| 1052 | ἤτοι | 1) | ἐφ’ ἅπαξ βοήθημα εἰς ὑπαλλήλους | 80 ἑκατ. | |
| 1053 | 2) | πληρωμὴ Dreda βαρύνουσα 1930—31 | 50 » | ||
| 1054 | 130 » |
1931.03.27
2,278 rows · 15,984 words · 1 table · 48 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4½ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 24 Μαρτίου. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 24 Μαρτίου).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βασιλειάδης καταθέτει ἀναφορὰν γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τῆς σχολῆς Ὑπαξ. Μηχανικῶν, ζητούντων τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος νόμου 4411 «περὶ στελεχῶν κ. λ. π. τοῦ Π. Ν». — Ὁ Μιχαὴλ Τσαρκέζης, Μακεδονομάχος, κάτοικος Φλωρίνης, ζητεῖ τὸν ἐπαναδιορισμόν του ὡς ἀγροτικοῦ διανομέως. — Οἱ ἐργάται Κρητικῶν ἐνδυμάτων Χανίων παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως καταρτίσῃ Σύνταγμα χωροφυλακῆς ἢ στρατοῦ μὲ ἔνδυμα Κρητικόν, διὰ τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ὁλοκλήρου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ δὴ τῆς πενομένης τάξεως τῶν ἀνέργων ἐργατῶν τῆς τάξεώς των. — Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Κερκύρας ὑποβάλλει τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐν Κερκύρᾳ. — Ὁ Ἐμμ. Μαρκάκης, κάτοικος Μεραμβέλλου Κρήτης ζητεῖ τὴν πληρωμὴν ὑπὸ τοῦ Μ. Μανουσέλη προστίμου ἐκ δραχμῶν 650 χιλιάδων διὰ τὸ λαθρεμπόριον τὸ ὁποῖον ἐξήσκει οὗτος, ἵνα μὴ διὰ τῶν διαφόρων παρελκύσεων καὶ ἀντενεργειῶν παραγραφῇ ἡ ὀφειλὴ αὕτη πρὸς τὸ Δημόσιον. — Ἡ Παγκρήτιος δημοσιοεισπρακτορικὴ Ἕνωσις καὶ οἱ εἰσπράκτορες Βόλου ζητοῦν τὸν διπλασιασμὸν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τὴν παροχὴν διαχειριστικῆς ἀμοιβῆς καὶ τὴν διαβάθμισίν των μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως. Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ ἐνισχύσεως τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς τέχνης. καὶ 2) Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 28)29 Ὀκτωβρίου 1926 περὶ ἀνασυστάσεως συμβουλίου κλπ. ἐν τῷ ὑπουργείῳ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΚΗ τοῦ 1892, περὶ Δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περὶ συστάσεως δελτίου διελεύσεως μεταναστῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γρ. Τυλικίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως σχολικῶν ταμείων καὶ σχολικῶν ἐφορειῶν». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Κολιαλέξης, Σ. Κωστόπουλος, Ι. Κούνδουρος καὶ Ι. Μουτζουρίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς τῆς ὑπὸ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 13ης Σεπτεμβρίου 1925 καθοριζομένης προσαυξήσεως συντάξεως εἰς τοὺς διατελέσαντας ἀεροπόρους, τοὺς ἀποστρατευθέντας ἐξ ἄλλων σωμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γρ. Τηλικίδης, Ι. Μουτζουρίδης, Ι. Ἀνδριόπουλος, Δ. Χατζῖσκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 4597 περὶ ἀνανεώσεως τῆς ἐγγραφῆς ὑπὸ τῶν μήπω ἀνανεωσάντων ταύτην φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατὰ τὸ ἔτος 1928–1929 καὶ 4620 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν».
§3Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐλέγχου. Πότε θὰ γίνῃ ἐπὶ τέλους ὁ ἔλεγχος;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ληφθεῖσαν χθὲς τὸ βράδυ θὰ συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄν θέλετε νὰ ἀλλάξῃ ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην ἀποφάσεις ἡ Βουλή.
§5Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχουν πρὸ τριῶν μηνῶν ἐπερωτήσεις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγός σας ἔμεινε σύμφωνος.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συνεννοήθημεν μὲ τὸν κ. Τσαλδάρην νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§8Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην.
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Τσαλδάρης.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων τὴν Δευτέραν θὰ ἔχωμεν ἐπερωτήσεις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας παραγραφῆς διαφόρων φορολογιῶν.
§11Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρατείνεται τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου μέχρι 31 Μαρτίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους, διότι ὑπάρχουν ἐλάχισται φορολογικαὶ ὑποθέσεις διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόλαβαν νὰ γίνουν βεβαιώσεις διὰ τεχνικοὺς λόγους.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεων διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». (Γίνεται δεκτὸν γενομένης δεκτῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς τῆς καθοριζομένης διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1925 προσαυξήσεως συντάξεως εἰς τοὺς διατελέσαντας στρατιωτικοὺς ἀεροπόρους τοὺς ἀποστρατευθέντας ἐξ ἄλλων σωμάτων». (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων τινῶν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ». Ὁ κ. Παπαφλέσσας.
§15Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἴσως σᾶς διέφυγε τὸ ζήτημα τῶν ἐν πολέμῳ παθόντων ἀξιωματικῶν, δηλαδὴ τῶν εὑρισκομένων εἰς πολεμικὴν ἀποστρατείαν καὶ διαθεσιμότητα. Ὅπως ξεύρετε ἐξ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν ἀπέθανον ἐν διαστήματι 10 ἐτῶν 274, ὑπολείπονται δὲ ἄλλοι τόσοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ τοὺς δοθῇ τὸ ἑξάμηνον τὸ ὁποῖον δίδεται καὶ εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς.
§16Γ. ΚΑΤΕΧΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταί, δὲν μποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν αὐτό, διότι δὲν ἔχομεν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀποδόσεως, δίδομεν δὲ τὸ τρίμηνον, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ σχεδὸν πρὸς τὸ ἑξάμηνον τῶν ἄλλων.
§17Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ κάμῃ δεκτὴν τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι δικαία.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς μόνην συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως λεμβούχων Θεσσαλονίκης». (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ τοὺς πταισματοδίκας». (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τῶν διδασκόντων μαθήματα μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἕδραν αὐτῶν κλπ.». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸν ὀργανισμὸν Διοικήσεως Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μοναστηριακῆς περιουσίας, συνομολογήσεως δανείου κλπ.». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4823 περὶ ἀνεγέρσεως, ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως ἀρχαιολογικῶν Μουσείων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4597 περὶ ἀνανεώσεως τῆς ἐγγραφῆς τῶν μήπως ἀνανεωσάντων ταύτην φοιτητῶν Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως σχολικῶν ταμείων καὶ σχολικῶν ἐφορειῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ μέχρι τοῦδε ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–31 δὲν ἀφίσταται τῶν προβλέψεων εἰς τὰς ὁποίας προέβην κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ συζητουμένου Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὰς προβλέψεις ταύτας ὑπελογίσαμεν συνολικὴν πτῶσιν ἐσόδων ἀπέναντι τοῦ 1930–31 ἐξ ἑκατ. 138. Ἐκ τούτων ἔχει πραγματοποιηθῆ πτῶσις 122 ἑκατ. Ἑπομένως διὰ νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῶν προβλέψεων ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα πρέπει αἱ εἰσπράξεις τοῦ Μαρτίου νὰ ὑπολειφθοῦν τῶν τοῦ περυσινοῦ Μαρτίου κατὰ 16 ἑκατ. μόνον, ὅπερ δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐφόσον καὶ οἱ δύο μῆνες ὑπὸ τὰς αὐτὰς περίπου οἰκονομικὰς συνθήκας διαρρέουν. Δοθέντος δ’ ὅτι τὰ ἔκτακτα τῆς Ι καὶ τὰ ἔκτακτα τῆς ΙΙ κατηγορίας ἔσοδα ἐμφανίζουν πέραν τῶν ὑπελογισθέντων κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ 1931–32 περὶ τὰ 80 ἑκατ. ἕπεται ὅτι τὸ προβλεπόμενον περίσσευμα θὰ ηὐξάνετο κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν τινὲς ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ 1930–31 δὲν ἔχριζον ἐνισχύσεως ἐξ 80 περίπου ἑκατομμυρίων, αἵτινες ἐξουδετεροῦν τὴν ὡς ἄνω ὑπεραπόδοσιν. Καὶ παραμένει οὕτω ὡς πιθανὴ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ 1930– 31, περίσσευμα 347 ἑκατ. ἐφ’ ὅσον ὁ μὴν Μάρτιος δὲν θὰ ὑπολειφθῇ τοῦ περυσινοῦ Μαρτίου πέραν τῶν 16 ἑκατομμυρίων. Πᾶσα περαιτέρω πτῶσις θὰ ἐλαττώσῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο καθ’ ἴσον ποσόν. Δύσκολον εἶναι νὰ προείπωμεν ἀκριβῶς ἂν καὶ πόση θὰ ἐμφανισθῇ ἡ τοιαύτη πτῶσις, διότι ὁ Μάρτιος εἶναι συνήθως μὴν ἐκπλήξεων. Δοθέντος ὅμως ὅτι τὰ δύο πρῶτα δεκαήμερα τοῦ Μαρτίου δὲν ἐνεφάνισαν καμμίαν πτῶσιν εἰς τοὺς εἰσαγωγικοὺς δασμούς, νομίζομεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπολειφθῇ ἐν συνόλῳ τοῦ περυσινοῦ πέραν τῶν 100 ἑκατ., ὁπότε τὸ περίσσευμα θὰ περιορισθῇ κατὰ 84 ἑκατομμύρια. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ νέον οἰκονομικὸν ἔτος θὰ ἔχωμεν περιθώριον ἀσφαλείας κυμαινόμενον μεταξὺ τριακοσίων ἢ τετρακοσίων ἑκατομμυρίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ 1931 –32 δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον, τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ὑπελογίσθησαν μετὰ πάσης συντηρητικότητος, Τὰ ἔξοδα ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ 1929–30 καὶ 1930–31. Ἔχει προσθέτως ὀγκῶδες ἀποθεματικὸν καὶ ὡς τελευταίαν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα οἰκονομίαν 150 ἑκατομ. ἐκ τῆς ἐξουσιοδοτηθείσης περικοπῆς τοῦ μισθοῦ τῶν Ὑπαλλήλων τὴν ὁποίαν ἐλπίζω πάντοτε ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν. Δοθέντος δ’ ὅτι κατὰ πάσας τὰς δυνατὰς προβλέψεις ἡ κρίσις ἐσημείωσεν ἤδη τὴν μεγαλειτέραν της ἔντασιν καὶ ὅτι γενικῶς δὲν προσδοκᾶται χειροτέρευσις τῆς καταστάσεως, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ δημοσιονομική μας κατάστασις ἀπέδειξεν ἐξαιρετικὴν στερεότητα ἀνθέξασα ὅσον ὀλίγαι εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς κρίσεως διότι κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ τὸν ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον ἡ κρίσις ἔσχε εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ πολλῶν Κρατῶν καὶ Κρατῶν πλουσίων, πολλαχόθεν δὲ ἀγγέλλονται ἐλλείμματα ὀγκώδη τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν καὶ περικοπαὶ δαπανῶν ἄγριαι καὶ ἐλαττώσεις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων σημαντικαὶ ἐνῷ ἡμεῖς καὶ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποφύγωμεν, ὡς ἀποφεύγομεν πάντα κίνδυνον ἐλλείμματος. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ λαϊκοῦ κόμματος ἀκολουθῶν ἀντίθετον πρὸς τὸν κ. Ζαβιτσιάνον ὁδὸν μέμφεται τήν Κυβέρνησιν διότι ἐπιδιώκει περισσεύματα. Πράγματι ἡ ἐπιδίωξις τῶν περισσευμάτων γενικῶς κατακρίνεται ὑπὸ τῆς Ἐπιστήμης διότι ὄχι μόνον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν οἰκονομίαν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς ἐτησίας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀλλὰ καὶ παροτρύνει εἰς νέα ἔξοδα, ἐπειδὴ δὲ τὰ νέα ταῦτα ἔξοδα συνήθως παγιοποιοῦνται ἐνῷ τὰ περισσεύματα δὲν εἶναι σταθερὰ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπιδιώξεως περισσευμάτων ὁδηγεῖ συχνάκις εἰς ἐλλείμματα. Διὰ τοῦτο κρατεῖ τὸ ἀξίωμα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ περικλείῃ τὸ ἔλλειμμα διὰ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ Ἑλληνικὸν ρητὸν οὐκ’ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῶν περισσευμάτων ἡ ὁποία σημειωτέον προϋποθέτει καὶ ἄνεσιν προϋπολογισμοῦ ἀσκεῖται εἴτε εἰλικρινῶς διὰ τῆς καταρτίσεως προϋπολογισμοῦ μὲ μεγαλύτερον σκέλος ἐσόδων εἴτε κεκαλυμμένως διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν ἐσόδων ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἐξόδων. Τοιαύτην πολιτικὴν ὅμως οὔτε ἤσκησεν ἡ Κυβέρνησις οὔτε καὶ ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ λόγῳ τῆς στενότητος τῶν προϋπολογισμῶν μας. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε κατηρτίσαμεν ἐμφανίζουν ἀσήμαντον περίσσευμα μέχρι τοῦδε κατεβάλλομεν δὲ πάντοτε προσπάθειαν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων γνωστῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τὰ ἔξοδα ὁμοίως ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀφίσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μικράν τινα ἐλαστικότητα, περιθώριόν τι νὰ καλύψῃ ἀντιξόους περιστάσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μεταφέρουν ἀπρόοπτον μείωσιν τῶν ἐσόδων ἢ ἀπρόοπτον αὔξησιν τῶν δανείων διότι ἄλλως τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξησφαλισμένον. Ἐκ τοῦ περιθωρίου τούτου καὶ ἐκ τῆς μετὰ φειδοῦς ἐγκρίσεως τῶν δαπανῶν καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων προέρχονται τὰ μικρὰ περισσεύματα τῶν προϋπολογισμῶν μας καὶ διὰ τοῦτο τὰ περισσεύματα ταῦτα δὲν εἶναι οὔτε προμελετημένα οὔτε καὶ γνωστὰ κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διαφαίνονται δὲ συνήθως μετὰ τὸ αʹ ἑξάμηνον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πρῶτον τοῦτο ἑξάμηνον διέρρευσεν ὁμαλῶς ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ὁμαλῶς θὰ διαρρεύσῃ καὶ τὸ δεύτερον. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ διατυπωθῇ μομφὴ ἐπιδιώξεως περισσευμάτων, ἐκτὸς ἂν μεμπτέα εἶναι ἡ μετὰ συνέσεως πρόβλεψις καὶ μετὰ φειδοῦς ἐκτέλεσις τῶν προϋπολογισμῶν. Ὅσον ἀναφορᾷ δὲ τὴν διάθεσιν τῶν περισσευμάτων μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὅταν ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι οἱ ὁρίζοντες τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτῶν δὲν προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις. Σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων ἀκούομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι τὰ περισσεύματα κατὰ τοὺς μέν, ἐν μέρει εἰς παραγωγικὰς δαπάνας καὶ ἐν μέρει εἰς ἐλάττωσιν τοῦ Δημοσίου Χρέους καὶ κατὰ τοὺς δὲ ἐν μέρει εἰς ἐλάττωσιν τοῦ Δημοσίου Χρέους καὶ ἐν μέρει εἰς φορολογικὰς ἀνακουφίσεις, Ἀλλὰ ἡ παρατήρησις ὅτι ἔπρεπεν ἓν μέρος νὰ διατεθῇ εἰς παραγωγικὰς δαπάνας, δὲν ἔχει τὴν θέσιν της, διότι τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν περισσευμάτων διετέθη πράγματι εἰς δαπάνας παραγωγικάς. Οὔτε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν εἶναι παραγωγικαὶ δαπάναι τὰ 154 ἑκατομ. τῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὰ 200 ἑκατομ. τῆς προσφυγικῆς στεγάσεως, τὰ... ἑκατομ. τὰ διατεθέντα πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἑλονοσίας κλπ. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν τονίζω ριζικῶς πρὸς τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι περισσεύματα εἰς ἀπόσβεσιν Δημοσίου Χρέους. Διότι ἡ παροῦσα γενεὰ οὐ μόνον ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της ἀλλὰ πράττει καὶ πέραν τοῦ καθήκοντος της ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δημοσίου χρέους. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι καταβάλλομεν χρεωλύσιον ἐξαιρετικῶς μέγα τὸ ὁποῖον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν βαρύνει ὑπερμέτρως καὶ ἀδικίαν ἀποτελεῖ διὰ τὴν παροῦσαν γενεάν. Δὲν ἐπιτρέπονται ἑπομένως συστάσεις περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ἀποσβέσεως τοῦ Δημοσίου Χρέους τοὐναντίον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρεωλυσίου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια εὐθὺς ὡς αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψουν μίαν μετατροπὴν τῶν ὑφισταμένων δανείων μας. Τοῦτο καὶ τὸν προϋπολογισμὸν θ’ ἀνεκούφιζε καὶ ἔργον ἐπιβεβλημένης δικαιοσύνης θὰ ἀποτελῇ, διότι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τῶν δανείων καὶ ἡ μέλλουσα γενεά, ἥτις καὶ θ’ ἀπολαύσῃ καὶ τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων καὶ τῶν προσπαθειῶν τῆς παρούσης γενεᾶς. Εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς δὲν βλέπουν τὴν ἀντίφασιν εἰς τὴν ὁποίαν περιπίπτουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς κατακρίνουν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἀπέσβεσε διὰ τῶν περισσευμάτων ἰσόποσον δημόσιον χρέος καὶ ἀφ’ ἑτέρου διακηρύττουν ὅτι ἡ ἀπόσβεσις παρ’ ἡμῖν χωρεῖ ραγδαίως, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιβραδυνθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἡ χρεωλυτικὴ ἀπόσβεσις τῶν Ἑλληνικῶν χρεῶν ἐχώρει κανονικῶς καὶ πάλιν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπε πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς νὰ διατεθῶσι τὰ περισσεύματα. Διότι προτιμώτερον θὰ ἦτο ἀντὶ τῆς ἀποσβέσεως ταύτης νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ καὶ ἄλλαι χρησιμώταται ἀνάγκαι, ὅσαι ἱκανοποιήθησαν διὰ τῶν περισσευμάτων. Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν πίνακα τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἱκανοποιήσαμεν διὰ τῶν περισσευμάτων, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὅλαι εἶναι πρωτευούσης σημασίας. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ ἡ ὁποία χάριν μικρῆς σχετικῶς ἐλαττώσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ Δημ. Χρέους, ἐλαττώσεως προωρισμένης εἰς ἀνακούφισιν τῆς ἐπομένης γενεᾶς θ’ ἀπεφάσιζε νὰ ἀφίσῃ τὴν παροῦσαν γενεὰν ἡ ὁποία καὶ κατέβαλε τὰ περισσεύματα νὰ τὴν ἀφίσῃ ἄνευ σχολείων, ἄνευ στεγάσεως προσφύγων, ἄνευ στοιχειώδους μερίμνης διὰ τὴν ὑγείαν, ἄνευ μερίμνης διὰ τὴν γεωργίαν ἄνευ στοιχειώδους ναυτικῆς ἀμύνης, ἄνευ νοσοκομείων κλπ. Θὰ ἦτο ἀδικαιολογήτως σκληρὰ καὶ ἄδικος τοιαύτη πολιτικὴ ἀπέναντι τῆς παρούσης γενεᾶς. Ἀλλὰ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον διὰ τὴν σπουδαιότητα τουτέστι τῶν ἱκανοποιηθεισῶν διὰ τῶν περισσευμάτων ἀναγκῶν δὲν εἶναι ὀρθὴ οὔτε ἡ γνώμη ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν διάθεσιν μέρους τῶν περισσευμάτων εἰς φορολογικὴν ἀνακούφισιν προσωρινήν. Οὐδὲ πρέπει νὰ παρορᾶται ὅτι ἡ προσωρινὴ αὕτη φορολογικὴ ἀνακούφισις διὰ μέρους τῶν περισσευμάτων ἂν μὲν ἐξετείνετο ἐφ’ ἁπάσης τῆς φορολογίας θὰ ἦτο ὅλως ἀστεία ἄν δὲ περιωρίζετο εἰς μίαν ἢ δύο φορολογίας θὰ ἐδημιούργη ἀνισότητας καὶ ἀδικίας διότι ἐκ τῶν περισσευμάτων ὅλων τῶν φορολογιῶν θ’ ἀνεκουφίζετο μόνον μία τάξις φορολογουμένων. Ἐκτὸς δὲ τούτων αἱ προσωρινῶς ἀνακουφιζόμεναι τάξεις τῶν φορολογουμένων θὰ ἔτεινον νὰ παγιώσωσι τὴν φορολογικὴν ταύτην μείωσιν ἡ δὲ ἄρσις αὐτῆς θὰ ἰσοδυνάμῃ πρὸς νέαν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. Πρέπει ἀκόμη νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ διὰ τῶν περισσευμάτων προσωρινὴ φορολογικὴ ἀνακούφισις ἐνῷ δὲν παρουσιάζει οὐδὲν σοβαρὸν πλεονέκτημα ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἀντίκειται εἰς τὴν ὑγιᾶ δημοσιονομικὴν ἀντίληψιν. Διότι ὑγιὴς δημοσιονομικῶς εἶναι ἡ φορολογικὴ ἀνακούφισις ὅταν ἀντλῆται ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν τοὐτέστι καὶ μετὰ τὴν ἐκ τῆς φορολογικῆς ἀνακουφίσεως μείωσιν τῶν ἐσόδων ὁ προϋπολογισμὸς ἰσοσκελίζει καὶ πάλιν εἴτε διότι τὰ ἔξοδα περιωρίσθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως τοιαύτη ἡ φορολογικὴ ἀνακούφισις τὴν ὁποίαν προτείνουν οἱ ἀντιφρονοῦντες. Μᾶς προτείνουν κατ’ οὐσίαν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ἐπίπεδον κατώτερον τῶν ἐξόδων του, νὰ ἀναπληρώσωμεν δὲ τὴν διαφορὰν διὰ τῶν περισσευμάτων καὶ διὰ τῶν περισσευμάτων τούτων νὰ ἰσοσκελίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι παραγνώρισις τῆς ἐννοίας τοῦ ὑγιοῦς προϋπολογισμοῦ, εἶναι κατάργησις τῆς βασικῆς ἀρετῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἰσοσκελίζῃ ἐκ τῶν ἰδίων δυνάμεων, ἤτοι ὀφείλει νὰ καλύπτῃ τὰ ἐτήσια ἔξοδά του ἐκ τῶν ἐτησίων ἐσόδων του. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀρχὴ εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει στερεῶς νὰ εἴμεθα προσκεκολλημένοι, εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐξασφαλίζηται ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν ἐτησίων ἐσόδων. Ἐγκατάλειψις τῆς ἀρχῆς ταύτης σημαίνει κατολίσθησιν εἰς τὰς χειροτέρας δημοσιονομικὰς ἀταξίας. Ἀλλ’ ἰσοζύγιον ἐπιτυγχανόμενον τῇ βοηθείᾳ περισσευμάτων προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἰσοζύγιον εἰκονικὸν καὶ τοιοῦτο εἰκονικὸν ἰσοζύγιον μᾶς συμβουλεύετε νὰ καταρτίσωμεν καὶ μᾶς κατακρίνετε διατὶ δὲν κατηρτίσαμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς πρωταρχικὸν ὅρον τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τὸν καταρτισμὸν εἰλικρινοῦς ἰσοσκελισμένου προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν δεχόμεθα νὰ παρεκλίνωμεν τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ὑποχώρησις ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν θὰ ἦτο ἴσως δεδικαιολογημένη εἰς περίπτωσιν ἐξαιρετικῶς ἀπροβλέπτου ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, καὶ ἀπροβλέπτου ἐξογκώσεως τῶν ἐξόδων ὁπότε κατ’ ἀνάγκην δύναται νὰ γίνῃ προσφυγὴ εἰς τὸ περίσσευμα διὰ νὰ μὴ γίνῃ προσφυγὴ εἰς φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν ἢ δανείῳ. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ ἐπιτυγχανόμενον ἰσοζύγιον θὰ ἦτο εἰκονικὸν θὰ εἶχεν ὅμως τοὐλάχιστον τὴν δικαιολογίαν τῆς ὑπερτέρας ἀνάγκης. Ὅταν παρὰ πάσας τὰς καταβαλλομένας προσπαθείας δὲν ἐπιτυγχάνεται εἰλικρινὴς ἰσοσκέλισις δύναταί τις νὰ αὐξήσῃ τὸ βραχὺ σκέλος τῶν ἐσόδων τεχνητῶς, διὰ τῆς προσθήκης περισσευμάτων προηγουμένων προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ νὰ περικόψῃ κανεὶς ἑκουσίως τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ ἐπιμηκύνῃ κατόπιν μὲ τὸν ξύλινον πόδα τῶν περισσευμάτων εἶναι συμβουλὴ δημοσιονομικῶς περίεργος, ὅσον περίπου περίεργος θὰ ἦτο ἡ ἰατρικὴ συμβουλὴ ν’ ἀποκοπῇ ὑγιὴς ποῦς, διὰ νὰ προστεθῇ ξύλινος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι βουλευταὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ δημοσιονομικῶς ὀρθοτέρα καὶ πρακτικῶς σκοπιμωτέρα ὅλων εἶναι ἡ διάθεσις τῶν περισσευμάτων ὅπως ἐγένετο διὰ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων συνήθως πιστεύεται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὐτοῦ θὰ ἐπιφέρει καὶ ἀντίστοιχον ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο οἱ ὁμιλοῦντες συνήθως περὶ οἰκονομιῶν εὑρίσκουν πρόχειρον τρόπον πραγματοποιήσεως αὐτῶν, τὴν ἐλάττωσιν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τούτοις, ἂν ποτὲ ἐπραγματοποιῆτο ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἐντεῦθεν οἰκονομία πρέπει νὰ διατεθῇ εἰς βελτίωσιν τοῦ μισθολογίου τῶν ὑπολοίπων, τῶν ὁποίων καὶ θ’ αὐξήσῃ ἡ ἐργασία. Διότι ὀρθῶς μὲν ἀρνούμεθα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὔξησιν τῶν μισθῶν προβάλλοντες τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἐκ τοῦ μισθολογίου βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ προβάλωμεν τὴν ἰδίαν ἄρνησιν, καὶ ὅταν βελτίωσίς της τοῦ μισθολογίου θὰ ἦτο δυνατὴ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα θὰ ηὐξάνετο ἡ ἐργασία τῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐπεχείρησε νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, ρητῶς ἐδήλωσεν ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἐξοικονομηθησόμενον ποσὸν θὰ διατεθῇ εἰς βελτίωσιν τοῦ μισθολογίου τῶν ὑπολοίπων ὑπαλλήλων. Διότι ἡ Κυβέρνησις παρασυρθεῖσα καὶ ἐκείνη πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὑποστηρίζουσαν, ὅτι δυσαναλόγως μέγας εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων μας καὶ ἀπεδέχετο ἑπομένως σοβαρὰν ἐλάττωσιν ἐπεδίωξε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην διὰ τῆς μεγάλης πανυπαλληλικῆς ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν ἵδρυσε τρεῖς μῆνας μετά τὴν ἄνοδον αὐτῆς εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτροπὴν ἀνέθηκε σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ρητῶς δ’ ἐδηλώθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἐξοικονομηθησόμενον ποσόν. Προσφωνῶν τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς συνεδρίαν ἔλεγον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπὶ λέξει: «Πρέπει ἰδίως νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ὑπόδειξιν πάσης πραγματοποιήσιμου οἰκονομίας, ἰδίᾳ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὑπερβολικόν. Ἄλλως τε ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ἄνευ τοιούτου περιορισμοῦ τῶν ὑπαλληλικῶν θέσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε εἰς τὸν τρίτον καὶ κύριον σκοπὸν τῆς ἀποστολῆς σας, εἰς τὴν μελέτην δηλαδὴ πρὸς ὁριστικὴν ρύθμισιν τοῦ μισθολογίου. Διότι ἡ μελέτη αὕτη ὅσον καὶ ἂν ἦτο χρήσιμος, θὰ ἦτο ἀτελὴς ἐὰν ἐπρόκητο νὰ κατατείνῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄρσιν ἀδικιῶν, κατάργησιν προνομίων καὶ ἐπαναφορὰν ἐν γένει ἑνότητος καὶ ἁρμονίας μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ βαθμῶν. Διὰ νὰ εἶναι πλήρης καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἡ μελέτη αὕτη πρέπει νὰ κατευθύνεται παραλλήλως καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου πρὸς περαιτέρω βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Βελτίωσις ὅμως τῶν ἀποδοχῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ νέων θυσιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἔδωσεν ὅ,τι ποσὸν ἀντέχει ἐτησίως νὰ δώσῃ πρὸς τοῦτο. Ἀπομένει ἄρα μόνη ὁδὸς ἐπιτυχίας ἡ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλληλικῶν θέσεων. Οὕτω τὸ ὑλικὸν συμφέρον τῆς ὑπαλληλικῆς ὁλότητος, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ τὸ ἠθικὸν συμφέρον αὐτῆς ἐπιβάλλει, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων καὶ διὰ τῆς φυσιολογικῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ ὑπαλληλικοῦ σώματος τῶν ὀλίγων εὐτυχῶς ἀνικάνων, καὶ ὀλιγωτέρων ἀκόμη ἐκείνων, ὅσοι ἀπέδειξαν ἔλλειψιν τῆς ἀπαιτουμένης ὑπαλληλικῆς συνειδήσεως. Οὕτω σαφῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, εἰς τὴν μεγάλην πανυπαλληλικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, σημειωτέον, ἀπετελέσθη ἀπὸ πρόσωπα δυνάμενα νὰ συνεισφέρωσι καὶ τῆς ἐπιστήμης τὰ πορίσματα, καὶ τῆς πείρας τῆς διοικητικῆς τὰ διδάγματα συνάμα δὲ καὶ τῆς ὑπαλληλικῆς τάξεως τὰς ἀπόψεις. Παρὰ ταῦτα αἱ ἐλπίδες αἱ στηριχθεῖσαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν. Δὲν κατέληξεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ὀργανισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν μὲ ἠλαττωμένον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Χωρίσασα δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τοῦ μισθολογίου, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ κατατάξῃ μισθολογικῶς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, ἀλλ’ ἡ κατάταξις αὕτη ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν 438 ἑκατομμύρια νέα. Καὶ τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐδέχθημεν συμφώνως ἄλλως τε πρὸς τὴν σαφῆ δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν προβῆ, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀποτυχία ὅμως τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν τόσκι ἐστηρίχθησαν ἐλπίδες, ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς νέαν τοῦ ζητήματος ἐξέτασιν ἐκ δὲ τῆς ἐξετάσεως ταύτης προέκυψεν, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνεπίδεκτος ἀντιρρήσεων ἡ γνώμη περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων. Συγκριτικὴ ἐξέτασις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἄλλων κρατῶν δεικνύει, ὅτι τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ὑπερβολικός. Οὕτως ἡ Αὐστρία ἔχει 58,647 ὑπαλλήλους, τὸ Βέλγιον 61,378, ἡ Ὀλλανδία 64,533, ἡ Οὐγγαρία 61,818, ἡ Τσεχοσλοβακία 113,162, ἡ Γιουκοσλαυΐα 152,233, ἡ Γερμανία 764,000, καὶ ἡ Βουλγαρία 72,067 προχθὲς δὲ ἀκόμη ἀνέγνωσα ὅτι ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ ἰδικόν μας ἀριθμὸν οἱ Βούλγαροι, πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὁ ἰδικός των εἶναι ὑπερβολικός.
§22Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ κ. ὑπουργέ, εἶναι κατὰ παραδείγματα.
§23Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δαπανωμένου διὰ τὴν διοίκησιν ποσοστοῦ, ἔναντι τῶν ὅλων δαπανῶν τοῦ προορισμοῦ, ἡ Ἑλλὰς δαπανᾶ σχετικῶς τὰ ὀλιγώτερα. Οὕτως ἐκ συγκριτικοῦ πίνακος ἀναφέροντος τὰς σχετικὰς δαπάνας 17 Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν προκύπτει ὅτι: τὰ 13 ἐξ αὐτῶν δαπανοῦν διὰ τὴν διοίκησιν περισσότερα τῶν 40% τοῦ προϋπολογισμοῦ των, ποσοστὸν τὸ ὁποῖον δαπανᾶ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἰταλία δαπανᾶ τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ποσοστὸν καὶ μόνον ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία δαπανοῦν ὀλιγώτερον ποσοστὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ των, ἐν πάσῃ περιπτώσει γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώξασα τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων δὲ τὸ ἐπέτυχε καὶ θεώρησε καθῆκον της, νὰ διακηρύξῃ τοῦτο εὐθαρσῶς.
§24Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὑπελογίσατε καὶ τοὺς ἐκτάκτους καὶ προσωρινούς;
§25Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις μὴ κατορθώσασα νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον εὗρε κατὰ τὴν ἄνοδόν της εἰς τὴν ἀρχὴν ἐθεώρησε καθῆκόν της, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ περιορίσῃ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῆς ἐπιβεβλημένης πληρώσεως κενῶν ὀργανικῶν θέσεων, καὶ ἐκ τῆς δημιουργίας νέων ἀπαραιτήτων ὑπηρεσιῶν. Ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, ὑπῆρχον πολλὰ κενὰ εἰς τὰς οἰκονομικὰς καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς ἐφοριακὰς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις ἦτο ἐπιβεβλημένη, καὶ διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ἀμέσου φορολογίας, καὶ διὰ τὸ ταμειακὸν συμφέρον τοῦ δημοσίου. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν 1927–28, ἐτόνιζε τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὅτι προτίθεται νὰ διορίσῃ τετρακοσίους ὑπαλλήλους οἰκονομικούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων πολλὰ σχολεῖα εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ διδασκάλων, καὶ πολλοὺς συνοικισμοὺς εὑρῆκεν ἄνευ σχολείων ἡ δὲ κατάστασις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραταθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ πάντων ὁμολογουμένη ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἀστυνομίας πόλεων καθίστα ἀπαραίτητον τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ ἀστυφυλάκων ἰδίως. Ἐπέκειτο δ’ ἀκόμη καὶ ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀπαιτοῦσα ἄλλον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων ἐξ ἄλλου πάλιν ἡ ἐπικειμένη κατάργησις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων θὰ ἐπεφόρτιζε τὸ Κράτος μὲ ὑπηρεσίας καὶ ὑπαλλήλους μέχρι τοῦδε ἀνήκοντας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Καὶ τέλος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος τοῦ Κυβερνητικοῦ ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ὑγείαν δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄνευ ὑπαλλήλων. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως εὑρισκομένη ἡ Κυβέρνησις, ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον νὰ περιορίσῃ τοὐλάχιστον τὴν πλήρωσιν κενουμένων ἑκάστοτε θέσεων, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἦτο δυνατὸν ἄνευ ἐξαρθρώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἀπεφασίσθη νὰ μὴ πληροῦται καμμία θέσις κενουμένη παρὰ κατόπιν διπλῆς ἐξετάσεως περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πληρώσεως αὐτῆς. Οὕτω διὰ νὰ διορισθῇ εἷς ὑπάλληλος εἰς κενὴν θέσιν, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐγκρίνῃ κατ’ ἀρχὴν τὸν διορισμὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐγκρίνῃ δὲ ἀκόμη κατὰ δεύτερον οὕτως εἰπεῖν βαθμὸν τὸν διορισμὸν τριμελὴς ἐξ ὑπουργῶν ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μέτρον ἐννοεῖται ὅτι ἤγειρε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐγείρῃ παράπονα καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν ὑποψηφίων πρὸς διορισμόν. Ἀλλ’ ἡ τήρησις αὐτοῦ ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ περιορισθῇ σημαντικῶς ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τὴν ὁποίαν καθίστων ἀπαραίτητον αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ στατιστικοῦ πίνακος τοῦ ταμείου προνοίας ὑπαλλήλων, κατὰ τὴν 31 παρελθόντος Δεκεμβρίου ὑπηρετοῦν ὑπάλληλοι τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι καὶ ὑπηρέται 47.206 ἔναντι 44.357 ὑπηρετούντων, ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μὴ ὑπολογιζομένων εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης ἡ ὁποία ἦτο προηγουμένως αὐτόνομος ὀργανισμός. Δηλαδὴ ὑπηρετοῦν σήμερον ἐπὶ πλέον 2849 ὑπάλληλοι τακτικοὶ ἔκτακτοι καὶ ὑπηρέται. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπολογίσωμεν πόσους ἡ Κυβέρνησις διώρισε διδασκάλους, ἀστυφύλακας καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους καὶ προσθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ προσωπικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εὑρίσκομεν ἀριθμὸν 2855 ἤτοι καλύπτομεν ὅλην τὴν διαφορὰν τῶν 2849. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ὑποχρεωμένη νὰ διορίσῃ ἀκόμη 980 ὑπαλλήλους διὰ τὴν Γερουσίαν, ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τὸ γεωργικόν της πρόγραμμα, διὰ τὸ ὑγειονομικόν της πρόγραμμα καὶ διὰ τὴν κληρονομίαν ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Ἐὰν ἑπομένως ὅλαι αἱ ἑκάστοτε κενούμεναι θέσεις ἐπληροῦντο, ἔπρεπεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων νὰ εἶναι ἀνώτερος τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον κατὰ 980 ὑπαλλήλους. Τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν 980 ὑπαλλήλων ἐξοικονόμησεν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐφαρμοσθεῖσα τακτικὴ τῆς ἀποφυγῆς κατὰ τὸ δυνατὸν τῆς πληρώσεως τῶν κενουμένων θέσεων. Καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τοῦτο ὑπ’ ὄψιν των οἱ ἐπικρίνοντες τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδείχθη μόνον δύσκολος, ὅσον καμμία προηγουμένη εἰς νέους διορισμούς, ἐδείχθη ἐπίσης δύσκολος καὶ διὰ τὰς προαγωγὰς ὑποκειμένας καὶ αὐτὰς εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία δὲν χορηγεῖται πάντοτε, καὶ πρόχειρον παράδειγμα σᾶς φέρω, τὰς ἐπὶ μακρὸν ζητουμένας προαγωγὰς εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον ἐκ τῶν ὁποίων καίτοι ἀπὸ μακροῦ καθυστερουμένων μόνον τὸ ⅓ ὑπεσχέθημεν νὰ ἐγκρίνωμεν ἀπὸ τὸ νέον οἰκονομικὸν ἔτος. Ἀλλὰ καὶ νομοθετικὰ μέτρα ἐλάβομεν πρὸς περιορισμὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐκ τοῦ μισθολογίου βάρους, εἰσηγηθέντες τὴν κατάργησιν τῶν ἐν τῷ παρελθόντι ψηφισθεισῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι καθίστων ὑποχρεωτικὴν τὴν προαγωγὴν μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἐξομοιωτικῶν ἐκείνων διατάξεων καθ’ ἃς ἡ βελτίωσις τῆς θέσεως ὡρισμένης κατηγορίας ὑπαλλήλων ἐπεξετείνετο αὐτοδικαίως καὶ εἰς κατηγορίας ἄλλων ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνέτρεχε τοιοῦτος λόγος. Τοιαύτην πολιτικὴν ἐτηρήσαμεν πρὸς ἀποφυγὴν περαιτέρω ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τοῦ ὑπαλληλικοῦ μισθολογίου. Ἡ πολιτικὴ αὕτη κύριοι βουλευταί, εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλῇ τὰς διαμαρτυρίας τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυριζομένων καὶ δικαίως ὅτι λησμονοῦμεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν κόμμα ὁσάκις πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀκόμη φυσικὸν ἡ πολιτικὴ αὕτη νὰ προκαλῇ τὰς δυσαρεσκείας τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου τὸν ὁποῖον δὲν ἐδίστασε ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ δυσαρεστήσῃ, ὁσάκις τοῦτο ἐπέβαλλε τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ νὰ κατακρίνεται ἡ πολιτικὴ αὕτη ὡς πολιτικὴ σπαταλοῦσα τὸ δημόσιον χρῆμα εἰς μισθοὺς ὑπαλληλικούς, τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ εἶναι καὶ τελείως ἀστήρικτον. Ὅσον ἀφορᾷ ἐπίσης τὴν μομφὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι σπάταλος, τονίζω ὅτι πρὸ πολλοῦ ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τοὺς ὁμιλοῦντας περὶ φανταστικῶν σπαταλῶν καὶ ἀπραγματοποιήτων οἰκονομιῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καθορίσωσι ποῦ γίνονται αἱ σπατάλαι, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δυνάμεναι νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι τὰς ὁποίας ἀποφεύγει ἡ Κυβέρνησις. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δὲ περικοπὰς ἐκ τῆς εἰσηγήσεώς του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περιεχούσας σαφεῖς τοιαύτας προκλήσεις καὶ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶναι ἀνάγκη δι’ εὐρείας συζητήσεως νὰ πεισθῇ ὁ λαὸς, ὅτι τὸ Κράτος, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ δαπανᾷ αὐτὸ, ὅπου πρέπει νὰ δαπανηθῇ (ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ οἱ θορυβοῦντες περὶ σπατάλης καὶ οἱ κήρυκες τῶν οἰκονομιῶν ἐκώφευσαν εἰς τὰς ἐπανειλημμένας προκλήσεις. Καὶ ἐν ᾧ ὁ προϋπολογισμὸς παραμένει ἐπὶ τέσσαρας μῆνας εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἐν ᾧ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἀντιπροσωπεύονται ὅλα τὰ κόμματα, δὲν ὑπέδειξεν οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καμμίαν πίστωσιν ἡ ὁποία νὰ εἶναι διαγραπτέα ἢ ὁποία εἶναι ὑπερβολική. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅλαι σχεδὸν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐξόδων τῶν ὑπουργείων προτείνουν αὐξήσεις τῶν πιστώσεων.
