1931.06.01
3,000 rows · 21,691 words · 311 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84η
ΔΕΥΤΕΡΑ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Βαρβαγιάννη.
§4Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀναπτυσσομένου τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τύπου, εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ εἰσηγητοῦ κ. Κουλουμβάκη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέφερεν ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑφίστανται διατάξεις, τόσον ἔγγραφοι ὅσον καὶ νομολογία δικαστηριακὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεύθυνος καὶ ποινικῶς καὶ ἀστικῶς διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου εἶναι, ἐκτὸς τοῦ συγγραφέως τοῦ ἐκδότου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος, καὶ ὁ τυπογράφος. Ἔλαβον τότε τὴν τιμὴν νὰ κάμω μίαν διακοπὴν καὶ νὰ εἴπω, ὅτι διάφορος εἶναι ἡ διάταξις τοῦ εἰσηγουμένου ἄρθρου. Διακόπτων τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἠδυνάμην ποσῶς νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀκρίβειαν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πράγματι κατὰ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα, καὶ οἱ τυπογράφοι—ὅταν δὲ λέγωμεν τυπογράφον ἐννοοῦμεν κατὰ γενικῶς παραδεδεγμένην θεωρίαν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων τῶν ξένων τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν τοὺς νόμους αὐτούς, τυπογράφον ἐννοοῦμεν τὸν ἰδιοκτήτην, ὑπεύθυνος δὲ διὰ πᾶν δημοσίευμα συκοφαντικὸν ἢ ἐξυβριστικὸν ἢ θίγον τὴν δημοσίαν αἰδὼ εἶναι καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος — καὶ αὐτοὶ καὶ ποινικῶς καὶ ἀστικῶς εἶναι ὑπεύθυνοι. Ἐν Ἀγγλίᾳ μάλιστα ὑπάρχει ἀπόφασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρήθη ἀθέμιτος καὶ ἄκυρος πᾶσα συμφωνία ἰδιοκτήτου καὶ τυπογράφου μετὰ τοῦ συγγραφέως ἢ καὶ μετὰ τοῦ ἐκδότου, ἢ μετὰ τοῦ διευθυντοῦ ἐφημερίδος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπηλλάσσετο ἐν περιπτώσει καταδίκης τοῦ συγγραφέως ὁ τυπογράφος.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συμφωνία κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἤθελε καταδικασθῇ νὰ πληρώσῃ αὐτὸς, θὰ τοῦ τὰ ἐπλήρωνον οἱ ἄλλοι.
§6Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὴς καὶ ἐφηρμόσθη. Ἄν διέκοψα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διέκοψα ἐν τῷ ἑξῆς πνεύματι. Εἶπον ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἡμετέρα δὲν πρέπει νὰ συγχισθῇ μὲ τὴν Ἀγγλικὴν διάταξιν, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι πολὺ αὐστηροτέρα ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας. Ἡ ἰδική μας διάταξις καθιερεῖ μονάχα ἀστικὴν εὐθύνην τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ τυπογραφείου. Τοιαύτην δὲ διάταξιν ἔχουν ὅλοι οἱ νεώτεροι νόμοι, ἐκτὸς τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου τοῦ 1925, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 5 ὁρίζει ὅτι κατάσχονται τὰ πιεστήρια διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρηματικῶν ποινῶν καὶ ἀστικῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἐπιδικαζομένων εἰς βάρος τῶν διαπραττόντων ἀδικήματα. Καὶ ὁ νεώτερος Αὐστριακὸς νόμος, κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερος καὶ Δημοκρατικὸς ἔχει ἀνάλογον διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀστικῶς ὑπεύθυνος πρὸς ἀποζημίωσιν εἶναι καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος δι’ ἀδίκημα διαπραχθὲν, ἔστω καὶ ἂν κατεδικάσθη ὁ συγγραφεύς. Καὶ ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 19 δὲν καθιερεῖ ποινὴν ἀλλὰ ποινικὴν εὐθύνην. Ἡ διακοπή μου ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ σύγχυσις, ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχεν καὶ ὑποθέτω καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα λῆξαν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ σύλλογος ὑπαλλήλων τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ ζητεῖ τὴν προσθήκην ἄρθρου ἐν τῷ προσχεδίῳ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΣΟ, δι’ οὗ οἱ ὑπάλληλοι μετὰ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν καθίστανται μόνιμοι. —Ὁ καπνεργατικὸς κόσμος Ἐλευθερουπόλεως ζητεῖ τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ ὑποκαταστήματος ΤΑΚ τῆς πόλεώς των. —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Χριστούλας καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τῶν τέως δήμων Φίλου Τετονίου καὶ Κυκερίου, ζητούντων τὴν χορήγησιν δανείων πρὸς ἀγορὰν ἀραβοσίτου τὴν ἐκ νέου ἐξακρίβωσιν τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς τῆς πρωΐμου καλλιεργείας, καὶ τὴν ἔναρξιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. —Οἱ ἀκτήμονες γεωργοκτηνοτρόφοι διαφόρων κοινοτήτων τῶν τέως δήμων Ἰτάμου, Νευρουπόλεως, Καρδίτσης, Θεσσαλίας ζητοῦν τὴν διατήρησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τὴν παραχώρησιν καλλιεργησίμων λειβαδίων. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Μαντᾶς, Ι. Ράλλης, Π. Τσιτσίλιας καὶ Ε. Πριμίδης καταθέτουσιν αἴτησιν τοῦ Λουκᾶ Ντάβαρη, ἐνοικιαστοῦ φόρου δημ. θεαμάτων Πειραιῶς χρήσεως 1930–31, ζητοῦντος τὴν ἀναστολὴν καταβολῆς τοῦ ὀφειλομένου ὑπολοίπου ἐκ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαφλέσσας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παν. Νικολοπούλου, ζητοῦντος τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ περιβολίου του ὑπὸ τοῦ 9ου Πεζικοῦ Συντάγματος. —Ὁ σύλλογος τῶν τροχιοδρομικῶν καὶ αὐτοκινητιστῶν Ἀθηνῶν ζητεῖ ν’ ἀποσυρθῇ τὸ ἀνελεύθερον νομοσχέδιον περὶ τύπου. —Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Χομόνδος Σερρῶν ζητεῖ τὴν πρόσληψιν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας Γιοῦλεν 200 ἐργατῶν τὴν μετατροπὴν τῶν ληξιπροθέσμων δανείων εἰς μεσοπροθέσμων, καὶ τὴν ὑποβίβασιν τοῦ τόκου. —Ἡ ὁμοσπονδία ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος, ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ συλλόγου ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Λεβαδείας καὶ τῆς ὅλης ἰδιωτικοϋπαλληλικῆς τάξεως τῆς χώρας, καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ κώδικος κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, τὴν σύστασιν γραφείων ἐξευρέσεως ἐργασίας, καὶ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐργατικῶν νόμων. Οἱ κάτοικοι Δέλγας ζητοῦν τὴν ἐκτέλεσιν τῶς ἔργων ὁδοποιΐας τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ σταθμοῦ Φυγαλείας Ἀπόλλωνος γεφύρας Ἀλφειοῦ. —Ὁ Γ. Νικολόπουλος, κάτοικος Γαργαλιάνων, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἀστυνόμου κατασχόντος τὰ ἔπιπλα τῆς γυναικός του ἕνεκα χρέους τῆς μητρός του πρὸς τὸ Δημόσιον. —Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Γ. Βεντούρης, ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουνίου 1921 Ν. Δ. πρὸς βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του. —Ὁ Δ. Φραγκάκης καὶ Στέφ. Δελεγράκης, τραυματίαι πολέμου 1897, ζητοῦν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 2588. —Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Βόλου ὑποβάλλει τὰς ἀπόψεις του σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον «περὶ τύπου». —Οἱ κάτοικοι Ἀρναίας παρακαλοῦν ὅπως ἐξαιρεθῇ ἡ κοινότης των ἐκ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν μεταφερομένων πρὸς κατανάλωσιν ἐγχωρίων προϊόντων. Ὁ κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας), ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου Συγκοινωνίας κειμένων νόμων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 550 περὶ ὑδραυλικῶν ἐν γένει ἔργων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2806 καὶ 3304 περὶ ὑδραγωγείου Κερκύρας». 4) «Περὶ ἀλληλοδανεισμοῦ τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ περὶ παραγραφῆς ἀπαιτήσεων αὐτῶν» καὶ 5) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 24 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰς τοὺς ἐκ Μελενίκου πρόσφυγας πρὸς ἵδρυσιν ἀστικοῦ συνοικισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Σοφούλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς ἐν Σάμῳ Μοναστηριακῆς περιουσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἐνισχύσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῶν στεμφυλῶν τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου Κρήτης». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Πετσάλης, Π. Εὐριπαῖος, Σ. Καραγεώργης, Ι. Καραμᾶνος, Α. Μάρκου, Ε. Μαλαμίδας, Β. Κυρέλλος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28)8)1925 Ν. Δ. περὶ ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τούτου». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Γουργουρῆς, Ι. Μπουρνιᾶς, Σ. Σταυρόπουλος, Κ. Κατσαδήμας, Γ. Φικιώρης, Κ. Βλαχοθανάσης, Δ. Χατζῆς, Ι. Ἀνδριόπουλος κλπ, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. 2558 κλπ». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Εὐριπαῖος, Γ. Βασιλειάδης, Δ. Κουντούρης καὶ Ι. Κουτσίνας, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Στρατολογίας». Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως παρθεναγωγείων ἐν Τσαγκαράδᾳ καὶ Ἀργοστολίῳ». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τήν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4564, περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 28)8)25 περὶ σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Τσαλδάρης ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινότητος Καμάρι.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι διὰ τὸν δρόμον. Ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Νὰ διατάξητε τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, διότι ἄλλως δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸν χρησιμοποιήσουν.
§11Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρόκειται περὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ 162 μέχρι τοῦ τμήματος Καμάρι.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχουν κατασκευασθῆ τὰ ἔργα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν περατωθῆ αἱ τρεῖς μικραὶ γέφυραι, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δύναται ὁ κόσμος νὰ ἐπικοινωνήσῃ.
§13Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ εἰπῆτε—διότι νομίζω ὅτι ἔχω δώσει ἐντολὴν διὰ τὴν κατασκευὴν τούτου—μήπως εἶναι διὰ τὰ παλαιὰ τμήματα καὶ ὄχι διὰ τὰ τμήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν κατασκευασθῆ μεταξὺ Ξυλοκάστρου καὶ Καμάρι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ νὰ τὴν μελετήσῃ.
§15Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅμοιον παράπονον διεβίβασαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πέντε κοινότητες Ξυλοκάστρου, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καὶ τοῦ Καμαρίου. Ὁ ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἐσταμάτησε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐγγὺς τοῦ Ξυλοκάστρου ἐνῷ εἶχεν ὑπεχρέωσιν ἀναλάβει ἔναντι τοῦ ὑπουργείου νὰ ἀποπερατώσῃ τὴν ὁδὸν αὐτήν. Εἶναι ἄξιον ἀπορίας πῶς μέχρι τοῦδε ὁ ἐργολάβος αὐτὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε ἀναλάβει ὑποχρεώσεις.
§16Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅπως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐδήλωσα τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ θὰ ἀποπερατωθῇ διότι εὑρίσκεται ἐν ἐκτελέσει.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τώρα λόγῳ καὶ τῆς μεταφορᾶς τῆς σταφίδος θὰ ὑπάρξουν δυσκολίαι μεταφορᾶς αὐτῆς ἀπὸ τό Καμάρι εἰς τὸ Ξυλόκαστρον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν αἱ γέφυραι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραμᾶνος ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινότητος Κυνουρίας.
§19Ν. ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφορᾶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, πρόκειται περὶ τῶν κατοίκων Κυνουρίας, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρτηρίας 65 χιλιομέτρων ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 45 ἔχουν κατασκευασθῆ καὶ μένουν τὰ ὑπόλοιπα χιλιόμετρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετήσουν μίαν σπουδαίαν ἀρτηρίαν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν αὐτὴν αἴτησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐξ Ἀρκαδίας παρουσιάσθημεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια αὐτὰ παράπονα. Πρόκειται περὶ μιᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα καὶ ἀπομένει νὰ ἐκτελεσθῇ ἕνα μικρὸν τμῆμα 10 χιλιομέτρων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἔργον στοιχειώδους προνοίας τοῦ δημοσίου πλούτου εἶναι ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ συγκοινωνία θὰ μείνῃ ἡμετελής, ἐφ’ ὅσον ἀπομένουν 10 χιλιόμετρα ἀνεκτέλεστα, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸν σκοπὸν ὃν προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας, ἡ ὁποία στερεῖται συγκοινωνίας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸ κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀναφοράν.
§22Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Πρόεδρε.
§24Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἐκ τῶν ἐφημερίδων θὰ γνωρίζετε ἤδη, ὅτι πληροφορηθεὶς πρό τινων ἡμερῶν ὅτι εἶχον δοθῆ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἰς κατασκευὴν ὁδοὶ χωρὶς νὰ τηρηθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ εἰδικοῦ νομίζω, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσίευσις αὐτῆς εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἔστειλα ἐπιστολὴν τὴν περασμένην Πέμπτην, νομίζω, εἰς πρώην συνάδελφον τότε ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τῆς ὁποίας τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν αὐτά εἶναι ἀκριβῆ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἔσπευσεν αὐθημερὸν νά μοῦ στείλῃ ἐπιστολὴν, εἰς τήν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχει παρατυπία τις εἰς τὰς ἐνεργείας του ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθῃ νὰ μοῦ δώσῃ πλήρεις ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζει ὅτι θὰ θεωρηθοῦν ἱκανοποιητικαί. Εἴχαμε πολλὴ δουλειὰ καὶ τὴν Παρασκευὴ καὶ τὸ Σάββατο καὶ δὲν μπόρεσα νὰ δεχθῶ τὸν κ. Καραπαναγιώτην τὸν ἐδέχθην δὲ χθὲς Κυριακήν Μοῦ ἐξήγησεν τὰ πράγματα πῶς ἔχουν καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διατυπώσῃ τὰς ἐξηγήσεις του καὶ εἰς ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν καταθέτω σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Καραπαναγιώτη πραγματικῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐὰν ὑπῆρξε τυπικὴ παράβασις τοῦ νόμου, οὔτε πρόθεσις ζημίας τοῦ δημοσίου ὑπῆρχεν οὔτε ζημία ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν ἔχω βεβαίως—μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου—δὲν ἔχω βεβαίως οὐδένα λόγον νὰ δέχωμαι τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ κ. Καραπαναγιώτη ὡς ἀνακριβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ἐξ ὀνόματος τῆς ὑπηρεσίας, διότι χθὲς ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν. Σήμερον εἶναι τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὰ ὑπουργεῖα εἶναι κλειστά, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν ἡ ὑπηρεσία. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν νὰ σᾶς φέρω τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ ἔχω. Ἐν τούτοις νομίζω καθῆκον νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν, ἵνα καὶ ὅλη ἡ Βουλή, καὶ ἰδιαιτέρως τὰ ἀντιπολιτευόμενα κόμματα, λάβουν γνῶσιν καὶ φέρουν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν θὰ συλλέξητε τὰς πληροφορίας, τότε θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ σήμερον δημοσιευθεῖσαν εἰς μίαν ἐφημερίδα. Ἐπειδὴ ὁ τέως ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρῃ ὅτι καὶ ἐγὼ συνέστησα νὰ ἐκτελεσθοῦν μερικοὶ ὁδοί, ἔχω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνέστησα νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν δρόμων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι δρόμοι ἐγκριθέντες ἀπὸ τὸ 1927 καὶ περιληφθέντες εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ 1927. Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνέστησα νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ δρόμοι αὐτοί, διότι ἐκτὸς τῆς συγκοινωνικῆς ἀνάγκης, μεγίστη ἦτο ἡ ἀνάγκη τῶν κατοίκων οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῶν πλημμυρῶν εἶχον στερηθῆ παντὸς πόρου ζωῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, καὶ συνέστησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν μοῦ ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἦτο παρατυπία.
§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ τὰ ποῦμεν αὐτὰ μεθαύριον κ. Παπαναστασίου.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ συνέστησα, διότι ἦσαν ἐγκεκριμέναι καὶ διότι ἐξεπλήρουν μεγίστας ἀνάγκας.
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ μόνη ἐπιφύλαξις τὴν ὁποίαν ἔκαμα, εἶναι ὅτι δὲν ἔχω τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν διαφόρων γεγονότων. Πάντως ἐν τῇ ἐπιστολῇ ὑπάρχουν πληροφορίαι, κατὰ τὰς ὁποίας δύο μόνον ὁδοὶ ἐξετελέσθησαν ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁδὸς τῆς Πέτρας δηλαδὴ εἰς τὸ Σανατόριον καὶ μία ἄλλη τῆς Λήμνου. Διὰ τὴν ὁδὸν τῆς Πέτρας δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πράγματι ἐξουσιοδότησε τὸν ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ κάποια παρατυπία, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ σᾶς ὁμιλήσω μεθαύριον.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ σήμερον δὲν γίνεται συζήτησις· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιθυμῶ ἡ συζήτησις αὐτὴ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν πληροφοριῶν. Διότι καὶ ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἶδον ὅτι πρόκειται περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἡ ὁποία οὔτε κἂν εἰς τὸ πρόγραμμα περιλαμβάνεται. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων, εἶναι δύο εἰδῶν παραβάσεις ὅπως ἀναφέρῃ ἡ ἐπιστολή. Ἡ μὲν πρώτη ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅτι περιελαμβάνετο μὲν εἰς τὸ πρόγραμμα, ἀλλ’ οὔτε ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει ληφθῆ οὔτε τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ἀπόφασις ὑπάρχει ἡ δὲ ἄλλη, ὅτι ἡ ὁδὸς ἐξετελέσθη χωρὶς νὰ περιλαμβάνεται οὔτε εἰς τὸ πρόγραμμα.
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον δὲν ἔχομεν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ νὰ συζητήσωμεν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν κρατοῦμεν σειρὰν κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων διότι θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ψηφίζομεν τὰ νομοσχέδια χωρὶς νὰ προσέξωμεν οὔτε κἄν τὸν τίτλον τοῦ προσχεδίου.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ὅσα νομοσχέδια πρόκειται νὰ ἔχουν συζήτησιν ν’ ἀναβληθοῦν.
§35Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐκτελέσητε μίαν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε...
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκτελεῖται ἤδη, ἔδωσα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὸν πίνακα τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος μετὰ τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς σχεδίου νόμου «περὶ Φάρων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τροποποιηθέντος μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψήφισίν του σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 55 καὶ 56 τοῦ νόμου 4411 περὶ συγκροτήσεως, προελεύσεως κλπ. τῶν στελεχῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως συμπληρωματικῶν ἐργασιῶν ἐπισκευῆς αἰθούσης ἀκροατηρίου τοῦ Πρωτοδικείου Δράμας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπισκευῆς καὶ διαρρυθμίσεως τῶν στρατώνων Ἡρακλείου πρὸς στέγασιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξαιρέσεως φορτίων τινῶν μεταχειρισμένων ἐπισώστρων ἀπὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ νόμου 4608 τοῦ 1930». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως Φιλανθρωπικῆς Ἑταιρείας». Ὁ κ. Βουδούρης.
§38Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀγαθοεργὸς εἶναι πολὺ καλόν, καὶ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν λαμβάνεται πρόνοια σχετικὴ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ λειτουργῇ ἡ περίφημος Φιλανθρωπικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των καὶ τῆς νοοτροπίας των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κινήσουν ἕνα τόσον σοβαρὸν φιλανθρωπικὸν ὀργανισμόν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφεθῇ νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἔργον τῆς συσταθείσης Φιλανθρωπικῆς ἑταιρείας, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δρέψωμεν καὶ ἡμεῖς μέρος τῶν καρπῶν τοὺς ὁποίους ἀναμένει νὰ δρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προνοίας ὑπουργός.
