1931.06.12
1,446 rows · 10,169 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 94η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 10 Ἰουνίου. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 10 Ἰουνίου).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ σύνδεσμος τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων Καβάλλας ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 43843 διαταγῆς τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων περὶ κρατήσεως ἐκ τῶν μισθῶν τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων. —Ἡ Πανελλήνιος ὁμοσπονδία μυλεργατῶν, ἀρτεργατῶν καὶ μακαρονοποιῶν, τὸ ἐργατικὸν κέντρον ὡς καὶ οἱ φορτοεκφορτωταὶ Πειραιῶς, ζητοῦν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐργατικῆς ἑστίας καὶ ἱδρύσεως γραφείων εὑρέσεως ἐργασίας εἰς τὴν παρυῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. —Οἱ πρόσφυγες Νέας Λαμψάκου–Εὐβοίας ζητοῦν τὴν ἑνοποίησιν τῶν χρεῶν τῶν προσφύγων, τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ νόμου 3764 καὶ τὴν ἐπανεκτίμησιν καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν οἰκημάτων κτλ. —Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σερρῶν καὶ τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πατρῶν, παρακαλοῦν ὅπως τὸ ἀνώτατον ὅριον τελῶν ναύλων ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων διὰ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν ὁρισθῇ ἀπὸ δρχ. 30 εἰς δρχ. 50 ἢ 60 ἵνα πορισθῇ τὸ Ν, Α. Τ. τὸ ἐκζητούμενον ποσὸν τῶν δραχμῶν 2.500.000. —Ἡ Γενικὴ Διοίκησις Μακεδονίας διαβιβάζει ψηφίσματα τῶν κατοίκων Θεσσαλονίκης ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς συμβάσεως ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ ἠλεκτροκινήσεως Θεσσαλονίκης. —Ὁ Ν. Ἀντωνόπουλος ἀπόστρατος ἐπιφαρμακοποιὸς ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων μερισμάτων του ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς συντάξεως τοῦ ἀντισυνταγματάρχου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1924 καὶ ἐφεξῆς. —Οἱ ἐπίτροποι τῶν Ναῶν Τρικκάλων ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ ἐνοριῶν. —Ὁ σύνδεσμος ἀνταλλαξίμων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ὑποστηριχθῶσι αἱ ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπομνήματι ἀπόψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ ἀπαλαγῆς των ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τόκων. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Λεπενοῦς Στράτου ζητούσης τὴν ἀποβολὴν τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῶν βοϊδολειβαδίων των. —Οἱ φαρμακευτικοὶ σύλλογοι Καρδίτσης, Πατρῶν, Μεσολογγίου καὶ Θηβῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως ἰατρῶν». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Καρυωτάκης, Κ. Πετσάλης, Σ. Καραγιώργης καὶ Ν. Τζερμιᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ Στρατολογίας». —Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κριμπᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Νόμου 4752 περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἡρακλείδης καὶ Ε. Ζούκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολ. Ὑπαλλήλων. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἡρακλείδης, Ν. Γαρδικιώτης Ε. Ζούκας καὶ Α. Μπακάλμπασης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ ὑπηρεσίας Γεωργίας καὶ Ἐποικισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ καὶ συστάσεως Διευθύνσεως Ἐποικισμοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Σαμαρᾶς, Ι. Παπαδάκης Ι. Βαλαλᾶς, Π. Καλλιγκάτσης, Σ. Τσακμάνης καὶ Ἠλ. Παπαδόπουλος ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 602 περὶ συνεταιρισμῶ». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μπουκουβάλας, Ε. Μαχαίρας κλπ. ὑποβάλλουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 1925 Ν. Δ. περὶ ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τούτου». —Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 17 Δ)βρίου 1923 περὶ ἐνοριακῶν Ναῶν καὶ ἐφημερίων, τοῦ Ν. 4567 κλπ.». —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. Ξανθόπουλος καὶ Π. Καλλιδόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτιμήσεως τῆς περιουσίας τῶν ἀποζημιωτέων Ἑλλήνων μὴ ἀνταλλαξίμων κατοίκων Κων)πόλεως. —Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. Παπαδάκης, Π. Καλιγκάτσης, Σ. Τσακμάνης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. 4752 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολ. ὑπαλλήλων». —Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων»... 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4816 περὶ καθορισμοῦ ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων Μαργαριτίου καὶ Παραμυθίας». 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 18 Μαΐου 1927 νόμου, περὶ δημοσίων κήπων καὶ δενδροστοιχιῶν». —Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἀεροπορικῶν ἐγκαταστάσεων». —Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ εἰδικῆς τοπικῆς φορολογίας ὑπὲρ συλλόγων κοινῆς ὠφελείας τῆς πόλεως Καρδίτσης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Βασιλειάδης, Β. Κυρέλλος καὶ Ν. Σπηλιώτης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ τρόπου ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως κοινοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς κοινοτήτων τῶν Ἐπαρχιῶν Λεβαδείας, Θηβῶν καὶ Λοκρίδος παραγομένων ἐκ γαιῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ Κωπαϊδικὸν πεδίον». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Μακκᾶς καὶ Α. Ἀνδρεάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Διοικήσεως Δημοσίων κτημάτων» —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Η. Παπαδόπουλος, Ε. Μαχαίρας, Α. Θεολογίτης, Ι. Παπαδάκης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων». —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. 4752 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Βολουδάκης, Μ. Κωνσταντόπουλος, Ε. Καρυωτάκης, Ι. Γοβατζιδάκης, Δ. Μέλφος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν παροχὴν προνομίου ἐκμεταλλεύσεως τῶν πτώσεων Τριποτάμου τῆς πόλεως Βερροίας, Νομοῦ Θεσσαλονίκης, ὡς καὶ τοῦ προνομίου φωτισμοῦ, κινήσεως Τροχιοδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων
§3Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν καταθέτει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ζητῶ. Ὅταν ἕνας βουλευτὴς ἀναφέρει πράγματα ἀνακριβῆ προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις μιᾶς ἐρωτήσεως ἀναμφιβόλως εἶναι κατακριτέος. Διὰ νὰ μὴ γίνεται αὐτὸ ἐπρόλαβε ὁ Κανονισμὸς καὶ ὑπέβαλεν ὅπως οἱ ὑπουργοὶ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καταθέτουσι τὰ ἔγγραφα συμφώνως πρὸς τὴν αἴτησιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μολονότι παρεκλήθη πρὸ εἰκοσαημέρου καὶ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, μολονότι ἐγένετο ὑπόμνησις ἐκ μέρους τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς ἐν τούτοις δὲν κατέθεσε τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπουσιάζει, ποῖος νὰ ἐλεγχθῇ; Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπὼν ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ αὐτὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως μὴ περιφρονεῖ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεωνίδας.
§5Ι. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως ἡ ὁποία διεγράφη. Ἤθελον νὰ ζητήσω μερικὰς πληροφορίας εἰδ’ ἄλλως νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§7Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ 10 ἡμερῶν σχεδὸν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ στοιχείων ἀφορώντων τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως τῆς ὁδοποιΐας, ἐκτέλεσις ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν ὄχι μόνον ἐν τῇ Βουλῇ προυκάλεσε μακρὰν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην συνεκίνησε καὶ κρατεῖ εἰσέτι ἐν συγκινήσει καὶ δυσφορίᾳ. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον ἡ κατάθεσις τῶν στοιχείων τούτων δὲν ἐπετεύχθη. Τοῦτο ὄχι μόνον ματαιοῖ τὸν ἔλεγχον τὸν Κυβερνητικὸν τὸν ὁποῖον ἤθελον ν’ ἀσκήσω, ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ δυστυχῶς καθίσταται πρόξενος καὶ μιᾶς μᾶλλον οὐσιαστικῆς ζημίας διότι μᾶς στερεῖ τῶν στοιχείων τῆς κρίσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν τροποποίησιν τῆς συμβάσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἤχθη ἤδη ἡ Κυβέρνησις ὡς χθὲς ἐδήλωσεν διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑπουργοῦ. Τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν ἀφορῶσι ἐξαιρετικῶς οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως καὶ κυρίως ἀνάγονται εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα οὐδόλως θίγει ἡ γενομένη συμβατικὴ τροποποίησις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀναδόχου. Διότι ἐνῶ ἡ μέριμνα αὐτὴ ἡ Κυβερνητικὴ ἐστρέφετο καὶ στρέφεται πρὸς τροποποίησιν τῆς ἀναλύσεως τῶν τιμῶν καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἡμερομισθίων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἐπουσιώδεις ὅρους τῆς συμβάσεως, δυστυχῶς παρορᾶται καὶ παρορᾶται ἐξ ἀγνοίας τῆς μελέτης τῆς πραγματικῆς τῶν πραγμάτων, τὸ κεφαλαιοδέστερον σημεῖον τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε τὴν σοβαρωτάτην ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τὸ σημεῖον τῆς ἐκτιμήσεως τῆς βασικῆς ὁδοῦ ἡ ὁποία ἐλήφθη κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἡ χρησιμοποίησις σαφοῦς καὶ θετικῆς μελέτης ἐπιστημονικῆς ἐνεργηθείσης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Καὶ δυστυχῶς καθὼς ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐξακολουθεῖ εἰσέτι τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν τροποποιητικὴν σύμβασιν νὰ παραμένῃ κενὸν καὶ ἀκαθόριστον καὶ θὰ εὑρεθῶμεν δυστυχῶς πρὸ τοῦ τρομακτικοῦ φαινομένου νὰ δαπανήσωμεν καὶ ἄλλα χρήματα εἰς μάτην χωρὶς ὄχι μόνον νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἔργα τὰ γενόμενα ἀλλὰ διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν στοιχείων διότι ἄνευ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχεθεῖσα χθὲς συζητήσεως τῆς γενομένης τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ἐρχομένην Τρίτην. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τάξει μέλλων νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ὅτι ἄνευ τῶν στοιχείων αὐτῶν εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς νέας συμβάσεως διότι ὅταν τὰ κεφαλαιώδη αὐτὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὴν τόσον τεραστίαν βλάβην εἰς τὸ δημόσιον, δὲν θ’ ἀναπτυχθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν γνωρίζω τινα λόγον θὰ ἔχῃ ἡ τροποποίησις τῆς συμβάσεως.
§8Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ καταθέτει.
§9Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅπως ἐντὸς βραχέως χρονικοῦ διαστήματος συγκεντρωθοῦν αὐτὰ διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συζήτησις τῆς ὁδοποιΐας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ σχετικῆς μὲ τὴν μὴ γενομένην μετάθεσιν τοῦ ἐν Σοφικῷ Κορινθίας ὑπηρετοῦντος Ἀστυνόμου.
