1931.03.13
3.940 στίχοι · 30.659 λέξεις · 283 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΜΑΡΤΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 6 καὶ 12 Μαρτίου. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 6 καὶ 12 Μαρτίου).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀναστασιάδης καταθέτει αἴτησιν τοῦ Γ. Νικήτα γεωργοῦ, κατοίκου Φαρσάλων, ζητοῦντος τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν δηλητηρίασιν τῶν τριῶν ἵππων του ἐκ τῶν ἀκριδοκτόνων φαρμάκων. —Οἱ πλημμυροπαθεῖς ἰδιοκτῆται τῆς συνοικίας Ἁγίου Παντελεήμονος ζητοῦν τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. —Ἡ πανελλήνιος ὁμοσπονδία τῶν σιδηροδρομικῶν ὑποβάλλει τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους. —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ροδόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τῶν μελῶν τοῦ συν)σμοῦ ἀπ)σεως καλ)τῶν Δασοχωρίου (Ὀσμὰν Τσιφλίκ) ζητούντων τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν καὶ ἀποξηραντικῶν χανδάκων. —Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει αἴτησιν τῶν κτηνοτρόφων Ραψάνης καὶ τῶν σηροτρόφων ζητούντων τὴν ἐπὶ ἑξάμηνον ἀναστολὴν τῶν ἐνταλμάτων προσωποκρατήσεως. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀνθρακόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Βερωνείας ζητοῦντος τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν οἰκημάτων τοῦ συνοικισμοῦ των. —Οἱ κάτοικοι Πενδενίτσης Λοκρίδος ζητοῦν τὸν διορισμὸν διδασκάλου πρὸς πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως τοῦ σχολείου των. —Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον καὶ ἡ ἕνωσις συνεταιρισμῶν Καβάλλας καὶ ἡ ἕνωσις συνεταιρισμῶν Δράμας διαμαρτύρονται κατὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ Θράκης καὶ τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν κατὰ τῶν συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων. —Οἱ μισθωταὶ ἐλαιοκτημάτων Λέσβου ζητοῦν τὴν μείωσιν τῶν μισθωμάτων κατὰ 50%. —Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Ι. Παπαφλέσσας καταθέτει καὶ συνιστᾷ αἴτησιν τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀνθυπολοχαγοῦ Θ. Τσοπανοπούλου. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Γενεύῃ ὑπογραφείσης τῇ 20ῇ Ἀπριλίου 1929 συμβάσεως περὶ καταστολῆς τῆς παραχαράξεως τῆς κιβδηλείας καὶ καθιερώσεως τῶν εἰς τὰ περὶ τὰ νομίσματα ἐγκλήματα ἐπιβαλλομένων ποινῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν κενῶν δοχείων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Συριόπουλος, Τ. Ἀναστασίου, Η. Τσεριώνης καὶ Α. Μυλωνογιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΓΥΛΖʹ, 3397, 3742 καὶ 3859 περὶ «Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἀποζημιώσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τῶν διδασκόντων μαθήματα μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἕδραν αὐτῶν κ.λ.π.» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4823 περὶ ἀνεγέρσεως, ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως ἀρχαιολογικῶν μουσείων». Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) καὶ Β. Καραπαναγιώτης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως σχολικῶν ταμείων καὶ σχολικῶν ἐφορειῶν». Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) καταθέτει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν: (ἀναγινώσκει). «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 328 ὑμετέρου ἐγγράφου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ Ἑταιρεία Μεταφορῶν ἀπηγόρευσε τὴν δωρεὰν κυκλοφορίαν διὰ τῶν μεταγωγικῶν μέσων της εἰς τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κυκλοφορῇ ἐλευθέρως διὰ τῶν Τροχιοδρόμων ἐν ὅσῳ φέρει τὴν στολήν. Ἐν περιπτώσει ὅμως καθ’ ἣν δὲν εὑρίσκεται ἐν στολῇ, δέον νὰ πιστοποιεῖται ἡ ἰδιότης αὐτοῦ ὡς ὑπαλλήλου τῆς ἑταιρείας πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων. Ἡ Ἑταιρεία ἀπηγόρευσεν τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν ἐπὶ τῶν τροχιοδρομικῶν ὀχημάτων ὑπαλλήλων της μὴ ἐν στολῇ εὑρισκομένων καὶ μὴ ἐχόντων τὸ ἀνωτέρω πιστοποιητικὸν ταυτότητος ἐκδιδομένου ὑπὸ τῆς ἑταιρείας». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4159 περὶ πλοηγικῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§3Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον «περὶ κύρους συμβολαιογραφικῶν τινων πράξεων».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τέλους γνώμονος». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4159 περὶ πλοηγικῆς ὑπηρεσίας». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1929 συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καλλιεργητικῶν δανείων εἰς παθόντας ἐκ θεομηνιῶν γεωργοὺς διαφόρων περιφερειῶν τῆς νήσου Κρήτης μέχρι συνολικοῦ ποσοῦ δραχμῶν 30.000.000». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον;
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν νομὸν Θεσσαλονίκης οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄν ὅλοι, ἀλλὰ σχεδὸν ὅλοι—οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν καλὴν τύχην νὰ μπορέσουν νὰ μεταβοῦν ἐκεῖ, διότι ἐγὼ δὲν μπόρεσα ἐπειδὴ ἤμουν ἄρρωστος, μὲ κατηγόρησαν μεταξὺ ἄλλων καὶ ὡς αὐταρχικόν. Ὁ κ. Τσαλδάρης μὲ κατηγόρησε συγχρόνως ὅτι δὲν ἀφήνω εἰς τοὺς συναδέλφους τὴν ἀπαιτουμένην πρωτοβουλίαν καὶ ἑπομένως, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νοθεύω τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐπειδὴ—θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ πιστεύω ὅτι εἶμαι πολὺ εὔθικτος—ἔχω μεγάλην κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν, διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἀπορούσατε διότι πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοὺς εὐγνωμονῶ διότι ἐδέχθησαν, νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε κατ’ ἀντιμωλίαν νὰ ἐξηγηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἵνα, εἴτε, ἐὰν πραγματικῶς ἀποδειχθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ὅτι ἔχουν ἐκεῖνοι δίκαιον, προσπαθήσω ἐγὼ νὰ διορθώσω ἤ, τοὐλάχιστον, νὰ φωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς μὲ βάλῃ εἰς ἀποστρατείαν, εἴτε, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχω ἐγὼ δίκαιον, νὰ μὴ διατυποῦνται τοιαῦται ἀόριστοι καὶ ἀσύστατοι κατηγορίαι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου τῶν κ. ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ μπορέσω ν’ ἀπολογηθῶ, ζητῶ νὰ μὲ δικάσητε, διότι κατ’ οὐσίαν εἶμαι κατηγορούμενος. Θὰ μοῦ εἴπητε ἴσως: Καὶ ποῖος σὲ ἠνάγκασε νὰ γίνῃς κατηγορούμενος. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ τὸ στρατιωτικὸν δίδεται τὸ δικαίωμα πολλάκις εἰς ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις παρεξηγήθη, νὰ ζητοῦν τὴν σύστασιν συμβουλίων ἀνακριτικῶν εἰς τὰ ὁποῖα νὰ παραπέμπωνται. Λοιπὸν ἀπὸ ἐκεῖ παίρνω καὶ ἐγὼ τὸ παράδειγμα καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω νὰ συστηθῆτε εἰς δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ δικάσῃ διὰ τὴν τρομερὰν κατηγορίαν ὅτι εἶμαι αὐταρχικός. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῆτε νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ δικαστήριον, νομίζω ὅτι θὰ δεχθῆτε νὰ κυττάξετε νὰ διεξαχθοῦν τὰ πράγματα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον κανονικά. Ἐγὼ εἶμαι ὁ κατηγορούμενος, σωστὸ εἶναι λοιπὸν ν’ ἀκούσω τὴν κατηγορίαν εἰδικευομένην διὰ νὰ μπορέσω ν’ ἀπολογηθῶ. Διότι μοῦ εἴπατε ὅτι εἶμαι αὐταρχικός. Αὐτό, βέβαια, μὲ ἔθιξεν, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκολία ν’ ἀπαντήσω. Τί νὰ λέγω; Νὰ λέγω «δὲν εἶμαι αὐταρχικὸς» καὶ σεῖς νὰ λέγετε «εἶσαι αὐταρχικός» Πῶς θ’ ἀποδείξωμεν τὸ σωστὸ διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ὁ λαός; Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ εἴπητε εἰς τί συνίσταται ἡ αὐταρχικότης, διὰ νὰ μπορέσῃ ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ τότε θὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἂν ἡ κατηγορία ἔχῃ ὑπόστασίν τινα ἢ εἶναι ἀνυπόστατος. Λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κ. ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ θελήσουν νὰ εἰδικεύσουν τὴν κατηγορίαν των, διὰ νὰ μὴ ὁμιλῶ ἐπὶ ἀοριστιῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§7Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ μετατράπη εἰς δικαστήριον ὀρθὸν εἶναι νὰ διαταχθοῦν ἀνακρίσεις. (Ἱλαρότης).
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δέχομαι νὰ κληθῶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ δικαστήριον. Δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ ζητῶ αὐτὰ τὰ ἐξασφαλιστικὰ μέσα τῆς ἀνακρίσεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν.
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην οὔτε τὴν πρώτην φορὰν ὅτε ἐζητήθη νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, οὔτε καὶ προχθὲς ὅταν συνεφωνήθη νὰ ὁρισθῇ αὐτὴ ἡ ἡμέρα διὰ τὸ ζήτημα τῆς αὐταρχικότητος. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Πολιτικῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως.
§12Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀπαγγείλω τὴν κατηγορίαν, ἐὰν αἱ γνῶμαι μου συνέπιπτον πρὸς τὰς γνώμας τῶν συναδέλφων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν καὶ τὴν σχετικὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι εἶναι ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι, ἐξετάζων τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἄν τοῦ λείπῃ κάτι τι, εἶναι ἡ δύναμις, ἡ ψυχή, ἡ πυγμή. Αὐτὸ πιστεύω ἀδιστάκτως. Τοῦτο δὲν ἀποκλείει εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ εἶναι αὐθαίρετος, νὰ συγκεντρώνῃ ὁλόκληρον τὴν δύναμιν εἰς τὰς χεῖρας του, νὰ ἐκμηδενίζῃ τοὺς ἄλλους· καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους τοιαύτην κατηγορίαν ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἤθελεν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τοῦ τὴν ἀπαγγείλω.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος.
§14Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ἀνέλυον ἐγὼ τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶμαι καὶ ἁρμόδιος, θὰ παρετήρουν ὅμως ὅτι διὰ νὰ εἶναι αὐταρχικὴ μία Κυβέρνησις πρέπει μία ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ εἶναι εἰς τὸ ὕψος της· διότι ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι εἰς τὸ ὕψος της ἐκκρούει τὸν πάσσαλον διὰ τοῦ πασσάλου καὶ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τρόπον αὐταρχικόν. Ἐξηγούμεθα ὑποθέτω καλῶς. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον τὸ βῆμα ἀφέθη ἐλεύθερον, καὶ ἡ Κυβερνητικὴ παντοκρατορία οὐδέποτε ἠμπόδισε τοὺς ρήτορας· καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν διέκρινα ποτὲ τάσεις καὶ ροπὰς πρὸς περιορισμὸν τῶν ὡρῶν καὶ ἡμερῶν τοῦ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς Κυβερνητικῆς εὐνοίας, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐπεδίωξα. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διατυπώσω ἐγὼ τὴν ἐπὶ αὐταρχισμῷ μομφήν, θὰ τὴν διετύπωνα πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, διότι ἐζήτησα τὴν ἐτυμολογίαν τῆς λέξεως «αὐταρχισμὸς» καὶ «αὐταρχικότης» καὶ εἶδον ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ πρόσωπα ἀλλ’ εἰς τὰ πολιτεύματα, καὶ συνεπῶς ἡ μερὶς ἐκείνη ἡ ὁποία διατηρεῖ ἀκόμη ἐπιφυλάξεις διὰ τὸ πολίτευμα θὰ ἠδύνατο δικαιότερον νὰ κατηγορηθῇ δι’ αὐταρχισμόν.
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐξωθῶμεν τὰ θέματα. Ἄλλως τε δὲν τὸ εἶπεν ἐκείνη ἡ πτέρυξ μόνον, τὸ εἶπαν καὶ οἱ ἄλλοι.
§16Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ἄν ὑπάρχουν νομίζοντες ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς φίλους του νὰ ἔχωσιν γνώμην—καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἴσως—ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ πιστεύοντες ὅτι εἰς τὸ λαϊκὸν κόμμα δὲν ἐπιτρέπουν οἱ φίλοι εἰς τὸν κ. ἀρχηγόν του νὰ ἔχῃ γνώμην· καὶ συνεπῶς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκαλῆτο νὰ κρίνῃ, θὰ ἐζήτη διὰ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν χαληνὸν καὶ διὰ τὸν ἄλλον κέντρον. Ἄς μὴ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὁ μακαρίτης Δεληγιάννης ἐνεσαρκοῦτο ἐκ τοῦ ἀγάλματος τῆς εἰσόδου καὶ ἐβάδιζε πρὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἀντελαμβάνετο τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγονται ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως αἱ συζητήσεις, ἀσφαλῶς θὰ ἐξήρχετο εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ νὰ καταγγείλῃ ὅτι παραβιάζονται οἱ θεσμοὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μερίδα τῆς ἐπιφυλασσομένης ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχει αὐταρχισμὸς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοὐλάχιστον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐὰν θελήσουν οἱ σεβαστοὶ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰ πλούσια θέματα τὰ ὁποῖα παρέχει καθ’ ἡμέραν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα, νὰ ἀσκήσωσι τὸν ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα καθ’ ὃν τρόπον ἐσυνήθισεν ἡ αἴθουσα αὕτη νὰ δέχηται τοὺς ἀγῶνας τοὺς ἀντιπολιτευτικούς, ἀσφαλῶς καὶ ἄν ἔχῃ αὐταρχισμὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ περιορισθῇ, διότι πάσσαλος διὰ τοῦ πασσάλου ἐκκρούεται, καὶ ὅσον καὶ ἄν εἴμεθα ὀλιγάριθμοι δὲν θὰ ὑποταχθῶμεν ἐφ’ ὅσον ἔχομεν δίκαιον ὑπὸ τὸν ψυχρὸν ἀριθμόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος.
§18Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Θουκιδίδην «ἐπαινεῖσθαι ὅσοι χρησάμενοι τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε ἑτέρων ἄρχειν δικαιώτεροι ἢ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν γίγνονται». Τοιαύτην δύναμιν λαβὼν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξε κατώτερος ἑαυτοῦ καὶ δὲν ἔκαμε δικαίαν καὶ ἐπιεικῆ χρῆσιν. Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν, ἀλλὰ τὰ κόμματα διοικοῦνται μὲ πειθαρχίαν καὶ πειθαρχίαν ἐπέβαλεν εἰς τὸ κόμμα του, ἄλλως θὰ ἐπήρχετο ἀποσύνθεσις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἠδυνάμην, κύριοι βουλευταί, νὰ θεωρήσω τερματισθεῖσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ αὐταρχισμοῦ μετὰ τὴν ἄρνησιν ὅπως εἰδικευθῇ ἡ κατηγορία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διὰ τὴν συνέχισιν ἀγαθῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ κυβερνῶντος κόμματος καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἄλλων κομμάτων καλὸν εἶναι νὰ προσπαθήσω καὶ ἄνευ τῆς εἰδικεύσεως τῆς κατηγορίας αὐτῆς, νὰ προσπαθήσω νὰ τὴν ἀποκρούω διὰ νὰ μὴ ἀφήσω καμμίαν ἀμφιβολίαν εἰς οὐδένα ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν πραγματικῶς νοθεύω τὸ Πολίτευμα ἢ δὲν τὸ νοθεύω. Μὴ δυνηθεὶς νὰ συναγωνισθῶ μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς προσφάτου ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς γερουσιαστοῦ εἰς Θεσσαλονίκην, περιωρίσθην ἀπὸ τῆς κλίνης μου νὰ γράψω μίαν πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολήν, ὅπου προσεπάθουν νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν πολιτικήν μου. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν δὲν παρέλειψα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι μοῦ διετυπώθησαν ἀπὸ πολλοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω — δὲν θὰ βαστάξῃ πολλὴν ὥραν—τὶ ἀκριβῶς εἶπον εἰς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, διότι νομίζω ὅτι εἰς ὀλίγας λέξεις συνώψισα τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τοῦ αὐταρχισμοῦ. Εἶπον δηλαδὴ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤρχισαν τελευταίως νὰ δεινολογοῦνται διὰ τὸ δυστύχημα αὐτό, ποὺ ἐπεφυλάσσετο εἰς τὴν χώραν νὰ ἀποκτήσῃ πολιτικὴν καὶ κυβερνητικὴν σταθερότητα. Μὲ καταγγέλλουν ὅτι ἡ ἰσχὺς μὲ τὴν ὁποίαν μὲ περιέβαλεν ὁ λαὸς μὲ κατέστησεν αὐταρχικόν...» Ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου καιροῦ καὶ ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πολιτικὴ σταθερότης εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καταγγέλλεται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς αὐταρχισμός. Προσθέτω δὲ «....ὄχι διότι ἐμποδίζω αὐτοὺς νὰ ἐκφέρουν ἐλευθέρως τὰς γνώμας των, οὔτε ἐμποδίζω αὐτοὺς νὰ διατυπώνουν συχνὰ καὶ ἐπερωτήσεις κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Μήπως δὲν ἔστερξα ποτὲ τὴν ἄμεσον συζήτησιν οἱασδήποτε ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπηύθυνε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἄφησα τὴν συζήτησιν αὐτῆς νὰ λάβῃ μίαν εὐρυτάτην δυνατὴν ἔκτασιν;» Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μνημονεύσω, παρὰ τρεῖς μόνον ἐπερωτήσεις. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἄρτου, τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὴν ἐπερώτησιν τῆς κινίνης. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἄρτου διήρκεσε 3 ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἡ ἐπερώτησις τῆς κινίνης διήρκεσεν ἄλλο τόσον καὶ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ναυτικοῦ διήρκεσε 4 συνεδριάσεις. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὸ ὅτι ποτὲ δὲν ἐζήτησα νὰ περιορίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισεν ὅτι πράγματι δὲν μπορεῖ νὰ μοῦ ἀποδοθῇ τοιαύτη κατηγορία ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, «...Ἀλλὰ μήπως ἐχρησιμοποίησα ἔστω τὴν Κοινοβουλευτικὴν δύναμίν μου διὰ νὰ περιορίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τῶν ἀντιπάλων μου; Μήπως δὲν ἔδειξα πάντοτε ὅτι εἶμαι εὐτυχής, ὅταν πεισθῶ ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀντιλεγόντων, νὰ ἀποδεχθῶ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις; Ὅλα αὐτὰ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀρνηθῇ, καὶ οὔτε ἐτόλμησαν νὰ τὰ ἀρνηθοῦν οἱ ἀντίπαλοί μου. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ αὐταρχικότης μου ἐπιδεικνύεται, κατὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὄχι ἀπέναντί της, ἀλλὰ ἀπέναντι τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως». Δὲν ξεύρω τὰς σκέψεις των ποῦ νὰ τὰς γυρέψω, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐκεῖ εἶναι. Σοῦ λέγουν: ἀπαγορεύεις πρὸς τοὺς φίλους σου νὰ ἔχουν γνώμην. Θὰ ἔλεγον ὅτι εἶναι δικαίωμα τρίτου αὐτὴ ἡ ἔνστασις.
§21Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐσωτερικοῦ Δικαίου.
§22Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς τί εἶναι ἡ ἔννοια αὐτὴ τοῦ αὐταρχισμοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλῶ καὶ περὶ αὐτῶν. Λοιπὸν ἔγραψα τότε ὅτι «ὄχι διότι ἐμποδίζω αὐτοὺς νὰ ἐκφέρουν ἐλευθέρως τὰς γνώμας των, οὔτε διότι ἐμποδίζω αὐτοὺς νὰ διατυπώνουν συχνὰ καὶ ἐπερωτήσεις κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ διότι ἐτόλμησα κάποτε εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου συναφοῦς πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, τὸ ὁποῖον ἀπέρριψεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας ἡ πλειοψηφία ἀπετελεῖτο ἀπὸ φίλους μου, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν φίλων μου δὲν ἦτο κανονική, καὶ ὅτι ὤφειλαν πρὶν ἀπορρίψουν τὸ νομοσχέδιον νὰ ζητήσουν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ καὶ αὐτὸς ἐν ἀνάγκῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐξακριβώσουν, ἐὰν ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐτίθετο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ εἰς περίπτωσιν καταφατικῆς ἀπαντήσεως, τότε μόνον νὰ καταψηφίσουν αὐτό, ἐὰν ἦσαν ἀποφασισμένοι νὰ ἀποσχισθοῦν ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Προσέθηκα, ἄλλως τε, τότε εἰς τοὺς φίλους μου ὅτι δικαίωμά των εἶναι προφανῶς, ἀποσπώμενοι ἀπὸ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, νὰ καταψηφίσουν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς οὐσιώδη στοιχεῖα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ καθῆκον μου ἐπίσης εἶναι, ἐὰν ἴδω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυσχεραίνεται οὐσιωδῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματός μου, νὰ ζητήσω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἀποφασίσῃ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀποσχισθέντων φίλων της. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ προσφυγὴ αὕτη πρὸς τὸν λαόν, ὅπως λύσῃ κυριαρχικῶς τὴν δημιουργηθεῖσαν διαφοράν, ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν ἐκδήλωσιν εὐλαβείας πρὸς τὸ Συνταγματικόν μας Πολίτευμα, οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισαν ὅτι ἀνεκάλυπταν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο αὐταρχισμόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις οὐσιαστικῶς θλίβεται, διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλλω εἰς τοὺς φίλους μου τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν καὶ διότι, ἀρχηγὸς ὢν ἑνὸς μεγάλου κόμματος, ἀξιῶ, ἀφοῦ ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν φίλων μου, ἐλευθέρως ἐκφερομένας, νὰ ἐπιβάλω τελικῶς τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν». Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπεξέτεινε τὴν κατηγορίαν καὶ εἰς ἄλλην κατεύθυνσιν, εἶπε δηλαδὴ ὁ κ. Τσαλδάρης: (ἀναγινώσκει τὴν πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολήν): «Ὁ κ. Τσαλδάρης ἀνεκάλυψεν ἐν τούτοις καὶ ἄλλην ἐκδήλωσιν τοῦ αὐταρχισμοῦ μου, ὅτι καθιστῶ σχεδὸν τυπικὴν τὴν ὑπουργικὴν ὑπόστασιν τῶν συνεργατῶν μου, ἀρνούμενος εἰς αὐτοὺς πᾶσαν αὐτοβουλίαν. Ἐν τούτοις ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς γνωρίζει ὅτι συνεργάται μου ὑπῆρξαν, ἐκ περιτροπῆς καὶ ἐπὶ μακρὰ συνήθως ἔτη, ὅλοι οἱ ἀριστεῖς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Φαντάζεται ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι εἶχε καταστῆ δυνατὴ ἡ συνεργασία μου μὲ τοὺς μακαρίτας Ρέπουλην, Δημητρακόπουλον, Κορομηλᾶν καὶ Στράτον, μὲ τοὺς κ. κ. Μιχαλακόπουλον, Σοφούλην, Καφαντάρην καὶ Παπαναστασίου, ἂν ἤμην τοιοῦτος οἷον μὲ φαντάζεται οὗτος; Καὶ σήμερον ἀκόμη οἱ συνεργάται μου ἀνήκουν εἰς τοὺς ἀριστεῖς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Βουλῆς. Ἐξαιρουμένου τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ τοῦ μακαρίτου Γούναρη συνεργάται μου ὑπῆρξαν ὅλοι ὅσοι κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν ἀνεδείχθησαν εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ πιστεύω ὅτι ἀπὸ τοὺς συνεργάτας μου θὰ ἀναδειχθῇ τὸ πλεῖστον τῶν μελλόντων ἀριστέων. Θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ κατηγορία αὐτή (ὅτι περιορίζω τὴν αὐτοβουλίαν τῶν ὑπουργῶν) εἶναι ἀσύστατος, ὥστε, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπουσίασα ἐξ Ἀθηνῶν ἐπὶ τρεῖς ὅλους μῆνας, διότι μετέβην εἰς τὰ λουτρά, εἰς τὸ Μπανιόλ, μετέβην ν’ ἀκούσω καὶ τὰς μελοδραματικὰς παραστάσεις, μετέβην καὶ εἰς τὴν Γενεύην καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἰς τὸ Παρίσι δι’ οἰκογενειακῆς φύσεως ὑποθέσεις, ἐνῷ, λέγω, ἀπουσίασα ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἠξεύρετε πόσες φορὲς ἐθεώρησαν οἱ συνάδελφοί μου ἢ ὁ ἀναπληρωτής μου ἀντιπρόεδρος ἀναγκαῖον νὰ μὲ συμβουλευθοῦν, νὰ μοῦ ταράξουν τὴν ἡσυχίαν μου, διὰ νὰ μὲ συμβουλευθοῦν ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀνεφάνησαν; καὶ νομίζω ὅτι ἦτο μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸ σταφιδικόν. Ἠξεύρετε εἰς τρεῖς μῆνας πόσες φορὲς μοῦ ἀπηυθύνθησαν; Δύο ὁ κ. Βουρλούμης: μοῦ ἐτηλεγράφησεν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγεννήθη διαφωνία, ἐὰν πρέπῃ τὸ ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ἐλαττωθέντος φόρου τοῦ καπνοῦ εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς τὰ ταμεῖα προστασίας καπνοῦ, ἐὰν πρέπῃ νὰ δανείσωμεν ἐκ τούτου ἕν ποσὸν ἐξ 20 ἑκατομμυρίων διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ παροχὴ τοῦ ἐπιδόματος. Μοῦ εἶπε δὲ ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ ἐγὼ ἀπήντησα λέγων ὅτι ἐγκρίνω τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, τοῦ κ. Βουρλούμη.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουρλούμης σᾶς ἠρώτησεν ἐὰν ἔχετε δώσει ὑπόσχεσιν.
§24Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς εἶναι· αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι. Ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ὅτι ὁ συνάδελφός μου ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τότε ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μοῦ ἐζήτησε τὴν γνώμην μου διὰ ζήτημα, νομίζω ἀφορῶν τὴν Πάουερ καὶ τοῦ ἀπήντησα, ὄχι βέβαια μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις: «Δὲν μὲ ἀφίνεις ἥσυχο νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὰ λουτρά μου καὶ ὅταν γυρίσω τὰ λέμε; Δὲν ἀποφασίζετε μόνοι σας νὰ τελειώσετε τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἀπευθύνεσθε σὲ μένα;» Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ πληροφορία θὰ γεννήσῃ ἔκπληξιν εἰς πολλοὺς καὶ ἐκ τῶν φίλων μου καὶ ἐκ τῶν ἀντιπάλων μου, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι οἱ ὑπουργοί μου εἶναι πίκαλι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ διευθύνω. Τώρα, βέβαια, εἰς τὰ μεγάλα ζητήματα ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου θεωροῦν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσουν τὴν γνώμην μου. Εἶναι κανονικὸν πρᾶγμα αὐτό. Δὲν πηγαίνω νὰ τοὺς ἐνοχλήσω. Ἔρχονται οἱ ἴδιοι καὶ καμμιὰ φορὰ δυσφορῶ διότι ἔρχονται· ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω μίαν ἄλλην πληροφορίαν. Ξέρετε ὅτι κατὰ τὸ καθιερωμένον ἐδῶ σύστημα, ἄλλοτε δὲν ἐγένετο κανεὶς διορισμὸς ὑπαλλήλου εἰς κανένα ὑπουργεῖον, ἐὰν δὲν ἠρωτᾶτο ὁ Πρωθυπουργός; Νομίζω μάλιστα ὅτι ὑπῆρχεν ἰδιαίτερον γραφεῖον παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ πιστοχρεώσεως τῶν ὑπαλλήλων μεταξὺ τῶν διαφόρων φίλων τοῦ κόμματος. Λοιπὸν ἐξαιρουμένων τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται περὶ διορισμοῦ ὁ ὁποῖος γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—ποὺ εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι ὀλίγοι καθὼς ξεύρετε—ἐξαιρουμένων αὐτῶν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς νέους καὶ τοὺς παλαιοὺς ἐκ τῶν ὁποίων μερικοὶ εἶναι εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν μίαν κἄν φορὰν ἐζήτησα νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ ζητήματα τῶν διορισμῶν. Μίαν φορὰν καὶ μόνην ἀπηυθύνθην εἰς τὸν κ. Παπανδρέου διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς καὶ τοῦ συνέστησα ἕν πρόσωπον, νομίζω διὰ νομικὸν σύμβουλον κάποιου ὀργανισμοῦ αὐτονόμου δημοσίου δικαίου, τοῦ εἶπα δηλαδὴ ὅτι: τὸν τάδε σοῦ τὸν συνιστῶ πολύ. Δὲν ξεύρω μάλιστα ἂν τὸ ἔκαμε (ἀμφιβάλλω (ἱλαρότης). Αὐτὸς εἶναι κύριοι, ὁ αὐταρχισμός μου, αὐτὴ ἡ ἔλλειψις τῆς αὐτοβουλίας τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ συνάδελφοί μου. Ἀλλ’ ἐγὼ δικαιοῦμαι κύριοι βουλευταὶ νὰ παρακαλέσω—δὲν εἶναι σχῆμα λόγου—τὸν κύριον Καφαντάρην καὶ τὸν Παπαναστασίου, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν συνεργάται μου ἐπὶ μακρὸν χρόνον, νὰ εἴπουν ἂν εἶχον νὰ παραπονεθοῦν μίαν κἂν φοράν, διότι δὲν τοὺς ἀφῆκα τὴν ἀπαιτουμένην ἐλευθερίαν ἐνεργείας ὡς ὑπουργῶν.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶχον οὐδέποτε, οὐδεμίαν ἐπέμβασίν σας.
§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ἴδιον θὰ βεβαιώσῃ καὶ ὁ κ. Παπαναστασίου.
§27Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κατηγορία εἶναι ὅτι ὑπέστητε μεταβολήν.
