1931.06.22
5,805 rows · 43,084 words · 525 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101η
ΔΕΥΤΕΡΑ 22 ΙΟΥΝΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 19ης Ἰουνίου ἐ. ἔ. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 19ης Ἰουνίου).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης αἰτεῖται τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ζάχου κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 402 τοῦ ποινικοῦ νόμου. —Ὁ ἐνοριακὸς Σύλλογος Ἠλύσια–Παναθήναια ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως πανεπιστημιακοῦ κέντρου δι’ ἀπαλλοτριώσεως κλπ.» καὶ παρακαλεῖ ὅπως γίνουν ἀποδεκταί. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Σερβίων παρακαλεῖ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ διανομὴ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀφεντούλης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Ἁγίου Λαυρεντίου. —Ἡ γεωργικὴ ἑταιρεία Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ἐπιβληθῇ φορολογία εἰς τὰ εἰσαγόμενα ὀπωροφόρα δένδρα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δρχ. 8. —Οἱ ἄνεργοι ἐργάται ἀνθρακορυχείων Μαυροσουβάλα καὶ κάτοικοι Νέων Παλατίων, Σκάλας, Ὠρωποῦ, Μαρκοπούλου, Μήλεσι καὶ Μπάφι παρακαλοῦν ὅπως ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ ἀνθρακορυχείου παραμένοντος κλειστοῦ ἀπὸ 1½ περίπου ἔτους. —Οἱ κάτοικοι κοινοτήτων Πληκατίου, Χιονάδων καὶ Γοργοποτάμου ζητοῦν τὴν παροχὴν ἀρωγῆς διὰ τὴν καταστροφὴν ἣν ὑπέστη ἡ πρώϊμος καὶ ὄψιμος σπορά των ἐκ τῆς πεσούσης χαλάζης. —Οἱ ἁμαξοκαρραγωγεῖς Ἁγυᾶς καὶ Τυρνάδου ζητοῦν τὴν ἀποζημίωσίν των, τὴν παράτασιν ὑποβολῆς αἰτήσεων ἀποζημιώσεως καὶ τὴν υἱοθέτησιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Αʹ Πανυπαλληλικοῦ Συνεδρίου. —Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Παναιτωλίου Τριχωνίδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν πρωτοφανῆ καὶ ἄστοχον ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς ἀσφαλείας, ἥτις ἐστοίχισε τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀτόμου ἐγκαταλείψαντος πολυμελῆ οἰκογένειαν καὶ ζητεῖ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Δρυμούσης Νέστου ζητοῦν τὴν ἄμεσον ἐπίσπευσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων καὶ τὴν παροχὴν ἐνισχύσεως λόγῳ τῆς ὁλοσχεροῦς καταστροφῆς τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς των. —Ὁ πρόεδρος τοῦ περιφερειακοῦ ἐπιμελητηρίου Ἐδέσσης ζητεῖ τὴν ἐπιβολὴν δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων κουκουλίων. —Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Τρικκάλων ζητεῖ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 163 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ περὶ προσθήκης νέων τοιούτων εἰς αὐτόν». —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μεσσήνης παρακαλεῖ ὅπως καταργηθῇ τὸ ταμεῖον προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Παμίσου καὶ ἡ ὑπὸ τούτου ἐπιβληθεῖσα φορολογία ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν. Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) καὶ Β. Δεληγιάννης (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῆς θέσεως βιβλιοφύλακος τῆς δημοσίας βιβλιοθήκης Ἀνδριτσαίνης». Ὁ κ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου. 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4360 περὶ ἱδρύσεως διδασκαλείου «Οἰκοκυρικῆς Ἐκπαιδεύσεως» καὶ 2) «Περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὰ ἔργα τοῦ Παρθενῶνος». Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 4121». Οἱ κ. κ. Α. Ἀλεξανδρῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Β. Δεληγιάννης (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ προμηθείας γάλακτος παρὰ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δήμου Θεσσαλονίκης καὶ διακανονισμοῦ ὀφειλῶν τινων αὐτοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 4186 κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 23)3)1929 Ν. Δ. περὶ διπλωμάτων ἱκανότητος καὶ πτυχίων εἰδικότητος ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ. —Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοιβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἀτελειῶν εἰς ἁλιευτικοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2054». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων. 1) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ κώδικος νόμων περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου καὶ τελωνειακοῦ κώδικος καὶ περὶ ἐνάρξεως ἰσχύος νόμου 4926». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 4758 περὶ ἀπονομῆς συντάξεως βάσει διατάξεων τοῦ νόμου 3122 κλπ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων. 1) «Περὶ προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Γενικὴν Πρᾶξιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν διακανονισμὸν τῶν διεθνῶν διαφορῶν τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1928». 2) «Περὶ κυρώσεως Ἑλληνογαλλικῆς συμβάσεως περὶ ἐγκαταστάσεως ἀεροπορικῶν γραμμῶν». 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Γενεύῃ συναφθείσης συμβάσεως περὶ διεθνῶν συμβάσεων ἑνιαίου νόμου συναλλαγματικῶν γραμματίων». 4) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 22 Μαΐου 1931 συμβάσεως ὑποθηκικῆς ἀγροτικῆς πίστεως». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Κατσαδήμας καὶ Σ. Σταυρόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἱδρύσεως πρακτικῆς γεωργικῆς καὶ βιοτεχνικῆς Σχολῆς ἐν Ζίτσῃ τοῦ νομοῦ Ἰωαννίνων». —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σχινᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἀτελειῶν εἰς ἁλιευτικοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2054». —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Μπεσσαντσῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως». —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Καρασεβδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 4464, 4562 καὶ 4591 «περὶ ἀποζημιώσεως πολεμοπαθῶν». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Κοθρῆς κ. Ι. Περδικογιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς ξηρᾶς σταφίδος, μελαίνης καὶ σουλτανιᾶς. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Στρατολογίας»,
§3Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς 92 συνεδριάσεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. ὑπουργέ.
§5Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 92 συνεδριάσεως ἔχει γίνη κάποιο λάθος τυπογραφικὸν εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς δικονομίας. Ἀντὶ νὰ τεθῇ 6 Νοεμβρίου 1926 ἐτέθη 1 Νοεμβρίου 1920 εἰς τὸ 7 ἄρθρον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν διόρθωσιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν διόρθωσιν ταύτην;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§9Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. βουλευτά.
§11Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι νέα συμφορὰ ἐνέσκυψεν ἐπὶ τριῶν κοινοτήτων τῆς Κονίτσης. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας χάλαζα μεγέθους καρύου κατέστρεψεν τοὺς πρωΐμους καὶ τοὺς ὀψίμους καρπούς. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς ζητοῦν νὰ τύχουν τῆς Κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐκτὸς τῆς κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐκκλησίας νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὴ ἀρωγός. Διότι νομίζω, ὅτι ἐκεῖθεν μόνον μπορεῖ νὰ παύσῃ τὸ κακόν.
§12Α. ΛΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν παθόντων νὰ στείλῃ δὲ ἐπὶ τόπου νὰ ἐξετάσῃ τὰς ζημίας.
§13Π. ΦΛΩΡΟΣ. Θὰ ἤθελον τὰ λεχθέντα διὰ τὴν ἐκκλησίαν νὰ σταλοῦν εἰς τὸν Μητροπολίτην διὰ νὰ φροντίσῃ νὰ γίνουν λιτανεῖαι. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδὶ ἐκάμαμεν λιτανείας καὶ ἔπαυσαν αἱ καταστροφαί.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ἄρχεται ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πειθαρχικὴν δίωξιν τοῦ συμβουλίου Ἐφετῶν Αἰγαίου. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§15Π. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ φύλλον τῆς 27 Φεβρουαρίου 1930, κύριοι βουλευταί, τῆς ἐκδιδομένης ἐφημερίδος ἐν Μυτιλήνῃ «Ταχυδρόμος» ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν πρώτην σελίδα καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔργα καί ἡμέραι» τὸ ἑξῆς ἄρθρον. (ἀναγινώσκει). Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ταχυδρόμος» ἐδημοσιεύθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἀπήχησις διαφόρων ἄλλων ἄρθρων ἐφημερίδων ἰδίᾳ τῆς πρωτευούσης καὶ δὴ τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου», ἡ ὁποία ἤλεγχεν δριμύτατα ἀκριβῶς τὸν τότε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργόν. Ὁ τότε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλεν μήνυσιν τότε ἐναντίον τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου» καὶ ἐναντίον ἄλλων ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἤλεγχον τοῦτον δριμέως, ἀλλὰ ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπεβάλλετο μήνυσις ἐναντίον τῆς ἐφημερίδος «Ταχυδρόμος» Μυτιλήνης. Ἐπὶ τῆς μηνύσεως αὐτῆς τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν Μυτιλήνης ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων καὶ ἀπήλλαξε τοὺς ὑπευθύνους τῆς ἐφημερίδος «Ταχυδρόμος». Δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὁ τότε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργὸς ἐστήριζεν τὴν μήνυσιν του ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ νέου νόμου 4133 καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 αὐτοῦ. Τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ὡς εἴπομεν ἔκρινε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν δολία προαίρεσις καὶ ἀπήλλαξεν τοὺς κατηγορουμένους. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Μυτιλήνης ἠσκήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Καραπαγιώτη καὶ πολιτικῶς ἐνάγοντος ἀνακοπὴ καὶ ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου. Τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου παρεδέχθη ὡς ὀρθὰς τὰς σκέψεις αὐτὰς καὶ ἀπήλλαξεν τὸν κατηγορούμενον τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία τοὺς ἀπεδίδετο. Αὐτὰ συνέβησαν κατὰ τὸν Ἰούνιον 1930. Ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἀπὸ ψυχολογικῆς ἀπόψεως, ἂς εἴπωμεν οὕτω, ἐστηρίχθη τὸ βούλευμα τῶν συμβουλίων Πλημμελειοδικῶν Μυτιλήνης, ὡς καὶ τὸ βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν εἶναι ὅτι ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καθάπτεται ἡ ὑπόληψις αὐτοῦ, ἐνῶ παρέλειψεν νὰ ὑποβάλλῃ μήνυσιν ἐναντίον τῶν Ἀθηναϊκῶν ὀργάνων ἔκρινεν οὐχ ἧττον, ὅταν ἕνα ὄργανον τῆς ἰδιαιτέρας του ἐπαρχίας ἀνέγραφεν τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις ἢ μᾶλλον ὀλιγωτέρας αἰτιάσεις ἐκείνων τὰς ὁποίας τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἀθηναϊκὸς Τύπος, νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐναντίον τῆς ἐφημερίδος τῆς ἐπαρχίας του. Καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς παρεῖχε τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τύπου......
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε σᾶς ἐμποδίσαμε;
§17Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήσαμεν μίαν ἀναβολήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδέχθητε. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ὡμίλησα, διότι παρῃτήθην τοῦ λόγου.
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ξανάρθῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι εἰς τὴν Γερουσίαν ὁπότε θὰ σᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἂν θέλετε νὰ ὁμιλήσετε.
§19Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν μᾶς ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία θά ὑπεβάλλομεν τροπολογίαν σχετικῶς πρὸς τὰς μηνύσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμουν ἐκλογὴν τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα φρονῶ, ὅτι καθάπτονται αὐτῶν καὶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ καταδιώκουν ὅλα τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι καθάπτονται τῆς ὑπολήψεώς των.
§20Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἂν δὲν ὑποβάλλῃ ὁ ἴδιος ὑπάλληλος μήνυσιν ὑποβάλλει ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, διότι θίγεται τὸ γόητρον τῆς ὑπηρεσίας.
§21Π. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ μηνύσουν ὅλας τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι καθάπτονται αὐτῶν καὶ ὄχι νὰ κάμουν ἐπιλογήν. Τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1931 ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάσσετο τῆς διώξεως ὁ διευθυντὴς τοῦ «Ταχυδρόμου» παρεβιάσθη ὁ νόμος, καθ’ ὅσον τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐνόμισεν ὅτι δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4133 ἡ δολία προαίρεσις ἐνυπῆρχεν μόνον εἰς τὴν γνῶσιν, ὅτι τὰ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ διαδιδόμενα εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσουν μείωσιν τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ εἰς τὴν κοινωνίαν. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τῆς διώξεως τῆς πειθαρχικῆς τοῦ συμβουλίου Ἐφετῶν Αἰγαίου ἐστάλη μετὰ 7μηνον ὅλον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καλεῖ τοὺς ἐφέτας τοῦ Ἐφετείου τοῦ Αἰγαίου καὶ τόν εἰσαγγελέα τοῦ Ἐφετείου Αἰγαίου νὰ ἀπολογηθοῦν διὰ τὰς ἑξῆς αἰτιάσεις. Πρῶτον, ὅτι παρέλειψαν νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία διατυποῦται ὡς ἐκ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου 4133, δεύτερον, ὅτι καίτοι ὑπῆρξαν στοιχεῖα διώξεως τοῦ δημοσιογράφου ἐπὶ ἐξυβρίσει, τὸ συμβούλιον ἔκρινε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δολία προαίρεσις καὶ ἀπήλλαξεν τὸν κατηγορούμενον καὶ τρίτον, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολογηθοῦν, διότι κατέστησαν ἀνάξιοι τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπεδέχθησαν μίαν γνώμην εἰσαγγελέως ντῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου ἐκφρασθεῖσαν ἐν τῇ προτάσει αὐτοῦ καὶ ἡ ὁποία γνώμη καθάπτεται ὁλοκλήρου τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῇ, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τοὺς ἐφέτας τοῦ Ἐφετείου Αἰγαίου ἦτο ὄχι μόνον ἀντίθετον πρὸς τὴν παραγγελίαν τὴν δοθεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὑπῆρξε ἐξ ἴσου καὶ τραχύτατον καὶ ἀντίθετον πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν τοῦ δικαίου. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνόμισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πτοηθῇ ὁλόκληρον συμβούλιον ἀνωτάτου δικαστηρίου διότι ἐξέδωκε κατὰ τὴν πεποίθησίν του μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐπηρέασε καὶ αὐτόν. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελλέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν δίωξιν καθ’ ὁλοκλήρου ἀνωτάτου δικαστηρίου διότι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ ἂν ὄχι κόλαφον ἀποτελεῖ μίαν μείωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὤφειλε νὰ παραγγείλῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν ἑνὸς ὁλοκλήρου δικαστηρίου διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὑπάρχει ἕνα ἄρθρον τοῦ νόμου 4133 τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη, ὑπάρχει ἕνας νόμος ἐπὶ τοῦ ὁποίου διὰ πρώτην φορὰν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ὑπάρχει ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εὐρὺ τὸ στάδιον εἰς τὴν ἑρμεινείαν αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντὶ ὡς ἀνώτατος ἔφορος πάσης δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ διατάξῃ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ν’ ἀσκήσῃ ἔνδικον μέσον κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου διὰ νὰ κριθῇ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ κατὰ πόσον ἔπταισεν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σπεύδει ἀμέσως νὰ κοινοποιήσῃ ἔγγραφον πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ παραγγείλῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν δίωξιν. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος οὔτε μὲ τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, οὔτε μὲ τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πολιτεία θέλει νὰ τὰ ἀναβιβάσῃ. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπιέον εἰς οἱονδήποτε ὑπουργὸν ὅταν νομίζῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις οἱουδήποτε δικαστηρίου εἶναι ἐσφαλμένη κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ νὰ διατάξῃ πειθαρχικὴν δίωξιν, καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δικαστηρίου τούτου. Τὸ καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἀσκήσῃ εἰδικὸν μέσον κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ καὶ μόνον τότε διὰ τῆς ὁμαλῆς ὁδοῦ διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ μόνον τότε θὰ κριθῇ παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, κατὰ πόσον τὸ δικαστήριον ἐφετῶν ἔσφαλεν ἢ ὄχι καὶ ἂν μὲν ἔσφαλεν δεινῶς, τότε εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔγκειται νὰ τιμωρήσῃ καὶ τὸ δικαστήριον. Δὲν ἠκούσθη ποτὲ οὔτε ὑπάρχει παράδειγμα εἰς καμμίαν ἄλλην νομοθεσίαν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διασύρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνωτέρους δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπηρετήσει ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην ἐντίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς καὶ προσάπτεται κατὰ τῶν δικαστῶν αὐτῶν παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ μομφὴ ὅτι εἶναι ἀνάξιοι νὰ ἔχουν τὴν θέσιν δικαστῶν. Ἡ ἐπέμβασις αὕτη ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα παράπτωμα σοβαρὸν διότι θίγει κειμένας διατάξεις τῶν νόμων δὲν ἐπετρέπετο. Ἀλλὰ τὸ παράπτωμα αὐτὸ εἶναι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως κατακριτέον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἀγωγῆς κατὰ δικαστῶν ὅταν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4133 εἶναι μία διάταξις ἡ ὁποία εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας ἔδωκεν ἀφορμὴν μεγάλων συζητήσεων. Εἰς ὡρισμένα κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ αὐτὸ ἄρθρον μὲ τὸ ἡμέτερον, ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ νομολογία ἀκόμη κυμαίνεται. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δικαιοσύνη ἐξασθενεῖ καὶ ὁ δικαστὴς χάνει τὸ κῦρος του καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του ἂν ὁ Δικαστὴς εἶναι πάντοτε ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως διότι οὕτως ἀρέσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς αὐτὸν ἂν τὸν θέτωμεν πάντοτε ὑπὸ τά ἡνία τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὥστε κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του αὐτὸς νὰ θέτῃ πάντοτε ἀντιμέτωπον τῆς ἀνακρίσεως οἱονδήποτε δικαστήν. Καὶ περὶ τούτου θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω μίαν γνώμην ἑνὸς περιφήμου νομικοῦ ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1905 συνεζήτει εἰς τὴν ἀκαδημίαν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν περὶ τῶν εὐθυνῶν τῶν δικαστῶν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἔλεγε τότε (ἀναγινώσκει). Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἶναι κατακριτέος ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἄνευ λόγου καὶ ἀφορμῆς διέταξε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν ἑνὸς ἀνωτάτου δικαστηρίου διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τό συμβούλιον τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ καὶ ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔσπευσε κινῶν τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ χεῖρα καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν; Ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ συμβουλίου ἐφετῶν ἔσπευσε, διότι ἀπεδείχθη καὶ ἐβεβαιώθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ ἦτο ἀπολύτως ἐσφαλμένη. Ὁ κ, εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεδείχθη ὅτι δὲν κατενόησε τὴν ὑπόθεσιν ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ πρὸς αὐτὸν ἀποσταλέντος ἐγγράφου μνημονεύει ὅτι τὸ ἐφετεῖον Αἰγαίου παρηρμήνευσε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου 4133 περὶ δυσφημήσεως. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καλεῖ τοὺς ἐφέτας πρὸς ἀπολογίαν μὲ τὰ ἑξῆς δικαιολογητικά. 1ον) Ὅτι παρέλειψαν ν’ ἀποφανθοῦν ἐπὶ παραβάσεων τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4133 ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης σαφῶς παρέγγειλε εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι ἂν καὶ ἡ παράβασις ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς παραβάσεως, ἔπρεπε νὰ διώξῃ πειθαρχικῶς τοὺς ἐφέτας.
§22Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν συνεμορφώθη ὁ εἰσαγγελεύς.
§23Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπλανήθη ὁ ἴδιος, καὶ ἐπλανήθη ὁ ἴδιος ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δημιουργῶν ἄλλην κατηγορίαν, ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου ἀπήλαξε τοὺς κατηγορουμένους τοῦ ἀδικήματος τῆς ἐξυβρίσεως. Καὶ τρίτη κατηγορία εἶναι ὅτι τὸ συμβούλιον ἐφετῶν Αἰγαίου ἀπεδέχθη μίαν γνώμην ἐκφρασθεῖσαν κατὰ τὴν πρότασίν του ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τσαμπραλῆ. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου ὑποβάλει τὴν πρότασίν του καὶ τὸ συμβούλιον εἶπε τὰ ἑξῆς: ὅτι δέον νὰ ἀπορριφθῇ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ κ. Καραπαναγιώτη διότι καλῶς ἐξετιμήθησαν τά πράγματα ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου δικαστηρίου ἀλλὰ καὶ διότι λέγει ὁ εἰσαγγελλεὺς τὴν προσωπικὴν του γνώμην καὶ διότι φαίνεται ἡμῖν ὅτι τὸ imperium πολλάκις ἀσυναισθήτως δύναται νὰ συμπαρασύρῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς ὑπερβασίας. Καλεῖται λοιπὸν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν δοξασίαν ταύτην τὴν ὁποίαν ἐξέφερε ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν εἰς τὴν πρότασίν του. Πῶς κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ εἰσέλθωμεν δὲν θὰ προβληθῇ ἀμέσως τὸ ἐρώτημα, ἂν ἡ διάταξις τοῦ νόμου 4133 εἶναι σαφής ἡ διάταξις τοῦ νόμου 4133 εἶνε ἀναμφισβήτητος, ἄν ἡ νομολογία ἀκλονήτως πιστεύει ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένα στοιχεῖα. Πρὸς συγκρότησιν τοῦ ἀδικήματος τοῦ νόμου 4133, οἱ συγγραφεῖς εἶναι ὁμόφωνοι καὶ πρὸ τὴν νομολογίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Τίποτε ἐξ αὐτῶν, κύριοι βουλευταί, δὲν συμβαίνει. Δὲν ὑπάρχει τὸ σταθερόν, οὔτε ἐν τῇ νομολογίᾳ, οὔτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Προκειμένης ἑρμηνείας τοῦ νόμου 4133, ὑπάρχουν διχογνωμίαι ἄπειροι. Οἱ συγγραφεῖς ἔχουν διαιρεθεῖ εἰς δύο στρατόπεδα καὶ ἡ νομολογία εἰς ὡρισμένα Κράτη ὅπως ἐν Γαλλίᾳ ἀκόμη κυμαίνεται. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, παρ’ ὅλην τὴν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία γίνεται πανταχοῦ ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ ἀδίκημα, παρ’ ὅλην τὴν διαταραχὴν τῆς νομολογίας, ὡς πρὸς τὸ νόμον αὐτόν, παρ’ ὅλην τὴν διαφορὰν τῶν συγγραφέων, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποκριθῇ τὸν Λουδοβῖκον XIV τῆς δικαιοσύνης. Ἔπρεπε ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι εἰσαγγελεὺς καὶ εἰς ἐμὲ θὰ δώσετε λόγον. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια; Ποῖον τὸ καθῆκον τῶν δικαστηρίων; Εἶναι τὸ καθῆκον των νὰ ὑποκύπτουν εἰς τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῶν νὰ λύουν τὰς διαφοράς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν σχετικῶς πρός τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀδικήματος. Καὶ ἐπλανήθη οἰκτρῶς ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις καὶ θὰ τὴν ἐπαναλάβω, ὅτι ἐπλανήθη οἰκτρῶς. Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κρίνει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 4133 λέγων (ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι εἰλημμένον ἐκ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Γερμανικοῦ σχεδίου τοῦ ποινικοῦ κώδικος καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 493 τοῦ πολιτικοῦ. Ὁ Γερμανικὸς ποινικὸς κῶδιξ δὲν ἔχει τὸ ὡρισμένον γεγονὸς ἔχει ἁπλῶς γεγονὸς καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Γερμανικοῦ κώδικος λέγει τὰ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 396 τοῦ Ἰταλικοῦ ποινικοῦ κώδικος λέγει «ὡρισμένον γεγονός». Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ποινικοῦ κώδικος ἡ ἡμετέρα ἐπροτίμησε τὴν διάταξιν τοῦ Ἰταλικοῦ ἄρθρου 3 ὥστε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου 4133 ἀπαιτεῖ τὰ στοιχεῖα ὅπως τὸ γεγονὸς εἶναι ὡρισμένον. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: ἀπαιτεῖται ἁπλῶς δολία προαίρεσις διὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς ὅλα τά ἀδικήματα ἀπαιτεῖται ἡ δολία προαίρεσις. Δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα ἐκτὸς τῶν ἐξ ἀμελείας τελουμένων ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἡ δολία προαίρεσις ἀπαιτεῖται. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἡ ὕπαρξις τῆς δολίας προαιρέσεως. Ἐδῶ εἶναι, κύριοι, τὸ ἐπίμαχον ζήτημα. Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου φρονεῖ, ὅτι ἡ δολία προαίρεσις ὑφίσταται, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτό, τοῦ ὁποίου ἔλαβε γνῶσιν εἶναι ἱκανὸ καὶ τὸ γνωρίζει νὰ μειώσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δοξασίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκάλεσε καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου εἰς πειθαρχικὴν δίωξιν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἐντελῶς πλανᾶται. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ ποινικοῦ κώδικος σαφῶς καθώρισεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος ὅπερ ἐγένετο τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 4133, εἶναι σαφὲς καὶ καθαρῶς ἀπαιτεῖται ἡ ὕπαρξις δολίας προαιρέσεως. Εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ ζητήματα τῆς ἐξυβρίσεως καὶ τῆς δυσφημήσεως συνεχωνεύθησαν ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς προθέσεως καὶ ἀπετέλεσαν τὸ ἀδίκημα τῆς........ Τὸ ἀδίκημα, ἡ δυσφήμησις, ἡ δυσφημιστικὴ συκοφαντία, εἶναι μία κλῖμαξ τῆς ἐξυβρίσεως, εἰς ὅλα δὲ τὰ ἀδικήματα ἐκρίθη ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ δολία προαίρεσις. Ἀλλὰ ἡ δολία πρόθεσις ὄχι ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ κ. εἰσαγγελεύς, ὅτι πρέπει νὰ ἐξάγεται ἀντικειμενικῶς, ἐὰν ἁπλῶς διατελεῖ ἐν γνώσει, ὅτι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσάπτει εἴς τινα εἶναι ἱκανὰ νὰ μειώσουν τὴν ὑπόληψίν του ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ δολία προαίρεσις πρέπει νὰ ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ ἄλλα στοιχεῖα – διότι δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀντικειμενικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ τὸ δικαστήριον, ἀναλόγως τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχουν αἱ τάξεις ἐπὶ τῆς ὑπολήψεως προσώπου τινὸς ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου ὑπάρχει τὸ ἴδιον ἀδίκημα, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι καὶ ἐκεῖ τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ὡρισμένον, εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχουσι δεχθεῖ σοβαροὶ συγγραφεῖς, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό, ἀλλ’, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ γίνεται ἡ πρᾶξις ἢ καὶ ὁ σκοπὸς ἀπαιτεῖται νὰ γίνεται par mauvaise passion. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ κακὴ πίστις νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ κακὴ προαίρεσις τοῦ νὰ θελήσῃ, ὅταν προσάπτει εἰς ἕνα ὡρισμένον γεγονὸς νὰ ἔχῃ καὶ τὴν πρόθεσιν, νὰ διατελῇ εἰς γνῶσιν ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν τῆς ὑπολήψεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰταλικὸς νόμος ὡσαύτως παραδέχεται, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀδίκημα συγκεκροτημένον σύμφωνα μὲ τὸν νόμον 4133 ἀπαιτεῖται πάντως, ἀπαιτεῖται κάτι τὶ ἰδιαίτερον τῆς ἀντικειμενικότητος, τὴν ὁποίαν θέτομεν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας προσάπτει τις εἰς τι πρόσωπον. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου εἶναι διῃρημένοι οἱ συγγραφεῖς καὶ ἡ νομολογία, γίνεται ἀποδεκτόν, ὅτι «ἀπαιτεῖται πάντως ἐπὶ δυσφημήσεως. (ἀναγινώσκει). Ἀπαιτεῖται τουτέστιν καὶ ἡ πρόθεσις νὰ βλάψῃ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπῃ τις λέξεις ἢ νὰ ἀναφέρῃ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρουν μείωσιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ προσώπου κατὰ τοῦ ὁποίου ἐλέχθησαν. Δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό, ἀπαιτεῖται κατὰ τοὺς Γάλλους συγγραφεῖς καὶ τὴν νομολογίαν καὶ θέλησις, καὶ προαίρεσις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ νομολογία αὐτὴ δὲν εἶναι ἑνιαία, οὔτε, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τὴν ἀποδέχονται. Ὑπάρχουν καὶ ἀντίθετοι γνῶμαι συγγραφέων, καὶ ἀντίθετος νομολογία, εἰς τὴν ὁποίαν θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει κατὰ τεκμήριον δολία προαίρεσις, ὅτι μεμονομένως λέξεις ἢ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσουν τὴν ὑπόληψιν τινός, ἀλλ’ ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦτο δύναται νὰ τὸ καταρρίψῃ ὁ κατηγορούμενος, δι’ ἐναντίας ἀποδείξεως. Ἐν γένει δέ, εἶναι δεκτὸν παρ’ ὅλης τῆς Γαλλικῆς νομολογίας σήμερον, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ἀπολύτως κυρίαρχοι νὰ κρίνουν τὸ ζήτημα τῆς δολίας προαιρέσεως, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἕνα Γαλλικὸν δικαστήριον κρίνῃ τὸ ζήτημα τῆς δολίας προαιρέσεως ἀναλόγως τῆς κυριαρχικῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν ἐπιτρέπεται βέβαια εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καλῇ εἰς ἀπολογίαν τὸ δικαστήριον διὰ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν. Καί ἐφ’ ὅσον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει τοιαύτη ἀμφισβήτησις καὶ εἰς τὴν νομολογίαν καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἐφ’ ὅσον οἱ διάφοροι συγγραφεῖς τάσσονται μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ ἀπόδειξις κακῆς πίστεως, καὶ νομολογία σπουδαίων δικαστῶν ἔχει ἀποδεχθεῖ τὴν ἄποψιν ταύτην, μπορῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον εἶσθε βέβαιος ἐν γνώσει τῶν διχογνωμιῶν αὐτῶν, διά τινα λόγον ἐδώσατε παραγγελίαν νὰ διασυρθῇ ἕνα ὁλόκληρον δικαστήριον καὶ νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν; Καὶ διά τίνα λόγον ἐδώσατε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ εἴπῃ μὲ ὅλην τὴν ὀξύτητα εἰς ἕνα ὁλόκληρον δικαστήριον τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι δικασταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς προέβη καὶ ἀκόμη παιρετέρω χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ εἰδικὴν ἐντολὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὐθύνεται ὁ ὑπουργός. Ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν ἐπίσης ὁλόκληρον τὸ ἐφετεῖον, διότι δὲν διέγραψε τὴν φρᾶσιν, τὴν ὁποίαν ὡς προεῖπον, ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἐφετείου Αἰγαίου εἰς τὴν πρότασιν αὐτοῦ, διότι δὲν διέγραψε τὴν λέξιν, ὅτι πολλάκις τὸ imperium βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀσυναισθήτως παρασύρει τοὺς ὑπαλλήλους ὥστε νὰ προβαίνουν εἰς ὑπερβασίας. Ἐθεωρήθη αὐτό, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας κατὰ τῆς κοινωνίας ἐθεώρησεν ὁ εὔθικτος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ἄλλοτε καὶ ἐκτὸς τῆς δικαιοσύνης τῆς τακτικῆς, ἐθεώρησεν ὅτι θίγεται τὸ ἅπαντον τῆς πολιτείας, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου ἐξήνεγκεν τὴν γνώμην, ὅτι καὶ οἱ ὑπάλληλοι πολλάκις οἱ ἀσκοῦντες τὸ imperium, δύνανται νὰ παρασυρθοῦν εἰς ὑπερβασίας, καὶ ἐκίνησε γῆν καὶ οὐρανὸν, διὰ νὰ καταδιώξῃ τοὺς δικαστάς, ἐκίνησε γῆν καὶ οὐρανόν, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν εἰσαγγελέα ἐφετῶν Αἰγαίου, διὰ τὴν φρᾶσιν τὴν ἀθώαν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν. Διότι βεβαίως ἡ φρᾶσις αὐτὴ τοῦ εἰσαγγελέως, μόνον ὡς ἀθώα φρᾶσις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους μέχρι σήμερον, μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου ἀκόμη, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ τήν γνώμην, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασύρῃ ἕνα ὑπάλληλον εἰς οἱασδήποτε ὑπερβασίας. Ἐὰν τὸ φέρωμε αὐτὸ ὡς δεῖγμα λογικῆς θὰ ἦτο ἀσφαλῶς ἡ λογικὴ τοῦ De la Palice. Εἶναι τόσον ἐξόφθαλμον τὸ πρᾶγμα, ὥστε εἶναι περιττὸν βεβαίως νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ μιᾶς δοξασίας, ἡ ὁποία εἶναι κοινοτάτη καὶ ἡ ὁποία καθιερώθη ἄλλωστε ἀπὸ ὅλα τὰ μεγάλα πνεύματα τῆς ἱστορίας, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰ κράτη. Καὶ ὅμως, κύριοι διὰ τὴν δοξασίαν αὐτὴν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου κατεδιώχθη καὶ διὰ τὴν δοξασίαν αὐτὴν ἐκινδύνευσε νὰ τιμωρηθῇ καὶ ὁλόκληρον δικαστήριον τῶν ἐφετῶν, διότι αὐτὴ κυρίως ἦτο ἡ δοξασία, ἡ ὁποία ἔθιξε περισσότερον τὸν κύριον εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμεν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ διάταξις νόμου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀνάγκη, ἠθέλησε νὰ διασύρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὁλόκληρον δικαστήριον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ὑφίσταται διαφωνία, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἐκεῖ βεβαίως πειθαρχικὴ ἐξουσία κατὰ τοῦ δικαστοῦ ἢ τοῦ δικαστηρίου δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ. Τοῦτο ἰσχύει, ὄχι μόνον εἰς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ ὡς παράδειγμα ἀναφέρω ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσκηθῇ οὐδεμία δίωξις κατὰ τῆς πράξεως δικαστηρίου εἴτε κατὰ λόγων, τοὺς ὁποίους τὸ δικαστήριον ἐξέφερε καθ’ ἣν στιγμὴν ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά του. Εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπάρχει παράδειγμα τοιαύτης πειθαρχικῆς διώξεως τοῦ δικαστοῦ, διότι ἐνόμισε κατὰ τὴν γνώμην του, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν. Ἀλλὰ μήπως μέχρι τῆς στιγμῆς ὑπῆρχε τοιοῦτον παράδειγμα καὶ ἐν Ἑλλάδι. Μήπως εἶναι εὔκολον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς παράσχῃ παράδειγμα, ὅτι καὶ ἄλλος ὑπουργὸς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐφέρθη μὲ τὸ νὰ διώξῃ καὶ νὰ ἐξευτελίσῃ δικαστήριον, διότι ἔτυχε ἡ γνώμη τῶν δικαστῶν αὐτοῦ νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν προσωπικὴν γνώμην τὴν νομικὴν ἔστω τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ποῦ ἠκούσθη ποτὲ ὅτι ἕνας οἱοσδήποτε ὑπουργὸς ἔχων μίαν ἀντίθετον γνώμην πρὸς ἕνα δικαστήριον εἶναι δυνατὸν καὶ τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ διατάξῃ τὴν ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἀγωγῆς διότι διεφώνει πρὸς τὴν γνώμην τοῦ δικαστηρίου; Ὑπάρχουν, κύριοι, καὶ εἰς ἄλλα κράτη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἰδίως, πειθαρχικαὶ διώξεις δικαστηρίων ὁλοκλήρων—καίτοι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διώξῃ πειθαρχικῶς ἕν δικαστήριον. Ὑπάρχουν ἀποφάσεις πειθαρχικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ πολὺ σπάνιαι. Ὑπάρχει μία διὰ τῆς ὁποίας κατεδιώχθησαν δικασταὶ διότι ἠθώωσαν ἕνα κατηγορούμενον λυπηθέντες αὐτὸν διὰ τὴν ἐλεεινήν του οἰκογενειακὴν κατάστασιν καίτοι τὸ ἀδίκημα καταφόρως ἀπεδεικνύετο. Ἐν τούτοις ἡ ἀπόφασις ἔδωκεν εἰς τὸν Καρνέ, περίφημον συγγραφέα, διδάξοντα εἰδικῶς περὶ τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τῶν δικαστῶν ἔδωκε, λέγω, ἀφορμὴν νὰ τὴν ἐπικρίνῃ δριμύτατα καὶ νὰ γράψῃ «ἐὰν ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι ὁ δικαστὴς... (ἀναγινώσκει). Ἐλέγχομεν λοιπόν, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι ἠθέλησε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατὰ τρόπον ὥστε νὰ περιορίσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς. Ἐλέγχομεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι ἐνῷ ὤφειλε ν’ ἀσκήσῃ τὸ ἔνδικον μέσον κατὰ τοῦ βουλεύματος τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐσφαλμένον, ἔκοψεν ἀμέσως ὡς ὁ Ἀλέξανδρος τὸν Γόρδιον δεσμόν, καὶ ἐκάλεσε τὸν εἰσαγγελέα ἵν’ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν ἀγωγὴν καθ’ ὁλοκλήρου ἀνωτάτου δικαστηρίου ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦτο εἶχεν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης—καὶ ἐγένετο ἡ ἐνέργεια αὐτὴ μετὰ ἑπτάμηνον ὅλον ἀφ’ ὅτου ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου—καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ διώκοντος ἐπεξετάθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε συνεζητεῖτο ὅτι καὶ ἄλλαι ἐνέργειαι τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἦσαν πραγματικῆς ἀξίας ἐλέγχου καὶ ὅτι ζωηρῶς ἠλέγχθη ὁ ὑπουργὸς μέχρι σήμερον ὥστε ὑπέβαλε καὶ τὴν παραίτησίν του. Εἰς τὰς παραμονὰς τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσῃ τὸ συμβούλιον νὰ δώσῃ λόγον διὰ ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε πρὸ ἑπταμήνου.
§24Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔγγραφον ἔχει χρονολογίαν 12 Φεβρουαρίου. Ἐν σχέσει πρὸς αὐτὰ ποὺ λέγετε εἰς τὰς παραμονὰς τῆς παραιτήσεως......
§25Π. ΡΑΛΛΗΣ. Συνεζητοῦντο καὶ ἄλλαι ἐνέργειαι τοῦ ὑπουργοῦ Καραπαναγιώτη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, κύριοι δὲν σταματᾶ ἕως ἐδῶ. Εἴπομεν ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ἀμείλικτος αὐτὸς διώκτης πάσης ἀδικίας, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑψώσῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω ὅλων τῶν δικαστηρίων ἀπέδειξε διὰ μιᾶς τελευταίας του πράξεως ὅτι ἀληθῶς θέλει ν’ ἀσκήσῃ τρομοκρατίαν ὄχι μόνον κατὰ τῶν κατωτέρων δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συνεπείᾳ τῆς πειθαρχικῆς αὐτῆς διώξεως ἐξέδωσεν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας εὑρίσκει ὅτι οἱ δικασταὶ ἐπλανήθησαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου δὲν νομίζει ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα πλάνης εἶναι ζήτημα τοιοῦτον ὥστε νὰ τιμωρηθοῦν πειθαρχικῶς. Ἐξέδωσεν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπόφασιν ἀπαλλακτικὴν διὰ τοὺς πέντε ἐντίμους δικαστάς. Τὶ νομίζετε ὅτι συνέβη, κύριοι βουλευταί; Πρέπει νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ζωηρῶς τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ κινηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀσκήσῃ ἐδῶ τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσαγγελεὺς ὄχι μόνον δὲν τὴν ἀποδέχεται ἀλλὰ τὴν ἐπικρίνει δριμύτατα καὶ ὄχι μόνον τὴν χαρακτηρίζει ὡς πλημμελῆ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ἀλλὰ κάνει κάτι τὶ καὶ περισσότερον: θέλει νὰ πείσῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀκούσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἀλλὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐφέτας, καίτοι ὁ Ἄρειος Πάγος τοὺς ἀπήλλαξεν. Καὶ ἐρωτᾶται μετὰ ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀνωτάτην κεφαλὴν τῆς δικαιοσύνης; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἑρμηνεύει νόμους, ἐνῷ παγία εἶναι ἡ γνώμη τῶν ξένων συγγραφέων καὶ ἡ νομολογία; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπὶ κεφαλῆς, ἀνώτατον ρυθμιστὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν θέλῃ νὰ καταδιώξῃ πεισματωδῶς, διότι περὶ τούτου πρόκειται, ὅταν θέλῃ νὰ καταδιώξῃ πεισματωδῶς τοὺς ἐφέτας διὰ νὰ τοὺς ἐξοντώσῃ διότι οὕτω νομίζει ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ; Διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κανεὶς νομικὸς σοβαρὸς δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ποτὲ ὅτι αἱ γνῶμαι αὐταὶ τοῦ κ. εἰσαγγελέως προέρχονται ἀπὸ ἀγαθὴν πεποίθησιν, ἄλλως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἀστοιχειότος νομικῶς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερας).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§27Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου καὶ οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠσκήθη ἡ δίωξις αὐτή, ἀλλὰ καὶ αἱ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως, ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν μίαν μεγάλην μομφήν, ἀκριβῶς διότι πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν πλῆγμα κατὰ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, πλῆγμα κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Εἶπον οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν πειθαρχικὴν αὐτήν δίωξιν, ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ ἡ ἀνυπαρξία παντὸς λόγου διὰ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν. Διότι ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος, οὐδεμία περίπτωσις συντρέχει διὰ τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν Τοῦτο ἄλλωστε μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ τελευταία πειθαρχικὴ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις πειθαρχικῆς διώξεως τῶν ἐφετῶν Αἰγαίου καὶ δι’ αὐτὸ ἐκήρυξεν ἀπαλλακτέους τοὺς διωκομένους ἐφέτας. Ἀλλὰ, ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθὼς ἐδήλωσεν ἐὰν εἶναι ἀληθεῖς αἱ δηλώσεις του εἰς τὰς χθεσινὰς ἐφημερίδας ἐπεκύρωσεν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου παρὰ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ μεταρρυθμίσῃ αὐτὴν ὥστε χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος, ἐν τούτοις ὅμως διεσύρθη τὸ δικαστικὸν σῶμα διεσύρθη ἡ δικαιοσύνη χάριν τοῦ κ. Καραπαναγιώτη χάριν ἑνὸς τέως ὑπουργοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἐρωτήσω πόσοι καὶ ποῖοι πολῖται καθ’ ἑκάστην σχεδὸν δὲν προσέρχονται εἰς αὐτὸν παραπονούμενοι κατὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, παραπονούμενοι κατὰ δικαστικῶν βουλευμάτων θεωροῦντες ἑαυτοὺς ἀδικημένους, καὶ διὰ ποῖον ἐκ τῶν πολιτῶν τούτων καὶ τῶν προσώπων τούτων ἐθεώρησεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μεταφερθῇ ἐδῶ μία ὀγκωδεστάτη δικογραφία ἡ ὁποία ἔκειτο εἰς τὸ ἀρχεῖον ἐπὶ ὀκτάμηνον; Ἐνῷ λοιπὸν διὰ κανένα πολίτην δὲν ἔγινεν τοῦτο, ἐνῷ καθημερινῶς ἐπαναλαμβάνω προσέρχονται πρὸς αὐτὸν παραπονούμενοι, καὶ θεωροῦν ἑαυτοὺς ἀδικημένους, ἐθεώρησεν ἐν τούτοις ἄξιον μόνον καὶ μόνον διότι ἐπρόκειτο δι’ ἕνα ὑπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατήγγειλεν ἕνα δημοσιογράφον, ὁ δημοσιογράφος δὲ ἠθωώθη, ἐνόμισεν, λέγω, ἄξιον νὰ φέρῃ τὴν δικογραφίαν, νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ παραγγείλῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠσκήθη ἡ πειθαρχικὴ αὐτὴ δίωξις εἶναι πρωτοφανεῖς καὶ οἱ ὅροι αὐτοί εἶναι ἀντικανονικοὶ ἐντελῶς. Ἐν πρώτοις ἡ πρωτοβουλία διὰ τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἁρμόδιον διὰ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν συμβούλιον, ἡ πρωτοβουλία δὲν ἀνήκει ὁμοίως εἰς τὸν ἐπίσης ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πρωτοβουλία διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως ἀνήκει εἰς ἄλλο πρόσωπον, τρίτον, ἄσχετον πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἄσχετον πρὸς τὴν πειθαρχίαν τῆς δικαιοσύνης, κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων. Ἡ πρωτοβουλία διὰ τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν ἀνήκει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παρήγγειλε τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, εἶναι τρίτον πρόσωπον.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἄσχετος, εἶναι ἀναρμόδιος;
§29Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρμόδιος διὰ νὰ παραγγείλῃ τὴν δικαστικὴν δίωξιν εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§30Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε σεῖς διαφωνεῖτε μὲ τὸν συνάδελφόν σας. Συμφωνεῖτε ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς ἀπόκειται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§31Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ λέγω, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς αὐτῆς ἀγωγῆς δὲν τὴν ἠσκήσατε ἐξ ἰδίας ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ τὴν ἠσκήσατε κατὰ παραγγελίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§32Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ τὸ εἴδατε αὐτό;
§33Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σᾶς παρήγγειλε νὰ ἀσκήσητε πειθαρχικὴν ἀγωγήν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικανονικόν, τοῦτο εἶναι τὸ πρωτοφανές. Κατὰ παραγγελίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρήγγειλε τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου συνέταξε τὸ κατηγορητήριον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τέσσαρας πειθαρχικὰς παραβάσεις ἐν ὅλῳ, ὅπως ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ ὀλιγωτέρας ἢ περισσοτέρας. Ἀλλὰ καταλήγει τὸ κατηγορητήριον αὐτὸ ὅτι «εἶναι ἀσυμβίβαστον .....» (ἀναγινώσκει). Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις νὰ ἐπιβληθῇ πειθαρχικὴ τιμωρία, ἐπὶ τῷ λόγῳ ἀναξιότητος, κατ’ ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ;
§34Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι φράσις τοῦ παλαιοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ δικαστηρίου.
