1931.03.02
6,252 rows · 47,142 words · 392 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
ΔΕΥΤΕΡΑ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 1931
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 4½ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἀνωτάτη πανελλήνιος συνομοσπονδία πολυτέκνων Ἀθηνῶν ὑποβάλλει αἴτησιν πολυτέκνων γονέων Λαμίας ζητούντων τὴν χορήγησιν εἰς αὐτοὺς πρὸς καλλιέργειαν τοῦ ἐν τῇ πόλει των ἀπαλλοτριωθέντος ἀγροκτήματος «Καλυβίων». —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μαρασίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κατασκευὴν ὑπὸ τῆς γαλλοελληνικῆς ἑταιρείας τῆς γεφύρας εἰς τὸν ποταμὸν Ἄρδαν. —Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ Ἀγείρας παρακαλοῦν ὅπως τοὺς ἀποδοθῇ τὸ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς προκύπτον χρηματικὸν ποσὸν. —Ἡ ἐργατοϋπαλληλικὴ τάξις Λαυρίου ζητεῖ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ματαίωσιν τῶν μελετωμένων ἀπολύσεων τοῦ προσωπικοῦ τῶν μεταλλορυχείων καὶ τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως εἰς τὰ ἀπολυόμενα μέλη. —Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος Δεσκάτης ζητεῖ τὴν κατασκευὴν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Δεσκάτης Σερβίων, τὴν ἀναστολὴν πληρωμῆς δανείων καὶ τὴν χορήγησιν νέων παρὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. —Οἱ γεωργοκτηνοτρόφοι τέως δήμου Νευροπόλεως Καρδίτσης ζητοῦν τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν. —Οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ δολοφονηθέντος ἐν Πειραιεῖ στρατιώτου Ἐπαμ. Παπαλεξοπούλου ζητοῦν τὴν προφυλάκισιν τῶν φονέων καὶ τῶν συνενόχων των. —Ὁ πρόεδρος συναιτερισμοῦ Νέας Πέτρας Σερρῶν ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν εἰσπράξεως χρεῶν Δημοσίου καὶ Τραπέζης λόγῳ τῆς καταστροφῆς ἣν ὑπέστησαν ἐκ τοῦ ἐκχυλίσαντος ποταμοῦ Ἀγγίστης καὶ τῆς λίμνης Ἀχινοῦ. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Τσαλδάρης καὶ Μ. Μαντᾶς κατεθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἐξερχομένων φυματικῶν ἐκ τοῦ νοσοκομείου «Σωτηρία» ζητούντων τὴν ἐπανεξέτασίν των ὑπὸ εἰδικῶν ἰατρῶν, τὴν παροχὴν βοηθήματος καὶ τὴν ἐξεύρεσιν ἐργασίας. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Νιγρίτης παρακαλεῖ ὅπως διαγραφοῦν τὰ χρέη ἅτινα ἀντιπροσωπεύουν βοηθήματα καὶ ἀξίαν ζώων χορηγηθέντων ὡς περίθαλψις εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ ἔτος 1919. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει τηλεγράφημα τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ κοινοτικοῦ κτήματος Ματαράγκας ζητούντων τὴν ἀναστολὴν πληρωμῆς τοῦ κεφαλαίου καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ παρανόμου τόκου. —Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Σοφάδων διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Σοφάδων ἐκτελοῦντος τὰ ἐντάλματα κατὰ Σάββατον ἡμέραν ἑβδομαδιαίας ἀγορᾶς. —Ὁ λαὸς Λεβαδείου ζητεῖ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Κονδύλας. —Ἡ πανελλήνιος ἀστικὴ ἕνωσις κτηματιῶν Ἀθηνῶν συγχαίρουσα τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν στάσιν της ἀπέναντι τῶν ἀναφυέντων ὑπαλληλικῶν καὶ ἐργατικῶν ζητημάτων δηλοῖ ὅτι τάσσεται πρόθυμος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. —Ὁ πληθυσμὸς τῶν ὀρεινῶν διαμερισμάτων νομοῦ Τρικκάλλων διαμαρτύρεται διὰ τὸν μελετώμενον χαρακτηρισμὸν τῶν δασῶν τῆς περιφερείας των ὡς δημοσίων. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Χριστούλας καὶ Σ. Ταλιαδοῦρος καταθέτουσιν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ τέως δήμου Ταμασίου Καρδίτσης ζητούντων τὴν ἐπίσπευσιν τῆς χαράξεως τῆς κατασκευῆς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Λαμίας–Καρδίτσης–Τρικκάλων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Χριστούλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ συλλόγου μικροϊδιοκτητῶν ἐπαρχίας Καρδίτσης αἰτουμένων ὅπως ληφθῇ Κυβερνητικὴ μέριμνα πρὸς ἀπαλλαγήν των ἐκ τῆς τοκογλυφίας. —Ἀνακοινοῦται ὡσαύτως ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Ε. Βενιζέλου δι’ οὗ καθίσταται πρὸς τὴν Βουλὴν γνωστὸν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν Αὐτῷ παραίτησιν τοῦ ὑφυπουργοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἠπείρου κ. Α. Καλεύρα. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων καὶ προτάσεων νόμων. 1) Περὶ προσθήκης τελευταίας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουνίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ καταστάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ. 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4159 περὶ πλοηγικῆς ὑπηρεσίας. 3) Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου 4226 τῆς 19 Ἰουλίου 1929 περὶ Ναυτικῆς Ἀεροπορίας. 4) Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 4410 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας κλπ. Ὁ κ. Β. Καραπαναγιώτης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ ὀργανισμοῦ, περὶ προσόντων κλπ. τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Οἱ κ. κ. Α. Ἀλεξανδρῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας), Π. Ἀργυρόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν), Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Ν. Ἀβραὰμ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης), ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 1 καὶ 7 τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Μαρτίου 1929, τοῦ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 4245 καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὡς συνεπληρώθη διὰ τῶν νόμων 4383, 4721 καὶ 4843». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑπαβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Β. Δεληγιάννης (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου ὑπαλλήλου εἰδικοῦ διὰ τὴν τεχνικὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». Ὁ κ. Γ. Κατεχάκης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 3616 περὶ Στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας καὶ προβιβασμῶν». Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἐγγείων βελτιώσεων καὶ 2) Περὶ τροποποιήσεως καί συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4556 περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Διευθύνσεως Τεχνικῶν Ἔργων ὑπουργείου Γεωργίας. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Β. Καραπαναγιώτης ἀπαντῶν εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Δ. Ἡρακλείδη καταθέτει ἔγγραφον ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει)· Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ ἐὰν ὁ λῃστὴς Τζατζᾶς ἢ ἡ συμμορία του εἶχεν ἐπικηρυχθῆ ποτὲ ὑπὸ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς Θεσσαλίας εἶχε τοιαύτας καταφατικὰς πληροφορίας καὶ ᾐτήσατο παρ’ ἡμῶν ὅπως γνωσθῇ αὐτῇ ἂν τὸ πρᾶγμα ἠλήθευεν, ἀπετάθημεν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἵνα ὡς ἁρμόδιον μᾶς παράσχῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐπικηρυχθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρέλκει ἀπολύτως νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν οὗτος ἔχει ἐπικηρυχθῆ καὶ ὑπὸ τῆς Σερβικῆς τοιαύτης, ὡς καὶ ἂν θὰ ἦτο ἡ τελευταία αὕτη διατεθειμένη νὰ καταβάλῃ τὴν τυχὸν ἐπικηρυχθεῖσαν ἀμοιβὴν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ λῃστὴς οὗτος ἤθελε συλληφθῇ ἢ ἐξοντωθῇ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Σερβικῆς Ἐπικρατείας καθ’ ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο λίαν ἐξευτελιστικὸν δι’ ἡμᾶς. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συμφωνῆσαν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐνέργειαν ἐπίσημον ἀλλὰ δι’ ἐπιστολῆς τοῦ ὑποφαινομένου ἐζητήθησαν σχετικαὶ πληροφορίαι παρὰ τοῦ ἐν Βελιγραδίῳ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος. Οὗτος διὰ τῆς ἀπὸ 21ης Φεβρουαρίου ἐπιστολῆς του πληροφορεῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ λῃστὴς δὲν εἶχεν ἐπικηρυχθῆ παρὰ τῆς Γιουγκοσλαυϊκῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Λ. Ἰασονίδης ὑποβάλλει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 312 τῆς 18–2–31 ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσωμεν ὅτι τὰ ἄρθρα 15 τοῦ νόμου 2769 καὶ 12 τοῦ νόμου 3122, σαφῶς διαγράφωσι τὴν διαδικασίαν τῆς πιστοποιήσεως δι’ ἐνόρκων ἀνακρίσεων τῶν γεγονότων τῶν ἀφορώντων τὴν ἐν τῷ στρατῷ πάθησιν τῶν ὁπλιτῶν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν συνάγεται αὕτη ἐξ ἐπισήμων στοιχείων, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος λήψεως ἑτέρου τινὸς μέτρου νομοθετικοῦ συντρέχει ἐν προκειμένῳ. Ἐάν ὡς ἐκ τῆς κατατεθείσης ἐρωτήσεως συνάγεται, ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν ἀπορριπτικὴν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θὰ πρόκειται ἀσφαλῶς περὶ αἰτήσεως ἀστηρίκτου, δι’ ἣν δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος». Ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Β. Δεληγιάννης ὑποβάλλει τὴν κάτωθι ἀπάντησιν. (ἀναγινώσκει). «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 0)18)2)1931 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπειδὴ ἐγεννήθη καὶ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ προθεσμία παραγραφῆς τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου 1185 «περὶ τελωνειακοῦ κώδικος» ἀνεστάλη δυνάμει τοῦ δικαιοστασίου, ἐζητήθη πρὸς τοῦτο ἡ γνώμη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Παπαφλέσσας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ρουμπίνας χήρας Σκυλακάκη.
§3Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ἀξιωματικούς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ εἰσηγηθῆτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διότι πρέπει νὰ περιληφθοῦν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀποβιωσάντων ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 10–15 ἔτη. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὸ ἐξετάσῃ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῆς Ἑλλάδος διαμαρτυρομένης κατὰ τῆς Πάουερ.
§5Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Πάουερ ἔπρεπε νὰ γενικευθῇ, διότι κατέστη λῃστρικὴ συμμορία καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων, διότι εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν ὁσαδήποτε πρόστιμα καὶ ἂν ἐπιβάλῃ ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑπακούσῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ νὰ ἀποδίδῃ τὴν δικαιοσύνην νομίζει δὲ ὅτι πρέπει νὰ ὀργιάζῃ εἰς βάρος τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν– Πειραιῶς.
§6Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, καὶ θὰ τὸ πράξῃ εἰς τὸ μέλλον παρακολουθοῦσα βῆμα πρὸς βῆμα, καὶ τὸ ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον μελετᾷ τὸ προτελευταῖον περιέχει αἰτήματα τὰ ὁποῖα πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἀφορμὴν πρὸς ἐξέτασιν.
§7Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Σᾶς συγχαίρω κ. ὑφυπουργὲ καὶ νὰ παρακολουθήσητε διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ ἑταιρεία.
§8Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Παρηκολούθησα, παρακολουθῶ καὶ θὰ παρακολουθήσω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαφλέσσας. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποίαν τύχην ἔλαβε τὸ εἰς τὴν μεγάλην πολιτικο–στρατιωτικὴν ἐπιτροπὴν παραπεμφθὲν νομοσχέδιον περὶ ὁριστικῆς ρυθμίσεως τῶν συντάξεων. Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν συμφώνως τῇ ὑποσχέσει του θὰ προβῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων».
§10Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ μεγάλη στρατιωτικὴ ἐπιτροπή, τὶ ἔκαμε μὲ τὴν σχετικὴν ἐργασίαν ἂν τὴν ἐτελείωσε νὰ τὴν ὑποβάλῃ, διότι δυσανασχετοῦν καὶ πολὺ δικαίως, καθότι ἐπείγει μείωσις τοῦ μερίσματος.
§11Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρόκειται ν’ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρισμα δὲν ἐλαττοῦται.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ κόσμου.
§13Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ ἐν σχέσει μὲ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τοῦτο τὸ σοβαρώτατον, ὅτι ἡ καθιέρωσις λαϊκῶν σιγαρέττων θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὸν καθορισμὸν ἐμμέσως μιᾶς ἀνωτέρας τιμῆς τῶν καπνῶν καὶ θὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὰ λαϊκὰ σιγαρέττα, τιμὴν τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δύνανται νὰ ὑπερβῶσιν οἱ βιομήχανοι. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐπέρχεται ἐμμέσως διατίμησις τῶν καπνῶν, διότι ὅταν εἰς μίαν περιφέρειαν πωληθῶσι καπνὰ πρὸς 10–15 δραχμὰς τοῦτο θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ὄχι μόνον νὰ πέσουν αἱ τιμαὶ τῶν καπνῶν ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ ἄμεσον ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ. Δὲν θεωρῶ δὲ σκόπιμον νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο ὅτι τὰ χαλαζόπληκτα καπνὰ τῆς παρελθούσης ἐσοδείας ἠγοράσθησαν εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς. Ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ καπνὰ ἔχουν ὡς προορισμὸν νὰ διαθετοῦν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λαϊκοῦ σιγαρέττου. Φαντασθῆτε δὲ ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀντίκτυπος ἐπὶ τῶν ἄλλων καπνῶν ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον αὐτό. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὰ χαλαζόπληκτα καπνὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς καταναλώσεως ὄχι μόνον τῆς ἐγχωρίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς διότι πρόκειται νὰ τεθῶσι ταῦτα εἰς κατανάλωσιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριποδάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ συνδέσμου ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Λαμίας.
§15Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἀξιωματικῶν ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς, καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀφαιρεῖται τὸ σπουδαιότερον τῶν εἰσοδημάτων ἐκ τοῦ ταμείου. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος καθορίζει ἐκ περισευμάτων ὡρισμένα ποσὰ νὰ περιέλθουν εἰς τὸ ταμεῖον. Οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους ἀντὶ νὰ μοιράζουν τὸ ἀντισήκωμα ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ Α στρατηγὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ τὸ Α ποσὸν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ τὸ Β ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οἱ ταμίαι ἐν τούτοις εἰσπράττουν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπαρνιᾶ τῆς Βερροίας.
§17Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπαρνιᾶ τῆς Βερροίας παραπονοῦνται, διότι καίτοι εἰς αὐτοὺς εἶχε παραχωρηθῆ ἀπὸ ἐτῶν ἕνα ἀγρόκτημα, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ αὐτοῦ. Καθημερινῶς δὲ εὑρίσκονται εἰς διενέξεις μὲ τὸν συνεταιρισμὸν καὶ λαμβάνουν διάφορα προσωρινὰ μέτρα διότι ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζουν τὸν κλῆρον των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργήσουν ὅπως θὰ ἔπρεπε. Διαμαρτύρονται δὲ καὶ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ἐκεῖ ἐποικιστικοῦ γραφείου ἑνὸς ὀνόματι Τσάκωνα, ὁ ὁποῖος εἰς ἐπανειλημμένας παρακλήσεις φέρεται βαναύσως, ὅπως λέγουν εἰς τὴν ἀναφορὰν καὶ ἀπετάνθησαν εἰς τὸν γενικὸν διοικητὴν Μακεδονίας ὁ ὁποῖος διὰ τηλεγραφήματος του εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἐποικισμοῦ συνέστησε νὰ δοθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο τίποτε. Ὡς γνωρίζετε κ. ὑπουργὲ ἡ μὴ ἔγκαιρος καὶ ὁριστικὴ μέχρι σήμερον διανομὴ τῶν κτημάτων εἰς τοὺς ἀγρότας ἔχει φέρει αὐτοὺς εἰς τοιαύτην κατάστασιν ὥστε δικαίως σήμερον παρουσιάζεται ἡ δυσφορία αὐτὴ τοῦ ἀγρότου ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μὴ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους μέχρι σήμερον διανομῆς τῶν γαιῶν, διότι ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι ἐπὶ τῶν 1200 κτημάτων ἀπαλλοτριωθέντων, ἔχουν ὁριστικῶς δοθῆ μόνον μέχρι σήμερον 160. Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ δύνασθε νὰ συμπεράνητε ἐὰν ἡ δυσφορία ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς τοὺς ἀγρότας εἶναι δικαία.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καὶ κατοίκων τοῦ χαρακτηρισθέντος ὡς ἀρχαιολογικοῦ χώρου τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§19Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν περιφερειῶν τῶν περιλαμβανουσῶν ἀρχαιολογικοὺς χώρους, παραπονοῦνται ἐναντίον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν των καὶ λέγουν ὅτι ἐὰν ἡ ἐκτίμησις αὐτὴ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ ὅλοι θὰ γίνουν πρόσφυγες καὶ θὰ ἔχουν ἀνάγκην τῆς κρατικῆς ὑποστηρίξεως καὶ προνοίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ἐπὶ τούτου τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα νομοσχέδιον περὶ μετατροπῆς τοῦ νόμου 4842 καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτούς. Οἱ μηχανικοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντιπρόσωποι εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν τῆς ἐκτιμήσεως κατέθεσαν τὴν ἐντολήν των λόγῳ τῆς μεγίστης διαφορᾶς τῶν ἀντιλήψεων τῶν μηχανικῶν τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρείας καὶ τῶν μηχανικῶν τῶν ἰδιοκτητῶν. Σήμερον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ δικάσουν, διότι δυνάμει τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου 280 ὁ δικαστὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε μάρτυρας νὰ ἐξετάσῃ οὔτε νὰ ὁρκίσῃ τοὺς μάρτυρας. Συνεπῶς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικασθοῦν αἱ ἐφέσεις αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά. Ὁ κ. Ἀσκεπίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης.
§21Ν. ΑΣΚΕΠΙΔΗΣ. Ἀφορᾶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Αἱ ὀργανώσεις κ. ὑπουργέ, τῆς Θεσσαλονίκης σκεφθεῖσαι ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς νέας συμβάσεως τῆς ἠλεκτροκινήσεως καὶ φωτισμοῦ Θεσσαλονίκης κατέληξαν ὁμοφώνως εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς δὲν ἱκανοποιοῦνται πλήρως αἱ συγκοινωνιακαὶ ἀνάγκαι τῆς πόλεως, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπιτυγχανόμεναι βελτιώσεις τῆς σημερινῆς φωτιστικῆς καὶ συγκοινωνιακῆς καταστάσεως παρέχονται ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους καὶ δυσμενεῖς. Ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ εὑρίσκω ὅτι πλεῖσται ἐκ τῶν παρατηρήσεων εἶναι ὀρθαὶ καὶ ἀκαταμάχητοι καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς μελέτης ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὴν ὁποίαν καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῶν οὐσιωδῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ τῆς περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Θεσσαλονίκης, προκειμένου ἡ σύμβασις νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ 40 ὅλα ἔτη. Θὰ σᾶς παρακαλέσω κ. ὑπουργέ, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν ποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις σας πρὸς καθησύχασιν τῆς Κοινῆς Γνώμης.
§22Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς βολῆς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν ὅπως τὰς ἀπόψεις του ταύτας ἀναπτύξῃ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐπίσης σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τάξῃ μίαν δεκαήμερον προθεσμίαν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου τὴν σύμβασιν αὐτὴν, διότι ἐκκρεμεῖ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τάσσεται δεκαήμερος προθεσμία εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Φλῶρος.
§24Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ Ἰωαννίνων Παραμυθιᾶς καὶ Φιλιατῶν χωρίζει ὁ ποταμὸς Καλαμᾶς. Κατόπιν τόσων ἐτῶν ἐλευθέρου βίου ἐξακολουθεῖ εἰσέτι τὸ μέσον τῆς Συγκοινωνίας, ἀρχέγονον, ἡ λούνδρα. Δὲν ἔχει γίνει καμμία γέφυρα. Γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι αἱ δύο αὐταὶ ἐπαρχίαι ἀποτελοῦν τὸ πλουσιώτερον τμῆμα τοῦ νομοῦ μας. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ Κράτος, κατ’ ἀκολουθίαν, εἰσπράττει περισσότερα, ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανὼν τῆς ἐκκλησίας: δίδομεν τὴν προσφορὰν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, μᾶς δίδει τὸ ἀντίδωρον ὁ παππᾶς. Συνεπῶς πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ μᾶλλον πρόθυμος διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ αὐτοῦ ἀφοῦ εἰσπράττει ἀρκετὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἄλλως τε τρεῖς ὁλόκληροι ἐπαρχίαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ καταπληκτικῆς ταχύτητος ἐνήργησε κατόπιν τῆς ἀξιώσεως αὐτῆς καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν νομομηχανικὸν νὰ μελετήσῃ καὶ ἐξεύρῃ τὸ κατάλληλον μέρος καὶ ὑποβάλλει τὴν σχετικὴν μελέτην. Θέλω ἡ προθυμία αὐτὴ νὰ συνεχισθῇ ἐν συνεννοήσει πάντοτε μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον κονδύλιον, διότι καλλίτερα εἶναι τὰ ἔργα ἀπὸ τὰ λόγια.
§25Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Περιμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ μηχανικοῦ διὰ νὰ ἴδω περὶ τίνος ἀξίας ἔργων πρόκειται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βουδούρης.
§27Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀνέρχομαι εἰς τὸ Βῆμα, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ ἀνελεύθερον δῆθεν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οὔτε διὰ νὰ χειροκροτήσω τὴν τακτικὴν τῆς ὁμοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι οὐδέποτε ἐπίστευσα ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ καταφεύγουν εἰς τὸ ὅπλον τῆς ἀπεργίας, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μετέρχωνται ὑβριστικὴν καὶ ἰταμὴν ἐν γένει τακτικὴν ἔναντι τοῦ Κράτους ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ ὑπερασπίσουν τὰς πλέον δικαιολογημένας ἀξιώσεις των. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει διαφωνία ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημασίαν ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἐν γένει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων πιστεύει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν θλιβερὰν ὁμολογουμένως κατάστασιν, ἥτις πρὸ πολλοῦ δημιουργηθεῖσα καὶ ὁσημέραι ὀξυνομένη ἀσφαλῶς ἀπεργάζεται μυρίους κινδύνους δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῆς Χώρας. Εἰς τὸν ἀναγνώστην τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων τόσον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς τὸν παρακολουθήσαντα τὰς ἀγορεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παραμένει ἡ ἐντύπωσις ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τίθεται ἐπὶ τέλους τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν, ἥτις τόσον συνεκίνησεν ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἐπέρχεται εἰς τὸν τόπον ἡ φυγαδευθεῖσα ὁμαλότης καὶ ἡσυχία. Ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν πολλὰ μετὰ δικαιολογημένης δὲ ἀγανακτήσεως ἴσως ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μύδροι καὶ ἀπειλαί, ἔγεινε δὲ χρῆσις καὶ πολεμικῆς ἀκόμη φρασεολογίας· διότι ὡμίλησαν ρήτορες περὶ ἐχθρῶν τῆς πατρίδος καὶ ὅπλων πρὸς ἀντιμετώπισίν των. Ἀτυχῶς ὅμως οὐδεμία ἠκούσθη λέξις περὶ τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν σήμερον, περὶ τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὰς ὑπαλληλικὰς ὀργανώσεις νὰ παρεκτραποῦν ἀπὸ τὸν προορισμόν των καὶ νὰ ἐμφανισθοῦν αὐτόχρημα ὡς ἀναρχικὰ σωματεῖα. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἀνισότητα ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς δημοσίας τάξεις. Περὶ τούτου ἐξέθεσα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστατικοῦ χάρτου, τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἡ τότε Κυβέρνησις ἐθεώρει ὡς πανάκειαν. Θὰ περιορισθῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι καὶ τοῦτο ψηφιζόμενον οὐδεμίαν προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ τοὐναντίον κατὰ τὴν γνώμην μου οἱ κίνδυνοι γίνονται περισσότεροι. Αἱ προϋπάρχουσαι ὀργανώσεις, κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ πρῶτον συνέστησαν, σκοπὸν εἶχον τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων διὰ τῶν νομίμων μέσων καὶ τὴν ἐξύψωσιν ἐν γένει τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω ὡς τοὐλάχιστον παρηκολούθησα τὴν δρᾶσιν τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων ὅτι ἀπέδωσαν σημαντικοὺς καρπούς, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀποστολὴν εἰς τὰς ὑποσχέσεις των. Ἐὰν, λέγω, αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις παρεξετράπησαν καὶ ἀντὶ ἀγαθοποιῶν δυνάμεων μετεβλήθησαν εἰς κακοποιὰ ὄργανα, ἐὰν ἀπασχολοῦνται ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν διὰ μόνον τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν των, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ Κράτος οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Καὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Κράτους, διότι ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἐπικρατοῦσαν ἀναρχίαν καὶ ἀνισότητα ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ προεκλογικὰ προγράμματα ἀνεξαιρέτως ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ εἰς ὅλας τὰς γραμματικὰς δηλώσεις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τονίζεται ἡ ἀναρχία καὶ ἡ ἀνισότης καὶ τονίζεται ἐπίσης ὅτι σκληρὰ θὰ ληφθοῦν μέτρα αἱματηρὰ θὰ γίνουν οἰκονομίαι, οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη καὶ ἡ κατάστασις ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ χειροτερεύει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἐτονίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐπανειλημμένως, ὅτι ὑπάρχει πληθώρα ὑπαλλήλων, διεκήρυξαν ὅτι ὑπάρχει ὄχι μόνον κατ’ ἀριθμὸν ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιότητα, ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι εἰσεχώρησαν εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν οἰκογένειαν κατὰ τὰς ἀνωμάλους στιγμὰς τὰς ὁποίας διήλθομεν. Ἐνῷ ἐδόθησαν ὑποσχέσεις ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἐκκαθάρισις τῆς ὑπαλληλικῆς οἰκογενείας ἀπὸ τὰ παράσιτα αὐτὰ καὶ ὅτι θὰ ἐπήρχετο περιορισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἵνα μὴ βαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ μὴ τίθενται δυσχέρειαι συγχρόνως εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω ὄχι μόνον οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἔγινεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις καὶ ἡ ἀναρχία καὶ ἡ ἀνισότης νὰ γίνῃ μεγαλειτέρα. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκθέτων τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἔβαλεν εὐθέως εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὑπαλληλικὸν καὶ ἐξέθεσε σαφῶς, ὅπως πάντοτε τὰς ἀπόψεις του καὶ τὰ θεραπευτικὰ μέσα. Δηλαδὴ ἔλεγε τότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ὅτι πρώτη μέριμνα τῆς Κυβερνήσεώς του ἐὰν τύχῃ... (ἀναγινώσκει) Ἔλεγεν τότε ὅτι ἁρμόδιοι κριταὶ λέγουν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁ πλεονάζων ἀνέρχεται εἰς τὰς 10.000, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ὅτι ἴσως νὰ φθάνῃ τὰς 5.000. Ἀλλ’ ἐπροχώρει περαιτέρω καὶ διὰ τοῦτο λέγῃ, ὅτι ἔβαλεν εὐθέως διότι ἀτυχῶς τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα δι’ ὅλα ὅσα ἐπὶ τούτου ἐλέχθησαν ἐξητάσθη ἀπὸ τῆς μιᾶς του πλευρᾶς, ἐξητάσθη δηλ. ἀπὸ τῆς κοινωνικῆς του μορφῆς μόνον ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς τάξεως ἀνέργων διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα· ἐξητάσθη ἡ ἀνάμιξις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ἁρμοδιώτερος χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὰς θυσίας, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἐκεῖνος διὰ τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ ὁποίου ἐτάχθησαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. «Ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ὁ περιορισμός...» (ἀναγινώσκει). Καὶ βεβαίως οὕτω ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἀκατανόητον, ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ νὰ ὁμολογῇ ὅτι ὑπάρχει πληθώρα ὑπαλλήλων κατ’ ἀριθμὸν ὅτι ὑπάρχει πληθώρα ἀνικάνων ὑπαλλήλων, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν τὴν ἐγκληματικὴν μορφὴν τῆς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ὁμολογεῖ. Ὁμοιάζει δηλαδὴ ὡς νὰ ζητῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος εὐθύνας ἀπὸ τὸν λαὸν διὰ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὰ δεινὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Τὶ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν κατήφορον πρὸς τὸν ὁποῖον ὁδηγοῦνται αἱ ὑπαλληλικαὶ αἱ ὀργανώσεις του πρὸ παντός, τὶ ἔπραξε διὰ νὰ θέσῃ μίαν τάξιν εἰς ὅλα διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ ρεῦμα τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἀνισότητος εἰς τὸ ζήτημα τῶν διορισμῶν, τῶν μεταθέσεων, τῶν μισθῶν τῶν συντάξεων; τί πρῶτα καὶ τί ὕστερα νὰ ἀναφέρῃ κανεὶς εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἀναρχίαν διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔχομεν παύσει νὰ εἴμεθα σοβαρὸν Κράτος; Ἀρκεῖ καὶ μόνον τὸ περίφημον ζήτημα τῶν 3)16 νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν σοβαρευόμεθα. Ὅπως γνωρίζετε ὑπάρχει μέρος ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἀποδοχῶν λαμβάνουν καὶ τὰ 3)16 τοῦ μισθοῦ των. Οὐδεμία ἰδιαιτέρα δικαιολογία ὑπάρχει διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὴν πρόσθετον ταύτην ἀποζημίωσιν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ταύτης. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνισότης αὐτὴ εἰς ὡρισμένους κλάδους· ὑπάρχει καὶ ἐντὸς τῶν αὐτῶν τῶν κλάδων. Καὶ ἔχομεν τὸ πρωτοφανὲς παράδειγμα τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ἀποτελεῖ αὐτόχρημα κωμωδίαν, ὅτι ὁ ἕνας ὑπάλληλος λαμβάνει τὰ 3)16, ἐνῷ ὁ ἀπέναντί του ἐργαζόμενος ὁμοιόβαθμός του ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ προσφέρῃ μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν δὲν τὰ λαμβάνει. Πολλαὶ ἠκούσθησαν κραυγαὶ κατὰ τοῦ κωμικοῦ αὐτοῦ μέτρου, διότι εἶναι αὐτόχρημα κωμικὸν ἐν τούτοις οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ἐπὶ τέλους πρὸ μηνῶν ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλιότητα καὶ κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου τὰ 3)16 ἐδίδοντο καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αἰτιολογικὴν της ἔκθεσιν ὅτι ἡ ἀνισότης αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀληθὲς σκάνδαλον. Τὸ νομοσχέδιον κατετέθη, ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀλλὰ μίαν ὡραίαν ἑσπέραν ἐξαφανίσθη. Ὑπῆρξαν ἀφελεῖς τινὲς οἱ ὁποῖοι ἠρώτησαν τὴν Κυβέρνησιν διατὶ ἀπέσυρεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου τὴν σκοπιμότητα καὶ τὸ δίκαιον διὰ τόσων ὠμῶν ἐκφράσεων ὁμολογεῖ. Δὲν ἐδόθη οὐδεμία ἀπάντησις. Κύριοι, ἀφέθη νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἄν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ μίαν τάξιν ὑπαλλήλων διὰ λόγους οἰκονομικῆς ἀδυναμίας, πῶς δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τοῦτο ἐπὶ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατὰ κακὴν τύχην δὲν συμπεριελήφθησαν μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων συναδέλφων των, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ προσφέρουν μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας ἐκείνων λαμβάνουν τὴν πρόσθετον αὐτὴν ἀμοιβήν; Καὶ εἶναι δυνατὸν ὅταν τοιαῦτα μέτρα ἰσχύουν, μέτρα αὐθαίρετα, ἐντελῶς ἄδικα, εἶναι δυνατὸν λέγω νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀδικουμένους ἐκ μέρους τοῦ Κράτους κατὰ τοσοῦτον κατάφωρον τρόπον, εὐλάβειαν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ καθῆκόν των; Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχει κύριοι βουλευταί, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἑνιαῖος ὀργανισμὸς εἰς τοὺς αὐτοὺς κἄν κλάδους; Ἕκαστος κλάδος ἔχει ἴδιον σύστημα διοικήσεως, ἕκαστον Ὑπουργεῖον ἔχει ἴδιον ὀργανισμόν, ἴδιον σύστημα μισθοδοσίας, ἴδιον σύστημα μεταθέσεων, συντάξεων καὶ πάσης ἄλλης φύσεως. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν χρειάζεται παρὰ τὸ κέφι οἱουδήποτε ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος συγκινούμενος διὰ τὰς ἡρωϊκὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας του τοῦ προσέφερεν τὸ προσωπικόν του ὑποβάλλει ἕνα νομοσχέδιον καὶ λαμβάνει μέτρα προνομιακὰ διὰ τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς ὁποίας ἐκεῖνος προΐσταται χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ κἄν περὶ τῆς τύχης τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι ἀνομοιόμορφα καὶ ἄνισα μέτρα δὲν εἶναι παρὰ δυναμῖτις τῆς ὑπαλληλικῆς οἰκογενείας, διότι εἶναι δυναμῖτις τοῦ δικαίου καὶ τῆς στοιχειώδους ἠθικῆς. Δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, ὅτι εἰς νομοσχέδια μηδεμίαν ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν διακανονισμὸν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἰς νομοσχέδια περὶ γενικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων περὶ ἰχθυοτροφείων καὶ δὲν ξέρω ποίας ἄλλης φύσεως ζητημάτων παρεισέφρυσαν κατὰ τρόπον ἀκατανόητον προσωπικαὶ διατάξεις. Μυριάδες τοιούτων στολίζουσι τὸ νομοθετικὸν πάνθεον, δημιουργοῦσαι τὴν ἀναρχίαν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα καὶ τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ἀντιμετωπίζομεν σήμερον. Ἢ μήπως σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι ὑπάρχουν διευθύνσεις καὶ τμήματα ὑπουργείων εἰς τὰ ὁποῖα οἱ διευθυνταὶ καὶ τμηματάρχαι εἶναι πολὺ περισσότεροι τῶν γραφέων καὶ γραμματέων; Ἢ μήπως λέγω σᾶς διαφεύγουν ἄπειροι διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τρόπον ὅλως ταχυδακτυλουργικὸν ὡρισμέναι τάξεις ὑπαλλήλων καὶ ἐντὸς τῶν αὐτῶν τάξεων ὡρισμένοι ὑπάλληλοι λαμβάνουν παχυλοτάτας ἀμοιβὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὸ μῖσος τῶν ἄλλων συναδέλφων των; Ἢ μήπως δὲν σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουν τίτλοι καὶ βαθμοὶ καθαρῶς ἀλχημιστικοί; Ὑπάρχουν ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα οἱ γραφεῖς ἔχουν μισθὸν γραμματέως αʹ ὑπάρχει ὑπουργεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὁ περίφημος οὗτος τίτλος ἀκούσατε κύριοι! Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, τὸ λέγω ἰδιαιτέρως διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν παρηκολούθησε τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ὑπάρχουν τίτλοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον συγκοινωνίας διοικητικῶν ὑπαλλήλων εἰσηγητῶν οἱ ὁποῖοι λέγονται εἰσηγηταὶ μὲ βαθμὸν διευθυντοῦ βʹ καὶ μὲ μισθὸν νομομηχανικοῦ αʹ τάξεως! Ἢ μήπως, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλάκις ὡρισμέναι τάξεις ὑπαλλήλων ἐπέτυχον ἰδιαίτερα ὑπὲρ αὐτῶν προνόμια εἰς μισθούς—διότι εἰς μισθοὺς διεξάγεται μόνον ὁ ἀγών, μετελθόντες ἐκβιαστικὰ μέσα, μετελθόντες ἀπειλὰς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπάλληλοι βλέπουν ὅτι ἡ τακτικὴ τῶν ἀπειλῶν καὶ τῶν ἐκβιασμῶν ἐπέφερε καλλίτερα τ’ ἀποτελέσματά της ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς ὀρθῆς καὶ νομίμου ἀναπτύξεως τῶν δικαιωμάτων των πῶς νὰ μὴ εὕρῃ ἠχὼ καὶ νὰ μὴ εὕρῃ μιμητάς; Ἢ μήπως σᾶς διαφεύγει ὅτι προχθὲς ἀκόμη ἐδημιουργήθη εἰς τὸν κλάδον τῶν δημοδιδασκάλων τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν; Ἀρκετὸς ἔγινε θόρυβος, συλλαλητήρια, διαμαρτυρίαι, ὑπομνήματα μανιφέστα. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ μίαν τριετίαν εἰς οὐδεμίαν προαγωγὴν δημοδιδασκάλων προέβη, ἐνῷ εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐνεργήσῃ τὰς νομίμους προαγωγάς. Καὶ εἰς τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ ἀδικουμένου αὐτοῦ κλάδου ἀπαντᾷ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιόν των, ἀναγνωρίζει τὸν πόνον των ἀναγνωρίζει τὰς θυσίας καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφεραν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων ἀξιώσεών των εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔστειλε πράγματι ἐνθουσιώδεις ἐγκυκλίους ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ δρᾶσις ἐν γένει ὑπῆρξεν ἀξιέπαινος. Ποιητὴς ὅπως εἶναι ἐπίστευσεν ὅτι διὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τὸν ὁποῖον ἤλπιζε νὰ μεταδώσῃ διὰ τῶν ἐγκυκλίων τὰς ὁποίας ἐξαπέστειλεν, ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμβλύνῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως, τὸ ὁποῖον αἰσθάνονται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ βλέποντες ἑαυτοὺς κατὰ τοσοῦτον κατάφορον τρόπον ἀδικουμένους. Ναί, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαίως δύναται νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι εἶναι ὁ μόνος ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις δι’ ἄλλους μὲν κλάδους νὰ ἐπικαλῆται τὴν οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν, δι’ ἄλλους δὲ κλάδους νὰ ὑποβάλῃ ἀθρόα τὰ διατάγματα τῶν προαγωγῶν. Ἐὰν πραγματικῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας εἶναι τοιαύτη ὥστε δὲν ἐπιτρέπει οὐδὲ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πλέον δικαιολογημένων ἀξιώσεων, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα καὶ μέτρα δρακόντεια. Νὰ πεινάσωμεν, ἀλλὰ νὰ πεινάσωμεν ὅλοι, νὰ πεινάσωμεν ἐν μέτρῳ ἕκαστος δικαιοσύνης· ὄχι ἄλλος μὲν νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς οἰκονομικῆς κακοδαιμονίας, ἄλλοι δὲ νὰ λαμβάνουν παχυλοτάτας ἀμοιβὰς καὶ ἁδροτάτας προαγωγὰς ἐντελῶς ἀσκόπους καὶ ἐντελῶς περιττάς. Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἠπείλησαν ὅτι θὰ ἀπεργήσουν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπήντησεν ὅτι κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ γίνουν 1000 προαγωγαί.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ πρὸ τῆς ἀπειλῆς.
§29Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δέχομαι τὴν πληροφορίαν χωρὶς ὅμως κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, νὰ θέλω νὰ σᾶς συστήσω ὅτι καὶ σεῖς ἔπρεπε νὰ προβῆτε εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προέβαινεν ἄλλος ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔβλεπε κατὰ τοσοῦτον κατάφορον τρόπον ἀδικουμένους ἐκείνους τῶν ὁποίων ἐτάχθη ὁ φυσικὸς προστάτης. Ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπίστευεν ὅτι ὁ διδασκαλικὸς κόσμος ἀδικεῖται καταφόρως, κόσμος ὁ ὁποῖος ἀμείβεται κατὰ τὸν γλισχρότερον τρόπον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπίστευε τὰ πράγματα ταῦτα ἐγὼ θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν, χωρὶς νὰ ἔχω καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ μὲ μιμηθῆτε καὶ σεῖς, νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ δηλώσω καθαρὰ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζω εἰς πραγματοποίησιν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθην τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς οὗτος ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους δὲν ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν στοιχειωδεστέραν ἀνάγκην τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος. Καὶ ἀπομένει ἡ ἐντύπωσις ὅτι καὶ αἱ χίλιαι προαγωγαὶ αἱ ὁποῖαι ἀπεφασίσθησαν δὲν ἦσαν παρὰ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ἀπειλῆς. Κατόπιν λοιπὸν τῶν λόγων τούτων διατὶ νὰ μὴ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ὅτι μόνον βίαια μέσα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτύχωσιν τὴν ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν πλέον δικαιολογημένων τῶν ἀξιώσεων; Ἂν εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων θὰ ἀπῃτεῖτο χρόνος μακρὸς διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν κωμῳδίαν ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἐπικρατεῖ. Χιλιάδες χιλιάδων διατάξεις ἐγκατεσπαρμέναι εἰς πολλοὺς ἐπίσης νόμους ἀπὸ τοῦ 1833 ὁμιλοῦν περὶ συντάξεων δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ κύριοι, ἐὰν ὑποστηρίξῃ τις ὅτι εἰς ἕκαστον ὑπάλληλον ἀντιστοιχεῖ καὶ μία σχεδὸν διάταξις κανονίζουσα τὸ ζήτημα τῆς συντάξεώς του. Ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι ἔχοντες συντάξεις μὲ ὑπηρεσίαν 2 ἐτῶν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι μὲ ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους, ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον σύνταξιν μὲ τριάντα ἐτῶν ὑπηρεσίαν, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι συμπληρώσει καὶ ὡρισμένην θητείαν ὑπάρχουσι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν σύνταξιν ὅλως διάφορον ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἄλλοι τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας. Λίαν λοιπὸν, φυσικῶς δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις αὐτή, πολλοὶ ἀπὸ σᾶς δὲ θὰ ἀντιμετωπίσατε τοιαύτας περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ προσέρχωνται διάφοροι δῆθεν ἀδικούμενοι ζητοῦντες μίαν τροποποιησούλαν· καὶ διατὶ νὰ μὴ τὴν ζητοῦν, μήπως δὲν ὑπάρχουσι χιλιάδες τοιαῦται; Ὑπάρχουσι. Κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν ἀνέφερα καὶ τὸ ἑξῆς κωμικόν. Κλητῆρες, καὶ τὸ τονίζω, κλητῆρες δηλαδὴ δημόσιοι ὑπηρέται, λαμβάνουν σύνταξιν μεγαλειτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ ἐν ἀπομαχίᾳ εὑρισκόμενος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδημοσίευσεν ἀνακοίνωσιν διὰ τῆς ὁποίας ἐδήλωνεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα. Ἐγὼ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην κατέθεσα ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τῆς ὁποίας ὡρίζετο ὡς σύνταξις κλητῆρος τῆς Βουλῆς, μὲ 8ετῆ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν καὶ μὲ 20ετῆ ὑπηρεσίαν τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, τρεῖς χιλιάδες δραχμαὶ περίπου.
§30Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα.
§31Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὴν ἐδημιούργησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§32Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα μερικὰ πράγματα, διὰ νὰ ὑποδείξω ποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι τὰ αἴτια τῆς ἀνεργίας καὶ ποῖα πρέπει νὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ θεραπευτικὰ μέσα. Ἀλλὰ μήπως λησμονοῦμεν ἓν νωπὸν ἀκόμη παράδειγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις; Πρὸ καιροῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπερθεματίζουσα εἰς προστασίαν τῶν τάξεων καὶ εἰς Κοινωνικὴν πολιτικὴν, ὑπέβαλεν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ περίφημον ταμεῖον τῶν νομικῶν. Ἔπρεπε, καὶ δικαίως οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ μακρὸν τὴν Θέμιδα οἱ ἀφιερώσαντες ὅλην των τὴν ζωὴν νὰ τύχωσιν περιθάλψεώς τινος. Παρεμπιπτόντως ὅμως μεταξὺ τῶν πραγματικῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος παρεισέφρησεν καὶ πᾶς οἱοσδήποτε ἀποκτήσας δίπλωμα, ἐκτὸς δὲ τούτων παρεισέφρησε καὶ μέγα μέρος δημοσίων ὑπαλλήλων, δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης—ὑφίσταται συγγένεια, ἀγνοῶ τίνος βαθμοῦ μεταξὺ τῶν δακτυλογράφων καὶ τῶν κλητήρων τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν νομικῶν διὰ τοὺς ὁποίους ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο!— ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ τῶν συμβούλων στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς Δικαιοσύνης, Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νομικοῦ συμβουλίου, πάσης φύσεως συνεδρίου, καὶ οὕτω ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις εὐνοοῦσα ἰδιαιτέρως μίαν τάξιν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δίδει δύο συντάξεις. Ὡμίλησα καὶ τότε καὶ ἐξέθεσα τὰς σκέψεις μου, παρέστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κίνδυνον, ὄχι μόνον τὴν ἀνισότητα τὴν δημιουργηθεῖσαν, ὄχι μόνον τὴν πικρίαν ἡ ὁποία θ’ ἀπέμενεν εἰς τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι παραγκωνίζονται, ἀλλὰ καὶ τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον πολὺ γρήγορα θ’ ἀντιμετωπίσουν ὅλοι. Δηλαδὴ ἐφαρμοζομένου τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου, θὰ ἴδωμεν ἐντὸς μιᾶς καὶ μόνης ἑβδομάδος ὅλα τὰ ἀνώτερα δικαστήρια τῆς Χώρας ἄνευ δικαστῶν, διότι θὰ ἦτο μικρὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπίστευεν ὅτι ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου, ἐξασφαλιζομένης διπλῆς συντάξεως εἰς τοὺς δικαστὰς τοὺς συμπληρώσαντας τὰ ἔτη τῆς συντάξεως καὶ δικαιουμένους τοῦ ποσοῦ ἐκ τοῦ ταμείου προνοίας δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ ἦτο μικρὸς ἂν πιστεύσῃ ὅτι θὰ παραμείνῃ καὶ εἰς ἔστω δικαστικὸς λειτουργὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καθ’ ἣν στιγμὴν παραμένων καὶ ἐνασκῶν τὰ καθήκοντά του θὰ λαμβάνῃ 6–7 χιλ. δραχμὰς μηνιαίως, ἐνῶ ἀπέχων θὰ λαμβάνῃ 10 χιλιάδες καὶ πλέον δραχμὰς ὡς σύνταξιν, συγχρόνως δὲ καὶ τὸ χορήγημα τοῦ ταμείου προνοίας.
§33Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἔχῃ συμπληρώσει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§34Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὁ δικαστικὸς θὰ ἐλάμβανε δύο συντάξεις, ἐνῷ ὁ διοικητικὸς μίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: Διὰ μίαν ὡρισμένην τάξιν ἔγινε μία χαριστικὴ πρᾶξις ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ, διότι ἀσφαλῶς καὶ μοιραίως θὰ προεκάλῃ τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἄλλων τάξεων. Ἀνεπτύξαμεν διὰ μακρῶν τὰς γνώμας μας ἐκείνας. Τότε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἐθεώρει ὡς πανάκειαν ἀτυχῶς ὅμως ἴσως διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἦτο μακρὰν τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν παρηκολούθει τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ προβλήματος, ἀτυχῶς λέγω δὲν κατώρθωσε νὰ συστηματοποιήσῃ τὰ θεραπευτικὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐνεδεικνύοντο. Ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ καταστατικοῦ χάρτου ἐτίθετο καὶ πάλιν τέρμα εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἐπείσθη ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι δὲν ἀπετέλει ὁ καταστατικὸς χάρτης παρὰ μίαν φενάκην ἐφ’ ὅσον τὸ ὑπαλληλικὸν πρόβλημα δὲν ἐλύετο καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς μορφάς, ἐφόσον δὲν ἐπήρχετο ἡ ὁλοκληρωτικὴ λύσις ἡ ἀφορῶσα τὸ μισθολόγιον, τὰς διαβαθμίσεις, τὰς προαγωγάς, τὰ ὑποχρεώσεις τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν του ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν τὴν πλάνην τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέσυρεν τὸ νομοσχέδιον καὶ συνέστησεν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν συνέστησε νὰ λάβουν μέρος καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§35Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἀπεσύρθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ νομοσχέδιον.
§36Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην τὰς διακοπάς σας ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ὑπεκαθίστα εἰς τὰ δικαιώματά του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε ὅτι θὰ συσταθῇ ἐπιτροπή, καὶ συνέστησεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ νὰ λάβουν μέρος καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον, οὕτως ὥστε τὸν Ὀκτώβριον ἀρχομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ὁλόκληρον τὸ ὑπαλληλικὸν πρόβλημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς μορφὰς τὰς ὁποίας παρουσιάζει.
§37Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπεται. Ἀκριβῶς διότι ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ ψήφισις μόνον τοῦ καταστατικοῦ χάρτου δὲν θεραπεύει ὅλας αὐτὰς τὰς τερατώδεις ἀνωμαλίας αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς τὴν μισθοδοσίαν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν συμπληρώσωμεν, διὰ τοῦτο δὲν ἐφέρομεν πλέον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀλλὰ ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν κ. Δεληγιάννην, ὁ ὁποῖος κατήρτησε τὸν νόμον τοῦ 1920 ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσεν ἀνάλογον κατάστασιν ἀφόρητον, ὑφισταμένην μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τοῦ ἀνεθέσαμεν νὰ παρασκευάσῃ καὶ τὸ τμῆμα τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τὸ ἀφορῶν τὰς μισθώσεις καὶ τὴν ἑνοποίησιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ τότε νὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀφ’ οὗ προηγουμένως παρακαλέσωμεν τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ τὸ μελετήσουν καὶ πρὸ τῆς συνεδριάσεως νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς σκέψεις μας διὰ νὰ φέρωμεν τὰς τυχὸν ἀναγκαιούσας τροποποιήσεις.
§38Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐλησμόνησα, κ. Πρόεδρε, τὰ ὅσα εἴπατε, διότι παρακολουθῶ καὶ ἐγὼ ὅπως πάντες τὸ ζήτημα τοῦτο μετά τινος ἐνδιαφέροντος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν εἶναι ὅτι ἐδόθη μία περαιτέρω ἀναβολὴ ἑπτὰ μηνῶν, καὶ διότι πιστεύω ὅτι παρ’ ὅλην τὴν βαθυτάτην ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν παμφίλτατον ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὴν δρᾶσιν, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν νόμων καὶ τῶν ἐπιβαλλομένων ὁρίων......
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίων ὁρίων;
§40Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης.
§41Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλο τὸ καλοκαῖρι ἠμπορεῖ νὰ ἐργασθῇ.
§42Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς διαβεβαίωσιν ὅτι τέλος Ἰουνίου θὰ παρουσιάσω ἔντυπον τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ὑπαλληλικῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι θὰ παρουσιάσω ἔργον ἄρτιον. (χειροκροτήματα).
§43Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1920 ὅτε ἐθεραπεύθη ἀνάλογος κατάστασις, δικαιολογοῦν τὴν ἐγωϊστικὴν αὐτὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ὁ ὁποῖος ἐξεπόνησεν καὶ τὸ τότε νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔγινε νόμος.
