-
2599δότησιν Συμβουλίου, ἔχοντος ὑπηρεσιακὸν χαρακτῆρα. Ἀλ-
2600λὰ σήμερον οὔτε εἰς κανένα πόλεμον ἔχομεν περιπλεχθῆ, οὔ-
2601τε ἐν ἐπαναστάσει εὑρισκόμεθα. Ἐάν ἡ Κυβέρνησις νομί-
2602ζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τῆς νομιμότητος, ὅτι πρέπει καὶ
2603ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ ἐξέλθῃ τῆς νομιμότητος, ἄς
2604τὸ εἴπῃ, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι.
2605Δὲν εἶνε ὅμως θεμιτόν, χρησιμοποιοῦσα ὡς πρόφασιν τὸ κί-
2606νημα τῆς 6ης Μαρτίου, χρησιμοποιοῦσα ὡς πρόφασιν τὴν
2607ἐπιθυμίαν γαληνεύσεως τοῦ στρατεύματος, νὰ καταλύῃ κατ’
2608αὐτὸν τὸν τρόπον θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος,
2609αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦν τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων
2610πολιτῶν. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ
2611τιμωρήσῃ ἕνα ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν διὰ τὸ κίνημα
2612τῆς 6ης Μαρτίου καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἕν μέτρον διὰ
2613νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ δημόσιον αἴσθημα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ πε-
2614ριπτώσει, ἐὰν πράγματι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ Συμβούλια, εἴτε
2615τὰ πρωτοβάθμια, εἴτε τὰ δευτεροβάθμια, τὰ ὁποῖα ἔκριναν
2616τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ἐπετέλεσαν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς
2617Κυβερνήσεως, τὸ καθῆκόν των, ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἔλθῃ ἐ-
2618δῶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν οἱουδήποτε ἄλλου μέτρου, ὤφει-
2619λε νὰ στραφῇ κατ’ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη τὴν
2620κρίσιν τῶν παρεκτραπέντων ἀξιωματικῶν, τῶν ἐγκληματη-
2621σάντων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆ-
2622κόν των. Ἀλλά, κατὰ παράδοξον τρόπον, ἡ Κυβέρνησις δέν
2623ἐννοεῖ νὰ θίξῃ κανένα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, κρίνοντες κατὰ
2624τὴν συνείδησίν των, ἐπέβαλλον ἠπιωτέρας ποινὰς ἀπὸ ἐκεί-
2625νας, τὰς ὁποίας νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπι-
2626βληθοῦν. Καὶ ἐπὶ τέλους, μήπως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
2627ληφθῇ ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξυπηρετῇ τοὺς σκοπούς
2628ποὺ ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα
2629τοῦ νομοσχεδίου τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουν τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁ-
2630ποίους ἐπαγγέλλεται ὅτι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις; Ἐδηλώ-
2631θη ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω
2632καὶ σήμερον ὑπευθύνως, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρη-
2633σιν, μολονότι οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ ὧν πρόκειται ἐκρίθησαν
2634ἀπὸ ἀπόψεως πειθαρχικῆς καὶ εἶναι ὑπόδικοι ἀπέναντι τῶν
2635ποινικῶν δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὀφείλουν νὰ λο-
2636γοδοτήσουν παρ’ ὅλα ταῦτα, λέγω, ἡμεῖς εἴμεθα διατεθει-
2637μένοι νὰ ἐγκρίνωμεν ὅπως συσταθῇ ἀναθεωρητικὸν δικα-
2638στήριον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ εἰς
2639περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνακριτικῶν
2640συμβουλίων ἤθελον ἀκυρωθῆ, νὰ ἔλθουν ἐκ νέου εἰς εἰδικὰ
2641συμβούλια, συνιστώμενα μάλιστα ἐν μέρει ὑπὸ ἀξιωματικῶν
2642καὶ ἐν μέρει ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις
2643δὲν θέλει νὰ καταφύγῃ εἰς ἕν μέτρον τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ
2644βεβαίως εἶναι ἐξαιρετικὸν καὶ αὐτὸ δὲν συμβιβάζεται ἀπο-
2645λύτως μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως
2646δὲν ἔχει τὰ τρομερὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ
2647ὁποίου παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι, ὄχι διὰ τοὺς σκοπούς, οἱ
2648ὁποῖοι ἐξαγγέλλονται, ἀλλὰ δι’ ἄλλους κομματικούς, ἐπι-
2649διώκεται ἡ ἀπομάκρυνσις ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν; Διατὶ
2650ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔρχεται εἰς συνεννόησιν ἐπὶ τέλους μαζί
2651μας, προκειμένου περ! ἑνὸς τόσον μεγάλου ἐγκλήματος, ὅ-
2652πως τὴν βοηθήσωμεν ὥστε κατὰ τρόπον ὅσον τὸ δυνατὸν νό-
2653μιμον νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ τιμωρηθοῦν
2654ὅπως ἀξίζει, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ὑπαίτιοι τοῦ ἐγκλή-
2655ματος τῆς 6ης Μαρτίου, χωρὶς ὅμως νὰ γίνουν ἀδικήματα,
2656χωρὶς νὰ καταδικασθοῦν ἀθῶοι, χωρὶς νὰ ἐμφυσηθῇ εἰς τὸ
2657στράτευμα ἡ διχόνοια καὶ τὸ μῖσος, χωρὶς νὰ καταστῇ ὁ
2658στρατὸς ὑποχείριος τοῦ κόμματος; Εἶπον νὰ τιμωρηθοῦν ὅ-
2659λοι οἱ πραγματικῶς ἔνοχοι καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι
2660εἶνε οἱ ἔνοχοι, ποία εἶνε ἡ ἔκτασις τῆς ἐνοχῆς αὐτῶν τῶν
2661ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αἱ βάσεις τὰς ὁποίας
2662θέτει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀνθρώπων αὐ-
2663τῶν, ἐὰν αἱ βάσεις αὐταὶ παρέχουν τὰς ἐγγυήσεις ἱκανο-
2664ποιήσεως τοῦ δικαίου. Ἔγινε τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀ-
2665θέμιτον καὶ ἀνόητον. Τὸ κατεδίκασε μετὰ ὅταν κατωρθώθη
2666νὰ ἔλθω εἰς τάς Ἀθήνας, ὅπως κατεδίκασε καὶ ἐπολέμησα
2667καὶ τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος συνεστήθη τὸ πα-
2668ρελθὸν θέρος, σφοδρότερον ἀπὸ ὅ,τι οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκ
2669τῶν παρευρισκομένων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἀγνοῶ μά-
2670λιστα ἄν τὸν σύνδεσμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει ἀπειλὴν ἐν-
2671αντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἄν τὸ ἀπεδοκίμασαν ὅλοι
2672οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὰ πρῶτα αὐτὰ ἐδώλια. Λοιπόν, ὅπως
2673κατεδίκασε καὶ ἐπολέμησα τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ὁ
2674ὁποῖος ἠπείλει μὲ διάλυσιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα, καθ’ ὅμοιον
2675τρόπον κατεδίκασε καὶ καταδικάζω τὸ κίνημα αὐτὸ
2676τῆς 6ης Μαρτίου. Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν πῶς ἐξερράγη καὶ εἰς τὶ
2677ἀπέβλεπε τὸ κίνημα αὐτό: Ἀπὸ ὅ,τι κατετέθη εἰς τὴν ἀνά-
2678κρισιν, ἐπιστοποιήθη ὅτι οἱ λόγοι, ποὺ παρεκίνησαν τὸν
2679στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς τὸ κίνημα, ἦσαν δύο, ἀφ’ ἑνὸς
2680μὲν ἐφοβήθη ὅτι ἡ νίκη τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ συνωδεύετο
2681μὲ ἀπόπειραν διαταραχῆς, εἴτε καὶ ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύ-
2682ματος.....
2683§140Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶχε δοκιμασθῆ τὸν Σεπτέμβριον.
2684§141ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σᾶς διέκοψα καμμίαν φο-
2685ράν, καὶ παρακαλῶ νὰ τύχω τοῦ αὐτοῦ σεβασμοῦ.
2686§142Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ δεύτερον δὲν ἐλέχθη πουθενὰ, τῆς
2687ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος.
2688§143ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βενι-
2689ζέλος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ, εἶπεν, ὅτι ὁ Πλαστήρας τοῦ εἶ-
2690πεν ὅτι καὶ τὸ πολίτευμα θὰ καταλύσουν, καὶ ἐπὶ πλέον
2691καὶ ἐμέ καὶ ἐσέ θὰ σκοτώσουν.
2692§144Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ ναί, τὸ πολίτευμα ὄχι.
2693§145ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ διε-
2694ξαχθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἠρεμωτέρα ἡ συζήτησις, διότι νο-
2695μίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ
2696συζητήσωμεν μὲ ὅλην μας τὴν προσοχήν. Λοιπόν, δύο ἦσαν
2697οἱ λόγοι ποὺ ὤθησαν τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν εἰς τὸ ἀ-
2698πονενοημένον του κίνημα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν
2699εἶχε σχηματίσει προσωπικῶς ὅτι ἐκινδύνευε προσωπικῶς ἡ
2700ζωή του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι θὰ ἐγίνοντο ταραχαί. Ὀφείλω
2701νὰ σᾶς εἴπω, τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἰδική σας ἐκδοχή, εἶναι εὐνοϊ-
2702κωτέρα διὰ τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγάγω.
2703§146Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δι’ αὐτὸ σᾶς
2704τὸ εἶπα.
2705§147ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅτι θὰ γίνουν ταραχαί.
2706Πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ἐξ ὅσων συνέβησαν κατόπιν καὶ ἐξ
2707ὅσων ἀπεδείχθησαν κατόπιν, ὁ φόβος του περὶ ἀπειλῆς τῆς
2708ζωῆς του καὶ ὁ φόβος του περὶ ἀνωμαλιῶν ἀπεδείχθη βά-
2709σιμος. Διότι ἤδη ἔχει πιστοποιηθῆ ὅτι καὶ πρὶν ἀνατραπῇ
2710ἡ Κυβέρνησις ἡ πρώτη τοῦ κ. Τσαλδάρη, εἶχε σκευωρηθῆ
2711μία συνωμοσία ἐναντίον τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ
2712τοῦ κ. Πλαστήρα, καὶ ἐπὶ πλέον ἐξεδηλώθησαν τοιαῦται δι-
2713αθέσεις τοῦ κρατοῦντος κόμματος, τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ
2714τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ρητὰ
2715παραδείγματα, ὑπενθυμίζω μόνον τὰς συνεχεῖς ἀπειλὰς κα-
2716τὰ τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τῆς μονιμότητος καὶ
2717ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν καὶ κρατοῦν ἀκόμη εἰς
2718ἀνησυχίαν τὸν λαόν....
2719§148Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι, διότι ἔγινε τὸ κίνημα τῆς 6ης
2720Μαρτίου.
2721§149ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι οὕτω, διότι ἡ συν-
2722ωμοσία ἡ πρώτη, ἔγινε πρὶν γίνῃ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρ-
2723τίου καὶ διέτι πρίν, ἄνθρωποι ἐμπιστευτικωτάτας κρατοῦν-
2724τες θέσεις, ἐσκευώρουν, ἕν τῶν μυσαρωτέρων ἐγκλημάτων...
2725§150ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν ἔκαμαν.....
2726§151ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς θέλετε νὰ εἶσθε ἀμείλι-
2727κτος ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐτήρη-
2728σαν εὐόρκως τὸ καθῆκόν των καὶ θέλετε νὰ εἶσθε ἐπιεικέ-
2729στατος ἔναντι μυσαρῶν δολοφόνων.
2730§152ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Καλυβίτη,
2731ἡ ὁποία τὰ γράφει ὅλα.
2732§153ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκ τῶν ὑστέρων μόνον ἀπε-
2733δείχθη, ὅτι οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ στρατηγὸς Πλα-
2734στήρας, δὲν ἦσαν ἀβάσιμοι. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι
2735καὶ ἂν ἀκόμη εἶχεν αὐτοὺς τοὺς φόβους, καὶ ἐν τοιαύτῃ
2736περιπτώσει, δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸ κίνημα. Ἀλλὰ πρέπει
2737νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἄλλον χαρακτῆρα ἔχει ἡ πρᾶξις εἰς
2738τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν δικαίως ἐφοβεῖτο καὶ περὶ τῆς
2739ὑπάρξεώς του, καὶ περὶ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου καὶ περὶ τοῦ
2740πολιτεύματος, καὶ ἄλλον χαρακτῆρα θὰ εἶχεν ἡ πρᾶξίς του,
2741ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς ἕν καὶ μόνον πῶς θὰ γίνῃ κυρίαρχος εἰς
2742τὸν τόπον αὐτόν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέν-
2743τρου).
2744§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ διαμαρτύρε-
2745σθε; Δὲν ἠξεύρετε; Δικηγόρος εἶναι! (Χειροκροτήματα ἐκ
2746τῆς δεξιᾶς).
2747§155ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερ-
2748νήσεως, νὰ μὴ μεταχειρίζεσθε αὐτὴν τὴν φράσιν, διότι ἐ-
2749δῶ, ὅταν ἀνερχόμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, κάμνομεν καθῆκον
2750ἱερὸν καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς ὑμᾶς, οὔτε εἰς οὐδένα ἄλλον νὰ
2751λέγῃ ὅτι εἶμαι δικηγόρος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ
2752σᾶς εἴπω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σεῖς ὡς Κυ-
2753βερνήτης εἶσθε συνήγορος συνωμοτῶν καὶ ἐγκληματιῶν.
2754§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν θέλετε νὰ
2755τὸν δικαιολογήσητε; Τὶ ἄλλο πράττετε;
2756§157ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅπως
2757τὴν πιστεύω. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἶμαι συνήγορος οὐδενός.
2758Ἐπιδιώκω δὲ νὰ φέρω σᾶς εἰς τὸν ὀρθὸν δρόμον. (Γέ-
2759λωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2760§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε σεῖς, ὅτι
2761κατακρίνετε τὸ νομοσχέδιον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον
2762λόγους καὶ ἔκαμαν τὸ κίνημα. Δὲν συνηγορεῖτε;
2763§159ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν δύο διαφορετικαὶ
2764ἔννοιαι τὰς ὁποίας πολὺ εὐκόλως ἀντιλαμβάνεσθε, διότι καὶ
2765εὐφυΐαν ἔχετε καὶ εὐρυμάθειαν ἔχετε. Ὅταν λέγετε, εἶμαι
2766συνήγορος, ἐννοεῖτε ὅτι εἶμαι χάριν τῶν προσώπων ἐκείνων,
2767ἐνῶ ἐγὼ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, τὰ λέγω χάριν τοῦ στρατεύ-
2768ματος. Εἶμαι συνήγορος τοῦ στρατεύματος καὶ ὄχι προσώ-
2769πων.