§35Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι φράσις παλαιὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ δικαστηρίου, διότι αὐτὴν τὴν φράσιν τὴν ἔχω ἐδῶ, ἰδοὺ δὲ τὶ λέγει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ δικαστηρίου. (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐρωτῶ: καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι παρηρμήνευσαν τὸν νόμον οἱ ἐφέται τοῦ Αἰγαίου καὶ κατήντησαν ἀνάξιοι τῆς ὑπηρεσίας των, εἶναι κακοήθης ἡ διαγωγὴ αὐτῶν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠσκήθη ἡ πειθαρχικὴ ἀγωγή, αἱ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι παρηκολούθησαν καὶ συνέδεσαν τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν. Δυστυχῶς ὅμως προσετέθη μία καταφορὰ ἡ ὁποία διέσυρε τελείως τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας. Ἐν πρώτοις εἰς τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μία δημοσιότης εὐρυτάτη. Πρῶτος τὸ σύνθημα εἰς τὴν δημοσιότητα αὐτὴν τὸ ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν δηλώσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔκαμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Τύπου. (ἀναγινώσκει). Συνεχίζων δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ πειθαρχικὴ δίωξις. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσβάλλει μίαν στοιχειωδεστάτην ἀρχὴν τοῦ πειθαρχικοῦ δικαίου τὸ ὁποῖον πειθαρχικὸν δίκαιον ἀπαιτεῖ ἀπόλυτον μυστικότητα χάριν ἀκριβῶς τῆς ἀξιοπρεπείας πάσης ἀρχῆς ἰδίᾳ δὲ τῆς δικαστικῆς. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῆς μυστικότητος καὶ τὸ ἔργον τῶν πειθαρχικῶν δικαστηρίων ὄχι μόνον παντοῦ καὶ πάντοτε παρατηρεῖται, ἀλλὰ εἶναι καὶ νομοθετικῶς καθωρισμένον καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ὁ ὁποῖος λέγει ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῶν δικαστικῶν ποινῶν γίνονται μυστικαὶ καὶ αἱ ἀποφάσεις ἐπίσης δὲν δημοσιεύονται διὰ δημοσίων συνεδριάσεων. Ἀλλὰ ἡ δημοσιότης, ἐπαναλαμβάνω ἡ ὁποία διέσυρε τὸ δικαστικὸν Σῶμα, δυστυχῶς δὲν περιωρίσθη εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς δύο ἀνακοινώσεις ἐπισήμους εἰς τὸν Τύπον διὰ 2 ἀνακοινωθέντων ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον μὲν εἶναι τῆς 8 Μαΐου τὸ ἄλλο δὲ τῆς 24 Μαΐου. Διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶπε μόνον ὅτι ἐπικροτεῖ τὰς ἀποφάσεις, δὲν εἶπε μόνον ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς θέλων νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα καὶ ἰδίως νὰ ἐπέμβῃ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δικάσῃ τοὺς πειθαρχικῶς διωκομένους δικαστάς, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων τούτων διεσύρθη ἡ δικαιοσύνη ἰδίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτήν. Παρέστησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον τῶν ἐφετῶν δὲν γνωρίζει νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους· δὲν γνωρίζει νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ πρῶτον ἀνακοινωθέν: «ἐπειδή....,» (ἀναγινώσκει). Ἀλλά, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ ἔρχεσθε δι’ ἐπισήμων ἀνακοινωθέντων, δημοσιευομένων εἰς ὁλόκληρον τὸν Τύπον εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, καὶ νὰ λέγετε ὅτι τὰ ἀνώτατα δικαστικὰ συμβούλια παρερμηνεύουν μέχρι τοιούτου σημείου τοὺς νόμους;
§36Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν ἰδικόν σας;
§37Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἔλεγχος ἠσκήθη παρ’ ἡμῶν. Τὸ ἀνακοινωθὲν τὸ ἐκάματε εἰς ὅσα ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες κατόπιν τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐπρόκειτο, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἐλέγχου.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἤρχισεν ἡ τυμπανοκρουσία.
§39Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὁπόθεν τὰς παρέλαβον οἱ δημοσιογράφοι, καὶ ἤλθατε κατόπιν δι’ ἀνακοινωθέντος καὶ δὲν περιωρίσθητε μόνον νὰ συστήσητε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ γίνεται ἡ τυμπανοκρουσία αὐτή, ὁ θόρυβος αὐτὸς, ὁ διασυρμὸς αὐτὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν περιωρίσθητε νὰ εἴπητε, ὅτι τὴν τελευταίαν λέξιν θὰ τὴν εἴπῃ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ ἐπικρίνητε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, νὰ ἐπικρίνητε δὲ κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ ἀνακοινωθέν σας, εἰς τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ὁ νόμος ρητῶς τὸ ἀνέφερεν, ἐνῶ ὁ νόμος 4133 οὐχὶ ρητῶς ἀναφέρει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ πρῶτον ἀνακοινωθέν, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καὶ τὸ δεύτερον ἀνακοινωθέν. Δι’ αὐτοῦ ἐκάμετε ἕνα νομικὸν σολοικισμὸν τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων. Ὁ διασυρμὸς αὐτὸς δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ὅτι δι’ ἐπισήμου ἀνακοινώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθη εἰς εὐρυτάτην δημοσιότητα τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τῶν δικαστῶν. Ὁ διασυρμὸς αὐτὸς ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκρίθησαν οἱ ἐκδόντες τὴν ἀπόφασιν ταύτην δικασταί, ὅτι δὲν ἐφήρμοσαν καλῶς τὸν νόμον, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ’ ὅτι ἐνῶ ὁ νόμος ρητῶς ἀνέφερεν ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο τοιοῦτον στοιχεῖον, ἐν τούτοις τὰ συμβούλια εἶπον ὅτι ἀπῃτεῖτο. Δηλαδὴ ἀπέδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὰ συμβούλια αὐτὰ τοιαύτην ἀμέλειαν, ὥστε ἦτο κόλαφος κατὰ τῆς δικαιοσύνης, κόλαφος κατὰ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξηυτέλισε τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἀφοῦ τοῦ ἀπέδωσε τοιαύτην μορφήν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον.
§40Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῦ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ λέξις ἀνάξιος τώρα. Ἡ ἀναξιότης χωρεῖ μόνον προκειμένου περὶ κακοήθους διαγωγῆς, καὶ ὅμως εἰς τὸ κατηγορητήριον χαρακτηρίζονται ἀνάξιοι......
§41Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι μία φράσις τοῦ διατακτικοῦ ἄσχετος πρὸς τὸ ὅλον μακρότατον καὶ ἐπιστημονικώτατον περιεχόμενον τοῦ κατηγορητηρίου.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 296 λέγει «κακοήθους διαγωγῆς ἢ ἀναξιότητος».
§43Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ πλάνης, διότι, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ, ἡ πλάνη εὑρίσκεται ὁλόκληρος πρὸς τὸ μέρος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ μέρος τοῦ κ. εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχουσιν μόνον τὴν σημασίαν ἁπλῶς ὅτι ἐπεκρίθη ἓν βούλευμα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἄλλην σημασίαν πολὺ βαθυτέραν, πολὺ οὐσιωδεστέραν, ἡ σημασία αὕτη δὲ εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα. Ἡ ἐπέμβασις αὕτη συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐγένοντο ἀνακοινώσεις τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν οἱονδήποτε δικαστήριον ἢ δικαστικὸν συμβούλιον διὰ μίαν μήνυσιν ἢ μίαν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία ἐνδιέφερεν ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐπελήφθη αὐτῆς. Τὶ νομίζετε; δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ; δὲν πρόκειται περὶ καθαρᾶς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα; Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ἀκόμη εἰς τὰ ἀνακοινωθέντα ταῦτα διὰ τῶν ὁποίων διεσύρθη Κοινοβουλευτικῶς ἡ δικαιοσύνη ἑνὸς τόπου. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν τὰ ἀνακοινωθέντα αὐτὰ, ἐκ παραλλήλου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καθὼς εἶναι γνωστὸν, ἔχομεν τὰς ἀτελευτήτους ἐκείνας ἀπαγορεύσεις τῶν διαφόρων δημοσιεύσεων, μεταξὺ δὲ τῶν διαφόρων δημοσιεύσεων εἶναι καὶ τὸ ὅτι ἀπαγορεύεται δι’ ἐκκρεμεῖς ποινικὰς ὑποθέσεις νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὸ Τύπον σχόλια, νὰ δημοσιεύωνται εἰδήσεις σχετικαί. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ τὰς ἀπαγορεύσεις αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις διατὶ δὲν τὰς ἐφήρμοσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Εἰδικῶς διὰ τὰς δημοσιεύσεις αὐτὰς μᾶς εἴπατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος μένει ἀνυπεράσπιστος κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Τύπου, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης ἵνα μὴ προκαταλαμβάνεται ἡ Κοινὴ Γνώμη, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης πάλιν διὰ νὰ μὴ προκαταλαμβάνεται τὸ δικαστήριον, ἀπαγορεύονται αἱ τοιαῦται δημοσιεύσεις. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν οὕτω νομοθετοῦμεν τοιούτου εἴδους ἀπαγορεύσεις, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔρχεται νὰ ἐπικρίνῃ ἀποφάσεις καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις; Διατὶ ἀφοῦ εἰς τὰς ἄλλας περιστάσεις, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ προκαταληφθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη καὶ τὸ δικαστήριον καὶ νὰ μείνῃ ἀνυπεράσπιστος ὁ κατηγορούμενος, διατὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπηρεασθῇ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴν τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύετε, μὲ τὴν ὁποίαν λέγετε εἰς τὸ ἀνακοινωθέν σας, ὅτι πρόκειται περὶ νομικῶν σολοικισμῶν, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίας παρερμηνείας, διότι παρελήφθη στοιχεῖον ρητῶς ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερόμενον; Δι’ αὐτοὺς ὅλους τοὺς λόγους, ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ ἂν τὰ δικαστικὰ αὐτὰ συμβούλια ἀπεφάνθησαν ἢ ὄχι καλῶς, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ εὐθύνη τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομίζομεν, ὅτι εἶναι μεγάλη. Ἀλλὰ ἆραγε εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παραγγέλλων τὴν πειθαρχικὴν αὐτὴν δίωξιν, ἢ μήπως εὑρίσκονται ἐν δικαίῳ τὰ δικαστικὰ συμβούλια, καλῶς ἀποφανθέντα ὅπως ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κ. Καραπαναγιώτη; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ράλλης ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν, ὅτι εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτὸ ἀπαιτεῖται πρόθεσις. Ἀπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν δὲν ἔχω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀλλὰ μόνον ἐλάχιστα θὰ εἴπω, διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ ἐγὼ ὅτι ἀπαιτεῖται πρόθεσις καὶ καλῶς ἀπεφάνθησαν τὰ δικαστικὰ συμβούλια. Ἐλάχιστα θὰ εἴπω καὶ ὑποθέτω τόσον ἁπλᾶ, ὥστε θὰ καταδειχθῇ ἀμέσως ὅτι ἐν δικαίῳ εὑρίσκονται τὰ δικαστικὰ συμβούλια καὶ ἐν ἀδίκῳ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Γεωργιάδης. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου «περὶ ἐξυβρίσεως» εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ ποινικοῦ κώδικος, τοῦτο δὲ παρελήφθη ἀπὸ τὸν Γερμανικὸν νόμον. Διὰ νὰ ἴδωμεν λοιπὸν ἐὰν ἀπαιτῆται πρόθεσις ἢ ὄχι εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς δυσφημήσεως κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον, πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ τὸν Γερμανικὸν νόμον ἀπαιτεῖται ἢ ὄχι; Καὶ ἀπαιτεῖται ἀναμφισβητήτως εἶναι δὲ σαφὲς τοῦτο, ρητὸν καὶ κατηγορηματικόν. Ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Γερμανικοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς ἔκδοσιν τοῦ 1921 λέγει ρητῶς ὅτι ἡ προμελέτη, δηλαδὴ ἡ δολία πρόθεσις συνίσταται εἰς τὴν γνῶσιν περὶ τῆς δυσφημιστικῆς σημασίας τῆς πράξεως. Ἄρα ἀπαιτεῖται δολία πρόθεσις, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἶναι προφανὴς ἡ πλάνη καὶ ἡ παρερμηνεία, διότι ὡς ρητῶς ὁρίζεται εἰς τὸν νόμον περὶ δυσφημήσεως, χωρὶς κἂν νὰ ὁρίζηται ρητῶς ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυσφημήσεως, ἀνεξαρτήτως ὅμως καὶ τούτου, ἀνεξαρτήτως τ. ἔ. τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου οὐσιαστικώτερον ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἐκρίθη οὐσιαστικώτερον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐὰν εἶχεν εὐθύνην τινὰ ὁ δημοσιογράφος ὁ ὁποῖος δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐσχολίασεν ἁπλῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσαν τὰ Ἀθηναϊκὰ φύλλα, ἐὰν ἐκρίθη ἐπαναλαμβάνω οὐσιαστικώτερον ἡ πρᾶξις του αὐτή, τὸ σχόλιον τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τὸ ὁποῖον εἶπεν «ἐπὶ τέλους διατὶ δὲν διατάσσεται μία ἀνάκρισις νὰ ἴδωμεν τὶ γίνεται μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ κ. Καραπαναγιώτη»; Ἐὰν δηλαδὴ ἀληθεύουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα καταγγέλλει ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος». Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ διωχθῇ ποινικῶς καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐνεῖχεν ἐξυβριστικήν τινὰ ἔννοιαν τὸ δημοσίευμα αὐτό; Ἀναμφισβητήτως ὄχι· τοῦτο ἄλλως τε προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσαμεν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου περιέχει μίαν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν πολλαὶ περιπτώσεις ἐξυβριστικαὶ εἶναι ἀνέγκλητοι. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ περὶ Τύπου, δὲν θὰ τὸ διαφιλονικήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἶναι ἀντιγραφὴ ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ κώδικος, εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται καὶ ἑρμηνεύεται λεπτομερῶς ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἓν δεδικαιολογημένον ἐνδιαφέρον καθιστᾶ ἀνέγκλητον καὶ ἀτιμώρητον μίαν ὑβριστικὴν πρᾶξιν. Καὶ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ σχεδίου τοῦ ποινικοῦ κώδικος ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις........ (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐρωτῶ: οἱοσδήποτε πολίτης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, πολὺ μᾶλλον ὁ συμπολίτης τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καραπαναγιώτη δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ ἀναγράψῃ καὶ νὰ εἴπῃ ἐὰν ἐπὶ τέλους ἀληθεύουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται; ναὶ ἢ οὔ; Ὥστε καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ἐπαναλαμβάνω, ἡ πρᾶξις τοῦ δημοσιογράφου ἐκείνου ἦτο ἀτιμώρητος, ἀνεξαρτήτως, κύριοι βουλευταί, τοῦ ὅτι δὲν συντρέχουν τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, ὅπως ὑποθέτω ὅτι ἀπεδείχθη, διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην, καθὼς κακῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεφάνθησαν. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω περισσότερα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅπως καὶ ἤρχισα, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν δίωξιν αὐτὴν καὶ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἤσκησεν, ὄχι ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἀλλὰ κατὰ παραγγελίαν ἄλλων, καὶ διὰ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο, διέσυρε τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἔπληξεν αὐτήν. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐρανισθῶ μίαν περικοπὴν ἑνὸς ἐκ τῶν δικαστῶν τῶν ἀπολογηθέντων ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζερμιᾶς.
§45Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ δημοσιεύματος τῆς ἐφημερίδος τῆς Μυτιλήνης καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἰς τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐπανειλημμένως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος», διευθυνόμενος ἀπὸ τὸν ἤδη ἰδιοκτήτην καὶ διευθυντὴν τοῦ «Ἐλευθέρου Ἀνθρώπου», ἔγραφε σχετικῶς μὲ τὰς πράξεις τὰς παραλείψεις καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ τότε ὑπουργοῦ κ. Καραπαναγιώτη. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία εἶχεν κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ ἀρχόμενος τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης εἶπον ὅτι τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν τὴν κάμνω κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, διότι ζητοῦμεν νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγωγικῶν ἔργων, ἰδίως δὲ τοῦ πρώτου τμήματος τὸ ὁποῖον καθυστερεῖ ἐπὶ τριετίαν καὶ πλέον. Τὸ οἰκοδόμημα τῆς κατηγορίας ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐν Μυτιλήνῃ ἐφημερὶς ἀνέγραψε, πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος», καὶ δύο φράσεις ἀκόμη, τὰς ὁποίας δὲν ἀνέφερεν ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος». Ἀλλ’ ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος» ἀνέφερε τὰς φράσεις αὐτάς, ὅτι δηλαδὴ ἦτο ἐν γνώσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὅτι ὑπεβλήθησαν ἄλλαι προτάσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπολοίπων ἔργων, τὰς ὁποίας καὶ ἐν τῇ Βουλῇ προσκληθεὶς ἠρνήθη ὅτι ὑπῆρχον. Καὶ βεβαιώνει ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος» ὅτι αἱ προτάσεις αὐταὶ ὑπεβλήθησαν, ὅπως ἀναφέρει ἐπίσης ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὅτι μηχανήματα 50 ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν ἀξίας παρηγγέλθησαν εἰς ὡρισμένον οἶκον ἐν Λονδίνῳ, καὶ εἶχε μάλιστα τῆς παραγγελίας αὐτῆς γνῶσιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐτάχθη προθεσμία τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸς ὁ συναγωνισμός, ἐγνώριζε δὲ τὰς παραγγελίας ἓν μόνον ἐργοστάσιον τοῦ Λονδίνου. Αὐτὰ ἀκριβῶς ἀνέγραφεν ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη καὶ ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρά, συνοψίζουσα τὰ γεγονότα αὐτὰ ὅπως τὰ ἀνέφερεν ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος», ἔγραψεν ἐκεῖνο ποὺ ἔγραψε καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ράλλης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη νὰ γίνῃ μία ἀνάκρισις, ὅπως ἐπέμενε καὶ ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος» ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἦτο ἐν τάξει ἢ συνῆπτε συμβάσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας παίρνουν μίζα. Μία ἐφημερὶς ὅμως τῆς Μυτιλήνης, κύριοι, εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν, ὅτι εἶχε γνῶσιν καὶ κἄποιας ἄλλης ὑποθέσεως καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἐλεγκτέα ἡ Κυβέρνησις διότι ἔσπευσε μετὰ χρονικὸν διάστημα τόσον μηνῶν καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα ἀκριβῶς εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀποκαλύψεως τῆς νέας ὑποθέσεως, ἔσπευσε, λέγω, νὰ ἀρχίσῃ τὴν δίωξιν. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἐλεγκτέα. Δὲν ἀρνούμεθα ἡμεῖς ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀσκήσῃ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον ἐναντίον τῶν δικαστηρίων, ὅπως οἱ νόμοι ὁρίζουν, ἀλλὰ ἀρνούμεθα ὅτι ἔχει σκοπιμότητα, ἀλλ’ ἔχει τοὐναντίον πολιτικὸν ἐλατήριον ἡ ἐνέργεια αὐτή. Ἔχει πραγματικῶς πολιτικὸν ἐλατήριον δηλαδὴ τρομοκρατήσεως τῶν δικαστηρίων. Δὲν θέλω ἐγώ, ὁ κ. Καραπαναγιώτης νὰ μὴ ἔχῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἄλλος πολίτης, ἀλλὰ εἰμποροῦσεν ὁ κ. Καραπαναγιώτης νὰ κάμῃ μίαν ἀναίρεσιν ἐκτὸς ἐὰν ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἀγωγὴν κακοδικίας. Ἦτο δυνατὸν ἐξ ἄλλου νὰ κάμῃ καὶ ἀγωγὴν κακοδικίας ἐὰν νομίζῃ ὅτι...
§46Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Εἶναι μία γνώμη καὶ αὐτή.
§47Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Βέβαια εἶναι μία γνώμη. Ἐκτὸς, λέγω, ἐὰν εἶχεν νὰ παρουσιάσῃ στοιχεῖα ὅτι οἱ δικασταὶ τὸν ἐδίκασαν ἐκ προθέσεως. Ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν τὴν σκοπιμότητα τῆς ἐνεργείας.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν κατακρίνομεν τὴν σκοπιμότητα.
§49Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἐστήριξεν τὴν κατηγορίαν του εἰς τὸ ὅτι λέγει διαλύεται τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Ἡμεῖς δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια ἄσκοπος, ὑπῆρξεν ἐπιζημία. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνάμιξιν ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπιζημίας συνεπείας αὐτῆς. Ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως αὐτὴ ἦτο ἐπιζημία διὰ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διότι ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος δὲν περιωρίσθη ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις ἀλλὰ ἐκ τῶν προτέρων διεκήρηξεν καὶ τὰς γνώμας του. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρμηνεύσῃ τοὺς νόμους, καὶ ἐν τούτοις ἔκαμεν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου διὰ τὸν ὁποῖον μόνον ἁρμόδιον εἶναι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον καὶ αὐτὸ δι’ ἀναιρέσεως.
§50Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§51Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Νὰ μὴν ἑρμηνεύῃ.
§52Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος κάνει τὰς ἑρμηνευτικὰς ἐγκυκλίους;
§53Ν. ΞΗΡΟΣ. Διατείνεσθε σοβαρῶς ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον;
§54Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον. Εἶπον ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα διατάξεως ἐλέγχου νὰ εἴπῃ δηλ. τὶ θὰ κάμῃ τὸ συμβούλιον.
§55Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογήσῃ διατὶ διέταξεν τὸν ἔλεγχον.
§56Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν τὸν ἐδικαιολόγει ἁπλῶς. Εἰς τὸ ἔγγραφόν του ἐγένοντο ἐπίσημοι ἀνακοινώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ δικασταὶ εὑρέθησαν εὐθὺς ἀμέσως πρὸ ἀντιθέτου γνώμης τὴν ὁποίαν ὁ προϊστάμενος εἶχεν.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν δεχθοῦν.
§58Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί ἐκάνατε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει οἱανδήποτε ἀνακοίνωσιν ἐπὶ ἐκκρεμοῦς δίκης καὶ κατὰ καὶ ὑπέρ;
§59Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδῶ διετάχθη ἁπλῶς μία ἐνέργεια. Ἦτο μία διοικητικὴ ἐνέργεια πρὸς ἐπιβολὴν τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας.
§60Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲ εἶναι δίκη λοιπόν;
§61Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι καθόλου εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια.
§62Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἡ δίωξις αὐτὴ διετάχθη διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἠθέλησαν ὄχι μόνον νὰ τρομοκρατήσουν τὰ δικαστήρια, ὄχι μόνον νὰ ἐπηρεάσουν τὰ δικαστήρια ἀλλὰ διετάχθη κυρίως διὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἡ ὁποία κατόπιν ἀπεκάλυψεν τὰ σκάνδαλα τὰ λαβόντα χώραν εἰς βάρος τοῦ ἀπολυθέντος ὑπουργοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶνε ἐπιλήψιμος καὶ κατακριτέα ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἥτις ἔγινεν δι’ οὓς σκοποὺς ἐξέθεσα. Διότι ἐὰν ἐγένετο κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ ἐὰν ἐγένετο κανονικῶς, ὅπως οἱ νόμοι διατάσουν, κανεὶς δὲν θὰ ἤθελεν ὁ κ. Καραπαναγιώτης νὰ εἶναι ὑποδεέστερος ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον πολίτην. Ἀλλὰ πότε ἔγινεν; Ἔγινεν ὅταν πλέον ἐγνώριζεν ὁ ἀναφερόμενος ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκκραγῇ κεραυνὸς εἰς Μυτιλήνην ἐκ μέρους τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Αὐτὸ ἡμεῖς ἐπικρίνομεν ὅτι ἐγένετο, κατὰ ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητεῖτο τρομοκράτησις τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τοῦ ἀπολυθέντος ὑπουργοῦ, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξήσκουν ἔλεγχον ἐναντίον αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ἑξῆς ὑπ’ ὄψιν, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν καὶ ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Ράλλης. Ἐδῶ εἴχομεν μίαν ἐφημερίδα ἡ ὁποία εἶχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα. Διατείνεται ἡ ἐφημερὶς «Ἡμερήσιος Τύπος» ὅτι εἶχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ἔκαμεν ἀνοικτὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἐτόλμησεν νὰ κάνῃ καὶ καταγγελίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ποῖον θὰ ἦτο τὸ συνεπέστερον τὸ πολιτικώτερον διὰ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν; Νὰ μυνηθῇ ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ ἡ γράψασα τὸ πρῶτον τὰς πληροφορίας αὑτάς. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ μὴν λάβει ταῦτα πάντα τὸ ἐφετεῖον Αἰγίου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς παρέλειψεν νὰ μηνύσῃ τὴν ἐφημερίδα ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι εἶχεν τὰ στοιχεῖα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν μποροῦσεν ταῦτα πάντα νὰ μὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν εἶναι φυσικὸν τὸ ὅτι δὲν ἀνεῦρε τὸν δόλον. Καὶ κατὰ ποίαν λογικὴν ἀπαγορεύεται εἰς τὸ δικαστήριον αὐτὸ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέλειξεν; Διότι ἔχομεν ρητὴν καταγγελίαν τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου» ἡ ὁποία εὐθύνεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος» διατείνεται ὅτι ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἵνα παραπέμψῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τὸν τέως ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Δι’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ διότι δὲν ἔγινεν ὅταν καὶ ὅπου ἔπρεπε. Ἐγένετο μετὰ 7 ὁλοκλήρους μῆνας ἀφ’ ἧς ὁ ὑπουργὸς ἔλαβεν γνῶσιν τοῦ βουλεύματος καὶ ἀφῆκεν νὰ περάσῃ ὁ ὑπουργὸς ἄπρακτον τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐνῷ ἠδύνατο ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προβῇ εἰς ἀναίρεσιν ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὸν εἰσαγγεγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁπότε δὲν θὰ ἐδημιουργῆτο θόρυβος. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη ἀνεπιρρέαστος ὅταν ἐρχόμεθα νὰ ἐλέγχωμεν τὴν δικαιοσύνην διότι εἰσῆλθεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἀρκετὰ ἐξεωνυχίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ νομικὸν μέρος καὶ τὸ οὐσιαστικὸν ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων καὶ δὲν μένει τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ ἀναμείνωμεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν Δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωσις εἰς τὰ ἱστορικὰ χρονικὰ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος ἡ μοναδικὴ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλέγχεται ἕνα δικαστήριον διότι ἀπήλλαξεν ἕνα δημοσιογράφον ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμεν τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ προκαλέσῃ μίαν ἀνάκρισιν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐπιβάλλεται νὰ καταγγέλλουν.....
§63Ν. ΞΗΡΟΣ. Πῶς μπορεῖτε νὰ μοῦ ἐξηγήσητε ὅλα αὐτὰ τὰ παράπονά σας ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ Ἐφέται ἀπολογούμενοι λέγουν, ὅτι ἔσφαλαν;
§64Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ποῦ ἔσφαλαν;
§65Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μόνον ὁ εἰσαγγελεὺς λέγει ὅτι ἔκαμεν κακὴν διατύπωσιν εἰς τὴν πρότασίν του.
§66Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλοι ἀπολογούμενοι ὁμολογοῦν ὅτι ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως ραθυμία ἡ ὁποία προκαλεῖ πειθαρχικὴν παραπομπήν.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχει μία ἀπολογία τοῦ Σταυροπούλου. Ξεύρετε τί λέγει.
§68Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δέχεται, ὅτι ὑπάρχει παρερμηνεία τοῦ νόμου συμφώνως πρὸς τό ἔγγραφον τῆς διώξεως, δὲν ὑπάρχει ὅμως πειθαρχικὸν παράπτωμα διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὁποίου ἀσκεῖται βαρεία ἀμέλεια.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ δίωξις κατὰ τοῦ δικαστοῦ ἠσκήθη κακῶς.
§70Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω νά συζητῶμεν ἐδῶ, δι’ ὅτι ἠσκήθη κατὰ τοῦ Καραπαναγιώτη.
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Τί, μήπως ὁ κ. Καραπαναγιώτης εἶναι κανεὶς ἀνάξιος;
§72Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Μὴ θέλετε νὰ γίνεται Ἡμεῖς ἐδῶ συζητῶμεν πολιτικὰς εὐθύνας καὶ δὲν εἴμεθα συνηθισμένοι νὰ κάμωμεν ρουκέτες. Ὅταν ὅμως ἔχομεν δεδομένα ὅτι ἐγένετο ἔλεγχος μετὰ 7 μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται, ὅ,τι ἠσκήθη διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Εἶχεν πολιτικὰ τὰ ἐλατήρια. Τὰ πολιτικὰ ἐλατήρια τοῦ ἐλέγχου τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὰ κατακριτέα διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔναντι τοῦ ὁποίου γράφει μία ἐφημερὶς συγκεκριμένην κατηγορίαν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταγγείλῃ καὶ νὰ πάῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του. Τὸ ἔκαμε αὐτὸ ὁ κ. Καραπαναγιώτης; Εἰς αὐτὸ θέλω νὰ ἀπαντήσητε. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ πειθαρχικὴ δίωξις διὰ τὴν ὑπόθεσιν Καραπαναγιώτη. Αὐτὸ ἐννοοῦσα κύριοι συνάδελφοι. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν τὸν ἔλεγχον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§74Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὑφ’ ἑνὸς τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, κύριοι βουλευταί, ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑπεβλήθη μία ἐρώτησις. Ποία ἦτο ἡ δικαιολογία ἡ περιεχομένη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου τῶν δύο συμβουλίων, ἡ ἄσκησις ἐλέγχου τῆς Παιδείας. Ποία ἦτο ἡ δικαιολογία ὁμολογῶ μὴ ἀναγνοὺς τὸ ἔγγραφον δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ εἰς τὰς σημερινὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἐπεισόδιον.....
§75Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν περιμένουν νὰ κάμω δηλώσεις ἐδῶ;
§76Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἄν καθ’ ὑμᾶς, ἂν θεωρεῖται λῆξαν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν θεωρεῖται λῆξαν τὸ προηγούμενον τὸ καθιερωθὲν καὶ καθιερωμένον διὰ τῆς δικαιολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐζητήθη ἡ δίωξις τῶν δικαστῶν τοῦ συμβουλίου Ἐφετῶν Αἰγαίου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαπιστωθῇ διὰ τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας καὶ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ πόσον ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσαν καὶ ἂν αὕτη ἐστηρίχθη πλήρως ἐπὶ παρερμηνείας τοῦ νόμου 4133. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποτελεῖ δικαστήριον τεταγμένον διὰ τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ διὰ τὴν ἐναρμόνησιν τῆς ἑρμηνείας καὶ νομολογίας τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Ἀλλὰ ἂν διὰ τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι τεταγμένον τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ἔργον ὅμως τοῦτο δὲν ἀσκεῖται δι’ ἀποφάσεως ἐκδιδομένης συνεπείᾳ ἀσκήσεως πειθαρχικῆς διώξεως κατὰ τῶν νομολογούντων δικαστῶν καὶ τοῦ διασυρμοῦ καὶ τῆς καταρρακώσεως τοῦ κύρους ἀνωτέρων δικαστηρίων. Διότι ἀναμφισβητήτως κύριοι διασυρμὸν τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, τῶν τεταγμένων νὰ ἀποφαίνονται κατὰ δεύτερον καὶ ὁριστικὸν βαθμὸν ἐπὶ τῆς οὐσίας σοβαρωτάτων ὑποθέσεων ἀποτελεῖ ἡ ἄσκησις πειθαρχικῆς ἀγωγῆς κατ’ αὐτῶν δι’ ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Διότι ἀναμφισβητήτως οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ φρονῶν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ κῦρος ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης αὐτῶν σαλεύεται, ἀλλὰ καὶ τὸ ψυχικὸν σθένος τοῦ δικαστοῦ κλονίζεται ὅταν ἀσκεῖται κατ’ αὐτοῦ πειθαρχικὴ δίωξις καὶ ἀσκεῖται ἐπέμβασις εἰς τὰς οὐσιαστικὰς κρίσεις αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν νομικὴν πεποίθησιν αὐτοῦ κατηγορούμενος καὶ δικαζόμενος ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως. Ἀλλά, κύριοι, ποία εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, τὴν ὁποίαν παρερμήνευσεν τὸ δευτεροβάθμιον δικαστήριον; Ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία ὑπὸ τοῦ ἀσκήσαντος τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο ὀρθή; Κατ’ ἐμὲ ἀναμφισβητήτως ὄχι. Διότι κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι πείθει κανένα ἔχοντα βαθυτέραν ἀντίληψιν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν κρίνονται οἱ ποινικοὶ νόμοι καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἑρμηνεύονται, ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι πρὸς τελεσιουργίαν τοῦ ἀδικήματος τῆς δυσφημίσεως δὲν ἀπαιτεῖται τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ξηρὰ γνῶσις ἑνὸς γεγονότος δυναμένου νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου, ὅταν διὰ τὴν τελεσιουργίαν ἀδικήματος δὲν ἀπαιτεῖται δολία προαίρεσις. Ἀλλὰ δύναται καὶ ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος καὶ ἐξ ἀμελείας τινὸς νὰ ἐγένετο τοῦτο, δύναται νὰ εἴπητε τότε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπαίτιος παραβάσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, βασικὴ ἀρχὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι τὰ ἀδικήματα τελοῦνται ἢ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἢ ἐξ ἀμελείας, καὶ τὰ μὲν κακουργήματα τελοῦνται πάντοτε ἐκ δολίας προαιρέσεως, τὰ πλημμελήματα δὲ δύναται νὰ τελεσθοῦν εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐκ δολίας προαιρέσεως. Ἀλλὰ πότε νὰ τιμωρηθῇ μία πρᾶξις τελειοθεῖσα ἐξ ἀμελείας, καὶ δέον νὰ τὸ ὁρίζῃ ρητῶς καὶ σαφῶς ὁ νόμος Ἑπομένως, ὅταν ἔχωμεν ἐνέργειαν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν διατάξεις σαφεῖς καὶ ρηταὶ ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι καὶ ἐξ ἀμελείας τιμωρεῖται κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐρευνήσωμεν ἵνα ἀνεύρωμεν τὴν πρόθεσιν τοῦ παραβάτου τῆς διατάξεως, ἵνα ἀνεύρωμεν τὴν δολίαν προαίρεσιν αὐτοῦ. Θ’ ἀναζητήσωμεν τὴν διάθεσιν τὴν ψυχικήν, τὴν διάνοιαν τὴν κινήσασαν τὸν παραβάτην πρὸς ὡρισμένην τέλεσιν ἐγκλήματος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν πραγματοποιηθῇ τὸ τέλος αὐτό. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς ἐξυβρίσεως δὲν ἀπαιτεῖται σκοπός. Ἀλλὰ τὶ ἀπαιτεῖται; Ἀπαιτεῖται Animus injuriandi δηλαδὴ ψυχὴ προσβολῆς ψυχὴ ἀδικοπραγίας.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρόθεσις ἐξυβρίσεως.
§78Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι δὲν συμπίπτει τὸ Animus injuriandi μὲ τὴν πρόθεσιν. Ἀλλ’ ἐν πάσει περιπτώσει ἀπαιτεῖται μία ψυχικὴ διάθεσις πρὸς ἀδίκημα. Αὐτὸ τὸ animus injuiiandi ἀπαιτεῖται καὶ δέον νὰ ἐρευνηθῇ ἂν ὑπάρχῃ, διότι ἐὰν δὲν ἀπαιτεῖται θὰ ἔδει τὰς πράξεις ταύτας καὶ ὅταν ἐκτελοῦνται ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος νὰ τὰς καταλογίζωμεν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀδίκημα. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξε. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι, οὔτε ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην. Ὥστε ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ λόγου φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὡς ἀπολύτως ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου ἀνεξαρτήτως καὶ τῶν ἄλλων γνωμῶν τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ διδαχθεισῶν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἀλλά, κύριοι, τὸ παράδοξον καὶ τὸ περίεργον εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ ἀσκήσας τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν ἐνῷ μέμφεται καὶ αἰτιᾶται τοὺς ἄλλους ἐπὶ ἀμελείᾳ, καταφωρᾶται αὐτὸς διὰ πράξεις δεινοτέρας ἀμελείας καὶ δεινὴν πλάνην. Διότι ἐνῷ ἀμφότερα τὰ συμβούλια κατεδίωξαν μόνον διὰ δυσφήμησιν τοὺς ἀπαλλαγέντας, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καλεῖ αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν διότι τοὺς ἀπήλλαξαν καὶ τῆς ἐξυβρίσεως, ἐνῷ διὰ τὴν ἐξύβρισιν δὲν ἠσκήθη κἂν ποινικὴ ἀγωγή. Καὶ λέγει προχωρῶν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς «καὶ ἂν δὲν ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγή, ἠδύνατο ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἔρευναν αὐτοῦ, καὶ τὸ συμβούλιον νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν ἐξύβρισιν». Καὶ λέγει τοῦτο ποῖος; Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, λησμονῶν στοιχειώδη διάταξιν τοῦ δικαίου ὅτι ἡ ἐξύβρισις τιμωρεῖται μόνον κατ’ ἔγκλησιν, καὶ ἐνῷ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του μίαν μήνυσιν ἡ ὁποία δὲν περιεῖχε ἔγκλησιν ἐξυβρίσεως, διότι ἡ μήνυσις περιεῖχε σαφῶς ρητῶς καὶ θετικῶς τὴν αἴτησιν τοῦ μηνυτοῦ νὰ διωχθῶσιν οἱ καταγγελθέντες ἐπὶ παραβάσει μόνον τοῦ νόμου 4133.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναφέρεται ὑπὸ τοῦ κ. εἰσαγγελέως, ὅτι τὰ δικαστήρια ἔπρεπεν αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐξετάσωσιν αὐτό;
§80Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μάλιστα. «Δὲν ἔχει ἀξίαν ὅτι δὲν ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγὴ διὰ τὴν ἐξύβρισιν ἠδύνατο τόσον ὁ ἀνακριτὴς ὅσον καὶ τὸ συμβούλιον κλπ.» λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅτι δὲ ἡ βούλησις τοῦ μηνυτοῦ ἦτο νὰ καταγγείλῃ μόνον διὰ τὴν δυσφήμησιν καὶ ὄχι διὰ τὴν ἐξύβρισιν, μαρτυρεῖται καὶ ἐκ τῆς ἐπακολουθησάσης ἀνακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν οὗτος κατὰ τοῦ πρωτοδίκου βουλεύματος καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ παραπονεῖται ὄχι διότι δὲν ἠσκήθη ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ διὰ τὴν ἐξύβρισιν, ἀλλὰ μόνον διότι κακῶς ἀπαλλάγησαν διὰ τὴν δυσφήμισιν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε οὔτε πρόθεσις παρὰ τῷ μηνυτῇ νὰ ἐγκαλέσῃ καὶ διὰ τὴν ἐξύβρισιν, διότι ἂν ὑπῆρχε θὰ παρεπονεῖτο εἰς τὴν ἀνακοπὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησε. Τοιοῦτον τι ὅμως δὲν ἔκαμεν ὁ μηνυτής. Ἐν τούτοις ὁ κ. εἰσαγγευλεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπέμεινεν ἀξιῶν ν’ ἀσκηθῇ καὶ ποινικὴ δίωξις ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐπέκρινε τοὺς δικαστάς διότι δὲν ἤσκησαν τοιαύτην, καὶ ἑπομένως κακῶς, κατ’ αὐτὸν ἀπήλλαξαν αὐτοὺς τῆς ἐξυβρίσεως. Ἑπομένως ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν κατὰ τῶν ἄλλων φωρᾶται ἀγνοῶν ἢ παραγνωρίζων τὸν νόμον ζητῶν ἀπὸ τοὺς κρίναντας δικαστὰς τὸν λόγον διατὶ δὲν ἤσκησαν αὐτοὶ τὴν ποινικὴν δίωξιν ἀπαράδεκτον νομικῶς. Ἀλλά, κύριοι, τὸ περιεργότερον καὶ ἄξιον νὰ ἐλλύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοῦτο: Ὅτι ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξακολουθεῖ πεισμόνως κατεχόμενος ἀπὸ τὴν ἔφεσιν τῆς διώξεως καὶ ζητεῖ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, ἀλλὰ κατεζητεῖτο τρόπος ἀνευλαβὴς δι’ ἐγγράφου μαρτυροῦντος πᾶσαν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ ἐκδόσαν τὴν ἀπόφασιν. Διότι τὶ λέγει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του; Λέγει ὅτι «ἡ πειθαρχικὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπόφασις ἢ πλημμελὴς κρίνεται... (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ καταγγέλλει ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ ἀνώτατον δικαστήριον παρὰ τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ, ὡς διαστρέφον τὰ γεγονότα καὶ ὡς ἐκθέτον εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ ἀνακριβῆ γεγονότα, καὶ πράττει τοῦτο παρὰ τὸν νόμον, δηλαδὴ εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν κἄν δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ. Διότι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς του ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ἀπαλλαγέντων δικαστῶν.
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Τότε πῶς τὸν θέλετε τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου;
§82Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὅπως τὸν θέλετε σεῖς δὲν τὸν θέλω ἐγώ. Διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὁ ὕπατος ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου· ἐποπτεύει ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἰσηγῆται δι’ ἐγγράφου του τὴν τιμωρίαν ἀπαλλαγέντων δικαστῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὐδεὶς τοῦ παρέχει τοῦτο, διότι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀσκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατόπιν ἐγγράφου ὑποβαλλομένου ἀπὸ ἕνα δικαστήν, ἀλλὰ ὅταν αὐτὸς τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας.
§83Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐὰν εἴχατε μελετήσει τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων δὲν θὰ τὰ ἐλέγατε αὐτά.
§84Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε μελετήσει τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἐγὼ τὸν ἔχω μελετήσει καὶ τὸ ἐμελέτησα καὶ ἀπόψε.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ προστατεύετε τὸν ρήτορα.
§86Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην προστασίας ἀπὸ φράσεις αἱ ὁποῖαι μεταφέρονται ἀπὸ αἰθούσας ἀναξίας τῆς παρούσης. Ἀλλὰ προῆλθεν περαιτέρω εἰς τὴν τοιαύτην δίωξιν καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ θορυβηθέντα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν ἐμπράκτως τῆς θελήσεως τοῦ μηνυτοῦ, ὅτι τέλος πάντων δὲν θέλει νὰ γίνῃ λόγος ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι αὐτὸς καὶ ἀποσυρθεὶς τῆς αἰθούσης ταύτης σκέπτεται εἰσέτι ἂν πρέπῃ νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν τοιοῦτον ἔλεγχον ἐναντίον του καὶ τοιαύτην δυσφήμησιν. Τοιοῦτος λοιπὸν λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοιοῦτον τρόπον παραβαίνων τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ ἐπιλήσμων ὄχι μόνον τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ καὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων τῶν νόμων εἰς ἐποπτείαν τῶν ὁποίων ἐκλήθη νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀναξίως κατέχει τὴν θέσιν του, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ἀπομάκρυνσιν λόγῳ ἀναξιότητος.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν καὶ ἀργὰ ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατόπιν γεγονότων τὰ ὁποῖα τρόπον τινὰ ἔλυσαν τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ἐπερωτώντων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ θέμα πάντως εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Ἐπικρίνομεν ὄχι μόνον τὴν βασιμότητα τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπόν ὁ ὁποῖος ἐπεδιώχθη ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἀνεπτύχθη ἑπομένως, ὅτι ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔδωσεν ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Αἰγαίου. Ἐζήτησα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης καὶ εὗρον ὁμολογουμένως, ὅτι ἔχει μίαν ὄψιν σφοδρᾶς ἐπικρίσεως. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ὄψις σφοδρᾶς ἐπικρίσεως; Τὸ γεγονός ὅτι ὑπάρχει ἕνα δημοσίευμα ἀφορῶν τὸν δημόσιον βίον ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἐνῷ ἔπρεπεν ὑποχρεωτικῶς καί κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τούς νόμους, τὸ δικαστήριον νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοὺς ἐνόρκους ἔκρινεν τὸ δικαστήριον, ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ δικάσῃ.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ συμβούλιον ἔκρινεν καὶ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου. Τὸ συμβούλιον θὰ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ παραπέμψῃ ἢ ὄχι· ἠμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει κατηγορία ὅπως καὶ ἀπεφάνθη. Ἄν ἀποφαίνεται ὅμως ὅτι ὑπάρχει κατηγορία θὰ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον. Ὥστε ἡ ἐπίκρισις δὲν εἶναι δικαία.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀπολογία ἑνὸς ἐκ τῶν δικαστῶν λέγοντος—ὅπως μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—ὅτι ἐνῷ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων......
