1933.11.23
1.728 στίχοι · 13.551 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67η
ΠΕΜΠΤΗΣ 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 6 μ. μ)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχουν μερικὰ λάθη εἰς τὸ κείμενον τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς μου, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δώσω σημείωμα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διορθοῦνται τὰ πρακτικὰ, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεταιρισμοῦ Λαϊκῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ζαχάρως, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν χαλαζοπλήκτων σταφιδοπαραγωγῶν. —Ὁ βουλευτὴς Καστορίας κ. Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Νεστορίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου καὶ ζητούντων τὴν ἀκύρωσιν τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος. —Ἡ Ἑλένη χήρα Παναγιώτου Τζανακάκη μήτηρ ἀποθανόντος ἀξιωματικοῦ ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. ΤΣΟΝΤΟΣ ΒΑΡΔΑΣ καὶ Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ καταθέτουν διαμαρτυρίαν τῶν Μακεδονομάχων κατοίκων Καστορίας διὰ τὴν ἄχρι τοῦδε ἐπιδειχθεῖσαν ἀστοργίαν τοῦ Κράτους πρὸς αὐτοὺς καὶ ζητοῦν ὅπως τοῖς χορηγηθῇ γεωργικὸς κλῆρος ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἀδιαθέτων κλήρων. —Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι Ἀγρινίου, παρακαλοῦν, ὅπως υἱοθετηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὴν 9ην Νοεμβρίου σχέδιον νόμου τῆς Ὁμοσπονδίας Οἰκονομικῶν Ὑπαλλήλων περὶ διαβαθμίσεως αὐτῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα ἀναπήρων Πυλίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ψήφισιν τοῦ νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς μονοπωλήσεως σιγαρέττων». —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἑλληνοαμερικανικοῦ Συνδέσμου Καλαμῶν, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Διατάγματος δραχμοποιήσεως. —Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν συκοπαραγωγῶν Σκάλα–Μεσσήνης καὶ Μερόπης, ζητούντων τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀποφυγὴν ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς τῶν ἀποσύκων. —Ἡ Ἕνωσις Κατωτέρων Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν τῆς Ξηρᾶς Μακεδονίας Θράκης, ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. —Ἡ Ἕνωσις τῶν λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ Διδασκαλικοὶ Σύλλογοι Δράμας, Ζακύνθου, Τρικκάλων, Κομοτινῆς, Χίου, Φιλιατρῶν καὶ Καλαμῶν, ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἐνδιαφέρον περὶ τοῦ τερματισμοῦ τῆς ἀδικίας τῆς συντελουμένης εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς καὶ παρακαλοῦν ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν». —Ὁ Πρόεδρος τῶν ἀναπήρων Γυθείου καὶ Δράμας ζητεῖ τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῶν σιγαρέττων. —Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρλοβασίου Σάμου ὑποβάλλει ὑπόμνημα τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀσχολουμένων διὰ τὴν παρασκευὴν καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν οἴνων Σάμου, περὶ ὀργανώσεως ἀναγκαστικῶν Συνεταιρισμῶν τῶν οἰνοπαραγωγῶν Σάμου. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. ΣΧΙΝΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου 4071 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, Ι. ΜΑΛΛΩ-
ΣΗΣ, Δ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ, Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ, Ν. ΚΑΡΤΣΩ-
ΝΑΣ κλπ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 22 Ἰουλίου 1933 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν σεισμοπαθῶν ἐπαρχίας Κορίνθου». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ καταθέτει τὰς κάτωθι ἐκθέσεις αὐτῆς: αʹ) Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῇ δικογραφίας περὶ χορηγήσεως ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. ΑΝ. ΤΣΙΑΡΑ. βʹ) Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῇ δικογραφίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. ΛΕΒΑΝΤΗ. γʹ) Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῇ δικογραφίας περὶ χορηγήσεως ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. ΠΑΡΑΒΑΝ-
ΤΗ.
καὶ δʹ) Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῇ δικογραφίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. ΛΕΒΑΝΤΗ. Ἡ ἐπὶ τῶν ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς παθόντας οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1933 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων 4448 καὶ 4635 «περὶ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Τουρκοβασίλη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νταλίπης.
§4Α. ΝΤΑΛΙΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, συζητουμένου τοῦ ζητήματος τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δυστυχῶς, ἡ συνεδρίασις χθὲς διεκόπη καὶ δὲν κατώρθωσα νὰ ὁμιλήσω. Εἶμαι στρατιώτης καὶ δὲν γνωρίζω τοὺς πολιτικοὺς ἑλιγμούς, πάντως, πιστεύω, ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ μετὰ πεποιθήσεως ὑποστήριξις τῶν γνωμῶν των καὶ ἡ ἐμμονὴ εἰς αὐτάς, ὅταν μάλιστα πρόκειται νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἠθικὴν τάξιν καὶ τὸ δίκαιον. Οὐδεμία παραχώρησις εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐπιτρέπεται. Διότι Κράτος, σεβόμενον ἑαυτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται Κράτος, ἐφόσον θέλει νὰ παρεκκλίνῃ τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας τοῦ κ. Βενιζέλου, δὲν εὑρίσκει σύμφωνον τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Διαφωνῶ λοιπὸν ριζικῶς εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποχωρήσω ἀπὸ τὰς τάξεις τὰς κυβερνητικάς. Βεβαίως τοῦτο πράττων ὑπακούω εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου, εἰς τὴν φωνὴν καὶ εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐξέλεξαν. Θὰ εἶμαι βέβαια ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ θὰ ὑποστηρίζω πάντοτε τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν. Οὐδέποτε δὲ πιστεύω νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσκιρτήσω εἰς ἄλλην τάξιν. Θὰ εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεξάρτητος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης.
§6ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι Βουλευταί, τὸ πατρικὸν αἴσθημα καὶ τὸν ὑψηλότερον σκοπόν, ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέτρον τῆς ἀμνηστεύσεως τοῦ πρωτεργάτου τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου. Ἀναγνωρίζω ὅτι προσφέρει τὴν θυσίαν αὐτὴν ὡς λύτρον ὑπὲρ τῆς γαληνεύσεως καὶ τῆς ὁμαλότητος τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἐλπίζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἠσφαλισμένην τὴν γαλήνευσιν τοῦ τόπου, ὅταν διαρκῶς στρέφωμεν καὶ τὴν ἑτέραν παρειὰν εἰς ραπίσματα, τὰ ὁποῖα καθημερινῶς ἠχηρότερον καταφέρει ἐπὶ τοῦ προσώπου ἡμῶν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ οὗτος καὶ δεύτερον καὶ τρίτον στασιαστικὸν κίνημα, ὁ ἔχων τοῦτο ὡς ἐπάγγελμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ κινήματα ταῦτα, ὅταν κρίνῃ ταῦτα σκόπιμα διὰ τὸ κομματικὸν συμφέρον του, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι πάντοτε θὰ ἀντιμετωπίζῃ μίαν ὑψηλὴν χειρονομίαν ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δίδοντος εἰς αὐτὸν τὸ εὔσημον τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλά, Κύριοι, εὑρισκόμεθα σήμερον ἀπέναντι ἑνὸς τετελεσμένου γεγονότος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε καὶ ἐπέμεινε νὰ ἐκδώσῃ καὶ ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἤδη συνετελέσθη, καίτοι ἀντετάχθην εἰς αὐτὸ καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων Συναδέλφων μου, κηρυχθεὶς κατὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀμνηστείας. Ἔχω δὲ ὑποχρέωσιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διατυπώσω τὴν διαφωνίαν μου εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ πέρα τούτου καὶ ἐκ τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας μου, καὶ ἐκ τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους διεξήγαγον ἐπὶ τόσα ἔτη μετὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Δὲν ἔχω, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ πέρα τούτου. (Χειροκροτήματα). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω σήμερον νὰ προσθέσω εἶναι νὰ ἐκφράσω μίαν εὐχήν. Εὔχομαι ὅπως διαψευσθῶσιν οἱ φόβοι μου, οἱ βάσιμοι σήμερον φόβοι, τοὺς ὁποίους ἔχω. Διότι, ἀληθῶς, φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἡ μεγάλη χειρονομία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν μικρῶν καὶ ἐπιβούλων αἰσθημάτων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἡ χειρονομία αὐτή, ἀντὶ νὰ φέρῃ εἰς συναίσθησιν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἀντὶ νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἐνόχου αὐτοῦ πράξεως, φοβοῦμαι ὅτι θὰ τὸν ἐνθαρρύνῃ, θὰ τὸν ἀποθρασύνῃ ἔτι μᾶλλον εἰς διάπραξιν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ πολὺ μεγαλειτέρων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα σήμερον ἠμνηστεύθη.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιάκος.
§8Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν συνέβησαν γεγονότα πρωτοφανῆ καὶ καταπληκτικά. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, βοηθοῦντος ἴσως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεπειράθη κατὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα τῶν βουλευτῶν, νὰ φιμώσῃ, λέγω, τὸ στόμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεχείρουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσωσιν ἔντονον διαμαρτυρίαν κατὰ μιᾶς πράξεως πρωτακούστου εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τοῦ τόπου.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν διακοπὴν ἐζήτησεν ἡ Βουλή.
§10Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ βουλευταί. Δεύτερος κατὰ σειράν, ἤμην ἐγώ. Εὐθὺς ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῆς συνεδριάσεως, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κατὰ πρωτοφανῆ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 19 ὁρίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ περατωμένη συζήτησις πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν καὶ τὴν ἔλυσε διὰ νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἡμῶν. Τὴν πρᾶξιν ταύτην τὴν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὴν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω. Περὶ τῆς χθεσινῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως σᾶς ἔδωκα καὶ ἰδιαιτέρως ἐξηγήσεις, θὰ τὰς ἐπαναλάβω δὲ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Χθές, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἤμην ὑποχρεωμένος ν’ ἀναχωρήσω. Ἠρώτησα καὶ μοὶ εἶπον ὅτι εἶνε ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι πολλοὶ βουλευταί. Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἦτο τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις ἴσως ὀξείας ἢ ἄλλης τινὸς φύσεως, ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἀκούσω ὅλους τοὺς κ. Βουλευτάς, ὡς ἤθελα, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ νὰ διακόψῃ μόνον καὶ ὄχι νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, διότι ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅμως, ἐθεώρησε καλόν, ἀφοῦ τοῦ εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελε νὰ εἶναι παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἐφόσον ἡ συζήτησις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ εὐρυτέρα, καὶ εἶδε, φυσικά, ὅτι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι δέκα περίπου ὁμιληταί, ἐθεώρησε, λέγω, ἀναγκαῖον νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν. Εἶναι λοιπὸν προφανὲς ὅτι δὲν ἀφῃρέθη ἀπὸ κανένα ὁ λόγος. Οὔτε εἶναι δυνατόν, φίλοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ φαντάζωνται, ὅτι θὰ ἠδύνατο, εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρεμποδίσῃ βουλευτὴν νὰ ἐκφράσῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, ἔστω καὶ ἂν αὕτη εἶνε ἀντίθετος πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι ἔγινεν ἡ διακοπὴ διὰ νὰ συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Νὰ εἴπητε, λοιπόν, ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ ἀκούσατε καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκα ἐγώ. Δὲν ὀφείλετε νὰ ἐπιμείνετε εἰς μίαν παρεξήγησιν. Διατὶ νὰ σᾶς φιμώσωμεν τὸ στόμα, ἀφοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχετε νὰ εἴπητε χθές, θὰ τὰ εἴπητε σήμερον, καὶ καλλίτερον μάλιστα, διότι εἴχετε περισσότερον χρόνον νὰ τὰ μελετήσητε; Εἴπετε λοιπὸν ἐλευθέρως τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι ὑπῆρξε πρόθεσις νὰ φιμωθῇ τὸ στόμα σας, διότι ἀποδεικνύεται τοῦτο ἀνακριβὲς ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρῶτον θέμα ἀναγράφεται ἡ συνέχισις τῆς χθεσινῆς συζητήσεως.
§12Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸ ὑμέτερον πρόσωπον, ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι ἡ σημερινὴ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ὡρίσθη ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνώμη σας εἶναι αὐτό.
§14Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Βεβαίως γνώμη μου εἶναι, καὶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐγώ, ἐκπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας τῶν Θηβῶν, ἡ ὁποία ἐπρωτοστάτησεν εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνας τοὺς πολιτικούς, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ δεχθῶ νὰ φιμωθῇ τὸ στόμα μου. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν τοῦτο καὶ μόνον νὰ τονίσω. Ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν προέβη. Θεωρῶ ὑπεύθυνον διὰ τοῦτο τὸ Προεδρεῖον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρίσκετο ὁ κ. Νταλίπης. Θόρυβος ἀφ’ ἑνὸς ἂν ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ. Φωναὶ ἀπὸ ἐκεῖ: «διακόψατε, κ. Πρόεδρε, διακόψατε.». Κατόπιν τούτου, ἐγὼ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ καταστείλω τὸν θόρυβον, διὰ τῆς διακοπῆς. Ἠπείλησα μάλιστα, εἰπὼν τὰ ἑξῆς: «Ἢ ἡσυχάσατε, ἢ θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν». Ἡ ἀπάντησις τῆς Βουλῆς ἦτο: «διακόψατε, κ. Πρόεδρε, διακόψατε», καὶ διέκοψα τὴν συνεδρίασιν διὰ πέντε λεπτά. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ὅλον τὸ ἁμάρτημά μου καὶ ἀποδέχομαι ὅτι τὸ διέπραξα, διότι ἐνόμισα ὅτι ἐξετέλεσα καθῆκον διακόψας τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ καταστείλω τὸν θόρυβον.
§16Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Τὰ περαιτέρω ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ περαιτέρω σᾶς ἔδωκα τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, κ. Βουλευτά, καὶ μὴ θέλετε νὰ δημιουργῆτε ζητήματα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑφίστανται. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον κάθε βουλευτοῦ.
