1931.03.12
3.574 στίχοι · 26.193 λέξεις · 129 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47η
ΠΕΜΠΤΗ 12 ΜΑΡΤΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ δήμαρχος Κοζάνης παρακαλεῖ ὅπως προτιμηθῇ ἡ χάραξις τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ Καλαμπάκας–Κοζάνης. —Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπότσαρης καταθέτει τηλεγράφημα κατοίκων Ἰωαννίνων ζητούντων τὴν παροχὴν ἀρωγῆς λόγῳ καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους των. —Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀνθρακόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν συνεταιρισμῶν τῆς περιφερείας Πενταπόλεως ζητούντων τὴν ἵδρυσιν αὐτονόμου καπνικοῦ ὀργανισμοῦ ἐγοποίησιν τῶν χρεῶν, κατάργησιν φόρου οἰκοδομῶν κ.λ.π. —Τὸ σωματεῖον καπνεργατῶν «ἡ Ὁμόνοια» Βόλου ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀποφάσεως περὶ δημιουργίας νέων καπνεργατριῶν καὶ τὴν μὴ πρόσληψιν παρὰ τῶν καπνεμπόρων ἐν τῷ μέλλοντι ἄλλων. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ροδολείβους παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς τοὺς πολεμοπαθεῖς κατοίκους Ἀνατολικῆς Μακεδονίας χορηγηθέντων βοηθημάτων, πρὸς ἀνακούφισίν των. — Ἁμαξηλάται καὶ καρραγωγεῖς Ἀμφίσσης διαμαρτύρονται διὰ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεώς των. —Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ νόμου 4845 «περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων». —Τὸ ἐπαγγελματικὸν καὶ βιοτεχνικὸν ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν ἐπενεκτέων τροποποιήσεων εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος». —Ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Κ. Βουδούρης καταθέτει καὶ συνιστᾷ ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Ζαχάρως, ζητοῦντος τὴν ἔκδοσιν εἰδικοῦ νόμου πρὸς ἐπιβολὴν φορολογίας εἰς τὰ λουτρὰ Καϊάφας ὑπὲρ τῆς κοινότητος Ζαχάρως. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων. 1) «Περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν Νόμων περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων». 2) «Περὶ νομιμοποιήσεως καὶ τρόπου δικαιολογήσεως τῶν εἰς ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς καὶ συνταγματάρχας, ὡς ἐπιθεωρητὰς τῆς Χωροφυλακῆς, πληρωθέντων καὶ πληρωτέων ἐπιδομάτων, λόγῳ ἐξόδων παραστάσεως θέσεως καὶ λόγῳ στερήσεως αὐτοκινήτου». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4556, περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Διευθύνσεως Τεχνικῶν Ἔργων ὑπουργείου Γεωργίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λούλης, Ν. Τζερμιᾶς, Α. Θεολογίτης, Π. Λούβαρης, Ι. Κουτσίνας, Γρ. Τηλικίδης, Α. Παχνός, Ἠλ. Ἀσπιώτης, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν κυρωθέντων διὰ τῶν νόμων 3995 καὶ 3286 Ν. Δ. περὶ ἀμνηστείας καὶ ἀναστολῆς ποινῶν κλπ.» Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ζωγράφος, Ἠλ. Ἀσπιώτης Κ. Ἀλαβάνος, Γ. Σακαλῆς, Β. Ἀγγελῆς, Θ. Κολιαλέξης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 3616 περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν Νόμων ΓΥΛΖʹ, 3397, 3742, 3859 περὶ ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Παπαφλέσσας ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Β. Ἑλλάδος περὶ τοῦ ἀποτάκτου ὑπολοχαγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ Σ. Νικολάου.
§3Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι διὰ πολλοστὴν φορὰν εἰς τὸ βῆμα ἵνα ὄχι πλέον ἀναγγείλω καὶ ὑποστηρίξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορὰν ἀλλὰ διὰ νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πρόκειται κ. Πρόεδρε, περὶ ἑνὸς ὑπολοχαγοῦ ὁ ὁποῖος ἀπετάχθη διὰ τὸ ζήτημα ὅτι ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐνυπόγραφον καταγγείλας πράξεις ἐκνόμους τοῦ ἀνωτέρου του, ὁ ὁποῖος ἀνώτερός του κατόπιν ἀνακρίσεως παρεπέμφθη καὶ ἐτιμωρήθη διότι ὅσα ἀνεφέροντο ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶς λαβόντων χώραν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι συνεκινήθη διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἦτο σκληροτάτη (κατὰ τὴν φράσιν του), καὶ παρακάλεσε τὸν τότε κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ τὴν μελετήσῃ. Δυστυχῶς ἐλησμόνησε. Δὲν τὸν καταγγέλω διότι ἡ λήθη εἶναι ἀνθρώπινον ἐλάττωμα. Ἀλλὰ τώρα ὅτε ὑπουργὸς τῶν Στρ)κῶν εἶναι καὶ στρατιωτικὸς, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι πρέπει νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὑπολοχαγοῦ Νικολάου, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν ἀνέφερα τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγανάκτησε διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συνεκινήθην μᾶλλον.
§5Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Συνεκινήθητε τὴν πρώτην φορὰν καὶ ἠγανακτήσατε τὴν δευτέραν, διότι εἶπον κἄτι τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκαμε νὰ ἀγανακτήσητε. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐὰν τὸ ἔκαμε αὐτὸ τὸ ἔκαμε ὄχι διότι δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς ὅ,τι κατηγόρει, ἀλλὰ διότι ἐφοβήθη τὴν στρατιωτικὴν προανάκρισιν ὅτι δὲν θὰ ἔκαμε τὸ καθῆκον της ὅπως καὶ πραγματικῶς δὲν τὸ ἔκαμε. Θὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ὅπως ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ τέως ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸ ἑξῆς: Ἐπανέφερε διὰ διατάγματος τὸν ἐν ἀποτάξει λοχαγὸν τοῦ μηχανικοῦ Γιαλουράκον κλπ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ αὐτὸ εὐγενὲς καὶ ἐπιεικὲς παράδειγμα τοῦ τέως συναδέλφου του. Εἶναι ἄδικον κ. πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ συνεκινήθητε πρέπει νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ συγκινῆσθε μέχρις ὅτου ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ἔντιμον ἀξιωματικὸν ἀδικηθέντα.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐδίστασα νὰ ἐκδηλώσω τὰ αἰσθήματά μου κατὰ τὴν ἄλλην φορὰν καὶ τὰ ἐκδηλώνω καὶ σήμερον ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς καὶ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω· διότι καὶ σεῖς γνωρίζετε ὅτι τὸ παράπτωμα ἦτο στρατιωτικὸν ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ποινὴ ἦτο δυσανάλογος πρὸς τὸ ἔγκλημα. Ἐγνωρίζετε ὅμως ὅτι ἂν προχωρήσω περαιτέρω θὰ δώσω ὅπλα καὶ εἰς τὴν πτέρυγα αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἄλλην κατὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν, νὰ μοῦ εἰποῦν ὅτι εἶμαι αὐταρχικὸς καὶ ἐπεμβαίνω εἰς ὅλα.
§7Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Διά νὰ σᾶς προφυλάξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, κύριε πρόεδρε, εἶπον «νὰ συστήσητε» καὶ ὄχι νὰ διατάξητε».
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν συνάδελφόν μου νὰ μεριμνήσῃ, καὶ λέγω ὅτι συνεκινήθην ἐκ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Μπακόπουλος, Α. Παπαθανάσης καὶ Ι. Παπαφλέσσας ἐπὶ ἀναφορᾶς συνδέσμου ἀλληλεγγύης ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν στρατευσίμων.
§10Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιτοῦμαι κύριοι βουλευταὶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω εἰς τὴν βουλὴν καθ’ ὅσον αὕτη ἀφορᾷ ἕνα σπουδαιότατον ζήτημα σχέσιν ἔχον μὲ τὴν ὕπαρξιν δύναμαι νὰ εἴπω μιᾶς μεγάλης κοινωνικῆς μερίδος τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τοῦ μερίσματος τὸ ὁποῖον πληρώνει μέχρι σήμερον τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ εἰς τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει κίνδυνος νὰ περικοπῇ ἕνεκα τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος μὲ ὀλίγας λέξεις ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ συσταθὲν ἀπὸ πολλῶν 10ετηρίδων πληρώνει ἕνα μέρισμα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἔχον ἀντίκρισμα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἀντισηκώματα.
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐρρυθμίσαμεν.
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ εἰπῶ καὶ αὐτό. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου ἐψηφίσθη ἕνας νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξήρχοντο ἀθρόως διάφοροι ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεβάρυνον τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν τὸ μετοχικὸν ταμεῖον στρατοῦ. Ἦλθε μιὰ ἐποχὴ τὴν ὁποίαν ἐντελῶς ἰδιαιτέρως θὰ μνημονεύσω διότι αὕτη ἔν τινι μέτρῳ βαρύνει καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς ἀξιωματικούς, δηλαδὴ ἡ Παγκαλικὴ περίοδος, ἡ ὁποία δι’ ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ Μαρτίου τοῦ 1926 ἀφῄρεσε τὰ 50% ἐκ τῶν πόρων τῶν ἀντισηκωμάτων ἀπὸ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἀκριβῶς θέλω νὰ τονίσω ἰδιαιτέρως ἐντελῶς καὶ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχουν ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους των, οἱ ὁποῖοι τοὺς παραπλαγῶσι μὲ τὰ ἐπιχειρήματα ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς χώρας παραβλέπουν τὰ συμφέροντα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μόνον δικτάτορες ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν οἰκογενείας προερχόμενοι δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ ὅτι παρασυρόμενοι ἐκ τοιούτων ψευδῶν ὑποσχέσεων σκάβουν τὸν λάκκον των, ὅπως τόν ἔσκαψαν ἐπὶ τῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου ὁπότε πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τὸν ὑπεστήριξαν καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ σκάψουν αὐτοὶ τὸν λάκκον των. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τὸ 1929 ἡ παροῦσα κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνέστησε μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐξήτασεν ἐμπεριστατωμένως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ. Τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἦτο ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ταμείου δὲν εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρόσθετον ἀκόμη ἀφαίρεσιν τῶν πόρων τοῦ ταμείου διότι τότε θὰ μειωθῇ κατ’ ἀνάγκην τὸ μέρισμα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σχεδὸν πάγιον, καὶ γνωρίζετε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐντελῶς ἰδιαιτέρως καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ κράτους ἀπὸ ἀπόψεως συντάξεων εὑρίσκονται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν, θὰ εὑρεθοῦν εἰσέτι μειονεκτικωτέραν θέσιν. Ἤδη πληροφοροῦνται ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ μειώσῃ ἀκόμη διὰ νομοθετικοῦ μέτρου τοὺς πόρους τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ ὄχι μόνον νὰ μὴ θίξῃ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἀλλ’ εἰ δυνατὸν νὰ τὸ ἐνισχύσῃ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν πόρον ζωῆς τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἀφιερώνουν ὅλην των τὴν ζωὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος δίκαιον δὲ εἶναι νὰ ἔχουν ἕνα πόρον ζωῆς μετὰ τὴν ἀποστράτευσίν των.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαφλέσσας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§14Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Κρατεῖται εἰς συγκίνησιν ὁ κόσμος ὁ τροφοδοτούμενος ἐκ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου ἐπὶ τῇ διαδοθείσῃ φήμῃ ὅτι πρόκειται τὰ ἀντισηκώματα νὰ καταργηθοῦν. Διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐγένετο ἀθρόα ἔξοδος ἀξιωματικῶν διὰ λόγους σκοπιμότητος. Ἡ ἀθρόα αὕτη ἔξοδος ἐπεβάρυνεν τοὺς πόρους τοῦ μετοχικοῦ ταμείου ὥστε εὑρέθη τοῦτο πρὸ τῆς δυσκόλου θέσεως νὰ ἀποφασίσῃ τὴν μείωσιν τοῦ μερίσματος ἐν ᾗ περιπτώσει πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα αὕτη. Τὸ ὑπουργεῖον τότε προέβη διὰ πράξεως ἀγαθοποιοῦ καὶ ἀντὶ ἀθρόας εἰσροῆς εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἔδωσε ὡς ἀντισταθμίσματα τὰ ἀντισηκώματα τῶν ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν. «Θὰ πάρετε—εἶπεν— τὰ ἀντισηκώματα» διότι ἀντελαμβάνετο ὅτι ἐδημιουργήθη ἀνώμαλος πληθώρα μετόχων ἄνευ λόγου. Μετὰ ἓν ἔτος ἄλλη Κυβέρνησις μετέβαλε τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου καὶ εἶπε «Θὰ πάρετε τὰ μισά, τὰ δὲ ἄλλα μισὰ θὰ τὰ πάρῃ τὸ Κράτος». Τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἠναγκάσθη ἂν παραδεχθῇ τὰ μισὰ καὶ ἔκτοτε τὸ μετοχικὸν ταμεῖον πληρώνει ἐτησίως 20.000.000 διὰ συντάξεις εἰς τοὺς ἀνωμάλως ἐξελθόντας τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικούς. Τὸ 1927 ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι πρέπει ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γίνῃ εἰς βάρος τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν τοῦ μετοχικοῦ ταμείου καὶ δι’ ἐγγράφου του ἐδήλωσεν ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1926 τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 60–65 ἑκατομμύρια, θὰ δοθοῦν εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ὄχι ὅμως ὅλα μαζύ· θὰ ἐγράφετο πίστωσις κατ’ ἔτος 10 ἑκατομ. τὰ δὲ ἄλλα τὰ εἰσπραττόμενα θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ κοινὸν ταμεῖον. Εὐτυχῶς ἡ σκέψις αὕτη τοῦ ὑπουργοῦ δὲν ἐπραγματοποιήθη διότι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὑποχρεωμένον ἀναλόγως νὰ περικόψῃ τὸ μέρισμα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἤδη γίνεται τὸ ἑξῆς: μὲ τὰ 10.000.000 τὰ καταβαλλόμενα κατ’ ἔτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ μέρισμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος βλέπω ὅτι εἰσῆλθεν τελείως εἰς τὸ ζήτημα, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ 10.000.00) ἀλλὰ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα οὕτως ὥστε ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ τὴν διανομὴν τῶν μερισμάτων νὰ χορηγῆται εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον κατ’ ἔτος εἴτε δικαιοῦται εἴτε ὄχι. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει καὶ νὰ δίδωνται τὰ ἀντισηκώματα διότι τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, διότι μεταξὺ Κράτους καὶ μετόχων ἐγένετο σύμβασις. «Ἐγὼ—εἶπε τὸ Κράτος—θὰ κάμω ἀθρόως, ἀξιωματικοὺς μετόχους διὰ σκοπιμότητα», οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ καταλάβωσι ἐπὶ ἔτη εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τὰ ὁριζόμενα, αἴφνης ἀνετράπησαν οἱ ὅροι καὶ πληρώνει τὸ ταμεῖον. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρώτην συμφωνίαν τοῦ ὑπουργείου.
§15Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐξασφαλίζεται τὸ μέρισμα.
§16Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Μάλιστα, δίδετε 4.000.000 δρχ. καὶ 6½ τὰ ὑπάρχοντα γίνονται 10½ ἑκατομμύρια ἀλλὰ μέχρι τῶν 20 ὑπολείπονται 10 ἀκόμη ἑκατομμύρια. Πρέπει λοιπὸν νὰ δοθοῦν καὶ αὐτὰ διότι ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν συνέστησε τὸ ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εὗρεν ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον στρατοῦ ὑπάρχει ἔλλειμμα 16½ 000.000 δραχμῶν τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἕνεκεν τῆς εἰσροῆς τῶν ἑκουσίως καὶ ἀνωμάλως ἐξελθόντων ἀξιωματικῶν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ στερήσῃ καὶ τοῦ ἄρτου ἀκόμη αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες ἐπὶ τόσα ἔτη ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα των, ἤδη στεροῦνται στέγης, διότι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν τὸ ἐνοίκιον καὶ ὑφίστανται ἐξώσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὰ τὰ αἰσθήματα νὰ μεριμνήσουν οὕτως ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἰδέα ὅτι πρόκειται νὰ ἀφαιρεθοῦν τὰ ἀντισηκώματα καὶ νὰ βεβαιωθῇ ὁ κόσμος αὐτὸς ὅτι τὸ Κράτος πραγματικῶς θὰ φανῇ στοργικὸν ὅπως—καὶ πρέπει—εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν τὰ καλλίτερα χρόνια τῆς ζωῆς των ὑπερασπιζόμενοι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Κακουρίου διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Ὀρχομενοῦ.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Καροπλεσίου Καρπενησίου ζητούντων τὴν παροχὴν βοηθείας λόγῳ καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία πρό τινος νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τὰ ὁποῖα ἔπαθον καθίζησιν, ἡ καταστροφὴ καθὼς φαίνεται καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων πληροφοριῶν εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅσον τὴν ἀνέφερον αἱ πρῶται πληροφορίαι. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἡ συνδρομή της εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα καὶ νὰ γίνῃ, ἄνευ ἀναβολῆς, μάλιστα μία ἀσφαλεστέρα ἐγκατάστασις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τὰ χωρία αὐτά, διότι διατρέχουν τὸν ἔσχατον κίνδυνον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστούλας ἐπὶ ἀναφορᾶς συλλόγου μικροϊδιοκτητῶν Καρδίτσης.
§22Π. ΧΡΙΣΤΟΥΛΑΣ. Ἐξέθεσα καὶ προφορικῶς τὴν κατάστασιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ μικροϊδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἕναν σύλλογον, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοὺς 1000 καὶ παρεκάλεσα νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία μὲ τὸ ἀζημίωτον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, διὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς.
§24Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ συνεχεῖς θεομηνίαι ἔφεραν, ὡς ἦτο φυσικὸν καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης κρίσιν οἰκονομικὴν τρομερὰν καὶ οἱ διάφοροι μικροϊδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν, ἀφ’ οὗ ἐπλήρωσαν ἤδη πολλὰ εἰς τοὺς διαφόρους τοκογλύφους οἱ ὁποῖοι τοὺς λυμαίνονται, ἀδυνατοῦν νὰ ἐκληρώσουν λόγῳ τῆς κρίσεως τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς αὐτούς. Αἱ περιουσίαι λοιπὸν ὅλων αὐτῶν τῶν πτωχῶν μικροϊδιοκτητῶν εἶναι πρὸς πλειστηριασμόν, ἀλλὰ ἡ ἐκποίησίς των ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας θὰ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν καὶ τῶν ὀφειλετῶν μικροϊδιοκτητῶν καὶ τῶν δανειστῶν, διότι οἱ ἀγορασταὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγοράσουν τὰ κτήματα εἰς δικαίας τιμάς, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου ἐπιβάλλεται ἡ παράτασις τοῦ χρεωστασίου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης ἐπὶ ἕν ἔτος τοὐλάχιστον ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑποχρεοῦνται οἱ ἀτυχεῖς μικροϊδιοκτῆται νὰ πληρώσουν τόκους καὶ ἔξοδα ἐκτελέσεως.
§25Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταὶ τὸ ζήτημα μελετᾶται ἤδη, διότι τοιαῦται προτάσεις ἔχουν ὑποβληθῆ καὶ ἐξ ἄλλων περιφερειῶν. Δὲν διστάζω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι θὰ ἀπέβλεπεν μετ’ ἐξαιρετικοῦ δισταγμοῦ εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ εὐεργετήματος τοῦ χρεωστασίου δι’ ἓν ἀκόμη ἔτος εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἰδιωτικῶν χρεῶν, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ παροχὴ αὕτη θὰ ἐκλόνιζε ριζικῶς τὴν πίστιν. Σᾶς βεβαιῶ μόνον ὅτι τὸ δικαιοστάσιον ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται θὰ παραταθῇ μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστούλας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ τέως Δήμου Ταμασίου Καρδίτσης, ζητούντων τὴν ἐπίσπευσιν τῆς χαράξεως τῆς Ἐθνικῆς ὁδοῦ Λαμίας– Καρδίτσης–Τρικκάλων.
§27Π. ΧΡΙΣΤΟΥΛΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἐνδιαφέρει τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, καὶ οἱ συμπολῖται μου θὰ ἔχουν τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμένουν αὐτὴν τὴν λύσιν ἡ ὁποία εἶναι καὶ πανελλήνιος. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἰδιαιτέρως νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς μεταβολῆς τῆς χαράξεως τῆς ὁδοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§29Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης συνελθόντες εἰς συλλαλητήρια διεμαρτυρήθησαν διότι ἡ ὁδὸς αὐτὴ δὲν ἤρχισεν ἀκόμη κατασκευαζομένη. Πρόκειται, κύριοι, περὶ μιᾶς ὁδοῦ ἡ ὁποία θὰ συνδέσῃ τὰς ἐπαρχίας Δομοκοῦ–Καρδίτσης, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται ἐντελῶς συγκοινωνίας. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶναι τὸ μόνον μέσον διὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν οἱ πόροι καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας διότι πρόκειται περὶ ζητήματος παραγωγῆς, καὶ διότι αἱ περιφέρειαι αὐταὶ εἶναι ἀπὸ τὰς παραγωγικωτέρας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐπὶ ἀναφορᾶς πολυτέκνων Λαμίας ζητούντων τὴν χορήγησιν πρὸς καλλιέργειαν τοῦ ἀγροκτήματος Καλυβίων.
§31Π. ΦΛΩΡΟΣ. Νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ κ. Πρόεδρε.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς προέδρου τῆς κοινότητος Νιγρίτης περὶ διαγραφῆς τῶν χρεῶν τῶν χορηγηθέντων ὡς περίθαλψις κατὰ τὸ ἔτος 1919».
§33Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριε ὑπουργέ, ὁ ταμίας Νιγρίτης ἔχει ἐκδώσει ἐντάλματα ἐναντίον ὅλων τῶν κατοίκων. Ἔχω δὲ ἐδῶ τηλεγράφημα ὑπογεγραμμένον ἀπὸ ὅλους τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων, ὡς καὶ ὑπὸ τῶν συνεταιρισμῶν. Διατί νομίζετε κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καταδιώκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Κατὰ τὸ 1919 ὅτε ἐξετοπίσθησαν καὶ κατόπιν ἐπανῆλθον τοὺς ἐδόθησαν ὡς περιθάλψεις καὶ ὡς πόροι ζῶα καὶ διάφορα ἄλλα εἴδη. Δὲν ἐνόμιζεν κανεὶς ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τὸ Δημόσιον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν εἰδῶν αὐτῶν μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου 10ετίας. Εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν σήμερον ὑφισταμένην κρίσιν νὰ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ νὰ τοὺς ζητῇ χρήματα δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσεν εἰς εἶδος, διὰ νὰ βοηθηθοῦν λόγῳ τῆς ἐκτοπίσεως τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστῆ, κατὰ τὴν προσέλευσιν καὶ πάλιν εἰς τὰς οἰκίας των; Ἔχει ἀναστατωθῆ ὁλόκληρος ἡ περιφέρεια διότι ἐπῆγαν ἐκεῖ τὰ ἐντάλματα.
§34Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα σᾶς ἐδόθησαν εἶναι ὀλίγον καθυστερημένα διότι ἀπὸ 4 ἢ 5 ἡμερῶν ἤδη διετάχθησαν νὰ μὴ ζητοῦν τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων. Πρόκειται περὶ δανείων δοθέντων εἰς ἀποζημιωθέντας πολεμοπαθεῖς. Χάριν ἰσότητος ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ συμψηφισθοῦν τὰ ποσὰ αὐτὰ μὲ τὴν σήμερον λαμβανομένην ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ χάριν ἐπιεικείας οὔτε καὶ αὐτὰ θὰ συμψηφισθοῦν.
§35Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι ἀπὸ τὰς 28 Φεβρουαρίου. Ὥστε δὲν εἶμαι ἐγὼ καθυστερημένος ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον πρὸ 4 ἡμερῶν ἔλαβεν τὴν ἀπόφασιν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§37Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, σᾶς διαβιβάζω τὰς εὐχαριστίας καὶ τὴν χαρὰν τῶν πολιτῶν τῆς Νιγρίτης διὰ τὴν ἀναστολὴν ἡ ὁποία ἐδόθη ὅσον ἀφορᾷ τὰ βοηθήματα τοῦ 1920 καὶ θὰ παρακαλέσω ἀκόμη νὰ αὐξηθῇ αὐτὴ ἡ στοργὴ πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Νιγρίτης. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δεληγιάννης, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ τὸ πρᾶγμα ἰδιαιτέραν μέριμναν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐσπεύσαμεν νὰ μεταδώσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζομεν τὰς εὐχαριστίας μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακαλοῦντες ὅπως μὴ παύσῃ μεριμνῶσα ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ 1926 περὶ συστάσεως Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τροποποιηθέντος διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ αὐτοῦ ἔτους». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 1586 περὶ κληρονομιῶν, ἀπωλειῶν καὶ ἀποδόσεως τῶν ἐκ κληρονομιῶν ἀζητήτων εἰς τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης ἐδαφ. εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 3616 περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἐκτάκτου ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν στρατιωτικὴν λέσχην Φρουρᾶς Ἀθηνῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3738 περὶ συστάσεως ἐπιθεωρήσεως Σωμάτων Στρατοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1931–1932. Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Κωστόπουλος.