§11Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ ἐπερώτησις μου ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὸ Σοφικὸ τῆς Κορινθίας ὑπηρετεῖ ἕνας Ἀστυνόμος ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει εἰς ἐπανειλημμένας προστριβάς. Μετέβη κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἐπιθεωρητὴς Χωροφυλακῆς Κορινθίας καί ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως διεπίστωσεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ ἐν Σοφικῷ ὁ Ἀστυνόμος οὗτος καὶ ἐπρότεινε τὴν μετάθεσιν του. Παρὰ τὴν πρότασίν του ταύτην ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ἀστυνόμονος δὲν μετετέθει παρὰ τὴν γενικὴν δυσμένειαν τῶν πολιτῶν ἐνῶ ὁ Ἀστυνόμος εἶναι ἀνάγκη νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ ὅλον τὸν κόσμον τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω συντρέχουν λόγοι ὑπηρεσιακοὶ διὰ νὰ γείνῃ ἡ μετάθεσις ἢ ἄλλος εἶναι λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν γίνεται αὕτη;
§12Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θὰ σᾶς πῶ.
§13Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κ. Πρόεδρε ἀναβάλλεται.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνεργείας ἐράνων καὶ λαχειοφόρων καὶ φιλανθρωπικῶν ἀγώνων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4368 περὶ Διδασκαλείων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». (ψηφίζεται τό σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4686 περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ περὶ συγχωνεύσεως μικρῶν Μονῶν». ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεως τινων τοῦ νόμου 4845 περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων κ.λ.π». Ὁ κ. Μαντᾶς.
§16Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Σχετικῶς μὲ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα τὸ ἐν ἰσχύει ἄρθρον ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς. Τὸ ποινικὸν ἢ διοικητικὸν δικαστήριον τῆς ἀπαγγελούσης ποινὴν ἀποφάσεως...... (ἀναγινώσκει). Θὰ ἤθελον, κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ καθορισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τῶν ἑκάστοτε ἐνοχλήσεων ἐκ μέρους ἡμῶν, συγχρόνως ν’ ἀπαλλαγοῦν καὶ οἱ πολῖται ἐκ τῆς καταδιώξεως τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν σχετικῶς μὲ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Θὰ ἤθελον πρὸς τοῦτο νὰ καθορισθῇ παγίως ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουν ἕνα ὡρισμένον ποσὸν νὰ μὴ καταβάλωνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀμέσως. Διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον εἶναι πραγματικῶς μαρτύριον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἀσχολεῖται μία ὁλόκληρος ὑπηρεσία διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα τῶν πολιτῶν τούς ὁποίους μεταφέρουν ἀπὸ τὰ χωρία των εἰς τὸν παλαιὸν στρατῶνα καὶ ἐν συνεχείᾳ ν’ ἀπασχολεῖται μία ὁλόκληρος ὑπηρεσία διὰ νὰ δίδῃ ἀναστολάς. Ἐὰν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχμῶν θὰ πληρώνωνται εἰς τόσας δόσεις, ὁπότε θὰ εἶναι μία εὐκολία καὶ διὰ τοὺς δικαζομένους ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἰδίως καταδιωκτικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἀπασχολεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ πολῖται θ’ ἀνακουφισθοῦν ὅταν τὸ ποσὸν τῶν Δικαστικῶν ἐξόδων ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν καὶ νὰ καταβάλων εἰς δύο δώσεις καὶ νὰ θέσωμεν μίαν προθεσμίαν πολιτικήν.
§17Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασις σας εἶναι κατ’ ἀρχὴν εὔλογος. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ θέσωμεν γενικὸν κανόνα διὰ πτωχοὺς καὶ πλουσίους καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δικαιότερον νὰ ἀφήσωμεν τὸ δικαστήριον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς τμηματικῆς πληρωμῆς ἢ τῆς ἐφάπαξ ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τοῦ καταδικαζομένου;
§18Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὅπως θέλετε.
§19Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴμεθα διατεθειμένοι μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ ἀκούσωμεν κάθε τροπολογίαν, διότι καὶ ὑμεῖς ἀποσκοπεῖτε νὰ καταστήσητε εὐχερεστέραν καὶ εὐκολωτέραν τὴν εἴσπραξιν. Ἀγόμεθα ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα θὰ ἐπεθύμουν λοιπόν, νὰ συμφωνήσωμεν εἰς μίαν διατύπωσιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τὸ σπέρμα τῆς ἀδικίας καὶ ν’ ἀποσοβήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι γίνωνται.
§20Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ καθορίζῃ εἰς δόσεις τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
§21Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μήπως θὰ ἠθέλατε νὰ κάμωμεν μίαν ἐξαίρεσιν οἱ ὁμολογουμένως εὔποροι ὑποχρεοῦνται εἰς ἄμεσον πληρωμήν.
§22Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Σύμφωνοι. Θὰ ἤθελα καὶ κἄτι ἄλλο κ. ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 5. «Εἰς τόκον ὑπερημερίας καὶ πρόσθετα τέλη.......... (ἀναγινώσκει). Θὰ ἤθελον ὅπως τὴν διάταξιν ταύτην συμπεριληφθοῦν καὶ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ὀφειλέτης εἶναι τὸ Δημόσιον διότι συμβαίνει νὰ ζητοῦνται τοιοῦτοι τόκοι ἀπὸ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων τὸ δημόσιον ἀπηλλοτρίωσεν ἐκτάσεις, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ ἀκόμη, διότι ἡ διαδικασία εἶναι μακρά. Ἔχω συγκεκριμένα παραδείγματα, κ. ὑπουργέ, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον προέβη εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, κτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ Δημόσιον ἐζήτησε τὸν φόρον τῆς κληρονομίας καὶ ἠναγκάσθησαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ὑπόλοιπα κτήματα νὰ τὰ πάρουν δάνεια διὰ νὰ πληρώσουν ἕνα μέρος, συγχρόνως δὲ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐζητήθη τὸ ἐπὶ πλέον......
§23Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ εἰς τὰς δόσεις συνεποίᾳ διατάξεως τοῦ νόμου «περὶ φόρων κληρονομιῶν».
§24Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον γενικὴν τὴν διάταξιν ὁσάκις τὸ Δημόσιον εἶναι ὀφειλέτης—ἰδίως ἐξ ἀπαλλοτριώσεων—νὰ μὴν ὑπόκεινται εἰς τὰ πρόσθετα τοὐλάχιστον.
§25Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ εἶναι ἐκκαθαρισμένον.
§26Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐπὶ ἐκκαθαρισμένων ἀπαιτήσεων νὰ μὴν ὑπόκεινται εἰς τὰ πρόσθετα.
§27Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφήσατέ τα αὐτὰ διὰ τὸν Ὀκτώμβριον, ὅταν θὰ μᾶς ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλοτριώσεων». Φοβοῦμαι μήπως μᾶς δημιουργήσουν σύγχυσιν—ὄχι τίποτε ἄλλο. Ἄλλως τε ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπόκεινται εἰς πρόσθετα, ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, δηλαδὴ ἔπειτα ἀπὸ 15 μῆνας ἀφ’ ἧς ἐβεβαιώθη ὁ φόρος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ πρόσθετα εἶναι 10%, τὸν δὲ τόκον ὑπερημερίας κατεστήσαμεν ἐλαφρότατον—50 λεπτὰ τοὺς πρώτους τέσσαρας μῆνας. Τὸν Ὀκτώμβριον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοθετήματος «περὶ ἀπαλλοτριώσεων».
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος.
§29Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου ἀπὸ δικαστικῆς πρακτικῆς, ἀφορῶντος αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρισυ «περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων», εἰς τὸ ἄρθρον 68, διετυπώσαμεν ὡρισμένους λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τοῦ ἀδικουμένου ὀφειλέτου μετὰ τὴν εἰδικὴν πρόσκλησιν καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι διατυποῦνται εἰς τὸ ἄρθρον 68 τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι λόγοι καθαρῶς τυπικοὶ στρεφόμενοι περὶ διαφόρους τύπους. Ἐὰν ἔχωμεν λόγους οὐσιαστικοὺς ἐναντίον τῆς εἰδικῆς πρεσκλήσεως, τοὺς λόγους τούτους δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀσκήσωμεν πρὸς ἀνακοπὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. 235 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον 68 ἔδωκε λαβὴν εἰς ἀμφισβητήσεις ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον ἐδίκασε παρομοίαν ὑπόθεσιν, κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεφάνθη ὅτι ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 235 διότι ἐθεωρήθη ὅτι δὲν καταργεῖται τὸ ἄρθρον 235 τῆς Πολ. Δικονομίας ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ νόμου «περὶ εἰσπράξεων Δημοσίων ἐσόδων» καὶ ἔκαμε τὴν ἑρμηνείαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει τὰ Δικαστήρια. Ὅταν ἴσχυεν ὁ νόμος ͵ΥΛΣΤʹ τὰ Δικαστήρια τότε δι’ ἑρμηνείας εἶχον δεχθῆ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπὴ δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους, ἀλλὰ ἡ αὐστηρότης τῶν διατάξεων τοῦ νέου νόμου ἴσως δικαιολογεῖ ἐκείνους ὅπως καὶ ἡ «Θέμις», οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους διότι τὸ ἄρθρον 68 ἔχει καθορίσει ἐπακριβῶς τοὺς λόγους τοὺς τυπικούς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ ἀνακόψῃ τὴν πρόσκλησιν ἢ νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὅταν συλληφθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν δὲν εἶναι τυπικόν. Ἔχετε μίαν ἁλωνιστικὴν μηχανὴν ἡ ὁποία διέρχεται ἀπὸ ἕνα δημόσιον δρόμον, τὸν ὁποῖον καταστρέφει. Κατὰ τοὺς νόμους ἔχει δικαίωμα ὁ μηχανικὸς νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον καὶ εἴπῃ ὅτι ἡ ζημία ἀνέρχεται εἰς 1 ἑκατ. δραχ. τὰς ὁποίας καταλογίζω εἰς τὸν τάδε. Σοῦ κοινοποιεῖ τὴν πρόσκλησιν, μετὰ 8 ἡμέρας σᾶς συλλαμβάνουν. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι τοῦ μηχανικοῦ εἶναι ἐσφαλμέναι—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβη ἐμένα εἰς τὴν πρᾶξιν— διῆλθεν ἡ μηχανὴ του τάδε ἐκ τῆς γεφύρας ἡ ἀλωνιστικὴ καὶ χωρικοὶ ἔδωκαν ἐσφαλμένας πλοροφορίας, ἀντὶ νὰ κατονομάσουν τὸν Α κατονόμασαν τὸν Β, ξεύρετε τὶ θὰ γίνῃ, ἂν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν; Θὰ πληρώσῃ ὁ ὀφειλέτης τὸ τὸ 1 ἑκατομμύριον δρχ. κατόπιν θὰ κάμῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου. Τώρα τὸ Δημόσιον ἐὰν ἔχῃ δίκαιον εἰς τὰς προσκλήσεις του, δὲν πρέπει νὰ φοβῆται. Εἶναι Ἀρχὴ παγία, ἡ ὁποία εἶναι εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη. Διατὶ τὸ Κράτος φοβεῖται τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης; Νὰ θεσπίσωμεν ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἐὰν ἔχῃ οὐσιαστικοὺς λόγους νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, τὸ δὲ Δικαστήριον τὸ τακτικὸν ἢ Εἰρηνοδικειακὸν ἢ Πρωτοδικειακὸν ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ θὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ὀφειλέτου νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἕν ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προσάγει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δεικνύει ὅτι ἔχει ὀλίγο δίκηο, νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τὸ Δημόσιον νὰ ζητῇ νὰ ἐκβιάζῃ τοὺς πολίτας εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ νὰ θεσπίσῃ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 68, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν, ὅτι δὲν δέχεται ἀνακοπὴν δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους καὶ φοβεῖται τὰ Δικαστήρια καὶ ὁ πολίτης καὶ ἐὰν ἔχῃ δίκαιον νὰ πληρώσῃ καὶ νὰ τὸ ζητήσῃ κατόπιν δι’ ἀγωγῆς περὶ ἀχρεωστήτου. Διὰ τοῦτο, κ. Ὑπουργέ, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι δικαία καὶ δὲν ἔχει τὸ παράπαν νὰ θίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, νὰ τεθῇ δηλαδὴ παράγραφος 5 εἰς τὸ ἄρθρον 68. (ἀναγινώσκει). «Ὅταν ὑπάρχουν οὐσιαστικοὶ λόγοι.....». Θὰ εἶναι φρενοβλαβὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον δίκαιον θὰ πάῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Διότι τώρα τὶ συμβαίνει; Σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα ὅτι κάμνετε εἰς τὸ σπίτι σας μίαν ὑπόνομον, ὁ δὲ μηχανικὸς κάμνει ἓν πρωτόκολλον ὅτι ἐχαλάσατε τὸν δρόμον. Ἐνῷ ἔχετε δίκαιον κατ’ οὐσίαν, διότι δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ὑπαίτιος τῆς φθορᾶς, ἀλλὰ ἄλλος· κατὰ τὸ ἄρθρον 68 δὲν δύνασθε νὰ πᾶτε εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ εὕρητε τὸ δίκαιό σας, ἀλλὰ θὰ πληρώσητε καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τὸ πρόστιμον τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη καὶ ἂν ἔχητε δίκαιο θὰ κάμετε ἀγωγὴν περὶ ἀχρεωστήτου εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Πρωτευούσης, θὰ ἐξετασθοῦν μάρτυρες καὶ ἂν τὰ Δικαστήρια εἴπουν ὅτι κακῶς ἐπληρώσατε τὸ δημόσιον θὰ σᾶς ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα. Σᾶς λέγω τώρα, διατὶ νὰ δημιουργοῦμεν διατάξεις δυσμενεῖς διὰ τοὺς ὀφειλέτας καὶ νὰ μὴ κάμωμεν αὐτό; (ἀναγινώσκει) «.......