§26Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ἐπὶ συνόλου προϋπολογισμοῦ 7½ δισεκατομυρίων, εἶχε προτείνει οἰκονομίας περίπου 1000 ἑκατομμύρια. Σᾶς ἐρωτῶ, σεῖς μὲ προϋπολογισμὸν 10 δισεκατομμυρίων, διατὶ δὲν ἐπραγματοποιήσατε σχετικὰς οἰκονομίας;
§27Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὰς οἰκονομίας τῆς Ἐπιτροπῆς οἰκονομιῶν, ἐρωτήσατε τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν. Καὶ αὐτὴ ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις οὐ μόνον καμμίαν δὲν προτείνει οἰκονομίαν ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ αὐτὴ προτείνει αὔξησιν τῶν πιστώσεων διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, ἐν ᾧ ταὐτοχρόνως προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 7½ δισεκατομμύρια. (Ἀναγινώσκει τὰ σχετικὰ μέρη τῆς ἐκθέσεως τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως). Ἀλλὰ διατὶ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν δὲν ἦλθον συγκεκριμέναι αἱ κατηγορίαι διὰ νὰ ἀντικρουσθῶσιν, διατὶ οἱ ἀρεσκόμενοι νὰ ὁμιλῶσι περὶ σπαταλῶν δὲν ὑπέδειξαν τὰς σπατάλας ταύτας; Δὲν νομίζω δὲ σοβαρὸν νὰ διατυποῦται ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ὄντως δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ καταγγείλῃ σπατάλας συγκεκριμένας ἢ νὰ ὑποδείξῃ οἰκονομίας πραγματοποιησίμους καὶ ἐξακολουθῇ ὅμως ἐν τούτοις τὸν θόρυβον. Στεναχωρηθεῖσα ἡ ἀντιπολίτευσις, ὑπέδειξεν δῆθεν μερικὰς οἰκονομίας λ.χ. τὴν μὴ ἀνοικοδόμησιν σχολείων κλπ. ἀλλ’ ἀντὶ νὰ προτείνωμεν τοιαύτας ἀπραγματοποιήτους οἰκονομίας, εἰλικρινέστεροι νομίζω, θὰ εἴμεθα ἂν ὡμολογοῦμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα συκοφαντία. Ἀνασκοπῶν κύριοι τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος συζήτησιν περὶ ἐπενεκτέων οἰκονομιῶν τονίζω ὅτι οἱ ἀναλαβόντες νὰ ὁμιλήσωσι περὶ οἰκονομιῶν βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως οἱ πλεῖστοι τουλάχιστον ἀναγνωρίσαντες τὴν ὀλισθηρότητα τοῦ ἐδάφους ἀντὶ νὰ μεμφθῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ σπατάλῃ, ἐμέμφθησαν αὐτὴν ἐπὶ γλισχρότητι καὶ ἤκουσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς διαφόρους τόνους κατηγορίας καὶ εἰρωνείας διότι δὲν ἔδωσεν ἐπαρκῆ πίστωσιν εἰς διαφόρους ἀνάγκας τὰς ὁποίας κατωνόμασαν οἱ ρήτορες. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ταῦτα ἰσχυρίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ ἰσοζυγίου, ἡ ἀποφυγὴ πάσης φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιορίσῃ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν μας μέχρι τῶν ἐσόδων μας καὶ περιέκοψε τὰς πιστώσεις μέχρι τῶν ἀκροτάτων δυνατῶν ὁρίων. Ὑπῆρξαν ὅμως ὀλίγοι βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον ν’ ἀποδείξουν σπατάλας. Ἀλλὰ μόνη ἡ ἀπαρίθμησις παραδειγμάτων τὰ ὁποῖα ἔφερον, ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἀντικρούσῃ. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸν βουλευτὴν κ. Αἰλιανὸν ὅστις ἐμνημόνευσεν ὡς σπατάλην μίαν ἀποστολὴν τῆς γεωδαιτικῆς ἑταιρείας δι’ ἐπιστημονικοὺς σκοπούς, καὶ σχετικῶς μὲ ταύτην θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὴν τοῦ κ. Αἰγινήτου δι’ ἧς δηλοῖ ὅτι δὲν ἔλαβε οὐδεμίαν ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν (ἀναγινώσκει). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Κοπανάρη μόνον τὰ ναῦλα ἐπληρώθησαν, διότι τὰ λοιπὰς δαπάνας ἀνέλαβεν τὸ Ἰνστιτοῦτον Ροκφέλλερ, τὸ ὁποῖον γνωστὸν εἶναι ποίαν ἐνίσχυσιν δίδει εἰς τὰς ὑγειονομικὰς προσπαθείας τῶν Κρατῶν. Ἀνέφερεν ἀκόμη ὁ κ. Αἰλιανὸς τὴν δαπάνην διὰ τὰ σχολικὰ κτίρια ὡς σπατάλην μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δύνανται οἱ Ἑλληνόπαιδες τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος νὰ φοιτήσουν εἰς τὰ σχολικὰ κτίρια εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς ἐφοιτήσαμεν. Καὶ ὅταν ἀντελήφθη τὴν κατάπληξιν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς τοιαύτας ἀντιλήψεις κόμματος τὸ ὁποῖον καὶ ἀποκαλεῖται καὶ Προοδευτικὸν· ὁ κ. Αἰλιανὸς εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρωτῶμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν ποὺ κεῖνται αἱ σπατάλαι διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ τὰς ἀνεύρῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δύναται νὰ τὰς ἀνεύρῃ εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν τόσον σαφῆ καὶ τόσον ἀναλυτικὸν διατί κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ σπατάλῃ; Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα ἐπεκαλέσθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἀποπειραθεὶς δὲ καὶ ἐκεῖνος ν’ ἀναφέρῃ σπατάλας, ἐθεώρησεν σπατάλην τοῦ Δημοσίου χρήματος τὴν δαπάνην τὴν ἀποφασισθεῖσαν καὶ γενομένην ὑπὸ τοῦ Ταπητουργικοῦ Ὀργανισμοῦ διὰ τὸ περίπτερον τῆς ἐκθέσεως τῆς Λιέγης χάριν τῆς πωλήσεως τῶν ταπήτων καὶ τὴν συμβατικὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἀποστείλωμεν ἀντιπροσώπους εἰς τὸ συνέδριον τῆς ἐργασίας, κατέληξε δὲ νὰ προτείνῃ τὰς παραδόξους οἰκονομίας τῆς συγχωνεύσεως εἰς ἓν τῶν δύο παραγωγικῶν Ὑπουργείων Ὑγείας καὶ Προνοίας, καὶ τὴν συγχώνευσιν τῶν τριῶν πολεμικῶν ὑπουργείων εἰς ἓν μὲ τρεῖς ὑφυπουργούς, μέτρα διὰ τῶν ὁποίων οὐδεμία δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀξιόλογος οἰκονομία, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ καθυστερήσουν τρομακτικῶς τὴν παραγωγικὴν πολιτικὴν καὶ ὑγειονομικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας. Ἔχομεν ἐπίσης τὴν αἰτίασιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γιαννοπούλου, τονίσαντος ὅτι σπαταλῶνται ἑκατομμύρια διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἐνῷ ὡς ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν κοπιωδεστάτην ἐργασίαν δὲν ὑπερβαίνει τὰς τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν μηνιαίως. Ἠκούσαμεν κατόπιν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ὅστις προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ σπατάλας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶμεν ἐν ἀναλογίᾳ ὀλιγώτερα ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἀκόμη καὶ τῶν Βαλκανίων. Καὶ ἀνεῦρε ταύτας εἰς τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν μεταξὺ 1928–29 καὶ 1929– 30 λησμονῶν ὅτι ἐμεσολάβησεν ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀνεῦρε καὶ ἄλλην σπατάλην ὁ κ. Ράλλης εἰς τὰς 200 χιλιάδας τῆς δαπάνης, διὰ τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ὑπουργείου Παιδείας ἐνῷ εἰς ἄλλα ὑπουργεῖα αἱ πιστώσεις ἀνέρχονται μόνον εἰς 80 χιλιάδας δραχμῶν, ἀγνοῶν ὅτι τὰ ὑπουργεῖα ταῦτα ἔχουν αὐτοκίνητα ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὅπως καὶ ἄλλα ὑπουργεῖα ἔχουν αὐτοκίνητα ἐπ’ ἐνοικίῳ διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ σωφὲρ καὶ ἡ βενζίνη εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἐκμισθωτοῦ ἰδιώτου.
§28Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀνέφερον αὐτὸ ὡς σπατάλην κύριε ὑπουργέ. Ἀνέφερον ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου, ἐπῆλθεν αὔξησις 125%.
§29Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπεκαλέσθη ἄλλην σπατάλην τὸν διορισμὸν 120 ἐπιθεωρητῶν, ἐνῷ οἱ 120 ἐπιθεωρηταὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θὰ διορισθοῦν ὅταν συμπληρωθῇ τὸ ὅλον Κυβερνητικὸν πρόγραμμα ὅταν δηλαδὴ διορισθοῦν χίλιοι ἀκόμη τοὐλάχιστον διδάσκαλοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ ὑπηρετοῦν μόνον 70 ἐπιθεωρηταὶ διὰ 14 χιλιάδας δημοδιδασκάλων. Καὶ ὅταν ὑπεδείχθη τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐπέμεινε καὶ πάλιν εἰς τὴν σπατάλην, ἀναφερόμενος δὲ εἰς τὰς γνώμας τοῦ μακαρίτου Εὐταξία κατέληξε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς 50 ἐπιθεωρητὰς τοῦ παρελθόντος, λησμονῶν ποῖον ρόλον παίζει διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἡ τακτικὴ ἐπιθεώρησις, λησμονῶν ἀκόμη καὶ ὅτι ὅταν περιορισθῇ μέχρι σημείου μὴ ἐπιτρέποντος τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ καταργηθῇ, διότι σπατάλην θ’ ἀποτελῇ ἡ διατήρησις ἀχρήστου ὑπηρεσίας. Ἀνέφερεν ἀκόμη ὡς σπατάλην τὴν αὔξησιν τῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὡς ἦτο κατηρτισμένον εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἀπορροφόμενον ἀπὸ τὴν διοικητικήν του ὑπηρεσίαν, δὲν κατώρθωσε οὐδὲ ἓν πρόγραμμα τῶν γυμνασίων νὰ συντάξῃ. Καὶ ἠθέλησεν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς σπατάλην καὶ μάλιστα ὡς κωμῳδίαν, τὴν δαπάνην διὰ τὸ πειραματικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τὸν διδάσκαλον, ὅ,τι διὰ τὸν ἰατρὸν ἡ κλινικὴ ἐκπαίδευσις, ὅ,τι διὰ τὸν δικηγόρον ἡ πρακτικὴ ἄσκησις. Ἔφθασεν ἀκόμη νὰ θεωρήσῃ σπατάλην καὶ τὸν διορισμὸν γυμναστῶν οἱ ὁποῖοι σημειωτέον εἶναι ἀνεπαρκέστατοι, καὶ δὲν ἐδίστασε καὶ τὴν Σχολικὴν ὑγειονομικὴν νὰ καταδικάσῃ, ἡ ὁποία τόσον ἀνεπαρκῶς χρηματοδοτεῖ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ὑγείας ἐλπίζουσα ὅτι ἐκεῖ ἴσως θὰ ἐπιτευχθῇ κάτι περισσότερον διὰ τὴν ὑγείαν τῶν Ἑλληνοπαίδων, διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τοιαῦτα παραδείγματα ἠναγκάσθησαν νὰ καταλήγουν οἱ ἀναλαβόντες τὸ δύσκολον ἔργον ν’ ἀποδείξουν σπατάλας. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιούτων παραδειγμάτων, θὰ ἦτο ἀπειράκις προτιμώτερον ἐὰν ἠκολούθουν τὴν ἀντίθετον ὁδὸν τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ ἐξέλεξαν, τὴν ὁδὸν δηλαδὴ τῆς μομφῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ τῶν πιστώσεων, διότι δὲν ὑπάρχει σκληροτέρα εἰρωνεία διὰ τὸν ἑλληνικὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν ὅτι περιέχει τάχα σπατάλας, ὅτι ἐπιδέχεται τάχα περαιτέρω σοβαρὰς οἰκονομίας. Καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυσεξήγητον. Εὐθὺς ὡς ρίψῃ τις ἕν βλέμμα εἰς τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι αἱ πλεῖσται δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν εἶναι οὕτως εἰπεῖν πάγιαι πλέον καὶ ἀνεπίδεκτοι περιορισμοῦ καὶ τοιαῦται εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον τὸ Δημόσιον χρέος, αἱ συντάξεις καὶ τὸ μισθολόγιον τῶν ὑπαλλήλων, διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἠλαττοῦντο οἱ ὑπάλληλοι ἢ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως οἰκονομία θὰ ἀπεδίδετο εἰς βελτίωσιν τοῦ μισθολογίου, καὶ ἄρα οὐδὲν θὰ ἐκέρδιζεν ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν πιστώσεων τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων, ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, διότι αἱ πιστώσεις αὗται περιωρισμέναι καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἰσοζυγίου περιωρίσθησαν ἀκόμη περισσότερον ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐργασθεῖσα ἐξωτερικῶς διὰ τὴν εἰρήνην, καὶ φρονοῦσα ὅτι κατὰ τὰς ἀνθρωπίνας δυνατὰς προβλέψεις δὲν διατρέχει προσεχῆ κίνδυνον ἡ εἰρήνη, ἠλάττωσεν εἰς τὰ κατώτατον δυνατὸν ὅριον τὸ ρυθμὸν τῶν διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας ἀπαραιτήτων στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται δημοσίου χρέους, συντάξεων, μισθολογίου, καὶ πολεμικῶν ὑπουργείων ἀποτελοῦσι τό μέγιστον μέρος τοῦ σκέλους τῶν ἐξόδων ἐπὶ τῶν ὁποίων οὕτω οὐδεμία δύναται νὰ γίνῃ περαιτέρω οἰκονομία. Ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους ἐκ τοῦ σκέλους τῶν ἐξόδων, θὰ ἠδύναντο βέβαια νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι ἂν δὲν εἶχε κινηθῆ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπανειλημμένως ἡ ψαλὶς τῶν περικοπῶν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν οἱ ἀνεξετάστως ζητοῦντες περαιτέρω οἰκονομίας, ὅτι ὑπάρχει ἕν ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον σταματᾷ ἡ οἰκονομία, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ παραλείψωμεν στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἢ νὰ παραλύσωμεν τήν κανονικὴν λειτουργείαν αὐτοῦ. Καὶ τὸ ὅριον τοῦτο ἐφθάσαμεν ἤδη. Δὲν πρέπει νὰ δηλητηριάζωμεν τὸν λαὸν λέγοντες ὅτι δαπανᾶται τὸ χρῆμα αὐτοῦ ἀσκόπως. Δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζωμεν αὐτὸν ὑπισχνούμενοι ἀπραγματοποιήτους οἰκονομίας. Δὲν πρέπει νὰ αὐτοσυκοφαντούμεθα κατηγοροῦντες τόσον ἀδίκως τὴν δημοσιονομικὴν διαχείρισιν, ἡ ὁποία τοὐναντίον μόνον ἐπαίνους ἔπρεπε ν’ ἀκούῃ. Διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπικρατεῖ μόνον πνεῦμα αὐστηρᾶς ἐπιλογῆς, κατ’ ἀρχὴν πάσης ἀναγραφομένης πιστώσεως. Ἐπακολουθεῖ δευτέρα ἐξέτασις τοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνέλθῃ ἑκάστη πίστωσις, γνωρίζετε μετὰ πόσης αὐστηρότητος, μετὰ πόσης φειδοῦς, μετὰ πόσης γλισχρότητος πολλάκις καθορίζεται τὸ ὅριον ἑκάστης πιστώσεως. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοὺς δύο τούτους ἐλέγχους δὲν πραγματοποιεῖται ἀκόμη ἡ δαπάνη διότι κατὰ τὴν ἀνάληψιν αὐτῆς χρῄζει ἐκ νέου τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐγκρίνει ταύτας ἀναλόγως τῆς ἐξελίξεως τῶν ἐσόδων καὶ ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν ἔγκρισιν ὅταν ἡ δαπάνη δύναται ν’ ἀποφευχθῇ καὶ ὁ ὁποῖος πολλάκις δείκνυται σκληρὸς καὶ ἐνίοτε καὶ ἄδικος, διότι μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους αἱ ἐπανειλημμένως περικοπεῖσαι πιστώσεις, δύνανται νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς ἀνάγκας εἰς ἃς προορίζονται διότι μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐξασφαλίζεται τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ μὴ ἀρκεσθέντες εἰς τὸν τριπλοῦν τοῦτον ἔλεγχον, καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν δαπάνην ἀπὸ τῆς γεννήσεως αὐτῆς ἐπιθυμοῦντες νὰ κλείσωμεν πᾶσαν ὀπὴν ἐκ τῆς ὁποίας κατὰ τὸ παρελθὸν διέρρεον δαπάναι καθ’ ὑπέρβασιν ἢ ἀτάκτως γενόμεναι, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην κατόπιν ἐγκρινόμεναι εἰσηγήθημεν τὸν γνωστὸν νέον νόμον τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἄρχεται ἀπὸ τῆς νέας χρήσεως. Ἀποτελεῖται οὕτω εἷς τετραπλοῦς φραγμὸς ἐμποδίζων τὴν πραγματοποίησιν πάσης δαπάνης καὶ τῆς μικροτέρας ἀκόμη, πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος. Δὲν γνωρίζω ἂν ἠδύνατό τις νὰ λάβῃ ἀκόμη περισσοτέρας ἐγγυήσεις, ἀλλὰ καθόσον γνωρίζω οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἰσχύει σύστημα παρέχον τόσας ἀσφαλείας ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ δικαίως διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ δημοσιονομικὴ διαχείρισις ὁσάκις τελευταίως ἠσχολήθησαν περὶ αὐτῆς ξένοι, μόνον ἐπαίνους ἤκουσε καὶ ἀνεγνωρίσθη μάλιστα ὡς ὑποδειγματική. Ἀλ’ λὰ ἐρωτῶ τινάς, διατὶ παρὰ πάσας τὰς ἐπιφερομένας οἰκονομίας αὐξάνει τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πράγματι ὑπάρχουν τινὲς οἱ ὁποῖοι διαποροῦντες ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἐντὸς τῆς τελευταίας τριετίας αὐξήσεως τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μὲν διατεθειμένοι νὰ πιστεύσωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προβαίνει ἴσως εἰς περιττὰς ἢ πολυτελεῖς δαπάνας φαντάζονται ὅμως ὅτι ἐπειγομένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα δημιουργικὸν δυσανάλογον πρὸς τὴν σημερινὴν ἀντοχὴν τῆς Ἐθνικῆς μας οἰκονομίας ἐξογκώνει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ πιστώσεις χρησίμους, ἀλλὰ δυναμένας ὅμως νὰ ἀναβληθοῦν δι’ εὐθετώτερον χρόνον. Οὕτω τιθέμενον τὸ ζήτημα τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἄξιον ἐρεύνης ἀπησχόλησε δὲ πρὸ καιροῦ καὶ τὴν δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ ἐκτελουμένο προϋπολογισμοῦ τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος δὲν εἶναι κατώτερον τοῦ ὕψους τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἡ δημοσιονομικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ὡς γνωστὸν ἀπὸ ἄνδρας ἀναμφισβητήτου οἰκονομολογικοῦ κύρους γνώστας δὲ τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ἐξυγίανσιν αὐτῶν, ἐξετάσασα τὸν προϋπολογισμὸν 1930–1931 ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν χρησίμων στοιχείων τὰ ὁποῖα κατὰ διάταξιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, ὑπεβάλλομεν εἰς αὐτὴν μέχρι τοῦδε, ἀπεφάνθη ὅτι τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν φαίνεται δυσανάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸς τὴν ἔγκυρον ταύτην γνώμην ἄντικρυς ἀντίκειται ἡ θεωρία ἡ ὁποία δεχομένη ὑπερβολικὰ μικρὸν τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, εὑρίσκει ὅτι δὲν δύναται τοῦτο νὰ βαστάσῃ τὸ σημερινὸν ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς ἀντίκρουσιν τῆς θεωρίας ταύτης, διότι ἡ πρακτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος εὑρίσκεται οὐχὶ τόσον εἰς τὴν θεωρητικὴν ἐξακρίβωσιν ἂν τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μέγα μέτριον ἢ μικρὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν πρακτικὴν διαπίστωσιν κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γίνῃ μικρότερον. Ἢ μᾶλλον τὸ πρακτικῶς ἐξεταστέον εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀπέθηκεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνας δυναμένας νὰ παραλειφθοῦν ἢ νὰ ἐλαττωθοῦν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλύων ἐπανειλημμένως τὰς παρατηρηρουμένας αὐξήσεις τῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀπέδειξεν ὅτι αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν εἶναι οὕτως εἰπεῖν αὐτόματοι καὶ ἀναπόφευκτοι, προερχόμεναι ἀπὸ αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἀπὸ συμβάσεις προηγουμένων Κυβερνήσεων καὶ Βουλῶν, μικρὸν δὲ μέρος μόνον αὐτῶν ὀφείλεται εἰς νομοθετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ἐψήφισεν ἡ παροῦσα Βουλή. Ὁμοίαν ἀνάλυσιν τῶν δαπανῶν περιέχει καὶ εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα καταλήγει καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πράγματι δὲ ἐκ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἀπορρέουν παρὰ μόνον αἱ αὐξήσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν Ὑγείαν, Παιδείαν, Γεωργίαν. Δὲν συμπεριλαμβάνω μεταξὺ αὐτῶν τὰς δαπάνας τῆς Ἀεροπορίας, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία τὰς ὑπηγόρευσεν ἐξουδετερώθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν γεναμένων περικοπῶν εἰς τὰ δύο ἄλλα πολεμικὰ ὑπουργεῖα. Ἐπίσης δὲν συνυπολογίζω τὴν ὑπηρεσίαν δανείου ἀποζημιώσεως πολεμοπαθῶν καίτοι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, διότι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἀναβληθεῖσα ἐπὶ μακρὰ ἔτη δὲν ἦτο πλέον οὔτε νομικῶς οὔτε ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναβληθῇ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὸ Κράτος εἶχεν ἤδη εἰσπράξει τοῖς μετρητοῖς τὸ μέγιστον μέρος τοῦ κεφαλαίου ὅπερ κατέβαλεν εἰς τοὺς πολεμοπαθεῖς διὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ γνωστοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ τὸ δάνειον σχολικῶν κτιρίων δὲν πρόκειται οὐσιαστικῶς νὰ προσθέσῃ νέον βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ θὰ καλυφθῇ ἐν μέρει ἐκ τῆς ἐλαττώσεως μισθωμάτων σχολικῶν κτιρίων καὶ ἐν μέρει ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τῶν προοριζομένων διὰ τὸν ἴδιον σκοπόν. Ἐφ’ ὅσον δὲ δεχόμεθα πάντες ὅτι τὸ μισθολόγιόν μας δὲν εἶναι οὔτε πλούσιον οὔτε καὶ ἱκανοποιητικόν, ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας περιωρίσθησαν μέχρι τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου, καὶ ἀφ’ οὗ εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι ὑπέρτεροι λόγοι ἐπιβάλλουν τὴν μέχρι κεραίας ἐκπλήρωσιν τῶν δανειστικῶν μας ὑποχρεώσεων, ἕπεται ὅτι ὅλος ὁ θόρυβος περιορίζεται εἰς τὰς αὐξήσεις τὰς γενομένας ὑπὲρ τῆς Παιδείας, Ὑγείας, Γεωργίας. Εἶναι τοῦτο τόσον βέβαιον ὥστε θὰ ὤφειλον χάριτας εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν δυνατότητα μεγάλης ἐλαττώσεως τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐὰν ηὐδόκουν κατερχόμενοι ἀπὸ τὴν θεωρίαν εἰς τὰ πράγματα νὰ ὑποδείξουν κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο ἡ γνώμη των νὰ τύχῃ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι λοιπὸν αἱ δαπάναι αὗται; Αἱ δοθεῖσαι, κ. βουλευταί, ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως αὐξήσεις χάριν τῆς Παιδείας, Γεωργίας καὶ Ὑγείας δὲν ὑπερβαίνουν ὅλαι ὁμοῦ τὸ ποσὸν τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι αὗται ἐξουδετεροῦνται ἀπὸ μόνην τὴν διαρρύθμισιν τῶν πολεμικῶν χρεῶν καὶ ἐπανορθώσεων, καίτοι ἐν τῇ πραγματικότητι ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε τὴν πολιτικὴν ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ παραλείπω καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καὶ ἐρωτῶ: Θὰ ἔπρεπε χάριν ἐξοικονομήσεως διακοσίων ἑκατομμυρίων, νὰ παραλείψωμεν τὰς μνημονευθείσας δαπάνας; Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς Ἑλληνόπαιδας τετρακοσίων ἢ πεντακοσίων συνοικισμῶν ἄνευ στοιχειώδους μορφώσεως, ν’ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὴν αὔξησιν τῆς σιτοπαραγωγῆς, διὰ τὴν προώθησιν τῶν χωρικῶν μας εἰς εἰδικευμένην σποροπαραγωγήν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν μηχανικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν ἐν γένει καλλιέργειαν τῆς γῆς, διὰ τὸν ἐμβολιασμὸν τῶν ἀγριελαιῶν μας διὰ τὴν βαθμιαίαν ἀντικατάστασιν τῶν ἀμπελώνων μας μὲ κλήματα ἀπρόσβλητα ἀπὸ τὸν περισφίγγοντα τὴν χώραν μας κίνδυνον τῆς φυλοξήρας; Θὰ ἔπρεπε μετὰ ἑκατὸν ἔτη ἐλευθέρου βίου νὰ ἐξακολουθῶμεν θεώμενοι ἀπαθῶς τὴν τραγικήν μας κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως ὑγείας; Θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διαπράξωμεν πάντα ταῦτα διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ δύο τοῖς ἑκατόν; Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς ἔχων ὑγιᾶ οἰκονομικὴν ἀντίληψιν θὰ διενοεῖτο νὰ συμβουλεύσῃ τοιαύτην παράλειψιν στοιχειωδῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους τοιαύτην παράδοξον οἰκονομίαν τοιαύτην ἀντιοικονομικὴν πρᾶξιν, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι θὰ ἦσαν ἀσφαλῶς καὶ πολλαπλασίως ἐπιζήμιοι διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Καὶ τοιαύτην οἰκονομίαν εἶναι ἀνίκανος νὰ διαπράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Διότι δὲν εἶναι οἰκονομία πᾶσα οἱαδήποτε περικοπὴ δαπανῶν. Ὑγιὴς οἰκονομία εἶναι ἡ ἀποφυγὴ πάσης προαιρετικῆς δαπάνης τῆς ὁποίας ἡ χρησιμότης δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος ἢ τῆς ὁποίας ἡ ἠθικὴ ἢ ὑλικὴ ἀπόδοσις εἶναι κατωτέρα τοῦ δι’ αὐτὴν δαπανωμένου χρήματος. Αὐτὰς ἐννοοῦμεν οἰκονομίας καὶ αὐτὰς ἐπεδιώξαμεν. Καὶ τὰς ἐπεδιώξαμεν μετὰ σταθερότητος καὶ τὰς ἐπετύχομεν παντοῦ ὅπου ἦσαν δυναταὶ καὶ δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ φθάσωμεν ἀκόμη καὶ μέχρι προσωρινῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἰσχνοῦ ὑπαλληλικοῦ μισθολογίου μας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν κ. Καφαντάρη ἔχω νὰ εἴπω ὅτι κακῶς ἐπίστευσεν ὁ κ. Καφαντάρης ὅτι ἐχολώθην ἐκ τῆς διαβεβαιώσεώς του ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–30 ἵσταται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Ἁπλῶς ἐτόνισα ὅτι ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων δεδικαιολογημέναι αἱ προβλέψεις μου ὅπως ἐσφαλμέναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπίσης ἀπεδείχθησαν αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Καφαντάρη. Οὐδὲ ἐλαττοῦται τὸ σφάλμα τῶν προβλέψεων ἐξ ὅσων εἶπε χθὲς ὁ κ. Καφαντάρης, διότι τὸ περίσσευμα τῶν 272 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ μικρὸν ἐπετεύχθη ἀφ’ οὗ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς τοῦ 1929–30 διῆλθε σχεδὸν τοὺς πέντε τελευταίους μῆνας του ὑπὸ κρίσιν ἡ ὁποία ἐπηρέασε τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων καὶ ἀφοῦ προέβη εἰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διότι τὰς ἐπέτρεπεν ἡ ἀντοχή του δαπάνας ἀνερχομένας εἰς 130 ἑκατομμύρια.
| ἤτοι | 1) | ἐφ’ ἅπαξ βοήθημα εἰς ὑπαλλήλους | 80 ἑκατ. |
| 2) | πληρωμὴ Dreda βαρύνουσα 1930—31 | 50 » | |
| 130 » |
χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ὑπεβλήθη εἰς ἐκτάκτους δαπάνας δι’ ἀγορὰν σούμας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καταστραφεῖσαν οἰνοπαραγωγήν. Δὲν μνημονεύω τὰς ἀκρίδας. Οὕτω τὸ οὐσιαστικόν του περίσσευμα ἀνέρχεται εἰς 402 ἑκατομ. Πῶς λοιπὸν προϋπολογισμὸς συναντῶν ἀπρόοπτον κρίσιν καὶ θεομηνίαν καὶ ἀφίνων παρὰ ταῦτα οὐσιαστικὸν περίσσευμα ἐκ 402 ἑκατομ., πῶς δύναται ὀρθῶς νὰ θεωρηθῇ ὡς προϋπολογισμὸς ἱστάμενος ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς; Καὶ πῶς ὁ κ. Καφαντάρης θέλει νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν τοιαύτην πρόβλεψίν του; Ἀλλ’ ὁ κ. Καφαντάρης ἐμνημόνευσε καὶ τὴν ἀρνητικήν μου ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν του κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ συναγάγῃ ἐξ αὐτῆς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον καὶ ἠκούσατε. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι πράγματι ὡς καὶ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἀποδεικνύεται, ἐδήλωσα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴν, ἐπὶ ἐρωτήσεών του, ὅτι δὲν ἠσκήθη κανενὸς εἴδους ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ἀνελάβομεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης ἐξ ἀφορμῆς τῆς συνάψεως τοῦ τριμεροῦς δανείου, διότι γνωρίζει ὁ κ. Καφαντάρης ὅτι ἀνελάβομεν διαφόρους τοιαύτας ὑποχρεώσεις καὶ δή: 1) Ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν νὰ συνάψωμεν τὸ δάνειον ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ πρωτοκόλλου, πρόσωπον δὲ ὁριζόμενον ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν θὰ ἐπιστοποίει τὴν τήρησιν τῶν ὅρων αὐτῶν. 2) Ἀνελάβομεν νὰ διατηρήσωμεν εἰς ὡρισμένον ὕψος τὸν προϋπολογισμόν μας μέχρι καὶ τοῦ 1929–30. 3) Ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σταθεροποιήσωμεν τὸ νόμισμά μας. 4) Πρὸς ἀσφάλειαν ὅτι τὸ δάνειον τῶν ἐλλειμμάτων θὰ δοθῇ πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν καὶ ὄχι δι’ ἄλλον σκοπὸν ἐδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ καταβληθῇ τὸ προϊὸν οὐχὶ εἰς αὐτὴν ἀλλ’ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν παρὰ ἀφοῦ ἑκάστοτε προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. 5) Ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ στέλλωμεν ἐπὶ μίαν τριετίαν καὶ ἀνὰ τρίμηνον ἐκθέσεις εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μας καὶ περὶ τῶν πληρωθέντων ἔναντι τῶν ἐλλειμμάτων ποσῶν. 6) Ἐδέχθημεν νὰ ἐλέγχωνται κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου αἱ ἔναντι τῶν ἐλλειμμάτων πληρωμαὶ καὶ νὰ δημοσιεύεται ὁ ἔλεγχος καὶ στέλλεται εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. καὶ 7) Ἀνελάβομεν διαφόρους ὑποχρεώσεις περὶ δημιουργίας νέου συστήματος λογιστικοῦ συνάδοντος πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ τρόπου τηρήσεως ταμειακῶν λογαριασμῶν, μηνιαίων καταστάσεων κ. λ. π. Ἀναφέρων τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ νομισθῇ ἀπὸ κανένα ὅτι προτίθεμαι νὰ ἐνασκήσω ἔλεγχον κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἢ ὅτι προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἀνάγκην εἰς ἣν εὑρέθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Τὰς ἀναφέρω ἁπλῶς, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου εἰς τὴν ἐρώτησιν περὶ μὴ ἀσκήσεως ἐλέγχου σημαίνει ὅτι δὲν ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις. Ἡ ἔννοια τῆς ἀπαντήσεώς μου ἐκείνης εἶναι ὅτι δὲν ἠσκήθη ὁ ἔλεγχος, ὄχι διότι δὲν ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ διότι ἐξεπληρώσαμεν εὐσυνειδήτως τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν καὶ τὰς ὁποίας ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀσχολούμενος νὰ ἀποδείξῃ ποῖα βάρη ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐπέθηκεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν 1927–28, προβαίνει εἰς συλλογισμοὺς καὶ ὑπολογισμοὺς τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ὀρθότητα. Διότι ὅταν συγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν 1927–28 μὲ τοὺς ἑπομένους προϋπολογισμούς, λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς μερικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ εἶναι ἀληθὴς καὶ εἰλικρινὴς ἡ σύγκρισις. Λησμονεῖ πρῶτον, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως 1927–28 μετέθηκεν εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν 172 ἑκατ., ὡς ἀναφέρει ὁ ἴδιος ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–28. Λησμονεῖ ἀκόμη, ὅτι δὲν ἐπλήρωσεν ὀφειλὰς τὰς ὁποίας εἶχεν καὶ τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς κατόπιν, καὶ τοιαῦται εἶναι, αʹ) 20.650.000 ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, βʹ) δραχμαὶ 