§40Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἑρμηνεύω ἐνώπιον ὑμῶν τὰς ἀπόψεις, εὑρέθη καὶ πάλιν ἐφέτος εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ μιᾶς ἀνέτου ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, χάρις εἰς τὴν ἔγκαιρον κατάθεσιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἔγκαιρος αὐτὴ καὶ ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν προθεσμιῶν κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μάλιστα ἐπαναλαμβάνεται διὰ δευτέραν φορὰν ἀφ’ ὅτου ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν τὴν ἐξουσίαν, ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως ἕνα σημαντικὸν σταθμὸν ὄχι μόνον εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον εἰς ὁλόκληρον τὴν πολιτικήν μας ζωήν. Διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι μόνον μία λογιστικὴ κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι πρᾶξις πρὸ παντὸς πολιτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν κατοπτρίζονται λεπτομερῶς αἱ οἰκονομικαὶ καὶ κοινωνικαὶ κατευθύνσεις τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος. Δυστυχῶς παρ’ ὅλην αὐτὴν τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, κατὰ τὸ παρελθὸν σπανίως ἐδόθη ἡ εὐχέρεια εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐπιληφθῇ μιᾶς ἐπισταμένης μελέτης τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ψήφισις παρ’ αὐτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1845 μέχρι σήμερον ἐπὶ 86 κατατεθέντων καὶ ψηφισθέντων προϋπολογισμῶν, μόνον οἱ 42 κατετέθησαν ἐγκαίρως καὶ ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν προθεσμιῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν 42 δὲ τούτων προϋπολογισμῶν μόνον οἱ 14 κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους τὸ ὁποῖον ἀφεώρων. Εἰς τοὺς 14 αὐτοὺς ἐγκαίρως ψηφισθέντας καὶ ὑποβληθέντας προϋπολογισμούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων μάλιστα τελευταῖος εἶναι ὁ πέρυσιν ψηφισθεὶς παρ’ ὑμῶν προϋπολογισμὸς τοῦ 1930–31, ἔρχεται ἤδη νὰ προστεθῇ ὡς 15ος καὶ ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–32. Ἀξίζει λοιπὸν ἀναμφισβητήτως, νὰ ἐξαρθοῦν αἱ προσπάθειαι αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν διὰ τὴν ἔγκαιρον κατάρτισιν καὶ κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποδεικνύει μόνον τὸν σεβασμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως τὴν σταθερὰν κατεύθυνσιν ἐν τῇ διοικήσει τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν ὑπεύθυνον πρόβλεψιν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων μῆνας ὁλοκλήρους πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς σχετικῆς χρήσεως. Θὰ ἀπετέλει ὅμως παράλειψιν ἂν παραλλήλως πρὸς τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἐχαράχθησαν ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἔγκαιρος αὐτὴ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐξήροντο καὶ αἱ προσπάθειαι αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν καὶ καταβάλλονται ἀκόμη διὰ τὴν ἐνημέρωσιν ἐν γένει τῶν δημοσίων λογιστικῶν, εἰδικώτερον μάλιστα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν διαφόρων ἐν καθυστερήσει ἀπολογισμῶν. Διότι δυστυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἅπαξ μόνον κατωρθώθη νὰ κατατεθῶσιν διάφοροι ἐν καθυστερήσει ἀπολογισμοί, νομίζω κατὰ τὸ ἔτος 1898, χωρὶς ὅμως καὶ τούτων νὰ κατορθωθῇ ἡ ψήφισις τότε παρὰ τῆς Βουλῆς. Οὐσιαστικῶς δηλαδὴ τὸ Κοινοβούλιον ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἤσκησε τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον ἔλεγχον περὶ τῆς καλῆς καὶ χρηστῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Συγχρόνως δὲ τὸ Κοινοβούλιον ἐστερήθη τοιουτοτρόπως καὶ ἑνὸς σημαντικοῦ μέσου ἐλέγχου τῶν διαφόρων προβλέψεων καὶ ἐκτιμήσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δεδομένου ὅτι κατὰ στοιχειῶδες δημοσιονομικὸν ἀξίωμα αἱ προβλέψεις αὐταὶ καὶ αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ δέον νὰ βασίζωνται ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ληξάσης χρήσεως, δηλαδὴ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν αὐτῆς εἶναι σημαντικὴ ἡ βελτίωσις ἡ ὁποία παρετηρήθη κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη. Διότι πέρυσιν ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσθησαν οἱ διάφοροι ἐν καθυστερήσει ἀπολογισμοί, ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 1915. Κατὰ τὴν σύνοδον δὲ αὐτὴν μαζὶ μὲ τὸν προϋπολογισμόν, πρόκειται νὰ ψηφισθοῦν καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1916–1921. Τέλος ἐλπίζεται ὅτι μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους θὰ καταρτισθοῦν καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἐν καθυστερήσει ἀπολογισμοί, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1932–1933 νὰ ψηφισθῇ συγχρόνως καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1930–1931, τηρουμένης πλέον κατὰ γράμμα τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ παρεχομένων τοιουτοτρόπως εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῆς δημοσιονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι βουλευταὶ τὰ κυριώτερα σημεῖα ὅσον ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰσερχόμενοι ἤδη εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–1932 ὅπως κατετέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐμφανίζει σύνολον ἐσόδων 10.178 ἑκατ. καὶ σύνολον ἐξόδων 10.171 ἑκατομμύρια ἤτοι περίσσευμα 7 ἑκατ. περίπου. Ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–1932 παρουσιάζει ἔσοδα κατὰ 163 ἑκατ. ὀλιγώτερα καὶ ἔξοδα κατὰ 161 ἑκατ. ὀλιγώτερα. Προκειμένου εἰδικώτερον περὶ τῶν ἐξόδων, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψις, σύμφωνα πρὸς τὴν ὁποίαν προκειμένου περὶ τῶν Δημοσίων οἰκονομικῶν τὰ ἔξοδα δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὰ ἔσοδα ἀλλ’ ἀντιθέτως κατὰ πρῶτον λόγον καθορίζεται τὸ ποσὸν τῶν ἀπαιτουμένων ἐξόδων πρὸς τὸ ὁποῖον καὶ προσαρμόζονται τὰ ἔσοδα. Συμβαίνει δηλαδὴ εἰς τὰ Δημόσια Οἰκονομικὰ τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς ἐκείνου τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς κάθε ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, ὅπου τὰ ἔξοδα καθορίζονται ἀναλόγως τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος. Ἡ ἀντίληψις αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι καθαρῶς θεωρητική, ἐδικαιολογήθη κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἐδικαιολογήθη ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ κρατικαὶ πρόσοδοι κατὰ τὸ πλεῖστον προέρχονται ὄχι ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους ἢ ἀπὸ ἄλλον μόνιμον εἰσόδημα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ προϊόν τῆς φορολογίας τῆς ὁποίας ποσοστὸν δύναται νὰ αὐξομοιοῦται ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε ἀναγκῶν. Ἀπὸ θεωρητικῆς δὲ ἀπόψεως ἐδικαιολογήθη ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ διαρκὴς ἐπέκτασις τῆς Κρατικῆς ἁρμοδιότητος καὶ ἡ ἀνάληψις τῆς ἐκτελέσεως διαφόρων παραγωγικῶν ἔργων ὑπὸ τοῦ Κράτους συντελοῦν ὥστε ἕνα μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἀποτελῇ καθαρὰν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνακούφισιν διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ θεωρία αὕτη περὶ τῆς ἐλαστικότητος τῶν ἐσόδων δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀξίαν καὶ ἐφαρμογήν. Διότι εἶναι προφανὲς ὅτι τὰ Κρατικὰ ἔσοδα, κυρίως δὲ ἀπὸ τὸ προϊόν τῆς φορολογίας ἀποτελοῦν κατ’ οὐσίαν ἕνα τμῆμα τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ὅταν δὲ τὸ τελευταῖον τοῦτο διὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον λόγον δὲν αὐξάνῃ μετὰ τῆς ἰδίας ταχύτητος μετὰ τῆς ὁποίας αὐξάνουν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων, συνεπῶς καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων πρὸς παρακολούθησιν αὐτῶν, συντελοῦν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ὑπολοίπου τμήματος τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς τὸν λαὸν διὰ τὴν συντήρησίν του. Δηλαδὴ ἡ ἀπόλυτος αὐτὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων θίγει τὸ ὅριον τῆς φορολογικῆς ἀντοχῆς τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως ἀποτελεῖ ἕνα φραγμὸν διὰ τὴν ἀπόλυτον ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας ταύτης. Αἱ ἀπώτεραι συνέπειαι τῆς θεωρίας αὐτῆς καθιστοῦν ἀναγκαίαν τὴν ἔρευναν τοῦ κατὰ πόσον ἐφηρμόσθη εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς ὅμως μία προσεκτικὴ ἔρευνα τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ πείθει ἀπολύτως, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Διότι ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ θεωρία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχωμεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῶν ὁποίων τὸ σύνολον θὰ ἀνήρχετο εἰς τὰς 11.800 ἑκατομμύρια δεδομένου ὅτι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι ἐζήτησαν κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πιστώσεις κατὰ 1.500 ἑκατ. ἐπὶ πλέον τῶν δοθεισῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Εὐτυχῶς ὄχι μόνον αἱ ἐπὶ πλέον αὗται πιστώσεις δὲν ἐχορηγήθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐμειώθησαν καὶ κατὰ 161 ἑκατ. ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δοθείσας κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον δὲν ἐφήρμοσε τὴν θεωρίαν περὶ τῆς ἐλαστικότητος τῶν ἐσόδων καὶ τῆς παρακολουθήσεως τῶν διαρκῶς αὐξανομένων ἐξόδων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔλαβεν ὡς βάσιν ἕνα ὡρισμένον ποσὸν ἐσόδων καὶ τοῦτο συντηρητικώτατα ἐκτιμηθὲν πρὸς τὸ ὁποῖον προσήρμοσε τὰ ἔξοδα περικόψασα πᾶσαν ἐπὶ πλέον ζητηθεῖσαν πίστωσιν. Θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ γενικῶς ἡ σταθερότης καὶ ἡ ἀντοχὴ αὐτοῦ δὲν ἐξασφαλίζεται μόνον μὲ τὴν συντηρητικὴν διάθεσιν τῶν πιστώσεων. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἐκινδύνευε καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιοῦντο τὰ προβλεπόμενα παρ’ αὐτοῦ ἔσοδα. Δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε παραλλήλως νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ πρόβλεψις καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐσόδων ἐγένετο ἐπίσης κατὰ τρόπον συντηρητικόν. Εὐτυχῶς ὅμως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν διατρέχει κίνδυνον. Διότι τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς πρώτης κατηγορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀνέρχεται εἰς 9.172 ἑκατομμύρια, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν ἐσόδων τῶν πολεμικῶν ἐπανορθώσεων. Ἡ χρῆσις 1929–1930 ἀπέδωσε μαζὶ μὲ τὰ συνήθως εἰσπραττόμενα ἐνεργητικὰ ὑπόλοιπα 9.392 ἑκατομ. δηλαδὴ ὁ σημεμερινὸς προϋπολογισμὸς εἶναι συντηρητικώτερος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων, κατὰ 220 ἑκατ. ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρῆσιν 1929–1930. Προχωροῦντες εἰς τὴν χρῆσιν 1930–1931 εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σταματήσωμεν μέχρι τῶν στοιχείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐσόδων μέχρι τέλους τοῦ Ἰανουαρίου 1930. Κατὰ τὴν ἡμερομηνίαν ἐκείνην τὸ σύνολον τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων 1930–1931, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν πολεμικῶν ἐπανορθώσεων καὶ τῶν ἐπιστροφῶν χρημάτων ἀνέρχεται ἐκ 7.046 ἑκατ. Ἀντιθέτως κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῆς χρήσεως 1929–1930 εἶχον εἰσπραχθῆ 7.167 ἑκατ., δηλαδὴ 121 ἐπὶ πλέον. Ἡ μείωσις ὅμως αὐτὴ τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1930–1931 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1929–1930, ἔχει ἀπολύτως προβλεφθῆ ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγῳ τῶν διαφόρων μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν. Εἰς τρόπον ὥστε ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸν αὐτὸν ρυθμὸν μειώσεως διὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα τῆς χρήσεως 1930–1931 θὰ καταλήξωμεν εἰς ποσὸν μὴ ἀφιστάμενον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 9.238 ἑκατ. εἰς τὸ ὁποῖον ὑπελόγισε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ ἀνέλθουν τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς λεπτομεροῦς καὶ κατ’ ἔσοδον μελέτης. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–1932 προβλέπων ἔσοδα 9.172 ἑκατ. ἐμφανίζεται συντηρητικώτερος κατὰ 66 ἑκατ. τῆς ἀναμενομένης ἀποδόσεως τοῦ 1930–1931. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κύριοι βουλευταί, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ 1931–1932 ἐμφανίζεται ἐξησφαλισμένον, διαθέτων μάλιστα μίαν διπλῆν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα. Δηλαδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν συντηρητικὴν διάθεσιν εἰς τὴν φειδὼ μὲ τὴν ὁποίαν ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν συντηρητικὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὴν χορήγησιν τῶν πιστώσεων εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας μνείας τὸ γεγονὸς ὅτι μέσα εἰς τὸ σύνολον τῶν 10.171 ἑκατ. περιλαμβάνεται καὶ ἀποθεματικὸν ἐκ δρχ. 470 ἑκατομμυρίων, τὸ μέγιστον δηλαδὴ τῶν μέχρι τοῦδε διατεθέντων ἀποθεματικῶν εἰς Ἑλληνικὸν προϋπολογισμόν, καὶ τὸ ὁποῖον παρέχει μίαν διπλῆν εὐκολίαν. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δημιουργεῖ τὴν εὐχέρειαν ἐνισχύσεως οἱασδήποτε πιστώσεως ἡ ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων ἤθελε φανῆ ἀνεπαρκὴς ἢ οἱασδήποτε πιστώσεως ἡ ὁποία θὰ ἐχρειάζετο πρὸς ἀντιμετώπισιν μιᾶς ἐκτάκτου ἀνάγκης. Συγχρόνως ὅμως διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἀποθεματικοῦ ἡ ἐνίσχυσις αὕτη τῶν πιστώσεων δὲν τίθεται ὑπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτον βούλησιν καὶ θέλησιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Πλὴν ὅμως τῶν ἀσφαλειῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας διαθέτει ὁ προϋπολογισμὸς 1931–1932, ἡ Κυβέρνησις ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της καὶ ὡρισμένα ἄλλα περιθώρια, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς κάθε περίστασιν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν κάθε ἀπρόβλεπτον ἀνάγκην. Τὰ περιθώρια αὐτὰ εἶναι δύο εἰδῶν; Τὰ πρῶτα ἐξ αὐτῶν ἀνάγονται εἰς αὐτὴν τὴν ἐλαστικότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἔχει καταρτισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ παράδοσιν οἱ τελευταῖοι προϋπολογισμοὶ ἀφίνουν πάντοτε ἕνα περιθώριον πιστώσεως ἀδιάθετον, τὸ περιθώριον δὲ αὐτὸ δύναται συντηρητικώτατα νὰ ἐκτιμηθῇ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1931–1932 εἰς 150 ἑκατομμύρια. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ περιθωρίου αὐτοῦ, ὑπάρχουν καὶ διάφορα ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν παλαιῶν χρήσεων. Εἶναι γνωστὸν δηλαδὴ ὅτι αἱ τρεῖς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1927 συμπεριλαμβανομένου, ἄφησαν διάφορα περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 2.130 ἑκατ. Ἐκ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν διετέθησαν δυνάμει τῶν νόμων 4427 καὶ 4585 τὰ 1995 ἑκατομμύρια, εἰς τρόπον ὥστε ἀπομένουν ἀκόμη 135 ἑκατομμύρια. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως 1930–1931, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισεν κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 347 ἑκατ. Καὶ ἂν ὅμως τὰ πράγματα θελήσουν νὰ διαψεύσουν τὸν ἀξιότιμον κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς προβλέψεις του, λόγῳ τῆς περιστάσεως τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἀντιστοίχου μειώσεως τῶν ἐσόδων, πάντως εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1930–1931 δὲν θὰ εἶναι κατώτερον τῶν 250 ἑκατομμυρίων, εἰς τρόπον ὥστε ἄν προσθέσωμεν καὶ τὰ 135 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν προηγουμένων χρήσεων, θὰ ὑπάρξῃ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως 1930–1931 περίσσευμα κυμαινόμενον μεταξὺ 350–400 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, κατὰ τὸ συντηρητικώτερον δυνατὸν ὑπολογισμόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δυναμικότης τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε, κύριοι βουλευταί, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν γενικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ὁ ἀείμνηστος Ἄγγλος πολιτικὸς Γλάδστων εἶχε κάποτε παραβάλει τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὁδοιπόρον ὅστις εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διασχίσῃ ἕνα δάσος ἄγριον καὶ πλῆρες ἀκανθῶν, διατηρῶν πάντοτε ἐν ἰσορροπίᾳ τοὺς δύο δίσκους ἑνὸς ζυγοῦ. Ἀνὰ πᾶν βῆμα ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ὁδοιπόρος προσβάλλεται ἀπὸ διαφόρους ἐνεδρεύοντας κακοποιούς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις εἶναι οἱ φίλοι του ἐνίοτε δὲ καὶ οἱ συνάδελφοί του. Ἡ ἀξία του δὲ ἔγκειται εἰς τὸ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἐπίπονον αὐτὸ ταξίδιον, διατηρῶν πάντοτε ἄθικτον καὶ ἰσορροπημένον τὸν ζυγὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν παρομοίωσιν αὐτὴν τοῦ ἀειμνήστου Ἄγγλου πολιτικοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ κανείς, κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον εἰσέρχεται περισσότερον εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ 1931–32. Διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι διατρέχομεν μίαν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀκάνθαι τὰς ὁποίας συναντᾷ ὁ ὁδοιπόρος ἐπυκνώθησαν καὶ οἱ ἐνεδρεύοντες κακοποιοὶ ηὐξήθησαν κατὰ πολύ. Ἐλέχθη ἄλλοτε διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἶχε τὴν ἐξαιρετικὴν εὐτυχίαν ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν νὰ εὕρῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπολύτως ἰσοσκελισμένον καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον πλῆρες περισσευμάτων. Δὲν πρόκειται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν σημασίαν καὶ τὸ μέγεθος τῶν προσπαθειῶν τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927– 1928 καθὼς καὶ τὸ περίσσευμα τῆς ὁμονύμου χρήσεως. Δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τὴν ἀναλυτικὴν ἐξέτασιν τῶν περισσευμάτων ἐκείνων, διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν κατὰ πόσον πράγματι προέρχονται ἔπειτα ἀπὸ μίαν πλήρη ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἢ κατὰ πόσον θὰ ἀπέμαιναν μετὰ μίαν πλήρη ἱκανοποίησιν τῶν ἔκτοτε δυναμικῶς ἀναληφθεισῶν διαφόρων ὑποχρεώσεων. Θὰ φθάσωμεν μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ὑπάρχουσι πράγματι εὐτυχεῖς καὶ ἀτυχεῖς Κυβερνήσεις. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὴν λογικὴν αὐτὴν εἶναι ἀδύνατον, κ. βουλευταί, νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν καλὴν τύχην νὰ εὕρῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελισμένον, εἶχεν ὅμως ἀντιστοίχους τὴν ἐξαιρετικὴν ἀτυχίαν νὰ συναντήσῃ μίαν σωρείαν ἀντιξόων περιστάσεων, συγχρόνως δὲ ὑπεχρεώθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ διαφόρους ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναληφθῆ προτοῦ αὕτη ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν. Ἀποτελεῖ δὲ παλαιὰν ἀλήθειαν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μὲν ἐπιτυχὴς ἀντιμετώπισις τῶν ἀντιξόων περιστάσεων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων οὐδέποτε ἐκτιμᾶται ἐπαρκῶς ἐνῷ ἀντιθέτως εὔκολος εἶναι ἡ ἐπίκρισις τῶν λεπτομερειῶν. Διὰ τὴν ἐκτίμησιν ὅμως τῆς ὅλης Κυβερνητικῆς προσπαθείας, εἶναι ἀπαραίτητος μία σύγκρισις μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1927– 1928. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔσοδα, ὁ σημερινὸς προϋπολογισμὸς προβλέπει σύνολον τακτικῶν ἐσόδων, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν πολεμικῶν ἐπανορθώσεων ἐκ δρχ. 9.172 ἑκατομμ., ἐνῷ ἡ χρῆσις 1927–1928 ἐπραγματοποίησε σύνολον τακτικῶν ἐσόδων μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1918 ἐκ δρχ. 8.808 ἑκατομ., χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν οὔτε τὰς πολεμικὰς ἐπανορθώσεις οὔτε καὶ τὰ ἔκτοτε εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων. Δηλαδὴ ὁ σημερινὸς προϋπολογισμὸς προβλέπει ἔσοδα ἐπὶ πλέον ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν τοῦ 1927–1928 κατὰ δρχ. 364 ἑκατομ. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν σημαίνει καὶ αὔξησιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Λαοῦ, διότι ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον αὐτῆς διαφορᾶς τῶν 364 ἑκατομ. θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκπέσωμεν ὡρισμένα κονδύλια, ὅπως εἶναι αἱ συνδρομαὶ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ αἱ ἀπολείψεις, τὰ ἔσοδα τῆς ἀεροπορικῆς ἀμύνης τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπάγονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τέλος δὲ καὶ μία ὡρισμένη λογιστικὴ διαφορά, δεδομένου ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου καὶ τὸ τελευταῖον δεκατημόριον δὲν προσθέτει φόρον ἐψηφίσθησαν μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1927 –28 καὶ ἑπομένως ἡ σχετικὴ χρῆσις δὲν ὠφελήθη ὁλόκληρος. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ πρόσθετοι φόροι εἰσεπράττοντο μόνον κατὰ τοὺς 12 μήνας τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἐνῷ σήμερον εἰσπράττονται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων. Ἐὰν, λοιπόν, ἐκ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς τῶν ἐσόδων ἀφαιρέσωμεν τὸ σύνολον τῶν κονδυλίων τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται τουλάχιστον εἰς 245 ἑκατομμύρια, τότε καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸ 1927 ἕως 1928 περιορίζεται μόνον εἰς 119 ἑκατομμύρια. Ἀντιθέτως ὅμως κατὰ πολὺ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων. Χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐξόδων τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος καὶ διὰ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀπαραίτητα πρὸς ἀντιμετώπισιν ὑποχρεώσεων ἀναληφθησῶν δυναμικῶς προτοῦ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ἔχομεν νὰ ἀπαριθμήσωμεν ὡρισμένα κονδύλια σχετικὰ πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τὸ δάνειον σταθεροποιήσεως, τὴν αὔξησιν τῶν δόσεων τῶν πολεμικῶν χρεῶν, τὴν φορολογικὴν αὔξησιν τῶν δανείων ἀπαλλοτριώσεως, Ἑλλήνων ὑπηκόων, τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς συμβάσεως Καφαντάρη–Μολλώφ, τὸ δάνειον παραγωγικῶν ἔργων καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ δανείου ὑδρεύσεως πρὸς χρηματοδότησιν συμβάσεων ὑπογραφεισῶν πρό τοῦ 1928. Τὸ σύνολον τῶν κονδυλίων τούτων ἀνέρχεται εἰς δρχ. 653 ἑκατ. ἐτησίως. Ἔπειτα ἔχομεν νὰ ἀπαριθμήσωμεν τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς αὐξήσεως λόγῳ τῶν ἐκτάκτων ἀποσβέσεων σύμφωνα μὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 297 ἑκατομμύρια. Ἐπίσης δέον νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν φυσιολογικὴν αὔξησιν τῶν δανείων πρὸς τρίτους ἐξ 110 ἑκατομμυρίων λόγῳ αὐξήσεως τῶν δανείων ἀνταλλαξίμων, καὶ τέλος τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων διὰ τὴν γερουσίαν καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐξ 21 ἑκατομμυρίων. Δηλαδὴ τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐχρειάσθη διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀνέρχεται εἰς 1.081 ἑκατομμύρια. Ἡ σύγκρισις ἑπομένως τῶν δύο προϋπολογισμῶν καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πολυειδῶν αὐτῶν δαπανῶν τῶν 1.081 ἑκατομμυρίων, ἡ Κυβέρνησις ηὔξησε τὴν ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας μόνον κατὰ 120 ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι καὶ ἡ αὔξησις αὕτη τῆς ἀποδόσεως τῆς φορολογίας δὲν σημαίνει αὔξησιν τῆς φορολογίας οὔτε αὔξησιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι μειώσεις τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὡς εἰς τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν, τοῦ ἐπιτηδεύματος, τοῦ ἐλαίου, τοὺς ὁποίους ἐνθυμεῖσθε καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω. Τὸ σύνολον τῶν φορολογικῶν αὐτῶν μειώσεων ἐξετιμήθη εἰς 386 ἑκατομμύρια. Γνωρίζομεν βεβαίως, ὅτι τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξετιμήθησαν αἱ φορολογικαὶ μειώσεις τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὑπερβολικόν. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ηὐξημένου δασμοῦ τοῦ σίτου, ἕνα μέρος τῆς φορολογικῆς αὐτῆς μειώσεως ἀπερροφήθη. Ἐπίσης ἐγένοντο διάφοροι φορολογικαὶ διαρρυθμίσεις, τῶν ὁποίων ἠμφισβητήθη ἡ ἀκριβὴς σημασία, διατυπωθέντος μάλιστα τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι διὰ τῶν διαρρυθμίσεων αὐτῶν ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ ηὔξησεν ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐὰν ὅμως δεχθῶμεν ὅτι πράγματι αἱ φορολογικαὶ μειώσεις δὲν ἀνέρχονται εἰς 386 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου θὰ ἀποδώσῃ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπέδωσε κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατηργήθη, καίτοι ἐν τῷ μεταξὺ ηὔξησεν ἡ παραγωγή μας καὶ ἀντιστοίχως ἐμειώθη ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ σίτου καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι αἱ διάφοροι διαρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη, ἀντὶ νὰ μειώσουν, τοὐναντίον ἐπέτεινεν τὴν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Λαοῦ, πάντως εἶναι ἀδύνατον, κύριοι βουλευταί, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ Λαοῦ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1931–1932 εἶναι μεγαλειτέρα τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως ἡ ὁποία ἐνεφανίζετο κατὰ τὸ 1927–1928. Τοὐναντίον μάλιστα μία προσεκτικὴ ἔρευνα τῶν ἀριθμῶν πείθει ἀπολύτως ὅτι ἡ σημερινὴ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἐμειώθη αἰσθητῶς ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1927–28. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, πλὴν τῶν φορολογικῶν μειώσεων ἐμεσολάβησε καὶ μία μεγαλειτέρα δίωξις τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τῶν διαφόρων φορολογικῶν διαφυγῶν καὶ ἀποκρύψεων. Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1927–1928 ἐμεσολάβησε καὶ μία φυσιολογικὴ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἀπὸ μόνον τὸ ἔσοδον τῶν μονοπωλίων παρουσιάζεται μία ἐπὶ πλέον διαφορὰ τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1927–28 κατὰ 39 ἑκατομ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κέας κ. Ρεδιάδης εἰς τὴν ἐφετεινήν του ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας ὑπολογίζει ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος ἡ φυσιολογική, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1928–29, ὑπολογιζομένη εἰς ὑπεραπόδοσιν τῶν φόρων, θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ τὰ 180 ἑκατομμύρια.
§41Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§42Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Ρεδιάδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1927–28 μέχρι τοῦ 1928–29 ἐμεσολάβησεν αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἀπὸ δημοσιονομικῆς ἀπόψεως νὰ μεταφρασθῇ εἰς ὑπεραπόδοσιν τῶν φόρων κατὰ 185 ἑκατομ. Διὰ τὸ 1929– 1930 ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κέας δὲν ὑπολογίζει καμμίαν αὔξησιν θεωρῶν ὅτι τὸ εἰσόδημα ἔμεινε στάσιμον διὰ δὲ τὸ 1930–31 ὑπολογίζει ὅτι ἐμειώθη τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα καθ’ ὃ ποσὸν εἶχεν αὐξηθῆ προηγουμένως, καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τοῦτο εἶναι σήμερον τὸ ἴδιον πρὸς τὸ 1927–28. Δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Κέας ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1928 –29 μέχρι 1929–30 δὲν ἐμεσολάβησε καμμία αὔξησις φυσιολογικὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, διότι καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν ὅτι κατὰ τὸ 1930–31 λόγῳ τῶν γενικῶν συνθηκῶν καὶ τῆς κρίσεως, ἐμειώθη κατὰ ἕν ποσόν, πάντως εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι μετὰ τὸ 1929– 30 ἡ κρίσις ἐν Ἑλλάδι ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ σταματήσῃ οἱαδήποτε αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἡ κρίσις εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔγινεν αἰσθητὴ ἐν Ἑλλάδι μόνον κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1929, δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸ πρῶτον ἑπτάμηνον τοῦ προϋπολογισμοῦ 1929–30 δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ ἀκόμη τὴν πίεσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ διὰ νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε ἀπουσίαζε, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον μᾶς δίδει ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων καὶ ὁ ὁποῖος ἀριθμὸς παρουσιάζει αὔξησιν καταναλώσεως. Δηλαδὴ μεταξὺ 1927–28 καὶ 1931–32 τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς καταναλώσεως μόνον τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλείου ηὐξήθησαν κατὰ 39 ἑκατομμύρια. Ἐὰν εἰς τό ποσὸν αὐτὸ προσθέσωμεν καὶ τὴν γενικὴν ὑπεραπόδοσιν τῶν φόρων ἐκ τῆς βελτιώσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τέλος δὲ τὴν δίωξιν τῶν φορολογικῶν διαφυγῶν καὶ ἀποκρίψεων καὶ τοῦ λαθρεμπορίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἕν ποσὸν 250 ἑκατομ. Δηλαδὴ εἰς ἕνα ποσὸν τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει κατὰ 130 ἑκατομ. τὴν αὔξησιν τῆς φορολογικῆς ἀποδόσεως ἐν σχέσει πρὸς 1927–28 καὶ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς σημαίνει ἀντίστοιχον μείωσιν τῆς σημερινῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Πιστεύομεν δὲ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ συλλογισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πεισθῇ οἱοσδήποτε ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐσόδων κατὰ 120 ἑκατομ. ἀντιπροσωπεύει αὐτόματον αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ καλλιτέραν βεβαίωσιν τῶν φόρων καὶ δίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοὺς ν’ ἀντιταχθῇ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ 120 ἑκατ., τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται σήμερον ἐπὶ πλέον τοῦ 1927–28, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἀπομένον διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Λαοῦ ἐλαττοῦται ἀναλόγως. Διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ 120 ἑκατ. αὐτὰ δὲν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοὺς ἰδίους φορολογουμένους οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωνον καὶ ἄλλοτε κανονικῶς τοὺς φόρους των, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα κατώρθωναν νὰ διαφεύγουν τὴν φορολογίαν. Τοὐναντίον οἱ παλαιοὶ φορολογούμενοι, οἱ ἐκπληροῦντες κανονικῶς τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις, ὑφίστανται σήμερον ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ εἰσοδήματός των μικροτέραν, ἀναλόγως τῶν διαφόρων φορολογικῶν μειώσεων αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν. Μόνον δὲ οἱ λαθρέμποροι καὶ οἱ ἀποκρύπτοντες τὰ εἰσοδήματά των ὑφίστανται σήμερον μίαν ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ εἰσοδήματός των ἀλλὰ καὶ αὐτὴν μειωμένην ὡς ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ διάφοροι φορολογικοὶ συντελεσταί. Ἄλλωστε ἀποτελεῖ ἓν δημοσιονομικὸν ἀξίωμα τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπίπτωσις τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως καθίσταται μεγαλειτέρα ὅσον μικρότερον εἶναι τὸ μέσον κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα. Δυστυχῶς δὲ τὸ τοιοῦτον ἀκριβῶς συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, ὅπου λόγῳ τοῦ μικροῦ μέσου κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος ἡ ἐπίπτωσις τῶν φόρων γίνεται περισσότερον αἰσθητή. Ἀκριβῶς ὅμως διὰ τὸν λόγον αὐτόν, τὴν ἀνωτέρω πολιτικὴν τῆς καλλιτέρας βεβαιώσεως τῶν φόρων ἔπρεπε νὰ συνεχίσωμεν ἀνενδοιάστως συνδυάζοντες αὐτὴν πρὸς μίαν διάθεσιν τῶν προσόδων αἱ ὁποῖαι ἐξ αὐτῆς θέλουν προκύψῃ, διὰ τὴν μείωσιν τῆς φορολογίας. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ μέσου κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος θὰ εἶναι κατὰ πολὺ μικροτέρα. Ὅσον ἀφορᾷ γενικώτερον τὴν ἄμεσον φορολογίαν, νομίζομεν κ. βουλευταί, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ μία περισσότερον συντηρητικὴ καὶ περισσότερον ἐπιεικὴς χρησιμοποίησις αὐτῆς παρ’ ὅσον κατὰ τὸ παρελθόν. Βεβαίως δὲν συμμεριζόμεθα τὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία διετυπώθη ἄλλοτε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, σύμφωνα πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ βαδίσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ σπεύσωμεν πρὸς μίαν γενναίαν ἐλάττωσιν τῶν ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ ἐν ἀνάγκῃ πρὸς κατάργησίν της, ἀντικαθιστῶντες αὐτὴν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν. Συγχρόνως ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ συμμερισθῶμεν ἀπολύτως ὡρισμένας θεωρίας σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἀναλογίαν τῆς ἐπιπτώσεως τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων. Εἶναι δηλαδὴ γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μελετᾶται ἐπιμόνως καὶ ἐπισταμένως ὁ τρόπος τῆς ἀκριβοῦς ἐπιπτώσεως τῶν διαφόρων φορολογικῶν συστημάτων. Παρ’ ὅλην δὲ τὴν κατηγορίαν ἡ ὁποία βαρύνει τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι φόροι ἐμπράγματοι, δηλαδὴ φόροι ἐπιπίπτοντες ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἀμέσους οἱ ὁποῖοι εἶναι φόροι προσωπικοί, ἀφαιροῦντες ἕνα τμῆμα τοῦ φορολογικοῦ εἰσοδήματος, παρ’ ὅλην, λέγω, αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἡ ὁποία βαρύνει τοὺς ἐμμέσους φόρους εἶναι γεγονὸς ὅτι ὡρισμένοι, πολλοὶ μάλιστα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων βαρύνουν ἐπίσης τὴν κατανάλωσιν καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς, ὅτι ὡρισμένοι ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὅπως τὸ ἐπιτήδευμα, βαρύνουν ἀσφαλῶς τὴν κατανάλωσιν, δεδομένου ὅτι βαρύνουν τὴν ἀξίαν τῶν πωλουμένων εἰδῶν. Ἐπίσης ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν ἐνοικίων καὶ ὁ φόρος τῶν κινητῶν ἀξιῶν βαρύνει τοὺς σχετικοὺς τόκους καὶ δι’ αὐτῶν τὴν κατανάλωσιν. Μόνον προκειμένου περὶ τοῦ συνθετικοῦ φόρου θὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι φόρος προσωπικὸς μὴ βαρύνων τὴν κατανάλωσιν, διότι πράγματι ἀφαιρεῖ ἕνα τμῆμα τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Δυστυχῶς ὅμως τὸ μέσον κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα ἐν Ἑλλάδι εἶναι πολὺ μικρὸν ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ θὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀντλήσωμεν τοὺς πόρους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους εἶναι προφανὲς ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων βαρύνουν τὴν κατανάλωσιν ὅπως καὶ οἱ ἔμμεσοι. Πιστεύομεν δὲ προσωπικῶς ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο ὅπως ἡ χρησιμοποίησις εἴτε τῶν ἀμέσων ἢ τῶν ἐμμέσων φόρων γίνεται ὄχι ἀναλόγως διαφόρων θεωριῶν, ἀλλὰ κυρίως ἀναλόγως τῶν πρακτικῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκονομικῆς μας ζωῆς. Καὶ νομίζομεν ὅτι μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας ἀνάγκας τῆς οἰκονομικῆς μας ζωῆς σήμερον εἶναι ἡ προσέλευσις τῶν διεθνῶν κεφαλαίων ἐν τῇ χώρᾳ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. βουλευταί, ὅτι διαρκούσης τῆς πολιτικῆς προσπαθείας τοῦ Ἔθνους ὡρισμένοι ἐκ τῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὑψώθησαν εἰς ὕψη καθαρῶς ταμιευτικά, ἀπολύτως ταμιευτικά.
§43Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐπετύχομεν τὸ ἀντίθετον.
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ αἰσώπειος μῦθος τῆς χρυσοτόκου ὄρνιθος.