§18Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Δι’ αὐτό, κ. Βουλευταί, καὶ ἐγὼ εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κ. Βουλευταί, ἔδωκα τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις περὶ τῆς διακοπῆς, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Βουλή. Δὲν μοὶ εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ παραμένω ἐπὶ τῆς ἕδρας μέχρις οὗ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διετυπώθη τίποτε ἐναντίον σας.
§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ὄχι μόνον νὰ μὴ θεωρήσητε ὅτι ἐξεδηλώθη οἱαδήποτε μομφὴ ἐναντίον σας, ἀλλ’ οὔτε κἂν ὅτι ἐμειώθη τὸ παράπαν ὁ σεβασμός, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, λέγων δὲ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§23Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Προχωρῶν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, κ. Βουλευταί, ἀναφέρομαι εἰς ὅσα ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁρμωμένη, ἀσφαλῶς, ἀπὸ πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ μεριμνῶσα διὰ τὴν γαλήνην τοῦ τόπου, ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν παροχὴν ἀμνηστείας εἰς τοὺς κινηματίας τῆς 6ης Μαρτίου. Ἀληθῶς, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 84 τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμνηστεύῃ μόνον τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶνε προνόμιον παρεχόμενον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἑξῆς ἀντίρρησιν. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 84 τοῦ Συντάγματος παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶναι ὅμως ἐξίσου ἀληθές, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 93 τοῦ Συντάγματος, οἱ Ὑπουργοὶ διώκονται παρὰ μόνης τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι διὰ τὴν ἀπονομὴν χάριτος Ὑπουργοῦ καταδικασθέντος, χρειάζεται πάντοτε ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ τὸν διακεκριμένον νομομαθῆ κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: Ἐφόσον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παροχὴν τῆς χάριτος, δυνάμει τίνος Συντάγματος καὶ τίνος νόμου, εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀμνηστεία, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, εἰς Ὑπουργούς; Βλέπετε ὅτι διαφωνῶ κατὰ βάσιν, ὡς πρὸς τὸ ἂν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ παράσχῃ ἀμνηστείαν, διότι ἄλλως θὰ κατελήγομεν εἰς τὴν πλήρη ἀσυδοσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀφοῦ αὐτοί, διαπράττοντες τυχὸν ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας, θὰ ἠδύναντο νὰ ἀμνηστεύωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς ὃ μετέχουν.
§24ΣΠ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν καταδικασθῇ εἰς Ὑπουργός, τότε τὸ δικαίωμα μεταβιβάζεται εἰς τὴν Βουλήν.
§25Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ἀπεριόριστος ἡ διάταξις. Δὲν ἔχει κανένα περιορισμόν.
§26Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ὑποστηρίζω δηλονότι, ἀφοῦ διὰ τὸ ἔλασσον, ἤτοι τὴν χάριτα, ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς, κατὰ μείζονα λόγον ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀμνηστείαν, ἤτοι τὸ μεῖζον, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀμνηστείας δὲν αἴρεται μόνον ἡ ἄσκησις τοῦ ποινικοῦ, ἀλλ’ ἀποσβέννυται αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀδίκημα μεθ’ ἁπασῶν τῶν συνεπειῶν του. Πλὴν ὅμως αὐτῆς τῆς τυπικῆς διαφωνίας, ἔχω καὶ διαφωνίαν οὐσιαστικήν. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπεσχέθημεν πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο κυρίως. «Νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸν ἠθικὸν ρυθμόν». Διὰ τοῦ ὅρου «ἠθικὸς ρυθμός», Κύριοι Βουλευταί, ἐννοοῦμεν μίαν ἔννοιαν εὐρυτάτην. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ περιλαμβάνεται προφανῶς, οὐ μόνον ἡ μὴ διασπάθισις τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, διότι τοῦτο εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον τῶν ἠθικῶν δημοσίων ἀνδρῶν, ἀλλὰ κατὰ πρῶτον λόγον, ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων ἐπὶ πάντων γενικῶς, ἐπὶ δικαίοις καὶ ἀδίκοις, ἐπὶ ἀσθενέσι καὶ ἰσχυροῖς, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἐφόσον λοιπὸν τὴν 6ην Μαρτίου, ὕστερα ἀπὸ μίαν μεγαλειώδη νίκην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, μία ὁμὰς παραφρόνων ἀξιωματικῶν, ὁδηγουμένη ἀπὸ ἕνα ἀντάρτην Πλαστήραν καὶ ὑποκινουμένη ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ἐτόλμησε νὰ ἐγείρῃ τὸ ταπεινὸν ἀνάστημά της ἐναντίον τῆς μεγαλειώδους ἐτυμηγορίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐγὼ ἐκπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, ἥτις πρωτοστατοῦσα εἰς τοὺς ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἀγῶνας, προσέφερεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς βενιζελικῆς τυραννίας τὸ αἷμα δεκαεννέα θαλερῶν βλαστῶν της, κατὰ τὸ κίνημα τῆς 25ης Ἰανουαρίου 1918, νὰ δεχθῶ νὰ παράσχω ἀμνηστείαν αὐτοῦ τοῦ φρικώδους, αὐτοῦ τοῦ κτηνώδους ἐγκλήματος. Ἂς μὴ λησμονῶμεν τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἷα ἐξεδηλώθη τὴν 6ην Μαρτίου διὰ τῆς μεγαλειώδους ἐμφανίσεως τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς σανίδες εἰς τὰ χέρια του καὶ αἱ γυναῖκες μὲ τὰς ὀμβρέλλας ἐμάχοντο ἐπὶ τῆς πλατείας Ὁμονοίας. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν, μόλις ἐξελέγην βουλευτής, νὰ ἔλθω ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἐνταῦθα ἀμέσως κατὰ τὰς πρώτας ἀπογευματινὰς ὥρας τῆς 6ης Μαρτίου καὶ εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴν τιμήν, καθ’ ἥν στιγμήν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν κατὰ μέγα μέρος δὲν εὑρίσκοντο ἐν μέσῳ τοῦ ἀμυνομένου λαοῦ, εἶχον, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἐξαιρετικὴν τιμὴν νὰ ἡγηθῶ διαδηλώσεως εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν.
§27ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ ΚΑΙ ΚΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτυρόμεθα ἐντονώτατα. Εἴμεθα ὅλοι μὲ τὸν λαὸν εἰς τοὺς δρόμους.
§28ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι τὴν ἰδίαν ὥραν ὡμίλουν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§29Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω κανένα. (Θόρυβος, φωναί, διαμαρτυρίαι).
§30Λ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπὸ τὰς 8½ τὸ πρωΐ, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μπαλκόνι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθησυχάζομεν τὸν κόσμον.
§31Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἠγωνίζετο εἰς τοὺς δρόμους καὶ προέτασσε τὰ στήθη του ἐναντίον τῶν πυροβόλων τῶν στασιαστῶν ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐξήλθομεν εἰς τοὺς δρόμους, χωρὶς νὰ περιμένωμεν, νὰ ἔλθητε σεῖς νὰ μᾶς βοηθήσητε.
§33Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ὑπάγω στὸ μπαλκόνι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τοὺς δρόμους, ν’ ἀγωνισθῶ μὲ τὸν λαόν, ὅπως καὶ ἠγωνίσθην, ἀντιμετωπίσας τὰς δολοφόνους σφαίρας τῶν στασιαστῶν καὶ ἐν τῇ Ὁμονοίᾳ καὶ ἐν τῇ ὁδῷ Φειδίου καὶ Πανεπιστημίου.
§34ΑΝ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ εἰς τὸ μπαλκόνι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετέβημεν, καὶ εἰς τοὺς δρόμους, ἐὰν δὲ λέγητε, ὅτι σεῖς μόνον ἠγωνίσθητε εἰς τοὺς δρόμους, λέγετε τοῦτο διότι δὲν ἐγνωρίζετε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀκόμη τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἀθηνῶν.
§35Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Θέλω νὰ καταλήξω εἰς τοῦτο. Ὅτι, ἐφόσον ἐγὼ καὶ μαζὶ μὲ ἐμὲ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀντιμετώπισε τὰς δολοφονικὰς σφαίρας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ δώσω ἀμνηστείαν καὶ ν’ ἀποσβέσω αὐτὸ τὸ τρομερὸν ἔγκλημα διὰ τὴν περίφημον ὁμαλότητα καὶ ἀπὸ πατριωτισμόν, διότι τὴν ὁμαλότητα καὶ τὸν πατριωτισμὸν δὲν τὸν ἔχουν ὡς προνόμιον ὀλίγοι. Τὸν ἔχει ὅλος ὁ λαός, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἀποχρώσεων. Οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν εἶναι ἀνατροπεὺς καὶ ἀδιάλλακτος, ὅπως μᾶς κατηγοροῦν. Ἡ ἀδιαλλαξία μας περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι ἀπέναντι ὅλων. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς γαλήνης καὶ τῆς ὁμαλότητος, δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως ἡμεῖς οἱ ἀδιάλλακτοι, ὅταν λεγώμεθα ὅτι εἴμεθα ὑπονομευταὶ τῆς τοπικῆς γαλήνης, νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ποθητὴν γαλήνην. Διαφωνοῦμεν ἐπίσης, διότι ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ἀπέναντί μας τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸν ἀμνηστεύωμεν ἵνα αὔριον τὸ πρωΐ μᾶς κάμῃ τὰ ἴδια. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορὰ ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐφόσον ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη χωρὶς νὰ ἐρωτηθοῦν πάντες οἱ βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τεκμήριον, ἀντιπροσωπεύομεν τὴν θέλησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐφόσον μεταξὺ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγώ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι, ἐφόσον ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ἄνευ τῆς γνώμης μου, δὲν δύναμαι νὰ ἀνήκω πλέον εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι ἡ δήλωσίς μου αὐτὴ δὲν ἔχει τὴν σημασίαν ὅτι θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Πολλοῦ γε δή. Δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ ἴδητε ποτὲ εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν. Θὰ εἶμαι πάντοτε πιστὸς ὀπαδὸς τῆς γνησίας ἀντιβενιζελικῆς ἰδέας. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελέ ποτε χρειασθῇ νὰ προσφέρω τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εἰς βοήθειάν της, θὰ τὰς προσφέρω καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ προτάξω τὰ στήθη μου κατὰ νέου κινήματος τοῦ Βενιζέλου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ κάμω πρᾶξιν τείνουσαν εἰς ἀμνηστείαν τῶν δολοφόνων καὶ νὰ ἀμνηστεύσω τὰς πράξεις αὐτῶν, διότι ἡ ἀμνηστεία ὡς μόνην συνέπειαν θὰ ἔχῃ ν’ ἀποθρασυνθῇ ὁ Σοφιανόπουλος εἰς τὴν Μακεδονίαν, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν καὶ τὴν ἀποθράσυνσιν τῶν Δημοκρατικῶν Συλλόγων, πρὸς κατάκτησιν διὰ τῆς βίας τῆς ἐξουσίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δηλῶ ὅτι δὲν ἀνήκω πλέον εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἀλλὰ εἰς τὴν ἁγνὴν ἀντιβενιζελικὴν ἰδεολογίαν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§37Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὴν βασιμότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, διότι, πράγματι, τὸ ἐπιχείρημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἀδίκημα τῆς 6ης Μαρτίου ἔδει νὰ ἀμνηστευθῇ, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως τῆς Γερουσίας, ὀρθῶς ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὅτι θὰ ἤγεν εἰς τὴν ἀναγκαίαν ἐκδοχήν, ὅτι ἐὰν ἤθελε συμβῆ κατὰ τὸ διάστημα τῆς παρούσης Συνόδου ἢ τῆς Περιόδου νὰ ἀνακαλύψωμεν ἀδικήματα, διαπραχθέντα κατὰ τὴν διαρρεύσασαν τετραετίαν τῆς διακυβερνήσεως τοῦ τόπου ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, νομίζω δὲ ὅτι πράγματι ἐκκρεμεῖ καὶ σχετικὴ πρότασις ἀξ. βουλευτοῦ περὶ ἱδρύσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπὶ τούτων τῶν σημείων θὰ πρόκειται νὰ ἀπασχοληθῇ, θὰ ἔπρεπε καὶ ὡς πρὸς ταῦτα τὰ ἀδικήματα, σκεπτόμενοι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ τὰ δικάσῃ Γερουσία, ἀποτελεῖται ἐξ ἀνθρώπων τῆς αὐτῆς παρατάξεως, τῆς φίλα φρονούσης πρὸς τοὺς διαπράξαντας τὰ ἀδικήματα, νὰ ἀπόσχωμεν πάσης διώξεως καὶ ἐρεύνης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τῆς γαληνεύσεως, τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὴν σταθερὰν καὶ ἔμμονον γραμμὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δὲν φαίνεται ἐπίσης μεγαλειτέρας ἀξίας, διότι ἅμα ὡς ἐγνώσθη ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς παροχῆς ἀμνηστείας, περιελούσθη δι’ ὕβρεων, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόσωπον τουτέστι, τὸ ὁποῖον τοιοῦτον διεξήγαγεν ἀγῶνα διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Διατάγματος τῆς ἀμνηστείας, τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ τὴν θυσίαν, ὥστε νὰ ἀποσχισθῇ τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καί τινων ἄλλων ἐκ τῶν λαϊκῶν βουλευτῶν, τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἤκουσε τόσας πικρὰς δηλώσεις καὶ τόσους πικροὺς λόγους ἐκ μέρους ἀκραιφνῶν φίλων του, μιᾷ λέξει, τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον τοιαύτην εὗρεν ἀντίδρασιν εἰς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ κόλπους, τὸ πρόσωπον αὐτό, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὑβρίσθη κατὰ τὸν καπηλικώτερον τρόπον, διότι ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν. Διὰ τινος δὲ ἄρθρου ἐφημερίδος, ἐκπροσωπούσης τὰς γνώμας τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως, προσωμοιάσθη πρὸς ἔχιδναν, ἡ ὁποία ἐλλοχεύει διὰ νὰ πλήξῃ τὸν ἀνύποπτον διαβάτην, διότι δῆθεν δὲν ἐπρόκειτο νὰ καλύψῃ διὰ τῆς ἀμνηστείας τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ τὰς συκοφαντίας κατὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων περὶ τῆς εὐθύνης του διὰ τὸ κίνημα τῆς 6ης Μαρτίου. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅτι χάσμα εὐρύτερον διανοίγεται διὰ τῆς παροχῆς τῆς ἀμνηστείας, ἀφίεμαι περαιτέρω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἂν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπιδιωκομένη ὁμαλότης. Ἔχω ὅμως νὰ ὑπομνήσω ἐπιπροσθέτως, ὅτι, ἐφόσον τὸ μεγαλείτερον ἐκδήλωμα τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας εἶνε ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ περιστατικὸν τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὴν δίωξιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἐνθυμούμεθα ἅπαντες κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινὸς ἐντελῶς διαφόρου θέματος, ἤτοι περὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπόπειραν. Ὅταν δὲ ἡ πολιτικότης καὶ ἡ σωφροσύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν δήλωσιν, γενομένην ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν συρράξεις καὶ φιλονικείας, τὰς ὁποίας ἐφοβοῦντο ἰδίᾳ οἱ Φιλελεύθεροι, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἡ ἡσυχώτερα καὶ ὁμαλωτέρα καὶ σεμνοτέρα συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἐγγεγραμμένων διὰ τὴν ἐπερώτησιν ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ ὡμίλει ἐπὶ ὥρας καὶ εἴχομεν τὴν ὑπομονὴν ἡ Βουλὴ νὰ παρακολουθῇ αὐτὸν μετὰ πάσης ἠρεμίας...
