1933.05.19
6,379 rows · 49,134 words · 569 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 19 ΜΑΙΟΥ 1933
Προεδρία Βʹ ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 καὶ 30 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς Συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Σ. ΣΙΜΟΣ καὶ ΧΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Κυνηγετικοῦ Συλλόγου Ἰωαννίνων, ζητοῦντος τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ θήρας νόμου 5728. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Αὐτοκινητιστῶν παρακαλεῖ ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὸ ζήτημα ἀπομακρύνσεως 150 αὐτοκινήτων Λεωφορείων. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κερκύρας, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν κ.κ. Θεοδ. Δεσύλλα καὶ Σπ. Παϊπέτη. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ κ. Μπινοπούλου, κατηγορουμένου ἐπὶ δυσφημίσει διὰ τοῦ τύπου. Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γεν. Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ὑποβάλλει πράξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὴν θεώρησιν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὑπ’ εὐθύνην τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Ἀεροπορίας, Συγκοινωνίας, Οἰκονομικῶν, Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν, Κρατικῆς Ὑγιεινῆς καὶ Προνοίας καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ Βουλευτὴς κ. ΧΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων Σαγιάδος περὶ ἐπαναλειτουργίας τῶν ἁλυκῶν Σαγιάδος. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία τῶν ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα τοῦ Ε. Παναναπηρικοῦ Συνεδρίου, ζητούντων τὴν χορήγησιν συγκοινωνίας δωρεάν, τὴν μεταβίβασιν τῶν περιπτέρων εἰς τοὺς κληρούχους, τὴν χορήγησιν νοσηλείων καὶ φαρμάκων κλπ. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου τῆς Ἑλλάδος διαμαρτύρεται, διὰ τὰς ἐναντίον τῶν μελῶν τοῦ Εʹ Παναναπηρικοῦ Συνεδρίου ἐπιθέσεις τῶν ἀρχειομαρξιστῶν καὶ ζητεῖ τὴν λῆψιν μέτρων κατ’ αὐτῶν. Ὁ Σύλλογος προστασίας ἀστέγων καὶ ἀπόρων μισθωτῶν παρακαλεῖ, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὸ ζήτημα τῆς στέγης καὶ παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ διετίαν. Ἡ Ἕνωσις ἐνυποθήκων δανειστῶν ξένου συναλλάγματος Μακεδονίας παρακαλεῖ, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὸ ζήτημα τῶν δανειστῶν ξένου συναλλάγματος. Ἡ Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν παροχὴν ζωαρκείας καὶ ἐξασφαλίσεως σπόρου διὰ τὴν προσεχῆ καλλιέργειαν. Τὸ Αʹ Πανελλήνιον Συνέδριον τῶν Ἐμπόρων Δημητριακῶν καὶ Ἐγχωρίων Προϊόντων Βόλου ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ πενταετοῦς ἀγροτικοῦ χρεωστασίου, τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ συγκεντρώσεως τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς, τὴν κατάργησιν τῶν ἀπαγορευτικῶν πρὸς τοὺς ἐμπόρους διατάξεων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ τὰς μετ’ ἀγροτῶν συναλλαγάς των κλπ. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν τροποποίησιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἀνέργων, τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τὰς δημοτικὰς καὶ δημοσίας θέσεις τῶν συνταξιούχων κλπ. Ἡ Ἕνωσις Ἀρτεργατῶν Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 5597 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν γερόντων καὶ ἀνικάνων ἀρτεργατῶν. Ὁ κ. Δ. ΜΑΞΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) ὑποβάλει σχέδιον νόμου «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδες καὶ Τσεχοσλοβακίας πρεσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας, τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰουλίου 1932».
§3Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπ. Πολ. Γραφείου). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§5Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπ. Πολ. Γραφείου). Εἰς μίαν τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων ἀνεγράφη ὅτι, κατὰ τὰ χθεσινὰ ἐπεισόδια, ὁ Βουλευτὴς Ροδόπης καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος, ἐξεστόμισε φράσιν βαρεῖαν κατ’ ἐμοῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι τοῦτο δὲν εἶνε ἀληθὲς ἢ τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα, διότι ἄλλως θὰ ἐλάμβανον τὴν στάσιν τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχω πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκπροσωπῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Χειροκροτήματα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πουθενὰ δὲν σημειοῦται τοιοῦτόν τι.
§7Α. ΣΛΗΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριε Βουλευτά.
§9Α. ΣΛΗΜΑΝ. Κατὰ τὰ Πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶνε πρῶτον ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Βεβαίως δὲν θεωρῶ ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τούτου, ἀλλ’ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία συζητεῖται καὶ ἡ ὁποία εἶνε πρώτη ἀναγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, λέγει «Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως διώξεως τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου». Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶνε ἀληθῆ τὰ ἀναγραφόμενα σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας «περὶ ἀμνηστείας», διότι ἐὰν εἶνε ἀληθῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουν ἀπολύτως εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶνε ἐναντίον τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἐκάμαμε πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ τὸ δηλώσῃ σαφῶς εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω ὅτι εἶνε ὀξύμωρον σχῆμα ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ περὶ διώξεως, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἄλλην ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀποδοκιμάζω. (Θόρυβος ἔκ τινος θεωρείου). Ἔχομεν ὅλους τοὺς λόγους νὰ ἐκτιμῶμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν αὐστηρὰς συστάσεις. Εἰς τὰ θεωρεῖα παρατηροῦνται εἰσερχόμενα διαρκῶς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν κάμουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ χειροκροτοῦν καὶ νὰ σφυρίζουν. Εἰς αὐτὸ δὲν ἐλήφθη κανὲν ριζικὸν μέτρον. Ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς τὰ θεωρεῖα θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον νὰ μείνῃ ἀτελεσφόρητος. Ἐγὼ ἐπῆγα κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐζήτησα εἰσιτήρια καὶ ἔλαβα τοιαῦτα. Κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔδωσα εἰσιτήρια δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Τὸ πλεῖστον δὲ τῶν θεωρείων τούτων ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς ὡς θέατρον καὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ χειροκροτοῦν καὶ ν’ ἀποδοκιμάζουν. Ὀφείλομεν ὅλοι οἱ Κύριοι Βουλευταί, νὰ προσέχωμεν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς θεατρικὴν παράστασιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ εἰσιτήρια δίδονται εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς καὶ ἐκεῖνοι τὰ δίδουν.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ δίδουν μετρημένα τὰ εἰσιτήρια.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ μαζύ σας, ὅτι ἔνιοι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, παρὰ τὰς διαταγὰς ποῦ λαμβάνει ἡ φρουρά, εἰσάγουν ἀνθρώπους. Τὶ ἀγαπᾶτε νὰ κάμῃ ὁ Φρούραρχος ἢ τὸ Προεδρεῖον; Εἶναι αἱ συνεδριάσεις τοιαῦται, ὥστε θὰ γίνουν καὶ παρεκτροπαί. Κατὰ τὰ λοιπά, τὰ εἰσιτήρια τὰ διαχειρίζεται ὁ Διευθυντὴς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ὑποθέτω νὰ νομίζεται ὅτι κάμνει ὅ,τι εἰπῶ ἐγὼ δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Τὰ διανέμει τὸ γραφεῖον, τὰ διανέμει ὁ Διευθυντὴς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ κάμῃ καὶ παρανομίας γιὰ ἰδικόν μου χατῆρι.
§13Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς σᾶς εὐλαβούμεθα, Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν ὅτι ἀποτελεῖτε τιμὴν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Πάντως ὀρθῶς συνεστήσατε εἰς τοὺς κ. κ. Συναδέλφους, νὰ σᾶς βοηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι. Ὁπωσδήποτε αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε σημειοῦνται, καὶ ὅσα εἶναι δυνατὸν θὰ ἐκτελεσθοῦν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἀντικειμένου ἔχει περαιωθῇ, κατὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν θὰ ὁμιλήσῃ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Δὲν μοῦ εἶνε εὐχάριστον, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρουσίᾳ τῶν Κυβερνητικῶν μόνον Βουλευτῶν. Διακρίνω, εὐτυχῶς, εἰς τὰ ἑδώλια καὶ ἐλαχίστους ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες προφανῶς δὲν ἐμιμήθησαν τὸ παράδειγμα τῶν συναδέλφων των, οὐδὲ κἄν τῶν Ἀρχηγῶν των, καὶ προσῆλθον καὶ παρακολουθοῦν τὴν συνεδρίασιν. Ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἠπατήθην ὅταν, ἐπαναληφθεισῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα, εἶχον προβλέψει ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀμέσως, διότι δὲν ἦτο πρόσφορος ἡ ἀτμοσφαίρα οὐδὲ κατάλληλος ἡ στιγμὴ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως ταύτης. Δυστυχῶς ὁ μὲν ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένην τὴν ἄμεσον τῆς συζητήσεως διεξαγωγὴν—χωρὶς νὰ ἐπιμείνῃ ὁμολογῶ ἀνενδότως εἰς τοῦτο— ὁ δὲ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἐδίστασε νὰ διακηρύξῃ, ὅτι θὰ διέπραττεν ἡ Βουλὴ καί, εἰδικώτερον τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα, ἀδίκημα ἐναντίον αὐτοῦ, ἐὰν ἀπεφάσιζε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ ἂν ἄφηνε ἐκκρεμῆ τὴν ὑπὸ κρίσιν ὑπόθεσιν. Τὴν αὐτὴν ἄποψιν ὑπεστήριξαν, ἐξ ἴσου ἐντόνως μετὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντες Ἀρχηγοὶ τῶν ἄλλων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔναυλοι εἶνε ἀκόμα οἱ λόγοι αὐτῶν περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν συζητήσεων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ δὲν γνωρίζω περὶ τίνων ἄλλων ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος ἀπορρεόντων δικαιωμάτων. Ὄχι μόνον τὸ Λαϊκὸν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ἐν τῇ Κυβερνήσει συμπράττοντα κόμματα παρεστάθησαν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἀπεμπολήσαντα τὰς κοινοβουλευτικὰς των ἀρχὰς μὴ ἔχοντα συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών των ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐνώπιον τῆς ἐπιμόνου ἀξιώσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως διεξαχθῇ ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς, εὑρεθείς, δὲν ἐδίστασα νὰ συναινέσω εἰς τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Ἐπίστευσα ὅτι τοὐλάχιστον θὰ συνέβαλον ὅλοι, ὅπως διεξαχθῇ ὁμαλῶς ἡ συζήτησις ὅτι δὲν θὰ ἐπεκράτει τελικῶς κατ’ αὐτὴν, ὡς ἐφοβούμην, πνεῦμα ἐριστικόν, ὅτι τοὐναντίον δεδομένης μάλιστα τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας τοῦ θέματος, θὰ ἐπεδίωκον ἀμοιβαίως καὶ αἱ δύο πτέρυγες νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα. Ἄσκοποι, δυστυχῶς, ἀπεδείχθησαν αἱ πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Βουλευτάς ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ὑποδείξεις μου ὅτι μόνον ἡ συνεργασία συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγγυᾶται τὴν ὁμαλὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἔργου διεξαγωγήν. Οἱ ἤδη διαμαρτυρόμενοι ὅτι παρεκωλύθη ἡ ἄσκησις ἀπὸ μέρους των τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως εὑρέθησαν πολὺ ταχέως ἐν ἀμηχανίᾳ ποίαν τακτικὴν ν’ ἀκολουθήσουν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς συζητήσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, βεβαίως ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ προκαταβολικῶς ἐβροντοφώνει ὅτι θέλει τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὑπεράσπισίν του, μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸ Βῆμα διὰ νὰ ἀγορεύσῃ, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐναντίον αὐτοῦ κατηγορίας, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν διετύπωναν κατηγορίαν, ἀλλὰ ἀνεφέροντο εἰς τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη ἡ πρότασις τῆς παραπομπῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν — ἀπόδειξις τοῦτο τῆς ἀμηχανίας του —ἐνῷ ἤρχισεν ὁμιλῶν εἰς ἀπάντησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, μετέβαλεν ἀμέσως τὴν ἀγόρευσίν του εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ἐναντίον αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων κατηγορίας. Ἐνῷ μετὰ πάσης γαλήνης καὶ ψυχραιμίας διεξήγετο ἡ συζήτησις, ἡ γνωστὴ φράσις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἔθεσε τὴν πυρκαϊὰν καὶ προεκάλεσε τὴν ρῆξιν. Ἐδόθησαν ἐντεῦθεν πλέον ἢ ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις καὶ δι’ ἐπιστολῆς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν ἐγκαταλείψαντα τὴν αἴθουσαν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τὸν παρεκάλεσε νὰ ἐπανέλθῃ καὶ συμπληρώσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του καὶ τὸν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶνε ἀπολύτως ἐξησφαλισμένη. Ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπάντησις κατ’ οὐδὲν ἐνίσχυε τὸν ἀποδειχθέντα ἀστήρικτον ἰσχυρισμὸν του, ὅτι δὲν ἀσφαλίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἀπετέλει ἡ ἀπάντησις πρόκλησιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητής, Κύριοι Βουλευταί, δύναται σοβαρῶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἡμῶν κυβερνώντων, ἡμῶν πλεονεκτούντων, εἶνε δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως. Δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ συζήτησις δὲν διεξήχθη ὁμαλώτερον. Οἱ κ.κ. Βουλευταί, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπεχώρησαν τοῦ Κοινοβουλίου, συνεπείᾳ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἔσχε τὴν ἀφορμὴν ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Αἱ δύο διαδοχικαὶ αὗται ἀποχωρήσεις πείθουν, ὡς εἶμαι βέβαιος, τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ προκείμενον θέμα τῆς συζητήσεως δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ νὰ διεξαχθῇ αὕτη κατὰ τρόπον ὁμαλόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς ἡμᾶς ὅλους, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν συμπολίτευσιν, εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, εἰδικώτερον δὲ εἰς ἐμέ, ὡς προϊστάμενον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πλειονοψηφοῦντος κόμματος γεννῶνται ἐρωτήματα. Τὶ δέον γενέσθαι; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐπαρκῆ ὅσα ἔχει ὑπ’ ὄψει της στοιχεῖα διὰ νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως; Διὰ νὰ εἶνε ἀπρόσβλητος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τοὐλάχιστον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν ὄχι μόνον οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν, ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν πτέρυγα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται κατὰ τῆς προτάσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της, χωρὶς ν’ ἀκούσῃ καὶ εὐρύτερον καὶ τοὺς κεκρυμμένους ἐναντίον τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως, θὰ ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος νὰ κατηγορηθῇ ἡ Βουλὴ ὡς προκατειλημμένη. Σχετικὸς ὑπαινιγμὸς ἐγένετο ἤδη ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κἄποιος ἐκ τῶν ἀγορητῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν ἐμφαντικῶς: «Δὲν παρατηρεῖτε ποίας ὑπογραφὰς φέρει ἡ πρότασις; Δὲν εἶνε μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὑπογραφαὶ προσώπων στενώτατα συνδεδεμένων πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τόσον τραγικὸν τρόπον ἠφανίσθησαν πρὸ μιᾶς δεκαετίας;» Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλεται νὰ εἶνε, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τῆς ἔναντι αὐτοῦ θέσεως ἡμῶν, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπροκατάλυπτος, ὅσον τὸ δυνατὸν ξένη πρὸς πᾶσαν ὑποκειμενικότητα, νὰ εἶνε ἀπόρροια ψυχραίμου κρίσεως. Τότε μόνον ἡ ἀπόφασίς σας δύναται νὰ εἶνε ἰσχυρὰ καὶ ἀπρόσβλητος, ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης ἀδιακρίτως φρονημάτων. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω τοὺς φόβους μου ὅτι ἡ ἀντίθετος πλευρὰ εὗρε καὶ πάλιν ἀφορμὴν αἰτιάσεως ἐναντίον μας, ἐὰν δὲν σπεύσωμεν νὰ λάβωμεν, τὴν ἑσπέραν, ταύτην ἀπόφασιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ πλειονοψηφοῦντος κόμματος— διότι ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάμιξιν μὲ τὴν κρινομένην ὑπόθεσιν— εὑρίσκομαι εἰς θέσιν ἐκτάκτως δυσχερῆ. Μᾶς κατηγοροῦν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ὑστεροῦμεν τῆς ὑπερασπίσεως, ὅτι εἴμεθα προκατειλημμένοι καὶ θέλομεν νὰ ἐκδώσωμεν μίαν ἀπόφασιν οἱανδήποτε καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι διατηροῦμεν ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δὲν ἀφίνομεν νὰ δοθῇ ἕνα τέλος εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν μου εἶναι, ποῖον ἐκ τῶν δύο θὰ ἠδυνάμην ἀκινδυνωδέστερον νὰ ἀποδεχθῶ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ δύο κακῶν εἶνε δυσκολωτέρα ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ δύο καλῶν. Διότι ἐὰν ἐκλέξητε τὸ ὀλιγώτερον καλὸν θὰ στερηθῆτε μιᾶς ἀπολαύσεως, ἀλλὰ ἐὰν ἔχετε νὰ ἐκλέξητε μεταξὺ δύο κακῶν, ὁποιονδήποτε καὶ ἂν προκρίνετε, εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον ὅτι θὰ ὑποστῆτε μομφάς, διότι ἐξελέξατε τὸ κακόν. Μολονότι ὄχι μόνον ἐπιθυμῶ ἁπλῶς, ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἐπιβεβλημένην ἀνάγκην ὅπως ἐκ τῆς κρινομένης ὑποθέσεως δοθῇ ὡς τάχιστα τέλος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσήκει εἰς αὐτήν, προτιμῶ ἐν τούτοις νὰ ὑποστῶ καὶ ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος καὶ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς τὴν μομφήν, ὅτι δὲν ἔσπευσα νὰ δώσω τὸ τέλος, παρὰ νὰ κατηγορηθῶ ὅτι παρεβίασα τὸ ἱερώτερον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως. Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καλῶ τὸν ἀπόντα Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του, βέβαιος ὅτι θὰ ἀκουσθῇ μεθ’ ὅλου τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς αὐτόν, ὄχι μόνον διότι εἶνε κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ διότι εἶνε Ἀρχηγὸς ἑνὸς μεγάλου κόμματος. Ἀπευθύνω τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς πᾶσαν στιγμὴν καθ’ ἥν ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑφίσταται — ὅπως καὶ ὑφίσταται πράγματι — πλήρης ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀκούσωμεν. Καὶ μετὰ ἀκόμη τὴν σημερινὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ τοῦ πέρατος τοῦ χρόνου καθ’ ὃν θὰ διαρκέσῃ ἡ διακοπὴ αὕτη, ἐφόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται ἐνταῦθα, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συγκαλέσωμεν ἔκτακτον συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δοθῇ φυσιολογικὸν τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ.κ. Βουλευταί, νὰ ἐπιμείνω ὅπως μὴ προβῆτε σήμερον εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν σας προτάσεως. Ὀφείλετε χάριν τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ δικαίου, χάριν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ν’ ἀναμείνετε καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοῦ. Εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν νόμων κώλυμα πρόκειται νὰ προσκόψῃ ἡ ἀναβολή, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνω. Ὅταν ἀρχικῶς εἶχα ζητήσει τὴν ἀναβολήν, μοῦ ἀντετάχθη ὅτι ἀντέκειτο αὕτη πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, διότι ὁρίζει οὗτος ὅτι ἡ πρότασις δέον νὰ συζητηθῇ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς της. Ἀλλὰ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ συζητήσεως, δὲν ὁμιλεῖ περὶ λήψεως ἀποφάσεως, τοὐναντίον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν, δὲν θέτει καμμίαν προθεσμίαν. Θὰ ἀντιταχθῇ ἴσως καὶ πάλιν, ὅτι ὑφίσταται ἰσχυρὸς ἠθικὸς λόγος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ ἰσχυρότερος τούτου ἠθικὸς λόγος εἶνε ἡ ἐξάντλησις τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως. Μόνον ἐφόσον οἱ κεκηρυγμένοι ἐναντίον τῆς προτάσεως θὰ ἐδήλουν ὅτι θεωροῦν ἐξαντληθεῖσαν τὴν ὑπεράσπισιν καὶ δὲν ἔχουν κανένα λόγον νὰ αἰτιῶνται ὡς πρὸς τοῦτο ὅτι ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, τότε μόνον, λέγω, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ ὑπομνήσω ἀκόμη ὅτι ὁ νόμος παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν —τόσον θεωρεῖ σοβαρὰν τὴν ἀνάγκην τῆς πλήρους διαφωτίσεως αὐτῆς —τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ὅπως προσέλθῃ ἐνώπιόν της καὶ ἐκθέσῃ ὅ,τι ἔχει νὰ ἐκθέσῃ κατὰ τῆς προτάσεως ὁ κατηγορούμενος καὶ ἂν δὲν εἶναι Βουλευτής. Οὐδεμίαν ἔχει, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποστῇ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης συνέπειαν ἡ ὑπόθεσις, ἀφοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν μὲν τῆς κατηγορίας ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν δ’ ἐξ ἄλλου τῆς ὑπερασπίσεως ζητεῖ ἡ Βουλὴ τὴν πλειοτέραν διαφώτισιν, χωρὶς νὰ προδικάζῃ τὸ παράπαν τὴν ἀπόφασίν της. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ πάλιν νὰ δεχθῆτε ὅπως ἀναβληθῇ ἡ λῆψις τῆς ἀποφάσεως, μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν δίμηνον διακοπήν των. Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐφόσον θὰ εὑρίσκομαι ἐνταῦθα, εἶμαι πρόθυμος ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αἰτήσει τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοῦ, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως συγκαλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, ἀφοῦ συμπληρώσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, χάριν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως δεχθῆτε τὴν παράκλησίν μου. (Χειροκροτήματα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἡ ψηφοφορία ἀναβληθῇ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς;
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§20Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀνέρχομαι εἰς τὸ Βῆμα, Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος σκοπίμως προεκλήθη ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορώσης τὸ Διάταγμα, τὸ ἀναγνωρίζον κατὰ νόμον Δήμους καὶ Κοινότητας ἐν τῷ Νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις περιέλαβε μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦτο τὸ ἔπραξα διὰ δύο λόγους. Πρῶτον καὶ κυρίως, διότι διὰ τοῦ δημιουργηθέντος σκοπίμως θορύβου ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέρριπτε πᾶσαν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα νὰ τηρήσῃ ὑψηλὰ τὸ γόητρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ θέσῃ τοῦτο ὑπεράνω ἐρίδων, προερχομένων ἐκ λόγων ἀποκλειστικῶς κομματικῶν, ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἠγέρθη ἐναντίον τοῦ μέτρου, ὡς δῆθεν παρανόμου, ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως αὐτῆς. Δεύτερος λόγος εἶνε, διότι ἠθέλησα ὡς τάχιστα νὰ λογοδοτήσω ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπὶ ἐνεργείας νομιμωτάτης, ἡ ὁποία ἐτολμήθη διὰ λόγους καθαρῶς κομματικοὺς καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς παράνομος. Μόλις εἶχον τὴν τιμήν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία μοὶ εἰσήγαγε τὸ σχετικὸν ζήτημα, μοὶ ἀνέφερεν ὅτι ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἄλλωστε ἐπέβαλε ὁ νόμος καὶ τὸ ὁποῖον καλῶς μέχρι τοῦδε εἶχεν ἀναβληθῇ. Μοὶ προσέθεσεν ἀκόμη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἡ κατάστασις, ἡ οἰκτρὰ τῶν Συνοικισμῶν ἐπέβαλε ταχίστην τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀφοῦ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας τοῦ Ὑπουργείου διευθύνσεως μοὶ ἐξετέθη ὁλόκληρον τὸ ζήτημα, ἐμελέτησα μόνον καὶ κατ’ ἰδίαν ἐπιμελῶς αὐτὸ καὶ πεισθεὶς ἀκραδάντως περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως ἐπὶ τῶν Συνοικισμῶν, τῶν εὑρισκομένων καὶ περιλαμβανομένων ἐν τῷ Δήμῳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πεισθεὶς ἐξ ἄλλου ὅτι, τὸ συμφέρον τῶν Συνοικισμῶν τούτων ἐπέβαλεν ἀμεσωτάτην καὶ ραγδαίαν τὴν ἐνέργειάν μου, ἵνα δυνηθοῦν ἐπὶ τέλους, αὐτοδιοικούμενοι, νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς οἷαν οἰκτρὰν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν, ὀφειλομένην ἀποκλειστικῶς εἰς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἦλθον καὶ συνεννοήθην μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἤθελον καὶ αὐτοῦ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, οὐχὶ μόνον ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς νομομαθοῦς γνωστοτάτου. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μελετήσας ἐπισταμένως τὰ πράγματα, μελετήσας ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους καὶ συζητήσας τὴν γνώμην του μετὰ νομομαθῶν, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ σήμερον πρὸ ὑμῶν, συνεφώνησε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἶπεν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑπογραφὴν τὸ Διάταγμα. Βεβαίως ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤντλουν ὠφελήματα πολιτικά, ὠφελήματα κομματικὰ ἐκ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῶν Συνοικισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν Συνοικισμῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὕτη εἶνε εὐχερεστέρα ἐφόσον οὗτοι ἦσαν ὑποδουλωμένοι, ὡς ἦσαν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, βεβαίως ἐγνωρίζομεν ὅτι αὐτοὶ θὰ ἀντετάσσοντο κατὰ τοῦ μέτρου ἡμῶν καὶ θὰ ἐξέβαλον γοερὰς κραυγάς. Ἀλλὰ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συναισθάνεται τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι εἶνε ὑποχρεωμένη νὰ τηρήσῃ τὰς ὑποσχέσεις της, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀρρωδήσῃ πρὸ τοιούτων κραυγῶν, καὶ νὰ μὴ προβῇ ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν τῇ ἐπέβαλεν οὐ μόνον ὁ νόμος, ὁ γραπτός, ἀλλὰ καὶ ἡ ἠθική. Εἶναι λυπηρόν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν Συνοικισμῶν αὐτῶν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ δηλητηριασθοῦν, εὐτυχῶς ὀλιγαριθμότατα, μέλη αὐτῶν, τόσον ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, ἤθελε ζημιώσει αὐτούς, ἐνῷ εἶνε βέβαιον ὅτι θέλει καταστήσῃ αὐτοὺς τοὐλάχιστον ἀπελευθέρους. Διότι ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται δύναται μονονουχὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατάστασις δουλείας. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν προεκλογικὴν περιοδείαν, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσέδυσα εἰς Συνοικισμοὺς προσφύγων, — τὸ πρῶτον διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν τῶν ἀτυχῶν ἀνθρώπων, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μᾶς χαρακτηρίζουν ὡς ἀνθρωποφάγα ἔχοντας ἔνστικτα, ἀπέναντι αὐτῶν— ὅτε εἶδον ἐκ τοῦ πλησίον τὴν κατάστασίν των, κατάστασις, πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο, κατάστασις ἀληθῶς ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἠδύναντο νὰ ζήσουν τῆς κατωτέρας κλίμακος ὄντα, ὄχι ἄνθρωποι. Τότε εἶπον εἰς αὐτούς· καλὰ, ἐπιστεύσατε τέλος πάντων ὅτι εἴμεθα ἀνθρωποφάγοι καὶ θὰ σᾶς σφάξωμεν. Διατὶ ἐν τῇ καταστάσει ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεσθε τοὐλάχιστον, δὲν ἐλέγατε ὅτι «ἂς ἔλθουν νὰ μᾶς σφάξουν» νὰ ἡσυχάσητε, διότι ἡ ζωὴ εἶνε χειροτέρα παντὸς θανάτου. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ ἰδιαίτερος ἐκπρόσωπος τῶν προσφύγων ὁ κ. Ἀθηνογένης, ἐνθυμεῖται βεβαίως τοὺς λόγους μου τούτους καὶ ἐνθυμεῖται ποῖον ἀποτροπιασμὸν ἠσθάνθην ἰδὼν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον περιαγάγει οἱ ἐκμεταλλευταὶ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Κύριοι, ἂς ἔλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος. Θὰ μοῦ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς νὰ μοῦ χαρίσῃ τὴν ὑπομονήν της, διότι ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν, ἐν γνώσει ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ζητήματος, νὰ κρίνω καὶ νὰ εἴπω ποῖοι εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν πρᾶξιν μὴ νόμιμον, ἡμεῖς ἢ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, οἱ μὴ ἐφαρμόσαντες τὸν νόμον; Ποῖοι εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν τὴν πρὸς τὸν λαὸν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν, ἐκεῖνοι ἢ ἡμεῖς;
§23ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤθελον νὰ κάμω μόνον μίαν παρατήρησιν· εἰσήλθομεν εἰς συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ ἐξουσιοδοτήσεως; Ἐὰν εἰσήλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ βεβαίως εἶνε τὸ πρῶτον θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως; Ἀλλὰ τότε ἡ συζήτησις θὰ ἀφορᾷ ἂν πρέπει δι’ ἐξουσιοδοτήσεως νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Βλέπω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς στρέφεται περὶ μίαν πρόκλησιν ἐπερωτήσεως.
§24Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διακόψω τὴν διακοπήν, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας μεθ’ ὅλης τῆς ἀγάπης, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅτι σᾶς τρέφω.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάμνετε μίαν ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως.
§26Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἴδετε ὅτι θὰ μετανοήσητε δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐὰν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἓν μέτρον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν· πρέπει δὲ πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζῃ ἐὰν τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἐπὶ πλέον ἂν εἶνε καὶ μέτρον ἐπεῖγον.
§27ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται εἶνε κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, τρόπον τινά, ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ἐπίσημον ἑρμηνείαν. Ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἐὰν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ μίαν ἑρμηνείαν πρέπει νὰ ἀκολουθηθῶσιν τὰ στάδια, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφόμενα, δηλαδὴ νὰ γίνῃ νόμος ἑρμηνευτικός.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις, εἶνε ἀκριβῶς θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐπίσημον ἑρμηνείαν ἑνὸς κειμένου Νόμου. Ὅπως δὲ πολὺ καλῶς γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ ἐπίσημος, ἡ αὐθεντικὴ, γίνεται διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ δὲ ἐξουσία δύναται νὰ προβῇ ἐπ’ αὐτῆς κατὰ τὸ στάδιον τῶν διακοπῶν. Περὶ τίνος ἔχετε ἀντίρρησιν;
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως γίνεται ἡ ἀγόρευσις εἶνε μία πρόκλησις πρὸς ἐπερώτησιν, διὰ τὴν ὑποστήριξιν παραπομπῆς εἰς ἐξουσιοδότησιν.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Μολονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ δώσῃ πολὺ σαφῆ καὶ ταχεῖαν ἀπάντησιν, σᾶς λέγω ὅτι ὡρμήθη εἰς τὴν ὁμιλίαν, ἐπειδὴ εἶδεν ὅτι ἐγένετο πολὺς λόγος διὰ τοῦ Τύπου καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, διατὶ ζητεῖται ἐπὶ τοιούτου θέματος ἐξουσιοδότησις, ἵνα ἡ Βουλή, ἐφόσον προβῇ καὶ δώσῃ τὴν ψῆφον της διὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ εἶνε ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχουν σχέσιν αὐτὰ μὲ τὸ ποῖα κόμματα εἶνε ὑπεύθυνα, διότι οἱ πρόσφυγες εἶνε ἄστεγοι ὡς καὶ διὰ τὴν ἀκαταστασίαν τῶν δρόμων κλπ.;
§32Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύει μίαν ἀμφισβήτησιν περὶ ἑνὸς θέματος καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς σεβόμενος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ προκαταβολικῶς δίδει τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐὰν θέλῃ, νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν αἴτησιν αὐτὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὔτε ἐμποδίζεται καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄλλην παοκτήρησιν θὰ εἶχον νὰ κάμω ἐγὼ καὶ τελειώνω μὲ δύο λέξεις. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς προτάσεως περὶ ἐξουσιοδοτήσεως. Ἴσως θὰ ἐπέβαλλεν ἡ τάξις ὅπως προηγηθῇ μία γενικωτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν διακοπῶν καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ κατόπιν ἕνα–ἕνα νὰ συζητήσωμεν τὰ θέματα διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῇ ἐξουσιοδότησις. Δὲν εἶνε ὅμως καμμία ἀκυρότης, οὔτε μεγάλη ἀταξία ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς συνεχίσῃ. Τὰ ἴδια πράγματα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν καὶ μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συνεχίσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔλεγον, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρῶτον θὰ ἐξετάσω τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν εἶνε βάσιμοι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν κρίσιν της, ἀξιότιμε Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ Κόμματος, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν κρίσιν της πλήρη, ἀμερόληπτον ἡ Βουλή. Λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καθ’ ὅλον τὸ πλάτος αὐτοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, οὐ μόνον τὸ νομικὸν μέρος, ἀλλὰ καὶ τὸ οὐσιαστικὸν μέρος, διὰ νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἀμερολήπτως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ μέτρου τούτου, τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶνε τεταγμένοι νὰ ἐλέγχουν καὶ νὰ δίδουν ἀπαντήσεις εἰς τὸν ἔλεγχον, νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς ὅσους ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσουν, ὡς σκανδαλώδη τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνέργειαν ἀπολύτως νόμιμον, ἀπολύτως ἐπιβεβλημένην. Θὰ ἦτο δυνατὸν, ἀξιότιμε Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, νὰ ἀναμένετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστην παρ’ ὑπευθύνων καὶ ἀνευθύνων ἐν τῷ Τύπῳ διὰ τὴν ἐνέργειάν μου ταύτην, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον εὐπρεπείας καὶ αἱ ὁποῖαι παρεβίασαν καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου «περὶ ἐξυβρίσεως καὶ συκοφαντίας», θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι δὲν θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ Βήματος, ἵνα δώσω ἀπάντησιν ἀποστομωτικὴν εἰς ἐκείνους, καὶ ὅτι θὰ ἠδυνάμην τὴν ἀπάντησιν νὰ μὴ τὴν δώσω ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, ἀλλὰ νὰ τὴν δώσω ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Εἶχον ὑποχρέωσιν ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ πράξω τοῦτο καὶ λυποῦμαι, ἀξιότιμε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, ὅτι δὲν ἠθελήσατε ἐν τῇ ἐνεργείᾳ μου ταύτῃ νὰ ἀναγνωρίσητε τοὐλάχιστον καλὴν πίστιν.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠμφισβήτησα τὴν καλήν σας πίστιν; Τί σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὴν αἴτησιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως; νομίζω δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν.
§36Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 6ῳ παραγράφῳ 1ῃ τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς. Ἐδάφιον 1ον... (ἀναγινώσκει) «Ὡς βάσις διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πληθυσμοῦ....» ἐδάφιον 2ον «Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως...» Ἐδάφιον 3ον «Ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας.....» Ἐδάφιον 4ον «Αἱ αἰτήσεις αὗται ὑποβάλλονται ...διάταγμα». Τὰ ἐδάφια 3ον καὶ 4ον τῆς παραγράφου 1ης τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Νόμου 4559 τοῦ 1930. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1928, ὅτε ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τὴν 19ην Αὐγούστου 1928 καὶ μὲ καταπληκτικὴν πλειονοψηφίαν περιεβλήθη τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐσχημάτισε νέαν Κυβέρνησιν. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος ἀναγνωρίζοντος ὡς Δήμους... (ἀναγινώσκει) ... Ἡ τελευταία ἀπογραφή, ὡς γνωρίζετε, ἐγένετο τὴν 15ην πρὸς τὴν 16ην Μαΐου τοῦ 1928, οἱ δὲ ἀπογραφικοὶ πίνακες ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1928 Διατάγματος. Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν κ. Βενιζέλον καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ τότε Βουλευτὴς Κερκύρας κ. Ζαβιτσᾶνος. Παρέρχεται ὁ Δεκέμβριος, παρέρχεται ὁ Ἰανουάριος, παρέρχεται καὶ ὁ Φεβρουάριος, καὶ θὰ ἀνέμενέ τις νὰ ἴδῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐφαρμόζουσαν τὴν ἐπιτακτικὴν τοῦ νόμου διάταξιν, διότι συμπληροῦται τὸ τρίμηνον, τὸ ὁποῖον προϋποτίθεται ἀπὸ τὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ταύτης, τὴν ἄμεσον ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν ὀνομασίαν τῶν Δήμων αὐτῶν καὶ τῶν Κοινοτήτων. Παρέρχεται τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Μαρτίου καὶ τὴν 16ην Μαρτίου τοῦ 1929 ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Βουλευτὴς τότε Κερκύρας, ὑποβάλλει ἕνα νομοσχέδιον «περὶ ἀναβολῆς...ἐκλογῶν καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς Δημοτικῆς Νομοθεσίας». Ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμελῶς, ὅπως ἔπραξα καὶ διὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομοσχεδίου. Εἰς οὐδὲν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς οὐδεμίαν γραμμὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως εὗρον λέξιν τινά, περιλαμβάνουσαν τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, δίδουσαν δηλαδὴ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀντιθέτως ἀπὸ τὴν ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπιτάσσει, ὅπως εἶπον—παράγραφος 6 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων»—τοῦ ἐπιβάλλει, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν, ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ὀνομάζονται Δῆμοι καὶ Κοινότητες, οἱ δικαιούμενοι πρὸς τοῦτο περὶ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ Συνοικισμοί. Παρέρχεται, Κύριοι, ὁ Μάρτιος ὁλόκληρος, ἀλλὰ παρέρχονται καὶ οἱ ἕτεροι μῆνες, διότι, ἀτυχῶς, ὁ χρόνος ταχέως διαρρέει, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, οὐδόλως συγκινεῖται ἐκ τοῦ ὅτι καταφώρως παραβιάζει τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου. Οὐδαμῶς συγκινεῖται ἐκ τοῦ ὅτι δέν ἐπιτελεῖ τὴν ὑποχρέωσιν, ἥν εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου! Αἱ ἐκλογαί, αἱ Δημοτικαὶ καὶ Κοινοτικαὶ τοῦ 1929 ἐπρόκειτο νὰ λάβουν χώραν τὴν 7ην Ἰουλίου τοῦ 1929, κατὰ τὴν ρητὴν τοῦ Νόμου διάταξιν, δηλαδὴ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου, ἡ ὁποία συνέπιπτε μὲ τὴν 7ην τοῦ μηνός. Τὴν 21ην Ἰουνίου τοῦ 1929, Κύριοι Βουλευταί, 15 δηλαδὴ μόλις ἡμέρας πρὸ τῶν ἐπικειμένων τότε ἐκλογῶν, δημοτικῶν κοινοτικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς τότε ἐποχῆς, συναισθάνεται ἐπὶ τέλους, μετὰ παρέλευσιν ὀκτὼ ὁλοκλήρων μηνῶν τὴν ὑποχρέωσίν του, τὴν ἐκ τοῦ Νόμου, ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως. Καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην τὸ πρῶτον περιλαμβάνει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας «Συνοικισμοὶ τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, κείμενοι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου ἑκατέρας τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς.....τοῦ Κώδικος τῆς Νομοθεσίας περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Μόλις 15 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσίν της, τὴν ἐκ τοῦ Νόμου καὶ διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἐζήτει νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις, ἡ ἐπιβάλλουσα ἐκείνην τὴν ὑποχρέωσιν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ ἀφελὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπίστευεν ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἦτο συναίσθησις τῆς παρανομίας, ἔστω καὶ ὄψιμος! Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τοῦτο, ἦτο διότι ἐπέκειντο μετὰ 15 ἡμέρας αἱ Δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ ἔπρεπε, παντὶ σθένει, νὰ παραμένουν ἡνωμένοι μὲ τοὺς Δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς οἱ Συνοικισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ νομοθετικὴν ἐπιταγὴν, ἔπρεπε νὰ χωρισθοῦν, ἔπρεπε νὰ μένουν ἡνωμένοι διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ κόμμα νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἰς βάρος αὐτῶν! Διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηνῶν καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς.
§37ΦΩΝΑΙ ΕΚ ΤΗΣ ΠΤΕΡΥΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟ-
ΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Δὲν ἔχρισε κανένα Δήμαρχον τότε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων.
§38Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μὴ νομίζετε ὅτι δὲν ἀνέμενον τὴν ἀπάντησιν ταύτην καὶ ὅτι εἶμαι τόσον ἁπλοῦς καὶ ἀδαὴς τῶν Κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, ὥστε ἀμέσως νὰ μὲ κατατροπώσητε διὰ τῆς διακοπῆς. Δὲν ἔχρισε δήμαρχον! Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, ἔχω σωρείαν, καὶ εἶνε περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἔχω σωρείαν φύλλων τῶν φιλικῶν σας ἐφημερίδων τῆς ἐποχῆς, τῆς τότε, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην δὲν εἶχε προσέλθει ἀκόμη τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τὴν 21ην Ἰουνίου 1929, εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην προῆλθε πολὺ βραδύτερον. Ἐπὶ τῇ προόψει λοιπὸν τῶν ἐπικειμένων ἐκλογῶν καὶ μόνον διὰ νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις τῶν προσφυγικῶν Συνοικισμῶν, δὲ ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς νὰ λάβουν τὴν ἰδίαν των αὐθυπαρξίαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξακολουθοῦν ν’ ἀποτελοῦν παρὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ Νόμου, παρὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ν’ ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστον μέρος τῶν Δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς. Ἀλλὰ τὶ λέγει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει τοῦ ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, ὑποβάλων τὴν τροποποίησιν ταύτην; «Κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν (ἀναγινώσκει.... Παρακαλῶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Βουλή. «Καὶ... (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν)....» Καὶ οἱ Συνοικισμοὶ αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχουν αὐτοδιοίκησιν, δὲν ἠδύναντο κατὰ νόμον, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀπολαύσουν τῶν καθιερωμένων ἀγαθῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν τῆς Δημοτικῆς καὶ Κοινοτικῆς. Διατί;
§39Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὴν ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ Νόμου τοῦ διατάσσοντος ὅπως οἱ Συνοικισμοὶ αὐτοὶ δὲν ἀπετέλεσαν ἰδίας κοινότητας ἢ δήμους;
§40Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ σπεύδετε κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν προγόνων μας σοφῶν βραδέως;
§41Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σπεύδω οὔτε βραδέως, οὔτε ταχέως. Παρακαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ἐμέ, τὸν μὴ ἄριστον νομικόν, τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου τοῦ βασικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει τὸν χωρισμὸν τῶν Συνοικισμῶν αὐτῶν εἰς ἰδίας Κοινότητας καὶ Δήμους, ἐὰν ἔχετε τὴν καλωσύνην, μοῦ τὸ λέτε, ἐὰν δὲν ἔχετε τὴν καλωσύνην μὴ μοῦ τὸ λέτε.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸν χαρακτηρισμόν σας, τὸν ὁποῖον δὲν δέχομαι, διότι ἔχω τὸ γνῶθι σαὐτόν! Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε τὶ ἐννοεῖτε μὲ αὐτό, διότι ὁμολογῶ ὅτι.....
§43Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κείμενον τῆς διατάξεως, ποὺ ἀναγνώσατε, παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπαναλάβητε.
§44Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶμαι πολὺ καλῆς πίστεως ἀγορητὴς ἐν τῇ Βουλῇ ὅταν λαμβάνω τὸν λόγον. Σᾶς προειδοποιῶ μὴ μοῦ φέρετε τὴν ἀντίρρησιν αὐτήν, ποὺ ἔχετε σκεφθῆ νὰ μοῦ φέρετε, διότι θὰ τὴν πάθετε πολὺ ἄσχημα.
§45Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δέν ἠξεύρετε ποίαν ἀντίρρησιν ἔχω νὰ σᾶς φέρω.
§46Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶχα ὑπ’ ὄψει μου ν’ ἀφήσω νὰ τὴν πάθετε, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοῦ εἶσθε ἰδιαιτέρως συμπαθὴς δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὴν πάθετε, «ἐντὸς τριῶν μηνῶν..... (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν).
§47Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Κοινότητα Καλλιθέας.
§48Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, Κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, οἱ πρόσφυγες σᾶς περιέβαλαν μὲ ἐξαιρετικὴν ἐμπιστοσύνην...
§49Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμὲ μὲ περιέβαλεν ὁ Ἀθηναϊκὸς λαός δι’ ἐμπιστοσύνης ἀδιακρίτως προελεύσεως. Αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριε Ὑπουργέ, καὶ δὲν ἐστήριξα τὴν πολιτικήν μου δύναμιν, οὔτε τὴν ἐκλογικήν μου δύναμιν εἰς τοὺς πρόσφυγας, τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ καὶ τοὺς θεωρῶ ὁμοίους μὲ τοὺς γηγενεῖς.
§50Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρῆτε νὰ ἐπανορθώσω ἐκεῖνο, ποὺ εἶπα, ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν ἐξαιρετικὴν τιμήν, ἐὰν ὑπῆρχε δι’ ἐμὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπέδωσαν εἰς ὑμᾶς, σεῖς τὴν θεωρεῖτε ὕβριν, λυποῦμαι, ἀποσύρω τὸν ἔπαινον. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι εἶνε προσβλητικὸν δι’ ὑμᾶς αὐτό, ποὺ εἶπα.
§51Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον. Ἠθέλατε νὰ μὲ πειράξετε.
§52Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπα ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος περιεβλήθητε μὲ τόσην ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν, ἰδίως δὲ ἀπὸ τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν, τὸν νέον Ἀθηναϊκὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ τοὺς λέγωμεν μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῆτε ὅτι δὲν περιλαμβάνεται μόνον εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἡ Καλλιθέα, περιλαμβάνονται καὶ οἱ Ποδαράδες.
§53Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι Συνοικίαι τῶν Ἀθηνῶν αὐταί, Κύριε Ὑπουργέ.
§54Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ τὴν ἐπάθατε. Ἐγὼ σᾶς εἶπα δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ τὴν πάθετε καὶ τὴν ἐπάθατε. Σεῖς διαψεύδετε τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, διότι αὐτὴ ἔχουσα ἀντιθέτους ἀντιλήψεις ἀπὸ αὐτάς, ποὺ λέγετε, ἔσπευσε νὰ κάμῃ τροπολογίαν τοῦ Νόμου, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ζαβιτσᾶνος, λέγει, εἰς τὴν ἔκθεσίν του «κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν τὴν 16 (ἀναγινώσκει) ... Βλέπετε λοιπόν, Κύριε Δεληγιάννη, ὅτι, μολονότι εἴμεθα ἀντίπαλοι πολιτικοί, ἐγὼ διατηρῶ καὶ κἄποιαν φιλίαν καὶ σᾶς δίδω καλὰς συμβουλάς, διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἐπωφεληθῆτε.... «Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ Κώδικος (ἀναγινώσκει) ... λόγῳ τῶν ἐπικειμένων Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἐκλογῶν». Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ πάλιν πρέπει νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ προσέξῃ. Κατηγορήθην, ὅτι ὀλίγον χρόνον πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἔσπευσα νὰ πράξω τὸ τερατούργημα τοῦτο, τὸ σκάνδαλον αὐτό. Καὶ τὶ θὰ εἴπητε διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς τότε ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος παραβαίνων τὸν Νόμον, ἐλάμβανε μέτρα μόνον 15 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ ἐγώ, ἐφαρμόζων τὸν νόμον λαμβάνω μέτρα δύο μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ κάτι ἄλλο, νὰ κρατήσητε αὐτὸ τὸ μέρος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, διότι θὰ σᾶς χρειασθῇ. «Δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου». Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, Κύριοι Βουλευταί, ψηφίζεται τὴν 5ην Ἰουλίου 1929, δηλαδὴ ὥρας 40 πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς, ὁ ὁποῖος ἔκαμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμα καὶ τὸ ὁποῖον μοῦ ἐπιτάσσει ὁ νόμος, δύο μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ αὐτοὶ εἶνε λευκαὶ περιστεραί, οἱ ὁποῖοι τὴν προπαραμονὴν τῆς ἐκλογῆς ἔσπευσαν νὰ δημοσιεύσουν αὐτὸν τὸν νόμον; ἀλλ’ ἀπορῶ μάλιστα πῶς δὲν μοῦ ἐγένετο ἡ διακοπή, νὰ μοῦ εἰποῦν, μὰ δὲν ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰς 7 Ἰουλίου 1929. Κύριοι, δὲν ἐγένοντα ἐκλογαὶ πράγματι τὴν 7ην Ἰουλίου, αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο τὴν 4ην νομίζω Αὐγούστου 1929, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα προηγουμένως, ἐδημοσιεύθη τὴν 5ην Ἰουλίου, καθ’ ἥν στιγμὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐγίνοντο αἱ ἐκλογαί. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αἱ ἐκλογαὶ ὡρίσθησαν, διὰ νόμου κυρωθέντος καὶ δημοσιευθέντος τὴν 6ην Ἰουλίου, δηλαδή, τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, ἀνεβλήθησαν αἱ ἐκλογαὶ διὰ τὴν 4ην Αὐγούστου τοῦ 1929· δηλαδὴ τὸ μέτρον ἐλήφθη 40 μόλις ὥρας, ἐπικειμένων ἐκλογῶν.
§55Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε, ἔκανεν αὐτό, διότι αὐτὸς κατ’ ἐξοχὴν ἐγνώριζεν ὅτι θ’ ἀνεβάλλοντο αἱ ἐκλογαί.
§56Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄρα 20 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Αὐγούστου, ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔκαμα αὐτὸ, ποὺ λέγει ὁ νόμος· σεῖς ἐκάματε κάτι, ποὺ δὲν λέγει ὁ νόμος καὶ ἐτροποποιήσατε διὰ νὰ καλύψητε τὴν παρανομίαν σας. Ἐγὼ αὐτὸ, ποὺ μοῦ λέγει ὁ νόμος τὸ ἔκαμα δύο μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀμέσως ἀκούονται κραυγαὶ γοεραὶ ὅτι, ἰδοὺ οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἠθικοῦ ρυθμοῦ, ἰδοὺ οἱ ἄνθρωποι τῆς τάξεως, ἰδοὺ ἡ σκανδαλώδης ἐνέργεια. Κύριοι, πρέπει νὰ εἴπω καὶ τοῦτο καὶ θὰ τὸ εἴπω, ἀδιαφορῶν καὶ περιφρονῶν ἐκείνους, ποὺ τὸ εἶπον. Ἰδοὺ ἐνέργεια τοῦ κραιπαλοῦντος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὴ εἶνε ἡ γλῶσσα τῶν ὀργάνων ὑμῶν, ὀργάνων ἐπισήμων τοῦ κόμματος ὑμῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνω τὴν βαθυτάτην μου περιφρόνησιν καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Φίλοι μου ἐν ἀγανακτήσει προσῆλθον πρὸς ἐμέ, λέγοντες, διατὶ δὲν προβαίνω εἰς ὑποβολὴν μηνύσεως καὶ ἀπήντησα ὅτι, θὰ ἤμην κατώτερος ἑαυτοῦ, θὰ ἤμην ἀνάξιος νὰ ἔχω οἱανδήποτε ὑπόληψιν πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, ἐὰν κατεδεχόμην κατὰ τοιούτων ρυπαρογραφημάτων νὰ ἀπευθυνθῶ ἔστω καὶ ζητῶν τὴν τοῦ Νόμου ἐπιβολήν. (Χειροκροτήματα). Μετὰ τὸν Νόμον αὐτόν, τὸν δημοσιευθέντα τὴν 5ην Ἰουλίου 2929, γεννᾶται ἕν ζήτημα. Μία Κοινότης ἀνεγνωρισμένη, ἡ Κοινότης Ζωγράφου, ζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια αὐτῆς ἐπὶ λειβαδίων, ἀρχομένων ἀπὸ τῆς παρυφῆς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ ἐκτεινομένων πέραν καὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν —Τμῆμα Δημοσίων Κτημάτων— ἐξεγείρεται. Τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, λόγῳ τῆς ἀναδασώσεως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἐξεγείρεται. Τέλος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξεγείρεται, διότι ἰσχυρίζεται ὅτι καταλαμβάνεται ἔκτασις, προωρισμένη διὰ πεδίον βολῆς πυροβολικοῦ. Ζητεῖται νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν διεκδικήσεων τῆς Κοινότητος Ζωγράφου καὶ τοῦ Δημοσίου. Ὁ συμβιβασμὸς ἐξακολουθεῖ, τῆς Κοινότητος ἀνθισταμένης ὅμως καὶ ἐπιμενούσης εἰς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθῇ τὸ Δημόσιον. Καὶ τότε ὑποβάλλεται τὴν 9ην Ἰουνίου 1930 εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Σιδέρη, ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνημμένῃ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει «...ἐξαίρεσιν τῶν...τοῦ νόμου». Παρακαλῶ, ἠκούσατε, σᾶς ὁμιλεῖ ὁ δεύτερος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶνε παρακώλυσις ἀπὸ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων», εἶνε παρέκκλισις, διότι δὲν δύναται νὰ γίνεται ἡ ἐνέργεια ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ὡς ὤφειλε νὰ γίνεται, ἀλλὰ ἀφήνεται εἰς τὴν διάκρισιν —πολλάκις ἐν προκειμένῳ. Θὰ εἴδατε τὴν ἀδιάκριτον διάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. «τὴν δικαιολογίαν... (ἀναγινώσκει) ... μελέτης τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ἡ μελέτη ποτὲ δὲν ἐπῆλθεν «ἐνῷ ὅμως ὁ αὐτὸς δικαιολογεῖται ... (ἀναγινώσκει) ...συζήτησις». Θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ δικαιολογία τῆς εἰσηγητικῆς ταύτης ἐκθέσεως ἀληθῶς εἶνε ἐκπληκτική. Ἂν εἶνε δυνατὸν νὰ λέγεται ὅτι ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶνε ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὅτι, Κοινότητες ἀνεξάρτητοι, Κοινότητες ἀνθοῦσαι, Κοινότητες προοδεύσασαι διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεώς των, δύνανται διὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, μίαν καλὴν πρωΐαν μὲ τὸν Δῆμον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπεσπάσθησαν ἢ μὲ ἄλλην Κοινότητα ἢ μὲ ἄλλον Δῆμον....