§39Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Ἔχουν ἐξευρεθῇ οἱ πόροι κ. συνάδελφε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Τύπου, ὡς καὶ περὶ κολασμοῦ καὶ ἐκδικάσεως τῶν διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας τελουμένων ἀδικημάτων». Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ἧς μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ Κυβέρνησις ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτικοῦ της προγράμματος, ἐξηγγέλθη ἡ προπαρασκευὴ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐρρύθμιζε τὰ τοῦ Τύπου παρ’ ἡμῖν ἐπὶ βάσεων συγχρονισμένων. Ἐγένετο μάλιστα μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Πετρίδη, ἡ ὁποία διὰ μακρῶν ἐργασθεῖσα κατήρτισεν ἕνα προσχέδιον. Μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς διευθύνσεως τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης, τὸ προσχέδιον ἐκεῖνο μετεβλήθη, καὶ πρὸ διμήνου ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν καλῶς γνωρίζετε. Μακρὰ εἰσήγησις ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συνώδευσεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσεν ἔκτοτε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Στοιχεῖα ταῦτα πάντα, ὥστε πᾶς τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀπετέλῃ τὸ ἀπαύγασμα τόσον μακρᾶς ἐργασίας στηριχθείσης καὶ ἐπὶ τῶν δεδομένων τῆς συγχρόνου ἐπιστήμης καὶ τῆς σαφοῦς συνειδήσεως καὶ γνώσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀναγκαιοτήτων. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διεξήχθη ὁμαλῶς μὲν, ἀλλὰ καὶ μὲ πλήρη ἀντίθεσιν ἀπόψεων μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ὁποία ἐν τέλει ἤγαγεν εἰς τὴν ἀποχώρησιν τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὀφείλομεν, λοιπόν, καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν μίαν ἐξήγησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κοινὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίσαμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τήν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἀντιμετωπίζομεν δὲ καὶ σήμερον ὑπὸ τὴν νέαν αὐτοῦ μορφήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐν ἱερᾷ ἐξάρσει, τόσον ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διεσάλπισεν urbi et orbe, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τίθεται πλέον τέρμα εἰς τὴν ἀσυδοσίαν τοῦ τύπου, τὴν τόσον κακὰ κατηργασαμένην εἰς τὸν τόπον, διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν δ’ ἀκόμα ὀργάνων τῶν φίλα φρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ μακρῶν ἡμερῶν γίνεται ἔκκλησις πρὸς ὅλους τοὺς τιμίους ἀνθρώπους, ὄχι πλέον παθητικῶς ἀλλὰ δι’ ἐνεργῶν δράσεων, νὰ συντελέσουν εἰς τὴν καταπολέμησιν τῆς ἐπιβλαβοῦς ταύτης ἀσυδοσίας. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἐμφανίζεται ἡ πρώτη ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀναγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας ὀρθῶς συγκινεῖ καὶ τὰς Κυβερνήσεις ἑκάστοτε καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ τὸ συγγενὲς πρὸς ταύτην ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνέρχεσθαι δικαίως ἀποτελοῦν τὰ σπουδαιότερα, δύναμαι νὰ εἴπω, δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν καὶ ἓν τῶν σημαντικωτέρων κεφαλαίων τοῦ δημοσίου δικαίου εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα συντάγματα, ἐπειδὴ ἡ ἐλευθερία τοῦ συνέρχεσθαι καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου, παρέχουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ μεταδώσουν εἰς τοὺς ἄλλους τὰς ἰδέας των, τὰς σκέψεις των τὰς γνώσεις των, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐνασκήσουν πραγματικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων χάριν τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἀφ’ ἧς ἐφευρέθη ἡ τυπογραφία, τὸ μόνον δηλαδὴ μέσον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ὁ Τύπος, ἀφ’ ἧς ἐφευρέθη ἡ τυπογραφία εὐθὺς ἀμέσως κατὰ πόδας ἐπηκολούθησαν νομοθετικαὶ διαρρυθμίσεις τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου. Ἀπὸ τῶν μέσων ἀκόμη τοῦ ΙΕʹ αἰῶνος εὑρίσκομεν ἀναλόγους νομοθεσίας. Καὶ ἐπειδή τότε ὁ Τύπος ἐστρέφετο, φυσικῷ τῷ λόγω, ἐναντίον τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διεῖπε καὶ τὰς κοινωνικὰς τότε σχέσεις, αἱ κυρώσεις κατὰ τῆς ἐλευθεροτυπίας ἀφεώρων τὰς προσβολὰς ἰδίως κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ μέρους τοῦ Τύπου, «τοῦ ἔργου τούτου τοῦ Διαβόλου» ὅπως τὸν ἀπεκάλουν τότε οἱ κληρικοὶ ἀξιωματοῦχοι. Ἀλλ’ ἂν ἀντιπαρέλθωμεν τὸν μεσαίωνα, ὁπότε τὸ ζήτημα τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν δὲν ὑπῆρχε—τοὐλάχιστον δὲν ὑπῆρχε ὑφ’ ἣν μορφὴν ὑπάρχει εἰς τὰς συγχρόνους πολιτείας μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν—ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀφετηρίαν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, εἰς τὴν διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου τοῦ 1789 ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἴδωμεν καὶ ἐκεῖ ὅτι καθιερώθη μὲν ὡς ἀπόλυτον δικαίωμα ὅτι δύναται πᾶς τις νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ γράφῃ καὶ νὰ δημοσιεύῃ τὰς σκέψεις του ἐλευθέρως, θὰ ἔφερεν ὅμως πάντοτε τὴν εὐθύνην παραβάσεως τοῦ νόμου. Διὰ νὰ μεταχειρισθῶ δὲ μίαν εἰκόνα, μίαν παραστατικὴν τὴν ὁποίαν δόκιμος Γάλλος δημοσιολόγος ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἐξέφερε περὶ τοῦ πῶς σκεπτόμενος ἄνθρωπος καὶ δικαίως κρίνων τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ὁ Γάλλος Λοζουανὲ λέγει, ὅτι «Ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου πρέπει νὰ εἶναι τόσον ἐκτεταμένη ὥστε πᾶς τις νὰ δύναται νὰ δημοσιεύῃ τὰς σκέψεις του, τόσον ἐλευθέρως δύναται νὰ ὁμιλῇ πρὸς τοὺς διαβάτας, ὅσον ἐλευθέρως δύναται νὰ πηγαίνῃ καὶ νὰ ἔρχεται διὰ τῆς δημοσίας ὁδοῦ». Ἀλλὰ προσθέτει, ὅτι «τὸ δικαίωμα τοῦ ὁμιλεῖν πρὸς τοὺς διαβάτας δὲν σημαίνει ποσῶς καὶ δικαίωμα τοῦ προσβάλειν· καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνέρχεσθαι καὶ κατέρχεσθαι διὰ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, οὐδαμῶς σημαίνει δικαίωμα καταπατήσεως τῶν ἄλλων ἀνθρώπων». Γενικῶς δὲ ἡ ἱστορία τοῦ δικαίου τοῦ Τύπου ἐκδηλώνει μίαν σελίδα τῶν ἀγώνων τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ἐναντίον τῆς ἰσχύος τῶν κρατούντων ἑκάστοτε τὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Τύπος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη δὲν εἶναι τὸ πρῶτον σήμερον ὅτε λαμβάνεται νομοθετικὴ μέριμνα περὶ τῆς καταστολῆς ὡρισμένων ὑπερβασιῶν τοῦ Τύπου, περὶ τῆς ρυθμίσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας. Καὶ ἄλλοτε, ἀφ’ ἧς συνέστη ἐλεύθερον Κράτος, ἐρρυθμίσθη νομοθετικῶς καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα τοῦτο. Σήμερον δὲ τὸ ὑπό τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ἕνα ἔχει προορισμόν, μίαν δύναται νὰ ἔχῃ αἰτιολογίαν: νὰ συγχρονίσῃ τὸ ἰσχῦον δίκαιον καὶ νὰ τὸ προσαρμόσῃ πρὸς τὰς συγχρόνους κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Τοῦτο ἄλλως τε ἐξαγγέλλει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς της, λέγουσα ἐν ἀρχῇ: «ἡ ἀνάγκη τῆς ὁλοκληρώσεως, μεταρρυθμίσεως, συγχρονήσεως...» (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Τύπου εἶναι ἱστορία συνδυασμοῦ τῆς καλῶς ἐννοουμένης ἰδέας τῆς ἐλευθεροτυπίας πρὸς τὰς νομικὰς καταστροφὰς τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ Τύπου. Ἐὰν δὲ σήμερον διαφωνοῦμεν, καὶ διαφωνοῦμεν τόσον ριζικῶς ὡς ἐξητάσαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας νομοσχέδιον, εἶναι διότι ἡ Κυβέρνησις καίτοι ἐξαγγέλλει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκει καὶ ἐπιζητεῖ τὴν ὁλοκλήρωσιν καὶ συγχρονισμὸν τῆς νομοθεσίας τοῦ Τύπου, δὲν τὴν ὁλοκληρώνει διότι δὲν τὴν συγχρονίζει. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ Κυβερνητικὸν ὑπάρχει διάταξις ὄχι συγχρονιστικὴ ἀλλὰ αὐτόχρημα ἀναχρονιστική. Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν κρίσιν τὸ ζήτημα τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ἀναγκῶν, πρέπει νὰ διαφωτίσωμεν ὅτι ὁ Τύπος πράγματι εἰς πᾶσαν χώραν καὶ δὴ εἰς χώραν δημοκρατουμένην ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εἰς πᾶσαν χώραν πολιτισμένην. Ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς ἀσκεῖ ἐπίδρασιν ὁ Τύπος καὶ διὰ τῆς ἀρθρογραφίας του καὶ διὰ τῆς εἰδησεογραφίας. Διὰ τῆς εἰδησεογραφίας του μὲν, διότι καθιστῶν κοινωνοὺς τοὺς πολίτας, τῆς προόδου τῆς ἐμφανιζομένης εἰς ὅλας τὰς ἐκφράσεις τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, προκαλεῖ τὴν ἅμιλλαν καὶ προάγει τὸν πολιτισμόν. Διὰ τῆς ἀρθρογραφίας του δέ, διότι ἀναλόγως τῆς κατευθύνσεως τὴν ὁποίαν λαμβάνει αὐτή,—καὶ ἐννοῶ ἐνταῦθα τὴν πολιτικὴν ἀρθρογραφίαν—ἀναλόγως τῆς κατευθύνσεως τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Τύπος εἰς τὴν ἀρθρογραφίαν του δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν σημαντικὴν ἐπὶ τῆς ἠθικοπλαστικῆς μορφώσεως τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀναγνωστῶν του, ἐπίδρασιν ἡ ὁποία καθίσταται ἀκόμη μεγαλειτέρα εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς μὴ ὡριμάσαντας ἀκόμη καθ’ ἡλικίαν, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐεπίφοροι εἰς πάσας τὰς ἐπιρροὰς εἴτε κακοῦ παραδείγματος, εἴτε κακῶν εἰσηγήσεων. Εἰς τὴν τοιαύτην του δρᾶσιν ὁ Τύπος δύναται νὰ εἶναι ἐπωφελὴς καὶ εἰς τὸ Κράτος ὡς δημόσιον ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὴν πολιτείαν ὡς σύνολον, δύναται ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι ἐν τῇ δράσει του καὶ τῇ πολιτικῇ καὶ τῇ κοινωνικῇ εἶναι δυνατὸν νὰ περιπέσῃ εἰς παρανομίας, τὰ δὲ λεγόμενα ἀδικήματα τοῦ Τύπου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο—εἴτε πολιτικὰ εἶναι ταῦτα εἴτε ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου—παρὰ τὰ ἀδικήματα τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τοὺς ποινικοὺς νόμους παντοῦ καὶ πάντοτε μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι διαπράττονται διὰ τοῦ Τύπου. Ἡ φύσις τοῦ ἀδικήματος δὲν μεταβάλλεται ποσῶς διότι τοῦτο τάχα, ἐγένετο διὰ τοῦ Τύπου. Καὶ ὅπως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κανένα ὅπως ἱστάμενος εἰς τὴν ὁδὸν ὑβρίζῃ τὸν Α ἢ τὸν Β κλέπτην, δολοφόνον, ἢ ἱερόσυλον, οὕτω δὲν εἶναι· ἐπιτετραμμένον εἰς κανένα νὰ διαπράττῃ τὸ αὐτό, μόνον καὶ μόνον διότι τὸ διαπράττει διὰ τοῦ Τύπου. Ζήτημα λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ἀσυδοσίας τοῦ Τύπου οὐδεὶς οὐδαμοῦ καὶ οὐδέποτε ὑπεστήριξεν. Παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς καταστολῆς τῶν ἀδικημάτων τοῦ Τύπου ὑπῆρξεν οὐχὶ ζήτημα ἀρχῆς, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρξε ζήτημα μέτρου. Ἑπομένως ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔθηκε τὸ ζήτημα τῆς καταπολεμήσεως τῆς ἀσυδοσίας τοῦ Τύπου ὡς ζήτημα ἀρχῆς, ἡ Κυβέρνησις συμμαχεῖ. Καὶ συμμαχεῖ τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι καθόσον γνωρίζω, οὐδὲν τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς χώρας ὕψωσεν τὴν σημαίαν αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀσυδοσίαν τῶν ἀδικημάτων τοῦ Τύπου. Εἶναι λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα μέτρου. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι βουλευταί, μίαν συγχρονισμένην νομοθεσίαν περὶ Τύπου στηριζομένην ἐπὶ τριῶν βάσεων καὶ περιέχουσαν διοικητικὰ μέτρα. Τοιαῦτα εἶναι πρῶτον ἡ δημοσίευσις, ἡ γνωστοποίησις τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐκδότου καὶ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου Τύπου τῆς ἐφημερίδος, τοῦ γραφείου τοῦ ἐκτυποῦντος τὴν ἐφημερίδα ἢ πᾶν ἄλλο δημοσίευμα, γνωστοποίησις εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐφημερίδος, γνωστοποίησις ὑπὸ τὴν ἔννοιαν οὐχὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν τῆς ἐφημερίδος, ἀλλ’ ἁπλῶς τῆς διοικητικῆς γνωστοποιήσεως περὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐφημερίδος. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Τύπος διὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κεκρυμμένος. Τοὐναντίον διὰ νὰ εἶναι δοσίλογος, ὀφείλει νὰ εἶναι γνωστός, φανερός. Δευτέρα βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ στηρίζεται μία συγχρονισμένη νομοθεσία, εἶναι ἡ καθιέρωσις τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν πρὸς ἐπαναδιόρθωσιν δημοσιευμάτων τὰ ὁποῖα καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον τοὺς θίγουν, δίδουν τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τῆς ἀπαντήσεως. Καὶ τρίτον μέρος ἀποτελοῦν αἱ καταστολαὶ τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ Τύπου, αἱ ποινικαὶ κυρώσεις. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον στηρίζεται ἀληθῶς εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς βάσεις. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν πρώτην, τὰ διοικητικὰ μέτρα, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν νὰ σημειώσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαντήσεως διὰ τοῦ Τύπου, μικρὰς μόνον παρατηρήσεις θὰ εἴχωμεν νὰ προσθέσωμεν, τὰς ὁποίας ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Τονίζω μόνον ὅτι διὰ νὰ εἶναι δραστικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν γενομένων ἀδικιῶν ἀπὸ μέρους τοῦ Τύπου, θὰ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ διάταξις ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑφισταμένην καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐφημερὶς θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ διαθέτῃ διὰ τὰς ἀπαντήσεις ὡρισμένον, ἀλλὰ ἀρκετὸν ἀριθμὸν στοίχων, 50–200, ὅπως ἔχουν εἰς τὸ Γαλλικὸν δίκαιον. Ὑποθέσατε ὅτι μία ἐφημερὶς διὰ μιᾶς εἰδήσεως, διὰ δύο γραμμῶν, διαπράττει βαρύτατον ἀδίκημα κατὰ τοῦ πολίτου. Ὁ πολίτης δὲν ἔχει δικαίωμα. παρὰ νὰ ζητήσῃ διπλάσιον μόνον χῶρον. Σκεφθῆτε ἂν τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον ὑπάρχει διάταξις καθ’ ἣν 50–200 στοίχους, ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐφημερὶς ὀφείλει νὰ ἔχῃ εἰς διάθεσιν τοῦ ζητοῦντος. Τοῦτο ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελεῖ μίαν λεπτομέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπανέλθωμεν κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τρίτον μέρος, εἰς τὰς ποινικὰς κυρώσεις δηλαδὴ τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, προσῆλθον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀγροτικοῦ καὶ Ἐργατικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος, ἐδήλωσα ὅτι ἀναγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ὄντως ὁ Τύπος ἐσημείωσεν ὑπερβάσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ἀνάγκην καθορισμοῦ νέων ρυθμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἰδικοῦ μας κόμματος τὰ μέσα ἅτινα καθιερεῖ τὸ νομοσχέδιον—εἰς οἵαν μάλιστα μορφὴν εἶχε διατυπωθῆ καὶ ὑποβληθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀρχικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως— μᾶς παρέχουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπὸ τὴν πρόφασιν καταστολῆς ἀδικημάτων τοῦ Τύπου, ἐπεζητεῖτο ἤ, ἂν δὲν θέλετε τὴν λέξιν, ἐπήρχετο εἴτε συνειδητῶς, εἴτε μοιραίως, φίμωσις τοῦ Τύπου, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑφ’ οἵαν μορφὴν εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, περιέχει σωρείαν ὅλων ποινικῶν διατάξεων ἐξαιρετικοῦ ὅλως δικαίου, κατὰ παρέκκλισιν τῶν κανόνων τῶν ποινικῶν τῶν ρυθμιζόντων ὅλα τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ἐν Ἑλλάδι, ἀκόμη καὶ τὰ βαρύτερα, προσέτι δὲ καὶ διατάξεις ἀντισυνταγματικάς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπέδειξαν ὅλην τὴν καλήν των διάθεσιν πρὸς διαγραφὴν τῶν ἀντισυνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ γνωρίζοντες ἴσως—δὲν τὸ λέγω ὑπευθύνως, τὸ νομίζω—τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκ δηλώσεων τῶν ἀρχηγῶν της καὶ ἐξ ἄλλων δημοσιευμάτων, πολλάκις αὐτοὶ οὗτοι προέτειναν τὴν ἀπάλειψιν διατάξεων ἐκ τοῦ Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου εἴτε ὡς ἀντισυνταγματικῶν εἴτε ὡς μὴ συμβιβαζομένων μὲ τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις τοῦ δικαίου, καὶ μόνοι φραγμοὶ ἐτίθεντο εἰς τὴν κρίσιν των αἱ ὑπομνήσεις—ἐπανειλημμένως γενόμεναι—ὅτι: ἐπὶ τῆς τάδε διατάξεως προσέξατε, ἔχει τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπεσείετο ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ φάσμα τοῦ κινδύνου, ὅτι ἴσως θὰ ὑφίστατο καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ αὕτη ἐπιτροπή, ἡ πλειοψηφία δηλαδὴ αὐτῆς, ἀνάλογον κακομεταχείρισιν πρὸς ἐκείνην τῆς ὁποίας ἔτυχον ἄλλαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ διάταξις ἀκόμη τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία προεκάλεσεν τὴν ρῆξιν μεταξὺ συναδέλφων τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῶν ἄλλων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἀπεσοβεῖτο, διότι ἔχω τὴν προσωπικὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ πλειοψηφία τοὐλάχιστον τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μελῶν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων θὰ παραδέχετο ὡς ὀρθὰς τὰς ἀντιρρήσεις ἡμῶν καὶ θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ συμφωνήσῃ μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου. Ἀντετάχθη ὅμως καὶ πάλιν τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἐδηλώθη ἀπὸ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὅτι δὲν στέργουν εἰς τὴν ἐπανάλειψιν τῶν ἐπιμάχων ἄρθρων, στέργουν δὲ μόνον εἰς τὴν τροποποίησιν, ὡς θέλομεν κατωτέρω ἐκθέσῃ. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν τότε ὅτι ἡ συμμετοχή μας πλέον δὲν ἔχει κανένα λόγον, διότι δὲν δύναται νὰ φέρῃ οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Οὕτω διεγράφησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, εὐτυχῶς δὲ καὶ βραβεύω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν—διεγράφησαν καὶ ἀπὸ τὴν διόρθωσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ὑποβολὴν σχεδίου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς σωρεία ὅλη ἄρθρων τὰ ὁποῖα περιεῖχον εἴτε διατάξεις ἐξαιρετικοῦ δικαίου, εἴτε διατάξεις ἀντισυνταγματικάς. Σημειώνω ὅτι ἀπηλείφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας ἐν περιπτώσει καταδίκης διετάσσετο ἡ παύσις τοῦ ἐπιτηδεύματος. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐγένετο συζήτησις καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω δὲ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐκδήλωσιν ἢ γνώμην τῆς Βουλῆς. Σημειώνω μόνον ὅτι αὐτὴ ἡ πλειοψηφία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ μέλη δηλαδὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ἔκθεσίν των χαρακτηρίζουν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ὑπερβολὴν μέχρι σκληρότητος καὶ οὐχὶ ἀβασίμως ἀντισυνταγματικήν. Ἀπηλείφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3. Τὴν ἐθεωρήσαμεν σκληρὰν, διότι κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν κρατούντων δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἀδικήματα, μόνον διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου ἐπέρχεται ὡς ποινικὴ κύρωσις ἡ στέρησις τοῦ ἐπαγγέλματος. Τὴν ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, διότι ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθεροτυπίας, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ λαμβανόμενον, προστατεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικὸν, ἀπὸ ἀπόψεως θετοῦ δικαίου, ὄχι δὲ θεωριῶν. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 16, τῶν οὐδένα φραγμὸν ἀναγνωριζουσῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἐμμέσου ὁδοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα. Ἀπηλείφθη λοιπὸν ἡ διάταξις αὐτή. Ἄλλη διάταξις πρὸς τὴν ὁποίαν διεφωνήσαμεν, ἦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 43, ἡ ὁποία μόνον διὰ τοὺς ὑποπέσαντας εἰς ἀδικήματα διὰ τοῦ Τύπου, ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς καὶ τῆς μετατροπῆς αὐτῆς. Ἐνῷ δηλαδὴ δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα καὶ ἂν καταδικασθῇ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ δικαστηρίου τὴν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν μετατροπὴν τῆς ποινῆς φυλακίσεως εἰς χρηματικὴν ποινὴν ὑφ’ οὓς ὅρους διαγράφει ὁ νόμος, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μόνον διὰ τοὺς διαπράττοντας ἀδίκημα διὰ τοῦ Τύπου ἐθεσπίζετο τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο δίκαιον. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀπηλείφθη καὶ ἡ διάταξις αὐτή. Ὑπῆρχεν ἄλλη διάταξις ἡ τοῦ ἄρθρου 13, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ προσκομίσῃ, δικαζόμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τοὺς μάρτυρας ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν ὑπεράσπισίν του. Καὶ ἔλεγεν ὅτι δύναται νὰ προσκαλέσῃ μόνον τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἐδέχετο ὁ εἰσαγγελεύς. (ἀναγινώσκει). «Ὀφείλει νὰ ἀναφερθῇ ὁ κατηγορούμενος κλπ.». Φαντασθῆτε λοιπὸν κατηγορουμένους τῶν ὁποίων ἡ ὑπεράσπισις νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ καταγγέλλοντος εἰσαγγελέως. Ἐζητήσαμεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπηλείφθη. Ὑπῆρχεν ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου 37 καὶ 74, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο εἰς τὸν κατηγορούμενον, δικαζόμενον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, νὰ προσλάβῃ τοὺς συνηγόρους τοὺς ὁποίους ἤθελεν, ἢ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τοὺς ἐξεταζομένους μάρτυρας τὰς ἐρωτήσεις τὰς ὁποίας ἤθελεν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν συνηγόρων ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ τὸ ἐπιτρεπτὸν τῶν ἐρωτήσεων θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου.
§42Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ σήμερον ἐξαρτᾶται.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν, ὅ,τι ἰσχύει σήμερον νὰ ἰσχύῃ καὶ αὔριον, καὶ διὰ τὸν Τύπον νὰ ἰσχύῃ ὅ,τι ἰσχύει δι’ ὅλους. Ἀπηλείφθη καὶ ἡ διάταξις αὐτή. Ὑπῆρχεν ἡ ὅλως ἐξαιρετικοῦ πάλιν δικαίου διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αἱ ἀθῳωτικαὶ ἀποφάσεις ἠδύναντο νὰ ἀναιρεσιβληθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζων πλέον καὶ κατ’ οὐσίαν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ποινὴν εἰς τὸν ἀθωωθέντα καὶ κατὰ πρῶτον καὶ κατὰ δεύτερον βαθμόν. Ἀπηλείφθη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 64 διὰ τῆς ὁποίας ὁ πρόεδρος τῶν συνέδρων θὰ ἐλάμβανεν μέρος εἰς τὴν διάσκεψιν τῶν ἐνόρκων. Ἀπηλείφθη καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἔχω, ὁμολογῶ, πολλὴν ἐκτίμησιν εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων. Τοὐναντίον ἔχω σημειώσει τὸν τελευταῖον χρόνον ἀποφάσεις δικαστηρίων ἐνόρκων αἱ ὁποῖαι κλονίζουν πρόρριζα εἰς τήν ἐκτίμησίν μου τὴν βάσιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀχθῇ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅπως ἄλλωστε νομίζω ὅτι ἔχει ἐξαγγείλει μεταβολὰς εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων, ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ θεσπίσῃ καὶ ἐκεῖ συνεργασίαν τοῦ προέδρου τῶν συνέδρων μετὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, τηρουμένων, ἐννοεῖται, τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὸν κατηγορούμενον, τῆς συμπαραστάσεως λ. χ. καὶ τοῦ συνηγόρου τούτου, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἐξασφαλίσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ὑπάρχει δι’ ὅλους τοὺς κατηγορουμένους δι’ οἱαδήποτε ἀδικήματα, ἀποτελεῖ διάταξιν ἐξαιρετικοῦ δικαίου τὸ νὰ τεθῇ μόνον διὰ τοὺς δημοσιογράφους. Ἀπηλείφθη καὶ ἡ διάταξις αὐτή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ διατάξεις τοῦ ἐξαιρετικοῦ δικαίου αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐκτὸς αὐτῶν ποὺ ἀπηλείφθησαν καὶ αἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν 9, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις ἐξαιρετικοῦ δικαίου ἢ ἀντισυνταγματικαί, αἱ ὁποῖαι διατηροῦνται. Σημειώνω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 46, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει εἰς τὸν ἐγκληθέντα δημοσιογράφον νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δημοσίευσιν τοῦ κατηγορηθέντος δημοσιεύματος. Θεωροῦμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἄδικον. Τὴν θεωροῦμεν ἀντισυνταγματική διότι θεσπίζει μίαν προληπτικὴν λογοκρισίαν τὴν θεωροῦμεν δὲ καὶ ἄδικον, διότι ἐὰν τὸ ἐγκριθὲν δημοσίευμα δικαζόμενον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἀγάγῃ εἰς τὴν ἀθώωσιν τοῦ ἐγκληθέντος, πρὸς τὶ πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ διάταξις τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐπαναδημοσιεύσεως, θεωρουμένης μάλιστα ὡς ἀδικήματος ἰδιωνύμου καὶ ἐπαγομένης ἰδίαν ποινὴν ἀνεξαρτήτως τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἀδίκημα δημοσιευόμενον μόνον καὶ μόνον διότι ἐγένετο ἡ παραβίασης τῆς τυπικῆς αὐτῆς διατάξεως τῆς τυπικῆς αὐτῆς διατάξεως τῆς ἐπαναλήψεως τῆς δημοσιεύσεως; Κατηγορεῖσθε π. χ. ὅτι ὑβρίσατε διὰ τοῦ Τύπου. Ἐπαναλαμβάνετε τὴν ὕβριν διὰ τοῦ δημοσιεύματος αὔριον. Διεπράξατε τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖσθε. Διεπράξατε ὅμως καὶ νέον ἰδιώνυμον ἀδίκημα, διότι τὴν ἑπομένην ἐπανελάβατε τὸ δημοσίευμα. Δικάζεσθε διὰ τήν ἐξύβρισιν, δὲν καταδικάζεσθε ὅμως. Ἀλλὰ διότι ἐπανελάβατε τὸ δημοσίευμα τὸ ἀθῳωθέν, καταδικάζεσθε. Λοιπὸν καὶ ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἄδικος εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις.