§91Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν εἰς τὸ τέλος τῆς ἀπολογίας λέγει ὅτι ἡμεῖς ἐπροστατεύσαμεν τὴν δικαιοσύνην. Δὲν γνωρίζω ἂν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ διότι σύμφωνα μὲ μίαν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πρώην εἰσαγγελεὺς κ. Κασσίμης λέγει ὅτι τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἀθωώνουν πάντας τοὺς ὑπαιτίους αὐτῶν τῶν ἀδικημάτων τοῦ Τύπου, δηλαδὴ λέγει ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ παραπέμψωμεν, διότι ἠξεύρομεν ὅτι τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον θὰ τοὺς ἀθωώσῃ. Ἐκφράζει γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν περὶ ὁρκωτῶν δικαστηρίων ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὑρίσκω ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου διότι εἶναι σοβαρωτάτη ὑπόθεσις καὶ ὀφείλει τὸ δικαστήριον τὸ ἁρμόδιον νὰ δικάσῃ. Ἀλλὰ τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν ἔκρινεν ὅτι δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις προκειμένου περὶ δυσφημήσεως καὶ δὲν ὑπάρχει ἐξύβρισις, δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις περὶ ἐξυβρίσεως ἀπὸ τὴν περικοπὴν ἐκείνην τοῦ δημοσιεύματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε παράβασιν τῆς δικαιοσύνης ὄχι διότι δὲν ἐστάλη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ διότι οἱ κατηγορούμενοι ἐκρίθησαν ἀθῶοι ἐλλείψει προθέσεως ἐξυβρίσεως προθέσεως προσβολῆς. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, κύριοι, φανερώνει κατὰ τίνα τρόπον ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ Τύπου νόμου καὶ ἀποδεικνύει πόσον ἡμεῖς εἴχομεν δίκαιον ἐναντιωθέντες εἰς τὴν ψήφισιν καθὼς ἔχει διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου. Ἡ Κυβέρνησις ἐπῆρε τὸ διατακτικὸν καί τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως, τὸ ἐξήτασε μὲ τὸ μικροσκόπιον καὶ εὗρεν ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ δικαίου διότι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἀπέδειξε τὴν ἀλήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται δηλαδὴ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς ἀθώωσιν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς δηλαδὴ πρὸς ἀθώωσιν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔλλειψις τῆς προθέσεως ἀλλὰ ἀρκεῖ ὅτι ἡ πρᾶξις προσέβαλε τὸν καθ’ οὗ κατευθύνεται τὸ δημοσίευμα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κατηγορούμενος δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος καὶ ὀφείλει νὰ ἐπακολουθήσῃ καταδίωξις καὶ τιμωρία κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Μία Ἀθηναϊκὴ ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε λεπτομερῶς ὡρισμένας πράξεις θιγούσας ὁμολογουμένως τὴν ὑπόληψιν τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῶν ἀναγραφέντων, διότι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα. Ἡ ὑπόθεσις καθὼς ἀκούω, πρόκειται νὰ κριθῇ πάλιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγεν ὁ τέως ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατήγγειλεν......
§93Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄσχετον ἐντελῶς.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. ... νὰ κριθῇ, λέγω, οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἂν πράγματι ἔλαβε χώραν ὡρισμένον γεγονός. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καραπαναγιώτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὑπεβλήθη μήνυσις κατὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης.
§95Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι δι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἴδια καὶ παρεμφερῆ πράγματα· ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ ἀδικήματος, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐξετασθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰ πράγματα ἐδημοσιεύθησαν εἰς μίαν Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα ἐμπεριστατωμένως, μετὰ παρέλευσιν δὲ ἡμερῶν μία ἐπαρχιακὴ ἐφημερὶς ἐδημοσίευσεν τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς δὲν ἔσπευσε νὰ διευκρινίσῃ τὴν ὑπόθεσιν καταγγέλλων αὐτὴν τὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε ὅλα ἐκεῖνα τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἦσαν ἐναντίον τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ. Τὸ δικαστήριον ἔκρινεν ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις προσβολῆς ἀφοῦ ἐδημοσιεύθησαν εἰς ἄλλην ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ προσπέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Οἱ δημοσιογράφοι τῆς Μυτιλήνης, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τυχαῖοι δημοσιογράφοι ἀλλὰ λογοτέχναι, ἐδημοσίευσαν αὐτὰ τὰ πράγματα διὰ νὰ προκαλέσουν μίαν διευκρίνισιν τῆς καταστάσεως. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως νομίζει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἔπρεπεν οἱ δημοσιογράφοι τῆς Μυτιλήνης νὰ προσκομίσουν αὐτοὶ τὴν ἀπόδειξιν· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς: προκειμένου νὰ κριθῇ ἂν ἕνα τοιοῦτον γεγονὸς εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ γεγονὸς ὅτι κατηγγέλθησαν ὡρισμένα πράγματα ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα ἐναντίον ὡρισμένου ὑπουργοῦ, καὶ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς σιωπᾶ καὶ προβαίνει εἰς καταγγελίαν ἄλλης ἐφημερίδος ἡ ὁποία ἁπλῶς ἀναδημοσίευσε τὰ πράγματα; Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς σιωπᾶ καὶ δὲν προβαίνει εἰς καμμίαν ἐνέργειαν ἐναντίον ἐκείνης, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον δημοσιεύει τὰ πράγματα καὶ ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας, ἀποφεύγει νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην καταγγελίαν καὶ καταγγέλλει τρίτα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἁπλῶς ἀνεδημοσίευσαν τὰ γεγονότα ζητοῦντα διευκρίνισιν τῆς καταστάσεως, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀνάδειξιν τῆς ἀληθείας, τοὐλάχιστον τοιαύτην ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται καὶ δὲν τοὺς ἀπαλλάσσουν πάσης κατηγορίας; Ὅταν συνεζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ Τύπου ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου πρέπει νὰ κρίνωνται μὲ πνεῦμα ἐπιεικείας τὸ ὁποῖον βέβαια δὲν δημιουργεῖ ἀσυδοσίαν ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπιτρέπει τὴν ἄσκησιν τοῦ δημοσίου ἐλέγχου. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐρωτῶ: Προάγει ἢ δὲν προάγει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἡ ὑπόμνησις ὅτι ἐπὶ μιᾶς τόσον σπουδαίας ὑποθέσεως ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς σιωπᾶ, τρέπεται δηλαδὴ εἰς φυγήν; Προάγει ἢ δὲν προάγει τὰ δημόσια συμφέροντα; Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρᾶξιν δυναμένην νὰ ἐκθέσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητον νὰ κανονισθῇ, διὰ νὰ σωθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ ὑπουργοῦ. Πρέπει λοιπὸν οἱ καταγγελλόμενοι ὑπουργοί, οἱ καταγγελλόμενοι τόσον δημοσίᾳ δημόσιοι λειτουργοὶ διὰ πράξεις τοῦ δημοσίου βίου αὐτῶν διὰ πράξεις ἐπιζημιωτάτας εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκλέγουν αὐτοὶ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θὰ καταγγείλουν, ἀνυπεράσπιστον ἴσως, διὰ νὰ ἔχουν μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία νὰ τοὺς καλύπτῃ ἐντελῶς; Ἐδημοσίευσε μία ἐφημερὶς ὡρισμένα πράγματα καὶ αὐτὰ τὰ παίρνει ἕνας τρίτος ἄνθρωπος ἀνύποπτος ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν λέγει ὅτι «αὐτὴ δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων». Πῶς συμβαίνει ἕνας ὑπουργὸς νὰ μὴ καταγγέλλῃ μίαν ἐφημερίδα ἡ ὁποία τοῦ λέγει τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἐπιζήμια πράγματα τιμωρούμενα ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ὁ ὑπουργὸς συλλαμβάνει τὸν ἄνθρωπον τὸν ἀνυπεράσπιστον τὸν καταγγέλλει καὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγει, ὅτι «ὁ ἀνύποπτος, ὁ ἀθῶος αὐτὸς ἄνθρωπος ὁ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν προστασίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων πρέπει αὐτὸς νὰ δώσῃ λόγον, καὶ ἀθωωθεὶς διότι ἀπέδειξεν τὴν καλήν του πίστιν ἠθωώθη κατὰ παράβασιν τοῦ ποινικοῦ νόμου κατὰ παράβασιν τοῦ δικαίου καὶ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἀνάξιοι οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔκριναν.»; Ἔτσι λοιπὸν θὰ ἐφαρμόζητε τὸν περὶ Τύπου νόμον;
§97Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπεν τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπεν νὰ ἀνοίξουν τὴν θύραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας. Τὰ δικαστήρια ἔκλεισαν τὴν θύραν.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι διὰ τοὺς κατηγορουμένους ἐκείνους ὑπῆρξεν ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας ἡ σιωπὴ τοῦ ὑπουργοῦ ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρῶτον τὸν κατήγγειλον, ἔχοντες ἀναμφισβητήτως καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν κατηγοριῶν.
§99Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπεν αὐτὸ τὸ δικαστήριον.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσετε, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ποινικολόγων, ὅτι προκειμένου περὶ ποινικῆς ἀποφάσεως, δὲν δίδεται ἡ προσοχὴ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ αἰτιολογικοῦ ἡ ὁποία δίδεται ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑποθέσεων.
§101Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κακῶς.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται ἂν εἶναι καλῶς ἢ κακῶς, αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν ὁ τηρούμενος ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ποινικολόγος, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ ποινικαὶ δὲν συντάσσονται, ὡς πρὸς τὰ αἰτιολογικὰ μὲ τὴν προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν συντάσσονται αἱ πολιτικαὶ ἀποφάσεις, καὶ τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι εἰς τὰς πολιτικὰς ἀποφάσεις ἔχει μεγαλυτέρα ἐπίδρασιν ἡ καλὴ ἢ κακὴ διατύπωσις, ἀπὸ τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις. Προκειμένου νὰ ἐκδοθῇ μία ἀθωωτικὴ ἀπόφασιν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τοῦ ποινικοῦ, δὲν πονοκεφαλοῦν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ αἰτιολογικοῦ, μάλιστα πολλάκις δὲν ἔχουν κἄν αἰτιολογικόν.
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθές, τὰ ποινικὰ βουλεύματα εἶναι καλλίτερον ᾐτιολογημένα ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἀποφάσεις.
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀδικεῖτε ἑαυτὸν, κ. Κουλουμβάκη.
§105Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀγνοεῖτε τὸ θέμα.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν συζητήσεως. Ὅλοι ἔχομεν ἀναγνώσει βουλεύματα ποινικὰ καὶ ἀποφάσεις ποινικὰς, καὶ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι δὲν δίδεται ἡ αὐτὴ προσοχὴ ἡ ὁποία δίδεται προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων.
§107Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον ὄχι.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας.
§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἀγνοεῖτε τὸ θέμα. Ἐὰν εἶναι ἀπόφασις ἔχουσα αἰτιολογητικὸν εἶναι τὰ ποινικὰ βουλεύματα ἰδίως.
§110Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὁ κ. Κουλουμβάκης μόνον διαφωνεῖ.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι κατὰ τοὺς δικαστὰς ἐκείνους ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῇ ὡς ἀπηλλαγμένος δολίας προαιρέσεως. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς δυσφημήσεως χρειάζεται νὰ παρασχεθῇ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, ἀρκεῖ δὲ ἡ πιστοποίησις τῆς καλῆς του πίστεως. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καταγγέλλονται ὡρισμένα γεγονότα λεπτομερῶς ἐναντίον ἑνὸς δημοσίου λειτουργοῦ καὶ ὁ δημόσιος αὐτὸς λειτουργὸς στρέφεται μόνον ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν κατ’ αὐτοῦ διὰ τὰς πράξεις αὐτάς. Διατὶ ὁ ὑπουργὸς δὲν καταγγέλλει διὰ νὰ διευκρινισθῇ ἡ ὑπόθεσις; Ἡ σιωπὴ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἢ μᾶλλον ἡ φυγὴ τοῦ ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς ἐξεγέρσεως αὐτῆς, εἶναι ἤδη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Αὐτὸ διὰ πάντα λογικῶς σκεπτόμενον ἄνθρωπον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Διότι ἐὰν ἡ ἀντίθετος ἐκδοχὴ ἤθελεν ἐπικρατήσῃ, τότε θὰ ἦτο εὔκολον εἰς κάθε δημόσιον λειτουργὸν νὰ δημιουργῇ κατηγορουμένους, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀποφάσεις καταδικαστικὰς κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας. Τὸ συμβούλιον δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ὑπάρχει μήνυσις ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ δὲν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι πράγματι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐγκλήσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξητάσαμεν ὄχι καθαρὰ ἀλλ’ ἀνακατωμένα, φυσικά, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τύπου, δηλαδὴ ὑπάρχει μία καταγγελία μέσα δὲ εἰς αὐτὴν ὑπάρχουν καὶ πράξεις ἐξυβριστικαί. Πῶς θὰ κριθοῦν αὐταὶ αἱ ἐξυβριστικαὶ πράξεις; Θὰ κριθοῦν μεμονωμένως ἢ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν; Τὸ δικαστήριον ἠθέλησεν, ὅπως συνήθως συμβαίνει μὲ τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐγκλήσεως διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον, διότι κατὰ τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστηρίου, ἀσφαλῶς αἱ δριμεῖαι ἐκεῖναι φράσεις σχετιζόμεναι καὶ συνδυασμέναι ἀπολύτως μὲ τὸν ἔλεγχον τῶν δημοσίων πράξεων τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργοῦ ἦσαν τοιαῦται ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσουν καταδίωξιν, ποινικὴν δίωξιν ἐπὶ ἐξυβρίσει. Ἦλθεν ὅμως ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου, τὸ ὁποῖον ἐπεκύρωσεν· ἀπέρριψε δηλαδὴ τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἐπεκύρωσεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Μυτιλήνης τὸ ὁποῖον ἐπὶ πλέον ἔχει καὶ ἕνα σκεπτικὸν τοῦ εἰσαγγελέως ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «οἱ ἀσκοῦντες δημόσιον λειτούργημα (imperium) εὐκόλως παρασύρονται εἰς ἀθεμίτους πράξεις καὶ ὁ δημόσιος ἔλεγχος συντελεῖ εἰς τὸ νὰ παρεμποδίζῃ αὐτὰς τὰς παρεκτροπάς». Τὸ συμβούλιον δηλαδὴ τῶν Ἐφετῶν δεχθὲν ἢ ἁπλῶς σιωπῆσαν εἰς τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν τοῦ εἰσαγγελέως, ἦτο ἀπολύτως σύμφωνον μὲ τὰς ἀντιλήψεις ὁλοκλήρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ὁποία ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη αὐτὰ τὰ ζητήματα τοῦ ἐλέγχου τοῦ δημοσίου βίου, τῶν λειτουργῶν τῶν δημοσίων, εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνωνται κατὰ τρόπον ἐπιεικῆ, σύμφωνα μὲ τὰς γενικωτέρας τῆς κοινωνίας ἀντιλήψεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἴπομεν, δὲν δημιουργεῖ καμμίαν ἀσυδοσίαν τοῦ Τύπου, ἀλλὰ συντελεῖ εἰς τὸ νά ἔχῃ οὗτος τὴν δύναμιν καὶ μίαν σχετικήν, περιωρισμένην πάντως ἐλευθερίαν ν’ ἀσκῇ σοβαρῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς τὸν δημόσιον ἔλεγχον Αὐτὰ ἐξήγειρον τὴν κυβερνητικὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία ἐπετέθη λαύρως, ἀπεφάσισε δηλαδὴ νὰ προβῇ εἰς δίωξιν τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν ἦτο ὀρθὴ ἢ ὄχι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ἔλεγχον αὐτὸν. Ἐὰν, λοιπόν, πρόκειται νὰ κριθῇ μία ἀπόφασις, νὰ ἀσκηθῇ δηλαδὴ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν Ἐφετῶν τοῦ Αἰγαίου, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη διατυμπανίσεως τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἐσυνήθισε νὰ δεικνύῃ τὴν πυγμήν της καὶ εἰς τὰ συμβούλια τὰ πειθαρχικὰ—τὸ ἔκαμε προκειμένου περὶ πειθαρχικοῦ συμβουλίου τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως—νὰ δεικνύῃ, λέγω, τὴν πυγμήν της καὶ νὰ διαδηλώνῃ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη καὶ τοὺς νόμους ἀκόμη νὰ μεταβάλῃ διὰ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους ἐκ τῶν μελῶν τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων οἱ ὁποῖοι ἔχουν τυχόν, προκειμένου περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἔχουν γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος πρῶτος κατήγγειλε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου, καὶ ἦλθε κατόπιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἐπὶ τέλους περὶ μιᾶς ὑποθέσεως ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἐπενέβη οὐσιαστικῶς καὶ δὲν περιωρίσθη, καθὸ εἶχε δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐξέφερε γνώμην περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἀναμφισβητήτως, εἶναι ἐνέργεια ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀντικειμένη εἰς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης. Λέγει τὸ Σύνταγμα βεβαίως, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπονέμεται ἀπὸ δικαστήρια ἀνεξάρτητα, ὑποκείμενα εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους λέγουν, βεβαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν δύναται νὰ ἐξαγγέλλῃ τὰς ἰδικάς του γνώμας, γνώμας ἀντιθέτους πρὸς τὴν γνώμην τῶν δικαστηρίων καὶ, ἐπιπλέον, ἐπὶ ὑποθέσεων εἰς τὰς ὁποίας εἶναι διάδικος αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Ὀρθῶς παρετηρήθη προηγουμένως ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας ὅτι ἔκαμε βεβαίως ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ ὑπάρχουν παράπονα πολλῶν ἰδιωτῶν ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις δὲν ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸ δίκαιον, δὲν εὗρον τὸ δίκαιόν των οἱ ἄνθρωποι προσφυγόντες εἰς τά δικαστήρια —ἰδίως εἰς τὰ Ποινικὰ δικαστήρια— δὲν ὑπάρχει προηγούμενον προσκλήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄσκησιν ἐκ μέρους τοῦ Ἀρείου Πάγου τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἡμεῖς γνωρίζομεν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἄσκησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀτμόσφαιρα ἔχει πυκνωθῆ ἀπὸ μυρίας καταγγελίας καὶ διαδόσεις καὶ νὰ προβῇ ἀκριβῶς, λέγω, εἰς μίαν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο διάδικος αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ προβῇ κατὰ τρόπον ἐξερχόμενον πλέον τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἐταλαντεύθη ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἐπεχείρησε νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα τὴν ἠνώχλουν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τύπου, διὰ τῆς καταγγελίας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τελευταίως κατέφυγεν εἰς ἄλλα μέσα τὴν ἀρχὴν τῶν ὁποίων βλέπομεν σήμερον καθιερουμένην διὰ τῶν δημοσιεύσεων τῶν ἐφημερίδων. Συγχρόνως προέβη εἰς τὴν ποινικήν δίωξιν τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπαλλάξει δημοσιογράφον καταγγείλαντα ὡρισμένον πρόσωπον, καὶ ἐν τέλει κατέληξεν εἰς μίαν ἄλλην λύσιν προκειμένου περὶ κατηγοριῶν Ὑπουργῶν. Κατέληξεν εἰς τὴν λύσιν νὰ παραιτοῦνται οἱ ὑπουργοὶ διὰ νὰ καταγγέλλουν κατόπιν τοὺς μηνυτάς των.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ καθιέρωσε αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ μὴ σᾶς γεννηθῇ ἡ ἐλπὶς ὅτι ὁσάκις ἕνας ὑπουργὸς θὰ καταγγέλῃ θὰ παραιτῆται.
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μολονότι εὐχόμεθα τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὴν ἐπιδιώκομεν διὰ καταγγελιῶν. Λοιπὸν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Βουλευτικὸν διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόν ἐδυσφήμισαν· τώρα ἄλλη ἀρχὴ ἐφαρμόζεται: οἱ ὑπουργοὶ θὰ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ παραιτοῦνται ἐφ’ ὅσον καταγγέλλονται. Δηλαδὴ ἡ καταγγελία καθίσταται ὑποχρεωτικὴ πλέον διὰ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς. Καὶ ἔρχομαι πάλιν εἰς τὸ προηγούμενον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξήτασα. Ποῖον πρόκειται νὰ καταγγείλλουν οἱ ὑπουργοί; διότι καὶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν. Διότι ὁ τέως ὑπουργός εἶδον καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἔκαμε νομικὸν συμβούλιον διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ποῖον ἐξ ὅλων θὰ ἔπρεπε νὰ καταγγείλῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπῆρξε μία ἐφημερίς, ἡ ὁποία κατηγόρησε συγκεκριμμένως τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ συλλάβῃ ἀπὸ τὸ αὐτὶ τρίτους. Κατὰ συνέπειαν λέγομεν ὅτι οὔτε βάσιμος ἦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε ἁρμόζουσα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ὑπέστη πολλὰ τραύματα κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνώμαλον περίοδον, πολλὰ τραύματα καὶ ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τώρα ποὺ ἀπεκατεστάθησαν τὰ πράγματα, ποὺ ἔχομεν μίαν Κυβέρνησιν πανίσχυρον, ἡ ὁποία οὐδαμῶς ἐνοχλεῖται, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, μπορεῖ νὰ ἐνοχλεῖται πολὺ ἀπὸ τὴν ἐξοκοινοβουλευτικὴν ἀντιπολίτευσιν ἀλλὰ ἀπὸ τήν Κοινοβουλευτικὴν ἀντιπολίτευσιν πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ ἐνόχλησις εἶναι πολὺ ἠπία. Θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ αὕτη πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἀνορθωθῇ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: μία τοιούτη ἐνέργεια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀξιούσης τρόπον τινὰ νὰ καταστήσῃ θεραπενίδα της τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τό κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Τὸ ἀποτέλεσμα τὸ εἴδομεν δυστυχῶς. Λέγω δυστυχῶς, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόσον ἐνθουσιωδῶς ἐξεφράσθησαν καὶ ὑπεστήριξαν τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην δὲν εἶνε ἔγγραφον δικαιολογημένον, κατελήφθη ἀπὸ ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν περιφρούρησιν τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἦτο νὰ περιφρουρήσῃ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, διὰ τὸ ἀβάσιμον τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐπεμβάσεως συγκεκριμμένως τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, διὰ τὴν τρόπον τινὰ πίεσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀξία ἐλέγχου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἔπραξε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ πραγματικῶς τὴν δικαιοσύνην διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ δημόσιον συμφέρον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§115Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Ἤλπιζον κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλλου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ μελέτη αὐτοῦ παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐπερωτώντων, θὰ εἶχεν ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν παραίτησιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τοῦ φακέλλου εἶναι τόσον σαφῆ καὶ τόσον ἀκαταμάχητα, ὥστε μᾶλλον πρόθεσις πολιτικῆς ἐκμεταλεύσεως ἀσχέτων πρὸς αὐτὰ γεγονότων, θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἐπιμονὴν αὐτῶν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐπερωτήσεώς των, καίτοι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἀπέδωκεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως ἄλλην ἔννοιαν εἰπὼν ὅτι ἡ τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπερωτώντων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἤδη ὁριστικῶς καὶ ἐξωδίκως ταφῇ.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ἔχει ἐξωδίκως ταφῇ, διότι ἀπεχώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς του ἐδικαιώθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπέκριναν.
§117Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμία ἀπολύτως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων συσχέτισις τῆς ὑποθέσεως, ἐπί τῆς ὁποίας ἡ ἐπερώτησις. Ὄχι μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καλοπίστου ἐκτιμήσεως καὶ ἐρεύνης αὐτῶν πρὸς τοὺς λόγους τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἀσκῶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει οἱοσδήποτε ἀδικούμενος πολίτης, ἔτι πλέον προκαλούμενος ἐπιμόνως ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα τῆς Μυτιλήνης προσέφυγεν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης μηνύσας τοὺς διευθυντὰς αὐτῆς δι’ ἓν δημοσίευμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν δικογραφίαν καὶ κυρίως διὰ φράσιν αὐτοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας συνάπτει συμβάσεις καὶ λαμβάνει προμηθείας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν θέλοντα νὰ εὐρευνήσῃ ἀντικειμενικῶς καὶ ψυχραίμως τήν ὑπόθεσιν νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν φράσεων αὐτῶν.
§118Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν τὸ λέγει αὐτὸ ἔτσι.
§119Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα «Συνάπτει συμβάσεις καὶ λαμβάνει προμηθείας».
§120Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ διαβάσητε ὁλόκληρον τὴν περικοπὴν κ. Ὑπουργὲ.....
§121Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικοιοσύνης). Ἡ ἐπίκρισις πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔγιναν δεκτὰ ἀπὸ τὰ δικαστικὰ βουλεύματα διότι ὁ πειθαρχικὸς ἔλεγχος συμφώνως πρὸς τὸν νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἀλλοῦ εἰμὴ εἰς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν δεκτὰ ἀπὸ τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἀπὸ τὸ βούλευμα τῶν Ἐφετῶν. Λέγει λοιπὸν τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀντιγράφον ἰδίᾳ τὴν περικοπὴν αὐτὴν τοῦ δημοσιεύματος (ἀναγινώσκει). Αὐτὸ τὸ πραγματικὸν περιστατικὸν ἔχει γίνει δεκτὸν διὰ τοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος δηλαδὴ ὅτι τὴν φράσιν ὅτι συνάπτει συμβάσεις καὶ λαμβάνει προμηθείας δὲν τὴν ἀναγράφει ἡ ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὡμίλει γενικῶς καὶ δι’ ὑπαινιγμῶν περὶ τῶν ὑπευθύνως διαχειριζομένων τὸ ζήτημα (ἀναγινώσκει). Περαιτέρω τὸ βούλευμα ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι μὲν ἐξυβριστικὸν τὸ δημοσίευμα ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πρόθεσις. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Προσέφυγεν λοιπὸν προκαλούμενος ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐζήτησε νὰ γείνῃ ἀνάκρισις διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης τοῦ μηνυτοῦ ἢ ἡ ἐνοχὴ του ἀπὸ μέρους τοῦ κατηγορουμένου. Διότι ὁ νόμος, κύριοι βουλευταί, περὶ δυσφημίσεως ἀνοίγει εἰς τὸν κατηγορούμενον τὴν θύραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας διάπλατα, ἀλλὰ παρέχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν δυσφημούμενον νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Καὶ τὸ δικαστήριον παρερμηνεῦον τὸν νόμον, ἔκλεισε ἑρμητικῶς τὴν θύραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ πρὸς τὸν μηνυτὴν καὶ ἀντὶ νὰ βοηθήσῃ τὴν ἄσκησιν τοῦ δημοσίου ἐλέγχου διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, παρεκώλυσεν αὐτόν. Τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τὸ παρέχει καὶ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δυσφημίσεως, τὸ παρέχει δ’ εὐρύτερον ὁ νέος νόμος περὶ τύπου, ἐπιτρέπων εἰς τοὺς δυσφημοῦντας πάντοτε νὰ ἀποδείξωσιν τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ὁ κατηγορούμενος ὅταν προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; Δὲν εἶχον, εἶπε, πρόθεσιν ἐξυβρίσεως, ὑπολήπτομαι ἀντιθέτως τὸν μηνυτὴν καὶ ἐνδιαφέρομαι ὡς συμπολίτης νὰ καταγγείλῃ τὴν Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ διατί τάχα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ μηνυτὴς νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν καὶ ὄχι ἐκείνην τὴν ἐφημερίδα; Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐφημερὶς δὲν τοῦ ἀπέδωκε συγκεκριμένην τὴν αἰτίασιν αὐτὴν τὴν δυσφημιστικὴν ὅτι συνάπτει ὁ ἴδιος συμβάσεις καὶ λαμβάνει προμηθείας. Ἐνῷ ἡ μηνυθεῖσα ἐφημερὶς τοῦ ἀπέδιδε συγκεκριμένως καὶ εἰδικῶς τὴν αἰτίασιν αὐτήν.
§122Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀναφέρει ὡς πόρισμα.
§123Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄλλο τὸ ἕνα ἄλλο τὸ ἄλλο. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν ὡς ἐγένοντο ταῦτα δεκτὰ ἀπὸ τὰ Δικαστικὰ βουλεύματα, διότι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐγένετο ὁ ἔλεγχος.
§124Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Ἐφημερὶς τῶν Τ.Τ.Τ. ἔγραψεν ὅτι διὰ τὴν σύμβασιν τῶν τηλεφώνων γίνεται χρῆσις χρυσοῦ καὶ μάλιστα τοὺς ἐκαλέσατε ὑμεῖς ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς ἀπολογίαν. Αὐτὰ τὰ ἔγραψε πολὺ πρὶν ἀπὸ τὰ τῆς Μυτιλήνης.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει διὰ τὸν Ὑπουργὸν ὅτι ἐλάμβανε προμηθείας. Τὸ λέγει ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης. Σᾶς λέγει ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν ὡς ἔγιναν ταῦτα ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὸ βούλευμα.
§126Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, μοῦ ἐπιτρέπετε;
§127Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς παρακαλῶ.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶχε βεβαίως κ. ὑπουργὲ ὁ παραιτηθεὶς συνάδελφός σας τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ οἱανδήποτε ἤθελε ἐφημερίδα καὶ μάλιστα νὰ προτιμήσῃ τοῦ τόπου του διὰ ν’ ἀποδειχθῇ κατὰ τι περισσότερον ἡ ἀθωότης του. Ἀλλ’ ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ἐφημερίδες ὅμοια καταγγέλλουν τοῦτο δὲν εἶναι ἀνακριβές. Ὅταν λέγῃ, ὅτι συνάπτονται σκανδαλώδει συμβάσεις καὶ ἀπὸ ἕνα ὡρισμένον ὑπουργὸν τὶ σημαίνει;
§129Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐλέγχετε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἤσκησε πειθαρχικὸν ἔλεγχον ἐναντίον δικαστῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι παρηρμήνευσαν προφανῶς τὸν νόμον καὶ ἀμελῶς ἐξετίμησαν τὰ πραγματικὰ περιστατικά. Δὲν νομίζω ὅτι εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίζετε ἀορίστως χωρὶς κἄν νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς ἐφημερίδας — ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν τὰς εἴχατε τὰς ἐφημερίδας — ὅτι κακῶς ἐγένετο ὁ ἔλεγχος, διότι δῆθεν αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι γράφουν τὰ αὐτὰ περιστατικά. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν γεγονότων ὡς ταῦτα ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὰ βουλεύματα. Αὐτὸ ὀφείλω νὰ ἔχω ἐγὼ ὡς βάσιν διὰ νὰ δικαιολογήσω δικαστικῶς, νομικῶς, κοινοβουλευτικῶς, καί πολιτικῶς τὴν ἐνέργειάν μου, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην λαμβάνω ἀκεραίαν διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ πειθαρχικοῦ ἐλέγχου. Ἔκρινεν λοιπόν, τὸ πρωτοβάθμιον συμβούλιον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθοῦν οἱ κατηγορούμενοι, διότι δὲν εἶχον τὴν δολίαν προαίρεσιν. Δὲν λέγουν κἄν, οὔτε νὰ ἐξυβρίσουν οὔτε νὰ δυσφημίσουν. (ἀναγινώσκει). Δὲν φαίνεται δολία πρόθεσις. Τὸ ἴδιον βούλευμα ὡς σᾶς εἶπον ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ δημοσίευμα καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ἐξυβριστικόν. Τὸ ἀναφέρω αὐτὸ διὰ νὰ ὑπογραμμίσω τὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ βουλεύματος καὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν τοῦ ὅλου δημοσιεύματος ὡς ἀποτελοῦντος ἄσκησιν ἐλέγχου δημοσιογραφικοῦ, διὰ τὴν γνώμην, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδιώχθησαν πειθαρχικῶς ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἀπεδέχθη τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρωτοβαθμίου βουλεύματος υἱοθετῆσαν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελέως κατὰ τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἀπηλλάγησαν οἱ κατηγορούμενοι ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ τοὺς ἐν τῷ βουλεύματι λόγους καὶ διότι, ὡς λέγει ἐπὶ λέξει «φαίνεται ἡμῖν, ὅτι ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος εἶναι ἀπαραίτητος διότι τὸ imperium ἀσυναισθήτως καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον παρασύρει τὸν δι’ αὐτοῦ περιβεβλημμένον δημόσιον ὑπάλληλον εἰς τοιαύτας ὑπερβασίας. Δὲν λέγει πολλάκις, δὲν λέγει ἐνίοτε ἀλλά, ὅτι κατὰ κανόνα παρασύρει τὸν ὑπάλληλον τὸν περιβεβλημμένον δι’ αὐτοῦ εἰς ὑπερβασίας. Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ εἰσαγγελέως ἀπεδέχθη τὸ συμβούλιον, δὲν ἔχει δὲ σημασίαν, ἂν τὴν ἀπεδέχθη μὲ ἕνα τυπικὸν πράγματι αἰτιολογικόν. Εἰς τὰς ἀπολογίας των ὅμως οἱ διωχθέντες πειθαρχικῶς Ἐφέται καὶ ἰδίᾳ ὁ πρόεδρος τοῦ συμβουλίου ἰσχυρίζονται ὅτι ἀπεδέχθησαν τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ἐπαρκῶν ἐνδείξεων, καὶ δὲν υἱοθέτησαν τὴν θεωρίαν τοῦ εἰσσαγγελέως, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζουν καὶ αὐτοὶ ὡς ἄστοχον. Ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του προσθέτει παραδόξως ὅτι διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν κατηγορουμένων ἐπροστάτευσαν τὸν μηνυτήν, διότι τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων οὐδέποτε δικάζουν τοὺς δημοσιογράφους. Ὁ ἴδιος εἰς τὴν αὐτὴν ἀπολογίαν καὶ ὀλίγον ἀνωτέρω διατυπώνει τὴν διαμαρτυρίαν, ὅτι διὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ πειθαρχικοῦ ἐλέγχου ὑπεισελθόντος δῆθεν εἰς τὴν δικαστικὴν κρίσιν, σαλεύεται δῆθεν τὸ θάρρος καὶ ἡ εὐστάθεια ἡ ψυχικὴ τῶν δικαστῶν!
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ πρόεδρος τῶν ἐφετῶν ἀναφέρεται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων;.....
§131Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς της Δικαιοσύνης). Φρονεῖτε σεῖς, ὅτι τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη θεωρῇ ἐνόχους τοὺς κατηγορουμένους δὲν τοὺς παραπέμπει διότι τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων δὲν θὰ τοὺς καταδικάσῃ;
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐξάγετε, ὄχι ἡμεῖς.
§133Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλετε νὰ σᾶς τὸ ξαναδιαβάσω; Ὄχι μόνον διότι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις... (ἀναγινώσκει).
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπικουρικῶς τὸ λέγει αὐτό.
§135Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔστω καὶ ἐπικουρικῶς. Ἀλλ’ ὁ δικαστὴς αὐτός, ὁ ὁποῖος διατυπώνει τὸ παράπονον, ὅτι δῆθεν ἐπενέβημεν διὰ τοῦ ἐλέγχου εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὁ δικαστὴς αὐτὸς δὲν διστάζει εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς ἀπολογίας του νὰ κάμῃ ἀτόπως ὀλίγην πολιτικὴν καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐπροστάτευσε τὸν μηνυτὴν ὑπουργόν....
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως.
§137Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω κατωτέρω—διότι ὡμολογήσατε σεῖς, ὅτι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς σχετικοὺς νόμους—δὲν ἐγένετο ἀπολύτως καμμία ἐπέμβασις. Ἠσκήθησαν ἁπλῶς δικαιώματα παρεχόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρισμένα, ἀσκηθέντα πάντοτε, ἀσκούμενα καθημερινῶς καὶ εἰς πᾶσαν ὁμοίαν περίπτωσιν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐθίξατε τὸ θέμα αὐτὸ τώρα, κρατῶ εἰς χεῖρας μου καὶ θέτω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς εἴκοσιν ἐκκρεμεῖς πειθαρχικὰς δικογραφίας ἐναντίον δικαστικῶν συμβουλίων καὶ δικαστηρίων διὰ κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ δι’ ἀμελῆ ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν. Ἐγὼ ὁ ἴδιος παρήγγειλα τὴν δίωξιν, διότι συμβούλια Πλημμελειοδικῶν ἐν Ἀθήναις παρέπεμψαν πολίτας ἐπὶ παραβάσει ἑνὸς δικαστικοῦ διατάγματος περὶ τοῦ συναλλάγματος, ἐπιβάλλοντος ποινὴν θανάτου, τὸ ὁποῖον διάταγμα ἀπὸ 4–5 ἐτῶν ἦτο ἤδη κατηργημένον.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μέγας θόρυβος ἐνῷ κανένας θόρυβος δὲν ἔγινεν.
§139Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἐκάματε τώρα θόρυβον, καὶ μάλιστα λέγετε, ὅτι εἰς καμμίαν ἄλλην περίπτωσιν δὲν ἠσκήσαμεν τὸν ἔλεγχον εἰμὴ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι ὁ μηνυτὴς ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν λέγω ἐγώ, ὅτι εἶναι 20 ἄλλαι περιπτώσεις παρόμοιαι.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ τὴν τερατώδη αὐτὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου δὲν ἔγινε θόρυβος ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§141Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνῃ θόρθος. Εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις οἱ δικασταὶ ὑποπίπτουν εἰς πλάνας, εἰς προφανεῖς παραβάσεις καὶ παρερμηνείας τοῦ νόμου. Εἰς μίαν περίπτωσιν ἐδέχθησαν μετατροπὴν ποινῆς ἐπὶ ζωοκλοπῆς. Ἦτο προφανῶς κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ ἐσφαλμένη ἑρμηνεία αὐτοῦ. Ἔγινε δίωξις πειθαρχική. Εἰς ἄλλην ἐπέβαλον προφυλάκισιν ἐκεῖ ποὺ δὲν προεβλέπετο. Ἐδιώχθησαν πειθαρχικῶς.
§142Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι παράβασις τοῦ νόμου.
§143Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι εἰς τὰς περιπτώσεις ποὺ ἀναφέρω. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς εἶναι ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, ἀλλ’ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ὑπὸ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀσκεῖται τοιοῦτος ἔλεγχος. Διότι ἔχει ἤδη διοικητικῶς νομολογηθῆ, ἔχει γίνῃ δεκτὸν δι’ ἐγκυκλίων ἀπὸ τὸν μακαρίτην Δημητρακόπουλον, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν σοφαί, ὅτι ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν ὅταν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας νόμων, καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη ἐὰν εἶναι αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ πειθαρχικὸν παράπτωμα, εἶναι θεωρία πεπλανημένη. Διότι λέγει ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος. «Ἐὰν ἤθελον ἐπικρατήσει ἀπολύτως αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἀνεξελέγκτου τῆς καταφώρως πρὸς τὰ πράγματα ἀντικειμένης οὐσιαστικῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ καὶ τῆς προφανῶς ἐσφαλμένης ἑρμηνείας τοῦ νόμου παρ’ αὐτοῦ ἤθελον ἐπιβραβεύεσθαι πᾶσα πρὸς τὰ κείμενα τοῦ νόμου ἀβλεψία καὶ πᾶσα ἐκ κουφότητος ἢ ραθυμίας ἀσυγγνώστου προελθοῦσα οὐσιαστικὴ κρίσις». Τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν ἔχει ἐπαναλάβει καὶ ὁ Ρακτιβὰν τὸ 1912». Ἡ σφαλερὰ περὶ τὸν ἔλεγχον τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν κρίσις τοῦ δικαστοῦ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πειθαρχικὸν παράπτωμα ἐφ’ ὅσον ἡ κρίσις αὕτη εἶναι προϊόν κουφότητος ἢ ἀσυγνώστου παραδρομῆς ἢ ἀβλεψίας· πολὺ δ’ ἐπικίνδυνον θὰ ἦτο διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἐὰν ὑπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνεξελέγκτου τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως ἐκαλύπτοντο καταφώρως πρὸς τὰ πράγματα ἀντικείμεναι ἀποφάσεις. (χειροκροτήματα). Λέγει αὐτὰ ὁ Ρακτιβάν. Λέγει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα προηγουμένως ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος. Καὶ ἰσχυρίζονται σήμερον οἱ ἐπερωτῶντες, μετὰ παρέλευσιν εἰκοσαετίας ὁλοκλήρου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζονται πιστῶς αἱ ἀρχαὶ αὗται—καὶ καλῶς ἐφαρμόζονται—διότι ἄλλως θὰ καθιεροῦτο τό ἀνεξέλεγκτον καὶ αὐθαίρετον τῆς δικαστικῆς κρίσεως—ὅτι ἐπενέβημεν δῆθεν εἰς τὴν κρίσιν τὴν οὐσιαστικὴν τῶν δικαστῶν, καὶ ἠθελήσαμεν ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ τρομοκρατήσωμεν τὴν δικαστικήν. Καὶ λέγονται ταῦτα παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς, στοιχειώδης καὶ βασικὴ ἔννοια τῶν ὁποίων εἶναι ἡ εὐθύνη ὅλων τῶν ἀσκούντων δημοσίαν ἐξουσίαν. Ἐνηργήσαμεν λοιπὸν, κύριοι βουλευταί, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἠγνοήθη κατὰ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν. Καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐνῷ ἡμεῖς κατηγορήθημεν, ὅτι διὰ τοῦ ἐλέγχου τούτου, τὸν ὁποῖον νομίμως καὶ κανονικῶς ἠσκήσαμεν, παραγγείλαντες μάλιστα τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἠθελήσαμεν δῆθεν νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διεσύραμεν. Οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταὶ οἱ ἐπερωτῶντες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ ὥρας ἤλεγχον τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ δριμύτητος διὰ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν οὗτος εἰς τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπέβαλε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζουν ἴσως ὅτι δὲν διέσυραν τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὲν ἔθιξαν οὕτω τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἤσκησαν μάλιστα σχετικῶς καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐνῷ καὶ ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος κατὰ τῶν δικαστῶν, εἶναι γνωστόν, πῶς ἀσκεῖται, διότι ὑπάρχει ὡρισμένη πρὸς τοῦτο διαδικασία, τὴν ὁποίαν καθορίζουν εἰδικὰ ἄρθρα τοῦ νέου Συντάγματος.
§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀποκλείει τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν.
§145Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι σκοπίμως ἐγένετο μετατόπισις τοῦ ζητήματος. Ὁ ἔλεγχος ἐστρέφετο κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἀσκοῦντος παρανόμως δῆθεν πειθαρχικὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ μετετοπίσθη εἰς ἔλεγχον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ ἐκφρασθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ χυθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Δικαιοσύνην διότι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς ἔχει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ταχθεῖ τοιοῦτος εἰσαγγελεὺς τὸν ὁποῖον ἀορίστως ἐζήτησαν πάλιν νὰ διαβάλλουν χωρὶς νὰ ἔχουν τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα καὶ προφανῶς διὰ λόγους καθαρῶς πολιτικούς...... (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂς χειροκροτῇ ἡ πλειοψηφία. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπομεν τὰ πιστεύομεν ἀκραδάντως. Ἄς παύσουν αὐτὰ τὰ χειροκροτήματα διότι τέλος ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου.....