§38Β. ΣΑΓΙΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε.
§39Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. ... ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγέρθη καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐτελείωσεν ἠρέμα ἡ συνεδρίασις, διὰ τὴν ὁποίαν τόσαι δυσοίωνοι συνθῆκαι περὶ ταραχῶν ὑπῆρχον, τότε ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἀπεφασίσθη ἡ ἀποχή τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως τῆς διώξεως κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων δὲν συνάπτεται οὐδαμῶς πρὸς τὴν ἀπειλὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ ἀμνήστευσις οὐδαμῶς προώρισται νὰ ἄρῃ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλα ταῦτα, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ συντάσσομαι πρὸς τὴν περὶ ἀμνηστείας ἀπόφασιν αὐτῆς διὰ λόγους εἰδικοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αἱ σκέψεις μου αὗται θὰ ἐπηρεάσουν καὶ τὴν ἰδικήν του ἀπόφασιν. Κύριοι Βουλευταί, μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἐξητάσθη ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῆς τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβλάστησε τὸ κίνημα τῆς 6 Μαρτίου, ἐν ἀπόψει ποινικῆς εὐθύνης τοῦ ἀμνηστευθέντος Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ δέον νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας, ὅλα ὅσα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀξίαν, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἐρεύνης τὸ μὲν τῆς ποινικῆς εὐθύνης, τὸ δὲ περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τοῦ μέτρου τῆς ἀμνηστείας ἔχουν ἀξίαν σημαντικὴν καὶ ὅλως ἐξαιρετικήν. Ἦλθεν ἡ 5η Μαρτίου, κ. Βουλευταί, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐκοιμᾶτο ἐπὶ ρόδων. Εἶχε κατορθώσει νὰ διαλύσῃ πραξικοπηματικῶς τὴν Βουλήν, τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1932, κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὸ τὰς πτέρυγάς του τοὺς πλείστους ἐκ τῶν μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑβριστάς του καὶ ἀντιπολιτευθέντας αὐτόν, μέχρι καὶ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἴκοσιν ὁλόκληρα ἔτη ἦτο ἐκ τῶν μεγαλειτέρων αὐτοῦ ἐχθρῶν, ἀνέλαβε κεραυνοβόλως καὶ ὑπὸ τὴν γενικὴν κατάπληξιν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔπεισεν ἑαυτὸν καὶ τοὺς περὶ ἑαυτόν, ὅτι θὰ κατώρθου κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ πλειονοψηφήσῃ κατὰ ἑκατὸν τουλάχιστον ἕδρας, ὅπως ἄλλωστε αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔλεγε τὴν παραμονὴν ἀκόμη τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸ θέατρον «Ὀλύμπια», καὶ ὅταν εὑρέθησάν τινες διὰ νὰ τοῦ εἴπουν ὅτι τὸ πιθανώτερον εἶναι νὰ ἐκλεγοῦν περὶ τοὺς 150 μόνον βουλευταὶ ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐκεῖνος ἔλεγε· «μὴ εἶσθε ἡττοπαθεῖς. Θὰ ἐκλεγοῦν 180 βουλευταὶ ἰδικοί μας». Ἦλθεν ὅμως ἡ 5η Μαρτίου κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔδιδε τὸ ὡραιότερόν ποτε μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἐλεύθερος λαὸς εἰς πολιτικὸν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, διότι ἡ ἐτυμηγορία τῆς 5ης Μαρτίου εἶναι κυρίως ράπισμα καθ’ ὅλων τῶν μεθόδων τὰς ὁποίας εἶχε μετεχειρίσθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ κατισχύσῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Καὶ ἦλθε καὶ ἡ ἑσπέρα τῆς 5 Μαρτίου. Διῆλθε καὶ ταύτην καλῶς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων μὲ συνδαιτημόνα τὸν κ. Πλαστήραν. Ἀλλά, κατὰ τὰς 11 τῆς νυκτός, ἤρχισαν νὰ καταφθάνουν μερικὰ περίεργα τηλεφωνήματα. Φαίνεται τὸ πρῶτον ἦτο περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εὐάνδρου πατρίδος τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου καὶ τὸ τηλεφώνημα ἐκεῖνο ἔφερεν, ὅτι τέσσαρες Ὑπουργοὶ ὑποψήφιοι τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐν Πάτραις ἔπεσαν ὅλοι μὲ 3.500 ψήφους κάτω. «Ὁ Μιχαλακόπουλος;». Ἠρωτήθη τὸ τηλέφωνον, καὶ ἠρωτήθη ἐκ νέου, διότι ἐνομίσθη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φάρσας. Κατέφθασεν εὐθὺς ἀμέσως ἡ πληροφορία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτοεργατικοῦ κόμματος, κατέφθασαν τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς γενικοῦ κατακλυσμοῦ ἐκ τῆς Παλ. Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, καὶ τέλος τὸ coup de grâce ἡ ἐπιτυχία ὁλοκλήρου τοῦ Λαϊκοῦ συνδυασμοῦ Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἦτο ἐντελῶς ἀπρόβλεπτος καὶ ἐντελῶς ἀπρόοπτος διὰ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Εἶχον τοιαύτην πεποίθησιν οἱ ἀντίπαλοί μας διὰ τὴν ἐπιτυχίαν των, ὥστε μετ’ οἴκτου ἀπέβλεπον πρὸς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἐκτεθοῦν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὅλα αὐτὰ ραγδαίως καταφθάνοντα, ἐννοεῖ τις ποίαν ἐντύπωσιν παρῆγον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μέχρι πρὸ ὀλίγων ὡρῶν καὶ ἴσως στιγμῶν, ἐνόμιζεν ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ ἑκατὸν ἕδρας θὰ ὑπερίσχυε τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Καὶ δι’ αὐτό, ἂν ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του τὴν γενομένην ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὡμολόγησεν ὅτι ἤρχισεν ἀμέσως ἡ συζήτησις περὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ περὶ χρεοκοπίας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναι ἄριστον πολίτευμα καὶ θαυμάσιον σύστημα μόνον ὅταν ὑπερισχύῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς ὁ κ. Βενιζέλος. Ὅταν ὑπερισχύῃ ἄλλο κόμμα, ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναι χρεοκοπημένος! Δὲν εὑρέθη δυστυχῶς, Κύριοι Βουλευταί, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὡς φαίνεται εἰς τὸ πλευρόν του κανεὶς ἄνθρωπος μὲ κάποιαν ἠρεμίαν, μὲ κάποιαν ψυχραιμίαν καὶ προπαντὸς μὲ κάποιαν βαθυτέραν πολιτικὴν διαίσθησιν, διὰ νὰ τοῦ εἴπῃ: «Δὲν ἐξετάζομεν τὰ πράγματα καλλίτερον; Μήπως ἆραγε ἔχει δίκαιον ὁ ἑλληνικὸς λαός; Μήπως ἀκριβῶς ἀπεδοκίμασε τὰς μεθόδους καὶ τὰς ἀσχημίας τοῦ νὰ συνεταιρισθῶμεν τοὺς χθεσινούς μας ἐχθρούς; Μήπως, ἐπὶ τέλους, εἶνε φυσικὸν νὰ ζητῇ ὁ λαὸς τὸν ἐξιλασμὸν διὰ τὴν πολιτείαν τῆς τετραετίας, ἐκ τῆς ὁποίας σήμερον δυσπραγεῖ καὶ πάσχει;» Δὲν εὑρέθη διὰ νὰ τοῦ ὑποβάλῃ τὰς σκέψεις ταύτας, ἀλλ’ ἀντιθέτως εὑρέθη ὁ συνδαιτημὼν τῆς ἑσπέρας, ὁ κ. Πλαστήρας, ὅστις βέβαια ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος περὶ τῆς χρεοκοπίας τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἤρχισε συζήτησιν περὶ τοῦ Μουσολίνι καὶ περὶ τῶν διαφόρων ἄλλων φλυαριῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἱστορουμένας καὶ ὁμολογουμένας ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐπηκολούθησε συζήτησις περὶ τοῦ τί θὰ γίνῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Ἐνεθυμήθησαν τὴν 1ην Νοεμβρίου τοῦ 1920. Καὶ δὲν ἐσκέφθησαν, ὅτι τότε ὁ ἀγὼν ἦτο καθεστωτικός, ὅτι τότε ἐπρόκειτο νὰ ἐπανιδρυθῇ τὸ καταλυθὲν Σύνταγμα, ὅτι τότε εἶχον γίνει ὄργια, ἐκδιώξεις, φυλακίσεις, ἀπολύσεις, κατὰ τὴν περίφημον τυραννίαν τοῦ 1917–1920...
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τί ἔπαθαν τότε;
§41Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀλλὰ ἐδῶ εἴχομεν ἤδη τὴν Κυβέρνησιν εἰς χεῖρας μας κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα καί, δόξα τῷ θεῷ, δὲν ἔπαθε κανεὶς τίποτε. Ἀλλ’ ἐδῶ οὔτε καθεστωτικὰ ζητήματα ὑπάρχουν πλέον, οὔτε ἀντεκδικήσεις. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν ἐκ τούτου ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ἀπασχολήσεως ἐν τῇ μεταξὺ Βενιζέλου–Πλαστήρα συζητήσει. Κυριαρχοῦν αἴσθημα ἦτο ἡ κατάπληξις ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος μέχρι συγχύσεως τοῦ νοῦ. Ἄν συνεπῶς, ὡς εἶπα, τὸ ζήτημα ἐξετασθῇ ἀπὸ ποινικῆς ἀπόψεως, διότι μόνον ἀπὸ ποινικῆς τὸ ἐξετάζομεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, καὶ ἤγετο ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον Θικαστηρίου καὶ εὑρίσκετο ὁ δυνάμενος νὰ ἀναλύσῃ καὶ ὑποβάλῃ προσηκόντως τὰς ψυχολογικάς του παρατηρήσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ, ὅτι εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ προβαίνων εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐτυμηγορίας ὁλοκλήρου λαοῦ, κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐτυμηγορίας, ἐξετέλει πρᾶξιν παράφρονα Διότι ὁ ἴδιος συνωμολόγησεν, ὅτι ἦλθεν εἰς τὸν κοιτῶνά του ὁ Πλαστήρας καὶ τῷ εἶπε: «Θὰ ὁπλίσω καὶ θὰ φέρω τοὺς πρόσφυγας τῆς Καισαριανῆς» καὶ ἐν τούτοις τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, οὔτε τὸν ἔδησεν, οὔτε τὸν ἔπτυσεν, ἀλλὰ ἐξηκολούθησε συζήτησιν περὶ Μουσολίνι. Διότι τὴν ἑπομένην ἡμέραν μετέβη παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας καὶ τῷ συνέστησε νὰ μεταβάλῃ τὸ Σύνταγμα μὲ Ἀντιστρατήγους. Νομίζω, Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ ἰσχυρισμὸς ἐνώπιον δικαστηρίου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπέστη σύγχυσιν, ἀποκλείουσαν ὀρθὴν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων ἐκτίμησιν, θὰ ἦτο βασιμώτατος καὶ θὰ ἀπεκλείετο πᾶσα εὐθύνη ἐκ ταύτης τῆς αἰτίας. Τοῦτον τὸν σκοπὸν θεωρῶ ἐκπληρούμενον διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς ἀμνηστείας, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις. Ταῦτα ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, μήπως νομίζει ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§42ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Τὸ ἴδιον θὰ λέγῃ καὶ αὐτὸς δι’ ἡμᾶς.