§30Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σήμερον στερεῖται τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ὁ πολίτης;
§31Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 68 ἀκούσατε τὶ λέγει. (ἀναγινώσκει). «......»
§32Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν ἐπιτρέπεται;
§33Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἐπιτρέπει ἀλλὰ εἶναι νόμος γενικός, ἐνῷ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι εἰδικὸς καὶ μεταγενέστερος.
§34Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ δώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι δὲν ἐπικρατεῖ ὁ εἰδικὸς νόμος, ἀλλὰ αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§35Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ δήλωσις. Ἡ ὑμετέρα Κυβέρνησις ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ἐπερώτησις διὰ τὴν ὁδοποιΐαν εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἡ ὁποία ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά, μοῦ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν ἡ ὑμετέρα Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ τότε Κυβέρνησις.
§36Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). θ’ ἀνοίξωμεν μεγάλην πληγήν, δίδετε τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς κακοπίστους ὀφειλέτας νὰ ἀποφεύγουν τὴν πληρωμὴν ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰρηνοδίκης θὰ τοὺς δώσῃ ἀναστολήν.
§37Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τοὺς δοθῇ ὅταν συντρέχουν οἱ λόγοι. Δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν δικαιοσύνην; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι διάδικος καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν ἀμερόληπτον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τί σᾶς πειράζει ἡ τροπολογία μου; Σᾶς λέγω ὅτι συλλαμβάνονται καθημερινῶς ἄνθρωποι ἀδίκως. Εἰς τὸ ἐδάφιον 4, κύριοι βουλευταί, τῆς παραγράφου Α προσετέθη ἡ φράσις. (ἀναγινώσκει). «ἐπὶ καταβολῇ ἐγγυήσεως......» διατὶ αὐτό; Ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ μίαν ἀνακοπὴν ἑνὸς ὀφειλέτου διὰ τυπικοὺς λόγους θὰ ἀπαιτήσῃ νὰ καταθέσῃ καὶ ἐγγύησιν; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ φράσις αὐτὴ εἶναι αὐστηροτάτη, διότι εἶναι μία ἐξαιρετικὴ νομοθετικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα εἴμεθα ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ ὅταν τὸ Κράτος ἔχει ἀπαίτησιν εἶναι καὶ αὐτὸ ἰδιώτης. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ τροπολογία μου πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζούκας ἔχει τὸν λόγον.
§39Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 235 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πᾶσα πρᾶξις εἴτε δικαστικὴ εἴτε ἐξώδικος προσβάλουσα δικαιώματα τρίτων ἀνακόπτεται δι’ ἀνακοπῆς ἀπευθυνομένη ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου. Τώρα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τίθεται αὐτὸ ἐν ἀμφιβόλῳ. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποσαφηνισθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ δημοσίου συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἰς αὐτὸ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ φέρῃ ἀντιρρήσεις ὁ κ. ὑπουργός. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ἐγὼ ἔχω οὐσιαστικοὺς λόγους νὰ προσβάλω μίαν πρᾶξιν, δὲν θὰ δικαιοῦμαι νὰ καταφύγω εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ νὰ ζητήσω ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων μου δι’ ἀνακοπῆς κατὰ τῆς πράξεως τοῦ Δημοσίου; Ὑποτεθήσθω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπαιτήσεως τοῦ Δημοσίου ἐξωφλημένης ὁ ὀφειλέτης δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νά κάμῃ ἀνακοπήν, δὲν θὰ ἠμπορέσω μέ αὐτὸ νὰ ὑποστηρίξω τὰ δικαιώματά μου, ἀλλὰ δέον καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω δὶς καὶ μετὰ νὰ καταφύγω δι’ ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ νὰ ζητήσω τὸ δὶς καταβληθέν; Αὐτὸ λοιπὸν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα προηγουμένως ὅτι δέον νὰ καθιερωθῇ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀνακοπῆς ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο τὸ ἐξεταστέον εἶναι, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν τὸ νὰ δύναται νὰ χωρήσῃ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως πρὸς ἐξέτασιν οὐσιαστικῶς τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πολίτου ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν; τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ φέρῃ τὶς ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅταν τὸ δίκαιον εἶναι φανερὸν ὅταν εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου πρέπει νὰ μὴ πνίγεται. Ἀλλὰ νὰ χωρῇ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως· δὲν θὰ εἶναι ἀσφαλῶς κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς μόνον εἰς τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον. Μήπως μέχρι τοῦ 1930 μέχρι τοῦ νῦν τὰ δικαστήρια δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναστείλουν καὶ ἀποφάσεις καὶ ἐντάλματα τοῦ δημοσίου ἐξετάζοντα τὴν ὑπόθεσιν; Καὶ ἐρωτῶ, πῶς ἴσχυσε ὁ νόμος ἐπὶ τόσα χρόνια ἀπὸ τὸ 1833; Σημειωτέον ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν διάταξις ὑπῆρχε προηγουμένως εἰς τὸν νόμον «περὶ εἰσπράξεων δημοσίων ἐσόδων» ἀλλ’ ἐν τούτοις ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως ἐκ μέρους τῶν Δικαστηρίων, προκειμένου περὶ πλειστηριασμοῦ ἐπὶ πτωχεύσεων. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἀναγγελία καὶ νὰ κοινοποιοῦνται ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸν συμβολαιογράφον, καὶ τοῦτο πρὸς ἀσφάλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, διότι ὑποτεθείσθω ὅτι ἡ ἀναγγελία κοινοποιεῖται μόνον εἰς τὸν σύνδικον καὶ ὁ σύνδικος ἐξ ἀμελείας δὲν ἐνεργεῖ τὰ δέοντα πρὸς προάσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, τὶ θὰ γίνῃ; Θὰ χαθῇ ἡ ἀπαίτησις τοῦ Δημοσίου ἐνῷ ὅταν ἔχετε τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἀναγγελίας εἰς τὸν συμβολαιογράφον, ἀσφαλῶς οὗτος θὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι ἐν τῷ πίνακι κατατάξεως θὰ κατατάξῃ τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως προκειμένου περὶ πλειστηριασμοῦ ἀκινήτων πτωχεύσαντος, πρέπει, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἡ ἀναγγελία πρὸς τὸν συμβολαιογράφον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιώτης.
§41Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αἱ ἀναπτυχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων εἶναι ἀπολύτως ὀρθαί. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε κρατήσασα νομολογία κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαιώθη ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ ἄσκησις ἀνακοπῆς ἕνεκα λόγου οὐσιαστικοῦ, εἶναι νομολογία ἐσφαλμένη ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν κακότεχνον διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 68. Διότι αἴρεται κάθε δισταγμὸς μὲ τὴν φράσιν. (ἀναγινώσκει). Μολονότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ δήλωσις ἡ ἑρμηνευτικὴ καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου θὰ εἶναι πλέον ἢ ἀρκεταί, ἐν τούτοις πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας ἵνα μὴ ἀφεθῶμεν εἰς τὸν ἀπέραντον λαβύρινθον ὁ ὁποῖος θὰ ὡδήγῃ τοὺς δικαστὰς εἰς ποικίλας ἀμφιβολίας, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον οὕτως. (ἀναγινώσκει).
§42Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου.
§44Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν θὰ ἀπησχολεῖτο ἡ Βουλὴ μὲ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν συνεζητεῖτο τοῦτο, ἤθελεν λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς προταθείσας τροπολογίας. Ἀτυχῶς τότε εἶχεν καταληφθῇ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ μανίαν ψηφίσεων ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐκαλεῖτο νὰ τροποποιήσῃ ἕναν νόμον συνταχθέντα ὄχι εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἕναν νόμον τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξῃ ἕνας ἐκ τῶν πλέον διακεκριμμένων πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει διατάξεις εὐρυτέρας ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐπετρέποντο ἀπὸ τὴν κοινὴν πολιτικὴν δικονομίαν. Κατὰ ταύτης προκειμένων ἀνακοπῶν κατὰ πίνακος κατατάξεως ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετασθοῦν αἱ ἐνστάσεις καὶ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς κατατάξεως ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου. Τὶ πράττει σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος τις λέγει «νέοι πραγματικοὶ ἰσχυρισμοί....: (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἐὰν ἕνας δὲν ἀντιτάξῃ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ πίνακος ἐνστάσεις ἐξοφλήσεων κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ δημοσίου δύναται κατὰ τὴν ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου νὰ προτείνῃ τὰς ἐνστάσεις τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν. Ἐὰν δὲ ἀντιτάξῃ ὅτι ἔχει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25 τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1923, διπλότυπον τοῦ ταμείου εἰσπράξεως τάδε συντεταγμένον κατὰ νόμιμον ἀποδεικτικὸν τρόπον καὶ ἐπάξῃ καὶ ὅρκον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὶ θὰ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§45Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Νομίζω ὅτι ἡ ἰσχύουσα διάταξις τοῦ νόμου 1675 ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι κάνετε τὴν εἰσήγησιν, ἡ ἰσχύουσα διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιτρέπει τὴν ὑποβολὴν νέων πραγματικῶν ἰσχυρισμῶν καὶ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς, τώρα δὲ ἡ διάταξις μεταρρυθμίζεται ἐπὶ τὸ καλλίτερον.