§28Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρῶτον σοῦ συνιστῶ νὰ μὴ μιλᾷς πολὺ καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅτι εἶσαι ἄρρωστος. Βέβαια εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἡλικίαν διὰ νὰ μὴ εἴπω μὲ τὸ γῆρας—εἶναι τόσον σκληρὰ ἡ λέξις ἀλλὰ μὲ τὴν πρόοδον τῆς ἡλικίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγινα αὐταρχικότερος. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ ἄνθρωποι ὅσον προχωροῦν εἰς ἡλικίαν εἶναι μαλακώτεροι, δὲν ἐξαγριώνονται περισσότερον ἄλλως τε ἐδῶ ἀνέφερα ὡρισμένα γεγονότα ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται πῶς συμπεριεφέρθην καὶ ἐφέτος πρὸς τοὺς συναδέλφους μου. Ἐτελείωσα μὲ τὰς σχέσεις μου μὲ τοὺς συναδέλφους καὶ ἐπανέρχομαι πάλιν εἰς τὸν αὐταρχισμὸν· προσπαθῶ βλέπετε ὁ δυστυχὴς ὁ κατηγορούμενος νὰ ἀνεύρω καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, ποῖαι εἶναι ἀκριβῶς αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι μὲ βαρύνουν διὰ νὰ μπορέσω νὰ τὰς ἀποκρούσω. Λοιπὸν ζητῶντας νὰ εὕρω αὐτὰς εἶδα ὅτι, ὄχι μόνον ὅπως ἀνέφερα πρὸ μικροῦ ἐπὶ μακρᾶς ἡμέρας ἐσυνεχίσθη ἡ συζήτησις ἐπερωτήσεων εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δὲν ἐζήτησα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει μετὰ ὡρισμένην διάρκειαν τῆς συζητήσεως νὰ περιορισθῇ ὁ λόγος εἰς μικρότερον χρονικὸν διάστημα. Νὰ ὑπομνήσω ἀκόμη ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τὴν πρώτην ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς ἀνόδου μου εἰς τὴν ἀρχὴν ἐζήτησα τροποποίησιν τοῦ κανονισμοῦ, διὰ νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ συντομωτάτη διαδικασία, ἡ ὁποία εἰσήχθη τελευταίως πρὸ δύο ἐτῶν ἐπὶ Πουανκαρὲ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κατωρθώθη ὅπως ψηφισθοῦν εἰς διάστημα 48 ὡρῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν Νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων νομίζω ἐπεβάλλοντο νέοι φόροι 10 χιλ. ἑκατομμυρίων φράγκων. Δὲν ἐπέμεινα νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, διότι εἶπον ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς συνηθείας τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἄλλων κομμάτων, καὶ δὲν ἤθελα νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο. Πρέπει δὲ νὰ εἴπω ὅτι μετ’ ὀλίγους μῆνας ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν εἰς τὴν Βουλὴν μοῦ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν θὰ ἐπλήρουν πραγματικὴν ἀνάγκην, διότι πράγματι αὐτὴ ἡ δυσκολία δὲν παρετηρήθη ποτὲ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν. Τὸ ἀναγνωρίζω εὐχαρίστως καὶ προσθέτω μάλιστα τοῦτο, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον γνωρίζω ὅτι ὄχι εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀλλ’ ὅταν θὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν ὀλιγώτερον ἰσχυράν, ἐλπίζω ὅτι τότε θὰ εἶμαι εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διὰ νὰ βοηθήσω νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸν τὸν θεσμὸν, ἄνευ τοῦ ὁποίου μία Κυβέρνησις ὄχι πολὺ ἰσχυρὰ θὰ εἶχε προσκόμματα εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Τώρα διερωτῶμαι, τὸ ὅτι κληθεὶς ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ νὰ Κυβερνήσεως τὴν Χώραν μου εἶμαι ἀληθινὸς Κυβερνήτης, αὐτὸ μήπως ἀποτελεῖ αὐταρχισμόν, τὸ ὅτι παρέμεινα εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς μονοετοῦς θητείας τὴν ὁποίαν ὁ συμπαθέστατός μου φίλος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἤθελε νὰ καθιερώσῃ διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὅτι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας αὐτῆς παρέμεινα εἰς τὴν ἀρχήν, μὴ εἶναι καὶ αὐτὸ αὐταρχισμὸς ἀφοῦ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ ἀρχὴ δὲν ἀναγράφεται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα; Τὸ ὅτι ἀρνοῦμαι νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅπως ἐπαναφέρω τὴν ἀναλογικὴν ψῆφον ἡ ὁποία θὰ ηὐνόει τὴν περαιτέρω κατάστασιν τῶν κομμάτων καὶ θὰ ἠμπόδιζε τὴν κυβερνητικὴν σταθερότητα, μήπως τοῦτο εἶναι διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμαι ὡς αὐταρχικὸς καὶ ὅτι—προκειμένης συζητήσεως ἐπερωτήσεως—ἀφοῦ ἐξέθεσα τὰ μέτρα ποὺ ἔλαβον διὰ τὸ Κωπαϊδικὸν ζήτημα καὶ ἐδήλωσα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ λάβω ἄλλα μέτρα, ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς οὐχὶ πρὸς ἐκδήλωσιν περιφρονήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δηλῶν ὅτι καλοῦμαι ἀλλοῦ πρὸς ἐργασίαν ἀδιάφορον ἐὰν οὐσιαστικῶς ἐχρησιμοποίησα τὴν ὥραν ἐκείνην διὰ νὰ πεταχθῶ καὶ δέκα λεπτὰ εἰς τὸ Φάληρον διὰ νὰ πάρω τὸν ἀέρα μου, ἀλλὰ ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχον ἄλλην ἐργασίαν καὶ εἶχον πραγματικῶς ἄλλην ἐργασίαν. Τότε ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ παραμείνω περισσότερον καὶ εἰς διαμαρτυρίαν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶπον: Μὴ ἀπορῆτε. Σᾶς ἀφίνω ἐδῶ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ διεξαγάγῃ ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἀμυνθῇ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι αὐταρχισμός; Ἔχει τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι προκειμένης συζητήσεως ὄχι κἂν νομοθετήματος διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ ποῖα μέτρα θὰ λάβωμεν καὶ πῶς θὰ τὰ διατυπώσωμεν, ὁπότε δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ: «Κάθησε ἐδῶ κύριε Πρόεδρε, κύριε αὐταρχικέ, διότι θέλομεν νὰ ἀκούσῃς καὶ σὺ καὶ μπορεῖ νὰ δεχθῇς μίαν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου». Προκειμένης λέγω, συζητήσεως ὄχι νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε γνώμην εἰς διάρκειαν ἐπερωτήσεως; ἡ Βουλὴ μπορεῖ νὰ μεταβάλῃ γνώμην; Ἡ Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν δὲν ἀφίνει ποτὲ τὰ πράγματα νὰ φθάνουν εἰς ἐπερώτησιν ὅταν πρόκηται νὰ μεταβάλῃ γνώμην, προκειμένης λοιπὸν τοιαύτης ἐπερωτήσεως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσαρμοσθῶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διὰ νὰ κάθωμαι ἐδῶ καὶ νὰ ἀκούω «τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι» ὅπως λέγει μία παροιμία εἰς τὸν τόπον μου καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν δήλωσίν μου ὅτι ἐγὼ ἔκανα συνεννοήσεις μὲ τὴν ἑταιρείαν καὶ ἀνέλαβα τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀπόψεων, εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις αὐταρχισμοῦ; Καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν ἡ κατηγορία αὐτὴ τοῦ αὐταρχισμοῦ μὲ τὴν κατηγορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἀφίνω εἰς τοὺς συναδέλφους μου πρωτοβουλίαν, ὅταν, λέγω, εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τῆς Βουλῆς: «Κύριοι, εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν μπορεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ. Μᾶς ἐλέγχετε καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραμείνω, διότι ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας γνωρίζει νὰ ἀμυνθῇ καλὰ καὶ εἶναι ἐδῶ καὶ μπορεῖτε νὰ κάνετε καλὰ μαζύ του. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, ἐπὶ αὐταρχισμῷ. Μόνον οἱ φίλοι μου μποροῦσαν ἐὰν δὲν εἶχον τόσην ἐμπιστοσύνην, ὅσην ἔχω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ἀλεξανδρῆν, μποροῦσαν νὰ μοῦ εἰποῦν. «Γιατὶ φεύγεις καὶ ἀφίνεις τὴν συζήτησιν σὲ χέρια ὄχι πολὺ δυνατά;» Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὔτε αὐτὴ ἡ περίπτωσις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, ἀλλὰ τὸ πολὺ πολὺ οἱ φίλοι του. Τώρα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω κύριοι βουλευταί, ποία κατ’ ἐμὲ ἡ ψυχολογία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἡ ὁποία μὲ φέρει παρὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου συμπάθειαν πρὸς αὐτὸν εἰς συνηθεστέρας συγκρούσεις μὲ ἐκεῖνον παρὰ μὲ κάθε ἄλλο κόμμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὲ ἄλλον ἀρχηγὸν κόμματος. Νὰ σᾶς εἰπῶ τὴν ψυχολογίαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἴπω ἐγὼ ὅτι μοῦ δίνει εἰς τὰ νεῦρα. Ἀφοῦ ὑπερασπισθῇ τὰς ἰδέας του καὶ τοῦ ἀπαντήσω συνηθέστατα ἐννοεῖ νὰ ἀνέβῃ καὶ δευτέραν καὶ τρίτην φορὰν καὶ νὰ ἐπιμένῃ. Τοῦ λέγω: μὰ συνεζήτησα τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἀλλάξω γνώμην. Ποτὲ μέχρι τῆς τελευταία στιγμῆς ποὺ θὰ εἰπῇ ὁ Πρόεδρος «γίνεται δεκτὸν» ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δὲν παρατᾶ τὴν ἀξίωσίν του καὶ τὴν ἐνδόμυχον ὡς φαίνεται ἐλπίδα του διὰ τῆς ἐπιμονῆς του νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν ὑπομονὴν τοῦ ἀντιπάλου του καὶ νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ. Τί νὰ κάμω γεννηθήτω τὸ θέλημά του. Αὐτὴ εἶναι νομίζω κατ’ ἐμὲ ἡ ψυχολογία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἡ ὁποία τὸν κάμῃ νὰ πιστεύῃ ὅτι ἐγὼ ὁ ὁποῖος διαθέτω τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐπιμένων εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου, εἶμαι αὐταρχικός, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαθέτει μίαν μικρὰν μερίδα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι κοινοβουλευτικός, ἀξιῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀντιλήψεις τῆς μειοψηφίας εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Τώρα τὸ ὅτι κατέκρινα προχθὲς τὴν παρουσίαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀφεντάκη ὁ ὁποῖος εἶναι νομίζω γεωπόνος καὶ ὁ ὁποῖος εἰσήχθη εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ δικαίωμα ἔχουν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ ζητοῦν τὴν παρουσίαν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν γραμματέων των κλπ., τὸ ὅτι τὸ κατέκρινα τοῦτο ἐδημιούργησε μίαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μὴ εἴπω μίαν λέξιν ἡ ὁποία θὰ ἦτο κυριολεκτικωτέρα. Δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ μὲ χαρακτηρίζῃ ὡς αὐταρχικόν. Διότι βλέπετε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ εἰς εἰκασίας περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ κατηγορητηρίου τὸ ὅτι κατὰ πάσης αἰτιάσεως ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον ἔχω τὸ θάρρος νὰ ἀντιτάσσωμαι καὶ νὰ ἀντιτάσσωμαι μέχρι τέλους, ἔστω καὶ ἂν οἱ αἰτοῦντες ἀντιπροσωπεύουν μεγάλην ἐκλογικὴν δύναμιν. Καὶ ἔχετε παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ φαινομένου ἐπανειλημμένως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Μήπως αὐτὸ παρεξηγήθη ἀπὸ τοὺς μὴ ἔχοντας ὀρθὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὡς αὐταρχισμός; Μήπως δηλαδὴ διὰ νὰ εἶναι κανεὶς κοινοβουλευτικὸς πρέπει εὐθὺς ὡς μία μεγάλη ὁμὰς ζητήσῃ κἄτι τι, πρέπει νὰ τῆς τὸ δίδῃ, διότι εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸς ἄν τὸ ἀρνηθῇ; Εἰδικώτερον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀληθεῖς ἀντίπαλοί μου, τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἰδικώτερον, φοβοῦμαι ὅτι μὲ θεωροῦν ὅτι εἶμαι ἀντικοινοβουλευτικός, διότι δεικνύω ἀδιαφορίαν πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοιούτων μεγάλων ὁμάδων τῆς κοινῆς γνώμης. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους κατηγοροῦμαι ὡς αὐταρχικὸς θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω εὐλαβῶς εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν πρότασιν, ὅπως τὸ ἐπίθετον αὐταρχικὸς τὸ ἀντικαταστήσουν διὰ νὰ εἶναι ἀκριβολόγοι διὰ τῆς λέξεως «ἰσχυρὸς» δηλαδὴ νὰ μὴ λέγουν ὁ Βενιζέλος εἶναι αὐταρχικὸς Κυβερνήτης, ἀλλὰ ὁ Βενιζέλος εἶναι ἰσχυρὸς Κυβερνήτης. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον δίδει ἀφορμὴν νὰ λέγουν ὅτι εἶμαι αὐταρχικὸς Κυβερνήτης. Τώρα ἐγώ, ἐνῷ βλέπετε, εἰς τόσα σημεῖα εὑρίσκομαι εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν γνώμης ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ σημειώσω καὶ ἕνα σημεῖον πολὺ οὐσιῶδες. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, πιστεύει, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καλὰ ὅτι καὶ τὸ διετύπωσε κἄποτε δημοσία, πιστεύει ὅτι ἡ παρουσία μου ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν δημιουργεῖ κἄποιαν ἀνωμαλίαν. Καὶ πράγματι εἶναι ὀλίγον μία πολιτικὴ ἀνορθογραφία, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀνοίξω τὴν καρδιά μου, νὰ κάμω τὴν ἐξομολόγησίν μου, διὰ νὰ ἴδητε τέλος πάντων ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔγκλημά μου πρέπῃ νὰ τὸ κρίνετε πολὺ αὐστηρά, ἢ ἐὰν δὲν θὰ εὕρητε λόγους ἐπιεικοῦς ἐκτιμήσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς κάμουν νὰ μὲ ἀπαλλάξετε τῆς κατηγορίας δι’ αὐτὸ τουλάχιστον τὸ κεφάλαιον. Βέβαια καὶ ἐγὼ ἤρχισα τὴν πολιτικήν μου ζωήν, ὅπως ὅλοι σας, νεώτατος, λίγο πρὶν συμπληρώσω τὰ 25 ἔτη τῆς ἡλικίας μου ἤμην βουλευτὴς καὶ βέβαια μοῦ ἤρεσαν οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες. Διεξήγαγον πολλοὺς εἰς τὴν Κρήτην, ἔπειτα, ἅμα ἔφθασα εἰς ἡλικίαν 46 ἐτῶν, ἦλθα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου συνέχισα τὸ πολιτικόν μου στάδιον. Ὅπως ὅλοι σας ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ εἶμαι εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐφαρμόσω τὰς ἀντιλήψεις μου. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω μόνον ὅτι δὲν ἔμεινα εἰς τὴν ἐξουσίαν μίαν ἡμέραν ἐπὶ θυσία τῶν ἰδεῶν μου, ποτὲ οὔτε μίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς ζωῆς μου, ὅτε ἠναγκαζόμην νὰ φύγω ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν μπορῶ νὰ δεχθῶ, ἀληθινὰ δὲν τὰ ἐνθυμοῦμαι αὐτὰ ὅλα, ἀλλὰ μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι μοῦ ἐκόστιζε λιγάκι, ὑποθέτω ὅτι ἔφυγα πικραμένος ὅπως λ. χ. ὅτε συνεκρούσθην μὲ τὸν Πρίγκηπα Γεώργιον εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἠναγκάσθην νὰ φύγω. Διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἕν ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν ἔπεσα πλειστάκις, μία φορὰ ἔφυγα μὲ τὴν λαϊκὴν ψῆφον εἰς τὰ 920, τὰς δὲ ἄλλας παρητούμην διότι διαφωνοῦσα. Παρητούμην εἶναι γεγονός. Λοιπὸν δέχομαι τέλος πάντων ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς ζωῆς μου, ἐὰν ἤμην ἐδῶ δὲν θὰ ἀποτελοῦσα ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ ἦλθαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1920. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, διεξάγων τὸν τεράστιον ἐκεῖνον ἀγῶνα, τὸν πόλεμον εἰδικῶς νὰ ἀπομακρυνθῶ ὀλίγον ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῶν καθεστώτων νόμων καὶ ἐδήλωσα τότε πρὸς τὸν λαὸν ὅτι ναί, τὸ βλέπω, αὐτὰ τὰ μέτρα μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, μολονότι ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπεβάλαμεν ἐναντίον τῶν ἐπιχειρούντων ἀνατροπὴν ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Εἶπον ὅτι ἐὰν τὰ θεωρῆτε πὼς δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ δέχομαι καὶ αὐτὸ καὶ ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἄς προσθέσω, μολονότι αὐτὸ εἶναι ἴσως ὀλίγον ἐγωϊστικόν, τί ἐννόουν λέγων «πῶς ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην, διότι τὴν εἶπον αὐτὴν τὴν φράσιν καὶ ἄλλοτε καὶ ὁ δικτάτωρ ἀκόμη τὴν εἶπεν, ἀλλὰ νομίζουν πὼς εἶναι μία φράσις φιλολογική. Ἐγὼ ἔλεγον τότε «ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην» μὲ τὴν ἔννοιαν ἐὰν ἡ πολιτικὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς δὲν ἐγκριθοῦν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τότε ἐγὼ θὰ ἀπεσυρόμην ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωήν, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο ἡ μόνη κύρωσις αὐτῆς τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανον. Καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀντιλήψεις μου ταύτας ἀπῆλθον τῆς πολιτικῆς σκηνῆς μὲ τὴν βεβαιότητα τότε, ὅτι ἐτελείωσε τὸ πολιτικόν μου στάδιον. Καὶ ἠθέλησα νὰ προσαρμοσθῶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὅτι μία νέα ζωὴ ἠνοίγετο μπροστά μου, καὶ ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπασχολήσω ὅ,τι μοῦ ἔμενεν ἀπὸ δραστηριότητα πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἐννοεῖτε ὅτι κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο δὲν ἠρνήθην ποτὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ τὴν ἀντιπροσωπεύσω ὁσάκις μοῦ ἐζήτησεν εἰς τὰ διεθνῆ συνέδρια, νὰ τὴν ἀντιπροσωπεύσω πρὸς ὑποστήριξιν ὡρισμένων θεμάτων, τῶν ὁποίων ἡ προάσπισις μοῦ ἀνετίθετο. Ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν ποὺ μοῦ ἀνέθεσεν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, νομίζω, νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ ἑλληνοβουλγαρικοῦ. Ἐδέχθην καὶ τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ τοῦ δικτάτορος, ἀντιπροσωπεύσας τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι διεξήγοντο τότε ἐν Λονδίνῳ διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ἀγγλικοῦ χρέους, διὰ νὰ ἀμειφθῶ ὅπως ἠμείφθην ὑπ’ αὐτοῦ μετ’ ὀλίγον. Δηλαδὴ ἐπῆλθε κατὰ τὰς συζητήσεις τὸ θέρος κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ἄγγλοι φεύγουν ὅλοι εἰς τὰς ἐξοχάς, κόβονται ὅλες οἱ δουλειές, καὶ εἴπομεν μὲ τὸν κ. Τσῶρτσιλ ὅτι ἀναβάλλομεν μετὰ τὰς διακοπὰς τὰς θερινὰς νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Καὶ πρὶν ἐπαναληφθῶσιν αἱ θεριναὶ διακοπαὶ ὁ δικτάτωρ τὸν ὁποῖον εἶχον δεχθῆ νὰ ἀντιπροσωπεύσω κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, χωρὶς νὰ μὲ εἰδοποιήσῃ καθόλου, νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τοὐλάχιστον διὰ κἄποιες σκέψεις ποὺ εἶχε νὰ τοῦ δώσω καμμίαν γνώμην, εἶπε: Μὴν ἀκοῦτε τί λέγει ὁ Βενιζέλος τόσον καιρό. Ἐγὼ δέχομαι ἔτσι κι’ ἔτσι νὰ τακτοποιήσω τὰ πράγματα Ἐδέχθην ἐπίσης ὁπότε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος μοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπανέλθω συνεχίζοντας τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς μεταβαίνων εἰς Λονδῖνον. Δηλαδὴ ἐδέχθην πάντοτε τὰς ὑπηρεσίας ὡς ὑπάλληλος τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ὅπου ἐθεωρεῖτο ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι μου ἦσαν ἀναγκαῖαι. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασίς μου καὶ ἡ ἐλπίς μου ἦτο σταθερὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας. Ἀντιπροσώπευσα ἐπίσης—ἐλησμόνησα καὶ αὐτὸ ἴσως νὰ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία τὴν ὁποίαν ἔκαμον τότε — ἀντεπροσώπευσα τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὸ συνέδριον τῆς συνδιασκέψεως τῆς Λωζάννης καὶ ὑπέγραψα τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης ἀλλ’ ὡς ὑπάλληλος, ὡς ὑπάλληλος τὸν ὁποῖον ὀλίγον ἔλλειψεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νῦν ἀγαπητὸς συνάδελφος μου τῆς Γεωργίας παριστάμενος ἐκεῖ, ὀλίγον ἔλλειψε νὰ μὲ παύσῃ τὴν παραμονὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης, διότι δὲν ἐδέχθη τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπηρρεαζόμενος ἀπὸ τοὺς ἐδῶ στρατιωτικούς, ὅτι ἠμπορούσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν περισσότερα καὶ ὀλίγον ἔλλειψε νὰ μὲ παύσῃ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ στάδιόν μου τὸ πολιτικὸν εἶχε τελειώσῃ. Μετὰ ταῦτα ὅμως μετὰ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάνης, ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις ἐθεώρησε ὅτι τὸ ἔργον της ἔληξε καὶ ἤθελε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν χώραν εἰς νέαν πάλιν κανονικὴν πολιτικὴν ζωὴν καὶ ἐζήτησε νὰ προβῇ εἰς ἐκλογάς. Ἐπροτάθη τότε ἡ ὑποψηφιότης μου εἰς πολλὰ διαμερίσματα δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα 16 ἢ 18, καὶ ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν δηλῶν ὅτι οὔτε ὑποψηφιότητα θέτω οὔτε τὴν δέχομαι ἐὰν ἐκλεγῶ. Ἐν τούτοις ἡ ὑποψηφιότης μου νομίζω, ὅτι εἰς ὅσα τμήματα εἶχε τεθῇ ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ὀλίγον ὕστερα ἐδεχόμην μίαν μεγάλην ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Παρίσσι ἡ ὁποία ἦλθε καὶ μοῦ εἶπεν. Ἔλα διότι σὲ κρίνομεν ὅτι εἶσαι ἀπαραίτητος καὶ πάλιν ἵνα ἐπανέλθῃς εἰς μίαν ἐνεργὸν πολιτικὴν ζωήν. Μπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι σπανίως εἰς τὴν ζωήν μου ἐπέρασα δραματικώτερες στιγμές. Ἔλεγα ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς ἐπιστρέφων εἰς τὴν πολιτικὴν ἀθετῶ τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ ἔδωσα τὴν ἡμέραν ποὺ ἔφευγον ἢ μᾶλλον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὁπότε εἶχον ἐρωτηθῇ ἀπὸ τὸν μακαρίτην Γούλαρην. Καὶ τί θὰ κάμῃς, ἐὰν ἐπιτύχωμεν ἡμεῖς, θὰ μᾶς παραδώσῃς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους.; Καὶ ἀπήντησα: Ὄχι μόνον θὰ τὴν παραδώσω, ἀλλὰ καὶ θὰ φύγω διὰ παντός. Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ἀθετῶ τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ ἔδωκα. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσαν ἆρα γε νὰ μοῦ ἔλεγον ὅτι ὁ Βενιζέλος ἀπὸ ἕνα ἐγωϊσμόν, ἀπὸ μίαν ἐγωπάθειαν, διὰ νὰ μὴ παρασυρθῇ ἔστω, ἠρνήθη νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν Πατρίδα, ἐνῷ ἦσαν ἀναγκαῖαι; Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι θὰ εὑρίσκετο κανεὶς νὰ εἴπῃ ἀληθῶς τὸ τρομερὸν πρᾶγμα ὅτι ἐγὼ ἀπὸ μνησικακίαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἠρνήθην νὰ ἐπιστρέψω, αὐτὸ δὲν τὸ πιστεύω. Τὸ ἀποκλείω. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἔλεγον: Ἐπειδὴ εἶπε πῶς δὲν ἔρχεται δι’ αὐτὸ δὲν ἔρχεται. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς συνειδήσεως τὸ ἔλυσα μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπανέλθω καὶ ἦλθα μὲ ὅσην δύναμιν εἶχον τότε, διότι ἡ μακρὰ διάρκεια τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Λωζάννης εἶχε κλονίσει βαθύτατα τὸ νευρικόν μου σύστημα καὶ καταστρέψει τὴν ὑγείαν μου. Ἐπανῆλθον καὶ ἀνέλαβα τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ δυσχέρειαι τοῦ ἔργου καὶ αἱ ἀντιδράσεις τὰς ὁποίας εὗρον μὲ τὴν κλονισμένην ὑγείαν μου ἔφθασε εἰς ἀποτέλεσμα, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ παραιτηθῶ. Παρῃτήθην λοιπὸν καὶ ἀπῆλθον καὶ πάλιν εἰς τὰ ξένα μὲ τὴν πεποίθησιν πλέον ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐτελείωσε, δὲν θὰ εὑρεθῶ τοῦ λοιποῦ εἰς ἀναλόγους ἢ ὁμοίους περιστάσεις, τὸ πρᾶγμα εἶναι ξεκαθαρισμένον, ἡ ὑγεία μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει ν’ ἀναμιχθῶ. Ἑπομένως, ὁσάκις τοῦ λοιποῦ θὰ ἔχω τοιαύτας ἀναλόγους ἐνοχλήσεις, εἴτε ἐπικλήσεις ἢ ἐκκλήσεις ἢ ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ τας, θὰ ἔχω νὰ λέγω καὶ θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ὅτι ἡ ὑγεία μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπανέλθω πλέον καὶ ν’ ἀναλάβω ἀγῶνας πολιτικούς. Ἀλλὰ διὰ λόγους εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θέλω καθόλου νὰ ἐνδιατρίψω διὰ νὰ μὴ δημιουργήσω καμμίαν ἀφορμὴν συζητήσεως μὲ τὸν ἀγαπητόν μου ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ἐπανῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν, ἐπανῆλθον μὲ τὴν μεγάλην ἀνησυχίαν, μήπως ὑποστῶ τὸν ἐξευτελισμὸν μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας νὰ εἴπω: Συμπαθᾶτέ με καὶ πάλιν, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς γιὰ τέτοια πράγματα. Εὐτυχῶς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ὅταν παρῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κλονισμοῦ τὸν ὁποῖον εἶχον πάθει εἰς τὴν Λωζάννην καὶ ἡ ὑγεία μου ἀπεκατεστάθη καὶ σήμερον ὅπως μὲ βλέπετε ἀπὸ ἀπόψεως ὑγείας ἀρκετὰ καλὰ τὰ καταφέρνω. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε ὅλη αὐτὴ ἡ παρεκβολὴ τοῦ λόγου εἰς τὶ ἐχρησίμευσε; Νὰ μᾶς εἴπῃς ὅτι ἀπετέλεσες κἄποιαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν διότι δὲν ἦλθες νὰ ἐξηγήσῃς εἰς τὶ συνίσταται ἡ ἀνωμαλία αὕτη; Λοιπὸν καταλήγω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀφ’ ἧς τὴν τελευταίαν αὐτὴν φορὰν εἰσῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν βεβαίως διέφερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς κατὰ τοῦτο, ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι εἶχον νὰ κάμουν ἀκόμη τὸ στάδιόν των, οἱ δὲ νεώτεροι ἀπὸ ἐμὲ δὲν διετέλεσαν ἀσκοῦντες τὴν ἀρχὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ὥστε νὰ εἴπω ὅτι ἐξήντλησαν τὸ στάδιόν των. Ἐγὼ εἶμαι εἰς ὅλως διάφορον θέσιν, ἐγὼ εἶμαι εἰς ἡλικίαν μεγαλειτέραν, νομίζω ἀπὸ μερικούς, πάντως μεγαλείτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς ἀρχηγούς. Ἐγὼ ἤσκησα τὴν ἀρχὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἤσκησα τὴν ἀρχὴν, θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, ὅπως εἰς τὸν πόλεμον νομίζω ἀναγνωρίζονται διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς διπλοὶ διὰ τὴν σύνταξίν των, πρέπει νὰ ὑπολογισθοῦν καὶ δι’ ἐμέ. Ἔχω μίαν μακρὰν ὑπηρεσίαν ἀσκήσας τὴν ἀρχὴν ἐπὶ 30 χρόνια. Πρῶτον αὐτό. Δεύτερον ἐπαναλαμβάνω ἡ ἡλικία εἶναι ἐκείνη ὁποία μὲ ἔκαμε ὥστε δεχόμενος τὰ βάρη τῆς ἀρχῆς νὰ ἐργάζωμαι μὲ ὅλην μου τὴν ὄρεξιν. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀσκῶ τὴν ἀρχὴν σήμερον μὲ ὀλιγωτέραν ὄρεξιν, οὔτε μὲ ὀλιγωτέραν εὐσυνειδησίαν, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐδείκνυον ὅταν ἤμουν 30 χρονῶν. Εὑρισκόμεθα εἰς μικρὸν τόπον καὶ ὅλοι παρακολουθοῦμεν τὰ γενόμενα καθ’ ἑκάστην καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὀλίγοι ἀπὸ τοὺς πνευματικῶς καὶ ἄλλους ἐργαζομένους εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐργάζονται περισσότερον ἀπὸ ἐμένα σήμερον. Λοιπὸν ἐὰν κατὰ τοῦτο δὲν διαφέρω ἀπὸ κανένα ἄλλον, ὅμως διαφέρω εἰς ἕνα ἄλλο πρᾶγμα, διαφέρω κατὰ τοῦτο. Ἐργάζομαι, κάμνω τὸ καθῆκόν μου, ἀλλὰ ἐὰν τὴν ὥραν ποὺ θὰ ἔλθῃ ἡ κρίσις τοῦ λαοῦ, ὁ λαὸς μοῦ δώσῃ φύλλον πορείας ἐγὼ ὄχι μόνον δὲν θὰ δυσφορήσω ἀλλὰ θὰ φύγω μὲ ἕνα μειδίαμα καὶ θὰ εἴπω, ἂς ὑπάγωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ξεκουρασθῶμεν καὶ ὀλίγον, νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, δὲν θὰ φύγω μὲ κάποιαν ἐσωτερικὴν εὐχαρίστησιν ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω τίποτε ἄλλο, διότι τὸ ἀφεντικὸ δὲν θέλει. Ἀλλὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἀποστολὴ εἶναι πολὺ εὐκολωτέρα.
§29Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα 20 ἔτη πολιτευόμενος ἐκάματε μόνον ἕνα μῆνα ἀντιπολιτευόμενος.