45 ἑκατ. διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου ἀνταλλαξίμων γʹ) δρχ. 20 ἑκατ. ὀφειλόμενα ἐκ τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς Μεταναστεύσεως καὶ δʹ) δρχ. 7.500.000 ὀφειλόμενα ἐξ εἰσπράξεων φόρου λεσχῶν καὶ τυχηρῶν παιγνίων εἰς διαφόρους κοινότητας. Τὰ ποσὰ ταῦτα, βαρύνοντα πάντα τὴν χρῆσιν 1927– 28 καὶ ἀνερχόμενα ἐν συνόλῳ εἰς 265 ἑκατ., πρέπει νὰ προστεθοῦν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1927–28 διὰ νὰ εἶναι ὀρθὴ ἡ σύγκρισις. Ἐννοεῖται δέ, ὅτι ταῦτα ἐλαττώνουν κατ’ ἴσον ποσὸν τὴν δυναμικότητα τοῦ περισσεύματος τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰς τὴν χρῆσιν 1927–28 ὁ κ. Καφαντάρης. Ἀλλ’ ὁ κ. Καφαντάρης πλανᾶται ἀκόμη ἐν τῇ συγκρίσει τῆς χρήσεως 1927–28 πρὸς τὰς ἑπομένας, διότι ἐνῷ διὰ τὴν δυναμικότητα ταύτην ὑπολογίζει τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεώς του, δὲν ὑπολογίζει τὸ περίσσευμα τῶν ἄλλων χρήσεων πρὸς τὰς ὁποίας τὴν συγκρίνει. Πλανᾶται ἐπίσης προβλέπων διακόσια ἀκόμη ἑκατομμύρια εἰσπράξιμα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ὑπεραισιόδοξος αὕτη πρόβλεψις διὰ τὴν χρῆσιν 1927 –28 ἐπηλήθευεν, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀνάλογος ὑπεραπόδοσις καὶ ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τῶν ἑπομένων χρήσεων, καὶ ἄρα ἢ πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς ἰδικῆς του ἢ πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ καὶ διὰ τὰς ἄλλας. Πλανᾶται ἀκόμη ὑπολογίζων εἰς βάρος τῶν ἰδικῶν μας προϋπολογισμῶν τὴν ἐλάττωσιν ὡρισμένων πιστώσεων ἐπὶ αὐξήσει ἄλλων διότι ἡ τοιαύτη ἐσωτερικὴ αὐξομείωσις τῶν κονδυλίων δὲν ἐπηρεάζει καθόλου τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ ν’ ἀντιληφθῆτε, κύριοι βουλευταὶ πόσον ὁ συλλογισμὸς οὗτος εἶναι ἐσφαλμένος, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ συγκρίνητε δύο προϋπολογισμοὺς τοῦ αὐτοῦ ὕψους ἀλλὰ διαφόρου κατανομῆς τῶν πιστώσεων. Ἀκολουθοῦντες τὸν συλλογισμὸν τοῦ κ. Καφαντάρη, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν προϋπολογισμῶν ἔχει μεγαλύτερον ὕψος ἀπὸ τὸν ἄλλον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις εἶναι ἶσος. Ἀλλ’ ὅταν ἡ σύγκρισις τῶν προϋπολογισμῶν γίνῃ ἀπηλλαγμένη τῶν σφαλμάτων τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ δυναμικότης τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927– 28 δὲν εἶναι οὔτε 1.400 ἑκατομ., ὅπου τὰ ἀναβιβάζει ὁ κ. Καφαντάρης, ἀλλ’ οὔτε 1.112 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα ἐδέχθη πρὸ καιροῦ εἰς μίαν ἐπιστολὴν ὁ σεβαστός μου κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἀνέρχεται μόνον εἰς 856 ἑκατομ. Μὲ τὴν αὐτὴν ὀρθὴν βάσιν εὑρίσκομεν ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1927–28 τὰ πραγματικά, ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα ὤφειλε ν’ ἀντιμετωπίσῃ, εἶναι ὄχι 8.233 ἑκατομ. ἀλλὰ 8.233+265=8.498 καὶ ταῦτα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὅλως ἐκτάκτων ἐξόδων ἐκ 312 ἑκατομμυρίων. Διὰ νὰ εὕρωμεν τώρα ἂν ὑψώσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας κατά τὴν χρῆσιν λ. χ. 1928–29, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1927–28, δηλαδὴ εἰς τὰ 8.498 ἑκατομ. τὰ ἀπαραίτητα νέα ἔξοδα τὰ μὴ ὀφειλόμενα εἰς Κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν χρῆσιν 1928–29 εἶναι 524 ἑκατ. (δηλαδὴ 364 ἑκατομ. δημοσίου χρέους καὶ 160 βελτίωσις μισθολογίου). Τὸ οὕτω ἐξευρισκόμενον ποσὸν τῶν 9.022 ἑκατομ. πρέπει νὰ συγκρίνωμεν πρὸς τὰ ἔξοδα χρήσεως 1928–29 ἀπομονούμενα ἀπὸ τὰ ὅλως ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου ὅπως ἐγένετο κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28. Δηλαδὴ ἀπό τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1928–29 πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν αʹ) τὰ 1.125 ἑκατ. τοῦ Τριμεροῦς Δανείου, βʹ) ἕτερα ὅλως ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 269 ἑκατ. (ἤτοι Βουλγαρικῆς Μεταναστεύσεως εἰς μετρητὰ 80 ἑκατομ., ἐπανορθώσεις 61 ἑκατ., καὶ 53 ἑκατ. πληρωμὴ Arrieres καὶ 75 ἑκατ. Κορίνθου). Οὕτω ὁ προϋπολογισμὸς 1928–29 ἐδαπάνησε (10.156–1.125–269) 8.762 ἑκατ., ἐν ᾧ ἔπρεπε νά δαπανήσῃ 9.025 ἑκατ. ἤτοι ὄχι μόνον δὲν ἐδαπάνησεν ἐκ Κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας τίποτε ἐπὶ πλέον τῶν ἀπαραιτήτων, ἀλλὰ καὶ ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερα διότι προέβη εἰς οἰκονομίας. Ἀλλ’ ὅταν μὲ τοὺς ὀρθοὺς αὐτοὺς συλλογισμοὺς καὶ μὲ τοὺς ἀληθεῖς αὐτοὺς ἀριθμοὺς προβῇ εἰς συγκρίσεις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς καὶ ὅταν ἀκόμη λάβῃ ὑπ’ ὄψιν φυσιολογικήν τινα αὔξησιν τῶν ἐξόδων αὐτομάτως ἐπερχομένην καὶ ἂν ἀφαιρέσῃ ἐκεῖνο ποὺ θὰ μείνῃ ἀδιάθετον ἔστω καὶ μόνον 2%, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ δαπανώμενα καὶ διὰ τὴν χρῆσιν 1931–32 ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὄχι μόνον δὲν περιέχουν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως δαπάνας, οἵας πρὸς στιγμὴν ἐνόμισεν ὅτι ἀνεῦρε, ἀλλὰ δὲν αὐξάνουν τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ κατὰ τὸ ποσὸν τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων τὸ ὁποῖον παραδεχόμεθα ὅτι ἀντιπροσωπεύει δαπάνας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Γεωργικοῦ τοῦ Ὑγειονομικοῦ καὶ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐπεθέσαμεν ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ βάρος τοῦτο, καὶ τοῦτο μόνον ἀλλὰ δὲν ηὐξήσαμεν τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντιστοίχως, διότι ἐμεριμνήσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας εἰς ἄλλας πιστώσεις καὶ δὴ εἰς τὰς στρατιωτικάς, οἰκονομίας τὰς ὁποίας κατέστησεν ἐφικτὰς ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήρεως. Δὲν πρέπει δὲ ἀκόμη νὰ λησμονηθῇ ὅτι καὶ τὸ βάρος τοῦτο ἐξουδετερώθη μὲ τὸ παραπάνω ἀπὸ μόνην τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν Χάγῃ. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἐλπίζω μόνον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀναθεωρῶν καὶ τοὺς συλλογισμούς του καὶ τοὺς ἀριθμούς του θ’ ἀναθεωρήσῃ καὶ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ηὐξήσαμεν τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας. Ἐκ τῶν φορολογικῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, κύριοι βουλευταί, σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν προβαίνων εἰς σύγκρισιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὸ τῶν ἄλλων χωρῶν εἴτε κατὰ κεφαλὴν εἴτε ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα. Ἄλλοτε καὶ ἐγὼ—καὶ ὡρισμένως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1929–30—ἔκαμα χρῆσιν τοιούτων πινάκων συγκριτικῶν διὰ τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅσον μὲν ἀφορᾶ τὰ φυσικὰ πρόσωπα εἶναι βαρυτέρα παρ’ ἡμῖν ἢ ἀλλαχοῦ, βαρεῖα δὲ παραμένει ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν συντελεστῶν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· ὡς πρὸς τὰ νομικὰ ὅμως πρόσωπα ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι παρ’ ἡμῖν ἐλαφροτέρα ἢ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι σχετικὴ ὅλως εἶναι ἡ ἀξία τῶν πινάκων, ὁσάκις ἐκφράζουν τὸ κατὰ κεφαλὴν συνολικὸν φορολογικὸν βάρος διαιροῦντες τὴν ὅλην ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας διὰ τοῦ πληθυσμοῦ. Διότι διάφορον εἶναι πάλιν τὸ βάρος κατὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν φορολογουμένων, καὶ διότι τὸ βάρος τὸ φορολογικὸν ἐν τῷ συνόλῳ δὲν δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ ἐπακριβῶς ἐὰν δὲν ἐξευρεθῇ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ὄχι τόσον τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἡ φορολογία ἀλλὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν τὸ ἀπομένον εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν συντήρρησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἀντικατάστασιν καὶ αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου. Διότι εἶναι προφανὲς, ὅτι ἡ φορολογία δύναται νὰ εἶναι βαρεῖα καὶ μικρὸν σχετικῶς ποσοστὸν ἀφαιροῦσα ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἐὰν τὸ ἀπομένον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ ἀντιστρόφως δύναται νὰ μὴ εἶναι ἐπαχθὴς φορολογία ἀφαιροῦσα μέγα ποσοστὸν ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἐὰν τὸ ἀπομένον εἶναι ἐπαρκὲς διὰ συντήρησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐξακρίβωσις πραγματικὴ τοῦ φορολογικοῦ βάρους δύσκολος ἀκόμη καὶ εἰς χώρας, ἐν αἷς ἀφθονοῦν τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα εἶναι ἀπείρως δυσκολωτέρα παρ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς οἱ μέχρι τοῦδε ἐπιχειρήσαντες ἐκτίμησιν τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καταλήγουν εἰς πορίσματα ἀπέχοντα τεραστίως μεταξύ των. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι εὔκολον ἐπακριβῶς νὰ εὕρωμεν τὸ φορολογικόν μας βάρος βέβαιον ὅμως εἶναι—καὶ ἐπὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία—βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία ἡμῶν, καὶ ὅτι ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν ηὐξήθη κατὰ 90% περίπου. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλὴ τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀποκλειστικῶς Ἑλληνικόν. Ἡ βαρεῖα φορολογία ὑπῆρξε κοινὴ μεταπολεμικὴ μοῖρα ὅλων σχεδὸν τῶν Κρατῶν, καὶ τῶν νικητῶν καὶ τῶν ἡττηθέντων ἀκόμη δὲ καὶ πολλῶν οὐδετέρων, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς συγκριτικοὺς φορολογικοὺς πίνακας, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ μεταπολεμικὴ αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ βάρους οὐδαμοῦ σχεδὸν εἶναι κατωτέρα τῶν 75%, εἰς ξένας δὲ χώρας ὅπως ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἡ φορολογία διπλασία καὶ ὑπερδιπλασία τῆς προπολεμικῆς. Τὴν βαρεῖαν ταύτην φορολογίαν εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Ποίαν πολιτικὴν ἐχάραξεν ἀπέναντι αὐτῆς; Βεβαίως οὐδεὶς περισσότερον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπεθύμη νὰ προβῇ εἰς σοβαρὰν ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους, ἀλλὰ τὴν σοβαρὰν ταύτην ἐλάττωσιν ἀπέκλεισεν ἡ προοπτικὴ τῶν προσεχῶν δαπανῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ἀναποφεύκτως νὰ βαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός. Αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι μίαν καὶ μόνην πολιτικὴν ἐπέτρεπον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ; τὴν πολιτικὴν τῆς ἀποφυγῆς πάσης περαιτέρω φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑποσχεθεῖσα κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν θ’ αὐξήσῃ τὸ ὑφιστάμενον φορολογικὸν βάρος. Τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις εὐλαβῶς. Τέσσαρας προϋπολογισμοὺς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, καὶ παρὰ τὴν ἀναπόφευκτον αὔξησιν δαπανῶν, οὐδεμίαν νέαν φορολογικὴν θυσίαν ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅπερ δὲν θὰ εὕρετε εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐποχὴν τῆς δημοσιονομικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο. Διαπιστώσασα ὅτι τὸ ἐπαχθὲς φορολογικὸν βάρος καθίστων ἀπαχθέστερον ἀκόμη τὰ παλαιὰ χρέη, ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ οἱ μεγάλοι συντελεσταὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐπεδόθη εἰς τὴν θεραπείαν τῶν τριῶν τούτων κακῶν. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐκαθαρίσαμεν τὸν φόρτον τῶν παλαιῶν χρεῶν ταχέως, καὶ κατὰ τὸν πρακτικώτερον καὶ ἐπιεικέστερον διὰ τοὺς φορολογουμένους τρόπον. Ἐπίσης δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς καλῆς πίστεως συζητητὴς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς δικαιοτέρας βεβαιώσεως καὶ τῆς ἐπιεικεστέρας εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἐσημειώθη ἀξιόλογος μεταβολή. Νέον πνεῦμα ἐπικρατεῖ σήμερον εἰς τὰς σχέσεις φορολογουμένου καὶ φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας καὶ μολονότι διερχόμεθα ἡμέρας κρίσεως καὶ ἑπομένως καὶ νευρικότητός τινος τῶν φορολογουμένων, ἔπαυσαν τὰ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου παράπονα τῶν φορολογουμένων τὰ ὁποῖα τόσον συχνὰ ἠκούομεν ἄλλοτε. Καὶ εἰς τὸν τρόπον δὲ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἀρκεταὶ ἐθεσπίσθησαν ἐπιεικεῖς διατάξεις ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, ἐνεργεῖται δὲ ἡ εἴσπραξις κατὰ τὸν ἠπιώτερον τρόπον καὶ μολονότι αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι καθιστοῦν τοὺς φορολογουμένους περισσότερον παρ’ ἄλλοτε ἀπροθύμους εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἀμέσων φόρων, κατορθοῦται καὶ τούτων ἡ εἴσπραξις ἱκανοποιητικῶς, ἄνευ ἐξαιρετικῶν πιέσεων διὰ τμηματικῶν καταβολῶν, διὰ συχνῶν ἀναστολῶν καὶ δι’ ἐπιδιώξεως τῆς εἰσπράξεως εἰς τὴν καταλληλοτέραν ἐποχήν. Καὶ ἀπεπειράθησαν μέν τινὲς πολλάκις νὰ ὑψώσουν φωνὴν διὰ τὰς σκληρότητας τῶν εἰσπρακτορειακῶν ὀργάνων ἀλλ’ ὅσοι εἴχετε τήν ὑπομονὴν νὰ παρακολουθήσητε τὰ χρησιμοποιηθέντα ἑκάστοτε παραδείγματα θὰ ἔχετε ἴδει ἀσφαλῶς, ὅτι πάντα, ἀνεξαιρέτως πάντα εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ πολλὰ τούτων ἦσαν κακοπίστου προελεύσεως. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ἓν τηλεγράφημα διαμαρτυρίας καταπιέσεων ἔφερεν ὑπογραφὴν δικηγόρου, ὅστις εἶχεν ἀποβιώσει πρὸ διετίας.
§30Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὁ τηλεγραφῶν εἶναι ὑπάλληλος τοῦ γερουσιαστοῦ κ. Φωτάκη, παραθερίζει δὲ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅθεν ἐτηλεγράφησε.
§31Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξηκριβώθη ὅτι ὁ τηλεγραφῶν ἦτο δικηγόρος ἀποβιώσας πρὸ διετίας. Ἐπίσης τὰ περὶ κατασχέσεως ἑνὸς καζανιοῦ εἶναι ἀνακριβῆ, διότι ὁ χρεώστης εἶχε δύο καζάνια, καὶ κατεσχέθη τὸ ἓν καὶ τὴν ἑπομένην ἐπλήρωσεν ὁ φορολογούμενος ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο καὶ ἄπορος.
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅταν δὲν θέλετε νὰ κάνουν οὔτε αὐτὸ αἱ ἀρχαί, τὶ πρέπει νὰ γίνῃ;
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι αἱ ἀρχαὶ ἐτηλεγράφησαν ἀνακριβῶς ὅτι ὁ χρεωστῶν ἦτο φυγόποινος.
§34Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοοῦσαν αἱ ἀρχαὶ ὅτι δὲν ἤθελε νὰ πληρώσῃ καὶ ἔφευγε πρὸ τῶν χωροφυλάκων.