§46Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ τοῦτο διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ παλαιὸν καὶ τό νέον δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν πολιτικὴν δικονομίαν ὡς ἐτροποποιήθη αὕτη παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου καὶ ἔδωκεν ἄριστα ἀποτελέσματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς δικαστικῆς ἀναδημιουργίας τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ ὁλόκληρος ἡ διαδικασία ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κανονίζονται κεχωρισμένως καὶ ξεκάρφωτα ὡρισμέναι διατάξεις. Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 55 εἶναι συντεταγμένη ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς μὲν ὀρθότητος πολὺ ὀρθή, ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως πρακτικῆς εἶναι ἀνεφάρμοστος. Διότι ὑποχρεώνει τὸν γραμματέα τοῦ Πρωτοδικείου νὰ κοινοποιῇ τὴν ἀπόφασιν εἰς ὅλους τοὺς διαδίκους νὰ τοιχοκολλοῦν καὶ δημοσιεύονται ἀποφάσεις....
§47Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ;
§48Α. ΜΑΡΚΟΥ. Θέλω νὰ μείνουν αἱ διατάξεις τῆς δικονομίας. Θέλετε ν’ ἀπογορεύσετε πᾶσαν ἔφεσιν προκειμένου περὶ....!; Κάνετε το. Ἀλλὰ νὰ μεταβάλλετε τὴν διαδικασίαν ὁλόκληρον δὲν ἔχει πρακτικὸν λόγον.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ συντάξωμεν τὰς προθεσμίας.
§50Α. ΜΑΡΚΟΥ. Μάλιστα. Ἂν εἰσηγηθεῖτε νέας μεταβολὰς εἰς τὴν διαδικασίαν αὗται δὲν θ’ ἀποδοῦν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου. Θέσατε συντόμους προθεσμίας ἐπὶ τῶν ἐνδίκων μέσων, καταργήσατε τὰς ἐφέσεις ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν πρωτοδικῶν ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω μὴ ἀνατρέπετε τὴν διαδικασίαν.
§51Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω κατὰ τρόπον ριζικὸν μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὸν ἄρτι κατελθόντα ἐκ τοῦ βήματος τοῦ ὁποίου πολὺ ἐκτιμῶ τὴν νομομάθειαν. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, κ. βουλευταί, νὰ διαφωνήσω, διότι ἀνέμενα δι’ αὐτὴν τὴν Κυβερνητικὴν χειρονομίαν τὴν μεταβάλλουσαν τὴν διάταξιν, ἀνέμενα λέγω λόγους ἐπιδοκιμασίας. Ὁ ἰσχύων νόμος ἀπαγορεύει κατὰ παράβασιν τῶν κοινῶς παραδεδεγμένων ἀρχῶν περὶ δικονομίας, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, νὰ ὑποβάλλωνται νέοι πραγματικοὶ ἰσχυρισμοί... Αὐτὸ ἦτο τὸ ἀπολύτως ἄτοπον. Λέγει λοιπὸν τὸ ἀνωτέρω νομοθέτημα μου, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπῆρχον νέοι ἔλεγχοι ἰσχυρισμοὶ στηριζόμενοι εἰς τὸ βασικὸν ἀξίωμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ προδικασίας πρέπει τὰ πάντα νὰ γίνωνται, τὸ ἀξίωμα τοῦ «ἄνευ ἐπικουρίας δικάζεσθε» λέγει ὅτι δὲν δέχομαι νέους ἰσχυρισμοὺς ἐκτὸς ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου νὰ ἀποδειχθοῦν. Διϊσχυρίσθη ὁ κ. συνάδελφος καί μετ’ ἀπορίας ἠρώτησε, τὶ θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ὑπεβάλλετο μία ἔνστασις ἐξοφλήσεως. Νομίζω ὅτι ἐὰν ἐμελέτα τὸ ἄρθρον 55 ἡ ἀπορία του θὰ ἐλύετο κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἁπλοῦν. Διότι ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν δικάζων ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς, θὰ ἐξετάσῃ τὴν ἔνστασιν ἐκείνην ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἀποδεικνύεται ἐγγράφως. Εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἐρευνήσῃ ὅλα τὰ ζητήματα. Καὶ ἐὰν ἐπήχθη ὅρκος εἰς οἱονδήποτε τῶν διαδίκων διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεως ν’ ἀντεπαγάγῃ ὅρκον εἰς τρόπον ὥστε διὰ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως νὰ τερματίζεται ἡ δίκη, καθιεροῦται μία διαδικασία συντομωτάτη ἡ ὁποία παρέχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§52Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δηλαδὴ τοὺς ἐξαναγκάζετε εἰς συμβιβασμὸν ὅταν λέγετε ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται παρὰ ἔγγραφα καὶ ὅρκοι.
§53Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Διότι ἂν δοθῇ τὶ ἀχρεωστήτως θὰ δύναται διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας ν’ ἀνασυζητηθῇ. Ἂν προσέχατε δὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς διαδικασίας ἐκείνης δὲν προέρχεται δεδικασμένον ἀπέναντι τρίτου, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς διαδίκους. Μοῦ κάνει τώρα μείζονα ἐντύπωσιν ὁ τελευταῖος σας ἰσχυρισμός, ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς νέας καθιερωμένης διαδικασίας, ὁ ὁποῖος στερεῖται βάσεως, διότι τὸ βαρύτατον ἔργον τῆς κοινοποιήσεως τῶν ἐγγράφων τῶν διαδικαστικῶν, τὸ ἐξαντλοῦν τοὺς διαδίκους εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐγκαταλείπουν πολλάκις τὰς δίκας, κατηργήθη. Θεσπίζεται κοινοποίησις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, συντέμνεται ἡ διαδικασία, ἀπαλλάσσεται ἐξόδων ὁ ὀφειλέτης. Δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ μεμφθῆτε τὴν διάταξιν, τοὐναντίον πρέπει νὰ συγχαρεῖτε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι συντομεύει τὴν διαδικασίαν καὶ ἀναπαύει τοὺς διαδίκους ἀπὸ τὰ βάρη τῆς κοινοποιήσεως τῶν ἀποφάσεων. Δὲν δύναται τις λοιπὸν νὰ μεμφθῇ τὴν διάταξιν αὐτήν.
§54Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ νέαι διατάξεις διευκολύνουν τὴν διαδικασίαν διότι...
§55Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καλὰ ὅλα αὐτὰ κ. ὑπουργὲ ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει νὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ ἐπιτύχῃ.
§56Ε. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω μίαν τροποποίησιν καὶ κάμνω ἔκκλησιν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τὰ τὴν δεχθῇ αὐτὴν ἔστω καὶ ἐν μέρει τροποποιημένην Γνωρίζετε ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦ Μαρτίου τοῦ 1929 πρὸς ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ἐκκρεμότητος αὐτῆς τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἀφίνομεν ἐντελῶς τὸ ἁμαρτωλὸν αὐτὸ παρελθὸν διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ φορολογούμενοι ὑπαίτιοι ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον διὰ γνωστοὺς λόγους δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔχῃ ἐνημερότητα εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς φορολογίας ταύτης δηλαδὴ προτείνω μέχρι τῆς 31) 12)31 ὅσοι καταβάλουν προθύμως ὅλους τοὺς καθυστερουμένους φόρους νὰ διατηρήσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ διατάγματος τῆς 31)3)29 καὶ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ διατάγματος τούτου. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διότι βλέπω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπομειδιῶντα καὶ δυσχεραίνοντα νὰ δεχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐγὼ προτείνω τὸ ἑξῆς: ὅπως ἐπὶ ἐκπτώσεως 20% τῶν ὀφειλομένων καὶ ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως πληρωμῆς τόκων καὶ προσθέτων τελῶν εἶναι μία συγκατάβασις τὴν ὁποίαν διὰ τελευταίαν φορὰν πρέπει νὰ κάμῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοὺς φορολογουμένους αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ἐπεσωρεύθη τὸ ἁμαρτολὸν παρελθὸν δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα. Ἀρκετὴ εἶναι ἡ τιμωρία τὴν ὁποίαν ὑφίστανται διότι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τὸ διάταγμα, διότι ἐπιφορτίζονται ἤδη νὰ πληρώσουν 30% ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἔχουν τὸ πλεονέκτημα τῆς μειώσεως κατὰ 30% καὶ ν’ ἀπαλλαγοῦν καὶ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκων. Αὐτὸ εἶναι μία σοβαρὰ τιμωρία δι’ αὐτούς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθοῦν τὸ μέτρον αὐτὸ ν’ ἀπαλλαγοῦν τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκων.
§57Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τὸν πράγματι ἀγαπητὸν βουλευτὴν Ροδόπης οὔτε εἶναι ἐπιτρεπτὸν κατά τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ περιληφθῇ διάταξις, ὅλως διόλου ἄσχετος μὲ τὸν παγίον νόμον εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων, νὰ περιληφθῇ διάταξις προνοοῦσα περὶ πληρωμῆς ἠλαττωμένης καθυστερουμένων φόρων Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἦτο σχετικὸν, πάλιν θὰ ἔβαζα, ὅλην μου τὴν δύναμιν ν’ ἀρνηθῶ παραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦν παρὰ εἰς τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὸν τόπον μας μιᾶς στοιχειώδους φορολογικῆς ἀνισότητος.
§58Ε. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω καθιέρωσιν ἑνὸς τοιούτου μέτρου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς καθιερώσεως αὐτοῦ ἐδέχθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς μειώσεως τῶν ποσοστῶν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοὺς τόκους καὶ τῶν προσθέτων τελῶν. Ἔτσι τελειώνει τὸ 1930 καὶ λήγει ἡ κατάστασις αὐτή.