§30Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγὼ τὴν ὥραν ποὺ ἀντιμετωπίζω ἐνδεχομένην κάθοδον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἔχω αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησιν, ἐνῷ δὲν νομίζω ὅτι αὐτὴν ἠμποροῦν νὰ τὴν ἔχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη νὰ κάμουν τὴν σταδιοδρομίαν των καὶ τὸ γεγονὸς ἀκόμη ὅτι ἀναμιχθεὶς εἰς τὰ μεγάλα γεγονότα δὲν ἔχω βεβαίως τὴν πολιτικὴν ζωήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κάμω ἀνάλογα, ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν μίαν ἀνωμαλίαν, ὅτι ἔχετε ἐμπρός σας ἕναν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρὸς κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος ἔχει ὄρεξιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος, ἐφ’ ὅσον ἀπολαύει τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης, εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀπέλθῃ μὲ ὅλον τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη καὶ τὴν ψυχήν, ὅταν εἶναι ἡ ὥρα νὰ ἀπέλθῃ. Ἀλλ’ αὐτό, ἂς τὸ εἴπωμεν, μοὶ δίδει μίαν ὑπεροχὴν ἀπέναντι τῶν ἄλλων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν ἀνωμαλίαν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θέλετε νὰ διορθωθῇ αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία; Προκειμένου περὶ ἱππικῶν ἀγώνων, ὅταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀναβάτας εἶναι βαρύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον...... Τοῦ καθίζουν ἕνα πρόσθετον βάρος τοῦ ἐλαφροῦ, φέρουσιν τὴν ἰσορροπίαν καὶ γίνονται τὰ πράγματα καλά. Αὐτὸ δυστυχῶς δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς. Οἱ ἀγῶνες οἱ ἱππικοὶ ἔχουν ὡς ἔπαθλον τὴν ἠθικὴν νίκην ἡ ὁποία δίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἵππου τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἀθλητισμοῦ, καὶ πολλάκις καὶ μίαν χρηματικὴν ἱκανοποίησιν, διότι ἡ διατήρησις σταύλων καὶ ἵππων εἶναι δαπανηρά. Ἂν κερδίσῃ μπορεῖ νὰ τοῦ μείνῃ καὶ κάποιο κέρδος. Ἀλλὰ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας δὲν ἀνταγωνιζόμεθα ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, δὲν ἀνταγωνιζόμεθα διὰ τὰ προσωπικά μας συμφέροντα, ἀνταγωνιζόμεθα διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα καὶ ἑπομένως ὁ Λαὸς δυσκόλως θὰ ἐδέχετο νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τὸν ἐλαφρότερον πολιτικόν, ἂς τὸν εἰποῦμεν ἔτσι, νὰ τοῦ βάλωμεν κάποιο βάρος πρόσθετον καὶ νὰ τὸν κάμωμεν νὰ τρέχῃ, τὸ ἴδιον μὲ τοὺς ἄλλους. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀσχοληθεὶς εἰδικώτερον εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ τὴν εὕρεσιν τῆς δυνατῆς θεραπείας, ἔφθασε νὰ ἀνακαλύψῃ ἕνα πρᾶγμα. Εἶπε δηλαδή, ὁ κ. Βενιζέλος κατέχει μίαν ἐξαιρετικὴν θέσιν ἂν μείνῃ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνωμαλία. Ὑπάρχει μία θέσις ἡ ὁποία καὶ τὸν κ. Βενιζέλον νὰ ἱκανοποιήσῃ δύναται καὶ νὰ μὴ μείνῃ καὶ ἡ ἀνωμαλία, θὰ τὸν βάλωμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους. Βέβαια, κύριοι βουλευταί, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους εἶναι τιμητικώτατον. Ἀλλ’ πιστεύω ὅτι καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ κατέχει σήμερον καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ κατεῖχε προηγουμένως, εἶναι πολὺ ἀξιώτερος ἀπὸ ἐμὲ διὰ τὸ ὑψηλότατον ἀξίωμα. Ἀντιθέτως πιστεύω ὅτι διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς καμμίαν ψευδομετριοφροσύνην, πιστεύω καὶ λέγω ὅτι δι’ αὐτὸ ἢ μᾶλλον εἰς αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ προσφέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον περισσοτέρας ὑπηρεσίας. (χειροκροτήματα). Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριοι βουλευταί, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀρνηθῶ νὰ ἔλθω εἰς τὸν τιμητικώτατον αὐτὸν θῶκον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ σήμερον ἀρνοῦμαι ν’ ἀλλάξω τὴν ἕδραν, τὸ κάθισμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ μὲ τὸν θῶκον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκομαι εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ μὴ δεχθῶ ποτὲ τὸ ἀξίωμα αὐτό. Θὰ κάτσω ἐδῶ ἐφ’ ὅσον εἶμαι χρήσιμος, καὶ τὴν στιγμὴν ὅπου δὲν θὰ εἶμαι χρήσιμος νὰ ἐργάζωμαι ἐδῶ, διότι ἡ ὑγεία δὲν θὰ μοῦ τὸ ἐπιτρέπῃ, θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀποσυρθῶ καὶ ν’ ἀναπαυθῶ κι’ ἐγώ. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μὴ δημιουργῆται καμμία παρεξήγησις, νὰ τὸ μάθῃ καλὰ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ μπῇ μέσα εἰς τὴν συνείδησίν του, ὅτι μὲ οἱανδήποτε ἐπιμονὴν δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ καμμίαν ἡμέραν ν’ ἀνέλθω ἐκεῖ ψηλὰ ὅπου μὲ προορίζει. Μόνον ἡ λαϊκὴ ψῆφος ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἕδραν τὴν ὁποίαν κατέχω σήμερον. Καὶ μάλιστα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταλάβω πολὺ καλά, ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ θὰ εἶναι δυσμενὴς δι’ ἐμέ, χωρὶς νὰ περιμένω τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα, θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τὴν παραίτησίν μου. Ἀλλὰ καὶ τότε δυστυχῶς πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι καὶ τότε δὲν θ’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ ἐμέ. Ἐάν, ὅπως εἶναι ἐνδεχόμενον, εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, ὁ Λαὸς δὲν ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πολιτικήν μου, θὰ μείνω, ὡς ἐλπίζω, ἀρχηγὸς τῆς μείζονος ἀντιπολιτεύσεως τότε. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ αὐτὸ δὲν γίνῃ θὰ γίνω ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν καὶ αὐτὸ δὲν γίνῃ θὰ εἶμαι πάντως βουλευτής. Ἐλπίζω νὰ μὴ πάθω, ὅτι ἔπαθα εἰς τὸ 1920, νὰ μὴ πάρω δηλ. οὔτε εἰσιτήριον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ αὐτὸ—καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν, διότι συνέβη καὶ ἄλλοτε πληροφορῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι ἢ βουλευτικὸν εἰσιτήριον θὰ πάρω ἢ ἐφημερίδα θὰ βγάλω, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλεγον. (γέλωτες, χειροκροτήματα). Ἐὰν συμβῇ τοιαύτη περιπέτεια παρακαλῶ ἐκείνους ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας πτέρυγας ἐὰν κάθηνται καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἄνθρωποι μὲ συμπαθοῦν, παρακαλῶ, λέγω νὰ μὴ ἀνησυχήσουν. Μὴ νομίζετε ὅτι θὰ μοῦ κοστίσῃ. Θὰ ἐπανέλθω εἰς τοὺς παλαιοὺς μου ἔρωτας, εἰς τὸ δημοσιογραφικὸν στάδιον, διότι μὲ ἑλκύει τρομερά, ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ εἶμαι κίτρινος δημοσιογράφος. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, καλὸν εἶναι οἱ σπεύδοντες νὰ εὕρουν τρόπον νὰ διορθώσουν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, νὰ ἐννοήσουν ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς παρουσίας μου, ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ὁριστικὸς παρὰ εἷς καὶ μόνος: Ἡ ἡλικία μου ἡ ὁποία παρέχει κάποιαν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐξαφάνισίν μου ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ τὴν ἄλλην ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ ζήτημα μακροτάτου χρόνου. Ἐν τούτοις, κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων δὲν μπορεῖ νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον αὐτὸν τῆς φυσικῆς τέλος πάντων ἐπεμβάσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἀρνοῦμαι νὰ ἀναλάβω ρητὴν ὑποχρέωσιν νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἰς ὡρισμένην ὥραν· δὲν τὸ ἠξεύρω πότε θὰ γίνῃ. Ὑποθέτω νὰ μὴ περάσουν πάρα πολλὰ χρόνια, ἀλλὰ δὲν ἐρίζω τὸν χρόνον, διότι δὲν θέλω νὰ μοῦ εἰποῦν ὅτι παρεβίασα τὴν ὑπόσχεσίν μου. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου εἰς τόνον κἄπως, ἂς εἴπωμεν σοβαρώτερον. Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων ἀπὸ ὅσα μέχρι τοῦδε κατώρθωσεν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπινοήσῃ διὰ τὸ δυσχερέστατον αὐτὸ ἔργον τῆς διακυβερνήσεως τῶν λαῶν. Ἀλλ’ ἐνῶ εἶναι ἄριστον, ἔχει πλεῖστα ἐλαττώματα. Ἂς πάρωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μνημονεύει εἷς ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων συνταγματολόγων πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἀποθανών, ὁ Ἐσμέν. Ἀναφέρει ὡς πρῶτον ἐλάττωμα ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Γαλλίᾳ ἀφίνει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους ἕνα ρόλον πολὺ ὠχρόν. Ἀλλὰ προσθέτω, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ εἴς τινας ἡ ἐντύπωσις ὅτι εἶναι κακὸν τὸ πολίτευμα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει θέσιν κάπως ἰσχυροτέραν ἀπὸ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, τὸν Κοινοβουλευτικὸν Βασιλέα, διότι ἔχει τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται ἐν Γαλλίᾳ νὰ προεδρεύῃ τῶν Ὑπουργικῶν Συμβουλίων καὶ δύναται ἑπομένως νὰ ἐξασκῇ ἄμεσον τὴν ἐπιρροήν του ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἀποφάσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν θὰ ἦτο ἀνεκτὸν γινόμενον, ἐκτὸς εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις εἰς τὰ λεγόμενα «Συμβούλια τοῦ Στέμματος». Αὐτὸ λοιπὸν δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐδῶ διότι εἶναι κοινὸν ἐπαναλαμβάνω ἐλάττωμα ἐν γένει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἴτε βασιλευομένου εἴτε δημοκρατουμένου. Μάλιστα εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν εἶναι μεγαλείτερον τὸ ἐλάττωμα. Ἄλλο ἐλάττωμα εἶναι, ὅπως ἐξελίσσεται ἐν Γαλλίᾳ ὅτι καταντᾷ νὰ μὴ κυβερνοῦν οἱ ὑπουργοί, ἀλλὰ νὰ κυβερνοῦν αἱ Βουλαὶ διὰ τῶν μεγάλων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Πραγματικῶς εἰς τὴν Γαλλίαν μετετέθη ἕνα μέρος τῆς ὅλης Κυβερνητικῆς ἐξουσίας εἰς τὰς μεγάλας Κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς, ἡ δὲ ἐπίδρασις τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑκάστοτε ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Πουανκαρὲ περιεστάλη ὀλίγον ἡ δύναμις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σημειοῦται ὡς ἕνα ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, τοῦτο. Ἄλλα εἶναι ἡ ἀστάθεια τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὸ ἐφήμερον αὐτῶν. Μέγα κακὸ καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὅπως ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἑκάστοτε διότι αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα κοινὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος εἴτε πρόκειται περὶ βασιλευομένης δημοκρατίας εἴτε περὶ αἱρετῆς. Ἄλλο εἶναι ἡ ἐπέμβασις τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως ἰδίως ἡ ἐπέμβασις εἰς τοὺς διορισμοὺς καὶ προαγωγὰς Δημ. ὑπαλλήλων πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς μονιμότητος καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν νόμων ἔχει περιορισθῇ εἰς ἄκρον. Καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ κανεὶς ὅτι ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἠμποροῦμεν νὰ ὑποστῶμεν τὴν σύγκρισιν ὑπερηφάνως μὲ τὰ ἄλλα Κοινοβουλευτικὰ Κράτη. Ἄλλο εἶναι ἐν Γαλλίᾳ ὅπου παρατηρεῖται ἡ ἀδυναμία τῆς ψηφίσεως τῶν ἀναγκαίων μεταρρυθμιστικῶν νόμων ἕνεκα τῆς δυσχερείας τῆς περατώσεως τῶν συζητήσεων εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα κ. βουλευταί, γίνονται αἰτία ὥστε τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἰς πλείστας χώρας νὰ ἐκπίπτῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε ἔχουν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὰ παρόντα κακὰ καὶ λησμονοῦν ὅσα τοὺς ἐδίδαξεν ἡ πεῖρα καὶ πολλάκις διὰ νὰ ἀποσείσουν τὰ παρόντα κακά, μεταπίπτουν εἰς μεγαλείτερα τὰ ὁποῖα ἐγνώρισαν, ἀλλ’ ἐγνώρισαν πρὸ ἐτῶν. Ἕνας τρόπος ὑπάρχει διὰ νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ κακὰ αὐτὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι τὸ νὰ ὑπάρχουν πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχοντες τοιαύτην ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀποστολῆς των, ὥστε θεωροῦντες τὴν ἀρχὴν ὡς μέσον πραγματοποιήσεως ὑψηλοτέρων σκοπῶν, καὶ ὄχι ὡς σκοπὸν τὸν ἑαυτόν τους νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὴν ἀπορρίψουν διὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ νὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ μὴ ἐπιδιώξουν τὴν κατάκτησίν της διὰ τῆς θυσίας τῶν πολιτικῶν των ἀρχῶν. Ἰσχυρίζομαι, κ. βουλευταί, ὅτι τὰ κακὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ δὲν παρατηροῦνται σήμερον παρ’ ἡμῖν, ἀφ’ ἧς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὔτε εἰς τὸ παρελθὸν ὁσάκις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι κυβερνήσεων ἄλλων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν οἱ ἀντίπαλοί μου αὐταρχισμὸν εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι μποροῦσε νὰ ἀποτελέσῃ τὸν μεγαλείτερον ἔπαινον τῆς πολιτικῆς μου σταδιοδρομίας, ὅτι εἶμαι ἰσχυρὸς κυβερνήτης, ὅτι εἶμαι ἀληθὴς κυβερνήτης ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ τὴν ἀρχὴν ἐνώπιον τῆς πρώτης δυσμενοῦς ψήφου τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Ἐννοεῖ ὅμως ἐφ’ ὅσον εἶναι κυβερνήτης νὰ διευθύνῃ αὐτὸς τὴς πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι νὰ διευθύνεται ὑπ’ αὐτῆς. Ἐννοεῖ ἀκόμη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διατηρῇ ἐλευθέραν ἀπὸ πάσης ἐκθέσμου παρεμβάσεως ὁθενδήποτε προερχομένης, ἀκόμη διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔχουν τὴν εὐγενεστάτην ἀποστολὴν νὰ δίδουν εἰς τὴν χώραν Κυβερνήσεις. Δι’ αὐτῶν ὁ λαὸς ἀναβιβάζει καὶ καταβιβάζει εἰς τὴν ἀρχὴν τὰς Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ πέραν αὐτοῦ νὰ ἀξιοῦν αὐτοὶ νὰ κυβερνοῦν ἢ νὰ ἔχουν κυβερνήτην ἀνάξιον τῆς ἀποστολῆς του, ἀνάξιον καὶ τοῦ ὀνόματός του καὶ δεχόμενος αὐτὸς νὰ γίνεται ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, πίκολι. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον διαφωνίας, κύριοι βουλευταί, μὲ τοὺς ἀρχηγούς, τοὐλάχιστον τινων τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ὅτι εἶμαι κυβερνήτης καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς λέξεως, αὐτὸ θεωρεῖται ἁμάρτημα, αὐτὸ θεωρεῖται ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας, ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου ἐννοῶ νὰ ἀσκῶ τὴν ἀρχὴν δεχόμενος ἐλευθέρως πᾶσαν συζήτησιν ἕτοιμος νὰ ἀνταλλάξω σκέψεις μὲ κάθε ἕναν, ἕτοιμος νὰ προσπαθήσω νὰ πεισθῶ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλλω γνώμην, ἀλλὰ καὶ ἀποφασισμένος ἐφ’ ὅσον δὲν μεταπεισθῶ, νὰ ἐπιβάλλω τὰς ἰδικάς μου ἀντιλήψεις, αὐτὸ κατὰ τοὺς ἀντιπάλους μου ἀποτελεῖ τὸν αὐταρχισμὸν καὶ αὐτὸ κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κάθε παρέλκυσις ἀποτελεῖ νόθευσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν λείψουν τοιοῦτοι ἀρχηγοὶ Κυβερνήσεων τὸ πολίτευμα θὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ θὰ ἀνοιχθῇ ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν δικτατορίαν ὅπως ἠνοίχθη καὶ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς δικτατορίας τοῦ 1926. Διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι θίγω κανένα μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, κατὰ τὸ 1925 ἡ Βουλὴ μὴ δυναμένη νὰ δώσῃ σταθερότητα Κυβερνητικὴν καὶ μὴ δυναμένη νὰ ψηφίσῃ ἐντὸς εὐλόγου προθεσμίας τὸ Σύνταγμα, ἔγινεν αἰτία ὅταν ἐπεβλήθη ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ τὴν ἀνεχθῇ καὶ νὰ τὴν χειροκροτήσῃ. Ἐπιμένω εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διότι ὁ ἀγαπητὸς ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως αὐτὸ, δὲν τὸ εἶπα ποτὲ καὶ μὲ συγχωρεῖ καὶ ἂν διαμαρτυρηθῇ θὰ εἴπω ὅτι τὸ ἀποσύρω, θεωρεῖ πιστεύω ὅτι θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἐπιζήμιον εἰς τὴν χώραν αἱ μακροχρόνιοι Κυβερνήσεις τὴν σταθερότητα τὴν Κυβερνητικὴν νομίζω, ὅτι τὴν θεωρεῖ, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰς νεωτέρας δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις. Ἐγὼ ὅμως τοῦ λέγω ὅτι ἐὰν ἐξ ἀνάγκης περιπέσωμεν, δὲν ἀποκλείεται, εἰς Κυβέρνησιν συμμαχικὴν καὶ ἑπομένως ἀσθενῆ καὶ εἰς ἀστάθειαν Κυβερνητικήν, διὰ τῆς ἀλλαγῆς τῶν Κυβερνήσεων θὰ εὑρισκώμεθα πολὺ πλησίον εἰς τὴν δημιουργίαν δικτατορίας.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἐπάλαισα διὰ νὰ ἐξασφαλίσω μεγαλειτέραν σταθερότητα τῶν Κυβερνήσεων.
§32Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καὶ θέλετε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν συνταγματικὴν νὰ ἀλλάσσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς κάθε χρόνον.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω τί ἐννοῶ διὰ τοῦτο.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καλὰ ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἂν δηλώσετε σεῖς τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι θέλετε νὰ ἀλλάσσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς κάθε χρόνον ἀποδεικνύει ὅτι δὲν θέλετε Κυβέρνησιν μεγαλειτέρας διαρκείας τοῦ ἑνὸς ἔτους. Δὲν νομίζω νὰ πιστεύητε ὅτι Κυβέρνησις εἶναι τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἀποκομμένης τῆς κεφαλῆς. Ἐὰν τοιοῦτόν τι πιστεύητε, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ἤδη κύριοι βουλευταὶ στρέφομαι εἰδικώτερον πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Δημοκρατικῶν κομμάτων διὰ νὰ ἐπιστήσω τήν προσοχήν των ὅτι, ὅταν ἡ δικτατορία ἡ ἐνδεχομένη ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ μετὰ Κυβερνητικὴν ἀστάθειαν, ὅταν ἡ Δικτατορία ἡ ἐνδεχομένη φθαρῇ καὶ πάλιν, ὅπως θὰ φθαρῇ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἢ μετὰ ἓν ἔτος, ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν φθορὰν της θὰ ἐνθυμῆται ὅτι πρὸ 10 μηνῶν εἶχε φθαρῆ καὶ ὁ κοινοβουλευτισμός, οὕτως ἐννοούμενος θὰ εἶναι κίνδυνος ὁ λαὸς νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ τοῦ λέγουν, ὅτι ἀπέτυχεν ὁ κοινοβουλευτισμός, ἀπέτυχεν ἡ δικτατορία, δὲν μένει ἄλλο παρὰ νὰ δοκιμάσῃς τὸν μοναρχικὸν δεσποτισμόν. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὁ μοναρχικὸς δεσποτισμός, ἡ μοναρχία ἐν γένει, τὸ Λαϊκὸν κόμμα θέλει τὴν κοινοβουλευτικὴν βασιλείαν. Ἀλλ’ αὐτὸς θὰ εἶναι δυσφημισμένος εἰς ἄκρον, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἥν ὁ κοινοβουλευτισμὸς θὰ ἔχῃ φθαρῇ. Διότι ὅπως σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἔχει τὰ ἴδια ἐλαττώματα, εἴτε ὑπάρχει κορώνα εἴτε δὲν ὑπάρχει. Παράδειγμα ἡ Ἱσπανία, ὅπου ἡ φθορὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἔφερε τὴν δικτατορίαν τοῦ Πρίμο ντὲ Ριβέρα, καὶ ἡ Ἰταλία ὅπου ἡ φθορὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἔφερε τὸν φασισμὸν τοῦ κ. Μουσσολίνι. Δὲν θὰ μένῃ λοιπὸν ἄλλο τότε, παρὰ νὰ εἴπωμεν, ἂς φέρωμεν ἕνα βασιληᾶ καὶ ἂς τοῦ παραδώσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἄλλα ἀπέτυχον. Ἂν θέλετε βοηθῆστέ με νὰ στερώσω ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσους ἀγῶνας, εἰς τοὺς ὁποίους τόσον ὡραῖον ρόλον ἔπαιξεν ὁ ἀγαπητὸς ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἀπέκτησε καὶ πάλιν ὁ Ἑλλην. λαός. Δείξατε ὀλίγην ὑπομονὴν ἄν θέλετε ἀκόμα, δείξατε καὶ ὀλίγην ἀνοχὴν, μὴ ἐκτίθεσθε, ἐν πάσῃ περιπτώσῃ εἰς ὑποστήριξιν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὅταν θὰ ἔλθετε εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ ἀποτελοῦν δι’ ὑμᾶς τοὺς ἰδίους ἀφόρητον δέσμευσιν. Μὲ τὸν δρόμον ποὺ ἐπῆραν τελευταῖα, τὰ πράγματα δὲν πρόκειται βέβαια νά διαιωνισθῇ ἡ παραμονή μου εἰς τὴν ἀρχήν. Δυσαρεστῶ σήμερον τὴν μίαν τάξιν καὶ αὔριον τὴν ἄλλην, τάξεις δὲ πολυαριθμοτάτας καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὸ τέλος τῆς τετραετίας νὰ μὴ ἐπιδοκιμασθῶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Θὰ καταθέσω τότε ἀμέσως τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παραδώσω ἕν κράτος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐξωτερικῶς θά κατέχῃ θέσιν ἀσυγκρίτως καλλιτέραν καὶ σταθερωτέραν ἀπὸ ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ τεσσάρων ἐτῶν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐσωτερικῶς νὰ ἔχῃ ἐμπεδωμένην τὴν τάξιν καὶ τὸ κῦρος τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ νόμου. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι, ὡς ἀντιπολιτευόμενος θὰ σᾶς παράσχω κάθε ἠθικὴν συνδρομὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός σας, τὸ ὁποῖον τυχὸν θὰ ἔχῃ ἐγκρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ μόνος κίνδυνος εἶναι μήπως δὲν ἔχετε κατορθώσει νὰ παρουσιάσητε τοιοῦτον πρόγραμμα διάφορον τοῦ ἰδικοῦ μου. Διότι ἐὰν εἶναι τὸ ἰδικόν μου πρόγραμμα, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, γιατὶ θὰ εἰπῇ ὁ λαός. Δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀλλάξωμεν τὸν Βενιζέλο γιὰ νὰ φέρωμεν τοὺς ἀντιπάλους του. Ἄς ἀφίσω αὐτὸν ποὺ εἶναι τόσον καιρόν. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχετε τοιοῦτον πρόγραμμα σᾶς ὑπόσχομαι καὶ πάλιν νὰ σᾶς ὑποστηρίξω καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ βλέπω καὶ θὰ κρίνω καὶ θὰ αἰσθάνωμαι ὅτι ἡ πολιτική σας δὲν ὁδηγεῖ εἰς βαρείας συμφορὰς καὶ καταστροφάς. Θὰ σᾶς ὑποστηρίξω. Φοβοῦμαι μόνον μήπως μὲ ὅλην τὴν ὑποστήριξίν μου, τὸ μωσαϊκὸν τῶν κομμάτων ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ συγκροτηθῇ ἡ Κυβέρνησίς σας, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως δὲν κατορθώσει νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὔτε ὅσον χρόνον θὰ μοῦ ἦτο ἀναγκαῖος διὰ ν’ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς κόπους συνεχοῦς τετραετοῦς ἐργασίας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπόψε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔδειξεν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων μεγάλων χαρισμάτων καὶ ἀρετῶν μὲ τὰς ὁποίας τὸν ἐπροίκισεν ἡ φύσις, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην φλέβαν πνευματικῆς δυνάμεως. Ἔχει τὴν δύναμιν τοῦ χιοῦμορ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τουλάχιστον σπανίως εἰς τὸ παρελθὸν ἔτυχε νὰ ἴδω ἐκδηλουμένην ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ συντελεῖ εἰς τὸ ν’ αὐξήσῃ ἀκόμη περισσότερον τὸν θαυμασμόν, τὸν ὁποῖον ὅλοι τρέφομεν εἰς τὰς μεγάλας, ὅπως εἶπον ἀρετὰς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀπάντησιν τῶν ὅσων μοῦ κατεμαρτύρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ καθησυχάσω τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἀνησύχησαν ὅταν ἤκουσαν ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ καθησυχάσετε καὶ ὄχι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. ... ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ρέπει εἰς τὸ νὰ καταλάβῃ τὰ ἑδώλια τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὄχι μόνον εἰς αὐτό, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς δημοσιογραφικοὺς ἀγῶνας ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὴν μεγάλην πηγὴν τῆς δραστηριότητός του, διὰ νὰ τοὺς καθησυχάσω, λέγω, θὰ τοὺς εἴπω ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόβοι εἶναι μάταιοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλὲς φορὲς εἰς τὸ παρελθὸν ἔδειξε συμπάθειαν πρὸς ἄλλας ἀπασχολήσεις ἐκτὸς τὰς τῶν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλοτε ἐξεδήλωσε μίαν προτίμησιν εἰς τὸ παιδαγωγικὸν ἐπάγγελμα, μίαν ἄλλην φορὰν προτίμησιν διὰ τὴν θέσιν τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἄλλοτε εἰς κλασσικὰς φιλολογικὰς ἀπασχολήσεις. Ὅλους ὅμως αὐτοὺς τοὺς ἔρωτας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἐγκατέλειπε ἀπέναντι τοῦ δαιμονίου τοῦ ἐσωτερικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει νὰ κάθεται εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην. Ὥστε κανεὶς φόβος δὲν ὑπάρχει νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ τὸ δαιμόνιον αὐτὸ καὶ νὰ ἀναγκασθῇ καὶ ἐκεῖνος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τώρα πόσον εἰλικρινῶς μίαν φορὰν πρὸ 21 ἐτῶν μοῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἦλθεν ἐδῶ κληθεὶς ἀπὸ τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, κατόπιν κάποιου ἀγῶνος ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἀπὸ τοὺς φίλους μου καὶ ἐμέ. Ἦλθε ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ἀνώμαλον τότε πολιτικὴν κατάστασιν καὶ συζητήσεως γενομένης περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως — τῆς Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη — καὶ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν αὐθάδειαν νὰ τοῦ κάμω ὅπως δεχθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν προεδρείαν ἀρχηγοῦ τῆς ἐπαναστάσεως, μοῦ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὅτι μόνον ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀπατᾶ ἡ μνήμη σας διότι ὅταν μὲ ἐκάλεσαν νὰ ἔλθω ν’ ἀναλάβω τὴν ἀρχήν, ὅταν ἦλθον ἐδῶ τοὺς ἐδήλωσα: ἐὰν ἀφήσητε τὸν Ράλλην νὰ ἀναλάβῃ τὴν Προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως, δέχομαι νὰ ἀναλάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὸ εἶπον διὰ νὰ σᾶς κατηγορήσω· αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἐνθυμοῦμαι καλῶς μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, τὸ ἐπανέλαβα ἀμέσως.
§41Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἦτο κἂν κατηγορία, ἀλλ’ εἶναι ἀνακριβές. Παραδέχομαι ὅτι ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη καλλίτερον. Σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὅταν ἔγινεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενικὴ καὶ εἴχατε τὴν αὐθάδειαν νὰ μὲ καλέσητε νὰ λάβω μέρος ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς ἀπήντησα ὅτι θὰ ἐδεχόμην.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε;
§43Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Οἰκουμενικήν.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἠθέλησα ν’ ἐργασθῶ, παρὰ ὡς πρόεδρος.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ γεγονότα.
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μοῦ συζητῆτε αὐτὰ τὰ πράγματα.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἦλθον εἰς τὸ ξενοδοχεῖον σας κ. Πρόεδρε, μὴ θυμώνετε.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θυμώνω διότι ἠξεύρω ὅτι τὸ λέγετε καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀκρίβειαν σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν κ. Ράλλην.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀπατᾶ ἡ μνήμη σας. Ἐδήλωσα ἀντιθέτως, ὅτι ἐὰν ὁ ἀείμνηστος Ράλλης ἐδέχετο νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, θὰ μετεῖχον εὐχαρίστως αὐτῆς. Καὶ ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως πάλιν ἐδήλωσα ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἀνελάμβανον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μόνον ὅταν μοὶ ἐπροτάθη νὰ ἔλθω εἰς Ἑλλάδα νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Θεοτοκικοῦ κόμματος ἐδήλωσα ὅτι μόνον ὡς ἀρχηγὸς ἰδίου κόμματος, ἐφόσον ἐννοεῖται μὲ περιέβαλλεν ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, θὰ ἐδεχόμην τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀμφισβητῶ αὐτὰ τὰ γεγονότα. Μὲ αὐτὰ ποὺ εἶπον δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι ἤλθατε ἐδῶ διὰ νὰ ἐργασθῆτε ὡς Πρωθυπουργὸς μόνον. Λέγω ὅτι ὅλη ἡ μετέπειτα σταδιοδρομία ἀπέδειξεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον.
§53Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δαιμόνιόν μου ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ τὴν Πατρίδα, ὅπου μὲ βάλουν.