§57Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε, μίαν διακοπήν, ἡ ὁποία θὰ εἶνε πολύτιμος, διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ Νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπροστάτευσε κολοσσιαῖα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου; Εἶχον τότε τὴν τιμήν....
§58Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ διακόψω τὴν διακοπήν σας, διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό, ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ δικαιολογία εἶναι ἐκπληκτική. Διότι, ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργός, κ. Δεληγιάννη, τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἠναγκάσθη κατόπιν νὰ πράξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἔλεγε φανερὰ ὅτι ἐρχόμεθα νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι συμβαίνει αὐτὸ καὶ αὐτό, δὲν εἶχε κανεὶς νὰ τοῦ εἴπῃ τι. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, ποὺ κατακρίνω εἶνε ὅτι διὰ νὰ ἀποκρύψῃ τοὺς σκοπούς του, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, δὲν λέγει αὐτό, ἀλλὰ λέγει ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, πρέπει ὄχι μόνον νὰ γίνωνται Κοινότητες καὶ Δῆμοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ νὰ ξεγίνωνται. Ἔ, λοιπόν, αὐτὸ ἂν τὸ λέγετε σεῖς ὅτι εἶνε ἀρχὴ ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, λυποῦμαι, λυποῦμαι, κ. Δεληγιάννη, διότι εἶνε ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει πᾶσαν ἀρχὴν πάσης ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ Ἀποκεντρώσεως.
§59Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ θεωρῶ ἀπαραίτητον καὶ ὑμεῖς νὰ μάθετε καὶ οἱ Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπεσκόπει τὴν βελτίωσιν σπουδαιοτάτων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προϊστάμενος τῆς διοικήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων εἰσηγήθην νὰ ληφθῶσι τὰ προστατευτικὰ μέτρα τῆς τεραστίας περιουσίας τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ καρπωθῇ ἕνας Συνοικισμὸς μικρὸς 50 οἰκιστῶν, Κοινότης, ἡ ὁποία οὔτε κἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομασθῇ ὡς Κοινότης ἀξία λόγου. Καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν νόμον, ὅτι ὀρθῶς δίδεται τὸ δικαίωμα. Ἄλλωστε καὶ ὁ βασικὸς νόμος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κατάργησιν Κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι εἶνε ἀνεπαρκεῖς διὰ τὴν συντήρησίν των. Προβλέπεται δὲ καὶ σύστασις συνδέσμου Κοινοτήτων χάριν τῶν μικρῶν αὐτῶν Συνοικισμῶν. Θέλω νὰ καταλήξω, λέγων ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο ἕνα ἀπὸ τὰ καλὰ ἐκεῖνα νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐλαμβάνοντο διὰ τὴν προστασίαν καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, χωρὶς νὰ καταργηθῇ καὶ νὰ βεβηλωθῇ ὁ ὡραῖος θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως.
§60Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅτι τὴν διακοπὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐκάματε, τὴν ἐκάματε διὰ νὰ σᾶς συγχαρῶ.
§61Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπόθησα ποτὲ νὰ δέχωμαι συγχαρητήρια. Τὰ συγχαρητήρια μοῦ τὰ δίδει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξέλεξε.
§62Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Συνάδελφε, σᾶς συγχαίρω, διότι διὰ τῶν συγχαρητηρίων αὐτῶν θὰ δυνηθῶ νὰ σᾶς καταπραΰνω, διὰ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε.
§63Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε εἰρωνικὸν ὕφος, δι’ αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰ συγχαρητήριά σας.
§64Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἠγέρθησαν αὐταί αἱ διεκδικήσεις ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος Ζωγράφου. Ὁ κ. Δεληγιάννης ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ περισσότερα. Τὸν εὐχαριστῶ, διότι μὲ συνεπλήρωσεν εἰς τοῦτο. Εἶπον ὅμως ὅτι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν θέτει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν πάσης παραδεδεγμένης ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀρχῆς περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Εἰς τοῦτο οὔτε ὁ κ. Δεληγιάννης μοῦ ἀπήντησεν, οὔτε εἶνε δυνατὸν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητεῖτο εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν τὴν 13ην —ἀποφρὰς ἡμέρα — τὴν 13ην Ἰουνίου 1930. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, ὄχι πλέον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τότε, δὲν ἐνθυμοῦμαι, κάποιου κόμματος, Ἀρχηγὸς τέλος πάντων, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου», δὲν παρῆλθον δὲ καὶ πολλὰ ἔτη ἔκτοτε, παρῆλθον μόλις τρία ἔτη, ὅσοι δὲ παρευρίσκοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐνθυμοῦνται μετὰ πόσης ὁρμῆς καὶ μετὰ πόσης ἐπιθετικότητος, ὡμίλει μὲν πάντοτε ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μετὰ πόσης ὅμως ἰδιαιτέρας ὁρμῆς, ὡμίλησεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, «Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου... (ἀναγινώσκει) ... Κοινοτήτων. Ἴσως εἶνε σύμφωνον πρὸς τὴν νομοθεσίαν τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέτρεψεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ὁμιλῶν πάντοτε ὀρθῶς, εἶπεν, ἴσως εἶνε σύμφωνον μὲ τὴν δημοτικὴν νομοθεσίαν καὶ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι, οἱ εἰς τοιαύτας ἀντιφάσεις ὑποπίπτοντες, εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πράττουσι πραγματικῶς τὸ καθῆκον των καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον πράττουσι μόνον ἐκεῖνα ὅσα ὁ νόμος ἐπιτάσσει. Εἶνε ἴσον, Κύριοι, διότι τὸ πρῶτον μέρος δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπανάληψις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, εἶνε σύμφωνον πρὸς τὴν ὅλην δικονομίαν τοῦ νόμου.... (ἀναγινώσκει) ... Οὐδέποτε ἐσκέφθη κανεὶς νὰ καταργήσῃ Κοινότητας καὶ μάλιστα ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐὰν ὑπάρχουν Κοινότητες.... (ἀναγινώσκει) ....καὶ ἀναφέρω, Κύριε Δεληγιάννη, ὅσα πρὸ ὀλίγου εἴπετε. Ἐὰν ἡ κοινότης προσεχώρει εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν καὶ δὲν κατέφευγεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀτυχῶς κατέφυγε καὶ ἀπερρίφθη ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἡ Κοινότης προσεχώρει καὶ αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἠκυροῦτο ὁ νόμος καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐγίνετο ὁ νόμος, τὸ ἐπαναλαμβάνει αὐτὸ ὁ κ. Σίδερις καὶ πάλιν, ἀλλὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου... (ἀναγινώσκει) ... Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κοινότης Ζωγράφου δὲν ἔκαμνε αὐτὴν τὴν διεκδίκησιν, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἐδημοσιεύετο. Δηλαδὴ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο εἷς καὶ μόνον· ἡ κοινότης Ζωγράφου νὰ ἐπανέλθῃ βίᾳ εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Ἀρχηγὸς καὶ λίαν συμπαθὴς πρὸς ἐμὲ παλαιὸς φίλος, τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος, πολὺ καλά. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ νόμος; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ὁ νόμος, ὁ ἀφορῶν τὴν Κοινότητα Ζωγράφου, εἶνε ὁ νόμος 4852 τοῦ 1930. Ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθην διὰ νὰ ἐκδώσω τὸ Διάταγμα εἶνε ὁ νόμος 4227 τοῦ 1929. Δὲν πρόκειται συνεπῶς νὰ κάμω ἑρμηνείαν καὶ νὰ σᾶς εἴπω· ναί, ἠμπορεῖ τὸ γράμμα τοῦ νόμου νὰ εἶνε τοῦτο, ἀλλὰ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἦτο ἄλλη καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο ἄλλος. Εἶνε προφανὲς τοῦτο, ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως. Διότι δὲν εἶνε μόνον ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ὁμιλήσαντες καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἡ νεωτέρα νομικὴ ἐπιστήμη παραδέχεται ὅτι ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία εἶναι πλέον πεπαλαιωμένη καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον καὶ ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος εἰδωλολατρίας, ἕνα εἶδος σχολαστικότητος ἀσυγγνώστου πλέον καὶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται σήμερον εἶνε ἡ ἀνεύρεσις πάντοτε τῆς λογικῆς ἑρμηνείας τοῦ νοῦ τοῦ νομοθέτου, ἐν τούτοις δὲν ἐχρησιμοποίησα τὰς νέας αὐτὰς ἐπιστημονικὰς ἀρχὰς καὶ ἐστηρίχθην ἐπὶ ἄλλου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ μοὶ προβληθῇ οὐδεμία ἀντίρρησις. Εἶνε ὅμως ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, τὶ λέγει ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν φυλλαδίῳ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπέστειλε κατὰ σύμπτωσιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρὶν συμβῇ αὐτό, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα τότε ὡς ἀρκετὰ ἐνδιαφέρον. Λέγει λοιπὸν, τὰ ἑξῆς: «Ἐκ τῶν εἰρημένων...». Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἀναμφισβητήτως γίνεται δεκτὸν ὑπὸ τῆς νεωτέρας ἐπιστήμης τοῦ Δικαίου καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ χρησιμοποιήσω αὐτό, ἔχων συνεπίκουρον καὶ συνήγορόν μου ἐν τῇ ἐνεργείᾳ μου αὐτή, τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἠθέλησα νὰ πράξω τοῦτο. Μελετήσας τὸν νόμον ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω ὅ,τι ἔκαμα. Ποῖον εἶνε, Κύριοι Βουλευταί, τὸ γράμμα τοῦ νόμου; ὁ νόμος 4852, ὁ ἀφορῶν τὴν Κοινότητα Ζωγράφου, ὁ νόμος αὐτὸς τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, ὅταν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἀνθίστατο ἐρρωμένως κατὰ τῆς ψηφίσεώς του ἔλεγεν ὅτι εἶνε πρωτοφανὲς πρᾶγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Σπυρίδης, — διότι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος εἶπε· καλὰ τέλος πάντων, αὐτὸ εἶνε προσωρινόν, θὰ γίνῃ μόνον διὰ τὴν Κοινότητα Ζωγράφου, τέλος πάντων ἀφήσατέ το, δὲν ἔχει σημασίαν, καὶ ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἀπήντησεν· σᾶς πιστεύω, τὴν ὑπόσχεσίν σας τὴν πιστεύω, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι παρέρχονται καὶ δὲν ξέρω τὶ θὰ γίνῃ ἅμα ἔλθῃ ἄλλος Ὑπουργὸς· καλλίτερα εἶναι νὰ μπῇ ἡ διάταξις— ὁ κ. Σπυρίδης εἶπεν· ἂς βάλωμε δύο μῆνας «Σπυρίδης. Μποροῦμε νὰ βάλωμε... (ἀναγινώσκει)». Μετὰ ταῦτα, διότι πολλάκις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, δυστυχῶς, παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν λεχθέντων καὶ τῶν ψηφισθέντων νὰ ὑπάρχῃ τραγικὸν διαζύγιον, τῶν φερομένων, ὡς λεχθέντων, καὶ τῶν φερομένων, ὡς ψηφισθέντων, δημοσιεύεται ὁ νόμος 4852, ὁ ὁποῖος λέγει «τὰ ἐδάφια 1 καὶ 2.... (ἀναγινώσκει)». Ἐδῶ λέγει ἰσχύει ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως.
§65Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Θὰ εἶνε τυπογραφικὸν λάθος. Θὰ ἐννοῇ, ἐὰν δημοσιευθῇ.
§66Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν τὸ μεταχειρίζομαι ὡς ἐπιχείρημα. Αὐτὸ τὸ λέγω ὡς ἐν παρόδῳ. Ὁ νόμος αὐτὸς, λοιπόν, εἶχεν ἕνα μόνον σκοπόν, τὸν κύριον σκοπόν, τὴν Κοινότητα Ζωγράφου νὰ τὴν ξανακάνῃ τμῆμα τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Παραδόξως περιέλαβεν ὁλόκληρον τὴν διάταξιν τῶν ἐδαφίων 1 καὶ 2 τοῦ προηγουμένου νόμου.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ τὴν περιέλαβε;
§68Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὴν περιέλαβε, διότι δὲν ξέρω διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠθέλησε νὰ εἰπῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα γίνεται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν Κοινότητα Ζωγράφου καὶ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι γίνεται, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, καὶ διὰ νὰ συγκαλύψῃ τὰ πράγματα, τὰ ἔχωσε ὅλα ἐκεῖ μέσα, ἀντὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον τάδε ἐδάφιον τάδε, ἔχον οὕτω. Ἀλλὰ τὶ λέγει, Κύριοι, αὐτὸς ὁ νόμος; Ὁ νόμος αὐτὸς λέγει· «Τὰ ἐδάφια 1 καὶ 2 .... (ἀναγινώσκει) ....». Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου εἶνε ἕν τρίμηνον. Τὶ θὰ πῇ αὐτό; Ὅτι ὁ νόμος, ὁ ἀντικαθιστῶν ἕτερον νόμον, ὁρίζει ἰσχὺν ἀντικαταστάσεως τρίμηνον. Μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τοῦ θανάτου τοῦ νόμου, τοῦ φυσιολογικοῦ θανάτου τοῦ νόμου, τοῦ νόμου τοῦ ἀντικαθιστῶντος, τοῦ νόμου τοῦ ἔχοντος χρονικὰ ὅρια, ποῖος νόμος ἀναβιοῖ;
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀναβιοῖ.
§70Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Αὐτὸ εἶνε τὸ ζήτημα.
§71Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ σᾶς, ἐφόσον εἶσθε κατάλληλος, διότι εἶδα ὅτι ἐσπεύσατε καὶ ἐδημοσιογραφήσατε διὰ νὰ μὲ ἐπικρίνετε.
§72Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἀπέθανεν ὁ πρῶτος νόμος.
§73Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐγώ, μολονότι εἶσθε Ἀρχηγὸς κόμματος, δὲν εἶχον καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ θεωρήσω τὴν γνώμην σας σπουδαιοτέραν ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῶν Γαλλικῶν Δικαστηρίων, οὔτε ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν συγγραφέων παγκοσμίου φήμης, τῶν συγγραφέων ὡς π.χ. ὁ Ντέρμπουρ, ὡς ὁ Γ. Ἀγγελόπουλος. Τὶ λέγει κ. Μυλωνᾶ, ὁ Ντέρμπουρ; Ὁ Ντέρμπουρ εἰς τὰς Γενικὰς Ἀρχάς, ἐν παραγράφῳ 30ῃ, σημειώσει 6ῃ, λέγει ἀναλύων εἰδικῶς, ad hoc, τὸ προκείμενον ζήτημα, λέγει τὰ ἑξῆς: «ἐὰν νόμος τις.... (ἀναγινώσκει)».
§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶνε ἀναμφισβήτητον.
§75Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Μυλωνᾶ, σέβομαι τὴν νομικὴν ὑμῶν κατάρτισιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ἔχω μεγαλειτέραν ὑπόληψιν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ντέρμπουρ παρὰ πρὸς τὴν ὑμετέραν. Ἐν ἀμέσῳ συνεχείᾳ ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς Ντέρμπουρ, ὁ ὁποῖος διέπραξε καὶ αὐτὸς τὸ σκάνδαλον νὰ μοῦ δώσῃ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰς ἰδικάς σας γνώμας, ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς λέγει —ἀκόμη χειρότερα κ. Μυλωνᾶ— «Τότε μόνον ὁ προϊσχύσας νόμος.... (ἀναγινώσκει)». Ἔ, Κύριοι, ἂν εἶνε σκάνδαλον τὸ νὰ μελετᾷ εἰς Ὑπουργὸς τὸ ζήτημα τόσον, ὥστε νὰ φέρῃ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπικρίνουν διὰ τὴν ἐνέργειάν του συμφώνους γνώμας μεγάλων συγγραφέων, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς νὰ κατηγορηθῇ διὰ τὸ σκάνδαλον νὰ ἐπικαλῆται ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ σωρείαν ἀποφάσεων τοιούτων. Σᾶς παραπέμπομεν εἰς τὸν Νταλὸζ, 643, εἰς τὸν Λουῒ ντὲ Κραί, ὁ ὁποῖος λέγει ἐπίσης «Γίνεται δεκτὸν ὅτι ἡ κατάργησις... (ἀναγινώσκει)». Ὁ κ. Γεώργιος Ἀγγελόπουλος εἰς τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον λέγει: «ὅταν ὁ νόμος εἶνε πρόσκαιρος... (ἀναγινώσκει)». Κύριε Μυλωνᾶ, ὅταν ἕνας νόμος ἀκυροῦται, τὶ ἐπέρχεται; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχομε καὶ τὴν νομολογίαν τοῦ ἰδικοῦ μας Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος προκειμένου περὶ ἐξωγάμων τέκνων εἶπεν ὅτι, ὅταν ἐγένετο ἕνα διάταγμα καὶ τὸ ὁποῖον κατόπιν δὲν ἐκυρώθη ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τῶν καθωρισμένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, εἶπεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅτι ἐδημιούργησε δίκαιον, δι’ ὃν χρόνον ἴσχυσε, διὰ τοῦ διατάγματος τούτου ἀκυρωθέντος ἐπανῆλθεν ὁ νόμος ὅν κατήργησε. Ποῦ εἶνε, Κύριοι, τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον διέπραξα, καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι σκάνδαλα εἶνε αὐτά, τὰ ὁποῖα κάμετε σεῖς; Σκανδαλώδεις εἶναι αἱ πράξεις σας, αἱ μάλιστα ὑπερβᾶσαι πᾶν ἐπιτετραμμένον ὅριον, ὅταν γίνωνται περὶ μιᾶς ἀπολύτως νομίμου, ἀπολύτως κανονικῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὸ εἶνε σκάνδαλον! Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τοιαῦτα ἔχων ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας μου ἐπιχειρήματα δὲν ἐδειλίασα βέβαια ὅταν ἀνέγνωσα τὰ τῆς παιδαριώδους προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Δὲν ἐδειλίασα καὶ ἡ ἐνέργειά μου τοῦ νὰ περιληφθῇ σήμερον ἐν τῇ ἐξουσιοδοτήσει ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ Νόμου, ἡ ἐνέργειά μου ὀφείλεται εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπα ἀρχικῶς, ὅτι ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της καὶ ὄχι νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ προσεβάλετο καὶ τοῦ ὁποίου τὸ γόητρον θὰ ἐθίγετο ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ δημιουργήσουν σκάνδαλα, ἐκεῖ ὅπου σκάνδαλα ὑπάρχουσι μόνον διὰ τοὺς δημιουργοὺς αὐτῶν. Λυποῦμαι ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἠναγκάσθην ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶνε δικαία ἡ κρίσις ὑμῶν, διὰ νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων μὲ τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην ὅτι πράττετε τὸ νομικῶς ὀρθόν, ἔπρεπε νὰ κάμω τοῦτο. Ἤδη θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι καὶ οὐσιαστικῶς εἶνε ὀρθόν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπα. Ἀναγνώσατε τὴν «Πατρίδα», ἀναγνώσατε τὴν «Ἀκρόπολιν», λαμβάνω ὡς ἐφημερίδας ταύτας, διότι δὲν εἶνε ἐφημερίδες τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι δύνανται νὰ ληφθοῦν ὡς συμφωνοῦσαι μὲ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Μάλιστα ἡ «Πατρὶς» εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπετέθη λαύρως κατὰ τῆς ἐνεργείας. Βλέπετε ὅμως τοῦτο ὅτι, ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην σελίδα, χαρακτηρίζουν ὡς σκανδαλώδη τὴν ἐνέργειάν μου εἰς τὴν ὄπισθεν σελίδα δημοσιεύεται μία ἀνταπόκρισις, τὴν ὁποίαν κάμει αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς εἰς τοὺς προσφυγικοὺς Συνοικισμοὺς καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐγκαταλείψεως αὐτῶν ἀπὸ τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Τὶ θὰ στερηθοῦν, Κύριοι, οἱ Συνοικισμοὶ ἀποσπώμενοι ἀπὸ τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἀποκτῶντες αὐτοτέλειαν, αὐτοδιοίκησιν. Αὐτοὶ οἱ Συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ αἰῶνας ἀπετέλουν Κοινότητας ἀνθούσας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσωπικὸν ἀνθρώπων πλούσιον, διὰ νὰ εὕρουν ἀνθρώπους ἐκλεκτοὺς διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι θὰ προικοδοτηθῶσι πλουσιώτατα ἐκ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους θὰ εἰσπράττωσι, τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων, τοῦ φόρου τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τοῦ φόρου τῶν ἐγχωρίων προϊόντων. Τίνα ζημίαν πρόκειται νὰ πάθωσιν; Ἐὰν, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διδάσκετε αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχετε εἰς τὸ μέλλον ἀναπαυμένην τὴν συνείδησίν σας, ὅτι ἐπράξατε τὸ καθῆκόν σας, ἀρχίσατε ἀπὸ αὔριον νὰ περιοδεύητε εἰς τοὺς Συνοικισμοὺς αὐτοὺς καὶ διδάξατέ τους, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἀπελευθερώσεώς των ἐκ τῆς δουλείας τῶν Δήμων. Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν εἰς τὸ μέτρον μου αὐτό, ἀντετάχθησαν δι’ αὐτό, διότι ἐφοβήθησαν, ὅτι θ’ ἀποδείξῃ τὸ μέτρον ταχύτατα εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία λαμβάνεται διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ὑπὲρ αὐτῶν εἶναι καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἀπορρίψεως αὐτοῦ πολλὰ τὰ δεινὰ θὰ προέλθωσι, πολλὰ δὲ τὰ ὀφέλη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Κατηγορήθην, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἔλαβον, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἡ κατηγορία ἀπηυθύνθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ ἔλαβον ἐξ ὑπολογισμοῦ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ἔλαβον καὶ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ ἐξ ὑπολογισμοῦ, (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος), ἐξ ὑπολογισμοῦ πολιτικοῦ. Τίνος; Ἐκ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας ν’ ἀποδείξω εἰς αὐτούς, ὅτι ἐσυκοφαντήθη ἀπὸ ὑμᾶς ἡ παράταξίς μας καὶ ἐξ εὐγενοῦς φιλοδοξίας νὰ πράξω τι ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τὶ θὰ πάθουν οἱ Δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐκ τῆς ἀποσπάσεως αὐτῆς; Τὶ πρόκειται νὰ πάθουν; Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὑπερηφανεύεται ὅτι εἰσήγαγε τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης; Ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὅτι μέχρι τοῦ 1926 ἐστάθη ἀδύνατον Κοινότητες νὰ ἀποσπασθοῦν ἐκ τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ νὰ αὐτοδιοικηθοῦν. Μόνον κατὰ τὸ 1925 ἀποσπῶνται Κοινότητες ἐκ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ ἐκ τοῦ Δήμου Πειραιῶς καὶ σχηματίζονται: «4 Κοινότης Μοσχάτου.... (ἀναγινώσκει)». 19 λοιπὸν ἀπεσπάσθησαν ἐκ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Ποῖα εἶνε τώρα τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἀποσπάσεως τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν; Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1926–27 ἐπραγματοποίησεν ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ἔσοδα 79.022.935, καὶ ἀφοῦ ἀπεσπάσθησαν αἱ 19 αὐταὶ Κοινότητες ἀπὸ αὐτὸν ἐπραγματοποίησεν οὗτος κατὰ τὸ 1931–32 ἔσοδα 146.554.113 ἤτοι ἔχει αὔξησιν ἐσόδων 85%.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λόγῳ τῆς ἀποσπάσεως ἔγινεν ἡ αὔξησις αὐτή;
§77Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωερικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό. Λέγω ὅτι ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ δὲν ἔγινε καμμία καταστροφὴ διὰ τὸν Δῆμον Ἀθηναίων ἢ τὸν Δῆμον Πειραιῶς. Σύνολον ἐσόδων τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν τῶν 19, κατὰ τὸ ἔτος 1926–1927, τό ἔτος, ποὺ ἀπεσπάσθησαν, 5.813.536 1931–32, μετὰ μίαν πενταετίαν 17.231.865, αὔξησις κατὰ 146%. Αὐτὰ θὰ πάθουν οἱ Συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μὲ τὴν ἐνέργειάν μου Δῆμοι καὶ Κοινότητες. Αὐτὰ θὰ πάθουν. Ἐντὸς μιᾶς πενταετίας θὰ εἶνε Συνοικισμοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται πραγματικῶς, νὰ φροντίζουν διὰ τὰς ἰδίας των ἀνάγκας, οἱ ὁποῖοι θὰ αὐτοδιοικῶνται, οἱ ὁποῖοι θὰ διευκολύνουν τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ καταστοῦν Κοινότητες καὶ Δῆμοι ἀνθρωπινοὶ καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωνται εἰς οἵαν οἰκτρὰν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν.
§78Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν παρέκβασιν;
§79Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πολὺ εὐχαρίστως.
§80Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Εἶμαι ὁ δράστης εἰς τὰ 1924 μιᾶς τροπολογίας, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν ἀπόσπασιν αὐτήν.
§81Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς συγχαίρω.
§82Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀλλὰ μέ μίαν σοβαρὰν διαφοράν. Ἔτσι καὶ ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ προάστεια, δὲν ἐπρόκειτο κἄν περὶ συνοικισμῶν συνεχομένων, καὶ τὰ Φάληρα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ αὐτοδιοικηθοῦν. Ἀλλά, καίτοι δὲν εἶχε κἄν ψηφισθῇ ἀκόμη τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει, καθὼς γνωρίζετε, δι’ ὡρισμένων ἄρθρων τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, σεβόμενος τότε τὰς ἀρχὰς τοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, εἶπον εἰς τὴν τροπολογίαν ὅτι θὰ ἠρωτῶντο οἱ ἀποσπώμενοι. Καὶ ἀντιστρόφως ἡ ὑπηρεσία διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς δυσκολίας τοῦ δημοψηφίσματος, ἐδέχθη ἀντιρρήσεις τυχὸν τῶν μὴ δεχομένων τὴν ἀπόσπασιν. Ἐνῷ ὑμεῖς τί πράττετε; Καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ σημερινόν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ ἐρώτημα πρὸ τοὺς διαχωριζομένους Συνοικισμούς, καὶ τὰς μονάδας τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως, διὰ μιᾶς πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ μάλιστα τῆς διοικήσεως, θελήσατε ν’ ἀποσπάσητε ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς, χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε αὐτούς. Αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη διαφορά.
§83Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι ὅτι ἔσπευσα νὰ σᾶς συγχαρῶ, διότι δέχομαι συζήτησιν ἐφόσον ὑπάρχει ἐν τῇ συζητήσει πίστις ἀγαθή. Δὲν δέχομαι συζήτησιν, ἐφόσον τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως τὰ ὑπερβαίνετε. Δὲν δέχομαι διακοπάς, ἐφόσον, ὁ διακόπτων ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως, εἰσερχόμενος εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ἔλλειψιν ἀγαθῆς πίστεως.
§84Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὄχι δὰ.
§85Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ἐγώ, Κύριε Βουλευτά, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε τοὺς Νόμους 4227 καὶ 4852. Τοὺς νόμους αὐτοὺς ἐψήφισε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπορρέετε, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πηγάζετε καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον πάντοτε θὰ ἐκβάλλετε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κατηγορήσατε λοιπὸν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶνε σήμερον ἡγέται ὑμῶν καὶ μὴ ἀπευθύνετε τοιαύτην κατηγορίαν ἂν θέλετε νὰ εἶσθε πράγματι πίστεως ἀγαθῆς.
§86Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Διατὶ μεταχειρίζεσθε μίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν;
§87Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουρ. Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, ἀλλὰ παραμένει πάντοτε ἀλήθεια. Ἄλλωστε σᾶς ἀπαγορεύω διακοπάς, διότι, ἐφόσον διακόπτων λέγετε τοιαῦτα, δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ παραβαίνετε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ μὲ διακόπτετε. Ἐπιτρέπω ὅταν οἱ διακόπτοντες λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τὶ πρέπει νὰ λέγουν.
§88Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἴσως ἡ πικρία θὰ ἦτο εἰς ὑμᾶς. Αἰσθάνεσθε τὴν πικρίαν δι’ αὐτὸ ἐθυμώσατε.
§89Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, λυποῦμαι, διότι ἐθύμωσα· τοιαῦτα μόνον ἔπρεπε νὰ ἀναμένω παρ’ ὑμῶν. Κατηγορήθην, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι κάμνω πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον ἄδικος εἶνε ἡ κατηγορία, θὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Συζητεῖτε ὅτι ἰσχύει κακῶς, κάκιστα, ἐντελῶς ἀβασίμως, ἐντελῶς ἀπαραδέκτως, συζητεῖτε τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου 4227 ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθην καὶ λέγετε ὅτι, ὅταν ἠρώτησα ποῖος νόμος ἰσχύει μοῦ εἶπον ὁ πρὸ τοῦ 4227 δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 6 § 8 τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Τὶ λέγει αὐτὴ ἡ παράγραφος; Ὄτι ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ Δήμους τὰς δικαιουμένας εἰς τοῦτο πόλεις, δηλ. τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν πέραν τῶν 10.000 κατοίκων. Ὥστε δύναμαι νὰ κάμω πόλεις τῶν Συνοικισμῶν Νέας Ἰωνίας, τὴν Καισαριανήν, τὰς ὁποίας ἐξηγείρατε, λέγοντες ὅτι τοὺς κάνωμε κἄτι τι παράνομον. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον δύναμαι εἰς τὸν Πειραιᾶ νὰ κάμω Δῆμον τὴν Ν. Κοκκινιάν, τὴν ἔχουσαν 33.000 κατοίκους μὲ τὴν ἀπογραφὴν τὴν πρὸ ἑξαετίας. Ἠδυνάμην νὰ κάμω τὴν Δραπετσώνα, ἠδυνάμην νὰ κάμω τὴν Νέαν Κοκκινιάν, ἠδυνάμην νὰ κάμω τὰ Ταμπούρια. Διατὶ δὲν ἔκαμον ταύτας; Δὲν ἔκαμον ταύτας, διότι ἐθεώρουν ὅτι τότε ἦτο ἀσύμφορον εἰς τὸν Πειραιᾶ. Καὶ ἂν θὰ ἠδυνάμην εἰς τὸν Πειραιᾶ κυρίως, ἂν ἦτο αὐτὸ ἀληθές ὡς μὲ κατηγορήσατε, θὰ ἠδυνάμην ἐκ τοῦ Πειραιῶς ν’ ἀποσπάσω καὶ νὰ δημιουργήσω, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπικαλεῖσθε Συνοικισμοὺς κατοίκων περίπου 70.000. Δὲν τὸ ἔκαμον διὰ νὰ μὴ ζημιώσω τὸν Δῆμον Πειραιῶς. Καὶ γνωρίζετε, διότι ἴσως καὶ πρὸς ὑμᾶς θὰ ἀπηυθύνθησαν, ὅτι οἱ τῆς Δραπετσῶνος π.χ. ἐιεμαρτυρήθησαν ἐντόνως ἀφοῦ δικαίως ἐζήτησαν νὰ γίνῃ Δῆμος, διότι δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα. Ποῖον λόγον εἶχον πράξας τοῦτο. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ὁ λόγος ἦτο ὅτι ἐθεώρουν ὅτι ἦτο δύσκολον νὰ γίνῃ ἕνας καθορισμὸς τῶν ὁρίων τούτων σήμερον, ὥστε νὰ μὴ παραβλαφθῇ ὁ Δῆμος Πειραιῶς καὶ ἐνῷ εἶχον τὴν ἐξέγερσιν ὅλων σχεδὸν τῶν κατοίκων, τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων, δὲν τὸ ἔκαμον. Ποῦ ἦτο ὁ ὑπολογισμὸς ὁ πολιτικός; Κύριοι, ἐπαρκῶς πλέον ἐκούρασα τὴν Βουλήν, ζητῶ συγγνώμην παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ἦτο ὑποχρέωσις νὰ κάμω αὐτό, ποὺ ἔκαμα, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ δίκαιον καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρῆται ὅτι εἶνε δυνατὸν ἀτιμωρητεὶ νὰ προβαίνουν εἰς σκανδαλοποίησιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται, αὐτοὶ πρὸ παντός, νὰ χαρακτηρίζουν οὐδὲν πρᾶγμα ὡς σκάνδαλον. (Χειροκροτήματα).
§90Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐκδώσητε πρὸ τῶν ἐκλογῶν τὰ διατάγματα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῶν Δήμων;
§91Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως πρὸ τῶν ἐκλογῶν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος ἔκαμε μίαν ὀρθὴν παρατήρησιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ τάξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔπρεπε νὰ εἶνε ἄλλη, νὰ ὁμιλήσουν δηλαδὴ κατὰ πρῶτον ὅσοι διαφωνοῦν ἢ ἔχουν νὰ ὑποβάλουν παρατηρήσεις μὲ τὴν πρότασιν περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἴσως διὰ τὸ μέγεθος ἀκόμη τῆς ζητουμένης ἐξουσιοδοτήσεως, κατόπιν δὲ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ γίνῃ ἐξουσιοδότησις. Δυστυχῶς, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπέδειξεν ἐξαιρετικὴν σπουδήν, ἀνέτρεψε τὴν τάξιν καὶ ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσον τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν τρόπον τινὰ αὐθαιρεσίαν, τὴν ὁποίαν διέπραξε. Λέγω αὐθαιρεσίαν, διότι πρώτην φορὰν ὑπεστηρίχθη πρότασις ἑνὸς θέματος, ἡ ὁποία περιέχει πρότασιν εἰς ἐπερώτησιν, ἀπάντησις εἰς δημοσιογραφικὰς ἐπιθέσεις, ἐξήτασε τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ συστάσεως παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη, διετυπώσαμε τὰς ριζικὰς ἀντιρρήσεις, ποὺ ἔχομεν κατὰ τῆς διακοπῆς ἐπὶ δίμηνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐτονίσαμεν ὅτι, κανὲν ἀπὸ τὰ προβληθέντα ἐπιχειρήματα, δὲν δικαιολογεῖ τὸ κλείσιμον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα, ἀφοῦ ὑπάρχει προπαρασκευασμένη νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ὑπάρχουν θέματα ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθημεν καὶ βλέπομεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένουν, παρὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα, εἰς τὸ νὰ διακόψουν τὰ Νομοθετικὰ Σώματα ἐπὶ δίμηνον τὰς ἐργασίας των. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅ, τι ἤδη εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω δύο ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα χρήζουν ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δύο ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν ἑτοιμάζονται νὰ ἀναχωρήσουν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὴν παγκόσμιον Οἰκονομικὴν Συνδιάσκεψιν, εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν ἐκείνην θὰ συζητηθοῦν φυσικὰ αἱ οἰκονομικαὶ καὶ δημοσιονομικαὶ σχέσεις τῶν Κρατῶν καὶ θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει αἱ ἀπόψεις καὶ τὰ δίκαια ἑκάστου Κράτους. Θὰ ἦτο ὀρθόν, θὰ ἦτο ὠφέλιμον, ἐὰν αἱ ἀπόψεις, αἱ Ἑλληνικαί, αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐγένοντο ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν γνωρίζομεν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ποῖαι εἶνε αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ποία ἡ κατεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ κατὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων εἰς τὴν παγκόσμιον Διάσκεψιν. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς εἶνε ἕν μικρὸν Κράτος καὶ αἱ ἰδικαί της γνῶμαι δὲν θὰ δώσουν τὴν λύσιν, δὲν θὰ ἐπηρεάσουν τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς παγκοσμίου Διασκέψεως, ὅπως θὰ ἐπηρεάσουν αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἐκπροσώπων τῶν Μεγάλων δυνάμεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν, τὶ θὰ ὑποστηριχθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἐπισήμου Ἑλλάδος εἰς τὴν παγκόσμιον Διάσκεψιν, ἡ ὁποία εἶνε παγκόσμιον συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον πάντως θὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἀντιλήψεις ὅλων τῶν Κρατῶν. Εἰς τὰ ἄλλα κράτη προεκλήθη δημοσία συζήτησις περὶ τῶν ἀντιλήψεων τῶν Κυβερνήσεων ἐν σχέσει πρὸς τὴν παγκόσμιον Διάσκεψιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν ὠφέλιμον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ κατὰ μείζονα λόγον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν κυρίων θεμάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀπασχοληθῇ ἡ παγκόσμιος Διάσκεψις. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ὑποτίμησιν τῆς Βουλῆς καὶ γίνεται ἐπὶ βλάβῃ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἕν ἄλλο ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν, εἶνε καὶ τοῦτο. Διεξάγονται διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων· ἔμαθα δὲ ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν ἕν σχέδιον προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των οἱ ξένοι ἐμπειρογνώμονες τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων Οἰκονομικῶν. Τὸ περίεργον εἶνε ὅτι αὐτὸς ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη, καθὼς ἔμαθα, εἰς τοὺς ξένους ἐμπειρογνώμονας, δὲν ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα ζητεῖται ὅπως δι’ ἐξουσιοδοτήσεως ἐγκριθῇ ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐπὶ δίμηνον ἢ τρίμηνον. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶνε ὅτι καὶ τοῦτο γίνεται ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ σημαίνει ὑποτίμησιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας πραγμάτων ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἀμέσως τώρα ἀπόφασις, ἡ προεισαγωγικὴ ἐξέτασις τῶν δημοσιονομικῶν μας πραγμάτων ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐνίσχυε καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τοὺς ξένους θὰ διεφώτιζε περὶ τῆς πραγματικῆς μας καταστάσεως. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ ἐνῷ τόσην ἐπικουρίαν θὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ἔργου τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, σπεύδει νὰ κλείσῃ τὰς πύλας τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις καθόλου νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς σκέψεις της, τόσον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ μας δημοσίου χρέους. Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διαφωτισθῇ ἡ δημοσία γνώμη, καὶ γενικώτερα, ὡς καὶ οἱ ἐμπειρογνώμονες. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τονίζω ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι αὐτῆς τῆς τακτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κλείσῃ τὰς πύλας τῆς Βουλῆς, νὰ κλείσῃ τὸ στόμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἔχῃ ἀρωγὸν εἰς τὸ ἔργον της τὸ δημοσιονομικὸν καὶ τὴν Ἐθν. ἀντιπροσωπείαν. Ἐκτὸς τούτου ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως λύσῃ τόσα θέματα καὶ αὐτὴ εἶνε ἀξία αὐστηρᾶς ἐπικρίσεως. Καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ τοῦ λεξικοῦ, αὐτοῦ τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐπιπολαία ἀνάγνωσις, προκαλεῖ ἐξέγερσιν. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἐντὸς διμήνου ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα, ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ καταστοῦν νόμοι τοῦ Κράτους, πῶς εἶνε δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τὰ διεκπεραιώσῃ, καθ’ ἥν στιγμὴν μάλιστα δύο ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, διαχειριζόμενοι σπουδαῖα Ὑπουργεῖα καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπουσιάζουν; Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον ἔπρεπε, συνεπὴς ἄλλωστε πρὸς ὅσα ἐπηγγέλετο ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ περιορίσῃ εἰς λογικὸν ὅριον αὐτὴν τὴν τάσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ μὴ παρουσιάσῃ αὐτὸ τὸ σινδόνιον τῶν θεμάτων πρὸς ἐξουσιοδότησιν. Αὐτὰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, πολιτικήν, τῆς ὁποίας εἴμεθα ἀντίθετοι. Καὶ τώρα θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει μὲ τὸ πρῶτον θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Θὰ παρεκάλουν δὲ κατόπιν, ἀφοῦ διεκπεραιωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος, ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διευκολυνθοῦν τὰ πράγματα, νὰ ἐγκρίνωμεν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ νὰ ἀφήσωμεν τελευταῖα ἐκεῖνα τὰ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἐξαιρετικήν, ὁμολογουμένως, ἀπόψε δριμύτητα ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν αὐτὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δικαιολογήσας τὴν δριμύτητα αὐτοῦ καὶ τὴν μακρηγορίαν καὶ τὴν ρητορικότητα ἐκ τῶν ἐπιθέσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἀπὸ ὡρισμένα δημοσιογραφικὰ ὄργανα. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, εἶνε παλαίμαχος, ἀλλὰ εἶναι εἷς παλαιστὴς πολιτικός, ὁ ὁποῖος δὲν συγκινεῖται τόσον εὔκολα ἀπὸ δημοσιογραφικὰς ἐπιθέσεις. Δὲν θὰ ἐπαινέσω βέβαια τὰς ἐκτρόπους ἐπιθέσεις τὰς δημοσιογραφικάς, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐστωερικῶν, ἠθέλησε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν ἐκτροπῶν τοῦ Τύπου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶνε τόσον δίκαιος, ὥστε νὰ καταδικάσῃ πᾶσαν ἐκτροπὴν τοῦ Τύπου, εἴτε προέρχεται ἀπὸ ἀντιθέτους ἐφημερίδας, εἴτε ἀπὸ φιλικὰς τοιαύτας καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ ἀπὸ τοῦ νὰ στιγματίσῃ καὶ ἐκείνας τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐκτρέπονται εἰς ὕβρεις κατὰ τῶν ἀντιπάλων πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ φθάνουν μέχρι τοιούτου σημείου, ὡς ἐτόνισα εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, νὰ ὠθοῦν εἰς δολοφονικὰς ἐνεργείας.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίας;
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνέφερα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀρθρίδιον ἐφημερίδος, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐπανελάμβανε δηλαδὴ μὲ ἄλλας φράσεις τὴν παλαιὰν ἐκείνην φράσιν του «Δυστυχῶς ἀκόμη ζῇ».
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλησμονήσατε ἴσως ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως ἄλλοτε, ὅταν ἐγίνοντο αἱ ἐπιθέσεις αὐταί, τὰς εἶχε καυτηριάσει, ἐγὼ δὲ ὁ ἴδιος, ὅταν αἱ ἐπιθέσεις ἐξήρχοντο τῶν ἐπιτετραμμένων πολιτικῶν ὁρίων, πάντοτε ἐξέφρασα τὸν ἀποτροπιασμόν μου. Ὅταν ἐγίνετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ περὶ τύπου ὡμίλησα καυτηριάσας τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑπερβῆ τὰ ἐπιτετραμμένα ὅρια, ἔλεγον μάλιστα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προκειμένου περὶ ἐμοῦ σήμερον, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἀντιτάσσῃ εἰς τοιαῦτα ρυπαρογραφήματα τὴν περιφρόνησιν.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, σήμερον δὲν ἀντετάξατε περιφρόνησιν.
§98Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Περιφρόνησις θὰ εἴπῃ: ἠδυνάμην νὰ καταγγείλω καὶ δὲν τὸ ἔπραξα.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄλλο ζήτημα ἐὰν ὁ πολιτικὸς ὑβριζόμενος καὶ συκοφαντούμενος ὀφείλει νὰ καταφεύγῃ ἂν ὄχι εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἄλλο ζήτημα ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ διαμαρτύρωνται, ὅταν φιλικαί των ἐφημερίδες παρορμοῦν εἰς δολοφονικὰς ἐνεργείας. Ἐὰν, ἄλλοτε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφράσθη δριμέως διὰ τὰς ἐκτροπὰς τοῦ τύπου, ἰδίως δὲ κατὰ τοῦ μὴ φιλικοῦ του, ἀντιπαρῆλθε σιωπῶν τὸ θέμα αὐτό, ἐνῷ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν εἶχεν ὑποχρέωσιν ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ καυτηριάσῃ τὰς λέξεις αὐτάς, ἐνῷ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι, ἄλλοτε, ἀπέληξαν καὶ εἰς θετικὰς πράξεις.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω νὰ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ὁ Ἀρχηγὸς ἑνὸς κόμματος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν γραφομένων ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἐφημερίδων καὶ δὲν νομίζω ὅτι θεωρεῖτε, ὅτι ἔργον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶνε νὰ ἀνέρχηται εἰς τὸ Βῆμα καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ ὅ,τι γράφουν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες. Ἄν αὐτὸ τὸ θέσετε σεῖς ὡς ἀρχήν σας, ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε πολὺ κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἄν αὐτὸ δὲ τὸ κάμωμεν ὅλοι, τότε ἀλλοίμονον εἰς τὴν Χώραν.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὁμιλῶ γενικῶς, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῆτε πράγματα γραφέντα καὶ προκαλέσαντα κρίσεις εὐρείας καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, καὶ δὴ πράγματα ὑπαγόμενα εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω τὶ ὑπονοεῖτε.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς τὰ ἀνέφερα λεπτομερῶς, Κύριε Πρωθυπουργέ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον μέρος αὐτῆς, κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, μοῦ ἔδωκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἄφηνε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἡσυχάσῃ τὸ τρόπαιον τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ 15 ἡμερῶν εἶχε δημοσιεύσει ἕνα διάταγμα καὶ ἐλυπεῖτο διότι πρὸ δύο μηνῶν μόνον ἐδημοσίευσεν ἕνα παρόμοιον διάταγμα.
§104Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει διαφορὰ, ἡ ἑξῆς: ἐκεῖνος μὲν πρὸ δύο μηνῶν ἔκαμε μίαν παρανομίαν, ἐγὼ δὲ ἔκαμα μίαν πρᾶξιν νόμιμον.
§105ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν τούτοις, ὅλη ἡ ἀγόρευσίς σας καὶ ἡ ἐπίθεσίς σας ὡς καὶ ἡ ἔκθεσις τῶν αἰτιολογιῶν τοῦ μέτρου πρὸς τὴν Βουλήν, ἔδωκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀσχάλλετε, διότι δὲν εἴχετε τὸ ρεκὸρ εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις αὐτὰς τῆς διοικήσεως.
§106Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν πταίω ἐγώ, ἂν δὲν ὑπῆρχε θέμα ἀπολογίας, ἀλλὰ κατηγοριῶν.
§107ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ζητεῖται ἐξουσιοδότησις πρὸς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νόμων σχετιζομένων μὲ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν τῶν Ἀθηνῶν. Ὅπως εἶπα καὶ διακόψας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἀπόψε εἶνε, ἂν θὰ ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ δι’ ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωσεν ἕνα διάταγμα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι πληθυσμοὶ προσέφυγον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ τόσον σεβασμὸν ἐξεφράσθη διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀρνεῖται νὰ περιμένῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα νομοθετικῶς. Δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἄλλωστε νὰ εἴχωμεν ἀντίρρησιν, ἂν μὲ τὴν συνήθη νομοθετικὴν ὁδὸν ἐπεδιώκετο ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραμείνωμεν ἐδῶ ἐργαζόμενοι, ἕως ὅτου ἡ Κυβέρνησις ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἐπείγοντα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ ἔχων πεποίθησιν, ὡς φαίνεται, εἰς τὴν νομομάθειαν τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ἠθέλησε νὰ προλάβῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ πρᾶξιν του, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως θὰ κατέρριπτε τὸ κῦρος αὐτοῦ. Ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξεθείασε τὴν ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶπεν ὅτι διὰ νὰ μὴ καταπέσῃ τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου σπεύδει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα νομοθετικῶς.
§108Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι ἡ ἐπίθεσις ἐκείνη ἔγινε καὶ εἶνε ὁ προάγγελος μιᾶς ἄλλης ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ καὶ ἴσως δριμυτέρα, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀφήσω τὸ γόητρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐμπάθειαν ἀνθρώπων προκατειλημμένων. Αὐτὸ εἶπα μόνον.
§109ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν τούτοις, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐκ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲν εἶνε διατεθειμένον νὰ θίξῃ ὁπωσδήποτε τὸ παράπαν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶνε ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ.
§110Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου διαφωνοῦμεν ριζικώτατα.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ὅμως ἡμεῖς ἀντιθέτως, διαβλέπομεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως γενικῶς τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ δίκαιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν. Καὶ διότι δὲν πρόκειται καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ δίκαιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔγινεν ὅλη αὐτὴ ἡ συνηγορία, ἡ μακροτάτη, τοῦ μέτρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπεζήτησε τὴν ἐξουσιοδότησιν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, τρόπον τινά, νὰ προδικάζῃ τὸ ζήτημα. Αὐτὸ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅταν ἔλεγον: περιορισθῆτε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἀφήσατε κατὰ μέρος τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶνε ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ θέλει νὰ προλάβῃ ἡ Βουλή, ἐνδεχομένην δυσμενῆ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἔκαμεν ὅλην αὐτὴν τὴν μακρὰν συνηγορίαν.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐργατοαγροτικοῦ κόμματος, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀνάλυσις ἑνὸς θέματος ἀποτελεῖ ἐπηρεασμόν;
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ἐπιδιώκετε σεῖς εὐνοϊκὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§114Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι θὰ ψηφισθῇ.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι προφήτης, οὔτε ἠμπορῶ νὰ ἠξεύρω τὶ θὰ βγῇ ἀπὸ τὴν τεσσαρακονταμελῆ ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐσεῖς, φαίνεται, ὅτι ἔχετε διεισδύσει εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ γνωρίζετε τὰς ἀπόψεις, ἢ ἔχετε ἴσως ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἄλλων μέσων θὰ τὸ ψηφίσῃ ἑκοῦσα ἄκουσα.
§116Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ λέγετε αὐτὰ θὰ σᾶς ἀπαντήσω: Τὸ λέγω, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διαπράξουν τὸ ἀδίκημα νὰ μὴ τὸ ψηφίσουν.
§117Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἰδέαν καὶ περὶ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν θὰ ἐπεχείρει τὴν νομοθετικὴν αὐτὴν πρᾶξιν.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον εἰς τὰς πράξεις αὐτῆς, δὲν θὰ εἶχε νὰ ἐξετάσῃ τὸν σκοπόν, θὰ εἶχε νὰ ἐξετάσῃ τὴν νομιμότητα τοῦ μέτρου, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ εἶχεν ἀμφιβολίας τινὰς καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον...
§119Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω ὅτι πλανᾶσθε πλάνην οἰκτράν.
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, κατεφέρθητε καθ’ ὅλων τῶν Κομμάτων μετὰ μεγάλης δριμύτητος καὶ ἐπειδὴ λέγω ὅτι ἀμφιβάλλω περὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἔργου σας αὐτοῦ τὸ θεωρεῖτε προσβολήν. Σεῖς εἶσθε κοινοβουλευτικὸς ἄνθρωπος καὶ καυχᾶσθε δι’ αὐτό. Δὲν εἶνε ἁρμόζουσα ἡ φράσις αὐτή, νὰ λέγετε ὅ,τι ἠμπορεῖ,νὰ λέγετε ὅ,τι θέλετε καὶ νὰ σηκώνεσθε νὰ φεύγετε.
§121Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Παπαναστασίου, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπάρχει τραγικὴ παρεξήγησις. Ἐσηκώθην διὰ νὰ ὁμιλήσω εἰς κάποιον Κύριον Συνάδελφον. Ἔπειτα σᾶς εἶπα αὐτολεξεὶ ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε καὶ νὰ πιστεύητε ὅ,τι θέλετε περὶ ἐμοῦ. Ἀλλὰ σᾶς τὸ λέγω ὅτι πλανᾶσθε πλάνην οἰκτράν, πιστεύοντες εἰς αὐτό.