2770§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πιστεύετε ὅ,τι θέ-
2771λετε, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι συνηγορεῖτε ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ
2772ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ κίνημα.
2773§161ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν συνηγορῶ ὑπὲρ οὐδενός,
2774Συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, καὶ δὲν σᾶς εἶνε ἐπιτε-
2775τραμμένον νὰ λέγητε, ὅτι εἶμαι συνήγορος...
2776§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένω, διότι, ὅ-
2777ταν λέγετε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκαμαν τὸ κίνημα, διό-
2778τι ἐπεβάλλετο διὰ τοῦτο καὶ δι’ ἐκεῖνο, δὲν κάμνετε μίαν
2779συνηγορίαν ὑπὲρ τῶν κινηματιῶν;
2780§163ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πάλιν διαστρέφετε τὰ πράγ-
2781ματα. Αὐτὰ δὲν εἶναι συνηγορία οὐδενὸς προσώπου. Αὐτὴν
2782τὴν στιγμὴν δὲν εἶπον τίποτε, τὸ ὁποῖον εἶσθε εἰς θέσιν νὰ
2783τὸ διαψεύσητε.
2784§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δι’ αὐτὸ εἶπα
2785εἰς τοὺς φίλους μου διὰ νὰ σᾶς ἀκούσουν. Διότι σεῖς οὕτω
2786σκέπτεσθε.
2787§165ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερ-
2788νήσεως, δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἰδιαιτέραν ἔννοι-
2789αν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ χαρακτηρισμὸς κάθε λέξεως. Καλὸν
2790εἶνε νὰ μὴ διακόπτητε, διὰ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀντί-
2791θεσιν.
2792§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς διέκοψα, διότι
2793ἄλλην ἀντίληψιν ἔχετε σεῖς περὶ αὐτοῦ καὶ ἄλλην ἡμεῖς.
2794§167ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς διακόπτετε διὰ νὰ θέ-
2795σητε ἔναυσμα εἰς τὴν πυράν. Ἀπὸ ὅ,τι ἐξέθηκα καταφαίνε-
2796ται τίνα ἦσαν τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὸν στρατηγὸν
2797Πλαστήραν νὰ κάμῃ τὸ κίνημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ἐπα-
2798ναλαμβάνω, ὅτι δὲν δικαιολογῶ, παρ’ ὅλην τὴν βασιμότητα
2799τῶν λόγων τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ κ. Πλαστήρας. Ἀπέβλεπε
2800λοιπὸν εἰς τὸ νὰ γίνῃ δικτατορία καὶ νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξου-
2801σίαν; Ὁ Πλαστήρας εἶναι γνωστόν, ὅτι ἤσκησε δικτατορι-
2802κὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος. Καὶ ἐγὼ δὲν
2803εὑρίσκομαι εἰς καλὰς προσωπικὰς σχέσεις μαζί του, καὶ ἀπό-
2804δειξις τούτου, ὅτι, ἐνῷ μετὰ μίαν ἐκλογὴν τοῦ 1922 ἀπέδει-
2805ξεν ὁ λαὸς ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτικήν μου, ὁ Πλαστή-
2806ρας ἐκάλεσε τὸν Βενιζέλον διὰ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν.
2807Ἤσκησε λοιπὸν δικτατορίαν, ἀλλ’ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει
2808καμμίαν ὄρεξιν νὰ εἶναι δικτάτωρ, διότι κατέθηκε τὴν δι-
2809κτατορικὴν ἀρχὴν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπῆλθεν.
2810§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπεν εἰς τὸ δι-
2811άγγελμά του.
2812§169ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δηλῶ, ὅτι ἐφόσον αἱ διακο-
2813παὶ εἶναι τοιαῦται, δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλην διακοπήν.
2814§170ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν παρεδέχεσθε ὅτι ὁ Πλαστήρας εἶναι
2815δολοφόνος;
2816§171ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ
2817ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς σημαίαν καὶ πρόγραμμα νὰ
2818γίνῃ δικτάτωρ. Ἐξέδωκεν ἓν διάγγελμα, τὸ ὁποῖον οὔτε
2819κἄν συνέταξεν ὁ ἴδιος, διότι ἦτο ἀνάγκη ἐκείνην τὴν στιγ-
2820μὴν νὰ κάμῃ αὐτό. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τοῦ
2821Πλαστήρα. Πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι
2822κατηγοροῦνται. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρέθησαν τὴν 6ην
2823Μαρτίου; Εἰς τὴν ἑξῆς. Ὑπῆρχε τὴν προηγουμένην μία Κυ-
2824βέρνησις καὶ τὸ πρωΐ εἶχεν ἐγκατασταθῆ μία δικτατορία
2825καὶ διαδηλώσεις ἐγένοντο εἰς τὸν δρόμον καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ
2826αὐτῶν ἔδειξαν στάσιν στερὰν, ἐφεκτικήν, ἄλλοι δὲ ἐδέχθη-
2827σαν νὰ ὑπηρετήσουν ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ἐδῶ ἔγινε λό-
2828γος περὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ ἐτονίσθη
2829ὅτι ἐκοινοποίησε τὸ διάγγελμα καὶ ἐγκατέστησε λογοκρι-
2830σίαν, ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὴν τάξιν εἰς χεῖράς του, διότι
2831τὸ γεγονός, ὅτι ἐδημοσίευσε τὸ διάγγελμα καὶ ἐγκατέστησε
2832λογοκρισίαν αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Γνωρίζω καὶ ἄλ-
2833λους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες εἰς τὸν στρα-
2834τῶνά των καὶ εὑρεθέντες πρὸ μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως,
2835εἶπον: Καθῆστε νὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ. Δὲν ἔλαβον τὰ ὅπλα,
2836οὔτε νὰ κτυπήσουν τὸν Πλαστήραν, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ὑ-
2837πάρχει μάλιστα ἡ διαταγὴ τοῦ Σώματος Στρατοῦ, ὅτι οἱ ἀ-
2838ξιωματικοὶ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουρ-
2839γείου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἦτο ὁ Πλαστήρας.
2840§172ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διότι ἔφυγεν ὁ μασκαρᾶς ἐκεῖνος, ὁ
2841Ὑπουργός.
2842§173ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔξεστι Κλαζομενίοις ἀσχη-
2843μονεῖν. Τὸ ὅτι δὲ τὸ κίνημα ἐκεῖνο δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν
2844κατάργησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν μὲ ἐγκαθίδρυσιν μιᾶς
2845δικτατορίας μονίμου, ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι
2846τὴν ἰδίαν 6ην Μαρτίου, ὁ ἴδιος ὁ Πλαστήρας κατέθηκεν
2847τὴν Ἀρχὴν καὶ διηυκόλυνε τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἀντιστρα-
2848τήγων.
2849§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ἐὰν τὴν
2850ἡμέραν ἐκείνην ἐφονεύθησαν ἄνθρωποι;
2851§175ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ γνωρίζω.
2852§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπετε τὸν συν-
2853άδελφον κ. Γεώργιον Στρᾶτον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκρωτηρια-
2854σμένος;
2855§177ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ κρίνω ἀντικειμενικῶς.
2856Σεῖς θέλετε νὰ γίνετε δικαστὴς καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε
2857μίαν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν.
2858§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀναφέρω ἐγὼ
2859ὡρισμένα γεγονότα, τά ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε.
2860Πρέπει νὰ τὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας.
2861§179ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ γνωρίζω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
2862ποῖον ὅμως γνωρίζω, εἶναι ὅτι δὲν συνετέλεσεν ἡ βία διὰ
2863νὰ κατασταλῇ ἡ ἐπανάστασις, ἀλλὰ συνετέλεσαν ἄλλα γε-
2864γονότα. Ἐγώ, Κύριοι, ἐχάρην πολύ, ποὺ εἶδον μίαν ἐξέγερ-
2865σιν ἐναντίον μιᾶς ἐπαναστάσεως, ὅσον καὶ ἄν οἱ φόβοι οἱ
2866ὁποῖοι ἐγέννησαν τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἀπεδείχθησαν βάσιμοι.
2867§180ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τούς κινηματίας σεῖς τούς ἐξεθρέ-
2868ψατε. Ὅτε ἤλθετε εἰς τὴν Λάρισαν, τὸ αὐτοκίνητόν σας
2869ἦτο περιεστοιχισμένον ἀπὸ ἀξιωματικούς.
2870§181ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε;
2871§182ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὅτε ἤλθετε νὰ ἐπιβάλητε τὴν
2872Δημοκρατίαν.
2873§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ συνελάβατε καὶ ἐμὲ εἰς τὴν ἐκ-
2874κλησίαν.
2875§184Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἤλθετε καὶ εἰς τὴν Λευκάδα, ἐπικεφα-
2876λῆς Σενεγαλέζων.
2877§185ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως, ἦλθον, διότι ἠγωνιζό-
2878μην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
2879§186ΑΔ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὡς ὄργανον τῶν ξένων.
2880§187ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμόσω
2881τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. (Θόρυβος καὶ διαμαρ-
2882τυρίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
2883§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2884βερνήσεως εἶπε λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέσυραν τὴν γενικὴν ἐπι-
2885δοκιμασίαν διὰ τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς. Τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁ-
2886ποῖον τὸν ἔκαμε νὰ λησμονήσῃ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ νὰ
2887μὴ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἠρεμίαν;
2888§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποίαν δὲν ἠμ-
2889πορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ κανείς.
2890§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν
2891Προοδευτικῶν, ὅταν οἱ ρήτορες ὑπερβαίνουσι πᾶν ὅριον ἀνο-
2892χῆς, θὰ δέχωνται τάς ἀπαντήσεις.
2893§191Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέχονται τὰς ἀπαντήσεις ἀπὸ τοῦ
2894βήματος, ἀλλ’ ὄχι διὰ διακοπῶν, διότι τότε ἐμποδίζεται ἡ
2895ἐλευθερία τοῦ λόγου.
2896§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διακοπαὶ γίνον-
2897ται παντοῦ, εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια.
2898§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐταὶ δὲν εἶναι διακοπαί. Εἶναι κα-
2899θαρὰ ἀπόσπασις τοῦ λόγου.
2900§194Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἀνέκυψε
2901ζήτημα παρελθόντος, θὰ παρακαλέσω τούς ἀξιοτίμους συν-
2902αδέλφους τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως νὰ ζητήσουν πλη-
2903ροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τό-
2904τε συναγωνιστήν μας, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀμέριστον
2905ἐμπιστοσύνην.
2906§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ ρίπτητε
2907ἔλαιον εἰς τὴν πυράν, δι’ αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ ἤρεμος συ-
2908ζήτησις. Καὶ σεῖς ὁ ὁποῖος ὑπήρξατε ἰδιαίτερος γραμματεύς
2909τοῦ Πλαστήρα....
2910§196Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Ὑ-
2911πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πιστεύων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε
2912νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ διεκδικήσῃ τὰς Χώρας
2913ὅπου κατῴκουν Ἕλληνες, ἦτο ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς
2914πολιτικῆς, καὶ ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν σκληρὰν θέσιν νὰ τοῦ ἐ-
2915πιτεθοῦν οἱ Βούλγαροι, τούς ἐπετέθη. Ὅτε δὲ κατόπιν εὑ-
2916ρέθη εἰς τὴν Καβάλλαν, ἐλιποτάκτησε διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν
2917Θεσσαλονίκην καὶ ἐπῆγε, καὶ ἐπῆρε τὴν Μεραρχίαν του.
2918Κατόπιν ἐπῆγεν εἰς τὸ μέτωπον καὶ ἤρχισε νὰ πολεμῇ κατὰ
2919τοῦ ἐχθροῦ μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920, ὁπότε ἐγένετο
2920ἐπίθεσις. Καὶ ἐπειδὴ ἠχμαλωτίσθη ὁ στρατός, ἠναγκάσθη νὰ
2921λάβῃ μηνιαίαν ἄδειαν. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν εὑρισκό-
2922μενος, ἐγνώρισεν εἰς τὸν τότε προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργεί-
2923ου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ
2924νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀρκεῖ νὰ γίνῃ διοικητής, ἀλ-
2925λὰ δέν τοῦ ἀπήντησαν καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν
2926Κωνσταντινούπολιν μέχρι καὶ τῆς μάχης τοῦ Σαγγαρίου.
2927Ὅταν ὁ στρατός, ὁ ἑλληνικός, ἡττήθη εἰς τὸν Σαγγάριον,
2928διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἤρχησα νὰ ὑποστηρίζω τὰς ἰδέας μου.
2929Οὐδέποτε συνέπραξα μὲ ξένους κατὰ τῶν Ἑλλήνων, οὐδέ-
2930ποτε ἠσχολήθην εἰς διενέξεις ἐσωτερικάς. Ἤμην ἐναντίον
2931πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς διὰ ξένων ἐπιβολῆς τῆς ἐσωτερικῆς πο-
2932λιτικῆς. Ὅτε διεμαρτυρήθην δι’ αὐτὸ πρὸς τὸν Βενιζέλον,
2933μοῦ εἶπε: «Ἀφοῦ εἴμεθα σύμμαχοι, τί νὰ κάμωμεν;». Τοῦ
2934ἀπήντησα, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν αἱματοχυσίαν. Καὶ
2935τοῦ εἶπα ἀκόμη, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπάγωμεν ἐμ-
2936πρὸς μόνοι μας.
2937§197ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω νὰ ἀναμιχθῶ καθό-
2938λου εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2939τικῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ξένος πρὸς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν,
2940ἡ ὁποία ἠσκήθη ἀπὸ τοῦ 1909–1922.
2941§198Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν ἐ-
2942σωτερικὴν ἀπολύτως.
2943§199ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτὴ ἡ ὑ-
2944πόθεσις. Ἐγὼ βεβαίως τὴν ἱστορίαν δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνη-
2945θῶ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπεδίωξα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐθνικῆς
2946πολιτικῆς μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν
2947ὁποίαν συμμετεῖχον.
2948Λοιπόν, αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ἡ κατάστασις τὴν ἕκτην
2949Μαρτίου καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ συμπεριφορὰ ὅλων τῶν ἀξιωματι-
2950κῶν, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται. Διότι, ἄν ἀφαιρέσῃ κανεὶς
2951δύο, τρεῖς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐξετράπησαν περισ-
2952σότερον, οἱ ἄλλοι δὲν ἔκαμαν τίποτε παραπάνω,ἀπὸ ὅ,τι ἔκα-
2953μεν ὁ Μέραρχος Ἰωαννίνων διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις μέχρις
2954ὅτου ἔβλεπον τί θὰ ἐγίνετο, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αἱ ἀ-
2955ποφάσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων δὲν ἦσαν οἷας τὰς
2956ἀνέμενεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τώρα, ἐνῶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἔγκλη-
2957μα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ Κυβέρνησις προχειρίζεται ἡ ἰδία
2958εἰς δικαστήριον διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἐπὶ
2959τῇ βάσει ἐνδείξεων, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἀπὸ τὰς ἀνα-
2960κρίσεις. Ἤδη, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθη ἡ ἀνάκρισις
2961ἢ ὡρισμέναι ἀνακρίσεις, ἀποδεικνύουν ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ
2962τὸ ἀνώτερον πνεῦμα ἐπεκράτησε, κάθε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπιδίω-
2963ξις γαλήνης εἰς τὸ στράτευμα ἐπεδιώχθη. Ἤδη, ὁ ἐνεργή-
2964σας τὰς ἀνακρίσεις εἰς τὴν Ἀεροπορίαν, εἶναι ὁ ὑπαίτιος
2965τῆς διαλύσεως τοῦ Σώματος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου διατυποῦν-
2966ται βαρύταται κατηγορίαι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνακρίσεων.