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα, ἡ σημερινὴ συζήτησις ὄχι μόνον δὲν προεκλήθη ἀπὸ ἡμᾶς ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ μὲ μεγάλην δυσφορίαν ἀναγκαστικῶς ἔγινε ἀποδεκτή. Καὶ τοῦτο διότι πρόκειται νὰ ἐπαναλάβωμεν πράγματα τὰ ὁποῖα ἐδῶ ἐπανειλημμένως ἐξεθέσαμεν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐτονίσαμεν καὶ διότι πρόκειται περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα προσπίπτουν εἰς τὴν ἀντίληψιν, ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ ἂν παρελείπετο ἡ συζήτησις ἢ ἐὰν ἡ ἐντύπωσις ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ. Ἕνας ἄλλος λόγος ἦτο ὅτι ἡμεῖς ἐπισπεύδομεν τὴν συζήτησιν ἄλλων ὑποθέσεων διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἕνας ἄλλος λόγος ἀκόμη, ἴσως ὁ σπουδαιότερος εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις ἔχει ἕνα προσωπικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἡ θέσις ἡ ἰδική μας τοὐλάχιστον ἐμοῦ καὶ ὑποθέτω καὶ τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀρχηγῶν εἶναι δύσκολος εἶναι μειονεκτική. Καὶ εἶναι μειονεκτική, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἡγήθη τοῦ τελευταίου μεγάλου Ἐθνικοῦ ἀγῶνος εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς συνεισεφέραμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις. Διότι ὑπῆρξεν ὁ ἀρχηγός μας καὶ εἶναι ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος μετὰ τοῦ ὁποίου εἰς πλεῖστα σημεῖα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς συνεφωνήσαμεν. Κατὰ συνέπειαν, ἐνῷ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εὔκολον νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν συνεργατῶν του μὴ ἐπηρεαζόμενος καθόλου ἀπὸ τὴν παλαιὰν συνεργασίαν ἢ ἔστω καὶ τῆς μικρᾶς συνδρομῆς ἡ ὁποία προσεφέρθη κατὰ τοὺς πραγματικῶς σκληροὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους διεξήγαγε, εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς κριτικῆς μας, ὄχι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως γενικῶς, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν λέγω εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς τῆς κριτικῆς μας νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ γενικώτερον καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως ἀπέναντι ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ προσπαθήσω ὅσον εἶναι δυνατὸν ἁπλούστερον νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι ὁσάκις ἀσκοῦμεν κριτικὴν κατὰ τῶν ἰδίων του πράξεων καὶ μὲ ἰδιαιτέραν λύπην τὸ πράττομεν καὶ δὲν ὠθούμεθα εἰς τοῦτο ἀπὸ οὐδεμίαν φιλοδοξίαν καταλήψεως τῆς ἀρχῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζετε ὅτι, διότι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἐκ χαρακτῆρος ἀγωνίζομαι πάντοτε ἐναντίον τῶν ἰσχυροτέρων εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν πρωτοπορίαν τῶν κοινωνικῶν ἀγώνων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσελκύσω εὔκολα τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ εἶμαι Κυβέρνησις, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐὰν συνέβη μίαν φορὰν νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν εἶναι διότι οἱ ἀγῶνες τῶν φίλων μου καὶ ἐμοῦ συνεκεντρώθησαν ἐπὶ ἑνὸς πολιτειακοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἠλέκτριζε τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅταν καθιερώθη ἡ Δημοκρατία καὶ ἤρχισεν ὁ ἀγὼν περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου τῆς Δημοκρατίας, ἐφανερώθη ποῖον χᾶσμα ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐὰν ἀγωνίζομαι πάντοτε μὲ ἐπιμονὴν τὸ πράττω διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἂν ἡ ψῆφος τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, πάντως ὁ ἀγὼν δὲν μένει ἀτελεσφόρητος. Καὶ ἔχω περὶ τούτου εὐτυχῶς καλὴν πεῖραν, διότι ὅλοι οἱ ἀγῶνες τοὺς ὁποίους διεξηγάγομεν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀγῶνες ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων πολιτικῆς. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δι’ ἡμᾶς ἐκεῖνο εἶναι ὄχι μικρὰ ἡδονὴ τὸ νὰ γνωρίζωμεν δηλ. ὅτι ἀγωνιζόμεθα ὅτι ἐπιδιώκομεν σκοποὺς οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιηθοῦν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ πραγματοποιηθοῦν ἀλλὰ τῶν ὁποίων τὴν τελευταίαν σφραγῖδα θὰ θέσουν ἄλλοι. Ἐὰν ἐτόνισα τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει εἰς τὴν πολιτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἔκαμα μόνον διὰ νὰ ἐξυμνήσω τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμεν τὴν πολιτικήν μας. Τὸ ἔπραξα διότι ἔχει σπουδαίαν σημασίαν πρὸς ἐξήγησιν τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν, διότι αἱ ὑποχρεώσεις κάθε πολιτικοῦ ἐξαρτῶνται καὶ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἀκόμη ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ὅσον ὑψηλότερον εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ θέσις, τόσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ πολιτικοῦ ἀπέναντι καὶ τῶν φίλων του, καὶ τῶν ἀντιπάλων του, καὶ παντὸς πολίτου. Ὅταν μετὰ τετραετῆ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως —καὶ εἶμαι ὑπερήφανος νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁπότε πολλοὶ ἐκ τῶν παλαιῶν συνεργατῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προανήγγειλλον κακὰ ἀπὸ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν προοιωνίζοντες δεινά, ἤμην ἴσως ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀντετάχθην ἐναντίον ὅλων τῶν ἐπιθέσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐναντίον του, καὶ δημοσία ἐδήλωσα ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικήν, ἀλλ’ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ ἐπάνοδός του θὰ εἶναι πρόξενος μεγάλων ἀγαθῶν διὰ τὴν πατρίδα ὅταν ἐπανῆλθε εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετηρεῖτο ἀκόμη ἡ ἀνάμνησις τῆς ἀνωμάλου περιόδου εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν περιέλθει ὁ τόπος ἐξ αἰτίας τοῦ Παγκαλικοῦ πραξικοπήματος εἶχεν ὁ κόσμος ἀνακουφισθῆ ἀπὸ τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλότητος μὲ τὴν συνεργασίαν ὅλων τῶν κομμάτων τοὐλάχιστον τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν Βουλὴν τότε, καὶ εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ παλαιοῦ μεγάλου πολιτικοῦ τῆς χώρας θὰ συνέβαλεν, ὥστε ἡ ὁμαλότης αὐτὴ διὰ τῆς δράσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως νὰ ριζοβολήσῃ περισσότερον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν πολιτῶν. Ἐπερίμενεν ὁ λαὸς νὰ ἴδῃ τὴν δημιουργίαν δημοκρατικῆς παραδόσεως καὶ διακυβερνήσεως τῆς χώρας τοιαύτην, ἡ ὁποία καὶ ὅταν ποτὲ ἐξ οἱουδήποτε γεγονότος ἤθελεν ἀντικατασταθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξησφάλιζε τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκοπίασε νὰ ἀναπτύξῃ ὡρισμένον πρόγραμμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, εἶχε τὸ μεγαλείτερον ἐνεργητικὸν τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἕνας πολιτικός, εἶχε τὰ πολλὰ κατορθώματα, εἶχε τὴν παλαιὰν δρᾶσιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς παλαιᾶς δράσεως ἔδωσε μίαν ρητὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι θὰ καταστήσῃ ἀγνώριστον τὴν χώραν, ὑπόσχεσιν ἡ ὁποία ἄν ἐλέγετο ὑφ’ οἱουδήποτε ἄλλου πολίτου, εἴτε Ἕλληνος, εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου Κράτους, ἤθελε προκαλέσῃ τὰ εἰρωνικὰ μειδιάματα καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ μεγάλου παρελθόντος ἐδόθη ἐξαιρετικὴ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πρὶν ὅμως δοθῇ, καὶ ὁ λαός, μολονότι ὅπως σᾶς εἶπα ἀνέμενε νὰ ἴδῃ γενικωτέρας πράξεις στερεούσας τὴν δημοκρατίαν, ἐσυγχώρησε τὰς πρώτας πράξεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐσυγχώρησε μίαν ἐπανάστασιν ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ ν’ αὐξηθῇ ἡ κοινοβουλευτικὴ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως—ἐννοῶ τὴν αὐθαίρετον μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος— τὴν ἐσυγχώρησεν ὁ λαός, τὴν ἐσυγχωρήσαμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀντετάχθην καὶ ἐγὼ ὅπως μποροῦσα ἐναντίον ἐκείνης τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὅταν εἶδον τὴν πλήρη ἀδιαφορίαν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἀποδοχὴν τῆς πρώτης πράξεως τῆς νομιμοφροσύνης τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν νομιμοφροσύνην πρωτίστως ἐπερίμενεν ὁ λαός, ὅταν εἶδα αὐτὴν τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ἔγκρισιν τοῦ λαοῦ, τότε ἐδέχθην καὶ ἐγὼ τὸ μέτρον, καὶ προσεπάθησα, ἐνισχύων τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμβάλω τὰς δυνάμεις τῶν φίλων μου καὶ ἐμοῦ εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ τουλάχιστον ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς περαιτέρω δράσεως αὐτῆς, εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν λαϊκῶν ἀναγκῶν καὶ εἰς τὴν στερέωσιν τῆς δημοκρατίας, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ γενικωτέρα ἀρχὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνήν. Ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐδημιουργήθησαν ἀντιθέσεις μεταξὺ τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔθιγεν ἡμᾶς ὡς κόμμα, ἔθιγε τὰς ἰδέας μας, ἀλλ’ ἔθιγε περισσότερον αὐτὴν τὴν Βουλήν. Τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἀγνοεῖ, δὲν τοῦ διαφεύγουν ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ αὐταρχισμοῦ. Καὶ προεξοφλῶν τὴν ἰδικήν μας κριτικήν, ὅπως εἶπα, τὴν ἐξήγησε κατὰ τρόπον μὴ ἀνταποκρινόμενον ἀπολύτως πρὸς τὰ τότε γενόμενα καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιοῦται νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τοὺς φίλους του. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν δύνανται τοὐλάχιστον δημοσίᾳ, νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς ἀπολύτου θελήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλουν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργάζωνται ἐλευθέρως. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τότε μόλις ἐγνώσθη ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος—τῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ στρατοῦ—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ ἐναντία γνώμη τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς σημαίνει διαγραφὴν ἐκ τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων. Δὲν ἦτο τὸ ζήτημα τῆς προσκλήσεως τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπὶ τέλους ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται νὰ παρίσταται πάντοτε εἰς τὰς ἐργασίας τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ παραβάσεως κανενὸς ἄρθρου προγραμματικοῦ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μέτρου οἰκονομικοῦ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπετέλει τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν του, ὅπως εἶπον, πῶς ἐδόθη ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν του ὅτι συνεπεία τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα μετεπείσθη ἡ πλειοψηφία εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν σᾶς ἐρωτῶ: προῆγε τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἡ τοιαύτη ἐπιβολή, ὁ περιορισμὸς τῆς σκέψεως εἰς τὰ μέλη τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν; Καὶ τότε εἶπον ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἐξαιρετικοὶ λόγοι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πλειοψηφίας, τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς πλειοψηφίας ἐπιβάλλει ν’ ἀφήνεται κάποια ἐλευθερία καὶ εἰς τὰ μέλη καὶ τῆς πλειοψηφίας ἀκόμη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔθιγε ἀκόμη περισσότερον τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν κῦρος μεγαλείτερον. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ διαμάχης μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν κύριοι, αὐτὸ πῶς θέλετε νὰ τὸ καλέσωμεν; Θέλετε νὰ τὸ καλέσωμεν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν; Εἶναι ζήτημα ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀνέχετε ἐκδήλωσιν γνώμης ἐκ μέρους τῶν φίλων της; Καὶ εἶναι τόνωσις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος δημοσίᾳ νὰ ἀπαγορεύεται εἰς τὰ μέλη τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ ἀπειλῇ διαγραφῆς αὐτῶν ἐκ τοῦ κόμματος—καὶ εἴδομεν περὶ ποίου κόμματος πρόκειται καὶ περὶ ποίας μεγάλης πλειοψηφίας—ἢ διαγραφῆς ἐκ τοῦ κόμματος, εἰς ἥν περίπτωσιν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς διαφωνίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐδιάβασα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἀκούσας τοὺς χθεσινοὺς ἀγορητὰς τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ μὲ ἐξαιρετικὴν εὐχαρίστησιν ἤκουσα, εἶπεν «αὐτὰ τὰ μέλη ἔχει ἡ σημερινὴ Βουλὴ καὶ ὅμως ὁ κ. Παπαναστασίου θέλει νὰ τὴν διαλύσῃ». Γνωρίζω ποίας ἐξαιρετικὰς ἱκανότητας ἔχει αὐτὴ ἡ Βουλή, ἀλλὰ πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου ἡ Βουλὴ ἔχασε τὴν ψυχήν της, ἀπὸ τὴν στιγμὴν τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς ὑπεβιβάσθη. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο. Ἐγὼ εἶχον τὴν δυστυχίαν ἢ ἐὰν θέλητε τὴν εὐτυχίαν νὰ δεχθῶ περισσοτέρας φορὰς τοὺς κεραυνοὺς τοῦ ἐπὶ τοῦ Ὀλύμπου εὑρισκομένου Διός.
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὃν ἀγαπᾷ κύριος, παιδεύει.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀποδώσω τὰ ἴσα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεθυμήθη ἀπὸ τὰ ἐπεισόδια: Σκιὰν συμπεριφορὰν τὴν πρώτην φοράν, πέταγμα χαρτιῶν καὶ ἀποχώρησι τὴν ἄλλην φοράν, δηλ. 4–5 ἐπεισόδια καὶ εἶπεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπεισόδια ὀφείλονται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἐπέμεινα μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπερβολικὴν καρτερικότητα καὶ ἀνοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν νὰ ἐνθυμηθῇ αὐτὰ τὰ ἐπεισόδια, θὰ ἴδῃ ὅτι δὲν προεκλήθησαν λόγῳ ἐπιμονῆς ἰδικῆς μου εἰς ὡρισμένας τροπολογίας, ἀλλὰ προεκλήθησαν τὴν στιγμὴν πού ἐτόλμησα νὰ ἐκστομήσω λέξεις αἱ ὁποῖαι ἔθιγον τὴν δημοτικότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα ἐπεισόδιον: Ὅταν ἀπήντησα εἰς μίαν ἐπίθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἴση ἀπέναντι τῶν διαμαχομένων μερῶν· ὅταν λέγει τὶ θὰ πράξῃ ἀπέναντι τῶν χωρικῶν καὶ δὲν λέγει τί θὰ πράξῃ ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀποχωρήσει τῆς αἰθούσης ἄλλην μίαν φοράν.
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἔδωσα ἱκανοποίησιν. Ἐξέφρασα ὅλην μου τὴν λύπην.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἐδόθη. Ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅτι δὲν διατηρῶ καμμίαν....
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλα τὰ ἐπεισόδια ἐξέφρασα τὴν λύπην μου, καὶ ἔχουν λήξει.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅλα τὰ ἐπεισόδια ἔχουν λήξει, δὲν ὑπάρχει κανένα ἐκκρεμές. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ παλαιώτερα ἐπεισόδια, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸ προχθεσινὸν τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικώτατον. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐξέθηκε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χιουμοριστικῶς πάντοτε, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶχε. Εἴχαμεν ἐγγράψει ἐπερώτησιν, ἐπρόκειτο νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ παραλείψεις ἢ πράξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε τὶ θὰ πράξωμεν. Αὐτὸ ἦτο ἄσχετον ἀπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν εἶχα κἄν ζητήσει τὸν λόγον ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐπετέθη ἀδίκως ἐναντίον ἑνὸς νέου γεωπόνου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐκτιμῶ ἰδιαιτέρως διότι μὲ τὴν μεγάλην του ἀφιλοκέρδειαν, δὲν ἐννοῶ μόνον οἰκονομικῶς ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς ἠργάσθη καὶ ἠγωνίσθη ἵνα διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὰ δικαιώματα τῶν καλλιεργητῶν τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἡ προσπάθειά του εἶχεν ἀποτελέσματα. Ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες ὅτι (ἀναγινώσκει).... ἐκ τῆς ἐντεῦθεν παρουσίας τοῦ νέου αὐτοῦ γεωπόνου» Ἀλλὰ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ δὲν τὴν ἐγνώριζεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο καθόλου προσβλητικὸν ὅτι ἐκλήθη αὐτὸς ὡς γραμματεύς μου ἵνα μὲ πληροφορῇ ἐπὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν ὅτι ὅσα διεψεύδοντο ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν ἀληθῆ, ὅπως λ.χ. διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἀχύρου κλπ. Δὲν βλέπω, τὶ προσβλητικὸν εἶχεν ἡ παρουσία ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη ἀπὸ τὰ δικαστήρια ὅταν ἔγινεν μία ἐξέγερσις 30 χωρίων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ καταδίκη αὐτοῦ καὶ ἡ φυλάκισις τῶν 40 ἡμερῶν μειώνει τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ καταδίκη ἐκείνη ἦτο μία καταδίκη ὄχι δικαία, καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παράσχουν ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἰσχυριζομένους ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀποτελεῖ πράγματι δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὄργανον μιᾶς τάξεως. Καί ἔπονται, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως: «Κύριοι, αὐτὰ εἴχαμε νὰ κάμωμε, δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν τίποτε περισσότερον καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ κάθε συζήτησις».
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον νὰ παύσῃ κάθε συζήτησις. Δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ εἴπω τοιοῦτον τι, κ. ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Αὐτά εἶναι ἀστεῖα πράγματα.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα εἶναι ἀστεῖα ὅσα θὰ ποῦμε ἡμεῖς; Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅταν γίνεται εἷς ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσῃ τὸν ἔλεγχον.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἀρκοῦσε ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς;
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, διότι τὸ ζήτημα τὸ διεχειρίσθητε μόνος σας καὶ μὲ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἀπηγορεύσατε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀντίληψίς σας εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνω διὰ νὰ συζητήσωμεν;
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠξίωσα, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ παραμένετε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὐδέποτε ἠξίωσα νὰ ἀναμιγνύεσθε εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον σεῖς διεχειρίζεσθε καὶ διὰ τῆς στάσεώς σας αὐτῆς ἐμποδίσατε τὴν λῆψιν ἀποφάσεων.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ ἡ ἀπόφασις εἶχε ληφθεῖ.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπόδειξις αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη μιᾶς ὑποσχέσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τὸν ἠρώτησα ποίαν ἔννοιαν ἔχει αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς συμφωνίας καὶ τοῦ εἶπον νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ τοὐλάχιστον ἐὰν θὰ φροντίσῃ ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις των, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ φροντίσῃ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν τοῦ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς δώσῃ ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ἐπανέλθουν ὅλοι εἰς τὰς ἐργασίας των· τοῦ ἐζητήσαμεν μόνον νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν θὰ συντείνῃ νὰ ἐπανέλθουν ὅλοι, καὶ τοῦτο διότι ὑπῆρχεν ἡ δήλωσις ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία τοῦ ἀπέκλειε τρόπον τινὰ κάθε ἀνάμιξιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὅπως εἶπον τότε ἔμεινεν ἐνταῦθα σωματικῶς μόνον καὶ ὄχι διανοητικῶς, ἔμεινεν ἐδῶ κατὰ πλᾶσμα διότι ἡ θέλησίς του ἦτο δεσμευμένη.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἦτο δηλαδὴ ἀξιοκατάκριτον διότι ὁ συνάδελφός μου δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς συμφωνίας; Καὶ δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ τὴν ἑπομένην νὰ σᾶς δώσω τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας; Ἕνα πρᾶγμα δὲν μπορεῖτε νὰ ἐννοήσετε, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν εἶναι σωστὸ νὰ νομίζετε ὅτι πρέπει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάθεται νὰ ἀκούῃ ὅλα τὰ ζητήματα. Εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε ἐκάθησεν ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀκούσῃ τὰς κατηγορίας.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἐργασία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς ἔπεισε νὰ μεταβάλλετε γνώμην.
§71Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποία συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν;
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ ποὺ σᾶς ἔπεισε νὰ κάμετε τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οὔτε ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ μὲ ἔκαμεν οὐδὲ πόρρωθεν νὰ μεταβάλλω καμμίαν γνώμην. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπειδὴ εἶχον ἕνα καινούργιον ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ ἤθελα νὰ τοῦ ἀναθέσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ τοῦτο ἄφισα τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν συζήτησιν.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφήσατε τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ἀφοῦ τὸν ἐθέσατε ὑπὸ ἀπαγόρευσιν.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ βέβαια τοῦ εἶπον νὰ μὴ ἀναλάβῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καμμίαν ὑποχρέωσιν. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε πὼς εἶναι αὐταρχισμός; Δὲν μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε· φαίνεται πὼς μιλοῦμε δύο γλῶσσες, ὁ ἕνας ἀγγλικὰ καὶ ὁ ἄλλος κινέζικα!
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποιὸς ὁμιλεῖ τὰ ἀγγλικὰ; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ τάσεις, ἃς ἐγὼ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ αὐταρχικαὶ τάσεις ἐξεδηλώθησαν καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς ψήφου τῆς 18ης Αὐγούστου τοῦ 1928, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προσέξατε νὰ ἐπικαλῆσθε δηλώσεις ἰδικάς μου μόνον.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν πρώτην συμφωνίαν ποὺ ἐξεδηλώθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν χορῷ αἱ ἐφημερίδες αἱ φιλικαὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐδήλωσαν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ συνεργασία τῶν κομμάτων εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι ὁ Λαὸς δὲν ἐψήφισεν τὸν Α, Β, Γ, Δ, βουλευτήν, ἐψήφισεν 225 φορὲς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὲ προεκαλέσατε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτοῦ;
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἷς Ἄγγλος πολιτικὸς θὰ διερρήγνυε τὰ ἱμάτιά του καὶ θὰ ἐπέπληττε τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι τόσον προσέβαλον τὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ προσέβαλον καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους ἔχοντας ἰδίαν σκέψιν, κατ’ ἀντίθεσιν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὑποψήφιον βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν μίαν φοράν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ σκέπτεται διότι σκέπτεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ γνώμην, διότι ἔχει γνώμην ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνας Ἄγγλος πολιτικὸς θὰ διεμαρτύρετο καὶ θὰ ἐπέπληττεν τὰς ἐφημερίδας αἱ ὁποῖαι τοιαῦτα πράγματα ἔγραφον προσβάλλοντα καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸν Λαόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἐσιώπησεν καὶ ἔτριβε τὰς χεῖρας του ἐξ εὐχαριστήσεως. Ὅταν προεκλήθη ζήτημα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν: «μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Καὶ ἐὰν μὲν συμφωνῆτε μὲ τὴν γνώμην ἔχει καλῶς· ἐὰν δὲν συμφωνῆτε, θὰ σᾶς ἀφήσω καὶ θὰ πάω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ τοῦ εἴπω: δῶσε μου ἄλλους ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ συμφωνοῦν μὲ ἐμένα». Λέγω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνίσχυσεν ἀναντιρρήτως αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἡ καλλιέργεια μιᾶς τοιαύτης ἀντιλήψεως ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ αὐταρχισμόν; Ὅταν λέγωμεν αὐταρχισμὸν τὸν ἐννοοῦμεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιβολῆς τῆς θελήσεως ἑνὸς ἀτόμου. Καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐπιβολὴ γίνεται διατηρουμένων τῶν Κοινοβουλευτικῶν προσχημάτων δὲν παύει ἐντελῶς νὰ εἶναι αὐταρχισμός. Βεβαίως ὁ σημερινὸς εἶναι ἠπιώτερος, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνεβαίνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὴν ἐπηρεάζωμεν καὶ τότε ἀκόμη ὅταν φαίνεται ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται. Ἀπόδειξις ὅτι διεφώνησε μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐνῷ εἶχεν ἄδικον ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Διότι ἡ Κυβέρνησις μετὰ ἓν ἔτος ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον διέπραξε, λησμονήσασα βεβαίως νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Λαὸν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ζημίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ σίτου. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἔχομεν ἀπολύτως δίκαιον ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ἡ κατὰ πλειοψηφίαν μεγάλην νὰ ἀφίνῃ ἐλευθερίαν εἰς τοὺς βουλευτὰς διὰ νὰ ἐκφράζουσι τὴν γνώμην των. Διότι ἐσχηματίσθη μὲ μεγάλην πλειοψηφίαν, ἕνας λόγος πάρα πάνω διὰ νὰ ἔχῃ μεγαλυτέρας ὑποχρεώσεις ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι ἀφίνει ἐντελῶς ἐλευθέρους τοὺς συναδέλφους του νὰ διαχειρίζωνται τὰ σπουδαῖα ζητήματα τοῦ τόπου. Ἐπεκαλέσθη τὸ παρελθὸν κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι βεβαίως εἰς μερικὰ ζητήματα διεφωνήσαμεν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μεγάλα ζητήματα ἔτυχε νὰ παράσχῃ εἰς ἐμὲ ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξίν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλὰ πράγματα ἐπετεύχθησαν ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι διὰ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ χρόνου εἰς τὴν θεληματικότητα καὶ τὰ νεῦρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ἔπρεπε νὰ ἐπιδράσῃ κατασταλτικῶς εἰς τὴν χαλάρωσιν τῶν νεύρων του, ἀντιθέτως ἐφ’ ὅσον παραμένει εἰς τὴν ἀρχὴν γίνεται θαλερώτερος ἰσχυρότερος καὶ ὑγιέστερος, καὶ βέβαια αὐτὸ μοῦ κάμνει ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν διαδραματίζονται ὅπως παλαιότερον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσίαζεν ἐξ Ἀθηνῶν ἀγωνιζόμενος διὰ τὰ Ἐθνικὰ ζητήματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τώρα τὶ βλέπομεν; Ὅτι καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκόμενος τηλεγραφεῖ ὅταν πρόκειται περὶ λύσεως σοβαρῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποία σοβαρὰ ἀπόφασις ἐλήφθη ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων;
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε Παπαναστασίου, Σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ ἐγὼ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων ἐπὶ δύο ζητημάτων σπουδαιοτάτων. Πρῶτον εἰς τὸ ζήτημα τῶν ξένων σχολείων, καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθην ἐγώ.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν ἐνόμισεν ὅτι μὲ τὴν ἀνάπτυξίν μου τὸν ἔθιξα. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν μὲ ἐθίξατε καθόλου, θὰ ἤμην δὲ δυστυχὴς ἐὰν παρελείποντο τὰ σπουδαῖα αὐτὰ ζητήματα.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἶσθε Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεχειρίσθητε τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα δεξιώτατα καὶ ὅτι ἐλύσατε σπουδαῖα ζητήματα Λοιπὸν ἀντιθέτως ἰσχυρίζομαι ὅτι εἰς ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα, εἴτε ἀπὸ ὑπερβολικὴν δραστηριότητα εἴτε ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον συγκεντρώνει εἰς τὰς χεῖρας του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα. Πολλάκις ἐνθυμοῦμαι, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ἐκαλεῖτο ὁ γενικὸς γραμματεὺς καὶ ἐπεκοινώνει ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων τοῦ ὑπουργείου ἐν ἀγνοίᾳ μάλιστα τοῦ ἰδίου τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἐδῶ ὅταν ἐγίνοντο συζητήσεις τὰς πληροφορίας καὶ τὰς διασαφήσεις ἐζήτει ἀπὸ τὸν γενικὸν γραμματέα, παραγνωρίζων οὕτω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Δὲν γνωρίζω, ὁμολογῶ, κανένα μεγάλο ζήτημα τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἠθέλησε νὰ συγκεντρώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν εἶναι σωστὸ νὰ λέγετε ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ αὐταρχισμόν.
§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι αὐταρχισμὸς καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς τὸ τοιοῦτον.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ μεγάλα ζητήματα:
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ δὲν ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ζήτημα τὸ ὁποῖον νὰ μὴ συνεκεντρώσατε εἰς χεῖράς σας.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σταθῆτε νὰ ἐξηγηθοῦμαι. Ὅταν μοῦ παραπονοῦνται δι’ ἕνα μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νομίζετε ὅτι εἶναι αὐταρχισμὸς νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου πληροφορίας τὶ τρέχει; Θέλετε νὰ καταργήσω τὸ δικαίωμα τῆς ἀναφορᾶς τῶν πολιτῶν καὶ νὰ μὴ ἀπαντῶ εἰς τοὺς πολίτας: Καὶ μπορῶ νὰ ἀπαντήσω, ἐὰν δὲν ἐρωτήσω τὶ συμβαίνῃ; Καὶ εἶναι αὐταρχισμὸς τὸ νὰ εἴπω εἰς ἕνα συνάδελφόν μου, ὅτι δὲν εἶναι σωστὴ ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐδώσατε; Δὲν τὰ ἀφίνετε αὐτὰ λέγω.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐδιάβασα καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι εἴπατε πὼς θὰ μὲ κάνετε τελατίνη.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ εἰς ἐμένα τὸ ἀποδίδεται; Αὐτὸ εἶναι κουτσομπολιό.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ πυρὰ ἀπόψε ἐβλήθησαν κυρίως ἐναντίον μου. Ἔχω ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§93Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ μοῦ καθορίσετε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι εἰς τὴν συνήθη Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει μεγαλειτέραν ἐξουσίαν ἀπὸ ἕνα ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει τὴν γενικωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων. Εἶναι ἕνα βῆμα μπροστὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ὑφίσταται, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οἱ ἁρμόδιοι δὲν διαχειρίζονται αὐτὰ τὰ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητός των. Ἔχετε μέλη τῆς Κυβερνήσεως τὰ ὁποῖα ἄφησαν τὰ καλύμματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐνῷ σεῖς εἴχατε ἀντίθετον γνώμην.
§95Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ σημαίνει αὐτό;
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς εἰς τὴν γνώμην σας ἐπιβάλλεσθε καὶ ὅτι οἱ συνάδελφοί σας δὲν ἔχουν ἰδίαν γνώμην, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οἱ συνάδελφοί σας καίτοι διαφωνοῦν, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην των.
§97Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμφισβητεῖτε ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁσάκις ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου, ἐὰν τελικῶς ἐγὼ ἐπιμείνω καὶ δὲν τὴν ὑποβάλλω εἰς ψηφοφορίαν ἀμφισβητεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη μου;
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶπα ὅτι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν ἔχω κατασκόπους νὰ ξεύρω τὶ γίνεται, σᾶς λέγω μίαν ἐντύπωσιν καὶ μὴ μοῦ ζητᾶτε ἐξήγησιν. Ὅτι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κυριαρχεῖ ἡ γνώμη σας καὶ ὅτι σοβαραὶ ἀντιρήσεις, καίτοι ὑπάρχουν, δὲν προβάλλονται.
§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως ὅτι εἰς μερικὰς περιπτώσεις ἐρωτῶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου συγκεντρώνων τὴν ἐντύπωσιν ἡ ὁποία δημιουργεῖται καὶ λαμβάνων τὴν ἀπόφασιν χωρὶς νὰ κάμω ψηφοφορίαν. Εἰς μερικὰς ὅμως περιπτώσεις ποὺ κάνω ψηφοφορίαν καὶ ἡ γνώμη μου μειοψηφεῖ ὑποχωρῶ. Ἀλλ’ ἂν νομίζετε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος συνίσταται εἰς τὸ νὰ κάνω ψηφοφορίαν εἰς κάθε ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ διὰ κάθε ζήτημα καὶ νὰ ὑποκύπτω εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ δι’ αὐτὸ μὲ κατηγορεῖτε, τότε ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι αὐτὸ εἶναι αὐταρχισμὸς καὶ εἶμαι αὐταρχικός.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀναφέρω, κύριοι, καὶ ἄλλα ζητήματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν — ἐπαινῶ τὸ ἐνδιαφέρον του, διότι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀφέθη ἐντελῶς εἰς τὴν τύχην της — καὶ συνεκέντρωσε μίαν ἡμέραν μίαν μεγάλην ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνεζήτησε καὶ ἔλαβε μερικὰς ἀποφάσεις, ὁ ἁρμόδιος ὅμως ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶχε τεθῆ κατὰ μέρος ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεφάσισε κατ’ εἰσήγησιν ἑνὸς τεχνικοῦ προσώπου νὰ τοποθετήσῃ εἰς ὡρισμένον μέρος τὸ δικαστικὸν μέγαρον, ἄνθρωποι κατ’ ἐξοχὴν εἰδικοὶ ἀντετάχθησαν εἰς αὐτὸ καὶ ἔτυχε νὰ ἀντιταχθῶ καὶ ἐγὼ καὶ μάλιστα μίαν ἡμέραν τοῦ παρουσίασα ἕναν ξένον ἀρχιτέκτονα ὁ ὁποῖος τοῦ ἐξέθεσε τὴν γνώμην του ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀκούσῃ, καὶ ἀνέπτυξε τὰς τεχνικάς του γνώμας καὶ διεχειρίζετο τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον ἐκθέτοντα τέλος πάντων τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἀθηνῶν τὸ ζήτημα ἔχει ἱστορίαν διότι εἰς μίαν ἐποχὴν ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, συνετάχθη ἕνα σχέδιον καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Παγκάλου. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ ἐξετασθῇ τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν διότι ἦτο ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον συμβούλιον ἵνα γίνουν τροποποιήσεις, τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν ἐλήφθη καθόλου ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ὅλοι ἐχάρημεν ὅτι χάρις εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα θὰ ἐλάμβανε μίαν αἰσίαν λύσιν. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἤκουσα, ἠρώτησα μίαν ἡμέραν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τὸ ζήτημα τὶ γίνεται καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἔχει ἀναλάβει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ διότι ἔχει φόρτον ὑποθέσεων καὶ φόρτον ἐργασίας· ἐνῶ ἂν τὸ ζήτημα ἀφίετο εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, θὰ εἴχωμεν μίαν λύσιν.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρω τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὑπάγω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας νὰ καλέσω μίαν ἐπιτροπὴν νὰ προεδρεύσω αὐτῆς νὰ ἀνταλλάξωμεν σκέψεις καὶ νὰ ἀναθέσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ἀνεμίχθητε εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν ἔγινε τίποτα. Ἐπίσης ὅταν μετέβην καὶ ἐγὼ διὰ νὰ βοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ φῶτα τοῦ ξένου ἀρχιτέκτονος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σᾶς εἶπα ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς ἰδικὰς τεχνικάς του ἀντιλήψεις, καὶ τότε ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονῶμεν ὅτι εὑρισκόμεθα κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ ὅτι ἔχομεν μεγάλας ὑποχρεώσεις. Ἀνέφερα αὐτὸ τὸ περὶ τοῦ δικαστικοῦ κτιρίου παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν, διότι εἶναι ἓν ἐπεισόδιον, μιὰ λεπτομέρεια, ἡ ὁποία χρωματίζει τὴν ὅλην κατάστασιν. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς τεχνικοῦ, καὶ ὅμως εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ὅπως ἴσως καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα, ἀφήνετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπηρεάζεται, νὰ δέχεται εἰσηγήσεις ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας οὐδεμίαν ὑπεύθυνον θέσιν, ἀπὸ τὰ παρασκήνια δηλαδή. Ἡ συγκέντρωσις αὐτὴ τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν δὲν σημαίνει ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, εἶναι πλάνη τοῦτο, σημαίνει μεγαλειτέραν κίνησιν καὶ μεγαλειτέραν ἐπίδρασιν τῶν παρασκηνίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ εἶπεν ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ σταθερότης εἶναί τι κακόν. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτον τί· ἐγὼ εἶπον ἄλλοτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ θυσιάζωμεν ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα χάριν τῆς Κυβερνητικῆς σταθερότητος. Ἀλλ’ ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τῆς Πρωθυπουργικῆς θητείας. Ἐγὼ τὴν Πρωθυπουργικὴν θητείαν δὲν τὴν ὑπεστήριξα διὰ νὰ δημιουργῆται ἀστάθεια Κυβερνητικὴ ἀλλ’ ἀντιθέτως ἵνα δημιουργηθῇ ἡ σταθερότης ἡ Κυβερνητική, διότι ἡ πεῖρα μᾶς ἔχει δείξει ὅτι ὁ ἀγὼν ὁ ὁποῖος διεξήγετο περὶ τοῦ Πρωθυπουργικοῦ ἀξιώματος ἦτο τόσον ζωηρὸς ἐκαλλιέργει τόσον πολὺ τὸν ἀτομισμόν, ὥστε ἡ συνεργασία τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἦτο ἀδύνατος, ἐνῷ ἦτο τόσον ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἔχωμεν προαγωγὴν τῶν γενικῶν συμφερόντων καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ κατέφυγα εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἂν λείψῃ ὁ ἰσχυρὸς Κυβερνήτης, ὅπως εἶναι ὁ ἴδιος, τότε τὸ φάσμα τῆς δικτατορίας θὰ ἀναφανῇ εἰς τὸν ὁρίζοντα. Ἀσφαλῶς, κύριοι, τὸ γόνιμον καὶ τὸ εὐεργετικὸν μιᾶς Κυβερνήσεως φαίνεται ἀπὸ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Καὶ ἂν αἱ Κυβερνήσεις αἱ προηγηθεῖσαι δὲν ἦσαν σπουδαῖαι Κυβερνήσεις δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι καρπὸς τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων. Αὐταὶ αἱ συμμαχικαὶ Κυβερνήσεις διηυκόλυναν καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§103Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ πρῶτος ἐζήτησα νὰ γίνῃ ὁ σχηματισμὸς τῆς συμμαχικῆς Κυβερνήσεως.
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὑπῆρξεν εὐτύχημα ὅτι δὲν εἶχε ἓν κόμμα τὴν πλειοψηφίαν.
§105Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠμπορεῖ.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ λέγω αὐτὸ διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀφήνει εὐκαιρίαν νὰ μὴ εἴπῃ ὅτι εἰσηγήθην τὴν Πρωθυπουργικὴν θητείαν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἀνησυχίας, εἶναι ποία θὰ εἶναι ἡ διάδοχος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ εἶναι ὁ καρπὸς καὶ τῆς Παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκρύψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἰσχυροτάτη αὐτοῦ Κυβέρνησις θὰ δημιουργήσῃ ἀνησυχίας εἰς τὸν Λαὸν περὶ τῆς αὔριον, ἀνησυχίας περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ὁμαλῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως.
§107Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί; Ἐξηγηθῆτε σαφέστερον.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐξηγηθῶ ἐὰν σεῖς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτό.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Τὶ πταίω μόνον νὰ μοῦ εἰπῆτε.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἰπῶ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνησυχία ἐκδηλοῦται εἰς ὅλον τὸν λαὸν καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Τὶ θὰ γίνῃ αὔριον; Τίνος εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτὴ ἡ ἀνησυχία; Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε χρῆσιν τῆς μεγάλης δυνάμεως του τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκεν ὁ λαὸς στηριζόμενος εἰς τὸ πραγματικῶς καρποφόρον παρελθόν του. Ἡ συγκέντρωσις αὐτὴ ὅλης τῆς δυνάμεως εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὁμαλὴν διαδοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό.
