| 1489 | Παραγωγὴ | Παραγωγὴ | ||
| 1490 | 1930 | 1932 | ||
| 1491 | ||||
| 1492 | Νήματα ἐκ βάμβακος | 917.300.000 | 600.000.000 | |
| 1493 | Ὑφάσματα ἐκ βάμβακος | 262.500.000 | 600.000.000 | |
| 1494 | Κλωσταὶ ἐκ βάμβακος | 6.000.000 | 10.000.000 | |
| 1495 | Νήματα ἐξ ἐρίου διὰ τάπητας | 108.000.000 | 108.000.000 | |
| 1496 | Νήματα πεκὲ ἐξ ἐρίου | 47.800.000 | 60.000.000 | |
| 1497 | Ὑφάσματα ἐξ ἐρίου | 342.000.000 | 750.000.000 | |
| 1498 | Τάπητες ἀνατολικοὶ | 37.500.000 | 30.000.000 | |
| 1499 | Μέταξα ἀναπησμένη | 87.500.000 | 150.000.000 | |
| 1500 | Ὑφάσματα ἐκ μετάξης | 227.000.000 | 550.000.000 | |
| 1501 | Μέταξα τεχνητή | 100.000.000 | 150.000.000 | |
| 1502 | Σάκκοι κενοὶ | 168.000.000 | 210.000.000 | |
| 1503 | Ὑφάσμ. συσκευασίας καπνοῦ | 50.000.000 | 50.000.000 | |
| 1504 | Σχοινιὰ καὶ σπάγγοι | 70.000.000 | 70.000.000 | |
| 1505 | Προϊόντα πλεκτὰ ἐν γένει | 270.000.000 | 300.000.000 | |
| 1506 | Σύνολον | 1.810.200.000 | 3.166.680.000 |
1933.09.11
2.839 στίχοι · 21.330 λέξεις · 1 πίνακας · 235 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38η
ΔΕΥΤΕΡΑΣ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1933
Προεδρία κ. Χ. ΒΟΖΙΚΗ
(Ὥρα 5 καὶ 30′. μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Ὁ βουλευτὴς Καστορίας κ. Ν. ΝΤΑΛΙΠΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα ὀργανώσεων τῆς Ἐπαρχίας Καστορίας, ζητούντων τὴν συμπλήρωσιν τῆς Μητροπολιτικῆς ἕδρας Καστορίας διὰ τῆς χειροτονίας τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱλαρίωνος Βασδέκα. —Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σάμου, περὶ ρυθμίσεως ὀφειλομένων φόρων δι’ ἀποστάγματα οἰνοπνεύματος παλαιῶν ἐτῶν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Κοινότητος Καρποφόρας Πεταλιδίου, ζητούσης τὴν ἀναστολὴν τῶν δημοσίων φόρων καὶ χρεῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν καὶ χρησιμοποίησιν μετ’ ἐλαιολάδου λινελαίων καὶ ἰχθυελαίων. —Οἱ κιτροπαραγωγοὶ Κασσάνου Κρήτης, Βιάννου, Παρτήρων, Ἀποκορώνου, Φουρνὲ–Κυδωνίας, Καλοῦ Χωρίου Πεδιάδος, Μοχοῦ, Μελιδονίου, Πανόρμου, Μυλοποτάμου, καὶ Ἀγγελιανῶν ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 4878 διὰ τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν κίτρων των. —Ἡ Μελέκη θυγάτηρ Φουὰτ Πριόνο, Μεχμὲτ Φουὰτ Πριόνο, Ἐμὶν Φουὰτ Πριόνο, ὁ Χαλὴτ Φουὰτ Πριόνο καὶ λοιποὶ, ζητοῦν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων των πρὸς καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεώς των κλπ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν καὶ χρησιμοποίησιν μετ’ ἐλαιολάδου λινελαίων καὶ ἰχθυελαίων παρὰ τῆς Ἑταιρείας Ἐλαιοφοινῖξ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Κοινότητος Γκρέκα, ζητούσης ἐνίσχυσιν κατόπιν τῆς καταστροφῆς τῆς σταφιδοπαραγωγῆς των. —Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀρμενάδων ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Σπυρίδωνος Ἀθ. Χανδρινοῦ, παραιτηθέντος Ἀνθυπασπιστοῦ Πεζικοῦ, ζητοῦντος τὴν ἀπονομὴν συντάξεως ἢ τὴν εἰς τὸ στράτευμα ἐπαναφοράν του. —Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Κυπαρισίας ὑποβάλλει σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 22 Ἰουλίου 1933 περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 22 Ἰουλίου 1933 περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 4448 καὶ 4685 «περὶ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν» καὶ ζητεῖ τὴν ἀποδοχὴν αὐτοῦ. —Ὁ Νομάρχης Πατρῶν ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ριόλου, ζητοῦντος τὴν ἐξαίρεσιν ἐκ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καὶ κοινοτικῶν λειβαδίων. —Ὁ Κωνσταντῖνος Γρηγ. Λάμπος, Ταγματάρχης ἐν ἀποστρατείᾳ, κάτοικος Λαμίας, ὑποβάλλει ἀναφορὰν «περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν». Ὁ κ. Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ συστάσεως γενικῆς διευθύνσεως τοῦ καπνοῦ» —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ καὶ Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑ-ΤΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Κρατικῆς Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου.
§3Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικά, προκειμένου περὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων», φέρομαι ὡς ζητήσας νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθεῖσα, ἐνῷ ἐγὼ εἶπα τὸ ἀντίθετον. Δὲν θὰ ἠδυνάμην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ κάμω τοιαύτην πλαστογράφησιν τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, διαμαρτύρομαι δέ, διότι εἰς τὰ πρακτικὰ φέρεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν Παρασκευὴν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη νόμου, ἐνῷ τὴν ἐψήφισε πράγματι. Εἶναι πρωτάκουστον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα!
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀκούσω τὶ εἴπετε. Παρακαλῶ νὰ τὰ ἐπαναλάβητε.
§7Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ θεωρήσῃ ὡς μὴ ψηφισθεῖσαν τὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων», τὴν ὁποίαν εἶχε ψηφίσει ἤδη ἡ Βουλή. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ἀντικανονική, διότι πρότασις νόμου, ἡ ὁποία πράγματι ἐψηφίσθη, δὲν δύναται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθεῖσα. Διὰ νὰ καταργηθῇ μία πρότασις νόμου καὶ εἷς νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἀναγκαίως νέον σχέδιον νόμου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ συζήτησις καὶ διὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον φέρεται γεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπεστήριξε τὴν παράδοξον ἀληθῶς θεωρίαν, ὅτι οὐδεμία πρότασις νόμου δύναται νὰ ψηφισθῇ ἂν δὲν ἐγκριθῇ παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Νομίζω, ὅτι μία τοιαύτη ἀξίωσις θὰ ἦτο κατάργησις τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις νόμων. Εἰδικῶς δὲ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου ὑπεβλήθη κανονικῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὑπογεγραμμένη παρὰ δεκάδος βουλευτῶν, εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, ἐγένετο ἡ ἔκθεσις, ἥτις κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, μεθ’ ὃ ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἐψηφίσθη. Πῶς εἶναι τώρα δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς καταργηθεῖσα; Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ τύπου. Ἀποτελεῖ προσβολὴν αὐτῆς τῆς Βουλῆς νὰ θεωρηθῇ ὅτι παριστάμεθα ἡμεῖς, οἱ βουλευταί, ἐδῶ ἐν εἴδει ἀνδρεικέλων, δηλ. ὅτι ἐξακολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον εἶχε πολιτικὰ ἀνδρείκελα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἰδίαν γνώμην καὶ ἰδίαν ὑπόστασιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν νὰ παριστάμεθα ἐδῶ καὶ τὴν μίαν ἡμέραν νὰ λέγωμεν ἄλλα καὶ τὴν ἄλλην νὰ ξελέγωμεν. Φρονῶ, ὅτι δέον νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον αὐτό.
§8Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελα νὰ προσθέσω, εἰς ὅσα ὁ κ. Ράλλης εἶπεν, ὅτι ψηφιζομένης τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ δημοσίων ἔργων» παρίστατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἔκαμε δεκτὴν τὴν πρότασιν.
§9Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη κανονικῶς πράγματι καὶ ἐψηφίσθη, παρισταμένου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας χθὲς τὸ πρωῒ μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Προεδρείου καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ κακῶς ἐψηφίσθη, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶχον πλήρη τὴν ἀντίληψιν τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ ὑπηρεσία τὸν ἐπληροφόρησεν, ἔθιγε συμφέροντα ἑνὸς μεγάλου Δήμου τῆς Ἑλλάδος. Μοῦ εἶπε λοιπὸν νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἴτε ἐψηφίσθη, εἴτε δὲν ἐψηφίσθη, αὐτός, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ εἰσῆγε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Γερουσίαν. Κατόπιν, τὸ βράδυ ποὺ ἦλθε καὶ ἐθεώρησα ἐγὼ ἐπιβεβλημένον νὰ κάμω συζήτησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐδήλωσεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θεωρεῖται ὡς μὴ ψηφισθέν, ἐγὼ τοῦ....
§10ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐδήλωσε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§11Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐδήλωσεν ὅσα ἐδήλωσε καὶ αὐτὰ τὰ ἀντέκρουσεν ὁ κ. Συνάδελφος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν θέσιν του καὶ τὸν ἠρώτησα, μοῦ εἶπεν ὅτι «κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κακῶς ἐψηφίσθη».
§12Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ νόμου ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶνε νὰ μὴ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Γερουσίαν. Δὲν εἶναι δικαίωμά του ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις τοῦ νόμου εἶναι ψηφισμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά.
§13ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἐψηφίσθη μία πρότασις νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐκεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν καταψήφισιν. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἐκ τοῦ Συντάγματος εἰς κάθε βουλευτήν, νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις νόμου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μοῦ φέρουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ ἴδω τὶ λέγεται ἐκεῖ.
§15Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Εἰς τὴν σελ. 32 φέρομαι ὅτι εἶπον «ὑπάρχουν μικρὰ ξενοδοχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦν τὸν πληθυσμόν», ἐνῷ ἐγὼ εἶπον τὸν «τουρισμόν».
§16Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Παρακαλῶ. Ἰδοὺ τὶ λέγουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐπὶ λέξει, διὰ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων». (ἀναγινώσκει). «Νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθεῖσα».
§17Π. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶπα αὐτό. Εἶπα «ὡς ψηφισθεῖσα».
§18Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Ράλλης ἔχει δίκαιον, σκεπτόμενος ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ υἱοθετηθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν διὰ νὰ ψηφισθῇ μία πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπὸ βουλευτάς, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα παρέχει δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ὑποβάλλουν προτάσεις νόμων. Βεβαίως, αἱ προτάσεις αὐταί, ὅταν ἔλθουν εἰς τὴν Βουλήν, ἠμποροῦν νὰ ψηφισθοῦν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ρυθμίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ μὴ τὰς ἀφήσῃ νὰ φθάσουν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἢ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως μὴ θεωρηθῇ ὡς ψηφισθεῖσα ἡ ἐν λόγῳ πρότασις ὀφείλεται εἰς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτι ἡ πρότασις ἐψηφίσθη ἐκ παραδρομῆς. Δηλ., ὅπως γνωρίζετε, τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται ἀφοῦ τελειώσει ἡ συζήτησις. Ψηφίζονται ἀθρόως. Ἐνόμισαν οἱ κ. Ὑπουργοί ὅτι ἐψηφίσθη ἐκ παραδρομῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις συμβαίνει εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ψηφισθοῦν ἐκ παραδρομῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατόπιν νὰ θεωρηθοῦν ὡς μὴ ψηφισθέντα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι εἴτε ὡς ψηφισθεῖσα θεωρηθῇ μία πρότασις νόμου, ἡ ὁποία συνεζητήθη, εἴτε ὡς μὴ ψηφισθεῖσα, ὑπάρχουν στάδια τῶν Ὑπουργῶν νὰ τὴν σταματήσουν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δημοσιεύσουν τὸν ψηφισθέντα νόμον. Συνεπῶς, συζητοῦμεν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται.
§19Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ὑφαρπάσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Κυβέρνησιν ὡρισμένας προτάσεις νόμων, ἀλλὰ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ τύπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ πρότασις νόμου ὡς μὴ ψηφισθεῖσα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένη κατεύθυνσις, καὶ ἂν κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, δικαίωμά του εἶναι νὰ μὴ τὸν κυρώσῃ.
§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τὶ λέγουν; Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§21Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ διορθωθῇ τὸ «μὴ». Ἄλλο τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά).
§23Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, καταργοῦνται αὐτόχρημα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἡμεῖς. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑποστηρίζει ὅτι μία πρότασις νόμου, εἰσαγομένη εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ υἱοθετῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τότε καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν νὰ εἰσάγουν προτάσεις νόμων εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ πρότασις αὐτὴ εἰσήχθη κανονικῶς. Συνεζητήθη ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ, ἐγένετο ἀποδεκτή παρ’ αὐτῆς, καὶ ὄχι μόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τὴν παρεδέχθη, ἀλλὰ παρεδέχθη νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς μόνην συζήτησιν, ὡς νομοσχέδιον ἐπειγούσης ἀνάγκης. Συνεπῶς ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν. Ἡ πρότασις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ τὴν ἀποσύρῃ διὰ τῆς Γερουσίας, εἶναι δικαίωμά του. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν. Τὶ ἔγινεν εἰς τὴν συνεδρίασιν, τὶ ἐλέχθη; Ὅ,τι καὶ ἂν ἔγινεν εἶναι καλὰ καμωμένο.
§25ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀπὼν κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶπε κἄτι, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς κακῶς διετυπώθη. Δὲν ἦτο δυνατόν, ἀνὴρ νομικὸς καὶ κοινοβουλευτικός, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνονται ὡς ὑποστηριχθέντα, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Στράτος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶπε τοῦτο, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ ἴδιος παρών, νὰ τὸ διορθώσῃ— ὅτι ἐν τῇ πρακτικῇ ἔπρεπεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ βουλευτῶν κατὰ δικαίωμα ἀπορρέον ἐκ τοῦ Συντάγματος, νὰ υἱοθετῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διότι παρατύπως εἰσάγεται ἂν δὲν υἱοθετηθῇ, ἀλλὰ διότι εἶναι πολὺ φυσικόν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρότασις νόμου, ὑποβαλλομένη ὑπὸ βουλευτῶν, προσκρούει εἰς προγραμματικὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν υἱοθετεῖται, δὲν δύναται ἐν τῇ πράξει τοὐλάχιστον, νὰ ψηφισθῇ, ἂν τὸ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Ἐψηφίσθη ἢ δὲν ἐψηφίσθη;
§27Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§28Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τῆς δηλώσεώς του, ὅτι αἱ προτάσεις νόμων, αἱ ὑποβαλλόμεναι ἀπὸ βουλευτάς, πρέπει νὰ υἱοθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ γίνωνται νόμοι τοῦ Κράτους, δὲν εἶπε τοῦτο διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν, ὅπως ὑποβάλλουν προτάσεις καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίζῃ νόμον καὶ ἄνευ τῆς υἱοθετήσεως τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν κρατεῖ εἰς τὴν τάξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἢ μᾶλλον, τὸ ὁποῖον κρατεῖ διὰ τῆς δυναμικότητος, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ ὁποία ἂν θέλῃ, δέχεται τὴν πρότασιν, ἂν θέλῃ δὲν τὴν δέχεται. Ἄλλο ἀμφισβήτησις δικαιώματος καὶ ἄλλο διαδικασία ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, καθιερωθεῖσα ἀπὸ τὴν μακρὰν χρῆσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ θεωρηθῇ ψηφισθεῖσα ἡ πρότασις νόμου, νὰ θεωρηθῇ ψηφισθεῖσα. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατὰ λάθος προχθὲς ἐθεωρήθη ὡς μὴ ψηφισθεῖσα καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως εἰς τὰ περαιτέρω στάδια ποὺ θὰ διατρέξῃ διὰ νὰ γίνῃ αὕτη νόμος τοῦ Κράτους, νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀσύμφορον νὰ κυρωθῇ ὁριστικῶς, ἂς τὴν σταματήσῃ εἰς τὰ περαιτέρω στάδια.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Ἐγώ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ ὅ,τι λέγουν τὰ πρακτικά, τὰ ἐπίσημα. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν μέχρις ὅτου ἔλθουν οἱ Ὑπουργοί.
§30Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Μάλιστα.
§31Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Θὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν; Διατί;
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Διὰ νὰ λάβουν μέρος οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν συζήτησιν. Νὰ ἴδουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τὶ λέγουν καὶ νὰ διορθώσουν τὰ ἐπίσημα συμφώνως πρὸς τὰ ἐστενογραφημένα.
§33Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ὅτι ἡ πρότασις ἐψηφίσθη.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ.
§35Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀφοῦ εὑρίσκεται καὶ αὐτὴ ἡ πρακτικὴ λύσις, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ νὰ μὴ ἐπικυρώσωμεν τὰ πρακτικά; Ἂν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν ὅτι ἐψηφίσθη ἡ πρότασις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ ὑποδεικνύετε τώρα τὶ εἶναι τὸ καθῆκόν μου νὰ κάμω. Ἐξοικονομήσεις δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω.
§37Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἐξοικονόμησις θὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
§38Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ εὐθύνην ἰδικήν μου θὰ κάμητε τὸν ἔξυπνον ὅλοι;
§40Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικά, ἐκτὸς τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§42Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ μείνῃ αὐτό.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰ λοιπὰ εἶναι ὅπως ἀναγράφονται. Ἐνστάσεις ἠμποροῦμεν νὰ κάμνωμεν σέ κάθε ζήτημα. Ἐξοικονόμησις εἶναι αὐτή. Ἐὰν φθάσωμεν νὰ ἐρωτῶμεν τὴν Βουλὴν τὶ εἴπαμε χθὲς διὰ νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ ἡ Βουλή, τότε εἶναι χειρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ θέλετε.
§44Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀμφισβητῶ ὅτι ἐτηρήθησαν καλῶς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλαβεν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀπόφασιν. Οὔτε ἔλαβεν, οὔτε ἐνόησα ἐγώ, ἐὰν ἠρωτήθη ἡ Βουλή, ἐὰν ἐψηφίσθη ἡ ἐν λόγῳ πρότασις ἢ ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν;
§46Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τῆς μὴ ψηφισθείσης προτάσεως, βέβαια.
§47Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε διαγράφονται. Ἀλλ’ οὐδεμία διετυπώθη ἀντίρρησις.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, ἐπέρχεται κανὲν κακὸν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐπικυρώσεως αὐτοῦ τοῦ μέρους τῶν πρακτικῶν;
§49Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ὁρίσωμεν δι’ αὔριον τὴν ἐπικύρωσιν.
§50Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι καὶ ἄλλο ζήτημα, ποὺ δὲν ἠμποροῦμε νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, διότι πρέπει νὰ σταλοῦν τὰ νομοσχέδια, τὰ στρατιωτικά, εἰς τὴν Γερουσίαν.
§51ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ νέαν ἀπόφασιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ λέγετε, ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν. Πῶς θὰ ἐξοικονομήσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§53Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διατὶ δὲν θέλετε ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν;
§54Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη μία πρότασις νόμου, ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα μὲ μίαν μονοκονδυλιὰ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη; Αὐτὰ ἐρωτῶ.
§55Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς σᾶς, ὡς πρὸς τὸ ἀμφισβητούμενον τμῆμα, νὰ μελετήσητε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ τὰς διατυπωθείσας ἀντιρρήσεις καὶ νὰ διατυπώσητε αὐτὸ τὸ τμῆμα σύμφωνα πρὸς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ νὰ προχωρήσωμεν.
§56Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, μόλις προσελθών). Τὶ συνέβη;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἠξεύρει τὸ θέμα. Θεωρεῖ ὡς ψηφισθεῖσαν μίαν πρότασιν νόμου «περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων». Κατόπιν, κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν...
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὶ σχέσιν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μὲ τὰ πρακτικά;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ πρακτικά «Γ. Στράτος. Προτείνων νὰ γίνῃ δεκτὴ κλπ. (ἀναγινώσκει)».
§60Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς. Ὅτι τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ εἴθισται, ἢ μᾶλλον ὑποτίθεται, ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δύναται, τρόπον τινά, τοὺς φίλους της νὰ τοὺς χειραγωγήσῃ, ὥστε, ἐὰν δὲν θέλῃ μίαν πρότασιν νόμου νὰ τὴν ψηφίσῃ καὶ νὰ τὴν κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους, τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποσύρωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπέβαλον. Τοῦτο εἶπον ἀκριβῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία συνήθως ἀκολουθεῖται. Μία πρότασις νόμου ἀσφαλῶς θ’ ἀφορᾷ ἕνα ὡρισμένον Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουργὸς αὐτός, αὐτὴν τὴν πρότασιν νόμου θὰ πρέπῃ νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, διὰ νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἐδῶ ἀκούω ὅτι δὲν ἦτο κἄν παρὼν χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§61Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου ὑπεβλήθη κανονικῶς ὑπὸ ὁμάδος βουλευτῶν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ συζητηθεῖσα διὰ μακρῶν ἐκεῖ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὄχι μόνον τὴν ἐδέχθη, ἀλλὰ τὴν ἐθεώρησε καὶ ὡς ὑπηρεσιακὴν καὶ ἐψηφίσθη αὕτη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς μόνην συζήτησιν.
§62Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Συνεφώνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας; Πᾶς προτείνων, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δύναται νὰ ζητήσῃ, ὅπως θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον του ὡς ὑπηρεσιακόν. Ὁ Κανονισμὸς ἀναγνωρίζει μίαν προνομίαν, προκειμένου περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων. Μία ὁμὰς βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ὅπως τύχῃ τῆς προνομίας, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ παράγραφος 1η τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὑπηρεσιακὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, τότε καλῶς ἐψηφίσθη. Ἐγὼ θέλω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω ὅτι μία πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, δὲν τὴν θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ὑπεστήριξα ὅτι εἴθισται, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς...
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὶ λέγουν, ἐπαναλαμβάνω;
§64Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐφόσον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον διὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοῦ Ὑπουργείου του, καὶ ἁπλῶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὡς βουλευτής, ἀσκῶν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς βουλευτής, ἔκαμε τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ψηφισθεῖσα, ἐφόσον, λέγω, ἁπλῶς καὶ μόνον εἶπεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ υἱοθετηθῇ καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ μίαν πρότασιν νόμου, καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ψηφισθεῖσα καὶ τὰ πρακτικὰ νὰ διορθωθοῦν, ὅτι κακῶς ἀναγράφεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ θεωρηθῇ μὴ ψηφισθεῖσα, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲ τῆς Συγκοινωνίας ἂς κανονίσῃ τὸ ζήτημα περαιτέρω.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, κ. Γραμματεῦ.
§66ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὰ ἐν σελίδι 2 καὶ 3 ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἔχοντα ὡς ἑξῆς.)
§67Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Χατζηγιάννη.
§69Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διανέμεται νέον κείμενον καὶ ἐψηφίσθη χθὲς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν περίπτωσιν τῶν Ἀνακτόρων», ἐνῷ ἤμην ἐδῶ καὶ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον δὲ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἤμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐλάμβανον τὴν διαβεβαίωσιν φεύγων ὅτι ἀνεβλήθη δι’ αὔριον, αἴφνης τὸ βλέπω ψηφισμένον. Πότε ἐψηφίσθη; Πάντως, ἂν ἐψηφίσθη, νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸ σύνολον, διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἐν τῷ συνόλῳ του.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ποίαν ἀνάγνωσιν ἦτο;
§71Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς μόνην.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν δι’ ἀργότερον τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν. Πρόκειται περὶ κυρώσεως τῶν χθεσινῶν πρακτικῶν. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπ’ αὐτῶν, πλὴν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§74Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν, διότι τὸ θεωρῶ ψηφισθὲν τὸ σχέδιον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 34 προτάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τίποτε ἄλλο, παρὰ ἁπλῶς μίαν διάφορον διαδικασίαν ἐπὶ ἀπαιτήσεων. Εἶναι γνωστὴ ἡ πρότασις παρὰ τῶν ὑπογραψάντων αὐτήν, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐμελέτησεν. Ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸν ἄλλοτε συνάδελφον κ. Δερλερέν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὴ θεωρῇ ὡς μὴ ψηφισθεῖσα.
§75Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργ. Παιδείας). Μίαν πρότασιν νόμου ἐξήγησα πῶς πρέπει νὰ τὴν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβ)σις. Ἐφόσον δὲν τὴν υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο παράτολμον αὐτό...
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄσκοπον ἄλλωστε.
§77Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ εἶναι κατάργησις τοῦ Κοινοβουλίου τὸ νὰ τιθέμεθα ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἐφόσον μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δὲν θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§78Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ἂν μάλιστα δὲν δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γίνεται νόμος τοῦ Κράτους.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὰ πρακτικὰ δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος, ἡ ὁποία φέρει ὡς ψηφισθεῖσαν τὴν πρότασιν ἐκείνην;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§81Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Νὰ διαγραφῇ, βέβαια.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ἡ πρότασις αὕτη.