§35Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ καὶ τὴν τρίτην ἀφορμὴν τὴν καθιστῶσαν ἰδιαιτέρως ἐπαχθῆ τὴν φορολογίαν μας, ἐξήλειψεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐλαττώσεως ὅλων σχεδὸν τῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἐν τῇ ἐλαττώσει τῶν συντελεστῶν τούτων εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν πάντοτε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς αὐτὴν μόνον ἀφ’ οὗ προηγουμένως ἐπείσθημεν ὅτι διὰ τῆς καλλιτέρας βεβαιώσεως διὰ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν διαφευγόντων τὴν φορολογικὴν των ὑποχρέωσιν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀπόδοσις εἰς βαθμὸν θέτοντα ἐν κινδύνῳ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πρόνοια ἡμῶν αὕτη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τύχῃ τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ διὰ ν’ ἀκούσωμεν τὸ περίεργον ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐμειώσαμεν τὸ βάρος τῆς ἀμέσου φορολογίας, διότι καὶ μετὰ τὴν μείωσιν εἰσπράττομεν τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι καθαρὸν σόφισμα. Διότι δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι πλὴν τοῦ καπνοῦ πᾶσα κατηγορία καθαρᾶς προσόδου φορολογεῖται σήμερον ὀλιγώτερον κατὰ 20% ἢ 25% καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἄνευ τῆς μειώσεως θὰ κατέβαλλε φόρον οἰκοδομῶν χιλίας δραχμὰς καταβάλλει μετὰ τὴν μείωσιν μόνον 75, ὅπως ἐπίσης ἄνευ τῆς μειώσεως θὰ ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα λόγῳ ἀμέσου φορολογίας 20% ἢ 25 παραπάνω ἀφ’ ὅ,τι σήμερον ἀφαιρεῖται μετὰ τὴν μείωσιν. Οἱ ἀρνούμενοι τοῦτο ὑποστηρίζουν χωρὶς νὰ τὸ λέγουν, ὅτι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις εἶναι τὸ δικαίωμα ἢ μᾶλλον τὸ στοιχειῶδες καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ χάριν ἰσότητος καὶ χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν ἀνακάλυψιν ὅλων τῶν ἐπιτηδείων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ δημιουργήσωσιν προνομιακὴν θέσιν δι’ ἑαυτοὺς καὶ νὰ ἐπιρρίπτουν τὸ ἴδιον φορολογικὸν βάρος ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἄλλων Ἑλλήνων πολιτῶν. Διότι τοῦτο ὑποστηρίζουν οἱ θέλοντες νὰ ἐξουδετερώσουν τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν συντελεστῶν φορολογικὴν ἀνακούφισιν διὰ τῆς καλλιτέρας ἀποδόσεως τῆς φορολογίας. Ὑποστηρίζουν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὅτι τότε θὰ ἦτο πραγματικὴ ἡ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας φορολογικὴ ἀνακούφισις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσταύρωνε ταὐτοχρόνως τὰς χεῖρας θεωμένη ἀπαθῶς τοὺς κατορθοῦντας νὰ διαφεύγωσιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὴν φορολογικήν των ὑποχρέωσιν. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο προβάλλουν οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, οἱ ἕτοιμοι νὰ κατηγορήσουν τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐπιδιώκει τὴν ἰσότητα ταύτην. Ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων συλλογισμῶν εἶναι παράδοξον πῶς δὲν ἠκούσαμεν ἀκόμη κατηγορουμένην τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐπεβάρυνε τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, διότι καταδιώκουσα τὸ λαθρεμπόριον αὐξάνει τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν μεγάλων συντελεστῶν ὅπως καὶ ἄλλαι τινὲς φορολογικαὶ μειώσεις δὲν ἀποτελοῦν καθαρὰν μείωσιν τοῦ συνόλου τοῦ φορολογικοῦ βάρους διότι ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ἐπαναφέρουσα τὸν παλαιὸν δασμὸν τοῦ σίτου δὲν ἐπανέφερε καὶ τὸν συντελεστὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ 15 εἰς 14, ἀλλὰ διετήρησε αὐτὸν εἰς 15, ηὔξησεν ὅμως τοὺς εἰσαγωγικοὺς δασμοὺς μὲ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν διαφορὰν αὐτὴν, ἤτοι μὲ ποσὸν μικρότερον τοῦ 1)15 τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, μικρότερον διότι ὁ συντελεστής τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς δὲν ηὐξήθη ἀπὸ 14 εἰς 15 δι’ ὅλα τὰ εἴδη, ἀλλ’ ἐξῃρέθησαν αὐτοῦ τὸ πετρέλαιον τῶν Νέων Χωρῶν τὸ τσιμέντον καὶ ἡ βύνη. Ἑπομένως ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν ὅλην ἀπόδοσιν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν ἀνερχομένην εἰς 3300 ἑκατομμ. καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῆς τοὺς δασμοὺς τοὺς ἀναλογοῦντας εἰς τὰ εἴδη δι’ ἃ δὲν ηὐξήθη ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 90 περίπου ἑκατομμύρια εὑρίσκομεν ποσόν τι δασμῶν, τὸ ὁποῖον διαιροῦντες διὰ τοῦ 15 εὑρίσκομεν ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ἐπιβάρυνσις τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἶναι ἑκατομμύρια 200 τὸ πολὺ 213. Τὴν φορολογικὴν ταύτην ἐπιβάρυνσιν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν φορολογικῶν μειώσεων, διὰ νὰ εὕρωμεν τὶ ποσὸν ὑπολείπεται ὡς καθαρὰ φορολογικὴ μείωσις. Αἱ μειώσεις τὰς ὁποίας ἐπεφέρομεν συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ὑπερβαίνουν τὰ τετρακόσια ἑκατομμύρια. Τοὺς σχετικοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἀνεκοίνωσα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλάκις ἐχρησιμοποίησε καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἀναφέρει ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐπαναλάβω πάλιν. Προσθέτω μόνον ὅτι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς δὲν ἀναφέρονται μικρότεραι φορολογικαὶ ἀνακουφίσεις. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν φορολογικῶν μειώσεων ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐκ τοῦ συντελεστοῦ δασμολογικὴν ἐπιβάρυνσιν εὑρίσκομεν ὅτι διὰ τῶν φορολογικῶν τούτων μεταρρυθμίσεων ἐκτὸς τῶν ἄλλων σημαντικῶν πλεονεκτημάτων ἐπῆλθε καὶ ἐλάττωσις τοῦ φορολογικοῦ βάρους περὶ τὰ διακόσια ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καμμίαν φορολογικὴν μείωσιν. Δὲν παραδέχεται κἂν ὅτι αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις ἂν δὲν ἠλάττωσαν σημαντικῶς δὲν ηὔξησαν ὅμως καθόλου τὸ συνολικὸν φορολογικὸν βάρος. Καταγίνεται τοὐναντίον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ ηὐξήσαμεν τὸ φορολογικὸν βάρος, καὶ εἴδατε διά τίνων ἐπιχειρημάτων διὰ τίνων συλλογισμῶν διὰ τίνων ἀριθμῶν ἐπιχειρεῖ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Δὲν ἀντέχομεν εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ σημειώσωμεν μερικὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα παραδείγματα. Τὰ παραδείγματα λαμβάνομεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ, διότι ἡ λοιπὴ ἀντιπολίτευσις ὀρθῶς ποιοῦσα δὲν ἐνεπλάκη εἰς ἀριθμούς, προτιμήσασα νὰ ἀρνηθῇ γενικῶς τὴν φορολογικὴν ἀνακούφισιν. Οὕτω λ. χ. 1) ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κέας, ἀσχολούμενος νὰ εὕρῃ κατὰ τὶ ποσὸν αὐξάνει τοὺς δασμοὺς ἡ αὔξησις τοῦ συντελεστοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ 14 εἰς 15 ἀντὶ νὰ κάμῃ τὴν ἁπλουστάτην διαίρεσιν τῆς ὅλης δασμολογικῆς ἀποδόσεως διὰ τοῦ 15, προβαίνει εἰς σύγκρισιν τῆς δασμολογικῆς ἀποδόσεως δύο ἐτῶν ἐξ ὧν τὸ ἓν ἔχει μεταλλικὴν 14 καὶ ἄλλο μεταλλικὴν 15, ἀφαιρεῖ τὸ ποσὸν ὡς αὐτόματον αὔξησιν τῆς φορολογίας καὶ τὴν παραμένουσαν διαφοράν τὴν θεωρεῖ ὡς ὀφειλομένην εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ συντελεστοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ συλλογισμὸς χωλαίνει κατὰ βάσιν, διότι λησμονεῖ ὅτι λησμονεῖ τὸν κυριώτερον παράγοντα τῆς δασμολογικῆς ἀποδόσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι τὰ ποσὰ καὶ τὰ εἴδη τῶν δασμολογουμένων ἐμπορευμάτων. Καί χωλαίνει τόσον ὥστε ἂν ἡ εἰσαγωγὴ ἤθελεν εἶναι ἠλαττωμένη εἰς τὰ βαρέως δασμολογούμενα εἴδη, ὅπως ὁ σῖτος, τότε ὁ συλλογισμὸς ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ αὔξησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς δὲν ηὔξησεν ἀλλ’ ἠλάττωσε τὴν δασμολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. 2) Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας κ. Ζαβιτζιᾶνος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἀσχολούμενος εὑρίσκει ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ συντελεστοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ 14 εἰς 15 ἐπιβαρύνομεν τὴν χώραν 350 ἑκατ. Ἀλλὰ τότε ἡ ἀπόδοσις τῶν δασμῶν ἔπρεπε νὰ εἶναι δεκαπέντε φορὰς τριακόσια πεντήκοντα ἑκατομμύρια, δηλαδὴ 5.250 ἑκατομ. ἐν ᾧ ὡς γνωστὸν δὲν εἶναι οὔτε 3.600 ἑκατομμύρια. 3) Ἀλλὰ τόση εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ν’ ἀποδείξῃ φορολογικὴν ἐπιβάρυσιν ὥστε συγκεντρώνει καὶ ἀθροίζει ὡς δημοσίους φόρους ὅλους τοὺς τοπικοὺς φόρους τοὺς ἐξυπηρετοῦντας τοπικοὺς σκοποὺς μὴ ἐξαιρουμένου οὐδὲ τοῦ Σανατορίου Ἰθώμης. Μόνον τὴν φορολογίαν ὑπὲρ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τῶν Πατρῶν ἐλησμόνησεν. 4) Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπολογίζει καὶ φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀναμφισβητήτως προστατευτικοὺς δασμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κυρίως μᾶλλον ἀπαγορευτικὸν παρὰ ταμιευτικὸν χαρακτῆρα, ὅπως εἶναι τῆς βρώμης, τῆς κριθῆς τῶν σπορελαίων καὶ οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν ἀποδίδουν τίποτε παραπάνω ἀλλὰ καὶ ζημιώνουν προφανῶς τὸ Δημόσιον χάριν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Οὕτω λ.χ.ἐφέτος μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ εἰσεπράξαμεν ἀπὸ εἰσαγωγὴν κριθῆς, ἀραβοσίτου καὶ βρώμης μέχρι τέλους Ἰανουαρίου δραχμὰς ἕξ καὶ ἥμισυ ἑκατομ, ἐνῷ πέρυσι κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰσεπράξαμεν εἴκοσι ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. 5) Ὑπολογίζει ἀκόμη ὡς φορολογίαν καὶ τὰς μὴ ἐχούσας κανένα φορολογικὸν χαρακτῆρα κρατήσεις ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι κρατήσεις προορίζονται νὰ καλύψουν τάς εἰδικὰς δαπάνας ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων καὶ αἱ ὁποῖαι κρατήσεις ἐπιβάλλονται πάντοτε εἰς τὰς ἀποζημιώσεις. 6) Ἀλλὰ καὶ φορολογικὰς μειώσεις μεταβαπτίζει ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις εἰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Οὕτω λ. χ. μνημονεύει ὡς φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλωμεν 8% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ 12% ἐπὶ τῶν τόκων, ἐν ᾧ ἄνευ τῆς μειώσεως ταύτης θὰ κατέβαλλον φόρον τριάκοντα περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν διατάξεων. Καὶ ἐνῶ διὰ τὴν μείωσιν ταύτην ἐξέφρασαν εὐχαριστίας οἱ ἴδιοι οἱ φορολογούμενοι ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ μείωσις φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις. 7) Ἀλλὰ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις θεωρεῖται ἀκόμη καὶ διάταξις περὶ πληρωμῆς τόκων ἀπὸ τοὺς ὑπερημέρως ἀποταμιευτάς, ἐνῶ τόκον ἐπλήρωνον πάντοτε μετὰ τὴν πάροδον τῆς προθεσμίας, ἡ δὲ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι σήμερον δὲν ἀπαιτεῖται κοινοποίησις προσκλήσεως διὰ ν’ ἀρχίσουν αἱ συνέπειαι τῆς ὑπερημερίας. Καὶ λησμονεῖ ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις καὶ τὴν ἐπιείκειαν τὴν ὁποίαν ἐπὶ προφανῇ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἐπεδείξαμεν ὑπὲρ τῶν ἀποταμιευτῶν. 8) Ὡς ἐπιβάρυνσιν φορολογικὴν προερχομένην ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν θεωρεῖ ἐπίσης ἡ Προοδευτικὴ Ἕνωσις καὶ τὰ πρόσθετα ποσοστὰ ὑπὲρ τοῦ ταμείου Ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἐν ᾧ ἡ φορολογία αὕτη ἐπεβλήθη ἀπὸ τοῦ 1927, δὲν ἀνεγράφετο ὅμως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διότι τὸ προϊὸν αὐτῆς κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον κατετίθετο εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ δὲν εἰσέρχεται ἄλλως τε εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. 9) Ἀλλὰ τὴν ἐπίμονον προσπάθειαν τῆς ἐκθέσεως τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ὅπως ἀνακαλύψῃ ἀνυπάρκτους φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, ἀνέλαβε νὰ ἐπιτελέσῃ ἕτερον διακεκριμένον μέλος τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Αἰλιανός. Ἡ βάσκανος ὅμως μοῖρα ἡ ὁποία καταδιώκει τὴν Προοδευτικὴν Ἕνωσιν ὁσάκις συμπλέκεται μὲ ἀριθμοὺς δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν, παρ’ ὅλην τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἰδιαιτέραν ἐπίδοσίν του. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἀναλαβόντα, ὡς εἶπε, νὰ μᾶς ἀποδείξῃ μὲ δύο στρογγύλους ἀριθμοὺς τὴν μεγαλειτέραν σήμερον φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. Καὶ παραλαβὼν ἐκ τοῦ πίνακος τὴν πρόβλεψιν περὶ ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας καὶ συγκρίνων αὐτὴν πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀνεῦρεν ὄντως διαφορὰν 1700 περίπου ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀπόδειξιν φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἀπὸ μίαν ἀθωοτάτην πρόσθεσιν τῶν προσθέτων ποσοστῶν εἰς τοὺς κυρίους φόρους μὲ τοὺς ὁποίους ἐφέτος συνηνώσαμεν τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα πέρυσιν ἐγράφοντο κεχωρισμένως. Ἐν τῇ πραγματικότητι δὲ οὐ μόνον οὐδεμία ὑπάρχει πρόβλεψις περὶ προσθέτου φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐλάττωσίς τις προβλέπεται τῆς φορολογικῆς ἀποδόσεως. 10) Ἕτερος πάλιν βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας ἀνεκάλυψε καὶ ἐκεῖνος φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προστίμων καὶ τῶν παραβόλων. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν καὶ ταῦτα εἶναι φορολογία καὶ διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῶμεν ὡς ἐπιβαρύνοντες φορολογικῶς τὸν λαὸν ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν τὰ πρόστιμα καὶ τὰ παράβολα τῆς νομοθεσίας τοῦ 1838, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν ἔκτοτε ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς εἰς τὸ ὑποδεκαπενταπλάσιον, ὄχι μόνον ἀπέβαινον τελείως δυσανάλογα πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκον, ἀλλὰ καὶ κατήντων αὐτόχρημα κωμικά. 11) Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ὑπολογίζει ὡς πρόσθετον φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τὰ θεσπισθέντα δικαιώματα διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως. Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ἀνέκαθεν ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἐφήρμοζε — καὶ ὀρθῶς ἐφήρμοζε — τὴν ἀρχὴν ποινῆς τινος διὰ τοὺς δυστροποῦντας ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Νόμου ΓΥΟΔ τοῦ 1909 ἀναγνωρίζει δικαιώματα ἐκτελέσεως λεπτῶν πεντήκοντα, ὁ δὲ Νόμος 1940 τοῦ 1920 προσθέτει λεπτὰ εἴκοσι πέντε ἐπὶ πλέον δι’ ἑκάστην χιλιάδα δραχμῶν· δοθέντος δὲ ὅτι πρόκειται περὶ λεπτῶν χρυσῶν οὐδεμίαν κατ’ οὐσίαν αὔξησιν προσθέτει ἡ διάταξις τοῦ τελευταίου Νόμου, καθορίζουσα τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων εἰς 10 δραχμὰς μέχρι δύο χιλιάδων δραχμῶν. Μόνον ἐν περιπτώσει ἐκτελέσεως τῶν ἐνταλμάτων ἐπέρχεται αὔξησις, τὴν δ’ αὔξησιν ταύτην ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν ὡς δικαίαν ἀποζημίωσιν τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ὁ δυστροπῶν φορολογούμενος ὑποβάλλει εἰς πολλαπλασίας δαπάνας, δι’ ὁδοιπορικὰ τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων. Ἀπέναντι ὅμως τῆς ἐπιβαρύνσεως ταύτης τῆς τόσον δικαίας ἐπιφέρομεν διὰ τοῦ αὐτοῦ Νόμου σειρὰν ἄλλων πολὺ μεγαλειτέρων ἀνακουφίσεων, διότι τὸν τόκον ὑπερημερίας περιωρίσαμεν εἰς 8% τὰ πρόσθετα τέλη περιωρίσαμεν εἰς 10% ἀπὸ 30%, καὶ τὰς συνεπείας τῆς ὑπερημερίας θεωροῦμεν ἀρχομένας οὐχὶ ἀφ’ ἧς ὠφείλετο ἡ καταβολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους καθ’ ὃ ἐβεβαιώθησαν. Ἀγνοεῖ ἆράγε ἢ ἐλησμόνησε ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως; 12) Ἀλλὰ τὴν κορωνίδα ὅλης αὐτῆς τῆς ἀξιολόγου προσπαθείας ἀποτελεῖ ἡ βεβαίωσις ὅτι ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐντάλματα δηλαδὴ ὑπερδεκαπλάσια τοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν Ἑλλήνων φορολογουμένων διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅλον τὸν ἄρρενα πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος μηδὲ τῶν βρεφῶν ἐξαιρουμένων.
§36Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι γνωρίζω ὅτι εἰς ἓν Ταμεῖον ἐκκρεμοῦν ἐντάλματα διὰ 40.000 φορολογουμένους —καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς χρήσεως ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς προγενεστέρας—καὶ τὸν ἀριθμὸν 4 ἑκατομμύρια τὸν μετεχειρίσθην ὡς σχῆμα λόγου διὰ νὰ καταδείξω τὸ μέγεθος τοῦ ποσοῦ τῶν ἐνταλμάτων δεδομένου ὅτι ἔχομεν 160 Ταμεῖα.