§43Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαρρυθμίσῃ γενικώτερον τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας, ἐφόσον διὰ τούτου ἐπιδιώκει τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος. Νομίζω ὅτι ὅπως διεμορφώθη τοῦτο διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ δι’ ἐξαιρέσεως τῶν στρατιωτικῶν, παρεῖδε μίαν νομικὴν ἄποψιν, μίαν ἄποψιν δικαίου καὶ μίαν ἄποψιν σκοπιμότητος. Ἡ νομικὴ ἄποψις εἶναι ἐντελῶς γνωστὴ εἰς τὸν νομομαθῆ ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη τῆς ἐμῆς ὑποδείξεως, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ γίνῃ γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀμνηστεία ὑπάρχει μόνον διὰ τὰ ἀδικήματα καὶ διὰ τὰς πράξεις. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ προκείμενον Διάταγμα φέρει ὅτι «ἀμνηστεύω τὰ ἀδικήματα, ἁπλὰ καὶ σύνθετα, τὰ τελεσθέντα ἀπὸ τῆς νυκτὸς τῆς 5ης μέχρι τῆς 7ης Μαρτίου». Εἶναι κἄτι τι εἰς τὴν νομικὴν γλῶσσαν ἄγνωστον καὶ ἀκατάληπτον νὰ ἐξαιροῦνται τῆς ἀμνηστείας ὡρισμένα πρόσωπα. Δύνανται εἰς τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας νὰ τεθῶσι χρονικοὶ περιορισμοί, ἤτοι ὅτι ἀμνηστεύονται τὰ κατὰ τὸ α ἢ β χρονικὸν σημεῖον πραχθέντα ἀδικήματα, οὐχὶ δὲ κατὰ τὸ γ ἢ δ. Εἶναι ἐπίσης δυνατὸν ν’ ἀμνηστευθῶσιν αἱ α ἢ β πράξεις, οὐχὶ καὶ αἱ γ ἢ δ, ἀλλ’ ἀμνηστείαν τῶν α καὶ οὐχὶ τῶν β προσώπων ἀγνοεῖ ἡ ἐπιστήμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας. Δευτέρα ἄποψις εἶναι ἡ ἄποψις δικαίου. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολος μεθαύριον ἡ θέσις τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ πρόκειται νὰ δικάσουν τοὺς διαφόρους ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ συνταγματάρχας καὶ θὰ γεννηθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸ αἴσθημα τῆς ἀδικίας διὰ τὴν ἀνισότητα, ὅτι οἱ κύριοι αὐτουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πάντων εἶναι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ποιεῖται τὰς διατριβάς του εἰς τὴν Γαλλίαν, ὁ Πλαστήρας, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ περιφέρονται ἀσύδοτοι, θὰ πέσῃ δὲ ὁ πέλεκυς τοῦ νόμου ἐναντίον τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἐκείνων τῶν ὁποίων πιστεύοντες ὡς εἰς θρησκείαν καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ οὐδὲ πόρρωθεν διστάζοντες ὅτι τὸ ἐπαναστατικὸν ἐκεῖνο κίνημα ἐτελεῖτο μὲ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀντιδράσωσι, διὰ τοῦτο δὲ καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι καὶ τῶν δικαστηρίων θὰ εἶναι δύσκολος ἡ θέσις ἐπὶ τοιαύτης διακρίσεως, ἡ ὁποία, ἀτυχῶς, θὰ δώσῃ καὶ πάλιν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι τοὺς μεγάλους δὲν τοὺς διώκει ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅτι, συνήθως, πίπτει ἐπὶ τῶν μικρῶν. Τρίτη ἄποψις εἶναι ἡ τῆς σκοπιμότητος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητῇ τὴν λήθην τῶν γενομένων, καὶ τοῦτο βεβαίως ἐπιζητεῖ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀμνηστείας, ἀστοχεῖ τοῦ σκοποῦ της ἐκ τῆς δίκης, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ διὰ τοὺς μὴ ἀμνηστευομένους στρατιωτικούς! Καὶ πράγματι ἡ δίκη θὰ διεξαχθῇ μέσῳ τυμπανοκρουσιῶν, θορύβου εἰς τὰς ἐφημερίδας, φωτογραφιῶν, ὁ τύπος καὶ πάλιν θὰ διαιρεθῇ εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ οἱ ἡμίσεις θὰ γιουχαΐζουν τοὺς κατηγορουμένους, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἡμίσεις θὰ φωνάζουν «Ζήτω ὁ Πλαστήρας!». Ὅταν δὲ φθάσῃ καὶ ἡ στιγμή, ποὺ θὰ μεταβῇ ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως καὶ ὁ κ. Ἐλ. Βενιζέλος, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἀπετέλεσε δίκαιον καὶ ὅσα ἄλλα γνωρίζομεν ἤδη ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, τότε τὸ πᾶν θὰ συνταραχθῇ καὶ ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀμνηστείας, τὰ πάντα ἀποβαίνουν εἰς μάτην, διότι ὁ θόρυβος θὰ δημιουργηθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία ἐκ νέου προδήλως θὰ ἀναζωπυρωθῇ. Ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ὅτι ἡ πρόθεσίς μου περὶ γενικῆς ἀμνηστείας ἀντιτίθεται εἰς τὸ αἴσθημα πολλῶν, ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος ἐπιβάλλεται ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος μελετήσῃ τὴν ἄποψίν μου ταύτην, ἵνα ἀληθῶς ρίψῃ εἰς λήθην, ἀφοῦ νομίζει ὅτι αὐτὸ προάγει τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, διαρρυθμίζων, κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλὰ θὰ προχωρήσω καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν θαρραλέως καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀδικήματος τῆς 6ης Ἰουνίου. Γνωρίζω, κ. Βουλευταί, τὶ θὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, θὰ ἀντιταχθῇ ἓν συνταγματικὸν κώλυμα καὶ θὰ ἀντιταχθοῦν καὶ ὕβρεις. Ἐπὶ τῶν δευτέρων, τὰς ἐσυνήθισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ τὰς ἀγνοήσῃ καὶ θὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐχάραξεν ὑπὲρ τῆς ἡσυχίας τῆς Χώρας. Ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ζητήματος ἀντιτάσσεται ἡ δυσχέρεια, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ πολιτικὸν ἀδίκημα, καὶ ὅτι ἄρα δὲν ἐπιτρέπεται παροχὴ ἀμνηστείας. Δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο τὸ κατάλληλον διὰ τὴν διδασκαλίαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑφίσταται χάος μεταξὺ τῶν διαφόρων θεωριῶν πλήρης δὲ ἀντιγνωμία, μεταξὺ πάντων τῶν συγγραφέων ὡς πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος. Ὅταν λοιπὸν οἱ τυχὸν διαπράξαντες τὸ ἀδίκημα, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, διότι εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν εἶμαι ἐντελῶς ξένος, ὅταν οἱ τυχὸν διαπράξαντες τὸ ἀδίκημα, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἶναι πολλοί, εἶναι ὀργάνωσις, εἶναι χρηματοδόται, συνέβη δὲ τρεῖς μῆνας προτήτερα εἰς τὰς 5 Μαρτίου, ὁ ἐκδιωχθεὶς ἐν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ σκεφθῇ περὶ ἱδρύσεως δικτατορίας, περὶ ἀνατροπῆς δηλ. τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε τὴν ἄλλην ἡμέραν δι’ ἀντιστρατήγων νὰ καταλύσῃ τὸ Σύνταγμα, πολὺ δικαίως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμβληθῇ εἰς τὴν ὑπόνοιαν πολλῶν, τινῶν, ὅσοι εἶναι οἱ ἀποφασίσαντες τὴν πρᾶξιν τῆς 6ης Ἰουνίου νὰ σκεφθῶσιν ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς εἶναι δημόσιος κίνδυνος, ὅτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅστις εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν νὰ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, διὰ νὰ δημιουργήσῃ δικτατορίαν, καὶ πολὺ δικαίως, διότι ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οὐδεμία στιγμὴ ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς 5ης Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς μέχρι σήμερον, χωρὶς νὰ γίνηται μία πολεμικὴ κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, πολὺ εὐλόγως, ἠμπορεῖ νὰ ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι ὕπαρξις ἀνθρώπου ἐπικινδύνου εἰς τὸ καθεστὼς πολίτευμα, δεδομένου ὅτι εἶχαν ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα τῆς 6ης Μαρτίου καὶ ἑπομένως ἡ πρᾶξις τῆς 6ης Ἰουνίου δὲν ἀφεώρα εἰς προσωπικὴν ἐκδίκησιν, ἀλλ’ εἶχεν ἄλλα ἐλατήρια, τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος. Τὰ δεδομένα αὐτά, ἐπαναλαμβάνω, τιθέμενα ἐνώπιον ἁρμοδίων προσώπων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ σᾶς, τὰς ἀποχρώσεις ἐν ἀνάγκῃ δὲ ἐξεταζόμενα καὶ ἀπὸ ξένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ εἶναι ἀναμεμειγμένα εἰς τὰ ἰδικά μας πράγματα, θὰ μᾶς δώσουν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι πρᾶξις πολιτική, ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην τοῦ τόπου καὶ ὅτι ἑπομένως ὑποπίπτει εἰς τὰς περὶ ἀμνηστείας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ πρᾶξις, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξετασθῇ ἢ λυθῇ καὶ κατορθώσωμεν νὰ μὴ ὁμιλῶμεν πλέον περὶ τῆς 6ης Μαρτίου καὶ περὶ τῆς 6ης Ἰουνίου, τότε ὑπάρχει ἐλπίς, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθητὴ γαλήνη καὶ ὁμαλότης, καὶ τότε ὑπάρχει πιθανότης νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας.
§45Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν καταλήγοντες εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος Συναδέλφου κ. Τσουκαλᾶ, ἐφθάναμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσωμεν ἀμνηστείαν καὶ εἰς τοὺς λεγομένους δράστας τῆς 6ης Ἰουνίου, ἀμνηστεύοντες ταὐτοχρόνως, οὐχὶ βεβαίως τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὰ κτήματα ἀκριβῶς τοῦ ἐργάτου τῆς ἀποπείρας τῆς ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος, τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου. Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος εἶπεν ὅτι τότε δυνάμεθα νὰ ἀτενίσωμεν εἰς καλυτέρας ἡμέρας, ὅτι τότε δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἢ μᾶλλον νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμαλότης καὶ ἡ γαλήνη εἰς τὸν τόπον. Τοῦτο ὅμως δὲν τὸ πιστεύω ποτέ, διότι ἔχομεν ἀπέναντί μας τὴν συμπαγῆ καὶ χαλύβδινον μᾶζαν τῆς ἀντιδράσεως, τὴν πολιτικὴν ὁμάδα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἔχομεν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν ἐπαναστάτην τῆς Κρήτης, ἔχομεν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλευθέρων, τὸν ἐπαναστάτην τῆς Θεσσαλονίκης, ἔχομεν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν κατ’ ἐξοχὴν κύριον δράστην τῆς 15 Νοεμβρίου 1922, ἔχομεν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν δράστην τῆς ἀποπείρας τῆς καταλύσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, τῆς 5ης Μαρτίου. Ἡ ἐλπὶς ἑπομένως τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι, κατὰ τὸν νομικὸν ὅρον, pium desiderium. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος αὐτός, ἐφόσον εἰς τὴν ἀντίπαλον παράταξιν ἵσταται προϊστάμενος ὁ Ἐλ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἡσυχάσῃ, ὡς ἀποδεικνύει ὁλόκληρος ἡ πολιτική του ἱστορία, ἥν ἐν περιλήψει σᾶς ἀνέφερα. Πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος. Καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἤδη ἀποσυρθῇ αὐτός, διότι ἂν παρακολουθήσητε τὴν πρόσφατον ἱστορίαν ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων τῶν διαφόρων Κρατῶν, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τοὺς λαοὺς εἰς τὴν ἀπάνθρωπον σφαγὴν τοῦ παγκοσμίου πολέμου, θὰ ἴδητε ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀπεσύρθησαν, οἱ μὲν διὰ τοῦ θανάτου, οἱ δὲ οἰκειοθελῶς, οἱ δὲ παρὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν λαῶν. Αὐτὸς ὁ Κλεμανσώ, ὁ πατὴρ τῆς Δημοκρατίας, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν παρὰ τοῦ γαλλικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἠγάπα καὶ τὸν ἐσέβετο· ἦσο καλὸς μόνον διὰ τὸν πόλεμον. Εἶσαι κάκιστος διὰ τὴν εἰρήνην καὶ πρέπει νὰ ἡσυχάσῃς. Ἀλλ’ ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος ἐννοεῖ ἀπὸ μιᾶς εἰκοσαετίας νὰ μᾶς κυβερνᾷ καὶ νὰ μᾶς κυβερνᾷ μέχρι θανάτου. Ἡ ἀρχομανία του, Κύριοι, δὲν ἔχει ὅρια. Ἐπομένως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ γενναία, ἡ γενναιόφρων, ἡ εὐγενὴς πρᾶξις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τοῦ χορηγήσῃ ἀμνηστείαν, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν συνετίσῃ καὶ νὰ τὸν σωφρονήσῃ. Βυσσοδομεῖ πάντοτε, διότι, ἐὰν ἔχει ἤδη τὴν δύναμιν νὰ μᾶς ἀνατρέψῃ. Ἀλλ’ ἐὰν νομίσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀνατρέψῃ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ μᾶς ἀνατρέψῃ. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀμνηστείαν, καίτοι, ἐγώ, ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν δὲν θὰ τὴν ἔδιδα, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, βλέπετε ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἀμνηστείας, ὁ Ἐλ. Βενιζέλος, ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσῃ ἔσπευσε νὰ κηρύξῃ ὅτι τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεῖ μίαν μικροχαρῆ χειρονομίαν ἡ ὁποία διανοίγει βαθύ, βαθύτατον, τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους. Μήπως δὲν ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε ἐποχή, τὴν ὁποίαν θὰ σημειώσῃ ἡ ἱστορία, ἡ ἐποχὴ τῆς Οἰκουμενικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν κατωρθώθη, χάρις εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, κατωρθώθη τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἀγεφύρωτον, νὰ γεφυρωθῇ; Τὶ συνέβη ὅμως; Ἐνῶ ὁ κύριος αὐτὸς παρέμενεν εἰς τὸ Παρίσι, μίαν ὡραίαν πρωΐαν τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1928, ἐμφανίζεται αἴφνης εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ τορπιλλίσῃ τὴν γαλήνην, τὴν ὁποίαν ἀπεκατέστησεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενική. Ἑπομένως πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι μὲ τὴν χειρονομίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν γαλήνην; Ἕνα πρᾶγμα ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς εἰσηγήσεις περὶ συμφιλιώσεως, διότι ἡ συμφιλίωσις εἶναι ἀδύνατος. Οὔτε τὴν θέλει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τὴν συμφιλίωσιν αὐτήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφιλιωθοῦν τὰ πρόβατα μὲ τὸν λύκον. Γνωρίζετε καὶ τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν μικρολογίαν του. Διὰ τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀνορθωτικόν της ἔργον, ἀλλὰ καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς αὐτὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς νέας παραχωρήσεις, διότι τότε θὰ μᾶς εὕρῃ ἀντιμετώπους, ὄχι μόνον ἐντὸς ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ πεζοδρόμια, διὰ νὰ ὑπεραμυνθῶμεν καὶ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβιεράτος.