§83Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Ἢ τὰ μὲν πρακτικὰ εἶναι ἀληθῆ, ἢ τὰ δέ. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου εἶναι γνήσια, τότε εἶναι πλαστὰ τὰ τῆς Παρασκευῆς. Ἐγὼ δὲ ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ Προεδρείου νὰ ὑποβάλῃ ἐρώτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐψηφίσθη ἢ δὲν ἐψηφίσθη πρότασις νόμου, ἡ ὁποία εἶναι ἐψηφισμένη. Τοιαύτη πρωτοβουλία τοῦ Προεδρείου θὰ ἀπετέλει κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἤμην διατεθειμένος τότε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ παραμείνω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§84Λ. ΤΣΙΟΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφεραν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ κ. Συνάδελφοι. Ἐδῶ ἔχομεν τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἡ πρότασις.
§85Α. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ. Τὰ Ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Παρασκευῆς λέγουν ὅτι ἐψηφίσθη. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν πᾶσα ἐνέργεια τοῦ Προεδρείου καὶ πᾶσα πρότασις αὐτοῦ περὶ τοῦ ἂν ἐψηφίσθη ἢ δὲν ἐψηφίσθη, δὲν ἔχει τὴν θέσιν της.
§86Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ συντάσσονται ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν εὐρυτάτῃ ἁρμοδιότητι καὶ φέρουν τὸ κῦρος δημοσίου ἐγγράφου. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ὁδηγὸς τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, νὰ ἀμφισβητῶμεν τὰ ἐστενογραφημένα, διότι δὲν θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας. Ἐγὼ ἀκολουθῶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ὑποστηρίζω, ὅτι ὅ,τι λέγουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ἀληθές, ἐγὼ δὲ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξονύχισιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.
§87Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσω αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρόεδρος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι, ἂν ὑπεβλήθη τοιαύτη ἐρώτησις, κακῶς ὑπεβλήθη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἐψήφισεν. Ἑπομένως, σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ζητήσῃ ἄλλο τι παρὰ νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, καὶ ἂν ὑπεβλήθη ἄλλη ἐρώτησις, αὕτη ἀναμφισβητήτως ὑπεβλήθη ἐκ παραδρομῆς.
§88Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὰ ἐπίσημα καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ λέγουν τὸ ἴδιον.
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐλέχθη τότε μάλιστα, ἐνθυμοῦμαι, καὶ παρὰ τοῦ κ. Μάλλωση ὅτι ἀποσύρει τὴν ὑπογραφήν του ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἀλλά, τέλος πάντων, ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς τερματισθῇ τὸ ζήτημα. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ἀθηνογένης).
§90Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐδῶ ἐμπήκαμε εἰς ἕνα ἀδιέξοδον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, τὸ δεύτερον τοῦ κ. Προέδρου, τὸ περὶ διαγραφῆς, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἐτέθη καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα, ὅτι ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διὰ νὰ τελειώσωμε καὶ νὰ κυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ ἔτσι.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται, διαγραφομένης τῆς διαγραφῆς περὶ μὴ ψηφίσεως τῆς ἀνωτέρω προτάσεως νόμου. Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Χατζηδάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων φόρου δημοσίων θεαμάτων Πειραιῶς περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των.
§93Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν παροῦσαν ἀναφορὰν τῶν ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων τοῦ φόρου δημοσίων θεαμάτων Πειραιῶς καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ἵνα βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ θέσις των. Αὐτοὶ ἐπληρώνοντο κατ’ ἀρχὰς 1.600 δραχμάς. Τώρα λαμβάνουν μόνον 800, μὲ τὶς ὁποῖες δὲν ἠμποροῦν φυσικὰ νὰ ζήσουν.
§94Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ, καὶ θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιόκος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐλαιοπαραγωγῶν.
§96Λ. ΤΣΙΟΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, «περὶ προστασίας τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς», πολλοὶ βουλευταὶ ἐζητήσαμεν ὑποβαλόντες διαφόρους τροπολογίας, νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ προστασίας τοῦ ἐλαίου καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ λινελαίου καὶ ἰχθυελαίου, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἔξωθεν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι θὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ βιομηχανικοὺς καὶ φαρμακευτικοὺς σκοποὺς δι’ ὑδρογονώσεως καὶ καθαρισμοῦ στερεοποιοῦνται καὶ προσφέρονται εἰς τὴν ἀγορὰν ὡς λίπη φαγώσιμα. Ἐκτὸς τῶν ἰχθυελαίων καὶ λινελαίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, ἐπαναλαμβάνω, ὡς λίπη φαγώσιμα καὶ ὑποβαλλόμενα εἰς εἰδικὴν κατεργασίαν ἐν Ἑλλάδι, προσφέρονται εἰς τὴν ἀγορὰν ὡς λίπη καὶ περιορίζουν τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐλαιολάδου, εἰσάγονται καὶ διάφοροι σπόροι, οἱ ὁποῖοι ἐκθλίβονται ἐν Ἑλλάδι καὶ παράγεται σπορέλαιον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης στερεοποιεῖται καὶ συναγωνίζεται τὸ ἐλαιόλαδον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔχομεν δίκαιον, ἀλλὰ μᾶς ἀπήντησεν ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβῃ καὶ διατάξεις ἀφορώσας τροποποιήσεις τοῦ τελευταίου δασμολογίου, ἐπεφυλάχθη δὲ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐπωφελοῦμαι τῆς παρουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ συντόμως, διότι εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς ἐσοδείας καὶ ἀπὸ τώρα πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα προστασίας καὶ αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ ἐλαιολάδου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἔχω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διάφορα μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀπόρων τάξεων καὶ ἰδίως τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγροτικήν, Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διαφόρους ἄλλους ὀργανισμούς. Ἐνῶ λοιπὸν πρὸ δεκαημέρου, ἐδημοσιεύθη τὸ εὐεργετικὸν αὐτὸ Διάταγμα τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μέχρι τέλους Μαρτίου διὰ τὰ χρέη αὐτά, δὲν ἐκοινοποιήθη εἰσέτι τοῦτο, καὶ οἱ Ταμίαι τοῦ Κράτους ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκτελοῦν τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδοθῆ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, καὶ νὰ πιέζουν καὶ νὰ ὁδηγοῦν εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς ἀγρότας διὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐπίσης κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου «περὶ φορολογικῶν διευκολύνσεων», ἐτέθη διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐδώκατε ἀναστολὴν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἐκ τοκοχρεολυτικῶν δόσεων τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν παράκλησιν καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ τηλεγραφικῶς νὰ γνωστοποιηθῇ πρὸς τοὺς Ταμίας τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀνασταλῇ ἡ δίωξις τῶν ὀφειλετῶν διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τοκοχρεολυτικῶν δόσεων τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων καὶ διὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν καὶ Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐν γένει πρὸς τοὺς Ὀργανισμοὺς τοὺς ἔχοντας τὸ προνόμιον τῆς διὰ προσωπικῆς κρατήσεως εἰσπράξεως τῶν ὀφειλῶν.
§97Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Σχετικῶς μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἰχθυελαίων καὶ σπορελαίων, ἔχουν ἀπευθυνθῆ ἐπανειλημμένως ἔγγραφα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸν κίνδυνον αὐτόν, διότι εἶναι προφανὴς ἡ καταστρατήγησις τοῦ νόμου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάλλωσης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἀργοναυπλιακοῦ Συλλόγου Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παραρτήματός των κατὰ 500.000 δραχμῶν.
§99Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπωφελοῦμαι τῆς παρουσίας σας, ἐφόσον ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε μίαν αἴτησιν τοῦ Ἀργοναυπλιακοῦ Συλλόγου ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ Ταμεῖον Θυμάτων στέλλει κατ’ ἔτος διάφορα ποσὰ εἰς τὰ κατὰ τόπους Ταμεῖα, διὰ τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν παροχὴν ἐπιδομάτων εἰς τοὺς ἀναπήρους πολέμου. Ἀλλ’ οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ βιοῦντες ἀνάπηροι πολέμου κατορθώνουν, διότι ἴσως εἶναι πλέον καπάτσοι ἀπὸ τοὺς ἐπαρχιακούς, καὶ περικυκλώνουν τὸ Ὑπουργεῖον, πηγαίνουν τὰ κρεββάτια των καὶ τὰ στήνουν ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια τοῦ κ. Βενιζέλου πρότερον καὶ τοῦ κ. Τσαλδάρη τώρα, καὶ ἐπιτυγχάνουν οὕτω καὶ λαμβάνουν ποσὰ ὅλως δυσανάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς τῶν ἐπαρχιῶν. Δηλαδὴ τρώγουν οἱ ἀνάπηροι τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὅλο τὸ ψαχνὸ καὶ μένει τὸ κόκκαλο διὰ τὰς ἐπαρχίας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐδόθησαν ἐπιδόματα χιλίων δραχμῶν τὸ Πάσχα εἰς Ἀθήνας, εἰς τοὺς τῆς Ἐπαρχίας δὲ ἐδόθησαν διακόσιαι δραχμαί.
§100Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμαὶ μόνον.
§101Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Προκειμένου περὶ ἀναπήρων θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑπερασπίζωμεν καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐξίσου εἶναι θύματα καὶ ἔχουν ἀνάγκην πάσης ἀρωγῆς, ἀλλὰ νὰ μὴ καταφερώμεθα καὶ κατὰ τῶν ἀναπήρων πολέμου Ἀθηνῶν.
§102Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ τοὺς θίξω. Ἀπεναντίας τοὺς ἐπήνεσα. Εἶπον ὅτι εἶναι πλέον ἱκανοὶ ἀπὸ τοὺς ἀναπήρους τῶν ἐπαρχιῶν.
§103Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ στάσις τοῦ νὰ διαμαρτύρωνται αἱ ἐπαρχίαι κατὰ τῆς πρωτευούσης, δὲν εἶναι ἀνεκτή. Αὐτὰ εἶναι φαντάσματα ποὺ βλέπουν αἱ Ἐπαρχίαι, ὅτι τὰ τρώγουν ὅλα οἱ ἀνάπηροι Ἀθηνῶν.
§104Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἀποκαλύπτομαι πρὸ τοῦ ἡρωϊσμοῦ των καὶ σέβομαι ἀπολύτως τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξήγαγον εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.
§105Ν. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός.
§106Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἔχω ἀναφορὰν καὶ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Σεῖς ὁμιλεῖτε τόσας ἡμέρας διὰ τὴν σταφίδα καὶ ἡμεῖς σᾶς ἀκούομεν ἀγογγύστως. Ὑπὸ τὴν ἰδικήν σας ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κυρίως τοῦ μαχητοῦ, σᾶς παρακαλῶ ὅπως ἡ αἴτησις αὐτὴ τῶν ἐπαρχιακῶν ὀργανώσεων τῶν ἀναπήρων ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ προκαλέσῃ τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀδικίας παμμεγίστης, ἡ ὁποία γίνεται. Καὶ μόνον ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς θὰ σᾶς συγκινήσῃ.
§107Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν θυμάτων πολέμου τῶν ἐπαρχιῶν, διότι εἶναι παρημελημένοι καὶ ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι.
§108ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν, διότι εἰς τὴν Σάμον δίδεται ἕν εὐτελέστατον ποσόν, δέκα δραχμῶν κατ’ ἄτομον!
§109Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβ)σεως). Ἐν τῇ κατανομῇ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ βοηθημάτων πρὸς τὰ θύματα πολέμου τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν, δὲν τηρεῖται πάντοτε ἰσότης καὶ δικαιοσύνη. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ Τ.Θ.Π. δίδει ἑκάστοτε βοηθήματα ἀναλόγως τοῦ διευθύνοντος αὐτόν. Καὶ ἄλλοτε διετυπώθησαν παράπονα ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν, ὅτι οἱ ἐν τῇ Πρωτευούσῃ ἀνάπηροι διέθεσαν τὰ βοηθήματα εἰς βάρος τῶν ἀναπήρων τῶν Ἐπαρχιῶν. Ὁ Ὑπουργὸς κ. Μακρόπουλος, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησα ἄλλοτε, ἔχει ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος μὲ ἐξαιρετικὸν ζῆλον ὅπως τὸ λύσῃ καὶ ἔχει σημειώσει ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ μέχρι σήμερον καὶ ἐπανειλημμένως μοῦ εἶπεν ὅτι προτίθεται νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ. Θὰ συστήσω καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Μακρόπουλον αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Μάλλωσης ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ κρατήσῃ, τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μας, μία δικαιοσύνη ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀκριβεστέρα ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βοηθημάτων αὐτῶν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουκουρῖκος ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου Καρδίτσης περὶ ἀποστολῆς σάκκων διὰ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ σίτου κλπ.
§111Κ. ΚΟΥΚΟΥΡΙΚΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτάτης φύσεως καὶ δικαιοτάτη. Λείπει ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶμεν τὰς προσπαθείας ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, θὰ κινδυνεύῃ νὰ γίνῃ ἡ συγκέντρωσις τοῦ σίτου μετὰ ἕν ἔτος. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας πρέπει νὰ λάβῃ σύντομα μέτρα. Ἡ ἔλλειψις τῶν σάκκων εἶναι τρομακτική. Μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ διακοπῇ καὶ ἡ συγκοινωνία καὶ θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πωλήσωσι τὸν σῖτον ἀντὶ τιμῆς τεσσάρων δραχμῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει οὔτε τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιαπίδης.
§113Δ. ΛΙΑΠΙΔΗΣ. Χθὲς ἐλήφθη ἐπιστολὴ ἐκ μέρους τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης Καλαμπάκας, ἐν ᾗ οὗτος ἀναφέρει, ὅτι τὸ συνεργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Καλαμπάκα καὶ τὰ Καλύβια, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ ἐνῷ μετέβη ἐκεῖ διὰ δέκα ἡμέρας θὰ παραμείνῃ μόνον δύο. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διεμαρτυρήθην, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, δὲν ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, ἀντὶ δὲ νὰ μείνῃ δύο ἡμέρας, νὰ παραμείνῃ δέκα ἢ νὰ γίνῃ μόνιμον συνεργεῖον εἰς τὴν Καλαμπάκαν, διότι κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα 30.000 ὀκάδες σίτου εἰσήχθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν. Σκεφθῆτε δὲ ὅτι ὁ χειμὼν ἐπίκειται καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῇ ὁ σῖτος. Ὁ Νέδων ποταμὸς θὰ πλημμυρίσῃ καὶ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ πωλήσωσι τὸν σῖτον εἰς τοὺς ἐμπόρους μὲ τιμὴν ἐξευτελιστικήν.
§114Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ ὅπως μαζὶ μὲ τὰς ἀναφορὰς ἀποσταλῶσιν αἱ ὁμιλίαι τῶν κ. κ. Κουκουρίκου καὶ Λιαπίδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, διότι πραγματικῶς ὑφίσταται αὐτὴ ἡ δυσχέρεια. Ἀπετάθησαν οἱ αἰτοῦντες καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε μερικὰς χιλιάδας σάκκων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετοί, διότι εὐτυχῶς ὑπάρχουν πολλὰ σιτηρά.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Λήμνου.
§116ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἐπικειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κύκλου ἐργασιῶν», παρακαλῶ πολὺ τὸ Προεδρεῖον νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀναφορὰν τῶν Λημνίων, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν μετὰ πόνου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς δολοφονικὴν τὴν φορολογίαν αὐτήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν καὶ νὰ κρίνῃ ταύτην εὐμενέστατα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Κοινοτήτων Κανδαινοῦ καὶ Εὐαγγελισμοῦ περὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ σταφιδοκάρπου.
§118ΠΕΡ. ΡΑΛΛΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φρεατορυκτῶν.
§120Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ παρομοίας ἀναφορᾶς τῶν φρεατορυκτῶν, οἵτινες παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος 5371 ἔλαβε πρόνοιαν ὑπὲρ ἀποζημιώσεως τῶν ὑδροπωλητῶν κατόπιν τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἑταιρείας Οὖλεν, δι’ αὐτοὺς δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια. Εἰδικῶς δὲ οἱ φρεατορύκται ἀπώλεσαν τελείως πᾶσαν ἐργασίαν μὴ δυνάμενοι νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ὅπως ἀναφέρουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ζητοῦν ὅπως τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὁ νόμος 5371 εἰς τὸ ἄρθρον 9, ὑποβιβασθῇ, διότι οἱ φρεατορύκται ἀρχίζουν τὴν ἐργασίαν των ἀπὸ τοῦ 17ου ἔτους καὶ ἑπομένως οἱ περισσότεροι μετὰ μίαν εἰκοσιπενταετίαν εἶναι μόνον 37 ἐτῶν, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι 50 ἐτῶν. Ἤδη ὑπέβαλον νέαν ἀναφοράν, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ φρεατορύκται Ἀθηνῶν παραπονοῦνται, καὶ οἱ ἔχοντες ἀκόμη τὸ πεντηκονταετὲς τῆς ἡλικίας, ὅτι, ἐνῷ εἰς ἄλλους δήμους καὶ κοινότητας ἀπεζημιώθησαν, οἱ φρεατορύκται Ἀθηνῶν δὲν ἀπεζημιώθησαν, διότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ἔλαβε τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν. Συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως θελήσῃ νὰ κάμῃ τὰς δεούσας συστάσεις πρὸς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων.
§121Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μετὰ πάσης προθυμίας.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Οἰνοπωλῶν Ἀθηνῶν.
§123Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10 ἀναφοράν, συνιστῶ θερμῶς ταύτην, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι πάσης ὑποστηρίξεως. Οἱ οἰνοπῶλαι Ἀθηνῶν καταναλίσκουσιν ὁλόκληρον τὸ γλεῦκος τῆς Ἀττικοβοιωτίας, μετατρέποντες τοῦτο εἰς οἶνον, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸ 1) 10 ὅλον τοῦ γλεύκους τῆς Ἑλλάδος μετατρέπεται εἰς οἶνον ὑπὸ τῶν οἰνοπωλῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι ἄξιοι προστασίας καὶ θὰ παρακαλέσω ἡ ἀναφορά των νὰ σταλῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ αὐτῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11 ἀναφορᾶς τὸν λόγον ἔχουν οἱ κ. κ. Π. Ράλλης καὶ Ν. Κάρτωνας.
§125Π. ΡΑΛΛΗΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀναφοράν.
§126Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ράλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν.
§128Π. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ εἰς τὴν Βουλήν, εἰδικώτερον δὲ εἰς ἐμέ, ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶχε συσταθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς θεραπείαν τῶν τρωτῶν, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει, τοῦτο δὲ εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὁ νόμος περὶ δραχμοποιήσεως. Εἶχε τότε δοθῇ ἡ ἐπαγγελία διὰ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κρατικοῦ, ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ βαστάσῃ τοιαῦτα βάρη, θὰ ἤρετο ἡ μεγάλη ἀδικία, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν καταθετῶν καὶ ὅτι θὰ ἐλαμβάνοντο τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὴν δημοσιότητα, ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶχεν εὑρεθῇ καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ κατορθωθῇ ὥστε τὸ δολλάριον, τὸ ὁποῖον διετιμήθη πρὸς δραχμὰς ἑκατόν, νὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς καταθέτας πρὸς δραχμὰς 145, τοῦ ποσοῦ ἐξευρισκομένου διὰ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνωμολογεῖτε μεταξὺ τῶν διαφόρων τραπεζῶν. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τοῦτο· ἐπειδὴ ἔχει παρέλθει ἤδη ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου περίπου ἓν ἔτος, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δραχμοποιήσεως συμμετέσχε καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νόμου κ. Βαρβαρέσσος, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ὡμολόγησεν ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ νόμου ἔχουν ἀνάγκην τροποποιήσεως, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν θὰ ἦτο βεβαίως σήμερον εἰς θέσιν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ παρελθὸν ἀνέπτυξε καὶ θὰ ζητήσῃ ὅπως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ, δοθῇ κἄτι πάρα πάνω εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς τὴν Βουλήν ἔχουν κάθε δικαίωμα νὰ παραπονῶνται, ὅτι ἔπεσαν θύματα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος;
§129Ν. ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε.
§130Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§131Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀναγκαστικὸς αὐτὸς νόμος περὶ τῆς δραχμοποιήσεως εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ἐπαχθὴς νόμος καὶ ὅτι ἐνέχει ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δικαίως ὡρισμένοι πολῖται ἐξεγείρονται πλησσόμενοι ἀδίκως. Εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἐπομένως, νὰ μελετήσῃ κατὰ ποῖον τρόπον δύναται νὰ ἀποβῇ τουλάχιστον ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς ὁ νόμος οὗτος. Αἱ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου μέχρι σήμερον διαβιβασθεῖσαι αἰτήσεις καὶ διαμαρτυρίαι τῶν πλησσομένων εὑρίσκονται συγκεντρωμέναι εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, θὰ ἀποτελέσωσι δὲ ἀσφαλῶς ἀντικείμενον ἐρεύνης, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θὰ εἶναι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου νὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς εἰς τοὺς πλησσομένους ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον, τὸ ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μεταβὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπανελθὼν δὲ καὶ εὑρὼν τὰ ζητήματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν βαρῶν, δὲν εἶχε τὸν χρόνον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ ἕν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἀνεκίνησε διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων. Ἑπομένως, σᾶς παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ προσπαθήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν νὰ φέρῃ τὰς δυνατὰς ἐπανορθώσεις εἰς τὰς προκυψάσας ἐκ τοῦ νόμου ἐπαχθεῖς συνεπείας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρλοπλεσίου Εὐρυτανίας.
§133Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρὸ δύο ἐτῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Κοινότητα Καρλοπλεσίου τῆς Εὐρυτανίας, ἐγένετο καθίζησις καὶ κατολίσθησις τοῦ ἐδάφους. Ἐκ τῶν διακοσίων οἰκιῶν τῆς Κοινότητος αὐτῆς αἱ ἑκατὸν κατέπεσαν ἐντελῶς, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἠρειπωμέναι. Ἐπεκαλέσθησαν τὴν δυνατὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις ἠρκέσθη νὰ ἀποστείλῃ εἰς αὐτοὺς ὀλίγας σκηνὰς καὶ 50 χιλιάδας δραχμῶν. Ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις σχετικὴ τοῦ ἀποσταλέντος γεωλόγου εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων. Καὶ ἐξ αὐτῆς βλέπομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρόκειται νὰ διέλθουν καὶ τρίτον χειμῶνα ἄστεγοι. Σεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν προεδρεύοντα κ. Κονδύλην) ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζετε πῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ περάσουν καὶ αὐτὸν τὸν χειμῶνα.
§134Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, διὰ νὰ συζητηθῇ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§135Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς Εὐρυτανίας, ὅπως ἐπεκταθοῦν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ὑπὲρ τῆς Χαλκιδικῆς καὶ εἰς τὸ Καρλοπλέσιον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῶν νόμων 4747, 4867, 5177, ἀφορώντων τὰς ἐργασίας διαρρυθμίσεως τοῦ κτιρίου Παλαιῶν Ἀνακτόρων εἰς Μέγαρον Βουλῆς καὶ Γερουσίας.» (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κώδικος περὶ φορολογίας καθαρῶν προσόδων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῶν συγχρόνως πρὸς τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐν Ἀθήναις 26ῃ Ἰουνίου 1933 (μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας προσωρινὴν ἐμπορικὴν συμφωνίαν) ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν περὶ μειώσεως εἰσαγωγικῶν δασμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως Ἑλληνορουμανικῆς συμβάσεως περὶ ἐκμεταλλεύσεως γραμμῶν τακτικῆς ἀεροπορικῆς συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τῶν ἐν Γενεύῃ τὴν 19)3)31 συναφθεισῶν διεθνῶν συμβάσεων ἤτοι α) περὶ ἑνιαίου νόμου περὶ τῆς ἐπιταγῆς, βʹ) περὶ κανονισμοῦ συγκρούσεων τινῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, γ) περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐπιταγῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9)5)33 Ν. Δ. περὶ προσμίξεως ἐγχωρίου σίτου εἰς τὴν παρασκευὴν ἄρτου διὰ τῆς συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου 5686 περὶ προστασίας ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς καὶ 4573 περὶ συμπληρώσεως καὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἀρτοποιητικῶν νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν, σχεδίου νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ θήρας Ν. Δ. ὡς διωρθώθη διὰ τοῦ νόμου 5728» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ φόρου τοῦ κύκλου ἐργασιῶν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Χέλμης.