§147Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλὰ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν διέπραξε καμμίαν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐφήρμοσεν ἁπλῶς τὸν νόμον. Δὲν πταίω ἐγώ, ἄν τὸ ἀγνοῆτε, καὶ εἰδικῶς τὸ ἄρθρον 306 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον λέγει: «Πάντοτε ὁ ἀποστέλλων τὴν δικογραφίαν εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς προσηκούσας παρατηρήσεις». Ὑπέβαλε λοιπὸν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἀπόφασιν τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπέφερε εἰς τὴν ἔκθεσίν του τὰς ἐπ’ ἐπ’ αὐτῆς παρατηρήσεις του. Οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἐξεπλήρωσε ρητὴν ὑποχρέωσιν, ὁριζομένην ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν δὲν ἐπέφερε τὰς παρατηρήσεις του θὰ παρέλειπε τὸ καθῆκον του καί ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶχε τότε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν δικογραφίαν διὰ ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως ἐπὶ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἰδικήν μου εὐθύνην, διότι ἀτόπως καὶ ἀδικαιολογήτως καὶ μᾶλλον διὰ γενικὰς πολιτικὰς ἐντυπώσεις παρενεβλήθη εἰς τό μέσον ὁ ἔλεγχος κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὶ ἔπραξεν ἐν προκειμένῳ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι βουλευταί; Ἔλαβα γνῶσιν ὅτι τοιαῦτα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα βουλεύματα τῶν συμβουλίων. Ἐζήτησα τὴν ὑποβολὴν τῆς δικογραφίας, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἤδη εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ δικαστηρίου Μυτιλήνης, τὴν ἐμελέτησα, ἐμόρφωσα τὴν γνώμην ὅτι πράγματι ἔλαβε χώραν προφανῶς παρερμηνεία τοῦ νόμου καὶ δι’ ἑνὸς ἐγγράφου μου, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον σαφὲς καὶ ὁμιλεῖ περὶ παρερμηνείας τοῦ νεωτέρου νόμου περὶ δυσφημήσεως, παρήγγειλα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ν’ ἀσκήσῃ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον καὶ ἐν καιρῷ ν’ ἀναφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ.
§148Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν διαβάζετε τὸ ἄρθρον 98 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ δικαστηρίου ἐξ οὗ ἀντλῆτε τὰ δικαιώματά σας;
§149Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ, κ. συνάδελφε, καμμία ἀμφιβολία. Εἶναι τόσον κατηγορηματικὰ τὰ ἄρθρα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλως τε ἀνεγνωρίσθη τοῦτο, τοὐλάχιστον ἐκ μέρους ἐνίων τῶν ἐπερωτώντων. Προεκάλεσα λοιπὸν πειθαρχικὴν δίωξιν, δηλαδὴ ἔδωκα παραγγελίαν ν’ ἀσκηθῇ ὁ προσήκων ἔλεγχος ἐν καιρῷ.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπε κανεὶς ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα;
§151Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα ὁ κ. Γιαννόπουλος. Καὶ αὐτὸς εἶπε καὶ σεῖς τὸ εἴπατε ὅτι ἐπενέβη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὴν δικαστικήν.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπομεν ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἐπέμβασις. Δὲν εἴπομεν ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ.
§153Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπὸν καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα παρήγγειλα τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, διότι εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι πράγματι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο, ἔλαβε χώραν παρερμηνεία τοῦ νόμου. Καὶ διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δῆθεν τὸ ἀνώτατον πειθαρχικὸν συμβούλιον δὲν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συνεκρούσθη δῆθεν πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπήλλαξε τὸ διωχθὲν συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Θὰ ἀναγνώσω τὴν περικοπὴν τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου. «Ἐπειδὴ καὶ ὁ παρὰ τοῖς Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς εἶναι... (ἀναγινώσκει).
§154Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§155Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν παρηκολουθεῖτε, κ. συνάδελφε, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τύπου, θὰ ἐμανθάνατε ὅτι ἐπὶ τῆς δυσφημήσεως ὁ δόλος συνίσταται εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ προσαπτόμενον εἶναι ἐπιτήδειον νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόληψιν καὶ οὐχὶ ὅτι τοῦτο ἀποδίδεται ἐν γνώσει τῆς ἀναληθείας. Λοιπὸν λέγει ὁ Ἅρειος Πάγος «οἱ δικασταὶ μὴ ἀποδώσαντες τὴν προσήκουσαν ἔννοιαν τῆς...... (ἀναγινώσκει). ...... ποινάς». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία. Ἡμεῖς μὲν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ πλάνη τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται τὸ συμβούλιον περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ὑπῆρξε προϊὸν κουφότητος, συνεπαγομένης πειθαρχικὴν δίωξιν, τὸ συμβούλιον ὅμως ἔκρινεν ὅτι δὲν εἶναι τόσον βαρεία ἡ ἀμέλεια αὕτη καὶ εἶναι μᾶλλον ἡμαρτημένη ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Κατωτέρω δέχεται διὰ τὸν εἰσαγγελέα ὅτι «ἥμαρτεν ὑποπεσών. (ἀναγινώσκει). Ὁ Ἅρειος Πάγος δηλαδὴ ἐτιμώρησε τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν διὰ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἐκ περισσοῦ καὶ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου διετύπωσεν εἰς τὴν πρότασίν του.
§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ θεωρία ἡ ὁποία δὲν ἤσκησε καμμίαν ἐπιρροὴν διὰ τήν ἀπόφασιν.
§157Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ εἰσαγγελεὺς ὁ διωχθεὶς λέγει τὰ ἑξῆς εἰς τὴν ἀπολογίαν του. (ἀναγινώσκει). Καὶ ἄλλος δικαστικὸς ἀπολογούμενος λέγει «ἀποκαλύπτομαι πρὸ τῆς ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τὴν ποίαν ἔκαμεν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου». Παρακάτω ὁ εἰσαγγελεὺς ὁμολογεῖ. (ἀεαγινώσκει). Πρόσωπον τοῦ ὁποίου ἐθίξαμεν τὴν δικαστικὴν εὐψυχίαν καὶ εὐστάθειαν ὡς εἶπον οἱ ἐπερωτῶντες (ἐν τιμῇ διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ θίξω τὸν μηνυτὴν τὸν ὁποῖον τιμῶ κλπ. Ἐνῷ εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν πειθαρχικὴν ἡ ὁποία διατυποῦται σαφῶς διὰ τοῦ κατηγορητηρίου ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τῷ παρατηρεῖ ὅτι «ὑποστηρίζοντες ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ δημοσιογράφος ὅτι ἕνας ὑπουργὸς συνάπτει συμβάσεις καὶ λαμβάνει προμηθείας εἶναι ἔλεγχος ὁ ὁποῖος μάλιστα χρειάζεται διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰς ὑπερβασίας εἰς τὰς ὁποίας παρασύρωνται ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν κάμνετε τίποτ’ ἄλλο παρὰ ἐμμέσως υἱοθετεῖτε τὴν παράνομον ἐνέργειαν τοῦ κατηγορουμένου δημοσιογράφου», ἀντὶ νὰ ἀντικρούσῃ μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν τοιαύτην αἰτίασιν, κάμνει τὴν δήλωσιν ὁ θιχθεὶς εἰς τὴν εὐψυχίαν του τὴν δικαστικὴν ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ὅτι δὲν ἔχει τίποτε μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ μηνυτοῦ καὶ τὸν ἐκτιμᾷ ἀπολύτως. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰσαγγελεὺς δυστυχῶς πολλάκις ὑποπίπτει εἰς τοιαῦτα σφάλματα καὶ δὲν ἔχει διωχθῇ αὐστηρῶς. Εἶχεν ἄλλοτε διὰ μιᾶς του ἐγκυκλίου παραγγείλει εἰς τὰ δικαστικὰ ὄργανα νὰ μὴ ὑπακούουν εἰς ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὰ προανακριτικὰ ὄργανα, τὰ τελωνειακά, τὰ φορολογικά, διότι ἦτο παράνομος καὶ ὁ συντάξας, ὡς ἔγραφεν, πρέπει νὰ εἶναι ἀγράμματος». Εἶχε δὲ σημειωτέον ἡ ἐγκύκλιος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐτιμωρήθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἐπιπλήξεως διότι τόσον ἀνοικείως ἐξεφράζετο δι’ ἐγκύκλιον ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἦλθε τότε εἰς ἐμὲ καὶ μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν πρόθεσιν. Τὸν ἔκρινα δ’ ἐπιεικῶς καὶ τὸν παρετήρησα ἁπλῶς, ἀπαλλάξας αὐτὸν τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ὑποθέτω τόσον σαφεῖς καὶ τόσον καθαραὶ αἱ ἀπόψεις αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ πνεῦμα τῶν ὁποίων προεκάλεσε τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος τόσον ἐπιστημονικῶς, ὅσον καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἐν προκειμένῳ ἔλαβε χώραν ἐνέργεια ἡ ὁποία εἶχε σκοπόν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ ἐμπνεύσῃ οἱονδήποτε φόβον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων της. Εἶπον ὅτι εἰς πλείστας περιπτώσεις ἠσκήσαμεν τοιοῦτον πειθαρχικὸν ἔλεγχον, τὸν ἠσκήσαμεν δὲ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ ποινικὰ δικαστήρια δικάζοντα δύνανται νὰ εἶναι αὐθαίρετα καὶ ἀνεξέλεγκτα, ὅταν προφανῶς παραβαίνουν τὸν νόμον ἢ ὅταν κρίνουν μὲ προφανῆ κουφότητα τὰ πραγματικὰ περιστατικά. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἡ δίωξις διὰ τὴν παρερμηνείαν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ ἁρμόδιον δικαστικὸν σομβούλιον, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς ἐπηρεάσθη ἀπὸ οἱανδήποτε ἀνακοίνωσιν Κυβερνητικήν, ἀπεδέχθη. Ὑπῆρξεν, εἶπεν, ἡ παρερμηνεία προφανής, δὲν ὑπῆρξεν ὅμως εἰς τοιοῦτον βαθμόν ὥστε νὰ ἐπάγεται εἰς πειθαρχικὴν ποινήν. Ἀλλ’ ἡ παράβασις εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη καὶ παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι τόσον σαφής, ὥστε «δὲν νομίζω ὅτι δικαιολογεῖται ἡ ὑποστήριξις τῆς τιμωρηθείσης θεωρίας του καὶ ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου βήματος. Δὲν εἶναι νομίζω ἐπιτετραμμένον εἰς ἔγγραφον εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἀπευθυνόμενον πρὸς ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Κράτους νὰ ὑποστηρίζεται ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἔχει πολλὴν συγγένειαν πρὸς τὰς νέας ἀναρχικὰς ἀντικρατικὰς καὶ ἀντικοινωνικὰς θεωρίας, ὅτι τὸ imperium δηλαδὴ ἡ Κρατικὴ ἐξουσία, ἀποτελεῖ πηγὴν καὶ ἀφορμὴν ὑπερβασιῶν. Εἶναι θεωρία ἡ ὁποία βάλλει εἰς τὴν βάσιν της τὴν Κρατικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ σήμερον παρὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ὅτι τὸ impeaium, δηλαδὴ ἡ Κρατικὴ ἐξουσία, παρασύρει πάντας τοὺς περιβεβλημένους αὐτὴν εἰς ὑπερβασίας.
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν λέγει πάντας.
§159Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Δὲν μεταχειρίζεται μὲν τὴν λέξιν «πάντας» ἀλλὰ λέγει «τοὺς δι’ αὐτῆς περιβεβλημένους.....» (ἀναγινώσκει).
§160Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν λέγει αὐτό.
§161Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Τὸ ἐδιάβασα καὶ δὲν τὴ ἐπροσέξατε· δὲν λέγει κἄν πολλάκις. Ὑποστηρίζει δηλαδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅτι ἡ Κρατικὴ ἐξουσία παρασύρει πάντοτε εἰς ὑπερβασίας πάντα ὑπάλληλον περιβεβλημένον αὐτὴν.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν λέγει πάντας.
§163Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Λέγει ἐπαναλαμβάνω γενικῶς «τούς δι’ αὐτῆς περιβεβλημένους». Δὲν εἶναι πάντως ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ λέγῃ ὁ Εἰσαγγελεύς.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἴχετε ὑπαλλήλους νὰ δώσητε τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι ὑπερβολική, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀθώα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διαδίδει ἰδέας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναρχικαί. Διαμαρτύρομαι καὶ ὡς ἄτομον δι’ ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§165Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργός τῆς Δικαιοσύνης) Καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐνσυνειδήτως καὶ ἐν πεποιθήσει Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην θεωρίαν. Καὶ ὁ ἴδιος ἄλλως ὡμολόγησε, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη ἀτυχής. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς καὶ ὅλων τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας δύναται εἰς τρίτον νὰ παραχθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πράγματι ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι ὀρθὴ καὶ βάσιμος. Κατ’ αὐτῆς ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς ἐντυπώσεως τῶν τρίτων διὰ τὴν ὁποίαν διαμαρτύρεσθε σεῖς, διαμαρτύρομαι καὶ ἐγώ. Ἀκριβῶς δὲ ὁ λόγος αὐτὸς ἐνέπνευσεν εἰς ἐμὲ σκέψιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη θεωρία ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἀπαράδεκτος. «Ὅτι αἱ τοιαῦται δυσφημιστικαὶ ἐκφράσεις ἀποτελοῦν δημοσιογραφικὸν ἔλεγχον ὁ ὁποῖος προλαμβάνει καὶ παρακωλύει τὰς ὑπερβασίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς καταχρήσεις». Διότι ὡς ἐξηγεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ κατηγορητήριον καὶ τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ ἀγνοοῦν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέγχου. Διότι τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τὴν καθορίζουν οἱ κείμενοι νόμοι. Οἱ κείμενοι ποινικοὶ νόμοι καθορίζουν τὶ εἶναι ἔλεγχος, τὶ εἶναι ἐπίκρισις, τὶ εἶναι δυσφήμισις καὶ τὶ εἶναι ἐξύβρισις. Δὲν δύνανται νὰ τὸ ἀγνοοῦν αὐτὸ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ οἱ Ἐφέται. Καὶ ἐντούτοις ἐνῷ ἀναγνωρίζουν εἰς τὸ βούλευμα ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς τοῦ τύπου εἶναι ἐπιβεβλημένος διὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰς ὑπερβασίας, οἱ ἴδιοι εἰς τὰς ἀπολογίας των λέγουν, ὅτι δυστυχῶς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁρκωτὰ ἰδίως, δὲν τιμωροῦν αὐτὰ τὰ ἀδικήματα. Δηλαδὴ ἐνῷ δέχονται, ὅτι ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος εἶναι ἐπιβεβλημένος ἐν τούτοις ἐπικρίνουν τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια τὰ συμμεριζόμενα τὴν θεωρίαν των. Καὶ ἐν τούτῳ διαπράττουν μίαν προφανῆ λογικὴν ἀντίφασιν. Κύριοι Βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι ἀσκοῦντες τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον ἡμεῖς, κλονίζομεν δῆθεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀντιθέτως νομίζομεν, ὅτι ἐπιδιώκομεν οὕτω νὰ καταστήσωμεν περισσότερον σεβαστὴν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν, πείθοντες τὸν δικαζόμενον λαὸν ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας παρὰ τῶν λειτουργῶν τῶν τεταγμένων πρὸς τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνεξέλεγκτος καὶ αὐθαίρετος. Τοῦτο δὲ θέλει καὶ ζητεῖ ὁ λαός. Θέλει δικαιοσύνην δικάζουσαν συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους μὴ αὐθαιρετοῦσαν καὶ μὴ ἀδικοῦσαν. Καὶ ὅταν ἡ πειθαρχικὴ δίωξις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ὑπενθυμίζῃ εἰς τοὺς δικαστὰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἵνα προσέχουν περισσότερον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, εἶναι φανερὸν, ὅτι οἱ ἀσκοῦντες ταύτην ἐπιδιώκουν τὴν ἀνύψωσιν τῶν δικαστῶν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, τὴν ἐμπέδωσιν εἰς αὐτὴν τοῦ προνομίου τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτῆς τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν δύνασθε, κύριοι, διὰ νὰ ἀγρεύσητε μίαν προσωρινὴν ἐντύπωσιν νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι θέλομεν δῆθεν νὰ κλονίσωμεν τὰ βάθρα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης ὅταν ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς, ὅτι ὀφείλουν νὰ προσέχουν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ὅτι ὀφείλουν νὰ ἐκτιμοῦν ὀρθῶς τὰ πραγματικὰ περιστατικά. Ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἤσκησε καὶ ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν κατὰ δικαστῶν, οἵτινες ἀπεδέχθησαν ὅτι δὲν ἐξετέλεσε ὁ κατηγορούμενος τὴν ἀποδιδομένην πρᾶξιν, ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ κατηγορούμενος ὡμολόγησε ὅτι ἐρράπισε τὸν παθόντα. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη προφανὴς σύγκρουσις πρὸς τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ βεβαιούμενα εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη προφανὴς παρερμηνεία τοῦ νόμου νομίζετε, ὅτι ὑπεισέρχεται εἰς τὴν οὐσιαστικὴν καὶ νομικὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν ὁ πειθαρχικῶς ἔλεγχος; Ἐὰν ἀνετρέχετε ὀλίγον εἰς ὡρισμένα κείμενα τῶν παλαιῶν καὶ ἐγκύρων ἑρμηνευτῶν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν σχετικῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθιερώσει μίαν παράδωσιν διοικητικῆς νομολογίας, θὰ ἐπείθεσθε ὅτι ὁ πειθαρχικὸς ἔλεγχος ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς τονώσεως τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ὅτι καὶ νομίμως καὶ ὀρθῶς ἠσκήθη ὁ πειθαρχικὸς ἔλεγχος. Πιστεύω, ὅτι θὰ πεισθῇ ἀκόμη καὶ ὁ ἐκ τῶν ἐπερωτώντων φίλος κ. Τζερμιᾶς, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ πεισθῇ, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Διότι προσεκόμισα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς 20 ἐκκρεμεῖς πειθαρχικὰς δικογραφίας, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν κατόπιν παραπόνων καὶ ἄλλων πολιτῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ἡ αἰτίασις ὅτι μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν παρεπονέθη εἷς Ὑπουργὸς ἠσκήθη τοιαύτη δίωξις. Οἱοσδήποτε πολίτης ἄν ἀδικηθῇ καὶ προσέλθῃ παραπονούμενος εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἐὰν κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι συντρέχει περίπτωσις πειθαρχικῆς διώξεως δύνασθε νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι θὰ ἀσκηθῇ ἡ πειθαρχικὴ ἀγωγή, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν συνάδελφοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος μοῦ παρεπονέθησαν ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦ Μεσολογγίου κατεδίκασεν ἕνα δικηγόρον ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως εἶπε ὅτι θὰ κάμῃ ἀναίρεσιν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μοῦ ὑπεβλήθη καὶ ψήφισμα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, μοὶ παρεστάθη δ’ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἦτο προφανὴς ἡ παρανομία τοῦ Δικαστηρίου. Ἔπραξα καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ καθῆκον μου, διατάξας τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἀσκήσῃ τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν φρᾶσιν αὐτὴν τοῦ δικηγόρου ἔκριναν ὡς ἐξύβρισιν κατὰ τοῦ Δικαστηρίου Κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ αἰτίασις ὅτι εἶχεν ἄλλον τινὰ σκοπὸν ἡ ἄσκησις πειθαρχικῆς διώξεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος καὶ ἀδικαιολόγητος ἐκ τῶν πραγμάτων. Πιθανὸν ἐπακολουθήσαντα γεγονότα νὰ παρέσχον λαβήν, πάντως ἀδικαιολόγητον πρὸς τοιαύτην ἑρμηνείαν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φακέλλου καὶ τῶν ἀνεπτυχθέντων ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ τοιαύτη συσχέτισις ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀσκήσασα τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἤσκησεν, ἐφήρμοσε τὸν νόμον, τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε ἐπὶ τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς τὴν ἀπόφασιν, ἐφήρμοσε ἐπίσης τὸν νόμον. Δὲν ἔκαμε, κύριοι βουλευταί, τὸ συμβούλιον οὐδεμίαν ἀπολύτως σκέψιν περὶ παρανόμου ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ περὶ ἀπαραδέκτου ἧς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς. Ἐνῷ ἐὰν συνέτρεχε τοιαύτη περίπτωσις, βεβαίως θὰ τὴν ἐξήταζε τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, καὶ δὲν θὰ ἄφινε εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας νὰ τὴν ἀναπτύξουν, διότι καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιαν κήδεται τῆς αὐτοτελείας του καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας του περισσότερον ἀπ’ ὅσον κήδονται αὐτοῦ οἱ ἐπερωτῶντες ἢ ὅσον τοὐλάχιστον κηδόμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ ἀσκήσαντες τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον υἱοθέτησαν καὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ, ἀνώτατοι δικαστικοί.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10½ μ. μ.
(Ὥρα 8.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.20′ μ. μ.)
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς 20 Ἰουνίου ἐ. ἔ. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 20ῆς Ἰουνίου. ἐ. ἔ).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν δίωξιν τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου. Ὁ κ. Ράλλης.
§170Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον μελετήσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον διότι δυστυχῶς μὲ τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην διανέμονται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῇ τις ὅλην τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ δοθεῖσα πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας συναδέλφους μὲ κατέστησε ὑπόχρεον νὰ λάβω κ’ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπω, τινά, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλονται καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξε παρὰ τὴν ἐγνωσμένην αὐτοῦ εὐγλωττίαν λίαν ὠχρὸς σήμερον ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐνόητον διότι τὸ παράπτωμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐνεκάλεσαν αὐτὸν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ὑπῆρξε βαρὺ καὶ ἀποδεδειγμένον. Ἠθέλησε δὲ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρακάμψῃ τὴν κατηγορίαν ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλο θέμα ἄσχετον, καθαρῶς νομικὸν ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο περὶ νομικοῦ ἀλλὰ περὶ καθαρῶς πολιτικοῦ ζητήματος. Τὰ πράγματα ἐγένοντο οὕτω: 7 μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἑνὸς βουλεύματος τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγη ἕνας δημοσιογράφος τῆς Μυτιλήνης κατηγορηθεὶς ἐπὶ συκοφαντίᾳ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, 7 μῆνας μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐξήσκησε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ζητήσας λόγον ἀπὸ τοὺς δικαστὰς αὐτοῦ διὰ τὴν ἀπόφασίν τους. Ἡ πρώτη δίκη ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀπήντησε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καίτοι ἐθίγη αὕτη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἐπερωτήσαντας εἶναι διατὶ μόνον μετὰ 7 μῆνας προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἐπὶ 7 δὲ μῆνας ὁλοκλήρους, δὲν ἠσχολήθη μὲ τὴν ὑπόθεσιν καὶ μόνον μετὰ 7 μῆνας ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ λόγος ἀπὸ τοὺς δικαστὰς δυνάμει τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ. Ὁ λόγος εἶναι προφανής, ὁ λόγος εἶναι διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, δηλαδὴ μετὰ τὸ 7μηνον ἤρχισε δριμεῖα ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας εἶχε κατηγορηθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τῆς Μυτιλήνης καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, δριμεῖα ἐπίθεσις ἡ ὁποία ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διεδίδετο ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας διὰ τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τὰ καφενεῖα.
§171Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν Φεβρουάριον;
§172Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1931.
§173Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε κανένα δημοσίευμα σχετικόν.
§174Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπειρίαν δημοσιευμάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ τόμοι τῆς ἐφημερίδος «Ἡμερήσιος Τύπος».
§175Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι περυσινὴ προηγηθεῖσα τῆς μηνύσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο συζήτησις.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤρχισεν τότε ὅταν συνεζητεῖτο.
§177Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν προηγουμένως ἀναγραφέντων.
§178Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι μετὰ 7μηνον ὁλόκληρον προεκλήθη ἡ ἐνέργεια ὑμῶν διότι πλέον εἶχε καταστῆ κοινὸν μυστικόν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ὑπουργικῶν αὑτοῦ καθηκόντων, δὲν εἶχεν ἐπιδείξει ἐκεῖνον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ Κοινὴ Γνώμη παρὰ τῶν λειτουργῶν τῶν διαχειριζομένων τὰ ὑπουργικὰ καθήκοντα. Τοῦτο ἰσχυρίζομαι ἐγώ.
§179Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, ὅτι ἤρχισε ἡ συζήτησις εἰς τὸν Τύπον εἴτε τῶν Ἀθηνῶν εἴτε καὶ τῆς Μυτιλήνης ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ τελευταία παραίτησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Νὰ μοὶ φέρετε ἕνα δημοσίευμα τὸ ὁποῖον νὰ δεικνύῃ ἀφορμάς.
§180Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ τὶ ἔκαμα; Ἐγὼ ἤσκησα τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ὁρίζουν διατάξεις τῶν νόμων. Καὶ ἡ κατηγορία ποία εἶναι; Ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἤσκησε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς κατηγορίας ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησε, ἀλλὰ ἔλυσε τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος; Εἶπεν, ἐγὼ ἤσκησα μίαν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τοῦ νόμου καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦτο ἔλεγεν ἀρχόμενος τοῦ λόγου του σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἤλπιζον εἶπε, ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων οἱ ἐπερωτήσαντες βουλευταὶ ἤθελον παραιτηθῆ τοῦ λόγου πλέον καὶ τοῦ ἐλέγχου κατ’ ἐμοῦ καὶ ἐκφράζει τὴν ἔκπληξίν του διότι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων οἱ ἐπερωτήσαντες βουλευταὶ προέβησαν εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται νὰ λησμονῇ, ὅτι μεταξὺ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸ σπουδαιότερον ἔγγραφον ἀποτελεῖ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ ὅ,τε παρὰ τῷ Ἐφετείῳ Αἰγαίου εἰσαγγελεὺς ὡς καὶ οἱ ἐκδόντες τὸ ὡς ἄνω βούλευμα Ἐφέται Αἰγαίου κατέληξαν οὕτω, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο βαρεῖα τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀμέλεια. Τοιαύτη ὅμως δὲν ὑφίσταται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τούτου». Δηλαδὴ τὶ σᾶς λέγει τὸ Συμβούλιον; «Ὅτι ὡς σαφῶς προκύπτει καὶ ἐκ’ τῶν ἄρθρων...» Ὑμεῖς εἰς ἣν προέβητε ἐνέργειαν παραβάντες τὰς σαφεῖς ταύτας ὡς λέγει τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διατάξεις.
§181Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον;
§182Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τίποτε. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔλεγχος ὁ ὁποῖος ἠσκήθη καθ’ ὑμῶν ἀφορᾷ εἰς τὸ ὅτι κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων προέβητε εἰς μίαν δίωξιν πειθαρχικὴν κατὰ τῶν Δικαστῶν τοῦ Αἰγαίου καὶ ἐξεπλάγητε διότι μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου δὲν παρητήθησαν οἱ βουλευταὶ οἱ ὑποβάλλοντες τὴν ἐπερώτησιν, δὲν παρητήθησαν τοῦ ἐλέγχου, καὶ δὲν παρητήθησαν διότι ἐν τῷ φακέλλῳ εὗρον ἔγγραφον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν διά...
§183Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔπρεπε νὰ εἴχατε μελετήσει καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ. Μελετήσατε αὐτὸ διὰ ἴδητε ἂν ὁμιλῇ τὸ ἔγγραφον περὶ ἀμελείας.
§184Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Προέβητε εἰς τὴν δίωξιν δικαστῶν ἀποφανθέντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, τῆς γνώμης αὐτῶν, τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν, προέβητε εἰς δίωξιν δι’ ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου βαρυνομένου διὰ βαρυτάτης κατηγορίας. Διότι ἂν ἀπεδεικνύετο ἀληθὴς ἡ κατηγορία αὐτὴ, τὶ ὠφείλατε νὰ κάμητε; Διότι καὶ ἂν ἠμφισβητῆτο τό βάσιμον τῆς κατηγορίας, ἔπρεπεν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν νὰ μὴ ὑπῆρχε τὸ μέσον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης; Ἐὰν εἶχε δυσφημισθῆ ὁ ὑπουργὸς καὶ παρηρμηνεύθη ὑπὸ τῶν δικαστῶν ὁ νόμος περὶ δυσφημήσεως, ὑπῆρχεν τὸ μέσον διὰ τῆς ἀσκήσεως ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ μέσου τῆς ἀναιρέσεως. Διατὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἤσκησεν αὐτὸ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον εἶχε, τὴν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου; Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι βουλευταί, περὶ ὑπερασπίσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ἀδικουμένου πολίτου, ἐπρόκειτο περὶ ὑπερασπίσεως τοῦ ὑπουργοῦ ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ τρομοκρατηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν τὸν ὑπουργὸν διὰ παράβασιν τῶν ὑπουργικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον ἐπρόκειτο. Τὶ συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἔλαβα μίαν ἐφημερίδα τῆς Μυτιλήνης· προσεπάθησα νὰ ἀνεύρω ποῦ αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς διέπραξε τὴν δυσφήμησιν, καὶ παρ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν κατέβαλον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὴν δυσφήμησιν. Εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς νὰ μὴ διέκειτο φιλικῶς πρὸς τὸν ὑπουργόν, ἀλλὰ δὲν διέπραξε τὴν δυσφήμησιν διότι λέγει. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐφημερὶς...ὅπως καταγγέλλει τὸ Ἀθηναϊκὸν δημοσιογραφικὸν ὄργανον». Τὶ λέγει δημοσιογραφικὸν ὄργανον; Τὸ Ἀθηναϊκὸν δημοσιογραφικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον ὑπηνίσσετο τὸ ἄρθρον τῆς ἐφημερίδος τῆς Μυτιλήνης, λέγει ὅτι ὁ ὑπουργὸς διέπραξε πᾶσαν πρᾶξιν δυναμένην νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης περιέλαβε μίαν μόνον περίπτωσιν ἐξ ὅλων τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας λέγει τὸ Ἀθηναϊκὸν ὄργανον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε εὐσυνειδείτως: εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε—καὶ εἰς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος—εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ τότε κ. ὑπουργὸς ἐδικαιολογεῖτο ὑποβάλλων μήνυσιν μόνον κατὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Μυτιλήνης καὶ μὴ ὑποβάλλων μήνυσιν κατὰ τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν καθ’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι προέβησαν εἰς τὰς κατ’ αὐτοῦ δημοσιεύσεις, ἀλλ’ ἐξέλεξε τὴν ἐφημερίδα τῆς Μυτιλήνης διὰ λόγους τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχεν, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω καὶ νὰ κρίνω διατί οὕτως ἔπραξεν.
§186Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὴν μήνυσιν καθ’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀπευθύνῃ τὴν μήνυσιν αὐτοῦ καθ’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι διέπραξαν κατ’ αὐτοῦ τὸ ἀδίκημα τῆς δυσφημήσεως. Ἐγώ κρίνω πολιτικῶς τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ λέγω, ἕνας ὑπουργός, ὁ ὁποῖος καταγγέλλεται ἀπὸ 10–15 ἐφημερίδας ὅτι διαπράττει πράξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνήθικοι καὶ κολάζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, θὰ ἦτο εἰς τὴν θέσιν του ἴσως, ἐὰν ἔλεγεν «ἐγὼ τὰς περιφρονῶ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπευθύνω καμμίαν μήνυσιν». Εἶναι ὅμως ἐκτὸς τῆς θέσεώς του, εἶναι μεμπτέος, εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ὅταν προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν μιᾶς μόνον μηνύσεως κατὰ μιᾶς μόνον ἐφημερίδος, διότι τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι καλύπτει κάποιο δόλον ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπράχθη ἀναμφισβητήτως, δὲν θὰ διστάσω νὰ τὸ εἴπω ἐπράχθη διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἕνα βούλευμα ἀπαλλακτικὸν καὶ νὰ ἐφησυχάσῃ. Μετὰ ἕνα μῆνα ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἡ ἐπέμβασις προεκλήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπίστευεν ἀκραδάντως—ἔχω πεποίθησιν περὶ αὐτοῦ—εἰς τὴν δυσφήμησιν τοῦ ὑπουργοῦ του, καὶ μὴ γνωρίζων ὅτι ἐγράφησαν ἄλλα πράγματα ἐξεμάνη ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἐξεδόθη ἕνα βούλευμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν διὰ νομικοὺς μόνον λόγους οἱ δυσφημισταὶ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἐζήτησε τὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ τῶν δικαστῶν. Δὲν ἐγνώριζεν ἀναμφισβητήτως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς λεπτομερείας! αἱ ὁποῖαι ἀπεκαλύφθησαν. Διότι ἐὰν ἐγνώριζε τὰς λεπτομερείας φρονῶ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὄχι τελευταίως, ἀλλὰ ἀπὸ μακροῦ χρόνου θὰ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖαι λεπτομέρειαι ἀνεκαλύφθησαν κατόπιν;
§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ λεπτομέρειαι αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας.
§189Π. ΛΕΒΑΝΤΗΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἐλέγχεται ἐδῶ ἢ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;
§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ λέγετε σεῖς ὅ,τι θέλετε.
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ ρήτωρ ἔκρινε τὸ πῶς ἐνήργησα ἐγώ, ὀφείλω νὰ τοῦ εἴπω τοῦτο.
§192Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἡ πεποίθησις μου, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἔκαμα κρίσιν ἐγώ.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ γραφόμενα κατὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐκ μέρους μιᾶς ὡρισμένης ἐφημερίδος, τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου», τὰ εἶχον διαβάσει, διότι μοῦ ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν ἐφημερίδα. «Κάμνω ἔλεγχον, ἔλεγεν, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας». Εἶδον λοιπόν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἔγραφεν αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα διὰ τὰ ὁποῖα ἠλέγχετο ὁ ὑπουργὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν ἦτο τίποτε νέον. Δέν ἐζήτησα νὰ καταδιώξω τὴν ἐφημερίδα διὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔγραφεν, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀοριστιῶν. Δὲν ἔλεγεν, ὅτι πῆρε χρήματα διὰ νὰ κάμῃ τὰς συμβάσεις, ἔλεγεν, ὅτι ἐνήργισεν κακῶς, παρανόμως, ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ ἄλλους, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔλεγεν, ὅτι ἔλαβεν χρήματα. Διὰ τοῦτο καὶ διότι ἐγνώριζον, ὅτι δίκαι δὲν περατοῦνται ποτὲ μὲ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ὑπουργόν, ὅπως δὲν ἐζήτησα καὶ ἀπὸ ἄλλους ὑπουργούς, νὰ καταγγείλῃ δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ ὅταν ἔμαθον καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τοῦ πλημμελειοδικείου τῆς Μυτιλήνης, τὸ ὁποῖον ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ προβῶμεν πρὸς δίωξιν ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἐπέκρινε τὸν ὑπουργὸν ἐπαναλαμβάνουσα ὅσα ἔγραφον αἱ ἐδῶ ἐφημερίδες καὶ προσθέτουσα ὅτι ὁ ὑπουργὸς συνῆπτεν συμβάσεις λαμβάνων χρήματα, τότε βέβαια ἤμουν σύμφωνος ἢ μᾶλλον σᾶς τὰ διηγήθην ὄχι τόσον καλά. Ὅταν ἔμαθα ὅτι ὁ ὑπουργὸς κατήγγειλεν τὴν ἐφημερίδα καὶ ὅτι τὸ δικαστήριον εἶπεν ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔλεγχον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ἐξεμάνην ἀληθῶς, ἐξεμάνην καὶ εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ τό ἀνεχθῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα. Δὲν μποροῦν τὰ δικαστήρια νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγουν ὅτι ὅταν κατηγορεῖται ὅτι πῆρε χρήματα διὰ μίαν σύμβασιν, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔλεγχον. Δύναμαι νὰ εἴπω μάλιστα ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δυσφήμησις, ἀλλὰ συκοφαντία. Καὶ τότε ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβῇ εἰς τὴν δίωξιν, καὶ ἔστειλεν τὸ πρῶτον ἔγγραφον εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῆς Μυτιλήνης νὰ μᾶς ἀποστείλῃ τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐδημιουργήθη ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία. Σᾶς ἀναφέρω τὰ γεγονότα ὅπως ἔχουν. Εἰς ἐκ τῶν κ. συναδέλφων τῆς πτέρυγος αὐτῆς μὲ κατηγόρησεν ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ εἴπω αὐτὰ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δικαιολογηθῶ ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ. Εἶχεν καὶ ὁ ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος, τὸ ζήτημα δὲ θὰ ἤρχετο εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ ἀπεφάσιζεν ὅπως συνήθως γίνεται.
§194Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν προκύπτει σαφῶς ὅτι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔδωσαν εἰς αὐτὸν δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, ἐὰν μὴ τὶ ἄλλο. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐπληροφορήθη ὅτι ἐξεδόθη μία ἀπόφασις ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι εἶναι δικαίωμα νὰ ἐλέγχωνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπηλλάγη ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ δυσφημήσῃ, ἐνῷ τὸ βούλευμα δὲν ἔλεγεν αὐτά. Τὸ βούλευμα λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει δόλος, δὲν ἀποδεικνύεται ὁ δόλος.
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔλεγεν ὅτι «ἐὰν εἶπες εἰς ἕνα ὑπουργὸν ὅτι ὑπογράφει συμβάσεις λαμβάνων χρήματα, αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει δολίαν προαίρεσιν κατ’ ἀνάγκην».
§196Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποτελεῖ κατ’ ἀνάγκην δολίαν προαίρεσιν.
§197Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμφωνῶ ὅτι ὁ διὰ τοῦ Τύπου ἔλεγχος πράξεων τῶν ἀρχῶν εἶναι ἐπιβεβλημένος, δεδομένου ὅτι τὸ imperium κ. τ. λ. Ἆρα;
§198Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως.
§199Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἐξ ὁλοκλήρου τὸ βούλευμα.
§200Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ στηριχθῇ ὄπισθεν ἑνὸς τύπου.
§201Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τύπος εἶναι ἡ ἀπόφασις;
§202Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε καλῶς—σεῖς ὁ ἄριστος ποινικολόγος δὲν εἶναι δυνατόν παρὰ νὰ τὸ γνωρίζετε—ὅτι εἶναι τύπος ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν ἀπομακρύνονται τὰ δικαστικὰ συμβούλια σχεδὸν ποτέ, ὅταν ἐκδίδουν μίαν ἀπόφασιν σύμφωνα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως. Βέβαια δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ σκεπτικὸν αὐτὸ τοῦ εἰσαγγελέως ὅσον ἀφορᾷ τὸ imperium. Εἶναι λέγει, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν περιστατικῶν αὐτῶν, εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως. Τὶ ἐννοεῖ δι’ αὐτοῦ; Ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ κατηγορουμένου, δὲν ἀφορᾷ εἰς ὅλας τὰς σκέψεις.
§203Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Πάντως τὴν πρότασιν τὴν ἀποδέχεται.
§204Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Διατὶ νὰ τὰ ἀρνηθῆτε; Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὰ ἀρνηθῆτε. Δεχθῆτε τα. Νὰ εἴμεθα ὀλίγον εἰλικρινεῖς εἰς τὴν συζήτησιν. Ἔτσι εἶναι. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκπλαγῇ διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ προσφύγω εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διὰ νὰ εἴπω δι’ αὐτὸ ἐκεῖ τὶ ἰσχύει.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χαίρω πολὺ δι’ αὐτό.
§206Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο θὰ πράξω ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ πολλοῦ ἔχει τὰς σκέψεις τῶν Ἄγγλων ὅσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ πράγματα καὶ ἐν γένει τὰ νομικὰ πράγματα, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γνωρίζῃ τὶ οἱ Ἄγγλοι φρονοῦν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἐν πρώτοις ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν: ἐὰν γίνῃ δεκτή ἡ θεωρία ὅτι δι’ ἑκάστην ἀπόφασιν τὰ δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἴτε κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας παρερμηνεύουν πραγματικὰ γεγονότα εἴτε διὰ τὴν παρερμηνίαν νομικῶν διατάξεων, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φρονῇ ὅτι ὑπάρχει πράγματι δικαστικὴ ἐξουσία ἀνεξάρτητος, ἢ συμφωνεῖ μὲ ὅλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ψεῦδος καὶ ὑποκρισία; Διότι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ ἔχετε τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ τὴν κακὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, θὰ ἔχετε τὸν πέλεκυν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δικαστικὴ ἐξουσία ἀνεξάρτητος. Ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι αὐτὴ: ἐὰν ὑπάρξῃ παρερμηνεία τοῦ νόμου ἐκ μέρους δικαστηρίου τινὸς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἔφεσις ἢ νὰ γίνῃ ἀναίρεσις, διότι ὑπάρχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία Θ’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ τῶν δικαστῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ τὰ Ἐφετεῖα καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ὑφίστανται μόνον ψιλῷ ὀνόματι, διότι ὅτι θὰ γνωρίζουν ὅτι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἐπικρέμαται αὐτὸς ὁ πέλεκυς, βεβαίως συμφώνως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ ἑκάστοτε ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ἀντιλήψεις ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἢ ἐπὶ τῶν νομικῶν διατάξεων, θὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Ποία εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία σᾶς δίδετε; Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἶναι ὅταν κατάφωρος ὑπάρχει παράβασις τῶν νόμων ἢ τῶν πραγματικῶν γεγονότων κακῇ τῇ πίστει γενομένη καὶ ὄχι ὅταν ὑπάρχει μία παρερμηνεία τοῦ νόμου ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, ὄχι ὅταν ὑπάρχει μία κακή ἐκτίμησις τῶν πραγματικῶν γεγονότων, διότι τότε εἶναι ἁρμόδια τὰ δικαστήρια.
§207Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ ὅτι ὑπάρχει παράβασις νόμου;
§208Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὸ κρίνῃ ὁ ὑπουργὸς ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπισύρῃ κατ’ αὐτοῦ τὴν μομφὴν ὅτι ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, κατήργησε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ὅταν δὲ ὑπάρχουν περιπτώσεις οἵα ἡ παροῦσα, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε παντὶ σθένει ν’ ἀποφύγῃ νὰ ἐπέμβῃ.
§209Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔχει τὴν κύρωσιν τοῦ συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὶ μεγαλυτέραν ἱκανοποίησιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕνας ὑπουργός;
§210Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν ἐζητήθη ἡ δίωξις τοῦ εἰσαγγελέως ἀλλ’ ἡ δίωξις ὁλοκλήρου τοῦ Συμβουλίου καὶ ἂν θεωρεῖτε ὅτι ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐτιμώρησε τὸν εἰσαγγελέα, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δεχθῆτε καὶ τὴν ἀντίθετον ὄψιν, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν μορφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἄλλων δικαστῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ λέγετε ὅτι ἱκανοποιήθη ὁ ὑπουργὸς διότι τὸ Ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον εὑρέθη σύμφωνον μαζί του, τιμωροῦν τὸν εἰσαγγελέα καὶ δὲν συμφωνεῖτε μαζί μου, ὅταν λέγω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὑπέστη μίαν μείωσιν διὰ τῆς ἀποφάσεως ἀπαλλαγέντων τῶν δικαστῶν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε ν’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν;
§211Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
§212Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐτιμωρήθη ἕνας καὶ ὁ ἕνας αὐτὸς εἶνε Εἰσαγγελεύς, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἦσαν Δικασταί.
§213Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔχει σαφὲς περιεχόμενον. Ὁμιλεῖ περὶ παρερμηνείας τοῦ νόμου περὶ δυσφημήσεως. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἀποδέχεται παρερμηνείαν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἔχει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε ν’ ἀποτελῇ αὕτη πειθαρχικὸν παράπτωμα. Τὸ τέλος τοῦ ἐγγράφου, τοῦ ἰδικοῦ μου, εἶνε ἡ σύστασις πρὸς τὸς Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως αὐτὸς ἀσκήσῃ τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔλαβεν ἐντολὴν ν’ ἀσκήσῃ πειθαρχικὸν ἔλεγχον ἐναντίον ὡρισμένων δικαστῶν διότι, ἐὰν εἶνε ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ ὤφειλε νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὸν ἔλεγχον καὶ κατὰ τοῦ πρωτοβαθμίου συμβουλίου τῆς Μυτηλήνης καὶ κατὰ τοῦ δευτεροβαθμίου. Ἠσκήσαμεν μόνον κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ τῶν ἐφετῶν, ἐπρότεινε δὲ τὴν τιμωρίαν τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσηγητοῦ. Βλέπετε, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ δίωξις ἠσκήθη νομιμώτατα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν.
§214Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ ν’ ἀσκήσητε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ παρερμηνεία τοῦ νόμου. Ἄν δι’ ἑκάστην παρερμηνείαν τοῦ νόμου ἔπρεπε ν’ ἀσκῇ ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς δίωξιν, τότε ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἦτο περιττὸς. Διὰ τὴν παρερμηνείαν τῶν νόμων εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος ὁ ὁποῖος ἐξετάζει ἐὰν ἔλαβε χώραν παρερμηνεία καὶ προβαίνει εἰς τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε ὅτι ζητεῖτε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν διὰ παρερμηνείαν τοῦ νόμου. Τοῦτο εἶναι παράβασις τῶν καθηκόντων σας, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε νὰ τὸ λέγετε. Ἡ παρερμηνεία τῶν νόμων δὲν δίδει χώραν εἰς πειθαρχικὴν δίωξιν εἰμὴ μόνον, ὅταν συντρέχουν τὰ περιστατικὰ περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει ὁ Ὀργανισμὸς τοιαῦτα δὲ περιστατικὰ οὔτε σεῖς ἐπεκαλέσθητε οὔτε νομίζω, ὅτι εἶνε τοιαῦτα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοῦτο ἔχει τὸ σκανδαλῶδες ἡ ὑπόθεσις.
