1933.11.22
661 στίχοι · 5.272 λέξεις · 22 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66η
ΤΕΤΑΡΤΗΣ 22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων τῶν συνοικισμῶν Καισαριανῆς, Ἀναλήψεως Παγκρατίου καὶ Ἁγίου Ἰωάννου, εὐχαριστούντων τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 4779. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΖΙΒΑΣ καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Προέδρου τοῦ συνδέσμου αὐτοκινητιστῶν Παρνασσίδος, ζητοῦντος τὴν κατάργησιν τοῦ Σταθμοῦ Ἀμφίσσης καὶ διατίμησιν τοῦ ἀγωγίου διὰ τὰς διαδρομὰς Ἀμφίσσης, Χρυσοῦ, Δελφῶν κλπ. — Ὁ Πρόεδρος τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ διαμαρτύρεται διὰ τὴν μεροληπτικὴν κατάταξιν ἐπαγγελματιῶν εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς προσωρινῆς κατατάξεως ἐπιτηδεύματος καὶ τὴν ἄμεσον μετάθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἀναπήρων Ἀξιωματικῶν τοῦ νόμου 2588 ζητεῖ τὴν βελτίωσιν τῶν συντάξεών του. — Οἱ Ἁγ. Ντούρμας καὶ Ἀθαν. Σίδερης ἀνάπηροι πολέμου κάτοικοι τοῦ Δήμου Δυρφίου Εὐβοίας ζητοῦν τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως συμφώνως τῷ νόμῳ 5833. — Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἁγιάσσου Λέσβου παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ διοίκησις τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς καὶ μὴ στερῇ τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς δύο ὑποτρόφων εἰς βάρος τοῦ κληροδοτήματος Ἀρχιμανδρίτου Γρηγ. Καλαγάνη. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ ὑποβάλλει ὑπόμνημα τῶν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν τοῦ κινήματος Γαργαλίδου– Λεοναρδοπούλου περὶ ἐπαναφορᾶς των εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Πανελληνίου Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου, διαμαρτυρομένου διὰ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀδοντοϊατρῶν». —Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 22 Ἰουλίου 1933 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν κειμένων νόμων περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν σεισμοπαθῶν τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου». 2) «Περὶ κατεχυρώσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν ἐφημεριδοπωλῶν» καὶ 4) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων 4580, 4965 καὶ 563α «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἀνωνύμου Βιομηχανικῆς Ἑταιρείας Κ. Α. Ἀλεξόπουλος καὶ Σία». Ἡ ἐπὶ τῶν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου 4971 «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων». Ἡ ἐπὶ τῶν ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΟΙΝ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5833 «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». 2) «Περὶ τρόπου ἐξοφλήσεως ὀφειλῆς Δήμου Ἀθηναίων πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ ρυμοτομίας οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου, κειμένου ἐν Ἀθήναις καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μητροπόλεως». 3) «Περὶ καθορισμοῦ τρόπου καταβολῆς ἀποζημιώσεως εἰς ἀναγκαστικὸν δασικὸν συνεταιρισμὸν Πισοδερίου» καὶ 4) «Περὶ ἀτελείας εἰσαγωγῆς οἰκοδομησίμων ὑλῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἰδέας ἀνεγέρσεως ἱδρυμάτων δημοσίας περιθάλψεως». —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5636 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν κειμένων διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ συστάσεως συλλόγου ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων» καὶ 2) «Περὶ ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ, Γ. ΠΑΡΑΒΑΝ-ΤΗΣ, Δ. ΧΕΛΜΗΣ, Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου 4748». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ, Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ, Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου: «Περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον 4927 τοῦ 1931 «περὶ διατάξεών τινων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος «Ποινικοῦ καὶ Πειθαρχικοῦ Κώδικος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ», καὶ 2) «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας τοῦ νόμου 4477». Ἐπίσης, ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ κάτωθι ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: Ἀριθ. 241 Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Νοεμβρίου 1933 Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, διὰ Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν, εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργοῦ κ. Θ. Τουρκοβασίλη καὶ νὰ διορίσῃ προσωρινῶς Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων τὸν ἐπὶ τῆς Κρατ. Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως Ὑπουργὸν κ. Ι. Μακρόπουλον. Δεχθῆτε, ἀξιότιμε Κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ
§3Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεταξᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§5Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κ. Βουλευταί, νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεχώρησε τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὡς συνέπειαν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Βεβαίως, οἱ λόγοι αὐτοί. εἶναι περίπου γνωστοὶ ἐκ τῶν ἀναγραφέντων εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις ἀπαιτεῖ, ὅπως δοθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ πλήρεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐξηγήσεις. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι διεφωνήσαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας. Δὲν θέλομεν νὰ παραγνωρίσωμεν τὰς πραγματικὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἡμεῖς ἀντελήφθημεν τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς διαφοροτρόπως. Δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσον κεφαλαιώδους ζητήματος ὑπῆρξε διαφωνία ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν ἐπὶ πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλέχθη ὅτι, διὰ τῆς χορηγήσεως ἀμνηστείας, εἰς τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικὸν τίθεται τέρμα εἰς μίαν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε εἰς τὴν Χώραν, καὶ εἰς μίαν ὀξύτητα τῶν παθῶν, ἡ ὁποία ἔτεινε νὰ λάβῃ μεγαλειτέρας διαστάσεις. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι, διὰ τῆς παρασχεθείσης ἀμνηστείας, ἐτέθη πραγματικῶς τέρμα μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τοῦ ἀμνηστευθέντος πολιτικοῦ πρὸς δίκην, οὐχὶ ὅμως καὶ τέρμα εἰς τὴν πραγματικὴν καὶ βαθυτέραν ἀνωμαλίαν. Ἔχομεν δηλαδὴ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὕτη πηγάζει ἀπὸ τὴν ὅλην γνωστὴν νοοτροπίαν τῆς ὁποίας κορύφωμα ὑπῆρξεν ἡ πρᾶξις τῆς 6ης Μαρτίου. Ὁπωσδήποτε κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τῆς παραπομπῆς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω ταύτην δι’ ὀλίγων, οὐχὶ διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐνοχῆς τοῦ ἀμνηστευθέντος πολιτικοῦ, διότι ἡ ἀμνηστεία, νομίζω, θέτει ἠθικῶς τέρμα εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Ἐγράφη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας περὶ ἐμοῦ, ὅτι προέβην εἰς τὴν παραπομπὴν ἐν στιγμῇ κακῆς ὀργῆς, μὴ καλῶς σκεφθεὶς τὰ ἀποτελέσματα, προβὰς εἰς μίαν πρᾶξιν ματαίαν καὶ ἄσκοπον. Εἰς τὰ πρῶτα δὲν θὰ καταγίνω. Ἔχω τὸ κακὸν ἐλάττωμα νὰ μὴ ὀργίζωμαι ποτέ.