§145Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων τὸν λόγον ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου κύκλου ἐργασιῶν», ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς, προκειμένου τὸ πρῶτον νὰ εἰσαχθῇ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον καὶ εὐρύτατα συζητουμένων ὑφ’ ὅλων τῶν ἐργαζομένων τάξεων, αἵτινες θεωροῦν τοῦτον ὡς φόρον καὶ βαρὺν καὶ κακόν. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουν φόροι καλοὶ καὶ κακοί, ὡς καὶ ὅτι οὐδεὶς φόρος στερεῖται μειονεκτημάτων. Συνεπῶς, ἡ ἐπί τινος φόρου κρίσις μας, δὲν ὀφείλει νὰ στραφῇ ἐπὶ τὴν τελειότητα αὐτοῦ, ἥν οὐδεὶς ἐπιτυγχάνει, ἀλλ’ εἰς τὸ ὀλιγώτερον κακόν, ὅπερ δύναται νὰ προξενήσῃ. Καὶ συγκεκριμένως, ὅταν τὸ Κράτος εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς δυσμενεῖς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπουν νὰ λησμονήσῃ οὐδεμίαν τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν πηγῶν, ὀφείλομεν νὰ μὴ κρίνωμεν τὸν φόρον αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκεῖνον, δι’ οὗ θὰ ἔδει νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστήμην ἐκείνην, ἥτις, μολονότι, πρέπει νὰ ἐμπνέηται ἐξ ὡρισμένων ἐπιστημονικῶν δογμάτων, δὲν δύναται ἐξ ἄλλου νὰ παρίδῃ τὰς ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ στιγμῇ οἰκονομικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς σχετικῆς ἀπόψεως ἐξετάζοντες τὸν φόρον τοῦ κύκλου ἐργασίας, πρέπει μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι οὗτος τελικῶς ἐνέχει πλείονα πλεονεκτήματα τῶν μειονεκτημάτων του, ὡς καὶ ὅτι ἀποτελεῖ φορολογίαν ἀναντιρρήτως προκριτέαν, κατὰ τὰς παρούσας στιγμὰς, πάσης ἑτέρας νέας τοιαύτης ἢ τυχὸν μεταρρυθμίσεως ἐπὶ τὸ ἀποδοτικώτερόν τινὸς ἐκ τῶν ὑφισταμένων φορολογιῶν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ποῖος ἆρά γε εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς φορολογίας αὐτῆς; Εἶναι φόρος ἄμεσος ἢ ἔμμεσος; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν καθωρίσθη σαφῶς ὁ χαρακτήρ του, διότι ὄντως περιέχει χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ θεωρητικὴ αὕτη ἔρις ἔχει οὐσιαστικήν τινα δι’ ἡμᾶς σημασίαν, διότι διὰ τοῦ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει χαρακτηρισμοῦ ὡς φόρου καταναλώσεως καθορίζεται ἡ ἀσάφεια αὕτη. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι, ἐὰν θὰ χωρέσῃ ἢ μὴ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν συνθηκῶν ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ στιγμῇ τῆς ἀγορᾶς. Ἐὰν δηλονότι ὑπάρξῃ ζήτησις ἐμπορεύματος ὁ φόρος θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐνῷ θὰ συμβῇ τὸ ἀντίστροφον, ἐν τῇ ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὡς καὶ ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ συναγωνισμοῦ, ἀποκλείοντος τὴν ἐπίπτωσιν ταύτην. Ἔχοντες συνεπῶς ὑπ’ ὄψει τὸν σαφῆ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου χαρακτηρισμὸν τοῦ φόρου ὡς τοιούτου καταναλώσεως, ἀπαριθμοῦμεν τὰ ἑξῆς μειονεκτήματα αὐτοῦ. Ὅτι πλήττει ἐξ ἴσου τὰς εὐπόρους καὶ ἀπόρους τάξεις, ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσοδημάτων των, καὶ μάλιστα κατὰ μείζονα λόγον τὰς εὐπόρους. Ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς ἀκριβείας τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου, καὶ συνεπῶς εἶναι εἰς βάρος τοῦ συνόλου τῶν φορολογουμένων, οἵτινες, λόγῳ τοῦ συστήματος τῆς πολλαπλῆς φορολογίας τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, κατὰ πᾶσαν μεταβίβασιν, δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἐπιβάρυνσιν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, ἐξικνουμένην μέχρι 3 ἢ καὶ 4% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ὅτι λόγῳ τῆς ἰδιότητος παντὸς πωλητοῦ ὡς εἰσπράκτορος τοῦ φόρου διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἀπαιτεῖ τὴν προκαταβολὴν χρηματικῶν ποσῶν διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐξισώσεως τῆς λογιστικῆς χρεώσεως πρὸς τὴν καταβολὴν τοῦ τιμήματος, ἥτις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν προσπορίζει μετρητὸν χρῆμα εἰς τὸν πωλητήν, ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρεοῖ τοῦτον εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου. Ὅτι ἐν περιπτώσει μιᾶς ἢ πλειόνων μεταβιβάσεων ἑνὸς εἴδους, ἡ ἐπιβάρυνσις αὐτοῦ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ἄθροισμα τῶν φορολογικῶν ποσοστῶν, ἀλλὰ τι πλέον τούτων, τοσοῦτον μεῖζον ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεσολαβουσῶν μεταβιβάσεων. Λ. χ. ὑποθέσωμεν ὅτι ἔμπορός τις πραγματοποιεῖ κέρδος 10% κατὰ τὰς μεταπωλήσεις τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀγορασθέντων ἐμπορευμάτων. Θὰ πωλήσῃ συνεπῶς 110 δρχ. τὸ ἐμπόρευμα τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἀντὶ 100 δρχ. ἀγορασθέν. Ἤδη μὲ τὸν φόρον 2% τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παραδείγματί μας εἶχεν ἀγοράσει 100 δρχ. Θὰ τοῦ στοιχίσῃ 102 δραχμάς, θὰ τὸ πωλήσῃ 112.20. Ἤτοι 100 δρχ. ἀρχικὴ ἀγορά, καὶ 10 δρχ. τὸ κέρδος του πρὸς 10%, σὺν τῷ φόρῳ 2 δρχ. καὶ τέλος σὺν 20 λεπτά, ἅτινα ἀντιπροσωπεύουν τὸ κέρδος του 10% ἐπὶ τοῦ φόρου. Καὶ οὕτω ὁ ἐμπορευόμενος, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ διατηρήσῃ τὸ αὐτὸ πάντοτε ποσοστὸν κέρδους, (10% π.χ.), θὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἀγοραστὴν νὰ τοῦ πληρώσῃ περισσότερα ἀφ’ ὅ,τι αὐτὸς πράγματι ἐπλήρωσε κατὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ἐμπορεύματος. Ἐὰν συνεπῶς ὑπολογίσωμεν πλείονας τῆς μιᾶς μεταβιβάσεις ὡς καὶ ὅτι ὁ μεταπωλῶν θὰ στρογγυλεύσῃ πᾶν κλάσμα τοῦ νομίσματος, καταλήγομεν εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ εἴδους τοιαύτην οἵαν πιθανῶς δὲν ὑπελόγισεν ὁ νομοθέτης. Σπουδαῖον ἐπίσης ἐλάττωμα τοῦ φόρου εἶναι ἡ δυσανάλογος ἐπιβάρυνσις τῶν διαμέσων ἐπιχειρήσεων ἐν τῇ βιομηχανοποιήσει εἴδους τινός. Ὡς γνωστὸν ὑπάρχουν βιομηχανίαι κάθετοι, περιλαμβάνουσαι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἐπιχειρήσει, ὡς τμήματα τοῦ ἑνιαίου συνόλου της, τὰς διαμέσους βιομηχανικὰς μεταποιήσεις, ἃς ὑφίσταται ἡ πρώτη ὕλη μέχρι τῆς τελειωτικῆς ἐπεξεργασίας εἰς ἄρτιον βιομηχανικὸν προϊόν, ὡς λ. χ. ἡ κλωστοϋφαντουργία, ἥτις κατασκευάζει ἐκ τῆς πρώτης ὕλης τόσον τὸ νῆμα, ὅσον καὶ τὸ ὕφασμα, ἥτις δηλαδὴ ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῇ νηματουργίαν καὶ ὑφαντουργίαν. Οἱ δύο ὅμως οὗτοι κλάδοι τῆς ἐν λόγῳ βιομηχανίας δύνανται νὰ ὑφίστανται καὶ εἰς ἀνεξαρτήτους ἐπιχειρήσεις νηματουργίας καὶ ὑφαντουργίας. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ πρώτη ἡνωμένη βιομηχανία θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἅπαξ μόνον διὰ τοῦ φόρου, ἤτοι κατὰ τὴν πρώτην πώλησιν τοῦ ἑτοίμου προϊόντος της, ἐνῷ ἡ ὑφαντουργία, ἡ λειτουργοῦσα μόνον ὡς τοιαύτη, οὖσα ὑποχρεωμένη νὰ ἀγοράσῃ ἰδιαιτέρως τὸ νῆμά της παρὰ τῆς ἰδιαιτέρας νηματουργικῆς ἐπιχειρήσεως ὡς πρώτην ὕλην, θὰ φορολογηθῇ διπλᾶ, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ νήματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἑτοίμου ὑφάσματος. Θὰ ἔχῃ δηλονότι ὡς πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν τὸν φόρον τῆς μεσολαβούσης ἀγορᾶς τῆς πρώτης ὕλης, ἥτις ἀποτελεῖ σπουδαίαν ἐπιβάρυνσιν δυναμένην νὰ ἀποβῇ καταστρεπτικὴν δι’ αὐτήν. Ἐντεῦθεν ἕπεται ὅτι διὰ τοῦ ἐν λόγῳ φόρου εὐνοεῖται ἡ κάθετος μορφὴ τῆς βιομηχανίας, πρὸς ἣν αὕτη θὰ τραπῇ, πρᾶγμα ὀφειλόμενον ν’ ἀποφευχθῇ, ἰδίως εἰς στιγμὰς κρίσεως, οὐχὶ μόνον λόγῳ τῶν ζημιῶν, αἵτινες θὰ προκύψουν εἰς τὰς παραγωγοὺς βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ὅτι, ἡ ἐπιτυχία τοιαύτης τινος μορφῆς τῆς βιομηχανίας θὰ γεννήσῃ, τὸ μὲν ζητήματα ἀνεργίας, ἀκινητοποιήσεως νέων κεφαλαίων εἰς ἐγκαταστάσεις καὶ ἀπωλείας πιθανὰς τῶν ἤδη ἐν ἐκμεταλλεύσει τοιούτων, τὸ δὲ θὰ μονοπωλήσῃ τὴν παραγωγὴν τῶν εἰδῶν εἰς τὰς χεῖρας τῶν συνθέτων σημερινῶν βιομηχανιῶν. Πρέπει ὅμως νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ φόρος οὗτος διευκολύνει, λόγῳ τοῦ πολλαπλοῦ τῆς ἐπιβολῆς του κατὰ πᾶσαν μεταβίβασιν, τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν εἰς περιόδους ἐμπορικῆς ἀκμῆς, λόγῳ τῆς δικαιολογίας, ἥν παρέχει εἰς πάντα μεταπωλητὴν δυνάμενον νὰ αὐξήσῃ δυσαναλόγως πρὸς τὸν φόρον τὴν τιμὴν τοῦ ἐμπορεύματος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου πιέζει τοῦτον εἰς στιγμὰς κρίσεως, καθ’ ἃς ὁ πωλητὴς διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὴν πελατείαν του ὑποχρεοῦται νὰ καταβιβάσῃ τὰς τιμάς. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπαυξάνει τὴν δυσχέρειάν του, καταλήγων τελικῶς εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Τέλος ὁ φόρος οὗτος εἶναι καταθλιπτικός, λόγῳ τοῦ ἀνακριτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς διὰ τοῦ φόρου τούτου καθίσταται ἔτι καταθλιπτικώτερον, ὡς ἐκ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν περιπτώσεων τῆς ὑπὸ τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους ἀσκήσεώς του. Αὐτὰ εἶναι τὰ μειονεκτήματα καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ φόρου τούτου. Δέον ὅμως νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἐπικριταὶ τῆς φορολογίας ὑπερβάλλουν πολὺ εἰς ἔξαρσιν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς. Ἐν πρώτοις ἡ κατηγορία τῆς ἐξ ἴσου ἐπιβαρύνσεως τῶν εὐπόρων ἀστικῶν τάξεων, πληττομένων κατὰ λόγον εὐθὺν πρὸς τὸ μέγεθος τῶν οἰκογενειακῶν των ὑποχρεώσεων, δὲν ἀποτελεῖ τι νέον, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ κοινὸν ἐλάττωμα πάσης ἐμμέσου φορολογίας, τὴν σημασίαν τοῦ ὁποίου εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας προσεπάθησαν νὰ μειώσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν δι’ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς λεγομένης πολυτελείας, καθισταμένης οὕτω μείζονος τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν εὐπορωτέρων τάξεων, ποιουμένων συνήθως χρῆσιν τῶν τοιούτων εἰδῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δι’ ἀπαλλαγῆς τῶν εἰδῶν διατροφῆς, ἀποβαινούσης οὕτω πρὸς ὄφελος τῶν λαϊκῶν τάξεων. Ἄλλωστε, δεδομένης διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαφόρων ἐλαχίστων ὁρίων συντηρήσεως τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν καθ’ αὑτὸ λαϊκῶν τάξεων ἀπὸ πάσης ἀμέσου φορολογίας, ἡ ἔμμεσος τοιαύτη ἐκπροσωπεῖ τὴν μόνην συμβολὴν αὐτῶν εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἥτις εἶναι πολὺ περισσότερον ἀνεκτὴ ἀπὸ πᾶσαν ἄμεσον φορολογίαν, ἥν θὰ ἔδει ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Κράτος. Ἐξ ἄλλου ἐπίσης μεγάλη κατάχρησις γίνεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίκρισιν τῶν φοροτεχνικῶν διατυπώσεων, αἵτινες ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει καθορίζουν τὸν ὑπηρεσιακὸν ἔλεγχον εἰς τὴν ἁπλουστέραν καὶ στοιχειωδεστέραν μορφήν του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν παρακάμπτει τὸ ἐφευρεθὲν σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἐπιβολῆς τοῦ φόρου δι’ ὑπολογισμοῦ ποσοστοῦ τινος ἐπὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν, ἰδίως διὰ τοὺς μικροὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἐμπόρους, σύστημα τὸ ὁποῖον καθιεροῖ καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ φόρος συντελεῖ εἰς τὴν προοδευτικὴν ὑπερτίμησιν τοῦ πωλουμένου ἐμπορεύματος, καὶ τοῦτο δὲν εὐσταθεῖ ἀπολύτως, δεδομένου τοῦ κατωτάτου συντελεστοῦ, ὅστις κατ’ ἀρχὴν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ μείζονος ὄγκου τῶν πολλαπλῶν μεταβιβάσεων. Τοῦτο ἐπιφέρει λίαν σμικρὰν ἀνατίμησιν τοῦ ἐμπορεύματος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἀδιαμαρτυρήτως ἀποκομιζόμενον κέρδος τῶν παρεμβαλλομένων διαμέσων μεταπωλητῶν, πραγματικῶν παρασίτων ὀργανισμῶν, ὡς προσφυῶς ἐχαρακτήρισε τούτους ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ὁ M. Debats, εἰσηγούμενος τὴν προκειμένην φορολογίαν. Ἄλλωστε ἡ ὑπερτίμησις τῶν εἰδῶν, ὀφειλομένη εἰς πολλοὺς παράγοντας, ἔχει κυρίως τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς της εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματός μας, ἀποτελοῦσα ἁπλῶς τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς. Τὸ κυριώτερον μέσον καταπολεμήσεως αὐτῆς συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀγωνισθῶμεν ἀποτελεσματικῶς κατὰ πάσης περαιτέρω ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματός μας, καθισταμένης ἀνεφίκτου ἄνευ ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ὅ οὐσιαστικῶς συμβάλλει καὶ συνέβαλεν ἁπανταχοῦ ἡ ὑπὸ κρίσιν φορολογία. Βεβαίως, προκειμένου περὶ τῆς ἀνίσου ἐπιβαρύνσεως τῆς καθέτου ἀπὸ τῆς μὴ τοιαύτης βιομηχανίας, αὕτη ὄντως ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν ἐλάττωμα, δυνάμενον ὅμως νὰ ἀποφευχθῇ δι’ ἐξαιρέσεως ἀπὸ τῆς φορολογίας πάσης μεταβιβάσεως βιομηχανικοῦ προϊόντος, ἐφόσον τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς πρώτη ὕλη τῆς παραγωγοῦ βιομηχανίας. Ἔναντι ὅμως τῶν ἀνωτέρω, συνήθως ὑπερβολικῶς τονιζομένων ἐλαττωμάτων τῆς προκειμένης φορολογίας, παρουσιάζει αὕτη σπουδαῖα πρακτικῆς μορφῆς πλεονεκτήματα, τὰ ἑξῆς. 1ον) Ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι μεγάλης ἀποδόσεως. Ἐν Γαλλίᾳ, ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1925, ἔλεγεν ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ κύκλου ἐργασιῶν, δὲν πρόκειται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὰ πιθανὰ αὐτοῦ ἐλαττώματα, διότι πέραν αὐτῶν τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι σήμερον ἀποδίδει πλέον τῶν τεσσάρων δισεκατομμυρίων φράγκων. Καὶ πράγματι, ἐὰν θὰ ἤθελέ τις ἐκεῖθεν νὰ παραδειγματισθῇ, θὰ ἔβλεπε καταπληκτικοὺς ἀριθμούς. Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῆς φορολογίας, κατὰ τὸ ἔτος 1920, ὁ φόρος ἀπέδωκεν 936.893.000 φράγκα. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους τούτου καὶ ἐφεξῆς ἡ ἀπόδοσις εἶναι ἁλματική. Οὕτω λ. χ. ἀπέδωκεν 1.897.457.000 κατὰ τὸ 1921, 2.280.266.000 κατὰ τὸ 1922, 3.015.801.000 κατὰ τὸ 1923 4.090.482.000 φρ. κατὰ τὸ 1924, 4.535.118.000 φράγκα κατὰ τὸ 1925, 7.404.916.000 κατὰ τὸ 1926, 8.395.028.000 κατὰ τὸ 1927 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐξετάζων τις τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, πείθεται πράγματι ὅτι ὁ φόρος οὗτος συνδυάζει τὸ μεῖζον τῆς ἀποδόσεως μὲ τὸ ἐλάχιστον τῶν δυσχερειῶν διὰ τὸν φορολογούμενον. Τὴν τελευταίαν δὲ ἰδιότητά του ὀφείλει εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν διασποράν του ὡς καὶ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον εἰσπράττεται διαδοχικῶς τοσάκις ὁ φόρος ἀπὸ διαφόρους φορολογουμένους, ὅσαι εἶναι αἱ χεῖρες δι’ ὧν διῆλθε τὸ φορολογητέον εἶδος. 2ον) Δεύτερον πλεονέκτημα εἶναι ἡ εὐχέρεια τῆς εἰσπράξεως καὶ ἡ ταχύτης τῆς ἀποδόσεως, ἡ μὲν πρώτη διότι διὰ τῆς τμηματικῆς ἀνὰ πᾶσαν μεταβίβασιν εἰσπράξεώς του παρὰ τοῦ ἀγοραστοῦ, κατατέμνεται εἰς ἐλάχιστον ποσοστόν, συγκαταβαλλόμενον μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφεύγηται ἡ κατὰ μικρὰ διαστήματα καταβολὴ σοβαρῶν καὶ συγκεντρωμένων χρηματικῶν ποσῶν ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, προκαλουμένης σοβαρωτάτης ἐντεῦθεν εἰς αὐτοὺς δυσχερείας, ἡ δὲ ταχύτης τῆς ἀποδόσεως ἀποτελεῖ καὶ αὕτη σπουδαῖον πλεονέκτημα τῆς φορολογίας ταύτης, ἐπιτρέπουσα τὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς της ἄμεσον εἴσπραξιν τοῦ φόρου παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, παρ’ ἧς δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἀποδόσεις ἢ μετὰ τὴν πάροδον μακροῦ ὁπωσδήποτε χρόνου. 3ον) Ἕτερον οὐσιῶδες πλεονέκτημα τοῦ φόρου εἶναι ἡ ἐλαφρότης αὐτοῦ. Εἶναι φόρος ad valorem, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ προσὸν ἐξαιρετικῶς σπουδαῖον, ἰδίως κατὰ τὰς περιόδους νομισματικῆς ἀσταθείας. Καὶ ἀληθῶς, ὁ φόρος οὗτος παρακολουθεῖ αὐτομάτως τὴν κίνησιν τῶν τιμῶν, ἀφοῦ ἀποτελεῖ ποσοστὸν αὐτῶν. Ἡ τιμαριθμικὴ ὕψωσις, ἥτις ἐπιφέρει διὰ τὸ Κράτος μὴ προϋπολογισθεῖσαν αὔξησιν δαπανῶν, ἐπιφέρει καὶ ἀνάλογον αὔξησιν φορολογικῶν εἰσπράξεων, ἐνῷ ἐν προκειμένῳ ἐπιφέρει καὶ ἀνάλογον αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, οὕτως ὥστε νὰ συμψηφίζηται μερικῶς τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἔλλειμμα. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ σοβαρότης τοῦ πλεονεκτήματος τούτου, θὰ ἤρκει νὰ ἐνθυμηθῇ τις τὰς ματαίας, κατὰ τὸ ἔτος 1932, ἀποπείρας τῆς Γερμανίας διὰ νὰ προσαρμόσῃ ἑκάστοτε τὰς φορολογικὰς ἀποδόσεις της πρὸς τὴν πτῶσιν τοῦ μάρκου, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἠναγκάσθη νὰ ὁρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν φορολογουμένων εἰς χρυσοῦν νόμισμα, ἵνα οὕτω καταστῶσιν αὗται ἀνεξάρτητοι τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χαρτονομίσματος. Ἡ φορολογία τοῦ κύκλου ἐργασιῶν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς φορολογίαν ἐπὶ βάσεως χρυσῆς ἀξίας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι συνεχῶς προσαρμόζεται πρὸς τὰς τιμὰς τῶν εἰδῶν ὡς καὶ ὅτι ἡ ἀπόδοσίς της αὐξάνει κατὰ λόγον ἀντίστροφον πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος. 4ον) Τελευταῖον καὶ οὐχὶ ἥττονος σημασίας προσὸν τῆς φορολογίας αὐτῆς εἶναι, ὅτι εἶναι ἁπλῆ. Εἶναι ἁπλῆ, διότι ἡ ἔννοια τοῦ κύκλου τῆς ἐργασίας εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἔννοια ἁπλῆ καὶ πολὺ πλέον σαφὴς τῆς ἐννοίας λ.χ. τοῦ κέρδους. Παρ’ ὅ,τι καὶ ἂν λέγεται, αἱ ὑποχρεώσεις ἅς ἐπιβάλλει ὁ νόμος εἰς τοὺς φορολογουμένους, εἶναι εὔκολον νὰ πληρωθῶσι. Πᾶς ἐμπορευόμενος, ὅσην ὀλίγην καὶ ἂν ἔχῃ τάξιν, γνωρίζει ἀκριβῶς τὰς ἀκαθαρίστους εἰσπράξεις του, ταύτας δὲ καὶ μόνον ὀφείλει νὰ περιλάβῃ εἰς τὰς δηλώσεις του. Εἶναι δ’ ἐξ ἄλλου καὶ ἁπλῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της, διότι καὶ τοῦ ἐλέγχου τὸ ἔργον δὲν εἶναι περίπλοκον. Ἀπόδειξις ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ τοῦτον ἀμέσως εἰς τὰς ὑφισταμένας φορολογικὰς ὑπηρεσίας του, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη δημιουργίας νέας καὶ εἰδικῆς ὑπηρεσίας. Τὴν ἁπλότητα ταύτην, καθιστᾷ ἔτι μείζονα ἡ χρῆσις τῆς μεθόδου τῆς κατ’ ἀποκοπὴν (à forfait) ἐπιβολῆς τῆς ἐπὶ ἑτέρας ὑφισταμένης ἤδη φορολογίας. Θὰ ἔπρεπε δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως νὰ ἐξαρθῇ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο τῆς ἁπλότητος, διότι ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψις αὐτῆς ἀποτελεῖ τὸ οὐσιωδέστερον μειονέκτημα τῶν λοιπῶν φορολογιῶν, συντελοῦν τὰ μέγιστα εἰς τὸ περιωρισμένον τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν. Δὲν νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι θὰ ἠδύνατό τις νὰ περατώσῃ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν πλεονεκτημάτων τῆς φορολογίας ταύτης, χωρὶς νὰ προσέξῃ τὴν χρήσιμον ἐνίσχυσιν, ἥν ἡ φορολογία αὕτη ἀποφέρει εἰς τὴν φορολογίαν τῶν καθαρῶν προσόδων. Ὁ ἔλεγχος τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν ὑπὸ τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπει τὸν παραλληλισμὸν μεταξὺ δηλωθέντος κέρδους δηλ. τοῦ κέρδους, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς μερίδος «Κέρδη καὶ ζημίαι» καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, τοῦ ἐξακριβωθέντος διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας ταύτης. Διότι ἐντεῦθεν δύνανται νὰ καταδειχθῶσιν ἀνισοσκέλειαι καὶ ζητηθῶσιν ἐξηγήσεις ἱκαναὶ νὰ ὁδηγήσωσιν εἰς πληρέστερον ἔλεγχον ἀποκρυβέντων καθαρῶν κερδῶν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ πιστοποίησις τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀναντιρρήτων τούτων πλεονεκτημάτων ἤγαγε πάντα σχεδὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, εἰς καθιέρωσιν ἀπὸ μακροῦ χρόνου τῆς ἐν λόγῳ φορολογίας, καὶ ἤγαγε ταῦτα εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, διότι τὸ εἶδος τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν εἶναι νέον. Ἡ φορολογία αὕτη ἔχει τὴν ἱστορίαν της. Ἦτο γνωστοτάτη τόσον εἰς τὴν ἀρχαίαν Αἴγυπτον, κατὰ τοὺς χρόνους τῶν Πτολεμαίων, ὅσον καὶ εἰς Ρώμην, ὡς ἡ centesima rerum venalium τοῦ Καίσαρος, ἥτις ἀπετέλει φόρον 1% ἐφ’ ὅλων τῶν πωλήσεων, ἀνερχόμενον εἰς 4% ἐπὶ πωλήσεως δούλων θεωρουμένων ὡς εἶδος πολυτελείας. Ὁ φόρος οὗτος ἦτο ἐπίσης γνωστὸς ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1202, ἤτοι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παλαιᾶς Γαλλικῆς μοναρχίας ἐπὶ Φιλίππου τοῦ ὡραίου, ὑπὸ τὸ ὄνομα maltote, ὡς καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ ἀπὸ τοῦ 1332 ἐπὶ Ἀλφόνσου τοῦ ΧΙ, ὑπὸ τὸ ὄνομα alcabala πλήττων «πάντα τὰ πράγματα ἅτινα ἀγοράζουσιν οἱ ἄνθρωποι». Ὡσαύτως καὶ ἐν Ἡν. Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, κατὰ τὸν πόλεμον τῆς διαδοχῆς, ὡς γενικὸς φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Κατὰ δὲ τὴν σύγχρονον ἐποχὴν οὗτος ἐνομοθετήθη τὸ πρῶτον ἐν Γερμανίᾳ, κατὰ τὸ 1916, ὑπὸ τὸ ὄνομα Umsatzsteuer, ὅστις, ὡς καὶ ἡ ὀνομασία δηλοῖ, ἀποτελεῖ φόρον ἐπὶ πάσης μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων. Πρὸς πληρεστέραν κατανόησιν τῆς φορολογίας ταύτης θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ἐν περιλήψει τὰς ἐπικρατούσας εἰς τὰ διάφορα ξένα Κράτη νομοθεσίας ὡς καὶ τὰς σχετικὰς λεπτομερειακὰς διατάξεις αὐτῶν, διότι ὅλα τὰ ξένα Κράτη, ὡς εἶπον, ἤτοι ἡ Γερμανία, τὸ Βέλγιον, ἡ Ἰταλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Πολωνία, ἡ Γαλλία κλπ. ἔχουσιν ἐπιβάλει τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φοβοῦμαι μὴ καταπονήσω τὴν Βουλήν, παραπέμπω τοὺς βουλομένους νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τούτων εἰς τὴν εἰσηγητικήν μας ἔκθεσιν (1), ἐν ᾗ ἐν ἐκτάσει ἐκτίθενται ταῦτα, καὶ περιορίζομαι ν’ ἀναφέρω πότε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη ἐν Ἑλλάδι καὶ τίνες αἱ διατάξεις, αἱ διέπουσαι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Αὕτη τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 26 Δεκεμβρίου 1923 τῆς τότε ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Γ. Κοφινᾶ, οὗτινος ὅμως ἡ ἰσχὺς ἐπρόκειτο νὰ ὁρισθῇ διὰ Διατάγματος μὴ μέχρι τῆς σήμερον ἐκδοθέντος. Οὐσιώδεις ἦσαν αἱ διαφοραὶ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου πρὸς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον καὶ ἀναφέρομεν τὰς κυριωτέρας: 1ον) Ἡ φορολογία ἐπεβάλλετο ἐπὶ πάσης πράξεως ἐνεργηθείσης κατ’ ἐπάγγελμα ἢ παρεμπιπτόντως, ἐνῷ σήμερον δὲν φορολογοῦνται αἱ δεύτεραι, ἀλλὰ μόνον αἱ πράξεις, αἱ ἐμπίπτουσαι ἐν τῇ φορολογίᾳ τῶν καθαρῶν κερδῶν ἢ τοῦ ἐπιτηδεύματος. 2ον) Ὁ φόρος ἐπεβάλλετο μόνον εἰς πόλεις ἄνω τῶν 5.000 κατοίκων. 3ον) Αἱ ἐξαιρέσεις ἐκ τοῦ φόρου ἦσαν πολὺ ὀλιγώτεραι τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, ὡς λ.χ. ἐξῃρεῖτο μόνον ἡ πώλησις τοῦ ἄρτου καὶ οὐχὶ σίτου ἢ ἀραβοσίτου ἢ ἀλεύρων, ὡς περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἐπίσης δὲν περιελάμβανε τὰ ἔσοδα ἐκ πωλήσεως ζώων, σιγαρέττων, οἰνοπνεύματος κλπ., δι’ ἃ ἰσχύουν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φορολογίαι. 4ον) Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐποίει διάκρισιν μεταξὺ πρώτης τάξεως (πολυτελείας) ἐπιχειρήσεων, ἐν αἷς ὁ συντελεστής ὡρίζετο εἰς 10% διὰ τὰς πόλεις πληθυσμοῦ ἀπὸ 15.000 κατοίκων καὶ ἄνω, τὰς λουτροπόλεις καὶ θερινὰς παραμονὰς καὶ εἰς 5% διὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις. Ἡ δευτέρα τάξις περιελάμβανε τὰς λοιπὰς ἐπιχειρήσεις, εἰς ἅς ὁ συντελεστής ὡρίζετο εἰς 2% διὰ τὰς πόλεις πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 15.000 καὶ εἰς 5% ἐπὶ τῶν λοιπῶν. 5ον) Ἡ ἀνωτέρω κατάταξις τῶν ἐπιχειρήσεων ἐγένετο δι’ εἰδικῆς διαδικασίας. 6ον) Ὑπεχρέουν πάντα φορολογούμενον νὰ καταγράφῃ καθ’ ἑκάστην εἰς εἰδικὸν βιβλίον τὰ ἀκαθάριστα ἡμερήσια ἔσοδά του καὶ νὰ ἐπιδίδῃ δηλώσεις ἑξάκις ἐντὸς τοῦ ἔτους, φυλάττων ἐπὶ πενταετίαν τὰ ἀνωτέρω βιβλία του. Καὶ τέλος, καθωρίζετο αὐστηρὰ διαδικασία ἐλέγχου ἐπὶ ποιναῖς, ἐν περιπτώσει παραλείψεως ἢ ἀνακριβοῦς δηλώσεως, ἴσαις πρὸς 100% τοῦ φόρου. Ποῖαι εἶναι ἤδη αἱ φορολογικαὶ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου; Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται φόρος: 1ον) Ἐπὶ τῆς ἀξίας (σὺν τῷ δασμῷ) παντὸς εἰσαγομένου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐμπορεύματος ἢ ἄλλου ἀντικειμένου. Τὸ ποσοστὸν τοῦ δασμοῦ τούτου ὁρίζεται εἰς 1%. 2ον) Ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων οἱασδήποτε πωλήσεως ἢ ἑτέρας πράξεως, ἐνεργηθείσης ἐν Ἑλλάδι. Ταύτας πρέπει νὰ διακρίνωμεν διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ ὡς ἑξῆς: α) Εἰς τὰς πωλήσεις προϊόντων βιομηχανίας ἢ βιοτεχνίας ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν βιομηχάνων ἢ βιοτεχνῶν, εἰς ἅς τὸ ποσοστὸν ὁρίζεται εἰς 2% ἐφ’ ἑκάστης διαδοχικῆς μεταβιβάσεως, ἐφόσον αἱ ἐν λόγῳ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἐφόσον ὅμως πρόκειται περὶ φυσικῶν προσώπων ἢ κατηγορίας, ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ τῶν καθαρῶν προσόδων 4ης Κατηγορίας, ἐφαρμόζεται δηλ. τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίας, τοῦ ἀνωτέρου ποσοστοῦ 2%, συμπτυσσομένου καὶ ὑπολογιζομένου κατὰ τεκμήριον ἴσου πρὸς 1) 10 τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν ὁ φορολογούμενος ὑπόκειται, προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν, εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν τῶν φορολογιῶν τούτων. Καθορίζεται δὲ ταὐτοχρόνως διὰ τοῦ 11 ἄρθρου ἡ δυνατότης ὅπως, διὰ Διατάγματος, αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ πραγματοιήσασαι ὁλικὸν καθαρὸν κέρδος κατὰ τὸ προηγούμενον τῆς φορολογίας ταύτης ἔτος ὑπερβαῖνον τὰς 300.000 δραχ. (ἀνώτατον ὅριον τεκμηρίου ἐπιτηδεύματος), ἐφόσον αὗται δὲν εἶναι ἀνώνυμοι, ὑπαχθῶσιν, ἀντὶ τῆς κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίας, εἰς τὴν τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, δηλ. νὰ φορολογηθῶσι διὰ 2% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων των ἐσόδων. Ταῦτα προκειμένου περὶ βιομηχανιῶν καὶ βιοτεχνιῶν. βʹ) Προκειμένου δὲ περὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἢ τοιούτων παροχῆς ἐργασίας (Τραπεζῶν, παραγγελιοδόχων, μεσιτῶν κλπ.), ἀσκουμένων ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας, τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ὁρίζεται εἰς 0.50% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων των. Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεων, ἀσκουμένων ὑπὸ φυσικῶν ἢ νομικῶν προσώπων, συνεταιρισμῶν, σωματείων, ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν, ἐφαρμόζεται ἐπίσης τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίας, τοῦ ποσοστοῦ τούτου (0.50%) συμπτυσσομένου καὶ ὑπολογιζομένου ὡς ἴσου πρὸς τὸ 1) 10 τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν ὁ φορολογούμενος ὑπόκειται εἴς τινα τῶν φορολογιῶν τούτων. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον 11 ἔχει καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἰδίαν ἐφαρμογήν. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω: 1ον) Πᾶσα ἀνώνυμος βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις, πωλοῦσα τὰ προϊόντα της, φορολογεῖται μὲ 2% ἐπὶ τοῦ τζίρου της. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀνώνυμος, ἀλλὰ φυσικὸν πρόσωπον ἢ ὁμόρρυθμος ἐπιχείρησις, φορολογεῖται μόνον ἐφάπαξ διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ τῆς καθαρᾶς της προσόδου, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν τὰ καθαρὰ κέρδη τοῦ φορολογουμένου ὑπερέβησαν ἢ μὴ τὰς 300.000 δραχμῶν, ὅπερ ποσὸν ἀποτελεῖ τὸ ἀνώτατον ὅριον διακρίσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἀπὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου Δης κατηγορίας. 2ον) Πᾶσα ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις ἢ τοιαύτη παροχῆς ἐργασίας, ἐὰν μὲν εἶναι ἀνώνυμος φορολογεῖται μὲ 0.50% ἐπὶ τοῦ φόρου της, ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ἀνώνυμος, ἀλλὰ φυσικόν τι πρόσωπον ἢ ὁμόρρυθμος ἢ ἑτερόρρυθμος ἑταιρεία φορολογεῖται ὡς καὶ ἀντίστοιχός τις βιομηχανία κατὰ τὰ ἀνωτέρω. 3ον) Πᾶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενον εἶδος φορολογεῖται μὲ 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας του. Δὲν περιλαμβάνονται συνεπῶς εἰς τὴν φορολογίαν αʹ) Αἱ γεωργικαὶ πρόσοδοι, βʹ) Αἱ πράξεις αἱ μὴ ἔχουσαι ἐμπορικὸν χαρακτῆρα, ἐφόσον δὲν ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον τῆς κατὰ τὸν νόμον 2640 (φορολογίας καθαρῶν προσόδων) φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον ὡς προϋπόθεσιν τῆς φορολογίας κύκλου ἐργασιῶν καὶ γʹ) αἱ ἔχουσαι μὲν ἐμπορικὸν χαρακτῆρα πράξεις, ἀλλὰ μὴ κατ’ ἐπάγγελμα γινόμεναι, ἀλλὰ συμπτωματικῶς, διότι καὶ αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον τῆς φορολογίας τοῦ νόμου 1640. Ἐπὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων, τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω πωλήσεων, ὡς φορολογητέα ὕλη λαμβάνεται τὸ τίμημα τῶν ὁριστικῶς πραγματοποιηθεισῶν πωλήσεων, μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν ἐκπτώσεων, ἐφ’ ὧν ἀνεγράφησαν εἰς τὸ τιμολόγιον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν μεσιτικῶν ἢ προμηθειῶν. Ἐξ ἄλλου δὲ ἐπὶ παροχῆς ὑπηρεσιῶν (τραπεζιτικαί, κολυμβιστικαί, ἀσφαλιστικαί, κλπ. ἐργασίαι) λαμβάνεται ὡς βάσις τῆς φορολογίας οὐχὶ τὸ κεφάλαιον ἢ ἡ ἀξία τοῦ ἀντικειμένου τῶν συναλλαγῶν, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἀκαθαρίστων προεξοφλημάτων, τόκων, μεσιτικῶν, ἀσφαλίστρων κ. τ.λ. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν φορολογητέαν ὕλην καὶ τὰς διακρίσεις τῶν ποσοστῶν τοῦ φόρου κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ρητῶς ὁρίζεται, ὁ φόρος οὗτος χαρακτηρίζεται ὡς φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ὀφείλων συνεπῶς κατὰ κανόνα νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ, ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις φορολογικαί. Τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζει ἐξαιρέσεις τινὰς τῆς φορολογίας διακρινομένας εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἡ μὲν πρώτη βασίζει τὸν δικαιολογητικόν της λόγον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νομοθέτου νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ τιμαὶ ὡρισμένων εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. (σῖτος, ἀραβόσιτος, ἄρτος, ἄλευρα). Ἡ δευτέρα δικαιολογεῖται ἐκ τῶν λόγων τῆς ἀδυναμίας τοῦ φορολογουμένου νὰ μεταφέρῃ τὴν φορολογίαν εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, ὡς ἐκ τῆς ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς διατιμήσεως (λ.χ. εἴδη μονοπωλίου, ἠλεκτρικοῦ ρεύματος), καὶ τέλος, ἡ τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τὰς ἐξαιρέσεις ἐκείνων τῶν εἰδῶν, ἅτινα ὡς τοιαῦτα καταναλώσεως φορολογοῦνται ἤδη δι’ εἰδικῶν φόρων καταναλώσεως (λ. χ. δημοσίων θεαμάτων, κέντρων διασκεδάσεως, ἐκρηκτικαὶ ὗλαι, οἰνόπνευμα κλπ.). Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐξαιρέσεων περιλαμβάνεται καὶ ἡ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πώλησις προϊόντων ἢ ἐμπορευμάτων λίαν δεδικαιολογημένως, ἐφόσον πολιτικὴ τοῦ Κράτους εἶναι ἡ διὰ παντὸς μέσου ἐνίσχυσις τῆς ἐξαγωγῆς. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη εἰς ἓν σπουδαῖον κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ κεφάλαιον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 7 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐνταῦθα ὀφείλεται ἡ ἑξῆς διάκρισις: Ὁσάκις πρόκειται κατὰ τὰς ἀνωτέρω ἐκτεθείσας διακρίσεις, ὁ φόρος νὰ ἐπιβληθῇ κατ’ ἀποκοπήν, ὑπολογιζόμενος ὡς ποσοστὸν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ καθαρῶν προσόδων Δης κατηγορίας, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ συμβεβαιοῦται καὶ συνεισπράττεται μετὰ τῶν φόρων τούτων, μὴ χωρούσης εἰδικῆς τινος ἑτέρας διαδικασίας. Ὁσάκις ὅμως δὲν χωρεῖ ὁ κατ’ ἀποκοπὴν ὑπολογισμός, ὑποχρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι εἰς τήρησιν βιβλίων, εἰς ἃ ὀφείλουσι νὰ ἀναγράφουν ἀνελλιπῶς καθ’ ἡμέραν ἑκάστην διακεκριμένην πρᾶξιν πωλήσεως, ὡς καὶ νὰ ἐπιδίδουν δηλώσεις ἑξάκις τοῦ ἔτους εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς περιφερείας, περιλαμβανούσας τὰ κατὰ τὸ προηγηθὲν τῆς δηλώσεως δίμηνον πραγματοποιηθέντα ἀκαθάριστα ἔσοδά των, καταβάλλοντες σὺν τῇ δηλώσει καὶ ὁλόκληρον τὸν ἀναλογοῦντα φόρον. Ὁ φορολογούμενος ὑποχρεοῦται νὰ φυλάττῃ ἐπὶ πενταετίαν τὰ βιβλία του, τιμωρούμενος ἐν περιπτώσει μὲν ἐκπροθέσμου δηλώσεως ἀπὸ τοῦ ¼ μέχρι τοῦ ἀκεραίου ποσοῦ τοῦ φόρου, ἐν περιπτώσει δὲ παραλείψεως ἢ ἀνακριβείας τῆς δηλώσεως ἀπὸ τοῦ ½ μέχρι τοῦ διπλασίου τοῦ φόρου, ὃν διὰ τῆς παραλείψεως ἢ ἀνακριβείας θὰ διέφευγεν ὁ φορολογούμενος. Κεντρικὰ καταστήματα, ὑποκαταστήματα, ἀντιπρόσωποι ἢ πράκτορες, ὑποχρεοῦνται εἰς νέας δηλώσεις θεωρούμενοι ὡς ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι συναλλαγέντες, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδείξωσιν ὅτι ἐνήργησαν ὡς παραγγελιοδόχοι ἢ ἀντιπρόσωποι, ὁπότε φορολογοῦνται ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων διαφορῶν, ἃς λόγῳ τῆς ἰδιότητός των ἀπεκόμισαν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ ἐπαλήθευσις τῶν δηλώσεων, ὁ ἔλεγχος, ἡ σύνταξις τῶν φορολογικῶν καταλόγων καὶ ἡ λοιπὴ διαδικασία τῆς βεβαιώσεως ἐξομοιοῦνται πρὸς τὴν ἰσχύουσαν ὁμοίαν φορολογίας καθαρῶν προσόδων Δης κατηγορίας. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 5, ἐκφράζων οἱονεὶ δισταγμὸν ὁ νομοθέτης περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ ἀνωτέρω συστήματος βεβαιώσεως καὶ καταναλώσεως τοῦ φόρου, παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, διὰ Διατάγματος, ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπικολλήσεως εἰδικοῦ ἐνσήμου, κατὰ τὰ ἐν Βελγίῳ καὶ Ἰταλίᾳ ἰσχύοντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὰς βάσεις τῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ κενὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτοῦ. Καὶ πρώτη ἀντίρρησις, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν βιομηχάνων, εἶναι ὅτι ἐπιβάλλεται ἐξίσωσις φορολογικοῦ ποσοστοῦ μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ φόρου κύκλου ἐπὶ τῶν βιομηχανιῶν. Διότι λέγουσιν, ὅτι ἐπέρχεται διατάραξις τοῦ σήμερον ὑφισταμένου προστατευτικοῦ καθεστῶτος, ἐφόσον τὰ μὲν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα εἴδη φορολογοῦνται μὲ 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν τσὶφ σὺν τῷ δασμῷ, ἐνῷ τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παραγόμενα ὁμοειδῆ προϊόντα φορολογοῦνται μὲ 2% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως. Ἡ ἐπιβάρυνσις εἶναι δυσανάλογος, θίγουσα μοιραίως τὸ περιθώριον τῆς προστασίας, χωρὶς νὰ δύναται καὶ νὰ λεχθῇ ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου. Ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν στερεῖται ἀληθείας. Ἐὰν θὰ ἠθέλομεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ σημερινὸν καθεστὼς προστασίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον ἰσοπόσως νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν εἰσαγωγήν τε ὡς καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, λόγῳ τῶν περιορισμῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς δασμολογικῆς προστασίας, ἐνισχύθη ἐκταθεῖσα εἰς ὁλόκληρον τὴν παραγωγικήν της δυναμικότητα, ἐξ οὗ ἀποκομίζει σήμερον ἱκανὰ κέρδη, δέον νὰ ἀναχθῇ εἰς ἕτερον κύκλον σκέψεων, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν μείζονα ἐνδεχομένως φορολογίαν τῶν καθαρῶν των κερδῶν καὶ οὐχὶ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ περιθωρίου προστασίας. Καὶ τοῦτο, διότι, ὡς ἐκ τῆς ἀντεπιστημονικωτάτης καταρτίσεως τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου, ὑπάρχουν σήμερον βιομηχανίαι ὡρισμένων εἰδῶν, εὑρισκόμεναι εἰς τὸ κατώτατον ὅριον τῆς προστασίας (ὡς λ.χ. τῶν ψιλῶν βαμβακερῶν ὑφασμάτων) ἡ διατάραξις τῶν ὁποίων θέλει ἐπιφέρει καταστρεπτικὰς δι’ αὐτὰς συνεπείας. Πράγματι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐμπλέκωνται δύο διάφοροι ἔννοιαι, ἡ τῆς προστασίας δηλονότι μετὰ τῆς τῶν καθαρῶν κερδῶν, ὧν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν φορολόγησιν διὰ τοῦ ἐν προκειμένῳ φόρου καταναλώσεως, ὅστις ἐπιβαρύνων τὸ κόστος τῶν ἐμπορευμάτων, ἐνδέχεται νὰ θίξῃ τὰ ἀσφαλιστικὰ περιθώρια προστασίας τῆς οὕτω πως φορολογουμένης βιομηχανίας. Ἐπὶ πλέον, ἡ ἀσυνάρτητος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπέκτασις τῆς βιομηχανίας μας ἐδημιούργησεν εἰς πολλὰ εἴδη τοιοῦτον συναγωνισμόν, ὥστε συχνὰ νὰ ἐξαντλῆται σχεδὸν τὸ περιθώριον προστασίας. Πᾶς τις δύναται ἐντεῦθεν νὰ ἐννοήσῃ τὸν κίνδυνον τῶν τοιούτων βιομηχανιῶν ἐκ τῆς ἀνισοσκελοῦς φορολογίας τῶν ὑπ’ αὐτῶν παραγομένων προϊόντων ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, ἥτις δύναται ν’ ἀνάγῃ εἰς τὸ κλείσιμον αὐτῶν. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἀντίρρησις, ὅτι, διὰ τοῦ κρατοῦντος πρωτοτύπου παρ’ ἡμῖν συστήματος φορολογίας ἐπὶ τοῦ μερίσματος μόνον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, διαφεύγουσιν αἱ βιομηχανικαὶ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι τῆς φορολογίας καθαρῶν προσόδων. Πλὴν ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι τοῦτο δέον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπαρκὴς δικαιολογία πρὸς μεταρρύθμισιν τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῆς ἀνεκαθαρίστου αὐτῶν προσόδου, διότι αὕτη, ὡς ἐπιβαρύνουσα ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τὰς διατηρούσας προστατευτικὰ περιθώρια βιομηχανίας, ἀπὸ τὰς μὴ διατηρούσας τοιαῦτα, ἐνδέχεται νὰ ἀγάγῃ εἰς ὑπερκάλυψιν ὁλοκλήρου τοῦ περιθωρίου προστασίας τῶν τοιούτων βιομηχανιῶν, ἰδίως δὲ ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μόνον 1%, ἀλλὰ 1.50% λόγῳ τῆς μὴ ἀπαλλαγῆς τῆς πρώτης ὕλης ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης δασμολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ ἔπρεπε κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐξισωθῇ τὸ ποσοστὸν εἰσαγωγῆς καὶ ἐσωτερικῆς φορολογίας τῶν βιομηχανιῶν, βάσει καὶ τῶν ἐν Ἰταλίᾳ ἰσχυόντων. Πλήν, ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐξισώσεως. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι εἶναι λίαν συντηρητικοὶ οἱ γενόμενοι παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ὑπολογισμοὶ ἀποδόσεως. Ὑπολογίζει δηλαδὴ ἡ ὑπηρεσία εἰς 8 δισεκατομμύρια τὴν ἀξίαν τῆς βιομηχανικῆς μας παραγωγῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Κατὰ τὸν γενόμενον ὑφ’ ἡμῶν ἔλεγχον τῇ συνεργασίᾳ τῆς ἐπιθεωρήσεως βιομηχανίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐφ’ ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων κλάδων τῆς Κλωστοϋφαντουργίας, ἐπιστοποιήθη ὅτι ἡ ἀξία τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς τοῦ 1932 ὑπερβαίνει κατὰ 1.356.000.000 δραχ. τὴν τοῦ ἔτους 1930. Δεδομένου ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐγένετο τακτική τις ἀπογραφή. Ἰδοὺ καὶ οἱ ἀριθμοί:
ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ
| Παραγωγὴ | Παραγωγὴ | |
| 1930 | 1932 | |
| Νήματα ἐκ βάμβακος | 917.300.000 | 600.000.000 |
| Ὑφάσματα ἐκ βάμβακος | 262.500.000 | 600.000.000 |
| Κλωσταὶ ἐκ βάμβακος | 6.000.000 | 10.000.000 |
| Νήματα ἐξ ἐρίου διὰ τάπητας | 108.000.000 | 108.000.000 |
| Νήματα πεκὲ ἐξ ἐρίου | 47.800.000 | 60.000.000 |
| Ὑφάσματα ἐξ ἐρίου | 342.000.000 | 750.000.000 |
| Τάπητες ἀνατολικοὶ | 37.500.000 | 30.000.000 |
| Μέταξα ἀναπησμένη | 87.500.000 | 150.000.000 |
| Ὑφάσματα ἐκ μετάξης | 227.000.000 | 550.000.000 |
| Μέταξα τεχνητή | 100.000.000 | 150.000.000 |
| Σάκκοι κενοὶ | 168.000.000 | 210.000.000 |
| Ὑφάσμ. συσκευασίας καπνοῦ | 50.000.000 | 50.000.000 |
| Σχοινιὰ καὶ σπάγγοι | 70.000.000 | 70.000.000 |
| Προϊόντα πλεκτὰ ἐν γένει | 270.000.000 | 300.000.000 |
| Σύνολον | 1.810.200.000 | 3.166.680.000 |
Ἤτοι ἡ ἀντιπαραβολὴ αὕτη πιστοποιεῖ αὔξησιν ἀξίας μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1930–1932 ἐκ δραχ. 1.356.600.000, ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς 74.9% τῶν τῆς ἀξίας τῆς παραγωγῆς τοῦ 1930. Αὕτη δικαιολογεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τῆς γενικῆς ἀνατιμήσεως τῶν εἰδῶν τῶν κλωστοϋφαντουργικῶν προϊόντων κατὰ 35% ἕως 45%, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῆς ἐντατικωτέρας λειτουργίας τῶν βιομηχανικῶν ἐγκαταστάσεων κατὰ τὸ ἔτος 1932 ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν νέων βιομηχανικῶν ἐγκαταστάσεων συμπληρωθεισῶν κατὰ τὸ 1931–1932. Ἡ αὐτὴ αὔξησις ἐπιστοποιήθη παρ’ ἡμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν βιομηχανίαν χάρτου, ἧς ἡ παραγωγὴ ἐνῷ κατὰ τὸ 1932 ἀνῆλθεν εἰς 130 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατὰ τὸ 1933 ἀσφαλῶς ὑπολογίζεται εἰς 180 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δεδομένου, λοιπόν, ὅτι ἡ κλωστοϋφαντουργία, ὡς ἐβεβαιώθη ἐξ ἐπανειλημμένων ἐλέγχων, ἀποτελεῖ τὸ 25% τοῦ συνόλου τῆς ἐν Ἑλλάδι βιομηχανικῆς παραγωγῆς, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν—ἐν ἀνυπαρξίᾳ ἄλλων σταθερῶν στοιχείων— τὸ σύνολον τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς κατὰ τὸ 1932 εἰς 12.5 δισεκατομμύρια σημερινῶν δραχμῶν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καὶ αἱ λοιπαὶ βιομηχανίαι δὲν ἀνεπτύχθησαν μετὰ τῆς αὐτῆς ὡς ἡ κλωστοϋφαντουργία ἐντάσεως, δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς παραγωγῆς ταύτης περὶ τὰ 2.1 δισεκατομμύρια, ὡς περιθώριον ἀσφαλείας, καὶ οὕτω καταλήγομεν εἰς τὸ ὅτι ἡ ἀξία τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς κατὰ τὸ 1932 δὲν δύναται νὰ ὑπολειφθῇ τῶν 10.5 δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐὰν ἤδη καὶ πάλιν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν ἕτερα 2 δισεκατομμύρια, λόγῳ διαφυγῆς καὶ ἐπιστροφῶν,—περὶ ὧν κατωτέρω— θὰ ἔχωμεν κατὰ συντηρητικὸν ὑπολογισμὸν 8 δισεκατομμύρια δραχμῶν, ἅτινα φορολογούμενα πρὸς 1% μόνον, μᾶς δίδουν τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ποσὸν τῶν 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐννοεῖται, χωρὶς εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἀκαθαρίστους εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐμπορικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ τοιούτων παροχῆς ἐργασίας (τραπεζῶν κλπ.), αἵτινες ἐπαυξάνουσι τὸ ἀσφαλιστικὸν περιθώριον τῆς προϋπολογισθείσης εἰσπράξεως τῶν 80 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω συνάγεται τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων παραγωγῆς ἐσωτερικοῦ φορολογικὸν ποσοστὸν τοῦ 2% εἶναι ὑπερβολικόν. Ἀφ’ ἑνὸς μέν, διότι ἀνίσως πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς εἰσαγωγῆς 1% ἐπιβαλλόμενον διαταράσσει τὸ ὑφιστάμενον δασμολογικὸν καθεστὼς προστασίας, τὸ ὁποῖον οὕτω καθίσταται καὶ ἀρνητικὸν εἰσέτι δι’ ὡρισμένας βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν διατηρηθῇ, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται, θὰ ἀποφέρῃ διπλασίαν εἴσπραξιν τῆς προϋπολογιζομένης. Δίκαιον συνεπῶς καὶ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπεβιβάζετο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου 1.50%. Οὕτω πως ἐνεργοῦντες καὶ δίκαιοι θὰ εἴμεθα καὶ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν θὰ εἰσπράξωμεν ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ κλονίσωμεν τὴν μόλις σήμερον ἀνδρουμένην βιομηχανίαν μας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ εἰς 1.50%, ἐξισούμενον πρὸς τὸ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἤθελε κριθῇ ἀπαράδεκτον, ὡς βαρύνον ὑπερβολικὰ τὸ ἐμπόριον, πάλιν διὰ τοῦ προτεινομένου ὑποβιβασμοῦ τοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν ἐγχωρίων μόνον προϊόντων μειοῦται οὐσιωδῶς ἡ διαφορά, ὥστε, ἂν παραμείνωμεν εἰς τὸ κατώτερον αὐτοῦ ὅριον, νὰ προσεγγίσωμεν σχεδὸν πρὸς τὴν ἐξίσωσιν. Δευτέρα ἀντίρρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Διὰ τοῦ καθορισμοῦ ἑνιαίου ποσοῦ ἐπὶ πάσης πωλήσεως κατειργασμένου ἢ ἡμικατειργασμένου βιομηχανικοῦ προϊόντος, δεδομένου τοῦ μεγέθους τοῦ ποσοῦ τούτου (2%), ἐπέρχεται ἄνισος ἐπιβάρυνσις τῶν Καθέτων ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων βιομηχανιῶν. Τοῦτο εἶναι φανερόν, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη εὐρυτέρας ἀναπτύξεως. Ἐνῷ, δηλαδή, ἡ πλήρης κλωστοϋφαντουργικὴ ἐπιχείρησις θὰ ἐπιβαρύνεται ἅπαξ διὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἑτοίμου προϊόντος της, ἀντιθέτως ἡ ὑφαντουργικὴ μόνον ἐπιχείρησις, ἀγοράζουσα τὸ νῆμα ὡς πρώτην ὕλην παρὰ ξένης πρὸς αὐτὴν νηματουργικῆς ἐπιχειρήσεως, θὰ ὑποστῇ διπλῆν φορολογίαν. Μίαν κατὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ νήματος καὶ ἑτέραν κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς πώλησιν τοῦ ἑτοίμου ὑφάσματος, ἐνῷ ἡ σύνθετος κλωστοϋφαντουργικὴ ἐπιχείρησις, ἡ συγκεντροῦσα ἐν ἑαυτῇ ἀμφοτέρους τοὺς κλάδους τούτους τῆς παραγωγῆς, θὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς περιθώριον 2% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων, δυναμένη νὰ συντρίψῃ τὰς κεχωρισμένως λειτουργούσας ὁμοειδεῖς βιομηχανίας. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἄτοπον καὶ κενὸν τοῦ νόμου, δυνάμενον νὰ ἀρθῇ διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς παραγωγοῦ βιομηχανίας, διὰ τὸ προϊόν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὕτη ἠγόρασε καὶ ἐχρησιμοποίησεν ὡς πρώτην ὕλην. Θὰ ἐπιβάλληται τουτέστιν ὁλόκληρος ἡ φορολογία εἰς τὴν πωλήσασαν σύνθετον βιομηχανίαν, θ’ ἀπόκειται δὲ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἀγοράσασαν παραγωγὸν προϊόντα τῆς πρώτης, χρησιμεύσαντα ὡς πρώτην ὕλην τῆς δευτέρας, ἀποδεικνύουσαι τοῦτο, ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐπ’ αὐτῶν φορολογίας. Οὕτω ἀποφεύγεται ἡ διπλῆ καὶ ἄνισος φορολογία τοῦ αὐτοῦ ἑτοίμου προϊόντος, ὅπερ φορολογεῖται ἅπαξ ὡς τοιοῦτον καὶ οὐχὶ ἀναλόγως τοῦ ἐὰν τὸ κατεσκεύασαν αὐτὸ ἐργοστάσιον εἶναι τμῆμα ἢ μὴ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς βιομηχανίας. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐδέχθη καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Τρίτη ἀντίρρησις εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται διάκρισιν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ τῶν ἀνωνύμων ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων ἐπιχειρήσεων. Διότι τὰς μὲν πρώτας φορολογεῖ μὲ 2% ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, ἐνῷ ἐπὶ τῶν δευτέρων (ὁμορρύθμων ἢ ἑτερορρύθμων ἑταιρειῶν καὶ φυσικῶν προσώπων ἢ συνεταιρισμῶν), ἐφαρμόζον τὸ σύστημα τῆς ἀποκοπῆς φορολογεῖ ἐλαφρότατα διὰ τοῦ 1) 10 τοῦ ὑφισταμένου φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ καθαρᾶς προσόδου. Τοῦτο ἐπίσης εἶναι ἄτοπον ὡς καθιεροῦν ἀνισότητα. Αἱ βιομηχανίαι πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς των καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς των, τοῦ ἐὰν εἶνε δηλ. ἢ δὲν εἶνε ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Εἶνε φανερὸν ὅτι οὐδένα ρόλον παίζει ἡ μορφὴ ἐπιχειρήσεώς τινος ὡς ἀνωνύμου ἢ μή, ἐφόσον ἐνδέχεται νὰ ἔχωσιν ἀμφότεραι τὴν αὐτὴν παραγωγήν, ὁπότε θὰ ἦτο ἄδικον καὶ ἄνισον ἡ παραγωγὴ τῆς ἀνωνύμου νὰ φορολογῆται μὲ 2%, ἡ δὲ τῆς μὴ τοιαύτης μὲ τὸ 1) 10 τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ καθαρᾶς προσόδου. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὁριζομένου τοῦ αὐτοῦ ποσοστοῦ 2% δι’ ἁπάσας τὰς βιομηχανικὰς διαχειρήσεις ἀνεξαρτήτως τῆς μορφῆς των. Ἡ μόνη δυσχέρεια, ἥτις ἀνακύπτει, εἶναι ἡ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ὁρίου, καθ’ ὃ δέον νὰ διακριθῇ ἡ βιομηχανία τοῦ ἁπλοῦ βιοτεχνικοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ μὲ τὸ αὐτὸ ποσοστὸν 2%. Ἐπιστημονικῶς καθίσταται δυσχερεστάτη ἡ διάκρισις. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφάνη καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ᾗ μάταιαι ἐγένοντο προσπάθειαι, μὴ ἐπικρατησάσης τελικῶς τῆς ριφθείσης ἐκεῖ γνώμης τοῦ καθορισμοῦ τῆς διακρίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπασχολουμένου ἐργατικοῦ προσωπικοῦ. Εἶπον δηλαδή, ἐν Γαλλίᾳ: Ἐὰν ἐπιχείρησίς τις ἀπασχολῇ ἄνω τῶν δέκα ἐργατῶν εἶναι βιομηχανία καὶ ἀντιστρόφως βιοτεχνία ἐὰν ἀπασχολῇ κάτω τῶν 10. Ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς τοῦ ὁρίου τῶν 10 ἐργατῶν ἐκρίθη αὐθαίρετος καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν πραγματικότητα. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ κατάταξις τινὸς ὡς βιοτέχνου ἐπαγγελματίου κατὰ τὴν διάκρισιν τῆς φορολογίας περὶ ἐπιτηδεύματος. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον 5117, καθιεροῦνται 30 τάξεις ἐπαγγελματιῶν ἀπὸ 25.000 δραχ., τεκμαιρομένην καθαρὰν πρόσοδον μέχρι δρχ. 300.000. Θὰ ἠδύνατο λοιπὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἐπιχείρισις, πραγματοποιοῦσα καθαρὰ κέρδη 300.000 δραχμῶν, εἶναι βιομηχανική, ἐνῷ κάτω τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν εἶναι βιοτεχνικὴ καὶ νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ φορολογία τοῦ 2%. Πλὴν τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν: 1) διότι, κατὰ τὸν νόμον 5117, ἡ διάκρισις τῶν διαφόρων κλάσεων δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τεκμαρτῆς καθαρᾶς προσόδου τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ τοῦ ἐπιχειρηματίου (πλὴν μόνον ἐπὶ ἑτερορρύθμων ἑταιρειῶν), μὴ δυναμένου συνεπῶς τοῦ νομοῦ τούτου νὰ μᾶς δώσῃ τὴν βάσιν τῆς διακρίσεως. Διὸ καὶ θὰ ἔπρεπεν ἀνεξαρτήτως τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῶν δι’ αὐτῆς καθοριζομένων κλάσεων, νὰ ὁρίσωμεν, προκειμένου περὶ βιομηχανίας ἐν τῷ νόμῳ περὶ κύκλου ἐργασιῶν, διὰ σαφοῦς εἰδικῆς διατάξεως ὡς ὅριον ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας 2% τὰ τῶν 300.000 δραχ. καθαρῶν κερδῶν, κατὰ ἐπιχείρησιν, καὶ οὐχὶ κατ’ ἄτομον, ἐπεκτείνοντες οὕτω τὸν κύκλον τῶν φορολογουμένων, ἀρχήν, ἣν δέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 11. 2ον) διότι εἶναι ἀπότομον τὸ ὅριον τοῦ διαχωρισμοῦ καὶ μεγάλη ἡ πτῶσις τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ κάτω τῶν 300.000 δραχμῶν. Πρὸς κατανόησιν τούτων, ἂς ὑποθέσωμεν τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ἂς ὑποθέσωμεν ἐπιχείρησιν, ἔχουσαν ἐτήσιον καθαρὸν κέρδος 300.000 δραχμῶν, φορολογηθησομένην κατὰ τὰ ἀνωτέρω μὲ τὸ 1) 10 τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Αὕτη, δεδομένου ὅτι ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος θὰ εἶναι 39.000, θὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ κύκλου ἐργασιῶν μὲ δρχ. 3.900 ἐν συνόλῳ. Ἀντιστρόφως, ἡ ὁμοειδὴς ἐπιχείρησις, ἡ πραγματοποιοῦσα καθαρὸν κέρδος, ἔστω καὶ 1.000 δρχ., πέραν τῶν 300.000 δραχμῶν, θὰ φορολογηθῇ μὲ 50–60.000 δραχμῶν ὡς ἑξῆς. Τὸ κέρδος τῶν 300.000 δραχμῶν ἀντιστοιχεῖ πρὸς κύκλον ἐργασιῶν 2½–3 ἑκατομ. δραχμῶν. Ἐάν, λοιπόν, ὑπάρξῃ καὶ ὑπάρχουν πολλαὶ ἐπιχειρήσεις, ἔχουσαι κέρδη ἄνω τῶν 300.000 δραχμῶν, αὕτη θὰ φορολογηθῇ μὲ 60.000 δρχ., ἐνῷ ἡ ἔχουσα κάτω τῶν 300.000 δραχμῶν, ἔστω, καὶ κατὰ χιλίας δραχμάς, θὰ φορολογηθῇ μὲ 3.900 δραχμάς. Τοῦτο δέ, διότι ἐπέρχεται λίαν ἀπότομος πτῶσις τῆς φορολογίας, δημιουργούσης ἀνισότητας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑφίστανται πολλαὶ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ δὴ ὑπὸ μορφὴν συνεταιρισμῶν, πραγματοποιοῦσαι κέρδη ἀπὸ 200–300 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως. Ἐὰν διατηρήσωμεν εἰς αὐτὰς τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ προκύψῃ καταστρεπτικὸς συναγωνισμὸς αὐτῶν εἰς βάρος τῶν ἀμέσως ἑπομένων των ἀπὸ ἀπόψεως κερδῶν βιομηχανικῶν, ὅπερ δέον νὰ ἀποφύγῃ ἡ φορολογία. Διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, διὰ τῆς φορολογίας, νὰ δημιουργῶνται περιθώρια συναγωνισμοῦ μεταξὺ ὁμοειδῶν καὶ ἰσοδυνάμων βιομηχανιῶν. Πρὸς μερικὴν ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀμβλυνθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, ὁριζομένου, ὅτι «ἐφόσον βιομηχανική τις ἐπιχείρησις πραγματοποιεῖ κέρδη ἀπὸ 200 –300 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ φόρος κύκλου ἐργασιῶν, ὁρίζεται μὲν κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ κατὰ ποσοστὸν ἴσον πρὸς 30% αὐτοῦ». Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἀποδίδομεν περισσοτέραν δικαιοσύνην. Βεβαίως θὰ προκύψῃ ἡ αὐτὴ ἀδικία καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῶν 200.000 δραχμῶν. Θὰ ἠδυνάμεθα λοιπὸν, πρὸς ἄρσιν καὶ αὐτῆς, νὰ φορολογήσωμεν μὲ τὸ 1) 10 τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τὰς ἐπιχειρήσεις, τὰς πραγματοποιούσας καθαρὸν κέρδος ἀπὸ 100.000 δραχμῶν μέχρι 200.000, ἀφήνοντες τελείως ἀφορολογήτους τὰς κάτω τῶν 100.000 δραχμῶν. Οὕτω, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς στατιστικοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἐξῃροῦμεν τῆς φορολογίας ἐκ τῶν 300.000 ἐπιτηδευματιῶν τοὺς 290.000 ἐξ αὐτῶν, ἤτοι τὸν μέγαν ὄγκον τῶν μικροεπιτηδευματιῶν, ἀποδίδοντες συνάμα δικαιοσύνην διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν ἀνωτέρω κλιμακίων εἰς τοὺς λοιπούς. Ἐπειδὴ δὲ, παρ’ ὅλα αὐτά, ἐνδέχεται, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ ποσοστοῦ κατὰ κλιμάκιον, ἐπιχειρήσεις τινὲς νὰ βλάπτωνται ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν παρ’ ἑτέρων ὁμοειδῶν κατατεταγμένων εἰς τὰ κατώτερα κλιμάκια, ὀρθὸν θὰ ἦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡρισμένη τις ἐπιτροπὴ νὰ ἔκρινε περὶ τοῦ πρέποντος τῆς μεταβολῆς τοῦ κλιμακίου κατὰ τὰς ἑκάστοτε συγκεκριμένας περιπτώσεις. Κατὰ ταῦτα, ἀνακεφαλαιοῦντες τὰς παρατηρήσεις μας, προτείνομεν: 1) τὸν ὑποβιβασμὸν ἐπὶ τῶν βιομηχανιῶν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ εἰς 1.50%. 2) τὸν καθορισμὸν ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν παρὰ βιομηχανίας τινὸς πωλουμένων προϊόντων της, ἐφόσον ταῦτα ἐχρησίμευσαν ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὴν δευτέραν πρὸς παρασκευὴν ἑτοίμου προϊόντος. 3) τὴν ἐξίσωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ 2% πασῶν τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 300.000 δραχμῶν ἐτησίων καθαρῶν κερδῶν, ἢ κύκλου 2.500.000–3.000.000 δραχμῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν εἶναι ἀνώνυμοι ἢ μή. 4) τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν εἰς 3% ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τὰς πραγματοποιούσας καθαρὰ κέρδη ἀπὸ 200–300.000 δραχμῶν ἐτησίως καὶ εἰς 10% διὰ τὰς πραγματοποιούσας τοιαῦτα ἀπὸ 100–200.000 δραχμῶν, ἀφήνοντες τελείως ἀφορολογήτους τοὺς κάτω τῶν 100.000 δραχμῶν μικροεπαγγελματίας. 5) πρὸς ἄρσιν πάσης ἐνδεχομένης ἀνωμαλίας, ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἐπιτροπήν τινα, διὰ νὰ γνωματεύῃ περὶ τῆς ὀφειλομένης μεταβολῆς τοῦ κλιμακίου, ὁσάκις κλάδοι τινὲς ἐπιχειρήσεως ζημιοῦνται ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς βιομηχανίας των, ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου, ἐπ’ αὐτοῦ τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν εἶναι λίαν ἠλαττωμένον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ τῶν βιομηχανιῶν. Εἶναι 0.50% διὰ τὰς ἀνωνύμους καὶ τὸ 1) 10 τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ καθαρῶν προσόδων διὰ τὰς μὴ τοιαύτας. Ἡ μόνη διατυπουμένη ἀντίρρησις, εἶναι ἡ τῆς μὴ ὀφειλομένης διακρίσεως τῶν ἀνωνύμων ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου συνήντησα διϊσταμένας τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν, ἀπὸ τῶν τοῦ Πειραιῶς. Οἱ ἐν Ἀθήναις, λέγουσιν, ὅτι εἶναι ὀρθὴ διάκρισις, ὄχι αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά, διότι καλύπτει ἀνισότητα ἑτέρωθεν προερχομένην. Ἐκ τοῦ λόγου δηλονότι τῆς ὑφισταμένης ἀσυδοσίας αὐτῶν ὡς ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ μερίσματος φορολογίας τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἰσχυρίζονται τουτέστιν οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν, ἐλαχιστόταται ἂν μὴ οὐδεμία τῶν ἐμπορικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἔδωκέ ποτε μέρισμα. Συνεπῶς, οὐδέποτε ἐφορολογήθη διὰ κέρδη της, δι’ ὃν ἄλλωστε κυρίως λόγον πολλὰ ἐμπορικὰ καταστήματα μετετράπησαν εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, ἐνῷ οἱ λοιποὶ ἔμποροι φορολογοῦνται ἀρκετὰ ἐπαχθῶς διὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ Καθαρῶν Προσόδων. Θὰ ἦτο λοιπὸν δίκαιον νὰ διατηρηθῇ ἡ μείζων αὐτῶν ἐπιβάρυνσις διὰ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, ἵνα οὕτω ἐπέλθῃ ποιά τις μεταξὺ αὐτῶν ἐξίσωσις. Ἀντιστρόφως, οἱ ἔμποροι εἰσαγωγεῖς τοῦ Πειραιῶς, ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ ἐμπόριον ἐπὶ τῶν εἰδῶν εἰσαγωγῆς, εἶναι τόσον εὐπαθὲς εἰς τὰς τιμάς, ὥστε ἡ κατὰ 0.50% ἐπιβάρυνσις τῶν ἐξ αὐτῶν εἰς ἀνώνυμον ἑταιρείαν ἡνωμένων ἐπὶ τοῦ κύκλου, θὰ αὐξήσῃ καταστρεπτικῶς δι’ αὐτοὺς τὸ περιθώριον συναγωνισμοῦ ἔναντι τῶν ἰδιωτῶν εἰσαγωγέων, βαρυνομένων διὰ τοῦ 1) 10 ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Τοῦτο δέ, διότι τὰ εἴδη εἰσαγωγῆς δὲν ἐπιδέχονται ἐπιβαρύνσεις, ἐφόσον αἱ καθημεριναὶ διαφοραὶ ἐπὶ τῶν τιμῶν των εἶναι ἐλάχιστοι. Οὕτω π. χ. αἱ ζακχάρεις, εἰσαγόμεναι ὑπὸ ἀνωνύμου ἑταιρείας, βαρυνόμεναι διὰ 0.50 ἐπὶ τοῦ τζίρου των, θὰ ἐπιφέρουν κατ’ ἀσφαλῆ ὑπολογισμὸν αὔξησιν κατὰ 10 λεπτὰ τῆς τιμῆς τῆς ζακχάρεως κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ διὰ τοὺς ἰδιώτας εἰσαγωγεῖς ἡ ἐπιβάρυνσις δὲν θὰ ἦτο μείζων 1 λεπτοῦ. Δεδομένου δὲ ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς ζακχάρεως παίζουν μὲ 1–2 λεπτὰ διαφορὰν, καθίσταται φανερόν, ὅτι ἡ δυσανάλογος αὕτη ἐπιβάρυνσις τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν εἰσαγωγῆς θὰ ἐπέφερε τὸ σταμάτημα αὐτῶν. Αὗται εἶναι αἱ μόναι οὐσιώδεις ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀτυχῶς ἄλυτοι, διότι ἑκατέρα τῶν ἀντιλήψεων τούτων ὑποστηρίζεται. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι μᾶλλον δικαία εἶναι ἡ ἄποψις τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν, τῶν ἀνωνύμων τοῦ Πειραιῶς, δυναμένων ν’ ἀλλάξωσι μορφὴν καὶ μεταβληθῶσιν εἰς ὁμορρύθμους ἢ ἑτερορρύθμους, πλὴν ὅμως τοῦτο θ’ ἀπετέλει καταστρατήγησιν τοῦ νόμου καὶ πάντως ἀποτέλεσμα μὴ ἐγκείμενον εἰς τοὺς σκοποὺς τοῦ νομοθέτου. Συγκροτοῦντες ἤδη εἰς συγκεκριμένας προτάσεις τὰς ἀνωτέρω παρατηρήσεις μας, προτείνομεν τὰ ἑξῆς: 1ον) Νὰ ἐπιβληθῇ δασμὸς ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς 1%. 