§215Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Ἀφήσατε τὸ σκανδαλῶδες, κύριε. Ἐφαρμόζομεν τὸν νόμον, σεῖς ἀγνοεῖτε τὸν νόμον. Σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐφαρμόζων τὸν νόμον καὶ κρίνων ὅτι τὸ κατώτερον δικαστήριον κακῶς τὸ ἐφήρμοσεν ἢ ἐκ κουφότητος παρηρμήνευσε, ὀφείλει καί ἄνευ ἀσκήσεως πειθαρχικῆς ἀγωγῆς νὰ ἐπιβάλλῃ πειθαρχικὴν ποινήν. Ἡμεῖς ἑπομένως, κρίνομεν ὅτι ὑπῆρχε προφανὴς παρερμηνεία τοῦ νόμου ἐλέγχουσα κουφότητα πειθαρχικῶς ἐλεγκτέαν. Ὅταν λέγει ἡ ἀπόφασις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε «βαρεῖα ραθυμία» καὶ αὐτὴ λησμονεῖ τὸν νόμον διότι ὁ νόμος δὲν λέγει «βαρεῖα» λέγει ἀπροθυμία ἢ κουφότης. Περὶ τούτου πρόκειται· εἶνε ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ νόμου.
§216Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἰδοὺ τὶ λέγετε ὑμεῖς ἐν τῷ ἐγγράφῳ «ὡς ἐξάγεται»...... Προφανῶς ἀμφότερα τὰ βουλεύματα στεροῦνται πραγματικῆς αἰτιολογίας καὶ ἀπαλλάσσουν τὸν κατηγορούμενον αὐθαιρέτως καὶ κατὰ πρωτοφανῆ παρερμηνείαν τοῦ νόμου 4133 περὶ δυσφημίσεως καὶ ἑρμηνεύετε τὸν νόμον ἐδῶ καὶ λέγετε (ἀναγινώσκει) «παρακαλῶ ὅπως ἀσκήσητε, ζητεῖτε δηλαδὴ τήν ἐνέργειαν τοῦ πειθαρχικοῦ ἐλέγχου διὰ ποῖον λόγον;
§217Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) Διὰ προφανῆ παρερμηνείαν τοῦ νόμου.
§218Ι. ΡΑΛΛΗΣ. «...(ἀναγινώσκει)» Δηλαδὴ δέχεσθε ὅτι πᾶσα περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνας δικαστὴς ἤθελε ψευδῶς ἑρμηνεύσει ἕνα νόμον δικαιολογεῖ τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως. Αὐτὸ λέγετε, ὅταν δέχεσθε αὐτά. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ ὅτι καθίστανται φαινάκη, ψεῦδος καὶ ὑποκρισία αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ μή τὸ δεχθῆτε αὐτό; Εἴπετε πουθενὰ ἐδῶ, ὅτι ὑπάρχει κουφότης; τίποτε ἀπὸ αὐτά, μόνον διότι ὑπῆρχε παρερμηνεία τοὺς καθιστᾶτε ὑπολόγους πειθαρχικῶς.
§219Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Προεκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον. Αὐτὸς ἔκαμε τὸ κατηγορητήριον.
§220Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τώρα ἔρχομαι μετ’ αὐτὸν τὸν πρόλογον εἰς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντα. Ὁ κ. Ἐσμὲν Καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου εἰς τὴν Ἀκαδημίαν des politiques sciences moreles προέβη εἰς τὴν ἑξῆς ἀνακοίνωσιν περὶ τῆς εὐθύνης τῶν δικαστῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. «Οὐδεμία ἐνέργεια ἐναντίον δικαστοῦ τινος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ ἢ πρὸς τοὺς λόγους αὐτοῦ τοὺς ἀφορῶντας τὴν δικαστικὴν του ἐνέργειαν εἰς ἕν Δικαστήριον. Αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἐφηρμόσθησαν οὐ μόνον εἰς τὰ ἀνώτερα Δικαστήρια ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦ Κόρνερ καὶ ἀκόμη εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Εἶναι ἀπαραίτητον εἰς πᾶν δικαστήριον οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ δύνανται νὰ ἀπονέμουν αὐτὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου ἐλευθέρως καὶ ἄνευ ἐξαρτήσεως καὶ ἄνευ φόβου. Αἱ ἀρχαὶ αὐταὶ τοῦ δικαίου ἔχουν καθιερωθῆ ὄχι βεβαίως διὰ τήν προστασίαν τῶν κακῶν καὶ διεφθαρμένων δικαστῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν προστασίαν παντὸς πολίτου, διὰ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ὅπως οἱ δικασταὶ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀσκῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν μετ’ ἀνεξαρτησίας. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν ἕνας δικαστὴς νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἀνὰ πᾶσαν ὥραν ἐὰν εἶχε τὸν κίνδυνον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν δικαιοδοσίαν οἱουδήποτε τὸ ζήτημα τὸ ἐὰν ἐπὶ τινος σημείου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ὁ δικαστὴς ἦτο ὀρθὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν». Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰρωνευόμενός με μοῦ εἶπεν: καὶ οἱ δικασταὶ οἱ κοιμώμενοι; Μάλιστα καὶ οἱ δικασταὶ οἱ κοιμόμενοι. Σημειώσατε δὲ ὅτι ἐγὼ σπανίως λέγω κάτι τι ὅτι εἶδον τὸ ὁποῖον δὲν εἶδον καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον τὸ εἶδον. Ἐδῶ λέγει τὰ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπως γνωρίζετε οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἰσόβιοι ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ ὅτι ὁσάκις αἱ δύο Βουλαὶ ζητήσουν τὴν ἀπόλυσιν δικαστοῦ τινος τὸ Στέμμα ὑποχρεοῦται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ. Καὶ λέγει, ὁ κ. Ἐσμὲν «αὐτὸ εἶναι περίπου καὶ ἡ ἄσκησις τῆς ποινικῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν ὑπουργῶν». Ἡ μία Βουλὴ κατηγορεῖ καὶ ἡ ἄλλη δικάζει. Τὸ παρόμοιον συμβαίνει καὶ εἰς τοὺς δικαστάς. Ἀλλὰ λέγει, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος, ὥστε ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῶν δύο Βουλῶν εἶναι ἐσκουριασμένη, ἔχει σκουριάσει, διότι οὐδέποτε αἱ Βουλαὶ κατηγοροῦν δικαστὰς καὶ ἀκόμη ὅταν ἀποδειχθοῦν ἀνίκανοι καὶ ἀνάπηροι καὶ ἐφόσον ἤθελεν πιστοποιηθῆ ὅτι αὐτοὶ δὲν ζητοῦν νὰ ἀπομακρυνθοῦν τῆς ἐξουσίας. Ὅταν δὲ ὑπάρχει καὶ τοιαύτη περίπτωσις, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως εἰσάγεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ἐσμέν, ὅτι καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅπου ὑπάρχει δικαστικὴ ἀναπηρία, δὲν ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ παῦσις αὐτῶν, διότι ἐθεωρήθη ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ θίξῃ τὴν ἐγγύησιν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Αὐτὰ εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ, σεῖς δὲ οἱ ὁποῖοι ἔχετε περὶ πολλοῦ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἐφαρμόσετε ἐδῶ, ἂν μὴ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, τοὐλάχιστον κατὰ τοσοῦτον ὅσον ἐφηρμόζοντο μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι.
§221Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ θέσεως νόμων ἐπεκαλέσθην τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντα διὰ νὰ σᾶς πείσω νὰ μᾶς βοηθήσητε νὰ θέσωμεν νέους κανόνας δικαίου. Σεῖς ὅμως, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ θέσεως νέων κανόνων δικαίου, ἀλλὰ περὶ τῶν κειμένων νόμων, φεύγετε ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι καὶ πᾶτε εἰς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντα, καὶ μᾶς λέγετε, βλέπετε πόσον κακῶς ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους σας ἀφοῦ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ .....
§222Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, ὑπῆρξα σαφής. Εἶπον καταλήγων: σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε πρὸ πολλοῦ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα καὶ δικαίως, ἐφ’ ὅσον ἔχετε αὐτὰς τὰς πεποιθήσεις καὶ δικαίως, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐφαρμόζητε καὶ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κρατοῦντα ὄχι καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἐκράτουν καὶ ἐν Ἑλλάδι μέχρι σήμερον, ὁπότε κατηργήθησαν διὰ τῆς παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐπεμβάσεως τοῦ ὑπουργοῦ σας ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζερμιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§224Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξήγησα προηγουμένως ὅτι εἶμαι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ δημοσιεύματος τοῦ «Ταχυδρόμου» τῆς Μυτιλήνης, δι’ ὅσα οὗτος ἐδημοσίευσε κατόπιν μιᾶς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχα ἀσκήσει ἐναντίον τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, κ. Καραπαναγιώτη. Ἐγὼ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπερωτῶντας δὲν διημφισβήτησα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διημφισβήτησα ὅμως τὴν σκοπιμότητα ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ χθεσινὸν ἄρθρον τῆς «Ἑστίας» ἡ ὁποία γράφει ὅτι «βεβαίως ἡμεῖς ἐδῶ καταλαβαίνομεν διατὶ ἠθωώθησαν ἀπὸ τὸ δικαστήριον καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὴν σεβόμεθα, ἀλλ’ ἡ λαϊκὴ μάζα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ αἰτιολογικά». Μία ἀνάλογος περίπτωσις εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή, διότι παρῆλθεν ὀκτάμηνον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ βουλεύματος καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀναίρεσις ὑπὲρ τοῦ νόμου ἢ ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ παθὼν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τὴν δίωξιν τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι παρηρμήνευσαν τὸν νόμον, ὁπότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο κανεὶς θόρυβος καὶ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ κρίνω ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ λέγω ὅτι ἐφ’ ὅσον παρῆλθε τὸ ἑπτάμηνον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα καὶ δὲν ἐνηργήθη τίποτε, πολιτικῶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ ἐνεργηθῇ ὁ ἔλεγχος αὐτός.
§225Π. ΛΕΒΑΝΤΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ παραπονοῦνται οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταί.
§226Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως γνωρίζετε, ἀνάγονται εἰς τὸ σύνολον, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λέγωμεν τὶ πρέπει νὰ γίνηται δυνάμει τοῦ συνόλου, διότι ὅταν θεμελιωθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἔγινεν πρὸς ἐπηρεασμὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀσκεῖ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κοινοῦ τὰ δικαιώματα τοῦ νόμου. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐμελέτα τὸν φάκελλον ὁλόκληρον, θὰ παρῃτούμεθα τῆς ἐπερωτήσεως, διότι ἐὰν ἐξήταζε τὴν οὐσίαν δὲν θὰ ἔκαμε τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐπερωτώμενος. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ὅλη κατηγορία τῆς Κυβερνήσεως ἐβασίσθη εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Τύπος τῆς Μυτιλήνης ἀνέγραψε δύο ἐπὶ πλέον λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἀνέγραψεν ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος». Καὶ ὅμως ὅλα τὰ φύλλα τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου» διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ διὰ τὴν σωρείαν τῶν ὑποθέσεων ἀναφέρουν ρητῶς ὠφελήματα τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἔλαβον ἀμοιβὰς πρόσωπα ὑψηλὰς κατέχοντα σήμερον θέσεις καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς Φαουντέσιον καὶ δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις σαφέστατα ὑπῃνίσσετο «ὁ Ἡμερήσιος Τύπος» ὠφελήματα τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἐζήτει νὰ γίνῃ ἀνάκρισις. Τὶ ἔκαμε περισσότερον ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης; Ὥστε οὐσιαστικῶς ἀναμφισβητήτως καὶ ὄχι νομικῶς—διότι τὸ νομικὸν ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου—ἦτο ὅλως περιττὸς καὶ ὁ ἔλεγχος ὁ ὁποῖος ἔγινεν, διότι εἶναι ἐπιλήψιμος πολιτικῶς, διότι εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τόσος ἐγένετο λόγος καὶ μέτρα λαμβάνονται διὰ τὸν δημόσιον ἔλεγχον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς ἑπτὰ μηνῶν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος καὶ βεβαίως ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἐπρόκειτο πραγματικῶς περὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὀρθότατα χθὲς ἐφημερὶς ὡς ἡ «Ἑστία» ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος πραγματικῶς καθεστωτικός, διότι ὁ κόσμος δὲν ἐπίστευσεν ὅτι σεῖς ἐξ ἁγνοῦ συνειδότος ἠσκήσατε αὐτὸν τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον. Ἰδοὺ ποῦ ἐντοπίζομεν ἡμεῖς τὸν ἔλεγχον διὰ τὴν ἐνέργειάν σας. Οἱ δικασταὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐδίκασαν ὀρθῶς.
§227Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν καὶ οἱ ἐφέται διαδηλοῦν τὴν ἀπόλυτον ἐκτίμησιν πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ μηνυτοῦ.
§228Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν ἐξετάζω ἐγὼ τοὺς δικαστάς. Ἐγὼ δὲν διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ γνωρίζετε ὅτι ἄλλοτε ἤμην καὶ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύθη εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ δικηγοροῦν εἰς τὰ κέντρα εἰς τὰ ὁποῖα ἤσκουν τὰ δικαστικά των καθήκοντα. Κύριε ὑπουργέ, δὲν σᾶς κατακρίνει κανεὶς διότι ἐκάνατε ἔλεγχον, ἀλλ’ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος νὰ κάμῃ αὐτό. Ἐζήτησα νὰ μᾶς πείσητε ὅτι πραγματικῶς διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκάματε αὐτὴν τὴν δίωξιν τὴν πειθαρχικὴν διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐφόσον παρῆλθεν ἓν χρονικὸν διάστημα 7μηνον, παρὰ νὰ ἐδίδετο ἡ ὑπόνοια εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἐγένετο διότι ἠθελήσατε νὰ προστατευθῇ ὁ κ. Καραπαναγιώτης. Ἀλλὰ συνέβη καὶ ἓν ἄλλο γεγονός. Ἠξεύρετε ὅτι τοῦτο ἐσυγχίσθη μὲ τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ράλλης. Μία ἐφημερὶς ἐν Ἀθήναις ἔγραψε τότε σχετικῶς μὲ τὰ ἐν Μυτιλήνῃ. Βλέπετε ὅτι σᾶς τὰ λέγω ἀκριβῶς τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐξεδόθη τὸ βούλευμα αὐτὸ —ἰδοὺ ποῦ διαφωνοῦμεν—ὁ κύριος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σᾶς ἔδωσε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐξεδόθη τὸ βούλευμα ἦτο ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἐγνώριζε δὲ περισσότερα ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ σᾶς καὶ διὰ τοῦτο εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος. Ἀντὶ νὰ πάῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἦλθε καὶ ἐξώθη τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι θὰ ἐξερρηγνύετο ἡ ἄλλη μπόμπα ἡ ὁποία καὶ ἐξερράγη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§229Π. ΡΑΛΛΗΣ. Δύο μόνον λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἡ δίωξις ἐγένετο κυρίως διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου ἐξέφερε καὶ μίαν δοξασίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνατρέψῃ καὶ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς· ὅπως ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρεμπιπτόντως κάμνει μνείαν περὶ τῆς δοξασίας τοῦ ἐν λόγῳ Ἐφέτου. Ὁ κ. ὑπουργὸς διέταξε νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος μόνον διότι παρεβιάσθη ὁ νόμος 4133 καὶ ὅλως παρεμπιπτόντως μνημονεύεται ὅτι ἐγένετο καὶ ἡ αὐτὴ ἡ δοξασία τῶν κ. Ἐφετῶν.
§230Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ δοξασία αὐτὴ προσέβαλεν ὁλόκληρον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον, διότι ἐγκαλεῖ ὅλον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ παρασύρεται εἰς καταχρήσεις. Εἰς δύο σημεῖα τὸ θίγω.
§231Π. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἡ κυρία ἀφορμὴ ποὺ διετάξατε τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἐφ’ ὅσον δέχεσθε, ὡς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅτι ἡ δολία προαίρεσις δὲν ἐξετάζεται ὑποκειμενικῶς, ἀλλ’ ἀντικειμενικῶς, ὅτι ἐξετάζεται ἐπὶ τῇ βάσει τούτου. Ἐὰν τὰ γεγονότα αὐτά καὶ μόνα εἶναι ἱκανὰ νὰ κλονίσουν τὴν ὑπόληψιν τινὸς ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναμφισβητήτως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως, καὶ ὁ ἐδιαφερόμενος εἶχε τὸ εἰδικὸν μέσον τῆς ἀναιρέσεως κατὰ τοῦ βουλεύματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκρίθη ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐρωτῶ: εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐνδιαφερόμενος εἶδεν ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τὸν ἠδίκησεν, εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ ἀναμφισβήτητον νὰ ἀσκήσῃ καὶ αὐτὸς προσωπικὴν ἀναίρεσιν κατὰ τοῦ βουλεύματος; Τοιαύτην ἀναίρεσιν κατὰ τοῦ βουλεύματος δὲν ἤσκησεν ὁ ἐνδιαφερόμενος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὴν εἰδικήν, ἐφ’ ὅσον ἡ δολία προαίρεσις ἐξετάζεται ἀντικειμενικῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος πρὸς ἐξέτασιν τοῦ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν. Δὲν εἰσέρχεται ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τὴν ἐξέτασιν πραγματικῶν περιστατικῶν πλέον —λέγουν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, εἶναι παγία ἡ νομολογία ἐν Γαλλίᾳ—καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐνδιαφερόμενος παρέλειψε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ κάμῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑποθέσεως του, ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς μετὰ 7μηνον διάστημα καὶ παραγγέλλει πειθαρχικὴν δίωξιν. Καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ ἡ ἐγκύκλιος τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη, τοῦ Δημητρακοπούλου, ἐπεκρίθη καὶ ἐπεκρίθη καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο μία ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ὑπερεξηκόντιζε πολὺ τὰ πράγματα. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων εἶναι εἰλημμένος ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας κατ’ ἀντιγραφήν, παγία δὲ εἶναι ἡ νομολογία τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων καὶ μνημονεύεται σαφῶς εἰς τὸν Tallon, ὅτι προκειμένου περὶ ἑρμηνείας νόμου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σταθερά ἀλλὰ κλονίζεται, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν δίωξιν διὰ τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἑρμηνείαν τῶν δικαστῶν. Δὲν ἔχομεν παραδείγματα, τοὐλάχιστον εἰς ἓν διάστημα ποὺ ἐνθυμοῦμαι δεκαετὲς ἐν Ἑλλάδι, νὰ διατάξῃ ὁ ὑπουργὸς πειθαρχικὴν δίωξιν κατὰ δικαστηρίου, διότι ἡρμήνευσε τὸν νόμον κατὰ ἕνα τρόπον διαφορετικὸν ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως ἐπρόκειτο περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Δὲν ἔχομεν γνῶσιν, ἐὰν ὑπεβλήθησαν αἱ μηνύσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 4133. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς, ἐπρόκειτο ἐπὶ πλέον καὶ περὶ συναδέλφου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνδιαφερομένου, ὁ ὁποῖος προσθέτομεν παρέλειψε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν ὅτι ἐθίγετο, καὶ μετὰ 7μηνον ἠθέλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ προστατεύσῃ ἓν ἄτομον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκρινε καθ’ ἑαυτὸν ὅτι ἔπρεπεν ἐν καιρῷ νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα του καὶ νά καταφύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην διὰ νὰ τοῦ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον. Δὲν ἠμποροῦμεν δὲ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἦτο δικαίωμά του νὰ παραιτηθῇ καὶ τοῦ ἐνδίκου τούτου μέσου. Ἦτο ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἤσκει τὸ imperium. Εἶχεν ὑποχρέωσιν, ἐνόσῳ ἐνόμιζεν ὅτι ἠδηκεῖτο ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐφόσον εἶχεν εἰς χεῖρας του ἔνδικον μέσον νὰ τὸ ἀσκήσῃ ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἐπενέβαινεν καὶ θὰ ἔλυεν ὀρθῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ ἀπεδίδετο τὸ δίκαιον ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε.
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τὶ λέγει; Πῶς θὰ τὸ ἀπέδιδε;
§233Π. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρεπέμπετο εἰς δικαστήρια; ἀφοῦ ἀνῃρεῖτο ἡ ὑπόθεσις.
§234Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγώ ἠξεύρετε, ὅτι δὲν ἔχω πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς νομικάς μου γνώσεις, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἀναιρέσεως τοῦ πολιτικῶς ἐνάγοντος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δίκη. Ἓν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρει εἷς στρατιωτικός.
§235Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκρίθη οὕτως ἐν Γαλλίᾳ.
§236Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προκειμένου νὰ κρίνωμεν τοὺς νόμους δὲν πρέπει νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν. Μᾶς εἴπατε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Τύπου, ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο....
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀντισυνταγματικότης δὲν ὑπεστηρίχθη παρ’ οὐδενός.
§238Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἴπατε σεῖς, τὸ εἶπον ἀπὸ τὴν πτέρυγα σας.
§239Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον, ὅτι ἐξεγείρει τὴν νομικὴν συνείδησιν.
§240Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ αἰτιῶμαι τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοῦτο.
§241Κ. ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ μοῦ δώσητε μίαν πληροφορίαν; Ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ ἔχει ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακόπτῃ τὰ βουλεύματα τοῦ Ἐφετείου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀναίρεσιν;
§242Π. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ λόγος ἀναιρέσεως......
§243Κ. ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ. Διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου συγκεκριμένον παράδειγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναίρεσις ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§244Π. ΡΑΛΛΗΣ. .... ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου καὶ ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι ἡ διάρκεια τῆς προθεσμίας ἐξετάζεται ἀντικειμενικῶς. Δὲν πρόκειται δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον αἰτιῶμαι τὸν κ. ὑπουργὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ νεαροῦ νόμου, περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ συμβοῦν πλάναι εἰς τὰ δικαστήρια, ἔπρεπε νὰ ἀσκηθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, ὁπότε ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἀπέδιδε τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν. Πᾶσα ἄλλη λύσις ἡ ὁποία ἐδόθη, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ κλονίζει σοβαρώτατα τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης.
§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον ἔχει διάθεσιν νὰ πεισθῇ εἰς βάσιμα ἐπιχειρήματα, ἐπείσθη, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπως προκαλέσῃ αὐτὴν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν Ἐφετῶν τοῦ Αἰγαίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν ἄμυνάν του εἰς τοὺς τύπους, ἐνῷ πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς οὐσιαστικοῦ. Δὲν ἠμφισβητήθη —ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀντελήφθην νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ κανένα σοβαρῶς— ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης νὰ κινήσῃ τὴν μηχανὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ ὁ ὑπουργὸς ἔχουν δικαίωμα νὰ κινήσουν τὴν μηχανὴν αὐτὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀμφισβητῆται, εἶναι ἂν εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἄσκησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος.
§246Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομικῶς;
§247Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι· οὐσιαστικῶς. Διότι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν δικαιολογοῦν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν. Ὁ Ἄρειος Πάγος τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἀπεφάνθη ἐναντίον τῶν ἀντιλήψεων, τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ραθυμία ἢ κουφότης. Ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ γνωρίσετε ἐὰν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν. Ἀλλὰ ἐγὼ, ὅπως καὶ προηγουμένως ἐτόνισα, ἐπιμένω εἰς τὸ ἄλλο γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, καὶ νὰ ἐννοήσῃ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐφέται Αἰγαίου δὲν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο παρὰ προηγήθησαν εἰς τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος καταγγέλλεται ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ ἢ νὰ ὑποβάλλῃ μήνυσιν.
§248Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ τότε δὲν εἴχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου τὸ ὁποῖον τώρα ἔχομεν. Πῶς ἠθέλατε νὰ καταγγείλωμεν ἐφημερίδα ἐπὶ δυσφημήσει, ἐφ’ ὅσον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ ἡ δίκη καὶ κινδυνεύομεν νὰ μᾶς λένε ὅτι ἐπεμβαίνει ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τελειώσῃ ἡ δίκη;
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας τῆς...
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς λέτε ὅτι ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης ἀκολουθοῦσε τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δεχόμεθα.
§251Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Εἶπα ὅτι προηγήθη εἰς αὐτό καὶ δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἰπῇ ὅ,τι λέγετε σεῖς σήμερον. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι σήμερον εἶναι ὀρθὴ ἡ τακτική αὐτή. Διὰ τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν δὲν ἰσχύει ἡ αὐτὴ ἀντίληψις. Ἡ ἐφημερὶς τῆς Μυτιλήνης δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ διὰ νὰ ἐπέλθῃ διευκρύνισις τῆς καταστάσεως. Ἀντετάχθη ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καταγγέλλει ἡ ἐφημερὶς Μυτιλήνης δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδος, ἀλλὰ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ οὐσία ἦτο ἡ αὐτὴ ἂν τυχὸν ἐπανελάμβανε κατὰ λέξιν τὰ ἄρθρα τοῦ «Ἡμερησίου Τύπου». Τότε ὤφειλε σειρὰν φύλλων νὰ διαθέσῃ δι’ αὐτὸ διότι ὁ «Ἡμερήσιος Τύπος» εἰς σειρὰν ἄρθρων ἐπανελάμβανεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κινήσῃ τὴν μηχανὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐὰν εἰς ἄλλην περίπτωσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤσκει τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, εἰς αὐτὴν τὴν συγκεκριμμένην περίπτωσιν δὲν ὤφειλε καὶ διὰ τὸν λόγον ὁ ὁποῖος ἐλέχθη, καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο διάδικος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν νὰ ἀσκήσῃ αὐτήν. Πρὸ ὀλίγου ἐπεμνήσθη ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ χρῆσις ἀναιρέσεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς ἀναιρέσεως ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιτίμησιν τοῦ συναδέλφου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ αὐτοδικαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄσκησιν τῆς διώξεως. Ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ δι’ αὐτὸ εἴπομεν ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι κατακριτέα ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρῆκε τὴν ἄγκυραν τῆς σωτηρίας, καὶ εἶπεν: ὀφείλομεν μίαν ἀναρχικὴν θεωρίαν ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ συγκλονίσῃ ὁλόκληρον τὸ Κράτος νὰ τὴν ἐκριζόσωμεν. Ἡ ἀναρχικὴ θεωρία εἶναι ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν τοῦ Αἰγαίου εἰς μίαν περικοπὴν ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν σαφήνειάν της.....
§252Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελίζωνται αἱ ἀρχαί.
§253Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελίζωνται αἱ ἀρχαί. Σεῖς δὲν κάμετε τίποτε ἄλλο παρὰ ὁσάκις γίνεται λόγος διὰ δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ διαμαρτύρεσθε ἐναντίον αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς μίαν συζήτησιν ἤμην ὁ μόνος ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθην ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὴν ὁποίαν προκαλέσατε σεῖς.
§254Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ ἐξευτελήσω τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, σεῖς ἀλληλοεξευτελίζεσθε.
§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ εἰσαγγελεὺς λέγει ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ imperium τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ὠθεῖ.
§256Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί τὸ ἀναφέρετε διαρκῶς;
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εἰς βάρος του δι’ αὐτὸ τὸ ἀναφέρω... Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ μόνος τρόπος κολασμοῦ εἶναι ὁ ἔλεγχος; Βεβαίως δὲν σημαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία τάσις ἐπεμβάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῆς κρατικῆς, Αὐτὸ ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι ἡ τάσις αὐτὴ ἐκδηλοῦται εἰς διαφόρους περιπτώσεις; Μπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι ὁ δημόσιος ἔλεγχος ἀνεγνωρίσθη, καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου ἀνεγνωρίσθη εἰς τὸ Σύνταγμα;
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνεγνωρίσθη ἡ δυσφήμησις καὶ ἡ συκοφαντία ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἀποτελεῖ δυσφήμησιν ὅταν λέγουν εἰς ἕνα ὑπουργὸν ὅτι ὅταν ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν ἐλάμβανε χρήματα;
§259Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνεγράφησαν αὐτὰ ἐξοδίκως εἰς μίαν ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα.
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔγραψεν ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ ὅτι πῆρε χρήματα;
§261Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ συμμερισθῶ τοιαύτας καταγγελίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, οἵ ὁποῖοι ἔγραφον αὐτὰ τὰ πράγματα. Μετὰ πάροδον καιροῦ ἐὰν ἄλλη ἐφημερὶς ἐζήτησεν ἀνάκρισιν ἵνα διευκρινισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ, εἶναι βεβαίως ἐκεῖνος ὑπεύθυνος.
§262Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιφυλάττεσθε νὰ μοῦ τὰ δείξετε εἰς μίαν ἐπιστολήν;
§263Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἐνέργειαν του μᾶς ἀνέγνωσεν καὶ τὰς ἀπολογίας μερικῶν ἐκ τῶν δικαστῶν, τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ τοῦ προέδρου, ὅπου πραγματικῶς οἱ περὶ οὗ ὁ λόγος δικασταὶ ἐκφράζονται κατὰ τρόπον ἀπολογητικόν, θέλοντες νὰ δώσουν περισσοτέραν σημασίαν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν... Αἱ ἀπολογίαι τῶν δικαστῶν κατὰ τὴν ἀντίληψιν μας ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος της διότι ἐὰν ἦτο εἰς τὸ ὕψος της ὤφειλον οἱ δικασταὶ νὰ εἴπουν: μάλιστα ἀπεφάνθημεν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διότι συντρέχουν ἄθελα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ καὶ νὰ μὴ θελήσουν νὰ των διὰ τὸ ἀπρόσωπον καὶ μὴ θελήσουν νὰ δώσουν μίαν δικαιολογίαν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, βεβαίως, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος της. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς ἐνεργείας ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν. Καὶ εἰς Δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν θέλωμεν τοιούτου εἴδους ἐπεμβάσεις.
§264Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, κύριοι βουλευταί, ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς καὶ ἐκ μέρους τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ ἐκ μέρους τῆς ἄλλης. Ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐδόθη εὐκόλως ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκ τῶν ἀνταπαντήσεων τῶν κατόπιν γενομένων ἐδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο ἐπαρκής. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐμὲ δὲν μὲ ἱκανοποίησε. Δὲν ἔχω νὰ ἀμφισβητήσω ποσῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἄσκησιν ἢ πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι περιβεβλημένος μὲ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἶναι τόσον ἀναμφισβήτητον, ὥστε ἀπορῶ διότι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐχρειάσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ γνώμας ἀληθῶς ἐκτάκτων νομομαθῶν ὡς τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου ὡς καὶ τοῦ νῦν προέδρου τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου.
§265Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπικαλέσθην δι’ αὐτό.
§266Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἔκτασις τὴν ὁποίαν δίδουν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὀφείλεται ἢ ὄχι. Διότι ἐκ τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἐντεῦθεν ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν ἠδυνήθην νὰ κρίνω τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ συνόλῳ τῶν δύο ἐγκυκλίων. Ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀσκεῖ πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν εἶναι ἀναντίρρητον, ἀφοῦ αὐτὸς ἔχει τὴν τελευταίαν λέξιν καὶ μετὰ τὴν ἄσκησιν αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, Τελευταῖος ἀποφαίνεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν ἦτο τὸ ζήτημα, ὅτι ἤσκησεν μίαν δικαιοδοσίαν, ἀλλ’ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς τὴν ἤσκησεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠσθάνθη, ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτὴ δὲν ἦτο ἐκ τῶν συνήθων καὶ διὰ τοῦτο μεταστρέφων τὸν λόγον του ἐπεκαλέσθη, ὅτι οὐχὶ καὶ εἰς ταύτην τὴν περίπτωσιν μόνον τὴν ἤσκησεν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ δικαστῶν καὶ διότι ἦτο κατὰ δικηγόρου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς ἕτερον κόμμα καὶ δὴ εἰς τὸ Λαϊκόν. Δὲν ἐφαντάσθη λέγω κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη κἄν, ὅτι πρέπει ν’ ἀσκῇ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὅταν πρόκειται περὶ προσώπων φιλικῶν πρὸς αὐτὴν καὶ νὰ ἀσκῇ αὐτήν, ὅταν πρόκειται περὶ προσώπων οὐχὶ φίλα πρὸς αὐτὴν φρονούντων ὥστε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ἀφορμὴν καὶ νὰ ἐξάρῃ τὸ παράδειγμα αὐτό διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξαγγείλῃ εἰς τὸν λαὸν πόσον δικαίως ἀσκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Θὰ ἤθελα νὰ μὴ γίνεται οὔτε κἂν συζήτησις, νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι εἶναι κἄτι τὶ τὸ ἐξαιρετικόν, ὅταν ἡ δικαιοσύνη ἐνεργῇ ἴσως ἀπέναντι πάντων τῶν πολιτῶν. Διότι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐνεργεῖ ἴσως εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, δικαιοσύνη δὲν ὑφίσταται. Διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἀπέναντι πάντων τῶν πολιτῶν. Δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀμφισβητηθῇ εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ὅτι οὕτως ἐννοεῖ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν πρόκειται περὶ ἰσότητος, πρόκειται περὶ ἄλλου τινός. Ἡ δικαιοσύνη ἐδῶ, ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἡ ἀσκηθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν εἶχεν ἀφορμὴν αὐτὴν τὴν ἄσκησιν δικαιοδοσίας ἀπέναντι τῶν δικαστῶν. Ἦτο ἀκριβῶς πολιτικὴ ἐνέργεια. Ὅτι ἦτο πολιτικὴ ἐνέργεια τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον. Τοῦτο προκύπτει ἐξ ὅλων τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ ἀγορεύσαντες καὶ ἀπὸ τὴν μίαν καὶ ἀπὸ τήν ἑτέραν πλευρὰν καὶ ἐκ τῆς ρητῆς δηλώσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Πῶς ἠσκήθη αὐτὴ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία κατὰ τῶν δικαστῶν; Ἠσκήθη, διότι παρηκολουθήθη ἡ ὑπόθεσις ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκ μέρους τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς καὶ ἔλαβεν ἀφορμὴν πρὸς δίωξιν; Βεβαίως ὄχι. Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ἀληθῶς μετὰ ἑπτάμηνον ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς δίκης ἠσκήθη αὐτὴ ἡ δικαιοδοσία. Τὸ βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν ἐδημοσιεύθη τὴν 25ην Ἰουνίου 1930 ἡ δὲ ἄσκησις τῆς δικαιοδοσίας τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐγένετο τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1931 καὶ ἡ ἄσκησις ἐκ μέρους τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγένετο τὴν 30ην Μαρτίου 1931. Λοιπὸν εἶναι χρονικὸν διάστημα πλέον τοῦ ἑξαμήνου κατά τὸ ὁποῖον ἠσκήθη ἡ δικαιοδοσία. Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρακολουθῶν τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως.
§267Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπεν ὅτι λαμβάνει γνῶσιν ὅλων τῶν ἀποφάσεων.
§268Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅτι ἤσκησε τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν παρακολουθῶν τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πῶς ἤσκησε τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν; Ἤσκησε, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωσε διαταγήν.
§269Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐζήτησα καὶ ὄχι θὰ διέταξα.
§270Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ λεχθεῖσα ἐκ μέρους σας. Λέγουν ἐδῶ τὰ πρακτικά. «Αὐτὸ ἦτο, κύριοι τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε..... (ἀναγινώσκει).
§271Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατ’ αἴτησιν λοιπόν.
§272Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔκαμον λάθος ἐγώ. Λοιπὸν τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ἐνέργεια προῆλθε ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Προῆλθε δὲ ἡ ἐνέργεια αὕτη οὐχὶ διότι καὶ αὐτὸς παρηκολούθησε τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸ ἐγνώριζε, ἀλλὰ διότι ἡ ὑπόθεσις ἀφεώρα τὸν πρώην ὑπουργόν. Εἶχεν ἐπέλθει καὶ ἡ μεταβολὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπειδὴ ἐλέγοντο διάφορα ἔλαβε ἐξ αὐτῶν ἀφορμήν.
§273Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποστηρίζετε, ὅτι ἐλέγοντο καὶ ἐγράφοντο τίποτε σχετικῶς διὰ τὸν τέως ὑπουργόν;
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθῶ ὅλα τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι ἐλέγοντο εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐλέγοντο περὶ αὐτοῦ μερικὰ πράγματα καὶ ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σᾶς παρακαλέσῃ.
§275Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς φαίνεται ἀρκετὴ ἡ ἀφορμὴ τὸ ὅτι ἔμαθα, ὅτι ἐξεδόθη μία τοιαύτη ἀπόφασις καὶ ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν...
§276Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλω, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτὴ δὲν ἦτο πράγματι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, ἀλλὰ αἱ διάφοροι πολιτικαὶ ἐνέργειαι. Λέγω τέλος πάντων ἡ ἄσκησις τῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ὑπουργὸς ἠσκήθη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος εἰσαγγελεὺς ἠγνόει τὰ πάντα καὶ ἔπρεπε νὰ κινηθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειάν του μετὰ ἐννεάμηνον. Ἀλλ’ ἡ ἄσκησις οὕτω προκληθεῖσα τῆς δικαιοδοσίας, ὑπῆρξε πραγματικῶς ἡ ἀφορμὴ τόσον ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὅσον καὶ τοῦ εἰσαγγελέως ἐκείνου, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπεδιώκετο ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν παρηκολούθησε τὴν δικαιοσύνην. Διότι εἰς αὐτὸν δὲν ἔκαμεν καμμίαν ἐντύπωσιν τὸ γεγονός, ἀλλὰ προεκλήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε δὲ ἀπεφάνθη, διατὶ τάχα δὲν ἐμελέτα τὴν δικογραφίαν προκειμένου περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ἐμνημονεύετο ἦτο ἀνάγκη μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ μελετήσῃ; Ἀλλὰ τί ἔγινε; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔλαβε καὶ τὸν κόπον νὰ ἴδῃ ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ διώξεως ἢ ὄχι. Διότι ἔστειλε ἕνα ἔγγραφον ἁπλούστατον διὰ τοῦ ὁποίου εἶπε ὅτι ἐγένετο παρερμηνεία.
§277Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἕνα μῆνα πρὶν ἔγραψε ἔγγραφον πρὸς τὸν εἰσαγγελέα Μυτιλήνης νὰ τοῦ στείλῃ τὴν δικογραφίαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἔκαμε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν εἰσαγγελέα.
§278Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ἔχετε νὰ ὑπεραμυνθῆτε τῶν συνεργατῶν σας, ὅπως κ’ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἐπίσης ἀνάγκην νὰ ὑπεραμυνθῶ τῶν συναδέλφων μου, διότι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διαδικασίαν ποὺ ἔκαμε δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἐκεῖνο ποὺ μ’ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἴδω τί ἐξεδήλωσε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ νομικὸς καὶ ἐπὶ πολλὰ χρόνια ἤσκησε τὸ ἐπάγγελμά του πρὸ παντὸς εἰς τὰς Ἀθήνας. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ πῶς καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἀσκεῖται ἡ δίωξις τῶν δικαστῶν. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τυχαίων δικαστῶν, πρόκειται περὶ ἀνωτάτων δικαστῶν, περὶ ἑνὸς ὁλοκλήρου συμβουλίου ἐφετῶν καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ δὲν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως μηδαμηνῆς εἰς τὴν ὁποίαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ μία κατηγορία διὰ τοὺς κρίναντας δικαστάς. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀμυνόμενος διὰ τὸν συνάδελφόν του ὅτι εἶχε μεῖζον καθῆκον ν’ ἀμύνεται ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης διότι ταύτην ἐτάχθη νὰ προστατεύσῃ καὶ αὐτῆς εἶναι ὁ ὑπέρτατος λειτουργός. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ κατηγορία εἶναι τόσον σαφές, τόσον κατηγορηματικὸν ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ εἰς τὸν τυχόντα δικηγόρον νὰ κάμῃ κακὴν ἑρμηνείαν ἢ χρῆσιν μὴ προσήκουσαν διότι τὶ λέγει: «Τιμωροῦνται............». Καὶ τὶ βλέπετε κύριοι; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοὺς κατήγγειλεν διότι παρερμήνευσαν ἕνα νόμον. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ ν’ ἀσκηθῇ ποινικὴ δίωξις διὰ παρερμηνείαν τοῦ νόμου; Τὶ σημασίαν πλέον θὰ εἶχεν μετὰ τὸ δεύτερον μάθημα τὸ ὁποῖον ἐνήσκησε τὸ ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτιμᾷ ὄχι μόνον τὴν κακὴν ἢ καλὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἀλλὰ καὶ τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ ἰδίᾳ τῶν νόμων διὰ τῶν ὁποίων τὴν προσήκουσαν ἐφαρμογὴν γενικώτερον ἐνδιαφέρεται. Ὑπάρχει καὶ τρίτον δικαστήριον ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος κυρίως ὡς μόνον ἔργον ἔχει τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων διὰ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὁμοιόμορφος ἐφαρμογή. Ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι μία παρερμηνεία τῶν νόμων θὰ χρησιμεύσῃ ὡς δίωξις; Αὐτὸ ἀποκλείεται καὶ μόνον τοῦτο ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτος βαθμός, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀποκλείεται ἡ δίωξις διὰ παρερμηνείαν τῶν νόμων. Θὰ ἐκόμιζον γλαῦκα εἰς Ἀθήνας ἂν ἔλεγον ὅτι ὅλοι οἱ δικασταὶ ἔπρεπε νὰ παραπέμπωνται ὅταν αἱ ἀποφάσεις ἀναιροῦνται. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν δύσκολον θέσιν περὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν ὅταν γνωρίζωμεν ὅτι ὅλαι αἱ γνῶμαι σχεδὸν αἱ διάφοροι ἀντιτίθενται καὶ ἔχουν ὑποστηριχθῆ ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἑρμηνεῖς καὶ μάλιστα σπουδαιοτάτους. Λοιπὸν ἡ ἁπλῆ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ παραπομπὴν εἰς πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν δικαστῶν. Μόνον ὅταν ἐπείθετο ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς παρερμηνείας ἀλλὰ περὶ κουφότητος, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως καθήκοντος, πράγματι τότε μόνον ἠδύνατο νὰ προβῇ, ἀλλὰ ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις ἀλλὰ οὐδὲ καὶ ἠσχολήθη νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει τοῦτο διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ διώξῃ τοὺς δικαστάς. Ἐὰν ἰδῆτε τὸ κατηγορητήριον τὸ ὁποῖον ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπηύθυνε κατὰ τῶν δικαστῶν ἐκείνων θὰ ἐλεεινολογήσετε ἀληθῶς ὅταν μετὰ ἐννεάμηνον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος εὑρέθη μία ἀρχὴ καὶ ἀρχὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία συνέταξε ἕνα τοιοῦτον κατηγορητήριον. Εὑρέθη ὁ Ἄρειος Πάγος ὁ ὁποῖος μετὰ τοιαύτην ἐπέμβασιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δὲν τὸ λέγω ὑπὸ κακὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐζήτησε μίαν τοιαύτην ἐπέμβασιν εἰς ἐνάσκησιν καθηκόντων καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον λόγον ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μέλους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ὁποῖον καὶ χάριν τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἀνάκρισις αὐτή, εἶπεν σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως: Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ παρερμηνεία νόμου ἀλλὰ δὲν εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι κατὰ τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ πράγματι δίωξις πειθαρχικὴ κατὰ τῶν δικαστῶν. Καὶ ἵνα τέλος πάντων δώσῃ ψυχία τινὰ ἱκανοποιήσεως ἀπέναντι ὅλης αὐτῆς τῆς ἐκστρατείας ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τῶν δικαστῶν ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς μίαν θυσίαν εἰς τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ ἐπικαλοῦμαι πάντα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος γιγνώσκει νὰ ἀναγιγνώσκῃ ἁπλῶς καὶ δύναται μὲ κοινὸν νοῦν νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ τίποτε καὶ τὸ ἐλάχιστον εἰς αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ εἰσαγγελεύς. Διότι τὶ λέγει, κύριοι ὁ εἰσαγγελεύς; Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἵνα ὅσοι ἀναγνώσουν ποτὲ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ imperium, τὸ ὁποῖον περιεβλήθη μίαν μυστηριώδη καθ’ ἑαυτὴν ἔκφρασιν καὶ νὰ τὸ θεωρήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι αὐτὸ ἦτο μία σκέψις ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὶ νομίζετε; Κίνδυνον ἀνατροπῆς τοῦ Κρατικοῦ καὶ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Τοιαύτην κατηγορίαν ἐξήγγειλε αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ εἰς τοιαύτην θέσιν ἐξέθηκε τὴν δικαιοσύνην ἀπέναντι ὄχι τῆς Βουλῆς ἀλλὰ τοῦ λαοῦ. Διότι ὅσα λέγονται ἐδῶ θὰ ἀκουσθῶσιν ἔξω.
§279Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ ποὺ λέγετε διὰ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν θὰ ἀκουσθοῦν;
§280Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§281Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκθέτετε τὴν δικαιοσύνην.