2967Εἰς τὸ Ναυτικόν, ἐδημιουργήθη καὶ ἐκεῖ εἷς φάκελλος κα-
2968τηγοριῶν βαρυτάτων, αἱ ὁποῖαι ἴσως, ἴσως ἀπασχολήσουν
2969καὶ αὐτὴν τὴν Βουλήν, διότι ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ σχε-
2970τικοῦ φακέλλου. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν ἀνακρίσεων ἀπὸ πρό-
2971σωπα, ἅτινα δὲν παρέχουν τὴν πρέπουσαν πίστιν, πρόκειται
2972νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τακτικῶν
2973δικαστηρίων, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ διεμαρτύρετο, διότι κατ’
2974αὐτὸν τὸν τρόπον παρεβιάζετο τὸ δίκαιον. Νὰ τιμωρηθοῦν,
2975Κύριοι, οἱ ἔνοχοι, ἀλλ’ οἱ πραγματικοὶ ἔνοχοι. Δέν δύναται
2976νὰ γίνουν διώξεις ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακρίσεων συλλογικῶν ὑπὸ
2977δικαστηρίων μεροληπτικῶν. Αὐτὸ σημαίνει κατάλυσιν τῶν
2978λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
2979ἔρχεσθε καὶ νὰ λέγητε, ὅτι, ὅταν ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερί-
2980αι, θὰ καταλύσωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἐλευθερίαι δὲ
2981καταλύονται μὲ τοιαῦτα νομοσχέδια. Καὶ ἐπὶ τέλους, πῶς
2982θὰ κρίνητε ὑμεῖς; Εἶσθε τόσον καθαροὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀπει-
2983λῶν τοῦ πολιτεύματος, εἶσθε τόσον καθαροὶ καὶ τόσον ἀμε-
2984ρόληπτοι, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ ἀξιώσητε νὰ λάβητε εἰς τὰς
2985χεῖράς σας δικαστικὴν ἐξουσίαν; Δὲν εἶσθε, Κύριοι, διότι
2986ἀπὸ τῆς 5ης Μαρτίου αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος
2987δὲν ἐξέλιπον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἶνε ἀστεῖον τὸ
2988πρᾶγμα νὰ θέλῃ νὰ μεταβληθῇ εἰς ὑπέρτατον κριτὴν ἐ-
2989κεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποπέσει εἰς τὸ αὐτὸ ἀδίκημα, καὶ ὁ
2990ὁποῖος, ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλη πλειονοψηφία, θὰ ἔπρεπε καὶ ὁ
2991αὐτὸς νὰ καθήσῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμέ-
2992νου.
2993§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ μᾶς λέγετε αὐ-
2994τά, ὅταν θέλωμεν νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς καταλύσαντας τὸ
2995πολίτευμα; Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλήση-
2996τε ποτὲ περὶ ἡσυχίας τοῦ τόπου, ποτὲ περὶ ἀντισυνταγματι-
2997κότητας, διότι ὅλος ὁ βίος σας, ὁ πολιτικός, εἶναι ἀναμεμιγ-
2998μένος εἰς αὐτὰς τὰς ἐνεργείας.
2999§201ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαός γνωρίζει.
3000§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς γνωρίζει ὁ λαός.
3001§203ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ λαὸς γνωρίζει ἀπὸ ποίους
3002προέρχονται αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὁ λαός,
3003ὁ ἀναγιγνώσκων τὰς ἐφημερίδας, γνωρίζει ἀπὸ ποίους κα-
3004ταβάλλονται προσπάθειαι καὶ γίνονται παρεκκλίσεις, διὰ
3005νὰ προχειρισθοῦν οἱ δικτάτορες. Δὲν ἐλησμόνησεν ἄλλωστε
3006ὁ λαὸς τὴν ἀπειλήν, ἡ ὁποία ἐλέχθη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην,
3007ἀπὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἐτόλμα ὁ λα-
3008ὸς τῆς Θεσσαλονίκης νὰ ψηφίσῃ τούς ὑποψηφίους τοῦ Ἐ-
3009θνικοῦ Συνασπισμοῦ, τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν χρη-
3010σιμοποίησιν μέτρων βίας, μέτρων ἀντισυνταγματικῶν.
3011§204ΦΩΝΑΙ. Αὐτὰ τὰ εἴπετε μόνοι σας. Δὲν ἔγινεν ἄλλωστε
3012τίποτε τέτοιο.
3013§205ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ εἴπετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι κό-
3014πτεσθε σήμερον ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, σεῖς εἰς τὴν
3015Θεσσαλονίκην, μὲ κουστωδίας, μὲ ὑπηρεσίας, μὲ ὅλας τὰς
3016ἐξουσίας ποὺ εἴχετε εἰς χεῖράς σας, τὰ εἴπετε καὶ ἠπειλή-
3017σατε τὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν σᾶς ἐψήφιζε, θὰ κατελύετε τὰς
3018λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἤκουσα ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην κά-
3019ποιον, ὁ ὁποῖος εἶπε, δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ ἀπειλαί, ἀλλὰ
3020δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀκριβῶς διότι ὁ λαὸς ἔδειξεν, ὅτι δὲν
3021δύναται νὰ πτοηθῇ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς αὐτὰς καὶ σᾶς κατε-
3022δίκασε.
3023§206Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ.
3024Παπαναστασίου δὲν βλέπει τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου
30251933 καὶ βλέπει ἄλλα κινήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔγιναν.
3026§207ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, λέ-
3027γω ἀπὸ ποῦ προέρχονται αἱ ἀπειλαὶ καὶ ἂς ἔλθουν τὰ μέ-
3028λη τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ διαψεύσουν. Ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ
3029ποῖος ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν, διότι δυστυχῶς ὑ-
3030πάρχουν ἄνθρωποι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ὁρκίζονται δεκάκις
3031τῆς ἡμέρας εἰς τὴν Δημοκρατίαν, εἰς τὰς λαϊκὰς ἐλευθε-
3032ρίας καὶ ἑκατοντάκις τῆς ἡμέρας ὁμιλοῦν περὶ τῆς ἀπο-
3033στολῆς των νὰ γίνουν δικτάτορες, νὰ σώσουν τὴν Ἑλλάδα.
3034Ἀλλά, τί, λοιπόν, θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
3035νομοσχεδίου; Θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ γαλήνη εἰς τὸν στρατόν,
3036ἢ θὰ ἐπισυρθῇ τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀδιαλλαξία, ὅταν μία μερὶς
3037τοῦ στρατοῦ ἀντιληφθῇ ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζον-
3038ται δὲν εἶναι μέτρα δίκαια, δὲν εἶναι μέτρα προερχόμενα
3039ἀπὸ ἐνδιαφέρον πραγματικὸν πρὸς ἐξύψωσιν τοῦ στρατεύμα-
3040τος, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων, πρὸς
3041δημιουργίαν δυνάμεως εἰς τὸ στράτευμα; Τότε, βεβαίως, ἡ
3042μερὶς αὐτὴ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θὰ συγχωρήσῃ, δὲν εἶναι
3043δυνατὸν νὰ συγχωρήσῃ τοιούτου εἴδους πράξεις, καὶ βεβαί-
3044ως ἡ μερὶς αὐτὴ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θὰ εἶναι διατεθει-
3045μένη μὲ πνεῦμα συνδιαλλακτικὸν νὰ συνεργασθῇ ἐντὸς τοῦ
3046στρατεύματος. Ἀντὶ νὰ ἐξυψώσητε τὸ φρόνημα εἰς τὸν
3047στρατόν, θὰ τὸ καταρρίψητε, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν
3048ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι εἶναι ἡ τύχη
3049των ἕρμαιον τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, βεβαίως τὸ φρό-
3050νημά των θὰ κλονισθῇ.
3051Κλονίζετε ἀκόμη τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἀφοσίωσιν εἰς
3052τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες
3053ἔκριναν τοὺς κατηγορουμένους ἀξιωματικοὺς καὶ ἐπέβαλον τι-
3054μωρίας τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ἐπαρκεῖς καὶ
3055θέλει ἡ ἰδία, σχηματιζομένη εἰς δικαστήριον, νὰ ἐπιβάλῃ
3056αὐστηροτέρας ποινάς. Νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων
3057στερεώνετε τὴν δύναμιν ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς
3058Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνετε σπα-
3059σμωδικῶς, καθ’ ἡμᾶς, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχετε τὴν συν-
3060αίσθησιν, ὅτι ἡ δύναμις δὲν ἐνισχύεται διὰ τοιούτων μέ-
3061τρων. Ἄλλωστε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶ-
3062πεν εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον: εἶπε κἄτι τὸ ὁποῖον ἦ-
3063το ἀληθές, διότι εἶπεν: ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι κύριος εἰς τὸ
3064Σῶμα τὸ ὁποῖον διευθύνω. Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ἄλλο μέρος εἶνε
3065δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους καὶ θέλω νὰ λάβω τὰ
3066μέτρα μου.
3067§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε: «Θέλω νὰ κοιμοῦμαι ἥσυχος».
3068§209ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεταχειρι-
3069σθῶ τὴν λέξιν ὅτι κοιμᾶται. Εἶπε κἄτι τὸ ἀληθές. Καὶ πράγ-
3070ματι, καὶ ἀπὸ τὸ ἕν μέρος, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὑπάρχει ἡ
3071ἀντίληψις ὅτι ἀπὸ τὴν ἀντίπαλον μερίδα εἶναι δυνατὸν
3072μία ἀπειλὴ ἐφαρμογῆς βίας νὰ ἐκδηλωθῇ, καὶ κάθε μέρος
3073λαμβάνει τὰ μέτρα του. Ἀλλὰ ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ κα-
3074τάστασις αὐτή; Ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ ἀντίληψις αὐτή;
3075Διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, φαντάζεσθε, ὅτι ἀσφα-
3076λίζετε τὴν γαλήνην; Ὅτι ἀσφαλίζετε τὴν δύναμιν; Ἀπα-
3077τᾶσθε, Κύριοι, ἂν νομίζετε, ὅτι οὕτω ἀσφαλίζεται ἡ γαλή-
3078νη. Μόνον μέτρα δίκαια, μόνον μέτρα τοιαῦτα, δύνανται νὰ
3079ἀσφαλίσουν καὶ τὸ Κράτος, καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου.
3080Μέτρα ἄδικα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν μακρὰν ζωήν,
3081διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθοῦν πάντοτε. Θὰ ἀνατρα-
3082ποῦν τὰ μέτρα καὶ δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ ἀνατραποῦν, ἐφό-
3083σον στηρίζονται εἰς τὸ ἄδικον. Ἂν θέλετε, πράγματι, νὰ ἐ-
3084ξυψώσητε τὸν στρατόν, ἂν θέλετε πράγματι νὰ τὸν προστα-
3085τεύσητε, ὀφείλετε νὰ λάβητε τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπε-
3086δείξαμεν, τὴν σύστασιν νέου συμβουλίου, παρέχοντος ὅλας τὰς
3087ἐγγυήσεις, καὶ δὴ τὴν ἀμεροληψίαν. Καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ λά-
3088βητε αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ σᾶς
3089δώσωμεν, σημαίνει, ὅτι αἱ προθέσεις σας δὲν εἶναι ἁγναὶ
3090καὶ δι’ αὐτὸ τὰ μέτρα σας θὰ εἶναι βραχυτάτης διαρκείας.
3091(Χειροκροτήματα)
3092§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
3093§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γερουσιαστὴς ἔγκριτος, Κύριοι, ὁ-
3094μιλῶν εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3095νομοσχεδίου, εἶπεν, ὅτι διστάζει νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ Κυ-
3096βέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τὸ κάμῃ νόμον τοῦ
3097Κράτους, καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ διμήνου, ὅταν θὰ ἔχῃ
3098παρέλθει ἡ ὀργή, ἡ ὁποία τὸ ἐνέπνευσεν. Ἡ ἐλπὶς τοῦ ἀξιο-
3099τίμου Γερουσιαστοῦ ἀποδεικνύεται ἔωλος. Ἡ Κυβέρνησις,
3100ὄχι μόνον ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀλ-
3101λὰ κατήργησε καὶ τὴν παράδοσιν τῆς διακοπῆς τῶν νομοθε-
3102τικῶν ἐργασιῶν κατὰ τὰς ἁγίας αὐτὰς ἡμέρας διὰ νὰ ἐπι-
3103τύχῃ τὸ ταχύτερον τὴν προχείρισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς νό-
3104μον, καὶ θὰ τὸ ψηφίσῃ βέβαια. Ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις δὲν
3105εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ δικαιώσῃ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν
3106Κυβέρνησιν. Αὐτὸ δὲν ἀπαλλάσσει ἡμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ
3107ἐγείρωμεν καὶ πάλιν τὴν φωνήν μας, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς
3108τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐξέγερσις καὶ ἡ
3109καταδίκη τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν ὑποθέτω ὅτι
3110ἔχουν ἀνάγκην νὰ φωνασκοῦν περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας καὶ
3111τῆς καταδίκης τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων
3112ὁ βίος, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀνωμάλους πο-
3113λιτικὰς ἐξελίξεις.
3114§212ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διὰ σᾶς, τὸ πιστεύω.
3115§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λέγω, ὅσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀ-
3116ποστροφὴ κατὰ τοῦ κινήματος ἐκείνου, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ
3117νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ νο-
3118μοσχέδιον αὐτό. Εἶνε μέτρον ἔκθεσμον, εἶνε μέτρον ἔκρυθ-
3119μον, καὶ εἶναι μέτρον ἔκρυθμον, διότι καταλύει, διότι ἀνα-
3120τρέπει τὸ δεδικασμένον, διότι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διό-
3121τι καταλύει κάθε ἀνασχετικὸν φραγμὸν ἐπεμβάσεως τῆς
3122πολιτικῆς εἰς τὸν στρατόν. Τὸ μέτρον ἀνατρέπει τὸ δεδικα-
3123σμένον. Οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες, διαγράφουσι σαφῶς ποία
3124εἶνε ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία εἶνε ἀκολουθητέα καὶ ποῖαι αἱ
3125κυρώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἀδικήματα, τὰ ἀ-
3126φορῶντα τὸν στρατόν, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐφηρμόσθησαν.