§44Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχω ὑπὲρ πάντα ἄλλον πεποίθησιν εἰς τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν παύει ν’ ἀποτελῇ μίαν πικρίαν ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὸ ζήτημα διότι ἐπὶ μίαν τριετίαν ὁλόκληρον δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα λύσις τοῦ ζητήματος ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως δὲ σεῖς ὁ ἴδιος ἐτονίσατε, ἀποτελεῖ τὸ α καὶ τὸ ω τῆς καλῆς ἐξελίξεως ὅλων τῶν ἀφορώντων τὴν Χώραν ζητημάτων. Διότι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ τονίσω ἐγὼ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχε ἡ ὁριστικὴ καὶ δικαία λύσις τοῦ προβλήματος τούτου τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ 10ετίαν ὁλόκληρον καὶ μετὰ πόσης περισκέψεως καὶ μετὰ πόσης ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ βαδίσῃ ἐφεξῆς εἰς τὴν λύσιν τῶν ἀπασχολούντων αὐτὴν ἄλλων ζητημάτων. Ἰδού, κύριοι βουλευταί, ποῖα εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὸ παραστράτημα τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ ἀγαθοποιῶν ὀργανώσεων ὅπως προωρίσθησαν κατὰ τὴν σύστασίν των καὶ ὅπως βέβαια ἐπετέλεσαν μέρος τῆς ἀποστολῆς των, μετεβλήθησαν εἰς συγκροτήματα μηδὲν ἄλλο σκοπούντων, μηδὲν ἄλλο συζητούντων, περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐνδιαφερομένων παρὰ διὰ τὴν διαρκῆ αὔξησιν τῶν μισθῶν των. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζω ὅτι οἱ μισθοὶ εἶναι πλούσιοι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ τονίσω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν ὄχι τόσον δι’ ἐμέ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπαλλήλους εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Οὐδεὶς θὰ διεμαρτύρετο καὶ ὅλοι θὰ ἦσαν πειθαρχικοὶ εἰς τὰς ὁσονδήποτε σκληρὰς ἀποφάσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔβλεπον ὅτι ἡ σκληρότης αὐτὴ ἐφαρμόζεται ἐν τῷ μέτρῳ τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης καὶ τῆς στοιχειώδους ἰσότητος. Ἐὰν ἐπετράπη ἀναρχία, ἐὰν αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις παρεξετράπησαν, παρεξετράπησαν διότι ἔβλεπον τότε τὸ Κράτος παρεκτρεπόμενον, τὸ Κράτος λησμονοῦν ὑπερτάτας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ὀργάνων του, ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης, ἀπέναντι τῆς ἰσότητος. Τὰ ἄφθονα λοιπὸν ἐπιχειρήματα σοβαρώτατα δέ, τὰ ὁποῖα αἱ Κυβερνήσεις λόγῳ τῆς τακτικῆς περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα παρεῖχον εἰς τὴν μερίδα τῶν εὐεξάπτων καὶ ἀργοσχόλων ἐκείνων ὑπαλλήλων συνέτεινον ὥστε οὗτοι καταληφθέντες ὑπὸ ἀνίας καὶ μὴ δυνάμενοι ἴσως νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίας διὰ τὰς ὁποίας ἠμείβοντο, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκλέξουν καλλίτερον ἔργον τὸ ἔργον τοῦ προστάτου τοῦ ἀδικουμένου ὑπαλληλικοῦ κόσμου, τινὲς δὲ ἐφιλοδόξησαν, διατὶ ὄχι, νὰ Κυβερνήσουν καὶ αὐτοὶ τὴν Χώραν. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα δίδει εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἡ Κυβέρνησις ἔκαμον ὡρισμένους εὐεξάπτους ἀνθρώπους νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς ἥρωες, νὰ δρέπουν χειροκροτήματα, καὶ νὰ μὴ ἀφήσουν οὐδεμίαν θέσιν εἰς τοὺς σώφρονας καὶ συντηρητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐν μέσῳ τῶν ὀργανώσεων ἐκείνων ἐχειροκροτοῦντο μόνον ὅσοι ὡμίλουν περὶ δικαιολογημένων ἢ ἀδικαιολογήτων αὐξήσεων τῶν μισθῶν, ἐχειροκροτοῦντο καὶ ἐθεοποιοῦντο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὕβριζον κατὰ τὸν καπηλικώτερον τρόπον τὸ Κράτος καὶ ἀπέδιδον τὰ δεινὰ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου εἰς τὴν τακτικὴν ἐκείνου. Διὰ τοὺς ἄλλους, ἐπαναλαμβάνω, δημοσίους ὑπαλλήλους δὲν ἔμεινεν οὐδεμία θέσις ἐστερήθησαν κάθε κύρους καὶ κάθε ἐπιβολῆς, καὶ οὕτως ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος τῆς Χώρας μας, ἀποτελούμενος ἀπὸ 45 χιλιάδας ὑπαλλήλων, ἐπὶ ἔτη μακρὰ φαίνεται ἐκπροσωπούμενος ἀπὸ μίαν ὁμάδα ἀνθρώπων μὴ ἐκπροσωπούντων παρὰ μίαν ἄσημον, ἐντελῶς ἄσημον μειοψηφίαν κατωτέρων πρὸ παντὸς ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι εἰσήλασαν εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν οἰκογένειαν κατὰ ἐντελῶς ἀνώμαλον τρόπον. Ἀποδίδω ὅμως δικαιοσύνην, κύριοι βουλευταί. Εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ψέξω τὴν στάσιν καὶ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἐτήρησε ἡ λεγομένη τάξις τῶν σωφρόνων καὶ συντηρητικῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως ὁ ἀγὼν ἐναντίον τῶν δημαγωγῶν καὶ ὑβριστῶν ἦτο πολὺ σκληρός. Ἀλλ’ ἀλλοίμονον ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τὸ Κράτος καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι συνειθισμένοι εἰς διεξαγωγὴν ἀγώνων σκληρῶν, δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ἐμμείνωσι εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ μὴ ἀφήσουν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀνοικτὸν τὸ ἔδαφος εἰς τοὺς ἐπαναστατήσαντας θορυβοποιούς. Ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των ἄλλοι μὲν ἀπὸ ἔλλειψιν θάρρους, ἄλλοι δὲ καὶ εἶναι ἀρκετὰ πολλοί, ἀπὸ μίαν κουτοπόνηρον σκέψιν ὅτι κάθε θόρυβος δυνατὸν νὰ παρέχῃ καὶ πλεονεκτήματα. Δυστυχῶς δὲ ἡ τακτικὴ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων ἐδικαιολόγει πλήρως τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Ἔγινε λόγος περὶ ἀπεργίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐθορυβήθη. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι ἐπίστευσε ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ μία τοιαύτη ἀπειλή. Ἂν ἠρώτα ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ποῖοι ἦσαν ἕτοιμοι ν’ ἀπεργήσουν, ἀσφαλῶς εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανεν οὐδεμίαν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, ὅτι θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των. Συνεπῶς ὁ θόρυβος καὶ ἡ συγκίνησις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ὁμαδικὴ ἀπεργία θεωρεῖται παραίτησις, κατ’ ἐμὲ εἶναι σοφώτατος. Διότι ὄχι μόνον παρέχει τὰς ἀπαραιτήτους ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν πρόληψιν μιᾶς τοιαύτης πρωτοτύπου χειρονομίας, ἀλλὰ διότι καὶ ἂν ποτὲ ὑπάρξῃ μερὶς ἐξημμένων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνόμιζαν ὅτι ἔπρεπε νὰ προβοῦν εἰς τὸ περίφημο αὐτὸ χαρακτῆρι, ὁ ἑλληνικὸς προϋπολογισμὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία δὲν ἔχει παρὰ νὰ δρέψῃ πολλὰ τὰ ὀφέλη. Θὰ ἐπήρχετο αὐτομάτως μερική, ἂς εἴπωμεν, ἐκκαθάρισις τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου ἀπὸ τὰ παράσιτα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπίστευσαν ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκτελοῦν μέρος ἔστω τῆς ἀποστολῆς των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων. Δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἐδημιούργησαν καὶ φέρουν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐπικρατούσης ἀναρχίας διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάσουν τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον εἰς οἱαδήποτε καὶ ἂν προβῇ μέτρα, ἀλλὰ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὴν ἀκατανόητον τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὅταν ἐξεδηλώθησαν αἱ ἀναρχικαὶ αὐταὶ τάσεις. Αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων δὲν εἶναι σημεριναί, εἶχον ἀρχίσει πρὸ 10ετίας. Κατὰ τὸ 1924 δὲ ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνεζητεῖτο σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἡ ὁμοσπονδία τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἠξίωσε κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν προεδρευομένην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ Νομοθετικὸν διάταγμα ὑπογραφῇ ἐντὸς τῆς νυκτὸς καὶ λίαν πρωῒ εἶπον νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἔγινε δὲ δεκτὴ ἡ ἀξίωσις. Μυριάδες ἐπηκολούθησαν παρεκτροπαί, συλλαλητήρια, συγκεντρώσεις εἰς ὥρας ἐργασίας, μανιφέστα, διαμαρτυρίαι, ἐξυβριστικὰ ἔγγραφα. Ποῖα μέτρα ἔλαβον αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ θέσουν εἰς τὴν θέσιν των τὴν παρεκτρεπομένην ἐκείνην μερίδα τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου ἡ ὁποία τονίζω ὅτι δὲν ἐξεπροσώπει οὔτε πολλοστημόριον αὐτῶν; Ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν Ἑλληνικ. Λαόν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ συμφέροντα καὶ τὰς τύχας του δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ὑποχωροῦν πρὸ οἱασδήποτε ἀξιώσεως; Ἐντελῶς κανένα. Ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐξερράγη δίωρος ἀπεργία, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν ἐδημιούργησαν. Μήπως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν εἰς χεῖρας της τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις της. Μήπως ὑπάρχει τις ὁ ὁποῖος πιστεύει καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ ἀπεργῶν δημόσιος ὑπάλληλος ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ εἰς τὰς τάξεις του, εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἀτιμώρητος καὶ ὅτι ὁ ὑβρίζων τοὺς φυσικοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Κράτους δύναται νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑβρίζει πρόσωπα ὁμολογουμένως κατάπτυστα: Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: Ποῖος ὁ λόγος τῆς ὑποβολῆς μετὰ τοσούτου θορύβου καὶ συγκινήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου; διὰ νὰ προλάβῃ τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος; Εἶχεν ὅλα τὰ μέτρα διὰ νὰ τὰ προλάβῃ καὶ νὰ τιμωρήσῃ, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον προέβη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἀνεμνήσθην ὅτι ὅταν ἤμην νομάρχης Ἀργολιδοκορινθίας εἶχον τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύω ὅτι τὸ ἔργον τοῦ νομάρχου δὲν τελειώνει μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταμείων καὶ κοινοτήτων, ἀλλ’ ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν περιερχόμενος τὰς κοινότητας καὶ τὰ χωρία καὶ λαμβάνω γνῶσιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν καὶ νὰ ὑποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διάφορα μέτρα, ἀδιάφορον ἂν αἱ ἐκθέσεις μου ἐκεῖναι εἶχον τραγικὴν τὴν τύχην. Ὑπέδειξα πολλάκις διαφόρους σχολικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ ὁ ἐπιθεωρητὴς τότε ἐνθυμοῦμαι τῶν δημοτικῶν σχολείων προσεβλήθη. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νομάρχης νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ καθήκοντά του νὰ ἀσχολῆται καὶ νὰ ἐνδιαφέρεται εἰς ἔργα τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἶχον ἀφεθῆ εἰς τὴν κυριαρχίαν ἐκείνου. Εἰς στιγμὰς καθ’ ἃς εἶχεν ἐφαρμοσθῆ λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων ὁ στρατιωτικὸς νόμος, ἐκάλεσεν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ ὁ ἐπιθεωρητής, καθ’ ὅλα λαμπρὸς ἐπιθεωρητὴς ὁμολογῶ, ἐκάλεσε συνέδριον δημοδιδασκάλων εἰς ἐποχὴν ἐφαρμογῆς στρατιωτικοῦ νόμου καὶ δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ τὸ παρακολουθήσῃ καὶ φωτισθῇ τοὐλάχιστον. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους, ἀφελὴς ὅπως πάντοτε, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀπευθύνῃ ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἠγνόησεν. Ἔλαβεν ἀμέσως ἔγγραφον, ἔγγραφον ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξεφράζετο ἡ ἀπορία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ νομάρχης ἐζήτει καὶ ἀπῄτει ὅπως ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ καταστήσῃ γνωστὴν τὴν σύγκλησιν τοῦ συνεδρίου. Ἔγγραφον, κύριοι, αὐτόχρημα ἐξυβριστικόν.
§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε, ὅτι ἐψηφίσθη ἕνας νόμος σχετικὸς μὲ αὐτό;
§46Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὶ ἐψηφίσθη. Πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, νομίζων ὅτι εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσω τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου καλῶς ἢ κακῶς ἤμην ὁ ἀντιπρόσωπος, ἐπέβαλα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν προσωρινὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς μηνός, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ἐνθουσιώδης ὅπως πάντοτε, ἐπίστευσεν ὅτι δι’ ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν νομαρχῶν, ἠμποροῦσε νὰ προκύψῃ ὠφέλειά τις καὶ μᾶς εἶχε περιφρουρήσῃ μὲ μερικά τινα δικαιώματα. Τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τούτων ἔκαμα καὶ ἐγὼ δικαιότατα, ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Θόρυβος· ἐπανάστασις. Καλοῦμαι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐκθέτω τοὺς λόγους, ἐκθέτω τὰ ἔγγραφα. Αἱ ἀπόψεις μου ἐθεωρήθησαν δικαιόταται, ἀλλὰ μετὰ δύο ἡμέρας ὑπεβάλλετο νομοθετικὸν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ περίφημα αὐτὰ δικαιώματα τῶν νομαρχῶν ἐξηφανίζοντο.
§47Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρχον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§48Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἔδωσαν διάφορα δικαιώματα πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἰς τοὺς νομάρχας, δηλαδὴ ἐξητάσθησαν ὑπὸ τῶν νομαρχῶν τὰ δικαιώματα τῶν Γενικῶν Διοικητῶν.
§49Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔδωκε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τοὺς νομάρχας δὲν ὑπῆρχον, διότι ἦσαν δικαιώματα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ.
§51Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ λέγω ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν Γενικῶν Διοικητῶν ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τοὺς νομάρχας.
§52Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα.
§53Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἀνέφερα καὶ τοῦτο ὡς ἓν παράδειγμα τῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ Κυβερνήσεις.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ὑπῆρχεν ἐξουσία πειθαρχική, διότι θὰ ἴσχυεν ὡς πειθαρχικὴ ποινή.
§55Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἴσχυσεν ἡ ποινὴ καὶ τὴν ἔκαμε.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ποία ποινή;
§57Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τῷ ἐπέβαλον προσωρινὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς μηνός. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, κύριοι βουλευταί. Τὴν μεγαλειτέραν εὐθύνην, τήν ὁποίαν ὑπέχει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὑπεράνω πάσης ἄλλης, διότι ἐὰν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις ἠδύναντο νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀδυναμίαν ὀφειλομένην εἰς τοὺς γνωστοὺς λόγους, ὀφειλομένην εἰς τὸν τρόπον τῆς θέσεώς των, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνδυναμωθεῖσα καὶ τονωθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, κατὰ πρωτοφανῆ διὰ τὰ πολιτικὰ χρονικὰ τρόπον ἦτο εἰς θέσιν.
§58Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη νὰ τὸ κάμῃ.
§59Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἦτο εἰς θέσιν ὑπεράνω πάσης ἄλλης νὰ λύσῃ τὸ ἀκανθῶδες καὶ τοσοῦτον δυσχερὲς τοῦτο ζήτημα. Ἀλλὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠκολούθησε μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων της, ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν τοῦ: «ἀπελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» ἀρκεσθεῖσα καὶ αὐτή, ὅπως αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις εἰς τὴν λῆψιν ἐμβαλωματικῶν λύσεων. Ἐρωτῶ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τοιαύτην ἀτμόσφαιραν ἐγεννήθησαν καὶ ἔζησαν αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις, ἦτο δυνατὸν ποτέ, ὑφ’ οἱουσδήποτε καὶ ἂν κατείχοντο ἐνθουσιασμοῦ, ἦτο δυνατὸν λέγω νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς ἐπάλξεις των, ἦτο δυνατὸν νὰ μείνουν ἀσυγκίνητοι καὶ νὰ κρατήσωσι τὰ ἡνία τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς πειθοῦς πρὸς τοὺς νόμους; Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα στοιχειωδῶς δίκαιοι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡρωϊσμοὺς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐπετελέσαμεν οὐδὲ μέρος τῶν καθηκόντων μας. Καὶ ἀσφαλῶς οὐδὲν καθῆκον ἐπετελέσθη ἀπέναντι τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων. Αἱ περισσότεραι Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν, λέγω, εἰς ἐμβαλωματικὰς λύσεις, πολλαὶ δὲ ἠθέλησαν καὶ νὰ θεραπεύσουν τὰς ἀδυναμίας τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων ἀπὸ τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ ἤλπιζον θεμιτὰ ὠφέλη. Καὶ κατόπιν τοιαύτης καταστάσεως ἐρωτῶ ποίαν ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὴν χώραν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὶ καλεῖται νὰ βελτιώσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ὑπάλληλοι παραγνωρίζομεν; Ἐμποδίζει τὴν ἀπεργίαν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἀπεργία ἦτο δικαία, οὐδεὶς ὑποστηρίζει ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοιοῦτον γεγονός. Διότι ἐὰν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις εἰς τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ καθίστων πραγματικότητα μίαν τοιαύτην ἀπειλήν, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τίνα λόγον δὲν θὰ εἶναι εὔκολος ἡ συνεννόησις τῶν διαφόρων ὀργανώσεων, διαφόρων ἔστω κλάδων διὰ τὴν κήρυξιν τῆς ἀπεργίας; Ἢ μήπως....... προσθέτει εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θὰ λέγετε, ὅτι θὰ τιμωροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξύβριζον τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ δὲν ὑπῆρχον νομοθετήματα καὶ δὲν ὑπῆρχον τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθόν, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ κατὰ τὸν δικαιότερον τρόπον τοιαύτας παρεκτροπάς; Ἀσφαλῶς κύριοι βουλευταί, οὐδεμίαν θὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν. Ἀσφαλῶς, τοὐναντίον, θὰ δημιουργήσῃ κινδύνους ἐφόσον δὲν θεραπευθῇ ἡ νοσηρὰ κατάστασις εἰς τὰς ρίζας της, ἐφόσον δὲν ἀρθοῦν ἐκ τοῦ μέσου τὰ αἴτια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ δημιουργηθεῖσα ἀναρχία. Θὰ εἶναι περισσότερον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπικίνδυνος διὰ τὸ μέλλον, διότι εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ πρὸ πάντων, εἰς τὸν ἰδικόν μας λαὸν ἀσφαλῶς θὰ προξενήσῃ ἐντύπωσιν ὁ θόρυβος τῶν καταργουμένων δῆθεν ἐλευθεριῶν, διότι ὡς ἐγὼ πιστεύω, οὐδεμία ἐλευθερία καταργεῖται καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῶν διαμαρτυρομένων ὑπαλλήλων. Τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἐνδιαφέρει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἐνδιαφέρει ὁ τερματισμὸς τῆς ὑφισταμένης ἀναρχίας καὶ ἡ ἀπόδοσις ἑκάστου ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἀξίζει, αὐτὸ ζητεῖ ὁ σώφρων ὑπαλληλικὸς κόσμος καὶ αὐτὸ πρέπει πάντες νὰ συμβάλωμεν νὰ ἀποδώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἕνα καθῆκον ἔχει, νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ κανονίσῃ ποῖος κατὰ τὴν γνώμην της εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ποῖοι καὶ πόσοι ὑπάλληλοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ ὑπαλληλικὴ οἰκογένεια ἀπὸ τοὺς ὀλίγους τούτους. Ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπερτάτη ὑποχρέωσις ἦτο ἡ δημιουργία ἑνιαίου μισθολογίου μὲ τὴν λέξιν δὲ ἑνιαῖον δὲν ἐννοῶ ἀπολύτως ἑνιαῖον ἀλλὰ ἑνιαίου ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ αὐτὰ προσόντα τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις καὶ τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας παρέχουν εἰς τὴν Χώραν. Ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ τερματισμὸς τῆς ἀναρχίας εἰς τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν τῶν συντάξεων, τῶν διορισμῶν, τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἄλλο κεφάλαιον. Τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν δὲν εἶναι ζήτημα παρὰ ἀντοχῆς τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν καὶ ἔχει μόνη τὴν εὐθύνην διὰ τὴν οἰκονομικὴν τῆς Χώρας κατάστασιν, κάθε δὲ παραστράτημα τῆς ὁσονδήποτε δικαιολογημένον καὶ ἂν εἶναι ἀπορρέον ἐκ τῆς εὐγενεστέρας αἰσθηματολογίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποτελέσῃ κίνδυνον διὰ τὸ σύνολον τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ μέχρι ποίου σημείου εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν αἱ ὑπαλληλικαὶ ἀξιώσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ μισθόν. Καὶ ὅταν τοῦτο ἐξέθετε πρόγραμμα ἐνώπιον τοῦ διαμαρτυρομένου καὶ δικαιολογημένως ἀγανακτοῦντος ὑπαλληλικοῦ κόσμου, πρόγραμμα τὸ ὁποῖον διεῖπον αἱ ἀρχαὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ εἶναι βεβαία ὅτι οὐδεμία θὰ ἠκούετο κραυγὴ οὐδεμία θὰ ἠκούετο διαμαρτυρία, τοὐναντίον ὁλόκληρος ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος ἐὰν ἐπείθετο ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀξιώσεις ὁσονδήποτε δικαιολογημένας, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀξιώσεις ἀνικανοποίητοι καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην μεγαλειτέρας καὶ σοβαρωτέρας καὶ ταχυτέρας ἱκανοποιήσεως οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λέγω μηδενὸς ἐξαιρουμένου θὰ ἐπειθάρχουν καὶ θὰ ἐχειροκρότουν τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον, τὶ γίνεται; Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶδα ὅτι διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου τίθεται τέρμα εἰς τοὺς δημαγωγοὺς καὶ τὴν δημαγωγίαν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύσω τὸ ἀντίθετον ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου θὰ δώσῃ ἀφθονώτερα τὰ ὅπλα εἰς τὴν δημαγωγίαν, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται μέχρι σήμερον θὰ ἔχουν νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν ἐλευθεριῶν. Γνωρίζετε δὲ πάντες ποίαν σημασίαν ἔσχον ἐπὶ τῆς Χώρας αὐτῆς κοιναὶ τινὲς φράσεις αἱ ὁποῖαι συνωδεύοντο καὶ μὲ ὀλίγα ρητορικὰ ἄρθρα καὶ ἤρχισαν «καταργοῦνται αἱ ἐλευθερίαι», καὶ τονίζω θὰ δοθοῦν ἀφθονώτερα τὰ ὅπλα εἰς τοὺς δημαγωγοὺς ἐνῷ ἡ προπαγάνδα καὶ ἡ σῆψις εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον θὰ εἶναι βαθυτέρα ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἔχει νὰ κερδίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Κοινωνία ὄφελος. Διότι ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι εἶναι εἰς θέσιν καὶ ἔχουν ἀποφασίσῃ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ προβοῦν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀπεργίας καὶ ἂν ὑπάρχουν αἱ δυνατότητες τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀπειλῆς των κατ’ οὐδὲν τοὺς δεσμεύει ὁ ὑπὸ ψήφισιν νόμος διότι ἐρωτῶ τὶ θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν εὑρεθῇ πρὸ μιᾶς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Θὰ δημιουργήσῃ χιλιάδες δικαστηρίων καὶ θὰ δημιουργήσῃ χιλιάδες φυλακῶν διὰ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον μετὰ τόσης ταχύτητος ζητεῖ νὰ ψηφίσῃ.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; μοῦ λέγετε ὅτι δὲν μᾶς χρειάζεται τὸ νέον νομοσχέδιον διότι ἀρκεῖ ὁ ποινικὸς νόμος περὶ ἀπεργίας. Τὶ θὰ ἐγίνετο μὲ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ ἀπεργίας ἂν ἤθελον νὰ τὸν ἐφαρμόσω καθ’ ὅλων τῶν ἀπεργῶν λησμονεῖτε ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον λύει αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν; διότι ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πλήξῃ διὰ ποινικῆς διώξεως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ ρητῶς ὁρίζει ὅτι κατ’ ἔγκλησιν διώκεται τὸ ἀδίκημα προκειμένου νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δίωξις πέραν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἐπρωτοστάτησαν, διατὶ ἐλησμονήσατε νὰ τὰ διαβάσετε αὐτὰ καὶ λησμονήσατε νὰ μᾶς τὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§61Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ ἐδιάβασα, λυποῦμαι μόνον διότι διαφωνοῦμεν. Ἐγὼ ὑπεστήριζα προηγουμένως ὅτι εὑρίσκω καλλιτέραν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προκειμένου νόμου, δηλαδὴ ἐφαρμογὴν τῆς παρκοτάσεως τῶν ὑπαλλήλων.
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ τὸ εἴπαμε ἤδη αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ τὸ νομοσχέδιον τιμωροῦνται ὅλοι οἱ ἀπεργοὶ ἀνεξαιρέτως, ἐπιβάλλονται μόνον καὶ χρηματικὰ πρόστιμα ἐπὶ πλέον καὶ εἰς τοὺς προϊσταμένους.
§64Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ ἐδιάβασε καλὰ οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ρητῶς καὶ σαφῶς ὅτι ἡ ποινικὴ δίωξις γίνεται μόνον κατ’ ἔγκλησιν καὶ ὅτι ἐξέρχεται ἡ καταδίωξις πέραν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἐπρωτοστάτησαν.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ κάνετε δεκατισμόν;
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (χειροκροτήματα). Μήπως μὲ τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον ποῦ προβλέπει τὴν φυλάκισιν ὅλων τῶν ἀπεργῶν δὲν θὰ γεμίσητε τὰς φυλακὰς καὶ δὲν θὰ κάνετε δεκατισμόν; (χειροκροτήματα). Ἐνῶ ἐγὼ θὰ στείλω 20–30–50 εἰς τὴν φυλακὴν καὶ οἱ ἄλλοι θὰ τιμωρηθοῦν πειθαρχικῶς. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καλὰ μελετημένον, λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι καλὰ διαβασμένον.
§67Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ κύριοι συνάδελφοι, διότι κακῶς ἴσως διαφωνῶ πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐὰν δὲν διεφώνουν δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀπασχολήσω καὶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἴτε ἴσως δὲν ἀπησχολήθησαν μὲ μίαν ἐμβριθῆ μελέτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἴσως διαφωνοῦσι πρὸς τὴν σκοπιμότητά του. Τοῦτο κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ καταγνωσθῇ καὶ ἔγκλημα εἰς τοὺς διαφωνοῦντας. Ἀλλοίμονον ἄλλως τε ἂν δὲν ὑπάρχουν μερικαὶ διαφωνίαι δὲν θὰ εὑρίσκατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσητε τὸ δίκαιον τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πιστεύετε ἀσφαλῶς διὰ νὰ δρέψητε καὶ τὰ δικαιολογημένα χειροκροτήματα. Ἐγὼ ἐκθέτω τὰς ἀπόψεις μου ἐκθέτω τὰς ἀντιλήψεις μου δὲν ἔχω οὔτε τὴν δύναμιν οὔτε τὴν ἀξίωσιν νὰ πείσω οὐδένα περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν. Συνεχίζων λοιπὸν ὑποστηρίζω ὅτι χωρὶς νὰ διαφωνῶμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν τῶν ὑπαλλήλων, ὁ πειραματίζων μάλιστα καὶ κατηγορῶν ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, διότι δὲν ἀντιμετώπισαν τὰς διαφόρους παρεκτροπὰς κατὰ τὸν δεικνυόμενον τρόπον ὑποστηρίζω καὶ λέγω ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄργανα χρήσιμα διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, αἱ παρεκτροπαὶ ὀφείλονται εἰς τὴν τακτικὴν τοῦ Κράτους τοῦ ὁποίου οἱ ἐκπρόσωποι ὅλοι ἀνεξαρτήτως εἶναι ὑπεύθυνοι, ὑποστηρίζω ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου οὐδεμία παρέχεται ὑπηρεσία εἰς τὴν Χώραν καὶ κατ’ οὐδὲν ἐπέρχεται βελτίωσις τῆς θλιβερᾶς εἰκόνος τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ δῆθεν ἐμφάνισις τοῦ ὑπαλληλικοῦ μας κόσμου. Πιστεύω λοιπόν, καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ προσφέρῃ μίαν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Χώραν, ἐὰν θέλῃ νὰ προσφέρῃ πρὸς αὐτὸ ταῦτα τὰ ὄργανά της εἰς τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν καὶ νὰ τὰ σταματήσῃ ἀπὸ τὸν κατήφορον εἰς τὸν ὁποῖον φέρονται καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ τὴν χώραν αὐτῶν ὁδηγοῦν νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ ὅλας τὰς δυνάμεις της καὶ ὅλας τὰς προσπαθείας της, διότι οὐδὲν ἄλλο ζήτημα ἀξίζει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν σοβαρώτερον ἀπὸ τὴν λύσιν τὴν ὁριστικὴν καὶ δικαίαν τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος. Εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τὰς γενομένας δηλώσεις καὶ κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ ἰδική μας —ἔστω διαφωνοῦντες—φωνὴ ἐχρησίμευσε νὰ ἐξαγριώσῃ κατά τι τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν δικαίαν λῆψιν τῶν ὁριστικῶν ἀπολύσεων. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὑποχρέωσις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος σπεύδει εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον της καὶ νὰ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν μίαν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ εἶμαι βέβαιος ἐπαναλαμβάνω ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἔχει μὲ τὸ μέρος της ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὁ ὁποῖος ἀπηύδησεν ἀπὸ τὴν κακοδιοίκησιν καὶ τὴν γραφειοκρατίαν καὶ θὰ ἔχῃ παρὰ τὸ πλευρόν της ὁλόκληρον τὸν ὑγιᾶ ὑπαλληλικὸν κόσμον ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι φερόμενος ὑπεράνω τοῦ κακῶς ἐννοουμένου πνεύματος τῆς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης θὰ θελήσῃ νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του καὶ νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξυγίανσιν. Εἶναι καιρὸς νὰ μὴ πελαγοδρομῶμεν μὲ θεωρίας δικαίας ἢ μὴ, ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τολμηρῶς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων νὰ διαγνώσωμεν τὴν κατάστασιν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν νοσηρότητα καὶ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν δραστικωτέρων φαρμάκων. Ἀσφαλῶς μία γενναία προσπάθεια πρὸς λύσιν ζητήματος τόσον πολυπλόκου ἀσφαλῶς ἐνέχει πολλὰς δυσχερείας. Ἀσφαλῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ κραυγὰς καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐζήτησα τὴν ἐπικουρίαν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁσαιδήποτε ὅμως κραυγαὶ καὶ ὁσαιδήποτε διαμαρτυρίαι καὶ ἐὰν ἀκουσθοῦν δὲν θὰ ζήσουν παρὰ μίαν πρωΐαν. Διότι κατέστη συνείδησις πλέον εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς Χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐξυγιάνσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν εἰς μίαν καλλιτέραν αὔριον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνῷ ψηφίζομεν νόμους διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν θυσίας ἐκ μέρους ὡρισμένων τάξεων ἡμεῖς αὐτοὶ δὲν ἔχομεν οὐδὲ πιστεύομεν εἰς τὸ αἴσθημα τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης. Καὶ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι οὐδὲν νομοθέτημα καὶ οὐδὲν μέτρον ὁσονδήποτε δίκαιον καὶ θεωρητικῶς ὀρθὸν καὶ τεχνητῶς καλλιτεχνημένον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν φέρει τὸ σπέρμα τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀνισότητος, θέσατε τέρμα εἰς τὴν ἀνισότητα αὐτὴν καὶ μὴ ἀπασχολεῖσθε μὲ μέτρα μὲ τὰ ὁποῖα ἀπησχολήθημεν καὶ ἄλλοτε διότι κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ τερματίσουν τὴν κατάστασιν δι’ ἣν διαμαρτυρόμεθα πάντες, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ τὴν ἐπιτείνουν θὰ τὴν καταστήσουν ὀξυτέραν καὶ τὴν εὐθύνην διὰ τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης τακτικῆς θὰ τὴν φέρῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαδιτζιᾶνος.
§69Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ τῆς διεξαγομένης συζητήσεως προηγήθησαν δυστυχῶς ἐκ μέρους τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων ἐκδηλώσεις θορυβώδεις καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω θρασεῖς νομίζω, ὅτι τίθενται εἰς δευτέραν μοῖραν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὰς ἐκδηλώσεις ταύτας. Διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ὄχι μόνον τὰ ζητήματα ταῦτα παρέλκουσιν ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν διότι προέχει, ἄλλο ζήτημα· προέχει τὸ ζήτημα τῶν μεθόδων καὶ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώχθησαν τὰ αἰτήματα ταῦτα δίκαια ἢ ἄδικα. Εἶναι βέβαιον κύριοι, καὶ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους καὶ δύναμαι νὰ πιστοποιήσω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν δησοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι σύμφωνος εἰς τὴν κίνησιν ταύτην. Μία μικρὰ μερὶς ἐξ αὐτῶν μερὶς ἀποτελουμένη ἐκ τῶν ζωηροτέρων εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐκθέτει τὴν ὑπόληψιν ὅλου τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Εἶναι δὲ πράγματι λυπηρὸν καὶ οὐχὶ πρὸς ἔπαινον τῆς μεγάλης μερίδος ὅτι δὲν ἀντέδρασεν ἀποτελεσματικώτερον, ζωηρότερον κατὰ τῆς κινήσεως ταύτης ἡ ὁποία ἐκθέτει, ὡς εἶπεν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Ἀλλ’ ὅσον εὐχάριστον καὶ ἂν εἶναι τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ ἀσφαλῶς εἶναι εὐχάριστον, ὅτι δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα δὲν συμμετέχει εἰς τὴν κίνησιν ταύτην, ὅσον λέγω καὶ ἂν εἶναι εὐχάριστον δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ διαγράψῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅπως δηλαδὴ ἐξετασθοῦν καὶ τὰ αἰτήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ συνεπείᾳ τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος προηγήθη καὶ ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῶν αἰτημάτων, ἐὰν δὲν ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ εὐπρέπεια εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ δημοσιοϋπαλληλικὴ κίνησις ἡ γενομένη διὰ μέσων βιαίων θορυβωδῶν καὶ ἐπιτακτικῶν, δὲν εἶναι βέβαια σημερινή, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1914. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπάρχει μία κατάστασις χειροτερεύσεως. Δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς, κύριοι, νὰ ἐξετασθοῦν κἂν αἱ εὐθύναι εἰς τὸ μέτρον τῆς εὐθύνης ἑνὸς ἑκάστου διὰ τὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἐγὼ ἔχω ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάξεις δὲν κρίνω σκόπιμον τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ διατυπώσω. Ἀλλά, κύριοι, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευσε καὶ εὑρέθημεν μάρτυρες κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἀληθῶς ὀδυνηρᾶς. Συσσωματοῦνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, συνέρχονται, συνάπτονται, ἐκδίδουν ἀνακοινωθέντα, δημοσιεύουν ἄρθρα καὶ διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων τούτων ὑβρίζουν καπηλικώτατα τὴν Κυβέρνησιν, ὑβρίζουν προσωπικῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦν τὴν ἀρωγὴν καὶ ἄλλων σωματείων ἀδιαφοροῦντες ἐὰν εἶναι σωματεῖα τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κρατικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος ἐκ τοῦ ὁποίου εἰς τὸ κάτω τῆς γραφῆς μισθοδοτοῦνται. Δημιουργοῦν κύριοι, ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία γεννᾷ τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς Κράτους ὁδηγουμένου εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν. Παρουσιάζουν, Κύριοι, τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάλληλοι ἔχοντες ὡς στοιχεῖον τὸ Κράτος ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην δυνάμεως, καὶ δὲν δύνανται μόνοι των νὰ τὰ ἀνατρέψουν, ζητοῦν καὶ τὴν συνδρομὴν ἄλλων σωματείων τοῦτον τὸν σκοπὸν ἴσως καὶ μόνον ἐπιδιώκουν. Ἡ κατάστασις βέβαια, Κύριοι, ἐπροχώρησεν καὶ ἐπροχώρησεν ὑπὸ ὅρους δυσαρέστους καὶ ὅταν ἡ ὑπομονὴ ὑπερέβη κάθε ὅριον, ὅταν ἡ γενικὴ ἀγανάκτησις ἐκορυφώθη, βεβαίως λαμβάνονται ὡρισμένα μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιβεβλημένα ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ Σώματος τούτου. Ἀλλά, Κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ταῦτα; Τὰ μέτρα ταῦτα, Κύριοι, ἀσφαλῶς ἔχουν τὴν βάσιν ἠθικὴν καὶ συνταγματικήν. Οἱ ὑπεραμυνόμενοι τῆς κινήσεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, καθ’ ὃν τρόπον λυπηρόν, αὕτη ἐξελιχθῆ, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ σχέσις ἡ ὁποία ἑνώνει τὸν δημόσιον ὑπάλληλον μὲ τὸ Κράτος, εἶναι σχέσις μισθώσεως ἐργασίας, δυνάμει τῆς ὁποίας, φυσικά, θὰ ἀπέκτων οἱ ὑπάλληλοι ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέκτα οἱοσδήποτε ἐργολήπτης, οἱοσδήποτε ἐργάτης. Παραλογισμός, Κύριοι, ἐξωφρενητικώτερος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ πρὸς δικαιολογίαν τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν ἦτο λέγω, δυνατόν, τὸ τονίζω, νὰ ἐξευρεθῇ παραλογισμὸς ἐξωφρενητικώτερος. Ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων μὲ τὸ Κράτος εἶναι ἡ ἐξουσία τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ τὸ Κράτος ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Ἡ ἐξουσία αὕτη κανονίζεται ἐκ τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος ὀργανώνει τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὁποίαν προσέρχεται ὁ ὑπάλληλος. Ὁ νόμος αὐτὸς δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ἀποδοχὴν τῆς θέσεώς των, καὶ ἑπομένως τὴν συμπλήρωσιν τῆς σχέσεως, δυνατὸν νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δύναται, Κύριοι, νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἀντίθετον, δύναται νὰ ἀπαντήσῃ νὰ θεωρήσῃ ἐξαναγκαστικὴν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς πολίτας οἱ ὁποῖοι ἀναγκαιοῦν εἰς αὐτό. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει σήμερον, ἐὰν σήμερον ὁ νόμος ἐξαρτᾷ τὴν ἀποδοχὴν ἐκ τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ ὑπαλλήλου, δυνάμει δηλαδὴ τοῦ ὁποίου οὗτος δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ μὴν τὴν ἀποδεχθῇ, δύναται νὰ παραιτηθῇ τῆς θέσεώς του εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς αὐτήν, ἐὰν τοῦτο γίνεται, γίνεται διότι δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ ἄνευ βιαίων ἢ μονομερῶν ἢ ἐξαναγκαστικῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς μίαν οἱανδήποτε στιγμὴν ἤθελε λείψῃ ἡ προϋπόθεσις αὕτη καὶ δὲν ἤθελον ἐξευρίσκεσθαι ἢ γενικώτερον ἢ καὶ εἰς ὡρισμένους κλάδους, ἰδοὺ πλέον καὶ τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς πολίτας καὶ νὰ τοὺς ἀναθέσῃ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παραγνωρίζουν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν ἀρνοῦνται δὲν ἐννοοῦν τὴν δύναμιν, τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν σημασίαν τοῦ Κράτους, θέτουν εἰς ἥσσονα μοῖραν τὸ Κρατικὸν συμφέρον ἔναντι τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, παραγνωρίζουν τὴν ἀλληλεγγύην ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηρίζηται κάθε ἄτομον διὰ τὸ συνολικὸν καλὸν καὶ ἐξαρτοῦν τὴν ζωὴν τοῦ Κράτους ἐξ οἱασδήποτε ὑπαλληλικῆς ἀπεργίας. Δι’ ὃν λόγον τὸ Κράτος καλεῖ τοὺς στρατιώτας καὶ τοὺς ἐπιτάσσει νὰ προσέλθουν—διότι γνωρίζει καλῶς ὅτι ἂν τοὺς ἄφινε μόνους δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία βεβαιότη, νὰ προσέλθουν— δι’ ὃν λόγον τὸ Κράτος θεωρεῖ ὑποχρεωτικὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐνόρκου, δι’ ὃν λόγον τὸ Κράτος εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους ἢ καὶ ὁμαλὰς ἐπιβάλλει ὡρισμένους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν, ἐπιβάλλει τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τοῦ ἀπογραφέως καὶ τόσα ἄλλα, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δύναται καὶ ὀφείλει ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχον ὑπάλληλοι εἴτε γενικῶς εἴτε εἰς ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Ἄν ταύτην τὴν βάσιν ἔχετε εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀπομείνῃ καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται τὰ σημερινὰ μέτρα εἶναι βάσις κατ’ ἀρχὴν ἠθική, εἶναι βάσις συνταγματική, εἶναι βάσις δικαία, εἶναι βάσις ἐπιβεβλημένη, μολονότι εἰς τὸ κάτω τῆς γραφῆς τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι εἰμὴ πολλοστημόριον μικρὸν ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύναται καὶ ὀφείλει εἰς ὡρισμένας στιγμὰς νὰ ἀξιώσῃ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι βουλευταί; Ἀρκεῖ δηλαδὴ τὰ μέτρα τῶν ὁποίων θὰ ἐπεληφθῇ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἵστανται ἐπὶ ἠθικῆς βάσεως; Ἀσφαλῶς ὄχι. Πρέπει νὰ εἶναι καὶ μέτρα συντελεστικὰ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν. Διότι πολὺ φοβοῦμαι μήπως μὲ τὸν κίνδυνον ἢ μὲ τὸν φόβον μὴ θεωρηθῶμεν ἀνελεύθεροι, δὲν ὀχυρωθῶμεν ἐπαρκῶς. Δύο, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ κατηγορίαι τῶν μέτρων, τὰ εἴδη τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὰ πρῶτα ἀφοροῦν τὴν ἀπεργίαν, τὰ δεύτερα ἀφοροῦν τὴν σωματικὴν ὀργάνωσιν. Ὡς πρὸς τὴν ἀπεργίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἶπε ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι μᾶλλον φιλελεύθερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ. Ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι εἶναι μᾶλλον χλιαρώτερα κυρίως διότι καταργεῖται ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος θεωρεῖται παραιτούμενος καὶ ἀπομακρυνόμενος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐρωτᾶται, κύριοι βουλευταί, αἱ προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας καλούμεθα καὶ τὰ γεγονότα ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπελήφθη καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπιλαμβάνεται καὶ ἡ Βουλὴ σήμερον τῶν μέτρων τούτων εἶναι γεγονότα τὰ ὁποῖα μᾶς ὁδηγοῦν εἰς λῆψιν μέτρων χλιαρωτέρων ἢ εἶναι γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν τὴν λῆψιν αὐστηροτέρων μέτρων; Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὑπαλλήλους τῶν ὁποίων ἡ νομιμόφρων στάσις μᾶς ὁδηγεῖ νὰ κάμωμεν ὑποχωρήσεις ἢ ἔχομεν προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ἐστάθη ἀντιμέτωπον κατὰ τοῦ Κράτους; καὶ ποῖος κύριοι δύναται ἐξ ἡμῶν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σοφὴ διάταξις τοῦ νόμου ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος θεωρεῖται παραιτούμενος, ποῖος δύναται νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ ὅτι ἡ ἀπεργία, ἡ τόσον ἐπικίνδυνος ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡ ἀπεργία ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἐκλόνιζε τὰ θεμέλια τὰ κοινωνικά, ἡ ὁποία θὰ ἐνέβαλλεν εἰς κίνδυνον τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἡ ἀπεργία ἐκείνη, λέγω, ποῖος θὰ ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ ἐκηρύσσετο; Πικρὰ πεῖρα, κύριοι, ἀπέδειξεν ὅτι οἱ κίνδυνοι διὰ τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως εἶναι μεγαλείτεροι ἐὰν δὲν παταχθοῦν ἀμέσως μένουν ἀτιμώρητοι. Ὅταν δὲ μεσολαβήσῃ χρόνος καὶ τὸ σπουδαιότερον ὅταν ἀναμιχθῇ ἡ δικαιοσύνη αἱ πρῶται ἐντυπώσεις διαλύονται, χαλαροῦνται τὰ πράγματα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα μένει ἔτι τὰ πράγματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐτάραξαν ὁλόκληρον τὴν Κοινωνίαν μένουν ἀτιμώρητα· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ἡ κατάστασις περιπλέκεται ἔτι μᾶλλον διότι διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ Κράτος ὅλου τοῦ ὑπαλληλικοῦ ἐκείνου προσωπικοῦ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν τὴν ἀπεργίαν διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ, λέγω, τὸ Κράτος δὲν χρειάζεται 1, 2, 3 ἢ 5 ἢ 10 καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις ἀλλὰ θὰ χρειασθοῦν ἴσως 20 καὶ 30 χιλιάδες ἀποφάσεις καταδικαστικαί, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, τὸν ὁποῖον ποτὲ δὲν θὰ γίνῃ καὶ ὅλο ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν ἀπεργίαν τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους μετὰ τόσης ζωηρότητος ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅλο ἐκεῖνο τὸ προσωπικὸν θὰ μένῃ ἀτιμώρητον.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τιμωρεῖται πειθαρχικῶς.
§71Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό. Θέλω ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο ὅτι ἄνευ τοῦ νόμου ἐκείνου οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι γνωρίζουν ὅτι διὰ νὰ χάσουν τὴν θέσιν των πρέπει νὰ καταδικασθοῦν προηγουμένως, γνωρίζουν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι καταδίκη χιλιάδων ὑπαλλήλων ποτὲ δὲν θὰ γίνῃ, ποτὲ δὲν θὰ καταδικασθοῦν.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δι’ αὐτὸ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ὁρίσῃ ὅτι κατ’ ἔγκλησιν διώκεται τὸ ἀδίκημα καὶ δὲν μπορεῖ ἡ καταδίκη νὰ ἐπεκταθῇ πέραν τῶν ἐγκαλουμένων.
§73Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐφαρμόσετε τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ διὰ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀπειλὴ τὸ δὲ μέτρον ἐκεῖνο ἀσφαλῶς δὲν δίδει τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας δίδει ἡ κειμένη νομοθεσία καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ μεταριθμισθῇ. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ σύστασιν μάλιστα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συνεζήτησα μὲ τοὺς ἔχοντας δικαίωμα γνώμης, ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀντισυναταγματική.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία διάταξις;
§75Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐκείνη ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἀπεργῶν αὐτοδικαίως στερεῖται τῆς θέσεώς του—ὅλοι δὲ οἱ ἔχοντες δικαίωμα γνώμης, τὸ τονίζω, ἐμελέτησαν τὸ πρᾶγμα καὶ μοῦ ἔκαμαν τὰς γνώμας των γνωστὰς κατὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης ὑπῆρχε.
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἐδόθη ἐγγράφως ἡ γνώμη;
§77Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ προφορικῶς.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς κατέληξα εἰς ἐναντία συμπεράσματα κατόπιν μελέτης. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος λέγω τῆς ἀπεργίας ἤθελεν ἀπολυθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν—διότι ὅταν ὁμιλῶμεν ὅτι θεωρεῖται παραιτηθεὶς θὰ πῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ βγάλῃ ἓν διάταγμα, νὰ τὸν ἀπολύσῃ καὶ φοβοῦμαι ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπολυθείς, δὲν θεωρεῖται ἀπολυθείς, ὁ δὲ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ προσέφευγεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν θέσιν του, διότι ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος. Πῶς; Διότι προφανῶς ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ παραιτηθῇ, σκοπὸν ἔχει νὰ προσκολληθῇ ὡς ὄστρακον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ βελτιώσῃ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους τοῦ παρέχει. Ἦτο λοιπόν, παρερμηνεία. Σᾶς τὸ λέγω αὐτὸ διότι μετὰ μελέτην μακρὰν κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἦτο ἐπικίνδυνον, διότι ἀληθινά, ἂν ἤμην δικαστὴς δυσκόλως θὰ ἐδεχόμην ὅτι εἶναι συνταγματικὸς αὐτὸς ὁ νόμος.
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτσι εἶναι.
§80Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αἱ λοιπαὶ διατάξεις, κύριοι, ἀποβλέπουν τὴν σωματειακὴν ὀργάνωσιν καὶ τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὀφείλει κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὴν ὀργάνωσιν τὴν σωματειακήν.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον παραμπιπτόντως δὲ καὶ εἰς τὴν ἀπεργίαν διὰ νὰ μετριάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου νόμου, διότι ὁ προηγούμενος νόμος παρεῖχε ὅπλα τὰ ὁποῖα πολὺ τὰ φοβοῦμαι.
§82Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αἱ διατάξεις αὐταὶ αἱ λοιπαί, πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν ἐὰν εἶναι συνταγματικαί, καὶ δεύτερον ἐὰν εἶναι ἀρκεταί. Εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα ἀποφαίνομαι καταφατικῶς, εἰς τὸ δεύτερον ἀποφαίνομαι ἀποφατικῶς. Ὅπως ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομοθετικῶς διὰ πρώτην φορὰν ρυθμίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο ὑποστηρίξας, κατ’ ἐμὲ ὀρθῶς, ὅτι ἡ κίνησις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐγένετο, δηλαδή, σύμπτυξις τῶν διαφόρων τοπικῶν ὀργανώσεων καὶ τῆς Κεντρικῆς γενικῆς Συνομοσπονδίας, ἦτο κίνησις, ἡ ὁποία δὲν ἐστηρίζετο οὔτε ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ Σωματείων». Πρέπει, κύριοι, νὰ ὁμολογηθῇ γενικῶς, διότι εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνέκαθεν ἔκαμε μεγάλας ὑποχωρήσεις ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πολὺ ἀκόμη πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδὶ εἶχε λεχθῆ παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅτι τὰ τῆς Διοικήσεως δὲν ἔβαινον καλῶς, ὅτι αὕτη ἐχάλασεν ἀπιστεύτως καὶ τοῦτο ἀπεδόθη εἰς τὴν συναλλαγὴν τῶν πολιτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ὁμιλῶν κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἀνέφερε σειρὰν παραδειγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδὶ ἔλαβον μέτρα πολλὰ ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐνίσχυσαν διαφοροτρόπως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μὲ τὸ πρόγραμμα, μὲ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πατάξουν τὴν συναλλαγήν. Ἀλλὰ τὸ κτύπημα τὸ ὁριστικὸν κατὰ τῆς συναλλαγῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἔδωσε κύριοι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Γουδί, ὁπότε ἡ Βουλὴ ἀπότοκος τῆς καταστάσεως ἐκείνης ἔχουσα ἐν τούτῳ ὁμόθυμον τὴν Κοινὴν Γνώμην δὲν ἐδίστασε ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν διοίκησιν ὁλόκληρον καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς χεῖρας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ νόμων καὶ διὰ μεταγενεστέρων συνταγμάτων ἐκυρώθη. Ἐπιστεύσαμεν ὅλοι τότε ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων ἀποδίδεται ἡ διοίκησις εἰς τὴν διοίκησιν, ὅτι θὰ ἐξαρτᾶται πάντοτε αὕτη ἐκ τοῦ ὑπηρεσιακοῦ συμφέροντος, ἑπομένως διὰ τοῦ γενικωτέρου τούτου μέτρου ὅτι ἐπατάσσετο ὁριστικῶς ἡ συναλλαγὴ καὶ διότι ἐπίστευεν ὅτι ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπιρρεάσουν τὴν διοίκησιν τῶν ἀποφάσεων ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ ἐγένοντο ἁπλοῖ διεκπεραιωταὶ τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τὰ ὁποῖα καὶ μόνον διοίκουν, ὁ δὲ ὑπουργὸς φέρῃ τὴν εὐθύνην. Ὑπῆρξα κύριοι φεῦ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διέθεσαν ὅλην τὴν δύναμίν των διὰ τὴν τοιαύτην κατεύθυνσιν καὶ λέγω φεῦ, ὄχι διότι κατὰ βάσιν μετανοῶ, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι ἐσπεύσαμεν πέραν τοῦ δέοντος, ἐδώσαμεν περισσότερα δικαιώματα εἰς χεῖρας τῶν ὑπαλλήλων (χειροκροτήματα), οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦσαν ὥριμοι ἀκόμη διὰ νὰ τὰ διαχειρισθοῦν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης κινήσεως ὅτι αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις ὅλων ἡμῶν, αἱ προσδοκίαι τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅλα ταῦτα τέλος δὲν εὗρον τὴν πρέπουσαν ἀπήχησιν διότι οἱ διαχειρισθέντες τὴν δικαιοδοσίαν αὐτὴν ὑπάλληλοι, ἂν ἐξαιρέσῃ τὶς βεβαίως παραδείγματα τινά, ἀλλὰ πάντως διὰ τὸ σύνολον ἤθελέ τις παρατηρήσῃ, ἐφάνησαν κατώτεροι τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Ἀπὸ τότε κύριοι ποὺ εἰσήχθη ἡ διοίκησις ἀποκεντρώσεως εἰς τὰς ὑπηρεσίας εἰσήχθη ἐν πολλοῖς ἡ διοικητικὴ ἀναρχία, ἐσχημάτισαν καὶ κλίκας καὶ τινὲς ἐξ αὐτῶν μετεβλήθησαν εἰς τυραννίσκους. Καὶ ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς καταστάσεως ἡ ἀλήθεια εἶναι τραγικὴ καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅτι ἡ συναλλαγὴ δὲν κατηργήθη, ἀλλὰ μετεβιβάσθη ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἰς χεῖρας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων (χειροκροτήματα), οἱ ὁποῖοι δημόσιοι ὑπάλληλοι στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων συναλλάσσεται ἀσυστόλως ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τὰ πράγματα κύριοι δὲν σταματοῦν ἕως ἐδῶ. Ἀναλαβόντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι μόνοι αὐτοὶ κατ’ οὐσίαν τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους κατεχράσθησαν κύριοι, ὡς εἶπον ἐν πολλοῖς τὴν δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία εἰς αὐτοὺς ἀνετέθη καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς αὐτὸ κύριοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ συμφέροντα τὰ καθαρῶς ἐπαγγελματικὰ ἐσυσσωματώθησαν ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν σωματείων ξένων πρὸς αὐτούς, ἀδιαφοροῦντες, κύριοι, ἂν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ στρέφεται ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὁ ὁποῖος ἀρκετὰ βαρέως φορολογεῖται διὰ νὰ συντηρῇ ἐκείνους. Καὶ οὕτω πῶς κύριοι ἐδημιούργησαν οἱ ὑπάλληλοι Κράτος ἐν Κράτει καὶ παριστάμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἀληθῶς τραγικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπάλληλοι ἑνοῦνται συσσωματοῦνται ἔχοντες ὡς στόχον τὸ Κράτος. Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ κίνησις, κύριοι, γίνεται κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς κινήσεως ταύτης, γίνεται ἐν ὀνόματι καὶ δυνάμει τῶν ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθε τὸ Σύνταγμα δὲν ἐσκέφθη οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ αὐτοκτονήσῃ. Αὐτοκτονίαν δὲ κύριοι θὰ ἐσήμαινε διὰ τὸ Κράτος ἐὰν τοῦτο ἔδιδε διὰ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθε, τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συσσωματοῦνται διὰ νὰ ἔχουν τοῦτο ὡς στόχον. Τὸ δικαίωμα κύριοι τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ἔχουν ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ κειμένου Συντάγματος ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ βεβαίως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Δύνανται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ συνεταιρίζωνται δι’ οἵους δήποτε σκοπούς.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θεμιτούς.