§37Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι δι’ ἐγκυκλίου ἥν ἀπέστειλα ἑρμηνεύων τὸν νόμον δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν ἐπὶ τῶν ἐκδοθέντων πρὸ τοῦ 1930 ἐνταλμάτων εἰ μὴ μόνον διὰ τὸ τρέχον φορολογικὸν ἔτος καὶ ἐφεξῆς. Καὶ διερωτᾶταί τις: ἀντὶ ὅλων τούτων δὲν θὰ ἦτο ἆράγε προτιμότερον νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ προσπάθεια ἡ τείνουσα νὰ ἀρνηθῇ μίαν ἐξόφθαλμον πραγματικότητα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον ἐτήρησεν εὐλαβῶς τὴν ὑπόσχεσιν αὐτῆς περὶ μὴ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ βάρους ἀλλὰ καὶ ἠλάττωσε τοῦτο; Ἀλλὰ οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐλέγξωσι τὴν Κυβέρνησιν ἠδύναντο νὰ μᾶς εἴπωσι: Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἂν ὑπεσχέθη ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις φορολογικὰς μειώσεις. Καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς σοβαρὰς φορολογικὰς μειώσεις ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει τὸ μέγεθος τῆς φορολογίας. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι διὰ τῶν φορολογικῶν μειώσεων ἠλαττώθη οὐσιωδῶς τὸ Ἑλληνικὸν φορολογικὸν βάρος. Δὲν ἀνταποκρίνονται αἱ μειώσεις πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδίᾳ ζωηρῶς θὰ ἐπεθύμῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι βαρύτατος βεβαίως, χωρὶς νὰ σκέπτεται πότε θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀφορολόγητον ὅλων τῶν γεωργικῶν προϊόντων, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται εἰς τοῦτο ἀλλὰ ζητεῖ ταὐτοχρόνως καὶ τὴν φορολογίαν ὅλου τοῦ ἄλλου κόσμου ὑπὲρ τῶν γεωργῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουν μεγαλειτέρας φορολογικὰς μειώσεις. Οἱ κείμενοι ἤδη φόροι εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐδεὶς ὑπουργὸς μεριμνῶν πράγματι διὰ τὸ ἰσοζύγιον θὰ προέτεινε τὴν περαιτέρω ἐλάττωσιν αὐτῶν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Καὶ ὑποπίπτουν εἰς ἀθεράπευτον ἀντίφασιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἠλάττωσε περαιτέρω τοὺς φόρους καὶ ἐξ ἄλλου ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ἰσοζύγιον δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένον, χωρὶς κἂν νὰ προτείνουν οἰκονομίας εἰς ἀντιστάθμισμα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς φορολογικῆς μειώσεως. Ἀδύνατος ἡ ριζικὴ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. Τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ δυνατοῦ ριζικῶν μεταρρυθμίσεων ἐξεθέσαμεν καὶ ἄλλοτε καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ὡς ἐλέγομεν καὶ τότε εἰς τὸ φορολογικόν μας σύστημα ἡ σχέσις τῶν ἀμέσων φόρων πρὸς τοὺς ἐμμέσους εἶναι μικροτέρα, παρὰ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος Εὐρωπαϊκὸν πλὴν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως ἀνεξαρτήτως νεωτέρων θεωριῶν πιστεύεται ὅτι ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ ἀποδόσει τῶν ἀμέσων φόρων εὕρηται ἡ προσέγγισις πρὸς φορολογικὴν δικαιοσύνην, τὸ φορολογικόν μας σύστημα εἶναι τὸ ἀντεπιστημονικώτερον ὅλων τῶν φορολογικῶν συστημάτων τῆς Κεντρικῆς καὶ Δυτικῆς Εὐρώπης. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἑπομένως ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ προσαρμόσωμεν πρὸς τὴν σύγχρονον ταύτην ἐπιστημονικὴν ἐξέλιξιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο δὲν εἶναι κατορθωτόν, διότι εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας πρωτεύοντα ρόλον παίζουν, ὄχι μόνον ἡ φορολογικὴ συνείδησις καὶ ἡ καλὴ λειτουργία τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ἀλλὰ κυρίως ἡ οἰκονομικὴ σύνθεσις τῆς Χώρας. Κακὴ οἰκονομικὴ σύνθεσις τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ μεγίστην ἀναλογίαν ἴση περίπου κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, δὲν εὐνοεῖ ἀπόδοσιν μεγάλην τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἄλλως τε διὰ νὰ καταδειχθῇ τοῦτο καὶ πρακτικῶς, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ σκεφθῶμεν. 1) Ὅτι φορολογοῦμεν ὅλα τὰ εἴδη τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἄρα δὲν ἔχομεν περιθώριον αὐξήσεως τῆς φορολογητέας ὕλης. 2) Ἔχομεν συντελεστὰς τῆς ἀμέσου φορολογίας βαρεῖς ὡς ὅλοι παραδεχόμεθα, τοὺς ὁποίους ἠλαττώσαμεν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τινὰς τοὐλάχιστον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐλαττώσωμεν περαιτέρω, εὐθὺς ὡς τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐπιτρέψῃ. Καὶ 3) ὅτι αὔξησις τῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας, καὶ ἄν ποτὲ ἀπεφασίζετο, δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐπιπέσῃ οὔτε ἐπὶ τῆς ἐργασίας οὔτε ἐπὶ τῆς μικτῆς προσόδου ἰδίᾳ τῆς γεωργικῆς. Θὰ ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ κεφαλαίου προσόδου κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ τοιαύτη πολιτικὴ θὰ ἐφυγάδευε τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα νὰ συγκρατήσωμεν καὶ νὰ προσελκύσωμεν καὶ χωρὶς ν’ αὐξήσῃ τὴν ἀπόδοσιν καθόλου τῆς ἀμέσου φορολογίας, θὰ κατήνεγκε βαρὺ τραῦμα κατὰ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικῶς ἐπιδιώξιμος οὐδ’ ἐφικτὴ ἀπόδοσις ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας μεγαλειτέρα τῆς ἐκ τῆς ἐμμέσου τοιαύτης. Μόνον εἰς ἀπώτερον μέλον, μόνον ὅταν ἡ οἰκονομικὴ σύνθεσις τῆς χώρας μεταβληθῇ, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοιαύτη σκέψις. Ἀλλ’ ἕως τότε ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας θὰ περιστρέφεται κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα, αὐξανομένη μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τῆς καλλιτέρας βεβαιώσεως καὶ τῆς βαθμιαίας, ἀλλὰ καί βραδείας αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἐκφράζωμεν εὐχὰς ἀπραγματοποιήτους καὶ νὰ τρέφωμεν χιμερικὰς ἐλπίδας. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα τὸν κώδικα περὶ χαρτοσήμου. Παρ’ ὅλον τὸν ἐγερθέντα θόρυβον διὰ τὸν κώδικα περὶ χαρτοσήμου δὲν διστάζω καὶ σήμερον νὰ ὑποστηρίξω ὅτι εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ του ἐλαφρότερος τοῦ τέως ἰσχύοντος. Ἰδίᾳ εἶναι ἀναμφισβήτητον αʹ) ὅτι ἡ ἐμπορική του κλῖμαξ εἶναι ἐλαφροτέρα τῆς παλαιᾶς, βʹ) ἐπεκτείνει σημαντικῶς τὸν κύκλον τῶν πράξεων ὅσαι ὑπάγονται εἰς τὸ ἐμπορικὸν χαρτόσημον, καὶ θεωρεῖ ὡς ἐμπορικὰς πολλὰς σχέσεις, αἵτινες πρότερον ὑπήγοντο εἰς τὸ βαρὺ ἀστικὸν τέλος· τὸ ἄρθρον θεσπίζει σειρὰν εὐνοϊκῶν ἐξαιρέσεων αἵτινες χαρτοσημαίνονται μόνον μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐμπορικοῦ τέλους· τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κώδικος καταργεῖ τὴν ἐπαγγελλομένην ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ νόμου μετὰ παρέλευσιν διετίας ἀκυρότητα τῶν μὴ χαρτοσημανθεισῶν ἐγγράφων, ἡ ὁποία καὶ ὡς ποινὴ εἶναι σκληρὰ καὶ σωρείαν ἀδικιῶν ἐγέννησεν. Μία μόνον διάταξις αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ συζήτησιν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν ἐμπορικῶν ἐπιστολῶν δι’ ὧν συνάπτεται σύμβασις. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἡ χαρτοσήμανσις ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὅταν προσήγοντο εἰς τὸν ταμίαν, ἀλλ’ ἐπεβάλλοντο δρακόντειαι τότε ποιναί, ἤτοι τὸ δεκαπλοῦν τοῦ χαρτοσήμου, ἂν προσήγοντο ἐντὸς τριμήνου καὶ τὸ εἰκοσαπλοῦν ἂν προσήγετο ἐντὸς διετίας, πέραν δὲ τῆς διετίας ἀπηγγέλλετο ἀκυρότης. Κατὰ τὸν νέον νόμον πρέπει νὰ χαρτοσημανθοῦν ἐντὸς ἑξαμήνου, αἱ δὲ ἐπιβαλλόμεναι ποιναὶ οὐδέποτε ὑπερβαίνουν τὸ τριπλάσιον καὶ οὐδέποτε ἐπαγγέλλεται ἀκυρότης. Ζήτημα εἶναι ἑπομένως ἂν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι αὐστηρότερος ὁ νέος νόμος, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι πάντοτε ἐπιεικέστερος εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι βαρύτερος ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία δὲν ὑπερβαίνει τὴν τοῦ παλαιοῦ καὶ μάλιστα εἶναι κατωτέρα, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ ἐφέτος περιλαμβάνονται τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς χαρτοσημάνσεως σωρείας ἐγγράφων παρελθόντων ἐτῶν τῶν ὁποίων ἐπετράπη ἡ ἐντὸς τριμήνου χαρτοσήμανσις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρὸ πολλοῦ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε, μετὰ συνεννόησιν μὲ τὸν ἔλεγχον, καὶ εἰσηγεῖται τροποποιήσεις τοῦ κώδικος πρὸς ἄρσιν παντὸς παραπόνου. Διὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων: 1) Ἐπαναφέρομεν τὴν παλαιὰν διάταξιν, ὡς πρὸς τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν τῆς χαρτοσημάνσεως, καθιστῶντες αὐτὴν ἐπιεικεστέραν εἰς τὰς ποινὰς καταργοῦντες δὲ καὶ τὴν ἀκυρότητα. 2) Ἐπίσης ἐλαττώνομεν τὸ τέλος τῶν τιμολογίων, οὕτως ὥστε πλὴν τοῦ ἀναλογικοῦ νὰ ἐπιτίθεται πάγιον τέλος μὲ ὀλίγας βαθμίδας καὶ μὲ ἀνώτατον ὅριον. 3) Αὐξάνομεν ἐπίσης τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος τῶν ἀστικῶν ἐγγράφων ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. 4) Μειοῦμεν εἰς τὸ ἥμισυ τὸ χαρτόσημον τῶν μέχρι τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν μισθοδοτικῶν ἀποδείξεων.
§38Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὥστε ὁ μὴ τροποποιηθεὶς εἰσέτι νόμος δὲν ἦτο ἐπαχθὴς διὰ τὸν Λαόν;
§39Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι διότι ἔπρεπε νὰ προσέξητε εἰς ὅσα σᾶς ἀντέταξα προηγουμένως περὶ τοῦ νομοσχεδίου. 5) Ὁρίζομεν ἀνώτατον ὅριον χαρτοσημάνσεως τῶν ἐν ἄρθρῳ 19 πράξεων τὸ ποσὸν ἑκατὸν δραχμῶν, ἀντὶ χιλίων. καὶ 6) Δεχόμεθα νὰ μὴ χαρτοσημαίνωνται τὰ μισθωτήρια τῶν μέχρι 30 Αὐγούστου 1930 συναφθεισῶν καὶ τῶν δυνάμει τοῦ ἐνοικιοστασίου παραταθεισῶν συμβάσεων, νὰ ἐπιτίθεται τὸ ἐπὶ τῆς ἀποδείξεως τοῦ μισθώματος μόνον πεντάδραχμον χαρτόσημον. Ἐλπίζομεν ὅτι μετὰ τὰς νέας αὐτὰς τροποποιήσεις, ἂν δὲν ἀναγνωρισθῇ ἡ ἐπιεικεστέρα διαρρύθμισις τοῦ χαρτοσήμου θὰ παύσῃ τοὐλάχιστον νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐπιβαρύνσεως φορολογικῆς διὰ τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως διέγνωσε τὴν κρίσιν καὶ ὀρθῶς προέβλεψε τὴν ἐπίδρασιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἔρχομαι εἶτα εἰς τὴν μομφὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠγνόησεν ἢ ἀπέκρυψε τὴν κρίσιν καὶ ἀπαντῶ ὅτι οἱ προβάλλοντες τὴν μομφὴν συγχέουν ἀθελήτως ἢ ἠθελημένως τὰς χρονολογίας καὶ ὑποπίπτουν εἰς τὸ σφάλμα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς πολλοὺς πρὸ τῆς παγκοσμίου κρίσεως εὕρισκον καὶ ὑπεστήριζον ἐν Ἑλλάδι γενικὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, παρεξηγοῦντες τὰ φαινόμενα τῆς περιόδου τῆς προσαρμογῆς πρὸς τὴν μετὰ τὴν σταθεροποίησιν νέαν κατάστασιν. Διότι ἐνῷ γενεσιουργὸν οὕτως εἰπεῖν φαινόμενον τῆς κρίσεως θεωρεῖται ἡ 24 Ὀκτωβρίου 1929 ἡμέρα τοῦ χρηματιστηριακοῦ κρὰχ τῆς Νέας Ὑόρκης, ἐν τούτοις ἐν Ἑλλάδι ἓν ὁλόκληρον ἑξάμηνον πρότερον ὑπῆρχον οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ὑφίσταται κρίσις οἰκονομικὴ καθολικῆς μορφῆς. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι καὶ τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια Ἀθηνῶν–Πειραιῶν ἀπεφάνθησαν μετ’ ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως ὅτι δὲν ὑφίστατο τότε οἰκονομικὴ κρίσις. Τὴν τοιαύτην ἀνύπαρκτον κρίσιν ἠρνήθη ἡ Κυβέρνησις, ἀναπτύσσουσα καὶ ἀποδεικνύουσα ὅτι αἱ παρατηρούμεναι δυσχέρειαι πληρωμῆς, ἡ ἐλάττωσις τῶν κερδῶν, ἡ αὔξησις τῶν πτωχεύσεων, ἡ στενότης τῶν πιστώσεων, ἦσαν φαινόμενα συναφῆ πρὸς τὴν μεταπληθωρικὴν κατάστασιν παρατηρηθέντα εἰς ὅλας τὰς χώρας μετὰ τὴν σταθεροποίησιν (ἐνταῦθα ἀναγινώσκει σχετικὸν μέρος τῆς εἰσηγήσεώς του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–1931 ἐν ᾗ ἐκτίθενται ταῦτα). Δὲν ἠρνήθη ὅμως ἡ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἠγνόησεν, οὐδὲ ἠθέλησε νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς παγκοσμίου κρίσεως καὶ ἐν Ἑλλάδι. Τοὐναντίον εὐθὺς ὡς παρουσιάσθη εὐκαιρία μετὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς κρίσεως — καὶ τοιαύτη παρουσιάσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–1931, ἤτοι κατὰ Μάρτιον τοῦ 1930 — ἡ Κυβέρνησις σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐξέθηκε τὴν νέαν κατάστασιν ἐξηγοῦσα ὅτι εἰς τὰς δυσχερείας τῆς περιόδου τῆς προσαρμογῆς προστίθενται νέαι δυσχέρειαι ἐκ τῆς παγκοσμίου πτώσεως τῶν τιμῶν ὅλων τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν καὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων καὶ τῆς αὐξανομένης ὁλονὲν ἀεργίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχουσιν χῶραι πλούσιαι ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Ὁλλανδία, ἡ Αἴγυπτος κλπ. αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι κλπ. Καὶ ἴσως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἦτο ἡ πρώτη ἡ ὁποία ἠσχολήθη ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς κρίσεως ταύτης. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τοῦ Μαρτίου τοῦ 1930 τὰς σχετικὰς δηλώσεις του, ἐξ ὧν ἀποδεικνύονται τ’ ἀνωτέρω καὶ προσθέτει ὅτι ἐκ τῶν αὐτῶν πρακτικῶν προκύπτει, ὅτι μὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ὕπαρξιν κρίσεως πρὶν ἐκραγῆ διεφώνησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα). Διεφώνησεν κύριοι βουλευταὶ ὡς πρὸς τὸν ρόλον τὸν Κυβερνητικὸν ἀπέναντι τῆς κρίσεως μὴ δυναμένη νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ διαλαλῇ τὴν κρίσιν καὶ μάλιστα χρωματίζουσα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα ὡς ἠξίουν τινὲς μὲ τὸ περίεργον ἐπιχείρημα, ὅτι τοῦτο θὰ συνετέλη νὰ καταστήσῃ ἧττον ἀπαιτητικοὺς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιστωτὰς τοῦ ἐμπορίου μας. Ἡ Κυβέρνησις ἐπίστευσε καὶ πιστεύει ὅτι ὁ ρόλος αὐτῆς ἦτο νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἦτο ὅτι ἡ ἐθνική μας οἰκονομία δὲν ἠδύνατο βεβαίως παρὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς παγκοσμίου κρίσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὰς μετὰ τὴν σταθεροποίησιν δυσχερείας, ἀλλὰ παρουσιάζει ἐν τούτοις ἡ ἐθνική μας οἰκονομία στοιχεῖα πρὸς ἄμυναν ἱκανὰ νὰ ἐμπνεύσουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν παγκόσμιον κρίσιν μὲ τὰς ὀλιγωτέρας δυνατὰς ζημίας. Τὴν γνώμην ἄλλως τε ταύτην τὴν Κυβερνητικὴν εὐρύτερον ἀκόμη ἀναπτύσσωμεν ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ 1931–1932. Καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὰς τῆς εἰσηγήσεώς μου, εἰς ἃς ἐν πλάτει ἀναπτύσσεται ἡ Κυβερνητικὴ ἀντίληψις περὶ τῆς παγκοσμίου κρίσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως ἀντελήφθη τὸν ἀντίκτυπον τῆς παγκοσμίου κρίσεως, ὅτι ὀρθῶς διέγνωσε τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐχάραξεν ἀπέναντι τῆς νέας καταστάσεως τὸν ἀληθῆ ρόλον μιᾶς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀποκρύπτεται εἰς τὸν λαὸν ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀπαγορεύει εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ καταλαμβάνεται ὑπὸ πανικοῦ καὶ μεταδίδουσα τὸν πανικὸν τοῦτον εἰς τὸν λαὸν νὰ στερῇ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τοῦ ἀπαραιτήτου διὰ τὸν οἰκονομικὸν ἀγῶνα ἠθικοῦ παράγοντος καὶ νὰ δημιουργῇ οὕτω καὶ ἠθικὴν κρίσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐνεπνέετο καὶ ἐμπνέεται πάντοτε ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ οἰκονομικός μας ὀργανισμὸς παρὰ τὴν μικράν του ἐπιφάνειαν ἢ ἴσως διὰ τὴν μικράν του ἐπιφάνειαν, ἐδοκίμασε τὴν κρίσιν ὀλιγώτερον ἄλλων χωρῶν μὲ πολὺ ἀνώτερον οἰκονομικὸν ἐφοδιασμόν. Τὴν πίστιν ταύτην ἐζητήσαμεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὸν λαὸν ἀγωνιζόμενον κατὰ τῶν ἀπαισιοδόξων καὶ τῶν θρηνωδούντων τὴν ἐπικειμένην καταστροφὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι προσεφέρομεν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν χώραν μεγάλης ἠθικῆς σημασίας. Ἡ λελογισμένη αἰσιοδοξία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πίστις αὐτῆς πρὸς τὴν ἀντοχὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας πιστοποιεῖται πλήρως ἀπὸ τὰ πράγματα. Συμπληροῦται ἤδη τὸ τρίτον ἑξάμηνον τῆς κρίσεως καὶ ὅμως τ’ ἀποτελέσματα τῆς κρίσεως ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἤπια, ὡς δεικνύει μία σφυγμομέτρησις τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεών της. Καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω, κ. βουλευταί τὴν κίνησιν τῶν λιμένων, τῶν καταθέσεων, τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, τῶν ἐμβασμάτων μεταναστεύσεως, τὰς τιμὰς τῶν ἀξιῶν μας τὴν καλὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως καὶ τήν σταθερότητα τῆς δημοσιονομικῆς μας καταστάσεως. Δύνανται νὰ συγκρίνουν τὴν κατάστασίν μας μὲ τὴν κατάστασιν ἄλλων χωρῶν πολὺ πλουσιωτέρων οἱ κήρυκες τῆς καταστροφῆς, διὰ νὰ ἴδουν ποίαν ἡ Ἑλλὰς κατέχει σήμερον θέσιν σχετικῶς ἐπίζηλον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν κρίσιν, λέγω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πρόθυμος εἰς μομφάς, ἔστω καὶ ἐστερημένας πάσης βάσεως, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῆς κρίσεως ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας ἀναμένουσα τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀσθενῆ τὴν μνήμην ἢ μᾶλλον πάσχει ἀπὸ ἀμνησίαν ὁσάκις πρόκειται περὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶν ἢ περὶ μέτρων Κυβερνητικῶν ἐπαινετῶν. Διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν μνήμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνασκοποῦντες τὴν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἐκκρήξεως τῆς κρίσεως, ἀλλὰ πολὺ πρὸ αὐτῆς καὶ δὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐφησυχάζῃ μέχρι τῆς παγκοσμίου κρίσεως. Πολὺ πρὸ αὐτῆς καὶ ἤδη ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ὤφειλε ν’ ἀντιμετωπίσῃ περίοδον ἡ ὁποία δὲν ἦτο μὲν κρίσις, ὡς καὶ προηγουμένως ἀνέπτυξα, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐξελιχθῇ εἰς κρίσιν, ἄν ἀφίνετο εἰς τὴν τύχην της, ἄνευ Κυβερνητικῆς παρακολουθήσεως, ἄνευ Κυβερνητικῆς ἀρωγῆς. Καὶ ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν ἐκλήθη ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἡ περίοδος τῆς προσαρμογῆς πρὸς τὴν σταθεροποίησιν, ἦτο ἡ περίοδος τοῦ μεταπληθωρισμοῦ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ της προβλήματα. Διότι κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ σταθεροποίησις τὴν ὁποίαν ἐκληρονομήσαμεν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν εἶναι μία ἐγχείρισις εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμόν, ἡ ὁποία ἔχει περίοδον θεραπείας μὲ κινδύνους ἐπιπλοκῶν. Κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ σταθεροποίησις λύει ἕν πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τῆς νομισματικῆς ἀσταθείας, ἀλλὰ θέτει ἄλλα προβλήματα ποικίλλα καὶ τὰ προβλήματα ταῦτα καλεῖται νὰ λύσῃ ἡ ἀμέσως ἑπομένη κατάστασις.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ περίοδος τῆς σταθεροποιήσεως ἦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα μεγάλης χρονικῆς διαρκείας καὶ ἡ προσαρμογὴ τοῦ νομίσματος εἶχε μείνει σταθερὰ ἐπὶ μακρόν.