§47ΑΝΤ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐφόσον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων προεκάλεσε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας τῶν πολιτικῶν ὑπευθύνων τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου καὶ ἡ συζήτησις αὕτη ἐγενικεύθη, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις μου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν παραπομπῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ διότι κατ’ αὐτὰς πολλαὶ ἀνακριβεῖς πληροφορίαι παρεσχέθησαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὑπό τινων ἐφημερίδων καὶ ἀρκεταὶ ἠκούσθησαν ἐπικρίσεις καθ’ ἡμῶν, τῶν χαρακτηριζομένων ὡς ἀδιαλλάκτων. Ἡ ἡμέρα τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν ὑπῆρξεν, ἀτυχῶς, ἡ πρώτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος τῶν Φιλελευθέρων ἐξαπέλυσε κατὰ τῆς Χώρας τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου καὶ παρέδωκε τὸ Κράτος εἰς τὴν μανίαν τῆς φοβερᾶς θυέλλης τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Πάντοτε ὅμως, μετὰ πᾶσαν στασιαστικὴν ἢ ἐπαναστατικὴν ἐκδήλωσιν αὐτοῦ, ἠκολούθησεν ἡ συγγνώμη ἡμῶν καὶ ἐπεκράτησεν ἡ ἀτιμωρησία. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν παράταξις ἐπὶ μίαν σχεδὸν εἰκοσαετίαν, δὲν ἔπραττεν ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ὑφαίνῃ τὸν ἀτελείωτον πέπλον τῆς λήθης καὶ νὰ καλύπτῃ δι’ αὐτοῦ τὰς συνεχεῖς ἀνομίας καὶ τὰ ἀποτρόπαια ἐγκλήματα τῶν καθ’ ἡμῶν καὶ τῆς Πατρίδος κακουργούντων. Καὶ ἤδη ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν ἀμνηστείαν καὶ εἰς τοὺς τελευταίους πολιτικοὺς ὑπευθύνους τῆς 6ης Μαρτίου. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐκδήλωσις ὑπερτέρας πολιτικῆς καὶ θαυμαστῆς μεγαλοφροσύνης· εἶναι ἐκδήλωσις ἀνωτέρας ἀνθρωπιστικῆς ἀντιλήψεως, ἐξικνουμένης μέχρι τῆς θείας διδασκαλίας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγγνώμης, εἶναι ἐκδήλωσις ὑπερόχου πατριωτισμοῦ, ἡ ὁποία ὅμως εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, διότι ὁ ἀντίπαλος ἡμῶν πολιτικὸς κόσμος δὲν εἶναι διατεθειμένος, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν μόνην στιγμήν, νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν τιμᾷ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας, ἀλλὰ διαρκῶς ἀμετανοήτως, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ταπεινῶν κομματικῶν συμφερόντων του καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν εὐτελῶν προσωπικῶν φιλοδοξιῶν καὶ ἀδυναμιῶν του, ἕτοιμος πάντοτε νὰ θυσιάσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μας εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀρχομανίας του, τοῦ πάθους του καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ προσωπικῶν ἐπιδιώξεών του. Ἀπόδειξις τρανή, τὸ παρελθὸν μιᾶς ὁλοκλήρου δεκαπενταετίας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς παρασχεθείσης ἀμνηστείας δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ τόσον ποθητὴ γαλήνη τοῦ τόπου καὶ δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ τόσον ἐπιδιωκομένη πολιτικὴ ὁμαλότης. Τοὐναντίον ὅλως, διαιωνίζεται ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία καὶ ἀπομακρύνεται ἡ ἡμέρα τῆς ὁριστικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἠρεμίας ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἐπίστευα καὶ πιστεύω ὅτι ἡ γαλήνη τῆς Χώρας, τότε μόνον θὰ ἐπέλθῃ καὶ θὰ παγιωθῇ, ὅταν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πεισθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι δὲν δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ συνωμοτῇ κατὰ τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐπιβουλεύηται τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅταν ἑδραιωθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ πεποίθησις, ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ὑπέρτερος τοῦ νόμου καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποφύγῃ δι’ οἱουδήποτε τρόπου τὸν κολασμὸν τῶν ἐγκλημάτων του. Καὶ θὰ ἐπείθετο ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων περὶ τούτου, ὅταν ᾐσθάνετο λειτουργοῦντα τὸν νόμον, καὶ θὰ ἠδραιοῦτο εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ πεποίθησις αὕτη, ὅταν ἔβλεπεν ἐπερχομένην τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ᾐσθάνετο ἱκανοποιούμενον τὸ αἴσθημά του, τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀσφαλείας του. Ἐφόσον ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπολαύει ἀσυδοσίας, θὰ συνταράσσῃ τὴν Χώραν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ θὰ στρέφηται κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὀνειροπολῶν πάντοτε, Κύριοι Βουλευταί, τὴν ἐπανάληψιν τῆς φρικιαστικῆς ἐκείνης σκηνῆς τοῦ στυγεροῦ δράματος τοῦ «Γουδῆ». Καὶ ἐφόσον τὸ λαϊκὸν αἴσθημα θὰ μένῃ ἀνικανοποίητον καὶ ἡ λαϊκὴ ψυχὴ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ πνίγεται ἐξ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως καὶ νὰ αἱμάσσῃ, οὐδεμία κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἢ ἐπιβολὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ ἢ νὰ σταματήσῃ τοὺς ἐμφανιζομένους ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκδικητὰς τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος καὶ τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, τοὺς ἐκδικητὰς τοῦ παρελθόντος! Διότι, ἂς μὴ πλανώμεθα, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂς ὁμιλήσωμεν τὴν γλῶσσαν τῆς ὠμῆς εἰλικρινείας. Οἱ δρᾶσται τῆς ἀποπείρας τῆς 6ης Ἰουνίου ἐκινήθησαν κατὰ τοῦ νόμου, διότι εἶδον αὐτὸν ἀκινητοῦντα, καὶ ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἀντιμετώπισαν τοῦτον καὶ μετὰ τὸ τελευταῖον ἔγκλημά του, ἀσύδοτον, ἰταμὸν ὑβριστὴν τῆς λαϊκῆς ψυχῆς καὶ ἀμετανόητον ὑμνητὴν τοῦ μαύρου καὶ αἱματηροῦ παρελθόντος. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀντιλήψεις μου, αἵτινες μὲ ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς προτάσεως παραπομπῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁλόκληρος ὁ ἀντιπολιτευόμενος κόσμος ἠξίου τὴν δίωξιν τῶν ὑπευθύνων καὶ μάλιστα τοῦ ἀρχιϋπευθύνου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης μὲ ὑποχρεώνουν νὰ ἀποβλέπω ὡς πρὸς τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ πολιτικοῦ μέτρου τῆς ἀμνηστείας μετ’ ἐπιφυλάξεων, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δονῇ καὶ τὴν ἰδικήν μου ψυχὴν ὁ παλμὸς τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς γενναιοφροσύνης. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου ἀντετάχθησαν αἱ ἀντιλήψεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθοῦν ποτὲ αἱ διαθέσεις καὶ τὰ συστήματα τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀντιπάλων, ὡς διεκήρυξε χθὲς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, τὴν τελευταίαν, νὰ ἐκτείνῃ τὸν πέπλον τῆς λήθης καὶ ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ὑπεύθυνος διαχειριστὴς τῶν τυχῶν τοῦ Ἔθνους, νὰ προβῇ εἰς μίαν γενναίαν ὑψηλὴν καὶ ὑψίστης πολιτικῆς σημασίας χειρονομίαν, χειρονομίαν δηλοῦσαν τὴν ἀμετάτρεπτον καὶ στερρὰν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως βαδίσῃ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος ἄγει εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ προέβη εἰς τὴν χειρονομίαν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς ἀπειλὰς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἔχων τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες κρίνονται παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ παρ’ αὐτοῦ καταδικάζονται διὰ τὰ ἐγκλήματα, ἅτινα διαπράτουσι κατ’ αὐτοῦ καὶ τῆς Χώρας, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ ἐκ τῶν πραγμάτων εἰς τὸν σκληροτράχηλον καὶ ἀδιόρθωτον αὐτὸν πολιτικὸν νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀνωτέραν δυναμικότητα τῆς πολιτικῆς παρατάξεώς μας καὶ εἰς τὴν δημιουργηθησομένην πολιτικὴν κατάστασιν, συνεπείᾳ μιᾶς ἠθικῆς καὶ ἐπιτυχοῦς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας καὶ ἀποβλέπων προπαντὸς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας. Πρὸ τῶν ἀντιλήψεων τούτων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὑπευθύνου Κυβερνήτου τῆς Χώρας, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπεχώρησα καὶ ἐγὼ ὁ βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὀπαδὸς τοῦ Ἀρχηγοῦ, ἔχων ἥσυχον τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσα ὑπέρτερον πολιτικὸν καθῆκον. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαῦται ἀντιλήψεις ἐπεκράτησαν καὶ παρεσχέθη ἀμνηστεία εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπευθύνους τοῦ κινήματος τῆς 6ης Μαρτίου, εἶναι, φρονῶ, ἀπολύτως νόμιμον, ἀπολύτως ὀρθόν, ἠθικὸν καὶ πολιτικῶς ἐπιβεβλημένον, ὅπως παρασχεθῇ ἀμνηστεία καὶ εἰς τοὺς ὑπευθύνους τοῦ ἀναμφισβητήτως πολιτικοῦ ἀδικήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, ὡς ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς. Πρέπει νὰ παραμερίσουν ὅλοι οἱ δισταγμοὶ καὶ ὅλαι αἱ δεδικαιολογημέναι ἴσως ἐπιφυλάξεις. Πρέπει προπαντὸς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλομεν διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ αὕτη, ὅταν πρόκειται μεθαύριον νὰ διεξαχθῇ μία δίκη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται νὰ κριθοῦν ὁ Καραθανάσης καὶ ὁ Φρυτζαλᾶς, ἀλλά, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξελιχθῇ καὶ θὰ κριθῇ ὁλόκληρον τὸ αἱμοσταγὲς παρελθὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ ἀμνηστεία λοιπὸν εἶναι ἐπιβεβλημένη. Τότε ἡ γενναία καὶ πατριωτικὴ χειρονομία τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι πλήρης. Τότε ἡ ἐλπὶς τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης τῆς Χώρας θὰ εἶναι κάπως δεδικαιολογημένη. Τότε ἡ πολιτικὴ αὐτὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἔχῃ ἀγαθὴν ἀπήχησιν εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν ἀμφοτέρων τῶν κόσμων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὰς δύο πολιτικὰς παρατάξεις τῆς Χώρας. Τότε ἡ πολιτικὴ αὕτη πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, συνδεδυασμένη, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐλπίδα ἀντιμετωπίσεως τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς Χώρας μας ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ μετὰ τινος ψυχικῆς ἠρεμίας. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνδρ. Στράτος.