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτέρημα.
§7Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐλάττωμα, κ. Πρόεδρε, εἰς μερικὰς περιστάσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν προέβην εἰς ὅ,τι προέβην ἐν στιγμῇ ὀργῆς. Οὔτε νομίζω ὅτι σοβαρῶς δύναται νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου αὕτη ἦτο ἄσκοπος. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκα ἐγώ, δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἔχουν ἄλλοι, ἀλλ’ οὐχὶ ὅτι ἦτο ἄσκοπος. Τὸ δὲ μάταιον τῆς πράξεώς μας στηρίζουν ἐπὶ τοῦ λόγου ὅτι δὲν θὰ ἀπέβαινεν εἰς τίποτε, διότι τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατέληγε διὰ νὰ δικασθῇ ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικός, θὰ ἦτο ἡ Γερουσία, τῆς ὁποίας γνωρίζομεν, λέγουσιν, ἐκ τῶν προτέρων ποία θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασις. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ πλήρως. Καὶ πρῶτον μὲν πρέπει κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ ποία θὰ ἦτο ἡ διαδικασία τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ἴσως πολλοὶ νὰ μὴ ἔχουν ἀναγνώσει τὸν εἰδικὸν περὶ τούτου νόμον. Δὲν ἐπρόκειτο ἡ Βουλή, ἂν θὰ ἐδέχετο τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα εἰς τὰς 16 Μαΐου, νὰ παραπέμψῃ τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικὸν εἰς τὴν Γερουσίαν πρὸς δίκην. Ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο πρῶτα–πρῶτα νὰ συστήσῃ ἀνακριτ. ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἀνέκρινε καὶ θὰ ἐξωνύχιζε τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, διότι, βεβαίως ἡμεῖς ἐφέραμε τότε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς κατηγορίας ὅλας τὰς ἐνδείξεις καὶ τεκμήρια ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασιζόμεθα, διὰ νὰ προκαλέσωμεν τὴν δίκην, ἀλλ’ ἔλειπε καὶ πλῆθος ἄλλων στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ ἤρχοντο εἰς φῶς διὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὰ ὁποῖα πλήρως θὰ ἀπεδείκνυον τὴν πρᾶξιν. Καὶ θὰ τὴν ἀπεδείκνυον κατὰ τοιοῦτον ἀναμφισβήτητον τρόπον, ὥστε οὐδεὶς πλέον, οὐδὲ κἂν ἐκ τῶν πλέον πεπωρωμένων ὀπαδῶν τοῦ ἀμνηστευθέντος πολιτικοῦ, θὰ ἠδύνατο πλέον νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτόν. αὐτὸς δὲ οὗτος θὰ ἀπεστομοῦτο. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὅταν ἡ ἀνάκρισις θὰ ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀναμφισβήτητον ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς — καὶ εἴμεθα βέβαιοι πὼς θὰ τὴν ἔφερε — θὰ ἐπανήρχετο ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκδώσῃ τὸ παραπεμπτικόν της βούλευμα, δὲν θὰ ἔμενε πλέον οὐδεμία ἀμφιβολία εἰς οὐδένα Ἕλληνα περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου καὶ τότε, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, θὰ ἐπήγαινεν εἰς τὴν Γερουσίαν πρὸς δίκην. Ἡ δὲ Γερουσία πῶς θὰ ἐδίκαζε; Θὰ συνίστα τριακονταμελῆ ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην θὰ ἐλάμβανον μέρος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς ὡς κατήγοροι. Θὰ συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις ἐκεῖ ὁλόκληρος καὶ θὰ ἐξεδίδετο ἀπόφασις, ὄχι ὅπως ἐκδίδουν οἱ ἔνορκοι εἰς τὰ συνήθη κακουργήματα, δηλαδὴ ἄνευ αἰτιολογίας καὶ μὲ ἕν ναὶ ἢ μὲ ἕν ὄχι, ἀλλὰ κατὰ τὸν εἰδικὸν περὶ τούτου νόμον, «εἰδικῶς ἠτιολογημένην ἀπόφασιν». Μὴ φαντάζεσθε ὅτι εἶναι τόσον εὔκολον δι’ ἕν δικαστήριον, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ἀναμφισβητήτου τῆς ἐνοχῆς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεὶς τολμῶν νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἔνοχον καὶ ἐφόσον θὰ ἤρχετο πλέον εἰς φῶς πλήρης ἡ ἀλήθεια τῆς κατηγορίας, ὅτι τότε τὸ δικαστήριον θὰ ἐξέδιδεν ἀπόφασιν ἀθωωτικήν, ἡ ὁποία θὰ ἐθεωρεῖτο σκανδαλωδεστάτη. Ὅσοι τὸ νομίζουν πολύ, ἀπατῶνται ὡς πρὸς τὴν ψυχολογίαν τῶν δικαστηρίων, ἐν τοιαύταις στιγμαῖς. Εἶναι εὔκολον νὰ φαντασθῇ κανεὶς ποία θὰ ἦτο ἡ ψυχολογία τοῦ δικαστηρίου τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ εὑρίσκετο ἐπὶ ποδὸς ἐν πλήρει ἠθικῇ ἐξεγέρσει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἔφθανεν ἡ Γερουσία μέχρι τοιούτου σημείου, τότε τὸ εἰδικὸν αὐτὸ δικαστήριον δὲν θὰ καθίστα ἥρωα ἢ μάρτυρα, ὅπως ἐγράφη, τὸν κατηγορούμενον, θὰ κατεδίκαζεν αὐτὸ τοῦτο ἑαυτὸ καὶ κατὰ τρόπον ἀνεπανόρθωτον. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ἀκόμη, ὅτι ἐξεδίδετο μία τοιαύτη σκανδαλωδεστάτη ἀπόφασις, τὶ πρὸς τοῦτο; Μήπως πρόκειται κυρίως περὶ ποινῆς διὰ τοὺς πολιτικούς, μήπως ἡμῶν τῶν πολιτικῶν ἡ τύχη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ποινὴν τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς ἐπέβαλεν ἢ δὲν θὰ μᾶς ἐπέβαλεν ἕν δικαστήριον; Τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς τοὺς πολιτικούς, εἶναι τὸ κατὰ πόσον ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ τόπου μᾶς καταδικάζει ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς εἶναι ὅτι, ὅταν εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταδίκης ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε πλέον διὰ νὰ δικαιολογηθῶμεν. Ὁ πολιτικὸς τότε δεκαπέντε ἀθωώσεις καὶ ἂν ἔχει λάβει, εἶναι καταδικασμένος διὰ παντὸς πλέον. Ἀλλά, Κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ· εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1930, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ Μαρτίου τοῦ 1933, οἱ πολιτευόμενοι καὶ αἱ ἐφημερίδες τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, τὶ ἐλέγομεν πρὸς τὸν λαόν; Ἐλέγαμεν, ἁπλούστατα, ὅτι θὰ ἐτιμωρούσαμεν τὰς παρανομίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὅτι τοὺς παρανομήσαντας Ὑπουργοὺς θὰ τοὺς ἀπεστέλαμεν εἰς δίκην. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὑπεσχέθη εἰς τὸν λαόν, οὔτε πιστεύω ἀπὸ ὅλας τὰς ἀντιπολιτευομένας ἐφημερίδας νὰ ὑπάρχῃ μία ἡ ὁποία νὰ μὴ διεβεβαίωσε τὸν λαὸν περὶ τῆς τιμωρίας τῶν παρανομιῶν. Ἀλλὰ τότε εἰς ποῖον δικαστήριον ἐσκέφθημεν ὅλοι ὅτι θὰ τοὺς ἐστέλλομεν νὰ τοὺς δικάσῃ, εἰς ποῖον ἄλλο, παρὰ εἰς τὴν Γερουσίαν; Καὶ πῶς ἐσκέφθημεν τότε καὶ εὕρομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παραπέμψωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐφανταζόμεθα ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἀποδεικνυόμενοι, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Γερουσίαν, τῆς ὁποίας ἐγνωρίζομεν καλῶς τὰς σκέψεις καὶ τὰς διαθέσεις; Καὶ πῶς τώρα φανταζόμεθα ὅτι μία πολὺ βαρυτέρα πρᾶξις, τὴν ὁποίαν οὔτε κἂν ἐφανταζόμεθα τότε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι αὐτὴν δὲν θὰ ἠμποροῦμεν νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἡ γνώμη της γνωστή; Ἀλλ’ ἐὰν τότε εἴχομεν τοιαύτην πεποίθησιν παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον δικάζει τοὺς κυβερνῶντας πολιτικοὺς διὰ τὰς παρανομίας των, ἐὰν θέλωμεν νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι οἱαδήποτε παρανομία διαπραχθεῖσα ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς τῆς ἀντιθέτου μερίδος, θὰ ἀθωωθῇ σκανδαλωδῶς, τότε τὶ κάμνομεν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἐκτρόπου καταστάσεως; Εἴμεθα πλέον Κράτος δίκαιον; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι στηρικτή, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ, ἡ δικαιολογία ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, διότι εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ ἐξεδίδετο ἀπόφασις ἀθωωτική, ἡ ὁποία θὰ ἡρωοποίει τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικόν. Ἀλλὰ μᾶς γίνεται παρατήρησις, ὅτι τὶ θὰ γίνῃ διεξαγομένης μιᾶς τοιαύτης δίκης; Ποία θὰ εἶναι ἡ ἐξέγερσις τῶν παθῶν, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτυχθῇ διὰ τῆς τοιαύτης δίκης; Καὶ δὲν θὰ εἶναι κίνδυνος διὰ τὸν τόπον τοῦτον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ ποτὲ εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης ἡ τόσον ἀναγκαία διὰ τὴν εὐημερίαν ἡμῶν; Καὶ ἐρωτῶ· ἐπὶ τόσους μῆνας, ποὺ δικάζεται ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικός, διότι δικάζεται ὅλους αὐτοὺς τοὺς μῆνας, συνέβη τίποτε εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, τίποτε ἐπενεγκὸν τοιαύτην βλάβην εἰς τὴν Χώραν, οὕτως ὥστε νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον ἕνεκα τούτου. Ὅτι ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ ὁ νόμος; Ἀλλὰ λέγω ποία ἐλπὶς ὑπάρχει ὅτι διὰ τῆς ἀμνηστεύσεως ταύτης θὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐν στιγμῇ παραφορᾶς, ἐν στιγμῇ φόβων φανταστικῶν, ἐξώθει εἰς τοιοῦτον κίνημα, ὁ ὁποῖος ὅμως κατόπιν ἀνομολογῶν τὴν πρᾶξίν του ἐξέφραζε τὴν μετάνοιάν του, ἔλεγε πρὸς τὸν κόσμον ὅτι «τὸ ἔκαμα αὐτὸ εἰς στιγμὴν παραφορᾶς, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂς δικασθῶ καὶ ἂς μὲ τιμωρήσητε, ὁμολογοῦντα ὅτι τὸ ἔπραξα» παρεῖχε δὲ οὕτως εἰπεῖν τὴν ἐγγύησιν ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ τοιαύτη πρᾶξις, τότε βεβαίως θὰ ἔπρεπε κανεὶς νὰ σκεφθῇ τὴν ἀμνηστείαν ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Ἀλλὰ σοβαρῶς δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύτην ὑπόθεσιν διὰ τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικόν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τοιοῦτον πρᾶγμα σοβαρῶς; Δὲν θέλω νὰ φέρω ὡς ἀπόδειξιν τὸ διάγγελμά του, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη προχθὲς τὴν ἑσπέραν καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ τὸ ἐπερίμενα. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἐπερίμενα. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι δὲν τὸ ἐπερίμενα τόσον γρήγορα, ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἐξεδίδετο ἴσως μετὰ κάμποσες ἡμέρες, διὰ νὰ μᾶς μείνῃ, ἔστω καὶ ὀλιγοήμερος ἐντύπωσις ἡσυχίας. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἐξεδίδετο ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν χορήγησιν τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸ φέρω αὐτὸ ὡς ἀπόδειξιν. Θὰ φέρω ἄλλα γεγονότα ὡς ἀπόδειξιν. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω καθόλου εἰς τὸ κάπως ἀπώτερον παρελθόν, ὄχι διότι φοβοῦμαι μήπως φέρω πάλιν εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνανται νὰ λησμονηθοῦν ποτέ. Ὄχι. Ἀλλά, διότι δὲν θέλω νὰ ἀναξέσω πληγὰς τὰς ὁποίας ἔχετε ὅλοι σας. Ἔρχομαι μόνον εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, εἰς τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Καὶ ἐρωτῶ· εἰς τὸ 1928 εἶναι ἢ δὲν εἶναι γεγονὸς ὅτι διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀντισυνταγματικῶς καὶ ὅτι ἐξεδόθη μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς νόμος ὑπογεγραμμένος μόνον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβάλετο τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Χώρας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐξελέγη Βουλή, ἡ ὁποία βέβαια ἔδωκε τὴν παμψηφίαν εἰς τὸν κυβερνήτην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι γεγονός; Εἶναι γεγονὸς ἢ ὄχι, ὅτι εἰς τὰ 1932 ὁ αὐτὸς πολιτικὸς ἐδημιούργησε τὸν Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἄνοδον ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1933 ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μὴ τολμῶν νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐγνώριζεν ὅτι δὲν θὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀπέσπασεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας Διάταγμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως, τοῦ ἐπέβαλε κατηγορηματικῶς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ μετέβη εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ διέλυσε τὴν Βουλήν; Εἶνε ἢ δὲν εἶνε τοῦτο γεγονός; Ἢ ἀμφιβάλλει κανεὶς πλέον ὅτι εἶνε γεγονὸς καὶ αὐτὴ ἡ 6 Μαρτίου; Ποίας ἐγγυήσεις ἔχετε καὶ ποῖος εἶνε ἐδῶ μέσα, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ τοιοῦτόν τι ὅταν παρουσιασθῇ, ὅταν εὑρεθῇ ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο νέα εὐκαιρία; Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι μεθαύριον εἷς ἄλλος Πλαστήρας, ὠθούμενος, προβῇ εἰς νέον κίνημα — ἠμπορεῖ νὰ καταβληθῇ θὰ προβῇ ὅμως — τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ συνταράξῃ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ὁμαλότητα, θὰ ξαναδώσωμεν ἀμνηστείαν; Ἄν μεθαύριον φθάσῃ ἡ ὥρα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐκλεγῇ ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, διότι δύναται κάλλιστα, ἢ ἂν ὄχι αὐτός, εἷς ὑποκατάστατος αὐτοῦ...
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Γονατᾶς.