3127Ἐφηρμόσθησαν, διότι ἀφ’ ἑνός, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐκινήθη
3128διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου ἡ ποινικὴ διαδικασία, καὶ
3129ἀφ’ ἑτέρου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πειθαρχικὰς εὐθύνας τῶν διω-
3130κομένων ἀξιωματικῶν, μηνυθέντων ἀξιωματικῶν, ἀνακρί-
3131σεις διετάχθησαν καὶ ἐνεργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποί-
3132ων παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν μᾶλλον ἁρμοδίων διὰ τὴν
3133ἐκδίκασιν συμβουλίων, καὶ τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια ἐπε-
3134λήφθησαν τῶν ὑποθέσεων, ἐδίκασαν καὶ ἀπεφάνθησαν. Ἀ-
3135πὸ τῆς πλευρᾶς λοιπὸν αὐτῆς, ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη ἐ-
3136λειτούργησε πλήρως. Ὁ κολασμός, ὁ νόμιμος, ἐπῆλθε. Πιθα-
3137νὸν νὰ εἶναι ἐπιεικής, πιθανὸν νὰ εἶναι αὐστηρός, αὐτὸ εἶ-
3138ναι ἀδιάφορον. Ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη ἐλειτούργησεν, ὁ
3139νόμιμος κολασμὸς ἐπῆλθε καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὸ δε-
3140δικασμένον ἐκάλυψε τὴν ὑπόθεσιν. Τί ἠθέλησε σήμερον ἡ
3141Κυβέρνησις; Θέλει σήμερον, αὐτὸ τὸ δεδικασμένον, αὐτὸ τὸ
3142δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐκδή-
3143λωσις τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀσφάλεια δὲν εἶνε δυνατόν, εἰμὴ νὰ
3144διαταραχθῇ ὑπὸ μιᾶς ἀπειλῆς καὶ νὰ καθίσταται ἀπολύτως ἀ-
3145δύνατος ἡ ἐξύψωσις, ἡ ἀνάπτυξις ἐννόμων σχέσεων. Αὐτὸ τὸ
3146δεδικασμένον σήμερον θέλει ἡ Κυβ)σις ν’ ἀνατρέψῃ, δηλα-
3147δὴ αὐτὸν τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος
3148νὰ καταστήσῃ ἀφορμὴν ἀνατροπῶν κάθε ὁμαλῆς σχέσε-
3149ως εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἄμεσοι, αἱ ἀπώ-
3150τεραι συνέπειαι; συνέπειαι ὀλέθριαι, τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυ-
3151νατὸν νὰ παρίδῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία; Τὸ νομοσχέδιον
3152παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, τὸ παραβιάζει δι’ ὅλους τοὺς λό-
3153γους ἐκείνους, οἵτινες ἀνεπτύχθησαν καὶ οὓς ἐγὼ θὰ
3154ὑπομνήσω μόνον δι’ ὀλίγων λέξεων. Παραβιάζει τὸ Σύνταγ-
3155μα, διότι ἀφαιρεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῶν φυσικῶν δικα-
3156στῶν, καὶ τοὺς ἀφαιρεῖ, παρὰ τὴν ἀντίθετον ἐπιταγὴν τοῦ
3157Συν)τος, στερεῖ τοὺς διωκομένους ἀξι)κοὺς τῶν φυσικῶν δι-
3158καστῶν των, καὶ εἶνε φυσικὸν ὅτι δικασταί, κατὰ γνώμην σύμ-
3159φωνον, εἶνε ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶνε ἁρμόδιοι διὰ τὴν ἐκδίκασιν
3160τῶν ἀδικημάτων καθ’ ὃν χρόνον διαπράττονται τὰ ἀδική-
3161ματα. Εἶναι δὲ περισσότερον φυσικοὶ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ
3162ὁποῖοι ἐπελήφθησαν ἤδη τῆς ὑποθέσεως, καὶ μάλιστα περισ-
3163σότερον ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῶν ὑ-
3164ποθέσεων αὐτῶν. Ἐάν δὲν εἶνε ἡ περίπτωσις αὐτή, κατὰ
3165τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅτι
3166οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ στερηθῇ οὐδενὸς τῶν φυσικῶν του δι-
3167καστῶν, ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μοῦ εἴπουν, ποία εἶναι ἡ περί-
3168πτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν ἡ συνταγμα-
3169τικὴ αὐτὴ διάταξις; Δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπολύτως οὐδεὶς φυ-
3170σικὸς δικαστής, διότι καθωρίσθησαν τὰ ἀνακριτικὰ συμβού-
3171λια, ἐπιληφθέντα τῆς ὑποθέσεως, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς ἀπεφάν-
3172θησαν. Ἔρχεται σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀφαιρέσῃ ἡ
3173Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, νὰ στερήσῃ δι’ ἑνὸς νο-
3174μοσχεδίου τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς τῶν φυσικῶν των δι-
3175καστῶν, νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ εἰς μίαν διαδικασίαν αὐθαίρετον.
3176Δὲν εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος κατάφωρος; καὶ
3177ἐὰν δὲν εἶναι ἡ παραβίασις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγμα-
3178τος κατάφωρος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐρωτῶ, ἐρωτῶ
3179μετ’ ἐπιμονῆς, νὰ μοῦ εἴπουν, πότε θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν
3180ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος; Εἶναι παραβίασις τοῦ
3181Συντάγματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ διάταξιν,
3182κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἰδίας
3183μονιμότητος τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι
3184δημόσιοι λειτουργοί. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ —τὸ
3185πρᾶγμα ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν — ὅτι μολονότι οἱ ἀξιωμα-
3186τικοὶ τοῦ στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ
3187τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, ἐτύγχανον ἰδιαιτέρας
3188ποινῆς καὶ ἰδιαιτέρας προτιμήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξασφά-
3189λισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅ-
3190τι οἱ ἀξιωματικοὶ μόνον ἐστερήθησαν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ
3191Συντάγματος, τῆς προστασίας τῆς παρεχομένης εἰς ὅλους
3192τοὺς δημοσίους λειτουργούς; Διότι εἰς ἐνίσχυσιν τῆς διατά-
3193ξεως αὐτῆς, ὡς ἐλέχθη, ἕπεται ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν
3194ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώνῃ τὰς πρά-
3195ξεις ὅλων τῶν ἄλλων ἀνακριτικῶν συμβουλίων, νὰ εὐρύνῃ
3196αὐτὰς καὶ νὰ τὰς ἀκυρώνῃ, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς,
3197δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψεν
3198εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπι-
3199τρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀποφάσεων ἐκεί-
3200νων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ρυθμίζεται ἡ κατάστασις τῶν
3201ἀξιωματικῶν αὐτῶν πῶς θέλετε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ
3202εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποστερήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τελείως
3203πάσης ἐγγυήσεως, παρεχομένης ἐκ μέρους τοῦ Συντάγμα-
3204τος; Καὶ ἔχομεν ἀκόμη διάταξιν, πληθὺν ἄλλων διατάξεων,
3205ἔχομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
3206ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ μὲν τοὺς βαθμούς, ἀλλὰ δὲν
3207ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ αὐτούς. Ἔχομεν, ἐπανα-
3208λαμβάνω, σωρείαν ἄλλων διατάξεων, δὲν θέλω νὰ ἐπεκτα-
3209θῶ εἰς αὐτάς, διότι μοῦ ἀρκεῖ κἄτι ἄλλο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
3210βεβαίως ὑπεμνήσθη, ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιμείνω καὶ
3211ἐγὼ περισσότερον, μοῦ ἀρκεῖ μία ὁμολογία τῆς Κυβερνή-
3212σεως ἡ ὁμολογία, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλῃ
3213ποινήν, καὶ ἀντισυνταγματικὸν εἶναι καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀ-
3214πόψεως ἀπαράδεκτον. Εἶναι ὁμολογία τῆς Κυβερνήσεως, ὅ-
3215τι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλῃ ποινήν, καὶ ἀντισυνταγ-
3216ματικὸν εἶναι, καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀπαράδεκτον. Ἄν
3217λοιπὸν ἐπιβάλλῃ ποινὴν τὸ νομοσχέδιον, δὲν γεννᾶται, ὑπο-
3218θέτω, καμμία ἀμφιβολία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσε-
3219ως, ὁμιλῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, εἶπεν ὅτι, οὔτε αὐτός, οὔτε
3220κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν του, θὰ ἐδέχετο ποτὲ νὰ
3221ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχέδιον ἐπιβάλλον ποινὴν ἀ-
3222ναδρομικήν. Διότι περὶ τούτου πρόκειται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐ-
3223πέμεινον οἱ ἀγορηταὶ εἰς τὸ Βʹ Νομοθετικὸν Σῶμα. Οὔτε
3224αὐτὸς θὰ ἐδέχετο νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον ἐπιβάλλον ἀ-
3225ναδρομικὴν ποινήν, διότι τοῦτο δὲν θὰ προσέκρουε μόνον
3226εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν καὶ εἰς τὰ Συντάγματα τὰ ὁ-
3227ποῖα ἄλλοτε ἐψηφίσθησαν, καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Γαλλικῆς
3228Ἐπαναστάσεως — δὲν εἶναι λόγοι ἰδικοί μου, εἶναι λόγοι
3229τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — δὲν θὰ ἀντέκειτο
3230λοιπὸν εἰς αὐτὰ μόνον, ἀλλὰ θὰ ἀντέβαινε, καὶ τὸ φοβερώ-
3231τερον, θὰ προσέκρουεν εἰς ἓν ἀξίωμα νομικόν, τὸ ὁποῖον
3232ἰσχύει ἀφότου ὑπάρχουν εὐνομούμεναι πολιτεῖαι, καὶ τὸ ὁ-
3233ποῖον ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸ ἀξίωμα, ὅτι
3234δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ ἄνευ νόμου. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομέ-
3235νον, ὅτι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πράγματι καθιε-
3236ροῦται ποινή, πράγματι ἐπιβάλλεται ποινή — τὸ νομοσχέδιον
3237δὲν δύναται νὰ τύχῃ κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἀν-
3238τιτίθεται εἰς τὸν θεμελιώδη ἡμῶν Καταστατικὸν Χάρτην.
3239Τὸ μόνον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι, ἂν ἐπιβάλ-
3240λει ποινήν. Εἶνε τὸ ἐρώτημα αὐτό, κ. Βουλευταί τῆς πλειονο-
3241ψηφίας, πῶς νὰ σᾶς τὸ εἴπω εἶνε τὸ ἐρώτημα αὐτὸ κατώτερον
3242συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ
3243διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐ-
3244πεκαλέσθη ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἡ ἀποστράτευ-
3245σις δὲν εἶναι ποινή· ὅτι ἡ ἀποστράτευσις εἶναι κατάστασις
3246τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὴν τὴν ἀποστρά-
3247τευσιν θεσπίζει. Ἄρα, δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς. Καί, ἐ-
3248φόσον δὲν πρόκειται περὶ ποινῆς, δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευ-
3249σις εἴτε ἐκ τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἐκ τῶν θεμελιωδῶν τοῦ
3250Δικαίου ἀρχῶν. Ἀλλὰ πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ὑποτιμήσωμεν
3251ἡμᾶς αὐτούς, ἐάν ποτε ἠθέλομεν ὑποθέσει, ὅτι καὶ τὸ Σύν-
3252ταγμα, καὶ αἱ θεμελιώδεις τοῦ Δικαίου ἀρχαί, τὰ δόγματα
3253τοῦ Δικαίου, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ποινῆς, ἔχουν ὑπ’ ὄψει των
3254μίαν τυπικὴν τῆς ποινῆς ἔννοιαν, ἕνα τυπικὸν τῆς ποινῆς
3255χαρακτηρισμόν, καὶ δὲν ἔχουν ὑπ’ ὄψει τὴν ποινὴν ὑπὸ
3256τὴν εὐρεῖαν, ὑπὸ τὴν οὐσιαστικήν της ἔννοιαν. Ὑποθέσω-
3257μεν —ὑπόθεσιν ἀδύνατον ἴσως εἰς τὴν πρᾶξιν— ἀλλ’ ὑπό-
3258θεσιν χρήσιμον διὰ τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ
3259ζήτημα ἔχῃ ἀνάγκην διαφωτισμοῦ, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἰσ-
3260άγεται εἷς νόμος, ὅστις θεσπίζει, ὅτι καρατόμησις εἶναι με-
3261ταβολὴ καταστάσεως, ὅτι εἶνε μία μετάθεσις ἁπλῆ ἀπὸ τῆς
3262ζωῆς εἰς τὰς αἰωνίους μονάς. Θὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἐ-
3263σκέπτετο ἢ θὰ ἔλεγεν: Ἄ! Ἰδοὺ ὁ νόμος. Δὲν ἐπιβάλλει
3264ποινήν. Ἑπομένως ἐδῶ δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν οὔτε τὸ Σύν-
3265ταγμα, οὔτε αἱ αἰώνιοι καὶ θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχαί.
3266Κανεὶς δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν αὐτό. Καὶ ἂν δὲν τὸ ἔλεγεν εἰς
3267τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διατὶ θὰ τὸ ἔλεγεν εἰς τὴν παροῦ-
3268σαν; Τὶ ἔγινε σήμερον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ εἰς
3269τὸν νοῦν ἀνθρώπου, ὅτι δέν εἶναι ποινὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
3270ἐπιβάλλεται ὡς κύρωσις καὶ ὡς συνέπεια ἑνὸς παραπτώμα-
3271τος; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3272σεως, ὅτι δὲν εἶνε ποινὴ τὸ θεσπιζόμενον, ὅταν τὸ νομοσχέδιόν
3273του ὅλον αὐτὴν ἀκριβῶς ἔχει τὴν βάσιν; Διότι ποίαν βάσιν ἔ-
3274χει τὸ νομοσχέδιον; Ἔχει τὴν βάσιν ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ
3275Συμβούλια ἐδίκασαν ὄχι καλῶς. Ὅτι τὰ ἀνακριτικὰ Συμ-
3276βούλια δὲν ἐπέβαλον ποινὰς αὐστηράς. Ἐπέβαλον ποινάς
3277μικράς καὶ δυσαναλόγους πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ὀλισθήμα-
3278τος. Ὅτι αἱ ποιναὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν
3279τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὸν πα-
3280ραδειγματισμόν, ὅστις ὀφείλει νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τιμωρίας.
