Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 3

1930.11.22

2.292 στίχοι · 15.381 λέξεις · 6 πίνακες · 14 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1930.11.22
Προεδρεία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Περίοδος
Β
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1931)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3η

ΣΑΒΒΑΤΟΝ 22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1930

Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ

(Ὥρα 4.30 μ.μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Σερρῶν, ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς ταμπακοποιήσεως τοῦ καπνοῦ. —52 ἄστεγοι προσφυγικαὶ οἰκογένειαι Σερρῶν, ζητοῦν τὴν παραχώρησιν οἰκημάτων ἐκ τῶν ἀνεγειρομένων 26 διπλοκατοικιῶν ἐν τῇ πόλει των. —Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Λιατίστης Δράμας, ζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11229 συμβολαίου παραχωρήσεως 60 δεκαδικῶν στρεμμάτων οἰκοπέδων ἐκ τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας εἰς τὸν ἰδιώτην Κ. Δαβίδ. —Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Χανίων διαμαρτυρόμενον διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ψωμιοῦ, ζητεῖ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν σιτηρῶν, γεωμήλων καὶ λοιπῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. —Οἱ πρόεδροι τῶν συνεταιρισμῶν Εὔας ζητοῦν τὴν ἀναθεώρησιν τῆς μεροληπτικῆς ἐκτιμήσεως τῆς δευτεροβαθμίου ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν πληρωμὴν φόρου συμφώνως τῇ ὁρισθείσῃ τιμῇ ἀγορᾶς σταφίδος ὑπὸ τοῦ

Α.Ο.Σ.

—Αἱ Ἑνώσεις τῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Εὐβοίας, Θεσσαλονίκης καὶ Ρεθύμνου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν χορηγουμένων ἐπιδομάτων. —Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Σερρῶν καὶ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις Καβάλλας, ζητοῦν τὴν υἱοθέτησιν διαφόρων αἰτημάτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν τοῦ καπνικοῦ ζητήματος. —Οἱ κάτοικοι Παληουρίου ζητοῦν τὴν παροχὴν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῶν προϊόντων των. —Ὁ πρόεδρος τοῦ ταμείου οἰνοπαραγωγῆς Λευκάδος ζητεῖ τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὑπὲρ τοῦ ταμείου των. —Οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν χωρίων Νάξου διαμαρτύρονται διὰ τὴν κακὴν συντήρησιν τῆς Ἐθνικῆς ὁδοῦ Νάξου–Τραγαίας καὶ παρακαλοῦν ὅπως ἐπισκευασθῇ αὕτη. — Ὁ πρόεδρος τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Καλλικρατείας ζητεῖ τὴν λῆψιν εὐμενοῦς ἀποφάσεως διὰ τὸ ἀγρόκτημα Κάρδουνα. — Ἐπιτροπὴ ἀμπελουργῶν Ναούσης ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 4650 περὶ ἀμβύκων καὶ εἰς τὴν περιφέρειάν των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαφλέσσας καταθέτει αἴτησιν 16 κοινοτήτων τοῦ τέως Δήμου Οἰχαλίας ζητούντων τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ταμείου Προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Λαδᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Ν. Ἀναγνωστοπούλου τέως ταξινόμου Αʹ τάξεως ἐν τῷ ταχυδρομείῳ, ζητοῦντος τὴν ἐπαναφοράν του ἐν τῇ προτέρᾳ θέσει του. — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Σαρακηνὸς καταθέτει αἴτησιν πέντε κηπουρῶν τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἄλσους ζητούντων τὴν ἔγκαιρον καταβολὴν τῶν μισθῶν των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κουτσίνας καταθέτει αἴτησιν ἁμαξοκαρραγωγέων κατοίκων Τυρνάβου, ζητούντων τὴν καταβολὴν τῆς ἐπιδικασθείσης εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεως. Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐπιμισθίων τῶν διδασκόντων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ν. Δοκίμων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ Πολυτεχνείου». 2) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 82 τοῦ 4410 νόμου περὶ Ναυτικῆς Στρατολογίας κλπ. καὶ 43 τοῦ νόμου «4411 περὶ συγκροτήσεως, προελεύσεως, προαγωγῆς κλπ. τῶν στελεχῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». 3) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου 1926 Ν.Δ. «περὶ συστάσεως ὑγειονομικῶν ἐπιτροπῶν ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ.» 4) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ 3983 νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17)9)26 Ν.Δ. «περὶ ἐπιδομάτων, διακριτικῶν σημείων εἰδικότητος κλπ. τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ τῶν ὑποβρυχίων». 5) «Περὶ συστάσεως Συμβουλίου Διοικητικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.» 6) «Περὶ τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς τῶν ἐπὶ τῶν ὑποβρυχίων ὑπηρετούντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». 7) Περὶ χορηγίας προσθέτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 13.582.75 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. 8) Περὶ κανονισμοῦ διὰ διαταγμάτων τῆς συνθέσεως τῶν σάκκων ἱματισμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ. 9) Περὶ καταργήσεως τῆς Δʹ Διευθύνσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Π. Ναυτικοῦ. καὶ 10) Περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ 1 ἐδ. τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἀπὸ 9 Μαρτίου 1929 Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου 3833 περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ὑποβρυχίων. Ἀνακοινῶ ὅτι, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς ὡς ἑξῆς: 1) Ἐξωτερικῶν 1) Ἀλεξανδρῆς Α., 2) Ἀργυρόπουλος Μ., 3) Ἀργυρόπουλος Π., 4) Ἀραβαντινὸς Π., 5) Βενιζέλος Κ., 6) Βουτυρᾶς Α., 7) Βαλαλᾶς Ι., 8) Δαμιανὸς Α., 9) Ζαΐμης Φ., 10) Ζαβιτζιᾶνος Κ., 11) Ζαρίφης Ν., 12) Κασσαβέτης Α., 13) Καραπᾶνος Α., 14) Κανναβὸς Ι., 15) Κανάρης Α., 16) Λεωνίδας Ι., 17) Λιδωρίκης Κ., 18) Μακκᾶς Α., 19) Μπακάλμπασης Α., 20) Μπακόπουλος Ν., 21) Μανουηλίδης Φ., 22) Μόδης Γ., 23) Μάρκου Α., 24) Ξηρὸς Ν., 25) Πρέκας Α., 26) Πετρίδης Π., 27) Ράλλης Ι., 28) Τρικούπης Σ., 29) Τσιριμῶκος Ι., 30) Χατζῖσκος Δ. 2) Δικαιοσύνης 1) Ἀποστόλου Ι., 2) Ἀργυρόπουλος Γ., 3) Γιαννόπουλος Δ., 4) Γαλανάκης Α., 5) Δαμιανὸς Α., 6) Ζούκας Ε., 7) Ζωγράφος Π., 8) Κυρέλλος Β., 9) Κατσαδήμας Κ., 10) Κουτσοπέταλος Δ., 11) Καλιγκάτσης Π., 12) Κοκκινᾶτος Ι., 13) Λιδωρίκης Ι., 14) Λαδᾶς Χ., 15) Μάρκου Α., 16) Μπουρνιᾶς Ι., 17) Μπούτης Ι., 18) Νάκος Λ., 19) Πετρίδης Π., 20) Πριμίδης Ε., 21) Πανταζίδης Χ., 22) Παπαθανάσης Δ., 23) Πολυχρονάκης Κ., 24) Ράλλης Ι., 25) Σπηλιάδης Ν., 26) Συριόπουλος Ν., 27) Τσεριώνης Η., 28) Τσιριμῶκος Ι., 29) Τζερμιᾶς Ν., 30) Φικιώρης Γ. 3) Ἐσωτερικῶν 1) Ἀσκούτσης Ν., 2) Ἀσκεπίδης Ν., 3) Ἀνδρεόπουλος Ι., 4) Ἀναστασίου Τ., 5) Ἀποσκίτης Η., 6) Ἀραβαντινὸς Π., 7) Ἀργυρόπουλος Γ., 8) Βολουδάκης Μ., 9) Γκότσης Κ., 10) Γαρδικιώτης Ν., 11) Γαλανάκης Α., 12) Εὐριπαῖος Π., 13) Κουτσίνας Ι., 14) Κουλουμβάκης Ε., 15) Κούνδουρος Ι., 16) Κοντοδίνας Κ., 17) Λούδαρης Π., 18) Μπακόπουλος Ν., 19) Παπαφλέσσας Ι., 20) Περδικογιάννης Ι., 21) Σπηλιάδης Α., 22) Σαμαρᾶς Ν., 23) Σαρακηνὸς Κ., 24) Σκουλᾶς Β., 25) Τσαρλαμπᾶς Μ., 26) Τσιτσίλιας Π., 27) Ταρσούλης Ι., 28) Ταλιαδοῦρος Ι., 29) Φλῶρος Π., 30) Ἀργυρόπουλος Π., 31) Μπουκουβάλας Π. 4) Παιδείας 1) Ἀλαβᾶνος Κ., 2) Γερογιάννης Γ., 3) Ζερβὸς Σ., 4) Ζωγράφος Π., 5) Ἰασονίδης Λ., 6) Καλαντζᾶκος Α., 7) Καλούδης Γ., 8) Καραμᾶνος Ν., 9) Κοκκινάκης Γ., 10) Κουρτίδης Κ., 11) Κατσαδήμας Κ., 12) Κυρώζης Ι., 13) Κωνσταντόπουλος Ν., 14) Λιβαθινόπουλος Ρ., 15) Λούδαρης Π., 16) Μακκᾶς Α., 17) Μπουρνιᾶς Ι., 18) Νικολαΐδης Σ., 19) Παναγιωτόπουλος Α., 20) Παπαστρατῆς Θ., 21) Παχνὸς Α., 22) Πετρίδης Π., 23) Σαρακηνὸς Κ., 24) Τσάφος Β., 25) Τερζόγλου Ν., 26) Τηλικίδης Γ., 27) Τσακμάνης Σ., 28) Τσιριμῶκος Ι., 29) Χατζηλίας Β., 30) Χρηστομᾶνος Α. 5) Οἰκονομικῶν 1) Αἰλιανὸς Μ., 2) Ἀφεντούλης Γ., 3) Ἀποστόλου Ι., 4) Βέργος Δ., 5) Βοραζάνης Γ., 6) Βαρβαγιάννης Α., 7) Βαρδόπουλος Β., 8) Βουδούρης Κ., 9) Βαλαλᾶς Ι., 10) Κ. Γκότσης, 11) Ζάννος Δ., 12) Ζαΐμης Φ., 13) Ἠσαΐας Γ., 14) Καρυωτάκης Ε., 15) Κωστόπουλος Σ., 16) Κοθρῆς Μ., 17) Μανουηλίδης Φ., 18) Μάρκου Α., 19) Μπακόπουλος Ν., 20) Παπαδάκης Ι., 21) Πρεζάνης Γ., 22) Πανοῦτσος Π., 23) Παπαδόπουλος Η., 24) Πρέκας Α., 25) Πολυχρονάκης Κ., 26) Ροδόπουλος Γ., 27) Ρεδιάδης Π., 28) Ράλλης Π., 29) Σπηλιώτης Ν., 30) Σαράντης Φ., 31) Σῖμος Κ., 32) Ταρσούλης Ι., 33) Φίλιος Θ., 34) Χατζίσκος Δ., 35) Χριστούλας Π. 6) Ἐθνικῆς Οἰκονομίας 1) Ἀσκεπίδης Ν., 2) Ἀγγελῆς Β., 3) Ἀθηνοδώρου Δ., 4) Βοραζάνης Γ., 5) Βαρδαγιάννης Α., 6) Δροσόπουλος Δ., 7) Εὐριπαῖος Π., 8) Ζαΐμης Φ., 9) Ζωγράφος Κ., 10) Ζάννας Δ., 11) Ἠσαΐας Γ., 12) Θεολογίτης Α., 13) Κυρέλλος Β., 14) Κουλούρας Γ., 15) Κεντούρης Α., 16) Κωστέπουλος Σ., 17) Μαχαίρας Μ. 18) Μέλφος Δ., 19) Μακκᾶς Λ., 20) Μιχαὴλ Ι. 21) Μπακάλμπασης Α., 22) Πανοῦτσος Κ., 23) Ξανθόπουλος Λ., 24) Ράλλης Π., 25) Ρεδιάδης Π., 26) Σαράντης Φ., 27) Τριποδάκης Ε., 28) Τσιτσίλιας Π., 29) Τσακμάνης Σ., 30) Χατζίσκος Δ., 31) Ἀναστασίου Τ. 7) Συγκοινωνίας 1) Ἀγγελῆς Β., 2) Αἰλιανὸς Μ., 3) Ἀναστασιάδης Σ., 4) Βαλαλᾶς Ι., 5) Βασιλειάδης Γ., 6) Βερδέλης Α., 7) Βλαχοθανάσης Κ., 8) Βουδούρης Κ., 9) Εὐθυμιάδης Δ., 10) Ζαρίφης Ν., 11) Ἡρακλείδης Δ., 12) Καραγιώργης Σ., 13) Κεντούρης Α., 14) Κουντούρης Δ., 15) Κουτσοπέταλος Δ., 16) Κριμπᾶς Θ., 17) Λαμπριανίδης Δ., 18) Λεωνίδας Ι., 19) Λύρας Θ., 20) Μανουηλίδης Φ., 21) Μαλαμίδας Ε., 22) Μαντᾶς Μ., 23) Μέλφος Δ., 24) Μυλωνογιάννης Α., 25) Νικολίτσας Ι., 26) Παπαδάκης Α., 27) Σαμαρᾶς Μ., 28) Στυλιανόπουλος Α., 29) Ταβουλάρης Α., 30) Ταλιαδοῦρος Σ., 31) Τσεριώνης Π., 32) Φλωριᾶς Δ., 33) Χατζῆς Π., 34) Χατζηλίας Β., 35) Χρηστομᾶνος Α. 8) Γεωργίας 1) Ἀναστασιάδης Ι., 2) Ἀνθρακόπουλος Σ., 3) Ἀνδρεάδης Λ., 4) Γαρδικιώτης Ν., 5) Γερογιάννης Γ., 6) Ζωγράφος Π., 7) Ζούκας Ε., 8) Ζωγράφος Κ., 9) Ζαρίφης Ν., 10) Ἡρακλείδης Δ., 11) Θεωδορίδης Α., 12) Ἰασονίδης Λ., 13) Κριμπᾶς Θ., 14) Κουτσίνας Ι., 15) Κωνσταντόπουλος Ν., 16) Κανναβὸς Ι., 17) Κουτσοπέταλος Δ., 18) Λαμπρινίδης Δ. 19) Λούλης Α., 20) Μπούτης Ι, 21) Μαντᾶς Μ., 22) Μπακάλμπασης Α., 23) Νικολίτσας Ι., 24) Ξηρὸς Ν., 25) Ξανθόπουλος Α., 26) Παπαθανάσης Α., 27) Ροδόπουλος Γ., 28) Σῖμος Κ., 29) Σαμαρᾶς Μ., 30) Σαρακηνὸς Κ., 31) Τσαρλαμπᾶς Μ., 32) Τσακμάνης Σ., 33) Τσιτσάρας Δ., 34) Τσονδαρίδης Ι., 35) Φίλιος Θ., 36) Χαβίνης Θ. 9) Ὑγιεινῆς 1) Ἀσπιώτης Η., 2) Ἀθανασιάδης Ι., 3) Ἀνδριόπουλος Ι., 4) Ἀλαβάνος Κ., 5) Ἀλεβιζᾶτος Λ., 6) Βλαχοθανάσης Κ., 7) Βαρδόπουλος Β., 8) Γουργουρῆς Ν., 9) Γερογιάννης Γ. 10) Δημάδης Δ., 11) Ζουμῆς Χ., 12) Κουμπαροῦσος Ν., 13) Καραμᾶνος Ν., 14) Καλαντζᾶκος Α., 15) Καρυωτάκης Ε., 16) Καλαντίδης Χ., 17) Κουστίδης Κ., 18) Λυμπερόπουλος Ι., 19) Λιβαθινόπουλος Ρ., 20) Μαρσέλος Δ., 21) Μαλαμίδας Ε., 22) Μαρκάκης Δ., 23) Νικολίτσας Ν., 24) Πετσάλης Κ., 25) Παπαστρατῆς Θ., 26) Σταυρόπουλος Σ., 27) Τερζόγλου Ν., 28) Φωκᾶς Α., 29) Χρηστομᾶνος Α., 30) Χατζῆς. 10) Προνοίας 1) Ἀνδρεάδης Λ., 2) Ἀθηνοδώρου Β., 3) Ἀργυρόπουλος Μ., 4) Γιαμούζης Ι., 5) Δημάδης Δ., 6) Ζάχος Ι., 7) Θεοδοσιάδης Γ., 8) Κοσμᾶς Ι., 9) Κουμπαροῦσος Ν., 10) Λούβαρης Π., 11) Μαρσέλος Δ., 12) Μουζενίδης Κ., 13) Μιχαὴλ Ι., 14) Μισιρλόγλου Α., 15) Μπακάλμπασης Α., 16) Ποντίκας Γ., 17) Παπαδόπουλος Η., 18) Παπαστρατῆς Θ., 19) Παΐζης Ι., 20) Πανταζίδης Χ., 21) Πρεζάνης Γ., 22) Σῖμος Κ., 23) Σταυρόπουλος Σ., 24) Συμεώνογλου Σ., 25) Τερζόγλου Ν., 26) Τσεγᾶς Γ., 27) Τσάφος Β., 28) Τσιγδέμογλου Μ., 29) Πανταζίδης Θ., 30) Χούρσογλου Σ., 11) Στρατιωτικῶν 1) Ἀλεξανδρῆς Α., 2) Ἀποστόλου Ι., 3) Ἀφθονίδης Δ., 4) Ἀποσκίτης Η., 5) Ἀντωνόπουλος Β., 6) Ἀσκούτσης Ν., 7) Βολουδάκης Μ., 8) Γρηγοράκης Ι., 9) Γοβατζιδάκης Ι., 10) Γιαννούσης Σ., 11) Ζερβός Γ., 12) Καλογερᾶς Ι., 13) Κουμπαροῦσος Ν., 14) Κούνδουρος Ι., 15) Κολιαλέξης Θ., 16) Καρασεβδᾶς Π., 17) Καλλιδόπουλος Π., 18) Κογεδίνας Λ., 19) Κοθρῆς Μ., 20) Λεβαντῆς Π., 21) Λεωνίδας Ι., 22) Μουτζουρίδης Ι., 23) Μαμούνης Ν., 24) Παπαδάκης Κ., 25) Παπαφλέσσας Ι., 26) Τριποδάκης Ε., 27) Ταβουλάρης Α., 28) Τζερμιᾶς Ν., 29) Φλωριᾶς Δ. 30) Χαβίνης Θ. 12) Ναυτικῶν 1) Ἀφθονίδης Δ. 2) Βασιλειάδης Γ., 3) Βότσαλος Γ., 4) Βελλιανίτης Γ., 5) Βερδέλης Α., 6) Ἐμπειρῖκος Κ., 7) Εὐθυμιάδης Δ., 8) Ζουμῆς Χ., 9) Θεολογίτης Α., 10) Κουλούρας Γ., 11) Καρυωτάκης Ε., 12) Κανάρης Α., 13) Λεωνίδας Ι., 14) Λούλης Α., 15) Μαχαίρας Ε., 16) Μυλωνογιάννης Α., 17) Μιαούλης Α., 18) Μαμούνης Ν. 19) Παχνὸς Α., 20) Παΐζης Ι., 21) Πετσάλης Κ., 22) Πριμίδης Ε., 23) Ρεδιάδης Π., 24) Συρογιάννης Π., 25) Στράτος Γ., 26) Σχοινᾶς Σ., 27) Σακκαλῆς Γ., 28) Σακελλαρίου Δ., 29) Τσαρλαμπᾶς Μ., 30) Χαζῆς Π. 13) Ἀεροπορίας 1) Ἀθανασιάδης Ι., 2) Ἀφθονίδης Δ., 3) Βασιλειάδης Γ., 4) Βερδέλης Α., 5) Βουτυρᾶς Α., 6) Γιαννόπουλος Δ., 7) Γρηγοράκης Ι., 8) Ματαλὼν Δαβίδ, 9) Ζερβός Σ., 10) Ζωγράφος Α., 11) Κυρώζης Ι., 12) Καλογερᾶς Ι., 13) Κίρτσης Η., 14) Λούλης Α., 15) Λαζαρίδης Α., 16) Παπαφλέσσας Ι., 17) Παπαδόπουλος Η., 18) Πολυχρονιάδης Α., 19) Στράτος Γ., 20) Σπηλιάδης Α., 21) Σακελλαρίου Δ., 22) Σακκαλῆς Γ., 23) Σκουλᾶς Β., 24) Ταβουλάρης Α., 25) Ταλιαδοῦρος Σ., 26) Τζεγᾶς Γ., 27) Φίλιος Θ., 28) Φλωριᾶς Δ., 29) Χατζητάσης Μ., Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1931–32 μετὰ τῶν σχετικῶν σχεδίων νόμων.

§3Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1931–32 μετὰ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων. Τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, κ. βουλευταί, ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς 15ης Ἰανουαρίου χωρὶς νὰ παραδῶμεν τὴν σχετικὴν συνταγματικὴν ἐπιταγὴν τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἐννοεῖ νὰ σεβασθῇ. Προετιμήσαμεν ἐν τούτοις νὰ στερηθῶμεν χρησίμων στοιχείων διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἔδιδεν ἡ ἐκτέλεσις δύο ἀκόμη μηνῶν τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλλομεν καὶ ἐφέτος τὸν προϋπολογισμὸν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνόδου, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ παράσχωμεν ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς πληρεστέραν ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς ἐπιτροπαῖς ἐξέτασιν καὶ πρὸς ἀνετωτέραν ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ κυβέρνησις, κ. βουλευταὶ ὑπέρ ποτε ἄλλοτε ἐπιθυμεῖ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον διαφωτιστικὴν διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὔτε εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα οὔτε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καμμία ἀσάφεια ἢ ἀοριστία εἰς πᾶν ὅ, τι ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τοῦ χρήματος τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν λαὸν κατὰ τὸ ἐπερχόμενον οἰκονομικὸν ἔτος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του. Ὁ ὑποβαλλόμενος ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κ. βουλευταί, τέταρτος ἤδη ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης κυβερνήσεως προϋπολογισμὸς δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐγκαινιάζων νέαν δημοσιονομικὴν περίοδον, διότι εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως προϋπολογισμὸς ὁ ἀπηλλαγμένος τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου ἀνελάβομεν ὡς γνωστὸν διὰ μίαν τριετίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποστέλλωμεν ἀνὰ τρίμηνον ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς δημοσιονομικῆς μας καταστάσεως εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἵνα παρακολουθῇ τὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως. Συμμορφούμενοι πρὸς τὴν ρήτραν ταύτην τοῦ πρωτοκόλλου κατηρτίζαμεν κανονικῶς ἀνὰ τριμηνίαν σαφεῖς καὶ λεπτομερεῖς ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ἀπεστέλλαμεν εἰς τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς πρεσβείας Βέρνης, τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου παρέχοντος, ὁσάκις παρίστατο ἀνάγκη πᾶν ζητούμενον στοιχεῖον πρὸς πλήρη ἀπόδειξιν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν εὐσυνειδήτως ὅλας τὰς ἐπὶ τῇ συνάψει τοῦ τριμεροῦς δανείου δοθείσας ὑποσχέσεις διὰ τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ, διὰ τὴν συγκέντρωσιν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῶν λογαριασμῶν τοῦ δημοσίου κλπ. Ἐπὶ τῇ λήξει τῆς τριετίας κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸ συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τὸ ἐπιδειχθὲν ἐνδιαφέρον καὶ διὰ τὴν παρασχεθεῖσαν ἠθικὴν συνδρομὴν τὴν ἀξίαν τῆς ὁποίας πάντες ἀναγνωρίζομεν. Εὐχαρίστως θ’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀνεγνώρισε πλήρως τὴν καταβαλλομένην ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ προσπάθειαν καὶ συνεχάρη τὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν σημειωθεῖσαν πρόοδον ἐν τῇ ὁδῷ τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως. Μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κ, βουλευταί, συνυποβάλλω τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν χρήσεων 1916–1917 καὶ τῶν χρήσεων 1918–19, 1919–20 καὶ 1920–21 μὲ προσηρτημένους τοὺς οἰκείους ἰσολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1918–19, 1919– 20 καὶ 1920–21. Ὅπως εἶχον τὴν τιμήν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπαραίτητον ἀπὸ δημοσιονομικῆς τάξεως ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐπιτασσομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐνημερότητα τόσον προϋπολογιστικῶς ὅσον καὶ ἀπολογιστικῶς, διὰ τοῦτο καὶ ὑποβάλλω πρὸς κύρωσιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἀπὸ τοῦ 1916–1921 χρήσεων, καταβάλλεται δὲ ἡ ἀπαιτουμένη ἐργασία, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς γίνῃ δυνατὸν ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς ἑκάστης χρήσεως κατατίθεται μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς προηγουμένης χρήσεως. Ἡ σημειωθεῖσα ἔκτοτε πρόοδος καὶ ἡ συντελουμένη ἐργασία ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ νέου οἰκονομικοῦ ἔτους θὰ ἐκλείψῃ ἡ πρωτοφανὴς ἀληθῶς καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παρατηρουμένη παράλειψις ὑποβολῆς τῶν ἀπολογισμῶν, θὰ καταστῇ δὲ δυνατὸν ἐφεξῆς νὰ ὑποβάλλεται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑκάστου προϋπολογισμοῦ ὁ σχετικὸς ἀπολογισμὸς καὶ ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς τούτοις θεωρεῖ ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν δυνατὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις διεσπάσθη παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς πληθύος τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν ταμείων. Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι χρήσιμος ἐνίοτε εἶναι ἡ λειτουργία εἰδικῶν τοπικῶν ταμείων ἐξυπηρετούντων τοπικοὺς σκοποὺς μὴ δυναμένους νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἐξ ἴσου ἀποτελεσματικῶς ὑπὸ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος. Ἀλλ’ ἡ διατήρησις εἰδικῶν ταμείων πρὸς θεραπείαν γενικῶν τοῦ Κράτους σκοπῶν ἀποβαίνει ἀντιεπιστημονικὴ χωρὶς κἄν νὰ εἶναι χρήσιμος ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Τὸ ἄτοπον τοῦτο ἐπιθυμοῦσα νὰ θεραπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγήθη τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰδικὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν διὰ διαταγμάτων κατάργησιν, συγχώνευσιν καὶ τροποποίησιν τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν ταμείων ἢ αὐτονόμων ὀργανισμῶν. Ἡ σχετικὴ προκαταρκτικὴ ἐργασία εἶναι σχεδὸν ἑτοίμη, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι συντόμως θὰ ἐκδοθοῦν τὰ διατάγματα τῆς καταργήσεως τῶν εἰδικῶν ταμείων, ὅσων ἡ διατήρησις δὲν ἤθελε κριθῇ ἀκόμη ἀναγκαία. Ἐπίσης εἰς ὅσας περιφερείας δημοσίων ταμείων λειτουργοῦν ὑποκαταστήματα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐτέθη ἤδη εἰς ἐφαρμογὴν ἡ συγκέντρωσις τῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου παρὰ τῇ Ἐκδοτικῇ Τραπέζῃ. Ἡ συγκέντρωσις αὕτη σημαντικῶς ἐξυπηρετοῦσα τὴν νομισματικὴν καὶ πιστωτικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας εἶναι χρησιμωτάτη καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῆς θὰ εἶναι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ κινῇ τὰς διαθεσιμότητας αὐτοῦ. Πρὸς ἐπέκτασιν δὲ τοῦ μέτρου εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα, δὲν θ’ ἀναμείνωμεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μελετῶμεν μετ’ αὐτῆς καὶ ἐλπίζομεν ὅτι προσεχῶς θὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου ἄνευ ἱδρύσεως τῶν ὑποκαταστημάτων καὶ ἄνευ δαπάνης τοῦ δημοσίου ἴσως δὲ καὶ μὲ ἐλάττωσιν δαπανῶν αὐτοῦ θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκέντρωσις εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου ἐξ ὅλων τῶν ταμείων τοῦ Κράτους. Πρὶν εἰσέλθω, κ. βουλευταί, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ, χρήσιμον θεωρῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερημάτων τῶν μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1926–27 προϋπολογισμῶν ὡς καὶ τὴν μέχρι σήμερον ἐκτέλεσιν τῶν ἔκτοτε προϋπολογισμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερημάτων ἐκ τῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1926–27 συμπεριλαμβανομένου προϋπολογισμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, ἀναφέρων ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, περιορίζομαι ν’ ἀναφέρω ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ὡς καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀποτυπωθεῖσα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς Γενεύης κατάστασις τῶν χρήσεων μέχρι καὶ τῆς τοῦ 1926–27 συμπεριλαμβανομένης ἐλλείψει ὁριστικῶν τότε στοιχείων, εἶναι χειροτέρα τῆς πράγματι τότε ὑφισταμένης διότι ἡ ἐξέλιξις μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν ὅτι τὰ πληρώσιμα παθητικὰ ὑπόλοιπα τῶν χρήσεων ἐκείνων ὑπέστησαν διαφόρους διαγραφὰς ἐκ νομίμων λόγων καὶ περιωρίσθησαν τὰ μὲν τῶν χρήσεων μέχρι καὶ τῆς τοῦ 1925–26 ἀπὸ 598 ἑκατομμύρια εἰς 315 μόνον ἑκατομμύρια, τὰ δὲ τῆς χρήσεως 926–27 περιωρίσθησαν ἐπίσης ἀπὸ δραχμὰς 595 ἑκατομμύρια εἰς δραχμὰς 506 ἑκατομμύρια μὲ τάσεις περαιτέρω περιορισμοῦ. Ἐξ ἄλλου, ἐνῷ δι’ ὅλας τὰς χρήσεις ἐκείνας προεβλέποντο εἰσπράξιμα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων μόνον 89 ἑκατομμύρια εἰσεπράχθησαν ἐν τούτοις μέχρι σήμερον 198 ἑκατομμύρια. Μετὰ τὴν διαγραφὴν τῶν ποσῶν τούτων ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων αἱ ὅλαι ὑποχρεώσεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, ἀνέρχονται εἰς 1.461.894.111 τὰ δὲ πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν προορισθέντα ποσὰ — τά ὁποῖα δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐλαττωθοῦν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ ν’ αὐξηθοῦν—ἀναλύονται ὡς ἑξῆς: αʹ) τμῆμα τοῦ τριμεροῦς δανείου ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν δραχμαὶ 1.125.000.000, βʹ) εἰσπράξεις ἐξ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων 198.400.320, γʹ) διαθέσιμα τὰ ὁποῖα κατέλιπον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ μέχρι καὶ τοῦ 1926–27 προϋπολογισμοὶ δραχμαὶ 498,049.164, δʹ) δραχμαὶ 96.180.000 προϊὸν τῶν μακροπροθέσμων γραμματίων ἐθνικῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1924–25 χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ παραλλήλως καὶ ὡς ἔσοδον εἰς τοὺς οἰκείους προϋπολογισμούς. Ἤτοι ἀπέναντι ὑποχρεώσεων ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 1.461.894.122 προορίζονται ποσὰ μὴ δυνάμενα πλέον νὰ ἐλαττωθοῦν καὶ ἀνερχόμενα εἰς 1. 917.629.484. Ἑπομένως παραμένει ἐλεύθερον ποσὸν ἐκ 455.735.362, τὸ ὁποῖον ὡς περισσεῦον ἀπεσύρθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἀπετέλεσε περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀπεσύρθη ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου ἕτερον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 197.821.515 ἀντιπροσωπεῦον πληρωμὰς γενομένας ὑπὸ τῶν προϋπολογισμῶν 1927–28 καὶ 1728–29, ἔναντι τῶν ὀφειλῶν ἐν γένει τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ παραρτήματι γ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Τὰ δύο ταῦτα κονδύλια ἤτοι σύνολον δραχμῶν 653.556.877 δὲν εἰσήχθησαν βεβαίως εἰς ἐνίσχυσιν κανενὸς προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ αὐξάνουν τὸ ἐκ 272 ἑκατομμυρίων ἴδιον περίσσευμα τῆς χρήσεως 1929–30 καὶ διατίθενται ἐξ αὐτῶν 625 ἑκατομμύρια κατὰ τὸν νόμον 4585. Προσθέτω ὅτι ἀπομένει ἀκόμη ἐκ τοῦ τριμεροῦς δανείου ἀδιάθετον ποσὸν λιρῶν Ἀγγλίας 211.483 καὶ δαλλάρια 3.906.769 ἤτοι δραχμαὶ 379 ἑκατομμύρια, ὑπερκαλῦπτον μετὰ τῶν διαθεσίμων τῶν μέρχι καὶ τοῦ 1926–27 προϋπολογισμῶν τὰς ἀπομενούσας ἐκ τῶν διαφόρων ἄλλων ὀφειλῶν πρὸς πληρωμὴν ὑποχρεώσεις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927–28 παρουσίασε κατὰ τὴν λῆξιν του πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 1.225.788.60, ὅπερ ὑπολογιζομένων τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων, τὰ ὁποῖα ἀφῆκε πρὸς πληρωμὴν ἐκ δραχμῶν 773.872.486.10 ὡς καὶ τῶν πραγματοποιηθεισῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1930 ἔναντι τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων του εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 172.765.555.20 περιορίζεται εἰς δραχμὰς 624.180.257.70. Ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἔχουν πληρωθῆ μέχρι 30ῆς Σεπτεμβρίου 1930 δραχμαὶ 267.284.075.60. Τὸ ποσὸν τοῦτο αὐξάνεται κατὰ δραχμὰς 165 ἑκατομμύρια πληρωθείσας εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας Σουκρῆ καὶ τῶν ὁποίων ἡ τακτοποίησις δι’ ἐντάλματος θά ἐπακολουθήσῃ. Ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρήσεως ταύτης διετέθησαν μέχρι τοῦδε δραχμαὶ 593.650.000 συμφώνως τοῖς νόμοις 5427 καὶ 4585. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1928–29 κατέλιπεν κατὰ τὴν λῆξιν του πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 1.093.990.896. 18, ὅπερ, ὑπολογιζομένων τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἐκ δραχμῶν 698.391.621.40 καὶ τῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1930 πραγματοποιηθεισῶν ἔναντι τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων του εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 144.730.552.45, περιορίζεται εἰς δραχμὰς 530.829.827.25. Ἔναντι τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων τῆς χρήσεως ταύτης ἔχουν πληρωθῆ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1930 δραχμαὶ 496.200.579.20. Διὰ τοῦ νόμου 4585 διετέθη ὁλόκληρον τὸ πραγματοποιηθὲν μέχρι τοῦδε πλεόνασμα τῆς χρήσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ αὐξηθῇ κατά τινα ἑκατομμύρια. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου λήξαντος ὡς γνωστὸν τὴν 32ην Ἰουλίου 1930 παρουσιάζεται, σύμφωνα μὲ τὸν δημοσιευθέντα ἰσολογισμὸν τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου 1930, εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως ταύτης καί τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰδικῶν λογιστηρίων εἰς τοὺς πίνακας τοὺς ὁποίους οἱ κ. κ. βουλευταὶ θὰ ἀναγνώσουν εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἀποφεύγω νὰ ἀπαριθμήσω ἀναλελυμένως τὰ κονδύλια αὐτῶν, χάριν συντομίας. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους ὁ προϋπολογισμὸς 1929–30 παρουσιάζει σύνολον ἐσόδων 18.729.935.965 δραχμῶν, σύνολον ἐξόδων 18200.620.260 δραχμῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐκπλαγῇ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν δισεκατομμυρίων. Περιλαμβάνονται εἰς αὐτὰ ὡς ἔσοδα καὶ ὡς ἔξοδα ὅλα τὰ ἀπὸ τοῦ 1924 συναφθέντα δάνεια, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἡ διάθεσις αὐτῶν ἐγένετο δυνάμει τῶν σχετικῶν συμβάσεων ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤδη ὅμως, ὁπότε διετέθησαν τὰ δάνεια δι’ οὓς σκοποὺς συνήφθησαν, πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ ἐμφανίσῃ τὸ προϊόν των ὡς ἔσοδον καὶ τὰς δαπάνας των ὡς ἔξοδον. Τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Προσφυγικὸν δάνειον τοῦ 1924 ἑκατομ.3.739
2)Τμῆμα δανείου σταθεροποιή-
σεως προωρισμένον διὰ τὴν ἀπο-
κατάστασιν τῶν προσφύγων. » 187
3)Δάνειον τοῦ 1929 μετὰ τῆς
Ἀμερικονικῆς Κυβερνήσεως δια-
τεθὲν ἐπίσης δι’ ἀποκατάστασιν
προσφύγων » 949
4)Παραγωγικὸν δάνειον τοῦ 1928 » 1.260
5)Δάνειον ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν
(Οὖλεν) » 739
6)Δάνειον ἀποζημιώσεως Ἑλ-
λήνων ὑπηκόων » 775
7)Δάνειον ἀποζημιώσεως ἐκ
Βουλγαρίας μεταναστῶν » 400
Σύνολον ἑκατομ.8.049

Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἐπηρεάζει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφαιροῦμεν ἔκ τε τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων καὶ ἔχομεν οὕτω εἰσπράξεις 10.680.935.965, ἔξοδα δὲ 10.151.620.260. Εἰς τὰ ἔξοδα περιλαμβάνονται καὶ ὅλα τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα ἐκ δραχμῶν 751.187,895. Ἐμφανίζεται οὕτω περίσσευμα ἐκ δραχμῶν (10.680.935.965–10.151.620.260) 529.3 5.705. Εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο πρέπει ἀφ’ ἑνὸς νὰ προσθέσωμεν τὰ εἰσπράξιμα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ὅσα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην. Οὕτω πρέπει νὰ προσθέσωμεν α) 60 ἑκατομμύρια ὀφειλόμενα ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 30 κατεβλήθησαν ἤδη, β) 150 ἑκατομμύρια εἰσπράξιμα ἐκ ποσοῦ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων ἀνερχομένων εἰς 574 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ 440 προέρχονται ἐξ ἀμέσων φόρων. Τὰ 150 ἑκατομμύρια θὰ εἰσπραχθοῦν ἀσφαλῶς, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, γ) πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη δραχμὰς 22.553.666, πραγματοποιηθὲν μὲν μὴ τακτοποιηθὲν ὅμως εἰσέτι ὑπόλοιπον τοῦ ἐσόδου ἐξ ἐπανορθώσεων εἰς εἴδη χορηγηθέντα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, τὸ ὁποῖον θὰ τακτοποιηθῇ διὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων τῆς χρήσεως 1929–30 καὶ διὰ τοῦτο ὑπολογίζεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς ἐνεργητικὸν ὑπόλοιπον ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς παθητικὸν ὑπόλοιπον, δ) θὰ προσθέσωμεν ἀκόμη δραχμὰς 5.965.092 προϊόν δανείου Ἑλλήνων ὑπηκόων ἤτοι κρατήσεις διὰ τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα δι’ ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων καὶ διανομὴν τοῦ δανείου. Προσθέτοντες τὰ τέσσαρα ταῦτα κονδύλια ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 437.518.758 εἰς τὴν ἄνω μνημονευθεῖσαν διαφορὰν μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ ἐξόδων, ἀνερχομένων ὡς εἴρηται εἰς 529.315.705 εὑρίσκομεν πλεόνασμα δραχμῶν 966.834.463. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ πλεονάσματος τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν, ὡς εἶπον, τὰ ἔκτακτα ἐκεῖνα ἔσοδα τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν χρῆσιν 1929–30 καὶ τὰ ὁποῖα ἑπομένως ἠμποροῦμεν νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὸ περίσσευμα αὐτῆς. Οὕτω πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 653.556.877, ἤτοι τὰ ἀποσυρθέντα ἐκ τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς διαγραφὰς παθητικῶν ὑπολοίπων μεγαλειτέρας εἰσπράξεως ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τῶν παλαιῶν χρήσεων καὶ εἰς πληρωμὰς γενομένας ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν 1927–28 καὶ 1928–29 καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑπομένως δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–30. Ἐπίσης θὰ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 40.307.500 προερχομένας ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐκ μακροπροθέσμων γραμματίων ἐθνικῆς ἀμύνης ἐξοφληθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως 1929–30, ὧν, ὡς εἴπομεν, τὸ προϊόν δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ πραγματικὸν ἔσοδον τοῦ 1929–30. Ἀφαιροῦντες τὰ δύο ταῦτα κονδύλια ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 693.864.377 ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν 966.834 463, εὑρίσκομεν πραγματικὸν περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 272.970.086, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἀνήκει δικαιωματικῶς εἰς τὴν χρῆσιν 1929–30. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ τὸ περίσσευμα θὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν καὶ ἐφόσον πληρωθοῦν ὅλα τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα ἄνευ οὐδεμιᾶς διαγραφῆς, καὶ ἄν τὰ ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων εἰσπράξιμα περιορισθοῦν μόνον εἰς 150 ἑκατομμύρια. Ἐνδέχεται ἑπομένως νὰ αὐξηθῇ κατά τινα ἀκόμη ἑκατομμύρια τὸ περίσσευμα τοῦτο. Ἀλλὰ πρὸς ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῆς ἀντοχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ 1929–30 πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι οὗτος προέβη εἰς δαπάνας μὴ προβλεπομένας κατὰ τὴν ὑποβολήν του, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη λόγῳ τῆς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπιδεικνυομένης ἀντοχῆς του, ἤτοι: α) Ἔδωκε 80 ἑκατομμύρια ἐν εἴδει ἐκτάκτου βοηθήματος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, β) 50 ἄλλα ἑκατομμύρια ἔδωκεν εἰς πληρωμὴν ὀφειλῆς τοῦ ὑπουργείου Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν οἶκον Μπρέντα, ἥτις δὲν ἀπετέλει ὑποχρέωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ 1929–30, ἀλλὰ τοῦ ἑπομένου προϋπολογισμοῦ. Ἄν ἀκόμη κύριοι βουλευταί, λάβετε ὑπ’ ὄψει ὅτι προέβη καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας ἀπροβλέπτους, ὡς λόγου χάριν εἰς ἀγορὰν ἐξαιρετικῶς μεγάλης ποσότητος στεμφυλοπνεύματος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καταστραφείσης οἰνοπαραγωγῆς καὶ ὅτι διῆλθε τὸ δεύτερον ἑξάμηνον αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἀρξαμένην πρὸ δωδεκαμήνου κρίσιν, ἀντιλαμβάνεσθε πόσον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἦτο στερεὰ θεμελιωμένος καὶ πόσον ἀδικαιολόγητος ἦτο ἡ ἐκφρασθεῖσα κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ γνώμη ὅτι ἵστατο τάχα ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἴδιον προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν μάλιστα εἶχεν πλέον ἐκτελεσθῆ κατὰ 9) 0 ἐπέπρωτο νὰ ἀκούσωμεν πολὺ δυσμενεστέρας ἀκόμη κρίσεις. Καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε εἴδομεν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας υἱοθετουμένην ὑπὸ τοῦ κόμματος τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει μεθόδου τινὸς μαθηματικῆς, ἐξευρίσκετο ὅτι ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς προϋπολογισμὸς θὰ ἄφηνεν ἔλλειμμα ἀναπότρεπτον ἐκ 1.000 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔλλειμμα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀκόμη δὲν μετεπείσθη νὰ μᾶς χαρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως.

§4Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνωσις ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀποδείξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτῆς αἱ γενόμεναι ἕξ ὁλοκλήρους μῆνας πρὸ τῆς νέας χρήσεως ἐκείνης ὑπῆρξαν ἀκριβεῖς, διότι ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνωσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της οὔτε φορολογίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἐξυπηρετήσει τὴν χρῆσιν ἐκείνην, οὔτε καὶ ἔκτακτα ἔξοδα, μὴ προκύπτοντα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνωσις ἐστηρίχθη εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν. Ἄν ἐγὼ ἀτομικὸς ἔσφαλα εἰς κἄτι τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως ἔσφαλον εἰς τοῦτο. Εἰς τὸ ὅτι ὑπῆρξα πολὺ αἰσιόδοξος ἐγὼ ὁ κατηγορηθεὶς ὡς ἀπαισιόδοξος διότι τὰ πράγματα δυστυχῶς δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ αἰσιοδοξῶ ὅσον ἤμην αἰσιόδοξος, ἐκ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται.

§5Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ θὰ τὰ εἴπωμεν εἰς τήν συζήτησιν. Ἀλλὰ σπεύδω νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ λάθος διαπράττει ἕνα μεγαλείτερον διότι πρῶτον εἴπατε περί φορολογίας. Δὲν εἶχε ὁ προϋπολογισμὸς 1929–30 καμμίαν φορολογίαν πλὴν τῶν ἐπιβληθεισῶν.

§6Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη τὸν μῆνα Ἀπρίλιον.

§7Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τῆς ψηφίσεώς του. Εἶναι τοῦ 1928–29 αὐτὴ ἡ φορολογία. Τὶ σχέσιν ἔχει ὁ δασμὸς τοῦ σίτου μὲ τὸ 1929–30.

§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πάσει περιπτώσει εἶσθε σύμφωνοι ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς κατέληξεν εἰς περίσσευμα;

§9Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φαίνεται ὅτι δὲν εἴμεθα καθόλου σύμφωνοι. Ἀπέχομεν κατὰ 1.300 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως.

§10Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὰς προβλέψεις μου τὰς ἔκαμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τάς ἠλάττωσα, ὅπως σεῖς ἠλαττώσατε τὰς ἰδικάς σας, διότι ὑπεστηρίξατε περίσσευμα 700 ἑκατομ.

§11Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν συζήτησιν σεῖς ὑπεστηρίξατε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει 1335 ἑκατομ. ἀναπότρεπτον ἔλλειμμα. Ἐγὼ ἠγωνιζόμην νὰ σᾶς πείσω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ 220 ἑκατομ. περίσσευμα. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀφήνει σήμερον περίσσευμα 270 ἑκατομμ. δηλ. μὲ ἐγέλασε παραπάνω κατὰ 50 ἑκατομμύρια ὥστε ἡ πραγματικότης ἀπέχει ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Π.Π.Ε. 1335 καὶ 220–1555 ἑκατομμύρια.