§45Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ταμιευτικοὶ ἐν τῇ προθέσει καὶ ὄχι ἐν τῷ ἀποτελέσματι.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος συνετέλεσεν ὥστε νὰ διαρρεύσουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πολλοὶ ἐκ τῶν διαθεσίμων Ἑλληνικῶν κεφαλαίων. Ὅταν δὲ ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος καθ’ ἣν ἐποχὴν εἴχομεν κυρίως ἀνάγκην κεφαλαίων διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, καὶ τὴν καλὴν ἐκμετάλευσιν τῶν παραγωγικῶν πηγῶν τῆς χώρας, εὑρέθημεν αἰφνηδίως ἄνευ κεφαλαίων. Κατόπιν αὐτοῦ δὲν εἶναι μεγάλης ἀπορίας ἄξιον κ. βουλευταί, ὅτι τὰ ξένα κεφάλαια, καὶ ὡρισμένα ἑλληνικὰ διαρρεύσαντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλουν βαρυτάτους ὅρους, ἐγγυημένους μάλιστα διὰ μακροπροθέσμων συμβάσεων, διὰ τὴν εἴσοδόν των εἰς τὴν χώραν. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τῆς οἰκονομικῆς μας ζωῆς, εἶναι τόσον προφανής, ὥστε νομίζομεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διευκολύνωμεν πάσῃ θυσίᾳ τὴν εἴσοδον τῶν κεφαλαίων αὐτῶν εἰς τὴν χώραν. Νομίζομεν δὲ ὅτι θ’ ἀπετέλη μίαν καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν μας ἡ μείωσις ὡρισμένων ἐκ τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ διευκολύνουν τὴν εἴσοδον τῶν κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν, παρὰ ἡ ἐπιδίωξις μεγαλειτέρας ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία ὅμως θὰ μᾶς ἔθετεν εἰς τὸν κίνδυνον, νὰ ἐξεύρωμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι, ἐὰν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ἐπιβάλουν μίαν συντηρητικότητα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, τὸ προσεχὲς μέλλον δὲν πρόκειται, ἀλλὰ οὔτε πρέπει νὰ φεισθῇ αὐτῆς. Διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν σήμερον, καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἐπιτυχίαν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν πάσῃ θυσίᾳ, ἄγει πρὸς μίαν αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ πρὸς μίαν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκ τῶν ἐντοπίων πόρων καταναλώσεως. Ἡ ἐπιτυχία ὅμως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς θὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν βαθμιαίαν στείρευσιν τῶν διαφόρων προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, ἰδίως μάλιστα τῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Δὲν θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπερβολικὸς ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, οὔτε νὰ νομισθῇ ὅτι ἀφορᾷ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Διότι μία ἐπιμελὴς σύγκρισις τῆς σημερινῆς ἀποδόσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως, ἅμα δὲ καὶ τῆς κατὰ μέσον ὅρον αὐξήσεως τοῦ δασμολογίου, ἀποδεικνύει ὅτι ἐν σχέσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν ἐποχὴν ἡ ἀπόδοσις τῶν τελωνειακῶν δασμῶν ἠλαττώθη τοὐλάχιστον κατὰ 1.000 ἑκατ. δραχμῶν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ σημαίνει ἀντίστοιχον αὔξησιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καταναλώσεως ἄνευ περαιτέρω εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τὰ τελευταῖα 20 ἔτη, τὰ ὁποῖα ὡς γνωστὸν ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἀγῶνας πολεμικοὺς παρατηρεῖται μία τόση μεγάλη ἐλάττωσις τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, πιστεύομεν ἀπολύτως ὅτι κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη ἡ ἐλάττωσις αὐτὴ θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλειτέρα. Θὰ χρειασθῇ δὲ μοιραίως νὰ στραφῶμεν πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀρχίσουν διαφεύγοντες διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος αὐτὸς ἀκριβῶς συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς συντηρητικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν συνεστήσαμεν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους. Διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Ἕλλην φορολογούμενος ὅπως ἴσως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι φορολογούμενοι τῶν μεσημβρινῶν χωρῶν, δὲν ἔχουν ἰδιαιτέραν κλίσιν πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους. Καὶ θὰ χρειασθῇ τὴν ἀντιπάθειαν αὐτὴν τοῦ Ἕλληνος φορολογουμένου νὰ θεραπεύσωμεν μὲ μίαν εἰδικὴν πολιτικὴν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους. Θὰ χρειασθῇ δηλαδή, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὴν προσεχῆ πενταετίαν νὰ μὴ ἀποβλέπῃ εἰς σκοποὺς ἀποκλειστικῶς ταμιευτικούς, ἀλλὰ ἡ ἀπόδοσις αὐτῆς νὰ συνδυασθῇ μὲ μίαν γενικωτέραν προσπάθειαν φορολογικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ. Διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Ἕλλην φορολογούμενος δὲν θὰ συμπαθήσῃ ποτὲ τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ὅταν αἰσθάνεται ὅτι ὡρισμένοι ἐκ τῶν ποσοστῶν αὐτῆς, παρ’ ὅλας τὰς μειώσεις αἱ ὁποῖαι μεσολάβησαν, ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν βαρύνουν. Καὶ ὅταν συγχρόνως γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ μία νέα μείωσις τῶν συντελεστῶν αὐτῶν διὰ συνεχίσεως τῆς ἀρξαμένης ἤδη πολιτικῆς τῆς καλλιτέρας διώξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τῶν φορολογικῶν διαφυγῶν. Ἡ προοπτικὴ αὐτὴ τοῦ μέλλοντος ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἀμέσους φόρους καθιστᾷ ἀναγκαίαν, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐξέτασιν καὶ ἑνὸς σπουδαίου κλάδου τῶν προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, συγκεκριμμένως δὲ τῆς ἐγγείου φορολογίας μας. Διότι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν προσπαθειῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, στρέφονται πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Καὶ διότι ἐν πάσει περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς εἶναι μία χώρα κατ’ ἐξοχὴν γεωργική, ἕνα μέγα δὲ μέρος τοῦ Ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος προέρχεται ἀπὸ τὰς προσόδους τῆς γεωργίας. Δυστυχῶς ἡ ἔγγειος φορολογία μας διακρίνεται μόνον διὰ τὰ διάφορα ἐλαττώματά της. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν εἶναι ὅτι στερεῖται ἑνότητος. Κατ’ ἄλλον τρόπον εἰσπράττεται ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου εἰς τὰς νήσους καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Ἑλλάδα. Ὁ φόρος τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος ὁρίζεται κατ’ ἀποκοπὴν καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐνῷ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι ἀναλογικὸς καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὴν πώλησιν. Ἐν πάσει περιπτώσει τὸ ἐλάττωμα τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρόν, ἴσως δὲ εἶναι καὶ δεδικαιολογημένον λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν κατὰ τόπους εἰδικῶν συνθηκῶν. Τὸ κυριώτερον καὶ βασικώτερον ἐλάττωμα τῆς φορολογίας αὐτῆς εἶναι ὅτι βαρύνει κυρίως ὡρισμένα ἐκ τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων καὶ εἰδικώτερον τὰ προϊόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ καταναλίσκονται ὑπὸ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἡ ἀποκατάστασις τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἑνότητος εἰς τὴν ἔγγειον φορολογίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ὁπότε ἐφηρμόσθη ὁ φόρος οὗτος, νομίζω κατὰ τὸ 1919–20, καὶ αἱ διάφοροι ἀβαρὶαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται διαρκῶς εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων ἐν Ἑλλάδι, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ διὰ τὴν ἔγγειον φορολογίαν εἶναι ἀπολύτως πρόωροι. Προτιμώτερον καθ’ ἡμᾶς θὰ ἦτο ἕνα μικτὸν σύστημα, δηλαδὴ ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν καθαρῶν προσόδων δι’ ὡρισμένα ὑψηλὰ εἰσοδήματα, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὸ ἐπιτήδευμα. Ἀνάλογον σύστημα ἐφηρμόσθη δι’ ὀλίγον καιρὸν κατὰ τὸ 1925. Νομίζομεν κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου θὰ συνετέλη ὥστε καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας νὰ αὐξήσῃ καὶ τὴν κατανομὴν αὐτῆς νὰ καταστήσῃ δικαιοτέρα. Διότι εἶναι γεγονός, ὅτι σήμερον ἡ ἔγγειος φορολογία μας μᾶς ἀποδίδει ἕνα 40% τῆς ἀξίας τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς. Συγχρόνως ὅμως εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι αὕτη ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν τριῶν πολυτίμων προϊόντων μας, τοῦ καπνοῦ, τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπομεν, καταναλίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τὰ ὁποῖα διαρκῶς συναντοῦν νέους ἐπικινδύνους συναγωνιστὰς εἰς τὰς ἀγορὰς καταναλώσεως. Βεβαίως δὲν θὰ ἠθέλαμεν ποτὲ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα,—ἐπειδὴ ἐτονίσαμεν προηγουμένως ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ μίαν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς ἐγγείου φορολογίας,—δὲν θὰ ἠθέλαμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν παλαιὰν θεωρίαν τοῦ empôt rinique, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅπως ἀντικατασταθῶσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι φορολογίαι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς αὐτομάτου προσόδου τῆς γῆς. Ἡ θεωρία αὕτη καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο κατ’ ἀρχὴν δικαία θὰ ἐνεφάνιζε καὶ θὰ ἐδημιούργει πλείστας ὅσας ἀδικίας διὰ τὴν ἐφαρμογήν της ἐν Ἑλλάδι. Νομίζομεν ὅμως ὅτι ὅπως ἔχουν σήμερον τὰ πράγματα, ἡ ἔγγειος παραγωγὴ ἐνῷ δὲν εἰσφέρει κατὰ ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸ ἐκ τῆς γεωργίας τμῆμα τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἐπιπίπτει συγχρόνως ἐπὶ ὡρισμένων μόνον γεωργικῶν προϊόντων βαρύνουσα ἀνεπαρκῶς ἢ καὶ καθόλου, μετὰ τὴν ἀναστολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ἄλλα σημαντικὰ προϊόντα τῆς γεωργίας μας. Αὐτὰ εἶναι εἰς γενικὰς γραμμάς, κ. βουλευταί, τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὰ συνοψίσωμεν ὡς ἑξῆς: Πρῶτον, μεγαλειτέρα συντηρητικότης ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, καὶ χρησιμοποίησις αὐτῶν ἀναλόγως τῶν πρακτικῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκονομικῆς μας ζωῆς. Καὶ δεύτερον, κατάλληλος διαρρύθμισις τῆς ἐγγείου φορολογίας εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ ἀπόδοσις αὐτῆς νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἡ κατανομὴ αὐτὴ νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον δικαιότερον. Θὰ ἠδύνατο ὅμως εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν νὰ ὑπάρξῃ μία ἀντίρρησις καὶ ἀντετάχθη μάλιστα τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἀντὶ τῶν διαφόρων προτεινομένων αὐτῶν διαρρυθμίσεων τῆς φορολογίας καὶ ἀντὶ τῶν διαρκῶς καταβαλλομένων προσπαθειῶν, ὅπως ἐπιτύχωμεν νὰ ἑνωθοῦν τὰ δύο ἄκρα, θὰ ἦτο εὔκολον νὰ περικοποῦν πλεῖσται ὅσαι πιστώσεις ὑπάρχουσαι ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμόν, αἱ ὁποῖαι εἶναι περιτταὶ ὥστε δύνανται νὰ ἀναβληθοῦν. Θὰ ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ περισταλῇ τὸ πνεῦμα τῶν δαπανῶν, θὰ ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ γίνουν καὶ ὡρισμέναι οἰκονομίαι. Κύριοι βουλευταί, τὸ εὐαγγέλιον τῶν οἰκονομικῶν, τῶν αἱματηρῶν μάλιστα, ὡς ἀποκαλοῦνται συνήθως, ἀποτελεῖ μίαν κοινοτοπίαν κατὰ τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν μεταπολεμικῶν προϋπολογισμῶν ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Εἶναι ἄλλως τε φυσικὸν αἱ μεγάλαι θυσίαι καὶ αἱ σπατάλαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διαρκοῦντος τοῦ πολέμου νὰ δημιουργήσουν μίαν ἀντίδρασιν καὶ συγχρόνως νὰ γεννήσουν τὸ αἴσθημα τῆς νοσταλγίας πρὸς τὴν περασμένην καλὴν ἐποχὴν τῆς συντηρητικότητος καὶ τῆς νοικοκυρωσύνης. Δυστυχῶς ἡ σημερινὴ πραγματικότης εἶναι διάφορος τελείως τῆς προπολεμικῆς, συγχρόνως δὲ αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ὀρθοῦνται ἀμείλικτοι ἐνώπιον ἡμῶν. Πρέπει νὰ κατανοηθῇ σαφῶς, ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς δὲν διαφέρει τῆς προπολεμικῆς μόνον κατ’ ἔκτασιν ἀλλὰ προπαντὸς κατ’ οὐσίαν. Ἡ δὲ περίφημος ἐλεφαντίασις τῆς διοικήσεως κατοπτρίζει πιστὴν τὴν μεταβολὴν τῶν κατευθύνσεων, τὴν αὔξησιν τῶν ἐπιδιωκομένων σκοπῶν καὶ γενικῶς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ συγχρόνου Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὸ προπολεμικόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὰς λεπτομερείας αὐτὰς καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πλέον συγκεκριμένα πράγματα δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιουτοτρόπως ἐπὶ συνόλου διατεθειμένων πιστώσεων 10.171 ἑκατ. τὰ 33% ἤτοι 3390 ἑκατ. ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἕτερα 40% τῶν πιστώσεων, δηλαδὴ 4.070 ἑκατ. ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὰς συντάξεις καὶ τὸ δημόσιον χρέος. Ἀπομένουν δὲ μόνον 27% τοῦ προϋπολογισμοῦ δηλαδὴ 2.210 ἑκατ. διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους, πέριξ τῶν ὁποίων γίνεται μέγας ἀγὼν μεταξὺ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, μέσα δὲ εἰς τὸ στενώτατον αὐτὸ πλαίσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ κινηθῇ οἱονδήποτε πολιτικὸν πρόγραμμα. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε δὲν δικαιολογοῦν τὴν εὐκολίαν μετὰ τῆς ὁποίας ἐπανειλημμένως διετυπώθησαν ἰσχυρισμοὶ κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἰκονομίαι ἑκατοντάδων καὶ μάλιστα χιλιάδων ἑκατομμυρίων. Ἐν τούτοις ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντιλαμβανομένη τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, ἐπελήφθη καὶ πάλιν ἐφέτος τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἐρεύνης τοῦ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ὡρισμέναι οἰκονομίαι. Οἱ ἀξιότιμοι εἰσηγηταὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων παρακλήθησαν ἰδιαιτέρως ὅπως περικόψουν κάθε πίστωσιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν των ἦτο περιττὴ ἢ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ. Ἡ ἰδία παράκλησις διετυπώθη καὶ πρὸς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας αὐτὰς τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι οὐσιώδη. Διότι οἱ μὲν ἀξιότιμοι εἰσηγηταὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων εἰς τὰς λεπτομερεῖς καὶ ἀληθῶς ἐνδιαφερούσας ἐκθέσεις των κατὰ πλειοψηφίαν τοὐλάχιστον κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δυστυχῶς ὄχι μόνον δὲν ἦτο δυνατὴ περικοπὴ πιστώσεων, ἀλλὰ παρίσταται ἀνάγκη ἐνισχύσεως πολλῶν ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι κρίνονται παρ’ αὐτῶν ἀνεπαρκεῖς. Τὰ μέλη δὲ τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν οὐδὲν τὸ οὐσιαστικὸν ἐπρότεινον, ἐπιφυλαχθέντα ἴσως νὰ διατυπώσουν τὴν γνώμην των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῆς μειοψηφίας δύο μόνον ἐμφανίζονται προτείνουσαι ὡρισμένα μέτρα. Ἡ πρώτη ἔκθεσις εἶναι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τυρνάβου κ. Ροδοπούλου, ὁ ὁποῖος ὅπως καὶ κάθε χρόνο εἰς μίαν ἐπιμελῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καταλήγει εἰς διάφορα συμπεράσματα. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι ὅτι καὶ ὁ ἴδιος δὲν θέλει νὰ διατυπώσῃ ὡς ὁριστικὰ τὰ συμπεράσματά του, καὶ νὰ τοὺς δώσῃ μίαν μορφὴν σαφοῦς προτάσεως οἰκονομιῶν, διότι λέγει ὅτι «τὰ κονδύλια πρὸ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ μείνῃ σκεπτικὸς περὶ τοῦ ἂν εἶναι χρήσιμα ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ μικρότερα......» Δηλαδὴ καὶ ὁ ἴδιος δὲν μᾶς λέγει ἀκριβῶς κατὰ πόσον, ὡς ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, θὰ περιέκοπτεν ὡρισμένως τὰ κονδύλια αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄλλωστε πολλά. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀπαριθμῶ αὐτά, ἀλλὰ ἐνδεικτικῶς θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι προτείνει τὴν περικοπὴν τῶν ἐξόδων καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ἐκ 16 ἑκατομμυρίων. Προσωπικῶς τοὐλάχιστον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου θὰ ἐπιμένωμεν ὅτι ὄχι μόνον περικοπὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνίσχυσις διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν μίαν καλλιτέραν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀνάλογοι δὲ εἶναι καὶ αἱ ἄλλαι προτεινόμεναι περικοπαί. Ἐξ ἄλλου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρεδιάδης εἰς τὴν ἐπίσης ἐνδιαφέρουσαν ἔκθεσίν του τῆς μειοψηφίας, ἐπαναλαμβάνει τὴν περυσινήν του πρότασιν περὶ περιορισμοῦ τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 7.500.000.000. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Ρεδιάδης οὐδὲν προτείνει τὸ συγκεκριμένον περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις αὐτὴ τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφίνει μάλιστα νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρὰ διὰ μιᾶς ριζικῆς ἀναθεωρήσεως ἵνα μὴ εἴπω ἀνατροπῆς τοῦ συγχρόνου Κράτους. Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως κύριοι βουλευταὶ εἶναι τόσον σαφεῖς ὥστε εἶναι ἀμφίβολον κατὰ πόσον αὐτὴ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ συγχρόνου Κράτους καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο εὐκτέα καὶ ἐφικτή, εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ ἦτο δυνατὴ εἰς τὴν πρακτικήν της ἐφαρμογήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ ἐπισταμένην μελέτην τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ ἔκρινεν ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ὑπηρεσίαι Κρατικαί, ἐκ μέρους τῶν ὁποίων θά ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ κανεὶς τὴν αὐτὴν ἂν ὄχι καὶ καλλιτέραν ἀπόδοσιν μὲ ὀλιγωτέρας δαπάνας. Πρόκειται συγκεκριμένως περὶ ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἐνεργεῖ τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας εἴτε ἀμέσως, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τῶν Τ.Τ.Τ. εἴτε ἐμμέσως ὅπως εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Τ.Τ.Τ. εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἀφίνῃ κατ’ ἔτος ἕνα ὡρισμένον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1928–29 ἦτο 44.000.000 δραχ. τὸ δὲ 1929–1930 70.000.000. Καὶ ὑπολογίζεται ὅτι κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν 1930–31 τὸ ἔλλειμμα θὰ εἶναι μεγαλείτερον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων....
§47Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἰς τὰ ἄλλα κράτη ἀφίνει ἔλλειμα;
§48Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ περισσότερα δὲν ἀφίνει. Δυστυχῶς ἐδημοσιεύθη ἕνα ἄρθρον τοῦ κυρίου Κοφινᾶ, τὸ ὁποῖον ἔγινε ἀφορμὴ πολλῶν πλανῶν, διότι ἐβασίσθη ἐπὶ λελανθασμένων στοιχείων. Ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλαὶ ξέναι ὑπηρεσίαι τῶν Τ.Τ.Τ. ἀφίνουν περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐν πάσει περιπτώσει διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἰδικά μας Τ.Τ.Τ. πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐτησίων διαχειρίσεων αὐτῶν δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀξία τῶν κρατικῶν τηλεγραφημάτων τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσφέρουν τὰ Τ.Τ.Τ. εἰς τὸ Κράτος. Ἡ ὑπηρεσία μάλιστα τῶν Τ.Τ.Τ. φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι, ἂν εἰς τὰ ἐτήσια ἔσοδα της ὑπολογισθοῦν καὶ αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ μορφὴν τηλεγραφημάτων τηλεφωνημάτων καὶ ταχυδρομικῶν μεταφορῶν τὸ ἔλλειμα τοῦτο θὰ ἐκαλύπτετο τελείως. Ὀφείλω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Ὅτε δηλαδὴ κατήρτιζα τὴν ἔκθεσιν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησα διάφορα στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατέληξα εἰς τὰ γνωστὰ συμπεράσματα τῆς ἐκθέσεως. Σήμερον ὅμως τὴν πρωΐαν μοὶ ἐστάλη ἕνα νέον σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀναθεωρεῖ τὸ προηγούμενον καὶ τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὅτι τὸ σύνολον τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας προσφέρον τὰ Τ.Τ.Τ. εἰς τὸ Κράτος ἐκτιμᾶται εἰς 67 ἑκατομ. ἐν ᾧ εἰς τὸ προηγούμενον σημείωμα εἶχον ἐκτιμηθεῖ εἰς 30 ἑκατ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι παρασκευασμένος νὰ ἐξελέγξω τοὺς νέους αὐτοὺς ἀριθμοὺς καὶ διὰ τοῦτο καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν Τ.Τ.Τ. καλύπτεται διὰ τῆς ἀξίας τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ δὲν παίζει σημαντικὸν ρόλον ἡ τοιαύτη κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος. Ἀντιθέτως μάλιστα νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιστραφῇ, καὶ νὰ ἀπευθυνθῇ ἡ ἑξῆς ἐρώτησις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ. Ἐὰν ὑπετίθετο ὅτι τὸ Κράτος ἀντὶ 67 ἑκατ. περιόριζεν τὴν ἀξίαν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χρησιμοποιουμένων ὑπηρεσιῶν τῶν Τ.Τ.Τ. εἰς 30 ἑκατ., θὰ ἦτο ἀντιστοίχως δυνατὸν ἡ διοίκησις τῶν Τ.Τ.Τ. νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα της κατὰ 37 ἑκατ; Ἀσφαλῶς ὄχι, δεδομένου ὅτι ὅπως κάθε ἄλλη ἐπιχείρησις, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ Τ.Τ.Τ. ἔχουν ἕνα κατώτατον ὅριον γενικῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον δὲν αὐξάνει κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὄγκου τῶν ἐργασιῶν εἴτε βεβαίως ἐλαττοῦται, περιορισμένων αὐτῶν. Νομίζομεν λοιπὸν ὅτι ἀλλοῦ ἔγκειται τὸ κακὸν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα σοβαρώτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Πρὸς τὸ παρὸν θεωρῶ σκόπιμον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὸν σχετικὸν κλάδον τῶν πιστώσεων τὸν πρὸς τὰς ὑπερορίας. Δυστυχῶς τῶν πιστώσεων αὐτῶν γίνεται μία χρῆσις ὄχι φειδωλή, διότι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ δικαιοῦνται ὑπερορίας οἱ πραγματικῶς ἀναγκαῖοι ὑπάλληλοι οἱ ἐργαζόμενοι κατὰ τὰς ἐξαιρεσίμους ἡμέρας, ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις ὅτι δικαιοῦνται ὑπερορίας ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ὑπάλληλοι καὶ τῆς κεντρικῆς ἀκόμη ὑπηρεσίας ἀρκεῖ νὰ μεταβαίνουν εἰς τὸ γραφεῖον των κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καταβάλλει ἐπανειλημμένους ἀγῶνας διὰ νὰ περικόψῃ τὸ κονδύλιον αὐτό, καὶ ἔχει κατορθώσει νὰ περιορίσῃ τοῦτο κατὰ 6 ἑκατ. εἰς τὸν νέον προϋπολογισμόν. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἂν δὲν καθορισθῇ σαφῶς καὶ ἐπισήμως ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ κάθε γραφεῖον κατὰ τὰς ἐξαιρεσίμους ἡμέρας καὶ τὰς Κυριακὰς, δὲν θὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν καὶ θὰ χρειασθῇ ἐνίσχυσις τῆς σχετικῆς πιστώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Πολιτικῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος μὲ ἠρώτησε προηγουμένως διὰ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὰς ἄλλας Χώρας, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου, ὡς γνωστόν, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–30 ἄφησε μεγάλα περισσεύματα, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐγένοντο καὶ διάφοροι φορολογικαὶ μειώσεις, νομίζω 1.500 ἑκατ. φράγκα, ἐν τούτοις παρ’ ὅλας τὰς φορολογικὰς αὐτὰς μειώσεις αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργουν ἕνα εὐρὺ περιθώριον ἀποφυγῆς κάθε ἐπιβαρύνσεως τοῦ Λαοῦ, ἐν τούτοις λέγομεν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–1931 ἐδέχθησαν μαζὶ μὲ τὰς φορολογικὰς μειώσεις καὶ αὔξησιν τῶν τελῶν τῶν Τ.Τ.Τ. κατὰ 135 ἑκατ. Τὴν αὔξησιν αὐτὴν εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἐδέχθη ἡ Βουλὴ ὡς ἀπολύτως σύμφωνον μὲ τὴν ἀρχήν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐκμετάλλευσις βιομηχανική ἐνεργουμένη παρὰ τοῦ Κράτους πρέπει νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας της ἀπὸ τὰ ἐτήσια ἔσοδα. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ. Εἰσερχόμενοι ἤδη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους θεωροῦμεν καθῆκον νὰ ὑπενθυμίσωμεν τὸ γνωστὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ ἐτησία διαχείρησις αὐτῶν δεδομένου ὅτι τὸ ἀκριβὲς ἀποτέλεσμα διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους δὲν ἐξάγεται ἀπὸ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἰς τὰς ἐτησίας δαπάνας πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ ὅλα τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα συγκρίνει τὸ Κράτος, δηλαδὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς κάθε βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν θὰ ἐβάρυνον τὰ ἔξοδα τῆς ἐτησίας ἐκμεταλλεύσεως, δεδομένου ὅτι κατ’ οὐσίαν ἀποτελοῦν μίαν στοιχειώδη ἀπόσβεσιν τῶν ἐξόδων ἐγκαταστάσεως. Τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ ὁποῖα πληρώνει τὸ Κράτος, ἀνέρχονται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1931–32 διὰ τὰ παλαιὰ σιδηροδρομικὰ δάνεια εἰς 87 ἑκατ. Πλὴν ὅμως τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον πληρώνει ἐτησίως τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1926 –27 μέχρι σήμερον εἰς τοὺς προϋπολογισμούς μας ἀνεγράφησαν κονδύλια δραχμῶν 1.200 ἑκατ., τὰ ὁποῖα διετέθησαν γενικῶς διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγικοῦ Ὁμίλου. Συγχρόνως θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐπιβαρύνηται ἐπὶ σειρὰν ἀκόμη ἐτῶν, μὲ 180 ἑκατ. ἐτησίως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγικοῦ Ὁμίλου. Εἶναι φανερὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς πόσον εἶναι δύσκολον νὰ καθορίσῃ κανεὶς τὸ ἀκριβὲς ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, δεδομένου ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθοῦν αἱ δαπάναι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν κατασκευὴν νέων γραμμῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπεπερατώθησαν ἀκόμη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσβέννυνται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ νὰ μὴν σᾶς ἀπασχολῶ μὲ εἰδικοὺς ὑπολογισμούς, ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς εἰδικοῦ περὶ τὰ σιδηροδρομικὰ ἀνῆλθε τὸ 1927 –28 εἰς 121 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 28–29 εἰς 137 ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ 30–31 εἰς 196 ἑκατομμύρια. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ὑπολογισμοῦ αὐτοῦ, τοῦ καθαρῶς βιομηχανικοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ συντελεστὴς ἐκμεταλλεύσεως βαίνει χειροτερεύων. Διότι τὸ 28–29 ὁ συντελεστὴς ἐκμεταλλεύσεως ἦτο 85 εἰς τοὺς κρατικοὺς σιδηροδρόμους, 79 εἰς τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου καὶ 77 διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας. Κατὰ τὸ 1929–30 ὁ συντελεστὴς ἐκμεταλλεύσεως διὰ τοὺς κρατικοὺς σιδηροδρόμους ἀπὸ 86 ἀνῆλθεν εἰς 95, ἐν ᾧ διὰ τοὺς ΣΠΑΠ παρέμεινε στάσιμος καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας ἐβελτιώθη ἀπὸ 77 εἰς 73. Τὸ συμπέρασμα δηλαδὴ εἶναι ὅτι κατὰ τὸ 1929–30 οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ Κράτους ἔπρεπε νὰ δαπανοῦν 95 καὶ νὰ εἰσπράττουν 100, ἐνῶ οἱ σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου ἔπρεπε νὰ δαπανοῦν 79 καὶ οἱ Θεσσαλίας νὰ δαπανοῦν μόνον 73 διὰ νὰ εἰσπράττουν τὰς ἰδίας δραχμὰς 100. Βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ ὑποδείξῃ κανεὶς προχείρως τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα χρειάζονται διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐλπίζομεν ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας οἱ διάφοροι εἰδικοὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ὑποδείξουν τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Πάντως ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι καθὼς ἐμφανίζεται σήμερον ἡ ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρόμων πρόκειται νὰ ἀφήσῃ ἀνεξήτηλα τὰ ἴχνη της ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπιβαρύνεται μὲ μίαν ἐπιχορήγησιν καθὼς καὶ μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν παλαιῶν σιδηροδρομικῶν δανείων, χωρὶς ὅμως ἐξ ἄλλου νὰ παρέχηται οἱαδήποτε εὐχέρεια εἰς τὰ κοινοβούλια πρὸς ἔλεγχον τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διατίθενται τὰ ἔσοδα ἐν γένει τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων. Νομίζομεν λοιπὸν ἀπαραίτητον, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν σιδηροδρόμων ψηφίζεται τοῦ λοιποῦ παρὰ τοῦ κοινοβουλίου μαζὺ μὲ τὸν γενικὸν προϋπολογισμόν. Τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ καθ’ ἡμᾶς ζήτημα ἀρχῆς. Νομίζομεν δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συμμερίζεται τὴν ἀντίληψιν ταύτην. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν πιθανῶν οἰκονομιῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθουν ἀπὸ τὰ Τ.Τ.Τ. καὶ τὰς Σ.Ε.Κ. νομίζομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ ἑνὸς μεγάλου τμήματος τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ συγκεκριμένως δὲ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1931–32 ἀνέρχεται εἰς 2685 ἑκατομμύρια ἤτοι ἀποτελεῖ τὰ 26% τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ προσθέσωμεν καὶ διάφορα κονδύλια εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀποσβέσεις τοῦ Δημοσίου χρέους, τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ ἀκόμη καὶ τὴν χορήγησιν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους φθάνωμεν εἰς τὸ ποσὸν 3653 ἑκατομμύρια δηλαδὴ 36% τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἡ ἐτησία ὑπηρεσία αὐτοῦ ἀναλογεῖ εἰς τὰ 10%. Ἐν’ ᾧ προπολεμικῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἦτο μόνον 4% τοῦ νομοθετικοῦ κεφαλαίου. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ καὶ ἡ αὔξησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὀνομαστικόν του κεφάλαιον καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν ἐποχὴν ὀφείλεται εἰς δύο κυρίους λόγους. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι μεταπολεμικῶς λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν, τὰ διάφορα δάνειά μας ἐπραγματοποιήθησαν ὑπὸ δυσμενεστέρους ὅρους ἀπὸ τὰ συναφθέντα κατὰ τὴν προπολεμικὴν περίοδον, ὁπότε ἄλλως τε ἡ ἐτησία ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ὠφελεῖτο σημαντικῶς λόγῳ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν ξένων πιστωτῶν μας. Ὁ κυριώτερος ὅμως λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ηὔξησεν σημαντικῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημοσίου χρέους εἶναι πρὸ παντὸς ἡ πολιτικὴ τῶν συντόμων ἀποσβέσεων, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὴν σύναψιν τοῦ μεταπολεμικοῦ δημοσίου χρέους. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρωμεν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1930–1950 πρόκειται νὰ ἐξοφλήσωμεν 28.000 ἑκατ. ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους, δηλαδὴ ἄνω τῶν ⅔ τοῦ συνόλου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὴν μεγάλην διαφορὰν ἀπὸ τὴν προπολεμικὴν ἐποχήν, ὁπότε τὰ δάνειά μας συνήπτοντο μὲ προθεσμίας ἐξοφλήσεως μακράς, ἐνίοτε δὲ καὶ 100 ἐτῶν, ὅπως εἶναι τὰ σιδηροδρομικὰ δάνεια. Βεβαίως ἡ πολιτικὴ τῆς συντόμου ἀποσβέσεως τοῦ Δημοσίου χρέους εἶναι μία πολιτικὴ ὑγιὴς κατ’ ἀρχήν, διότι δίκαιον εἶναι ἑκάστη γενεὰ νὰ ἐξοφλῇ τὰ χρέη της καὶ νὰ μὴ μεταβιβάζῃ εἰς τοὺς ἐπερχομένους βάρη ξένα πρὸς αὐτούς; Ἀλλὰ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου χρέους, ὑφ’ ἣν μορφὴν ἐμφανίζεται σήμερον, ἡ πολιτικὴ τῆς συντόμου ἀποσβέσεως ἀσφαλῶς ὑπερτιμᾷ τὰς δυνάμεις τῆς σημερινῆς γενεᾶς καὶ καταδικάζει αὐτὴν νὰ ὑποστῇ ὅλα τὰ βάρη τῶν πολεμικῶν καὶ μεταπολεμικῶν ἀνωμαλιῶν. Γεγονότα δὲ ὅπως ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὁ ὁποῖος μάλιστα διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν μία ἐκκαθάρισις ὄχι μόνον ὁλοκλήρου τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ βασίμως ὅτι πρέπει νὰ ρίπτωνται ἐπὶ μιᾶς μόνον γενεᾶς. Ἄλλωστε ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος λόγος ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ μιᾶς δικαιοτέρας κατανομῆς τοῦ Δημοσίου χρέους. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἀπότομος συγκέντρωσις ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας ἑνὸς μεγάλου ὄγκου ἀδελφῶν πληθυσμῶν ἔθεσε σοβαρῶς ἐπὶ τάπητος τὸ πρόβλημα τῆς βελτιώσεως καὶ ἐνισχύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐξοπλισμοῦ τῆς χώρας. Ἡ πολιτικὴ δηλαδὴ τῶν παραγωγικῶν ἔργων καὶ τοῦ συνεχοῦς δανεισμοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐγεννήθη ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἀνάγκης ἐξευρέσεως πόρων διατροφῆς καὶ συντηρήσεως τοῦ ηὐξημένου πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Τοιουτοτρόπως δηλαδὴ ὡς νὰ μὴ ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς σημερινῆς γενεᾶς μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου, κατέστη ἀναγκαῖον νὰ ἀναληφθοῦν καὶ νέα ὑποχρεώσεις λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐτερματίσθη ὁ πόλεμος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Αἱ ὑποχρεώσεις δὲ αὐταὶ ἢ μᾶλλον τὸ βάρος τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν ἤρχισε νὰ ἐπιπίπτῃ ἐπὶ τῆς σημερινῆς γενεᾶς, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον βαρύτατον παρ’ ὅσον θὰ ἐπιπέσουν ἐπὶ τῶν μεταγενεστέρων δεδομένου ὅτι οἱ μεταγενέστεροι θὰ εὕρουν καὶ τὸ πολεμικὸν χρέος ἐξοφλημένον καὶ τὰ παραγωγικὰ ἔργα ἐν πλήρῃ ἀποδόσει. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἐλπίζω ὅτι θὰ συμφωνήσετε, κ. βουλευταὶ ὅτι ἐπιβάλλεται μία δικαιοτέρα κατανομὴ τοῦ δημοσίου χρέους δι’ ἀναλόγου μετατροπῆς αὐτοῦ. Βεβαίως ἡ μετατροπὴ τοῦ Δημοσίου χρέους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ἀναγκαστικόν, πάντως ὅμως θὰ ἔχῃ χαρακτῆρα προαιρετικόν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρὸς διευκόλυνσιν αὐτῆς πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως διατηρήσωμεν ἀκεραίαν τὴν Κρατικὴν ἡμῶν πίστιν. Διὰ τὸν λόγον δὲ αὐτὸν ἀκριβῶς προσφέρουν τὴν χειρίστην δυνατὴν ὑπηρεσίαν, οἱ φωνασκοῦντες ἐνίοτε περὶ χρεωστασίου. Διότι ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ ἐνῷ τόσον ἀφελῶς ἐκτοξεύεται ἐναντίον τῶν ξένων δανειστῶν, οὐσιαστικῶς στρέφεται ἐναντίον τοῦ λαϊκοῦ συμφέροντος, δεδομένου ὅτι ἀπομακρύνει τὴν ἑταιρείαν μιᾶς καλλιτέρας κατανομῆς τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου χρέους. Ἄλλωστε ὅπως ἐτονίσαμεν καὶ προηγουμένως τὸ βάρος τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου χρέους ὀφείλεται ὀλιγώτερον εἰς τοὺς ὑψηλοὺς τόκους τῶν ξένων δανειστῶν καὶ περισσότερον εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν συντόμων ἀποσβέσεων. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἡ μετατροπὴ τοῦ Δημοσίου Χρέους. Εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία διενεμήθη εἰς ἡμᾶς, κύριοι βουλευταί, δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰς λεπτομερείας. Ἀρκούμεθα μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρωμεν ὅτι σύμφωνα μὲ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς ἕνα δάνειον ἑνοποιήσεως μὲ τόκον 6% καὶ τιμὴν ἐκδόσεως 88% θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὡρισμένη οἰκονομία ἐκ 354 ἑκατ. Δυστυχῶς ὅμως ἡ παγκόσμιος κρίσις καὶ ὁ δισταγμὸς τῶν ξένων κεφαλαίων ὅπως ἐπενδυθοῦν εἰς μακροπροθέσμους τοποθετήσεις, βεβαίως δὲν διευκολύνει, πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον, τὴν σύναψιν ἑνὸς τοιούτου δανείου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπὸ σήμερον τὸ πρᾶγμα σοβαρῶς, καὶ διὰ νὰ μὴ ληφθῇ μία ἀπόφασις κατ’ ἀρχήν. Ἄλλως τε ἂν πρὸς τὸ παρὸν αἱ συνθῆκαι τῆς διεθνοῦς χρηματαγορᾶς δὲν ἐπιτρέπουν τὴν σύναψιν ἑνὸς μεγάλου δανείου ἑνοποιήσεως ἀσφαλῶς αἱ προβλέψεις διὰ τὸ μέλλον εἶναι αἰσιόδοξοι. Ἡ Κρατική μας πίστις διατηρεῖται πάντοτε σταθερὰ καὶ ἀκμαία, τὸ τοιοῦτον δὲ ἐκδηλοῦται διὰ μιᾶς συνεχοῦς ἀνατιμήσεως τῶν ἐθνικῶν μας χρεωγράφων, τόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον καὶ εἰς τὴν διεθνῆ χρηματαγοράν. Ἄλλωστε καὶ ἡ γενικωτέρα εἰκών, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζουν τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, μαρτυροῦν σαφῶς περὶ τῆς ἀξιοθαυμάστου δραστηριότητος καὶ ζωτικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Παρ’ ὅλην τὴν παγκόσμιον κρίσιν καὶ παρ’ ὅλας τὰς εἰδικὰς διὰ τὴν Ἑλλάδα συνθήκας, ὅπως αἱ συνεχεῖς θεομηνίαι, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, παρουσιάζουν μίαν ἀξιοθαύμαστον ἀντοχὴν καὶ σταθερότητα, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαθῶς δικαιούμεθα νὰ ὑπερηφανευώμεθα. Ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν προϋπολογισμὸς τοῦ 1931– 1932 ἀποτελεῖ τὸν πέμπτον κατὰ σειρὰν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζει σαφὲς περίσσευμα. Τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς συμβαίνει εἰς ἄλλας χώρας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ πλουσιώτεραι ἡμῶν καὶ συγχρόνως διαθέτουν πολὺ μεγαλείτερα ἐφόδια εἰς οἰκονομικὸν ἐξοπλισμόν, ὅπου ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἐξεδηλώθη διὰ μιᾶς συνεχοῦς μειώσεως τῶν ἐσόδων καὶ δι’ ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιουτοτρόπως εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν 1929–30 ἐσημειώθησαν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν εἰς φορολογικὰς μειώσεις 1.500 ἑκατ. φράγκων, δυστυχῶς ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσημείωσε μίαν τεραστίαν κάμψιν τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία εἶναι φόβος ὅτι θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα 1.000 περίπου ἑκατομ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, τῆς ὁποίας οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔκλεισαν κατὰ συνθήκην μὲ πλῆρες ἰσοζύγιον, ἐν τούτοις ὁ σημερινὸς προϋπολογισμὸς ἐσημείωσε μίαν μεγάλην μείωσιν τῶν ἐσόδων συνεπείᾳ τῆς ὁποίας τὸ ἔλλειμμα ὑπελογίσθη εἰς 900 ἑκατ. λιρεττῶν καὶ ὑπάρχει φόβος νὰ ἀνέλθῃ εἰς μεγαλείτερον ποσὸν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–30 ἐσημείωσεν ἤδη ἔλλειμμα 300 ἑκατ. μάρκων. Παρ’ ὅλα τὰ ληφθέντα μέτρα καὶ ὁ σημερινὸς προϋπολογισμός, λόγῳ τῆς μεγάλης κάμψεως τῶν ἐσόδων καὶ λόγῳ τῶν ἐπιδομάτων πρὸς τοὺς ἀνέργους, σημειώνει ἔλλειμμα 900 ἑκατ. μάρκων, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ μὲν 300 ὀφείλονται εἰς τὰ ἐπιδόματα πρὸς τοὺς ἀνέργους, τὰ δὲ 600 ἑκατ. εἰς τὴν κάμψιν τῶν ἐσόδων. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι πλέον ἡ γνωστὴ ἡ διαρκὴς ἀνατροπὴ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς 1929–1930 εἶχε κλείσει μὲ ἔλλειμμα 15 περίπου ἑκατ. λιρῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–1931 ἐψηφίσθησαν ἐπειγόντως διάφοροι φόροι. Μάλιστα ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ψηφίσῃ γενικὸν μέτρον, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἕνας προϋπολογισμὸς ἐμφανίζει ἔλλειμμα, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ δημοσίας προσόδους προωρισμένας δι’ ὡρισμένους σκοποὺς πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιτρέπεται ἐλάττωσις τοῦ χρεωλυσίου.
§50Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐν τούτοις παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς φορολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–31 ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, λόγῳ τῶν βοηθημάτων πρὸς τοὺς ἀνέργους ἐκ τῶν φορολογικῶν μειώσεων, ἐμφανίζει ἕνα τεράστιον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζουν ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὰ 45 ἑκατομμύρια λιρῶν. Ἡ σύγκρισις αὐτή, κύριοι βουλευταί, μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μας προϋπολογισμῶν καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ πλουσιώτερα καὶ ἀπείρως ἰσχυρότερα ἡμῶν οἰκονομικῶς, ἀποδεικνύει ὅτι εἰς ἐκεῖνα μὲν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἐξεδηλώθη μὲ συνεχῆ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ὁ ἰδικός μας προϋπολογισμὸς ἀπὸ 4 ἐτῶν ἀφίνει περίσσευμα, ἡ δὲ μικρὰ μείωσις τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κατὰ τὴν χρῆσιν 1930–31, ὅπως εἴπομεν προηγουμένως, ἀσφαλῶς εὑρίσκεται μέσα εἰς τὸν ρυθμὸν τῶν προβλέψεων καὶ οὐδεὶς κίνδυνος ἐλλείμματος ὑπάρχει. Ἀνάλογος εἶναι καὶ ἡ ἀντοχὴ καὶ ἡ σταθερότης τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Οἰκονομίας, ἐν συγκρίσει πάντοτε μὲ ὅτι συμβαίνει εἰς τὰς ξένας χώρας. Ἡ γεωργική μας παραγωγὴ ηὔξησε, παρ’ ὅλας τὰς θεομηνίας καὶ τὰς καταστροφάς, ἡ δὲ βιομηχανική μας παραγωγὴ παραμένει πάντοτε σταθερὰ —εἰς τινας δὲ κλάδους ἔχει βελτιωθῇ παρὰ τὴν τεραστίαν βιομηχανικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία μαστίζει τὰς ξένας χώρας, ὅπου, ὡς γνωστόν, πλεῖσται βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις ἔχουν σταματήσει τὰς ἐργασίας καὶ τὴν παραγωγήν των. Ἄλλωστε καὶ ἡ ἀνεργία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀσήμαντος ἐν συγκρίσει μὲ τὰ συμβαίνοντα εἰς ἄλλας χώρας,—ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνεργία βιομηχανική. Τὸ μόνιμον ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου ἠλαττώθη κατὰ 3½ ἑκατ. λίρας. λόγῳ τῆς γενικῆς πτώσεως τῶν τιμῶν. Παραλλήλως ὅμως μία ἔρευνα ἐν τῇ εἰσαγωγῇ πείθει, ὅτι καὶ ἡ καταγάλωσις ἐν τῷ συνόλῳ δὲν ἐμειώθη ἐν Ἑλλάδι, τοὐναντίον δὲ εἰς ὡρισμένα εἴδη, ὡς ἡ σάκχαρις, ὁ καφές, ἡ βενζίνη καὶ οἱ γαιάνθρακες, ηὐξήθη. Βεβαίως δὲν λησμονοῦμεν, κύριοι βουλευταί, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐδανείσθημεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ δανειζώμεθα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν διάφορα μεγάλα ποσά. Τὰ ποσὰ ὅμως αὐτὰ διατίθενται δι’ ἔργα παραγωγικὰ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁποίων θὰ συμπληρωθῇ ἀναμφισβητήτως καὶ θὰ βελτιωθῇ κατὰ τρόπον σημαντικὸν ὁ ὅλος οἰκονομικὸς ἐξοπλισμὸς τῆς χώρας. Εἰς τὴν τελευταίως κυκλοφορήσασαν ἔκθεσιν τῶν πεπραγμένων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπολογίζεται ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν παραγωγικῶν ἔργων, θ’ ἀνέλθῃ εἰς 5 ἑκατ. λίρας. Δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπολογισμοῦ.
§51Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). 6–7 ὑπολογίζονται.
§52Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρῶ πιθανόν. Ἐν τούτοις θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ πρὸς στιγμὴν ὡς ὑπερβολικὴν τὴν ἐκτίμησιν αὐτὴν καὶ νὰ δεχθῶ μόλις τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῶν 6 ἑκατ. Ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι καὶ 3 ἑκατ. μόνον λίρες ἂν εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ Ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀρκεῖ ὄχι μόνον διὰ νὰ ἀποπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἓν εὐρὺ περιθώριον αὐξήσεως τῶν καταναλωτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διότι περὶ αὐτοῦ κυρίως πρόκειται, κύριοι βουλευταί, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν σαφῶς. Βεβαίως ἐὰν τὸ Ἐθνικόν μας εἰσόδημα ἦτο ἱκανοποιητικόν, ἢ ἐὰν οἱ διάφοροι πλουτοπαραγωγικοὶ πόροι τῆς χώρας ἐκαλλιεργοῦντο ἢ ἐξεμεταλλεύοντο κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ, βεβαίως τότε ἡ σήμερον ἀκολουθουμένη πολιτικὴ τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν θὰ ἦτο περιττή. Εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην θὰ ἦτο ἴσως ἀνεκτὴ μία πολιτικὴ περισσότερον συντηρητική, μία πολιτικὴ περικοπῆς τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν καὶ ἐπιστροφῆς τοῦ Κράτους εἰς τὸν παλαιόν του περιωρισμένον ρόλον, σύμφωνα μὲ τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου σχολῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἡ πενία καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι μεγάλαι κοινωνικαὶ μᾶζαι στεροῦνται κάθε ἀνέσεως, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῶν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων, ὅταν δὲ εἶναι ἐξ ἄλλου γνωστὸν ὅτι ἡ καλλιτέρα καὶ ἐπιμελεστέρα ἐκμετάλλευσις τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν τῆς χώρας θὰ ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ τὸ περιθώριον τῶν καταναλωτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τότε οἱαδήποτε πολιτικὴ συντηρητικὴ πολιτικὴ εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς αὐτὰ τὰ στοιχειώδη λαϊκὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα, ὑπὸ τοὺς ὅρους δὲ αὐτοὺς καὶ ἀντιθέτως πρὸς ὅτι λέγεται συνήθως ἡ σήμερον ἀκολουθουμένη πολιτικὴ τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν δὲν ἀποτελεῖ εἰμὴ μίαν ἀλίγιστον αἰσιοδοξίαν. Διότι ἡ αὔξησις τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐμφανίζεται ὡς τὸ μόνον μέσον στοιχειώδους ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς συντηρήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀντιθέτως μάλιστα θ’ ἀπετέλη ἀδικαιολογήτως αἰσιόδοξον ἀντίληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ προβλήματος πᾶσα περικοπὴ τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν καὶ καταδίκη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς τὴν σημερινὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ὡς ἐὰν ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ ἦτο ἀνθηρὰ καὶ ὡς ἐὰν νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένωμεν μίαν αὐτόματον καὶ ὡς ἐκ θαύματος αὔξησιν τοῦ Ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος. (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ κύριοι βουλευταὶ νὰ ψηφισθοῦν μερικὰ νομοσχέδια καὶ ἔπειτα νὰ συνεχίσωμεν. Μόνη συζήτησις τοῦ ὑπὸ τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψήφισιν τοῦ τροποποιηθέντος σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως ἐπιβαλλομένων τελῶν καὶ φόρων ἐπὶ ἐξαγομένων καὶ μεταφερομένων χαρουπίων ἐσοδείας 1930 καὶ ἐφεξῆς». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Βαρδαγιάννης.
§54Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφορμὴν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, κύριοι βουλευταί, ἔδωκαν κυρίως τὰ μεσολαβήσαντα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἀτυχήματα ὡρισμένων τραπεζῶν καὶ ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, σκοπὸν ἔχει τὴν προστασίαν τῶν μετόχων καὶ ἰδιαιτέρως τῆς μειοψηφίας τῶν μετόχων, ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινοῦ τοῦ συναλλασσομένου μετὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, δεδομένου ὄντως, ὅτι ὁ νόμος 2190 δὲν ἐκρίθη ὡς περιέχων ἐπαρκεῖς διατάξεις πρὸς προστασίαν τῶν μετόχων καὶ τοῦ κοινοῦ. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ μελετήσασα καὶ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον διὰ μακρῶν συνεδριάσεων συνεφώνησε κατ’ ἀρχὴν ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, πλειοδοτήσασα μάλιστα εἰς αὐστηρότητα. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας τὸ πρόβλημα τῆς λειτουργίας τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐπεκτείνεται πέραν τοῦ στενοῦ ζητήματος τῆς ἀνάγκης τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων τοῦ κοινοῦ. Ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία, ὡς διεμορφώθη μεταπολεμικῶς, ἀποτελεῖ συνήθως ὀργανισμὸν οἰκονομικὸν μεγάλον συγκεντροῦντα πολλὰ κεφάλαια δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀποτελοῦσιν ἔργα κοινῆς ὠφελείας. Ἡ ἐπιστήμη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἤρχισε νὰ ἀλλάζῃ δόγματα. Φρονεῖ ὅτι ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἀποτελοῦσιν ὀργανισμοὺς κοινῆς ὠφελείας, πολλάκις δὲ καὶ ὀργανισμοὺς δημοσίας ἀνάγκης. Αἱ σιδηροδρομικαὶ καὶ συγκοινωνιακαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ Τράπεζαι, αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ τεράστιοι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ δημοσίας ὠφελείας. Ἔφθασε μάλιστα ἡ ἐπιστήμη νὰ ὑποστηρίζῃ ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη τὸ περισπούδαστον βιβλίον τοῦ Γερμανοῦ οἰκονομολόγου καὶ μεγαλοβιομηχάνου «Walter Rathenau» περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὁ ὁποῖος πειστικώτατα ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν ταύτην, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς προασπίσεως τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀπροσκόπτου ἐξασφαλίσεως ὡρισμένων σκοπῶν, οὓς ἐπιδιώκει μία ἐπιχείρησις, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς προασπίσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διότι κακὴ διαχείρησις καὶ διοίκησις μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ἀσφαλῶς δύνανται νὰ κλονίσῃ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς ὅλης Ἐθνικῆς οἰκονομίας μιᾶς χώρας. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐλαχίστας περιέχει διατάξεις. Ἐκ τῆς μελέτης, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν παρ’ ἡμῖν, τοῦ ἀναπτυχθέντος μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 2190, ἤχθην εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι κάτι τὸ σαθρὸν ἐνυπάρχει ἐν τῇ ὅλῃ ἐξελίξει τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι. Κολοσσιαία ὑπῆρξεν ἡ ταχύτης, δύναμαι νὰ εἴπω, μετὰ τῆς ὁποίας ἱδρύθησαν τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς καταπληκτικοῦ πληθωρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναμφιβόλως δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ, εἰς στιγμὰς μάλιστα οἰκονομικῆς κρίσεως πρὸς ὄφελος τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τῆς πληθωρικῆς ἱδρύσεως, ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι, ἄν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἱδρύθησαν ὀκτακόσιαι καὶ πλέον ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, ἐνῷ καθ’ ὅλην τὴν ἑκατονταετίαν, ἀφ’ ἧς ὑφιστάμεθα ὡς Κράτος ἐλεύθερον, ἱδρύθησαν μόνον τετρακόσιαι τοιαῦται θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἦτο τὸ πρῶτον αἴτιον, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε εἰς τὴν πληθωρικὴν ἀνωνυμοποίησιν διαφόρων ἐπιχειρήσεων. Αὐτὸ τὸ φαινόμενον παρετηρήθη μάλιστα ὑπὸ ὀξυτέραν μορφὴν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ τὴν Οὐγγαρίαν, καὶ τὴν Αὐστρίαν, ὅταν ἤρχισε καὶ ἐκεῖ νὰ κατρακυλᾷ τὸ ἐθνικὸν νόμισμα τῶν χωρῶν ἐκείνων. Τότε ἤρχισε ν’ ἀναπτύσσηται ἕνας ὀργασμὸς πρὸς ἵδρυσιν ἀμφιβόλου ἐπιτυχίας ἐπιχειρήσεων, διότι τὸ κεφάλαιον εἰς τοιαύτας ἐποχὰς πτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος εὑρίσκει ἀσφαλεστέραν τὴν τοποθέτησιν εἰς μετοχικὰς ἀξίας ἀπὸ τὸν ἄλλης φύσεως δανεισμόν. Ἄλλην αἰτίαν τῆς πληθωρικῆς ἱδρύσεως ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἀποτελεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἡ ἀσκηθεῖσα ἀπέναντι τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, συντελέσασα ὥστε πολλαὶ προσωπικαὶ ἑταιρεῖαι πολλαὶ οἰκογενειακαὶ ἐπίσης ἐπιχειρήσεις νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Θὰ ἀναφέρωμεν πρῶτον ἕν νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον ὁρίζει διάφορον φορολόγησιν τοῦ ὑπερτιμήματος ἐπὶ τῶν εἰσφερομένων εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας βιομηχανικῶν ἢ γεωργικῶν ἐγκαταστάσεων. Τόσον δὲ διαφέρει ἡ φορολογία αὕτη, ὥστε ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι μόνον διὰ 2% ἐφορολογεῖτο τὸ ὑπερτίμημα τῶν ἀκινήτων καὶ λοιπῶν ἐγκαταστάσεων τῶν εἰσφερομένων εἰς συνιστωμένην ἑταιρείαν, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ὑπερτίμημα τῶν λοιπῶν ἐγκαταστάσεων ὑπεβάλοντο εἰς βαρύτατον φόρον καθαρᾶς προσόδου, ὁ ὁποῖος ἀνήρχετο εἰς 20%. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ 1926 θεσπισθεῖσα φορολογία ἐπὶ τοῦ διανεμομένου μερίσματος, κατὰ τὴν ὁποίαν μία ἀνώνυμος ἑταιρεία μὴ διανέμουσα τὰ πραγματοποιηθέντα παρ’ αὐτῆς κέρδη εἰς μέρισμα, ἀλλ’ ἀποθεματοποιοῦσα ἢ μεταφέρουσα ταῦτα εἰς νέον, δύναται νὰ παραμείνῃ ἀφορολόγητος, ὤθησε μεγάλον ἀριθμὸν οἰκογενειακῶν ἐπιχειρήσεων εἰς ἀνωνυμοποίησιν. Τρίτος τέλος λόγος τῆς ἀθρόας ἀνωνυμοποιήσεως εἶναι ἡ τάσις πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κληρονομικῶν φόρων. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν δὲν δύνανται νὰ διαφύγουν κυρίως ἐκεῖνα μόνον τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ περιέλθουν ἄλλως πως εἰς τὴν κυριότητα τῶν κληρονόμων, ὡς ἀκίνητα, καταθέσεις καὶ λοιπαὶ φανεραὶ τοποθετήσεις ἀξιῶν. Ἀντιθέτως τὰ μετρητά, αἱ μετοχικαὶ ἀξίαι εὑρισκόμεναι καὶ μεταβιβαζόμεναι ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, δὲν δηλοῦνται συνήθως ὑπὸ τῶν κληρονόμων. Δι’ ὅλων αὐτῶν φαίνεται ἐπαρκῶς πόσον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀθρόαν ἀνωνυμοποίησιν ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀσκηθεῖσα παρὰ τοῦ Κράτους, ὀρθὴ καὶ δικαία ἄλλωστε, φορολογικὴ πολιτική. Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐξέλιπον πλέον, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ πάλιν νὰ τονωθῇ τὸ ρεῦμα πρὸς ἵδρυσιν νέων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν λόγων τούτων ὑπάρχει καὶ ἕτερος τοιοῦτος καὶ οὗτος ἔγκειται εἰς τὴν μὴ νομοθέτησιν εἰσέτι ἑνὸς νέου τύπου κεφαλαιουχικῆς ἑταιρείας παρ’ ἡμῖν, πρόκειται περὶ τῆς ἑταιρείας περιωρισμένης εὐθύνης. Ἡ ἑταιρεία περιωρισμένης εὐθύνης εἰσήχθη ἐπιτυχῶς τὸ πρῶτον ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὸ ἔτος 1892. Μετεφυτεύθη βραδύτερον εἰς τὴν Αὐστρίαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 15ης Μαρτίου 1906. Μετεφέρθη κατόπιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπὸ ἀνάλογον μορφὴν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν τοῦ 1909, συμπληρωθέντος διὰ τοῦ νόμου τῆς 10ης Μαΐου τοῦ 1929. Ἦτο δὲ καταπληκτικὴ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἰδιαζούσης ταύτης κεφαλαιουχικῆς ἑταιρικῆς μορφῆς ἐντὸς ἐλαχίστων ἐτῶν. Τέλος διὰ τοῦ νόμου τῆς 7ης Μαρτίου 1925 εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἑταιρείας περιωρισμένης εὐθύνης, ἐπεκταθεὶς ἐκ τῶν προσαρτηθεισῶν εἰς τὴν Γαλλίαν χωρῶν τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωραίννης, ὅπου ἴσχυσεν οὗτος ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Γερμανικοῦ νόμου ἀπὸ τὸ 1892. Ἐὰν λόγοι γενικοὶ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ εἰδικοὶ λόγοι παρ’ ἡμῖν ἐπιβάλλοντες κατὰ μείζονα λόγον τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν Ἑλλάδι, Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἑταιρικοῦ τούτου τύπου τονίζω καὶ πάλιν, εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπιβεβλημένη ἐν Ἑλλάδι, τόσον διότι προσαρμόζεται περισσότερον παντὸς ἄλλου ἑταιρικοῦ θεσμοῦ εἰς τὸν ἀτομικιστικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος ἐπιχειρηματίου, ὅστις δὲν ἐμπιστεύεται εὐκόλως τὴν διαχείρισιν τῆς ἐπιχειρήσεώς του εἰς χεῖρας τρίτων, ὅσον καὶ διότι ἡ ὑπέρμετρος χρησιμοποίησις τοῦ τύπου τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ εἰς ἃς περιπτώσεις ἀντεδείκνυται οὗτος, εἶναι δυνατὸν εἰς περίοδον κρίσεως, ἥν διατρέχομεν σήμερον, νὰ ὁδηγήσῃ εἰς κατάρρευσιν πολλῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν—ἰδίᾳ τῶν ἀσθενεστέρων— ἐπὶ ζημίᾳ γενικωτέρᾳ τῆς ὅλης Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὸν θεσμὸν τοῦτον τὸν μικτὸν μεταξὺ κεφαλαιουχικῆς καὶ προσωπικῆς ἑταιρείας, τὸν τύπον τῆς ἑταιρείας περιωρισμένης εὐθύνης συνιστᾷ ἑπομένως ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως θεσπίσωμεν τὸ ταχύτερον. Ὀφείλω δὲ νὰ σημειώσω ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐδήλωσεν ἤδη ὅτι λίαν προσεχῶς θέλει καταθέσει τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσάγον τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τοῦ θεσμοῦ τούτου, κύριοι βουλευταί, ὡδήγησεν εἰς τὸ νὰ βλέπωμεν νὰ ἱδρύωνται ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι μὲ ἀσήμαντον ὅλως κεφάλαιον. Εἰς ἄρθρον δημοσιευθὲν εἰς τὸ Ἐλεύθερον Βῆμα τῆς 22ας Μαΐου 1929 εἰδικὸς οἰκονομολόγος ἀναφέρει ὅτι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1929 ὑπῆρχε μία μὲν ἑταιρεία μὲ κεφάλαια 90.000 δραχμῶν 33 δὲ ἑταιρεῖαι μὲ κεφάλαιον κάτω τῶν 500.000 δρχ. Ἄλλαι ἑταιρεῖαι τοιαῦται ἀποτελοῦσι πραγματικὴν νοθείαν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνωνύμου ἐπιχειρήσεως. Ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία ὀφείλει νὰ παραμείνῃ ὡς θεσμὸς κατάλληλος διὰ μεγάλας μόνον ἐπιχειρήσεις. Πρέπει συνεπῶς νὰ καθορισθῇ νομοθετικῶς ἕν κατώτατον ὅριον μετοχικοῦ κεφαλαίου, διὰ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἵδρυσιν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἡ πρότασις αὕτη τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως ἀπεδέχθη ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἀποτελεῖ καινοτομίαν τινά, διότι καὶ εἰς τὸ γερμανικὸν δίκαιον τὸ παλαιόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ κατατεθὲν πρὸ ὀλίγων μηνῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἴσως τὴν τελευταίαν λέξιν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὡρίσθη καὶ πάλιν κατώτατον ὅριον μετοχικοῦ κεφαλαίου διὰ τὴν ἵδρυσιν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Προτείνω δὲ ἵνα προλάβωμεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσάγον τὴν ἑταιρείαν περιωρισμένης εὐθύνης, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ὁριζόμενον ποσὸν τὸ δέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὰς Τραπέζας;
§56Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ σήμερον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἰσχύει κατώτατον ὅριον κεφαλαίου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Οὕτως ὑπάρχει Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1926 δυνάμει τοῦ ὁποίου ὡρίσθη ἐλάχιστον ὅριον κεφαλαίου διὰ τὴν ἵδρυσιν Ἀνωνύμων τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν τὸ ποσὸν τῶν 15.000.000 δραχμῶν, ὡς καὶ ἄλλη νομοθετικὴ διάταξις διὰ τὰς Ἀσφαλιστικὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας ὁρίζουσα ἐλάχιστον ὅριον κεφαλαίου δραχμὰς 2.000.000. Αὐτὴν τὴν διάταξιν θέλομεν πλέον νὰ τὴν γενικεύσωμεν δι’ ὅλας τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πρὸ ἐξαπατήσεων τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἔχει εὔρωστον ἑταιρείαν ἐνώπιόν του, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ ἄλλο τι, παρὰ γραφεῖα καὶ χαρτιά. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν σύντομον ἀνάλυσιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἔχω καθῆκον, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγων καὶ μὲ ἓν τρίτον ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν θίγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως θέση ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸ ἂν πρέπῃ νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἡμεῖς ἢ μᾶλλον κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὰς μετοχὰς μετὰ πολλαπλοῦ δικαιώματος ψήφου. Αἱ μετοχαὶ μετὰ πολλαπλοῦ δικαιώματος ψήφου, εἶναι ἐκεῖναι αἱ μετοχαὶ αἱ ὁποῖαι διασπῶσι τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῶν μετόχων ἐν τῇ γενικῇ συνελεύσει. Τὰς μετοχὰς ταύτας παρεδέχθη τὸ πρῶτον ὁ Γερμανικὸς Νόμος, εὐρυτάτη δὲ ἐγένετο χρῆσις τῶν μετοχῶν αὐτῶν μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, ὁπότε ἠπειλήθη ὁλόκληρος ἡ Γερμανικὴ βιομηχανία νὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τὸ ἀμερικανικὸν κεφάλαιον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διάταξις ἐν τῷ Γερμανικῷ κώδικι, σήμερον ἡ Γερμανία θὰ ἔβλεπεν ὁλόκληρον ἴσως τὴν βιομηχανίαν της εἰς χεῖρας ξένων. Εἶναι ἀναμφισβήτητα τὰ προτερήματα τῶν μετοχῶν αὐτῶν. Ἐξασφαλίζουσι τὴν διοίκησιν ἀπὸ μιᾶς αἰφνιδιαστικῆς μεταβολῆς τῆς μειοψηφίας εἰς πλειοψηφίαν, μὴ ἐνδιαφερομένην διὰ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρείας, καὶ ἥτις πολλάκις ἀποτελοῦσα ἀνταγωνιστὴν τῆς ἐπιχειρήσεως ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, μεταβαλλομένη εἰς πλειοψηφίαν νὰ καταστρέψῃ τὴν ἐπιχείρησιν. Εἶναι ὅμως καὶ μεγάλα τὰ μειονεκτήματα τῶν μετοχῶν τούτων αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται καὶ ἐν Ὁλανδίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἰταλίαν, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν ἐπὶ μακρὸν καὶ μέχρις ἐσχάτων ἀκόμη ἐν Γαλλίᾳ.