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγώ, ὅταν ὑποστηρίζω μίαν γνώμην καὶ λέγω ὅτι ἔχετε εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς σας μίαν ἀμφιβολίαν, δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ δέχεσθε αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἐν προκειμένῳ ἦτο ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ, ἐλέγχουσα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι προκειμένου περὶ ἐξουσιοδοτήσεως προκειμένου περὶ ἐξουσιοδοτήσεως θὰ ἐξητάζετο κατὰ πόσον εἶνε νόμιμος ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου, βεβαίως δὲν εἶνε νόμιμος. Ἐν πρώτοις, διότι διάταγμα, ὡς τὸ διάταγμα τὸ ἀφορῶν τοὺς Συνοικισμούς, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ὀφείλῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ, διότι δι’ αὐτὸ ἐτάξαμε τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα διατάγματα κατὰ πόσον συμβιβάζονται μὲ τὸν νόμον. Καὶ ἐφόσον ἐγκαθιδρύσαμεν ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποφέρει καρποὺς ἀγαθοὺς καὶ τὸν ὁποῖον ὅλοι δεχόμεθα, κανεὶς λόγος δὲν συντρέχει ὥστε ἡ Κυβέρνησις κηδομένη τῶν γενικωτέρων συμφερόντων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν προσφύγων καὶ τῶν Συνοικισμῶν τῶν Ἀθηνῶν τῶν νεωτέρων, νὰ καταπατᾷ αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς, δῆθεν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν Συνοικισμῶν αὐτῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον θὰ ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ τὸ Διάταγμα. Εἶνε καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος ἐν σχέσει μὲ τὸν νόμον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέδειξεν ἀπόψε ἐξαιρετικὴν εὐστροφίαν. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ καλὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων, εἶνε ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποβλέπει... Ἀλλὰ μᾶς εἶπε παρακάτω, ἐγὼ δὲν θὰ ὑπάγω εἰς αὐτὴν τὴν καλὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἀλλὰ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν προσκακολλημένην εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§123Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπα τοιαῦτα πράγματα καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ λέγετε ὅτι τὰ εἶπα ἐγώ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ ἀδιαμαρτυρήτως νὰ μοῦ ἀποδίδωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπατε ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἔκαμνα χρῆσιν τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς.
§125Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι εἶπον ὅτι ἐστηρίχθην ἐπὶ τοῦ νόμου 4853, ποὺ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ κάμω, κάμνων τὴν ἑρμηνείαν τὴν λογικήν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νόμου 4227.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι αὐτὸ δεικνύει τὴν ἐξαιρετικὴν νομικὴν εὐστροφίαν σας, διότι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἠθέλατε νὰ κοπιάσητε ὀλίγον διὰ νὰ ἀνεύρητε τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου, θὰ ἀνευρίσκατε, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ νομοθέτου ἦτο ὅτι τὰ περιωρισμένα χρονικὰ ὅρια ἐτέθησαν ὄχι διὰ νὰ ἀναβιώσουν παλαιὰν διάταξιν, ἐτέθησαν διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ γίνεται ἐπ’ ἄπειρον χρῆσις τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δικαιοδοσίας πρὸς συγχώνευσιν συνοικισμῶν. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ πραγματικὴ ἔννοια τοῦ νομοθέτου, καὶ ἄν αὐτὸ ἐδέχεσθε δὲν θὰ ἔκαμνα τὸν κόπον νὰ προσφύγω εἰς τὸν Dernburg καὶ τὸν Dallog καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐὰν προφθάσῃ νὰ πάῃ ἐκεῖ ἡ ὑπόθεσις, θὰ ἀνεύρισκε τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου καὶ θὰ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα, διότι αὐτὴ πραγματικῶς εἶνε ἡ ἔννοια, ἡ συμβιβαζομένη μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξαίρει τὰ ἀγαθὰ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐὰν πράγματι οἱ λόγοι του, οἱ τόσον θερμοὶ ὑπὲρ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀντεπεκρίνοντο εἰς θέλησιν πραγματικὴν σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ θὰ ὤφειλε δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ προκαλέσῃ δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα, ἢ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμαν οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, νὰ θελήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ ἐμμέσως, ἔστω χωρὶς χρησιμοποίησιν νομοθετικῶν διατάξεων, νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν πραγματικὴν θέλησιν τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ προστατεύσῃ.
§127Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ νόμος 4227 ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία ἐδάφια. Τὸ τρίτον ἐδάφιον ὁμιλεῖ περὶ τῶν Οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τοὺς νέους Δήμους καὶ Κοινότητας, τοὺς ἱδρυομένους κατὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἐδάφιον. Ὁ νόμος 4853 καταργεῖ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ νόμου 4227 ἀφίνει δὲ τὸ τρίτον ἐδάφιον. Ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἦτο πρόσκαιρος νόμος 4853, διατὶ πρὸς Θεοῦ κατήργησε τὰ δύο μόνον ἐδάφια καὶ πρὸς τὶ ἄφησε ἐν πλήρει δράσει τὸ τρίτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἔχει λόγον ὑπάρξεως μόνον ἐφόσον ὑπάρχει τό πρῶτον καὶ δεύτερον ἐδάφιον; Αὐτὸ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀφοῦ ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔχω ἐμπρός μου. Οὔτε τὸν Dernburg ἔχομεν ἐδῶ οὔτε τίποτε. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὰ κύρια σημεῖα, ποὺ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀμφισβητήσετε. Ἐὰν πράγματι ἐμφορεῖσθε ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ βολιδοσκοπήσητε τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἰδίων ἐνδιαφερομένων πολιτῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἐκάνατε αὐτό, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἄποψις αὐτὴ σᾶς δυσαρεστεῖ, ἐπλέξατε ἐγκώμιον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐτονίσατε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπατε. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶνε κατακριτέον τὸ διάταγμα. Θὰ εἴπητε, εἶσθε ἐναντίον τῆς διαχειρίσεως ὑπὸ τῶν ἰδίων τῶν πολιτῶν τῶν ζητημάτων τῆς Νέας Φιλαδελφείας ἢ τῶν ἄλλων συνοικισμῶν; Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἴμεθα. Ἀλλὰ θέλομεν ὅταν πρόκειται νὰ ὀργανωθῇ ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις αὐτῶν τῶν Κοινοτήτων νὰ ὀργανώσωμεν κατὰ τρόπον συστηματικόν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν πράγματι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων τῆς περιφερείας αὐτῆς, τῆς ὁποίας εἶσθε ἐκλεκτὸς ἀντιπρόσωπος, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῆτε κατὰ ποίαν συναρμογὴν θὰ διοικῶνται αὗται αἱ συνοικίαι, διότι πρόκειται περὶ συνοικιῶν, ἢ τὰ προάστεια; Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν συνέβη συνοικίαι μιᾶς πόλεως νὰ μεταβάλωνται εἰς ἰδιαιτέρους Δήμους ἢ Κοινότητας, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ μία ὀργανωτικὴ ἕνωσις αὐτῶν τῶν Συνοικιῶν ἢ αὐτῶν τῶν προαστείων μὲ ἄλλους Συνοικισμοὺς περὶ τὸ κέντρον τῆς πόλεως. Καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλαμε τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ λυθῇ συστηματικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ δι’ αὐτὸ ἐλάβομεν τὸν λόγον, ὡς ἐνδιαφερόμενοι. Λέγετε ὅτι δὲν εἴχατε χρόνον ἐπαρκῆ. Καὶ ἡμεῖς ἐξηγήσαμεν καὶ εἴπομεν ὅτι δὲν εἴχομεν δυσκολίαν νὰ ἀναβληθοῦν ἐπὶ 1–2 μῆνας αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, διὰ νὰ γίνουν αἱ μεταρρυθμίσεις ἐκεῖναι κατὰ τρόπον ὁμαλόν. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ ἔρχεσθε εἰς τὸ Βῆμα καὶ νὰ λέγετε, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβατε ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν τῶν Δήμων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἡμεῖς ἀποκρούομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐὰν πράγματι μία Κυβέρνησις σέβεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἂς ἀφήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ λύσῃ τὸ νομικὸν μέρος. Ἐὰν πάλιν θέλῃ νὰ τὸ λύσῃ μόνη της, ἂς φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα πλήρως ἱκανοποιητικὸν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ θὰ εὕρῃ καὶ ὑμᾶς συνεργάτας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§130Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβουν μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ὀξύτης δὲν μᾶς διαφεύγει καὶ τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν ληφθοῦν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς, θὰ προκαλέσουν ζήτημα κοινωνικόν. Ἐννοῶ τὸ μέτρον τῆς ρυθμίσεως τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα—ἕνα τὰ θέματα.
§132Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ φέρω τὸ ὅλον ζήτημα. Ἠξεύρω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ μὲ ἐξουσιοδότησιν νομοθετικήν. Ἀλλ’ ἕως ὅτου λάβουν τὸν χρόνον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξεύρουν μέτρα ὁριστικὰ, ποὺ νὰ ρυθμίσουν τὸ ζήτημα τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν μέτρα δικονομικά, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς συνεπείας τῆς μὴ ρυθμίσεως τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν. Ὑπάρχει ἕνας νόμος, ὁ νόμος 5533, τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσωμεν τὴν συμπλήρωσιν. Δυνάμει τοῦ νόμου τούτου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐξόφλησιν χρέους ἀγροτικοῦ ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἢ νὰ ὁρίζῃ δόσεις πληρωμῆς μέσα εἰς τὸ διάστημα τῆς πενταετίας. Τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν ὠφέλησε παντάπασιν τὸν κόσμον τὸν ἀγροτικόν. Ἔκοψε μόνον τὴν πίστιν μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ ἀγροτῶν, χωρὶς νὰ φέρῃ κανένα ἀποτέλεσμα, διότι ἐγέμισε τὰ χωριὰ ἀπὸ κλητῆρας, ἀπὸ κατασχέσεις συντηρητικάς, ἀπὸ ἀδείας τοῦ Προέδρου, ἀπὸ ἀποφάσεις παντὸς εἴδους, αἱ ὁποῖαι λήγουν τὴν 15ην Ἰουλίου. Ἐνῷ δὲ ὁ νόμος 5533 λέγει, ὅτι ὁ ἀγρότης χάνει τὸ εὐεργέτημα ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως δύο συνεχῶν δόσεων, καμμία ἀπόφασις δικαστικὴ δὲν λέγει αὐτό. Ὅλαι ὁρίζουν, ὅτι ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως μιᾶς δόσεως χάνει ὁ χωρικὸς τὸ ἐκ τοῦ νόμου 5533 εὐεργέτημα. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι τὴν 15ην Ἰουλίου, ποὺ λήγουν αἱ προθεσμίαι τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, θὰ ἔχωμε σωρείαν ἐκτελέσεων δι’ ὅλον τὸ χρέος, σωρείαν ψυχολογικῶν ἐκβιάσεων, σωρείαν ἐξόδων καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶνε ἀποῦσα, διὰ νὰ λάβῃ μέτρα ὥστε νὰ διευκολύνῃ τοὺς ταλαιπωρουμένους πληθυσμούς.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι φεύγετε ἀπὸ τὸ θέμα.
§134Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, θέλω νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλο θέμα εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5533 καὶ νὰ διασαφηνισθῇ νομοθετικῶς, ὅτι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶνε, ὅτι μόνον ἐν καθυστερήσει δύο συνεχῶν δόσεων ἐπιτρέπεται ἐκτέλεσις κατ’ ἀγροτῶν.
§135Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§136Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τότε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ κατόπιν νὰ προτείνετε ὅ,τι θέλετε σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἔργον τῆς Βουλῆς εἶνε νὰ καταλήγῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, δὲν θὰ καταλήξωμεν ὅμως εἰς αὐτὸ, ἐὰν δὲν συζητήσωμεν μὲ μίαν τάξιν, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ ἐὰν θὰ μᾶς δώσετε ἄδειαν νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡρισμένα θέματα.
§138Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ πλειοδοτῶ καὶ λέγω ὅτι ὄχι μόνον εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ θέλω καὶ ἄλλα.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε εἰς τὸ τέλος μᾶς τὰ λέγετε.
§140Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δύο λέξεις. Ἀπὸ τὰ μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἐξουσιοδότησιν, ἤθελον, ὁμολογῶ, νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς τὸ 47...
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕνα, ἕνα.
§142Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἀφίνω αὐτό. Ὁρίστε, ἐγὼ ὁ ἀγρότης θὰ ὁμιλήσω διὰ τοὺς Δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ δὲν πιστεύω νὰ χρειάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐφαρμόσωμεν μέτρον, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ ὅταν ἔχωμεν Συνοικισμοὺς μὲ 25 σπίτια, συνοικισμούς, ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν ἕνα δάσκαλο καὶ μίαν ἐκκλησία διὰ νὰ ἀποτελέσουν κοινότητας, ποὺ δὲν ἔχουν εἰσπράξεις οὔτε χίλιες δραχμὲς τὸν χρόνον, διατὶ συνοικισμοί, ποὺ ἔχουν πληθυσμὸν ὅσον αἱ Καλάμαι, ὅσον αἱ Πάτραι, ὅσον αἱ Θῆβαι, νὰ μὴ εἶνε οὔτε Δῆμοι, οὔτε Κοινότητες; Κύριοι, μόνον ἔχω νὰ διατυπώσω μερικὰς παρατηρήσεις εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν: ὅτι μὲ τὰ μέτρα, ποὺ λαμβάνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν προσφυγικῶν Συνοικισμῶν δὲν πρόκειται νὰ βελτιωθῇ πολὺ ἡ τύχη τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, διότι τὸ κεφαλαιῶδες σφάλμα ἦτο, ὅτι ἐμαζεύσαμε διὰ λόγους, ἂς τὸ εἴπωμε καθαρά, ἐκλογικούς, 200–300 χιλιάδες πληθυσμῶν, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανεμηθῇ εἰς τὴν ὕπαιθρον ἢ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐμαζεύσαμε τὸ ⅛ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, καθ’ ἥν στιγμήν, εἰς τὴν Σερβίαν ἀναλογεῖ 1 ἐπὶ 90 (Χειροκροτήματα) 90 Σέρβοι εἰς τὴν ὕπαιθρον ἀντιστοιχοῦν 1 εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Καὶ ὅτι ἂν κάμωμε, φοβοῦμαι ὅτι ἔχομεν δημιουργήσει ἕνα πρόβλημα δημογραφικόν, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ θὰ ἀποτελῇ τὴν μᾶλλον ἀνήσυχον πλευρὰν τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ προβλήματος.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐδῶ ἦλθον ὁλόκληροι πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πᾶνε εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἀλλὰ πέριξ τῶν μεγάλων πόλεων, διὰ νὰ δώσουν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ.
§144Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς ἦσαν πόλεις βιομηχανικαί, θὰ εἶχεν ἀξίαν τὸ ἐπιχείρημά σας. Ἀλλὰ ἕνα εἶνε τὸ γεγονός, ὅτι τοὺς ἐφέρατε ἐδῶ, μόνον διὰ σκοποὺς ἐκλογικούς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§145Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀπαντήσετε, ἄν οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ ἤρχοντο εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὶ κλῆρον θὰ εἶχον οἱ ἀγρόται;
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δόσατέ μας τὴν γῆν καὶ σήμερον νὰ πᾶμε.
§147Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν, ἠδύνατο νὰ γίνῃ κατανομὴ εἰς τὰ μικρὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα. Κυβερνᾶτε ἀπὸ τὸ 1923 καὶ ἠξεύρετε ὅτι ὑπάρχει μέγα πρόβλημα δημογραφικὸν καὶ ὅμως τὰ μεγάλα ἀποξηραντικὰ ἔργα καὶ τὰ ἔργα τὰ ὑδραυλικά, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἔδιδον δύο ἑκατομμύρια στρέμματα καινούργια, τὰ ἀφήσατε εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας καὶ ἐκεῖ ποὺ τὰ ἐπιχειρήσατε, ἐχρησιμοποιήσατε τὴν ἐκτέλεσίν των, ὡς μέσον διορισμοῦ τῶν ἀνθρώπων σας, ὥστε τὰ ἔργα αὐτὰ σήμερον νὰ στοιχίζουν 23 καὶ 25 $ χρυσᾶ κατὰ στρέμμα. Καὶ ἔτσι καὶ ἄν ποτε δοθοῦν εἰς καλλιεργητὰς, νὰ μὴ ἠμποροῦν ποτὲ νὰ πληρωθοῦν. Λοιπὸν ὑποστηρίζω ἐκθύμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δοθῇ εἰς τοὺς συνοικισμοὺς μία τοπικὴ αὐτοδιοίκησις. Ἀλλὰ τὸ ἠξεύρουν οἱ συνοικισμοὶ αὐτοί, ὅτι θὰ πάσχουν κατὰ βάσιν μὲ τὴν ὑπερεξόγκωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πρωτευούσης, ὑπερεξόγκωσιν, ἥτις δημιουργεῖ ἀνησυχίας ὄχι μόνον δι’ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστόμου ἔχει τὸν λόγον.
§149Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν ἄγνωστον δι’ ἐμὲ παραφυάδα τῶν ἐκπροσωπούντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ Ἀγροτικὸν κόμμα...
§150Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠρωτήθην ἂν παραχωρῶ τὴν θέσιν μου εἰς τὸν Κύριον Συνάδελφον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος μετ’ αὐτόν.
§152Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἂν ἐθεωρήθη ἐπάναγκες, ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ ὑπεράσπισις τῶν κατοίκων τῶν Συνοικισμῶν εἰς ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον αὐτόχρημα ἀντίθετον πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροτῶν, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζει, καθόσον ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὅτι κάθε στρέμμα καὶ κάθε πῆχυς εἰς τὴν ὕπαιθρον ἀποτελεῖ καὶ πηγὴν ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλοῦνται τὰ μέσα συντηρήσεως πενομένων οἰκογενειῶν...
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνδρομήν σας. Ἄς εἴπουν οἱ Κύριοι Βουλευταί ἄν δέχωνται καὶ διατὶ δέχονται τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ὁμιλοῦν περὶ ἄλλων θεμάτων. Λυποῦμαι, διότι πρόκειται περὶ Βουλευτῶν νέων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει ὅτι διὰ τῆς κωλυσιεργίας της θὰ ἐμποδίσῃ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ εἶνε βεβαία ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ τοῦτο.
§154Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εἴμεθα ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἐκπροσωποῦμεν ὅλας τὰς τάξεις καὶ συνεπῶς φυσικὸν εἶνε νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν αἴτησιν τῶν ἐπιδήμων συνοικισμῶν. Ὑποθέτω λοιπόν, ὅτι δὲν ἐξῆλθον τοῦ θέματος. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τρόπον δεξιοτεχνικὸν καὶ κατὰ τρόπον μαεστρικὸν ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, διεξῆλθε τὸ ὅλον θέμα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσιαστικῆς καὶ ἐν μέσῳ θορύβων καὶ χειροκροτημάτων καὶ ψιθύρων...
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, Κύριε Βουλευτά.
§156Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὸ θέμα τοῦτο, διότι πλήττει τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὸν ἴδιον τόνον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας Συνάδελφος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ἴδιον ὕφος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀντίθετον ἄποψιν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὸ παράπονον χιλιάδων προσφύγων, ποὺ προσέτρεξαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Κονδύλην καὶ ἐζήτησαν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός.
§157Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶνε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτό.
§158Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λέγῃ ὅτι ὁ ρήτωρ εἶνε ἐκτὸς τοῦ θέματος καὶ θὰ δύναται νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ αὐτὸ ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ κατάλυσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§160Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Λυποῦμαι, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εὑρίσκεται δυστυχῶς παρὼν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα audiatur et altera pars καθ’ ἡμᾶς ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ πρᾶξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου 4852 ἀποτελεῖ, καθ’ ἡμᾶς, δεύτερον πραξικόπημα μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔγινε διὰ τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον, διότι γίνεται εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ διότι μέσα εἰς τὸν ὄγκον αὐτὸν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πειρᾶται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, διὰ μίαν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας του, δὲν κατώρθωσε δυστυχῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι μόνον αὐθεντικῶς ἀλλ’ οὔτε ἄλλως πως νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι δὲν εἶνε παράνομον τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξέδωκε. Ποῖος λοιπόν, εἶνε ὁ λόγος, ὅστις ἀναγκάζει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητῇ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, τὴν θολὴν καὶ τὴν θοριβώδη, τὴν ἑσπέραν τοῦ πλειστηριασμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἥτις ἐγγίζει τὸ ζενὶθ τῆς νομοθετικῆς παραγωγῆς, ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα, μίαν τοιαύτην σοβαρὰν ὑπόθεσιν νὰ λύσῃ διὰ μιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν στιγμήν, ποὺ ὑπάρχουν ἄλλα φλέγοντα ζητήματα πρὸς λύσιν καὶ ὄχι αὐτό, τὸ ὁποῖον χρειάζεται μελέτην καὶ ἔρευναν μεγάλην; Δὲν ἐλάβατε, κ. Ὑπουργέ, ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὴν προσφυγήν, ποὺ ἔκαμαν οἱ ἀποσπώμενοι Συνοικισμοὶ καὶ αἵτινες ἐκκρεμοῦν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε τὰς χιλιάδας τῶν διαμαρτυριῶν καὶ ζητεῖτε ἐξουσιοδότησιν, ἐνῷ ἠδύνασθε μετ’ ὀλίγον νὰ φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕν ἄρτιον νομοσχέδιον, Κύριε Ὑπουργέ, ἕν ἄρτιον νομοσχέδιον...
§161Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διατὶ προεξοφλεῖτε ἐὰν θὰ κάμω ἢ ὄχι τοιαύτην μελέτην, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω, διὰ νὰ τὸ λέγω θὰ πῇ ὅτι θὰ κάμω;
§162Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν κατατεθεῖσαν προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀνάγλυφον ἔνδειξιν, τεκμήριον ἀμάχητον, τοῦ ὅτι δὲν ἠκούσατε τὰς ἀπόψεις τῶν προσφύγων. Ἔχω ἑτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ὅτι χιλιάδες ὁλόκληροι τῶν συνοικισμῶν τούτων ὑπέγραψαν ὑπομνήματα διαμαρτυρίας καὶ τὰ ὑπομνήματα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἔχω καὶ τρίτην ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει τὰς ἀπόψεις τῶν Συνοικισμῶν, τῶν πληττομένων διὰ τοῦ μέτρου τούτου. Ἔχω, λέγω, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦτο τῆς ἑσπέρας ταύτης, καθ’ ἥν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀνάγκη, προβαίνετε εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἐνῷ ἠδύνασθε μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μας, νὰ τὰ συζητήσωμεν ἐν πλάτει, καὶ νὰ σᾶς δώσωμε μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως τὴν ἔγκρισιν, τὴν ὁποίαν θέλετε, διὰ νὰ κάμετε, ὅπως εἴπατε, ὡς ἄλλος Ρῶμος καὶ Ρωμύλος, νὰ κάμετε νέας πόλεις καὶ νὰ γεμίσητε τὴν Ἑλλάδα μὲ Συνοικισμούς.
§163Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νομίζετε, ὅτι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων δὲν ἀνήκει εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα;
§164Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἡ ἑρμηνεία ἡ αὐθεντικὴ τῶν νόμων θὰ γίνῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐν μέσῳ θερμότητος καὶ καύσωνος γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις, καὶ καθ’ ἥν ἐποχὴν ἀπουσιάζει τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἐν πλάτει τὰ ζητήματα ἀπὸ 10 ἢ 25, οἵτινες θὰ εὑρεθοῦν μέσα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ποῖος, ἐρωτῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ τονίζω καὶ ὑπογραμμίζω, ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ποία ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐπιτακτική, ποία ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ἀόρατος, ἡ ὁποία ἐγκλείει μέσα τὰ συμφέροντα τῶν Συνοικισμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουν τὸν ἀξιότιμον Κύριον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου σοβαροῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μολοντοῦτο ἀπησχόλησε καὶ συνετάραξε, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ;
§165Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος: Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀφήσω, ἀφοῦ τοὺς ἄφησαν οἱ Φιλελεύθεροι τέσσαρα χρόνια ὑποδούλους, νὰ τοὺς ἀφήσω ἄλλα τέσσαρα χρόνια. Αὐτὸς εἶνε ὁ λόγος.
§166Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἀλλ’ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα ἐκεῖνο, ἐπὶ τῆς ἀπόψεως κυρίως ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐξητήσαμεν τὸν λόγον· δηλονότι ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος, ἵνα ἴδωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ νόμος ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη ὁ Κύριος Ὑπουργὸς καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 4227, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη τὸ διάταγμα, εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ διάταγμα ἂν ἀναφέρῃ ὅτι ἡ διάταξις, λέγω, αὐτὴ εὑρίσκεται ἢ οὐ ἐν ἰσχύει, καὶ συνεπῶς, ἂν εἶνε ἔγκυρον ἀκόμη συνεπείᾳ τούτου τὸ διάταγμα. Ἐν πρώτοις μὲ ἐνδιαφέρει νὰ κάμω μίαν σπουδαίαν διάκρισιν, ἡ ὁποία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν θὰ συμβάλλῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Τόσον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον, ὅσον καὶ ὁ νόμος 4227, ὁμιλοῦσι περὶ συνοικισμῶν προσφυγικῶν καὶ τοὺς συνοικισμοὺς τούτους, τοὺς προσφυγικούς, ἀφορᾷ τὸ διάταγμα, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκόμενον. Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται ἐν προκειμένῳ περὶ Συνοικισμῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ νόμος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ ὁ νόμος 4227. Οἱ Συνοικισμοὶ οὗτοι δὲν εἶνε Συνοικισμοὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Συνοικισμοὶ τοιοῦτοι εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μακρὰν ἱστορίαν, ἱστορίαν 30 καὶ 40 ἐτῶν, ὅπως εἶνε τὸ Χαλάνδρι, τὸ Φάληρον, ἀλλ’ ὄχι πρὸς Θεοῦ, οἱ Συνοικισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἱδρύθησαν ἀπὸ τὰ ράκη ἐκεῖνα τὰ προσφυγικά, τὰ ὁποῖα τὰ ἐγκατεστήσαμεν εἰς τὰς παρυφὰς τῶν πόλεών μας, καὶ οἱ ὁποῖοι δέν εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς Συνοικισμοὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δέν ὑπάρχουν προσφυγικοὶ Συνοικισμοί, ἀποτελοῦντες Κοινότητας;
§168Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Δέν γνωρίζω ὑπὸ ποίας συνθήκας, πραγματικὰς καὶ ἄλλας τελοῦσιν οἱ Συνοικισμοὶ οὗτοι, οὕτως ὥστε ν’ ἀποτελέσουν ἰδιαιτέρας Κοινότητας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶνε, ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος, ὁ προσφυγικός, διαμαρτύρεται. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἂν ὁ νόμος ὁμιλῇ περὶ συνοικισμῶν εἶνε, διότι ὁ νομοθέτης ἢ ἡ διοικητικὴ ἐκείνη ὑπηρεσία, ἡ ὁποία προέβη εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν Συνοικισμῶν τούτων, ἀντὶ νὰ ἀποκαλέσῃ τούτους συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς ἀπεκάλεσε συνοικισμούς, διὰ τὸν λόγον, ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο περὶ συνοικήσεως ὁμάδος ἀνθρώπων, προερχομένων ἐκ τοῦ αὐτοῦ μέρους, ἐχόντων τὴν αὐτὴν τύχην. Διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ συνοικισμὸς ἡ συνοικία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ ἐργάτας, ἀπὸ ἐπιστήμονας ἢ ἀπὸ ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι συναλλάσσονται καθημερινῶς μὲ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως εἶνε αἱ συνοικίαι καὶ οὐχὶ οἱ συνοικισμοὶ Νέας Ἰωνίας καὶ Φιλαδελφείας, οἱ ὁποῖοι συγχρωτίζονται καθημερινῶς μετὰ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἐὰν, Κύριοι Βουλευταί, θελήσητε νὰ χωρίσητε τὰς συνοικίας ταύτας ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, εἶνε ὡσεὶ νὰ κόπτητε τὰς ἀρτηρίας καὶ νὰ παύητε τὴν ἐπαφὴν αὐτῶν μὲ τὴν καρδίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῶν 27 Συνοικισμῶν καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι χωρίσαντες τοὺς συνοικισμούς τούτους ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπαρουσιάσαμεν μετὰ περίοδον τόσων ἐτῶν ἕνα προϋπολογισμὸν ἀνθηρόν, τόσον διὰ τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι ἐχωρίσθησαν, ὅσον καὶ διὰ τοὺς συνοικισμούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν πλέον ἰδίας κοινότητας. Ἀλλά, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων τῶν Συνοικισμῶν καὶ τῶν προσφυγικῶν. Διότι οἱ κάτοικοι τῆς Κηφισσιᾶς καὶ τοῦ Φαλήρου καὶ τοῦ Χαλανδρίου ἔχουσι τὸν κῆπον των, τὰ ζῶα των, καὶ ζῶσιν ἐκεῖ, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῶν Προσφυγικῶν Συνοικισμῶν ἔχουν πλήρη ἐξάρτησιν ἀπὸ τὰς πόλεις. Ἐκεῖνοι ἐζήτησαν τὸν χωρισμόν, ἐνῷ δὲν ἐγένετο τοῦτο διὰ τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμούς, ὁ κάτοικος τῆς Κηφισσιᾶς λαμβάνει ἀντίθετον διεύθυνσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ μεταβαίνει εἰς τοὺς ἀγρούς του, ὁ κάτοικος ὅμως τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν δὲν ἔχει οὔτε ἀγροὺς, οὔτε κήπους. Ἀλλὰ ἔρχεται εἰς τὴν πόλιν καὶ ἐκεῖ ἐργάζεται, ἐκεῖ μισθοδοτεῖται, ἐκεῖ πληρώνει τοὺς φόρους του, ἐκεῖ χύνει τὸ αἷμα του. Ποία λοιπὸν ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Συνοικισμῶν Χαλανδρίου καὶ ἄλλων καὶ αὐτῶν; Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν ἀκόμη δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χωρίσῃ τοὺς συνοικισμούς, εἶνε δυνατὸν μὲ τὸ κακὸν τοῦτο προηγούμενον, νὰ ζητηθῇ μεθαύριον ἡ συνοικία Νεαπόλεως νὰ ἀποχωρισθῇ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ οὕτω νὰ ἀφήσωμεν τὰς Ἀθήνας νὰ ἐκτείνωνται ἀπὸ τῆς Ὁμονοίας μέχρι τοῦ Ζαππείου καὶ τοῦ Συντάγματος, χωριζομένης μιᾶς ἑκάστης συνοικίας; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι αὐθαιρεσία, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἡ ὁποία λέγει: «Διὰ νὰ θεωρηθῇ ἡ συνοικία μιᾶς πόλεως συνοικισμὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἑξῆς σημεῖα: τὰ διακριτικὰ λόγῳ τοποθεσίας... (ἀναγινώσκει) ...»...
§169Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω, πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ μία συζήτησις ἐπὶ θέματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἀπουσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκόμη; Τοιαύτη διεξαγωγὴ συζητήσεως εἶνε ἄνευ προηγουμένου.
§170Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὁ ἀρμόδιος Ὑπουργὸς ἐκάθητο εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖ, καὶ ἔφυγε μόλις πρὸ στιγμῆς.
§171Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρέπει νὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί.
§172Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Σεῖς ὑπεβάλατε 150 νομοσχέδια προσωπικὰ καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ κοινοβουλευτικῆς τάξεως.
§173Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἡμεῖς περισυνελέξαμεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐνῷ σεῖς τώρα ἐργάζεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῷ εἶσθε ἄνθρωποι τοῦ ἠθικοῦ ρυθμοῦ. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλῆσθε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ κρίνῃ ἡ ἱστορία...
§174Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τοὺς νέους συμπολίτας μας τοὺς θέλομεν ἐλευθέρους.
§175Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συνεχίσωμεν καὶ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν τὴν ὀξύτητα τῶν συζητήσεων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πρέπει νὰ δειχθῇ κάποια μετριοπάθεια. Ἀλλ’ ἔχω νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ρήτορα νὰ δώσῃ ἕνα τόνον πραγματικώτερον εἰς τὴν συζήτησιν.
§176Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ συντομώτερον, διότι ἔχομεν κάποια θέματα σπουδαιότερα, ποὺ πρέπει νὰ συζητηθοῦν ἀπόψε.
§177Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Κύριοι, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τοῦ γεγονότος, διὰ νὰ προχωρήσω ἀμέσως περαιτέρω, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνοικισμῶν, ἀλλὰ περὶ συνοικιῶν. Ἀλλὰ θὰ δεχθῶ, ὅτι πρόκειται περὶ συνοικισμῶν καὶ ὄχι περὶ συνοικιῶν καὶ θὰ προχωρήσω...
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ νὰ κάθεσθε νὰ λέτε τόσα πολλά; Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὰς ἀπόψεις σας. Διατὶ θεωρεῖτε τὸ πρᾶγμα αὐτό, ὅτι δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸν νόμον; καὶ νὰ ἀπαντήσητε εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι συμφωνεῖ πρὸς αὐτόν.
§179Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Πρῶτον, διότι δὲν πρόκειται περὶ συνοικισμῶν, ἀλλὰ περὶ συνοικιῶν, καὶ δεύτερον, διότι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 4227 καταργεῖται διὰ τοῦ ἑπομένου 4852, κατὰ τρόπον μὴ δεχόμενον ἀμφισβήτησιν, κατὰ τρόπον ἐξώφθαλμον, ὡς θὰ ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε σεῖς, Κύριε Ὑπουργέ, εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Συνοικισμῶν.... (ἀναγινώσκει) ...». Τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε σεῖς ἀντεκατεστάθη, καὶ τὸ ἐτονίσατε τρίς, ἀλλὰ τὸ ἐτονίσατε μὲ τὸ πνεῦμα τὸ ἰδικόν σας καὶ ὄχι μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο τὸ πραγματικόν, ἀντεκατεστάθη ὑπὸ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νόμου 4852. Καὶ πῶς ἀντεκατεστάθη; Λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον: «Συνοικισμοί... (ἀναγινώσκει)..... καὶ τὶ προσθέτει; Προσθέτει «ὡς ταῦτα ἐτροποποιήθησαν..... (ἀναγινώσκει) ...». Ὁ νόμος 4852, Κύριοι, μὲ τὸ μόνον ἄρθρον του, ὄχι μόνον ἁπλῶς δὲν μεταρρυθμίζει οὐδὲ συμπληροῖ κἄν, ἀλλὰ ἀντικαθιστᾷ ἄρδην, ἀνατρέπει τελείως τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 4227. Εἶνε δὲ γνωστόν, ὅτι ἑκάστη διάταξις ἑνὸς νόμου, ἡ ὁποία ἔχει διάφορον ἀποστολήν, διάφορον περιεχόμενον καὶ διάφορον σκοπόν, δύναται ν’ ἀποτελέσῃ καὶ ἴδιον θέμα, τὸ ὁποῖον δύναται ἐπίσης νὰ ἀλλοιοῦται, νὰ συμπληροῦται καὶ νὰ τροποποιῆται. Συνεπῶς ἀντικαθισταμένου τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τοῦ νόμου 4852, ἐκφεύγει τελείως τῆς σκέπης τοῦ νόμου 4227, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου καὶ μεταπηδᾷ εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου 4852. Δὲν δύνασθε δηλαδὴ νὰ λέγετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγατε, ὅτι μετὰ τὴν πάροδον τῆς προθεσμίας, ἀναβιοῖ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 4227, διότι ναὶ μὲν ἐπικαλεῖσθε τὸν Dernburg καὶ λέγετε τὴν γνώμην ἐκείνου, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι νομικοὶ καὶ συγγραφεῖς τοῦ Δικαίου, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι «Lex posterior derogat priori».
§180Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπεν ὁ Dernburg.
§181Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Τὸ λένε ὅμως οἱ ἄλλοι συγγραφεῖς. Ὅταν ἔρχεται ὁ νόμος 4852 μὲ τὸ μόνον ἄρθρον του καὶ λέγει ὅτι ὁ νόμος οὗτος, δηλαδὴ ὁ 4852, ἰσχύει μόνον ἐπὶ τρίμηνον ἀπὸ σήμερον, ἀφ’ ἧς παρῆλθε τὸ τρίμηνον παύει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν πᾶσα διάταξις, δὲν ἀναβιοῖ δὲ, τὸ τονίζω, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν νομικὴν μαρτυρίαν παντός, δὲν ἀναβιοῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 4227, διότι κατηργήθη αὕτη ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος οὗτος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Κατηργήθη δὲ βάσει τοῦ ἀκλονήτου ἀξιώματος καὶ δόγματος νομικοῦ ὅτι «νόμος μεταγενέστερος καταργεῖ προγενέστερον». Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐφόσον ὑπεισῆλθεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὶ ἐπεζήτησεν ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου 4852; Ἐπεζήτησε τυχὸν νὰ λάβῃ μέριμναν μόνον περὶ τοῦ συνοικισμοῦ Ζωγράφου, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δεληγιάννης, ἢ ἠθέλησε καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν αὐτοῦ; Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ἐπεζήτησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν αὐτοῦ. Ὁ νομοθέτης, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε, διὰ νὰ ἑρμηνεύσητε κατὰ τρόπον περίεργον τὸ γράμμα τοῦ νόμου τούτου, λέγω, ὁ νομοθέτης ἐζήτησε καὶ ἄλλο τι νὰ κάμῃ, ἐζήτησεν ἐκείνην τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε λάβει ὁ νόμος 4227, ἀποκλείων αὐτὴν τὴν ἀσυδοσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα τοῦ χωρισμοῦ ἢ τῆς προσθήκης τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐζήτησε διὰ τοῦ ἄρθρου μόνου νὰ θέσῃ τελείαν καὶ παῦλαν εἰς τὴν ἀσυδοσίαν ταύτην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐναντίον τῶν προσπαθειῶν τούτων τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων, ἐζήτησε, λαμβάνων ἀπὸ τὸν νόμον 4227 ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 3ον καὶ θέτων τοῦτο ὑπὸ τὴν σκέπην, τὴν ἀμείλικτον, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ ἀπόψεως ὁρίων χρονικῆς ἐφαρμογῆς, θέτων, λέγω, ὑπὸ τὴν σκέπην τούτου τὸ ἄρθρον 3 τὸ ἀσύδοτον τότε, ἀπὸ ἀπόψεως χρονικῶν ὁρίων, διότι ἐλησμονήθη ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐγένετο μελετημένη θέσπισις τῆς διατάξεως ἐκείνης. Εἶδον ὅμως καὶ μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τὴν μακρὰν μεταξὺ Ζαβιτσάνου καὶ τοῦ κ. Σίδερη ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠσχολήθη ἐπὶ μακρὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶδε μετὰ ταῦτα, κατόπιν τῆς μακρᾶς ἐκείνης συζητήσεως, ἤθελε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου 4227 νὰ τὴν θέσῃ ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ νόμου τούτου, καὶ νὰ τὴν καταργήσῃ μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν. Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου, αὐτὸ εἶνε τὸ πνεῦμα, αὐτὸ εἶνε τὸ γράμμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐμμένομεν, ὡς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς εἰδωλολάτραι. Δὲν ἐμμένομεν εἰς τοῦτο ὡς εἰδωλολάτραι, ἀλλ’ ὡς εἰδωλολάτραι τῶν νομικῶν ἰδεῶν, ὡς εἰδωλολάτραι τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἰδεῶν, ὡς εἰδωλολάτραι τοῦ πόνου τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ δίκαια θὰ καταπνιγοῦν διὰ μιᾶς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐδῶ ἵνα ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς ἂν διὰ τῶν τοιούτων νομοθετικῶν μέτρων ἀξίζει καὶ ἡμεῖς νὰ λευκάνωμεν τὰς τρίχας μας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Θὰ ἤθελον νὰ ἦτο παρὼν, διὰ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι οἱ συγγραφεῖς καὶ τὰ δοκίμια, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι τοῦ νόμου τούτου ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀρυσθῇ τὴν δικαιολογίαν περὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, λέγω, ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἑρμηνευτικῶν πηγῶν θ’ ἀντλήσωμεν ἡμεῖς τὰ ἀντίθετα μὲ ἐκεῖνον ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ θέματός μας. Διότι ὑπάρχει πλέον σήμερον τὸ δόγμα, τὸ θεωρητικόν, ὅτι δὲν μένει ἡ ἐλευθερία εἰς τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὸν νομοθέτην νὰ θεσπίσῃ κειμένους νόμους, ἀλλὰ μόνον εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ κείμενα τῶν νόμων. Δὲν δυνάμεθα δηλονότι, διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕναν νόμον παλαιόν, ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς πρὸ 50ετίας εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις ἢ ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὸν νομοθέτην εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ θ’ ἀνατρέξωμεν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ νόμου, καὶ μόνον εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προέκυπτεν ἀσάφεια ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς νομοπαρασκευαστικὰς πηγάς. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη τις ἀντίθετος ἄποψις. Εἶνε σαφὲς τὸ κείμενον τὸ νόμου. Ὁ νόμος 4852 λέγει, ὅτι καταργεῖ τὴν ἰσχὺν αὐτὸς οὗτος ἑαυτόν, μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν, καὶ καταργουμένου τούτου καταργεῖται καὶ τὸ ἄρθρον 3ον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ διάταγμα. Καὶ ἐπεκαλέσθη ἀκόμη καὶ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δὴ τὴν στιχομυθίαν ἐκείνην, τὴν λαβοῦσαν χώραν μεταξὺ Ζαβιτσάνου καὶ Σίδερη καὶ ἠκούσατε ἐπὶ τῆς στιχομυθίας ἐκείνης, ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ κείμενον νόμου. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ εὑρίσκετο ὁ κ. Μπινόπουλος καὶ μὲ διέκοπτεν, ὡς συνήθως. Ἔπρεπεν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Μπινοπούλου νὰ ἀποτελέσῃ νομικὴν πηγήν. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία στιχομυθία μεταξὺ τοῦ κ. Ζαβιτσάνου καὶ τοῦ κ. Σιδέρη καὶ ἀφορᾷ τὸν Συνοικισμὸν Ζωγράφου καὶ ἐπὶ τῆς στιχομυθίας αὐτῆς εἶπεν ὁ κ. Ζαβιτσάνος ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα μετὰ τρίμηνον. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν ὄχι ἑρμηνεύοντες τὴν στιχομυθίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ κ. Ζαβιτσάνου καὶ τοῦ κ. Σιδέρη, ἀλλὰ καὶ ἐκ ταύτης ἀντλοῦντες τὴν δικαιολογίαν, ἡ ὁποία ὤθησε τὸν νομοθέτην νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν ἐπὶ ὅλων τῶν συνοικισμῶν ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος 4227 δὲν λαμβάνει μέριμναν.
§182Ι. ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον ὅτι εἶνε μεταβατικοὶ οἱ νόμοι ἀναβιοῦν ὅταν παρέλθῃ τὸ χρονικὸν ὅριον, ἀλλ’ ὑπάρχουν τελευταίως ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ Ἐφετείου κατὰ τὰς ὁποίας ὅταν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τοῦ καταργηθέντος, ἐννοῇ ὅτι πρέπει ν’ ἀναβιώσῃ ὁ παλαιότερος νόμος ἀναβιοῖ.
§183Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἄν ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ Ἐφετείου, ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλυσαν τὸ ζήτημα τῆς ἀναβιώσεως νόμου προϋφισταμένου, καταργηθέντος διὰ μεταβατικῆς διατάξεως, δὲν γνωρίζω. Τὸ μόνον γνωρίζω ὅτι ὁ γνωμοδοτήσας ἐπὶ τοῦ θέματος καθηγητὴς κ. Μπαλῆς λέγει τὰ ἑξῆς:... (ἀναγινώσκει) ...» Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Μπαλῆς ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὁ καταργηθείς, δὲν ἀναβιοῖ μετὰ τὸν νόμον 4852. Κύριοι, αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ σεβασθῶ βέβαια καὶ τὸν κάματόν σας, ἀλλὰ περαίνων, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ δὲν πρέπει ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ δοθῇ, διότι βεβαιωθῆτε ὅτι ἂν θὰ εἶνε θετική, θὰ εἶνε ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, διότι ὅλα συντρέχουν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὸ πόρισμα ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν ποτέ νὰ εὐσταθήσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθηνογένης ἔχει τὸν λόγον.
§185Α. ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ θέσω κλεψύδραν ἐπὶ τῆς ὁμιλίας μου καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι δὲν θὰ εἶνε διαρκείας πέραν τῶν 10 λεπτῶν. Καὶ ἔρχομαι ν’ ἀπευθυνθῶ καὶ πρὸς τὰς δύο πτέρυγας, ἐν ὀνόματι τῆς δυστυχίας, ἡ ὁποία πλανᾶται ὑπεράνω αὐτῶν τῶν κέντρων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ ἐθνικὴ συμφορὰ τοῦ 1922. Ἔρχομαι νὰ σᾶς διαβιβάσω θερμὴν παράκλησιν, ἀσχέτως πάσης πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ πολιτικῆς ἀντιγνωμίας, καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν τὰ κέντρα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήσατε πέριξ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος, ἔχομεν τὰ ἀπολογιστικά των δεδομένα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς θανάσιμον τὸ κοινοτικὸν καὶ δημοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἴσχυε μέχρι σήμερον. Ἀπὸ τῆς 5ης Μαρτίου ἦλθε νέον πολιτικὸν καθεστὼς δυνάμει τῆς ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἵνα κυβερνήσῃ καὶ αὐτὸ τὴν Χώραν καὶ βλέπει ὅτι, λόγῳ τῆς μεγάλης αὐτῆς δυστυχίας, εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα νέον σύστημα, μίαν νέαν μέθοδον καὶ ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ τὸ θάρρος αὐτὸ ἐκ διαφόρων στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ θέσωμεν καὶ αὐτὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν καὶ σᾶς ἱκετεύομεν, ἀφῆστέ μας ἐλευθέρους καὶ λόγῳ τῆς ἱστορίας καὶ λόγῳ τῶν εὐθυνῶν ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ σύστημα αὐτὸ, διὰ τὴν ἐλαφρὰν καὶ μικρὰν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν φιλοδοξοῦμεν νὰ φέρωμεν εἰς τὴν μεγάλην δυστυχίαν, ἡ ὁποία πλανᾶται εἰς τὰ μέρη αὐτά. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶνε ἡ πρᾶξίς μας αὐτὴ καθαρῶς ἐξηγμένη ἀπὸ αἰσθήματα καθαρῶς ἀνθρωπιστικά. Διατὶ αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις, διατὶ αὐτὴ ἡ ἀντίδρασις; Ἀφήσατε καὶ τὸν λαόν αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶνε λαὸς χθεσινὸς, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας ρήτωρ, διότι ἔχει κοινωνικὴν ζωὴν πέραν τῶν 3.000 ἐτῶν, ζωὴν κοινωνικὴν, αὐτόνομον καὶ αὐτοτελῆ, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε καὶ εἰς τὴν χώραν ἐξ ἧς προῆλθεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς αὐτοτελείας, ἀφήσατέ τον νὰ αὐτοδιοικηθῇ ἔστω καὶ δοκιμαστικῶς, ἐπὶ μίαν τετραετίαν. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, καὶ συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν ὅτι τὰ μέρη αὐτὰ ἔχουν σχηματισθῇ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν σχηματίζονται φυσιολογικῶς καὶ κανονικῶς αἱ ὁμάδες τῶν ἀτόμων, αἱ οἰκογένειαι καὶ αἱ κοινωνίαι, δὲν ἔχουν σχηματισθῇ ἱστορικῶς, ὅπως σχηματίζονται καὶ αἱ λοιπαὶ κοινωνίαι. Ἀπολύτως εἶμαι σύμφωνος μεθ’ ὑμῶν. Ἔχουν σχηματισθῇ ὑπὸ τὴν καταιγίδα μιᾶς μεγάλης συμφορᾶς. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ μόνη ἐπιφύλαξις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶνε, νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν παροχῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δοθοῦν εἰς τὴν αὐτοτέλειαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Νὰ τοὺς ἀφήσωμε καὶ αὐτούς, νὰ τοὺς δοκιμάσωμεν, ἐὰν ἠμποροῦν νὰ κυβερνηθοῦν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως δημοτικῆς διακυβερνήσεως, καλύτερον ἀπὸ ὅ,τι τοὺς ἐκυβέρνησεν ὁ Πάτσης καὶ ὁ Μερκούρης μέχρι σήμερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἀπευθύνω παράπονα κατὰ τῶν δημάρχων τῆς πρωτευούσης. Τὸ ἔργον ἦτο τεράστιον. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μετὰ ἀπὸ τὴν πρώτην παραζάλην, ἔχουν τὸ συναίσθημα τῆς ζωῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀντλοῦν ἀπὸ τὸ ἔνδοξον παρελθόν, τὸ ὁποῖον διήνυσαν εἰς τὴν πατρίδα των. Δόσατέ τους τὰ μέσα, δόσατέ τους τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκδηλώσουν αὐτὴν τὴν ὀντότητά των πρὶν ἔλθῃ ὁ θάνατος καὶ τοὺς καλύψῃ καὶ τοὺς εὕρῃ ὑπὸ μίαν δουλείαν, ἡ ὁποία δὲν ξεύρω τί συνεπείας θὰ ἀφήσῃ εἰς τὰς μεταγενεστέρας γενεάς. Ἤδη καὶ τὰ κέντρα αὐτῶν κατώρθωσαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἱδρύσουν καὶ μετακομίσουν τοὺς ἐφεστίους θεούς των. Καὶ ποῖοι εἶνε οἱ ἐφέστιοι θεοί των; τοὺς γνωρίζετε καλῶς. Τὸ σχολεῖον καὶ ἡ ἐκκλησία. Καὶ ἐδημιούργησαν οὕτω τὸν πρῶτον πυρῆνα τῆς κοινωνικῆς των αὐτοτελείας. Δόσατέ τους λοιπόν, σεῖς οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι κόπτεσθε ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, δόσατέ τους αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν. Καὶ ἤδη ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν παράταξιν πλέον αὐτὴν καὶ ὄχι πρὸς ἐκείνην λέγω ὅτι, ἐπειδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λογιστικῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων περὶ δημοτικῆς φορολογίας δὲν εἶνε δυνατόν, λόγῳ τῶν εἰδικῶν ἱστορικῶν λόγων ὑφ’ οὓς ἐγένοντο οἱ συνοικισμοὶ αὐτοὶ νὰ ἔχωσι τοὺς πόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τοὺς ἐξασφαλίζουν τὴν ὕπαρξίν των, εἶνε ἀνάγκη νὰ προσέξητε εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἕνας πόρος τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων εἶνε ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀγοραπωλήσεων τῶν ἀκινήτων. Ἀλλὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶνται εἰς τὰ μέρη αὐτά, λόγῳ τῶν εἰδικῶν ἱστορικῶν λόγων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔζησαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ἐξελιχθῶσιν. Ἕτερος φόρος εἶνε ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ κυβισμοῦ ἐπὶ τῆς ἀνεγέρσεως οἰκιῶν, ἀλλὰ καὶ τοιοῦτος φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματά της, ὅπως δώσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθοῦν οἱ συνοικισμοὶ νὰ ἀποκτήσουν μίαν θέσιν, ἂν ὄχι ὡς τοῦ παρελθόντος, πάντως ὅμως καλλιτέραν ἐκείνης τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον οἱ συνοικισμοὶ αὐτοί. Ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία αὐτὴ τῆς οἰκονομικῆς των ἀνεξαρτησίας ἐνέχει καὶ κάποιον λόγον, πολιτικόν. Ὁ λόγος ὁ πολιτικός, εἶνε κυρίως, ὅτι θὰ δώσωμεν εὐθύνην μίαν ἡμέραν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ζοῦν οἱ συνοικισμοὶ οὗτοι καὶ θέλομεν νὰ τοὺς παραλάβωμεν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς οἰκονομικῆς ἀπογραφῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργήσωμεν, ἵνα ἐξακριβωθῇ, τὶ συνετελέσθη μέχρι σήμερον. Διότι αὐτὴ ἡ ἀθλιότης, ἡ ὁποία θὰ βαστάξῃ ἀκόμη πολὺν χρόνον, δὲν εἶνε δίκαιον μετ’ ὀλίγον καιρὸν διὰ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου νὰ καταλογίζηται εἰς τὸ σημερινὸν Κυβερνητικὸν καθεστὼς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κυβερνᾷ αὔριον, διότι ἡ κατάστασις εἶνε φρικώδης, ὥστε αἱ εὐθῦναι νὰ εἶνε τεράστιαι. Ἐὰν θελήσητε νὰ ρίψητε ἕν βλέμμα εἰς μερικοὺς τῶν συνοικισμῶν αὐτῶν, θὰ ἴδητε ὅτι ὠχριᾷ ἡ κόλασις τοῦ Δάντου ἀπέναντι τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Ἀνεξαρτήτως λοιπὸν τῶν ἄλλων λόγων, τῆς αὐτοτελείας δηλαδὴ καὶ τῆς πίστεως, ὅτι θὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν των διὰ τῆς ἐλευθερίας ταύτης, ἔχομεν καὶ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω καὶ κἄτι ἄλλο. Ὑπῆρχον ἐνδοιασμοὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἐὰν πρέπει νὰ ἀποκτηθῇ ἡ αὐτοτέλεια. Ἀλλ’ οἱ ἐνδοιασμοὶ αὐτοί, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὑπῆρχον μόνον μέχρι τῆς νυκτὸς τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Ἀπὸ τῆς νυκτὸς τῆς παρελθούσης Δευτέρας οἱ ἐνδοιασμοὶ αὐτοὶ ἐξηλείφθησαν καὶ ἀπὸ τὰς ψυχὰς καὶ τῶν τελευταίων ἀκόμη ἐνδοιαζόντων. Διότι ἡ παρελθοῦσα Δευτέρα μᾶς ἀπεκάλυψεν ἐδῶ διὰ τῆς ἀπολογίας ἑνὸς κατηγορουμένου Ἀρχηγοῦ κόμματος, ὅτι ὑπάρχουν στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἀκόμη εἶνε πιστευτὸν ὅτι ἕν ἄτομον ἢ δύο ἄτομα σκοτίως σκεπτόμενα εἶνε δυνατὸν αὐτοὺς τοὺς συνοικισμούς, ὅπως εἶνε σήμερον διαμορφωμένοι, ἄνευ τῆς διακυβερνήσεως ἐκ μέρους ὑπευθύνων τοπικῶν των παραγόντων, νὰ τοὺς ἄγωσιν ὡς πρόβατα ἐπὶ σφαγήν καὶ νὰ τοὺς ὠθῶσιν εἰς πράξεις ἀνάνδρους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ἤρκεσεν οὐχὶ τὸ πόρισμα δικαστικῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἡ ὁμολογία ἑνὸς κατηγορουμένου εἰλικρινῶς καταστήσαντος εἰς ἡμᾶς γνωστὰ τὰ γενόμενα εἰς τὰς 2½ μ. μεσονύκτιον τῆς 5ης πρὸς τὴν 6ην Μαρτίου, ἤρκεσεν αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅπως μᾶς κάμῃ νὰ πεισθῶμεν ἐντελῶς ὅτι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία καὶ αὐτὴ ἡ αὐτοτέλεια εἶνε πρᾶξις ἱερά, τὴν ὁποίαν ἀντὶ πάσης θυσίας πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Βοηθήσατέ μας, ἵνα ἀνήκῃ καὶ εἰς σᾶς ἡ τιμὴ τοῦ ὡραίου αὐτοῦ ἔργου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς)
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀβραάμ.