§84Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Βεβαίως θεμιτούς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Συντάγματος τοὐλάχιστον δὲν ἀρύονται τὸ δικαίωμα ὅπως συνεταιρίζωνται διὰ σκοποὺς ἀναγομένους εἰς τὴν διοίκησιν καὶ συνδεομένους μὲ τὴν ὑπαλληλικὴν αὑτῶν ἰδιότητα, καὶ τοῦτο διότι τὸ Κράτος καὶ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἕν καὶ τὸ αὐτό. Διὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ μόνον διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκτελοῦνται αἱ διάφοροι Κρατικαὶ λειτουργίαι. Τὸ Κράτος ὑπάρχει ἐκ τῶν ὑπαλλήλων του, καὶ τοῦτο, ἐὰν οὗτοι λείψουν περιέρχεται εἰς πλήρη πραγματικὴν καὶ νομικὴν ἀνυπαρξίαν. Τὰ πρακτικά, κύριοι, τῶν Συνταγμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῶν τριῶν ψηφισθέντων Συνταγμάτων, ἡ σύγκρισις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος πρὸς τὰ ξένα Συντάγματα, ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε ταῦτα, κατ’ ἐμὲ δὲν ἀφίνουν καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων νὰ συνεταιρίζωνται διὰ τὰ ἐπαγγελματικὰ αὑτῶν συμφέροντα, βεβαίως δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἡ τακτικὴ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα τῆς συνεχοῦς ἐπεμβάσεως, ἀλλοίμονον ἐὰν δὲ τὸ εἶχε. Θὰ ἐτελείωνεν αὐτὴ καὶ θὰ ἦτο ὑποχείριος καὶ ὑποτελὴς ὄχι πλέον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν συνομοσπονδίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ὥριζε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν ἀνεγνώριζε τοιοῦτον δικαίωμα δεδομένου ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ συνεταιρίζωνται, ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, θὰ ἐτελείωνον νὰ εἶναι κριταὶ καὶ κρινόμενοι τῶν ἰδίων αὑτῶν ἔργων. Τοιαύτην δὲ ἀρχὴν οὔτε ἐνομοθέτησαν οὔτε ἐφαντάσθησαν τότε, ὅταν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχει βεβαίως τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται δύνανται νὰ συνεταιρίζωνται, ἀλλὰ προσθέτουν καὶ κἄτι ἄλλο, ὅτι δύνανται νὰ τὸ πράττουν τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἕνεκα ἀκριβῶς τούτου δὲν εἶναι δυνατὸς, οὔτε ἀνεκτός, οὔτε νόμιμος ὁ συναιτερισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε σκοπὸν ἀνήθικον. Ἕνεκα ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ λόγου οὔτε ἀνεκτὸς οὔτε νόμιμος θὰ ἦτο ὁ συναιτερισμὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε σκοπὸν τὴν διάπραξιν ἀξιοποίνων πράξεων, ἔστω καὶ πταισμάτων. Ἐγὼ πηγαίνω πάρα πέρα καὶ προσθέτω ὅτι ὁ συναιτερισμὸς ὁ ὁποῖος τυχὸν ἤθελε γίνει παρὰ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν παρακολούθησιν στρατιωτικῶν ζητημάτων ἔστω καὶ συνδεομένων μὲ τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, δὲν θὰ ἦτο οὔτε νόμιμος οὔτε Συνταγματικὸς διατί; Ἁπλούστατα διότι θὰ προσέκρουεν ἀμέσως εἰς πᾶσαν ἰδέαν περὶ πειθαρχίας, ἄνευ τῆς ὁποίας στράτευμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς λόγον δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι νὰ νοηθῇ τοιοῦτος συνεταιρισμὸς ὑπαλλήλων, διότι θὰ ἐκλόνιζε τὴν ἰδέαν τῆς πειθαρχίας, ἡ ὁποία ἐὰν αὐστηροτέρα ἀπαιτεῖται διὰ τὸ στράτευμα, ἐπίσης αὐστηρὰ ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία οὖσα παροῦσα πάντοτε καὶ εἰς ὅλα τὰ σημεῖα παρακολουθοῦσα τὸ ζήτημα, λαμβάνει τὰ μέτρα καὶ ἐν ἀνάγκῃ, Κύριοι, διαλύει τὰ σωματεῖα ἐκεῖνα, ὅταν ἤθελεν πεισθῇ ὅτι ταῦτα παρεβίασαν τὴν ἐντολὴν αὐτὴν καὶ παρέλυσαν τὴν πειθαρχίαν. Τὸ ζήτημα κυρίως παραμένει ὁλόκληρον εἰς τὰ Νομοθετικὰ σώματα, ταῦτα ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ δυνατὸν τῆς συμπτύξεως συνεταιρισμῶν. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καλεῖται πρώτην φορὰν ἡ Βουλὴ ὥστε πολὺ καλῶς εἶπεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λύσῃ καὶ νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ πρόβλημα τοῦτο. Ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις συνεταιρισμῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν αὐτὸν κλάδον ἀνηκόντων ἢ Ἑνώσεως τοῦ αὐτοῦ κλάδου σωματείων. Καὶ ὡς δικαιολογητικὸν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν ὅτι ὅμοιον Νομοσχέδιον κατετέθει καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπω ὅτι πρέπει τὰ μὴ μᾶς ἐπηρεάσῃ ποσῶς τὸ Γαλλικὸν παράδειγμα. Εὔχομαι δὲ ἀπὸ βάθους καρδίας νὰ μὴ σημειώσωμεν καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ τερατῶδες λάθος τὸ ὁποῖον ἐσημειώσαμεν κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν συνομολόγησιν τῆς Κοινωνικῆς ἡμῶν Νομοθεσίας, ὅπου ἀντιγράψαμεν ἀπὸ ξένας χώρας χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰς δικάς μας περιστάσεις καὶ ἀπεδέχθημεν τὴν τελευταίαν μορφὴν αὐτῶν, καὶ ὅπερ τὸ σπουδαιότερον ἀρχίσαμεν ἀπὸ ἐκεῖ ποῦ ἔπρεπε νὰ εἴχαμεν τελειώσῃ. Τὸ λάθος αὐτὸ, Κύριοι, εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαναλάβωμεν καὶ τὴν φορὰν αὐτήν. Διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἰδικάς μας συνθήκας. Ἡ ἔρευνα μάλιστα ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι εὔκολος, ποῦ εἶναι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα μᾶς ὡδήγησαν, τί συνέβηκε μέχρι τοῦδε ἐδῶ, διὰ νὰ ἴδωμεν μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ φθάσωμεν. Οἱ ὑπάλληλοι ἔκαμαν τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμαν χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ ἐν τῇ εἰλικρινῇ πεποιθήσει ὅτι τὰ δικαιώματά των στηρίζονται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ σωματείων. Ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς κινήσεως ἐκείνης ὅλοι τὰ εἴχομεν πρόσφατα ἐνώπιον ἡμῶν. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἐπηκολούθησε σειρὰ ἀντιπειθαρχικῶν πράξεων χαρακτηριζουσῶν αὐτοὺς, σειρὰ παρεκτροπῶν ὅπως τὰς ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὰ μέτρα αὐτά, ἀλλ’ ἐπεδίωξαν καὶ συνεργασίαν μὲ ἄλλα σωματεῖα ἀντήλλαξαν σκέψεις, ἠπείλησαν πανεργατικὴν καὶ πανελληνικὴν ἀπεργίαν, καὶ ἠδιαφόρησαν ἐὰν μαζὺ μὲ τοὺς συντρόφους ὑπάρχουσι καὶ σύντροφοι οἱ ὁποῖοι πρώτιστον σκοπὸν θὰ εἶχον τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιήσωσι ὡς ὄργανά τους Δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπάρχει καὶ τοῦτο ὅτι θὰ ἠδύναντο αὔριον μεθαύριον νὰ συμμετάσχωσιν εἰς μίαν μεγάλην πανεργατικὴν συνομοσπονδίαν, ὁπότε τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἀληθῶς τραγικά, διότι θὰ ἐβλέπαμεν πανυπαλληλικὴν ἀπεργίαν, ἂν δηλαδὴ τὸ Κράτος ἠδυνάτει νὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν σιδηροδρομικῶν, ἢ ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ αὐξήσῃ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἀρτεργατῶν. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ κατάστασις ἡ ὁποία θὰ ἐκινδύνευε νὰ δημιουργηθῇ, καὶ θὰ δημιουργηθῇ ἀσφαλῶς ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα καὶ μέτρα ραγδαῖα. Ἐρωτῶ κύριοι ὑπὲρ τοιούτων ὑπαλλήλων τοσοῦτον οἰκτρῶς διαχειρισθέντων τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καὶ τὰ ὁποῖα ἐφαντάσθησαν ὑπὲρ τοιούτων ὑπαλλήλων θὰ δώσωμεν τόσα δικαιώματα καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς δὲν σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς μίαν συνομοσπονδίαν ἡ ὁποία θὰ ἠμπορῇ νὰ περιλάβῃ 50 χιλιάδες ἄτομα ἀλλὰ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε περισσοτέρας μικρὰς ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρχουσι καί τινες νὰ ἔχουν 10 καὶ 15 χιλιάδας ὡς νὰ ἦτο δυσχερὴς ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν σωματείων τοῦτο δὲν θὰ ἔφερε διόρθωσιν τῆς καταστάσεως, ἀλλὰ θὰ ἀφήνετο στάδιον ἐλεύθερον εἰς τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τῶν καταστάσεων, θὰ ἀφήνετο τὸ στάδιον ἐλεύθερον νὰ ὀργιάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει πλέον τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδωσε τὸ δικαίωμα καὶ ἡ κατάστασις οὕτω πως θὰ ἐχειροτέρευεν.
§85Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε μόνον μίαν παρατήρησιν; Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι μέχρι τοῦδε οἱ ὑπάλληλοι εἶχον γενικὴν ὁμοσπονδίαν μὲ τὸ αἴσθημα ὅτι ἀπολαμβάνουν τῶν λεγομένων συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα αἱ ὁποῖαι τοὺς ἐπέτρεπον μόλις βγοῦν ἀπὸ τὸ γραφεῖον των καὶ ἐπήγαινον εἰς τὴν αἴθουσαν ποὺ συνεδριάζει ἡ ὁμοσπονδία των νὰ λησμονήσωσιν ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι καὶ νὰ μεταχειρίζωνται τὸ Κράτος ὡς ἐργοδότην τὸν ὁποῖον ἠμποροῦσαν νὰ στραπατσάρουν ὅσον θέλουν. Σήμερον τοὺς ἐξηγοῦμεν ὅτι σᾶς ἐπιτρέπομεν διὰ πρώτην φορὰν νὰ κάμετε καὶ σεῖς ἑνώσεις ἐπαγγελματικὰς πρὸς προστασίαν τῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων σας, ἀλλὰ σᾶς λέγομεν ὅτι ἡ προστασία αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως, παρὰ μόνον κατὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς τρόπους: Πρῶτον: διὰ τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀνεφέρεσθαι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδεικνύετε, ἂν θέλητε, τὰς ἀναγκαίας μεταρυθμίσεις πραγμάτων, τοῦ ὁποίου δικαιώματος δυστυχῶς, ὡς μοῦ παρατηρεῖ ὁ συνάδελφός μου, πολὺ ὀλίγον ἔκαμον ἕως τώρα χρῆσιν, καὶ τὸ δικαίωμα ἐπίσης ἐὰν νομίζητε ὅτι μία ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι νόμιμος νὰ παραπονηθῆτε δι’ ἀναφορᾶς. Δεύτερον: ἔχετε τὸ δικαίωμα ὡς σωματεῖον νὰ προσφύγητε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ νὰ ζητήσητε ἀκύρωσιν ἀξιώσεως τῆς διοικήσεως ἡ ὁποία εἶναι παράνομος. Ἄλλοτε ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι προαγωγαὶ ἐνόμιζαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεγνώριζεν ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν τοὺς ἤθελεν· σήμερον ἔχουσι τὸ δικαίωμα, καὶ ὄχι μόνος πλέον ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἀτυχὴς ὅταν εἶναι μεμονωμένος καὶ εὑρίσκεται εἰς δύσκολον θέσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ὁμοσπονδίας του ἡ ὁποία ἔχει κάποιο κῦρος καὶ ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὰς δαπάνας βοηθεῖ. Λοιπὸν αὐτὴ θὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ ζητῇ τὴν ἀκύρωσιν πράξεως τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία εἶναι παράνομος καὶ ἡ ὁποία προσβάλλει συμφέροντα τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ τρίτον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκοῦν ἀγωγὴν καὶ ποινικὴν καὶ πολιτικήν, κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἤθελον προσβάλλῃ εἴτε τὰ χρηματικὰ εἴτε τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν Γαλλίαν ὅπου ἠγέρθη ἀγωγὴ κατά τινος ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε δημοσιεύσει μίαν ἐγκύκλιον κατὰ τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν ὅτι προσβάλλονται καὶ εἶχον δίκαιον. Ὅταν αὐτὰ θὰ τὰ γνωρίζουν ἀπὸ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας σήμερον ἀνεδημοσίευσαν μὲ τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐλπίζω, χωρὶς νὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀποφύγουν παρεκτροπάς. Δὲν εἶναι λόγος, δι’ ἐνδεχομένην παρεκτροπὴν ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς κατ’ ἐμὲ θεμιτὸν, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν ὑπάλληλον δίδομεν τὸ δικαίωμα, ὅπως εἰς κάθε πολίτην, νὰ ἀναφέρηται. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται πλείονες ἀπὸ κοινοῦ, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι εἶναι δυνατόν, δυστυχῶς δὲ ὄχι μόνον δυνατὸν ἀλλὰ καὶ πιθανὸν νὰ παραγνωρισθοῦν τὰ δικαιώματα ἑνὸς ὑπαλλήλου, εἴτε κατὰ τὸν διορισμὸν εἴτε κατὰ τὴν προαγωγήν. Νομίζετε ἐπικίνδυνον νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ σῶμα νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἀγωγήν;
§86Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω αὐτὸ ἐπικίνδυνον, νομίζω ἄλλο ἐπικίνδυνον: νὰ ἱδρύσωμεν τὸ σωματεῖον.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ ἀποδείξω ὅτι παρὰ τὴν γνώμην τὴν σήμερον δημοσιευομένην ἀπὸ ἕνα διακεκριμένον καθηγητήν, τὸν καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, παρὰ τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκα πολὺ μεγάλην προσοχὴν θὰ ἀποδείξω ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐφαρμοστέον καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ δημιουργοῦν συνεταιρισμοὺς θεμιτούς. Δὲν ἐφαρμόζεται ὅμως ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν πρόκειται νὰ δημιουργήσουν συνεταιρισμοὺς ἐπιδιώκοντας ἀθεμίτους σκοπούς· ὅταν ὅμως αἱ ὀργανώσεις των αἱ ἐπαγγελματικαὶ περιορίζονται εἰς τὰ μέσα ποῦ σᾶς εἶπον, εἶναι θεμιταί. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ποὺ φεύγουν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ πηγαίνουν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι ἐργάται ἀπέναντι ἐργοδοτῶν καὶ ἔρχονται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ Κράτος διὰ τῆς δυνάμεώς των, τότε διαπράττουν πειθαρχικὸν παράπτωμα βαρύτατον, τώρα δὲ διαπράττουν καὶ ποινικὸν παράπτωμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν καλύπτονται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω ὅτι πρώτην φορὰν ρυθμίζεται νομοθετικῶς τὸ ζήτημα αὐτό.
§88Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν εἶναι ἐὰν αἱ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι μᾶς ὡδήγησαν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα δικαιολογοῦν ν’ ἀναγνωρίσωμεν νομοθετικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συμπήξουν σωματεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριλάβουν καὶ 15 χιλιάδας καὶ 20 χιλιάδας. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς διαφωνίας μας. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἤθελε χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐχορήγησεν ἀσφαλῶς, ὅπως τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, θὰ εἶχε διαπράξει ἕνα λάθος, ἀλλὰ λάθος συγγνωστὸν διότι δὲν θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη καὶ ἡ ὁποία μᾶς φέρει καὶ συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διαπράξῃ λάθος, ἀλλὰ λάθος ἀσύγγνωστον κατ’ ἐμέ, διότι ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα τῆς κινήσεως διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι λυπούμεθα.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω πληρέστατα ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ ἔλαβον τοιαύτην ἔκτασιν καὶ τοιαύτην ἔντασιν, ὥστε θὰ ἐδικαιολογεῖτο τὸ Κράτος νὰ καταργήσῃ τοῦ λοιποῦ τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. Ἀναγνωρίζω αὐτό, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ἢ μᾶλλον ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν ἔτσι· ἀλλὰ δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, μία διάταξις μοῦ ἐμπνέει ἀνησυχίαν, ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸν κλάδον τῶν δημοδιδασκάλων. Αὐτὸς ὁ κλάδος περιλαμβάνει 13.500 μέλη. Μία τοιαύτη ὀργάνωσις εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐπικίνδυνος δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, διότι τοὺς παρέχει τὴν ἰδέαν τῆς δυνάμεως ἡ ὁποία εἶναι ὄπισθέν των καὶ ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ὠθήσῃ εἰς παρεκτροπάς. Ὅταν δὲ εἶδον προχθὲς τοὺς λεγομένους διοικητὰς τῆς συνομοσπονδίας, τοὺς εἶπα παραστατικῶς τοῦτο: «Αἱ ὀργανώσεις αὐταί, ἡ συνομοσπονδία ἡ μεγάλη ἀποτελεῖ γιὰ σᾶς φτερὰ ἀετοῦ τὰ ὁποῖα ἔχετε, καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς παρασύρουν εἰς ἐνεργείας καταστρεπτικάς. Τὰ φτερὰ αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ σᾶς τὰ κόψῃ». Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι δὲν κόπτονται ἐπαρκῶς διὰ τὸν κλάδον τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ βραδέως. Ἂς δοκιμάσωμεν, ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ ἡ συγκίνησις τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ σωφρονήσουν ὅλον τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον καὶ εἰδικώτερον τοὺς δημοδιδασκάλους· ἐὰν δὲ δὲν τοὺς σωφρονήσῃ, ἐδῶ εἴμεθα πάλιν. (χειροκροτήματα)
§90Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβε μὲ περισσότερα ἴσως καὶ μὲ ὡραιότερα λόγια ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπε δηλαδή: Ἐγὼ ζητῶ ταῦτα τὰ ὅπλα. Ἐὰν αὐτὰ δὲν εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ φέρω τὸ ἀποτέλεσμα ἐδῶ εἴμεθα, θὰ ζητήσω καὶ ἄλλα, καὶ ἀνέφερε μάλιστα ποῖα θὰ εἶναι. Ἐγὼ ἀντιθέτως νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ὅταν ἀμύνεται ὀφείλει προκαταβολικῶς νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ ὅπλα καὶ νὰ κάνῃ χρῆσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἕως ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ἀσφαλῶς τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἀνάλογα τῶν περιστάσεων αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν. Τὸ ὅπλον σήμερον τῆς στιγμῆς εἶναι ἡ πλήρης ἀπαγόρευσις τῶν ὑπαλληλικῶν σωματείων, τὸ ὁποῖον θὰ συνεπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως καὶ τῶν ὑπαρχόντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὰς προσπαθείας περὶ κηρύξεως πανυπαλληλικῆς καὶ πανεργατικῆς ἀπεργίας. Τὸ Κράτος οὕτω πως καὶ μόνον γίνεται σεβαστόν, ὅταν γνωρίζῃ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πυγμήν του. Καὶ ὅταν λέγω ταῦτα, κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἠρνούμην ἐπ’ ἄπειρον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ κάμουν τοὺς συναιτερισμοὺς διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐπαγγελματικῶν των συμφερόντων. Ἀλλ’ εἶναι ἡ στιγμὴ τοιαύτη, ποὺ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει: ἐγὼ σοῦ δίδω τὰ πολλά, ἀλλὰ θά σοῦ τά πάρω πίσω.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι δὲν λέγω αὐτό. Λέγω: σοῦ δίδω ὅτι εἶναι σωστό. Ἐὰν κάνῃς κατάχρησιν εἰς αὐτὸ θὰ στὸ πάρω πίσω.
§92Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἀντίθετον. Δὲν σοῦ δίδω τίποτα, ἀλλὰ θ’ ἀφήσω νὰ σοῦ δίδω σιγὰ–σιγὰ ὅταν πειθαρχικῶς κινηθῇς, ὅταν ὑπακούῃς στοὺς νόμους, ὅταν πράττῃς τὸ καθῆκόν σου τότε θὰ σοῦ τὰ δίδω τὰ δικαιώματα αὐτὰ λίγα–λίγα ἀλλὰ σταθερῶς καὶ ἐπωφελῶς. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ διαφορά. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν πολιτικὴν σταθεροῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς δράσεως τοιούτων σωματείων· θὰ προβαίνωμεν σιγὰ–σιγὰ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοῦτο μέν ὅτι ἡ ἀφαίρεσις ἐκείνων τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὰς ὁμάδας δὲν ἀνακαλεῖται καὶ τόσον ταχέως, τοῦτο δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ τὸ Κράτος ἀκόμη τὸ ὁποῖον ἀστοχεῖ εἰς τὴν λῆψιν τοιούτων μέτρων χάνει τὸν ἀέρα του, χάνει τὸ κῦρος του, ἂν ζητήσῃ νὰ τὰ πάρῃ πίσω. Ἐγὼ δέ, κύριοι, ὀφείλω ἀδιστάκτως νὰ εἴπω καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε καταλήξῃ ὄχι εἰς τακτικὴν πολιτικὴν ἀλλ’ εἰς προσωρινὸν μέτρον ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, ἐὰν ἤθελε καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ διαλύσεως τῶν σωματείων αὐτῶν θὰ ἦτο ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν ὑγιᾶ Κοινὴν Γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ δὲν νομίζω μόνον ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ σύστασις τῶν σωματείων. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ κάτι ἄλλο, καὶ τοῦτο ἴσως ὑπὲρ τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἶπον, πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἀγνοοῦσα τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τὴν εἰσήγησιν αὐτῆς ταύτης τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, τοῦ νόμου περὶ προστασίας τοῦ Κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ὁ ὁποῖος νόμος δὲν ἐφηρμόσθη.
§93Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἡμέραν ἐφαρμόζεται.
§94Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη οὔτε ἅπαξ. Νόμος ὁ ὁποῖος ἀνέγραψε διαδικασίαν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκκαθαρισθοῦν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἐκ τῶν κομμουνιστῶν ὑπαλλήλων.
§95Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ τὶ διαδικασία;
§96Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὁ νόμος ἀνέγραφεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς κομμουνιστὰς ὑπαλλήλους.
§97Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν ἔτυχε περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου.
§98Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὑπάρχουν τοὐλάχιστον 50 ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα.
§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δώσατέ μου σημείωσιν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, καὶ θὰ σᾶς εἶμαι εὐγνώμων διὰ τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
§100Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν κομμουνισταὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας, ὑπάρχουν δὲ πολλοὶ ἀναμφιβόλως.
§101Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δώσατέ μου αὐτοὺς τοὺς 50, καὶ θὰ σᾶς χρεωστῶ εὐγνωμοσύνην. Θὰ εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀπομακρύνω αὐτούς.
§102Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς δίδω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν ὅτι ἐκ τῶν φοιτητῶν τῆς φιλολογικῆς σχολῆς 300 εἶναι γραμμένοι εἰς τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα. Αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ πάρουν ἐντὸς ὀλίγου τὸ δίπλωμά των καὶ θὰ ἐξέλθουν εἰς τὴν κοινωνίαν.
§103Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἀποδειχθῇ θὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφόν μου ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Πρύτανιν διὰ νὰ ἴδουν τὶ μέτρα θὰ λάβουν. Δὲν μποροῦμε τοὺς κομμουνιστὰς νὰ τοὺς ἀνεχώμεθα καὶ νὰ τοὺς ἀφήνωμεν νὰ παρασκευάζωνται διὰ νὰ μᾶς ἐπιτεθοῦν μίαν ἡμέραν καὶ νὰ μᾶς ἀνατρέψουν.
§104Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλλίτερον θὰ εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἀντὶ νὰ διώκωνται τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παρασύρονται εἰς τὸν κομμουνισμόν, νὰ τοὺς ἀναπτύξουν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου......
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ καϋμένα.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .... ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ κομμουνισμοῦ, καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐνδεικνυομένη πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς κρεμάσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§107Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἔφερεν αὔξησιν τῶν κομμουνιστῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην κατὰ 4 χιλιάδες.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι κομμουνισταί· ὄχι τὰ παιδιά.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν καθηγητὰς κομμουνιστάς.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν δεδηλωμένους, ἀποδεικνύεται τοῦτο ἐκ τῶν συγραμμάτων των.
§111Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ διακόψας συνάδελφος κ. βουλευταί, εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἐδιπλασίασε τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφόρων κομμουνιστῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὀφείλω νὰ τοῦ διορθώσω μίαν παράλειψιν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἐδιπλασιάσθη ἁπλῶς, ἔγινεν ἀκόμη μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ διπλάσιον διότι δὲν ἐψήφισαν οἱ ἑβραῖοι, τὴν τελευταίαν φοράν, ἄλλως ὁ ἀριθμὸς θὰ ἦτο πολὺ μεγαλείτερος.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἑβραῖοι κομμουνισταὶ εἶναι μόνον 600 ἕως 800.
§113Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν ἔγινε κάτι τι τὸ ἐπιζήμιον, εἶναι ἀκριβῶς ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, διότι δὲν διελύθησαν τὰ σωματεῖα τὰ κομμουνιστικά, ὅπως ὑπῆρχε ρητὴ διάταξις. Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα μόνον ἕνα ἢ δύο σωματεῖα διελύθησαν.
§114Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Διελύθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§115Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἕν ἐκ τῶν αἰτίων ἕνεκεν τῶν ὁποίων παρουσιάσθη ἡ αὔξησις αὐτὴ τῶν κομμουνιστικῶν δυνάμεων, εἶναι ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Πολιτικῆς Ἑνώσεως. Ὅλα τὰ μέτρα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑποστηρίζω δὲν εἶναι μέτρα ἀνελεύθερα. Τοὐναντίον εἶναι μέτρα ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Τὸ κοινοβουλευτικώτερον τῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου, ἡ Μεγάλη Βρεττανία, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1927 ὅταν ὑπέβαλε νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεωρήθη παράνομος ἡ γενικὴ ἀπεργία, προσέθεσε καὶ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγορεύετο τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ συγκροτοῦνται εἰς ἑνώσεις. Ἐνῶ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐπροκάλεσεν θύελλαν μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ ἐργατικοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ὁμόφωνον παρουσιάσθη, τὸ δεύτερον μέρος τὸ ἀποβλέπον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐγένετο δεκτὸν σχεδὸν χειροκροτούσης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Τί σᾶς ζητεῖτε σήμερον; Νὰ ἐφαρμόσητε προσωρινῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἐφήρμοσε σταθερῶς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε συναινοῦντος καὶ τοῦ ἐργατικοῦ κόμματος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν αἱ ἀντιλήψεις αἱ ἰδικαί μας περὶ ἐλευθερίας, εἶναι τόσον διάφοροι ἀπὸ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται καὶ εἰς ἄλλας χώρας.......
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φοβοῦμαι ὅτι πλανᾶσθε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Καὶ τὸ λέγω τοῦτο μετ’ ἐπιφυλάξεως, ἀλλὰ ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ Ἀγγλία ἀπηγόρευσε τὰς συνδικαλιστικὰς ἑνώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὄχι τὰ σωματεῖα.
§117Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ κι’ ἐγώ.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὶ ἐννοεῖτε συνδικαλιστικάς, τὸ ἠξεύρετε;
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν ἰδέαν τὴν συνδικαλιστικὴν τὴν σκοτώνομεν διὰ τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ὁμοφώνως εἰς τὴν Βουλήν.
§120Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν σκοτώνουμε.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Φοβεῖσθε τὴν νεκροφάνειαν.
§122Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιθυμία ἡ βαθυτέρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι τὸ Κράτος νὰ ἐξουσιάζῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς ἡ ἔννοια τῆς ἐξουσίας δύνανται νὰ ἀναπληρωθῇ ὑπὸ τῆς ἐννοίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ πῶς δύναται τὰ ἀναπληρωθῇ αὕτη ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ συμβολαίου τῆς μισθώσεως τῆς ἐργασίας τῆς συνδικαλιστικῆς θεωρίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδέα τῆς συνεργασίας διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον νὰ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ τόσον βαθέως ἐκ τῆς συνδικαλιστικῆς κινήσεως; Αὐτὸ πιστεύει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Καὶ ὅταν πράξωμεν ἀντίθετα πρὸς αὐτόν, πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι βουλευταί, καὶ κἄτι ἄλλο. Ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐξέλεξαν τὴν καλλιτέραν στιγμὴν διὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν θέσεως. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω ὄχι διότι πιστεύω ὅτι αὐτοὶ ἀμείβονται πλουσιοπαρόχως, τοὐναντίον δέχομαι καὶ ἐγὼ καὶ αἰσθάνομαι βαθύτατα ὅλας τὰς ἀνισότητας αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν. Βεβαίως εἶναι μία σκληρὰ ἀνισότης, ὅταν ὑπάλληλοι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν αὐτῶν ἐτῶν ὑπηρεσίας ἀποζημιοῦνται καλλίτερον ἁπλῶς καὶ μόνον διότι συμβαίνει νὰ εἶναι ἐπιτηδειότεροι τῶν ἄλλων. Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς πηγαὶ ἀποδοχῶν ἄλλων μέσων, αἱ ὁποῖαι διατίθενται ὑπὲρ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἀπολαμβάνουν ὅλοι. Ὑπάρχουν κύριοι, καὶ ἄλλαι ἀνισότητες· πληρῶνται λ. χ. τὰ αὐτὰ οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ χωρία καὶ εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἀλλὰ ἂν καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, τονίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐξέλεξαν τὴν καλλιτέραν στιγμὴν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν θέσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἐκ τῆς ὁποίας μαστίζονται ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις, ὠθεῖ ὅλους τοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν διατήρησιν ἁπλῶς τῶν κεκτημένων. Δὲν ὠθεῖ κανένα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς θέσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον τοὺς ὁδηγεῖ εἰς ἀγῶνα πρὸς διατήρησιν τῶν κεκτημένων. Ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τὴν ὁποίαν δοκιμάζουν ὅλαι αἱ τάξεις, ἡ μόνη τάξις ἡ ὁποία ὠφελεῖται θετικῶς εἶναι ἡ τάξις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι εἶναι ἡ μόνη τάξις ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τοῦ ἀποτελέσματος τῆς κρίσεως δηλαδὴ τῆς πτώσεως τῶν τιμῶν. Καὶ ἀπολαμβάνει αὐτὴ ἡ τάξις καὶ μόνον ἀσφαλῶς, ἔχουσα ἐξησφαλισμένα τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀντιμετωπίζουν ὑπὸ ὅρους καθημερινῶς χειροτέρους. (χειροκροτήματα). Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὀφείλουν νὰ ἐκτιμήσουν ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν Κοινωνίαν καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν ὑπάρχουσι πολλαὶ κατηγορίαι μισθωτῶν ἢ προνομιούχων, ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ἕν τῶν αἰτίων τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καχεξίας. Παντοῦ, κύριοι, συζητεῖται σήμερον καὶ σκέψεις γίνονται ὅπως μειωθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν θὰ ἦτο, κύριοι, ἄδικον, δὲν θὰ ἦτο σπαραξικάρδιον εἰς τοιαύτην ἐποχὴν νὰ αὐξηθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Καὶ τοιαῦτα ζητήματα δὲν θὰ ἀπετέλουν ἀφορμὴν διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως; Ἀλλὰ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν πλεονεκτοῦν μόνον ἀπέναντι τῶν προνομιούχων ἐκείνων τάξεων. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πλεονεκτοῦν ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν, λοιπόν, αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις ἀραιοῦνται καθημερινῶς λόγῳ τῆς ἀνεργίας ἡ ὁποία ὑπάρχει, μόνον ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οὔτε εἷς πρόκειται νὰ ἀπομακρυνθῇ, καὶ οὐδεὶς πρόκειται νὰ στερηθῇ τῶν ἀπολαυῶν του. Ἐξ ἄλλου, κύριοι, δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονοῦν, ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν κινδυνεύει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν θείαν πρόνοιαν. Ἀναμιγνύεται εἰς ὅλα τὰ ἀτυχήματα, τὰ τραπεζιτικά, τὰ ἐμπορικά, ἐπεμβαίνει εἰς ὅλας τὰς συναλλαγὰς μὲ ἓν πρόγραμμα καὶ μὲ μίαν προσπάθειαν: νὰ μειώσῃ ὑπὲρ ποτε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ κρίσις δημιουργεῖ. Ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν κίνησιν τὴν τρομερὰν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μένει ἄθικτος ἐντελῶς, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἐνοχλεῖται, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἀμύνεται κατὰ πάσης καταιγίδος, εἶναι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος. Ἰδοὺ διατὶ ἐξέλεξαν τὴν χειροτέραν στιγμήν. Ὑπὲρ αὐτῶν εἶναι ὅλα ἀνοικτά: τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως, τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῶν μισθοδοσιῶν, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνοικτὰ καὶ μόνον οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ στενοχωροῦνται. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον μὲ ἐξέπληξεν, ἀλλὰ μὲ ἀπορίαν, κύριοι, εἶδα τὴν ἐλαφρότητα μὲ τὴν ὁποίαν τι ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσουν τὸν ἀγῶνα ἐκείνων.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ τὰ ἐπαγγελματικά; Τὰ ἐργατικὰ εἶναι.
§124Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐργατικά. Λέγω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦν οἱ διευθύνοντες τὰ σωματεῖα αὐτὰ ὅτι ἐνισχύουν ἀγῶνα, ἡ ἐπεκράτησις τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐκσπάσῃ εἰς τὰς κεφαλὰς αὐτῶν τῶν ἰδίων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ σωματείων τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ μὲ ἐξέπλησσεν διότι γνωρίζομεν ὅτι εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς ἡ ἐξάντλησις τῶν οἰκονομικῶν μέσων εἶναι ὁ συνηθέστερος τρόπος. Καὶ παραμένει εἰς ἐμὲ μόνον νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην μου λύπην διὰ τὴν ἐπιπολαιότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται τὰ συμβούλια τῶν διαφόρων ἐργατικῶν ὀργανώσεων. Οἱ διοικοῦντες τὰ συμβούλια αὐτὰ, κύριοι βουλευταί, οἱ δεικνύοντες αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἰς τὸ προλείμενον θέμα ἢ εἰς ἄλλα ἀνάλογα θέματα, ἀποδεικνύουν ὅτι ἐξυπηρετοῦν τὰ σχέδια διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἐγένοντο. Αὐτά, κύριοι, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤθελα νὰ εἴπω. Ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν, ὅτι ἐξέλεξαν τὴν χειροτέραν στιγμήν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Οἱ ὑπάλληλοι ἂν ἤθελον σοβαρῶς νὰ βελτιώσουν τὰς οἰκονομικὰς αὐτῶν συνθήκας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, ὤφειλαν τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ νὰ προτάξουν ἄλλον ἀγῶνα, τὸν ἀγῶνα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἄνευ τοῦ ὁποίου ὅλον τὸ βάρος θὰ ἐπιπέσῃ εἰς βάρος τοῦ ὑπὸ τὸ βάρος ἀφορήτου φορολογίας μαστιζομένου Λαοῦ. Αὐτό, κύριοι, δὲν τὸ πράττουν, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι ἐξέλεξαν τὴν χειροτέραν στιγμήν. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν, ὅτι ὅλαι αἱ κακαὶ περιστάσεις ἔχουν καὶ τὰς ἀγαθὰς των ἀπόψεις. Καὶ ἔργον ἡμῶν ἢ μᾶλλον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἀνωμάλων αὐτῶν περιστάσεων καὶ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ὁμαλότης τοῦ τόπου δὲν ἔσχεν ἴσως τὴν δύναμιν νὰ τὸ πράξῃ νὰ λύσῃ δηλαδὴ τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα ἀκριβῶς ταύτην τὴν στιγμήν, περιορίζουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐφαρμόζουσα κατὰ τοῦτο τὸ προεκλογικὸν αὐτῆς πρόγραμμα. Ἡ στιγμὴ εἶναι κατάλληλος, καὶ χεῖρες προσφέρονται καὶ ἐργασία προσφέρεται. Δὲν ὑπάρχει λόγος, κύριοι, νὰ προσηλούμεθα διαρκῶς πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνστερνισθῶμεν καὶ τὴν ἄλλην. Διότι μία τοιαύτη κατεύθυνσις δὲν ἀπαιτεῖ παρὰ πυγμήν, μὲ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ εἶναι ἐφωδιασμένη κάθε Κυβέρνησις διὰ τὸ γενικὸν καλόν. Τὸ πρᾶγμα βεβαίως δὲν εἶναι εὐχερές, εἶναι δυσχερέστατον, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην ἰσχὺν μοναδικὴν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ χρονικὰ καὶ τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωσεν ὁ ἴδιος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ νὰ λύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἡ εὐθύνη, λέγω, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι παμμεγίστη ἐὰν ἀφήσῃ καὶ παρέλθουν ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Ἰδίᾳ ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη θὰ εἶναι μεγάλη, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία πιθανότης ὅτι ἄλλαι Κυβερνήσεις ἰσχυρότεραι θὰ ὑπάρξουν ποτὲ διὰ νὰ λύσουν τοιαῦτα ζητήματα. Ὅλοι ἡμεῖς, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πᾶν ὅτι, κάμνομεν ἢ πᾶν ὅ,τι πρόκειται νὰ κάμωμεν δὲν ἔχει καμίαν ἀξίαν ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα νὰ στηρίξωμεν τὸ Κράτος. Καὶ πραγματικῶς, κύριοι, τὶ ἀξίαν θὰ ἔχῃ ἐὰν ἀποκαταστήσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἐὰν ἐλαφρύνωμεν τὸν βίον, ἐὰν μὲ ἄλλα λόγια μετατρέψωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς παράδεισον οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικόν, τὶ σημασίαν θὰ ἔχῃ ἐὰν δὲν λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ νὰ στηρίξωμεν τὸν παράδεισον τοῦτον: Καὶ ὁ παράδεισος οὗτος δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ στηριχθῇ ἐὰν δὲν ἀτηριχθῇ τὸ Κράτος. Καὶ τὸ Κράτος δὲν στηρίζεται ἐὰν δὲν ἐνεργῇ κατὰ τρόπον δίκαιον, κατὰ τρόπον πρέποντα, κατὰ τρόπον πειθαρχικὸν τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι Κράτος καὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Οὔτε δύναταί τις νὰ τὸ χωρίσῃ. Ἐνῶ δὲν ἔχει τὴν ἀποστολὴν τὸ Κράτος νὰ ὑπηρετῇ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν ἀποστολὴν ἱερὰν νὰ ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος. (χειροκροτήματα).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἀνασκόπησις, κύριοι βουλευταί, τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος ἐν ὅλῃ του τῇ εὐρύτητι θὰ προεκάλει πιθανώτατα καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐπικρίσεις τεινούσας νὰ προσδώσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ὄψιν κομματικῆς διαμάχης, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κατάλληλοι αἱ παροῦσαι περιστάσεις. Οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἀντιλήψεις ἡμῶν περὶ τῆς πορείας τῆς ὑπαλληλικῆς ὑποθέσεως, θὰ ἐπιφυλάξωμεν τὴν παρατήρησίν μας δι’ εὐθετώτερον χρόνον ὅπως ἀποφευχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν πᾶν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνθάρρυνσις ἔστω καὶ ἀπωτάτη τῶν ἐκτραχηλισμῶν οἵτινες διεσάλευσαν τὴν τάξιν τὴν γαλήνην καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἔχω νὰ παρατηρήσω μόνον εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶπε προχθὲς περὶ τῆς ὑπαλληλικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἦτο ἐπιτροπὴ τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων, ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία κατηρτίσθη παρὰ τοῦ Κράτους καὶ ἡ ὁποία εἰργάσθη ἀφιλοκερδῶς, καὶ διευθυνομένη παρὰ ἀληθῶς διαπρεποῦς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ κ. Τριανταφυλλοπούλου ἔμεινεν μέχρι τέλους εἰς τὴν γραμμὴν τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἐξυψώσεως τοῦ μισθοῦ. Ἐξαιρέσει τῆς ἐλαχίστης παρεκβάσεως, θὰ περιορισθῶ...
§127Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω ὅτι ἂν σεῖς δὲν ἐλέγατε αὐτὰ, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εὐχαριστῶ, θὰ ἐθεώρει καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ εἴπῃ, ἡ ὁποία καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὴ εἶχε καθῆκον νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀποκρούουσα τὰς κατηγορίας ὅτι τάχα συνῆλθον αὐτοβούλως.