§282Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐκθέτομεν τίποτε καὶ ἂν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα περισσότερον τὸ ἔπραξα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνουν ἀδιαμαρτύρητα ὅσα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεστόμισαν κατ’ αὐτῆς. Ὅσοι γνωρίζουν τὸν δικαστικὸν κόσμον ἠξεύρουν ποῖοι ἦσαν οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὸ βούλευμα. Ὅλοι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι ἴσοι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων τῆς δικαιοσύνης καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι πρόκειται περὶ ἀρίστων δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ ἤδη, κύριοι, ποία εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη διὰ τὴν ὁποίαν κινδυνεύει τὸ καθεστὼς αὐτὸ ὄχι μόνον τὸ Κοινοβουλευτικὸν ἀλλὰ καὶ τὸ κοινωνικόν, διότι τοιαύτην σκέψιν ἔκανε ἕνας εἰσαγγελεύς; Τὶ λέγει; (ἀναγινώσκει). Δὲν ἔκανε σκέψιν περὶ τῆς ἀθωότητος, οὔτε αὐτός, διότι ἔχει τὸ imperium καὶ προβαίνει εἰς ὑπερβασίας, ἀλλὰ δικαιολογεῖ ἁπλούστατα πρὸς τὶ χρησιμεύει ὁ ἔλεγχος. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς πάντας, εὐσυνειδήτως καὶ εἰλικρινῶς νὰ μοῦ ἀπαντήσετε. Δὲν ἐγένοντο ὑπερβασίαι παρὰ διαφόρων ἀρχόντων αἱ ὁποῖαι πολλάκις καταστέλλονται δι’ ἑνὸς ἰσχυροῦ ἐλέγχου;
§283Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ εἶναι ἔλεγχος τοῦ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅτι πέρνει χρήματα διὰ νὰ συνάψῃ συμβάσεις;
§284Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν λέγω τοῦτο. Δὲν ἐπροσέξατε τὶ εἶπα.
§285Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπρόσεξα πολὺ καλά.
§286Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι ὁ εἰσαγγελεὺς λέγει: ὁ κατηγορούμενος δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην διότι δὲν ὑπῆρξεν δόλος. Ἔρχεται πάρα κάτω νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν δικαιολογεῖ τὴν κατηγορίαν διότι ἡ κατηγορία δὲν ὑπάρχει. Περαιτέρω προχωρῶν λέγει εἰς τὶ χρησιμεύει ὁ ἔλεγχος, καὶ τότε ἐκφράζει μίαν γνώμην. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι αὐτὸ ὡς γνώμη λεγομένη εἶναι πολὺ ὀρθή; Καὶ δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε σοβαρῶς, διότι εἶπεν τοιαύτην γνώμην ἕνας εἰσαγγελεὺς ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταδιωχθῇ πειθαρχικῶς; Καὶ δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τοιαύτη γνώμη λεγομένη ἀπὸ ἕνα εἰσαγγελέα εἶναι γνώμη ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος;
§287Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν ἠλέγξατε τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀρείου Πάγου.
§288Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤλεγξα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου οὔτε θὰ κρίνω ἐπ’ αὐτῆς.
§289Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἠλέγξατε διότι εἴπατε ὅτι εἶναι θυσία πρὸς ἱκανοποίησιν. Τὴν ἐχαρακτηρίσατε κατὰ τρόπον ὄχι εὐλαβῆ πρὸς τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§290Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλετε τὴν γνώμην μου; Βεβαίως θὰ τὴν ἐπικρίνω, διότι διὰ μίαν ἀθώαν φράσιν ἐπέβαλλε τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ σκοπός μου αὐτός. Σεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὴν ἐπικαλεσθῆτε. Εἶναι ἡ ἐνέργειά σας ἢ ὄχι; Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι ἡ ἐνέργειά σας οὐσιαστικῶς δικαιολογημένη δὲν εἶναι.
§291Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐγὼ σᾶς συνέλαβα πολλὲς φορὲς εἰς τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα.
§292Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε κ. Καρασεβδᾶ, δὲν πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα: δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίζετε μίαν παρέμβασιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων σας λέγοντες ὅσα ἤδη εἴπατε, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχομεν εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνώμας διὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπεται τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Προσέξατε κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν κάμω ἔλεγχον ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀλλὰ κάμω ἔλεγχον καὶ ὡς πολιτικός. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ εὑρίσκωμεν ἐχθροὺς τοῦ κοινωνικοῦ τοῦ κρατικοῦ καθεστῶτος. Εἶναι ἀρκεταὶ οἱ πραγματικοὶ τοιοῦτοι, καὶ σεῖς κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλετε νὰ διώξετε ἐκείνους ἀλλὰ νὰ μὴ δημιουργεῖτε νέους. Διότι τοῦτο ἐκάματε δι’ ὅσων εἴπατε ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω περισσότερον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς εἶχον ἀναλάβει τὴν ἐπερώτησιν ἀνέπτυξαν τὰ πραγματικὰ καὶ νομικὰ στοιχεῖα ὥστε ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ τις ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς Δικαιοσύνης οὐδεὶς θὰ ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐδέχετο τὸν γενόμενον ἔλεγχον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἀντίθετος. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ εἴπω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία αὐτῆς τῆς ἐνεργείας ἡ ὁποία τόσον κακῶς ἠσκήθη ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τριβῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀντὶ τοιούτων ἐνεργειῶν θὰ ὤφειλε ἀλλοῦ νὰ στρέψῃ τὰς ἐνεργείας του, νὰ στρέψῃ τὰς ἐνεργείας του ἐκεῖ ὅπου δίδεται ἡ ἀφορμὴ διὰ νὰ λέγωνται ἢ καὶ νὰ γράφωνται ὅσα ἐγράφησαν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι μόνον ἐδῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύναται νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἀφήσατε νὰ χυθῇ τὸ φῶς. (χειροκροτήματα).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§294Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἀπό τινος χρόνου ἡ συνεννόησις τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καθίσταται δυσχερεστέρα. Δὲν δυσφορῶ δι’ αὐτό· τὸ δέχομαι μάλιστα μὲ μειδίαμα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις 3 χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν ἀρχὴν ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ ταύτην καὶ φαίνεται διατεθειμένη νὰ κατέχῃ ταύτην μέχρι πέρατος τῆς Βουλευτικῆς περιόδου. Αὐτό, βέβαια, εἶναι ὀλίγον θρασὺ ἐκ μέρους ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ δημιουργηθῇ μία δυσφορία. Ἀκούσατε, κύριοι, τί μᾶς χωρίζει μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ ποῖον πρᾶγμα ἐχάσκαμεν 7 ὥρας. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους ὅτε τὸ Νομοσχέδιον περὶ Τύπου εὑρίσκετο ὑπὸ ἐπεξεργασίαν, ἔμαθα ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τῆς Σύρου ἐξέδωκαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδέχετο τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος, ὑπεστήριξεν, ὅτι καλῶς, τὸ Πρωτόδικον Συμβούλιον ἀπεφάσισεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, διότι εὕρισκεν, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν τῆς Ἐφημερίδος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν συνῆπτε συμβάσεις, παρὰ μόνον λαμβάνων χρήματα, εὕρισκε, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν δὲν διακρίνει δόλον, καὶ, ὅτι τοῦτο πράγματι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἕνα θεμιτὸν ἔλεγχον, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἰμπέριουμ ὠθεῖ ἀσυναισθήτως τοὺς ἀσκοῦντας τὴν ἀρχὴν εἰς παντὸς εἴδους ὑπερβασίαν. Ὅταν ἔμαθον τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν — διότι τὸ ἐπεκαλέσθημεν καὶ αὐτὸ ὡς ἀποδεικνῦον τὴν εὐθύνην μας, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συμβουλίου Ἐφετῶν, ἐνῷ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς Εἰρηνοδικείου μπορούσαμε νὰ ἀδιαφορήσωμεν ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἑνὸς Συμβουλίου Ἐφετῶν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀδιαφορήσωμεν, ὅταν λοιπὸν ἔλαβον γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν ἐκδοσάντων τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ πρὸ παντὸς τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡ δίωξις ἐγένετο, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδέχθη ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, τελείως ἐναντία πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν ἐθεώρησα ὅμως ὅτι ἡ ραθυμία των εἶναι τόσον μεγάλη, τόσον βαρεία, ἐνῷ δὲν ὁμιλεῖ ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων περὶ ραθυμίας βαρείας, ἀλλ’ ἀδιάφορον, οὕτως ἡρμήνευσεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐδέχθη λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι στραβή, ἀλλ’ ὅτι δὲν νομίζει ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐλέγχου καὶ συγχρόνως ἐτιμώρησε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὴν πρότασιν αὐτὴν μὲ τὸ σκεπτικὸν τὸ ὁποῖον γνωρίζετε. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου πρέπει νὰ μείνῃ σεβαστή. Καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νά μεταρυθμίσῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς Δικαστάς, ἐθεώρησεν ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ ἕως ἐκεῖ, διότι ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου μ’ ὅλον της τὸ σκεπτικὸν καὶ μὲ τὴν τιμωρίαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ μᾶς μέμφονται διατὶ νὰ τὰ προκαλέσητε αὐτά, διατὶ δὲν ἄφισα νὰ ὑπάρχῃ μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν Σύρου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐὰν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τοῦ εἴπῃς ὅτι ὑπογράφεις συμβάσεις μόνον ὅταν λαμβάνῃς προμηθείας, αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει δολίαν προαίρεσιν δυσφημήσεως. Ἐδῶ εἶναι, κύριοι, ποῦ χωριζόμεθα ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Σεῖς κατὰ βάθος ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι Κυβέρνησις καὶ παραμένω ὡς τοιαύτη ἀπὸ τριετίας καὶ φαίνεται ὅτι θὰ παραμείνω ἀκόμη ἕν ἔτος.....
§295Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, διότι εἶσθε Κυβέρνησις, ἀλλὰ διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα διὰ τῆς Βουλῆς νὰ φέρετε τὰ πράγματα ἐνώπιόν της καὶ νὰ ρίψητε φῶς.
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μοῦ ἐζητήσατε νὰ ρίψω φῶς, διότι ἠρνήθητε νὰ διατυπώσητε ὡρισμένας κατηγορίας. Μοῦ ἐζητήσατε ν’ ἀνοίξω μέσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὀχετὸν ὁ ὁποῖος χύνεται εἰς τοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ μεταβάλω ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν πραγματικῶς πνιγηρὰν Διατυπώσατε κατηγορίας ὡρισμένας, διατυπώσατε ὑποψίας κἄν ὡρισμένας;
§297Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διετυπώθησαν.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν διετυπώθησαν, δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι διαρκεῖ ἡ Κυβέρνησίς μου ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ φαίνεται ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἀκόμη ἐπὶ 15μηνον, νομίζετε, ὅτι πάρα πολὺ διήρκεσε καὶ ζητεῖτε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις, ἡ ἀντιπολίτευσις ὅλων τῶν παρατάξεων θέλει νὰ ἐνισχύσῃ τὸν κίτρινον τύπον, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἡ ἠθικὴ τάξις παρέλυσεν, ὅτι ὁ δημόσιος θησαυρὸς κατεκλέπτεται, ὅτι ἐγὼ εἴτε συμμετέχω, εἴτε τοὐλάχιστον ἀνέχομαι τὴν κλοπὴν αὐτὴν καὶ τὴν διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ δικτυπώσητε ὡρισμένας κατηγορίας, ἐπιζητεῖτε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις διατυπώσατε τοὐλάχιστον ὑπονοίας, δέχομαι καὶ ἁπλῶς ὑποψίας στρεφομένας ἐναντίον ὑπευθύνων προσώπων. Δὲν θὰ δεχθῶ ὅμως νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλή, κατὰ σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, εἰς συνέδριον τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ καὶ θὰ δικάζῃ πολίτας ἀνυπερασπίστους, (χειροκροτήματα). Διατυπώσατέ μου ποίας ὑποψίας ἔχετε, κατὰ τίνος διὰ ποίαν σύμβασιν, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι νὰ καταρτίσω ἀμέσως Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσω τὰς κατηγορίας αὐτάς. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πράττετε τοῦτο καὶ ἀρχίσετε νὰ λέγετε, ὅσα ἔγραψεν ὁ κίτρινος τύπος χωρὶς νὰ διατυπώνετε ὡρισμένην κατηγορίαν διὰ νὰ καταρτίσω μίαν μεγάλη Ἐπιτροπὴν ἥτις νὰ ἀρχίσῃ νὰ δικάζῃ ὅλον τὸν κόσμον, βέβαια ἀρνοῦμαι νὰ συμπράξω εἰς τοιοῦτον κατεξευτελισμὸν καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλ’ αὐτὰ ἀνήκουν εἰς ἄλλον κύκλον πλὴν εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἀπόψε ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν Σύρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Ζητεῖτε λοιπὸν τί; Νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι μπορεῖ νὰ λὲς ἐλευθέρως, ὅτι ἕνας Ὑπουργὸς κλέπτει, καταχρᾶται τῆς θέσεώς του πρὸς χρηματισμόν, ὑπογράφει συμβάσεις, διότι λαμβάνει προμηθείας καὶ θέλετε νὰ παραδεχθῶ ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν θεμιτὸν ἔλεγχον διότι δὲν ὑπάρχε δολία προαίρεσις;
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κανεὶς δὲν τὰ εἶπεν αὐτά. Εἴπαμεν, ὅτι ὅταν τίς καταγγέλλεται πρέπει νὰ καταγγέλῃ ἐκεῖνον ὅστις πρῶτος κατήγγειλεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§300Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ εἴπατε σεῖς αὐτὰ. Ἐθεώρησα ὄχι ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦ βήματος διότι σᾶς διέκοψα καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ ἐφημερίδες εἰς τὰς ὁποίας ἀνεφέροντο αἱ ἐφημερίδες τῆς Μυτιλήνης, δὲν ἔγραψαν τὴν κατηγορίαν ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὑπέγραφε συμβάσεις λαμβάνων προμηθείας. Ἐὰν ἰσχυρίζεσθε τὸ ἐναντίον ἀποδείξατέ μου το. Σημειώσατε, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κρίνεται ἡ τύχη τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διετυπώθησαν αἱ καταγγελίαι. Ἐν τούτοις ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔκαμε καλὰ καὶ κατήγγειλεν, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ διεκπεραιωθῇ τοιαύτη καταγγελία ὄχι μόνον διὰ τὸ κρατοῦν δικαστικὸν σύστημα, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ τοῦ ἔλεγον τὰ δικαστήρια «Κύριε ὅσα σοῦ λέγουν εἶναι ἀόριστα, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔλεγχον. Ἦτο πρώτη φορὰ ποῦ ἔλεγον εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας «Κύριε κλέπτεις πέρνεις προμηθείας». Ὅ,τι λοιπὸν μᾶς χωρίζει εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τύπου, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει ὅπως ἔχω πεποίθησιν, ὅτι αἱ δίκαι αὐταὶ δὲν θὰ διαιωνίζονται, οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν καθῆκον ὁσάκις δυσφημοῦνται ἢ συκοφαντοῦνται ἀμέσως νὰ καταγγέλουσι τὰς ἐφημερίδας, ἄλλως νὰ ὑποβάλλωσιν τὰς παραιτήσεις των. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔθεσα ὅπως ἐξυγιάνωμεν τὸν δημόσιον βίον μας; Θέλετε νὰ παραμένῃ μία Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα καὶ νὰ τὴν κατηγοροῦν, ὅτι συνάπτει συμβάσεις δεχομένη προμηθείας καὶ ὅταν καταγγέλλει αὕτη νὰ ἔρχεται τὸ δικαστήριον νὰ τῆς λέγῃ ὅτι μία τοιαύτη κατηγορία δὲν περιέχει δόλον; Ἐδῶ χωριζόμεθα ἀποτόμως, λέγετε σεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ σᾶς δηλῶ, ὅτι ἐπέτυχα ἐπὶ τέλους δικαστικὰς διατάξεις δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου περὶ τύπου διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ταχεῖα περάτωσις τῶν δικῶν. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ὑπουργὸν νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον συκοφαντεῖται ἢ δυσφημεῖται σοβαρῶς ὁπωσδήποτε. Ἀλλὰ διὰ νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔρχωνται τὰ δικαστήρια νὰ μᾶς λέγουν. Κύριε, τί σοῦ εἶπεν ὁ δημοσιογράφος; Σοῦ εἶπε τίποτε σοβαρόν, σοῦ εἶπε ὅτι ὑπογράφεις συμβάσεις, διότι λαμβάνεις προμηθείας. Αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε. Αὐτὸ εἶναι θεμιτὸς ἔλεγχος. Διότι ἡ ἔλλειψις τούτου ὠθεῖ τοὺς κυβερνήτας εἰς παρεκτροπὰς καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ προληφθῶσιν αἱ παρεκτροπαί, παρὰ ἐὰν οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἀρχὴν κατ’ ἐμπιστοσύνην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταγγέλλονται ὡς κλέπται τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἄλλος τρόπος ἀποφυγῆς τῶν καταχρήσεων δὲν εἶναι δυνατὸς. Ἐδῶ κύριοι χωριζόμεθα ἀποτόμως (χειροκροτήματα).
§301Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφίσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον τὸν ἀποτελοῦντα τὴν ἀντιπολίτευσιν ὅτι θέλει νὰ ἀνέχεται καὶ νὰ βλέπῃ ἐξευτελιζόμενον ἀτιμωρητεὶ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν πράττει ἄλλο παρὰ νὰ δυσφημῇ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Τοὐναντίον ἡμεῖς καὶ σήμερον καὶ χθὲς καὶ εἰς πᾶσα περίστασιν ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παρέχῃ τὰ μέσα πρὸς ἀπόδειξιν τῶν καταγγελλομένων καὶ πολιτικῶν προσώπων.
§302Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δέχομαι τοῦτο, ἀλλὰ διατυπώσατε ὡρισμένας κατηγορίας.
§303Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς διατυπῶ τὴν κατηγορίαν ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος ἐξηναγκάσατε τέως συνεργάτην σας νὰ παραιτηθῇ διὰ νὰ καταγγείλῃ μὲ μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν ὡς ἄτομον, ἀλλὰ τοιαύτη καταγγελία δὲν ἐγένετο.
§304Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι ὅσα ἐγράφησαν θίγουν τὴν πολιτικὴν εὐθιξίαν.
§305Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα νὰ ἐξετάσητε σεῖς ποὺ ἔχετε τὴν δύναμιν.
§306Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ θέλετε νὰ μὲ κάμετε ὄργανόν σας.
§307Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, ἐζήτησα νὰ κάμενε ἐκεῖνο ποὺ σᾶς δίδει τὸ Σύνταγμα. Καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεσαζόντων, βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐζήτησε νὰ τεθῇ διάταξις περὶ μεσαζόντων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ἀλλὰ σεῖς δὲν ἐδέχθητε.
§308Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος λέγει ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν εἶχε τὴν θέσιν της εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεσαζόντων, διότι δὲν ἀφορᾷ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Τοιαύτας ἀνοησίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κυρώσω ἐγὼ εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν διατάξεως.
§309Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ νόμος ἤχθη ἐδῶ διὰ τοὺς μεσάζοντες κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλ’ ὡς ἐψηφίσθη δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, καὶ ἔγινε μόνον διὰ νὰ καταστείλῃ τὸν θόρυβον. Ἐὰν ὑπάρχῃ τι ποὺ μᾶς χωρίζει εἶναι αὐτό, ὅτι ἡμεῖς προτείνομεν τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς καὶ σεῖς δὲν τὴν δέχεσθε.
§310Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ ποῖα πράγματα;
§311Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δι’ ὅλα.
§312Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δι’ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔγραψε ὁ Τύπος; Αὐτὸ δὲν γίνεται.
§313Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἦτο μία διάταξις ἐντελῶς ἀθώα.
§314Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Γνωρίζω καὶ ἐγὼ μίαν περίπτωσιν διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν θέσιν της καὶ ἡ διάταξις, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσα νὰ πῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ νομικὰς παρεκτροπάς. Μόνον διὰ τὰ δημόσια πρόσωπα ἔφερα τὸ νομοσχέδιον διότι τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχουν μεσάζοντες καὶ τώρα σεῖς λέγετε ὅτι ἔκαμα μία τρύπα μεσ’ τὸ νερό.
§315Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ λεπτότης αὐτὴ ποὺ σᾶς διακρίνει διότι δὲν ἠθέλατε νὰ περιλάβετε διάταξιν ἀποτελοῦσαν, ὡς λέγετε, νομικὴν παρεκτροπὴν δὲν εἶναι ἐπαρκής, διὰ νὰ καλύψῃ μίαν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἀναγνωρίζετε. Ἡ διάταξις αὕτη ἀφεώρα τὰ δημόσια συμφέροντα διότι θὰ ἔδιδε ἀφορμὴν νὰ τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον.
§316Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φέρετε ἕνα σχέδιον νόμου. Λάβετε τὴν εὐθύνην νὰ φέρετε ἕνα σχέδιον νόμου μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§317Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν σᾶς εἶπα ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θίγει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡ διάταξις περὶ τῶν μεσαζόντων. Διότι, ὅταν ἀποκαλύπτετε τὶ ἐγένετο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως θὰ ἐβλέπατε τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδοσε ἀφορμὴν νὰ κλέπτεται ὁ δημόσιος πλοῦτος εἰς βάρος τοῦ λαοῦ.
§318Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ μοῦ παραδώσητε τὴν σύμβασιν τῆς Πάουερ νὰ τὴν βελτιώσω ὅπως τήν ἐβελτίωσα καὶ τότε μὲ κατακρίνετε.
§319Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους εἴχατε τὴν σύμβασιν αὐτήν. Σᾶς ἐπέκρινα καὶ σᾶς ἐπικρίνω καὶ σᾶς παραδίδω ὅπλα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου. Θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ἄλλην περίπτωσιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα εἶναι τοῦτο: νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι δῆθεν αὐτὸς μόνος ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον, αὐτὸς ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Ζητοῦμεν ἡμεῖς ἐπίσης τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως διὰ μέσων τελεσφόρων καὶ οὐχὶ διὰ μέσων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τίποτε ἄλλο νὰ κάμουν παρὰ ν’ αὐξήσουν τὴν νομοθεσίαν.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§321Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποκρούσω μίαν κατηγορίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς ἐὰν ἠλέγξαμεν ἀπόψε τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἠλέγξαμεν διότι συγκινούμεθα ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι παραμένει ἐπὶ τριετίαν καὶ ὅτι θὰ παραμείνῃ ἀκόμη ἕν ἔτος καὶ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωμεν ἐντυπώσεις. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συγκινούμεθα ἐξ αὐτοῦ, διότι γνωρίζομεν πόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεχθάνεται τὴν ἐξουσίαν, καὶ συμπαθοῦντες πρὸς αὐτὸν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συγκινούμεθα ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι τοιαύτη ἐπιθυμία δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς τάξεις μας καὶ ὅτι δὲν συγκινούμεθα δι’ αὐτό. Εἴμεθα καλὰ εἰς τὴν θέσιν μας. Τὸ ἔργον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι κἄπως μᾶλλον εὐχερὲς ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συγκινούμεθα οὔτε νὰ συνάπτωμεν συμμαχίας εἰς τρόπον ὥστε διὰ κατηγοριῶν ἀσυστάτων νὰ θέλωμεν νὰ κλέψωμεν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρῆκεν ἕνα καλοῦπι, τὸν κίτρινον τύπον, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκούωμεν ὁσάκις θέλει νὰ κατακρίνῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι συμμαχοῦμεν μὲ τὸν κίτρινον τύπον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λέγῃ ὅτι χρησιμοποιχοῦμεν πολὺν χρόνον ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν πρόκειται περί παρονυχίδος. Εἶναι σοβαρὸν τὸ ἔργον. Ἐπὶ ἡμέρας ἢ μᾶλλον ἑβδομάδας δὲν ἐκάμαμεν χρῆσιν τοῦ ἐλέγχου καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἐλέγχου, διότι δὲν εἶχεν ἐγκαίρως τὸν φάκελλον ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐλύπησεν ἀκόμη περισσότερον, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὁρμῇ τῆς ἀγορεύσεώς του διετύπωσε κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ τὴν πραγματικότητα τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μας. Εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι εἶναι θεμιτὸν νὰ κατηγορῶνται οἱ ὑπουργοὶ ὡς κλέπται. Τοῦτο εἶναι ξένον πρὸς τὰς ἰδικάς μας ἀγορεύσεις καὶ πρὸς τὴν ἰδικήν μας κριτικήν, ὅπως εἶναι ἐντελῶς ξένα ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀπέδωσεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι περισσότερον ξένον πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπομεν, εἶναι ἡ δῆθεν πρόθεσίς μας νὰ δημιουργήσωμεν ἐντυπώσεις καὶ νὰ συμμαχήσωμεν μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεις ἀθεμίτους.
§322Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμνησθῇ καὶ μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν νόμον περὶ μεσαζόντων καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς ἀνόητον.
§323Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε, θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἔλεγον αὐτό. Δὲν εἶπόν τι προσωπικῶς διὰ σᾶς Εἶπον πρὸς τὸν κ. Τσαλδάρην: διατὶ νὰ ἐπέμβω εἰς ὑποθέσεις μὴ ἐνδιαφερούσας τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἐνδιαφερούσας ἰδιώτας; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ μὴ γίνωνται τοιαῦτα πράγματα καὶ δι’ αὐτὸ ἔφερα τὸν νόμον περὶ μεσαζόντων καὶ εἶπον, ἄν εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ μεσολαβήσῃ εἰς ἄλλα πράγματα ἔξω τῶν καθηκόντων του, αὐτὸς νὰ τιμωρῆται. Τὶ ἄλλο νὰ κάμω;
§324Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνοήσαμεν δι’ αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτά. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ πρώην συνάδελφός του ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου, θὰ ἔκαμνε χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον τῷ παρεῖχεν ὁ νόμος. Ἐὰν τὸ ἐγνώριζεν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἐζήτει...
§325Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων τοῦ κ. Καραπαναγιώτη, ἐπρόκειτο περὶ γενικωτέρων συμφερόντων. Δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ ἀφήσωμεν νὰ μὴ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κατηγοροῦν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ δικαστήριον.
§326Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δέχετε ἕν βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην σας ἀποτελεῖ κόλαφον διὰ τὸν ὑπουργόν ὁ ὁποῖος δέχετε ἀγογγίστως αὐτὸ χωρὶς κἄν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου παρεχομένων αὐτῷ μέσων, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς νὰ μὴ θεωρῆται ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἀξίωμα. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω καὶ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ εἴπω καὶ ἠθέλησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὴν κατηγορίαν περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀσχολεῖται πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν στοιχείων, δὲν εὑρίσκεται δὲ μακρὰν τῆς διατυπώσεως κατηγορίας ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει ἐνδείξεων, διότι αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ἀνάξιον ἑαυτῆς ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων.
§327Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ μάλιστα. Σᾶς χειροκροτῶ.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν νομοθετικὴν διάταξιν. Προχθὲς ἡ Βουλὴ συγκατένευσε νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ὑπό τὸν ὅρον νὰ συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Μάλιστα οἱ ζητήσαντες τὴν ἀναβολὴν ἐδικαιολογήθησαν ὅτι προχθὲς ἦτο ἀδιάθετος ὁ κ. Στεφανόπουλος.
§329Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, εἴπαμε νὰ ἀναβληθῇ καὶ οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσουν ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ ὥρα τώρα ἔχει παρέλθει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντληθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐρωτῶ ὅμως πότε θὰ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς;
§330Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ προσπαθήσωμεν τὸ Σάββατον, τὸ βραδύτερον τὴν Τρίτην.
§331Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχομεν τὴν σταφίδα, τὸ κονσόρτσιουμ ποὺ θὰ καταναλώσουν πολὺν χρόνον, τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ, τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ, νὰ συζητηθῇ εἰς μίαν ὥραν.
§332Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὔριον θὰ φροντίσω νὰ καταρτίσω μίαν ἡμερησίαν διάταξιν γενικήν.
§333Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ μένωμεν ἕως τὸ πρωΐ.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ τῆς σταφίδος νόμων». Ὁ κ. Στεφανόπουλος.
§335Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὔρυθμος τοῦ ἐκτεθέντος συστήματος λειτουργία, δὲν καθίσταται δυνατὴ εἰμὴ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως, Τὸν θεσμὸν τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως θεωρεῖ ἡ μειοψηφία ὡς τὴν ἀναγκαίαν βάσιν πρὸς προαγωγὴν τοῦ σταφιδικοῦ προβλήματος. Τὸν θεσμὸν τῆς Ἑνιαίας διαχειρίσεως προσεπάθησαν ἵνα περιβάλλουν δι’ ἀνυπάρκτου πατρότητος, πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα μειοῦντες τὴν προέλευσιν αὐτοῦ μειώσουν καὶ τὴν σημασίαν τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ τοιαύτη ἄγνοια τῶν ἱστορικῶν δεδομένων τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀσφαλῆ ἐπὶ τούτου συμπεράσματα, ὀφείλομεν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς συσκοτίζοντες τὰ τῆς ἱστορικῆς ἀφετηρίας τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Συνεδρίασιν τῆς 19 Μαρτίου 1903, καθ’ ἣν ὁ Δ. Γούναρης ἔλεγεν. «Ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν τείνει νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ σύμβασις καθ’ ἑαυτὴν—ἡ ἰδέα τοῦ Μονοπωλίου—ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται διὰ νομοθετικῆς πράξεως καὶ τῆς ἐκτάσεως ἣν λαμβάνει ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ δὲν εἶναι καινοφανής, εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν διαφόρων παραγωγῶν πρὸς ἀλλήλους ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀμεσωτέρας πρὸς τὴν κατανάλωσιν σχέσεως. Ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ συνεταιρισμοῦ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν διευκολύνοντος τὴν συνεννόησιν αὐτῶν τῶν καταναλωτῶν εἶναι ἰδέα ἡ ὁποία πέπρωται νὰ κυριαρχήσῃ τῆς ἐμπορικῆς ἀγορᾶς ὅλου τοῦ κόσμου. Εἶναι μία ἐκ τῶν προόδων τὰς ὁποίας ἐπετέλεσεν ὁ λήξας πρὸ ὀλίγου αἰὼν καὶ τὴν ὁποίαν θὰ συμπληρώσῃ ὁ ἐνεστώς, εἰς τοιαύτας ὀργανώσεις κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν κοινωνίαν ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ τῇ καταναλώσει. Τὴν κεντρικὴν ἰδέαν ἡ ὁποία διέπει τὴν προκειμένην σύμβασιν τὴν ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἑταιρείαν μεταξὺ τῶν παραγωγῶν, σκοποῦσαν τὴν ἄμεσον αὐτῶν συσχέτισιν πρὸς τοὺς καταναλωτάς. Διὰ τῆς τοιαύτης Ἑνιαίας ὑπὸ τῆς συναπαρτιζομένης ἑταιρείας Διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος, προέρχονται μέγιστα πλεονεκτήματα.... Ἐκ τούτων ἀρκεῖ νὰ σημειώσω τὴν διακανόνισιν τῆς προσφορᾶς ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ζητήσεως. Δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ ξασχοληθῆτε καὶ πολὺ ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως δύναται μία τοιαύτη ἕνωσις ἀπείρως καλλίτερον νὰ συντελέσῃ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς Ἑνιαίαις διαχειρίσεως ἡ δαπάνη κατανεμομένη εἰς ὅλους τούς παραγωγοὺς γίνεται ἐλαχίστη.... Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν πλειονεκτημάτων τούτων, κύριοι ὁ Ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος σήμερον μεταφέρει τὴν σταφίδα, (ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ ἐμπορίου), ὁ ὀργανισμὸς δηλαδὴ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ τοῦ μεγάλου συνεταιρισμοῦ εἶναι ὀργανισμὸς τοιαύτης πλημμελείας, ὀργανισμὸς τόσον καταστρεπτικός, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἂν δὲν εἶχεν ὅλα τὰ προειρημένα καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα τὸ σύστημα τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως, πάλιν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀσπασθῶμεν...» (Ἐφ. Συζητ. Βουλῆς, Περίοδος ιϛʹ Σύνοδος Αʹ ἔτος 1903 σ. 1435, 1437. Ὀφείλομεν νὰ παρεπέμψωμεν ἀκόμη τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ τῆς ἱστορικῆς ἀφετηρίας τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Ἰουλίου 1905, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Α. Εὐταξίας ἔλεγεν «ἐσκέφθην, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσι πράγματι ἀνεκταὶ τιμαὶ διὰ τοὺς παραγωγοὺς τῆς σταφίδος ἐὰν ἐγκαθιδρύετο ἓν εἶδος Συνδικάτου (trust) διὰ τὴν ἐμπορίαν αὐτῆς. Ἐὰν ἐξευρίσκοντο κεφαλαιοῦχοι ἐν συνεταιρισμῷ πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς νὰ ἀγοράζουν ὁλόκληρον τὸ προϊόν των ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ καὶ νὰ πωλῶσιν εἶτα ἐπίσης ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν πρὸς τὸ ἐγχώριον ἐμπόριον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ διαθέτωσιν εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανικὴν κατανάλωσιν. Θὰ ἐλύετο ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ μέγα σταφιδικόν μας πρόβλημα». (Ἐφημ. Συζητ. Βουλῆς. Περίοδος ΙΖʹ Συν. Α. ἔτος 1905 σ. 972). Ἀλλὰ καὶ ἡ πεῖρα, ἡ ὑπὸ τοῦ σταφιδεμπορίου κτηθεῖσα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπηρεάσθη ὑπὸ ἰδιοτελῶν συμφερόντων, εἰς τὸ αὐτὸ κατέληξε συμπέρασμα τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως. Τοιουτοτρόπως ὁ γνωστοῦ κύρους σταφιδοεξαγωγεὺς Λ. Μεσσηνέζης γράφει ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τὰ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ὑπομνήματα αὐτοῦ «Ο ΑΣΟ πρέπει νὰ γίνῃ ὁ μόνος καὶ ἀπόλυτος διαχειριστὴς ὁλοκλήρου τῆς παραγωγῆς, νὰ παραλαμβάνῃ καὶ νὰ πωλῇ τὴν ἐσοδείαν διὰ κοινὸν λογαριασμὸν τῶν παραγωγῶν καὶ πρὸς κοινὴν διανομὴν τῆς ἀξίας πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων βαθμολογήσεων....Τὸ ἐμπόριον τῶν σταφίδων τὸ ὁποῖον διαιρεῖται εἰς δύο κλάδους, ἀφ’ ἑνὸς τὸν ἐξαγωγικόν, ἀφ’ ἑτέρου τὸν εἰσαγωγικὸν εἰς τὰς χώρας τῆς καταναλώσεως....ἐργάζεται οὐχὶ ὡς ὀργανισμὸς ἔχων ρυθμόν τινα ἢ κατεύθυνσιν, ἀλλὰ δίκην τυχοδιώκτου. Ὅθεν ἢ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν διὰ τῆς καταργήσεως πάντων τῶν προστατευτικῶν μέτρων, ὑποκύπτοντες εἰς ὀλεθρίας διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν συνεπείας,—ἤ θὰ ἀντικατασταθῇ καὶ τὸ ἐξαγωγικὸν τμῆμα τοῦ ἐμπορίου διὰ τοῦ ΑΣΟ ὡς Ἑνιαία Διαχείρισις, τό δὲ ἐμπόριον θὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ καὶ θὰ ἐνεργῇ ὡς πράκτωρ συσκευῆς καὶ διεκπεραιώσεως· μὲ τοιαύτην Διοίκησιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐκλείψῃ ἡ δυσπιστία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἐπιτευχθοῦν οἰκονομίαι εἰς τὰ ἔξοδα σημαντικαί». Προσθέτει δὲ μὲ θαυμαστὴν εἰλικρίνειαν: «Ἐμπόριον σταφίδος δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸ ἔτος 1905, ἀλλὰ μόνον μία ὁμὰς βάσιν ἔχουσα τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς κακῆς διοικήσεως τοῦ προϊόντος». Κατεβλήθη ὡσαύτως προσπάθεια ἵνα ὁ θεσμὸς τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως παρασταθῇ ὡς προϊὸν τῆς Μαρξικῆς ἰδεολογίας. Εἶνε διὰ τὴν μειοψηφίαν ὅλως ἀκατανόητον πῶς ὁ συνεταιρισμὸς—δηλ. ὁ συνασπισμὸς τῶν μικροϊδιοκτητῶν πρὸς προάσπισιν τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν— δύναται νὰ ὁδηγήσῃ πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸν Σοσιαλισμόν. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ ἡ ἐκτεθεῖσα προσπάθεια μόνον δεινὴν κακοποίησιν τῶν Μαρξικῶν ἀντιλήψεων, ἀλλὰ καὶ μοναδικὴν παραγνώρισιν τῶν μεθόδων καὶ τῶν συστημάτων τοῦ συγχρόνου καπιταλισμοῦ. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως εἶνε προϊὸν τῶν νεωτέρων ἀντιλήψεων περὶ ὀργανώσεως καὶ συστηματοποιήσεως τῶν παραγωγικῶν ἐνεργειῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ παλαιὰ δόγματα τῆς Κλασικῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, περὶ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, θεωρουμένου σήμερον ὡς ἀφορμῆς φθορᾶς καὶ διασπαθίσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων. Καὶ ἀπόδειξιν καταφανῆ τοῦ καθαρῶς κεφαλαιοκρατικοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων ζητεῖ δι’ ἑαυτὴν τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Εἰς ἕν ὑπόμνημα αὐτῆς ἀναγινώσκομεν: «Τὸ παρακράτημα δὲν ὑπῆρξεν ἐφεύρεσις Ἑλληνική...Πανταχοῦ ὅμως κανονίζεται ἡ εἰς ὡρισμένην κατωτάτην τιμὴν ἀγορὰν τῶν μετὰ τὸ παρακράτημα πλεονασμάτων, ὡς καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἢ τῆς Ἑνώσεως Ἑνιαία Διαχείρισις τόσον τοῦ παρακρατήματος ὅσον, καὶ τῶν πλεονασμάτων καὶ ἡ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ ἑνιαία ἐμπορία τούτων». Τὴν Ἑνιαίαν ἀκριβῶς Διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τὰ ἐκ σταφίδος βιομηχανικὰ προϊόντα ἡ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων, ἐπιθυμεῖ ἡ μειοψηφία ἵνα ἐπεκταθῇ ἐπὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος, πρὸς συστηματικωτέραν ὀργάνωσιν (rationalisation) αὐτοῦ καὶ πληρεστέραν ἀντιμετώπισιν τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη ἰδιαιτέρως λόγον ἐπιζητεῖται ἡ καθιέρωσις τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως: Μεταπολεμικῶς τὰ Κράτη ἅτινα εὑρέθησαν πρὸ δέος διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ ἄλλων προϊόντων, ἐθέσπισαν διὰ ταῦτα τὴν συνδικαλιστικὴν διαχείρισιν διὰ διεθνῶν συμβάσεων ὀργανωθεῖσαν. Εἰς μίαν ἀνάλογον διεθνῆ ὀργάνωσιν τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος διαβλέπει ἡ μειοψηφία τὴν μελλοντικὴν ρύθμισιν τοῦ σταφιδικοῦ προβλήματος. Ἀλλὰ μία τοιαύτη ὀργάνωσις ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν σημερινῶν ἐν Αὐστραλίᾳ καὶ Καλλιφορνίᾳ ἀντιπάλων δὲν καθίσταται δυνατὴ ἄνευ προηγουμένης ἐπιβολῆς παρ’ ἡμῖν τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως. Θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν Ἑνιαίαν Διαχείρισιν τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος ὑφ’ οἵαν μορφὴν ἐννοεῖ ταύτην ὁ σύγχρονος καπιταλισμὸς, Ἀποκρούομεν ὅμως ἀδιστάκτως τὴν τοιαύτην λύσιν παρὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς πλεονεκτήματα. Διότι τὸ σταφιδικὸν πρόβλημα, δὲν ἐμφανίζει μόνον οἰκονομικὴν ἄποψιν, ἀλλὰ καὶ κοινωνικὴν τοιαύτην. Συνεπῶς πᾶσα ἐπὶ τούτου λύσις δὲν πρέπει νὰ ἐξυπηρετῇ μόνον τὰ ὑλικὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ νὰ ἱκανοποιῇ καὶ τὰς κοινωνικὰς ἀξιώσεις τῶν σταφιδοπαραγωγικῶν τάξεων περὶ κοινωνικῆς ἀνόδου καὶ χειραφετήσεως. Οἱαδήποτε ἐξασφάλισις οἰκονομικοῦ πλεονεκτήματος, ἐπιτυγχανομένη διὰ κοινωνικῆς ἐξαρτήσεως καὶ οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως εἰς μίαν παρασιτικὴν ὀλιγαρχίαν, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς πόθους τῶν παραγωγικῶν τάξεων. Διὰ τοῦτο ἡ μειοψηφία ζητεῖ τὸν συγκερασμὸν τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως, διὰ τῆς βαθμιαίας ἀναλήψεως αὐτῆς ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων παραγωγῶν, καταλλήλως διαπαιδαγωγουμένων διὰ τῆς εἰς συνεταιρισμοὺς ὀργανώσεως αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ἄνοδος τῶν παραγωγῶν μέχρι τῆς Ἑνιαίας Διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας αὐτῶν θὰ σημάνῃ τὴν οἰκονομικὴν προαγωγὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν χειραφέτησιν αὐτῶν. Θὰ σημάνῃ ὅμως ἀκόμη τὸν ἐκτοπισμὸν τῶν ποικίλων περὶ τὴν σταφίδα δημιουργηθέντων παρασιτικῶν συμφερόντων. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ ἄνοδος πρὸς τὴν Ἑνιαίαν Διαχείρισιν θὰ εἶνε μακρὰ καὶ ἐπίμονος καὶ θὰ ἀπαιτήσῃ σκληροὺς ἀγῶνας. Ἐκ τῶν ἀντιλήψεων τούτων ἀναχωροῦσα ἡ μειοψηφία ἀποκρούει κατά βάσιν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τροποποιήσεως τῆς Διοικήσεως τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποξενοῦται ἡ ἐνδιαφερομένη σταφιδοπαραγωγὴ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος, αὐτῆς, παραδιδομένης εἰς ξένα ἢ ἀντίθετα πρὸς αὐτὴν συμφέροντα. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἰσχυρίζεται, ὅτι διὰ τούτου τονοῦται ἡ θέσις τῶν παραγωγῶν ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἀνακριβής, διότι τὸ ἐνδιαφέρον ἡμᾶς δὲν εἶναι ὁ ἀπόλυτος ἀριθμὸς τῶν ἐκπροσώπων τῆς παραγωγῆς ἀλλὰ ἡ σχέσις αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ἄλλων συμφερόντων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τούτης ἡ θέσις τῆς παραγωγῆς καθίσταται λίαν μειονεκτική. Καί, τοῦθ’ ὅπερ σπουδαιότερον πάντων, ἡ τοιαύτη μειονεκτικότης καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου παγία καὶ ὁριστική, ἐν ᾧ διὰ τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Αὐγούστου 1925 ἐπετρέπετο ἡ αὔξησις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς παραγωγῆς μετὰ πάροδον χρονικοῦ τινος διαστήματος (ἄρθρον 7). Τὴν τοιαύτην δυνατότητα ἐξελίξεως ἐπὶ τὸ παραγωγικώτερον τῆς Διοικήσεως τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ ἔρχεται ὁριστικῶς νὰ ἀνακόψῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ μειοψηφία τὸ θεωρεῖ ἀτυχέστερον τοῦ σημερινοῦ νόμου καὶ ὀπισθοδρομικόν, ἐφ’ ὅσον καθιερώνει παγίως κατάστασιν, ἡ ὁποία οὐ μόνον ἀναφαίρετα δικαιώματα, ἐκ τῆς ἐργασίας ἐκπηγάζοντα, τῆς σταφιδικῆς παραγωγῆς προσβάλλει, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν φορὰν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς οἰκονομικῆς προόδου καὶ τῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως ἀντιτίθεται. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ νομοσχέδιον παραδίδει τὴν παραγωγὴν ἄοπλον καὶ ἀνυπεράσπιστον εἰς τὰς διαθέσεις τῆς βιομηχανίας. (χειροκροτήματα).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 4816 περὶ καθορισμοῦ ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων Μαργαριτίου καὶ Παραμυθίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ ¾)31 συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἀγροτικῆς Τραπέζης περὶ ἀναθέσεως εἰς τὴν τελευταίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ὀφειλομένων χρεῶν». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 17 Δεκεμβρίου 1923 περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων τοῦ νόμου 4567 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Σεπτεμβρίου 1929 νομοθετικοῦ διατάγματος κλπ. τοῦ νόμου 3225, τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 6 Νοεμβρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 περὶ ἐνοριακῶν ναῶν κλπ.». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον ὡς ἐδιορθώθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταστατικοῦ νόμου τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως γενικοῦ Συμβουλίου Βιβλιοθηκῶν τῆς Ἑλλάδος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμψηφισμοῦ ὀφειλομένου φόρου καὶ τελῶν κληρονομίας Γ. Βασιλᾶ πρὸς ἰσόπαλον ἔλλειμμα». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4755 περὶ κώδικος τῶν νόμων περὶ τελῶν χαρτοσήμου». Ὁ κ. Ζούκας.