§59Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτὸ διότι ἀποβλέπει εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων. Ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων. Λοιπὸν δὲν τὸ δέχομαι διὰ λόγους καθαρῶς ταμιευτικούς. Εἶναι ζήτημα πλέον στοιχειώδους δικαιοσύνης διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ ἀπολύτως, Διότι ἂν δεχθῇ αὐτὴν τὴν τροποποίησιν οὐδεὶς ἐγγυᾶται ὅτι τοῦ χρόνου ἴσως τὴν αὐτὴν ἐποχήν, ἐὰν συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσουν ὁμοίαν ἀπαλλαγὴν τῶν μετέπειτα χρήσεων. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἰς τὸν τόπον μας πρέπει νὰ σταματήσῃ. Πρέπει νὰ εἴμεθα ἐνήμεροι καὶ σᾶς βεβαιῶ ἀπολύτως ὅτι ἐγκαίρως ζητοῦμεν τοὺς φόρους ἀπὸ τὸν λαόν. Ἡ πρότασίς σας ἔχει εὐγενῆ τὰ ἐλατήρια ἀλλ’ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ διότι ἀναγνωρίζομεν τὰς ἐπιζημίους συνεπείας διὰ τὸ μέλλον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζᾶκος.
§61Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἐθέσατε μίαν παράγραφον, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ταμίας παραγωγῆς δὲν προσκαλέσῃ τὸν ὀφειλέτην ὁ μὲν ταμίας διώκεται πειθαρχικῶς, ἡ δὲ δίωξις συνεχίζεται. Γνωρίζετε τὴν ἀδιαφορίαν τὴν ὁποίαν δεικνύουν οἱ ταμίαι παρ’ ὅλον τὸν φόβον τὸν ὁποῖον ἔχουν καὶ παλλάκις παραμελοῦν τὸ καθῆκόν των. Ἑπομένως θὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον ὁ ὀφειλέτης ἐν ἀγνοίᾳ εἴτε μικροῦ εἴτε μεγάλου χρέους πρὸς τὸ δημόσιον νὰ ὁδηγῆται ἀδίκως εἰς τὸ ταμείον χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰδοποιηθεῖ πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ διάταξις ἡ τελευταία ὅτι οἱ ταμίαι διώκονται πειθαρχικῶς ὅταν πράξουν τοῦτο, δὲν ἱκανοποιεῖ οὐδόλως τὸν ὀφειλέτην διότι ὁ ὀφειλέτης κύριε ὑπουργὲ στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἀμύνης ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς καλεῖται νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον. Ἀντιθέτως τὸ δημόσιον δὲν ἔχει οὐδόλως νὰ ζημιωθῇ διότι ἡ προθεσμία τῆς προσκλήσεως εἶναι ταχυτάτη καὶ διότι ἐντὸς 5 ἡμερῶν ὁ ὀφειλέτης ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἄλλως ἐκδίδεται ἔνταλμα κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ. Διατὶ κατηργήσατε τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ μὴ κοινοποίησις εἰδικῆς προσκλήσεως νὰ μὴ καθιστᾷ ἄκυρον τὸ ἐκδοθὲν ἔνταλμα;
§62Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι καὶ γενικαὶ προσκλήσεις καὶ εἰδικαὶ κοινοποιοῦνται ἀλλὰ συμβαίνει πολλάκις νὰ μὴ ἐλήφθη ἡ εἰδική.
§63Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Τοῦτο συμβαίνει διότι οἱ ταμίαι παραλείπουν νὰ προσκαλέσουν τοὺς ὀφειλέτας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἄδικον νὰ ὁδηγοῦνται ἄνευ προσκλήσεως. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι οὐδεὶς ταμίας ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, διότι παρέλειψε νὰ προσκαλέσῃ ἕναν φορολογούμενον. Λοιπὸν διατὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, ἐνῷ ἀντιθέτως προστατεύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιώτης.
§65Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 11 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου θίγει θέμα ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, θέμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἄξιον πολὺ καλλιτέρας τύχης, τύχης δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν τελικήν του ρύθμισιν νὰ συντελέσουν ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Ρυθμίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ προνόμιον τοῦ δημοσίου, διὰ τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, τὸ ὁποῖον θέτει ἐν κινδύνῳ τὸ κεφάλαιον τὸ ἰδιωτικὸν καὶ τὴν πίστιν τὴν ἰδιωτικὴν τὴν ἠσφαλισμένην δι’ ἐνεχύρου ἢ δι’ ὑποθήκης, καὶ εἶναι συνεπῶς ἔκδηλος ἡ ἐξαιρετικὴ σημασία αὐτοῦ. Μακρὰ ἐξιστόρησις τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ ἐκούραζε ἴσως τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω διὰ βραχέων πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν συντομοτάτην εἰκόνα τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα οὐ μόνον τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν συναλλαγῶν. Πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ ὑποδείξω καὶ νὰ συστήσω πρωτίστως εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτική, τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν μελέτην τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐπιδιώκει μὲν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ταμιακῶν καὶ φορολογικῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου, θίγει ὅμως ἐκ παραλλήλου σημαντικώτατα τὰ κεφάλαια τὰ ἰδιωτικὰ καὶ πρὸ παντὸς θέτει ἐν κινδύνῳ τὴν κτηματικὴν πίστιν, καὶ ἕνεκεν τοῦ λόγου τούτου θὰ ἔπρεπε νὰ τύχῃ μεγαλυτέρας μελέτης, μολονότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πᾶσαν προσπάθειαν ἐξήντλησε διὰ νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ἰδιωτικὰ, χωρὶς νὰ θίξῃ καὶ τὰ Δημόσια συμφέροντα, εἰς ὧν τὴν θεραπείαν πρὸ παντὸς ἀπέβλεψε.
§66Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§67Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ παραλείψω νὰ ἐξάρω τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ καταργήσῃ τὸ ἀξιοθρήνητον ἐκεῖνο νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1923, ὅπερ κατέστησε προνομιούχους πάσας τὰς ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου, συντρίψαν τὴν πίστιν τῶν συναλλαγῶν. Καὶ ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξιστορήσω τὸν θεσμόν, διὰ βραχέων, ὡς ἀνωτέρω εἶπον. Ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἐν Ἑλλάδι τὸ ἄρθρον 940 αὐτῆς καθιέρωσε προνόμιον ὑπὲρ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ προνόμιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν, διότι ἐν τῇ ἀρχικῇ μορφῇ τοῦ Κράτους καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι ἦσαν ἐλάχιστοι καὶ ἔμμεσοι φόροι δὲν παρέμενον ὀφειλόμενοι, διότι οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ εἰσεπράττοντο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων, ἐξ ἄλλου δὲ δὲν ὑφίστατο τότε ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν, ὁ καθιστῶν ἐμφανεῖς καὶ κοινῶς γνωστὰς τὰς ὑποθήκας διὰ τῶν βιβλίων τῆς δημοσιότητος καὶ τῆς εἰδικότητος, ἵνα ἀξιώσῃ τις τὴν προστασίαν τῆς ὑποθήκης ἐκ τῶν ἀφανῶν προνομίων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ὅταν εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῶν ὑποθηκῶν, ὁ νομοθέτης τότε ἔλαβε πρόνοιαν καὶ ἔθεσεν ἐν αὐτῷ διάταξιν, διασφαλίζουσαν τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους τοῦ δημοσίου διὰ προνομίου ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐκ τοῦ νόμου. Διὰ τοὺς οἰκείως ἔχοντας πρὸς τὰ νομικὰ εἶναι φανερόν, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ἐθέσπισεν ὁ νομοθέτης διότι ἐσκόπει νὰ καταργήσῃ δι’ ἄλλου νόμου τὸ ἀφανὲς προνόμιον τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ εἶχεν ἤδη ἀσφαλίσει αὐτὸ διὰ τοῦ δικαιώματος πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης. Ἀληθῶς δὲν κατήργησε δι’ ἄλλου νόμου τὸ προνόμιον αὐτὸ, εἴτε διότι δὲν εὗρε τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν εἴτε καὶ διότι μεταγνούς, ἐπίστευεν ὅτι τὸ ἐν λόγῳ προνόμιον θὰ ἐξηκολούθει καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι ἀκίνδυνον διότι οἱ ἄμεσοι φόροι ἦσαν καὶ πάλιν ἐλάχιστοι καὶ οἱ ἔμμεσοι εἰσεπράττοντο κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ὅταν μετέπειτα ἐψηφίσθη καὶ ἴσχυσεν ὁ νόμος περὶ μεταγραφῆς κατήργησεν οὗτος τὰ ποικίλα προνόμια πρωτοπραξίας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ καθώρισεν ὅτι ἔναντι τῶν ὑποθηκῶν τῶν ἐγγραφομένων ἐπὶ κτημάτων διὰ μεταγραφῆς μεταβιβαζομένων καὶ ἀποδεικνυομένων, δὲν δύναται πλέον νὰ κατισχύσῃ τὸ προνόμιον τοῦ Δημοσίου διά τε τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους. Ἔκτοτε τὰ πράγματα ἔβαινον ὁμαλῶς διὰ τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν μέχρι τοῦ 1910 ὁπότε ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νόμου 1640 περὶ ἀμέσου φορολογίας ἐσυστηματοποίησε μὲν τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ ηὔξησεν αὐτούς, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ προσβάλῃ καιρίως τὴν ἰδιωτικὴν πίστιν διότι οἱ δανείζοντες ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἢ ὑποθήκῃ εὐχερῶς ἠδύναντο νὰ ἐξακριβώσουν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τοὺς βαρύνοντας τοὺς ὀφειλέτας αὐτῶν ἀμέσους φόρους καὶ νὰ ὑπολογίσουν τὸ σύνολον αὐτῶν ἐπὶ μίαν τριετίαν, δι’ ἣν οἱ φόροι οὗτοι ἐκηρύσσοντο ἐκ τοῦ ἄρθρου 940 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προνομιοῦχοι ἔναντι τῶν ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει καὶ μετὰ τὴν φορολογικὴν αὐτὴν μεταρρύθμισιν οἱ προνομιοῦχοι ἄμεσοι φόροι ἦσαν ἐλάχιστοι. Ἐπηκολούθησε ὅμως ἡ καταιγὶς τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ μεταγραφῆς, τοῦ κατοχυροῦντος, ὡς ἐλέχθη τὰς ὑποθήκας, ἤρχετο νὰ καταπνίξῃ τὸ συμφέρον τὸ ἰδιωτικὸν καὶ τὴν καλὴν πίστιν, διότι καθώρισε προνόμιον πρωτοπραξίας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους τῶν τριῶν ἐτῶν ποὺ ὥριζεν ὁ νόμος ὁ Δικονομικός, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ οἱασδήποτε ἐποχῆς ὀφειλόμενον καὶ παρακολουθούμενον ὑπὸ τόκων καὶ προσθέτων τελῶν, καὶ δὴ ἐπηυξημένων. Ἡ ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος δημιουργηθεῖσα κατάστασις ἦτο ἀληθῶς ἀφόρητος. Τὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύοντο καὶ αἱ Τράπεζαι κτηματικῆς πίστεως ἀνέστελλον τὴν παροχὴν πάσης πιστώσεως, Ἡ κοινωνία ὀφείλει ὄντως χάριτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἔσπευσεν νὰ ἄρῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς κινδύνους διὰ τοῦ ἄρθρου 4845, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ Δημόσιον κατατάσσεται μεταξὺ τῶν δανειστῶν κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 940 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁριζομένην αὐτῷ προνομιακὴν τάξιν δι’ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ μόνον ἐξ ἀμέσων φόρων μετὰ τῶν προσθέτων αὐτῶν τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας τῆς φορολογικῆς περιόδου τοῦ ἔτους τῆς κατασχέσεως, καὶ τῶν δύο ἀμέσως προηγουμένων αὐτῆς ἐτῶν». Διὰ δὲ τοὺς ἐμμέσους φόρους περιωρίσθη τὸ προνόμιον τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν τριετίαν. Ἐπίσης ἀλλ’ ἐφόσον οὗτοι εἶναι προγενέστεροι τῆς ὑποθήκης ἢ τοῦ ἐνεχύρου. Ἔτι δὲ περαιτέρω προβαίνει ἡ Κυβέρνησις σήμερον διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι τὸ ὑπὲρ τῶν ἐμμέσων φόρων προνόμιον τοῦ Δημοσίου περιορίζει τοὺς εἰς μόνον τοὺς ἐξ ἰδιωτικῶν ἀποταμιεύσεων ἐν τοῖς τελωνείοις Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης ὀφειλομένους τελωνειακοὺς δασμούς. Ἀλλὰ καὶ τὸ οὑτωσεὶ περιορισθὲν προνόμιον τοῦ Δημοσίου, πλήττει τὴν ἰδιωτικὴν καὶ κτηματικὴν ἰδίως πίστιν ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους. Διότι οὐχὶ κατὰ παράβασιν νόμου, οὐδ’ ἐκ κακῆς προθέσεως αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις λόγῳ τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς κρίσεως ὑπὸ τὴν ὁποίαν χειμάζηται τὸ μικρὸν ἰδίᾳ ἐμπόριον, ἐθεώρησαν καθῆκον αὐτῶν καὶ ἀληθῶς ἔπραξαν ὀρθῶς πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου νὰ ἐφαρμόσουν τὸ ὑπὸ τοῦ τελωνειακοῦ νόμου προβλεπόμενον σύστημα τῶν ἰδιωτικῶν ἀποταμιεύσεων. Ἀλλὰ συνέβη κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου ἐξ ἀβελτηρίας τῶν δημοσίων ὀργάνων, νὰ ἀναλυθῶσιν ἄνευ καταβολῆς τοῦ δασμοῦ σημαντικαὶ ποσότητες ἐμπορευμάτων καὶ νὰ γεννηθῶσιν οὕτω τεράστιαι ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου προνομιοῦχοι αἱ ὁποῖαι ἀφανεῖς οὖσαι ἀνέκυπτον τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ἐστραγγάλιζον τὰ προνόμια τῶν ἐνεχύρων καὶ ὑποθηκῶν, τῶν ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν δανειστῶν ὑφισταμένων.