§128Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τίποτε εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀνεγίγνωσκον ἕνα κείμενον καὶ τὸ κείμενον ἐκεῖνο ἔλεγεν ὅτι ἦτο ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν κ. Τριανταφυλλόπουλον ἢ Τριανταφυλλᾶκον ἢ Τριανταφυλλίδην, δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις ἐγεννήθη εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων δὲν εἶχε διόλου θέσιν. Ἐξαιρέσει λοιπὸν τῆς μικρᾶς αὐτῆς παρεκβάσεως, θὰ περιωρισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτεινομένων μέτρων ἐν πνεύματι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν προηγηθέντα φίλον συνάδελφον συμπαθείας πρὸς τὴν ὁμαδικὴν συγκέντρωσιν τῶν ὑπαλλήλων ἀλλὰ καὶ ἀποδοκιμασίας καὶ αὐστηρᾶς καταδίκης τῶν παρεκτροπῶν των, καὶ μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐὰν οἱ ὑπευθύνως κυβερνῶντες ἤθελον θεωρήσῃ καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ μέτρου ὑπὸ τὴν παροῦσαν μορφὴν εἶναι ἀναγκαία εἰς αὐτούς. Τὸ νομοσχέδιον θέλει κριθῆ ἀπὸ δύο σημείων: ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματικῆς τοῦ προτεινομένου μέτρου, καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ. Προκειμένου περὶ τῆς συνταγματικότητος, δὲν θὰ ταχθῶμεν οὔτε πρὸς τὸ μέρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἐπεκτείνεται καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ὡς τοιούτων, οὔτε πρὸς τὸ μέρος τῶν ἄλλων τῶν ἰσχυριζομένων ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ἀπορρέον ἐκ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος εἶναι γενικὸν καὶ ἀπόλυτον ὅπως καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς πολίτας καὶ πᾶς περιορισμὸς αὐτοῦ ἀθέμιτος. Τὴν πρώτην ἄποψιν τὴν ὑπεστήριξεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τὴν συνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ μετὰ συνήθους δυνάμεως εἰσηγητὴς αὐτῆς βουλευτὴς Οἰτύλου, τὴν ἠσπάσθη δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας σήμερον καὶ πρὸ τούτου ἡ Κυβέρνησις πεισθεῖσα ἐκ τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων εἰς τὴν συντακτικὴν τοῦ 1927 Συνέλευσιν. Διεξῆλθον καὶ ἐγὼ τὰ πρακτικὰ ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποκρύψω ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ σχηματίσω ἐξ αὐτῶν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ διαστείλῃ μεταξὺ ὑπαλληλικῆς ἰδιότητος τῶν δημοσίων ὑπουργῶν καὶ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς ὑπουργῶν, καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις εἰς μόνην τὴν δευτέραν. Βεβαίως ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἐξεδηλώθησαν γνῶμαι κατὰ τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου συζήτησις, εἰς ἀπόκρουσιν ἰδίως τῆς προτάσεως ἡ ὁποία διετυπώθη, ὑπεδηλώθη μᾶλλον, περὶ περαιτέρω προστασίας τῶν ὑπαλλήλων περὶ κατοχυρώσεως περαιτέρω τῆς προστασίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀναγνωρίσεως εἰς αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Ἀλλ’ ἠκούσθησαν καὶ γνῶμαι ἐντελῶς ἀντίθετοι, καὶ ἦσαν νομίζω αἱ ἐπικρατέστεραι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν εἶναι γενικὸν καὶ ἀπόλυτον ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους πολίτας, οὔτε συνεπάγεται δι’ αὐτοὺς ὅλας τὰς ἐλευθερίας τὰς ὁποίας εἶχον οἱ λοιποὶ τῶν πολιτῶν καὶ δὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ὑφίσταται ὅμως κατὰ τὰ λοιπὰ προστατευόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ ἀποσπάσματά τινα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1927, χαρακτηριστικὰ κατὰ τὴν γνώμην μου τῶν διαθέσεων τῆς συνελεύσεως. Ὁ τότε βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γεωργιάδης ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔθιγε τὸ ζήτημα ἀπεργίας χωρὶς νὰ κηρυχθῇ καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἀπεργῶσιν, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς δηλώσεις του μεταγενεστέρας ρητῶς τὸ ἀπέκρουσεν, ὁ κύριος Γεωργιάδης λέγει ὅτι: (ἀναγινώσκει). Καὶ περαιτέρω εἶχε παρεμβληθῆ μία διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τότε ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον δὲν ἀπεδόθη ὀρθῶς εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ὁποίας ὁ κύριος Γεωργιάδης λέγει ὅτι: «ὁ κύριος ὑπουργός....» (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ἀπεδόθησαν καλῶς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς γεωργίας. Διότι ὁ κ. Γεωργιάδης λέγει «ἐμείναμεν κατ’ ἀρχὴν σύμφωνοι ὅτι τὸ δικαίωμα ὑφίσταται διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους». «Μὲ εἰλικρίνειαν λέγω—ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Γεωργιάδης—ὅτι...» (ἀναγινώσκει). Ἔρχεται κατόπιν καὶ ὁμιλεῖ ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς του εἶναι ὅτι ... (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐξακολουθῶν ἀναφέρει: εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Παπαναστασίου: «ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἰδιαιτέρα διάταξις προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων....» (ἀναγινώσκει). Ἐδῶ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Οἰκονομίδης ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τὸ ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἦτο δὲ ὁ Οἰκονομίδης εἷς ἐκ τῶν σφοδροτέρων πολεμίων κατὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συναιτερίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἀπαντᾷ ὅτι ἡ ἰδιαιτέρα συνταγματικὴ διάταξις θὰ τοὺς ἐπροστάτευεν περισσότερον. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν δὲν ἐνόησε νὰ περιορίσῃ, νὰ ἀποκλείσῃ τῆς συνταγματικῆς προστασίας τοὺς ὑπαλλήλους ὡς τοιούτους. Ἐὰν δὲ εἶχε τὴν τοιαύτην πρόθεσιν, θὰ τὴν ἐξεδήλου διὰ μιᾶς ρητῆς διατάξεως ἢ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. Τοὐναντίον ὅμως ἡ Συνέλευσις ἐπανέλαβε τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἀπὸ τοῦ 1864, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπὸ τὸ Κράτος αὐτῆς τῆς διατάξεως ἔχουν ἀναπτυχθῆ ἀπὸ τοῦ 1911 ὅλαι αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτά, κύριοι δι’ ἡμᾶς ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἀξίαν θεωρητικὴν μόνον, δὲν ἔχουν πρακτικὴν ἀξίαν διότι βεβαίως ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν συμφωνοῦμεν ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν ἔχει τίποτε τὸ τρωτὸν ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον ἀκόμη διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀπόψεών μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἐπὶ τέλους πρακτικῶς θὰ ἦτο δύσκολος ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἰδιότητος, τῆς ἰδιότητος τοῦ ὑπαλλήλου ὡς τοιούτου καὶ τοῦ ὑπαλλήλου ὡς πολίτου. Ἱδρύονται λ. χ. συνεταιρισμοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελοῦνται ἐξ ὑπαλλήλων καὶ μόνον, ἀλλὰ συνεταιρισμοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον σκοπὸν ἀλληλοβοηθείας, σκοπὸν μορφωτικόν. Σύλλογοι θὰ ὠνομάζοντο εἰς τὴν τοιαύτην περίστασιν οἱ συνεταιρισμοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον σκοπὸν οἰκονομικόν, οἰκονομικοὶ κλπ. συνεταιρισμοὶ ἐπιδιώκοντες τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς τῶν ὑπαλλήλων καταστάσεως, ἀλλὰ διὰ νομίμων μέσων. Οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι θὰ ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἢ θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἵδρυσις τοιούτων συνεταιρισμῶν ἐφόσον ἀποτελοῦνται ἐξ ὑπαλλήλων καὶ μόνον. Ἐφόσον θὰ ἐχαρακτηρίζοντο ὡς συνεταιρισμοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας προμηθευτικοὶ κλπ, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔρχονται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς ἐνεργείας τῆς διοικήσεως, θὰ ἐλέγομεν ὅτι ὁ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ περιεῖχε τοιαύτην ἀπαγόρευσιν τῆς ἑνώσεως τῶν ὑπαλλήλων εἰς συνεταιρισμοὺς μορφωτικοὺς καὶ προμηθευτικοὺς εἶναι συνταγματικὸς ἢ ὄχι; Ἡ διάκρισις λοιπὸν εἶναι δυσχερεστάτη μεταξὺ τῆς μιᾶς ἰδιότητος καὶ τῆς ἄλλης ὥστε νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπωμεν ὅτι δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται ἀλλὰ μόγον ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς πολιτῶν, φθάνοντες εἰς πλεῖστα ὅσα ἄτοπα. Ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς ἔχει ἀξίαν θεωρητικὴν μόνον διότι ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς ἔχει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματικότητός του ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀφήνει τὴν ἐξουσίαν τῆς ρυθμίσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τὴν νομοθετικὴν ἀρχὴν εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ προβαίνουν εἰς πάντα περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὸ δύο μόνον περιορισμούς: πρῶτον ὅτι δὲν θὰ ἀπαιτῆται προηγουμένως ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἄλλου ἐξυπακουομένου ὅτι ἡ ρύθμισις δὲν θὰ φθάνῃ μέχρι πλήρους ἐξουδετερώσεως τοῦ δικαιώματος. Ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι καὶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἀγγελόπουλος ὅτι δὲν θὰ ἦτο συνταγματικὸς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἀπηγόρευε τὴν ἕνωσιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων πρὸς ἀλλήλας, διότι νόμος τοιοῦτος μὲ ἀπαγόρευσιν τοιαύτην θὰ ἀπετέλει προσωπικὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διότι ἀντιθέτως τοῦ νόμου πάντα νόμον ὁ ὁποῖος θὰ ἀπηγόρευε τὴν ἕνωσιν τῶν σωματείων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς σωματεῖα ξένα πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἀγγελόπουλος τὸν θεωρεῖ καλῶς ἔχοντα. Τοὐναντίον δὲ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων, διότι τὰ νομοθετικὰ σώματα δικαιοῦνται νὰ μὴ ἐπιτρέψουν τὴν ἕνωσιν τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων πρὸς ξένα σώματα κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον δικαιοῦνται νὰ περιορίσουν τὰς ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ ἀπαγορεύσουν τὸν γενικώτερον συνασπισμόν, ἐφ’ ὅσον ὁ γενικώτερος συνασπισμὸς θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς ἐπικίνδυνος διὰ τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Θεωροῦμεν λοιπὸν ὅτι τὰ προτεινόμενα μέτρα εὑρίσκονται ἐν τάξει πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ συζητῶμεν κατὰ πόσον ἐξ ἴσου ἐμφανίζεται πρόδηλος καὶ ἡ χρησιμότης των. Εἶναι πλέον ἀληθές, ὅτι οὔτε ἠδίκησεν τὰ δίκαια τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων περισσότερον ἀπὸ τὰς ἰδέας τῶν ὀργανώσεων, ἡ προκλητικότης εἰς τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐξετράπησαν ἡ ἐκτροχίασις τῆς γλώσσης ἡ διαρκῶς ἀντιμέτωπος στάσις ἐναντίον τοῦ Κράτους, ἡ πρόταξις τῆς ἀπεργίας διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν των ζητημάτων ἐπέσυρε κατ’ αὐτῶν τὴν κοινὴν δυσφορίαν. Δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ σήμερον ὅτι εἰς ἐποχὴν ἐσχάτης τοῦ Κράτους δοκιμασίας, ἀπὸ τὰς ὑπαλληλικὰς ὀργανώσεις ἀντὶ νὰ ἐκπεμφθῇ τὸ σύνθημα τῆς καρτερίας καὶ αὐταπαρνήσεως πρὸς τὴν κοινωνίαν καλουμένην νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας ἀπαραιτήτους θυσίας, ἐδόθη τὸ παράδειγμα ἀφρόνων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐγωϊστικῶν ἀγώνων. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο αὐτὸ τὸ λυπηρότερον σημεῖον, ἐφ’ ὅσον θὰ ἦτο παροδικόν. Λυπηρότερον εἶναι ὅτι ἀφέθη νὰ καλλιεργηθοῦν ἐντὸς τῶν κόλπων τῶν ὀργανώσεων ἰδέαι σφαλεραὶ καὶ κινδυνώδεις, ἰδέαι ὅτι αἱ ἠθικώτεραι τῶν ὑπαλλήλων ὑποχρεώσεις ἐκπνέουν εἰς τὰς θύρας τῶν γραφείων, καὶ ὅτι ἡ σχέσις ἡ ὁποία τοὺς συνδέει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸ Κράτος εἶναι σχέσις ἐργατῶν πρὸς ἐργοδότην, ἡ ὁποία παρέχει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλουν τὴν ὠργανωμένην των δύναμιν πρὸς ἐπιβολὴν τῶν ἀξιώσεών των. Θὰ συζητήσωμεν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν; Θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ὑπερβολὴ καὶ νὰ κατέλθωμεν μόνον εἰς συζήτησιν. Φαντασθῆτε ποία θὰ ἦτο ἡ ὄψις τῆς δικαιοσύνης ἐὰν οἱ δικασταὶ ἐξερχόμενοι τῶν δικαστηρίων συνεκάλουν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ φρονήματος τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς διαδίκους καὶ ἐδημηγόρουν πρὸς αὐτοὺς ἐν πληθούσῃ ἀγορᾷ, περιλούοντες δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν κατηγοριῶν μίαν τῶν τοπικῶν μερίδων καὶ ἐκθειάζοντες τὴν ἄλλην ἢ ποῖον θὰ ἦτο τὸ κατάντημα τῆς διοικήσεως ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἐκαραδόκουν τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐξόδου των εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ διαπομπεύσουν δημοσίᾳ τοὺς προϊσταμένους των. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους οἱαδήποτε ὁμαδικὴ ἐργασία, πολὺ δὲ μᾶλλον ἡ λειτουργία τοῦ Κράτους θὰ ἀπέβαινεν ἐντελῶς ἀνέφικτος. Ἀλλὰ θὰ κατέρρεεν ἀμεσώτερον τὸ Κράτος, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἡ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διέπεται διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ ἐργοδότου καὶ ἐργατῶν δικαιουμένων εἰς διακοπὴν τῆς ἐργασίας. Τὶ εἶναι ἐπὶ τέλους τὸ Κράτος; Εἶναι ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις τὸ Κράτος, ἡ ὁποία ἐπιδιώκουσα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα κέρδη ἐννοεῖ νὰ κρατῇ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν της χαμηλά, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἀναγνωρίζομεν ὅτι καὶ οἱ ἐργάται δικαιοῦνται νὰ συνασπίζωνται διὰ νὰ μειώσουν τὸ κέρδος τῶν κεφαλαιούχων πρὸς αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων; Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ Κράτους καὶ ὑπαλλήλου; Εἶναι τόσον βαθεῖα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀπασχολήσεων εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ οἱασδήποτε ἄλλης ἐργασίας, ὥστε ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι ἐπιτρέπεται, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην ἀκόμη εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ὑπάλληλοι δὲν χειρίζονται δημοσίαν δύναμιν, διότι καὶ ἐκεῖ οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν ἀντιμέτωπον μίαν κερδοσκόπον ἐπιχείρησιν, ἀλλὰ ἐκπληροῦν μίαν ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἀνεπίδεκτον διακοπῆς. Ἐγὼ δὲν δέχομαι, λοιπόν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας οὔτε εἰς τὰς λεγομένας βοηθητικὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, οὐδὲ εἰς τὰς βιομηχανίας τοῦ Κράτους. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχει, θὰ μοῦ εἴπητε, τὸ Κράτος ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους; καὶ δὲν δικαιοῦνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐγκαταλειπόμενοι νὰ ἐπιζητήσουν τὴν καλλιτέρευσιν τῆς τύχης των; Τίς τὸ ἰσχυρίσθη; Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ ὅτι, διότι ἀκριβῶς οἱ ὑπάλληλοι περιβάλλονται διὰ βαρυτάτων ὑποχρεώσεων νὰ τηροῦν ἦθος ἀνεπίληπτον καὶ νὰ διάγουν βίον εὐπρόσωπον διότι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἡ ἀνάμιξις εἰς πλείστας ἐπιχειρήσεις καὶ ἐργασίας, διότι εἶναι ἀδύνατος ἡ προσφυγὴ αὐτῶν εἰς τὸ μέσον τῆς ἀπεργίας, διότι ἐπὶ τέλους αἱ δημόσιοι ὑπηρεσίαι ὡς ἐκ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν συγκεντρώνουν εἶναι συνδεδεμέναι πρὸς ποικίλους πειρασμούς, φρονῶ, λέγω, ὅτι δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν θὰ ἐπιτρέπεται ἡ σύγκρισις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὰς λοιπὰς ἐργαζομένας τάξεις καὶ ἡ ἐξομοίωσις αὐτῶν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ Κράτος τοὐναντίον ἔχει ἐντελῶς διαφόρους ὑποχρεώσεις: νὰ ἐξαντλῇ ὅλην τὴν στοργήν του πρὸς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς καὶ νὰ ἀσφαλίζῃ εἰς αὐτοὺς ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα τῆς ἀνέσεως. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἤθελον παραλείψῃ τὸ καθῆκον αὐτό, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἀποκλείεται καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους—ποῖος τὸ ἰσχυρίσθη αὐτὸ;—ὅτι ἀποκλείεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους εὔσχημος διατύπωσις τῶν παραπόνων εἴτε καὶ κατ’ ἄτομον εἴτε καὶ διὰ τῶν ὀργανώσεών των, καὶ ἡ προσπάθεια διὰ τῆς πειθοῦς καὶ διὰ τῆς διαφωτίσεως πρὸς καλλιτέρευσιν τῆς θέσεώς των. Εἶναι δὲ νομίζω τόσον ἀλληλένδετος ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀναγκῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, νὰ μὴ ὑποτίθεται ποτὲ ὅτι θὰ ἐκώφευεν οἰκεὶ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὰς παραστάσεις των καὶ ἡ κοινωνία καὶ τὸ κοινοβούλιον. Ἔχουν λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ οἱ ὑπάλληλοι ὑποβολῆς παραπόνων καὶ παραστάσεων διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ παρεκτρέπωνται ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ ἵνα ἐπιζητήσουν τὴν ἐπιβολὴν βίᾳ τῶν δικαιωμάτων των. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν ὑπαλλήλων ἐμφορεῖται ἀπὸ ὑγιεῖς ἀρχὰς καὶ ὅτι εἰς τὴν χορείαν αὐτὴν τῶν σωφρονούντων ὑπαλλήλων ἀνήκουν κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ τὰ μέλη τῆς διοικήσεως τῶν ὀργανώσεών των καὶ τῆς συνομοσπονδίας των, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν ἔπαυσαν τὰ μᾶλλον ἀτίθασα στοιχεῖα νὰ ἐπιρρίπτουν τὴν κατηγορίαν τῆς προδοσίας τοῦ ἀγῶνος καὶ κατηγορίας ἀκόμη δεινοτέρας. Τὸ λάθος των ὑπῆρξεν ὅτι ὁ φόβος τῆς ὑπερφαλαγγίσεως ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἡ εἰσχώρησις, ὄχι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπὴν ἀλλ’ εἰς τοὺς συλλόγους, κομμουνιζόντων ὑπαλλήλων, τοὺς παρέσυρεν εἰς μίαν δρᾶσιν πλέον τοῦ δέοντος ἔντονον εἰς τὰς μισθολογικάς των ἰδίως διεκδικήσεις καὶ ὅτι ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ δισταγμοῦ δὲν ἀπεφάσισαν μέχρι τοῦδε νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ὀργανώσεών των ἀπὸ τοὺς κομμουνίζοντας ὑπαλλήλους. Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ἐλαφρυντικὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅτι ἡ γενικὴ συνομοσπονδία εἶναι ὀργάνωσις ἀρτισύστατος, ἡ ὁποία στερουμένη ἐπαρκοῦς πείρας δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ ἀποκτήσῃ σταθερὸν προσανατολισμὸν καὶ νὰ χαράξῃ τὰς περισσοτέρας της κατευθύνσεις. Τελευταῖον πάντοτε ἐτράπη—καὶ εἰς ἐμὲ τὸ εἶπεν— εἰς σκέψεις περὶ διαγραφῆς τῶν θορυβοποιῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν συνομοσπονδίαν. Εἶχεν ὡριμάσει ἐπαρκῶς καὶ εἶχε προαχθῆ σχεδὸν εἰς ἀπόφασιν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ ἐνισχύει νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς ἀπόψεως τῆς δυνητικῆς τοῦ νομοσχεδίου διατυπώσεως. Ἡ ἀπότομος διάλυσις τῆς συνομοσπονδίας εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐκλαμβανομένη ὡς ἀποτυχία τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, νὰ ἐμβάλῃ εἰς πλείστους τῶν ὑπαλλήλων τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τὴν πικρίαν καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἐδάφη πρόσφορα διὰ τὴν καλλιέργειαν ροπῶν ἀνωμάλων. Ἡ ὁμαδικὴ συγκρότησις τῆς Κοινωνίας, φαινόμενον ὄχι προαιρετικὸν ἀλλ’ ἀπαραίτητον, ἀναπόφευκτο τῆς συγχρόνου ἐξελίξεως, ἔχει ἐξαπλωθῆ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπαρκῶς, ἡ δὲ ὀργάνωσις τῶν ὑπαλλήλων, εὐνοηθεῖσα—καλῶς ἢ κακῶς δὲν σημαίνει—εὐνοηθεῖσα ὑπὸ τῆς νομοθεσίας μας ἔχει ἤδη ἀνδρωθῆ ὡς ἰδέα ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἤρχετο ἀποτόμως, ἐὰν ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἤρχετο ἀποτόμως καὶ διέλυε τὴν συνομοσπονδίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ, νὰ εὕρῃ πολὺ ἰσχυροτέραν τοῦ δέοντος ἀπήχησιν τὸ κακόβουλον κήρυγμα τῆς δῆθεν διώξεως ἐναντίον τῆς ὑπαλληλικῆς τάξεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοὐναντίον ἐλάμβανε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, θὰ ἠδύνατο καταλλήλως χειριζομένη τὸ δικαίωμα αὐτό, νὰ ὠθήσῃ τὴν συνομοσπονδίαν πρὸς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ τὴν καταστήσῃ χρήσιμον καὶ ὄργανον τοῦ Κράτους. Ἄς μὴ λησμονῶμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἱεραρχικὴ τάξις καὶ πειθαρχία εἶναι βεβαίως συνεκτικὴ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι καὶ τοιαύτη ὥστε νὰ ἀπονεκρώσῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ὑπαλλήλων, τὸ θάρρος τῆς γνώμης των, τὴν ἀντίστασιν ἐναντίον ἀνηθίκων καὶ παρανόμων βουλῶν. Ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι προθύμως μεταβάλλονται εἰς τυφλὰ νευρόσπαστα καὶ εἰς διεκπεραιωτὰς ἀτασθαλιῶν, ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαντλοῦν ὅλα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα χορηγεῖ εἰς αὐτοὺς ἡ νομοθεσία, τὸ δικαίωμα τῆς ἐντόνου διαμαρτυρίας ἐναντίον οἱωνδήποτε ἐπιβλαβῶν ἐνεργειῶν, τὸ δικαίωμα μιᾶς ἀκαταβλήτου προσπαθείας πρὸς ἐξύψωσιν τῆς διοικήσεως, εἶναι ὑπάλληλοι ἀνάξιοι τῆς θέσεώς των. Εἰς τὴν τόνωσιν αὐτοῦ τοῦ αἰσθήματος καὶ τῆς φιλοτιμίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς προσπαθείας νὰ μένουν εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, μία ἀρτία ὑπαλληλικὴ ὀργάνωσις, καταλλήλως κατευθυνομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ μεγίστας ὑπηρεσίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐλαστικωτέρας τοῦ νομοσχεδίου διατυπώσεως, ἡ ὁποία δὲν τὴν ἐμποδίζει ποσῶς εἰς τὰς ἐνεργείας της καὶ ἡ ὁποία μόνον θὰ προλάβῃ ἐκμεταλλεύσεις δημιουργούσας καὶ ἐνσπειρούσας ζιζάνια εἰς τὰς ὑπαλληλικὰς τάξεις. Ἀκόμη θὰ παρεκάλουν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἄλλης διατάξεως, ἡ ὁποία προσετέθη τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ εἰσηγήσει τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ταχείας ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σωματείων. Οἱ ὑπάλληλοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ εἶναι ἀδύνατος πλέον ἡ λειτουργία τῶν ὀργανώσεων τῶν κλάδων εἰς τὰς ἐπαρχίας ἰδίως ὅπου ἐλλείψει ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ θὰ ἀποβῇ ἀδύνατος ἡ συγκρότησις τῆς διοικήσεώς των. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος τούτου ἡ διεύθυνσις, ἡ διοίκησις τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων ἔμεινε μέχρι τοῦδε εἰς χεῖρας τῶν μετριοπαθῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀσύστατος ἐντελῶς ὁ φόβος ὅτι διὰ τῆς ταχείας ὑποχρεωτικῆς ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων θὰ περιέλθῃ κατ’ ἀνάγκην ταχέως ἢ βραδύτερα ἡ διεύθυνσις τῶν ὀργανώσεων καὶ εἰς ὑπαλλήλους παραφόρως ἐπιρρεπεῖς πρὸς οἱασδήποτε ἄλλας ροπάς. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποδείξεις αἱ κυριώτεραι τὰς ὁποίας θὰ εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὀφείλω, καταλήγων, νὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσίν μου, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι πρέπει τὸ μέτρον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ διαπιστωθῇ κατὰ τὸν ἐναργέστερον τρόπον, ὅτι ὁσάκις ἀπειλεῖται ἡ εὐρυθμία καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Κράτους ἑνιαία εἶναι ἡ βούλησις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἡ κρατοῦσα γνώμη ἀνήκει εἰς τοὺς ἑκάστοτε βαστάζοντας τὴν εὐθύνην τῆς ἀρχῆς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§131Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀποδίδω ὑψίστην σημασίαν, τὴν πλέον μεγαλειτέραν ὑπὲρ ὅλα, εἰς τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει τῆς προστασίας αὐτῶν, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ καταστοῦν τόσον ἱκανοὶ τόσον ἠθικοὶ ὅσον ἐμπρέπει, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναβιβάσουν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν περιωπὴν ποὺ ἁρμόζει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτό, τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι σχετικὸν μὲ τὸν ὅλον καταστατικὸν χάρτην καὶ ἐπιφυλάσσομαι τότε νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὅπως ἄλλοι περὶ αὐτοῦ. Σήμερον κατέστη ἀναγκαῖον, ἀπαραίτητον, πλέον ἢ ἀπαραίτητον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἕνας ὅρος, ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναβληθῇ χωρὶς κινδύνους διαλύσεως τοῦ Κράτους. Ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι νὰ ἐπανέλθουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικότητα ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἐκτροχιασθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εἴπωμεν καθαρώτερα τὴν ἀλήθειαν, ἔχουν εἰσέλθει ἀπὸ τότε εἰς ἐπαναστατικὴν κατάστασιν. Δὲν μᾶς κάμνει ἡ κατάστασις αὐτὴ τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, διότι δυστυχῶς, καὶ ὅλοι εἰς τοῦτο πταίομεν καὶ οἱ προκάτοχοι περισσότερον, ὅλοι ἠνέχθημεν τὴν κατάστασιν αὐτήν καὶ διὰ τοῦ χρόνου ἐσυνηθίσαμεν εἰς αὐτήν. Εἶναι ὅμως πράγματι αὕτη ἐπανάστασις δημοσιοϋπαλληλικὴ καὶ ἐγὼ πιστεύω, εἶναι δὲ καὶ προφανὲς ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι τὸ κυριώτερον αἴτιον ἂν μὴ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρημπόδισε, μ’ ὅλον ὅτι παρῆλθεν ἀπὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς πλέον τῆς δεκαετίας, νὰ ἐπιτευχθῇ πλήρης ἡ βελτίωσις τῆς τύχης τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅπως καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἐν γένει ἡ πλήρης ἀνόρθωσις τοῦ Κράτους, διότι εἶναι ἀλληλένδετα ὅλα αὐτὰ ζητήματα. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία ἢ ἡ μόνη ὅλων αὐτῶν τῶν δεινῶν καὶ δι’ αὐτὸ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον ὅτι δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναβάλωμεν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς αὐτήν, ἐπαναφέροντες τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ εἰς τὴν Συνταγματικότητα, καὶ πρὸς τοῦτο τὸ μέσον εἶναι ἁπλούστατον. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν νόμους ὅπως ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ εἶναι πειθαρχικοὶ καὶ νὰ παύσουν νὰ εἶναι ἐπαναστατικοί· ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ πρὸς πειθαρχίαν προκύπτει ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται νὰ πράξωμεν διὰ νόμων εἶναι νὰ ὁρίσωμεν τὴν κύρωσιν τῆς παραβάσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὰς βαρυτάτας τῶν ποινῶν διὰ τὴν παράβασιν αὐτὴν τῆς ὀφειλομένης πειθαρχίας καὶ νομιμοφροσύνης. Καὶ ἵνα δείξω ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος γεννᾶται ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὴν πειθαρχίαν, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐξετάσω αὐτὰς τὰς σχετικὰς διατάξεις. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐπιτρέπει τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας μεταξὺ δὲ αὐτῶν κατατάσσονται φρονῶ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ κατὰ τοῦτο ἔχω διάφορον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως μολονότι καταλήγω εἰς τὸ αὐτὸ μὲ αὐτὴν καὶ ὑπερβάλω μάλιστα, δι’ ἄλλης ὅμως ὁδοῦ. Ἐπιτρέπει λοιπὸν τὸ Σύνταγμα εἰς πάντας ὡς καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται, προσθέτει ὅμως «τηρουμένων παρ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τῶν νόμων». Ἀλλά, κύριοι, νόμοι δὲν εἶναι μόνον οἱ κοινοὶ νόμοι, ἀλλὰ νόμοι εἶναι καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αὐτοὶ μάλιστα εἶναι πολὺ γενικώτεροι νόμοι. Λοιπὸν ἔχομεν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος μίαν ἀπὸ τὰς πλέον γενικωτέρας, μίαν ἀπὸ τὰς πλέον θεμελιώδεις, τὴν διάταξιν περὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ πειθαρχεῖν. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους δὲν ἐνασκεῖται ἀπὸ ἕνα μόνον, ἐνασκεῖται ἀπὸ μυριάδας ὀργάνων διότι μύρια εἶναι καὶ τὰ ἐκτελεστικὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους, ἀδιάφορον εἰς ποῖον βαθμὸν ἐνασκεῖται ὑπὸ ἑκάστου ὀργάνου. Ὅταν δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τόσων πολλῶν, διὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ χρειάζεται ἑνότης ἐνεργείας καὶ δι’ αὐτὸ εἰς ὅλα τὰ πολιτεύματα καὶ τὰ μοναρχικὰ καὶ τὰ δημοκρατικά, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἕνας μόνον ἐτέθη, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἢ ὁ βασιλεὺς ὁ μονάρχης ἔχων παρ’ αὐτῷ τοὺς ὑπουργούς. Κάτω δὲ ἀπὸ αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπουργούς του εἶναι τεταγμένα εἰς ἱεραρχικὴν κλίμακα πάντα τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἶναι δηλαδὴ συναφὴς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ἱεραρχία. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἱεραρχίαν εἶναι συναφὴς ἡ ἔννοια τῆς πειθαρχίας. Ἀλλ’ ὅταν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διεκδικοῦν δικαιώματα ἐναντίον τοῦ Κράτους ἢ ἀπέναντι τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν ἢ ἁπλῶς ὑποβάλλουν παράπονα ἢ καὶ γνώμας, πράττουν δὲ τοῦτο εἴτε διὰ συνεταιρισμῶν εἴτε καὶ ἄνευ συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ δι’ ὁμαδικῆς ἐνεργείας, τότε οἱ ὑπάλληλοι καταργοῦν τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ὅταν οἱ ὑπάλληλοι διεκδικοῦν, παραπονοῦνται ἢ γνωμοδοτοῦν μεμονωμένως ἢ προκαλούμενοι ὑπὸ προϊσταμένων δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὰ ἐπιχειρήματά των. Ἐντεῦθεν οὐδὲν κακόν. Ὅταν ὅμως διὰ νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς τοὺς προϊσταμένους ἑνώνονται, συγκεντρώνουν οὕτω δύναμιν, ἡ δύναμις δὲ αὕτη, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐν τῷ σκοπῷ των νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν προϊσταμένων, ἀποτελεῖ ἐκβιασμὸν ἠθικὸν ἢ ὑλικὸν κατ’ αὐτῶν δηλαδὴ ἀναίρεσιν τῆς ἐννοίας τῆς πειθαρχίας, τῆς ὑποταγῆς. Ἐκ τοῦ Συντάγματος λοιπὸν προκύπτει ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὴν πειθαρχίαν, ἐκ τοῦ Συντάγματος προκύπτει ὅτι ὁμαδικαὶ ἐνέργειαι αὐτῶν ἔναντι τῶν προϊσταμένων ἀποτελοῦν ἀναίρεσιν τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ὑπηρετήσατε οἱ περισσότεροι εἰς τὸν στρατόν, ὅσοι δὲν εἶσθε ἀπαλλαγέντες, ὁπωσδήποτε δὲ ὅλοι θὰ ξεύρετε ὅτι εἰς τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας στρατοῦ ὅπως ἄλλως τε καὶ εἰς τοὺς στρατοὺς τῶν ξένων, καὶ εἰς τὸν τελευταῖον στρατιώτην διὰ τὸ ἐλάχιστον παράπονον ἐπιτρέπεται νὰ ἀνέλθῃ ὅλην τὴν κλίμακα τὴν ἱεραρχικήν, νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ὑπουργόν, εἰς τὸν πρωθυπουργόν, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ παραπονεθῇ. Ἀλλ’ ἀπαγορεύεται καὶ θεωρεῖται στάσις νὰ πράττουν τοῦτο ὁμαδικῶς οἱ στρατιῶται ἢ βαθμοφόροι ἔναντι τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Μεταξὺ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ὑπάρχει διαφορά. Καὶ ὁ μὲν καὶ οἱ δὲ εἶναι ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πάντως ὀφείλουν πειθαρχίαν. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι διὰ τὴν παράβασιν τῆς πειθαρχίας ταύτη, αἱ συνέπειαι διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς δέον νὰ εἶναι βαρύτεραι, παρὰ διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους.
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μπορεῖτε νὰ μᾶς πῆτε τὴν τροπολογίαν;
§133Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ συνεταιρίζωνται διὰ σκοποὺς καταναλώσεως, ἢ δὲν ξεύρω διὰ ποίους ἄλλους οἱουσδήποτε σκοπούς, ἀλλὰ ἀπέναντι τοῦ Κράτους δὲν μποροῦν νὰ συνεταιρίζωνται οὔτε ὁμαδικῶς νὰ ἐνεργοῦν δι’ ὅτι δήποτε ζήτημα οὔτε καὶ διὰ παράπονα ἀκόμη ἢ καὶ ὑποβολὴν γνωμῶν ὅταν δὲν καλοῦνται ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν.
§134Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀντιτίθεσθε εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§135Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπερβάλλω. Αὐτὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔναντι τῶν προϊσταμένων των ἔναντι τοῦ Κράτους. Οἱ ὑπάλληλοι ὁμαδικῶς οὐδὲν δύνανται νὰ κάμουν ἔναντι αὐτῶν. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ πάντα δικαιοῦνται. Αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις ἐπεκράτουν κατὰ τὴν προπολεμικὴν περίοδον. Ἀπορῶ διατί τινὲς ἤδη μετέβαλαν ταύτας. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐὰν κάμνουν ὑποχωρήσεις τινάς, τὸ πράττουν διότι ἠνέχθησαν ἐπὶ μακρὸν χειροτέραν κατάστασιν. Δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν πλήξουν τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀμέσως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδέχθησαν συμβιβασμόν. Ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν καμμίαν πόρταν ἀνοικτήν. Πρὸς τὰς προπολεμικὰς ἀντιλήψεις εἶναι ὑπόχρεοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ συμμορφωθοῦν. Διὰ τὴν βελτίωσιν δὲ τῆς θέσεώς των ὀφείλουν νὰ στρέψουν τὴν προσοχήν των πρὸς τοὺς συνεταιρισμοὺς καταναλώσεως, ὅπως καὶ πρὸς συλλόγους ἐπιστημονικοὺς ἢ τεχνικοὺς διὰ τὴν ἐξύψωσιν τῶν κοινοτήτων, ἀφήνοντες τὰ λοιπὰ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν προϊσταμένων. Νομίζετε ὅτι ὑπερβάλλω, ἀλλὰ τοποθετῶ τὰ πράγματα ὅπως θέλει τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔναντι τοῦ Κράτους καὶ τῶν προϊσταμένων οὐδὲν ὁμαδικῶς δύνανται νὰ πράξουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ὅμως πλήρη ἔχουσιν ἐλευθερίαν ὅπως καὶ οἱ πολῖται νὰ συνεταιρίζωνται.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται κατὰ περιόδους, ἔσχε καὶ τελευταίως μίαν ἐμφάνισιν, ἡ ὁποία ἴσως ἐγένετο κατὰ τρόπον ὥστε καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη ν’ ἀνησυχήσῃ. Καὶ εἴδομεν ἀληθῶς ὅτι οἱ ἔμποροι καὶ τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ ἐπιμελητήρια ἔσπευσαν διὰ ψηφισμάτων νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἵνα λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἀποφυγὴν οἱουδήποτε ἐκτρόπου ὡς καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς ν’ ἀπευθύνουν ἔκκλησιν ἵνα μὴ διαταραχθῇ ἡ κοινὴ ἡσυχία. Εἶναι κατάδηλον συνεπείᾳ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτου, ὅτι ἀληθῶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν προκειμένῳ ἀνεξαρτήτως τοῦ ποίας φύσεως ἦσαν τὰ αἰτήματά των, εἴτε ἀπολύτως δικαιολογημένα εἴτε μὴ εἴτε καὶ ἀδικαιολόγητα, δὲν ἐτήρησαν τὸν ἀπαιτούμενον, τρόπον πρὸς ἐπιδίωξιν αὐτῶν. Τοῦτο οὐδεὶς εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι καταδικάζω ἀπολύτως τὸν τρόπον αὐτόν. Ἀλλά, κύριοι, ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον γενικῶς μία κατακραυγὴ ὑψώθη κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται, ἀκόμη δὲ περισσότερον, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος μετὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὄχι μόνον ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ διανοητικότης τοῦ λαοῦ, αἱ παλαιότεραι κρατοῦσαι ἀρχαὶ δὲν εἶναι τόσον στερεαί. Ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὰς ἰδικάς μας ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, τοὺς ἐμφυλίους σπαραγμούς, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἔδωσαν σοβαρὰν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑπόστασις τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὑπῆρξαν ἀφορμή, ὥστε οἱ ὑπάλληλοι νὰ μὴ βλέπουν τὸ Κράτος εἰς μίαν ἀνωτέραν πάντοτε ἀρχήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔδωσε καὶ μίαν ἀφορμὴν αὐτὸς ὁ ἐσωτερικὸς σπαραγμός. Εἰσήχθησαν καὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὰς παλαιοτέρας περιστάσεις δὲν θὰ εἰσήγοντο. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ δικαιολογήσω καθόλου τὴν στάσιν τῶν ὑπαλλήλων λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ σημεῖα αὐτά, διὰ νὰ τονίσω τὴν ἀνάγκην κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ὑπαλλήλων. Ὑπάρχουν κακοὶ ὑπάλληλοι; Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δύναται οὔτε κἂν σκέψις νὰ γίνῃ περὶ καταργήσεως, ὅταν τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ χρόνος σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τῆς βάσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Τοῦτο θὰ ἦτο ἡ χειροτέρα καταστροφὴ τοῦ ὑπαλλήλου, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κύριον στοιχεῖον ἵνα διατηρηθῇ ὁ ὑπάλληλος ἐν τῇ πειθαρχίᾳ εἶναι τοῦτο νὰ εἶναι ἡ θέσις του ἀπολύτως ἀσφαλής. Ἡ δὲ θέσις τοῦ ὑπαλλήλου δὲν ἀσφαλίζεται ἄλλως πως, εἰμὴ διὰ τῆς μονιμότητος. Καὶ ἡ μονιμότης αὐτὴ δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ μονιμότητος, νὰ κάμῃ ἐκκαθάρισιν καὶ πάλιν βεβαίως νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ. Διότι οὕτω θὰ ἠμποροῦσε μία ἄλλη Κυβέρνησις βραδύτερον ἐκ νέου νὰ καταργήσῃ τὴν μονιμότητα καὶ τότε τὶ τοὺς ὑπαλλήλους, κύριοι θὰ εἴχατε, τὶ μονιμότητα; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ θεωρήσω τὰ λεχθέντα σχετικῶς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς μονιμότητος, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐν τῷ μέλλοντι ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀποτελέσματα ἐλλείψεως ψυχραιμίας.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προειδοποίησις τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα καθῆκον νὰ κάνω.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ὡς προειδοποίησις δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ καταργήσῃ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων.
§140Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν φθάσωμεν εἰς ἀναρχίαν; Ὀλιγώτερον κακὸν θὰ ἦτο αὐτό;
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε τοὺς νόμους, κ. Πρόεδρε, ἔχετε τὸν νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις φυσιολογικῶς. Αὐτὸς ἦτο ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἡ φυσιολογική των ἐκκαθάρισις. Δι’ αὐτὸ ἀπορῶ καὶ λέγω ὅτι ἴσως τὸ λεχθὲν παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἦτο ἀποτέλεσμα ἐλλείψεως ψυχραιμίας ἐκ τῆς ὀργῆς σας εἰς τὴν ὁποίαν ἐκινήθητε ὡς ἐκ τῆς στάσεως τῶν ὑπαλλήλων. Διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι εἰς ἄλλην σας ὁμιλίαν ὑπὸ ἠρεμωτέρους ὅρους ἐκεῖ εἴπατε ὅτι βεβαίως ἡ μονιμότης εἶναι στοιχεῖον ἐπιβλαβὲς πολλάκις διὰ τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον, ἀλλ’ εἶναι καὶ τόσον ἀναγκαία, ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν καταργήσωμεν καὶ δι’ αὐτὸ τότε ἐθεωρήσατε ὅτι τὰ νομοθετικὰ σώματα ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται ὀλιγώτερον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιδοθῇ περισσότερον εἰς τὴν διοίκησιν. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑπηγορεύθη πρὸ παντὸς ἐκ τοῦ φόβου ὁ ὁποῖος ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξουν εἰς ἀπεργίαν. Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς δικαίωμά του ἢ ὡς μέσον θεμιτὸν τὴν ἀπεργίαν, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην. Ἡ ἀπεργία ἐθεωρεῖτο ὡς μέσον θεμιτὸν μεταξὺ προσώπων ἴσων καὶ συμβαλλομένων καὶ ἐπετράπη εἰς τὸν ἐργάτην ν’ ἀπεργήσῃ, ἵνα ἐπέλθῃ ὡς ἀντιστάθμισμα κατὰ τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλ’ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἔχει ἀντίπαλον τὸ Κράτος. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὑπακούει εἰς μία διάταξιν νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν προσλαμβάνεται ὡς ὑπάλληλος. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν ρυθμίζονται καὶ αἱ σχέσεις του μετὰ τοῦ Κράτους. Μεταξὺ δὲ τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι ὁ μισθός. Βεβαίως μεταξὺ τῶν διαφόρων συγγραφέων ἠμφισβητήθη ἐὰν δύναται ὁ ὑπάλληλος νὰ καταλήξῃ καὶ εἰς ἀπεργίαν καὶ ὑπῆρξαν καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπέκρουσαν τὴν ἀπεργίαν τῶν ὑπαλλήλων. Πολλοὶ διακρίνουν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξουσίαν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἁπλῶς διαχείρισιν. Ἀλλ’ ὀρθώτατα παρετηρήθη, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξουσίαν τινὰ ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπηρέται ἁπλῶς, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν βιομηχανικὴν ἢ χειρονακτικὴν ἐργασίαν, οὔτε αὐτοὶ δύνανται νὰ ἔχωσι δικαίωμα πρὸς ἀπεργίαν διότι πάντοτε ἐκτελοῦσι μίαν ὑπηρεσίαν δημοσίαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Εἶναι χαρακτηριστικὸν τὸ λεγόμενον περὶ τοῦ δημοσίου Γάλλου δημοσιολόγου Barthelemy ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι καὶ ὁ θυρωρὸς τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ βλάψῃ σπουδαιότατα τὴν στιγμὴν κατὰ ὁποίαν σκεφθῇ ν’ ἀπεργήσῃ, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις. Δὲν νομίζω λοιπὸν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν δικαίωμα πρὸς ἀπεργίαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπεργία ἔχει καταδικασθῆ διὰ νόμου σήμερον, οὐχὶ τελευταίως, διὰ νόμου ὁ ὁποῖος ἐγένετο παρὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε ὑπάρχει καὶ ὁ ποινικὸς νόμος ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὴν ρητὴν διάταξιν ὅτι, ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον συσσωματωθῇ ἐπίτηδες κατὰ τοῦ Κράτους τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν 2–5 ἐτῶν. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψις ἐπεκράτει ἔκπαλαι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἠμφισβητήθη κατὰ πόσον ἰσχύει ἡ διάταξις αὐτή, ἀλλ’ ἔχομεν τὸν τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τιμωρεῖται ἡ ἀπεργία. Καὶ μάλιστα ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει καὶ μίαν διάταξιν ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου διότι ὅπως γνωρίζετε διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόπειρα πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα συντετελεσμένα, ἐνῶ ἐδῶ ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων τιμωρεῖ καὶ τὴν ἁπλῆν ἀπόπειραν καὶ τὴν ἁπλῆν συνεννόησιν ὡς ἀπόπειραν ἀπεργίας.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἀκριβέστερον τὴν τιμωρεῖ μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀπεργίας, καὶ δὲν τὴν θεωρεῖ ἀπόπειραν.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα ἀλλὰ οὐσιαστικῶς εἶναι τὸ ἴδιον. Λοιπὸν εἶναι νόμος πολὺ αὐστηρὸς μὲ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ παταχθῇ οἱαδήποτε κίνησις πρὸς ἀπεργίαν. Λέγω ταῦτα διότι νομίζω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς σπουδῆς πρὸς λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων διὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὰ ἐφόδια, καὶ τὸ Κράτος δὲν παρίσταται ἄοπλον καθ’ οἱασδήποτε ἀναρχικῆς κινήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, ἔχομεν τοὺς πειθαρχικοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἐπαρκῶς προστατεύουν τὸ Κράτος. Τώρα θὰ μοῦ εἴπετε, ὁ νόμος αὐτὸς παρέλκει ἐντελῶς καὶ νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ; Δὲν λέγω τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπεν ἡ ψήφισις ἑνὸς νόμου ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ τακτοποιήσῃ μίαν κατάστασιν τῶν τῶν ὑπαλλήλων νὰ μὴ ἦτο μεμονωμένος, νὰ ἤρχετο ταὐτοχρόνως, μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν γενικώτερον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐρρυθμίζετο ὅλη ἡ κατάστασις τῶν ὑπαλλήλων δηλαδὴ μετὰ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ κανονισμοῦ τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ συνταρράσσει τὴν ὑπαλληλικὴν τάξιν πρὸ πολλοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ καταστατικὸς χάρτης τῶν ὑπαλλήλων, ἕνα σχέδιον τούτου, εἶχεν παρουσιασθῆ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπῆρξεν Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ μὴ διαβεβαιώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ὅτι θὰ ψηφίσῃ τὸν καταστατικὸν χάρτην. Ἀλλὰ δὲν ἦτο εὔκολος ἡ ψήφισις, ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς ἵνα μελετηθῇ. Εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν τοὐλάχιστον Κυβέρνησιν δὲν ὑπῆρχεν ἀναντιρρήτως ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων σπουδαίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Οἰκουμενικὴ νὰ κανονίσῃ ὁ χρόνος της ἦτο βραχυτάτης διαρκείας μόνον 8½ μηνῶν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸν ἀναβάλλομεν ἐπ’ ἀόριστον. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ Κράτος δὲν σκέπτεται σοβαρῶς νὰ ρυθμίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ ὡς ἀκούσατε καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀγορητάς, καὶ ὡς πολὺ καλῶς γνωρίζετε σεῖς οἱ ἴδιοι, πάντες γνωρίζετε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ὑπάρχουν πάμπολλα ὑπαλληλικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην νὰ τακτοποιηθοῦν. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κύριον, τὸ κινοῦν τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἂς μὴν θέλωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας—εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κινοῦν αὐτούς. Ἰδοὺ εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε τὴν ὀφειλομένην τακτικήν, δὲν εἶμαι πάντως τῆς γνώμης, καὶ ὀφείλω εὐθὺς νὰ τὸ δηλώσω—ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, πολλοῦ γε καὶ δὴ τὸ Κράτος μας, εὑρίσκεται ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις οἰκονομίας, ἡ κοινωνία δὲ ἀκόμη περισσότερον, ὥστε εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱανδήποτε θυσίαν ν’ ἀπαιτήσωμεν, ἔστω καὶ τὴν ἐλαφροτέραν ἀπὸ τὸν Λαόν, ἵνα αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τοῦτο θὰ εὑρεθῶμεν ὑποθέτω πάντες σύμφωνοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὑπάρχουν ὅμως ἄλλα σημεῖα εἶναι αἱ ἀνισότητες αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν. Καὶ δύναμαι ἀκόμη νὰ εἴπω ὅτι ἂν ὑπῆρχεν ἡ προσήκουσα ρύθμισις τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος, ἴσως ἐφθάναμεν ἀκόμη καὶ εἰς μείωσιν τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας κάμνωμεν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως ἀρχικῶς ἐξ ὅσων ἔχω ὑπ’ ὄψιν, εἰς τοῦτο ἔτεινε. Διότι εἰς τὸν προεκλογικὸν λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του νὰ μειώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἶπεν ὅτι: ἄλλοι μὲν λέγουσι νὰ μειωθῇ κατὰ 5.000 ἄλλοι δὲ ὅτι δύναται νὰ μειωθῇ κατὰ 10.000. Ἀλλὰ κατόπιν διεκήρυξεν ὁ ἴδιος ὅτι αὐτὸ εἶναι μία πλάνη εἰς τὴν ὁποίαν ἐξωθήθη ἐκ μελέτης τινὸς ἢ ἄρθρων τινῶν τὰ ὁποῖα ἔγραφε καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Διεκήρυξε πάντοτε ὅμως ὅτι θὰ συμπληρωθοῦν αἱ θέσεις αἱ κενούμεναι παρὰ τῶν ὑπαλλήλων.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι γενικῶς.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἴτε γενικῶς ἐλέγετο εἴτε μερικῶς τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ ἴδιον σχεδόν. Γνωρίζω ὅτι κατ’ ἐπισήμους πίνακας τοὺς ὁποίους ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐπληροφορήθην ὅτι ὄχι μόνον συνεπληρώθησαν, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβησαν τὸν ἀριθμόν.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ σήμερον, ἢ νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι σφαλερὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ἐλαττώσωμεν Α ἢ Β ἀριθμὸν ὑπαλλήλων ὅτι θὰ περικόψωμεν τόσον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ἡ ρύθμισις τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος εἶναι ζήτημα ρυθμίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Πρέπει νὰ ρυθμίσωμεν τὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖος ἀριθμὸς θὰ χρειασθῇ. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν τὴν ἐκ τύχης ἀποχώρησιν τῶν ὑπαλλήλων.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὴν τὴν μελέτην κάμνομεν τώρα.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χαίρω πολὺ δι’ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν θὰ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς ἀποχωροῦντας ὑπαλλήλους εἴτε διότι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, εἴτε διότι ἀποχωροῦσι δι’ οἱονδήποτε λόγον, δὲν εἶναι ὀρθόν, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ζήτημα ρυθμίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Αὐτὰ τὰ αἴτια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐπέδρασαν εἰς ἕνα ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνωμαλίας αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν τῷ ὑπαλληλικῷ κόσμῳ ὡς ἐκ τῶν αἰτιῶν τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ἐπείγει ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δύνασθε ἀκόμη καὶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς φυσιολογικῆς ὑποχωρήσεως νὰ εὕρητε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ὅτι ὑπάρχουν ὑπάλληλοι πολλοὶ κομμουνίζοντες. Δύνασθε νὰ ἀπαλλάξητε τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἀπὸ τοιούτους ὑπαλλήλους. Δι’ αὐτὸ ὡς ἐτονίσαμεν προηγουμένως νομίζομεν ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ρυθμισθῇ μὲ τὸν καταστατικὸν χάρτην. Ποῖον κίνδυνον φοβεῖσθε, τὸ μεγαλείτερον κτύπημα κατὰ τῆς ἀπεργίας εἶναι ἡ Κοινὴ Γνώμη ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ δεχθῇ ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἔχετε τὸν νόμον. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ νομίζω, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἡ λῆψις τοιούτων μέτρων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσῃ ὅπλον εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσον πολλοί, ὥστε νὰ θεωρήσουν τοὺς συντηρητικοὺς ὡς ἀστόχους. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς δώσωμεν αὐτὸ τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου περισσότερον θὰ ἐπετείνουν τὴν κατὰ τῶν συντηρητικῶν καὶ πειθαρχικῶν ὑπαλλήλων ἔχθραν καὶ θὰ ἀναπτύξωμεν μίαν διένεξιν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἀναπτύξωμεν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων μίαν ἔχθραν. Καὶ θὰ κατηγορῶσιν οἱ μὲν τοὺς δὲ ὅτι ἐὰν ἤμεθα ζωηρότεροι θὰ ἐπετυγχάνετο αὐτό, καὶ θὰ ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς λέγουν ὅτι, ὑπήρξατε ζωηροὶ καὶ ἐχάσαμεν τὰ δικαιώματα ποῦ εἴχαμεν. Τοιαύτη ἀφορμὴ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς στοιχεῖον ἐπικρατήσεως τῶν ἀριστεριζόντων ὑπαλλήλων. Δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην οὔτε νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν, ἀλλ’ ἐν πάσει περιπτώσει νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ εἰδικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, δηλαδὴ νὰ θέσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος αὐτὸς νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν διὰ διατάγματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τί κίνδυνος θὰ ὑπῆρχεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος ὁ νόμος αὐτὸς σήμερον; Οὐδείς· διότι εἰς πᾶσαν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ οἱοσδήποτε κίνδυνος, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἐφαρμογήν, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν μαζὺ μὲ τὸν καταστατικὸν χάρτην. Διότι ἀληθῶς ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀξιοῦμεν πειθαρχίαν............. διότι ἄνευ τῆς ἐννοίας τῆς πειθαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι ὑπάλληλος σημαίνει πειθαρχία, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε Κοινοβουλευτικὸς βίος νὰ ὑπάρχῃ, διότι πῶς θὰ ζητήσαμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν διὰ τὴν Α ἢ Β πρᾶξιν, ἔταν ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ λέγῃ τὶ νὰ κάμω; ἡ μονιμότης μὲ κάμνει νὰ μὴ τὸ κάμω. Διὰ νὰ ἀξιοῦμεν τοῦτο ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἐξασφαλίσωμεν ἀπολύτως τὴν θέσιν των καὶ τὴν προαγωγήν των. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, καὶ θέλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἐν ἰσχύει ὡς εἶπον, ἢ νὰ τὸν ἀφήσωμεν μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ καταστατικοῦ χάρτου καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοιαύτη ἦτο κατ’ ἀρχὰς ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως.
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τώρα περαιτέρω, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς ἀπεργίας, ὁ νόμος οὗτος ἀποβλέπει κυρίως νὰ περιορίσωμεν τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν χρειάζεται πολλὴ ἀνάλυσις ἐὰν οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν ὑπαλλήλων προστατεύωνται ἢ ὄχι ὑπὸ τοῦ διατάγματος. Δύναμαι μόνον νὰ εἴπω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἶναι ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐξ αὐτῆς τῆς κοινωνικότητος τῶν ἀνθρώπων καὶ πολλὰ ὑπῆρξαν τὰ παραδείγματα πρὶν ὑπάρξουν συντάγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα προήχθησαν οἱ συνεταιρισμοί. Εἰς τὴν συνέλευσιν τοῦ 1864 ἐζήτησαν νὰ ἐξαιρεθοῦν ὄχι διὰ οὐσιαστικοὺς λόγους, ἀλλὰ διὰ τυπικούς, διότι τοῦτο μόνον ἀποτελεῖ καινοφανές τι γραφικόν διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπῆρχε πάντοτε. Καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ὑπῆρχαν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ βάσις τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὴν ὁποίαν δέχονται ὅτι πηγάζει ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἢ πολλοὶ ὁμοῦ ἢ εἷς ἕκαστος, τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς τὰς ἀρχάς· ὅταν εἶναι πολλοὶ ὁμοῦ νὰ ἀναφέρωνται, τὶ θὰ κάμουν; Κατὰ τὸ Σύνταγμα Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἐπεκταθῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σημασίαν διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, καθὼς καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα προηγούμενα, ὁρίζεται ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναγνωρίζεται ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ τηροῦνται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ὥστε εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους δύνανται νὰ ρυθμίσουν τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Τώρα μέχρι τίνος βαθμοῦ δύναται νὰ ἀχθῇ ἡ ρύθμισις αὕτη, ὥστε νὰ μὴ προσβάλληται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Εἶναι κρίσις, κατὰ τὴν συγκεκριμένην περίστασιν, ἐὰν ἔλθῃ ἕνας νόμος καὶ εἴπῃ ὅτι: ναὶ ἐπιτρέπεται ὁ συνεταιρισμὸς μὲ τρεῖς ὑπαλλήλους (très faiuntcolle gium), τοῦτο εἶναι ἀναγνώρισις ἢ ἐμπαιγμὸς τοῦ δικαιώματος; Θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συγκεκριμένην περίστασιν. Ἀλλὰ ὅτι δύναται νὰ ρυθμισθῇ ἐσωτερικῶς τὸ ζήτημα τῶν συνεταιρισμῶν, τὸ θεωρῶ ὡς ζήτημα νομοθετικόν. Φρονῶ ὅτι ἓν ζήτημα ἔχει ἀξίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν σχετικὸν νόμον, ἐὰν εἶναι συνταγματικῶς, προστατευόμενον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὄχι, τὸ δὲ κατὰ πόσον ἡ διάλυσις αὐτὴ πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἢ πρέπει νὰ γίνηται διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.....
§152Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προτείνω τροποποίησιν ὅπως ἀπαγγέλλεται διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διὰ νὰ μὴ γεννᾶται ζήτημα.