§111Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Διατί;
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας εἶσθε καὶ σεῖς ὑπὲρ τῆς πρωθυπουργικῆς πυγμῆς;
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ἰσχυρὸς Κυβερνήτης καὶ ὄχι ἄνθρωπος πυγμῆς.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον δὲν πιστεύετε τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι εἶσθε ἄνθρωπος πυγμῆς, ἐγὼ σᾶς λέγω αὐτό. Λυποῦμαι διότι ἡ διαδοχή σας δὲν θὰ εἶναι ὁμαλή· Μὴ λησμονεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προχθὲς εἴχαμεν ἕνα στρατιωτικὸν κίνημα, καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχει ἀκόμη μία ἰσχυρά, ἥτις καὶ ἐκδηλοῦται, διάθεσις συσσωματώσεως τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς προάσπισιν τῆς Δημοκρατίας.
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν τοιαύτην εἴδησιν, σᾶς βεβαιῶ ἀπολύτως, καὶ δὲν ὑποθέτω ὁ συνάδελφός μου κ. Κατεχάκης νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀγνοίᾳ τοιούτων εἰδήσεων. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ στρατὸς ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν ἀρίστων αἰσθημάτων καὶ νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἥσυχον.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ καὶ μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν καὶ εἰς ἰδιαίτερον συμβούλιον διετύπωσα καὶ δημοσίᾳ δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ τὴν ἐκθέσω. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νὰ εἰρωνευθῇ τὴν προσπάθειάν μου αὐτὴν ἢ μᾶλλον τὴν ἀντίληψίν μου αὐτήν, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ προσπαθείας μου.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίαν;
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περὶ προεδρίας τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι ἀληθὲς κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑκάστοτε πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ τὴν προνομιοῦχον θέσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἐὰν τὴν προνομιοῦχον θέσιν τὴν ἀντλῇ ἐκ τοῦ παρόντος, τὸ πρᾶγμα δὲν συζητεῖται. Δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ἔχῃ προνομιακὴν θέσιν καὶ πρέπει νὰ εἶναι τρόπον τινὰ ἐλευθέρα ἡ κριτικὴ τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ αὐστηρά. Καὶ νὰ μὴ θεωρῆται διὰ λόγους ὄχι δυναμικούς, ἀλλὰ διὰ λόγους ἐξωτερικοὺς ἀναντικατάστατος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν Δημοκρατίαν πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι ἀντικαταστατοί, νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀντικατασταθοῦν· δηλαδὴ οἱαδήποτε καλλιέργεια ἐντυπώσεως ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι κατέχοντες ἀξιώματα ἀναντικατάστατα, οἱαδήποτε καλλιέργεια τοιαύτης ἀντιλήψεως εἶναι ἐπιβλαβής.
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὁ δυστυχὴς δὲν ἐκαλλιέργησα τοιαύτην ἀντίληψιν· κανεὶς δὲν εἶναι ἀναντικατάστατος, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον. Δὲν ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικόν.
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κανεὶς δὲν ἀρνεῖται ὅτι ὁ ἕνας ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καλλίτερος τοῦ ἄλλου ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονῆτε ἕνα πρᾶγμα: ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἄν ἐπροικίσθη ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν φύσιν καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν αἱ ἱκανότητες τῶν ἀνθρώπων ἔχουν ὅρια καὶ οἱ ἱκανώτεροι τῶν ἀνθρώπων ὑπόκεινται εἰς σφάλματα. Εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, ἐφόσον καὶ ὁ ἱκανώτερος ἄνθρωπος διαπράττει σφάλματα, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι δυνατή, νὰ εἶναι ἐλευθέρα ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀντικατάστασίς του.
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖος τὸ ἐμποδίζει;
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι τὸ ἀνέπτυξα ἐν πλάτει.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ ἐξηγηθῆτε σαφῶς.
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ὡμολογήσατε ὅτι δημιουργεῖτε μίαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ νὰ κάμωμεν;
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπον ὅτι διεπίστωσα αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν.
§127Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν δὲν κάμπτεται ὁ λαός.
§128Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διεπίστωσα ὅτι ἐκ τῆς ἀντιθέσεως αὐτῆς ἐδημιουργήθη ἕνα πρόβλημα εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἐκ τῆς προνομιακῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἤθελον νὰ εὕρω μίαν λύσιν αὐτῆς τῆς ἀντιθέσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἐσκέφθην ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαλλαγῇ, μὴ ἀσχολούμενος εἰς λεπτομερείας ἀλλά, ἐὰν θελήσῃ, νὰ προσφέρῃ εἰς τὸν τόπον μίαν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, καταλαμβάνων τὴν θέσιν ἐκείνην ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ρύθμισις τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἁμάρτημά μου διὰ τὸ ὁποῖον ἐδέχθην ἐπανειλημμένως ἐπιθέσεις, ὡσὰν ἐγὼ εἶχον νὰ κερδίσω τίποτε ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς τῆς καταστάσεως. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἔχω νὰ κερδίσω τίποτε ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ εἶναι ἄνθρωπος σαγινεύων τὸν λαὸν ἐξυψώνων τὴν ἰδέαν τῆς Δημοκρατίας καὶ παρέχων τὴν ἀπόλυτον ἐλπίδα ὅτι ἂν παρουσιασθῇ ἕνας πρωθυπουργὸς ὅσον δήποτε ἰσχυρὸς καὶ τοῦ παρουσιάσῃ ἕνα διάταγμα μεταβολῆς ἑνὸς νόμου νὰ ἔχῃ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα.
§129Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ τὸ ὑπογράψῃ;
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ναὶ ἀπολύτως, ὅταν ἔχωμεν νόμον.
§131Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐξηγηθῶμεν, μπορεῖ νὰ ἔχετε δίκαιον. Ἐὰν τοῦτο διαθέτῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐνδεχομένως, κατὰ τεκμήριον, τῆς Κοινῆς Γνώμης;
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διάταγμα μεταβολῆς νόμου;
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί. Ὁ Πρόεδρος πολὺ εὐκολώτερον, ἔχων συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν του, θὰ φοβηθῇ νὰ κάμῃ μίαν μεταβολὴν νόμου.
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγων ταῦτα, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τὸ πρῶτον πρᾶγμα ποὺ ἔχει νὰ κάμῃ εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἑδραιωθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς Δημοκρατικοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ δὲν θὰ ὤφειλεν εὐκόλως, χάριν διαταράξεως τῆς Δημοκρατίας, νὰ φέρῃ ἕνα διάταγμα.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι δὲν ἐκπληροῖ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ὁ κ. Ζαΐμης;
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶναι πρόσωπον σεβαστὸν καὶ τὸν ἐψηφίσαμε καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ἐπειδὴ εἶναι ἄριστος ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄξιος καταδίκης.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ σᾶς ἐπέβαλον καμμίαν ποινήν, ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς ἰδέας γενναίως καὶ ἐρρωμένως καὶ προσπαθῶ νὰ τὴν ἐκριζώσω.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπόψε ἐξεδηλώσατε τόσην θαλερότητα, ὥστε νὰ μὲ ἀπαλλάσσετε ἀπὸ κάθε σκέψιν περὶ λήψεως κανενὸς μέτρου μεταβάσεως εἰς τὸ Προεδρικὸν μέγαρον. Καὶ εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι καὶ πολλὲς ἄλλες φορές, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε ἐδηλώσατε κάτι τὶ καὶ ἔπειτα ἐπείσθητε ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλητε γνώμην ὅταν ἐδηλώσατε ὅτι ἐρχόμενος τῷ 1924 ἀπὸ τὴν Γαλλίαν—τὸ λέγω ἐπειδὴ ἀνεφέρατε ὅτι σᾶς ἐκάλεσε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων—ὅταν ἐδηλώσατε ὅτι δὲν θὰ λάβετε μέρος παρὰ μόνον νὰ γίνετε Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐδέχεσθε νὰ γίνετε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ἄλλην νὰ ἀναλάβετε τὴν Προεδρίαν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ τέλος ἐπείσθητε ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τὰ πράγματα αὐτὰ ἐξεδηλοῦντο καθ’ ὅμοιον τρόπον, θὰ μετεβάλατε καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν σκέψεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν Προεδρίαν τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος καταδίκης διότι ἐπὶ τέλους ἐτόλμησα.
§139Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα καμμίαν καταδίκην.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχω νὰ ἐκθέσω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του ἀνέπτυξε καὶ γενικωτέρας ἰδέας περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ὅτι χρειάζονται οἱ δυνατοὶ ἄνθρωποι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι πολιτεύματα τῶν ἀδυνάτων ἀνθρώπων, ἴσα– ἴσα ἐκεῖ χρειάζονται δυνατώτεροι ἄνθρωποι, διότι εἶναι ἀνάγκη διαρκῶς νὰ κατακτοῦν τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἐὰν θέλωμεν νὰ γίνουν ὀλιγώτερα τὰ ἐλαττώματα τῶν πολιτευμάτων τούτων, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίζωνται δύο τινά: Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συνεργασία ἐν τῇ Κυβερνήσει περισσοτέρων κομμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ νομοθετικὰ σώματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνταποκρίνωνται διαρκῶς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Τοῦτο δὲ— τὰ νομοθετικὰ σώματα καὶ ἡ Κυβέρνησις —δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ σύστημα τῶν μεγάλων καὶ ὀγκωδῶν πλειοψηφιῶν, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς πανάκειαν τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Ἔχουν ἀνάγκην τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἰσχυρῶν ἀνθρώπων, καὶ βλέπουμε ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ὑπάρχουν ἰσχυροὶ πολιτικοί. Ἐὰν πᾶτε εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἴδητε ἕνα πολιτικὸν τοῦ ἀναστήματος τοῦ Μπριάν· ἐὰν πᾶτε εἰς τὴν Γερμανίαν, ὁμοίως· εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν τὸν Μπένες καὶ τὸν Μάζαρικ. Δηλαδὴ θὰ ἰδῆτε ἀνθρώπους μὲ δύναμιν καὶ μεγάλην ἐπιβολήν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ὁ μέλλων βιογράφος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ συγκρίνῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὲ τοὺς συγχρόνους μεγάλους πολιτικούς; Εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεγάλος πολιτικός, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς μεγάλους πολιτικοὺς τῶν δυνατῶν Κρατῶν. Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν χωρεῖ καμμία σύγκρισις, ἀλλὰ θὰ εὕρῃ ἀναλογίας ὁ μέλλων βιογράφος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὕρῃ ἀναλογίας μὲ τοὺς μεγάλους πολιτικοὺς ἄλλων ἐποχῶν, τῆς Ρωμαϊκῆς π. χ., ἰσχυρῶν πολιτικῶν οἱ ὁποῖοι συνεταύτισαν τὸ ἰδικόν των πρόσωπον μὲ τὸ Κράτος αὐτῶν. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, διὰ ποίους λόγους ἔτυχε καὶ ἐγὼ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν προεκλογικὴν πολιτικὴν περιοδείαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν μὲ ἔπεισεν ὅτι ἔχω ἄδικον. Μὲ ἔπεισεν ὅμως περὶ ἑνὸς ἄλλου πράγματος: ὅτι δὲν εἶναι ὠφελιμωτέρα διὰ τὴν δημοκρατίαν ἀρετὴ ἡ μεγάλη ρητορικὴ εὐφράδεια (χειροκροτήματα).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐνόμιζα, κύριοι βουλευταί, ὅταν εἶδον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος τὴν πρώτην φοράν, ὅτι ἀντελήφθη τὸ μέγα σφάλμα εἰς τὸ ὁποῖον παρέσυρε ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν Βουλήν. Καὶ τὸ σφάλμα τοῦτο τὸ διετύπωσεν αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ὀλίγας λέξεις τὰς ὁποίας εἶπεν κατὰ τὴν πρώτην φοράν. Διότι εἶπεν: «Κύριοι, σᾶς καλῶ εἰς δικαστήριον ἵνα ἀπολογηθῶ ἀπέναντι ὑμῶν διὰ τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν μοῦ προσάπτει ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ θέλω σεῖς νὰ χρησιμεύσητε ὡς δικασταί μου». Ἄν πράγματι ἦτο τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν ποὺ ἔχω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. βουλευτάς, γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσουν ὡς δικασταί.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ κοινὴ γνώμη.
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη. Ἐδῶ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Ἄν ἠθέλατε τὴν κοινὴν γνώμην, ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπικαλεσθῆτε διὰ τοῦ τύπου. Δὲν εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλήν.
§145Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγομεν ἐδῶ, δὲν ἀκούονται ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην;
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶναι ὁ τόπος ὁ ἁρμόδιος νὰ λέγητε αὐτά. Καὶ ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐδῶ, ἀντελήφθητε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὅτι δὲν εἶναι ὁ τόπος ὁ ἁρμόδιος, καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ὁμιλίαν σας τὴν περιστρέψατε εἰς ἕνα εἶδος πολυειδοῦς χιοῦμορ. Τί ἐζητήσατε νὰ κάμητε ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Βουλήν; Τί ἐκάματε; Εἶσθε κατηγορούμενος εἴπατε. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ ἁρμόζουσα νὰ λύσῃ τὴν κατηγορίαν. Τί ἐζητήσατε νὰ κάμετε; Ἠθελήσατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμετε μίαν συζήτησιν διὰ νὰ γεννήσετε μίαν ἐντύπωσιν. Ἁπλούστατα τοῦτο καὶ μόνον εἶναι. Καὶ διότι θελήσατε νὰ κάμητε μίαν τοιαύτην ἐντύπωσιν καὶ διότι ἠθελήσατε νὰ κάμητε τὴν συζήτησιν πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν, αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει μίαν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι ὁμολογῶ, καὶ θέλω ν’ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: τί ἐσκόπει διὰ τῆς τοιαύτης συζητήσεως, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συζητήσεως; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή; Ἔχομεν νόμους, ἔχομεν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἔχομεν ἔθιμα κοινοβουλευτικὰ τὰ ὁποῖα ὁρίζουν ποίας ἐργασίας κάμνει ἡ Βουλή. Ἦτο ἀναφορά; ἦτο ἐπερώτησις κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Τί ἦτο καὶ κατὰ τίνα τρόπον; ποία θὰ ἦτο ἡ τελικὴ ἀπόφασις; Ἡ τελικὴ ἀπόφασις θὰ εἶναι ν’ ἀκούσητε ἄλλην μίαν φορὰν τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας σας σᾶς ἔδωκαν οἱ φίλοι σας. Δὲν τοὺς ἐπικρίνω καθόλου διὰ τοῦτο, ἀκούουν τὰς γνώμας σας, ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνδιαφέρονται ἴσως καὶ διὰ σᾶς καὶ ἐπικροτοῦν τὴν γνώμην σας.
§147Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι σχῆμα λόγου ἢ ἐρώτησις, ἢ θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§148Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω καμμίαν ἀπάντησιν· ἄν θέλετε, νὰ τὴν δώσητε κατόπιν. Ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω ἄν μὲ οἱονδήποτε κοινοβουλευτικὸν κανόνα, μὲ οἱονδήποτε κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ἠδύνασθε νὰ κάμητε ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν ὁμιλίαν αὐτήν. Καὶ ἐπειδὴ ἀντελήφθητε τὸ ἄτοπον τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, ἀντὶ νὰ τῆς δώσητε τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον εἶχεν καὶ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, τρόπον τινὰ ἐπερωτήσεως κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παρουσιάσθητε ὡς κατηγορούμενος, ὡς ἀδικούμενος, ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ κατὰ περίεργον τρόπον. Ἀκόμη ἠθελήσατε ν’ ἀποφύγητε ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκθέσητε κατ’ εὐθεῖαν τὴν γνώμην σας καὶ ἐπεκαλέσθητε «ἄς μοῦ εἴπουν τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ταῦτα» καὶ ἐπανήλθατε εἰς τὴν θέσιν σας ἀναμένοντες ν’ ἀπαγγελθῇ ἡ κατηγορία, ἐνῷ γνωστὸν ἦτο καὶ ἀπεδείχθη ἐξ ὅσων εἴπατε ὅτι καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ καταγγελία ἡ γενομένη πρὸς τὸν λαὸν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν γνωστά σας καὶ εἰς ἕκαστον τούτων εἴχατε καταρτισθῆ ἵνα ἀπαντήσητε. Καὶ ὀφείλω ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐγὼ διέπραξα ἓν σφάλμα δεχθεὶς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ τὴν ἐδέχθην διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι εἰς τὴν πρώτην φορὰν παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος προσωπικοῦ καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παράσχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἓν προσωπικὸν ζήτημα. Ἐθεώρησα ἀκόμη ὅτι ἴσως θὰ μοὶ ἀπεδίδετο καὶ δειλία τοῦ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην μιᾶς δημοσίᾳ πρὸς τὸν Λαὸν ἀπαγγελθείσης κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίας. Αὐτὸ μὲ παρέσυρε νὰ δεχθῶ τὴν συζήτησιν. Φρονῶ ὅμως ὅτι πλήρως ἐδέχθην τὴν ἱκανοποίησιν ἀποδεχθεὶς τὴν συζήτησιν, διότι καὶ κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διεξαγάγῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ παράσχῃ ἓν νέον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς κατηγορίας περὶ τοῦ αὐταρχισμοῦ του. Διότι ὅταν μεταβάλλωνται οἱ τρόποι τῆς συζητήσεως καὶ μάλιστα διὰ μίαν ὑπόθεσιν ἐντελῶς προσωπικήν, τοῦτο ἀποτελεῖ ἀναντιρρήτως αὐταρχισμόν. Ἐγὼ δὲν κατήγγειλα διὰ κενῶν λέξεων πρὸς τὸν Λαὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ αὐταρχισμῷ. Ἔδωσα εἰς τὸν Λαὸν καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ταύτην. Ἔχω τὴν γνώμην, ἐξ ὅσων ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μεγάλη γίνεται σύγχυσις μεταξὺ τῆς θέσεως ἑνὸς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διαχειρίζεται τὴν θέσιν ταύτην. Ἀναγνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν συναδέλφων του ὑπουργῶν· ἀναγνωρίζω ἀκόμη ὅτι αὑτὸς φέρει τὴν μεγίστην Κυβερνητικὴν εὐθύνην: Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκθέτει τὸ πρόγραμμά του ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ· ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐκλέγῃ τοὺς συνεργάτας του καὶ ὅταν λαμβάνῃ τὴν πλειοψηφίαν παρὰ τοῦ Λαοῦ. Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα τοῦ παρέχει πλήρη τὴν εὐχέρειαν, αὐτὸς νὰ ἐκλέγῃ τοὺς συνεργάτας του, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι καὶ ἡ εὐθύνη αὐτοῦ εἶναι πλήρως δεδικαιολογημένη. Καὶ ἐὰν ἤθελα ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νὰ ἐξετάσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω νὰ τὸν κακίσω, διότι πολλάκις ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην μιᾶς μεταβληθείσης γνώμης του. Καὶ δὲν λέγω τοῦτο ἐπὶ ἐπουσιωδῶν ζητημάτων, ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω ἐπὶ οὐσιωδεστάτων ζητημάτων. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι συζητεῖ μὲ τοὺς συναδέλφους του, ἐκθέτει τὰς γνώμας του τὰς συζητεῖ, καὶ ἐὰν τυχὸν εἶναι ἀντίθετοι ὑποχωρεῖ.....
§149Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἔτσι.
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπάνω–κάτω.
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Γιὰ τὸ Θεό!!
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς εἴπατε ταῦτα: Θέτετε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν συναδέλφων σας· δὲν τίθεται ψηφοφορία συνήθως. Παρατηρεῖται ποία συνήθως εἶναι ἡ κρατοῦσα γνώμη, καὶ ἐξ αὐτῆς σχηματίζετε σεῖς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξητε ἀκολούθως.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκούω, καὶ χωρὶς νὰ κάμνω ψηφοφορίαν ὑπαγορεύω εἰς τὸν γραμματέα τὴν ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θέτω τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει ὑποκύπτω εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας.
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὑπῆρξαν περιστάσεις καθ’ ἃς δὲν ἐκρατήσατε τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, δὲν ἐκρατήσατε τὴν εὐθύνην. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς κατηγορῶ ἐπὶ αὐταρχισμῷ. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἐξήλθατε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὄχι ὁ ἴδιος μὲ τὴν ὑπογραφήν σας ἀλλὰ μὲ μίαν ὑπογραφὴν ἄλλην, καὶ ἐγράψατε ἕνα ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεστήσατε τότε εἰς ποίαν δεινὴν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς μετά τινα χρόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀνταλλαξίμων. Καὶ εἴπατε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα καὶ κατόπιν ἐξαγγείλατε σεῖς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνομίσατε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα. Εἴπατε τότε κάτι τι περὶ τοῦ κεφαλαίου.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κάμνετε λάθος.
§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ἀνέπτυξεν ἐδῶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν εὐθύνεται δι’ ὅλον τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον χάνουν τὰ θύματα.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μεταφέρετε ἐμὲ τώρα εἰς τὴν θέσιν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατὶ τὸ κάμνω αὐτό. Ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, εἴχατε ἐν τῷ μεταξὺ ἐγκαταλείψει τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἐκάμνατε εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι οὔτε ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ μειωθῇ, οὔτε ὁ τόκος δὲν ἠδύνατο νὰ μειωθῇ, διότι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Κράτους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιαχθῇ εἰς τοιοῦτον σημεῖον καταστάσεως. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ κάμητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὠφείλατε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὡς φέρων τὴν εὐθύνην ἤλθατε καὶ διεκηρύξατε: «Τὶ νὰ σᾶς κάμω; Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ λύσω καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεωροῦμεν, —δηλαδὴ ὁ μόνος ἁρμόδιος ὑπουργὸς καὶ σεῖς ὁ μόνος ὑπεύθυνος καὶ ἁρμόδιος διὰ τὴν Κυβέρνησιν—δὲν τὸ ἤθελον οἱ συνάδελφοί μας». Αὐτό, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως...
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀποδεικνύει αὐταρχισμόν; (γέλωτες).
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὶ ἀποδεικνύει. Ἐγὼ ἀναλαβὼν νὰ μετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ ἐκθέσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζω σοβαρὰ καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε βεβαίως δίδουν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς σκέψεις. Δὲν ἦτο αὐταρχισμὸς αὐτὴ ἡ πρᾶξις ὅπως ἐγένετο. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἦτο αὐταρχισμός; Διότι ἐὰν εἴχατε πεποίθησιν ἐπὶ τῆς γνώμης σας, ὠφείλατε νὰ τὴν διεξαγάγητε. Σᾶς ἀπέλειπεν ἡ πεποίθησις καὶ ὑπεχωρήσατε, ἀλλ’ ὁ αὐταρχισμός σας ἦτο ὅτι σεῖς δὲν ἐδέχθητε ν’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης ἐκείνης, ἀλλὰ τὴν ὑπεβάλατε εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν συναδέλφων σας.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀποδεικνύει τοῦτο δειλίαν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται πολὺ μὲ τὸν αὐταρχισμόν.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον μεταχειρίζεσθε τὴν ἐξουσίαν καί ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι ἦτο αὐταρχισμός· σεῖς ἐξηγήσατέ το ὡς δειλίαν. Ἀλλὰ ποῖαι τάχα ἦσαν αἱ πράξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ μίαν μεγάλην μερίδα τοῦ τύπου, ὄχι μόνον ἐκείνου κατὰ τοῦ ὁποίου σεῖς κακομεταχειρίζεσθε, δύναμαι νὰ εἴπω, μίαν ἐξουσίαν μεγάλην καὶ τὸ γόητρον τὸ ὁποῖον ἀσκεῖτε, ἐπιτίθεσθε καθημερινῶς κατ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔργου του ἀποκαλοῦντες αὐτὸν κίτρινον τύπον.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παραπονεῖσθε διότι κατηγορῶ μίαν μερίδα τοῦ τύπου;
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς τὸ ἀφήσωμεν αὐτὸ τώρα, διότι θὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ μακρῶν ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Τύπου.
§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἀσχοληθῶμεν βεβαίως τότε, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται κατάχρησις τῆς θέσεως ἣν κατέχετε, διότι καὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι εἶναι, οἱ ὁποῖοι παλαίουν μὲ τὰς ἰδέας των—ἀνεξαρτήτως ἐὰν αὗται δὲν συμφωνοῦν μὲ τὰς ἰδικάς σας ἢ τοῦ ἄλλου, παλαίουν καὶ αὐτοὶ διὰ μίαν ὡρισμένην Α ἢ Β ἰδέαν—καὶ οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐφάνησαν χρήσιμοι εἰς τὰ Δημόσια πράγματα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δικαιολογία καθ’ ἑκάστην νὰ τοῦ ἐπιτίθεσθε καὶ νὰ τὸν χαρακτηρίζητε κίτρινον τύπον.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλθῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ θὰ συζητήσωμεν.
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω μόνον ὅτι δὲν εἶναι γνώμη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοὐλάχιστον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν ἐξεδήλωσαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ γνώμη τῆς μερίδος τοῦ Τύπου, ἡ ὁποία τυγχάνει περισσότερον φιλικὴ πρὸς σᾶς, παρὰ πρὸς τὸν ἀντίθετόν σας, ἡ ὁποία σᾶς ἀποδίδει τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν. Καὶ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διάφορα γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρέσχον ἀφορμὴν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον. Καὶ ἐὰν δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω πολλὰ ἐκ τῶν λεχθέντων, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παρατηρήσω τὴν ἐμφάνισίν σας τὸ πρῶτον ὑπὸ ποίαν μορφὴν παρέστητε. Ἐδῶ ὑπῆρχε μία Βουλή, ὑπῆρχε μία συμμαχικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐνήργει καὶ ἐκυβέρνα τὴν χώραν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν τὴν ὁποίαν εἶχε παρὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ ἐμφάνισίς σας ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος αὐταρχισμοῦ; Νομίζετε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἐκδήλωσιν τούτου τὸ νὰ μεταβάλλετε τὴν κανονικὴν πορείαν τοῦ τόπου διὰ μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι αὐταρχικήν; Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ἀποδεικνύει καὶ αὐταρχισμόν; Καὶ ἀποδεικνύει κοινοβουλευτικὸν πνεῦμα τὸ ὅτι κατόπιν ἐνεργήσατε ἐκλογὰς μὲ ἕνα Νομοθετικὸν Διάταγμα ἁπλῶς φέρον τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς σας; Καὶ νομίζετε ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, ὅτι ἄφηνε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ; δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἐπιβολήν;
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρώτην φορὰν τὸ ἰσχυρίζεσθε.
§170Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἰσχυρίσθην ἀπὸ τὴν πρώτην φορὰν ποὺ ἐνεφανίσθη.
§171Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς πρώτην φορὰν ἀκούω.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπα τοῦτο: ὅτι παρ’ ὅλον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ καὶ τὸν ὁποῖον δὲν εὑρίσκω νόμιμον, ἠσκήθη ἐπιβολὴ ἀποτελοῦσα αὐταρχισμόν. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐλάβατε ἐκβιαστικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶχον καμμίαν σημασίαν καὶ ἂν ἐλήφθησαν τότε. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ παράστασίς σας, ὡς ἐνεφανίσθη διαλύσασα μίαν Βουλὴν καὶ ἕνα κόμμα, καὶ ἡ κατάληψις τῆς ἀρχῆς χωρὶς νὰ εἶσθε ἐν τῇ ἐνεργῷ πολιτικῇ, χωρὶς νὰ δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ὅτι εἴχατε ἕνα κόμμα πραγματικῶς κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ κόμματος διὰ νὰ ἀναλάβητε σεῖς τὴν ἀρχήν, τοῦτο ἀποτελεῖ βεβαίως μίαν ἐπιβολὴν ἕνα αὐταρχισμόν.
§173Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἔκαμα διάλυσιν Βουλῆς δὲν ἐχρειάζετο νὰ ἔχω οὔτε πλειοψηφίαν οὔτε τίποτε.
§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ πῶς τὴν ἐκάματε αὐτὴν τὴν διάλυσιν; Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο παράνομον. Ὡς ἐγένετο ἡ διάλυσις δὲν ἦτο νόμιμος καὶ ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην μου καὶ ἔγραψα ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἐφ’ ὅσον τότε παρεβλέψαμεν ἡμεῖς, σεῖς ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἴχατε πάντοτε τὴν γνώμην ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Βουλὴ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐκλεγεῖσα καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν ἐδόθη μία ἀντιπροσωπεία ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσατε ὡς μίαν δύναμιν ἀτομικὴν εἰς ὑμᾶς δοθεῖσαν. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε πόθεν τὸ συνάγω τοῦτο; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν μυστικὴν ἐκδήλωσιν τῶν σκέψεων, θὰ τὸ ἠκούετε ἀπὸ πολλούς. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀντίληψίς μου αὐτὴ ὅταν σεῖς, ὡς ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἀπηγορεύσατε πολλάκις νὰ ἐκδηλοῦται καὶ γνώμη κἄν; Εἶπον ὅτι διακρίνω μεταξὺ γνώμης καὶ ψήφου. Βεβαίως ἕνας πολιτικός, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὴν μερίδα ἑνὸς κόμματος, ἐφ’ ὅσον θέλει νὰ μένῃ εἰς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ἡ ψῆφος του πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τὴν προγραμματικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν ψῆφον τότε σημαίνει, ἂν ὄχι δι’ ὅλα τὰ ζητήματα τοὐλάχιστον ὅμως διὰ τὰ σπουδαῖα ζητήματα σημαίνει ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπετρέπετο, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο περὶ σοβαροῦ ἢ μὴ σοβαροῦ ζητήματος, πολλάκις ἐδῶ νὰ παραστῶμεν μάρτυρες ὅτι σεῖς ἀπεκλείσατε τοὺς φίλους σας νὰ ἐκδηλοῦν γνώμην; Καὶ δὲν ἐνθυμούμεθα τὸν γέροντα κ. Κουρτίδην, τὸν ὁποῖον σχεδὸν ἠναγκάσατε νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος; Δὲν ἐνθυμούμεθα ὅτι ἕτερον ἄλλον βουλευτὴν κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τὸν ἠναγκάσατε νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος; Δὲν ἀρκοῦν καὶ ὅσα ἀνεφέρθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων σχετικῶς πρὸς τὰ γενόμενα εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς; Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προηγουμένως ἐλέχθησαν σχετικῶς πρὸς τὴν συζήτησιν ἑνὸς στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, σχετικῶς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ σίτου καὶ τοῦ ἀλεύρου, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐργασίας εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Παρεξηγεῖτε, νομίζω κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὸν αὐταρχισμόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ σᾶς μέμφομαι ἡ στάσις σας, ἀλλὰ παρεξηγεῖτε ἐντελῶς τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔχουν ἐλευθερίαν, ἔχουν καθῆκον νὰ ἐκδηλοῦν τὴν γνώμην των εἴτε εἰς τὴν συμπολίτευσιν εἴτε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνήκουν. Εἶναι τοῦτο τὸ κύριον καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχουν καὶ δι’ αὐτὸ ἔχουν τὴν δύναμιν ὥστε ν’ ἀντιπροσωπεύουν τὰς γνώμας τοῦ λαοῦ. Βεβαίως, ἐὰν δὲν συνεφώνουν μὲ τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δύνανται νὰ θεωρήσουν ὅτι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα. Ἀλλὰ σεῖς παρεξηγοῦντες τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ νομίζοντες ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην, ἀπηγορεύσατε εἰς τοὺς φίλους σας συστηματικῶς νὰ ἔχουν γνώμην.
§175Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τὰς ἐξηναγκάσατε νὰ κάμουν ἄλλην ἔκθεσιν.
§177Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔφεραν τὴν ἰδίαν δὲν ἔκαναν ἄλλην ἔκθεσιν.
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐνέμειναν· ἐὰν δὲ ἐνέμειναν ἔκαναν πολὺ καλά, κι’ ἐγὼ τοὺς ἐπαινῶ διὰ τοῦτο.
§179Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα νὰ κάνουν ἄλλην ἔκθεσιν.