3281Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει: Ὄχι! Τὰ ἀνακριτι-
3282κὰ Συμβούλια δὲν ἐνήργησαν καλῶς καὶ δώσατε εἰς ἐμὲ τὸ
3283δικαίωμα νὰ ὑποκατασταθῶ ἐγὼ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν
3284ἀνακριτικῶν Συμβουλίων καὶ αὐτὰς τὰς ποινάς, τὰς ἐπιει-
3285κεῖς, νὰ τάς ἐπιδεινώσω, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν
3286χρειάζονται μέτρα δρακόντεια διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ὑποτρο-
3287πάς, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν νέας ροπὰς πρὸς ἀνωμάλους λύσεις.
3288Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ αὐτὰς τὰς ποι-
3289νάς, τὰς ἐπιεικεῖς, νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ διὰ ποινῶν βα-
3290ρυτέρων. Καὶ ὅταν τοῦτο πράττει, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἰ-
3291σχυρίζηται, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει ποινήν; Ἀλλ’ εἶναι δυνα-
3292τὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ ἀπομάκρυσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρα-
3293τοῦ, ἡ ὁποία οἱανδήποτε καὶ ἄν ἤθελε περιβληθῆ μορφήν,
3294εἶναι ἡ βαρυτέρα τῶν ποινῶν ἐξ ὅσων δύνανται νὰ ἐπιβλη-
3295θοῦν ἐναντίον δημοσίου λειτουργοῦ, εἶναι ἡ βαρυτέρα τῶν
3296ποινῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐναντίον ἀξιωματι-
3297κοῦ, ὅτι ἡ ἀποβολὴ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἶναι ἁ-
3298πλῆ κατάστασις καὶ δὲν ἔρχεται ὡς κύρωσις, ὡς ποινὴ ἑνὸς
3299παραπτώματος;
3300Αὐτό, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβα-
3301ρῶς. Εἴτε ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ὁρίζει
3302ὅτι ἡ ἀποστρατεία δὲν εἶναι ποινή, ἀλλ’ εἶναι κατάστασις,
3303εἴτε ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ἄλλα ἐθέσπι-
3304ζε, δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ παραγραφοῦν αἱ συνταγμα-
3305τικαὶ διατάξεις καὶ οἱ θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχαί, μόνον
3306καὶ μόνον, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀπο-
3307τάξεως καὶ περὶ ποινῆς, ἐθέσπισεν ὡς ποινὴν τὴν ἀποστρα-
3308τείαν καὶ ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀσήμαντά τινα
3309πλεονεκτήματα, τὰ πλεονεκτήματα π. χ. τῆς συντάξεως. Δι’
3310αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβλη-
3311θῇ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων καὶ νὰ γίνῃ ἡ ποινὴ κατάστα-
3312σις, περιγραφομένων οὕτω τῶν ἀρχῶν ἐκείνων τῶν συνταγ-
3313ματικῶν, αἵτινες ἴσχυσαν καὶ ἰσχύουν αἰωνίως. Δὲν εἶναι
3314δυνατὸν δὲ νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο, Κύριοι, ἀκόμη περισσό-
3315τερον, διότι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν ὁρίζει
3316τὴν αὐτεπάγγελτον ἀποστρατείαν τῶν ἀξιωματικῶν ὡς ποι-
3317νήν. Καὶ ἀνεγνώσθησαν τὰ ἄρθρα τὰ σχετικά, ἐκ τῶν ὁποί-
3318ων ἀποδεικνύεται περιτράνως καὶ κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον
3319ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι
3320ποινὴ ἐκ τῶν βαρυτέρων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν διὰ τὸν στρα-
3321τὸν καὶ τοὺς ἀξιωματικούς.
3322§214Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Εἶναι ὁμοία τῆς ἀποτάξεως.
3323§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
3324ζητήματος νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Τὴν ἐκ-
3325δοχὴν αὐτὴν τὴν ὑπεστήριξεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ
3326τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, συνάδελφος εὔγλωττος καὶ νομομαθὴς
3327διακεκριμένος, ὁ κ. Ράλλης, ὁ ὁποῖος, ὑποθέτω, ὅτι καὶ αὐ-
3328τὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν. Ἔ-
3329χομεν λοιπὸν δεδομένον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλε-
3330ται ποινή. Ἔχομεν μίαν ἀνεπιφύλακτον τοῦ Προέδρου τῆς
3331Κυβερνήσεως ὁμολογίαν, μίαν συνομολόγησιν ἑπομένως ὁλο-
3332κλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπιβάλλον
3333ποινήν, εἶναι νομοσχέδιον ἀντιτιθέμενον καὶ πρὸς τὰς δια-
3334τάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις τοῦ δι-
3335καίου ἀρχάς, νομοσχέδιον ἑπομένως ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀν-
3336τισυνταγματικόν.
3337Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειονοψη-
3338φίας. Ὅταν ἔχετε αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως,
3339ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πράγματι ἀντισυνταγματικόν, σεῖς
3340—καὶ ὅταν χωρὶς πλέον δικαιολογίαν τινά ἡ Κυβέρνησις
3341θελήσῃ ὁπωσδήποτε νὰ τὸ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους,
3342—σεῖς ἀληθῶς θὰ τὴν παρακολουθήσητε μέχρι τοιούτου ση-
3343μείου, ὥστε νὰ παραβλέψητε καθολοκληρίαν ὅλους τοὺς κιν-
3344δύνους, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται, νὰ παραβλέψητε καθολοκλη-
3345ρίαν ὅλας τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν, νὰ παρα-
3346βλέψητε καὶ τὴν ἀθέτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων,
3347νὰ παραβλέψητε ἀκόμη καὶ αὐτὰς τὰς δηλώσεις τοῦ Προ-
3348έδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ζη-
3349τήσῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, ἐπιβάλλοντος ποινήν; Ὁ
3350ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ Γερουσίᾳ,
3351νομίζω, ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ αὐτός, μὲ τὴν ὀρθοφροσύνην
3352τὴν διακρίνουσαν αὐτόν, — δὲν ἔχει σχέσιν, δὲν ἔχει πολ-
3353λὴν σημασίαν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ὑποπίπτοντα εἰς μί-
3354αν λογικὴν ἀντίληψιν, δὲν ἔχει σημασίαν μεγάλην ἡ νομι-
3355κὴ κατάρτισις —ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνε-
3356γνώρισε, νομίζω, κατενόησε, καὶ κατανοήσας ἀνεγνώρισεν,
3357ὅτι πράγματι ὁ νόμος αὐτὸς ἀντίκειται εἰς τὰς ἐπιταγὰς
3358τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
3359τὸν ἠνάγκασε νὰ εἴπῃ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ὅτι, ἄν πρέπῃ νὰ
3360σωθῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ νόμων ἀντισυνταγματικῶν, θὰ κάμωμεν
3361νόμους τοιούτους....
3362§216Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν
3363διευκρίνισιν νὰ σᾶς κάμω. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἡ αὐτεπάγ-
3364γελτος ἀποστρατεία εἶναι ποινὴ καὶ συνεπῶς ὁ νόμος ἀντι-
3365συνταγματικός, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸν κάμνομεν διὰ
3366νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἴδιον
3367σχῆμα λόγου. Εἶναι κατώτερον ἡμῶν νὰ ὑποστηρίζωμεν ὅτι
3368εἶναι ποινὴ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία. Δὲν περιλαμβά-
3369νεται εἰς τὰς ποινάς. Ποιναί εἶναι, ἡ φυλάκισις, ἡ ἀργία δι’
3370ἀπολύσεως, ἡ ἀπόταξις. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν αὐτεπάγ-
3371γελτον ἀποστρατείαν, κάθε χρόνον τὸ Συμβούλιον ἐκκαθα-
3372ρίζει μερικοὺς ἀνικάνους, καὶ λέγει «ἀποστρατεύονται αὐ-
3373τεπαγγέλτως μετὰ προβιβασμοῦ ἤ ἄνευ».
3374§217Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κατόπιν ἐκθέσεως ἐπὶ ἀνικανότητι.
3375§218Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα
3376ἔκαμεν ἔκθεσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
3377§219Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι πρωτοφανὴς ἡ ἀντίληψις τοῦ κ.
3378Ὑπουργοῦ.
3379§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν,
3380διατὶ θέλετε νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀνέ-
3381πτυξα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων, νομίζω, ὅτι δὲν παρέμεινε καμ-
3382μία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ποινήν; Διατὶ
3383θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον;
3384§221Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σεῖς
3385ἐστηρίξατε τὰ ἐπιχειρήματά σας εἰς αὐτό τὸ «πίστευε καὶ
3386μὴ ἐρεύνα». Μᾶς εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι ποιναὶ μόνον ὅσαι πε-
3387ριλαμβάνονται εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι
3388ποιναί ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν τῆς ποινῆς.
3389§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποινὴ εἶναι κάθε ποινή, καὶ ὅσον
3390καὶ ἄν θέλωμεν νὰ καλυφθῇ ὑπὸ οἱονδήποτε ἔνδυμα, πα-
3391ραμένει πάντοτε ποινή. Ποινὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐσια-
3392στικῶς ἀποτελεῖ ποινήν. Δὲν εἶναι ποινὴ μόνον ἐκεῖνο τὸ
3393ὁποῖον ὀνομάζετε σεῖς. Δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα ἡ
3394ποινή, διότι σεῖς δίδετε ἄλλο ὄνομα. Διότι τότε θὰ ἦτο εὐ-
3395κολώτατον νὰ περιγράψωμεν ὅλους τοὺς νόμους, δίδοντες
3396εἰς τὰς πράξεις μας ψευδεῖς ὀνομασίας. Αὐτὰ ἄλλωστε τὰ
3397ἀνέπτυξα ἤδη καὶ δὲν ἠμπορῶ διὰ μίαν φράσιν, νὰ ἐπανέρ-
3398χωμαι καὶ νὰ πολυλογῶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Μὲ ἠναγκά-
3399ζετε ὅμως νὰ σᾶς δώσω πάλιν μίαν εἰκόνα. Ὑπάρχουν τὰ
3400ἴδια πράγματα, ὅτέ μέν εἶνε ποιναί, ὅτι δὲ δὲν εἶνε. Διατὶ
3401μέ ἀναγκάζετε, λέγω, νὰ κάμνω κατάχρησιν τῆς μεταφο-
3402ρᾶς, τὴν ὁποίαν ἔκαμα; Διατὶ θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι
3403ὑπάρχει θάνατος καὶ θάνατος; Ἡ ἰδία κατάστασις ἐμφανί-
3404ζεται καὶ εἰς τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς μιᾶς
3405αἰτίας, καὶ εἰς τὸν θάνατον τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς ἄλλης.
3406Ἀλλ’ ὁ θάνατος, ὁ φυσιολογικός, ὅπως ἡ ἀποστράτευσις εἰς
3407ὁμαλὰς περιστάσεις δὲν εἶναι βεβαίως ποινή. Ἡ καρατόμη-
3408σις ὅμως εἶναι ἀναμφισβητήτως ποινή. Ἰδοὺ ἡ διαφορά μας.
3409Διότι ἐδῶ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία δὲν ἔρχεται, κ. Ὑ-
3410πουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς φυσιολογικὴ τοῦ ἀξιωματι-
3411κοῦ κατάστασις, διότι οὗτος περιῆλθεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐ-
3412κτελέσῃ τὰ καθήκοντά του. Ἐδῶ ἔρχεται ὡς συνέπεια μιᾶς
3413συγκεκριμένης πράξεως, ὡς κύρωσις καὶ ὡς τιμωρία τῆς
3414πράξεως ταύτης. Καὶ εἶνε δυνατὸν νὰ ὀνομάζῃ καὶ νὰ χα-
3415ρακτηρίζητε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, — τὸ εὐκολώτερον
3416τούτου;— ὅτι σεῖς θεσπίζετε ἀποστράτευσιν; Ἀλλ’ ἡ ἀπο-
3417στράτευσις ἡ ἰδική σας, ὡς σεῖς τὴν θεσπίζετε, εἶναι ἡ βα-
3418ρυτέρα τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν
3419ἀξιωματικῶν.
3420§223Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ὁ ἀξιωματικός, ὁ παραπεμπόμενος ἐν-
3421ώπιον ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ἀποτάσσεται, ὅταν δὲν ἔχῃ
3422τὸ ὑποστρατευτικὸν δικαίωμα, ἀποστρατεύεται δὲ αὐτεπαγ-
3423γέλτως, ὅταν ἔχει εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως ἐ-
3424δῶ ἡ αὐτεπάγγελτος ἀποστρατεία εἶναι ἴση μὲ ἀπόταξιν.
3425§224Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὰ δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία
3426ὅτι, ὅταν ἔρχεται νὰ κυρώσῃ μίαν παράβασιν ἡ αὐτεπάγ-
3427γελτος ἀποστρατεία, εἶναι ποινή.
3428Προχωρῶ, λοιπόν, περαιτέρω διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἀνέφερα
3429ἐδῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν
3430Γερουσίαν, διὰ νὰ ὑποδηλώσω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀ-
3431νεγνώρισεν, ἐμμέσως ἔστω, συγκεκαλυμμένως ἔστω, ἀνεγνώ-
3432ρισεν ὅμως ὁπωσδήποτε τὴν παράβασιν τὴν συνταγματικήν,
3433καὶ δι’ αὐτὸ εἶπεν ὅτι: «ἐὰν πρόκειται νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς,
3434θὰ κάμωμεν καὶ ἀντισυνταγματικοὺς νόμους». Ἐγὼ δὲν
3435ἀνεφέρθην εἰς ὡρισμένα ἐπιχειρήματα τῆς συνταγματικότη-
3436τος. Ἐγὼ ἀνεφέρθην μᾶλλον εἰς τὴν διαίσθησιν τοῦ ἀξιο-
3437τίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, καίτοι δὲν ἔ-
3438χει νομικὴν κατάρτισιν, ἐν τούτοις δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ
3439νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ποινὴν ἐπιβάλλει, ὅσον καὶ ἄν τὴν ποι-
3440νὴν αὐτὴν τὴν ἀποκαλεῖ ἀποστράτευσιν, καὶ δι’ αὐτὸ προέ-
3441βη εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην. Ἂν δὲν προέβη δι’ αὐτὸ εἰς
3442τὴν δήλωσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησε δι’ αὐτῆς νὰ ἐ-
3443ξαγγείλῃ μίαν γενικωτέραν του ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρ-
3444νησις δὲν θὰ διστάσῃ καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως νόμων ἀντι-
3445συνταγματικῶν, ὅταν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος τὸ ἐπιβάλῃ
3446τὴν ἔκδοσιν ἀντισυνταγματικῶν νόμων, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐ-
3447τόν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνώμαλοι μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, ὅλαι
3448αἱ ἀνακηρύξεις δικτατοριῶν, ἐπεχειρήθησαν ἀκριβῶς ἐν ὀ-
3449νόματι τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἐν ὀνόματι τῆς σωτηρίας τῆς Πα-
3450τρίδος. Καμμία ἀνωμαλία δὲν ἔλαβε μέχρι σήμερον χώ-
3451ραν, χωρὶς νὰ ἀναπετασθῇ ἡ σημαία τῆς σωτηρίας τῆς πα-
3452τρίδος, ὅπως καλύψῃ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ σω-
3453τηρία τῆς Πατρίδος εἶναι αἴσθημα ὑποκειμενικὸν καθεὶς
3454ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν ὅτι, πράττων κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν
3455ἄλλον τρόπον, γίνεται ὁ σωτὴρ τῆς Πατρίδος του. Ὅλοι
3456ὅμως ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται τὴν καθεστηκυ-
3457ῖαν τάξιν, ὅλοι ἔχουσιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται τὸ πο-
3458λίτευμα καὶ νὰ ὑπακούωσιν εἰς τοὺς νόμους αὐτοῦ. Ὅλοι
3459ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέ-
3460λουν νὰ γίνωνται πιστευτοί, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ὁμαλότητος
3461καὶ τάξεως, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ ὁμαλότη-
3462τος καὶ τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε, προβάλλον-
3463τες ὡς λόγον τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, νὰ ὁμιλοῦν περὶ
3464ἀνωμάλων λύσεων, περὶ ἀνωμάλου ἐξελίξεως, νὰ ὁμιλοῦν
3465περὶ παραβάσεων συνταγματικῶν. Διότι, ὅταν αὐτοὶ ὁμι-
3466λοῦν, καὶ εἶναι οἱ κυβερνῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν
3467κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πῶς θὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν
3468νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἄδειαν νὰ δικάσουν ἄλλους; Πῶς θὰ δι-
3469κάσουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κανένα δισταγμὸν νὰ
3470προβοῦν καὶ εἰς κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ εἰς πα-
3471ράβασιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ θεματοφύλαξ,
3472ὁ φρουρὸς τῶν λαϊκῶν δικαίων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρ-
3473χωνται καὶ νὰ λέγουν ὅτι ἔλαβε χώραν μία ἐπιβουλὴ κα-
3474τὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν; Πρέπει νὰ τὴν πατάξωμεν,
3475ἔστω καὶ διὰ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος;
3476Ὄχι, Κύριοι Συνάδελφοι.