§187Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἐγένετο σημαντικὴ παρέκκλισις ἀπὸ τῆς κυρίας βάσεως αὐτῆς. Τὸ γενικώτερον θέμα, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, εἶνε τὸ γεννώμενον ἐκ τῆς αἰτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρὸς ἔκδοσιν ὡρισμένων Νομ. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ διανεμηθὲν σχέδιον. Εἶναι γνωστὸν καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοοῦν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν πολιτικοί, οἱ ἔχοντες ἱκανὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ὅτι ἡ διαδικασία τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων διὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶνε ἔκτακτος νομοθετικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκολουθῆται μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς ὡς καὶ πραγματικῆς φειδοῦς. Ἴσως εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο κατάχρησις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς διὰ τῆς διαδικασίας ταύτης νομοθετήσεως. Πρέπει ὅμως νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι ἀποτελεῖ προφανῆ ἀσυνέπειαν διὰ τὸ Κυβερνῶν κόμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ σύστημα διετύπωνεν ἄλλοτε ἀντιρρήσεις διὰ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἀθρόας δημιουργίας νόμων, ἡ υἱοθέτησις τῆς τοιαύτης μεθόδου. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ προσφάτως ἀκόμη, κατὰ τὴν ἄνοδον τῆς Κυβερνήσεώς του εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἐτόνισεν ὅτι ὁ τόπος πάσχει ἐκ πολυνομίας καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶνε διατεθειμένη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὰς Βουλὰς πολλὰ νομοσχέδια καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, διότι δὲν ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ αὐξήσῃ τὸ κακὸν τῆς πολυνομίας! Ἔχει δ’ ἄλλως, τοῦτο πολλάκις καὶ παρ’ ἄλλων τονισθῆ καὶ ἀναγνωρισθῆ. Ἴσως δὲ ἀπετέλεσε καὶ ἕνα ἐκ τῶν κυριωτέρων λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ ἵδρυσις καὶ τοῦ Βʹ Νομοθετικοῦ Σώματος, προωρισμένου ὅπως συμβάλῃ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν καὶ τὴν βραδυτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἀποφασίσασα νὰ διακόψῃ ἀπόψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς σειρὰν νομοσχεδίων διὰ τὴν παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀρθῶς, βεβαίως, καὶ συνταγματικῶς, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ λογοδοτήσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παράσχῃ τὰς ἐξηγήσεις καὶ δικαιολογίας, τὰς ὁποίας ὀφείλουν νὰ παρέχουν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν χορήγησιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τοιαύτην δημιουργίαν νόμων. Θὰ ηὐχόμην δὲ ὅπως ὁμοίως δικαιολογηθῇ πρὸς αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεώς του παρέσχεν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς ἀπησχόλησεν, παράσχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ τὰ ἄλλα θέματα τοῦ σχεδίου τῆς περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ἀποφάσεως. Διότι εἶνε γνωστὸν καὶ ὑποστηρίζεται παρ’ ὅλων τῶν ἐγκριτοτέρων τοῦ Συντάγματός μας ἑρμηνευτῶν, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογῇ καὶ μάλιστα εἰδικῶς καὶ καθέκαστον θέμα τὴν αἴτησιν ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἵνα τῆς παράσχῃ ἡ Βουλή, ἐνεργοῦσα ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα, ἐκχώρησιν αὐτὴν τὴν τῆς ἐξουσίας της, τὴν ὁποίαν εἶνε ἐντεταλμένη παρὰ τοῦ λαοῦ ὅπως τὴν ἀσκῇ ἀκεραίως ἡ ἰδία. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ κυρίως εἰς ὡρισμένας ἐκδηλώσεις καὶ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ θορύβου, ὡς εἶπεν, ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐνεργείας ὅμως ἀπολύτως νομίμους καὶ δικαστικὰς ἐναντίον τῆς γνωστῆς διοικητικῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρανόμου περὶ χωρισμοῦ τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν διατάγματος. Εἶνε δὲ περίεργον ὅτι ἐξενίσθη ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τούτων, ἐνῷ εἶνε γνωστὸν ὅτι αἱ τοιαῦται παράνομοι πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ὑπόκεινται πλέον καὶ εἰς δικαστικὸν ἔλεγχον, συμφώνως πρὸς τὸν θεμελιώδη καὶ πάγιον θεσμὸν περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καθιδρύσαμεν, ὑψώσαντες αὐτὸ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ὡς βωμὸν σεπτὸν νομιμότητος. Καὶ εὐτυχῶς ὅτι λειτουργεῖ, ἀφ’ ἧς καθιδρύθη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἔχῃ γεννηθῇ καὶ νὰ ὑφίσταται σταθερὰ καὶ ἀπόλυτος ἡ πίστις τοῦ Λαοῦ, ὅτι πράξεις Ὑπουργῶν, πράξεις Κυβερνήσεως καὶ ὀργάνων ἐν γένει τῆς δημοσίας ἐξουσίας, συγκρουόμεναι προφανῶς πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, εἶναι προωρισμέναι νὰ θραυσθοῦν πρὸ αὐτοῦ. Καὶ εἶνε γεγονός, ὅτι ἀπετέλεσε τοῦτο κύρωσιν πραγματικὴν τοῦ Δημοκρατικοῦ μας Πολιτεύματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβλήθη εἰς τὴν Διοίκησιν ἀπόλυτον τὸ πνεῦμα τῆς νομιμότητος. Ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιαύτη τις εὐαισθησία διὰ τὴν νομιμότητα τὸν ὤθησεν εἰς τὸ νὰ μελετήσῃ, ἴσως ἐκ τῶν ὑστέρων τόσον ἐπιμελῶς καὶ νὰ ἀνανεώσῃ τὰς νομικάς του μελέτας πρὸς ἐπιστημονικὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ὅρων ἀντικατάστασις καὶ κατάργησις νόμου, διὰ νὰ ἐμφανισθῇ ἴσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ πείσῃ ἀμέσως τοὺς ἀκούοντας ἢ θὰ ἀνατρέψῃ τὰς ἀντιρρήσεις των, τὰς ὁποίας ὅμως, χωρὶς κἄν ν’ ἀναπτύξῃ τὰ ἐπιχειρήματά του, σπεύδει νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκ προκαταβολῆς ὡς παιδαριώδεις καὶ μεθ’ ὑπερβαλλούσης εὐκολίας καὶ αὐτοπεποιθήσεως χαρακτηρίζει ὡς τοιαύτην καὶ τὴν προσφυγήν, ἡ ὁποία ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου διοικητικοῦ Δικαστηρίου τοῦ Κράτους, ἐναντίον αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεώς του καὶ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας του! Φοβοῦμαι ὅτι τὸ ὀλιγώτερον ἦτο ἀδικαιολόγητος ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός. Τὸν ἐνέπνευσεν ἴσως ἡ ἀγανάκτησίς του, διότι ἐπεκρίθη ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς κατὰ τρόπον πιθανῶς ἐξαιρετικῶς δριμύν, τρόπον ἄλλωστε γνώριμον, τὸν ὁποῖον τὸν τελευταῖον καιρὸν εἰς τὸν τόπον μας, ὡς καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, χρησιμοποιεῖ ἡ δημοσιογραφικὴ κριτική. Καὶ ἡ ἀγανάκτησίς του ὑπῆρξε φαίνεται τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀποδέχηται κἄν ἀντίκρουσιν τῶν ἀναπτυχθέντων παρ’ αὐτοῦ καὶ προφανῶς πεπλανημένων νομικῶς θεωριῶν. Δὲν εἶνε, Κύριε Ὑπουργὲ, πάντοτε, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Συνάδελφός σας, περίπλοκα τὰ νομικὰ ζητήματα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναζητῇ κανεὶς καὶ νὰ εὑρίσκῃ διέξοδον καὶ λύσιν δι’ ἀπροόπτων καὶ ἐκνόμων ἑλιγμῶν. Περίπλοκα ἐμφανίζονται τὰ νομικὰ ζητήματα ὅταν πράγματι εἶνε ἀμφίβολος ἡ δήλωσις τῆς βουλήσεως τοῦ νομοθέτου εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ὅταν ὅμως τὸ κείμενον εἶνε ἀμειλίκτως σαφὲς δὲν νομίζω ὅτι δύνανται οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ νόμου, εἴτε οἱ αὐθεντικοὶ εἴτε οἱ μὴ αὐθεντικοί, τουτέστιν οἱ δικαστικοί, νὰ ὑπερπηδήσουν τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Παρατηρῶ γενικώτερον ὅτι εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἀναγράφονται πέντε σχέδια ὑπὸ τὸν τίτλον «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔλαβον ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ καυτηριάσουν μετὰ δριμύτητος τὴν μέθοδον ταύτην, τῶν λεγομένων ἑρμηνευτικῶν νόμων. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε δριμύτεροι διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἥν οἱ τοιοῦτοι νόμοι ψηφίζονται, ὅταν ἐκκρεμῇ δίκη ἐνώπιον οἱουδήποτε δικαστηρίου εἴτε τακτικοῦ, εἴτε διοικητικοῦ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσουν! Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξεδήλωσεν ὅλην τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησίν του, δι’ ἕνα ἑρμηνευτικὸν νόμον, ψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως δεχθῇ νὰ ἀποσύρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐρρίπτοντο ὑπαινιγμοὶ ὅτι θὰ ἐπηρέαζε τὴν λύσιν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα, ἦσαν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὅταν λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ἔχετε ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ δικαστηρίου τοῦ Κράτους ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος ἢ μὴ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδώσατε, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ παράβασιν στοιχειωδῶν κοινοβουλευτικῶν νομοθετικῶν κανόνων τῶν ὁποίων ἐκαυχήθητε ὅτι ὑπήρξατε πιστὸς τηρητὴς καὶ ὀπαδός, ἡ εἰσήγησις καὶ ψήφισις νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται βεβαίως νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εἴπατε ὅτι δὲν ἐκδηλώνετε οὕτω δῆθεν οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀσέβειαν πρὸς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν ὑμῶν, διότι σεῖς ἀπεκδέχεσθε ἐλεύθερα καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστηρίων ὡς καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον μάλιστα, ὡς εἴπετε, ζητεῖτε, διότι εἶνε ὁ καλύτερος καὶ ὁ πληρέστερος, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ ὁ ὑπεύθυνος ἔλεγχος. Ἀλλ’ εἶνε νομίζω, φανερόν, ὅτι ἐφόσον ἡ πρᾶξις ὑμῶν εὑρίσκεται ὑπὸ ἔλεγχον δικαστικόν, δὲν δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπηρεάσητε ὁπωσδήποτε καὶ θὰ μεταβάλητε τὸ νομικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο, ὅταν ἐξεδίδατε τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Εἴπετε ἁπλῶς ὅτι σέβεσθε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ φοβεῖσθε τάχα μήπως ἐπηρεασθῇ ἐκ τοῦ ἔξωθεν γενομένου θορύβου καὶ θέλετε νὰ τὸ προφυλάξητε κατὰ τῆς δυσμενοῦς δι’ αὐτὸ κριτικῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀσκηθῇ ὅταν ἐγκρίνῃ, ὡς πιστεύετε, τὴν πρᾶξίν σας...
§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπα αὐτά. Βλέπω ὅτι συγκρίνετε πράγματα ἀνόμοια, διότι ἐγὼ ὑπεστήριξα ἄλλοτε ὅτι εἶνε ἄτοπον καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκκρεμεῖ μία δίκη ἀφορῶσα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ ἑρμηνεύωμεν αὐθεντικῶς, ἵνα καταστήσωμεν ἕωλον ἕν δικαίωμα κεκτημένον. Ἀλλὰ, Κύριοι Βουλευτὰ Πειραιῶς, σᾶς ἐρωτῶ. Τὶ ἰδέαν ἔχετε διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν; ἀποτελεῖ δικαίωμα ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀποτελεῖ κἂν δικαίωμα; Ἡ αὐτοδιοίκησις. Κύριε Βουλευτὰ Πειραιῶς, εἶνε δοτή. Ἁρμοδία διὰ νὰ κρίνῃ εἶνε ἡ διοίκησις. Ὅταν ἡ διοίκησις σχηματίζῃ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ αὐτοδιοίκησις, τί θέλετε νὰ κάμῃ; νὰ περιμένῃ μίαν τετραετίαν, ὅταν ἐπίκεινται αἱ ἐκλογαί, ἵνα πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀπαραίτητον νὰ συμβῇ πάραυτα; ἢ θέλετε νὰ μεταβάλω τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς σαρκασμόν; ἢ νομίζετε ὅτι τὸ ἅπαντον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶνε ἕν εἶδος — ἐπιτραπήτω νὰ εἴπω — σαδισμοῦ πολιτικοῦ, νὰ ἔχῃ τις τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ὑπόσχεται ἐκ τῶν προτέρων, βέβαιος ὅτι ἀθετεῖ τὴν ὑπόσχεσίν του; Ἀλλὰ, Κύριε Βουλευτά, ἐὰν τοιαῦται εἶνε αἱ ἀντιλήψεις σας, ὑποθέτω ὅτι ποτὲ δὲν θὰ συναντηθῶμεν. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε εἶνε ἐντελῶς ἀστήρικτα, ἐφόσον θέλετε μίαν ὁμιλίαν καὶ μίαν παρατήρησίν μου ἐπὶ ἐντελῶς ἀσχέτου ζητήματος νὰ τὴν συγκρίνητε μὲ ἕν ζήτημα ἄλλο διαφορετικόν. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶπα ὅτι φοβοῦμαι ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἤθελεν ἐπηρεασθῇ ἐκ τοῦ γενομένου θορύβου. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐπροσέξατε τὶ εἶπα. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶνε ἡ γνώμη καὶ ὅλων, πάντοτε ἵσταται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἡ Πολιτεία νὰ τὸ τάξῃ.
§189Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀσφαλῶς.
§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν λοιπὸν προβαίνω εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, προβαίνω διότι θεωρῶ ὅτι εἶνε ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφήσῃ νὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὕτω δὲ νὰ κλονισθῇ, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸν θόρυβον, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ὅταν αὔριον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἤθελεν ἐγκρίνῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ μαίνωνται κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, παρ’ ὅσα καὶ ἂν ὑμεῖς λέγετε.
§191Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὰς γενικωτέρας περὶ αὐτοδιοικήσεως ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας διερμηνεύσατε. Ἀλλὰ θέλω ἀκριβῶς νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ πρᾶξις ὑμῶν ἀντιτίθεται ἀπολύτως πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας, τὰς ἀντιλήψεις περὶ αὐτοδιοικήσεως, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶνε γνωστόν, ἔχουν κατοχυρωθῇ καὶ διατυπωθῇ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμά μας! Σᾶς παρέχω σχετικῶς τὴν πληροφορίαν ὅτι καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τὴν διακύβευσιν τοῦ γοήτρου, τοῦ ὁποίου τόσον στοργικὸν ἐκδηλώνεται ἐνδιαφέρον, ἐνῷ ἄλλοτε, ὅταν ἱδρύετο, ἡ παράταξις ὑμῶν ἐχαρακτήριζε τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ ὡς σπατάλην καὶ πολυτέλειαν καὶ δὲν παρέλειψε καὶ μετὰ τὴν λειτουργίαν του νὰ ἀπευθύνῃ καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀκόμη αἰτιάσεις ἀδίκους.
§192Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποτέ. Οὔτε ὅταν ἱδρύετο εἶπε κανείς τι. Συνεφωνήσαμεν διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὅταν ἱδρύθη, οὐδεμία ἐκ μέρους ἡμῶν ἐγένετο μομφή. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε ὅτι ἔχομεν σεβασμὸν καὶ διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ διὰ τὰ ἀνώτατα δικαστήριά μας. Ἔχομεν εἰς τὴν παράταξιν μας τοιοῦτον σεβασμόν, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶμεν ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν εἶνε ὄργανα μετατιθέμενα, κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ κόμματος.
§193Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς ἐδόθη τότε ἐπ’ αὐτοῦ ἡ προσήκουσα ἀποστομωτικὴ ἀπάντησις. Ἄλλωστε αὐτὰ εἶνε ἄσχετα πρὸς τὰ ζητήματα καὶ μὴ προσπαθῆτε νὰ μεταθέσητε τὴν καθαρῶς ἐπιστημονικὴν συζήτησιν εἰς τοιοῦτον ἐπίπεδον. Θὰ ηὐχόμην νὰ εἴχατε ὀλιγωτέραν εὐχέρειαν εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνεσθε τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπατε ὅτι δὲν δύναται ἡ διοίκησις νὰ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Καὶ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σᾶς παράσχω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὴν Διοίκησιν αὐτήν, ἐνεργήσασαν αὐθαιρέτως καὶ ἐπεμβάσαν εἰς τὴν καθιερωμένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος αὐτοδιοίκησιν, δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς κατελήξατε νὰ ἐφαρμόσητε δι’ ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐκδοθείσης κατὰ τὸ 1931. Τὴν ἐρράπισε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπρόκειτο τότε περὶ καταργήσεως τῆς Κοινότητος Ζωγράφου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδίου Νόμου. Καὶ εἶπε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας: ὅταν ὁ νόμος λέγῃ κατ’ οἰκείαν κρίσιν δὲν ἐννοεῖ κατ’ αὐθαίρετον κρίσιν, ἀλλὰ λελογισμένην τοιαύτην, σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τείνουσαν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν καὶ συμφερόντων τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται βεβαίως διὰ τῆς τηρήσεως τῶν βασικῶν καὶ θεμελιωδῶν κανόνων τοῦ κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἱδρύονται καὶ καταργοῦνται αἱ Κοινότητες. Ἐθεώρησε δηλαδὴ ἄκυρον τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου σας καὶ ἐκδοθεῖσαν διὰ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας του, διότι οὐδεμίαν σημασίαν ἔκρινεν ὅτι εἶχε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὑμεῖς, ἔλεγεν εἰς τὴν ἀπόφασίν του: «λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον τάδε τοῦ νόμου τάδε, συνιστῶμεν τὴν τάδε Κοινότητα καὶ τὸν τάδε Δῆμον» ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης αἰτιολογίας, ἀποδεικνυούσης ὅτι πράγματι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τὸ συμφέρον τῶν αὐτοδιοικουμένων ὀργανισμῶν.
§194Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐνέργειά μου ἦτο λελογισμένη καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν θεωρῆτε αὐθαίρετον.
§195Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας σας ἐξετάζω ἐγώ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶνε ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ καὶ τὴν ἄποψιν ταύτην. Ἀλλὰ διατί στενοχωρεῖσθε; Ἔχω καὶ ἐγώ, νομίζω, τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζω τὰς γνώμας μου, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἀναγνωρίζητε καὶ εἰς ἐμὲ ποίαν τινα ἁρμοδιότητα εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Νόμων καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν ἀντιλήψεων ἐπιστημονικῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἄλλως τε οὐδεὶς δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι ἡ ἐνέργειά του ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως εἶνε ἀπρόσβλητος, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ περίπλοκον δηλαδὴ τῶν νομικῶν ζητημάτων, ἂν καὶ δὲν ἔχῃ ἴσως ἄδικον, ἀλλὰ σεῖς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖτε διὰ τῆς αἰτήσεώς σας, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῆτε πρὸς ἔκδοσιν ἑρμηνευτικῶν Ν. Δ. ὅτι ὑφίσταται διαφωνία περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Εἴπατε δὲ ὅτι ἐπιδιώκετε τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὀφείλετε καὶ νὰ ἀνέχησθε. Ἠνωχλήθητε ἐξ ἄλλου ὅταν ὁ κ. Μυλωνᾶς παρετήρησεν ὅτι εἶνε ἀμφίβολος ἡ συνταγματικότης τοῦ νόμου καὶ ἐνομίσατε ὅτι ἐκαλύπτεσθε μὲ τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὁ νόμος ἔγινεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας καὶ ἐὰν εἶνε ἀντισυνταγματικὸς πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε. Ἀλλὰ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅταν ἐξήταζε τὸ ζήτημα τῆς Κοινότητος Ζωγράφου ὑπεστήριξεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Νέου Συντάγματος, τὸ ἀναθέτον, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἐλευθέραν κρίσιν τῶν πολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὴν ἀπ’ εὐθείας διαχείρισιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν τοπικῶν των ὑποθέσεων.
§196Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἀπόφασις δὲν λέγει ὅτι εἶνε ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος.
§197Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ἀναπτύσσει καὶ τὸ ὑποστηρίζει διὰ μακρῶν ὁ Εἰσηγητής. Ἡ ἀπόφασις δὲν κάμνει λόγον, διότι ἀκυρώνει δι’ ἄλλον λόγον τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§198Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ λέγει μόνον ὁ Εἰσηγητὴς δυστυχῶς, διότι ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶνε ἀντισυνταγματικός, ὡς ἀνατρέπων πᾶσαν ἀρχὴν αὐτοδιοικήσεως. Δι’ αὐτὸ δὲν ἐστηρίχθην ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Ν. 4227.
§199Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ ὁποῖος περιέχει τὴν αὐτὴν διάταξιν μὲ τὴν τοῦ 4852 περὶ οἰκείας κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
§200Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ Εἰσηγητὴς εἶπεν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὰς καθιερουμένας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§201Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «... (ἀναγινώσκει) ...». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ρύθμισις τῶν ἐσωτερικῶν των πραγμάτων τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν πολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτούς. Ἔπρεπε δηλαδὴ ἀπαραιτήτως νὰ ἔχητε τὴν γνώμην, ὅπως ὥριζε καὶ ὁ ἀρχικὸς νόμος, τῶν μελῶν τῶν Κοινοτήτων, τὰς ὁποίας ἱδρύετε. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπηρεάζομαι ἐν προκειμένῳ ἐκ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης στενῶς πολιτικῆς ἀπόψεως. Δὲν θὰ εἶχον δὲ κανένα λόγον προσωπικῶς νὰ μὴ ἀναγνωρίσω τόνον συμπαθείας εἰς τὴν κραυγὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀθηνῶν καὶ φίλου κ. Ἀθηνογένη, ὁ ὁποῖος ὅμως μετετόπισεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ζήτημα. Διότι καὶ ἄλλοτε συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ μιᾶς Κοινότητος ἐν Πειραιεῖ, τῆς Δραπετσῶνος, ἡ ὁποία ὅμως, καίτοι εἶχε γίνει καὶ δημοψήφισμα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, καὶ εἶχεν ἐκδηλωθῆ τοιαύτη θέλησις ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ τῶν κατοίκων ἐλησμονήθη ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς μεριμνῶντας ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐλησμονήθη δέ, διότι ἁπλούστατα δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ἡ προϋπόθεσις τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἡμίσεος τῶν κατοίκων.
§202Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐξήγησα ἐγὼ διὰ ποῖον λόγον, ἀτυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ κάνω διὰ τὴν Δραπετσῶνα, διότι ἐμπλέκεται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Πειραιῶς.
§203Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὡς ἐμπλέκεται καὶ ἡ Ν. Κοκκινιά.
§204Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§205Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαιώτατα, ἐμπλέκεται τμῆμα αὐτῆς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.
§206Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶχον ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν καὶ θὰ τὸ κάμω, ἐφόσον ἤθελον παραμείνῃ ἐπὶ μακρότερον χρόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐφόσον ἤθελον ἐξασφαλίσει τὴν ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα εἶνε δυνατὸν νὰ συμβοῦν, διότι ἔχω πάντα λόγον τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων νὰ τὴν πραγματοποιήσω.
§207Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Ν. Κοκκινιάν, ἀλλὰ δυστυχῶς πολιτικὸν πνεῦμα ἐρρύθμισε τὰς ἐνεργείας σας.
§208Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λέγετε ὅτι εἶνε πολιτικὸν συμφέρον.
§209Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐνῷ θίγω κυρίως τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν. (ὁ κ. Ράλλης, βαδίζων ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶνε ὁ καλύτερος καὶ εὐγενέστερος ἢ τέλος πάντων ὁ κανονικώτερος τρόπος συζητήσεως. Καὶ τὸν προτιμᾶτε μάλιστα σεῖς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἶσθε παλαίμαχος κοινοβουλευτικὸς καὶ δὴ ἐκ παραδόσεως, εὐλαβὴς φρουρὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ συμπληρώσω τὰς σκέψεις μου καὶ ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πιθανώτατα νὰ αἰσθάνεται τόσην ἐνόχλησιν καὶ ἀδυναμίαν νὰ ἀπαντήσῃ, διότι αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω φαίνεται ὅτι ἔχουν ἐξαιρετικῶς εὐγλωττικήν, νομικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν βασιμότητα. Ὁ κ. Ὑπουργός, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπεκαλέσθη καὶ γνώμην θεωρητικήν, κατ’ ἐμέ τοὐλάχιστον, ὄχι τόσον ὀρθὴν καὶ δεδικαιολογημένην, τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ ὁποῖος φέρεται καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς προσφυγῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον αὐτοῦ κατὰ τοῦ σχετικοῦ διατάγματος. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Παπαφράγκου στηρίζεται εἰς θεωρίαν ἀπηρχαιομένην, σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας ἢ μὴ ἑρμηνείας τῶν νόμων, τῆς χρήσεως ἢ μὴ τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ αὐτῶν. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἐλέχθη ὅτι ὁ κ. Παπαφράγκος θεωρεῖ, ὡς αὐτόχρημα εἰδωλολατρείαν τὴν τυπικολογικὴν ἑρμηνείαν. Πράγματι αὐτὸ ἔχει λυθῇ πρὸ πολλοῦ. Ἀλλ’ εἶνε ἄσχετον ἐντελῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας ἢ μὴ ἐλευθέρας ἑρμηνείας πρὸς τὸ ζήτημα τῆς τυπικῆς ἑρμηνείας. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ζητήματα καὶ συζητήσεις μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων περὶ ἑρμηνείας νόμων, γεννῶνται μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καὶ ἀσάφεια εἰς τὸ κείμενον καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν νόμων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν προσφάτως ἀκόμη ὅταν ἐγένοντο συζητήσεις περὶ παραβιάσεως συνταγματικῆς διατάξεως διὰ τὴν ἐμφάνισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προσηλώθη εἰς τὸ κείμενον τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου καὶ ἀποκρούων τὰς ἑρμηνείας τὰς ὁποίας ἔδιδον ἄλλοι πολιτικοὶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἔλεγε: Τίνα χρείαν ἔχομεν ἑρμηνείας νομικῆς; Ἐδῶ ἔχομεν τὸ κείμενον σαφὲς καὶ ὠμόν. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ παρ’ ἡμῶν ὡς καλὸς νομικός, ὅπως καὶ γενικώτερον ἀναγνωρίζεται. Τὶ χρειάζεται ἡ νομικὴ ἑρμηνεία, ὅταν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος εἶνε σαφές; Ὅπου τὸ κείμενον εἶνε σαφές, ἐκεῖ δὲν χωρεῖ καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς διατυπώσεως, δὲν ἐπιτρέπεται μὲ ἑρμηνευτικὴν προσπάθειαν ν’ ἀναζητῆται ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τὸ γράμμα τοῦ Νόμου καὶ τὸ κείμενον εἶνε τόσον ρητὸν καὶ σαφές, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται καμμία ἀμφιβολία. Εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ὑπάρχει ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς του θὰ διαρκέσῃ εἰς τρεῖς μόνον μῆνας. Ἔχει δὲ αὕτη καὶ τὴν λογικήν της αἰτιολογίαν. Ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἶνε, ὡς γνωστόν, ἡ συζήτησις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὰς λελογισμένας προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, τὰς χρησίμους διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν Νόμων ἐλέχθη, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κατάργησις τῶν Κοινοτήτων καὶ ἀναγνώρισις τοιούτων, ἀποτελεῖ καθαρὰν παρέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν διοίκησιν τῶν αὐτοδιοικουμένων ὀργανισμῶν. Καὶ ὑπεστηρίχθη τότε, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἐκρίθη ὡς ἐπέμβασις ἀδικαιολόγητος καὶ ἀντισυνταγματικὴ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν αὐτοδιοικουμένων ὀργανισμῶν, ὅτι πρέπει ἡ διάρκεια τῆς ἰσχύος τῆς σχετικῆς διατάξεως καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀναγνωρίσεως ὡς καὶ τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς ἀποσπάσεως ὡρισμένων Κοινοτήτων καὶ τῆς καταργήσεως αὐτῶν, πρέπει πάντως νὰ εἶνε βραχεῖα. Ἀπεφασίσθη δηλαδὴ νὰ περιορισθῇ χρονικῶς ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου καὶ διὰ τὰς δύο περιπτώσεις, τόσον δηλαδὴ διὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ κατάργησιν Κοινότητος, ὡμίλησαν δ’ ἐπ’ αὐτοῦ σχετικῶς ὁ Εἰσηγητὴς Ὑπουργὸς κ. Σίδερης καὶ ὁ πρώην Ὑπουργός, ἀσχοληθέντες εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κοινότητος Ζωγράφου, διότι αὐτός, Κύριοι Βουλευταί, ὡς λέγομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί, ἦτο ἡ occasio legis, ἡ ἀφορμὴ τοῦ Νόμου. Εἰς τὸν νεώτερον ὅμως νόμον ἀντεγράφη ὁλόκληρος ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ. Ἐνεσωματώθη δηλαδὴ καὶ συνεχωνεύθη ἐν αὐτῷ ἀποτελέσασα νέον Νόμον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπω ὅτι ματαίως ἐπικαλεῖται ἐν προκειμένῳ τὴν γνώμην τοῦ μακαρίτου Dernburg περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀντικαταστάσεως, καθ’ ἥν, ὅταν ὁ νεώτερος νόμος ὁ ἀντικαθιστῶν, ἔχῃ περιωρισμένην χρονικὴν διάρκειαν, ληγούσης τῆς προθεσμίας ἐπαναβιοῖ ὁ ἀντικαθιστάμενος. Ἀλλ’ εἶνε ἀπολύτως διάφορον αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐδῶ ἐγένετο ἀντικατάστασις καὶ κατάργησις τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ ὁ νομοθέτης ὥρισε διὰ ρητῆς ἐν τῷ νέῳ νόμῳ διατάξεως, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ὁλοκλήρου, ἄνευ διακρίσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, θὰ διαρκέσῃ εἰς τρίμηνον. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ἰσχύος του περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ σῶμα τοῦ νόμου καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν περίπτωσιν. Δὲν δύναται δὲ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ γεννηθῇ καμμία ἀμφιβολία καὶ ἡ θεωρία περὶ ἀναβιώσεως τοῦ παλαιοῦ νόμου μετὰ τὴν πάροδον τοῦ τριμήνου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν προκειμένῳ ἐφαρμογήν. Ἐφαρμόσας λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν ἀνεπιστρεπτεὶ καὶ ὁριστικῶς νεκρόν, παρεβίασε τὸν νεώτερον, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος εἶχε παύσει βεβαίως νὰ ἰσχύῃ. Εἶνε κατὰ ταῦτα ἀναμφισβήτητον ἐν προκειμένῳ ὅτι ἐχώρισε καθαρὰ παραβίασις τοῦ νόμου, Κύριοι Βουλευταί....
§210Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν, νὰ εἴπωμεν, τὸ νομικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ δὲν σᾶς βοηθεῖ, τὶ ἔχετε νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ, τὶ ἔχετε ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὴν τόσον συγκινητικήν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀγόρευσιν τοῦ Συναδέλφου τοῦ κ. Ἀθηνογένους, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν περὶ τῆς ἀπαθλιώσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ τμήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προστατευθῶσι διὰ τοῦ νόμου τούτου; Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ εἶχον τὴν γνώμην σας, τὴν γνώμην ὑμῶν καὶ ὄχι ὡς Βουλευτοῦ Πειραιῶς. Διότι ἂν ἀφήσωμεν τὸ νομικὸν μέρος ἐντελῶς κατὰ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω δὲν σᾶς βοηθεῖ, τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τὶ λέγει; Οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι μὲ τὴν νέαν μορφὴν, ποὺ θὰ λάβουν, θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν ἀπαθλίωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται· ναὶ ἢ ὄχι; Ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ ἀπέβλεψε. Πῶς εἶνε δυνατὸν εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν μαρασμώδη κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐμπνέει φρίκην καὶ ἀποτροπιασμόν, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ τοὺς δώσῃ μίαν ἀνωτέραν διοίκησιν. Καὶ ἐφρόντισε διὰ τοῦτο νὰ προικοδοτήσῃ μὲ οἰκονομικὰ μέσα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔχουν πραγματικὴν ὀργανικὴν ζωὴν καὶ πραγματικὴν δημοτικὴν καὶ κοινοτικὴν ζωήν. Ἐπὶ τούτων ἔχετε νὰ φέρετε καμμίαν ἀντίρρησιν;
§211Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν νά φέρω, Κύριε Ὑπουργέ, ὅτι οὔτε αὐτὸ εἶνε ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τοῦ χωρισμοῦ, οὔτε ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται. Ἀποτελεῖ δὲ κρίσιν ὑμῶν ὑποκειμενικήν, αὐθαίρετον καὶ μὴ στηριζομένην εἰς τὰ πράγματα, ὁ ἰσχυρισμός σας αὐτός. Ἡ νομοθεσία τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων καθιέρωσε βασικὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τηρῶνται κατὰ τὴν δημιουργίαν αὐτοτελοῦς ὀργανισμοῦ αὐτοδιοικήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἴχατε καμμίαν ἀπολύτως ἐκδήλωσιν τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων περὶ τοῦ ἰδίου αὐτῶν οἴκου, τῶν ἐχόντων ἀνάλογον ὡριμότητα πολιτικὴν καὶ συνείδησιν τῶν τοπικῶν των συμφερόντων....
§212Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἰς τὰ χάλια, ποὺ εὑρίσκοντο δὲν εἶχον καὶ τὴν δύναμιν νά...
§213Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὰ χάλια τὰ ἐγνωρίσαμεν ἡμεῖς πολὺ προτήτερα ἀπὸ σᾶς, ποὺ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰσεδύσατε μόνον κατὰ τὰς προεκλογικὰς ἡμέρας εἰς τοὺς Συνοικισμούς.
§214Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἀφοῦ τὰ ἐγνωρίσατε θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ θεραπεύσητε.
§215ΝΙΚ. ΑΒΡΑΑΜ. Καὶ δι’ αὐτὸ κατεβλήθη πάντοτε μεγάλη καὶ στοργικὴ προσπάθεια. Ἀλλὰ διατὶ ἡ κορώνα αὐτή, ἡ ὁποία ὁμοιάζει τὰς προεκλογικὰς τοιαύτας ὡς ἐκείνη διὰ τὸ 25% λ. χ. Ἂς ἐντοπίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὰς σέβεσθε, ἔχω τὸ δικαίωμα, νὰ παρατηρήσω ὅτι, εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος ἡ ἐνέργειά σας καὶ γίνεται ἐκ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ. Διότι ἐάν, ὅπως ὑποστηρίζετε, ἔχουν ὡριμότητα πρὸς αὐτοδιοίκησιν διατὶ δὲν τοὺς ἐρωτᾶτε; Ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἶναι πιθανὸν ὅτι ἐὰν μὲν δὲν ἐξασφαλίζωνται αἱ βάσεις τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῶν συνοικισμῶν νὰ τὴν ἀποστέργουν ἐὰν δὲ ἐξασφαλίζωνται νὰ τὴν ἐπιθυμοῦν καὶ νὰ τὴν δέχωνται. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Διατὶ ἀρέσκεσθε ν’ ἀποδίδετε διαρκῶς εἰς τάσιν ἐκμεταλλεύσεως κομματικῆς, τὰς ἀντιρρήσεις μας, τὰς ὁποίας ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησεν οὕτω νὰ χαρακτηρίσῃ διεκτραγωδήσας ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου τὸν προσφυγικὸν πόνον, γνώριμον καὶ εἰς ἡμᾶς, ὑποθέτω διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ ὁποίου ἐλήφθη νομίζω, κάποια μέριμνα καὶ ὑπὸ τῶν προκατόχων κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐντοπίζω ἐπὶ τῆς νομικῆς ἀπόψεως τὴν συζήτησιν, διότι νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἄποψις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκρινεν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν ἐνέργειάν του ἐκ προκαταβολῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ καταστήσῃ ταύτην συνυπεύθυνον διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῆς παρανομίας του. Ἀλλὰ κατηγορούμενος εἶναι ἤδη ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου διὰ τὴν παράβασίν του αὐτήν. Ἐκεῖ ὀφείλει ν’ ἀπολογηθῇ διατὶ παρέβη τὸν νόμον, ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸν στόμφον, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ἐδῶ, τονίσας ἐπανειλημμένως ὅτι ὁπωσδήποτε παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ψηφισθῇ σχετικὸν Ν. Δ. στηριζόμενος εἰς τὴν πολιτικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν βεβαίως κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δημιουργεῖ ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, γίνεται κατάχρησις αὐτῆς, πρὸς κάλυψιν παρανομιῶν. Δὲν δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ παρασκευάζῃ τὸν ἀγῶνά του ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητῶν νὰ ὁπλισθῇ διὰ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, κατὰ παράβασιν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς, ὡς εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος, ὑπεστήριξεν ἄλλοτε. Οὕτω νομίζω, τίθεται τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς νομιμότητος ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὴν νομιμότητα αὐτῆς ἀμφισβητοῦμεν ἀπολύτως καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι φανερὰ καὶ ὡμολογημένη ἡ παράβασις τοῦ νόμου, ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ οὐσιαστικόν, νὰ ἀμφιβάλλωμεν διὰ τὴν προσήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς οὐσιαστικὰς καὶ τὰς θεμελιώδεις ἀπόψεις, τὰς ἀφορώσας τὸ πραγματικὸν συμφέρον τῶν ὀργανισμῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως, τοὺς ὁποίους ζητεῖ νὰ δημιουργήσῃ διὰ τοῦ Διατάγματός της αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, λόγοι ὑποθέτω ἔχοντες ἀσάλευτον βασιμότητα καὶ νομικὴν ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικήν, εὑρισκόμενοι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ὅσα ὑπεστηρίχθησαν ἐπὶ τέλους ἄλλοτε καὶ ἀπὸ τὴν κυβερνήσασαν παράταξιν, πρέπει νὰ πείσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀποσύρῃ τὴν αἴτησιν τῆς τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεώς του διὰ τὸ Νομ. αὐτὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν πλὴν νὰ προλάβῃ τὴν ἐπικειμένην, τὴν ἀσφαλῆ ἀκύρωσιν τῆς πράξεώς του, διότι εἶναι φανερὰ ἡ παράβασις, εἶνε δὲ καὶ τυφλοῖς δῆλον ὅτι, ἡ αἴτησις περὶ τῆς ἐκδόσεως ἑρμηνευτικοῦ Διατάγματος, ἀποτελεῖ πλήρη ὁμολογίαν τῆς παρανομίας του καὶ τὸ ὀλιγώτερον τῆς νομικῆς ἀμφιβολίας, τῆς ὁποίας τὸ πνεῦμα κυριαρχεῖ ἀκόμη εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ μετὰ τὴν βαθεῖαν νομικὴν μελέτην τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματός του. Ἀλλὰ θὰ εἶχον προσθέτως νὰ παρατηρήσω ὅτι χαρακτηρίσας, ὡς ἐχαρακτήρισε, διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπάλληλον ἀνώτατον τοῦ Ὑπουργείου του, ὡς καὶ ὑπάλληλον ἄξιον σεβασμοῦ καὶ ὡς πολίτην ἀκόμη, ἔχοντα καὶ μόρφωσιν ἀρίστην, καὶ ἦθος, ἐστερημένου τοῦ ἑνὸς ὀφθαλμοῦ εἰς τοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του ὑπῆρξεν αὐστηρὸς πάντοτε τηρητὴς τῶν νόμων καὶ δὲν ὑπέκυψεν εἰς οὐδενὸς εἴδους πολιτικὴν πίστιν ἐνεκαινίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μέθοδον, τιμωρίας τῶν ὑφισταμένων του λίαν πρωτότυπον καὶ παράνομον καὶ ἀντικοινοβουλευτικήν. Διότι καταχρώμενος τὴν ἐξουσίαν του ἐξῆλθεν καὶ εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐδήλωσεν ἐν ὀργῇ «ἐπιτιμῶ δημοσίᾳ τὸν ἀνώτατον τοῦτον ὑπάλληλον, διότι δὲν γνωρίζει νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς Νόμους». Εἶναι καὶ αὐτὸς νομικός. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω ἀπὸ συμφοιτητήν μου ἀκόμη. Καὶ γνωρίζω ὅτι ἐδημιούργησε διὰ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἱκανότητός του ὡς ὑπάλληλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ γνωστὸς ἐπὶ τέλους, ὡς ὑπάλληλος εὐσυνείδητος καὶ τίμιος, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπιτιμᾶται δημοσίᾳ παρ’ ὑμῶν, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀξιώματός σας ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν δύναται καὶ αὐτὸς νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
§216Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργός). Τὸ ἀποδεικνύει ἡ σταδιοδρομία του.
§217Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς βεβαιῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καὶ ἀπὸ στενῆς πολιτικῆς ἀπόψεως, ἀφ’ ἧς γίνεται ὁ ὑπαινιγμός σας, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν ἦτο ἄξιος νὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν, διότι εἰς πλείστας περιπτώσεις ἐδοκιμάσθη ὁ ὑπαλληλικός του χαρακτήρ. Ἐν πάσει περιπτώσει ἔχω γενικώτερον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν πλάνην του καὶ θὰ ἀποσύρῃ τὴν σχετικὴν πρότασίν του, περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, πρὸς συγκάλυψιν τῆς παρανομίας του διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα.
§218Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πειραιῶς, περιέλαβεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του καὶ ἐπίκρισιν ἐνεργείας μου, ὅσον ἀφορᾷ ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω ὅτι ἂν πάλιν παρουσιασθῇ ἡ αὐτὴ περίπτωσις, δὲν θὰ διστάσω νὰ κάμω τὸ ἴδιον ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐξυπηρετεῖται ἡ τάξις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζῃ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος ὅτι δύναται νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν Ὑπουργόν. Ἐτοποθέτησα ἄλλωστε εἰς τὴν θέσιν του ἄλλον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν παράταξίν μας καὶ τὸν ἐτοποθέτησα, διότι τὸν θεωρῶ ἱκανόν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐν τῇ ἐν λόγῳ σπουδῇ ὅπως παράσχῃ διασαφήσεις ἐπὶ τοῦ ἐκδοθέντος παρ’ αὐτοῦ διατάγματος καὶ τῆς σχετικῆς αἰτήσεως περὶ ἐξουσιοδοτήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντέστρεψε τὴν φυσικὴν τάξιν τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, τάξιν φυσικὴν ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ ἀπὸ τῶν γενικῶν συζητήσεων εἰς τὰ εἰδικὰ θέματα τῆς ζητουμένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν φυσικὴν τάξιν, θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου θέματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δηλαδὴ τοῦ χωρισμοῦ τῶν Προσφυγικῶν συνοικισμῶν ἀφοῦ προτάξω παρατήρησίν τινα γενικοῦ χαρακτῆρος, μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ ἀποφύγω μὲν τὴν συζήτησιν, ὅπως εἰς ὅλας μου τὰς συζητήσεις, νὰ μὴ δώσω δὲ ἀφορμὴν ἐγὼ τουλάχιστον νὰ δημιουργηθῇ νέα ὀξύτης, ὅπως τῶν τελευταίων ἡμερῶν, ἡ ὁποία συνεκίνησεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Κυβερνήσεως, περὶ μελετωμένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διεκήρυξε μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι παραμένει πιστὸς καὶ θερμὸς θιασώτης τῆς κοινοβουλευτικῆς ὀρθοδοξίας, καὶ πολέμιος τοῦ θεσμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰλικρινῶς χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν μεταβάλλει ἰδέας. Θὰ ἐπεθύμουν ἡ πίστις πρὸς τὰς ἰδέας αὐτὰς νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν λυδίαν λίθον τῆς πίστεως πρὸς τὰς ἰδέας. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ εἰλικρινῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πολέμιος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἔφερε τὴν ἑσπέραν ταύτην μίαν αἴτησιν τῆς ὁποίας μακροτέραν, τῆς ὁποίας ποικιλωτέραν δὲν ὑπεθέτω νὰ εἶδεν ἡ Βουλὴ ἀφ’ ὅτου τουλάχιστον ἐγὼ παρακάθημαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§221Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ σᾶς δείξω μερικὰς ἐξουσιοδοτήσεις καὶ μακροτέρας καὶ ποικιλωτέρας καὶ μὲ θέματα πολὺ δυσκολώτερα, τὰ ὁποῖα, βέβαια, δὲν βαρύνουν τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, διότι προέρχονται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ τὰς εἶδε καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν.
§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι καὶ ἂν τοῦτο συνέβη καὶ δὲν τὸ ἀντελήφθην κατὰ τὸ παρελθόν, προέκυψεν ὅμως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς κατηγορουμένης ὅτι δὲν ἔχει προσήλωσιν πρὸς τὰς ἀκραιφνεῖς κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ἐξουσιοδότησις προέκυψεν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἡ ὁποία καυχᾶται εὐλόγως ἴσως, διότι πρόσκειται πάντοτε πρὸς τὰς ἀκραιφνεῖς κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς. Καὶ δὲν ἤθελα ἀληθῶς νὰ παρατηρηθῇ τὸ φαινόμενον τοῦτο, τῆς ἀνακολουθίας αὐτῆς ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ νὰ λέγωμεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἄλλα νὰ πράττωμεν ἐρχόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπίσης πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν καταδίκην αὐτῆς εἰς ἀδράνειαν, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς περίοδον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτῆς περίοδον, εἰς ἐλαχίστην ἦλθεν ἐπαφὴν πρὸς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, οὐδόλως, ἔγινεν ἐμφανὲς ἐκ τῆς ἐπαφῆς αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς συνεργασίας νομοθετικὸν ἔργον μόνιμον. Καὶ ἔρχεται σήμερον νὰ ζητήσῃ μίαν νέαν ἐξουσιοδότησιν δύο μηνῶν, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς, μετὰ τὸ πέρας τῆς διακοπῆς αὐτῆς, αἴτησιν πρὸς νέαν ἐπίσης ἀργίαν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, διότι εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐπανέλθουν τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ὁ θερινὸς καύσων θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ εἰς τὴν τακτικὴν ἐτησίαν τῶν ἐργασιῶν διακοπήν. Τότε ἔχομεν τὰ Νομοθετικὰ Σώματα ἀδρανοῦντα ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον σχεδὸν ἔτος.