§49ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκφράσω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀντιλήψεις μου, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκφράσει καὶ ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως τοῦ κόμματος, ὡς καὶ πλειστάκις ἄλλοτε. Νομίζω ὅτι ἀμνηστεία δὲν δύναται νὰ χορηγηθῇ εἰς πολιτικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἐπάγγελμα τὴν διάπραξιν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς πατρίδος μας. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀμνηστεία δίδεται εἰς πρόσωπα, ἅτινα, ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εἴτε ἐκ παραδρομῆς διέπραξαν ἕν ὡρισμένον ἀδίκημα, εἴτε διαπράξαντες ἀδίκημα μετενόησαν κατόπιν. Ἀλλὰ ὁ ἀμνηστευθεὶς ἤδη πολιτικός, νομίζω, κ. Βουλευταί, κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν θὰ μετανοήσῃ διὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διαπραχθέντα ἀδικήματα, κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀρχομανίαν νὰ ἀφήσῃ τὰ ἐγκλήματα κατὰ τῆς πατρίδος καὶ νὰ δώσῃ χεῖραν βοηθείας διὰ τὴν ἀνόρθωσιν, διὰ τὴν πραγματικὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ἡ κυβερνητικὴ πρᾶξις ὑπῆρξεν σφάλμα, οὐχ ἧττον, ἡ μὴ ἔγκρισις ὑπ’ ἐμοῦ αὐτῆς τῆς πράξεως δὲν θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀπομάκρυνσίν μου ἐκ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, τοῦτο δέ, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι δὲν θέλω, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, νὰ θεωρηθῶ ὡς ὑπαίτιος τῆς ἀνόδου τῶν ἀντιπάλων εἰς τὴν Ἀρχήν. Θὰ ἐκφράσω ὅμως μίαν εὐχὴν διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν ὅπως ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς μὴ παρανοήσῃ τὴν χειρονομίαν, μὴ παρανοήσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ μὴ θεωρήσῃ ὅτι ἡ μὴ ἐπιβολὴ τοῦ κράτους τοῦ νόμου προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐπιβάλῃ. Προπαντὸς δὲ θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅπως ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀντιληφθῇ τὸ μέγεθος τῆς χειρονομίας καὶ τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν κάμνει σήμερον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ, καὶ ὅπως τὸν περιβάλῃ πάντοτε διὰ τῆς στοργῆς του καὶ κιρίως, ὅπως τὸν ὑπερασπίσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς θὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὅπου ὁδηγεῖ συνήθως τοὺς πολιτικούς του ἀντιπάλους. (Χειροκροτήματα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§51Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐφόσον, κ. Βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς μὴ ἔπρεπε, κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἐνόμισα ὑποχρεωμένον ἑαυτὸν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις εἰς τὴν Βουλήν, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι διερμηνεύω τὸ αἴσθημα τῆς κοινῆς γνώμης, τοὐλάχιστον, τῆς μείζονος μερίδος αὐτῆς, ἡ ὁποία κοινὴ γνώμη, ἐκουράσθη ἀπὸ τὴν μακράν, τὴν μακροτάτην περίοδον τῶν ἐσωτερικῶν ἀνωμαλιῶν, τῶν διαμαχῶν καὶ τῶν ταραχῶν καὶ ποθεῖ καὶ ἀξιοῖ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ καταβάλῃ ὅλας της τὰς προσπαθείας διὰ νὰ γαληνεύσῃ ἐπὶ τέλους καὶ ὁ τόπος αὐτὸς καὶ διὰ νὰ ἐπιδοθῇ ἀπερίσπαστος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ οἴκου του. Ὅταν, κατ’ ἀρχὰς ἐλάμβανον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν χώραν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἐνθυμούμεθα, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον ἀπειρίαν ἐπιστολῶν ἀπὸ τὴν περιφέρειάν μου καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μέρη, αἱ ὁποῖαι ὁμιλοῦν εὐγλώττως περὶ τῶν ὅσων σᾶς ἀναφέρω ὡς ἀξιώσεων καὶ ὡς θελήσεων τῆς μείζονος μερίδος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶχον τότε ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ὡμίλησα, διὰ νὰ καταθέσω ὡρισμένας χαρακτηριστικὰς ἐπιστολὰς τῆς θελήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι ὁ ἀμνηστευθεὶς Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχει εἰς τὸ αἷμά του καὶ εἰς τὰ κύτταρά του, τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν ἀναρχίαν, καὶ τὴν διαίρεσιν, τὴν διαιώνισιν τῆς διαιρέσεως καὶ τοῦ μίσους εἰς τὴν Χώραν αὐτήν. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ἀντίπαλα δηλαδὴ κόμματα αὐτοῦ νὰ ρυθμίζουν τὴν θέσιν των κατὰ τὸ «ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος καὶ ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ», δεδομένου ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐκουράσθη ὄντως ἐκ τῶν μακρῶν αὐτῶν ἐρίδων καὶ διαμαχῶν. Ὁ ἑλληνικὸς λαός, κ. Βουλευταί, ραπίσας ὡς ἐρράπισε τὸ κόμμα ἐκεῖνο καὶ τὸν Ἀρχηγόν του κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου, ἔδωκε βεβαίως τὴν ἐντολὴν αὐτὴν εἰς τὰ κυβερνητικὰ κόμματα τῆς γαληνεύσεως καὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προβὰς εἰς τὴν χειρονομίαν αὐτὴν καὶ πράξας τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω, ὅτι ἔχει μαζί του τὸ 95% τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς μείζονος μερίδος τῶν Φιλελευθέρων συμπεριλαμβανομένης, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι πολῖται ἕλληνες· διότι καὶ αὐτοὶ θέλουν νὰ ζήσουν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀδιάφορον ἂν ἐπλανήθησαν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος τοὺς ὡδήγησε πολλὲς φορὲς εἰς τὸ νὰ τοὺς κόψῃ τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ τραπέζι των. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅσα νομίζω ἐγὼ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπουν,—διότι ἐπὶ τέλους τὸ κόμμα χαρακτηρίζει καὶ κάποια πειθαρχία, διότι ἡ πειθαρχία εἶναι τὸ βασικὸν γνώρισμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὑπάγουν ἐμπρός, καὶ νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης καὶ τὰς ἐπαρχίας Βόλου καὶ Λαρίσης νὰ ὑπάρχουν διάφοροι ἀντιλήψεις; Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπαρχίας μου— ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι γνωρίζουν ὅτι, ὅταν ἐκάμαμε μίαν περιοδείαν μετεκλογικήν, ὅλοι μᾶς ἔλεγον: Μὰ τέλος πάντων τί κάμνετε; Στεῖλτε τὸν οἱονδήποτε ταραξίαν εἰς τὸν διάβολον μίαν ὥραν ἀρχύτερα, ἀνασυγκροτήσατε τὴν Χώραν, δώσατε ψωμί, ἡσυχίαν καὶ δουλειὰ εἰς τὸν λαόν. Δὲν νομίζω ὅτι διάφορος ἦτο ἡ γνώμη καὶ εἰς τὴν Φλώριναν, καὶ εἰς τὴν Καστορίαν, καὶ εἰς τὰς Θήβας καὶ τὰ λοιπὰ μέρη.
§52Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν τὴν ἐννοῶ, τὴν κομματικὴν δουλοφροσύνην δὲν ἐννοῶ.
§53Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἀντίληψίς σας. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅταν ἐκπροσωπεῖ τις ἕν κόμμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμίζῃ τὴν θέσιν του ἐκ τῶν ἐσωψύχων πόθων του, ἀλλὰ τὰς προσωπικὰς ἀντιλήψεις του καὶ τὸν ἀτομισμόν του θὰ ὑποτάσσῃ εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα.
§54Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου μου. Ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὄχι ὡς Μπασιᾶκος.
§55Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τότε, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμητε ἓν δημοψήφισμα.
§56Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Τὸ ἔκαμα ἤδη.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε.
§58Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Ἐξελέγην ὡς ἀντιβενιζελικός, ἀπὸ τὸν ἀντιβενιζελικὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας μου. Δὲν ἐξελέγην μὲ χρίσμα οἱονδήποτε.
§59Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὁπωσδήποτε, κ. Συνάδελφε, ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἐὰν ὄντως θέλομεν νὰ μὴ ἐπαναφέρωμεν τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον διεδέχθημεν, νὰ εἴμεθα συσπειρωμένοι περὶ τοὺς Ἀρχηγούς, τοὺς ὁποίους καὶ πεῖρα μακρὰ καὶ πίστις πρὸς τοὺς ἀγῶνας καὶ πατριωτισμὸς ἄφθαστος καὶ τιμιότης ἐξέχουσα τοὺς διακρίνει. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς περιβάλλωμεν μὲ ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἐκτίμησιν καὶ νὰ πειθαρχῶμεν, προπαντὸς νὰ πειθαρχῶμεν, διότι ἄνευ τῆς πειθαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῶμεν ἐκεῖ ποῦ πρέπει νὰ σταθῶμεν καὶ νὰ διοικήσωμεν τὴν Χώραν, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἱκανώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διεδέχθημεν καὶ ὅτι ἔχομεν προσόντα περισσότερα καὶ παλμοὺς περισσοτέρους. Εὐτυχῶς, ὅτι τοὺς παλμοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέδωκε πλήρως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι ὑποχρέωσίς μας εἶναι νὰ μεταδώσωμεν τὸ αἴσθημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκράτησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὰ ὁποῖα ἐξεπλήρωσε καὶ ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, δίδουσα τὴν ἀμνηστείαν, νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν προφορικῶς, μεταβαίνοντες ἐν καιρῷ εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ λέγοντες αὐτὰ τὰ πράγματα ἵνα μὴ βλέπωμεν τοῦ λοιποῦ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν κυμαινόμενον μεταξὺ τῶν ἀπόψεων τῆς μιᾶς μερίδος τοῦ τύπου καὶ τῆς ἄλλης καὶ τῆς μερίδος τῶν ἀδιαλλάκτων. Νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη μας εἶνε μεγάλη καὶ σοβαρά, ἡ εὐθύνη μας ὡς ἐκπροσώπων σήμερον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι σοβαρωτέρα ἀπὸ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας οἱ βουλευταὶ παρελθουσῶν περιόδων εἶχον. Διότι ἀπὸ ἡμᾶς ποὺ ἐψήφισεν ὁ ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ ρίψῃ τὴν ἄλλην παράταξιν, ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιδείξωμεν ὅλην μας τὴν ἀπόδοσιν καὶ νὰ δώσωμεν ὅλην μας τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ βοηθήσωμεν αὐτὴν καὶ νὰ συμβάλωμεν εἰς τὸ ἀνορθωτικόν μας ἔργον. Προπαντὸς ἐκεῖνο τό ὁποῖον θὰ σταθμίσῃ καὶ θὰ κρατήσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου τὴν δρᾶσίν μας, θὰ εἶναι ἡ θετικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκλήθημεν ν’ ἀποδώσωμεν. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ θετικὴν ἐργασίαν ἡ γκρίνια καὶ ἡ διχόνοια καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐφόσον αἱ γνῶμαι ἐκτίθενται ὑπευθύνως ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ μας, ὀφείλουν νὰ εἶναι σεβασταὶ καὶ παρὰ τὸ ἔμβλημα τοῦ βουλευτοῦ τὸ ὁποῖον φέρομεν, πρέπει νὰ ὑποτασσώμεθα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενίκευσιν τῆς ἀμνηστείας, αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου ὤθησε τὸ προηγούμενον ἔγκλημα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου. Οὔτε θέλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην γνώμην, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰς ἀρχάς της καὶ τὰς πεποιθήσεις της καὶ γνωρίζει τὰ πράγματα, εἰς ἐμὲ δὲ ἐναπόκειται νὰ ὑπερψηφίζω ὅσα ἡ Κυβέρνησις φέρει ἐνώπιόν μας. Τὸ θέμα ἐξηντλήθη, διότι οἱ προλαλήσαντες ἐξέθεσαν ἐν πλάτει τὰ γεγονότα. Ἐκεῖνο μόνον ποὺ ἤθελα νὰ εἴπω, εἶναι νὰ πειθαρχήσωμεν, διότι, ἄλλως, ὁ ἀντίπαλός μας, δὲν ἔχει ἀνάγκην φίλων καλλιτέρων ἀπὸ ἡμᾶς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης.
§61Π. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Συνάδελφος ἐκ Βόλου ὡμίλησεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία καὶ ὁ νομὸς Λαρίσης εἶναι σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς 6ης Μαρτίου ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς πληρεξουσίους νὰ προσπαθήσουν νὰ γαληνεύσουν τὸν τόπον, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς καὶ μόνον ζητήματος. Ὅτι τὴν 6ην Μαρτίου ἐν μεγάλῳ συλλαλητηρίῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν λαὸν τοῦ Βόλου, τὸν μαινόμενον καὶ ἀποδοκιμάζοντα τὴν πρᾶξιν τοῦ ἡγέτου τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐξορκίζοντα ἡμᾶς νὰ παραπέμψωμεν αὐτὸν εἰς κρεμάλαν, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις ἐκεῖναι τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου καὶ τῶν ὀπαδῶν τῆς ἀντιβενιζελικῆς παρατάξεως καὶ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι καὶ σήμερον τοιαῦται, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ἔχοντες ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πειθαρχοῦσιν ἀπολύτως εἰς τοὺς σκοπούς του, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἀμνηστεία θὰ σωφρονισθῇ μελλοντικῶς. Εἰς περίπτωσιν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ πράξεις τοῦ ἡγέτου τῶν Φιλελευθέρων ἀποδείξουν καὶ εἰς τὸ μέλλον ὅτι δὲν εἶναι τοιαῦται, οἵας ἠλπίσαμεν, ὅλοι ὅτι θὰ εἶναι, τότε θὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ εἶναι ἡ τελευταία χαριστικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτό.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Στράτος.