§12Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποχωρῶ οὔτε κατὰ κεραίαν.

§13Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸν ἐκτελούμενον προϋπολογισμόν. Τὸ περίσσευμα τοῦτο δεικνύει κ. βουλευταί, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ὅλην τὴν ἐλαστικότητα περὶ τῆς ὁποίας ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν κατάθεσίν του. Καταδεικνύει ἀκόμη πόσον μακρὰν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα εὑρίσκοντο οἱ ἐν τῇ ὁρμῇ τῆς προβλέψεως ἐλλειμμάτων προϊδόντες καὶ προειπόντες καὶ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἔλλειμμα καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ὑπερχιλίων ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καταδεικνύει εἰδικώτερον τὸ περίσσευμα τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει βασιμότητα ὁ τοσάκις κατ’ αὐτοὺς ἰδίως ἐπαναλαμβανόμενος ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ἐγένετο τάχα δι’ ἀνάγκας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἀποδεικνύει καλλίτερον ἀπὸ κάθε ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἐχρειάζετο καθόλου προϋπολογισμὸς τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ἔσοδον διὰ νὰ ἰσοσκελίσῃ. Τὸ πρόσθετον τοῦτο ἔσοδον δὲν δύναται βεβαίως νὰ ὑπολογισθῇ σήμερον ἀνώτερον τῶν 175 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν τρέχοντα προϋπολογισμόν, ἀφοῦ καὶ ὅταν κατηργεῖτο ὁ δασμὸς εἰς τόσον ποσὸν ὑπελογίσθη ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπώλεια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἀφαιρουμένων τῶν 175 τούτων ἑκατομμυρίων ὅσα ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ διὰ 10½ μῆνας μαζὶ μὲ τὴν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς αὔξησιν, καὶ πάλιν ὁ προϋπολογισμὸς ἐστερημένος τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου παραμένει μὲ περίσσευμα ἄλλων 170 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον. Διὰ τοῦ νόμου 4585 ὡρίσθη, ὅπως τὸ πλεόνασμα τῆς χρήσεως 1929–1930 ὡς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναληφθὲν ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ δανείου τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ προωρισμένου κατὰ τὸ πρωτόκολλον διὰ τὴν πληρωμὴν καθυστερημάτων, διατεθῇ διὰ τὰς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ εἰδικῶς κατονομαζομένας δαπάνας. Τὰ πρὸς διάθεσιν ποσὰ ἀνέρχονται ὡς ἀνωτέρω εἴδομεν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δραχ.
αʹ) Τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως
1929--30 272.970.086
(Τὸ δικαιωματικῶς ἀνῆκον αὐτῇ)
βʹ Ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὸν προ-
ὑπολογισμὸν 1929—1930 πο-
σοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῆς σταθε-
ροποιήσεως, τὸ δυνάμενον, ὡς
ἀνωτέρω, νὰ διατεθῇ 623.163.469
Ἐν ὅλῳ 896.133.555
Ἔναντι τούτων διετέθησαν συμ-
φώνως τῷ νόμῳ 4585 τὰ ἑ-
ξῆς ποσά:
Διὰ στέγασιν προσφύγων 100.000.000
Δι’ ἀεροπορικὰς ἐγκαταστάσεις 100.000.000
Διὰ καταμέτρησιν καὶ τοπογράφησιν
ἀγροτικῶν κτημάτων 20.000.000
Διὰ χρηματοδότησιν τῶν παραγω-
γικῶν ἔργων κατὰ τὸ πρὸ τῆς
συνομολογήσεως τῶν δύο προκα-
ταβολῶν χρονικὸν διάστημα 151.643.000
Διὰ προικοδότησιν τῆς Ἀγροτικῆς
Τραπέζης 250.000.000
Διὰ πληρωμὴν ὑπηρεσίας δημο-
σίου χρέους ἀφορώσης παρελ-
θόντα ἔτη 20.000.000
Δι’ ἀνέγερσιν ἐν Πειραιεῖ καὶ Θεσ-
σαλονίκῃ οἰκημάτων ἐργατι-
κῶν ὀργανώσεων 10.000.000
Διὰ δάνειον εἰς τὸ ταμεῖον μονί-
μων ὁδοστρωμάτων 13.000.000
Διὰ πληρωμὴν βοηθήματος εἰς ἀ-
ξιωματικοὺς ἀποχωρήσαντας
δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐθε-
λουσίας ἐξόδου 82.000.000
Τὰ ποσὰ ταῦτα πλὴν τῶν 20 ἑκα-
τομμυρίων ἔχουν καὶ πληρω-
θῇ ἤδη ἐκ τοῦ δημοσίου τα-
μείου. Διατίθενται προσέτι
διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομο-
σχεδίου διὰ τὴν πληρωμὴν
μέρους τῆς ἀξίας τῶν ἀντι-
τορπιλλικῶν (πλὴν τῶν 100 ἑ-
κατομμυρίων τῶν διατεθέντων
ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρή-
σεως 1928—29) 116.000.000
Ἤτοι ἐκ τοῦ ἀδιαθέτου ὡς ἀνωτέ-
ρω ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς
χρήσεως 1929—1930 ποσοῦ
τῶν 896.133.555 τῆς χρή-
σεως 1929—30 διετέθησαν
καὶ πρόκειται νὰ διατεθοῦν
ἐν συνόλῳ 862.643,000
Οὕτω δὲ ὑπολείπεται πρὸς πέρα-
τέρω διάθεσιν ποσὸν 33.490.555.
Ἀπομένει ἑπομένως ἐκ τοῦ πλεο-
νάσματος τῆς χρήσεως 1929—
30 ἀδιάθετον ὑπόλοιπον ἐλεύ-
θερον πάσης ὑποχρεώσεως 33.490,555
Ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρή-
σεως 1927—28 παραμένει ἀ-
διάθετον ὑπόλοιπον ἐκ 30.530.257
Τὸ ἐκ τῆς χρήσεως 1930—31 ὑ-
πολογιζόμενον, ὡς εἴδομεν,
πλεόνασμα 347.700.000
Ὅθεν ἅμα τῇ λήξει τῆς χρήσεως
1930—31 θὰ ἔχωμεν ἐν συ-
νόλῳ ποσὸν δραχμῶν 411.720.812
ὡς περιθώριον ἀσφαλείας κατὰ
πάσης τυχὸν ἀντιξόου περιστά-
σεως καὶ ἐνίσχυσιν τῶν διαθε-
σιμοτήτων τοῦ δημοσίου τα-
μείου.

Σημειοῦται ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ αὐξήσῃ ἐκ τῆς πιθανῆς αὐξήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς χρήσεως 1930–31 καὶ τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ καὶ διαγραφαὶ ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων θὰ ἐνεργηθοῦν. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1931–32 παρουσιάζει γενικὸν σύνολον ἐσόδων δραχμῶν 10.178.533.053 καὶ γενικὸν σύνολον ἐξόδων δραχμῶν 10.171.776.585 Ἤτοι πλεόνασμα δραχμῶν 6.756.468. 1.—Ἔσοδα: Αἱ προβλέψεις τῶν ἐσόδων ἐβασίσθησαν ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ καθεστῶτος ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1930–31 χωρὶς νὰ παραλειφθῇ ἡ ἐνέργεια μεταβολῶν ἐξ ἄλλων δεδικαιολογημένων λόγων ἐπιβαλλομένων. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1930–31 ἀναλύονται εἰς τὸν κατωτέρω πίνακα. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου προκύπτει ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν 1931–32 προϋπολογίζονται ἔσοδα τακτικὰ 9.172 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς ἃ περιλαμβάνονται καὶ 382 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ πολεμικῶν ἐπανορθώσεων, αἵτινες τὸ πρῶτον ἤδη ἐμφανίζονται εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα. Ἐκ τῆς χρήσεως 1930–31 προβλέπονται, ὡς ἐλέχθη, εἰσπράξεις ἐκ τακτικῶν ἐσόδων 9.238 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκ τῆς χρήσεως δὲ 1929–30 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν αὐτῶν ἐσόδων 9.389 ἑκατομμύρια δραχμῶν—σὺν τοῖς ἐνεργητικοῖς ὑπολοίποις. Συγκρίνοντες τὰ ἀνωτέρω ποσὰ ἀπηλλαγμένα τοῦ ἐσόδου ἐκ πολεμικῶν ἐπανορθώσεων, ἔχομεν: Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1931–32 δραχμαὶ 9.172 ἑκατομμύρια. Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1930–31 δραχμαὶ 9.238 ἑκατομμύρια. Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1929–30 δραχμαὶ 9.389 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς 1931–32 ἔχει τακτικὰ ἔσοδα ὀλιγώτερα τοῦ 1930–31 κατὰ 66 ἑκατομμύρια καὶ τοῦ 1929–30 κατὰ δραχμὰς 217 ἑκατομμύρια.

ΕΣΟΔΑ

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Εἶδος ἐσόδου Χρῆσις Χρῆσις
1931—32 1930—31
Κατηγορία I
Τακτικὰ
Ἄμεσοι φόροι 1.723.502.200 1.596.726.000
Ἔμμεσοι » 5.242.141.800 5.312.789.500
Μονοπώλια 504.935.000 505.060.000
Χαρτόσημον 827.633.000 826.893.000
Δικαιώματα τοῦ Κράτους 202.928.000 205.698.000
Ὑπηρεσίαι ἐνεργούμεναι ὑ-
πὸ τοῦ Κράτους 300.182.000 293.522.000
Πρόσοδοι ἐκ τῆς περιουσίας
τοῦ Κράτους 151.501.000 126.958.000
Διάφορα ἔσοδα 23.660.000 42.760.000
Συνδρομαὶ καὶ ἀπολήψεις 195.099.653 155.749.653
Πολεμικαὶ ἐπανορθώσεις 382.879.000 309.565.000
Σύνολον τακτικῶν 9.554.463.052 9.575.721.153
Ἔκτακτα 392.250.000 636.680.000
Σύνολον κατηγορίας Ι 9.946.713.65310.212.401.153
Κατηγορία ΙΙ
Τακτικὰ
Ἐκποίησις κτημάτων 24.570.000 1.745.000
Χρεωλύσια δανείων χορη-
γηθέντων πρὸς τρίτους 3.250.000 2.450.000
27.820.000 4.195.000
Ἔκτακτα
Προϊὸν δανείων 200.000.000 125.000.000
Δάνεια πρὸς τρίτους 4.000.000
204.000.000 125.000.000
Σύνολον κατηγορίας ΙΙ 231.820.000 129.195.000
Γενικὸν σύνολον 10.178.533.65310.341.596.153

Λεπτομερὴς κατ’ ἔσοδον ἀνάλυσις καὶ ἐξήγησις τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν προβλέψεων τοῦ 1931–32 καὶ τοῦ 1930–31 θὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Κρίνω ὅμως σκόπιμον ὅπως χορηγήσω καὶ νῦν ἐν γενικαῖς ὅλως γραμμαῖς ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν παρουσιαζομένων διαφορῶν. Διὰ τὴν σύγκρισιν δὲν ἐλήφθησαν τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1930–31, ἀλλ’ αἱ ἐκ τούτων προβλεπόμεναι εἰσπράξεις, ὡς οὖσαι ἐγγύτεραι πρὸς τὴν πραγματικότητα. Σημειοῦται ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1931–32 συνεχωνεύθησαν μετὰ τῶν κυρίων φόρων καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν πρόσθετα δεκατημόρια ἅτινα μέχρι τοῦδε ἐνεφανίζοντο ὑπὸ ἴδια ἄρθρα καὶ συνεπῶς ἐν τῇ συγκρίσει τῶν καθ’ ἕκαστον ἐσόδων τῆς χρήσεως 1930–31 λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ πρόσθετα ταῦτα δεκατημόρια. Ἐξ ἀμέσων φόρων προϋπολογίζονται κατὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 1.723 ἑκατομμύρια ἔναντι 1.809 ἑκατομμυρίων 1930–31, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον διὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 86 ἑκατομμύρια. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου σταφίδος ἐν γένει, καὶ τοῦ ἐλαίου ὡς καὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλας τινὰς αὐξομειώσεις ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένας. Ἐξ ἐμμέσων φόρων καὶ φόρων καταναλώσεως ἐν γένει προϋπολογίζονται κατὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 5.242 ἑκατομμύρια ἔναντι 5.244 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31 συντηρητικώτατα ὑπολογιζομένων. Ἐκ μονοπωλίων προϋπολογίζεται τὸ αὐτὸ ἔσοδον μὲ τὸ τοῦ 1930–31. Ἐπίσης ἐκ τελῶν χαρτοσήμου προϋπολογίζεται τὸ αὐτὸ μὲ τοῦ 1930–31 ἔσοδον. Ἐκ δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὑπηρεσιῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ προσόδων περιουσίας αὐτοῦ προϋπολογίζονται ἔσοδα κατὰ 14 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τοῦ 1930–31 λόγῳ διαφόρων αὐξομειώσεων καὶ κυρίως ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον προβλεπομένης ἀποδόσεως τῶν ἐσόδων ἐκ δημοσίων κτημάτων. Ἐκ διαφόρων ἐσόδων, συνδρομῶν καὶ ἀπολήψεων προϋπολογίζονται ἔσοδα 218 ἑκατομμυρίων ἔναντι 178 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31, ἤτοι ἐπὶ πλέον 40 ἑκατομμύρια, καθ’ ὅσον προβλέπεται νέον ἔσοδον 20 ἑκατομμυρίων ὡς ἀπόληψις ἀπὸ τοῦ ταμείου ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἔναντι μέρους τῆς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ καταβαλλομένης ὑπηρεσίας τοῦ δανείου δι’ ἀνέγερσιν σχολικῶν κτιρίων. Ἐπὶ πλέον ἔσοδον κατὰ 15 ἑκατομμύρια ὡς ἀπόληψις ἀπὸ τοῦ ταμείου ἐθνικῆς ὁδοποιΐας τῆς ἀναλογούσης ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ μέρους τοῦ παραγωγικοῦ δανείου τοῦ διατεθέντος διὰ τὴν ὁδοποιΐαν· ἐπὶ πλέον ἔσοδον 12,5 ἑκατομμυρίων ὡς ἀπόληψις ἐκ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τόκου 5% ἐπὶ τοῦ εἰς αὐτὴν χορηγηθέντος ποσοῦ ἐκ τοῦ παραγωγικοῦ δανείου καὶ ἐπὶ πλέον ἔσοδον 7,5 ἑκατομμυρίων ἐξ εἰσπράξεων ἐκ χρεῶν τῶν προσφύγων πρὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἀποκαταστάσεως προσφύγων, διατιθεμένων εἰς ἔκτακτον ἀπόσβεσιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου: Ἀντιθέτως προβλέπεται ἐπὶ ἔλαττον ἔσοδον ἐκ τόκων κεφαλαίων τοῦ δημοσίου κατὰ 15 ἑκατομμύρια λόγῳ ἐλαττώσεως αὐτῶν καὶ πτώσεως τοῦ διεθνοῦς τόκου. Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τῆς χρήσεως 1931–32 προϋπολογίζονται εἰς δραχμὰς 393.250.000. Σύγκρισις ἀναλυτικὴ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τῶν δύο προϋπολογισμῶν παρέλκει τελείως, λόγῳ τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτῆρος τῶν ἐσόδων τούτων. Τὰ κυριώτερα ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1931–32 εἶναι τὰ ἑξῆς: αʹ) 25 ἑκατομμύρια ἐκ κέρδους προελθόντος ἐκ τῆς πωλήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων, εἰς διάφορα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου. βʹ) 25 ἑκατομμύρια ἐξ ἐπιστροφῆς εἰς τὸ δημόσιον τῆς ἀξίας παραγεγραμμένων τοκομεριδίων διαφόρων ἐθνικῶν δανείων. γʹ) 106 ἑκατομμύρια ἐξ ἐπιστροφῆς μέρους τῶν εἰς τὴν βελγικὴν ἑταιρείαν καταβληθέντων, σύμφωνα μὲ τὴν γενομένην τροποποίησιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως. δʹ) 10 ἑκατομμύρια τῆς συμφώνως τῷ νόμῳ 4820 κρατήσεως 4% ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων δυνάμει ἀποφάσεων τοῦ μικτοῦ Ἑλληνογερμανικοῦ δικαστηρίου ἀποζημιώσεων. εʹ) 30 ἑκατομμύρια ἐκ φόρου δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰσπραχθησομένου ἐπὶ τῶν καταβληθησομένων ὡς ἄνω ἀποζημιώσεων. στʹ) 6 ἑκατομμύρια ἐκ κρατήσεως 1½% ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων ἀποζημιώσεων διὰ ζημίας ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. ζʹ) Ἐπαναλαμβάνεται ἔσοδον 35 ἑκατομμυρίων ἐκ κέρδους τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν χαρτίνων δεκαλέπτων πεντηκονταλέπτων μονοδράχμων καὶ διδράχμων κερμάτων, διότι δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ 1930–31, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τοῦ ὁποίου προεβλέπετο. ηʹ) Ἐξ ἀπροβλέπτων ἐσόδων ἀναγράφονται κατὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 20.000.000 προϊὸν παραγεγραμμένων γραμματίων τρεχουμένων λογαριασμῶν ἐκκαθαρισθησομένων ἐντὸς τοῦ 1931–32. θʹ) 70 ἑκατομμύρια προβλέπονται ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς πάσης φύσεως, ἐξ ἧς 40.500.000 προέρχονται ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τοῦ κρατικοῦ συναλλάγματος. Τὸ ποσὸν τοῦτο προβλεφθὲν εἰς τὸ προϋπολογισμὸν τοῦ 1930–31, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς αὐτόν, καθ’ ὅσον σχετίζεται καὶ μὲ ἄλλους συναφεῖς λογαριασμούς, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκαθάρισις δὲν προβλέπεται ὅτι θὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1930–31. Τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐξ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν τοῦ δημοσίου εἰς ξένα νομίσματα μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1926–27, οὗτινος ἡ ἐκκαθάρισις θὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1931–32. ιʹ) Ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὸ 1931–32 τὸ ἐκ δραχμῶν 62,5 ἑκατομμυρίων ἔσοδον, ἀποτελοῦν τὴν βʹ δόσιν τοῦ ἀποδοτέου εἰς τὸ δημόσιον ποσοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ρυθμίσεως τῆς ὑπεραξίας τῶν καλυμμάτων. Ἀπὸ τακτικὰ ἔσοδα τῆς κατηγορίας ΙΙ προβλέπονται τὰ αὐτὰ περίπου ἔσοδα, προσετέθησαν δὲ μόνον τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς ἐκποιήσεως διαφόρων κτημάτων τοῦ δημοσίου ὑπαγομένων εἰς τὴν διοίκησιν δημοσίων κτημάτων καὶ προεβλεύθη ἐπὶ πλέον ἔσοδον ἐκ τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων τῶν καταβλητέων ὑπὸ τῶν ἐγκατασταθέντων εἰς ἀπαλλοτριωθέντα ἀναγκαστικῶς κτήματα ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, τῆς αὐξήσεως ταύτης δικαιολογουμένης ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1930–31 ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ ὑποχρέωσις πρὸς πληρωμὴν ἀποδόσεως τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἐκ δανείων προβλέπονται: α) 100 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου διὰ τῶν ὁμολογιῶν, τοῦ ὁποίου πληρώνονται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριουμένων ἀγροτικῶν κτημάτων πρὸς ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, καὶ β) 100 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως διὰ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως ἀλλοδαπῶν, ὧν τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν. Ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ἀμφότερα τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐπιδροῦν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον ἀντικρύζονται ὑπὸ ἴσου ποσοῦ ἐξόδων ἀναγραφομένων εἰς τοὺς οἰκείους προϋπολογισμούς. 6) Ἔξοδα: Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1931–32 ἀνερχόμενα ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 10.171 ἑκατομμύρια, ἀναλύονται ἐν τῷ κατωτέρω πίνακι ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ 1930–31.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1931—1932 1930—1931
Νομοθετικὰ σώματα 46.440.361 46.229.529
Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν 5.114.729.004 5.298.922.799
» Ἐξωτερικῶν 127.145.874 138.787.624
» Δικαιοσύνης 218.514.083 224.153.983
» Ἐσωτερικῶν 549.304.255 550.409.108
» Συγκοινωνίας 692.081.208 815.792.288
» Παιδείας 680.015.106 675.544.757
» Ἐθν. Οἰκονομίας 109.233.534 114.574.444
» Γεωργίας 405.454.173 363.392.247
» Ὑγιεινῆς 196.432.403 204.437.523
» Προνοίας 360.639.104 359.034.904
» Στρατιωτικῶν 1.130.845.005 1.138.596.117
» Ναυτικῶν 394.515.224 419.291.221
» Ἀεροπορίας 146.397.254 83.721.000
10.171.776.58510.332.887.544

Ἀναλυτικὴ ἐξήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ τῶν διαφορῶν αὐτοῦ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων 1930–31 θέλει τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Ἐκ τούτων θεωροῦμεν ἀναγκαῖον ὅπως ἐξηγήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κυριώτερα κεφάλαια τῶν ἐξόδων. Διὰ τὸ δημόσιον χρέος θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς πίνακας ἐνδεικνύοντας τὰς ἀπὸ 30ῆς Ἰανουαρίου 1930 μέχρι 30ῆς Σεπτεμβρίου 1930 ἐπελθούσας μεταβολὰς εἰς τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὰ δάνεια ταῦτα παρατηροῦνται μειώσεις ὀφειλόμεναι α) εἰς τὴν προϊοῦσαν φυσιολογικὴν ἐλάττωσιν τῶν δανείων ἐκ τῆς τακτικῆς ἀποσβέσεως (καὶ 6) εἰς τὴν κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ὁλοσχερῆ ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου 6% τοῦ 1915. Αἱ παρατηρούμεναι αὐξήσεις ὀφείλονται: αʹ) Εἰς τὸν διακανονισμὸν κατὰ τὴν συμφωνίαν τῆς Χάγης τῶν μετὰ τῆς Γαλλίας ἐκ τοῦ πολέμου δοσοληψιῶν. Κατὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην ἀνελάβομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς δόσεις μέχρι τοῦ 1965 φράγκα Γαλλικὰ 144 ἑκατομμύρια περίπου, τῶν ὁποίων ἡ σημερινὴ ἀξία ἀποτελεῖ τὸν ἐν τῇ καταστάσει ἀναφερόμενον ἀριθμὸν τῶν 152 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ βʹ) Εἰς τὸ δάνειον 6% 1 ἑκατομμύριον διὰ τὰ σχολικὰ κτίρια. Αἱ εἰς τὰ δάνεια ταῦτα μειώσεις ὀφείλονται ἐπίσης εἰς τὴν φυσιολογικὴν συνεπείᾳ τῆς τακτικῆς ἀποσβέσεως ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου. Αὐξήσεις διακρίνονται εἰς αὐξήσεις ὑφισταμένων δανείων λόγῳ τῆς προϊούσης πραγματοποιήσεως αὐτῶν καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ τῶν δανείων 8% τοῦ 19 9 (ἀπαλλοτριώσεως) 6% τοῦ 1923 (Ἑλληνοβουλγαρικῆς μεταναστεύσεως) καὶ 9% 1925 (τέκτονος) καὶ εἰς αὐξήσεις ἐκ συνομολογήσεως τῶν δανείων. Τοιαῦτα δάνεια εἶναι αἱ τῶν πολεμοπαθῶν 6%, β) συμπληρωματικὸν διὰ τὴν ὕδρευσιν ἐκ 215 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησε τὸ ταμεῖον παρακαταθηκῶν καὶ δανείων καὶ τὰ ταχυδρομικὰ ταμιευτήρια. Ἐπίσης ἐμφανίζεται ὡς αὔξησις ποσὸν 1.6(0.000 περίπου ὑπὸ τὸν τίτλον δάνειον 6% δήμου Πειραιῶς, ἀλλὰ τὰ δάνεια ταῦτα ὑφίστανται καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Προνοίας, χάριν τάξεως δὲ ἀναγράφονται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὸ κυμαινόμενον χρέος ἀναφέρονται μειώσεις προερχόμεναι ἀπὸ τὰς διαφόρους ἀποσβέσεις καὶ αὐξήσεις, ὀφειλόμεναι εἰς τὴν συναφθεῖσαν διὰ τὴν συνέχισιν τῶν παραγωγικῶν ἔργων προκαταβολὴν 1½ ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ 7.500.000 δολλαρίων. Ἐκ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως τῶν διαφόρων αὐξομειώσεων ἐμφανίζει αὔξησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 1.740 ἑκατομμύρια τῆς δι’ ἐτησίας ὑπηρεσίας αὐτοῦ κατὰ 88 ἑκατομμύρια. Προσθέτομεν τέλος ὅτι διὰ νεωτέρας συμφωνίας μετὰ τῆς sosiété Commerciale de Belqique τροποποιοῦμεν τὴν μετ’ αὐτῆς γνωστὴν ἐπὶ δικτατορίας σύμβασιν καὶ δὴ α) μετατίθεται κατὰ 3 ἔτη ἡ ἔκδοσις τοῦ βʹ τμήματος τῆς αʹ σειρᾶς τοῦ δανείου καὶ οὕτω τὸ δημόσιον ἀπαλλάσσεται ἑνὸς ἀσκόπου δανεισμοῦ, ὅστις θὰ ἐβάρυνεν αὐτὸ μὲ τόκον 350 χιλιάδων δολλαρίων καὶ πλέον β) μειοῦται ὁ ἀρχικὸς τόκος τοῦ ὑπολοίπου τοῦ αʹ τμήματος τῆς αʹ σειρᾶς ἀπὸ 8% εἰς 7%, γ) τὸ βʹ τμῆμα τῆς αʹ σειρᾶς, ὅπερ κατὰ τὴν σύμβασιν ἔδει νὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς 10 ἐτῶν μὲ τόκον 8% θὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς 25 ἐτῶν μὲ τόκον 7%, δ) αἱ κρατήσεις ἐκ τῶν τόκων αἵτινες παρέμενον κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βελγικὴν Τράπεζαν ἀποδίδονται εἰς τὸ δημόσιον καὶ ε) συμφωνεῖται ὅτι ἐὰν τὰ ἔργα ἀπαιτήσουν περαιτέρω δαπάνην ἴσην πρὸς τοὺς ἐπιστρεφομένους τόκους προκαταβληθησόμενον διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐργολαβικὸν κέρδος ἔσεται 10% ἀντὶ τοῦ συνομολογημένου 12% καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα μέχρι 11.63% ἀντὶ τῶν συνομολογημένων 17%. Διὰ τὴν τροποποίησιν ἐπέρχεται οὐσιώδης βελτίωσις εἰς τὴν ἐπαχθῆ ταύτην σύμβασιν. Συντάξεις— Κατὰ τὸ ἔτος 1931–32 αἱ πιστώσεις διὰ πληρωμὴν συντάξεων ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 657.5 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 238 ἑκατομμύρια διὰ συντάξεις θυμάτων πολέμου. Ἔναντι τούτων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1930–31 ἀναγράφει πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 620 ἑκατομμυρίων ἐξ ὧν διὰ θύματα πολέμου 223 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–32 παρουσιάζει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 37.5 ἑκατομμυρίων, ὀφειλομένην εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συνταξιούχων ἐκ τοῦ λόγου κυρίως τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων ἀναγνωρίσεως δικαιώματος συντάξεως εἰς θύματα πολέμου καὶ ἐξαφανισθέντας ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Δημοσία ἀσφάλεια —. Ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1931–32 πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 440 ἑκατομμυρίων ἐξ ὧν 337 ἑκατομμύρια διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ δραχμαὶ 102 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀστυνομίαν πόλεων. Ἐν σχέσει μὲ τὰς πιστώσεις τοῦ 1930–31 οὐδεμία ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῷ συνόλῳ παρουσιάζεται διαφορά. Δημόσια ἔργα —. Διὰ τὰ δημόσια ἔργα μετὰ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν ἀναγράφονται αἱ αὐταὶ περίπου πιστώσεις μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–31. Λυπούμεθα ἀληθῶς, διότι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων δὲν ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω ἐνίσχυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐκπαίδευσις.—Δι’ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι δημοτικήν, μέσην, ἀνωτέραν καὶ ἐπαγγελματικήν, ἀναγράφονται κατὰ τὸ 1931–32 πιστώσεις 681 ἑκατομμυρίων ἔναντι 674 τοῦ 1930–31. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀπορροφᾶται κυρίως ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Δημοσία ὑγεία. — Διὰ τὰς δαπάνας δημοσίας ὑγείας ἀναγράφονται ἐν συνόλῳ πιστώσεις αἱ αὐταὶ περίπου πρὸς τὰς τοῦ 1930–31, τῶν ἀπαιτουμένων ἐπὶ πλέον πιστώσεων ἐξοικονομηθεισῶν διὰ περικοπῆς ἑτέρων δαπανῶν, αἵτινες κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου ἐπεδέχοντο τὴν τοιαύτην τροποποίησιν. Πολεμικὸν ὑλικόν —. Διὰ τὴν προμήθειαν ἐκτάκτου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–32 ἀναγράφει πιστώσεις διὰ μὲν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχμὰς 54 ἑκατομμύρια, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1930–31, διὰ δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 50 ἑκατομμύρια πρὸς κάλυψιν ἀνειλημμένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Παραλλήλως ὅμως διετέθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν πλεονασμάτων 150 ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν στρατώνων καὶ νοσοκομείων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 216 ἑκατομμύρια διὰ πληρωμὴν μέρους τῆς ἀξίας τῶν παραγγελθέντων τεσσάρων ἀντιτορπιλλικῶν καὶ 20 ἑκατομμύρια διὰ κατασκευὴν ναυτικῶν κτιρίων. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἀεροπορίας διατίθενται κατὰ τὸ 1931–32 πιστώσεις 146 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 25 ἑκατομμύρια διὰ προμήθειαν ἀεροπλάνων, τῶν ὑπολοίπων πιστώσεων διατιθεμένων διὰ τὰς συνήθεις τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ ὑπουργείου τούτου. Ὑπουργεῖον Προνοίας: Αἱ πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου τούτου, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν συντάξεις, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 116 ἑκατομμύρια ἔναντι 134 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31, εἰδικῶς δὲ αἱ πιστώσεις διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων ἀνέρχονται εἰς 45 ἑκατομμύρια ἔναντι 50 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τι πλέον διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων, λόγῳ τοῦ στενοῦ περιθωρίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐλπίζει δὲ ὅτι διακανονιζομένης λίαν προσεχῶς τῆς εἰσπράξεως τῶν χρεῶν τῶν προσφύγων θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ταύτας διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν. Ποσοστὸν δαπανῶν: Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1931–32 ἐξεταζόμενος ὡς πρὸς τὴν ἀναλογίαν ἣν παρουσιάζουν αἱ διάφοροι δαπάναι ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔσοδα ἐμφανίζει τὴν κάτωθι εἰκόνα. Ἔσοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐκ τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως τοῦ προβλεπομένου ποσοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζημιώσεων εἰς ἀλλοδαποὺς ὑπηκόους λόγῳ ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων των (10.178–200) δρ. 9.978 ἑκατομμύρια.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔξοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
ἐκ τῶν ἀνωτέρω δανείων
πληρωθησομένων δαπανῶν
( 0.173—200) δρ. 9.978 ἑκ.

Τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων συγκρινόμενον πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων μᾶς δίδει τὰ κάτωθι κατὰ δαπάνην ποσοστά:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τόκοι δημοσίου χρέους 18.30%
Τακτικὰ χρεωλύσια 8 %
Διάφορα ἄλλα ἔξοδα καὶ ὑποχρεώ-
σεις δημοσίου χρέους 0.54%
Ἔκτακτοι ἀποσβέσεις 4.11%
Συμπλήρωσις ὑπηρεσίας δανείου
ἀνταλλαξίμων 3.81%
Συνδρομὴ εἰς Σ.Ε.Κ. 1.80%
Συντάξεις 6.62%
Τακτικαὶ δαπάναι στρατοῦ 9.60%
» » ναυτικοῦ 3.32%
» » Ἀεροπορίας 1.21%
Ἔκτακτοι προμήθειαι στρατοῦ 1.54%
» » ναυτικοῦ 0.56%
» » Ἀεροπορίας 0.25%
16.54%
Δημοσία ἀσφάλεια 4.41%
» ὑγεία 2 %
Δημόσια ἔργα 3.14%
Ἐκπαίδευσις ἐν γένει 6.85%
Μογοπώλια 1.45%
Τ.Τ.Τ. 3.24%
Περίθαλψις καὶ ἐγκατάστασις προ-
σφύγων ἀστικὴ καὶ ἀγροτικὴ 0.60%
Ἀποθεματικὸν 4.71%
Δαπάναι λοιπῆς διοικήσεως 13.88%
100 — %