§223Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὸ κόμμα αὑτὸ ὑπεύθυνον;
§224Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ τερματίσητε αὐτὴν τὴν ἀδράνειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν περίοδον αὐτήν, εἰς τὰς στιγμὰς αὐτὰς κατὰ τὰς ὁποίας, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, κατ’ ἐξοχὴν ἐπιβάλλεται ἡ παρουσία τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πεποίθησίς μου εἰλικρινὴς εἶναι, ὅτι τίποτε δὲν δικαιολογεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸν ἀτελείωτον, ἀληθῶς, λήθαργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὔτε αἱ συνεννοήσεις σας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κ.Τ.Ε., αἱ ὁποῖαι διανύουσιν τὴν στιγμὴν αὐτὴν προκαταρκτικὸν στάδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχουν εἰς ὑμᾶς τοιαύτην ἀπασχόλησιν, ὥστε νὰ μὴν ἐμφανίζεσθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὔτε ἡ μετάβασις εἰς τὴν Γενεύην, ἡ ὁποία θ’ ἀργήσῃ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, οὔτε κἂν αὐτοπρόσωπος ἡγεσία εἰς τὴν παγκόσμιον οἰκονομικὴν διάσκεψιν ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θὰ ἀρχίσῃ μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου μηνός. Καὶ ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία, ἡ ἄγρυπνος παρουσία πλησίον τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν διότι ἐξ αὐτῆς κυρίως θὰ λάβῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐνίσχυσιν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐνδεχομένων δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσιν κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεώς μας. Διότι ὀφείλει ὡς γίνεται εἰς ὅλα τὰ κράτη, τὰ κράτη τὰ ἔχοντα πολίτευμα ἐλεύθερον, διότι ὀφείλει νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία διὰ νὰ μεταδίδῃ ἐν ἀνάγκῃ τὸν ἰσχυρόν τοῦ ἔθνους παλμὸν καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, δὲν ἔπρεπε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ σιγήσῃ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, διότι πῶς θέλετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μόνον ἡ Βουλὴ νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῆς Χώρας ἀφ’ οὗ εἰσελθόντες ἤδη εἰς τὸν δεύτερον μῆνα τῆς νέας χρήσεως, πρόκειται, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διοικηθῇ ἐπὶ ἕνα ἀκόμη τρίμηνον διὰ τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν μέσων διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἐπίσης ἐξουσιοδότησις Πῶς θέλετε νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς οἰκονομικῆς του θέσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν ὁ προϋπολογισμός, ὡς μανθάνομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, καταρτισθείς, ἐδόθη εἰς τοὺς ξένους ἀντιπροσώπους τῆς Κοιν. τῶν Ἐθνῶν καὶ ἔγιναν ἐνήμεροι αὐτοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ εἶνε ἐνήμερος τῶν ἀντιλήψεών σας καὶ περὶ τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιλήψεών σας περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ παγκοσμίου οἰκονομικοῦ προβλήματος. Ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα διέπονται ἀπὸ ἐλευθέρους θεσμούς, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοιούτων μεγάλων γεγονότων, κατὰ τὰ ὁποῖα συζητοῦνται καὶ κρίνονται τὰ προβλήματα τῶν λαῶν καὶ ἡ τύχη αὐτῶν, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι νὰ ἔχουν παρὰ τὸ πλευρόν των ἄγρυπνον παραστάτην τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Καὶ συγκαλοῦν αὐτὰς καὶ ἐκτάκτως διὰ νὰ ἀνακοινώσουν εἰς αὐτὰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑπ’ ὄψει των, τὰς κατευθύνσεις πρὸς τὰς ὁποίας θὰ βαδίσουν, παριστάμεναι εἰς τὰ διεθνῆ συνέδρια. Δὲν ἔχετε λοιπὸν κανένα λόγον πραγματικὸν, ὅπως θέσητε, οὕτως εἰπεῖν, φίμωτρον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποκρύψω τὸν φόβον ὅτι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον ὡς ὁ κανὼν ὁ ἀπαράβατος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κανεὶς ἄλλος, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ εἰδικὸν προνόμιον, ὥστε νὰ συνεργάζεται ἢ νὰ μὴ συνεργάζεται μὲ τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸ δοκοῦν εἰς αὐτόν. Ὁσάκις αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὸ μέλλον εὑρίσκονται ἐνώπιον δυσχερειῶν καὶ θέλουν ν’ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ τὰς δυσκολίας τῶν Βουλῶν εἶνε εὔκολον νὰ κρατοῦν αὐτὰς μακρὰν καὶ νὰ ἀσκοῦν αὗται διὰ τῶν ἐπιτροπῶν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν αὐτὸ ἀποτελεῖ ὄχι πλέον τὸν ἀκραιφνῆ Κοινοβουλευτισμόν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἁπλῶς Κοινοβουλευτισμόν, ἀφίεμαι νὰ τὸ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κατ’ ἀρχὴν ἀντίθεσιν κατὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ· ἴσως θὰ ἐνομίζαμεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαρρυθμισθῇ κάπως σκοπιμώτερον, ἀλλ’ ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν εἰμὴ εἰς ἐξαιρετικάς τινας περιστάσεις νὰ συντρέχῃ ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ διαδικασία διὰ τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τονίσωμεν εἶνε ὅτι ἡ ἔκτακτος αὐτὴ κοινοβουλευτικὴ διαδικασία δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται παρὰ μόνον εἰς ἀναπόφευκτον ἐπείγουσαν ἀνάγκην καὶ εἰς περίπτωσιν ἀναγκαστικῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν οἱ δύο αὐτοὶ λόγοι δὲν συντρέχουν, τότε ὁ θεσμὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ χρήσιμος εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἀποτελεῖ καθαρὰν καταστρατήγησιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ μάθω εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως — ἐπικαλοῦμαι ὅλην σας τὴν ψυχραιμίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μοῦ εἰπῆτε— πόσα ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ψηφίσῃ ἡ ἐπιτροπή, πόσα ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν ἔχουσιν χαρακτῆρα ἐπείγοντα, πόσων ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν δὲν εἶνε ἀναγκαία ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος; Ἐὰν σᾶς ἐρωτήσω, διατὶ 65,69, γνωρίζω πόσα θὰ καταλήξουν ἕως τὸ τέλος, τὰ μέτρα ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διατὶ ζητεῖτε αὐτὰ τὰ μέτρα ἡμεῖς νὰ παραπέμψωμεν εἰς ἐπιτροπάς, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποσῶς περὶ τίνος πρόκειται; Διότι ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἦτο περιωρισμένη ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ἐξεύρωμεν. Ὅπως ὀρθώτατα ἔγινεν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ τῶν Συνοικισμῶν, θὰ ἠμποροῦσε αὐτὸ νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, διότι οὕτω, ἀφοῦ ὑπέστη τὸ μέτρον τοῦτο ἕνα προκαταρκτικὸν ἔλεγχον ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Τώρα τὶ θέλετε δι’ αὐτὰ ὅλα νὰ σᾶς εἴπωμεν; Νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι ἐγκρίνομεν αὐτὸν τὸν πίνακα, θὰ ἦτο ἔλλειψις τῆς γνώμης ἡμῶν. Νὰ ἀντιδράσωμεν εἰς αὐτόν; Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ φέρωμεν οὐδεμίαν δυσχέρειαν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπευθυνθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπωμεν περιορίσατε τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸ ἐλάχιστον διὰ νὰ μὴ δημιουργήσητε τὸ κακὸν προηγούμενον, τὸ ὀλέθριον προηγούμενον, τῆς μεταθέσεως τοῦ βάρους τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τὰς ἐν κρυπτῷ διεξαγομένας ἐργασίας τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω γενικῶς. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιορισθῶ. Ὑπολείπεται νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων καὶ ἐγὼ τὸ νομικὸν ζήτημα, ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται περιορισμούς, ἀπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἐὰν ὁ νόμος ἔχῃ, ὅπως ἡμεῖς λέγομεν, κακὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κακὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, διότι περὶ διοικητικῆς πράξεως πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον πρό τινος ἐξέδωσεν. Ἐὰν ἀντιθέτως αἱ ἀπόψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶνε τόσον ἀσφαλής, δὲν εἶνε ἐπιδεκτικαὶ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως, τότε τὸ φυσικώτερον τῶν πραγμάτων θὰ ἦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀρξάμενος ἤδη δρόμος, δηλαδὴ τὸ ζήτημα νὰ λύσῃ τελικῶς μίαν ἀρχήν, εὑρισκομένην ἔξω τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἰδεῶν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ τῶν προκαταλήψεων τῶν ἐντεῦθεν καὶ τῶν ἐκεῖθεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποστηρίζων τὴν νομιμότητα τοῦ ἐκδοθέντος Δ)τος, ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὑπενθύμισεν ὅτι παρόμοιόν τι, παραβίασις τοῦ Δημοτικοῦ νόμου, ἐγένετο καὶ ἐπὶ ἄλλης προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ προσωπικῶς νομίζω, μάλιστα καὶ εἰδικώτερον, νομίζω, ἐστράφη κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ πολιτευτοῦ ἐκ Κερκύρας κ. Ζαβιτσιάνου. Ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἐξ ὅσων γνωρίζω δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ἦτο παράνομος πρὸς τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἠμπορεῖ, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καθιστᾷ Δῆμον πόλιν, ἔχουσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπογραφῆς, τὸν ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο πληθυσμόν. Δὲν λέγω ὑποχρεοῦται, δύναται...
§225Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὑποχρεοῦται. Τὸ ἄρθρον 6 παράγραφος 1 τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων.....
§226Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Βλέπων εἰς τὸν Κώδικα). Ἡ ἔκφρασις δικαιώνει ἀπολύτως τὸν ἰσχυρισμὸν σας. Ἀλλὰ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόσπασιν τμημάτων ὑφισταμένων Δήμων καὶ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῶν εἰς Κοινότητας ἢ εἰς Δήμους αὐτοτελεῖς. Αὐτὴ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορᾶ μόνον εἰς τὰς Κοινότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι ἔχουσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τὸν ἀναγκαῖον πληθυσμὸν διὰ νὰ προαχθῶσιν εἰς Δήμους. Αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κοινότης ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον πληθυσμόν, ἵνα γίνῃ Δῆμος, ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προαγάγῃ αὐτὴν εἰς Δῆμον. Ἑπομένως ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀποσπάσεως εἰς ὑφισταμένους τοπικοὺς ὀργανισμούς, δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο, ἠμπορεῖ νὰ εἴπω, εἶνε ἐκτὸς τοῦ θέματος σχεδόν. Αὐτὰ ὑπῆρξαν πράξεις παρωχημένης ἐποχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν ἁρμόδιος νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§227Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ κάμω ἔλεγχον Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶνε καὶ ἀπὼν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλ’ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι ἐγὼ ἐκακίσθην, διότι ἐξετέλεσα μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσα κατ’ ἐπιταγήν, ἐνῷ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον μὲ κακίζει διὰ τοῦτο, δὲν ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις του.
§228Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμένω.
§229Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς εἴπατε αὐτό. Ἀλλὰ ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος, ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, διότι περὶ αὐτῶν πρόκειται, εἶχον γνώμην ἀντίθετον.
§230Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν συμπίπτει πρὸς τὴν ἰδικήν μου. Ἑπομένως ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ παράβασις τοῦ Δημοτικοῦ νόμου.
§231Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὅμως εὑρίσκομαι ἐν πλήρει τάξει.
§232Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐνήμερος ὅλων αὐτῶν τῶν συζητήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστήριξε κυρίως τὴν γνώμην του, ἰσχυριζόμενος, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ὅτι ὁ νόμος ὁ μεταγενέστερος, ὁ νόμος δηλαδὴ 4852 ἀντικατέστησε τὸν νόμον 4227. Μετὰ τὴν ἔκπνευσιν ὅμως τῆς τριμήνου προθεσμίας, ἥτις ἐτάχθη διὰ τὸν νόμον, ἐπαναλαμβάνω, τὸν μεταγενέστερον ὡς ὅριον τῆς ἰσχύος του, ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν ὁ ἀντικατασταθεὶς νόμος, δηλαδὴ ὁ προηγούμενος νόμος 4227, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου καὶ ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Ἀλλὰ, ὑποστηρίζων τὴν ἀντίληψίν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, προέβη εἰς ἄλλας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐπανέλαβεν, ὡς ἤδη εἶπεν, καὶ διὰ τοῦ Τύπου, δηλαδὴ ὅτι ὁ νόμος 4852 διὰ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ ἐδαφίου δὲν ὁρίζει προθεσμίαν ἐκπνεύσεως τῆς ἰσχύος του δι’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅτι τὸ ἐδάφιον τὸ ὁρίζον τὴν προθεσμίαν αὐτήν, τὴν ἀνατρεπτικήν, ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ τελευταῖον αὐτοῦ ἐδάφιον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Κοινοτήτων.
§233Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἄλλο ὑπεστήριξα· εἶπον ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου εἶνε τρίμηνος, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸν νόμον.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς, περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸν νόμον, διότι ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ ἀνεγνώσατε αὐτὰ ὅλα τὰ Πρακτικά, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐξεμαιεύθη, οὕτως εἰπεῖν....
§235Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὰ δύο ἂν ὑποστηριχθοῦν, εἰς τὸ αὐτὸ ὁδηγοῦν ἀποτέλεσμα.
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἐρχόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εὐλόγως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εὕρῃ ἄκρην, διότι τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶνε περίπλοκα. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω νὰ λέγωμεν ὑμεῖς ὅτι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο ἰσχύει, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν καὶ εἰς τὸ ἕνα καὶ εἰς τὸ ἄλλο συμπέρασμα, διότι ἡ πραγματικότης εἶνε ἂν ἰσχύει ὁ νόμος 4852 ἢ ἂν ἰσχύει ὁ νόμος 4227.
§237Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔληξεν ἡ προθεσμία ἡ τρίμηνος.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἑπομένως κατὰ σᾶς ἔπαυσεν ὑπάρχων ὁ νόμος....
§239Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἰσχυρίζεται κανεὶς ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος 4852. Κάθε ἄλλο. Συμφωνοῦν ὅλοι ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔπαυσεν ὑπάρχων. Ἐρωτᾶται. Παύσαντος νὰ ὑπάρχῃ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ποῖος νόμος ἰσχύει;
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶχε κανένα λόγον ἡ συζήτησις. Ἄν ἡ διάταξις αὐτὴ προεκλήθη ἀπὸ τὸν Συνοικισμὸν Ζωγράφου, ἡ διάταξις τῆς τριμήνου προθεσμίας, ἡ προκληθεῖσα ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον εἶχε λόγον τὸ νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἦτο ἡ τρίμηνος προθεσμία, ἡ ἐφαρμοζομένη δι’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ ὅτι ἐφαρμόζεται εἰς ὡρισμένην μόνον αὐτοῦ παράγραφον δηλαδή, τὴν παράγραφον, τὴν ἀφορῶσαν τὴν κατάργησιν τῶν Συνοικισμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δέχεσθε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναβιώσεως, θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ νόμος 4852 ἐξέπνευσε καὶ διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἡ δυνατότης τῆς ἱδρύσεως διὰ διατάγματος προσφυγικῶν αὐτοτελῶν Κοινοτήτων, θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν ὅτι πράγματι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ 4852 ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ τὸν προγενέστερον νόμον 4227.
§241Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶνε τὸ ζήτημα.
§242Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶνε τὸ ζήτημα. Ὁ νόμος 4852 δὲν ἀντικαθιστᾷ κατ’ αὐτὸ εἰπεῖν, τὸν νόμον 4227. Κατὰ τὸ πλεῖστον, ἵνα μὴ εἴπω ἀπολύτως, σχεδὸν ἐπαναλαμβάνει τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ μόνον εἰς τὸ τέλος ἔχει προσθήκην. Ἀλλ’ ἡ διάταξις περὶ τῆς τριμήνου ἰσχύος, περὶ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ἰσχύος μετὰ τὴν πάροδον τῶν τριῶν μηνῶν, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶνε γενική, ἀπολύτως. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι, ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς λέγῃ «Συνοικισμοὶ.... (ἀναγινώσκει) ...», διὰ διατάγματος, καὶ ὅταν ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως αὐτῆς ἰσχύει ἐπὶ τρίμηνον, ὅτε ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἄλλος προγενέστερος νόμος, ὁ ὁποῖος θέτει εἰς διαρκῆ ἰσχὺν τὴν διάταξιν τὴν καταργουμένην διὰ μεταγενεστέρου νόμου, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι γενική; Ὁ νόμος 4852 θέτει μίαν τρίμηνον προθεσμίαν εἰς τὴν ἀναγόρευσιν τῶν Συνοικισμῶν εἰς ἰδίας Κοινότητας καὶ λέγετε σεῖς ὅτι, μετὰ τὴν πάροδον αὐτῆς τῆς προθεσμίας, ὄχι μόνον δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἀλλὰ ὅτι ἰσχύει περισσότερον ἀπολύτως ἀπὸ ὅ,τι ἴσχυε διὰ τοῦ νόμου 4852. Ἀλλά, Κύριε Ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν χρειάζεται νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν νεωτέραν τοῦ Δικαίου ἐπιστημονικὴν ἐξέλιξιν διὰ νὰ γνωρίσωμεν βεβαίως ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ κατισχύσῃ ἀπολύτως τὸ νεκρὸν τοῦ νόμου γράμμα, ὅταν ὀφείλει τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ ζωογονῆται ἀπὸ ἕνα σκοπόν...
§243Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄλλο ζήτημα.
§244Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅτι, ἐφόσον τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶνε προδήλως σφαλερόν, εἶνε δηλαδὴ κακῶς διατυπωμένον, ἢ ἄγει εἰς παράλογα συμπεράσματα, ἀντίθετα πρὸς τὸ κανονικὸν συμφέρον, ἀντίθετα πρὸς τὰς γενικὰς τῆς Πολιτείας ροπάς, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ἐπικρατοῦν τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ νὰ παραβλέψωμεν τὸ πνεῦμα καὶ νὰ παραβλέψωμεν τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν. Λοιπὸν ὅλον αὐτὸ τὸ δίκαιον καὶ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νόμου 4227 καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται ἐπίσης εἰς τὸν νόμον 4852, εἶνε δίκαιον προκειμένου περὶ ἱδρύσεως Δήμων, εἶνε δίκαιον ἐντελῶς ἐξαιρετικόν, ὅτι ὅταν δημιουργῆται ἐξ οἱουδήποτε λόγου καὶ ἀφορμῆς, ὅταν τίθεται μία προθεσμία εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ δικαίου, μία εἶνε ἡ λογικὴ συνέπεια νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν αὐτοῦ. Ὅταν καταργεῖται τὸ ἐξαιρετικὸν δίκαιον, τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν τὸ κανονικὸν δίκαιον, τίθενται εἰς ἐφαρμογὴν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, οἱ διέποντες τὴν Δημοτικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, οἱ διέποντες κυρίως τὴν ἵδρυσιν Δήμων καὶ Κοινοτήτων.
§245Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ νόμος 4852 λέγει· τὰ ἐδάφια 1–2 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4227, ἔχει ἐδάφιον 3ον, τὸ 3ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 λέγει τὰ ἑξῆς· «οἱ κατὰ τοὺς ὅρους... (ἀναγινώσκει) ....» Ἐρωτᾶται· κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου; Λέγετε σεῖς ὁριστικῶς διὰ τοῦ 4852. Σᾶς ἐρωτῶ, τὶ κάμνει αὐτὸ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3; Μένει αἰωρούμενον ἐν τῷ κενῷ καὶ δὲν ὑπάρχει;
§246Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὶ σημασίαν ἔχει τὸ ἐδάφιον, Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν καταργῆται ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ ἐδάφιον. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ. Εἶναι ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ σύστημα ὅταν εἷς καὶ ὁ αὐτὸς νόμος, διότι ὁ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, 4227 καθιεροῖ μίαν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Δημοτικὴν νομοθεσίαν περὶ ἱδρύσεως τῶν Δήμων καὶ θέτει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς μίαν τακτὴν προθεσμίαν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας αὐτῆς εἶνε ἀδύνατον νὰ θεωρήσητε ἐπανερχόμενα ἐν ἰσχύϊ ἄλλην ἐξαιρετικὴν διάταξιν, ἄλλο ἐξαιρετικὸν δίκαιον, τὸ δίκαιον μάλιστα τοῦ νόμου τοῦ ἐκπνέοντος, διὰ νὰ ἱδρύσητε τοὺς συνοικισμοὺς κατὰ παρέκβασιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, τῶν θεμελιωδῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους διαγράφει ὁ νόμος περὶ Δήμων; Καὶ ποῖοι εἶνε οἱ θεμελιώδεις κανόνες, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Δημοτικὴ ἡμῶν νομοθεσία διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν Δήμων; Εἶνε οἱ κανόνες οἱ σύμφωνοι ὄχι μόνον πρὸς ὅλον τὸ νεώτερον πνεῦμα, ἀλλὰ εἶνε οἱ κανόνες οἱ σύμφωνοι πρὸς ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, διότι τὸ Πολίτευμα ἡμῶν ὁρίζει σαφῶς, ὅτι πᾶσα μεταβολή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, εἰς τὰς ὁμάδας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ὀφείλει νὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῶν κατοίκων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἡ αὐτοδιοίκησις, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἤδη ἐφηρμοσμένη, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατωτέρας μονάδας τῆς Διοικήσεως. Ἔχομεν Δήμους, ἔχομεν καὶ Κοινότητας, ὑπάρχουν ὀργανισμοὶ τῆς κατωτέρας τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἱδρυθέντες ἀπὸ πολλοῦ καὶ λειτουργοῦντες. Τὶ εἶνε ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις; τὶ εἶνε τὸ πνεῦμα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως; τὶ εἶνε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἡμῶν; Τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἡμῶν εἶνε ὅτι δύναται ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ συμφέρον ἑνὸς Συνοικισμοῦ, μιᾶς Κοινότητος μιᾶς περιοχῆς, τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κοινότητος θὰ εἶνε νὰ παραμείνῃ προσκεκολλημένη εἰς ἕνα ἄλλον Δῆμον. Τώρα καταλαβαίνω ὅτι θὰ ὠφεληθῇ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποσπασθῇ καὶ τὴν ἀποσπῶ, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν γνώμην τῆς Κοινότητος. Αὐτὸ εἶνε τὸ πνεῦμα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐπιβάλλει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Κοινότης ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει μεγαλειτέραν συνείδησιν τῶν συμφερόντων της, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἂν συμφέρῃ εἰς αὐτὴν ὁ χωρισμός. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος, ὁ πάγιος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Τὸ ἄρθρον 3 «συνοικισμοί (ἀναγινώσκει) ...» Λοιπὸν ὁ νόμος εἶνε σαφής, σύμφωνος, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ λέγει, ὁ νόμος ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία μεταβολή, καμμία εἰς τοὺς ὑφισταμένους ὀργανισμούς, παρὰ μόνον, ἐφόσον ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων, τὸ ἥμισυ τῶν ἐκλογέων.
§247Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διαβάσατε καὶ τὸ ἄρθρον 6.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁρίστε, «Ἐντὸς τριῶν... (ἀναγινώσκει) .....». Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν προαγωγὴν μιᾶς Κοινότητος εἰς Δῆμον, ἐφόσον συντρέχουν οἱ ὅροι τοῦ πληθυσμοῦ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς. Ὁμιλεῖ ρητῶς περὶ Δήμων. Δηλαδή, ὅταν μία Κοινότης ἔχῃ τὸν πληθυσμόν, τὸν ἀπαιτούμενον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς, αὐτή ἡ Κοινότης ὀφείλει ὑποχρεωτικῶς νὰ προαχθῇ. Αὐτὴ εἶνε ἡ σαφὴς ἔννοια καὶ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου καὶ τοῦ ἄλλου ἄρθρου. Εἶνε ἀνάγκη νομίζω νὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 107, τὸ ὁμιλοῦν περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ἡ ἔννοια, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ σήμερον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ σεβασθῶμεν τὴν θέλησιν τῆς Κοινότητος. Καὶ λέγει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος «... (ἀναγινώσκει) ...» Ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν κατοίκων νὰ εἴπουν ἂν θέλουν νὰ εἶνε μὲ τὸν Δῆμον Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Πειραιῶς ἢ μὲ ἄλλον Δῆμον, ἢ θέλουν ν’ ἀποσπασθοῦν καὶ νὰ ἀποτελέσουν αὐτοτελῆ Κοινότητα. Δικαίωμα δὲν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προλάβῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων καὶ ἐκδίδουσα διάταγμα νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοὺς Δήμους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἤθελον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ μείνουν προσκεκολλημένοι. Ἀλλὰ, Κύριε Ὑπουργέ, οὕτως ἐξελίσσεται τὸ ζήτημα. Τί θέλετε νὰ συζητήσωμεν ἐδῶ τὴν ἑσπέραν αὐτήν. Περὶ τῶν νομικῶν μας ἀπόψεων; Ἐγὼ θεωρῶ πλέον ἢ σαφεῖς, πλέον ἢ εὐκρινεῖς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Σεῖς, καὶ ὀρθῶς, διότι ἄλλως δὲν ἠθέλατε προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, θεωρεῖτε τοῦτο σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Τὸ ζήτημά μας θὰ ἐλύετο κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον, ἂν δὲν ἐμεσολάβει ἡ αἴτησις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἄν πλανώμεθα ἡμεῖς, ἂν πλανᾶσθε σεῖς, ἂς δεχθῶμεν ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζομεν, ἂς δεχθῶμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα καλῆς πίστεως καὶ σεῖς εἶσθε καλῆς πίστεως, ὅτι καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος δὲν εἶνε σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον καὶ σεῖς τὸ ἴδιον ὅτι εἶνε σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν ἐκεῖ ὅπου αἱ ἰδικαί μας ἀντιλήψεις δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσουν, οὔτε καὶ αἱ ἰδικαί σας, ἀλλὰ θὰ ἐπικρατήσῃ μόνον ἡ ἤρεμος τοῦ νόμου μόνη ἐξέτασις, ἀλλὰ θὰ ἐπικρατήσῃ μόνον τὸ πραγματικὸν δίκαιον, ἄνευ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς ἢ ἄλλης προκαταλήψεως. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν προσφυγὴν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τοῦ ἁρμοδίου διὰ τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε μίαν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, λέγοντες ὅτι αὐτὸ τὸ κάμνετε, ἵνα περιφρουρήσητε τὸ γόητρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἤθελε τραυματισθῇ ἐξ ἐνδεχομένης ἐπικυρώσεως τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ὑφιστάμενον τὴν ἐπίθεσιν τῆς πολιτικῆς πλευρᾶς, ἡ ὁποία θέλει τοὺς Συνοικισμοὺς νὰ μείνουν ἐν ἑνότητι πρὸς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἔχει κανένα φόβον νὰ κλονισθῇ. Διεχειρίσθη μέχρι τοῦδε ζητήματα κολοσσιαῖα καὶ ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν πρὸς ὅλας σχεδὸν τὰς πολιτικὰς μερίδας, ἔθιξε τὰ συμφέροντα αὐτῶν πολλάκις, ἀλλὰ κανεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνταγωνίζονται εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, δὲν ἐσκέφθη νὰ ὑπονομεύσῃ τὸ κῦρος αὐτοῦ, δὲν ἐσκέφθη νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος αὐτοῦ, δὲν ἐσκέφθη νὰ σαλεύσῃ τὰ βάθρα ἑνὸς θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἀσφάλειαν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ποῖος θὰ ἠδύνατο, ποῖος θὰ ἦτο εἰς θέσιν, ποῖος θὰ εἶχε τὸ ἀνάστημα νὰ εἴπῃ, ὅταν αὔριον ἐξεδίδετο ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δικαιώνουσα ὑμᾶς, ποῖος θὰ εἶχε τὸ ἀνάστημα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ δὲν εἶνε ἡ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸν νόμον, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἠδίκησε μίαν πολιτικὴν πλευράν; Ὄχι, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶνε δι’ ἡμᾶς ἐγγύησις, εἶνε διὰ σᾶς δικαίωσις. Εἶνε διὰ σᾶς δικαίωσις καὶ σήμερον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττετε ἐλλείπει καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἡ ἐγγύησις, ἐλλείπει καὶ ἀπὸ σᾶς ἡ δικαίωσις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Διότι, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφαιρεῖτε καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας τὴν βάσιν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς ἐδικαιολόγει, ἀφαιρεῖτε καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας τὴν ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν ἔναντι τῶν κατηγόρων σας, ἰσχυροτέραν, Κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ ὅλας σας τὰς εὐλόγους, ἂς εἴπωμεν, διαμαρτυρίας. Ὅταν αὔριον ἤρχετο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ εἴπῃ ὅτι ὀρθῶς ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐπέκριναν καὶ ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι πράγματι ἔσπευσα καὶ ἠδίκησα τὸν Ὑπουργόν, διὰ μίαν πρᾶξιν καθ’ ὅλα νόμιμον. Πῶς θὰ τὸ μάθωμεν ὅμως σήμερον, ἐὰν πράγματι ἡμεῖς σᾶς ἠδικήσαμεν ἢ σεῖς ἠδικήσατε τοὺς προσφυγικοὺς Συνοικισμούς;
§249Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Λέγω λοιπόν, ὅτι αἱ προϋποθέσεις τοῦ Συντάγματος ὑπάρχουν. Εἶνε δοτὴ ἡ αὐτοδιοίκησις. Λέγω λοιπὸν ὅτι θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας δίδεται. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι καὶ ἔρχεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὴν 31 Μαΐου καὶ λέγει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κακῶς ἐνήργησε, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος τί θὰ γίνῃ;
§250Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἀκυρωθοῦν τὰ διατάγματα.
§251Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις ἐπὶ μίαν 4ετίαν αὐτῶν τῶν συνοικισμῶν εἶνε ἀδύνατος.
§252Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποία αὐτοδιοίκησις;
§253Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτοδιοίκησις θὰ εἴπῃ...
§254Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω, χωρὶς νὰ θέλω οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ὑποτιμήσω τὰς γνώσεις σας, ὅτι ἔγινε μία παρεξήγησις τοῦ ὅρου τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως, οὐδὲ ἀποτελεῖ βάσιν τῆς αὐτοδιοικήσεως τὸ νὰ ἀποσπῶμεν ἑκάστοτε τμήματα ὡρισμένα καὶ νὰ τὰ καθιστῶμεν αὐτοτελῆ. Αὐτὸ εἶνε καταστροφὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτοδιοίκησις εἶνε ἡ μὴ ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς τοπικὰς ὑποθέσεις, αὐτοδιοίκησις σημαίνει ὅτι αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ διευθύνουν τὰ καθ’ ἑαυτὰ κατ’ ἰδίαν πρωτοβουλίαν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶνε τραύματα κατὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐφαρμόζετε τὴν αὐτοδιοίκησιν, ὅταν παρὰ τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων τοὺς ἀποσπᾶτε ἀπὸ ἕνα Δῆμον καὶ τοὺς λέγετε, ζήσατε μόνοι σας, καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἠμποροῦσιν;
§255Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Συγχέετε τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκεντρώσεως μὲ τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως.
§256Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρίσκεσθε εἰς μίαν παρεξήγησιν καὶ τοῦ ὅρου τῆς ἀποκεντρώσεως. Εἶνε τοῦτο φανερόν. Διότι πολλὰς φορὰς παρετήρησα ὅτι καὶ τεχνικῶς, ἂς τὸ εἴπωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὅρου, ἡ ἀποκέντρωσις συγχύζεται μὲ τὴν ἀποσυγκέντρωσιν. Ἡ ἀποκέντρωσις δὲν ἀφορᾷ τὰς τοπικὰς μονάδας· ἡ ἀποκέντρωσις ἀφορᾷ τὴν ἰδίαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ὄχι τὰς τοπικὰς μονάδας τῆς αὐτοδιοικήσεως.
§257Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Προνοίας). Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης ὑποστηρίζεται ἡ ἑξῆς ἄποψις, ὅτι ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν εἶνε μία ἐξουσία αὐτοφυής, ἀλλὰ δοτή, ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας διαχειρίζεται ἡ ὁλότης ἑνὸς λαοῦ, ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἀπορρέουν ἐκ τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε, ἐδόθη εὐρυτέρα ἑρμηνεία εἰς τὸν ὅρον «ἐποπτεία», τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται τὸ ἄρθρον 107, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ἠθέλατε νὰ δώσητε εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτονόμου αὐτοδιοικήσεως τῶν τοπικῶν ὀργανισμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐποπτεύῃ καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἐποπτείας εἶνε νὰ δίδῃ καὶ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς οὐσίας ὡρισμένων ὑποθέσεων.
§258Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τοὺς ἄλλους, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὸ τέρμα τοῦ λόγου μου. Θέλω ἐπὶ τέλους νὰ τελειώσω. Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἡ αὐτοδιοίκησις, ὡς ἰσχυρίζεσθε, δὲν εἶνε αὐτοφυής, ἀλλ’ εἶνε δοτή, δὲν σημαίνει καθολοκληρίαν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καθορίζῃ αὐτή, κατὰ τὸ δοκοῦν, τὰ πράγματα τῶν τοπικῶν μονάδων. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον ἐποπτείας διὰ νὰ μὴ γίνωνται καταχρήσεις, ὑπερβασίαι, διὰ νὰ τιμωρῇ καὶ νὰ παύῃ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ καταλύῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν τοπικῶν ὀργάνων τῶν μονάδων τῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ καταλύει τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μονάδων τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὅταν ἀποσπᾷ ὁλόκληρα τμήματα ἀπὸ τῶν μονάδων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἤδη, χωρὶς νὰ ἐρωτηθοῦν. Δὲν εἶνε δυνατὸν λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν τὸ διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε σύμφωνον οὔτε πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει σήμερον, οὔτε πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, οὔτε καὶ πρὸς τὴν παγίαν Δημοτικὴν νομοθεσίαν, οὔτε πρὸς τὸν νόμον. Ἄν, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγεννήθη τόσος θόρυβος περὶ τὸ ζήτημα αὐτό, σεῖς ὁ ὁποῖος ζῆτε εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ προτοῦ εἰσέλθητε εἰς αὐτήν, διότι αἱ παραδόσεις σας εἶνε τοιαῦται ὥστε νὰ εἶσθε ζυμωμένος μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Χώρας, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ θόρυβος αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ μετασχηματισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν δὲν εἶνε βέβαιον ὅτι δὲν εἶνε σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔχει προβληματικὴν τὴν νομιμότητα, ἔγινεν εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν! Πῶς ἠδύνασθε νὰ ἀξιώσητε, ὅταν μία τοιαύτη μεταβολὴ ἐπέρχεται εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶνε ἀκριβεῖς, διότι εἶνε δυνατὸν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἀρύομαι ἐκ τῶν ἐφημερίδων νὰ εἶνε ἐσφαλμέναι, πῶς ἠδύνασθε νὰ λέγητε καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δίδει χροιὰν πολιτικὴν εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅταν πρόκειται νὰ δοθῇ χροιὰ πολιτικὴ καὶ νὰ ἐκτιμηθῇ ἐξ αὐτῆς ἡ ὑπόστασις ἡ λαϊκὴ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἠθέλατε ἀξιώσει νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι ἂν ἔχετε αὐτὴν τὴν ἔφεσιν νὰ ἐξυπηρετήσητε τοὺς προσφυγικοὺς πληθυσμοὺς θὰ τὸ πράξητε εἰς ἕνα εὐθετώτερον χρόνον, εἰς μίαν στιγμὴν ἀνύποπτον; Ἔρχεσθε εἰς τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν καὶ μεταβάλλετε ἐκ βάθρων τοὺς ὅρους τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος καὶ θέλετε νὰ μὴ ἐπικριθῇ ἡ ἐνέργεια αὕτη, ὡς ἔχουσα ἐκλογικοὺς σκοπούς; Ἔχετε, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ μέτρον εἶνε Κυβερνητικόν, ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐχέρειαν ὅλην νὰ ἄρῃ πᾶσαν παρεξήγησιν. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα. Μὴ ἀκυρώνετε τὸ Διάταγμά σας, ἀλλὰ μὴ ζητῆτε μίαν ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ καλύψῃ μίαν ἐνέργειαν καταγγελλομένην ὡς μὴ σύμφωνον μὲ τὸν νόμον. Ἀφήσατε τὰ πράγματα εἰς τὸν φυσικόν των δρόμον. Ἄν σᾶς δικαιώσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἔχει καλῶς. Ἄν ὄχι, τότε διὰ τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ θὰ εἰσηγηθῆτε τὰς μεταρρυθμίσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶνε ἀναγκαῖαι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν διὰ τὴν καλυτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν Δημοτικῶν πραγμάτων καὶ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§259Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἐμπράκτως ἡ ἀνάγκη τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀκόμη ἡ ἀνάγκη ὅπως τὰ Νομοθετικὰ Σώματα ἀδιαλείπτως συνεδριάζουν, ἀνεφέρθη παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς παράδειγμα ὅτι ἐπὶ πέντε ἤδη ὥρας συζητοῦμεν διὰ τὴν παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου θέματος χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰσέτι εἰς ἀποτέλεσμα. Κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω: Εἶμαι ὄντως ἐκ τῶν θαυμαστῶν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ ἂν χειριζόμενος τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, εὑρίσκομαι ἔστιν ὅτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀκολουθῶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου, χωρὶς ὅμως νὰ παραβλάπτω τὸν Κοινοβουλευτισμόν, τὰς δοξασίας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ αὐτοῦ, τοῦτο, δύναται νὰ ὁμολογηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶνε ἀποτέλεσμα τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία συχνὰ γίνεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς ἰδέας τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Πῶς εἶνε δυνατόν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι εἶνε δυνατὸν μία Κυβέρνησις νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τὴν παροχὴν ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν ἑνὸς Νομ. Δ)τος μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ 5 καὶ πλέον ὥρας καὶ δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσας ἀκόμη θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ! Ὄχι! εἶπον οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· μὴ πρὸς Θεοῦ! μὴ ἀσχοληθῆτε εἰς τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους τὰ οἰκονομικά! Νὰ ἔλθητε ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσωμεν μαζί! Περὶ τίνος, Κύριοι, θὰ συζητήσωμεν; Ἄν πρέπῃ νὰ μᾶς δώσητε μίαν ἄδειαν διὰ νὰ ἐκδώσωμεν ἕνα Νομοθετικὸν Διάταγμα. Καὶ ἐγκαλούμεθα ἀκόμη διότι δὲν προσήλθομεν νὰ ἐκθέσωμεν ποίας ἰδέας ἔχομεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διαχειρισθῶμεν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλὰ Κύριοι, ἄφησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀσχοληθῶμεν κοινοβουλευτικῶς μὲ ἄλλο ζήτημα; Ἔδειξεν ἐνδιαφέρον ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος ὥστε νὰ αἰσθανθῶμεν ὅτι δυνάμεθα μετ’ αὐτῆς νὰ συνεργασθῶμεν διὰ τὰ ζητήματα αὐτά. Καὶ διατὶ δὲν ἐφέρατε, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν τὸν προϋπολογισμὸν ἐδῶ, ἀλλὰ τὸν ἐδώσατε εἰς τοὺς ἐμπειροτέχνας; Κινδυνεύω νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ πῶς ἐννοεῖται ἡ ἐργασία μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐνῷ ἔχει τοὺς ξένους ἐνταῦθα, ἐλθόντας ἐπὶ τούτῳ, διὰ νὰ ἐλέγξουν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ὀφείλει νὰ τοὺς ἀφήσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ διατί, λέγει, δὲν τὸν ἑτοιμάσατε αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν;
§260Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον διατὶ δὲν τὸν ἑτοιμάσατε.
§261Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Ἐνῷ ὁ ἴδιος ἐπὶ δίμηνον προηγουμένως, ποὺ διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω διατί—δὲν πρόκειται νὰ τὸν ψέξω—δὲν κατέλιπεν καμμίαν ἐργασίαν σχετικὴν μὲ τὴν ὁποίαν νὰ ἐβοήθη τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ἵνα γοργώτερον χωρήσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§262Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς τὴν εἴχατε τὴν ἐργασίαν προητοιμασμένην κατὰ τὸ δίμηνον προηγούμενον διάστημα. Ἐγὼ θὰ εἶχον ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας.
§263Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ ἀγωνίζεσθε νὰ παραστήσετε ὡς ἐφικτὸν κἄτι τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ἀδύνατον; Ὅταν σεῖς παραλάβατε τὴν Κυβέρνησιν ἡ συνταγματικὴ προθεσμία εἶχε ἤδη παρέλθη. Μὴ θέλετε τὸ ἄσπρο νὰ τὸ κάμετε μαῦρο καὶ τὸ μαῦρο ἄσπρο. Ὅταν παρελάβατε τὴν Κυβέρνησιν ἡ συνταγματικὴ προθεσμία διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἤδη παρέλθει.
§264Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πταίω ἐγώ.
§265Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς εἶπα! ὅτι πταίετε, ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεσθε πρὸς τὰ πράγματα ὅταν θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι σεῖς θὰ ὑπεβάλετε τὸν προϋπολογισμόν, ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας, ἀφοῦ ὅταν παρελάβατε εἶχεν ἤδη παρέλθει ἡ συνταγματικὴ προθεσμία. Ἀλλὰ τί ἑτοιμάσατε, λέγω, διὰ τοὺς διαδόχους σας: Μόνους φόβους ἐξεφράσατε διὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μόλις ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπεχειρήσαμεν καὶ ἐπιχειροῦμεν ἀποτελεσματικῶς. Καὶ εἴπατε, μίαν ἡμέραν, ἐνταῦθα ἔχετε τὰς ἰδέας σας· μὰ προσέξατε! μήπως ἔξωθεν μᾶς ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας δὲν θέλομεν. Ἄ!, κύριοι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀνέλαβε τὴν Ἀρχήν, συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, παρατηρῶ ὅτι, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παραλείπει εὐκαιρίαν διὰ νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ τὰς πραγματικὰς προθέσεις της. Δὲν ἐννοῶ πρὸς τί ὅλη αὐτὴ ἡ ἀποψινὴ ρητορεία. Διὰ νὰ μὴ κατορθώσωμεν οὐδὲ μίαν ἁπλῆν ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ ἑνὸς Θέματος εἰς διάστημα πέντε ὡρῶν νὰ ψηφίσωμεν; Ταύτην τὴν ἑσπέραν ὅλοι οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠσχολήθησαν περὶ διαφόρων ζητημάτων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ περὶ τοῦ θέματος περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο. Ποῖον δὲ εἶνε τοῦτο; Ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν ἵνα σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος καταρτίσωμεν ἓν Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ ἑρμηνείας ἑνὸς νόμου καὶ ταὐτοχρόνως περὶ ρυθμίσεως 2–3 νέων Δήμων, οἱ ὁποῖοι ἱδρύθησαν συνεπεία ἑνὸς ἑτέρου Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Καὶ διετυπώθησαν ὅλαι αἱ θεωρίαι, περὶ αὐτοδιοικήσεως, περὶ ἀποκεντρώσεως, περὶ ἀποσυγκεντρώσεως φύρδην μίγδην, ἀναμεμιγμέναι χωρὶς ποσῶς νὰ συνδέωνται, οὐδὲ κἂν νὰ γίνεται προσπάθεια, ἵνα συνδεθοῦν μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ζητουμένη ἐξουσιοδότησις. Δύναται, ἢ δὲν δύναται, ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ἑρμηνεία ἑνὸς νόμου; Δὲν ἤκουσα ἀμφισβητούμενον τοῦτο παρ’ οὐδενός, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ζητοῦμεν κἄτι τι τὸ ἀπαράδεκτον. Θὰ ἔλεγον, ὅτι ἴσως, ἔχετε δίκαιον, ἐὰν ἐλέγατε ὅτι τὸ θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν, δὲν εἶναι μὲν ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ οὐχὶ ἧττον εἶναι θέμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἐξουσιοδότησις, διότι τὸ ζήτημα, διοικητικῆς φύσεως, εἶνε ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ θετικὴν ἑρμηνείαν πρόκειται νὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Θὰ ἠδύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε ὅτι ἀφοῦ τὸ ζήτημα, διοικητικῆς φύσεως, εἶνε ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀφοῦ ὑπάρχει, ἴσως, κἄποια ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, δὲν ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ δώσῃ ὁριστικότητα εἰς τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν κανὲν δίκαιον τῶν κοινοτήτων; Τί κάμνομεν διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος καὶ τὶ ζητοῦμεν νὰ κάμωμεν διὰ τοῦ νόμου; Εἴπομεν ὅτι οἱ συνοικισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἕνα μέγιστον τμῆμα τοῦ Λαοῦ, ἐννοοῦμεν καὶ λέγομεν ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ γίνωσι Δῆμοι. Πρέπει νὰ ἔχωσιν ἰδίαν διοίκησιν, νὰ εἶνε αὐτοτελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι ἀπὸ πάντα ἄλλον συνοικισμὸν μικρὸν ἢ μεγάλον. Ἔχουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ ζήσωσιν ὡς αὐτοδιοικούμενοι συνοικισμοί. Ὑπάρχει τι τὸ μεμπτὸν εἰς τὴν πρόθεσίν μας αὐτήν;
§266Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§267Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶνε τάχα ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ παρασχεθῇ εἰς ὡρισμένους συνοικισμοὺς ἡ εὐχέρεια νὰ καταστῶσιν αὐτοδιοικούμενοι ὀργανισμοί; Ὁ βασικὸς νόμος προβλέπει, ὅτι ἐὰν τοῦτο ζητηθῇ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις μία μερὶς τῶν κατοίκων, δύναται νὰ γίνῃ ὁ χωρισμὸς συνοικισμῶν καὶ ἡ ἀνακήρυξίς των εἰς Δήμους ἢ Κοινότητας. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ αὐτοδιοίκησις ἀπαιτεῖται νὰ ἔχουν συνείδησιν, οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ αὐτοδιοικηθοῦν, τῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ ζητήσουν νὰ αὐτοδιοικηθοῦν. Κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἔπρεπεν ὄχι μόνον νὰ ἔχουν τὴν συνείδησιν νὰ αὐτοδιοικῶνται, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι τὴν ἀντίληψιν νὰ καθορίζωσιν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐσφαλμένον εἶνε τὸ παρὰ τοῦ νόμου ἰσχῦον σήμερον. Τὶ δύνανται νὰ πράττωσιν οἱ αὐτοδιοικούμενοι συνοικισμοὶ καθορίζεται παρὰ τοῦ νόμου. Σύμφωνα μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν καθαρὰν τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὁ νόμος πρέπει νὰ ὁρίζῃ αὐτὸ τὸ περιεχόμενον τῆς αὐτοδιοικήσεως ὡρισμένως καὶ οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ καταστῶσιν αὐτοδιοικούμενοι, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ ὁρίσωσιν. Θὰ ᾐσθανόμην τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὅταν ἕνας νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἕνας συνοικισμὸς τόσης ἐκτάσεως καὶ οἱ κάτοικοι θέλουσιν νὰ αὐτοδιοικηθῶσιν, αὐτοὶ νὰ ἀπεφασίσωσιν ὑπὸ ὡρισμένους τινὰς ὅρους τοῦτο. Καὶ ἀκόμη θὰ ἔλεγον, ὅτι ὁ αὐτοδιοικούμενος πληθυσμὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐκπαίδευσιν, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀστυνομίαν, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ὑγιεινήν, δύναται νὰ ἔχῃ, δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο. Ὅσοι εἶνε ἱκανοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ πράξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως τοὺς παρέχει κατὰ τοὺς ὑφισταμένους νόμους, νὰ τὰ ὁρίσουν. Διότι μόνον, ὅταν οὕτω καταρτίζεται ἡ αὐτοδιοίκησις, θὰ ὑπάρχῃ πράγματι τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδιοικήσεως. Διότι αὐτοὶ θὰ εἶνε ἱκανοὶ νὰ ὁρίσωσιν, ἐὰν δύνανται νὰ προνοοῦν καὶ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεώς των. Θὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ καθορίζωσι καὶ περὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ τῆς ὑγείας, ἐὰν τοὺς δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν, ἵνα αὐτοὶ καθορίσωσι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ τοὺς ἐπιτρέψωσιν νὰ αὐτοδιοικηθῶσιν. Τοῦτο ἔχει ὡς συνέπειαν, ὅτι θὰ ἀναγνωρισθῶσιν νὰ ἔχωσιν τὴν ἱκανότητα νὰ πράξωσιν ὅ,τι τοὺς παρέχει ὁ νόμος περὶ αὐτοδιοικήσεως, νὰ ἔχωσιν ἐν ταὐτῷ καὶ τὰ μέσα, ἵνα πράξωσι ταῦτα. Διότι δύναται μὲν νὰ λέγῃ μία ὡρισμένη περιφέρεια, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ αὐτοδιοικηθῇ καὶ νὰ κάμῃ σχολεῖα καὶ νὰ ἔχῃ ἐκπαίδευσιν καὶ νὰ κάμῃ συγκοινωνίαν καὶ ὑγιεινήν, ἀλλὰ πρέπει διὰ νὰ ὑπάρχῃ πραγματικῶς αὐτοδιοίκησις, νὰ ἔχῃ καὶ τὰ μέσα νὰ τὴν ἀσκήσῃ. Καὶ σᾶς λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· «ἀποβλέψας νὰ καταστήσω ὡρισμένους συνοικισμοὺς αὐτοδιοικουμένους καὶ ζητῶν ἤδη ὅπως καὶ διὰ νόμου ἐπικυρωθῇ ἡ πρᾶξις μου αὕτη, ἔπραξά τι κακόν»; Βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ. Διότι τοιοῦτος νόμος δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν. Ἡμεῖς λέγομεν αὐτοδιοίκησιν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πλήρη ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὴν αὐτοδιοίκησιν παρ’ ἡμῖν τοῦ πρώτου βαθμοῦ, ἡ ὁποία ὑφίσταται, τὴν καθορίζει ὁ νόμος. Τὰ δικαιώματα τῆς αὐτοδιοικήσεως τὰ καθορίζει ὅλα ὁ νόμος καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν νὰ κάμετε ἕνα γενικὸν καλοῦπι εἴτε θέλουν, εἴτε δὲν θέλουν οἱ αὐτοδιοικούμενοι, εἴτε δύνανται, εἴτε δὲν δύνανται νὰ αὐτοδιοικηθοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶνε τὸ σύστημά μας δυστυχῶς. Καὶ ἔπραξέ τι κακὸν ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους, ἀποβλέψασα εἰς τὸ νὰ κάμῃ τοὺς συνοικισμούς ἐκείνους αὐτοδιοικουμένους; Οὐδεὶς οὔτε τὸ ὑπεστήριξεν, οὔτε δύναται νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, διότι ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι ὡς βασικὸν ἔργον ἔχει ὅπως οἱ αὐτοδιοικούμενοι πληθυσμοὶ καταρτίζωνται κατὰ τοὺς ὅρους ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκδηλοῦται καὶ ἡ θέλησις αὐτῶν τῶν κατοίκων, ἐξαιρετικῶς δὲ εἰς ὡρισμένα θέματα ὁρίζεται, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνωσιν ἢ ὄχι αἱ αὐτοδιοικήσεις. Βεβαίως, ὁ καταρτίσας τὸν νόμον τοῦτον, δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὑπῆρξε νόμος, ὁ ὁποῖος παρέσχεν αὐτὰ τὰ δικαιώματα νὰ γίνωνται αὐτοδιοικούμενοι αὐτοὶ οἱ συνοικισμοί. Καὶ εἶχε τόσην ὀλιγωτέραν ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως, καθόσον ἐξαιρετικῶς ὥρισεν, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἡ κεντρικὴ διοίκησις, θὰ καταστήσῃ αὐτοδιοικούμενον ἕνα πληθυσμὸν ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος κάλλιον ἀπὸ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀντιλαμβάνεται τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοήσῃ κανείς, καὶ κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι οἱ προσφυγικοὶ πληθυσμοὶ ἔχουν μείζονα ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἢ ὁ γηγενὴς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος. Διότι αὐτὸς μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐστερεῖτο τῆς ἐλευθερίας. Ἔζησε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ διοίκησις, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν τῷ βίῳ των, διότι δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπῆρχε Κράτος. Τὸ Κράτος τὸ ἔκαμαν αὐτοὶ μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ὄχι τὴν ἐργασίαν τοῦ βασικοῦ νόμου περὶ αὐτοδιοικουμένων περιφερειῶν, ἀλλὰ καὶ μείζονα ἀκόμη ἱκανότητα νὰ τοὺς παράσχωμεν, ἵνα καθορισθῇ πότε θέλουν νὰ καταστῶσιν αὐτοδιοικούμενοι πληθυσμοὶ καὶ πότε ὄχι. Ἀλλ’ ὁ νόμος εἶπεν: ὁπόταν θέλω ἐγὼ κατὰ τὴν ἰδίαν μου κρίσιν. Δηλαδή, ἡ διοίκησις εἶπε θὰ σὲ κάμω αὐτοδιοικουμένην περιφέρειαν. Διατὶ ἔγινε αὐτό; Τὸ καταλαμβάνετε πάντες καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω. Ἐφόσον ὑπάρχει ἀνάγκη, νὰ προσαρτᾶται εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηνῶν ἢ Πειραιῶς, ἵνα αὐξάνῃ τὴν πολιτικὴν δύναμιν ὡρισμένου κόμματος,· αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἀποκτήσῃ ὁ ἀτυχὴς πληθυσμὸς αὐτοδιοικουμένην περιφέρειαν δὲν ὑπάρχει. Καὶ μετὰ τὰ τοιαῦτα δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς ἡ διοίκησις θελήσασα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ κηρύξῃ ὅτι αὐτὴ ἡ περιφέρεια πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποτελέσῃ Δῆμον ἢ Κοινότητα, ἀφοῦ ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἄλλα μέρη ἀπετέλεσαν Κοινότητα; Διατὶ τάχα οἱ ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἐστερημένοι τοῦ ἀγαθοῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως; Διατὶ τάχα αὐτοὶ οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συναίσθησιν τῆς ἰδέας τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἔζησαν βίον αὐτοδιοικήσεως ἑκατοντάδας ἐτῶν, ἔχουσιν ἀποκτήσει συναίσθησιν, διατὶ αὐτοὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κατασταθῶσιν αὐτοδιοικούμενοι πληθυσμοί; Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο πρᾶξις ἐπιβαλλομένη ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὶ ζητεῖ τώρα περὶ πλέον; Ζητεῖ νὰ τοὺς ὀργανώσῃ ταὐτοχρόνως οἰκονομικῶς. Διότι πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ πράγματι ἕνας πληθυσμὸς αὐτοδιοικούμενος, χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ μίαν ὀργάνωσιν οἰκονομικήν; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ καθ’ ἡμᾶς ἦτο ἐπιβεβαλλόμενον νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, λέγετε ὅτι ἔγινε παρανόμως τοῦτο, διότι τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα εἶναι Διάταγμα μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον. Καὶ ἂν ἔλθω ἐνώπιον τῶν Νομ. Σωμάτων καὶ εἴπω, ὅτι σεῖς λέγετε, ὅτι τὸ Δ)γμα αὐτὸ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, μὰ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐφόσον ἀναγνωρίζομεν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς αὐτοδιοικούμενος, ἤλθετε νὰ κάμωμεν ἕνα Νόμον, ἵνα μὴ τύχῃ ἀμφισβήτησις πλέον εἰς τὸ ἑξῆς εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Τί κακὸν εἶνε αὐτό; Γίνεται λέγει εἰς τὰ παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Πολὺ καλά, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ συνήθως, ὅσον καὶ ἂν καταβάλλεται φροντίς, ἐρχόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ καθορίζωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐνθυμοῦμαι ποσάκις ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Καὶ ὅμως ἐκλογικὸν σύστημα ἐμελετήθη καὶ ἐψηφίσθη μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§268Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐψέξαμεν αὐτό.