§338Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Παρατηρήσεις τινάς, κύριοι βουλευταί, θὰ φέρω ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται, ὅτι αἱ ἐξοφλητικαὶ ἀποδείξεις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τῶν κοινοτικῶν γίνονται ἐπὶ χαρτοσήμου κατὰ τὴν ἀστικὴν κλίμακα. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἐπιβαλλομένη φορολογία εἶναι κάπως βαρεῖα καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθώτερον ἵνα αἱ ἀποδείξεις γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου κατὰ τὴν ἐμπορικὴν κλίμακα. Ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δὲν νομίζω ὅτι αἱ ἀποδείξεις τῶν μισθῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ γίνωνται κατὰ τὴν ἀστικὴν κλίμακα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμπορικήν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον νομίζω ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν πληρώνουν χαρτόσημον. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἡ κατηγορία τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει φορολογεῖται μπορῶ νά εἴπω βαρύτατα διότι δὲν δύναται νὰ διαφύγῃ τόσον τὸν φόρον τοῦτον, ὅσον καὶ τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι εἶναι καθωρισμένα τὰ πράγματα, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἄλλων καθαρῶν προσόδων γίνεται μείωσις τῶν προσόδων καὶ ἡ φορολογία εἶναι μικροτέρα.
§339Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ ζητῆτε περισσότερα, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀνταποκριθῶμεν. Ἐξ ἄλλου ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τὸ 1882.
§340Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Τουλάχιστον, κ. ὑπουργέ, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 4 χιλ. δραχ. μηνιαίως πρέπει αἱ ἀποδείξεις νὰ γίνωνται μὲ τὴν ἐμπορικὴν κλίμακα.
§341Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πάλιν σᾶς λέγω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀδυνατῶ.
§342Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Τέλος πάντων ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν ἐπειδὴ πρόκειται περὶ βιοπαλαιστῶν νὰ σᾶς τὸ εἴπω καὶ εἰς σᾶς ἐναπόκειται νὰ τὸ κάμετε ἢ ὄχι δεκτόν. Βλέπω ὅμως καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας μοῦ φαίνεται ἐπιβάλλεται νέα φορολογία, εἶναι ἡ παράγραφος 20 τοῦ ἄρθρου 15, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται χαρτόσημον ἐπὶ τῶν φόρων.
§343Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσα–ἴσα τὸ ἐλαττώνομεν.
§344Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ὄχι, διότι ἐπὶ τῶν φόρων δὲν ἐπληρώνετο τέλος χαρτοσήμου.
§345Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι φόρος ἀπὸ τὸ 1882, τώρα δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦται καταπληκτικῶς.
§346Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλετε φόρους ἐπὶ φόρων.
§347Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι τὰ πρόσθετα τέλη τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τὸ 1882.
§348Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρόκειται περὶ νέας φορολογίας ὑπὸ τύπον χαρτοσήμου.
§349Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων καὶ ἀδικημάτων ἀφορώντων εἰς τὰς Γενικὰς Ἀποθήκας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ Οἰκονομικῶν Ὑπηρεσιῶν Ἀεροπορίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως ὑπηρεσίας πολιτικῆς Ἀεροπορίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου Ἀεροπορίας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρείας Μπλάμπερν Ἀεροπλᾶν Μότορ Κόμπανυ συναφθείσης συμβάσεως».
§351Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἄρθρου συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας καὶ τῆς ἑταιρείας Μπλάμπερ Ἀεροπλᾶν Μότορ Κόμπανυ. Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ διατάξεως τῆς Γερουσίας νὰ τροποποιηθῇ διάταξις τῆς συμβάσεως;
§352Α. ΖΑΝΝΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἠρώτησα τὸν ἀνάδοχον ἐὰν δέχεται αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§353Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό.
§354Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ τὸ δέχεται ὁ ἀνάδοχος, δὲν ὑπάρχει λόγος.
§355Α. ΖΑΝΝΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἠρωτήσαμεν τὸν ἀνάδοχον, ὁ ὁποῖος τὴν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν.
§356Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἄνευ κυρώσεως τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι τι τὸ ὁποῖον ἀντίκειται πρὸς τὴν σχετικὴν Συνταγματικὴν διάταξιν.
§357Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ τοιοῦτον ἐκάμαμεν πολλάκις μὲ τὴν Ἐθνικήν.
§358Α. ΖΑΝΝΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας). Ἄλλωστε πρόκειται περὶ ὡρισμένων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθοῦν διὰ τῆς συμβάσεως.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν;
§360ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Πανεπιστημιακοῦ κέντρου κλπ.». Ὁ κ. Ράλλης.
§362Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἤθελον, κ. ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: Νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὸν ἀρχαιολογικὸν χῶρον νὰ παραμείνουν εἰς αὐτὰς ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως.
§363Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶμαι σύμφωνος.
§364Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπίσης θὰ ἤθελον εἰς τὸ ἄρθρον 3 νὰ δεχθῆτε ὅπως ἡ δυνητικὴ περίπτωσις μεταβληθῇ εἰς ὑποχρεωτικήν. Δηλαδὴ ὁ ὑπολειπόμενος χῶρος ὑποχρεωτικῶς νὰ δίδεται εἰς αὐτοὺς οἵτινες ξεσπιτώνονται σήμερον.
§365Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δέχομαι καὶ αὐτὸ, ἐν ᾗ περιπτώσει κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Πανεστημίου περισσεύει χῶρος καὶ μετ’ ἀπόφασιν τῆς Συγκλήτου.
§366Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἡ περὶ τούτου αἴτησις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐὰν δὲ ἐντὸς 2 μηνῶν δὲν καταστῇ ἐφικτὴ ἡ παραχώρησις, νὰ ὑποχρεοῦται τὸ Πανεπιστήμιον εἰς καταβολὴν προσθέτου ἀποζημιώσεως (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἐὰν ὑπολειφθοῦν γήπεδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον χρησιμοποιηθῆ παρὰ τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ ὑποχρεοῦται αὐτὰ τὰ γήπεδα νὰ τά δώσῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον τὰ ζητήσῃ.
§367Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐὰν ὑπολειφθοῦν οἰκόπεδα τότε ἂς γίνῃ μία ἐξαίρεσις.
§368Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ζητήσουν......
§369Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐὰν εἶναι περισσότεροι......
§370Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ κλήρου.
§371Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ πλεονάζων χῶρος νὰ δοθῇ, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Συγκλήτου πλεονάζει.
§372Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κατόπιν ἤθελον νὰ γίνῃ προσθήκη ἐπὶ τοῦ 6ου ἄρθρου οἱ ἰδιοκτῆται νὰ .....
§373Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν ἀντιρρήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τοιαύτας ἀπαλλαγὰς ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς προϊστάμεθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀπαλλαγήν, διότι δὲν ἔχουν καμμίαν βάσιν.
§374Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε τὶ θὰ πῇ ἀποζημίωσις· δὲν εἴχατε τὸ ἀτύχημα αὐτὸ καὶ εὔχομαι νά μὴ τὸ ἔχετε. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔτυχον νὰ ὑποστοῦν 2 ἀπαλλοτριώσεις. Λοιπὸν φτιάνουν ἕνα σπιτάκι καὶ τοὺς τὸ παίρνουν διὰ πρώτην φοράν, ξανακάμουν καὶ δεύτερον καὶ τώρα ἔρχεται τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τοὺς τὸ παίρνει. Εἶναι δίκαιον νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ μὴ πάρουν ἀποζημίωσιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον τόσον ἀστόργως ἠναγκάσθη νὰ παραβῇ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις περὶ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας;
§375Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ μόνη ἐγγύησις εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀποζημίωσις.
§376Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔχει γίνει καὶ δι’ ἄλλας ἀπαλλοτριώσεις, ὅπως διὰ τὸν χῶρον τῆς Ἀκροπόλεως. Διότι ἐφ’ ὅσον ἔχει γίνει δι’ αὐτοὺς νὰ γίνῃ καὶ διὰ τούτους.
§377Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ ἀπαλλαγοῦν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία, ἡ ὁποία εἰς ἄλλας ἐποχὰς ἦτο δικαιολογημένη. Καὶ εἰς συμπολίτας μου ἀκόμη τὸ ἠρνήθην, διότι πρέπει νὰ διεπώμεθα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος.
§378Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ μίαν αἴτησιν ἑνὸς συλλόγου, ἡ ὁποία λέγει τὸ ἑξῆς......
§379Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ὑπουργὸς της Παιδείας). Προσῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ σήμερον καὶ τοὺς ἐβεβαίωσα ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἐκτὸς τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκτοπίζῃ ὡρισμένους ἀνθρώπους διὰ νὰ τοποθετῇ ἄλλους. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ μέτρον εἶναι σκληρὸν καὶ τὸ ὑφιστάμεθα ὡς ἀνάγκην. Ἑπομένως τοιαύτη πρόθεσις ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει. Ἐλπίζω ἄλλως τε, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει συμφέρον νὰ πάρῃ χώρου τοῦ δημοσίου, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρὸς τὸ ἄνω μέρος. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον τὸ δημόσιον διαθέσῃ ἐπαρκεῖς χώρους, θὰ προτιμηθοῦν, διότι ἐκεῖνοι μέν χορηγοῦνται δωρεὰν ἐνῶ οἱ ἄλλοι θὰ πληρωθοῦν. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἀπαλλοτριώσεις ἐπὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ χώρου μετὰ εἰς τὴν περίπτωσιν δηλαδὴ καθ’ ἣν οἱ δημόσιοι χῶροι θὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ ἀκατάλληλοι καὶ ἑπομένως θὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἀπαραίτητα, διότι δὲν εἶναι μωρὸν νὰ πληρώσῃ τὸ Πανεπιστήμιον διὰ νὰ ἀποκαθιστᾷ ἄλλους πολίτας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη πρόθεσις.
§380Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ὅπως μὴ ἐξωσθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰς οἰκίας των, ἂν δὲν ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι.
§381Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς της Παιδείας). Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου καί ἡ οἰκοδομικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, δὲν θὰ πιέσουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ὅταν δὲν πρόκειται νὰ κάμουν χρῆσιν πρὸς οἰκοδομήν, διότι εἶναι ἄνθρωποι καλῆς πίστεως ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ὥστε νὰ ἐμπνέουν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄστοργοι καὶ ὅτι δὲν θὰ μετατοπίσουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἄνευ λόγου. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι τὰ μέσα διὰ τὴν ταχεῖαν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν ὑπάρχουν, ἑπομένως ὅλαι αἱ προβλέψεις εἶναι ὅτι θὰ εἶναι σύντομοι.
§382Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ φροντίσητε αἱ ἀποζημιώσεις νὰ γίνουν ταχύτατα, ὥστε νὰ ἔχουν τὸν καιρὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μετατοπισθοῦν.
§383Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δι’ αὐτὸ προτείνω ἡ προθεσμία νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως.
§384Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει τὴν ἐργασίαν αὐτὴν νὰ τὴν συνδυάσωμεν καὶ μὲ τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται μίαν ζημίαν, διότι ξεσπιτώνονται.
§385Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶμαι σύμφωνος νὰ εὕρωμεν τὴν πλέον φιλόστοργον λύσιν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὴ ἀποτελέσῃ καθυστέρησιν τῆς ἐργασίας.
§386Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀξιώσῃ κανεὶς αὐτό.
§387Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ εὕρωμεν μίαν διατύπωσιν, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἐξυπηρετῇ χωρὶς νὰ μᾶς καθυστερῇ.
§388Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν καλήν σας πρόθεσιν καὶ σᾶς εὐχαριστῶ δι’ αὐτά, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ imperium τὸ ὁποῖον δίδετε εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιθανὸν νὰ ὠθηθοῦν ἐξ αὐτῆς τῆς ἀσκήσεως τοῦ imperium καὶ νὰ διαπράξουν ἀδικίας. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ κάποιος περιορισμὸς ἢ τοὐλάχιστον αἱ δηλώσεις σας ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ χρησιμεύσουν ὡς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις διὰ τοὺς κυρίους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκήσουν αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν.
§389Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἐγκρίνῃ τὰς ἀπαλλοτριώσεις, ἑπομένως θὰ περιορισθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν χῶρον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἀπαραίτητος, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ κάμω τὴν δήλωσιν αὐτὴν διὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ. Ἡ δήλωσις αὐτὴ εἶναι κατηγορηματική, διότι θὰ ἦτο ὄχι μόνον ἀπαράδεκτον ἀλλὰ καὶ ἀκατανόητον, ἐὰν ἀπηλλοτριοῦτο ὁ χῶρος ὡρισμένων ἀνθρώπων διὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἄλλοι, τότε θὰ ἔλλειπε καὶ ἡ ἠθικὴ βάσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ποιοῦμαι λοιπὸν τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις θὰ γίνεται μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου.
§390Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἀντιρρήσεις του.
§391Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι διότι σᾶς ἀρνοῦμαι, κ. Ράλλη, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀρχῆς.
§392Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναθεωρήσητε τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας ἔχετε ὁρίσει, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ πληρώνουν τὰ 10 σπίτια διὰ τὰ 1000.
§393Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχουν δικαίωμα ἀπαλλαγῆς οἱ ὑφιστάμενοι τὰς ἀπαλλοτριώσεις θὰ ξακολουθήσῃ τὸ δικαίωμά των μέχρι τῆς ἀξίας τῆς παλαιᾶς.
§394Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τῆς ἀξίας, ἀλλὰ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς.
§395Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλ’ ἐὰν ἡ οἰκοδομὴ ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλοτριωθῇ καὶ θὰ κατεδαφισθῇ, ἔχει ἀπαλλαγῆ ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ εἶναι ἀξίας 200.000 δραχμῶν καὶ προσόδου 20.000 δραχμῶν, θά ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου.
§396Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις.
§397Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, σᾶς δίνω τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑφισταμένην ἀπαλλαγὴν ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἴσης ἀξίας. Κάμω αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἵνα καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι οἱ ἀπαλλοτριόπληκτοι τῆς Πανεπιστημιακῆς πόλεως ἰδιοκτῆται, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἀπαλλαγῆ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν δυνάμει κειμένων καί ὑφισταμένων νόμων, ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ διὰ τὰς τυχὸν παρ’ αὐτῶν ἀνεγερθησομένας οἰκοδομὰς ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν Ἀθηνῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη ἰσχύει ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς οἰκοδομῆς τῆς παλαιᾶς καὶ ἀξίας ἴσης πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τὴν ὁποίαν θὰ κατασκευάσουν.
§398Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φθάνει ἡ δήλωσις αὐτὴ, πρέπει νὰ γραφῇ εἰς τὸν νόμον.
§399Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς ἡ δήλωσις δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§400Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποιοῦμαι ἐπίσης τὴν δήλωσιν κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ λείψῃ ἡ εὐκαιρία κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς ἵνα ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον.
§401Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ γίνῃ τώρα.
§402Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτήν, διότι πιθανὸν αἱ οἰκοδομαὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμέναι οὐχὶ δυνάμει εἰδικῶν νόμων ἀλλὰ συνεπείᾳ μικρᾶς προσόδου τὴν ὁποίαν ἔχουν.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§404ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἱερατικῶν Φροντιστηρίων».
§407Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποβάλλω τροπολογίας τινάς.
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβάλλεται ἡ ψήφησις τοῦ συνόλου. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβαλλομένης τῆς ἐψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξαγορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους βεβλαμμένου καπνοῦ τῆς ἐσοδείας 1928 καὶ 1930 πρὸς καταστροφήν». Ὁ κ. Μπακάλμπασης.
§410Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, κ. βουλευταί, τὸ ἑξῆς, ὅτι κατόπιν τῆς ἐξαγγελίας ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανε διὰ τὴν προστασίαν τοῦ καπνοῦ, οὐδεὶς ἀνέμενε τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νομοσχεδίου ἰσχυροτάτου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι οὐδόλως προστατεύεται τὸ πολύτιμον αὐτὸ προϊόν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἀπὸ μηνῶν ἤδη τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μᾶς ὡμίλει προκειμένου περὶ τοῦ καπνικοῦ ὀργανισμοῦ, μᾶς ὡμίλει προκειμένου περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου, μᾶς ὡμίλει προκειμένου περὶ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ καπνεπαργατικοῦ προβλήματος ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν εἴδομεν μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν σχετικὸν μέτρον. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς νομοσχεδίου μὲ ἕνα καὶ μόνον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντιμετωπίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς καὶ καταστροφῆς τῶν βεβλαμμένων καπνῶν. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐτὴ ἡ ὁποία διατυποῦται εἰς τὸ μόνον ἄρθρον δὲν εἶναι πρότασις τωρινή, μᾶς ἀπησχόλησε κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐπερωτήσεις αἱ ὁποῖαι κατετέθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τὸ 1928 ἐδηλώθη ἐκ μέρους ἡμῶν κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἐπιβάλλεται ὅπως ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τῆς νοθείας καὶ ἐν γένει τῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν, ὅπως προβῇ εἰς μίαν μικρὰν θυσίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καὶ κατόπιν, κατὰ τὰς συσκέψεις τὰς γενομένας μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὑπεστηρίχθη ἐκ μέρους ἡμῶν ὅτι, ἐὰν ὄντως ἠθέλαμεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν ἀπάμβλυνσιν τῆς κρίσεως ἡ ὁποία παρουσιάζετο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἦτο νὰ λάβῃ μέτρα ὅπως κατορθώσῃ ν’ ἀποσύρῃ ἐκ τῶν παραγωγῶν ἰδίᾳ ὡρισμένας ποσότητας καλῶν καπνῶν—διότι εἶναι γνωστὸν καὶ δὲν χρῄζει κἂν ἐπαναλήψεως ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ εἶδος καπνῶν τὸ ὁποῖον διέρχεται μεγάλην κρίσιν, εἶναι τὰ εὐγενῆ, λεγόμενα, καπνά—Ἐνῶ, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο τῇ βοηθείᾳ καὶ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ν’ ἀποσύρῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν παραγωγῶν ὡρισμένας ποσότητας καπνῶν, ἐφόσον ἀποδέχεται ὅτι ὑπάρχει ὑπερπαραγωγή, τὰς ὁποίας νὰ μὴ ρίψῃ εἰς τὰς ἀγορὰς καταναλώσεως παρὰ μόνον μετὰ δύο ἢ τρία χρόνια, ὅτε θὰ κατορθώσωμεν ὄντως νὰ ρυθμίσωμεν τὴν παραγωγήν μας, φαντάζομαι ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ θὰ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεβοήθει ὄντως τὴν ἐξέλιξιν τῆς καπνικῆς καταστάσεως. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πρότασις αὐτή, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς τὰς σχετικὰς συσκέψεις, δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδοὺ σήμερον, ὅτι παρουσιαζόμεθα πρὸ τοῦ σχεδίου νόμου, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ πρόκειται νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς παρατηρήσεις μας καὶ νὰ μὴ ἐπεκταθῶμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου καπνικοῦ ζητήματος, διότι ὑπάρχει σχετικὴ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ συζητηθῇ τὴν ἐρχομένην Παρασκευήν, ὁπότε φαντάζομαι ὅτι θὰ μᾶς δοθῇ εὐκαιρία ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς σκέψεις μας.
§411Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι κάτι ἠμπορούσαμεν ἀπὸ τώρα νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοὺς καπνοπαραγωγούς, ἐὰν τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖτο σήμερον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ θεωρηθῇ διὰ τὴν περίστασιν ἐπαρκές.
§412Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὰς ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὰς ἐξέθηκα ἤδη. Ἐδήλωσα τὸ ἑξῆς: ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὁμιλεῖ ὅτι ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον προκειμένου περὶ τοῦ καπνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἔσπευσε νὰ λύσῃ ὁριστικῶς τὸ καπνικὸν ζήτημα, ἔσπευσε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐπαγγελίας προκειμένου περὶ μειώσεως τοῦ φόρου, ἔσπευσε νὰ ρίψῃ εἰς τὸ μέσον καὶ τὴν πρότασιν ἀκόμη προκειμένου περὶ τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου· ἀλλ’ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ μέχρι τῆς παρούσης στιγμῆς δὲν ἔκαμε τίποτε. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς ἀνάλυσιν τῶν μέτρων αὐτῶν, διότι θὰ λάβῃ χώραν ἐπερώτησις καὶ ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλασσόμενος λοιπόν κατόπιν καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσωμεν γενικώτερον τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν περιορίζομαι εἰς τὴν συζήτησιν διατάξεών τινων τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὄντως πολὺ ὀρθὸν τὸ μέτρον, ἐὰν συνεδυάζετο μὲ τὸ μέτρον τὸ ἄλλο περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, μὲ τὸ μέτρον τῆς ἐξαγορᾶς ὡρισμένων ποσοτήτων εὐγενῶν καπνῶν, ἀποθηκεύσεως αὐτῶν καὶ διαθέσεώς των μετὰ δύο ἕως τρία χρόνια’ ὅταν θὰ ἐπήρχετο πλήρως ἡ ρύθμισις ἐν τῷ συνόλῳ τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι τὸ ἑξῆς: αʹ) εἰς τὴν 2 παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου κ. ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὁμιλεῖτε περὶ τῆς τιμῆς τῶν ἐξαγοραστέων καπνῶν καὶ λέγετε, ὅτι ἡ ὁρισθησομένη τιμὴ ἐξαγορᾶς ἀρχομένη ἀπὸ κατωτάτου ὁρίου δραχμῶν 2,50 δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 4. Νομίζω, κ. ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ φύγῃ τὸ κατώτατον ὅριον, διότι τοῦτο εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθοῦν τὰ καπνά. Δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς ἐπιμονῆς σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι καλλίτερον νὰ μὴ βάλωμεν ἕνα τοιοῦτον περιορισμόν.
§413Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅτι εἶναι ἡ μικροτέρα ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τοὺς παραγωγοὺς ἀνεξαρτήτως τῆς ποιότητος. Μπορεῖ νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν.
§414Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Περὶ ἀποζημιώσεως πρόκειται.
§415Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν ἐπιμένω. Παρακάτω λέγετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ συνάψῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς πληρωμὴν διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου τῶν ἀγοραζομένων καὶ καταστρεφομένων καπνῶν, δηλαδὴ τὰ καπνὰ αὐτὰ τὰ ἔχετε πλέον διὰ καταστροφήν, ἐνῷ ὅπως ξέρετε, τὰ καπνὰ αὐτὰ δύναται νὰ παραγάγουν κάλλιστα τὴν νικοτίνην καὶ πωλοῦνται ἤδη ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐμπόρους. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς βιομηχανίας, καὶ φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξουν πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζουν τὴν νικοτίνην αὐτήν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράσουν τὰ καπνὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα προτίθεσθε σεῖς νά καταστρέψετε.
§416Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὶ εἶναι ἡ νικοτίνη;
§417Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Φάρμακον, δηλητήριον φοβερόν. Δι’ αὐτὸ λοιπόν νομίζω, ὅτι πρέπει εἰς τὴν 4ην ἀκριβῶς παράγραφον νὰ προστεθῇ μία τοιαύτη διάταξις, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πώλησις αὐτῶν τῶν κατεστραμμένων καπνῶν.
§418Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι ὅμως διὰ τὴν κατασκευὴν σιγαρέττων.
§419Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Μποροῦν κάλιστα νὰ πωληθοῦν, ἀφοῦ καταστοῦν ἄχρηστα διὰ σιγαροποίησιν. Μποροῦν νὰ ρίψουν πετρέλαιον ἢ ἄλλο φάρμακον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀχρηστευθοῦν πλήρως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ καὶ ἡ πώλησις αὐτῶν καὶ νὰ διαρρυθμισθῇ ἀναλόγως τὸ ἐδάφιον 4ον. Εἰς τὴν 5ην παράγραφον βλέπω τὸ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει), «Ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐξαγορὰν καπνῶν ἀναγράφεται εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας». Σήμερον ὡς γνωστὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου Γεωργίας δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πίστωσις. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ χορηγηθῇ μία συμπληρωματικὴ πίστωσις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τὸ ἑξῆς. «χορηγουμένης τῆς ἀναγκαίας συμπληρωματικῆς πιστώσεως». Διότι ἐὰν παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, μόνον τοῦ χρόνου μπορεῖ τέλος πάντων νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Αὐταὶ εἶναι αἱ μικραὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας προτείνω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ, διότι τὰς γενικωτέρας ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος θὰ ἀναπτύξω τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαθανάσης.
§421Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγεται ἡ συζήτησις δὲν ἐπιτρέπει μίαν μικρὰν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος. Θὰ ἐφρόνουν ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἦτο ἐξαιρετικῆς χρησιμότητος καὶ ἐξαιρετικῶς θὰ ἐξυπηρέτει κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν ἐν τῷ προϊόντι τούτῳ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσήγετο κατὰ τὸ ἔτος 1929, διότι ἀκριβῶς ἡ παραγωγὴ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔδωσε τὰς βάσεις τῆς κρίσεως τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν σήμερον καὶ ἀκριβῶς ἡ μὴ λῆψις τοῦ μέτρου τούτου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐδυσχέρανεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε δυσκόλως νὰ δύναταί τις τὰ ἀντιμετωπίσῃ σήμερον τὴν λύσιν τοῦ καπνικοῦ προβλήματος. Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρήχθησαν τὰ βεβλαμμένα καπνὰ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐδόθη μέγα μέρος αὐτῶν εἰς χεῖρας τῶν ἐμπόρων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ σήμερον τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἀποθεμάτων τῶν εἰς χεῖρας αὐτῶν εὑρισκομένων. Σήμερον τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον οὐδαμῶς κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως τῶν καπνῶν, ἀλλ’ ἔχει μίαν μόνον νὰ παράσχῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν γεωργικὸν κόσμον, νὰ τὸν ἀνακουφίσῃ ἐξ ἑνὸς βάρους χρεῶν, τὸ ὁποῖον βαρύνει αὐτοὺς καὶ τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὴν ποσότητα αὐτοῦ τοῦ καπνοῦ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ ἐξαγορά. Διότι ἀναμφισβητήτως τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν ἐν γένει τῶν καπτῶν, τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν πώλησιν αὐτῶν δὲν ἔχει οὐδαμῶς νὰ ἐπηρεάσῃ ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἀποθεμάτων αὐτῶν τῶν καπνῶν, διότι αἱ ποσότητες αὗται εἶναι σήμερον ἐκτὸς πάσης χρησιμοποιήσεως. Ἐν τούτοις καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν ὀρθὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρὸς λῆψιν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνουν κατὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ ἀποθέματος αὐτοῦ, θὰ ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ διάταξις ἐν αὐτῷ κυρωτικὴ ἢ ἀπαγορευτικὴ ἐνδεχομένων καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προέλθουν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι μεγάλαι ποσότητες ἐξ αὐτῶν τῶν καπνῶν εὑρίσκονται εἰς χεῖρας μὴ παραγωγῶν, εἶναι δὲ εὔκολος ἡ παράδοσις αὐτῶν ὑπὸ τῶν τρίτων εἰς χεῖρας πάλιν τῶν παραγωγῶν. Εἶναι λίαν εὔκολον οἱ διάφορι ἐντόπιοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι συνεκέντρωσαν τοιαύτας ποσότητας καπνῶν νὰ τὰς ἐπιστρέψουν εἰς τὸν παραγωγὸν καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μεγάλας ποσότητας καὶ ποσότητας μάλιστα, τινὰς αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν ἐκ τῶν καλῶν ποιοτήτων, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἠγόρασαν καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήρωσαν εἰς τὸν παραγωγόν. Διότι εἶναι γνωστὸν πῶς γίνεται τὸ ἐμπόριον τῶν καπνῶν. Ὁ παραγωγὸς παραδίδει 1000 ὀκάδες καπνοῦ εἰς τὸν μικροέμπορον, ἔναντι δὲ τῶν 1000 ὀκάδων πληρώνεται μόνον τάς 900 ἢ τὰς 800 ὀκάδας, διότι ὁ ἔμπορος ἐξάγει ἕνα ποσὸν ἀρκετὰ σοβαρὸν καὶ βεβλαμμένον καὶ αὐτὸ τὸ ἔχει πάρει καὶ τὸ διατηρεῖ εἰς χεῖρας του διὰ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸ ἐμπόριον εὐκόλως δὲ θά ἐπωφεληθῇ τῆς περιστάσεως νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν παραγωγὸν καὶ ἐξαγοράσῃ αὐτὸ τὸ Κράτος. Αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν ἄν θέσωμεν ἀνάλογον διάταξιν καὶ τὴν κυρώσωμεν διὰ μιᾶς ποινικῆς διατάξεως. Ἡ τροπολογία λοιπὸν τὴν ὁποίαν προτείνω εἰς τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐτὴ—ἡ διατύπωσις ἄς καθορισθῇ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας—ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ παράδοσις πρὸς ἐξαγορὰν καπνοῦ, ἡ δὲ παράβασις αὐτῆς τῆς διατάξεως συνεπάγεται τὴν α ἢ β ποινὴν.
§422Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ποσότης τοῦ καπνοῦ ποὺ εἶναι εἰς τὸ ἐμπόριον.
§423Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Βεβαίως.
§424Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πειράζει νὰ τεθῇ ἀνάλογος διάταξις.
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος.
§426Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον κ. συνάδελφοι, ὄντως θὰ ἦτο χρήσιμον ὅπως παρετήρησεν καὶ ὁ κ. Παπαθανάσης κατὰ τὸ 1928, ὁπότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ πτέριξ ἐκείνη καὶ ἡ ἄλλη καὶ ὁ ἴδιος βουλευτὴς δι’ ἐπερωτήσεως καθωρίζομεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὑπεδείξαμεν τότε ὅτι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἦτο ὅπως ἀγορασθῶσιν ἀντὶ 5 δραχ. τὰ καπνὰ τὰ ὁποῖα ἠλέγχοντο ὅτι δὲν ἦσαν ἐμπορεύσιμα καὶ δὲν ἦσαν ἐμπορεύσιμα λόγῳ των πολλῶν βροχῶν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τότε ἀντέκρουσε τὴν πρότασίν μας καὶ εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ μέτρον ἐπιβεβλημένον οἰκονομικῶς διότι ἡ ἀγορὰ θὰ προεκάλει τοὺς παραγωγοὺς εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνουν ἢ νὰ ἐντείνουν τὴν προσπάθειάν των νὰ παράγουν κακὰ καπνὰ καὶ ἑπομένως ἡ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως γενομένη τότε συζήτησις ὁλοκλήρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπεκρούσθη κατηγορηματικῶς. Ἐπειδὴ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Κυβερνητικῆς ἐκείνης πολιτικῆς δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιβαρύνουν ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος τὴν τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν, τὴν τοιαύτην τιμωρίαν διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην των ὑπέστη ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς, ὁ παραγωγικὸς κόσμος καὶ οὐχὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀναγκάζεται τήν στιγμὴν ταύτην νὰ καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον, ζητοῦσα συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν. Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν σημασίαν δίδομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὅπως παρετήρησε καὶ ὁ κ. Μπακάλμπασης τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα διότι πρῶτον διὰ μὲν τὰ καπνὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συγκεντρώσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἄν καὶ τὸ μέτρον εἶναι ὀρθὸν, ὀρθότατον, ὑπάρχει τὴν στιγμὴν ταύτην ἀγορὰ τῶν καπνῶν τούτων ἀλλὰ καὶ δεύτερον ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀγορὰ ἡ ἐνεργωμένη σήμερον θὰ προσφέρῃ τυχὸν τιμὰς ἀνωτέρας θὰ ἐπιτρέπῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀγορὰν τοῦ προϊόντος ἢ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅπως χαρακτηρίζεται ἐλευθέρα ἡ ἀγορὰ τῶν καπνῶν τούτων, ἡ διάθεσις αὐτῶν. Εἶναι ἀναγκαία μία διασάφησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ παρεκάλουν ταύτην νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν διότι τὸ θεωρῶ σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκτὸς τῶν καπνῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ πατόφυλλα, τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Μακεδονίαν εἶναι τὰ τῆς πρώτης ποιότητος καπνὰ τὰ ὁποῖα μένουν καὶ τὰ τῆς βʹ ποιότητος τὰ ὁποῖα εἶχον ἀξίαν 36–40 δραχ. καὶ ἤδη δέν ἔχουν παρὰ 7–8 δραχ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν καταθέσῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ τῶν ἀποθεμάτων αὐτῶν, μὴ νομίσῃ ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ὑπολοίπου προϊόντος. Τοῦτο τό θεωροῦμεν ἀναγκαῖον, διότι ἐφ’ ὅσον παραμένουν τὰ καπνὰ ἐπιβαρύνονται μὲ μεγαλύτερον τόκον, μὲ τόκον ὑπερημερίας ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, ὁ δὲ τόκος ὑπερημερίας γνωρίζετε ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν πλασματικῶν δανείων εἶναι βαρύτατος, χαρακτηρίζεται δὲ τόκος ἐμπορικὸς καὶ δύναται τις εἰπεῖν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἀξία ἔχει ὑπερκαλυφθῆ ἀπὸ τὸν δανεισμὸν αὐτόν. Θὰ ἠγείρετο ἴσως τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πῶς αὕτη θὰ διαθέσῃ τοσαῦτα ἀποθέματα 150 ἑκατομ. ὀκάδων τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ν’ ἀγοράσῃ, δεδομένου ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος τὰ ἀποθέματα τῶν 109 ἑκατομ. αὐτῶν ἀποτελοῦν τὸ 60–65% τῆς παρελθούσης παραγωγῆς τοῦ 1930. Αὐτὰ σχεδὸν κατὰ ἕνα ποσοστὸν 90% εἶναι ἐντελῶς ἀπώλητα, ὅσα δὲ ἐπωλήθησαν γνωρίζομεν ὅτι ἐπωλήθησαν κατὰ 8–10–12 δραχ. ὀλιγότερον. Δύναται λέγω νὰ ληφθῇ ὅμοιον μέτρον μὲ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβε καὶ ἡ Βουλγαρία τελευταίως, ἡ ὁποία ἐπώλησεν καπνὰ 2–2½ ἑκατομ. κιλῶν ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Νὰ κατατεθῇ κατά ¼ ἡ ἀξία, τὰ δὲ ὑπόλοιπα εἰς ἕξ μηνιαίας δόσεις ἐπ’ ὀνόματι μιᾶς Τραπέζης. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ ταχύτατα εἰς τὴν ἀγορὰν ὅλων τῶν ροφουζίων, διότι τότε μόνον θ’ ἀπαλλαγῇ ἡ ἀγορὰ τῶν καπνῶν ἀπὸ τὰ ἀποθέματα τὰ μεγάλα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, διότι ἐνδιαφέρει γενικώτερα τὸ ζήτημα.
§427ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§428Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ νομοσχέδιον, κ. Βουλευταί, κατηγορήθη ὅτι εἶναι μικρὸν τι μέρος τοῦ ὅλου καπνικοῦ ζητήματος τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν συνέστησεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Ἀλλὰ ἐὰν ὑπετίθετο ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ἀληθὲς δὲν ἕπεται ὅτι διότι παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις τὸ μέρος τοῦτο σήμερον δὲν θά παρουσιάσῃ αὔριον καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος, ἢ δὲν θὰ λύσῃ τὸ ὅλον ζήτημα δι’ ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ μεγάλην ἀνακούφισιν εἰς τὸ καπνοπαραγωγικὸν κόσμον εἶναι ἡ ἀγορὰ τῶν καλυτέρων ποιοτήτων, δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξεύρεσις τῶν οἰκονομικῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν αὐτό. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον, κ. Βουλευταί, πρόκειται σοβαρῶς ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν καπνοπαραγωγικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τοὺς καταγινομένους εἰς τὰ καπνικά, τὸ σημερινὸν ἀπόθεμα τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς χεῖρας τῶν καπνοπαραγωγῶν 1929–30 ἀνήρχετο μέχρι τέλος Μαΐου εἰς 20.000.000 ὀκάδας, ἐὰν ἤθελέ τις παρακολουθήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἐφορίας, ὡς εἶναι ὑποχρεωμένοι. Ἐκ δὲ τῆς στατιστικῆς ἐξάγεται ὅτι ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς εἶναι 27.000.000 ὀκάδες, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους τοὺς εἰς τὰ καπνικὰ καταγινομένους ὅτι ὑπάρχει ἡ λεγομένη φύρα ἡ ὁποία καταβιβάζει τὴν ὀκᾶν εἰς κιλὰ καὶ συνεπῶς τὰ 27.000.000 εἶναι 20.000.000 ὀκάδες, Ἐξ αὐτῶν τὰ 7.000.000 εἶναι τὰ βεβλαμμένα καπνὰ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν πλέον τῶν ⅓ τῶν ἤδη ἀποθεμάτων εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν. Ἐὰν ἔθεν ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς σήμερον ἀγοράσωμεν καὶ καταστρέψωμεν 7.000.000 ὀκάδας καπνῶν ἀνακουφίζομεν σημαντικῶς τὸ ἀπόθεμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς χεῖρας των διότι...
§429Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ......
§430Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). 7.000 000 εἶναι τὸ συνολικὸν ἀπόθεμα, τώρα λέγετε ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἠλαττώθη.
§431Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καπνὰ διὰ τοὺς παραγωγοὺς ὑπάρχουν τοῦ 1927, 1928, 1929. 1930.
§432Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχουν μόνον τῆς ἐσοδείας 1929 καὶ 1930 εἰς τοὺς παραγωγοὺς. Εἰς τοὺς ἐμπόρους 1927. 1928, 1929 Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀκριβὲς διότι προχθὲς εἴχομεν σύσκεψιν μὲ ὅλους τοὺς εἰδικοὺς οἱ ὁποῖοι εἶπον αὐτό.
§433Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὶ θὰ ἔβλαπτεν ἐὰν ἐβάζατε διὰ τοὺς παραγωγοὺς καὶ τῶν ἐσοδειῶν 1927–28.
§434Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει τέλη Μαΐου τὰ βεβλαμμένα καπνὰ ἦσαν 7.000.000 καὶ ἐπειδὴ ἔχουν πωληθῇ τὰ 3.000.000 ἔκτοτε φθάνομεν τὰ ἀποθέματα εἰς 10.000.000, ἐὰν δὲ ἀγοράσωμεν καὶ τμῆμα ρεφουζίων τότε ρυθμίζεται ὅλον τὸ ἀπόθεμα, διότι θ’ ἀπομένουν 4–5.000.000. ὅπερ εἶναι τὸ μόνιμον ἀπόθεμα ἑκάστου ἔτους καὶ οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς μίαν τακτοποίησιν τῶν ἀποθεμάτων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀποσύρωμεν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν 7.000.000, πρᾶγμα ὅπερ εἶναι σπουδαιότατον. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἀσφαλῶς ἀνακούφισιν. Ὅταν γίνῃ αὐτὸ τότε ὑπάρχει ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ ἀνακουφισθῇ τὸ ἐμπόριον τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν ἀνακουφίζεται. Ἐὰν δὲ σήμερον πάσχῃ εἶναι διότι εἰς χεῖρας τῶν καπνοπαραγωγῶν ὑπάρχει μία τοιαύτη ποσότης ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς πού θέλουν ν’ ἀγοράσουν νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ ἐμπόριον. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὠφέλειαν μόνον ὅτι θὰ ὠφελήσωμεν τοὺς καπνοπαραγωγούς, ἀλλὰ θὰ λύσωμεν τὸ καπνικὸν ζήτημα κατὰ τρόπον ἀνακουφιστικόν. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν βάσιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§435Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐπειδὴ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος ὅτι διὰ πρώτην φορὰν θὰ καταστραφῇ ἕνα προϊόν θὰ παρεκάλουν νὰ λεχθῇ εἰς τοὺς συναδέλφους, ὅτι ἄν ἡ Κυβέρνησις ἄφηνε αὐτὴν τὴν κατάστασιν νὰ βαδίζῃ ὅπως βαδίζει, οἱ παραγωγοὶ θὰ ἐπώλουν τὰ καπνά, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην ὑπάρχουν ὡρισμένοι πελάται αὐτῶν ἰδίᾳ τῶν καπνῶν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ποιότητος καπνῶν μία τοιαύτη ἀρχὴ δὲν μᾶς συμφέρει.
§436Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρῶτον δὲν μᾶς συμφέρει· δεύτερον δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸν πωλήσωμεν ὅλον αὐτὸν τὸν καπνὸν. Διότι ἐπὶ τέλους ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ὅτι ἄν ἀγοράζεται, καὶ ἀγοράζεται ἀσφαλῶς εἰς τὴν Μακεδονίαν καπνὸς δὲν ἀγοράζεται τὸ λίπασμα, δηλ. ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον βάζομεν τὴν τιμὴν τῶν 4 δραχ. ἀγοράζεται, ἀλλὰ τὸ ἄλλο ποῦ βάζομεν 2 δραχ. αὐτὸ εἶναι λίπασμα, αὐτὸ δὲν ἀγοράζεται. Λοιπὸν ὁπωσδήποτε τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως: ἡ ἀνακούφισις εἶναι σπουδαιοτάτη. Τώρα ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς κ. συναδέλφους, διατὶ δὲν φροντίζετε νὰ τὸν βιομηχανοποιήσητε αὐτὸν τὸν καπνὸν διὰ νὰ πάρετε μερικὰ χρήματα καὶ σεῖς—ὄχι νὰ τὸν ἐμπορευθῆτε—ἀλλὰ νὰ τὸν βιομηχανοποιήσητε». Τί νὰ τόν κάμωμεν; Νὰ βγάλωμεν νικοτίνην; 1) ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς, ὅτι διὰ νὰ τὸν κάμωμεν νικοτίνην, πρέπει νὰ τὸν μεταφέρωμεν κάπου τὸν καπνόν. Αὐτὰ τὰ μεταφορικὰ θὰ στοιχίσουν τόσον ὥστε δὲν θὰ βγάλωμεν τίποτε. Ἀλλὰ ἐξ ἄλλου δυστυχῶς ὁ καπνὸς αὐτὸς δὲν ἔχει νικοτίνην, ἔχει ἐλαχίστην. Τώρα κάμωμεν μίαν καλλιέργειαν καπνοῦ νικοτιούχου ὅπως λέγεται. Αὐτὸς ὁ καπνὸς δὲν ἔχει πολὺ νικοτίνην. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω εἶναι ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένον ὅτι εἶναι ἔτσι—καὶ ἄν δὲν εἶναι ἔτσι, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν καὶ διότι ἡμεῖς θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν τὸν καπνὸν ἐπὶ τόπου διὰ νὰ παραδειγματίσωμεν τὸν χωρικὸν, διὰ νὰ τὸν πείσωμεν τὸν χωρικὸν νὰ μὴν κάμῃ τέτοιες ποιότητες.— Ἡμεῖς αὐτὸ ἠθέλομεν: νὰ τὸν παραδειγματίσωμεν καίοντας αὐτὸν τὸν καπνὸν ἔμπροσθέν του, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν βιομηχανοποιήσωμεν δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος.
§437Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὅταν ἔρχεται κάποιος ἐπὶ τόπου καὶ τὸν ἀγοράζει;
§438Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν τὸν ἀγοράζει ὅλον.
§439Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κάψατε τὸν ἄλλον.
§440Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σεῖς λέγετε ὅτι ὁ καπνὸς αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ βγάλῃ νικοτίνην;
§441Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν αὐτὴν κ. ὑπουργέ, διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως νικοτίνης δὲν εἶναι ὀρθὸν διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ καπνὰ αὐτὰ εἶναι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης, ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν τὰ εὐγενῆ καπνὰ περιέχουν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς νικοτίνης. Ἐκεῖνο ποῦ ἔχω νὰ δηλώσω εἶναι τὸ ἑξῆς: ὑποτεθήσθω ὅτι ἔχομεν ὡρισμένας ποσότητας καπνοῦ εἰς τὴν Ξάνθην. Μικραὶ ἢ μεγάλαι ποσότητες νικοτίνης ὑπάρχουν μέσα ἔρχεται ὁ ἔμπορος καὶ λέγει: Πωλήσατέ μας τὰ καπνὰ αὐτὰ ἀφοῦ προηγουμένως τὰ ἀχρηστεύσετε. Τὶ ἔχετε νὰ φοβηθῆτε διὰ τὰ μὴ τὰ πωλήσετε.
§442Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι θέλω νὰ βγάλω ἀπὸ τὴν μέση αὐτὰ τὰ καπνὰ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἐμπορευθῶ, καταπίπτει ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγὼ ἐκεῖνο ποῦ θέλω εἶναι νὰ βγάλω αὐτὸν τὸν καπνὸν, διὰ νὰ μὴν εἶναι ἐμπορεύσιμος, διότι οὕτω πως θὰ καταστήσω τὸν ἄλλον καπνὸν καλλίτερα ἐμπορεύσιμον. Ἄν δὲν τὸν καύσω δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνισχύσω τὸν παραγωγόν.