§44Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ «Πολίτης» νὰ μὴ γίνεται ἀνάγνωσμα.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτό. Τὴν θεωρῶ περισσότερον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀκόμη καὶ ὡς ἄσκοπον. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐκφράζει ἀγανάκτησιν ἱερὰν διὰ τὴν προστασίαν τοῦ «Πολίτου». Λέγει: Θὰ γίνῃ ὁ «Πολίτης» ἀνάγνωσμα; Αὐτὴν τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν τὴν συμμερίζομαι ἀπολύτως. Ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὑφ’ ἣν μορφὴν εἶχεν ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, προστατεύει τὸν «Πολίτην». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω, ὁμολογῶ, νὰ καθορίσω τὴν θέσιν μου καὶ ἀπέναντι τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, διότι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ σημειώνεται μία διχογνωμία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀντιλήψεων τοῦ κόμματος. Διότι ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία τιμωρεῖ ἀθροιστικῶς τὸν ὑβρίζοντα διὰ τοῦ Τύπου, τὸν συκοφαντοῦντα διὰ τοῦ Τύπου, τὸν δυσφημοῦντα διὰ τοῦ Τύπου, ἐπιβαλλομένης οὐχὶ μιᾶς ποινῆς, ἀλλὰ ἀθροιστικῶς τοιαύτης διὰ πᾶσαν ἀναδημοσίευσιν τοῦ συκοφαντικοῦ ἢ τοῦ δυσφημιστικοῦ δημοσιεύματος. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις νομίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς αὐστηροτέρας αὐτῆς διατάξεως. Ἐγὼ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξέφερα ἰδίαν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένω, καὶ ἐμμένω μετὰ τόσης πίστεως ὅπως ἐνέμενον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεστήριζον δὲ ὅτι ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ ἐξυβρίσεως, συκοφαντίας, δυσφημήσεως γενομένης κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν πολιτῶν, θὰ εἶχεν ἴσως ὁ οὕτως ἀδικοπραγήσας ἅπαξ τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ὕβρισεν, ἐσυκοφάντησεν, ἐδυσφήμησεν εἴτε ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν ἑνὸς πάθους, εἴτε κακῆς εἰσηγήσεως, εἴτε πείσματος, εἴτε ἄλλης τινὸς καταστάσεως. Διέπραξε τὸ ἀδίκημα· θὰ δώσῃ λόγον. Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ ὅταν, κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνῃ τὸ κακόν, τὸ ἐπιλήψιμον δημοσίευμα καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις καὶ ἐπανειλημμένως, δὲν ἔχει κατὰ τὴν κρίσιν μου οὐδὲν ἐλαφρυντικόν, διότι τοιαύτη ἐπανάληψις τοῦ ἀδικήματος προδίδει κακότητα καὶ μόνον κακότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τιμωρηθῇ δι’ ὅλως βαρυτάτης ποινῆς. Ὑπάρχει λοιπὸν διάταξις εἰς τὸν νόμον, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «ὁσάκις ὑβρίσῃ τις, τοσάκις θὰ δώσῃ λόγον, ἀπαγορευομένης τῆς συγχωνεύσεως τῆς ποινῆς, ἔστω καὶ ἐπηυξημένης». Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὅταν οὕτως ἔχῃ ἡ σχετικὴ κατασταλτικὴ διάταξις τῶν παραβάσεων τούτων, δὲν εὑρίσκεται ἐκτεθειμένος ὁ «Πολίτης» ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας· διότι πᾶς τις, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποπέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀδίκημα θὰ δώσῃ ἀνάλογον λόγον τῶν πράξεών του. Ἀλλὰ ἡ διάταξις ἡ ὁποία παραμένει εἶναι τοῦ ἄρθρου 52, 43 τοῦ διορθωθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος καθορίζεται ὅτι ἀστικῶς ὑπεύθυνος καὶ ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος εἶναι ὁ διευθυντής, ἐκδότης, καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος. Θεωρῶ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἀντιτιθεμένην εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος. Διότι τὸ ἄρθρον 16 ἐδαφ. 4 λέγει ὅτι «ὅ, τε ἐκδότης ἐφημερίδος καὶ ὁ συγγραρεὺς τοῦ δημοσιεύματος εἶναι ὑπεύθυνοι....»
§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κακῶς τὸ ἑρμηνεύετε. Ἄλλη εἶναι ἡ ἔννοια. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ζητεῖται νὰ καθορισθῇ ἡ συνταγματικὴ εὐθύνη καὶ τῶν δύο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποκλειστική.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀποκλειστική.
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ξεύρετε ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπάρχει εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα;
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν σας εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, διατὶ δὲν περιλαμβάνετε καὶ τὸν συγγραφέα; Βάζετε διευθυντὴν καὶ ἐκδότην ἐφημερίδος καὶ ὄχι συγγραφέα.
§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πάντοτε εἶναι ὁ συγγραφεὺς ὑπεύθυνος ἂν ἀποκαλυφθῇ ποῖος εἶναι.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἄλλη διάταξις εἶναι τοῦ ἄρθρου 56,2 ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὰ ἔνδικα μέσα κατὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας κλήσεως. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη ἀπὸ συναδέλφους τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἀπὸ ἡμᾶς παρατήρησις, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκδικάσεως δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἀποτελεῖ ἕνα βαρὺ μέτρον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου θὰ ἔπρεπεν ὁ καλούμενος νὰ ἔχῃ ἕνα ἔνδικον μέσον.
§52Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ὁ νόμος περὶ ἐξυβρίσεως......
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν, ὅπως κατὰ τῆς τοιαύτης ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια ἐντὸς 24 ἢ 48 ὡρῶν, διὰ νὰ μὴ φύγωμεν ἀπὸ τὴν διάταξιν τῆς ταχείας ἐκδικάσεως, καὶ ἐντὸς 3 ἡμερῶν ν’ ἀποφανθοῦν τὰ δικαστήρια ἐπὶ τῆς τοιαύτης αἰτήσεως. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι σωρεία ὅλων διατάξεων τελείως ἐξαιρετικοῦ δικαίου καθιστᾶ τὴν θέσιν τοῦ δικαζομένου δι’ ἀδίκημα τοῦ Τύπου ἀπολύτως μειονεκτικὴν ἀπέναντι τῶν δικαζομένων δι’ οἱονδήποτε ἄλλο ἀδίκημα, ἀκόμη καὶ τὸ βαρύτερον. Ἕνας βαθμὸς ἀκόμη καὶ οἱ δημοσιογράφοι ἢ οἱ ὑποπίπτοντες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς ἀδίκημα διὰ τοῦ Τύπου θὰ τίθενται κυριολεκτικῶς ἐκτὸς νόμου. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἐκηρύχθημεν ἀντίθετοι πρὸς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπῆρξεν ἀκόμη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 79. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πιστεύω ὅτι ἐν περιπτώσει ἐκδικάσεως δι’ ὡρισμένον ἀδίκημα τοῦ Τύπου, θὰ ἐπέρχεται αὐτοδικαίως κατάσχεσις τῶν τυπογραφικῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ τυπογραφείου εἰς τὸ ὁποῖον ἐξετυπώθη ἐπιλήψιμον δημοσίευμα, κατάσχεσις τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἐπακολουθήσῃ πλειστηριασμός, ἐκποίησις τῶν οὕτω πως κατασχεθέντων περιουσιακῶν ἀντικειμένων. Ἐπολεμήσαμεν, κύριοι βουλευταί, καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθέμενον σχέδιον νόμου, τὸ τροποποιηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ὑποβολὴν εἰς αὐτὴν τῶν πορισμάτων τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπηλείφθη ἡ διάταξις αὐτή. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν προχθὲς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καίτοι ἀπείληψε τὴν διάταξιν καὶ τὴν ἀντικατέστησε δι’ ἄλλης τὴν ὁποίαν ἐπίσης θὰ κρίνωμεν, δὲν θὰ εἶχεν ὅμως ἀντίρρησιν ἄν ἡ Βουλὴ θὰ ἤθελεν νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη ὅπως εἶχε προτοῦ τροποποιηθῇ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Κύριοι βουλευταί, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι μία ἐκ τῶν ὀλίγων, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν ὅτι τὴν θεωρεῖ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνεκάλυψα ἄλλον τρόπον, διότι ἐφ’ ὅσον εὑρῆκα καλλίτερον τρόπον νὰ μὴ ἐγείρωνται ἀντιρρήσεις, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος δύσκολος νὰ φέρω εὐχαρίστησιν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας. Αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν χαρὰν ὁσάκις μπορῶ νά τοὺς ἱκανοποιήσω.
§55Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁμολογῶ αὐτό· δὲν κακίζω τὴν Κυβέρνησιν. Λέγω μόνον ὅτι, ἐὰν τὸ πνεῦμα αὐτὸ τὸ ὀρθὸν τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὰς σημερινὰς σας δηλώσεις ἐπρυτάνευε καὶ ἡμέρας τινας πρὶν γίνῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, θὰ ἦτο ὁμαλώτερον.
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ ποῖο σημεῖον εἶπα ἐγώ;
§57Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ τυπογράφου.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἐφάνηκα εὐχάριστος.
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς βραβεύω διὰ τοῦτο.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν παρημποδίσθη ἡ ἐλευθερία τῆς Κυβερνήσεως.
§61Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐθέσαμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς;
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐμιλούσατε περὶ ἀκριβείας σεῖς, παρὼν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δι’ ἓν ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις εἰς αὐτήν.
§63Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν, κατὰ κόρον, ὅτι ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἅπαξ μόνον παρέστη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς συνεδρίασιν, καὶ ἐδήλωσεν ἐκεῖνο ὃ ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως, ὅτι εἶναι προθυμώτατος ὅπως θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικὴ αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ καθιεροῦσα προληπτικὴν λογοκρισίαν καὶ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ διαμορφωθῇ κατὰ τρόπον συνταγματικόν. Οὐδέποτε ἄλλοτε παρέστη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐκάματε κατάχρησιν μιᾶς ἀτόπου ἴσως φράσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἑνὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 79, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις—διότι ἔβλεπεν ὅτι τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔφθασαν εἰς τὸ ψητό— εἶπεν ὅτι «δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τῆς πλειοψηφίας εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης». Ἀλλὰ ἡ φράσις τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἡ ὁποία δὲν εἶναι φράσις λεχθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς..........
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ὁ ὑπεύθυνος σᾶς λέγω ὅτι ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσελθὼν εἶπεν ὅτι πολλὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖ βασικάς, ἐξαιρετικῶς δὲ βασικὴν θεωρεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς δημοσιεύσεις τὰς ἀφορώσας τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις. Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς ἄρθρον 79, ὑπεστηρίξατε ὑμεῖς καὶ οἱ κ. κ. ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματική. Σᾶς ἀπεκρούσαμεν διὰ μακρῶν καὶ ὅπως νομίζομεν ἡμεῖς πειστικόν, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν σᾶς ἐπείσαμεν. Εἴπατε ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε ἄλλα ἐπιχειρήματα, διότι ἐπιμένετε ὅτι εἶναι ἡ διάταξις ἀντισυνταγματική. Τότε ἐγὼ εἶπα «ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν διάταξιν ταύτην συνταγματικήν, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἐντολὴν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάνωμεν αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι τὴν καθιστοῦν οὐσιαστικῶς ἠπιωτέραν. Ἐὰν θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ μᾶς ἐπηρεάσετε εἰς τὰς γνώμας μας, ὅπως μᾶς ἐπηρεάσατε προκειμένου περὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς κατὰ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ κόμματός μας θεωροῦμεν βασικὴν τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν θεωροῦμεν συνταγματικήν, τὴν θεωροῦμεν ὡς ἀποτελοῦσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὴν καθιστῶμεν ἠπιωτέραν μὲ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐντολὴν νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν διάταξιν καὶ θὰ τὰς ψηφίσωμεν» καὶ τὰς ἐψηφίσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν ἐτέθη κανὲν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ μέρους μου οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ. Ἀλλὰ βεβαίως εἶχε τεθῇ ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὅταν μᾶς ἔλεγεν ὅτι: τοῦτο εἶναι ἀπὸ τὴν πλέον βασικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§65Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, μία ριζικὴ διαφορὰ ἀντιλήψεων ἀπὸ ἀνθρώπους ἀντιπροσωπεύοντας τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἑπομένως ὄχι κοινῆς ἀντιλήψεως. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεων περὶ πραγματικῶν γεγονότων λαβόντων χώραν εἰς μίαν αἴθουσαν εἰς τὴν ὁποίαν παρευρίσκοντο 15 βουλευταί, διαφορὰ ἀντιλήψεων ἡ ὁποία μοῦ γεννᾶ κατάπληξιν.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθορίσατε τὴν διαφοράν.
§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω κακὴν πίστιν εἰς τοὺς ἀντιγνωμοῦντας συναδέλφους ὅπως καὶ ἐγὼ δι’ ἐμὲ διεκδικῶ καλὴν πίστιν. Τὰ γεγονότα καθὼς ἐγὼ τὰ ἀντελήφθην, καὶ ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὅτι οὕτως ἔλαβον χώραν, ἐξηλίχθησαν ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα τὰ ὁποῖα συνηντήσαμεν περὶ εὐθύνης τῶν τυπογράφων εἴπομεν: αὐτὰ θὰ μείνουν εἰς τὸ τέλος ἵνα λυθοῦν μαζὶ μὲ τὸ βασικὸν ζήτημα τοῦ ἄρθρου 79. Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 79 εἶπον, ἐδῶ εἶναι ὁ κόμπος. Ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὡς εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐφαίνετο ὡς ἐκπροσωπῶν ἐγκύρως διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν λέξιν ὑπευθύνως τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι πλέον ἢ ἅπαξ ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ὀνόματός του, εἶπε «μὴ ταράττεσθε. Ἐλπίζω νὰ τὸ λύσωμεν καὶ αὐτό. Ἔχομεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν τροπολογίας». Οὕτως ἀντελήφθην ἐγὼ τὰ γεγονότα. Ὡμίλησαν οἱ συνάδελφοι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ σειρὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶπε «ἀφήσατε ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω πρῶτος νὰ εἴπω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλπίζω νὰ συμφωνήσωμεν» καὶ ὡμίλησε πρὸ ἐμοῦ, καὶ μᾶς ἀνέγνωσε καὶ χειρόγραφα τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὅπως μᾶς ἔλεγεν ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν μᾶς ἀνέγνωσε μίαν τριμερῆ τροπολογίαν, ἡ ὁποία συνίστατο εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν θὰ κατάσχωνται τὰ τυπογραφεῖα πάντοτε, παρὰ θὰ ἐζήτη μίαν ἐγγύησιν ἀπὸ τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος ὁ τυπογράφος, διότι ἡ εὐθύνη τῶν τυπογράφων εἰς ὅλα τὰ ἄλλα δημοσιεύματα πλὴν τῶν ἐφημερίδων ἐξηλείφετο διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, καὶ παρέμενε μόνον ἡ εὐθύνη τῶν ἐφημερίδων. Εἶπεν λοιπὸν, ὅτι ὁ τυπογράφος θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς καταισχύνης αὐτῆς ἂν ἐκ τῶν προτέρων ἐζήτη μίαν ἐγγύησιν ἀπὸ τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος τὴν ὁποίαν θὰ παρεχώρῃ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἡμεῖς, δι’ οὓς λόγους θὰ ἐκθέσω, ἐπολεμήσαμεν τὴν ἄποψιν αὐτὴν διότι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυήσεως ἐθεωρήσαμεν ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἄδικον καὶ ἐθέσαμεν σαφῶς τὸ ζήτημα πρὸ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡμεῖς τὰς διατάξεις 4 καὶ ἑπόμενα τὰς θεωροῦμεν καὶ ἀδίκους καὶ ἀντισυνταγματικὰς καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν νέων τροπολογιῶν καὶ δὲν δεχόμεθα καμμίαν συζήτησιν. Τὰς ἀπαλείφετε; ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἐκεῖ ἔρχεται τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ὅτι εὑρῆκεν ἄλλην τροπολογίαν περισσότερον ἐξασφαλίζουσαν τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν καὶ ποινικῶν ἐξόδων καὶ διατὶ νὰ μὴ προτιμήσωμεν ταύτην; Ἀλλὰ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν βάσιν τὴν εἴχαμε προτείνει καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Ζαρίφης, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἀπέρριψε.
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς δήλωσιν: Εἶμαι πρόθυμος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω, νὰ ὑποστηρίξω ὄχι μόνον ὅτι ἡ διάταξις ὅπως ἦτο διατυπωμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον ἦτο συνταγματικὴ καὶ ὄχι ἀνελευθέρα, ἀφοῦ εἶναι τὸ κρατοῦν δίκαιον εἰς τὴν φιλελευθερωτέραν χώραν τοῦ κόσμου τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ ἀφοῦ εὑρίσκομεν μίαν λύσιν ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔτυχε νὰ συμπέσουν αἱ γνῶμαι σας, μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν μας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει 50 ἄρθρα, ἔχει ποινικὰς διατάξεις τόσας διαδικαστικὰς καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πῶς θὰ τὰς διατυπώσωμεν. Λοιπὸν ἂς μὴ ἐξαντλούμεθα εἰς μακρὰς ἀγορεύσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν.
§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ ἀφίνετε μακρὰς διακοπάς, διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὁ κ. Μαντᾶς εἶπε τότε, ὅτι ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνασθε νὰ φέρετε εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν οἱ συνάδελφοι ἔθεσαν ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἔχουν ἐντολὴν, δὲν εἶναι ζήτημα ἰδικόν μας. Ἄν ἐπιμένωμεν, εἶναι διότι εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον μᾶς ἤγαγεν εἰς ἀποχώρησιν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.....
§71Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως, διότι δὲν ἦτο οὔτε ἀντισυνταγματικόν, οὔτε ἀνελεύθερον. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία.
§72Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία πολιτικὴ πρᾶξις. Δὲν ἀπεχωρήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὡς ἄτομα. Ἀπεχωρήσαμεν ὡς ἐκπρόσωποι κομμάτων ἐνεργοῦντες μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν.....
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν σημειώνω, διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν πρᾶξίν σας ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, ὡς στάσιν ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικήν.
§74Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .... μίαν πρᾶξιν κοινοβουλευτικὴν καθ’ ἡμᾶς, εἰς ἐκδήλωσιν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Πρᾶξιν πολιτικήν, διὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὠφείλαμεν νὰ δώσωμεν μίαν ἐξήγησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν λαὸν διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ λαὸς ποία ἦτο ἡ στάσις ἡ ἰδική μας καὶ ποία ἡ στάσις τῶν ἄλλων. Ἀπομένει λοιπὸν νὰ κρίνωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 63 ὑφ’ ἥν μορφὴν ὑπάρχει σήμερον. Ὅπως εἶπον, κύριοι βουλευταί, ἡ διάταξις αὐτὴ προὐτάθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ βάσιν ὡς ὀρθὴ, καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφον κ. Ζαρίφην ἀποτελοῦντα μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω, ὅτι καίτοι ἡ τροπολογία ἡμῶν ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δεκτὴ κατὰ βάσιν, δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ, διότι προσετέθησαν διατάξεις αἱ ὁποῖαι τὴν καθιστοῦν ἄδικον καὶ ἐπιβλαβή. Διότι λέγει τὸ ἄρθρον 63 «κατάσχονται τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἐφημερίδα ἀπὸ τὸ πρακτορεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πωλεῖται. Θεωροῦνται αὐτοδικαίως κατεσχημέναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ πρακτορείου.......» (ἀναγινώσκει).
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν νομίζω ὡς καλῶς ἐχούσας θέσιν αὐτὰς τὰς λεπτομερείας τώρα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§76Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λόγια, κ. Πρόεδρε, διότι ἡμεῖς θὰ καταλήξωμεν ζητοῦντες τὴν ἀπάλειψιν. Ἡμεῖς θέτομεν τὸ ζήτημα ὅτι ἂν ὑπάρχουν αἱ διατάξεις αὗται αἱ διαδικαστικαί, θὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς) Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν σας, τὸ σωστὸν εἶναι ὅτι δὲν ἀντιτάσσεσθε κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔχετε ἀντιρρήσεις κατὰ ὡρισμένων διατάξεων αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἀγάγουν νὰ τὸ καταψηφίσετε.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν διατί.
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν ἡμεῖς.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ συζητήσωμεν ἀπόψε· δὲν ζητῶ ὑπερβολικὰ πράγματα, ζητῶ νὰ διαρκέσῃ μέχρι τὸ μεσονύκτιον ἡ συνεδρίασις. Δὲν θὰ ζητήσω νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ ἠξεύρω ὅτι θὰ τραβήξῃ μακρὸν δρόμον ἡ συζήτησις καὶ θέλω νὰ κανονίσω τὸ ζήτημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§81Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπατε ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶσθε ὑπὲρ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία διατυπώνεται τώρα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασχέσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν πρακτορείων. Πῶς εἴχατε προτείνει σεῖς καὶ ὁ κ. Ζαρίφης νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις; διότι δὲν ἀναγράφεται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
§82Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἠθικὴ βάσις, ἡ φιλοσοφικὴ διάταξις τῶν σκέψεών μας εἶναι ἡ ἑξῆς: Πᾶς καταδικαζόμενος δι’ ἀποζημίωσιν πρὸς τρίτον καὶ εἰς δικαστικὰ ἔξοδα, εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅλης του τῆς περιουσίας.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἐκ τοῦ νόμου.
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐπιδικάζεται—δι’ ἀδίκημα τοῦ Τύπου δι’ ἀποζημίωσιν πρὸς τὸν Α—ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ κατάσχετε τὰς εἰσπράξεις τοῦ πρακτορείου.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν δὲν ἔχῃ;
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν δὲν ἔχῃ καὶ δὲν πληρώνῃ τὸ πρακτορεῖον νὰ μὴ βγαίνῃ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄκρως αὐστηρὰ καὶ ἄκρως δραστικὴ ἡ ποινὴ τοῦ ἀδικοπραγοῦντος. Κατεδικάσθη μία ἐφημερὶς διότι ἐξύβρισεν; ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τῆς κατασχέσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ πρακτορείου· αὐτὸ τὴν ἐμποδίζει νὰ ξαναβγῇ. Δὲν φθάνει αὐτό;
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φθάνει.