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τῆς πολλαπλῆς ψήφου.
§58Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ πρώτη ἑταιρεία ἡ ὁποία ἐξέδωκε μετοχὰς πολλαπλῆς ψήφου ἦτο ἡ Societè Centrale des Banques de Province εἰς τὸ 1911, ὅτε ἐτέθη τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐὰν ἡ ἔκδοσις τοιούτων μετοχῶν ἦτο παράνομος. Πρῶτος δὲ ὁ καθηγητὴς τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου Thaller ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ἦτο ἐκτὸς νόμου ἡ ἔκδοσις τοιούτων μετοχῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξε τεραστία καὶ ἡ ἀντίδρασις, διότι αἱ μετοχαὶ αὐταὶ ἀποτελοῦσι δίκοπο μαχαῖρι. Ἐξασφαλίζουν μὲν μόνιμον διοίκησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν καὶ εἰς ποίους, ἐὰν δηλαδὴ ἐξασφαλίζουν τὴν διοίκησιν εἰς χρηστοὺς καὶ ἱκανούς, ἢ ἀνικάνους καὶ ἀνηθίκους διοικητάς, διότι τότε ἀποβαίνουν πρὸς ὄφελος αὐτῶν καὶ ζημίαν τῶν ἑταιρικῶν συμφερόντων. Καὶ πολλαὶ ὑπῆρξαν αἱ καταχρήσεις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1930 κατέθεσαν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται τοῦ λοιποῦ ἡ ἔκδοσις μετοχῶν πολλαπλῆς ψήφου ὑπὸ ἕνα περιορισμόν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τοιούτων μετοχῶν, μόνον ὁσάκις μετέχει τὸ δημόσιον. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔλαβον ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐθεσπίσθησαν καὶ ἐν Ὁλλανδίᾳ, πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐπιχειρήσεων παρὰ ξένων. Ὥρισαν δηλαδὴ ὅτι διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἢ διὰ τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ἰσολογισμοῦ ἀπαιτεῖται μειοψηφία τοὐλάχιστον τοῦ ⅓ τῶν μετοχῶν ὁλοκλήρου τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου, ἡ ὁποία μάλιστα ὡς γνωστὸν δυσκόλως σχηματίζεται. Ὁ Ὁλλανδικὸς νόμος μάλιστα ζητεῖ πλειοψηφίαν τοῦ ἡμίσεως. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίζοντες τὰ μειονεκτήματα τῶν πλειοψηφικῶν μετοχῶν δὲν εἰσηγούμεθα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου γενικῶς δι’ ὅλας τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Ἡμεῖς ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν μίαν μόνον περίπτωσιν, ἔχομεν τὴν περίπτωσιν ἐκείνην τῆς ἀναπτύξεως ὡρισμένων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, τῆς σημειωθείσης κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ ὁποία ὄχι μόνον περιώρισεν, ὅπως πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν ἀνέφερε, τὴν εἰσαγωγὴν προϊόντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ ἤρχισε νὰ δημιουργῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀγορὰς Ἑλληνικῶν βιομηχανικῶν προϊόντων. Τοιαύτας ἀνθούσας Ἑλληνικὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις φοβοῦμαι ὅτι δύνανται ν’ ἀγοράσωσι—σήμερον μάλιστα εἰς τιμὰς ἐξαιρετικῆς εὐκαιρίας—οἱ ξένοι. Δὲν χρειάζεται κἂν ν’ ἀγοράσωσιν ὁλόκληρον τὴν ἐπιχείρησιν. Θὰ ἐξαγοράσωσι τὴν πλειοψηφίαν τῶν μετοχῶν, θὰ ἀνατρέψωσι κατόπιν τὴν διοίκησιν, ἵνα ἐντὸς ὀλίγου χρόνου προβῶσιν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἢ εἰς τὴν παράλυσιν αὐτῆς διὰ τοῦ καθορισμοῦ ἑνὸς κοστολογίου τῶν παραγομένων παρ’ αὐτῆς προϊόντων εἰς τοιαύτην τιμὴν ὥστε νὰ καθίσταται ἀδύνατος ὁ συναγωνισμὸς τῶν ἐγχωρίων πρὸς τὰ ὅμοια ξένα προϊόντα.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖτε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ἀγοράσουν ξένοι συναγωνισταί, διὰ νὰ τὴν κλείσουν;
§60Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν τοιοῦτον παράδειγμα;
§62Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ κ. Πρόεδρε.
§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετηρήθη εἶναι ὅτι ξένοι εἰς τὴν Γερμανίαν ἠγόρασαν ἐπιχειρήσεις, τὰς ἠγόρασαν δὲ διὰ νὰ ὠφεληθοῦν, διότι τὸ κλείσιμον δὲν σώζει τὴν κατάστασιν. Ἐὰν ἡ ἑταιρεία εὐδοκιμῇ καὶ δι’ αὐτὸ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἀγοράσουν θὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει ὠφέλεια. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς δι’ ἐμὲ ὑφίσταται ὄχι διὰ κάθε ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Δηλαδὴ ἐὰν ξένοι κεφαλαιοῦχοι θέλουν νὰ ἔλθουν ν’ ἀγοράσουν ἀνώνυμον ἑταιρείαν καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς των τῆς οἰκονομικῆς νὰ τὴν προαγάγουν, αὐτὸ θὰ γίνῃ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐπιχειρήσεις τινές, αἱ ὁποῖαι ἔχουν χαρακτῆρα ἐθνικὸν καὶ διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠθέλομεν νὰ ἔλθουν ξένοι διὰ νὰ πάρουν μετοχὰς ὅπως παρουσιάσθησαν καὶ πρὸ ἐτῶν δύο ἢ τρεῖς περιπτώσεις, ὅπως παρουσιάσθησαν καὶ διὰ τὸ καλυκοποιεῖον καὶ πυριτιδοποιεῖον. Λοιπὸν ἐγὼ νομίζω ὅτι διὰ τοιαύτας περιπτώσεις θὰ ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ τὰς ἀνακηρύξῃ ὡς δημοσίου ἐνδιαφέροντος, θὰ ἠδυνάμεθα δι’ αὐτὰς νὰ λάβωμεν μίαν πρόνοιαν.
§64Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς, κ. Πρόεδρε, περιορίζεται ἡ περίπτωσίς μου. Θὰ ἐλέγομεν δηλαδὴ προκειμένου περὶ μεγάλων βιομηχανικῶν καὶ συγκοινωνιακῶν ἐπιχειρήσεων ἐχουσῶν κεφάλαιον τουλάχιστον 30 ἢ 40 ἢ 50 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ μεγάλο κεφάλαιον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν εἶναι δημοσίου ἐνδιαφέροντος. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ συγκοινωνιακὴ ἐπιχείρησις. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο διατὶ θέλετε νὰ βάλωμεν τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῆς ψήφου μετοχῶν. Διατὶ νὰ μὴ εἴπωμεν διὰ τὰς ἑταιρείας αὐτάς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιέλθωσιν εἰς ξένας χεῖρας;
§66Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μπορεῖτε ἄλλως, κ. Πρόεδρε, νὰ τὸ ἐμποδίσητε. Ὑπάρχει μόνον μία μέθοδος, ἐὰν δηλαδὴ αἱ ἑταιρεῖαι ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐκδώσουν ὅλας τὰς μετοχάς των ὡς ὀνομαστικὰς καὶ συγχρόνως διὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρείας ληφθῇ πρόνοια ὅτι αὐταὶ αἱ ὀνομαστικαὶ μετοχαὶ καὶ πάλιν δὲν θὰ δύνανται νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς ξένους ὑπηκόους. Ἀλλὰ καὶ πάλιν καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ ἐγγύησιν, διότι ὁ τυχὸν ἐνδιαφερόμενος ξένος δύναται νὰ τὰς ἀγοράσῃ δι’ ἡμεδαπῶν συνεννοούμενος μὲ αὐτούς.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀσφαλὴς βέβαια.
§68Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ συνεχίζων προσθέτω ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἔγκρισιν τῶν πλειοψηφικῶν μετοχῶν καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ὄχι μόνον διὰ τὸν κίνδυνον τῆς ἀποξενώσεως τῶν Ἑλληνικῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, ζητοῦμεν λέγω τὴν ἔγκρισιν τῶν μετοχῶν αὐτῶν, προκειμένου νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν εἰσροὴν ξένων κεφαλαίων εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐπιχείρησιν ὄχι ὑπὸ τὴν ἀσύμφωνον μορφὴν τοῦ δανεισμοῦ, ἀλλὰ τὴν συμφεροτέραν ταύτης, τῆς συμμετοχῆς ἐν τῇ ἐπιχειρήσει. Ἐὰν σήμερον πολλαὶ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι διστάζουν ν’ ἀποτανθοῦν εἰς ξένους εἶναι: διότι οἱ ὅροι τοῦ δανεισμοῦ εἶναι λίαν βαρεῖς. Τὸ ξένον κεφάλαιον ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ μέσα εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ὡς συμμετέχον, τότε καὶ πάλιν ἡ ἑταιρεία ἡ ὁποία θὰ χρειασθῇ ξένον κεφάλαιον ὡς συμμέτοχον ἐν τῇ ἐπιχειρήσει θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ πλειοψηφικῶν μετοχῶν, ὥστε νὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένην ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ καὶ εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις. Θὰ μοῦ εἴπητε, μὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ξένον κεφάλαιον ἄνευ ὅρων, ἄνευ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀπολύτου κυριαρχίας εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐπιχειρήσεως νὰ δεχθῇ νὰ συμμετάσχῃ εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία προσφεύγει εἰς αὐτό; Σᾶς ἀπαντῶ: Αὐτὸ ἐξαρτᾶται κύριοι, ἀπὸ τὸ ποιὸν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐξαρτᾶται ἀκόμη ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα διοικοῦν μίαν ἑταιρείαν. Ὅταν ἕνας Νικόλαος Κανελλόπουλος ὅστις ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων ὅτι εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς ἑταιρείας Λιπασμάτων ζητήσῃ διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τὰ κεφάλαια, ἀσφαλῶς τὰ κεφάλαια ταῦτα δὲν θὰ θέσουν τὸν ὅρον αὐτὰ νὰ διοικήσουν τὴν ἑταιρείαν. Βεβαίως διοικηταί, μὴ ἔχοντες ὑγιῶς ὀργανωμένας ἐπιχειρήσεις δὲν δύνανται καὶ ὅσα καὶ ἂν προσφέρουν εἰς τὸ ξένον κεφάλαιον, νὰ τὸ προσελκύσουν.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ τότε τὸ ξένον κεφάλαιον δὲν ἔρχεται νὰ πάρῃ τὴν πλειοψηφίαν ἐδῶ;
§70Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐπιζητεῖται.
§71Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκοῦστε ἐδῶ. Θέλετε νὰ δώσωμεν εἰς τὴν μειοψηφίαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ εἶναι ἀπ’ ἔξω, τὸ δικαίωμα νὰ κατισχύσῃ μὲ τὴν δύναμίν της τὴν πλειοψηφίαν;
§72Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ εἰς τὰ πλέον δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Ἡ πλειοψηφία νὰ κατισχύσῃ πάντοτε τῆς μειοψηφίας. Ἀλλ’ εἰς τὸ οἰκονομικὸν πολίτευμα τῶν ἑταιρικῶν ἐπιχειρήσεων ἐπιζητεῖται ἡ ἀπολυταρχία. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπου προκειμένου περὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν γίνεται εὐριτάτη χρῆσις τῶν μετοχῶν πολλαπλῆς ψήφου. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν παρεδέχθημεν ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως μετοχῶν μετὰ πολλαπλῆς ψήφου θὰ παραχωρῆται εἰς ὡρισμένας μόνον ἐπιχειρήσεις, ὅπως καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, εἴπατε κοινῆς ὠφελείας, θὰ θέσωμεν τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ καὶ εἰς ἄλλους περιορισμούς. Θὰ ζητήσωμεν νὰ λαμβάνηται ἀπόφασις προηγουμένως παρὰ τῆς γενικῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων, καὶ δι’ ηὐξημένης μάλιστα πλειοψηφίας, καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ζητήσωμεν γνωμοδότησιν τοῦ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ τῆς τοιαύτης ἐκδόσεως πλειοψηφικῶν μετοχῶν. Καὶ ἐν τέλει θὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ὁριστικὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν μετοχῶν τούτων. Μόνον ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς αὐτοὺς εἰσηγούμεθα τὴν παρ’ ἡμῖν θέσπισιν τῶν πλειοψηφικῶν μετοχῶν.
§73Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐδιάβασα τὰ πρακτικὰ τῆς περιφήμου αὐτῆς συνεδριάσεως τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου καθ’ ἣν κατηργήθησαν αἱ πλειοψηφικαὶ μετοχαί. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι μὲ ἐκλόνισαν καὶ μὲ ἔκαμαν διστακτικόν.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὶ θὰ συμβῇ, κ. Βαρβαγιάννη, ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἔχει ἀνάγκην προσπορισμοῦ νέων κεφαλαίων;
§75Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς πλειοψηφικὰς μετοχάς. Ἐκδίδομεν μετοχὰς δύο τύπων, τύπου αʹ. ποὺ ἔχουν δικαίωμα ψήφου, καὶ τύπου β ποὺ δὲν ἔχουν δικαίωμα ψήφου, ἀλλ’ ἔχουν ὅλα τὰ ἄλλα δικαιώματα.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ξένον κεφάλαιον δυσκολεύεται νὰ ἔλθῃ χωρὶς νὰ εἶναι διαχειριστής. Θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ συμβούλιον καὶ μίαν θέσιν διὰ τὴν μειοψηφίαν.
§77Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ θέμα τὸ ἐμελέτησαν παντοῦ. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι οὐδεμία νομοθεσία ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς μειοψηφίας εἰς τὸ Συμβούλιον. Τὰς Ἀνωνύμους ἑταιρείας τὰς παρομοιάζουν μὲ τὴν Βουλήν. Ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων εἶναι ἡ Βουλή, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Οὐδέποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν συμμετέχει καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς μειοψηφίας.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τὸ διοικητικὸν συμβούλιον ἡ Κυβέρνησις. Κυβέρνησις εἶναι ὁ διοικητής.
§79Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ὁ διοικητὴς εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον εἶναι ἡ Κυβέρνησις.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ συμβούλιον εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μία ὡρισμένη ὀλιγαρχία μὴ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν πλειοψηφίαν. Ἐγὼ θέλω νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕνας παραστάτης τῆς μειοψηφίας.
§81Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ εἶναι τοῦτο: ἡ μειοψηφία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διορισμοῦ ἑνὸς ἐλεγκτοῦ. Οἱ ἐλεγκταὶ διορίζονται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν μέρει θὰ τὸ ἔχῃ καὶ ἡ μειοψηφίαν.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οἱ ἐλεγκταὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἐξουσίαν. Ἐγὼ θέλω παραστάτη.
§83Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος 2190, ὡς ἀρχικῶς ὑπεβλήθη ἐν σχεδίῳ περιεῖχε ρητὴν διάταξιν, ὅτι ἡ Γενικὴ συνέλευσις τῶν μετόχων ἐκλέγει τρεῖς ἐλεγκτάς, ἐκ τῶν ὁποίων δύο τῆς πλειοψηφίας καὶ ἕνα τῆς μειοψηφίας. Ὑπὲρ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκηρύχθη καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου τῆς ἀνωτάτης σχολῆς ἐμπορικῶν σπουδῶν, ἀλλὰ τόσον ὁ εἰσηγητὴς ὅσον καὶ ἡ Βουλὴ ἀπήλειψαν τὴν διάταξιν αὐτήν. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς μειοψηφίας δι’ ἐλεγκτῶν, βεβαίως μπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ θέμα σοβαρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς μειοψηφίας τῶν μετόχων μέσα εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνον μία μειοψηφία, ἀλλὰ καὶ πλείονες τοιαῦται ἔχουσαι ἀντίθετα πρὸς ἀλλήλας συμφέροντα, θὰ ἐπέφερε μίαν τελείαν παράλυσιν τῆς ἑταιρείας.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ ἀναγνωρίζεται εἰς μίαν μειοψηφίαν οὐσιώδη.
§85Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐν τῇ πράξει τὸ σύστημα αὐτὸ ἄγει εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα, διότι γνωρίζετε ὅσοι τυχὸν παρακολουθῆτε συνελεύσεις ἑταιρειῶν, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡς ἐπάγγελμα, ἀφοῦ γίνουν κύριοι ὀλίγων μετοχῶν......
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ τὸ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ὀλίγας μετοχάς.
§87Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). ἐμφανίζονται, παραθέτουν τὰς μετοχὰς καὶ μπαίνουν εἰς τὰ διοικητικὰ συμβούλια καὶ γίνονται ἐκβιασταί. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ ἀνώνυμοι, ὅσον καὶ αἱ Τραπεζικαί, εἶναι τόσον λεπταὶ ἐπιχειρήσεις, ὥστε ἐὰν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐλεγκτοῦ μπῇ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀπολύτως ἠθικοῦ χαρακτῆρος καὶ θελήσει νὰ κάμῃ ζημίαν ἠμπορεῖ νὰ καταστρέψῃ μίαν ἑταιρείαν, ἠμπορεῖ νὰ καταστρέψῃ μίαν ἑταιρείαν, ἰδίως ἂν τὸ συμβούλιον εἶναι ἀσθενές τὸν χαρακτῆρα. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ οὐδεμία νομοθεσία περιέχει διάταξιν λέγουσαν τοιοῦτόν τι. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν περιέχει τόσας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς μειοψηφίας, ὥστε πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν νομίζω εἰς αὐτάς.
§88Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀνέθεσεν εἰς ἐμὲ εἰδικώτερον νὰ μελετήσω ἡ ἁρμόδια Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ὡς καὶ αἱ διατάξεις περὶ ἐλέγχου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ὁ συνάδελφος μου ἐκ Βόλου θ’ ἀναλάβῃ μετ’ ὀλίγον νὰ εἰσηγηθῇ τὰς διατάξεις περὶ τραπεζῶν, ὡς συντάξας ἰδιαιτέρως τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐκθέσεως. Τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀποβλέπουσιν εἰς μείζονα ἀκριβῶς προστασίαν τῆς μειοψηφίας τῶν μετόχων καὶ τοῦ συνόλου τῶν μετόχων ἔναντι τῶν διοικούντων τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Καὶ πρῶτον διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, ὅπως ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν ὑποβάλῃ δήλωσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅτι κατεβλήθη ἢ δὲν κατεβλήθη τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρείας. Ἐὰν ἡ δήλωσις λέγει ὅτι δὲν κατεβλήθη τὸ κεφάλαιον, τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δημοσιεύει πάραυτα διάταγμα ἀνακλήσεως τῆς ἀδείας συστάσεως τῆς ἑταιρείας. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἡμῶν ὡς καὶ ἡ ἐπιτροπή, προτείνει ὅπως ἀντὶ 3 μηνῶν ὁρισθῇ δύο μηνῶν προθεσμία. Ὑπάρχουν νομοθεσίαι αἱ ὁποῖαι ζητοῦν τὸ κεφάλαιον νὰ εἶναι καταβεβλημένον κατὰ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε διαπιστωθῇ ὅτι δὲν κατεβλήθη τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρείας μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διαβιβασθῇ ἡ διαπίστωσις αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ ὑπουργεῖον δημοσιεύῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀνακλήσεως, θὰ παρέλθῃ ἱκανὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἑταιρεία ὡς ὑφισταμένη ἀκόμη, νὰ προβῇ εἰς διαφόρους πράξεις, νὰ προβῇ φερ’ εἰπεῖν εἰς μίσθωσιν ἀκινήτων, ἀγορὰν πρώτων ὑλῶν κλπ. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ ρητῶς, ἀπαγόρευσις διὰ τὴν ἑταιρείαν καὶ τοὺς διοικοῦντας νὰ προβαίνωσιν εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν καὶ συγχρόνως ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη δέον νὰ περιβληθῇ διὰ κυρώσεων ἀναλόγων, καθισταμένων τῶν διοικούντων τὴν ἑταιρείαν ὑπευθύνων δι’ ὅλης των τῆς περιουσίας διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐνεργήσῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρείας. Θὰ ἀναλύσω ἤδη, κύριοι βουλευταί, τὰς κυριωτέρας μόνον διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρο 3 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει τὸ κατώτατον ὅριον τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν. Ὁ νόμος 2190 πρὸ δεκαετίας ὥριζεν 5 δραχμάς. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ 25 δραχμαὶ εἶναι σήμερον 375, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὸ νέον ὅριον. Ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις διὰ τὸ ὅριον τοῦτο τῶν 375 δραχμῶν ἐκ μέρους τῆς ἑνώσεως τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, ὅτι ὁρίζεται μεγάλο σχετικῶς ποσόν. Δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο παρὰ ὅτι ἐν Γερμανίᾳ κατώτατον ὅριον ἀξίας κατὰ μετοχὴν ὁρίζεται τὸ ποσὸν τῶν 100 μάρκων χρυσῶν, ἐν Γαλλίᾳ ὁρίζονται 100 φράγκα καὶ ἐν Αὐστρίᾳ 200 κορῶναι. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι σοβαραὶ αἱ ἀντιρρήσεις αὑταί. Τὸ ἄρθρον 6ον καθιερώνει τὸ δικαίωμα τῆς μειοψηφίας νὰ ζητῇ ὡρισμένας πληροφορίας παρὰ τῆς διοικήσεως, καὶ συγκεκριμένως παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δέκατον τοῦ καταβεβλημένου μετοχικοῦ κεφαλαίου νὰ ζητῇ μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὅπως κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν χρονολογίαν ταύτην συνέλευσιν ἀνακοινωθοῦν παρὰ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν εἰς μέλη τοῦ Διοικητικοῦ συμβουλίου ἢ εἰς τοὺς διευθυντὰς ἢ εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους τῆς ἑταιρείας καθὼς καὶ πᾶσα ὑφισταμένη σύμβασις μεταξὺ τῶν προσώπων τούτων καὶ τῆς ἑταιρείας. Ἐν παραγράφῳ δὲ 6 τοῦ ἄρθρου τούτου ὁρίζεται, πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς μειοψηφίας, ὅτι αἱ μετοχαὶ τῶν αἰτούντων παραμένουσι κατατεθειμέναι ἐπὶ 30 ἡμέρας ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς ἐπιδόσεως τῆς αἰτήσεως. Νομίζομεν ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη χρήζει μιᾶς συμπληρώσεως, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἑταιρεία περὶ τοῦ ὅτι πράγματι αὐτὴ ἡ μειοψηφία, ἡ ὁποία πετᾷ μίαν ἐπερώτησιν κατὰ τῆς διοικήσεως θὰ ὑφίσταται κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γεν. συνελεύσεως ὡς μέτοχος· διότι ἄλλως, ὅπως ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις, ὑφίσταται μέγιστος κίνδυνος κερδοσκοπίας ἐκ μέρους διαφόρων μετόχων, οἱ ὁποῖοι πετοῦν μίαν ἐπερώτησιν διὰ νὰ δημιουργήσουν θόρυβον χρηματιστηριακὸν καὶ κατόπιν πωλοῦν τὰς μετοχάς των καὶ ἀπέρχονται, καὶ κατὰ γεν. συνέλευσιν δὲν ὑπάρχουν πλέον διὰ νὰ συζητήσουν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἡ μειοψηφία ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ κατατεθειμένας τὰς μετοχάς της μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς γεν. συνελεύσεως. Τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου τείνουσιν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν μεγαλειτέρας δημοσιότητος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ὁ μέτοχος καὶ τὸ πολὺ κοινὸν ἐκ δύο κυρίως στοιχείων δύνανται νὰ σχηματίσουν μίαν σαφῆ ἰδέαν περὶ τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως μιᾶς ἑταιρείας. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἶναι ὁ ἰσολογισμὸς καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας. Ἐὰν μάλιστα θελήσωμεν περισσότερον νὰ προσέξωμεν θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ ἰσολογισμός, ὡς συμβαίνει πανταχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν βεβαίως λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος διὰ φορολογικοὺς σκοποὺς εἶναι συνενδιαφερόμενον διὰ τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας, δὲν εἶναι σαφής, δὲν εἶναι πάντοτε εἰλικρινής, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιστήμη. Διὰ ταῦτα μεγαλειτέραν ἀκόμη σημασίαν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἀναλυτικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται τὸ συμβούλιον νὰ συντάξῃ. Ἡ ἀναλυτικὴ ἔκθεσις πρέπει νὰ περιέχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ διαφωτισθῇ ὁ μέτοχος περὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρείας, περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, ὥστε νὰ δύναται ἀναλόγως νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς θέσεώς του. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ θὰ ἀντλήσῃ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὅπλα, ὥστε ν’ ἀσκήσῃ εἴτε ὁ μέτοχος δηλ. ὡς ἄτομον—εἴτε ὡς πλειοψηφία, εἴτε ὡς μειοψηφία, τὸν προσήκοντα ἔλεγχον. Παρετηρήθη ὅμως εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἄλλο τι, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὐταὶ τῶν διοικητικῶν συμβουλίων ἦσαν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τυπικαὶ ἐντελῶς. Ἀντέγραφον μερικοὺς ἀριθμοὺς ἀπὸ τὸν ἰσολογισμὸν ὥστε οἱ μέτοχοι δὲν εἶχον κανὲν στοιχεῖον νὰ κρίνουν ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ μένουν εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ ἐὰν ἔχουν καθῆκον νὰ διώξουν τοὺς διοικοῦντας τὴν ἑταιρείαν διὰ καταχρήσεις. Δι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖον Γερμανικὸν νομοσχέδιον καθιεροῖ σωρείαν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦσι τὸ διοικητικὸν συμβούλιον νὰ συντάξῃ ἀναλυτικὴν ἔκθεσιν διὰ κάθε χρῆσιν. Τὸ ἄρθρον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου περιέχει τοιαῦτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν ὅλα ὀρθά. Θὰ προτείνωμεν νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη στοιχεῖα. Εἶναι σκόπιμον μετὰ τὰς ἀναπτυχθείσας ἐσχάτως συνεργασίας διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ μετὰ τὴν ἵδρυσιν ἄλλων ἑταιρειῶν παρ’ ὡρισμένων ἑταιρειῶν, νὰ ἀναφέρωνται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα. Σήμερον ἔχομεν φέρ’ εἰπεῖν τὴν σύμπραξιν τῶν οἰνοποιητικῶν ἑταιρειῶν· καλὸν εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ν’ ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν ἑταιρειῶν, αὐτῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα γεγονότα σημαντικά, τὰ ὁποῖον δέον ν’ ἀναφέρωνται. Ὅλαι σχεδὸν αἱ ἑταιρεῖαι, ἰδίως αἱ ἐμπορικαὶ συνάπτουν συμβάσεις προαγορῶν καὶ προπωλήσεων. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἔκθεσις μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συγκλήσεως τῆς γεν. συνελεύσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνακοινοῦται ἡ ἔκθεσις κατὰ τὸ διαρρέον ἑξάμηνον συνήθως διάστημα, νὰ κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι ὡρισμέναι συμβάσεις ἀγοροπωλησίας ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέρχονται θετικαὶ ζημίαι εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας. Καὶ τότε θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς παράδοξον, νὰ παρουσιάζεται ἰσολογισμὸς ληξάσης περιόδου μὲ κέρδη τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν προφανεῖς ζημίαι. Ἔκρινε συνεπῶς σκόπιμον ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ὅπως καὶ αὐταὶ αἱ περιπτώσεις ἀναγράφωνται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Εἶναι ἀκόμη δυνατόν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἔκλεισεν ἡ χρῆσις μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς γεν. συνελεύσεως νὰ συνέβησαν γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐσχάτως νὰ ἠλλοίωσαν ἄρδην τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρείας. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα τοιαῦτα ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων ἰσολογισμὸν καὶ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ μὲ κέρδη, καθ’ ἥν στιγμὴν εἶχεν ἐπέλθει ἡ καταστροφὴ αὐτῶν. Αἱ διατάξεις αὗται τὰς ὁποίας εἰσηγούμεθα σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἀποτελοῦσιν ἰδικήν μας ἀνακάλυψιν—τὸ ὁμολογοῦμεν—ἀλλὰ τὰς ἐπήραμεν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Γερμανικοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ τὰς καθιεροῖ. Τέλος ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν καθιεροῖ ἰδιαιτέραν εὐθύνην ὡρισμένων προσώπων διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσολογισμοῦ ἢ καθιεροῖ ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν τῶν προσώπων τούτων. Τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι ὁ διευθύνων σύμβουλος τῆς ἑταιρείας, εἶναι ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας καὶ ὁ λογιστής. Συμφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν. Δὲν συμφωνοῦμεν ὅμως ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ νὰ περιλάβωμεν εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ἔχοντα αὐτὴν τὴν ἰδιαιτέραν εὐθύνην τὸν ὑπάλληλον λογιστὴν τῆς ἑταιρείας. Δὲν συμφωνοῦμεν δέ, διότι εἰς οὐδεμίαν ξένην νομοθεσίαν τὸ ἀνεύρομεν. Δὲν συμφωνοῦμεν ἐπίσης διότι εἰς κανένα ὀργανισμὸν οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν ἐγγύησιν παρέχει ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς ἁπλοῦ ὑπαλλήλου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐγγράφων.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τὴν βάζομεν θυσιάζοντες τίποτε ἄλλην ἐγγύησιν, ἢ εἶναι πρόσθετος;
§90Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πρόσθετος, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν ἰδιαιτέραν ἀξίαν.