§68Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις καθιέρωσεν τὸ σύστημα τῶν ἰδιωτικῶν ἀποταμιεύσεων;
§69Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐφήρμοσαν εἶπον αἱ Κυβερνήσεις.
§70Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸν ἐφηρμόσαμεν. Διὰ τὴν ἱστορίαν λέγω ὅτι—διότι ἐτερματίσθη τὸ ζήτημα—ὅτι ἡμεῖς τὸν θεσμὸν τῶν ἀποταμιεύσεων τὸν εὕρομεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον λειτουργοῦντα ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἔκτροπον καὶ ἡμεῖς τὸν ἐφέραμεν εἰς τὴν τακτικὴν ὁδόν.
§71Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Συμφωνῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, καὶ ἐὰν μάλιστα ζωηρότερον παραστήσω τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶχεν ὄντως ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τῶν προλαβουσῶν Κυβερνήσεων κατὰ τρόπον τόσον ἔκτροπον, ὥστε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπῆρχον σαφῆ στοιχεῖα, καὶ δὲν ἐτηροῦντο κἂν βιβλία, τὰ ὁποῖα νὰ ἐμφανίζουν ποῖοι ἦσαν αἱ ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν λόγῳ τελωνειακῶν δασμῶν ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καὶ πόσαι ἀπαιτήσεις τοῦ καθ’ ἑκάστου αὐτῶν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῆς ἀκαταστασίας τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατήρτισεν ἤδη σαφῆ πίνακα εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγράφονται ὅλοι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ἐκ τῶν εἰρημένων δασμῶν καὶ ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ ἡ ἀκαταστασία αὐτή τὴν ὁποίαν εὗρεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἔσπευσε νὰ ἐξομαλύνῃ καὶ ἡ ἀξιοθρήνητος αὐτὴ ἀκαταστασία ἀπετέλεσε τὸ μεγαλύτερον πλῆγμα κατὰ τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, διότι αἱ Τράπεζαι αἱ Κτηματικαί, αἱ ἀνώνυμαι ἑταιρεῖαι καὶ οἱ ἰδιῶται, παρέχοντες διαφόρους πιστώσεις ἐπὶ ὑποθήκῃ ἢ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθοῦν, ὅτι εἰς τὸν κυκεῶνα ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐβασίλευεν εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἀποταμιεύσεις ἐτελοῦντο ἀναλύσεις ἄνευ πληρωμῆς τῶν δασμῶν καὶ ἀνέκυπτον οὕτω νόμιμοι μὲν ἀλλὰ ἀφανεῖς ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου, προνομιοῦχοι, αἱ ὁποῖαι κατέπνιγον ἀληθῶς τὰ καλῇ τῇ πίστει κτηθέντα ἰδιωτικὰ αὐτῶν προνόμια. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἀφοῦ ἦρε τὴν ἀταξίαν αὐτὴν ἔσπευσε συγχρόνως νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τοῦ ἰδιωτικοῦ κεφαλαίου καί ὑπὲρ τῆς ἰδιωτικῆς πίστεως, διότι διὰ τοῦ κατ’ εἰσήγησιν της ψηφησθέντος τελευταίου νόμου 4845 περιωρίσθη τὸ προνόμιον τοῦ δημοσίου εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους εἰς ἐκείνους καὶ μόνον, οἱ ὁποῖοι προηγοῦνται τῆς ὑποθήκης ἢ τοῦ ἐνεχύρου, ἀλλ’ ἡ προστασία τῆς ἰδιωτικῆς καὶ κτηματικῆς πίστεως δὲν ὑπῆρξε πλήρης εἰς ὅσας περιπτώσεις αἱ αἰτηθεῖσαι ὑποθῆκαι εἰς τὰ ἐνέχυρα τυγχάνουν μεταγενέστεραι τῶν ἐμμέσων φόρων, ἐνῶ καὶ αἱ ἰδιωτικαὶ αὗται ἀσφάλειαι ἔδει νὰ εἶναι ἐπικρατέστεραι τῶν δημοσίων, δεδομένου, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν πιστωτῶν ἠδύνατο ἕνεκεν τῆς κρατούσης ἀταξίας νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ θετικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐκτελωνειακῶν δασμῶν καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ ὀφειλέτου τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο τὰ δανείσῃ.
§72Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ ἁρμόδια τελωνεῖα ἔπρεπε νὰ ἀποτανθῇ.
§73Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠδύνατο λέγω νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐὰν ὁ ὀφειλέτης τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δανείσῃ ἦτο συγχρόνως καὶ ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι βεβαιωμένον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησε ὅτι εὗρε τὴν ἀταξίαν καὶ ἔθεσεν τέρμα εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀταξία ἀπετέλεσε μέγαν κίνδυνον διὰ τὸ ἰδιωτικὸν κεφάλαιον. Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀναγνωρίζουσα τὸ ἄδικον τοῦτο προέβη περαιτέρω, διότι σκοποῦσα νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν περιέλαβε διάταγμα κατὰ τὸ ὁποῖον μελλοντικῶς θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ ἐνέχυρα καὶ αἱ ὑποθῆκαι νὰ κατισχύουν τοῦ προνομιούχου τοῦ δημοσίου ἐὰν κατὰ τὴν σύναψιν αὐτῶν ληφθῇ βεβαίωσις τῶν ἁρμοδίων τελωνείων ὅτι ὁ ὀφειλέτης ἢ ὁ ἐγγυητὴς δὲν ὀφείλουν συγχρόνως φόρους τελωνειακοὺς πρὸς τὸ δημόσιον προνομιούχους. Εἶναι φανερόν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ἰδιωτικὸν δὲν δύναται ἐφεξῆς νὰ παραπονῆται, διότι τὸ μέτρον τοῦτο ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα του κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον. Ἀλλὰ παραμένει καὶ πάλιν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς κατισχύσεως τοῦ ἐκτελωνειακοῦ δασμοῦ προνομίου τοῦ δημοσίου ἔναντι τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν ἐνεχύρων τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι αἱ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν ἐμπράγματοι αὗται ἀσφάλειαι παραμένουν καὶ ἐφεξῆς ἔκθετοι εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ κατισχύσῃ αὐτῶν τὸ προνόμιον τῶν τελωνειακῶν δασμῶν τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τώρα ἐμφανές, ἦτο ὅμως ἀφανὲς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνίστατο τὸ προνόμιον τὸ ἰδιωτικόν, ἕνεκα τῆς κρατούσης ἀκαταστασίας, ἡ ὁποία ὅμως ὑπῆρξε ἡ παγίς, ἧς ἕνεκεν ἀπωλέσθησαν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα τῆς πίστεως τῆς ἰδιωτικῆς. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατ’ ἀνάγκην τὸ ζήτημα τοῦτο ἐμελετήθη λίαν ἐπισταμένως, εὐλόγως δὲ ὑπεστηρίχθη, ὅτι τὸ δημόσιον θὰ ἠδύνατο διὰ τοὺς καθυστερουμένους εἰσέτι τελωνειακοὺς δασμοὺς νὰ παραιτηθῇ τοῦ προνομίου ἐκείνου ἔναντι τῶν ὑπαρχουσῶν ὑποθηκῶν καὶ ἐνεχύρων, διότι τὸ δημόσιον ἔχει ὡς ἀσφάλειαν κατέναντι τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὴν ποινικὴν αὐτῶν εὐθύνην ἐκ τῶν νόμων περὶ λαθρεμπορίας, οὖσαν συνηφασμένην μετὰ τῆς ἀστικῆς αὐτῶν εὐθύνης, διότι θὰ παρακολουθῇ τούτους πάντοτε τὸ φάσμα τῆς ποινικῆς διώξεως, ὑπάρχει δὲ ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ ἐγγυητοῦ, ὅστις προκειμένου περὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἀποταμιεύσεων κατὰ κανόνα δίδεται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Παραμένει δὲ πάντοτε ἡ ἰσχὺς τοῦ προνομίου τοῦ δημοσίου ἔναντι πάσης ἄλλης ἀπαιτήσεως τρίτου, μὴ ἐξησφαλισμένης εἴτε δι’ ὑποθήκης εἴτε δι’ ἐνεχύρου. Δυνάμει λοιπὸν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ εἴσπραξις τῶν δασμῶν εἶναι ἀσφαλές, καὶ θὰ ἠδύνατο τοῦτο νὰ παραιτηθῇ ἀκινδύνως τοῦ προνομίου διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν τὰ τόσον εὔλογα καὶ δίκαια παράπονα ἐκ μέρους τῆς κτηματικῆς πίστεως, παράπονα τὰ ὁποῖα ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι δημιουργοῦν κινδύνους διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ κτηματικαὶ Τράπεζαι τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι ἐξυπηρετοῦν, εὐρύτατα τὴν κτηματικὴν πίστιν τῆς χώρας δὲν ἔχουν, καθὼς εἶναι γνωστὸν, ἐπαρκῆ κεφάλαια ἴδια διὰ τὴν ἐντελῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀντλοῦν μέγα μέρος τῶν ἀναγκαιούντων αὐταῖς κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅταν θὰ βλέπουν νὰ ὑπάρχουν τὰ ἀφανῆ καὶ ἐπικίνδυνα ταῦτα προνόμια τοῦ δημοσίου, θὰ παρέχουν ἄνευ δισταγμῶν δάνεια εἰς τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, τοὺς ἐξυπηρετοῦντας τὴν κτηματικὴν πίστιν. Ἀντιθέτως μάλιστα πιστεύω καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐὰν πρόκειται νὰ τοποθετήσουν τὰ κεφάλαια των εἰς τὴν Ἑλλάδα, μετὰ δυσπιστίας θὰ ἀπέβλεπον εἰς τοποθέτησιν, ἣν καθιστᾶ ἄκρως ἐπισφαλῆ τὸ ἰσχῦον ἐνταῦθα ἀφανὲς προνόμιον τοῦ δημοσίου. Ἀνέγνωσα πρό τινων ἡμερῶν ὅτι ἡ Διεθνὴς Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἱδρυομένη καὶ σκοπὸν ἔχουσα τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἐζήτησε πληροφορίας ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ὑφίσταται ἀφανὲς προνόμιον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ὄχι ἁπλοῦν μορμολίκειον, ἀλλὰ κίνδυνον ἀληθῶς μέγιστον ἔναντι τῆς ἰδιωτικῆς πίστεως. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους καὶ ἡμεῖς εἰσηγούμενοι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπροτείναμεν καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη, ὅπως θερμὴ γίνῃ σύστασις νὰ ἐντείνῃ τὰς διοικητικάς του ἐνεργείας τὸ Κράτος πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων τελωνειακῶν δασμῶν, παρέχον πάσας τὰς δυνατὰς εὐκολίας πληρωμῆς, εὐκολίας δοθείσας ἄλλως τε καὶ εἰς ἄλλους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἵνα οὕτω ἐπιτύχῃ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων τελωνειακῶν δασμῶν, εἴσπραξιν ἡ ὁποία προδήλως εἶναι ἀσφαλὴς δεδομένου, ὅτι τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο πλήν τῶν ἐγγυήσεων καὶ τὰς ποινικὰς εὐθύνας τῶν ὀφειλετῶν του εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἄρσεως τῶν ἀφανῶν προνομιῶν του, διατηρήσῃ δὲ μόνον τὸ ἀκίνδυνον δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς ὑποθήκης πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ἐὰν τονωθῇ δὲ τοιουτοτρόπως ἡ πίστις ἡ ἰδιωτικὴ, θὰ κατενεχθῇ συγχρόνως καὶ πλῆγμα θανάσιμον κατὰ τῆς τοκογλυφίας καὶ βεβαίως θὰ παύσουν πλέον νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐναντίον τοῦ τεραστίου ἐκείνου μεγαθηρίου, τὸ ὁποῖον καταπνίγει τὸν δανειζόμενον ἰδιώτην. Πῶς θέλετε, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὲ, νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ τόκου ὅταν ἡ εἰσχώρησις καί ἡ διείσδυσις τοῦ ξένου κεφαλαίου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπαντᾶ ἕνα κίνδυνον τοσοῦτον φοβερόν;
