1930.06.24
2.984 στίχοι · 22.928 λέξεις · 128 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 90η
ΤΡΙΤΗ 24 ΙΟΥΝΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Σ. Ταρνάρης κάτοικος Λυγίας τῆς Κορινθίας ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 4042 «περὶ προστασίας τῶν πολυτέκνων.» —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Βελβενδοῦ διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἡμιγυμνασίου τῆς πόλεώς των. —Ἡ ἕνωσις τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Χαλκιδικῆς ζητεῖ τὴν παροχὴν μακροπροθέσμων δανείων διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστροφῆς τῆς καλλιεργείας των. —Οἱ συνεταιρισμοὶ ἀποκαταστάσεως συνοικισμῶν Ἁλωνίων, Σεβαστῆς καὶ Κούκου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκδικάσεως τοῦ ἀπαλλοτριωμένου ἀγροκτήματος Κούκου Παληοστάνης. —Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Ζίτσης παρακαλεῖ ὅπως ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ πρὸς ἀνάδειξιν νομίμου ἐπιτροπῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος Ζίτση. —Οἱ καλλιεργηταὶ τοῦ ἀγροκτήματος Σταυροῦ Χαλκιδικῆς ζητοῦν τὴν ἀποστολὴν τοῦ 33 Στρατιωτικοῦ Συνεργείου πρὸς καταμέτρησιν τοῦ ἀγροκτήματος. —Ἅπαντα τὰ σωματεῖα καὶ οἱ σύλλογοι Καζακλὰρ καὶ Τυρνάβου ζητοῦν τὴν παροχὴν ἀρωγῆς παρὰ τοῦ Κράτους λόγῳ καταστροφῆς τῆς καλλιεργείας των καὶ τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων εἰς μακροπρόθεσμα. —Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μάρκου καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ἀρυμανθίας ζητούντων τὴν παροχὴν ἐνισχύσεως διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς καλλιεργείας των ἐκ τῶν βροχῶν καὶ τῆς χαλάζης. —Οἱ πρόσφυγες Θρᾴκης περιφερείας Λαρίσσης καὶ Κιλκὶς διαμαρτύρονται καὶ ἀποδοκιμάζουσι τὸν ρήτορα Μαραβέλιαν ἐπιτεθέντα κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως. —Αἱ ἐπαγγελματικαὶ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Δράμας ζητοῦν τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἐπεξεργασίας τῶν καπνῶν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θρᾴκης. —Ὁ δήμαρχος Δράμας διὰ τηλεγραφήματός του γνωρίζει ὅτι οἱ καπνεργάται ἐν συνελεύσει ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. Ἡ ἀνωτέρα ἐνοριακὴ ἀντιπροσωπεία Θεσσαλονίκης ζητεῖ τὴν αὔξησιν τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως διὰ τὴν ἵδρυσιν διδακτηρίου. Ἡ Γερουσία ἀποστέλλει τὰ παρ’ αὐτῆς τροποποιηθέντα σχέδια νόμων: 1) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ ἀρτοποιΐας καὶ 2) Περὶ εἰσαγωγῆς ὑποτρόφων τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἀμερικανικὴν Γεωργικὴν καὶ Βιομηχανικὴν Σχολὴν ὡς καὶ εἰς ἄλλας ἰδιωτικὰς γεωργικὰς σχολάς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως δυνάμει τοῦ νόμου 4591 κλπ.» (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων.» (ψηφίζεται τό σύνολον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς ἐξ ὁπλαρχηγῶν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νόμου 3319 τῆς 27)4)1925.» (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξοφλήσεως παραγεγραμένων ἐντόκων γραμματίων.» (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς τῆς ἐν Λωζάννῃ ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9 δηλώσεως.» Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χούρσογλου.
§2Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Κύριοι βουλευταὶ ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εὑρισκομένη ἑλληνοτουρκικὴ συμφωνία πόρρω ἀπέχει τῆς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἑδραιωθῇ ἡ μεταξὺ τῶν δύο κρατῶν φιλία ἐφόσον εἶναι ἀποτέλεσμα βίας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκυψεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ βασικὴ αἰτία τῆς ἐξασκηθείσης βίας ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ἐξοντώσεως τοῦ ἐν Κων)πόλει Ἑλληνισμοῦ, διατηρεῖται ἀκεραία καὶ ἀναλλοίωτος ἀφοῦ δὲν ἐξασφαλίζομεν τὰ μέσα δι’ ὧν ἡ Τουρκία θὰ παύσῃ νὰ ἐρείδεται ἀφ’ ἑνὸς ἐπὶ τῆς ὑπερβολικῆς ἡμῶν εἰρηνοφιλίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ξηράν της πυρίτιδα καὶ τὴν κατὰ τὴν ἀντίληψίν της ναυτικὴν καὶ στρατιωτικὴν ὑπεροχήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν ὅτι διὰ τῶν τελευταίων μας ὑποχωρήσεων θὰ ἐγεννᾶτο πιθανότης τις σεβασμοῦ καὶ πιστῆς ἐκτελέσεως τῶν νέων συμφωνιῶν παρὰ τῆς Τουρκίας, εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ τίμημα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς πιθανότητος ταύτης εἶναι τοσοῦτον δυσανάλογον ὥστε δὲν δύναμαι νὰ στέρξω εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς θυσίας ταύτης. Φρονῶ δὲ ὅτι ἀμφίβολος κατοχὴ παρὰ τῆς Τουρκίας τῶν ἐκχωρουμένων περιουσιῶν θὰ ἦτο μυριάκις προτιμωτέρα ἀπὸ τὴν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους ἡμῶν πλήρους κυριότητός της ἐπ’ αὐτῶν ἥτις κυριότης ἀσφαλῶς καὶ θετικῶς πλέον αὐξάνει τὴν τουρκικὴν δυναμικότητα. Ἀλλὰ καὶ ἡ καταβαλλομένη προσπάθεια ὅπως καταστῇ πιστευτὸν ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς βεβιασμένης γνωμοτεύσεως τῶν οὐδετέρων μελῶν τῆς Μικτῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀφίνει περιθώριον νομικῆς καὶ ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας τῶν ὁποίων αἱ περιουσίαι ἀπετέλεσαν τὸ κύριον ἀντιστάθμισμα τῆς ὑπὸ κρίσιν συμφωνίας, ἀποτελεῖ ἀνατροπὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀντιστρατεύεται πρὸς αὐτὴν τὴν Συνταγματικὴν ἡμῶν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὴν δήμευσιν. Διότι αἱ ἐν Τουρκίᾳ ἀπομείνασαι καὶ αἱ σήμερον κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως λόγῳ ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐκχωρούμεναι εἰς τὴν Τουρκίαν περιουσίαι εἶναι ἰδιοκτησία Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ συνεπῶς ἡ χρησιμοποίησις τούτων δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας συνεπάγεται τὴν καταβολὴν τοῦ τιμήματός των εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν. Ἀσχέτως ὅμως τῆς ἀρχῆς ταύτης τὰ οὐδέτερα μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς γνωμοδοτοῦντα οὕτως ἢ ἄλλως εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας των διότι ταῦτα εἶναι ἐκπρόσωπα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῆς ὁλότητος τῶν δυνάμεων τῶν ὑπογραψασῶν τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης τῆς ὁποίας συμπλήρωμα εἶναι καὶ ἡ περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν σύμβασις καὶ συνεπῶς δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐκτελέσωσι ἐντολὴν μηδαμῶς δοθεῖσαν παρὰ τῶν οὐσιαστικῶν ἐντολέων αὐτῶν. Ἡ δὲ ἐκδήλωσις παρ’ αὐτῶν ἀδυναμίας περὶ τὴν κατὰ μονάδα ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν καὶ ἡ ἄρνησίς των διὰ τὴν συνολικὴν ἐκτίμησιν ὡς τάχα ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς, δὲν ἀπέχει ποσῶς ἀπὸ ὑπεκφυγήν, ἀφοῦ εἶναι κοινὸν μυστικὸν πῶς συνεργεῖα τῶν Κεντρικῶν Κρατῶν κατώρθωσαν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐκτιμήσωσι περιουσίας εἰς παρεμφερεῖς περιπτώσεις ἀλλαχοῦ. Ἡ νομικὴ καὶ ἠθικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν περιουσιῶν τῶν καταστραφέντων ἢ διαρπαγέντων λόγῳ πολέμου δὲν ἄρχεται καὶ γεννᾶται μόνον ἐκ τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν θεσπισθεῖσαν παγκόσμιον νομολογίαν ἧς ἡ ἐφαρμογὴ ἤρξατο πρὸ παντὸς ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1919 καὶ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν Θεσσαλικὴν περιπέτειαν. Καὶ ἐκτὸς ὅμως τῶν πολεμικῶν λόγων προξενούμεναι ζημίαι εἰς ἰδιώτας ἐκ λόγων γενικωτέρας ὠφελείας ἀπὸ ἐτῶν ἀποζημιοῦνται παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τῶν κανόνων τούτου τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσωσι ἐξαίρεσιν αἱ ζημίαι τῶν ἐκ Τουρκίας καταφυγόντων Ἑλλήνων. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατάταξις τῶν προσφύγων εἰς δύο κατηγορίας ἤτοι εἰς ἐκδιωχθέντας καὶ περισυλλεγέντας δὲν ἐπιφέρει τὴν ἐπιζητουμένην διάκρισιν ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ δικαίου Οὐδὲ ἡ μονομερὴς μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ὑπογραφεῖσα συμφωνία δύναται νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὴν διεθνῆ σύμβασιν περὶ ἀνταλλαγῆς καὶ τὰ ἐκ ταύτης ἀπορρέοντα δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ ρητὴν διάταξιν τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ πρόσφυγος παρὰ τοῦ Κράτους εἰς ὃ καταφεύγει καὶ οὗ ὑπήκοος γίγνεται εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, καὶ μένει ἄσχετον μὲ τὸ ἀποζημιωτικὸν δικαίωμα τοῦ δικαιούχου ἡ λῆψις ἢ μὴ διαφορᾶς παρὰ τοῦ κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν χρεώστου Κράτους, ἡ τυχὸν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους παραίτησις ἀπὸ τὴν διαφορὰν ταύτην, δὲν συνεπάγεται οὐδεμίαν ἐλάττωσιν ἢ μείωσιν τῆς τε νομικῆς καὶ ἠθικῆς ὑπαρχούσης ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δικαιούχους πρόσφυγας. Θὰ ἦτο ἀνάξιον ἡμῶν τῶν προσφύγων ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν πολλαπλῶς ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐθνικὴν ἀλληλεγγύην ὅπως εἶναι ἀνάξιον ἡμῶν νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἀποζημίωσίν μας διὰ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιδιώκω καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ πάντες οἱ πρόσφυγες ἐπιδιώκομεν εἶναι κατὰ κύριον λόγον ἡ ἀποτροπὴ τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἐννοίας τῆς δικαιοσύνης, διότι πεποίθαμεν ὅτι ἐκεῖ ὅπου σβύνει ἡ δικαιοσύνη ἀνατέλλει ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ ἐρήμωσις. Διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους θεωρῶ ὅτι ἐκτελῶ ὑπέρτατον πατριωτικὸν καθῆκον καταψηφίζων τὴν ὑπὸ κρίσιν συμφωνίαν καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ καταψηφίζω ταύτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράντης.
§4Φ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πομποὶ καὶ δέκται δονοῦνται ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴν μηνυμάτων ἐξαγγελλόντων τὸν ὁριστικὸν τερματισμὸν ἐκκρεμοτήτων μεταξὺ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν, ἔναυλοι δὲ παραμένουσι αἱ πλήρεις πίστεως καὶ αἰσιοδοξίας δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ χαραυγῆς μιᾶς νέας περιόδου συμφιλιώσεως συνενοήσεως καὶ συνεργασίας διὰ τὴν παγίωσιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ ἐγγὺς Ἀνατολῇ θὰ ἐκρινόμην ὡς μία ἀνεπιθύμητος παρεμβολὴ ὡς ἓν κακόφωνον παράσιτον ἂν θὰ ἐπεχείρουν νὰ διαταράξω τὴν εἰρηνιστικὴν ταύτην προσπάθειαν ἀναπτύσσων ὡρισμένους δισταγμοὺς καὶ φόβους, τοὺς ὁποίους ἔχω ἐπὶ τῶν ὑπὸ κύρωσιν συμφωνιῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν κατορθώσω νὰ ἀποσείσω τελείως τοὺς φόβους μου καὶ δισταγμοὺς καὶ νὰ βαπτισθῶ, ὅπως θὰ ἐπεθύμουν εἰς τὰ ζήδωρα νάματα τῆς αἰσιοδοξίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὀφείλω διὰ τοῦτο ὀλιγώτερον τόσον ὡς Ἕλλην πολίτης ὅσον καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας προελεύσεώς μου νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν συμφωνίαν διότι διὰ ταύτης πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὕψιστα γενικώτερα Ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ νὰ ἀσφαλισθῇ κατ’ ἀναμφισβήτητον ὡς ἐλπίζω τρόπον ἡ παραμονὴ ἐν Κωνσταντινουπόλει τῆς ἐκεῖ ὁμοιογενοῦς μειονότητος ἐξασφαλιζομένης εἰς αὐτὴν καὶ κἄποιας καλλιτερεύσεως τῆς ἐν γένει θέσεώς της. Τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀντίληψίν μου ἐπὶ τῶν δικαίων τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν μὴ ἀνταλλαξίμων τῶν ἀναχωρησάντων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ διαβατήρια τῶν ἀρχῶν τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἄρθρον 2 τῆς ὑπὸ κύρωσιν συμβάσεως. Θὰ περιορισθῶ σήμερον νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρακαλέσω θερμῶς ὅπως ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς νέας συνόδου τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων κομισθῇ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀνακουφίσῃ τὰ τελευταῖα, ὡς εὔχομαι καὶ ἐλπίζω θύματα τῆς ἀνταλλαγῆς, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη παρὰ πᾶσαν διάταξιν τῶν διεθνῶν συνθηκῶν ἐστερήθησαν τῆς κατοχῆς καὶ νομῆς τῆς περιουσίας των. (χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιγδέμογλου.
§6Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν κύριοι συνάδελφοι ἐπισήμως νὰ καταρτισθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν περιουσίαν τὴν ἰδικήν μου καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως τὸ ὁποῖον ἔλαβα. Σᾶς προκαλῶ νὰ καλέσητε τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης διὰ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν περιουσίαν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσε τὸν Τοῦρκον πρέσβυν.... (ἀναγινώσκει)..... ὅτι οἱ πρόσφυγες ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλουν τὰς ἀπόψεις των... (θόρυβος ἐγείρεται καὶ διαμαρτυρίαι).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία. (κωδωνοκρουσίαι).
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός)......... προσφυγοκαπήλους ποὺ ὁδηγεῖτε τὸν τόπον εἰς κίνδυνον τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. (χειροκροτήματα).
§9Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσετε τὴν φράσιν.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). (Ἐν ὀργῇ). Δὲν θὰ τὴν ἀνακαλέσω ποτέ.
§11ΦΩΝΑΙ. (Θόρυβος).
§12Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἡ αἰσχροτέρα καπηλεία αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάνετε.
§13Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Σεῖς γνωρίζετε ποῖος εἶμαι ἐγώ. Δὲν ἀνέχομαι ἐγὼ αὐτὴν τὴν λέξιν προσφυγοκαπήλους.
§14Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Νὰ βάλῃς ὑποψηφιότητα ἀντίθετον ἐὰν δὲν εἶσαι Βενιζελικός.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, ἠπειλήσατε ὅτι θὰ κάμετε ἐπανάστασιν δι’ αὐτὸ οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐξεμάνισαν.
§16Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Οὐδέποτε ἠπείλησα ἐπανάστασιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἀνακτήσουν τὴν ψυχραιμίαν των καὶ νὰ καθήσουν εἰς τὰς θέσεις των.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν λίγα λεπτά.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, νὰ συνεχίσῃ ὁ ρήτωρ.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. βουλευτής.
§22Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συστήσατε εἰς τὴν ρήτορα νὰ εἶναι εὐλαβὴς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλως δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσῃ.
§23Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἴδιο ζήτημα ἂς ἐπανέλθωμεν.
§24Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἄλλωστε ὁ κ. βουλευτὴς δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν προσφυγικὸν κόσμον (χειροκροτήματα).
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Συστήσατε, κ. Πρόεδρε, εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ καθήσουν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς καὶ πάλιν νὰ καθήσουν διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ρήτωρ.
§27Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ εἶμαι Θεσσαλὸς βουλευτής. Κατὰ τὸ 1897 ἡ Θεσσαλία κατελήφθη ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐτύχομεν οὐδεμιᾶς προστασίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐφύγαμεν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας μας ἀπὸ τὰ σπίτια μας, ἀνυπόδυτοι, ἐπεστρέψαμεν ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι χωρὶς νὰ ἀξιώσωμεν τίποτε. Καὶ ἐσεῖς ἐπιστρέψατε ἀνυπόδυτοι. Πονῶ τὸν προσφυγικὸν λαὸν διὰ τὸν ὁποῖον τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐμοχθήσαμεν καὶ μοχθοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεώς του. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω περισσότερον τὴν προσοχὴν εἰς τοὺς συναδέλφους πρόσφυγας ὡς καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος (θόρυβος διαμαρτυρίαι).
§28Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Μὴ διακόπτῃς, νὰ ζητήσετε τὸν λόγον. (θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ θυσιάζονται τὰ συμφέροντα ἑνὸς λαοῦ. (Θόρυβος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τέλος πάντων νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§31Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἐσωτερικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος κατοχυρώνει τὰ δικαιώματα τῶν δικαιούχων ἀνταλλαξίμων, ὑπάρχει τὸ ψήφισμα τῆς 4ης Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 1ον λέγει ὅτι δίδεται ποσοστόν. (ἀναγινώσκει). Θὰ ἦτο περιττὸν λοιπὸν νὰ ἀναγνώσω ἐνώπιον ἡμῶν τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 4ην τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν, σᾶς διαβάζω μόνον μίαν περικοπήν. (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος προσφάτως πέρυσιν ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς τὰ ἑξῆς: Ἡ πλήρης ἀποζημίωσις ἀποτελεῖ συμβατικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους».
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπὸ ποὺ τὸ ἐπήρατε αὐτό;
§33Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ συμβατικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους.
§35Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐν Θεσσαλονίκῃ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1929, ἡ δυσφορία τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. (ἀναγινώσκει).
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἰς τὴν δήλωσίν μου ἐκείνην ἐτόνισα τὰ ἑξῆς: ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ νὰ εἰσπράξῃ τὸ πλεόνασμα τὸ ὁποῖον θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ αὐτὸ δὲν ἀντίκειται εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω, καὶ ἡ στάσις μου ἀπέναντι τῆς συμβάσεως.
§37Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως σεῖς τοὐλάχιστον παραδέχεσθε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις οὔτε αὐτὴν παραδέχεται. Ἔχω σωρείαν τηλεγραφημάτων. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸν διότι προέρχεται ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ πρώτου πρόσφυγος συμβούλου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ὁ δικαιοῦχος προσφυγικὸς κόσμος. (ἀναγινώσκει).
§38Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. (Ὑφυπουργὸς Πολιτικοῦ Γραφείου). Βεβαίως κ. Πρόεδρε τῆς ποιότητος τῶν προχθεσινῶν φωνασκιῶν θὰ ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖ 5–6. Ἀλλὰ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐξευτελιστικώτερον συλλαλητήριον ἀπὸ τοῦτο τὸ προχθεσινὸν τοῦτο εἶναι ἀσφαλῶς τὸ τῆς Καβάλλας.
§39Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Μὴ ὑβρίζετε.
§40Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. (Ὑφυπουργὸς Πολιτ. Γραφείου). Ἐγὼ δὲν ὑβρίζω κανένα. Σεῖς ὑβρίζετε σεβαστοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ὑβρίζομεν κανένα διότι οὔτε τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἴμεθα οὔτε συνειθισμένοι νὰ ὑβρίζωμεν.
§41Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Κύριε Μαρῆ καὶ κύριε Παπαδάτε μὴν τὸν ἀκούετε, μὴ τὸν διακόπτετε, μὴ τοῦ ἀπαντᾶτε διότι ὁ ἀνὴρ δὲν αἰσθάνεται.