§9Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν γνωρίζω ὀνόματα. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι συμβῇ αὐτό, τί θὰ πράξωμεν; Θὰ τὸ δεχθῶμεν; Καὶ ἀφοῦ τὸ δεχθῶμεν αὐτό, ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐπαναλάβῃ τὸ διάβημα τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1933, καὶ παρακαλέσῃ — δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν λέξιν ἀποπέμψῃ διὰ νὰ εἶμαι ἐντὸς τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως — παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φύγῃ καὶ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς δώσῃ τὴν διάλυσιν καὶ μεταβῇ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ὅπως ἔγινε τὸν Ἰανουάριον εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ σᾶς διαλύσῃ, τί θὰ εἴπητε εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας; Βλέπετε, λοιπόν, Κύριοι, ὅτι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεκρούσαμεν τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, ἦσαν λόγοι πολὺ ἰσχυροί, λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀντηχοῦν εἰς αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι βαθειὰ μέσα εἰς τὴν ψυχήν σας, δὲν ἀμφιβάλλω, εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων σας, ἀκόμη καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία χορηγεῖ τὴν ἀμνηστείαν ταύτην. Ἄλλωστε κ. Βουλευταί, πλὴν αὐτῶν τῶν λόγων ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι εἰδικώτεροι δι’ ἐμέ, δηλ. καὶ διὰ τοὺς ὀλίγους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκολουθοῦν καὶ οἱ ὁποῖοι συνυπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον. Ἐξ ὀνόματος τῶν ἄλλων συνυπογραψάντων οὔτε ἁρμοδιότητα, οὔτε ἐντολὴν ἔχω νὰ ὁμιλήσω. Ἑπομένως, περιορίζομαι μόνον εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς ὀλίγους φίλους μου βουλευτάς, καὶ λέγω, ὅτι ἡμεῖς εἰδικῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντρέξωμεν εἰς τὴν χορήγησιν ἀμνηστείας εἰς τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικόν. Διατί; Ὅσον καὶ ἄν ἀντιτίθεται κανεὶς εἰς τὸν ἀντίπαλόν του, μόνον ἕν πρᾶγμα δὲν δικαιοῦται νὰ μὴ τοῦ δώσῃ, τὰ μέσα τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ὑπερασπίσεως. Ἡμεῖς κατηγορήσαμεν τὸν ἀμνηστευθέντα πολιτικόν, ὅτι ἐξετέλεσεν ἕν ἔγκλημα βαρύτατον εἰς βάρος τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου. Ἐὰν ἐχορηγοῦμεν εἰς αὐτὸν ἀμνηστείαν, εἰς αὐτὸν διατεινόμενον ὅτι δὲν τὸ ἐξετέλεσε, διατεινόμενον ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι συκοφαντίαι, καὶ ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐξετέλεσεν, ἀλλὰ ὅτι εἰργάσθη, ὅπως ἀποτρέψῃ τὸ κίνημα ἐκεῖνο, ἄν ἡμεῖς κατηγοροῦντες αὐτὸν βαρύτατα, τοῦ δίδομεν συγχρόνως ἀμνηστείαν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται αὐτὸς νὰ ἀπολογηθῇ καὶ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ ἀποδείξῃ ἡμᾶς ὡς συκοφαντοῦντας, τότε θὰ ἐπράττομεν πρᾶξιν ἡμεῖς οἱ κατηγοροῦντες, ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου βουλευταί, θὰ ἐπράττομεν πρᾶξιν ἀπρεπῆ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν βαρυτέραν. Καὶ ἄς μὴ μοῦ εἴπῃ κανεὶς ὅτι αὐτὸ ἐζήτει καὶ ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικός. Διότι τὸ ἐζήτει, ἀλλὰ μὲ λόγια. Καὶ θὰ σᾶς φέρω δύο ἀποδείξεις διὰ νὰ γνωρίσητε τὴν διαφορὰν τῆς νοοτροπίας ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ ἐκείνου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡμεῖς κατηγορήθημεν ἀπὸ αὐτόν, ὡς ἔχοντες ποινικὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόπειραν. Δὲν ἔδωκε βεβαίως ἀπολύτως οὐδὲν στοιχεῖον τῆς κατηγορίας του καὶ κατὰ παράδοξον τρόπον οὐδ’ ἡ ἀνάκρισις τοῦ ἐζήτησεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε ὑπεβάλαμεν μήνυσιν κατ’ αὐτοῦ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἡ μήνυσις δὲ αὕτη ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τοῦ ὑφ’ ἡμῶν μηνυθέντος πολιτικοῦ. Δὲν ἔφθασεν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐνώπιον ὑμῶν, ἔφθασεν ὅμως ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ βουλευτὰς καὶ τῶν δύο μερίδων. Δὲν ἦτο κανεὶς ἰδικός μου φίλος, καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὴν ἄρσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀσυλίας παμψηφεί. Δὲν ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, ὅσοι εἶσθε μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τότε, ποία σκέψις σᾶς ὡδήγησεν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἀμνηστευθέντος πολιτικοῦ: Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς κατηγόρει ἡμᾶς διὰ τοιαύτην βαρεῖαν πρᾶξιν, πῶς δὲν ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς φίλους του, νὰ ἄρουν τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἢ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἔνοχοι ἢ αὐτὸς συκοφάντης; Βλέπετε ὁποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς νοοτροπίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἕν ἄλλο.
§10Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ὁ κ. Παπασταύρου, φιλελεύθερος βουλευτής, ἦτο εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Βενιζέλου.
§11Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ ἐπρότεινε νὰ μὴ γίνῃ δεκτή. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν.
§12Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ἦτο εἰσηγητὴς ὁ κ. Παπασταύρου.
§13Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς, εἴχομεν ὁρίσει εἰσηγητὴν ἀντιπολιτευόμενον.