§269Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνέβη μάλιστα νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
§270Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐψέξαμεν αὐτό.
§271Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε λοιπὸν καθόλου δίκαιον νὰ μᾶς ψέγητε, διότι σᾶς ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ κυρώσωμεν μίαν πρᾶξιν ἢ μᾶλλον νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀναμφισβήτητον αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἀφοῦ σεῖς εἶσθε μερὶς τῆς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρακολουθῶμεν τὰς σκέψεις σας, νὰ παρακολουθῶμεν τὰς γνώμας καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν αὔριον ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ἔχωμεν ἕνα Δῆμον, ὁ ὁποῖος ἱδρύθη κακῶς. Καὶ τὶ θὰ γίνῃ σᾶς λέγω, ἐὰν ἡ γνώμη, ἡ ἰδική σας, ἤθελεν ὑπερισχύσει ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἔλθῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἴπῃ: κακῶς ἔχει τὸ διάταγμα, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Θὰ ἦτο ὡραῖον τὸ πρᾶγμα οἱ Δῆμοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἱδρύθησαν, οἱ Δῆμοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῶσι, νὰ εὑρεθῶσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μὴ ἔχωσι νόμιμον ὕπαρξιν; Καὶ θὰ εἴμεθα ὡραῖοι κυβερνῆται ἐὰν ἐλέγομεν: «τὶ νὰ κάμωμεν· αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἡμεῖς εἴχαμε περὶ τοῦ νόμου». Καὶ ἠδιαφορήσαμεν δι’ ὅσα ἐναντίον ἐξεφράσθησαν. Ἠδιαφορήσαμεν, διότι ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν ἐλάβομεν καμμίαν πρόνοιαν, ἵνα τὰ μέρη αὐτὰ τὰ αὐτοδιοικούμενα, παραμείνωσιν ὄντως μέρη αὐτοδιοικούμενα. Τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν διὰ σᾶς, τοῦτο θὰ ἔπραττε μία ὀρθὴ διοίκησις, νὰ ἄφηνε νὰ γίνουν ὅλα αὐτά καὶ κατόπιν νὰ εὑρεθῇ ὅλον τὸ οἰκοδόμημα σαθρόν; Αἴ! Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς πολεμικῆς, τὸ εἶδος τοῦτο τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Θὰ εἴχατε δικαίωμα, θὰ εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς ψέξητε, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν τὸ μέτρον τοῦτο, θὰ ἠδύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε: ναὶ δὲν εἴδατε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔφθασε μέχρι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Δὲν ἐλάβατε τὰ ὀφειλόμενα μέτρα, ὥστε νὰ μείνῃ ἡ πρᾶξις σας ἀπρόσβλητος, οὕτως ὥστε οἱ οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ νὰ μὴ εὑρεθῶσιν αὔριον χωρὶς νὰ ἔχωσι πραγματικὴν αὐτοδιοίκησιν; Τότε θὰ εἴχατε τὸ δικαίωμα, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν τὸ μέτρον, νὰ μᾶς κατηγορήσητε, καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν σκεπτόμεθα, ἢ ἴσως νὰ εἰπῆτε, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι ἐγωϊσταί, διότι πεποιθότες εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μας, δὲν ἐλάβομεν, δὲν ἠθελήσαμε νὰ λάβωμεν τὰ ἐνδεικνυόμενα παρὰ τοῦ νόμου, παρὰ τοῦ Συντάγματος μέτρα διὰ νὰ δώσωμεν νόμιμον ὕπαρξιν εἰς τὸ μέτρον αὐτό. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶχον τόσην πίστιν καὶ πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ νομίμου τοῦ διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος, ὥστε εἶπον εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: τὶ τὸ θέλεις αὐτό; νὰ δώσῃς ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν διὰ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶνε ἀτελεύτητοι; Ὁ Συνάδελφός μου μοῦ λέγει: ὄχι, θὰ λάβω τὸ μέτρον, καὶ ὄχι μόνον θὰ λάβω τὸ μέτρον, ἀλλὰ θὰ προκαλέσω ἐγὼ τὴν προσοχήν, ὅτι λαμβάνων αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ λαμβάνω διὰ νὰ ἀσφαλίσω νομοθετικῶς μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅπως ἠμφισβητήθη. Κύριοι Βουλευταί, τὸ μέτρον λαμβάνεται καλῶς καὶ ὀφείλετε ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ὅλων αὐτῶν ν’ ἀπαντήσητε: εἶνε ἢ δὲν εἶνε ἰσχυρόν; Ὅλον τὸ πρᾶγμα εἶνε μία Ἰησουϊτικὴ ἑρμηνεία. Περιωρίσθη εἰς τὸ ἐὰν ὁ ἕνας νόμος ἰσχύῃ δι’ ὡρισμένον χρόνον, καὶ μετὰ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ ὁ παλαιὸς νόμος, ἢ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἐπανέρχεται ὁ παλαιὸς νόμος ἢ ὄχι; Κύριοι τὸ ζήτημα τοῦ νόμου εἶνε ἁπλούστατον· δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν διαφορετικὴν ἑρμηνείαν. Ἔχομεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δύνανται ὡρισμένοι συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι τοὐλάχιστον σήμερον ὑπάγονται εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηνῶν ἢ τοῦ Πειραιῶς, δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ὁρίζει καμμίαν προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἑπομένως ἐὰν ὑφίσταται νόμος καὶ δὲν ἔρχεται ἄλλος μεταγενέστερος νόμος νὰ τὸν καταργήσῃ, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ διατάγματος θὰ ἦτο παρέλκουσα ὅλως, καὶ οὔτε θὰ ἤρχετο εἰς κανενὸς τὴν κεφαλὴν νὰ κάμῃ τοιαύτην συζήτησιν. Ἀλλὰ ἐξεδόθη καὶ δεύτερος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐν μὲν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ ἄρθρῳ ἐπαναλαμβάνει τὸν παλαιὸν νόμον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ νόμος εἰς τὸ τέλος ἄφησεν ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀπόσπασιν ὡρισμένης Κοινότητος, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν καὶ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος, ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποσπάσεως καὶ ἐτέθη μία προσθήκη καὶ ἐγένετο δεκτόν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποσπάσεως θὰ ἰσχύσει ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἰσχύς, διὰ τὴν ἀπόσπασιν εἶνε τρίμηνος, εἶπε δι’ ὁλόκληρον τὸν νόμον. Συνεπῶς ἡ λογικὴ ἑρμηνεία προκύπτει σαφῶς, καὶ συνεπῶς διὰ τὴν ἀπόσπασιν τῆς Κοινότητος Ζωγράφου ἔγινεν ὁ τρίμηνος περιορισμός. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ σκληροτράχηλοι ἑρμηνευταὶ τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι, ἐφόσον ἔχομεν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ νόμος λέγει ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἰσχύει ἐπὶ 3 μῆνας. Παρήλθεν ἡ τριμηνία, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀπόσπασις. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶνε τόσον ἁπλοῦν, ὥστε εἶνε λυπηρόν, ὅτι συζητεῖται περισσότερον τὸ θέμα τοῦτο. Ἐξ ἄλλου δὲν βλέπω κατὰ τὶ θίγεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅταν μία Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι αὐτὴ εἶνε ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ τάδε νόμου. Συνεπῶς ἡ ἐργασία, ἡ πολιτική, δὲν συντελεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ ὅτι καὶ οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς μίαν θέσιν ἀξιοθρήνητον, καὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ζήσουν. (Χειροκροτήματα).
§272Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βλέπω ὅτι εἶνε πολὺ δύσκολον νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀπόψε ἤκουσα τὰ πλέον παράδοξα πράγματα. Ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀγγέλλοντα διὰ τὸν κόπον εἰς τὸν ὁποῖον τὸν ἔχει ὑποβάλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητοῦσα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἔχει 2½ μῆνας, ποὺ ἐξελέγη ἡ Βουλὴ καὶ μόνον 10–12 συνεδριάσεις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ συζητοῦσα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ ἀπελπισθῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅταν αὕτη ἀσχολῆται μὲ ἐπουσιώδη θέματα. Ἤκουσα τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτύρεται διὰ τὴν μέχρι σήμερον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, καθ’ ἥν στιγμὴν τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου κατηναλώθη ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ ὅμως τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπησχολήθησαν γενικώτερον καὶ περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἀπησχολήθησαν μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἐξετασθοῦν διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία ζητεῖται. Ἤκουσα καὶ ἄλλο ἀκόμη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις παραμελεῖ οὐσιώδη θέματα καὶ συζητεῖ θέματα ἐπουσιώδη. Καὶ ὅμως εἶνε γεγονός, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν θέλει ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παγκόσμιον Οἰκονομικὴν Διάσκεψιν, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε κατώτερον ἔργον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἐζητήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μᾶς ἐμυκτήρισεν ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· πῶς θέλετε νὰ παρουσιάσωμεν τὸν προϋπολογισμόν; Καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς ἔδει νὰ ἔχῃ συνταχθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ δύο μῆνας ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς, ὅτι δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ διατυπώσῃ τὸ δημοσιονομικὸν πρόβλημα τῆς Κυβερνήσεως.
§273Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἴπομεν ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν Προϋπολογισμόν.
§274Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐζητήσαμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων μὲ τοὺς ξένους δανειστάς, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀνάξιον ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή. Διότι βλέπετε, ὅτι ὅλα τὰ θέματα ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὰ Νομοθετικὰ Σώματα.
§275Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς κατέστησα γνωστὰς ὅλας τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§276Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν σᾶς διέκοψα οὔτε λεπτόν.
§277Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Πρωθ.). Τὰ κατέστησα γνωστὰ ὅλα αὐτά. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε σεῖς ἐδῶ.
§278Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ θέματα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ δὲν εἶνε θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται νὰ ἀπασχολήσουν μόνον τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων. Εἶνε θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολήσουν καὶ τὴν Βουλήν.
§279Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἦτο ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον εἶσθε ἀπών.
§280Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀσχολεῖται μὲ θέματα ἐπουσιώδη καὶ τοιαῦτα εἶνε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὰς παρατηρήσεις, ποὺ ἔκαμεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἠσχολήθη μὲ γενικὰς ἀρχὰς περὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἠθέλησε περιτέχνως νὰ μεταθέσῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ποὺ δὲν εἶνε. Ζητεῖτε τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ μᾶς λέγετε: Δὲν εἶνε θέμα ἐπιδεκτικὸν νομοθετικῆς διευθετήσεως; Καὶ ἐφόσον εἶνε θέμα ἐπιδεκτικὸν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, λέγει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ζητήσῃ ὅπως λάβῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων; Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνον αὐτὸ τὸ θέμα, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἤδη προέβη εἰς μίαν ἐνέργειαν καὶ ἡ ἐνέργεια κατεκρίθη ὡς παράνομος.
§281Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶνε θέμα ἐπερωτήσεως.
§282Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περιμένετε νὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶνε μόνον θέμα ἐπερωτήσεως. Καὶ λέγετε: Ἐφόσον, Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε ἀντιρρήσεις ὅτι πρέπει οἱ Συνοικισμοὶ τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἀποτελέσουν ἰδίας Κοινότητας, τὶ σημασίαν ἔχει ἂν ἐφροντίσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην διὰ τοῦ διατάγματος; Αὐτὸ βέβαια εἶνε ἡ πλέον πρωτότυπος θεωρία, ποὺ διετυπώθη ποτὲ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη εἰς ἕνα τόπον καὶ ἂν πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον, ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται διὰ διαταγμάτων νὰ λύῃ τὰ ζητήματα, ἰσχυριζομένη, ὅτι θεραπεύει γενικὴν ἀνάγκην.
§283Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς τὸ εἶπα αὐτό.
§284Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶνε τὸ συμπέρασα τῆς θεωρίας σας.
§285Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπα ὅτι, ἐξεδώκαμεν ἕνα Διάταγμα νόμιμον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας.
§286Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διαμαρτυρόμεθα διὰ τὸ Διάταγμα. Διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν ὥστε καὶ ἂν ἀκόμη ἕν μέτρον εἶναι ὀρθόν, ἐφ’ ὅσον ἡ διαρρύθμισίς του ἀπαιτεῖ νομοθετικὴν διευθέτησιν, δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὸ νὰ γίνεται διοικητικῶς. Εἶσθε, λοιπόν, ὑπόδικοι ὡς Κυβέρνησις, ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ ἐνῶ ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπόθεσις καὶ πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις διὰ νὰ ἐξακριβώσετε ἂν νομίμως ἐνεργήσατε, ἢ ὄχι, ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ ὑποβάλητε νομοσχέδιον καὶ ζητεῖτε ἐξουσιοδότησιν ὅπως δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου καλύψετε τὴν ἔκνομον ἐνέργειαν ἡμῶν. Καὶ αὐτὸ ζητεῖτε, δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου....
§287Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαμαρτύρομαι δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου.
§288Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν εἴχατε πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐνέργειά σας ἦτο νόμιμος, δὲν εἴχατε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε ἐξουσιοδότησιν δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου.
§289Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπα: ἡ πεποίθησίς μου εἶνε πλήρης καὶ σᾶς τὸ ἀπέδειξα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τίποτε τὸ ἐκκρεμὲς καὶ ἀβέβαιον.
§290Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀφήσετε τίποτε ἐκκρεμές. Δύνασθε νὰ κάμετε ἐξουσιοδότησιν πρὸς διαρρύθμισιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, καὶ ἂν τύχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ σᾶς ἔδιδεν ἄδειαν....
§291Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπόφασις θὰ ἐκδοθῇ τὸν Ἰούνιον.
§292Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἰδική μας πεποίθησις εἶνε ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἔγινε καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀγορεύσεις ἔγιναν, ἀκριβῶς διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ ἔκνομος ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ μᾶς λέγετε καὶ μᾶς ἐπαναλαμβάνετε· θέλομεν αὐτοδιοίκησιν. Βεβαίως θέλομεν τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν ἡ αὐτοδιοίκησις νὰ εἶναι πλήρης. Καὶ ἂν θέλετε σεῖς αὐτοδιοίκησιν τῶν συνοικισμῶν, πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὴν θέλησιν αὐτῶν τούτων τῶν πολιτῶν τοὺς ὁποίους θέλετε δῆθεν, νὰ ὑποστηρίξετε. Διότι εἶναι εὔκολον νὰ λέγετε, ὅτι ἂν χωρίσητε τοὺς συνοικισμούς, τότε αἱ τοπικαὶ ὑποθέσεις θὰ τύχωσιν καλλιτέρας διαχειρίσεως. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσετε τοὺς ἰδίους τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§293Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τὸ λέγει:
§294Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἀμφισβητούμενον ζήτημα. Θέλω ν’ ἀπαντήσετε εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον τόσον ἐτονίσατε καὶ τόσον ἐπήρθητε ὡς ὑπερασπισταὶ καὶ προστάται τῆς ἰδέας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι πλάνη, διότι ἂν πράγματι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, ὀφείλετε νὰ κάμητε νόμον καὶ νὰ διοργανώσητε τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ δὲν εἶναι διοργάνωσις, ὅταν ἀποκόπτετε συνοικίας, ἁπλῶς, καὶ μόνον, χωρὶς αἱ συνοικίαι αὐταὶ νὰ συνδέωνται ὀργανικῶς, ὥστε πράγματι τὰ ζητήματα αὐτὰ νὰ προστατεύωνται.
§295Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶνε ὀργάνωσις;
§296Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνδέωνται ὀργανικῶς, ὥστε ἡ μία συνοικία νὰ βοηθῇ τὴν ἄλλην καὶ διὰ κοινοῦ νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις περὶ τῶν ζητημάτων.... Εἶναι πρωτότυπος ὀργανισμὸς Δημοτικῆς Διοικήσεως, μιᾶς μεγάλης πόλεως. Δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος δι’ ὅ,τι γίνεται καὶ εἶπα καὶ ἠξεύρετε ποίας ἀντιλήψεις ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐὰν λοιπόν, ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν καλλιτέραν διαχείρισιν τῶν πραγμάτων, ὠφείλατε νὰ φέρνατε νόμον καὶ ὄχι διὰ Διατάγματος εἰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐκάμνατε τοῦτο. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπα, ὅτι δὲν δύναμαι ἀπόψε νὰ κατανοήσω τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως. Διαμαρτύρεσθε διότι γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Βεβαίως, τὸ θέμα τοῦτο, εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ τὸ λύσητε διὰ Διατάγματος μετὰ τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, βεβαίως ἡ Βουλὴ τώρα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ ἂν πρόκειται ἐπὶ μίαν καὶ δύο νύκτας νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ, ἀφοῦ ἔρχεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ πάρετε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ συζητήσῃ διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶνε αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐπειγόντων θεμάτων ἀλλὰ περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λύωνται ἐπωφελῶς διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα, ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρσέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§298Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ προσοχῆς παρηκολούθησα τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸν χωρισμὸν τῶν προσφυγικῶν Συνοικισμῶν εἰς Δήμους καὶ Κοινότητας. Ἀνέπτυξε βεβαίως τόσον ἐκ νομικῆς ἀπόψεως, ὅσον καὶ ἐκ Διοικητικῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκεντρώσεως. Χωρὶς νὰ θέλῃ ὅμως ἔπεσεν εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἢ μᾶλλον τὸ κομματικόν, τό ὁποῖον ἄρδην μετέβαλε τὰς ὡραίας ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἠκούσθη λέγων, ὅτι εἰς μίαν περιοδείαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀνὰ τοὺς Συνοικισμοὺς μετὰ τοῦ συναδέλφου καί συμπολίτου μου κ. Ἀθηνογένη, εἶδε τὴν δυστυχίαν τῶν συνοικισμῶν, ἔφριξεν! Ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ τοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὀφείλουν νὰ χωρισθοῦν οἱ Συνοικισμοὶ εἰς Δήμους καὶ Κοινότητας, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ αἶσχος καὶ ἡ κακοδαιμονία τῶν Συνοικισμῶν, ὡσὰν τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως τῶν προσφύγων νὰ ἐλύετο διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν Συνοικισμῶν. Προσετέθη ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πρὸς ποίους ἀπετείνετο ἡ φράσις αὐτή, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τοὺς πατριδοκαπήλους, οἱ ὁποῖοι παρασύρουν ἑκάστοτε τοὺς πρόσφυγας ἔξω τῶν πολιτικῶν των πεποιθήσεων καὶ γίνονται πρόξενοι ἰδίων κακῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποδηγέτησιν τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῶν συνείδησιν δὲν ἔχω παρὰ νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ ἐὰν οἱ πρόσφυγες εἶχον καὶ ἔχουν πολιτικὴν σταθερότητα καὶ ποίαν καὶ τώρα, ποὺ ἦλθον εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ πρὸ δεκάδων ἐτῶν εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Ἀθηνογένην, ὅταν ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἤνθει ἐκεῖ κάτω καὶ ἀπετέλει τὰς ὡραίας Κοινότητας, ποὺ παρουσίασαν ὅλα τὰ ἀγαθοεργὰ ἐκεῖνα καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, πῶς ἐνέμενεν εἰς τὰς πολιτικάς του πεποιθήσεις καὶ πῶς ἐπίστευεν εἰς αὐτὰς καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς εὐημερίας του καὶ τῆς δυστυχίας.
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Μαρσέλλε, εἶνε περίεργον πῶς ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ξεύρει τὰ φρονήματα αὐτῶν τῶν προσφύγων καὶ τὴν ὡριμότητά των, δὲν θέλει μόνον νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ζητήσωσιν αὐτοὶ νὰ ἀποτελέσωσιν ἰδίαν Κοινότητα.
§300Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ σταθερότης τῶν προσφυγικῶν μαζῶν ἔπρεπε νὰ προκαλῇ τὸν σεβασμὸν τῶν ἀντιπάλων. Ὅπως σεβόμεθα καὶ ἐκτιμῶμεν τὴν πολιτικὴν σταθερότητα τῶν μαζῶν καὶ ὁμάδων, αἵτινες ἐμμένουσι πισταὶ εἰς τὰς πεποιθήσεις των, οὕτω ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀπαίτησιν νὰ σέβωνται καὶ αὐτοὶ τὰς πολιτικάς μας πεποιθήσεις, αἵτινες δὲν μεταβάλλονται δι’ οἱωνδήποτε ὑποσχέσεων. Δὲν εἶνε ὀρθὸν νὰ λέγωσιν ὅτι πατριδοκάπηλοι παρασύρουσι τὰς πεποιθήσεις ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤνθησεν καὶ προήχθη μὲ τὴν σταθερότητα αὐτῶν τῶν φρονημάτων του. Ἀλλὰ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον μέρος. Δυστυχῶς δὲν ἤκουσα τὸν λόγον τοῦ κ. Ἀθηνογένη. Ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα νὰ λέγηται, ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς χθεσινοὶ πολιτικοί, εἴμεθα ὑπολείμματα ἐκ τῶν ἰθυνόντων, ἄλλοτε τοῦ τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐθαυμάσατε, ὡς αὐτοδιοικηθέντα, ὄχι μόνον ὑμεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς ἀκόμη. Ἀλλὰ ἡ ἐκεῖ αὐτοδιοίκησις μὲ τὸν ζητούμενον χωρισμὸν τῶν Συνοικισμῶν, δὲν δύναται καθόλου νὰ παραλληλισθῇ, διότι ὁ λαὸς ἐκεῖ ἦτο Κράτος ἐν Κράτει καὶ ἔμεινε καὶ ἀνεπτύχθη διὰ μέσου χιλιετηρίδων, ἐν μέσῳ ἑνὸς περιβάλλοντος, τοῦ ὁποίου οἱ διοικοῦντες ἦσαν πολὺ κατώτεροι τῶν διοικουμένων. Καὶ ἦτο φυσικόν. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκεῖ κάτω, ὅστις ἀπετέλει τὸν ἐγκέφαλον τῆς μεγάλης Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ἔχων εἰς χεῖρας του τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, πλούσιος εἰς χρῆμα καὶ εἰς πνεῦμα, νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ νὰ ἀνθήσῃ ἐν μέσῳ τοῦ περιβάλλοντος ἐκείνου, ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς φυλετικῆς καὶ θρησκευτικῆς του διαφορᾶς ὡς ἐθνικόφρων, ἠδυνήθη νὰ συγκρατήσῃ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκείαν καὶ νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἀριστουργήματα ἐκεῖνα τῶν κοινωφελῶν καὶ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων, τὰ Νοσοκομεῖα, τὰ σχολεῖα καὶ τόσα ἄλλα. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ λαὸς αὐτὸς ἔχων καὶ τὰ προνόμια τῶν Πατριαρχείων, πρὸς δὲ καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν καὶ τὴν ἀνωτερότητα ἀπέναντι τοῦ γηγενοῦς κόσμου δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ προάγεται καὶ προαγόμενος ν’ ἀποτελέσῃ τὰς κοινότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν Κοινότητες, ἀλλὰ Κράτος ἐν Κράτει.
§301ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γηγενεῖς ἐκεῖ δὲν ἦσαν οἱ Τοῦρκοι.
§302Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Γηγενεῖς δὲ λέγων ἐννοῶ τοὺς κατοίκους τῆς Τουρκίας.
§303Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦσαν γηγενεῖς.
§304Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Βεβαίως ἦσαν οἱ Ἕλληνες γηγενεῖς. Οἱ Τοῦρκοι ἦσαν κατακτηταί. Ἀλλὰ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἦσαν οἱ διοικοῦντες, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ζητήματος δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον· γνωρίζετε διὰ ποῖον λόγον. Εἶνε γνωστόν, λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ποίας συνθήκας ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκεῖ κάτω ἔζησε καὶ ἔδρασεν ὁπότε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή. Ἐκ τῶν διασωθέντων, οἱ οἰκονομικῶς εὐποροῦντες ἐγκατεστάθησαν εἰς τὰς πόλεις. Τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐτοποθετήθη εἰς ἀποθήκας, μάνδρας καὶ ἐπιταχθέντα οἰκήματα καὶ ἐξ αὐτῶν σὺν τῷ χρόνῳ οἱ ἄποροι καὶ ἐργάται ἁπλώθηκαν εἰς τοὺς πέριξ τῶν πόλεων ἀγροὺς καὶ ἄλλοι μὲν ἤγειραν ξύλινα παραπήγματα ὅπως στεγασθῶσιν, ἄλλους δὲ ἐστέγασε τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως εἰς δωμάτια καὶ μικρὰ οἰκήματα. Οὕτω ἀνεφάνησαν οἱ Συνοικισμοί, οἱ προσφυγικοί. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι εἰς τοὺς συνοικισμοὺς δὲν ἐστεγάσθησαν οἱ οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητοι, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ ἐργατικὸς κόσμος καὶ οἱ ἀπορώτεραι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐζήτουν μίαν στέγην, μίαν κατοικίαν. Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον καὶ λέγομεν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτούς· «θέλομεν κατὰ τὸ σύστημα τῶν Κοινοτήτων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον δύναμιν καὶ οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τεραστίαν, θέλομεν κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ σᾶς κάμωμεν ἀνεξαρτήτους, διὰ νὰ ἀναδειχθῆτε, ὅπως ἀνεδείχθητε καὶ ἐκεῖ κάτω». Ἀλλὰ ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀναδειχθοῦν πρέπει νὰ ἔχουν ὅλα τὰ ἐφόδια πρὸ παντὸς τὰ οἰκονομικά, διότι διὰ νὰ ζήσῃ μία Κοινότης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων πρέπει νὰ εἶνε αὐτάρκης οἰκονομικῶς. Τὸ πρώτιστον πάντων εἶνε ἡ οἰκονομικὴ βάσις.
§305Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὑποθέτω ὅτι λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν προικοδότησιν ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον. Ἀλλὰ θέλω ἐδῶ νὰ ἀκούσω ἀπὸ σᾶς τὸ ἑξῆς: Εἶσθε εὐχαριστημένος μὲ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν καὶ ὀργάνωσιν τῶν συνοικισμῶν;
§306Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Μάλιστα, διότι προβλέπομεν χειροτέρευσιν ἀντὶ καλλιτερεύσεως διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως ταύτης.
§307Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Καὶ ἐνῷ ἀκούετε ὅτι αὐτοὶ οἱ συνοικισμοὶ πρέπει νὰ πάρουν μίαν μορφὴν ἰδίαν, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ αὐτοδιοικῶνται, ἀφοῦ τροφοδοτηθῶσι μὲ ὅλα τὰ μέσα, θέλω τοῦτο νὰ μάθω, εἶσθε ἀκόμη κατά;
§308Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Μαρσέλλος κάθεται εἰς μέγαρον τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας καὶ δὲν τὸν νοιάζει. (Γέλωτες).
§309Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἀγαπητὲ Κύριε Μπούμπουλη, κάθομαι βέβαια ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας εἰς ἰδιόκτητον οἰκίαν καὶ οὐχὶ εἰς μέγαρον. Μέγαρον εἶχον ἄλλοτε, ἐκεῖ κάτω εἰς Σμύρνην, ὅπερ διεσώθη δὲν ἐκάη καὶ ὡς Ἕλλην πολίτης ἀντὶ νὰ τὸ πάρω πίσω, τὸ ἐδώρησεν ὁ Δῆμος τῆς Σμύρνης εἰς τὸν Ἰσμέτ Πασσᾶν.
§310Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Σᾶς ἐρωτῶ· ἔχετε σεῖς ἱερὰν ὑποχρέωσιν ὡς πρόσφυξ Βουλευτής, ἔχετε ἱερὰν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, νὰ εἰπῆτε τὴν ἀλήθειαν; Ἀφήσατε τοὺς ἄλλους, διότι αὐτοὶ κάμνουν ἀντιπολίτευσιν.
§311Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἔκαμα τὴν ἐξήγησιν διὰ νὰ ἄρω ὡρισμένας ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ὀρθαί.
§312Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τὶ λέγουν οἱ διάφοροι ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ θέλουμε νὰ ἰδοῦμε καὶ σεῖς τὶ λέτε.
§313Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Τώρα θὰ ἴδητε· περιμένετε τὴν ἐξέλιξιν τῆς γνώμης μου. Δὲν εἶνε πρώτη φορὰ σήμερον, ποὺ ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ τῶν συνοικισμῶν. Πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἄν δέν ἀπατῶμαι, ἔγινε μία μεγάλη κίνησις διὰ τοὺς συνοικισμούς. Ἀρκετοὶ δὲ τῶν Ὑπουργῶν, καθὼς καὶ ἀρκετοὶ ἐκ τῶν κ.κ. Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἐγένοντο συσκέψεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἄν εἶνε δυνατὸν νὰ συντηρηθοῦν οἱ συνοικισμοὶ διὰ τοῦ ἀναλόγου μεριδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεσπᾶτο ἀπὸ τοὺς Δήμους εἰς τοὺς ὁποίους ὑπήγοντο. Καὶ τότε ἐζήτησαν διάφοροι πολιτικοὶ νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἠκούσαμεν καὶ τοὺς μέν καὶ τοὺς δὲ, ἐκρατήσαμε μίαν ἀνεξάρτητον στάσιν, γενόμενοι κακοὶ μετὰ Συναδέλφων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὸν Συνοικισμὸν Δραπετσῶνος ἐλεύθερον νὰ ψηφίσῃ διὰ νὰ ἴδωμεν ἀκριβῶς καὶ τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν κατὰ πόσον εἶχον δίκαιον μὲ αὐτὰ, ποὺ ἔλεγον οἱ ἀντιφρονοῦντες. Ἔγιναν τότε συσκέψεις καὶ συνελεύσεις καὶ ψηφοφορία τῶν κατοίκων καὶ τέλος τὸ ἀποτέλεσμα ἔδειξεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὴν κοινότητα, δὲν ἔφθασαν παρὰ τὸ 1) 3, διότι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον τὴν Κοινότητα ἔκαμαν ἀποχήν. Καὶ οὕτω ἀπεφάνθη ὁ Συνοικισμὸς ὅτι δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ Κοινότης, καίτοι δὲν εἶχε τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως τίθεται σήμερον. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, σᾶς ὁμιλῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ἤμουν καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν ἀδιαλλάκτων μιὰ φορὰ, ποὺ ζήσαμε στὰ παληὰ τὰ χρόνια μέσα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀνακατευθήκαμε, χωρὶς νὰ θέλωμεν καὶ ἐπεράσαμε ὅλας τὰς πολιτικὰς διαμάχας ἀπὸ τὰ 1912 καὶ ἐντεῦθεν. Σήμερον εἴμεθα περισσότερον συντηρητικοὶ καὶ βλέπομεν τὴν κατάστασιν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς πραγματικότητος.
§314Σ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Ἐν τούτοις ὁ συνοικισμὸς αὐτὸς εἶχε δικήν του ζωὴν καὶ οἰκονομικὴν βάσιν, λόγῳ τῶν ἐργοστασίων καὶ ἔδωσεν αὐτὸ τὸ ἰσχνὸν ἀποτέλεσμα. Οἱ ἄλλοι συνοικισμοὶ εἶνε εἰς χειροτέραν κατάστασιν.
§315Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἡ Δραπετσῶνα γίνεται Κοινότης;
§316Σ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Ὄχι.
§317Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Σᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῖοι εἶνε οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν. Ὑπάρχει κώλυμα δικονομικὸν καὶ δὲν κάμνει τὸν χωρισμὸν τῆς Δραπετσῶνος.
§318Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ὑπεβλήθη. Ἐγὼ ἕνα πρᾶγμα δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, δι’ αὐτὸ τὸ θεωρῶ ὡς κομματικόν. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὰς νομικὰς βάσεις, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ ζητήσητε τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἥτις ὀφείλει καὶ νὰ γίνῃ σεβαστή.
§319ΑΛ. ΛΑΓΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἐγίνοντο ὁ πρῶτος νόμος καὶ ὁ δεύτερος νόμος, ἀπὸ ποίαν Κυβέρνησιν ἐψηφίσθησαν;
§320Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἔγινεν ὁ νόμος καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐρωτηθοῦν.
§321Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄς ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἐκείνους.
§322Δ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ. Ἑκατὸν ἐρωτήσεις νὰ κάμνετε εἰς τοὺς Συνοικισμοὺς τὴν ἰδίαν ἀπάντησιν θὰ σᾶς δίδουν. Τὴν πολιτικὴν συνείδησιν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν προσπορισθῆτε παρὰ μόνον δι’ ἔργων. Ὁ λαὸς αὐτὸς ἦτο ὁ πρόμαχος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκεῖ κάτω καὶ οἱασδήποτε πεποιθήσεις καὶ ἄν ἔχῃ, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν θέλησίν του. Εἶνε πραγματικῶς ἐκπληκτικὸν ἡ τόση μεγαλοθυμία τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, διότι οἱ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ ἐψήφισαν ἐναντίον αὐτοῦ, νὰ ζητῇ νὰ τοὺς αὐτοδιοικήσῃ διὰ νὰ καλλιτερεύσῃ καὶ ἀναπτυχθῇ ἡ θέσις των, νὰ τοὺς προικοδοτήσῃ καὶ διὰ χρημάτων μὲ ἄλλους λόγους νὰ τοὺς κάμῃ παραδείσους καὶ δὲν φροντίζει τοὐλάχιστον καὶ μερικοὺς ἄλλους πέριξ τῆς πόλεως γηγενεῖς συνοικισμοὺς νὰ κάμῃ Δήμους καὶ Κοινότητας, ὡς τὴν Γοῦβαν, τὸ Βατραχονῆσι, τοὺς Ἀμπελοκήπους, τὰ Σεπόλια, διὰ νὰ εὐημερήσουν καὶ οὗτοι. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως. Κατὰ τύχην ἕνα βράδυ εἰς τὴν Κοκκινιὰν εὑρέθην εἰς συγκέντρωσίν τινα εἰς ἥν συνεζητεῖτο ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἠκούσθησαν διάφοροι ἀπόψεις καὶ τινες ὑπὲρ τῆς Κοινότητος, διότι ὑπάρχει ὀργασμὸς μεγάλων ὑποψηφίων Προέδρων καὶ Συμβούλων. Ἀνεφέρθη ἐκεῖ ἐπὶ παραδείγματι ὅτι τὸ ἀναλογοῦν προικοδότημα τοῦ Δήμου Πειραιῶς πρὸς τὴν Κοκκινιὰν θὰ εἶνε περὶ τὰ 3–3½ ἑκατομμύρια. Σήμερον ὁ Δῆμος τοῦ Πειραιῶς μόνον διὰ τὸν φωτισμὸν Κοκκινιᾶς ἐξοδεύει 1.300.000 δρχ. διὰ δὲ τὴν καθαριότητα 450.000 δραχμάς. Μένουν τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἀκόμη μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ περισσότερα εἶνε ἡ συντήρησις τῶν δρόμων, ἡ ὑγιεινὴ καὶ ἡ ὑπαλληλία τοῦ Δήμου. Αὐτὰ καὶ μόνον ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ Κοκκινιά, ὄχι μόνον δὲν θὰ μείνῃ στάσιμος, ἀλλὰ καὶ θὰ χειροτερεύσῃ ἡ ἐκεῖ κατάστασις. Ἀφήνω τὸ ζήτημα τῶν διοδίων. Γνωρίζω ἀπὸ προσφυγικοὺς συνοικισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν Κοινότητες εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ τοὺς εὐπορωτέρους πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδίων ἔκτισαν, ὅπως εἶνε ἡ Κοινότης Ἑλληνικοῦ, ἡ ὁποία εἶνε μία ἀπὸ τὰς ἀρίστας κηπουπόλεις εἰς τὴν Ἑλλάδα, καίτοι κατοικοῦν οἱ ἐκπολίτιστοι, ἐν τούτοις μετὰ δυσκολίας πληρώνει τὸν φωτισμὸν καὶ ἄν ἔγιναν μερικὰ ἔργα δὲν ἔγιναν ἀπὸ τὴν Κοινότητα, ἀλλὰ τῇ ὑλικῇ συνδρομῇ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, διὰ τῶν ὁδοστρωτήρων τοῦ ὁποίου ἠδυνήθησαν νὰ κάμουν μερικοὺς δρόμους βατούς. Ἄν τοιοῦτοι συν)σμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὰς εὐπορωτέρας τάξεις μετὰ δυσκολίας κατορθώνουν τὸν φωτισμόν των νὰ πληρώνουν, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς εἶνε δυνατὸν συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἐργατικὸν κόσμον, ἀπὸ κόσμον πενόμενον, κόσμον, λόγῳ τῆς ἀνεργίας, πεινῶντα, πολλοὶ τῶν ὁποίων μᾶς παρακαλοῦν νὰ τοὺς βροῦμε ἕνα μεροκάματο μὲ 30 δρ. διὰ νὰ ζήσουν, πῶς θὰ συντηρηθῇ μόνος του ἕνας τέτοις συνοικισμός; Μᾶς εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προικοδοτήσῃ τοὺς συνοικισμοὺς αὐτοὺς δι’ ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων. Καὶ γνωρίζετε τὶ εἶπε κάποιος ἐκ τῶν παρευρισκομένων ἐργατῶν; Ἡ προικοδότησις θὰ εἶνε ὅπως τὸ 25% πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Εἶνε εὔκολον νὰ λέγετε ὅτι θὰ προικοδοτήσητε τοὺς συνοικισμοὺς διὰ νὰ παρασύρετε τὸν κόσμον αὐτὸν νὰ θελήσῃ τὴν κοινότητα, ἀλλὰ ἡ δυστυχία, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ μεθαύριον θὰ ξεσπάσῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ ὅλων μας. Πρέπει νὰ σκεφθῆτε ἂν πραγματικῶς ἀγαπᾶτε καὶ θέλετε τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν τῶν συνοικισμῶν, διὰ τὴν ἐνδυνάμωσίν των καὶ μετὰ ἀναβάλλατε τὸ διάταγμα δι’ ὀλίγους μῆνας καὶ τότε νὰ σημειώσωμεν κατὰ πόσον εἶνε δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ νὰ ζήσουν τοὐλάχιστον, ὅπως ζοῦν σήμερον, ὄχι εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θέλετε νὰ τοὺς χωρίσητε. Ἀφήσατέ το δι’ ἀργότερον. Ἐὰν ἐπιμένετε σεῖς μὲν θὰ τὸ ψηφίσητε, βεβαίως, ἡμεῖς ὅμως θὰ διαμαρτυρώμεθα, ἀλλὰ καὶ αἱ κομματικαί σας ὑποσχέσεις θὰ εἶνε πρὸς βλάβην σας, διότι διὰ τῆς πράξεώς σας ταύτης ἀπομακρύνετε τὴν ἐπαφὴν σας πρὸς τὰς προσφυγικὰς μάζας, ἡ ὁποία μόνον διὰ τῶν ἔργων, τῶν καλῶν, εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πρὸς τὴν παράταξιν τὴν ἰδικήν σας. Ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ εἶνε μόνον πρὸς τὸ κομματικόν σας συμφέρον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι γνωρίζετε ἐκ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ὅτι ἡ δυστυχία καὶ ἡ κακομοιριὰ τῶν συνοικισμῶν αὐτῶν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ψηφίζουν κομμουνιστάς. Ἐὰν ἐπιτείνετε τὴν δυστυχίαν αὐτῶν, ἀπομονώνοντες τοὺς συνοικισμοὺς καὶ καταδικάζοντες τούτους εἰς μαρασμόν, τότε δὲν γνωρίζω τὶ ἀποτελέσματα θὰ ἔχωμεν μεθαύριον. Κάμνω τὴν ὑστάτην σύστασι, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς μετὰ μεγάλης παρατηρητικότητος παρακολουθεῖ τὰ μεγάλα ζητήματα τοῦ Κράτους· ἀναβάλατε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δι’ ὀλίγους μῆνας καὶ θὰ ἔχετε ὅλον τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῆτε πρὸ παντός, κανονίζοντες τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ τὰς προικοδοτήσεις καὶ τότε θὰ ἔχητε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ἰδικήν μας. Αὐτὰ εἶχον νὰ συστήσω.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§324Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, εὑρίσκομαι ἐν πλήρει συνεπείᾳ διαφωνῶν πρὸς τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὅταν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκυβέρνα, ἐγὼ ἀντετάχθην εἰς τὰς εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεις. Δὲν ἔχω δὲ καὶ καλὴν πεῖραν τῶν τοιούτων ἐξουσιοδοτήσεων, διότι ἐπὶ σοβαρῶν θεμάτων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τυχαίαν ὅλως πλειονοψηφίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς προσελεύσεως ἢ μὴ ὀλίγων τινῶν μελῶν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐξαναγκάζεται πολλάκις ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ παρὰ ὁλόκληρον τὸ νομοθέτημα ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ, νὰ δεχθῇ πολλάκις, ἀβασανίστους ἢ συμφεροντολογικὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν κρυπτῷ. Διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν ἐξουσιοδοτήσεως πρόκειται σήμερον ἐν παραδείγματι νὰ δοθῇ δικαίωμα ἀναμοχλεύσεως θεσμῶν ὁλοκλήρων, ὅπως ὁ ὀργανισμὸς Ὑπουργείου. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶνε ἐπιτετραμμένον, παρὰ μόνον δι’ ἀπολύτως ἐπείγοντα ζητήματα. Καὶ ἂν τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ λέγῃ καὶ ρητῶς, εἶνε αὐτονόητον ὅτι τὸ ἄρθ.77 τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ διὰ τὰ ἐπείγοντα ζητήματα ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν εὑρίσκομαι ἐν πλήρει συνεπείᾳ, ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν τοιαύτην εὐρύτητα. Ἄν δέν ἀπατῶμαι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπέκρουσαν, ἄλλοτε, τὰς ἐπειγούσας ἐξουσιοδοτήσεις, ὑπεχώρησε δὲ τότε εἰς τὰς ἀντιρρήσεις των ἡ Κυβέρνησις. Δυστυχῶς μετεβλήθησαν ἤδη οἱ ὅροι καὶ οἱ κατέχοντες τώρα τὴν ἐξουσίαν ἐλησμόνησαν τὴν στάσιν των ἐκείνην. Κύριοι Βουλευταί, ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶνε ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ τὸ νεαρόν μας Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος ὁ παλαιότερος τοῦ Συντάγματός μας, ὁ νόμος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, καθώρισαν τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἡ ὁποία εἶνε στοιχειώδης ἀρχὴ πολιτισμοῦ εἰς ὅλα τὰ προηγμένα Κράτη καὶ δὲν ἠδύνατο εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ καθυστερήσῃ καὶ ἡ Ἑλλάς, κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐψηφίσθη ὁ πρῶτος αὐτὸς νόμος, ὁ ἐπίμαχος, ὁ ὁποῖος ὥριζεν ὅτι δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσιν ὡρισμένα τμήματα τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ νὰ ἀποτελέσωσιν ἰδιαιτέρας διοικητικὰς μονάδας. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ ἐξαιρετικός, ὁ κατὰ παρέκκλισιν τοῦ νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος ἀνέφερεν ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ ἀποσπώμενοι, ἀντεκατεστάθη καταργηθεὶς κατόπιν διὰ μιᾶς ἄλλης ὁμοίας διατάξεως, διαφερούσης κατὰ τοῦτο μόνον· ὅτι εἰς τὸ ἐξαιρετικὸν δίκαιον τῆς πρώτης διατάξεως προσετέθη καὶ μία προθεσμία, ἵνα λείψῃ τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὸ μέσον τὸ ἐξαιρετικὸν αὐτὸ δίκαιον καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν βασικὸν ἡμῶν τὸν νόμον περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ ἡ προθεσμία αὕτη ἐκ τῶν Πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεσπίσθη ἐξ ἀφορμῆς (occasio legis) μιᾶς ὡρισμένης Κοινότητος, τῆς Κοινότητος Ζωγράφου καὶ δὴ ὄχι πρὸς ἀποχωρισμόν, ἀλλὰ πρὸς συγχώνευσιν. Αὐτὸ εἶνε σαφέστατον. Αὐτὴ εἶνε ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία. Πρὸς συγκάλυψιν αὐτῆς τῆς ὀρθοτάτης ἀντιλήψεως, ἔρχεται ἀπόψε ἡ πρότασις περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικοῦ διατάγματος αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Θὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὅτι δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς τοῦ νόμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν ἐνεφιλοχώρει ἀμφιβολία δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀποδοθῇ πρόθεσις τῆς συγκαλύψεως ἑνὸς ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν οἱ θεσμοὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Παρήλθεν ἡ ἐποχὴ αὐτή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων, ἐλύοντο ὑποθέσεις καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐλύοντο ὁτὲ μὲν ὑπὸ τῶν κοινῶν ἢ διοικητικῶν δικαστηρίων, ὁτὲ δὲ καὶ ὑπὸ Αὐτοκρατορικῶν διατάξεων νομοθετικῆς φύσεως. Σήμερον ἔχομεν τοὺς κειμένους νόμους, οἱ ὁποῖοι προνοοῦν σαφῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς τοιαύτας πλαγίως εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ὡς ἐπιχειρεῖται σήμερον. Νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἔκνομος αὐτὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως παραμένει τοιαύτη, παρὰ τὴν φλογερὰν ἐπιχειρηματολογίαν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσην ὥραν καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν μᾶς ἔπεισαν, εἶνε ἀδύνατον νὰ μᾶς πείσουν. Ἐλέχθη, καὶ τοῦτο, ὅτι, ἐπὶ τέλους, θέλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕνα νόμον, διότι νομίζομεν ὅτι συμφέρει εἰς τοὺς συνοικισμοὺς αὐτοὺς νὰ ἀποχωρισθῶσι καὶ νὰ ἀποτελέσωσι ἰδίας μονάδας, ἐφόσον δὲ τοῦτο εἶνε ἀναγκαῖον, διατὶ νὰ περιμένωμεν ὁλόκληρον τετραετίαν; Σπεύδομεν νὰ τὸ πράξωμεν ἐγκαίρως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ διατὶ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωμεν τετραετίαν; ἠδύνασθε κάλλιστα μετά τινα χρόνον νὰ θεσπίσητε κανονικῶς ἕν νομοθέτημα καὶ νὰ ὁρίσητε ἐκλογὰς μετὰ τὴν κανονικὴν ἀπόσπασιν, ἀσχέτως πρὸς τὴν τετραετίαν τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τοῦτο δὲ ἀκριβῶς ἐγένετο, ὡς διακόπτων εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς πρὸς τὰ περίχωρα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν συνέπεσαν τότε αἱ ἐκλογαὶ τῶν περιχώρων τούτων μὲ τὰς ἐκλογὰς τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἡ ψηφισθεῖσα τροπολογία μου τότε ὥριζεν ὅτι θὰ ἐρωτηθοῦν οἱ Συνοικισμοὶ αὐτοὶ καὶ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν τετραετίαν. Ἑπομένως καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ καταπίπτει.
§325ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1928 ἔγιναν τὸν Αὔγουστον καὶ οἱ νόμοι αὐτοί, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε ἐγένοντο τὸν Ἀπρίλιον, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔγιναν μετὰ τὰς ἐκλογάς.
§326Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῆς Κηφισιᾶς, Μαρκοπούλου κλπ. δηλαδὴ κατὰ τὸ 1925. Δὲν ἐπροσέξατε τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶπον ὅτι ὄντως καὶ ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀποσπάσεως συνοικισμῶν ἐκ τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς με τὴν διαφορὰν ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ, ἐρωτωμένων τῶν πληθυσμῶν. Καὶ κατόπιν ἔγινεν ἡ ἀπόσπασις καὶ ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς ἐκλογὰς τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ τώρα μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς. Ἀλλ’ ἂς τὸ εἴπωμε καθαρά. Σεῖς θέλετε πάσῃ θυσίᾳ, ἔστω καὶ μιμούμενοι τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος, ἐνῷ σεῖς οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὸν ἠθικὸν ρυθμὸν καὶ ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦτα ἄτοπα, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλαμβάνητε, θέλετε, ὑπερβάλλοντες εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν, νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀπόσπασιν αὐτήν, ἵνα μεταβάλητε τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν σύμφωνα πρὸς τὸ πολιτικόν σας συμφέρον. Διότι ἔχει καὶ πολιτικὴν σημασίαν ἡ ἐκλογὴ αὐτή, ἐφόσον θὰ δοθῇ πολιτικὸν χρῖσμα εἰς τὸν Δήμαρχον. Αὐτό, Κύριοι, εἶνε ἀδύνατον νὰ τὸ ἀπαλείψητε ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν μας, εἶνε ἀδύνατον νὰ μεταβάλητε τὴν ἐντύπωσιν τῆς μικρότητος, τῆς ἀνειλικρινείας καὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς πράξεως αὐτῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπακωνσταντίνου.
§328Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὀρθῶς, Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας καὶ συμφέροντα τῶν Συνοικισμῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀκόμη καλλίτερον πρᾶγμα, ἐὰν ἐγενικεύετο ἡ διάταξις αὐτή. Ὑπάρχουν π. χ. Λουτροπόλεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εὑρίσκοντο εἰς ἀξιοπρεπεστέραν θέσιν, ἐὰν ἀνεγνωρίζοντο ὡς Δῆμοι. Τοῦτο εἶνε πολὺ σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Διότι εἶνε κἄτι τι τὸ ὀξύμωρον, μέρη τὰ ὁποῖα μόλις ἔχουν ὀλίγους πόρους νὰ ἀποτελοῦν Κοινότητας καὶ Δήμους καὶ λουτροπόλεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἔσοδα νὰ μὴ ἀποτελοῦν Δήμους.
§329Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αἱ λουτροπόλεις ἔχουν ἀνάγκην ἐντελῶς ἰδιαιτέρας διοικήσεως.
§330Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἔστω καὶ τοῦτο, Κύριε Πρόεδρε. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς λουτροπόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν δύο χιλιάδων κατοίκων, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται νὰ ἀναγνωρίζωνται καὶ αὐταὶ ὡς Δῆμοι. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην αὐτήν, διότι νομίζω ὅτι εἶνε οὐσιώδης καὶ ἐπωφελὴς διὰ τὰς λουτροπόλεις.
§331Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Προεδρεύων). Ἔχει κανεὶς ἄλλος τὸν λόγον; Ἡ συζήτησις θεωρεῖται περατωμένη καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ πρῶτον θέμα «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου 4852 «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς Δήμων καὶ Κοινοτήτων Συνοικισμῶν τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς» περὶ οἰκονομικῆς ὀργανώσεώς των», ὡς ἐτροποποιήθη. —Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου Ν. Δ. «περὶ προσμίξεως ἐγχωρίου σίτου εἰς τὴν παρασκευὴν ἄρτου διὰ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου 5686 περὶ προστασίας ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς καὶ 4573 περὶ συμπληρώσεως καὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἀρτοποιητικῶν νόμων. —Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 θέμα «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4578 «περὶ ὀργανισμοῦ χωροφυλακῆς, ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὸν Ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς». —Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 «περὶ τροποποιήσεως, ἐπεκτάσεως καὶ καταργήσεως κατὰ περιφερείας τῶν νόμων 4491, 4765, 5659 περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 «περὶ διορισμοῦ κατὰ παρέκκλησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων, 15 δημοδιδασκάλων, καταγομένων ἐξ Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων τῆς ἀλλοδαπῆς». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3578 περὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν πρὸς καταβολὴν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον μετ’ ἀπαλλαγῆς τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπερημερίας, προσθέτων φόρων καὶ τελῶν ἢ προστίμων, καὶ μειώσεως τοῦ φόρου δημοσίων θεαμάτων κατὰ τὴν θερινὴν περίοδον καὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου αὐτοκινήτων, τῶν χρησιμοποιουμένων ὑπὸ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος δημοσιογράφων». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 «περὶ καθορισμοῦ διαδικασίας πρὸς παροχὴν προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκτελέσεως καὶ ρυθμίσεως τῆς εἰσπράξεως πέραν τῶν ὑπὸ τῶν κειμένων διατάξεων προθεσμιῶν, ὡς καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 5420». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 «περὶ παροχῆς διευκολύνσεων καὶ μειώσεων εἰς τοὺς ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ φόρων καταναλώσεως ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπαλλαγῆς τούτων ἀπὸ ἐπιζημίων συνεπειῶν ἐπὶ τῇ ἐντὸς τακτῶν προθεσμιῶν καταβολῇ». —Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ. τῆς 14 Δεκεμβρίου 1932 «περὶ εἰσαγωγῆς ἀτελῶς ἢ ἐπὶ ἠλαττωμένῳ δασμῷ ἀραβοσίτου καὶ κριθῆς μέχρι τῆς 30ῆς Ἰουλίου ἐ. ἔ.». —Γίνονται ἐπίσης δεκτά: Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν διὰ τοῦ νόμου 5116 συσταθέντων δευτεροβαθμίων διοικητικῶν δικαστηρίων ἀμέσου φορολογίας τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκκρεμῶν ἐφέσεων κατ’ ἀποφάσεων πρωτοβαθμίων ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀδιακρίτως ποσοῦ φόρου, τῶν ἀσκηθεισῶν μέχρι 1ης Αὐγούστου 1931 καὶ περὶ ἐπανασυζητήσεως τῶν ἐφέσεων ἢ αἰτήσεων ἀναθεωρήσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀπορριφθεισῶν ἢ ἀπορριφθησομένων, λόγῳ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοῦ παραβόλου ἢ λόγῳ μὴ κοινοποιήσεως ἢ πλημμελοῦς κοινοποιήσεως αὐτῶν.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 θέμα «περὶ δωδεκατημορίων» διαγράφεται, διότι θὰ ψηφισθῇ ὡς ἴδιον νομοσχέδιον.