Πρὶν ἢ τερματίσωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1931–32 ἐξέτασιν ἡμῶν, κρίνομεν ἐπάναγκες νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου, σχέσιν ἔχοντος μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἀφορᾶ τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις διεσπάσθη κατὰ παράβασιν πάσης ὑγιοῦς ἐπιστημονικῆς ἀρχῆς διὰ τῆς πληθύος τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν ταμείων. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἡ λειτουργεία εἰδικῶν ταμείων ἐξυπηρετούντων τοπικοὺς σκοπούς, ὅπου, ἐννοεῖται, οἱ τοπικοὶ οὗτοι σκοποὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετηθοῦν διὰ τῆς κοινότητος καὶ τῶν δήμων· ἀλλ’ ἡ διατήρησις εἰδικῶν ταμείων πρὸς θεραπείαν γενικῶν τοῦ Κράτους σκοπῶν ἀποβαίνει οὐ μόνον ἀντιεπιστημονικὴ, ἀλλὰ καὶ οὐχὶ ἀπαραίτητος διὰ τὰ πλείονα ἐξ αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα τὸ ἄτοπον τοῦτο ὑπέβαλε διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ἤδη κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ διὰ διαταγμάτων κατάργησις, συγχώνευσις ἢ τροποποίησις τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν ταμείων ἢ αὐτονόμων ὀργανισμῶν. Ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν εἶναι σχεδὸν ἑτοίμη, ἐλπίζω δὲ ὅτι λίαν συντόμως θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος καταργουμένων τῶν εἰδικῶν ταμείων τῆς τελευταίας ὡς ἐλέχθη κατηγορίας, πλὴν εὐαρίθμων ἐκ τούτων ὧν ἡ διατήρησις κρίνεται σκόπιμος ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης προβλεπομένη συγκέντρωσις τῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου παρὰ τῷ Ἐκδοτικῷ Καταστήματι, ἡ τόσον ἐπωφελὴς οὐ μόνον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς νομισματικῆς καὶ πιστωτικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅπερ δύναται νὰ κινῇ εὐχερέστερον τὰς διαθεσιμότητας αὐτοῦ καὶ νὰ γνωρίζῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν ταύτας, ἐτέθη ἤδη εἰς ἐφαρμογὴν μετ’ ἐπιτυχίας εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα εἰς τὴν ἕδραν τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἤδη μελετᾶται ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης ἡ ἐπέκτασις τοῦ ἀνωτέρω μέτρου εἰς ὅλα τὰ δημόσια ταμεῖα, ἐν συνδυσμῷ μὲ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, ἐλπίζεται δὲ ὅτι αὕτη θὰ ἐπιτευχθῇ λίαν προσεχῶς ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης δαπάνης καὶ πιθανῶς καὶ ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου. Ἐν τῇ φορολογικῇ πολιτικῇ, κ. βουλευταί, ἀκολουθοῦμεν καὶ ἐφέτος τὰς ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως χαραχθείσας κατευθύνσεις διὰ τῶν ὁποίων, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ἐπεδιώξαμεν α) τὴν ταχεῖαν καὶ ἐπιεικῆ ἐκκαθάρισιν τοῦ πεδίου τῆς ἀμέσου φορολογίας, β) τὴν ὁμαλωτέραν καὶ δικαιωτέραν βεβαίωσιν τῶν τρεχόντων φόρων, γ) τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς κειμένης φορολογίας καὶ δ) τὴν βαθμιαίαν μείωσιν τῶν μεγάλων συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ταύτης εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιητικά, ὡς δύναται νὰ καταδειχθῇ ἀπὸ μίαν σύντομον τῶν γενομένων ἀνασκόπησιν. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν διὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ἐκκρεμοτήτων τοῦ παρελθόντος ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ. Ἐπιθυμῶ μόνον σήμερον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα ἐπέφερον τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, ἡ δ’ ἐκκαθάρισις τοῦ πεδίου τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀπὸ τὰς πολυετεῖς ἐκκρεμότητας τοῦ παρελθόντος συνεπληρώθη σχεδὸν τελείως. Ἂν ἀπομένουν ἐλάχισταί τινες ὑποθέσεις, θὰ ἐκκαθαρισθοῦν καὶ αὐταὶ ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν καὶ τὸ βραδύτερον μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος μηνὸς ὁπότε συμπληροῦται ὁ εἰδικῶς πρὸς τοῦτο συντμηθεὶς χρόνος τῆς παραγραφῆς. Τοιουτοτρόπως ἀπαλλάσσεται μὲν ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία ἀπὸ τὰς χειροπέδας τοῦ παρελθόντος καὶ ἐπιδίδεται εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτῆς προορισμὸν τῆς παρακολουθήσεως τῶν τρεχόντων φόρων, αἴρεται δὲ πᾶσα εὔλογος ἀφορμὴ παραπόνων τῶν ὀφειλετῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν μικρότεροι ἔτυχον καὶ πλήρους ἀποσβέσεως ὅλοι δὲ γενικῶς ἐπιεικοῦς βεβαιώσεως σημαντικῶν ἐκπτώσεων καὶ πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων κατὰ δόσεις εἰς πλείονα ἔτη κατανεμηθείσας. Διὰ τὴν ὁμαλωτέραν καὶ δικαιοτέραν βεβαίωσιν ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ ἐθεωρήσαμεν, κ. βουλευταί, ἀπαραίτητον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταβολὴν τῶν σχέσεων φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν φορολογουμένων, διότι ἡ ἐν τῷ παρελθόντι δημιουργηθεῖσα κατάστασις δὲν ἐπετρέπετο νὰ παραταθῇ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ διαφόρους λόγους, ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὁποίων δὲν ἔχει σήμερον χρησιμότητα, αἱ σχέσεις μεταξὺ φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας καὶ φορολογουμένων πολιτῶν δὲν ἦσαν καθόλου ἁρμονικαί. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ἦσαν ἀποκλειστικῶς οἱ φορολογούμενοι. Τοὐναντίον ἡ εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἀρκετὸν μέρος τῆς εὐθύνης ἐβάρυνεν ὑπαλλήλους τινὰς οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς τακτικῆς των εἰς πολλὰς περιπιώσεις ἐδημιούργουν μεταξὺ Κράτους καὶ φορολογουμένου εἶδος τι πείσμονος ἀντιδικίας, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ οὐδὲ τῶν ταμειακῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ἔτεινε νὰ καταστήσῃ τὴν ἄμεσον φορολογίαν αὐτόχρημα μισητήν, ἐπροκάλει δὲ συχνὰ σωρείαν παραπόνων, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν ἀδικαιολόγητα. Πεπεισμένοι ὅτι σπουδαίως θὰ συνέβαλλεν εἰς μεταβολὴν τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἡ καθιέρωσις μιᾶς φιλικῆς ἢ καλοπίστου συνεννοήσεως μεταξὺ ἐφόρου καὶ φορολογουμένου, εἰσηγήθημεν τὸν νόμον περὶ διαδικασίας βεβαιώσεως, ταυτοχρόνως δὲ δι’ ἑρμηνευτικῶν ἐγκυκλίων καὶ διαταγῶν ἐπεδιώξαμεν νὰ ἐγκολπωθῇ ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία τὸν ἀληθῆ προορισμόν της καὶ τὰ πλεονεκτήματα μιᾶς τοιαύτης συνεννοήσεως μὲ τὸν φορολογούμενον. Δυνάμεθα δὲ σήμερον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ συνεννόησις αὕτη ἀποδίδει πλείστους καρπούς. Ἐπιχειρουμένη εἰς πᾶσαν μὲν στάσιν τῆς διαδικασίας, κυρίως ὅμως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐνδίκων μέσων, συμβιβάζει διχογνωμίας ὀφειλομένας εἰς ἀτελείας τῶν δηλώσεων τῶν φορολογουμένων ἢ εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας τοῦ ἐφόρου ἢ εἰς διαφορὰν ἀντιλήψεων, ἀμβλύνει τὰς ἀκρότητας, περιορίζει τὸ πεδίον τῶν ἀντιρρήσεων, ἐνστάσεων ἢ ἀμφισβητήσεων, ἄγουσα δὲ πλειστάκις εἰς συμφωνίαν ἐφόρου καὶ φορολογουμένου ἐπισπεύδει μὲν τὴν βεβαίωσιν καὶ συνεπιφέρει καὶ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ἀπαλλάσσει δὲ τὸν φορολογούμενον τῶν ἀποσχολήσεων καὶ τῶν δαπανῶν τῆς περαιτέρω διαδικασίας. Ὡς χαρακτηριστικὸν παράδειγμα τῆς νέας καταστάσεως ἀναφέρω τὴν πορείαν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος. Ἐπὶ προϋπολογιζομένου φόρου 180 ἑκατομμυρίων τὰ 150 ἑκατομμύρια, ἤτοι τὰ ⅘ περίπου, ἐπεβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἐκδίκασις τῶν εὐαρίθμων ἄλλωστε ἐνστάσεων. Ἐν γένει δὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι νέον πνεῦμα ἐπικρατεῖ πλέον εἰς τὰς σχέσεις φορολογουμένων καὶ φοροτεχνικῶν ὀργάνων· καὶ ἂν δὲ δὲν ἐξέλειπον ἀκόμη τελείως, ἠραιώθησαν ὅμως εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ τὰ κρούσματα στενῆς ἀντιλήψεως τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν. Τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῶν κειμένων φόρων δὲν ἐπαύσαμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν, κ. βουλευταί, τόσον ἐν τῇ ἀμέσῳ ὅσον καὶ ἐν τῇ ἐμμέσῳ φορολογίᾳ, οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἀλλὰ καὶ χάριν στοιχειώδους δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν δυσφορία τῆς κοινῆς γνώμης, διότι οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν εἶχον διαιρεθῆ εἰς δύο κατηγορίας εἰς τοὺς ἐκπληροῦντας δηλαδὴ εὐσυνειδήτως τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τοὺς ἐπιτηδείους οἱ ὁποῖοι χαλαρὰν ἔχοντες τὴν συνείδησιν τῶν καθηκόντων των κατώρθωναν νὰ ἐξασφαλίζουν δι’ ἑαυτοὺς ὁλικὴν ἢ μερικὴν ἀσυδοσίαν. Ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις ἦτο ἀσυμβίβαστος πρὸς στοιχειῶδες αἴσθημα ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε καὶ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν περὶ τῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων ἑκάστου εἰσφορᾶς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀντέκειτο δὲ καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων τοὺς ὁποίους ἐπεβάρυνεν οὐσιαστικῶς, διότι ἠμπόδιζε τὴν ἐλάττωσιν τῶν μεγάλων συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἀλλὰ πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν διαφευγόντων τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις παρίσταται ἀνάγκη οὐ μόνον νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ ἐν τῷ ἐφοριακῷ κλάδῳ, οὐ μόνον νὰ τονωθῇ ἡ δραστηριότης καὶ ὁ ζῆλος τῶν ἐφοριακῶν ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ταῦτα τοῦ φόρτου τῶν παλαιῶν ὑποθέσεων. Εὐθὺς ὡς ταῦτα ἐπετεύχθησαν, ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία μετὰ ζήλου ἐπιδοθεῖσα εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν τρεχόντων φόρων κατώρθωσε οὐ μόνον νὰ εὑρίσκεται εἰς ἐνημερότητα ἀπαραίτητον διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν φορολογητέαν ὕλην ἀνακαλύψασα πολλοὺς ἐκ τῶν κατορθωσάντων ἐν τῷ παρελθόντι ν’ ἀποφεύγουν τὴν φορολογικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσπαθείας ταύτης καταφαίνονται καλλίτερον ἂν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν προϊοῦσαν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων. Ἀξιοσημείωτον εἶναι ὅτι αἱ βεβαιώσεις βαίνουν αὐξανόμεναι καὶ ἐκάλυψαν σχεδὸν ὅλην τὴν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν ποσοστῶν διαφοράν, ἰδίως ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ βεβαιώσεις πλέον ἀντιπροσωπεύουν ἀποκλειστικῶς σχεδὸν τρέχοντας φόρους ἐλαχίστους δὲ παλαιούς, ἐνῷ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη περιελαμβάνοντο ἐν τῇ βεβαιώσει περισσότεροι παρελθόντων ἐτῶν. Καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὅλοι οἱ διαφεύγοντες ἀνευρέθησαν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τοὺς ὀλίγους ἀκόμη διαφεύγοντας δὲν θὰ βραδύνῃ ν’ ἀνακαλύψῃ ἡ ἐφοριακὴ ὑπηρεσία. Κατορθοῦται οὕτω ὥστε ἡ ἄμεσος φορολογία καὶ μὲ ἠλαττωμένα ποσοστὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ οὐχὶ μόνον σοβαρὰν ἀλλὰ καὶ σταθερὰν πλέον ἀπόδοσιν. Μεταξὺ τῶν μέτρων διὰ τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς ἐμμέσου φορολογίας τὴν πρώτην θέσιν κατέχει ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οὐ μόνον ἐφαλκίδευεν ἀνηλεῶς τοὺς δασμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἀπετέλει ἀθέμιτον καὶ ἐπικίνδυνον συναγωνισμὸν κατὰ τοῦ τιμίου ἐμπόρου. Τὴν καταδίωξιν ταύτην ἐξακολουθοῦμεν συντόνως διὰ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἱδρυθείσης εἰδικῆς ὑπηρεσίας τὰ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποτελέσματα πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἱκανοποιητικά. Ἐντὸς 6 μηνῶν ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἐπιδοθεῖσα παραλλήλως καὶ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἁλιευόντων διὰ δυναμίτιδος συνέλαβε 20 ἱστιοφόρα καὶ πετρελαιοκίνητα, 9 λέμβους καὶ δύο βενζινακάτους μεταφερούσας λαθρεμπόρευμα, κατέσχε δὲ 53 ἄλλα πλοιάρια καὶ λέμβους ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, συλλαβοῦσα καὶ τοὺς ἐπιβαίνοντας αὐτῶν ὑπερεκατὸν ἁλιεῖς. Τὰ κατασχεθέντα λαθρεμπορεύματα ἀντιπροσωπεύουν δασμὸν ὑπερδιακοσίων ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὸ λαθρεμπόρευμα τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς ἠμπόδισε τὴν ἀποβίβασιν εἰς τὴν χώραν, ἐὰν προσθέσωμεν τὴν ἀνακάλυψιν καὶ κατάσχεσιν 120 μηχανημάτων καπνοῦ, ἡ λειτουργία τῶν ὁποίων θὰ ἐζημίου τὸ δημόσιον ὑπερεκατὸν χιλιάδας δραχμάς, ἡμερησίως, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη διέσωσεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀρκετὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐκ δασμῶν καὶ φόρων καταναλώσεως. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν καταδίωξιν ταύτην τοῦ λαθρεμπορίου θὰ ἐξακολουθήσωμεν συντονωτέραν ὀργανοῦντες αὐτὴν συστηματικώτερον καὶ κατὰ τὰ διδάγματα τῆς μέχρι τοῦδε πείρας. Πρὸς τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῶν δασμῶν συναφὴς εἶναι ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῶν ἀποταμιεύσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα καὶ προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ ἱκανῶν ἐτῶν τὸ ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον εἰς τμηματικὴν καταβολὴν τῶν δασμῶν, μὴ διαθέτον δὲ ἐπαρκεῖς δημοσίας ἀποθήκας, ἐπέτρεψεν εἰς διαφόρους ἐμπόρους νὰ ἀποθηκεύσουν εἰς ἰδικάς των ἀποθήκας εἴδη τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῶν ὁποίων τὸν δασμὸν ὤφειλον νὰ καταβάλλουν τμηματικῶς ἐπὶ τῇ ἑκάστοτε ἀναλήψει τοῦ ἐμπορεύματος πρὸς ἀνάλωσιν. Πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου ἐδίδετο ἐγγύησις ἑνὸς ἢ δύο ἄλλων ἐμπόρων, ὑπεχρεοῦτο δὲ ὁ ἀποταμιευτὴς νὰ ἔχῃ χωριστὴν ἀποθήκην μὲ δύο ἀνομοίας κλεῖδας, τὴν ἑτέραν τῶν ὁποίων ἐκράτει ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύεται κατὰ τὴν ἐκ τῆς ἀποθήκης τμηματικὴν ἀνάληψιν τῶν ἐμπορευμάτων. Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν ἦτο βεβαίως ἄμοιρος κινδύνων, δοθέντος ὅτι ὁ ἀποταμιευτὴς ἔμπορος ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ, ἄν ἤθελε, καὶ δευτέραν κλεῖδα ὁμοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν παρέδιδε πρὸς τὴν τελωνειακὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο, ὅταν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίᾳ τοῦ πληθωρισμοῦ ἐνετάθη ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐδημιουργήθησαν πολλαὶ ἑκατοντάδες ἀποθηκῶν ἰδιωτικῶν τῶν ὁποίων ὁ τακτικὸς ἔλεγχος ἦτο ἀδύνατος, ἀντὶ νὰ ληφθοῦν πλείονες ἐγγυήσεις οὐσιαστικῶς ἐξέλιπε καὶ ἡ ὑπάρχουσα ἀνεπαρκὴς τοιαύτη. Διότι πρὸς εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου οὐ μόνον διετάχθη ἡ ὑπηρεσία νὰ μὴ τηρῇ χωριστὴν κλεῖδα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας, κατηργήθη καὶ ἡ χωριστὴ ἀποθήκη καὶ ἐπετράπη εἰς τοὺς ἐμπόρους νὰ ἀποταμιεύουν εἰς αὐτὰ τὰ καταστήματά των διὰ μιᾶς διαταγῆς ἡ ὁποία ἵδρυε πλασματικὰς χωριστὰς ἀποθήκας, ἤτοι ἀποθήκας ἐντὸς τῶν ἰδίων καταστημάτων διὰ χωρίσματος. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδεὶς πλέον ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἰδιωτικῆς ἀποταμιεύσεως σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸ ἐμπόριον τμηματικὴν παραλαβὴν τοῦ ἐμπορεύματος ἐπὶ τμηματικῇ καταβολῇ τοῦ δασμοῦ. Ἡ ἀποταμίευσις μετετρέπετο κατ’ οὐσίαν εἰς καταπίστωσιν τοῦ δασμοῦ παρὰ τοῦ ἐμπόρου, ὁ ὁποῖος πολλάκις μόνον εἰς τὴν συνείδησίν του εἶχε νὰ δώσῃ λόγον ἄν, δολιευόμενος τὸ δημόσιον, διέθετεν εἰς κατανάλωσιν ἐμπορεύματα ἄνευ καταβολῆς τοῦ δασμοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον ὁ πλήρης ἔλεγχος ἦτο αὐτόχρημα δυσκολώτατος ἢ μᾶλλον ἀδύνατος οὐ μόνον διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν καὶ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀπαιτουμένου εἰδικοῦ πολυαρίθμου προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι πολλάκις δύσκολον ἦτο καὶ μετὰ τὸν τυχὸν γινόμενον ἔλεγχον ν’ ἀποδειχθῇ ἡ καταδολίευσις ἐφ’ ὅσον ὁ ἔμπορος εἶχεν ἤδη ἐν τῷ καταστήματί του ἐμπορεύματα ἐκτελωνισμένα ἀναγκαῖα διὰ τὴν κίνησιν τοῦ καταστήματός του, τὰ ὁποῖα ὅμως ἠδύνατο νὰ ἐμφανίζῃ ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν βαρύνουσαν αὐτὸν ἀποταμίευσιν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν εἶναι βεβαίως παράδοξον ἂν ἐγένετο ἄνευ καταβολῆς δασμοῦ ἀναλώσεως ἐμπορευμάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον δῆθεν ἀποταμιευομένων. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη εἶχε δημιουργηθῆ πραγματικὴ κατάστασις, ὁ κείμενος νόμος—νομοθετικὸν διάταγμα Ὀκτωβρίου 1929—ἐπέβαλλεν ποινὴν βαρεῖαν διὰ πᾶσαν ἔλλειψιν ἐμπορεύματος ἐξ ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν ἄν μὴ κατεβάλλετο ἀμέσως ὁ δασμός. Ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θὰ συνεπήγετο τὴν εἰς ποινὴν κακουργήματος καταδίκην μεγάλου ἀριθμοῦ ἐμπόρων, οἵτινες ὅσον καὶ ἂν ἔπταισαν, εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ἡ τακτικὴ τοῦ δημοσίου ἐμπιστευομένου εἰς τὴν καλήν των πίστιν τὴν πρὸ τῆς ἀναλώσεως καταβολὴν τοῦ δασμοῦ ἀπετέλει πειρασμὸν ἰσχυρότατον καὶ δὴ ἐν ἡμέραις στενότητος πιστώσεων. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐσκόπουν βεβαίως νὰ καταχρασθοῦν τὸν δασμὸν, ἀλλ’ ἔχοντες ν’ ἀντιμετωπίσουν ἄλλας ὑποχρεώσεις ἐπροτίμησαν νὰ ἱκανοποιήσουν ταύτας, ἀναβάλλοντες τὴν καταβολὴν τοῦ δασμοῦ εἰς καλλιτέρας ἡμέρας. Διὰ πολλοὺς ὅμως ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπῆλθον αἱ καλλίτεραι ἡμέραι καὶ οὕτω ἀπεδείχθησαν ἐλλειμματίαι ἀδυνατοῦντες πλέον νὰ καταβάλουν τὸν δασμὸν κατὰ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθη καὶ ζήτημα ἐγγυητῶν καλουμένων νὰ καταβάλουν δασμοὺς ἐλλειμματιῶν ἐμπόρων ἐν προσωρινῇ ἢ ὁριστικῇ ἀδυναμίᾳ εὑρισκομένων. Πρόδηλον δ’ ὅτι ἂν διὰ τοὺς ἐλλειμματίας ἐμπόρους ὑπάρχῃ ἐλαφρυντικόν, διὰ τοὺς ἐγγυητὰς ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ ἐπιείκεια, διότι εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἠδύναντο οὗτοι νὰ προβάλουν τὸ βάσιμον παράπονον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἐκαλοῦντο νὰ πληρώσουν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἴσως ἢ θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐὰν διενηργῆτο τακτικὸς ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου. Ὑπὸ τῶν σκέψεων τούτων ἐμφορούμενοι εἰσηγήθημεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία καὶ ἐψήφισε δύο ἐπιεικεῖς διατάξεις, τὴν μίαν ὑπὲρ τῶν ἐλλειμματιῶν ἐμπόρων, ὁρίζουσαν ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ὁ ἔμπορος καταβάλλων ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τὸν δασμὸν δὲν καταδιώκεται ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ ἀλλ’ ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον, τὴν δ’ ἑτέραν ὑπὲρ τῶν ἐγγυητῶν ἐπιτρέπουσαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίζῃ τὴν εἰς μηνιαίας δόσεις ἐκ μέρους τοῦ ἐγγυητοῦ καταβολὴν τοῦ ὀφειλομένου δασμοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τῶν ἐλλειμματιῶν, οἵτινες καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 48 ὡρῶν δὲν ἤθελον καταβάλῃ τὸν δασμόν, ἐφαρμόζονται αἱ ποινικαὶ διατάξεις, τῶν ποινικῶν δὲ τούτων διατάξεων τὴν ἐφαρμογὴν ἐζητήσαμεν καὶ κατὰ τῶν πτωχευσάντων ἐμπόρων τῶν ὀφειλόντων ἐξ ἀποταμιεύσεως, συναφὲς δὲ μέτρον νομοθετικὸν ἐλάβομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων ἐπιτρέπον τὴν προσωπικὴν κράτησιν πτωχευσάντων ἐμπόρων περὶ ὧν θὰ ὑπῆρχον ἐνδείξεις ὅτι καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν δύνανται νὰ ἐκπληρώσουν τὰς πρὸς τὸ δημόσιον ὑποχρεώσεις των. Πρέπει δὲ ἐξ ἀφορμῆς τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως νὰ προσθέσω, ὅτι καίτοι ἀναγνωρίζω τὸ δυνατὸν ἐπιεικεστέρας τινὸς τακτικῆς ἀπέναντι τῶν πταισάντων ἐμπόρων, οὐδέποτε ὅμως θὰ συνίστων νὰ φθάσῃ ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς ἐπιεικείας μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἐξισώσῃ τοὺς παραβάντας τὸν νόμον ἐμπόρους μὲ τοὺς εὐσυνειδήτως ἐκτελέσαντας τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις των. Δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ὀρθὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀτιμώρητον. Παραλλήλως διὰ διοικητικῶν μέτρων ἐπεδιώξαμεν τὴν ταχυτέραν ἐκκαθάρισιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀποταμιεύσεων καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν κινδύνων τοῦ δημοσίου. Ἰδίως ἀπεβλέψαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέον σύστημα τῶν βιβλίων ἀποταμιεύσεως, ὥστε εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ γνωρίζῃ ἡ ὑπηρεσία τὸν συνολικὸν δασμὸν τῶν ὑπὸ ἀποταμίευσιν ἐμπορευμάτων καὶ νὰ δύναται νὰ παρακολουθῇ τὴν κατάστασιν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν καὶ τήν ὅλην κίνησιν ἑκάστης ὑποθέσεως, διετάξαμεν ἔλεγχον συστηματικῶς ἐνεργούμενον, προέβημεν εἰς ἐνοικίασιν ἀποθηκῶν τοῦ δημοσίου πρὸς ἀποταμίευσιν καὶ θὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἀποταμιευτὰς νὰ καταβάλουν τὸν δασμὸν παρελθούσης τῆς χορηγουμένης προθεσμίας, ἀνεξαρτήτως ἀναλώσεως τοῦ ἐμπορεύματος. Ἐννοεῖται ὅτι προνοοῦντες νά μὴ ἐπαναληφθῇ ὁμοία κατάστασις εἰς τὸ μέλλον, ἀπηγορεύσαμεν τὴν εἰς ἰδιωτικὰς ἀποθήκας ἀποταμίευσιν, ἐπιτρέποντες αὐτήν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ δημοσίου, τῆς ἑταιρείας γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ ὡρισμένων Τραπεζῶν. Τοῦ μέτρου τούτου ἐξηρέσαμεν, λαμβανομένων ἐννοεῖται τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγυήσεων, ὡρισμένα εἴδη ἐμπορίου ἀπαιτοῦντα μέγαν χῶρον ἢ εἰδικὴν συντήρησιν —ἁλίπαστα, ἰχθύας, ξυλάνθρακας, ξυλείαν κλπ.—τῶν ὁποίων ἄλλωστε ὁ δασμὸς δὲν εἶναι μέγας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν των. Ἐλπίζομεν ὅτι διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων ἡ ἀποταμίευσις δὲν θά παρουσιάζῃ εἰς τὸ μέλλον κινδύνους, αἱ δ’ ἀποταμιεύσεις τοῦ παρελθόντος περιορισθεῖσαι ἤδη εἰς δασμὸν 450 ἑκατομμυρίων θὰ ἐκκαθαρισθοῦν κατὰ τὸν πρακτικώτερον τρόπον καὶ μὲ τὰς ὀλιγωτέρας δυνατὰς ζημίας διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Σημαντικῶς ἐπίσης ἐλαττώνει τὴν διαφυγὴν τῶν δασμῶν καὶ ὁ κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος τεθεὶς ἐν ἰσχύϊ νόμος «περὶ καταργήσεως δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν». Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ σύστημα τῶν δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν εἶχε λάβει μεγάλας διαστάσεις, οὕτως ὥστε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ παρακολούθησις αὐτῶν, ἐσημειώθησαν δὲ καὶ κρούσματα χρησιμοποιήσεως ἀτελῶς εἰσαγομένων εἰδῶν οὐχὶ διὰ τὸν σκοπὸν ὑπέρ οὗ ὁ νόμος ἐχορήγησε τὴν ἀτέλειαν. Διὰ τοῦ νέου συστήματος ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐλαττοῦνται πολὺ αἱ περιπτώσεις τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς, ἐπιτρεπομένης, ὡς εἶναι ὀρθόν, μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταβάλλεται πάντοτε ὁ δασμὸς ἐπὶ ἐπιστροφῇ διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως θὰ προϋπάρξῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος, ὥστε ν’ ἀποκλείεται ἡ κατάχρησις. Ἡ Κυβέρνησις, κ. βουλευταί, παρὰ τὰς σημερινὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἔχουν βεβαίως τὸν ἀντίκτυπόν των εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀποστῇ τοῦ προγράμματος τῆς βαθμιαίας μειώσεως τῶν βαρέων ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἤδη προτείνομεν εἰς τὴν ἐπιεικεστέραν διαρρύθμισιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ὡς γνωστόν, διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1926 αἱ μέχρις 150 χιλιάδων δραχμῶν πρόσοδοι ἐξ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων ἀποχωρισθεῖσαι τῆς κατὰ τὸν νόμον 1646 φορολογίας καθαρῶν προσόδων ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωτερικῶν ἐνδείξεων καὶ τεκμηρίων εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος διαβαθμιζόμενον εἰς 22 κλάσεις μὲ ἐλάχιστον ποσὸν κυρίου φόρου δραχμὰς 100 καὶ μέγιστον δραχμὰς 20.500. Ἡ κλίμαξ τοῦ φόρου τούτου ὑπῆρξεν ἀρχῆθεν βαρεῖα, διότι κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μεγάλων συντελεστῶν φορολογίας καθαρῶν προσόδων Δʹ καὶ Γʹ κατηγορίας, πολλὰ δ’ ἠκούοντο παράπονα καίτοι καὶ οἱ ἔφοροι καὶ αἱ ἐκδικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐφήρμοσαν τὸν νόμον μετ’ ἄκρας ἐπιεικείας. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν φορολογουμένων εἰσηγήθημεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ τὴν κατὰ 20% μείωσιν, ἐφαρμοζομένην ἔκτοτε. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν μείωσιν ταύτην θεωροῦμεν ὅτι ἡ φορολογία ὑπὸ τὰς παρούσας ἰδίως συνθήκας παραμένει βαρεῖα, χρήζει δὲ διορθώσεως καὶ ἡ φορολογικὴ κλίμαξ, διὰ νὰ λείψουν αἱ παρατηρούμεναι ἐν αὐτῇ ἀπότομοι καὶ κακότεχνοι μεταπτώσεις. Τὰ κακὰ ταῦτα θεραπεύει ἡ κλίμαξ τοῦ νέου νομοσχεδίου βαίνουσα μεθοδικῶς, ἀλλὰ καὶ μειοῦσα τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου ὄχι μόνον τοῦ σήμερον καταβαλλομένου, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς κάτω καὶ τοῦ ὑποβληθέντος πέρυσι νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἐνδιαφερόμενος κόσμος ἀνεγνώρισαν ὡς ἐπιεικές. Ταὐτοχρόνως ἐπεκτείνομεν τὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος μέχρι καὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν καθαρᾶς προσόδου τὸ μέν ἵνα ἱκανοποιήσωμεν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου διατυπωθεῖσαν ἐν τῇ φορολογικῇ ἐπιτροπῇ, τὸ δὲ ἵνα περιορίσωμεν τὸ πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι παρατηρηθὲν ἄτοπον καθ’ ὃ ἐπιτηδευματίαι φορολογηθέντες τελεσιδίκως κατὰ τὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος ἐπανήρχοντο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν συμβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν διὰ τὴν φορολογίαν τῶν καθαρῶν προσόδων τῶν πέραν τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν περίπου ἐνδείξεων καὶ τεκμηρίων ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε στηριχθῆ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐπιτευχθεῖσα πολλάκις διὰ τῆς ἀσκήσεως ὅλων τῶν ἐνδίκων μέσων. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὑπαγωγὴ τῶν προσόδων τούτων εἰς τὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος ἀποτελεῖ καὶ μείωσιν τῆς φορολογίας τῆς προσόδου μεταξὺ 150 καὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τὰ κλιμάκια τοῦ νέου νομοσχεδίου ἔχουν συντελεστὴν κατώτερον τοῦ συντελεστοῦ τῆς φορολογίας καθαρῶν προσόδων. Ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος μειοῦμεν ἐπίσης κατὰ τὸ ⅓ τὴν εἰσφορὰν τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ ἀναγράφοντες εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 50 ἑκατομμύρια μόνον ὡς εἰσφοράν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ διευκολύνωμεν τὴν χρηματοδότησιν τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς περιπτώσεις, ἐδέχθημεν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν ὑπολειπομένων 30 ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῆς παραγωγῆς 1929 διὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1931, ὅπως ἐπίσης ἀνεβάλομεν τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν προνομιαξίαν ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς εἰσπράξεως καὶ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μεταβάλωμεν τοὺς πόρους τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου. Ὡσαύτως ποιούμενοι χρῆσιν ζητηθείσης ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξουσιοδοτήσεως ἐμειώσαμεν διὰ διατάγματος σημαντικῶς τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν καταβαλλόμενον ἔγγειον φόρον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς λοιπῆς σταφίδος ἐξομοιώσαντης αὐτὴν πρὸς τὴν σουλτανίναν τῆς Κορίνθου. Δι’ ἑτέρου διατάγματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὁμοίας ἐξουσιοδοτήσεως, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου, ἀπηλλάξαμεν αὐτὸ ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καταβαλλομένου ἐγγείου φόρου· καὶ ναὶ μὲν διὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ηὐξήσαμεν τὸν διὰ τὴν μεταφορὰν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταβαλλόμενον φόρον, ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν καλύπτει τὴν ἐκ τῆς προρρηθείσης καταργήσεως ζημίαν τοῦ δημοσίου. Τέλος ὑπὸ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ προεξοφλοῦντες συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, κατηργήσαμεν διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν καταβαλλόμενον φόρον χαρουπίων, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν ὅπως κυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν φορολογικῶν τούτων μειώσεων αἱ ὁποῖαι ἐπεξετάθησαν πλέον εἰς ὁλόκληρον τὴν ἄμεσον φορολογίαν ἡ κυβέρνησις, κ. βουλευταί, εἶχε πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐπεδίωξε κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίζεται καὶ μετὰ τὴν μείωσιν ἡ ὑπάρχουσα ἀπόδοσις τοῦ φόρου. Τὴν ἴσην ταύτην ἀπόδοσιν ἐξησφαλίσαμεν αὐξάνοντες διὰ τῆς καλλιτέρας βεβαιώσεως τὴν φορολογητέαν ὕλην, ὡς δείκνυται ἐκ τῆς ἐξελίξεως μιᾶς ἑκάστης τῶν μειωθεισῶν φορολογιῶν. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς κυβερνήσεως ἤκουσε συχνὰς ἐπικρίσεις. Οἱ ἐπικρίνοντες προβάλλουν τὸν περίεργον ἰσχυρισμόν, ὅτι ἀφοῦ μετὰ τὴν μείωσιν εἰσπράττονται ὅσα καὶ πρὸ τῆς μειώσεως οὐδεμία ἐπῆλθε φορολογικὴ ἀνακούφισις. Δὲν θέλουν φαίνεται νὰ ἐννοήσουν οἱ ἐπικρίνοντες ὅτι ἄνευ τῶν μειώσεων τούτων καὶ εἷς ἕκαστος ἐκ τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ ποσὸν φόρου 20% ἢ 25% πέραν τῶν καταβαλλομένων σήμερον καὶ ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία ἡ ἀποδίδουσα μὲ τὰς μειώσεις 2.000 ἐπὶ παραδείγματι ἑκατομμύρια, θ’ ἀπέδιδεν ἄνευ τῶν μειώσεων 2.400–2.500 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα καὶ θὰ ἀφῃροῦντο ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐνῷ μετὰ τὴν μείωσιν ἀφαιροῦντα ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μόνον 2.000 ἑκατομμύρια. Ἡ ἐπίκρισις θὰ ἦτο νοητή, ἄν οἱ ἐπικρίνοντες ὑπεστήριζον ὅτι ὤφειλε μὲν ἡ κυβέρνησις νὰ μειώσῃ τὰ ποσοστά, ἀλλ’ ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ ἀνενοχλήτους τοὺς ἀσυδότους προνομιούχους. Μόνον ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ παράπονον κατὰ τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ μόνον ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατώρθωνον μέχρι τοῦδε νὰ ἐξασφαλίζουν ἀσυδοσίαν καὶ νὰ ἐπιρρίπτουν τὸ ἴδιον φορολογικὸν βάρος ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ὑπολοίπων Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἀλλ’ ἔξω τοῦ κύκλου τούτου διατυπουμένη ἡ ἐπίκρισις καὶ δὴ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς ἰσότητος ἀποτελεῖ αὐτόχρημα παραλογισμὸν ὅμοιον ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ διέπραττεν ὁ ἀποτολμῶν, τυχὸν, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἐπῆλθε μείωσις τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν διότι ὑπεβίβασε μὲν ἡ Κυβέρνησις τὰ ποσοστά, ἀλλὰ κατώρθωσε καὶ μετὰ τὴν μείωσιν νὰ εἰσπράξῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν διὰ συντόνου καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ἢ αὐξήσεως τῆς εἰσαγωγῆς. Πρὶν συμπληρώσω τὸ περὶ φορολογικῆς πολιτικῆς κεφάλαιον ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσηγεῖται ριζικὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Δὲν ἀγνοοῦμεν, κ. βουλευταί, ὅτι τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα κατηγορεῖται ὡς ἀναχρονιστικόν, διότι ἀποβλέπον κυρίως εἰς ταμιευτικοὺς σκοποὺς στηρίζεται πολὺ περισσότερον εἰς τὴν ἔμμεσον παρὰ εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ ἀντίκειται ἑπομένως εἰς τὰς συγχρόνους περὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης ἀντιλήψεις. Ὅλοι οἱ ἀσχοληθέντες ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος ὁμοφώνως καταγγέλλουν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο καὶ σχεδὸν ὁμοφώνως προτείνουν τὴν θεραπείαν αὐτοῦ διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐμμέσου. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸ φορολογικόν μας σύστημα. Δὲν ἐξετάζομεν ἐὰν ἵσταται ἀκόμη σταθερὰ εἰς τὸν ἐπιστημονικόν της βαθμὸν ἡ ἄμεσος φορολογία ἢ ἐὰν ἐκλόνισεν καὶ κατὰ πόσον ἐκλόνισε τὴν πρὸς αὐτὴν πίστιν ἡ νεωτέρα θεωρία ἡ μετ’ ἀξιολόγων ἐπιχειρημάτων ὑποστηρίζουσα ὅτι ὀλίγοι ἐκ τῶν καλουμένων ἀμέσων φόρων εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος αὐτῶν καὶ δὲν ἐπιπίπτουν ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ. Παραδεχόμεθα ὅτι ἐν τῇ αὐξήσει τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας εὕρηται ἡ προσέγγισις πρὸς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ πιστεύομεν συγχρόνως ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι ὥστε νὰ ἀποδίδῃ ὑπὲρ τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, οἱ ἀνυπομονοῦντες διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν διαρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἐξετάσουν κατὰ πόσον ἐπιτρέπουν αὐτὴν αἱ ἐν Ἑλλάδι συνθῆκαι. Διότι ἐνίσχυσις τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς βαθμὸν μάλιστα νὰ ὑπερβῇ ἐν τῇ ἀποδόσει τὴν ἔμμεσον φορολογίαν προϋποθέτει ἄλλην κατανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ οὐχὶ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσαν κατὰ μεγάλην ἀναλογίαν ἴσην περίπου κατανομήν. Προϋποθέτει ἀκόμη ὀλιγωτέραν λαϊκὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, καὶ ὅπερ τὸ κυριώτερον προϋποθέτει τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν καὶ αὔξησιν μεγάλην, ἀφοῦ ὡς εἶναι γνωστὸν ὅλα τὰ εἴδη τῆς προσόδου φορολογοῦνται ἤδη παρ’ ἡμῖν καὶ ὑπάρχει ἑπομένως περιθώριον αὐξήσεως τῆς φορολογητέας ὕλης. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις αὔξησιν καὶ δὴ μεγάλην τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀφοῦ ὁμοφώνως ἀναγνωρίζομεν ὅλοι ὅτι οἱ σημερινοὶ εἶναι βαρεῖς καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ τοὺς ἐλαττώσωμεν; Καὶ πῶς λησμονοῦν οἱ ἀνυπομονοῦντες ὑποστηρικταὶ τῆς ὀρθοδόξου φορολογίας ὅτι μία τοιαύτη αὔξησις δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐπιπέσῃ οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν οὔτε εἰς τὴν ἀστικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἄρα θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων καθαρῶν προσόδων καὶ δὴ κατὰ προτίμησιν ἐπὶ τῶν τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου διὰ τὴν φυγάδευσιν τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ παρελθὸν ὠλοφυρόμεθα καὶ διὰ τὴν προσέλκυσιν τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν σειρὰν μέτρων ἐν ἀγαστῇ ὁμοφωνίᾳ; Καὶ πῶς λησμονεῖτε ἀκόμη ὅτι μία τοιαύτη αὔξησις καὶ ἂν ἐπεχειρεῖτο θὰ ἔφερε πιθανώτατα, θὰ ἔφερεν ἀσφαλῶς μείωσιν ἐν τῇ ἀποδόσει τῆς φορολογίας κατὰ τὸ γνωστὸν φορολογικὸν ἀξίωμα; Δὲν χρειάζεται, φρονοῦμεν, κ. κ. βουλευταί, περαιτέρω ἔρευνα διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅτι ἐλλείπουν ὅλαι αἱ βασικαὶ προϋποθέσεις πρὸς μίαν τοιαύτην ριζικὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. Δὲν δυσκολεύομαι ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχον αἱ προϋποθέσεις αὗται καὶ πάλιν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δὲν ἐπετρέπετο οὔτε σκέψις περὶ τοιούτου ἐγχειρήματος διότι μία ριζικὴ φορολογικὴ μεταρρύθμισις χρειάζεται ὀλιγωτέραν προσήλωσιν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ μεγάλην δημοσιονομικὴν ἄνεσιν ἱκανὴν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐκπλήξεις, τὰς ὁποίας πιθανώτατα θὰ παρουσίαζε τουλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν του ἓν νέον φορολογικὸν σύστημα καὶ μάλιστα σύστημα τρεπόμενον πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῆς ὁποίας, ὡς γνωστόν, βραδεῖα εἶναι ἡ ἀπόδοσις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονοῦμεν ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον πρακτικῆς πολιτικῆς ἡ ἰδέα περὶ φορολογικοῦ συγχρονισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἐπεχειρήσαμεν οὔτε ὑπισχνούμεθα αὐτόν, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην θὰ εὕρωμεν σύμφωνον καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ὅλους ἐκείνους ὅσοι μαζὺ μὲ τὰς θεωρίας μελετοῦν ὀλίγον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Ἀναγκαῖον νομίζω ἤδη κ.κ. βουλευταὶ νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς ὅσον ἀφορᾷ τὴν τηρηθεῖσαν καὶ ἐφέτος πολιτικὴν ἐπὶ τῶν ἐξόδων. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν καταρτισμὸν ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων ὑπ’ αὐτῆς προϋπολογισμῶν δὲν ἐπεζήτησε ποτὲ ν’ ἀναβιβάσῃ τὰ ἔσοδά μας μέχρι τῶν ἀναγκῶν μας ἀλλὰ τοὐναντίον ἐμερίμνησε νὰ περιορίσῃ τὸ μέτρον τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν μας, μέχρι τῶν ἐσόδων μας. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐτηρήσαμεν ὄχι μόνον διότι θεωροῦμεν αὐτὴν ἀπολύτως ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τὰς παρούσας ἰδίως δημοσιονομικάς μας συνθήκας, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε καὶ εὐλαβῶς ἐτήρησε νὰ μὴ αὐξήσῃ τουτέστι τὸ φορολογικὸν βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης συναντᾷ πολλάκις δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν ταχυτέραν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐπερχομένην συνήθως αὔξησιν τῶν ἀναγκῶν. Αἱ δυσχέρειαι εἶναι ἀκόμη μεγαλείτεραι ὅταν ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν, ἐμεσολάβησε καὶ μείωσις τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν στεροῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀντιστοίχου αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι παρουσιάζονται ὁλονὲν μεγαλείτεραι. Ἀλλὰ τὸ ἐντεῦθεν τιθέμενον πρόβλημα ἐνεφανίζετο ἀκόμη δυσκολώτερον ἐφέτος διότι ἐνῷ ὑπάρχουν νέαι δαπάναι ἀναπόφευκτοι, οὐ μόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν πρὸς κάλυψιν αὐτῶν εἰς φυσιολογικήν τινα αὔξησιν τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλομεν μετὰ πάσης συντηρητικότητος νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ ταῦτα λόγῳ τῶν σημερινῶν συνθηκῶν, ἐξ ἄλλου δὲ εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὴν ἐλάττωσιν ὡρισμένων ἐσόδων ἐκ τῶν φορολογικῶν μειώσεων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, αἱ μὲν ζητούμεναι ὑπὸ τῶν ὑπουργείων πιστώσεις ὅλαι βεβαίως χρήσιμοι ἀνήρχοντο πλὴν τῶν λογιστικῶν εἰς 11, 700 ἑκατομμύρια, ἡ δὲ ἀσφάλεια τοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἐπέτρεπε νὰ προβλέψωμεν ἔσοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἄνω τῶν δέκα δισεκατομμυρίων. Ὑπῆρχεν οὕτω διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο σκελῶν ἐκ 1700 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλείψῃ διὰ τῆς ἁπλῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ συντηρητικῶς ὡς γνωστὸν ὑπολογισθείσας, διότι καὶ πάλιν θὰ ἔμεινε ἀκάλυπτον ἐκ μέρους μὲν τῶν ἐσόδων ποσὸν ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων ἐκ μέρους δὲ τῶν ἐξόδων ὑπὲρ τὰ διακόσια ἑκατομμύρια προερχόμενα ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους αὔξησιν τῶν συντάξεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, βελτίωσιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλας τινὰς δαπάνας ὀφειλομένας εἰς νόμους ψηφισθέντας ἢ ἰσχύσαντας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ. Τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἡ περικοπὴ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἰσοζυγίου, παρουσίαζεν ἐξαιρετικὰς δυσχερείας. Τὰς δυσχερείας ταύτας βεβαίως δὲν ἀνεμένομεν ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουν ὅσοι ἀπὸ καθέδρας διδάσκοντες τὰς οἰκονομίας δὲν ἔλαβον ποτὲ τὸν κόπον νὰ ἐξετάσουν τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρκούμενοι εἰς τὸν ἀβασάνιστον συλλογισμὸν ὅτι ἐξ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ δέκα δισεκατομμυρίων εὔκολον εἶναι νὰ γίνουν οἰκονομίαι 400 ἢ 500 ἑκατομμυρίων. Ἀναντιρρήτως εὔκολον εἶναι τὸ πρᾶγμα ὅταν τις ἔχει ἐνώπιόν του προϋπολογισμὸν εἰς πιστώσεις καὶ μὴ ὑποστάντα τὴν περιστολὴν τῶν διαφόρων κονδυλίων τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ὁ ἀγὼν τῆς ἰσοσκελίσεως. Ἀλλ’ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς χάριν τῆς τηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου χαρακτηρίζεται ἀπὸ αὐστηρὰν ἐπιλογὴν τῶν πιστώσεων, ὅταν τὰ διάφορα κονδύλια τῶν ἐξόδων του, ἐπανειλημμένως ἔχουν περισταλῆ ἡ περαιτέρω σοβαρὰ ἐλάττωσις αὐτῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ δι’ οἰκονομιῶν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως λαμβανομένων. Διότι οἰκονομίαι ὑπὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως πρέπει νὰ ἐννοῆται ἡ ἀποφυγὴ πάσης προαιρετικῆς δαπάνης, τῆς ὁποίας ἡ χρησιμότης δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος ἢ τῆς ὁποίας ἡ ἀπόδοσις ἠθικὴ ἢ ὑλικὴ εἶναι κατωτέρα τοῦ δαπανωμένου χρήματος. Καὶ τοιαύτας οἰκονομίας ἀξίας λόγου δὲν ἀποδέχεται εὐκόλως ὁ προϋπολογισμὸς κατηρτισμένος ὑφ’ ὃ πνεῦμα φειδοῦς καταρτίζονται οἱ ἰδικοί μας προϋπολογισμοὶ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς κατοχυρώσεως ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ κ. βουλευταὶ, τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἀποφασισμένοι πάσῃ θυσίᾳ νὰ διατηρήσωμεν ἀκλόνητον ἤγαγεν ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐφέτος ὑπὸ πνεῦμα ἀκόμη αὐστηρότερον ποία τυχὸν δαπάνη ἠδύνατο νὰ ἀποφευχθῇ νὰ κινήσωμεν δὲ καὶ πάλιν ἐφ’ ὅλων τῶν παραμενουσῶν πιστώσεων τὴν ψαλλίδα τῶν οἰκονομιῶν, περιορίζοντες αὐτὰς μέχρι τοῦ ἀκροτάτου σημείου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ἡ φροντὶς τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἀναποφεύκτων ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ὡς θὰ ἰδῆτε κ. βουλευταί, ἐκ τῆς μελέτης τῶν διαφόρων κονδυλίων δὲν ἐσταματήσαμεν εἰς τὴν περικοπὴν αὐτῶν παρὰ μόνον ὅταν καθίστατο πλέον ἔκδηλον ὅτι περαιτέρω ἐλάττωσις θὰ καθίστα τὰς πιστώσεις μὲ οἱονδήποτε πνεῦμα οἰκονομίας χρησιμοποιουμένας, ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν δι’ ἃς προωρίσθησαν. Τοιαύτη περαιτέρω περικοπὴ θὰ ἦτο πλέον εἰκονικὴ διότι θὰ ἦγε μοιραίως εἰς μεγάλην ἀναπλήρωσιν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις θὰ ἠλαττοῦτο οὕτω οὐσιωδῶς καὶ τοῦτο ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἀποφύγωμεν. Πιστεύομεν ὅτι τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων οὕτω καταρτισθὲν διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς αὐστηροτέρας φειδοῦς, ἀλλὰ δηλοῦμεν ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμεθα ὑπόδειξιν ἐξ οἱασδήποτε πτέρυγος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς διαγραφῆς δαπάνης ἢ περιστολῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ διέφυγεν ἴσως ἡμᾶς. Ἀλλὰ πρὸς πληρεστέραν ἀκόμη κατοχύρωσιν τοῦ ἰσοζυγίου κ.κ. βουλευταὶ καὶ εἰς περίπτωσιν δυσμενεστέρας ἐξελίξεως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν δυνατότητα καὶ περαιτέρω ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Τοιαύτην δυνατότητα ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων εὑρίσκομεν εἰς τὴν περικοπὴν ἐξ ὅλων τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου μισθοδοτουμένων κατὰ ποσοστὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ 6% καὶ ζητοῦμεν πρὸς τοῦτο τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς. Σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν θὰ παρουσιασθῇ περίπτωσις νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ταύτης καὶ διὰ τοῦτο ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀκεραίας τὰς πιστώσεις τοῦ μισθολογίου. Δὲν πιστεύομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διότι τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν μετὰ πάσης συντηρικότητος, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζεται πιθανότης ἐλαττώσεως αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ὑπάρχουν καὶ βάσιμοι ἐλπίδες περὶ μεγαλειτέρας ἀποδόσεως, τὰ δὲ ἔξοδα περιορισθέντα εἰς ὃ ποσὸν μία αὐστηρὰ διαχείρισις αὐτῶν θὰ τὰ καταστήσῃ ἐπαρκῆ εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀντιστοίχων ἀναγκῶν δὲν παρουσιάζουν ἐπίσης κανένα φόβον ὑπερβάσεως ἐνισχυμένα ὅπως εἶναι δι’ ἰσχυροῦ ἀποθεματικοῦ 470 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἂν παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα παρουσιάζετο τοιαύτη ἀνάγκη δὲν θὰ διστάσωμεν βεβαίως νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως χάριν τῆς τηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Πιστεύομεν δ’ ὅτι ὁ σωφρονῶν ὑπαλληλικὸς κόσμος ἀγογγύστως θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἂν ἡ θυσία αὕτη ἐμφανισθῇ ὡς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ὅπερ δὲν θεωροῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, πιθανόν. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἐλάττωσις καὶ μόνον κατὰ 6% τοῦ σημερινοῦ μισθολογίου θὰ εἶναι διὰ τοὺς πλείστους τῶν ὑπαλλήλων αἰσθητή. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπίθανον ταύτην περικοπὴν, πάλιν ἡ θέσις των θὰ εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς ἣν εὗρεν αὐτὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὐ μόνον διότι ἡ στέρησις αὕτη εἶναι κατὰ πολὺ μικροτέρα τῆς γενομένης πέρυσιν αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ περισσότεροι τῶν ὑπαλλήλων ἔτυχον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἄλλων αὐξήσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν γενομένων διαβαθμίσεων, ἐκτὸς δὲ τούτου ἀντιμετωπίζουν σήμερον μικρότερον τιμάριθμον ζωῆς, ἐνῷ αἱ λοιπαὶ κοινωνικαὶ τάξεις εὑρίσκονται εἰς πολὺ μειονεκτικωτέραν θέσιν. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι σήμερον δυνατή, μήπως παρουσιάζεται πιθανὴ διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον; Δὲν διστάζομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον ἡ προοπτικὴ τοῦ μέλλοντος δὲν ἐμφανίζει τοιαύτας ἐλπίδας. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυσεξήγητον. Ἡ δημοσιονομικὴ ἱστορία διδάσκει ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν προϋπολογισμῶν ὅλων τῶν Κρατῶν βαίνουν βαθμιαίως ἀλλὰ καὶ σταθερῶς αὐξανόμενα ἐκ λόγων, συνυφασμένων μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ νεωτέρου Κράτους, μὲ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ κύκλου τῆς δράσεως τοῦ νεωτέρου Κράτους, ἀναγκαζομένου νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσημέραι περισσότερον εἰς τὰ διάφορα πεδία ἐνεργείας τ’ ἀνήκοντα πρότερον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἰδιωτικῆς ἢ κοινοτικῆς πρωτοβουλίας καὶ βαρυνομένου μὲ ποικιλίαν φροντίδων καὶ ἄρα καὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν περισσότερον ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος ἡ πρόοδος τοῦ Δημοκρατικοῦ πνεύματος καὶ ἡ ἀξίωσις τῆς μεταπολεμικῆς κοινωνίας ὅπως τὸ Κράτος ἐμφανίζεται ἑκάστοτε ρυθμιστὴς τῶν διαφόρων καὶ πολυπλοκωτέρων ὁσημέραι κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν προβλημάτων. Ἄν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν κίνησιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὴν παλαιοτέραν καὶ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν εἰς τὰ διάφορα Κράτη, παρατηροῦμεν ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν αὔξησιν καὶ ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ βαδίζουν τὴν ἀνιοῦσαν. Εἶναι δὲ πρόδηλον ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἐμφανίζεται ἐπιτακτικωτέρα ἐκεῖ ὅπου ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν ὁ τεχνικὸς ἐφοδιασμὸς τῆς χώρας εἶναι ἐλλιπής, ὅπου εὑρίσκονται ὑπὸ ἐκτέλεσιν σοβαρὰ παραγωγικὰ ἔργα, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς διατηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου πολλὰς μὲν πιστώσεις ἀναγράφει μετὰ γλισχρότητος, παραλείπει δ’ ἀρκετὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε ν’ ἀναγράφῃ διὰ νὰ εἶναι προϋπολογισμὸς Κράτους συγχρονισμένου, Κράτους προσπαθοῦντος μὲ τὰς θυσίας τῆς σήμερον νὰ προετοιμάσῃ μίαν καλλιτέραν αὔριον. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας μέγα κατόρθωμα θὰ ἦτο ἐὰν διὰ τῆς ἀνακουφίσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἐξ ἐνδεχομένης μετατροπῆς αὐτοῦ, ἐπετυγχάνετο ἡ ἐξουδετέρωσις ἄλλων ἐπιβεβλημένων δαπανῶν, ὥστε νὰ διατηρηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ σημερινὸν ὕψος ἐν τῷ προσεχεῖ μέλλοντι. Δὲν ἕπεται βεβαίως ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ παραδοθῶμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, οὐδ’ ὅτι πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἱκανοποίησιν ὅλων τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων τῶν διαφόρων ὁμάδων. Τοὐναντίον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν δημοσιονομικήν μας πολιτικὴν, ὡς ἰθύνουσα γραμμὴ ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα ἀντίστασις πρὸς πᾶσαν αἴτησιν αὐξήσεως δαπανῶν. Διότι ὑπὲρ πάσας τὰς ἀξιώσεις, ἀκόμη καὶ τὰς λογικωτέρας, κεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ φροντὶς τῆς διατηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς περαιτέρω φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐντὸς δὲ τῶν ὁρίων τούτων κινουμένη ἡ δημοσιονομική μας πολιτικὴ δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ παρὰ μόνον εἰς ἱκανοποίησιν τῶν χρησιμωτέρων ἑκάστοτε, ἀναγκῶν μας καὶ ἐκείνων μόνον ἐξ αὐτῶν ὅσων τὴν ἱκανοποίησιν θὰ ἐπέτρεπεν ἡ προϊοῦσα αὔξησις τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ ἀποδοτικωτέραν ἀλλὰ καὶ ἐλαφροτέραν οὐσιαστικῶς τὴν Ἑλληνικὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις λελογισμένη αὔξησις τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι ἀπευκτέα, εἶναι μάλιστα καὶ ἐπιθυμητή, διότι θὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος ἱκανώτερον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του. Τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο ἀτύχημα καὶ τὸ ἀτύχημα τοῦτο ὀφείλομεν βεβαίως ἐὰν ἐπέλθῃ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ἀποφασιστικῶς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸ εὐχώμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιδιώκωμεν. Ἐξέθηκα, κύριοι βουλευταί, ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέστερον τὰς ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν ἢ τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, πιστὸς εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπολύτου ἀπέναντι τοῦ λαοῦ εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐχάραξεν ἀπὸ τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἀρχήν. Σήμερον ἄλλωστε εἴπέρ ποτε ἐπιβάλλεται νομίζομεν ν’ ἀποκτήσῃ ὁ λαὸς ὅσον τὸ δυνατὸν σαφεστέραν συνείδησιν καὶ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς πραγματικότητος καὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐμφανίζει πιθανὰς ἡ προοπτικὴ τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος. Ἔχομεν καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ Κράτος ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα ὅσον εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ δαπανᾷ αὐτὸ ὅπου πρέπει νὰ δαπανηθῇ. Ἡ πλήρης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διαφώτισις θὰ τονώσῃ τὸν λαὸν εἰς συνέχισιν τῆς ἐργώδους προσπαθείας, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ καταβάλῃ ἀλλὰ καὶ θὰ θωρακίσῃ αὐτὴν τόσον ἀπέναντι τῶν διατόρως κατ’ αὐτὰς ἰδίως κραυγαζόντων περὶ ἀπραγματοποιήτων οἰκονομιῶν καὶ φανταστικῶν σπαταλῶν ὅσον καὶ κατὰ τῶν ἐμφανιζόντων ἀπατηλὰς ἐλπίδας περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μεγάλης ἐντεῦθεν φορολογικῆς ἀνακουφίσεως καὶ περὶ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα μόνον οἰκονομικὴ προχειρολογία δύναται νὰ υἱοθετήσῃ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω ἀκόμη διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν συντηρητικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ὁ προϋπολογισμός. Εἰς τὴν συντηρητικὴν ταύτην πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, κύριοι βουλευταί, ἤγαγεν ἡμᾶς ἐπιβεβλημένη πρόνοια διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ τῶν ἐνδεχομένων συνεπειῶν ἐκ τῆς περαιτέρω παρατάσεως αὐτῆς. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ἀπὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ἡ λειτουργία τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς ζωῆς δὲν εἶναι καθόλου κανονική. Τὰ δύσλυτα μεταπολεμικὰ προβλήματα, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπὸ ἀρκετῶν ἐτῶν παλαίουν τὰ διάφορα Κράτη, προσέλαβον κατὰ τοὺς τελευταίους δώδεκα μῆνας ἀσυνήθη ὀξύτητα καὶ ἔκτασιν, ἔκτοτε δὲ καὶ μέχρι σήμερον διατρέχομεν περίοδον γενικῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας δοκιμάζονται σχεδὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως ὅλαι αἱ χῶραι τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ κρίσις αὕτη ἡ παγκόσμιος εἰς ἔκτασιν εἶναι καὶ κατὰ τὰ γενεσιουργικὰ αὐτῆς αἴτια παγκόσμιος ἢ ἄν, πηγάζουσα ἀπὸ σοβαρὰν διαταραχὴν τῆς ἀναγκαίας ἰσορροπίας εἴς τινας μεγάλους οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰς λοιπὰς χώρας. Εἴτε τὸ πρῶτον εἴτε τὸ δεύτερον συμβαίνει τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὅπου καὶ ἂν στρέψωμεν τὸ βλέμμα σήμερον θὰ ἴδωμεν ἔκδηλα καὶ ἄφθονα τὰ φαινόμενα τῆς κρίσεως ταύτης. Ὁ κλονισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑγείας τοῦ κόσμου ἐκδηλοῦται πανταχοῦ εἰς πτῶσιν τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν προϊόντων καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν, εἰς πτῶσιν τῆς τιμῆς τῶν ἀξιῶν, εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ Λαοῦ, εἰς ἀνεργίαν ὁλονὲν αὐξανομένην, εἰς ἐλάττωσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν μεταφορῶν, εἰς κλονισμὸν καὶ πτῶσιν μικρῶν καὶ μεγάλων ἐπιχειρήσεων καὶ ἐν γένει σχηματίζει ὅλην τὴν ἅλυσον τῶν ἀλληλοδιαδόχων φαινομένων, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ μίαν καταστοφὴν τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἰδιαιτέρως αἰσθητὴ ἐμφανίζεται ἡ κρίσις εἰς τὰς γεωργικὰς χώρας λόγῳ τῆς μεγαλειτέρας κατ’ ἀναλογίαν πτώσεως τῆς τιμῆς τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀκόμη δὲ ὀξυτέρα εἶναι ἐκεῖ ὅπου διὰ τῆς ἀγροτικῆς μεταρυθμίσεως ἐδημιουργήθησαν μικροϊδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι στερούμενοι οἰκονομικοῦ περιθωρίου αἰσθάνονται ὀδυνηρότερον τὴν ἐκ τῆς πτώσεως τῶν τιμῶν μείωσιν καὶ τοῦ ἀπαραιτήτου διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ καὶ τῶν κατ’ ἐξοχὴν βιομηχανικῶν χωρῶν ἡ θέσις δὲν εἶναι καλλιτέρα, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ τῶν ἰσχυροτέρων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως δοκιμάζονται ὑπὸ ἀνεργίας ἀνησυχαστικῆς. Ἔθνη διακρινόμενα διὰ τὸν φυσικὸν καὶ τὸν ἐπίκτητον πλοῦτον αὐτῶν, ἔθνη διαθέτοντα μέσα, τὰ ὁποῖα μικραὶ περίοδοι εὐημερίας προσεπόρισαν, πάσχουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ ἀσυνήθη οἰκονομικὴν καχεξίαν, ἡ ὁποία πλήττουσα τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, ἐπηρεάζει κατ’ ἀνάγκην ποικιλοτρόπως καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ μέχρι σημείου, ὥστε νὰ βλέπωμεν καὶ πάλιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς πολλῶν Κρατῶν ἐμφανιζόμενα ἢ ἀπειλούμενα ἐλλείμματα, πρὸς κάλυψιν ἢ ἀποτροπὴν τῶν ὁποίων ἀλλαχοῦ μὲν αὐξάνεται τὸ καὶ ἤδη μέγα φορολογικὸν βάρος, ἀλλαχοῦ δὲ ἐπιχειρεῖται περικοπὴ τῶν δαπανῶν ἀνηλεής. Ἡ κατάστασις ἔχει ἐπισύρῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων ὅλου τοῦ κόσμου, πανταχοῦ δὲ καταβάλλονται πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως ἐξαιρετικαὶ προσπάθειαι τοσούτῳ μᾶλλον δύσκολοι ὅσῳ, ὡς ἀπέδειξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα, τὰ ἀμυντικὰ μέσα τὰ ὁποῖα τὰ καθ’ ἕκαστον Κράτη λαμβάνουν μεμονωμένως δὲν εἶναι ἀρκούντως ἀποτελεσματικά, τινὰ δὲ καὶ παρουσιάζουν τὸν κίνδυνον νὰ περιπλέξουν τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἐπιδεινώσουν τὴν κρίσιν. Ἐντεῦθεν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη μιᾶς εὐρυτέρας οἰκονομικῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ ἤδη, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, τὰ γεωργικὰ Κράτη τῆς Κεντρικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης συνῆλθον πρὸ ὀλίγου χρόνου εἰς συνέδρια ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Βαρσοβίᾳ πρὸ ἐξέτασιν τῶν μέσων δι’ ὧν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ διάθεσις τῶν γεωργικῶν προϊόντων, καὶ δὴ τῶν δημητριακῶν, εἰς τιμὰς ὁπωσδήποτε ἱκανοποιητικὰς διὰ τὸν παραγωγὸν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δὲ θέματος τῆς γεωργικῆς κρίσεως ἀπασχολεῖται καὶ τὸ ἐν Ρώμῃ διεθνὲς ἀγρονομικὸν ἰνστιτοῦτον καὶ ἡ ἐν Πράγᾳ διάσκεψις τῶν ἀγροτικῶν κομμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ συνέλευσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, συγκινηθεῖσα ἀπὸ τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως, ἀνέθηκεν εἰς τὴν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν αὐτῆς ὀργάνωσιν τὴν μελετῶσαν τὰς ἀφορμὰς τῆς διακυμάνσεως τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ χρυσοῦ, ν’ ἀναλάβῃ τὴν μελέτην τῶν αἰτίων τῆς σημερινῆς καχεξίας, ἐρχομένη εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς ἑκασταχοῦ ἐθνικὰς ὀργανώσεις, συμβούλια, ἐπιτροπὰς μελετῶν κλπ. Τῆς παγκοσμίου ταύτης κρίσεως δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν ἡ χώρα ἡμῶν λόγῳ τῆς συγχρόνου οἰκονομικῆς ἀλληλεξαρτησίας τῶν κρατῶν, τὴν ὁποίαν κατέστησεν ἀκόμη ἐμφανεστέρα ἡ σημερινὴ κρίσις. Οὐδὲ θὰ ἦτο σοβαρὸν νὰ προβάλωμεν τὴν ἀξίωσιν ὅπως σταματήσουν εἰς τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος τὰ φαινόμενα τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καχεξίας, ἀφοῦ διὰ τὴν ἐπέκτασιν αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι συνέτρεχον καὶ εἰδικὰ τοπικὰ αἴτια, συναφῆ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ προσφάτου παρελθόντος καὶ μὲ τὴν περίοδον τῆς προσαρμογῆς καὶ τῆς ἀναρρώσεως, τὴν ὁποίαν ἀκόμη διερχόμεθα. Ἀλλά, μολονότι ὁ οἰκονομικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς παρουσιάζει τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην εὐπάθειαν, βέβαιον οὐχ’ ἧττον εἶναι ὅτι μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον τὰ συμπτώματα τῆς οἰκονομικῆς νόσου δὲν ἐκδηλοῦνται παρ’ ἡμῖν τόσον ὀξέα ὅσον εἰς ἄλλας χώρας ὄχι μόνον ἰσοδυνάμους, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἰσχυροτέρας ἡμῶν οἰκονομικῶς. Σύντομος ἐπισκόπησις τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καταδεικνύει ὅτι ἡ κρίσις παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχει οὔτε τὴν ἔντασιν οὔτε τὴν ἔκτασιν τὴν ἀλλαχοῦ παρατηρουμένην. Ἀναμφισβητήτως ἐξακολουθεῖ ἐντονωτέρα ἐφέτος ἡ ἐλάττωσις τῶν κερδῶν καὶ τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων αἱ δὲ στάσεις πληρωμῶν καὶ αἱ πτωχεύσεις αὐξάνονται, ἀλλ’ ὅμως ὄχι πολὺ πέραν τοῦ ὁρίου εἰς τὸ ὁποῖον μοιραίως θὰ ἔφθαναν ἐκ τῆς προϊούσης ἐκκαθαρίσεως μετὰ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν. Ἄξιον δὲ σημειώσεως εἶναι ὅτι δὲν παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ τόσον συχνὴ ἀλλαχοῦ πτῶσις μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ἡ ὁποία εἶναι τὰ χαρακτηριστικώτερα συμπτώματα τῆς κρίσεως. Ἡ βιομηχανική μας παραγωγὴ δὲν ἐπηρεάσθη οὐσιωδῶς ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος, μικρὰ δὲ εἶναι ἡ ὑποχώρησις ἐν τῇ κινήσει τῶν λιμένων καὶ τῶν σιδηροδρόμων μας, ἡ δὲ πορεία τῶν δασμῶν ὅπως καὶ τῶν φόρων καταναλώσεως δεικνύει ὅτι ἐκάμφθη ἀλλ’ οὐχὶ σημαντικῶς ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τοῦ λαοῦ. Ἐξ ἄλλου πρόβλημα ἀνεργίας ἀπὸ τὸ ὁποῖον δοκιμάζονται αἱ μεγάλαι βιομηχανικαὶ χῶραι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀντιμετωπίζομεν ἐν Ἑλλάδι, Ἡ αὔξησις τῶν καταθέσεων, ἡ ὁποία εἶναι συνήθης εἰς ἐποχὴν δυσπιστίας τῶν κεφαλαίων πρὸς ἄλλας τοποθετήσεις, ἐμφανίζει παρ’ ἡμῖν τὴν εὐνοϊκὴν ἔνδειξιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ καταθέσεων καὶ τῶν εἰς δραχμάς, ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν εἰς ξένον συνάλλαγμα, ὅπερ σημαίνει αὔξησιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ καὶ πρὸς τὰ τραπεζιτικά μας ἱδρύματα καὶ πρὸς τὴν νομισματικήν μας σταθεροποίησιν. Ἀλλ’ ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη, πρέπει κ. βουλευταί, νὰ ἑδραιωθῇ εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν ψυχὴν διὰ νὰ καταπολεμήσῃ ὁριστικῶς τὴν παρατηρουμένην ἀτυχῶς ἀκόμη νοσηρὰν τάσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἀποταμιεύσεως πρὸς τοποθετήσεις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐλπίζομεν νὰ κατανοηθῇ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἰδίως ἀποταμιευτάς, ὅτι χωρὶς νὰ παρέχῃ καμμίαν μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τοποθέτησις, χωρὶς νὰ ἐξυπηρετῇ συμφέροντα τοῦ ἀποταμιευτοῦ ἀλλὰ τοὐναντίον ζημιοῦσα αὐτὸν λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιτοκίου, ζημιοῖ πρὸ πάντων τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖ κεφάλαια ἀπαραίτητα διὰ τὴν γονιμοποίησιν τῶν διαφόρων κλάδων αὐτῆς, κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ ἐπιτείνουν, τὴν στενότητα τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ τὴν ὕψωσιν τοῦ τόκου, ἐπανέρχονται δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πάλιν ἐκ νέου εἰς αὐτὴν ὑπὸ τύπον δανείου καὶ ὑπὸ ξένον πλέον ἔνδυμα ἀφοῦ ἐξασφαλίσουν φορολογικὰς ἀσυδοσίας καὶ ὑψηλὸν ἐπιτόκιον οὐχὶ βεβαίως πρὸς ὄφελος τοῦ Ἕλληνος ἀποταμιευτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα μας παρατηροῦμεν ὅτι καὶ ἡ πορεία τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, κ. βουλευταί, δὲν παρουσίασε κανὲν ἀνησυχητικὸν σύμπτωμα ἐκ τῆς κρίσεως. Τουναντίον ἀπὸ ἑπτὰ μηνῶν περίπου τὸ κάλυμμα συνεχῶς αὐξανόμενον ἀνέρχεται κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωρίου 3.374.838.120 μὲ ἀναλογίαν, πρὸς μὲν τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων ὄψεως εἰς 30,05% πρὸς δὲ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα εἰς 66%. Τὴν καλὴν κατάστασιν τοῦ καλύμματός μας ἀνομολογοῦσα ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀναφέρει εἰς τὴν τελευταίαν αὐτῆς ἔκθεσιν τοῦ Μαΐου 1930 ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς. «Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπῆρξεν εὐτυχὴς διαπιστοῦσα ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, ἥτις ἐγένετο αἰσθητὴ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων ἕξ μηνῶν δὲν ἐπηρέασεν τὴν ἰσχυρὰν θέσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀλλ’ ἀντιθέτως διαγράφεται σαφὴς βελτίωσις ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ Φεβρουαρίου». Ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσία μας πίστις οὐ μόνον διετηρήθη ἀκλόνητος ἀλλὰ καὶ ἐνισχύθη, κατὰ δὲ τὸ δωδεκάμηνον τῆς κρίσεως ἡ τιμὴ τῶν ἐθνικῶν μας χρεωγράφων ἐβελτιώθη περισσότερον ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων οἱουδήποτε ἄλλου Κράτους. Ἐπίσης κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἡ παρατηρηθεῖσα γενικῶς πτῶσις τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν εἶναι μικροτέρα τῆς ἐπελθούσης εἰς πλεῖστα ἄλλα Κράτη. Καὶ εἰς τὴν κίνησιν δὲ τῶν μεταναστευτικῶν ἐμβασμάτων σημειοῦται δι’ ἡμᾶς ἡ μικροτέρα ἐλάττωσις καὶ κατ’ ἀναλογίαν πληθυσμοῦ ἔρχονται εἰς ἐμβάσματα πρῶτοι ὅλων, οἱ Ἕλληνες μὲ δευτέρους τοὺς Ἰταλούς. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰδικῶς πρὸς τὴν γεωργίαν ἀποβλέψωμεν, ἡ κατάστασις παρουσιάζεται ἀκόμη περισσότερον παρήγορος. Ἐνῶ, ὡς ἐλέχθη ἤδη, εἰς τὰς γεωργικὰς χώρας καὶ δὴ εἰς ἐκείνας ἔνθα ἡ γῆ εἶναι κατανεμημένη εἰς μικροϊδιοκτησίας, δοκιμάζεται σκληρότερον ἡ ἀγροτικὴ τάξις. Παρ’ ἡμῖν ἡ ἀγροτικὴ τάξις’ καίτοι ἀποτελουμένη κατὰ μεγάλην ἀναλογίαν ἐκ μικροϊδιοκτητῶν προσφάτως ἐγκατασταθέντων, καίτοι δοκιμασθεῖσα καὶ ἐφέτος ὑπὸ καιρικῶν συνθηκῶν ἠσθάνθη ὀλιγώτερον ἢ ἀλλαχοῦ τὴν ἐπίδρασιν τῆς κρίσεως, διότι ἡ πτῶσις τῆς τιμῆς τῆς γεωργικῆς μας προσόδου συνολικῶς λαμβανομένης, ὑπῆρξε μικροτέρα τῆς εἰς τὰ ἄλλα γεωργικὰ Κράτη σημειωθείσης. Οὕτω τὰ μὲν δημητριακὰ μας καταναλισκόμενα ἐξ ὁλοκλήρου ἐν τῷ τόπῳ ἐκρατήθησαν ἐκ τῶν ληφθέντων μέτρων εἰς τιμὰς καλλιτέρας τῶν λοιπῶν γεωργικῶν χωρῶν τὰ δ’ ἐξαγόμενα γεωργικά μας προϊόντα ἀντέσχον κατ’ ἀναλογίαν περισσότερον εἰς τὴν γενικὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν. Ἡ ποικιλία τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς καὶ ἡ ἐξαγωγὴ πολυτίμων προϊόντων μὲ τὰς τιμὰς σχετικῶς συγκρατουμένας ἤγαγεν εἰς μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου, ἀνεξάρτητον τῆς μειώσεως τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν κατὰ ποσὸν μικροτέραν ἐφέτος διαφορὰν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς ποικιλίας ἐν τῇ γεωργικῇ παραγωγῇ καὶ τῆς ἐν αὐτῇ μεγάλης ἀναλογίας πολυτίμων προϊόντων παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εὐνοϊκὴ διὰ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος περισσότερον κατ’ ἀναλογίαν παρὰ αἱ ἀγροτικαὶ τάξεις ἄλλων χωρῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν βαλκανικῶν. Ἡ διαπίστωσις τῆς τοιαύτης ἀντοχῆς τῆς γεωργίας μας ἀποτελεῖ βεβαίως ἐνθαρρυντικὸν φαινόμενον διὰ χώραν, ἡ ὁποία εἰς τὴν γεωργίαν κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλει νὰ στηρίξῃ τὴν οἰκονομικήν της πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ σύγκρισις πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων κρατῶν παρουσιάζει τὴν ἑλληνικὴν κατάστασιν σημαντικώτατα παρήγορον, παραδόξως παρ’ ἡμῖν συχνότερα ἢ ἀλλαχοῦ ἀκούονται αἱ κραυγαὶ τῆς ἀπογνώσεως καὶ περισσότερον ἐνεφανίσθησαν οἱ θρηνωδοὶ τῆς καταστάσεως οἱ ὁποῖοι εὐθὺς μετὰ τὰς πρώτας ἐκδηλώσεις τῆς κρίσεως ἀνέλαβον νὰ κηρύξουν τὴν ἀπελπισίαν καὶ νὰ κλαύσουν τὴν ἐπερχομένην καταστροφήν. Βεβαίως δὲν συνιστῶμεν τὴν ἀπόκρυψιν τῆς καταστάσεως οὐδ’ ἀσπαζόμεθα τὴν ἀμέριμνον ἐκείνην αἰσιοδοξίαν ἡ ὁποία συνεπαγομένη τὴν παράλειψιν ἢ τὴν ἀναβολὴν τῆς λήψεως τῶν ἐνδεδειγμένων μέτρων, θὰ ὡδήγει μοιραίως εἰς τὴν σκληρὰν ἀφύπνισιν. Ἀλλ’ ἄν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων εἶναι κατακριτέα ἡ τοιαύτη αἰσιοδοξία, περισσότερον ἀξιοκατάκριτος εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ προσήλωσις εἰς τοὺς μαύρους ὁρίζοντας τῆς ἀπαισιοδοξίας ἡ ὁποία ἀνίκανος νὰ ἐκτιμήσῃ ψυχραίμως τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὰ ὀρθά, χρησιμεύει πρὸ πάντων διὰ νὰ διασύρῃ τὴν πίστιν τῆς χώρας ἢ διὰ νὰ ἐξασθενίζῃ τὸν ἠθικὸν παράγοντα καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καλεῖται νὰ συγκεντώσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις της εἰς μίαν ἡρωϊκωτέραν προσπάθειαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως. Καὶ ὅμως δὲν χρειάζεται καμμία σοφία διὰ νὰ κατανοηθῇ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ὅπως εἰς πάντα ἀγῶνα, ἐνδείκνυται εἶναι ψύχραιμος σφυγμομέτρησις τῶν ἐκδηλώσεων τῆς κρίσεως καὶ ἀντικειμενική, ἡ ἀμερόληπτος ἐκτίμησις τόσον τῶν ἐνεργητικῶν ὅσον καὶ τῶν παθητικῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει ὁ οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς τῆς χώρας διὰ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς κρίσεως, διότι μόνον μία τοιαύτη ἔρευνα παρέχουσα σαφῆ εἰκόνα καὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ τῆς πιθανῆς ἐξελίξεως αὐτῆς δύναται νὰ δώσῃ τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιωτικήν μας οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ὅταν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν σημερινήν μας θέσιν καὶ εἰς τὴν προοπτικὴν τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος χωρὶς νὰ ὑπερτιμῶμεν τὰ ἐφόδιά μας διὰ τὸν ἀγῶνα, οὐδὲ νὰ ὑποτιμῶμεν τὰς ἐλλείψεις μας δυνάμεθα νὰ ἀποκομίσωμεν αἴσθημα ἀσφαλείας διὰ τὴν αὔριον, τῆς ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ πεποίθησις ὅτι ἔχει ἡ χώρα τὴν δυναμικότητα νὰ παλαίσῃ νικηφόρως καὶ κατὰ τῆς παρούσης κρίσεως. Πράγματι δὲ κ. βουλευταὶ εἰς χεῖρας ἡμῶν κεῖται ἡ ἔξοδος ἐκ τῆς σημερινῆς περιπετείας μὲ τὰς μικροτέρας δυνατὰς ζημίας ἐὰν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν καὶ εἰς τὴν ἰδιωτικήν μας οἰκονομίαν λάβομεν τὰ μέτρα ὅσα μία σώφρων τακτικὴ ἐπιβάλλει. Τὴν σώφρονα ταύτην τακτικὴν ἀπέδειξεν ἡ κυβέρνησις ὅτι πιστῶς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὴν δημοσιονομικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν της ἐν γένει πολιτικήν. Χαράξασα ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ δημοσιονομικῇ της πολιτικῇ τὸ πρόγραμμα νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν περαιτέρω φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν, νὰ ἐπιφέρῃ τὰς δυνατὰς φορολογικὰς ἀνακουφίσεις, ν’ ἀνταποκριθῇ πλήρως μὲν πρὸς τὰς συμβατικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους ἐν τῷ μέτρῳ δὲ τοῦ δυνατοῦ πρὸς τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις ἑνὸς συγχρονισμένου κράτους μὲ ἀδιατάρακτον πάντοτε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατώρθωσε διὰ τῆς καλλιτέρας ἀποδόσεως τῶν κειμένων φόρων, διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἀγόνων δαπανῶν καὶ τῆς δυνατῆς ἐνισχύσεως τῶν γονίμων νὰ λύσῃ μέχρι τοῦδε τὸ δύσκολον τοῦτο πρόβλημα μετ’ ἐπιτυχίας τὴν ὁποίαν μαρτυροῦν τὰ συνεχῆ περισσεύματα τῶν προϋπολογισμῶν μας, ἡ ὁλοὲν ἐνδυναμουμένη δημοσία πίστις τῆς χώρας καὶ ἡ καθόλου δημοσιονομική μας κατάστασις. Ἐν τῇ γενικωτέρᾳ οἰκονομικῇ πολιτικῇ ἡ κυβέρνησις ἐπισπεύδουσα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγωγικῶν μας ἔργων πρὸς πρόληψιν τῆς ἀνεργίας καὶ ταχυτέραν αὔξησιν τῆς καλλιεργησίμου γῆς, ἐπιδιώκουσα τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας δι’ ἐπαρκῶν κεφαλαίων μὲ τὸν δυνατὸν εὐθυνότερον τόκον, ἐπιζητοῦσα συντόνως τὰς δυνατὰς βελτιώσεις ἐν τῇ γεωργικῇ μας παραγωγῇ παρακολουθεῖ ταὐτοχρόνως μετὰ προσοχῆς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας πρόθυμος νὰ λαμβάνῃ ἑκάστοτε τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα πρὸς πρόληψιν ἢ ἀπάμβλυνσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς κρίσεως. Καὶ γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ προθυμία αὕτη τῆς κυβερνήσεως δὲν ἀνεκόπη οὐδ’ ὁσάκις τὰ λαμβανόμενα μέτρα συνεπήγοντο θυσίας διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ ἔκειντο πέραν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης διαγεγραμμένων ὁρίων διὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κράτους. Πράγματι δὲ ἡ ἀνάληψις ὑπὸ τοῦ Κράτους μέρους τῶν ἐνδεχομένων ζημιῶν ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν καταθετῶν τῆς Τραπέζης Θεσσαλίας, ἡ παροχὴ ἐγγυήσεως εἰς δάνεια ὑπὲρ ὑποστηρίξεως βιωσίμων βιομηχανιῶν, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ συγκέντρωσις τοῦ σίτου καὶ ὁ ἐπὶ τῆς κριθῆς καὶ τῆς βρώμης δανεισμὸς ἐπὶ συμμετοχῇ τοῦ Κράτους εἰς τὰς πιθανὰς ζημίας εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπισύρουν καὶ ἐπέσυρον ἤδη τὰς ἐπικρίσεις τῶν ὀπαδῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐπιστήμης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπουσα εἰς τὰ ἐπιτευχθέντα καὶ εἰς τὰ ἐπιδιωκόμενα διὰ τῶν μέτρων τούτων ἀποτελέσματα δὲν αἰσθάνονται καμμίαν μεταμέλειαν διότι χάριν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐξέκλινεν ἀπὸ τὰ ὀρθόδοξα δόγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν σημερινῶν συνθηκῶν ὑποβάλλονται εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ὅπου ἡ πρὸς αὐτὰ πίεσις ἀποτελεῖ μακροχρόνιον παράδοσιν. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη παρακολουθοῦσα ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσάκις ἡ ἐπέμβασίς της θὰ ἦτο συντελεστικὴ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκδηλώσεων τῆς κρίσεως. Ἐὰν καὶ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία ὡς πιστεύομεν, θελήσῃ ν’ ἀντιληφθῇ ὅτι πρέπει νὰ συμμορφώσῃ τὰς ἀνάγκας της ὡς κατανάλωσις καὶ τὴν δρᾶσιν της ὡς παραγωγὴ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σημερινῆς καταστάσεως δυνάμεθα βασίμως νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ αἰσθανθῶμεν τὴν πίεσιν τῆς κρίσεως ἐλαφροτέραν ἐν Ἑλλάδι καὶ θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς μετὰ δοκιμασίαν μικροτέραν ἀπὸ ἄλλα Κράτη πολὺ ἀνώτερα ἡμῶν εἰς οἰκονομικὸν ἐφοδιασμόν. Πόσον ἀπέχει ἀκόμη τὸ τέρμα τῆς κρίσεως δὲν δύναταί τις μετ’ ἀσφαλείας νὰ προείπῃ, διότι δὲν εἶναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν βέβαιον οὐδ’ ἂν ἐσημείωσε τὴν μεγαλειτέραν της ἔντασιν ἡ κρίσις. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντας διδάσκει ὅτι καὶ ἡ κρίσις αὕτη θὰ ὑπερνικηθῇ καὶ θὰ παρέλθῃ ἐγκαταλείπουσα ὄπισθεν αὐτῆς μαζὶ μὲ τὰς ζημίας καὶ τὰ σπέρματα νέας οἰκονομικῆς προόδου. Ἀλλ’ ἀσφαλῶς αἱ ζημίαι θὰ εἶναι μικρότεραι καὶ ἡ πρόοδος θὰ εἶναι ταχυτέρα διὰ τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιτάξουν τὴν καλλιτέραν ἄμυναν. Καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὐτῶν». (χειροκροτήματα).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου πρὸς συζήτησιν λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ.μ. (Ὥρα 7.30′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3η
2ΣΑΒΒΑΤΟΝ 22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1930
3Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
4(Ὥρα 4.30 μ.μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως.
8(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
9προηγουμένης συνεδριάσεως).
10§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
11Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Σερρῶν, ζητεῖ τὴν κατάργη-
12σιν τῆς ταμπακοποιήσεως τοῦ καπνοῦ.
13—52 ἄστεγοι προσφυγικαὶ οἰκογένειαι Σερρῶν, ζητοῦν
14τὴν παραχώρησιν οἰκημάτων ἐκ τῶν ἀνεγειρομένων 26 δι-
15πλοκατοικιῶν ἐν τῇ πόλει των.