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι κατηγορῶ τοὺς κ. βουλευτάς, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μένουν πειθήνιοι καί τίθενται μὲ τὰς γνώμας σας, διότι δύνανται νὰ ἔχουν τὴν ἀντίληψιν ὅτι μεγαλειτέρα ζημία θὰ ἐπικρατήσῃ ἐὰν ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των ἢ ἐὰν ὁπωσδήποτε φερθοῦν ἀντιμέτωποι τῆς Κυβερνήσεως—τοῦτο εἶναι ἔργον ἰδικόν των καὶ αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ ἐκτιμήσουν πῶς θὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔλαβον παρὰ τοῦ λαοῦ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι, ὅ,τι λέγω δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ μεμφθῶ κανένα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν δύσκολον αὐτὴν θέσιν, ἀλλὰ τὸ λέγω ἐναντίον ὑμῶν, διότι διὰ τῆς στάσεως αὐτῆς τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε δὲν ἀφήνετε ἐδῶ εἰς τοὺς βουλευτάς σας ν’ ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των, ἀπὸ τὰς ὁποίας καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς ἴσως οἱ ἀντιτιθέμενοι δυνάμεθα νὰ διαφωτισθῶμεν. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι καὶ εἰς τὴν συνεργασίαν μετὰ τῶν φίλων σας δὲν ἐπεδείξατε τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ὀφείλετε, μόνον ὡς προϊστάμενος, νὰ ἔχετε ὡς πρὸς συνεργάτας σας, ὡς πρὸς συναδέλφους σας, ὡς παραπλεύρως σας ἱσταμένους. Δὲν ἐξετάζω τὶ συμβαίνει ἐσωτερικῶς, οὔτε εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἐξετάσω τοῦτο. Ἀνέφερα τὸ προηγούμενον ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀνταλλάξιμα, διότι τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκατηγόρησα σχετικῶς μὲ τὴν συνεργασίαν σας μετὰ τῶν συναδέλφων σας, αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ὁποῖα κατεστήσατε γνωστὰ σεῖς ὁ ἴδιος διὰ δηλώσεών σας διὰ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τὸν τότε ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλουν, διότι εἶχε τεθῆ κατ’ ὁλοκληρίαν ἐκποδὼν καὶ ἡ ὅλη συζήτησις — πρόκειται περὶ τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος—διεξήγετο παρ’ ὑμῶν, ὄχι διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα, ἀλλ’ ἐδεικνύετε τρόπον τινὰ αὐτὸν τοῦτον τὸν αὐταρχισμὸν καὶ εἶναι γνωστὸν πῶς ἀπεχώρησεν συνεργάτης ὑμῶν καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἕτερος ὑπουργὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδηλώσατε κατόπιν καὶ τὴν λύπην σας, διότι μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐκείνου παρενεβλήθη ἀνώτερος μὲν ὑπάλληλος ἀλλὰ πάντοτε ὑπάλληλος καὶ σεῖς οὔτε κἂν εἰς προσωπικὴν ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν ἤλθατε, καὶ τὸν ἐξηναγκάσατε ν’ ἀπέλθῃ τῆς συνεργασίας σας.
§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ λέγετε ὅτι δὲν ἦλθον εἰς προσωπικὴν συνεργασίαν;
§182Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τὴν ἀνεθέσατε σεῖς εἰς τὸν κ. Γενικὸν Γραμματέα τότε τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ κάμετε, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐλέγατε....
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τοῦ ἀνέθεσα τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Τοῦ ἀνέθεσα νὰ μοῦ συλλέξῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ σκοπὸν εἶχον νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§184Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ ἀπεχώρισε τότε ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος;
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι τοῦ εἶπε πολὺς κόσμος ὅτι: ξέρεις; ἐθίχθης καὶ πρέπει νὰ φύγῃς.
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖος τοῦ τὸ εἶπεν αὐτό;
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολλοὶ τοῦ τὸ εἶπον καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Οἰτύλου νομίζω ὅτι τὸ εἶπε, καὶ τὸν κατέκρινα δι’ αὐτό.
§188Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ σήμερον δὲν κάνετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ὑποτιμᾶτε τὴν θέσιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ καὶ νῦν ἀκόμη βουλευτοῦ. Διότι ὅταν λέγετε ὅτι ἡ Κοινὴ Γνώμη τὸν παρέσυρεν, ὅτι ἐθίχθη καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιληφθῇ τοῦτο....
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸν κατηγορῶ διότι ἐθίχθη ἀλλ’ εἶναι πολὺ φυσικὸν ἕνας ἄνθρωπος νὰ θιχθῇ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ὠθήσουν καὶ νὰ τὸν παρασύρουν εἰς τὸ νὰ παραιτηθῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπῆρχε.......
§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε;
§191Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Μὴ διακόπτετε. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν πλεῖστα ὅσα γεγονότα ν’ ἀναφέρω, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται μείζων ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ ὑπομνήσω μόνον ἕνα, τὸ ὁποῖον δεικνύει πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιλαμβάνεται τὴν θέσιν του. Τὸ πᾶν θεωρεῖ ὅτι ἀπ’ αὐτὸν ἐξαρτᾶται καὶ μόνον.... (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καλέσας τὸν διευθυντὴν τῆς Βουλῆς ζητεῖ πληροφορίας, τοῦ κ. Τσαλδάρη διακόψαντος τὴν ἀγόρευσίν του καὶ ἀναμένοντος).
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ζητῶ ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὰ ζητήσω.
§194Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ὁ ἀγορεύων ἀποτείνεται εἰς τὴν Βουλήν.
§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει νὰ προσέχῃ ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀμφισβητεῖτε ὅτι σᾶς προσέχω;
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ σᾶς· τὸ λέγω διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ κάνῃ παρατηρήσεις εἰς ἐμὲ ὡσὰν ἐγὼ νὰ μὴ γνωρίζω πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶ. Θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω καὶ διάφορα ἄλλα γεγονότα, ἀλλ’ ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ μόνος ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται πᾶσα λύσις, οἱονδήποτε ζήτημα εἴτε μικρὸν εἴτε μεγάλο, αὐτὴ ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέσπειρεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ προσεπάθησε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ὅλον τὸν λαόν, ἡ περαιτέρω ἰδέα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτὸς καὶ μόνον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται καὶ εἰς τὸν ὁποῖον μόνον πρέπει νὰ πιστεύῃ ὁ λαὸς ὅτι δύναται ἀπὸ πάσης συμφορᾶς νὰ τὸν σώσῃ, τοῦτο εἶναι πλέον ἢ αὐταρχισμός. Καὶ λέγω: μήπως δὲν παρατηροῦμεν πλεῖστα ὅσα ζητήματα καὶ μικρὰ ἀκόμη νὰ συγκεντρώνωνται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐπειδὴ εἶναι φυσικὸν ὅτι δὲν εἰμπορῇ νὰ τὰ λύσῃ ὅλα, βλέπομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δυσανασχετοῦντα διότι ὅλα αὐτὰ πηγαίνουν εἰς αὐτόν. Μὰ διατί, ἀφοῦ σεῖς ἐνεπνεύσατε τὸ πνεῦμα τὸ συγκεντρωτικὸν τὸ ὄχι πλέον αὐταρχικὸν ἀλλὰ τὸ ἀπολυταρχικόν; Καὶ εἴπατε προηγουμένως, ὅταν προχθὲς ἀπεχωρήσατε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κωπαϊδικοῦ ζητήματος ὅτι ἀφήσατε τὸν ἀντιπρόσωπον ὑπουργόν. Ἀλλὰ ἔχει γεννηθῆ εἰς ὅλους ἡ ἰδέα ὅτι ἐὰν σεῖς δὲν παρίστασθε—ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν εἴπατε ἢ δὲν εἴπατε, τί εἴπατε καὶ ποίαν ἐντολὴν ἀφήκατε—ἀλλὰ ἔχετε ἐμπνεύσει τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ ὑμῶν καὶ μόνον δι’ ὑμῶν δύνανται νὰ λύωνται τὰ διάφορα ζητήματα. Ἀλλὰ εἶπον ἀκόμη ὅτι ὄχι πλέον δι’ εἰκασιῶν, ἀλλὰ ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς σεῖς ἐδηλώσατε εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἐφ’ ὅσον σεῖς εἶσθε ἐδῶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ φοβῆται ἀπὸ κανένα κίνδυνον. Ἐδηλώσατε....
§198Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια.
§199Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδηλώσατε τοῦτο κατὰ τὸ τελευταῖον κίνημα τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώθη καὶ τὸ ὁποῖον παραμένει ἐκκρεμές.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί αὐτὸ εἶναι ἐγκληματικόν;
§201Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατί. Διότι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως θέλετε νὰ ἐμπνεύσητε εἰς τὸν λαὸν ὅτι σεῖς εἶσθε τὸ πᾶν, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως ὄχι αὐταρχισμὸν ἀλλὰ ἀπολυταρχισμὸν διαπράττετε. Ἐμπνέετε εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, τὴν γνώμην, ὅτι ἐὰν σεῖς ἀποχωρήσητε, θὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφή. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον δὲν εἶναι τὸ καθῆκον ὑμῶν ἐφ’ ὅσον μάλιστα περιβάλλεσθε μὲ μεγάλην ἰσχύν, δὲν εἶναι τὸ καθῆκον ὑμῶν λέγω, νὰ ἐμπνέετε εἰς τὸν λαὸν μίαν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ σᾶς κρατῇ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπελπισθῇ ἐὰν τυχὸν ἀπομακρυνθῆτε τῆς πολιτικῆς. Τὸ καθῆκον ὑμῶν κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοὐναντίον νὰ ἐνισχύσητε τὸν κοινοβουλευτισμὸν, νὰ ἐνισχύσητε τοὺς θεσμοὺς οἱ ὁποῖοι διέπουσιν τὴν χώραν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδοχὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι ὁμαλή. Ἐκ φίλου σας καὶ πρώην συνεργάτου ἠκούσατε περισσότερα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι σήμερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἐὰν σεῖς πράγματι ἀγαπᾶτε τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἐὰν πράγματι τὸν θεωρῆτε ὡς τὸ τελειότερον πολίτευμα τὸ ὁποῖον τὸ γε νῦν ἔχον ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦν οἱ λαοί....
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τὴν χώραν μας διὰ νὰ μὴ ἐπικρίνω ἄλλους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸν κοινοβουλευτισμόν.
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ διὰ τὴν χώραν μας. Ἐὰν νομίζετε ὅτι διὰ τὴν χώραν μας εἶναι τὸ ἀπαραίτητον πολίτευμα πρέπει νὰ ἐπιλαμβάνεσθε τῆς εὐκαιρίας εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναπτύξητε τὴν δύναμιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, νὰ γεννήσητε τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει ὑγιᾶ κοινοβουλευτισμὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοβῆται ἀπὸ κανένα ἀνατρεπτικὸν κίνδυνον· ὑγιὴς δὲ κοινοβουλευτισμὸς λέγετε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ ὁ ὁποῖος καὶ ἐνταῦθα παριστάμενος ἐκπροσωπεῖ πράγματι τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἐνεργεῖ ὡς ὄργανον, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Διότι ἐὰν δὲν ἐμπνεύσητε αὐτὴν τὴν ἰδέαν σεῖς σήμερον, ὁ ὁποῖος εἶσθε Κυβερνήτης τῆς χώρας ἰσχυρός, μὲ δύναμιν ἀπεριόριστον, σεῖς ὁ ὁποῖος ἔχετε ὄχι μόνον μίαν μεγάλην δύναμιν εἰς τὴν μερίδα σας, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἀκόμα ἔχετε ἀντιπολίτευσιν ἡ ὁποία νομίζει ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ νὰ βοηθῇ ἀκόμη τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι μὲ τὰς παρελθούσας ἀνωμαλίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς παρ’ ὅσα ἐμεσολάβησαν, εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ θέσῃ ὅλα ἐκποδὼν καὶ νὰ ἐργασθῇ διὰ τὰ συμφέροντά του. Ἐνῷ ἔχετε μίαν πλειοψηφίαν τοιαύτην, καὶ ὅταν παρέχεται ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως μία τοιαύτη ἐνίσχυσις, ἐὰν δὲν κατορθώσητε νὰ γεννήσητε εἰς λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πίστιν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν τότε λέγω καὶ ἄν κάνετε ἄριστα ἔργα οὐδὲν πραγματικῶς δὲν ἔχετε πράξει. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ διότι ἐγὼ ἀτομικῶς φοβοῦμαι ἐὰν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁμαλὴ διαδοχή, τοὐναντίον λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἐὰν ἔλθῃ, θὰ διοικήσῃ τὸν λαόν, τὸν τόπον αὐτόν, μὲ πᾶσαν δύναμιν καὶ μὲ πᾶσαν ἰσχύν, διότι ἡ δύναμις ἐκείνη θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν διὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ κυβερνήσῃ αὐτὸν τὸ τόπον θὰ ἔχῃ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται ὑπὲρ αὐτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ σεῖς ἔχετε καθῆκον νὰ παρασκευάσητε αὐτὸν τὸν τόπον διὰ τὴν ὁμαλὴν διαδοχήν. Δὲν πιστεύω ὅτι τὰ κάμνετε διότι θέλετε νὰ διατηρηθῆτε εἰς τὴν ἀρχὴν περισσότερον χρόνον. Δὲν ἐσκέφθην ποτὲ ν’ ἀπευθύνω εἰς ὑμᾶς τοιαύτην κατηγορίαν. Ἀλλὰ εἶναι ὁ χαρακτήρ σας τὸ πνεῦμα σας τὸ συγκεντρωτικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει τὰ πάντα νὰ ἔχῃ διαρκῶς εἰς χεῖρας του. Θὰ προσθέσω ἀκόμη δύο λέξεις περὶ τοῦ αὐταρχισμοῦ διὰ τὸν ὁποῖον μέμφομαι τὸν κ. Πρόεδρον, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν ἄλλου τινὸς συναδέλφου νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ αὐταρχισμὸς δὲν ἐγεννήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐξαρτᾶ τὴν ἐργασίαν της ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἐξαρτᾶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της ἐκ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντί της, ἀλλ’ ἀποδεικνύει ὅμως μίαν κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁσάκις ἠλέγχθη σοβαρώτερον ἐνταῦθα παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, προσεπάθησε νὰ μὴ δεχθῇ τὸν ἔλεγχον.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε;
§205Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Καὶ ἀντὶ νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐνόμισε σκόπιμον νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς συμπόσια φιλικὰ εἰς ἄλλην πόλιν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν διὰ μακρῶν διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐδῶ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἄρτου, παρηκολουθήσατε μὲν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφήσατε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἦτο ἁρμόδιος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἡ ἀποχώρησίς σας καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαντήσατε κατόπιν, ἦσαν ἐκδηλωτικὰ ὅτι μετέβητε εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐκεῖ ἀπαντήσατε, εἰς ἕνα συμπόσιον τῶν φίλων σας, εἰς τὴν ὁμιλίαν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐδῶ παρὰ τῶν κομμάτων. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ σᾶς ἐξυπηρετεῖ περισσότερον καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετεῖτε τὸν κοινοβουλευτισμόν; Οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο γίνεται. Δύνασθε νὰ ἔχητε θαυμαστὰς οἱ ὁποῖοι νὰ λέγουν ὅτι «νά· τοὺς ἄφησε καὶ ἀπάντησε πρὸς τὸν λαόν», ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ θαυμασταὶ δὲν σᾶς λέγουν τὴν ἀλήθειαν, ἄν ἐννοεῖται, ὑπάρχουν τοιοῦτοι οἱ ὁποῖοι σᾶς τὰ λέγουν. Κατὰ πόσον ἐξυπηρετεῖτε δι’ αὐτῆς τῆς πράξεώς σας τὸν κοινοβουλευτισμόν, νομίζω ὅτι ὅταν παρέλθῃ ὀλίγος χρόνος ἀφ’ ὅτου θὰ ἐνεργήσητε ὡρισμένα πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ ἀντιληπτόν. Ἀφοῦ ἠθελήσατε κύριε Πρόεδρε, νὰ προκαλέσητε τὴν συζήτησιν ταύτην, σᾶς ἐδόθησαν καὶ περαιτέρω τὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων ἐγὼ τοὐλάχιστον συνήγαγον μίαν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν δημοσίᾳ πρὸς τὸν λαὸν ἀπηύθυνα ἐναντίον σας. Ἄς ἐλπίσωμεν ὅτι εἰς τὰς μέχρι σήμερον ἐργασίας τῆς Βουλῆς παρενέπεσεν ἴσως μία πλάνη: Ἡ προσπάθεια ἐκ μέρους μας τοῦ νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ νὰ μὴ φέρωμεν προσκόμματα εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει δύναμιν πολλὴν διὰ νὰ ἐκτελέσῃ σήμερον πράξεις τὰς ὁποίας ἴσως ἄλλη Κυβέρνησις μὲ ὀλιγωτέραν δύναμιν νὰ μὴ εἶναι εὔκολον νὰ διεξαγάγῃ. Ἐτηρήσαμεν ἀπέναντί της μίαν στάσιν ὄχι γνησίας καὶ καθαρᾶς ἀντιπολιτεύσεως. Ὑποθέτω ὅτι ἡ στάσις αὐτὴ παρεξηγήθη καὶ ἄν ἡ στάσις αὐτὴ συνετέλεσεν εἴς τι, νομίζω ὅτι ἄν ἐξηκολούθη θὰ ἐχρησίμευεν ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Διότι οἱαδήποτε φθορὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐξακολουθεῖ, ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, εἶναι ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Ἄν θιχθῇ ὁπουδήποτε ὁ κοινοβουλευτισμός, δὲν νομίζω ὅτι διὰ τῆς στάσεώς σας αὐτῆς τὴν ὁποίαν λαμβάνετε γίνεται τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται ὅταν καταλύεται ἀπ’ εὐθείας ὁ κοινοβουλευτισμός. Διὰ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν λαμβάνετε ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν καταλύεται μὲν ἀλλὰ φθείρεται καὶ διαφθείρεται. Καὶ μόνον ὅταν ὑπάρχει κοινοβουλευτισμὸς ζῶν καὶ λειτουργῶν ἐν πλήρει δράσει, τότε μόνον δύναται αὐτὸς ὁ τόπος νὰ σωθῇ.
§206Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἴσως ἕνα παρεμπίπτον ζήτημα δὲν θὰ κάνῃ κακὸν διὰ νὰ ξεκουρασθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸ τροπάριον τοῦ αὐταρχισμοῦ. Παρηκολουθήσατε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ μικροεπεισόδιον τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ὀλίγου. Ὅσοι δὲν τὸ παρηκολούθησαν θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσουν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀπηυθύνετο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον βεβαίως τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις καὶ ὅτι ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὀφείλει ν’ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ καθιερώθη ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τὸ προεδρεῖον ἠνέχθη τὴν συζήτησιν ὅπως ἐγένετο. Ἀλλὰ διὰ μίαν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἴσως καὶ ἄσχετοι ὑποθέτω μὲ τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον. Τοῦτο ἐδυσφόρησε τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τὴν δυσφορίαν δὲ ταύτην τὴν ἐξεδήλωσεν οὕτως ὥστε ἠναγκάσθη ὁ προεδρεύων τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ τοῦ κάμῃ ὄχι βέβαια—μόλον ὅτι εἶχε δικαίωμα —παρατηρήσεις, ἀλλ’ ἠναγκάσθη ὁ προεδρεύων—διότι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος καὶ ἑνὸς σεβαστοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ὅλοι σεβόμεθα τόσον πολὺ εἰς τὴν Βουλὴν—φυσικὰ μὲ τὸν εὐμενέστερον τρόπον, ἠναγκάσθη λέγω, νὰ τοῦ εἴπῃ: δὲν νομίζετε κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτείνεσθε πρὸς τὴν Βουλήν; Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐνῶ ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν παρατήρησιν ταύτην τοῦ Προέδρου, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον λέγει «σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν μοῦ κάνετε...........».
§207Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὐτὸ ἦτο αὐταρχισμός.
§208Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐκεῖ Θὰ κατέληγα. Μὲ προλάβατε, κύριε ὑπουργέ, καὶ λυποῦμαι πολύ Ἀντὶ νὰ δεχθῇ, λέγω, τὴν παρατήρησιν ἡ ὁποία ἔγινε μὲ τόσην σεμνότητα καὶ μάλιστα μὲ φωνὴν σιγανὴν χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ κἄν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀποτεινόμενος ἐν ὀργῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον....
§209Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλοι ὀργιζόμεθα, κύριε πρόεδρε.
§210Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς)..... δὲν χαρακτηρίζει τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ προεδρεῖον λέγει: «Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν κάνετε, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μοῦ κάνετε παρατηρήσεις». Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, λυποῦμαι διότι ἕνας ἀρχηγὸς τοσοῦτον ἰσχυροῦ κόμματος δὲν ἐσεβάσθη τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς......
§211Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἰσχυροῦ!
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἰς τὸν λαόν.
§213Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. ..... δὲν ἐσεβάσθη τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κανονισμόν. Λυποῦμαι, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι δὲν ἀναγνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην εἶναι ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἀρχηγοί, οὔτε βουλευταί, οὔτε Πρόεδροι Κυβερνήσεων, οὔτε ὑπουργοί, ὅτι ὅλοι εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. (χειροκροτήματα). Ἄν ὑπάρχῃ λάθος καὶ ἀποδοθῇ ἀταξία εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ ἤθελον νὰ τὸ ἠξεύρω. Μία αἰτίασις μόνον δύναται ν’ ἀποδοθῇ, τὸ ὅτι κατῆλθον τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐνῶ δὲν ἔπρεπε νὰ κατέλθω ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης νὰ ἐπιβάλω τὸν κανονισμόν. Ἀλλὰ κατῆλθον σεβόμενος τὴν προσωπικότητα τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὡς ἄτομον, ὄχι ὡς προεδρεύων—διότι ἀπέναντι τοῦ κανονισμοῦ εἴμεθα ἴσοι — ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφύγω πᾶσαν διατάραξιν τῆς συζητήσεως. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: ὁ προεδρεύων ἔπραξέν τι τὸ παράτυπον;
§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, Ὄχι.
§215Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοιαύτης συζητήσεως εἶναι ἀδύνατον καὶ οἱ πλέον ἤρεμοι ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς ἕως τὴν ἄλλην ἐρεθισμένοι.
§216Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ στάσις μου ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι γνωστή, δὲν ἀναμένω δὲ παρ’ οὐδενὸς πιστοποιητικά. Πρὸ παντὸς δὲν ἀναμένω ἀπὸ τὸν κ. Προεδρεύοντα. Ὁ κ. προεδρεύων ἔκαμε παρατήρησιν ἄτοπον, κατ’ ἐμὲ τελείως ἄτοπον, διότι ἔρχεται καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ μοῦ δώσῃ συμβουλάς. Ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἔπραξα τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἦτο ἐπιβεβλημένον ἀκριβῶς ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἐγὼ ὁμιλῶν δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπευθύνομαι πάντοτε πρὸς τοὺς κ. βουλευτάς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις ἔλαβεν ἓν εἶδος πολεμικῆς ἐμοῦ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅταν ἐγώ, μολονότι ἀνεγνώρισα ὅτι ἐζήτει στοιχεῖα χρήσιμα διὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, ὄχι μόνον εἶμαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα μοῦ ἐπεβάλλοντο. Λυποῦμαι πολύ, διότι ἀναγκάζομαι εἰς τὸν κύριον Ἀλαβάνον, συνάδελφον καὶ προεδρεύοντα νὰ ἀπευθύνω ἐκ νέου τὰς παρατηρήσεις αὐτάς.
§217Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ἀναγκαίαν τὴν παρέμβασίν μου, διὰ νὰ δοθῇ ἀφ’ ἑνὸς ἱκανοποίησις πλήρης εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ μὴ γίνῃ μία περαιτέρω, ἴσως, παρεκτροπὴ τῆς συζητήσεως. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν—καὶ ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δώσω ἱκανοποίησιν εἰς τὸν προεδρεύοντα—ὅτι τὸ προεδρεῖον ἦτο ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ, καὶ αὐτὸ διὰ τὸν προεδρεύοντα ἀποτελεῖ πλήρη ἱκανοποίησιν. Ἐγὼ λέγω ἐξ ὀνόματος τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐτήρησε πλήρως τὸν κανονισμόν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν κατηγοροῦμαι ὡς αὐταρχικὸς καὶ ἀντικοινοβουλευτικός, τοῦτο δὲν εἶναι πολὺ κοινοβουλευτικὸν πρᾶγμα. Ἀλλὰ ὅλοι μας ὅταν συζητοῦμεν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἡ συζήτησις αὐτὴ φέρει ἕνα χαρακτῆρα προσωπικὸν μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ, ἐρχόμεθα εἰς κάποιον ἐρεθισμὸν καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν τοῦ κάμω ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἐν τάξει καὶ δὲν θεωρεῖται ὅτι παρεβίασε τὸν κανονισμόν Καὶ τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἀπαντήσω πρῶτον εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ὕστερα θὰ ἴδω ἐὰν θὰ προχωρήσω περαιτέρω. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐθεώρησεν ὅτι ὑπάρχει μία ἀταξία ἐκ μέρους μου, διότι τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι μοῦ ἀπηυθύνθησαν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου τὰς ἔφερα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ζητήσας νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν ὀρθῶς καὶ δικαίως κατηγοροῦμαι ὡς αὐταρχικός, ἢ ὄχι. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως δὲν ἐπεζήτησα τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δημιουργήσω ἐντυπώσεις. Νομίζω, ὅτι θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ διατυπωθεῖσα ἐρήμην μου κατηγορία ἔξω τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς ἐπεδίωκεν ἀκριβῶς τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων καὶ καθῆκον εἶχον νὰ διαλύσω αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις προκαλῶν συζήτησιν κατ’ ἀντιμωλίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην—διότι περὶ αὐτῆς κυρίως πρόκειται δὲν πρόκειται κἂν νὰ προκαλέσω ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμάζουσαν τὰς δηλώσεις μου καὶ ν’ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶμαι αὐταρχικὸς — ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν, λέγω, εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην νὰ κρίνῃ ἐὰν ἀληθῶς ὁ Κυβερνῶν σήμερον τὴν Ἑλλάδα εἶναι αὐταρχικὸς καὶ ἀντικοινοβουλευτικός. Ὥστε περιττὸν εἶναι νὰ ὁμολογῇ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος περὶ σφάλματός του, διότι ἐδέχθη τὴν συζήτησιν. Τὴν συζήτησιν ἀνέφερεν ἀπόψε διὰ τίνα λόγον ἤθελε νὰ γίνῃ, καὶ τὸν εὐχαριστῶ διότι ἐθεώρησεν ἐν ζήτημα ὅτι ἦτο προσωπικὸν καὶ διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελα δὲ νὰ τοῦ ἀρνηθῶ τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ ἐξηγηθῇ. Ἀλλὰ ἐγὼ τοῦ λέγω, ὅτι ὀρθῶς ὡς ἀρχηγὸς κόμματος ἐδέχθη τὴν συζήτησιν διότι ἐὰν δὲν ἤθελεν νὰ τὴν δεχθῇ, ἦτο φυσικὸν νὰ συναχθῇ καὶ τοῦτο τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον διὰ τὸ λαὸν θὰ ἦτο πολὺ ἀποδεκτόν, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν......
§218Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπα, ὅτι τὸ ἔκαμα διότι δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν ὅσων λέγω.
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπόν, εἶναι κανονικὴ ἡ συζήτησις αὐτή. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δὲ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ λόγου νὰ πάρω ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα πρὸς ἀπάντησίν του ὅτι δὲν εἶναι κανονικὴ ἡ συζήτησις. Κυττάξατε πῶς μὲ κατηγορεῖ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διότι διὰ κατηγορίας γενομένας ἔξω τῆς Βουλῆς ἔρχομαι νὰ ἀπολογηθῶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ μὲ κατηγορεῖ, ὅτι διὰ κατηγορίας γενομένας ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἠρνήθην νὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ παραστῶ εἰς ἕνα συμπόσιον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀπαντήσω, καταστρέφων τοιουτοτρόπως.
§220Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶμαι τόσον ἀνακόλουθος ὅσον θέλετε νὰ μὲ παραστήσητε. Διότι ἐγὼ εἶπα ὅτι σᾶς ἐδόθη μία μομφὴ ἔξωθεν καὶ σᾶς εἶπα ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐδῶ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον, ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι ἐδῶ γίνεται μία πολιτικὴ συζήτησις ἐλέγχου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως δι’ ὡρισμένα ζητήματα. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀπαντήσητε ἐδῶ, ὡς ὠφείλατε εἰς ἕνα ἔλεγχον ὁ ὁποῖος σᾶς γίνεται, ἐσηκωθήκατε καὶ ἐγκατελείψετε τὴν Βουλὴν καὶ ἐπήγατε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην νὰ ἀπαντήσητε εἰς ἕνα συμπόσιον. Αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐδῶ γίνονται καὶ ἔξω, ἀλλὰ ὤφειλον πρῶτον νὰ γίνουν ἐδῶ. Τὰ ζητήματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ....
§221Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπα τίποτε διάφορον. Εἶπα, ὅτι εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν μὲ κατηγορεῖτε διὰ κατηγορίας αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἔξω τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἔρχομαι νὰ δικαιολογηθῶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν διὰ κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἠρνήθην νὰ ἀπαντήσω ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἠρνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐναντίον της εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου. Τοὐναντίον παρηκολούθησα τὰς συζητήσεις ἐπὶ τρεῖς ὅλας συνεδριάσεις τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου. Ἤμην δὲ ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐβαρύθηκα νὰ δώσω νέαν πάλιν συνέχειαν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἤξευρα ὅτι τὴν μεθεπομένην θὰ ἐπήγαινα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἄφησα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπωφελήθην τῆς πρώτης εὐκαιρίας ποὺ ἦλθα εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν κοινὴν γνώμην νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Τί βλέπει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν; Ὑπάρχουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας βαρύνομαι ἀληθῶς τὴν μακρολογίαν μέσα εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν καὶ ἀντὶ νὰ ζητῶ καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, νὰ κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἄλλους ρήτορας παρὰ μόνον νὰ ὁμιλοῦν 15 λεπτά, προτιμῶ νὰ ἀφήσω τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ τοῦ ἀχαλινώτου λόγου ἀπεριόριστον καὶ ἀπέραντον ἄνευ τέρματος. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι δὲν δυσφορῶ διὰ τὴν μακρολογίαν αὐτήν. Γνωρίζετε ὅλοι βέβαια ὅτι μία ἀπὸ τὰς κατηγορίας τὰς ὁποίας κατηγοροῦν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα εἶναι ἡ ἀτελεύτητος—δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν—χρῆσις τοῦ λόγου. Ὅτι εἴμεθα πολίτευμα λόγων καὶ ὄχι ἔργων δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ κατηγορηθῇ αὐτὸ ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ μεταβάλετε τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἀπὸ ἕνα ζωντανὸν ὀργανισμὸν εἰς ὀργανισμὸν μὲ ἰδέας παλαιὰς καὶ νὰ ἀντιτάσσετε ἑκάστοτε ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔγινεν ἄλλη φορὰ νὰ ὁμιλῶ εἰς τὸν λαόν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβῶς τὴν ἀληθῆ ἀντίληψιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κατηγορήσητε ἕνα πολιτικὸν ὁ ὁποῖος διὰ διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δράττεται τῆς πρώτης εὐκαιρίας καὶ ἔρχεται καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Ἂν δὲν ἐπέτρεπον τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, μπορούσατε νὰ μὲ κατηγορήσητε ὅτι ἔδειξα περιφρόνησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐδέχθην νὰ γίνῃ καθ’ ὅλην της τὴν ἔκτασιν συζήτησις περὶ τοῦ Αʹ, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς τὴν κατηγορίαν διὰ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην τότε ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ νὰ μοῦ λέγετε ὅτι: δὲν δικαιοῦσαι μετὰ τριήμερον συνεχῆ καὶ μακρὰν συζήτησιν νὰ βαρεθῇς νὰ καθήσῃς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ 4ην ἡμέραν νὰ συζητήσῃς—νόμισα ὅτι ἠμποροῦσα νὰ ἀναθέσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς κατηγορίας—αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὴς συζήτησις περὶ κοινοβουλευτισμοῦ ἢ μὴ κοινοβουλευτισμοῦ. Εἶναι—δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ μίαν βαρεῖαν ἔκφρασιν— εἶναι ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει βάσιν καθόλου. Εὐτυχῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν ἀμφισβητεῖ τὰ δικαιώματά μου, ἀλλὰ ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημκρατικῆς Ἑνώσεως, μὲ κατηγορεῖ ὅτι δὲν ἔχω συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, μὲ κατηγορεῖ διότι ἔβαλα τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Θὰ εἶχε κἄποιαν βάσιν ἡ κατηγορία, ἐὰν τοῦ ἐγεννᾶτο ἡ ὑπόνοια ὅτι τὸ κάνω αὐτὸ διὰ νὰ ἐπιτύχω καὶ νὰ ρίψω τὰς εὐθύνας εἰς ἄλλους. Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ ἐθεώρησα ὅτι ἦτο ἕνα τόσο μεγάλο ζήτημα, εἶχα καὶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀντίθετον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα δίδω κἄποιαν μεγαλειτέραν προσοχὴν καὶ ἔθεσα τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀφοῦ ἐσχηματίσθη μία πλειοψηφία ἐθεώρησα ὅτι δὲν μοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς εἴπω: Ναὶ ἐσχηματίσθη μία πλειοψηφία, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω καὶ ὅσοι ἔχετε ἀντίθετον γνώμην νὰ παραιτηθῆτε.