2ον) Προκειμένου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας: αʹ) Νὰ φορολογηθῶσιν αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι, πάντως δὲ ἐπὶ τῶν μὴ ἀνωνύμων ἢ φυσικῶν προσώπων, οἱ φορολογούμενοι διὰ τοῦ φόρου Δης κατηγορίας καθαρῶν κερδῶν (δηλ. οἱ ἀποκομίζοντες ὡς ἐτήσιον καθαρὸν κέρδος 300.000 δραχμῶν καὶ ἄνω), διὰ ποσοστοῦ (ἀντὶ 2% τοῦ νομοσχεδίου) 1.50% ἐπὶ τῆς ἀκαθορίστου προσόδου των. βʹ) Οἱ ἀποκομίζοντες (φυσικὰ πρόσωπα ἢ ἐπιχειρήσεις ἢ ἀνώνυμοι) καθαρὰ ἐτήσια κέρδη (καὶ φορολογούμενοι διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος) ἀπὸ 200–300.000 δραχμῶν, θὰ φορολογηθῶσι κατ’ ἀποκοπὴν διὰ ποσοστοῦ ἴσου πρὸς 30% τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. γʹ) Οἱ αὐτοὶ ὡς ἄνω, ἀποκομίζοντες καθαρὰ ἐτήσια κέρδη (καὶ φορολογούμενοι διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος) ἀπὸ 100–200.000 δραχμῶν, θὰ φορολογηθῶσιν ἐπίσης κατ’ ἀποκοπὴν διὰ ποσοστοῦ ἴσου πρὸς τὸ 10% τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. δʹ) Οἱ ἴδιοι, ἀποκομίζοντες καθαρὰ ἐτήσια κέρδη (καὶ φορολογούμενοι διὰ φόρου ἐπιτηδεύματος), κάτω τῶν 100.000 δραχμῶν ἐτησίως, παραμένουσιν ἀφορολόγητοι. Οὕτως ἐξαιροῦμεν τῆς φορολογίας τὴν μεγάλην μᾶζαν τῶν μικροεπαγγελματιῶν, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὰ 95% τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος φορολογουμένων. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς ἐκ τῆς ἀνίσου ἐπιβολῆς τῶν φορολογικῶν ποσοστῶν κατὰ τὰς ἀνωτέρω διακρίσεις, ἐνδέχεται νὰ προκύψουν μειονεκτικοὶ ὅροι ἀσκήσεως ὁμοειδῶν βιομηχανιῶν κατατεταγμένων εἰς διάφορα φορολογικὰ κλιμάκια, δέον νὰ ἀποκατασταθῇ διὰ τοῦ νόμου ἐπιτροπή, διὰ Διατάγματος καθοριζομένη, ἥτις, ἔχουσα περιωρισμένην ἁρμοδιότητα, νὰ κρίνῃ μόνον ὁσάκις ἤθελεν ἀναφυεῖ τοιοῦτόν τι ζήτημα, νὰ δύναται νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν ἀνωτέραν φορολογικὴν κλίμακα κλάδους ἐπιχειρήσεων κατωτέρας κλίμακος, ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς φορολογίας εὐνοουμένους, ἐπὶ ζημίᾳ ἐπιχειρήσεων ἀνωτέρας κλίμακος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κρίνεται ἀπαραίτητος, καθόσον δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου πρόβλεψις πασῶν τῶν ἐνδεχομένως ν’ ἀναφυῶσιν ἀδικιῶν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς φορολογίας. Ὑπάρχει, φερ’ εἰπεῖν, ἡ βάσιμος ἀντίρρησις ὅτι, διὰ τῆς κλιμακώσεως τῶν βιομηχανιῶν καὶ βιοτεχνιῶν, ἐνδέχεται νὰ εὐνοηθῇ ὅλως ἰδιαιτέρως ἡ χειροτεχνικὴ βιοτεχνία εἰς βάρος τῆς μεγάλης βιομηχανίας. Ἡ ὕπαρξις τῆς ἐπιτροπῆς ἐγγυᾶται τὴν πρόληψιν τοιούτου, ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας, δημιουργουμένου συναγωνισμοῦ, τῆς ἐπιτροπῆς δυναμένης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑπαγάγῃ τοὺς οὕτω ἀδοκήτως εὐνοηθέντας χειροτεχνικοὺς κλάδους εἰς τὴν ἀνωτέραν φορολογίαν, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διαταραχθείσης δικαιοσύνης. Ἐπὶ πλέον, ἡ τοιαύτη ἐπιτροπὴ συγκεντροῦσα, ὡς ἐκ τῶν ἐνδεχομένως ἐμφανισθησομένων πρὸ αὐτῆς ζητημάτων, ὁλόκληρον τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν παρατηρήσεων καὶ στατιστικῆς, θὰ ὁδηγήσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν διὰ συμπληρωματικοῦ νομοθετήματος πρέπουσαν προσαρμογὴν τῆς προκειμένης φορολογίας καὶ ἐναρμόνισιν αὐτῆς πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας συνθήκας ἀσκήσεως τῆς βιομηχανίας εἰς τὸν τόπον μας. 3ον) Εἰδικώτερον, τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐμπόριον: αʹ) Ἐπιβάλλεται ποσοστὸν 0.50 ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν ἐμπορικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ὡς καὶ τῶν τοιούτων παρεχουσῶν ἐργασίαν (Τραπεζῶν κλπ.). βʹ) Ἐπὶ δὲ τῶν μὴ ἀνωνύμων τῶν φορολογουμένων διὰ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ Δης κατηγορίας καθαρῶν κερδῶν μέχρι ποσοῦ 100.000 δραχμῶν ἐτησίως ἐπιβάλλεται φορολογία, κατ’ ἀποκοπήν, ἴση πρὸς τὸ ⅒ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ τοιοῦτον καθαρᾶς προσόδου. γʹ) οἱ φορολογούμενοι μὲ φόρον ἐπιτηδεύματος ὡς ἀποκομίζοντες κέρδη ἐτήσια μέχρις 100.000 δρχ. ἀπαλλάσσονται τῆς προκειμένης φορολογίας. Διὰ τοὺς αὐτοὺς ὡς ἄνω ἐκτεθέντας λόγους ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους ἡ ἀνωτέρω ἐπιτροπὴ γνωμοδοτήσεων, καθόσον καὶ δι’ αὐτοὺς ἐνδέχεται ν’ ἀναφυῶσιν συνέπειαι (ὡς τῶν ἐμπόρων εἰσαγωγέων Πειραιῶς), ἅς θὰ δύναται καὶ θὰ πρέπῃ ν’ ἄρῃ ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ὑπαγωγῆς τῶν φορολογουμένων κατ’ ἀποκοπὴν εἰς τὴν ἀνωτέραν κλάσιν τῆς φορολογίας τῶν πραγματικῶν ἀκαθαρίστων προσόδων. Διὰ τῆς ἀνωτέρω διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας νομίζει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἀποκαθιστᾷ φορολογικὴν δικαιοσύνην, δεδομένου κυρίως ὅτι δημιουργεῖ τὴν δυνατότητα τῆς διὰ τῆς ἐπιτροπῆς παρακολουθήσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δυναμένων νὰ προκύψουν φορολογικῶν ἀδικιῶν, οὕτως ὥστε νὰ δύναται βραδύτερον τὸ Κράτος, χρησιμοποιοῦν τὸ ἐντεῦθεν ὑλικόν, νὰ σταθεροποιήσῃ τὴν φορολογίαν περισσότερον καὶ νὰ τὴν θεμελιώσῃ ἐπὶ βάσεων, ἅς θὰ μᾶς δώσῃ ἡ πεῖρα καὶ ἡ παρατήρησις. Ἕτερον μέγα ζήτημα, δι’ ὃ οὐχὶ μικρὰ παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν φορολογουμένων δυσφορία, εἶναι τὸ τοῦ ἐλέγχου. Δυστυχῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεγάλην εὐχέρειαν ἐκλογῆς. Τὰ συστήματα εἶναι γνωστά, συγκεντρώνοντα καθ’ ἕνα ἐξ αὐτῶν ἴσον ἀριθμὸν πλεονεκτημάτων καὶ μειονεκτημάτων. Τοιαῦτα δὲ εἶναι: 1) Ὁ πραγματικὸς ἔλεγχος τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου δι’ εἰδικῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας. 2) Ὁ δι’ ἐπικολλήσεως εἰδικοῦ ἐνσήμου. 3) Τὸ μικτὸν ἐκ τῶν ἀνωτέρω δύο συστημάτων, καθ’ ὃ ἐφαρμόζεται τὸ ἔνσημον δι’ ἐπιχειρήσεις ὡρισμένου ποσοῦ ἀκαθαρίστων προσόδων, διὰ δὲ τὰς λοιπὰς ὁ πραγματικὸς ἔλεγχος. 4) Τὸ σύστημα τοῦ κατ’ ἀποκοπὴν καθορισμοῦ (abonnement, συνδρομῆς) ὡρισμένου ἐτησίως ποσοῦ, συμφωνημένου μεταξὺ φορολογουμένου καὶ τῆς Διοικήσεως, τῆς τυχὸν διαφωνίας ἐπιλυομένης ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω συστημάτων ἔχει τὰ πλεονεκτήματα καὶ μειονεκτήματά του, διότι ὁ πραγματικὸς ἔλεγχος εἶναι πιεστικὸς μὲν διὰ τὸν φορολογούμενον, ἀποδοτικὸς ὅμως διὰ τὸ Κράτος. Τὸ ἔνσημον εἶναι ὀλιγώτερον πιεστικὸν καὶ ἁπλοποιεῖ τὴν ἄμεσον εἴσπραξιν καὶ καταβολὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς πλείστας καταστρατηγήσεις καὶ παραποιήσεις, χωρὶς ν’ ἀποφεύγηται δι’ αὐτοῦ καὶ ἡ τοῦ ἐλέγχου καταπίεσις τοῦ φορολογουμένου, δεδομένου ὅτι οὗτος θὰ ἐνεργῆται τόσον ἐπὶ τῶν τιμολογίων ὅσον καὶ τῶν βιβλίων ἢ τῆς ἀλληλογραφίας αὐτοῦ, πρὸς πιστοποίησιν τῆς μὴ διαφυγῆς τοῦ φόρου. Τὸ κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου σύστημα ἀποτελεῖ τὸν ἀκοπώτερον τρόπον ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἀπομακρύνει πάντως αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐννοίας τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, καταλῆγον εἰς ἐπαύξησιν τῆς κειμένης ἤδη ἀμέσου φορολογίας. Πλεονεκτήματα παρουσιάζει τὸ σύστημα τῶν abonnements, ἀποκλεῖον τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, μερικῶς μόνον ἐπὶ τῶν μικροεπαγγελματιῶν θὰ πρέπῃ νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς, καθόσον ἡ ἐπέκτασίς του θέλει ἐπιφέρει μεταβολὴν τῆς μορφῆς τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν. Τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀκολουθεῖ σύστημα μὴ κατ’ ἀρχὴν κατακριτέον. Περιέχει τουτέστιν συνδυασμὸν τοῦ πραγματικοῦ ἐλέγχου μὲ τὴν κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίαν. Διατηρεῖ δὲ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν δυνατότητα μελλοντικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐνσήμου ὑπὲρ τῆς μερικῆς τοὐλάχιστον ἐπιβολῆς, τοῦ ὁποίου συντάσσεται ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Εἰδικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς Τραπέζας, ὑπεστηρίχθη παρὰ τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἡ ἄποψις τῆς μὴ ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων προσόδων καὶ ὅτι δέον νὰ ὁρισθῇ 0.50% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐμφανιζομένων διὰ τοῦ ἰσολογισμοῦ ἀκαθαρίστων κερδῶν, ὡς παρουσιάζονται εἰς τὸν λογαριασμὸν «Κέρδη καὶ Ζημίαι». Διὰ δὲ τὰς λοιπὰς ἀκόμη βιομηχανικὰς καὶ μὴ ἑταιρείας ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν εὐχὴν ὅπως ἐνεργῆται πραγματικὸς ἔλεγχος παρὰ τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀκαθαρίστων αὐτῶν προσόδων μόνον, ἐφόσον ἤθελε προηγηθῆ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ κρίσις εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν θὰ ἄγεται πρὸς ἀπόφασιν ἡ σχετικὴ ἐλεγκτικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἐφόρου. Τέλος, ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ περατώσῃ τὴν ἐν προκειμένῳ εἰσήγησίν της χωρὶς νὰ θίξῃ τὸ κατωτέρω οὐσιῶδες ζήτημα, γεννηθὲν ὁμοίως ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς φορολογίας. Πρόκειται περὶ τοῦ πότε θὰ φορολογηθοῦν αἱ πωλήσεις; Ἅμα τῇ καταρτίσει τῆς συμβάσεως τῆς πωλήσεως, ἅμα τῇ παραδόσει τοῦ ἐμπορεύματος, ἢ εὐθὺς ὡς πληρωθῇ τὸ τίμημα; Ἐν ἄλλοις λόγοις, πότε γεννᾶται ἡ φορολογικὴ ἀπαίτησις. Νομικῶς ἡ πώλησις θεωρεῖται τελεία εὐθὺς ὡς ἐπῆλθε συμφωνία ἐπὶ τοῦ πράγματος καὶ τοῦ τιμήματος, μολονότι δὲν παρεδόθη εἰσέτι τὸ πρᾶγμα ἢ δὲν κατεβλήθη τὸ τίμημα, ἐπὶ δὲ ἀντικαταστατῶν πραγμάτων, εὐθὺς ὡς τοῦτο εἰδικῶς καθορισθῇ, παραδιδομένου διὰ τῆς μετρήσεως ἢ ζυγίσεως κλπ. Κατὰ τὴν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ δήλωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, (23 Ἀπριλίου 1920), «οἱ ἔμποροι δέον νὰ φορολογῶνται μόνον, ὅταν πραγματικῶς εἰσεπράχθη τὸ τίμημα». Τὸ ζήτημα εἶναι οὐσιῶδες, διότι δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰς πρακτικὰς ἐφαρμογὰς, ὡς λ. χ. ἐπὶ θανάτου τοῦ φορολογουμένου ἢ πτωχεύσεως αὐτοῦ, ἐφόσον, ἡ μὲν σύμβασις κατηρτίσθη ὑπ’ αὐτοῦ, ἡ δὲ καταβολὴ τοῦ τιμήματος πρόκειται νὰ γίνῃ πρὸς τοὺς κληρονόμους τοῦ φορολογουμένου ἢ πρὸς τὸν σύνδικον τῆς πτωχεύσεως, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μεταξὺ τῆς καταρτίσεως συμβάσεως καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τιμήματος νομοθετικῶς μετεβλήθησαν τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπεστηρίχθησαν ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις καὶ ἡ νομολογία ἐπὶ πολὺ ἐκυμάνθη, τοῦτο δὲ διότι ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν. Ἡ νομικὴ ἄποψις ἀπαιτεῖ νὰ θεωρήσωμεν τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως ὡς τὸ γεννεσιουργὸν γεγονὸς τῆς φορολογίας, ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἡ πρακτικὴ καὶ φορολογικὴ ἄποψις, δικαιολογεῖ τὴν πληρωμὴν ὡς τοιοῦτον, δεδομένου ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἁπλῶς ποσοστόν τι ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, δι’ ὧν πραγματοποιεῖται ἡ πώλησις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, θὰ πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν ὄχι τὴν ἐκ μέρους τῶν ἀγοραστῶν ἐκτέλεσιν τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος, ἀλλὰ τὴν ὑπὸ τοῦ πωλητοῦ τοιαύτην διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ ἐμπορεύματος. Οἱ Γάλλοι συνεβίβασαν τὰ διεστῶτα, διακρίναντες τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως ἀγοραπωλησίας, καὶ τῆς πληρωμῆς. Καὶ τὴν μὲν κατάρτισιν ἐδέχθησαν ὡς γεννεσιουργὸν γεγονὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπαίτησιν τοῦ φόρου. Συνεπῶς, θὰ καταβληθῇ ὁ φόρος ὑπὸ τοῦ συνδίκου ἢ τῶν κληρονόμων ὡς καὶ τὸ ἀνώτερον τυχὸν ποσοστὸν τοῦ φόρου ἐν τῷ μεταξὺ πωλήσεως καὶ πληρωμῆς μειωθέν. Πλὴν ὅμως, ἐδέχθησαν τὴν πληρωμήν, ὡς γεγονὸς δημιουργοῦν τὴν ἄμεσον ὑποχρέωσιν τοῦ φορολογουμένου πρὸς καταβολὴν τοῦ φόρου. Ὅτι δηλαδή, ἡ στιγμὴ τῆς πληρωμῆς εἶναι ἡ καθορίζουσα τὴν ἐνάσκησιν τῆς φορολογικῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Δημοσίου. Ὡς τοιαύτη δὲ θεωρεῖται τόσον ἡ εἰς μετρητὰ καταβολὴ ὅσον καὶ ἡ πίστωσις τοῦ τιμήματος, διὰ τὸ παραδοθὲν ἐμπόρευμα. Ἐὰν τοῦτο ἀμφισβητηθὲν τελικῶς δὲν παραληφθῇ ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται ζήτημα ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως ἐπὶ ἐπιστροφῇ τοῦ φόρου. Ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι τὰ ἀνωτέρω δέον νὰ ἀναφερθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς πρὸς πρόληψιν παρερμηνειῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Κατωτέρω παραθέτομεν τὸ σχέδιον νόμου, ὡς τροποποιεῖται ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅμως, ὅτι διὰ τῆς τελικῆς μορφῆς, ὡς αὕτη διετυπώθη, καταστρέφεται ἡ ἔννοια τῆς φορολογίας αὐτῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως, θὰ κρίνῃ ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῆς τῆς φορολογίας διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ἐφόσον τὴν μεταβάλωμεν ριζικῶς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, ἀλλ’ ὡς φορολογία εἰσαγωγῆς καὶ ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Καὶ θὰ ἔπρεπεν ἀκόμη ν’ ἀλλάξωμεν καὶ τὸν τίτλον τῆς φορολογίας διὰ νὰ μὴ καταστρέψωμεν ἕνα φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν εἰς τὸ μέλλον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἐπιβάλωμεν.
§146Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον, διὰ νὰ ἐξοφλήσωμε μία καὶ καλὴ διὰ τὸ μέλλον.
§147Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ αὐτό, διότι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλλῃ φορολογίας, καὶ συνεπῶς ἡ φορολογία αὐτὴ ἀποτελεῖ ἕν κεφάλαιον εἰς τὰ χέρια τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ τόσον εὔκολα, ἀποδιῶκον καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν, ὅτι εἰς μίαν δεδομένην μελλοντικὴν στιγμὴν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀλλάξωμεν—ἐὰν θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν τελικὴν αὐτὴν μορφὴν—τὸν τίτλον τῆς φορολογίας. Καὶ αὐτό, βεβαίως, σεῖς θὰ τὸ κρίνετε. Νὰ μὴ λέγηται, δηλαδή, φορολογία «κύκλου ἐργασιῶν», ἀλλὰ φορολογία ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἢ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Ἄλλως θὰ καταστρέψωμεν τὴν ἔννοιαν ἑνὸς φόρου ὁ ὁποῖος ἐνδεχομένως εἰς τὸ μέλλον ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ.
§148Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). (Πρὸς τὸν προεδρεύοντα καὶ ἐπὶ τῆς ἕδρας καθήμενον κ. Τρικούπην). Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι δὲν ἔχετε Γραμματέα. Κύριε Κανελλόπουλε, παρακαλῶ, ὡς Γραμματεὺς νὰ ἀναλάβητε τὰ καθήκοντά σας.
§149ΚΑΝΕΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω παραιτηθῆ. Θεωρήσατέ με παρητημένον.
§150Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Πρόεδρος). Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεσύλλας.
§152Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντιταχθῶ εἰς ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι ἀνεξαρτήτως κομματικῶν παρατάξεων, ἔχομεν πρὸς αὐτὴν μεγάλην ἐκτίμησιν καὶ βασίζομεν ὅλοι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λυποῦμαι, λέγω, ὅμως, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ βάσιν καὶ κατ’ ἀρχήν, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θέλω νὰ θίξω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἔδωκε μίαν ὡρισμένην κατεύθυνσιν, εἰπὼν «μοῦ χρειάζονται τόσα χρήματα; θὰ ἐφαρμόσω τὸν φόρον τοῦ κύκλου ἐργασιῶν», ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δὲν συνέταξεν ὁ ἴδιος, ὡς εἶναι φυσικόν, τὸ νομοσχέδιον. Δὲν μᾶς ἐδόθη ἐξ ἄλλου, Κύριοι, ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ περισσότερον, ἐνῷ εἶναι ἴσως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σπουδαιοτέραν σημασίαν ἔχει τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἢ τὸ τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, καθ’ ἃς ἠκούσαμεν ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων. Ἠκούσαμεν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας τὰς ἀντιρρήσεις τῶν θιγομένων τάξεων, τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς τῶν παραγωγῶν, τῶν ἐπαγγελματιῶν, τῶν βιομηχάνων, καὶ ὅλων τῶν ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων, ἐνῷ, παρ’ ὅλην τὴν σπουδαιότητα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μελετήσῃ αὐτὸ καλά.
§153Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἤλλαξεν ὁ τίτλος τοῦ φόρου.
§154Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Δὲν εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μελετήσωμεν ἕν νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας. Εἶναι ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεστάτωσεν ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Σήμερον εἶχον τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐνταῦθα μὲ τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ μὲ παρακαλέσῃ ἐκ μέρους τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Κερκύρας νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἵνα δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος εἰς τὰ Ἐπιμελητήρια, σύμφωνα μὲ τὸν προορισμόν των ἄλλωστε, νὰ μελετήσουν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ὑποβάλουν, τὰς σκέψεις των. Ὁ φόρος τοῦ κύκλου ἐργασιῶν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Ἄς μὴ φανῇ παράδοξον τοῦτο. Εἶναι ἡ ἐπιβληθεῖσα φορολογία, ἡ ἰσχύουσα ἤδη ἐπὶ πάσης πράξεως, ἐπὶ πασῶν τῶν συναλλαγῶν. Ὁ φόρος κύκλου τῶν ἐργασιῶν εἶναι εἷς φόρος κυκλοφορίας τῶν ἀγαθῶν, τὸν ὁποῖον ὀνομάζομεν, κύκλου ἐργασιῶν, εἶναι εἷς φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν κατανάλωσιν. Ἐγὼ ἔχω βασικὰς ἀντιρρήσεις. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ διακρίνει προχειρότης οὐχὶ ἡ τυχοῦσα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν σωρείαν τῶν προβλεπομένων Διαταγμάτων, διότι προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἔκδοσις δέκα Διαταγμάτων πρὸς καθορισμὸν λεπτομερειῶν, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ δέκα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν σχέσεις σπουδαιοτάτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν ἔλεγχον ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις. Καὶ εἶναι ἴσως ἀνεκτὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ ὡρισμένας διατάξεις, νὰ ὑπεισέρχηται εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνεκτόν, τοὐλάχιστον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐνεπνεύσθημεν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, νὰ ἔρχηται μία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. εἰς ὑπάλληλος, νὰ συντάσσῃ ἕν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑπογράφῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑπογράφονται, δυστυχῶς, πολλὰ Διατάγματα ὡς τυπικά, καὶ δυνάμει αὐτῶν νὰ ὑπεισέρχηται εἰς τὰς κυριωτάτας σχέσεις τῶν ἐπιχειρήσεων τὸ Κράτος διὰ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων του.