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἴχομεν νὰ κάμωμεν, κύριοι βουλευταί, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτην ἄποψιν, δηλαδὴ τὴν εὐθύνην τοῦ Τύπου διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπιρροὴν ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως. Ἀπομένει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἑτέραν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, τὰ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Τύπου ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως Εἶπον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Τύπος ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιρροήν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Νομίζομεν δὲ, ὅτι ἡ ἐπιρροὴ αὐτὴ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρας σημασίας, ἀπὸ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Τύπου ἀπὸ τὰς ἄλλας ἀπόψεις, καὶ διὰ τοῦτο πιστεύομεν ὅτι ὁ συγχρονισμὸς τῆς νομοθεσίας περὶ Τύπου ἀπὸ αὐτῆς κυρίως τῆς βάσεως πρέπει νὰ ἐξορμηθῇ. Αὐτῆς τῆς βάσεως θέλομεν τὸν καθορισμόν, βάσεως ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ δύναται νὰ κινῆται ὁ Τύπος ὡς πολιτικὸν ὄργανον. Ἡ βάσις τῶν σκέψεών μας εἶναι, ὅτι ἡ ἐξωτερίκευσις τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὴ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν δὲν ἀποτελεῖ ἀτομικὸν συμφέρον. Ὅσον δὲ γενικωτέρας σημασίας εἶναι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνει χώραν ἡ ἐξωτερίκευσις τῶν ἰδεῶν, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι καὶ ἡ σημασία τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐξωτερίκευσις αὐτὴ τῶν ἰδεῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Τύπος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ταχύτερον καὶ εὐθηνότερον μέσον τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων, κατέστη ὁ κυρίαρχος τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ὁ δὲ περιοδικὸς Τύπος—καὶ λέγων περιοδικὸν Τύπον ἐννοῶ τὸν ἐκδιδόμενον τακτικῶς καθ’ ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους, καὶ δὴ ὁ ἡμερήσιος—κατέστη τὸ μοναδικὸν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐλατήριον τῆς πολιτικῆς ζωῆς εἰς τὰς συγχρόνους Δημοκρατουμένας πολιτείας. Ἑπομένως πιστεύομεν, ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ δράσει ὁ Τύπος δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν τελευταίως κρατήσασαν ἔκφρασιν—ἀσύδοτος, Διότι πιστεύομεν ὅτι ἂν ὑπάρχῃ πλήρης ἀσυδοσία τοῦ Τύπου, ὑπάρχει μόνον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὸ πεδίον τοῦτο ὑπάρχει πλήρης ἔλλειψις νομικῶν διατάξεων, θέτουσα ἕνα φραγμὸν εἰς τὴν ἀσυδοσίαν τῆς πολιτικῆς ἀρθρογραφίας του.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ καταργήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς πολιτικῆς γνώμης τοῦ Τύπου;
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Πᾶν ἄλλο.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀντελήφθην αὐτὸ, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν.
§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διετυπώσαμεν λοιπὸν σχετικὴν πρότασιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διττῆς βάσεως. Πρῶτον θεωροῦμεν, ὅτι εἰς πᾶσαν Κοινοβουλευτικῶς Κυβερνωμένην πολιτείαν ὁ λαὸς ἔχει πᾶν δικαίωμα καὶ τὸ Κράτος ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ δίδεται πιστὴ δημοσιότης εἰς τὰς συζητήσεις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων.
§93Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σύμφωνοι πρὸς αὐτό.
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως κυριαρχεῖ μία κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι ἄλλοτε μὲν ἀπόρροια ἐπιπολαιότητος, ἄλλοτε δὲ κακόβουλος. Εἶναι ἐπιπολαία, διότι, ὄχι μὲν ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐκ συνδυασμοῦ διαφόρων περιστατικῶν ποικίλης φύσεως τὰ εἰς τάς ἐφημερίδας δημοσιευόμενα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῶν νομοθετικῶν σωμάτων πόρῳ ἀπέχουν ἀπὸ τοῦ νὰ παρέχουν τὴν πραγματικὴν εἰκόνα τῶν συζητήσεων. Εἶναι δὲ κακόβουλος πολλάκις, διότι ἀπὸ σκοποῦ ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἢ ἀποσιωπῶνται τὰ λεγόμενα ἀπὸ ὡρισμένους βουλευτὰς ἢ ἀκόμη καὶ παραποιοῦνται. Ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ λεχθὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπὸ μέρους βουλευτοῦ δημοσιογράφου ὑπομνήσαντος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν περίοδον τοῦ 1911, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξαν ἐφημερίδες αἱ ὁποῖαι ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ δυσφημήσουν ὡρισμένους τότε βουλευτὰς νομίζω, εἰδικότερον δὲ τὸν κ. Ἀραβαντινὸν καὶ κ. Κουτούπην, ἀνέγραφον εἰς τὰς στήλας τῶν πρακτικῶν διαφόρους ἀνοησίας ὡς τάχα λεχθείσας ὑπ’ αὐτῶν, διὰ νὰ τοὺς γελοιοποιήσουν. Χθὲς ἀκόμη ὁ κ. Λιβαθινόπουλος σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι εἷς ἰατρὸς ἐδέχθη τὴν ἐξομολόγησιν ἀσθενοῦς δημοσιογράφου, τὸν ὁποῖον συνεβούλευσε νὰ μὴ ἐργάζεται πολὺ καὶ τοῦ εἶπε «πῶς μπορῶ νὰ μὴ ἐργάζωμαι, ἀφοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκδίδω πέντε ἐκδόσεις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, διὰ πέντε διαφόρους ἐφημερίδας κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτός»;
§95Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ νὰ δημοσιευθοῦν σκοπίμως ἠλλοιωμένα ἀποτελεῖ ἀδίκημα.
§96Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει τελεία ἀσυδοσία.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ πληρώνωνται αἱ ἐφημερίδες, ἀλλὰ νὰ ἀναγράφουν ἀληθινὰ πρακτικά.
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς διὰ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν, ζητοῦμεν νὰ ὑποχρεωθοῦν αἱ ἐφημερίδες νὰ δημοσιεύουν, ὅταν θέλουν νὰ δημοσιεύουν πρακτικὰ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, μόνον τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τὰ διδόμενα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, καί εἰς τό σημεῖον τοῦτο εὑρισκόμεθα εἰς διαφωνίαν τινὰ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ δημοσιεύουν καὶ ἰδικά των πρακτικά. Ὅταν τὸ πρῶτον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἀντετάχθησαν δύο κυρίως ἀντιρρήσεις. Ἡ πρώτη ἦτο ὅτι τάχα διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καθιεροῦται προληπτικὴ λογοκρισία. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ συντάγματος τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν λογοκρισίαν, δὲν συμφωνεῖ οἱοσδήποτε περιορισμὸς, τοῦ καθορισμοῦ τῆς δημοσιευτέας ὕλης. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἡ τροπολογία μας δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεῦον τὴν λογοκρισίαν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθέραν δημοσίευσιν τῶν στοχασμῶν ἑκάστου. Ἀλλὰ ἡ ἀνακριβὴς ἢ πλαστὴ δημοσίευσις τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα δὲν ἀποτελεῖ στοχασμοὺς τοῦ γράφοντος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πλαστογραφίαν ὅταν ἀπὸ σκοποῦ γίνεται ἡ ἀλλοίωσις, ἀποτελεῖ ἀμέλειαν ὅταν δι’ ἄλλον λόγον σημειοῦται ἡ ἀνακρίβεια, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν ἀποτελεῖ δημοσίευσιν στοχασμῶν τοῦ γράφοντος τὴν ἐφημερίδα.
§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τῶν στοχασμῶν τοῦ ἐκδηλοῦντος καὶ τοῦ γράφοντος, ὄχι ὅμως καὶ τοῦ ἄλλου.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀντετάχθη ἐπίσης, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις νὰ δημοσιεύουν αἱ ἐφημερίδες τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὁλόκληρα, ἀποτελεῖ στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον ἄνευ πληρωμῆς. Εἰς τὴν τροπολογίαν ἡμῶν περιλαμβάνεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐφημερίδες θὰ πληρώνωνται διὰ πᾶσαν τοιαύτην δημοσίευσιν. Τὸ ἄλλο σκέλος τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἶναι νὰ ὑποχρεωθοῦν αἱ πρωϊναὶ Ἀθηναϊκαὶ ἐφημερίδες ἐπὶ πληρωμῇ ἀπὸ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ δημοσιεύουν τὰς ἀπόψεις τὰς πολιτικὰς ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Χώρας. Θὰ εἶναι βεβαίως ἐλεύθεραι αἱ ἐφημερίδες νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἰδικάς των ἀπόψεις καθ’ ὃν τρόπον θέλουν. Ἀλλ’ αἱ ἐφημερίδες δὲν ἀποτελοῦν ὄργανα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται εἰς ὡρισμένους περιορισμούς. Νομίζομεν ὅτι εἶναι Κρατικὸν συμφέρον, καὶ ὄχι ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου ἰδιωτικὸν συμφέρον, ἡ ἐξασφάλισις ὑπὲρ τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ τῶν ἐφημερίδων, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δηλαδή, τῆς δημοσιεύσεως μιᾶς πλήρους καὶ συνειδητῆς ἐξηγήσεως ὅλων τῶν πολιτικῶν ζητημάτων τῆς Χώρας, καὶ ὄχι ὅπως γίνεται σήμερον, διότι σήμερον αἱ ἐφημερίδες εἴτε περιορίζονται εἰς δημοσίευσιν τῶν πολιτικῶν ἀπόψεων ὡρισμένων μόνον κομμάτων, εἴτε παραμορφώνουν τὰς ἀπόψεις τῶν ἄλλων κομμάτων. Ἑπομένως συντελοῦν ὄχι πλέον εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀλλὰ εἰς τὴν συσκότισιν αὐτῆς. Καὶ ἑπομένως ἐφ’ ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ τῆς ψήφου του θὰ ἀναδείξῃ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ κόμματα, καὶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἔχει πᾶν συμφέρον τὸ Κράτος, ὡς Κράτος, ὁ λαός του νὰ δίδῃ τὴν ψῆφον του ἐν ἐπιγνώσει ὅλων τῶν ἀπόψεων τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ ὑποχρεωθοῦν αἱ πρωϊναὶ Ἀθηναϊκαὶ ἐφημερίδες, νὰ δημοσιεύουν ἐπὶ πληρωμῇ τὰ ἄρθρα τῶν κομμάτων χωρὶς ὑπογραφὰς προσωπικὰς παρὰ μόνον μὲ τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δημοσίευμα Πιστεύομεν ὅτι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπέλθῃ ἡ πολιτικὴ ἐξυγίανσις εἰς τὴν χώραν ταύτην. Ἐθίγη τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης, καὶ τῆς ἀντοχῆς τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία μας, δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον ποσὸν θὰ καθώριζεν ἡ Βουλὴ τὸ πληρωτέον ποσόν· ἐὰν ὅμως καὶ διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν τῶν συζητήσεων τῶν Βουλῶν καὶ διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἄρθρων τῶν πολιτικῶν κομμάτων καθωρίζετο ὅτι δι’ ἑκάστην ἐφημερίδα θὰ κατεβάλλοντο 1000 δρ. ἡμερησίως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ ἡμερήσιαι ἐφημερίδες εἶναι περίπου 10, θὰ ἀπαιτηθῇ μία δαπάνη περίπου τριῶν ἑκατομ. τὸ ἔτος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἐὰν πραγματικῶς πιστεύετε ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ὀρθή, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξυγίασιν τῆς χώρας, εἶσθε δικαιολογημένοι νὰ ὀρρωδήσετε πρὸ μιᾶς δαπάνης τόσον μηδαμινῆς; Ἀλλὰ καὶ πέραν τοῦτο ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐχειροκροτήσαμεν ὅταν εἰσηγῆτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὅμως μετὰ λύπης μας εἴδομεν ἀπαληφθεῖσαν ἀπὸ τὸ νέον σχέδιον, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν ὅλοι μας τὴν διάθεσιν νὰ τὴν υἱοθετήσωμεν, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 49. Ἡ διάταξις δηλαδὴ ἐκείνη τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, καὶ εἰδικώτερον αἱ Τράπεζαι, ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ δημοσιεύουν εἰς τὸν ἐτήσιον ἰσολογισμὸν τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον δίδουν εἰς τὸν ἡμερήσιον ἢ ἄλλον Τύπον. Δὲν θέλω νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν εἰς ὡρισμένα περιστατικά, οὔτε νὰ θίξω ὡρισμένα γεγονότα, ὡρισμένας ἐφημερίδας, ὡρισμένα περιοδικά. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιέλαβεν ἀνάλογον διάταξιν εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου πείθει τοὺς πάντας ὅτι εἶχε πίστιν εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, πείθει τοὺς πάντας ὅτι εἶχε πίστιν εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι τῶν ἐφημερίδων εἶναι ἀληθεῖς, ἡ ἀπάλειψις τῆς διατάξεως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο πρακτικῶς ἀνεφάρμοστος.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐὰν μοῦ εὕρητε τρόπον ὥστε νὰ εἶναι κατορθωτὴ ἡ ἐξασφάλισις τῆς διατάξεως αὐτῆς, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν δεχθῶ. Ἀλλὰ ἐπείσθην ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ παρενθέτων προσώπων.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει ἕν ἀνάλογον νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἴσως συζητηθῇ τὴν ἑβδομάδα αὐτήν, τὸ τῶν μεσαζόντων, καὶ ἐκεῖ λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ καὶ νὰ ἐρωτήσῃ εἰς ποῖον ἔδωσαν εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως. Ὀφείλει δὲ νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἔχει καὶ ποινικὰς κυρώσεις.
§103Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἔχεν ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ νομοσχεδίου δὲν λέγει αὐτά. Διατυπώσατέ τα μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι, ὅταν μοῦ ἀποδείξετε ὅτι μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ θὰ τὸ δεχθῶ.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ν’ ἀποδείξω κ. Πρόεδρε; Βάζομεν διάταξιν περὶ μιᾶς κλοπῆς, καὶ μοῦ λέγετε πιάστε τὸν κλέπτην. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι γίνονται κλοπαὶ ἁπλῶς ὡς παράδειγμα τὸ ἀναφέρω, ἀλλ’ εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μοῦ λέτε νὰ πιάσω τον κλέπτην.
§105Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι ἐὰν προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ δεχθῶ.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἀκόμη, σημαντικὴν κατ’ ἐμὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14, ἤδη 13. Κατὰ τὰς διατάξεις αὐτάς, ἀπαγορεύεται καὶ τιμωρεῖται ἡ δημοσίευσις δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ θίξουν τὴν δημοσίαν πίστιν, ἢ τὸ ἐγχώριον νόμισμα.
§107Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι διάταξις τοῦ κειμένου νόμου.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι γίνεται πλέον φιλελευθέρα, διότι ὁ κείμενος νόμος κακῶς λέγει «ὁ ἐκθέτων ἰδέας ἢ γεγονότα». Τοῦτο δὲν εἶναι κολάσιμον ποινικῶς. Εἶναι τοῦ κειμένου νόμου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω γίνεται πλέον φιλελευθέρα, διότι ἀφαιρεῖται ἡ λέξις «ἰδέα» διότι τὰς ἰδέας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς ἐμποδίσωμεν.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰ γεγονότα;
§110Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ γεγονότα μένουν.
§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω «εἰς φυλάκισιν τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν ἢ χρηματικὴν ποινήν....» (ἀναγινώσκει)
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι τοῦ κειμένου νόμου. Εἶναι διάταξις τοῦ ἰσχύοντος δικαίου, ἀλλὰ δὲν θὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τοῦ ἰσχύοντος δικαίου.
§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ λέγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου «κωδικοποιοῦνται ὅλαι αἱ διατάξεις» αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν. Δηλαδὴ διὰ νὰ τὸ βάλετε, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ παραδέχεσθε ὅτι εἶναι ὀρθόν.
§114Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνοῦμεν.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐφημερὶς ἀνέγκλητος;
§117Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸ ἐδάφιον τῆς πίστεως καὶ τοῦ νομίσματος.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ εἶναι καλλίτερον νὰ τ’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§119Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦται λοιπὸν εἶναι αἱ ἀπόψεις μας, κύριοι βουλευταί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον. Πιστεύομεν δηλαδὴ, ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τόσον ἐξαιρετικῶν διατάξεων ὅσας εἶχεν ἀρχικῶς καὶ ὅσας περιέχει ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ προστασία καὶ τοῦ κακοῦ ἐκ τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων, τῶν ἐπιβλαβῶν εἰς τὴν ἠθικὴν τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ ἀτομικὸς βίος τῶν πολιτῶν κατὰ πάσης προσβολῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τόσον ἐξαιρετικοῦ δικαίου διατάξεις· ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ Τύπου, οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, κηρυσσόμεθα κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον του, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαλείφονται αἱ διατάξεις ἐκεῖναι καὶ δὲν προστίθενται αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας εἴχομεν τὴν τιμὴν ν’ ὑποβάλωμεν. (χειροκροτήματα).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§121Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον καὶ μετὰ τὴν νέαν αὐτοῦ ἐμφάνισιν καὶ μετὰ τὰς νέας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπέβαλεν, ἀλλὰ διατηρεῖ δυστυχῶς καὶ πάλιν ἕν ἐκ τῶν κυριωτέρων χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων του, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἀδυσώπητος πρὸς τὸν Τύπον δυσμένεια, τοῦτο δὲ διότι δύο ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ πρώτη μὲν ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τῆς παύσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος, δηλ. ἡ παῦσις τοῦ φύλλου......
§122Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἡ παῦσις τοῦ φύλλου.
§123Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἡμᾶς ναί, διότι πρόκειται περὶ στερήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ παύσεως τοῦ φύλλου. Καὶ ἡ τροπολογία λοιπὸν αὐτὴ τῆς παύσεως τοῦ φύλλου, καὶ ἡ τροπολογία ἡ ἀναφερομένη εἰς τὰ μηχανήματα, ἀμφότεραι αἱ οὐσιωδέσταται αὐταὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δῶρον ἄδωρον διότι ἡ μὲν πρώτη τροπολογία, ἡ παῦσις τοῦ φύλλου ἡ ὁποία ἀπειλεῖται, ἐνυπάρχει, ἡ δ’ ἄλλη ἀντικατεστάθη δι’ ἑτέρας ἐξ ἴσου ἀντισυνταγματικῆς, ἐξ ἴσου ἀντελευθέρας, δηλ. ἀντικατεστάθη διὰ τῆς κατασχέσεως τῶν μηχανημάτων κλπ. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον πᾶσαν καταδίκην εἰς τὸ ἐλαφρότερον πλημμέλημα ἢ κακούργημα τὸ τελούμενον διὰ τοῦ Τύπου, πᾶσαν καταδίκην παρακολουθεῖ ἡ παῦσις ἢ στέρησις τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ ἡ στέρησις τῆς ἀδείας τοῦ τίτλου. Μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἔχομεν στέρησιν ἀδείας ἐπιτηδεύματος, ἔχομεν παῦσιν τοῦ τύπου. Εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ νέου σχεδίου ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 6 ἥτις λέγει. (ἀναγινώσκει). Διὰ τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καθορίζομεν διάφορα προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἔκδοσιν ἐφημερίδος, κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀντισυνταγματικόν. Ζητεῖται δηλαδὴ νὰ μὴ ἔχῃ στερηθῆ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁ ἐκδότης ἐφημερίδος. Δεδομένου δὲ ὄντος, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ συγχρόνως μετὰ τῶν ποινῶν, εἰς πολλὰς αὐτοῦ περιπτώσεις, ὁ καταδικαζόμενος στερεῖται συγχρόνως τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων........
§124Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι κατὰ τὸ νομοσχέδιον· κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον.
§125Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον.....
§126Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἂν τὸ λέγῃ, δὲν ἐγένετο.
§127Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὸ εἴπῃ; ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ στερήσῃ ἕνα τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων εἰς ὅλα τὰ ἀδικήματα, ἐν τούτοις ὅμως τὸ ἀδίκημα αὐτὸ οὐδέποτε πρέπει νὰ καταστῇ ἱκανὸν ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν ἀπώλειαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως ἐφημερίδος. Ἐπὶ πλέον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου: λέγετε ὅτι ἡ κατάχρησις ἐλευθεροτυπίας......
§128Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ἔχει προσθέσει ἡ ἐπιτροπή.
§129Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ, διότι δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι εἰς πᾶσαν καταδίκην, εἰς πᾶσαν ἐξύβρισιν ἔχομεν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, πρᾶγμα ἀπαγορεῦον τὴν ἔκδοσιν ἐφημερίδων.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπὶ ἐξυβρίσει καταδίκη δὲν συνεπάγεται τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Μόνον ἡ ἐπὶ συκοφαντίᾳ καταδίκη συνεπάγεται τοῦτο.
§131Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου «τηρουμένων τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου»;
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπῆρχε μία αὐστηρὰ διάταξις ἡ ὁποία διεγράφη καὶ ἐφοβήθημεν μήπως ἔλθῃ κανεὶς ἑρμηνευτὴς καὶ μᾶς εἴπῃ ὅτι διεγράφη πᾶσα στέρησις πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐθέσαμεν τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§133Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, ἡ μόνη ἔννοια εἶναι ὅτι εἰς πᾶσαν καταδίκην ἐπερχομένην δι’ ἀδίκημα τοῦ Τύπου, ἐπέρχεται συγχρόνως ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§134Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δηλοῦμεν ἐδῶ ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν ἡ διάταξις. Φέρατε τὴν τροπολογίαν σας κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διὰ νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§135Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον λέγει ἡ διάταξις «τηρουμένων», ἐννοεῖ καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Τηρουμένων δηλαδὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 21 καὶ 22 τοῦ Ποινικοῦ νόμου, ὅπου σαφῶς διακρίνεται πότε ἐπέρχεται τοῦτο. Δύναται νὰ μεταβληθῇ ὁ ὅρος «τηρουμένων» ὥστε νὰ καθίσταται σαφέστερον ὅτι ἐπέρχονται αἱ διατάξεις ἐφ’ ὅσον συντρέχουν αἱ περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δηλαδὴ στερεῖται καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὁ συκοφάντης στερεῖται τῶν δικαιωμάτων του, στερεῖται καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα.
§138Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει κίνδυνος νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι ἐπέρχεται στέρησις εἰς πᾶσαν καταδίκην. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰς πολλὰς περιστάσεις ἀπαγγέλλει στερήσεις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐπειδὴ λέγετε ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα, τότε ἔχομεν τὴν παῦσιν δι’ ἄλλου μέσου.
§139Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν τὴν πρόθεσιν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καθιερώσωμεν νέας περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπέρχεται στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀγορεύοντος εἶναι, ὅτι πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ ἰδέα...
§141Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ καταδικαστέος καὶ στερηθεὶς τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς αὐτὸ διαφωνοῦντες.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἀντισυνταγματικόν.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ τὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§144Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ἠγέρθη ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐγένετο ἐπίσης συζήτησις, διότι ὑπῆρχε διάταξις «εἰς μόνους πολίτας Ἕλληνας. ......». Ἡ διάταξις ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀντισυνταγματική, διότι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (ἀναγινώσκει). Τότε δηλαδὴ εἶχε προταθῆ ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐστερημένοι τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, νὰ ἐκδίδουν ἐφημερίδας. Ὁ Δημητρακόπουλος ἔλεγε ρητῶς «μὴ στερηθεὶς τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων».
§145Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἔκφρασις καταδεικνύει ὅτι ὑπεστηρίζετο τὸ μὴ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως. Ὑπεστηρίζετο τοῦτο διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Καὶ διὰ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλήν...
§146Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ἐνδεικτικῶς θ’ ἀναφέρω μερικὰ ἄρθρα, εἰς τὸ ζήτημα μάλιστα αὐτὸ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἀποδίδομεν μεγάλην σημασίαν, διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ στερῇ δι’ ἑνὸς νόμου ὅποιον θέλει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του. Διότι δὲν δύναται—παρὰ τὴν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν δίδετε—μία οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ «πᾶσα καταδίκη δημοσιογράφου δι’ ἀδίκημα συντελεσθὲν παρὰ τοῦ Τύπου συνεπάγεται στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ μία ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπάλειψις τῆς περιπτώσεως αὐτῆς τῆς παύσεως τῆς ἐφημερίδος, εἶναι δῶρον ἄδωρον. Διότι ὅπως πάντες ἐπείσθητε, ἡ παῦσις τοῦ φύλλου ἐπέρχεται δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Ἡ ἄλλη τροπολογία, εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῆς κατασχέσεως τῶν μηχανημάτων. Διὰ τῆς ἄλλης διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν.... (ἀναγινώσκει). Καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σκληρά, ἄδικος καὶ ἀντισυνταγματική. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ ἔδιδε μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§147Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ προκαλῆτε διασαφήσεις, διότι γίνονται διακοπαί. Θὰ δώσω εἰς τὸ τέλος.
§148Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέρχεται καταδίκη δι’ ἀδίκημα τελεσθὲν διὰ τοῦ τύπου, καταδικάζεται ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἄρθρου, ὁ διευθυντὴς καὶ ὁ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος τρία πρόσωπα συγχρόνως. Ἐρωτᾶται λοιπὸν: τὸ πρακτορεῖον τῶν ἐφημερίδων εὐθύνεται νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς ποινὰς ὅλων μαζὶ ἢ τὴν ποινὴν μόνον τοῦ διευθυντοῦ; διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω.
§149Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς: ὅτι τὸ πρακτορεῖον τῶν ἐφημερίδων ὀφείλει πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς ἐφημερίδος νὰ εἴπῃ...
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δηλαδὴ κατάσχομεν τὰ χρήματα τοῦ δικαιούχου διὰ χρέη τρίτων.
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν καθιερώνομεν νέον μέσον ἐκτελέσεως...
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τί θὰ κάμετε σχετικῶς μὲ τὴν διατροφὴν τῶν τέκνων καὶ τῆς συζύγου;
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθή. Ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξῆλθεν ὡς ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διός.
§154Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις εἶναι ἐπίσης ὀρθή. Τοῦτο δὲ διότι χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐὰν ἔχῃ ὁ δικαιοῦχος νὰ λάβῃ τί ἀπὸ τὸ πρακτορεῖον, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, προκειμένης τῆς κατασχέσεως θεωρεῖται, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐφημερίδων τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τὸ ποσὸν αὐτὸ θεωρεῖται ὑπέγγυον. Τοῦτο—θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω—τί διαφέρει ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν θὰ κατέβαλεν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ, ἐὰν τοῦ ἐζητούσατε, ὁ δημοσιογράφος, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς; Ἀλλ’ ὅπως εἶναι ἡ κατάσχεσις μηχανημάτων, ὅπου ἐζητήσατε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐγγύησις, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἐφέρατε διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν χρηματικῶν ποινῶν καὶ προστίμων. Ἐζήτησα προηγουμένως μίαν διασάφησιν, καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ πρακτορεῖον θὰ πληρώσῃ μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ δώσῃ εἰς τὸν διευθυντήν, διὰ τὴν ποινὴν τοῦ διευθυντοῦ. Βραδύτερον ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγει ὅτι: «Μάλιστα—λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—θὰ κάμωμεν μίαν συμπλήρωσιν, διότι ἔλαβον πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἀλληλέγγυος. Καὶ ἂν διὰ τῆς ἀλληλεγγυότητος τῆς ποινῆς ἐννοεῖται ὅτι τὸ πρακτορεῖον εἶναι ὑπόχρεον νὰ πληρώσῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν ὅλων τῶν καταδικασθέντων....
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθόλου, καμμίαν ποινὴν δὲν θὰ πληρώσῃ τὸ πρακτορεῖον.
§156Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ δὲν θέλετε νὰ δώσητε μίαν διασάφησιν; Εἴπατε ὅτι εἶναι ἀλληλέγγυος αὐτὴ ἡ εὐθύνη; τί ἐννοεῖτε δι’ αὐτοῦ; Θὰ σᾶς εἴπω τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Καταδικάζεται ὁ συντάκτης, ὁ διευθυντής, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ οἱ τρεῖς μαζί, ἕκαστος ἐκ τῶν ὁποίων καταδικάζεται σέ 50 χιλ. δρχ. χρηματικὴν ποινήν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν: 150.000 δρχ. θὰ πληρώσῃ τὸ πρακτορεῖον;
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Θὰ πληρώνῃ τὸ πρακτορεῖον πάντοτε. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀλληλεγγύως καταδικασμένοι καὶ ἔχουν περιουσίαν, δικαιοῦσθε νὰ στραφῆτε κατὰ τῆς περιουσίας ἑνὸς ἑκάστου, διὰ νὰ λάβητε τὴν χρηματικὴν ποινήν. Ἀλλὰ διατὶ ἡ περιουσία τῆς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ πρακτορεῖον, νὰ ἐξαιρεῖται αὐτῆς τῆς κατασχέσεως;
§158Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, πάσης ἀνελευθέρας μορφῆς.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερον.
§160Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξωμεν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεξαρτήτως πάσης ἀντισυνταγματικότητος, ἡ διάταξις αὐτή, ἀνεξαρτήτως πάσης σκληρότητος, εἰσάγει μίαν ἀρχὴν πρωτοφανῆ, μίαν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς πᾶσαν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς προσωπικότητος τῶν ποινῶν. Ἠρώτησα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ τὴν ὁποίαν εὗρον σύμφωνον μὲ τὴν ὑπόνοιαν τὴν ὁποίαν εἶχον. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀντιστρατεύεται πρὸς πᾶσαν ἀρχὴν τῆς προσωπικότητος τῶν ποινῶν, πρὸς πᾶσαν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Διότι εἶναι γνωστόν, ἢ μᾶλλον πρέπει νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἕνα κακὸν τὸ ὁποῖον καταγινώσκεται κατ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος διαπράττει ἕνα ἀδίκημα. Εἶναι δὲ τὸ κακὸν τοῦτο ἐντελῶς ἀρρήκτως καὶ ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος διέπραξε τὴν πρᾶξιν, κατηγορήθη διὰ τὴν πρᾶξιν, κατεδικάσθη διὰ τὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι τὴν ποινὴν τὴν χρηματικὴν τὸ κακὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ πολιτεία καταγνώσει κατὰ τοῦ συντάκτου, θὰ τὸ πληρώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται. Δηλαδὴ τὴν χρηματικὴν ποινὴν τοῦ συντάκτου, τὴν χρηματικὴν ποινὴν τοῦ διευθυντοῦ, καὶ τὴν χρηματικὴν ποινὴν τοῦ ἰδιοκτήτου, θὰ τὰς πληρώσῃ ὅλας μαζὶ αὐτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὶ διαφορὰν θὰ εἶχε μία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ ἄλλου νομοθετήματος, ἂν ἔλεγεν: ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Α κατεδικάσθη εἰς 4 μηνῶν φυλάκισιν, καὶ εἴτε διέφυγε, εἴτε ἀπέθανε, τότε τὴν φυλάκισιν αὐτὴν θὰ τὴν ἐκτίσῃ ὁ Β. Δὲν ἔχει καμμίαν διαφορὰν ἡ φυλάκισις, ἡ ποινή, ἡ στέρησις τῆς ἐλευθερίας, δὲν ἔχει καμμίαν διαφορὰν μὲ τὴν χρηματικὴν ποινήν. Εἰς τὸ σημεῖον μάλιστα τοῦτο θὰ εἶχον νὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἔχει γίνει εἰς τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπὴν τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς οὐδαμῶς ἐχρησιμοποίησεν, οὔτε εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις οὔτε εἰς τὴν περὶ Τύπου....
§161Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς πλείστας. Ἀντιγραφὴ εἶναι.
§162Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σπουδαιότερον εἶναι ἡ χρηματικὴ ποινή. Ἡ χρηματικὴ ποινὴ καθ’ ὅλας τὰς ἐπιστημονικὰς ἀντιλήψεις, καθ’ ὅλας τὰ νομοθεσίας, εἶναι μία ποινή, ἕνα κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ. Τοῦτο μάλιστα, μέχρι τοιούτου σημείου ἡ ἐπιτροπὴ τὸ καθώρισεν, ὥστε λέγει τὰ ἑξῆς: «καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν καταδίκην ὁ καταδικασθεὶς εἰς χρηματικὴν ποινὴν ἀποθάνῃ, τότε οἱ κληρονόμοι του δὲν ἐνέχονται εἰς πληρωμὴν τῆς χρηματικῆς αὐτῆς ποινῆς, διότι πρόκειται περὶ ποινῆς, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν νὰ πλήξῃ μόνον τὸν ὑπαίτιον καὶ ὄχι τοὺς κληρονόμους ἢ ἄλλα πρόσωπα». Ὅταν λοιπὸν πλέον ὁ ἰδιοκτήτης—τὸ πρακτορεῖον βεβαίως, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου —πληρώνῃ τὴν ποινὴν τοῦ συντάκτου, χωρὶς αὐτὸς νὰ καταδικάζηται, ἀποτίνει τὴν ποινὴν τοῦ διευθυντοῦ, χωρὶς αὐτὸς νὰ καταδικάζηται καὶ ἀπολογῆται, δὲν βλέπω τὶ εἴδους ἀρχὴ εἶναι αὐτὴ καὶ ποῦ συναντᾶται......
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις, ὅτι τὴν σβύνομεν ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ καταδικάζονται 18 κατηγορούμενοι ἀλληλεγγύως. Καταδικάζονται νὰ πληρώσουν ἀλληλεγγύως δρχ. 50.000. Λοιπόν, ὅταν λέγωμεν νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ πρακτορεῖον, ἐννοοῦμεν, ὅτι θὰ πληρώνεται ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ ἰδιοκτήτου—ἐφ’ ὅσον λέγομεν ἀλληλεγγύως—ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ πρακτορεῖον. Αὐτὸ κάνομεν μὲ τὸ πρακτορεῖον τίποτε ἄλλο.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπί τῶν ἀδικημάτων.
§165Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Καταδικάζεται νὰ πληρώνῃ ἀλληλεγγύως κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Λοιπόν ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις νὰ ἐπληρώνετο ἀπὸ τὸ πρακτορεῖον, θὰ ἐπληρώνετο ἀπὸ τὴν ἄλλην του περιουσίαν. Λοιπόν πληρώνεται τώρα ἀπὸ τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὸ πρακτορεῖον.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπεται; Νομίζω ὅτι ἡ διακοπὴ τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, θὰ εἶναι χρήσιμος Πρέπει νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς: Δὲν ἔχει εἰς τὸν νόμον νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξαίρεσις ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸν γενικόν. Κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ εἰς τὰς ὁποίας καταδικάζονται οἱ κατηγορούμενοι πληρώνονται ἀλληλεγγύως;
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι.
§168Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ ἐμμείνω εἰς τὴν διάταξιν, καὶ εἶμαι σύμφωνος νὰ τροποποιηθῇ αὐτὴ σύμφωνα μὲ τὸν ποινικὸν νόμον. Τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλλωνται ἀλληλεγγύως, ἐκεῖνα θὰ πληρώσῃ ἡ περιουσία τοῦ ......
§169Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καταδίκη ἀλληλέγγυος εἰς τόν ποινικὸν νόμον δὲν ὑφίσταται.
§170Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὰς ἀποζημιώσεις.
§171Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς ποινικὰς ὄχι.
§172Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ ποινικοῦ νόμου λέγει.....(ἀναγινώσκει).
§173Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι χρηματικῆς ποινῆς.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησα σαφῶς καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι σύμφωνος.
§175Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ διὰ τῆς διασαφήσεως τὴν ὁποίαν ἐκάματε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν πλήσσεται πλέον ἡ ἀρχὴ ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ἡ ἀρχὴ τῆς προσωπικότητος δηλαδὴ τῶν ποινῶν, ἀλλὰ ὁ κάθε ἕνας θὰ ἀποτίῃ τὴν ἰδικήν του ποινήν. Ἐν τούτοις ὅμως δὲν παύει ἡ διάταξις αὐτή, τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποτίσεως τῶν ποινῶν, νὰ εἶναι σκληρὰ, ἁπλούστατα, διότι εἴτε ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ πρακτορεῖον ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ἐφημερίδων, εἴτε δὲν ἔχει, εἴτε ἔχει κατασχεθῇ εἴτε ὄχι, εἴτε ὁ πράκτωρ τῶν ἐφημερίδων ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐφημερίδος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον τὸ σκληρὸν κατ’ ἐξαίρεσιν παντὸς κανόνος. Κατόπιν τούτου, κύριοι, ἀφοῦ ὡς ἀπεδείχθη ἀμφότεραι αἱ οὐσιώδης τροποποιήσεις αἱ ἐπετευχθεῖσαι ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελοῦν δῶρον ἄδωρον, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον μένει μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα μὲ τὰ ὁποῖα παρουσιάσθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, διότι πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐπενεχθεῖσαι τροπολογίαι εἶναι ἐπουσιώδεις. Εἰς τὴν αἰτιολογικήν μας ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον ὑμῶν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συγκρίνεται μὲ τὰ δύο νομοθετήματα, τὰ σχετικὰ περὶ ἐξυβρίσεως Τύπου.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ παρατηρεῖται ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει πουθενὰ διὰ τὰς χρηματικὰς ποινὰς, ὅτι εἶναι ἀλληλέγγυος...
§177Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ εἶπεν.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λέγει διὰ τὴν χρηματικὴν ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία, τότε νὰ γίνῃ.
§179Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἕνα εἶναι τὸ νομοθέτημα τοῦ 1837 καὶ τὸ ἄλλο τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1926. Δὲν ἐφιλονικήθη δὲ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ φιλονικηθῇ, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου τὰ δύο αὐτὰ νομοθετήματα ὠχριοῦν πρὸ τῶν περιορισμῶν τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ σημερινὸν νομοθέτημα. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ποῦ ἔγκεινται αἱ διαφοραὶ αὗται, διότι ἐξετέθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ μόνον εἰς ἕνα σημεῖον νὰ φέρω τὸν λόγον σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νέου νομοθετήματος τοῦ ὑποβληθέντος ὡς ἐτροποποιήθη, κατὰ τὸ ὁποῖον διάπραξις ἀδικήματος τινὸς διὰ τοῦ Τύπου ἀποτελεῖ (ἀναγινώσκει)... Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ ἰδιώνυμον ἀδίκημα κατὰ τὸ ὁποῖον.....(ἀναγινώσκει).
§180Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον λέγει......
§181Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰδιώνυμον αὐτὸ ἀδίκημα εἶναι ἐντελῶς πρωτοφανές. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀφορᾷ ἐπιβαρυντικὰς αἰτίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀδικημάτων ἐκτελουμένων διὰ τοῦ Τύπου.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μανθάνω ὅτι εἶσθε καλὸς νομικός, ἀλλὰ ἀπορῶ διότι σᾶς ἐφάνη παράξενον πῶς ἅμα συκοφαντεῖτε ἕνα ἄνθρωπον προφορικῶς ἔχετε αὐτὴν τὴν ποινὴν, καὶ ἅμα συκοφαντήσετε διὰ τοῦ Τύπου ἔχετε ἄλλες ποινές.
§183Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον διὰ τὴν ἐπιβαρυντικὴν αἰτίαν ἀλλὰ διατὶ νὰ ἀποτελῇ ἰδιώνυμον ἀδίκημα καὶ ἔχει δύο ποινάς. Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου τὸ ὁποῖον λέγει......(ἀναγινώσκει).
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωνύμου ἀδικήματος. Λέγει ἐὰν διαπραχθῇ διὰ τοῦ Τύπου ἕνα ἀδίκημα τότε ἐπιτείνεται ἡ ποινή.
§185Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει ὅτι ἐπιτείνεται.
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ διασαφηνίσωμεν καλῶς τὸ ζήτημα. Κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, ὑπάρχει περίπτωσις ἐπιβαρυντικὴ τῆς ποινῆς. Τὶ ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς ποινῆς; Πρῶτον ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ποινῆς τῆς τασσομένης τίθεται αὐστηρῶς, διότι αἱ ποιναὶ δὲν εἶναι τὶ ὡρισμένον, ἀλλὰ λέγεται «τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἀπὸ 3 μηνῶν ἕως 2 ἐτῶν». Ὅταν συντρέχῃ ἐπιβαρυντικὴ αἰτία τότε ἀντὶ νὰ τιμωρήσῃ μὲ τὴν ἐλαχίστην ποινὴν βάζομεν 5 ἢ 6, ἐπιβάλλεται δηλαδὴ ἡ ποινὴ ἡ τασσομένη ὑπὸ τοῦ ἀδικήματος ἀλλὰ ἐπιτεινομένη. Ἀλλὰ τοῦτο ἐνῷ δὲν λέγει αὐτό, λέγει ὅτι «αὐτὸ τὸ κρίνω ὡς ἕνα ἀδίκημα», καὶ τοῦ ἐπιβάλλει τὴν ὡρισμένην ποινήν.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὶ ἄτοπον εὑρίσκετε εἰς αὐτό;
§188Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εὑρίσκω τὸ ἄτοπον μπορεῖτε νὰ τὸ ὁρίσητε τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸν τύπον...
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε νὰ τὸ συζητήσωμεν ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον.
§190Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ ἀλλὰ ἐντεῦθεν ἐξάγω ἐγὼ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀποτελεῖ δυσμένειαν διὰ τὸν Τύπον, διότι ἰδιώνυμον ἀδίκημα ἀποτελεῖ μόνον ἡ ὁπλοφορία, καὶ τὸν Τύπον τὸν φέρετε ὡς παρανόμως ὁπλοφοροῦντα.
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δηλαδὴ ὁ κακὸς Τύπος εἶναι πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὴν ὁπλοφορίαν.
§192Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ καλὸν Τύπον. Θεωρεῖτε ὅτι ὁ Τύπος εἶναι ἕνα φονικὸν ὄργανον;
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς χεῖρας κακάς...
§194Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ὁ παρανόμως ὁπλοφορῶν τιμωρεῖται χωρὶς νὰ διαπράξῃ ἀδίκημα. Ἡ νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ σᾶς λέγει τὸ ἑξῆς.....(ἀναγινώσκει)
§195Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ περιεχόμενόν της δὲν εἶναι οὐσιῶδες, ἀλλὰ ἁπλῆ συμβουλὴ βεβαίως διότι ὁ δικαστὴς ἔχει εὐρύτατα ὅρια ἀπὸ 100–10000 δραχμῶν.
§196Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ ἔχει καταργηθῆ.
§197Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάπραξις τοῦ ἰδιωνύμου ἀδικήματος ἔχει καταργηθῆ εἰς τὸ σχέδιον. Θὰ σᾶς φέρω ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε σεῖς πέρυσιν, εἶναι μάλιστα καὶ τρομερός, πρόκειται περὶ τοῦ νόμου περὶ ἰδιωνύμου ἀδικήματος. Τὸ ἀδίκημα αὐτὸ τελεῖται ὡς γνωστὸν καί διὰ τοῦ Τύπου καὶ μάλιστα καὶ ὁ νόμος αὐτὸς προνοεῖ διὰ τὸ ἰδιώνυμον ἀδίκημα τὸ τελούμενον διὰ τοῦ Τύπου. Λέγω ὅτι (ἀναγινώσκει). Ὥστε ἡ ἐκτέλεσις διὰ τοῦ Τύπου ἀποτελεῖ μία ἁπλῆν ἐπιβαρυντικὴν αἰτίαν καὶ δὲν τιμωρεῖται διότι ἐτελέσθη διὰ τοῦ Τύπου, δι’ ἰδιαιτέρας ποινῆς.
§198Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι ἡ παλαιὰ διάταξις.
§199Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐφέρατε μία διάταξιν ἀπηρχαιωμένη.
§200Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἰσχύουσαν ὅμως. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν: ὅταν κάνωμεν ποινικὸν νόμον, νὰ μὴ .......
§201Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχύει, διότι ἔχει καταργηθῆ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ νόμου 1699 περὶ ἐξυβρίσεως.
§202Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ παλαιὰ διάταξις (ἀναγινώσκει). Εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν ἡ χρηματικὴ ποινὴ ἀπὸ 100–2000 ἀντικατεστάθη δὲν κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου 1699 περὶ ἐξυβρίσεως. Ἀντικαθίσταται πάλιν σήμερον δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως.
§203Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου 1699.
§204Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν κατηργήθη.
§205Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχουν ἄλλαι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας χαρακτηρίζεται ὡς ἐπιβαρυντικὴ καὶ διὰ τῶν νόμων ἐπιβάλλεται πρόσθετος χρηματικὴ ποινή.
§206Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἡ ὁπλοφορία εἶναι καὶ ἐγὼ δὲν ἐφανταζόμην ὅτι πάντα παρανόμως ὁπλοφοροῦντα θὰ τὸν παραβάλωμεν μὲ τὸν δημοσιογράφον.
§207Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν κάνετε ἀδίκημα δι’ αὐτοκινήτου, καὶ δὲν σταματήσετε νὰ πάρετε τὸν τραυματίαν σας, εἶναι ἰδιώνυμον;
§208Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδίκημα ἐπιπρόσθετον ὄχι ἰδιώνυμον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου μανθάνομεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ προστατευθῇ ὁ ἰδιωτικὸς βίος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ προστατευθῇ ἡ κοινωνία ἐκ τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων καὶ ἀπὸ τὴν ληστρικὴν φιλολογίαν ἡ ὁποία ἔχει κατακλύσει τὸν τόπον. Αὐτοί, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἐν τούτοις, μολονότι οὐδεμία ἀντίρρησις παρ’ ἡμῶν ὑπάρχει νὰ τιμωρῆται πᾶσα παρεκτροπὴ τοῦ Τύπου, ἡ ὁποία στρέφεται ἢ θὰ ἐστρέφετο κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς νεολαίας καμμία ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη προστασία τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, δὲν ὑπάρχει δὲ ἁπλούστατα, διότι ἡ προστασία ἡ ὁποία παρέχεται ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους ἡ προστασία αὕτη δὲν εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐπαναλαμβάνεται πάλιν αὐτὴ αὕτη ἡ προστασία ἡ ὁποία μᾶς δίδεται ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἡ ὁποία μᾶς λέγει τοὺς λόγους δι’ οὕς ἐπιβάλλεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλὰ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως παρεσύρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δι’ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἔγραψε, λέγει ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ προστατεύῃ τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Καὶ ναὶ μὲν—λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— προστατεύεται ὁ ἰδιωτικὸς βίος, ἀλλὰ προστατεύεται δι’ ἀπηρχαιωμένων διατάξεων. Ἐν τούτοις ἐπλανήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὑπεδείκνυεν λέγων ὅτι δὲν προστατεύεται ἐπαρκῶς ὁ ἰδιωτικὸς βίος ἢ ἐὰν προστατεύεται· αἱ διατάξεις εἶναι ἀπηρχαιωμέναι, ἐνῷ εἶναι ὅλαι αἱ διατάξεις νεώτεραι καὶ οὐδεμία ἀπηρχαιωμένη. Διότι διὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δηλαδὴ τὴν ἐξύβρισιν τὴν δυσφήμησιν καὶ τὴν συκοφαντίαν, ἔχομεν διὰ μὲν τὴν ἐξύβρισιν τὸν νόμον 1699 τοῦ 1920 διὰ δὲ τὴν συκοφαντίαν τὸν νόμον 4153 τοῦ 1924 ἀκριβῶς πρὸ δύο ἐτῶν ψηφισθέντα. Ὥστε οὔτε ἀπηρχαιωμέναι εἶναι αἱ διατάξεις αὗται, οὔτε καὶ προστασίαν ὀλιγωτέραν παρέχουν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Οὐδεμία προστασία παρέχεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι σχεδὸν ἐπαναλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις. Ἄρα λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τῆς προστασίας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προστασία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ παλαιὰ προστασία ἡ παρεχομένη ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλὰ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ναί, ναί, πολὺ καλὰ ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ διατάξεις, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κινηθῇ ἡ ποινικὴ διαδικασία, διότι δίδεται μία μήνυσις καὶ ἡ μήνυσις αὕτη χάνεται καὶ δὲν φαίνεται παρὰ μετὰ 4–5–10 μῆνας ἢ ποτέ. Ἀνέφερε μάλιστα καὶ παραδείγματα μηνύσεων αἱ ὁποῖαι ἐχάθησαν. Ἐν τούτοις τὰ νομοθετήματα αὐτὰ τὰ νέα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἀφορῶσι καὶ προστατεύουσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον περιέχουν καὶ δικονομικὰς διατάξεις, ὁμοίας καὶ ἀναλόγους πρὸς τὰς δικονομικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ ταχεῖα εἰσαγωγὴ εἰς τὸν δικαστὴν τὸν ὑπεύθυνον γίνεται, καὶ ἡ ταχεῖα ἐκδίκασις. Ὁ νόμος 4133 λέγει ὅτι: (ἀναγινώσκει). Ὥστε δύναται· ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἄν ὁ εἰσαγγελεὺς εἴπῃ τὰς εἰσάγω ἢ ὄχι, αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ἐφορεύοντα τοὺς εἰσαγγελεῖς κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὸ νομοθετικὸν σῶμα, δύναται τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ τώρα ἐὰν λάβῃ μέτρα νὰ μὴ τὰ ἐφαρμόσῃ ὁ εἰσαγγελεύς. Αὐτὸ θέλω νὰ τονίσω, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ αἱ οὐσιαστικαὶ καὶ αἱ δικονομικαὶ, ὑπάρχουν πλήρεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, εἶναι τὰ ἀσεμνογραφήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐμφανίζεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λέγουν ὅτι ἀπειλοῦν νὰ καταστρέψουν τὴν νεολαίαν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀσεμνογραφήματα ὑπάρχει νόμος. Ἐὰν ἐφαρμόζεται ἢ ὄχι, δὲν ἠξεύρω. Διὰ τὰ ἀσεμνογραφήματα ἔχομεν τὸν νόμον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὴν συνθήκην τῆς Γενεύης, ὁ 4411 τοῦ 1929, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸ ἀδίκημα τῆς προσβολῆς τῶν ἠθῶν ὅπως τὸ καθορίζει καὶ τὸ νομοσχέδιον. Καθορίζει δὲ ταχυτέραν διαδικασίαν καὶ ὄχι μὲ τὸ «δυνατόν».