§222Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἰς κεφαλαιώδη καὶ τοιαύτης φύσεως ζητήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρόκειται σχεδὸν νὰ ἐπηρεασθῇ σπουδαιότατα τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ λύσις ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ διαφωνία τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἔχῃ σημασίαν;
§223Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ ὀρθῶς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἡ λῆψις ἀποφάσεων, πῶς εἴχατε λάβει προηγουμένως τὴν ἀπόφασιν χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ ἐξεδηλώσατε τὴν γνώμην σας αὐτὴν καὶ ἐπροκαλέσατε, χωρὶς νὰ θέλετε, καὶ χρηματηστηριακάς τινας διαταραχάς;
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ μεταβάλλετε τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰρηνοδιακήν. Αὐταὶ εἶναι ἐνστάσεις εἰρηνοδιακαί, τὸ λέγω γιὰ τὸν κύριον Παπαναστασίου ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει: τί δικαίωμα ἔχεις νὰ ἐκφράσῃς τὴν γνώμην σου χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον;
§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως, διότι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε δίκαιον ὁ κ. Τσαλδάρης ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ψηφοφορία ἔγινεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πρὸς τὸ θεαθῆναι.
§226Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε ὅτι ἡ ψηφοφορία εἶναι πρὸς τὸ θεαθῆναι, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ λέγετε ὅτι εἶμαι αὐταρχικὸς διότι ἐπῆγα τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ δὲν δικαιοῦται νὰ μοῦ λέγῃ ὁ κ. Τσαλδάρης ὅτι εἶμαι αὐταρχικὸς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δεικνύω τὴν αὐταρχικότητα διότι δι’ ἕνα τόσον μέγα ζήτημα ἐζήτησα νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ μοῦ λέγῃ ὅτι δὲν εἶμαι ἐν τάξει, διότι πρὶν ἐρωτήσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξέφρασα γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος· αὐτὴ εἶναι συζήτησις εἰρηνοδικειακή. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι δὲν κερδίζετε τίποτε ἐνώπιον τῆς Κοινῆς Γνώμης ὑποστηρίζοντες τοιαύτας ἰδέας. Ἀλλ’ ἐπιστρέφω εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιστρέψω καὶ εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, μολονότι ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ἐσκεπτόμην νὰ μὴ τοῦ ἀπαντήσω καθόλου. Ὁ κ. Τσαλδάρης μὲ κατηγορεῖ ὅτι ἀπαγορεύω πολλάκις τὴν ἐκδήλωσιν γνώμης εἰς τοὺς φίλους μου. Ἀνακριβὲς ἀπολύτως. Ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Κουρτίδου. Τὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Κουρτίδην; Ἦλθε ἀποκρούων σειράν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μέρους τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεσχέθην εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας, ἦλθε νὰ τὰ ἀποκρούσῃ κατὰ τρόπον ὄχι συζητῶν ἁπλῶς καὶ ἀντικειμενικῶς ἀλλὰ κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον οὔτε ἐχθρὸς τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ. Καὶ τοῦ εἶπον τότε: «Κ. Κουρτίδη ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι εἶσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ συζήτησις, βλέπω ὅτι πραγματικῶς δὲν εἶσθε διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἕνας φίλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξευτελίζῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλήν». Αὐτὰ εἶπον. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θεωρεῖ ὅτι ἐν τούτῳ ὑπῆρξα ἀντικοινοβουλευτικός. Ἀλλὰ ἄλλοτε ὡμίλησα ζωηρῶς πρὸς τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ἀγαπητότατον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ὅταν συνεζητῆτο ἡ πρότασις περὶ διώξεως τῶν ὑπουργῶν τῆς δικτατορίας ὡμίλησεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν ὡς διαπράτουσαν κωμῳδίαν καὶ ἐμπαίζουσαν τὸν λαόν, ἐφ’ ὅσον δὲν περιελάμβανεν εἰς τὴν πρότασιν ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς τῆς δικτατορίας. Ἀπήντησα ζητῶν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ καταγγείλω τὸν κ. βουλευτὴν ὡς δημαγωγοῦντα, τὸν φίλον μου βουλευτήν. Δὲν τοῦ ἀφήρεσα τὸν λόγον, ὄχι βέβαια, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἤθελε νὰ καταγγέλληται ἀπὸ ἕνα φίλον της ἡ Κυβέρνησις ὡς διαπράττουσα κωμῳδίαν καὶ ἐμπαίζουσα τὸν λαὸν καὶ νὰ τὸ χάψῃ αὐτό, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο κοινοβουλευτισμός. Διότι ἐγὼ τοῦ λέγω ὅτι ὅταν δὲν ὑπάρχει πειθαρχία εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ κόμματα, ἐπέρχεται ἀναρχία εἰς τὴν πολιτικὴν φωνὴν τῆς χώρας (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Λοιπὸν ἀπήντησα εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι διαπράττεται κωμῳδία καὶ ἐμπαίζομεν τὸν λαὸν, ἀπήντησα ὅτι ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καταγγείλω τὸν κ. βουλευτὴν ὡς δημαγωγοῦντα, διότι καίτοι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἵνα μετὰ ἄλλων 20 βουλευτῶν ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ διώξεως καὶ τῶν ἄλλων οὓς ἐθεώρει ὑπαιτίους τῶν αὐτῶν ἀδικημάτων, μὴ πράξας τοῦτο καὶ ἐρχόμενος νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διαπράττομεν κωμῳδίαν καὶ ἐμπαίζομεν τὸν λαόν, δὲν εὑρίσκετο καθόλου ἐν τάξει· αὐτὸ εἶναι. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον παράδειγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς βουλευτάς μου τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρουν αὐτὴν ἐλευθέρως εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα τοῦ κ. Νάκου δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι ἐντελῶς.
§227Λ. ΝΑΚΟΣ. Μὴ μὲ ἀνακατεύετε ἐμέ, διότι εἶμαι ἐν ἀναρρώσει.
§228Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι λέγω ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπεφύλαξα εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα εἰς κάθε περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν κρίνω ὅτι ἕνας φίλος μου βουλευτὴς μετέρχεται γλώσσαν ἡ ὁποία εἶναι ἀξιοκατάκριτος νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ κάμω τὴν παρατήρησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ στερήσετε αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσετε ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσῆλθον πρόσωπα νέα εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς χώρας καὶ δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον, ἐπειδὴ δὲν ξεύρουν τὰς συνηθείας τῆς Βουλῆς νὰ νομίσουν ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι ἀνερχόμενοι εἰς βῆμα νὰ λέγουν ὅ,τι θέλουν.
§229Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὰ ἐγένοντο ἀνέκαθεν.
§230Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένοντο ποτὲ κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἰς τὰς παλαιοτέρας Βουλὰς, βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς ἕνα κόμμα νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαπράττει κωμῳδίαν καὶ ἐμπαίζει τὸν λαόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγένοντο, ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸ δεχθῶ. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι εἰς τὸ μεγάλο ἔγκλημα τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἔγινε κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Καλογερᾶς — ὅστις εἶναι σήμερον γενικὸς διοικητὴς τῆς Θράκης — εἰσηγεῖτο τὰ νομοσχέδια τὰ ὀργανωτικὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπρότεινεν ἐν ὀνόματι τῆς παμψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἀπόρριψιν αὐτῶν.
§231Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Ὄχι παμψηφίας, ἀλλὰ πλειοψηφίας.
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει σημασίαν. Τότε ἐγὼ παρετήρησα πρῶτον ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι πρόκειται περὶ τῆς παμψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δεύτερον, ὅτι νομίζω ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπάρχει κάποιο ἄτοπον ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέλη τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶπα: ὅτι: Προκειμένου περὶ τοιούτων σπουδαιοτάτων ὀργανωτικῶν νομοσχεδίων εἶναι φυσικὸν νὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι πρόκειται περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποστηρίξῃ θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ὅμως σᾶς ἐγεννήθη καμμία ἀμφιβολία, διατὶ νὰ μὴ ἔλθητε νὰ μὲ ἐρωτήσητε καὶ νὰ μοῦ εἴπητε: κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην διότι δὲν ἐξυπηρετεῖτε κανένα σκοπόν. Αὐτὰ εἶπα ἐγὼ καὶ προσέθεσα, ὅτι τότε θὰ ἦσθε ἐν τάξει ὅταν θὰ ἔχετε σκοπὸν νὰ καταψηφίσητε τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶχον οὐδένα τοιοῦτον σκοπόν. Ἀκούσατε ἐδῶ πῶς ἠλλοίωσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τὰ κείμενα ἐκθέτων τὸ τὶ εἶπα εἰς τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Ἀκούσατε τί εἶπα: «Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ἐρήμην τῆς Κυβερνήσεως...... (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ τοὺς εἶπα, ὅτι δὲν θὰ ἔχετε ἀποτελεσματικὴν ἐργασίαν ἐὰν δὲν μᾶς ἐρωτήσητε ἐὰν τὸ θεωροῦμεν αὐτὸ Κυβερνητικὸν δηλαδὴ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§233Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ ἀπεφασίσθη.
§234Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγετε ὅτι ὅταν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρουν ἀντίθετον γνώμην. Τότε κάμετε ἕνα κανονισμὸν καὶ εἴπετε: ὅτι ὅταν ἕνα ζήτημα τὸ θεωρῆτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης νὰ μὴ καλῆτε καὶ τὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ τότε αὐτὸ θὰ εἶναι ἕνας ἐμπαιγμὸς διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐπιτροπῶν. Διότι σεῖς γνωρίζετε ποία σημασία δίδεται ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπαντῶ. Πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰ νομοσχέδια πρῶτον διότι ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις τῆς ὁποίας ἡ γνώμη πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, δεύτερον διότι ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ἀκουσθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν μποροῦν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀποφαίνωνται διὰ τὴν ἀπόρριψιν ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι εἶναι κυβερνητικόν, δηλαδὴ ἀποδίδει εἰς αὐτὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, χωρὶς νὰ ρίχνουν σπαθιὲς στὸν ἀέρα. — Ἐμένα μοῦ ἀρέσουν οἱ παροιμίες καὶ ὅσες γνωρίζω θὰ τῆς μεταχειρίζωμαι. Εὐτυχῶς καὶ εἰς τὸ κοινοβούλιον ἄρχισε νὰ γίνεται χρῆσις τῆς ζωντανῆς γλώσσας καὶ νὰ παραμερίζεται σιγὰ–σιγὰ ἡ καθαρεύουσα. — Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ τὸ κῦρος τοῦ κοινοβουλίου διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ἐννοήσω κατὰ πέσον ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας ἐξαίρεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπογράφουν μίαν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας θεωροῦν ὀλέθριον τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔρχεται κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ψηφίζομεν ἡμεῖς ἐδῶ. Ἀλλὰ ἀκούσατε καὶ πάλιν πῶς ἠλλοίωσε τὰ κείμενα ἐκ κακῆς μνήμης βέβαια ὁ κ. Παπαναστασίου. Εἶπα τότε εἰς τὸν κ. Καλογερᾶν. «Ἐγὼ σᾶς κάμνω αὐτὴ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή.» (ἀναγινώσκει). Διότι πράγματι ὁ κ. Καλογερᾶς μοῦ εἶπεν ὅτι αὐτὸ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπεφασίσθη. Ἐγὼ διετήρησα ὅλην μου τὴν ψυχραιμίαν καὶ τοῦ εἶπα ὅτι: «παρὰ τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα ἐγὼ σᾶς κάμνω τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐλήφθη ἐρήμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν ὅσην τῆς ἀποδίδετε» καὶ ἀπαντᾶ ὁ κ. Κολογερᾶς. «Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην αὐτὴν προσωπικῶς (ἀναγινώσκει) Καὶ ἀπαντῶ ἐγὼ «σεῖς εἶσθε ἀνώτερος ἀξιωματικὸς» (ἀναγινώσκει). Καὶ ἀπαντᾶ ὁ κ. Καλογερᾶς «Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω» (ἀναγινώσκει) Καὶ ἀπαντῶ ἐγὼ «ἐφ’ ὅσον.... .....» (ἀναγινώσκει). Εἶναι λοιπὸν ἐν ἀταξίᾳ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔρχωνται νὰ λέγουν ὅτι: ἀπορρίπτομεν τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν δὲν μπορεῖτε νὰ μοι εἴπετε...
§236Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζετε ὅτι οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἐκεῖ ποὺ ἐργάζονται δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των;
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μοῦ λέτε τίποτα.
§238Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω τοῦτο: Νομίζετε ὅτι, διότι εἶναι Κυβερνητικοὶ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν γνώμην; Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις. Δὲν γνωρίζει ἕκαστος ἁρμόδιος ὑπουργὸς ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ δεχθῶ διακοπὰς διὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τελειώσουμε. Δὲν μοῦ εἶπε τίποτε νέον ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τοῦ λέγω ὅτι δὲν χρησιμεύει οὔτε διὰ τὴν ἔξαρσιν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς, οὔτε διὰ τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν τῶν βουλευτῶν νὰ προτείνουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀπόρριψιν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των φαίνεται ὅτι εἶναι ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἴπετε ὅτι, εἰς ἕνα ζήτημα φορολογίας ἡ ὁποία ἔχει ἐφαρμοσθῆ, ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ πλειοψηφίαν Κυβερνητικὴν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι «Μάλιστα. Λάθος ἔγινε». Τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια δὲν μπορεῖ αὐτὸ νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἀλλὰ δὲν εἶπον τίποτε τὸ ὁποῖον, νὰ σημαίνῃ ὅτι ἔδειξα ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ σῶμα.
§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συζήτησις ἔγινε μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι μὲ τὸν κ. Καλογερᾶν.
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τώρα ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. «Ἡ Κυβέρνησις —λέγει ὁ κ. Παπαναστασίου—πρὶν λάβῃ ἀποφάσεις...» (ἀναγινώσκει). Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὠτακουστῶ τί γίνεται εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Πῶς θέλετε ἐγὼ νὰ ὑπάγω εἰδοποιήσω τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ σίτου εἶναι ζήτημα σπουδαῖον; καὶ δὲν θεωρεῖτε φυσικώτερον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἰδίᾳ ὁ πρόεδρος ὁ ὁποῖος εἶναι συνήθως ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἐὰν ἔχῃ ἀμφιβολίαν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν; Ὁ κ. Παπαναστασίου ὁμιλεῖ καὶ λέγει «Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ...» (ἀναγινώσκει) Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν τότε. Μοῦ εἶπε δὲ ἀκόμη κάποιος (ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπόψε νομίζω ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως) ὅτι ἀπήτησα νὰ πάρουν πίσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ σίτου καὶ νὰ συντάψουν ἄλλην. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πλήρη πλαστογραφίαν τοῦ γεγονότος. Δὲν ἠξίωσα τοιοῦτον τι.
§242Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τώρα πού τὸ βεβαιώνετε, ἀσφαλῶς θὰ τὸ εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Λοιπὸν τοιοῦτον πρᾶγμα δὲν διενοήθην. Αὐτὸ θὰ ἦτο βεβαίως μία ὑποτίμησις τῆς θέσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔφερε, τὴν ἔκθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ τὴν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν, διότι θὰ ἐπέμενον εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μοῦ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διὰ τὸ κῦρος τῶν βουλευτῶν εἶναι ὀρθότερον εἰς τοιαύτας ποριστάσεις οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταὶ νὰ συννενοοῦνται μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δοῦμε ἐὰν πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης· καὶ τότε ἀκόμη ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κατηγορήσουν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ τὰ καταψηφίσουν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν συντείνει οὔτε εἰς τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου οὔτε εἰς τὸ κῦρος τῶν κ. βουλευτῶν νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ παλινῳδοῦν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μὲ κατήγγειλεν εἰδικώτερον, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἔκαμα παρὰ νὰ προσπαθῶ νὰ ἐμβάλλω εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου ὅτι εἶμαι ὁ μόνος ποὺ μπορῶ νὰ βοηθήσω τὸν λαόν, ὅτι ἀπὸ μένα ἐξαρτᾶται ἡ λύσις παντὸς ζητήματος, καὶ ὅτι εἰς ἐμένα πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται οἱ πολῖται. Αὐτὴ ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν διέδωσαν εἰς τὸν λαόν, τὸν κάμῃ νὰ πιστεύῃ ὅτι πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ζητημάτων ἀπὸ μένα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸ γίνεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι χιλιάδες ἀνθρώπων κάθε μέρα προσφεύγουν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, διὰ νὰ παραπονεθοῦν δι’ ἓν ζήτημα. Μὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, ὅτι δὲν μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ διεξαγάγῃ τὴν διοίκησιν ὅλης τῆς Χώρας λαμβάνων γνῶσιν ὅλων τῶν παραπόνων καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ αὐτοπροσώπως εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Διὰ τοῦτο δὲ ἀρνοῦμαι συστηματικῶς οἱονδήποτε προσερχόμενον νὰ ὑποβάλῃ προσωπικῶς παράποντα. Δέχομαι μόνον ἐπιτροπὰς καὶ ταύτας μόνον εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ γενικωτάτων ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται ἀναμεμιγμένη ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἀκόμη μοῦ ἐδηλώθη ὅτι μία πολυμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπὸ τοὺς πεταλωτὰς ὅλης τῆς Ἑλλάδος εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ δὲν ξέρω τί παρὰ τῷ ὑπουργῷ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐζήτει νὰ μὲ ἴδῃ. Ἠρνήθην ἀπολύτως καὶ κατηγορηματικῶς νὰ τὴν δεχθῶ καὶ εἶπον: ὅτι τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ μὲ ἴδῃ προσωπικῶς δὲν βλέπω νὰ εἶναι ἀπὸ τὰ γενικώτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ ἀπασχολήσουν τὴν προσοχήν μου. Ἄς πᾶνε νὰ εὕρουν τὸν κ. Βουρλούμην, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός. Καὶ ἂν ὁ κ. Βουρλούμης δέν τοὺς δώσῃ δίκαιον, νὰ ξέρουν ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουρλούμην. Τὸ δικαίωμά τους εἶναι εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ μὲ μαυρίσουν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐμποδίζουν τὴν δουλειά μου. Καὶ καθημερινῶς δυσαρεστῶ καὶ ἀνθρώπους καὶ ἐπιτροπὰς κατὰ χιλιάδας, διότι ἀρνοῦμαι νὰ τοὺς δεχθῶ καὶ τοὺς λέγω ὅτι δὲν εἶναι δική μου δουλειά. Ἀλλὰ ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἕως τοῦ νὰ φθάσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον—τὸ ὁποῖον ἱδρύθη δὲν ἐνθυμοῦμαι πρὸ πόσων ἐτῶν καὶ ἔχει γίνει δεκτὸν ὡς χρήσιμον ἀπὸ ὅλας τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις—νὰ τὸ καταργήσωμεν καὶ νὰ παύσῃ ἡ πρὸς αὐτὸ προσφυγὴ τῶν παραπονουμένων συνήθως διὰ παραπτώματα ὑπηρεσιακὰ εἶναι μεγάλη ἀπόστασις. Ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον χαίρει ἀληθοῦς βάσεως, διότι παρετηρήθη καὶ ἐξηκριβώθη ἀπὸ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἐνώπιον ἐμοῦ, προσέφυγον καὶ ἐζήτησαν πληροφορίας ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα διὰ τὴν ὑπόθεσίν των καὶ αὐτὰ τοὺς εἶπον δὲν ἔχουν δίκαιον. Ἐπανῆλθον καὶ δευτέραν φορὰν καὶ τρίτην διὰ τὰ ἴδια ζητήματα. Ἄλλο λοιπὸν τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Μὴ μοῦ λέτε ὅτι ἐγὼ ὑποτρέφω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ διοίκησις ἐξαρτᾶται ὅλη ἀπὸ ἐμένα. Τουναντίον — δὲν μοῦ ἀμφισβητεῖτε πῶς εἶμαι ἔξυπνος ἄνθρωπος — πῶς φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βάλλω μόνος μου αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἰς τὸν λαὸν νὰ φορτωθῶ εἰς τὴν ράχην μου ὅλας τὰς βραδύτητας καὶ ὅλας τὰς ἀτελείας τῆς διοικήσεώς μας; Διότι θὰ ἔλεγεν ὁ κόσμος: μὰ ὁ Βενιζέλος ἀφοῦ δὲν τὰ ἐδιόρθωσε τὰ πράγματα, δικό του εἶναι τὸ σφάλμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ πιστεύητε αὐτό; Δι’ αὐτὸ μοῦ καταγιγνώσκει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος συγκεντρωτικὸν πνεῦμα καὶ ἀπολυταρχικὸν πνεῦμα. Μὲ κατηγόρησε καὶ δι’ ἕν ἄλλο πρᾶγμα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ἐδήλωσα εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ φοβῆται ἀπὸ κινήματα καὶ ὅτι ἤθελον νὰ ἐμπνεύσω εἰς τὸν λαὸν τὴν ἰδέαν ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ πᾶν, καὶ ὅτι ἅμα ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ὅλα θὰ χαλάσουν. Ὅταν ἐπέστρεψα ἀπὸ τὴν Ἄγκυραν, εὑρῆκα ἐδῶ ἕνα ἐξάμβλωμα στρατιωτικοῦ κινήματος — οὔτε κἄν περὶ ἀποπείρας δὲν ἐπρόκειτο, προπαρασκευαστικαὶ πράξεις μᾶλλον ἦσαν, δὲν εἶμαι νομικός, τὸ πρᾶγμα εὑρίσκεται εἰς τὰ δικαστήρια — καὶ εὑρέθην πρὸ μιᾶς ἀνησυχίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία ἐζήτει ἐκ μέρους μου τὴν λῆψιν αὐστηροτέρων μέτρων διὰ νὰ προστατεύσω τὸ καθεστώς. Καὶ μοῦ ἀρνεῖσθε ὅτι εἶχον δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ νὰ τοῦ εἴπω: «Κάθησε ἥσυχα· ἐφ’ ὅσον εἶμαι ἐγὼ εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ μὴ ἔχῃς κανένα φόβον ἀπὸ τέτοια κινήματα. Δὲν θὰ ἐκραγοῦν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἀλλὰ καὶ ἄν ποτε ἤθελον παρασκευασθῆ καὶ φθάσῃ μέχρις ἐκρήξεως, θὰ κατασταλοῦν ἀμέσως». Διατὶ εἶναι κακὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω; Τώρα βέβαια, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἐννοοῦσε ἄλλο: ὅτι λέγοντας αὐτά, ἀφήνω νὰ πιστευθῇ ὅτι «ἄν δὲν εἶσαι σὺ εἰς τὰ πράγματα δὲν θὰ εἶναι τόσον εὔκολα». Δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον μὲ προκαλεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἔχω τὸ καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ποὺ θὰ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἰσχυρά, ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἥσυχος διὰ τίποτε. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι μόνη ἡ Κυβέρνησίς μου. Βέβαια, αὐτὸ μπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἐπιδιώκω.
§244Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ διοργανώσητε, λέγω, τὴν Χώραν ὅταν ἔχετε τὴν δύναμιν, ὥστε οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εἴτε ἰσχυρά εἴτε μὴ, νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν.
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τὸ καθῆκον αὐτὸ δὲν παρημέλησα, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μοῦ ἀπέδωκεν ἄλλας εὐθύνας. Δὲν μὲ θεωρεῖ ὑπεύθυνον μόνον διὰ τάς πράξεις τῆς Κυβερνήσεώς μου· μὲ θεωρεῖ ὑπεύθυνον καὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν διαδόχων μου. Ἐκεῖνος, ὄχι διὰ νὰ φέρῃ μίαν ἰσορροπίαν λέγει ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο προκάτοχος Κυβέρνησις ἐκεῖνος, παρεσκεύασε τὴν νέαν καὶ φέρει τὴν εὐθύνην τὴν ἰδικήν μου. Ἀφοῦ λοιπὸν φέρει τὴν εὐθύνην τὴν ἰδικήν μου, θεωρεῖ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πάρῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν διαδόχων της;
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει καμμία εὐθύνη διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τοιοῦτόν τι δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ. Ἀλλὰ λέγω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος: μήπως παρημέλησα καὶ τὸ καθῆκον αὐτό, νὰ μεριμνήσω περὶ τοῦ τὶ θὰ γίνῃ αὔριον, ὅταν ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι εἰς τὴν ἀρχήν; Μήπως εἰς τὰς γερουσιαστικὰς ἐκλογὰς Θεσσαλονίκης δὲν ἔκαμα εἰδικὸν λόγον διὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα—προκαλέσας κατὰ τοῦτο μάλιστα τὴν κατάκρισιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως—εἰπὼν ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρέχῃ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην ὅτι, ἂν αὔριον ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἔχει νὰ δημιουργήσῃ καμμίαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν Χώραν; Δὲν ἔκαμα, λοιπόν, ἐγὼ καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο αὐστηρῶς καθῆκόν μου; Εὑρίσκομαι εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου μου, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συνεχίσω. Μοῦ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος: Πρέπει νὰ ἐπιλαμβάνεσθε κάθε εὐκαιρίας ὅπως πείσετε τὸν λαόν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει ὑγιᾶ Κοινοβουλευτισμόν, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει. Προσέθεσε μάλιστα ὅτι ἀκραδάντως πιστεύει, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ ἔχῃ ὅλην τὴν δύναμιν διὰ νὰ ἐπιβληθῇ. Ὑπάρχει κάποια ἀντίφασις εἰς αὐτὰ τὰ δύο. Ἐὰν εἶναι ἥσυχον τὸ Λαϊκὸν κόμμα διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν ἔχει νὰ πολυπραγμονῇ τὶ ἔκαμα ἐγώ, διότι ἐγὼ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου εὐρύτατα ἀντιλαμβανόμενος αὐτὸ ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ἔχω εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἔκαμα αὐτὸ τὸ καθῆκον, πότε κύριοι βουλευταί, ἔκαμε τὸ ἀντίστοιχον καθῆκον καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅπως μὲ διευκολύνῃ εἰς αὐτό; Δὲν τὸ ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διότι ὀλίγον ὕστερα, μετὰ ἕνα μῆνα νομίζω ἕνεκα τῆς συνθέσεως τοῦ νέου σώματος ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιπροσώπους παρακαθημένους εἰς αὐτό, καὶ προσέλαβον τὸν κ. Γονατᾶν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Γενικὸν Διοικητὴν τῆς Μακεδονίας. Καὶ τότε ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ διορισμοῦ ἔγινεν ἀποχώρησις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἐγὼ ἐλυπήθην βαθύτατα, διότι, ἔλεγον, δι’ αὐτῆς τῆς ἀποχωρήσεως παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἢ τοὐλάχιστον μέρος αὐτοῦ δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ λησμονήσῃ τὸ λυπηρὸν παρελθόν, ὅτι διατηρεῖ μνησικακίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ ἐξεγείρουν ἀνησυχίας ἐκ μέρους ἐκείνων κατὰ τῶν ὁποίων στρέφονται. Ἀλλά, τέλος πάντων, κατωρθώσαμεν νὰ βροῦμε μετὰ τινας μῆνας εὐκαιρίαν νὰ τακτοποιήσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ μόλις ἐτακτοποιήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα μετὰ χρόνον τινὰ πολὺν ἢ ὀλίγον δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τὸ Πολιτειακὸν καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐδήλωσεν ὅτι ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν θὰ θεωρήσῃ μὲν ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ Λαοῦ τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἐὰν ὁ λαὸς ζητήσῃ ἐπιμόνως τὴν διεξαγωγὴν δημοψηφίσματος, ἐκεῖνος δὲν νομίζει ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Καὶ τὸν ἐρωτῶ: Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἀπειλὴ κατὰ τῆς ἡσυχίας τῆς Ἑλλάδος ἐπικρέμαται εἰς τὸν ὁρίζοντα τὸν πολιτικὸν νομίζει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι δύναται νὰ ἡσυχάσῃ ἐντελῶς ὁ τόπος καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἐντελῶς ἥσυχοι περὶ τοῦ τὶ θὰ γίνῃ αὔριον ἢ μεθαύριον; Πταίω ἐγὼ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; Ἐγὼ δὲν τὸ ζητῶ βέβαια αὐτό — ἐὰν μποροῦσε νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μου, θὰ τοῦ ἔλεγα, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐλᾶτε νὰ τελειώσωμεν τὸ πολιτειακόν, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχομεν ἐκκρεμὲς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐκάμει αὐτὴν τὴν τιμήν, δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς γνώμης μου, δὲν τὸ ἀξιῶ νὰ τὸ κάμῃ τέλος πάντων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀνακινῇ τοιαῦτα ζητήματα. Ποία ὑπῆρχεν ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἀνακοινήσῃ αὐτά; Ἐρωτῶ; Σκέπτομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι βεβαίως αὐτὸ τιμᾷ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ φυλάξῃ μέσα του μίαν τοιαύτην ἰδέαν, ἀλλ’ ἤθελε νὰ τὴν ἐκδηλώσῃ ἐξωτερικῶς. Λοιπὸν δὲν πταίω ἐγὼ ἐὰν γεννῶνται τοιαῦται ἀνησυχίαι διὰ τὸ μέλλον. Μὴ μοῦ λέγετε ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὴν χώραν ὅτι ἐὰν ἐγὼ λείψω ὅλα πέφτουν. Σᾶς δηλῶ ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν τερματισθῇ δὲν θὰ ἔχωμεν κανένα λόγον νὰ ἀνησυχῶμεν, τὶ θὰ γίνῃ αὔριον εἰς περίστασιν κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Καὶ τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ Κυβερνήσεις ἀσθενεῖς ἐὰν θὰ ἔχωσιν ἄλλα ἐλαττώματα, ἐὰν θὰ κυνδινεύουν νὰ ἀνατρέψωσι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἔλλειψιν σθένους ἐπαρκοῦς ὅπως ἀποκρούονται ὅλαι αἱ ἀθέμιτοι ἐπιδρομαὶ κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ εἶναι πεπεισμέναι τοὐλάχιστον ὅτι ἡ δημοσία τάξις δὲν θὰ ἔχῃ ποτὲ νὰ πάθῃ τίποτε. Καὶ ἂν γίνωσι σφάλματα ἀπὸ ἀσθενεῖς Κυβερνήσεις θὰ φθάσωμεν ἐκ τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς ἰσχυροτέρας Κυβερνήσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ μῖσος. Μὴ μοῦ ζητᾶτε ἀδύνατα πράγματα. Μὴ μοῦ ζητᾶτε ἐμένα νὰ ἐξασφαλίσω τὴν μέλλουσαν ἡσυχίαν τῆς χώρας. Εἰς τὰ χέριά σας εἶναι ἡ μέλλουσα ἡσυχία τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναγνωρίσητε ἕνα τετελεσμένον γεγονός, διὰ τὸ ὁποῖον ὅσαι ἐπικρίσεις καὶ ἐὰν ἐγένοντο κατὰ τοῦ δημοψηφίσματος δὲν μποροῦν νὰ ἄρουν τὸ ὀγκῶδες ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὅτι ἐὰν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ὑποτεθῇ ὅτι ἐρρίφθησαν καὶ μερικαὶ ψῆφοι ὄχι εἰλικρινεῖς ὅσαι ἦσαν αἱ κατὰ τῆς Δημοκρατίας ὅλαι ἐρρίφθησαν εἰς τὰς κάλπας. Ὅλοι ἐψήφισαν ὅσοι δὲν ἤθελαν τὴν Δημοκρατίαν τότε καὶ αἱ ψῆφοι αἱ ἀρνητικαὶ δὲν ὑπερέβησαν τὰς 300.000 δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι καὶ τότε δὲν ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς βασιλείας παρὰ τὸ ⅓ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔκτοτε ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 27ης Αὐγούστου 1928, ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Ἀπριλίου 1929 αἱ γερουσιαστικαί, ἔγιναν ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ αἱ ἐπαναληπτικαί. Δὲν εἴδατε ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν φίλων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ὅσον ἀδίκως εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν συνταυτίζεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ μοναρχισμοῦ, βασιλισμοῦ μᾶλλον, δὲν εἴδατε ὅτι δὲν ἐσημείωσεν καμμίαν πρόοδον; Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω συζητήσεις αὐτὴν τὴν ὥραν ἐὰν εἴπω ὅτι τοὐναντίον ἐσημειώθη καὶ ὑποχώρησις. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι μόνον ὅτι δὲν ἐσημειώθη καμμία πρόοδος, γιατί ἐπιμένετε ἀκόμη εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ πῶς δικαιολογεῖτε τὴν ἐπιμονήν σας, ἀφ’ οὗ σᾶς ἐπροτάθη καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, σᾶς ἐπροτάθη ἡ διεξαγωγὴ ἑνὸς δημοψηφίσματος, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ τότε ὅτε ἦσαν, ὅλοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ λαϊκὴ θέλησις καὶ τὸ ἠρνήθητε αὐτό; Καὶ μήπω; ἐγὼ προκαλῶν δριμυτάτας τὰς ἐπικρίσεις τῶν ἄλλων ἀρχηγῶν τῶν δημοκρατικῶν κομμάτων καὶ πρὸ πάντων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, δὲν σᾶς ἐπρότεινα καὶ βραδύτερον καὶ τώρα νὰ κάμωμεν ἕν δημοψήφισμα καὶ δὲν εἶπον ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ μεταβάλω τὴν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀναθέτων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην παρεχομένων οὕτω ὅλων τῶν ἐγγυήσεων ὥστε νὰ εἶναι εἰλικρινὴς ἡ ψηφοφορία, πῶς θὰ δικαιολογηθῇ ἑπομένως ἀπέναντι τοιαύτης ἀρνήσεως ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ θέλησις τοῦ τόπου; Τὶ ἄλλο κάμνετε παρὰ νὰ περιμένητε μήπως ἡμέραν τινὰ ἀλλεπάλληλαι συμφοραὶ νὰ ἐνσκήψουν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ κάμνουν τὸν κόσμον νὰ συχαθῇ, ὅπως συμβαίνει ἑκάστοτε, τὸ ὑπάρχον πολίτευμα; Διατὶ πιστεύετε τὴν ἀναστήλωσιν καὶ πάλιν τοῦ θρόνου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι δυνατὸν μεθ’ ὅσα συνέβησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν μνήμην μας εἰς τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας ἐξ αἰτίας ποῦ ὅλοι γνωρίζετε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε ὅτι ἕνα μέγα κόμμα, τὸ Δημοκρατικὸν θὰ ἀνεχθῇ μίαν ἡμέραν ν’ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου ὁ διάδοχος ἐκείνου ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κόμμα αὐτό, ὥστε νὰ γίνῃ ἀρχηγὸς ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ γενόμενος ἀρχηγὸς κόμματος, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἴσως, νὰ ὁδηγήσῃ τέλος πάντων εἰς τὴν καταστροφὴν τὴν Ἑλλάδα; Πῶς φαντάζεσθε ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν μίαν ἡμέραν, ἀνεκτά; Καὶ διατὶ τότε δὲν ἀποφασίζετε νὰ δώσητε τὰ χέρια καὶ νὰ τερματισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ μπορέσωμεν πραγματικῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὴν χώραν τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην; Ὁ κ. Τσαλδάρης μοῦ ἐμνημόνευσε τὴν προσπάθειαν ἐκ μέρους τοῦ λαϊκοῦ κόμματος νὰ μὴ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον. Ἐμνημόνευσα πάντοτε εὐγνωμόνως τὴν προσπάθειαν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διατί μοῦ λέγετε ὅτι παρεξήγησα τὴν στάσιν του; Μήπως νομίζετε ὅτι ἐνόμισα ὅτι δὲν εἶσθε μαχητικοί; Κάθε ἄλλο, ἐθεώρησα ὅτι ἡ στάσις τοῦ κόμματος εἶναι εἰς χεῖρας ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος δύναται νὰ αἴρηται ὑπεράνω τῶν καθημερινῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται, προσβλέπων εἰς ἕνα γενικώτερον σκοπόν, τοὐλάχιστον μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου σημείου διότι δὲν τολμᾷ οὔτε ὁ ἴδιος νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἀπωτέρου σημείου τὸ ὁποῖον θὰ ἐγείρετο ἐναντίον τῆς γαλήνης τῆς χώρας. Δὲν παρεξήγησα λοιπὸν τὴν στάσιν τοῦ κόμματος. Ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι ὄχι μόνον δὲν νοθεύω τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι ὅτι καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τῆς Κυβερνήσεώς μου καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας ἐκυβέρνησα τὴν Ἑλλάδα ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐφηρμόσθη μὲ τὴν πλέον εἰλικρινῆ πίστιν πρὸς αὐτὸν μὲ τὴν μεγαλειτέραν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν διὰ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀντελήφθην ὅτι ὁ λαὸς μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1920 δὲν μὲ ἤθελε δὲν ἐσκέφθην οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἀντισταθῶ κατὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
§248ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σφάλμα.