§155Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Πότε θὰ συμβῶσιν αὐτά;
§156Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Μὲ ἓν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὁ τρόπος ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἴσως ἡ διακοπὴ τοῦ Συναδέλφου κ. Χέλμη νὰ ἔχῃ κάποιαν σημασίαν, διότι, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκομαι πρὸ διλήμματος. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς περὶ ποίου νομοσχεδίου πρόκειται, ὅπως καὶ ὁ κ. Χέλμης. Διότι κατετέθη ἓν νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέθεσεν ἓν ἕτερον νομοσχέδιον, σήμερον δὲ ὁ εἰσηγητὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προφορικῶς κατέθεσε τρίτον νομοσχέδιον. Συνεπῶς, εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀπορία μου.
§157Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶναι ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§158Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Δὲν εἶναι διαδικασία ὁμαλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τριῶν νομοσχεδίων ἐφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἀξιοτίμων Προέδρου καὶ Εἰσηγητοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐφ’ ἑνὸς τρίτου, τὸ ὁποῖον κατατίθεται προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ διάστημα τῆς συνεδριάσεως.
§159Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τροποποιεῖται κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον.
§160Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ναί, ἀλλ’ εἶναι γνωστὴ ἡ διαδικασία τῶν τροποποιήσεων. Νομίζω, ὅτι ἐν συνειδήσει δὲν νομοθετοῦμεν, ὅταν μᾶς κατατίθενται τροπολογίαι εἰς νομοσχέδιον τοιαύτης σπουδαιότητος, νομοσχέδιον, ἀφορῶν αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐπιχειρήσεων. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ὑποβάλλωμεν τόσας οὐσιώδεις τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἐκ τῶν προτέρων. Ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὴν ἀρχικήν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐμφαίνεται ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δηλ. καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐταλαντεύθη ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτόν, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, καὶ ὡς πρὸς τὰς φορολογητέας προσόδους. Βλέπετε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὅτι γίνεται λόγος πότε νὰ φορολογηθῇ εἰς τὰς πηγὰς αὐτὸς ὁ πλοῦτος καὶ πότε γίνεται προσπάθεια νὰ συλληφθῇ ὁ φόρος κατὰ τὴν μεταβίβασιν τὴν τελευταίαν. Καὶ ἐνῷ θεωρεῖ ὡς μᾶλλον δίκαιον φόρον τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πρόκειται, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, νὰ συλλάβῃ κατὰ τὴν τελευταίαν μεταβίβασιν, ἔρχεται χωρὶς νὰ δικαιολογήσῃ ἀποχρώντως τοὺς λόγους, καὶ λέγει —«δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν φόρον, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόσῃ ἄλλον φόρον». Τώρα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος ἢ ἐπειδὴ θὰ διαφύγουν πρόσοδοι...
§161Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λόγου χάριν;
§162Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναφέρεται, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ φορολογηθῇ ἡ τελευταία μεταβίβασις τοῦ καταστηματάρχου πρὸς τὸν ἄμεσον καταναλωτήν, πρὸς τὸν ἰδιώτην ἀγοραστήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει διαφαίνεται ἀπὸ ὅλην τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐταλαντεύθη. Καὶ διερωτῶμαι ποία τόσον ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἐπέβαλε τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσαχθῇ πρὸς ἐπιψήφισιν ὑπὸ τὰς σημερινὰς μάλιστα εἰδικὰς συνθήκας, καὶ δὲν μᾶς δίδεται μία πίστωσις χρόνου, ἑνὸς μηνός, ἡμίσεος μηνός, δύο μηνῶν, ἵνα μελετηθῇ τὸ ζήτημα καλύτερον; Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ πλῆγμα θὰ εἶναι βαρύτατον, πλῆγμα ὄχι τόσον λόγῳ τοῦ φορολογικοῦ συντελεστοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀρχὰς εἶναι δελεαστικός, δηλαδὴ ἄρχεται μικρός, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ διατυπώσει δημιουργεῖ μίαν νέαν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν ἀνάλογον πρὸς τὴν ὑφισταμένην ὑπηρεσίαν τῶν καθαρῶν προσόδων, ἥτις θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ οὐχὶ ἅπαξ τοῦ ἔτους οὐχὶ ἅπαξ τοῦ ἔτους, ὅπως ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ δὶς τοῦ μηνός, ὑποχρεουμένων τῶν ἐπιχειρήσεων νὰ τηροῦν εἰδικὰ βιβλία καὶ νὰ ὑποβάλλουν εἰδικὰς δηλώσεις ἕκαστον δεύτερον μῆνα. Φαντασθῆτε τὶ εὐχάριστον θὰ εἶναι διὰ τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρίσκεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἔφορον ἢ μὲ ἄλλους ὑπαλλήλους τῆς Ἐφορείας ἕκαστον δίμηνον. Δὲν γνωρίζω ἂν ἀπὸ ἀπόψεως γενικῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας εἶναι καὶ συμφέρουσα ἡ τόσον συχνὴ ἐπαφὴ τοῦ Ἐφόρου πρὸς τὸν φορολογούμενον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θεωρῶ καθῆκον μου, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πίστωσιν χρόνου πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Πειραιῶς. Οἱ ἄνθρωποι ἀπηλπισμένοι πλέον γράφουν.....
§163Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Αὐτὰ ἔχουν κανονισθῆ.
§164Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀναγνώσω μίαν δικαίαν φωνὴν διαμαρτυρίας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως καὶ ὅτι ἀναποδράστως τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, δι’ οἱουσδήποτε λόγους, ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδά του, ἂς ἐπιβληθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φορολογία τις ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῆς καὶ ἐπὶ τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς κατὰ ποσοστὸν καλῦπτον τὸ προσδοκώμενον ἔσοδον. Εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ Ἐμπορικὸς καὶ Βιομηχανικὸς Σύλλογος Πειραιῶς διαμαρτύρεται μὲ φράσεις ἀπελπισίας καὶ ζητεῖ μίαν ὑποστήριξιν καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ μελετήσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ δίκαια ἐπιχειρήματα τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ μὴν ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς, παρὰ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας προανέφερα, εἶναι πεπρωμένον τὰ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια νὰ λαμβάνουν μόνον τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς προετοιμάζει, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ ὑποβάλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Πρῶτον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ Διατάγματος νὰ κανονίζωνται σπουδαῖα ζητήματα. Πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ δι’ ἐγκυκλίων καὶ πηγαίνομεν εἰς τὸν Ἔφορον μὲ ὅλον τὸ δίκαιον μεθ’ ἡμῶν, μὲ τοὺς νόμους ἀνὰ χεῖρας καὶ ὁ Ἔφορος μᾶς λέγει, ὅτι ἔχω τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. τάδε καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἄλλως. Λοιπὸν εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν. Εἶναι εὐχῆς ἔργον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαλείψουν ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον.
§165Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ποῦ προβλέπει Διατάγματα τὸ νομοσχέδιον;
§166Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἔχομεν (ἀναγινώσκει) «διὰ Διατάγματος καθορισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς παρούσης παραγράφου». Ἴσως μεταβάλῃ γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία παρενεβλήθη εἰς τὸ 2ον ἄρθρον παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠξεύρω δὲ ἐὰν ἰσχύῃ αὐτὴ ἡ διάταξις, δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ τὴν ψηφίσωμεν. Δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, οὔτε κατετέθη δεύτερον νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐφιστῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν προσοχήν σας. Οὐδὲ κἂν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν κεχωρισμένην ν’ ἀναφέρῃ ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τάδε πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις τάδε κλπ. Ἡ πεῖρά μου, ἡ Κοινοβουλευτική, εἶναι ἐλαχίστη, ἀλλὰ μοὶ ἐπέτρεψε νὰ γνωρίζω, ὅτι αἱ τροποποιήσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, εἴτε τὰς ἀποδέχεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, εἴτε δὲν τὰς ἀποδέχεται, διατυποῦνται ἐπὶ κεχωρισμένου φύλλου χάρτου, ἐνῷ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν αἱ τροποποιήσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν ἐὰν ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διατυποῦνται ἐντὸς τοῦ κειμένου. Καὶ μόνον ἡ παραβολὴ τῶν δύο κειμένων δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνεύρεσιν καὶ τὴν ἀνίχνευσιν τῶν τροποποιήσεων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ τόσον εὐχερής. Λοιπόν, εἰς τὴν πρώτην παρένθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει ἡ φράσις: «Διὰ Διατάγματος καθορισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς παρούσης παραγράφου». Ἡ παράγραφος αὐτὴ ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ προϊόντων παραγώγου βιομηχανίας, ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων ἀκαθαρίστων ἐσόδων ἐκπίπτεται ἡ ἀξία τῆς πρώτης ὕλης, ἐφόσον αὕτη α) ὑπεβλήθη ὡς προϊόν ἑτέρας βιομηχανίας εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων, ἢ βʹ) τυγχάνει ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος ἐξαιρουμένων τοῦ φόρου εἰδῶν». Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ εὐχέρεια τῶν Διαταγμάτων, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὸν αὐριανὸν Ὑπουργὸν, δὲν εἶναι τόσον μικρά. Ἔπειτα ἔχομεν ἄρθρον 3, παράγρ. 2. (ἀναγινώσκει) «Διὰ Διαταγμάτων προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένων, δύνανται νὰ καταργηθῶσιν αἱ ὡς ἀνωτέρω ἐξαιρέσεις ἢ ἔνιαι τούτων, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὴν περίπτωσιν νδʹ, ὡς καὶ νὰ προστεθῶσι νέαι τοιαῦται, ἐφόσον τὰ ἀντικείμενα τῆς πωλήσεως κλπ. ἢ αἱ πράξεις ἔχουσιν ὑπαχθῆ εἰς εἰδικὴν ἀνάλογον φορολογίαν». Ἐδῶ δὲν ἔχομεν ἕν, ἔχομεν διάφορα Διατάγματα.
§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Δύνανται νὰ καταργηθῶσιν αἱ ἐξαιρέσεις; Τὶ ἐξαιρέσεις εἶναι αὐταί;
§168Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας, κατάργησις δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς σημαίνει ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου.
§169Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ ὅτε εἴπετε ὅτι αἱ τροπολογίαι τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐτυπώθησαν. Διετυπώθησαν ὑπὸ μορφὴν κειμένου εἰς τὸ τέλος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως.
§170Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ, ἐνῷ εἴθισται αἱ τροποποιήσεις νὰ διατυπῶνται ἐπὶ κεχωρισμένου φύλλου....
§171Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Ἦσαν τόσον πολλαί, ὥστε προεκρίθη, ἀντὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον λέγετε καὶ τὸ ὁποῖον εἶνε γνωστὸν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεως νὰ βλέπετε εἰς κάθε ἄρθρον διαφόρους τροπολογίας, προεκρίθη τὸ σύστημα νὰ θέσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Δι’ ἀντιπαραβολῆς τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου θὰ ἦτο εὐχερὲς νὰ ἴδητε τὰς μεταβολάς.
§172Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω, διότι οὐδεὶς βουλευτής, πλὴν τῶν μελῶν τῆς Κοινοβ. Ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὸ συμβαίνει πάντοτε, τὰ νομοσχέδια νὰ μελετῶμεν ὁσάκις εἴμεθα μέλη τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν— οὐδεὶς βουλευτὴς παρέβαλε τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι δὲ καὶ τόσον εὐχερὲς νὰ παραβάλῃ τις ὁλοκλήρους σελίδας. Ταῦτα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν τελείως ἀντικειμενικήν. Καὶ ἐὰν χθὲς τὸ ἑσπέρας δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀντίρρησις ἡ ἰδική μου, ἀσφαλῶς σήμερον τὸ νομοσχέδιον θὰ περιελαμβάνετο μεταξὺ τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Λοιπόν, ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τὴν εὐχέρειαν νὰ μελετήσῃ τὰς τροποποιήσεις, διότι δὲν διετυπώθησαν. Αὐτὰ διετυπώθησαν κατὰ παράδοξον τρόπον, ὡς ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει ἄρθρα 13 «ἐν Ἀθήναις τῇ 5ῃ Σεπτεμβρίου 1933 ὁ πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Κ. Βερροιόπουλος, ὁ εἰσηγητὴς Δ. Χέλμης», οὐδὲ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ποίας τροπολογίας ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ σήμερον ὁ κ. Εἰσηγητὴς μᾶς καταθέτει προφορικῶς καὶ τρίτον νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω βάσει ποίων στοιχείων ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ψηφίσῃ καὶ τὶ θὰ ψηφίσῃ. Πρόκειται δὲ περὶ νομοσχεδίου....
§173Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§174Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν μελετήσει τὰς τροπολογίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπανέρχομαι εἰς τὰ Διατάγματα.
§175Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Εἴπετε ὅτι, διὰ Διατάγματος, θὰ δύνανται νὰ καταργηθῶσιν αἱ ἐξαιρέσεις ἀπὸ τῆς φορολογίας, ὅ ἐστί, διὰ Διατάγματος θὰ ἐπιβάλλεται φορολογία παρὰ τὸ Σύνταγμα;
§176Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ἀλλ’ εἶναι μειονεκτικὴ ἡ θέσις τοῦ συμπολιτευομένου βουλευτοῦ.
§177Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Νὰ τὰ εἴπητε ὅλα.
§178Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, παρὰ τὴν ἔκφρασιν ἐξαιρετικοῦ σεβασμοῦ καὶ τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ διαδηλώσω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχομεν ἐδῶ «διὰ Διαταγμάτων, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένων, δύνανται νὰ καταργηθῶσιν αἱ ὡς ἀνωτέρω ἐξαιρέσεις καὶ νὰ προστεθῶσι νέαι τοιαῦται». Ὥστε ἀπαλλάσσονται ἀνίσως οἱ ἕλληνες πολῖται μιᾶς φορολογίας, καὶ δὲν τηρεῖται οὔτε ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκει). «Ἐφόσον τὰ ἀντικείμενα τῆς πωλήσεως κλπ. ἢ αἱ πράξεις ἔχουσιν ὑπαχθῆ εἰς εἰδικὴν ἀνάλογον φορολογίαν». Αὐτὰ παίρνουν πολὺ νερό. Ἔχομεν τὸ παρελθὸν τῶν καταχρήσεων, τὸ πολὺ πρόσφατον παρελθὸν μὲ τὶς λοβιτοῦρες καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν αὔριον εἰς μίαν μεγάλην ἐπιχείρησιν εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ εἷς Διευθυντὴς ἢ εἷς Τμηματάρχης, ἐπιβάλῃ μίαν ἐλαχίστην φορολογίαν καταναλώσεως ὑπὸ ἄλλον τύπον, διὰ νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς παρούσης φορολογίας. Ἄλλο Διάταγμα — εἶναι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει— συνεπῶς εἶναι τὸ τρίτον, ἄρθρον 5, παράγραφ. 7 (ἀναγινώσκει) «διὰ Διατάγματος δύναται νὰ ὁρισθῇ βεβαίωσις καὶ καταβολὴ τοῦ φόρου διὰ χρήσεως εἰδικοῦ ἐνσήμου, ἐπικολλωμένου κατὰ τὰ διὰ Διατάγματος ὁριζόμενα». Ἔχομεν ἐπίσης ἄρθρον 6, παράγρ. 2 (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τῶν λοιπῶν κατὰ τὴν παράγραφον 1ην τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παρόντος φορολογουμένων ἡμεδαπῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἡ ἐπαλήθευσις τῶν δηλώσεων, ὡς καὶ ὁ ἔλεγχος ἐν περιπτώσει μὴ ἐπιδόσεως τοιούτων, ἐνεργοῦνται κατὰ τὰ διὰ Διατάγματος ὁριζόμενα». Ἄλλο Διάταγμα, ἄρθρον 11, (ἀναγινώσκει) «ἐπιτρέπεται ὅπως διὰ Διαταγμάτων, αἱ ὑποκείμεναι εἰς τὴν κατ’ ἀποκοπὴν φορολογίαν ἐπιχειρήσεις, ἅπασαι ἤ τινές τούτων ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων φορολογίας» καὶ «περὶ τῆς τοιούτων ἐπαγωγῆς γνωμοδοτεῖ προηγουμένως ἐπιτροπή, κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ Διατάγματος καθορισθησόμενα». Ἔχομεν ἀκόμη ἕν τελευταῖον Διάταγμα (ἀναγινώσκει) ἄρθρον 15, παράγραφος 2 «Διὰ Διαταγμάτων, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδιδομένων, ὁρίζονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου». Ἔκαμα αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν ἐπισκόπησιν τῶν Διαταγμάτων, κατόπιν τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λόντος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω. Ἡ βάσις, ἡ ὁποία τίθεται διὰ τοῦ ἄρθρου 7, παράγραφος βʹ, εἶναι ἀπολύτως ἄδικος καὶ ἄνισος, ὄχι μόνον, ἀλλά...
§179Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργήθη τὸ ἄρθρον αὐτό.
§180Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω ἐγώ.
§181Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν ἄλλο κείμενον νὰ ἔχῃ ὁ εἷς βουλευτὴς καὶ ἄλλο ὁ ἄλλος;
§182Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§183Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Ὑπάρχουν δύο νομοσχέδια, τὸ σχέδιον ὡς ἦτο ἀρχικῶς καὶ τὸ σχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§184Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμερίμνησε καὶ περιελήφθη ἔκθεσις, περιλαμβάνουσα τὰς τροποποιήσεις, ὅπως εἴθισται κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν παραπόνων καὶ διαμαρτυριῶν, ἐπεφυλάχθη κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἐπιφέρῃ ὡρισμένας τροποποιήσεις. Αὐτὸ εἶναι ὅλον.
§185Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἡ βάσις τοῦ ἄρθρου 7, παράγρ. βʹ, δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνηται καὶ ὅριον μεταξὺ τῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ φορολογηθοῦν μὲ τὸ 2% ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ φορολογοῦνται μὲ τὸ τόσον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν—εἶναι ἀκόμη ἀκαθόριστον—ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ ἐπὶ τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνηται ὡς βάσις ὁ φορολογικὸς κατάλογος, ἡ κατάταξις εἰς τὴν τάξιν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι παμμέγισται ἐπιχειρήσεις δὲν ἀποφέρουν κέρδη καὶ ἀντιθέτως. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι μικραὶ ἐπιχειρήσεις ἀποφέρουν κέρδη μεγάλα. Ἑπομένως, ἡ βάσις, ἡ φορολογική, δὲν θὰ εἶναι ἀκριβής.
§186Κ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ἐπισήμως, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἔνσημον. Ἑπομένως, αὐτὴ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία πράγματι ὑπάρχει, θὰ παύσῃ ὑφισταμένη.
§187Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Συναδέλφου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἔνσημον. Δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω τὶ ἰσχύει ἀλλοῦ καὶ ἐβασίσθην εἰς τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδόθησαν καὶ ἐλάχιστα ἐξεφύλλησα τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκέπτεται ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ φορόσημον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μόνη ἀκριβὴς βάσις τῆς φορολογίας, ὁ μόνος τρόπος ἐπιβολῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία, ὡς εἶναι γνωστόν, ἀποτελεῖ τὸ πλέον πρακτικόν, ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικοῦ δικαίου....
§188Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Εἶναι μικτὸν σύστημα ἐκεῖ.
§189Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμόζηται μικτόν, ἀλλ’ εἰς τὴν εἰσηγητικήν σας ἔκθεσιν....
§190Δ. ΧΕΛΜΗΣ. Αὐτὸ λέγω. Μέχρι 1.000 λιρεττῶν.
§191Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 18 Μαρτίου 1926 (ἀναγινώσκει) ἐπεβλήθη καὶ ἐν Ἰταλίᾳ γενικὸς φόρος ἐνσήμου ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν μεταβιβάσεων. Ὁ φόρος οὗτος πλήττει πᾶσαν μεταβίβασιν (πώλησιν, ἀνταλλαγὴν κλπ.) τῶν πρώτων ὑλῶν, τῶν προϊόντων, ὡς καὶ παντὸς ἐμπορεύματος, πραγματοποιηθεῖσαν ὡς ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος μεταξὺ ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, δηλαδὴ μεταξὺ παντὸς φυσικοῦ ἢ νομικοῦ προσώπου, ἅτινα συμπτωματικῶς ἢ κατ’ ἐπάγγελμα, ἀποκτῶσιν ἢ παράγουσι προϊόντα ἐπὶ σκοπῷ μεταπωλήσεως αὐτῶν μεταποιημένων ἢ μή. Ἐπίσης ὁ φόρος πλήττει τὰς πρώτας ὕλας, τὰς προορισμένας νὰ καταναλωθῶσιν ἢ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐκμεταλλεύσεων».
§192Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Κάμνετε ἕνα ἄλλον νόμον περὶ χαρτοσήμου.
§193Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ὁ φόρος Καθαρᾶς Προσόδου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ ἰσχύων ἐν Ἑλλάδι νόμος ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ὅταν τὸ ἐμπορικὸν τιμολόγιον ἀπὸ 1.000–2.000 δραχ. πληρώνει ποσοστὸν Αʹ, ἀπὸ 2.000–3.000 ποσοστὸν Βʹ αὐτὸ εἶναι ὁ φόρος κύκλου ἐργασιῶν. Ὅταν σήμερον λέγομεν φόρος κύκλου ἐργασιῶν, εἶναι τρόπος ἐκφράσεως, διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ὡρισμένη φορολογία ἀμελετήτως, τὸ τονίζω, ἀμελετήτως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθόν, ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει σκοπὸν νὰ ἐφαρμόσῃ πράγματι τὸ ἔνσημον νὰ βιασθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν ἕν νομοθέτημα τόσον σπουδαῖον. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, νομίζω ὅτι δὲν ἐσκέφθη καλῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, διακόπτων. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγητε· «ἄς τὴν ἐπιβάλωμεν αὐτὴν τὴν φορολογίαν, ἐπειδὴ θὰ εἶναι προσωρινή». Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγῃ ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι θὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν Ἔφορον νὰ εἰσέρχηται κάθε μῆνα στὸ σπίτι μας. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θελήσῃ, κατόπιν ἐμπεριστατωμένης μελέτης τοῦ ζητήματος, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν μετὰ ἕν δίμηνον ἢ ἕν τρίμηνον, ἄς ψηφισθῇ ὅτι διὰ τὸ ἕν τρίμηνον ἢ τὸ ἕν ἑξάμηνον ἢ τὸ ἔτος, ἡ φορολογία θὰ ἰσχύῃ διπλασία. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι αἱ τάξεις, αἱ ὁποῖαι πλήττονται ἐκ τοῦ φόρου τούτου, αἱ τάξεις αὐταί, προθυμότατα θὰ πληρώσωσιν τὸν φόρον, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ φορολογῇ δικαίως καὶ ἐξίσου. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγετε, ἐπειδὴ εἶναι προσωρινός, ἄς τὸν ἐπιβάλωμεν. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγετε, θὰ κρημνίσω ἕνα σπίτι, ἀλλὰ θὰ τὸ κρημνίσω προσωρινῶς. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ νόμου. Ἡ ΙΒʹ ἐξαίρεσις ἐξαιρεῖ τοῦ φόρου τοὺς συνεταιρισμούς. Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν ὅμως τὰ διάφορα ὑπομνήματα τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι οἱ διάφοροι ἔμποροι, ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας, θὰ συμπτυχθοῦν εἰς συνεταιρισμοὺς καὶ θὰ διαφύγῃ ἀπολύτως ἡ φορολογία. Ἔρχομαι ἔπειτα, Κύριοι, εἰς ἕν ζήτημα εἰδικῶς ἐνδιαφέρον τὴν νῆσον, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ἐν τῇ στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Τὸ κύριον προϊόν μας εἶναι τὸ ἔλαιον. Τὸ ἔλαιον φορολογεῖται ἐπαχθέστατα. Δὲν ὑπάρχει προϊόν, τὸ ὁποῖον νὰ φορολογῆται βαρύτερον τοῦ ἐλαίου. Εἰς τὰς ἀπαλλαγὰς ἐν τούτοις δὲν βλέπομεν νὰ συμπεριλαμβάνηται καὶ τὸ ἔλαιον. Ζητῶ λοιπόν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄν πρόκειται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, νὰ περιλάβῃ εἰς τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ τὸ ἔλαιον. Τὸ ἔλαιον, μεταπωλούμενον παρ’ ἐμπόρων, νὰ ἀπαλλάσηται αὐτῆς τῆς φορολογίας—εἶναι τὸ δικαιότερον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἔχομεν εἰς τὴν Κέρκυραν ὡς μονάδα τὴν βαρέλαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ φόρος ὑπερβαίνει τὰς διακοσίας δραχμὰς ἐπὶ ἀξίας ἑξακοσίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται αὐτὸ τὸ προϊόν. Λοιπόν, πρὸς Θεοῦ, νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ἀκόμη.