§209ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε κωδικοποιοῦμεν.
§210Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν κωδικοποίησιν καὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν. Δὲν ἦτο ἀνάγκη διὰ μιᾶς κωδικοποιήσεως νὰ ἐξεγερθῇ ὁ Τύπος καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη ὁλόκληρος.
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς τὴν ἐξηγείρατε.
§212Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡμεῖς. Δὲν εἶναι μόνον ὁ ἰδιωτικὸς βίος ὁ ὁποῖος προστατεύεται διὰ τῶν κακῶν διατάξεων. Δὲν εἶναι μόνον τὰ ἀσεμνογραφήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προστατεύεται ἐπαρκέστατα ἡ κοινωνία, ἔχομεν καὶ ἄλλους νεωτέρους νόμους, ὅπως εἶναι ὁ νόμος διὰ τὰς προσόδους ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει τὴν ἀγαθότητα τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ ὁ ὁποῖος καθορίζει πότε ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα αὐτὸ ὡς καθορίζεται καὶ μὲ τὸ νέον νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἐπίσης τὸν νόμον 4229 περὶ ἀσφαλείας καὶ μέτρων κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, καὶ δὲν κινδυνεύει, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς ἀπὸ τὴν ἀσυδοσίαν τοῦ Τύπου. Ἄλλος ἑπομένως εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ περιορίσῃ τὸν δημόσιον ἔλεγχον τὸν ἀσκούμενον ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅπως θὰ ἀποδείξω ἀπὸ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον, διατάξεις ἀτελευτήτους, διατάξεις ἀνελευθέρους, διατάξεις σκληρὰς καὶ ἀδίκους, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤκνησε νὰ δηλώσῃ ὅτι «μοῦ ὑβρίζουν τοὺς ὑπουργοὺς αἱ ἐφημερίδες καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ Τύπος εἰς τὸ σημεῖον αὐτό».
§213Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατηργήσαμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20.
§214Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατηργήθη.
§215Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διαβάστε τὴν διάταξιν.
§216Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἔχει οὕτω: (ἀναγινώσκει). Ἐν τούτοις ὑπάρχει αὕτη εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ δυσφήμησις τῶν ὑπουργῶν. Ὑπάρχει μόνον ἡ ἑξῆς διαφορὰ ἀπὸ τὸν νόμον 37, ὅτι διὰ μὲν τὴν δυσφήμησιν δὲν ἐπετρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, ἐνῷ διὰ τὴν δυσφήμησιν τὴν σημερινὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας.
§217Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τὸ ἀντελήφθητε.
§218Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν κατηργήθη τὸ ἀδίκημα, ἡ διαφορὰ μένει ἐκεῖ ποὺ σᾶς εἶπα, ὅτι τότε δὲ ἐπετρέπετο ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, καὶ σήμερον ἐπιτρέπεται.
§219Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι οὐσιωδεστάτη.
§220Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μπορεῖ, ἀλλὰ δὲν κατηργήθη ὅμως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20. Ἀνεξαρτήτως τούτων, κύριοι βουλευταί, διὰ τῶν νέων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁ ἔλεγχος ὁ πολιτικὸς νὰ καθίσταται δυσχερής, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δημόσιος ἔλεγχος δὲν θὰ ἀσκῆται ὡς μέχρι τοῦδε ἠσκεῖτο ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Χώρας. Αἱ νέαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμᾶς ἀποτελοῦν μέγαν περιορισμὸν κατὰ τοῦ Τύπου ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ὁποίαν, (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι ἡ τιμωρία ἐπέρχεται ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐτελέσθη τὸ πλημμέλημα.
§221Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ νέου σχεδίου τοῦ ποινικοῦ κώδικος.
§222Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλά...
§223Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώσατε τόσον θαυμασμόν.
§224Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖον ἄρθρον πολιτικὸν μιᾶς ἐφημερίδος δὲν θὰ χαρακτηρισθῇ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα—ὁ ὁποῖος εἰσαγγελεὺς κατὰ τὰς νέας θεωρίας σας πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ὄργανόν της—ποῖος εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ διαγνώσῃ εἰς πᾶν ἄρθρον πολιτικὸν ἐφημερίδος πρόκλησιν διὰ τέλεσιν πλημμελήματος; Διότι διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία δὲν ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ τὸ πλημμέλημα. Εἰσάγεται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως καὶ τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως μέχρι τριῶν ἐτῶν καὶ χρηματικῆς ποινῆς μέχρι 100.000 δραχμῶν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 13 κατὰ τὸ ὁποῖον «ὅστις διαδίδει διὰ τοῦ Τύπου....» (ἀναγινώσκει). Τὸ πρῶτον ἐδάφιον εἶναι ἡ δημοσίευσις ψευδῶν εἰδήσεων ἡ ὁποία πρέπει νὰ τιμωρεῖται καὶ ἡ ὁποία τιμωρεῖται διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημοσιεύωνται ἐν γνώσει ψευδεῖς εἰδήσεις. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἐδάφιον 2ον, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖ καὶ τὰς ἀληθεῖς εἰδήσεις «ὅστις διαδίδει διὰ τοῦ Τύπου....». (ἀναγινώσκει). Τιμωρεῖται ἐὰν διαψευσθῇ μία τοιαύτη εἴδησις ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἡ εἴδησις εἶναι ψευδὴς ἢ ἀληθής.
§225Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἔχῃ διαψευσθῆ.
§226Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶναι γνωστὸν, κ. ὑπουργὲ εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ὅταν γράφεται τοιοῦτον τι διαψεύδεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁπότε μία διάψευσις θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ βάλῃ τὸν δημοσιογράφον μέσα εἰς τὴν φυλακήν. Ὅλα τὰ κινήματα τὰ ὁποῖα ἔγιναν διεψεύσθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἦσαν ἀληθῆ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τό ἄρθρον 20 εἰς τὸ ὁποῖον ἐδόθη μία εὐρυτέρα ἔκφρασις. Ἔχομεν τὰς ἀτελευτήτους ἀπαγορεύσεις δημοσιεύσεων. Εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις αὐτὰς δὲν ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς ἐλευθεροτυπίας, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς μερικωτέραν ἀνάλυσιν αὐτῶν, ἀλλὰ αἱ περισσότεραι εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Εἶναι δὲ ἀντισυνταγματικαί, διότι τὰς εἴχομεν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον καὶ δὲν ἐφηρμόσθησαν λόγῳ τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῶν. Ἰδίως ἡ ἀπαγόρευσις «ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις ἐκθέσεων....» (ἀναγινώσκει) ὑπῆρχεν καὶ εἰς τὸν παλαιὸν νόμον τοῦ 1837. Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. ὑπουργέ;
§227Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Εἰς τὸ σχέδιον Δημητρακοπούλου.
§228Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς τὸν παλαιὸν νόμον τοῦ 1837. Τὸν ἔχετε πρόχειρον νὰ τὸν ἴδητε;
§229Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§230Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν. Ἐπῆλθον τὰ συντάγματα τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864, καὶ οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν, ὡς ἀντισυνταγματικά. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ ἀπαγόρευσις κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐν περιπτώσει...» (ἀναγινώσκει). Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ νέα διόρθωσις εἶναι ὀρθή, διότι πρῶτα ἦτο εὐρυτέρα ἡ ἀπαγόρευσις τῆς δημοσιεύσεως. Ἀνάγεται εἰς τὰ δημοσιεύματα τὰ ἀφορῶντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἐν τούτοις ὅμως δυστυχῶς ἀποτελεῖ δῶρον ἄδωρον, διότι ὅλα τὰ δημοσιεύματα, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἀνάγωνται εἰς τὸν δημόσιον βίον, ἐὰν πρόκειται νὰ τὰ κρίνῃ ὁ εἰσαγγελεύς, θὰ τὰ εὕρῃ ἀναγόμενα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις τοῦ ἄρθρου 39 κατὰ τὸ ἄρθρον 39 «ἀπαγορεύεται...» (ἀναγινώσκει).
§231Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς θέλετε σεῖς νὰ διατυπωθῇ: διότι ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ διατύπωσίς του δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐὰν μοῦ ὑποδείξετε ἄλλον τρόπον θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ μεταβάλω τὴν διατύπωσιν.
§232Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἀναγνωρίζετε ὅτι κακῶς εἶναι τεθειμέναι αἱ ἀπαγορεύσεις. Κατὰ τοῦτο εἶναι ὅλαι ἀντισυνταγματικαὶ καθὼς θὰ ἀποδείξωμεν.
§233Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τώρα ὅλα χαρακτηρίζονται ὡς ἀντισυνταγματικά, καὶ ἡ κατηγορία τῆς ἀντισυνταγματικότητος ἔχασε τὴν σημασίαν της διαρκῶς ἐπαναλαμβανομένη.
§234Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ξεύρω, κ. ὑπουργέ, δὲν ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶπεν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποτελεῖ φραγμὸν διὰ τὴν ἐξουσίαν.
§235Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποτελεῖ ρυθμὸν καὶ ὄχι φραγμόν.
§236Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει «ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις...» (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τούτου ἐξεδόθη εἷς θαυμάσιος νόμος, τὸν ὁποῖον ἀπορῶ πῶς δὲν ἐχρησιμοποιήσατε.
§237Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι μεταβατικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§238Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει δύο ἄρθρα, καὶ διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ρακτιβάν, καὶ λέγει ἕνα ἄρθρον πρῶτον «περὶ ἀπαγορεύσεως....» (ἀναγινώσκει).
§239Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ εἶχεν καὶ «παραγγελίας» ὁ νόμος αὐτός
§240Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὄχι, ὁ νόμος, δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐπαναλαμβάνει αὐτὴν ταύτην τὴν λέξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἕτερον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται αἱ παραγγελίαι. Καὶ εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν τὰ ἑξῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22–2–1914 «Δυστυχῶς τὰ κακὰ... (ἀναγινώσκει)...» Προέτεινε, ἑπομένως νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, μὲ ὅλα τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα παρουσιάζει. Εἶναι οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δικαιοῦται πᾶς τις σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν σέβεται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα τότε ἀφῄρεσε διότι προσέβαλον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, ἔρχεται καὶ τὰ προσθέτει τώρα. Καὶ δὲν προσθέτει μόνον τὰς παραγγελίας, διότι (ἔχει τοιαύτην ἔκτασιν ἡ διάταξις ὥστε κάθε τι ποὺ θὰ γράψῃ μία ἐφημερὶς δύναται νὰ καταδιωχθῇ. Δὲν δύναται νὰ γράψῃ οὔτε ὅτι ἐξῆλθεν εἰς γυμνάσια τὸ 1ον σύνταγμα πεζικοῦ, διότι εἶναι εὐρυτέρα ἡ διάταξις. «Ἡ δημοσίευσις.....» (ἀναγινώσκει). Ἐνῷ κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον εἶχε θαυμασίως διατυπωθῆ ἡ σχετικὴ διάταξις. Ἐκεῖ ὅμως ἐλλείπει εὐτυχῶς αὐτό, πᾶσαι αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι εἰλημμέναι ἀπὸ τὰς ποικίλας αὐτοῦ διατάξεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ τελειοποίησις τῶν πάντων. Τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου κατὰ τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος δικάζονται παρὰ τῶν ἐνόρκων ἐξαιρέσει ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λέγει, ὅτι ὅλα πηγαίνουν εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον, εἰς δὲ τὸ κακουργοδικεῖον πηγαίνουν ὅσα ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἐν τούτοις δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ σημειώσω, ὅτι αἱ περισσότεραι διατάξεις καὶ αὐταὶ αἱ ἀπαγορευτικαὶ ἐπιβάλλουσιν ποινὰς ἐπὶ τῆς περιουσίας. Σχετικῶς πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περικοπὴν ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἄλλας ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1911 ὅτε ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα καὶ καθιεροῦτο ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου, καὶ ἄλλας ἰδέας ἔχει σήμερον, ὡς ἀποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον μίαν διάταξιν ἡ ὁποία λέγει. (ἀναγινώσκει). «ὁσάκις εἰς τὰ διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας ἐκτελούμενα ἀδικήματα τῆς συκοφαντίας τῆς δυσφημήσεως καὶ ἐξυβρίσεως, τὰ ἀφορῶντα εἰς σχέσιν τινὰ δημοσίας ὑπηρεσίας ἢ τοῦ δημοσίου λειτουργήματος δημοσίου τινὸς ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου τοῦ Κράτους ἢ ἄλλου τινος ἐξομοιουμένου μὲ δημόσιον ὑπάλληλον λειτουργοῦ, παρεμβάλλοντα καὶ ὕβρεις ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ ἐκφράσεις ἀναξιότητος ἢ περιφρονήσεως αὐτοῦ μὴ ἀφορῶσας εἰς σχέσιν τινὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἢ τοῦ δημοσίου λειτουργήματος, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν πλημμελειοδικῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον δὲν ἀποκτᾷ ἕνεκα τῆς συναφείας ταύτης δικαιοδοσίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐναγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοιούτων ὕβρεων, ἀλλὰ γίνεται χωρισμὸς τῶν ἀδικημάτων». Σχετικῶς μὲ τὸν ἰδιωτικὸν βίον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔσχε τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ εἴπῃ ὅτι ἥκιστα παρ’ ἡμῖν συμβαίνει νὰ παρεμβάλλωνται ὕβρεις, ἀφορῶσαι τὸν ἰδιωτικὸν βίον δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ οὐδέποτε ἀπετρέψαμεν τὸν ἔλεγχον τοιούτων πράξεων. Πράγματι ὁ βίος τῶν πολιτικῶν τουλάχιστον ἀνδρῶν, συνδέεται μετὰ τοῦ πολιτικοῦ των βίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι δύσκολος ὁ χωρισμὸς αὐτῶν· συνεπῶς πᾶν δημοσίευμα ἀναγόμενον εἰς πολιτικὸν ἄνδρα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ δημοσίευμα προσβάλλει ὀλιγώτερον τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ περισσότερον τὸν πολιτικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπιστημονικῶς νὰ γίνεται ὁ χωρισμὸς αὐτὸς καὶ νὰ διαχωρίζεται τὸ δημοσίευμα, καὶ νὰ εὑρίσκεται ὅτι ἄλλαι μὲν πράξεις ἀναφερόμεναι εἰς αὐτὸ ἀφορῶσιν εἰς τὸν δημόσιον βίον, καὶ ἄλλαι εἰς τὸν ἰδιωτικόν, καὶ τὰς μὲν ἀφορώσας τὸν δημόσιον βίον νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον τὰς δὲ ἀφορώσας τὸν ἰδιωτικὸν εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι βουλευταί, εἶχεν ἀπασχολήσει καὶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1911 ἀκόμη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ Τύπου ὀσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Εἶχεν ἐπικρατήσει τότε ἡ ἑξῆς ἄποψις: ὅταν εἰς τὸ αὐτὸ δημοσίευμα περιέχωνται φράσεις ἀναγόμεναι καὶ εἰς τὸν δημόσιον καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἐκεῖνο τὸν ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει εἶναι ὁ δημόσιος βίος, καὶ ἑπομένως θὰ δικασθῇ διὰ τὰ ἀφορῶντα τὸν δημόσιον βίον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ὑποβληθῆ ἐκ μέρους τοῦ νῦν διευθυντοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μία τροπολογία ἥτις ἔλεγεν. (ἀναγινώσκει) «τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δικάζοναι πλὴν τῶν ἀφορώντων τὸν ἰδιωτικὸν βίον» κατὰ τὴν τροπολογίαν δὲ αὐτὴν εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον ἔπρεπε νὰ πηγαίνουν τὰ ἀδικήματα κατὰ τῶν μὴ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἦτο τότε ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι.
§241Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπητε τὶ εἶπε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§242Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει). «Ἕν μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δηλῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος ὅτι ὁσάκις ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου....» Ὅπως γίνεται σήμερον ἴδιον ἀδίκημα. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἶπε τότε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)...
§243Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Δημητρακόπουλος λέγει ὅτι δὲν εἶναι παράβασις τοῦ Συντάγματος ἀλλὰ παράβασις νόμου. Εἶναι ζήτημα νόμου δηλαδή. Ἄρα ὁ ἰσχυρισμός σας δὲν εἶναι βάσιμος ὅτι πρόκειται περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Εἶναι δικονομικαὶ διατάξεις.
§244Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αἱ δικονομικαὶ ὅμως διατάξεις δὲν εἶναι κάτι τὶ τὸ αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ κανεὶς ὅπως θέλει. Ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ σύμφωνα μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου. Καὶ ἔλεγε τότε ὁ μακαρίτης Δημητρακόποκλος, ὅτι εἶναι αὐθαιρεσία ὅταν θέλετε ν’ ἀποκοκρακίσητε λέξεις αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶνται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ νὰ κάμετε ἴδιον ἀδίκημα.
§245Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δημητρακόπουλος ἔλεγε νὰ μὴ τὸ βάλωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ τὸ κάμωμεν νόμον...
§246Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ εἶναι, λοιπὸν, ἡ ἀντισυνταγματικότης;
§247Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ἡ ἀντισυνταγματικότης εἶναι ἐν τούτῳ, ὅτι ἐνῷ ἔχομεν τὸν κανόνα ὅτι ὅλα τὰ ἀδικήματα πηγαίνουν εἰς τὸ κακουργοδικεῖον, σεῖς ἀνεστρέψατε τὸν κανόνα αὐτόν.
§248Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς ἐπικαλεσθῶ προσφάτους ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον παγίως ἡρμήνευσε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ τοῦ δημοσίου βίου.
§249Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὶ εἶπεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἔλεγεν ὁ Δημητρακόπουλος «πλὴν τούτου .....» (ἀναγινώσκει). Πράγματι δὲ ἔγινε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 24 λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ διὰ τοῦ Τύπου τελούμενα ἀδικήματα.....» (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ λέγει τὸ νομοσχέδιον κατόπιν τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§250Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐὰν ἐδιαβάζατε τὴν εἰσήγησιν τοῦ Δημητρακοπούλου εἰς τὴν Βουλὴν εἰσηγουμένου τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐβλέπατε ὅτι εἰσηγήθη ἐπίτηδες εἰς τὴν διάταξιν, διότι τὰ δικαστήρια καὶ τότε διέστρεφον τὴν ἔννοιαν...
§251Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμνον καταχρήσεις;
§252Α. ΜΑΡΚΟΥ. Μάλιστα.
§253Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε δέχεσθε ὅτι ἔκαμνον καταχρήσεις;
§254Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔκαμνον καταχρήσεις καὶ τότε καὶ τώρα.
§255Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ μικτὰ λεγόμενα ἀδικήματα, δηλ. τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν καὶ δημόσιον βίον, προϋπόθεσιν ἔχουν τὴν κατάργησιν τῶν δικαστηρίων.
§256Α. ΜΑΡΚΟΥ. Σᾶς παρέχω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν. Ὅταν συνεζητῆτο ἐν τῇ Συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος, ὁμοφώνως ἀπεφασίσθη ὅπως κανονισθῇ ὡς ἐρρυθμίσθη τὸ περὶ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν δικαστῶν.
§257Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ δικασταὶ ἀπεγυμνώθησαν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου δὲν ἠξεύρω διατί. Διότι δῆθεν ἐὰν εἰσδύσωμεν εἰς τὴν οἰκογένειαν τῶν ἰδιωτῶν, πρέπει νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ κακουργοδικεῖον ἢ νὰ ἀμνηστεύωνται. Ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν τούτῳ ἡ πολιτεία ἠδίκησε τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς, διότι τοὺς ἐστέρησε προστασίας τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουν πάντες οἱ πολῖται.
§258Α. ΜΑΡΚΟΥ. Διατὶ τοὺς ἐστέρησε τῆς προστασίας;
§259Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη δὲν εἶναι ἀποδιοπομπαῖος τράγος. Εἶχον ἐπίσης τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀρχὴ ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι σεβαστή, ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι δικάζων καὶ δικαζόμενος.
§260Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατὶ δὲν τὴν ἐπεξετείνατε δι’ ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους;
§261Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι αὐτοὶ δὲν δικάζουν.
§262Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχετε κανὲν δεδομένον ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἔκαμνον τοιαύτην κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας Ἀδικεῖτε τὸ ἄνθος τῆς ὑπαλληλίας, ἀδικεῖτε τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων...
§263Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἀδικεῖτε τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην ἡ ὁποία εἶναι ὑπεράνω ὅλων.
§264Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη οὐδέποτε ἐτιμώρησεν ἀδικήματα τελεσθέντα διὰ τοῦ Τύπου. Καθιέρωσεν ἀσυδοσίαν ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι πέρυσιν ἠναγκάσθησαν εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ καταθέσουν παρόμοιον νομοσχέδιον.
§265Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι δυστύχημα ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐτέθη ὡς δῆθεν μομφὴ κατὰ τῶν δικαστῶν ὡς μὴ ἐμπιστευομένων, ὡς μὴ παρεχόντων ἐμπιστοσύνην ἵνα δικάσουν ἀδικήματα τοιαῦτα.
§266Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ πρακτικὰ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὰ λέγουν. Διαβάσατε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Γόντικα.
§267Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἔχει ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, νὰ προστατεύσῃ τοὺς δικαστὰς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ συνάδελφοι νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὸ λεγόμενον πνεῦμα τῆς συναδελφότητος, ἵνα ἀπαλλάξουν τοὺς δικαστὰς. Καθ’ οἱασδήποτε τοιαύτης μομφῆς ἐτέθη ὅτι οἱ δικασταί, ὅταν ἔχουν ἀνάγκην νὰ προσφύγουν εἰς τὴν δικαιοσύνην, δὲν προσφεύγουν εἰς τοὺς συναδέλφους των, ἀλλ’ ἐμπιστεύονται εἰς τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἤθελε νὰ στείλῃ τοὺς πολιτευομένους ἀπὸ τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου, ὅσα δηλαδὴ συνδυάζονται μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης.
§268Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀδικοῦνται σήμερον οἱ δικασταὶ, διότι τότε οἱ Ἕλληνες δικασταὶ θεωροῦνται ὅτι δὲν παρέχουν τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀμεροληψίας ὅταν δικάζουν περιπτώσεις συναδέλφων των, θιγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν καὶ οἰκογενειακὸν των βίον.