§42Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Σᾶς ἔχουν δώσει ἤδη τὴν ἀπάντησιν τὴν περασμένην Κυριακὴν 10 χιλιάδες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔχουν χαρακτηρήσει ἀρκετὰ καλά. Δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγὼ εἶναι περιττόν. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅτι διὰ τῆς ἐπιμονῆς της καὶ πρὸς κύρωσιν τῆς συμφωνίας ταύτης διαιρεῖ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς 3 διάμαχα στρατόπεδα. Κατηγορῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ζημιοῖ τὸν Ἐθνικὸν πλοῦτον πρὸς ὄφελος τῶν Τούρκων, ἴσην ζημίαν πρὸς ὁλόκληρον τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι μόνον διπλῆ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφανθῇ ἐγκύρως περὶ τοῦ σοβαροῦ ζητήματος. Ἐπίσης μοῦ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἔχει ἄρει τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§43Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. (Ὑφυπουργὸς Πολιτ. Γραφείου). Παραιτηθεῖτε καὶ βάλτε κάλπην.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰασωνίδης.
§45Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ τρίχες μου ἐλευκάνθησαν εἰς ἀγῶνας Ἐθνικοὺς καὶ ἔχω ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ἐκλογικήν τινα ὑπόστασιν ὥστε πάντα ὅσα θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθοῦν εἰς νευρικήν τινα ἀδυναμίαν ἢ εἰς κάμψιν λόγῳ τυφλῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. Ἔχω ἐξ ἄλλου ἀπόλυτον τὴν συναίσθησιν ὅτι ἡ ἠχὼ τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγων θὰ φθάσῃ εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος διότι εἶναι ὑπόθεσις κολοσσιαίας σημασίας ἡ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητουμένη, διότι ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἐντείνει τὸ βλέμμα καὶ τὸ οὖς πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων διὰ νὰ ἴδῃ ποῖαι ἀποφάσεις θὰ ἐκκολαφθοῦν ἐντεῦθεν, παρ’ ὅλην τὴν αἰσθητὴν πίεσιν μιᾶς συμπαγοῦς δημοσίας γνώμης. Ἀλλὰ φιλοδοξοῦντες καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων ἡμῶν εὐόρκως καὶ εὐπροσώπως καὶ ἀφόβως καὶ ἄνευ εὐτελῶν ὑπολογισμῶν θὰ βαδίσωμεν τὴν τιμίαν ὁδόν, τῶν ἀνυστεροβούλων καὶ εἰλικρινῶν πολιτευομένων καὶ τῶν χειριζομένων τὰ κοινὰ τῆς χώρας ταύτης συμφέροντα. Εἰς στιγμὰς τόσον σοβαρὰς τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικόν, τὸ συμφέρον τὸ ἐγκόσμιον ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τῆς ποιότητος τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον συζητοῦνται καὶ τὰ ὁποῖα ρυθμίζει ἡ τελευταία Ἑλληνοτουρκικὴ συμφωνία. Εἰς τὴν μεγάλην Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Ἀγκύρας ἐναντίον τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπετέθη ὁ βουλευτὴς Ἀμισσοῦ, τέως συμπολίτης μου ὁ Νουρῆ μπέης, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ ποταμῶν αἱμάτων, τὰ ὁποῖα χωρίζουν τὰς δύο χώρας καὶ ἐταλάνισε τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀντὶ πινακίου φακῆς παρέδωκε τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν. Ὁ Νουρῆ μπέης γνωρίζει τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ θὰ ἐκπλαγῇ ὅταν ἀκούσῃ ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὸν τρόπον τοῦ ἀγορεύειν αὐτοῦ ἐν τῇ Τουρκικῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Ὅσα θὰ εἴπω μετὰ καταπλήξεως θὰ ἀκούσῃ καὶ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἰδίᾳ ἀπὸ τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους τοὺς ἔχοντας ζήσει τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν οὐχὶ ἀπὸ γραφείου, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν ἐν οἷς καὶ αὐτὸς ὁ Νουρῆ μπέης, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ πιστέψῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων, οἱ ὁποῖοι σήμερον λέγονται καὶ ἀκούονται ἐντεῦθεν. Ὁ Τάκε Ἰωνέσκο εἰς τὰ ἀπομνημονεύματα αὐτοῦ δίδει μερικὰς συστάσεις καὶ συμβουλὰς εἰς τοὺς πολιτευομένους τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Λέγει ὅτι οἱ πολιτευόμενοι εἰς τὰ Κράτη τὰ Βαλκανικὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ προβάλουν τὴν κραυγήν των ἔξω ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ βαγονίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ταξειδεύουν ἵνα ἴδωσιν τί ἆραγε συμβαίνει περὶ αὐτούς, διότι ἡ χώρα τὴν ὁποίαν κατοικοῦσιν δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὰς λοιπὰς χώρας διὰ συρματοπλεγμάτων, ἀλλ’ ἡ χώρα εἰς τὴν ὁποίαν πολιτεύονται εἶναι μέρος τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκογενείας. Βγάζω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸ κεφάλι μου ἔξω ἀπὸ τὸ βαγόνι μου, διότι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσω, διατὶ θὰ δώσω τὴν ψῆφον μου ὡς θὰ δώσω αὐτήν, ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τῶν συμφωνιῶν. Σήμερον ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία δύναμαι νὰ εἴπω βασίμως, μακαρίζουν τὴν μικρὰν Ἑλλάδα, διότι αὕτη ἔχει τὸ μέγιστον ἀγαθόν, τὸ ἀγαθὸν τῆς κυβερνητικῆς εὐσταθείας. Χθὲς ἀκόμη καὶ ὁ Μπάλτουϊν καὶ ἰδίᾳ ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ προσῆλθον πρὸς τὸν ἀντίπαλόν των Μακδόναλδ καὶ ὑπεσχέθησαν τὴν προσφορὰν τῆς δυνάμεως αὐτῶν τῆς βουλευτικῆς, ἵνα κατορθώσῃ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεργίας καὶ ἐδήλωσαν εἰς αὐτὸν ὅτι θὰ ἀποφύγουν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ προκαλέσωσι κρίσιν κυβερνητικὴν καὶ νέας ἐκλογάς, διότι ἡ χώρα δὲν ἔχει ἀντοχὴν οὔτε διὰ κρίσιν κυβερνητικὴν οὔτε διὰ νέας ἐκλογάς. Ἡ Γερμανία θέλουσα νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου, τοῦ «φόρου τῆς θυσίας». Ἐναντίον τοῦ φόρου τῆς θυσίας καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐντεῦθεν ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατεξανέστη τὰς πρώτας ἡμέρας ὅλη ἡ Γερμανία, ἀλλ’ ὡς βλέπω τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅλη ἡ μέση τάξις φοβουμένη τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν κρίσιν τὴν Κυβερνητικήν, προσφέρονται νὰ ψηφίσουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔστω καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβάλουν νέους φόρους εἰς τὸν λαὸν τὸν Γερμανικόν. Ἡ δὲ Γαλλία ἡ ὁποία τετράκις ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν εἶχεν κρίσιν κυβερνητικήν, ἀγωνιῶσα παρακολουθεῖ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς μὴ τυχὸν καὶ ἐκραγῇ καμμία κρίσις κυβερνητική, διότι καὶ ἐκεῖ καθ’ ὅλην τὴν χώραν ὡς καὶ ἐν Ἑλλάδι πλήμμυραι καὶ θεομηνίαι ἐμάστιζον καὶ μαστίζουν ὁλόκληρον τὸν κόσμον τῶν ἀγροτῶν. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἵνα μὴ ἀναφέρωμεν καὶ τὸ προχθὲς ἀκόμη ὑπὸ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ φασιστικοῦ κόμματος κ. Τουράτη λεχθὲν ὅτι ἡ Ἰταλία προκαλεῖ τὴν Γαλλίαν καὶ ἡ Γαλλία ἀπαντᾷ διὰ δεκάδος δυσεκατομμυρίων πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἀποτελοῦντες καὶ ἡμεῖς μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας βλέπομεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη εὑρίσκεται ἔν τινι νευρικῇ ὑπερδιεγέρσει ἢ κατ’ ἄλλους ἔν τινι οἰκονομικῇ ἀκαταστασίᾳ καὶ θεωροῦν τὴν εὐστάθειαν τὴν πολιτικὴν ὡς ἀγαθόν, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ βγάζωμεν τὴν κεφαλήν μας ἔξω τοῦ παραθύρου νὰ χωρίσωμεν τὰς τύχας ἡμῶν καὶ νὰ θέσωμεν τὴν τύχην ἡμῶν ἐντὸς τῶν τεσσάρων τοίχων ἢ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς ἀποτελεῖ μίαν ἀνάγκην, καὶ ἐπειδὴ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐγκαινιάζονται σχέσεις φιλικώταται μὲ τὴν Τουρκίαν, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε ἄνευ πλέον κινδύνου παρεξηγήσεως ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας καὶ ἄνευ φόβου διαταράξεως τῆς θέσεως τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν μας νὰ εἴπωμεν μερικὰ πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐφ’ ὅσον ταῦτα τὰ ὁμολογοῦν καὶ αὐταὶ αἱ Τουρκικαὶ ἐφημερίδες. Μία ἔκκλησις τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀδελφῶν μας ἀνερχομένων εἰς 120.000 ψυχῶν, μία ἔκλησις οὐχὶ συνθηματικῶς πεμπομένη πρὸς ἡμᾶς—διότι πρέπει καὶ τοῦτο νὰ ἐξηγηθῇ διὰ νὰ μὴ προκληθῇ ἡ ἐλαχίστη παρεξήγησις ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς—μία ἔκλησις λέγω τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ταλαιπορουμένων ἀπὸ ὀκταετίας ὁλοκλήρου ἐκεῖ, ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς τοὺς διαφυγόντας καὶ διασωθέντας ἐν Ἑλλάδι, ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς καὶ λέγει. Σεῖς ἀπεκτήσατε τὸ ὕπατον ἀγαθὸν τοῦ νὰ ζῆτε ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλληνικῇ πατρίδι. Ἀπὸ ὀκταετίας γνωρίζετε ποῖα μαρτύρια ὑφιστάμεθα ἐξ αἰτίας τῆς ἐκκρεμότητος τῶν σχέσεων τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν: Δὲν ἐπιβάλλεται ἐν ὀνόματι ἐκείνης τῆς ἀπὸ τετρακοσίων ἐτῶν ἀλληλεγγύης, δὲν ἐπιβάλλεται ἐν ὀνόματι ἐκείνης τῆς κοινότητος τῶν δεσμῶν τοὺς ὁποίους ἐσφυρηλατήσαμεν ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ὁμοῦ, δὲν ἐπιβάλλεται σεῖς ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλληνικῇ πατρίδι εὑρισκόμενοι νὰ ὑποστῆτε θυσίας τινὰς διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ζῶμεν βίον ἀνθρώπινον καὶ νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ἐκκρεμότητα ἡ ὁποία μᾶς βασανίζει; (χειροκροτήματα). Αἴ! ἐὰν ὄντως ἐπὶ 400 ἔτη κοινοὺς δεσμοὺς εἴχομεν σφυρηλατίσει, καὶ ἂν τὰ αἰσθήματα ταῦτα δὲν εἶναι μῦθος ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀσκούμενον ὑπὸ τιμίων ἀνθρώπων καὶ ὑπὸ πατριωτῶν ὡς ἡμεῖς, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν κύρωσιν τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, καὶ νὰ ἀπαντήσωμεν οὕτω πρὸς τὴν ἔκλησιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι τὰ συμφέροντα τὰ ἐγκόσμια οὐδεμίαν ἔχουσιν σημασίαν ὅταν πρόκειται περὶ ἀδελφῶν. (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μὲ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν καὶ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἕτερον ὑπέρμετρον ἀγαθὸν πρόκειται νὰ διασφαλισθῇ. Θὰ παύσῃ δηλαδὴ τοῦ λοιποῦ ἡ ὑπὸ ὑπόνοιαν καὶ παρεξήγησιν διαρκῶς εὑρισκομένη προσήλωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον τὸ Οἰκουμενικόν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Τουρκικὴ βλέπουσα καὶ ἀναγνωρίζουσα τὴν εἰλικρίνειαν τῶν βλέψεων τῶν Ἑλληνικῶν θὰ παραχωρήσῃ ἔδαφος καὶ ἐλευθερίαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον τὸ Οἰκουμενικὸν νὰ ζῇ τὴν ζωὴν τῶν αἰώνων τῶν χριστιανικῶν, νὰ ζῇ τὴν ζωὴν τῆς ὀρθοδόξου ἐπικρατήσεως ἐπὶ ὅλου τοῦ κόσμου τοῦ ὀρθοδόξου τῆς Οἰκουμένης. Ἡ ἐπαφὴ ἡμῶν τοῦ λοιποῦ πρὸς τὸ πατριαρχεῖον καὶ ὁ ἀσπασμὸς τῆς δεξιᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν θέλει χαρακτηρισθῇ πλέον ὡς μία πρᾶξις φιλικῆς ἑταιρείας ἢ ὡς μία πρᾶξις συνωμοτική. Ἐλεύθερα τὰ τέκνα θὰ βλέπουν τὸν Πατριάρχην καὶ ὁ Πατριάρχης ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας καὶ ἐλεύθερος φόρου δυσμενῶν σχολίων θὰ ἀνοίξῃ τοὺς κόλπους του πρὸς τὸ ποίμνιόν του τὸ ὀρθόδοξον, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβανόμεθα καὶ ἡμεῖς. Ἄν τοῦτο ἐπιτύχωμεν κύριοι, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπέστημεν ἀπείρους θυσίας, ἂν ἐπιτύχωμεν τοῦτο σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀξίζει νὰ ζήσῃ κανεὶς ἐν Ἑλλάδι τὸν βίον τὸν ἐλεύθερον καὶ ἀξίζει νὰ κηρώσωμεν αὐτὰς τὰς συμφωνίας. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ κύριοι ὅταν εἶχεν ὑπογραφῇ ἐν Χάγῃ τὸ σχέδιον Γιούγκ ὁλόκληρος ὁ κόσμος ὁ ἐθνικιστικὸς γαλβανιζόμενος καὶ παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν ἡγέτην τοῦ κόμματος τοῦ ἐθνικιστικοῦ, ἐσύρθη εἰς δημοψήφισμα. Τὸ πρῶτον ἐρώτημα ἦτο ἂν θὰ ἐδέχοντο νὰ γίνῃ δημοψήφισμα καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπήντησαν καταφατικῶς ἑκατομμύρια Γερμανῶν. Ὅταν ὅμως ἐτέθη τὸ δεύτερον ἐρώτημα, εἰς τὸ δεύτερον δημοψήφισμα, ἂν πρέπει νὰ κυρωθῇ ἢ ὄχι ἡ συμφωνία Γιούγκ εἴδομεν ὅτι ὁ πρὸ ὀλίγου ἐξημμένος κόσμος ὁ ἐθνικιστικὸς ὁ ὁποῖος δι’ ἑκατομμυρίων ψήφων ἐζήτησε νὰ γίνῃ δημοψήφισμα ὅταν λέγω τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τοῦ δημοψηφίσματος τότε ὠρρώδωσε καὶ τότε ὀπισθοχώρησε καὶ ἐναυάγησε τὸ δημοψήφισμα κατὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Γιούγκ καὶ ἡ Γερμανία ἄκουσα βεβαίως, ἐπροχώρησε εἰς τὴν κύρωσιν τῶν Γαλλογερμανικῶν συμφωνιῶν καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Γιούγκ. Διατί; Διότι ὑπέρτερα συμφέροντα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθη ὁ Γερμανικὸς Λαὸς νὰ σκεφθῇ νηφαλίως καὶ νὰ προβῇ εἰς θυσίας οἰκονομικὰς διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Ρηνανίας. Διὰ ἓν τοιοῦτον ὑπέρτερον ἐθνικὸν ἰδεῶδες ὁ Λαὸς ὁ Γερμανικὸς ἔκλεινε τὸν αὐχένα αὐτοῦ πρὸ τῶν Οἰκονομικῶν θυσιῶν. Ἄν λοιπὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀποτελεῖ μίαν ἀνάγκην ἡ ρύθμισις τῶν σχέσεων τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν, ἂν διὰ τὸν κόσμον τὸν Ἑλληνικὸν ἀποτελεῖ ἀνάγκην νὰ προστατευθῇ ἡ κρισιμότης αὐτὴ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συνέλθῃ ὁ κόσμος ὁ Ἑλληνικὸς καὶ νὰ μπορέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἐντατικώτερον καὶ περισσότερον νὰ προνοήσῃ διὰ τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα ἄνευ δισταγμῶν ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν. Ἠκούσθη—δὲν πρόκειται βέβαια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μονομαχήσω πρὸς κανένα—ἠκούσθη φωνή τις ἢ φωναί τινές, ἔξω βεβαίως τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ἐνδιαφερόμενοι προσφυγικοὶ κύκλοι θὰ ἀποτανθοῦν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νὰ ὑπάρξῃ ἐπιεικὴς ἀπέναντι αὐτῆς εἰς τὴν στιγμὴν ἐκκρήξεως δυσφορίας καὶ πικρίας ἐκστομηθείσης φράσεως, ὅτι θὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ σπεύσω νὰ δηλώσω ὅτι πέραν τῶν συνόρων τῶν Ἑλληνικῶν, διὰ ζητήματα Ἑλληνικά, παράπονα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθουν, ἐντὸς τῆς Χώρας, τὸ παραπονεῖσθε εἶναι δικαίωμα ἱερὸν παντὸς πολίτου. Ἀλλ’ ἔξω τῆς Χώρας ἀσκούμενον τὸ παράπονον ἀποτελεῖ αὐτόχρημα προδοσία. (χειροκροτήματα). Αὐτὸ λοιπὸν δὲν θὰ γείνῃ ποτὲ καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω κύριοι συνάδελφοι ἐστὲ ἐπιεικεῖς εἰς τὴν ἔκκρηξιν ταύτην τὴν ἀκίνδυνον, τὴν αὐτὴν ποιοῦμαι ἰδιαιτέρως ἔκκλησιν καὶ εἰς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲν εἶναι τυχαῖαι αἱ στιγμαὶ τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ κόσμος ὁ προσφυγικός. Μία ἐκκαθάρισις καὶ ἑνὸς ἰδιωτικοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου, πάντοτε ἔχει συνεπείας τινὰς καὶ προκαλεῖ δυσφορίας τινάς, ἀναλόγως τῆς ἐκβάσεως, ρυθμίσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ οἴκου τούτου. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ γνωρίζομεν καὶ πιστεύομεν ὅτι τὰς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις ἀνειλημμένας ἤδη ὑποχρεώσεις δὲν θὰ παρίδῃ καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ χωρὶς νὰ ζητοῦμεν νὰ γίνῃ ἡ δήλωσις αὐτή, ἀναγινώσκομεν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις αἱ ἀποζημιωτικαί, θὰ πληρωθῶσιν καὶ ἐκπληρωθῶσιν ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ θὰ μεριμνήσῃ ἐντατικῶς ὑπὲρ τῆς πλήρους προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἐν τῇ λέξει «ἀποκαταστάσεως» συλλήβδην ὑπάρχει πᾶσα ἡ πλήρωσις τῶν ἀναγκῶν τῶν βιωτικῶν τῶν ἀναγκῶν τῶν στεγαστικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν τῶν προσφύγων—ἀστῶν καὶ ἀγροτῶν—νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δημιουργηθῇ ἰδιαίτερον πεδίον ἔριδος, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα ὅλαι αἱ ἀρχαὶ τῶν κομμάτων ἔρχονται νὰ δηλώσουν καὶ νὰ συμφωνήσουν ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρχει πλέον ὑλικὴ ἀδυναμία καὶ τεχνικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους περαιτέρω συνέχισιν τῶν ἀποζημιώσεων. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι γνωστὸν ἂν ἀφῆκε ἢ ὄχι περιουσίαν καὶ ἂν ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει ὁμιλῶ διὰ λογαριασμὸν τῶν ἄλλων. Ἄλλωστε δὲ ἔχω καὶ τὴν ρητὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μου. Ἐὰν λοιπόν, δὲν ἤμην γνωστὸς ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ περιουσίαν τινά, καὶ ἐὰν ἔδιδα καὶ ἐγὼ θύματα οἰκογενειακά, ἴσως θὰ ἤμην προσεκτικώτερος εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Ἐγὼ καὶ ἐπιστημονικῶς ἐγνωμάτευσα ἄλλοτε, ὅτι ἡ εἰς τὸ ἄρτιον ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος ὑφίσταται. Ἦτο καὶ εἶναι μία ἐπιστημονική μου ἀντίληψις. Ἀλλ’ εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς γνωματεύσεως ἐκείνης ἔλεγον, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ περιορίζεται διὰ τῶν φυσικῶν ὁρίων τῆς δυναμικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς φιλοπατρίας τῶν προσφύγων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ δημιουργήσωμεν ἔριδας πρὸς ἀλλήλους, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἰδίᾳ προέχει τὸ πρόβλημα τὸ ἐξωτερικόν. Πρέπει νὰ φανῇ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ τοῦ ξένου κόσμου ὅτι δίδει μίαν τεραστίαν πλειοψηφίαν διὰ τὴν κύρωσιν τῶν συμφωνιῶν τούτων καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ εἶναι κατόπιν ἕνα μέσον πολύτιμον διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα συνεχίσῃ καὶ περαιτέρω τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις καὶ ἐξωτερικὰς διαπραγματεύσεις. Ἡμεῖς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ τηρηθοῦν καὶ τηροῦνται ἅπασαι αἱ ἀνειλημμέναι ἀποζημιωτικαὶ ὑποχρεώσεις μετὰ τὴν ἐπιβεβαίωσιν, ὅτι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας ἀσχολίας θὰ ἀποτελέσῃ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων, ἡμεῖς θὰ κυρώσωμεν τὰς συμφωνίας καὶ παραλλήλως θὰ κάμωμεν καὶ μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κόσμον τὸν πολιτικὸν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, τὴν ἑξῆς. Παρ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τοῦ ἀγροτικοῦ, παρ’ ὅλας τὰς τεραστίας θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν προώθησιν τῶν ἀγροτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, θεομηνίαι τοῦ τελευταίου μῆνα κατέστρεψαν τὰ ὄνειρα τοῦ κόσμου τοῦ ἀγροτικοῦ καὶ μετ’ αὐτοῦ συμπάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ κεκτημένη ταχύτης τῆς αἰσιοδοξίας τοῦ κόσμου τοῦ ἀγροτικοῦ δὲν τοῦ ἐπέτρεψεν εἰσέτι νὰ αἰσθανθῇ τὴν ὅλην ἔκτασιν τῆς ἐπελθούσης ἐκ θεομηνιῶν δυστυχίας τῆς συμφορᾶς. Ὑπάρχει μία κρίσις οἰκονομικὴ καὶ ὅταν ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Λαοῦ ἠρωτήσαμεν τοὺς ἐνδιαφερομένους ποίαν στάσιν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, μᾶς εἶπαν ὅτι, πρὸς τὸ παρόν, ἡ κρίσις ἡ οἰκονομική, ὁ κίνδυνος ὁ οἰκονομικὸς εἶναι τοσαύτης ἐκτάσεως ὥστε ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅπως Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ἐντείνουν τὴν προσοχήν των καὶ στρώσσουν τὸ πρόγραμμα τὸ ἐπιτελικόν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ φοβερὰ αὐτὴ κρίσις, ἡ οἰκονομική. Μᾶς εἶπαν μάλιστα ὅτι, εἰς τὶ ὠφελεῖ ἡ ἔρις περὶ τοῦ ἐὰν δικαιούμεθα ἢ οὔ εἰς τὸ ἄρτιον τῶν ἀποζημιώσεων καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν κλείνουν καταστήματα καὶ θὰ κλείσσουν περισσότερα, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς θὰ εἶναι βαρύτερος καὶ δριμύτερος τοῦ περισυνοῦ; Ὁ ἐχθρός, μᾶς εἶπον, ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐπελαύνει γοργῶς, ραγδαίως, καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν κόσμον τὸν πολιτικὸν καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ συσπειρωθοῦν περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μελετήσουν νὰ εὕρουν τρόπον ὄχι περὶ τοῦ ἐὰν δικαιούμεθα ἢ οὔ νὰ ἀποζημιωθῶμεν εἰς τὸ ἄρτιον, ἀλλὰ τρόπου ἐπὶ τοῦ πῶς ἡ κρίσις ἡ οἰκονομική, ἡ ἐπερχομένη ραγδαίως, θὰ ἀντιμετωπισθῇ κατὰ τὸν ἐπιστημονικώτερον καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ δυνατότερον καὶ καλλίτερον τρόπον. Αὐτὴν τὴν ἔκκλησιν κομίζομεν ἐκ Μακεδονίας καὶ θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ εἰς θέσιν ν’ ἀναγνώσω, ὄχι συλλαλητηρίων ψηφίσματα, ἀλλὰ ν’ ἀναγνώσω ἀποφάσεις ἑκατὸν τόσων Προέδρων Κοινοτήτων καὶ συνεταιρισμῶν διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κίνδυνον τὸν ἐπερχόμενον, καὶ ἐκδηλώνουν τὴν πίστιν των πρὸς αὐτὴν διότι μόνον ἡ πίστις καὶ ἡ εὐστάθεια ἡ Κυβερνητικὴ θὰ εἶναι ἱκαναὶ ὡς εἷς ἄλλος κυματοθραύστης νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἐπελαύνουσαν οἰκονομικὴν συμφοράν. Καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις αὐτάς, κάμνομεν ἑτέραν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: μετ’ ὀλίγον θὰ ὑπογράψητε καὶ νέας συμφωνίας μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ μεταξὺ αὐτῶν θὰ εἶναι ἡ συμφωνία τῆς ἐγκαταστάσεως. Δὲν ζητοῦμεν νὰ διασφαλισθῇ ὁ τρόπος ἵνα καὶ πάλιν ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἄς ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως καὶ ἀπὸ στόματος νοσταλγοῦντος τέως ἀλυτρώτου Ἕλληνος ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Τουρκία μᾶς παρεῖχεν εἰς τὸν κύβον τὰ ἐπὶ αὐτοκρατορίας προνόμια καὶ πάλιν δὲν θὰ διαπράξωμεν τὴν προδοσίαν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτήν, ἵνα ἐπιστρέφοντες ἐκ νέου πυκνώσωμεν τὰς φάλαγγας εἰς τὰ ἐδάφη τὰ Τουρκικά. Ὁ νῦν διοικητὴς Θράκης, ὁ κ. Κακουλίδης, εἰς μίαν του ἐντεῦθεν ἀγόρευσιν ἔλεγεν ὅτι, τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν, δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἀσφαλιζόμενοι οἱ ἐν Ἑλλάδι πρόσφυγες θὰ ἐκαλοῦντο ὑπὸ πλείστας διεθνεῖς ἐγγυήσεις νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ἀραιώσουν τὰς φάλαγγας τοῦ ἐδῶ ἐργαζομένου καὶ παράγοντος κόσμου, ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἴσως πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ πενθήσῃ τὴν μεγαλυτέραν τῶν συμφορῶν. Συνεπῶς τὴν θυσίαν τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν τὴν ὑφιστάμεθα καὶ τὴν δεχόμεθα μετὰ πικρίας, ἀλλ’ ἄνευ διαμαρτυρήσεως. Εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν θὰ μεταβῶμεν πρὸς νέαν ἀποκατάστασιν καὶ ἐφ’ ὅσον βεβαιωθῇ ἡ Τουρκία, ὅτι θὰ εἴμεθα νοσταλγοὶ μόνον, προσκυνηταὶ μόνον παλαιῶν ἐδαφῶν καὶ ὅτι δὲν θὰ ἀποβλέπωμεν πλέον εἰς τὴν ἀκεραιότητα αὐτῆς, θὰ σᾶς παρεκάλουν θερμῶς, κ. Πρόεδρε, νὰ διασφαλισθῇ διάταξίς τις ἐν τῷ συμφώνῳ νὰ ἐπιτρέπεται κατ’ ἔτος καὶ δι’ ὀλίγας ἑβδομάδας ἡ ἐγκατάστασις εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένων προσφύγων, νοσταλγῶν ἀλησμονήτως παλαιῶν γενεθλίων ἐδαφῶν, νὰ ἐπιτρέπηται ὅπως, ὡς προσκυνηταὶ τῶν γενεθλίων ἐδαφῶν, δύναται νὰ μεταβαίνωσι αἱ μητέρες ἢ αἱ σύζυγοι, ἢ οἱ πατέρες, ἢ οἱ ἀδελφοί, δύνανται, λέγω, νὰ ἐπισκέπτωνται δι’ ὡρισμένας ἡμέρας τὴν γενέθλιον γῆν καὶ τοὺς τάφους τῶν πατέρων καὶ τῶν μαρτύρων. (ραγδαῖα χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακάλμπασης.
§47Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐθεωρήσαμεν ἐπιβεβλημένον, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ καὶ οἱ ὑπογραφόμενοι πρόσφυγες βουλευταὶ ἀνεξαρτήτως τῶν δηλώσεων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἰς ἃ ἀνήκομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀκόλουθον ἔγγραφον δήλωσιν (ἀναγινώσκει). «Αἱ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εὑρισκόμεναι Ἑλληνοτουρκικαὶ Συμφωνίαι ἀποτελοῦν τὴν ἐπισφράγισιν τῆς τραγικῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς. Οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἱερωτέρα στιγμὴ ἐνεφανίσθη εἰς τὰ χρονικὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος. Τὴν ἱερότητα ταύτης ἐκτιμῶντες δεόντως καὶ ἡμεῖς, τὰ ἀνεύθυνα θύματα τῆς συγχρόνου Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας θὰ προσπαθήσωμεν νὰ κρατήσωμεν τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἱστορικῆς τῆς στιγμῆς. Μεγάλα πολιτικὰ καὶ διπλωματικὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐπέδρασαν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολέμου, ὡδήγησαν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1923 τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ Τουρκίαν, εἰς τὴν ὑπογραφὴν Διεθνοῦς συμβάσεως, θεσμοθετούσης βάρβαρον ἀρχὴν τὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν Ἑλληνικῶν καὶ Τουρκικῶν. Ταύτην οἱ θιγόμενοι πληθυσμοί, ὡς ἀντικειμένην εἰς πάντα ἠθικὸν νόμον καὶ πλήττουσαν αὐτοὺς εἰς τὰ καίρια ἀπέκρουον μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις. Ἡ ἐν Λωζάννῃ Συνδιάσκεψις τῆς Εἰρήνης ἀπέβλεπε κυρίως εἰς ρύθμισιν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ρήξεως καὶ διατύπωσιν τῶν διατάξεων τῆς Συμβάσεως Ἀνταλλαγῆς, ἥτις καὶ ἀπετέλεσεν ἀναπόσπαστον τμῆμα τῆς Συνθήκης τῆς Εἰρήνης. Δι’ αὐτῆς διαλύονται δύο κοινωνίαι ἡ Τουρκικὴ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐν Τουρκίᾳ. Ἐπεβάλλετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀνταλλαγὴ τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν, ἡ ἀμοιβαία αὐτῶν ἀποζημίωσις διὰ τῶν περιουσιῶν τὰς ὁποίας ἐγκατέλειψαν οὗτοι εἰς τὰς δύο χώρας, καὶ ὡρίζετο ὅπως μετὰ τὴν τελικὴν ἐκκαθάρισιν ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ καταβληθῇ παρὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξακριβωθῇ ὅτι ἐγκατελείφθησαν πλείονες περιουσίαι. Δὲν νομίζομεν πρόσφορον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἀνάπτυξιν τῶν ἑλληνοτουρκικῶν διαπραγματεύσεων πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς περὶ ἀνταλλαγῆς συμβάσεως καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1924 μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν εὑρισκομένης Συμφωνίας. Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἄλλως τε ταύτην προέβη ἤδη καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ ἁρμοδία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Τὸ μόνον σημεῖον τὸ ὁποῖον ὑποχρεούμεθα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, νὰ τονίσωμεν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς Συμβάσεως τὰ δύο ἐνδιαφερόμενα Κράτη προέβαινον εἰς ἑρμηνείαν καὶ μόνον τῆς Συμβάσεως, ἡ κατὰ τὸ 1925 ἐπιτευχθεῖσα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας Συμφωνία ἦλθε νὰ ἀνατρέψῃ θεμελιώδεις αὐτῆς διατάξεις καὶ νὰ κυρώσῃ τὴν ὅλως ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Σύμβασις Ἀνταλλαγῆς ἐνδιέφερε μόνον τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν καὶ ὄχι τὰ συνυπογράψαντα τὴν Συνθήκην τῆς Λωζάννης Κράτη. Ἡ μοιραία αὕτη Συμφωνία, ἡ ὁποία ἐν συγκρίσει πρὸς ὅσα ἐπηκολούθησαν αὐτήν, ἐθεωρήθη ὑπό τινων ὡς ἐξυπηρετικωτέρα τῶν Ἑλληνικῶν ἀπόψεων, εἶναι ἐν τούτοις ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἐξουθενώσεως τῆς Συμβάσεως Ἀνταλλαγῆς, ὡδήγησε δὲ μοιραίως εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ τερματίσῃ ὁριστικῶς ἡ σημερινὴ Συμφωνία. Ἐξ αὐτῆς διδασκόμεθα, ὅτι ὅταν ἀποτολμᾷ τις νὰ θίξῃ οὐσιώδεις ὅρους Διεθνοῦς τινος πράξεως, ὀφείλει νὰ ἀναμείνῃ σὺν τῷ χρόνῳ, τῆς ὅλης Συμφωνίας τὴν τελικὴν ἐκμηδένισιν. Ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Συμφωνία ἑδράζεται ὡς γνωστόν, ἐπὶ γνωματεύσεως τῶν οὐδετέρων μελῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ γνωμάτευσις ὅμως αὕτη, ὑποστηρίζουσα τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀνταλλαξίμων περιουσιῶν, ὄχι μόνον ἀντιτίθεται πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς Συμβάσεως Ἀνταλλαγῆς, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ πρωτοφανῆ κόλαφον κατὰ τῆς Συνδιασκέψεως τῆς Λωζάννης, εἰς τὴν ὁποίαν ὠφείλεται καὶ ἡ Σύμβασις τῆς Ἀνταλλαγῆς. Ταύτην ἔρχονται σήμερον οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐκτέλεσίν της μετὰ ἀπραξίαν ἑπταετῆ νὰ κηρύξουν ἀνεφάρμοστον. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν ἡ γνωμάτευσις αὕτη εἶναι ἀσφαλῶς ἀβάσιμος, διότι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἑπτὰ συνεχῆ ἔτη ἀφῆκαν ἀνεκτέλεστον τὸ κύριον ἔργον τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἤτοι τῶν περιουσιῶν τὴν ἐκτίμησιν, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς κατ’ ἄτομον ἐγκατελειφθείσης περιουσίας δὲν εἶναι ἐφικτή, ὅτι ὁμαδικὴ ἐκτίμησις ἀντιστρατεύετο πρὸς τὴν Σύμβασιν τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ὅτι δέον νὰ καταργηθῇ τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τὸ καθιερωθὲν ἐν Λωζάννῃ καὶ τέλος νὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς ἐκτιμήσεως. Οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι φαίνεται ὅτι ἀγνοοῦν τὰ ἐν Εὐρώπῃ συντελεσθέντα καὶ ἰδίᾳ εἰς Γερμανίαν, Σουηδίαν καὶ Φιλλανδίαν, ὅπου δι’ εἰδικῶν συνεργείων ἐπετεύχθη ἡ ἀθρόα τῶν ἐγκαταλειφθεισῶν περιουσιῶν ἐκτίμησις καὶ κατέστη δυνατή, μὲ μεγίστην προσέγγισιν ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν παθόντων. Δὲν θέλομεν ἐπιμείνει ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς Συμβάσεως πρὸς ἐκμηδένισιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι βάσει ταύτης ἡ ὁμαδικὴ ἐκτίμησις ἀποκλείεται, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐπὶ μέρους ἐκτίμησις ἀποτελεῖ ἐν τῇ Συμβάσει ἔνδειξιν καὶ οὐχὶ οὐχὶ ἐπιβεβλημένην διάταξιν ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ὁ νομοθέτης τῆς Λωζάννης ἐκπεφρασμένην θέλησιν εἶχεν, τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ἐκτίμησις δύναται νὰ γίνῃ, ἡ αὐτοβουλία τῶν συμβαλλομένων καὶ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἠδύνατο ἀπολύτως νὰ δράσῃ. Ἑπομένως ἡ ὅλη γνωμάτευσις τῶν οὐδετέρων δὲν ὤφειλεν νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν τῶν Συμφωνιῶν, ἀλλὰ ἀπόδειξιν ἀρνησιδικίας ἐφ’ ἧς ὤφειλε νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅπερ διορίζει τὰ τρία οὐδέτερα μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Συνέχεια τῆς ἀποδοχῆς τῆς γνωματεύσεως ταύτης τῶν οὐδετέρων εἶναι, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις καταβολῆς ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας τῆς ἐπὶ πλέον διαφορᾶς ἀποσβέννυται. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιταχθῶμεν πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ἡ προεκτεθεῖσα γνωμοδότησις καθιστᾷ ἐπιζημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐφ’ ὅσον εὐνοεῖ καταπληκτικῶς τὴν Τουρκίαν, θίγει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἐπισφραγίζει δὲ τὴν ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς πλήξασαν ὅλως ἰδιτέρως ἡμᾶς ἀνήκουστον συμφοράν. Ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῆς ἀδυναμίας ἐφαρμογῆς τῆς Συμβάσεως Ἀνταλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν, προεβλήθη καὶ ἄλλος λόγος σπουδαῖος, ὁ ὁποῖος ὤθησεν αὐτὴν εἰς τὴν σύναψιν τῆς Συμφωνίας, καὶ οὗτος εἶναι ἡ γενικωτέρα καὶ ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως ὅλων τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας διαφορῶν, πρὸς σύναψιν στενῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, παγίωσιν τῆς εἰρήνης εἰς τὴν Βαλκανικὴν καὶ εὐόδωσιν τῶν προσπαθειῶν πρὸς προσέγγισιν καὶ συνεργασίαν τῶν ἐν αὐτῇ βιούντων λαῶν. Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτον ζήτημα τίθεται, ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι εὐνόητον πόσον καθίσταται λεπτὴ καὶ δύσκολος. Χάρις τῆς ἀπελευθερώσεως ἡμῶν ἡ Ἑλλὰς ἀπεδύθη εἰς ἕνα πόλεμον ὑπερπόντιον, ὁ ὁποῖος ἀπέληξεν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς δεινὴν ἡμῶν καταστροφήν. Τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὁ πόλεμος ἐγέννησεν εἰς ἡμᾶς, τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν καὶ ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀποκτήσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσουν ὥστε νὰ προσβλέψωμεν μὲ συμπάθειαν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νέαν συμφωνίαν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὴν Ἀνατολὴν ὑπῆρξε πάντοτε πολιτικὴ ἐξαπλώσεως τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἀνθρωπιστική. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἐνεπνέετο καὶ ἡ δρᾶσις ἡμῶν, ὅταν εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν μίαν πολιτικὴν συνδιαλλαγῆς καὶ παγιώσεως τῆς εἰρήνης, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῶν διευθυνόντων τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, εἶναι δυνατὸν μόνον νὰ ἐξυπηρετηθῇ, μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν Σύμβασιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς δισταγμοὺς περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος αὐτῆς, ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὑπευθύνους Κυβερνήτας πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν σύνολον καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ρηθέντας ἀνθρωπιστικοὺς σκοπούς. Διὰ τοῦτο, ἀφίνοντες ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς Συμβάσεως αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δηλοῦμεν ὅτι θὰ ψηφίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Σύμβασιν. Ἀλλά, ἐκτὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἐξητάσθησαν καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς αἱ ἐξωτερικαὶ συνέπειαι τῆς ματαιώσεως τῆς Συμβάσεως τῆς Ἀνταλλαγῆς. Ἔκαμε δὲ περὶ αὐτῶν μακρὸν λόγον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς Συμβάσεως. Θὰ ἐπεθυμοῦμεν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀφεθῇ νὰ ἐξετασθῇ βραδύτερον, ἐν ψυχραιμίᾳ ἀπολύτῳ καὶ μετ’ ἐπισταμένην μελέτην ὅλων τῶν ἀπόψεων αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς θὰ περιορισθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ὀλίγας καὶ μόνον παρατηρήσεις. Ὅπως ἐτονίσαμεν, ἡ Σύμβασις Ἀνταλλαγῆς δὲν ἦτο Σύμβασις μόνον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀλλὰ μεταξὺ καὶ τῶν ἄλλων συνυπογραψάντων τὴν Σύμβασιν Κρατῶν. Ἐγέννησε δὲ δικαιώματα σαφῆ ὑπὲρ τῶν ἀνταλλαγέντων πληθυσμῶν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πῶς εἶναι δυνατὸν νομικῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ τῆς Συμβάσεως Ἀνταλλαγῆς μόνον ὑπὸ δύο ἐκ τῶν συμβληθέντων Κρατῶν, δηλαδὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ μάλιστα ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνταλλαγέντων πληθυσμῶν, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ τίκτωνται νομικαὶ ὑποχρεώσεις ἀνάλογοι τῆς ἐνδεχομένης ζημίας εἰς τὰ κεκτημένα δικαιώματα αὐτῶν; Ἡ καθαρῶς νομικὴ αὕτη σκέψις γεννᾷ εἰς ἡμᾶς ἀμφιβολίας περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων ἐπιτροπῆς. Τὸ Κράτος διὰ νέας Συμφωνίας μεταξὺ τοῦ ἑτέρου Κράτους, καταργεῖ κεκτημένα δικαιώματα πολιτῶν αὐτοῦ, δικαιώματα ἅτινα ἀνεγνώρισε καὶ κατωχύρωσε προηγουμένη μεταξὺ αὐτῶν διεθνὴς Σύμβασις σημασίας γενικωτέρας ἀπὸ τὴν νῦν συναπτομένην. Ὥστε πρόκειται περὶ διπλωματικῆς ἐνεργείας στερητικῆς κεκτημένου δικαιώματος τοῦ ἰδιώτου, καθιερωθέντος διὰ διεθνοῦς πράξεως. Ἐνταῦθα δὲ ἀνακύπτει καὶ ἐπικρατεῖ ἡ δύναμις τοῦ γνωστοῦ ἔν τε τῷ Διεθνεῖ καὶ Δημοσίῳ Δικαίῳ κανόνος, τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ τὰ διὰ διεθνοῦς πράξεως πανηγυρικῶς καθιερωθέντα Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν καθαρὰν νομικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι ἡ πλέον ἁρμόζουσα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπὸ περιωρισμένης καὶ αὐστηρᾶς νομικῆς ὄψεως ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ὑπάρχει καὶ ἄλλη εὐρυτέρα ἠθικὴ ὄψις, ἔχουσα ἐπίσης νομικὴν ἀξίαν καὶ βάσιν. Καὶ εἶναι αὕτη ἡ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰς συγχρόνους περὶ Δικαίου ἀντιλήψεις, ἔχει τὸ Κράτος διὰ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν εἰς ὡρισμένα μέλη τοῦ Κοινωνικοῦ Σώματος, χάριν τῆς σωτηρίας, τῆς εὐημερίας, ἢ ἁπλῶς τοῦ καλοῦ τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν. Ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῶν συγχρόνων αὐτῶν περὶ δικαίου ἀντιλήψεων εἶναι σαφές. Τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἰς ἄλλας περιπτώσεις προθύμως ἐβάρυνε τὸ σύνολον πρὸς προστασίαν καὶ χάριν τοῦ συνόλου τῶν παθόντων. Καὶ ἐπὶ τῆς προσφυγικῆς ὑποθέσεως, πρὶν ἀσφαλίσῃ τὴν καταβολὴν τῶν ὑπὸ τῆς Τουρκίας ὀφειλομένων, δὲν ἐδίστασεν νὰ προβῇ εἰς νέας θυσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Αἱ θυσίαι αὗται ἐβάρυναν καὶ βαρύνουν τὴν ὁλότητα τῶν Ἑλλήνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται σήμερον καὶ οἱ πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι συνεισέφεραν καὶ συνεισφέρουν ἐπίσης τὰς σημαντικὰς αὐτῶν ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς δυνάμεις πρὸς στερέωσιν καὶ ἐξύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ συνόλου. Διὰ τοῦτο ἡ εὐγνωμοσύνη των εἶναι βαθεῖα καὶ διὰ τὴν θερμὴν καὶ μητρικὴν Ἑλληνικὴν ἀγκάλην ἡ ὁποία τοὺς ἐδέχθη καὶ τοὺς ἐθέρμανε. Καὶ ἂν σήμερον ἐξετάζωμεν τὸ ζήτημα τῆς νομικῆς ἢ καὶ τῆς ἠθικῆς μόνον βάσεως τῶν περιουσιακῶν ἀξιώσεων, δὲν τὸ πράττομεν ὅπως ἀσφαλίσωμεν μείζονα πλουτισμὸν καὶ εὐημερίαν ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποκτήσῃ ὁ προσφυγικὸς κόσμος τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην βάσιν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς αὐτὸν ἀπαραίτητος διὰ νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ ἀναπτύξῃ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἐνεργητικότητα καὶ τὰς ψυχικὰς ἀρετάς, καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ τοῦ συνόλου. Εἰς αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις ἐθεωρήσαμεν ἀπαραίτητον νὰ προβῶμεν, ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα, καὶ ἐν τέλει νὰ τονίσωμεν ὅτι ἀποκρούομεν καὶ θεωροῦμεν ἐγκληματικὸν οἱονδήποτε χειρισμὸν τοῦ ζητήματος, τείνοντα νὰ δημιουργήσῃ χάσμα μεταξὺ προσφύγων καὶ γηγενῶν, καὶ οἱανδήποτε δημαγωγικὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς δυστυχίας τῶν προσφύγων, Τὰ ζητήματά του ὁ προσφυγικὸς κόσμος τὰ ἐμπιστεύεται οὐχὶ εἰς τὰς νομικὰς διατάξεις καὶ ἑρμηνείας, ἀλλὰ εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ ἐγνωσμένα αἰσθήματα ἀλληλεγγύης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ ὑπογράφοντες τὴν δήλωσιν βουλευταὶ εἶναι οἱ κ. κ. Α. Μπακάλμπασης, Ι. Ἀποστόλου, Δ. Εὐθυμιάδης καὶ Γ. Τηλικίδης.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανουηλίδης.