3477Ἐλέχθη ἀκόμη καὶ ἕν ἄλλο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βου-
3478λῆς. Ἐλέχθη, ὅτι διετυπώθη — ἐνταῦθα ἢ ἐν τῇ Γερου-
3479σίᾳ, δὲν ἐνθυμοῦμαι— ἡ πρότασις ὅπως τέλος πάντων, εὑ-
3480ρεθῇ μία ἐνδιάμεσος ὁδὸς, ἱκανοποιοῦσα καὶ τὴν Κυβέρνη-
3481σιν, καὶ ἱκανοποιοῦσα ἐν μέρει τοὐλάχιστον, τὸ δίκαιον,
3482σῴζουσα τοὐλάχιστον προσχήματά τινα, σῴζουσα λείψανά
3483τινα νομιμότητος, ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀ-
3484νακριτικῶν Συμβουλίων νὰ γίνῃ δι’ ἄλλων τινων ἀνακριτι-
3485κῶν Συμβουλίων, συγκροτουμένων κατὰ τρόπον παρέχοντα
3486ποιάς τινας ἐγγυήσεις, αὐστηρότητος ἔστω, τότε ἐλέχθη,
3487δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τίνος, νομίζω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑ-
3488πουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ
3489νὰ δεχθῇ τοιαύτην λύσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται
3490αὐτοὺς τοὺς συμβιβασμούς, διότι ἔχει τὸ σθένος νὰ ἀναλά-
3491βῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατεύματος.
3492Λησμονοῦν ὅμως οἱ ταῦτα εἰπόντες, ὅτι ὅλοι οἱ φραγμοί, οἱ
3493ὁποῖοι ἔχουν ὀρθωθῆ, εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ὅλαι αἱ
3494ἐγγυήσεις τῆς ἰσοβιότητος, τῆς μονιμότητος, τοῦ Συμβου-
3495λίου τῆς Ἐπικρατείας, τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, ὅλα
3496ἐθεσπίσθησαν δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον· ἀπὸ τὸν φόβον ἀκρι-
3497βῶς αὐτοῦ τοῦ ἀνεπιθυμήτου κυβερνητικοῦ σθένους. Ὅλαι
3498αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις ἐθεσπίσθησαν, διότι τὸ σθένος αὐτό, τὸ
3499κυβερνητικόν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσεν ἀνησυχί-
3500ας, διότι ἐγνώριζον οἱ θεσπίσαντες τοὺς θεσμοὺς αὐτούς, ὅ-
3501τι δὲν ὑπάρχει κανεὶς πλέον ἀκατάλληλος, διὰ νὰ χειρίζη-
3502ται τὴν πλάστιγγα τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις,
3503αἱ ὁποῖαι θὰ εὑρίσκωνται διηνεκῶς μέσα εἰς τὸν στίβον τῶν
3504πολιτικῶν παθῶν, μέσα εἰς τὸν στίβον τῶν πολιτικῶν ἀγώ-
3505νων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν κρίσιν ἀνεπηρέαστον, δὲν
3506εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀμεροληψίαν
3507τῶν δικαστῶν. Δι’ αὐτὸ ἐτέθησαν οἱ φραγμοὶ αὐτοὶ κατὰ τῶν
3508κυβερνητικῶν ὑπερβασιῶν. Καὶ τώρα ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις
3509καὶ λέγει τοῦτο: «Ὄχι. Ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς φραγμοὺς τοὺς κα-
3510ταρρίπτω, δὲν τοὺς ἀναγνωρίζω, καὶ θὰ μεταβληθῶ ἐγὼ εἰς
3511δικαστήν». Καὶ λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν: πῶς θέλετε νὰ
3512δεχθῶμεν ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς σᾶς προσπάθεια μιᾶς ἀμε-
3513ρολήπτου κρίσεως, προσπάθεια μιᾶς γαλήνης εἰς τὴν ἀπό-
3514φασίν σας, προσπάθεια νὰ λησμονήσητε καὶ τοὺς φίλους
3515σας, καὶ τὰς συμπαθείας σας, καὶ τὰς ἀντιπαθείας σας καὶ
3516νὰ δικάσητε, ὅπως δικάζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μα-
3517κράν τῶν κομματικῶν ἀνταγωνισμῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν
3518παρασύρονται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς
3519συμφυεῖς πρὸς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμόν; Ἀλλ’ ὡς πα-
3520ρετηρήθη, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀπονέμηται τὸ δίκαιον ὀρθῶς. Ὀ-
3521φείλει ἡ δικαιοσύνη νὰ παρέχῃ καὶ τὴν πίστιν περὶ τῆς
3522ὀρθότητος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ποῖος θέλετε νὰ πιστεύσῃ ποτὲ ὅ-
3523τι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν ἀ-
3524νεξέλεγκτον, ὡς λέγετε, κρίσιν της, ἐν κρυπτῷ καὶ παρα-
3525βύστῳ, χωρὶς τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι περιβάλλουν
3526τὰ δικαιώματα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων, ὅ-
3527τι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, ἴσως ὑποσυνειδή-
3528τως, δὲν θὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν πολιτικήν της; Πῶς θέλε-
3529τε νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ποτὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ σταθ-
3530μίσῃ τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐξετάσῃ ὅλας τὰς ἀπόψεις καλύ-
3531τερον ἀπὸ ὅ,τι ἐστάθμισαν τὰ πράγματα τὰ ὑπηρεσιακὰ
3532Συμβούλια, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της θὰ εἶναι ἀπόφασις δικαι-
3533οτέρα ἀπονέμουσα τὸ δίκαιον μὲ μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν
3534παρ’ ὅ,τι αἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων; Ὅταν
3535αἱ Κυβερνήσεις ὑποδύονται, παρὰ τὸ προσῆκον, τὸν ρόλον
3536τοῦ δικαστοῦ, τότε ἕν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα: ὅτι εἰς τὴν
3537κοινὴν ἀντίληψιν καὶ οἱ ἔνοχοι μεταβάλλονται εἰς θύμα-
3538τα, δικαιούμενα νὰ τύχουν μίαν ἡμέραν ἱκανοποιήσεων, δι-
3539καιούμενα νὰ τύχουν μίαν ἡμέραν ἀποκαταστάσεως καὶ ἐ-
3540πανορθώσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι
3541δυνατὸν νὰ προχειρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀπονέμουσα τὸ δί-
3542καιον, διότι καθιστᾷ καὶ τοὺς ἐνόχους ἀθώους, καὶ τοὺς
3543ἐνόχους θύματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἡ Κυβέρ-
3544νησις, καταχρωμένη τῆς δυνάμεώς της, ζητεῖ νὰ ὑποκατα-
3545στήσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς νομίμους ἀνακριτικὰς καὶ
3546δικαστικὰς ἀρχάς.
3547Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι Βουλευταί. Δὲν ἐξυ-
3548πηρετεῖ τὸ δίκαιον. Δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὰς ὑγιεῖς
3549καὶ προαιωνίους περὶ δικαιοσύνης ἀντιλήψεις, οὔτε πρὸς τὸ
3550πολίτευμα ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετεῖ καὶ οὐσιαστικῶς τὴν
3551τάξιν. Δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ
3552τὴν τάξιν. Τὸ νομοσχέδιον — εὔχομαι νὰ μὴ γίνω μάντις
3553κακῶν— ἀνοίγει τὰς θύρας τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν κομματι-
3554σμόν. Μέχρι ποίου σημείου θὰ φθάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ δικαι-
3555ώματος, καὶ ἕως ποῦ θὰ προχωρήσῃ ἡ κατάχρησις — ποῖ-
3556ος τὸ γνωρίζει; Κάθε Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν της κρι-
3557τήριον. Τὸ νομοσχέδιον ἀνοίγει διάπλατα τὰς θύρας τοῦ
3558στρατεύματος, ἀποτελεῖ ἕν ἀληθὲς ἔναυσμα μελλοντικῶν ὀ-
3559λεθρίων ἀναστατώσεων. Ἡμεῖς, κ. Βουλευταί, ἐπράξαμεν
3560ὅ,τι τὸ καθῆκόν μας μᾶς ἐπέβαλε, διὰ νὰ προλάβωμεν ἕν
3561τοιοῦτον δυσάρεστον, μίαν τοιαύτην σοβαρὰν τῶν πραγμά-
3562των τροπήν. Ἦλθε σήμερον ἡ ὥρα νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἡ Βου-
3563λὴ τὸ καθῆκόν της, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, παρὰ τοὺς
3564δεσμούς της μὲ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ τὸ ἐπιτελέσῃ, ἀπορρί-
3565πτουσα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν τάξιν, καὶ τὴν νο-
3566μιμότητα διασαλεύει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3567§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
3568§226Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύ-
3569ριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώ-
3570ραν πρὸ διμήνου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ εἰς τὴν αἴ-
3571θουσαν τῆς Γερουσίας, ἐνόμιζον ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ
3572ὅτι ἡ συζήτησις ἀπόψε θὰ περιωρίζετο εἰς ὀλίγην ὥραν διὰ
3573τὴν δικαιολόγησιν τῆς ψήφου τῶν διαφόρων κομμάτων καὶ
3574ὁμάδων. Δυστυχῶς, οἱ ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύ-
3575σεως ἠγόρευσαν ἐπὶ ἑξάωρον, ἀνηλεῶς, δύναμαι νὰ εἴπω,
3576χωρὶς νὰ θίξουν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος.
3577Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ
3578καταστῇ νόμος ἀπόψε, διὰ τῆς ψήφου σας, εἶναι τὸ ἐλάχι-
3579στον ποὺ ἔκαμεν αὐτὴ ἡ Κυβ)σις πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς λαϊ-
3580κῆς κυριαρχίας καὶ διασφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν,
3581(χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς) πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ
3582στρατεύματος καὶ παραδειγματισμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προ-
3583τιμότερον ἦτο οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συνεργήσαντες μὲ τὸν στα-
3584σιαστὴν τῆς 6ης Μαρτίου, νὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὰ τακτικὰ
3585δικαστήρια, νὰ κριθῶσιν ἀπὸ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια, τὰ
3586συνήθη — καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀρχικὴ τῆς Κυβερνήσεως δι-
3587άθεσις, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐχαρακτήριζεν ὁ κ. Πρόεδρος
3588τῆς Κυβερνήσεως τὸ κίνημα ὡς ἕν ἀσήμαντον ἐπεισόδιον.
3589Ἀλλά, Κύριοι, ἐγεννήθη ἕν ζήτημα, ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
3590νησιν, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ προκαλεῖ τὸ κίνημα καὶ ἐκεῖ-
3591νον ποὺ τὸ ὑποστηρίζει εἰς αὐτό· δηλαδὴ τὸ ζήτημα, τί
3592θὰ γίνουν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τούς
3593στρατῶνας καὶ εἶπον εἰς τούς κατωτέρους των: Ἐκηρύχθη
3594δικτατορία. Ἐλᾶτε μαζί μας, καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅ-
3595τι, «ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν δικτατορίας, παρὰ τὴν νόμι-
3596μον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας». Ἐγεννήθη, λοιπόν, κατόπιν
3597τὸ ζήτημα: τί θὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Ἠμποροῦμεν
3598νὰ τοὺς στείλωμεν πάλιν εἰς τὸν στρατόν νὰ διοικήσουν;
3599Εὐλόγως οἱ νομιμόφρονες ἀξιωματικοὶ ἀνησύχησαν διὰ τὴν
3600ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνομεν. Δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ
3601μᾶς κατηγορήσῃ κανείς, ἐὰν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀ-
3602νησυχίας τῶν ἀξιωματικῶν, ὅταν εἶναι γεγραμμένη εἰς τὴν
3603ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπιστολὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ
3604τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τότε ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἷς συμβιβα-
3605σμὸς τοῦ ζητήματος τοῦ δυναστικοῦ καὶ νὰ σωθῇ ἡ Μεγάλη
3606Ἑλλάς, καὶ δὲν τὸ ἔκαμε, διότι δὲν τὸ ἠθέλησαν οἱ ἀξιω-
3607ματικοὶ ἐδῶ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ μᾶς κατηγοροῦν, διότι προσ-
3608παθοῦμεν νὰ μὴ συμβαίνουν εἰς τὸν στρατὸν ἐκεῖνα τὰ ὁ-
3609ποῖα θὰ συνέβαινον, ἄν θὰ ἐστέλομεν πάλιν εἰς τοὺς στρα-
3610τῶνας τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Φαντάσθητε ποία θὰ ἦτο
3611ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λόγῳ τοῦ ἀνα-
3612βρασμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐκ τοῦ ὅτι οἱ κατώτε-
3613ροι δὲν θὰ ὑπήκουον εἰς τούς ἀνωτέρους των, εἰς τούς ὁποί-
3614ους θὰ ἔλεγον, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ μόνον διὰ δικτατορίαν. Θὰ
3615ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ συνιστᾷ Στρατοδικεῖα.