§194Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Πόσες ὀκάδες εἶναι ἡ βαρέλα;
§195Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Πενῆντα δύο.
§196Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (Πρόεδρος). Δηλαδὴ τέσσαρας δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν.
§197Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας, διότι καὶ δαπανηρὰ θὰ εἶναι διὰ τὸ Κράτος καὶ πιεστικὴ διὰ τὸν φορολογούμενον.
§198ΚΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις ἐπίσης θὰ εἶναι δαπανηρά.
§199Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Χαίρω, διότι συμφωνοῦμεν.
§200ΚΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς ὅλα μαζί σας. Μάλιστα ἐγὼ πηγαίνω καὶ παρακάτω. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει μελετήσει κἄν τὸ νομοσχέδιον.
§201Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Πόσον δικαιολογημέναι εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις μου, ὅταν ἔρχεσθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, δὲν τὸ ἔχει μελετήσει κἄν.
§202ΚΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα τῆς ἐφαρμογῆς ἐννοῶ. Κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι καλύτερον νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§203Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔρχομαι εἰς τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 5, παράγρ. 6 καὶ 7. Εἶναι βαρύταται αἱ ποιναί. Δὲν εἶναι σωστὸ μία φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ πρώτην φορὰν, νὰ ἔχῃ τόσον βαρείας ποινάς. Συνιστῶ ἰδιαιτέρως νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 6, τελευταίου ἐδαφίου, διότι δὲν εἶναι σωστὸν ὁ ἔλεγχος νὰ καθορισθῇ διὰ Διατάγματος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον τοῦ ἰδίου ἄρθρου 6, ἡ ὁποία προβλέπει ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι, τῶν ὁποίων τὰ ἀκαθάριστα ἔσοδα προέρχονται κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τραπεζιτικὰς ἐπιχειρήσεις, θὰ ἀπαλλάττωνται αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου, καὶ θὰ ἀπαλλάττωνται τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων προσόδων. Νομίζω ὅτι εἶναι μέτρον ἀπολύτως ἄδικον. Αἱ ἐπιχειρήσεις αὐταὶ ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχουν δύο τμήματα ἢ καὶ περισσότερα, ἂν πρόκειται περὶ περισσοτέρων προϊόντων. Θὰ ἔχουν ἴδια βιβλία διὰ τὸ ἐμπορικὸν τμῆμα καὶ διὰ τὸ τραπεζιτικὸν καὶ συνεπῶς εἶναι δίκαιον νὰ ψηφισθῇ ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐμπορικὸν τμῆμα αὐτῶν τῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ ἡ φορολογία κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἑταιρείας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ δύνανται νὰ συναγωνίζωνται τὰς ἄλλας βιομηχανίας. Τὸ ἄρθρον 14 φορολογεῖ δυστυχῶς, τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐπιβάλλει τὸ Δημόσιον, διότι ἐπιβάλλει 1% ἐτησίως ἐπὶ τῶν εἰσαγωγῶν, ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ τιμολογίου ἐπηυξημένου κατὰ τοὺς δασμοὺς, κατὰ τοὺς φόρους, κατὰ τὰ τέλη τῶν διαφόρων κατηγοριῶν. Φαντασθῆτε δηλαδή, διὰ νὰ σᾶς φέρω ἕνα παραδειγματισμόν, τὴν ζάκχαριν, ἡ ὁποία ἔχει ἀξίαν 7 δραχμὰς καὶ 25 λεπτά. Τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλει φορολογίαν ἐπ’ αὐτῆς κατόπιν τῆς ὁποίας ἀνέρχεται ἡ τιμή της εἰς 13 δραχμὰς καὶ 53 λεπτά. Ἐπάνω εἰς αὐτὸν τὸν δασμόν, τὸν ὁποῖον τρόπον τινὰ ὁ εἰσαγωγεὺς ἔμπορος δανείζει εἰς τὸ Κράτος, διότι, ὡς γνωστὸν, προπληρώνει τὸν δασμὸν, ἐνῷ τὸ ἐμπόρευμα τὸ διαθέτει μετὰ πολλοὺς μῆνας, ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὁ ἔμπορος δανείζει, διότι οὐσιωδῶς τὰ δανείζει εἰς τὸ Κράτος, τοῦ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία τοῦ ἑνὸς ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ὑπάρχουν πολλὰ εἴδη τῶν ὁποίων ὁ δασμὸς εἶναι δυστυχῶς πολὺ βαρύτερος τῆς ἀξίας τοῦ εἴδους, ὅπως εἶναι τὸ χαρτί. Ἔχει μίαν λιρέτταν τὸ κιλὸν καὶ ἔχει δασμὸν 10 δραχμάς. Λοιπόν, νὰ φορολογῶμεν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔμπορος προκαταβάλλει εἶναι ἄδικον. Εἰς τὸ ἄρθρον 14, παράγρ. 6. Δὲν ἠξεύρω διατὶ οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὰς διατάξεις περὶ λαθρεμπορίας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέβαινον εἰς δηλώσεις οὐχὶ ἀκριβεῖς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Σημειώσατε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων περὶ λαθρεμπορίας δὲν εἶναι τυχαῖον, νομίζω δὲ ὅτι ἕν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἐφαρμογὴν τοσοῦτον βαρυτάτων ποινῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον δι’ ἕν παράπτωμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνήθως δὲν γίνονται, νὰ ἔρχηται ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ποινὰς τῆς λαθρεμπορίας καὶ νὰ στέλλῃ αὐτὸν τὸν ἐπαγγελματίαν εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια, εἰς τὰ διάφορα πενταμελῆ Ἐφετεῖα, νὰ τὸν θέτῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διαφόρων καταδικωτικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν διαφόρων παραγόντων τοῦ Ὑπουργείου, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις καὶ αὐτὰς τὰς ποινάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἥτις θὰ ἰσχύῃ ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κακόν. Δίδει τὸν καιρὸν νὰ μελετηθῇ. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἀναβάλῃ, εἰ δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος μὲ τὴν παράκλησιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ παρεξηγήσῃ τὴν ἀγόρευσίν μου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν ἐμποροβιομηχάνων, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία καλυτέρας τύχης. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου δὲν ὑπάρχει χωρίον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ 3 ἕως 10 ἐμπόρους, διότι γνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ μικροκαταστηματάρχης τῶν χωρίων ὀνομάζεται ἔμπορος, δὲν εἶναι σωστὸν εἰς ἕν Κράτος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐλευθερίαν κατειργάσθη ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία, δὲν εἶναι σωστόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ρίπτωμεν ὅλα εἰς βάρος αὐτῆς τῆς τάξεως. Ἡ τάξις τῶν ἐμποροβιομηχάνων εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ μίαν φορολογίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίζωνται τὰ συμφέροντα αὐτῆς τόσον, ὥστε νὰ ὑποβάλλωνται νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως. Ἐγὼ λέγω νὰ ἐπιβληθῇ μία φορολογία εἰς τοὺς βιομηχάνους, ἥτις ὅσον βαρεῖα καὶ ἂν εἶναι θὰ εἶναι ἀνεκτή, ἐφόσον ἄλλωστε θὰ περιέπιπτεν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἴση δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς βιομηχανίας. Ἐπίσης ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς νομοσχέδια τοιαύτης σημασίας ἔπρεπε νὰ ἀκούηται καὶ ἡ γνώμη τῶν ἐπιμελητηρίων.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριεζῆς.
§205ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ δὲν θὰ εἴπω πολλὰ λόγια, δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐγὼ κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἔχει ἐπιβαρυνθῆ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ πρὸς νέας φορολογίας. Βεβαίως, αὐτὴ εἶναι γνώμη μου καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ὑπερισχύσῃ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ὑπέστη κάποιον ἐκφυλισμὸν ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ λίαν προσφυῶς ἠθέλησε ὁ κ. εἰσηγητὴς νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου «κύκλου ἐργασιῶν», θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν νὰ κανονίζηται ½%, ἀντὶ 1, νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ σῖτος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ψωμὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὰ ἄλλα εἴδη ἂς παραμείνῃ τὸ 1½%. Ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν βιομηχανίαν, καταβιβάσῃ τὸ 2% εἰς 1½%.
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐξαιρεῖται ὁ σῖτος;
§207Κ. ΒΕΡΡΟΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πώλησις ἄρτου καὶ ἀλεύρων ἐξαιρεῖται.
§208Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχω παρὰ νὰ εἴπω δύο λόγια εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς συμφωνίαν μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται περὶ τοῦ σίτου. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν βιομηχανιῶν, τὴν ὁποίαν διερρύθμισε καθ’ ὃν τρόπον διερρύθμισε κατὰ κατηγορίας, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται ἡ φορολογία, διότι ἔχει τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, καὶ αὐξάνει αὐτομάτως τὰ βάρη τὰ φορολογουμένου λαοῦ. Ὑπάρχει μία κατηγορία, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν βιομηχανιῶν, ὑπάρχουν παραγγελίαι ἀνειλημμέναι, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς μέγιστα ποσὰ καὶ ἐκανονίσθησαν αἱ τιμαί των, ὅτε δὲν εἶχε γίνει κἂν νύξις περὶ τοῦ νέου αὐτοῦ φορολογικοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ διασαφηνίσῃ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιπίπτει ἐκεῖ ὅπου τὸ νομοσχέδιον θέλει, οὕτως ὥστε νὰ μὴ γίνῃ μία βαρυτάτη ἀδικία.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§210Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προτοῦ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν τεθέντων ζητημάτων, ἐν σχέσει μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ κύκλου ἐργασιῶν, καταθέτω νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου, ὅπως τὸ ἀνήγγειλα κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνιστᾶται γενικὴ διεύθυνσις καπνοῦ, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ὁποίου συνηνώθη ὁλόκληρος ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἀποτελέσῃ ἐκτέλεσιν τῆς δοθείσης ὑποσχέσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὡλοκλήρωσε τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ τόσον διὰ τὴν παραγωγήν, ὅσον καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τοῦ «κύκλου ἐργασιῶν», εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι συμπαθὴς ὡς φόρος, κυρίως διότι ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἑπομένως, δὲν ἠμπορεῖ ὁ φόρος αὐτὸς νὰ ἔχῃ ἀναγνώρισιν οὔτε θεωρητικὴν, οὔτε πρακτικήν. Εἶνε φόρος ἀπολύτως, ἀντιπαθής, φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμητὸν εἶναι ἵνα αἱ Κυβερνήσεις ἀποφεύγουν νὰ ἐπιβάλλουν, διότι δὲν τίθεται ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐργασίας ἢ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ τίθεται ἁπλῶς ἐπὶ τῆς κινήσεως. Ἑπομένως, οἱ τοιοῦτοι φόροι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι εἶναι φόροι, τοὺς ὁποίους ὁ μέλλων νὰ εἰσαγάγῃ καὶ νὰ γίνῃ ρυθμιστὴς μιᾶς λογικῆς, ἐπιστημονικῆς καὶ τεχνικῆς καλῶς κειμένης φορολογίας εἰς τὸν τόπον, εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ. Ἡμεῖς ὅμως, ἀτυχῶς, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀποφύγωμεν τοιαύτης φύσεως φορολογίαν. Δὲν ἠμποροῦμεν, ὅπως δὲν ἠμπόρεσαν καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ ἀποφύγουν τοιαύτας φορολογίας, δὲν ἠμποροῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τὸν ἀποφύγωμεν, διότι αἱ δημιουργηθεῖσαι κατόπιν τῶν πολέμων καὶ τῆς κρίσεως ἀνάγκαι τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους περὶ τῶν ὁποίων καὶ εἰσηγούμενος εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶπα, ἐγέννησαν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ Κράτη νὰ ἐπιζητήσουν φόρους διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, ἀνάγκας οἰκονομικὰς, ἀνάγκας διοικητικὰς καὶ ἀνάγκας κοινωνικάς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη ἡ κρατικὴ ἀποστολή. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν φορολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη παρ’ ὅλων τῶν Κρατῶν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴχομεν καὶ ὑποδείξεις ἁρμοδίως διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅτι, ἐφόσον εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των ἐτέθη τοιαύτη φορολογία, κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται νὰ ἰσχύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀδυνατοῦσαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποσχεθῇ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ διὰ τοῦ προγράμματός της, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅπως αἱ φορολογίαι ἐπιβληθοῦν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἐπαχθεῖς, νὰ μὴ διαταράξῃ ἡ φορολογία τὴν κανονικὴν κίνησιν τῆς παραγωγῆς. Ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ἐπροκάλεσα καὶ εὐρυτέραν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ποτὲ νομοθέτης ἐνήργησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τοῦτο, ἐκάλεσα τὰς τάξεις ὅλας, τὰς πλησιομένας ὑπὸ τῆς φορολογίας, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν νὰ μοὶ ἐκθέσουν ὅλα τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ φορολογία αὐτὴ δύναται νὰ προσκρούσῃ, διότι προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅπως αἱ φορολογίαι μελετῶνται, ἐφόσον ὑπάρχουσι πληττόμενα συμφέροντα, μελετῶνται ὑπὸ τῆς φορολογικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐγένετο ἡ ἔρευνα αὐτὴ καὶ ἐκλήθησαν αἱ παραγωγικαὶ τάξεις, ἐκλήθησαν ὅσοι ἠδύναντο νὰ ἔχουν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ κατόπιν καὶ τῆς ἐρεύνης αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ Βουλῇ, κατόπιν τῶν ἐπανειλημμένων συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν παραγωγικῶν τάξεων, συνηρμολογήσαμεν εἰς ἑνιαῖον σύνολον τὰς εὐλόγους παρατηρήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τρόπον, ὥστε, ἡ φορολογία αὐτὴ νὰ ἐπιβληθῇ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ διαταράξῃ τὴν κανονικὴν κίνησιν τῆς παραγωγῆς. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἐξήχθη, ἀφοῦ ἀντιμετωπίσθησαν αἱ δυσχέρειαι καὶ τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων προσέκοπτεν ἀληθῶς ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἠρεύνησε καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τούτου εἰς ἄλλας Χώρας. Ἡ παρατηρουμένη τάσις εἶναι νὰ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος κατ’ ἀποκοπήν, διὰ νὰ ἀποβαίνῃ ὀλιγώτερον ἐπαχθής. Ὅταν ἐρευνᾶται ἡ ἐφαρμογή του εἰς τὰς διαφόρους Χώρας, ἐμφανίζεται μὲ διάφορον σύνθεσιν ἀναλόγως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ τῆς δημοσιονομικῆς φυσιογνωμίας ἑκάστης Χώρας. Δὲν ἔχομεν συνεπῶς ἑνιαῖον τύπον τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω βάσιμον τὴν ἐπίκρισιν διὰ τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, ὡς τὸ συζητούμενον νομοθέτημα. Εἶναι ἄλλως ὑποχρέωσις ἡμῶν ἠθικὴ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον τοῦτον κατόπιν τῶν γενομένων πρὸς τοῦτο ὑποδείξεων. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἐπωνυμίαν. Αἱ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν καὶ τὰς ὁποίας ἤκουσα μὲ ὅλην τὴν ὀφειλομένην προσοχὴν καὶ ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον, ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι συγκεκριμένως δύο: Πρῶτον, τὰ παράπονα τῶν βιομηχανικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὅτι, ἐφόσον τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, ἐπιβαρύνομεν ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐπιβαρύνομεν τὰς βιομηχανικὰς ἑταιρείας, ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ δυσάρεστος καὶ ἐπιζήμιος συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν βιομηχάνων καὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Καὶ ἀπὸ τῆς βασίμου αὐτῆς ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπέστη μεταβολὰς ὥστε νὰ κατασταθῇ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἱκανὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ζωὴν τῆς Χώρας, χωρὶς νὰ διαταράξῃ τὴν κανονικὴν κίνησιν τῆς παραγωγῆς. Δευτέρα ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν ἦτο, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττωθῇ ἡ βιομηχανικὴ προστασία διὰ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας 2% ἐπὶ τῶν ἐγχωρίων βιομηχανικῶν ἑταιρειῶν, ἐνῷ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάρυνσις τῶν εἰσαγομένων ξένων βιομηχανικῶν καὶ ἄλλων προϊόντων ἀνέρχεται εἰς 1%. Αὗται ἦσαν αἱ σπουδαιότεραι ἐπικρίσεις τοῦ νομοσχεδίου Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς συναντήσεις μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῶν φορολογουμένων τάξεων, οὐδεὶς παρεπονέθη ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν εἰς τὴν βιομηχανικὴν παραγωγήν. Ἐὰν ἐστράφημεν πρὸς αὐτὴν δὲν ἐκινήθημεν ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὴν βλέπομεν νὰ ἀναπνέῃ οἰκονομικῶς, τοὐναντίον μάλιστα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ὅπως ἡ βιομηχανία ἀφεθῇ ἔν τινι ἀνέσει ὅπως εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ βελτιώσῃ τὰς ἐγκαταστάσεις της ἔν τινι μέτρῳ καὶ τελειοποιήσῃ τὴν παραγωγήν της. Αἱ μηχανικαὶ τελειοποιήσεις, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, ἔχουν περιωρισμένον ὅριον ἐφαρμογῆς, ἰδίως εἰς Χώραν χαμηλῶν ἡμερομισθίων. Συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔχομεν λόγον νὰ ζητήσωμεν νὰ μεταβληθῇ οὐσιωδῶς τὸ καθεστὼς τὸ ὑπάρχον. Τώρα ὡς πρὸς τὴν ἐπίκρισιν ὅτι, ἐὰν 1% ἐτίθετο ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ καὶ 2% ἐπὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἤθελεν μειωθῇ ἡ προστασία, τοῦτο δὲν εἶναι βάσιμον ἕνεκα τῆς βαρείας κλίμακος τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπηρεάζει ἡ φορολογία αὕτη, ἀλλὰ κυρίως, διότι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μία βιομηχανία ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς ἥσσονα θέσιν ἀπέναντι τοῦ εἰσαγομένου ὁμοειδοῦς προϊόντος, καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν τοῦ προϊόντος τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὸν συναγωνισμὸν τῆς ἀντιστοίχου ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νέου τούτου φόρου, ἀποβλέπει νὰ φορολογήσῃ τὴν βιομηχανίαν, ὡς ἀντίκρυσμα τῆς ἀπολεσθείσης ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τῶν εἰσαγωγῶν προσόδου καὶ νὰ ἀνακτήσῃ μικρὸν μέρος ἀπὸ τὰ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχασεν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τοῦ ἀνωτέρω λόγου, τὸ ὅτι δὲ καὶ ἡ φορολογία, ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἐπαχθής, ἐξηκριβώθη ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς βιομηχάνους, οἵτινες ἤδη ἐφήρμοσαν ἀπὸ τοῦδε εἰς βάρος τῶν πελατῶν των τὸ 2%. Δὲν ὑπάρχει, συνεπῶς, οὐδεὶς φόβος, οὔτε νὰ δυσφορῇ ἡ βιομηχανία, οὔτε νὰ ἐπέλθῃ ἀντίκτυπος εἰς τὸν τιμάριθμον. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, διατὶ δὲν θέτομεν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τὴν φορολογίαν αὐτήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἔμποροι ἕνεκα τοῦ μεγάλου περιορισμοῦ τῶν εἰσαγωγῶν δὲν εὑρίσκονται εἰς εὐημερίαν. Διὰ τοῦτο ἀπαλλάσσομεν τὸ ἐμπόριον τῆς φορολογίας, ἥν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλλομεν εἰσαγωγικὸν δασμὸν 1% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ἱκανοποιεῖ.
§211ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε διατὶ διαμαρτύρονται οἱ ἔμποροι;
§212Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ὑπευθύνων διαμαρτυριῶν. Δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐσκεμμένη ἐπιβάρυνσις ἐξυπηρετοῦσα κρατικὰς ἀνάγκας, ἄνευ ἐπαχθοῦς ἀντικτύπου ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ χωρὶς νὰ γίνεται ἀφορμὴ καμμιᾶς διαταραχῆς ἢ κλονισμοῦ εἴτε ἐν τῇ παραγωγῇ, εἴτε ἐν τῇ κινήσει τῶν συναλλαγῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα ἐκ τῆς ἐρεύνης τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ τὴν ὁποίαν μεταδίδω εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν αὐτὴν ἐπὶ τῶν Τραπεζῶν, τὸ ἐπιβαλλόμενον τέλος εἰς αὐτὰς ἀνέρχεται εἰς 1½%.
§213ΛΑΖ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐφορολογεῖτο τὸ μέρισμα;
§214Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συμφωνῶ.
§215Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας νὰ ποικίλῃ καὶ ἐπὶ τῶν βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην μεγαλειτέρας προστασίας νὰ εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἰσχυροτέρας βιομηχανίας.
§216Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἐρεύνης ἄλλης φύσεως. Τώρα δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη μεταβολὴ μεταξὺ βιομηχανιῶν, διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ἐτησίως φόρος κύκλου ἐργασιῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, προστίθεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἰσχύσῃ καὶ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ὁπότε θὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πιστοποιήσωμεν ἀτελείας ἢ κενά, θὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν εὐχέρειαν νὰ τὰ διορθώσωμεν. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεπίληπτα καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν εἰς τὸ μέλλον ἀνάγκην συμπληρώσεως. Πάντως, ἀρκεῖ, ὑποθέτω, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι σᾶς παρέχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τὴν βεβαίωσιν ὅτι, ὅταν θὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος, δὲν θὰ προσκόψῃ εἰς τὴν συναλλαγὴν καὶ δὲν θὰ ἐπιφέρῃ κανέαν κλονισμὸν ἢ διαταραχὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν τῆς Χώρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν τὴν ἐσωτερικὴν τῶν βιομηχανιῶν, δέχομαι νὰ γίνῃ ἡ φορολογία διὰ κινητοῦ ἐνσήμου, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια περὶ τὴν καταβολήν;
§217ΚΑΝΕΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ὁρίσωμεν μίαν τακτὴν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς ὁποίας καὶ πέραν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ ἔνσημον;
§218Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν κάμνω δεκτὰ ἀμέσως πράγματα, τὰ ὁποῖα θέλουν μελέτην. Αἱ ὑπηρεσίαι θὰ κρίνουν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἕν πρᾶγμα μόνον ὑπόσχομαι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν φορολογούμενον πᾶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπαχθὲς διὰ τὸν φορολογούμενον.
§219Κ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... διότι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ ἔνσημον τώρα, θὰ φθάναμε εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀγαπητὸς Συνάδελφος κ. Δεσύλλας καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ἀντισυνταγματικότης.
§220Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβωμεν πρόνοιαν νὰ διορθωθῇ ἐγκαίρως κάθε ἀτέλεια. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ αἱ φορολογικαὶ ὑπηρεσίαι θὰ καταβάλουν πᾶσαν προσπάθειαν νὰ προσαρμοσθῇ τὸ κοινὸν πρὸς τὸν φόρον αὐτόν. (Χειροκροτήματα).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. Δεκτόν. Ἄρθρον 2ον, 3ον. Δεκτά.
§222ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 4ου ἄρθρου, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ἔχοντες πρόσοδον κάτω τῶν 100 χιλιάδων, νὰ ἀπαλλαγοῦν τοῦ φόρου.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ὁ κ. Ὑπουργός;
§224Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη.
§226ΚΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω τὴν ἑξῆς διευκρίνισιν. Εἶναι 1.5% καὶ διὰ τὰ εἰσαγόμενα καὶ διὰ τὰ ἐξαγόμενα μέχρις 100 εἶναι 30%;
§227Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν, διὰ τῆς ἐπενεχθείσης τροποποιήσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὁ φόρος θὰ βαρύνῃ μόνον τὰς ἐπιχειρήσεις τὰς βιομηχανικάς, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κερδῶν ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ συνεπῶς δὲν θὰ βαρύνουν τὰς λοιπὰς ἐπιχειρήσεις; Ἄλλως, νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις αὐτή, ὥστε νὰ ἐξαιρῶνται αἱ ἐπιχειρήσεις ἐκεῖναι ἢ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, αἵτινες ἀσκοῦσι καθαρῶς γεωργικὴν ἐπιχείρησιν.
§228Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἐτροποποιήθη ἤδη τὸ νομοσχέδιον θὰ φορολογῶνται μόνον αἱ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρν 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 καὶ 15 δεκτά.
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου)
§231Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρ’ ἑξήκοντα ἕξ βουλευτῶν περὶ παροχῆς κατὰ τὴν διάταξιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 128 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐκτάκτου ἐπιδόματος εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, λέγω ὑπερωρείας.
§232Ι. ΜΑΛΛΩΣΗΣ. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν ἔχουσαν οὕτω: «... (ἀναγινώσκει) ...».
§233ΑΝΔΡ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δεκτή.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή. Δεκτή.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6 μ.μ. (Ὥρα 10 μ.μ.)