§49Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κ. βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐὰν τὸ πράττω εἶναι διότι παρετηρήθη μία τάσις δηλώσεων μεμονωμένων τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὅστις φαντάζομαι ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἐν τῇ σπουδαίᾳ αὐτοῦ καμπῇ, θὰ ὤφειλε νὰ εἶναι συγκεκινημένοι ἐπὶ ζητήματος τοῦ τόσον οὐσιώδους καὶ σοβαροῦ. Θὰ ἀποφύγω ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων τῆς ὑπογραφείσης συμβάσεως διότι θεωρῶ τοῦτο περιττὸν μετὰ τὴν ἐμπεριστατωμένην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν. Φρονῶ ἐν τούτοις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ μία φωνὴ ἑνὸς παλαιοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς προσφυγικῆς ἰδέας, ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπερημύνθη πάντοτε τῶν προσφυγικῶν συμφερόντων κατὰ τρόπον ἀνιδιοτελῆ καὶ εἰλικρινῆ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἦτο ἐπιβεβλημένον ὁπωσδήποτε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ μερικὰς λέξεις ἵνα ἀποδοκιμάσω τὴν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης παρατηρηθεῖσαν κίνησιν τῶν ἡμερῶν τούτων, κίνησιν διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν συμφωνεῖ ὁ σώφρων καὶ ἔντιμος προσφυγικὸς κόσμος. Διότι παρετηρήθη ἀτυχῶς τὸ θέαμα νὰ φαινόμεθα ὡς ἀντιπροσωπεύοντες γνώμας, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ οἰκειοποιηθῶμεν, διότι αἱ γνῶμαι αὗται οὐδέποτε ἔχουσιν ἐκδηλωθεῖ ἐκ μέρους τῶν μαζῶν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιπροσωπεύω ἓν μέρος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχω καμμίαν διαμαρτυρίαν, κανὲν παράπονον διὰ τὴν κατατεθεῖσαν σύμβασιν καὶ θεωρῶ ὅτι δὲν θὰ ἤμην συνεπὴς πρὸς ἐμαυτὸν ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τὸ λόγον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Φαντάζομαι ὅτι καὶ οἱ ἰδικοί μου συμπολῖται εὑρίσκονται εἰς στιγμὰς ἀνησυχίας καὶ συγκινήσεως. Φρονῶ ὅτι ὁλόκληρος ὁ προσφυγικὸς κόσμος διέρχεται τὰς ἡμέρας ταύτας στιγμὰς οὐχὶ εὐχαρίστους. Δὲν εἶναι μόνον τὸ αἴσθημα τῶν ὑλικῶν ζημιῶν. Οἱ πρόσφυγες ἔχουν συνειθίσει εἰς θυσίας πολὺ μεγαλειτέρας ἀπὸ τὰς σημερινάς, διότι οἱ πρόσφυγες ἔχουν ἐγκαταλείψει τὰς ἑστίας των, οὐδεμία δὲ ἀποζημίωσις εἶναι ἱκανὴ νὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν ζημίαν τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν ἑστιῶν των. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἰδέα, ἰδέα ἥτις ὀφείλει νὰ διασαφηνισθῇ. Ἡ ἰδέα αὐτὴ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος ἐκ πλεονεκτικῆς διαθέσεως ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνήθεια τῶν ἀποζημιώσεων, διότι πολλάκις ἔχει συκοφαντηθῆ ὅτι ἐπιζητεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ἀποζημιώσεις αἵτινες δὲν τῷ ἀνήκουν, καὶ ὅτι ἡ σημερινὴ ἐξέγερσις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν συνέχισιν δῆθεν ἀποζημιώσεων αἵτινες δὲν τῷ ἀνήκουν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος οὐδέποτε ἔδειξε τοιαύτας τάσεις πλεονεκτικάς, οὐδέποτε ἐπεζήτησε νὰ οἰκειοποιηθῇ ἀγαθὰ ἄλλων. Ἂν ὑπάρχῃ μία συγκίνησις, ἂν ὑπάρχῃ μία ἀνησυχία εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν, ἡ συγκίνησις αὕτη καὶ ἡ ἀνησυχία αὕτη εἶναι συνυφασμένη πρὸς ἀναμνήσεις παλαιοτέρας, καὶ κυρίως πρὸς τὰς ἀναμνήσεις αἵτινες συνδέονται μὲ τὰς ἐποχὰς τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ καὶ μὲ τὰς κατόπιν ἐποχὰς τῶν διωγμῶν καὶ τῆς καταστροφῆς. Πάντως ἡ σημερινὴ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως λαμβανομένη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ μέρους τῆς προσφυγικῆς μάζης νὰ ἐξετασθῇ μετὰ σωφροσύνης καὶ μετὰ ἐξαιρετικῆς ψυχραιμίας. Αἱ σημεριναὶ συμφωνίαι συνδέονται μετὰ τῆς Τουρκίας πρὸς ἐποχὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐζήσαμεν καὶ ὡς δοῦλοι, ἀλλὰ καὶ κατόπιν κατὰ τὰς ἐποχὰς τῶν διωγμῶν καὶ τῆς καταστροφῆς. Ἡ ἀνάμνησις τῶν ἡμερῶν ἐκείνων εἶναι φυσικὸν νὰ δημιουργῇ πένθος καὶ νὰ δημιουργῇ δυσφορίαν παρὰ τῷ προσφυγικῷ κόσμῳ. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖα συνεπῶς πᾶσα ἐπιείκεια ἐκ τοῦ ἐπισήμου Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς διὰ τὴν παρατηρηθεῖσαν δυσφορίαν. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐμφανίζηται ὁ προσφυγικὸς κόσμος ὡς λησμονήσας τὰς παραδόσεις καὶ τὴν πατροπαράδοτον εὐγένειαν καὶ ἀνατροφὴν, νὰ ἐμφανίζηται ὁ προσφυγικὸς κόσμος εἰς συλλαλητήρια οἱ ρήτορες τῶν ὁποίων ἐλησμόνησαν κάθε ἴχνος συμπεριφορᾶς καὶ καλῆς ἀνατροφῆς, ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου λέγω, μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόστασις τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὡς ἐκπρόσωπος τῶν προσφύγων δὲν δύναμαι νὰ ὑπερπηδήσω. Εἶναι εὔκολον βεβαίως οἱ πολιτευόμενοι οἵτινες δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐκλεγοῦν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐνόμισαν ὅτι εἶναι ἐπάγγελμα νὰ περιφέρωνται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, πολιτευόμενοι οἵτινες δὲν εὑρίσκονται κἂν σήμερον ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ δημοκρατικοῦ, νὰ ὁμιλοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, καὶ νὰ ἐκτοξεύουν ὕβρεις ἐν ὀνόματι αὐτοῦ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς συζητήσεως ἐμείωσε τὸν ἀγῶνα τῶν προσφύγων καὶ ἐδημιούργησε μίαν κατάστασιν ἥτις εὐτυχῶς...
§50Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων...
§51Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐξ ὑπερβολικῆς λεπτότητος δὲν ἐμνήσθην καὶ τῆς ἰδικῆς σας τακτικῆς. Δι’ αὐτὸ ὅμως ἀσφαλῶς πταίει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων (χειροκροτήματα). Ὁ κύριος βουλευτής, ἔχει λησμονήσει ὅτι ἐξελέγη βουλευτὴς ὑπὸ τὸ ἔμβλημα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ἐὰν διαφωνήσω πρὸς τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ὀπαδός, θὰ παραιτηθῶ ἀπὸ βουλευτής. Ἔτσι φρονῶ ὅτι γίνονται οἱ ἀγῶνες. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν θὰ μὲ προκαλοῦσε διὰ τῆς διακοπῆς του, διότι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω οὐδένα. Διότι ἐγὼ ἐσυνείθισα ἀπὸ δεκαετίας νὰ ὁμιλῶ ἀπὸ περιωπῆς. Καὶ διότι φρονῶ ὅτι εὐτυχῶς ὁ προσφυγικὸς κόσμος δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σκολιὰν αὐτὴν ὁδὸν ἡ ὁποία θὰ κατεβαράθρωνε τὰ πραγματικὰ συμφέροντά του, καὶ ἥτις σκολιὰ πολιτικὴ θὰ ἀπηργάζετο τὸν διχασμὸν μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, ὅστις τόσον ὀλέθριος ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐνταῦθα ἐγκαταστάσεώς μας. Διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν τοὺς ἀγῶνας μας, τοὺς ἀγῶνας οἱ ὁποῖοι εἶναι συνυφασμένοι πρὸς τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Εἶναι εὔκολον σήμερον νὰ ὁμιλῇ τις περὶ προσθέτου ἀποζημιώσεως, εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιζητῇ τις δημιουργίαν δυσβαστάκτων βαρῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν προϋπολογισμόν, εἶναι εὔκολον νὰ ἀπαιτῇ θυσίας τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸ Κράτος. Διότι ὅταν κατὰ τὸ ἰσοζύγιον τῶν προϋπολογισμῶν οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων φιλονεικοῦν περὶ τῶν 50– 100 ἑκατομμυρίων πλεονασμάτων καὶ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι οὐτοπία καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ εἰς τὸν προσφυγικὸν κόσμον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσουν ἄλλα ἓξ δισεκατομμύρια ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ ἀνυπάρκτου ταμείου τοῦ κρατικοῦ, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι τὰ συμφέροντα πλέον τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου εἶναι συνυφασμένα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. (χειροκροτήματα). Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίζωμεν ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων τόσον εἶναι γνωστὴ ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν κατάθεσιν τῶν συμβάσεων εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον φρονεῖ ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τακτικὴ τῆς περιθάλψεως πρὸς τὸν προσφυγικὸν κόσμον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εὐτυχῶς μᾶς ἔχει προλάβει ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως παρακολουθῇ μετὰ μείζονος στοργῆς καὶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ δεκαετίαν ὁλόκληρον ὀφείλει πλέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς στεγάσεως καὶ τῆς λοιπῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως νὰ μὴ ὑφίστανται δυσκολίαι αἵτινες τόσην ζωηρὰν ἀπήχησιν δημιουργοῦν παρὰ τῷ προσφυγικῷ κόσμῳ. Θὰ ἤθελα ὅμως ὅπως γίνῃ κατὰ τρόπον ἐπιμελέστερον εἰς τὸ μέλλον καὶ θετικώτερον... Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λεχθῇ ὅτι ἐγένοντο σφάλματα κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν τόσον ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως ὅσον καὶ ἀπὸ ἐξωτερικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δηλαδὴ τῆς κυρώσεως τῆς συμφωνίας δὲν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ὅτι αἱ προηγούμεναι συνεννοήσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας αἱ συνεννοήσεις τῆς συμβάσεως τοῦ 1925–1926 καθὼς καὶ αἱ κατόπιν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ἀνώτεραι τῆς σημερινῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ ἦτο εὐκταῖον ἂν οἱ τότε Κυβερνῶντες ἐπετύγχανον ὥστε αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἐπραγματοποιοῦντο, διότι θὰ εἴχομεν ἀσφαλῶς ἀγαθότερα ἀποτελέσματα. Καὶ θὰ ἦτο ἀκόμη εὐκταῖον ἂν τὰ βαρέα πολιτικὰ σφάλματα περὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης ἀνέφερε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει του, παρεκάμπτοντο καὶ δὲν ἐδημιούργουν τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν καὶ δὲν ἔδιδαν ὅπλα ἰσχυρὰ εἰς τὰς χεῖρας τῶν σημερινῶν φίλων καὶ χθὲς ἀντιπάλων ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι ἡ λύπη καὶ ἡ συγκίνησις ἡ ἰδική μας, θὰ ἰσοφαρισθῇ πρὸς τὴν χαρὰν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀδελφῶν μας. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι αἱ ἰδικαί μας θυσίαι ὁμολογουμένως θὰ ὠφελήσουν 120.000 Ἕλληνας, οἵτινες μέχρι σήμερον ἐταλαιπωρήθησαν περισσότερον ἡμῶν, διότι εἶχαν καὶ τὴν λύπην τοῦ ὅτι αὐτοὶ μόνον ἔμειναν ἔξω τῆς ἰδικῆς μας ἐλευθερίας. Καὶ ἂς ἐλπίσωμεν ἀκόμη ὅτι ἡ Τουρκικὴ Ἐπικράτεια θὰ τηρήσῃ τὴν ὑπογραφομένην σύμβασιν. Διότι ἡμεῖς εἰς τὴν στιγμὴν τὴν σημερινὴν δὲν θέλομεν νὰ ἀναμνησθῶμεν τὸ παρελθόν, διότι ἡμεῖς συνυφασμένοι πρὸς καταστάσεις παλαιάς, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ αἰσιοδοξῶμεν ὅπως ἡ ἐπίσημος Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐπίσημον Κράτος. Θὰ χαρῶμεν ἐν τούτοις ὑπερβολικά, θὰ αἰσθανθῶμεν ἐξαιρετικὴν εὐχαρίστησιν ἂν αἱ σήμερον ὑπογραφόμεναι συμβάσεις, ἀποτελέσουν ὡς λίαν ἐπικαίρως ἀνέφερε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἕνα σταθμὸν πραγματικῆς εἰρήνης καὶ εὐημερίας διὰ τοὺς λαοὺς τῆς ἀνατολῆς. Μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν καὶ μὲ ἕνα χαιρετισμὸν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μας Κωνσταντινουπολίτας, ἀπευθυνόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θὰ κατέλθω τοῦ βήματος χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶ εἰς δήλωσιν, ἥτις νομίζω ὅτι κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον εἶναι λίαν εὐνόητος. (χειροκροτήματα).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοραζάνης.