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν γίνεται ἡ μεταβολὴ αὐτή, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἔμενεν ὡς συνέπεια τοῦ νόμου, εἶναι ὅτι ἐφ’ ὅσον τίθεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς..... Τώρα ὑπάρχουσι μερικαί τινες μικρολεπτομέρειαι ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρα. Ἕν μόνον ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι διαφωνῶ εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δίωξις θὰ γίνεται συνεπείᾳ ἐγκλήσεως καὶ θὰ περιορίζεται μόνον εἰς ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας θὰ γίνεται ἡ ἔγκλησις. Εἶναι προφανὲς πόσον βεβαίως ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην διὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη ἡ διάταξις καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ χάσῃ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θέσῃ εἰς τὴν φυλακήν. Ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ μὴ χάσετε ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ ὁρίσητε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο· διότι ἂν ἀφήσητε τοῦτο εἰς τὴν ἀρχήν, διατρέχετε τὸν μέγιστον κίνδυνον νὰ διαπραχθῶσι πολλαὶ ἀδικίαι, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κυρίως θὰ ὁρίζῃ τοὺς ὑπαιτίους.
§154Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἁρμοδιωτέρα νὰ γνωρίζῃ ποῖοι πρωτοστατοῦν.
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ποῖος θὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν θὰ κρατήσῃ τοὺς εὐνοουμένους;
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἔχῃ εὐνοουμένους τοὺς ζητῶντας τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Κράτους. Εἶναι μικρότερον τὸ κακὸν ἂν κρατηθοῦν καὶ 2–3 πρόσωπα παρὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ καταγγέλλωμεν.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ πιάσετε τοὺς πρωταιτίους.
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναται τοιοῦτος νόμος νὰ θεωρηθῇ νόμος ἐπὶ αὐτῶν τῶν σκέψεων. Εἶναι νόμος στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐθαιρεσίας.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν εἶναι.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπολύτως τὸ λέγω καὶ ἐπιμένω εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄν μεταξὺ τῶν καταγγελθέντων περιληφθοῦν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εὐθύνωνται, θ’ ἀθωωθοῦν.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ μὴ εὐθυνομένους.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φοβεῖσθε ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καλύψῃ μερικοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους θὰ θέλῃ; Μικρότερον τὸ κακὸν παρὰ νὰ καταδικασθοῦν δεκάδες χιλιάδες ὑπαλλήλων.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ βάλετε εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλετε. Νὰ εἰπῆτε: καταδικάζονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι πρωταίτιοι.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖοι εἶναι πρωταίτιοι; Πρωταίτιοι εἶναι οἱ διοικοῦντες. Ἀλλὰ ἠμπορῶ νὰ μὴ θεωρῶ ὅτι μοῦ ἀρκοῦν 15 πρόσωπα καὶ νὰ φροντίσω νὰ κανονίσω ἕνα ποσόν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν ποὺ θὰ μοῦ δώσῃ ἡ ὑπηρεσία θὰ διατάξω τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων.
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ θὰ κρίνῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Ἀθῶος δὲν θὰ πάθῃ, ἔνοχός τις ἴσως καλυφθῇ ἀλλ’ ἀθῶος δὲν θὰ πάθῃ.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔνοχοι εἶναι ὅλοι. Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἀπήργησαν, εἶναι ἐξίσου ἔνοχοι. Κατ’ ἀνάγκην ὅμως δὲν θὰ τιμωρήσω ὅλους. Πῶς ἄλλως θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἄν τοὺς στείλω ὅλους νὰ κρίνῃ τὸ δικαστήριον ποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι, πρέπει νὰ σταματήσουν τὰ σχολεῖα καὶ τὰ λοιπὰ διὰ νὰ τοὺς κρίνῃ τὸ δικαστήριον.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι δυνατὸν νὰ κάνῃ καὶ χαριστικὰς πράξεις. Θὰ εἶναι ὀλιγώτερον κακόν. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάνῃ μίαν κατάχρησιν οἱανδήποτε, νὰ στραφῇ λ. χ. ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν της καὶ νὰ καλύψῃ τοὺς φίλους της. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἐγγύησις.
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ μόνη ἐγγύησις εἶναι νὰ εἴπῃ ὅτι τιμωροῦνται μόνον οἱ ἀρχηγοί. Εἶναι ἀνεπαρκές. Δεύτερον θὰ ἦτο νὰ εἴπῃ ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν δικασθησομένων τὸν ὁρίζει ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ νὰ εἴπῃ ὅτι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν 50–100.
§170Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν καὶ αὐτό.
§171Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Λοιπὸν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ εὕρῃ τοὺς ὑπευθύνους; Δὲν ἠμποροῦμεν.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ νὰ βάλετε τοὺς πρωτουργούς.
§173Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς καὶ ὁ κ. Καφαντάρης ὑποστηρίζετε ὅτι ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου καλῶς ἔχει. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ: ἂν θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ διάκρισις τὶ θὰ γίνῃ; Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠμποροῦσε καὶ πάλιν νὰ παύσῃ τοὺς ἀνικάνους καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς καλέσῃ. Βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν ὅλα.
§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ καταγγείλετε ὅποιους θέλετε καὶ ν’ ἀφήσετε τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἐλευθέραν.
§175Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί; Διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δίωξις εἰς ὅλους τοὺς ἀπεργήσαντας ὁπότε θὰ κλείσουν αἱ ὑπηρεσίαι ὅλαι.
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τοὺς εὕρῃ ἡ ἀνάκρισις τοὺς ὑπαιτίους. Ἡ ἀπεργία δὲν γίνεται διὰ μεμονωμένων τινῶν πράξεων. Μία ἀπεργία γίνεται δι’ ὁμαδικῆς ἐνεργείας. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ θὰ ἔχῃ νὰ ἐξετάσῃ ποῖοι εἰς τὴν ὁμαδικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν ἦσαν οἱ πρωταίτιοι.
§177Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ προέχον ἐνδιαφέρον εἶναι μᾶλλον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ νόμον αὐθαίρετον. Ταῦτα εἶναι τόσον αὐθαίρετα, τόσον καταργητικὰ τῆς ἐννοίας τῆς δικαιοσύνης, ὥστε ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι οἱανδήποτε δικαιολογίαν καὶ ἂν ἔχῃ ὁ νόμος αὐτὸς αἴρεται διὰ τῆς ἀδικίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται.
§179Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νόμου 3393 σεῖς τὸ θεωρεῖτε ἀντισυνταγματικὸν ὅπως ἐγώ;
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπῆρξα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀποτελοῦσα καὶ τότε ὅπως καὶ σήμερον ἀντιπολίτευσιν.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν τὸ θεωρῶ, διότι θεωρεῖ ὑποχρεωτικὴν τὴν παραίτησιν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ τιμωρία κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῇ εἰς τινας καὶ ὄχι εἰς ὅλους, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Κατ’ ἀνάγκην κἄποιαν ἐξουσίαν θ’ ἀφήσετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ εἶναι ὁ νόμος ἐφαρμόσιμος.
§183Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω νὰ μακρυγορήσω, διότι ἡ ὥρα προχωρεῖ καὶ νομίζω ὅτι μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐσπευσμένως καὶ εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπικρατεῖ ἡ ἀπόλυτος ψυχραιμία....
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῦ τὴν βλέπετε τὴν ἔλλειψιν τῆς ψυχραιμίας;
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα θὰ καταργήσωμεν διὰ νὰ βγάλωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ καταργηθῇ ἡ μονιμότης. Δὲν νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἀποτελέσματα μιᾶς ἀπολύτου ἠρέμου σκέψεως καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἴχατε ἄλλην πρόχειρον διάταξιν καὶ ἐβάλατε αὐτήν. Ἐγὼ προτείνω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ψηφιζόμενος ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ διατάγματος.
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ὅ,τι φρονεῖ ἡ συνομοσπονδία, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι φραστικαὶ διαφοραὶ μᾶς ἐχώριζαν.
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν συνομοσπονδίαν. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν πῶς θὰ ἀσφαλίσω τὰ πράγματα καλλίτερον, καὶ φοβοῦμαι ὅτι ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα δὲν ἀσφαλίζονται. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὸ μέτρον εἶναι αὐστηρότατον, διότι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἶναι αὐστηρόν.
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποίαν διάταξιν θεωρεῖτε αὐστηροτέραν;
§189Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα ὅτι τὸ Γαλλικὸν κείμενον δὲν προβλέπει ποινὴν φυλακίσεως παρὰ μόνον πειθαρχικὴν τιμωρίαν.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ξέρετε ὅτι ὁ Ντυπουῒ ἐπέβαλε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ποινὴν φυλακίσεως 2 ἐτῶν καὶ πρόστιμον 10.000 δραχ. ἀμετακλήτως:
§191Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπάρχουν διαφοραὶ ἀντιλήψεων καὶ διάφοροι ἑπομένως ἰδέαι. Ὁ Ντυποὺτ ἔχει αὐτὰς τὰς ἰδέας. Ὑπάρχουν ὅμως ἄλλοι ποὺ ἔχουν ἄλλας.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὅλα τὰ κόμματα ἔκαμαν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὅπως ὁ ἀπειληθεὶς κίνδυνος τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως ἀποσοβηθῇ. Ὅλα τὰ κόμματα ὑπευθύνως ἐδήλωσαν ὅτι δὲν συμμερίζονται τὰς ἀντιλήψεις ὡρισμένων δημοσιοϋπαλληλικῶν κύκλων ἀποβλεπόντων νὰ διεκδικήσουν τὰ δίκαιά των διὰ παρανόμων πράξεων. Δὲν παρέλειψαν τὰ κόμματα νὰ ὁμιλήσουν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς αὐστηρὰν γλῶσσαν καὶ νὰ τοὺς ὑποδείξουν ὅτι αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἥτις ἐπιδιώκεται ἀπὸ ὡρισμένους δημοσιοϋπαλληλικοὺς κύκλους δὲν ἦτο ἡ ὀρθή, δὲν ἦτο ἡ συμφέρουσα εἰς τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κίνδυνος πραγματικὸς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως δὲν ὑπῆρξε ποτὲ κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διότι οὔτε ἡ γενικὴ συνομοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οὔτε ἡ γενικὴ συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν ἔχουν ἢ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ προβοῦν εἰς ἀπεργίαν γενικήν. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα τὰ κόμματα δὲν παρέλειψαν νὰ κάμουν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὥστε καὶ ὁ μὴ πιθανὸς αὐτὸς κίνδυνος ν’ ἀποσοβηθῇ ἐντελῶς. Καὶ ἀφοῦ ἀπεσοβήθη ὁ κίνδυνος αὐτὸς νομίζω ὅτι μποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν ψυχραίμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐπεδοκίμασε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀποσόβησις ἀπεργίας δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ἐπιβολὴ συμπεριφορᾶς κοσμίας εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται εἰς τὰς ἀρχάς, ἐπιβολὴ ἱεραρχικῆς τάξεως εἰς τὴν συμπεριφορὰν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τρίτον τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συνεργασίαν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ ὄχι μόνον τούτων ἀλλὰ γενικώτερον τῶν ὑπαλληλικῶν, ἀπὸ μίαν συνεργασίαν μὲ ἄλλας ὀργανώσεις ἐχούσας σκοποὺς ἢ κοινωνικοὺς ἢ πολιτικοὺς οὐχὶ κοινοὺς μετὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ γενικώτερον μὲ κόμματα ἔχοντα ὡρισμένον χαρακτῆρα. Κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐσημειώθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καμμία ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς ἐπιδιώξεως αὐτῶν τῶν σκοπῶν. Καὶ ἄλλοτε ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος ἐτόνισα ὅτι ἡ ἀντίληψις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δημοσιοϋπαλληλικὴ σχέσις εἶναι ὁμοία μὲ τὴν σχέσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου, εἶναι παράλογος. Δὲν στηρίζει τὸ Κράτος τὴν συμπεριφοράν του ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Τὸ Κράτος δὲν ἐπιδιώκει, ὅπως γίνεται ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, τὸ Κράτος δὲν ἐπιδιώκει νὰ ἀποκομίσῃ τὰ περισσότερα κέρδη ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ Κράτος ὄχι μόνον δὲν εἶναι ξένον εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ὡς πολῖται ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπηρεάζουν τὸ Κράτος, τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος τὸ Κράτος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ ὁποίου αἱ ἐνέργειαι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν τῶν ὑπαλλήλων του. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ ὁλότης ἡ ὁποία ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὴν διαχείρισιν τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ὅπως γίνῃ χρησιμοποίησις τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν παραδίδει καὶ ἐμπιστεύεται τὸ Κράτος, ὁ λαὸς εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ὅπως γίνεται ἐγωϊστικὴ ἐκμετάλλευσις αὐθαίρετος ἐκμετάλλευσις ἐναντίον τοῦ συνόλου. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῇ ὁ λαὸς δημιουργίαν ἑνὸς ἄλλου Κράτους ἐντὸς τοῦ ὠργανομένου Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον συμπεριλαμβάνονται ὅλοι οἱ πολῖται. Δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ ἀντιποίησιν τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῆται ποινικῶς ἡ ὁμαδικὴ ἐγκατάλειψις τῆς ἐργασίας ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ περιορισμὸς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπεκτείνεται εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι θεωρητικοὶ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν λειτουργῶν τοῦ δημοσίου εἰς περίπτωσιν ὁμαδικῆς ἐγκαταλείψεως τῆς θέσεως αὐτῶν γενομένης πρὸς ἐκβιασμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρακτική. Εἰς τὸ Κράτος τὸ Δημοκρατικὸν θέλει ὁ νομοθέτης ὅλοι οἱ πολῖται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν τίθενται ὅρια ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν κινδυνεύει τὸ γενικώτερον συμφέρον. Καὶ κινδυνεύει τὸ γενικώτερον συμφέρον ὅταν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, τῆς ὁμαδικῆς ἐγκαταλείψεως θέσεων προβαίνουν οἱ ὑπάλληλοι, ὡς τοιοῦτοι ὑπάλληλοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντικατασταθοῦν δυνάμενοι νὰ παραλύσουν τὴν ὅλην λειτουργίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ κατωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει καὶ ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν ὅτι τοῦ Κράτους μετέχουν καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἐπηρεάζουν τὸ Κράτος, δὲν ἰσχύει εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν διὰ τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους· δὲν ἰσχύει δὲ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἰκονομικῶς ἀσθενέστεροι, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπηρεάσουν τὸ Κράτος. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὅταν τὸ μαχαῖρι φθάσῃ εἰς τὸ κόκκαλον εἶναι ὄχι μόνον δι’ αὐτοὺς ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ συμφέρον διὰ τὴν πολιτείαν αὐτήν, νὰ ἐκδηλώσουν τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν ἐντονώτερον. Ὑπάρχουν ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται μὲ 800 δραχμὰς κατὰ μῆνα, κατὰ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἔλαβον πέρυσιν ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑπάρχουν ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται, ἔκτακτοι δημοδιδάσκαλοι πληρωνώμενοι πρὸς 500 δραχμὰς τὸν μῆνα, ὑπάρχει μεγάλος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων μὲ μισθὸν κάτω τῶν 1000 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι ἀνάγκη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς νὰ θεσπισθοῦν ποινικαὶ διατάξεις δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ ὁμαδικὴ ἐγκατάλειψις τῆς θέσεως αὐτῶν ἤθελε συνεπιφέρῃ φυλάκισιν αὐτῶν ἑνὸς ἔτους;
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐμποδίζουμε κανένα ἀπὸ αὐτοὺς νὰ παραιτηθῇ.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ σᾶς φέρω παράδειγμα μερικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι οἱ μισθοί των εἶναι ἀνεπαρκεῖς, παραπονοῦνται ὅτι τὰ δωμάτια εἰς τὰ ὁποῖα ἐργάζονται εἶναι ἐντελῶς ἀνθυγιεινά, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἡ θνησιμότης εἶναι μεγίστη. Ἔχω δὲ νὰ σᾶς πληροφορήσω κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ παράπονα τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων ἀκούονται πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἀκούονται τὰ παράπονα τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Καί ἐὰν εὑρεθῶσιν εἰς ἀπελπισίαν καὶ ἀποφασίσωσι νὰ ἐγκαταλείψωσιν ὁμαδικῶς τὰς ἐργασίας των, χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ νὰ σταματήσῃ ἡ κρατικὴ μηχανή, νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς ἕνα Δημοκρατικὸν Κράτος, αὐτοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐγκαταλείποντας τὴν θέσιν των ὁμαδικῶς, νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὴν φυλακὴν ἐπὶ ἕν ἔτος, διότι διὰ τῆς ὁμαδικῆς ἐγκαταλείψεως ἠθέλησαν ἐντονώτερον νὰ κάμουν τοὺς προϊσταμένους των νὰ ἐννοήσουν ὅτι ἡ θέσις των εἶναι ἀφόρητος; Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται μόνον ἁπλῶς νὰ θεσπίσῃ ποινικὰς διατάξεις δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους ἀκόμη οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν, καθόλου τὸν χαρακτῆρα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Τὸ στοιχεῖον τὸ ἀπαραίτητον ὅπως κανεὶς θεωρεῖται ὡς δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ἡ μονιμότης τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἡ ὑπαγωγὴ τῆς θέσεως αὐτῶν εἰς κανονιστικὰς διατάξεις.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον ἐπὶ τῆς λέξεως «μονίμων». Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ κείμενον ἡ λέξις «μονίμων».
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον τρεῖς ἀνατυπώσεις.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἀνετυπώθη ὅπως ἐψηφίσθη. Σᾶς λέγω ὅτι εἰς αὐτὸ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀρκοῦμαι κ. Πρόεδρε στὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω νὰ ἀρκεσθῆτε.
§201Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν νὰ συζητήσωμεν ἐν πάσῃ ψυχραιμίᾳ τὸ νομοσχέδιον, διότι πράγματι εἶναι ἄξιον μεγίστης προσοχῆς. Εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς κοσμίας συμπεριφορᾶς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις. Οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι γενικῶς εἰς τὰς ἀρχάς. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ ἀναφορᾶς εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι γενική, δηλαδὴ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς πᾶσαν ἀρχὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Λαὸν ἀκόμη, καὶ δέχομαι ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἀναφέρωνται ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἀδικοῦνται.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικηθοῦν παρὰ μόνον ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους των.
§203Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ αὐτὸς ὁ σκοπὸς εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δὲν εὑρίσκω κανένα ἀντίθετον εἰς τοῦτο, διότι δὲν δύναται κανεὶς νὰ φαντασθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν οἱ δημόσιοι ὑπηρέται ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ παράπονα εὔλογα καὶ δίκαια μεταχειρίζονται μέσα ἀσυνήθη καὶ ἀπρεπῆ ἀπέναντι τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συζήτησις δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ, ἡ ἱκανοποίησις ἑνὸς παραβιαζομένου δικαιώματος τῶν ὑπαλλήλων χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ ὑπαλλήλου εἰς ἀνθρώπους κοσμίους ἐπιβάλλεται σθεναρῶς μὲν ἀλλὰ εὐπρεπῶς νὰ διατυποῦν τὰ παράπονα αὐτῶν. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω, ἄλλος τρόπος ἐκδηλώσεως ὄχι μόνον δημοσίου ὑπαλλήλου διὰ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ παντὸς ἀνθρώπου σεβομένου ἑαυτὸν πρέπει νὰ εἶναι, τρόπος δηλ. δυνάμενος νὰ προκαλέσῃ, νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν εἰς μίαν λύσιν εὐνοϊκὴν ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων. Ὁ ἄλλος σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκώμενος, ὁ πολιτειακός, καὶ αὐτὸς δὲν εὑρίσκει ἐναντιουμένους ὄχι μόνον διότι ὅταν αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ὡς ὀργανώσεις συντάσσονται πρὸς ἕνα οἱοδήποτε κόμμα καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀμεροληψία τῆς διοικήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὁμαλὴ λειτουργία ὁλοκλήρου τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς ἀλλὰ καὶ διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ τοῦτο, ὅτι ὅπως λειτουργοῦν αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ἡ διοίκησις αὐτῶν δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῆς μεγίστης πλειοψηφίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ μολονότι δὲν ἐκπροσωποῦν τὰς γνώμας τῆς μεγίστης πλειοψηφίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων λαμβάνει συχνὰ ἀποφάσεις περὶ προσαρμογῆς τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων εἰς τὸ Α ἢ Β κόμμα. Τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐκβίασιν καὶ μίαν ἔκθεσιν τρόπον τινὰ ὁλοκλήρου τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου.
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἕως τώρα δὲν εἶχον τοὐλάχιστον παράπονον ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀνακατεύονται εἰς τὰ δημοσιοϋπαλληλικά.
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε διάταξιν ἡ ὁποία τὸ ἀποκλείει.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λέγομεν ὅτι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ὡς ὀργανώσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετέχουν εἰς τὰ κομματικά.
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς εἴπω ἕνα πρᾶγμα. Τὸ ζήτημα τοῦ Καλπακίου μὲ ἔκανε νὰ βάλω αὐτὴν τὴν διάταξιν. Εἶπα: τί σᾶς μέλλει ἐσᾶς καὶ ἀνακατεύεσθε μὲ τὸ Καλπάκι;
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα τοῦ Καλπακίου εἶναι ἐλαττωματικὸν, διότι εἶναι φραστικῶς ἐλαττωματικόν. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖτε νὰ λέγετε ὅτι μία δημοσιοϋπαλληλικὴ ὀργάνωσις, ἐὰν ἴδῃ μίαν στιγμὴν νὰ γίνεται κάτι τὸ προσβάλλον τ’ ἀνθρώπινα δικαιώματα, δὲν μπορεῖ νὰ διαμαρτυρηθῇ.
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δικαίωμα ὑπαλληλικὸν τὸ νὰ ἔχουν γνώμας ἀντιθέτους εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους. Λέγουν: «καταργήσατε τὸ Καλπάκι διότι ὑβρίζει τὸν ἀνθρωπισμόν». Τότε εἶναι συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι αὐταί!....
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε κάμνομεν μεγάλην σύγχυσιν τῆς ἐννοίας «συνδικαλισμός». Δὲν ἔχετε καθόλου δίκαιον. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι καὶ πολίτης καὶ φυσικά, ὅταν νομίσῃ ὅτι προσβάλλεται ἕνα θεμελιῶδες δικαίωμα, ἠμπορεῖ νὰ διαμαρτυρηθῇ.
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μποροῦν νὰ γράψουν καὶ τὴν γνώμην των, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι ὀργανώσεις μποροῦν νὰ εἴπουν «καταργήσατε τὸ Καλπάκι διότι ὑβρίζει τὸν ἀνθρωπισμὸν» ἀφοῦ ἄλλως τε ἐκ τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεδείχθη τελείως τὸ ἀντίθετον.
§213Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄλλο τὸ ζήτημα. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ περιεχόμενον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν σᾶς λέγω ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεμαρτυρήθησαν ἦτο ἀπρεπὴς καὶ ἄξιος κολασμοῦ.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συμφωνεῖτε μὲ τὴν σημερινὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ὁμοσπονδίας, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι φραστική τις παρεκτροπή;
§215Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο;
§216Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλα.
§217Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐξηγηθῶμεν. Βεβαίως ὅταν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπειλοῦν ὅτι θὰ κάμουν ἀπεργίαν, τότε εἶναι κάτι τι ἔκθεσμον καὶ δὲν τὸ ἐγκρίνω.
§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ πειθαρχικοὶ ὑπάλληλοι λέγουν ὅτι αὐτὸ εἶναι μία φραστικὴ παρεκτροπή.
§219Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Καλπακίου καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἦτο ἀπρέπεια γλώσσης.
§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Χωριζόμεθα ἀποτόμως εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§221Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτοὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις.
§222Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. .. καὶ νὰ μὴ καταδικασθοῦν εἰς θάνατον, καὶ δὲν κατεδικάσθησαν.
§223Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα λέγει: διατάσσω τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀθωώσῃ.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουν σύλλογοι προστασίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς τοὺς συλλόγους αὐτοὺς μετέχουν καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀρκετοὶ καὶ οἱ σύλλογοι αὐτοὶ πολλάκις διεμαρτυρήθησαν διὰ τοιαῦτα ἄτοπα.
§225Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ νὰ γράψῃ ἕνας ὑπάλληλος ἄρθρον.
§226Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν διεμαρτυρήθησαν αἱ ὀργανώσεις αἱ ὑπαλληλικαὶ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνθρώπων.
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν αὐτὸ ἦτο τὸ ἔγκλημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι ἐνόμισαν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθοῦν κατὰ μιᾶς θανατικῆς ἀποφάσεως δύο στρατιωτῶν, ἐὰν αὐτὸ ἦτο τὸ ἔγκλημα, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος αὐτὴ ἡ καταφορὰ κατὰ τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τὰς ὀργανώσεις, ὡς ὀργανώσεις τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν—διότι θ’ ἀπετέλει ἐνεργὸν ἀνάμιξιν ἡ διαμαρτυρία διὰ μίαν θανατικὴν ἐκτέλεσιν δὲν περιορίζεται, λέγω, μόνον εἰς αὐτό, ἀλλ’ ἔχει καὶ διατάξεις εἰδικωτέρας δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ μεμονωμένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνήκῃ εἰς κόμμα τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς ἑνώσεις, χωρὶς νὰ διευκρινίζῃ τὶ εἴδους ἑνώσεις.
§228Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἐννόησα.
§229Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λέγετε, κύριε Πρόεδρε: «Αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις δὲν μποροῦν νὰ συνεργάζωνται...... ἀπαγορεύεται προσχώρησις σωματείων ἢ ἑνώσεων δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ καὶ μεμονωμένων δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς σωματεῖα....». (ἀναγινώσκει).
§230Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§231Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ ἐννοεῖτε μὲ τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων; Ἐδῶ ἐκάμαμεν ἕνα νόμον καὶ ἐθέσαμεν ἐκτὸς νόμου τὸν κομμουνισμὸν καὶ ἐγώ, ὁσάκις ἔτυχεν εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω, ἔκαμα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὅπως διαφωτίσω τὸν Λαὸν, ὅπως διαφωτίσω τοὺς πολιτικοὺς ὅτι ὁ κομμουνισμὸς εἶναι καὶ διὰ τὰ ἄλλα μέρη, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἰδίως, κάτι τι τὸ κατεστρεπτικόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐκτὸς νόμου, διότι ὡς βάσιν του εἶχε τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων. Ἐγὼ θεωρητικῶς δὲν ἀποδίδω εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Μαρξικὴ θεωρία, ὅτι ἡ πάλη τῶν τάξεων εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν ἱστορίαν. Δὲν ἀποδίδω τὴν σημασίαν αὐτήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τις τυφλὸς ἂν δὲν ἀνεγνώριζε τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει, σχετικῶς πάντοτε, ἡ πάλη τῶν τάξεων διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἔχετε κόμματα σοσιαλιστικὰ καὶ ἐδῶ ἀκόμη συνεστήθη κόμμα τῶν ἀγροτῶν, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν τὴν πάλην τῶν τάξεων. Ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ Ἐργατικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν τὴν πάλιν τῶν τάξεων. Ἡ προσχώρησις ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς ἓν ἀπὸ τὰ κόμματα αὐτὰ ἤθελε θεωρηθῆ πρᾶξις ἀξιόποινος συνεπαγομένη φυλάκισιν; Ἐὰν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τότε ψηφίσατε ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ ὅτι τὰ κόμματα αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς νόμου. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι καὶ τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ ἂν δὲν κηρύσσῃ τὴν πάλην τῶν τάξεων, εἰς τὴν βάσιν ὅμως θέλει νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων ἐναντίον ὅμως τῶν ἐκ τῶν κάτω δημιουργουμένων ρευμάτων, θέλει νὰ ὀργανώσῃ τὰς κατεχούσας τάξεις χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς σημερινῆς καταστάσεως καί, ἐὰν δὲν κηρύσσῃ τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων, ἐν τούτοις τὸν ἐφαρμόζει ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπάρχουν κόμματα συντηρητικά, τὰ ὁποῖα φροντίζουν νὰ ὀργανώσουν τὰς κατεχούσας τάξεις ἐναντίον τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων τάξεων.
§232Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὡς ἄτομα νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς ὀργανώσεις;
§233Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σωματεῖα ...
§234Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σωματεῖα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων. Θέλετε νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους μεμονωμένως νὰ μετέχουν τῆς γενικῆς συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν;
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ γενικὴ συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι σωματεῖον ἐπαγγελματικόν.
§236Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω πολιτικόν.
§237Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σωματεῖον γενικῶς.
§238Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι μεμονωμένοι μποροῦν νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς σωματεῖα τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων. Δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι μποροῦν νὰ ἀποφασίσουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἀπεργίαν ἢ ἂν ἀπεργήσουν νὰ εἰποῦν «ἔχομεν δικαίωμα· ἐγὼ δὲν ἀπήργησα ὡς ὑπάλληλος ἀλλ’ ἀπήργησα ὡς πολίτης».
§239Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τότε ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι θὰ πᾶνε εἰς τὰς ὀργανώσεις.
§240Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μπορεῖτε νὰ εἰπῆτε ὅτι δὲν δύνανται νὰ μετέχουν ἐπαγγελματικῶν σωματείων; Ἡ γενικὴ συνομοσπονδία τῶν ἐργατῶν εἶναι ἐπαγγελματικὸν σωματεῖον, δὲν εἶναι πολιτικόν.
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἕνας ὑπάλληλος μπορεῖ νὰ εἶναι μέλος κόμματος σοσιαλιστικοῦ — διατὶ ὄχι; — ἀλλὰ κόμματος, ὄχι σωματείου.
§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὔτε εἰς τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους κόμματος;
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ξεύρω αὐτό.
§244Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ τὰ λέγω αὐτὰ διότι δὲν ἐφαντάσθην ὅτι εἰς τὸν νοῦν σας ἦτο νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Α ἢ τὸ Β κόμμα. Τὰ λέγω ἵνα δείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς κτενίσματος.
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι καλὰ μελετημένον, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀπαγορεύει εἰς τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις νὰ ἔχωσιν πολιτικοὺς σκοπούς. Τοὺς ἀπαγορεύει νὰ μετέχουν σωματείων τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος τῶν τάξεων.
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι καὶ σύλλογοι πολιτικοί.
§247Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀκριβῆ διασάφησιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Εἴπατε ὅτι μπορεῖ νὰ ἀνήκῃ εἰς ἕνα πολιτικὸν κόμμα.
§248Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κομμουνιστικόν.
§249Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σύμφωνοι. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς πολιτικοὺς συλλόγους διαφόρων κομμάτων εἴτε τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἴτε τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς; Ἀπαγορεύεται αὐτό;
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς τοῦ κομμουνιστικοῦ.
§251Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οἱ εἰς τὴν Ἀγγλίαν γενόμενοι περιορισμοὶ ἐθεσπίσθησαν διὰ νὰ μὴ γίνωνται ἐπηρεασμοί.
§252Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Ἀγγλικὸν νόμον. Κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον ἐπεβλήθη ὅπως εἰς τοὺς κανονισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τεθοῦν διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ μετέχουν σωματείων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀμοιβὴν ἢ τὴν διανομὴν τῆς ἐργασίας, πλὴν τῶν σωματείων εἰς τὰ ὁποῖα μετέχουν μόνον δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑπάλληλοι τοῦ στέμματος. Κατὰ συνέπειαν ἐκεῖ ἀναγνωρίζεται πλήρως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μὲ τὸν περιορισμὸν ὅτι δὲν μποροῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ μετέχουν ἐπαγγελματικῶν σωματείων. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Ἀγγλικοῦ νόμου. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον, εἶχε τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πηγάζει ἐκ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Κοινοβουλευτικὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἐπηρέασαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ γνώμην.
§253Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐχρησίμευσεν ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μὴ φαντάζεσθε ὅτι καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς κατόπιν μελέτης τοῦ ζητήματος δὲν θὰ κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐξήτασα εἰς ἡμέρας καθ’ ἃς εἶχον πυρετὸν ἀρκετὸν ἐκ τῆς γρίππης.
§254Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐβοηθήθην ἐκ τῆς γνώμης τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, τὴν ὁποίαν τώρα ἀνακαλεῖ.
§255Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε.
§256Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι εἶσθε γενναῖος ἀνὴρ τὸ γνωρίζομεν, ὅτι εἶσθε ἐπίμονος εἰς τὰς γνώμας σας τὸ γνωρίζομεν ἐπίσης. Ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς κανόνας ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις· εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀνακαλεῖτε τὴν γνώμην σας, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε εἰς τὰ 1927.
§257Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι.
§258Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω;
§259Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ Μάνη μᾶς ἀπηλευθέρωσεν, ἀλλὰ μὴ κάμνετε κατάχρησιν τοῦ δικαιώματός σας. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις, ἡ μία πρότασις ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Γεωργιάδη ζητοῦντος ὅπως προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις καθορίζουσα συνταγματικῶς τὴν νομιμότητα τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν σωματείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἄλλη πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Γόντικα, ὁ ὁποῖος ἤθελε διὰ διατάξεως συνταγματικῆς νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ καθορίσῃ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ διαλύωνται τὰ σωματεῖα καὶ ὄχι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὅπως εἶχε τὸ Σύνταγμα.
§260Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέβαλεν τοιαύτην πρότασιν ὁ κ. Γόντικας.
§261Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικά. (ἀναγινώσκει): «ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη...» Εἶναι δὲ διάταξις γενικῆς φύσεως.
§262Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς αὐτὸ στηρίζεται ἡ συνομοσπονδία.
§263Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γεωργιάδη ἀντετάχθημεν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, διότι ἐνομίζαμεν ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο περιττή, δὲν παρέλειψα νὰ δηλώσω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τόσον ἀπόλυτον, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν, δι’ οὓς λόγους καὶ πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσα. Πῶς συμβιβάζεται νὰ λέγουν καὶ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μπορεῖ νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς καὶ συγχρόνως νὰ λέγωμεν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ἕλκουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, διότι ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, δὲν ξεχωρίζει κάθε πρᾶξιν καὶ δι’ αὐτὸ ρητῶς ἀναφέρεται «τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Κατὰ συνέπειαν δύναται κάλλιστα τὸ Κράτος ὡρισμένας πράξεις νὰ θεωρήσῃ ἀξιοποίνους, καὶ μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι καὶ ἡ ὁμαδικὴ ἐγκατάλειψις τῆς θέσεως ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ ἀσέβεια, ἡ ἐξύβρισις τῶν προϊσταμένων, εἶναι πράξεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀξιόποινοι, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπως καὶ πολλαὶ πράξεις τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους· ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους, διότι ἐκεῖ ὁ ἐργοδότης εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίζῃ τὰ πράγματα ὅπως θέλει καὶ ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἐργοδότην τὸ α καὶ τὸ β διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἰδιωτικούς, ἀφίνει τὸν ἰδιωτικὸν ὑπάλληλον ἐλεύθερον νὰ προβαίνῃ εἰς ὁμαδικὰς ἐνεργείας. Δὲν νομίζω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη, προκειμένου νὰ ἐμποδίσωμεν ὡρισμένας ἐνεργείας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπικινδύνους νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν παραχωρεῖ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ ἡ συζήτησις ποὺ ἔγινεν εἰς τὸ 1927 καὶ ἡ συζήτησις τοῦ 1911, ὅταν παρεσκευάζετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1910 ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ὁπότε ὑπεβλήθη τροπολογία πρὸς περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰς τὰ 1922 ὑπεβλήθη πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βοκοτοπούλου...
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποδεικνύουν...
§265Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἠδύναντο νὰ ἱδρυθοῦν σύλλογοι δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἔχομεν καὶ νόμους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δι’ ὡρισμένας λειτουργίας. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἔχομεν καὶ τὰς συζητήσεις τοῦ 1927 καὶ ὅλην τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώρισαν τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. Βλέπετε, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν ὡς ἱδρυμένα τὰ σωματεῖα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν γεγονότων. Τὸ πρᾶγμα δὲ δὲν ἔχει μόνον θεωρητικὴν σημασίαν, ὡς λέγει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν......
§266Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι δι’ ἐμὲ πρὸς τὸ παρὸν ἔχει θεωρητικὴν σημασίαν.
§267Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχει θεωρητικὴν σημασίαν, διότι ἐὰν δεχώμεθα ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέει αὐτὸ τὸ δικαίωμα δυνάμεθα βεβαίως διὰ νόμου ν’ ἀπαγορεύσωμεν ὡρισμένας πράξεις, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ καταλύσωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Κατὰ συνέπειαν ἡ διατύπωσις τοῦ πρώτου ἄρθρου παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ καταργήσωμεν γενικῶς τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ὡρμήθη ἐκ τοῦ φόβου ὅτι ἴσως τὰ συμβούλια δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλουν τὸ Κράτος τοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδήλωσεν ὅταν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ὅτι θὰ ἔφθανε καὶ μέχρι μεταβολῆς ἢ ἀναστολῆς τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ τὸ Σύνταγμα οὐχὶ σπανίως ὑφίσταται ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ ἀφότου ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 παρουσιάζεται αὐτό.
§268Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἔκτοτε....
§269Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει ὅμως μία διάταξις εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ ν’ ἀναστείλῃ ὁλόκληρον ἢ νὰ περιστείλῃ αὐτό. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγματος. Ὥστε τὸ Σύνταγμα παρέχει ὅλα τὰ μέσα νὰ γίνουν ἐκ μέρους τῶν συμβουλίων σεβαστοὶ οἱ νόμοι.
§270Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπρόκειτο περὶ ἀπειλῆς....
§271Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἷς ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁ ὁποῖος ἡγεῖτο τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ ὁ ὁποῖος συμπεριεφέρθη ὄχι μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἐτιμωρήθη μὲ ἀπόλυσιν ὁριστικήν. Ἀνεφέρθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐμετρίασεν τὴν ποινήν του εἰς τρίμηνον ἀπόλυσιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὀρθῶς τὴν ἐμετρίασεν, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν μία αὐθάδεια ἑνὸς ὑπαλλήλου νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἀποκεφαλισμὸν τοῦ ὑπαλλήλου ἀπὸ ἀπόψεως θέσεως καὶ οἰκονομικῆς προστασίας καὶ δράσεως. Ἐὰν βεβαίως ὁ ὑπάλληλος περιπέσῃ ἐκ δευτέρου εἰς τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν καταφύγῃ πάλιν εἰς αὐτό, θὰ εἶναι πολὺ αὐστηρότερον. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔκρινε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἐπιεικῶς, πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Καὶ ἐὰν μία δημοσιοϋπαλληλικὴ ὀργάνωσις εἰς τὰς Σέρρας ἔκανεν ὅτι ἔκανε πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του ὅλος ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ἔδωκαν ἀφορμὴν καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ ἐρεθισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ νὰ λάβῃ αὐστηρότερα μέτρα ἐναντίον αὐτῶν. Ἔδωσαν ἀφορμήν, διότι ἔκαμαν μίαν ἀδικαιολόγητον ἐκμετάλλευσιν τῆς θέσεως αὐτῶν ὡς διοικούντων τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. Παρέστησαν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὡς ἐνστερνιζομένους τὰς συνδικαλιστικὰς ἰδέας. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «συνδικαλισμός».
§272Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός).
§273Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ ἐπαναστατικὴ ἔννοια τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ ποία ἡ ἄλλη ἔννοια αὐτοῦ ἡ ὁποία δὲν σημαίνει τὶ τὸ ἄτοπον. Συνδικαλισμὸς σημαίνει σωματειακὴν ὀργάνωσιν καὶ συνδικαλισμὸς σημαίνει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διὰ τῆς σωματειακῆς ἐνεργείας ζητοῦν καλλιτέρους ὅρους ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Σωματειακὴ κίνησις εἶναι καὶ αὐτή, ἀλλὰ δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἐπαναστατικόν. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς θεμιτόν, σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἀνταγωνισμὸς προκαλεῖ μεγάλας οἰκονομικὰς καταστροφὰς ἀποτελεῖ ἕνα πόλεμον οἰκονομικὸν. Ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπέμβῃ ὅπως προστατεύσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅπως περιορίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ κεφαλαίου, βεβαίως πρέπει ν’ ἀφήνωνται ἐλεύθεροι αὐτοί...
§274Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ποῖος τὸ ἠμφισβήτησεν αὐτό;
§275Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ παρετήρησα ὅτι ἔγινε μία σύγχυσις τῆς σωματειακῆς κινήσεως μὲ τὸν συνδικαλισμόν. Ὁ συνδικαλισμὸς ἔχει μίαν ἐπαναστατικὴν ἔννοιαν. Ἡ ἐπαναστατικὴ ἔννοια τοῦ συνδικαλισμοῦ εἶναι ὅτι οἱ Κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται αὐταὶ αἱ ἀξιώσεις νὰ ἱκανοποιηθοῦν δι’ ἐμμέσου ἐνεργείας διὰ τῆς δράσεως τῶν σωματείων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς καταλήψεως τῶν ἐργοστασίων καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἀπεργίας. Σᾶς εἶπον ὅτι ὡρισμένοι ὑπάλληλοι ἔκαμαν κατάχρησιν τῆς θέσεώς των, ὡς διοικούντων τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις παρέστησαν τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι θεμιταὶ ὀργανώσεις, ὡς ἐπαναστατικάς. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὴν ἐπαναστατικὴν ἐννοοῦν τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι;
§276Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὴ λέγετε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους· τοὺς διοικοῦντας τὰς ὀργανώσεις νὰ λέγετε.
§277Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐννοῶ αὐτούς.
§278Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δυστυχῶς κανεὶς δὲν διεμαρτυρήθη.
§279Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ εἶπον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διὰ νὰ εἴπω ὅτι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις δὲν εἶναι συνδικαλιστικαὶ ὅσον καὶ ἂν παρεξετράπησαν.
§280Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν τῶν ὁμοσπονδιῶν.
§281Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι αἱ ὀργανώσεις δὲν εἶναι συνδικαλιστικαί. Οἱ ὑπάλληλοι δὲν σκέπτονται καὶ δὲν ἐπιδιώκουν διὰ γενικῆς ἀπεργίας νὰ ἐκβιάσουν τὴν κατάστασιν. Αὐτὸ ἕως τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἔγινε. Δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐπέτυχον αὐτοὶ οἱ διοικοῦντες ἔγκρισιν ὅπως διὰ γενικῆς ἀπεργίας ἐκβιάσουν τὸ Κράτος. Τὸ ὅτι κανεὶς δὲν ἐμποδίζει τοὺς παρεκτρεπομένους ὑπαλλήλους, τὸ ὅτι τὸ Κράτος δὲν τοὺς βάζει εἰς τὴν θέσιν τους, δὲν ἕπεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις εἶναι ἐπικίνδυνα σωματεῖα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ τὰ πατάξωμεν, οὔτε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθῇ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδεχθοῦν τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι νὰ γίνουν κτῆμα τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων Διότι καὶ ἂν ἐφθάναμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῆς κοινωνίας τότε ἀκριβῶς τότε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν θὰ εἶχον ἐξαιρετικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔδωκαν ἀφορμὴν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὥστε νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐστερνιζόμενοι ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν ἔχουν, ἔπραξαν τὸ ἄτοπον ὅτι κατὰ τρόπον ἀπρεπῆ παρουσίασαν τὰς ἀξιώσεις των καὶ εἰς μίαν στιγμὴν ἥκιστα κατάλληλον. Κάθε αἴτημα, ἔστω καὶ ὑπαλληλικὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην εὐνοϊκὴν καὶ νὰ γίνεται εἰς ἐποχὴν κατάλληλον. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μ’ ὅλον ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι καλοὶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ σημερινὴ στιγμὴ εἶναι στιγμὴ μεγίστης οἰκονομικῆς κρίσεως, στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποφέρουν τὰ μέγιστα καὶ οἱ ἀγρόται καὶ οἱ ἄλλοι πληθυσμοί. Κατὰ συνέπειαν βεβαίως δικαιοῦνται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἀξιώσωσιν καλλιτέρρευσιν τῆς θέσεως αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται νὰ φθάνουν εἰς τὰ ἄκρα εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτῶν πρὸς καλλιτέρευσιν τῆς θέσεώς των. Ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπῆλθεν ἀρκετὴ βελτίωσις, ἐπῆλθε σοβαρὰ βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ 20 ἐτῶν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ εἶχε δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ, νὰ παύῃ νὰ προάγῃ κατὰ βούλησιν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι ὅτι ἐδημιουργήθη μία σταθερότης εἰς τὴν θέσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατόπιν τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν καὶ τοὺς ὁποίους περιεφρουρήσαμεν διὰ συνταγματικῶν διατάξεων. Εἶναι ἀληθὲς ὅμως ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ὅτι λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, λόγῳ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ χρυσοῦ ἀκόμη, λόγῳ τῆς ἀκριβείας τῶν πρώτων εἰδῶν βεβαίως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἡ θέσις καὶ ἰδίως τῶν κατωτέρων δὲν εἶναι πράγματι πολὺ ρόδινος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ὁποῖον κινεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τὰς ὑπαλληλικὰς ὀργανώσεις πρέπει νὰ κατανοήσωμεν, πρέπει νὰ κυττάξωμεν κάπως βαθύτερα τὰ αἴτια εἰς τὰ ὁποῖα κατευθύνουν τὰς κινήσεις αὐτῶν. Δὲν εἶναι μόνον ὁ μισθός. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀποτελοῦν καὶ αὐτοὶ ἕνα μέρος τῆς ὅλης κοινωνίας, καὶ ἡ κίνησις αὐτῶν εἶναι συμφυὴς μὲ ὅλα τὰ κοινωνικὰ ρεύματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν κοινωνίαν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ διεκδίκησις συμφερόντων τῶν τάξεων, ἡ ὁποία δίδει ὡρισμένην μορφὴν εἰς ὡρισμένας κοινωνικὰς κινήσεις, εἶναι καὶ ἡ συναίσθησις ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἢ ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι αὐτὴ ἱκανὴ νὰ ἐλέγχῃ τὰς κυβερνήσεις, εἶναι αὐτὴ ἱκανὴ νὰ ψηφίζῃ τοὺς καλλιτέρους νόμους, νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν, ὅτι αἱ κεντρικαὶ ἐξουσίαι προστατεύουν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτούς, καὶ ὅτι ἀπονέμουν τὸ δίκαιον, ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Καὶ δι’ αὐτὸ προσπαθοῦν ὅλα τὰ Κράτη νὰ διορθώσουν τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθεσπίσαμεν ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις, γεωργικάς, βιομηχανικάς, βιοτεχνικὰς κλπ. αἱ ὁποῖαι ὀργανώσεις δὲν ἔχουν μόνον τὸν σκοπὸν τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν τάξεων αὐτῶν, ἀλλὰ ἔχουν καὶ προορισμὸν νὰ διευκολύνουν καὶ τὸ ἔργον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ διευκολύνουν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως διὰ παροχῆς πληροφοριῶν, ἵνα διαφωτίζουν τὴν Κοινὴν Γνώμην ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων ἐνδιαφερόντων καὶ τὰς τάξεις αὐτὰς καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον δὲν περιωρίσθημεν εἰς τὸ νὰ σχηματίσωμεν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν σῶμα ἀπὸ λαϊκοὺς ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ ἠθελήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ δεύτερον νομοθετικὸν σῶμα καὶ ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας κατεφέρθη κατὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων, διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων συνήργησε καὶ αὐτὸς ἄλλοτε.
§282Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κατεφέρθην κατὰ τῆς ὑπερβολῆς αὐτῶν. Εἶπα ὅτι ἐβιασθήκαμε νὰ τοὺς φτιάσουμε. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς σας εἶναι τὸ αὐτὸ αἴσθημα καὶ ἡ αὐτὴ σκέψις ἡ ὁποία σᾶς ἤγαγε νὰ εἶσθε εἰς βάρος τῆς κοινωνικῆς νομοθεσίας.
§283Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λοιπὸν εἶπα ὅτι τὸ κοινὸν αἴσθημα—ὅτι ἐκ τῆς ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων 3 ἐτῶν καὶ 4 ἐτῶν δὲν ἀσφαλίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ἀσφαλίζεται καλλιτέρα ἐπεξεργασία τῶν νόμων, ὅτι δὲν ἀσφαλίζεται ἡ λειτουργία τῆς Πολιτείας—συντελεῖ εἰς τὸ νὰ θέλωμεν νὰ καλλιτερεύσωμεν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι διατηρουμένων τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ καλλίτερον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καλλίτερον ἡ διοίκησις. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι ἀποτελεῖ ζημίαν διὰ τὸ Κράτος ἡ ἀποκέντρωσις τῶν ὑπαλλήλων. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἂν δὲν εἴχαμε αὐτὴν τὴν ἀποκέντρωσιν, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἴχαμε Κράτος αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τόση ἦτο ἡ ἐξάρθρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸ τοῦ 1910, ὥστε ἐθεωρήθη πράγματι σωτηρία διὰ τὸν τόπον αὐτὸν ἡ μονιμότης.
§284Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὸ ὅτι ἐσπεύσαμεν νὰ τὰ δώσωμεν ὅλα μαζί, προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ γίνῃ μείωσις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων δὲν ἠκούσθη καμμία ἀντίρρησις.
§285Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ δι’ αὐτό. Διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως ἀπεκτήσαμεν καλλιτέρους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἔτυχον εἰς τὸ μέσον αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς χαλάρωσιν αὐτοῦ τοῦ ἀποτελέσματος καὶ αὐτῆς τῆς προσπαθείας ὅπως ἀποκτήσωμεν καλοὺς ὑπαλλήλους καὶ καλὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Διότι αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι αὐταὶ καταλήγουν εἰς βάρος καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διότι προάγονται εἰς τὴν θέσιν τῶν καλλιτέρων ὑπαλλήλων ἄλλοι. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἕνα παράπονον κατὰ τῶν κεντρικῶν συμβουλίων, ὅτι εἰς αὐτὰ μεροληπτοῦν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας δεσποτισμός. Λοιπόν, κατ’ αὐτῆς τῆς αἰτιάσεως τῶν κεντρικῶν συμβουλίων ἕνα ἐμπόδιον, ἕνας φραγμὸς εἶναι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις. Διότι αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀμύνονται κατὰ τῆς καταπατήσεως τοῦ δικαίου γενικῶς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν Συμβουλίων αὐτῶν.
§286Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συντελοῦν εἰς τὴν ἀτιμωρησίαν. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἔχει τιμωρηθῆ μέχρι σήμερον, ἕνεκα τῆς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ὁμοσπονδίας των. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον κακόν.