§333Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ τὸ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν».
§334ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ τὰ θέματα: Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5170 περὶ ἀποζημιώσεως Ἑλλήνων μὴ ἀνταλλαξίμων κατοίκων Κωνσταντινουπόλεως». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16 «περὶ διακανονισμοῦ ἁρμοδιότητος καὶ ὑπογραφῆς ὑπαλλήλων τινῶν, ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18 «περὶ ἐγκρίσεως μελετῶν ἀνεγέρσεως ἐπεκτάσεως καὶ συμπληρώσεως κτιρίων διὰ τὴν στέγασιν Ὑγιειονομικῶν ἱδρυμάτων καὶ ὑπηρετῶν, ὡς καὶ δαπανῶν πρώτης ἐγκαταστάσεως». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5043 «περὶ συστάσεως κρατικοῦ μονοπωλίου κινίνης». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21 «περὶ καθορισμοῦ τῆς μεταβλητῆς «σ» Τοὺς τύπους πωλήσεως τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας τῶν ἐν τῷ Κράτει διὰ προνομίου ἢ δι’ ἁπλῆς ἀδείας λειτουργουσῶν ἐπιχειρήσεων ἠλεκτροφωτισμοῦ, διακανονισμοῦ τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν πόλεων Ναυπλίου, Ἄργους καὶ Ἀργολικῆς πεδιάδος, ὡς καὶ τοῦ τρόπου ἀναθέσεως τῶν φωτισμῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων εἰς τοὺς δι’ ἁπλῆς ἀδείας ἀναδόχους». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως διεξαγωγῆς δημοπρασιῶν ἐν ταῖς ἐργασίαις τῶν διαρρυθμιζομένων παλαιῶν ἀνακτόρων εἰς Μέγαρον Βουλῆς καὶ Γερουσίας καὶ νέου κτιρίου Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 42 ἑκατομμυρίων πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ κτιρίου τῶν παλαιῶν ἀνακτόρων εἰς μέγαρον Βουλῆς καὶ Γερουσίας». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4352». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24 «Περὶ ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν τῆς διενεργηθείσης δημοπρασίας περὶ προμηθείας ἐγκαταστάσεως μηχανημάτων καὶ τῶν ἀναγκαιουσῶν συναφῶν σωληνώσεων διὰ τὴν ἄντλησιν καὶ ἀποχέτευσιν πρὸς τὴν θάλασσαν τῶν ὑδάτων ὑπονόμων Θεσσαλονίκης ἢ περὶ διενεργείας νέας τοιαύτης». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25 «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ λιμένων καὶ λιμενικῶν ταμείων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28 «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3752) 1929» περὶ κυρώσεως διὰ Διαταγμάτων κανονισμῶν τοῦ προσωπικοῦ νομικῶν προσώπων, συνδεομένων διὰ συμβάσεων μετὰ τοῦ Κράτους, πρὸς ἄσκησιν λειτουργίας κοινῆς χρήσεως καὶ ὠφελείας τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ περὶ ἐπαναπροσλήψεως ἀπολυθέντων ὡς ἀπεργῶν, ὑπαλλήλων, τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν ἢ ὑπηρετῶν». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 29 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5122 «περὶ ἱεραρχίας τῆς πολεμικῆς ἀεροπορίας κλπ.». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 30 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου κλπ.». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 31 γίνεται δεκτόν, συμπληρούμενον, ὡς ἑξῆς: «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν». Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 32 περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων 4180, 4881 καὶ 5355 περὶ προστασίας ἐφέδρων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 33 «περὶ χρησιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων καὶ καθορισμοῦ ἐπιμισθίου ἐκτάκτου ἐργασίας δι’ αὐτούς». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34 «περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν τοὺς ὑπὸ τοῦ Α.Ν.Σ. Συμβουλίου καταρτιζομένους πίνακας διατάξεων» μετ’ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Μπούμπουλη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 35 «περὶ διεθνοῦς γραμμῆς φορτώσεως πλοίων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36 «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ διεθνῶν κανονισμῶν Ναυσιπλοΐας». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 37 «περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐν τῇ Χώρᾳ βιομηχανιῶν παρασκευῆς ἁλιπάστων ἰχθύων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 38 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ Σεισμοπαθῶν τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου κειμένων διατάξεων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 39 «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3733 «περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 40 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4652 «περὶ γραφείου προστασίας ἑλληνικῶν σύκων». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41 «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν καταβολῆς ἢ μὴ καταβληθεισῶν χρηματιστηριακῶν διαφορῶν» ὡς ἐτροποποιήθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὑτῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου Α. Ε., 2) Κεντρικῆς Τραπέζης Α. Ε., 3) Τραπέζης Τρικκάλων Α. Ε. 4) Τραπέζης Χολέβα–Μαρκατᾶ ἐν Λαρίσσῃ· 5) Τραπέζης Μουχτάρη ἐν Τρικκάλοις». Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 43 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 5598 κλπ.».
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 44 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5208, περὶ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ».
§337Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἐφόσον ζητεῖται ἐξουσιοδότησις περὶ τροποποιήσεων, νὰ ἔχωμεν εἰδικὸν προσδιορισμὸν τροποποιήσεων.
§338Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω ὀρθὴν τὴν παρατήρησίν σας, ὅπως δὲ ἔχει τὸ θέμα ὑπ’ ἀριθ. 44 δὲν εἶνε διατυπωμένον καλῶς καὶ πρέπει νὰ εἰδικευθῇ.
§339Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς τροποποιήσεως τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ διὰ νὰ ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα, δὲν ἠξεύρω ποῖα.
§340Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν.
§341Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ ἄλλου ἐκ μέρους Βουλευτῶν διατυποῦται ἡ γνώμη ὅτι, ὡς λειτουργεῖ ὁ Ὀργανισμός, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Ἑπομένως ἂν ἡ γνώμη αὐτὴ εἶνε ὀρθή, τότε θὰ τεθῇ ὁλόκληρον τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ δοθῇ τόσον εὐρεῖα ἐξουσιοδότησις, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ εἰδικεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ πρᾶγμα. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§342ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ ψηφισθῇ.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 45 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3503» καὶ 4760 περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν. Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 46 «περὶ λήψεως μέτρων ἀφορώντων τὴν στέγασιν τῶν σεισμοπαθῶν τῆς Χαλκιδικῆς καὶ παροχὴν διευκολύνσεων εἰς αὐτούς», ὡς ἐτροποποιήθη προτάσει τοῦ κ. Βασιλικοῦ.
§344Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 47 θέμα ἔχω μίαν τροπολογίαν ... (ἀναγινώσκει)...
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ τὸ «περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων ἐπὶ τῶν ἀποκαλυπτομένων ἐν Μακεδονίᾳ γαιῶν».
§346Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἔχω μίαν βασικὴν ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ 47. Λέγετε ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τὰς γαίας θὰ τὰς πληρώσουν εἰς δύο χρόνια. Ἀλλὰ δὲν εἶνε δυνατὸν οὔτε σὲ 10 χρόνια νὰ τὰς πληρώσουν. Δι’ αὐτὸ εἶπα νὰ ἀναβληθῇ.
§347Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως δὲν εἶνε αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶνε ἂν εἶνε ἐπεῖγον ἢ ὄχι.
§348Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Θέλω μίαν διασάφησιν. Ἂν δώσωμεν τώρα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, θὰ εἶνε ἡ ἐπιτροπὴ κυρία νὰ ἀποφασίσῃ ἢ ὄχι;
§349Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§350Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ δεσμεύσω τὴν ἐπιτροπήν.
§351ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δεσμεύεται.
§352Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐγὼ δίδω ἐξουσιοδότησιν, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Ὑπ’ ἀριθ. 48. Πρόκειται «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3905».
§354Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠξεύρομεν τί εἶνε τὸ 48.
§355Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἀκούσατε ποῖαι διατάξεις πρόκειται νὰ μεταβληθοῦν... (ἀναγινώσκει) .....
§356Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὰ λέγετε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Ὑπ’ ἀριθ. 49. Δηλαδὴ «περὶ τρόπου διαθέσεως τῶν ἤδη ἀποκαλυφθεισῶν γαιῶν κλπ.».
§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 50. Δηλαδὴ «περὶ διαθέσεως τῶν προκυψάντων καὶ μελλόντων νὰ προκύψωσιν πλεονασμάτων ἐξ ἀγορᾶς ἐλαίου».
§360Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ θὰ διατεθοῦν αὐτά;
§361Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑπὲρ παραγωγῶν νωπῶν. Εἰς τὴν Κέρκυραν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ποσὸν εἶνε μεγάλο, θὰ τὸ διαθέσωμεν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ἠξεύρετε τί θὰ πάρῃ ἕκαστος καλλιεργητής; 100–150 δραχμάς.
§362Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε διαστείλατε τὴν Κέρκυραν τῶν ἄλλων περιφερειῶν.
§363Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Συγκεκριμένως διὰ τὴν ἰδικήν σας περιφέρειαν. Ἡ Κρήτη θὰ λάβῃ 1.500.000. Ἠξεύρετε τί θὰ πάρῃ ἕκαστος; 150 δραχ. Δὲν εἶνε καλλίτερον νὰ κάμητε κάτι τι τὸ παραγωγικόν; Θὰ γίνῃ μία γεωργικὴ ἐγκατάστασις, ὅπως ἐγένετο καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ εἶνε κρῖμα νὰ μὴ συντελέσητε καὶ σεῖς διὰ τῆς ψήφου σας εἰς τὴν πρόοδον αὐτήν.
§364Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ θὰ ἀφήσωμε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ τὰ διαθέσῃ ὅπως κρίνῃ καλλίτερον.
§365Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ δέχομαι.
§366Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ μία ἀρχή.
§367Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶνε πολὺ μικρὰ τὰ ποσά.
§368Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσα εἶνε τὰ ποσά· δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλήν σας πίστιν, ἀλλὰ εἶνε σφαλερὰ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ δίδουν τὸ ἀντίτιμον τοῦ προϊόντος των οἱ παραγωγοὶ καὶ νὰ διατίθεται τοῦτο διὰ διαφόρους σκοπούς.
§369Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ παραγωγούς.
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀρ. 51 «περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου 4173 περὶ δασικοῦ κώδικος». Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 52 «περὶ διατάξεων τοῦ Ἀγροτικοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀδιαθέτους κλήρους». Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Δεκτόν.
§371Α. ΜΕΛΑΣ. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ, ὅπως προστεθῇ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον λήγει τὴν 31ην Αὐγούστου. Νομίζω ὅτι εἶνε τόσον σοβαρὸν τὸ ζήτημα, ὥστε θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἀπὸ σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ τὸ μελετήσῃ.
§372Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μελᾶ.
§373ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§374Ι. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς). Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶνε σύμφωνος νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ θέματα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ πολυτέκνων.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 53, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ μετατροπῆς τῶν ποινῶν».
§376ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν προβλέπεται ἡ ἐξεύρεσις τῶν χρημάτων.
§377ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§378Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπολοίπων χρημάτων.
§379Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων νὰ γίνῃ ὑπὲρ τῶν φυλακῶν.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 54ον «περὶ ἐκποιήσεως τῶν πειστηρίων καὶ διαθέσεως τοῦ προϊόντος διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν φυλακῶν». Δεκτόν.
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 55ον, «Περὶ τροποποιήσεως α) τοῦ νόμου 811 περὶ προσωρινῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως τῶν καταδίκων, β) περὶ εὐεργετικοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἡμερῶν ἐργασίας τῶν καταδίκων καὶ γ) περὶ καταργήσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 16ης Μαρτίου καὶ 15ης Σεπτεμβρίου 1926 «περὶ μετατροπῆς εἰς Αὐτόνομον Ὀργανισμὸν τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Δικαιοσύνης διευθύνσεως διοικήσεως φυλακῶν» καὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 4229 «περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ περὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν». Δεκτόν.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 56ον, «περὶ ταμείου ἀσφαλίσεως Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν». Δεκτόν.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ 57ον καὶ 58ον, ἀναβάλλονται.
§384Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ 56ον ἔγινε μία τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ συντάξεων. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐγὼ τότε εἶχα προτείνει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ὑπηρεσία ἐν Σάμῳ καὶ Κρήτῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Συνέλευσιν.
§385Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου διὰ νὰ ἐπεκταθῇ τό μέτρον εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος.
§386Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σύμφωνος.
§387Α. ΛΟΥΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ «Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταί».
§388Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δεκτὸν ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν αὐτοῦ ἔννοιαν.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 59ον.
§390Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων Βουλευτῶν ἔγινε δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 59ον. Δεκτόν. 60ον.
§392Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ δηλωθῇ τὶ νομοσχέδιον εἶνε αὐτό;
§393ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§394Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ νόμος 3390 προσετέθη.
§395Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Εἶνε περὶ ἀποζημιώσεως Βουλευτῶν. Δὲν προσετέθη.
§396Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 5738 περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1933–1934».
§399ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ Κύριος Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§401Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως εὑρεθῆτε σύμφωνοι μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶνε καιρὸς νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ ὁ νόμος 3390....
§402Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§403Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριε Κρανιωτάκη. Εἰπέτε τὴν γνώμην σας καὶ ἂν δεήσῃ θὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν.
§404Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι εἶμαι ὑπαχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ἀφορῶντος ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, νὰ ὁμιλήσω δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαβληθῇ, ὡς δημοκοπικός. Θεωρῶ ὅμως ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον νὰ λέγωμεν τὴν γνώμην μας, ἐφόσον νομίζομεν ὅτι εἶνε ὀρθή, ἀδιαφοροῦντες καὶ ἂν εἶνε ἐπιδεκτικὴ διαβολῶν. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ Συνάδελφος Κύριος Κούνδουρος διετύπωσε πρὸ ὀλίγου, ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν καὶ πρόκειται ἀναμφισβητήτως περὶ αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς, ὅπως καὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Γερουσιαστῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν 6.000 δραχμῶν περίπου μηνιαίως εἶνε μία ἀποζημίωσις γλισχροτάτη, μία ἀποζημίωσις ἀπολύτως ἀνεπαρκὴς διὰ τὰς στοιχειώδης ἀνάγκας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς μέχρις οὗ καταστῇ ὁπωσδήποτε ἐπαρκής, θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ καταπολεμηθῇ ὁ κίνδυνος, ὁ κίνδυνος τοῦ νὰ μονοπωληθῇ ἡ πολιτικὴ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρων. Δὲν ὑπάρχει, ἐπίσης, ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀποζημιώσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζῃ αὕτη τὰς ἀνάγκας τῶν Βουλευτῶν, κατοχυρώνει κατά τινα τρόπον τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἐπιδιδομένους εἰς τὴν πολιτικήν, ἀπὸ παντὸς ἠθικοῦ πειρασμοῦ. Εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅλα αὐτά. Ἐν τούτοις ὅμως, Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἡ περίστασις, ἡ σημερινή, εἶνε ἀπολύτως ἀκατάλληλος διὰ νὰ θεσπίσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο. Πρὸ ὀλίγου μόλις καιροῦ, εἰς ἄλλην τάξιν ἀνθρώπων, ὑπηρετούντων τὰ κοινά, εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπεβλήθη εἷς ἀποδεκατισμὸς σκληρός, ἡ περικοπὴ τοῦ μισθοῦ.
§405ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ εἰς ἡμᾶς μαζί.
§406Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἡμᾶς μαζί. Εἶνε ἀφ’ ἑτέρου ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ἄλλαι πολλαὶ τάξεις πολιτῶν μαστίζονται ἀπὸ ἀνάγκας σκληροτέρας ἴσως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἰδικῶν μας καὶ ἔχουν ὀλιγώτερα ἀκόμη μέσα νὰ τὰς ἀντιμετωπίσουν ἀπὸ ἡμᾶς. Εἶνε ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Βουλή, τῆς ὁποίας, μετέχομεν, δὲν ἀπέδωκεν ἀκόμη τόσον πολλοὺς καρπούς, ὥστε νὰ δικαιοῦται καὶ ἐκ τούτου νὰ ζητήσῃ αὔξησιν ἀπολαβῶν. Ἂν εἶνε ἑκατὸν αἱ ὧραι, τὰς ὁποίας διαθέτομεν διὰ συζητήσεις ἐδῶ, δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολὴ νὰ εἴπω ὅτι τὰς 98 ὥρας ἐκ τῶν ὡρῶν αὐτῶν τὰς διεθέσαμεν διὰ νὰ συζητῶμεν ἂν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἢ νὰ μὴ συζητηθῇ ἕν θέμα, καὶ τὰς ὑπολοίπους ὥρας τὰς διεθέσαμεν διὰ νὰ διαπληκτιζώμεθα. Εἶνε, Κύριοι, ἀναμφισβήτητον ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὐδεμία σχεδὸν γόνιμος ἐργασία ἀπεδόθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν Βουλήν. Θὰ ἦτο ἑπομένως τοὐλάχιστον παράδοξον, ἂν ἔπειτα ἀπὸ τόσον μετρίαν ἐργασίαν, ἐρχόμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν. Πλὴν τούτου ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, θὰ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ φανῶμεν εὐλόγως ὅτι, ὄχι διότι εἴμεθα ἐγγὺς πρὸς τὸν νομοθέτην, ἀλλὰ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμεθα νομοθέτης, χειριζόμεθα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν κατὰ τρόπον μεροληπτικὸν ὑπὲρ ἡμῶν. Εἶμαι, Κύριοι, εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν εὐτυχής, διότι δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρους, ὥστε δὲν ἔχω τὴν δυσχέρειαν νὰ ὑπερασπίσω τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Ποιοῦμαι ὅθεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πέραν αὐτῆς ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶνε πιθανὸν αὔριον πάλιν νὰ κληθῇ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ νέας θυσίας εἰς τὸν λαόν, ποιοῦμαι ἔκκλησιν νὰ μὴ δεχθῇ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, οὔτε κἂν νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἔτεινε νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς μεγαλειτέρας ἀπολαβάς.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§408Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, Κύριοι Βουλευταί, παρουσιάζεται, τὸ ἑξῆς παράδοξον ἀληθῶς φαινόμενον. Εἴμεθα πάντοτε σύμφωνοι εἰς τὸ αἰτιολογικόν, εἴμεθα πάντοτε σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως γλισχροτάτης, ἐχούσης ἀνάγκην βελτιώσεως, ἀλλὰ εἰς τὸ συμπέρασμα διαφωνοῦμεν καὶ διαφωνοῦμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς καὶ τιμίως εἰς τὸν λαὸν μίαν ἀλήθειαν, ἥτις συνέπεσε νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἀμέσως. Ὁ Κύριος προλαλήσας ἠθέλησε νὰ ἐξομοιώσῃ τοὺς Βουλευτὰς μὲ τοὺς ὑπαλλήλους. Δὲν εἴμεθα ὑπάλληλοι, δὲν κατέχομεν τὴν τελευταίαν τῆς ὑπαλληλικῆς κλίμακος βαθμίδα, οὕτως ὥστε μὲ 6.000 δραχμὰς νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀποκτῶμεν τὰ ὑλικὰ μέσα, τὰ ἀπαραίτητα, διὰ τὴν καλήν μας ἐμφάνισιν. Ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα πολὺ ὀλιγώτερον κοπιαστικὰ καὶ πολὺ ὀλιγώτερον σοβαρά, ἀπὸ τὰ ἰδικά μας καὶ τὰ ἐκτελοῦν μὲ ὀλιγωτέραν προθυμίαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς διαθέτομεν, λαμβάνουν διπλασίας ἀποζημιώσεις. Ἴσως ἡ παροῦσα Βουλή, ὡς εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, δὲν εἶχεν ἀκόμη τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐργασθῇ ἐπιπόνως, ἀλλὰ οἱ Βουλευταὶ εἰργάσθησαν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, εἰργάσθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών των. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται νὰ λάβωμεν, ὡς μέτρον τῆς ἀπασχολήσεως τῶν Βουλευτῶν, τὰς ὀλίγας ἡμέρας καθ’ ἃς, διὰ λόγους ξένους πρὸς ὑπαιτιότητά μας, δὲν εἰργάσθημεν πλήρως. Ἀποβλέπομεν ὅλοι εἰς καλυτέρας καὶ ἠρεμωτέρας ἡμέρας τοῦ Σώματος τούτου καὶ εἰς ἐργασίας περισσότερον ἐξαντλητικάς, περισσότερον δικαιολογούσας τὴν αὔξησιν τῆς ἐπιχορηγήσεως. Ἡ ἰδική μου πρότασις, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐξήσεως τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ἰδική μου πρότασις ὁμιλεῖ περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου, καὶ ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναμετρήσῃ καὶ νὰ μελετήσῃ τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸ ζήτημα τῆς Βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως· καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι εἶνε δικαία ἡ διατήρησις τῆς ἐπιχορηγήσεως εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται νὰ τὴν διατηρήσῃ, ἂν εὕρῃ ὅτι εἶνε μεγάλη νὰ τὴν μειώσῃ καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι εἶνε δικαία ἡ αὔξησις αὐτῆς νὰ τὴν αὐξήσῃ. Ἑπομένως δὲν κάμνω πρότασιν ἀμελέτητον καὶ ἀνεξέταστον, νὰ αὐξήσωμεν τὴν Βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἤθελα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων θεμάτων, τῶν σοβαρῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶμαι ὅμως πεπεισμένος προσωπικῶς, παρὰ τὴν διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν ἐνδεχόμενον εἶνε νὰ ἔχουν καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, καὶ ἰδίᾳ Ἀρχηγοὶ κομμάτων, καὶ ἰδιαίτατα ὁ Ἀρχηγὸς κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶνε σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιμείνω, ὅπως ἡ πρότασίς μου κριθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Διότι εἶνε πλέον καιρὸς νὰ ἐθισθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὸ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ νὰ μὴ ὀρρωδῇ πρὸ τῶν προλήψεων καὶ τῶν ἀδίκων σχολίων. Ὁ ὑποφαινόμενος εἶχον τὴν τιμὴν τὸ 1924 νὰ προτείνω τὴν αὔξησιν τῆς Βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι δὲν διέκρινα ἐκ τούτου δυσφορίαν τινὰ ἐναντίον μου, τοὐναντίον εὗρον τοὺς λογικευμένους πολίτας συμφώνους μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ ἀμείβωνται μὲ ἐπαρκῆ ἀποζημίωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ ἔχουν παράστασιν ἀξιοπρεπῆ καὶ ἄνεσιν οἰκονομικῶν μέσων. Δὲν θέλω νὰ τονίσω τὴν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πλειονότης τῶν παρακαθημένων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ κινδύνου τῆς μονοπωλήσεως τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐκ μέρους τῶν πλουσίων, θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζομεν, ὡς ἐπιβεβλημένην, τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ ἦτο κατώτερον ἡμῶν νὰ διστάσωμεν νὰ τὴν ἐπαυξήσωμεν, διότι εἶναι ζήτημα, ἐνδιαφέρον ἡμᾶς ἀμέσως. Πρὸς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἂν συγκρίνωμεν τὴν ἐπιχορήγησιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν, θὰ τὴν εὕρετε τόσην ἐξευτελιστικήν, ὥστε θὰ σᾶς γεννήσῃ αἴσθημα καταπλήξεως. Ἀλλὰ ἂν σᾶς φαίνωνται μεγάλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα τόσην ἀποδίδουν σημασίαν διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ ἐμφάνισιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ὥστε πάντα, μηδὲ τῆς Ἀλβανίας ἐξαιρουμένης, πληρώνουν ἀμοιβὰς, ἢ μᾶλλον ἀποζημιώσεις, διπλασίας καὶ τριπλασίας τῶν ἰδικῶν μας. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκτελῶ ἕνα καθῆκον τιμῆς, ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεως μελέτης τοῦ ζητήματος τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ προχωρῶν περαιτέρω, δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ τυχὸν αὔξησις αὐτῆς θὰ σημάνῃ τὴν ἠθικὴν ἐξύψωσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Εἰς ἐμὲ συνέπεσε, κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ συζητήσω μὲ χωρικοὺς καὶ τοὺς εἶδον νὰ καταπλήσσωνται, ὅταν ἐμάνθανον ὅτι ἡ ἐπιχορήγησις ἡμῶν ἀνέρχηται εἰς 6 χιλιάδας δραχμάς. Ἤθελον ἀκόμη νὰ ὑποδείξω ὅτι ἕνα μέγα μέρος ἀπὸ τὸ κῦμα τῆς δυστυχίας, τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐκσπᾷ εἰς βάρος τῶν πολιτευομένων. Οἱοσδήποτε θέλει νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ ἀντίληψιν τῆς κρίσεως δὲν ἔχει παρὰ νὰ παρακολουθήσῃ ἕνα Βουλευτὴν καὶ θὰ ἰδῇ κατὰ πεντάδας καὶ δεκάδας συμπολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι τὸν πλησιάζουν διὰ νὰ τοῦ ζητήσουν, ὄχι ἕνα μεγάλο ποσόν, ἀλλὰ νὰ τοῦ ζητήσουν 25–50 δραχμάς, ὁ εἷς διὰ νὰ πάρῃ φάρμακα, ὁ ἄλλος διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του. Καὶ ὅταν ἀντιληφθῇ κανεὶς πόσον ὁ πτωχὸς πολιτευόμενος ὑποφέρει, δὲν θὰ εὑρίσκεται ἐν τάξει οὔτε μὲ τὴν ἀρετήν, οὔτε μὲ τὴν ἠθικὴν, ἂν ἀντιπράττῃ. Ἀλλὰ ἤθελον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προτάσεως τοῦ «πόθεν ἔσχες» νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, προτοῦ ληφθῇ μέριμνα διὰ τοὺς πόθεν σχόντας, νὰ ληφθῇ μέριμνα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσχον. Ἐγώ, ἄλλωστε, πιστεύω καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ τιμιότης, ἡ ὁποία διέπει τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἡ ὁποία διέπει πάντας τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εὑρίσκεται πολλάκις εἰς τὰ ὅρια ἑνὸς πραγματικοῦ ἀσκητισμοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει πρόσωπον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κατὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ «πόθεν ἔσχες». Νομίζω ὅτι τούτων τεθέντων, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ θεωρήσω ζήτημα εὐπρεπείας καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην τῶν Ἀρχηγῶν μας, τὴν ὑπερψήφισιν ἢ καταψήφισιν τῆς προτάσεως.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§410Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναλαμβάνω, τὴν εὐθύνην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουνδούρου. Ἀρχὴ δημοκρατικὴ εἶνε νὰ μὴ παρέχωνται ὑπηρεσίαι δωρεὰν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ, ἐνῷ δὲν εἴμεθα ὑπάλληλοι, ἔχομεν δαπάνας, δι’ ἃς δὲν ἀρκοῦν, οὔτε τριπλαὶ ἀποζημιώσεις. Κατ’ ἐμέ, εἶναι ζήτημα πολιτεύματος καὶ κοινοβουλευτισμοῦ νὰ τεθῇ ἀρχὴ ὅτι, ἂν θέλῃ ἡ Ἑλλὰς ἀντιπροσωπείαν, ὀφείλει νὰ τὴν συντηρήσῃ. Εἶνε ἀνάγκη οἱ Βουλευταὶ νὰ μορφώνωνται, νὰ παρακολουθοῦν, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται. Καὶ ἐρωτῶ· πόσοι ἀπὸ σᾶς δύνασθε νὰ ἀγοράζητε ἓν γαλλικὸν βιβλίον; Δι’ αὐτὸ συνιστῶ νὰ ἀναλάβωμεν ὅλον τὸ θάρρος καὶ νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς ὅτι εἶνε καιρὸς νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀντιπροσώπων του. Τὸ κράτος πολλὰς συνῆψε συμβάσεις μὲ τριπλασίας καὶ τετραπλασίας ἀποδοχὰς τῶν δικῶν μας καὶ ὑπάρχουν ὑπάλληλοι μὲ 40 καὶ 50 χιλιάδας δραχμῶν μηνιαίως καὶ ἡμεῖς συζητοῦμεν ἂν οἱ Βουλευταί θὰ πάρουν μισθὸν Εἰρηνοδίκου.
§411ΦΩΝΑΙ. Δεκτόν.
§412Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα μετὰ τὰς διακοπάς.
§413Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζω τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῶν Βουλευτῶν, καθὼς καὶ τῶν μελῶν τοῦ ἑτέρου Σώματος, τοῦ νὰ αὐξηθῇ ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν, ἡ ὁποία εἶνε ὄχι μόνον βεβαίως μισθός, ἀλλ’ ἔξοδα παραστάσεως, τὰ ὁποῖα ἔξοδα, ὡς ἔχουν κανονισθῇ σήμερον, βεβαίως δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδὲ διὰ τὰς στοιχειωδῶς ἀναγκαῖα διὰ τὴν παράστασιν. Καὶ βεβαίως, ὡς διευθύνων τὸ Κράτος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπέτρεπον οἱανδήποτε εὐκολίαν πρὸς ἐπαύξησιν τῆς γλίσχρου αὐτῆς ἀποζημιώσεως, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις εἶνε ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εἶνε δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν Βουλευτῶν ἢ τῶν Γερουσιαστῶν. Δὲν νομίζω βεβαίως ὅτι οἱ Γερουσιασταὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ εἶνε θύματα καὶ νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν μὲ μίαν γλίσχρον ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν. Πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἔχουσι δίκαιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις εἶνε καθ’ αὐτὸ δημοκρατικὸς θεσμός, διότι μόνον, ὅταν δίδηται παρὰ τοῦ Κράτους τὸ ἀναγκαῖον ἐκεῖνο ποσόν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται ὁ Βουλευτὴς ἢ ὁ Γερουσιαστὴς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, τότε ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροσώπων καθίσταται πραγματικὰ ἐλευθέρα, διότι, ἐὰν δὲν τυγχάνουν τῆς δεούσης ἀποζημιώσεως, βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἴδια μέσα, ἵνα δαπανῶσι, κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἀποσυρθῶσιν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον, ὁ ὁποῖος οὕτω πως θὰ περιορισθῇ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ μέσα τῆς ζωῆς ἄφθονα καὶ ἀναντίρρητον εἶνε ὅτι ἐν προκειμένῳ ἡ αὔξησις τῆς τοιαύτης χορηγίας ἢ μιᾶς ἀποζημιώσεως εἶνε πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὅτι ὀρθὸν εἶνε νὰ ἐμμείνωμεν ἀκόμη εἰς τὴν συντήρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον ἔχομεν καταδικασθῆ, διότι δὲν εἶνε ἡ τάξις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ὑποφέρει. Εἶνε καὶ πάρα πολλαὶ τάξεις, καὶ ἐὰν ἡμεῖς λάβωμεν μέτρα ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν μας, θὰ εἴμεθα ἀσύγγνωστοι ἀπέναντι τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβάλωσιν ἀναλόγους ἀξιώσεις, δικαιολογουμένας ἐπίσης, ὡς ἐκείνας, τὰς ὁποίας προβάλλουσι σήμερον οἱ Κύριοι Βουλευταί. Δὲν ψέγω κανένα, διότι εἶχε τὸ θάρρος νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ ἄρ. 77 τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν δι’ οἱονδήποτε νομοθέτημα νομίζει ἀναγκαῖον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει, ὅτι δὲν εἶνε διατεθειμένη νὰ ζητήσῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ προσφορᾶς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως προσφέρῃ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχέρειαν, ὅπως λάβῃ τὴν ἄδειαν καὶ συζητήσῃ τὸ θέμα τοῦτο, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὴν δεχθῶ, διότι ἔχω, δυστυχῶς, βεβαίαν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοιοῦτον καθῆκον, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ὑπάρχουσι πολλαὶ ὁμοίας φύσεως ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναται, ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνταποκριθῇ. Ἄ!. Κύριοι, ὁ βίος τῶν πολιτικῶν, ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, εἶνε βίος καὶ μαρτυρικός, ἂν θέλετε. Δὲν εἶνε ὁ βίος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὰς εὐκολίας του καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον· μὴ ἐπιμείνητε εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν δέχεται μολονότι ἀναγνωρίζει πόσον βάσιμος ὑπάρχει λόγος ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐξήσεως τῆς ἀμοιβῆς αὐτῆς τῶν Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν, τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως εἰμὴ δι’ εὐρείας συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ, ἵνα καὶ ὁ ἔξω κόσμος μάθῃ τὶ γίνεται, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτὴν πρὸς παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως.
§414Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ ἑξῆς. Εἶπεν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἡ πρότασις, εἶπεν ὅτι εἶνε δικαία βασικῶς καὶ δημοκρατική, ἀλλ’ ἐδίστασε πρὸ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τάξεις, αἱ ὁποῖαι μαστίζονται ἀπὸ ἀνάγκας καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε ἐκ παραλλήλου νὰ ἦτο εἰς θέσιν τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ ὑπὲρ τῶν τάξεων αὐτῶν. Ἐγὼ ἐστηρίχθην ἀντιθέτως, ὅτι ὑπὲρ ὅλων τῶν τάξεων ἐλήφθησαν μέτρα καὶ μόνον διὰ τὴν τάξιν τῶν Βουλευτῶν, ἀπὸ τοῦ 1924, δὲν ἐλήφθη μέτρον. Συνέβη μὲ ἡμᾶς ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ παπουτσῆ, τοῦ ὁποίου τὸ παπούτσι εἶναι αἰωνίως χαλασμένο. Ἐὰν δὲν εἶχον τὸ συναίσθημα ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν καθυστερήσει, ἀπέναντι τῶν ἄλλων τάξεων, δὲν θὰ ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ δεκαετίας παραμένει ἡ αὐτὴ ἀσυγχρόνιστος ἐπιχορήγησις, εἶνε ἀρκετὸν νὰ ἀποκρούσῃ τις τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἵνα γίνῃ μία μελέτη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ ἐνθαρρυνθῶμεν νὰ προβῶμεν ἐν καιρῷ εἰς τὴν ὑποβολὴν μέτρου.
§415Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουργὸς Πολ. Γραφείου). Δύο λέξεις ἤθελον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικῶς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶνε δυνατὸς ὁ καθορισμὸς τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος. Ὡς γνωρίζετε καλῶς, ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως εἶνε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖται καὶ παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἔκδοσιν διαταγμάτων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Συνεπῶς εἶνε ἀδύνατον, κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ ὑποβληθῇ αἴτησις παρὰ Βουλευτῶν πρὸς παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως. Ταῦτα πάντα ὀρθῶς ἀνεπτύχθησαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν, ἐγὼ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρω καὶ τοῦτο. Καθωρίσθη σαφῶς ποία εἶνε ἡ ἔννοια τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Αὕτη εἶνε ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν καθηκόντων καὶ τῆς λειτουργίας τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Εἶνε δηλαδὴ ἕν στοιχεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδεται τὸ πολίτευμα, τὸ κοινοβουλευτικόν, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ Συντάγματα μέχρι τοῦδε ὁρίζουν, ὅτι παρέχεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποζημίωσις, τῆς ὁποίας ὁ καθορισμὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ μόνην, ὡρίζετο δὲ εἰς παλαιότερον Σύνταγμα, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, ἀλλὰ καθορίζεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὥρισεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἰσπράττουν ἀποζημίωσιν, τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ παραιτηθοῦν, καὶ κατὰ ρητὴν διάταξιν αὐτοῦ, ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καθορίζεται πάλιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἵνα ὑπάρξῃ ἡ ἐγγύησις αὐτὴ ἐπὶ τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ καθορισμὸς αὐτός, οὐδὲ νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ ἄλλον, παρὰ μόνον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ καὶ ἔχει συμφέρον νὰ ἀσκῇ ἐλευθέρως τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς αὐτὸν, ὡς Βουλευτήν. Ἀλλά, δυστυχῶς, τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ὅτι, διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀπαιτεῖται νόμος, κατ’ ἀντίθεσιν δηλαδὴ πρὸς τὸ προηγούμενον Σύνταγμα, ὅπερ ὥριζε ὅτι ἀρκεῖ ἀπόφασις Βουλῆς, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὁρίζει ὅτι ἀπαιτεῖται «νόμος». Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, δὲν δύναται δι’ ἄλλου τρόπου νὰ γίνῃ ἡ ρύθμισις ἑνὸς θέματος, εἰμὴ, διὰ νόμου. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν δι’ ἄλλου τρόπου εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, παρὰ διὰ νόμου, τηρουμένων ὅλων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένων διατυπώσεων. Ἐν προκειμένῳ δὲ τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν, ὅτι, ἐφόσον μόνον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δύναται νὰ γίνῃ ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως, πρέπει νὰ γίνῃ νόμος τυπικός. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ διὰ νομοθετ. διατάγματος καὶ συνεπῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμείνωμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω εἶνε ἀρκετὰ νὰ δηλώσουν, ὅτι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος εἰς ὅσα εἶπον οἱ Κύριοι ἀγορεύσαντες.
§416Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐφόσον τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ὁρίζεται διὰ νόμου, ὁ νόμος οὗτος γίνεται εἴτε διὰ νομοσχεδίου αὐτοτελοῦς, εἴτε διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμα τυπικόν.
§417Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι συνταγματολόγος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: ὅτι, ὅπως εἶπεν ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ζητήσῃ ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἵνα περιλάβῃ ἕν θέμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε τοιαύτην ἐντολὴν· συνεπῶς ἐπὶ τίνος θέματος θὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις; Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, οὔτε νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§418Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ Βουλὴ στερεῖται τοῦ δικαιώματος νὰ τροποποιῇ τὰ θέματα τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ προσθέτῃ εἰς ταύτην νέα τοιαῦτα. Ἡ στοιχειώδης λογικὴ δὲν τὸ δέχεται. Ἐὰν δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὰ θέματα καὶ νὰ προσθέσωμεν νέα, τί καθήμεθα ἐδῶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον; Κύριε Πρόεδρε, εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει σχετικὴ πρότασις.
§419Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ αὐξηθῇ. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχομεν εἶνε τοιαῦται, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται καὶ χάριν τοῦ λαοῦ νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶνε ἐντελῶς ἄσκοπος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, διότι ἀπαιτεῖται «νόμος», ἀφ’ ἑτέρου δὲ, διότι ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις τοῦ Συντάγματος... (ἀναγινώσκει) ...». Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, εἶνε ἐντελῶς περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ... Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα Βουλευτής, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου, ἐπιβαρύνουσαν τὸν προϋπολογισμόν, μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐφόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιτίθεται, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶνε ἄσκοπος.
§420Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποία ἀπόφασις ἐλήφθη, Κύριε Πρόεδρε; Ὑπεβλήθη μία πρότασις.
§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις.
§422Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος τὸ ἀπεφάσισεν;
§423Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὡμίλησα πρὸ μικροῦ, διὰ βραχέων, καὶ ἔδωσα μίαν ἀπάντησιν καὶ οὐσιαστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ τυπικῶς. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρέχεται παρὰ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἐξουσιοδότησις· ἔρχεται, δηλαδή, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ ζητεῖ νὰ τοῦ παράσχωμεν ἐξουσιοδότησιν. Ἐν προκειμένῳ δὲν ἦλθε νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν διὰ τὸ θέμα αὐτό καὶ δὲν δύνασθε νὰ τοῦ εἴπητε: πάρτε καὶ αὐτὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν, πάρτε καὶ ἐκείνην.
§424Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἔχω φωνήν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅταν ἔπρεπε νὰ ἔχω, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ διερμηνεύσω τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα συνησθάνθην ἀπὸ τὰς τελευταίας ἀγορεύσεις. Ἤκουσα τὸν κ. Κρανιωτάκην νὰ λέγῃ, ἀφοῦ διηρμήνευσε τὴν πραγματικὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, λόγῳ τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, νὰ λέγῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις αὐτή. Πολὺ σωστά! Καὶ βεβαίως, δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τὸ....παραδεχθῶ!! Ἀλλ’ ἕνα πρᾶγμα μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν· πῶς ὁ κ. Κρανιωτάκης εἰς προγενέστερον ἄρθρον τοῦ σχεδίου ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ ὁποῖον ὡμίλει περὶ ἀτελείας τῶν αὐτοκινήτων τῶν δημοσιογράφων, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀγορεύσῃ!
§425Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Διότι τὸ εὑρίσκω ἀπολύτως δίκαιον.
§426Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βλέπετε, τῶν δημοσιογράφων ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον. Εὑρίσκω τὴν Κυβέρνησιν, ἀρνουμένην νὰ υἱοθετήσῃ τὴν γνώμην αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν ἠκούσαμε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῶν ὁμολογουμένως πλουσίων, δὲν ἠκούσαμε νὰ ὁμιλήσωσι καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον τουλάχιστον αὐτοὶ νὰ μὴ λαμβάνουν ἀποζημίωσιν καὶ ἡ ἀποζημίωσίς των νὰ συνεισφέρηται ὑπὲρ τῶν πτωχοτέρων Συναδέλφων. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ φέρω εἰς δύσκολον σημεῖον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σκέψις διὰ τὸ μέλλον, ἔστω καὶ μετὰ τετραετίαν, ὁπότε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι εἶνε εἰς θέσιν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν.
§427Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Εἶχα τὴν ἀτυχίαν τὸ 1926 νὰ ἐκλεγῶ παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου Βουλευτής, δηλαδὴ...... χαμάλης! διότι δουλεύω 22 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος δὲν ἐργάζεται παρὰ μόνον, ὅταν ἐργάζηται ἡ Βουλή. Ὁμιλῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι ἔχω πλήρη συναίσθησιν τῶν καθηκόντων μου. Τὸ 1926, ὅταν ἔγινε συζήτησις περὶ αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, διεμαρτυρήθη ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμή. Ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ δὲν ἦτο κατάλληλος. Τὸ 1927 τὰ ἴδια, τὸ 1928 τὰ ἴδια! Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς· πότε ὑπῆρξεν ἡ Ἑλλὰς πλουσία; Ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἴμεθα πτωχοὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πότε, τέλος πάντων, ἐλπίζει, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν αὔξησιν τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως; Νομίζω, ὅτι ἦλθεν ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει, ὁπωσδήποτε νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ κάποια Κυβέρνησις τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν μας, εἰδικῶς ἡμῶν τῶν ἐπαρχιωτῶν. Τὰς 200 δραχμάς, ποὺ πέρνομε τὴν ἡμέραν, τὰς δίδομεν διὰ τὸ ξενοδοχεῖον. Καὶ ἐρωτῶ πάντα οἰκογενειάρχην· πῶς τρέφεται ἡ οἰκογένειά του αὐτὴν τὴν στιγμήν; Θὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ μικρὸν ποσοστόν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα, ὅταν ἡ Ἑλλὰς γίνῃ πλουσία, νὰ ζητήσωμεν κἄτι περισσότερον.
§428ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 61 θέμα.
§429Μ. ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακῆς μορφῆς, καθόσον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῆς καταστροφῆς τῶν Μονῶν ἀπὸ πυρκαϊάν, ἐφόσον εἶναι ἠσφαλισμέναι καὶ καλύπτονται ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν.
§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 62 θέμα ἀναβάλλεται, διότι ἐψηφίσθη ὡς νομοσχέδιον.
§431Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μεταξᾶ.
§433Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον εἰς τὸ Βῆμα εἶνε, ὅτι ἔχει γίνῃ μία ἐξέγερσις εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ρευστοποιήσεως καὶ διὰ τὴν μονὴν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ λάβῃ διαστάσεις οὐχὶ εὐχαρίστους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Διότι ἡ ρευστοποίησις τῆς περιουσίας τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Γερασίμου ἔθιξε βαθύτατα τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα τῶν κατοίκων τῆς νήσου ταύτης. Διότι ὑπάρχουν εἰδικαὶ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐξηγοῦσι τὸ πρᾶγμα καὶ αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι εἶνε τοῖς πᾶσι γνωσταί, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος νὰ ἐξηγήσω περισσότερα. Ἄν ἡ ρευστοποίησις αὐτὴ πραγματοποιηθῇ, ἀπειλεῖται ἡ ἐξέγερσις αὐτὴ τῶν αἰσθημάτων τῆς νήσου, νὰ εἶνε ἀρκετὰ δυσάρεστος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς νήσου, ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προλάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν τὴν διὰ τῆς τακτικῆς ὁδοῦ διευθέτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἀργήσῃ ἐπὶ μῆνας καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δύνανται νὰ συμβοῦν δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπῃ νὰ προλάβωμεν. Ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου δὲν εἶνε ἁπλῶς προστατευτικὴ μονή, εἶνε μία μονή, εἰς τὴν ὁποίαν προσφεύγουν οἱ πάσχοντες ἀπὸ ψυχικὰς νόσους, καὶ οἱ ὁποῖοι, χάρις εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὴν μονὴν αὐτήν, κατὰ τὸ πλεῖστον, θεραπεύονται. Δὲν εἶνε δὲ δυνατὸν ἡ μονὴ αὐτή, κατόπιν τῆς ρευστοποιήσεως τῆς περιουσίας της, νὰ συντηρῇ ὅλον αὐτὸν τὸν πτωχὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος προσέρχεται ἐκεῖ καὶ δὲν ἔχει τὰ μέσα. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ δεκτόν.
§434Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μάλιστα.
§435Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἄν δέχηται ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ μονὴ Προυσσοῦ.
§436Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς συντρέχει πρὸς τοῦτο λόγος, διότι προκειμένου περὶ τῆς μονῆς Προυσσοῦ, εἰς τὸν νόμον περὶ ρευστοποιήσεως, τῇ εἰσηγήσει μου τότε, ἀνεγράφη εἰδικὴ διάταξις, ἡ ὁποία παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσῃ ὡρισμένην περιουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ καθώρισα.
§437Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τότε δὲν παρίσταται ἀνάγκη.
§438Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἡ μονὴ αὐτὴ ἔχει εἰς τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητά της μίαν τεραστίαν ἔκτασιν δύο μεγάλων λειβαδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέρκεινται δύο χωρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἄλλην περιφέρειαν διὰ νὰ ζήσωσι, ἂν δὲ ἐξαιρεθῶσι τῆς ρευστοποιήσεως τὰ δύο ταῦτα κτήματα καταδικάζονται εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον δύο μεγάλα χωρία. Πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεγνώσθη καὶ αἴτησις ὅλων τῶν κατοίκων ἀνεξαιρέτως τῶν χωρίων αὐτῶν, ζητούντων νὰ δοθοῦν αἱ ἐκτάσεις αὐταί, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶνε ἀδύνατος ἡ διαβίωσις ἐκεῖ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶνε ὀρθὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν. Ἄν ὁρισθῇ διὰ νόμου μετὰ δύο μῆνας, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη τμήματά τινα τῆς περιουσίας νὰ ἐξαιρεθῶσιν, οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἰς ἕνα μέτρον ἐξαιρετικόν, πρέπει νὰ περιληφθῇ, ἐξαιρουμένη τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἡ μονὴ αὐτή. Καὶ μάλιστα, ἐφόσον τοῦτο θὰ γίνῃ ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπή, μὴ γνωρίζουσαν τὰ πράγματα. Εἶμαι, λέγω, σύμφωνος ὅτι πρόκειται περὶ μονῆς, εἰς τὴν ὁποίαν συρρέει πολὺς κόσμος.
§439Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δὲν εἶνε μόνον λόγοι θρησκευτικοί, ποὺ συντρέχουν διὰ τὴν μονὴν αὐτήν. Ἡ μονὴ αὐτὴ εἶνε ξενὼν ὅλων τῶν διασχιζόντων τὴν Εὐρυτανίαν, εἶνε μονή, ποὺ περιθάλπει 30 παιδιὰ καὶ τὰ σπουδάζει. Εἴμεθα δὲ ἡμεῖς, οἱ εἰδικώτεροι, νὰ γνωρίζωμεν τὰ τῆς μονῆς αὐτῆς ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Τριχωνίας. Ἡ μονὴ ἔχει στερηθῆ ἁπάσης τῆς περιουσίας της. Προχθὲς ὁ γραμματεὺς τῆς μονῆς διεξήγαγεν ἀγῶνα μὲ τὴν Ο.Δ.Ε.Π. διὰ νὰ πάρῃ 30.000 δραχμάς, καθόσον οἱ μοναχοὶ ἐπένοντο. Ἡ ἔκτασις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. Συνάδελφος εἶνε ἀμφισβητουμένη καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχουν τόσην ἀνάγκην οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων. Ὁ ἴδιος λόγος, ὁ ὁποῖος συντρέχει διὰ τὴν ἄλλην μονήν, συντρέχει καὶ δι’ αὐτήν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ ἐπὶ τούτου καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§440Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Περὶ τῆς μονῆς αὐτῆς, τῆς Προυσσοῦ, ἐλήφθη πρόνοια, καθορισθέντος ἑνὸς τμήματος, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ ἀναπαλλοτρίωτον.
§441Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δι’ ὅλας τὰς μονὰς ἐλήφθη.
§442Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ λάβω ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καθ’ ἥν στιγμὴν καταγγέλλεται, ὅτι δύο χωρία ἀναμένουσιν ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτὴν νὰ ἀποκατασταθῶσιν; Εἶνε ἀδύνατον νὰ τὸ περιλάβωμεν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§443Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄν, Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχῃ ἀντίρρησις διὰ τὴν μονὴν Προυσσοῦ καὶ δὲν τὴν δέχεσθε, διότι φρονεῖτε ὅτι εἶνε ἐνδεχόμενον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως νὰ περιληφθοῦν ἄνθρωποι, ἀγνοοῦντες τὰ τῆς μονῆς.........
§444Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Πέρνω τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ θὰ ἐξετάσω ἐὰν εἶνε ἀληθῆ.
§445Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἂν θέλητε αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰς εἰδικὰς αὐτὰς ἐξαιρέσεις, νὰ ἀφεθοῦν διὰ νὰ ἐξετασθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει πλήρης ἀσφάλεια, ὅτι θὰ ὑπάρχουν Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ γνωρίζουν τὰ τῶν εἰδικῶν αὐτῶν μονῶν τῶν προσκυνητικῶν. Εἰς περίπτωσιν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν δοθῇ ἐξουσιοδότησις δι’ ἄλλας μονὰς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ μονὴ Προυσσοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὄχι μόνον προσκύνημα, ἀλλὰ φιλανθρωπικὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἵδρυμα.
§446Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὴ εἶνε ἡ βάσις καὶ τῶν ἄλλων μονῶν.
§447Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μά, τότε διατὶ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν;
§448Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Διότι ἐλήφθη περὶ αὐτῆς πρόνοια.
§449Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐλήφθη.
§450Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρὸ τριῶν μηνῶν, ὁπότε εἶχε λάβῃ πάλιν ἐξουσιοδότησιν, περιέλαβε μεταξὺ ἄλλων καὶ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν λογαριασμῶν τῆς ἐν Κρήτῃ ἐκκλησίας.
§451Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, αὐτὸ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ διὰ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τώρα ἔχομεν ἀνάγκην τῆς συμπληρώσεως, νὰ ἔχωμεν ἕνα Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς.
§452Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶχε καταργηθῆ καὶ πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ τώρα, δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια τῆς ἐκλογῆς ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς.
§453Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι Βουλευταί, ποῖος εἶνε ὁ ἐπείγων λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει, νὰ ψηφισθῇ τὸ θέμα τοῦτο. Νομίζω, ὅτι μὲ τὰς ἐξαιρέσεις αὐτὰς θὰ ἐξαιρεθοῦν ὅλαι αἱ μοναὶ καὶ θὰ μείνῃ ὁ γενικὸς νόμος χωρὶς περιεχόμενον. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ φέρῃ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν.
§454Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τὸ ζήτημα ἔχει κάποιαν γενικωτέραν σημασίαν, δηλαδὴ εἰς τὰς μονὰς συρρέουν πολῖται ἀπὸ ὅλην σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τῆς ρευστοποιήσεως, θὰ εἶνε ἀδύνατον νὰ μείνῃ μία ἐλαχίστη περιουσία, ὥστε αἱ μοναὶ νὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἐπιτακτικάς των ἀνάγκας.
§455Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὰς μονὰς αὐτὰς καὶ ἡ μονὴ Προυσσοῦ.