3616Ἀλλά, Κύριοι, διατὶ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν τοὺς
3617ἀπέταξαν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ; Ὁμιλοῦν, Κύριοι,
3618περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι καταστάσεως, ὡσὰν νὰ εὑρισκώμεθα
3619εἰς καμμίαν εὐνομουμένην Χώραν, ὅπου ὁ στρατὸς ἡνωμένος
3620ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, ἡ χωροφυλακὴ ἐπίσης, ὅπου ἡ ἀ-
3621στυνομία ἐπίσης ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της, ὅπου ἡ ἀεροπορία,
3622τὸ ναυτικὸν κλπ. δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ ἔργον
3623των καὶ πῶς νὰ παραγάγουν περισσότερα ἔργα.
3624Δέν εἶναι αὐτή ἡ κατάστασις, Κύριοι. Παρελάβομεν ναυ-
3625άγιον, καὶ τὸ ναυάγιον ἐκλήθημεν νὰ διοικήσωμεν. Ἠθελή-
3626σαμεν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὰ
3627Συμβούλια, καὶ σᾶς ἀνέγνωσα τὴν διαταγήν μου πρὸς τοὺς
3628ἀξιωματικούς. Ἀλλά, δυστυχῶς, τὰ Συμβούλια δὲν ἐξετέ-
3629λεσαν τὰς ἀναμενομένας ἀποφάσεις. Διατί; Πρέπει, Κύ-
3630ριοι, νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Δὲν θέλω νὰ θίξω κανένα καὶ
3631ἀποφεύγω πάντοτε τοῦτο. Ἐφόσον ὅμως εἷς κόσμος πολιτι-
3632κός, ὁ ἥμισυς σχεδόν, ἐκηρύχθη ἀλληλέγγυος τῶν ἀξιωμα-
3633τικῶν, ἐφόσον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συγκροτήσαντες τὰ Συμ-
3634βούλια, μόνον τὴν μερίδα ἐκείνην ἐγνώρισαν, ἡ ὁποία διώ-
3635κησε τὰ κοινὰ ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἐφόσον τοὺς βαθμούς των ἔ-
3636λαβον ἀπὸ τὴν μερίδα ἐκείνην, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ δὲν εὗ-
3637ρον μέσα των τὴν δύναμιν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν ἔκ-
3638κλησιν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔκαμα, ὅπως ἐξυψωθοῦν ὑπεράνω
3639τῶν προσωπικῶν δεσμῶν. Καὶ εἴχομεν ἀποτέλεσμα ἀνακρι-
3640τικοῦ Συμβουλίου, θέσαντος εἰς τετράμηνον ἀπόταξιν τὸν
3641ἀξιωματικόν, τὸν Συνταγματάρχην, ὁ ὁποῖος διένειμε φυ-
3642σίγγια εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἵνα ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ γηγ-
3643ενοῦς στοιχείου! Καὶ μετὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας, Κύριοι, ἤ-
3644μην ὑποχρεωμένος νὰ τὸν στείλω εἰς τὸν στρατῶνα. Ἐφόσον
3645λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐξυψώθησαν ὑπεράνω τῶν
3646προσωπικῶν δεσμῶν, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ
3647αὐτὴ τὰς εὐθύνας, διότι ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνδρικώτε-
3648ρον ἀπὸ κάθε ἄλλην λύσιν.
3649Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀργεῖ πολὺ καὶ δὲν γνωρίζομεν,
3650ἂν θὰ ἔφθανεν εἰς ἀποτέλεσμα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἦτο
3651δυνατὸν νὰ μένουν ἐπ’ ἄπειρον εἰς διαθεσιμότητα. Ἐάν
3652τοὺς στείλω εἰς τὸν στρατῶνα, θὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις. Ἀλ-
3653λὰ μᾶς λέγουν: «Ἐπιβάλλετε ποινήν». Διατὶ εἶναι ποινή;
3654Ἡμεῖς λέγομεν δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ τιμωρηθοῦν. Ἂς
3655τύχουν ἀμνηστείας κλπ. Πῶς κάθε χρόνον τὸ Ἀνώτατον
3656Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἐκκαθαρίζει ἀπὸ τὸν στρατὸν δι-
3657αφόρους ἀξιωματικοὺς διὰ διαφόρους παθήσεις, ἀπὸ ἀρθρι-
3658τισμὸν ἢ ἀπὸ ἆσθμα, ὅπως ἐγώ; Περίεργος ἀντίληψις! Κα-
3659ταβάλλεται κάθε προσπάθεια διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἔγι-
3660νε κίνημα. Νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἑτοιμάζονται ἄλλα κινήματα,
3661καὶ ἀναφέρουν τὸ τί ἐλέχθη εἰς προεκλογικὸν λόγον. Πι-
3662θανὸν νὰ ἐλέχθη τοιοῦτό τι, ἀλλ’ αὐτὸ εἶνε καὶ προεκλο-
3663γικὸν κόλπο. (Γέλωτες).
3664Ἀλλὰ καὶ ἄλλο πρᾶγμα λέγουν: Ὅτι τὸ κίνημα εἶναι
3665δεδικαιολογημένον ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἔγινεν ἡ ἀπόπει-
3666ρα τῆς 6ης Ἰουνίου! Εἶπον πολλὰ καὶ πολλά. Ἀλλὰ τὸ
3667τελευταῖον εἶναι πολὺ περίεργος λογική. Διατὶ τάχα ἡ 6η
3668Μαρτίου νὰ μὴ δικαιολογῇ τὴν 6ην Ἰουνίου; Πρωθύστερον
3669σχῆμα αὐτὸ καὶ πολὺ περίεργος λογική, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
3670δὲν ἐννοῶ.
3671Ἀλλὰ καὶ ἄλλο πρᾶγμα ἠκούσθη. Ὅτι οἱ κινηματίαι
3672ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὄγι ἐναντί-
3673ον τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν! Ἄρα, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν
3674πρέπει νὰ τοὺς καταδιώξῃ. Ἔθραυσε τὸ πόδι του ὁ συν-
3675άδελφος κ. Στράτος, συνελήφθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, συν-
3676ελήφθη ὁ κ. Ράλλης καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν πρέπει νὰ
3677τοὺς καταδιώξῃ! Ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ αὐτὴ ἡ χρι-
3678στιανικὴ ἐπιείκεια; Ἐὰν τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια δὲν ἐ-
3679ξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ
3680τιμωρήσῃ τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια. Ἡμεῖς κυτάζομεν νὰ
3681ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν στρατόν, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπῆ-
3682ραν τὰ ὅπλα καὶ ἐκτύπησαν τοὺς ἄλλους, καὶ δὲν μᾶς ἀφή-
3683νετε νὰ ἀπομακρύνωμεν καὶ αὐτοὺς ὅλους; Ἄλλωστε, τέλος
3684πάντων, εἶναι ζήτημα συνειδήσεως. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω
3685καὶ τὸ ἑξῆς. Ἔρχονται καὶ μὲ παρακαλοῦν ἀξιωματικοὶ νὰ
3686μὴ συμπεριληφθῶ καὶ ἐγώ, νὰ μὴ συμπεριληφθῶ καὶ ἐγώ,
3687καὶ οὕτω αἰσθάνομαι πραγματικὴν θλίψιν ψυχικήν, διότι,
3688διὰ νὰ σᾶς εἴπω καὶ «τοῦ φτωχοῦ τὸ δίκηο», αὐτοὶ λέγουν:
3689ἄν ὑπάγω ἐναντίον, θὰ μὲ διώξουν· ἄν δὲν ὑπάγω πάλιν θὰ
3690διωχθῶ.
3691Εὑρίσκονται εἰς μίαν δυσχέρειαν, καὶ ὅταν εἶνε οἰκογε-
3692νειάρχαι, τί θὰ κάμουν; Εἶναι, δηλαδή, τὸ ἔνστικτον τῆς
3693αὐτοσυντηρήσεως. Δι’ αὐτὸ ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ
3694συμφωνήσῃ, νὰ δημιουργηθῇ μία τάξις εἰς τὸν στρατόν, διὰ
3695νὰ ἠμπορέσῃ ὁ κόσμος νὰ ἀτενίσῃ εἰς τὸ μέλλον. Διότι εἶ-
3696ναι τρομερὸν πρᾶγμα, κάθε φοράν, ποὺ ἀλλάζει ἡ πολιτι-
3697κὴ κατάστασις, νὰ τίθεται ἐν ἀβεβαιότητι διὰ τὴν αὔριον
3698ποῖος; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπολέμησε 10 χρόνια διὰ τὴν πα-
3699τρίδα, ποὺ ἔχει πληγάς. Γνωρίζω ὅλα αὐτά, δηλαδὴ καὶ
3700δὲν ἠμπορῶ νὰ κρίνω αὐστηρῶς τὴν ἐπιείκειαν τῶν ἀνα-
3701κριτικῶν Συμβουλίων. Ἄλλωστε τὰ ἀνακριτικὰ Συμβού-
3702λια δὲν κατενόησαν, μερικὰ δηλαδὴ ἀπὸ τὰ μέλη ὄχι ὅλα,
3703δὲν κατενόησαν τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος, δὲν ἐσκέ-
3704φθησαν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἢ νὰ τοὺς ἀπομακρύ-
3705νω ἀπὸ τὸν στρατὸν κατὰ τὸν ἀνωδυνότερον τρόπον, ἀλλὰ
3706νὰ τοὺς ἀπομακρύνω πάντοτε, ἢ νὰ τοὺς στείλω εἰς τὸν
3707στρατῶνα, ὅπου οἱ κατώτεροι θὰ τοὺς ἐσφύριζον.
3708§227ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὰ 1927, ἡ Οἰκουμενι-
3709κὴ Κυβέρνησις ἐπανέφερε κινηματίας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑ-
3710πῆρξε κίνδυνος στάσεως. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐπεβλή-
3711θη, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανῆλθον καὶ οὐδεμία στάσις ἐγένετο.
3712§228Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σύμ-
3713φωνος εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἀφοῦ καθήσουν καὶ αὐτοὶ τέσσαρα ἕ-
3714ως πέντε χρόνια, νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν μετά. Θὰ ἔχουν
3715κοπάσει ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πάθη (χειροκροτήματα). Ἠθέλη-
3716σα νὰ εἴπω καὶ ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν σημασίαν τοῦ κινήματος,
3717διότι εἶναι ἀνάγκη ἱστορικῶς νὰ ξεκαθαρίζωνται αὐτὰ τὰ
3718ζητήματα. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Πλαστήρας — διότι τὸν γνω-
3719ρίζω ὡς τιμιώτατον—δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Πλαστήρας ἐφοβή-
3720θη διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔκαμε τὸ κίνημα. Τὸν θεωρῶ
3721ἀνώτερον αὐτοῦ τὸν Πλαστήραν. Ὁ Πλαστήρας εἶχε τὴν
3722ἔμμονον ἰδέαν —εἴτε ὁ Πλαστήρας τὴν μετέδωκεν εἰς τὸν
3723Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, εἴτε αὐτὸς εἰς τὸν Πλαστή-
3724ραν—εἶχε τὴν ἔμμονον ἰδέαν ὅτι, ὅταν ἔλθῃ τὸ Λαϊκὸν κόμ-
3725μα εἰς τὰ πράγματα, θὰ θύσῃ καὶ θὰ ἀπολέσῃ, καὶ δι’ αὐ-
3726τὸν τὸν λόγον ὁ Πλαστήρας ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 25ης
3727Σεπτεμβρίου καὶ κατόπιν, εἰς τὰς ἄλλας ἐκλογάς, διεκή-
3728ρυσσεν ὅτι θὰ διαλύσῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Πῶς εἶναι δυ-
3729νατὸν ὅμως νὰ διαλυθῇ ἕν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται
3730ἀπὸ τὴν ἡμίσειαν τουλάχιστον Ἑλλάδα; Τί εἶναι τὸ Λαϊ-
3731κὸν κόμμα; Εἶναι καμμία ὁμὰς πολιτῶν, νὰ βάλῃ τὴν πε-
3732ρίπολον νὰ τὴν διαλύσῃ. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ὁ Πλα-
3733στήρας, ὁ ὁποῖος εἶχε παληκαριά, δὲν εἶχε κρίσιν, τοῦ
3734κατέστη ἔμμονος ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶναι
3735ὁ κακὸς δαίμων. Νὰ τὸ διαλύσωμεν λοιπὸν τὸ Λαϊκὸν κόμ-
3736μα. Ὅταν λοιπὸν εὑρέθη ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ γεγονότος ὅ-
3737τι πλειονοψηφεῖ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, εἶπεν εἰς τὸν κ. Βενι-
3738ζέλον: «θὰ ὑπάγω νὰ ὁπλίσω τοὺς πρόσφυγας», καὶ ἔκαμεν
3739ὅ,τι ἔκαμε. Δὲν εἶναι ὅτι ἐφοβεῖτο ὁ ἄνθρωπος μήπως τὸν
3740σκοτώσῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἔκαμε τὸ κίνημα. Εἶναι ἀ-
3741νώτερος τοιούτου φόβου ὁ Πλαστήρας. Ἀλλὰ τοῦ εἶχε κα-
3742ταστῆ μία ψύχωσις, ὅτι πρέπει νὰ διαλύσῃ τὸ Λαϊκὸν
3743Κόμμα, τὸ ὁποῖον, ἂν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, θὰ κατα-
3744στρέψῃ τοὺς πρόσφυγας, θὰ φέρῃ τὸν Βασιλέα κλπ. Τε-
3745λευτῶν, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις δι’ αὐτὰ
3746ποὺ ἤκουσα. «Ἀνοίγετε τὰς θύρας τοῦ κομματισμοῦ εἰς τὸν
3747στρατόν». Εἶναι ἑρμητικῶς κεκλεισμέναι τώρα;
3748Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομ)διον αὐτό, εἶνε τὸ μόνον κατὰ
3749τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον, στη-
3750ριζόμενον ἐπὶ βάσεως ἠθικωτάτης, ἀποβλέπει εἰς τὴν δια-
3751σφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ τὰ ἐπανειλημμένα
3752κινήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν κατήντησαν καὶ
3753ὀλίγον κωμικά. Εἶναι τὸ πρῶτον οὐσιαστικὸν μέτρον ὑπέρ
3754τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀνυψώσεως αὐ-
3755τοῦ καὶ πάλιν εἰς τὸ ἠθικὸν καὶ πνευματικὸν ἐπίπεδον, εἰς
3756τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εὑρίσκεται. Μὴ ἀκούετε τὰς ἐπικλή-
3757σεις τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ εἴπω καὶ ἐ-
3758γὼ κλείσατε τὰ ὦτα: Μὴ ἀνοίγετε αὐτὰ εἰς τὰς φωνὰς τοῦ
3759κομματισμοῦ. Ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον, ἔχετε ἐμπιστοσύνην
3760εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἶσθε ἥσυχοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
3761αὐτὸ θὰ ἀποφέρῃ τοὺς καρπούς του. (χειροκροτήματα παρα-
3762τεταμένα.)