§63Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, μετὰ τὴν μακρὰν καὶ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διότι πᾶσαι αἱ ἀπόψεις ἐξετέθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρῶτον οὐδεὶς ἰδιαίτερος δεσμὸς συνδέει τοὺς ἀντιταχθέντας ἐναντίον τῆς ἀμνηστείας καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ἕν σημεῖον ἐκ τῆς ὅλης καὶ μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη εἰς τὸν τύπον ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐρρίφθη τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας πρὸς συζήτησιν, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διὰ τοῦτο ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐκκαθαρίσω ὀλίγον τὴν θέσιν μου καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀπέναντι τοῦ κυβερν. τύπου ἰδίως. Εὐτυχῶς ὁ ἄρτι τοῦ βήματος κατελθὼν ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Βόλου, ἀνεμνήσθη τοῦ σημείου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ πρόκειται ἤδη νὰ ὁμιλήσω. Κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδιχογνώμησαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παροχὴν ἀμνηστείας εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ διαφωνία μου ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, οἱ λόγοι: διὰ τοὺς ὁποίους διεφώνησα, ἐξετέθησαν διὰ μακρῶν εἰς ἰδιαιτέραν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν συνέλευσιν τοῦ κόμματος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Εὔχομαι ὅπως ἡ μακρόθυμος καὶ μεγάλη πρᾶξις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς παροχῆς ἀμνηστείας, ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς γαλήνης τοῦ τόπου. Εὔχομαι δὲ ἡμεῖς νὰ διαψευσθῶμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξεθέσαμεν ἐν τῇ συνελεύσει τοῦ κόμματος. Δὲν θέλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκθέσω ὅλους ἐκείνους τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν εἰς τὸ νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀμνηστείας εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ὅσα οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι εἶπον. Ἐπὶ τοῦ σημείου ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ ὁμιλήσω, κ. Βουλευταί, εἶναι ὅτι ἐχαρακτηρίσθησαν οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, οἵτινες ἀντετάχθησαν πρὸς τὴν παροχὴν τῆς ἀμνηστείας, ὡς ἀδιάλλακτοι. Καὶ ἐγράφησαν ἐπὶ σειρὰν ἡμερῶν εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἐφημερίδας μὲ τὰς ὁποίας μᾶς συνδέουν ἀγῶνες μακροί, ἄρθρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γραφῶσι. Διότι, Κύριοι, μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἀδιάλλακτος. Διότι, ἂν ἀδιάλλακτοι εἴμεθα, δὲν θὰ ἀπεδυόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ δὲν θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Διότι φρονῶ, ὅτι ὅταν εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, δὲν ὀφείλει νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν προσωπικήν του κρίσιν, κατὰ τὰς συμπαθείας του καὶ ἀντιπαθείας του, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ κρίνῃ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, καὶ ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Χώρας. Ἀποκρούω λοιπὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὁ κυβερνητικὸς κυρίως τύπος ἔδωκεν εἰς τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ἀμνηστείας. Εἴμεθα, Κύριοι, διαλλακτικώτεροι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ἑαυτοὺς διαλλακτικούς. Πράγματι ὁ ἑλληνικὸς λαός, διῃρέθη εἰς δύο μεγάλας μερίδας, εἰς τὴν μερίδα τῶν ἀδιαλλάκτων καὶ εἰς τὴν μερίδα τῶν διαλλακτικῶν. Ἀλλὰ τὴν μερίδα τῶν ἀδιαλλάκτων ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ του. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἀδιάλλακτον μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀρχηγόν του. Καὶ ἐνῶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐνέσκηψε κατὰ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου τῷ 1928 ὑπέκλεψε τὰς ψήφους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁμαδικῶς παραφρονήσαντος, διότι ἐπείσθη εἰς ἐκείνου τὰ κηρύγματα τῆς συμφιλιώσεως, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν εἰς κάθε προεκλογικόν του λόγον. Ἔλεγε, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι μέλημα κύριον τῆς ὑπολοίπου ζωῆς του, θὰ εἶναι ἡ γεφύρωσις τοῦ χάσματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς μόνος ὡμολόγησεν ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς του ἐπέφερεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν! Εἰς ταῦτα, κ. Βουλευταί, πεισθέντες οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος τοῦτο. Ἀντὶ τούτου ὅμως, Κύριοι, θὰ σᾶς ὑπομνήσω ποία εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξίς του, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν συνδιαλλαγὴν καὶ συμφιλίωσιν τῶν δύο κόσμων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῇ, διότι ἦτο αἰτία ἀνησυχίας ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τὸ πρῶτον, Κύριοι, σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου εἰς τὴν ἐνέργειαν. Πλεῖσται δὲ πράξεις ἐπηκολούθησαν διὰ νὰ εὐρύνουν τὸ χάσμα καὶ διὰ νὰ ρίψῃ κατὰ πρόσωπον μιᾶς μεγάλης μερίδος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἔλεγεν, ὅτι δηλ. θὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα. Ἀνέθηκεν Ὑπουργεῖον εἰς τὸν πρωτουργὸν τοῦ αἵματος, ἔκαμε κατὰ συνέχειαν Ὑπουργοὺς ὅλους τοὺς στρατοδίκας. Ἀπέσχε τότε τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ἐζήτησε, τί ἐζήτησε, κ. Βουλευταί; Ἐζήτησε νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ πρωτουργὸς τοῦ αἵματος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ οὔτε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων συνεφώνησεν εἰς αὐτό. Ὥστε, λοιπόν, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦμεν τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν πολιτείαν, πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς ἀδιάλλακτοι; Ἀδιάλλακτοι, λέγομεν, εἶναι ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ τῶν φιλελευθέρων, καὶ διαλλακτικοὶ εἴμεθα ἡμεῖς, ἡ μερὶς ἡ κυβερνητική, ἡ παράταξις ἡ κυβερνητικὴ ὁλόκληρος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν, Κύριοι, εἴμεθα ἀδιάλλακτοι, κατὰ ποίαν λογικὴν σειρὰν θὰ ἐνομίζετο, ὅτι εἶναι δυνατὸν πολιτικοὶ ἄνδρες ἐκ τῶν προσωπικῶν αὐτῶν παθῶν ὁρμώμενοι νὰ κανονίζουν τὴν στάσιν των ἔναντι τοῦ κόμματος καὶ ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐτάχθησαν νὰ ὑποστηρίξουν; Τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἦτο πλάνη οἰκτρά, ἐὰν ἐνομίζετο, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δύνανται νὰ κανονίζουν τὴν πολιτικήν των στάσιν, βάσει τῶν προσωπικῶν παθῶν καὶ τῶν προσωπικῶν των ἀντιθέσεων. Ἐγὼ τουλάχιστον, δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι οὐδὲν προσωπικὸν πάθος μὲ ὤθησεν ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ μὴ θελήσω νὰ δώσω τὴν συναίνεσίν μου πρὸς χορήγησιν ἀμνηστείας. Γενικώτερα καὶ ὑψηλότερα συμφέροντα τῆς Χώρας, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, μὲ ὤθησαν, ὥστε νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Εὔχομαι ὅμως καὶ πάλιν, ὅπως ἡ μεγάλη πρᾶξις τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τῆς πατρίδος, διὰ τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω. (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουπαροῦσος.
§65Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ κανείς, κ. Βουλευταί, παρὰ νὰ συμπάσχῃ μὲ τοὺς προλαλήσαντας ἀγορητάς, οἱ ὁποῖοι πολλὰ ἀδικήματα μᾶς ὑπέμνησαν, τὰ ὁποῖα διέπραξε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἄνθρωποι εἶναι, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς παρὰ νὰ εἶναι συμπαθὴς πρὸς αὐτούς. Ἄς εἶναι ὅμως βέβαιοι, ὅτι, πειθαρχήσαντες εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, προσέφεραν μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ὡς εἶναι ἡ ἱστορικὴ χειρονομία τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι ὄντως, Κύριοι, ἡ χειρονομία αὐτὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, θὰ γραφῇ μὲ χρυσᾶ γράμματα εἰς τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Δέν θέλω νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ χειρονομία αὐτὴ εἶναι ἱστορική. Ταῦτα ἀνεπτύχθησαν ἐν ὀλίγοις καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ παρ’ ἄλλων ρητόρων. Οὔτε ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐξάρω τὴν χειρονομίαν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα διαπιστώσω κἄτι τι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρήλασαν δύο ἐκ τῶν ρητόρων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἐζήτησαν τὴν ἀμνήστευσιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου. Νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς 6ης Ἰουνίου, εἶναι πολιτικόν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι πολιτικόν, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ μία φωνὴ ἐκτὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι οἱ ἀποπειραθέντες, οἱοιδήποτε εἶναι, δὲν ἔκαμαν ἔγκλημα κοινὸν ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, λόγῳ ἐκδικήσεως ἢ δι’ ὡρισμένους ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἔκαμαν ἔγκλημα πολιτικόν, διότι ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουν, ὅτι, ὄντως, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶναι καταλυτὴς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὄντως ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν πιστεύει εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὅτι ὄντως ἡ ἱστορία τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου γέμει στάσεων, ἐπαναστάσεων, κινημάτων καὶ παντὸς εἴδους ἐνεργειῶν ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τί πιστεύω ἐγώ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ὅτε ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦ μακαρίτου Μπουσίου, τὸ συνεργασθέν μετὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ ὅτε ἀργότερον εὑρισκόμην εἰς τὴν παράταξιν τῶν Φιλελευθέρων καὶ διεξῃγάγομεν πολιτικοὺς ἀγῶνας ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐπίστευον καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἅπαντες οἱ Λαϊκοὶ πιστεύουν πραγματικῶς, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶναι καταλυτὴς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὁρμώμενοι οἱ ἐγκληματίαι τῆς 6ης Ἰουνίου, διέπραξαν τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν. Ὄντως δὲ τοιουτοτρόπως σκεπτόμενοι διέπραξαν πολιτικὸν ἀδίκημα. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, καὶ πολὺ δικαίως οἱ δύο προλαλήσαντες βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀμνηστευθῶσι καὶ οἱ διαπράξαντες τὸ ἀδίκημα τῆς 6ης Ἰουνίου. Ἀλλὰ, ἐὰν συνέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τολμήσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἀμνηστείαν ταύτην καὶ ἐὰν διὰ λόγους ἠθικῆς τάξεως δὲν ἀπηύθυναν τὴν σύστασιν ταύτην καὶ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ ὁ ξένος πρὸς τὸ Λαϊκὸν κόμμα νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἀμνήστευσιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου, εἶναι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. (Χειροκροτήματα). Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκω εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, νὰ εἴπω εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ἐὰν τὸ εὐαγγέλιον τῆς συμφιλιώσεως τὸ ὁποῖον ἐκήρυξεν ἀπὸ τὸ 1928 καὶ ἐντεῦθεν εἶναι ἀληθές, καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγει καὶ γράφει καὶ πιστεύει δῆθεν, ὅτι πρέπει νὰ γεφυρωθῇ τὸ χάσμα, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ σήμερον τὸν ἀντίπαλόν του Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὴν ἱστορικὴν χειρονομίαν τῆς ἀμνηστεύσεως τῆς 6ης Μαρτίου. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀφήσῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον καὶ ἂν πραγματικῶς εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου του θέλει ἐπὶ τέλους, διότι ἔτσι λέγει, ὅτι θέλει νὰ κλείσῃ τὰ μάτιά του ὅταν συμφιλιώσῃ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν πιστεύῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφει καθημερινῶς εἰς τὰ ἄρθρα του, ὅτι αὐτὸς εἶναι διαλλακτικὸς καὶ ὅτι ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ κόσμος εἶναι ἀδιάλλακτος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν χειρονομίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐάν, λοιπόν, ὁ κ. Ἐλ. Βενιζέλος, νομίζῃ ὅτι θέλει νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ φρονεῖ ὅτι εἶναι Ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ ὄχι ἀρχηγὸς μιᾶς θρησκείας — ὅπως πιστεύουν οἱ ἰδικοί του — ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ ἔλθῃ καὶ τὴν χειρονομίαν τῆς ἀμνηστεύσεως τοῦ ἐγκλήματος τῆς 6ης Ἰουνίου νὰ κάμῃ. Ἄλλως δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ προσπαθῇ πάσῃ δυνάμει νὰ κρατήσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὅπως τὴν ἐκράτησεν ἐπὶ εἴκοσι χρόνια, διῃρημένην, διότι διὰ τῆς διαιρέσεως πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν διοικήσῃ. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου.
§67Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ τῆς ἀμνηστεύσεως ἠκούσαμεν ὡραίους λόγους καὶ ὡραῖα ἐπιχειρήματα — καὶ δὲν ἦτο βέβαια δύσκολον νὰ ἀκούσωμεν τόσα ὡραῖα ἐπιχειρήματα καὶ ὡραίους λόγους καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἀπόψεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης, δεδομένου ὅτι τόσον μεγάλα ζητήματα καὶ μεγάλαι ἀποφάσεις, ἔχουν καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά. Οὐδεὶς βέβαια δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἶναι πρότασις δικαιοτάτη, ἐνέχουσα μεγάλην πολιτικὴν σκοπιμότητα καὶ ἀλήθειαν. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι καὶ ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πρᾶξις ἐξόχως μεγαλειώδης, ἐξόχως πατριωτική, πρᾶξις ὄντως ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ πλανώμεθα καὶ νὰ παραβλέψωμεν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐξαντλούμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ εἰς τὸ πῶς νὰ ἐκδικηθῇ ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Νομίζω ὅτι ἄλλην ἐντολὴν μᾶς ἔδωκεν ὁ λαός, παρὰ αὐτήν. Ὁ λαὸς μᾶς ἀπέστειλεν ἐδῶ πεινῶν, ριγῶν, γυμνητεύων μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὰς τύχας του, νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸ ψωμί του. Ἀδιαφορεῖ ὁ λαὸς περὶ τῶν ἐκδικήσεων καὶ τῶν ἀντεκδικήσεων. Δύναμαι δ’ ἐγκύρως νὰ εἴπω ὅτι ἡ ψυχολογία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ὅπως τὴν φανταζόμεθα, τυραννική, δὲν εἶναι αἱμοδιψὴς καὶ φιλέκδικος. Δὲν θέλει ἐκδικήσεις ὁ λαός· τοὐναντίον, θέλει λήθην καὶ συγγνώμην καὶ πρὸ παντὸς θέλει λήθην τοῦ παρελθόντος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ λαοῦ γενικῶς παραδεδεγμένη καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία. Εἰς τὰ πολιτικὰ γεγονότα ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἐκεῖναι δίκαι, αἱ σκανδαλώδεις, εἴτε δίκαιαι, εἴτε ἄδικοι ἦσαν, ὅλαι κατεκρίθησαν ἀπὸ τὸν πολύν, τὸν φιλήσυχον λαόν — ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ ψωμί του—καὶ ὄχι βέβαια ἀπὸ τὸν ὀλίγον ἐκεῖνον λαόν, ὁ ὁποῖος θητεύει περὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ παραβλέψωμεν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὄπισθεν τοῦ κ. Βενιζέλου, Κύριοι, σύρεται εἷς λαὸς ὁλόκληρος, εἴτε πολύς, εἴτε ὀλίγος, — πάντως σύρεται εἷς λαός, ὅπως ὄπισθεν ὅλων τῶν κομμάτων σύρεται εἷς ἄλλος λαός. Ποῖος θὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι ἀθῷος τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ τῆς 6ης Μαρτίου ὁσαδήποτε ὀρθὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἂν προσαγάγῃ; Ἢ ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς θὰ πείσῃ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κ. Βενιζέλου ὁσαδήποτε πάλιν ὀρθὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἂν ἐπικαλεσθῇ; Τοὐναντίον μάλιστα νομίζω ὅτι μὲ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ καὶ τὰς συζητήσεις καὶ προστριβὰς θὰ φανατίσῃ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ νὰ ἐμμείνουν εἰς τὰς ἰδέας των. Εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ ὀπαδοὶ ἑκάστου κόμματος πιστεύουν ὡς θρησκείαν τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος. Ἑπομένως ἡ δίκη ἢ ἡ καταδίκη δὲν ἔχει ἄλλο ἀποτέλεσμα παρὰ μόνον τὸν φανατισμὸν καὶ τὴν ἐμμονὴν εἰς τὰς ἰδέας, ἐνῷ ἡ λήθη, ἡ συγγνώμη, ἂν δὲν εἰρηνεύσῃ τὸ σύμπαν καὶ ἂν δὲν μεταβάλῃ ὅλους τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κόμματος, τοὐλάχιστον ἕν μέρος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν θὰ εὑρεθῇ νὰ εἴπῃ: Βρὲ ἀδελφέ, εὑρέθη ἐπὶ τέλους καὶ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρριψε λήθην καὶ ἐσκέφθη πατριωτικῶς καὶ ὄχι κομματικῶς. Καὶ θὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας: «Πηγαίνετε στὸ διάβολο καὶ ἀφῆστέ μας ἡσύχους». Διὰ τοῦτο, Κύριοι ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ τὰς τοιούτου εἴδους προστριβὰς καὶ νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐξόχως πατριωτικὴν καὶ ἐξόχως σκόπιμον διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§69Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον καθόλου κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, διότι βεβαίως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐγκρίνω τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον μάλιστα ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι καὶ πατὴρ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Διότι πρῶτος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν περὶ παραπομπῆς τοῦ ἀμνηστευθέντος πολιτικοῦ τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως, ἐν κατακλεῖδι τοῦ λόγου μου εἶπον: Ἂς ἀνωμολόγει τὴν πρᾶξιν του καὶ ἡμεῖς πρῶτοι δὲν θὰ ἐφέρομεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν φίλων του καὶ συνενόχων του ἀνωμολόγησαν τὴν πρᾶξιν των καὶ ἠμνηστεύθησαν εἰς τὰς ψυχάς μας. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνον ἀκόμη τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνωμολόγησε — διότι τὶ ἄλλο παρὰ ὁμολογία ἦτο τὸ ἰντερβιοὺ ἐκεῖνο, τὸ ἰδιαίτερον, εἰς τὸν νυκτερινὸν θάλαμόν του μετὰ τοῦ Συνταγματάρχου Πλαστήρα —τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμολόγησε, δὲν ἔχομεν παρὰ χάριν τῆς γαλήνης τοῦ τόπου νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν χορήγησιν ἀμνηστείας. Ὁ λαὸς γνωρίζει ποῖος εἶναι ὁ κύριος ἔνοχος, εἶπα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς, καὶ ἑπομένως, δὲν εἶχον λόγους σήμερον νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς χορηγηθείσης ἀμνηστείας. Ἐζήτησα ὅμως τὸν λόγον διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἐκκαθάρισιν μιᾶς φράσεως, ἡ ὁποία ἠκούσθη ἀπὸ τὰ στόματα πολλῶν ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων, ἰδιαίτατα δὲ ἐπανελήφθη, ἐπανειλημμένως μάλιστα, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου Συνάδελφον, τὸν κ. Ἀποστολίδην, τὴν φράσιν, τῶν ἀδιαλλάκτων, τῶν ἀδιαλλάκτων τῶν ἀδιαλλάκτων...