16—Οἱ κάτοικοι τοῦ συνοικισμοῦ Λιατίστης Δράμας, ζη-
17τοῦν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11229 συμβολαίου παρα-
18χωρήσεως 60 δεκαδικῶν στρεμμάτων οἰκοπέδων ἐκ τῆς ἀν-
19ταλλαξίμου περιουσίας εἰς τὸν ἰδιώτην Κ. Δαβίδ.
20—Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Χανίων διαμαρτυρόμενον
21διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ψωμιοῦ, ζητεῖ τὴν ἐλευθέραν εἰ-
22σαγωγὴν σιτηρῶν, γεωμήλων καὶ λοιπῶν εἰδῶν πρώτης ἀ-
23νάγκης.
24—Οἱ πρόεδροι τῶν συνεταιρισμῶν Εὔας ζητοῦν
25τὴν ἀναθεώρησιν τῆς μεροληπτικῆς ἐκτιμήσεως τῆς δευ-
26τεροβαθμίου ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν πληρωμὴν φόρου συμ-
27φώνως τῇ ὁρισθείσῃ τιμῇ ἀγορᾶς σταφίδος ὑπὸ τοῦ
28Α.Ο.Σ.
29—Αἱ Ἑνώσεις τῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Εὐ-
30βοίας, Θεσσαλονίκης καὶ Ρεθύμνου διαμαρτύρονται διὰ
31τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν χορηγουμένων ἐπιδο-
32μάτων.
33—Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Σερρῶν καὶ ἐργατικαὶ ὀρ-
34γανώσεις Καβάλλας, ζητοῦν τὴν υἱοθέτησιν διαφόρων αἰτη-
35μάτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν τοῦ
36καπνικοῦ ζητήματος.
37—Οἱ κάτοικοι Παληουρίου ζητοῦν τὴν παροχὴν οἰκο-
38νομικῆς ἐνισχύσεως λόγῳ τῆς καταστροφῆς τῶν προϊόν-
39των των.
40—Ὁ πρόεδρος τοῦ ταμείου οἰνοπαραγωγῆς Λευκάδος
41ζητεῖ τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὑπὲρ
42τοῦ ταμείου των.
43—Οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν χωρίων Νάξου δια-
44μαρτύρονται διὰ τὴν κακὴν συντήρησιν τῆς Ἐθνικῆς ὁ-
45δοῦ Νάξου–Τραγαίας καὶ παρακαλοῦν ὅπως ἐπισκευασθῇ
46αὕτη.
47— Ὁ πρόεδρος τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Καλλι-
48κρατείας ζητεῖ τὴν λῆψιν εὐμενοῦς ἀποφάσεως διὰ τὸ ἀγρό-
49κτημα Κάρδουνα.
50— Ἐπιτροπὴ ἀμπελουργῶν Ναούσης ζητεῖ τὴν ἐφαρ-
51μογὴν τοῦ νόμου 4650 περὶ ἀμβύκων καὶ εἰς τὴν περι-
52φέρειάν των.
53— Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαφλέσσας καταθέτει αἴτησιν
5416 κοινοτήτων τοῦ τέως Δήμου Οἰχαλίας ζητούντων τὴν
55τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ταμείου Προνοίας ἐλαιοπαρα-
56γωγῆς.
57— Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Λαδᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Ν.
58Ἀναγνωστοπούλου τέως ταξινόμου Αʹ τάξεως ἐν τῷ ταχυ-
59δρομείῳ, ζητοῦντος τὴν ἐπαναφοράν του ἐν τῇ προτέρᾳ θέ-
60σει του.
61— Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Σαρακηνὸς καταθέτει αἴτησιν
62πέντε κηπουρῶν τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἄλσους ζητούντων τὴν
63ἔγκαιρον καταβολὴν τῶν μισθῶν των.
64— Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κουτσίνας καταθέτει αἴτη-
65σιν ἁμαξοκαρραγωγέων κατοίκων Τυρνάβου, ζητούν-
66των τὴν καταβολὴν τῆς ἐπιδικασθείσης εἰς αὐτοὺς ἀποζη-
67μιώσεως.
68Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑπο-
69βάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων:
701) «Περὶ ἐπιμισθίων τῶν διδασκόντων εἰς τὴν Σχο-
71λὴν τῶν Ν. Δοκίμων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου
72καὶ Πολυτεχνείου».
732) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 82
74τοῦ 4410 νόμου περὶ Ναυτικῆς Στρατολογίας κλπ.
75καὶ 43 τοῦ νόμου «4411 περὶ συγκροτήσεως, προε-
76λεύσεως, προαγωγῆς κλπ. τῶν στελεχῶν τοῦ Πολεμι-
77κοῦ Ναυτικοῦ».
783) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου
791926 Ν.Δ. «περὶ συστάσεως ὑγειονομικῶν ἐπιτροπῶν
80ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ.»
814) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ 3983
82νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17)9)26 Ν.Δ. «περὶ
83ἐπιδομάτων, διακριτικῶν σημείων εἰδικότητος κλπ.
84τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ τῶν ὑποβρυχίων».
855) «Περὶ συστάσεως Συμβουλίου Διοικητικῆς Ὑπη-
86ρεσίας τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου
87τῶν Ναυτικῶν.»
886) «Περὶ τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς τῶν ἐπὶ τῶν
89ὑποβρυχίων ὑπηρετούντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π.
90Ναυτικοῦ».
917) Περὶ χορηγίας προσθέτου πιστώσεως ἐκ
92δραχμῶν 13.582.75 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
93τικῶν.
948) Περὶ κανονισμοῦ διὰ διαταγμάτων τῆς συνθέ-
95σεως τῶν σάκκων ἱματισμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ Π. Ναυ-
96τικοῦ.
979) Περὶ καταργήσεως τῆς Δʹ Διευθύνσεως τοῦ Γε-
98νικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Π. Ναυτικοῦ. καὶ
9910) Περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς πρώτης παραγρά-
100φου τοῦ 1 ἐδ. τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἀπὸ 9 Μαρτίου
1011929 Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου 3833
102περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ὑποβρυχίων.
103Ἀνακοινῶ ὅτι, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ Κανονι-
104σμοῦ τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπι-
105τροπὰς ὡς ἑξῆς:
1061) Ἐξωτερικῶν
1071) Ἀλεξανδρῆς Α., 2) Ἀργυρόπουλος Μ., 3) Ἀργυρό-
108πουλος Π., 4) Ἀραβαντινὸς Π., 5) Βενιζέλος Κ., 6) Βουτυ-
109ρᾶς Α., 7) Βαλαλᾶς Ι., 8) Δαμιανὸς Α., 9) Ζαΐμης Φ.,
11010) Ζαβιτζιᾶνος Κ., 11) Ζαρίφης Ν., 12) Κασσαβέτης Α.,
11113) Καραπᾶνος Α., 14) Κανναβὸς Ι., 15) Κανάρης Α., 16)
112Λεωνίδας Ι., 17) Λιδωρίκης Κ., 18) Μακκᾶς Α., 19)
113Μπακάλμπασης Α., 20) Μπακόπουλος Ν., 21) Μανουηλί-
114δης Φ., 22) Μόδης Γ., 23) Μάρκου Α., 24) Ξηρὸς Ν., 25)
115Πρέκας Α., 26) Πετρίδης Π., 27) Ράλλης Ι., 28) Τρικού-
116πης Σ., 29) Τσιριμῶκος Ι., 30) Χατζῖσκος Δ.
1172) Δικαιοσύνης
1181) Ἀποστόλου Ι., 2) Ἀργυρόπουλος Γ., 3) Γιαννόπου-
119λος Δ., 4) Γαλανάκης Α., 5) Δαμιανὸς Α., 6) Ζούκας Ε.,
1207) Ζωγράφος Π., 8) Κυρέλλος Β., 9) Κατσαδήμας Κ., 10)
121Κουτσοπέταλος Δ., 11) Καλιγκάτσης Π., 12) Κοκκινᾶτος
122Ι., 13) Λιδωρίκης Ι., 14) Λαδᾶς Χ., 15) Μάρκου Α., 16)
123Μπουρνιᾶς Ι., 17) Μπούτης Ι., 18) Νάκος Λ., 19) Πετρί-
124δης Π., 20) Πριμίδης Ε., 21) Πανταζίδης Χ., 22) Παπα-
125θανάσης Δ., 23) Πολυχρονάκης Κ., 24) Ράλλης Ι.,
12625) Σπηλιάδης Ν., 26) Συριόπουλος Ν., 27) Τσεριώνης
127Η., 28) Τσιριμῶκος Ι., 29) Τζερμιᾶς Ν., 30) Φικιώ-
128ρης Γ.
1293) Ἐσωτερικῶν
1301) Ἀσκούτσης Ν., 2) Ἀσκεπίδης Ν., 3) Ἀνδρεόπουλος
131Ι., 4) Ἀναστασίου Τ., 5) Ἀποσκίτης Η., 6) Ἀραβαντινὸς
132Π., 7) Ἀργυρόπουλος Γ., 8) Βολουδάκης Μ., 9) Γκότσης
133Κ., 10) Γαρδικιώτης Ν., 11) Γαλανάκης Α., 12) Εὐριπαῖος
134Π., 13) Κουτσίνας Ι., 14) Κουλουμβάκης Ε., 15) Κούν-
135δουρος Ι., 16) Κοντοδίνας Κ., 17) Λούδαρης Π., 18)
136Μπακόπουλος Ν., 19) Παπαφλέσσας Ι., 20) Περδικογιάν-
137νης Ι., 21) Σπηλιάδης Α., 22) Σαμαρᾶς Ν., 23) Σαρακηνὸς
138Κ., 24) Σκουλᾶς Β., 25) Τσαρλαμπᾶς Μ., 26) Τσιτσίλιας
139Π., 27) Ταρσούλης Ι., 28) Ταλιαδοῦρος Ι., 29) Φλῶρος Π.,
14030) Ἀργυρόπουλος Π., 31) Μπουκουβάλας Π.
1414) Παιδείας
1421) Ἀλαβᾶνος Κ., 2) Γερογιάννης Γ., 3) Ζερβὸς Σ., 4)
143Ζωγράφος Π., 5) Ἰασονίδης Λ., 6) Καλαντζᾶκος Α., 7)
144Καλούδης Γ., 8) Καραμᾶνος Ν., 9) Κοκκινάκης Γ., 10)
145Κουρτίδης Κ., 11) Κατσαδήμας Κ., 12) Κυρώζης Ι., 13)
146Κωνσταντόπουλος Ν., 14) Λιβαθινόπουλος Ρ., 15) Λούδαρης
147Π., 16) Μακκᾶς Α., 17) Μπουρνιᾶς Ι., 18) Νικολαΐδης Σ.,
14819) Παναγιωτόπουλος Α., 20) Παπαστρατῆς Θ., 21) Πα-
149χνὸς Α., 22) Πετρίδης Π., 23) Σαρακηνὸς Κ., 24) Τσάφος
150Β., 25) Τερζόγλου Ν., 26) Τηλικίδης Γ., 27) Τσακμάνης
151Σ., 28) Τσιριμῶκος Ι., 29) Χατζηλίας Β., 30) Χρηστομᾶ-
152νος Α.
1535) Οἰκονομικῶν
1541) Αἰλιανὸς Μ., 2) Ἀφεντούλης Γ., 3) Ἀποστόλου Ι.,
1554) Βέργος Δ., 5) Βοραζάνης Γ., 6) Βαρβαγιάννης Α., 7)
156Βαρδόπουλος Β., 8) Βουδούρης Κ., 9) Βαλαλᾶς Ι., 10) Κ.
157Γκότσης, 11) Ζάννος Δ., 12) Ζαΐμης Φ., 13) Ἠσαΐας Γ.,
15814) Καρυωτάκης Ε., 15) Κωστόπουλος Σ., 16) Κοθρῆς Μ.,
15917) Μανουηλίδης Φ., 18) Μάρκου Α., 19) Μπακόπουλος Ν.,
16020) Παπαδάκης Ι., 21) Πρεζάνης Γ., 22) Πανοῦτσος Π.,
16123) Παπαδόπουλος Η., 24) Πρέκας Α., 25) Πολυχρονάκης
162Κ., 26) Ροδόπουλος Γ., 27) Ρεδιάδης Π., 28) Ράλλης Π.,
16329) Σπηλιώτης Ν., 30) Σαράντης Φ., 31) Σῖμος Κ., 32)
164Ταρσούλης Ι., 33) Φίλιος Θ., 34) Χατζίσκος Δ., 35) Χρι-
165στούλας Π.
1666) Ἐθνικῆς Οἰκονομίας
1671) Ἀσκεπίδης Ν., 2) Ἀγγελῆς Β., 3) Ἀθηνοδώρου Δ.,
1684) Βοραζάνης Γ., 5) Βαρδαγιάννης Α., 6) Δροσόπουλος Δ.,
1697) Εὐριπαῖος Π., 8) Ζαΐμης Φ., 9) Ζωγράφος Κ., 10) Ζάν-
170νας Δ., 11) Ἠσαΐας Γ., 12) Θεολογίτης Α., 13) Κυρέλλος
171Β., 14) Κουλούρας Γ., 15) Κεντούρης Α., 16) Κωστέπου-
172λος Σ., 17) Μαχαίρας Μ. 18) Μέλφος Δ., 19) Μακκᾶς Λ.,
17320) Μιχαὴλ Ι. 21) Μπακάλμπασης Α., 22) Πανοῦτσος
174Κ., 23) Ξανθόπουλος Λ., 24) Ράλλης Π., 25) Ρεδιάδης
175Π., 26) Σαράντης Φ., 27) Τριποδάκης Ε., 28) Τσιτσίλιας
176Π., 29) Τσακμάνης Σ., 30) Χατζίσκος Δ., 31) Ἀναστα-
177σίου Τ.
1787) Συγκοινωνίας
1791) Ἀγγελῆς Β., 2) Αἰλιανὸς Μ., 3) Ἀναστασιάδης Σ.,
1804) Βαλαλᾶς Ι., 5) Βασιλειάδης Γ., 6) Βερδέλης Α., 7) Βλα-
181χοθανάσης Κ., 8) Βουδούρης Κ., 9) Εὐθυμιάδης Δ., 10)
182Ζαρίφης Ν., 11) Ἡρακλείδης Δ., 12) Καραγιώργης Σ., 13)
183Κεντούρης Α., 14) Κουντούρης Δ., 15) Κουτσοπέταλος Δ.,
18416) Κριμπᾶς Θ., 17) Λαμπριανίδης Δ., 18) Λεωνίδας Ι., 19)
185Λύρας Θ., 20) Μανουηλίδης Φ., 21) Μαλαμίδας Ε., 22) Μαν-
186τᾶς Μ., 23) Μέλφος Δ., 24) Μυλωνογιάννης Α., 25) Νικολί-
187τσας Ι., 26) Παπαδάκης Α., 27) Σαμαρᾶς Μ., 28) Στυλιανό-
188πουλος Α., 29) Ταβουλάρης Α., 30) Ταλιαδοῦρος Σ., 31)
189Τσεριώνης Π., 32) Φλωριᾶς Δ., 33) Χατζῆς Π., 34) Χατζη-
190λίας Β., 35) Χρηστομᾶνος Α.
1918) Γεωργίας
1921) Ἀναστασιάδης Ι., 2) Ἀνθρακόπουλος Σ., 3) Ἀν-
193δρεάδης Λ., 4) Γαρδικιώτης Ν., 5) Γερογιάννης Γ., 6)
194Ζωγράφος Π., 7) Ζούκας Ε., 8) Ζωγράφος Κ., 9) Ζαρίφης
195Ν., 10) Ἡρακλείδης Δ., 11) Θεωδορίδης Α., 12) Ἰασο-
196νίδης Λ., 13) Κριμπᾶς Θ., 14) Κουτσίνας Ι., 15) Κωνσταν-
197τόπουλος Ν., 16) Κανναβὸς Ι., 17) Κουτσοπέταλος Δ., 18)
198Λαμπρινίδης Δ. 19) Λούλης Α., 20) Μπούτης Ι, 21)
199Μαντᾶς Μ., 22) Μπακάλμπασης Α., 23) Νικολίτσας Ι., 24)
200Ξηρὸς Ν., 25) Ξανθόπουλος Α., 26) Παπαθανάσης Α., 27)
201Ροδόπουλος Γ., 28) Σῖμος Κ., 29) Σαμαρᾶς Μ., 30) Σα-
202ρακηνὸς Κ., 31) Τσαρλαμπᾶς Μ., 32) Τσακμάνης Σ., 33)
203Τσιτσάρας Δ., 34) Τσονδαρίδης Ι., 35) Φίλιος Θ., 36) Χα-
204βίνης Θ.
2059) Ὑγιεινῆς
2061) Ἀσπιώτης Η., 2) Ἀθανασιάδης Ι., 3) Ἀνδριόπουλος
207Ι., 4) Ἀλαβάνος Κ., 5) Ἀλεβιζᾶτος Λ., 6) Βλαχοθανάσης
208Κ., 7) Βαρδόπουλος Β., 8) Γουργουρῆς Ν., 9) Γερογιάν-
209νης Γ. 10) Δημάδης Δ., 11) Ζουμῆς Χ., 12) Κουμπαροῦ-
210σος Ν., 13) Καραμᾶνος Ν., 14) Καλαντζᾶκος Α., 15) Κα-
211ρυωτάκης Ε., 16) Καλαντίδης Χ., 17) Κουστίδης Κ., 18)
212Λυμπερόπουλος Ι., 19) Λιβαθινόπουλος Ρ., 20) Μαρσέλος
213Δ., 21) Μαλαμίδας Ε., 22) Μαρκάκης Δ., 23) Νικολίτσας
214Ν., 24) Πετσάλης Κ., 25) Παπαστρατῆς Θ., 26) Σταυρό-
215πουλος Σ., 27) Τερζόγλου Ν., 28) Φωκᾶς Α., 29) Χρηστο-
216μᾶνος Α., 30) Χατζῆς.
21710) Προνοίας
2181) Ἀνδρεάδης Λ., 2) Ἀθηνοδώρου Β., 3) Ἀργυρόπου-
219λος Μ., 4) Γιαμούζης Ι., 5) Δημάδης Δ., 6) Ζάχος Ι., 7)
220Θεοδοσιάδης Γ., 8) Κοσμᾶς Ι., 9) Κουμπαροῦσος Ν., 10)
221Λούβαρης Π., 11) Μαρσέλος Δ., 12) Μουζενίδης Κ., 13)
222Μιχαὴλ Ι., 14) Μισιρλόγλου Α., 15) Μπακάλμπασης Α., 16)
223Ποντίκας Γ., 17) Παπαδόπουλος Η., 18) Παπαστρατῆς Θ.,
22419) Παΐζης Ι., 20) Πανταζίδης Χ., 21) Πρεζάνης Γ., 22)
225Σῖμος Κ., 23) Σταυρόπουλος Σ., 24) Συμεώνογλου Σ., 25)
226Τερζόγλου Ν., 26) Τσεγᾶς Γ., 27) Τσάφος Β., 28) Τσιγδέ-
227μογλου Μ., 29) Πανταζίδης Θ., 30) Χούρσογλου Σ.,
22811) Στρατιωτικῶν
2291) Ἀλεξανδρῆς Α., 2) Ἀποστόλου Ι., 3) Ἀφθονίδης Δ.,
2304) Ἀποσκίτης Η., 5) Ἀντωνόπουλος Β., 6) Ἀσκούτσης Ν.,
2317) Βολουδάκης Μ., 8) Γρηγοράκης Ι., 9) Γοβατζιδάκης Ι.,
23210) Γιαννούσης Σ., 11) Ζερβός Γ., 12) Καλογερᾶς Ι., 13)
233Κουμπαροῦσος Ν., 14) Κούνδουρος Ι., 15) Κολιαλέξης Θ.,
23416) Καρασεβδᾶς Π., 17) Καλλιδόπουλος Π., 18) Κογεδίνας
235Λ., 19) Κοθρῆς Μ., 20) Λεβαντῆς Π., 21) Λεωνίδας Ι.,
23622) Μουτζουρίδης Ι., 23) Μαμούνης Ν., 24) Παπαδάκης Κ.,
23725) Παπαφλέσσας Ι., 26) Τριποδάκης Ε., 27) Ταβουλάρης
238Α., 28) Τζερμιᾶς Ν., 29) Φλωριᾶς Δ. 30) Χαβίνης Θ.
23912) Ναυτικῶν
2401) Ἀφθονίδης Δ. 2) Βασιλειάδης Γ., 3) Βότσαλος Γ., 4)
241Βελλιανίτης Γ., 5) Βερδέλης Α., 6) Ἐμπειρῖκος Κ., 7)
242Εὐθυμιάδης Δ., 8) Ζουμῆς Χ., 9) Θεολογίτης Α., 10) Κου-
243λούρας Γ., 11) Καρυωτάκης Ε., 12) Κανάρης Α., 13)
244Λεωνίδας Ι., 14) Λούλης Α., 15) Μαχαίρας Ε., 16) Μυλω-
245νογιάννης Α., 17) Μιαούλης Α., 18) Μαμούνης Ν. 19)
246Παχνὸς Α., 20) Παΐζης Ι., 21) Πετσάλης Κ., 22) Πριμίδης
247Ε., 23) Ρεδιάδης Π., 24) Συρογιάννης Π., 25) Στράτος Γ.,
24826) Σχοινᾶς Σ., 27) Σακκαλῆς Γ., 28) Σακελλαρίου Δ.,
24929) Τσαρλαμπᾶς Μ., 30) Χαζῆς Π.
25013) Ἀεροπορίας
2511) Ἀθανασιάδης Ι., 2) Ἀφθονίδης Δ., 3) Βασιλειάδης
252Γ., 4) Βερδέλης Α., 5) Βουτυρᾶς Α., 6) Γιαννόπουλος Δ., 7)
253Γρηγοράκης Ι., 8) Ματαλὼν Δαβίδ, 9) Ζερβός Σ., 10) Ζω-
254γράφος Α., 11) Κυρώζης Ι., 12) Καλογερᾶς Ι., 13) Κίρτσης
255Η., 14) Λούλης Α., 15) Λαζαρίδης Α., 16) Παπαφλέσ-
256σας Ι., 17) Παπαδόπουλος Η., 18) Πολυχρονιάδης Α., 19)
257Στράτος Γ., 20) Σπηλιάδης Α., 21) Σακελλαρίου Δ., 22)
258Σακκαλῆς Γ., 23) Σκουλᾶς Β., 24) Ταβουλάρης Α., 25)
259Ταλιαδοῦρος Σ., 26) Τζεγᾶς Γ., 27) Φίλιος Θ., 28) Φλω-
260ριᾶς Δ., 29) Χατζητάσης Μ.,
261Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
262Ἡμερησίαν διάταξιν
263Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον ὅπως
264καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως
2651931–32 μετὰ τῶν σχετικῶν σχεδίων νόμων.
266§3Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βου-
267λευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν
268προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1931–32 μετὰ τῶν σχετι-
269κῶν νομοσχεδίων. Τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τού-
270του, κ. βουλευταί, ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς 15ης
271Ἰανουαρίου χωρὶς νὰ παραδῶμεν τὴν σχετικὴν συνταγματι-
272κὴν ἐπιταγὴν τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἐν-
273νοεῖ νὰ σεβασθῇ. Προετιμήσαμεν ἐν τούτοις νὰ στερηθῶμεν
274χρησίμων στοιχείων διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων τὰ ὁ-
275ποῖα θὰ μᾶς ἔδιδεν ἡ ἐκτέλεσις δύο ἀκόμη μηνῶν τοῦ τρέ-
276χοντος προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλλομεν καὶ ἐφέτος τὸν
277προϋπολογισμὸν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνόδου, ἐν τῇ ἐπιθυ-
278μίᾳ νὰ παράσχωμεν ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς
279πληρεστέραν ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς ἐπιτροπαῖς ἐξέτασιν
280καὶ πρὸς ἀνετωτέραν ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων
281συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ
282κυβέρνησις, κ. βουλευταὶ ὑπέρ ποτε ἄλλοτε ἐπιθυμεῖ ὅσον τὸ
283δυνατὸν περισσότερον διαφωτιστικὴν διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὔτε
284εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα οὔτε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καμ-
285μία ἀσάφεια ἢ ἀοριστία εἰς πᾶν ὅ, τι ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν
286τοῦ χρήματος τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν
287λαὸν κατὰ τὸ ἐπερχόμενον οἰκονομικὸν ἔτος πρὸς ἐκπλήρω-
288σιν τοῦ προορισμοῦ του. Ὁ ὑποβαλλόμενος ὑπὸ τὴν κρίσιν
289ὑμῶν, κ. βουλευταί, τέταρτος ἤδη ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν
290ἀρχὴν τῆς παρούσης κυβερνήσεως προϋπολογισμὸς δύναται
291νὰ θεωρηθῇ ἐγκαινιάζων νέαν δημοσιονομικὴν περίοδον, διότι
292εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως προϋπο-
293λογισμὸς ὁ ἀπηλλαγμένος τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πρωτοκόλ-
294λου τῆς Γενεύης.
295Διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου ἀνελάβομεν ὡς γνωστὸν
296διὰ μίαν τριετίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποστέλλωμεν ἀνὰ
297τρίμηνον ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς δημοσιονομικῆς μας καταστά-
298σεως εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἵνα πα-
299ρακολουθῇ τὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάν-
300σεως. Συμμορφούμενοι πρὸς τὴν ρήτραν ταύτην τοῦ πρωτο-
301κόλλου κατηρτίζαμεν κανονικῶς ἀνὰ τριμηνίαν σαφεῖς καὶ
302λεπτομερεῖς ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ἀπεστέλλαμεν εἰς τὴν δη-
303μοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς
304πρεσβείας Βέρνης, τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογι-
305στηρίου παρέχοντος, ὁσάκις παρίστατο ἀνάγκη πᾶν ζητούμε-
306νον στοιχεῖον πρὸς πλήρη ἀπόδειξιν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν εὐσυ-
307νειδήτως ὅλας τὰς ἐπὶ τῇ συνάψει τοῦ τριμεροῦς δανείου δο-
308θείσας ὑποσχέσεις διὰ τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὸ
309ἰσοζύγιον αὐτοῦ, διὰ τὴν συγκέντρωσιν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν
310Τράπεζαν τῶν λογαριασμῶν τοῦ δημοσίου κλπ.
311Ἐπὶ τῇ λήξει τῆς τριετίας κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμ-
312βριον ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸ
313συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τὸ ἐπιδειχθὲν ἐν-
314διαφέρον καὶ διὰ τὴν παρασχεθεῖσαν ἠθικὴν συνδρομὴν τὴν
315ἀξίαν τῆς ὁποίας πάντες ἀναγνωρίζομεν. Εὐχαρίστως θ’ ἀ-
316ναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Κοινω-
317νίας τῶν Ἐθνῶν ἀνεγνώρισε πλήρως τὴν καταβαλλομένην
318ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ προσπάθειαν καὶ συνεχάρη τὴν
319κυβέρνησιν διὰ τὴν σημειωθεῖσαν πρόοδον ἐν τῇ ὁδῷ τῆς
320οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως.
321Μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κ, βουλευταί, συνυποβάλλω
322τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν χρήσεων 1916–1917 καὶ τῶν χρή-
323σεων 1918–19, 1919–20 καὶ 1920–21 μὲ προσηρτημέ-
324νους τοὺς οἰκείους ἰσολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1918–19, 1919–
32520 καὶ 1920–21.
326Ὅπως εἶχον τὴν τιμήν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν
327κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρ-
328νησις εἶναι ἀπαραίτητον ἀπὸ δημοσιονομικῆς τάξεως ἀλλὰ
329καὶ κατ’ ἐπιτασσομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐνημερότητα
330τόσον προϋπολογιστικῶς ὅσον καὶ ἀπολογιστικῶς, διὰ τοῦτο
331καὶ ὑποβάλλω πρὸς κύρωσιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἀπὸ
332τοῦ 1916–1921 χρήσεων, καταβάλλεται δὲ ἡ ἀπαιτουμένη
333ἐργασία, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς γίνῃ δυνατὸν ἵνα ὁ προϋπο-
334λογισμὸς ἑκάστης χρήσεως κατατίθεται μετὰ τοῦ ἀπολογι-
335σμοῦ τῆς προηγουμένης χρήσεως. Ἡ σημειωθεῖσα ἔκτοτε
336πρόοδος καὶ ἡ συντελουμένη ἐργασία ἐπιτρέπει νὰ ἐλπίζω-
337μεν, ὅτι πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ νέου οἰκονομικοῦ ἔτους
338θὰ ἐκλείψῃ ἡ πρωτοφανὴς ἀληθῶς καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως
339τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παρατηρουμένη παράλειψις ὑπο-
340βολῆς τῶν ἀπολογισμῶν, θὰ καταστῇ δὲ δυνατὸν ἐφεξῆς νὰ
341ὑποβάλλεται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑκάστου προϋπολογισμοῦ ὁ
342σχετικὸς ἀπολογισμὸς καὶ ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ δημοσίου τα-
343μείου.
344Ἡ Κυβέρνησις πρὸς τούτοις θεωρεῖ ἐπιβεβλημένον νὰ
345ἐπιδιώξῃ τὴν δυνατὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις διε-
346σπάσθη παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς πληθύος τῶν λειτουργούντων
347εἰδικῶν ταμείων. Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι χρήσιμος ἐνίοτε εἶναι
348ἡ λειτουργία εἰδικῶν τοπικῶν ταμείων ἐξυπηρετούντων το-
349πικοὺς σκοποὺς μὴ δυναμένους νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἐξ ἴσου ἀ-
350ποτελεσματικῶς ὑπὸ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος. Ἀλλ’ ἡ
351διατήρησις εἰδικῶν ταμείων πρὸς θεραπείαν γενικῶν τοῦ
352Κράτους σκοπῶν ἀποβαίνει ἀντιεπιστημονικὴ χωρὶς κἄν
353νὰ εἶναι χρήσιμος ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Τὸ ἄτοπον
354τοῦτο ἐπιθυμοῦσα νὰ θεραπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγήθη
355τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς
356εἰδικὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν διὰ διαταγμάτων
357κατάργησιν, συγχώνευσιν καὶ τροποποίησιν τῶν λειτουρ-
358γούντων εἰδικῶν ταμείων ἢ αὐτονόμων ὀργανισμῶν. Ἡ σχε-
359τικὴ προκαταρκτικὴ ἐργασία εἶναι σχεδὸν ἑτοίμη, ἐλπί-
360ζομεν δὲ ὅτι συντόμως θὰ ἐκδοθοῦν τὰ διατάγματα τῆς κα-
361ταργήσεως τῶν εἰδικῶν ταμείων, ὅσων ἡ διατήρησις δὲν
362ἤθελε κριθῇ ἀκόμη ἀναγκαία. Ἐπίσης εἰς ὅσας περιφε-
363ρείας δημοσίων ταμείων λειτουργοῦν ὑποκαταστήματα τῆς
364Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐτέθη ἤδη εἰς ἐφαρμογὴν ἡ συγκέν-
365τρωσις τῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου παρὰ τῇ Ἐκδοτικῇ
366Τραπέζῃ. Ἡ συγκέντρωσις αὕτη σημαντικῶς ἐξυπηρετοῦ-
367σα τὴν νομισματικὴν καὶ πιστωτικὴν πολιτικὴν τῆς Χώ-
368ρας εἶναι χρησιμωτάτη καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ὁ-
369ποῖον δι’ αὐτῆς θὰ εἶναι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς θέσιν νὰ
370γνωρίζῃ καὶ νὰ κινῇ τὰς διαθεσιμότητας αὐτοῦ. Πρὸς ἐπέ-
371κτασιν δὲ τοῦ μέτρου εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα, δὲν θ’ ἀναμείνω-
372μεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου τῶν ὑποκαταστημάτων
373τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μελετῶμεν μετ’ αὐτῆς καὶ
374ἐλπίζομεν ὅτι προσεχῶς θὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα διὰ
375τοῦ ὁποίου ἄνευ ἱδρύσεως τῶν ὑποκαταστημάτων καὶ ἄνευ
376δαπάνης τοῦ δημοσίου ἴσως δὲ καὶ μὲ ἐλάττωσιν δαπανῶν
377αὐτοῦ θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκέντρωσις εἰς τὴν Ἐκδοτι-
378κὴν Τράπεζαν τῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου ἐξ ὅλων τῶν
379ταμείων τοῦ Κράτους.
380Πρὶν εἰσέλθω, κ. βουλευταί, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ὑπο-
381βαλλομένου προϋπολογισμοῦ, χρήσιμον θεωρῶ νὰ θέσω ὑπ’
382ὄψει τῆς Βουλῆς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερημάτων
383τῶν μέχρι καὶ τῆς χρήσεως 1926–27 προϋπολογισμῶν ὡς
384καὶ τὴν μέχρι σήμερον ἐκτέλεσιν τῶν ἔκτοτε προϋπολογι-
385σμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερημάτων ἐκ
386τῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1926–27 συμπεριλαμβανομένου προϋ-
387πολογισμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, ἀναφέρων
388ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους θέτω εἰς τὴν διάθεσιν
389τῆς Βουλῆς, περιορίζομαι ν’ ἀναφέρω ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ὡς
390καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν,
391ἡ ἀποτυπωθεῖσα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς Γενεύης κατάστα-
392σις τῶν χρήσεων μέχρι καὶ τῆς τοῦ 1926–27 συμπεριλαμ-
393βανομένης ἐλλείψει ὁριστικῶν τότε στοιχείων, εἶναι χειρο-
394τέρα τῆς πράγματι τότε ὑφισταμένης διότι ἡ ἐξέλιξις μέ-
395χρι τοῦδε ἀπέδειξεν ὅτι τὰ πληρώσιμα παθητικὰ ὑπόλοι-
396πα τῶν χρήσεων ἐκείνων ὑπέστησαν διαφόρους διαγραφὰς ἐκ
397νομίμων λόγων καὶ περιωρίσθησαν τὰ μὲν τῶν χρήσεων μέ-
398χρι καὶ τῆς τοῦ 1925–26 ἀπὸ 598 ἑκατομμύρια εἰς 315
399μόνον ἑκατομμύρια, τὰ δὲ τῆς χρήσεως 926–27 περιωρί-
400σθησαν ἐπίσης ἀπὸ δραχμὰς 595 ἑκατομμύρια εἰς δραχμὰς
401506 ἑκατομμύρια μὲ τάσεις περαιτέρω περιορισμοῦ. Ἐξ
402ἄλλου, ἐνῷ δι’ ὅλας τὰς χρήσεις ἐκείνας προεβλέποντο εἰσ-
403πράξιμα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων μόνον 89 ἑκατομ-
404μύρια εἰσεπράχθησαν ἐν τούτοις μέχρι σήμερον 198 ἑκα-
405τομμύρια.
406Μετὰ τὴν διαγραφὴν τῶν ποσῶν τούτων ἐκ τῶν παθη-
407τικῶν ὑπολοίπων αἱ ὅλαι ὑποχρεώσεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς
408τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, ἀνέρχονται εἰς 1.461.894.111
409τὰ δὲ πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν προορισθέντα ποσὰ — τά ὁ-
410ποῖα δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐλαττωθοῦν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ
411ν’ αὐξηθοῦν—ἀναλύονται ὡς ἑξῆς:
412αʹ) τμῆμα τοῦ τριμεροῦς δανείου ἐκ τριῶν ἑκατομμυ-
413ρίων λιρῶν δραχμαὶ 1.125.000.000, βʹ) εἰσπράξεις ἐξ ἐνερ-
414γητικῶν ὑπολοίπων 198.400.320, γʹ) διαθέσιμα τὰ ὁποῖα
415κατέλιπον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ μέχρι καὶ τοῦ
4161926–27 προϋπολογισμοὶ δραχμαὶ 498,049.164, δʹ) δραχ-
417μαὶ 96.180.000 προϊὸν τῶν μακροπροθέσμων γραμματίων
418ἐθνικῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον
419ταμεῖον μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1924–25 χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ
420παραλλήλως καὶ ὡς ἔσοδον εἰς τοὺς οἰκείους προϋπολογι-
421σμούς. Ἤτοι ἀπέναντι ὑποχρεώσεων ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ
422εἰς δραχμὰς 1.461.894.122 προορίζονται ποσὰ μὴ δυνά-
423μενα πλέον νὰ ἐλαττωθοῦν καὶ ἀνερχόμενα εἰς 1. 917.629.
424484. Ἑπομένως παραμένει ἐλεύθερον ποσὸν ἐκ 455.735.
425362, τὸ ὁποῖον ὡς περισσεῦον ἀπεσύρθη ἐκ τοῦ δανείου
426τῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἀπετέλεσε περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δη-
427μοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀπεσύρθη ἐκ τοῦ αὐτοῦ δα-
428νείου ἕτερον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 197.821.515 ἀντιπροσω-
429πεῦον πληρωμὰς γενομένας ὑπὸ τῶν προϋπολογισμῶν
4301927–28 καὶ 1728–29, ἔναντι τῶν ὀφειλῶν ἐν γένει τῶν
431ἀναγραφομένων ἐν τῷ παραρτήματι γ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς
432Γενεύης.
433Τὰ δύο ταῦτα κονδύλια ἤτοι σύνολον δραχμῶν 653.556.
434877 δὲν εἰσήχθησαν βεβαίως εἰς ἐνίσχυσιν κανενὸς προϋ-
435πολογισμοῦ, ἀλλὰ αὐξάνουν τὸ ἐκ 272 ἑκατομμυρίων ἴδιον
436περίσσευμα τῆς χρήσεως 1929–30 καὶ διατίθενται ἐξ
437αὐτῶν 625 ἑκατομμύρια κατὰ τὸν νόμον 4585. Προσθέτω
438ὅτι ἀπομένει ἀκόμη ἐκ τοῦ τριμεροῦς δανείου ἀδιάθετον πο-
439σὸν λιρῶν Ἀγγλίας 211.483 καὶ δαλλάρια 3.906.769 ἤτοι
440δραχμαὶ 379 ἑκατομμύρια, ὑπερκαλῦπτον μετὰ τῶν διαθε-
441σίμων τῶν μέρχι καὶ τοῦ 1926–27 προϋπολογισμῶν τὰς
442ἀπομενούσας ἐκ τῶν διαφόρων ἄλλων ὀφειλῶν πρὸς πληρω-
443μὴν ὑποχρεώσεις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης.
444Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927–28 παρουσίασε
445κατὰ τὴν λῆξιν του πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 1.225.788.60,
446ὅπερ ὑπολογιζομένων τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων, τὰ ὁποῖα
447ἀφῆκε πρὸς πληρωμὴν ἐκ δραχμῶν 773.872.486.10 ὡς καὶ
448τῶν πραγματοποιηθεισῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1930 ἔναντι
449τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων του εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν
450172.765.555.20 περιορίζεται εἰς δραχμὰς 624.180.257.70.
451Ἐκ τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἔχουν πληρωθῆ μέχρι
45230ῆς Σεπτεμβρίου 1930 δραχμαὶ 267.284.075.60. Τὸ πο-
453σὸν τοῦτο αὐξάνεται κατὰ δραχμὰς 165 ἑκατομμύρια πλη-
454ρωθείσας εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας Σουκρῆ καὶ τῶν
455ὁποίων ἡ τακτοποίησις δι’ ἐντάλματος θά ἐπακολουθήσῃ.
456Ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρήσεως ταύτης διετέθησαν μέ-
457χρι τοῦδε δραχμαὶ 593.650.000 συμφώνως τοῖς νόμοις
4585427 καὶ 4585.
459Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1928–29 κατέλιπεν
460κατὰ τὴν λῆξιν του πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 1.093.990.896.
46118, ὅπερ, ὑπολογιζομένων τῶν παθητικῶν ὑπολοίπων ἐκ
462δραχμῶν 698.391.621.40 καὶ τῶν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου
4631930 πραγματοποιηθεισῶν ἔναντι τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοί-
464πων του εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 144.730.552.45, περι-
465ορίζεται εἰς δραχμὰς 530.829.827.25. Ἔναντι τῶν παθητι-
466κῶν ὑπολοίπων τῆς χρήσεως ταύτης ἔχουν πληρωθῆ μέχρι
467τέλους Σεπτεμβρίου 1930 δραχμαὶ 496.200.579.20. Διὰ
468τοῦ νόμου 4585 διετέθη ὁλόκληρον τὸ πραγματοποιηθὲν
469μέχρι τοῦδε πλεόνασμα τῆς χρήσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον
470ἐνδέχεται νὰ αὐξηθῇ κατά τινα ἑκατομμύρια.
471Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου λήξαντος ὡς
472γνωστὸν τὴν 32ην Ἰουλίου 1930 παρουσιάζεται, σύμφωνα
473μὲ τὸν δημοσιευθέντα ἰσολογισμὸν τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου
4741930, εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
475δων τῆς χρήσεως ταύτης καί τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογι-
476σμοὺς τῶν εἰδικῶν λογιστηρίων εἰς τοὺς πίνακας τοὺς ὁ-
477ποίους οἱ κ. κ. βουλευταὶ θὰ ἀναγνώσουν εἰς τὴν ἔκθε-
478σιν. Ἀποφεύγω νὰ ἀπαριθμήσω ἀναλελυμένως τὰ κονδύ-
479λια αὐτῶν, χάριν συντομίας. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους
480ὁ προϋπολογισμὸς 1929–30 παρουσιάζει σύνολον ἐσόδων
48118.729.935.965 δραχμῶν, σύνολον ἐξόδων 18200.620.260
482δραχμῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων. Παρακαλῶ τὴν Βου-
483λὴν νὰ μὴ ἐκπλαγῇ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν δισεκα-
484τομμυρίων.
485Περιλαμβάνονται εἰς αὐτὰ ὡς ἔσοδα καὶ ὡς ἔξοδα
486ὅλα τὰ ἀπὸ τοῦ 1924 συναφθέντα δάνεια, τῶν ὁποίων τὸ
487προϊὸν δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι
488ἡ διάθεσις αὐτῶν ἐγένετο δυνάμει τῶν σχετικῶν συμβά-
489σεων ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤδη ὅ-
490μως, ὁπότε διετέθησαν τὰ δάνεια δι’ οὓς σκοποὺς συνή-
491φθησαν, πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ
492ἐμφανίσῃ τὸ προϊόν των ὡς ἔσοδον καὶ τὰς δαπάνας των
493ὡς ἔξοδον. Τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4941)Προσφυγικὸν δάνειον τοῦ 1924 ἑκατομ.3.739
4952)Τμῆμα δανείου σταθεροποιή-
496 σεως προωρισμένον διὰ τὴν ἀπο-
497 κατάστασιν τῶν προσφύγων. » 187
4983)Δάνειον τοῦ 1929 μετὰ τῆς
499 Ἀμερικονικῆς Κυβερνήσεως δια-
500 τεθὲν ἐπίσης δι’ ἀποκατάστασιν
501 προσφύγων » 949
5024)Παραγωγικὸν δάνειον τοῦ 1928 » 1.260
5035)Δάνειον ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν
504 (Οὖλεν) » 739
5056)Δάνειον ἀποζημιώσεως Ἑλ-
506 λήνων ὑπηκόων » 775
5077)Δάνειον ἀποζημιώσεως ἐκ
508 Βουλγαρίας μεταναστῶν » 400
509 Σύνολον ἑκατομ.8.049
510Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἐπηρεάζει τὰ ἀπο-
511τελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφαιροῦμεν ἔκ τε τῶν
512ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων καὶ ἔχομεν οὕτω εἰσπράξεις 10.
513680.935.965, ἔξοδα δὲ 10.151.620.260. Εἰς τὰ ἔξοδα
514περιλαμβάνονται καὶ ὅλα τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα ἐκ δραχ-
515μῶν 751.187,895. Ἐμφανίζεται οὕτω περίσσευμα ἐκ
516δραχμῶν (10.680.935.965–10.151.620.260) 529.3 5.
517705. Εἰς τὸ περίσσευμα τοῦτο πρέπει ἀφ’ ἑνὸς νὰ προσ-
518θέσωμεν τὰ εἰσπράξιμα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων
519καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ὅσα δὲν
520ἀνήκουν εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην.
521Οὕτω πρέπει νὰ προσθέσωμεν α) 60 ἑκατομμύρια ὀ-
522φειλόμενα ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ
523ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 30 κατεβλήθησαν ἤδη, β) 150 ἑκα-
524τομμύρια εἰσπράξιμα ἐκ ποσοῦ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων ἀνερ-
525χομένων εἰς 574 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ 440 προέρχον-
526ται ἐξ ἀμέσων φόρων. Τὰ 150 ἑκατομμύρια θὰ εἰσπρα-
527χθοῦν ἀσφαλῶς, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις
528ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τῶν προηγουμένων προϋ-
529πολογισμῶν, γ) πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη δραχμὰς
53022.553.666, πραγματοποιηθὲν μὲν μὴ τακτοποιηθὲν ὅμως
531εἰσέτι ὑπόλοιπον τοῦ ἐσόδου ἐξ ἐπανορθώσεων εἰς εἴδη
532χορηγηθέντα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, τὸ ὁποῖον θὰ
533τακτοποιηθῇ διὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἐνεργητικῶν καὶ πα-
534θητικῶν ὑπολοίπων τῆς χρήσεως 1929–30 καὶ διὰ τοῦτο
535ὑπολογίζεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς ἐνεργητικὸν ὑπόλοιπον
536ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς παθητικὸν ὑπόλοιπον, δ) θὰ προσθέσω-
537μεν ἀκόμη δραχμὰς 5.965.092 προϊόν δανείου Ἑλλήνων
538ὑπηκόων ἤτοι κρατήσεις διὰ τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα δι’
539ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων καὶ διανομὴν τοῦ δανείου. Προ-
540σθέτοντες τὰ τέσσαρα ταῦτα κονδύλια ἀνερχόμενα εἰς
541δραχμὰς 437.518.758 εἰς τὴν ἄνω μνημονευθεῖσαν διαφο-
542ρὰν μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ ἐξόδων, ἀνερχομένων ὡς εἴ-
543ρηται εἰς 529.315.705 εὑρίσκομεν πλεόνασμα δραχμῶν
544966.834.463.
545Ἀλλὰ ἐκ τοῦ πλεονάσματος τούτου πρέπει νὰ ἀφαι-
546ρέσωμεν, ὡς εἶπον, τὰ ἔκτακτα ἐκεῖνα ἔσοδα τὰ ὁποῖα δὲν
547ἀνήκουν εἰς τὴν χρῆσιν 1929–30 καὶ τὰ ὁποῖα ἑπο-
548μένως ἠμποροῦμεν νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὸ περίσσευμα
549αὐτῆς.
550Οὕτω πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 653.556.877,
551ἤτοι τὰ ἀποσυρθέντα ἐκ τοῦ τριμεροῦς δανείου καὶ τὰ
552ὁποῖα ὀφείλονται εἰς διαγραφὰς παθητικῶν ὑπολοίπων
553μεγαλειτέρας εἰσπράξεως ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων τῶν πα-
554λαιῶν χρήσεων καὶ εἰς πληρωμὰς γενομένας ἐκ τῶν προϋ-
555πολογισμῶν 1927–28 καὶ 1928–29 καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
556ἑπομένως δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
5571929–30. Ἐπίσης θὰ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 40.307.500
558προερχομένας ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐκ μακροπροθέσμων
559γραμματίων ἐθνικῆς ἀμύνης ἐξοφληθέντων κατὰ τὴν διάρ-
560κειαν τῆς χρήσεως 1929–30, ὧν, ὡς εἴπομεν, τὸ προϊόν
561δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους
562καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ πραγματικὸν ἔσοδον τοῦ
5631929–30.
564Ἀφαιροῦντες τὰ δύο ταῦτα κονδύλια ἀνερχόμενα εἰς
565δραχμὰς 693.864.377 ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν 966.834
566463, εὑρίσκομεν πραγματικὸν περίσσευμα ἐκ δραχμῶν
567272.970.086, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἀνήκει δικαιωμα-
568τικῶς εἰς τὴν χρῆσιν 1929–30. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ τὸ πε-
569ρίσσευμα θὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν καὶ ἐ-
570φόσον πληρωθοῦν ὅλα τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα ἄνευ οὐ-
571δεμιᾶς διαγραφῆς, καὶ ἄν τὰ ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπο-
572λοίπων εἰσπράξιμα περιορισθοῦν μόνον εἰς 150 ἑκατομ-
573μύρια. Ἐνδέχεται ἑπομένως νὰ αὐξηθῇ κατά τινα ἀκόμη
574ἑκατομμύρια τὸ περίσσευμα τοῦτο.
575Ἀλλὰ πρὸς ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῆς ἀντοχῆς τοῦ προϋ-
576πολογισμοῦ 1929–30 πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι
577οὗτος προέβη εἰς δαπάνας μὴ προβλεπομένας κατὰ τὴν
578ὑποβολήν του, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη λόγῳ τῆς κατὰ τὴν
579ἐκτέλεσιν ἐπιδεικνυομένης ἀντοχῆς του, ἤτοι: α) Ἔδωκε
58080 ἑκατομμύρια ἐν εἴδει ἐκτάκτου βοηθήματος εἰς τοὺς
581ὑπαλλήλους, β) 50 ἄλλα ἑκατομμύρια ἔδωκεν εἰς πληρω-
582μὴν ὀφειλῆς τοῦ ὑπουργείου Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν οἶ-
583κον Μπρέντα, ἥτις δὲν ἀπετέλει ὑποχρέωσιν τοῦ προϋ-
584πολογισμοῦ 1929–30, ἀλλὰ τοῦ ἑπομένου προϋπολο-
585γισμοῦ.
586Ἄν ἀκόμη κύριοι βουλευταί, λάβετε ὑπ’ ὄψει ὅτι προ-
587έβη καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας ἀπροβλέπτους, ὡς λόγου χά-
588ριν εἰς ἀγορὰν ἐξαιρετικῶς μεγάλης ποσότητος στεμφυ-
589λοπνεύματος πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καταστραφείσης οἰνο-
590παραγωγῆς καὶ ὅτι διῆλθε τὸ δεύτερον ἑξάμηνον αὐτοῦ
591ἀπὸ τὴν ἀρξαμένην πρὸ δωδεκαμήνου κρίσιν, ἀντιλαμ-
592βάνεσθε πόσον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἦτο στερεὰ θε-
593μελιωμένος καὶ πόσον ἀδικαιολόγητος ἦτο ἡ ἐκφρασθεῖσα
594κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ γνώμη ὅτι ἵστατο τάχα ἐπὶ
595ξυροῦ ἀκμῆς.
596Ἀλλὰ διὰ τὸν ἴδιον προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν μάλιστα
597εἶχεν πλέον ἐκτελεσθῆ κατὰ 9) 0 ἐπέπρωτο νὰ ἀκούσωμεν
598πολὺ δυσμενεστέρας ἀκόμη κρίσεις. Καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε
599εἴδομεν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας υἱοθετουμένην ὑπὸ τοῦ
600κόμματος τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν
601ἔκθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει μεθόδου τινὸς μαθηματικῆς, ἐξευρί-
602σκετο ὅτι ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς προϋπολογισμὸς θὰ ἄφηνεν ἔλ-
603λειμμα ἀναπότρεπτον ἐκ 1.000 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, τὸ
604ὁποῖον ἔλλειμμα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀκόμη δὲν μετε-
605πείσθη νὰ μᾶς χαρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτι-
606κῆς Ἑνώσεως.
607§4Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνω-
608σις ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀποδείξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
609προϋπολογισμοῦ ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτῆς αἱ γενόμεναι ἕξ ὁλο-
610κλήρους μῆνας πρὸ τῆς νέας χρήσεως ἐκείνης ὑπῆρξαν ἀ-
611κριβεῖς, διότι ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνωσις δὲν ἦτο δυ-
612νατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της οὔτε φορολογίαν, ἡ ὁποία εἶχεν
613ὑποβληθῆ καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἐξυπηρετήσει τὴν χρῆσιν
614ἐκείνην, οὔτε καὶ ἔκτακτα ἔξοδα, μὴ προκύπτοντα ἐκ τοῦ
615προϋπολογισμοῦ. Ἡ Πολιτικὴ Προοδευτικὴ Ἕνωσις ἐ-
616στηρίχθη εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα ἀναγράφον-
617ται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν. Ἄν ἐγὼ ἀτομικὸς ἔσφαλα
618εἰς κἄτι τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως ἔσφαλον εἰς τοῦτο. Εἰς τὸ
619ὅτι ὑπῆρξα πολὺ αἰσιόδοξος ἐγὼ ὁ κατηγορηθεὶς ὡς ἀπαι-
620σιόδοξος διότι τὰ πράγματα δυστυχῶς δὲν μοῦ
621ἐπιτρέπουν νὰ αἰσιοδοξῶ ὅσον ἤμην αἰσιόδοξος,
622ἐκ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐφαρμό-
623ζεται.
624§5Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ θὰ
625τὰ εἴπωμεν εἰς τήν συζήτησιν. Ἀλλὰ σπεύδω νὰ εἴπω
626ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως
627διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ λάθος διαπράττει ἕνα μεγαλείτερον
628διότι πρῶτον εἴπατε περί φορολογίας. Δὲν εἶχε ὁ προϋ-
629πολογισμὸς 1929–30 καμμίαν φορολογίαν πλὴν τῶν ἐπι-
630βληθεισῶν.
631§6Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἡ ὁποία ἐ-
632φηρμόσθη τὸν μῆνα Ἀπρίλιον.
633§7Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ
634τῆς ψηφίσεώς του. Εἶναι τοῦ 1928–29 αὐτὴ ἡ φο-
635ρολογία. Τὶ σχέσιν ἔχει ὁ δασμὸς τοῦ σίτου μὲ τὸ
6361929–30.
637§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πάσει περιπτώσει εἶσθε
638σύμφωνοι ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς κατέληξεν εἰς περίσ-
639σευμα;
640§9Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φαίνεται
641ὅτι δὲν εἴμεθα καθόλου σύμφωνοι. Ἀπέχομεν κατὰ 1.300
642ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῆς Προοδευτι-
643κῆς Ἑνώσεως.
644§10Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τὰς προβλέψεις μου τὰς ἔκαμα
645ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τάς ἠλάττωσα, ὅπως
646σεῖς ἠλαττώσατε τὰς ἰδικάς σας, διότι ὑπεστηρίξατε περίσ-
647σευμα 700 ἑκατομ.
648§11Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν
649συζήτησιν σεῖς ὑπεστηρίξατε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει 1335
650ἑκατομ. ἀναπότρεπτον ἔλλειμμα. Ἐγὼ ἠγωνιζόμην νὰ σᾶς
651πείσω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ 220 ἑκατομ. περίσ-
652σευμα. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀφήνει σήμερον περίσσευμα
653270 ἑκατομμ. δηλ. μὲ ἐγέλασε παραπάνω κατὰ 50 ἑκατομ-
654μύρια ὥστε ἡ πραγματικότης ἀπέχει ἀπὸ τὸν ἀξιότι-
655μον ἀρχηγὸν τῆς Π.Π.Ε. 1335 καὶ 220–1555 ἑκα-
656τομμύρια.
657§12Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποχωρῶ οὔτε κατὰ
658κεραίαν.
659§13Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἔλθω-
660μεν τώρα εἰς τὸν ἐκτελούμενον προϋπολογισμόν. Τὸ περίσ-
661σευμα τοῦτο δεικνύει κ. βουλευταί, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς
662ἔχει ὅλην τὴν ἐλαστικότητα περὶ τῆς ὁποίας ἐβεβαίωσα τὴν
663Βουλὴν κατὰ τὴν κατάθεσίν του. Καταδεικνύει ἀκόμη πόσον
664μακρὰν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα εὑρίσκοντο οἱ ἐν τῇ ὁρμῇ
665τῆς προβλέψεως ἐλλειμμάτων προϊδόντες καὶ προει-
666πόντες καὶ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ
667ἐν τῇ Βουλῇ ἔλλειμμα καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν
668τοῦτον ὑπερχιλίων ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καταδεικνύει εἰδι-
669κώτερον τὸ περίσσευμα τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει βασιμότη-
670τα ὁ τοσάκις κατ’ αὐτοὺς ἰδίως ἐπαναλαμβανόμενος ἰσχυρι-
671σμὸς ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ἐγένετο
672τάχα δι’ ἀνάγκας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ
673ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἀποδεικνύει
674καλλίτερον ἀπὸ κάθε ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἐχρειά-
675ζετο καθόλου προϋπολογισμὸς τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δα-
676σμοῦ τοῦ σίτου ἔσοδον διὰ νὰ ἰσοσκελίσῃ.
677Τὸ πρόσθετον τοῦτο ἔσοδον δὲν δύναται βεβαίως νὰ ὑ-
678πολογισθῇ σήμερον ἀνώτερον τῶν 175 ἑκατομμυρίων διὰ τὸν
679τρέχοντα προϋπολογισμόν, ἀφοῦ καὶ ὅταν κατηργεῖτο ὁ δα-
680σμὸς εἰς τόσον ποσὸν ὑπελογίσθη ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπώλεια τοῦ
681προϋπολογισμοῦ.
682Ἀλλὰ καὶ ἀφαιρουμένων τῶν 175 τούτων ἑκατομμυρίων
683ὅσα ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ διὰ 10½
684μῆνας μαζὶ μὲ τὴν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχ-
685μῆς αὔξησιν, καὶ πάλιν ὁ προϋπολογισμὸς ἐστερημένος τῆς
686αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου παραμένει μὲ περίσσευμα
687ἄλλων 170 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον.
688Διὰ τοῦ νόμου 4585 ὡρίσθη, ὅπως τὸ πλεόνασμα τῆς χρή-
689σεως 1929–1930 ὡς καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναληφθὲν ἐκ τοῦ τμή-
690ματος τοῦ δανείου τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ προωρισμένου
691κατὰ τὸ πρωτόκολλον διὰ τὴν πληρωμὴν καθυστερημάτων,
692διατεθῇ διὰ τὰς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ εἰδικῶς κατονομαζο-
693μένας δαπάνας.
694Τὰ πρὸς διάθεσιν ποσὰ ἀνέρχονται ὡς ἀνωτέρω εἴ-
695δομεν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
696 Δραχ.
697αʹ) Τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως
6981929--30 272.970.086
699(Τὸ δικαιωματικῶς ἀνῆκον αὐτῇ)
700βʹ Ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὸν προ-
701ὑπολογισμὸν 1929—1930 πο-
702σοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῆς σταθε-
703ροποιήσεως, τὸ δυνάμενον, ὡς
704ἀνωτέρω, νὰ διατεθῇ 623.163.469
705Ἐν ὅλῳ 896.133.555
706Ἔναντι τούτων διετέθησαν συμ-
707φώνως τῷ νόμῳ 4585 τὰ ἑ-
708ξῆς ποσά:
709Διὰ στέγασιν προσφύγων 100.000.000
710Δι’ ἀεροπορικὰς ἐγκαταστάσεις 100.000.000
711Διὰ καταμέτρησιν καὶ τοπογράφησιν
712ἀγροτικῶν κτημάτων 20.000.000
713Διὰ χρηματοδότησιν τῶν παραγω-
714γικῶν ἔργων κατὰ τὸ πρὸ τῆς
715συνομολογήσεως τῶν δύο προκα-
716ταβολῶν χρονικὸν διάστημα 151.643.000
717Διὰ προικοδότησιν τῆς Ἀγροτικῆς
718Τραπέζης 250.000.000
719Διὰ πληρωμὴν ὑπηρεσίας δημο-
720σίου χρέους ἀφορώσης παρελ-
721θόντα ἔτη 20.000.000
722Δι’ ἀνέγερσιν ἐν Πειραιεῖ καὶ Θεσ-
723σαλονίκῃ οἰκημάτων ἐργατι-
724κῶν ὀργανώσεων 10.000.000
725Διὰ δάνειον εἰς τὸ ταμεῖον μονί-
726μων ὁδοστρωμάτων 13.000.000
727Διὰ πληρωμὴν βοηθήματος εἰς ἀ-
728ξιωματικοὺς ἀποχωρήσαντας
729δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐθε-
730λουσίας ἐξόδου 82.000.000
731Τὰ ποσὰ ταῦτα πλὴν τῶν 20 ἑκα-
732τομμυρίων ἔχουν καὶ πληρω-
733θῇ ἤδη ἐκ τοῦ δημοσίου τα-
734μείου. Διατίθενται προσέτι
735διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομο-
736σχεδίου διὰ τὴν πληρωμὴν
737μέρους τῆς ἀξίας τῶν ἀντι-
738τορπιλλικῶν (πλὴν τῶν 100 ἑ-
739κατομμυρίων τῶν διατεθέντων
740ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρή-
741σεως 1928—29) 116.000.000
742Ἤτοι ἐκ τοῦ ἀδιαθέτου ὡς ἀνωτέ-
743ρω ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς
744χρήσεως 1929—1930 ποσοῦ
745τῶν 896.133.555 τῆς χρή-
746σεως 1929—30 διετέθησαν
747καὶ πρόκειται νὰ διατεθοῦν
748ἐν συνόλῳ 862.643,000
749Οὕτω δὲ ὑπολείπεται πρὸς πέρα-
750τέρω διάθεσιν ποσὸν 33.490.555.
751Ἀπομένει ἑπομένως ἐκ τοῦ πλεο-
752νάσματος τῆς χρήσεως 1929—
75330 ἀδιάθετον ὑπόλοιπον ἐλεύ-
754θερον πάσης ὑποχρεώσεως 33.490,555
755Ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῆς χρή-
756σεως 1927—28 παραμένει ἀ-
757διάθετον ὑπόλοιπον ἐκ 30.530.257
758Τὸ ἐκ τῆς χρήσεως 1930—31 ὑ-
759πολογιζόμενον, ὡς εἴδομεν,
760πλεόνασμα 347.700.000
761Ὅθεν ἅμα τῇ λήξει τῆς χρήσεως
7621930—31 θὰ ἔχωμεν ἐν συ-
763νόλῳ ποσὸν δραχμῶν 411.720.812
764ὡς περιθώριον ἀσφαλείας κατὰ
765πάσης τυχὸν ἀντιξόου περιστά-
766σεως καὶ ἐνίσχυσιν τῶν διαθε-
767σιμοτήτων τοῦ δημοσίου τα-
768μείου.
769Σημειοῦται ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ
770αὐξήσῃ ἐκ τῆς πιθανῆς αὐξήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς
771χρήσεως 1930–31 καὶ τῶν προηγουμένων προϋπολογι-
772σμῶν, διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων
773δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ καὶ διαγραφαὶ ἐκ τῶν
774παθητικῶν ὑπολοίπων θὰ ἐνεργηθοῦν.
775Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1931–32 παρουσιάζει
776γενικὸν σύνολον ἐσόδων δραχμῶν 10.178.533.053 καὶ γε-
777νικὸν σύνολον ἐξόδων δραχμῶν 10.171.776.585 Ἤτοι πλεό-
778νασμα δραχμῶν 6.756.468.
7791.—Ἔσοδα: Αἱ προβλέψεις τῶν ἐσόδων ἐβασίσθησαν
780ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος φορολογικοῦ καθεστῶτος ἐν συνδυασμῷ
781πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς
782χρήσεως 1930–31 χωρὶς νὰ παραλειφθῇ ἡ ἐνέργεια μετα-
783βολῶν ἐξ ἄλλων δεδικαιολογημένων λόγων ἐπιβαλλο-
784μένων.
785Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1930–31 ἀναλύονται εἰς τὸν
786κατωτέρω πίνακα.
787Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου προκύπτει ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν
7881931–32 προϋπολογίζονται ἔσοδα τακτικὰ 9.172 ἑκατομ-
789μύρια δραχμῶν, εἰς ἃ περιλαμβάνονται καὶ 382 ἑκατομμύρια
790δραχμῶν ἐκ πολεμικῶν ἐπανορθώσεων, αἵτινες τὸ πρῶτον
791ἤδη ἐμφανίζονται εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα.
792Ἐκ τῆς χρήσεως 1930–31 προβλέπονται, ὡς ἐλέχθη,
793εἰσπράξεις ἐκ τακτικῶν ἐσόδων 9.238 ἑκατομμύρια δραχ-
794μῶν, ἐκ τῆς χρήσεως δὲ 1929–30 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν
795αὐτῶν ἐσόδων 9.389 ἑκατομμύρια δραχμῶν—σὺν τοῖς ἐνερ-
796γητικοῖς ὑπολοίποις.
797Συγκρίνοντες τὰ ἀνωτέρω ποσὰ ἀπηλλαγμένα τοῦ ἐσόδου
798ἐκ πολεμικῶν ἐπανορθώσεων, ἔχομεν:
799Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1931–32 δραχμαὶ 9.172 ἑ-
800κατομμύρια.
801Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1930–31 δραχμαὶ 9.238 ἑ-
802κατομμύρια.
803Ἔσοδα τακτικὰ χρήσεως 1929–30 δραχμαὶ 9.389 ἑ-
804κατομμύρια.
805Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς 1931–32 ἔχει τακτικὰ
806ἔσοδα ὀλιγώτερα τοῦ 1930–31 κατὰ 66 ἑκατομμύρια καὶ
807τοῦ 1929–30 κατὰ δραχμὰς 217 ἑκατομμύρια.
808ΕΣΟΔΑ
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
809Εἶδος ἐσόδου Χρῆσις Χρῆσις
810 1931—32 1930—31
811
812Κατηγορία I
813Τακτικὰ
814Ἄμεσοι φόροι 1.723.502.200 1.596.726.000
815Ἔμμεσοι » 5.242.141.800 5.312.789.500
816Μονοπώλια 504.935.000 505.060.000
817Χαρτόσημον 827.633.000 826.893.000
818Δικαιώματα τοῦ Κράτους 202.928.000 205.698.000
819Ὑπηρεσίαι ἐνεργούμεναι ὑ-
820πὸ τοῦ Κράτους 300.182.000 293.522.000
821Πρόσοδοι ἐκ τῆς περιουσίας
822τοῦ Κράτους 151.501.000 126.958.000
823Διάφορα ἔσοδα 23.660.000 42.760.000
824Συνδρομαὶ καὶ ἀπολήψεις 195.099.653 155.749.653
825Πολεμικαὶ ἐπανορθώσεις 382.879.000 309.565.000
826Σύνολον τακτικῶν 9.554.463.052 9.575.721.153
827Ἔκτακτα 392.250.000 636.680.000
828Σύνολον κατηγορίας Ι 9.946.713.65310.212.401.153
829Κατηγορία ΙΙ
830Τακτικὰ
831Ἐκποίησις κτημάτων 24.570.000 1.745.000
832Χρεωλύσια δανείων χορη-
833γηθέντων πρὸς τρίτους 3.250.000 2.450.000
834 27.820.000 4.195.000
835Ἔκτακτα
836Προϊὸν δανείων 200.000.000 125.000.000
837Δάνεια πρὸς τρίτους 4.000.000
838 204.000.000 125.000.000
839Σύνολον κατηγορίας ΙΙ 231.820.000 129.195.000
840Γενικὸν σύνολον 10.178.533.65310.341.596.153
841Λεπτομερὴς κατ’ ἔσοδον ἀνάλυσις καὶ ἐξήγησις τῶν δια-
842φορῶν μεταξὺ τῶν προβλέψεων τοῦ 1931–32 καὶ τοῦ
8431930–31 θὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Κρίνω ὅμως σκό-
844πιμον ὅπως χορηγήσω καὶ νῦν ἐν γενικαῖς ὅλως γραμμαῖς
845ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν παρουσιαζομένων διαφορῶν. Διὰ τὴν
846σύγκρισιν δὲν ἐλήφθησαν τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ
8471930–31, ἀλλ’ αἱ ἐκ τούτων προβλεπόμεναι εἰσπράξεις,
848ὡς οὖσαι ἐγγύτεραι πρὸς τὴν πραγματικότητα. Σημειοῦται
849ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1931–32 συνεχωνεύθη-
850σαν μετὰ τῶν κυρίων φόρων καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν πρόσθετα
851δεκατημόρια ἅτινα μέχρι τοῦδε ἐνεφανίζοντο ὑπὸ ἴδια ἄρ-
852θρα καὶ συνεπῶς ἐν τῇ συγκρίσει τῶν καθ’ ἕκαστον ἐσό-
853δων τῆς χρήσεως 1930–31 λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ
854πρόσθετα ταῦτα δεκατημόρια. Ἐξ ἀμέσων φόρων προϋπολο-
855γίζονται κατὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 1.723 ἑκατομμύρια ἔ-
856ναντι 1.809 ἑκατομμυρίων 1930–31, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον
857διὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 86 ἑκατομμύρια. Ἡ διαφορὰ
858αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ φόρου σταφίδος ἐν
859γένει, καὶ τοῦ ἐλαίου ὡς καὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ φόρου
860ἐπιτηδεύματος ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλας τινὰς αὐξομειώσεις
861ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένας.
862Ἐξ ἐμμέσων φόρων καὶ φόρων καταναλώσεως ἐν γένει
863προϋπολογίζονται κατὰ τὸ 1931–32 δραχμαὶ 5.242 ἑκα-
864τομμύρια ἔναντι 5.244 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31 συντη-
865ρητικώτατα ὑπολογιζομένων. Ἐκ μονοπωλίων προϋπολογί-
866ζεται τὸ αὐτὸ ἔσοδον μὲ τὸ τοῦ 1930–31. Ἐπίσης ἐκ τελῶν
867χαρτοσήμου προϋπολογίζεται τὸ αὐτὸ μὲ τοῦ 1930–31 ἔ-
868σοδον. Ἐκ δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὑπηρεσιῶν ἐνεργου-
869μένων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ προσόδων περιουσίας αὐτοῦ
870προϋπολογίζονται ἔσοδα κατὰ 14 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον
871τοῦ 1930–31 λόγῳ διαφόρων αὐξομειώσεων καὶ κυρίως ἐκ
872τῆς ἐπὶ πλέον προβλεπομένης ἀποδόσεως τῶν ἐσόδων ἐκ δη-
873μοσίων κτημάτων. Ἐκ διαφόρων ἐσόδων, συνδρομῶν καὶ
874ἀπολήψεων προϋπολογίζονται ἔσοδα 218 ἑκατομμυρίων ἔ-
875ναντι 178 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31, ἤτοι ἐπὶ πλέον 40
876ἑκατομμύρια, καθ’ ὅσον προβλέπεται νέον ἔσοδον 20 ἑκα-
877τομμυρίων ὡς ἀπόληψις ἀπὸ τοῦ ταμείου ἐκπαιδευτικῶν
878τελῶν ἔναντι μέρους τῆς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ καταβαλ-
879λομένης ὑπηρεσίας τοῦ δανείου δι’ ἀνέγερσιν σχολικῶν κτι-
880ρίων. Ἐπὶ πλέον ἔσοδον κατὰ 15 ἑκατομμύρια ὡς ἀπό-
881ληψις ἀπὸ τοῦ ταμείου ἐθνικῆς ὁδοποιΐας τῆς ἀναλογούσης
882ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ μέρους τοῦ παραγωγικοῦ δανείου τοῦ
883διατεθέντος διὰ τὴν ὁδοποιΐαν· ἐπὶ πλέον ἔσοδον 12,5 ἑκα-
884τομμυρίων ὡς ἀπόληψις ἐκ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τό-
885κου 5% ἐπὶ τοῦ εἰς αὐτὴν χορηγηθέντος ποσοῦ ἐκ τοῦ
886παραγωγικοῦ δανείου καὶ ἐπὶ πλέον ἔσοδον 7,5 ἑκατομμυρί-
887ων ἐξ εἰσπράξεων ἐκ χρεῶν τῶν προσφύγων πρὸ τὴν ἐπι-
888τροπὴν ἀποκαταστάσεως προσφύγων, διατιθεμένων εἰς ἔκτα-
889κτον ἀπόσβεσιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου: Ἀντιθέτως
890προβλέπεται ἐπὶ ἔλαττον ἔσοδον ἐκ τόκων κεφαλαίων τοῦ
891δημοσίου κατὰ 15 ἑκατομμύρια λόγῳ ἐλαττώσεως αὐτῶν
892καὶ πτώσεως τοῦ διεθνοῦς τόκου.
893Τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τῆς χρήσεως 1931–32 προϋπολο-
894γίζονται εἰς δραχμὰς 393.250.000. Σύγκρισις ἀναλυτικὴ
895μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τῶν δύο προϋπολογισμῶν πα-
896ρέλκει τελείως, λόγῳ τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτῆρος τῶν ἐσό-
897δων τούτων. Τὰ κυριώτερα ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τῆς
898χρήσεως 1931–32 εἶναι τὰ ἑξῆς:
899αʹ) 25 ἑκατομμύρια ἐκ κέρδους προελθόντος ἐκ τῆς
900πωλήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων, εἰς
901διάφορα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
902βʹ) 25 ἑκατομμύρια ἐξ ἐπιστροφῆς εἰς τὸ δημόσιον τῆς
903ἀξίας παραγεγραμμένων τοκομεριδίων διαφόρων ἐθνικῶν
904δανείων.
905γʹ) 106 ἑκατομμύρια ἐξ ἐπιστροφῆς μέρους τῶν εἰς τὴν
906βελγικὴν ἑταιρείαν καταβληθέντων, σύμφωνα μὲ τὴν γενο-
907μένην τροποποίησιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως.
908δʹ) 10 ἑκατομμύρια τῆς συμφώνως τῷ νόμῳ 4820 κρα-
909τήσεως 4% ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων δυνάμει ἀποφάσεων
910τοῦ μικτοῦ Ἑλληνογερμανικοῦ δικαστηρίου ἀποζημιώ-
911σεων.
912εʹ) 30 ἑκατομμύρια ἐκ φόρου δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου
913εἰσπραχθησομένου ἐπὶ τῶν καταβληθησομένων ὡς ἄνω ἀ-
914ποζημιώσεων.
915στʹ) 6 ἑκατομμύρια ἐκ κρατήσεως 1½% ἐπὶ τῶν
916καταβαλλομένων ἀποζημιώσεων διὰ ζημίας ἐκ τοῦ Εὐρω-
917παϊκοῦ πολέμου.
918ζʹ) Ἐπαναλαμβάνεται ἔσοδον 35 ἑκατομμυρίων ἐκ κέρ-
919δους τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν χαρτίνων δε-
920καλέπτων πεντηκονταλέπτων μονοδράχμων καὶ διδράχμων
921κερμάτων, διότι δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔσοδον
922τοῦτο κατὰ τὸ 1930–31, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τοῦ
923ὁποίου προεβλέπετο.
924ηʹ) Ἐξ ἀπροβλέπτων ἐσόδων ἀναγράφονται κατὰ τὸ
9251931–32 δραχμαὶ 20.000.000 προϊὸν παραγεγραμμένων
926γραμματίων τρεχουμένων λογαριασμῶν ἐκκαθαρισθησομέ-
927νων ἐντὸς τοῦ 1931–32.
928θʹ) 70 ἑκατομμύρια προβλέπονται ἐκ συναλλαγματικῆς
929διαφορᾶς πάσης φύσεως, ἐξ ἧς 40.500.000 προέρχονται
930ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τοῦ κρατικοῦ συναλλάγμα-
931τος. Τὸ ποσὸν τοῦτο προβλεφθὲν εἰς τὸ προϋπολογισμὸν τοῦ
9321930–31, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς αὐτόν,
933καθ’ ὅσον σχετίζεται καὶ μὲ ἄλλους συναφεῖς λογαρια-
934σμούς, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκαθάρισις δὲν προβλέπεται ὅτι θὰ
935συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1930–31.
936Τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς
937συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐξ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν
938τοῦ δημοσίου εἰς ξένα νομίσματα μέχρι καὶ τοῦ ἔτους
9391926–27, οὗτινος ἡ ἐκκαθάρισις θὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ
9401931–32.
941ιʹ) Ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὸ 1931–32 τὸ ἐκ δραχ-
942μῶν 62,5 ἑκατομμυρίων ἔσοδον, ἀποτελοῦν τὴν βʹ δόσιν
943τοῦ ἀποδοτέου εἰς τὸ δημόσιον ποσοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
944Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ρυθμίσεως τῆς ὑπεραξίας
945τῶν καλυμμάτων.
946Ἀπὸ τακτικὰ ἔσοδα τῆς κατηγορίας ΙΙ προβλέπονται τὰ
947αὐτὰ περίπου ἔσοδα, προσετέθησαν δὲ μόνον τὰ ἔσοδα ἐκ
948τῆς ἐκποιήσεως διαφόρων κτημάτων τοῦ δημοσίου ὑπαγο-
949μένων εἰς τὴν διοίκησιν δημοσίων κτημάτων καὶ προε-
950βλεύθη ἐπὶ πλέον ἔσοδον ἐκ τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων τῶν
951καταβλητέων ὑπὸ τῶν ἐγκατασταθέντων εἰς ἀπαλλοτριω-
952θέντα ἀναγκαστικῶς κτήματα ἀκτημόνων καλλιεργητῶν,
953τῆς αὐξήσεως ταύτης δικαιολογουμένης ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἔτος
9541930–31 ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ ὑποχρέωσις πρὸς πληρωμὴν
955ἀποδόσεως τοῦ ἐσόδου τούτου.
956Ἐκ δανείων προβλέπονται:
957α) 100 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου διὰ τῶν ὁμολογιῶν,
958τοῦ ὁποίου πληρώνονται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν
959ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριουμένων ἀγροτικῶν κτημάτων πρὸς
960ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, καὶ β) 100 ἑκα-
961τομμύρια ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ δα-
962νείου σταθεροποιήσεως διὰ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως
963ἀλλοδαπῶν, ὧν τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν. Ἐπαναλαμ-
964βάνομεν ὅτι ἀμφότερα τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐπιδροῦν ἐπὶ
965τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον ἀντικρύζονται ὑπὸ ἴσου ποσοῦ
966ἐξόδων ἀναγραφομένων εἰς τοὺς οἰκείους προϋπολογισμούς.
9676) Ἔξοδα: Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1931–32 ἀνερχό-
968μενα ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 10.171 ἑκατομμύρια, ἀναλύ-
969ονται ἐν τῷ κατωτέρω πίνακι ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς πι-
970στώσεις τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ 1930–31.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
971 1931—1932 1930—1931
972
973Νομοθετικὰ σώματα 46.440.361 46.229.529
974Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν 5.114.729.004 5.298.922.799
975» Ἐξωτερικῶν 127.145.874 138.787.624
976» Δικαιοσύνης 218.514.083 224.153.983
977» Ἐσωτερικῶν 549.304.255 550.409.108
978» Συγκοινωνίας 692.081.208 815.792.288
979» Παιδείας 680.015.106 675.544.757
980» Ἐθν. Οἰκονομίας 109.233.534 114.574.444
981» Γεωργίας 405.454.173 363.392.247
982» Ὑγιεινῆς 196.432.403 204.437.523
983» Προνοίας 360.639.104 359.034.904
984» Στρατιωτικῶν 1.130.845.005 1.138.596.117
985» Ναυτικῶν 394.515.224 419.291.221
986» Ἀεροπορίας 146.397.254 83.721.000
987 10.171.776.58510.332.887.544
988Ἀναλυτικὴ ἐξήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
989καὶ τῶν διαφορῶν αὐτοῦ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπο-
990λογισμὸν τῶν ἐξόδων 1930–31 θέλει τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βου-
991λῆς. Ἐκ τούτων θεωροῦμεν ἀναγκαῖον ὅπως ἐξηγήσωμεν εἰς
992τὴν Βουλὴν τὰ κυριώτερα κεφάλαια τῶν ἐξόδων. Διὰ τὸ
993δημόσιον χρέος θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς πί-
994νακας ἐνδεικνύοντας τὰς ἀπὸ 30ῆς Ἰανουαρίου 1930
995μέχρι 30ῆς Σεπτεμβρίου 1930 ἐπελθούσας μεταβολὰς εἰς
996τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὰ
997δάνεια ταῦτα παρατηροῦνται μειώσεις ὀφειλόμεναι α)
998εἰς τὴν προϊοῦσαν φυσιολογικὴν ἐλάττωσιν τῶν δανείων
999ἐκ τῆς τακτικῆς ἀποσβέσεως (καὶ 6) εἰς τὴν κατὰ τὸν
1000παρελθόντα Σεπτέμβριον ὁλοσχερῆ ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου
10016% τοῦ 1915.
1002Αἱ παρατηρούμεναι αὐξήσεις ὀφείλονται: αʹ) Εἰς τὸν
1003διακανονισμὸν κατὰ τὴν συμφωνίαν τῆς Χάγης τῶν μετὰ
1004τῆς Γαλλίας ἐκ τοῦ πολέμου δοσοληψιῶν. Κατὰ τὴν συμ-
1005φωνίαν ταύτην ἀνελάβομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς δόσεις μέ-
1006χρι τοῦ 1965 φράγκα Γαλλικὰ 144 ἑκατομμύρια περίπου,
1007τῶν ὁποίων ἡ σημερινὴ ἀξία ἀποτελεῖ τὸν ἐν τῇ κατα-
1008στάσει ἀναφερόμενον ἀριθμὸν τῶν 152 ἑκατομμυρίων δραχ-
1009μῶν καὶ βʹ) Εἰς τὸ δάνειον 6% 1 ἑκατομμύριον διὰ τὰ
1010σχολικὰ κτίρια.
1011Αἱ εἰς τὰ δάνεια ταῦτα μειώσεις ὀφείλονται ἐπίσης
1012εἰς τὴν φυσιολογικὴν συνεπείᾳ τῆς τακτικῆς ἀποσβέσεως
1013ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου. Αὐξήσεις διακρίνονται εἰς αὐξή-
1014σεις ὑφισταμένων δανείων λόγῳ τῆς προϊούσης πραγματο-
1015ποιήσεως αὐτῶν καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ τῶν δανείων 8%
1016τοῦ 19 9 (ἀπαλλοτριώσεως) 6% τοῦ 1923 (Ἑλληνοβουλ-
1017γαρικῆς μεταναστεύσεως) καὶ 9% 1925 (τέκτονος) καὶ
1018εἰς αὐξήσεις ἐκ συνομολογήσεως τῶν δανείων. Τοιαῦτα δά-
1019νεια εἶναι αἱ τῶν πολεμοπαθῶν 6%, β) συμπληρωματι-
1020κὸν διὰ τὴν ὕδρευσιν ἐκ 215 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐ-
1021χορήγησε τὸ ταμεῖον παρακαταθηκῶν καὶ δανείων καὶ τὰ
1022ταχυδρομικὰ ταμιευτήρια.
1023Ἐπίσης ἐμφανίζεται ὡς αὔξησις ποσὸν 1.6(0.000
1024περίπου ὑπὸ τὸν τίτλον δάνειον 6% δήμου Πειραιῶς,
1025ἀλλὰ τὰ δάνεια ταῦτα ὑφίστανται καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ
1026προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Προνοίας, χάριν τάξεως
1027δὲ ἀναγράφονται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου
1028χρέους. Εἰς τὸ κυμαινόμενον χρέος ἀναφέρονται μειώ-
1029σεις προερχόμεναι ἀπὸ τὰς διαφόρους ἀποσβέσεις καὶ
1030αὐξήσεις, ὀφειλόμεναι εἰς τὴν συναφθεῖσαν διὰ τὴν συνέ-
1031χισιν τῶν παραγωγικῶν ἔργων προκαταβολὴν 1½ ἑκα-
1032τομμυρίων λιρῶν καὶ 7.500.000 δολλαρίων. Ἐκ τῆς ἀνα-
1033κεφαλαιώσεως τῶν διαφόρων αὐξομειώσεων ἐμφανίζει αὔξη-
1034σιν τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ
10351.740 ἑκατομμύρια τῆς δι’ ἐτησίας ὑπηρεσίας αὐτοῦ κατὰ
103688 ἑκατομμύρια.
1037Προσθέτομεν τέλος ὅτι διὰ νεωτέρας συμφωνίας μετὰ
1038τῆς sosiété Commerciale de Belqique τροποποιοῦμεν
1039τὴν μετ’ αὐτῆς γνωστὴν ἐπὶ δικτατορίας σύμβασιν καὶ
1040δὴ α) μετατίθεται κατὰ 3 ἔτη ἡ ἔκδοσις τοῦ βʹ τμή-
1041ματος τῆς αʹ σειρᾶς τοῦ δανείου καὶ οὕτω τὸ δημόσιον
1042ἀπαλλάσσεται ἑνὸς ἀσκόπου δανεισμοῦ, ὅστις θὰ ἐβάρυ-
1043νεν αὐτὸ μὲ τόκον 350 χιλιάδων δολλαρίων καὶ πλέον
1044β) μειοῦται ὁ ἀρχικὸς τόκος τοῦ ὑπολοίπου τοῦ αʹ τμή-
1045ματος τῆς αʹ σειρᾶς ἀπὸ 8% εἰς 7%, γ) τὸ βʹ τμῆμα
1046τῆς αʹ σειρᾶς, ὅπερ κατὰ τὴν σύμβασιν ἔδει νὰ ἐξοφλη-
1047θῇ ἐντὸς 10 ἐτῶν μὲ τόκον 8% θὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς
104825 ἐτῶν μὲ τόκον 7%, δ) αἱ κρατήσεις ἐκ
1049τῶν τόκων αἵτινες παρέμενον κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν
1050εἰς τὴν Βελγικὴν Τράπεζαν ἀποδίδονται εἰς τὸ δημόσιον
1051καὶ ε) συμφωνεῖται ὅτι ἐὰν τὰ ἔργα ἀπαιτήσουν περαι-
1052τέρω δαπάνην ἴσην πρὸς τοὺς ἐπιστρεφομένους τόκους
1053προκαταβληθησόμενον διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐργολαβικὸν
1054κέρδος ἔσεται 10% ἀντὶ τοῦ συνομολογημένου 12%
1055καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα μέχρι 11.63% ἀντὶ τῶν συνομο-
1056λογημένων 17%.
1057Διὰ τὴν τροποποίησιν ἐπέρχεται οὐσιώδης βελτίωσις
1058εἰς τὴν ἐπαχθῆ ταύτην σύμβασιν. Συντάξεις— Κατὰ τὸ
1059ἔτος 1931–32 αἱ πιστώσεις διὰ πληρωμὴν συντάξεων
1060ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 657.5 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν
1061238 ἑκατομμύρια διὰ συντάξεις θυμάτων πολέμου. Ἔναντι
1062τούτων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1930–31 ἀναγράφει πιστώ-
1063σεις ἐκ δραχμῶν 620 ἑκατομμυρίων ἐξ ὧν διὰ θύματα
1064πολέμου 223 ἑκατομμύρια.
1065Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1931–32 παρου-
1066σιάζει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 37.5 ἑκατομμυ-
1067ρίων, ὀφειλομένην εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συνταξιούχων
1068ἐκ τοῦ λόγου κυρίως τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας
1069πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων ἀναγνωρίσεως δικαιώματος συν-
1070τάξεως εἰς θύματα πολέμου καὶ ἐξαφανισθέντας ἐν Μι-
1071κρᾷ Ἀσίᾳ.
1072Δημοσία ἀσφάλεια —. Ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογι-
1073σμῷ τοῦ 1931–32 πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 440 ἑκατομ-
1074μυρίων ἐξ ὧν 337 ἑκατομμύρια διὰ τὴν χωροφυλακὴν
1075καὶ δραχμαὶ 102 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀστυνομίαν πό-
1076λεων. Ἐν σχέσει μὲ τὰς πιστώσεις τοῦ 1930–31 οὐ-
1077δεμία ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῷ συνόλῳ παρουσιά-
1078ζεται διαφορά.
1079Δημόσια ἔργα —. Διὰ τὰ δημόσια ἔργα μετὰ τοῦ προ-
1080σωπικοῦ αὐτῶν ἀναγράφονται αἱ αὐταὶ περίπου πιστώ-
1081σεις μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1930–31. Λυπούμεθα ἀλη-
1082θῶς, διότι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων
1083δὲν ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω ἐνίσχυσιν τοῦ προϋπολογι-
1084σμοῦ τῶν δημοσίων ἔργων.
1085Ἐκπαίδευσις.—Δι’ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι δημοτι-
1086κήν, μέσην, ἀνωτέραν καὶ ἐπαγγελματικήν, ἀναγράφον-
1087ται κατὰ τὸ 1931–32 πιστώσεις 681 ἑκατομμυρίων ἔναν-
1088τι 674 τοῦ 1930–31. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀπορροφᾶ-
1089ται κυρίως ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
1090Δημοσία ὑγεία. — Διὰ τὰς δαπάνας δημοσίας ὑγείας ἀνα-
1091γράφονται ἐν συνόλῳ πιστώσεις αἱ αὐταὶ περίπου πρὸς τὰς
1092τοῦ 1930–31, τῶν ἀπαιτουμένων ἐπὶ πλέον πιστώσεων
1093ἐξοικονομηθεισῶν διὰ περικοπῆς ἑτέρων δαπανῶν, αἵτινες
1094κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου ἐπεδέχοντο τὴν
1095τοιαύτην τροποποίησιν.
1096Πολεμικὸν ὑλικόν —. Διὰ τὴν προμήθειαν ἐκτάκτου
1097ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
10981931–32 ἀναγράφει πιστώσεις διὰ μὲν τὸ ὑπουργεῖον τῶν
1099Στρατιωτικῶν δραχμὰς 54 ἑκατομμύρια, ὅπως καὶ κατὰ
1100τὸ 1930–31, διὰ δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 50
1101ἑκατομμύρια πρὸς κάλυψιν ἀνειλημμένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώ-
1102σεων. Παραλλήλως ὅμως διετέθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν
1103πλεονασμάτων 150 ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν στρα-
1104τώνων καὶ νοσοκομείων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 216 ἑκα-
1105τομμύρια διὰ πληρωμὴν μέρους τῆς ἀξίας τῶν παραγ-
1106γελθέντων τεσσάρων ἀντιτορπιλλικῶν καὶ 20 ἑκατομμύ-
1107ρια διὰ κατασκευὴν ναυτικῶν κτιρίων.
1108Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἀεροπορίας διατίθενται κατὰ
1109τὸ 1931–32 πιστώσεις 146 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 25 ἑκα-
1110τομμύρια διὰ προμήθειαν ἀεροπλάνων, τῶν ὑπολοίπων
1111πιστώσεων διατιθεμένων διὰ τὰς συνήθεις τακτικὰς ἀνάγ-
1112κας τοῦ ὑπουργείου τούτου.
1113Ὑπουργεῖον Προνοίας: Αἱ πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου
1114τούτου, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν συντάξεις, ἀνέρχονται εἰς
1115δραχμὰς 116 ἑκατομμύρια ἔναντι 134 ἑκατομμυρίων τοῦ
11161930–31, εἰδικῶς δὲ αἱ πιστώσεις διὰ τὴν στέγασιν
1117τῶν προσφύγων ἀνέρχονται εἰς 45 ἑκατομμύρια ἔναντι
111850 ἑκατομμυρίων τοῦ 1930–31. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ
1119Κυβέρνησις παρ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν δὲν
1120δύναται νὰ διαθέσῃ τι πλέον διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύ-
1121γων, λόγῳ τοῦ στενοῦ περιθωρίου τοῦ προϋπολογισμοῦ
1122τῶν ἐσόδων, ἐλπίζει δὲ ὅτι διακανονιζομένης λίαν προ-
1123σεχῶς τῆς εἰσπράξεως τῶν χρεῶν τῶν προσφύγων
1124θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ταύτας διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς
1125ἀποκαταστάσεως αὐτῶν.
1126Ποσοστὸν δαπανῶν: Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων
1127τοῦ 1931–32 ἐξεταζόμενος ὡς πρὸς τὴν ἀναλο-
1128γίαν ἣν παρουσιάζουν αἱ διάφοροι δαπάναι ἐν σχέσει
1129πρὸς τὰ ἔσοδα ἐμφανίζει τὴν κάτωθι εἰκόνα. Ἔσοδα
1130μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἀπαλλο-
1131τριώσεως καὶ ἐκ τοῦ δανείου σταθεροποιήσεως τοῦ προ-
1132βλεπομένου ποσοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζημιώσεων
1133εἰς ἀλλοδαποὺς ὑπηκόους λόγῳ ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτη-
1134μάτων των (10.178–200) δρ. 9.978 ἑκατομμύρια.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1135Ἔξοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
1136ἐκ τῶν ἀνωτέρω δανείων
1137πληρωθησομένων δαπανῶν
1138( 0.173—200) δρ. 9.978 ἑκ.
1139Τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων συγκρινόμενον πρὸς τὸ σύνο-
1140λον τῶν ἐσόδων μᾶς δίδει τὰ κάτωθι κατὰ δαπάνην πο-
1141σοστά:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1142Τόκοι δημοσίου χρέους 18.30%
1143Τακτικὰ χρεωλύσια 8 %
1144Διάφορα ἄλλα ἔξοδα καὶ ὑποχρεώ-
1145σεις δημοσίου χρέους 0.54%
1146Ἔκτακτοι ἀποσβέσεις 4.11%
1147Συμπλήρωσις ὑπηρεσίας δανείου
1148ἀνταλλαξίμων 3.81%
1149Συνδρομὴ εἰς Σ.Ε.Κ. 1.80%
1150Συντάξεις 6.62%
1151Τακτικαὶ δαπάναι στρατοῦ 9.60%
1152» » ναυτικοῦ 3.32%
1153» » Ἀεροπορίας 1.21%
1154Ἔκτακτοι προμήθειαι στρατοῦ 1.54%
1155» » ναυτικοῦ 0.56%
1156» » Ἀεροπορίας 0.25%
1157 16.54%
1158Δημοσία ἀσφάλεια 4.41%
1159» ὑγεία 2 %
1160Δημόσια ἔργα 3.14%
1161Ἐκπαίδευσις ἐν γένει 6.85%
1162Μογοπώλια 1.45%
1163Τ.Τ.Τ. 3.24%
1164Περίθαλψις καὶ ἐγκατάστασις προ-
1165σφύγων ἀστικὴ καὶ ἀγροτικὴ 0.60%
1166Ἀποθεματικὸν 4.71%
1167Δαπάναι λοιπῆς διοικήσεως 13.88%
1168 100 — %
1169Πρὶν ἢ τερματίσωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
11701931–32 ἐξέτασιν ἡμῶν, κρίνομεν ἐπάναγκες νὰ ἐπιστήσω-
1171μεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου,
1172σχέσιν ἔχοντος μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ
1173σημεῖον τοῦτο ἀφορᾶ τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥ-
1174τις διεσπάσθη κατὰ παράβασιν πάσης ὑγιοῦς ἐπιστημονικῆς
1175ἀρχῆς διὰ τῆς πληθύος τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν τα-
1176μείων. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἡ λειτουργεία
1177εἰδικῶν ταμείων ἐξυπηρετούντων τοπικοὺς σκοπούς, ὅπου,
1178ἐννοεῖται, οἱ τοπικοὶ οὗτοι σκοποὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυ-
1179πηρετηθοῦν διὰ τῆς κοινότητος καὶ τῶν δήμων· ἀλλ’ ἡ δια-
1180τήρησις εἰδικῶν ταμείων πρὸς θεραπείαν γενικῶν τοῦ
1181Κράτους σκοπῶν ἀποβαίνει οὐ μόνον ἀντιεπιστημονικὴ, ἀλ-
1182λὰ καὶ οὐχὶ ἀπαραίτητος διὰ τὰ πλείονα ἐξ αὐτῶν. Ἡ
1183Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα τὸ ἄτοπον τοῦτο ὑπέβαλε διὰ
1184τοῦ προέδρου αὐτῆς σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ἤδη κα-
1185τέστη νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ
1186διὰ διαταγμάτων κατάργησις, συγχώνευσις ἢ τροποποίη-
1187σις τῶν λειτουργούντων εἰδικῶν ταμείων ἢ αὐτονόμων ὀρ-
1188γανισμῶν.
1189Ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν
1190εἶναι σχεδὸν ἑτοίμη, ἐλπίζω δὲ ὅτι λίαν συντόμως θὰ τε-
1191θῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος καταργουμένων τῶν εἰδικῶν τα-
1192μείων τῆς τελευταίας ὡς ἐλέχθη κατηγορίας, πλὴν εὐαρίθ-
1193μων ἐκ τούτων ὧν ἡ διατήρησις κρίνεται σκόπιμος ἐπὶ
1194τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ πρωτο-
1195κόλλου τῆς Γενεύης προβλεπομένη συγκέντρωσις τῶν κε-
1196φαλαίων τοῦ δημοσίου παρὰ τῷ Ἐκδοτικῷ Καταστήματι,
1197ἡ τόσον ἐπωφελὴς οὐ μόνον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς νο-
1198μισματικῆς καὶ πιστωτικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας ἀλλὰ
1199καὶ δι’ αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅπερ δύναται νὰ κινῇ
1200εὐχερέστερον τὰς διαθεσιμότητας αὐτοῦ καὶ νὰ γνωρίζῃ
1201εἰς πᾶσαν στιγμὴν ταύτας, ἐτέθη ἤδη εἰς ἐφαρμογὴν μετ’
1202ἐπιτυχίας εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα εἰς τὴν ἕδραν τῶν ὁποίων
1203λειτουργεῖ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
1204Ἤδη μελετᾶται ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης ἡ ἐπέ-
1205κτασις τοῦ ἀνωτέρω μέτρου εἰς ὅλα τὰ δημόσια ταμεῖα, ἐν
1206συνδυσμῷ μὲ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν ταμείων τοῦ Κρά-
1207τους, ἐλπίζεται δὲ ὅτι αὕτη θὰ ἐπιτευχθῇ λίαν προσεχῶς
1208ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης δαπάνης καὶ πιθανῶς καὶ ἐπὶ
1209ἐλαττώσει τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου.
1210Ἐν τῇ φορολογικῇ πολιτικῇ, κ. βουλευταί, ἀκολουθοῦ-
1211μεν καὶ ἐφέτος τὰς ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρού-
1212σης Κυβερνήσεως χαραχθείσας κατευθύνσεις διὰ τῶν ὁ-
1213ποίων, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ἐπεδιώξαμεν α) τὴν ταχεῖαν
1214καὶ ἐπιεικῆ ἐκκαθάρισιν τοῦ πεδίου τῆς ἀμέσου φορολο-
1215γίας, β) τὴν ὁμαλωτέραν καὶ δικαιωτέραν βεβαίωσιν τῶν
1216τρεχόντων φόρων, γ) τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς κειμέ-
1217νης φορολογίας καὶ δ) τὴν βαθμιαίαν μείωσιν τῶν μεγά-
1218λων συντελεστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ Κυβέρνησις
1219θεωρεῖ ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς
1220ταύτης εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιητικά, ὡς δύναται νὰ κα-
1221ταδειχθῇ ἀπὸ μίαν σύντομον τῶν γενομένων ἀνασκόπησιν.
1222Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν διὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ἐκ-
1223κρεμοτήτων τοῦ παρελθόντος ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ εἶναι
1224γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ παρελθόντος
1225προϋπολογισμοῦ. Ἐπιθυμῶ μόνον σήμερον νὰ πληροφορή-
1226σω τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα ἐπέφερον τὸ ἐπιδιωκό-
1227μενον ἀποτέλεσμα, ἡ δ’ ἐκκαθάρισις τοῦ πεδίου τῆς ἀμέσου
1228φορολογίας ἀπὸ τὰς πολυετεῖς ἐκκρεμότητας τοῦ παρελ-
1229θόντος συνεπληρώθη σχεδὸν τελείως. Ἂν ἀπομένουν ἐλά-
1230χισταί τινες ὑποθέσεις, θὰ ἐκκαθαρισθοῦν καὶ αὐταὶ ἐντὸς
1231τῶν προσεχῶν ἡμερῶν καὶ τὸ βραδύτερον μέχρι τέλους τοῦ
1232τρέχοντος μηνὸς ὁπότε συμπληροῦται ὁ εἰδικῶς πρὸς τοῦτο
1233συντμηθεὶς χρόνος τῆς παραγραφῆς.
1234Τοιουτοτρόπως ἀπαλλάσσεται μὲν ἡ φοροτεχνικὴ ὑπη-
1235ρεσία ἀπὸ τὰς χειροπέδας τοῦ παρελθόντος καὶ ἐπιδίδε-
1236ται εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτῆς προορισμὸν τῆς παρακολουθήσεως
1237τῶν τρεχόντων φόρων, αἴρεται δὲ πᾶσα εὔλογος ἀφορμὴ
1238παραπόνων τῶν ὀφειλετῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν μικρότε-
1239ροι ἔτυχον καὶ πλήρους ἀποσβέσεως ὅλοι δὲ γενικῶς ἐπιει-
1240κοῦς βεβαιώσεως σημαντικῶν ἐκπτώσεων καὶ πληρωμῆς
1241τῶν ὀφειλομένων κατὰ δόσεις εἰς πλείονα ἔτη κατανεμη-
1242θείσας.
1243Διὰ τὴν ὁμαλωτέραν καὶ δικαιοτέραν βεβαίωσιν ἐν τῇ
1244ἀμέσῳ φορολογίᾳ ἐθεωρήσαμεν, κ. βουλευταί, ἀπαραίτη-
1245τον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταβολὴν τῶν σχέσεων φοροτεχνι-
1246κῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν φορολογουμένων, διότι ἡ ἐν τῷ πα-
1247ρελθόντι δημιουργηθεῖσα κατάστασις δὲν ἐπετρέπετο νὰ πα-
1248ραταθῇ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ διαφόρους λόγους, ἡ ἀνά-
1249πτυξις τῶν ὁποίων δὲν ἔχει σήμερον χρησιμότητα, αἱ σχέ-
1250σεις μεταξὺ φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας καὶ φορολογουμένων