§269Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι διάφορος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται δι’ ἀδικήματα τῆς δημοσίας ζωῆς ἐπιθυμεῖ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ γίνεται μακροτέρα καὶ διονυχιστικὴ ἀνάκρισις, ἐνῷ ὅταν πρόκειται δι’ ἀδικήματα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς ἐπιθυμεῖ ταχεῖαν ἐκδίκασιν, ὄχι διότι ἔχει μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν μίαν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ἄλλην, καὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν λαϊκὴν καὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν τακτικὴν τὴν ἐμπιστευόμεθα ἐξ ἴσου.
§270Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τοῦ πλημμελειοδικείου ἢ κακουργιοδικείου τό ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ ἡμεῖς τοὐναντίον ἔχομεν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὸ ἕν καὶ εἰς τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα: Πῶς χωρίζετε τόν ἰδιωτικὸν βίον ἀπὸ τοῦ Δημοσίου;
§271Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ δικαστήρια. Αὐτὰ θὰ κάμουν τὸν χωρισμόν.
§272Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ χωρισμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου, ὅτι καθιστᾶτε δυσχερεστάτην τὴν θέσιν τοῦ δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἀνοίγει διμέτωπον ἀγῶνα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀντιεπιστημονικὸν καὶ ἀντισυνταγματικόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετυπώθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἕν εἶναι τὸ ἀδίκημα, εἶπον τότε, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ χωρίσωμε εἰς δύο ἀδικήματα: Ἕν εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον καὶ τὸ ἕτερον εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ ἕν. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι τὸ αὐτὸ ἀδίκημα τὸ κάμνετε διπλοῦν.
§273Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ συμβούλιον θὰ κρίνῃ.
§274Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐγίνετο ἡ σχετικὴ συζήτησις διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθωρίσθη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Δημητρακοπούλου. Θὰ ἰδῆτε ὅτι ἕν εἶναι τὸ ἀδίκημα καὶ δὲν χωρίζεται ποτέ. Σεῖς, ὄχι μόνον διευκολύνετε τὸν δικαστὴν, ἀλλὰ τὸν ἐπιτάσσετε, ὁ δὲ δικαστὴς πάντοτε θὰ εὑρίσκῃ λέξεις τινάς, αἱ ὁποῖαι καθαπτόμεναι τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου...
§275Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς ἰσχυρίζεσθε ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ ἑρμηνεύσουν κακῶς τοὺς νόμους. Θίγετε λοιπὸν σεῖς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι λέγετε ὅτι θὰ παρερμηνεύσουν τοὺς νόμους.
§276Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ὑπολειπόμεθα περισσότερον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς σεβόμεθα. Σᾶς εἶπον πῶς ἐγίνετο ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν...
§277Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς εἴπατε, δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι τὰ δικαστικὰ συμβούλια θὰ εὕρουν λέξεις τινάς, δηλαδὴ θὰ σοφιστεύωνται οἱ δικασταί. Μὴ λέγετε λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι λέξεις κεναί.
§278Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού: θὰ σᾶς διαβάσω ἕνα παράδειγμα. (ἀναγινώσκει). Προφανῶς ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ Δημοσίου βίου...
§279Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ δημοσίου βίου;
§280Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Δὲν εἶναι ἄσκησις δημοσίου καθήκοντος ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου; Εἰς δύο περιστάσεις λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τὰς ὁποίας σᾶς ἐμνημόνευσα, εὗρον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ σήμερον ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Ἐκεῖθεν δικαιοῦται καθένας νὰ ἐξαγάγῃ ἕνα ἀξίωμα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τότε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, διότι ὁ Τύπος ἦτο ὑπὸ τὰς διαταγάς του, σήμερον δὲ εἶναι κατ’ αὐτοῦ, διότι τὸν ἐνοχλεῖ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον δυστυχῶς δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπον ὅτι συνετάχθη, διότι καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος προστατεύεται ἀρκούντως καὶ ἡ κοινωνία κατὰ τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων καὶ τὸ Κράτος καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποσιωπεῖ τὸν περιορισμὸν τοῦ Δημοσίου ἐλέγχου. Δυστυχῶς καὶ ἡ σύγχρονος κατάστασις καὶ αἱ σύγχρονοι περιστάσεις νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιβάλλουν ἔτι μᾶλλον ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν τοῦ Τύπου, διότι ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τῶν μεσαζόντων, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει ἄριστα περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ κατάστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καὶ ὑπουργοὶ καὶ βουλευταὶ καὶ δημόσιοι ἄνδρες, ἀπέδειξαν ὅτι πρέπει τὸ βῆμα τοῦ δημοσιογράφου νὰ ἔχῃ πλήρη ἀσυλίαν, ὅσην μεγάλην ἀσυλίαν ἔχει καὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται καὶ γίνεται παρ’ ἡμῖν, γίνεται παντοῦ. Ἀπὸ τὴν «Ἑστίαν» τὴν προχθεσινὴν παρέλαβον τὸ ἑξῆς σχετικῶς μὲ τὸν Τύπον ἐν Ἀμερικῇ καὶ τὸν δημόσιον Ἀμερικανικὸν βίον. (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ λοιπὸν γίνονται εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τοιαύτη ἐκστρατεία γίνεται ἀπὸ τὸν τύπον, κατὰ τῆς διαφθορᾶς. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Τύπου κατὰ τῆς ἐνταῦθα παρατηρουμένης διαφθορᾶς πρέπει νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν καὶ ἡμεῖς. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβαθυνόπουλος.
§282Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον, θύελλα διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους τοῦ Τύπου, φωναὶ ἐκ μέρους τῶν ἀριστεριζόντων μελῶν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, οἰμωγαὶ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὶ δὲν ἐγράφη, καὶ τὶ δὲν ἐλέχθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἐναντίον τῶν ἐπεξεργασάντων αὐτό. Καταπατοῦνται αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅστις ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων διὰ νὰ ἀποκτήσῃ αὐτάς. Παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ θέσῃ φίμωτρον εἰς τὸν Τύπον, διὰ νὰ μὴ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τῶν κακοηθειῶν της, τῶν ἀτασθαλιῶν της καὶ τῶν νοθειῶν της, διὰ νὰ δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συγκαλύπτῃ εὐχερῶς πάσας τὰς καταχρήσεις τῶν φίλων του. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου πάντα σχεδὸν τὰ γραφέντα καὶ πάντα τὰ λεχθέντα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ μελετήσω αὐτό, ὅπως δώσω τὴν ψῆφον μου συνειδητὰ ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἤθελον ἀποκομίσῃ ἐκ τῆς μελέτης μου. Καὶ ἐπειδὴ παρὰ πάντων τῶν γραψάντων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐφέροντο ὅλα σχεδὸν τὰ ἄρθρα αὐτοῦ ὡς ἀντισυνταγματικά, ἤρχισα καὶ ἐγὼ τὴν μελέτην μου μὲ τὴν συνταγματικότητα ἢ καὶ ἀντισυνταγματικότητα τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἄν καὶ γιατρὸς, ἔλαβον ἀφ’ ἑνὸς τὸ 16ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον γράφει ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ τοὺς στοχασμούς του τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἀπαγορεύονται κατὰ τοῦ Τύπου τὰ προληπτικὰ μέτρα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅλας ἐκείνας τὰς θεωρίας αἵτινες ἐγράφησαν πρὸς ὑποστήριξιν, ὅτι πάντα τὰ λαμβανόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρα ἦσαν προληπτικά. Δὲν μὲ ἔπειθαν ὅμως αἱ θεωρίαι αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῶν ἄρθρων, ἀλλὰ μὲ τὴν λογικὴν τὴν ἰδικήν μου εὕρισκα, ὅτι τὰ λαμβανόμενα μέτρα εἶναι κατασταλτικὰ καὶ ὄχι προληπτικά. Ἔλεγον πάλιν καθ’ ἐμαυτόν: μά, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ νομομαθεῖς νὰ τὰ εὑρίσκουν προληπτικά; κἄτι θὰ ξέρουν καὶ αὐτοί. Καὶ δι’ αὐτὸ κατέφυγα εἰς ἕνα φίλον μου νομομαθῆ καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐμὲ εἰς αὐτὰ τὰ μυστήρια τῆς συνταγματολογίας, διὰ νὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ καταλάβω τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν κατασταλτικῶν μέτρων καὶ προληπτικῶν. Γυρεύεις, μοῦ ἀπήντησε, μεγάλη δουλειά. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶναι γιὰ τὰ δόντια σου. Εἶναι ἀνώτερα μαθηματικά, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ τὰ καταλάβῃς. Δὲν εἶναι ἰατρική. Τότε, κύριοι, ἐπείσθην, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἕνα ἐγκόλπιον, ὅπως ἡ Σολομωνικὴ καὶ ὅπως ὁ Ἀγαθάγγελος, εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ ὁποίου δύναται κάθε ἕνας νὰ δίδῃ τὴν ἐξήγησιν ποὺ τοῦ ἀρέσει καὶ σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας του (γέλωτες) καὶ ὅτι ἄριστα ἠδύναντο νὰ ἐξηγηθῶσιν ὡς προληπτικὰ μέτρα πάντα τὰ κατασταλτικά, ἀφοῦ τελικὸς σκοπός των εἶναι νὰ προλαμβάνουν τὸ ἔγκλημα. Δὲν τίθεται, βεβαιότατα, ὁ τιμωρὸς νόμος, διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπῃ τὸν συνάνθρωπόν του κρεμασμένον ἢ κλεισμένον εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ διὰ νὰ φοβῆται ὁ ἄνθρωπος τήν ποινὴν καὶ νὰ μὴ ἐκτελῇ τὸ ἔγκλημα. Καὶ ἔτσι μὲ τοιούτου εἴδους ἐξηγήσεις καὶ τοιούτου εἴδους θεωρίας, δυνάμεθα πάντοτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι προληπτικὰ καὶ ἑπομένως ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός. Ἠκολούθησα ὅμως τὴν συμβουλὴν τοῦ νομομαθοῦς φίλου μου, ἐγκαταλείψας τὴν συνταγματικὴν μελέτην τοῦ ζητήματος διὰ τοὺς εἰδικοὺς καὶ περιορισθεὶς εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, ἐὰν δηλαδὴ καὶ κατὰ πόσον εἶναι σκόπιμος ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον περιορίζωνται δι’ αὐτοῦ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Τύπου, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον οἱ τιθέμενοι περιορισμοὶ συμβάλλουσιν, ὅπως ὁ ἐκτραχειλισθεὶς Τύπος ἐπανέλθῃ εἰς τὸν εὐθὺν δρόμον τῆς ἠθικῆς. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὁ Τύπος ἡ δύναμις ἐκείνη, ἥτις διαμορφώνει τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιβάλλει Κυβερνήσεις, καταλύει καθεστῶτα, κινεῖ καὶ καταπατεῖ ἐπαναστάσεις καὶ πολέμους, ἠθικοποιεῖ ἢ ἐξαχριώνει καὶ διαφθείρει τὰς κοινωνίας; Καὶ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ πράττοντες τὰ κοινά, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν μεγάλην κοινὴν δύναμιν ἔρμαιον εἰς τὸ ἀνθρώπινον πάθος, καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ὑστεροβουλίαν καὶ κακοβουλίαν; Εἶναι ἀναντίρρητον, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν μεγάλην ταύτην δύναμιν οἱ διέποντες τὰ τῆς πολιτείας πρέπει νὰ θέσουν περιοριστικοὺς φραγμούς, ὅπως δρᾷ καὶ αὐτὴ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἠθικῆς καὶ εὐπρεπείας, τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς σεμνότητος. Οἱ περιοριστικοὶ δὲ οὗτοι φραγμοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον αὐστηρότεροι, ἐφ’ ὅσον παρατηροῦνται καὶ μεγαλύτεραι ἐκτροπαὶ τῆς δυνάμεως ταύτης, πρὸς βλάβην τῆς Κοινωνίας καί τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ παρατηρηθῇ, ὅτι: εἶναι περιττὸν τὸ νομοθέτημά σας, διότι τοιοῦτοι περιοριστικοὶ φραγμοὶ τοῦ Τύπου ὑπάρχουν εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Εἰς αὐτοὺς θὰ ἀπαντήσω ὅτι, βεβαίως ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν φραγμοὶ τοιοῦτοι, μέχρι σήμερον ὅμως τὰ ὑπάρχοντα εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περιοριστικὰ μέτρα δὲν ἴσχυσαν ὅπως περιορίσουν τὰς κακὰς ροπὰς πολλῶν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες χειρίζονται τὴν μεγάλην κοινὴν δύναμιν τοῦ Τύπου. Καὶ δι’ αὐτὸ τὰ περισσότερα παρὰ τοῦ Τύπου διαπραττόμενα ἀδικήματα παραμένωσι ἀτιμώρητα. Δι’ αὐτὸ ἡ πορνογραφία ὀργιάζει καὶ ἡ συκοφαντία μαίνεται. Ἐκ τῆς μελέτης, κύριοι βουλευταί, τοῦ νομοθετήματος, ὅπως τοῦτο μάλιστα ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Τύπος δι’ αὐτοῦ παραμένει ἐλεύθερος νὰ ἐλέγχῃ τὸ δημόσιον βίον τῶν πολιτευσμένων καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἔχῃ ὅμως ἀσυδοσίαν ὅταν εἰσέρχεται εἰς τὸν οἰκογενειακὸν βίον τῶν ἀτόμων καὶ κατασπιλώνει ὑπολήψεις, ὅταν σερβίρῃ εἰς τὸ κοινὸν πορνογραφήματα, καὶ ὅταν δυσφημῇ καὶ συκοφαντῇ. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι νομοθετοῦντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἕνεκεν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος νὰ περιοριζώμεθα ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν κατασταλτικῶν μέτρων διὰ τὰ παραπτώματα τοῦ Τύπου. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι πολλὰ ἀτοπήματα τοῦ Τύπου θὰ ἐπρολαμβάνοντο ἄν ἐπιτρέποντο νὰ λαμβάνωνται καὶ προληπτικὰ μέτρα ἀπαραίτητα πρὸς περιορισμὸν τῶν ποινικῶν ροπῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἐπιρρέπει. Καὶ ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ, βεβαίως, τὴν λογοκρισίαν, ἀλλὰ ἄλλα τινα μέτρα, ὅπως π. χ. τὰ προσόντα τοῦ δημοσιογράφου καὶ τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων πρὸς ἕκαστον δημοσιογραφικὸν ὄργανον. Δὲν δύνανται νὰ νοηθῇ, κύριοι βουλευταί, πῶς διὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γραφέως, τοῦ κλητῆρος, τοῦ παππᾶ, ἀπαιτοῦνται προσόντα, διὰ τὸ ἐπάγγελμα δὲ τοῦ δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος χειρίζεται τὴν μεγάλην ἐκείνην δύναμιν, ποὺ ἔχει προορισμὸν νὰ ποδηγετῇ, νὰ νουθετῇ, νὰ ἠθικοποιῇ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ σχηματίζῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ λαοῦ, νὰ μὴ ἀπαιτῆται δι’ αὐτὸν κανένα προσόν. Δὲν δύναται, κύριοι βουλευταί, νὰ νοηθῇ πῶς ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καταδικασθῆ διὰ πλημμέλημα, ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῇ κλητῆρας εἰς τὴν ἐπικράτειαν μας, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ἐξέλθῃ αὐτῆς ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῆς Α.Μ. τοῦ Ραστάφαρι καὶ νὰ κάμῃ ἐκεῖ τὸν σκαφτιᾶ, σύμφωνα μὲ τὰς τελευταίας συνθήκας ποὺ ὑπεγράψαμεν μετὰ τῆς Α. Μ. Ραστάφαρι. Ἐνῷ εἰς ἐκείνους ποὺ κατεδικάσθησαν διὰ δεκάδας πλημμελημάτων καὶ δεκάδας κακουργημάτων, παρέχονται ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι, ὅπως ἀναλάβουν τὴν ἠθικοποίησιν τῆς κοινωνίας, ἐκδίδοντες ἐφημερίδας καὶ ἐπαγγελλόμενοι τὸν δημοσιογράφον, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἔχουν χάσει τὰ πολιτικά των δικαιώματα.
§283ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ τὰ ἔχασαν ἀκόμη.
§284Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 6ον ἄρθρον τοῦ νομοθετήματος λέγει, ὅτι ὁ διευθυντὴς ἢ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος δύναται νὰ εἶναι ὁ πολίτης Ἕλλην οἱουδήποτε φύλου, ὁ συμπληρώσας τὸ 21ον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ μὴ στερηθεὶς τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτὸν τὸν ἀφορῶντα τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Καὶ τοιουτοτρόπως ἕνας καταδικασμένος καὶ εἰς ἰσόβια δεσμά, θὰ ἠμπορῇ κάλλιστα μέσα ἀπὸ τὰς φυλακὰς νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα, νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ συκοφαντῇ ὅποιους θέλει, διότι δὲν ἔχει τίποτε νὰ φοβηθῇ. Τὶ περισσότερον τῶν ἰσοβίων δεσμῶν; Εὑρίσκω, κύριοι βουλευταί, μὴ δικαιολογημένον τὸν θόρυβον ὅστις ἠγέρθη διὰ τὸ 14ον ἄρθρον τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν τῶν δικαστικῶν ἀνακρίσεων. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀφεθῇ ὁ Τύπος ἐλεύθερος νὰ ἐκτελῇ κατὰ βούλησιν, παραπλεύρως τῶν ἀνακρίσεων τὰς ὁποίας διεξάγει ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἰδικάς του, τοῦ γούστου του ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας νὰ σερβίρῃ εἰς τὸ κοινόν, δηλητηριάζων πολλάκις καὶ αὐτὴν τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἐπηρεάζων ταυτοχρόνως καὶ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της, φωνάζουσιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸ νομοθέτημα καὶ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐνῷ διὰ τῶν ἀπαγορευτικῶν σας διαταγῶν, ἐμποδίζετε τὸν λαὸν νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων. Μάλιστα, κύριοι βουλευταί, δέχομαι ὑπέρ τις καὶ ἄλλος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της. Ἀλλὰ οἱ δικασταί, εἴτε Ἕλληνες εἶναι, εἴτε Ἄγγλοι, εἴτε Γάλλοι, εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι μὲ σάρκας καὶ ὀστᾶ, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὰς ἐν ἐγρηγόρσει ὑποβολάς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ Τύπος καὶ εἰς τοὺς ἰσχυροτέρους ἀνθρωπίνους χαρακτῆρας. Οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ἐπηρεάζονται καὶ οἱ δικασταί, ἀσυναισθήτως ἔχουν παντελῆ ἄγνοιαν τοῦ ψυχολογικοῦ ἐκείνου φαινομένου, ὅπερ καλεῖται «ἐν ἐγρηγόρσει ὑποβολή», καὶ οὐδεμίαν ἰδέαν ἔχουν περὶ τῶν ἐν ἐγρηγόρσει ὁμαδικῶν ὑποβολῶν, τὰς ὁποίας κατορθώνει ὁ Τύπος. Τὸ modus vivendi, τὸ ὁποῖον ἀνεῦρεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ πρώτου σχεδίου αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον τόσος ἠγέρθη θόρυβος καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ κατάσχεσις τῶν τυπογραφείων πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος, δὲν λύει ὁριστικῶς τὸ ζήτημα. Ἡ κατάσχεσις τῶν εἰς χεῖρας τοῦ πρακτορείου ὀφειλομένων πρὸς τὴν καταδικασθεῖσαν ἐφημερίδα ποσῶν, καθὼς καὶ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπραχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ὑπὲρ αὐτῆς, λύει τὸ ζήτημα μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἡμερήσιον Τύπον τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν λύει ὅμως τὸ ζήτημα διὰ λαθρόβια φύλλα τινὰ τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὰ πρακτορεῖα, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἐκτρεπομένου συχνὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἐπαρχιακοῦ Τύπου. Ὑπάρχουν, κύριοι βουλευταί, λαθρόβια φύλλα εἰς τὰς Ἀθήνας, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν μὲν κυκλοφορίαν καὶ ἀναγνώστας, εὑρίσκουν ὅμως τὸν τρόπον ὅπως λάβουν διάδοσιν αἱ εἰς αὐτὰ ἀναγραφόμεναι ἐξυβρίσεις. Ἀκούσατε: Κάθε ἡμέραν, ὅπως καὶ εἰς κάθε πολιτευόμενον, νομίζω, καταφθάνουν εἰς τὴν οἰκίαν μου ἄγνωστά μοι λαθρόβια φύλλα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἀναγιγνώσκω. Δέχομαι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐπισκέπτας μὲ παραλαβὰς συνδρομῶν διὰ τὰ φύλλα αὐτὰ, ἀκόμη καὶ ἂν ταῦτα ἔχουν σταλῆ ὀπίσω ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας μου. Μίαν ἡμέραν προσέρχεται εἰς τὸ γραφεῖον μου ἕνας κύριος κρατῶν εἰς τὰς χεῖρας του πολλὰς ἐφημερίδας καὶ μοῦ παραδίδει μίαν ἀπόδειξιν πληρωμῆς, διὰ μίαν ἐφημερίδα τοῦ τοιούτου εἴδους, τὴν ὁποίαν οὔτε εἶδον, οὔτε ἀνέγνωσα ποτέ. Εὑρισκόμενος εἰς τὴν κακήν μου, τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ πληρώσω. Τότε μοῦ ἐπέδειξεν ἕνα φύλλο τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον σχεδὸν ἠσχολεῖτο μὲ τὸ πρόσωπόν μου καὶ μὲ τὴν δρᾶσιν μου. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι τόσῳ τὸ χειρότερον, διότι γράφων εἰς τὴν ἐφημερίδα του πὼς εἶμαι μεγάλος ἄνθρωπος, μὲ περιέπεζε, καθ’ ὅτι ἐγὼ τοιοῦτος δὲν εἶμαι. Ἀνεχώρησε κατσουφιασμένος, πολλὰ φέρων κατὰ φρένας καὶ κατὰ θυμόν. Δὲν ἤργησε νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκδικήσεως. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔγραψεν ἕνα ἄρθρον ἐναντίον μου, τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβον γνῶσιν, διότι καὶ ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ δὲν ἔχει κυκλοφορίαν καὶ ἑπομένως οὔτε ἐγὼ τὸ ἀνέγνωσα, οὔτε καὶ κανεὶς ἐκ τῶν φίλων μου διὰ νὰ μοῦ τὸ καταστήσῃ γνωστόν. Τὸ φύλλον ὅμως ἐκεῖνο ὁ εὐφυὴς συντάκτης του, τὸ ἔκλεισεν εἰς ἕνα φάκελλον καί τὸ ἀπέστειλεν εἰς μίαν ἀντιπολιτευομένην τὴν Κυβέρνησιν ἐφημερίδα, ἥτις ἐκδίδεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Βραδύτερον μοῦ καταφθάνει τὸ ἀντιπολιτευόμενον φύλλον τῆς ἰδιαιτέρας μου Πατρίδος, μὲ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐπερνοῦσε γενναιὲς δέκα τέσσαρες καὶ μὲ ἐπικεφαλίδα: «Ἰδοὺ τὶ ἀναγινώσκωμεν εἰς τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, διὰ τὸν χαριτωμένον πολιτευτήν μας Λιδαθυνόπουλον». Καὶ τώρα θὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριοι βουλευταί: ἐὰν ἐμήνυον εἴτε τὸ λαθρόβιον φύλλον τῶν Ἀθηνῶν, εἴτε τὸ φύλλον τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος καὶ ἡ δικαιοσύνη μοῦ ἀπέδιδε τὸ δίκαιον ἀπὸ ποῦ θὰ ἐπληρώνοντο τοὐλάχιστον τὰ δικαστικὰ ἔξοδα; Ἀπὸ τὴν κατάσχεσιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς αὐτὸ παρὰ τοῦ πρακτορείου Ἀθηνῶν; Ἢ παρὰ τοῦ πρακτορείου τῶν ἐφημερίδων τῆς Κεφαλληνίας;
§285Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅσα λέγετε παραστατικώτατα, εἶναι ἄξια προσοχῆς. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα, ἐὰν θέλῃ νὰ ψηφίσῃ καὶ τὴν παλαιὰν διάταξιν, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ἡ κατάργησις τῶν τυπογραφείων.