§53Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Θὰ ἀπέφευγον νὰ εἴπω τὰς λέξεις αὐτάς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη κάποιο χάσμα ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τὴν ὁποίαν ἔθεσα εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Μπακάλμπαση, δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὴν ἑξῆς δήλωσιν. (ἀναγινώσκει). «Τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν στιγμήν, ὁπότε ἀντιπρόσωπος τῶν προσφύγων, καλοῦμαι νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Ἑλληνοτουρκικῶν συμφωνιῶν, δι’ ὧν ἐκκαθαρίζονται αἱ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Τούρκων διαφοραὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκρατήσω τὴν ἐξωτερίκευσιν τῆς βαθυτάτης συγκινήσεως, ἡ ὁποία μὲ κατέχει. Οὐδόλως μὲ διαφεύγουν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν. Ἔχω πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς εἰς βάρος τῆς χώρας μας πραγματικότητος καὶ θὰ εἴμεθα ἄδικοι παρ’ ὅλην τὴν πικρίαν τὴν ὁποίαν δοκιμάζομεν, ἐὰν ἐγενόμεθα ἐπιλήσμονες τῆς ψυχικῆς καταστάσεως καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπείκοντες εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην εὑρέθησαν ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπογράψωσι ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπέγραψαν τὴν τακτοποίησιν τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας λογαριασμῶν μας. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἡ μετὰ τόσης πανηγυρικότητος γενομένη διακήρυξις, ὅτι διὰ τῶν συμφωνιῶν τίθεται ὁριστικῶς τέρμα μακραιώνων ἀγώνων μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων καὶ ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται ἀποτελοῦν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν καὶ ἀναγκαίαν ἀπαρχὴν σειρᾶς συμφωνιῶν καὶ συμβάσεων, ἐξ ὧν θέλουσι ἐξυπηρετηθῆ μεγάλως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶμαι λέγω ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ὅτι πιστεύω ὅτι στοιχειῶδες αἴσθημα δικαιοσύνης καὶ ἀντίληψις ἠθικῆς ἐπιβάλλῃ ὅπως μὴ παραγνωρισθῶσιν αἱ τραγικαὶ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ἕνας ὁλόκληρος λαὸς καλεῖται διὰ νὰ καταστοῦν δυνατὰ τὰ ἀναμενόμενα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὠφελήματα, λαὸς ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐστερήθη διὰ παντὸς τῶν ἑστιῶν του φθίνει καθ’ ἑκάστην κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος εἰς τρώγλας καὶ κτίσματα. Εἴμεθα ὅλοι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξάρωμεν τὰς θυσίας ταύτας καὶ νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ζωηρὰν τὴν εἰκόνα τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀκόμη τὰ θύματα μιᾶς ἀνηκούστου τραγικῆς συμφορᾶς, παρ’ ὅλας τὰς πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των γενομένας ὑπὸ τοῦ Κράτους δαπάνας. Καὶ τοῦτο πράττοντες πιστεύω ὅτι τελοῦμεν ἔργον ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας. Ἀποτρέπομεν τὴν ἐθνοκτόνον διάστασιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προκύψῃ μεταξὺ τῶν γηγενῶν καὶ τῶν προσφύγων ἀπὸ μίαν μονόπλευρον καὶ μικρόψυχον ἐξέτασιν τῆς ὅλης προσφυγικῆς τραγῳδίας, καὶ συμβάλλομεν εἰς τὴν ἁρμονικὴν διαβίωσιν καὶ τὴν μελλοντικὴν ἀφομοίωσιν τῶν παλαιῶν καὶ νέων κατοίκων τῆς χώρας μας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὁ λαὸς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἔδειξε δείγματα μεγάλα τῆς πατροπαραδότου ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ ἐδέχθη ἄνευ γογγυσμοῦ νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγάλας δαπάνας διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ προσφυγικὴ δυστυχία. Δύναται νὰ εἶναι βέβαιος περὶ τῆς βαθείας εὐγνωμοσύνης τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῆται καὶ ἡ συνεισφορὰ τῶν προσφύγων ἡ ὁποία εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου ὑπῆρξεν οὐχὶ ἀναξία λόγου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν προσφυγικῶν δικαίων ἐπιβάλλει τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἄμεσον λῆψιν συντόνων καὶ ἐκτάκτων μέτρων. Τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπολοιπόμενον ἔργον πρὸς λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος εἶναι ἀκόμη τεράστιον. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐξακολουθήσῃ μεριμνῶν σοβαρῶς ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Καὶ τοῦτο ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, ὄχι μόνον πρὸς δικαιότερον κατὰ τὸ δυνατὸν καταμερισμὸν τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἑνὸς τμήματος τοῦ λαοῦ ἐπέβαλλον αἱ Ἑλληνοτουρκικαὶ συμφωνίαι, ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ταχυτέραν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῶν προσφύγων. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι τὸ Κράτος, συνεχίζον μετ’ ἀληθοῦς ἐνδιαφέροντος καὶ εἰλικρινείας τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς πρόσφυγας ὑποχρεώσεών του, θέλει εὕρει ἀπολύτως σύμφωνον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ ὁποίου τόσον ἡ βαθεῖα ἀντίληψις περὶ δικαίου, ὅσον καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ φιλοτιμία δὲν θὰ ἠνείχοντο νὰ ἀφεθῶσιν εἰς πλήρη συντριβὴν τὰ θύματα μιᾶς ἀνηκούστου καὶ πρωτοφανοῦς συμφορᾶς.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος.
§55Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν δικαιολογητικὴν τῆς ψήφου, συνυπογεγραμμένην παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Μαρσέλου (ἀναγινώσκει). «Ἡ ὑπὸ κύρωσιν συμφωνία ἀπότοκος σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος ἐγκαίρως ὑποδειχθέντων καὶ ἐπιβολῆς τῶν σημερινῶν πραγμάτων ὡς διεμορφώθησαν ἐκ λόγων ἄλλων μὲν γνωστῶν εἰς ἡμᾶς, ἄλλων δὲ αἰσθητῶν τῇ ὑπευθύνῳ Κυβερνήσει, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς παλαιοὺς πόθους καὶ τὰς προσδοκίας μου διὰ τὸ μέλλον, ὡς Ἕλληνος βουλευτοῦ καὶ πρόσφυγος. Ἀλλ’ ἡ μὲν ἀντιμετώπισις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας ἀποτελεῖ ἔργον τῶν σήμερον κυβερνητῶν αὐτῆς, οὐδὲ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεφθῶ κἂν ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ἐν τῇ συνάψει τῆς ὑπὸ κύρωσιν συμφωνίας οὗτοι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ διαχειρισθέντος τὸ ζήτημα κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπελήφθησαν τοῦ πατριωτισμοῦ των καὶ τῆς πολιτικῆς διορατικότητός των καὶ τοῦ ἱστορικοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Ἐντεῦθεν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐσωτερικήν μου πάλην ἡ ὁποία ἔχει βαθυτάτας δι’ ἐμὲ ἀφορμὰς θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τῆς ὑπὸ κρίσιν συμφωνίας. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος μου αὕτη δὲν ἐνέχει τὴν ἔννοιαν πάσης παραιτήσεως ἀπὸ παντὸς νομικοῦ ἠθικοῦ δικαιώματος, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται κυρίως τὰς ἐκ τῆς ἐν λόγῳ ὑπὸ τὰς ἄνω περιστάσεις συμφωνίας θυσίας. Ἡ κατὰ τοῦτο δὲ συναντίληψις τοῦ Κράτους ἀσχέτως καὶ πρὸς ἀπόψεις δικαίου καὶ ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης, πολλαπλῶς ἐν τῷ παρελθόντι ἐκδηλωθείσης ὑπὸ τῆς κοινῆς πατρίδος εἶναι ἄλλως στερρῶς συνδεδεμένη μὲ τὴν παγίωσιν μιᾶς οἰκονομικῆς καὶ πλουτοπαραγωγικῆς προσφυγικῆς πολιτικῆς, κινδυνευούσης νὰ ἀνακοπῇ μὲ τὴν ἀπότομον διὰ τοὺς πρόσφυγας στέρησιν ἀπαραιτήτων ὑλικῶν στηριγμάτων, ἐφ’ ὧν πεποιθότως μέχρι τοῦδε ἀπέβλεψεν καὶ ἐπὶ ἀνακοπῇ οὕτως αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀποκαταστατικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα πάντα ἐννοεῖται ἐντὸς τῆς οἰκονομικῆς δυναμικότητος καὶ ἀντοχῆς τῆς χώρας».
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος.
§57Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἀγροτικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος..... (ἀναγινώσκει) «Τὸ ἀγροτικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος ὡς κόμμα ἐκ πεποιθήσεως φιλειρηνικὸν εἶναι ὑποχρεωμένον κατὰ τὴν ἱστορικὴν ταύτην συνεδρίασιν νὰ προβῇ εἰς τὰς κάτωθι δηλώσεις. Ἡ ἐσχάτως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὑπογραφεῖσα οἰκονομικὴ συμφωνία τῇ ὁποίας τὴν ἐπιψήφισιν ζητεῖ σήμερον παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως βεβαία εἶναι πρᾶξις βαθύτατα ὀδυνηρά, ὄχι μόνον διὰ τὸν προσφυγικὸν ἐν γένει πληθυσμὸν ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Παρ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀγροτικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος θὰ συνεφώνει εἰς τὴν παροχὴν τῶν ἀνταλλαγμάτων τῆς ἀνωτέρω συμφωνίας, ἐὰν εἰς ἀντιστάθμισμα τῶν οἰκονομικῶν τούτων θυσιῶν εἴχομεν ἐξασφαλίσει ἐκ μέρους τῶν Τούρκων κυρίως τὸ δυνατὸν τῆς πραγματοποιήσεως πραγματικῆς ἐμπορικῆς ἐπικοινωνίας ἡ ὁποία δὲν ἐπιτυγχάνεται ἄνευ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐλευθέρας καὶ ἄνευ περιορισμῶν ἐγκαταστάσεως. Ἐπομένως συγχρονισμὸς τῆς ὑπογραφῆς τῆς συναφθείσης οἰκονομικῆς συμφωνίας πρὸς τὰς εἰδικὰς συμφωνίας αἵτινες θὰ ἐξασφάλιζαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἀνωτέρω ἀνταλλάγματα θὰ ἀπετέλει ἔργον στοιχειώδους πολιτικῆς προνοίας καὶ σωφροσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι ἠναγκάσθη νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς περὶ ἧς πρόκειται οἰκονομικῆς συμφωνίας ἀφ’ ἑνός μὲν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν μὴ ἀθρόαν ἔξοδον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ἑλλήνων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ διευκολύνῃ ἑαυτὴν εἰς τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις διὰ τὴν σύναψιν εἰδικωτέρων συμφωνιῶν ἐμπορικῆς ἐπικοινωνίας καὶ ἐγκαταστάσεως. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἔχωμεν σοβαροτάτους δισταγμοὺς περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἀκολουθηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μεθόδου, ἡ ὁποία μοιραίως ἐπιβραδύνει τὴν ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν ἐκκρεμμῶν ζητημάτων. Ἡ ἀκολουθηθεῖσα μέθοδος ἀποδεικνύει ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτύχῃ τὰς οὐσιαστικὰς λύσεις τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ ὁμολογίαν αὐτῆς ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ὅπως δημιουργήσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὴν μὲ τὰς ἀπαραιτήτους προϋποθέσεις τῆς οὐσιαστικῆς ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογῆς τοιούτων εἰδικῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν τὰς ὁποίας ἐξασφαλίζει μόνον πολιτικὴ ἐμπνέουσα εἰς τοὺς Τούρκους ἐμπιστοσύνην περὶ τοῦ ὅτι δὲν τρέφομεν πλέον αἰσθήματα ἐχθρότητος πρὸς αὐτοὺς ἀλλὰ τοὐναντίον αἰσθήματα εἰλικρινοῦς συμφιλιώσεως καὶ ἀγαθοῦς γειτονίας, πολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἔπειθεν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τοὺς Τούρκους ὅτι καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων συμφέρον εἶναι πλέον νὰ συζητήσουν μὲ τοὺς Ἕλληνας τῆς νέας νοοτροπίας. Καὶ προσπαθεῖ μὲν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πείσῃ τοὺς πάντας καὶ εἰδικώτερα τοὺς μᾶλλον βέβαια ἐνδιαφερομένους Τούρκους, ὅτι ὄχι μόνον σήμερον ἀλλὰ καὶ ἀνέκαθεν εἶχε τὴν νέαν ταύτην νοοτροπίαν, οὐχ’ ἧττον δὲν πρέπει νὰ τοῦ διαφεύγῃ ὅτι εἰς τὸ βάθος διὰ τὴν συνείδησιν πάντων, Ἑλλήνων τε καὶ μὴ παραμένει τὸ ἱστορικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀπεπειράθη νὰ ἐνσαρκώσῃ τὴν μεγάλην ἰδέαν, ἡ ὁποία δὲν ἀπετέλει βέβαια ἄλλο τι παρὰ τὴν συστηματικὴν ὑπονόμευσιν καὶ τὸν τορπιλλισμὸν ἐπὶ τέλους τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἐν τέλει ἤγαγεν εἰς τὸ μοιραῖον ἀποτέλεσμα τῆς ἐκριζώσεως τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἐὰν ἡ μεγάλη ἰδέα κατέρρευσεν, δὲν εἶναι βέβαια ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ κατάρρευσις ὀφείλεται εἰς πολιτικὰ σφάλματα, ἢ εἰς τὸ ἀντικειμενικῶς ἀδύνατον τῆς συμπήξεως ἑνὸς τόσον τεραστίου εἰς ἔκτασιν ἀλλὰ καὶ προφανῶς ἀσπονδύλου Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἀναπότρεπτον νὰ συμπαρασύρῃ μεθ’ ἑαυτῆς καὶ τοὺς κυριοτέρους ἐνσαρκωτάς της. Κύριε Πρωθυπουργὲ: εἶσθε ἀναμφισβητήτως εἰλικρινέστατος σήμερον ἀπέναντι τῆς Τουρκίας διαθέσεων. Αἱ σημεριναὶ ὅμως εἰλικρινεῖς διαθέσεις φοβούμεθα ὅτι δὲν ἀμνηστεύουν ἀπέναντι τῶν Τούρκων τὸ ἱστορικὸν παρελθόν σας, τοῦ ὁποίου μοιραίως θὰ παραμείνητε διὰ τὴν συνείδησίν των αἰχμάλωτος, αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον φοβούμεθα ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε οὐσιαστικὴν καὶ πραγματικὴν φιλίαν διευκολύνουσαν τὴν συμβίωσιν μὲ τοὺς Τούρκους, ἡ ὁποία σήμερον προβάλλει ἀδήριτος διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν οἰκονομικὴ ἀνάγκη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταψηφίσωμεν τὴν παροῦσαν σύμβασιν ἡ ὁποία ἐνῷ θυσιάζει τὰ συμφέροντα τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ δημιουργεῖ τοιουτοτρόπως ἕνα τεράστιον μόνιμον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐσωτερικὸν ζήτημα, δὲν παρέχει ἐξ ἄλλου τὴν ἱκανότητα ὅτι θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα τὴν ἐπίτευξιν τῶν ὁποίων ὑπόσχεται ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μετὰ τὴν ἔγγραφον ταύτην δήλωσιν θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ διατυπώσω καὶ τὰ ἑξῆς ἀκόμη ὅτι ἡ ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων δήλωσις ὅτι τὸ Κράτος οὐδεμίαν ἠθικὴν καὶ νομικὴν ὑποχρέωσιν ἔχει πλήρους ἀποζημιώσεως τῶν προσφύγων διὰ τὴν καταστροφὴν ἣν ὑπέστησαν ὑποχρέωσιν ἣν διεθνεῖς πράξεις ἐξησφάλισαν, ὁμολογῶ ὅτι ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κράτος πεπολιτισμένον νά ἀρνῆται τὰς ὑποχρεώσεις του τόσον ἀτέχνως ἔναντι τῶν πολιτῶν του, κατὰ πρωτοφανῆ δικολαβικὸν τρόπον. Ἡ Ἑλλὰς ὡς κοιτὶς τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου εἶναι ἀνωτέρα τοιούτου καταντήματος. Ἄλλο τὸ ζήτημα ὅτι εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ καταβάλλῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ μιᾶς δραχμῆς ἀποζημίωσιν. Τοῦτο ὅμως δὲν δίδει εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει τὸ ὑφιστάμενον δικαίωμα τῶν προσφύγων. Ἐὰν τοῦτο, ὡς εἴχατε ὑποχρέωσιν ἀνεγνωρίζατε ἡ δημιουργηθεῖσα ἐξέγερσις τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν. Ὁ προσφυγικὸς κόσμος δὲν ἐννοεῖ νὰ πληρωθῇ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐννοεῖ ὅμως νὰ μὴ προκαλῆται τόσον ἀτέχνως. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι πλέον πτωχὴ καὶ εὑρίσκεται πρὸ οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ζητεῖ δὲ διέξοδον, διέξοδον ψυχικὴν διὰ νὰ ζήσῃ, διότι εἶναι στενὰ τὰ οἰκονομικά του σύνορα. Ἐξασφαλίσατε τὴν εἰρηνικὴν ἐπάνοδον τῶν προσφύγων εἰς τὰς ἑστίας των καὶ σᾶς χαρίζομεν τὰς ἀποζημιώσεις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβαντῆς.
§59Π. ΛΕΒΑΝΤΗΣ. Κύριοι, ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν προσυπογραφόντων συναδέλφων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω τὴν κατωτέρω μακρὰν δήλωσιν ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν κ. κ. Λ. Ἰασωνίδη, Κ. Μουζενίδη, Ν. Παπαδοπούλου, Λ. Ξανθοπούλου, Λ. Πολυχρονιάδου, Ν. Ἀσλεπίδου, Γ. Χατζηγιαννάκη, Γ. Ἀγγελῆ, Ι. Τσονταρίδη, Ν. Ζαφίρη, Λ. Θεοδωρίδου, Χ. Ἀνδρεάδη, Ν. Κωνσταντοπούλου, Η. Παπαδοπούλου, (ἀναγινώσκει). «Παρὰ τοὺς φυσικοὺς ἡμῶν δισταγμοὺς προερχομένους ἐκ ψυχολογικῶν ἰδίᾳ λόγων, ψηφίζομεν τὴν συμφωνίαν μετὰ τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας ἀποβλέποντες πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς πολιτικὴν πρᾶξιν, προάγουσαν τὴν εἰρήνην εἰς τὰ Βαλκάνια καὶ ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἐν εἰρήνῃ ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλλάδος πιστεύοντες, ἐξ ἄλλου βαθέως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχθεῖσα τὴν γνωμάτευσιν τῶν οὐδετέρων μελῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θεωρεῖ ποσῶς τερματισθείσας τὰς πολλαπλὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὸν προσφυγικὸν κόσμον ὅστις ὑπῆρξεν τὸ τραγικὸν θῦμα τῆς Ἐθνικῆς Ἰδέας ἐκ λόγων ἠθικῶν ὑπερτάτων καὶ ἐκ λόγων Ἐθνικῆς ἰδέας ἐπιβεβλημένης».
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαμούζης.
§61Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον κατόπιν τῶν δηλώσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων προσφύγων Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος ἐξ ἑνὸς σημειώματος τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη ἐκ τῶν γραφείων τῆς ἀνταλλαγῆς, ἐπίσημον δέ. Ἐκ τοῦ σημειώματος τούτου προκύπτει ὅτι ὁ κ. Τσιγδέμογλου ὄχι μετὰ τῆς οἰκογενείας του, ἐδήλωσε περιουσίαν 149,000 λιρῶν χρυσῶν.
§62ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ εἶχε, τὰ εἶχε.
§63Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κατόπιν πολλῶν προσπαθειῶν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ποσὸν τῶν 118,137 λιρῶν, ἐκ τούτων ἔλαβε 7.212 λίρας χρυσᾶς. Ἐνῷ ἂν ὁ κ. Τσιγδέμογλου μετὰ τῆς ἑξαμελοῦς οἰκογενείας του προέβαινε εἰς δήλωσιν εἰς ὁμαδικὴν δήλωσιν, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 2000 λίρας. Τοῦτο ἠνάγκασεν τὸ γραφεῖον ἀνταλλαγῆς ὅπως προβῇ εἰς λῆψιν μέτρων καὶ νὰ κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους διὰ νὰ μὴ δύναται πλέον εἷς ἕκαστος νὰ κάμῃ δήλωσιν ἀλλὰ συνολικῶς. Εἶπον ταῦτα πάντα διὰ νὰ γνωρίσῃ καὶ ὁ προσφυγικὸς κόσμος ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὠθοῦσιν τὸν κ. Τσιγδέμογλου διὰ νὰ διατεθῇ δυσμενῶς κατὰ τῆς συμβάσεως.