1251πολιτῶν δὲν ἦσαν καθόλου ἁρμονικαί. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴ-
1252πωμεν ὅτι ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ἦσαν ἀποκλειστικῶς
1253οἱ φορολογούμενοι. Τοὐναντίον ἡ εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει νὰ
1254παραδεχθῶμεν ὅτι ἀρκετὸν μέρος τῆς εὐθύνης ἐβάρυνεν
1255ὑπαλλήλους τινὰς οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς τακτικῆς των εἰς πολ-
1256λὰς περιπιώσεις ἐδημιούργουν μεταξὺ Κράτους καὶ φορο-
1257λογουμένου εἶδος τι πείσμονος ἀντιδικίας, ἡ ὁποία χωρὶς
1258νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ οὐδὲ τῶν ταμειακῶν συμφερόντων
1259τοῦ δημοσίου ἔτεινε νὰ καταστήσῃ τὴν ἄμεσον φορολογίαν
1260αὐτόχρημα μισητήν, ἐπροκάλει δὲ συχνὰ σωρείαν παραπό-
1261νων, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν ἀδικαιολόγητα.
1262Πεπεισμένοι ὅτι σπουδαίως θὰ συνέβαλλεν εἰς μεταβολὴν
1263τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἡ καθιέρωσις μιᾶς φιλι-
1264κῆς ἢ καλοπίστου συνεννοήσεως μεταξὺ ἐφόρου καὶ φορολο-
1265γουμένου, εἰσηγήθημεν τὸν νόμον περὶ διαδικασίας βεβαιώ-
1266σεως, ταυτοχρόνως δὲ δι’ ἑρμηνευτικῶν ἐγκυκλίων καὶ διατα-
1267γῶν ἐπεδιώξαμεν νὰ ἐγκολπωθῇ ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία
1268τὸν ἀληθῆ προορισμόν της καὶ τὰ πλεονεκτήματα μιᾶς
1269τοιαύτης συνεννοήσεως μὲ τὸν φορολογούμενον. Δυνάμεθα
1270δὲ σήμερον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ συνεννόησις αὕτη ἀποδίδει πλεί-
1271στους καρπούς. Ἐπιχειρουμένη εἰς πᾶσαν μὲν στάσιν τῆς
1272διαδικασίας, κυρίως ὅμως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐνδίκων
1273μέσων, συμβιβάζει διχογνωμίας ὀφειλομένας εἰς ἀτελείας
1274τῶν δηλώσεων τῶν φορολογουμένων ἢ εἰς ἐσφαλμένας πλη-
1275ροφορίας τοῦ ἐφόρου ἢ εἰς διαφορὰν ἀντιλήψεων, ἀμβλύνει
1276τὰς ἀκρότητας, περιορίζει τὸ πεδίον τῶν ἀντιρρήσεων, ἐν-
1277στάσεων ἢ ἀμφισβητήσεων, ἄγουσα δὲ πλειστάκις εἰς συμ-
1278φωνίαν ἐφόρου καὶ φορολογουμένου ἐπισπεύδει μὲν τὴν βε-
1279βαίωσιν καὶ συνεπιφέρει καὶ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τοῦ φό-
1280ρου, ἀπαλλάσσει δὲ τὸν φορολογούμενον τῶν ἀποσχολήσεων καὶ
1281τῶν δαπανῶν τῆς περαιτέρω διαδικασίας. Ὡς χαρακτηρι-
1282στικὸν παράδειγμα τῆς νέας καταστάσεως ἀναφέρω τὴν πο-
1283ρείαν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος.
1284Ἐπὶ προϋπολογιζομένου φόρου 180 ἑκατομμυρίων τὰ 150
1285ἑκατομμύρια, ἤτοι τὰ ⅘ περίπου, ἐπεβεβαιώθησαν μέχρι
1286τέλους Σεπτεμβρίου καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἐκδίκασις τῶν εὐα-
1287ρίθμων ἄλλωστε ἐνστάσεων.
1288Ἐν γένει δὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι νέον πνεῦμα ἐπι-
1289κρατεῖ πλέον εἰς τὰς σχέσεις φορολογουμένων καὶ φοροτεχ-
1290νικῶν ὀργάνων· καὶ ἂν δὲ δὲν ἐξέλειπον ἀκόμη τελείως, ἠ-
1291ραιώθησαν ὅμως εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ τὰ κρούσματα στενῆς
1292ἀντιλήψεως τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ δίκαια πα-
1293ράπονα τῶν πολιτῶν. Τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῶν κειμέ-
1294νων φόρων δὲν ἐπαύσαμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν, κ. βουλευταί,
1295τόσον ἐν τῇ ἀμέσῳ ὅσον καὶ ἐν τῇ ἐμμέσῳ φορολογίᾳ, οὐ
1296μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἀλλὰ καὶ χάριν στοι-
1297χειώδους δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος.
1298Εἶναι γνωστὴ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν δυσφορία τῆς κοι-
1299νῆς γνώμης, διότι οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὴν ἄμεσον φορολο-
1300γίαν εἶχον διαιρεθῆ εἰς δύο κατηγορίας εἰς τοὺς ἐκπληροῦν-
1301τας δηλαδὴ εὐσυνειδήτως τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις
1302καὶ εἰς τοὺς ἐπιτηδείους οἱ ὁποῖοι χαλαρὰν ἔχοντες τὴν συ-
1303νείδησιν τῶν καθηκόντων των κατώρθωναν νὰ ἐξασφαλίζουν
1304δι’ ἑαυτοὺς ὁλικὴν ἢ μερικὴν ἀσυδοσίαν. Ἡ δημιουργηθεῖ-
1305σα κατάστασις ἦτο ἀσυμβίβαστος πρὸς στοιχειῶδες αἴσθημα
1306ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε καὶ τὴν
1307συνταγματικὴν διάταξιν περὶ τῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων
1308ἑκάστου εἰσφορᾶς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀντέκειτο
1309δὲ καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς τὰ συμφέ-
1310ροντα τῶν φορολογουμένων τοὺς ὁποίους ἐπεβάρυνεν οὐσιαστι-
1311κῶς, διότι ἠμπόδιζε τὴν ἐλάττωσιν τῶν μεγάλων συντελε-
1312στῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἀλλὰ πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν
1313διαφευγόντων τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις παρίσταται
1314ἀνάγκη οὐ μόνον νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ ἐν τῷ ἐφοριακῷ
1315κλάδῳ, οὐ μόνον νὰ τονωθῇ ἡ δραστηριότης καὶ ὁ ζῆλος τῶν
1316ἐφοριακῶν ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ταῦτα τοῦ
1317φόρτου τῶν παλαιῶν ὑποθέσεων. Εὐθὺς ὡς ταῦτα ἐπετεύ-
1318χθησαν, ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία μετὰ ζήλου ἐπιδοθεῖσα
1319εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν τρεχόντων φόρων κατώρθωσε οὐ μό-
1320νον νὰ εὑρίσκεται εἰς ἐνημερότητα ἀπαραίτητον διὰ τὴν
1321καλὴν λειτουργίαν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐ-
1322πεκτείνῃ τὴν φορολογητέαν ὕλην ἀνακαλύψασα πολλοὺς ἐκ
1323τῶν κατορθωσάντων ἐν τῷ παρελθόντι ν’ ἀποφεύγουν τὴν φο-
1324ρολογικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσ-
1325παθείας ταύτης καταφαίνονται καλλίτερον ἂν ρίψωμεν ἓν
1326βλέμμα εἰς τὴν προϊοῦσαν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων. Ἀ-
1327ξιοσημείωτον εἶναι ὅτι αἱ βεβαιώσεις βαίνουν αὐξανόμεναι
1328καὶ ἐκάλυψαν σχεδὸν ὅλην τὴν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν ποσο-
1329στῶν διαφοράν, ἰδίως ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ βεβαιώσεις
1330πλέον ἀντιπροσωπεύουν ἀποκλειστικῶς σχεδὸν τρέχοντας
1331φόρους ἐλαχίστους δὲ παλαιούς, ἐνῷ εἰς τὰ προηγούμενα
1332ἔτη περιελαμβάνοντο ἐν τῇ βεβαιώσει περισσότεροι παρελ-
1333θόντων ἐτῶν. Καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῇ
1334ὅτι ὅλοι οἱ διαφεύγοντες ἀνευρέθησαν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τοὺς
1335ὀλίγους ἀκόμη διαφεύγοντας δὲν θὰ βραδύνῃ ν’ ἀνακαλύψῃ
1336ἡ ἐφοριακὴ ὑπηρεσία.
1337Κατορθοῦται οὕτω ὥστε ἡ ἄμεσος φορολογία καὶ μὲ ἠ-
1338λαττωμένα ποσοστὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ οὐχὶ μόνον σοβαρὰν ἀλλὰ
1339καὶ σταθερὰν πλέον ἀπόδοσιν. Μεταξὺ τῶν μέτρων διὰ τὴν
1340καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς ἐμμέσου φορολογίας τὴν πρώτην
1341θέσιν κατέχει ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον
1342ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οὐ μόνον ἐφαλκίδευεν ἀνηλεῶς τοὺς
1343δασμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἀπετέλει ἀθέμιτον καὶ ἐπικίνδυνον συ-
1344ναγωνισμὸν κατὰ τοῦ τιμίου ἐμπόρου. Τὴν καταδίωξιν ταύτην
1345ἐξακολουθοῦμεν συντόνως διὰ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
1346ἱδρυθείσης εἰδικῆς ὑπηρεσίας τὰ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποτελέ-
1347σματα πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἱκανοποιητικά. Ἐντὸς 6 μη-
1348νῶν ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἐπιδοθεῖσα παραλλήλως καὶ εἰς
1349τὴν καταδίωξιν τῶν ἁλιευόντων διὰ δυναμίτιδος συνέλαβε
135020 ἱστιοφόρα καὶ πετρελαιοκίνητα, 9 λέμβους καὶ δύο
1351βενζινακάτους μεταφερούσας λαθρεμπόρευμα, κατέσχε δὲ 53
1352ἄλλα πλοιάρια καὶ λέμβους ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, συλ-
1353λαβοῦσα καὶ τοὺς ἐπιβαίνοντας αὐτῶν ὑπερεκατὸν ἁλιεῖς.
1354Τὰ κατασχεθέντα λαθρεμπορεύματα ἀντιπροσωπεύουν δα-
1355σμὸν ὑπερδιακοσίων ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὸ
1356λαθρεμπόρευμα τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς ἠμπόδισε τὴν ἀποβίβα-
1357σιν εἰς τὴν χώραν, ἐὰν προσθέσωμεν τὴν ἀνακάλυψιν καὶ κα-
1358τάσχεσιν 120 μηχανημάτων καπνοῦ, ἡ λειτουργία τῶν ὁποί-
1359ων θὰ ἐζημίου τὸ δημόσιον ὑπερεκατὸν χιλιάδας δραχμάς, ἡ-
1360μερησίως, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ὑπηρεσία
1361αὕτη διέσωσεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀρκετὰς ἑκατοντάδας ἑκα-
1362τομμυρίων ἐκ δασμῶν καὶ φόρων καταναλώσεως. Ἐννοεῖται
1363ὅτι τὴν καταδίωξιν ταύτην τοῦ λαθρεμπορίου θὰ ἐξακο-
1364λουθήσωμεν συντονωτέραν ὀργανοῦντες αὐτὴν συστηματι-
1365κώτερον καὶ κατὰ τὰ διδάγματα τῆς μέχρι τοῦδε
1366πείρας.
1367Πρὸς τὴν καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῶν δασμῶν συναφὴς εἶ-
1368ναι ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος τῶν ἀποταμιεύσεων, περὶ τῶν
1369ὁποίων ὡμίλησα καὶ προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς εἶναι
1370γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ ἱκανῶν ἐτῶν τὸ ὑπουργεῖον
1371Οἰκονομικῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον εἰς
1372τμηματικὴν καταβολὴν τῶν δασμῶν, μὴ διαθέτον δὲ ἐπαρ-
1373κεῖς δημοσίας ἀποθήκας, ἐπέτρεψεν εἰς διαφόρους ἐμπόρους
1374νὰ ἀποθηκεύσουν εἰς ἰδικάς των ἀποθήκας εἴδη τοῦ εἰσα-
1375γωγικοῦ ἐμπορίου τῶν ὁποίων τὸν δασμὸν ὤφειλον νὰ κατα-
1376βάλλουν τμηματικῶς ἐπὶ τῇ ἑκάστοτε ἀναλήψει τοῦ ἐμπο-
1377ρεύματος πρὸς ἀνάλωσιν. Πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου
1378ἐδίδετο ἐγγύησις ἑνὸς ἢ δύο ἄλλων ἐμπόρων, ὑπεχρεοῦ-
1379το δὲ ὁ ἀποταμιευτὴς νὰ ἔχῃ χωριστὴν ἀποθήκην μὲ δύο
1380ἀνομοίας κλεῖδας, τὴν ἑτέραν τῶν ὁποίων ἐκράτει ἡ τελω-
1381νειακὴ ὑπηρεσία ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύεται κατὰ τὴν ἐκ
1382τῆς ἀποθήκης τμηματικὴν ἀνάληψιν τῶν ἐμπορευμάτων.
1383Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν ἦτο βεβαίως ἄ-
1384μοιρος κινδύνων, δοθέντος ὅτι ὁ ἀποταμιευτὴς ἔμπορος ἠδύ-
1385νατο νὰ προμηθευθῇ, ἄν ἤθελε, καὶ δευτέραν κλεῖδα ὁμοίαν
1386ἐκείνης τὴν ὁποίαν παρέδιδε πρὸς τὴν τελωνειακὴν ἀρχήν.
1387Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο, ὅταν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίᾳ
1388τοῦ πληθωρισμοῦ ἐνετάθη ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐδημιουργήθη-
1389σαν πολλαὶ ἑκατοντάδες ἀποθηκῶν ἰδιωτικῶν τῶν ὁποίων
1390ὁ τακτικὸς ἔλεγχος ἦτο ἀδύνατος, ἀντὶ νὰ ληφθοῦν πλείονες
1391ἐγγυήσεις οὐσιαστικῶς ἐξέλιπε καὶ ἡ ὑπάρχουσα ἀνεπαρκὴς
1392τοιαύτη. Διότι πρὸς εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου οὐ μόνον διετάχθη
1393ἡ ὑπηρεσία νὰ μὴ τηρῇ χωριστὴν κλεῖδα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπο-
1394χῆς τῆς δικτατορίας, κατηργήθη καὶ ἡ χωριστὴ ἀποθήκη
1395καὶ ἐπετράπη εἰς τοὺς ἐμπόρους νὰ ἀποταμιεύουν εἰς αὐτὰ
1396τὰ καταστήματά των διὰ μιᾶς διαταγῆς ἡ ὁποία ἵδρυε πλα-
1397σματικὰς χωριστὰς ἀποθήκας, ἤτοι ἀποθήκας ἐντὸς τῶν ἰδίων
1398καταστημάτων διὰ χωρίσματος. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους
1399οὐδεὶς πλέον ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἰδιωτικῆς ἀποταμι-
1400εύσεως σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸ ἐμπόριον τμημα-
1401τικὴν παραλαβὴν τοῦ ἐμπορεύματος ἐπὶ τμηματικῇ κατα-
1402βολῇ τοῦ δασμοῦ.
1403Ἡ ἀποταμίευσις μετετρέπετο κατ’ οὐσίαν εἰς καταπί-
1404στωσιν τοῦ δασμοῦ παρὰ τοῦ ἐμπόρου, ὁ ὁποῖος πολλάκις
1405μόνον εἰς τὴν συνείδησίν του εἶχε νὰ δώσῃ λόγον ἄν, δο-
1406λιευόμενος τὸ δημόσιον, διέθετεν εἰς κατανάλωσιν ἐμπορεύμα-
1407τα ἄνευ καταβολῆς τοῦ δασμοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον
1408ὅσον ὁ πλήρης ἔλεγχος ἦτο αὐτόχρημα δυσκολώ-
1409τατος ἢ μᾶλλον ἀδύνατος οὐ μόνον διὰ τὸν μέγαν
1410ἀριθμὸν τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν καὶ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀ-
1411παιτουμένου εἰδικοῦ πολυαρίθμου προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ
1412διότι πολλάκις δύσκολον ἦτο καὶ μετὰ τὸν τυχὸν γινόμενον
1413ἔλεγχον ν’ ἀποδειχθῇ ἡ καταδολίευσις ἐφ’ ὅσον ὁ ἔμπο-
1414ρος εἶχεν ἤδη ἐν τῷ καταστήματί του ἐμπορεύματα ἐκ-
1415τελωνισμένα ἀναγκαῖα διὰ τὴν κίνησιν τοῦ καταστήματός
1416του, τὰ ὁποῖα ὅμως ἠδύνατο νὰ ἐμφανίζῃ ὡς ἀνήκοντα εἰς
1417τὴν βαρύνουσαν αὐτὸν ἀποταμίευσιν. Ὑπὸ τοιαύτας συν-
1418θήκας δὲν εἶναι βεβαίως παράδοξον ἂν ἐγένετο ἄνευ καταβο-
1419λῆς δασμοῦ ἀναλώσεως ἐμπορευμάτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον
1420δῆθεν ἀποταμιευομένων.
1421Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη εἶχε δημιουργηθῆ πραγματικὴ κα-
1422τάστασις, ὁ κείμενος νόμος—νομοθετικὸν διάταγμα Ὀκτω-
1423βρίου 1929—ἐπέβαλλεν ποινὴν βαρεῖαν διὰ πᾶσαν ἔλλει-
1424ψιν ἐμπορεύματος ἐξ ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν ἄν μὴ κατεβάλ-
1425λετο ἀμέσως ὁ δασμός. Ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου
1426τούτου θὰ συνεπήγετο τὴν εἰς ποινὴν κακουργήματος καταδί-
1427κην μεγάλου ἀριθμοῦ ἐμπόρων, οἵτινες ὅσον καὶ ἂν ἔπταισαν,
1428εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ἡ τακτικὴ τοῦ δη-
1429μοσίου ἐμπιστευομένου εἰς τὴν καλήν των πίστιν τὴν πρὸ τῆς
1430ἀναλώσεως καταβολὴν τοῦ δασμοῦ ἀπετέλει πειρασμὸν ἰσχυ-
1431ρότατον καὶ δὴ ἐν ἡμέραις στενότητος πιστώσεων. Ἐξ ἄλλου
1432πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν
1433δὲν ἐσκόπουν βεβαίως νὰ καταχρασθοῦν τὸν δασμὸν,
1434ἀλλ’ ἔχοντες ν’ ἀντιμετωπίσουν ἄλλας ὑποχρεώσεις ἐπρο-
1435τίμησαν νὰ ἱκανοποιήσουν ταύτας, ἀναβάλλοντες τὴν κα-
1436ταβολὴν τοῦ δασμοῦ εἰς καλλιτέρας ἡμέρας. Διὰ πολ-
1437λοὺς ὅμως ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπῆλθον αἱ καλλίτεραι ἡμέραι
1438καὶ οὕτω ἀπεδείχθησαν ἐλλειμματίαι ἀδυνατοῦντες πλέον
1439νὰ καταβάλουν τὸν δασμὸν κατὰ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐντεῦ-
1440θεν ἐδημιουργήθη καὶ ζήτημα ἐγγυητῶν καλουμένων νὰ
1441καταβάλουν δασμοὺς ἐλλειμματιῶν ἐμπόρων ἐν προσωρι-
1442νῇ ἢ ὁριστικῇ ἀδυναμίᾳ εὑρισκομένων.
1443Πρόδηλον δ’ ὅτι ἂν διὰ τοὺς ἐλλειμματίας ἐμπόρους ὑ-
1444πάρχῃ ἐλαφρυντικόν, διὰ τοὺς ἐγγυητὰς ἦτο ἐνδεδειγμέ-
1445νη ἡ ἐπιείκεια, διότι εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἠδύναν-
1446το οὗτοι νὰ προβάλουν τὸ βάσιμον παράπονον, ὅτι τὸ
1447ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἐκαλοῦντο νὰ πληρώσουν δὲν θὰ ὑπῆρ-
1448χεν ἴσως ἢ θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐὰν διενηργῆτο τακτικὸς ἔ-
1449λεγχος ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου.
1450Ὑπὸ τῶν σκέψεων τούτων ἐμφορούμενοι εἰσηγήθημεν
1451εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὁποία καὶ ἐψήφισε δύο ἐπιεικεῖς διατά-
1452ξεις, τὴν μίαν ὑπὲρ τῶν ἐλλειμματιῶν ἐμπόρων, ὁρίζουσαν
1453ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ὁ ἔμπορος
1454καταβάλλων ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τὸν δα-
1455σμὸν δὲν καταδιώκεται ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ ἀλλ’ ὑποβάλλε-
1456ται εἰς πρόστιμον, τὴν δ’ ἑτέραν ὑπὲρ τῶν ἐγγυητῶν ἐπι-
1457τρέπουσαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίζῃ τὴν
1458εἰς μηνιαίας δόσεις ἐκ μέρους τοῦ ἐγγυητοῦ καταβολὴν τοῦ
1459ὀφειλομένου δασμοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τῶν ἐλλειμματιῶν,
1460οἵτινες καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 48 ὡρῶν δὲν ἤθελον
1461καταβάλῃ τὸν δασμόν, ἐφαρμόζονται αἱ ποινικαὶ διατάξεις,
1462τῶν ποινικῶν δὲ τούτων διατάξεων τὴν ἐφαρμογὴν ἐζη-
1463τήσαμεν καὶ κατὰ τῶν πτωχευσάντων ἐμπόρων τῶν ὀ-
1464φειλόντων ἐξ ἀποταμιεύσεως, συναφὲς δὲ μέτρον νομοθετι-
1465κὸν ἐλάβομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσό-
1466δων ἐπιτρέπον τὴν προσωπικὴν κράτησιν πτωχευσάντων
1467ἐμπόρων περὶ ὧν θὰ ὑπῆρχον ἐνδείξεις ὅτι καὶ μετὰ
1468τὴν πτώχευσιν δύνανται νὰ ἐκπληρώσουν τὰς πρὸς τὸ δη-
1469μόσιον ὑποχρεώσεις των. Πρέπει δὲ ἐξ ἀφορμῆς τῆς
1470προχθεσινῆς συζητήσεως νὰ προσθέσω, ὅτι καίτοι ἀνα-
1471γνωρίζω τὸ δυνατὸν ἐπιεικεστέρας τινὸς τακτικῆς ἀπέ-
1472ναντι τῶν πταισάντων ἐμπόρων, οὐδέποτε ὅμως θὰ συνί-
1473στων νὰ φθάσῃ ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς ἐπιεικείας μέχρι τοῦ
1474σημείου ὥστε νὰ ἐξισώσῃ τοὺς παραβάντας τὸν νόμον
1475ἐμπόρους μὲ τοὺς εὐσυνειδήτως ἐκτελέσαντας τὰς ἐκ τοῦ
1476νόμου ὑποχρεώσεις των. Δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου
1477ὀρθὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀτιμώρητον. Παραλλήλως διὰ
1478διοικητικῶν μέτρων ἐπεδιώξαμεν τὴν ταχυτέραν ἐκκαθάρι-
1479σιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἀποταμιεύσεων καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν
1480κινδύνων τοῦ δημοσίου.
1481Ἰδίως ἀπεβλέψαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέον σύστημα τῶν
1482βιβλίων ἀποταμιεύσεως, ὥστε εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ γνω-
1483ρίζῃ ἡ ὑπηρεσία τὸν συνολικὸν δασμὸν τῶν ὑπὸ ἀποτα-
1484μίευσιν ἐμπορευμάτων καὶ νὰ δύναται νὰ παρακολουθῇ
1485τὴν κατάστασιν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν καὶ τήν ὅλην
1486κίνησιν ἑκάστης ὑποθέσεως, διετάξαμεν ἔλεγχον συστημα-
1487τικῶς ἐνεργούμενον, προέβημεν εἰς ἐνοικίασιν ἀποθηκῶν
1488τοῦ δημοσίου πρὸς ἀποταμίευσιν καὶ θὰ ὑποχρεώσωμεν
1489τοὺς ἀποταμιευτὰς νὰ καταβάλουν τὸν δασμὸν παρελ-
1490θούσης τῆς χορηγουμένης προθεσμίας, ἀνεξαρτήτως ἀνα-
1491λώσεως τοῦ ἐμπορεύματος.
1492Ἐννοεῖται ὅτι προνοοῦντες νά μὴ ἐπαναληφθῇ ὁμοία κα-
1493τάστασις εἰς τὸ μέλλον, ἀπηγορεύσαμεν τὴν εἰς ἰδιωτικὰς ἀ-
1494ποθήκας ἀποταμίευσιν, ἐπιτρέποντες αὐτήν εἰς τὰς ἀποθή-
1495κας τοῦ δημοσίου, τῆς ἑταιρείας γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ ὡ-
1496ρισμένων Τραπεζῶν. Τοῦ μέτρου τούτου ἐξηρέσαμεν, λαμβα-
1497νομένων ἐννοεῖται τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγυήσεων, ὡρισμένα
1498εἴδη ἐμπορίου ἀπαιτοῦντα μέγαν χῶρον ἢ εἰδικὴν συντήρη-
1499σιν —ἁλίπαστα, ἰχθύας, ξυλάνθρακας, ξυλείαν κλπ.—τῶν ὁ-
1500ποίων ἄλλωστε ὁ δασμὸς δὲν εἶναι μέγας ἐν σχέσει πρὸς
1501τὴν ἀξίαν των.
1502Ἐλπίζομεν ὅτι διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων ἡ ἀποτα-
1503μίευσις δὲν θά παρουσιάζῃ εἰς τὸ μέλλον κινδύνους, αἱ δ’
1504ἀποταμιεύσεις τοῦ παρελθόντος περιορισθεῖσαι ἤδη εἰς δα-
1505σμὸν 450 ἑκατομμυρίων θὰ ἐκκαθαρισθοῦν κατὰ τὸν πρακτι-
1506κώτερον τρόπον καὶ μὲ τὰς ὀλιγωτέρας δυνατὰς ζημίας
1507διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Σημαντικῶς ἐπίσης ἐλαττώνει τὴν
1508διαφυγὴν τῶν δασμῶν καὶ ὁ κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν
1509ἔτος τεθεὶς ἐν ἰσχύϊ νόμος «περὶ καταργήσεως δασμολογι-
1510κῶν ἀπαλλαγῶν». Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔ-
1511τη τὸ σύστημα τῶν δασμολογικῶν ἀπαλλαγῶν εἶχε λάβει
1512μεγάλας διαστάσεις, οὕτως ὥστε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἦτο
1513δυνατὴ ἡ παρακολούθησις αὐτῶν, ἐσημειώθησαν δὲ καὶ
1514κρούσματα χρησιμοποιήσεως ἀτελῶς εἰσαγομένων εἰδῶν οὐ-
1515χὶ διὰ τὸν σκοπὸν ὑπέρ οὗ ὁ νόμος ἐχορήγησε τὴν ἀτέλειαν.
1516Διὰ τοῦ νέου συστήματος ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐλαττοῦνται πολὺ αἱ
1517περιπτώσεις τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς, ἐπιτρεπομένης, ὡς εἶ-
1518ναι ὀρθόν, μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἀφ’ ἑτέ-
1519ρου δὲ καταβάλλεται πάντοτε ὁ δασμὸς ἐπὶ ἐπιστροφῇ διὰ
1520τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως θὰ προϋπάρξῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγ-
1521χος, ὥστε ν’ ἀποκλείεται ἡ κατάχρησις.
1522Ἡ Κυβέρνησις, κ. βουλευταί, παρὰ τὰς σημερινὰς συν-
1523θήκας αἱ ὁποῖαι ἔχουν βεβαίως τὸν ἀντίκτυπόν των εἰς τὰ
1524δημόσια ἔσοδα, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀποστῇ τοῦ προγράμματος
1525τῆς βαθμιαίας μειώσεως τῶν βαρέων ποσοστῶν τῆς ἀμέσου
1526φορολογίας. Ἤδη προτείνομεν εἰς τὴν ἐπιεικεστέραν διαρ-
1527ρύθμισιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν
1528ὑμῶν ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ὡς γνωστόν, διὰ νομο-
1529θετικοῦ διατάγματος τοῦ 1926 αἱ μέχρις 150 χιλιάδων
1530δραχμῶν πρόσοδοι ἐξ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν ἐπιχει-
1531ρήσεων καὶ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων ἀποχωρισθεῖσαι τῆς
1532κατὰ τὸν νόμον 1646 φορολογίας καθαρῶν προσόδων ὑπε-
1533βλήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωτερικῶν ἐνδείξεων καὶ τεκμηρίων
1534εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος διαβαθμιζόμενον εἰς 22 κλά-
1535σεις μὲ ἐλάχιστον ποσὸν κυρίου φόρου δραχμὰς 100 καὶ
1536μέγιστον δραχμὰς 20.500. Ἡ κλίμαξ τοῦ φόρου τούτου ὑ-
1537πῆρξεν ἀρχῆθεν βαρεῖα, διότι κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1538μεγάλων συντελεστῶν φορολογίας καθαρῶν προσόδων Δʹ καὶ
1539Γʹ κατηγορίας, πολλὰ δ’ ἠκούοντο παράπονα καίτοι καὶ οἱ
1540ἔφοροι καὶ αἱ ἐκδικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐφήρμοσαν τὸν νόμον
1541μετ’ ἄκρας ἐπιεικείας. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν φορολογου-
1542μένων εἰσηγήθημεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ
1543τὴν κατὰ 20% μείωσιν, ἐφαρμοζομένην ἔκτοτε.
1544Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν μείωσιν ταύτην θεωροῦμεν ὅτι
1545ἡ φορολογία ὑπὸ τὰς παρούσας ἰδίως συνθήκας παρα-
1546μένει βαρεῖα, χρήζει δὲ διορθώσεως καὶ ἡ φορολογικὴ
1547κλίμαξ, διὰ νὰ λείψουν αἱ παρατηρούμεναι ἐν αὐτῇ ἀ-
1548πότομοι καὶ κακότεχνοι μεταπτώσεις. Τὰ κακὰ ταῦτα θε-
1549ραπεύει ἡ κλίμαξ τοῦ νέου νομοσχεδίου βαίνουσα μεθο-
1550δικῶς, ἀλλὰ καὶ μειοῦσα τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου
1551ὄχι μόνον τοῦ σήμερον καταβαλλομένου, ἀλλ’ ἐν πολ-
1552λοῖς κάτω καὶ τοῦ ὑποβληθέντος πέρυσι νομοσχεδίου, τὸ
1553ὁποῖον καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἐνδιαφερό-
1554μενος κόσμος ἀνεγνώρισαν ὡς ἐπιεικές. Ταὐτοχρόνως ἐπε-
1555κτείνομεν τὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος μέχρι καὶ 300
1556χιλιάδων δραχμῶν καθαρᾶς προσόδου τὸ μέν ἵνα ἱκανο-
1557ποιήσωμεν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου διατυπωθεῖσαν
1558ἐν τῇ φορολογικῇ ἐπιτροπῇ, τὸ δὲ ἵνα περιορίσωμεν τὸ
1559πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι παρατηρηθὲν ἄτοπον καθ’ ὃ
1560ἐπιτηδευματίαι φορολογηθέντες τελεσιδίκως κατὰ τὴν φο-
1561ρολογίαν ἐπιτηδεύματος ἐπανήρχοντο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν
1562συμβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν διὰ τὴν φορολογίαν τῶν κα-
1563θαρῶν προσόδων τῶν πέραν τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν,
1564ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν περίπου ἐνδείξεων καὶ τεκμη-
1565ρίων ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε στηριχθῆ ἡ βεβαίωσις τοῦ
1566φόρου ἐπιτηδεύματος ἐπιτευχθεῖσα πολλάκις διὰ τῆς ἀ-
1567σκήσεως ὅλων τῶν ἐνδίκων μέσων. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ὑπα-
1568γωγὴ τῶν προσόδων τούτων εἰς τὴν φορολογίαν ἐπιτη-
1569δεύματος ἀποτελεῖ καὶ μείωσιν τῆς φορολογίας τῆς προ-
1570σόδου μεταξὺ 150 καὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τὰ
1571κλιμάκια τοῦ νέου νομοσχεδίου ἔχουν συντελεστὴν κατώ-
1572τερον τοῦ συντελεστοῦ τῆς φορολογίας καθαρῶν προ-
1573σόδων.
1574Ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος μειοῦμεν ἐπίσης κατὰ
1575τὸ ⅓ τὴν εἰσφορὰν τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ
1576ἀναγράφοντες εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 50 ἑκατομμύρια μό-
1577νον ὡς εἰσφοράν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ διευκολύ-
1578νωμεν τὴν χρηματοδότησιν τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀρ-
1579γανισμοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα ἀνταποκριθῇ
1580εἰς τὰς σημερινὰς περιπτώσεις, ἐδέχθημεν νὰ ἀναβάλω-
1581μεν τὴν εἴσπραξιν τῶν ὑπολειπομένων 30 ἑκατομμυρίων
1582ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῆς παραγωγῆς 1929 διὰ τὸν Σεπτέμβριον
1583τοῦ 1931, ὅπως ἐπίσης ἀνεβάλομεν τὴν καταβολὴν τῆς
1584εἰσφορᾶς τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν
1585Τράπεζαν προνομιαξίαν ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς εἰ-
1586σπράξεως καὶ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μετα-
1587βάλωμεν τοὺς πόρους τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανι-
1588σμοῦ μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου.
1589Ὡσαύτως ποιούμενοι χρῆσιν ζητηθείσης ἀπὸ τὴν Βου-
1590λὴν ἐξουσιοδοτήσεως ἐμειώσαμεν διὰ διατάγματος σημαν-
1591τικῶς τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν καταβαλλόμε-
1592νον ἔγγειον φόρον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς λοιπῆς σταφίδος
1593ἐξομοιώσαντης αὐτὴν πρὸς τὴν σουλτανίναν τῆς Κορίνθου.
1594Δι’ ἑτέρου διατάγματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὁμοίας ἐξουσιο-
1595δοτήσεως, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν
1596τοῦ ἐλαίου, ἀπηλλάξαμεν αὐτὸ ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ κατὰ
1597τὴν ἐξαγωγὴν καταβαλλομένου ἐγγείου φόρου· καὶ ναὶ μὲν
1598διὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ηὐξήσαμεν τὸν διὰ τὴν με-
1599ταφορὰν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταβαλλόμενον φόρον, ἀλλ’ εἶναι
1600πρόδηλον ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν καλύπτει τὴν ἐκ τῆς
1601προρρηθείσης καταργήσεως ζημίαν τοῦ δημοσίου.
1602Τέλος ὑπὸ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ προεξοφλοῦν-
1603τες συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, κατηργήσαμεν διὰ τὴν ἐφετει-
1604νὴν ἐσοδείαν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μετα-
1605φορὰν καταβαλλόμενον φόρον χαρουπίων, καὶ παρα-
1606καλοῦμεν τὴν Βουλὴν ὅπως κυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς
1607Κυβερνήσεως.
1608Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν φορολογικῶν τούτων μειώσεων αἱ
1609ὁποῖαι ἐπεξετάθησαν πλέον εἰς ὁλόκληρον τὴν ἄμεσον φο-
1610ρολογίαν ἡ κυβέρνησις, κ. βουλευταί, εἶχε πάντοτε πρὸ ὀ-
1611φθαλμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογι-
1612σμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐπεδίωξε κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐξασφαλί-
1613ζεται καὶ μετὰ τὴν μείωσιν ἡ ὑπάρχουσα ἀπόδοσις τοῦ
1614φόρου.
1615Τὴν ἴσην ταύτην ἀπόδοσιν ἐξησφαλίσαμεν αὐξάνοντες
1616διὰ τῆς καλλιτέρας βεβαιώσεως τὴν φορολογητέαν ὕλην, ὡς
1617δείκνυται ἐκ τῆς ἐξελίξεως μιᾶς ἑκάστης τῶν μειωθεισῶν
1618φορολογιῶν. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι καὶ ἡ ἐνέργεια
1619αὕτη τῆς κυβερνήσεως ἤκουσε συχνὰς ἐπικρίσεις. Οἱ ἐπι-
1620κρίνοντες προβάλλουν τὸν περίεργον ἰσχυρισμόν, ὅτι ἀφοῦ
1621μετὰ τὴν μείωσιν εἰσπράττονται ὅσα καὶ πρὸ τῆς μειώσεως
1622οὐδεμία ἐπῆλθε φορολογικὴ ἀνακούφισις. Δὲν θέλουν φαί-
1623νεται νὰ ἐννοήσουν οἱ ἐπικρίνοντες ὅτι ἄνευ τῶν μειώσεων
1624τούτων καὶ εἷς ἕκαστος ἐκ τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ σύ-
1625νολον αὐτῶν θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ ποσὸν φόρου 20% ἢ
162625% πέραν τῶν καταβαλλομένων σήμερον καὶ ὅτι ἡ ἄμε-
1627σος φορολογία ἡ ἀποδίδουσα μὲ τὰς μειώσεις 2.000 ἐπὶ
1628παραδείγματι ἑκατομμύρια, θ’ ἀπέδιδεν ἄνευ τῶν μειώσεων
16292.400–2.500 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα καὶ θὰ ἀφῃροῦντο ἐκ
1630τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐνῷ μετὰ τὴν μείωσιν ἀφαιροῦντα
1631ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μόνον 2.000 ἑκατομμύρια. Ἡ
1632ἐπίκρισις θὰ ἦτο νοητή, ἄν οἱ ἐπικρίνοντες ὑπεστήριζον ὅτι
1633ὤφειλε μὲν ἡ κυβέρνησις νὰ μειώσῃ τὰ ποσοστά, ἀλλ’ ὤφει-
1634λε ν’ ἀφήσῃ ἀνενοχλήτους τοὺς ἀσυδότους προνομιούχους.
1635Μόνον ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ παρά-
1636πονον κατὰ τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ μόνον ἐκ μέ-
1637ρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατώρθωνον μέχρι τοῦδε νὰ ἐξασφα-
1638λίζουν ἀσυδοσίαν καὶ νὰ ἐπιρρίπτουν τὸ ἴδιον φορολογικὸν
1639βάρος ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ὑπολοίπων Ἑλλήνων πολιτῶν.
1640Ἀλλ’ ἔξω τοῦ κύκλου τούτου διατυπουμένη ἡ ἐπί-
1641κρισις καὶ δὴ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῆς φο-
1642ρολογικῆς ἰσότητος ἀποτελεῖ αὐτόχρημα παραλογισμὸν ὅ-
1643μοιον ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ διέπραττεν ὁ ἀποτολμῶν, τυ-
1644χὸν, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἐπῆλθε μείωσις τῶν εἰσαγωγικῶν
1645δασμῶν διότι ὑπεβίβασε μὲν ἡ Κυβέρνησις τὰ ποσοστά, ἀλλὰ
1646κατώρθωσε καὶ μετὰ τὴν μείωσιν νὰ εἰσπράξῃ τὸ αὐτὸ πο-
1647σὸν διὰ συντόνου καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ἢ αὐξή-
1648σεως τῆς εἰσαγωγῆς.
1649Πρὶν συμπληρώσω τὸ περὶ φορολογικῆς πολιτικῆς κε-
1650φάλαιον ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ ἡ Κυ-
1651βέρνησις δὲν εἰσηγεῖται ριζικὰς φορολογικὰς μεταρρυθμί-
1652σεις. Δὲν ἀγνοοῦμεν, κ. βουλευταί, ὅτι τὸ φορολογικὸν ἡ-
1653μῶν σύστημα κατηγορεῖται ὡς ἀναχρονιστικόν, διότι ἀπο-
1654βλέπον κυρίως εἰς ταμιευτικοὺς σκοποὺς στηρίζεται πολὺ
1655περισσότερον εἰς τὴν ἔμμεσον παρὰ εἰς τὴν ἄμεσον φορολο-
1656γίαν καὶ ἀντίκειται ἑπομένως εἰς τὰς συγχρόνους περὶ φορο-
1657λογικῆς δικαιοσύνης ἀντιλήψεις. Ὅλοι οἱ ἀσχοληθέντες
1658ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος ὁμοφώνως καταγγέλ-
1659λουν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο καὶ σχεδὸν ὁμοφώνως προτείνουν
1660τὴν θεραπείαν αὐτοῦ διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀμέσου φορο-
1661λογίας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐμμέσου.
1662Δὲν θὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸ φορολογι-
1663κόν μας σύστημα. Δὲν ἐξετάζομεν ἐὰν ἵσταται ἀκόμη στα-
1664θερὰ εἰς τὸν ἐπιστημονικόν της βαθμὸν ἡ ἄμεσος φορολο-
1665γία ἢ ἐὰν ἐκλόνισεν καὶ κατὰ πόσον ἐκλόνισε τὴν πρὸς
1666αὐτὴν πίστιν ἡ νεωτέρα θεωρία ἡ μετ’ ἀξιολόγων ἐπιχειρη-
1667μάτων ὑποστηρίζουσα ὅτι ὀλίγοι ἐκ τῶν καλουμένων ἀμέ-
1668σων φόρων εἶναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος αὐτῶν καὶ δὲν ἐπι-
1669πίπτουν ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ. Παραδεχόμεθα ὅτι ἐν τῇ
1670αὐξήσει τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας εὕρηται ἡ
1671προσέγγισις πρὸς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ πι-
1672στεύομεν συγχρόνως ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐνίσχυσιν
1673αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι ὥστε νὰ ἀποδίδῃ ὑπὲρ τὴν ἔμμεσον φο-
1674ρολογίαν, οἱ ἀνυπομονοῦντες διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν διαρ-
1675ρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος δὲν ἔλαβον τὸν
1676κόπον νὰ ἐξετάσουν κατὰ πόσον ἐπιτρέπουν αὐτὴν αἱ ἐν
1677Ἑλλάδι συνθῆκαι. Διότι ἐνίσχυσις τῆς ἀμέσου φορολογίας
1678εἰς βαθμὸν μάλιστα νὰ ὑπερβῇ ἐν τῇ ἀποδόσει τὴν ἔμμεσον
1679φορολογίαν προϋποθέτει ἄλλην κατανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλού-
1680του καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ οὐχὶ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐπι-
1681κρατοῦσαν κατὰ μεγάλην ἀναλογίαν ἴσην περίπου κατανο-
1682μήν. Προϋποθέτει ἀκόμη ὀλιγωτέραν λαϊκὴν ἀντιπάθειαν
1683πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, καὶ ὅπερ τὸ κυριώτερον προϋ-
1684ποθέτει τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν καὶ αὔ-
1685ξησιν μεγάλην, ἀφοῦ ὡς εἶναι γνωστὸν ὅλα τὰ εἴδη τῆς
1686προσόδου φορολογοῦνται ἤδη παρ’ ἡμῖν καὶ ὑπάρχει
1687ἑπομένως περιθώριον αὐξήσεως τῆς φορολογητέας ὕ-
1688λης.
1689Ἀλλὰ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις αὔξησιν
1690καὶ δὴ μεγάλην τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν τῆς ἀμέ-
1691σου φορολογίας ἀφοῦ ὁμοφώνως ἀναγνωρίζομεν ὅλοι ὅτι
1692οἱ σημερινοὶ εἶναι βαρεῖς καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ τοὺς ἐ-
1693λαττώσωμεν; Καὶ πῶς λησμονοῦν οἱ ἀνυπομονοῦντες ὑπο-
1694στηρικταὶ τῆς ὀρθοδόξου φορολογίας ὅτι μία τοιαύτη αὔ-
1695ξησις δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἐπιπέσῃ οὔτε εἰς τὴν γεωρ-
1696γίαν οὔτε εἰς τὴν ἀστικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἄρα θὰ ἔπρεπε
1697κυρίως νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων καθαρῶν προσόδων καὶ
1698δὴ κατὰ προτίμησιν ἐπὶ τῶν τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου διὰ τὴν
1699φυγάδευσιν τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ παρελθὸν ὠλοφυρόμεθα
1700καὶ διὰ τὴν προσέλκυσιν τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν σειρὰν μέ-
1701τρων ἐν ἀγαστῇ ὁμοφωνίᾳ; Καὶ πῶς λησμονεῖτε ἀκόμη
1702ὅτι μία τοιαύτη αὔξησις καὶ ἂν ἐπεχειρεῖτο θὰ ἔφερε πιθα-
1703νώτατα, θὰ ἔφερεν ἀσφαλῶς μείωσιν ἐν τῇ ἀποδόσει τῆς
1704φορολογίας κατὰ τὸ γνωστὸν φορολογικὸν ἀξίωμα; Δὲν
1705χρειάζεται, φρονοῦμεν, κ. κ. βουλευταί, περαιτέρω ἔρευνα
1706διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅτι ἐλλείπουν ὅλαι αἱ βασικαὶ προϋπο-
1707θέσεις πρὸς μίαν τοιαύτην ριζικὴν μεταβολὴν τοῦ φορολο-
1708γικοῦ μας συστήματος. Δὲν δυσκολεύομαι ὅμως νὰ προσθέσω
1709ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχον αἱ προϋποθέσεις αὗται καὶ πάλιν ὑπὸ
1710τὰς σημερινὰς συνθήκας δὲν ἐπετρέπετο οὔτε σκέψις περὶ
1711τοιούτου ἐγχειρήματος διότι μία ριζικὴ φορολογικὴ με-
1712ταρρύθμισις χρειάζεται ὀλιγωτέραν προσήλωσιν εἰς τὸ ἰ-
1713σοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ μεγάλην δημοσιονομικὴν ἄ-
1714νεσιν ἱκανὴν ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐκπλήξεις, τὰς ὁποίας πι-
1715θανώτατα θὰ παρουσίαζε τουλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην ἐ-
1716φαρμογήν του ἓν νέον φορολογικὸν σύστημα καὶ μάλιστα
1717σύστημα τρεπόμενον πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῆς ὁ-
1718ποίας, ὡς γνωστόν, βραδεῖα εἶναι ἡ ἀπόδοσις.
1719Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονοῦμεν ὅτι δὲν δύναται ν’
1720ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον πρακτικῆς πολιτικῆς ἡ ἰδέα περὶ
1721φορολογικοῦ συγχρονισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἐπεχειρήσα-
1722μεν οὔτε ὑπισχνούμεθα αὐτόν, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι εἰς τὴν
1723ἀντίληψιν ταύτην θὰ εὕρωμεν σύμφωνον καὶ τὴν Βουλὴν
1724καὶ ὅλους ἐκείνους ὅσοι μαζὺ μὲ τὰς θεωρίας μελετοῦν ὀ-
1725λίγον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα.
1726Ἀναγκαῖον νομίζω ἤδη κ.κ. βουλευταὶ νὰ παράσχω ἐ-
1727ξηγήσεις τινὰς ὅσον ἀφορᾷ τὴν τηρηθεῖσαν καὶ ἐφέτος πο-
1728λιτικὴν ἐπὶ τῶν ἐξόδων. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρ-
1729νησις κατὰ τὸν καταρτισμὸν ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβλη-
1730θέντων ὑπ’ αὐτῆς προϋπολογισμῶν δὲν ἐπεζήτησε ποτὲ ν’
1731ἀναβιβάσῃ τὰ ἔσοδά μας μέχρι τῶν ἀναγκῶν μας ἀλλὰ τοὐ-
1732ναντίον ἐμερίμνησε νὰ περιορίσῃ τὸ μέτρον τῆς ἱκανοποιή-
1733σεως τῶν ἀναγκῶν μας, μέχρι τῶν ἐσόδων μας. Τὴν ἀρχὴν
1734ταύτην ἐτηρήσαμεν ὄχι μόνον διότι θεωροῦμεν αὐτὴν ἀπο-
1735λύτως ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τὰς παρούσας ἰδίως δημοσιονο-
1736μικάς μας συνθήκας, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀναγκαία συ-
1737νέπεια τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε
1738καὶ εὐλαβῶς ἐτήρησε νὰ μὴ αὐξήσῃ τουτέστι τὸ φορολογι-
1739κὸν βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
1740Ἀλλ’ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ταύ-
1741της συναντᾷ πολλάκις δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται
1742ἀπὸ τὴν ταχυτέραν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐπερχομέ-
1743νην συνήθως αὔξησιν τῶν ἀναγκῶν. Αἱ δυσχέρειαι εἶναι
1744ἀκόμη μεγαλείτεραι ὅταν ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν, ἐμεσολά-
1745βησε καὶ μείωσις τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν στεροῦσα
1746τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀντιστοίχου αὐξήσεως τῶν ἐσόδων
1747ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι παρουσιάζονται ὁλονὲν μεγαλείτεραι. Ἀλλὰ
1748τὸ ἐντεῦθεν τιθέμενον πρόβλημα ἐνεφανίζετο ἀκόμη δυ-
1749σκολώτερον ἐφέτος διότι ἐνῷ ὑπάρχουν νέαι δαπάναι ἀνα-
1750πόφευκτοι, οὐ μόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν πρὸς
1751κάλυψιν αὐτῶν εἰς φυσιολογικήν τινα αὔξησιν τῶν τακτι-
1752κῶν ἐσόδων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλομεν μετὰ πάσης συν-
1753τηρητικότητος νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ ταῦτα λόγῳ τῶν
1754σημερινῶν συνθηκῶν, ἐξ ἄλλου δὲ εἴχομεν νὰ ἀντιμε-
1755τωπίσωμεν καὶ τὴν ἐλάττωσιν ὡρισμένων ἐσόδων ἐκ τῶν
1756φορολογικῶν μειώσεων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Καὶ διὰ
1757νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, αἱ μὲν ζητού-
1758μεναι ὑπὸ τῶν ὑπουργείων πιστώσεις ὅλαι βεβαίως χρή-
1759σιμοι ἀνήρχοντο πλὴν τῶν λογιστικῶν εἰς 11, 700 ἑκατομ-
1760μύρια, ἡ δὲ ἀσφάλεια τοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἐπέτρεπε νὰ
1761προβλέψωμεν ἔσοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἄνω τῶν δέκα
1762δισεκατομμυρίων.
1763Ὑπῆρχεν οὕτω διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο σκελῶν ἐκ
17641700 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκ-
1765λείψῃ διὰ τῆς ἁπλῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ τρέ-
1766χοντος προϋπολογισμοῦ συντηρητικῶς ὡς γνωστὸν ὑπολο-
1767γισθείσας, διότι καὶ πάλιν θὰ ἔμεινε ἀκάλυπτον ἐκ μέ-
1768ρους μὲν τῶν ἐσόδων ποσὸν ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων ἐκ μέρους