§456Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀφοῦ συζητοῦνται ζητήματα τοιαύτης φύσεως, νὰ συμπεριλάβητε, Κύριε Ὑπουργέ τῆς Παιδείας καὶ τὴν σχετικὴν διάταξιν διὰ τὰς ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.
§457Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἐκκλησίαι τῆς Κρήτης ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν, διότι ὀφείλουν 2½ ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἤρχισαν αἱ ἐκτελέσεις τῶν κατασχέσεων. Παρίσταται πράγματι ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται ἡ ἐκκλησία αὐτὸν τὸν ἐξευτελισμόν.
§458ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ πληρωθοῦν ὅμως καὶ οἱ μισθοὶ τῶν Ἐπισκόπων.
§459Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μάλιστα.
§460ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 37 θέμα, ὡς ἐτροποποιήθη;
§461ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§462ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 θέμα «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν».
§463Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ;
§464Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μάλιστα, διότι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦτο.
§465Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν αὐτὸ τὸ μέτρον;
§466Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθ.). Διατὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων νὰ μὴ δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ψηφίζουσι;
§467Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ νὰ μεταβάλωμεν τώρα αὐτὸ τὸ καθεστώς;
§468Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐδίδετο ἡ ἐξουσιοδότησις, κατόπιν συμφωνίας Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως’ ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠρνεῖτο δι’ ἕνα θέμα, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμενε· τώρα ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν θέλομεν νὰ συζητήσωμεν θέματα ἐκλογικοῦ νόμου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω γὰ μὴ ἐπιμείνητε.
§469Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐργατικοῦ καὶ Ἀγροτικοῦ κόμματος καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ζητεῖται νὰ ἐπανορθωθῇ μία πρᾶξις καθαρῶς ἀντισυνταγματική, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Πρόκειται περὶ παραβιάσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς καθιερούσης τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ παραβίασις αὕτη τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκων τοὺς συγγραφεῖς Ἐσμὲν καὶ Μπαρτελεμύ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μόνον ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν γνώμην τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου κ. Σβώλου....
§470Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πληροφορεῖσθε, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ ψηφίζουν στὴ Γαλλία;
§471Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ψηφίζουν καὶ μόνον ἐκεῖνοι, ποὺ εὑρίσκονται ἐν ὑπηρεσίᾳ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας δὲν ψηφίζουν. Ψηφίζουν, ἐν Γαλλίᾳ, οἱ στρατιῶται ἀπολύτως, συνέβη δὲ καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ πρωτοφανές, ὅτι ὄχι μόνον οἱ στρατιῶται, ὄχι μόνον οἱ ναῦται δὲν ψηφίζουν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀστυνομίας. Τοῦτο εἶναι ἀκόμη ἐξωφρενικόν. Ἀποτελεῖ μίαν σκαιὰν παράβασιν τῆς διατάξεως περὶ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ περαιτέρω ἀνεκτή. Τοῦτο λέγει ὁ καθηγητὴς Κύριος Σβῶλος, ἐν σελίδι 260ῇ τοῦ συγγράμματος αὐτοῦ. «Καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ ψηφοφορία.... (ἀναγινώσκει) ....».
§472Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ δίδετε μίαν πληροφορίαν; Εἰς τὴν τροπολογίαν σας— διότι εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀναγνώσωμεν τέσσαρας νόμους καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως περιλαμβάνονται τέσσαρες νόμοι— περιλαμβάνονται καὶ οἱ κληρικοί;
§473Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι· εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§474Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§475Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι εἶνε ἐκ τῶν κανόνων τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Ἐκ τοῦ συντάγματος τῆς ἐκκλησίας.
§476Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ κανόνες τῆς ἐκκλησίας δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν.
§477Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Νὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ διὰ τὰς γυναῖκας;
§478Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἐπιχείρημά σας δὲν εἶνε ὀρθόν. Ἐδῶ εἶχον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἤσκουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ ἦλθεν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τάξεις ὁλοκλήρους, ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς, τοὺς ἀστυνομικοὺς καὶ τοὺς χωροφύλακας. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ ζητῶ νὰ ἀρθῇ ἡ παραβίασις αὕτη. Νομίζετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶνε συνταγματικόν; Δέχεσθε ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ ἀφαιρῆται τὸ δικαίωμα αὐτό;
§479Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουρ. Πολ. Γραφείου). Αἱ γυναῖκες δὲν ψηφίζουν, δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§480Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναγνώσατε τὴν διάταξιν.
§481Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὴν σπουδὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία σπουδὴ εἶνε ἥκιστα κοινοβουλευτική. Ἐπειδὴ ἔχομεν αὔριον ἐκλογάς, ἕνα καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ τόσου χρόνου ἐρχόμεθα νὰ τὸ ἀνατρέψωμεν διὰ νὰ σώσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἄν θέλωμεν νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, ἀσφαλῶς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὴν ἐξαίρεσιν μόνον διὰ τοὺς ἀστυνομικούς, ἐφόσον νομίζομεν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Μᾶς ἐδιαβάσατε ὅμως ὀλίγα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Σβῶλος, πράγματα, τὰ ὁποῖα λέγουν καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς ὑπὲρ τῆς εὐρύτητος τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἄν προχωρούσατε πάρα κάτω θὰ ἐβλέπατε, ὅτι αὐτὰ τὰ λόγια ἀποβλέπουν περισσότερον εἰς τὰς γυναῖκας. Ἄν θέλετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ν’ ἀποκαταστήσητε τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, πῶς ἐλησμονήσατε τὰς γυναῖκας;
§482Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους ἤσκουν τὸ δικαίωμα, ἦλθεν ὁ νόμος καὶ τοὺς τὸ ἀφῄρεσεν.
§483Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ὥριμος ν’ ἀπαντήσω, ἂν εἶνε συνταγματικὸν τὸ ζήτημα ἢ ὄχι, διότι θέλει πολὺν σκέψιν· ἀποκλείνω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει χρήζει μελέτης τὸ πρᾶγμα. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶνε ἀντισυνταγματικόν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει, λέγω, μίαν σκοπιμότητα ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μὴ ἀναμίξεως τοῦ στρατοῦ, τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ ναυτικοῦ εἰς τὰς ἐκλογάς. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος τόσον ἐσπευσμένως νὰ καταργηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§484Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουρ. Πολ. Γραφείου). Εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν: «.... (ἀναγινώσκει) ...». Συνεπῶς ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις δηλοῖ καθαρά, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ παρεχόμενα εἰς τοὺς πολίτας ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ἀνήκουν εἰς τὰς γυναῖκας, παρὰ μόνον, ὅταν παραχωρηθῶσιν διὰ Νόμου.
§485Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐφόσον εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως βλέπετε ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐξισοῖ τοὺς ἄνδρας πρὸς τὰς γυναῖκας, τὸ παρακάτω δὲν εἶναι παρὰ ἕνα συμπέρασμα.
§486Β. ΣΑΓΙΑΣ (Ὑφυπουρ. Πολ. Γραφείου). Δὲν εἶνε συμπέρασμα, εἶναι ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη.
§487Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς στηρίζεται εἰς τὸν νόμον περὶ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἔννοιαν, ἐὰν εἶχεν ἀπόλυτον ἔννοιαν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαιρῶνται οὔτε οἱ ἱερεῖς.
§488Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐδιάβασα τοὺς συνταγματολόγους.
§489Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἐδιαβάζετε προσεκτικώτερα τοὺς συνταγματολόγους, θὰ ἐβλέπατε ὅτι δὲν δίδουσιν ἔννοιαν ἀπόλυτον, καθόσον εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καθολικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν. Ἐκ τῆς πράξεως σᾶς λέγω ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσιν πολῖται, ἀσκοῦντες ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀνάμιξιν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, εἶναι συμφέρον νὰ ἀποκλείωνται αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποκλείεται τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, ποὺ εὑρισκόμεθα ἐδῶ, νὰ ἔγινε καμμία διαμαρτυρία διὰ τὸν νόμον. Τὸ ὅτι ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ὅρου καθολικότης ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ τριακονταμελὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἡ ψηφίσασα τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἔθεσε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου, δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν οἱ μὴ ἔχοντες ἀπολυτήριον Δημοτικοῦ σχολείου. Καὶ τότε, ἄνευ ἀντιρρήσεως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἐδέχθη τὸν περιορισμὸν αὐτόν, περιορισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ ὅρος καθολικὴ ψηφοφορία δὲν ἔχει τὴν ἀπόλυτον ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀνάγκην νὰ τροποποιηθῇ, ἠμπορεῖ νὰ μελετηθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἔννοιαν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ὅρον καθολικὴ ψηφοφορία. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀποσυρθῇ αὐτό.
§490Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶνε παράδοξον ἀληθῶς, ὅτι διὰ νὰ πολεμηθῇ ἡ πρότασις ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, οἱ ὁμιλήσαντες, ἀμφότεροι οἱ ὁμιλήσαντες προέβαλον ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶνε πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ μᾶς πείσουν. Διότι ὁ μὲν τῶν ἀγορευσάντων μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶνε ὥριμος διὰ τὴν συζήτησιν. Εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἀνεύρομεν ὅτι χρειάζεται νὰ εἶνε ὥριμοι διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸν λόγον. Πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον ἐπεῖγον. Ἐὰν δὲν εἶσθε ὥριμος, Κύριε Βουλευτά, τόσον τὸ χειρότερον δι’ ὑμᾶς, ἀλλὰ ὥριμοι εἶνε οἱ πολῖται, οἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαιούμενοι νὰ ἔχωσι ψῆφον καὶ εἶνε ὥριμος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ καταπαύσῃ μία κατάστασις, ἡ ὁποία εἶνε αὐτόχρημα ἀντισυνταγματική. Δὲν εἶνε δὲ ἀντισυνταγματικὴ κατὰ αὐθαίρετον ἰδικήν μου γνώμην, εἶνε ἀντισυνταγματικὴ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀσχοληθέντων ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ τῶν γνωστῶν συγγραφέων τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου τῶν Melon καὶ τοῦ Bartelemy.
§491ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε διατὶ δὲν δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἱερεῖς;
§492Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶνε πρέπον.
§493ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ εἶνε ἀντισυνταγματικόν.
§494Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οὐδέποτε ἐψήφισαν ἐν Ἑλλάδι τοὺς τὸ ἀπαγορεύουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες. Θὰ εἶνε δὲ ἀσφαλῶς ἀηδὲς θέαμα νὰ βλέπετε τοὺς ἱερεῖς νὰ ψηφοθηροῦν. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἄλλοτε, ἡ ψηφοθηρία τῶν ἱερέων, εἶνε ἀπρεπὴς παράστασις. Ὁ κ. Μυλωνᾶς....
§495Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἐπίσης ἐπιζημία καὶ ἡ ψηφοθηρία.
§496Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Μυλωνᾶς εἶπεν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος, τὶ βία ὑπάρχει νὰ διορθωθῇ;
§497Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει ποσῶς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ὁ κ. Μυλωνᾶς.
§498Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν γίνῃ κάτι τι ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν ἀποκαλυφθῇ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκαλύπτεται, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιτάσσηται ὅτι ἀφοῦ ἔγινεν, ἀφήσατέ το, δὲν ἔχει σημασίαν.
§499Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἴδωμεν τὴν ἀντισυνταγματικότητα.
§500Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Μπαρτελεμύ: «Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ψήφου...
§501Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὥστε ὑπάρχει ἀπαγόρευσις;
§502Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σέ μερικὰ Κράτη...(Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν)...».
§503Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕως τώρα δὲν ἀποδεικνύεται τίποτε.
§504Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ προηγμένα Κράτη....
§505Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μά, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν.....
§506Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἄν θέλετε νὰ συζητήσωμεν, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς εἰλικρινοῦς διαθέσεως, ἔχει καλῶς. Ἄν δὲν θέλετε δὲ μὲ ἐνδιαφέρει. Σᾶς ἀνέγνωσα περικοπὴν ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Σβώλου...
§507Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατὶ στενοχωρεῖσθε; Σεῖς ἐφέρατε πρὸς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον αὐτό...
§508Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐν τούτοις ἐκ πνεύματος μόνον ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐξ οὐδενὸς ἑτέρου σεῖς ἀντιτάσσεσθε. Ἐν τούτοις εἶναι πρωτοφανές, Κύριοι, νὰ θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ μία κατάστασις ἀντισυνταγματικὴ ἀναμφισβητήτως, μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπῆρξε ποτε. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀκατάληπτον.
§509Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος τὸ ἐπεκαλέσθη;
§510Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μυλωνᾶς.
§511Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶνε ἀκριβές.
§512Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πῶς; Ἀφοῦ τὸ εἶπεν ὁ κ. Μυλωνᾶς;
§513ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§514Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς διάστημα δέκα ἐτῶν ἐψηφίσθησαν παρ’ ἡμῶν, τῆς Βουλῆς, περὶ τοὺς 65–70 νόμοι, ἐκ τῶν ὁποίων.....
§515ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀδείᾳ ἐξουσιοδοτήσεως.
§516Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, διότι σεῖς ἔχετε τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ ψηφισθοῦν. Ἐψηφίσθησαν, λοιπόν, περὶ τοὺς 65 νόμοι καὶ διετέθη διὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ὄχι κἂν τὸ διάστημα τῶν δέκα ὡρῶν, διότι μόνον δι’ ἓν θέμα ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ περὶ τὰς πέντε ὥρας. Ἑπομένως εἰς διάστημα τεσσάρων ὡρῶν ἐψηφίσθησαν περὶ τοὺς 66 νόμοι, καὶ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο εἶνε ἕν ρεκόρ, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὀφειλόμενον ὄχι μόνον εἰς τὴν προθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ λάβῃ συνταγματικὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μὴ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παράσχῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, οὔτε ὀργιζόμενος ἐκ τοῦ ὅτι ἐγένοντο παρατηρήσεις τινές, οὔτε ἐκ τοῦ ὅτι ἔχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν ἐπί τινων μέτρων. Δὲν εἶναι δὲ ποσῶς ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἀγαπητὸν Συνάδελφον κ. Μυλωνᾶν, ὅτι εἶνε σφάλμα ἰδικόν σας τὸ ὅτι δὲν εἶσθε ὥριμος νὰ συζητήσητε διὰ μίαν τοιαύτην σωρείαν μέτρων· διότι δικαίωμα θὰ εἶχεν ὁ κ. Βουλευτής, δικαίωμα θὰ εἶχε καὶ ἡ Βουλή, ὅπως παρασχεθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος, διὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐνήμερος καὶ ἐπὶ τῶν νομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν βάσεων, τῶν μέτρων αὐτῶν. Καὶ δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ· δὲν εἶσθε ὥριμοι δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν; Ἄ! αὐτὸ εἶνε σφάλμα ἰδικόν σας. Ὀφείλετε ὅταν ἔρχεσθε νὰ εἶσθε πάνσοφοι. Ποσῶς, διότι ὁ θεσμὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως προϋποθέτει, ὅτι τὰ θέματα περιορίζονται εἰς ἕνα ἐλάχιστον ἀριθμόν, ὅτι παρέχεται ὁ καιρὸς νὰ μελετήσωμεν αὐτά.
§517Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλοτε ἦσαν 160.
§518Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ψέγω καὶ σᾶς, ὅπως ψέγω καὶ τοὺς προκατόχους σας, διότι ἔγινεν ἕνα ἄτοπον καὶ συνεχίζεται τὸ ἄτοπον αὐτό. Ἀλλὰ νὰ γινώμεθα τὸ ἀντικείμενον παρατηρήσεων διότι λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς παρασκευῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὴν νομικὴν καὶ συνταγματικὴν βάσιν, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶνε ἀκατανόητον. Διατὶ λοιπὸν ἐξανίστασθε;
§519Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ συζητῶμεν ἐξονυχιστικῶς διὰ τὰ θέματα.
§520Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δι’ ἓν μόνον θέμα συνεζητήσαμεν ἐξονυχιστικῶς. Τέσσαρας ὥρας ἔχομεν, ποὺ συζητοῦμεν ἐπὶ θεμάτων 69 τὸν ἀριθμόν. Πῶς θέλετε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν εἰδικότητα καὶ ἐπάρκειαν διὰ νὰ εἴμεθα ἐνήμεροι ὅλων τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε εἰς ἡμᾶς, διότι δὲν ἐλάβετε κἂν τὸν κόπον νὰ παραθέσητε, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐκείνους τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ τροποποιήσητε, δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως;
§521Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε ἴσχυον διὰ τὰ νομοσχέδια καὶ ὄχι διὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§522Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πολὺ περισσότερον διὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν, διότι ἡ ἐξουσιοδότησις, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως....
§523Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα διαφεύγουν τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Διότι, ἂν εἶνε ἀντισυνταγματικὸν ἢ ὄχι, δύνασθε νὰ τὸ συζητήσητε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§524Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔρχεται παρεσκευασμένος καὶ μᾶς λέγει: ....
§525Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πῶς θέλετε νὰ ἔλθω, ἀπαράσκευος;
§526Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι. Σεῖς εἶσθε ἀξιέπαινος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, διὰ νὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῶν θεμάτων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ εἴμεθα ἐξ ἴσου παρεσκευασμένοι. Ὅταν εἷς ἐκ τῶν Κυρίων Συναδέλφων, εἰς τὴν παράθεσιν τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐπικαλεῖσθε, λέγοντες ὅτι ὁ Ἐσμὲν αὐτὰ ὑποστηρίζει ἢ ὁ κ. Σβῶλος ὑποστηρίζει αὐτά, σᾶς ἀνέφερε καὶ αὐτὸς ἄλλα, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα γνῶσται αὐτῶν. Ἀλλὰ ἠξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἂν εἴχομεν τὸν καιρόν, ἠθέλομεν εὕρει συγγραφεῖς καὶ περικοπάς, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις. Ἀλλά, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδῶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀναστολὴ συνταγματικοῦ θεμελιώδους δικαιώματος, καὶ ἡ ἀναστολὴ αὐτὴ ὤφειλε νὰ λείψῃ, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν τάξιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κατὰ γενικὸν κανόνα, θέλω νὰ θέσω εἶνε ὅτι, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν δίκαιαι τροποποιήσεις εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὴν ὀρθότητα τῶν ὁποίων, κατὰ βάσιν νὰ μὴ δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλ’ αἱ τροποποιήσεις αὐταί, αἱ μεταρρυθμίσεις αὐταί, πρέπει, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρέπει, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ γίνωνται εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶνε ἀνύποπτοι αἱ προτάσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§527Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τελείως ἀνύποπτοι καὶ σᾶς λέγω, ὅτι διορθώνομεν αὐτό, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ στερήσωμεν παρανόμως τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, διότι σᾶς φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἔχει ἄλλον τινὰ σκοπόν.
§528Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ αἱ δίκαιαι τροποποιήσεις ἔχουν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι γίνονται ἐξ ὑπολογισμοῦ.
§529Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπεδίωξα περισσοτέραν δικαιοσύνην καὶ ὄχι ὑπολογισμόν.
§530Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φέρει τοιοῦτον μέτρον ἐξ ὑπολογισμοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφίσουν, ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τοῦτο ὡς μίαν ἀρχὴν τόσον ἀθῶαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὑπῆρχεν ἕν ἄτοπον εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὸ διορθώνουν. Ἡ διόρθωσις ὤφειλε νὰ ἔλθῃ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ νομοθετικὴ αὐτὴ πρᾶξις, εἶνε πρᾶξις μεροληψίας ἐκλογικῆς. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἂν θέλητε νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, διότι τότε οἱαδήποτε ἐξαίρεσις διὰ τάξιν πολιτῶν ἐκτὸς τοῦ θέματος τούτου, θὰ ἀπέβαινεν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Καὶ σᾶς λέγω, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν· αὐτὸ δὲν ἀπορρέει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀπορρέει ἐκ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ παράδειγμα, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐπεκαλέσθησαν, τὸ παράδειγμα τῶν κληρικῶν. Καὶ εἴπατε εἰς ἀπάντησιν, ὅτι οἱ κληρικοὶ ἐμποδίζονται νὰ ψηφίσουν ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἀφοῦ σεῖς εἶσθε τόσον ὥριμος διὰ τὴν συζήτησιν, ἐκ ποίων ἐκκλησιαστικῶν κανόνων ἐμποδίζονται; Μήπως ἐκ τῶν διατάξεων τῶν Συνόδων; Ἐρχόμεθα ἔτσι εἰς τὰ 800 μ. χ., ὥστε αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς νὰ στεροῦν τοὺς κληρικοὺς τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν. Ἐκ ποίων ἐκκλησιαστικῶν κανόνων προέρχεται ἡ στέρησις τῆς ψήφου τῶν κληρικῶν; Εἶναι μέτρον νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐλήφθη, διότι θὰ ἦτο ἀδύνατον, θὰ ἦτο ἐπιζήμιον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ κλήρου. Ἀλλ’ ἐὰν εἶνε ἐπιζημία ἡ ἐπέκτασις τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ κλήρου, εἶνε ἀπείρως ἐπιζημιωτέρα, διὰ τὴν γνησιότητα τῶν ἐκλογῶν, ἡ ἐπέκτασις τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου εἰς τοὺς ὁπλίτας, εἰς τοὺς ὁποίους σεῖς τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν ἐπεκτείνετε. Διότι θέλομεν νὰ μάθωμεν, ποῖαι ἐγγυήσεις ὑπάρχουν περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου πολιτῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν στρατὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἀξιωματικῶν; Ἀκριβῶς διὰ τὴν γνησιότητα τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος, ἐψηφίσθη ἡ ἐξαίρεσις καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε σήμερον νὰ καταργήσητε, κυρώνει μίαν συνταγματικότητα, κυρώνει μίαν συνταγματικότητα θεμελιώδη, κυρώνει τὴν ἔλλειψιν ἁγνότητος εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν πολιτῶν. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν ὁλόκληρον τάξιν ὑπηρετοῦσαν καὶ ὑπακούουσαν εἰς ὡρισμένας διαταγάς· πῶς θέλετε νὰ ἐπεκτείνητε λοιπόν εἰς τοιαύτας τάξεις τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, ὅταν ὑπῆρχεν ἕν καθεστώς, τηρούμενον μέχρι σήμερον; Δὲν εἶνε τόσον ἁπλᾶ τὰ ζητήματα, ὅπως τὰ θέτετε. Δὲν ὑφίσταται ἀντισυνταγματικότης εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ὑφίστανται καὶ ἄλλαι τάξεις πολιτῶν καὶ σᾶς ἀνέφερα τοὺς κληρικούς. Δὲν εἶνε σκόπιμος ἡ ἐπέκτασις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσουν τὴν ψῆφον των κατ’ ἐλευθέραν κρίσιν, διατελοῦντες πρὸ διαταγῶν, τῶν ὁποίων ἡ παράβασις εἶνε ἀδύνατος, ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτό, Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀφήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο. Ἕως τώρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἐψηφίζετο. Ἠμπορεῖ νὰ ἐψηφίσθησαν εἰς παρελθούσας περιόδους, κακῶς, κάκιστα, κατὰ τὴν γνώμην μου, προτάσεις ἐξουσιοδοτήσεως ἴσως ἐκτενέστεραι. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι, ἀλλὰ τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ θὰ ἀναγνωρίσητε, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπίμονοι ἐξεδηλώθησαν ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μειονοψηφούσης δὲ τότε ἀπείρως σημαντικώτερον παρ’ ὅ,τι σήμερον, πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις ἐδέχθησαν νὰ ἀπαλείψουν τὰ θέματα αὐτὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠγείροντο ἀντιρρήσεις. Διότι, πραγματικῶς, ὅπως κατ’ ἐπανάληψιν εἶπον τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀποτελεῖ ἕν μέτρον ἐξαιρετικὸν καὶ εἶνε δίκαιον νὰ λαμβάνωνται τὰ μέτρα τὰ ἐξαιρετικὰ οὐχὶ μονομερῶς, ἀλλὰ κοινῇ συναινέσει ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§531ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§532Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Προδευτικοῦ Κόμματος ἤθελεν ἐνθυμηθῇ τὸ παρελθόν, νομίζω, ὅτι θὰ ἐνεθυμεῖτο συζήτησιν, ἄλλοτε ποτὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γενομένην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ νέα ροπὴ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Πολιτευμάτων εἶνε πρὸς τὰς Ἐπιτροπὰς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὅτι μὲ τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας παρίσταται ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς λειτουργίας, ὅσον τὸ δυνατὸν κανονικώτερον τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Σήμερον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μετέβαλε τελείως γνώμην, ὑποστηρίζων τὸ ἀντίθετον.
§533Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καμμίαν, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐμμένω ἀπελύτως εἰς αὐτὴν καὶ ἤδη ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ψηφίζεται ἐξουσιοδότησις δι’ 69 θέματα.
§534Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπεστήριζον ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, δέν εἶναι ὀρθὸν τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ὑποβάλλωνται ὁλόκληρα σεντόνια θεμάτων ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ νέαι ροπαὶ ὠθοῦν τὰ Κοινοβούλια τῶν προηγμένων κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν εἰς τὴν ἐργασίαν διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν ἐξουσιοδοτήσεως. Λυποῦμαι, ὅτι εἶναι τόσον προκεχωρημένη ἡ ὥρα, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ καταφύγω εἰς τὰ Πρακτικά, διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ριζικῶς μετέβαλε γνώμην ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, δὲν πρόκειται δὲ καὶ δι’ αὐτὸν νὰ ἀποδείξω τι, ἐφόσον εἶνε πρόδηλον ὅτι μετέβαλε γνώμην. Ἐὰν ὅμως δὲν μετέβαλε γνώμην, δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ προβάλλῃ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεωρῆται ἐπεῖγον ἕν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἄρσιν μιᾶς ἀντισυνταγματικότητος, μιᾶς ἀντισυνταγματικότητος ἐπὶ τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀντιπροσώπους του. Διότι, Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, γνωρίζετε καλλίτερον ἡμῶν ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ δικαίωμα ἱερὸν τοῦ ἐλευθέρου πολίτου ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι, εἶνε τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀντιπροσώπους του· ὅταν λοιπὸν μοῦ λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον στρέφεται εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἀποτελεῖ θέμα οὐχὶ ἐπεῖγον, τότε, Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, δύναμαι νὰ εἴπω τοὐλάχιστον, ὅτι μᾶς ἀναγκάζετε νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔκπληξίν μας, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον δὲν ὑποστηρίζεται παρὰ Βουλευτοῦ τὸ πρῶτον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰσερχομένῳ, ἀλλὰ παρ’ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕν παράπονον ἀκόμη νὰ ἀπευθύνω κατὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, τὸ παράπονον ὅτι, ἐὰν εἶχε προσέξῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου σχετικῶς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἤκουεν ὅτι περὶ ὅλων τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ὁμιλεῖ καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου κ. Σβῶλος, διότι ὁ κ. Σβῶλος λέγει τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ ψηφοφορία ἀποτελεῖ ἄτο☐ μικρὸν διάστημα ... (ἀναγινώσκει) ... πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως». Κύριοι, τοιαῦτα ἔχων ἐπιχειρήματα, εἰς τοιαῦτα στηριζόμενος διδάγματα, ἦλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προτείνων τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται μία ἀντισυνταγματικότης παρεισφρήσασα, δὲν ἠξεύρω πῶς, εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶνε ὀρθόν, εἶναι πρέπον ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν νὰ μὴ σπεύσωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀντισυνταγματικότητα ταύτην, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν θὰ ἔχητε τὸ θάρρος σεῖς νὰ ἀναλάβητε τοιαύτας εὐθύνας.
§535Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνεῖ μὲ τὴν τελευταίαν δήλωσίν σας ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην. Ὥστε νὰ ἀποσυρθῇ.
§536Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ γνώμη σας νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ Πρακτικά, καθὼς καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἄλλοτέ ποτε δημοκρατικοῦ κόμματος. Κύριοι Βουλευταί, εἰσήλθομεν εἰς συνταγματολογίαν, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ χαρακτηρισθῇ....
§537Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐτελείωσεν αὐτό.
§538Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ἀπεσύρατε, Κύριε Ὑπουργέ;
§539Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§540Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιόν του ἐπεκαλέσθη θεωρίαν, ἡ ὁποία διδάσκεται ἀπὸ τὸν ἔγκριτον πράγματι καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου κ. Σβῶλον.....
§541Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπόσχεται, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ συνταγματικά, θὰ ἀκολουθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβώλου, δεχόμεθα νὰ ἀποσύρωμεν τὰς ἀντιρρήσεις μας.
§542Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κομμουνισμὸν ὄχι...
§543Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Σβῶλος οὐδέποτε ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κομμουνισμοῦ. Πῶς ὁμιλεῖτε περὶ κομμουνισμοῦ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον εἰς τὸ συνταγματικὰ ζητήματα ὑπόσχεσθε νὰ ἀκολουθῆτε τὰς γνώμας τοῦ κ. Σβώλου, καὶ ἐγὼ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν.
§544Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἰς συνταγματικὰ ζητήματα βεβαίως ὑπόσχομαι νὰ ἀκολουθήσω τὰς γνώμας τῶν συγγραφέων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως, Κύριε Βουλευτά, νὰ μοῦ εἴπητε ποῖον λόγον ἔχει αὐτὴ ἡ ἀντίδρασις.
§545Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Οἵαν δικαιολογίαν ἔχει ἡ καθιέρωσις τῆς ἀναστολῆς τοῦ δικαιώματος ψηφοφορίας τῶν στρατιωτῶν, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ παντοῦ, ὅπου ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος παρὰ τῶν ἀριστερῶν στοιχείων, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ διὰ λόγους στρατιωτικῆς πειθαρχίας.
§546Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κακῶς ἐννοούμενης πειθαρχίας.
§547Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1923, ἐπειδὴ εἶχε μεσολαβήσει τὸ γεγονὸς τῆς ψηφοφορίας τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸ μέτωπον, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Γʹ. Συνελεύσεως, ἐπροτάθη νὰ τεθῇ διάταξις σχετικὴ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα ἀκόμη. Λόγοι, Κύριε Ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀπὸ μέρους τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, ἐπροτάθη νὰ καθιερωθῇ περιστολὴ τῆς καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας διὰ τοὺς ἀναλφαβήτους. Διότι ἁπλούστατα λέγουν τὰ Συντάγματα καθολικότητα τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἔχει ὑποστῆ μερικοὺς περιορισμούς. Διότι περιορισμοὺς τῆς καθολικότητος ἀποτελοῦν αἱ διατυπώσεις, ποὺ καθιεροῦν οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ βιβλιαρίων κλπ. περιορισμὸν τῆς καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας ἀποτελεῖ καὶ ὁ καθορισμὸς ὁρίου ἡλικίας. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι θίγεται ἡ δημοκρατικὴ αὐτὴ ἀρχὴ τῆς καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας, ἂν διὰ λόγους ἐσωτερικούς, διὰ λόγους ἀφορῶντας τὴν πειθαρχίαν, ὅπως ἐλέχθῃ, γίνῃ ἀναστολὴ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν στρατιωτῶν. Ἄν ἀναγνώσητε τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ Σβώλου, θὰ ἴδητε, ὅτι καὶ αὐτὸς λέγει, ὅτι, κατ’ ἀρχήν, ἡ ἀναστολὴ αὐτῆς δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν καθολικότητα τῆς ψηφοφορίας. Ὁ Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος ἔπαυσε βεβαίως, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, νὰ διδάσκῃ, δὲν ἔπαυσαν ὅμως αἱ διδασκαλίαι του νὰ ἔχουν κῦρος ὀλιγώτερον τῶν διδασκαλιῶν τοῦ νῦν ὑπηρετοῦντος....
§548Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περισσότερον.
§549Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ Σαρίπολος, «Συνταγματικὸν ἔκδοσις 15η», θεωρεῖ συνταγματικὴν τὴν ἀναστολήν.... (ἀναγινώσκει) ....Σύνταγμα». Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερωθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν αὐτή, ἡ τόσον ὀψίμως ἀνακαλυφθεῖσα, ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἀναστολὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφοφορίας τῶν στρατιωτῶν. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶνε γνωστὸν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ ἡ ἀθρόα ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφοφορίας ἀπὸ μέρους τῶν στρατιωτῶν. Τὸ εἴδετε εἰς μίαν περίπτωσιν καὶ τὸ ὑπενθύμισε δι’ αὐτὸ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἐλθοῦσα μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910, ἐπρότεινε νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ ψηφοφορία αὐτή.
§550Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ νομίζω τοῦτο περίεργον, τὸ ὅτι ὁ πατήρ μου ὑπεστήριξε τὸν περιορισμὸν τῆς ψηφοφορίας ἀπὸ τοὺς ἀναλφαβήτους. Διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἦτο πολὺ προσηλωμένος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας...
§551Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ ἀποφαίνεται κανεὶς δι’ αὐτὰ τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα ἐκ τοῦ προχείρου. Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον, καθὼς γνωρίζετε, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ὡς δικαιώματος ἀναφαιρέτου, παντὸς Ἕλληνος. Καὶ ἐρωτῶ; Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὸ συνέρχεσθαι εἰς τοὺς ἀξιωματικούς...
§552Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἐλησμονήσατε αὐτό. Δὲν εἶσθε ὥριμος, Κύριε Βουλευτά. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι τὸ ἑξῆς: ὅτι δὲν εἶνε ἀνάγκη ὅλαι αἱ περιπτώσεις νὰ ἀναγράφωνται εἰς ἕνα κανόνα δικαίου καὶ δὴ συνταγματικοῦ.
§553ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ τοῦ 5ου θέματος. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν τὰ ὀνόματα.
§554Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις.
§555ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως γίνεται δεκτὸν τὸ θέμα 5ον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν κλπ. ΘΕΜΑ. 14ον. Ἐψηφίσθη ἀνωτέρω. 17ον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Κρατικῆς Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως καὶ τῶν εἰς αὐτὸ ὑπαγομένων ἱδρυμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν».
§556Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἀποκρούομεν τὸ 17ον θέμα.
§557Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ 17ον θέμα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτόν. Θὰ φέρῃ ἀναστάτωσιν εἰς τὰ νοσοκομεῖα.
§558Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Μία ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ νόμου 5533. Εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§559Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν δεχόμεθα νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις διὰ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 17 θέμα.
§560ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 17ου θέματος ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν δηλαδὴ νὰ συμπεριληφθῇ τὸ ἀνωτέρω εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν λέγουν: Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Ζουρμπᾶς καὶ Μπεύμπευλης καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν 35 Βουλευτῶν, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν δηλοῦν, ὅτι ἀποσύρουν ταύτην καὶ ἑπομένως διακόπτεται ἡ ψηφοφορία καὶ ἐρωτωμένη ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ συμπεριληφθῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν.).
§561ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὸ σχέδιον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Ν. Διαταγμάτων, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη;
§562ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§563ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Νομ. Διαταγμάτων, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη ἔχον οὕτω): 1) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ Νόμου 4852, «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς Δήμων καὶ Κοινοτήτων, τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς», περὶ οἰκονομικῆς ὀργανώσεώς των καὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεών του, ὡς πρὸς τὸν χωρισμὸν καὶ ἀναγνώρισιν εἰς Δήμους τῶν λουτροπόλεων τῶν ἐχουσῶν πληθυσμὸν ἄνω τῶν 1000 κατοίκων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου Ν. Δ. «περὶ προσμίξεως ἐγχωρίου σίτου, εἰς τὴν παρασκευὴν ἄρτου διὰ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Ν. 5686 «περὶ προστασίας ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς» καὶ 4573 «περὶ συμπληρώσεως καὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἀρτοποιητικῶν νόμων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. 4578 «περὶ ὀργανισμοῦ Χωροφυλακῆς, ὅσον ἀφορᾶ μόνον τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς». 4) Περὶ τροποποιήσεως, ἐπεκτάσεως, καταργήσεως κατὰ περιφερείας τῶν νόμων 4491, 4765, 5659, περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς». 5) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 5493 τοῦ 1932 «περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν» καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 3052 τοῦ 1924 καὶ τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Νόμου 4108». 6) «Περὶ διορισμοῦ κατὰ παρέκκλισιν τῶν σχετικῶν διατάξεων 15 δημοδιδασκάλων καταγομένων ἐξ Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων τῆς ἀλλοδαπῆς». 7) «Περὶ ἐξαιρέσεως τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ προσκυνηματικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γερασίμου ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου 4684 καὶ καθορισμοῦ δι’ αὐτὴν ἰδίου τρόπου διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας της, ὡς καὶ τῶν Μονῶν Ἀγριλίων, Κηπουρίων καὶ Σισείων καὶ Θεμάτων περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν διεπόντων τοὺς ναοὺς Εὐαγγελιστρίας Τήνου καὶ τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς Πάρου, ὡς καὶ τῆς Μονῆς Προυσοῦ Εὐρυτανίας καὶ Πεφανερωμένης Λευκάδος, καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1930 Διατάγματος, «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς ἐν Κρήτῃ μοναστηριακῆς περιουσίας», ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκ τῆς ρευστοποιήσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας Κρήτης, χορήγησιν μέχρι 3.000.000 δραχ. ἀτόκου δανείου πρὸς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Κρήτης καὶ τὰς Ἐπισκοπὰς αὐτῆς πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν παρελθουσῶν χρήσεων». 8) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου 3578 «περὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων». 9) «Περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν πρὸς καταβολὴν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον μετ’ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπερημερίας, προσθέτων φόρων καὶ τελῶν ἢ προστίμων, καὶ περὶ μειώσεως τοῦ φόρου δημοσίων θεαμάτων, κατὰ τὴν θερινὴν περίοδον καὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου αὐτοκινήτων τῶν χρησιμοποιουμένων ὑπὸ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος δημοσιογράφων». 10) «Περὶ καθορισμοῦ διαδικασίας πρὸς παροχὴν προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐκτελέσεως καὶ ρύθμισιν τῆς εἰσπράξεως πέραν τῶν ὑπὸ τῶν κειμένων διατάξεων τασσομένων προθεσμιῶν, ὡς καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Νόμου 5420». 11) «Περὶ παροχῆς διευκολύνσεων καὶ μειώσεων εἰς τοὺς ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, καὶ φόρων καταναλώσεως ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπαλλαγῆς τούτων ἀπὸ ἐπιζημίων συνεπειῶν ἐπὶ τῇ ἐντὸς τακτικῶν προθεσμιῶν καταβολῇ». 12) «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ. τῆς 14 Δεκεμβρίου 1932 περὶ εἰσαγωγῆς ἀτελῶς ἀραβοσίτου καὶ κριθῆς μέχρι 30ῆς Ἰουλίου ἐ. ἔ.». 13) «Περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν διὰ τοῦ νόμου 5116 συσταθέντων Δευτεροβαθμίων Διοικητικῶν Δικαστηρίων. 14) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν». 15) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5170 περὶ ἀποζημιώσεως Ἑλλήνων μὴ ἀνταλλαξίμων κατοίκων Κωνσταντινουπόλεως». 16) «Περὶ διακανονισμοῦ ἁρμοδιότητος καὶ ὑπογραφῆς ὑπαλλήλων ὑπηρεσιῶν τινων, ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν». 17) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Κρατικῆς Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως καὶ τῶν εἰς αὐτὸ ὑπαγομένων ἱδρυμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν». 18) «Περὶ ἐγκρίσεως μελετῶν ἀνεγέρσεως, ἐπεκτάσεως καὶ συμπληρώσεως κτιρίων διὰ τὴν στέγασιν Ὑγειονομικῶν ἱδρυμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, ὡς καὶ δαπανῶν πρώτης ἐγκαταστάσεως». 19) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5043 περὶ συστάσεως κρατικοῦ μονοπωλίου κινίνης». 20) «Περὶ τροποποιήσεως ἢ καταργήσεως τῆς μετὰ τῆς Α.Ο.Ε. «Ὁ Προμηθεὺς» ἢ καὶ μετ’ ἄλλων Ἑταιρειῶν συνομολογηθείσης συμβάσεως διὰ κατασκευὴν ἐθνικῶν κλπ. ὁδῶν καὶ τῆς συνεχίσεως τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἀπαιτουμένων ἐργασιῶν διὰ συμβάσεων ἢ ἐργολαβιῶν, συναφθησομένων δι’ ἰδίων συμφωνιῶν ἢ καὶ μετὰ δημόσιον συναγωνισμὸν, ὡς καὶ ἀκυρώσεων ἢ τροποποιήσεων συμβάσεων συντηρήσεως ὁδοστρωμάτων μονίμων ἢ ἡμιμονίμων, περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 5636 τῆς 21) 8) 32 ἢ 5) 9) 32 τοῦ τροποποιοῦντος καὶ συμπληροῦντος τὸν νόμον 5527 περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν». 21) «Περὶ καθορισμοῦ τῆς μεταβλητῆς «σ» εἰς τοὺς τύπους πωλήσεως τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας τῶν ἐν τῷ Κράτει διὰ προνομίου ἢ δι’ ἁπλῆς ἀδείας λειτουργουσῶν ἐπιχειρήσεων ἠλεκτροφωτισμοῦ, διακανονισμοῦ τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν πόλεων Ναυπλίου, Ἄργους καὶ Ἀργολικῆς πεδιάδος, ὡς καὶ τοῦ τρόπου ἀναθέσεως τῶν φωτισμῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων εἰς τοὺς δι’ ἁπλῆς ἀδείας ἀναδόχους». 22) «Περὶ τρόπου ρυθμίσεως διεξαγωγῆς δημοπρασιῶν ἐν ταῖς ἐργασίαις τῶν διαρρυθμιζομένων παλαιῶν Ἀνακτόρων εἰς μέγαρον Βουλῆς καὶ Γερουσίας καὶ νέου κτιρίου Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 42.000.000 πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ κτιρίου τῶν παλαιῶν Ἀνακτόρων εἰς μέγαρον Βουλῆς καὶ Γερουσίας». 23) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4352». 24) «Περὶ ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν τῆς διενεργηθείσης δημοπρασίας περὶ προμηθείας ἐγκαταστάσεως μηχανημάτων καὶ τῶν ἀναγκαιουσῶν συναφῶν σωληνώσεων διὰ τὴν ἄντλησιν καὶ ἀποχέτευσιν πρὸς τὴν θάλασσαν τῶν ὑδάτων ὑπονόμων Θεσσαλονίκης ἢ περὶ διενεργείας νέας τοιαύτης». 25) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ λιμένων καὶ Λιμενικῶν Ταμείων». 26) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Σ.Ε.Ρ. τοῦ Πολυτεχνείου καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως οἰκονομικῶν καὶ διαχειριστικῶν διατάξεων τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου». 27) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3752) 1929 «περὶ κυρώσεως διὰ Διαταγμάτων Κανονισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ νομικῶν προσώπων, συνδεομένων διὰ συμβάσεων μετὰ τοῦ Κράτους πρὸς ἄσκησιν λειτουργίας κοινῆς χρήσεως καὶ ὠφελείας τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας καὶ περὶ ἐπαναπροσλήψεως ἀπολυθέντων ὡς ἀπεργῶν ὑπαλλήλων, τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν ἢ ὑπηρετῶν». 28) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5122 περὶ ἱεραρχίας τῆς πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Νόμου 5650 ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως πάσης ὑπηρεσίας ἀξιωματικῶν, καθ’ ὧν ἐκκρεμοῦσι κατηγορίαι δι’ ἃς παρεπέμφθησαν εἰς τὰ ἀνακριτικὰ Συμβούλια μὲ ἐρώτημα ἀποτάξεως». 29) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κώδικος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ «περὶ τροποποιήσεως τῶν διεπουσῶν τὸ Ταμεῖον Ἀλληλοβοηθείας ἀξιωματικῶν στρατοῦ ξηρᾶς διατάξεων». 30) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν». 31) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 4180, 4881 καὶ 5355 περὶ προστασίας ἐφέδρων». 32) «Περὶ χρησιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων καὶ καθορισμοῦ ἐπιμισθίου ἐκτάκτου ἐργασίας δι’ αὐτούς». 33) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν τοὺς ὑπὸ τοῦ Α.Ν.Δ. Συμβουλίου καταρτιζομένους πίνακας διατάξεων». 34) «Περὶ διεθνοῦς γραμμῆς φορτώσεως πλοίων». 35) «Περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ διεθνῶν κανονισμῶν ναυσιπλοΐας». 36) «Περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐν τῇ χώρᾳ βιομηχανιῶν παρασκευῆς ἁλιπάστων ἰχθυηρῶν». 37) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ σεισμοπαθῶν τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου κειμένων διατάξεων». 38) «Περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 5733 περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων». 39) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4652 περὶ γραφείου προστασίας ἑλληνικῶν σύκων». 40) «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας καταβολῆς μὴ καταβληθεισῶν χρηματιστηριακῶν διαφορῶν καὶ περὶ τρόπου καταβολῆς τῶν μὴ καταβληθεισῶν διαφορῶν κατὰ τὸ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1932 Διάταγμα «περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐκκρεμῶν συναλλαγῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ χρηματιστηριακῶν ἀξιῶν». 41) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ διακανονισμοῦ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναστειλασῶν τὰς πληρωμὰς αὐτῶν 1) Τραπέζης Κοσμαδοπούλου Α. Ε. 2) Κεντρικῆς Τραπέζης Α.Ε., 3) Τραπέζης Τρικκάλων Α.Ε. 4) Τραπέζης Χολέβα, Μαρκατᾶ ἐν Λαρίσῃ καὶ 5) Τραπέζης Μευχτάρη ἐν Τρικκάλοις». 42) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 5598 καὶ ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος ἀποζημιώσεως τῶν γερόντων καὶ ἀνικάνων ἀρτεργατῶν καὶ γενικῶς τοῦ Ταμείου ἀσφαλείας ἀρτεργατῶν». 43) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 5208 περὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ» ὡς πρὸς τὴν Διοίκησιν αὐτοῦ καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ προϊόντος». 44) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3503 καὶ 4706 περὶ καλλιεργείας ἁλυκῶν». 45) «Περὶ λήψεως μέτρων ἀφορώντων τὴν στέγασιν τῶν σεισμοπαθῶν τῆς Χαλκιδικῆς καὶ παροχὴν διευκολύνσεων εἰς αὐτοὺς καὶ ἀναστολὴν εἰσπράξεως χρεῶν». 46) «Περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων ἐπὶ τῶν ἀποκαλυπτομένων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ γαιῶν». 47) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3905 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν νόμων 5085, 5193 καὶ 5649». 48) «Περὶ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἤδη ἀποκαλυφθεισῶν καὶ παραδοθεισῶν εἰς τὴν καλλιέργειαν γαιῶν ἐν Μακεδονίᾳ». 49) «Περὶ διαθέσεως τῶν προκυψάντων καὶ μελλόντων νὰ προκύψωσι πλεονασμάτων ἐξ ἀγορᾶς ἐλαίου». 50) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 151 τοῦ νόμου 4173 «περὶ δασικοῦ κώδικος» ὡς καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 4684 «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας κλπ.». 51) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀδιαθέτους κλήρους». 52) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μετατροπῆς ποινῶν καὶ τρόπου διαθέσεως τῶν εἰσπραχθησομένων χρημάτων». 53) «Περὶ ἐκποιήσεως τῶν πειστηρίων καὶ διαθέσεως τοῦ προϊόντος διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς διαβιώσεως τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν φυλακῶν». 54) «Περὶ τροποποιήσεως αʹ) τοῦ νόμου 811 περὶ προσωρινῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως τῶν καταδίκων, β) περὶ εὐεργετικοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἡμερῶν ἐργασίας τῶν καταδίκων καὶ γ) περὶ καταργήσεως τῶν Ν. Δ. τῆς 16ης Μαρτίου καὶ 15ης Σεπτεμβρίου 1926, «περὶ μετατροπῆς εἰς Αὐτόνομον Ὀργανισμὸν τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Δικαιοσύνης, διευθύνσεως διοικήσεως φυλακῶν» καὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 4229, «περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ περὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν». 55) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας, περὶ ταμείου συντάξεως νομικῶν καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4642 περὶ ταμείου ἀσφαλίσεως Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν». 56) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων τῶν διεπόντων τὸ κοινωφελὲς Ταμεῖον Λευκάδος καὶ τὸ «Ἀδελφᾶτον Λευκάδος», τὸ Τ.Α.Ο.Λ. καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 2203». 57) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων περὶ Γραφείου Πρωθυπουργοῦ». 58) «Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Νόμου 3582». 59) «Περὶ ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 99 καὶ 102 τοῦ κώδικος περὶ φορολογίας καπνοῦ καὶ καθορισμοῦ τῶν πρὸς καταβολὴν τοῦ ἐγγείου φόρου καπνοῦ ὑποχρέων ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἄρθρων τούτων». 60) «Περὶ ἑρμηνείας καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων». 61) «Περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τῆς τριμήνου προθεσμίας πρὸς ἔκδοσιν Διατάγματος τοῦ νόμου 5225 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 5390 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐνοικιαστῶν χρηματοκιβωτίων παρὰ Τραπέζαις ἐν Τουρκίᾳ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως». 62) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐνοικιοστασίου οἰκοδομικῶν διατάξεων». 63 «Περὶ ρυθμίσεως καὶ ἀναστολῆς ἀγροτικῶν χρεῶν». 64) «Περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἄνευ αὐξήσεως οὐδεμιᾶς τῆς ἤδη διατεθειμένης δαπάνης πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν». 65) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν τακτικῶν ἑδρῶν αὐτοῦ, μετὰ πρότασιν καὶ σύμφωνον γνώμην τῆς Συγκλήτου». 66) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3385». 67) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τῶν ἀφορώντων τὰ Τ.Τ.Τ. περὶ Ταμείου ἀρωγῆς καὶ Ταχ. Ταμιευτηρίων καὶ ἐνεχυροδανειστηρίων διὰ τῆς τοποθετήσεως διαθεσίμων τῶν ταχ. ταμιευτηρίων». 68) «Περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». 69) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν σμυριδωρυχείων Νάξου». 70) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4173 περὶ διαθέσεως καρπώσεως δημοσίων δασῶν διὰ δημοπρασίας ὡς καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 81 παράγρ. 6 περὶ διαλύσεως μισθώσεως μὴ ἀποληφθέντων δασικῶν προϊόντων μέχρι 200 κ. μέτρων ξυλείας οἰκοδομησίμου καὶ 100 χιλ. ὀκ. ξυλανθράκων μὴ ἀποληφθέντων». 71) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως συναλλάγματος ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγραφὴν τῶν ἐν αὐτῷ ὁριζομένων ἀδικημάτων». 72) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 5282 καὶ 5452 περὶ τοῦ τρόπου ἐξοφλήσεως τῶν ἐνυποθήκων ἀπαιτήσεων ἐπὶ ἀνταλλαξίμων κτημάτων». 73) «Περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου περὶ μετατροπῆς εἰς δραχμὰς τῶν εἰς ξένον νόμισμα ἢ συνάλλαγμα ὀφειλῶν». 74) «Περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν προστασίαν οἰκογενειῶν πολυτέκνων». 75) «Περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Σφακίων ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Χανίων καὶ Ἀποκορώνου». 76) «Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Γ. Ξενουδάκη». 77) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ αὐτοκινήτων ἐν γένει καὶ τοῦ Ταμείου προνοίας ἰδιοκτητῶν λεωφορείων αὐτοκινήτων κειμένης νομοθεσίας». Ἡ εἰδικὴ μικτὴ ἐπιτροπὴ θέλει καταρτισθῆ ὑπὸ τῶν Προεδρείων τῶν Νομοθ. Σωμάτων συμφώνως πρὸς τοὺς οἰκείους Κανονισμοὺς αὐτῶν καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος».
§564ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βουλευτοῦ Ψαρρῶν κ. ΠΑΠΑ, ὅστις παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως καθορισθῇ ἡ 24 Ἰουνίου ὡς ἐπέτειος τῆς ὁλοκαυτώσεως τῶν παλαιῶν Ψαρρῶν». Ἐπίσης ὁ Βουλευτὴς Σπετσῶν κ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ παρακαλεῖ, ὅπως καθιερωθῇ ἡ 8η Σεπτεμβρίου ὡς ἐπέτειος ἑορτασμοῦ διὰ τὰς Σπέτσας. (Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν καθιέρωσιν τῶν ἑορτῶν τούτων καὶ τὴν ἐπίσημον συμμετοχὴν τοῦ Κράτους διὰ καταθέσεως στεφάνων κλπ.).
§565ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ παράσχῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ κυρώσω ὑπ’ εὐθύνην μου τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§566ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§567ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ καὶ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ δίμηνον, τῆς διακοπῆς ἀρχομένης ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Γερουσίας, θὰ ἐπαναληφθοῦν δὲ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Προεδρείου.
§568ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§569ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 πρωϊνὴ)