3763§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
3764Ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἀπορριφθέντος
3765σχεδίου νόμου:
3766«Περὶ αὐτεπαγγέλτου ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν με-
3767τασχόντων τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου 1933».
3768Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Μάλ-
3769λωσης, Λούλης, Στράτος καὶ Παπασταύρου.
3770Μεθ’ ὅ, τοῦ γραμματέως ἀναγιγνώσκοντος τὸ ὄνομα ἑκά-
3771στου βουλευτοῦ, διεξάγεται φανερὰ δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
3772σεως ψηφοφορία, τοῦ ἐρωτήματος τεθέντος οὕτω. Οἱ παρα-
3773δεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον, ὡς τοῦτο ἀρχικῶς ἐψηφίσθη ὑπὸ
3774τῆς Βουλῆς, λέγουσι ναί, καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγου-
3775σιν ὄχι.
3776Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλο-
3777γῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ὅτι προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέ-
3778λεσμα.
3779Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 162, εἶπον ναὶ 133, ὄχι 29. Ἑπομέ-
3780νως τὸ νομοσχέδιον, συγκεντρῶσαν τὴν ἀπόλυτον πλειονο-
3781ψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον
378230, παράγραφος 4 τοῦ Συντάγματος, γίνεται δεκτόν, κατὰ
3783τὸ κάτωθι παρατιθέμενον πρωτόκολλον, ἔχον οὕτω:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3784Σλῆμαν Ἀγαμ. Ν
3785Ράλλης Ι. Ν
3786Εὐλάμπιος Μιχ. Ν
3787Τσουκαλᾶς Κων. Ν
3788Στράτος Γεώργιος Ν
3789Ράλλης Γεώργιος Ν
3790Μπαμπᾶκος Δημήτριος Ν
3791Χέλμης Δημήτριος Ν
3792Μπακόπουλος Γεώργιος Ν
3793Τσαλδάρης Κωνσταντῖνος Ν
3794Ἀθηνογένης Ἀντώνιος Ν
3795Βερροιόπουλος Κωνσταντῖνος Ν
3796Κρανιωτάκης Νικόλαος Ν
3797Λιβιερᾶτος Ἀντώνιος Ν
3798Μανωλᾶτος Ε. Ν
3799Τσόχας Γεώργιος Ν
3800Εὐστρατιάδης Γρηγόριος Ν
3801Κριεζῆς Λάζαρος Ν
3802Κανελλόπουλος Κανέλλος Ν
3803Λόντος Δημήτριος Ν
3804Ψάρρας Κωνσταντῖνος Ν
3805Δεληγιάννης Βασίλειος
3806Γκόφας Θεόδωρος Ν
3807Πέππας Δημήτριος Ν
3808Δροσόπουλος Ἀθανάσιος
3809Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Ν
3810Παραβάντης Γεώργιος Ν
3811Οἰκονομίδης Κωνσταντῖνος Ν
3812Πεσματζόγλου Γεώργιος Ν
3813Μαντᾶς Μιλτιάδης Ν
3814Στράτος Ἀνδρέας Ν
3815Παπαδάκης Ι.
3816Γρηγοριάδης Α.
3817Ἀγγελῆς Β.
3818Ζουρμπᾶς Α.
3819Ἀποστολίδης Βασίλειος Ν
3820Φιλιππίδης Γ. Ν
3821Σταμούλης Π. Ν
3822Ἀντωνόπουλος Νικόλαος Ν
3823Μαυρομμάτης Ξενοφών Ν
3824Ἀποσκίτης Ἠλίας Ν
3825Γιαννόπουλος Δημήτριος Ν
3826Μπιτόπουλος Κωνσταντῖνος Ν
3827Ποντίκας Γεώργιος Ν
3828Πετροπουλάκης Δημήτριος
3829Παναγιούλας Χρῆστος Ν
3830Ζερβὸς Γ.
3831Λαμπριανίδης Λ.
3832Κύρκος Μιχαὴλ Ν
3833Θεοδωρίδης Λ.
3834Βοραζάνης Γεώργιος
3835Χλωρὸς Γεώργιος Ν
3836Εὐελπίδης Χρῆστος
3837Χρυσοστόμου Γρηγόριος Ο
3838Πανταζίδης Χριστόφορος
3839Χατζηλίας Βασίλειος Ο
3840Τηλικίδης Γρηγόριος
3841Καλλιγκάτσης Παρίσσης
3842Γεωργιάδης Τ. Ν
3843Σκανδαλάκης Ἰωάννης Ν
3844Καφαντάρης Γεώργιος Ο
3845Μπουρδάρας Γεώργιος Ο
3846Μάλλωσης Ἰωάννης Ν
3847Βοῦλτσος Διονύσιος Ν
3848Στεφανόπουλος Στέφανος Ν
3849Πολυζωγόπουλος Σ. Ν
3850Κρεστενίτης Γεώργιος Ν
3851Μπούκουρας Δημήτριος Ν
3852Σιγαλὸς Νικόλαος Ν
3853Μαρῆς Γεώργιος
3854Σακλαμπάνης Μιχαὴλ
3855Περδικογιάννης Ἰωάννης
3856Γαλανάκης Ἀντώνιος
3857Ἀγγελιδάκης Γεώργιος
3858Κωνσταντινίδης Ἀδὰμ
3859Σαμαρᾶς Μιχαὴλ
3860Γαβριηλίδης Κωνσταντῖνος
3861Ζάννας Ἀλέξανδρος
3862Εὐθυμιάδης Δημήτριος
3863Μιχαὴλ Ἰωάννης Ο
3864Σταθάκης Ἰωάννης
3865Δημιάδης Δημήτριος
3866Τσακμάνης Σεραφείμ
3867Σωτηριάδης Ε.
3868Ἀνδρεάδης Νικόλαος
3869Λεβαντῆς Παναγιώτης
3870Ἀποστόλου Ι. Ν
3871Παπαδόπουλος Ε.
3872Μπιράκης Α.
3873Ἀθηνοδώρου Δ.
3874Μουζενίδης Κ.
3875Τζοβαρόπουλος Γκαῖτε
3876Τσιάρας Ἀναστάσιος
3877Τζιρίδης Γεώργιος Ν
3878Ραλλίδης Α. Ο
3879Βουρδουμπᾶς Ε. Ν
3880Μπασιᾶκος Α. Ν
3881Ἀσιμῆς Δημήτριος Ν
3882Χαφοὺζ Γκαλήπ
3883Χασὰν Ζαδὲ
3884Ἀβδουραχὶμ Χασὰν
3885Δεμὶρ Ζαδὲ
3886Παΐζης Α. Ν
3887Μπαλᾶνος Σ. Ν
3888Μυλωνᾶς Ἀλέξανδρος Ο
3889Μπότσαρης Δημήτριος Ο
3890Μελᾶς Ἀλέξανδρος Ο
3891Λούλης Ἀλέξανδρος Ο
3892Καγιᾶς Γεώργιος Ο
3893Σῖμος Σῖμος
3894Παπασταῦρος Χρῆστος Ο
3895Θεολογίτης Αὔγουστος
3896Νικολαΐδης Σ.
3897Παπαδᾶτος Ἀχιλλεύς
3898Τσογκαρίδης Ι.
3899Ντῖνος Κωνσταντῖνος Ο
3900Κάρτσωνας Νικόλαος Ν
3901Μαυρομιχάλης Ἠλίας Ν
3902Ζαΐμης Φωκίων
3903Λιαπίδης Δ. Ν
3904Χατζηκωνσταντῆς Γεώργιος Ν
3905Βογιατζῆς Νικόλαος Ν
3906Ἀναγνωστόπουλος Δημοσθένης Ν
3907Κουκουρῖκος Κωνσταντῖνος Ν
3908Ψάρρας Α. Ν
3909Ταλλιαδοῦρος Σπυρίδων Ν
3910Τσόντος Βάρδας Γεώργιος Ν
3911Νταλίπης Α. Ν
3912Μαζαράκης Ο
3913Θεοτόκης Ἰωάννης Ν
3914Μοναστηριώτης Ἰωάννης Ν
3915Δεσύλλας Θεόδωρος Ν
3916Παϊπέτης Σ.
3917Βαρβούτης Γεώργιος
3918Προκοπίδης Κ.
3919Παπαδόπουλος Ἠλίας
3920Κουπαροῦσος Νικόλαος Ν
3921Τσαλδάρης Παναγῆς Ν
3922Παπακωνσταντίνου Ε. Ν
3923Ζιούβας Δημήτριος Ν
3924Μεταξᾶς Ἰωάννης Ν
3925Τσιτσίλιας Παναγιώτης
3926Βοζίκης Χαράλαμπος Ν
3927Τσιριγώτης Λ. Ν
3928Βαρβιτσιώτης Γ. Ν
3929Νικολαΐδης Αδ. Ν
3930Χατζηγιάννης Δ. Ν
3931Κούνδουρος Ἰωσήφ
3932Κοθρῆς Μιχαὴλ
3933Κορόζος Κωνσταντῖνος Ν
3934Εὐταξίας Λ. Ν
3935Καλκάνης Κ. Ν
3936Παπανδρέου Γεώργιος Ο
3937Παπαγεωργίου Α.
3938Μαλιάκας Λαίλιος
3939Νιάνιας Ν.
3940Βαφέας Χ.
3941Κονταξῆς Γεώργιος
3942Τσακόπουλος Σ. Ν
3943Τουρκοβασίλης Γεώργιος Ν
3944Ἀνδριόπουλος Ἰωάννης Ν
3945Σχοινᾶς Σπυρίδων Ν
3946Νικολαΐδης Π. Ν
3947Κριμπᾶς Γεώργιος Ν
3948Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος Ἀλέξανδρος
3949Τρικούπης Σπῦρος Ν
3950Κόμης Α. Ν
3951Πρωτοπαπαδάκης Α. Ν
3952Καλαντζόπουλος Γ. Ν
3953Μουντζουρίδης Ἰωάννης Ν
3954Μοσχούλας Φ. Ν
3955Τσιρώνης Λ. Ν
3956Μαυρομιχάλης Πέτρος
3957Λιναρδᾶτος Θεόδωρος Ν
3958Κάγκας Π. Ν
3959Τζίδας Ἀνδρέας Ν
3960Ἀντωνόπουλος Ἀθ. Ν
3961Στεφανόπουλος Δημήτριος Ν
3962Σαγιᾶς Βασίλειος Ν
3963Γαλανόπουλος Ι. Ν
3964Ἀργυρόπουλος Γ. Ν
3965Σβολόπουλος Μ. Ο
3966Κοιμάνταρος Ν.
3967Βενιζέλος Ἐλευθέριος
3968Ντεντιδάκης Π. Ν
3969Σακαλῆς Γεώργιος
3970Ἠσαΐας Γεώργιος Ο
3971Χατζημπεῆς Σ. Ο
3972Ἀβραὰμ Νικόλαος Ο
3973Σαββίδης Σάββας Ο
3974Μαρσέλλος Δημήτριος
3975Χαβίνης Θεόδωρος Ο
3976Γαρουφαλιᾶς Π. Ο
3977Τσιόκος Λ. Ν
3978Ράλλης Περικλῆς Ν
3979Γοβατζιδάκης Ἰωάννης Ο
3980Τσουδερὸς Γ.
3981Ἀσκούτσης Νικόλ.
3982Πιαλόγλου Ἀριστ.
3983Ἑξηντάρης Γεώργιος Ο
3984Παπαναστασίου Ἀλέξανδρος Ο
3985Ἀλεξάτης Βρασίδας Ν
3986Χατζηδάκης Ε. Ν
3987Βλιάμος Ν. Ν
3988Κώνστας Ε. Ν
3989Φλωριᾶς Δημοσθένης
3990Κωνσταντόπουλος Ν.
3991Μανούσης Νικόλαος Ο
3992Μουρατίδης Κ.
3993Πάλλης Ἀλέξανδρος Ο
3994Ζαρωτιάδης Γ.
3995Σοφιανόπουλος Ἰωάννης
3996Αἰγιαλίδης Κλ. Ν
3997Μπούμπουλης Περικλῆς Ν
3998Μπούμπουλης Νικόλαος Ν
3999Ράλλης Πέτρος Ν
4000Λαγουρός Ἀλέξανδρος Ν
4001Ντολιόπουλος Δ. Ν
4002Σπέντζας Ν. Ν
4003Κονδύλης Γεώργιος Ν
4004Ταριμπάζης Γ.
4005Λίτσος Ἰωάννης Ν
4006Παπαθανάσης Ἀθανάσιος Ν
4007Νικολίτσας Ἰωάννης Ν
4008Παπαδόπουλος Ι. Ν
4009Ροδόπουλος Κ. Ν
4010Πρωτοπαπᾶς Π.
4011Κουλούρας Γκίκας
4012Κιζάνης Θεόδωρος Ο
4013Ριζιώτης Α.
4014Μακρόπουλος Ἰωάννης Ν
4015Χατζῖσκος Δημήτριος Ν
4016Γραμματίκας Ἀθανάσιος Ν
4017Δραγούμης Φίλιππος Ν
4018Μπινόπουλος Σ. Ν
4019Κακαρᾶς Α. Ν
4020Ρεντίφης Κ. Ν
4021Βασιλικὸς Β. Ν
4022Τανούλας Α. Ν
4023Τριποδάκης Ἐμμανουὴλ
4024Πιστολάκης Σ.
4025Βολουδάκης Μ. Ο
4026Φραντζεσκάκης Σ. Ο
4027Ροζάκης Π. Ο
4028Παχνός Ἀλέξανδρος
4029Πανταζίδης Ὅμηρος
4030Χατζηκυριάκος Ἀλέξανδρος Ν
4031Παππᾶς Δημήτριος Ν
4032§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ
4033νὰ ἐπικυρώσω τὰ πρακτικά.
4034§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
4035§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἐπαναληφθοῦν,
4036τὴν μεταπροσεχῆ Τετάρτην 10ην Ἰανουαρίου, ἐκτὸς ἐὰν
4037παραστῇ ἀνάγκη νὰ καλέσω τὴν Βουλὴν ἐνωρίτερον. Τὸ
4038Προεδρεῖον εὔχεται εἰς τούς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων
4039καὶ τούς κ. κ. Βουλευτὰς, ἔτη πολλὰ καὶ εὐτυχῆ.
4040§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ δοθῇ μικρὸν βοήθημα εἰς
4041τὴν φρουρὰν τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῶν ἑορτῶν.
4042§234ΦΩΝΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
4043§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν παροχὴν τοῦ βοη-
4044θήματος.
4045§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην Ἰα-
4046νουαρίου 1934.
4047(Ὥρα 7 καὶ 30 μ.μ.)