§74Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπήντα, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Διότι δὲν ἀπαντᾶ σήμερον οὔτε θὰ ἀπαντᾶ εἰς τὸ μέλλον.
§75Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Σωστά. Διὰ τὸ μέλλον τὸ ὡμολόγησα ὅτι ἐκλείπει ὁ κίνδυνος οὗτος. Ὑφίσταται ὅμως διὰ τὰς ἰδιωτικὰς ἐμπραγμάτους ἀσφαλείας τοῦ παρελθόντος, ἐξακολουθεῖ δὲ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀπειλῇ πᾶσαν ἀπαίτησιν μὴ ἀσφαλιζομένην δι’ ὑποθήκης ἢ ἐνεχύρου.
§76Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς παρελθούσας ἐποχὰς ἐκτήθησαν ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ἀφανῆ προνόμια ἔναντι τῶν ὑποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκτήθησαν τότε καλλοπίστως.
§77Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§78Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Λέγω πρὸς ὑμᾶς λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε περὶ παντελοῦς καταργήσεως τοῦ προνομίου, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι θὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον πάντοτε δυσχέρειαι διὰ τὰς ὑποθήκας καὶ τὰ ἐνέχυρα, ἡ δυσχέρεια ἡ ἐμφανιζομένη ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ παρέχῃ ὁ ὀφειλέτης πιστοποιητικὰ, ὅτι δὲν ὀφείλει τελωνειακοὺς δασμούς, πᾶν δὲ τὸ ἄνευ ἀνάγκης δυσχεραῖνον τὴν συναλλαγὴν, πρέπει νὰ ἀποφεύγεται.
§79Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην νὰ τεθῇ μία προθεσμία, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἰσχύει ἐπὶ μίαν διετίαν. Πέραν τῆς διετίας αὐτῆς δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων πιστοποιητικῶν, διότι συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ἀπολύτως μαζύ σας, ὅτι πρέπει νὰ παρέχεται πᾶσα ἐλευθερία εἰς τὰς συναλλαγάς, διότι τοιουτοτρόπως προάγεται ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Ἔκαμα δὲ καὶ αὐτὴν τὴν τροποποίησιν, διότι πιστεύω ὅτι τὸ διετὲς χρονικὸν διάστημα, εἶναι ἱκανὸς νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς νὰ ἐκκαθαρίσουν τὴν κατάστασιν. Ὥστε ἐπέρχεται μία οὐσιώδης πρόοδος δι’ αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως.
§80Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ διὰ μέτρων Νομοθετικῶν, μέτρων συμφώνων πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ δι’ ἄλλους ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου ἐλήφθησαν, διότι ἐφόσουν ὑπάρχει μία δυσχέρεια τῶν συναλλαγῶν τὴν ἄρσιν τῆς ὁποίας ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα τῆς ἄρσεως τῆς δυσχερείας ταύτης διὰ τῆς κατ’ ὀλίγον εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων δασμῶν. Εἶναι τόσον εὔλογοι οἱ δισταγμοί, τοὺς ὁποίους ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξεδήλωσε διὰ τὴν χρησιμότητα τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου καὶ τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνεμερίσθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὥστε τὸ Δημόσιον καίτοι ἐπιμένον εἰσέτι εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, κατὰ τρόπον προνομιακὸν ἔναντι τῶν ὑποθηκῶν καὶ ἐνεχύρων ἀνεγνώρισεν οὐχ’ ἧττον τὴν ἀνάγκην ἀσφαλείας τινὸς ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων ἐνυποθήκων ἢ ἐνεχυριούχων δανειστῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου χειριζομένη Κυβέρνησις καίτοι δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιζητούσης τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου ἔστερξεν ἐν τούτοις διὰ τῶν τροπολογιῶν της ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς παροχὴν ἔλων τῶν δυνατῶν μέσων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐκ τοῦ διατηρουμένου προνομίου τοῦ Δημοσίου προσγινομένης ἀδικίας εἰς τοὺς ἐνυποθήκους ἢ ἐνεχυριούχους πιστωτάς. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ὑποκαθίστανται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου οἱ δανεισταὶ οἱ ἐνυπόθηκοι οἱ μὴ ἱκανοποιηθέντες ἐκ τῆς παρεμβάσεως τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου, εἰς τοὺς ὁποίους παρέχονται καὶ ἐκχωροῦνται ὅσα προνόμια εἶχε τὸ Δημόσιον, ὑπὲρ τῆς προνομιακῆς πληρωθείσης ἀξιώσεώς του. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστῇ ἀπολύτως ὀρθή, ἐδέησε πρὸς ἀποτροπὴν ἀδίκου ζημίας τῶν ἐνυποθηκῶν δανειστῶν νὰ ἐπεκταθῇ ἔτι μᾶλλον, ἤτοι καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας συμβαίνει νὰ ἀδικηθῇ τις ἐκ τῶν δανειστῶν ἕνεκα τῆς προνομιακῆς παρεμβάσεως τοῦ Δημοσίου νὰ ἱκανοποιηθῇ δ’ ἕτερος δανειστὴς ἐξ ἄλλης περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, ὁπότε εἰς τὸν τελευταῖον τοῦτον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ἀδικηθέντας δανειστὰς ἀνάλογον ποσόν.— Περιελήφθη ἐπίσης ἑτέρα διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τοῦ Δημοσίου προνόμια θὰ μεταβιβάζωνται εἰς τὸν μὴ ἱκανοποιηθέντα ἐνυποθήκου ἐνεχυροῦχον δανειστὴν τότε μόνον, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἑτέρα περιουσία τοῦ ὀφειλέτου πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν εἰρημένων δανειστῶν του, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν αὐτῆς τῆς περιουσίας δημιουργεῖται μία ὁλόκληρος διαδικασία, εἰς ἣν ὁ Τελώνης ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιώνει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχει ἄλλην περιουσία, καὶ πόση ἡ ἀξία αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅλαι αὑταὶ αἱ διατάξεις, εἰς ἃς κατέληγεν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμοῦσα νὰ περιστείλῃ τὰς ἐκ τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου ἐπερχομένας ἀδίκους ζημίας τῶν ἐνυποθήκων ἢ ἐνεχυρούχων δανειστῶν θὰ δημιουργήσουν δίκας ἀτέρμονας εἰς βάρος πρὸ παντὸς τοῦ ἀτυχοῦς ὀφειλέτου, τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία θὰ ἐπιβαρύνετο μὲ τόκους ὅλων τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, οἵτινες θὰ γεννηθοῦν ἕως ὅτου τερματισθοῦν αἱ δίκαι αὗται. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ προθέσεις εἶναι ἀγαθαὶ ἀποσκοποῦν εἰς τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἰσότητος μεταξὺ τῶν δανειστῶν τοῦ ὀφειλέτου τοῦ Δημοσίου ἐκ δασμῶν τελωνειακῶν. Ἀλλὰ ἐὰν κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῶν ἀτερμόνων δικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ περιπλακοῦν δανεισταὶ καὶ ὀφειλέται παρέχω μίαν ἐπὶ πλέον ἀπόδειξιν τῆς ἀφεύκτου ἀνάγκης ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ τὸ πολὺ Σύνοδον τῆς Βουλῆς ζητηθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ Κυβερνητικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 11 καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, περὶ καταργήσεως τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐξυπηρετικὴ Δημοσίου συμφέροντος. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κύριοι βουλευταί, διότι βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἤδη διαμορφώσει τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιλήψεις της. Πρὶν τερματίσω ὅμως τὸν λόγον μου ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν χάριτας ἐξ ὀνόματος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη ἐπέδειξεν ὄντως πᾶσαν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ ἀπεδέξατο τὰς πολλαπλᾶς ἀληθῶς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, κατόπιν τῶν ὁποίων εἰλικρινῶς πιστεύω, ὅτι κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικώτερον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς ὀφειλέτας, διαμορφώνεται ὁ θεσμὸς τῆς εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων. Ἔχω νὰ παρατηρήσω μόνον, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἑξῆς εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἐδαφίου πέμπτου, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μεταβιβάζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς λοιποὺς δανειστὰς τοῦ κοινοῦ ὀφειλέτου, ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ περιλάβῃ ἡ ἐκχώρισις αὕτη οὐ μόνον τὰ κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τοῦ ἐγγυητοῦ προνόμιον τοῦ Δημοσίου διότι ἀπὸ καθαρῶς νομικῆς ἀπόψεως ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι αὐθύπαρκτος ἐνοχή, ἀλλὰ παρεπομένη. Ἡ ἐνοχὴ τοῦ ἐγγυητοῦ εἶναι συνδεμένη ἀρρήκτως μετὰ τῆς κυρίας τοῦ τοῦ ὀφειλέτου ὁ ἐγγυητής δὲ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κατ’ οὐσίαν δικαίου δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν μεταβίβασιν τῶν κατ’ αὐτοῦ ὀφειλῶν διότι ἅπαξ καὶ μόνον πρόκειται νὰ πληρώσῃ λόγῳ τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁπίαν ἔδωκε. Αὐτὴ εἶναι μία οὐσιώδεις παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω.