§286Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ, ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἐπιμείνῃ διὰ μίαν βαρεῖαν τῷ ὄντι διάταξιν. Διὰ τῶν λεγομένων μου θέλω μόνον νά ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅπως ἐξεῦρεν ἕνα modus vivendi πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἐξυβριζομένων παρὰ τοῦ ἡμερησίου Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἕνα παρεμφερὲς διὰ τοὺς ἐξυβριζομένους παρὰ τῶν λαθροβίων φύλλων καὶ παρὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ Τύπου. Ὑπερθεματίζω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφεραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ὁ φίλος μου βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, ὅπως δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας μόνον τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὅπως τὸ Κράτος ἀποζημιώνῃ τὰς ἐφημερίδας, αἵτινες θὰ δημοσιεύσουν ταῦτα. Θὰ προσέθετον μάλιστα, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ δημοσιεύῃ δι’ ἐξόδων του καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν μεγάλων δικῶν, αἵτινες ἀπασχολοῦν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὴν κοινωνίαν. Δὲν εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὁ καθρέπτης εἰς τὸν ὁποῖον κατοπτρίζονται τόσον αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται ὁ λαὸς τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους στέλλει εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ προέλθῃ μία ἀγαθὴ καὶ ὑγιὴς κοινὴ Γνώμη. Καὶ ἐν τούτοις τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἐγκαταλείπονται εἰς τὰς διαθέσεις καὶ τὰς ὀρέξεις τῶν διαφόρων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων. Σᾶς ἀνέφερα προχθὲς πῶς γράφονται τὰ πρακτικὰ ταῦτα, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἄλλοτε προσῆλθε πρὸς ἐμὲ νέος δημοσιογράφος, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἰατρικὴν μου γνώμην· καὶ εἰς τὴν συμβουλήν μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κουράζεται, μοῦ εἶπεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον, διότι ἦτο καταδικασμένος νὰ γράφῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς διὰ 4 ἐφημερίδας. Ὅταν δὲ τοῦ παρετήρησα, ὅτι ὁ κόπος δὲν ἦτο πολὺς, διότι ἐπρόκειτο περὶ τριῶν ἀντιγράφων, ἐγέλασε καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζω πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ἔπρεπε νὰ γράφῃ κάθε βράδυ 4 πρωτότυπα πρακτικῶν καὶ ὄχι ἀντίγραφα, ἀναλόγως τῶν φρονημάτων ἑκάστης ἐφημερίδος. Εἶναι τοιαῦται αἱ ἀντιφάσεις τὰς ὁποίας ἀναγινώσκει κανεὶς εἰς τὰ δημοσιευόμενα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς παρὰ τῶν ἐφημερίδων, ὥστε ἐνῷ ἠμπορεῖτε νὰ ἀναγνώσετε εἰς μίαν ἐφημερίδα ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη ἡ ἐπίθεσις τοῦ ὑπουργοῦ Προνοίας κ. Ἰασονίδη κατὰ τοῦ φίλου μου βουλευτοῦ κ. Βουδούρη, ὅτι «παρέλυσαν αἱ φωνητικαὶ χορδαί — τοῦ φίλου μου κ. Βουδούρη — καὶ δὲν ἠκούοντο πλέον οἱ λόγοι του», εἰς ἄλλην ἐφημερίδα δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἰδίαν, ἡμέραν, ὅτι ὁ κ. Βουδούρης διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἔκαμε τὸν ὑπουργὸν τῆς Προνοίας νὰ παύσῃ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος συνήθη περίπατόν του καὶ νὰ παραμείνῃ ἀκίνητος εἰς τὸ βῆμα ὡς ἄλλος Λὼτ, στήλη ἅλατος. Καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀντιφάσεις ζητεῖτε σεῖς, ἵνα ὁ λαὸς λάβῃ ἀληθῆ γνῶσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεγομένων καὶ διαπραττομένων καὶ σχηματισθῇ μία ὑγιὴς Κοινὴ Γνώμη; Καὶ τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ, ὥστε θὰ ηὐχόμην νὰ ἔλθῃ λίαν ταχέως νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν ἐντὸς τοῦ πλαισίου ὅμως τοῦ Δημοκρατικοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ κάμω μίαν παρατήρησιν.
§287Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθὼς βλέπω, ἔχετε ἐπιφυλάξεις.
§288Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶχον ἐπιφυλάξεις, θὰ ἤμην ἀσυνεπὴς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω. Ἔχω ἐπιφυλάξεις, ἀλλὰ καὶ ἐλπίδας. Εἴπατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κ. Πρόεδρε τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι καὶ εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς, καὶ ἐξυβρίσθησαν καὶ ἐδυσφημήθησαν καὶ ἐσυκοφαντήθησαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας. Ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες ἠδιαφόρησαν καὶ περιφρόνησαν τὰς ἐξυβρίσεις καὶ συκοφαντίας.
§289Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, τὸ εἶπον.
§290Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, κύριοι βουλευταί, ὅτι αὐτὸ ἔκαμαν οἱ ἀρχαιότεροι πολιτευόμενοι. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τώρα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος: ἡ ἀδιαφορία των αὐτὴ διὰ τὰς συκοφαντίας, ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψεν τὴν Ἑλλάδα;
§291Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄλλα πράγματα ἔβλαψαν τὴν Ἑλλάδα.
§292Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὰς δυσφημήσεις ἐκ μέρους τοῦ Τύπου, κατὰ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς τοῦ Κουμουνδούρου, καθ’ ἅς στιγμὰς ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας νὰ ἔχῃ ὅλον αὐτῆς τὸ κῦρος, ὅπως διεξαγάγῃ διεθνεῖς διαπραγματεύσεις. Σᾶς ὑπενθυμίζω ἀκόμη πῶς διὰ τῶν δυσφημήσεων τοῦ Τύπου, ἐδηλητηριάσθη ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔναντι τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς τοῦ Τρικούπη, ὅστις καὶ ἐπέθανεν ὡς ἐξόριστος εἰς ξένην γῆν. Οἱ παλαιότεροι ἐξ ἡμῶν, θὰ ἐνθυμοῦνται τὶ ἔγραφεν ἐναντίον τοῦ Τρικούπη ἡ ἐφημερὶς τῆς πρωτευούσης, ἡ «Χώρα».
§293Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠξεύρετε τὶ ἦτο ἡ ἐφημερὶς «Χώρα»;
§294Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω πολὺ καλά, κ. Πρόεδρε τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἦτο ἡμερήσιον φύλλον τῶν Ἀθηνῶν, εἶχε μεγάλην διάδοσιν, λέγεται δὲ—χωρὶς νὰ δύναμαι καὶ νὰ τὸ βεβαιώσω—ὅτι ἦτο καὶ ὄργανον ἑνὸς κόμματος. Σᾶς ὑπενθυμίζω προσέτι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης ἕνεκεν τῶν δυσφημιῶν τοῦ Τύπου, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σύμβασιν διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας. Καὶ ὅτι βραδύτερον, ἕνεκεν τῶν δυσφημιῶν τοῦ Τύπου, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ πρόγραμμά του περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τῆς Χώρας. Ἐὰν δὲ δὲν ἤθελε δυσφημισθῆ καὶ πολεμηθῆ τότε παρὰ τοῦ Τύπου, θὰ εἶχον ἔκτοτε ἀποξηρανθῆ τὰ μεγάλα ἕλη τοῦ Σπερχιοῦ ποταμοῦ, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ μεγαλύτερα ἕλη τῆς μικρᾶς τότε Ἑλλάδος.
§295Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης δὲν ἐγκατέλειψε τὴν σύμβασιν τῆς ὑδρεύσεως ἐκ τῶν δυσφημιῶν τοῦ Τύπου, ἀλλ’ ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἐντιμότητα, ἀπέφυγε νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, πεισθεὶς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πατρός μου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ χρηματιστηριακοῦ κόλπου.
§296Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ διαμφισβητήσω, βεβαίως, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅτι ὁ Θεοτόκης ἐπείσθη μᾶλλον ἐκ τῆς συμπτώσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πατρός του νὰ ἀποσύρῃ τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Δὲν δύναται ὅμως καὶ ὁ κ. Ράλλης νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς νὰ γνωρίζω πῶς διέθετον ψυχολογικῶς τὸν ἀείμνηστον Θεοτόκην αἱ δυσφημίσεις τοῦ Τύπου, ἀφοῦ ἐπὶ 15 ὁλόκληρα ἔτη εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἰδιαίτερός του ἰατρός. Ἐὰν δὲ ἐπαίρομαι ὅτι ἤμην ἐπὶ 15 ἔτη ἰατρὸς τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη, ἐπαίρομαι ἐπίσης, ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακουφίσω καὶ νὰ καταστήσω ὀλιγώτερον ὀδυνηρὰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ ἀειμνήστου πατρός σας, τοῦ ὁποίου πάντοτε ἐθαύμασα τὴν εἰλικρίνειαν, τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν τῶν πολιτικῶν του ἀγώνων. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἄρθρου 28, τὸ ὁποῖον στέκει ξεκάρφωτο μέσα εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ Τύπου». Ἐὰν ἐπὶ ἐπικλινοῦς ἐπιπέδου τοποθετηθοῦν ἀντικείμενα, ἄλλα ξεκάρφωτα καὶ ἄλλα καρφωμένα, τὰ πρῶτα θὰ διολισθήσουν, θὰ παρασύρουν τὰ καρφωμένα καὶ ὅλα μαζὺ θὰ πέσουν καὶ θὰ σπάσουν. Μόνον ὁ Θεὸς κρατεῖ τὰ κεραμύδια εἰς τὰς στέγας ξεκάρφωτα (γέλωτες). Ἐὰν δὲ εἰς νομοθετήματα σπουδαιότητος τεθοῦν ξεκάρφωτα ἄρθρα ταῦτα εἶναι προωρισμένα νὰ πέσουν εἰς ἀχρηστίαν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασύρουν εἰς ἀχρηστίαν καὶ τὰ οὐσιώδη ἄρθρα τοῦ νομοθετήματος. Τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι, «περὶ Τύπου» τὸ περὶ βλασφημιῶν, λέγει: «Ὅστις δημοσίως βλασφημεῖ διὰ χλευαστικῶν ἢ ὑβριστικῶν ἐκφράσεων κατὰ τοῦ Θεοῦ ἢ τῶν Συμβόλων ἢ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον μέχρι δρχ. 1000 ἢ μὲ κράτησιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς, ἢ καὶ μὲ ἀμφοτέρας τὰς ποινὰς ταύτας». Τὶ δουλειὰ ἔχουν αἱ βλασφημίαι μέσα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου, δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλάβω.
§297Λ. ΝΑΚΟΣ. Αἱ βλασφημίαι ἀφοροῦν σᾶς.
§298Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν φίλον μου βουλευτὴν κ. Νᾶκον, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος καθὼς ἔμαθα εἶπεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν προήδρευεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ βάλωμεν ὅλους τοὺς συμπολίτας τοῦ φίλου κ. Λιβαθυνοπούλου εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ θὰ εἴπω πρὸς αὐτούς, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες βλασφημοῦν ἐξ ἴσου. Ἐὰν δὲ ὁ ἥκιστα κολακευτικὸς τίτλος τοῦ βλασφήμου ἐδόθη εἰς τοὺς Κεφαλλῆνας, τοῦτο ἐγένετο ὄχι διότι οἱ συμπολῖται μου εἶναι περισσότερον βλάσφημοι τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ διότι ὁ Κεφαλλήν, ὅστις ἀποτελεῖ ἕναν ἰδιαίτερον Τύπον Ἕλληνος μὲ πολλὰ προτερήματα καὶ πολλὰ ἐλαττώματα, ἔχει καὶ πολλὰς πρωτοτυπίας εἰς τὰς βλασφημίας του. Δὲν πρόκειται λοιπόν, περὶ ποσότητος βλασφημιῶν, ἀλλὰ περὶ ποιότητος. Ἔκαμα μελέτας, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἀπέδειξα διὰ δημοσιευμάτων μου, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος βλασφημοῦν περισσότερον παρὰ εἰς Κεφαλληνίαν. Εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως π. χ. βλασφημοῦν καὶ ἐμμέτρως. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων δημαρχειακῶν ἐκλογῶν τοὐλάχιστον, ἐτραγούδουν οἱ συμπολῖται τοῦ φίλου κ. προέδρου «Ἀσήκη τὸν θέλω τὸν Δήμαρχό μου, νἄχη τὸ μουστάκι ψηλὰ, νὰ λέῃ καὶ «τὸ σταυρό μου». Ἐὰν δὲ δὲν βλασφημοῦσι ἐμμέτρως οἱ συμπολῖται μου, ἔχουσιν ὅμως μεγάλην ἰδιορρυθμίαν καὶ πρωτοτυπίαν εἰς τὰς βλασφημίας των. Δὲν φαντάζομαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἀναγράφονται ἰδιαίτεραι τιμωρίαι διὰ τοὺς βλασφημοῦντας. Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν δὲν ὑπάρχει νόμος τοιοῦτος.
§299Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει.
§300Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ λέτε σεῖς, πάω πᾶσσο. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τὶ χρειάζεται ὁ νόμος εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀφοῦ οἱ Ἄγγλοι δὲν βλασφημοῦν ποτέ.
§301Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμποροῦμεν, βεβαιότατα, νὰ φυλακίσωμεν ὅλην τὴν Κεφαλληνίαν.
§302Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Κεφαλληνίας, κ. Πρόεδρε, πρόκειται καὶ περὶ τῆς πατρίδος σας, εἰς τὴν ὁποίαν βλασφημοῦν ἐξ ἴσου καὶ ἂν θέλετε, σᾶς ἀπαριθμῶ ἐδῶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν βλασφημιῶν τῶν συμπολιτῶν σας. Ἐάν, καθὼς λέγετε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν ὅμως δὲν ὑπάρχει, βεβαιότατα. Πολλοὶ λαοὶ ἐθεώρησαν τὴν βλασφημίαν ὡς ἕν τῶν βαρυτέρων ἐγκλημάτων. Παρὰ Ἑβραίοις ὁ βλάσφημος ἐλιθοβολεῖτο. Διὰ βλασφημίαν κατεδικάσθη παρὰ τοῦ Πιλάτου καὶ ὁ κ. ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως σταυρωθῇ. Εἰς τὰς νεαρὰς τοῦ Ἰουστινιανοῦ τιμωρεῖται ὁ βλάσφημος διὰ θανάτου. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ Λουδοβίκου τοῦ καλοῦ ἐπεβάλλετο ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ὄχι μόνον εἰς τοὺς βλασφημοῦντας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη οἵτινες, γνωρίζοντες αὐτοὺς, δὲν τοὺς κατέδιδον. Ἐπὶ Φιλίππου Αὐγούστου, ἐὰν οἱ βλασφημοῦντες ἦσαν εὐγενεῖς ἐτιμωροῦντο διά προστίμου, ἐὰν δὲ ἀνῆκον εἰς τὸν ὄχλον διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Ἐπὶ Λουδοβίκου τοῦ 9ου ὁ βλασφημῶν διὰ πρώτην φορὰν ἐστιγματίζετο εἰς τὸ μέτωπον, καθ’ ὑποτροπὴν δὲ διεπερᾶτο διὰ πεπυρακτωμένου σιδήρου τὸ ἀνώτερον χεῖλος τοῦ στόματος. Κατὰ τὸ 1523 τὸ δικαστήριον τῶν Παρισίων κατεδίκασε καὶ ἐτέθη ζῶν ἐπὶ τῆς πυρᾶς κληρικός, ὅστις ἀπεδείχθη ὅτι ἐβλασφήμησε. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς παλαιᾶς Γαλλικῆς Νομοθεσίας, ἡ τιμωρία τῶν βλασφημούντων ἦτο πρόστιμον καὶ φυλάκισις. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὅμως ὁ νόμος ἐτίθετο εἰς ἀχρηστίαν, καὶ οὕτω δὲν ὑπάρχει παράδειγμα τιμωρηθέντος κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα ἐν Γαλλίᾳ, διὰ βλασφημίαν. Κατὰ δὲ τὸ 1791 ἐξῆλθε τοῦ Γαλλικοῦ ποινικοῦ κώδικος ἡ βλασφημία. Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω, τελευταίως εἰς τὴν Ἰταλίαν μὲ τὸ Κονκορδᾶτον, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει ὁ δικτάτωρ μὲ τὸ Βατικανόν, εἶχε συντάξει καὶ ἕνα νομοσχέδιον ἀφορῶν τὰς βλασφημίας, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Ἐὰν θέλετε καὶ σεῖς νὰ κάμετε ὅ,τι ἔκαμεν ὁ δικτάτωρ Ἰταλὸς πρέπει νὰ συντάξετε ἕνα ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ βλασφημιῶν. Νὰ διαιρέσητε τὰς Ἑλληνικὰς βλασφημίας εἰς ἀράς, εἰς ἐξυβριστικὰς βλασφημίας τῶν ἀνθρώπων καὶ εἰς ἐξυβριστικὰς βλασφημίας τοῦ Θείου, ἵνα δυνηθῆτε νὰ θέσετε καὶ ποινὰς ἀναλόγους. Δὲν δύνασθε νὰ τιμωρήσετε ἐξ ἴσου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐξυβρίζει τὸν συνάνθρωπόν του καὶ τοῦ λέγει «διάβολε ἔπαρ’ τὸν πατέρα σου» εἰς στιγμὴν ὀργῆς μὲ ἐκεῖνον ὅστις βλασφημεῖ τὸν Ἅγιον Ἰζαεκίαν, καί ἐκεῖνον ποὺ βλασφημεῖ τὴν θεότητα. Ὁ Ἕλλην βλασφημεῖ εἰς στιγμὰς ὀργῆς καὶ εἰς στιγμὰς ἀγανακτήσεως. Ἄλλαι εἶναι αἱ βλασφημίαι του εἰς τὰς στιγμὰς ὀργῆς καὶ ἄλλαι εἰς τὰς στιγμὰς τῆς ἀγανακτήσεως. Ὁ μέλλων νὰ συντάξῃ ἕνα τοιοῦτον νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἔχῃ μελετήσει πρῶτον καλῶς τὸ ζήτημα τῶν βλασφημιῶν, ἀρχίζων ἀπὸ αὐτὴν τὴν λέξιν βλασφημίαν, ἥτις κατὰ κυριολεξίαν σημαίνει, ὅτι βλάπτεται ἡ φήμη, ἐνῷ οὐδεὶς βλασφημῶν ἐφαντάσθη ποτὲ νὰ κάμῃ καμμιὰ ρεκλάμαν τῶν ἁγίων καὶ τῆς θεότητος. Τὸ ξεκάρφωτο ἄρθρο αὐτὸ, εἰς τὸν περὶ Τύπου νόμον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὔτε θόρυβος ἔγινε, πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ. Ἡ βλασφημία εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς καὶ δὲν θὰ ἐξαλειφθῇ, βεβαίως, διὰ νόμου. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἂν κάμετε ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, ὅτι «ὅποιος ὁμιλεῖ Ἀρβανίτικα θὰ πηγαίνῃ ἕνα χρόνο φυλακὴ», θὰ παύσουν τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν νὰ ὁμιλοῦν τὴν Ἀρβανήτικη γλῶσσα; Ἐὰν τὸ πιστεύετε αὐτό, διατὶ δὲν παρεμβάλλετε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἕνα ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαγορεύεται τὸ ὁμιλεῖν Ἀλβανηστί; Ἐὰν ἕνας δυστυχὴς συμπολίτης σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εἰργάσθη ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὰ χωράφια καὶ ἐπότισε τὸ χῶμα μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, ἐπιστρέφων κατάκοπος τὸ βράδυ στὸ σπῆτι του, εἰς στιγμὴν ὀργῆς εὑρισκόμενος, πῇ εἰς ἕναν συμπολίτην του «νὰ μπῇ ὁ διάβολος μέσα σου», ξέρετε τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ; Ὁ μὲν συμπολίτης του νά ἀδιαφορήσῃ διὰ τὴν ἀρὰν αὐτὴν, ἀλλὰ ὁ τυχὼν παρευρεθεὶς χωροφύλαξ νὰ μηνύσῃ καὶ θὰ κάμῃ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον νὰ κατεβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ζητῶν μάρτυρας καὶ δικηγόρους, ὁπότε λίαν δικαίως θὰ βλασφημῇ καὶ τὴν θρησκείαν καὶ τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν Θεότητα, ἥτις τὸν ἔβγαλεν ἀπὸ τὴ δουλειά του καὶ τὸν ἔσυρεν εἰς τὰ δικαστήρια. Δὲν φθάνει ποὺ ὁ Θεὸς θὰ τιμωρήσῃ τοὺς βλασφημοῦντας καὶ θὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν μέσα στὴ μέση τῆς κολάσεως, ἀλλὰ θέλετε καὶ σεῖς νὰ τοὺς τιμωρήσετε καὶ ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερον τὴν κόλασιν, θὰ ἠδύνατο εἷς ἐξ ὑμῶν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ ἂν εἶναι ἡ κόλασις προληπτικὸν ἢ κατασταλτικὸν μέτρον;
§303Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προληπτικόν.
§304Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραῖα! Ὥστε ὁ Χριστὸς ἦτο ἀντισυνταγματικός!!
§305ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλοι οἱ Κεφαλλωνῆτες πρέπει νὰ μπῆτε μέσα.
§306Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔννοια σας, κ. συνάδελφε, ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες θὰ μποῦμε μέσα, ἐὰν διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον. Πρέπει τὸ Κράτος νὰ κάμῃ ἐπίτηδες φυλακὰς διὰ νὰ χωρέσουν ὅλους τοὺς Ἕλληνας.
§307Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πάλιν τοὺς συμπολίτας σας ὑπερασπίζετε κ. Λιβαθυνόπουλε.
§308Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοὺς ἰδικούς σας συμπολίτας, κ. Πρόεδρε τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Παῦλος δὲν ἠδυνήθη διὰ τῶν ἐπιστολῶν του νὰ τοὺς κάμῃ νὰ μὴ βλασφημοῦν, καὶ ἂν θέλετε, σᾶς ἀραδιάζω τὰς βλασφημίας τῶν Κορινθίων. Δὲν στηρίζεται τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ νόμους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐδίδαξεν, ὅτι ἰσχὺς τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ νόμος, καὶ σεῖς θέλετε μὲ νόμους νὰ στηρίξετε τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ.
§309Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀπαλειφθῇ.
§310Ρ. ΛΙΒΑΘΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σεῖς, κ. Πρόεδρε, δὲν θέτετε τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἐξαρτήσω τὴν ψῆφόν μου ἐκ τῆς ἀπαλείψεως ἢ μὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ὑπερψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν ἡ ἐκτραχειλισθεῖσα μερὶς τοῦ Τύπου, καὶ ὅτι θὰ παύσῃ ἐπὶ τέλους ἡ συκοφαντία, ἡ ὁποία ἐνῷ ἀρχίζει σἂν ἕνα δροσερὸ ἀεράκι δὲν ἀργεῖ τὸ ἀεράκι αὐτὸ νὰ ὀγκωθῇ, νὰ φουσκώσῃ, νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀνεμοστρόβιλον, ποὺ συνεπαίρνῃ καὶ ρίπτῃ κάτω τὸν ἀτυχῆ συκοφαντούμενον, τὸν κομματιάζει, τὸν μελιδιάζει, τὸν κάμνει στάχτη, καὶ τὸν ἐξαφανίζει ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, πρὸς βλάβην πολλάκις αὐτῆς τῆς κοινωνίας καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας (χειροκροτήματα).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)