§64Μ. ΤΣΙΓΔΕΜΟΓΛΟΥ. Κύριοι βουλευταί, πέρυσι ὅτε διὰ πρώτην φορὰν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἄλλοι συνάδελφοι εἶχον τὴν ἰδίαν ἔμπνευσιν νὰ κάμουν τὸν ἴδιον ὑπαινιγμόν. Καὶ τότε ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν παρακάλεσα νὰ καταρτίσῃ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ συναδέλφους ἐνώπιον τῶν ὁποίων νὰ θέσω τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τὰ ἀτομικά μου καὶ τὰ τῆς οἰκογενείας μου. Ἐδήλωσα δὲ ταὐτοχρόνως πολλάκις ὅτι ἐγὼ παρουσιάζω τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν ἀναφορικῶς πρὸς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα κατέχω. Ἔχω τίτλους, ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦμαι, οὔτε θὰ παρουσιάσω τίτλους· θὰ παραπέμψω τὸν κάθε ἐνδιαφερόμενον καὶ πρῶτον τὸν ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον του ἔνθα ὑφίσταται τὸ μοναδικὸν φαινόμενον κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τὸ κτηματολόγιον τῆς ἐπαρχίας ἔνθα ὑπάρχει τὸ μέγιστον μέρος τῆς περιουσίας μου καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐκεῖ εἰς 10 σελίδας τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἕνα πρὸς ἕνα καὶ θὰ πεισθῇ ὅτι ἐκ τῶν 165 κτημάτων τὸ ἕνα ἀπέδωσε κατὰ τὸν πρῶτον χρόνον τῆς ἀναχωρήσεώς μου περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐγὼ προσωπικῶς εἰσέπραξα ἀπὸ ὅλην τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων μου. Λοιπὸν κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἐπιμένω νὰ καταρτισθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὸ κτηματολόγιον καὶ ἂν δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ καὶ ἄλλα στοιχεῖα, ν’ ἀποφανθῇ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ σύμβασις ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ τὴν ψήφισιν ἡμῶν εἶναι τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἐξωτερικῆς, ὥστε νὰ ἀπαιτῇ καὶ πλήρη ἠρεμίαν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ πλήρη ἄνεσιν. Δυστυχῶς, διότι συμπίπτει μὲ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐπίκεινται αἱ διακοπαί, κατέστη ἀναγκαῖον ὅπως ἡ συζήτησις ἐπισπευσθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἠρεμία δυστυχῶς δὲν ἐπεκράτησε πλήρης καὶ σήμερον κατὰ τὴν ἀγόρευσιν συναδέλφου, ὅστις ἦτο ἐλεύθερος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του κατὰ τὴν συνείδησίν του, παρετηρήθη μία ἐξέγερσις μὴ ἐπιτρεπομένη εἰς κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία. Δὲν μᾶς συνδέει τίποτε μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ μάλιστα εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ κολοσσιαίας πλειοψηφίας, νὰ γίνωνται τοιαῦται ἐξεγέρσεις, προκειμένου νὰ ἐκθέσῃ εἷς βουλευτὴς ἀντίθετον γνώμην. Ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ κοινοβούλιον μας θὰ ἐπικρατήσουν οἱ θεσμοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων τοῦτο ἑδράζεται καὶ θὰ ἀκούωνται μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πᾶσαι αἱ γνῶμαι καὶ αἱ πρὸς τὴν μεγάλην πλειονότητα ἀντιτιθέμεναι. Μετὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, εἰσέρχομαι εἰς τὴν κυρίαν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐξέθηκε τὸ ἱστορικὸν τῶν διαφόρων διαπραγματεύσεων, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ προκειμένη σύμβασις μετὰ δύο ἄλλας προηγηθείσας. Δὲν παρέλειψε δὲ συγκρίνων καὶ τὴν ὑπὸ ἐξέτασιν καὶ τὰς δύο ἄλλας, νὰ χαρακτηρίσῃ ἑκάστην μεταγενεστέραν χειροτέραν τῆς προηγουμένης καὶ νὰ ἐπικρίνῃ ὡρισμένας πράξεις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς ὡρισμένας αἰτιάσεις νὰ προβῇ καθ’ ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν. Δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον ν’ ἀναμιχθῶ καὶ νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Καὶ δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον, διότι οὐδεμίαν ἀνάμιξιν εἶχον ποτὲ ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκράτει πολιτικὴ κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρεῖτο ὅτι κόμματα ὡς τὸ Λαϊκὸν καὶ κάποιο ἄλλο ἀντίθετον τῆς καταστάσεως ἐκείνης, δὲν ἠδύναντο οὔτε γνώμην νὰ ἐκδηλώσωσι δημοσίᾳ ἐπὶ τούτου. Καὶ ἐὰν σήμερον παρατηρῆται κατάστασίς τις ἀνώμαλος διὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἐφόσον θίγει τὸν προσφυγικὸν κόσμον, εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ὀφείλεται ἐν μέρει καὶ εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχειρίσθη μέχρι σήμερον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς ζήτημα μιᾶς μερίδος καὶ ὄχι, ὡς εἶναι, ἐθνικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ εἴπω τοῦτο. Τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν ἔπρεπεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ χειρισθῇ ἔξω παντὸς κομματικοῦ συνδέσμου καὶ νὰ τεθῇ γενικώτερον ὡς ζήτημα καθολοκληρίαν ἐθνικόν. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ἐκ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως θὰ ληφθῇ παράδειγμα διὰ τὸ ἐφεξῆς ὡς πρὸς τὸν χειρισμὸν ζητήματος ὡς τὸ προσφυγικόν, ἵνα μὴ τοῦτο θεωρῆται καὶ χειρίζεται ὡς ζήτημα μιᾶς μερίδος, ἀλλ’ ὡς ζήτημα, ὡς εἶναι, ἐθνικὸν καὶ ἐνδιαφέρον ὁλόκληρον τὸν λαόν, ὅστις καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ὑφίσταται ἁπάσας τὰς ἐντεῦθεν συνεπείας καὶ τὰς ἐντεῦθεν ἀναγκαίας οὐ μικρὰς θυσίας. Ἀλλὰ μολονότι δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μὴ σχετιζομένας μὲ πράξεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, δὲν δύναμαι καὶ νὰ παρέλθω ὅλως ταύτας. Δὲν νομίζω, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι δικαιολογημέναι αἱ παρατηρήσεις αἱ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξενεχθεῖσαι καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος ἀφορῶσαι, προκειμένου νὰ διακανονίσωμεν τὰς σχέσεις μας μετ’ ἄλλου Κράτους δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι σκόπιμον νὰ χρησιμοποιῶμεν ταύτας. Ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πόσον ἄλλοτε τοῦτο εἶχε ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν. Ἔργον δ’ ἄλλως δικαιοσύνης θὰ ἦτο, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ βαθύτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν σύμβασιν, ὥστε νὰ ἐμφανίζεται ὑφ’ οἵαν σήμερον παρίσταται μορφήν. Πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει εἰς οὐδένα νὰ διαφεύγῃ, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ τὸ γεῖτον Κράτος εἶχε χαράξει ὡρισμένην πολιτικήν, ἥτις εἶναι κατάδηλος καὶ ἐξ ὅλων τῶν διαπραγματεύσεων ὡς δέχεται καὶ αὐτὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἀφ’ ὅτου ἐγκατελείφθη ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῆς συνθήκης Λωζάννης. Ἡ πολιτικὴ τῆς Τουρκίας εἶχεν ὡς βάσιν δύο θεμελιώδεις σκοπούς. Ὁ μὲν ἦτο νὰ καταστήσῃ τὰς ἐν Τουρκίᾳ μειονότητας ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας, ὁ δὲ ἄλλος νὰ ἐπιτύχῃ τὸν συμψηφισμὸν τῶν ἀνταλλαξίμων περιουσιῶν. Ἦσαν τόσον βαθέως ἐρριζωμέναι αἱ δύο αὗται ἰδέαι εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τόσον ἐμφανὴς ἡ ἀποφασιστικότης της πρὸς ἐπιτυχίαν τούτων, ὥστε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβλέπουν τὸ οὐσιῶδες τοῦτο σημεῖον. Δὲν λέγω, κύριοι βουλευταί, ταῦτα διὰ νὰ ἐπικρίνω ὁπωσδήποτε τὴν πολιτικὴν τοῦ τουρκικοῦ Κράτους, διότι ἕκαστον Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ὑπέρτατον καθῆκον ν’ ἀμύνεται ὡς αὐτὸ κρίνει τῶν συμφερόντων του· καὶ ἐφόσον τοῦτο πράττει, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιον οὐδεμιᾶς ἐπικρίσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον παντὸς ἐπαίνου. Θὰ ἔπρεπε μόνον ἡμεῖς νὰ προσέξωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐφόσον μάλιστα πέραν τῆς ὑπὸ κρίσιν συμφωνίας καὶ ἄλλας πρόκειται νὰ συνομολογήσωμεν συμβάσεις διὰ τὰς φιλικὰς μεταξύ μας σχέσεις καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν φιλικῶν δεσμῶν στενωτέρων, ἐξυπηρετούντων τὴν πρόοδον τῶν συμφερόντων ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν. Καὶ λέγω ταῦτα γενικῶς δέον περαιτέρω νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου παρατηρηθέντα σφάλματα τῶν ὑπηρεσιῶν ἡμῶν, ἡ κυρία αἰτία ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν μόνον παρ’ ἡμῶν ἐξετελέσθη ὡς τοιαύτη, οὐχὶ δὲ καὶ παρὰ τῆς Τουρκίας. Ἡμεῖς εἰς τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι ἔζων μεθ’ ἡμῶν κατὰ πᾶσαν ἰσοτιμίαν ὡς πολῖται Ἕλληνες, παρέσχομεν πᾶσαν ἐλευθερίαν καὶ πλήρη ἄνεσιν διὰ τὴν μετανάστευσιν καὶ ἀφοῦ, ἐφόσον ἦτο τοῦτο δυνατόν, ἐκανόνισαν τὰς διαφόρους ἐν Ἑλλάδι ὑποθέσεις των. Ἀλλ’ οἱ ἰδικοί μας ὁμογενεῖς, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι μετανάσται, ἀλλ’ ἐκδιωχθέντες παρὰ τῆς Τουρκίας οἱ ὁποῖοι καὶ κατέφθανον σωρηδὸν ἐνταῦθα εἰς κατάστασιν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀξιοθρήνητον. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν πρώτων αὐτῶν ἀναγκῶν τῆς στέγης ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τούτων ἐκκλησίας, σχολεῖα καὶ δημόσια ἐν γένει κτίρια καὶ ὅτι ἄλλο ὡς πρὸς τοῦτο χρήσιμον. Ἔφθασεν ἀκόμη νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ συνοικισμοῦ τῶν παλαιῶν κατοίκων του μετὰ τῶν ἐρχομένων προσφύγων. Ἐφόσον δὲ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν οἰκήματα καὶ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς δικαιούχους τῆς γείτονος ἐπικρατείας, πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ ἀποκατάστασιν ἀκόμη τῶν ἡμετέρων προσφύγων, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς στοιχεῖον αἰτιάσεων κατὰ τῶν ἐνεργησασῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον τοιαῦται αἰτιάσεις θὰ συντελέσουν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἄρσιν ἐνδεχομένης ἐντυπώσεως, ὅτι δῆθεν ἡ Τουρκία ὑπῆρξεν ἢ συστηματικῶς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς περὶ ἀνταλλαγῆς συμβάσεως παρεμποδίσασα. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουν οὐσιώδη σημασίαν εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται ἡ Βουλή. Ἐκεῖνον τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Λαὸς εἶναι, κατὰ πόσον ἡ σύμβασις ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, εἶναι σύμβασις ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἶναι σύμβασις ὠφέλιμος δι’ αὐτὸν ἢ εἶναι ἐπιβλαβής. Ὅλοι οἱ παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξήτασαν τὴν σύμβασιν ταύτην μονομερῶς, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐνδιέφερεν αὐτοὺς ὡς ἐκπροσώπους τῶν προσφύγων. Θὰ ἐξετάσω καὶ τοῦτο, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω γενικώτερον τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ἡ σύμβασις ἔχει διττὴν ἄποψιν, τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικήν. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν, δύο εἶναι τὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα: Τὸ ἓν ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας ὁμογενεῖς, τοὺς ἐγκατεστημένους εἰς τὴν μὴ ἀνταλλάξιμον ἐν Τουρκίᾳ ζώνην καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἀληθῶς τερματίζεται ἡ κρατοῦσα πολλαχῶς ἐπιζήμιος κατάστασις· τὸ δ’ ἕτερον τὰς γενικωτέρας μας σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, εὐτυχῶς μεταξὺ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἐπικρατεῖ μία κοινὴ κατεύθυνσις, ἡ κατεύθυνσις τῆς εἰρήνης καὶ φιλίας μετὰ τῶν ἄλλων Λαῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς εἰρήνης καὶ φιλίας μετὰ τῆς Τουρκίας, εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι οὐδὲν ὑφίσταται μεταξὺ τῶν Λαῶν τῶν δύο χωρῶν τὸ πρὸς τοῦτο ἐπιπροσθοῦν. Τοὐναντίον δὲ μάλιστα τὸ περιστατικὸν τῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον συμβιώσεως τούτων, ἔστω καὶ ὑπὸ συνθήκας ἀνωμάλους, παρέχει τὸ πλεονέκτημα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν φιλικῶν σχέσεων, διότι ἐπαρκῶς γνωρίζονται καὶ ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἑκάτερος τῶν Λαῶν τούτων ἔχει καὶ τοῦτο θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῶν φιλικῶν σχέσεων καὶ τὴν καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀμοιβαίων συμφερόντων τῶν δύο Λαῶν. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεβεβαίωσε πρὸ ἡμερῶν τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει τὴν πληροφορίαν ὅτι καὶ οἱ ἐπίσημοι τῆς Τουρκίας καὶ αὐτὸς ὁ ἰθύνων σήμερον τὰ τῆς Τουρκίας πρωθυπουργὸς ἐμπνέονται ὑπὸ τῶν καλλιτέρων διαθέσεων διὰ τὴν ἑδραίωσιν τῶν φιλικῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεων καὶ τὴν σύναψιν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν. Ἀλλὰ κύριοι, ἐνῷ οὕτω πως συμφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὸ ζήτημα τοῦ χειρισμοῦ ταύτης εἶναι πλέον ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μόνον, ἡ ὁποία φέρει καὶ τὴν περὶ τούτου εὐθύνην ἀπόλυτον καὶ ἀκεραίαν. Ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ, κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἐχειρίσθη πρεπόντως τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν σχετικῶς πρὸς τὰς λοιπὰς μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὰ γενόμενα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει τὴν ὡς πρὸς τοῦτο γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις τῆς συνταγματικῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι σφάλμα ὅτι προερχόμεθα σήμερον εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχωμεν καθορίσει καὶ τὰς ἄλλας σχέσεις μας μετὰ τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι ἔπρεπε ταὐτοχρόνως μετὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ συνομολογήσωμεν καὶ τὰς ἄλλας σχετικὰς πρὸς ταύτην συμβάσεις, δηλαδὴ τὴν σύμβασιν τὴν ἐμπορικήν, τὴν προξενικήν, τὴν σύμβασιν τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν πληθυσμῶν τὴν συμφωνίαν περὶ ἰσοπλίας ναυτικῆς. Ἐγὼ δὲ μάλιστα εἰς ταύτας προσθέτω ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ σύμβασιν διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν μειονότητα τῶν πληθυσμῶν μας τῶν ὁμογενῶν εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην θεωρῶ ἀναγκαίαν μετὰ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συμβάντα ὡς πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τούτους, ἀφοῦ ἤδη διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως μετὰ θυσιῶν καὶ ὡς πρὸς τούτους καὶ ἡμᾶς ἐκανονίσαμεν τὰ τῶν περιουσιακῶν αὐτῶν δικαιωμάτων τὰ περὶ μειονοτήτων δὲ γενικῶς καθοριζόμενα δὲν ἐφάνησαν ἐν τῷ παρελθόντι ἱκανὰ νὰ προστατεύσωσι τούτους. Καὶ ἔχω δύο λόγους διὰ τοὺς ὁποίους συνίστων καὶ ἐπιμένω νὰ συνιστῶ τὸν ταὐτόχρονον τοῦτον διακανονισμόν. Ἓν πρῶτον τὸν λόγον ὅτι διὰ τοῦ ταὐτοχρόνου τούτου διακανονισμοῦ, ἐφόσον ἐμειονεκτήσαμεν εἰς τὴν παροῦσαν σύμβασιν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐμειονεκτήσαμεν, θὰ ἠδύναντο τὰ ἐξ αὐτῆς μειονεκτήματα νὰ διευκολύνουν ἀνάλογα ἐκ τῶν ἄλλων πλεονεκτήματα, πάντοτε ἐννοεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἐξ ἴσου ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων τῶν δύο Λαῶν ἐπιτρέπει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ταὐτόχρονος κατάρτισις ὅλων τῶν συμβάσεων τούτων θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μειώσῃ τὴν δυσμενῆ ἐντύπωσιν τῶν μειονεκτημάτων τῆς παρούσης συμβάσεως, τὴν παραχθεῖσαν εἰς ὁλόκληρον τὸν Λαὸν καὶ ἡ ὁποία καὶ εἰς ὡρισμένην μερίδα τούτου ἔσχε καὶ σαφεῖς ἐκδηλώσεις. Τὰ δὲ εἰς ἀμφοτέρας τὰς χώρας πλεονεκτήματα ἐκ τῆς συμβάσεως περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν πληθυσμῶν διὰ τὴν Τουρκίαν ἔχουσαν ἀνάγκην χειρῶν καὶ διὰ τὸν ἑλληνικὸν Λαὸν ἔχοντα καὶ ροπὴν πρὸς μετανάστευσιν καὶ μεταναστεύοντα ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας ἀπὸ τὰ βουνὰ εἰς τὰς πεδιάδας καὶ τὴν παραλίαν, ὡς καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς Αἴγυπτον, Τουρκίαν, Ἀμερικήν, Ρουμανίαν καὶ πλεῖστα ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ προξενικῆς συμβάσεως, δι’ ἧς θὰ διευκολύνοντο καὶ ηὐρύνοντο αἱ μεταξὺ τῶν δύο λαῶν ἐμπορικαὶ σχέσεις, τὰ τῆς ἰσοπλίας τῆς ναυτικῆς καὶ τῶν ἄλλων σχετικῶν συμφώνων δι’ ὧν ἀμφότερα τὰ Κράτη θ’ ἀπηλλάσσοντο καὶ διαφόρων οἰκονομικῶν βαρῶν, κατὰ πολὺ θὰ συντελέσουν εἰς μείωσιν τῆς ἐκ τῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν συμβάσεως δυσμενοῦς ἐντυπώσεως, ἐπιζημίου καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ἀκόμη ἀπόψεως. Δυστυχῶς ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἐπεκράτησε. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους διὰ τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θελήσῃ περισσότερον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι ἔργον ἰδικόν του, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι σφάλμα ἦτο τοῦτο. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν σύμβασιν καθ’ ἑαυτήν. Εἶναι ἔκδηλον, ὅτι διὰ ταύτης συμφωνοῦνται ὅροι ἄνισοι μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, καὶ εἰς βάρος ἡμῶν. Γίνονται παραχωρήσεις ἐκ μέρους μας, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι τὰ ἀντίστοιχα ἀντισταθμίσματα τῆς Τουρκίας πρὸς ἡμᾶς. Δυστυχῶς, ὡς προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῇ ἀπαιτουμένῃ ἀκριβείᾳ, διότι οὔτε διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, οὔτε ἐξ ἄλλων συνοδευόντων τούτων στοιχείων καθορίζεται ἡ ἀξία τῶν παραχωρουμένων ἑκατέρωθεν κτημάτων, οὐδὲ τῶν ἄλλων, ἐκτὸς δηλαδὴ τῶν τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας ὧν ἡ ἐκτίμησις ἐκρίθη ὡς ἀδύνατος. Παρὰ ταῦτα, ἐν τούτοις εἶναι πρόδηλοι αἱ εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ὁμογενοῦς πληθυσμοῦ δημιουργούμεναι ἀνισότητες. Καὶ πρῶτον γίνεται συμψηφισμὸς τῶν ἀνταλλαξίμων περιουσιῶν ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτίμησις κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἐνῶ ὡς πρὸς τὰ κτήματα τῶν ἀνταλλαγέντων ὁμογενῶν γενικῶς κρατεῖ ἡ ἀντίληψις ὅτι ταῦτα ὑπερτέρας ἦσαν ἀξίας. Ἐπίσης διατίθενται τῶν Ἑλλήνων etablis τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὰ κείμενα εἰς τὴν ζώνην τῶν ἀνταλλαξίμων ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, εἰς ἀποζημίωσιν δὲ τούτων ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλλὰς καὶ ὄχι ἡ Τουρκία, εἰς τὴν ὁποίαν παραχωροῦνται, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου διὰ τὰ κτήματα τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων ἐπίσης Ὀθωμανῶν τῆς Δυτικῆς Θρᾴκης, τὰ κείμενα ἐντὸς τῆς ἀνταλλαξίμου ζώνης τὰ παραχωρούμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀναλαμβάνει αὐτὴ ἐπίσης νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς δικαιούχους τούτων καὶ ὄχι ἡ Τουρκία· καὶ δι’ ἀμφοτέρας τὰς κατηγορίας ταύτας ἀναλαμβάνει νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑλλὰς 300.000 λίρας Ἀγγλίας. Συμφωνεῖται ἐπίσης ὅτι τά κτήματα τῶν τῆς ἐννάτης δηλώσεως περιέρχονται εἰς ἕκαστον Κράτος ἔνθα κεῖνται, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τά ἐν Ἑλλάδι κείμενα τῶν Ὀθωμανῶν παραμένουσιν εἰς τοὺς δικαιούχους τούτων, ὅσα ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον παραχωρηθῆ εἰς αὐτοὺς καὶ κατέχονται ὑπ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ οὐχὶ μικρᾶς ἀξίας, χωρὶς νὰ γίνῃ ἡ αὐτὴ ἐξαίρεσις καὶ διὰ τὰ κτήματα τῶν ὁμογενῶν τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἐν Τουρκίᾳ τὰ ὁποῖα εἶχον παραχωρηθῆ εἰς αὐτούς. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καρπούς, ἐνῶ ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι ἡ σπουδαιότης τῆς παρὰ τῆς Τουρκίας ἀσκηθείσης ἐν τῷ μεταξὺ πιέσεως συνίστατο εἰς τὴν κατάσχεσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν εἰσοδημάτων ἐκ τῶν ἐκεῖ κτημάτων τῶν ὁμογενῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν σπουδαιότατα, διὰ τῆς συμβάσεως καταλήγομεν νὰ συμψηφίσωμεν τὰς ἑκατέρωθεν περὶ εἰσοδημάτων ἀπαιτήσεις καὶ νὰ δώσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ 125 χιλ. λίρας εἰς τὴν Τουρκίαν.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν; Εἰς τὰ ἄλλα σημεῖα δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀκριβῆ σημείωσιν τῆς ἀξίας των, τὸ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ἐκ τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ διὰ τὰ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὰ κτήματα τῶν Τούρκων τῆς ἐννάτης δηλώσεως, τὰ ὁποῖα κατελάβομεν ἀπὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, αὐτὰ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἡ Τουρκία ἀπὸ τὰ ἰδικά μας, δηλαδὴ τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων τῶν Τούρκων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς κατέχομεν ἀπὸ τοῦ 1913, τὰ πλεῖστα ἐκ τούτων, αὐτῶν τῆς ἐννάτης δηλώσεως τῶν ὁποίων ὅσοι ἔλειπον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὰ κατελάβομεν, δὲν ὑπάρχει ζήτημα ὅτι εἶναι περισσότερα.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ σύμβασις δὲν συνοδεύεται μὲ κανένα λογαριασμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀναγκαιότατος, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ κάμω τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἐν τῇ συνειδήσει ἑνὸς ἑκάστου νὰ γεννᾶται ἡ πεποίθησις ὅτι ἡμεῖς ἐπεβαρύνθημεν κατὰ πολύ. Θὰ προσθέσω δ’ ἄλλως, ὅτι μολονότι, ὡς γνωρίζετε δὲν εἶχον παραστῆ εἰς τὰς παλαιοτέρας διασκέψεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ τότε ἀπεῖχε τὸ Λαϊκὸν κόμα, παρηκολούθησα ἐν τούτοις τὰς σχετικὰς τότε εἰς τὸν Τύπον δημοσιεύσεις. Ἐκ σημειωμάτων δὲ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προερχομένων, προκύπτει ὅτι ὡς πρὸς τὴν μὴ ἀνταλλάξιμον περιουσίαν τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν δύο χωρῶν κολοσσιαία ὑπάρχει διαφορὰ ἀξίας ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ὁμογενῶν καὶ Ἑλλήνων.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας. Δὲν ἀμφισβητεῖται τοῦτο, ἢ μᾶλλον μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθές, διότι ἡ διαφορὰ εἶναι διὰ τὰ εἰσοδήματα. Πρέπει νὰ σᾶς δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰσοδήματα. Ἡμεῖς κατελάβομεν τὰ κτήματα τῶν Τούρκων οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ Τοῦρκοι τῆς ἐννάτης δηλώσεως. Ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡμεῖς τὰ κατελάβομεν. Εἶναι τοῦ 1913. Ἡμεῖς κατελάβομεν τὰ κτήματα. Πρόκειται περὶ τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων. Αὐτοὶ κατέλαβον τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων μόνον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1924, δηλαδὴ 11 χρόνια βραδύτερον καὶ κατέλαβον ὄχι ὅλα τὰ κτήματα, ἀλλὰ μέρη αὐτῶν, καὶ δὴ τὰ ὀλιγώτερα.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ εἰσοδήματα ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων τῶν δικαιούχων τῆς 9ης δηλώσεως, ἀλλὰ καὶ διαφόρων ἄλλων κατηγοριῶν ἐκ τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων καὶ πρὸ παντός, ὡς ἀνέφερον ἤδη, διὰ τὰ σπουδαῖα εἰσοδήματα τῶν ὀνομαζομένων φυγάδων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν ἀναχωρησάντων ἐκεῖθεν μὲ ἀνώμαλα διαβατήρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν εἰσοδημάτων κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οἵαν ἀνέφερον προέλευσιν, κολοσσιαία ὑφίσταται διαφορὰ ὡς πρὸς τὰς διαφόρους κατηγορίας κτημάτων τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων τῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Τουρκίᾳ περιουσίας. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, ἡ τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων περιουσία τῶν Ἑλλήνων μετὰ τῶν εἰσοδημάτων ἡ περιερχομένη εἰς τὴν Τουρκίαν ἀνέρχεται εἰς χρυσᾶς λίρας Τουρκίας 21.250.000, ἡ δὲ τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων ἐπίσης Μουσουλμάνων ἐν Ἑλλάδι μετὰ τῶν εἰσοδημάτων ἡ περιερχομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπολογίζεται εἰς 3.200.000 λίρας, ἤτοι ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον διὰ τὰ εἰς τὴν Τουρκίαν περιερχόμενα ἐκ τῆς μὴ ἀνταλλαξίμου περιουσίας λιρῶν χρυσῶν Τουρκικῶν 18 ἑκατομμυρίων.