§81Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τό εὑρίσκετε ὀρθὸν τὰ μεταβιβάζοντα τὰ προνόμια καὶ κατὰ τῶν ἐγγυητῶν;
§82Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνοδεύονται εἰς τὰς παρεπομένας ἐνοχὰς τὰ προνόμια. Τὸ δημόσιον ἔχει προνόμια ὡρισμένα εἰς βάρος τῶν ὀφειλετῶν, αὐτὰ θὰ τὰ διατηρήσῃ ὁ δανειστής;
§83Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τελευταίως εἶχον προκαλέσει γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον συνεφώνησε, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ μεταβιβάσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
§84Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Εἰς τὰς πηγὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου κεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ beneficirum cedendarum actionum τὸ εὐεργέτημα δὲ τοῦτο τῆς ἐκχωρήσεως τῶν ἀγωγῶν ἀνεγνώρισε καὶ ὁ νεώτερος Νομοθέτης διὰ τῆς Πολιτ. Δικονομίας ὑποκαθιστώσης εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀρχικοῦ δανειστοῦ τὸν καταβαλόντα τὸ χρέος ἐγγυητήν, ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ ἐγγυητὴς καταβάλλων, τὸ χρέος, ὅπερ διὰ τῆς ἐγγυήσεως ἀπεδέχθη, δὲν δύναται νὰ αἰτιᾶται τινα, ἀφοῦ μάλιστα θὰ ὑπησέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ δικαστοῦ, ὅν ἱκανοποίησε.
§85Α. ΜΑΡΚΟΥ. Πλὴν τοῦ προνομίου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, κ. συνάδελφε.
§86Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§87Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Μία ἄλλη διάταξις θὰ ἔπρεπε νὰ διασαφηνισθῇ, ἢ μᾶλλον νὰ διατυπωθῇ ἄλλως ὥστε σαφῶς νὰ προκύπτει ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος κανονίζει τὴν τάξιν τοῦ προνομίου τοῦ Δημοσίου ἔναντι τῶν ὑποθηκῶν τῶν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἐγγεγραμένων, διότι ἡ Α παράγραφος ἀφορᾷ τὰς ὑποθήκας τοῦ μέλλοντος.
§88Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Φυσικὰ διὰ τὸ μέλλον.
§89Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 11 ἀφορᾷ τὰ ἐνέχυρα τὰ προϋφιστάμενα, ἀλλ’ ἡ διατύπωσίς της, κακὴ εἶναι. Ἡ παράγραφος 3 κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν 2 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «.......» Διὰ τὰς πρὸ τῆς ἰσχύος Διότι αὐτὸ δὲν φαίνεται. Τὸ τρίτον τείνει νὰ ρυθμίσῃ τὰς ὑφισταμένας ἐννόμους σχέσεις.
§90Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀρκεῖ νὰ μὴ μεταβάλλεται ἡ οὐσία.
§91Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐπίσης μίαν τελευταίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ εἶχον νὰ κάμω ἐν σχέσει μὲ τὸν χρόνον τῆς γενέσεως τῆς προνομιούχου ἀξιώσεως τοῦ δημοσίου.
§92Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ ἐν τῇ ἰδιωτικῇ ἀποταμιεύσει τοῦ ἐμπορεύματος, τὸ ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν χρέος πρὸς τὸ δημόσιον δημιουργεῖται καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὸ χρέος γεννᾶται ἅμα τῇ γνώσει τῆς ἀποταμιεύσεως. Αὐτὸ θὰ ἦτο θεωρητικῶς τὸ ὀρθότερον.
§93Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μαζί σας οὐχὶ ὅμως ἀπολύτως διότι ἡ ἰδική μου ἡ ἄποψις εἶναι, ὅτι ἡ γέννησις τῆς ἀξιώσεως τοῦ δημοσίου ὑφίσταται ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τοῦ ἐμπορεύματος, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ διαμετακόμησιν τελοῦντος, διότι ἡ ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τούτου ἀξιώσει διατελεῖ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι τὸ ἐμπόρευμα ἤθελε καταναλωθῇ καὶ δὲν ἤθελεν ἐξαχθῇ.
§94Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε λύεται ἡ αἵρεσις;
§95Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Νὰ σᾶς εἰπῶ. Ἐὰν τὸ ἐμπόρευμα ἐπανεξαχθῇ ἡ αἵρεσις ματαιοῦται, ἐὰν δὲ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάλωσίς του τότε ἡ αἵρεσις πληροῦται καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ νομικὴ τῆς πληρουμένης αἱρέσεως θεωρεῖται ἀναδρομικῶς ὑφισταμένη. Ἀλλὰ τοιαύτην δεχόμενοι λύσιν δυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν ὅτι καθιεροῦμεν μίαν διάταξιν ἀνατρέπουσαν τὴν καθιερωμένην νομολογίαν. Ἡ νομολογία δὲ τῶν δικαστηρίων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ—ἄρθρον 58 εἶπεν, ὅτι ἡ γένεσις τῆς ἀξιώσεως τοῦ Δημοσίου ἄρχεται μόνον ἀφ’ ἧς βεβαιωθῇ διὰ πρωτοκόλλου, ὅτι ἐξήχθησαν καὶ ἠναλώθησαν τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐμπορεύματα, διότι τότε καὶ μόνον καθίσταται βεβαία ἡ ἀξίωσις τοῦ δημοσίου. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦτο ἐνομολογήθη κατὰ τρόπον πάγιον......
§96Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἀντίθετος νομολογία, ὑποστηρίζουσα αὐτὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον.
§97Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθοῦν τὰ παράπονα τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ὀργανισμῶν, ἐπιθυμῶ νὰ προτείνω μέσην τινὰ λύσιν, καθ’ ἣν μελλοντικῶς μόνον νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἑρμηνευτικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «Χρόνος γεννήσεως τῆς ἀξιώσεως εἶναι ὁ χρόνος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐμπορεύματος ἐν τῇ ἰδιωτικῇ ἀποταμιεύσει».
§98Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). (Ἀναγινώσκει): «........ ἡ ἑπομένη τῆς λήξεως».
§99Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Διὰ τὰ μέχρι τοῦδε ὅμως εἰσαχθέντα ἐμπορεύματα θὰ εἶναι ὁ χρόνος τῆς συντάξεως τοῦ πρωτοκόλλου ἀναλύσεως.
§100Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ δέχομαι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι οὐδέποτε ἐνεφυλλοχώρησεν ἐν ἡμῖν ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἰς βάρος τῶν ἰδιωτῶν. Νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη αὐτὴ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἡ διάταξις αὐτὴ παγία διὰ τὸ μέλλον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἢ κοινωφελῶν σκοπῶν κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν, δωρεῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 4752 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄλλων τινων διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως δημοσίων κτιρίων εἰς τὰς παραμεθορίους πόλεις διὰ τὴν οἴκησιν ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4436 περὶ προσλαμβανομένου εἰς τὸν στρατὸν ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ».
§105Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ, κ. ὑπουργέ. Εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ὑπηρετοῦν πρὸ 10ετίας ὡς Ἀνθυπολοχαγοὶ ὑπογραμματεῖς. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προαχθοῦν, διότι πρέπει κατὰ νόμον νὰ ἔχουν 15ετῆ ὑπηρεσίαν ἐνῷ αὐτὸ προβλέπεται, ὅτι διὰ νὰ προαχθῇ κανεὶς ὡς γραμματεὺς τοῦ Στρατοδικείου πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλωμα ἢ ἐν ἐλλείψει, δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπογραμματέως. Αὐτοὶ ἔχουν ἄνω τῶν 10 ἐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ ὅτι δεκαπενταετία, ὅπως εἶναι καὶ ὑπηρεσία πολυμελοῦς δικαστηρίου λαμβάνεται ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν;
§106Γ. ΚΑΤΕΧΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μελετήσω τὴν τροπολογίαν. Ἂς γίνῃ δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν καὶ τὴν συζητῶμεν εἰς τὴν βʹ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑποχρεωτικῆς διαιτητικῆς ἐπιλύσεως τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς ἐργασίας ἀναφυομένων διαφορῶν μεταξὺ ἐργατῶν θαλάσσης καὶ ἐργοδοτῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων 2806 καὶ 3304 περὶ Ὑδραγωγείου Κερκύρας». (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μετεωρολογικῆς Ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀγροτικῶν κτημάτων περιφερείας Λαυρίου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπειγούσης φύσεως προστατευτικῶν ὑδραυλικῶν μέτρων δημοσίας ὠφελείας»
§109Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς πληρωτέας ἀποζημιώσεως καὶ καταβολῆς αὐτῆς εἰς τοὺς ἀγροδότας τῶν ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ ἀγροληπτικῶν κτημάτων τῶν ἀπαλλαγέντων τοῦ ἀγροληπτικοῦ βάρους καὶ τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν νόμων 423, 1746, 2045 κλπ.». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως εἰς ἑνιαῖον κείμενον καὶ τροποποιήσεως τῶν μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεων περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι κτημάτων τῶν ἀνταλλαγέντων Μουσουλμάνων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς ὑπὸ τῆς Γερουσίας τὸ πρῶτον ψηφισθείσης προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων 3815 περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Προνοίας Ἐλαιοπαραγωγῆς Κεφαλληνίας καὶ Λευκάδος κλπ.». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου θέματος λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ 5 μ. μ. (Ὥρα 7.45′ μ. μ.)