§41Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ Εὐταξία ἡ λίρα δὲν ἦτο 406 δραχμάς;
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν ἀνατρέξητε, κ. ὑπουργέ, εἰς τὰ δελτία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἰδῆτε μίαν σταθεροποίησιν ἀρκετὰ μακροχρόνιον.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναφέρω τὴν δημιουργηθεῖσαν μετὰ τὴν σταθεροποίησιν περίοδον δυσχερειῶν, τὴν ἐλάττωσιν τῶν κερδῶν ὅλων ἐν γένει τῶν ἐπιχειρήσεων, τὸν κλονισμὸν τῶν ἀσθενεστέρων ἐξ αὐτῶν, τὴν αὔξησιν τῶν πτωχεύσεων, τὴν στενότητα τῶν πιστώσεων, τὴν δύσκολον θέσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ ἐν γένει ὅλην τὴν διαταραχὴν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν τινὲς ὑπέλαβον ὡς κρίσιν καθολικῆς μορφῆς. Ὑπεχρεώθη λέγω ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ λόγου τούτου πολὺ πρὸ τῆς ἐκκρήξεως τῆς παγκοσμίου κρίσεως νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ παρακολουθῇ ἐπιμελῶς τὰς ἐκδηλώσεις αὐτῆς καὶ νὰ λαμβάνῃ ἔκτοτε ὅσα αἱ ὑπάρχουσαι συνθῆκαι ἐπέτρεπον μέτρα, μέτρα τὰ ὁποῖα προωρισμένα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν δυσχερειῶν τῆς μεταπληθωρικῆς περιόδου ἦσαν ἐν ταὐτῷ πρόσφορα καὶ διὰ τὰς ἔτι μεγαλειτέρας δυσχερείας τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ὀλίγον βραδύτερον ἐπελθούσης παγκοσμίου κρίσεως. Πρὶν ἀναφέρω τὰ μέτρα, λέγω, θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ἐὰν οἱ ἐπικρίνοντες ἤθελον νὰ ἐξετάσουν τὴν Κυβερνητικὴν τακτικὴν θὰ ἔβλεπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ τοῦ βιομηχανικοῦ καὶ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου ἐθεώρησαν ὡς ἐνδεδειγμένα, πλὴν τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τοῦ συνθετικοῦ καὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ὀκταώρου πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐστράφη ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν θεραπείαν τῆς χρονίας νόσου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ στενότης κεφαλαίων καὶ τὴν στενότητα ταύτην ἐζήτησε νὰ θεραπεύσῃ διαπλάττουσα ὅρους ἀσφαλοῦς καὶ ἐπικερδοῦς τοποθετήσεως ἐν Ἑλλάδι τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον ἡ πολιτικὴ καὶ νομισματικὴ ἀστάθεια καὶ μέτρα ἄστοχα τῶν Κυβερνήσεων τῆς ἀνωμάλου περιόδου εἶχον καταστήσει δύσπιστον. Καὶ δύναμαι, λέγω, νὰ ἀποφανθῶ ἄνευ φόβου διαψεύσεως ὅτι τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην διαμορφοῦσιν ἐν Ἑλλάδι κατάστασιν ἄκρως εὐνοϊκὴν διὰ τὸ κεφάλαιον. Οὕτω λέγω ἐν Ἑλλάδι σήμερον ἰσχύουν τὰ ἑξῆς μέτρα ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου: 1) Ὁ νόμος 3338 ἀπαλλάσσει πάσης φορολογίας τοὺς τόκους καταθέσεων παρὰ τραπέζαις. 2) Ὁ νόμος περὶ φορολογίας καθαρῶν προσόδων φορολογεῖ οὐχὶ τὰ κέρδη ἀλλὰ τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, μέτρον τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς ἀλλαχοῦ ἰσχύει. 3) Τὸ ψήφισμα τοῦ 1927 κατοχυρώνει διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὰς εἰς χρυσὸν καταθέσεις καὶ ἀπαιτήσεις. 4) Καθιερώθη τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ τραπεζιτικοῦ ἀπορρήτου προκειμένου περὶ φορολογίας. 5) Οἱ νόμοι μας καθιεροῦσι πλήρη φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν τῆς προσόδου ὅλων τῶν δημοσίων δανείων μας καὶ ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπεκτείνει τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην ὄχι μόνον ἐπὶ ὅλων τῶν ἀναλυτικῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ συνθετικοῦ. 6) Μετεβάλλομεν καὶ τὴν κλίμακα καὶ τὰ τεκμήρια τοῦ συνθετικοῦ φόρου, ὥστε καὶ ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ νὰ μὴ προκαλῇ καμμίαν δυσχέρειαν καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία νὰ εἶναι ἀνώδυνος ὅσον οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ. 7) Ἠλαττώσαμεν κατὰ 20% τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκ τόκου προσόδου (φορόσημον). 8) Ἠλαττώσαμεν κατὰ 20% καὶ τὸν ἐπιεικέστατον ἐπὶ τῶν μερισμάτων φόρον. 9) Ἀπηλλάξαμεν παντὸς φόρου τὰ ὁμολογιακὰ βιομηχανικὰ δάνεια. 10) Ἀλλ’ ἐν συνεχείᾳ τῶν ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας μέτρων ἀνεξαρτήτως τῆς θεραπείας τῆς στενότητος τῶν κεφαλαίων πρέπει νὰ μνημονεύσωμεν. Ὅτι κατηργήσαμεν τὴν ἀτέλειαν διὰ πάντα τὰ ἐγχώρια εἴδη. 11) Ὅτι εἰσηγήθημεν νόμον προβλέποντα τὴν κατὰ τὰς προμηθείας προτίμησιν τῶν ἐγχωρίων εἰδῶν ἔστω καὶ ὅταν εἶναι ἀκριβώτερα κατὰ 30% τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων. 12) Ὅτι παρέσχομεν μέχρι τοῦδε πᾶσαν δυνατὴν διευκόλυνσιν εἰς τὸ εἰσαγωγικόν μας ἐμπόριον ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἀποταμιεύσεων. 13) Ἀπηλλάξαμεν τὰς ἐμπορικὰς πιστώσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀπὸ τὸ τοκόσημον. 14) Ὅτι ἐψηφίσαμεν πέρυσι μείωσιν κατὰ 20% καὶ εἰσηγούμεθα ἐφέτος ἀκόμη μεγαλειτέραν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. 15) Ὅτι διὰ τὴν ναυτιλίαν ἐψηφίσαμεν μείωσιν σημαντικωτάτην ἐπὶ τοῦ φόρου μισθωμάτων τῶν πληρωμάτων, δασμολογικὰς ἀνακουφίσεις καὶ ἀπαλλαγὴν παντὸς φόρου τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. 16) Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἀποβλέποντες ν’ ἀνακουφίσωμεν ἀμέσως τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ὄχι μόνον προέβημεν εἰς ἐπανειλημμένας συστάσεις πρὸς τὰς Τραπέζας νὰ παράσχωσι πάσας τὰς δυνατὰς εὐκολίας διὰ τὴν διάσωσιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν βιωσίμων ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολύνωμεν αὐτὰς προσεφέρθημεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαθέσιμα ἡμῶν. 17) Προνοοῦντες νὰ μὴ ἐκτυλιχθῇ εἰς πανικὸν τῶν καταθετῶν μὲ ὅλας τὰς ὀλεθρίας συνεπείας του ἡ γεννηθεῖσα ἀνησυχία ἐκ τῆς Τραπέζης Θεσσαλίας συνεκαλέσαμεν εἰς σύσκεψιν ὅλους τοὺς διευθυντὰς τῶν Τραπεζῶν διὰ νὰ τονίσωμεν ὅτι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ἔπρεπε νὰ μείνωσι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ μεριμνήσωσι περὶ σωτηρίας τῶν καταθέσεων καὶ δὲν ἠρκέσθημεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ ἄρωμεν πάντα δισταγμὸν ἐδέχθημεν ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὰ 21% ἐκ τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ὡς ἄλλως τε προεβλέπομεν, δὲν θὰ ὑπάρξουν. Καὶ διὰ τὸ τολμηρὸν τοῦτο μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ τραπεζιτικός μας κόσμος ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τονίζων ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ πρωτοβουλία ἔσωσε τότε τὴν κατάστασιν. 18) Ἀλλὰ καὶ ὀλίγον βραδύτερον εἰσηγούμεθα νόμον περιέχοντα ἄλλην τολμηρὰν καινοτομίαν τὴν ὑπὸ ὡρισμένας δηλαδὴ προϋποθέσεις παροχὴν τῆς συνεγγυήσεως τοῦ Κράτους ὑπὲρ ἀξιῶν ὑποστηρίξεως βιομηχανιῶν καὶ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων τὸν νόμον τοῦτον ἐφαρμόζοντες ἐδώκαμεν τὴν συνεγγύησιν τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας λιπασμάτων. Φρονεῖ τάχα ἡ ἀντιπολίτευσις ὅτι ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα ἐλησμονήθησαν ἢ μήπως πιστεύει ὅτι δύναται νὰ τὰ διαγράψῃ διὰ μιᾶς φράσεως; Ἀλλὰ μὴ τάχα ὀλίγα εἶναι τὰ Κυβερνητικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ὑπὲρ τῆς Γεωργίας; Ἢ μήπως τάχα δύναται νὰ λησμονηθῇ ἡ ὅλη γεωργικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐπιστημονικωτέρας καλλιεργείας τῆς γῆς, ἡ ἐπιδιώκουσα συντόνως τὴν αὔξησιν τῆς καλλιεργησίμου γῆς διὰ τῆς ἐντατικῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων καὶ τῶν συγκοινωνιακῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦνται πολλαὶ χιλιάδες ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἄνευ αὐτῆς θὰ ἐγίνοντο καὶ παρ’ ἡμῖν σοβαρὸν πρόβλημα ἀνεργίας. Ἢ μήπως δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠμέλησε τὴν οὐσίαν τοῦ γεωργικοῦ προβλήματος ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς τὴν ἱκανοποιητικὴν τιμὴν τῆς διαθέσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων; Καὶ τὶ ἄλλο εἶναι τάχα ἡ ἐπιστημονικωτέρα καλλιέργεια τῆς γῆς ἢ αὐξάνουσα τὴν ἀπόδοσιν διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης; Τὶ εἶναι ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης μὲ κεφάλαια τόσον σοβαρά; Τὶ εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐπὶ μίαν διετίαν, ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἡ ἀπαλλαγὴ πάσης φορολογίας τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου, ἡ συγκέντρωσις τοῦ σίτου, ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς κριθῆς, μέτρα διατηρήσαντα τὰ δημητριακά μας εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἢ ἀλλαχοῦ; Τὶ εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ἡ ἐλάττωσις τῆς Κορινθιακῆς, αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ταμειακῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου παρεχωρήσαμεν εἰς τὸν αὐτόνομον ὀργανισμὸν τῆς σταφίδος πρὸ καιροῦ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ δανεισμὸν καὶ αἱ εὐκολίαι τὰς ὁποίας ἐπὶ ζημίᾳ ἐπίσης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἀπεφασίσαμεν τελευταίως νὰ κάμωμεν εἰς τὸν αὐτὸν Αὐτόνομον Σταφιδικὸν Ὀργανισμὸν διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἀπὸ ζημίας ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων προερχόμενα ἀπὸ κακὴν ἐπιχείρησιν μελάσσης; Καὶ μήπως εἰς τὰς ἐμπορικὰς συμβάσεις δὲν καταβάλλεται πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια, προσπάθεια οὐδέποτε ἄλλοτε τόσον συστηματικῶς καταβληθεῖσα διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων καὶ ἰδίᾳ τοῦ καπνοῦ; Μήπως ἡ αὐτὴ προσπάθεια δὲν καταβάλλεται προκειμένου καὶ διὰ τὰς προμηθείας; Καὶ τὶ ἄλλο εἶναι αἱ γνωσταὶ εὐκολίαι αἱ φορολογικαὶ τὰς ὁποίας παρέσχομεν εἰς τὸ καπνεμπόριον τόσον τὸ διὰ τῶν ἀλλοδαπῶν, ὅσον καὶ τὸ διὰ τῶν ἡμεδαπῶν ἐπιχειρήσεων διενεργούμενον; Καὶ μήπως προχθὲς ἀκόμη δὲν ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑποσχεθῶμεν ἐγγύησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ὑπὸ ἀλλοδαποῦ μονοπωλίου ἀγορὰν ποσότητος καπνοῦ; Καὶ ὅταν τοιαῦτα μέτρα ἐλάβωμεν μέτρα ἀφορῶντα ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅταν ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα αἱ δυνατότητες αἱ Κρατικαὶ ἐπέτρεπον πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτολμᾶται ἡ μομφὴ ὅτι ἐμείναμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὅτι ἀνεμείναμεν τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν διὰ νὰ ἐπικουρήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως; Βέβαια, κύριοι βουλευταί, δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε λύσεις εἰς ὅλα τὰ πολυσύνθετα, εἰς ὅλα τὰ πολυποίκιλλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν σήμερον τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν, ὅπως ἀπασχολοῦν καὶ πολὺ ὀξύτερον μάλιστα τὴν οἰκονομίαν ἄλλων χωρῶν ἀσυγκρίτως εὐρωστοτέρων οἰκονομικῶς. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐλύθησαν ὅλα δὲν μειώνει καθόλου τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων, δὲν ἐλαττώνει καθόλου τήν ἀξίαν τῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν ἐνδελεχῶς καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις, πρός ἐξεύρεσιν λύσεως τῶν ἑκάστοτε ἐμφανιζομένων προβλημάτων. Ἀλλὰ τό περίεργον εἶναι ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία εὑρίσκει ὅτι δὲν ἐλάβομεν ἐπαρκῆ μέτρα καὶ ἡ ὁποία δὲν ὑποδεικνύει ποῖα τυχὸν μέτρα παρελείψαμεν μᾶς κατηγορεῖ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ τὰ εὑρίσκει τολμηρὰ ἢ ἐπικίνδυνα. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως κατακρίνει καὶ τὰς ἐγγυήσεις πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν διὰ τὰ δάνεια ἐπὶ τῆς κριθῆς καὶ τὰς ἐγγυήσεις πρὸς τὴν αὐτὴν Τράπεζαν διὰ τὰ δάνεια πρὸς τοὺς καταστραφέντας γεωργοὺς μᾶς κατακρίνει διὰ τὰς εὐκολίας πρὸς τόν Σταφιδικὸν Ὀργανισμὸν καί τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς Νέας Σμύρνης ἐν ᾧ ταὐτοχρόνως λέγει, ὅτι ἐπείγει ἡ προσφυγικὴ στέγασις. Μᾶς κατακρίνει ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας λιπασμάτων καὶ διὰ τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν καταθετῶν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης.
§44Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐτόνισα ὅτι τινὲς ἐξ’ αὐτῶν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἔπρεπε νὰ φθάσουν αὗται εἰς ὕψη ἀπροσπέλαστα. Καὶ τὰ εἶπον διὰ νὰ κριθῇ τὸ ὕψος τῶν δοθεισῶν ἐγγυήσεων εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ μήπως δὲν ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν διακηρύττοντα πρὸ μηνὸς ἐν Θεσσαλονίκῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει τὴν εὐθύνην, ἀκεραίαν μάλιστα, τὴν εὐθύνην τῆς κρίσεως; Μήπως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως δὲν ἀνέπτυσσε κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὴν θεωρίαν ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ ἀνεπάρκεια εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς κρίσεως διότι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ πληγῇ τελευταία ὅλων ἀπὸ τὴν κρίσιν ὡς μὴ ἔχουσα ἐμπορικὰ ἰσοζύγια; Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου ἀποτελεῖ ἀσπίδα προφυλάττουσαν ἀπὸ τὴν κρίσιν καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ἀγγλία ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἔχει μεγάλον ἐμπορικὸν ἔλλειμμα δὲν ἐθίχθη καθόλου ἀπὸ τὴν κρίσιν ὅλα δὲ τὰ περὶ τοῦ ἐναντίου λεγόμενα περὶ Ἀγγλικῆς κρίσεως εἶναι κακόβουλοι διαδόσεις. Κύριοι βουλευταί. Δὲν παραπονούμεθα διὰ τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς νὰ εὕρωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως πρόθυμον νὰ ἑνώσῃ τὰς προσπαθείας της πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ χώρα. Οὐδὲ ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς ἀντιτιθεμένους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νά μετριάσουν τὴν ἀντιπολιτευτικὴν ὁρμήν. Πιστεύομεν ἄλλως τε ὅτι ὁ ἔλεγχος, ἀκόμη καί ὁ ζωηρότερος εἶναι μία ὑπηρεσία καὶ πρὸς τὸν τόπον, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι μία ἐπὶ πλέον ἐγγύησις ἰδίως εἰς τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀγαθοποιόν του ἐπίδρασιν ὁ ἔλεγχος αὐτὸς θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ μὴ ἀρνεῖται πράγματα καταφανῆ καὶ πασίγνωστα, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ εἶναι τόσον ἄδικος καὶ θὰ ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος μερικῶν ἀντιφάσεων, καί μερικῶν ὑπερβολῶν, φερ’ εἰπεῖν καὶ μερικῶν παραδοξολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀτυχῶς ἐμφανίζει ὁ ἐπ’ ἐσχάτων ἀσκούμενος ἐσωκοινοβουλευτικὸς ἢ ἐξωκοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐπαναλάβω. Βεβαίως ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἠμπορεῖ καὶ αἱ ὑπερβολαὶ καὶ αἱ παραδοξολογίαι ἀκόμη νὰ εὕρουν εὐήκοον οὖς εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἴτε ὑπὸ τὴν νευρικότητα οἰκονομιῶν δυσχερειῶν εἴτε ἀπὸ ὀκνηρίαν σκέψεως εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀποδεχθῶσι πᾶσαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αἰτίασιν, καὶ τὴν μᾶλλον ἀστήρικτον, καὶ μᾶλλον ἀβάσιμον. Ἀλλὰ δὲν ἀνησυχεῖ ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Διότι παρὰ τοὺς ὀλίγους τούτους ὑπάρχει ἡ σωφρονοῦσα Κοινὴ Γνώμη, ὑπάρχει ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς ψυχραίμου Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία εἶναι ἱκανὴ νὰ διακρίνῃ ποῖαι ἀπὸ τὰς σημερινὰς δυσχερείας εἶναι θεραπεύσιμοι καὶ ποῖαι κεῖνται ἔξω πάσης Κυβερνητικῆς δράσεως. Ἡ σωφρονοῦσα Κοινὴ Γνώμη εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ποῖαι εἶναι αἱ θετικαὶ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προσέφερε καὶ προσφέρει εἰς τὴν χώραν καὶ πρὸ πάντων ποία θὰ διεμορφοῦτο κατάστασις ἄνευ τῆς παρουσίας μιᾶς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀποβλέποντες ἡμεῖς πρὸς τὴν ὑγιᾶ Κοινὴν Γνώμην δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ν’ ἀμυνθῶμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξάρωμεν τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Δὲν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅλα τὰ κεφαλαιώδη σημεῖα τῆς κυβερνητικῆς δράσεως. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν οὐδὲ τὴν φορολογικήν μας πολιτικήν, οὐδὲ τὴν ἐκπαιδευτικήν μας πολιτικὴν οὐδὲ τὴν ὑπὲρ τῆς ὑγείας τοῦ λαοῦ μέριμναν, ἡ ὁποία πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται σοβαρὰ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν χρειαζόμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν οὐδὲ τὰ μέτρα ὅσα ἐλάβομεν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας γενικῶς οὐδὲ τὴν ἐξαιρετικὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς Γεωργίας εἰδικῶς. Δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἡ ὁποία ἐν τούτοις ἀπετέλεσε τὸ ὄνειρον πολλῶν γενεῶν καὶ ἡ ὁποία καὶ μόνη θὰ ἤρκη εἰς ἄλλους διὰ νὰ καυχῶνται καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν των βίον. Δυνάμεθα ἀκόμη νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὴν παγίωσιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας καὶ τὴν κατοχύρωσιν τῆς εἰρήνης, ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ καθίστων ὑπερήφανον οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Περιοριζόμεθα μόνον νὰ ὑπομνήσωμεν ὅτι ἐξησφάλισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν χώραν πολιτικὴν σταθερότητα καὶ δημοσιονομικὴν σταθερότητα, δύο ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ὀλίγοι ἔχουν σήμερον καὶ οἱ πολλοὶ θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς ἄν τὰ ἐπετύγχανον. Δύο ἀγαθὰ τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἐκεῖναι μόνον αἱ χῶραι ἐκτιμοῦν ὅσαι ἀπώλεσαν καὶ δὲν εἶναι ὀλίγαι αἱ ὁποῖαι τὰ ἀπώλεσαν. Διότι μόνον τὸ διπλοῦν τοῦτο ἀπόκτημα ὑπὲρ τῆς χώρας ἀρκεῖ διὰ νὰ θωρακίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πάσης ἐπιθέσεως, Ἀρκεῖ τὸ διπλοῦν τοῦτο ἀπόκτημα διὰ νὰ ἀναμένῃ ἡ Κυβέρνησις ἥσυχος τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου της ἀπὸ τὴν σωφρονοῦσαν Κοινὴν Γνώμην. Καὶ ἡ σωφρονοῦσα Κοινὴ Γνώμη, ἀποτελεῖ πάντοτε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶχα ζητήσει τὸν λόγον, μετὰ τὴν θαυμασίαν ὅμως ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου μου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. (χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν χρήσεως 1931 –1932. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 4′30 τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 8.30′ μ. μ.)