§14Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Χαίρω πολὺ δι’ αὐτό, δὲν τὸ ἤξευρα. Ἀλλὰ σᾶς φέρω καὶ μίαν ἄλλην ἀπόδειξιν τῆς διαφορᾶς καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιλήψεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν εἶχον διαδοθῆ αἱ πρῶται φῆμαι περὶ ἀμνηστείας εἰς τὸ κοινὸν πρὸ μηνῶν, ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς ἀπέκρουσεν αὐτὴν δι’ ἀρθρογραφίας καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ τὸ ἐθεώρει ὡς τὴν μεγαλειτέραν ὕβριν καὶ προσβολὴν καὶ ἀνέφερε τότε τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἀνεφέραμεν ἀπόψε, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῦ δοθοῦν τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀθωότητός του. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο καθόλου βέβαιον ὅτι θὰ ἐχορηγεῖτο ἡ ἀμνηστεία, παρὰ σκέψεις ἐγένοντο. Ἀλλ’ ὅτε εἶχε καταστῇ πρόδηλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ μακροὺς δισταγμοὺς καὶ διαπραγματεύσεις εἶχεν ἀποφασίσει πλέον τὴν χορήγησιν τῆς ἀμνηστείας, δηλαδὴ πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν, ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς δὲν ἤνοιξε τὸ στόμα του νὰ ἐκφέρῃ λέξιν διαμαρτυρίας. Κατὰ περίεργον δὲ τρόπον, καὶ ὅσοι παρακολουθοῦν τὸν ἀντίπαλον τύπον τὸ γνωρίζουν, ὅτι ὁ ἀντίπαλος τύπος δὲν ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐδένα λόγον, οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν. Ἐφόσον δὲ ἐπροχώρουν αἱ ἡμέραι καὶ τὸ πρᾶγμα ὑφίστατο διακυμάνσεις, ἀπόλυτος ἦτο ἡ σιγὴ τοῦ ἀντιπάλου τύπου, οὔτε ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς διεμαρτύρετο. Καὶ ἐπέρασαν δεκαπέντε ἡμέραι, ἴσως–ἴσως θὰ ἐλογάριαζαν ὅτι θὰ ἐτελείωνε τὸ ζήτημα εἰς ὀλιγώτερον διάστημα παρ’ ὅ,τι διήρκεσεν ἕνεκα μερικῶν ἐνδοκυβερνητικῶν ἀντιρρήσεων, καὶ μόλις ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, μόλις ἐκυκλοφόρησε τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐβεβαιώθη πράγματι ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικός, τότε ἐπετέθη λαύρως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διακηρύσσων ὅτι τὸ χάσμα μεταξὺ τῶν δύο κόσμων θὰ γίνῃ βαθύτερον παρά ποτε. Ἐνῷ, ἐὰν τὸ ἔπραττεν αὐτὸ μερικὰς ἡμέρας πρίν, τίς οἶδε τὶ θὰ ἐγίνετο. Ἴσως–ἴσως θὰ ἐσταματοῦσε καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος. Βλέπετε λοιπὸν πόσον μάταιοι εἶναι οἱ ἰσχυρισμοὶ ὅτι ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς δὲν ἤθελε τὴν ἀμνηστείαν, διότι ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ ἡμᾶς ὡς συκοφάντας. Ἡμεῖς ὅμως εἴχομεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν εὐπρεπῶς καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν ὁμοίως, διότι εἴχομεν καὶ τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἤγετο εἰς τὸν φυσικὸν αὐτῆς δρόμον, ἐὰν ἡ Βουλὴ συνεζήτει καὶ παρέπεμπε καὶ ἐὰν ἡ Γερουσία ἐδίκαζε, δὲν θὰ ἔμενεν ἀμφιβολία εἰς οὐδένα ἀπολύτως περὶ τῆς ἐνοχῆς του. Καὶ δὲν λέγω οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον, διότι αὐτὸς δὲν εἶχε περὶ τούτου ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἀπεστομοῦτο, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν, πλέον νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος. Τώρα πλέον τὸ Διάταγμα αὐτὸ τῆς ἀμνηστείας εἶναι γεγονὸς καὶ ἴσως θὰ ἦτο καὶ περιττὸν πλέον νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ αὐτοῦ, διότι τὸ Διάταγμα αὐτὸ δὲν μεταβάλλεται πλέον. Ὀφείλονται ὅμως αἱ ἐξηγήσεις αὐταὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ, καὶ χάριν ὑμῶν τῶν ἰδίων, καὶ χάριν τῆς μερίδος ἡμῶν ἐν τῷ τόπῳ, μία φωνὴ διαμαρτυρίας. Εὐχόμεθα βεβαίως νὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ὁμαλότης εἰς τὴν Χώραν, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ εὐχή μου αὕτη δίδεται ἐντελῶς τυπικῶς, διότι εἶμαι βέβαιος περὶ τοῦ ἀντιθέτου. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, ἓν καὶ μόνον μέσον, εἷς καὶ μόνος τρόπος ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, ὅπως αὐτὴ ἡ Χώρα ἀποκτήσῃ ἀσφαλῆ γαλήνην καὶ διαρκῆ ὁμαλότητα, ἐὰν δηλ. ὁ νόμος, ἀμείλικτος καὶ αὐστηρός, γίνῃ μίαν φορὰν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν τόπον μας ἴσος πρὸς ὅλους, ἴσος καὶ πρὸς τὸν πτωχὸν καὶ πρὸς τὸν πλούσιον, ἴσος καὶ πρὸς τὸν μεγάλον καὶ πρὸς τὸν μικρόν, ἴσος καὶ πρὸς τὸν ἀσθενῆ καὶ πρὸς τὸν ἰσχυρόν. Καὶ μάλιστα, ὅταν ὀρθοῦται κανεὶς μὲ μεγάλο ἀνάστημα καὶ θέτει τὸν ἑαυτόν του ὑπεράνω τῶν ἄλλων καὶ διακηρύσσει ὅτι αὐτὸς ἀπαιτεῖ ἐξαιρέσεις ὑπὲρ ἑαυτοῦ, τότε ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ πρέπει νὰ πίπτῃ ἀκόμη βαρυτέρα ἡ χεὶρ τοῦ νόμου. Δὲν πρέπει νὰ φοβούμεθα τὰς περιπετείας, διότι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα περιπέτεια, οὔτε χειροτέρα περιπέτεια εἰς μίαν Χώραν, παρὰ ὅταν ὁ νόμος καταστῇ ἀνίσχυρος ἀπέναντι ἑνὸς θρασέος ἀτόμου. Τότε, ὅταν θέσωμεν τὸν νόμον εἰς τοιαύτην θέσιν, καὶ ὅταν δὲν διστάζομεν καὶ δὲν φοβούμεθα νὰ τὸν ἐφαρμόζωμεν, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι, κ. Βουλευταί, ὅτι θὰ ἔχωμεν γαλήνην καὶ ὁμαλότητα εἰς τὴν Χώραν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν ἴδῃ ποτέ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω πρὸ παντὸς νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεγάλην θλῖψιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ἡ Κυβέρνησις, διότι, συνεπείᾳ τῆς διαφωνίας, περὶ τῆς ὁποίας ἠκούσατε ὁμιλοῦντα τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἡ Κυβέρνησις ἐστερήθη διακεκριμένου αὐτῆς μέλους, τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις εἰργάσθη μετ’ ἀφοσιώσεως εἰς τὰ τῆς Παιδείας, καὶ συνετέλεσε κατὰ πολὺ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔτι δὲ μεγαλειτέραν λύπην αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις, διότι συνεπείᾳ τῆς ἀποχωρήσεως ταύτης, ἔπαυσεν ἡ συνεργασία ἐν τῇ Κυβερνήσει μετὰ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, μολονότι δύναμαι νὰ διαπιστώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔπαυσε καὶ ἡ καθόλου συνεργασία, ὡς αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἶχε τὴν καλωσύνην δι’ ἐπιστολῆς του νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι πάντοτε θὰ εἶναι ἐγγὺς καὶ θὰ συνεργάζεται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διαφωνία μας ὑπῆρξεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς ἀμνηστείας σχετικῶς πρὸς τὴν κατηγορίαν διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Μαρτίου, τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ πρότασιν εἰκοσάδος βουλευτῶν, ἀλλὰ κυρίως ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὁ ὁποῖος ἔμμονον εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπεν ἡ δίκη αὐτὴ νὰ διεξαχθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εἶναι τὸ τελευταῖον, ὅτι τότε μόνον θὰ ἀποκτήσωμεν γαλήνην εἰς τὸν τόπον, ὅταν ὁ νόμος ἐξίσου ἀπέναντι πάντων ἐφαρμόζεται ἄνευ διακρίσεώς τινος μεταξὺ ἰσχυροῦ καὶ ἀσθενοῦς, μεταξὺ προσώπων κατεχόντων θέσιν ἢ κοινῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀληθές, εἶναι ἀλήθεια τόσον μεγάλη, τόσον ἰσχυρά, τόσον ἀδιαφιλονίκητος, ὥστε οὐδὲν νὰ δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ κατ’ αὐτῆς. Καὶ ἐὰν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν προκειμένῳ ἐπρόκειτο, τότε βεβαίως θὰ ἀπετέλει τοῦτο κατηγορίαν σοβαρὰν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐδυσκολευόμην νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, εἰς τὴν Νομοθετικήν, τὴν Δικαστικὴν καὶ Ἐκτελεστικήν, καὶ ὅλα τὰ ἐγκλήματα τὰ παραπέμπει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλεῖ περὶ ἐξαιρέσεως τῶν ἐγκλημάτων τῶν πολιτικῶν. Διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν εἶπεν ὅτι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν εἶναι ἡ Δικαιοσύνη καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὡς ἐφαρμόζεται διὰ πᾶν ἄλλο ἀδίκημα. Καθιέρωσε δι’ αὐτά, καὶ δι’ αὐτὰ καὶ μόνον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας, τὴν ἀπονομὴν τῆς ὁποίας ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι «σὺ θὰ κρίνῃς ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἀδίκημα τοῦτο θὰ δικασθῇ παρὰ τῆς Δικαιοσύνης, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν, θὰ ἔχῃς σὺ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃς ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπιτρέπω νὰ διεξαχθῇ ἡ ἀνάκρισις, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὡς συμβαίνει διὰ τὰ ἄλλα ἀδικήματα. Σοῦ παρέχω τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ἀδίκημα νὰ τὸ θέσῃς ἐκποδών». Δὲν εἶναι τό ἴδιον, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, διότι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος ἀσκεῖται μόνον μετὰ τὴν ποινήν, ἀφοῦ τὰ δικαστήρια κρίνουν, ἀφοῦ ἀποφασίσουν ὅτι ὑπάρχει ἀδίκημα. Τότε μόνον δύναται ἐκ λόγων οἱωνδήποτε νὰ παράσχῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, τὴν χάριν μετὰ εἰσήγησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλά, διὰ τὴν ἀμνηστείαν λέγει ὅτι «ἔχεις σύ, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα, σὺ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφασίσῃς, ἐὰν θὰ ὑπάρχῃ ἢ οὒ τὸ ἀδίκημα καὶ ἡ διαδικασία περὶ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ, καὶ ἐὰν θὰ ἀχθῇ τοῦτο μέχρι τῶν δικαστηρίων». Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὅσα ἰσχυρίσθη ἐν τέλει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων περὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἐξίσου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ ἑτέρᾳ περιπτώσει θὰ ἀπετέλει ἀληθῆ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν προκειμένῳ. Ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως θὰ κριθῇ ἐκ τούτου καὶ μόνου, κατὰ πόσον αὕτη ὀφείλει νὰ ἀφήσῃ νὰ διεξαχθῇ μία τοιαύτη δίκη, οἷαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς, ἢ ὀρθῶς ἔπραξε νὰ ἄρῃ ταύτην ἐκ τοῦ μέσου καὶ περὶ τούτου βεβαίως θὰ κριθῇ ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως περὶ τοῦ ἐὰν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ μὴ ὁ νόμος. Διότι περὶ τούτου σήμερον πρόκειται, περὶ τοῦ ἐὰν καλῶς ἔπραξε, κάμνουσα χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῆς παρέχει αὐτὸ τὸ Πολίτευμα. Ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο, βεβαίως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ μίαν ἡμέραν ὡς κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κακῶς διαχειρισθείσης τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπως δύναται ἐπίσης νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καλῶς ἐχειρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν ὁμιλῶ πρὸς ἀντιπολίτευσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶ, ὡς εἶναι συντεθειμένη σήμερον ἡ Βουλή μας, πρὸς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ πρόσωπα ἀντίθετον ἔχοντα γνώμην, καὶ μεταξὺ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνεται καὶ αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ οἱ ὀπαδοί του, ὅπως μεταξὺ τῶν ἀντίθετον ἐχόντων γνώμην, ὑπάρχουσι καὶ φίλοι αὐτοῦ τούτου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τὰς σκέψεις μου διὰ τὴν παροχὴν τῆς ἀμνηστείας κατέστησα κατ’ ἐπανάληψιν γνωστὰς εἰς τοὺς φίλους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξε πλάνη ἡ ἀμνηστεία καὶ δὲν δικαιοῦμαι, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κατηγορηθέντος πολιτικοῦ, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ ἐξέτασις αὐτοῦ θὰ ἦτο ἀντίθετος καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀμνηστείας, καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον παρεσχέθη. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, εἰς ἕνα ἀπέβλεψε κύριον σκοπόν, ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν της. Ὁ σκοπὸς δὲ εἰς ὃν μόνον ἀπέβλεψεν, εἶναι ὅτι ὁ τόπος αὐτός, τοῦ ὁποίου ἐπὶ μακρὰ ἔτη διεταράχθη ἡ γαλήνη, ἐπὶ μακρὰ ἔτη διεταράχθη ἡ πολιτικὴ ζωή, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔπαθε μαχόμενος ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων, εἶχεν ἐξαντληθῆ, εἶχεν ἀνάγκην ἡσυχίας καὶ γαλήνης, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἑαυτὸν, συγκεντρώνων δὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἕκαστον τῶν κομμάτων τῆς Χώρας ἐν τῇ καθόλου κατευθύνσει ἐπεδίωκε, νὰ λύσῃ τὰ ζωτικώτατα καὶ μεγάλα διὰ τὴν Χώραν ζητήματα. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ταῦτα. Τὸ γνωρίζετε ὅλοι. Ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις τόσον ἀναγκαίαν τὴν ἀπόλυτον γαλήνην, ὥστε ἐσκέφθη ὅτι τίποτε δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ τὴν διαταράξῃ. Καὶ ἤδη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἀφότου εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχήν, ἡ γαλήνη τοῦ τόπου διαταράσσεται. Δὲν ἐσκέφθη ποτὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῆς ἀμνηστείας θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συστήματα τῶν ἀντιπάλων της, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι αὐτὴ εἶχε καθῆκον νὰ παράσχῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ὅλα τὰ δεδομένα, ὥστε ἡ κοινωνία νὰ πεισθῇ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τώρα οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν δὲν θέλουν νὰ ἐκτιμήσουν τὴν τοιαύτην πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ ἔφθασαν καὶ μέχρι τοῦ σημείου, ὕβρεις προσωπικὰς νὰ κατευθύνουν κατ’ ἐμοῦ, τοῦτο ποσῶς δὲν μ’ ἐνδιαφέρει. Δὲν εἶναι ὁ σκοπός μας νὰ προσελκύσωμεν τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀντιπάλων μας. Ὁ σκοπός μας εἶναι νὰ προσελκύσωμεν τὴν κοινὴν ἀναγνώρισιν περὶ τοῦ ἔργου μας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τοῦτο ἐθεώρει ἀναγκαῖον. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν κρίνονται διὰ δικῶν. Μία καταδίκη, ἢ μία ἀθώωσις ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ σημασίαν, οὔτε διὰ τὸν πολιτικὸν αὐτοῦ βίον, οὔτε θὰ κατορθώσῃ τίποτε νὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν. Οἱ πολιτικοὶ κρίνονται παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς παρέσχομεν τὴν ἀμνηστείαν, ἵνα καταδείξωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι θέλομεν τὴν ἡσυχίαν, καὶ ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὴν ἡσυχίαν. Ἐὰν οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν πράξαντες ὅ,τι ἔπραξαν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν, ἐξακολουθοῦν νὰ διαταράσσουν τὴν κοινωνίαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὁ λαὸς θὰ εἶναι ὑπέρτατος κριτὴς καὶ ἀσφαλῶς θὰ καταδικάσῃ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν παρ’ ἡμῶν ἀσκηθεῖσαν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§16ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Νταλίπης. (Ὁ κ. Νταλίπης ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ).
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἀρχίσῃ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐξηντλήθη, μετὰ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ μετὰ τὴν σύντομον ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ δώσω πρὸς αὐτόν. Ἡ μακρὰ ἀγόρευσις ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἐπέκτασις τῆς συζητήσεως, καταστρέφει τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐνόμισε καὶ ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξυπηρετήσῃ, εἶσθε βέβαιοι ὅτι οὐδεὶς θὰ κατηγορηθῇ, διότι δὲν ἠγόρευσε, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ εἴτε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὴν παραπομπήν, εἴτε τὴν συγκατάθεσίν του εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Ἡ πρώτη ἄποψις, διὰ τὴν ὑπογραφὴν ἐδικαιολογήθη πληρέστατα παρὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἡ ἑτέρα ἄποψις τῆς παροχῆς ἀμνηστείας ἐδικαιολογήθη ἐπαρκῶς παρ’ ἐμοῦ. Ὁ λόγος παρέλκει, θὰ χρησιμεύσῃ δὲ μόνον ἵνα δώσωμεν ἀφορμὴν πάλιν εἰς συζητήσεις, ἐν τῷ τύπῳ, πάλιν εἰς συζητήσεις παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν θέλομεν τοιαύτην συζήτησιν, θέλομεν τὸν κατευνασμὸν τῶν παθῶν καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς γαλήνης εἰς τὸν τόπον. Τοῦτο τὸ λέγω κυρίως πρὸς τοὺς φίλους μου βουλευτὰς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχω ἀξίωσιν νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ των (χειροκροτήματα), καὶ νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι οὕτω ἐξυπηρετοῦσι τὸ κοινὸν συμφέρον. (Χειροκροτήματα).
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ παρακαλεῖ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον βράδυ.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 7 καὶ 30 μ.μ.)