§287Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν συντελοῦν εἰς καμμίαν ἀτιμωρησίαν. Ἐγὼ γνωρίζω πολλὰς τιμωρίας κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ Κράτος, κύριοι τὸ σημερινὸν ὅπως ἐπεξέτεινεν τὰς λειτουργίας αὐτοῦ, δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον τῆς ἀπολύτου ἐπιβολῆς μιᾶς ἱεραρχίας εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐνσφηνώνει ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας ὡρισμένα ἄτομα καὶ ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν δρᾶσιν αὐτῶν καὶ μόνον τὴν εὐδοκίμησιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Τὸ Κράτος σήμερον ἔχει ἀνάγκην τῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς συναισθήσεως μιᾶς μεγαλειτέρας εὐθύνης ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς διαφωτίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι ὅ,τι γνωρίζουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀμεσώτερον εὑρισκόμενοι εἰς τὰ πράγματα δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ οὔτε ὁ ὑπουργὸς οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Δι’ αὐτὸ αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις εἶναι χρήσιμοι εἶναι ὠφέλιμοι. Καίτοι ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁμοιότης μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου ὑπαλλήλου, πρέπει ὅμως νὰ τονίσω ὅτι μποροῦμε νὰ πάρωμε διδάγματα ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε στὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἕνα δεσποτικὸν δικαίωμα τοῦ ἐπιχειρηματίου μία δεσποτικὴ ἀντίληψις μεταξὺ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠνείχετο ὁ ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως. Καὶ ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι καλῶς ὠργανωμένα σωματεῖα εἰς τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις εἶναι χρησιμώτατα, ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου ἀλλὰ εἶναι χρησιμώτατα διὰ τὴν πρόοδον ἐν γένει τῆς ἐπιχειρήσεως, διότι ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπέρχεται μία διαφώτισις καὶ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας αὐτῶν μία συνεχὴς μεταρρύθμισις τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Καὶ ἂν αὐτὸ γίνεται εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις ὅπου τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον εἶναι τὸ κυριαρχοῦν, διατὶ δὲν ὑπάρχει πιθανότης καὶ ἐλπὶς ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἀπὸ τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις ὅπου ὑπάρχει τὸ συναίσθημα τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐκμετάλλευσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Δι’ αὐτὸ ἐὰν ἔγιναν παρεκτροπαὶ ἐκ μέρους τῶν συμβουλίων τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ ἐπιεικεῖς. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ διαφωτίσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ χειραγωγήσωμεν ἡμεῖς τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις, ὅπως γίνουν ὠφελιμώτεραι καὶ χρησιμώτεραι. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰς τὴν Γαλλίαν ὅταν ἐγένετο ἕνας ἀγὼν περὶ τοῦ φράγκου τὸ συνδικάτον τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἀνεφέρθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ τοῦ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον πρόγραμμα οἰκονομικὸν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀκόμη ὅπως τὸ ζήτημα συζητηθῇ καὶ μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Κράτους καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρᾶγμα βέβαια ἤγειρε κάποιον θόρυβον, ἀλλὰ ἐσκέφθησαν ἐκεῖ καλλίτερον. Διότι οἱ ὑπάλληλοι ἔκριναν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναφερθοῦν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, δεικνύοντες τρόπον τινὰ ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ ἐξετέλουν τὸ καθῆκον τους ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Κανεὶς ἐκεῖ δὲν ἐσκέφθη νὰ πατάξῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δι’ αὐτό. Εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἐψηφίσθη νόμος, ἀλλὰ de facto ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συνειθίσωμεν εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ ἡμεῖς. Ἂς συνειθίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἔλεγχον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν ἐπὶ πλέον στοιχεῖον εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ὅπως καὶ οἱ Κυβερνῆται καὶ ἡ Βουλὴ ἐκτελοῦν τὸ καθῆκον των. Διότι ὅταν οἱ ὑπάλληλοι ὠργανωμένοι εἴπουν ὅτι ηὐξήθη πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, βεβαίως εἶναι κἄτι τι πολὺ λυπηρὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τοιαύτην Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὡς ὀργανωμένοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν αὐτὴν τὴν ἐκτροπὴν ἐὰν εἶναι ἀληθὴς— ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀληθής.—ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων δὲν πρόκειται παρὰ ν’ ἀποβῇ πρόξενος ἀγαθοῦ διὰ τὸν Λαὸν τὸν φορολογούμενον καὶ διὰ ὅλην τὴν Κοινωνίαν. Καὶ ἂν ποτὲ ἐπέλθῃ ριζικὴ μεταρρύθμισις τοῦ διοικητικοῦ μας μηχανισμοῦ, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μὲ τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἀποβάλωμεν τὴν πολιτικὴν φεουδαρχικὴν συνείδησιν τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τὸ παρελθόν. Πρέπει νὰ συνειθίσωμεν, ὅπως οἱ φεουδάρχαι οἱ χωροδεσπόται καὶ οἱ φεουδάρχαι τῆς βιομηχανίας, νὰ δεχώμεθα ἀντιπροσώπους πρὸς διαφώτισιν, ὅσον καὶ ἂν δὲν εἶναι ὁμοία ἡ σχέσις τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων μὲ τὴν σχέσιν τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ἀνέφερα, κτυπᾷ κατακέφαλα τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις, καθόσον ἐκτὸς τῆς διατάξεως περὶ ἀπεργίας, ἡ ὁποία θίγει τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας τούς μικροὺς αὐτοὺς ὑπαλλήλους ἐκτὸς τῆς ἄλλης διατάξεως τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἀνέφερα τῆς ἀφορώσης τὴν πολιτικὴν δρᾶσιν, ὑπάρχει ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου 1, ἡ ὁποία δὲν ἀναγνωρίζει τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα κτύπημα ἐναντίον τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν συνεργασίαν δημοσίων ὑπαλλήλων διαφόρων κλάδων. Καὶ ἡ ἀπαγόρευσις αὐτὴ θὰ ἔχῃ λυπηρὰς συνεπείας, διότι ἂν θελήσουν νὰ κάμουν οἱ ὑπάλληλοι αἴθουσαν διαλέξεων ἢ νὰ καταρτίσουν βιβλιοθήκην, δὲν θὰ ἠμπορέσουν.
§288Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τοὺς ἐμποδίζει τὸ νομοσχέδιον;
§289Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐμποδίζει τὴν συνεργασίαν. Ἐκτὸς τούτου εἶναι δύσκολος ἡ δημιουργία συνεταιρισμοῦ καταναλώσεως, διότι μόνον ἕνας μεγάλος ὀργανισμὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς κηδεμονεύσῃ.
§290Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχουν κανὲν ἐμπόδιον οἱ 45.000 ὑπάλληλοι νὰ κάμουν ἕνα τέτοιον συνεταιρισμόν.
§291Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴμεθα τὸ πλέον καθυστερημένον Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συνεταιρισμοὺς τῆς καταναλώσεως. Οὔτε οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν οὔτε καὶ οἱ ἐργάται εἶναι δὲ ἀξιοκατάκριτοι. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φέρνωμεν καὶ ἄλλα ἐμπόδια. Οἱ δὲ ὑπάλληλοι τῶν ἐπαρχιῶν διαιρούμενοι κατὰ κλάδους, δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ κάμουν οὔτε ἕνα κέντρον ἀναψυχῆς.
§292Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τοὺς ἐμποδίζει κανεὶς νὰ κάνουν μίαν λέσχην.
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ καὶ ἡ λέσχη διέπεται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ σωματείων. Ἔπειτα ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπουργοῦ ὁ....
§294Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν εἰσάγω θὰ παίρνῃ ὁλόκληρον τὸν μισθόν.
§295Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ τίθεται ἕνα χρονικὸν ὅριον εἰς τὸν ὑπουργόν.
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὁρίου.
§297Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκτὸς τούτου διὰ τοῦ νόμου καθίσταται ἀδύνατος ἡ διοίκησις τῶν σωματείων. Διότι π. χ. εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον διὰ μίαν πενταετίαν χρειάζονται 700 δημοδιδάσκαλοι ὡς διοίκησις τῶν σωματείων, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ἕνας τόσος μέγας ἀριθμὸς ἐκλεκτῶν.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅμως ὁ κ. Κουλουμβάκης ὅτι σεῖς ἐπροτείνατε ἐνιαυσίαν θητείαν καὶ διὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἀκόμη.
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ἐπεβάλατε εἰς τὰ μέλη τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἰς ἑξάμηνον θητείαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι κατήρτισεν τὸ νομοσχέδιον εἰς στιγμὰς πυρετοῦ. Ὁ πυρετὸς ὅμως παρῆλθεν καὶ νομίζω ὅτι μποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον μὲ μεγαλειτέραν συμπάθειαν ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων, τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιοι. Μὴ λησμονῆτε ὅτι πρόκειται περὶ δικαιωμάτων συνυφασμένων μὲ τὴν δημοκρατίαν ἡ ὁποία δὲν θέλει ἀναρχίαν ἀλλὰ θέλει οἱ πολῖται νὰ διεκδικοῦν τὰ δικαιώματά των σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§301Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἐδῶ κύριοι συνάδελφοι περιοδικὸν ἀποκαλούμενον ἐργατικὸν δελτίον ἐκδιδόμενον ἐν Ἀθήναις, ὅπου δημοσιεύεται ἄρθρον τοῦ προέδρου τῆς ἑνώσεως τῶν Γερμανῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὸ ὁποῖον γράφει ὁ πρόεδρος τῆς ἑνώσεως τῶν Γερμανῶν ὑπαλλήλων τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ἔχει λοιπὸν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καθῆκον ὑπακοῆς καὶ καθῆκον πίστεως. Ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐξεφράζοντο καὶ οἱ Ἕλληνες δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ διοικοῦντες τὰς ὀργανώσεις των δὲν θὰ συνεζητοῦμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διότι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ συνάπτουν ὀργανώσεις, διότι οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ αὐτὸ, ἁπλῶς δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ ἐγγύησις. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐγγυᾶται τὰς ὀργανώσεις αὐτὰς καὶ συζητοῦμεν κύριοι διότι ἀκοῦστε τὶ γράφουν καὶ οἱ διευθύνοντες τὰς Ἑλληνικὰς ὀργανώσεις δημοσίων ὑπαλλήλων. «Εἰς τὴν σημερινὴν περίοδον τῆς ἀρνήσεως. (ἀναγινώσκει). Κύριοι ἐλέχθη κατὰ κόρον ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι μεγάλο τὸ πλῆθος διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος. Συνῆλθε πρὸ διετίας νομίζω ἢ τριετίας συνέδριον δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐκ Καλαμῶν ἦλθον ὑπάλληλοι τῶν ἄκρων. Ἠρώτησα ἕναν ἐξ αὐτῶν διότι ἔτυχε νὰ εἶναι συγγενής μου: «Πῶς συνέβη νὰ ἐκλεγῆτε σεῖς ἀντιπρόσωπος;» Ἆ, λέγει, αὐτὸ θὰ πῇ κοινότης εἴμεθα τρεῖς ἔναντι 27 καὶ προκειμένου νὰ ἔλθουν 2 ἤλθομεν 2 ἐκ τῶν τριῶν. Ἔτσι συμβαίνει νὰ ἔχωμεν καθημερινὰ δημοσιεύματα ἐναντίον τοῦ Κράτους καὶ ἐναντίον τῆς ἐννοίας τοῦ Ἔθνους, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως καὶ χύνουν δηλητήριον ἐν μέσῳ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς κοινωνίας. Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ νομιμόφρων ὁ λαὸς ὅταν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὑβρίζει τὴν Κυβέρνησιν πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ νομιμοφροσύνην ὁ φυλάττων τὸ ποίμνιόν του ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἔχον εἰς τὸ σελάχι του ἐφημερίδα ὅταν ἀναγινώσκει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ὑβρίζουν τὴ Κυβέρνησιν, διότι αὕτη θέτει φόρους βαρυτάτους διότι βασανίζει τὸν λαὸν εἰσπράττουσα τοὺς φόρους μὲ τρόπους ἀπανθρώπους, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος οὐδεμία ἠθική; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλείτερον κακὸν τὸ ὁποῖον διαπράττουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ πρέπει βεβαίως νὰ περιορισθοῦν. Ἀλλὰ ἐνῶ ἀναγνωρίζεται αὐτὸ ὡς ὀρθὸν καὶ μᾶς λέγουν: προσέξατε διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐκτεθοῦν οἱ συντηρητικοὶ ὑπάλληλοι, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον οἱ μικροὶ ὑπάλληλοι οἱ ἀριστερότεροι ὑπάλληλοι δὲν κατώρθωσαν νὰ μᾶς βιάσουν ὑλικῶς, τώρα οἱ τάχα φρόνιμοι ὑπάλληλοι θέλουν νὰ μᾶς βιάσουν ψυχολογικῶς. Μία ψυχολογικὴ βία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἠσκήθη—δηλαδὴ καλῇ τῇ πίστει βέβαια—καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ λαϊκοῦ κόμματος μία ψυχολογικὴ βία. Προσέχετε διότι θὰ στεναχωρηθοῦν!! Νὰ ἀφήσωμεν δηλαδὴ ὁλόκληρον τὴν συνομοσπονδίαν, καὶ ὅτι τέλος πάντων τὰ κατάφεραν καὶ μένει ἡ συνομοσπονδία, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν νὰ ψηφήσωμεν τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, δὲν μπορεῖ νὰ τεθῇ νόμος ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μία πραγματικὴ ἀνάγκη, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τίθενται οἱ νόμοι διὰ λόγους θεωρητικούς. Βέβαια ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία λαμβάνουσα μέτρα πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ἀνάγκην ἢ ὄχι; Ὑπάρχουν παρεκτροπαί; Ναὶ ἢ ὄχι; ὡμολογήθησαν παρεκτροπαί; Θὰ νομοθετήσωμεν!! Τώρα ποῖαι εἶναι αἱ τάσεις, τὰ ρεύματα; Εἰς τὰ 1915 κύριοι ἔγιναν εἰς τὸν τόπον μας μία συζήτησις ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτῶν τῶν ρευμάτων μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ σοσιαλισμὸς θὰ ἐπικρατήσῃ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Εἶχον τὴν ἔμπνευσιν νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἐν ἀρχῇ μὲν ἕνεκα τοῦ καμάτου τῶν κοινωνιῶν θὰ ἐπεκράτουν τὰ σοσιαλιστικὰ ρεύματα, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς παρὰ νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνοικοδομήσεως, καὶ τὰ ἀριστερὰ κόμματα θὰ ἐξαφανισθοῦν, καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν ἀναμφιβόλως ὅλα αὐτὰ τὰ ρεύματα, διότι ἡ ἀνθρωπότης πρέπει νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὰ ἐμπρός. Ὁ νόμος ὁ ἔμφυτος εἰς τὴν ἀνθρωπότητα θὰ λειτουργήσῃ μὲ ἕνα καθολικὸν ρυθμόν. Δὲν εἶναι τὰ ρεύματα οὔτε αἱ κατευθύνσεις διὰ νὰ καταβιβάσουν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τὸ ἔδαφος τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ τὰ ρεύματα καὶ αἱ κατευθύνσεις εἶναι διὰ νὰ ἀνυψώσουν κατὰ πᾶν τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν τοὺς ἐργάτας εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὄχι μόνον τῆς ἀναπτύξεως τῆς πνευματικῆς, ὄχι μόνον τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἠθικῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κοινωνικοῦ ρυθμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀκόμη τοῦ καθήκοντος αὐτῶν πρὸς τὴν ὅλην κοινωνίαν. Διότι ὁ ἐργάτης σήμερον δι’ ὅλων τῶν νόμων τῶν ἐργατικῶν οἱ ὁποῖοι τὸν προστατεύουν καὶ ἐκ τῶν κινδύνων καὶ ἐκ τῆς ἐκδιώξεως ἀπὸ τῆς ἐργασίας. Θὰ τὸν προστατεύσουν καὶ παρ’ ἡμῶν διὰ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, ὁ ἐργάτης πλέον γίνεται ὁλοκληρωτικῶς στοιχεῖον τοῦ συνόλου τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας λειτουργίας μὲ ὅλας τὰς ἀσφαλίσεις καὶ ὅλα του τὰ συμφέροντα, νὰ εἶναι δημόσιος λειτουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατεύθυνσις. Δὲν εἶναι ἡ κατεύθυνσις νὰ ἀποσυνθέσωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ νὰ ἀνυψώσωμεν τοὺς ἐργάτας εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐταὶ εἶναι αἱ σημεριναὶ κατευθύνσεις. Καὶ ὅταν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα πῶς δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ δικαιολογημένη μία αὐστηροτέρα ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Καὶ ὅταν ἔχουν τοιουτοτρόπως τὰ πράγματα, πῶς δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Δημοκρατίας, νομίζοντες ὅτι Δημοκρατία εἶναι τὸ νὰ διαιρεθῇ τὸ κοινωνικὸν σύνολον εἰς διαφόρους φατρίας ἀλληλομαχομένας; Ἡ πάλη τῶν τάξεων ἐπιστημονικῶς βέβαια εἶναι χρεωκοπημένη ἐντελῶς. Ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν εἰς τὸν καλῶς σκεπτόμενον ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τῆς κοινωνίας ἀλλὰ εἰς τὴν καλλιτέραν αὐτῆς ὀργάνωσιν καὶ ρύθμισιν. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Πρωσσίαν ἡ ὁποία εἶναι σήμερον Κράτος ὅπως γνωρίζετε μὲ σοσιαλιστικὰς ροπάς, ἐγένετο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀπεργία εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν καθημερινὴν ζωήν. Καὶ ἦλθον συνταγματολόγοι διαπρεπέστατοι καὶ εἶπον ἐπὶ τῇ βάσει ἀκόμη τοῦ Συντάγματος, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀπεργίαν εἰς ἐργάτας τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν καθημερινὴν ζωήν. Αὐταὶ εἶναι αἱ κατευθύνσεις καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Δημοκρατία, ἡ Δημοκρατία ἡ ὁποία ἀνυψώνει τὸ δίκαιον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ δὲν τὸ ἀποσυνθέτει. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς θεωρητικὸν τὸ ζήτημα ἐὰν ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑπάρχῃ δικαίωμα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται ἢ ὄχι. Ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀρυόμενος μέγα ἐπιχείρημα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κατὰ τὸ ἔτος 1927. Διότι κυρίως ἐκεῖ ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος. Ἐὰν κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ· οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οἱ Γερμανοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οἱ Τσεχοσλοβάκοι, ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐάν, λέγω, ἠννόει ὅτι οἱ πολῖται ὅλοι μετὰ τῶν ὁποίων συνυπάρχουν καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διατὶ τότε τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τῆς σοφῆς χώρας, τῆς μεθοδολογικῆς ὅπως εἴπωμεν, διατὶ ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον νὰ θέσῃ εἰδικὸν ἄρθρον περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων; Διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐὰν δὲν ἔθετεν εἰδικὸν ἄρθρον δὲν θὰ ἦτο ἠγγυημένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Γερμανῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅτι ἐγγυᾶται τὸ Σύνταγμα τοιοῦτον δικαίωμα. Διότι πῶς τὸ ἐγγυᾶται αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ Σύνταγμα διὰ τοὺς Α ὑπαλλήλους καὶ ὄχι διὰ τοὺς Β ὑπαλλήλους, ἀφοῦ ἡ διάταξις εἶναι ὁμοία καὶ διὰ τοὺς ἁπλοῦς πολίτας καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Στεναχωρεῖσθε, διότι δὲν δύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα μὴ δεχόμενοι περιορισμὸν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Τότε πῶς τὸ δέχεσθε; Ἡ διάταξις δὲν ἔχει περιορισμόν, εἶναι ἡ αὐτὴ διάταξις καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δὲ καὶ ὡς πρὸς ὅλας τὰς συνεπείας. Οὕτως ἔχει μὲ ὀλίγας λέξεις τὸ συνταγματικὸν ζήτημα καὶ δὲν νομίζω ὅτι χρειάζονται περισσότερα διὰ νὰ ἀντιληφθῇ κανεὶς ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Δὲν ὑπάρχουν συνταγματικαὶ ἐγγυήσεις καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταλήγων θὰ ἔλεγον εἶναι τοῦτο· ὅτι πρέπει πρακτικῶς νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸ ζήματα πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος. Μᾶς λέγουν πῶς θὰ γίνῃ ὁ σύλλογος εἰς τὴν Ἀρεόπολιν. Ἔ! ἂς μὴ γίνῃ, δὲν ἐχάθηκεν ὁ κόσμος, ἐὰν ἡ Θήβα τέλος πάντων δὲν ἔχῃ σύλλογον ὑπαλλήλων καὶ ὁμοσπονδίαν δὲν ἐχάθηκε ὁ κόσμος.
§302ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Σβώλου.
§303Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διότι τὸ πρᾶγμα ἔχει τὴν σοβαράν του μορφήν, διότι βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι δύνανται νὰ ἔχουν χρησιμότητα αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις καὶ ἀκριβῶς διότι πιστεύομεν ὅλοι ὅτι θὰ ἔχουν χρησιμότητα, διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν νομοσχέδιον διότι ἂν ἐπιστεύομεν ὅτι δὲν ἔχουν χρησιμότητα δὲν θὰ ἐπετρέπομεν καθόλου τὴν σύστασίν των. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχουν χρησιμότητα πρέπει νὰ ἔχουν αἱ ὀργανώσεις ἕνα ἀριθμὸν, πρέπει νὰ ἔχουν ἕνα ὄγκον διὰ νὰ ἔχουν ἕνα κῦρος, διὰ νὰ ἔχουν μέσα. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἔχουν οἱ σύλλογοι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν Ἀρεόπολιν καὶ εἰς τοὺς Μολλάους καὶ εἰς τὴν Μεγαλούπολιν καὶ εἰς τὸ Λεβίδιον, τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως; Βέβαια δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰς ὅλας τὰς κωμοπόλεις τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑπάρχουν σύλλογοι—εἰς τὰς Ἀθήνας, τὴν Θεσσαλονίκην, τὰς Πάτρας καὶ εἰς δύο ἢ τρεῖς ἄλλας ἀκόμη πόλεις καὶ ὑπὸ περιορισμούς. Σᾶς ἀνέγνωσα εἰς τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν ἄρθρον τοῦ δελτίου τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀκούσατε ἄρθρον δεύτερον τοῦ αὐτοῦ δελτίου—καὶ τελειώνω: «ἓν ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ φαινόμενα, τὸ ὁποῖον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν. (ἀναγινώσκει). Τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Σοβιετισμοῦ προχωρεῖ: «ἡ πίστις εἰς τὰ ἐθνικὰ ἰδανικά. (ἀναγινώσκει).
§304Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶναι εἰς ἀντίθεσιν αὐτά. Συμβιβάζονται.
§305Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι φιλοσοφικῶς ὀρθά, ἀλλά, πρέπει νὰ ἴδητε τὰς συνεπείας αἱ ὁποῖαι σύρονται. Αἱ συνέπειαι δ’ αὐταὶ εἶναι ἡ ἄρνησις τῶν ἐθνικῶν ἰδανικῶν. Βέβαια νὰ μὴν τιμωροῦνται οἱ φοιτηταί, τὰ «παιδιὰ» ὅπως εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἀλλά, βέβαια, δὲν πρέπει τὰ παιδιὰ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ἔχουν συλλόγους κομμουνιστικοὺς καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα καθηγητῶν καὶ μάλιστα καθηγητῶν οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς διακεκριμμένοι. Καθηγητὴς τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον τὸ σημερινόν, τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» εἶναι ἄρθρον ἐπιστημονικῶς παιδαριῶδες, ὅπως εἶναι ὅλα του τὰ ἔργα, ὅπως εἶναι ὅλαι του αἱ πράξεις.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κονδύλης.
§307Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀλίγας λέξεις μόνον ἔχω νὰ εἴπω διὰ νὰ καθορίσω τὰς ἀντιλήψεις ἐμοῦ καὶ τῶν φίλων μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαίου ὄντως ζητήματος. Βεβαίως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔχει πολλὰς πτυχάς, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἀπαριθμισθοῦν. Ἄλλαι ἠριθμίσθησαν, ἄλλαι οὐχί. Ἡ νοοτροπία καὶ ἡ ψυχολογία τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν παρεκτροπῶν των προεκάλεσαν τὰ Κυβερνητικὰ μέτρα ἔχει τὴν πηγήν της εἰς τὸν σεισμόν, ὁ ὁποῖος συνεκλόνισεν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι σήμερον. Ὁ ἐσωτερικὸς διχασμὸς ἡ Ἐθνικὴ καταστροφὴ ἡ γενικὴ κακοδαιμονία, ἐπέφεραν μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δεινὰ καὶ διάσεισιν τῶν ἀρχῶν τῆς πειθαρχίας αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ παρελθὸν συνέδεσαν τὸ Κράτος πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως διότι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀνασκοπήσωμεν ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῆς παρελθούσης δεκαεπταετίας. Θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν μόνον τὸ ζήτημα ἀπὸ εἰδικῆς ἀπόψεως τῆς κυριωτέρας δηλαδὴ πλευρᾶς. Ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἐπῆραν οἱ διευθύνοντες τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν ὀργάνωσιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλο κατάντημα, παρὰ τὴν πρόκλησιν μέτρων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατοχυρούντων τὸ κῦρος τοῦ Κράτους. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ, λυπηρὸν ὅτι ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἔσπευσεν ἐγκαίρως νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν τοὺς παρεκτραπέντας, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου βέβαιον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἐπὶ πλέον διότι ἐνεκυμόνει μεγάλους κινδύνους. Δὲν φοβοῦμαι τὸν κίνδυνον τῆς ἀπεργίας, διότι νομίζω ὅτι ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐπέσειον κατὰ τοῦ Κράτους τινὲς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἦτο, ἐντελῶς φανταστικὴ μὴ πραγματοποιήσιμος δηλαδή. Ἀλλ’ ἡ καθημερινὴ φθορὰ τοῦ κύρους ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διεδέχθησαν ἀλλήλας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διὰ τῶν ἑκάστοτε δημοσιευομένων ἀνακοινωθέντων ὑπὸ τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων ἀπέβαινεν ἐξαιρετικῶς ἐπιζημία εἰς τὸ Κράτος καὶ συνεπῶς καὶ εἰς τὸ Ἔθνος. Αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις δὲν περιωρίζοντο εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων των, ἀλλὰ ἀνεμιγνύοντο εἰς ὅλα τὰ ζητήματα καὶ μετεχειρίζοντο μίαν φρασεολογίαν ἀναξίαν κοσμίων ἀνθρώπων. Βεβαίως κάθε Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ μέτρα ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Εἰς τὰς δημοκρατικὰς χώρας τὸ κῦρος τῶν Κυβερνώντων εἶναι πολύτιμον, διότι ἡ ἐξουσία των δὲν ἐρείδεται ἐπὶ τῆς μονιμότητος τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς οὔτε ἐπὶ τῆς βασιλικῆς κληρονομικότητος. Τὸ κῦρος τῶν δημοκρατικῶν Κυβερνήσεων ἀρύεται ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία διορίζει τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ δίδει τὴν δύναμιν διὰ τῆς ὁποίας ἀσκῆται ἡ ἐξουσία. Ὅταν τὸ κῦρος τοῦτο μειωθῇ, ὅταν τὸ φθείρουν οἱ ὑφιστάμενοι τῆς Κυβερνήσεως οἱ ὑπάλληλοι, διὰ τῶν καθημερινῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἐπιθέσεών των, βεβαίως οἱ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ἐγκυμονοῦνται εἶναι μεγάλοι. Ὑπάρχει κίνδυνος νὰ κλονισθῇ τὸ κῦρος τῶν Κυβερνήσεων, νὰ κλονισθῇ τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νὰ ἐπέλθῃ ἀποσύνθεσις καὶ ἀναρχία εἰς τὴν χώραν. Ὁ σεβασμός, ἐπαναλαμβάνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐκδηλώνομεν διότι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀνέδειξεν αὐτὴν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἔρεισμα τῆς καθεστηκυΐας τάξεως. Τώρα κατὰ ποῖον τρόπον ἀπὸ ποῖον καὶ ποῦ πρέπει νὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων εἶναι ἄλλο ζήτημα, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ πότε καὶ ὑπὸ τίνος διορίζεται Κυβέρνησις, ἐπίσης εἶναι ἄλλο ζήτημα. Περὶ τῶν λειτουργειῶν αὐτῶν ἔχει προβλέψει ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς Χώρας. Ἀπὸ τοιαύτης βεβαίως ἀπόψεως δὲν μποροῦμεν παρὰ νὰ ἐπικροτήσωμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα θὰ καθίστων ἀκίνδυνον τὴν κακὴν δρᾶσιν τῶν διευθυνόντων τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. Ἀλλ’ αἱ παρεκτροπαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ κριθοῦν μὲ ὅλας τὰς ἐλαφρυντικὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Χώρας. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐδοκιμάσθησαν καὶ αὐτοὶ μαζὺ μὲ ὅλας τὰς ἄλλας τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§308ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀλιγώτερον ὅλων.
§309Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠθελήσατε νὰ μὲ διακόψητε, πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι δεκὰς χιλιάδων ὑπαλλήλων μισθοδοτεῖται ἀπὸ 1300 ἕως 1800 δραχμὰς μηνιαίως πρὸ παντὸς διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ πολλὰς ὥρας καὶ οἱ ὁποῖοι κάτι κάνουν ἐκεῖ πέρα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§310Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, διότι ἐπικρατοῦν τόσαι πλάναι ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Λέγεται διαρκῶς, δὲν μᾶς δίδουν, δὲν μᾶς δίδουν ὥστε γεννᾶται ἐκ τῶν δημοσιευμάτων ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι πέρνουν 500 ἕως 600 δραχμάς, ἐνῷ συνήθως πρόκειται περὶ δημοσίων ὑπηρετῶν καὶ καθαριστριῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους ποὺ μᾶς λέγετε πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ μισθοί των, τῶν μὲν ἀρρένων εἶναι περίπου 50% μεγαλύτεροι τῶν προπολεμικῶν, τῶν δὲ διδασκαλισσῶν οἱ μισθοὶ φθάνουν πολλάκις εἰς τὰ 80% ἀνώτεροι τῶν προπολεμικῶν. Σᾶς δίδω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος, διότι καλῇ τῇ πίστει βεαίως, ἀκούοντες ὅτι παίρνουν καὶ παίρνουν καὶ παίρνουν πιστεύετε καὶ σεῖς ὅτι εἶναι ἔτσι αὐτὰ τὰ πράγματα. Σᾶς προσθέτω δὲ τώρα ὅταν φύγωμεν ἀπὸ τοὺς διδασκαλικοὺς μισθούς, ὅτι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι μεταπολεμικῶς κατηργήθη ἡ κράτησις τοῦ 9%, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας διὰ τὴν σύνταξιν, δὲν ὑπάρχει καμμία κατηγορία δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι σήμερον νὰ παίρνουν μισθοὺς μικροτέρους τῶν προπολεμικῶν. Ἔχω ὅλους τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς καὶ θὰ σᾶς τοὺς δώσω. Λαμβανομένου λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι παίρνουν τὸν μισθὸν τὸν προπολεμικόν, εἰδικῶς δὲ οἱ διδάσκαλοι, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν παραβάλλεται ἡ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ ὅλας τὰς ἄλλας τάξεις τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τὸν πόλεμον, διότι καμμία ἐν τῷ συνόλῳ δὲν κερδίζει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκέρδιζε προτήτερα.
§311Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω ἕνας ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων μισθοδοτεῖται μὲ 1300 ἕως 1800 δραχ. Ὁ μισθὸς αὐτὸς δὲν ἐπαρκεῖ διὰ νὰ ζήσουν. Ἀλλ’ οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἔχουν καὶ τὸ κτῆμα των, μερικοὶ ἔχουν καὶ 5–10 πρόβατα καί ἔτσι ἐξοικονομοῦν τὰ ἔξοδά των. Ὅταν ὅμως κανεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχει ἄλλην τινα περιουσίαν διὰ νὰ προσθέτῃ εἰς τὸν μισθὸν αὐτοῦ τὰ εἰσοδήματά του, δὲν δύναται νὰ συντηρήσῃ τὴν οἰκογένειάν του. Δὲν εἶναι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐπαρκεῖς, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκφρασθῇ παράπονα οὔτε μποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν ἐνέργειαι τῶν ὑπαλλήλων πρὸς αὔξησιν τῶν μισθῶν των. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐπαρκεῖς. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἴπομεν ὅτι μισθοδοτοῦνται ἀνεπαρκῶς καὶ προσθέτω ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν ἄλλων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπιτρέπει διεκδικήσεις ἐκ μέρους των μεγαλειτέρων μισθῶν, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μισθοδοτοῦνται ἀνεπαρκῶς παραμένει πάντοτε γεγονός, καὶ ὡς γεγονὸς τοιοῦτον τοὺς ἐπηρεάζει πολύ. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑφίστανται ἐπὶ πλέον τὰ πλήγματα τῶν ἀνισοτήτων τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουδούρης ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀνισότηται τοιαῦται καὶ ἡμεῖς ἀντελήφθημεν διότι δὲν ξεύρω ποία μοῖρα βαρύνει τελευταίως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἴτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κυβερνᾷ εἴτε αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Οἱ ἴδιοι ἀξιωματικοὶ ἦσαν εἰς Παρισίους ὁ ἕνας ἔκαμε τὴν ἰδίαν δουλειὰ ποὺ ἔκαμεν ὁ ἄλλος, ὁ ἕνας εἶχε ἐπίδομα 150 φρ. ἡμερησίως, ὁ ἄλλος 75, συνταγματάρχαι καὶ οἱ δύο, ἀνισότητες αἱ ὁποῖαι προσβάλουν, τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, προκαλοῦν φυσικὰ μίαν ἀγανάκτησιν καὶ ἡ ἀγανάκτησις αὑτὴ ὀγκουμένη δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὰς παρεκτροπὰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐξαναγκάζουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει σήμερον πρὸς περιορισμὸν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν τῶν ὑπαλλήλων. Κρίνοντες τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἐν σχέσει πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεσματικὸν ἐξ ἄλλου ἡ κατάργησις τῆς συνομοσπονδίας. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν συνεννόησιν τῶν ἄλλων ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων ἂν ὑπάρχει ἔδαφος ἐπαναστατικῆς κινήσεως. Καὶ ἐπαναστατικὴν ἐνέργειαν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι τοιαύτην τὴν θεωροῦμεν ἡμεῖς. Ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἐργοστάσιον, τὸ Κράτος δὲν κάμνει ἐπιχειρήσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ κερδίζῃ οὔτε οἱ ὑπάλληλοί του εἶναι ἐργάται. Συνεπῶς μία ἀπεργία τῶν ὑπαλλήλων θὰ ἦτο ἐνέργεια οὐσιαστικῶς ἐπαναστατική. Δὲν νομίζομεν ἐξ ἄλλου ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον τὸ Κυβερνητικὸν μέτρον, διότι μόνον ἡ πρόβλεψις τιμωριῶν διὰ τοὺς παρεκτρεπομένους θὰ ἤρκη νὰ φέρῃ τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Ἐφόσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐφόσον ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ψῆφόν μας διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν προκειμένου περὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον εἶναι νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. 4 κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὰ διοικητικὰ συμβούλια τῶν ὀργανώσεων ἐπὶ μίαν πενταετίαν δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς αὐτά. Δὲν νομίζομεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ μείνῃ, διότι χωρὶς πράγματι κατὰ τὴν γνώμην μας νὰ ἐξυπηρετῇ τίποτε, παρακωλύει τὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν νομίζομεν ὅτι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον θ’ ἀλλάξῃ τὴν κατάστασιν. Νομίζομεν ὅτι τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν πρόβλημα εἶναι συνδεδεμένον ἀρρήκτως μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς χώρας τῆς καθιερώσεως ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐστηροτέρου, ὁ ὁποῖος δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ αἰσθητὸς ἄνευ τῆς νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτὴ μόνον ἠμπορεῖ νὰ παρακολουθῇ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ν’ ἀκολουθῇ τοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι πηγάζουν ἐκ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ ἐλεγχόντων καὶ ἐλεγχομένων. Καὶ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τροποποιουμένου ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφ. 4, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐτοδιοικήσεως ἡ ὁποία καὶ μόνη θὰ κατορθώσῃ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ ἐπαρκεστέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§313Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοὺς ἄλλους ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατήγγειλαν τὰς ἀνωμαλίας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μισθοδοσίας. Σημειώσατε ὅτι ἀνάλογος κατάστασις ἐπεκράτει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸ τοῦ 1920. Καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς διορθώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1919 ἀνέθεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν γενικὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Β. Γεωργαντᾶν τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν δὲ τῆς μελέτης ταύτης, ἡ ὁποία ἦτο ἀξιολογωτάτη, ἀνέθεσεν εἰς τὸν τότε ἀνώτατον ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν ἀγαπητὸν συνάδελφον ὑφυπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐδημοσιεύθη ὡς νόμος ὑπ’ ἀριθ. 2494 τοῦ 1920 καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανεὶς ὅτι ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων νόμων μὲ τοὺς ὁποίους ἠσχολήθη ποτὲ ἡ Βουλή μας. Ὁλόκληρος ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος τότε ἐξεδήλωσεν τὴν ἱκανοποίησίν του ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς νομοθετικῆς ἐκείνης ἐργασίας. Δυστυχῶς ὁ ἔκτοτε διαδραμὼν χρόνος, πολὺ περισσότερον ὅταν προστεθοῦν αἱ ἐθνικαὶ περιπέτειαι καὶ οἱ ἐσωτερικοὶ περιορισμοί, ἔφεραν ὡς ἀποτέλεσμα, ὥστε τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐπεκράτουν πρὸ τοῦ 1920 νὰ ἐπανέλθουν πάλιν μὲ μεγαλειτέραν μάλιστα ἐπίτασιν. Καὶ ὅταν κατὰ τὸ 1928 ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβεν καὶ πάλιν τὴν ἀρχήν, ἓν ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων μας ὑπῆρξεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐκ νέου τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ τούτου, τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξιν δὲν παρεγνωρίζαμεν. Καὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως συνεστήσαμεν μεγάλην ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ ἀνωτέρους δημοσίους ὑπαλλήλους, τελοῦσαν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν ἑνὸς λίαν διακεκριμμένου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀνεθέσαμεν τὴν διπλῆν ἐντολήν, νὰ μᾶς μελετήσῃ πρῶτον τὸ ζήτημα τὸ μισθοδοτικὸν καὶ δεύτερον νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δυνατοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀτυχῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος τῆς ἀνατεθείσης ἐντολῆς ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἔπραξεν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ὅμως ζητήματος ἠσχολήθη φιλοτίμως καὶ ἔφθασε νὰ μᾶς ὑποβάλῃ μίαν ἐργασίαν ἀξίαν πάσης προσοχῆς, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν δυστυχῶς νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ πρὸς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος καὶ ἄρσιν τῶν ἀνωμαλιῶν, διότι ἐζήτη ἀπὸ τὸ Κράτος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νέαν προσπάθειαν, καταβολὴν δηλαδὴ 300 ἑκατομμυρίων ἀκόμη δραχμῶν, πέραν τῶν αὐξήσεων τὰς ὁποίας σύμφωνα μὲ τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν εἴχομεν δώσει εἰς τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς τάξεις κατὰ τοῦ 1928. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριοι βουλευταί, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ διατὶ ἡ Κυβέρνησις, μολονότι ἀπὸ 2½ ἤδη καὶ πλέον ἐτῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν ἔχει κατορθώσει νὰ σᾶς εἰσηγηθῇ τὴν ἄρσιν τῶν μισθοδοτικῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἀνισοτήτων αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν. Ἀνετέθη τελευταῖον ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τῶν δύο ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἴχαμεν ἀναθέσει εἰς τὴν πρώτην μεγάλην δημοσιοϋπαλληλικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὸν πολύτιμον συνάδελφόν μου ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὅπως σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ εἶναι βέβαιος ὅτι μέχρι τέλους Ἰουνίου θὰ ἔχῃ ἑτοιμάσει τὸ προσχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτυπωθῇ διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη ποῖα εἶναι τὰ προτεινόμενα μέτρα οὕτως ὥστε νὰ ἀκουσθοῦν αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι ἀντιρρήσεις καὶ ἐπικρίσεις καὶ τότε θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα. Ἀκριβῶς δέ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρωμεν ἐνωρίτερον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ μισθοδοτικὸν ζήτημα καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἐνδεχομένου περιορισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τοῦτο δὲν ἐπεμείναμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ πρὸ μηνὸς εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι μᾶς ἔγινεν ἡ παρατήρησις, τῆς ὁποίας τὴν ὀρθότητα ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ ψήφισις αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συγχρόνως μὲ τὴν ρύθμισιν τοῦ μισθοδοτικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ ἐνδεχομένου περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ ζητήματα θὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ὁριστικὴν ρύθμισιν τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον. Ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τῶν ἐν λόγῳ μέτρων, ἐσκεπτόμην νὰ φανῶ ἀνεκτικώτερος πρὸς τὰς καθημερινὰς παρεκτροπὰς τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων διὰ νὰ ρυθμίσω καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο συγχρόνως, ὅπως μοῦ ζητεῖ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, καὶ νὰ μὴ φανῇ ὅτι ζητῶ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον θεωρεῖται δυσάρεστον διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, χωρὶς συγχρόνως νὰ ρυθμίζω καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ αὐτῶν.
§314Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ τὴν ἀκρίβειαν, ἐγὼ δὲν ἐξετάθην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§315Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ὅταν τελευταίως ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα τοῦ Καλπακίου, τὸ ὁποῖον μὲ τόσην ἐπιείκειαν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔκρινε, ὅταν διὰ τὴν ἐπιβολὴν μηνιαίας ἀπολύσεως κατὰ τοῦ προέδρου τοῦ 7ου συνεδρίου τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ὑπαλλήλων ἐξηγέρθη ἡ ἐν Ἀθήναις ὁμοσπονδία τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀπῄτησεν ἐπιβλητικῶς καὶ ὑβριστικῶς ὄχι κἂν τὸν μετριασμὸν τῆς ποινῆς, ἀλλὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς ποινῆς, ἰσχυρισθεῖσα ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅταν ἐξέρχωνται τοῦ γραφείου των εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθεροι ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πολῖται νὰ ἐκφράζουν τὰς γνώμας των, τότε, λέγω, ἔκρινα ὅτι θὰ ἦτο ἐκ μέρους μου ἀληθὲς ἔγκλημα ἐὰν ἠνειχόμην τὴν παράτασιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐπὶ πλέον καὶ ἐὰν δὲν ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς μίαν σοβοῦσαν ἀναρχίαν, ἡ ὁποία ἐκινδύνευε καὶ τὸν νοῦν μεγάλου μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁριστικῶς νὰ διαστρέψῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν τῆς Χώρας νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ κατηγόρησεν ὅτι διεῖδον κινδύνους ἀνυπάρκτους. Ἀλλά, κύριοι, εἶσθε παρόντες ἐδῶ καὶ εἴδατε τὰ καθημερινὰ συμβούλια μεταξὺ τῆς συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος, τὰς καθημερινὰς συνεννοήσεις ὅπως ἀναλάβουν ἀπὸ κοινοῦ τὸν ἀγῶνα νὰ καταλύσουν αὐτὸ τὸ ἀνόσιον Κράτος τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ τὸ ἀνόσιον Κράτος τὸ ὁποῖον ὑφίσταται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν μόνον τῆς κεφαλαιοκρατικῆς τάξεως. Ὅταν δὲ ἔλεγον αὐτά, διέγνωσα ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι ἐφοβήθην ἀνατροπὴν κυβερνητικὴν ἢ ὁριστικὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως ἢ ἐπιβολὴν τῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ συνομοσπονδία ὑπαλλήλων καὶ συνομοσπονδία ἐργατῶν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ Κράτους. Ἤμην βέβαιος ὅτι τὸ Κράτος, στηριζόμενον εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς κοινῆς γνώμης, θὰ κατώρθωνε νὰ ἐξέλθῃ νικηφόρον ἀπὸ τὸν ἀγῶνα αὐτόν. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἰμποροῦσε νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθουν καὶ δυστυχήματα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἀπώλεια ζωῆς ἀνθρώπων, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο τοιαύτη κατάστασις, τοιαύτη θέσις μεγάλου μέρους τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ὥστε ἡ παραμονὴ αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ καταστῇ ἀληθῶς ἀδύνατος, ὥστε νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπομακρύνῃ ὁριστικῶς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ κατήρχοντο εἰς τὸν ἀγῶνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Αὐτὸ λοιπὸν ἐξηγεῖ ἀρκετὰ σαφῶς διατὶ ἔφερα τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διατὶ ἐζήτησα νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν Παρασκευὴν καὶ διατὶ ἐπιμένω, καίτοι εἶναι προχωρημένη ἡ ὥρα νὰ ψηφισθῇ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Κατηγορήθην ὅτι ἐθεώρησα τὸ Κράτος ἄοπλον καὶ προσέφυγα εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐνῶ τὸ Κράτος ἦτο τάχα ἱκανῶς ὡπλισμένον διὰ τοῦ νόμου 3453. Τὸν νόμον βέβαια αὐτὸν τὸν ἐμελέτησα, κύριοι, καὶ εἶδον ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν πλέον ἀποτελεσματικὴν διάταξιν, ἐκείνην δηλαδὴ ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος θεωρεῖται ὑποβάλλων παραίτησιν, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐφαρμόσω διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός. Εὐτυχῶς δέ, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοὐλάχιστον ἔχω σύμφωνον καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος, ὅστις εἶπεν διακόπτων τινὰ τῶν ρητόρων: δὲν ἐπιτρέπεται σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ ἀπεργῶν δημόσιος ὑπάλληλος θέλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὑποβάλλει παραίτησιν». Ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου προσκολλᾶται μάλιστα περισσότερον εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλὰ θέλει νὰ αὐξήσῃ τὰ πλεονεκτήματά του. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσω τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§316Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἡ ἀπεργία ἀποτελῇ λόγον ἀπολύσεως γενικῶς διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ συμβούλιον. Δηλαδὴ διατὶ νὰ περιμένετε τὴν καταδίκην ποινικοῦ δικαστηρίου καὶ δὲν τὸ κάνετε αὐτὸ ἀπὸ τώρα, καὶ δὲν ὁρίζετε λόγον ἀπολύσεως τὴν ἀπεργίαν.
§317Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ὁρίζω εἰς τὸν νόμον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἐὰν λάβῃ χώραν ἀπεργία τότε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ ἔγκλησιν, δηλαδὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ, ἐκείνων, δηλαδὴ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ πρωταιτίους τοὺς δὲ ἄλλους νὰ παραπέμψῃ εἰς πειθαρχικὴν δίκην.
§318Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μὲ λόγον ἀπολύσεως;
§319Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τὸ λέγει ρητῶς τὸ νομοσχέδιον ὅτι τιμωρεῖται μὲ ἀπόλυσιν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην οὔτε τὰς διατάξεις τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νόμου 3453 περὶ ποινικῆς τιμωρίας τῆς ἀπεργίας νὰ ἐφαρμόσῃ μολονότι αὐστηροτάτας, διότι ἐπέβαλε ποινὰς φυλακίσεως μέχρι πέντε ἐτῶν, ἐνῶ τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ποινὴν φυλακίσεως—μέχρις ἑνὸς ἔτους.—Δὲν ἠδυνάμην, λέγω, νὰ ἐφαρμόσω τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 3453 διότι ἔλειπεν ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν εἰσάγω διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ περιορίσω τὴν ἐφαρμογὴν τὴν ποινικῆς διώξεως εἰς ὡρισμένους μόνον ὑπαλλήλους. Θὰ ἤμην δὲ ὑποχρεωμένος νὰ παραπέμψω ὅλους τοὺς ἀπεργήσαντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἀριθμὸν θὰ ἀνήρχοντο. Θὰ ἀναγνωρίσητε, κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐδεικνύετο σοβαρὸν ἐὰν ὑπὸ τοιούτους ὅρους προέβαινεν εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ συνόλου τῶν ἀπεργῶν. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν ρητόρων, σχεδὸν ὅλοι, ἐξαιρέσει ἴσως τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου, εἴτε σαφέστερον εἴτε μᾶλλον κεκαλυμμένως ὑπεστήριξαν ὅτι αἱ ὑπαλληλικαὶ αὐταὶ παρεκτροπαὶ αἰτίαν ἔχουν τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μισθῶν τῶν χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δὲν ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπὸ ἔποψιν μισθοδοσίας εἶναι ρόδινος.
§320Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπα ἐγὼ ὅτι ........
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄλλοι τὸ εἶπαν σαφέστερον.
§322Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ σᾶς διευκρινίσω ὅτι ἐγὼ δὲν ἔθιξα τοιαῦτα ζητήματα.
§323Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον. Σεῖς εἴπατε ὅτι δὲν θέλετε νὰ θίξητε σήμερον ἄλλα ζητήματα ἔστω καὶ συναφεῖ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιφυλαχθέντες νὰ πράξητε τοῦτο εἰς εὐθετωτέραν περίστασιν. Καὶ ἐγὼ δὲ ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἀποφεύγετο πραγματικῶς πᾶσα τοιαύτη συζήτησις σήμερον ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὸ κύριον θέμα, διὰ νὰ μὴ ἐκτραπῇ ἡ συζήτησις ἀπὸ τὸν κύριον προορισμόν της, καὶ νὰ μὴ δοθῇ ἀθέλκτως, ἐνθάρυνσις εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἐφόσον τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν ἀνεφέρθη δὶς ὑπὸ δύο ρητόρων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑποστηρίζω βέβαια ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπὸ ἔποψιν μισθοδοσίας εἶναι ρόδινος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀλλὰ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν δύνανται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ εὕρουν λόγον ἐπιεικοῦς κἂν κρίσεως τῶν παρεκτροπῶν στηριζόμενοι εἰς τὸ ὅτι τὸ Κράτος μεταπολεμικῶς παρεγνώρισε τὰς ἀνάγκας των καὶ τὰς τηρεῖ εἰς θέσιν ἡ ὁποία δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ζήσουν. Εἶπον ἤδη διακόπτων κάποιος ἐκ τῶν ρητόρων ὅτι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατηργήθη σήμερον ἡ κράτησις τοῦ 9% ἡ ὁποία ἐγένετο προπολεμικῶς διὰ τὰς συντάξεις, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τάξις δημοσίων ὑπαλλήλων ἡ ὁποία λαμβάνει μισθὸν μικρότερον ἀπὸ τὸν προπολεμικόν. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν ἔχει σήμερον τὰ αὐτὰ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα εἶχε προπολεμικῶς, διότι ὅλοι, σχεδόν, διατελοῦν εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν δυσμενεστέραν ἀπὸ τὴν προπολεμικὴν—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνητε ἐπιεικῶς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προδίδοντες τὸ καθῆκόν των, παραβιάζοντες τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωσαν ὅταν ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν, συνεννοοῦνται αὐτοί, οἱ φορεῖς τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἔναντι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους εἶναι ἀπρόσωπον, καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν,—νὰ μεταχειρισθοῦν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐκβιάσουν τὸ Κράτος νὰ τοὺς δώσῃ μεγαλείτερα ὠφελήματα. Παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει ἡ σημερινὴ κατάστασις, προσέθεσα δὲ ὅτι εἰδικῶς διὰ μίαν κατηγορίαν δημοσίων ὑπαλλήλων τὴν πλέον πολυπληθῆ ἡ κατάστασις ἐβελτιώθη ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, δηλαδὴ ἐν σχέσει πρὸς τὴν προπολεμικήν, οὐσιωδέστατα. Οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ πολυαριθμοτέρα κλάσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἀνέρχονται εἰς 13½ χιλιάδας νομίζω, διεκρίνοντο προπολεμικῶς εἰς τρεῖς τάξεις, αʹ, βʹ, καὶ γʹ. Οἱ τῆς πρώτης τάξεως δημοδιδάσκαλοι οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον προπολεμικῶς 2.250 σημερινὰς δραχμὰς λαμβάνουν σήμερον 2.385 δραχμάς. Ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐὰν δὲν πλανῶμαι ἀνταποκρίνεται πρὸς 50%. Αἱ δημοδιδασκάλισσαι τῆς ἰδίας τάξεως αἱ ὁποῖαι προπολεμικῶς ἐλάμβανον δραχ. 1.800, λαμβάνουν σήμερον 3385 ἤτοι αὔξησιν 88%. Αἱ τῆς δευτέρας τάξεως δημοδιδάσκαλοι ἐλάμβανον πρὸ τοῦ πολέμου δραχ. 1950, καὶ λαμβάνουν σήμερον 2902, δηλαδὴ μισθὸν ἀνώτερον κατὰ 50% καὶ πλέον τοῦ παλαιοῦ. Αἱ δημοδιδασκάλισσαι τῆς ἰδίας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον μόνον 1650 δραχ. προπολεμικῶς, λαμβάνουν τώρα 2.902, ἤτοι 76% ἀνώτερον μισθὸν τοῦ προπολεμικοῦ.