§443Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κάμετέ τον ἄχρηστον καὶ πουλήσατέ τον κατόπιν.
§444Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μοῦ λέγετε: «διατὶ κ. ὑπουργὲ θὰ τὸν καύσετε ἐφ’ ὅσον ἠμπορεῖ νὰ σᾶς δώσῃ 1½ δρχ; Δὲν τὴν θέλω αὐτὴν τὴν 1½ δραχ. Θέλω νὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴν μέση διὰ νὰ βγάλω ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου.
§445Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν συνεννοούμεθα κ. ὑπουργέ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ μὴν τὸν βγάλετε ἀπὸ τὴν μέση. Ἀντὶ νά γίνῃ στάχτη ὁ καπνὸς αὐτός, γίνεται μία ὕλη ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ βγάλωμεν νικοτίνην.
§446Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μοῦ λέγετε: «διατὶ δὲν θέλετε νὰ πάρετε 1½ δρχ. κ. ὑπουργέ, ποῦ θὰ σᾶς δώσουν»; Καὶ ἀπαντῶ ὅτι δὲν τὴν θέλω αὐτὴν τὴν 1½ δρχ., διότι δὲν θέλω νὰ ἐμπορεύεται ὁ καπνὸς αὐτός, θέλω νὰ τὸν καύσω.
§447Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Δὲν συνεννοούμεθα κ. ὑπουργέ. Τὴν 1½ δραχμὴν θὰ τὴν πάρετε ὄχι διότι θὰ πουλήσετε καπνόν ὡς καπνόν, ἀλλὰ διότι μετὰ τὴν τοιαύτην μεταβολὴν τοῦ καπνοῦ, τὴν ἀχρηστοποίησιν αὐτοῦ, θὰ σᾶς δώσουν 1½ δρχ. διὰ τὴν νικοτίνην.
§448Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς ἀπήντησα διὰ τὴν νικοτίνην. Δὲν θέλω νὰ γίνῃ οὔτε νικοτίνη, πρῶτον διότι ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις. Εἶσθε εἰδικὸς εἰς τὰ καπνά, ἀλλὰ ἡ νικοτίνη, ἠμπορεῖ νὰ σᾶς διαφεύγῃ. Ἰδοὺ ἡ περιεκτικότης..... (ἀναγινώσκει).
§449Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ποῖος λέγει αὐτό;
§450Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ Ἐπιστήμη ἡ ἐπίσημος.
§451Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Μὰ κ. Πρόεδρε εἰς τὴν Μακεδονίαν......
§452Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὰ δὲν ἠμποροῦμε νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχετε σεῖς, αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω ἐγώ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἐπιβάλλετε τὴν γνώμην σας.
§453Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ δὲν σᾶς διακόπτω διὰ νὰ σᾶς στενοχωρήσω.
§454Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σέβομαι τὴν γνώμην σας, σεβασθῆτε καὶ τὴν ἰδικήν μου.
§455Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠξεύρω.
§456Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν εἰς αὐτό. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὸν κάμωμεν νικοτίνην, πρῶτον διότι ἂν τὸν κάμωμεν νικοτίνην, ἔχομεν τὰ μεταφορικὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν πολύ. Δεύτερον διότι δὲν ὑπάρχει νικοτίνη ἀρκετὴ καὶ τρίτον διότι δὲν θέλω νὰ ἐμπορευθῶ αὐτὸν τὸν καπνόν. Ἐγὼ τὸν ἀγοράζω διὰ νὰ κατορθώσω νὰ δώσω εἰς ἄλλας ποιότητας καλυτέρας τιμὰς. Ἡ ἄλλη τροπολογία δὲν ἔχει ὑποθέτω σημασίαν διότι ὁ καπνὸς αὐτὸς ἠγοράσθη ἐφέτος. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ὁποῖον λέγω πάρα κάτω, προκειμένου νὰ τεθῇ ἡ συμπληρηματικὴ πίστωσις, βεβαίως θὰ γίνῃ καὶ δὲν θὰ μείνωμεν ἄνευ πιστώσεως.
§457Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὥστε δὲν δέχεσθε καμμίαν τροπολογίαν κ. ὑπουργέ;
§458Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐπειδὴ εἶναι μᾶλλον ζήτημα καθαρῶς ἐμπορίας δὲν ἐτόνισεν ἴσως ὁ συνάδελφός μου ὅτι τὸ μέτρον λαμβάνεται κυρίως διὰ λόγους ψυχολογικούς. Πρέπει νὰ βγάλωμεν ἀπὸ τὴν μέσην ἕνα μεγάλο ποσὸν καπνοῦ, καὶ νὰ δώσωμε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι θὰ τὸν καύσωμεν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν τὸν καπνὸν εἰς τοὺς ἐμπόρους, θὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι αὐτὰ τὰ καπνὰ θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν κατανάλωσιν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν νικοτίνης, εἴτε ὑπὸ οἱανδήποτε ἄλλην μορφὴν. Ἐπαναλαμβάνω τὸν ψυχολογικὸν παράγοντα τὸν ὁποῖον κυρίως ἐπιδιώκομεν.
§459Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δι’ ὀλίγων θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. Παπαθανάση. Ὁ κ. Παπαθανάσης εἶπε τὸ ἑξῆς: Διατὶ δὲν βάζετε μίαν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐμποδίσετε τὴν ἀπάτην ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβῇ μεταξὺ τοῦ ἀγοραστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράσῃ τὸν καπνὸν, καὶ τῶν παραγωγῶν. Διότι δύναται ὁ παραγωγὸς νὰ δώσῃ ἐκ νέου τὸν καπνὸν εἰς χωρικὸν ὁ ὁποῖος νὰ τὸν παρουσιάσῃ ὡς νέον καπνόν. Ἀπαντῶ λοιπὸν ὅτι εἴμεθα ἀσφαλισμένοι ἀπολύτως ὡς πρὸς αὐτό, διότι οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι περὶ ἀπάτης μᾶς προστατεύουν τελείως Ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον, διότι οἱ ἴδιοι οἱ ἔμποροι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ ἀποτελέσματα εἰς χεῖράς των, εἶναι ἀδύνατον νά... Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν τὸν ὑφιστάμενον νόμον.
§460Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀποδέχομαι οὕτως τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργός. Ὄντως ὁ φυσιολογικὸς παράγων θὰ παίξῃ μεγάλον ρόλον καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς του, ὅτι θὰ εἶναι καλύτερον ἐν τῷ μεταξὺ ἐφέτος ἐφ’ ὅσον, γίνεται διὰ μία φορὰ τὸ κάψιμο αὐτό, νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς βιομηχανίας, τῆς νικοτίνης εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔστω καὶ τὴν ἀχρήστευσιν διὰ θείου φαντάζομαι δὲν ἔχει βάσιν ἀρκετὰ γερήν. Διότι ἐνῷ εἶπον ὅτι θὰ τὰ ἀχρηστεύσουν, δὲν ἔκαναν τίποτε, τὰ ἐπῆρε τὸ Δημόσιον καὶ μὲ τὸ ἕνα χέρι τὰ ἀγόρασε καὶ μὲ τὸ ἄλλο τὰ ἀχρήστευσεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι μήπως αὐτὸς ὁ ψυχολογικὸς λόγος τὸν ὁποῖον προβάλλει τὸ νομοσχέδιον θεραπευθῇ ἁπλῶς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, θὰ ἐνθυμοῦνται ὅτι ὑπάρχει καὶ νομοσχέδιον προκειμένου περὶ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πραγματικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ οἱ ψυχολογικοὶ λόγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ὤθησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν ψήφισιν. Ἀποδέχομαι καὶ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἄλλων δύο τροπολογιῶν, δηλαδή, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος, ὅτι θὰ προστεθῇ διάταξις χορηγουμένης συμπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπιμένω, διότι φαντάζομαι, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον μπορεῖ νὰ εὑρεθῶ πρὸ μιᾶς ἀρνήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος νὰ ἀρνηθῇ νὰ παράσχῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 20.000.000. Νομίζω, ὅτι ἔχετε καὶ 3ον παράδειγμα ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν γνωρίζω τὶ θὰ εἰπῇ μεθαύριον, ὅταν θὰ φέρῃ τὸ σχετικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ χρήματα ποὺ θὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γηγενῶν μὲ αὐτὰ ἀντιμετωπίζεται καὶ τὸ καπνοεργατικὸν πρόβλημα. Ἐπειδὴ φοβοῦμαι μήπως ἐκεῖνο ποὺ ἐφοβήθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ θέσῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ εἴπω αὐτά.
§461Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λυποῦμαι διότι ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν. Ἰδοὺ τὶ ἔγινε. Ἐδῶ προσυπογράφει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐδῶ λέγει καθαρὰ (ἀναγινώσκει).
§462Η. ΤΣΕΡΙΩΝΗΣ. Δύο σκοποὺς ἔχει τὸ νομοσχέδιον: ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀνακουφίζει τοὺς παραγωγοὺς ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ὀλιγοστεύουν τὰ ποσά.
§463Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὡμίλησα καὶ εἶπα, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου σκοπεῖται ὅπως ἀνακουφίσωμεν τὸν χωρικὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπόθεμα.
§464Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πώλησις.
§465ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (ψηφίζεται καὶ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῆς συνομολογήσεως ὑπὸ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ Σεισμοπαθῶν Κορινθίας 210 ἑκατομμυρίων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ κτηματικῶν Τραπεζῶν κειμένων διατάξεων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συλλογῆς καπνοῦ».
§466Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας)...... Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§467Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μοῦ ἔκανον μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν μετεβίβασα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε νὰ βάλωμεν μίαν τροπολογίαν νά λέγῃ τὸ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Διὰ διατάγματος τὰ πατόφυλλα κτλ».
§468Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶδε τὸν κ. Παπαστράτον, ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ καπνὰ τοῦ Ξηρομέρου, τῆς Βονίτσης χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Τοῦ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς περιφερείας καὶ συνεννοήθημεν διὰ διατάγματος νὰ ἐξαιρεθοῦν τὰ καπνὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν.
§469Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Αὐτή ἡ διάταξις περὶ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως εἶναι ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος Διότι αὐτὰ τὰ καπνὰ εἴτε ἐσωτερικῆς εἴτε ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον δὲν δυσχεραίνουν τὴν πώλησιν τῶν ἄλλων καπνῶν, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν διευκολύνουν. Διότι αὐτὰ τὰ πατόφυλλα ἔχουν πολλὰς ἰδιότητας, ὥστε τὰ καπνὰ ἐξερχόμενα εἰς τὴν Γερμανίαν πληρώνονται 650 μάρκα κατὰ κιλόν. Αὐτὰ δὲ τὰ πατόφυλλα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ τὸ χαρμάνι ἐλαττώνουν τὸ βάρος τοῦ καπνοῦ καὶ διευκολύνουν τὴν ἀγορὰν τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν τῶν καλῶν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, αὐτὸ, διότι τὸ πλατόφυλλον τὸ καλὸν τοὐλάχιστον τῆς περιφερείας τῆς εἰδικῆς μας, εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὸ φκιάσιμον τοῦ χαρμανίου.
§470Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Καὶ Μακεδονικὰ πατόφυλλα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὸ φκιάσιμον τοῦ χαρμανίου.
§471Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ λέγω τοῦτο διότι τὰ πατόφυλλα τῆς περιφερείας τῆς εἰδικῆς μας ἐφέτος ἐπωλήθησαν ἀπὸ 15–27 δρχ. κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἄλλα καπνὰ δὲν εἶχον πωληθεῖ καί ὄχι μόνον τὰ ἐπώλησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ λεπτὰ ἐπῆραν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ καπνοῦ.
§472ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουντζουρίδης.
§473Ι. ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Εἰδικῶς τὰ καπνὰ τὰ ἰδικά μας ὄχι μόνον τὰ πατόφυλλα ἀλλὰ καὶ τὰ χούτια εἶναι τὰ καλλίτερα διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ δι’ αὐτὸ κατεβλήθη πᾶσα μέριμνα νὰ πεισθοῦν οἱ καπνοπαραγωγοί μας νὰ μὴ νοθεύουν τὰ εὐγενῆ καπνά.
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. (Γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§475ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως». Ὁ κ. Κουτσοπέταλος.
§476Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἕν ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι πρῶτον τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωποκρατήσεως διὰ τὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῶν ἀγροτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ σχεδὸν ὁμοφώνως ἐνόμισε τὸ μέτρον τοῦτο ἀναχρονιστικὸν καὶ δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν προϊστορικὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὀφειλέται ὑποχρεοῦνται καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Ὅπως ἐκ τῆς συμβάσεως ἀποδεικνύεται τὰ παραχωρούμενα εἰς τὴν Τράπεζαν προνόμια πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανείων τῶν παραχωρουμένων ἐπ’ αὐτῆς εἶναι τόσα, ὥστε τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν δικαιολογεῖται. Μίαν μόνον τροπολογίαν τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀπαραίτητον ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι τοῦ ἄρθρου 8 ὅπερ καθιερώνει ἕνα νέον σύστημα ἐπιδόσεως τῶν δικογραφιῶν καὶ τῶν κατασχετηρίων ἐγγράφων τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης διότι δὲν μπορεῖ ἕνας γεωργὸς νὰ εὑρεθῇ ἐστερημένος τῆς περιουσίας του ἡ ὁποία θὰ ἐπλειστηριάζετο χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν διὰ τοῦ ταχυδρομείου ἀποστολὴν τῶν κατασχετηρίων ἐκθέσεων. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι μέγα μέρος τῶν γεωργῶν κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν ἐγκαταλείπει τὰ χωριὰ καὶ μεταφέρεται εἰς ἄλλα μέρη ὅπως οἱ κάτοικοι τοῦ Μαρτίνου οἵτινες παραμένουν εἰς 8ωρον ἀπόστασιν μῆνας ὁλοκλήρους διὰ νὰ καλλιεργήσουν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα χωριὰ καὶ ἄνευ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν κινδυνεύουν νὰ μὴ λάβουν γνῶσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ τῆς περιουσίας των. Ἀκόμη περισσότερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται ἡ ἑξῆς πρόνοια, ἡ ὁποία ἐπίσης μειώνει σοβαρῶς τὴν δαπάνην. Δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ὑπογράφουν αὐτοὶ τὰς ἐπιταγὰς καὶ ἑπομένως ἐκεῖνος ὁ φόβος τῆς καταβολῆς ἐξόδων ἐκλείπει ἀπολύτως. Διότι ἡ Τράπεζα ἔχουσα τὸ μέτρον τοῦτο καὶ φειδωμένη φυσικὰ τὰς περιουσίας τῶν προσφύγων θὰ βάζῃ πάντοτε τοὺς ὑπαλλήλους της νὰ ὑπογράφουν τὰς ἐπιταγὰς. Οὕτω μειοῦται εἰς τὸ ἐλάχιστον ἡ δαπάνη καὶ δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ κατάργησις πάσης ἐγγυήσεως περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, περὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐκτελέσεως διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κερδίσῃ ὁ γραμματεὺς 100 δραχμάς. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινός. Ἡ ἐπίδοσις ἐκ μέρους ἑνὸς διανομέως ἢ κοινοτικοῦ ὑπαλλήλου δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ ὠφελήσῃ παρὰ τὸ ἐπιδοτήριον καὶ μόνον. Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κλητῆρα τῆς κοινότητος τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελέσεως. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη ἐθεώρησε ὅτι τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 9 παραχωρούμενον προνόμιον πρωτοπραξίας τῶν προϊόντων τῶν παραγωγῶν νὰ περιορισθῇ μόνον διὰ τὰ χρέη ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε συμφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως καταβληθοῦν εἰς 4 ἐτησίας δόσεις μετὰ τῶν τόκων. Εἶναι γνωστὴ βέβαια ἡ συμφωνία εἰς ὅλους σας κυρωθεῖσα δι’ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§477Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διατὶ μόνον δι’ αὐτά;
§478Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δι’ αὐτὰ μόνον εἶχε δοθεῖ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως τῆς Τραπέζης, ὅτι θὰ τὰ εἰσπράξῃ εἰς τέσσαρας ἐτησίας δόσεις. Προκειμένου ἡ ἐξόφλησις τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ γίνῃ εἰς χρόνον ἀπέχοντα 4 ὁλόκληρα ἔτη, θὰ ἔπρεπε δι’ αὐτὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε ἐδόθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤσκη τὴν ἀγροτικὴν πίστιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ δώσωμεν πρωτοπραξίαν. Διὰ τὰ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὅμως συναπτόμενα δάνεια, ἐὰν δώσωμεν τὸ προνόμιον αὐτό εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι ἀσφαλές, ὅτι θὰ βλάψωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης εἰς μεγάλον βαθμόν. Φαντασθῆτε τὶ ἔχει νὰ γίνῃ, ὅταν ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα χορηγοῦσα δάνεια καλλιεργητικὰ καὶ ἔχουσα ὡς ἀσφάλειαν τὰ προνόμια ἐκεῖνα τὰ ἐκ τοῦ δανείου παραγόμενα προϊόντα, εὑρεθῇ αἰφνιδίως συντρέχουσα μὲ τὰ αὐτὰ προνόμια τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Φαντασθῆτε τί κυκλὼν θὰ ἐδημιουργεῖτο καὶ τὶ κίνδυνοι συγχρόνως διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτούσατε διατὶ νὰ μὴ τὸ δώσῃ καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἐρωτοῦσα διατὶ νὰ τὸ δώσῃ. Πρόκειται εἰς τὸ μέλλον ἡ Ἐνικὴ Τράπεζα ν’ ἀσκήσῃ ἀγροτικήν. Καὶ ἔδωκε ἡ Τράπεζα διαθέσιμα κεφάλαια εἰς τὴν ἀγροτικὴν πίστιν. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ δώσῃ καὶ νὰ τὰ δανείσῃ εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία καὶ κατὰ σκοπὸν ἀποκλειστικῶς ἔχει τὴν ἄσκησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ αὐτὴ ἐπιβλέπουσα καὶ παρακολουθοῦσα τὴν ἀγροτικὴν παραγωγὴν νὰ κανονίζῃ καὶ νὰ διαθέτῃ ταῦτα ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ ὀφελίμως ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ περιοριζομένη μόνον ὡς πρὸς τὰ δάνεια ἐκεῖνα περὶ ὧν ἡ σύμβασις μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ μέλλον, τοὐναντίον ἔχω τὴν γνώμην καὶ ὀφείλω νὰ τὴν διατυπώσω ἀπὸ τώρα καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς τυχὸν παραχωρήσεις τοιούτων προνομίων, διότι ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θ’ ἀπέβαινε ὀλεθρία διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐκεῖ ποὺ ὅλοι φροντίζωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Τράπεζαν ἵνα κατορθώσῃ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας θὰ τὴν ρίψωμεν εἰς τὸν κυκλῶνα καὶ τὸν ἀνταγωνισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πλήρους συντριβῆς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία οὔτε τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ οὔτε νὰ παρασκευάσῃ ν’ ἀντιστῇ εἰς ἕνα τυχὸν μέλλοντα συναγωνισμὸν πρὸς ἕνα ἵδρυμα οἰκονομικὸν ὅπως εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Μίαν ἄλλην τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρελήφθη ἐκ λάθους....
§479Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ πρώτη—πρώτη παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐκάματε τὶ εἶναι;
§480Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡ πρώτη εἶναι τῆς παραγωγῆς, ἡ τετάρτη εἶναι ἡ παραληφθεῖσα, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἐπροτάθη καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς καταχρήσεις εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δικάζονται καὶ αὐταὶ ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν Τὸ ἄρθρον 8 νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος ὡς ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Εἰς τὰς δικαιοδοσίας τῶν Ἐφετῶν ὑπάγονται».....
§481ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζούκας.
§482Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Τὰς αὐτὰς περίπου παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ κάμω. Ἐν πρώτοις διὰ τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου δευτέρου ἐδάφιον τελευταῖον παρέχεται τὸ προνόμιον εἰς τὴν ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ εἰσπράττῃ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀγροτῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεων δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο χορηγεῖται κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ τὰς ἀπαιτήσεις ἔχει καὶ τό δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὅπως ἐλέχθη παρὰ τοῦ κ. προλαλήσαντος τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι μέτρον ἀνελεύθερον ἀναχρονιστικὸν καὶ τυρανικὸν καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρατῇ τοῦτο τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον κατὰ τὸ κρατοῦν δίκαιον ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἀπαγγέλλεται παρὰ εἰς πολὺ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι, ὅταν ὁ ὀφειλέτης εἶναι ἔμπορος, τὸ δὲ δάνειον προέρχεται ἐξ ἐμπορικῆς διαφορᾶς. Δὲν βλέπω ἐξ ἄλλου κατὰ τὶ θὰ συντελέσῃ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχομεν δεδομένα, ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ὀφειλετῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, οἱ ὁποῖοι καθυστέρησαν τὰ καθυστέρησαν δεδικαιολογημένως, ἕνεκα τῶν ἀφοριῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἕνεκα τῆς κρίσεως καὶ οὐχὶ ἐκ δυστροπίας. Ἔχομεν δὲ ἐπίσης δεδομένα ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι οἱ ἀγρόται ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο ἐναντίον τῶν ἐκτελέσεις ἀναγκαστικαὶ ἤτοι κατάσχεσις ἐπὶ περιουσίας των ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγουν πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους των εἰς τὴν σκέψιν δανείων. Ἐὰν λοιπὸν καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐκτελεσίμων δικογράφων τῆς Ἀγροτικῆς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, θὰ ἀναγκάσωμεν αὐτούς, ἐφ’ ὅσον εἶχον ἕν ἀδίκημα νὰ πληρώσουν διὰ τρόπου ἀδίκου πρὸς τὴν τοκογλυφίαν, ἥτις εἰς σύναψιν τοκογλυφικῶν δανείων εἶναι πάντοτε πρόθυμος. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις δέον νὰ σημειωθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀρκοῦσαν τιμωρίαν καὶ παραδειγματισμὸν ὑφίστανται οἱ ἀγρόται, κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα εἰς τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐνθικῆς Τραπέζης διότι ἡ Τράπεζα τοὺς καθυστεροῦντας τὴν πληρωμὴν γεωργοὺς ἔχει ἀναγράψει εἰς τὸν μαυροπίνακα, οὕτως ὥστε δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς νέα δάνεια ἐφ’ ὅσον καθυστεροῦν καὶ διὰ νὰ πληρώσουν οὗτοι τὰ χρέη των ἠναγκάσθησαν, ἰδίως εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων, νὰ καταφύγουν εἰς τὴν πώλησιν καὶ αὐτῶν τῶν ἀροτριόντων κτηνῶν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι οὐχὶ ἡ δυστροπία τῶν ἀγροτῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤθησε τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Ἐθνικὴν εἰς τὸ νὰ ἐπιζητήσουν τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς μέσον ἐκτελέσεως, δὲν ἦτο ἄλλο παρὰ νὰ προφυλάξουν καὶ περιφρουρήσουν διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τὸ ἐνέχυρον τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐπὶ τῶν κινητῶν τῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ διὰ τῆς συμβάσεως, διότι ὅταν λάβῃ χώραν τὸ ἀδίκημα τῆς ὑπεξαιρέσεως τοῦ ἐνεχύρου τότε ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσωποκρατήσεως, διότι, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας καὶ δὴ τοὺς νομικούς, ὅτι ἐπὶ πάσης ἀπαιτήσεως στηριζομένης εἰς ἀδίκημα παρέχεται κατὰ νόμον ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα σοβαρὸν λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀπαιτήσεων. Ἄλλωστε, κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ μέσον τῆς προσωποκρατήσεως ὡς εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ εἶχε ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἀλλὰ κατηργήθη, ὡς ἐντελῶς ἄσκοπον, ὡς μὴ συντελοῦν παντάπασιν διὰ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον καθιερώθη καὶ ἑπομένως ἀσκόπως τώρα πάλιν πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύει διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου... Ὡς πρὸς τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος ὁ καθιερούμενος διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροτῶν. Φαντασθεῖτε κ. βουλευταί, τὰ ἄτοπα ἅτινα θὰ ἐπέλθουν, ἐφ’ ὅσον λέγει ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ ἕνας οἱοσδήποτε κλητὴρ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἢ ἕνα οἱονδήποτε ὄργανον αὐτῆς νὰ κάμῃ τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ βεβαίωσις ἡ γενομένη παρὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ἰσοδύναμον, πρὸς τὴν ἀπόδειξιν τὴν προκύπτουσαν ἐκ τοῦ ἀποδεικτικοῦ ἐπιδόσεως τὸ ὁποῖον συντάσσει δημόσιος ὑπηρέτης ὁ δικαστικὸς κλητήρ. Ἔχομεν, κύριοι, δεδομένα ἐκ τῆς πράξεως ὅτι εἰς πλείστας ποινικὰς, ὑποθέσεις, ὅπου ἡ ἐπίδοσις γίνεται διὰ δικαστικῶν κλητήρων γίνονται πλεῖστα ἄτοπα καὶ ἔκτροπα. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐρωτῶ κυρίως τοὺς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων δικηγόρους— εἰς πόσους ἐκ τῶν κατηγορουμένων δὲν περιῆλθον τὰ δικόγραφα καὶ δὴ αἱ κλήσεις αὐτῶν μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑποθέσεών των; Καὶ ὅταν συμβαίνῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον προκειμένου περὶ ἐπιδόσεως ποινικῶν δικογράφων διὰ δικαστικῶν κλητήρων τελούντων ὑπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐρωτῶ τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸν τρόπον, τῆς ἐπιδόσεως τὴν ὁποίαν καθιερεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον; Νομίζω ὅτι, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα καθιερεῖ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐπιδόσεως τοῦ δικογράφου δι’ οἰκονομίαν τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ ἔχω τὴν γνώμην κύριοι βουλευταί, ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον καταστροφὴν αὐτῶν διότι οἱ ἀγρόται πλειστάκις δὲν θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐπιδόσεων, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἔχομεν δεδομένα ἐκ τῆς πράξεως, ὅτι σήμερον ποὺ γίνεται ἡ ἐπίδοσις διὰ δικαστικῶν κλητήρων συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, οὐχὶ ἅπαξ οἱ γεωργοὶ ὀφειλέται, τῶν ὁποίων ἐπλειστηριάσθησαν καὶ ἀκίνητα ἀκόμη ἔχουν λάβει γνῶσιν καὶ ἔχουν πράγματι προσέλθει εἰς τοὺς δικηγόρους μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεώς των καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πλειστηριασμοῦ. Φαντασθῆτε λοιπὸν τὶ θὰ γίνῃ ἐὰν καθιερώσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως, τὸν ὁποῖον κανονίζει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδόσεως εἶναι σοβαρὸν καὶ σοβαρότατον, ἐφ’ ὅσον δὲ ὡς σᾶς ἀνέπτυξεν καὶ ὁ κ. Εἰσηγητής, ἡ δαπάνη τῆς ἐπιδόσεως περιωρίσθη ἐν προκειμένῳ εἰς τὸ minimum ἤτοι τὸ ⅓ τῆς δαπάνης τῆς ἐπιδόσεως τῆς εἰς τὰ ἄλλα δικόγραφα ἀπαιτουμένης.
§483Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐπιβάλλεται ὅπως μόνον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος νὰ γίνεται ἡ ἐπίδοσις διότι προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροτῶν.
§484Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Τῶν Συμβολαιογράφων καὶ τῶν Δικηγόρων αἱ ἀμοιβαί, κύριοι βουλευταί, διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως ἐμειώθησαν εἰς τὸ ⅓ τοῦ νομίμου. Αὐτὸ δὲ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον περιορίζεται διὰ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν πρέπει καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ἡ Ἐθνικὴ διὰ τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν πρὸς αὐτήν, διότι οὕτω πως ἀνακουφίζονται οἱ ἀγρόται, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν γενναίαν ταύτην χειρονομία καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καθόσον εἶναι γνωστὸν κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἔχει καὶ εἰς τὸ μικρότερον τῶν ὑποκαταστημάτων Νομικὸν Σύμβουλον πληρωνόμενον κατ’ ἀποκοπὴν. Καὶ δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν πράγματι ζημίαν καθιεροῦσα τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβῆς τῶν δικηγόρων εἰς τὸ ⅓.
§485Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τά ἔξοδα τὰ δικαστικὰ δὲν ἀναμιγνύεται καθόλου, ἑπομένως δὲν ἔχει καὶ κανένα λόγον νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν μείωσιν.
§486Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνει αὕτη τὰς ἀμοιβὰς τῶν δικηγόρων τότε δὲν ἔχει κανένα συμφέρον, ὅπως μὴ μειώσῃ τὰς ἀμοιβὰς αὐτῶν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα, ἵνα διὰ συμβάσεως καθορίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν Δικηγόρων καὶ τῶν κλητήρων καὶ τῶν Συμβολαιογράφφων ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ὑποθέσεων τῆς Ἐθνικῆς καὶ ὁρίζονται διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως διὰ τὴν Ἀγροτικήν. Προσέτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 ὅτι τὰ χρέη τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ καταβληθῶσι εἰς τέσσαρας ἐτησίας δόσεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι ἂν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεγόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ αὕτη τῶν χρεῶν καὶ τμηματικὴ αὐτῶν καταβολή, θὰ γίνῃ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποδείξουν ὅτι ἐπλήγησαν ἐκ τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀφορίας καὶ τῶν θεομηνιῶν. Πῶς θ’ ἀποδειχθῇ, κύριοι, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἐκ τῆς ἀφορίας καὶ τῶν θεομηνιῶν; Ποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ τὰ γεγονότα; Ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα διὰ τῶν Διευθυντῶν τῶν καταστημάτων αὐτῆς; Θὰ καθιερωθῇ διαδικασία πρὸς τοῦτο; Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι, ἐφόσον εἶναι δεδομένον καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἅπασα ἡ Ἑλλὰς—διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Θεσσαλία ὑπέστη καταστροφὰς ἐπίσης ἡ Μακεδονία ἡ Στερεὰ, ἡ Πελοπόννησος – θὰ ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι πρέπει διὰ τὰ χρέη ἁπάντων τῶν ἀγροτῶν τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται ἐκ μέρους αὐτῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παρασχεθῇ αὐτὴ ἡ εὐκολία τῆς τμηματικῆς καταβολῆς εἰς 4 ἐτησίας δόσεις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως διότι ἄλλως θὰ εὑρεθοῦν πρὸ ἀδιεξόδου, πολλοὶ τῶν ὀφειλετῶν, δι’ οὓς ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι δὲν ἐπλήρωσαν ἐκ τῶν ἀφοριῶν, ἀφοῦ ἅπαντες ἐπλήγησαν ἐξ αὐτῶν.
§487Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει ἤδη λύσει τὸ ζήτημα. Τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι χρήσεως 1929–30, ὅπως ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὰ δὲ γραμμάτια 1929–30 ἔληξαν.
§488Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Καὶ τέλος, κύριοι βουλευταί, ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ μιᾶς ἄλλης διατάξεως ἡ ὁποία παρεντίθεται εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ἔχει σοβαροτάτην σημασίαν. Κατὰ παράβασιν τῆς συμφωνίας μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, λέγεται εἰς τὴν ὑπὸ κρίσιν σύμβασιν καὶ κανονίζεται καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, αὐτὸ δὲ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ νὰ ἔχῃ ἡ Ἐθνικὴ τὰ αὐτὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, οὐχὶ βεβαίως διὰ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ καὶ τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ὡς προεῖπον, ἀλλὰ διὰ μέλλοντα δάνεια τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ συνάπτῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Καὶ ἐρωτῶ κ. βουλευταί: Ἐὰν αὐτὴ ἡ διάταξις θεσπισθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοπραξίας εἰς τὴν Ἐθνικὴν διὰ τὰ μέλλοντα δάνεια, ποία ἡ τύχη τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης; Θὰ ἔχωμεν πράγματι Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ποθοῦμεν ὅλοι—καθὸ ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν—ἢ τὸ προνόμιον αὐτὸ, ἐὰν παρασχεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ ἀποτελέσῃ τὸν τάφον τῆς Ἀγροτικῆς; Εἰς ἐμὲ, κ. βουλευταί, δὲν μένει οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἂν παρασχεθῇ τὸ προνόμιον τῆς πρωτοπραξίας καὶ τὰ ἄλλα προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, ἐὰν ταῦτα παρασχεθοῦν εἰς τὴν Ἐθνικὴν, θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῶς ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, τὸν ἐνταφιασμὸν αὐτῆς, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα αὐτὴ διευθύνει τὴν Ἀγροτικὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τῶν διευθυντῶν τῶν ὑποκαταστημάτων της, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ δανείζῃ τὰ χρήματα της εἰς τὰς οἰκονομικῶς ἰσχυροὺς χωρικούς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖοι θά δανείζωνται ἀπὸ τὴν Ἀγροτικήν; Δὲν θὰ δανείζωνται μόνον οἱ οἰκονομικῶς ἀσθενεῖς ἤτοι οἱ ἄποροι; Καὶ ἐρωτῶ: ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα οὕτως ἔχουν, θὰ ἔχωμεν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἐὰν καθιερώσωμεν τὰς προνομίας ταύτας ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὕστερα ἀπὸ ἓν ἔτος;
§489Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν.
§490Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Αἱ τροπολογίαι εἶναι γνωσταὶ ἃς μᾶς εἰπῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τὶ δέχεται.
§491Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν δέχομαι καμμίαν τροπολογίαν διότι ἔχω σύμβασιν μὲ τὴν Τράπεζαν.
§492Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἔχετε. Ἔχετε μόνον διὰ τὰ δάνεια διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἔδωκε προθεσμίαν τετραετῆ. Ἐὰν ὑπάρχῃ, παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσετε. Τὶ σᾶς ἠνάγκασε νὰ κάμετε σύμβασιν;
§493Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑποθέτω ὅτι ἔχομεν ἓν καταστατικὸν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης.
§494Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ καταστατικοῦ· ἀλλὰ διὰ τὴν παροχὴν δανείων ἔχετε σύμβασιν;
§495ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§496Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δικαίως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὥρα ν’ ἀπαντήσω. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν πρωτοπραξιῶν, ὑποθέτω ὅτι ἔχομεν ἓν καταστατικὸν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τὸ ὁποῖον τὶ λέγει; Λέγει ὅτι εἰς πᾶσαν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν δύναται νὰ δοθῇ πρωτοπραξία. Εἰς πᾶσαν Τράπεζαν. Καὶ ἐρωτᾶται; ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἤσκησε τὴν ἀγροτικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ὄχι; Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι παγκοίνως γνωστόν. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἤσκησε τὴν ἀγροτικὴν πίστιν τόσον καιρὸν, εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία δικαιολογεῖται νὰ λάβῃ μίαν πρωτοπραξίαν τῶν ἐργασιῶν. Διατί; Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τὸ ὀλιγώτερον 2 δισεκατ. ἡ δὲ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καὶ διέθεσε, 1.300 ἑκατ. Εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὸν Ἀγροτικὸν κόσμον 700 ἑκατ. τῇ Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς τὰ ὁποῖα εἶναι χρησιμώτατα διὰ τὸν λαόν, διότι ἐὰν ἀποσυρθοῦν θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς ἐλλείψεως πίστεως ἐξαιρετικὰ μεγάλης. Πρέπει νὰ δώσωμεν, λοιπόν, τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοπραξίας, διότι θὰ εἶναι περίεργον νὰ εἴπωμεν ὅτι: θέλομεν τὰ κεφάλαιά σας νὰ τὰ δώσετε, ἀλλὰ δὲν σᾶς δίδομεν πρωτοπραξίαν. Μήπως τάχα σήμερον ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχῃ ὅλον τὸ κεφάλαιον τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγροτικὸς κόσμος 2 δισεκ. 3 δισεκ., καὶ ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν προσέξατε μὴ δώσετε καὶ εἰς ἄλλους τὴν πρωτοπραξίαν διότι τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης πρέπει νὰ προτιμηθοῦν; Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν καὶ ἔδωκε τὰ χρήματά της, πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰ χρήματά των ν’ ἀμυνθῶσι.
§497Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι κατακριτέον κατὰ τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα νὰ μπορῇ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰς συναλλαγὰς τῶν ἀγροτῶν, ἐφ’ ὅσον καὶ ἄλλαι Τράπεζαι δανείζουν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀπὸ δύο Τραπέζας. Ἔχει ἕνα ἐλάττωμα σοβαρόν. Ὅπου ὑπάρχουν Τράπεζαι δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς πελάτας των νὰ δανείζωνται ἀπὸ ἄλλην Τράπεζαν. Ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει περιθώριον νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Σήμερον δὲν κάμνει καμμίαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ δανεισθῇ, μπορεῖ δὲ νὰ εὕρῃ κεφάλαια καὶ δι’ ἐξωτερικῶν δανείων, ἐφ’ ὅσον ὁ τόκος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἔχει καταπέσει. Ὑπάρχει ὁ τρόπος νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δὲν ἀρκοῦσι ἕνα καὶ δύο δισεκατ.
§498Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως λέγει διατὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικήν, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα δύναται νὰ εὕρῃ κεφάλαια, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγροτικὸς κόσμος καὶ διατὶ νὰ μὴ λάβῃ δάνειον ἐφ’ ὅσον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ δάνειον, ἀλλὰ δὲν θέλει διότι ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα μόλις ἀρχίζει τὰς ἐργασίας της, εἶναι κατάστημα νέον, δὲν ἔχει σταθεῖ ἀκόμη εἰς τὰ πόδια της καὶ εἶναι ἱκανὰ δι’ αὐτὴν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ δίδῃ εἰς τὸν κόσμον, τὰ 1400.000.000. Θὰ ἦτο πολὺ περίεργον νὰ βάλωμεν τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ δανεισθῇ καὶ μάλιστα διὰ τῆς βίας.
§499Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικήν.
§500Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν θέλει νὰ τὸ κάμῃ, διότι ἔχει τὴν γνώμην της ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα. Ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει ἕν κεφάλαιον. Καί διὰ νὰ μὴ ἔχῃ παραπάνω, σημαίνει ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ παραπάνω.
§501Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω.
§502Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ καταλάβετε τοῦτο, ὅτι ἀφοῦ δὲν γίνεται σημαίνει ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος. Ἀφοῦ ὑπάρχει εἷς λόγος καὶ ἔχομεν 1400. ἑκατομ. ἀπὸ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, θὰ μᾶς ἐχρειάζοντο δὲ 2 δισεκατομ. τὸ ὀλιγώτερον, διότι ἔχει 700 ἑκατομ. ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Θὰ ἦτο πολὺ περίεργον ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα νὰ ἔχῃ δώσει χρήματα καὶ μόνον αὐτὴ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν πρωτοπραξίαν.
§503Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν βλέπετε τὸν κίνδυνον;
§504Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κανέναν κίνδυνον δὲν ἔχει, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς σήμερον ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 2 καὶ 3 δισεκατ. Πᾶσα δὲ Τράπεζα οἱαδήποτε καὶ ἄν εἶναι αὐτή, ἀσκοῦσα τὴν ἀγροτικὴν πίστιν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ ζητῇ τήν πρωτοπραξίαν.
§505Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ ἄλλα ζητήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀπησχολήθη ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Κουτσοπέταλος ὡς εἰσηγητής. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ δικαίωμα πρωτοπραξίας, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀκόμη ἐκκρεμὲς πρὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Πρὸ ὀλίγων ὅμως ἡμερῶν εἶχεν ὑποβληθεῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο τὸ δικαίωμα πρωτοπραξίας προκειμένου περὶ ἄλλης Τραπέζης, τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένετο λόγος εὐρὺς προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς πρωτοπραξίας προεβλήθησαν τότε πλεῖστοι ὅσοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως βεβαίως εἰς πολλοὺς δὲν ἴσχυον προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναληφθῶσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν δι’ ὀλίγων, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπί τοῦ προκειμένου δὲν ὀφείλει νὰ ἐπιμένῃ, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνοιγῇ ἡ θύρα, φαντάζομαι, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄλλο διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο δικαίωμα πρωτοπραξίας εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐνόμιζα ὅτι ἀπέσυρεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἐνῷ βλέπομεν τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοπραξίας νὰ ἐπεκτείνεται προκειμένου καὶ περὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν....
§506Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης λέγεται, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης ἕπεται τοῦ τῆς Ἀγροτικῆς. Διατί δὲν ἐφαρμόζεται τότε τὸ καταστατικόν;
§507Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διότι δὲν δύναμαι νὰ βάλω τὴν Ἀθηναϊκὴν Τράπεζαν ἴσην μὲ τήν Ἐθνικήν.
§508Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἀγροτικῆς πίστεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν σύγκρισιν μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Τραπέζης Ἀθηνῶν, διότι ὄντως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤσκησε μέχρι τοῦδε τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, ἔχει τὰ στελέχη της καὶ πλήρη γνῶσιν τῆς ἀγροτικῆς καταστάσεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρίνῃ κανεὶς τὰς δύο Τραπέζας. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἦτο πρῶτον ἄν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς πρωτοπραξίας ἐνυπῆρχεν, ὅπως εἴπομεν, ἐντὸς τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν τὸ εἶδον.
§509Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει.
§510Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τότε ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀγὼν ὁ ὁποῖος γίνεται ἐκ μέρους ἡμῶν εἶναι μάταιος, διότι αὔριον μεθαύριον θὰ δώσετε τὸν προνόμιον εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν κ.λ.π.
§511Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ νὰ δοθῇ, πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀσκεῖ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἀσκεῖ......
§512Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐτέθη εἰς τὸ καταστατικόν, διότι φαντάζομαι, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ φέρουν μεγαλυτέραν ἀντίρρησιν....
§513Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δεσμεύεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπολύτως. Χάνει τὴν πρωτοπραξίαν της.
§514Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἄλλωστε ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶναι καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς ὠθεῖ, καί φαντάζομαι, ὅτι ὀφείλει νὰ ὠθήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐδῶ πρέπει νὰ καταβληθῇ μία προσπάθεια πλήρους αὐτοτελείας τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, καὶ φαντάζομαι ὅτι διὰ τοῦτο δὲν φροντίζει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ συνάδελφοί μου κ. Ζούκας καὶ Κουτσοπέταλος προκειμένου περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶπον. Εἶναι ὄντως μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀπερρίφθη ἐκ μέρους τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Ἐνυπῆρχεν εἰς τὸ πρῶτον καταστατικὸν καὶ παρενεβλήθη. Πρόκειται περὶ πλήρως ἀναχρονιστικοῦ μέτρου.
§515ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κυρήσσεται περαιωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: δέχεται τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη;
§516ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§517ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§518ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ δασικοῦ κώδικος».
§519Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Μίαν καὶ μόνην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸ ἄρθρον 7. (ἀναγινώσκει). Αἱ εἰδικαὶ συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν προκειμένου περὶ τῶν κοινοτικῶν αὐτῶν δασῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν Θράκην, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἀκινήτου περιουσίας, ἰδίᾳ τοῦ Κράτους, αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι ἔχουν κατ’ ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐφαρμογήν. Ἑπομένως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸ ἰδικόν μας παράπονον ἦτο τὸ ἑξῆς: Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλύετο τὸ ζήτημα τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων τῆς Θεσσαλίας, διατὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐλύετο καὶ τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν δασῶν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης; Ὁ κ. ὑπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθημεν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔδειξε πράγματι ἓν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι προκειμένου μὲν περὶ τοῦ ⅕ δὲν φέρει ἀντίρρησιν καὶ μάλιστα ἔγινε μία διατύπωσις πλήρης. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7 εἰς τὴν Θράκην καὶ εἰς τήν Μακεδονίαν, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἀλλ’ ὑπόσχεται, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς δηλώσεις αὐτάς.
§520Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι συνεχωνεύθησαν. Αὐταὶ θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσουν μόνον μὲ 15.000 στρέμματα. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ αὐξηθοῦν αὐτὰ εἰς 30.000.
§521Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν πρώτην τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τὴν δέχομαι ἀπολύτως, τὴν καθώρισα μάλιστα ἀκόμη καλύτερα διὰ νὰ εἶναι ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων. Διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Μπακάλμπασης δὲν ἤθελον νὰ γίνῃ τίποτε σχετικῶς μὲ τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι δεικνύω ἕνα πλέον ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα πάντως μὲ πᾶσαν εὐμένειαν.
§522ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν· τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§523ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς βοηθήματος εἰς τοὺς ἀπογόνους τῶν ἐκ Φιλιατῶν οἰκογενειῶν Ντεμάτων καὶ Σεϊνάτων». (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§524ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαποῦ ἐδαφολόγου. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§525ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ. μ. τῆς σήμερον. (Ὥρα 4.15′ πρωϊνὴ)