§71Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πίναξ αὐτὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πέρυσι τὸν Ἰούνιον μῆνα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τότε ὑπέβαλεν ἕνα πίνακα μὲ τὰς ἀπόψεις τὰς Ἑλληνικάς, τόσον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα ὅσον καὶ διὰ τὰ Τουρκικὰ κτήματα. Διὰ νὰ ἔχετε μίαν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑποβάλλει καὶ ἕτερον πίνακα μὲ τὰς Τουρκικὰς ἀντιλήψεις καὶ διὰ τὰ Τουρκικὰ κτήματα καὶ διὰ τὰ Ἑλληνικά. Καὶ ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ἀπόψεις τὰς Ἑλληνικὰς καὶ διὰ τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα καὶ διὰ τὰ Τουρκικά. Τὸ ὀρθὸν θά ἦτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν ἕνα πίνακα τὰς Ἑλληνικὰς ἀπόψεις ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ κτήματα καὶ τὰς Τουρκικὰς ἀπόψεις ὡς πρὸς τὰ Τουρκικὰ κτήματα. Τοῦτο δὲν ἔγινεν. Καὶ τότε ἐδηλώσαμεν ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τὸν Ἰούνιον μῆνα πέρυσιν, ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ μονομερῶς τὰς ἀπόψεις τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ὄχι τῆς ἄλλης.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε βουλευτά, σᾶς εὐχαριστῶ δι’ ὅσας πληροφορίας μοῦ παρέχετε, διὰ τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχετε καὶ ἁρμοδιότητά τινα ἀφοῦ ὑπήρξατε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ ἰδικαί σας, ἀορίστως οὕτω παρεχόμεναι διὰ τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὸ ἀναφερθὲν σημείωμα, τὸ παριστῶν τόσην κολοσσιαίαν διαφοράν.
§73Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πληροφορία αὐτὴ δὲν ἔχει δημοσιευθῇ ποτὲ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Ἐφημερίδες τὴν ἔχουν δημοσιεύσει. Οὐδέποτε τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐδημοσίευσε.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν δημοσίευσιν, ἡ ὁποία λέγει: «Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου παρέσχε τὴν πληροφορίαν...» (ἀναγινώσκει). Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι τὰς ἐδημοσίευσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§75Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ ἦσαν πληροφορίαι τῶν ἐφημερίδων.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς τοιαύτης διαλογικῆς συζητήσεως νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα περὶ τοῦ ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία τῶν περιουσιῶν τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων. Ἡ Κυβέρνησις ἂς φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὑπολογισμούς της τοὺς ἐπισήμους, ἂν ἔχῃ ἄλλους διαφορετικοὺς ἐξ ὅσων ἀνέφερον. Σπουδαίαν ἄλλως τε περαιτέρω πρὸς τοῦτο σημασίαν ἔχει τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς ἐπὶ μακρὸν διεξεδικοῦμεν περιουσίαν ἀνωτέρας ἀξίας, εὑρέθημεν αἴφνης νὰ προβῶμεν εἰς συμφωνίαν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ νὰ ἐξαιρῶνται ὑπὲρ τῶν Τούρκων κτήματα ἐκ τῶν περιουσιῶν τούτων καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ πλέον νὰ πληρώσῃ ὡς διαφορὰν ποσὸν 440 χιλιάδων λιρῶν Ἀγγλίας. Δὲν περιλαμβάνεται δὲ εἰς τὸ σημείωμα ἐκεῖνο καὶ ἡ ἀξία τῆς περιουσίας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει etablis τῶν λεγομένων φυγάδων, ἐκείνων δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι ἀπεχώρησαν χωρὶς τακτικὸν διαβατήριον καὶ ἡ ὁποία ἐπίσης παραχωρεῖται εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως παρέχεται ἡ ὑπόσχεσις εἰς τοὺς δικαιούχους ὅτι θὰ παράσχῃ ἀποζημίωσιν ἐπίσης τὸ Κράτος. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ πρόσθετον βάρος ἐπὶ πλέον τῶν 440 χιλιάδων λιρῶν. Ἐὰν δὲ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς σχετικὰς πληροφορίας τῶν δικαιούχων τῆς περιουσίας αὐτῆς, αὕτη μετὰ τῶν εἰσοδημάτων ὑπολογίζεται εἰς 6.000.000 λίρας χρυσᾶς Τουρκικὰς ἐπίσης. Θὰ ἤρκουν ταῦτα μόνον, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ὡς πρὸς τὸν διακανονισμὸν τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων περιουσιῶν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, ἵνα καταδείξουν πόσον ἀσύμφορος εἶναι ἡ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν σύμβασις, καὶ μάλιστα οὕτω μονομερῶς παρουσιαζομένη ἄνευ ταὐτοχρόνου διακανονισμοῦ τῶν ἄλλων, ἃς ἀνέφερον, σχέσεών μας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς μὴ ἀνταλλαξίμου περιουσίας ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνταλλάξιμος, ἡ ἀνήκουσα εἰς τοὺς μετανάστας τῶν δύο χωρῶν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν διὰ τῆς συμβάσεως ἐπέρχεται συμψηφισμὸς μεταξὺ των. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ἰδιαιτέρως θῖγον τὴν τάξιν τῶν προσφύγων, ἐξητάσθη πρὸ παντὸς ἀπὸ τῆς νομικῆς του ἀπόψεως ἂν καὶ κατὰ πόσον παραμένῃ ἢ δημιουργῆται μᾶλλον ἀξίωσις κατὰ τοῦ Κράτους τῶν δικαιούχων ἐκ τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας. Μολονότι ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ζητήματα ἐρευνῶνται ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, δὲν θὰ διστάσω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου καὶ ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἄποψιν. Διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν λαμβάνεται πρόνοια ἵνα ἐξασφαλισθῇ εἰς τοὺς δικαιούχους ἡ περιουσία τῶν ἀνταλλασσομένων δύο λαῶν. Κατ’ αὐτήν, ἕκαστος μετανάστης εἶχε δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, ὁ μὲν εἰς Ἑλλάδα, ὁ δὲ ἕτερος εἰς Τουρκίαν. Εἶχε πᾶν δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Καὶ μάλιστα συνέστη καὶ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἥτις ἦτο προωρισμένη νὰ τὸν διευκολύνῃ εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ τοιαύτη μεταφορὰ ἦτο φυσικῶς ἀδύνατος προκειμένου περὶ ἀκινήτων. Ἀδύνατος δὲ κατέστη καὶ ὡς πρὸς τὰ κινητὰ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἀπεχώρησαν ἐκδιωκόμενοι. Ὡς πρὸς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ἑκατέρωθεν περιουσίαν τῶν μεταναστῶν, ἡ ταχθεῖσα ἐπιτροπὴ ἀνελάμβανε νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας ἀτομικῶς δι’ ἕκαστον, μετὰ δὲ τὴν ὁλικὴν δι’ ἕκαστον ἐκτίμησιν, ἐφόσον ἐκ ταύτης προέκυπτεν διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐγκαταλειφθεισῶν περιουσιῶν τῶν προσφύγων, οὐδὲν ἔχει καὶ νὰ δώσῃ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι οἱαδήποτε τοιαύτη ἀξίωσις κατὰ τοῦ Κράτους θὰ ἦτο καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ἀπραγματοποίητος. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι ὅστις θὰ ἐξωθήσῃ μίαν μερίδα πολιτῶν εἰς ἀγῶνα ἄκαρπον κατὰ τοῦ Κράτους, ὅστις θὰ διετάρασσε καὶ τὴν ὀφειλομένην μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἀλληλεγγύην καὶ τὴν ἠρεμίαν τοῦ συνόλου. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ διαχείρισις καὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀναντιρρήτως δὲν ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα. Ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὸν συμψηφισμὸν κατόπιν τῆς γνωματεύσεως τῶν οὐδετέρων, θεωροῦσα ὅτι ἡ ἐκτίμησις δὲν ἦτο δυνατή. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «Μὰ τί θέλετε νὰ ἐξετάσετε τὸ ζήτημα ἐὰν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτίμησις αὐτὴ ἢ ὄχι; Ἀρκεῖ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνταλλαγὴν Βουλγάρων καὶ Ἑλλήνων, ἥτις ἦτο καὶ ἑκουσία, καὶ ἐχρειάσθησαν 10 ἔτη δι’ ἐλάχιστον πληθυσμὸν διὰ νὰ ἐκτιμηθοῦν αἱ περιουσίαι των. Διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν τῶν Τούρκων καὶ Ἑλλήνων ἀνταλλαξίμων, ὑπερδεκαπλασίου πληθυσμοῦ, θὰ ἐχρειάζετο διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις ἀσφαλῶς ἕνας αἰών». Ἀλλὰ γεγονός, εἶναι ὅτι οὐδὲ μία κἂν ἀπόπειρα κατὰ τὸ διάστημα ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν ἐγένετο διὰ τὴν ἐκτίμησιν ταύτην, οὔτε παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν, οὐδὲ παρ’ ἄλλης τινὸς προηγουμένης, καὶ ὁ συμψηφισμὸς ἐγένετο συνεπεία τῆς γνωματεύσεως τῶν οὐδετέρων περὶ ἀδυνάτου τῆς ἐκτιμήσεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν θυσιῶν εἰς ἃς ὑπεβάλλετο ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸν συμψηφισμὸν τοῦτον. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως εἶναι, ὅτι ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἦτο οὕτως ἀπολύτως πεπεισμένη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀνταλλαξίμων περιουσιῶν καὶ θὰ κατέληγε νὰ δεχθῇ τὸν συμψηφισμὸν τῶν δύο περιουσιῶν, τὸν ὁποῖον ἐπιμόνως ἐξ ἀρχῆς ἐπεδίωκεν ἡ Τουρκία χωρὶς μάλιστα αὕτη νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἦτο ἀδύνατος, θὰ ἔπρεπεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἀποδεχομένη τὸν συμψηφισμόν, χωρὶς τὴν ἄνευ ἀξίας γνωμοδότησιν τῶν οὐδετέρων, νὰ ἐπιτύχῃ ἄλλα κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως ἐπωφελῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀνταλλάγματα. Ἔχω τὴν γνώμην, ἐξ ὅσων παρηκολούθησα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν πρὶν ἢ καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν μηχανισμὸν αὐτὸν τὸν τελευταῖον τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐκτίμησις, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν συμψηφισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τὰς ἀντιλήψεις της περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐκτιμήσεως ἀσφαλῶς θὰ κατέληγε, θὰ ἠδύνατο, καταλλήλως χρησιμοποιοῦσα τὴν παροχὴν ταύτην ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἥτις τόσον ἐπιμόνως τὴν ἐπεδίωκε, νὰ ἔχῃ ἐντεῦθεν ὠφελήματα καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ διασώσῃ ἴσως τὴν περιουσίαν τῶν φυγάδων etablis, ὡς καὶ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν 440 χιλιάδων λιρῶν, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι δὲ μικρᾶς σημασίας τοῦτο νομίζω, νὰ εἴχωμεν τὸ κέρδος τῶν 440 χιλιάδων λιρῶν καὶ ἐπὶ πλέον τὸ κέρδος τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει νὰ καταβάλῃ πρὸς τοὺς ἀναχωρήσαντας ἄνευ τακτικῶν διαβατηρίων etallis τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αἱ ἐντεῦθεν ὠφέλειαι θὰ ἐχρησίμευον διὰ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν προσφύγων. Συνεπεία τῆς συμβάσεως εἰς ἣν κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ζημίας ἱκανὰς ὑφίσταται ἡ Χώρα καὶ ζήτημα ἐσωτερικὸν ἐμφανίζεται. Δὲν ἐννοῶ ὡς ζήτημα ἐσωτερικὸν ἐνδεχομένην ἀξίωσιν τῶν ἀνταλλαξίμων προσφύγων κατὰ τοῦ Κράτους, περὶ ἧς ὡμίλησα ἤδη ὅτι δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ ζήτημα σπουδαῖον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη μερὶς τοῦ Λαοῦ, ἡ τῶν προσφύγων, δυσφοροῦσα διὰ τὰ γενόμενα, ἐκ τῶν ὁποίων θεωρεῖ ὅτι ἠδικήθη. Καὶ νομίζετε, ὅτι μιᾶς τόσον μεγάλης μερίδος τοῦ Λαοῦ ἡ δυσφορία εἶναι ἀδιάφορος εἰς τὸν τόπον; Ποῖος δύναται νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ ποτὲ πρόσωπον — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων — τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεδίωκε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν τοιαύτην δυσφορίαν; Τοιαύτη ἐκμετάλλευσις ἀναμφιβόλως θὰ ἦτο ἄνευ ἀποτελέσματος οὐσιαστικοῦ διὰ τοὺς δυσφοροῦντας, ἀλλὰ πάντως ἐπιζήμιος διὰ τὸν τόπον. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι εἰς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν ἡ μέχρι σήμερον διαχείρισις τοῦ ζητήματος. Σᾶς ἀνέγνωσεν εἷς τῶν κυρίων βουλευτῶν τί πολλάκις ἠκούετο ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν προσφύγων. Ἐγεννήθη ἡ ἰδέα εἰς τούτους ὅτι ἔχουν δικαίωμα πλήρους ἀποζημιώσεως. Καί ὡς τοιαύτην ἐννόουν ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας των. Οὐδέποτε ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψει ὅτι ἂν δὲν περιήρχετο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὁλόκληρος ἡ ἀξία ἐκείνη, δὲν θὰ τὴν ἐλάμβανον καὶ αὐτοί. Τοιαύτη περίπτωσις δὲν ἐτίθετο πρὸ αὐτῶν ὑπ’ ὄψει. Αὐτοὶ ἐπίστευον, ὅτι τὸ Κράτος θὰ τὴν πάρῃ καὶ θὰ τὴν δώσῃ, ἢ ἴσως ἀκόμη θὰ τὴν δώσῃ καὶ ἂν δὲν τὴν λάβῃ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῆται, ὅτι ἐγένοντο ἐνταῦθα καὶ πρόχειροι ἐκτιμήσεως τῆς περιουσίας των ἐκείνης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης ἐδόθησαν εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀπέναντι καὶ διενεμήθησαν 7½ δισεκατομμύρια νομίζω εἰς ὁμολογίας καὶ εἰς μετρητὰ καὶ αἱ ὁποῖαι ὁμολογίαι καὶ τὰ μετρητὰ ἐλήφθησαν παρὰ τῶν προσφύγων μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπέναντι καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶχεν ἀκόμη πρὸς αὐτοὺς μεγάλας ὀφειλάς. Ἄν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, νομίζω ὅτι τὸ ἀπέναντι καταβληθὲν ποσὸν τοῦτο ὑπελογίζετο εἰς 25% ἢ 20% τῆς ὅλης ἀξιώσεως. Λοιπὸν διατί αὐτὸς ὁ δυστυχὴς θὰ θεωρηθῇ ἀδικαιολόγητος ἂν μέσα εἰς τὴν ψυχήν του ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἂν ἐλάμβανε 20% εἶχεν ἀκόμη 80% νὰ λάβῃ; Τόσον δὲ ἀστόχως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγένετο ἡ διαχείρισις, ὥστε καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ γεννᾶται ἡ ἰδέα ὅτι ἐλάμβανον ἀπέναντι τῆς εἰς αὐτοὺς ἀνηκούσης περιουσίας ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν λοιπὸν ἐπίσης πληθυσμὸν ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις ὅτι τὰ εἰς τοὺς πρόσφυγας καταβαλλόμενα ποσὰ θὰ ἐξωφλοῦντο ἐκ τῆς εἰς τοὺς ἰδίους τούτους ἀνηκούσης περιουσίας καὶ δὲν θὰ ἔπιπτον ποτὲ εἰς βάρος τούτου. Τὸ περιστατικὸν δὲ ὅτι οὐδ’ ἐλήφθη φροντίς, οὐδὲ ἐξητάσθη ποτέ, ὅταν ἐδίδοντο τὰ χρήματα αὐτὰ πρὸς τοὺς πρόσφυγας, κατὰ πόσον ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν περιουσίαν τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν Μουσουλμάνων, ἡ ὁποία μόνη εἶχεν ἤδη περιέλθει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἐκράτυνε τὰς ἀντιλήψεις ταύτας τῶν προσφύγων. Δυστυχῶς οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ἤδη, ὅτι ἡ ἐνταῦθα ἐγκαταλειφθεῖσα Μουσουλμανικὴ περιουσία, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ μόνον κατόπιν τῆς συμβάσεως περιορίζονται αἱ ἀξιώσεις τῶν προσφύγων, δὲν θὰ ἀρκέσῃ νὰ καλύψῃ οὐδ’ ἐκεῖνα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν ἤδη εἰς τοὺς πρόσφυγας, ὡς ἀπέναντι τῆς ὀφειλομένης εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθεῖσαν περιουσίαν των. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, τὸ πρόβλημα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ προκῦπτον ἐκ τῆς ὑπὸ ψήφισιν συμβάσεως δὲν εἶναι μόνον τῆς μερίδος τῆς πασχούσης αὐτῆς τῶν προσφύγων, ἥτις διαψεύδεται εἰς τὰς ἐλπίδας της, ἀλλὰ εἶναι καὶ πρόβλημα ἀφορῶν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅλος εἶχε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ποσά τὰ ὁποῖα διενέμοντο εἰς τοὺς πρόσφυγας ἦσαν ποσά τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἐκ τῆς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς ἀνταλλαγῆς διατεθειμένης περιουσίας, καὶ ἤδη αἰσθάνεται τὰ ὀδυνηρὰ τῆς συμβάσεως ἀποτελέσματα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ πλεῖστον αὐτῶν μέρος θὰ βαρύνωσιν αὐτὸν τὸν Λαὸν ἐν ὅλῳ, πρόσφυγας καὶ γηγενεῖς. Ἰδού, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ποῖον εἶναι τὸ συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης ὡς πρὸς τὴν ἀνταλλάξιμον περιουσίαν οἰκονομικὸν πρόβλημα.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατί, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; διατὶ παρακαλῶ;