§91Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λαμβάνετε κανὲν μέτρον νὰ καταστήσητε θετικωτέραν τὴν ἐποπτείαν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου; Τὴν ὑπόθεσιν Μανταφούνη ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ, σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐρωτηθεὶς ὑπό τινων τῶν συνηγόρων ἂν ἀσκῆται ἔλεγχος, ἐδήλωσεν ὅτι δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν κανένα ἔλεγχον καὶ αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν παραμένουν νεκραί.
§92Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς καταργοῦμεν καὶ ἐγκαθιστῶμεν τὸν προληπτικὸν ἔλεγχον, διότι δὲν φαντάζομαι νὰ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸς ὁ ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου 900 ἑταιρειῶν.
§93Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντὶ νὰ καταργήσητε τὸν ἔλεγχον, διότι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ δυνατότητος τοῦ ἐλέγχου καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἀσκηθῇ οὐσιαστικὸς ἔλεγχος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἀσκηθῇ πραγματικὸς ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου καὶ θὰ ἤθελον ἐπαναλαμβάνω ἀντὶ νὰ τὸν καταργήσητε τὸν ἔλεγχον, νὰ τὸν κάνετε οὐσιαστικώτερον.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πόσοι ὑπάλληλοι θὰ μᾶς ἐχρειάζοντο;
§95Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ εἶναι ἀνάγκη προηγομένως νὰ ἐξετάσητε ποῖα ὄργια συμβαίνουν εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ δέχομαι· Ἀλλὰ πόσους ὑπαλλήλους θέλομεν; Τοὐλάχιστον ἕνα ὑπάλληλον κατὰ ἑταιρείαν. Λοιπὸν εἶναι καλλίτερα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κόσμον καθαρὰ νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανένα δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωμεν· ἂν μπορούσαμε νὰ διορίσωμεν, βεβαίως.....
§97Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἄγεσθε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι ἐκδηλώσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ θέλετε νὰ τὰς περιστείλητε, τότε ἡ τακτικὴ αὐτὴ εἶναι ὀρθή. Ἂν δέχεσθε ὅμως τὴν ἀντίθετον τακτικήν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητοι ὀργανισμοί, τότε πλανᾶσθε.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς ἔχουν ὅλαι αἱ ξέναι νομοθεσίαι. Εἶναι ἀδύνατος ὁ ἔλεγχος. Λοιπὸν ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατος, εἶναι καλλίτερον νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν διὰ νὰ μὴ δημιουργῆται πλάνη εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους.
§99Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν. Ἀνέγνωσα πρὸ ἡμερῶν ὅτι θὰ ληφθοῦν μέτρα κατὰ τῆς τοκογλυφίας εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ἐδῶ, καὶ πράγματι πολὺ ὀρθῶς σκεπτομένη ἡ Κυβέρνησις ἐκινήθη πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν. Κρατῶ εἰς χεῖρας μου ἔγγραφον ὁμολογίαν Τραπέζης ἐκ τῶν σοβαρωτέρων, ἡ ὁποία ἀναφέρει εἰς τοὺς λογαριασμούς της τόκον 12% καὶ προμήθειαν ½% κατὰ μῆνα, ἤτοι ὑπερβάλλοντα τόκον 6% καὶ ἀναβιβάζει τὸν τόκον εἰς 18%.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὶ χρειάζεται ὁ ἐλεγκτὴς τοῦ ὑπουργείου; τὴν κατηγγείλατε τὴν Τράπεζαν; Νομίζετε ὅτι θὰ φοβηθοῦν τὰ δικαστήρια;
§101Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς μὲ τὴν ἀπειλὴν τῆς μηνύσεως ἐκοινοποίησεν ἡ Τράπεζα ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀδικούμενον καὶ τοῦ λέγει νὰ τοῦ ἐπιστρέψῃ τὸν τόκον τὸν ὑπερβάλλοντα τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, ποὺ τὸ ἀδίκημα δὲν εἶναι παραγεγραμμένον, ἀλλὰ κρατεῖ 500.000 δρχ. τόκους τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ποὺ ἔχει παραγραφῆ ἡ μήνυσις.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ πελάτης σας κατέφευγε καὶ πρὸ δύο ἐτῶν σὲ σᾶς, θὰ τοῦ ἐκάνατε τὰ ἴδια καὶ θὰ ἐσώζετο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βάλουμε ἔστω καὶ ἕνα ὑπάλληλον γιὰ δύο ἑταιρείας, διότι καὶ τότε θὰ χρειασθοῦν 450 ὑπάλληλοι, δηλαδὴ 40 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως. Ζητεῖτε τὰ ἀδύνατα.
§103Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πληρώνονται αὐτά, κύριε Πρόεδρε. Δὲν τὰ πληρώνει τὸ δημόσιον. Διότι καταγγέλλεται μία ἀνώνυμος ἑταιρεία καὶ διορίζονται πραγματογνώμονες νὰ ἐλέγξουν τοὺς λογαριασμοὺς καὶ παίρνουν 500.000 δραχμῶν. Ὑπάρχει ὑπουργὸς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὁ ὁποῖος τελεῖ ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως. Βάλετε μίαν εἰδικὴν φορολογίαν εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, ἀλλὰ κατασκευάσατε τὸν ἔλεγχον πραγματικόν, διότι ἄλλωστε παρέχετε χειρίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν.
§104Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Συνεχίζων ὑποστηρίζω ὅτι καὶ πρακτικῶς θὰ εἶναι ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λογιστὴς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλαὶ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι δὲν ἔχουν ἄλλον ὑπάλληλον ἐκτὸς τοῦ διευθυντοῦ, καὶ πολλοὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν λογιστῶν δὲν ἔχουν τὴν νομικὴν ἐκείνην μόρφωσιν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ βεβαιοῦν ὑπευθύνως τήν νομιμότητα ὅλων τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες περιέχονται ἐν τῷ ἰσολογισμῷ.
§105Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀξιώσωμεν τὴν μόρφωσιν αὐτήν;
§106Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ δημιουργηθοῦν καὶ νέαι πρόσθετοι δαπάναι διὰ τὰς ἑταιρείας.
§107Ρ. ΛΙΒΑΘΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος 2190, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη ἐπί τινα καιρὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, ἔδωσε καλὰ ἀποτελέσματα ἢ δὲν ἔδωσε;
§108Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωσε σχετικῶς καλὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠλέγχθησαν ἐλάχισται τὸν ἀριθμὸν ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἂν θελήσωμεν νὰ τὰς ἐλέγξωμεν ὅλας, θὰ χρειασθοῦν 100 τοὐλάχιστον ἱκανοὶ ὑπάλληλοι.
§109Ρ. ΛΙΒΑΘΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας λέγετε ὅτι ἔδωσε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Διατὶ δὲν ἐξακολουθεῖ ἐν ἐνεργείᾳ ὁ νόμος αὐτός;
§110Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἔπαυσεν ἡ γενομένη ἀπόσπασις τῶν εἰδικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου προβλέπει τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἑταιρειῶν νὰ συντάσσουν τὰ βιβλία των εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ὑπάρχουν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ξένων ἑταιρειῶν, ἀρκοῦμαι δὲ νὰ ἀναφέρω τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, ἂν ἐφαρμοσθῇ, θὰ τὴν φέρῃ εἰς μεγάλας δυσχερείας.
§111Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀξιώσωμεν ὁ λογιστὴς πάσης ἀνωνύμου ἑταιρείας νὰ ἔχῃ ὡρισμένα προσόντα; Τὶ μᾶς ἐμποδίζει—διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς συζήτησιν πρὸ ὀλίγου διεξαχθεῖσαν—νὰ ἀξιώσωμεν ὁ λογιστὴς νὰ μὴ ἐξαρτᾶ τὴν θέσιν του ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς ἑταιρείας;
§112Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε δηλαδὴ νὰ βάλετε τὸν λογιστὴν ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον;
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤμουν παρὼν κατὰ τὴν συνέλευσιν μετόχων μιᾶς ἑταιρείας, καὶ ἐνῷ ἠγόρευον καὶ ἐζήτουν νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι πρέπει νὰ διωχθοῦν οἱ διευθυνταὶ τῆς ἑταιρείας ποινικῶς, ὁ ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ὁ παριστάμενος ἠγέρθη καὶ ἀπεχώρησε τῆς συνελεύσεως. Τὸν ἠρώτησα μετά τινας ἡμέρας ἂν θὰ κάνῃ τίποτε. Μοῦ εἶπεν τὶ νὰ κάνω; Καὶ δὲν ἔκανε τίποτε. Ἕνας ἐκ τῶν μετόχων τοὺς κατήγγειλε καὶ ἤδη εἶναι προφυλακισμένοι καὶ ἀσφαλῶς θὰ καταδικασθοῦν. Διατὶ αὐτό; Διότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τόσους ὑπαλλήλους ἐπιθεωρητάς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐξασφάλισιν ὁ λογιστὴς καὶ ἐν τούτοις θὰ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ οἱ διάφοροι ἐκμεταλλευταὶ καὶ μωροφιλόδοξοι θὰ εἶναι ἐκ τῶν διευθυνόντων συμβούλων μιᾶς ἑταιρείας, ἄνευ εὐθύνης.
§114Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θὰ ἐπροτείνομεν τὸν Πρόεδρον, αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν ἰδιάζουσαν θέσιν, αὐτὸν ὅστις παρακολουθεῖ ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς ἑταιρείας καὶ ἵσταται παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ διευθυντοῦ. Αὐτὸς φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, καὶ ὄχι ὁ ὑπάλληλος ὁ μισθοδοτούμενος καὶ δυνάμενος ν’ ἀπολυθῇ παρ’ αὐτοῦ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ὀλίγας λέξεις ἔχω ἀκόμη νὰ προσθέσω, κύριοι βουλευταί, σχετικῶς μὲ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν ἑταιρειῶν τὸν προβλεπόμενον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πράγματι, οὐδεμία ξένη νομοθεσία ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ Κρατικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Τοιαύτη ἐπέμβασις τοῦ Κράτους θεωρεῖται καταθλιπτική. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ νὰ εἴπῃ: θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ βιβλία σου, τὸ ταμεῖον σου, πόσα γραμμάτια ἔχεις κλπ. Παραμένει ὅμως ἀκέραιος ὁ ἔλεγχος ὁ διοικητικὸς τοῦ Κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρείας τῆς λειτουργίας αὐτῆς καὶ τῆς συγκλήσεως τῶν συνελεύσεων, τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων τοιούτων.
§115Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνῷ ὁ Κρατικὸς ἔλεγχος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀδιαλείπτως.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι θὰ ἠθέλαμεν 500 ὑπαλλήλους, δαπάνην δηλ. 50 ἑκατομ. δραχμῶν ἐτησίως.
§117Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ νομοθέτημά σας ἀσφαλῶς θὰ προλάβῃ μελλούσας καταχρήσεις, διότι ἐλλείποντος τοῦ ἐλέγχου τοῦ Κρατικοῦ, θὰ παύσῃ ὁ κόσμος νὰ ἐμπιστεύεται εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος φρονῶ ὅτι διὰ μιᾶς φορολογίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθῃ τὸ Κράτος, ἔναντι τῆς δαπάνης ποὺ θ’ ἀπῄτει ὁ ἔλεγχος.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι μᾶς ἔδιδον φόρον 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μᾶς εἶπαν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἀνθέξουν καὶ τοὺς ἐχαρίσαμεν 20 ἑκατομμύρια.
§119Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὅταν συνεζητεῖτο τὸ προσχέδιον ἐρρίφθη αὐτὴ ἡ πρότασις ἀπὸ διακεκριμένον συγγραφέα, νὰ ἱδρυθῇ δηλαδὴ εἰδικὸς Κρατικὸς ἔλεγχος, ἀλλ’ εὑρέθη ὅτι θ’ ἀπῃτεῖτο πρὸς τοῦτο ἕνα νέον ὑπουργεῖον διὰ νὰ παρακολουθῇ τὰς ἑταιρείας, καὶ ἡ πρότασις ὡς εἰκὸς ἀπερρίφθη. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, θὰ ἔλεγον τὰ ἑξῆς: Ὅτι καὶ ἂν ἐφθάναμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἱδρύσωμεν μίαν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ποῦ θὰ εὑρίσκαμε τὸ ἔμψυχον ὑλικόν, τὸ ἐπαρκὲς καὶ πεπειραμένον εἰδικὸν προσωπικόν; Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, προσπαθεῖ ἐπὶ καλλιτέρων καὶ αὐστηροτέρων βάσεων νὰ ὀργανώσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ καθιεροῖ τρεῖς κατηγορίας ἐλέγχου. Πρῶτον δύναται τὸν ἔλεγχον νὰ τὸν ζητήσῃ ἡ μειοψηφία, τὸ 1)20 δηλαδὴ τῶν μετόχων τὸ χρηματιστηριακὸν Συμβούλιον καὶ τὸ ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Δημιουργεῖται ἐπὶ πλέον καὶ ἕν σῶμα ὡρισμένων εἰδικῶν προσώπων, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ λαμβάνωνται οἱ ἐλεγκταί. Τὸν κύκλον τῶν προσώπων αὐτῶν τὸν εὑρίσκω λίαν περιωρισμένον, διότι δύνανται νὰ λάβουν μέρος μόνον οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ὡς καὶ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κύριοι, πόσον εἶναι βεβαρυμένοι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καὶ λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας των, ἀλλὰ καὶ διότι μετέχουν εἰς πολλὰ συμβούλια. Δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους φρονῶ ὅτι δέον νὰ προστεθοῦν καὶ οἱ ἀνώτεροι λογιστικοὶ ὑπάλληλοι τῶν μεγάλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ οἱ καθηγηταὶ τῶν Δημοσίων Ἐμπορικῶν σχολῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἐκτάκτου ἐλέγχου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει ἐπιπροσθέτως νὰ ὀργανώσῃ καὶ τὸν τακτικὸν ἔλεγχον. Παρασυρόμενον ἴσως ἀπὸ τὸ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιτυχὸν σύστημα τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἐλεγκτῶν, μᾶς δίδει τὸ νομοσχέδιον μίαν ἐλπίδα — ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη τὸ ταχύτερον — περὶ ὀργανώσεως εἰδικοῦ σώματος ἐμπειρογνωμόνων λογιστῶν, τοῦ σώματος τῶν ὁρκωτῶν ἐλεγκτῶν, ὡς τοὺς ἀποκαλεῖ. Κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ἠγέρθησαν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις ἀπὸ διακεκριμένον παρ’ ἡμῖν ἐπιστήμονα καὶ καθηγητὴν τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου ἐν τῇ ἀνωτάτῃ σχολῇ ἐμπορικῶν ἐπιστημῶν ὁ ὁποῖος δὲν ἀποκρύπτει ὅτι φοβεῖται διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σώματος τούτου, ὅπερ μάλιστα θέλει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐπιβαρύνῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐπιπροσθέτως ἐπικαλεῖται καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἠπειρωτικὴν νομοθεσίαν εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ὁρκωτῶν λογιστῶν. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰς γνώμας ταύτας τοῦ καθηγητοῦ. Παρατηρῶ δὲ ὅτι καὶ τὸ Γερμανικὸν προσχέδιον, παρασυρόμενον ἀπὸ τὸ ἐπικρατῆσαν ἐν Ἀγγλίᾳ σύστημα θέτει καὶ αὐτὸ εἰδικὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων προβλέπεται ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου ἀνωνύμων ἑταιρειῶν παρ’ εἰδικῶν ἐμπειρογνωμόνων. Ἐπεράτωσα ἤδη, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐν συντομίᾳ ἀνάλυσιν τῶν κυριωτέρων διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἀρκοῦν αἱ διατάξεις αὐταὶ καὶ τὰ τελείως ἀκόμη ὠργανωμένα σώματα τῶν ἐλεγκτῶν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ἠθικὴν τῶν διοικούντων τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτοὺς ὀργανισμούς. Καὶ εὐτυχῶς δύναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω, ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν συγκρίσει πρὸ ἄλλους λαοὺς ζοῦν καὶ κινοῦνται εἰς μίαν ἠθικὴν στάθμην ἀνωτέραν ἡ ὁποία ἐγγυᾶται μίαν λαμπρὰν εἰς τὸ μέλλον ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν παρ’ ἡμῖν (χειροκροτήματα).
§120Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἄν θέλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μέχρι τοῦ κεφαλαίου τῶν Τραπεζῶν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: δέχεται νὰ ψηφισθοῦν τ’ ἄρθρα 1–10, δηλαδὴ μέχρι τοῦ κεφαλαίου τῶν Τραπεζῶν;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 1–10)
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀφεντούλης.
§125Γ. ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ δεύτερον κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν» περιέχει τὰς εἰδικὰς διατάξεις περὶ Τραπεζῶν. Φρονοῦμεν ὅτι νομοτεχνικῶς θὰ ἦτο προτιμότερον τὰ ἄρθρα αὐτὰ νὰ ἀπετέλουν τὸν πυρῆνα ἰδίου νομοθετήματος περὶ ἱδρυμάτων δημοσίας πίστεως. Εἶναι ἀναπόφευκτον κατὰ τὴν ὁριστικὴν διαρρύθμισιν τῆς νομοθεσίας περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, εἴτε ἀποτελέσουν ὀργανικὸν μέρος τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος εἴτε ἴδιον νομοθέτημα, αἱ διατάξεις αὐταὶ νὰ ἀποσπασθοῦν τοῦ πλαισίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέτομεν αὐτὰς σήμερον, ὡς οὐδεμίαν ἀπὸ συστηματικῆς ἀπόψεως θέσιν ἔχουσαι μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ ἑταιρικοῦ δικαίου. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ χωρισμὸς αὐτὸς νὰ ἐθεσπίζετο ἀπὸ τοῦδε. Ἀναγκαστικῶς πᾶσα περὶ Τραπεζῶν νομοθεσία, ὡς ἐκ τοῦ εὐμεταβλήτου τῶν θεσμῶν τοὺς ὁποίους ρυθμίζει, θὰ εἶναι ἐπιδεκτικὴ συνεχῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων τροποποιήσεων. Ἐνῷ ἀντιθέτως, τρέφομεν τὴν εἰλικρινῆ ἐλπίδα ὅτι τὸ περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν δίκαιον, ὅταν θὰ διαμορφωθῇ πλέον ὁριστικῶς θὰ ἀποτελέσῃ στερεὰν βάσιν δι’ ἀρκετὴν σειρὰν ἐτῶν. Ἄλλωστε καὶ αἱ ξέναι νομοθεσίαι ἀκολουθοῦν τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν τῆς δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, ἐξαιρέσει ἴσως τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου περὶ Τραπεζῶν τοῦ 1924, διατάξεις τινὲς τοῦ ὁποίου ἰσχύουσι γενικῶς διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Μεταξὺ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα μεταπολεμικῶς προέβησαν εἰς μεταρρύθμισιν ἢ μᾶλλον εἰς ψήφισιν εἰδικῶν νόμων περὶ Τραπεζῶν, ἀναφέρω τὴν Τσεχοσλοβακίαν ἡ ὁποία ἐψήφισεν νόμον κατὰ τὸ 1924, τὴν Νορβηγίαν ἡ ὁποία κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐψήφισε τοιοῦτον νόμον, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπόδειγμα νομοθεσίας περὶ Τραπεζῶν. Ἀκολουθοῦν κατὰ τὸ 1926 ἡ Ἰταλία, τὸ 1927 ἡ Ἰσπανία καὶ τέλος κατὰ τὸ 1928 ἡ Πολωνία. Ἐσχάτως δὲ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Ρουμανικὴν Βουλὴν, ὅπου ἤδη συζητεῖται. Ἡ δυσκολία ἥτις δημιουργεῖται γενικῶς διὰ τὸν νομοθέτην ἔγκειται κυρίως εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἀντιγραφῆς ξένων νόμων ὡς συνόλου, διότι αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι, ἡ ρύθμισις τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται, εἶναι ἄρδην διαφορετικαί. Ἄλλην λύσιν συγκεκριμένως τοῦ προβλήματος θὰ ἐπιδιώξῃ ὁ νομοθέτης Κράτους, ἔνθα ἡ λειτουργία τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος στηρίζεται ἐπὶ στερεῶν παραδόσεων πολλῶν ἐτῶν, ἄλλην ὁ νομοθέτης Κράτους, ἔνθα αἱ Τράπεζαι ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὸν παρόντα αἰῶνα, ἵνα μὴ εἴπω μόλις μεταπολεμικῶς. Περιπλέκεται τὸ πρόβλημα καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ τραπεζιτικοῦ ἐπαγγέλματος ἀντίκειται εἰς τὴν νοοτροπίαν πολλῶν λαῶν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Ρουμανίαν καὶ τὴν Τουρκίαν, ἔνθα ἡ ἀσχολία αὐτὴ ἀφίετο εἰς ξένα στοιχεῖα ὡς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ἐκεῖ μοιραίως τὰ περὶ Τραπεζῶν νομοθετήματα ἔχουν τάσιν ἐθνικιστικήν, ἵνα μὴ εἴπω φυλετικήν. Ἀσφαλῶς τοιαῦται συνθῆκαι δὲν συντρέχουν παρ’ ἡμῖν. Ὡς ἐκ τῆς ἰδιοφυΐας, τῆς δραστηριότητος, τῆς πρωτοβουλίας αὐτοῦ, ὁ Ἕλλην ἐκπροσωπεῖ τὸν ἰδεώδη τύπον τοῦ τραπεζίτου, ἐφ’ ὅσον ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ θὰ εὕρισκον τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν εἰς τὴν τεχνικὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, ἅτινα σήμερον ἀποτελοῦσι ἐφόδια ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς τραπεζικῆς ἐπιχειρήσεως. Πράγματι πολλοὶ ὁμογενεῖς ἱδρύσαντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπιχειρήσεις ἀνέδειξαν ἐπαξίως τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Θὰ ἀναφέρω μεταξὺ αὐτῶν τὸν οἶκον Σίνα ὅστις κατὰ τὸν 19 αἰῶνα ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων οἴκων τῆς Βιέννης συναγωνιζόμενος καὶ αὐτὸν τὸν οἶκον Ρώτσιλδ. Θὰ ἀναφέρω ἐπίσης τούς τραπεζιτικοὺς οἴκους, τοὺς ὁποίους ὁμογενεῖς ἐκ Χίου ἵδρυσαν εἰς τὴν Λιβόρνην καὶ τὴν Μασσαλίαν, τέλος δὲ τὸν γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς οἶκον Ζαρίφη, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο μέχρι τοῦ πολέμου ὁ πρῶτος Τραπεζιτικὸς οἶκος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορία αὐτὴ τῶν μεγάλων Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος συνδέεται ἀρρήκτως πρὸς τὸ ὄνομα τῶν ἱδρυτῶν αὐτῶν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διερωτηθῇ κανείς, ποῖοι τέλος πάντων ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον καὶ παρ’ ἡμῖν τὴν ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου περὶ Τραπεζῶν, ἀφοῦ αἱ Τράπεζαι, λαμβανόμεναι ὡς σύνολον τόσας ἐπιτυχίας μέχρι τοῦδε εἶχον νὰ ἐπιδείξουν; Καὶ ὡς τεκμήριον τῶν ἐπιτυχιῶν αὐτῶν θὰ σᾶς ἀναφέρω ἀριθμοὺς τινὰς. Τὰ «ὀνομαστικὰ μετοχικὰ κεφάλαια» τῶν Τραπεζῶν ἀνήρχοντο κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1929 εἰς 1.500.000.000 δρ. τὰ «ἀποθεματικὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα» κεφάλαια ὑπερέβαινον τὰ 2.000.000.000 δραχ. δηλαδὴ τὰ ἐν γένει ἐργαζόμενα κεφάλαια» ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν ἀνήρχοντο εἰς τὸ σημαντικὸν ποσὸν τῶν 3.063.000.000 δραχ. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη μεταπολεμικῶς προέβησαν εἰς τὴν ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου περὶ Τραπεζῶν, ἀσφαλῶς ἔχει μίαν βαθυτέραν αἰτίαν, ἡ ὁποία αἰτία ἔγκειται εἰς τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῶν Τραπεζῶν. Ὁ τραπεζίτης τοῦ 19ου αἰῶνος διεξήγαγε τὰς ἐργασίας του μὲ ἴδια κεφάλαια ἢ τὸ πολὺ μὲ κεφάλαια μερικῶν συγγενῶν καὶ φίλων αὐτοῦ, πάντως προσώπων στενοῦ κύκλου. Οἱ πελάται ὡς ἐκ τῶν στενῶν σχέσεων καὶ ἕνεκα τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς ἐργασίας δὲν εἶχον ἀνάγκην εἰδικῆς προστασίας διὰ νόμου. Δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις πλήρως ἐπήρκουν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Πόσον διάφορος εἶναι σήμερον ὁ θεσμός τὴν λειτουργίαν τοῦ ὁποίου προσπαθεῖ ἤδη νὰ ρυθμίσῃ ὁ σύγχρονος νομοθέτης! Θὰ ἐνεδεικνύετο ἴσως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ δώσωμεν τὸν ἐπιστημονικὸν ὁρισμὸν τῆς Τραπέζης. Παραδόξως πὼς οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες δὲν κατώρθωσαν νὰ δώσουν πράγματι ἐξαντλητικὴν λύσιν εἰς τὸ πρόβλημα τοῦτο. Ἴσως σχετικῶς ἱκανοποιητικὸν εἶναι ὁ παρὰ τοῦ Pociary διατυπούμενος ὁρισμὸς ὅστις ὀνομάζει Τράπεζαν, πᾶσαν ἐπιχείρισιν ἔχουσαν ὡς σκοπὸν τὸ δέχεσθαι πιστώσεις». Μνημονεύομεν τὸν ὁρισμὸν αὐτὸν διότι μᾶς φαίνεται ἐπιτυχὴς κατὰ τοῦτο ὅτι τονίζει καὶ ὑπογραμμίζει τὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῆς τραπεζιτικῆς ἐπιχειρήσεως τῶν ἡμερῶν μας ἤτοι τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας διὰ ξένων χρημάτων, τῶν χρημάτων δηλαδὴ τῶν καταθετῶν τῶν κεφαλαίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ προϊὸν τῆς Ἐθνικῆς, τῆς Διεθνοῦς ἀποταμιεύσεως. Πράγματι σήμερον τὰ πιστωτικά ἱδρύματα στηρίζουν τὴν δυναμικότητα αὐτῶν εἰς τὰς καταθέσεις τῆς πελατείας. Τοῦτο ὅμως τὰ φέρει εἰς τόσον στενὴν ἐπαφὴν πρὸς ὅλην τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν τῆς Χώρας, ὥστε ὄχι μόνον δικαιολογεῖται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων ρύθμισις τῶν μεταξὺ τῆς Πολιτείας καὶ τῶν Τραπεζῶν σχέσεων. Τὴν προσαρμογὴν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας, αἵτινες εἶναι φυσικὴ ἀπόρροια τῆς ἐξελίξεως αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς Τραπέζης, ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑνός διὰ τῆς θεσπίσεως σειρᾶς διατάξεων προστατευτικῶν διὰ τὰ συμφέροντα τῶν καταθετῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς λήψεως ρυθμιστικῶν τινων δι’ αὐτὴν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῶν Τραπεζῶν μέτρων. Ἐξετάζοντες τὰς διατάξεις πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν καταθετῶν, δέον νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν ὄγκον τῶν συμφερόντων πρὸς κατοχύρωσιν τῶν ὁποίων καλούμεθα νὰ λάβωμεν τὰ στοιχειωδέστερα τῶν μέτρων. Αἱ εἰς μετρητὰ μόνον καταθέσεις τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν ἀνέρχονται εἰς 16–18 δισεκατομμύρια δραχμῶν, ὑπερβαίνουσαι τοιουτοτρόπως κατὰ τρία τέταρτα τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους συμποσούμεναι δὲ εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἐτησίου Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἐλαφρὰ ἔστω διατάραξις τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ δυσμενεστάτας συνεπείας διὰ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν ὁλοκλήρου τῆς Χώρας. Ἐξ ἄλλου ὅμως εἶναι λογικόν, αἱ περιοριστικαὶ αὐταὶ διατάξεις νὰ ἰσχύσουν μόνον διὰ τὸν στενώτερον ἐκεῖνον κύκλον τῶν ἐπιχειρήσεων, ὅστις ἀποτελεῖται ἐκ τῶν καθ’ αὐτὸ Τραπεζῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10 καθορίζει ἀκριβῶς, ὅτι «Τράπεζαι» κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ παρόντος νόμου εἶναι «ἐπιχειρήσεις αἵτινες ἀνεξαρτήτως ἑτέρου σκοποῦ αὐτῶν, δέχονται κατ’ ἐπάγγελμα καταθέσεις χρημάτων ἢ ἄλλων ἀξιῶν». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης χαράσσεται εὐκρινὴς διαχωριστικὴ γραμμὴ πρὸς ἐπιχειρήσεις διεξαγούσας ἄλλης μορφῆς τραπεζιτικὰς ἐργασίας, ἡ ποικιλία τῶν ὁποίων καθιστᾶ δυσχερῆ μίαν ἐξαντλητικὴν ἀπαρρίθμισιν αὐτῶν. Πάντως ἐκ τῶν συζητήσεων τῶν διεξαχθεισῶν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς προέκυψεν, ὅτι ἀναμφιβόλως τὰ «ρεπὸρ» δὲν ὑποπίπτουσιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει διὰ τοποθετήσεις μακροπροθέσμους, αἱ ὁποῖαι ναὶ μὲν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως παρουσιάζονται ὡς καταθέσεις, οἰκονομικῶς ὅμως μᾶλλον τὸν χαρακτῆρα τῆς συμμετοχῆς ἔχουν. Διὰ τοῦ 2ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 10 καθορίζεται, ὅτι ἐφεξῆς ἡ ἐπωνυμία πάσης Τραπέζης δέον νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προλαμβάνεται ἡ προσέλκυσις καλοπίστων καταθετῶν δι’ ὀνομασίας ἢ τίτλου δυναμένου νὰ δημιουργήσῃ ἐντύπωσιν μὴ ἀνταποκρινομένην εἰς τὴν πραγματικότητα, εἴτε περὶ τῶν προσώπων τῶν ἱδρυσάντων ἢ ἰθυνόντων τὴν Τράπεζαν, εἴτε περὶ τοῦ εἴδους ἢ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐργασιῶν. Ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιβάλλεται ἔτι μᾶλλον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἄδεια πρὸς ἵδρυσιν Τραπέζης. Δραττόμεθα ὅμως τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὅπως κηρυχθῶμεν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ θεσπίσεως τοιούτου περιορισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11 θεσπίζει θεμελιώδη διάταξιν, ὁρίζον, ὅτι πᾶσα Τράπεζα ἐφεξῆς θὰ λειτουργῇ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας· ἀνάλογον διάταξιν περιέχει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νορβηγικοῦ νόμου περὶ Τραπεζῶν, παρεμφερεῖς δὲ διατάξεις περιέχουν τὰ σχετικὰ νομοθετήματα τῆς Ἰταλίας, Τσεχοσλοβακίας καὶ Ἱσπανίας. Ἂν καὶ ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ἤδη θεσπίζεται παρ’ ἡμῖν, ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε κενοτομίαν, εἶναι ἐν τούτοις ἀναμφίβολον, ὅτι μελλοντικῶς καὶ αἱ νομοθεσίαι ξένων Κρατῶν θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Μόνον ἡ λειτουργία ὡς ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καθιστᾶ ἐφικτὴν τὴν ταχείαν καὶ ὁμαλὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου, ἥτις δέον νὰ θεωρηθῇ ἀπαραίτητος προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεων τόσον στενῶς συνυφασμένων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν τῆς Χώρας. Τὸ ἄρθρον 12 θεσπίζει ἀπαγόρευσιν διὰ τὰς τραπεζικὰς ἐπιχειρήσεις, τὰς λειτουργούσας ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἢ τὴν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας, ὅπως κάμωσι χρῆσιν εἴτε ἐν τῇ ἐπωνυμίᾳ αὐτῶν εἴτε εἰς διαφημίσεις τῶν λέξεων «τραπεζίτης» ἢ «Τράπεζα». Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ σημασία τῆς διατάξεως ἔγκειται εἰς ψυχολογικοὺς μᾶλλον λόγους. Ἐν τούτοις εἰς τὰς γεωργικὰς περιφερείας θὰ ἐνισχυθῇ δι’ αὐτῆς σπουδαίως ἡ «Ἀγροτικὴ Τράπεζα», ἥτις καθίσταται τοιουτοτρόπως τὸ φυσικὸν ταμιευτήριον τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, ἐφ’ ὅσον πληρώνει ὑψηλότερα ἐπιτόκια τῶν ἄλλων Τραπεζῶν μέχρι τοῦδε ὅμως ὑφίστατο τὸν δριμὺ συναγωνισμὸν ἄλλων μὴ καθαρῶς Τραπεζικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἄλλην οὐσιαστικὴν ἐξασφάλισιν τῶν καταθετῶν ἐπιδιώκει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13, δι’ ἧς καθορίζεται τὸ κατώτατον ὅριον κεφαλαίου τῶν Τραπεζῶν. Διὰ πρώτην φορὰν ἀνάλογον διάταξιν περιεῖχεν ὁ νόμος 3761, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη διάταγμα τῆς 7)7) 6 φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ὑπουργοῦ κ. Χαριτάκη· τὸ διάταγμα τοῦτο ἀφεώρα ὅμως μόνον ἱδρυθησομένας Τραπέζας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος σκοπός, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ μετοχικὰ κεφάλαια τῶν Τραπεζιτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἔγκειται εἰς τὴν πρόσθετον ἐγγύησιν, ἣν ἡ ὕπαρξις αὐτῶν ἀποτελεῖ διὰ πάντα συναλλασσόμενον μετ’ αὐτῶν, δέον ὅπως δήποτε τὰ μετοχικὰ κεφάλαια νὰ ἀνέρχονται εἰς ποσὰ ἐπαρκοῦντα καὶ οὐσιαστικῶς διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκ τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν ἰδίᾳ ὁ Ἰταλικὸς νόμος θεσπίζει κατώτατα ὅρια κεφαλαίου, ἀνταποκρινόμενα καθ’ ἡμᾶς ὁπωσδήποτε εἰς τὰς παρούσας συνθήκας· ὀρθῶς ἐν Ἰταλίᾳ τὸ κριτήριον ἀποτελεῖ ἡ ἔκτασις τῆς περιφερείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐργασθῇ ἡ Τράπεζα. Ἄν ἦτο ἀδύνατον νὰ θεσπισθοῦν καὶ παρ’ ἡμῖν τόσον ὑψηλὰ ὅρια ὡς ὀρθῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἐθεσπίσθησαν ἐν Ἰταλίᾳ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σύγχρονον ψήφισιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11, ἥτις προβλέπει τὴν μετατροπὴν πληθύος τραπεζιτικῶν ἐπιχειρήσεων, νῦν ὑπὸ ἄλλην μορφὴν λειτουργουσῶν, εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Ἐν τούτοις ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ θεσπίσῃ καὶ ἑτέραν διευκόλυνσιν ὑπὲρ ἐπαρχιακῶν τινων Τραπεζῶν τοπικοῦ χαρακτῆρος, καθορίζουσα τὸ ἐλάχιστον τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἕδρας αὐτῶν ὡς ἑξῆς: διὰ πόλεις κάτω τῶν 20.000 εἰς δραχμὰς 7.500.000, διὰ πόλεις ἀπὸ 20–30 κατοίκων εἰς δρχ. 10.000.000, καὶ διὰ πόλεις ἄνω τῶν 30.000 εἰς δρχ. 5.000.000. Πάντως εἰς τὰς Τραπέζας αὐτὰς δέον ἀπαραιτήτως νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διατήρησις καὶ ἔτι περισσότερον ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων. Εἰς τὸ 3ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 13 πᾶσαι ἐφεξῆς ἱδρυόμεναι Τράπεζαι μὲ κεφάλαιον κατώτερον τῶν δρχ. 50.000.000, δέον νὰ ἐπενδύωσιν εἰς ὁμολογίας τοῦ δημοσίου τὰς καταθέσεις ὄψεως ὑπερβαινούσας τὸ τετραπλάσιον τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν ἀποθεματικῶν αὐτῶν. Εἶναι πρόδηλος ἡ χρησιμότης τῆς διατάξεως ταύτης. Πρῶτον, διότι μειοῦνται δι’ αὐτῆς σημαντικῶς αἱ ἀτέλεια, τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, διότι ἐξαναγκάζονται ἐμμέσως οἱ ἱδρυταὶ εἰς τὴν καταβολὴν κεφαλαίων ἀνταποκρινομένων εἰς τὰς παρούσας συνθήκας, καὶ δεύτερον διότι αἱ μὲ κατώτερα κεφάλαια ἱδρυόμεναι Τράπεζαι, ὑποχρεοῦνται εἰς τήρησιν μείζονος βαθμοῦ ρευστότητος, πρᾶγμα σπουδαιότατον, διότι ὅσον μικρότερα εἶναι τὰ μετοχικὰ κεφάλαια μιᾶς Τραπέζης, τόσον μεγαλειτέρα συνήθως εἶναι ἡ πρὸς αὐτὰ ἀναλογία τῶν παγιωθεισῶν ἀξιῶν· τούτου ἕνεκεν ἐπιβάλλεται, ὅπως ληφθῇ πρόνοια πρὸς τήρησιν διαθεσίμων δευτέρας κατηγορίας εἰς ὑψηλὴν σχετικῶς ἀναλογίαν. Ἐπιβάλλεται ὅμως καθ’ ἡμᾶς ἡ ἐπέκτασις τῆς διατάξεως καὶ εἰς τὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ καταθέσεις, ἄλλως θὰ παρατηρηθῇ ἀσφαλῶς καταστρατήγησις τοῦ μέτρου τούτου δι’ ἀθρόας διαρροῆς πρὸς τὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ καταθέσεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 14 καθορίζεται, ὅτι τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, δέον νὰ καταβάλλεται κατὰ τὴν ἵδρυσιν ὁλόκληρον τοῖς μετρητοῖς παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀποτελεῖ φυσικὴν καὶ ἀπαραίτητον συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 1. Ὡς τελευταίαν διάταξιν τῆς κατηγορίας ταύτης θὰ ἀναφέρωμεν τὴν τοῦ ἄρθρου 20, ὅπερ θεσπίζει ποινικὴν δίωξιν διὰ τὸν πωλοῦντα ἢ ἐνεχυριάζοντα ἢ ὁπωσδήποτε μεταβιβάζοντα ἄνευ συναινέσεως τοῦ κυρίου ἀξίας πάσης φύσεως δοθείσας τῇ Τραπέζῃ ἐπὶ παρακαταθήκῃ ἢ πρὸς φύλαξιν καὶ διὰ πάντα τραπεζίτην ὅστις ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας πωλεῖ ἢ ἐνεχυριάζει ἀξίας δοθείσας αὐτῷ ἐπ’ ἐνεχύρῳ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ κενὸν λίαν αἰσθητόν· ἐν Γερμανίᾳ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκανονίσθη ἤδη ἀπὸ τοῦ 1896 καθ’ ὑποδειγματικὸν τρόπον. Αὐταί, κύριοι βουλευταὶ εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν καταθετῶν. Ἤδη θὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας καὶ ἀναπτύξεως τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων. Ὁ νομοθέτης, ὁ λαμβάνων τοιαῦτα μέτρα, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, ἀλλὰ τὸ συμφέρον τοῦ εὐρυτάτου ἐκείνου κύκλου τῶν ἐμπόρων, βιομηχάνων καὶ ἐν γένει τῶν μετὰ τῶν Τραπεζῶν συναλασσομένων· ἡ ὁμαλὴ καὶ ἀπρόσκοπτος δρᾶσις ὅλων αὐτῶν, στηρίζεται ἀρρήκτως ἐπὶ τῆς συνεργασίας μετὰ πιστωτικῶν ἱδρυμάτων. Εἶναι προφανές, ποῖον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας κενὸν δημιουργεῖ ἡ πτῶσις Τραπέζης, ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, ὅπου προεξέχοντα ρόλον παίζουν αἱ προσωπικαὶ σχέσεις μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς πελατείας αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν μιᾶς Τραπέζης ἔχει τραγικὰς συνεπείας διὰ τὴν μεγάλην τάξιν τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων, τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν βιοπαλαιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς εἶναι ἄξιοι τῆς συμπαθείας ἡμῶν. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσω ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, ἔνθα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δύο πιστωτικὰ ἱδρύματα, ἀμφότερα στενῶς συνδεδεμένα μὲ τὸν οἰκονομικὸν βίον τῆς πόλεως ἠναγκάσθησαν νὰ διακόψουν τὰς ἐργασίας των. Εἶμαι ἀτυχῶς εἰς θέσιν νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἴσως ἡ πλέον δυσθεράπευτος μορφὴ τῆς ἀεργίας εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀφαιρεῖ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν διανοουμένων. Ὁμολογουμένως ἡ πόλις ἡμῶν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς ὀφείλει χάριτας εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν, αἵτινες ἱδρύσασαι ὑποκαταστήματα ἐν Βόλῳ, συνετέλεσαν τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπούλωσιν πληγῶν λίαν ὀδυνηρῶν. Καὶ ἐν τούτοις........ οὔτε ἡ συναίσθησις τῆς ἀποστολῆς τῆς πολιτείας κηδομένης τοῦ οἰκονομικοῦ γοήτρου τῆς χώρας, οὔτε ἡ μέριμνα τοῦ Κράτους περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως ἐργασίας εἰς 9.000 τραπεζιτικοὺς ὑπαλλήλους θὰ ἀποτελέσουν δικαιολογίαν διὰ τὸν νομοθέτην, ὅστις φρονῶν, ὅτι ἐπιτυγχάνει τὴν ἐξασφάλισιν ὅλων τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἤθελε περικλείσει διὰ τῆς λήψεως σωρείας περιοριστικῶν διατάξεων τὰς Τραπέζας ἐντὸς κλοιοῦ, παραλύοντος τὴν πρωτοβουλίαν, παρακωλύοντος τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῶν. Ὁ τελειότερος περὶ τραπεζῶν νόμος δὲν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ ἕνα καλὸν τραπεζίτην! Ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσετε ἴσως. Πρόσφατα γεγονότα ἀπεκάλυψαν τύπον τοῦ τραπεζίτου πολὺ διαφορετικόν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῶν ἐσχάτως ἐπελθουσῶν καταστροφῶν, κατ’ ἐπευφημισμὸν μόνον ἐτιτλοφοροῦντο τραπεζῖται, διὰ τὴν δίωξιν δὲ τῶν πράξεων αὐτῶν πλήρως ἐπαρκοῦσι αἱ διατάξεις τοῦ κειμένου ποινικοῦ νόμου. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχήν, ὅπως αἱ δίκαι αἱ ἀφορῶσαι τὴν πτώχευσιν Τραπεζῶν ἐκδικάζωνται ταχύτερον, παρ’ ὅτι συνέβη ἐσχάτως παρ’ ἡμῖν. Διὰ ταῦτα, ὀρθῶς καθ’ ἡμᾶς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ἐπιδιώκει τόσον τὴν θέσπισιν περιοριστικῶν καὶ ἀπαγορευτικῶν διατάξεων, ὅσον τὴν σαφῆ διατύπωσιν κανόνων τινῶν στοιχειωδῶν, οὓς αἱ σοβαραὶ Τράπεζαι ἀνέκαθεν ἠκολούθουν καὶ κατ’ ἔθιμον καὶ κατὰ παράδοσιν. Τὴν ἐπιτροπὴν ἀπησχόλησεν ἡ σκοπιμότης τῆς θεσπίσεως διατάξεως, δι’ ἧς θὰ ἀπαγορεύηται εἰς πᾶσαν Τράπεζαν ἡ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἄσκησις ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας. Δὲν θὰ ἦτο συνεπές, ἀφ’ ἑνὸς νὰ θεσπίσωμεν τοὺς περιορισμοὺς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 16, δι’ ὧν ἀπαγορεύεται ἡ παροχὴ πιστώσεων καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις πέραν ὡρισμένου ποσοστοῦ τῶν κεφαλαίων καὶ ἀποθεματικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ συναινέσωμεν εἰς τὴν παραβίασιν ἀξιώματος τῆς τραπεζιτικῆς ἐπιστήμης, ἥτις καταδικάζει ἀπολύτως τὴν μακροπρόθεσμον χρηματοδότησιν διὰ τὸ προϊὸν ὑποχρεώσεων βραχυπροθέσμων. Διὰ τοῦτο ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα τοῦ Νορβηγικοῦ νόμου προετείναμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν προσθήκην εἰδικοῦ ἐδαφίου εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον, τὴν ἀκριβῆ διατύπωσιν τοῦ ὁποίου ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 16 ἀπαγορεύεται ἡ παροχὴ πιστώσεων εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον πέραν τοῦ ἑνὸς πέμπτου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν ἀποθεματικῶν· τοῦτο θεωροῦμεν ἀπολύτως ὀρθόν, διότι δὲν πρέπει νὰ διακινδυνεύηται μεῖζον ποσοστὸν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὀφειλέτην. Δὲν ἀποτελεῖ ἀπόλυτον ἐξασφάλισιν οὔτε ἡ παροχὴ ἐμπραγμάτων ἀσφαλειῶν· θεομηνίαι, ἕνας σεισμός, μία τελεία καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας δύνανται νὰ καταστήσουν ἀμφίβολον τὴν εἴσπραξιν ἀπαιτήσεων, αἵτινες ὑφ’ ἄλλας περιστάσεις εὐλόγως θὰ ἐθεωροῦντο ἀπολύτως ἀσφαλεῖς. Διὰ τοῦ 2ου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀπαγορεύεται εἰς τὰς Τραπέζας ἡ συμμετοχὴ εἰς ἄλλαι ἐπιχειρήσεις πέραν τοῦ ἑνὸς πέμπτου τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν ἀποθεματικῶν αὐτῶν. Διὰ τοῦ 5ου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 16 ἀπαγορεύεται ἡ παροχὴ πιστώσεων πάσης φύσεως πρὸς μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς αὐτῆς Τραπέζης ἄνευ ἐπαρκῶν ἐμπραγμάτων ἀσφαλειῶν. Τὴν ἄμεσον ἀφορμὴν τῆς διατάξεως ταύτης ἀπετέλεσαν τὰ λαβόντα χώραν παρὰ Τραπέζαις, αἵτινες ἐσχάτως ἐκήρυξαν στάσιν πληρωμῶν. Μία τῶν αἰτιῶν τῆς τελείας ἀνυπαρξίας ρευστότητος τῶν τραπεζῶν αὐτῶν, ὑπῆρξεν ὁ ὑπερβολικὸς δανεισμὸς πρὸς μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Εἰς τοῦτο ἤδη τίθεται φραγμὸς στερεὸς· ὁμολογουμένως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐστηρά, αὐστηροτέρα ἀκόμη αὐτοῦ τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου, ὅστις θεσπίζων μὲν γενικὴν ἀπαγόρευσιν δανεισμοῦ πρὸς μέλη τοῦ διοικ. συμβουλίου τῆς αὐτῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας ποιεῖται ἐξαίρεσιν προκειμένου περὶ ἱδρυμάτων δημοσίας πίστεως. Ἀτυχῶς ὅσα ἔλαβον χώραν ἐσχάτως ἐν Ἑλλάδι, πλήρως δικαιολογοῦν καὶ τὴν δρακόντειαν αὐτὴν διάταξιν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 ἐξουσιοδοτεῖ τὸν ὑπουργὸν νὰ καθορίσῃ ἑνιαῖον τύπον καταρτίσεως ἰσολογισμῶν καὶ λογιστικῶν καταστάσεων. Τοῦτο ἰσχύει κατ’ ἔθιμον εἰς πλεῖστα κράτη, νομοθετικῶς ὅμως ἐπεβλήθη ἐσχάτως ἐν Ἱσπανίᾳ, Ἰταλίᾳ καὶ Τσεχοσλοβακίᾳ. Αἱ διατάξεις αὐταὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐξασφάλισις τῶν καταθετῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τῶν τραπεζῶν, εὑρίσκουν τὴν φυσικὴν αὐτῶν συμπλήρωσιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19, 1, Εʹ, κατὰ τὴν ὁποίαν τιμωρεῖται ὁ παραβαίνων αὐτὰς διὰ φυλακίσεως καὶ χρηματικῆς ποινῆς μέχρι δρχ. 80.000. Θὰ ἐνεδεικνύετο ἴσως κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἡ συμπλήρωσις τῶν διατάξεων αὐτῶν δι’ ὑποχρεωτικῆς συστάσεως τμήματος «εἰδικῆς ἐπιθεωρήσεως» παρ’ ἑκάστῃ Τραπέζῃ. Τοιαύτη ὑποχρέωσις ἐκ τοῦ νόμου ὑφίσταται ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ, ὅπου ἔργον τοῦ τμήματος τούτου εἶναι ἡ παρακολούθησις τῶν λοιπῶν τμημάτων ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοῦ καταστατικοῦ καὶ τῶν κανονισμῶν τῶν Τραπεζῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ τμῆμα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπεξεργασία συγχρονισμένου συστήματος ἐλέγχου. Ἀντιθέτως ἡ ἔλλειψις τοιούτου εἰδικοῦ τμήματος θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἐν περιπτώσει ζημίας τῶν μετόχων ἐξ αἰτίας καταχρήσεως ὡρισμένας κυρώσεις εἰς βάρος τοῦ διοικ. συμβουλίου ὡς προβλέπει τοῦτο ὁ Αὐστριακὸς νόμος. Καὶ ἤδη ἄς ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἄρθρου 15, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται αἱ ἐν Ἑλλάδι ἐργαζόμεναι τράπεζαι, ὅπως τηρῶσιν εἰς διαθέσιμα ρευστὰ εἴτε ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν εἴτε παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος, εἴτε παρ’ ἀμφοτέροις ποσόν, ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ 12% τῶν εἰς δραχμὰς καταθέσεων ὄψεως καὶ ταμιευτηρίου. Θεσπίζεται λοιπὸν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου ὑποχρέωσις, ὅπως αἱ Τράπεζαι τηρῶσιν ἀδιάθετον ὡρισμένον ποσοστὸν τῶν εἰς δραχμὰς ὑποχρεώσεων ὄψεως. Ἀσφαλῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως εἶχε μᾶλλον θέσιν εἰς τὸν νόμον περὶ λειτουργίας τῆς ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης· λέγοντες δὲ τοῦτο, θίγομεν ἐμμέσως τὴν πρώτην περίστασιν, καθ’ ἥν ἐγένετο σκέψις περὶ νομοθετικῆς θεσπίσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐν Ἑλλάδι. Ὡς γνωστὸν παρεμφερῆ διάταξιν περιεῖχε τὸ ἀρχικὸν σχέδιον νόμου περὶ τῆς τραπεζιτικῆς ἐν Ἑλλάδι μεταρρυθμίσεως ὡς ἐξεπονήθη τὸ 1927 παρὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Sir Henry Strakoseh ὑποεπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Τὸ γεγονός, ὅτι σῶμα τόσον ἐπιλέκτων οἰκονομολόγων ὑπέδειξε τὸ πρῶτον τοιαύτην διάταξιν, μᾶς ἄγει νὰ ἐρευνήσωμεν ἄν καὶ κατὰ πόσον ἡ οἰκονομολογικὴ φιλολογία μᾶς παρέχει σοβαρὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Λίαν ἐπικαίρως διὰ τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐδημοσιεύθη τὸ πρὸ καιροῦ ἀναμενόμενον σύγγραμμα Keynes — A treatise on money περὶ τοῦ ἔργου τούτου τοῦ διασήμου Ἄγγλου οἰκονομολόγου τὸ περιοδικὸν The Banker γράφει, ὅτι εἶναι ἴση ἡ σημασία αὐτοῦ διὰ τὴν σύγχρονον ἐπιστήμην πρὸς τὴν τοῦ περιφήμου συγγράμματος διὰ τοῦ Ἀδὰμ Σμὶθ διὰ τὴν ἐποχὴν αὐτοῦ. Δὲν θὰ κουράσωμεν τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν θεωριῶν τοῦ Κέϋνες. Θὰ συνοψίσωμεν μὲ ἐλαχίστας λέξεις τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει κατὰ τὸν Ἄγγλον οἰκονομολόγον λοιπόν, εἰς τὴν μέθοδον ἐπηρεασμοῦ τῆς χρηματαγορᾶς διὰ καταλλήλου χειρισμοῦ τοῦ ἐπισήμου προεξοφλητικοῦ τόκου προσετέθη μεταπολεμικῶς ἡ μέθοδος τοῦ ἐπηρεασμοῦ διὰ τῆς «πολιτικῆς ἀνοικτῆς ἀγορᾶς», ἥτις συνίσταται εἰς ἀγορὰν καὶ πώλησιν ἀξιῶν μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν διεύρυνσιν ἢ περιστολὴν τῆς χρηματαγορᾶς. Ἵνα ὅμως λειτουργήσῃ ἡ μέθοδος αὕτη ἐπακριβῶς, ἵνα ἡ χρηματαγορὰ ἀντιδράσῃ μετ’ ἄκρας εὐθιξίας εἰς πᾶσαν κίνησιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, δέον τὸ παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἀδιαθέτως τηρούμενον ποσὸν νὰ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν πρὸς τὰς βραχυπροθέσμους ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Ὁ Κέϋνες ἀναπτύσσει λεπτομερῶς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ «πολιτικὴ ἀνοικτῆς ἀγορᾶς» ἐλειτούργησε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐν Ἀγγλίᾳ. Καίτοι ἡ τήρησις ὡρισμένου «ρευστοῦ ἀποθέματος» δὲν ἐπιβάλλεται εἰσέτι ἐν Ἀγγλίᾳ διὰ νόμου, ἀλλὰ ἰσχύει μόνον κατ’ ἔθιμον, ἐν τούτοις ὁ Κέϋνες ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ ζητεῖ νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος καὶ μάλιστα ἐπὶ βάσεων λίαν αὐστηρῶν, ἃς καὶ ἀναπτύσσει ἀναλυτικῶς. Ὁμοίως οἱ Ἄγγλοι συγγραφεῖς Kiseh καὶ Elkin συνιστοῦν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου ἰδίᾳ διὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἔνθα ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἱδρύθη ἐσχάτως· ὁ δισταγμὸς τῶν ἄνω Τραπεζῶν πρὸς στενὴν συνεργασίαν μετ’ αὐτῆς ὑπερνικᾶται κατὰ τὸν ἀποτελεσματικώτερον τρόπον διὰ νομοθετικῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, διὰ τῆς ὁποίας παρακωλύεται συγχρόνως ἡ κατάθεσις τῶν διαθεσίμων τῆς μιᾶς Τραπέζης παρ’ ἑτέρᾳ τοιαύτῃ. Τὰς αὐτὰς περίπου ἰδέας πρεσβεύει καὶ ὁ διάσημος Γερμανὸς οἰκονομολόγος Sansburgh. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν λείπουν οἱ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ἐπιμόνως ἀξιοῦντες τὴν θέσπισιν «μετρητοῦ ἀποθέματος», νομοθετικῶς μέχρι τοῦδε μόνον ἡ Τσεχοσλοβακία ἐθέσπιζε τοῦτο, καθορίζουσα ὅτι 15% τῶν ὑποχρεώσεων μιᾶς Τραπέζης δέον νὰ τηρῶνται παρὰ τῇ Ἐκδοτικῇ Τραπέζῃ ἢ τὸ Ταχυδρομικῷ Ταμιευτηρίῳ, ἐκ τούτων δὲ 8% εἰς μετρητά. Θὰ ἀπετέλη παραγνώρισιν τῆς πραγματικότητος ἐὰν ἐπεκαλούμεθα τὸν Νορβηγικὸν ἢ Βουλγαρικὸν νόμον, οἵτινες ἀποβλέπουν μονομερῶς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν καταθετῶν. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ἄλλα εὐρωπαϊκὰ Κράτη δὲν ἐθέσπισαν μέχρι τοῦδε νομοθετικῶς τὸν θεσμὸν τοῦτον, δὲν ἀποτελεῖ καθ’ ἡμᾶς ἐπιχείρημα ἀκαταμάχητον· δὲν θὰ ἦτο ἀσφαλῶς ὀρθόν, νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι ἐφηρμόσθη ἰδίᾳ εἰς χώρας ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης ἐν πρώτοις, διότι εἰς πλείστας τῶν χωρῶν τούτων ἡ τραπεζιτικὴ τέχνη ἔχει λάβῃ διαστάσεις, καὶ κατὰ δεύτερον διότι κατ’ οὐσίαν ὁ θεσμὸς τηρεῖται καὶ εἰς ἄλλας χώρας ὡς συνήθεια ὡς παράδοσις, ὡς ἄγραφος νόμος. Ἐξετάζοντες τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα διαπιστοῦμεν, ὅτι πρὸ τεσαράκοντα ἤδη ἐτῶν ὁ Copehen ἐκφωνήσας τὸ 1891 περιβόητον λόγον ἐν Leeds ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς θεσπίσεως «μετρητοῦ ἀποθέματος», ἂν δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ψήφισιν ἀναλόγου νομοσχεδίου, τοῦτο ὠφείλετο ἐν πολλοῖς εἰς τὴν συνετὴν στάσιν τῶν Ἀγγλικῶν Τραπεζῶν, αἵτινες κατανοήσασαι τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐπεβάλλετο αὐταῖς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ τήρησις μεγαλειτέρων ποσοστῶν «μετρητοῦ ἀποθέματος» ἀπεφάσισαν νὰ συμμορφωθοῦν αὐθορμήτως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως· τεκμήριον δὲ τούτου αἱ καταστάσεις αὐτῶν, αἱ κανονικῶς δημοσιευόμεναι ἀπὸ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων μέχρι σήμερον. Ἐξετάζοντες τὸ τραπεζιτικὸν σύστημα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Β. Ἀμερικῆς, διαπιστοῦμεν, ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ «συστήματος τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ ἀποθέματος» ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς νομοθετικῆς θεσπίσεως ἀναγκαστικῶν καταθέσεων τῶν Τραπεζῶν. Εἶναι ἐν τούτοις ἀναμφίβολον, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἀρχικῶς ἐλήφθη ἐν Ἀμερικῇ χάριν ἐξασφαλίσεως τῶν καταθετῶν, ὅπερ καθίσταται εὐνόητον, ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν μέγιστον ἀριθμὸν τῶν Ἀμερικανικῶν Τραπεζῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ γεγονός ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν Federal reserve banks ἀνήκουν εἰς τὰς member banks καὶ ὅτι συνεπῶς αἱ καταθέσεις αὐτῶν ἀποτελοῦν τρόπον τινὰ μίαν συμπληρωματικὴν προικοδότησιν ἀνάλογον πρὸς τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν ἑκάστης Τραπέζης, ὡς κριτήριον τοῦ ὁποίου λαμβάνεται τὸ ἑκάστοτε ὕψος τῶν ὑποχρεώσεων ὄψεως καὶ προθεσμίας. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι αἱ κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ συστήματος πρυτανεύσασαι ἰδέαι ἀφεώρων μονομερῶς εἰς τὸν σχηματισμὸν κεντρικοῦ τινὸς ταμείου· ἔκτοτε ὅμως τὸ σύστημα ἐξηλίχθη εὐρύτατα, κυρίως δὲ ἀπὸ τοῦ 1921 αἱ Τράπεζαι τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ ἀποθέματος ἐγκαινίασαν πολιτικὴν ἀνοικτῆς ἀγορᾶς», ἥν ἐπὶ δεκαετίαν ἐφήρμοσαν μετὰ μεγίστης ἐπιτυχίας. Τὸ σύστημα τοῦτο εὗρε μιμητάς· σειρὰ Κρατῶν ὡς ἡ Χιλὴ τὸ Περοῦ καὶ ἡ Κολομβία, ἀνέθεσαν εἰς τὸν Kemerer, καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Princeton τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν καταστατικῶν τῶν ὑπὸ ἀναδιοργάνωσιν ἐκδοτικῶν αὐτῶν Τραπεζῶν. Πάντα τὰ καταστατικὰ αὐτὰ περιέχουσι διατάξεις περὶ τηρήσεως «μετρητοῦ ἀποθέματος». Αἱ μεταρρυθμίσεις πλήρως ἐπέτυχον, μέχρι σημείου ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ διὰ τὰς ἐν λόγῳ ἐκδοτικὰς τραπέζας ἡ ὀνομασία «Kimerer Central Banks». Τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν ἀκολουθεῖ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς καὶ ἀνάλογα νομοσχέδια τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Αὐστραλίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὡσαύτως, ὅτι τὰς θεωρίας αὐτὰς ἐνεκολπώθησαν πλήρως οἱ περὶ τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κύκλοι, οὐδ’ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ ἀντιθέτου ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπελθοῦσα τροποποίησις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἄν περὶ τούτου ἠδύνατο νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀκόμη ἀμφιβολία, ἔρχεται ὁριστικῶς νὰ διαλύσῃ αὐτὴν ἡ Βʹ προσωρινὴ ἔκθεσις τῆς ὑποεπιτροπῆς τοῦ χρυσοῦ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐκ τῆς ὁποίας, κύριοι βουλευταὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὴν ἀκόλουθον περικοπήν: «Ἐξ ἄλλου ἡ λειτουργία τοῦ κανόνος τοῦ χρυσοῦ ὑπέστη (κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη) τὴν ἐπήρειαν νέων τινῶν τραπεζιτικῶν μεθόδων ὡς ἐπὶ παραδείγματι τῆς «Πολιτικῆς ἀνοικτῆς ἀγορᾶς». Οὐσιαστικῶς τὸν γνώμονα δι’ οὗ αἱ ἐκδοτικαὶ τράπεζαι ἀσκοῦσι τὴν ρυθμιστικὴν ἐπὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν ἐποπτείαν ἀποτελοῦσι τὰ ρευστὰ ἀποθέματα τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται νὰ τηρῶσιν εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τραπεζιτικῶν γραμματίων (δηλαδὴ μετρητοῦ ἐν τοῖς Ταμείοις) εἴτε ὡς κατάθεσιν ὄψεως παρὰ τῇ ἐκδοτικῇ τραπέζῃ. Τοιουτρόπως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τινας χώρας ἡ ρυθμιστικὴ θέσις τῆς Κεντρικῆς (ἐκδοτικῆς) Τραπέζης ἐνισχύθη οὐσιαστικῶς δι’ ἐφαρμογῆς τῶν μεθόδων τῆς Πολιτικῆς «ἀνοικτῆς ἀγορᾶς»: ἐπεκράτησεν δὲ ὁ ὅρος οὗτος δι’ ἀγοραπωλησίας ἀξιῶν (γραμματίων καὶ χρεωγράφων) διεξαγομένας παρὰ τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἀγορᾷ μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων αὐξομείωσιν τῶν ἀδιαθέτων ἀποθεμάτων τῶν ἄλλων τραπεζῶν. Αἱ πωλήσεις χρεωγράφων, συνεχιζόμεναι μέχρις οὗ ἀπορροφηθῶσι δι’ αὐτῶν τὰ μετρητὰ διαθέσιμα τῆς χρηματαγορᾶς, ἐπιφέρουσι περιορισμὸν τοῦ πιστωτικοῦ περιθωρίου αὐτῆς. Τοῦτο παρέχει εἰς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τὴν εὐχέρειαν ταὐτοχρόνου ἐπηρεασμοῦ τῶν τόκων, ἄνευ προσφυγῆς εἰς μεταβολὴν τοῦ ἐπισήμου προεξοφλητικοῦ τόκου, ὅστις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ καθίσταται πραγματικός. Δὲν προτιθέμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν διεξοδικῶς τὸν μηχανισμὸν τρόπου λειτουργίας τοῦ συστήματος τούτου· πάντως ἡ ἀποτελεσματικότης αὐτοῦ δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀποδίδομεν δὲ ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν διάδοσιν τῆς μεθόδου αὐτῆς, διότι ἡ δυνατότης διεθνοῦς συνεργασίας μεταξὺ τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν θὰ ἐξαρτηθῇ μέχρι τινὸς ἐκ τῆς ἱκανότητος ἑκάστης ἐξ αὐτῶν ν’ ἀσκῇ πραγματικὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς χρηματαγορᾶς. Ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι αἱ παροῦσαι συνθῆκαι (ἡ ἔκθεσις φέρει ἡμερομηνίαν 20 Ἰανουαρίου 1931) δὲν καθιστῶσι σκόπιμον τὴν θέσπισιν τῆς μεθόδου ταύτης εἰς ὅλας τὰς χώρας. Κρίνομεν ὅμως ἰδίως σκόπιμον, ὅπως ὑποχρεωθοῦν αἱ Ἐμπορικαὶ Τράπεζαι εἰς τήρησιν ὡρισμένων μετρητῶν ἀποθεμάτων παρὰ ταῖς ἐκδοτικαῖς Τραπέζαις· Θὰ ἐνισχύετο τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν οὐσιωδέστατα τὸ ἔργον τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν». Ἡ ἔκθεσις αὐτή, κύριοι βουλευταί, ἀπεικονίζει σαφῶς τὴν γνώμην τῶν ἐπιλέκτων περὶ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν οἰκονομολόγων περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν χρησιμότητος νομοθετικῆς θεσπίσεως «μετρητοῦ ἀποθέματος», οὔτε δὲ ἡ ἐν αὐτῇ περιεχομένη ἐπιφύλαξις περὶ τοῦ εὐθέτου χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα· τοῦτο προκύπτει κατὰ τὸν σαφέστερον τρόπον ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπηύθυνε κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ σημασία τοῦ ὁποίου ἀποσαφηνίζεται τοιουτοτρόπως. Πεισθέντες λοιπὸν περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν χρησιμότητος τῶν «μετρητῶν ἀποθεμάτων», πλήρως δὲ διαπιστώσαντες τὴν πρὸς τοῦτο ὁμόφωνον γνώμην ἐπιλέκτων οἰκονομολόγων ὡς καὶ τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, θὰ ἐρευνήσωμεν ἤδη κατὰ πόσον αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι ἐπιτρέπουσι παρ’ ἡμῖν τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου. Τὸ θέμα, κύριοι βουλευταί, ὅπερ ὑπευθύνως καλούμεθα νὰ λύσωμεν εἶναι λεπτότατον. Ἤδη λοιπὸν ἂς ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ ἐρευνῶντες πρῶτον κατὰ πόσον ὑπάρχει εἰς τὴν παροῦσαν σύνθεσιν τῶν στοιχείων ἐνεργητικοῦ τῶν ἑλληνικῶν τραπεζῶν ὁ βαθμὸς ἐκεῖνος τῆς ρευστότητος, ὁ ἐπιτρέπων τὸν σχηματισμὸν «μετρητοῦ ἀποθέματος» μέχρι τῶν ὁρίων καὶ διὰ τῆς μεθόδου, ἣν προβλέπει ἡ διατύπωσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς· ἡ διαπίστωσις τούτου θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ καταλήξωμεν εἰς συγκεκριμένα συμπεράσματα περὶ τῶν ἀμέσων συνεπειῶν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου. Κατὰ δεύτερον δὲ θὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον προβλέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 διὰ τὴν τήρησιν τοῦ «μετρητοῦ ἀποθέματος» δικαιολογεῖ φόβους γενικωτέρας διαταραχῆς τῆς Ἑλληνικῆς χρηματαγορᾶς. Καὶ ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς ρευστότητος, ἣν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ἀνέπτυξεν ὁ Γερμανὸς οἰκονομολόγος Kalveram εἰς φυλλάδιον δημοσιευθὲν ὑπὸ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, ὁ δὲ κ. Χαριτάκης καθορίζει τὴν «εἰς μετρητὰ ρευστότητα» τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ ταμείου καὶ τῶν παρὰ τῇ Ἐκδοτικῇ ἢ συμφηφιστικαῖς Τραπέζαις καταθέσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ συνόλου τῶν ὑποχρεώσεων μιᾶς Τραπέζης. Ἐξελέγξας δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ πρὸς τοὺς ἰσολογισμοὺς 19 ἐκ τῶν σπουδαιωτέρων Εὐρωπαϊκῶν Τραπεζῶν, εὑρίσκει, ὅτι ἡ εἰς μετρητὰ ρευστότης τῶν ἱδρυμάτων τούτων ἀνέρχεται κατὰ μέσον ὅρον εἰς 6,05%, κυμαινομένη μεταξὺ 2,4% διὰ γνωστὴν Γερμανικὴν τράπεζαν καὶ 11,8 διὰ μίαν τῶν πρώτων τραπεζῶν τῆς Ἀγγλίας. Παραβάλλοντες πρὸς τοῦτο τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν ἕξ μεγαλειτέρων Ἑλληνικῶν τραπεζῶν, ἐξευρίσκομεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως συντελεστὴν κατά τι ὑπολοιπόμενον τοῦ 6%, ἐνῷ ἡ Ἕνωσις τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν συνυπολογιζομένων ὅμως ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν καταθέσεων τῶν ἑλληνικῶν τραπεζῶν παρ’ ἄλλαις ἑλληνικαῖς τραπέζαις, ἐξευρίσκει συντελεστὴν ρευστότητος μετρητῶν 8,43% συνυπολογιζομένων δὲ τῶν καταθέσεων Ἑλληνικῶν τραπεζῶν καὶ παρὰ τραπέζαις ἐξωτερικοῦ ἀναβιβάζει τὸν συντελεστὴν τοῦτον εἰς 11,27%. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ λίαν εὐνοϊκὸν ἀποτέλεσμα τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸν βαθμὸν ρευστότητος δύο μεγάλων Τραπεζῶν, δηλαδὴ τῆς «Ἐθνικῆς» καὶ τῆς «Τραπέζης Ἀθηνῶν». Ἐξετάζοντες ὅμως τὰς καταστάσεις τῶν 36 λειτουργουσῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν «Ἀγροτικὴν» καὶ τὴν «Κτηματικήν», ἐξευρίσκομεν μετρητὸν ἀπόθεμα δηλαδὴ ἀναλογίαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν μεταξὺ ταμείου καὶ καταθέσεων παρὰ τῇ «Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος» ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποχρεώσεων ὄψεως καὶ ταμιευτηρίου, εἰς δραχμάς, συντελεστὴν 15. 7% κατὰ μέσον ὅρον διὰ τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1930, ἐὰν δὲ συνυπολογίσωμεν ὡσαύτως τὰς καταθέσεις τῶν Τραπεζῶν παρ’ ἄλλαις Τραπέζαις ἰδίᾳ δὲ παρὰ τῇ «Ἐθνικῇ», ἐξευρίσκομεν συντελεστὴν 19%. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι, κ. βουλευταί, θὰ ἐπήρκουν πρὸς ἐξασθένησιν τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετοι πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν μέτρον περιγράφουσιν ὡς ἑξῆς τὰς δυσμενεστάτας συνεπείας, ἃς κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 15 διὰ λόγους προνοίας, ἰσχυρίζονται, αἱ Τράπεζαι θὰ προβοῦν ἀναγκαστικῶς εἰς τὸν σχηματισμὸν δευτέρου ταμείου, θέτουσαι κατὰ μέρος διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν πρόσθετον ποσοστὸν τουλάχιστον 8%, μόλις ὡς συνεπείᾳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15 ἀχρηστευθῶσιν μέχρι τοῦ ὁρίου τῶν 12% τὰ σήμερον «ρευστὰ διαθέσιμα». Τοῦτο ὅμως θὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ περιστολῆς τῶν εἰς τὴν χρηματαγορὰν παροχευθεισῶν πιστώσεων κατὰ 600 περίπου ἑκατομμύρια· τοιαύτη ὅμως ἀποστράγγισις τῆς χρηματαγορᾶς μοιραίως θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰς συνεπείας διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὰς τὰς Τραπέζας αἱ συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι ὀλιγώτερον αἰσθηταί. Τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ μέχρι τοῦδε τοκοφόρως τοποθετημένον, θὰ νεκρωθῇ αἰφνηδίως πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ἅτινα εἰς ἐποχὴν οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ὡς ἡ παροῦσα μετὰ δυσχερείας ἤδη ἀντιμετωπίζουν τὰ ὑπέρογκα αὐτῶν γενικὰ ἔξοδα καὶ φορολογικὰ βάρη. Πρὸς μερικὴν λοιπὸν ἰσοφάρισιν τῆς ζημίας ταύτης, αἱ Τράπεζαι θὰ προβοῦν κατ’ ἀνάγκην εἰς ἐλάττωσιν τῶν ἐπιτοκίων τῶν εἰς δραχμὰς καταθέσεων. Τοῦτο ὅμως θὰ θίξῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ συμφέροντα τῶς κοινωνικῶν τάξεων ἐκείνων, αἵτινες ἀποκομίζουσι τὰ εἰσοδήματα των ἐκ τῶν τόκων τῶν ἀποταμιευθέντων κεφαλαίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ προκαλέσῃ ἀθρόαν τὴν παλινόστησιν ὁμολογιῶν κρατικῶν δανείων, ἥτις πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον εἶναι ἀνεπιθύμητος ὡς ἐπιβαρύνουσα ὑπερβολικῶς τὸ ἰσοζύγιον πληρωμῶν τῆς Χώρας. Ἂν ὑπῆρχε φόβος, κύριοι βουλευταί, αἱ τραγικαὶ αὐταὶ συνέπειαι νὰ πραγματοποιοῦντο καὶ ἐν μέρει μόνον, πρῶτοι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀδυστάκτως θὰ ὑπεδείκνυον, ἢ τὴν τελείαν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15, ἢ ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ ἢ τέλος τμηματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου, τοῦ συντελεστοῦ βαθμηδὸν αὐξανομένου. Καίτοι διὰ τοὺς λόγους, οὓς κατωτέρω θὰ ἀναπτύξωμεν, δὲν συμμεριζόμεθα οὐδόλως τὰς ἀπαισιοδόξους ἀπόψεις τῶν ἐπικριτῶν τοῦ ἄρθρου 15, ἐκφράζομεν τὴν ἱκανοποίησιν ἡμῶν, διότι ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις αὐτοῦ ἀφαιρεῖ οἱονδήποτε φόβον περὶ δυσμενῶν συνεπειῶν τῆς ἐφαρμογῆς. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν πιθανὴν ἐξέλιξιν ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἀντικειμενικῶν ἀριθμῶν. Αἱ ὑποχρεώσεις ὄψεως καὶ ταμιευτηρίου κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν πρώτων ἕνδεκα μηνῶν τοῦ 1930 ἀνῆλθον εἰς 7.400 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ συνολικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεχρεοῦντο νὰ διατηρήσουν αἱ Τράπεζαι, εἴτε εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν, εἴτε παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 890 ἑκατομμύρια κατὰ μέσον ὅρον. Ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ Ἑλληνικαὶ Τράπεζαι ἐν τῇ πραγματηκότητι ἐτήρησαν παρὰ τῇ «Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος» καὶ ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν κατὰ μέσον ὅρον 1.160 ἑκατομμύρια. Ἐξ ἀναλύσεως δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου προκύπτει, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ ταμείου καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους ἀνήρχετο εἰς 500 ἑκατομμύρια, οὐδέποτε ὑπολειφθεὶς τῶν 400 ἑκατομμυρίων. Εἶναι κατὰ συνέπειαν ἀπολύτως ἀσφαλές, ὅτι αἱ Τράπεζαι θὰ συνυπολογίζουν κατ’ ἐλάχιστον τὸ ποσὸν τῶν 400 αὐτῶν ἑκατομμυρίων ὡς ταμεῖον εἰς τὰ ἐκ 12% μετρητὰ ἀποθέματα αὐτῶν. Ἄν λοιπὸν ἐκπέσωμεν διὰ λόγους προνοίας ποσὸν 100 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ 1.160 ἑκατομμυρίων τοῦ μετρητοῦ ἀποθέματος, ἀπομένει πάντοτε ἀκόμη ποσὸν 1.060 ἑκατομμυρίων ἀντὶ τοῦ ἐκ νόμου ὑποχρεωτικοῦ ποσοῦ 890 ἑκατ. ἤτοι ἀπομένει περιθώριον ἀσφαλείας ἐξ 70 ἑκατ. ἴσον πρὸς 16% ἐπὶ πλέον, κατὰ τὸν συντηρητικώτατον αὐτὸν τρόπον ὑπολογισμοῦ. Ἄλλωστε ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς ὅσα ξένα Κράτη ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τοῦτο, αἱ Τράπεζαι μετὰ μαθηματικῆς σχεδὸν ἀκριβείας προϋπελόγιζον τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐταῖς πρὸς τήρησιν ἐκ τοῦ νόμου μετρητοῦ ἀποθέματος ποσά, εἰς τρόπον ὥστε π. χ. εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τὰ ποσοστὰ ταῦτα σπανιώτατα ὑπερβαίνουν κατὰ ½% τὸ ἐκ τοῦ νόμου καθοριζόμενον ὅριον. Ἄν καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς Ἑλληνικῆς χρηματαγορᾶς δὲν θὰ καταστήσουν εὐχερῆ εἰς τὰς Τραπέζας τόσον ἀκριβῆ προσαρμογὴν πρὸς τὰ ὅρια τοῦ ἄρθρου 15, πάντως ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς χρηματαγορᾶς ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ εἶναι ἀσήμαντος, διότι τὸ περιθώριον ἀσφαλείας τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν εἶναι ἀνώτερον κατὰ 20%, τῆς δὲ Ἐθνικῆς κατὰ 150%, Ἀσφαλῶς λοιπὸν ἡ ἀγορὰ δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ προσφυγὴν τῶν δύο αὐτῶν Τραπεζῶν πρὸς αὐτήν, ὅπως σχηματίσωσι δεύτερον ταμεῖον Καταπίπτει ὅμως τοιουτοτρόπως οὐσιαστικῶς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι αἱ δύο αὐταὶ Τράπεζαι συγκεντρώνουν τὰ ⅔ ὅλων τῶν καταθέσεων ὄψεως. Προσέτι, κατὰ τὴν διατύπωσιν, ἥτις ἐδόθη παρ’ ἡμῖν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ μετρητοῦ ἀποθέματος, ἡ παρακολούθησις τῆς τηρήσεως αὐτοῦ δὲν θὰ διενεργῆται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἡμερησίου μέσου ὅρου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει δημοσιευομένων ἐπισήμων μηνιαίων καταστάσεων τῶν Τραπεζῶν. Εἶναι πρόδηλον, πόσον καθίσταται ἐλαστικὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου ἤδη ἐκ τούτου, μέχρι σημείου νὰ περιττεύῃ κατ’ οὐσίαν ἡ τήρησις οἱουδήποτε περιθωρίου ἀσφαλείας. Ἡ ἠπία αὐτὴ διατύπωσις ἀφαιρεῖ καὶ τὴν σκιὰν ὑπονοίας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει ἐξαναγκασμὸν τῶν Τραπεζῶν πρὸς τήρησιν ἄλλου ρευστοῦ ἀποθέματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐτήρουν. Καί, ναὶ μὲν δίδεται εἰς τὴν «Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος» τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ἑκάστοτε πληροφορίας παρὰ τῶν Τραπεζῶν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ρευστότητος αὐτῶν, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» οὐδεμίαν θὰ κάμῃ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, δέον δὲ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ σήμερον ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας δύναται νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ζητῇ πληροφορίας παρὰ Τραπέζης τινός. Προεβλήθη ὡσαύτως τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ παροῦσα ρευστότης εἶναι ἀπόρροια τῆς σοβούσης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ ὅτι αἱ πραγματικῶς δυσμενεῖς συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 15 θὰ ἐκδηλωθῶσι μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτῆς. Εἰς τοῦτο θὰ ἀντείπωμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ ἀθρόαι ἀναλήψεις χρημάτων τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων θὰ ἐπιφέρουν μίαν αὐτόματον ἐλάττωσιν τοῦ μετρητοῦ ἀποθέματος. Διαπιστοῦμεν συνεπῶς, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 15 δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ οὐδεμίαν διατάραξιν τῆς Ἑλληνικῆς χρηματαγορᾶς, ὡς συνόλου λαμβανομένης. Καὶ ἤδη θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τῆς καταστάσεως ἑκάστης τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν. Λαμβάνοντες ὡς βάσιν τῶν παρατηρήσεων ἡμῶν τὴν κατάστασιν τῆς 31 Αὐγούστου 1930, θὰ διαπιστώσωμεν μεγίστην διαφορὰν μεταξὺ τῶν συντελεστῶν ρευστότητος ποικίλουσαν μεταξὺ 7 καὶ 36%. Δύο κυρίως ἐκ τῶν Τραπεζῶν διατηροῦν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν καὶ παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ρευστὸν ἀπόθεμα κατὰ πολὺ ὑπερβαῖνον τὰ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν 34% καὶ ἡ Ἐθνικὴ 19%. Πόσον δὲ συντελεῖ ὁ συνυπολογισμὸς τοῦ μετρητοῦ ἀποθέματος τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ γενικοῦ συντελεστοῦ ρευστότητος, τὸν ὁποῖον ὑπελογίσαμεν εἰς 15,7%, προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ συντελεσταὶ ρευστότης τῶν ἄλλων Τραπεζῶν κυμαίνονται μεταξὺ 10.6% καὶ 13.2% κατὰ μέσον ὅρον τοῦ ἔτους 1930. Ἡ δυσμενὴς ἐκ πρώτης ὄψεως ἐντύπωσις αὕτη βελτιοῦται ἐν τούτοις οὐσιωδῶς, ἂν συνυπολογίσωμεν εἰς τὸ μετρητὸν ἀπόθεμα τὰς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεις τῶν ἄλλων τραπεζῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται παρουσιάζουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ προσὸν τῆς κατ’ ἐξοχὴν ρευστότητος, ἀφ’ ἑτέρου τὸν καθαρὸν χαρακτῆρα ἀποθέματος, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διατηρεῖ παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ἀδιάθετον ποσὸν ὁλοκλήρων 685 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἔναντι ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεως πρὸς τήρησιν 283 ἑκατομμυρίων. Οὐχ’ ἧττον ἡ διοχέτευσις τοῦ μετρητοῦ ἀποθέματος τῶν τραπεζῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ μέσου τῆς Ἐθνικῆς ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν, καίτοι παραδεχόμεθα ὅτι οἱ ἐξ αὐτῆς κίνδυνοι εἶναι ὅλως ἀφῃρημένοι. Ἀπὸ θεωρητικῆς ὅμως ἀπόψεως ἡ ἀνεξαρτησία, ἣν δίδει εἰς μίαν τράπεζαν περιθώριον μετρητοῦ ἀποθέματος ὑπερβαῖνον τὸ ἐκ τοῦ νόμου καθοριζόμενον ὅριον δίδει εἰς αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐγκαινιάσῃ εἰς ὡρισμένην στιγμὴν πιστωτικὴν πολιτικὴν ἀντίθετον πρὸς τὰς βλέψεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀνεφύη λοιπὸν τὸ πρόβλημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ποσῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα αἱ τράπεζαι διετήρουν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ Τράπεζαι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἠναγκάζοντο νὰ διατηρῶσι καὶ ἐφεξῆς τὰ ποσὰ ταῦτα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ ἐφ’ ὅσον τινὲς ἐξ αὐτῶν, μὴ διαθέτουσαι ἴδιον δίκτυον ὑποκαταστημάτων ἀναγκάζονται νὰ προσφεύγουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν διὰ τὴν διεξαγωγὴν ἐμβασμάτων εἰς ἐπαρχιακὰ κέντρα, ἐκρίθη σκόπιμον, ὅπως πρὸς θεραπείαν τῆς πράγματι ὑφισταμένης ταύτης ἀνάγκης προστεθῇ εἰδικὸν ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 15, δι’ οὗ θὰ ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὰς Τραπέζας ὅπως συνυπολογίζουσι πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἐκ 12% μετρητοῦ ἀποθέματος μέχρι ποσοστοῦ 3% καὶ καταθέσεις ὄψεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα ἢ πράκτορες τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Παρὰ τὴν στεγνὴν διατύπωσιν τοῦ προστιθεμένου ἐδαφίου τούτου, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ Τράπεζαι, ὧν οἱ συντελεσταὶ ρευστότητος ὑπολείπονται τοῦ μέσου ὅρου, θὰ κάμωσιν εὐρυτάτην χρῆσιν τῆς εὐχερείας ταύτης. Ἵνα σχηματίσωμεν μίαν ἀντικειμενικὴν ἰδέαν ποίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων τῆς 31ης Αὐγούστου 1930 συμπλήρωσιν θὰ ἀπαιτήσῃ δι’ ὅλας τὰς Τραπέζας ἡ προσαρμογὴ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15, λαμβάνομεν ὡς βάσιν τρεῖς διαφόρους προϋποθέσεις πρὸς προοπτικὴν παράστασιν τοῦ πλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ μετακινήσεις τῶν κεφαλαίων συνεπείᾳ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15: κατὰ τὴν πρώτην αἱ Τράπεζαι οὐδεμίαν θὰ κάμωσιν χρῆσιν τῆς παρεχομένης αὐταῖς πρὸς συνυπολογισμὸν εὐχερείας μέχρι 3% τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ καταθέσεων αὐτῶν, κατὰ τὴν δευτέραν θὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς εὐχερείας ταύτης κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ κατὰ τὴν τρίτην θὰ ἐξαντλήσωσιν τὸ ὅριον τῆς εὐχερείας αὐτῆς ὁλοσχερῶς. Ὡς σαφῶς προκύπτει ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα θὰ εἰσρεύσουν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀνέλθουν εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν εἰς δραχμὰς 138 ἑκατομμύρια, εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν εἰς δραχμὰς 97 ἑκατομμύρια—εἰς τὴν τρίτην περίπτωσιν εἰς μόνον δραχμὰς 50 ἑκατομμύρια, δηλαδὴ θὰ ὑπολειφθῶσιν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν τῶν ὅσον τηρεῖ σήμερον ἤδη καθ’ ὑπέρβασιν μελλοντικῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποχρεώσεως αὐτῆς, μόνη αὐτὴ ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν. Αὐτὰ λοιπόν, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὰ ὑπέρογκα ποσὰ, ἡ μετακίνησις τῶν ὁποίων τόσας θὰ ἐπιφέρῃ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐπικριτῶν ἡμῶν συμφορὰς ἐπὶ τῆς χρηματαγορᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος θὰ μετριάσῃ ἀσφαλῶς καὶ τοὺς φανταστικοὺς ἀκόμη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου κινδύνους. Ὡς γνωστόν, δὲν θεσπίζεται παρ’ ἡμῖν ὑποχρέωσις τῶν Τραπεζῶν πρὸς ἀδιάθετον τήρησιν ὡρισμένου ποσοστοῦ τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Εἶναι συνεπῶς πιθανόν, ὅτι αὐταὶ αἱ Τράπεζαι θὰ παρακινήσουν πλείστους ἐκ τῶν πελατῶν των εἰς μετατροπὴν τῶν καταθέσεων ὄψεως εἰς καταθέσεις ἐπὶ προθεσμίᾳ. Τοιαύτη διαρροὴ παρετηρήθη καὶ ἐν Ἀμερικῇ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Federal Reserve Act, ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν νοοτροπίαν τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς πελατείας αὐτῶν εἶναι πλέον, ἢ βέβαιον, ὅτι θὰ παραστῶμεν εἰς τὴν ἀνάλογον ἐξέλιξιν καὶ ἐνταῦθα. Ἄν ὅμως, πρὸς προσαρμογὴν εἰς τὴν ἐπιεικεστάτην διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, Τράπεζαί τινὲς πράγματι περιορίσουν τὰς ἐργασίας αὐτῶν, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ σοβαρὸν ἐπιχείρημα κατὰ τῆς θεσπίσεως τοῦ ὑποδεικνυομένου μέτρου. Διότι, ἢ αἱ τράπεζαι αὐταί παρημέλησαν μέχρι τοῦδε τὴν τήρησιν κανόνων ἐπιτακτικῶν διὰ πᾶν σοβαρὸν ἵδρυμα, ἢ παρὰ τὴν ὕπαρξιν ρευστότητος ἐτήρουν τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ εἰς ἄλλην μορφὴν ἐπὶ παραδείγματι εἰς ἐπὶ προθεσμίᾳ καταθέσεις παρὰ Τραπέζαις τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Τοιουτοτρόπως ὅμως διασπᾶται ἡ ἀλληλεγγύη ἡ ἀπαραίτητος μεταξὺ μελῶν τοῦ τραπεζιτικοῦ συγκροτήματος τῆς αὐτῆς χώρας. Προσέτι ἡ ἀσήμαντος ζημία, ἥτις ἐνδεχομένως θὰ προκύψῃ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην Τράπεζαν μετριάζεται ἔτι περισσότερον ἐφ’ ὅσον παρέχεται δυνάμει τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου εἰς Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τὸ δικαίωμα ἐπενδύσεως τοῦ ρευστοῦ συστήματος εἰς ἔντοκα γραμμάτια ἢ εἰς ἄλλας βραχυπροθέσμους παροχὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀπομένει ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 15 θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ καλυμμάτων καὶ κυκλοφορίας. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀναλογία αὐτὴ ἐξευρίσκεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δυναμικῆς, οὐχὶ δὲ τῆς «πραγματικῆς κυκλοφορίας» εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην μεταβολὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου θὰ ὑποστῇ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔσπευσεν ἄλλωστε νὰ καθησυχάσῃ τὴν δημοσίαν γνώμην αὐτὸς ὁ διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Διομήδης. Ἴσως ὅμως θὰ ἐνεδεικνύετο καὶ συμπλήρωσις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 15 καὶ δὴ ἐπέκτασις αὐτοῦ ἐπὶ ὀργανισμῶν, εἰς οὓς ἐδόθη δι’ εἰδικῶν νόμων τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδοχῆς καταθέσεων. Ἐξαίρεσις τῶν ὀργανισμῶν τούτων θὰ ἀπετέλῃ αὐτόχρημα ἀνωμαλίαν, ἰδίᾳ διότι ἡ πραγματοποίησις τοῦ κέρδους δὲν ἀποτελεῖ τὸν κύριον προορισμὸν τῶν ὀργανισμῶν τούτων. Ἐπίσης θὰ ἠδύνατο νὰ μελετηθῇ ἡ σκοπιμότης τῆς παροχῆς προνομίου ὑπὲρ τῶν καταθετῶν ταμιευτηρίου ἐπὶ τοῦ μεριδίου ἐκείνου «μετρητοῦ ἀποθέματος» τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς αὐτούς, ἂν καὶ τοῦτο ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως παρουσιάζει δυσχερείας τινάς. Αὐταί, κ. βουλευταί, εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὅπερ τρεῖς κυρίους σκοποὺς ἐπιδιώκει: τὴν κατοχύρωσιν τῶν καταθετῶν, τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν Τραπεζῶν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν μείζονος ρευστότητος διὰ τὰς τραπέζας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν ὅπως ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐπιτελέσῃ τὸ ρυθμιστικὸν ἔργον αὐτῆς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ ψήφισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος τούτου διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασφαλίζεται ἡ ἀπρόσκοπος λειτουργία τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, θὰ συντείνῃ εἰς τὴν κυβερνητικὴν προσπάθειαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς χώρας ἐπὶ στερεῶν βάσεων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: δέχεται τὴν ψήφισιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου;
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§128Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθοῦν ἐντὸς 8ημέρου πᾶσαι αἱ ὑποβεβλημέναι τροπολογίαι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 9.50′ μ. μ.)