§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν ὁ τότε φρούραρχος Ἀθηνῶν, ἀρχηγὸς τῆς μεραρχίας Ἀθηνῶν καὶ νῦν ἀντιστράτηγος κ. Ὀθωναῖος μὲ ἐπεσκέφθη διὰ νὰ μοῦ δηλώσῃ ὅτι εἰς περίστασιν ἐκλογικῆς ἀποτυχίας εἶχεν ἀνάγκην καὶ ἄλλου στρατοῦ διὰ νὰ ἦτο βέβαιος ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν τοῦ εἶπον: ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποσπάσω ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν μέτωπον οὔτε ἕνα στρατιώτην διὰ νὰ τὸν φέρω νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μέτωπον. Ἄν ἡττηθῶ θὰ παραδώσω τὴν ἀρχὴν ἀμέσως εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ καθῆκον σας εἶναι νὰ φροντίσητε ὅπως ἡ διαδοχὴ γίνῃ ἄνευ κωλύματος καὶ ἄνευ τινος ἐμποδίου. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν καὶ πάλιν ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου τὸ πολίτευμα ἐλειτούργησεν ἀπολύτως κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον αἱ παρεκβάσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐγένοντο κατὰ πρόνοιαν αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὁ ὁποῖος σταματᾷ τὴν ἄσκησιν τῶν προσωπικῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ ἄν ἔγιναν καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, παρεκβάσεις τινὲς ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον νομιμότητα ἔγιναν εἰς ὅλας τὰς χώρας καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἔξω τῆς πολεμικῆς περιόδου, πότε ἐφηρμόσθη τὸ Πολίτευμα καλλίτερον, κατὰ τὸ πνεῦμα του περισσότερον παρ’ ὅτι ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου; Δὲν λέγω ὅτι ἐφηρμόσθη καλλίτερον παρ’ ὅτι ἐπὶ Τρικούπη ἢ Δεληγιάννη, ἀλλὰ λέγω ὅτι ποτὲ καλλίτερον δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ ἂν τὸ Πολίτευμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν συνῆλθεν ἀπὸ τοὺς κλονισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐπέφερεν κατ’ αὐτοῦ αἱ ἀσθενεῖς Κυβερνήσεις καὶ ἡ ἀπαισία δικτατορία, ἂν συνῆλθεν ὀφείλεται πρῶτον μὲν εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πράγματι ἀποκατέστησε τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ ἐθέσπισε τὸ νέον Πολίτευμα ἀλλὰ ἔτι μᾶλλον ἐπὶ τῆς δράσεως τῆς ἰδικῆς μου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τόσα ἤδη ἔτη μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς δικτατορίας παρέχει ἀκόμη καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ εἰς τὸν ξένον κόσμον τὸ θέαμα ἑνὸς λαοῦ ὁ ὁποῖος μετὰ τόσας συμφορὰς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναδημιουργίας, καὶ χωρεῖ εἰς αὐτὴν μὲ τόσον σταθερὸν βῆμα ἐξασφαλίζουσα τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν διεθνῶν συμφωνιῶν, ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, καταστέλλουσα κάθε ἀπόπειραν ἐσωτερικῆς ἀταξίας. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι δικαιολογημένη ἡ κατηγορία τοῦ αὐταρχισμοῦ ἡ ὁποία κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας αὐτῆς ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο τόσον ἔωλος καὶ τόσον ἀερώδης. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς φίλος καὶ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ τοῦ χαρίσω τὴν ἀπάντησιν, διότι εἶναι τόσον ἀργά, τέτοιαν ὥρα (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§251Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε προσωπικὰ ἐναντίον μου. Δὲν θὰ εἰσέλθω, κ. βουλευταί, εἰς μακρὰν ἀνταπάντησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλω μόνον νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν εἰς τὰ λεχθέντα.—Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν συμβαίνει τοῦτο. Ὁσάκις ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἕνα ὡρισμένον μοτίβο, τὸ ὁποῖον ἀντέτασσεν ἐναντίον μου. Ἀντέτασσεν ἐναντίον μου πάντοτε τὸ ζήτημα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ζήτημα τοῦ τραγικοῦ ἐκείνου τοῦ παρελθόντος. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λέγει ὅτι προσπαθεῖ νὰ μοῦ λειάνῃ τὴν ὁδὸν ὅπως τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ἀφ’ ἑτέρου ἐπωφελεῖται πάντοτε οἱασδήποτε περιστάσεως διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ κόμμα αὐτὸ ὡς ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ λαοῦ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διότι μοῦ ὑπομιμνήσκει λόγους τινὰς τοὺς ὁποίους εἶπε ποτὲ ὑπὲρ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὀφείλω ὅμως νὰ τοῦ δηλώσω ὅτι τὸν εὐχαριστῶ μόνον διότι μοῦ λέγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶμαι ὅμως καθόλου ἱκανοποιημένος ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὑπὲρ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος Διότι ἐγὼ δὲν ἀναμένω ποτέ, ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, δὲν ἀναμένω ποτὲ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκ πράξεων τῶν ἀντιθέτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω τελειωτικῶς, κοινοβουλευτικῶς ὑποστηρίζω ὅτι, ἄν θὰ ἔλθω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἔλθω μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέστησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἐπανέλαβα καὶ ἄλλοτε καὶ τὸ λέγω καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν, εἶναι νὰ μὴ δηλητηριάζῃ τὴν λαϊκὴν θέλησιν, διότι ὅταν παρέρχηται εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν παύει πάντα ἀπὸ τοῦ νὰ διαβάλλῃ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὅτι εἶναι κόμμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸν τόπον. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἔργον κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κυβερνήτου, ὁ ὁποῖος πράγματι θέλει τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι ἔργον κυβερνήτου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ πραγματικῶς νὰ ὑπάρξουν κόμματα ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ σχηματίζωνται, νὰ δύνανται νὰ ἀλληλοβοηθοῦνται εἰς σπουδαῖα ζητήματα. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ γνωρίζει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὅλος ὁ λαὸς διατὶ δὲν προσῆλθον, διατὶ τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν ἀπέσχε κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγραψα ἄλλωστε καὶ εἰς τὴν ἐπιστολήν μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ ἀνεγνωρίσθησαν παρ’ ὅλων τὰ ἀναφερόμενα ἐν αὐτῇ. Δὲν τὰ εἶπα τότε μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε: δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶχε προβῆ εἰς τοιαύτας δηλώσεις. Εἶχον προβῆ εἰς αὐτὰς τὰς δηλώσεις προεκλογικῶς καὶ δὴ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926. Καὶ εἰς ἰδιαιτέραν συνομιλίαν μας σᾶς εἶπον ἀκόμη διὰ τίνα λόγον δὲν ἠδυνάμην νὰ προσέλθω καὶ ὁ λόγος ἦτο ὅτι δὲν ἤθελα νὰ δώσω ἀφορμὴν ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁποίαν σέβομαι ὑπερπάντα ἄλλον ὡς τὴν μεγαλειτέραν ἐξουσίαν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ, δὲν ἤθελον νὰ δώσω ἀφορμὴν ὥστε νὰ ἐκτεθῇ ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς παρεκτροπὰς διὰ τὰς ὁποίας καθῆκον εἶχον πρὸ παντὸς ἐγὼ νὰ μὴ δώσω ἀφορμάς. Καὶ γνωρίζει καλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διατὶ δὲν ἦλθον. Ἀλλὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἦλθε πάλιν νὰ ἀνακινήσῃ τὸ ζήτημα καὶ λέγει: Τί νὰ κάμω ἐγώ; Δὲν θέλει τὸ Λαϊκὸν κόμμα Πράγματι ὅμως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω πῶς ἐργάζεσθε, ἀλλὰ ἐκτιμᾶτε πολὺ κακῶς τὰ πράγματα καὶ ἀντὶ νὰ ἐργάζησθε ὑπὲρ τῆς γαλήνης αὐτοῦ τοῦ τόπου, δυστυχῶς καὶ διὰ τῶν λόγων σας καὶ διὰ τῶν ἔργων σας δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ θέτετε μίαν μερίδα τοῦ λαοῦ εἰς μίαν δυσχερῆ θέσιν. Αὐτὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἄλλα δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§252Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπωφελοῦμαι κάθε εὐκαιρίας διὰ νὰ διαβάλλω τὸ Λαϊκὸν κόμμα διὰ νὰ τὸ παραστήσω ὡς τὴν κυριωτέραν ἀφορμὴν τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν διὰ τὴν μέλλουσαν ἡσυχίαν τῆς χώρας. Νομίζω ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη δὲν εἶναι καθόλου βάσιμος. Εἶπεν ὅτι αὐτὸ τὸ πράττω εἰς κάθε περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐλέγχει τὴν Κυβέρνησιν.
§253Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διεπιστώθη καὶ προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ σας φέρω αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι κάθε φορὰ ποὺ φέρετε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐγὼ δὲν σιωπῶ καὶ εἰς τὴν περίστασιν τὴν σχετικὴν τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Γεωργιάδη καὶ εἰς τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν σεῖς ἀνεκινήσατε τὸ ζήτημα. Τί θέλετε νὰ κάμω; Νὰ κάμω πῶς δὲν ἐννοῶ; Νομίζετε ὅτι κρύπτοντες τὸ νόσημά μας τὸ ἀληθινόν...
§255Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀνεκίνησα κανὲν ζήτημα.
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς δὲν ἀνεκινήσατε; Ὅταν μοῦ λέγετε ὅτι δὲν φροντίζω διὰ τὴν μέλλουσαν ἡσυχίαν τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν ὁμαλὴν διαδοχὴν τῆς Κυβερνήσεώς μου...
§257Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπα ἁπλούστατα τοῦτο καὶ μόνον ὅτι: ἀντὶ νὰ λέγετε διὰ τὰ κινήματα ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶσθε σεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κίνημα, δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ φροντίσητε νὰ ἀποκαταστήσητε τὴν γαλήνην εἰς τὴν χώραν, καὶ τὴν ὁμαλότητα ὥστε διὰ κάθε Κυβέρνησιν νὰ μὴ ὑπάρχῃ κίνδυνος κινήματος;
§258Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἀπαντῶ ὅτι· ὅλη μου ἡ προσπάθεια θὰ ἐγένετο ἐπὶ ματαίῳ, ἐφ’ ὅσον αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἔμενεν ἐκκρεμές. Ἀπορῶ πῶς δὲν τὸ καταλαβαίνετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν σᾶς κατηγορῶ διὰ τὰς ἀντιλήψεις σας, ἀλλὰ πῶς θέλετε τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μοῦ λέγετε ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶ κατ’ αὐτὸν τρόπον, νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτὴ δὲν θὰ ἀποβῇ ἐπὶ ματαίῳ ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια εἶναι ματαία ἐὰν εἰς τὸν ὁρίζοντα διαφαίνεται πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς ἀνακινήσεως τῆς ἐπανόδου τῆς βασιλείας. Δὲν εἰμπορεῖ παρὰ αὐτὸ νὰ ἐξαπολύῃ ὅλους τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου κατὰ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ὅτι κάθε φορὰ ἐγὼ φέρω αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν τὸ ἔφερα παρὰ ὁσάκις μὲ ἐπροκαλέσατε, ὁσάκις ἦτο ἀνάγκη ἀπαντῶν εἰς τὰς ἀντιλήψεις σας νὰ σᾶς εἴπω ποῦ κεῖται τὸ κακόν. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐγὼ εἶμαι καλλίτερος ἰατρὸς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Λέγω ὅτι ὠτακουστῶν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκω ἀπὸ ποῦ δύναται νὰ προέλθῃ ὁ κίνδυνος. Δὲν σᾶς κατηγορῶ ἂν θελήσητε μέχρι τέλους νὰ ἐπιμένετε εἰς τὰς ἀντιλήψεις σας, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σᾶς εἴπω: ἰδοὺ πόθεν ἀσφαλῶς θὰ προέλθουν οἱ κίνδυνοι. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελα νὰ δώσω, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην νὰ λέγῃ ὅτι ἐγὼ εἰς τὰ καλὰ καθούμενα ἀνακινῶ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ κάθε φορὰ ποὺ θ’ ἀνακινηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, δὲν ἠμπορῶ παρὰ ν’ ἀπαντήσω. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν γίνεται τίποτε κακὸν ἀπὸ τὴν ἀνακίνησιν αὐτήν. Εἶναι καλὸν νὰ μπῇ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου πρὸ πάντων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ζήτημα ποὺ δὲν εἰμπορεῖ πάλιν νὰ ξανάλθῃ εἰς τὸ μέσον ἐκτὸς ἐὰν ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Ἔχω δὲ διπλοῦν ἐγὼ τὸ καθῆκον νὰ τὸ κάμω, διότι ὑπῆρξε περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ στάσις μου ἡ ἄκρως συντηρητικὴ παρεξηγήθη εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ λέγεται καὶ νὰ γραφῇ ἀπὸ ὄργανον τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου ὅτι ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὴν παλινόρθωσιν τοῦ Γεωργίου. Δὲν ἐλέγετο μόνον εἰς τοὺς ἀριστοκρατικοὺς κύκλους τοῦ Λονδίνου ἐκεῖ ὅπου ἐσύχναζεν ὁ πρώην Βασιλεὺς Γεώργιος, ἐγράφη καὶ ἀπὸ ὄργανον τοῦ τύπου καὶ ἔφθασε μάλιστα καὶ ἕν σπουδαιότατον ὄργανον τοῦ τύπου νὰ μοῦ ἀποστείλῃ τηλεγράφημα καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ: Τὶ λέγετε σεῖς δι’ αὐτὴν τὴν ἐπικειμένην ἐπάνοδον τοῦ Γεωργίου; Καὶ ἀπήντησα μὲ ὀλίγας λέξεις καυστικάς, χωρὶς νά θίξω τὸ πρόσωπον πρὸς τὸ ὁποῖον διατηρῶ ὅλην τὴν εὐλάβειαν ὅπως εἶπα καὶ ἄλλοτε. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον ἐπιστεύθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπιστεύθη καὶ εἰς κύκλους τινας τοῦ βασιλικοῦ κόσμου τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὅτι ὁ Βενιζέλος δὲν εἶναι τόσον ὀξὺς ὅσον ἦτο ἄλλοτε. Δὲν μὲ ἀναγνωρίζουν πῶς ἐγὼ τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ὅτι ἤμην διάβολος μὲ κέρατα, πῶς κατώρθωσα τώρα νὰ εἶμαι ἄγγελος. Φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐδῶ παρεξηγήθη ἀπὸ πολλοὺς ἡ στάσις μου καὶ ὑπετέθη ὅτι ὁ Βενιζέλος ὁ ὁποῖος εἶναι φρόνιμος ἄνθρωπος καὶ ὁ ὁποῖος τέλος πάντων ἐπανελθὼν εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν, ἐμπῆκεν εἰς ὅλες τὶς φροντίδες διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ στερεώσῃ αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, διὰ τὸ ὁποῖον εἰργάσθημεν ὅλοι ἀπὸ 20 ἐτῶν. Αὐτὸς εἰμπορεῖ νὰ μπῇ καὶ εἰς τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν καὶ νὰ φέρῃ ἐπάνω ἀπὸ ὅλα μιὰ κορῶνα. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι εἶναι καθῆκον μου ὁσάκις μοῦ δίδεται αἰτία νὰ διαλύσω αὐτὰς τὰς πλάνας ὅταν τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὅταν τὸ μέγα Λαϊκὸν κόμμα κατωρθώσῃ νὰ ἐμπνευσθῇ ὅπως εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ γενόμενα δὲν δύνανται ἀγέννητα νὰ γίνουν, πᾶσα δὲ ἀπόπειρα ὅπως καταστήσωμεν ἀγέννητα θὰ ἐξαπολύσῃ συμφορὰς ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, τότε καὶ μόνον μὲ τὴν φιλοπατρίαν του, τὴν ὁποίαν οὐδὲ πόρρωθεν διανοούμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ εἴπῃ: Ἔχω τὰς προσωπικάς μου προτιμήσεις δι’ ἕνα θεσμόν. Ἀναγνωρίζω ἐν τούτοις, ὅτι, ὅπως ἦλθον τὰ πράγματα ὁ ἐκπροσωπῶν τὸν θεσμὸν τοῦτον δὲν εἶναι ἀνεκτὸς διὰ μίαν μεγάλην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀπόπειρα παλινορθώσεώς του δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ ἐξαπολύσῃ ὅλους τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ ζητῶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ νὰ γίνῃ πίστις ἀληθής. Καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Χώρας ἀποκρούει τὴν παλινόρθωσιν ὅπως εἶναι καὶ ἀλήθεια καὶ ἐὰν ὁ μισὸς μόνον λαὸς τὴν ἀποκρούει καὶ τὴν ἀμφισβητεῖ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἡ παλινόρθωσις, ἑνὸς θρόνου ὁ ὁποῖος κατέπεσεν ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐκλήθησαν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἰς μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας στιγμὰς τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας, διὰ νὰ ἀποφασίσουν τὶ θὰ γίνῃ ἡ Ἑλλάς, καὶ ἓν μόνον κόμμα ἀπεκλείσθη, κόμμα δὲ μέγα, διότι τὸ κόμμα ἐκεῖνο τῶν Φιλελευθέρων ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι τὸ ἀντίπαλον τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ δυναστεία ἔπεσε καὶ ἡ παλινόρθωσις αὐτῆς δὲν εἶναι ἐφικτή. Ἔχω δὲ καθῆκον νὰ τὸ εἴπω, εἰξεύρω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν ἔχω νὰ κερδίσω ψήφους. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Αὐγούστου 1928 μὲ ἐψήφισαν καὶ πολλοὶ βασιλόφρονες. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ πρὸς αὐτούς, ἐὰν μὲ ξαναψηφίσουν νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου τοὐλάχιστον δὲν θὰ γίνῃ τοιαύτη παλινόρθωσις. Διότι μόνον συμφοραὶ εἰμποροῦν νὰ προέλθουν ἀπὸ τοιαύτην παλινόρθωσιν. Αὐτά, κύριοι, ἐθεώρησα ὅτι μοῦ ἐπιβάλλετο νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Τσαλδάρη.
§259Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκ τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἤδη ἀντιλαμβάνομαι πρὸς τίνα λόγον ἐπαναλαμβάνεται ἡ ὁμιλία αὐτή. Δὲν ἐπαναλαμβάνεται μόνον διὰ νὰ ἐπιφέρῃ καμμίαν βλάβην εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἀνάγκην παρατηρῶ νὰ ἐμπνεύσῃ πίστην ἔσω καὶ ἔξω πρὸ παντός....
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἔξω. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνησυχία τῶν ἔξω. Μὴ λέγετε αὐτὸ μὲ τὸ κῦρος σας, μὴ φθάνετε εἰς τὰ δημοσιεύματα τῆς «Ἑλληνικῆς».
§261Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θέλετε νὰ ἐξαλείψητε μίαν ἐντύπωσιν, πεπλανημένην βέβαια, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἄγνωστον πῶς ἔσω καὶ ἔξω ὅτι δύνασθε σεῖς ν’ ἀπαρνηθῆτε τὸ ἰσχῦον πολίτευμα καὶ νὰ σκεφθῆτε περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς βασιλείας. Ἐγὼ δὲν σκέπτομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὰ πολιτεύματα, εἴτε ἡ βασιλευομένη Δημοκρατία, εἴτε ἡ ἀβασίλευτος τοιαύτη, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως πολίτευμα δύναται νὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς θελήσεως εἴτε τοῦ Α κόμματος, εἴτε τοῦ Β κόμματος, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην προέλευσιν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν κάμνει καμμίαν ἐντύπωσιν καὶ δύνασθε νὰ σκέπτησθε ὅπως θέλετε περὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητον, εἶναι ἐπαναλαμβάνω ἀπαραίτητον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ θίγετε ἄλλο κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς ἰδικάς του ἰδέας, ἀλλὰ ὡς τὰς ἔχει τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ὡς τὰς χειρίζεται ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ κανένα κίνδυνον, ἀλλὰ τοὐναντίον χρησιμεύει ὡς προπύργιον κατ’ ἄλλων, ἐνδεχομένως ἐχόντων ἄλλας γνώμας, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐκδηλώσουν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ἐφ’ ὅσον τὸ θέλετε διὰ τὸν ἑαυτόν σας δηλώσατέ το καθαρὰ ὅτι ἐμμένετε εἰς τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ ποτέ, ἐὰν θέλετε νὰ ὑπάρχῃ πράγματι ἡσυχία εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, μὴ διαβάλλετε ἕν κόμμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε καμμίαν ἀπόδειξιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς ἑκάστην περίστασιν ἐπαναφέρετε αὐτὸ τὸ ζήτημα, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον νὰ φαίνεται ὅτι δῆθεν αὐτὸ τὸ κόμμα θὰ κάμῃ ἀνατροπάς. Καὶ μὲ συμβουλεύετε ἐμένα νὰ ἐγκαταλείψω τὰς ἰδέας μου, χάριν μιᾶς ἄλλης μερίδος τοῦ λαοῦ ὅταν σεῖς δὲν ἐσεβάσθητε μίαν ἄλλην μερίδα τοῦ λαοῦ ἀποκλείσαντες αὐτὴν ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης.
§262Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχω καὶ πάλιν καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι.............. διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἐὰν τοῦ ζητήσῃ ὁ λαὸς δημοψήφισμα νὰ κάμῃ, θὰ τὸ κάμῃ.
§263Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς εἴπατε καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι κακὰ συντεταγμένον, διότι δὲν δίδεται εὐκαιρία ἵνα διὰ δημοψηφίσματος ἐκδηλωθῇ ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ. Τώρα λοιπὸν θέλετε ν’ ἀποκλείσητε ἕναν νόμιμον τρόπον ἐκδηλώσεως τῆς λαϊκῆς γνώμης.
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἕτερον ἑκάτερον. Ἐγὼ κατέκρινα τοὺς ψηφίσαντας τὸ Πολίτευμα, καὶ τοὺς ἀνεκοίνωσα τότε τὰς ἀντιλήψεις μου, καὶ τοὺς εἶπα, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀποκλείετε ἐνδεχομένην ἀναθεώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ Πολιτεύματος. Περιβάλλατέ την μὲ ἐγγυήσεις πολλάς, ἀλλὰ ἀφήσατέ την ἀνοιχτή, διότι ὅταν κλείετε τὴν τοιαύτην κανονικὴν καὶ ὁμαλὴν ἀναθεώρησιν, ἀνοίγετε τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Τὸ εἶπα αὐτό. Ἀλλὰ κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος πῶς δικαιολογεῖτε τὴν ἄρνησίν σας ὅπως γίνῃ δημοψήφισμα κατὰ τὸ 1927;
§265Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ 1927 ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ δημοσιεύσῃ οὔτε τοὺς πίνακας ἀπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὄχι νὰ ἐνεργήσῃ δημοψήφισμα......
§266Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀπάντησίς σας, τὴν δέχομαι, ἔχετε δίκαιον. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως, διατὶ δὲν ἐδέχθητε τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα πρὸ 15 μηνῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε;
§267Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πῶς δὲν ἐδημοσιεύθησαν οἱ πίνακες, εἰς ποίας δυσκολίας εὑρέθητε;
§268Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε ἀποτανθῆτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς εἴπῃ.
§269Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδεμία ἐξέγερσις ἐγένετο ἐναντίον τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων καὶ οἱ πίνακες ἐδημοσιεύθησαν ἄνευ ἀντιδράσεως.
§270Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ἔγινεν αἰτία διαταραχῆς, ἀλλὰ ὅτι ἠργοπόρησαν.
§271Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τοῦτο συνέβη, διότι εἴμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς ὁμαλότητος διότι ἦτο πρόσφατος ἀκόμη ἡ σύγκρουσις τῶν δύο ἀντιπάλων κόσμων, οἱ ὁποῖοι ἐχωρίζοντο ἀπὸ μιᾶς μακροτάτης διαμάχης καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν ἡ ἐπαναφορὰ τῶν ἀποτάκτων, νὰ ἐγέννησεν κάποιαν ἀνησυχίαν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε τὴν θέλησίν της καὶ οἱ πίνακες κατηρτίσθησαν, ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν.
§272Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐνῷ ἐγὼ μὴ γνωρίζων ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἐδέχθην τὸ ἐπιχείρημα, ἀμφισβητεῖ ὅμως τοῦτο ὁ τότε μετέχων τῆς Κυβερνήσεως καὶ προϊστάμενος τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ ἂς τὸ ἀφίσωμεν αὐτό. Ἐγὼ ἐρωτῶ, ποία δυσχέρεια ὑπῆρχε νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασιν τὴν γενομένην πρὸ 18 μηνῶν νομίζω ὅπως διὰ τοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐξασφαλισθοῦν οἱ ὅροι τῆς εἰλικρινοῦς διεξαγωγῆς ἑνὸς δημοψηφίσματος;
§273Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν εὑρέθην εἰς ἰδιαιτέραν συνομιλίαν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ὅπου τότε ἐμένατε τὶ μοῦ εἴπατε περὶ τοῦ δημοψηφίσματος;
§274Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ σᾶς εἶπα.
§275Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ κάμω ἕνα δημοψήφισμα διὰ νὰ βγῆτε σεῖς ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν σας. Δὲν σκέπτεσθε σοβαρῶς.
§276Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς εἶπα ὅτι, κ. Τσαλδάρη πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσητε μίαν μόνην στιγμὴν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ δημοψηφίσματος; Ἐὰν σᾶς ζητῶ νὰ τὸ κάνετε, εἶναι διὰ νὰ δοθῇ καὶ εἰς σᾶς μία διέξοδος νὰ γίνῃ ἕνα δημοψήφισμα εἰλικρινές, ἵνα ἐξακριβωθῇ τέλος πάντων ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ νὰ τελειώσωμεν ἀπ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν σᾶς εἶπα νὰ κάμωμεν τίποτε τὸ εἰκονικόν, σᾶς εἶπα βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ξεύρω καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι σεῖς μοῦ τὸ εἴπατε πρῶτος, μοῦ εἴπατε «μὰ τὶ τὸ θέλετε τὸ δημοψήφισμα τὸ ἀποτέλεσμα σήμερον εἶναι βέβαιον» καὶ σᾶς εἶπα: «βέβαιον εἶναι ἀλλὰ μᾶς χρειάζεται μία λύσις τοῦ ζητήματος». Δὲν μπορεῖτε λοιπὸν νὰ λέγετε ὅτι ἐγὼ διαβάλλω τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι ἀποτελεῖ τὸ συντηρητικώτερον μέρος τοῦ βασιλικοῦ κόμματος. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ ἀμφισβητήσετε—καὶ δὲν τὸ ἀμφισβητῆτε—ὅτι καλούμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ εὑρισκόμενος πρὸ μιᾶς αἰτήσεως τοῦ λαοῦ νὰ κάνετε δημοψήφισμα, ὅτι δὲν θὰ τὸ κάνετε. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι παρὰ τὴν θέλησίν σας, ἐντελῶς ξένος, ἔξω τοῦ κύκλου τῶν προβλέψεών σας θὰ γίνῃ ἀνακίνησις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία θὰ ἐξαπολύσῃ ὅλους τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως...
§277Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐγὼ εἶμαι κυβερνήτης, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε ἐναντίον τῆς θελήσεώς μου.
§278Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτὸ δὲν λέγω ὅτι θὰ σᾶς ἐξαναγκάσουν.
§279Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχω πυγμὴν ἀλλὰ λέγω ὅτι ἔχω θέλησιν.
§280Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἔχετε τοιαύτην θέλησιν καὶ μᾶς δηλώσητε σαφῶς ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἐὰν κληθῆτε εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν θὰ θεωρήσητε μόνον τὴν πλειοψηφίαν ὡς ἀρκοῦσαν εἰς ὑμᾶς ἵνα μεταβάλλετε τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ εὑρισκόμενος ἐνώπιον αἰτήσεως τοῦ λαοῦ νὰ γίνῃ τὸ δημοψήφισμα, θὰ τὸ κάνετε: εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ κάνετε ἀμέσως. Δὲν λέγω χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ὄχι, δὲν θὰ τὸ κάνετε χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ἀλλὰ θὰ τὸ κάνετε διότι θὰ τὸ θέλετε ἢ διότι αὐτὸ θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν ἀντίληψίν σας. Ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι τότε ἡ ἐπανάστασις θὰ ἐξαπολύσῃ ὅλους τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου, καὶ πρὶν ἀκόμη κάνετε τὸ δημοψήφισμα οἱ ἀσκοὶ τοῦ Αἰόλου θὰ ἐξαπολυθοῦν ἐναντίον τῆς Χώρας, μὲ μόνην τὴν πιθανότητα, ὅτι ὁ τόπος θὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν τοιαύτην ἐπανάστασιν.
§281Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ περιμένῃ κανεὶς εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν μετὰ ἑξάωρον συζήτησιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ μιᾶς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς ἐξέκλινεν ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς βάσεως τῆς συζητήσεως, ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου πεδίου εἰς τὸ ὁποῖον θεωρῶ τὴν συζήτησιν τελείως ἐξαντληθεῖσαν. Διότι ἐγὼ τὰς ἀπόψεις μου τὰς ἐξέθεσα δημοσίᾳ. Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἴσως ἄλλοτε, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον.
§282Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ τοῦ λόγου.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)