§324Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι σφάλμα κ. Πρόεδρε. Σήμερον γίνεται ἄλλη διαβάθμισις. Ἄλλοτε οἱ διοριζόμενοι πρωτοβάθμιοι ἐλάμβανον 150 χρυσᾶς δραχμάς.
§325Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ μπορέσωμεν τώρα νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀφῆστε νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ποῦ ἔχω, καὶ ἂν θέλητε μεθαύριον κάμετε μίαν ἐπερώτησιν, διατὶ ἔδωσα ἐσφαλμένας πληροφορίας. Συνεχίζω ἑπομένως τὰς πληροφορίας μου: Οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ αἱ δημοδιδασκάλισσαι τῆς γʹ τάξεως ἐλάμβανον προπολεμικῶς 1500 δρ. καὶ λαμβάνουν σήμερον 2.474 δηλαδὴ μισθὸν κατὰ 65% ἀνώτερον τοῦ προπολεμικοῦ.
§326ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βάλετε καὶ τὸ 9%;
§327Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σωστά, ἀπὸ τοὺς προπολεμικοὺς μισθοὺς πρέπει ν’ ἀφαιρέσετε 9% ποῦ κατέβαλον τότε οἱ δημοδιδάσκαλοι λόγῳ συντάξεως, ἐνῷ σήμερον δὲν καταβάλλουν τίποτε. Δὲν ἰσχυρίζομαι κύριοι, ὅτι οἱ μισθοὶ αὐτοὶ εἶναι ὑπερβολικοί, δὲν τοὺς ἐμνημόνευσα διὰ νὰ ἐνδείξω ἀπαρέσκειαν, ὅτι ἐδόθησαν οἱ μισθοὶ αὐτοὶ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν παραδίδομεν ἀκριβῶς τὴν νέαν γεννεὰν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ μᾶς τὴν μορφώσῃ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς φοιτήσεώς της εἰς τὸ σχολεῖον, ἀλλὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μνημονεύσω τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν τάξιν αὐτήν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τὸ Κράτος μεταπολεμικῶς ἐξετέλεσε πλήρως τὸ καθῆκόν του, ἔναντι τῆς τάξεως αὐτῆς, καὶ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρ’ αὐτῶν νὰ εἶναι ἀφοσιωμένοι ἐντελῶς εἰς τὸ καθῆκον τῆς μορφώσεως τῆς νέας γεννεᾶς, καὶ νὰ μὴ χάνουν ἕνα μέρος τοῦ χρόνου, μὲ τὸ νὰ ζητοῦν διαρκῶς αὐξήσεις καὶ προαγωγάς, ἀπειλοῦντες τὸ Κράτος διὰ ἀπεργίας. Ἡ διαγωγὴ δὲ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι τοσοῦτον περισσότερον ἀσυγχώρητος, καθ’ ὅσον ἐνῷ ζητοῦν ἀφ’ ἑνὸς νὰ θεωρήσουν ἑαυτοὺς ἐργάτας ἀπέναντι τοῦ Κράτους ὡς ἐργοδότου διὰ νὰ ἔχουν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα παρεχωρήσαμεν — καὶ ὀρθῶς παρεχωρήσαμεν — εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν μετά τινος ἰσότητος δυνάμεων νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸν οἰκονομικὸν ἀγῶνα πρὸς τοὺς ἐργοδότας, ἐνῷ λέγω χαρακτηρίζουν ἑαυτοὺς ἐργάτας διὰ νὰ ζητοῦν αὐτὰ τὰ δικαιώματα, δὲν ἐξετάζουν ὕστερα ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐνῷ ὁ καϋμένος ὁ ἐργάτης δὲν εἶναι ἥσυχος οὔτε περὶ τῆς αὔριον, ἢ ἂν εἶναι ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος δὲν εἶναι συνήθως βέβαιος οὐδὲ περὶ τοῦ τὶ θὰ γίνῃ μετὰ ἕνα μῆνα — δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως ἐργασίας—ὁ δημόσιος ὑπάλληλος γνωρίζει ὅτι, ἀφ’ ὅτου εἰσέλθῃ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀπολύτως ἠσφαλισμένος ἔναντι ὅλων τῶν περιπετειῶν τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ λοιπὴ κοινωνία ἐξ οἱασδήποτε οἰκονομικῆς περιστάσεως. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὴν αὔριον. Γνωρίζει ἐπίσης ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὅτι μετὰ τρία χρόνια, ἢ τὸ πολὺ μετὰ 5 χρόνια, ὅτι ἡ σημερινή του θέσις ἡ οἰκονομικὴ θὰ βελτιωθῇ δι’ αὐτομάτου αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ του, ὅτι ἔχει ἀκόμη ἠσφαλισμένην τὴν προαγωγήν του εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ὅτι κατ’ ἀντίθεσιν τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου, ἔχει καθ’ ἕκαστον ἔτος δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἄδειαν ἑνὸς μηνὸς μὲ πλήρεις ἀποδοχάς. Ξεύρει ἀκόμη ὅτι δικαιοῦται ἂν ἀσθενήσῃ νὰ λάβῃ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἄδειαν αὐτὴν 6 μηνῶν ἄδειαν ἀναρρωτικὴν μὲ πλήρεις ἀποδοχάς. Ξεύρει ἀκόμη ὅτι, ἂν ἔχῃ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, 5 ἐτῶν, νομίζω, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ καὶ ἑνὸς μηνὸς πρόσθετον μισθὸν διὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα κατηνάλωσε τυχὸν διὰ τὴν ἀσθένειάν του. Ξεύρει ἀκόμη ὅτι μὲ εἰσφορὰν σχετικῶς μικρὰν 2% διὰ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων, κατορθώνει νὰ λάβῃ, ὅταν ἐξέλθῃ τῆς ὑπηρεσίας, μίαν οὐσιώδη βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του, διότι τὸ Κράτος αὐτό, τὸ ὁποῖον καταγγέλλεται ὡς ἄσπλαχνον, διαρκῶς προικίζει τὸ ταμεῖον αὐτὸ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὲ ποσὸν τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ἀνέρχεται εἰς 25 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ξεύρει ἀκόμη ὅτι ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο ταμεῖον ἀρωγῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος προικίζει καὶ αὐτὸ μὲ 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως. Ξεύρει ἀκόμη ὅτι μετὰ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας ἔχει καὶ δικαίωμα συντάξεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, συντάξεως δὲ διὰ τὴν ὁποίαν μεταπολεμικῶς δὲν εἰσφέρει τίποτε, ὡς εἶπον ἤδη, ὁ ἴδιος. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἰσφέρει τίποτε, ἡ ὁμοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶχε τὸ θράσος νὰ διαστρέψῃ, λέγουσα ὅτι: «ἐνῷ παντοῦ αἱ κοινωνικαὶ ἀσφαλίσεις στηρίζονται ἐπὶ ἴσης καταβολῆς ἐκ μέρους καὶ τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐργοδότου, ἡμεῖς ἐδῶ, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δηλαδή, εἰσφέρομεν, μόνοι ἡμεῖς, διὰ τὰς συντάξεις μας καὶ μάλιστα ἀποδίδεται ὡς σύνταξιν ὀλιγώτερον ποσὸν παρὰ τὴν εἰσφοράν μας». Σᾶς εἶπα, ὅτι εἶναι ἐκπληκτικόν, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀντὶ ὡς εἶναι φυσικὸν νὰ ἐντρέπωνται καὶ τοὺς ἑαυτούς των, βεβαιώνουν καὶ τοὺς ἄλλους διὰ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς συνομοσπονδίας των τοιαῦτα ψεύδη. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ μάθητε πῶς ἐτόλμησαν νὰ δημιουργήσουν αὐτὸ τὸ ψεῦδος σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1925 ἠλαττώθησαν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 7%. Καλά, ἠλαττώθησαν, ἀλλὰ τοὺς μισθούς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα ὅτι παίρνουν σήμερον τοὺς ἀνέφερα ἠλαττωμένους κατὰ 7%. Ἔκτοτε ὅμως καὶ ηὐξήθησαν καὶ πέραν τοῦ 7% διὰ τῆς αὐξήσεως ἡ ὁποία ἔγινε τὸ 1928, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑποσχέσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι μιὰ φορὰ ἠλαττώθησαν οἱ μισθοὶ κατὰ 7%, εἶναι ἄσχετον ἐντελῶς πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μὲ κανένα τρόπον νὰ χαρακτηρίζεται ὡς κράτησις λόγῳ συντάξεως. Δὲν ἰσχυρίζομαι, κύριοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀμείβονται πλουσίως, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ παρεχομένη εἰς αὐτοὺς ἀμοιβὴ σήμερον ὑπερβαίνει κάθε τὶ ποὺ ἡ παροῦσα οἰκονομική μας κατάστασις μποροῦσε νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ τοὺς δώσωμεν. Δὲν μποροῦμεν ὑπὸ τὰς σημερινάς μας περιστάσεις νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οὔτε μίαν δραχμήν. Βέβαια μὲ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ μισθολογίου θὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις πολλῶν ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν κατορθωθοῦν καὶ οἰκονομίαι τινὲς ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ αὗται θὰ διατεθοῦν εἰς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ διατεθῇ οὔτε μία δραχμή, διότι δὲν ἔχομεν κἂν τὴν τοιαύτην δραχμὴν νὰ τὴν διαθέσωμεν. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι σαφὴς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους διὰ νὰ μὴ γεννηθοῦν καὶ πάλιν παρεξηγήσεις μεθαύριον καὶ νὰ μὴ ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς ἐδόθησαν ὑποσχέσεις. Διερχόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος κρισίμους οἰκονομικὰς στιγμάς. Ἴσως εἴμεθα τὸ μόνον Κράτος τοῦ ὁποίου τὸ τέταρτον ἤδη ἔτος κλείεται ὁ προϋπολογισμὸς του μὲ πλήρη ἰσοζύγιον καὶ μὲ περίσσευμα. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι καὶ ὁ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1931–1932 εἶναι ἠσφαλισμένος διὰ τὸ ἰσοζύγιον του. Εἶναι ἐνδεχόμενον—καὶ ἄνθρωποι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας αἰσιόδοξοι ὅπως ἐγώ, ἀποκλίνουν μᾶλλον πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν—μέχρι τῆς 31 Μαρτίου τοῦ 1932 δηλαδὴ μετὰ 13 μῆνας, εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ ἐλπιζόμενον ὑπ’ ἐμοῦ νὰ ἔχῃ παρέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι φανερόν, ὅτι καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ αἰσθανθοῦν τὸν ἀντίκτυπον αὐτὸν αὐξανόμεναι καὶ αὐταὶ αὐτομάτως. Ἀλλὰ πρέπει ρητῶς νὰ ἐννοήσουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅτι καὶ ἐὰν κατὰ τὸ ἔτος 1932–1933 ἢ 1933–1934 αὐξηθοῦν, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Λαοῦ αἱ δημόσιοι πρόσοδοι κατὰ 100, κατὰ 200, κατὰ 300, κατὰ 400, κατὰ 500 ἀκόμη ἑκατομμύρια, δὲν πρέπει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ φαντάζωνται ὅτι ἀπὸ τὴν αὔξησιν αὐτὴν δύνανται νὰ ζητήσουν μερδικὸ καὶ αὐτοί. Διότι πρὶν ἢ σκεφθῶμεν περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν δι’ ἄλλα πράγματα ἀσυγκρίτως περισσότερον κατεπείγοντα. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν πάντως μισθὸν ὄχι κατώτερον τοῦ προπολεμικοῦ, πῶς θὰ σκεφθῶμεν νὰ τοὺς βελτιώσωμεν πρὶν ἢ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἄνεσιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν ηὐξημένων εἰσπράξεων, διὰ νὰ ὑποβιβάσωμεν κατὰ τὰ ¾ τὸν ἀπαίσιον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπορροφᾷ τὰ 9% τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ καπνοπαραγωγοῦ; Καί μήπως εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν, πρὶν σκεφθῶμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους; Μήπως δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ὅπως καταργήσωμεν δὲν λέγω ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην —διότι δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέπουν τὰ 500 ἑκατομμύρια—τοὺς προσθέτους δασμοὺς ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθησαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις νὰ ἐπιβάλλουν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ ὁποία τότε ἐπεκράτει; Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ πολλὴν ὥραν ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι τόσαι πολλαὶ αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι δέονται θεραπείας ταχυτέρας, ὥστε παρὰ τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, θεωρῶ καθῆκον μου τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ εἰδοποιήσω μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ὅτι δὲν ἔχει νὰ περιμένῃ οὔτε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αὔξησιν τοῦ μισθοῦ οὔτε κατὰ τὸ προσεχές, πολὺ δὲ πιθανὸν οὔτε καὶ κατὰ τὸ μεταπροσεχές. Εὔχομαι νὰ διαψευσθοῦν καὶ νὰ εἰσπράξωμεν τότε 600 ἑκατομμύρια ὅτε θὰ δύναται νὰ γίνῃ καὶ αὔξησις τῶν μισθῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὴ ἡ εὐχή. Πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν διὰ τῆς ρυθμίσεως τοῦ μισθολογίου, τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῶμεν τὸν Ὀκτώβριον, θὰ εἶναι ἡ ἄρσις τῶν ἀνισοτήτων αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν σήμερον, καὶ διὰ τὰς ὁποίας χωρὶς βέβαια νὰ θέλω νὰ ἀφαιρέσω τὸ μέρος τῆς εὐθύνης τὸ ὁποῖον ἀνήκει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, γνωρίζετε ὅλοι ὅτι δὲν εἶναι ἀθωότεροι περιστερᾶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Κατ’ εἰσήγησίν των ἔχουν ψηφισθῇ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνωμαλίαι. Ἄν αὐτὰς θεραπεύσωμεν καὶ ἐκ τῆς θεραπείας αὐτῆς ἐπέλθει γενικωτέρα βελτίωσις εἰς τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων τύχῃ ἀγαθῇ καὶ αὔξησιν τοῦ διατιθεμένου σήμερον διὰ τὸν μισθὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ποσοῦ, δὲν πρέπει νὰ περιμένουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των πρὶν αἱ σημεριναὶ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους ὑπερβοῦν τὰ 500 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ ἤδη ἔρχομαι κύριοι βουλευταὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Πρὸ τούτου θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀνακοινώσω μεταρρυθμίσεις τινὰς τὰς ὁποίας προτείνω εἰς αὐτό: Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως καὶ ἐπειδὴ τὸ καταργῶ δὲν δύνανται νὰ μοῦ παραπονεθοῦν. Μένει λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἄνευ τῶν λέξεων αὐτῶν. Ἔπειτα ἀπὸ τὸ ἄρθρον 4 κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς συνομοσπονδίας, μοὶ παρεπονέθησαν ὅτι τὸ λεγόμενον ἐκεῖ «κατὰ πᾶσαν περίστασιν» ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παραξηγήσεις εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ εἰς τὸν κοινωνικὸν ἀκόμη βίον των πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τὴν ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν. Εἶπον ὅτι οὐδέποτε μοῦ πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ αὐτό, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διαγράψητε τὰς λέξεις «κατὰ πᾶσαν περίστασιν» καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ μάλιστα ἡ λέξις «ἱεραρχικῶς». Διότι ἡ λέξις ἱεραρχικῶς ἀποτελεῖ τοὺς προϊσταμένους. Μοῦ παρετηρήθη ἐπίσης ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 5 παράγρ. 3 αἱ λέξεις τὰ τῆς διαδικασίας καὶ δικαιοδοσίας τοῦ πειθαρχικοῦ τούτου δικαστηρίου, ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίαν τινὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ φοβοῦνται ὅτι διὰ διαταγμάτων εἰμποροῦμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Προτείνω λοιπὸν ἀντὶ τῶν λέξεων «δικαιοδοσίας καὶ διαδικασίας» νὰ μείνῃ «τὰ τῆς διαδικασίας». Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἐδήλωσα ἐπίσης εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως πρὸ τῆς λέξεως «ἐργάτης» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «μόνιμος» διότι βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοῶ τοὺς μὴ μονίμους ἐργάτας καὶ νὰ τοὺς περιορίσω μὲ τοιαῦτα μέτρα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἐδ. 1 προτείνω εἰς τὸ τέλος μετὰ τὴν λέξιν «διαλυομένας» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως», διότι νομίζω, ὄχι ὅτι γίνεται δι’ ἄλλους ὀργανισμούς, ἀλλὰ διότι τὸ θεωρῶ δίκαιον. Καλλίτερον εἶναι νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐπίσης εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον 9 προτείνω νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν «ὁ ὑπάλληλος μέχρι διότι αὐτὸ πραγματικῶς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἕνα εἶδος ποινῆς. Καὶ ναὶ μὲν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς πειθαρχικὰς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ δέχομαι τὴν παρατήρησιν αὐτὴν καὶ διαγράφω τὸ σχετικὸν αὐτὸ μέρος τοῦ ἄρθρου.
§328Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τὰ ἀδικήματα διώκονται κατ’ ἔγκλησιν τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ποίαν θεωρεῖτε προϊσταμένην ἀρχήν;
§329Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ τὴν ἀμέσως προϊσταμένην καὶ τὰς περαιτέρω ἱεραρχικῶς προϊσταμένας.
§330Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ ὁ ὑπουργός;
§331Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς ὁ ὑπουργός. Δὲν ἠθέλησα νὰ βάλω ὁ ὑπουργὸς διότι εἶναι καὶ οἱ γενικοὶ διοικηταὶ καὶ οἱ νομάρχαι, καὶ ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν σχολείων κτλ.
§332Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τοῦτο ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν. Ἐὰν ὁ προϊστάμενος ὡρισμένης περιφερείας, εἴτε ἐκ συμπαθείας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων δὲν θελήσῃ ν’ ἀσκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀσκήσῃ ὁ προϊστάμενός του;
§333Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ σχέσις τῆς ἱεραρχίας δίδει τὸ δικαίωμα.
§334Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἑρμηνεία αὐτή.
§335Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως νὰ γραφῇ ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ψηφίζεται, ὅτι ὁ ἀμέσως προϊστάμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ καὶ ἐν παραλείψει αὐτοῦ οἱ περαιτέρω ἱεραρχικῶς προϊστάμενοι μέχρι τοῦ ὑπουργοῦ.
§336Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατὰ πᾶσαν περίστασιν». Ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τὸ ἐζήτησαν διότι ἰσχυρίζονται ὅτι ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας των......
§337Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτό. Δίδομεν τὴν ἐξήγησιν ὅτι τὸ «κατὰ πᾶσαν περίστασιν» δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ εἶναι ὀλίγον τι φιλολογικόν, διότι βεβαίως εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον δὲν ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον νὰ εἶναι ἱεραρχικῶς ὑποτεταγμένος. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω ἐὰν δεδικαιολογημένως μετέβαλα τὰς πρώτας λέξεις τοῦ νομοσχεδίου μου τροποποιήσας τὸ πρῶτον σχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετο ὅτι τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων στηρίζονται εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 381 νόμου περὶ σωματείων ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰσηγουμένου τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου. Βέβαια δὲν θὰ παρακολουθήσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἑνώσεως διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι οἱ διοικοῦντες αὐτὴν φαίνονται τόσον ἀστοιχείωτοι εἰς τὸ δημόσιον μας δίκαιον, ὥστε νὰ λέγουν εἰς ἀνακοινωθέντα των ὅλας τὰς ἀνοησίας τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν γνώμην ἑνὸς νομομαθοῦς πρὸς τὸν ὁποῖον, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἀγαπητόν μου φίλον κ. Κουλουμβάκην, τρέφω μεγάλην ἐκτίμησιν ὡς ἐπιστήμονα, καὶ πολὺν σεβασμὸν διὰ τὸν χαρακτῆρα του, μολονότι χωρίζομαι ἀπὸ αὐτὸν λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι εἰς ἄκρον ἀριστερὸς θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν σημερινήν του ἐπιστολὴν τὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα», διότι ἐλπίζω ν’ ἀναγνωρίσουν πάντες ὅτι δὲν θὰ ἠμποροῦσα νὰ εὕρω ἐνάντια φρονοῦντα, δυνάμενον ἐγκυρότερα νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰς ἀντιθέτους ἰδέας ἀπὸ τὸν κ. Σβῶλον. Ὁ κ. Σβῶλος ὑποστηρίζει ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅπως συνεταιρίζωνται στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, μολονότι ἀναγνωρίζων ὅτι φυσικὰ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ τοὺς ἀναγκαίους περιορισμοὺς χωρὶς μόνον νὰ καταστήσῃ δι’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅλως δι’ ὅλου κενοῦ περιεχομένου. Φαίνεται μάλιστα ἀναγνωρίζων ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δικαιολογοῦν ἔν τινι μέτρῳ τὴν περὶ τούτων μέριμναν μας. Ἐγὼ λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὑποστηρίζω μετὰ μελέτην ἐμπεριστατωμένην τοῦ ζητήματος ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος οὐδαμῶς περιλαμβάνει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὡς τοιούτους. Ὁ κ. Σβῶλος λαμβάνει ἱστορικῶς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 64. Καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀντιθέτως ὅμως ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἀναθεωρηθέντος τὸ 1911 τὰ εἶχε. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης του ταύτης ἀναφέρει ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Ραλλικοῦ κόμματος περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων περιεῖχε πρότασιν περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 11 διατάξεως καθ’ ἣν «συνεταιρισμοὶ δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἐπιτρέπονται ἄνευ Κυβερνητικῆς ἐγκρίσεως. Προσθέτει δὲ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη οὔτε κἂν ἐπανελήφθη εἰς τὴν βʹ ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο θεωρεῖ ὁ κ. Σβῶλος τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Ὡς δεύτερον ἐπιχείρημα ἐπικαλεῖται τὸ ὅτι «ἡ ἔκθεσις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 λέγει ὅτι ὁ ὅρος τοῦ συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει: οὐ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους ἀλλὰ καὶ τοὺς κοινωνικοὺς σκοποὺς ἐπιδιώκοντα σωματεῖα καὶ πᾶσαν ἐν γένει ἕνωσιν πλειόνων πρὸς οἱονδήποτε θεμιτὸν σκοπόν». Μοῦ φαίνεται παράδοξον πῶς ἐπιστήμων τῆς βαρύτητος τοῦ κ. Σβώλου, συνάγει ἐκεῖθεν ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος καλύπτονται καὶ αἱ δημόσιοι ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις. Ἀλλὰ παρεγνώρισε τὴν ἀξίαν τῶν λέξεων «πρὸς οἱονδήποτε θεμιτὸν σκοπὸν» αἱ ὁποῖαι λέξεις προφανῶς ἀποκλείουν κάθε σωματεῖον τὸ ὁποῖον στρέφεται ἐναντίον τοῦ κράτους, ὅπως στρέφονται σήμερον μετὰ τὴν παρεκτροπήν των αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις. Ἄλλους βέβαια συνεταιρισμοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους οὗτοι συνάπτουν ὄχι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ ὡς πολῖται Ἕλληνες ἁπλῶς, καλύπτει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάκρισις δὲ αὕτη διέφυγε παραδόξως τὸν κ. Σβῶλον.
§338Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ δέχεσθε ὅτι πηγάζει ἀπὸ τὸ ἄρθρον 14. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ πολῖται Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Οἱ πολῖται Ἕλληνες λοιπὸν εἴτε ὑπάλληλοι εἶναι εἴτε μὴ ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶνε σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅταν ἐπιδιώκουν ἀθέμιτον σκοπὸν αὐτὸς ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι παράνομος.
§339Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε ἀρχηγέ, τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐὰν δὲν ἐσπεύδατε θὰ μὲ ἀκούατε καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν ὁποίων τὴν συγκρότησιν εἰς τὰ δικαστήρια καλῶς ἐδέχθησαν οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ ἀφ’ ἧς οἱ ἀποτελοῦντες αὐτοὺς τοὺς ἐχρησιμοποίησαν ὡς ὄργανον πιέσεως κατὰ τοῦ Κράτους κατεπάτησαν δὲ συγχρόνως κάθε ἀρχὴν πειθαρχίας καὶ ἱεραρχικοῦ σεβασμοῦ, ἔγιναν συνεταιρισμοὶ ἐπιδιώκοντες ἀθεμίτους σκοπούς. Ἀφ’ ἧς ἰδίως οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ ὑπεστήριξαν τὰς συνδικαλιστικὰς θεωρίας, καὶ ἠξίωσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τὴν γενικὴν συνομοσπονδίαν τῶν ἐργατῶν καὶ νὰ ἀπεργοῦν, αἱ ὀργανώσεις καὶ οἱ διοικοῦντες αὐτὰς ὑπέπεσαν εἰς βαρὺ πειθαρχικὸν ἀδίκημα. Συνεπῶς δέχομαι ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν διατάξεων τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου αἱ δημοσιοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις ἔχουν καταστῆ ἀθέμιτοι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἀνέλαβον ἀγῶνα τάξεως ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐγὼ κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔρχομαι νὰ ἀναγνωρίσω εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα δὲν εἶχον, περιορίζων μόνον αὐτὸ ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα συνάδουν καὶ πρὸς τὸ καθῆκον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ πρὸς τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τὸ κοινωνικόν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ κ. Σβώλου. Ὁ κ. Σβῶλος ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἠθέλησε νὰ στερήσῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχύον ἤθελε νὰ στερήσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ ἄλλο εἶναι νὰ στεροῦμεν μίαν τάξιν ἑνὸς δικαιώματος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ κατοχυρώσωμεν διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως τὸ δικαίωμα αὐτό. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατὶ ὁ κ. Σβῶλος ἐπικαλεῖται καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Τὸ ἀληθὲς εἶναι κύριοι βουλευταί, ὅπως εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος ἀφορᾶ γενικῶς ὅλους τοὺς πολίτας Ἕλληνας, καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ συνεταιρισμῶν ἐπιδιωκόντων σκοπὸν θεμιτόν, τοιούτους θεμιτοὺς σκοποὺς μπορεῖ νὰ ἐπιδιώκῃ καὶ σωματεῖον δημοσίων ὑπαλλήλων σκοποῦν τὴν καλλιτέραν π. χ. μόρφωσιν αὐτῶν, ἢ τὴν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν μελέτην τῶν ζητημάτων ποῦ ἀφοροῦν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἢ ἄλλους καλλιτεχνικοὺς ἢ ἐπιστημονικοὺς σκοπούς. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς τοιοῦτον σωματεῖον ζητεῖ, χρησιμοποιμοῦν τὴν δύναμίν του, διὰ νὰ τεθῇ ἀντιμέτωπον τοῦ Κράτους—θεωρουμένου ὡς ἐργοδότου—διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτὸ τὰς ἀξιώσεις τοὐπαλλήλου—θεωρουμένου ὡς ἐργάτου—ἐπιδιώκει ἀθέμιτον σκοπὸν ἐφ’ ὅσον ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ, ὅπως εἶπον, πειθαρχικὸν ἀδίκημα καὶ ἑπομένως τὸ σωματεῖον αὐτὸ στερεῖται τοῦ λοιποῦ Συνταγματικοῦ ἐρείσματος. Τὸ αὐτὸ σημειωτέον διδάσκει καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Σβώλου καθηγητὴς Σαρίπολος. «Ἐπιτρέπονται, διδάσκει, κατὰ κανόνα συνεταιρισμοὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ ἱδρύουν συνεταιρισμοὺς ἀντιβαίνοντες εἰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων». Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ περικοπὰς μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1917, φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ρακτιβάν, ἤδη προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἦσαν αἱ πρῶται ἀπόπειραι, αἱ πρῶται ἐκδηλώσεις ὀργανώσεων δημοσιοϋπαλληλικῶν, καὶ ἐπιλαμβανόμενος αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας ἀπηυθύνετο πρὸς τοὺς γενικοὺς διοικητὰς καὶ νομάρχας τοῦ Κράτους, καὶ λέγει μεταξὺ ἄλλων ταῦτα. (ἀναγινώσκει). Ἀριθ. πρωτ. 37341 Ἀριθ. ἐγκ. 2 «Περὶ μὴ ἀναμίξεως εἰς συλλόγους τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων».
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Πρὸς τοὺς κ. κ. Γενικοὺς Διοικητὰς καὶ Νομάρχας τοῦ Κράτους, Ἀφορμὴν λαμβάνοντες ἐκ τῆς τελευταῖον γνωσθείσης συστάσεως συνδέσμων δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀνακοινοῦμεν τὰ ἀκόλουθα. Τοῦ Συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἀποκλείονται βεβαίως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος διατελεῖ ὑπὸ τὸν ὅρον «τῆς τηρήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ μετὰ τοῦ Κράτους νόμιμος δεσμὸς τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου δημιουργεῖ προσιδιαζούσας αὐτῷ κατὰ νόμον ὑποχρεώσεις, πρέπει ἀναμφισβητήτως καὶ αὗται νὰ μὴ παρορῶνται. Οὕτω καὶ πολιτικῶν συλλόγων δύναται, καθ’ ἡμᾶς, ἐλευθέρως νὰ μετέχῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἀποβλέπων εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι, πληρεστέραν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ τὴν διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐπικράτησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ γνωμῶν, ἀρκεῖ ἐπιμελῶς νὰ ἀπέχῃ οὐ μόνον πάσης βεβαίως συσχετίσεως αὐτῶν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλὰ καὶ πάσης ἔτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκδηλώσεως, ἐξ ἧς ἠδύνατο νὰ παραχθῇ ἀμφιβολία εἰς τοὺς τρίτους περὶ τῆς ἀνεπηρεάστου ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του, ὡς ἐπίσης ὁ ὑπάλληλος ὀφείλει καὶ γενικώτερον νὰ προφυλάττῃ τὴν ἐπιβαλλομένην αὐτῷ ἐκ τοῦ ἀξιώματο; του εὐκοσμίαν. Κατ’ ἰσχυρότερον λόγον ἀνεπιφυλάκτου ὑποστηρίξεως καὶ εὐνοίας εἰσὶν ἄξιαι, ἑνώσεις ὑπαλλήλων, σκοποῦσαι τὴν ἐπίρρωσιν τῶν συναδελφικῶν αὐτῶν δεσμῶν, τὴν ἀμοιβαίαν βοήθειαν καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ἐν γένει προκύπτοντα ἀγαθά, ἰδιαίτατα δὲ τὴν κρείσσονα μόρφωσιν καὶ ἀνάπτυξιν ἐν τῷ ἔργῳ των, ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ αὐτῶν καὶ τῆς πολιτείας. Χωρὶς δὲ νὰ ἀναδράμωμεν εἰς ἀπώτερα παραδείγματα, ἔχουσιν οἱ ὑπάλληλοι πρόσφατον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπαλλήλων, ἐγγυηθείσης καὶ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς αὐτὸν ἐκ 500.000 δραχμῶν, δυνάμει προκληθέντος εἰδικοῦ νόμου. Ἀντιθέτως ὅμως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι νόμῳ δεκτοὶ συνεταιρισμοί, δι’ ὧν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς τοιαύτης αὐτῶν ἰδιότητος, τίθενται ἀντιμέτωποι πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς διατύπωσιν καὶ ἐπιδίωξιν ἀξιώσεων ἔναντι αὐτοῦ σχετιζομένων πρὸς τοὺς ὅρους τῆς παροχῆς τῆς ὑπηρεσίας των, διότι τοιαύτη στάσις ἀπάδει προφανῶς πρὸς αὐτὴν τὴν ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσιν καὶ τὰ ἐκ ταύτης καθήκοντα τοῦ ὑπαλλήλου, ὑποχρεουμένου εἰς τὴν ἐν πειθαρχίᾳ ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του, ὡς αὕτη ρυθμίζεται κατὰ νόμον, ἄνευ ἄλλου ὅρου πλὴν τῶν ἐκ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῶν ὑφισταμένων νόμων ἀπορρεόντων δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ὑπάλληλος δὲν διαφέρει τοῦ στρατιώτου. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην κατηγορίαν φαίνεται ὅτι ἀποκλίνει ὁ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Θεσσαλονίκης σύνδεσμος, ἐφ’ ὅσον εἷς ἐκ τῶν τελικῶν σκοπῶν, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ φέρεται καὶ ἡ ἀνάγκη ὅπως διὰ διαμαρτυριῶν ἢ ἐκκλήσεων ἢ ἄλλων μέσων προκαλεῖται ἡ ἐνέργεια τοῦ Κράτους, ἥτις, κατὰ τοὺς συστήσαντας τὸν σύνδεσμον, θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένη πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν αὐτοῦ. Τὸ ὕφος δὲ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ συνδέσμου ἐξεικονίζει ἀντιλήψεις, αἵτινες θὰ ἔπρεπε, νὰ ὑπαγορεύσωσι τὴν λῆψιν καὶ ἄλλων μέτρων, ἐὰν ἐδεχόμεθα ἰδίως ὅτι τὰς ἀντιλήψεις ταύτας πιστῶς ἀποδίδουσι καὶ τὰ σχόλια τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐφημερίδων. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ διαλάβῃ ... τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τὴν κοινωνίαν ἡ ἐντύπωσις τῆς ἐμφανίσεως τοιούτου συνδέσμου, ὅπως ἐνεφανίσθη, μετὰ σειρὰν νομοθετικῶν μέτρων, ληφθέντων πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, παρὰ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, ὑποχρεουμένου ἐκ παραλλήλου πρὸς ταῦτα νὰ ἐπαυξάνῃ καὶ τοὺς φόρους. Σύνδεσμοι τοιοῦτοι ἀποτελοῦν, ὡς εἴρηται, ἀνατροπὴν τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς καλοῦνται κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους νὰ συνεργασθῶσι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Δημόσιοι ὑπάλληλοι, μορφώσαντες τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῶν συμφερόντων αὐτῶν ἢ καὶ ἁπλῶς δεδικαιολογημένον νὰ συνασπισθῶσιν εἰς συνδέσμους καὶ τὴν ἐκ τούτων δύναμιν νὰ ἀντιτάξωσιν εἰς τὸ Κράτος κατὰ πᾶσαν ἀντίληψιν καὶ τὴν μᾶλλον εὐμενῆ, εἶναι ὄχι βοηθοὶ καὶ συνεργάται καὶ σύμβουλοι τοῦ Κράτους, ὡς τοὺς ἠννόησε τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ πρόσκομμα εἰς τὰς προσπαθείας, ἵνα μὴ εἴπωμεν ἀντίπαλοι τούτου. Κοινοτοπίαν δὲ ὄντως θ’ ἀποτέλει ἡ ἀπόπειρα πρὸς ἀνάλυσιν πρὸς τῇ νομικῇ καὶ τῆς ἠθικῆς σχέσεως, ἥτις συνδέει τὸν δημόσιον ὑπάλληλον πρὸς τὸ Κράτος, ὡς καὶ ἡ ὑπόδειξις τῶν ἀτοπημάτων εἰς ἃ ἀσφαλῶς ἄγει τὸ φαινόμενον ὅτι τὰ πολιτειακὰ ὄργανα ἀγωνιζόμενα νὰ ἀναπτύξωσιν ἰδιαιτέραν διὰ τῆς ἑνώσεως αὐτῶν εἰς συνδέσμους δύναμιν, ἐπιφυλάσσονται νὰ ἀσκήσωσι ταύτην ἐπὶ τοῦ Κράτους, ὅπως προκαλέσωσιν ἐνεργείας ἢ ἀποφάσεις του, ἀφίνοντες νὰ νοηθῇ ὅτι τὸ Κράτος καίτοι ἠδύνατο, δὲν ἠθέλησε νὰ μεριμνήσῃ ὡς ἔδει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὀργάνων του. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας παραγγέλομεν εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ καθ’ ἡμᾶς ὑπουργείου ὅπως ἀπόσχωσι τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν ὡς ἄνω μνημονευθέντα σύνδεσμον Θεσσαλονίκης καὶ εἰς πᾶσαν ἐν γένει ἕνωσιν τοιαύτας ἔχουσαν βλέψεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5ῃ Ἰανουαρίου 1919.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Κ. Δ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ
Ι. Ν. Λιγνὸς Εἰς μίαν χθεσινὴν ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα ἐδημοσιεύετο καὶ μέρος μιᾶς συγχρόνου, περίπου ἐγκυκλίου τοῦ μακαρίτου Ρέπουλη περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ μὲ τὰς αὐτὰς σχεδὸν λέξεις ἀντιμετωπίζοντος τὸν πρῶτον ἐκεῖνον σύνδεσμον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐὰν κύριοι, ἠθέλατε νὰ ἔχητε ἕνα ἐπὶ πλέον ἀποστομωτικὸν ἐπιχείρημα πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι τὸ ἄρθρον 14 δὲν καλύπτει τὰς ὀργανώσεις τὰς ὁποίας συγκροτοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὡς τοιοῦτοι—τὰς ἐπαγγελματικὰς δηλαδὴ ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπισύρω τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ἑρμηνεία ἐδίδετο εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ συντάγματος θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ θεωρῆται ὅτι τοιαύτας ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις δὲν δικαιοῦνται νὰ συγκροτοῦν καὶ οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ χωροφύλακες, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ ἡ ἀεροπορία. Τολμᾶτε νὰ φθάσητε εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα; Πῶς; ἐὰν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως εἶναι κατωχυρωμένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, χρησιμοποιοῦντες τὴν διάταξιν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σεβασταὶ αἱ διατάξεις τῶν νόμων, θὰ φθάσητε οὐσιαστικῶς νὰ καταστήσητε κενὸν περιεχομένου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν στρατιωτικῶν ὁρίζοντες εἰς αὐτοὺς, τοιούτους ὅρους, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ κάνουν τοιούτους ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς; Τὸ συμπέρασμα, κύριοι, εἶναι κατ’ ἐμὲ ὄχι μόνον ὡς ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς νομικόν, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, παρὰ τὴν ἐναντίαν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, κ. Σβώλου, ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος δὲν καλύπτει τὰς δημοσίας ὑπαλληλικὰς ὀργανώσεις τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι συγκροτοῦν ὡς τοιοῦτοι, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ ἐπαγγελματικά των συμφέροντα. Καὶ ἤδη, κύριοι, θὰ ἀπαντήσω εἰς σημεῖά τινα τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορευσάντων ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων. Μὲ τὸν κ. Ζαβιτσιᾶνον παραδόξως εὑρεθήκαμεν τὴν ὥραν αὐτὴν σύμφωνοι, ἀλλὰ πάλιν διὰ νὰ μὴ μᾶς ματιάσουν δὲν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Ἐκεῖνος ἐπῆγε δεξιὰ καὶ ἐγὼ ἑπομένως τὸν ἐγκατέλειψα εἰς τὸ μέσον τοῦ δρόμου, ὡς ἦτο φυσικόν. Εἶναι ἐναντίον τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νόμου 3453. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἀπήντησε προηγουμένως ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος. Ζητεῖ πλήρην διάλυσιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν ἐφόσον πρόκειται περὶ δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων θεμιτοὺς ἐπιδιωκουσῶν σκοπούς, σαφῶς δὲ ἀναγνωρίζομεν, ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι τοὐλάχιστον, ὅτι δίκαιον εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι νὰ ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ καθ’ ἣν περίστασιν κρίνομεν εὔλογον εἰς τὰς τοιαύτας ὀργανώσεις νὰ ἀναθέτωμεν καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀκυρωτικῆς ἀγωγῆς ἐναντίον ἐνδεχομένων παρανομιῶν τῆς διοικήσεως, ἀκόμη καὶ τὴν ἄσκησιν ἀγωγῆς ἀστικῆς ἢ καὶ ποινικῆς κατὰ τῶν προσβαλόντων τὰ δικαιώματά των.
§340Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατυπώσεως τὴν ὁποίαν κάμετε θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα οἱ στρατιωτικοί, οἱ δικαστικοὶ καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ νὰ κάμωσι συλλόγους.
§341Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι πέντε ἀξιωματικοὶ ὄχι μάλιστα τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἀλλὰ διαφόρων, δέκα, δέκα πέντε, εἴκοσι συνέρχονται καὶ κάμνωσιν ἕνα σύλλογον μουσικὸν πρὸς ἀνάπτυξιν μουσικοῦ αἰσθήματος, ὑποθέσατε ὅτι πέντε ἢ δέκα ἀξιωματικοὶ συνενοῦνται νὰ κάμουν συνεταιρισμὸν διὰ νὰ βγάλουν ἕνα περιοδικὸν ἐπιστημονικόν, τὸ ὁποῖον νὰ πραγματεύηται καθαρῶς ἐπιστημονικὰ ζητήματα στρατιωτικά, νομίζετε ὅτι θὰ ἐμποδισθῶσιν; Ὄχι. Ἴσως νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἀδείας τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλὰ αὐτὸ καὶ μόνον. Τίποτε ἄλλο. Πρέπει νὰ ἀναχωρήσητε ἀπὸ τῆς ἰδέας ὅτι κατ’ ἐμὲ σήμερον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δίδεται πρώτην φορὰν ἡ ἄδεια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ συγκροτῶσιν....
§342Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ποίους; Ὅλους;
§343Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λέγει ρητῶς τὸ ἄρθρον. Προσέξατε τὴν ἐπικεφαλίδα ἡ ὁποία ἀναφέρει περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν ἔχει γείνῃ τοιουτοτρόπως ὀφείλω ἀφοῦ σᾶς εὐχαριστήσω διὰ τὴν ζητουμένην διευκρίνισιν νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι μοῦ διέφυγεν ἡ τροπολογία μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι μὴ δεχθεὶς τὰς ἄλλας προταθείσας τροποποιήσεις δὲν προσέθεσα ἐξ ἀβλεψίας καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἐδέχθην καὶ ἡ ὁποία ὑπέστη τὴν τύχην τῶν λοιπῶν.
§344Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Οἱ ἀστυνομικοὶ περιλαμβάνονται;
§345Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πλὴν τῶν ἀστυνομικῶν.
§346Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅπως τὸ εἴχομεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§347Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Γίνεται δεκτὴ ἡ διατύπωσις καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνους τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς διοικήσεως πλὴν τῶν ἀστυνομικῶν. Λοιπὸν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς ἄλλα σημεῖα τοῦ λόγου τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου. Ἔρχομαι εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ πρὶν εἰδικεύσω τὸν λόγον θέλω νὰ εἴπω ὅτι αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εὐχαριστήσω ὅλους τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, διότι πράγματι, ὄχι μόνον δὲν ἐνεθάρρυναν ἀλλ’ ἀπεθάρρυναν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς στάσιν, ἡ ὁποία θὰ ἔφερεν αὐτοὺς εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἀνεπιφυλάκτως ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου δι’ αὐτό, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ δέ, διὰ νὰ εἶμαι ἀπολύτως εἰλικρινής, νὰ εἴπω ὅτι φοβοῦμαι πολὺ ὅτι αἱ ἀποψιναὶ ἀγορεύσεις των ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀθελήτως διὰ τοὺς κ. κ. ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, θὰ συντελέσουν εἰς τὸ νὰ θρασύνουν τοὺς συντηρητικοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὁ κ. Καφαντάρης εἶπεν ὅτι θεωρεῖ σωφρονοῦντας τοὺς διοικοῦντας σήμερον τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας....
§348Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον.
§349Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καμμία ἀμφιβολία ὅτι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, ἀλλὰ δυστυχῶς ὅπως τοὺς εἶπα σήμερον ποῦ ἦλθαν νὰ μὲ ἴδουν, δυστυχῶς, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι ἐνῷ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν των διαφέρουν ἄκρως ἀπὸ τοὺς ἀριστερούς, ἐνῷ φραστικῶς — διὰ νὰ πάρω τὸ ἐπιχείρημά των—διαφέρουν, ἄκρως ἀπὸ τοὺς ἀριστερούς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοποὺς δὲν διαφέρουν οὔτε κατὰ γραμμήν. Καὶ τοὺς εἶπα ὅτι: ὑπὸ τοιούτους ὅρους, κύριοι, ἀπεδύθητε τὴν λεοντῆν καὶ περιεβλήθητε τὴν ἀλωπεκῆν διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ ἐπιβάλετε τάς ἀντιλήψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν τὴν ἐξέγερσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. (χειροκροτήματα). Διότι εἰς τὸ χθεσινὸν ἀνακοινωθέν των, αὐτοὶ οἱ συντηρητικοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι λέγουν τὶ τὰ βάζετε μὲ τὰς συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅλαι αἱ παρεκτροπαί της αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, εἶναι φραστικαί. Ἐγὼ ἀνησύχησα, ὅταν εἶδον χθὲς αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν καὶ μόλον ὅτι τόσον ἀπησχολημένος ἔχασα ἀρκετὴν ὥραν διὰ νὰ καθήσω νὰ ἑτοιμάσω μίαν ἀπάντησιν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὴν ἀνεγίγνωσκον αὐτὴν οἱ κύριοι βουλευταί, καὶ πρὸ πάντων οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ ὅτι θὰ κατορθώνομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ν’ ἀποφύγωμεν ματαίας συζητήσεις ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Δυστυχῶς ἡ ἀνακοίνωσίς μου αὐτή, ἴσως διότι ἦτο μακρά, δὲν ἐδιαβάσθη ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων—ἐκτὸς τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου, ἴσως καὶ τοῦ κ. Κονδύλη—πρέπει νὰ εἴπω ὅτι διὰ τὸν κ. Κονδύλην δὲν θ’ ἀπαντήσω τίποτε περισσότερον, διότι ὁ κ. Κονδύλης εὑρίσκεται δεξιώτερον πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ πλησιέστερα πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀσχοληθῶ περισσότερον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν διότι δὲν λέγουν μόνον οἱ σωφρονοῦντες διοικηταὶ τῆς συνομοσπονδίας ὅτι εἰς φραστικὰς ἁπλῶς παρεκτροπὰς προέβησαν οἱ προκάτοχοί των, ἀλλὰ τοῦτο ἐπανελήφθη—ὄχι μὲ τὰς ἰδίας λέξεις ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν—καὶ ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Διότι εἶπον ὅλοι: δὲν ἐγκρίνομεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἀξιώσεών των καί τὸν τρόπον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκφρασίν των. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, ὅλη ἡ συνδικαλιστικὴ αὐτὴ κίνησις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οὔτε μία λέξις ἀποδοκιμασίας δύναται νὰ λεχθῇ.
§350Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§351Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σεῖς εἴπατε ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν ἦτο κακός.
§352Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ τοὐναντίον εἶπον ὅτι τὸ λάθος των ὑπῆρξεν ὅτι ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι σωφρονοῦντες ὑπάλληλοι καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν σωφρονούντων, ἐκ φόβου τῆς ὑπερφαλαγγίσεως τῆς ἀριστερᾶς συναγωνίζονται πρὸς τὴν ἀριστερὰν εἰς μίαν ἔντονον δρᾶσιν εἰς μισθολογικὰς διεκδικήσεις. Κατὰ τὰς ἄλλας των ἐκδηλώσεις πιστεύω ἐνδομύχως ὅτι ἦσαν συντηρητικοὶ παρασυρθέντες εἰς τοιαύτην ἐπιλήψιμον πρᾶξιν.
§353Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν δέχεσθε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι τώρα ποῦ ἦλθον αὐτοὶ καὶ κάμνουν, ἔστω καὶ βραδέως, τὸ καθῆκόν των, εἶναι σώφρονες ἄνθρωποι, καὶ σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν μὲ αὐτούς.
§354Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον ἁπλούστατα ὅτι αὐτοὶ ἀνήκουν πραγματικῶς εἰς τὴν χορείαν τῶν σωφρονούντων ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ὑπάλληλοι κομμουνίζοντες, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἔλθουν ἀντιμέτωποι πρὸς τὸ Κράτος διὰ νὰ τὸ ἀνατινάξουν εἰς τὸν ἀέρα. Ἔχουν πεποιθήσεις συντηρητικάς. Παρασύρονται ὅμως εἰς ἔντονον δρᾶσιν εἴτε ἐκ τῆς ὠθήσεως τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς αὐτοὺς οἱ ἰσχύοντες εἰς τὰ συμβούλια κομμουνίζοντες ὑπάλληλοι, εἴτε φοβούμενοι τὴν ὑπερφαλάγγισιν τῆς ἀριστερᾶς ἐννοοῦν νὰ ὑπερθεματίσουν καὶ αὐτοὶ εἰς μίαν ἔντονον δρᾶσιν.
§355Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς σήμερον.
§356Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γενικῶς μέχρι τῆς σήμερον. Λέγω ἐγὼ ὅτι ἀφοῦ τελευταίως ἐλήφθη μία ἀπόφασις εἰς τὰ σωματεῖα ταῦτα τῆς ἐκκαθαρίσεώς των δηλ. ἀπὸ τῶν στοιχείων τῶν ἀριστερῶν, ἔκαμα μίαν σύστασιν ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν σωματείων, μήπως γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ καὶ τότε ἀπαλλασσόμενοι τῶν κινήτρων τὰ ὁποῖα τοὺς ὠθοῦν εἰς πράξεις ἐπιληψίμους ὠθήσουν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τὰς ὀργανώσεις τῶν ὑπαλλήλων.