§70Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Περὶ πειθαρχίας ὡμίλησα, ὄχι περὶ ἀδιαλλαξίας.
§71Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ. Τὶ εἶναι, Κύριοι, ὁ ἀδιάλλακτος, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ἰδικήν σας, καὶ τί εἶναι ὁ διαλλακτικός; Ὁ ἀδιάλλακτος εἶναι ὁ κρίνων μὲ τὰ αἰσθήματα, ὁ κρίνων μὲ τὰς παραδόσεις, ὁ κρίνων μὲ τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ, μὲ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως, μὲ τὴν φωνὴν τοῦ καθήκοντος. Καὶ ὁ διαλλακτικὸς ποῖος εἶναι; Διαλλακτικὸς εἶναι ὁ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέτων τὸ συμφέρον τῆς Χώρας, ὁ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέτων τὸ συμφέρον τῆς γαλήνης, ὁ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο οἱονδήποτε θέτων τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἐπιτρέψατέ μας λοιπόν, Κύριοι, ὅταν λέγετε τὴν λέξιν «ἀδιάλλακτος», νὰ μὴ θέλετε νὰ γίνωνται κρίσεις περὶ τῶν ἀδιαλλάκτων καὶ τῶν διαλλακτικῶν. Διότι, ἂν διὰ τῆς λέξεως «ἀδιαλλαξία» τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, μᾶς ἐνεχάραξεν εἰς τὸ μέτωπον, δίκην σφραγῖδος, ὅ τε βενιζελικὸς καὶ ὁ ἀντιβενιζελικὸς τύπος, ἂν θέλετε, διὰ τῆς λέξεως ταύτης νὰ εἴπητε ὅτι ἀδιάλλακτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θρηνήσαντες πρὸ τῶν νωπῶν τάφων τῶν Ἀρχηγῶν των, ἀδιάλλακτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θάψαντες μὲ τὰς ἰδίας των χεῖρας τοὺς τραυματίας φίλους καὶ συναδέλφους των ἐν ἐξορίᾳ, ἀδιάλλακτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὰ βάθη τῶν σκοτεινῶν φυλακῶν καὶ τῆς ὑγρασίας ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἐξορίας καὶ τῶν κάμπων τῆς Μυτιλήνης, ἀπὸ τὰ βάθη τῶν φυλακῶν μὲ τὰς χειροπέδας, ἦλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἔτεινον τὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἀντιπάλους των καὶ ἐψήφισαν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, τότε δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἀνήκει τὸ στίγμα τῆς ἀδιαλλαξίας. Ἡμεῖς οἱ ἀδιάλλακτοι, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖτε, εἴμεθα οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐλησμόνησαν χάριν τῆς γαλήνης τοῦ τόπου, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας, χάριν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετήσαμεν, ὑπηρετοῦμεν καὶ θὰ ὑπηρετήσωμεν πιστῶς, χάριν αὐτῆς καὶ μόνον, ἐπάθαμεν τὸ πᾶν καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς τὰς μεγαλειτέρας θυσίας καὶ οὐδέποτε ἐγογγύσαμεν. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν; Οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζοντες εἰς ἐξοντωτικὸν ἀγῶνα τὴν καταδίωξιν ἑνὸς Συνταγματάρχου, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε νὰ καταλύσῃ τὸ καθεστώς, οἱ κηρύσσοντες τὸ κήρυγμα τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ, διότι μερικοὶ αἰσθηματίαι ἔρριψαν σφαίρας τινὰς ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ των, αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀδιάλλακτοι; Αὐτοὶ εἶναι οἱ διαλλακτικοί, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν ἡμᾶς, καὶ σεῖς οἱ Συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σεῖς οἱ συμπάσχοντες ὁμοϊδεάται μας, σεῖς θέλετε νὰ μᾶς ρίψετε τὸ στίγμα τοῦ ἀδιαλλάκτου; Ὅταν ἡμεῖς λησμονοῦμεν, ὅταν ἡμεῖς δίδομεν τὴν ἀμνηστείαν, ὅταν δίδομεν φιλίαν χεῖρα, τὴν χεῖρα ἡμῶν, τὴν φέρουσαν τὰ ἴχνη τῆς χειροπέδης, πρὸς τὴν αἱμοσταγῆ χεῖρα τῶν ἀντιπάλων μας, τι ζητεῖτε ἐπὶ τέλους ἀπὸ ἡμᾶς, κ. Ἀποστολίδη;
§72Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀδιαλλαξίας, ἀλλὰ περὶ πειθαρχίας. Ζητοῦμεν νὰ ὑποτάξητε τὰ αἰσθήματά σας τὰ ἐσώψυχα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, εἰς τὸ συμφέρον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι πρὸ ὀφθαλμῶν.
§73Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς πάντοτε ὑπετάξαμεν τὰ πάντα εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος.
§74Β. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τόσην κρίσιν, ὥστε ἔκρινε καὶ ἡμᾶς καὶ ἐκείνους, καὶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κρίσις τῆς 5ης Μαρτίου ἦτο ἀπόδειξις πασιφανής, τοῦ βαθυτέρου αἰσθητηρίου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔκρινε καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ προγράμματα καὶ πράξεις.
§75Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ ἔφερεν ἡ ἀνάγκη τῆς διαμαρτυρίας, τὴν ὁποίαν εἶχε καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ σεβασθῇ. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅμως, ἡμεῖς οἱ τοσάκις θυσιάσαντες τὸ πᾶν καὶ ὑποστάντες πληγὰς καὶ κακώσεις καὶ μίση ἀκόμη χάριν τῆς γαλήνης τοῦ τόπου, ἀξιοῦμεν νὰ μὴ ἀκούωμεν τὴν λέξιν «ἀδιάλλακτος», ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι μία ἀξίωσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ σεβαστή. Εἶναι μία ἀξίωσις τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ γαλήνη τοῦ τόπου, διότι μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττετε σεῖς, Κύριοι, ἐξωθεῖτε εἰς ἀδιαλλαξίαν. Μὲ αὐτὴν τὴν προσπάθειαν νὰ παραστήσητε ὁ εἷς τὸν ἄλλον φιλειρηνικώτερον, δημιουργεῖτε τὴν ἀδιαλλαξίαν. Κύριοι, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ τελειώνωμεν μὲ τὴν συζήτησιν αὐτήν. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι, παρὰ τὴν γενναιόφρονα πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὄχι μόνον ἐνεκρίναμεν, ἀλλὰ πρῶτοι εἰσηγήθημεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δὲν θὰ κατορθώσωμεν, δυστυχῶς, νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν ἀμνηστευθέντα χθὲς Ἀρχηγὸν τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως, δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος πρὸς τὸν τόπον αὐτόν, τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος πρὸς γαλήνευσιν καὶ ἡσυχίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ, τὸ αἴσθημα ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, τέλος πάντων, νὰ ζήσῃ ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ. Ἔχομεν δὲ τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν διὰ τῶν χθεσινῶν του δηλώσεων. Ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην προαίσθησιν, ἡ ὁποία φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ διαψευσθῇ, τὴν προαίσθησιν, ὅτι τὸ μὲν κόμμα τῆς ἀριστερᾶς θὰ ἐπανέλθῃ καὶ θὰ προσπαθήσῃ, ἐντὸς ἴσως τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, νὰ ἀντικρούσῃ καὶ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀμνηστευθεὶς πολιτικὸς ὅμως δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀμνηστευθεὶς οὗτος πολιτικὸς νὰ δεχθῇ ποτε συζήτησιν ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν πράξεών του. Οὕτως ἐσυνήθισε νὰ διοικῇ τὴν Χώραν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζήσῃ μεθ’ ἡμῶν εἰς ὁμαλὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Τὸ ἀπέδειξεν ἐδῶ καὶ εἴκοσι χρόνια. Δι’ αὐτὸ παραμένει ἐκτός, καραδοκῶν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ διάβημα τῆς 6ης Μαρτίου. Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι ἡ πεποίθησίς μας. Βεβαίως, εἴχομεν καθῆκον, καὶ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις καθῆκον νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε, διότι τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγοὺς δὲν δύναται νὰ κρίνῃ οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἡ Κυβέρνησις μιᾶς Χώρας. Ἴσως, μάλιστα, ἂν ἤθελα νὰ συνταγματολογήσω, ἡ Κυβέρνησις θὰ μὲ εὕρισκεν ἀντίθετον καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀμνηστείας, ἄν, δηλονότι, ἠδύνατο, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπαιτεῖ μακρὰν συζήτησιν καὶ δὲν πρέπει τώρα νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν παροχὴν ἀμνηστείας, ἡμεῖς οἱ πιστοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, πιστοὶ ὀπαδοὶ τῆς ἀντιβενιζελικῆς ἰδεολογίας, χειροκροτοῦμεν τὰς πράξεις της καὶ εὐχόμεθα ὅπως, ἔστω καὶ ἀργά, ἔστω καὶ ἐκ τύχης, ἔστω καὶ ἐκ τοῦ μοιραίου, ἐπέλθη ἡ γαλήνευσις τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5354 περὶ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τριπόλει νοσοκομείου «Ἡ Εὐαγγελίστρια». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου: «Περὶ ὑπαγωγῆς καὶ ὀργανώσεως τῆς κατὰ θάλασσαν Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ καθορισμοῦ τρόπου καταβολῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως εἰς ἀναγκαστικὸν δασικὸν συνεταιρισμὸν Πισοδερίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τρόπου ἐξοφλήσεως ὀφειλῆς Δήμου Ἀθηναίων πρὸς Δημόσιον ἐκ ρυμοτομίας οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου, κειμένου ἐν Ἀθήναις καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μητροπόλεως». (Μηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 2ου ἐδαφίου τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ νόμου 5060».
§84ΣΠ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπ’ αὐτοῦ δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ Ἑλληνικῆς Θαλασσίας Ἑνώσεως».
§87ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σύμφωνα μὲ αὐτὰς τὰς τροπολογίας.
§88Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Ἐπὶ μιᾶς τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἔχω ἀντίρρησιν. Ὁ λόγος τῆς ἀντιρρήσεώς μας εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ διορθώνουσα τὸ σχέδιον νόμου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐθέσπισε ὅτι δὲν εἶναι δεκτὸν ὁ νόμος νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπιθυμῇ, νὰ ἐπιχορηγήσῃ ἕν οἱονδήποτε τμῆμα τῆς Θ.Ε.Ε. νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπιχορηγήσῃ καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ἐτροπολόγησε τὸ σχέδιον νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀποσβένει τὸ ζήτημα τῆς ἐνισχύσεως. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἄποψιν ταύτην.
§89ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, ἀφοῦ κάμνομεν τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ὁρίζομεν ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων ὡρισμένους φόρους διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Θαλασσίαν Ἕνωσιν, περιττεύει πλέον πᾶσα κρατικὴ ἐνίσχυσις. Τώρα, ἂν τὸ Κράτος ἔχει τόσα χρήματα, ὥστε νὰ τοῦ περισσεύουν νὰ δίδῃ καὶ ἐκεῖ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίρρησιν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ τεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§90Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἠμπορῇ νὰ δίδῃ χρήματα εἰς τὰ τμήματα ἀπευθείας ἡ Κυβέρνησις.
§91ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐγώ, δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§92Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κρίνω ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον.
§93ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἀποσύρω.
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§95Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναβληθῇ, ἐφόσον ἐζήτησα τὸν λόγον.
§96ΑΛ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ δίδῃ καὶ εἰς τὰ τμήματα καὶ εἰς τὸ κέντρον ὅσα χρήματα θέλει.
§97Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιχορηγήσῃ τὰ τμήματα τῆς Ε.Θ.Ε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας νόμου 4477». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1923 Νομ. Διατάγματος «περὶ Ποινικοῦ καὶ Πειθαρχικοῦ Κώδικος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4780 περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων καὶ ἀποζημιώσεως κατόχων οἰκημάτων ἐν τῷ συνοικισμῷ Ἁγίας Φωτεινῆς Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 9 μ.μ.)