1769δὲ τῶν ἐξόδων ὑπὲρ τὰ διακόσια ἑκατομμύρια προερχό-
1770μενα ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους
1771αὔξησιν τῶν συντάξεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νό-
1772μων, βελτίωσιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλας τι-
1773νὰς δαπάνας ὀφειλομένας εἰς νόμους ψηφισθέντας ἢ ἰσχύ-
1774σαντας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ.
1775Τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἡ περικοπὴ ἀπολύτως ἐπιβε-
1776βλημένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἰσοζυγίου, παρουσίαζεν ἐ-
1777ξαιρετικὰς δυσχερείας.
1778Τὰς δυσχερείας ταύτας βεβαίως δὲν ἀνεμένομεν ὅτι
1779θὰ ἀναγνωρίσουν ὅσοι ἀπὸ καθέδρας διδάσκοντες τὰς οἰ-
1780κονομίας δὲν ἔλαβον ποτὲ τὸν κόπον νὰ ἐξετάσουν τὰ
1781κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρκούμενοι εἰς τὸν ἀβασάνι-
1782στον συλλογισμὸν ὅτι ἐξ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ δέκα δισε-
1783κατομμυρίων εὔκολον εἶναι νὰ γίνουν οἰκονομίαι 400 ἢ
1784500 ἑκατομμυρίων. Ἀναντιρρήτως εὔκολον εἶναι τὸ πρᾶγ-
1785μα ὅταν τις ἔχει ἐνώπιόν του προϋπολογισμὸν εἰς
1786πιστώσεις καὶ μὴ ὑποστάντα τὴν περιστολὴν τῶν διαφόρων
1787κονδυλίων τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ὁ ἀγὼν τῆς ἰσοσκελί-
1788σεως. Ἀλλ’ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς χάριν τῆς τηρήσεως
1789τοῦ ἰσοζυγίου χαρακτηρίζεται ἀπὸ αὐστηρὰν ἐπιλογὴν τῶν
1790πιστώσεων, ὅταν τὰ διάφορα κονδύλια τῶν ἐξόδων του,
1791ἐπανειλημμένως ἔχουν περισταλῆ ἡ περαιτέρω σοβαρὰ ἐ-
1792λάττωσις αὐτῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ δι’ οἰκονομιῶν
1793ὑπὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως λαμβανομένων. Διότι
1794οἰκονομίαι ὑπὸ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως πρέπει
1795νὰ ἐννοῆται ἡ ἀποφυγὴ πάσης προαιρετικῆς δαπάνης, τῆς
1796ὁποίας ἡ χρησιμότης δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος ἢ τῆς ὁ-
1797ποίας ἡ ἀπόδοσις ἠθικὴ ἢ ὑλικὴ εἶναι κατωτέρα τοῦ δαπα-
1798νωμένου χρήματος.
1799Καὶ τοιαύτας οἰκονομίας ἀξίας λόγου δὲν ἀποδέχεται
1800εὐκόλως ὁ προϋπολογισμὸς κατηρτισμένος ὑφ’ ὃ πνεῦμα
1801φειδοῦς καταρτίζονται οἱ ἰδικοί μας προϋπολογισμοὶ κατὰ
1802τὴν τελευταίαν τριετίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς κατοχυρώ-
1803σεως ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ κ. βουλευταὶ, τὸ
1804ὁποῖον εἴμεθα ἀποφασισμένοι πάσῃ θυσίᾳ νὰ διατηρήσω-
1805μεν ἀκλόνητον ἤγαγεν ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐφέτος ὑπὸ
1806πνεῦμα ἀκόμη αὐστηρότερον ποία τυχὸν δαπάνη ἠδύνατο
1807νὰ ἀποφευχθῇ νὰ κινήσωμεν δὲ καὶ πάλιν ἐφ’ ὅλων τῶν
1808παραμενουσῶν πιστώσεων τὴν ψαλλίδα τῶν οἰκονομιῶν, πε-
1809ριορίζοντες αὐτὰς μέχρι τοῦ ἀκροτάτου σημείου, τὸ ὁποῖον
1810ἐπιτρέπει ἡ φροντὶς τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Κρά-
1811τους καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἀναποφεύκτων ὑποχρεώσεων
1812αὐτοῦ.
1813Ὡς θὰ ἰδῆτε κ. βουλευταί, ἐκ τῆς μελέτης τῶν δια-
1814φόρων κονδυλίων δὲν ἐσταματήσαμεν εἰς τὴν περικοπὴν
1815αὐτῶν παρὰ μόνον ὅταν καθίστατο πλέον ἔκδηλον ὅτι
1816περαιτέρω ἐλάττωσις θὰ καθίστα τὰς πιστώσεις μὲ οἱον-
1817δήποτε πνεῦμα οἰκονομίας χρησιμοποιουμένας, ἀνεπαρκεῖς
1818πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν δι’ ἃς προωρίσθησαν.
1819Τοιαύτη περαιτέρω περικοπὴ θὰ ἦτο πλέον εἰκονικὴ διότι
1820θὰ ἦγε μοιραίως εἰς μεγάλην ἀναπλήρωσιν ἐκ τοῦ ἀπο-
1821θεματικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις θὰ ἠλαττοῦτο οὕτω οὐσιω-
1822δῶς καὶ τοῦτο ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἀποφύγωμεν. Πιστεύο-
1823μεν ὅτι τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων οὕτω καταρτισθὲν δια-
1824πνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς αὐστηροτέρας φειδοῦς, ἀλλὰ
1825δηλοῦμεν ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμεθα ὑπόδειξιν ἐξ οἱ-
1826ασδήποτε πτέρυγος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς διαγραφῆς δα-
1827πάνης ἢ περιστολῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ διέφυγεν ἴσως
1828ἡμᾶς. Ἀλλὰ πρὸς πληρεστέραν ἀκόμη κατοχύρωσιν τοῦ
1829ἰσοζυγίου κ.κ. βουλευταὶ καὶ εἰς περίπτωσιν δυσμενεστέρας
1830ἐξελίξεως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν ἐθεωρήσαμεν σκό-
1831πιμον νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν δυνατότητα καὶ περαιτέρω
1832ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων.
1833Τοιαύτην δυνατότητα ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων εὑρίσκο-
1834μεν εἰς τὴν περικοπὴν ἐξ ὅλων τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου τα-
1835μείου μισθοδοτουμένων κατὰ ποσοστὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ
18366% καὶ ζητοῦμεν πρὸς τοῦτο τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βου-
1837λῆς. Σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὴν
1838γνώμην μου δὲν θὰ παρουσιασθῇ περίπτωσις νὰ κάμωμεν
1839χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ταύτης καὶ διὰ τοῦτο ἀναγρά-
1840φομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀκεραίας τὰς πιστώσεις τοῦ μι-
1841σθολογίου. Δὲν πιστεύομεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσιο-
1842δοτήσεως, διότι τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν μετὰ πάσης συν-
1843τηρικότητος, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζεται πιθανότης ἐλαττώ-
1844σεως αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ὑπάρχουν καὶ βάσιμοι ἐλ-
1845πίδες περὶ μεγαλειτέρας ἀποδόσεως, τὰ δὲ ἔξοδα περιορι-
1846σθέντα εἰς ὃ ποσὸν μία αὐστηρὰ διαχείρισις αὐτῶν θὰ τὰ
1847καταστήσῃ ἐπαρκῆ εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀντιστοίχων ἀναγ-
1848κῶν δὲν παρουσιάζουν ἐπίσης κανένα φόβον ὑπερβάσεως ἐνι-
1849σχυμένα ὅπως εἶναι δι’ ἰσχυροῦ ἀποθεματικοῦ 470 ἑκατομ-
1850μυρίων. Ἀλλ’ ἂν παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα παρουσιάζετο τοιαύ-
1851τη ἀνάγκη δὲν θὰ διστάσωμεν βεβαίως νὰ κάμωμεν χρῆσιν
1852τῆς ἐξουσιοδοτήσεως χάριν τῆς τηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Πι-
1853στεύομεν δ’ ὅτι ὁ σωφρονῶν ὑπαλληλικὸς κόσμος ἀγογγύ-
1854στως θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, ἂν ἡ θυσία αὕτη
1855ἐμφανισθῇ ὡς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ὅπερ δὲν θεωροῦμεν, ἐ-
1856παναλαμβάνω, πιθανόν. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἐλάττωσις καὶ
1857μόνον κατὰ 6% τοῦ σημερινοῦ μισθολογίου θὰ εἶναι διὰ
1858τοὺς πλείστους τῶν ὑπαλλήλων αἰσθητή. Ἀλλὰ πρέπει νὰ
1859ἀναγνωρίσῃ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπί-
1860θανον ταύτην περικοπὴν, πάλιν ἡ θέσις των θὰ εἶναι καλ-
1861λιτέρα ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς ἣν εὗρεν αὐτὸν ἡ παροῦσα Κυ-
1862βέρνησις οὐ μόνον διότι ἡ στέρησις αὕτη εἶναι κατὰ πολὺ
1863μικροτέρα τῆς γενομένης πέρυσιν αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι
1864οἱ περισσότεροι τῶν ὑπαλλήλων ἔτυχον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ
1865ἄλλων αὐξήσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν
1866γενομένων διαβαθμίσεων, ἐκτὸς δὲ τούτου ἀντιμετωπίζουν
1867σήμερον μικρότερον τιμάριθμον ζωῆς, ἐνῷ αἱ λοιπαὶ κοι-
1868νωνικαὶ τάξεις εὑρίσκονται εἰς πολὺ μειονεκτικωτέραν
1869θέσιν.
1870Ἀλλ’ ἄν, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐλάττωσις τοῦ
1871ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι σήμερον δυνατή, μή-
1872πως παρουσιάζεται πιθανὴ διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον; Δὲν
1873διστάζομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον ἡ
1874προοπτικὴ τοῦ μέλλοντος δὲν ἐμφανίζει τοιαύτας ἐλπίδας.
1875Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυσεξήγητον. Ἡ δημοσιονομικὴ ἱστο-
1876ρία διδάσκει ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν προϋπολογισμῶν ὅλων τῶν
1877Κρατῶν βαίνουν βαθμιαίως ἀλλὰ καὶ σταθερῶς αὐξανόμενα
1878ἐκ λόγων, συνυφασμένων μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ νεωτέρου Κρά-
1879τους, μὲ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ κύκλου τῆς δράσεως τοῦ νεω-
1880τέρου Κράτους, ἀναγκαζομένου νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσημέραι πε-
1881ρισσότερον εἰς τὰ διάφορα πεδία ἐνεργείας τ’ ἀνήκοντα
1882πρότερον εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἰδιωτικῆς ἢ κοινοτικῆς πρω-
1883τοβουλίας καὶ βαρυνομένου μὲ ποικιλίαν φροντίδων καὶ ἄρα
1884καὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν περισσότερον ἐπιβάλ-
1885λει εἰς τὸ Κράτος ἡ πρόοδος τοῦ Δημοκρατικοῦ πνεύματος
1886καὶ ἡ ἀξίωσις τῆς μεταπολεμικῆς κοινωνίας ὅπως τὸ Κρά-
1887τος ἐμφανίζεται ἑκάστοτε ρυθμιστὴς τῶν διαφόρων καὶ πο-
1888λυπλοκωτέρων ὁσημέραι κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν προ-
1889βλημάτων.
1890Ἄν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν κίνησιν τῶν προϋπο-
1891λογισμῶν καὶ τὴν παλαιοτέραν καὶ τῶν τριῶν τελευταίων
1892ἐτῶν εἰς τὰ διάφορα Κράτη, παρατηροῦμεν ὅτι οὐδὲν ἐξ
1893αὐτῶν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν αὔξησιν καὶ ὅλοι οἱ προϋ-
1894πολογισμοὶ βαδίζουν τὴν ἀνιοῦσαν. Εἶναι δὲ πρόδηλον ὅτι
1895ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἐμ-
1896φανίζεται ἐπιτακτικωτέρα ἐκεῖ ὅπου ὡς συμβαίνει παρ’ ἡ-
1897μῖν ὁ τεχνικὸς ἐφοδιασμὸς τῆς χώρας εἶναι ἐλλιπής, ὅπου
1898εὑρίσκονται ὑπὸ ἐκτέλεσιν σοβαρὰ παραγωγικὰ ἔργα, ὁ δὲ
1899προϋπολογισμὸς ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς διατηρήσεως τοῦ ἰσο-
1900ζυγίου πολλὰς μὲν πιστώσεις ἀναγράφει μετὰ γλισχρότη-
1901τος, παραλείπει δ’ ἀρκετὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε ν’ ἀνα-
1902γράφῃ διὰ νὰ εἶναι προϋπολογισμὸς Κράτους συγχρονισμέ-
1903νου, Κράτους προσπαθοῦντος μὲ τὰς θυσίας τῆς σήμερον νὰ
1904προετοιμάσῃ μίαν καλλιτέραν αὔριον. Ὑπὸ τοιαύτας συν-
1905θήκας μέγα κατόρθωμα θὰ ἦτο ἐὰν διὰ τῆς ἀνακου-
1906φίσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἐξ ἐν-
1907δεχομένης μετατροπῆς αὐτοῦ, ἐπετυγχάνετο ἡ ἐξουδετέ-
1908ρωσις ἄλλων ἐπιβεβλημένων δαπανῶν, ὥστε νὰ διατηρηθῇ
1909ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ σημερινὸν ὕψος ἐν τῷ προ-
1910σεχεῖ μέλλοντι. Δὲν ἕπεται βεβαίως ἐκ τούτου ὅτι πρέπει
1911νὰ παραδοθῶμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας εἰς τὴν ἀ-
1912νάγκην τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, οὐδ’ ὅτι πρέ-
1913πει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἱκανοποίησιν ὅλων τῶν εὐλόγων ἀ-
1914ξιώσεων τῶν διαφόρων ὁμάδων. Τοὐναντίον ἐπιβάλλεται εἰς
1915τὴν δημοσιονομικήν μας πολιτικὴν, ὡς ἰθύνουσα γραμμὴ ἡ
1916ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρα ἀντίστασις πρὸς πᾶσαν αἴτη-
1917σιν αὐξήσεως δαπανῶν. Διότι ὑπὲρ πάσας τὰς ἀξιώσεις, ἀ-
1918κόμη καὶ τὰς λογικωτέρας, κεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ φροντὶς
1919τῆς διατηρήσεως τοῦ ἰσοζυγίου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἡ ἀπαγό-
1920ρευσις τῆς περαιτέρω φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλ-
1921ληνικοῦ Λαοῦ.
1922Ἐντὸς δὲ τῶν ὁρίων τούτων κινουμένη ἡ δημοσιονομι-
1923κή μας πολιτικὴ δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ παρὰ μόνον εἰς
1924ἱκανοποίησιν τῶν χρησιμωτέρων ἑκάστοτε, ἀναγκῶν μας καὶ
1925ἐκείνων μόνον ἐξ αὐτῶν ὅσων τὴν ἱκανοποίησιν θὰ ἐπέτρε-
1926πεν ἡ προϊοῦσα αὔξησις τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὁποία
1927θὰ καταστήσῃ ἀποδοτικωτέραν ἀλλὰ καὶ ἐλαφροτέραν οὐ-
1928σιαστικῶς τὴν Ἑλληνικὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τοιού-
1929τους ὅρους καὶ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις λελογισμένη αὔ-
1930ξησις τῶν δαπανῶν δὲν εἶναι ἀπευκτέα, εἶναι μάλιστα καὶ
1931ἐπιθυμητή, διότι θὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος ἱκανώτερον
1932πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του. Τὸ ἐναντίον θὰ
1933ἦτο ἀτύχημα καὶ τὸ ἀτύχημα τοῦτο ὀφείλομεν βεβαίως ἐὰν
1934ἐπέλθῃ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ἀποφασιστικῶς, ἀλλὰ
1935δὲν πρέπει νὰ τὸ εὐχώμεθα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπι-
1936διώκωμεν.
1937Ἐξέθηκα, κύριοι βουλευταί, ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέστερον
1938τὰς ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν ἢ τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀν-
1939τιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, πιστὸς εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς
1940ἀπολύτου ἀπέναντι τοῦ λαοῦ εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν ἡ
1941Κυβέρνησις ἐχάραξεν ἀπὸ τῆς ἀνόδου της εἰς τὴν ἀρ-
1942χήν. Σήμερον ἄλλωστε εἴπέρ ποτε ἐπιβάλλεται νομίζομεν
1943ν’ ἀποκτήσῃ ὁ λαὸς ὅσον τὸ δυνατὸν σαφεστέραν συνείδη-
1944σιν καὶ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς πραγματικότητος καὶ τῶν
1945μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐμφανίζει πιθανὰς ἡ προοπτικὴ τοῦ
1946προσεχοῦς μέλλοντος.
1947Ἔχομεν καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ
1948παράσχωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ πεισθῇ
1949ὅτι τὸ Κράτος ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα ὅσον εἶ-
1950ναι ἀνάγκη ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ δαπανᾷ αὐτὸ ὅπου πρέπει νὰ
1951δαπανηθῇ. Ἡ πλήρης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διαφώτισις
1952θὰ τονώσῃ τὸν λαὸν εἰς συνέχισιν τῆς ἐργώδους προσπα-
1953θείας, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ καταβάλῃ ἀλλὰ καὶ θὰ θωρα-
1954κίσῃ αὐτὴν τόσον ἀπέναντι τῶν διατόρως κατ’ αὐτὰς ἰδίως
1955κραυγαζόντων περὶ ἀπραγματοποιήτων οἰκονομιῶν καὶ φαν-
1956ταστικῶν σπαταλῶν ὅσον καὶ κατὰ τῶν ἐμφανιζόντων ἀπα-
1957τηλὰς ἐλπίδας περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ὕψους
1958τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μεγάλης ἐντεῦθεν φορολογικῆς ἀ-
1959νακουφίσεως καὶ περὶ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα μόνον οἰκο-
1960νομικὴ προχειρολογία δύναται νὰ υἱοθετήσῃ.
1961Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω ἀκόμη διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν
1962συντηρητικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ὁ προϋπο-
1963λογισμός. Εἰς τὴν συντηρητικὴν ταύτην πολιτικὴν τὴν ὁ-
1964ποίαν ἐξέθηκα, κύριοι βουλευταί, ἤγαγεν ἡμᾶς ἐπιβεβλη-
1965μένη πρόνοια διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς παρούσης καταστά-
1966σεως καὶ τῶν ἐνδεχομένων συνεπειῶν ἐκ τῆς περαιτέρω πα-
1967ρατάσεως αὐτῆς. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ἀπὸ ἑνὸς περίπου ἔτους
1968ἡ λειτουργία τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς ζωῆς δὲν εἶναι κα-
1969θόλου κανονική.
1970Τὰ δύσλυτα μεταπολεμικὰ προβλήματα, κατὰ τῶν ὁ-
1971ποίων ἀπὸ ἀρκετῶν ἐτῶν παλαίουν τὰ διάφορα Κράτη, προ-
1972σέλαβον κατὰ τοὺς τελευταίους δώδεκα μῆνας ἀσυνήθη ὀξύ-
1973τητα καὶ ἔκτασιν, ἔκτοτε δὲ καὶ μέχρι σήμερον διατρέχο-
1974μεν περίοδον γενικῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας
1975δοκιμάζονται σχεδὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως ὅλαι αἱ χῶραι τοῦ
1976κόσμου. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ κρίσις
1977αὕτη ἡ παγκόσμιος εἰς ἔκτασιν εἶναι καὶ κατὰ τὰ γενε-
1978σιουργικὰ αὐτῆς αἴτια παγκόσμιος ἢ ἄν, πηγάζουσα ἀπὸ
1979σοβαρὰν διαταραχὴν τῆς ἀναγκαίας ἰσορροπίας εἴς τινας με-
1980γάλους οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰς
1981λοιπὰς χώρας. Εἴτε τὸ πρῶτον εἴτε τὸ δεύτερον συμβαίνει
1982τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὅπου καὶ ἂν στρέψωμεν τὸ βλέμμα
1983σήμερον θὰ ἴδωμεν ἔκδηλα καὶ ἄφθονα τὰ φαινόμενα τῆς
1984κρίσεως ταύτης.
1985Ὁ κλονισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑγείας τοῦ κόσμου ἐκδη-
1986λοῦται πανταχοῦ εἰς πτῶσιν τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν καὶ
1987βιομηχανικῶν προϊόντων καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν, εἰς πτῶσιν
1988τῆς τιμῆς τῶν ἀξιῶν, εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἀγοραστικῆς
1989δυνάμεως τοῦ Λαοῦ, εἰς ἀνεργίαν ὁλονὲν αὐξανομένην, εἰς
1990ἐλάττωσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν μεταφορῶν, εἰς κλονισμὸν
1991καὶ πτῶσιν μικρῶν καὶ μεγάλων ἐπιχειρήσεων καὶ ἐν γέ-
1992νει σχηματίζει ὅλην τὴν ἅλυσον τῶν ἀλληλοδιαδόχων φαι-
1993νομένων, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ μίαν καταστοφὴν τῆς ἰ-
1994σορροπίας μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἰδιαιτέρως
1995αἰσθητὴ ἐμφανίζεται ἡ κρίσις εἰς τὰς γεωργικὰς χώρας
1996λόγῳ τῆς μεγαλειτέρας κατ’ ἀναλογίαν πτώσεως τῆς τιμῆς
1997τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀκόμη δὲ ὀξυτέρα εἶναι ἐκεῖ ὅ-
1998που διὰ τῆς ἀγροτικῆς μεταρυθμίσεως ἐδημιουργήθησαν
1999μικροϊδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι στερούμενοι οἰκονομικοῦ περι-
2000θωρίου αἰσθάνονται ὀδυνηρότερον τὴν ἐκ τῆς πτώσεως τῶν
2001τιμῶν μείωσιν καὶ τοῦ ἀπαραιτήτου διὰ τὴν συντήρησιν
2002τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ καὶ τῶν κατ’ ἐξοχὴν
2003βιομηχανικῶν χωρῶν ἡ θέσις δὲν εἶναι καλλιτέρα, μὴ ἐξαι-
2004ρουμένων οὐδὲ τῶν ἰσχυροτέρων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως
2005δοκιμάζονται ὑπὸ ἀνεργίας ἀνησυχαστικῆς.
2006Ἔθνη διακρινόμενα διὰ τὸν φυσικὸν καὶ τὸν ἐπίκτητον
2007πλοῦτον αὐτῶν, ἔθνη διαθέτοντα μέσα, τὰ ὁποῖα μικραὶ
2008περίοδοι εὐημερίας προσεπόρισαν, πάσχουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ
2009ἀσυνήθη οἰκονομικὴν καχεξίαν, ἡ ὁποία πλήττουσα τὴν
2010ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, ἐπηρεάζει κατ’ ἀνάγκην ποικιλο-
2011τρόπως καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ μέχρι σημείου, ὥστε
2012νὰ βλέπωμεν καὶ πάλιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς πολλῶν
2013Κρατῶν ἐμφανιζόμενα ἢ ἀπειλούμενα ἐλλείμματα, πρὸς
2014κάλυψιν ἢ ἀποτροπὴν τῶν ὁποίων ἀλλαχοῦ μὲν αὐξάνε-
2015ται τὸ καὶ ἤδη μέγα φορολογικὸν βάρος, ἀλλαχοῦ δὲ ἐπι-
2016χειρεῖται περικοπὴ τῶν δαπανῶν ἀνηλεής.
2017Ἡ κατάστασις ἔχει ἐπισύρῃ σύντονον τὴν προσοχὴν
2018τῶν ἁρμοδίων ὅλου τοῦ κόσμου, πανταχοῦ δὲ καταβάλλον-
2019ται πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως ἐξαιρετικαὶ προσπά-
2020θειαι τοσούτῳ μᾶλλον δύσκολοι ὅσῳ, ὡς ἀπέδειξεν ἡ μέ-
2021χρι τοῦδε πεῖρα, τὰ ἀμυντικὰ μέσα τὰ ὁποῖα τὰ καθ’ ἕ-
2022καστον Κράτη λαμβάνουν μεμονωμένως δὲν εἶναι ἀρκούν-
2023τως ἀποτελεσματικά, τινὰ δὲ καὶ παρουσιάζουν τὸν κίνδυ-
2024νον νὰ περιπλέξουν τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἐπιδεινώσουν
2025τὴν κρίσιν. Ἐντεῦθεν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη μιᾶς εὐρυτέ-
2026ρας οἰκονομικῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων Κρα-
2027τῶν καὶ ἤδη, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, τὰ γεωργικὰ Κράτη
2028τῆς Κεντρικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Εὐρώπης συνῆλθον πρὸ
2029ὀλίγου χρόνου εἰς συνέδρια ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Βαρ-
2030σοβίᾳ πρὸ ἐξέτασιν τῶν μέσων δι’ ὧν θὰ ἦτο δυνατὴ
2031ἡ διάθεσις τῶν γεωργικῶν προϊόντων, καὶ δὴ τῶν δημη-
2032τριακῶν, εἰς τιμὰς ὁπωσδήποτε ἱκανοποιητικὰς διὰ τὸν πα-
2033ραγωγὸν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δὲ θέματος τῆς γεωργικῆς κρίσεως
2034ἀπασχολεῖται καὶ τὸ ἐν Ρώμῃ διεθνὲς ἀγρονομικὸν ἰνστιτοῦ-
2035τον καὶ ἡ ἐν Πράγᾳ διάσκεψις τῶν ἀγροτικῶν κομμάτων.
2036Ἀλλὰ καὶ ἡ συνέλευσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, συγ-
2037κινηθεῖσα ἀπὸ τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως, ἀνέθηκεν
2038εἰς τὴν δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν αὐτῆς ὀργάνω-
2039σιν τὴν μελετῶσαν τὰς ἀφορμὰς τῆς διακυμάνσεως τῆς
2040ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ χρυσοῦ, ν’ ἀναλάβῃ τὴν μελέτην
2041τῶν αἰτίων τῆς σημερινῆς καχεξίας, ἐρχομένη εἰς ἐπαφὴν
2042μὲ τὰς ἑκασταχοῦ ἐθνικὰς ὀργανώσεις, συμβούλια, ἐπιτροπὰς
2043μελετῶν κλπ.
2044Τῆς παγκοσμίου ταύτης κρίσεως δὲν ἦτο βεβαίως δυ-
2045νατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν ἡ χώρα ἡμῶν λόγῳ τῆς
2046συγχρόνου οἰκονομικῆς ἀλληλεξαρτησίας τῶν κρατῶν, τὴν
2047ὁποίαν κατέστησεν ἀκόμη ἐμφανεστέρα ἡ σημερινὴ κρί-
2048σις. Οὐδὲ θὰ ἦτο σοβαρὸν νὰ προβάλωμεν τὴν ἀξίωσιν
2049ὅπως σταματήσουν εἰς τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος τὰ φαινό-
2050μενα τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καχεξίας, ἀφοῦ διὰ τὴν
2051ἐπέκτασιν αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι συνέτρεχον καὶ εἰδικὰ τοπι-
2052κὰ αἴτια, συναφῆ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ προ-
2053σφάτου παρελθόντος καὶ μὲ τὴν περίοδον τῆς προσαρμο-
2054γῆς καὶ τῆς ἀναρρώσεως, τὴν ὁποίαν ἀκόμη διερχόμεθα.
2055Ἀλλά, μολονότι ὁ οἰκονομικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς παρουσιά-
2056ζει τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην εὐπάθειαν, βέβαιον οὐχ’ ἧττον
2057εἶναι ὅτι μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον τὰ συμπτώματα τῆς οἰ-
2058κονομικῆς νόσου δὲν ἐκδηλοῦνται παρ’ ἡμῖν τόσον ὀξέα
2059ὅσον εἰς ἄλλας χώρας ὄχι μόνον ἰσοδυνάμους, ἀλλὰ καὶ
2060πολὺ ἰσχυροτέρας ἡμῶν οἰκονομικῶς.
2061Σύντομος ἐπισκόπησις τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων τῆς
2062ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καταδεικνύει ὅτι ἡ κρίσις παρ’ ἡ-
2063μῖν δὲν ἔχει οὔτε τὴν ἔντασιν οὔτε τὴν ἔκτασιν τὴν ἀλ-
2064λαχοῦ παρατηρουμένην. Ἀναμφισβητήτως ἐξακολουθεῖ ἐν-
2065τονωτέρα ἐφέτος ἡ ἐλάττωσις τῶν κερδῶν καὶ τῶν μι-
2066κρῶν καὶ τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων αἱ δὲ στάσεις πληρω-
2067μῶν καὶ αἱ πτωχεύσεις αὐξάνονται, ἀλλ’ ὅμως ὄχι πολὺ
2068πέραν τοῦ ὁρίου εἰς τὸ ὁποῖον μοιραίως θὰ ἔφθαναν ἐκ
2069τῆς προϊούσης ἐκκαθαρίσεως μετὰ τὴν νομισματικὴν στα-
2070θεροποίησιν. Ἄξιον δὲ σημειώσεως εἶναι ὅτι δὲν πα-
2071ρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ τόσον συχνὴ ἀλλαχοῦ πτῶσις με-
2072γάλων ἐπιχειρήσεων, ἡ ὁποία εἶναι τὰ χαρακτηριστικώτερα
2073συμπτώματα τῆς κρίσεως.
2074Ἡ βιομηχανική μας παραγωγὴ δὲν ἐπηρεάσθη οὐσιωδῶς
2075ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ προηγούμενον ἔτος, μικρὰ δὲ εἶναι ἡ
2076ὑποχώρησις ἐν τῇ κινήσει τῶν λιμένων καὶ τῶν σιδηρο-
2077δρόμων μας, ἡ δὲ πορεία τῶν δασμῶν ὅπως καὶ τῶν
2078φόρων καταναλώσεως δεικνύει ὅτι ἐκάμφθη ἀλλ’ οὐχὶ
2079σημαντικῶς ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τοῦ λαοῦ. Ἐξ ἄλλου
2080πρόβλημα ἀνεργίας ἀπὸ τὸ ὁποῖον δοκιμάζονται αἱ με-
2081γάλαι βιομηχανικαὶ χῶραι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι
2082ἀντιμετωπίζομεν ἐν Ἑλλάδι, Ἡ αὔξησις τῶν καταθέσεων,
2083ἡ ὁποία εἶναι συνήθης εἰς ἐποχὴν δυσπιστίας τῶν κε-
2084φαλαίων πρὸς ἄλλας τοποθετήσεις, ἐμφανίζει παρ’ ἡμῖν
2085τὴν εὐνοϊκὴν ἔνδειξιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ
2086καταθέσεων καὶ τῶν εἰς δραχμάς, ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν
2087εἰς ξένον συνάλλαγμα, ὅπερ σημαίνει αὔξησιν τῆς ἐμπι-
2088στοσύνης τοῦ κοινοῦ καὶ πρὸς τὰ τραπεζιτικά μας ἱδρύματα
2089καὶ πρὸς τὴν νομισματικήν μας σταθεροποίησιν. Ἀλλ’
2090ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὅτι ἡ ἐμ-
2091πιστοσύνη αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημέ-
2092νη, πρέπει κ. βουλευταί, νὰ ἑδραιωθῇ εἰς πᾶσαν Ἑλ-
2093ληνικὴν ψυχὴν διὰ νὰ καταπολεμήσῃ ὁριστικῶς τὴν πα-
2094ρατηρουμένην ἀτυχῶς ἀκόμη νοσηρὰν τάσιν τῆς Ἑλλη-
2095νικῆς ἀποταμιεύσεως πρὸς τοποθετήσεις ἐν τῷ ἐξωτε-
2096ρικῷ.
2097Ἐλπίζομεν νὰ κατανοηθῇ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἰδίως
2098ἀποταμιευτάς, ὅτι χωρὶς νὰ παρέχῃ καμμίαν μεγαλειτέραν
2099ἀσφάλειαν ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τοποθέτησις, χωρὶς νὰ ἐξυ-
2100πηρετῇ συμφέροντα τοῦ ἀποταμιευτοῦ ἀλλὰ τοὐναντίον
2101ζημιοῦσα αὐτὸν λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιτο-
2102κίου, ζημιοῖ πρὸ πάντων τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικὴν οἰκονο-
2103μίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖ κεφάλαια ἀπαραίτητα διὰ
2104τὴν γονιμοποίησιν τῶν διαφόρων κλάδων αὐτῆς, κεφάλαια
2105τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ ἐπιτείνουν,
2106τὴν στενότητα τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ τὴν ὕψωσιν
2107τοῦ τόκου, ἐπανέρχονται δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πάλιν ἐκ νέου
2108εἰς αὐτὴν ὑπὸ τύπον δανείου καὶ ὑπὸ ξένον πλέον ἔνδυμα
2109ἀφοῦ ἐξασφαλίσουν φορολογικὰς ἀσυδοσίας καὶ ὑψηλὸν ἐπιτό-
2110κιον οὐχὶ βεβαίως πρὸς ὄφελος τοῦ Ἕλληνος ἀποταμιευτοῦ.
2111Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα μας παρατηροῦμεν
2112ὅτι καὶ ἡ πορεία τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, κ.
2113βουλευταί, δὲν παρουσίασε κανὲν ἀνησυχητικὸν σύμπτωμα
2114ἐκ τῆς κρίσεως. Τουναντίον ἀπὸ ἑπτὰ μηνῶν περίπου τὸ
2115κάλυμμα συνεχῶς αὐξανόμενον ἀνέρχεται κατὰ τὸ τέλος
2116Ὀκτωρίου 3.374.838.120 μὲ ἀναλογίαν, πρὸς μὲν τὸ σύ-
2117νολον τῶν ὑποχρεώσεων ὄψεως εἰς 30,05% πρὸς δὲ κυ-
2118κλοφοροῦν χαρτονόμισμα εἰς 66%. Τὴν καλὴν κατάστα-
2119σιν τοῦ καλύμματός μας ἀνομολογοῦσα ἡ δημοσιονομικὴ ἐ-
2120πιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀναφέρει εἰς τὴν τε-
2121λευταίαν αὐτῆς ἔκθεσιν τοῦ Μαΐου 1930 ἐπὶ λέξει τὰ
2122ἑξῆς.
2123«Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπῆρξεν εὐτυχὴς διαπιστοῦσα ὅτι ἡ οἰκο-
2124νομικὴ καχεξία, ἥτις ἐγένετο αἰσθητὴ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὅ-
2125πως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν
2126τελευταίων ἕξ μηνῶν δὲν ἐπηρέασεν τὴν ἰσχυρὰν θέσιν τῆς
2127Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀλλ’ ἀντιθέτως δια-
2128γράφεται σαφὴς βελτίωσις ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ
2129Φεβρουαρίου». Ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσία μας πίστις οὐ μόνον δι-
2130ετηρήθη ἀκλόνητος ἀλλὰ καὶ ἐνισχύθη, κατὰ δὲ τὸ δωδεκάμη-
2131νον τῆς κρίσεως ἡ τιμὴ τῶν ἐθνικῶν μας χρεωγράφων ἐ-
2132βελτιώθη περισσότερον ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων
2133οἱουδήποτε ἄλλου Κράτους. Ἐπίσης κατὰ τὸ αὐτὸ διά-
2134στημα ἡ παρατηρηθεῖσα γενικῶς πτῶσις τῶν ἄλλων Ἑλ-
2135ληνικῶν ἀξιῶν ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν εἶναι μικροτέ-
2136ρα τῆς ἐπελθούσης εἰς πλεῖστα ἄλλα Κράτη. Καὶ εἰς τὴν
2137κίνησιν δὲ τῶν μεταναστευτικῶν ἐμβασμάτων σημειοῦται δι’
2138ἡμᾶς ἡ μικροτέρα ἐλάττωσις καὶ κατ’ ἀναλογίαν πληθυ-
2139σμοῦ ἔρχονται εἰς ἐμβάσματα πρῶτοι ὅλων, οἱ Ἕλληνες μὲ
2140δευτέρους τοὺς Ἰταλούς. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰδικῶς πρὸς τὴν
2141γεωργίαν ἀποβλέψωμεν, ἡ κατάστασις παρουσιάζεται ἀκόμη
2142περισσότερον παρήγορος.
2143Ἐνῶ, ὡς ἐλέχθη ἤδη, εἰς τὰς γεωργικὰς χώρας καὶ δὴ
2144εἰς ἐκείνας ἔνθα ἡ γῆ εἶναι κατανεμημένη εἰς μικροϊδιο-
2145κτησίας, δοκιμάζεται σκληρότερον ἡ ἀγροτικὴ τάξις. Παρ’
2146ἡμῖν ἡ ἀγροτικὴ τάξις’ καίτοι ἀποτελουμένη κατὰ μεγά-
2147λην ἀναλογίαν ἐκ μικροϊδιοκτητῶν προσφάτως ἐγκαταστα-
2148θέντων, καίτοι δοκιμασθεῖσα καὶ ἐφέτος ὑπὸ καιρικῶν συν-
2149θηκῶν ἠσθάνθη ὀλιγώτερον ἢ ἀλλαχοῦ τὴν ἐπίδρασιν τῆς
2150κρίσεως, διότι ἡ πτῶσις τῆς τιμῆς τῆς γεωργικῆς μας
2151προσόδου συνολικῶς λαμβανομένης, ὑπῆρξε μικροτέρα τῆς εἰς
2152τὰ ἄλλα γεωργικὰ Κράτη σημειωθείσης. Οὕτω τὰ μὲν δη-
2153μητριακὰ μας καταναλισκόμενα ἐξ ὁλοκλήρου ἐν τῷ τό-
2154πῳ ἐκρατήθησαν ἐκ τῶν ληφθέντων μέτρων εἰς τιμὰς καλ-
2155λιτέρας τῶν λοιπῶν γεωργικῶν χωρῶν τὰ δ’ ἐξαγόμενα
2156γεωργικά μας προϊόντα ἀντέσχον κατ’ ἀναλογίαν περισ-
2157σότερον εἰς τὴν γενικὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν.
2158Ἡ ποικιλία τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς καὶ ἡ ἐξα-
2159γωγὴ πολυτίμων προϊόντων μὲ τὰς τιμὰς σχετικῶς συγκρα-
2160τουμένας ἤγαγεν εἰς μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐμπορι-
2161κοῦ μας ἰσοζυγίου, ἀνεξάρτητον τῆς μειώσεως τῆς ὀφειλομέ-
2162νης εἰς τὴν κατὰ ποσὸν μικροτέραν ἐφέτος διαφορὰν μεταξὺ
2163εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς ποικι-
2164λίας ἐν τῇ γεωργικῇ παραγωγῇ καὶ τῆς ἐν αὐτῇ μεγάλης
2165ἀναλογίας πολυτίμων προϊόντων παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν κα-
2166τανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εὐνοϊκὴ διὰ τὴν ἀγροτικὴν
2167τάξιν, ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος πε-
2168ρισσότερον κατ’ ἀναλογίαν παρὰ αἱ ἀγροτικαὶ τάξεις ἄλλων
2169χωρῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν βαλκανικῶν. Ἡ διαπίστωσις τῆς τοι-
2170αύτης ἀντοχῆς τῆς γεωργίας μας ἀποτελεῖ βεβαίως ἐνθαρ-
2171ρυντικὸν φαινόμενον διὰ χώραν, ἡ ὁποία εἰς τὴν γεωργίαν
2172κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλει νὰ στηρίξῃ τὴν οἰκονομικήν
2173της πολιτικήν.
2174Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ σύγκρισις πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων
2175κρατῶν παρουσιάζει τὴν ἑλληνικὴν κατάστασιν σημαντικώ-
2176τατα παρήγορον, παραδόξως παρ’ ἡμῖν συχνότερα ἢ ἀλλα-
2177χοῦ ἀκούονται αἱ κραυγαὶ τῆς ἀπογνώσεως καὶ περισσότε-
2178ρον ἐνεφανίσθησαν οἱ θρηνωδοὶ τῆς καταστάσεως οἱ ὁποῖοι
2179εὐθὺς μετὰ τὰς πρώτας ἐκδηλώσεις τῆς κρίσεως ἀνέλαβον
2180νὰ κηρύξουν τὴν ἀπελπισίαν καὶ νὰ κλαύσουν τὴν ἐπερχο-
2181μένην καταστροφήν. Βεβαίως δὲν συνιστῶμεν τὴν ἀπόκρυψιν
2182τῆς καταστάσεως οὐδ’ ἀσπαζόμεθα τὴν ἀμέριμνον ἐκείνην
2183αἰσιοδοξίαν ἡ ὁποία συνεπαγομένη τὴν παράλειψιν ἢ τὴν
2184ἀναβολὴν τῆς λήψεως τῶν ἐνδεδειγμένων μέτρων, θὰ ὡδήγει
2185μοιραίως εἰς τὴν σκληρὰν ἀφύπνισιν. Ἀλλ’ ἄν ἐπὶ τῶν οἰ-
2186κονομικῶν ζητημάτων εἶναι κατακριτέα ἡ τοιαύτη αἰσιοδο-
2187ξία, περισσότερον ἀξιοκατάκριτος εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ προ-
2188σήλωσις εἰς τοὺς μαύρους ὁρίζοντας τῆς ἀπαισιοδοξίας ἡ
2189ὁποία ἀνίκανος νὰ ἐκτιμήσῃ ψυχραίμως τὴν κατάστασιν καὶ
2190νὰ ὑποδείξῃ τὰ ὀρθά, χρησιμεύει πρὸ πάντων διὰ νὰ δια-
2191σύρῃ τὴν πίστιν τῆς χώρας ἢ διὰ νὰ ἐξασθενίζῃ τὸν ἠθικὸν
2192παράγοντα καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καλεῖται νὰ
2193συγκεντώσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις της εἰς μίαν ἡρωϊκωτέραν
2194προσπάθειαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως.
2195Καὶ ὅμως δὲν χρειάζεται καμμία σοφία διὰ νὰ κατα-
2196νοηθῇ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ὅπως
2197εἰς πάντα ἀγῶνα, ἐνδείκνυται εἶναι ψύχραιμος σφυγμομέ-
2198τρησις τῶν ἐκδηλώσεων τῆς κρίσεως καὶ ἀντικειμενική, ἡ
2199ἀμερόληπτος ἐκτίμησις τόσον τῶν ἐνεργητικῶν ὅσον καὶ
2200τῶν παθητικῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει ὁ οἰκονομικὸς
2201ὀργανισμὸς τῆς χώρας διὰ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς κρί-
2202σεως, διότι μόνον μία τοιαύτη ἔρευνα παρέχουσα σαφῆ εἰ-
2203κόνα καὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ τῆς πιθανῆς ἐ-
2204ξελίξεως αὐτῆς δύναται νὰ δώσῃ τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν
2205εἰς τὴν δημοσίαν καὶ τὴν ἰδιωτικήν μας οἰκονομίαν. Ἀλλ’
2206ὅταν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν σημερινήν
2207μας θέσιν καὶ εἰς τὴν προοπτικὴν τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος
2208χωρὶς νὰ ὑπερτιμῶμεν τὰ ἐφόδιά μας διὰ τὸν ἀγῶνα, οὐδὲ
2209νὰ ὑποτιμῶμεν τὰς ἐλλείψεις μας δυνάμεθα νὰ ἀποκομίσω-
2210μεν αἴσθημα ἀσφαλείας διὰ τὴν αὔριον, τῆς ἀσφαλείας
2211τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ πεποίθησις ὅτι ἔχει ἡ χώρα τὴν δυ-
2212ναμικότητα νὰ παλαίσῃ νικηφόρως καὶ κατὰ τῆς παρούσης
2213κρίσεως.
2214Πράγματι δὲ κ. βουλευταὶ εἰς χεῖρας ἡμῶν κεῖται ἡ
2215ἔξοδος ἐκ τῆς σημερινῆς περιπετείας μὲ τὰς μικροτέρας δυ-
2216νατὰς ζημίας ἐὰν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν καὶ εἰς τὴν ἰδιω-
2217τικήν μας οἰκονομίαν λάβομεν τὰ μέτρα ὅσα μία σώφρων
2218τακτικὴ ἐπιβάλλει. Τὴν σώφρονα ταύτην τακτικὴν ἀπέδει-
2219ξεν ἡ κυβέρνησις ὅτι πιστῶς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὴν δη-
2220μοσιονομικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν της ἐν γένει πολιτικήν.
2221Χαράξασα ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ δημοσιονομικῇ της πολι-
2222τικῇ τὸ πρόγραμμα νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν περαιτέρω φορολογι-
2223κὴν ἐπιβάρυνσιν, νὰ ἐπιφέρῃ τὰς δυνατὰς φορολογικὰς ἀνα-
2224κουφίσεις, ν’ ἀνταποκριθῇ πλήρως μὲν πρὸς τὰς συμβατικὰς
2225ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους ἐν τῷ μέτρῳ δὲ τοῦ δυνατοῦ πρὸς
2226τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις ἑνὸς συγχρονισμένου κράτους μὲ ἀ-
2227διατάρακτον πάντοτε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2228κατώρθωσε διὰ τῆς καλλιτέρας ἀποδόσεως τῶν κειμένων
2229φόρων, διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἀγόνων δαπανῶν καὶ τῆς
2230δυνατῆς ἐνισχύσεως τῶν γονίμων νὰ λύσῃ μέχρι τοῦδε τὸ
2231δύσκολον τοῦτο πρόβλημα μετ’ ἐπιτυχίας τὴν ὁποίαν μαρ-
2232τυροῦν τὰ συνεχῆ περισσεύματα τῶν προϋπολογισμῶν μας,
2233ἡ ὁλοὲν ἐνδυναμουμένη δημοσία πίστις τῆς χώρας καὶ ἡ
2234καθόλου δημοσιονομική μας κατάστασις. Ἐν τῇ γενικωτέρᾳ
2235οἰκονομικῇ πολιτικῇ ἡ κυβέρνησις ἐπισπεύδουσα τὴν ἐκτέλε-
2236σιν τῶν παραγωγικῶν μας ἔργων πρὸς πρόληψιν τῆς ἀνεργίας
2237καὶ ταχυτέραν αὔξησιν τῆς καλλιεργησίμου γῆς, ἐπιδιώκου-
2238σα τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας δι’ ἐ-
2239παρκῶν κεφαλαίων μὲ τὸν δυνατὸν εὐθυνότερον τόκον, ἐπιζη-
2240τοῦσα συντόνως τὰς δυνατὰς βελτιώσεις ἐν τῇ γεωργικῇ μας
2241παραγωγῇ παρακολουθεῖ ταὐτοχρόνως μετὰ προσοχῆς τὴν ἐ-
2242ξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας πρόθυμος νὰ λαμβάνῃ
2243ἑκάστοτε τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα πρὸς πρόληψιν ἢ ἀπάμ-
2244βλυνσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς κρίσεως. Καὶ γνωρίζει ἡ
2245Βουλὴ ὅτι ἡ προθυμία αὕτη τῆς κυβερνήσεως δὲν ἀνεκόπη
2246οὐδ’ ὁσάκις τὰ λαμβανόμενα μέτρα συνεπήγοντο θυσίας διὰ
2247τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ ἔκειντο πέραν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστή-
2248μης διαγεγραμμένων ὁρίων διὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κράτους.
2249Πράγματι δὲ ἡ ἀνάληψις ὑπὸ τοῦ Κράτους μέρους τῶν
2250ἐνδεχομένων ζημιῶν ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν καταθετῶν τῆς
2251Τραπέζης Θεσσαλίας, ἡ παροχὴ ἐγγυήσεως εἰς δάνεια ὑ-
2252πὲρ ὑποστηρίξεως βιωσίμων βιομηχανιῶν, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ
2253συγκέντρωσις τοῦ σίτου καὶ ὁ ἐπὶ τῆς κριθῆς καὶ τῆς βρώ-
2254μης δανεισμὸς ἐπὶ συμμετοχῇ τοῦ Κράτους εἰς τὰς πιθανὰς
2255ζημίας εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπισύρουν καὶ
2256ἐπέσυρον ἤδη τὰς ἐπικρίσεις τῶν ὀπαδῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐ-
2257πιστήμης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπουσα εἰς τὰ ἐπι-
2258τευχθέντα καὶ εἰς τὰ ἐπιδιωκόμενα διὰ τῶν μέτρων τού-
2259των ἀποτελέσματα δὲν αἰσθάνονται καμμίαν μεταμέλειαν
2260διότι χάριν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐξέκλινεν ἀπὸ τὰ ὀρ-
2261θόδοξα δόγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ση-
2262μερινῶν συνθηκῶν ὑποβάλλονται εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἐκεῖ
2263ἀκόμη ὅπου ἡ πρὸς αὐτὰ πίεσις ἀποτελεῖ μακροχρόνιον
2264παράδοσιν.
2265Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι
2266ἀποφασισμένη παρακολουθοῦσα ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τὴν
2267ἐξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσάκις ἡ ἐ-
2268πέμβασίς της θὰ ἦτο συντελεστικὴ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν
2269ἐκδηλώσεων τῆς κρίσεως. Ἐὰν καὶ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονο-
2270μία ὡς πιστεύομεν, θελήσῃ ν’ ἀντιληφθῇ ὅτι πρέπει νὰ
2271συμμορφώσῃ τὰς ἀνάγκας της ὡς κατανάλωσις καὶ τὴν δρᾶ-
2272σιν της ὡς παραγωγὴ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σημερινῆς
2273καταστάσεως δυνάμεθα βασίμως νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ αἰ-
2274σθανθῶμεν τὴν πίεσιν τῆς κρίσεως ἐλαφροτέραν ἐν Ἑλλάδι
2275καὶ θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς μετὰ δοκιμασίαν μι-
2276κροτέραν ἀπὸ ἄλλα Κράτη πολὺ ἀνώτερα ἡμῶν εἰς οἰκονο-
2277μικὸν ἐφοδιασμόν. Πόσον ἀπέχει ἀκόμη τὸ τέρμα τῆς κρί-
2278σεως δὲν δύναταί τις μετ’ ἀσφαλείας νὰ προείπῃ, διότι δὲν
2279εἶναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν βέβαιον οὐδ’ ἂν ἐσημείωσε τὴν με-
2280γαλειτέραν της ἔντασιν ἡ κρίσις. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τοῦ πα-
2281ρελθόντας διδάσκει ὅτι καὶ ἡ κρίσις αὕτη θὰ ὑπερνικηθῇ
2282καὶ θὰ παρέλθῃ ἐγκαταλείπουσα ὄπισθεν αὐτῆς μαζὶ μὲ
2283τὰς ζημίας καὶ τὰ σπέρματα νέας οἰκονομικῆς προόδου.
2284Ἀλλ’ ἀσφαλῶς αἱ ζημίαι θὰ εἶναι μικρότεραι καὶ ἡ πρόο-
2285δος θὰ εἶναι ταχυτέρα διὰ τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιτά-
2286ξουν τὴν καλλιτέραν ἄμυναν. Καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὅλα τὰ
2287στοιχεῖα διὰ νὰ εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὐτῶν».
2288(χειροκροτήματα).
2289§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου πρὸς
2290συζήτησιν λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥ-
2291ραν 4.30′ μ.μ.
2292(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)