§357Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅτι οἱ σήμερον διευθύνοντες τὴν ὁμοσπονδίαν δὲν διαφέρουν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τῶν ἀριστεριζόντων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιδεικνυομένους σκοπούς. Ἐὰν ὁ κ. Καφαντάρης ἔχῃ τὸ μέσον νὰ ἐξετάζῃ τὰς καρδίας καὶ τοὺς νεφροὺς τῶν διοικούντων τὴν ὁμοσπονδίαν καὶ ἀντελήφθη μὲ τὸ γράδο αὐτό, ὅτι αὐτοὶ καθόλου δὲν εἶναι σύμφωνοι εἰς αὐτό, ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὸ τὸ μέσον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν σκοπῶν των παρὰ τὰς ἐπισήμους των ἀνακοινώσεις. Λέγω ὅτι εἰς τὰς ἀνακοινώσεις των καὶ τὰς χθὲς καὶ τὰς σήμερον δημοσιευομένας δὲν ἀποδοκιμάζουν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τὸ συνδικαλιστικὸν τῆς συνομοσπονδίας τὸ μέχρι σήμερον ἀκολουθηθὲν δὲν ἐγκαταλείπουν οὐδεμίαν γραμμὴν τοῦ προγράμματος τούτου. Τὰς ὕβρεις μόνον δὲν δέχονται. Ἐγὼ κύριοι θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐκφράσω ἄλλην μίαν φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μου ὄχι μόνον δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πρὶν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀποψινὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Ἐκφράζω ἄλλην μίαν φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ, Τσαλδάρην καὶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος διότι ἐδηλώσατε ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον θὰ τὸ ψηφίσητε ὅπως ἔχει. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἡ λύπη μου εἶναι βαθυτάτη διότι σεῖς καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος, δὲν ἐδιαβάσατε τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐθελήσατε νὰ ἀντιληφθῆτε καλῶς τὴν μεγάλην σημασίαν του, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐνομίσατε δὲ ὅτι μόλις ἡ διοίκησις τῆς ὁμοσπονδίας διορθωθῇ καὶ ἐπικρατήσουν οἱ δεξιοί, δὲν ἔχομεν κανένα λόγον ν’ ἀνησυχήσωμεν. Μᾶς λέγετε: «Θέλετε νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐπὶ τέλους τὸ νομοσχέδιον; Θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ μὴ τὸ ἐφαρμόσητε. Ἄς περιμένωμεν καλλίτερα τὸν Ὀκτώβριον ὁπότε θὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ λοιπὰ μέτρα καὶ τότε νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον». Τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐδιαβάσατε οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, διότι ἂν τὸ εἴχατε διαβάσει θὰ εἶσθε ἐξ ἴσου ἐξηγερμένοι ὅσον καὶ ἐγὼ καὶ δὲν θὰ ἐτολμούσατε νὰ μοῦ λέγητε ν’ ἀφήσω τὸ ζήτημα διὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον. Κύριοι βουλευταί, ἀπευθύνομαι καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πέραν τῶν τοίχων τῆς αἰθούσης ταύτης, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων σας ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν μία μερὶς τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία εὐτυχῶς δὲν εἶναι πλειοψηφία, δὲν εἶναι κἂν οὔτε οὐσιώδη μειοψηφία, ἀλλὰ μία μερὶς θορυβοῦσα καὶ εἰς ἄκρον ἀριστερίζουσα, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ πρὸ παντὸς τῆς συνομοσπονδίας αὐτῶν, κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ μίαν κίνησιν συνδικαλιστικὴν εἰς τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον ἡ ὁποία ἐδηλητηρίαζεν ὄχι δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλὰ φοβοῦμαι χιλιάδας πολλὰς ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πράγματι εἶναι ἐργάται ἔχοντες ἀπέναντι των τὸ Κράτος ὡς ἐργοδότην, τὸν ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ πλήξουν διὰ τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως των, διὰ τῆς συνεργασίας των μὲ τὰς ἄλλας ἐργατικὰς τάξεις καὶ μὲ τὴν γενικὴν συνομοσπονδίαν τῶν ἐργατῶν, διὰ νὰ κατορθώσουν μίαν ἡμέραν καταφεύγοντες καὶ εἰς τὴν γενικὴν ἀπεργίαν καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ν’ ἀνατρέψουν τὸν ἀπαίσιον αὐτὸν ἐργοδότην των, τὸ Κράτος. Δὲν ἔχουν μασημένα τὰ λόγια των οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἐφρόντισα δὲ νὰ σᾶς διαφωτίσω διὰ τῆς εἰς τὰς πρωϊνὰς ἐφημερίδας δημοσιευομένης ἐπιστολῆς μου, διότι ἦτο δύσκολον ν’ ἀνατρέξητε μέχρις ἐκεῖ ποῦ ἀνέτρεξα ἐγώ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ἡ ὑπογραφή μου τὴν ὁποίαν φέρει ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν ἐκίνησε τὸν ἐνδιαφέρον σας, διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσητε. Ἀκούσατε λοιπὸν ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαί μὲ τὰς ὁποίας ἐργάζεται ἡ δημοσιοϋπαλληλικὴ συνομοσπονδία καὶ πρὸς τὰς ὁποίας εἶναι σύμφωνοι καὶ οἱ δεξιοὶ σήμερον διοικηταί της καὶ ἀριστεροί. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1927, ὅτε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εὑρίσκετο εἰς Γενεύην προσπαθῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ τριμερὲς δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως καὶ ἡ περαιτέρω πρόοδος τῆς ἀποκαταστάσεως, ἡ συνομοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπηύθυνε τελεσίγραφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀξιοῦσα νὰ πληρωθῇ καὶ 13ον μισθόν. (ἀναγινώσκει). Τὴν ἑπομένην 29 Δεκεμβρίου 1927, οἱ ὑπάλληλοι ἐγκαταλείψαντες ἐπὶ τρίωρον τὰς ἐργασίας των, συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ «Δημοτικὸν Θέατρον», ὅπου ἐνέκριναν ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου «ἐκήρυξαν ἐν διωγμῷ τὴν ὑπαλληλικὴν τάξιν» καὶ ἐξουσιοδότουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπὴν «νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ παντὸς μέσου ἱκανοποίησιν τῶν ὑπαλληλικῶν αἰτημάτων, νὰ διαμαρτυρηθῇ δὲ συγχρόνως πρὸς τὸ διεθνὲς γραφεῖον ἐργασίας καὶ τὴν διεθνῆ συνομοσπονδίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». Τὴν 25 Ἰανουαρίου 1928 ἐδημοσιεύετο εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακοινωθὲν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τὸ ὁποῖον μεταξὺ ἄλλων ὑπεστηρίζοντο ὅτι «ἀπὸ μέγα μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος ἐλλείπει τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα καὶ ἀπὸ σκοποῦ γίνεται σύγχυσις τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους καὶ τοῦ κόμματος». Ὡς, ἐὰν οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἀντιταχθεῖσα κατὰ τῶν συνδικαλιστικῶν αὐτῶν παρεπιτροπῶν, ἀπέβλεψε ποτὲ εἰς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν. (ἀναγινώσκει). «Συνέπεια τῆς ἀντιλήψεως ταύτης εἶναι ἡ καθυπόταξις τῆς διοικήσεως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐκδηλουμένη διὰ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Δὲν ὡμίλουν, κύριοι, περὶ ἐπεμβάσεως τῶν βουλευτῶν, ὡμίλουν σαφῶς καὶ καθαρῶς ὅπως θ’ ἀποδειχθῇ κατωτέρω περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ παραμερίσουν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν διὰ νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ ἰδιαιτέρας διοικητικὰς βουλάς. (ἀναγινώσκει). «Ἐντεῦθεν ἡ αὐθαιρεσία, ἡ εὔνοια καὶ ἡ ἀναρχία ἐν τῇ διοικήσει ἐκ τῶν ἄνω. Πρὸς ἀντιπερισπασμὸν μιᾶς τοιαύτης ἐκ τῶν ἄνω ἀναρχουμένης διοικήσεως, ὀργανοῦται ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος, ὅπως διὰ τῆς ὑπαλληλικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως ἐπιτύχῃ τάξιν, πειθαρχίαν καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, περιορίσῃ δὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς ἔργα ἐλέγχου καὶ ἐποπτείας». Στρεφόμενος πρὸς τὸν κ. Κονδύλην ἐφιστῶ τὴν προσοχήν του νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι ἔχει συμφώνους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μὲ τὴν ἰδικήν του ἀδημονίαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην της τὴν ἔκτασιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς, πρόκειται περὶ τῆς ὑπαλληλικῆς ἀποκεντρώσεως ἡ ὁποία εἶναι πράγματι ἐντελῶς διάφορος. Διὰ τῆς ὑπαλληλικῆς αὐτῆς ἀποκεντρώσεως θὰ ἐδίδομεν λ. χ. τὰ ταχυδρομεῖα εἰς τοὺς ταχυδρομικούς, τὰ τηλεγραφεῖα εἰς τοὺς τηλεγραφητάς, τὴν ὁδοποιΐαν εἰς τοὺς μηχανικοὺς καὶ θὰ τοὺς ἐλέγαμεν: Σεῖς γνωρίζετε τὴν δουλειά σας κάμετε ὅπως γνωρίζετε. Θὰ ἐπεφυλάττομεν δὲ ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μίαν ἀνωτάτην ἐποπτείαν μόνον, οἵαν περίπου ἔχομεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους, κύριοι, τὴν ὀργάνωσιν ζητεῖ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος. Ἐννοεῖ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκτοπίσῃ διὰ τῶν διοικητικῶν βουλῶν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν νὰ περιορίσῃ εἰς ἁπλῆν ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον. Ἀλλὰ προχωρῶ, κύριοι, (ἀναγινώσκει). «καὶ ἐπιτύχῃ διὰ τῶν ὑπαλληλικῶν συμβουλίων, εἰς ὃ θὰ μετέχουν καὶ οἱ λοιποὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κλάδου τῆς διοικήσεως, (δὲν πρόκειται πλέον μόνον περὶ πειθαρχικῶν συμβουλίων) τὴν δημοκρατοποίησιν ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, καθ’ ὅσον τὰ συμβούλια ταῦτα θὰ ἐπέχουν τρόπον τινὰ θέσιν βουλευομένου σώματος, τῆς διοικητικῆς Βουλῆς ἑκάστου κλάδου τῆς διοικήσεως». Τὸ ἐγνωρίζατε αὐτό, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος; Τὸ ἐγνωρίζατε αὐτὸ τὸ ὁποῖον διακηρύττουν οἱ διοικοῦντες τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν συνομοσπονδίαν; Αὐτὸν τὸν ἐκτοπισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ζητοῦν, τὸν περιορισμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς εἰς μίαν ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ τὴν δημιουργίαν βουλῶν κατὰ κλάδους τῆς διοικήσεως.
§358Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμέ, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σᾶς εὐχαριστῶ, ἀλλὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι σεῖς ὁ ὁποῖος κυβερνᾶται τὴν χώραν ἀπὸ 2½ ἔτη τὰ ἐγνωρίζατε αὐτὰ ἢ τὰ ἐμάθατε χθές;
§359Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰς παρεκτροπὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὰς ἐγνώριζα ἀπὸ πολλοῦ· εἰδικῶς ὅμως αὐτὸ τὸ ἀνακοινωθὲν τὸ ἠγνόουν. Ἐδημοσιεύθη δὲ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφιβάλλω ἐὰν κἂν ἤμην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἴσως ἤμην ἀλλὰ δὲν μετεῖχον κἄν τῆς πολιτικῆς τότε. Ἐγὼ πρώτην φορὰν ἔλαβον γνῶσιν ἀπὸ τὸ πολιτικὸν Γραφεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ μοῦ συγκεντρώσῃ ὅλας τὰς τελευταίας ἐκδηλώσεις αὐτῶν τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων διὰ νὰ ἴδω ἀκριβῶς ποῦ ἔχουν φθάσει. Σᾶς ἐξήγησα δὲ πρὸ μικροῦ ὅτι ἐπροσπάθησα, διότι καὶ τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα εἶχα εἰς τὴν διάθεσίν μου κατὰ τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν παρεκτροπῶν, ἦσαν ὄχι συγχρονισμένα, νὰ δείξω κάθε δυνατὴν ὑπομονὴν διὰ νὰ ζητήσω νὰ ἐξοπλίσω τὸ Κράτος μὲ τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα ζητῶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐψηφίζομεν καὶ τὸ μισθολόγιον καὶ τὸν καταστατικὸν χάρτην καὶ τὰς διαβαθμίσεις, ἕως ὅτου τὸ πρᾶγμα ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον κατόπιν τοῦ τελευταίου ἐπεισοδίου τοῦ Καλπακίου. Οὔτε ἠμπορεῖτε νὰ μὲ κατηγορῆτε ὅτι ἐβράδυνα νὰ ζητήσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ποὺ δίδει εἰς τὸ Κράτος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἄμυναν ὅπλα, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ μὲ κατηγορούσατε ὅτι δεικνύω νευρικότητα σπεύδων εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ περιμένω νὰ συγχρονίσω τὴν ψήφισιν ὅλων τῶν ἀφορώντων τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μέτρων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν ὑπεστηρίζετο περαιτέρω ὅτι: «Ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις ἔχει ἐντελῶς διασαφηνίσει καὶ καθορίσει ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίου δικαίου τὴν νομικὴν σχέσιν τοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος· αὐτή εἶναι ἡ τῆς μισθώσεως ἐργασίας». Καὶ περαιτέρω: «Ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις ὡς ἐπαγγελματικὴ τοιαύτη θεωρεῖ ἑαυτὴν ἰσότιμον μὲ τὰς ἄλλας ἐργοδοτικάς, ἐπαγγελματικὰς καὶ ἐργατικὰς τοιαύτας καὶ ἑπομένως ἀξιοῖ νὰ διέπεται ὑπὸ κοινοῦ σωματειακοῦ δικαίου ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι· διεκδικεῖ ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, τῆς ρητῆς συνταγματικῆς διατάξεως καὶ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ σωματείων, ὅπως ἔχῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὴν αὐτὴν εὐρύτητα ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οἵαν καὶ πᾶσα ἐργοδοτικὴ τάξις, παραδείγματος χάριν ἡ τῶν ἐμπόρων ἢ μία ἐργατικὴ ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις». Ὡς πρὸς τὸ ἀξιούμενον ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ἡ συνομοσπονδία αὐτῶν δὲν μασᾶ καθόλου τὰ λόγιά της. Ἰδοὺ τί ὑποστηρίζει εἰς τὸ ἀνακοινωθέν της: «Ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, δὲν συζητεῖ μὲ νομικὰ ἐπιχειρήματα εἰλημμένα ἐκ δοκιμωτάτων συγγραφέων......» Κανένα τοιοῦτον δὲν ἔχουν νὰ ἐπικαλεσθοῦν οἱ ἀμαθεῖς. Δὲν συζητοῦν ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν (ἐξακολουθεῖ):.......«διότι οἱαδήποτε παράθεσις τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἤθελεν εὕρῃ τὴν τύχην τοῦ «οὐ μὲ πείσῃς κἂν μὲ πείσῃς». Ἡ ὑπαλληλικὴ τάξις φρονεῖ ἀκόμη ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ συνέπεια τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ κατωτέρω: «Ἡ ἀπεργία εἶναι καθ’ ἡμᾶς, ἓν γεγονός, ἓν εἶδος φυσικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν καὶ ἐκρήγνυται ὅπως ὁ κεραυνὸς ἢ ἡ καταιγίς. Εἶναι μία συσσώρευσις καὶ συμπύκνωσις δυσαρεσκειῶν καὶ ἀπογοητεύσεων τοῦ μισθωτοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν δεδομένην στιγμὴν ἀγανακτήσεως καὶ παραφορᾶς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ὑπαλληλικὴν ὀργάνωσιν ὅπως ἀπεργήσῃ· συνεννοεῖται σχεδὸν αὐτομάτως μετὰ τῶν ἄλλων καταδυναστευομένων μισθωτῶν καὶ ἡ ἔκρηξις ἐπέρχεται αὐτομάτως. Ἑπομένως καθ’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας δὲν τίθεται, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος ἔχῃ δικαίωμα ἢ μὴ ἀπεργίας ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίου δικαίου ἢ τῆς κειμένης σωματειακῆς νομοθεσίας». Εἴδατε ποτὲ μεγαλειτέραν περιφρόνησιν πρὸς τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν δίκαιον ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους τῶν φορέων τῆς ἐξουσίας; Μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, λέγουν, τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ οἱ νόμοι. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀπεργία εἶναι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετάζεται ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος, ὅπως δὲν ἐξετάζει κανεὶς ἐὰν βρέχῃ ἢ δὲν βρέχῃ κατὰ σύνταγμα καὶ κατὰ νόμον, πεινᾷ ἢ δὲν πεινᾷ κανεὶς νομίμως, ἔχομεν κυκλῶνα ἢ θαλασσοταραχὴν ἢ ἐκρήγνυται κεραυνὸς σύμφωνα μὲ τὸ σύνταγμα ἢ τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὸ ὑπαλληλοσωματειακὸν ἰσχῦον δίκαιον». Εἴδατε ποτὲ μεγαλειτέραν περιφρόνησιν ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; (ἀναγινώσκει). «Περιττὸν λοιπὸν εὑρίσκομεν τὸν κόπον τοῦ κυρίου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων νὰ ζητῇ παραδείγματα ἐκ τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας· διότι ἂν δὲν βρέχῃ εἰς τὴν Μόσχαν, βρέχει εἰς τὸ Λονδῖνον». Περαιτέρω τὸ ἀνακοινωθὲν κακίζει «τὸν πατέρα καὶ συντάκτην τοῦ νεαροῦ δημοκρατικοῦ Συντάγματος» διότι δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ πολιτεύωνται, διατηροῦντες συγχρόνως τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν των. Καὶ ἀκόμη θὰ μᾶς παρουσιάσουν σιγὰ – σιγὰ ὅτι ἠμποροῦν κάλλιστα κατὰ τὸ δέον πολίτευμα ποὺ θὰ συντάξουν, νὰ ὁρισθῇ ὅτι δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι ἔχουν μόνον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ὅπως στηρίξῃ δὲ τὴν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπίκρισιν τοῦ «νεαροῦ δημοκρατικοῦ συντάγματός μας» τὸ ἀνακοινωθὲν ἐπικαλεῖται τὰ γινόμενα «ἀπὸ ἡμίσεος περίπου αἰῶνος εἰς τὴν καϊζερικὴν Γερμανίαν, καὶ δὴ εἰς τὴν Πρωσσίαν, ὅπου ὁ ὑπάλληλος εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογίμου, ἐκλεγόμενος δὲ βουλευτὴς διετήρει καὶ τὴν ὑπαλληλικὴν αὐτοῦ θέσιν». Διότι συμβαίνει καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ ἀνακοινωθέντος, ἐπικρίνοντες τὸ νεαρὸν ἡμῶν δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ κατηγοροῦντες, «ὡς καθυστερημένην καὶ ἀντιδραστικήν, μερίδα τοῦ ἐν Ἑλλάδι πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῇ τὸ σημερινὸν Κράτος ὡς φεουδαρχικὸν, μεσαιωνικὸν καὶ μοναρχικὸν τοιοῦτον», προβάλλει ὡς ἀξιοζήλωτον πρὸς μίμησιν παράδειγμα τὸν φεουδαρχικὸν τρόπον καθ’ ὃν κατηρτίζετο τότε ἡ Πρωσσικὴ Βουλή, ἡ ὁποία ἠγνόει τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν καὶ 50 ἀκόμη περίπου ἔτη ἀφ’ ἧς τὸ Ράϊχσταγ ἐξελέγετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Καταλήγει δὲ τὸ ἐν λόγῳ ἀνακοινωθὲν μὲ τὴν ἑξῆς ἀμίμητον δημαγωγικὴν ἀποστροφήν, τὴν ὁποίαν δὲν κατώρθωσε νὰ ὑπερβάλῃ οὐδὲ ὁ κίτρινος τύπος: «Παύσατε τοὺς νέους διορισμοὺς ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀνῆλθον εἰς πολλὰς χιλιάδας—ἐπὶ Κυβερνήσεως Οἰκουμενικῆς καὶ συνασπισμοῦ εἰς 7 χιλιάδας ἀνέρχονται οἱ νέοι διορισμοί.—» Δὲν εἶχε περάσει ἀκόμη καλὰ καλὰ ἓν ἔτος καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι 7.000 διορισμοὺς εἶχε κάνει ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε καταντήσει νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων εἰς τὰ ⅔ νομίζω τῶν σήμερον ἐργαζομένων, διὰ λόγους οἰκονομίας. Τὸ ψήφισμα περιέχει καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα παραλείπω. Τώρα ἦλθε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Καλπακίου, τὸ ὁποῖον τόσον ἐλαφρὰν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὸ ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἠξεύρετε ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ ὑπάλληλος πού ἀπέστειλεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα. Θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ διαβάσω: «Τὸ ζʹ συνέδριον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Μακεδονίας–Θράκης μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ θανατικῆς καταδίκης τῶν στρατιωτῶν τοῦ Καλπακίου, διαπιστῶσαν ὅτι ἐνῷ οἱ δηλητηριασταὶ τοῦ Λαοῦ καὶ οἱ νοθευταὶ τοῦ ψωμιοῦ τοῦ θωπεύονται, ἀντιθέτως ἀποφασίζεται ἡ θανάτωσις δύο παιδιῶν τοῦ Λαοῦ καὶ πολυετὴς φυλάκισις ἄλλων διὰ τὰς πολιτικάς των πεποιθήσεις καὶ τὴν ἀντίστασίν των εἰς τὴν κτηνώδη βίαν, ἀποφασίζει παμψηφεί: αʹ) ζητεῖ τὴν ἀθώωσιν τῶν καταδικασθέντων στρατιωτῶν, βʹ) τὴν κατάργησιν τοῦ μεσαιωνικοῦ κατέργου τοῦ Καλπακίου, τὸ ὁποῖον στιγματίζει τὸν πολιτισμὸν καὶ ἀτιμάζει κάθε ἰδέαν ἀνθρωπισμοῦ. Ἐντολῇ τοῦ συνεδρίου. Ὁ πρόεδρος Κ. Παπανικολάου». Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας παρέπεμψε τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἐνώπιον τοῦ νομίμου πειθαρχικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ποινὴν μηνιαίας ἀπολύσεως. Ἡ συνομοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παρουσιασθεῖσα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ποινῆς ταύτης. Ἰδοὺ πῶς διηγεῖται ἡ ἰδία συνομοσπονδία τὰ τοῦ διαβήματός της, εἰς ἀνακοινωθὲν δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς 22 Ἰανουαρίου 1931: «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ἐπισκεφθεῖσα χθὲς τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κ. Παπανδρέου, ἐζήτησε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ συνεδρίου τῆς ὁμοσπονδίας δημοσίων ὑπαλλήλων Μακεδονίας–Θράκης δημοδιδάσκαλον Παπανικολάου, καὶ οὐχὶ τὸν μετριασμὸν αὐτῆς, ὡς κακῶς παρεστάθη». Ἔσπευσε δηλαδὴ ν’ ἀπορρίψῃ ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν ὕβριν ταύτην, ὅτι ἐζήτησεν ἁπλῶς περιορισμὸν τῆς ποινῆς. Συνεχίζω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀνακοινωθέντος: «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς συνομοσπονδίας ἐτόνισεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ὅτι ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀντικανονικὴ διότι δι’ αὐτῆς τιμωρεῖται ὑπάλληλος, οὐχὶ δι’ ὑπηρεσιακὸν τυχὸν παράπτωμα, ἀλλὰ διὰ πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματός του ὡς πολίτου». Ἐδῶ αἱ ἀντιλήψεις καὶ τῶν συντηρητικῶν διοικητῶν τῆς συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ὅτι μόνον ἐν τῷ γραφείῳ των εἶναι ὑπάλληλοι· ὅταν φύγουν ἀπὸ τὸ γραφεῖον των εἶναι Ἕλληνες πολῖται, δικαιούμενοι νὰ ὁμιλοῦν καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλοῦν ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖ καὶ ὁ κίτρινος ἀκόμη τύπος. Παρακάτω. «Ὁ ὠργανωμένος δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος τῆς Χώρας ὑπομείνας ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη τὰς συνεπείας τῆς ἀνωτέρω πολιτικῆς, ἡ ὁποία τὸν ἤγαγεν εἰς τὴν πλέον τραγικὴν ἐξαθλίωσιν σᾶς ἐξέθεσα πρὸ ὀλίγου ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ὀνομάζουν αὐτὴν ἐξαθλίωσιν χωρὶς νὰ σκέπτωνται ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἐργατῶν τῶν ἄλλων, τῶν ἀληθινῶν ἐργατῶν, δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συνέχισιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Τουναντίον ἀνεπηρέαστος ἀπὸ ἀπειλὰς πειθαρχῶν εἰς τὰς ὀργανώσεις του (ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος, δηλαδὴ τὸ Κράτος καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἔχει γραμμένα εἰς τὰ παληά του τὰ παπούτσια ποὺ ἀποτελοῦν δι’ αὐτὸν τὴν μόνην ἐγγύησιν προασπίσεως τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ ἱκανοποιητικῆς λύσεως τῶν δικαίων αἰτημάτων του, θ’ ἀποδυθῇ εἰς πλέον τραχὺ ἀγῶνα ἔχων πεποίθησιν ὅτι ἐπιβάλλων τὰς λύσεις ποὺ ἀπαιτεῖ ἐξυπηρετεῖ ὄχι μόνον ἑαυτὸν ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐργαζομένου κόσμου». Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, κύριοι βουλευταί. Ἔχω ὅμως δικαίωμα ὅταν τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Συνομοσπονδίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ ἐκφράσω βαθεῖαν τὴν λύπην μου διότι σήμερον ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ μοῦ ζητεῖτε ν’ ἀναστείλω, ἄν ὄχι νὰ ἐγκαταλείψω τὸ νομοσχέδιον, ν’ ἀναστείλω ὅμως τὴν ἐφαρμογήν του μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου, ὅτε θὰ ψηφισθῇ ὁ Δημοσιοϋπαλληλικὸς νόμος, διὰ ν’ ἀφήσωμεν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὅτι εἶναι ἀνοικταὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τῆς Ἑλλάδος τοιαῦται ἀντιλήψεις. Ἐγώ, κύριοι, πιστεύω ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπαναστάσεως τὴν ὁποίαν παρασκευάζουν αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ὀργανώσεως, χρειάζεται μία ἠθικὴ ἐπανάστασις σήμερον, ἡ ὁποία θὰ ἐξεδηλοῦτο, καὶ ἐκδηλοῦται εὐτυχῶς διὰ τῆς ἐκραγείσης ἀγανακτήσεως τῆς δημοσίας γνώμης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς Συνομοσπονδίας. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ μὴ περιωρίζεται μόνον εἰς τὸ ὅτι πράγματι ἀπέτρεψεν αὐτοὺς νὰ φθάσουν εἰς τὰ ἄκρα. Θὰ ἤθελα νὰ μὴ ἤρχοντο σήμερον νὰ μοῦ προτείνουν αὐτὰς τὰς ἀναβολὰς αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θρασύνουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐγὼ ὅμως θεωρῶ καθῆκον μου νὰ εἴπω εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, εἴτε δεξιοὺς εἴτε ἀριστεροὺς, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουν εἶναι πολιτικὴ τὴν ὁποίαν δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ συντρίψῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Εἶναι πολιτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑφ’ οἱασδήποτε περιστάσεις δὲν θὰ εὕρουν κανένα πολιτικὸν ἄνδρα διὰ νὰ τοὺς παραστατήσῃ ἢ κἂν διὰ νὰ τοὺς ἀνεχθῇ καὶ ὅτι ἑπομένως ἔχουν καθῆκον νά παύσουν νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὰ τιθέμενα συμφεροντίδια, τοῦ ποῖος θὰ καταλάβῃ τὴν διοίκησιν τῆς ὀμοσπονδίας, καὶ νὰ ὁμιλήσουν σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ὁμοσπονδίαν δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς ποῦν: «Κάναμε ἕνα λάθος, ἐμπήκαμε εἰς ἕνα δρόμον ὁ ὁποῖος μᾶς ἄγει κατὰ κρημνῶν. Εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν δὲν ὑπάρχει σωτηρία, θὰ συντριβῶμεν ἀπὸ τὸ ὠργανωμένον Κράτος μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἄς ἀποφασίσωμεν μετὰ θάρρος νὰ ὁμολογήσωμεν τὸ λάθος μας καὶ νὰ δηλώσωμεν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῶν διατάξεων φιλελευθέρου νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθηκε σήμερον, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀσκήσωμεν ὅλην τὴν εὐεργετικὴν ἐπιρροὴν τὴν ὁποίαν περιμένει ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις αὐτὰς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Διότι ὅλην τὴν εὐεργετικὴν αὐτὴν ἐπιρροὴν δύνανται νὰ ἐνασκήσουν αἱ ὀργανώσεις αὐταὶ τὰς ὁποίας σήμερον τοὺς ἐπιτρέπομεν νὰ ἱδρύσουν. Ἄς εἴπουν αὐτὰ εἰς τοὺς ἀριστερούς, ἂς ξεκαθαρίσουν τὰς σχέσεις τῶν ἀριστερῶν καὶ τῶν δεξιῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ἠξεύρουν ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀποφασισμένον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἀντιλήψεών του καὶ νὰ ξερριζώσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις. (χειροκροτήματα).
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§362Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ συνεδρίασις παρετάθη ἐπὶ πολὺ καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἤθελα τελειώνων, ν’ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διὰ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ὑπῆρξεν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ ἀπεγοήτευσε περισσότερον ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁμιλῶν τὴν 4 Φεβρουαρίου εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα, ὢν δὲ μέλος τῆς Κυβερνήσεως — ἦτο ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας — εἶχεν ὀρθὰς ἀντιλήψεις διότι ἐκεῖνα ποὺ εἶπε δύναμαι νὰ τὰ προσυπογράψω καὶ ἐγὼ σήμερον. Διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς ἰδέας «ὅτι ἡ σχέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος εἶναι σχέσις ἐργάτου πρὸς ἐργοδότην. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα δὲν εἶναι — προσέθεσε ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι» Τὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ. Εἶπε μόνον τοῦτο: ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν δύναται νὰ εἶναι τόσον γενικὸν καὶ τόσον ἀπόλυτον καὶ καθόλου ὅμοιον πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν πολιτῶν.
§363Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἴδια εἶπον καὶ σήμερον.
§364Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπεκαλέσθη τότε τὸ προηγούμενον τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ καθιερώσῃ δι’ ἰδίου ἄρθρου τὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ κηρύξῃ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι «ὑπηρέται τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ πολιτικῶν πεποιθήσεων». Καὶ προχωρῶν περαιτέρω εἶπεν ὅτι «τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους τοὺς «θέλει διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ κάνουν συνδικαλιστικὴν πολιτικὴν—ὅπως ἐγὼ ἀπέδειξα ὅτι κάνουν—ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτελοῦν συλλόγους ἀποσκοποῦντας εἰς τὴν καλλιτέραν κατάρτισίν των καὶ τὴν ὀργάνωσιν εἰς ἀλληλοβοήθειαν καὶ ἐν γένει τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλάδου των. Δὲν ἔχουν δὲ ἐπιθυμίαν νὰ λάβουν αἱ ὀργανώσεις των συνδικαλιστικὸν χαρακτῆρα. Καθιεροῦντες διὰ συνταγματικῆς γενικῆς διατάξεως σωματεῖα ὑπαλλήλων μὲ τοιαύτην μορφὴν ἀποβλέποντα δηλαδὴ εἰς τὴν δι’ ἀγῶνος ἀνοικτοῦ καὶ δι’ ἀπεργιῶν ἐξασφάλισιν καλλιτέρων ὑπαλληλικῶν ὅρων, θὰ καταλήξωμεν ἐπίσης εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἔχωμεν συνδικάτα κάθε τάξεως ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνωτέρων δικαστικῶν ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς περὶ αὐτῶν εἰδικοὺς νόμους, ὁπότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις». Αὐτὰ ὑπεστήριξε τότε ὁ κ. Παπαναστασίου. Ἐπειδὴ δὲ τοῦ ἀντέταξαν: «Μὰ ἡμεῖς ἔχουμε ἐδῶ ὑπόμνημα ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι μᾶς ζητοῦν ἄλλα πράγματα», ὁ κ. Παπαναστασίου ἀπήντησεν: «ἐγὼ δὲν ἀνεφέρθην εἰς τὸ ὑπόμνημα· ἐγὼ ἦλθα εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω». Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μὲ διακόπτει κατ’ ἐπανάληψιν—κάνω δὲ πῶς δὲν τὸν ἀκούω—καὶ μοῦ λέγει: Τὰ ἴδια λέγω καὶ σήμερον. Καὶ ὅμως μοῦ ζητεῖ νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσω διὰ τὸν Ὀκτώβριον ὅπως ζητοῦν καὶ αἱ ὀργανώσεις, διότι ὁ πατὴρ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ τελευταίου μας Συντάγματος—τὴν Δημοκρατίαν εὐτυχῶς τὴν ἀγαπᾷ ἀκόμη ἀλλὰ τὸ τελευταῖον Σύνταγμα ἔχει ξεπέσει ἀπὸ τὴν ἐκτίμησίν του καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀποκηρύξῃ—μᾶς λέγει ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ προστατευθοῦν ἐπαρκῶς τὰ δικαιώματα τῶν ὑπαλλήλων διὰ τοῦ ἐλέγχου ὁ ὁποῖος γίνεται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πρέπει νὰ διατηρήσουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὅλην τὴν μέχρι σήμερον συνδικαλιστικήν των ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς θεογνωσίαν τὴν Βουλήν. Μᾶς εἶπεν ἀκόμη ὅτι ἂν γίνωνται παρεκτροπαὶ ἀπὸ τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ ἐπιεικεῖς, διότι ἡ ἐπιείκεια αὐτὴ ἀπέναντι τῆς ἐπιβολῆς κατὰ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὡς σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ μικροῦ, εἶναι ὑπὲρ τοῦ Πολιτεύματος. Διότι ὅταν οἱ ὑπάλληλοι ἰσχυρίζωνται, προσθέτει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ χιλιάδας ἀγαθοῦ μόνον δύνανται νὰ γίνουν πρόξενοι. Δηλαδὴ συγχωρεῖ καὶ τὴν δημαγωγίαν αὐτὴν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ὅταν ὁ ἴδιος ἦτο ὑπουργὸς τοῦ ἔλεγαν ὅτι ἔχει διορίσει 7000 ὑπαλλήλους εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους, καὶ τώρα μοῦ λέγουν ἐμένα ὅτι ἔχω διορίσει 8.000. Καὶ αὐτὰ τὰ θεωρεῖ ὅτι μόνον καλοῦ δύνανται νὰ γίνουν πρόξενοι ὅταν ζητοῦν νὰ παραπλανήσουν τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, τὸν πάσχοντα, ὅτι ἡ διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος εἶναι τοιαύτη ὥστε 10.000 ὑπάλληλοι διατηροῦνται μισθοδοτούμενοι ἀδικαιολογήτως. Καὶ διατὶ θέλετε νὰ φανῶμεν ἐπιεικὴς ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μου μόλις συγκροτηθεῖσα συνέστησε μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους ἐλάβαμεν ἀναμφισβητήτως μεταξὺ τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ χώρα καὶ ἔταξεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἀρίστου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀναθέσασα εἰς αὐτὴν νὰ μοῦ δείξῃ ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῇ, καὶ δὲν μᾶς ἔδωκεν κανὲν ἀποτέλεσμα; διατί, λέγω, θὰ θεωρήσω ὅτι ἐξυπηρετοῦν τὰ δημόσια συμφέροντα δι’ αὐτῶν τῶν ψευδολογιῶν; Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι τὸ νομοσχέδιον κτυπᾷ κατακέφαλα τὰς ὀργανώσεις. Ἀλλὰ πῶς, ἀφοῦ ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον νομιμοποιεῖ ὅλας τὰς κατὰ κλάδον ὑπηρεσίας ὀργανώσεις καὶ μόνον τὴν γενικὴν συνομοσπονδίαν καταργεῖ, καὶ τὴν καταργεῖ διότι ἐνῷ δὲν εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν θεμιτὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν συμφερόντων, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνος, ὑποτρέφουσα τὴν συνδικαλιστικὴν ἰδέαν καὶ ὠθοῦσα μοιραίως εἰς συνεννόησιν καὶ σύμπραξιν μὲ τὴν γενικὴν συνομοσπονδίαν τῶν ἐργατῶν μὲ τὴν πρόθεσιν, ἑνώνοντες τὴν ὑλικὴν δύναμιν των νὰ πιάσουν τὸ Κράτος ἀπὸ τὸν λαιμὸν καὶ νὰ τὸ πνίξουν; Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εὑρίσκει ὅτι ἡ Δημοκρατία ἔχει νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἀκολασίαν — ἡ λέξις δὲν εἶναι ἰδική του, τὴν λέγω ἐγὼ — ἐπάνω εἰς τὴν ἀκολασίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Γνωρίζει βέβαια, διότι τὸν εἶχα συνεργάτην τότε, γνωρίζει ὅτι τὴν σωματειακὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων τὴν καθιέρωσιν. Γνωρίζει ὅτι παρ’ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς, αἱ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν νὰ σημειωθοῦν κατὰ τὰ πρῶτα ἰδίως ἔτη ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, εἶμαι ὑπερήφανος διὰ τὸν νόμον αὐτὸν τῶν ὀργανώσεων τῶν ἐργατικῶν. Βέβαια εἶμαι ἕτοιμος νὰ εἰσαγάγω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν ἀναγκαῖα αἱ τελευταῖαι παρεκτροπαὶ καὶ αἱ ἐκδηλώσεις τῶν διαθέσεων τὰς ὁποίας ἔχομεν. Θὰ φέρω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ, ὅπως ἐκανονίσθη καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς παράνομον κάθε γενικὴν ἀπεργίαν Θὰ φέρω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως οἱ ἐργάται καὶ ἐργοδόται τοῦ ψωμιοῦ, τοῦ νεροῦ, τοῦ φωτισμοῦ, τῆς κινήσεως — εἶναι σήμερον ψωμὶ καὶ αὐτὸ διὰ τὸν λαὸν — μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας· θὰ τοὺς δώσωμεν καὶ ἀντίστοιχον ἐξασφάλισιν τὴν ἐπέμβασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Γνωρίζω ὅτι ὁ ἐργατικὸς κόσμος δὲν δέχεται τὴν ἀνάθεσιν εἰς δικαστικὴν ἀπόφασιν τῆς διαφορᾶς του μὲ τοὺς ἐργοδότας καὶ οὔτε οἱ ἐργοδόται δέχονται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προτίθεμαι νὰ καθιερώσω τοιαύτην διαιτησίαν δι’ ὅλας τὰς ἀπεργίας, μολονότι ὡς εἶπον εἰς τὸν προγραμματικὸν λόγον μου κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Αὐγούστου: νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ὑποχρεώνωμεν τοὐλάχιστον τοὺς θέλοντας νὰ ἀπεργήσουν ἢ νὰ κηρύξουν τὸ λοκάουτ, νὰ ἀνακοινώνουν τὸ πρᾶγμα πρὸ ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὰς ἀρχὰς διὰ νὰ διορίζεται μία ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάζῃ τὰ παράπονα καὶ νὰ βγάλῃ μίαν ἔκθεσιν διαφωτίζουσαν τὴν Κοινὴν Γνώμην. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἐπιτρέπωμεν ἀπεργίαν εἰς τὸν φωτισμὸν καὶ εἰς τὸν ἄρτον καὶ τὴν κίνησιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν ὅτι τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον τῶν ἐργαζομένων, εἴτε ἐργοδοτῶν εἴτε ἐργατῶν, ἠμπορεῖ νὰ κατισχύσῃ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῇ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ αὐτοκτονήσῃ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἐλεεινὸν φαινόμενον, τὸ προχθεσινόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὄχι πλέον οἱ ἐργάται, ἀλλὰ οἱ ἐργοδόται, διὰ διαφορὰς ὄχι πρὸς τοὺς ἐργάτας των, ἔκλεισαν τὰ ἐργοστάσια τῆς παραγωγῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος τῶν συνοικισμῶν καὶ ἐπῆραν καὶ τὰ ἐργαλεῖα μαζί των, διὰ νὰ μὴ μποροῦμεν νὰ στείλωμεν ἐργάτας καὶ συνεχίσουν τὸν φωτισμόν. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἐξυπηρετηθοῦν καλλίτερον τὰ συμφέροντα καὶ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας γενικῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως πιστεύει ὅτι ἀπομακρυνόμενος τῶν κατὰ τὸ 1927 ἀντιλήψεών του καὶ ἐνθαρρύνων σήμερον τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἀνατρεπτικὰς τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου, θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Δημοκρατίαν, ἐγὼ τὸν βεβαιῶ ὅτι δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἀναρχίαν ἡ ὁποία ἐὰν ποτὲ ἐπήρχετο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκθρέψῃ τὸν μέλλοντα δικτάτορα ἢ τὸν μέλλοντα τύραννον.
§365Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεδήλωσε τὴν ἀπογοήτευσίν του διὰ τὰς ἀπόψεις ποῦ ὑπεστήριξα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν ὑπῆρξε μία καὶ μόνον φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ κάθε ἀμεροληψίαν ὅπως καὶ τώρα κρίνων τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπροκάλεσα ἐξαιρετικὴν εὐχαρίστησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως ἔχω ὡς ἐκ τούτου τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσω μίαν φορὰν τὴν ἀπογοήτευσιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ ἰδική μου ἀπογοήτευσις ὑπῆρξε βαθυτάτη διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πράγματι ἀπέστη τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας καθιέρωσεν ὅταν τὸ πρῶτον ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας πρὸ 20 ἐτῶν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεραμυνόμενος τῶν ἰδικῶν του ἰδεῶν ἐνόμισεν ὅτι ἦτο θεμιτὸν νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ἰδέας καὶ ἐννοίας τὰς ὁποίας δὲν ὑπεστήριξα. Ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τί εἶπα εἰς τὰ 1927 καὶ διακόπτων αὐτὸν κατ’ ἐπανάληψιν εἶπα ὅτι τὰ αὐτὰ ὑπεστήριξα καὶ σήμερον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ κατέληξε λέγων: ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν ἔννοιαν τοῦ συνδικαλισμοῦ. Ἀλλ’ ὅλοι εἶσθε παρόντες καὶ ἀκούσατε ὅτι εἶπα: ὅτι ὑπῆρξαν δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παράσχουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐμφορεῖται ἀπὸ συνδικαλιστικὰς ἰδέας καὶ κατεδίκασα τοῦτο. Ὅλοι εἶσθε παρόντες καὶ ἀκούσατε ὅτι εἶπα: ὅτι συνδικαλισμὸς εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητος εἰς τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅλοι εἶσθε παρόντες καὶ ἠκούσατε ὅτι εἶπα, ὅτι ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἐργάτου πρὸς τὸν ἐργοδότην. Ὅλοι εἶσθε παρόντες καὶ ἠκούσατε ὅτι εἶπα: ὅτι εἶναι καταδικαστέοι δι’ οἱανδήποτε προσπάθεια πρὸς ἐκβιασμὸν τοῦ Κράτους ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅλοι εἶσθε παρόντες καὶ ἠκούσατε ὅτι εἶπα: ὅτι δὲν δύναται νὰ συμβληθῇ τὸ Κράτος ὡς ἴσος πρὸς ἴσον πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὅτι τὸ Κράτος ἀσκεῖ τὴν κυρίαρχον θέλησιν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀκολασία ποῦ συνέστησα καὶ ὁ συνδικαλισμός; Εἶπα ὅτι ἐγκρίνομεν τὴν ποινικὴν καταδίκην τῆς ἀπεργίας εἶπα ὅτι ἐγκρίνω τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν διὰ τὴν ἄκοσμον συμπεριφορὰν τῶν ὑπαλλήλων, εἶπα ὅτι ἐγκρίνω τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς συνεργασίας τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων μὲ ἄλλας πολιτικὰς ἐπαγγελματικὰς τοιαύτας. Ἀλλ’ εἶπα περαιτέρω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ προσβάλλωμεν τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις ἀπαγορεύοντες τὴν συνεργασίαν ὑπαλλήλων διαφόρων κλάδων, εἶπα δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀφήσωμεν ἀδιοικήτους τὰς ὀργανώσεις αὐτὰς ἐπιδιώκοντες ἀλλαγὴν τῶν διοικήσεων αὐτῶν; εἶπα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ὑπηρέται καὶ οἱ ἐργάται ποινικῶς· ἠμπορεῖ πειθαρχικῶς νὰ τιμωρηθοῦν, ἀλλὰ ποινικῶς ὄχι. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀκολασία τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἰσηγήθην; Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἀπέστην τῶν παλαιῶν μου ἀρχῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὀργανώσεις τὰς δημοσιοϋπαλληλικάς. Ἀλλὰ εἶναι ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος ἀπέστη τῶν ἀρχῶν του. Εἶπα ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς ἀπέναντι τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων καὶ μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως «διατὶ νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς;» καὶ τοῦ ἀνεκοίνωσα ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀναμάρτητος εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοῦ ἔφερεν εἰς τὸν νοῦν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει εἰς τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμοὺς νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐψηφίσαμεν καὶ εἰδικὸν νόμον διὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου τιμωροῦνται καὶ ἀποπέμπονται τῆς διαχειρίσεως οἱ πολιτευόμενοι πρόεδροι τῶν συνεταιρισμῶν καὶ ὅμως κατὰ τὰς παρελθούσας γερουσιαστικὰς ἐκλογὰς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐκυκλοφόρησεν ἐγκύκλιος φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τριῶν ὑπουργῶν ἀπευθυνομένη πρὸς τοὺς προέδρους τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν.
§366Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Εἶναι πλαστὴ καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ Γερουσίᾳ.
§367Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε ποῖος τὴν ἔκαμε. (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως).
§368Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς θὰ συνομολογήσῃ ὅτι ἔφερεν ἓν θέμα ὅλως διόλου ἀπροσδόκητον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν καὶ τὸ ὁποῖον κανονικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἔφερε διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἐπερωτήσεως. Προεκάλεσε λοιπὸν διὰ τῆς στάσεως αὐτῆς μίαν ἀταξίαν ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ἀποδοκιμαστικὴ τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἡ ὁποία δὲν ξέρω ἐὰν κατὰ τὰς δοξασίας του μπορῇ νὰ εὕρῃ εἰς τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις ἐπιδοκιμασίαν καί... Παρακαλῶ λοιπὸν ἐφ’ ὅσον μάλιστα τόσον ρητῶς καταγγέλεται ὡς πλαστὴ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ θέμα αὐτό.
§369Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ μαθήματα κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας, καὶ οὔτε σᾶς ἐπιτρέπω διακοπάς.
§370Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἅμα παραβιάζετε τὸν κανονισμὸν ἔχω ὑποχρέωσιν καὶ ἔχω καὶ τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω. (Θόρυβος).
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάθε βουλευτὴς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὸν κανονισμόν. Ἐὰν δὲν γίνῃ ἡσυχία θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§372Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε νὰ μὴ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλετε τὸν κανονισμόν.
§373Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διὰ νὰ μοῦ γίνῃ παρατήρησις ὅτι ἀτάκτως ἀνέφερα ἕνα γεγονὸς ἀναγκασθεὶς ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μάθῃ, διατί πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς ἀπέναντι τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, καὶ ἀπήντησα ὅτι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα ἐπιεικεῖς, διότι οὐδεὶς ἀναμάρτητος. Καὶ διὰ νὰ βασίσω αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἠθέλησα νὰ ἀναγνώσω μίαν ἐγκύκλιον ἔντυπον ἡ ὁποία ἐκυκλοφόρει εὐρύτατα εἰς τὴν Μακεδονίαν κατὰ τὴν προεκλογικὴν περιοδίαν τῆς τελευταίας γερουσιαστικῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προνοίας καταγγέλει τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν ὡς πλαστήν.
§374Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Ὄχι τὴν ἐγκύκλιον, ἀλλὰ τὴν λέξιν «συνεταιρισμῶν». Ἡ λέξις «συνεταιρισμῶν» εἶναι πλαστή. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον.
§375Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα ὁ κ. Ἰασονίδης νὰ διεμαρτύρετο ὅταν αὐτὴ ἐκυκλοφόρει πρὸ τῆς ἐκλογῆς.
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων κ. Παπαναστασίου;;
§377Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ξέρω πολὺ καλὰ τὶ συζητοῦμεν. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ ἐγκύκλιος.
§378Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Ἡ λέξις «συνεταιρισμῶν» εἶναι πλαστή. Εἶναι «συνοικισμῶν» «τῶν συνοικισμῶν».
§379Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ κάμω χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ πράγματος διότι δὲν τὸ ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν προεκλήθην εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω χρῆσιν.
§380Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Μάλιστα εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ τώρα ἀκόμη εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀπαντήσωμεν.
§381Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐνῶ ἔγινεν ἡ καταγγελία ἀπὸ τὸ ἓν μέρος νομίζω ὅτι πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον.
§383Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐγκύκλιος λέγει τὰ ἑξῆς «Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος». (ἀναγινώσκει).
§384Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Δὲν εἶναι ἔντυπον κ. Πρόεδρε εἶναι χειρόγραφον, καὶ ἡ λέξις «συνεταιρισμῶν» εἶναι πλαστή Εἶναι συνοικισμῶν, τῶν «συνοικισμῶν».
§385Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἓν μόνον. Μὲ ἐπληροφόρησαν ὅτι ὑπάρχουν ἑκατοντάδες τοιούτων ἐγκυκλίων μὲ τὴν λέξιν συνεταιρισμῶν.
§386Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργός.
§387Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν εἶχον ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς ἀναμάρτητος. Ἀλλὰ ἐδῶ παροικοῦμεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ γνωρίζομεν πῶς ἐνεργεῖται ἡ διοίκησις καὶ κατὰ πόσον ὅλοι σεβόμεθα τοὺς νόμους. Ἐκεῖνο ποῦ μὲ ἐλύπησεν ἀκόμη περισσότερον εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του παρεσύρθη μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ἀπαγγείλῃ καὶ μέτρα καταθλιπτικὰ γενικῶς κατὰ τῶν ἰδιωτικῶν ἐργατῶν ὄχι μόνον κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀναμιγνύονται εἰς ἐπιχειρήσεις σχετιζομένας μὲ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ γενικώτερον κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ ἐξαγγείλῃ καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ, διὰ νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς τοὺς ἐργάτας ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Διότι ἐὰν ἐξαγγέλλων αὐτὰ τὰ μέτρα σήμερον μᾶς ἔλεγε τίνα μέτρα θὰ λάβῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐργάτας θὰ εἶχεν ἀπολύτως δίκαιον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε νὰ κάμῃ μνείαν, ὅπως ἐλησμόνησε νὰ κάμῃ μνείαν ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ Κωπαϊδικοῦ ζητήματος, ὁπότε μᾶς ἐξήγγειλε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανεν ἐναντίον τῶν πτωχῶν γεωργῶν, ἐλησμόνησεν ὅμως νὰ εἴπῃ καὶ τότε, τὶ θὰ ἔπραττεν ἐὰν ἡ ἑταιρεία τῆς Κωπαΐδος δὲν ἤθελεν εἰσακούσει τὰς ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τὰ εἴδαμεν. Εὔχομαι νὰ μὴ ἴδωμεν ἀνάλογα ἀποτελέσματα καὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήγγειλεν σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν.
§389Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἡ ὥρα προκεχωρημένη διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον. Μόνον παρεξηγήσεις τινὰς θὰ ἄρω, αἱ ὁποῖαι εἰσεχώρησαν ἐν τῷ λόγῳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶπον. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι εἶναι κοινὴ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς, ὅτι δι’ ὅσων ἐλέχθησαν παρ’ ἐμοῦ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ γεννηθῇ ἐν τῇ συνειδήσει οἱουδήποτε ὑπαλλήλου ἐνθάρρυνσίς τις πρὸς παρεκτροπὰς, τὰς ὁποίας ὑπὲρ πάντα ἄλλον καταδιώκων εἰς οἱανδήποτε περίστασιν ὁπουδήποτε εὑρισκόμενος, εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει εἴτε ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσω κατὰ ποίαν σειρὰν ἐφαντάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν παρ’ ἐμοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἡ ἀντίληψις εἰς τοὺς ἀριστεροὺς εἴτε εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους πρὸς μελλούσας παρεκτροπὰς. Πρῶτος ἐγὼ κατήγγειλα τὰς παρεκτροπὰς αὐτὰς διὰ τοῦ ἐναργεστέρου τόνου ἐντὸς τῆς Βουλῆς σήμερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα πάντοτε εἶναι, ὄχι νὰ ἀποφύγωμεν τὴν λῆψιν τῶν μέτρων εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδει τοιαύτην σημασίαν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἐλάμβανεν ἐξουσιοδότησιν ἁπλῶς νὰ ἐφαρμόσῃ βραδύτερον τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς καταργήσεως τῆς συνομοσπονδίας, ἐφόσον ἡ συνομοσπονδία διοικουμένη παρὰ ἐργατῶν, εἴτε παρὰ τῆς σημερινῆς διοικήσεως εἴτε παρ’ ἄλλης διοικήσεως δὲν θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν κανονικὴν ὁδὸν διὰ νὰ μεταβληθῇ εἰς ὀργανώσεις ἐξυπηρετικὰς δημοσίων συμφερόντων. Αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις προβάλλω καὶ τὴν σύστασιν ἐπίσης νὰ μελετηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τῆς ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων, τὸ ὁποῖον θὰ διηυκόλυνε τὴν περιαγωγὴν τῶν δημοσίων ὀργανώσεων εἰς χεῖρας τῶν παραφόρων στοιχείων, τῶν ἐπιρρεπῶν πρὸς τὰς ἀκρότητας. Αἱ συστάσεις αὗται, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑποθέτω ὅτι μειοῦσιν τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ὀργανώσεων καὶ ὅταν αὐταὶ διοικοῦνται παρὰ τῶν ἀριστερῶν καὶ ὅταν διοικοῦνται παρὰ τῶν στοιχείων τῶν συντηρητικῶν. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ὑποθέτω δὲ ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω περισσότερα διὰ νὰ πιστοποιήσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, τὸ ὅτι δηλαδὴ παρ’ ὅλων καὶ παρ’ ἐμοῦ εἰδικώτερον, κατεδικάσθησαν ἀπολύτως ροπαί αἱ ὁποῖαι θὰ ἔτεινον εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως, ροπαί αἱ ὁποῖαι θὰ ἔφερον εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τὸ Κράτος.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν σήμερον καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 3 πρωϊνὴ)