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπευθύνομαι εἰς σᾶς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἀπαύγασμα ὅλων τῶν γενομένων μέχρι σήμερον καὶ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν μᾶς φέρετε πρὸς κύρωσιν. Καὶ ἔχω καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν πάντων ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μας τούτου προβλήματος. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελικῆς ταύτης συμβάσεως σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνταλλάξιμον περιουσίαν εἶναι, καί πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅτι οὗτος βαρύνεται πλέον ἀπὸ σήμερον ὁριστικῶς μὲ 3½ περίπου δισεκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ καλύψουν τὰ κτήματα τῆς Μουσουλμανικῆς περιουσίας, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν πλέον μετὰ τὸν γενόμενον συμψηφισμὸν ἔχομεν νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Τουρκίας.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι τόσα.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πάντως ὅμως πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ὅτι μὲ τὴν τελικὴν αὐτὴν ἐκκαθάρισιν ἡ ὁποία γίνεται πίπτουν εἰς βάρος του ἀναμφιβόλως ἔστω καὶ 3 δισεκατομμύρια δραχμῶν, διὰ νὰ εἶμαι συγκαταβατικώτερος χάριν τοῦ κ. Παπαναστασίου, μολονότι ὑποθέτω ὅτι θὰ ἀνέλθουν εἰς ὅσα εἶπον. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀκόμη, ὅτι θὰ πληρώσῃ προσέτι καὶ τὰς 440.000 λίρας τὰς ὁποίας ἀνέφερον καὶ ἀκόμη ὅτι, πλὴν αὐτῶν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ καὶ ὅσον θὰ εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ κανονίσῃ διὰ τῆς εἰς τὴν Τουρκίαν παραχωρουμένης περιουσίας τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μὲ ἄτακτα διαβατήρια καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης μεταβάλλονται εἰς πρόσφυγας, μὴ δικαιούμενοι πλέον νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς Τουρκίαν, ὡς ἐδικαιοῦντο διὰ τῆς ἀρχικῆς ἐν Λωζάννῃ συμβάσεως. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ξεκαθάρισμα, τὸ ὁποῖον συντελεῖται διὰ τῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν συμβάσεως. Ἐξέθεσα τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως ταύτης, καθῆκον μου θεωρῶν νὰ διαφωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν τοῦ ὁποίου τὴν ὑπόθεσιν ἐν συνόλῳ ἀφορᾷ, ἀλλὰ καὶ τὴν τάξιν τῶν προσφύγων ἰδιαιτέρως, τοὺς ὁποίους ἀληθῶς συμπαθῶ, ἵνα σαφῶς καὶ οὗτοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἂν ἐκ τῆς γενομένης ἐκκαθαρίσεως διεψεύσθησαν ἐλπίδες τούτων, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐν τῷ συνόλῳ εἰς βαρύτατα ὑπεβλήθη βάρη καὶ μάλιστα βάρη τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέβαλον εἰς αὐτὸν αἱ συνθῆκαι τῆς Λωζάννης καὶ δὲν εἶχε λόγον ν’ ἀναμένῃ. Τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως δὲ ταύτης δυσμενῆ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα θὰ ἐξελιχθῶσι δυστυχῶς ἐπὶ τὸ δυσμενέστερον ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ κατάστασις εἰς ἣν διατελεῖ καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν διαχειρίζεται ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα Μουσουλμανικὴ περιουσία. Σχεδὸν παραμένει νεκρά. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ πρόσοδος ταύτης ἀνέρχεται εἰς 2% καὶ διὰ τὸ ἀπέναντι ταύτης καὶ μόνον ἤδη πλέον παραμένον χρέος τῶν ἑπτὰ δισεκατομμυρίων καταβάλλονται τόκοι 8%, πλὴν ἐλαχίστου ποσοῦ, δι’ ὃ περιορίζονται εἰς 6%.
§81Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Εἶμαι σύμφωνος καὶ κάνομεν ὅ,τι μποροῦμεν.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν βλέπετε, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὄλεθρον εἰς τὸν ὁποῖον ἄγεται αὐτὸς ὁ τόπος;
§83Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τόσον πολὺ βλέπει αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν τρεῖς συμβάσεις ἔχει φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τεινούσας εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ αὐτοῦ. Τὸ ἀγνοεῖτε αὐτό;
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν...
§85Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρῶτος δὲ ἐγὼ ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἡ ὁποία δημιουργεῖται διὰ τοῦ εἰσοδήματος τῶν προσφυγικῶν περιουσιῶν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπεζητήσαμεν τὴν ταχυτέραν ἐκποίησιν καὶ κάμνομεν πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν. Πῶς λοιπὸν μέμφεσθε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν βλέπει τὴν κατάστασιν αὐτήν;
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὤφειλον—δυστυχῶς οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα—ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ κρίνω. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἐκρίθημεν ὅλοι, θὰ κριθῆτε καὶ σεῖς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος. Τὸ ἀποτέλεσμα δέ δὲν τὸ βλέπω καθόλου ἱκανοποιητικόν, καὶ ἔχετε εὐτυχῶς τὴν εὐκαιρίαν σεῖς νὰ διευθετῆτε τὰ πράγματα ἄνευ οὐδενὸς ἐμποδίου.
§87Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλάβομεν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν φαίνεται ἐν τούτοις ὅτι ἐπαρκὴς ἐλήφθη φροντὶς διὰ τὴν περισυλλογὴν ὅλης τῆς περιουσίας.
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πῶς τὸ γνωρίζετε; Διότι τὸ εἶπεν ὁ κ. Τζιγδέμογλου;
§90Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ πρόσφυγας βουλευτὰς ὅτι ἡ περιουσία ἡ ἀνταλλάξιμος ἦτο εἰς χεῖρας γηγενῶν, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ταῦτα ἦσαν τελείως ἀστήρικτα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, νὰ λέγετε αὐτὰ χωρὶς νὰ μᾶς εἴπητε ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ περιουσία, διότι τὸ Κράτος μετ’ ἀγριότητος ἐπεδόθη εἰς τὴν περισυλλογὴν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ὥστε καὶ δημευτικὰς παρεκτροπὰς τῶν δικαιωμάτων τῶν γηγενῶν ἔκαμε. Πρέπει νὰ ἀναγνώσητε τὰς συμβάσεις αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦν τὰς περιουσίας αὐτάς, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι αἱ συμβάσεις αὐταὶ εἶναι αὐτόχρημα δημευτικαὶ εἰς βάρος τῶν γηγενῶν.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι ἐκτάκτως εὐτυχὴς διότι βλέπω τὴν εὐθιξίαν σας αὐτήν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐκτιμήσω ὅταν ἴδω ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ συνόλου τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς λαμβάνει ἓν καλλίτερον ἀποτέλεσμα.
§92Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ φέρετε μίαν ἐπερώτησιν νὰ τὴν συζητήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπέκρινα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλοτε ἐνταῦθα, ὅτι ἐνῷ εἶχε τόσην περιουσίαν τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ, πρὸ ὀλίγου τελευταίως ἔρριψε μίαν ἄλλην περιουσίαν εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ τὴν ρευστοποιήσῃ ἄνευ οὐσιώδους ἀνάγκης, διὰ τῆς ὁποίας παρακωλύει τὴν ταχεῖαν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας τῆς προσφυγικῆς.
§94Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ περιουσία τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε, πρῶτον δὲν ἐρρίφθη ἀκόμη εἰς τὴν ἀγοράν.
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε νόμον κάμει πρὸς τοῦτο.
§96Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ δεύτερον δὲν ὑπάρχει σύμπτωσις τοπική, διότι ἡ μὲν μία κεῖται εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα.
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ μετεχειρίζεσθε ἐπιχείρημα ἀνάξιον τῆς εὐφυΐας σας, διότι γνωρίζετε ὅτι περιπατοῦν τὰ κεφάλαια· καὶ εἷς ὁ ὁποῖος ἔχει κεφάλαια διαθέσιμα, διατὶ τάχα δὲν θά μεταβῇ ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ περιουσία ἡ κτηματικὴ ἢ χρήσιμος καὶ ν’ ἀγοράσῃ ἐπὶ προσφορῶν εἰς διαφόρους τόπους, ὅπου τὸ δι’ αὐτὸν συμφερώτερον;
§98Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖα κεφάλαια, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος; Εἰκοσαετία χρειάζεται διὰ νὰ μαζέψωμεν τὸ χρῆμα· πρόκειται περὶ μιᾶς καταβολῆς...
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς λέγω ἐν τέλει: μὴ πιστεύετε ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε τὸ Λογιστήριον, ὅτι κερδίζει ἀπὸ αὐτὴν τὴν σύμβασιν 22.500.000.
§100Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε δὲν εἶναι πραγματικόν.
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι πολλὰ δυστυχῶς δισεκατομμύρια ἐπιβάλλονται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἀπὸ τυπικῆς ἀπόψεως δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ ἔκθεσις τοῦ Λογιστηρίου, πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἶναι καταβλητέα συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως. Τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἦτο ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἄλλον σκοπόν, τῆς ἐγγυήσεως ἐξ ἄλλης συμβάσεως. Ὀφείλω ἐπὶ πλέον νὰ παρατηρήσω πρὸς τιμὴν τῶν ἀντιπροσώπων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὅτι οὗτοι πάντες, καίτοι κυρίως συνεζήτησαν τὴν σύμβασιν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τῶν προσφύγων ἀποβλέποντες εἰς ἄλλα κατὰ τὰς ἀντιλήψεις των ἐκ τῆς συμβάσεως ἀναμενόμενα ἀγαθά, οὐδαμῶς ἐτάχθησαν κατὰ τῆς συμβάσεως ἐκτὸς μεμονωμένων ἐξαιρέσεων, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη οὐδεὶς κατ’ ἐμὲ συνέτρεχε λόγος νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἐπίσης μετὰ σεβασμοῦ, ὡς ἐπιβάλλεται διὰ τὰς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου συζητήσεις. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ τίθεται ὡς σύνθημα μετὰ τὴν σύμβασιν, ὅτι εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀντὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀποζημιώσεως παρέχεται ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀποκατάστασις. Ταῦτα εἶναι δύο ἐντελῶς διάφορα πράγματα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία σύγχυσις αὐτῶν. Ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀποζημίωσις ἦτο ἓν δικαίωμα τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ἐφόσον τοῦτο συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως δὲν ὑφίσταται, δὲν θ’ ἀναπληρώσῃ τοῦτο ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων. Εἶναι κάκιστον νὰ χαρακτηρίζεται ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ἀξιουμένων τυχὸν παρ’ αὐτῶν ἀποζημιώσεων. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων εἶναι καθῆκον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἶναι καθῆκον τὸ ὁποῖον οὗτος πιστῶς μέχρι τοῦδε ἐξεπλήρωσε παρ’ ὅλας τὰς δυσχερείας εἰς τὰς ὁποίας οἰκονομικῶς εὑρίσκεται καὶ ἐφάνη πρόθυμος εἰς ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς τοῦτο νὰ συντελέσῃ. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦτο ἀναντιρρήτως καὶ εἰς τὸ ἐφεξῆς, εἴτε κυρωθῇ εἴτε μὴ ἡ σύμβασις, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἕως ὅτου ἐκπληρωθῇ ὁλοσχερῶς δι’ ἅπαντας τοὺς μὴ ἀποκατασταθέντας πρόσφυγας, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν του δυνάμεων. Θὰ ἐκτελέσῃ δὲ τοῦτο ὄχι μόνον ἐξ αἰσθήματος κοινωνικῆς καὶ Ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῶν προσφύγων καὶ τοῦ λοιποῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ λόγῳ κοινοῦ πρὸς τοῦτο συμφέροντος. Ἡ ὁλοκληρωτικὴ τῶν προσφύγων ἀποκατάστασις θὰ προσθέσῃ νέας δυνάμεις ἐν τῷ τόπῳ συντελεστικὰς διὰ τὸ σύνολον, ὡς ἐπίσης ἡ μὴ τυχὸν τούτων ἀποκατάστασις καὶ εἰς βλάβην καὶ κίνδυνον ἀκόμη τοῦ συνόλου δύναται νὰ συντελέσῃ. Ἀλλ’ εἰς τὴν τάξιν τῶν προσφύγων προστίθεται ἀκόμη μία νέα κατηγορία τοιούτων. Εἶναι δ’ αὕτη ἡ τῶν φυγάδων, τῶν ἄνευ τακτικῶν διαβατηρίων τῆς Τουρκίας ἀναχωρησάντων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Οὗτοι, ἐνῷ κατὰ τὰς ἀρχικὰς συνθήκας τῆς Λωζάννης εἶχον δικαίωμα νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας των ἐν Τουρκίᾳ, ἤδη συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ παραμένουσι παρ’ ἡμῖν ὡς νέοι πρόσφυγες, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ στεροῦνται καθολοκληρίαν καὶ τῆς ἐν Τουρκίᾳ περιουσίας των, ἥτις παραχωρεῖται εἰς ταύτην. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων λόγων δι’ οὓς ἀπέκρουσα τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ περὶ τῶν νέων τούτων προσφύγων συμφωνία ἀποτελεῖ οὐσιώδη δι’ ἐμὲ πρόσθετον λόγον ν’ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτῆς. Καὶ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον αἰσθάνομαι τὴν εἰς αὐτοὺς προσγενομένην ἀδικίαν, καθόσον καὶ μετὰ τὰς συμβάσεις τῆς Λωζάννης κατὰ τὰς δύο τελευταίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ἀγκύρᾳ συνομολογηθείσας σχετικὰς ἄλλας, οὗτοι δὲν θὰ ἐστεροῦντο τοὐλάχιστον τῆς περιουσίας των. Ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς ἵνα ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἐπανέλθουν εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπιδιώξουν τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας των καὶ ἂν δὲν τὸ κατορθώσουν, μετὰ τὴν πάροδον τῆς τετραετίας ταύτης ὑπεχρεοῦτο ἡ Τουρκικὴ Κυβέρησις νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ. Εἶναι σκληρὸν ὅτι πρᾶξις ἐν εἰρήνῃ, πρᾶξις διακανονισμοῦ συμφερόντων, ἁπλῶς συμφερόντων ὡς ἡ ὑπὸ κρίσιν σύμβασις, ἐστέρησε τούτους καὶ τῆς ἑστίας των καὶ τῆς περιουσίας των. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοῦτο τὸ σημεῖον εἶναι ἓν ἐξ ἐκείνων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ μᾶλλον κακίζω τὴν σύμβασιν. Τὸ υἱοθετούμενον παρὰ ταύτης μέτρον ὡς πρὸς τοὺς λεγομένους φυγάδας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ συνομολογήσετε πιστεύω πάντες ὅτι εἶναι σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον. Ἂν κύριοι, ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν τῆς Λωζάννης περὶ ἀνταλλαγῆς καὶ νὰ δεχθῇ τὸ ἀπανθρωπότερον καὶ ὠμότερον τῶν μέτρων τοῦ νὰ ἀνταλλαγῶσιν οἱ πληθυσμοὶ ὡς ἐὰν οὗτοι ἀπετέλουν ἀνδράποδα καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ἐγένετο ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ὁμογενῶν μας, δὲν ἔπρεπε νομίζω ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ δεχθῇ νὰ καταστήσῃ νέους πρόσφυγας. Καὶ πρόκειται οὐχὶ περὶ μικρᾶς μερίδος, πρόκειται περὶ 40 περίπου χιλιάδων προσώπων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι κατὰ τοῦ τοιούτου νέου ἐξανδραποδισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξανίσταται ἡ συνείδησις παντός. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως ὑπόσχεται εἰς τοὺς ἀτυχεῖς τούτους ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν σχετικῶς ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν των, τῆς ὁποίας στεροῦνται, δι’ ἀναλόγου ἀποζημιώσεως Βεβαίως τὰ περὶ τούτου θὰ κανονισθῶσι διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου πρὸς τοῦτο νομοσχεδίου, ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἰδιάζουσαν θέσιν τῶν νέων προσφύγων τούτων, ὄχι μόνον ὡς ἐκ τῶν πραγματικῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς οὗτοι μεταβάλλονται εἰς πρόσφυγας διὰ τῆς ὑπὸ κύρωσιν συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν νομικὴν θέσιν τούτων ὡς προσώπων, τὰ ὁποῖα καὶ καθ’ ἑαυτὰ ὡς ἄτομα καὶ διὰ τὴν περιουσίαν των προστατεύονται ὑπ’ αὐτῆς τῆς διεθνοῦς συνθήκης τῆς εἰρήνης καὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν συνθήκην τῆς ἀνταλλαγῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἰδιάζουσα αὕτη θέσις τῶν νέων τούτων προσφύγων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα, ἵνα τὸ ρυθμίσῃ, ἐφόσον ἡ ἀντοχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἰς ὃν τὸ νέον τοῦτο βάρος ἐπιρίπτει ἡ σύμβασις ἐπιτρέπει, κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν εἰς τούτους τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, θυσίας τῶν ἑστιῶν των καὶ τῆς περιουσίας των. Κύριοι βουλευταί, ἔχων τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως ταύτης καθ’ ἑαυτὴν καὶ καθ’ ὅσον οὐδὲ κἂν προσάγεται συγχρόνως μετὰ τῶν ἄλλων συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκανονίζοντο ὅλαι αἱ μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις μας κατὰ τρόπον προάγοντα ἀμοιβαίως τὰ συμφέροντα τῶν δύο λαῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα θὰ ψηφίσῃ ἐναντίον τῆς συμβάσεως. Εὔχομαι ἐντούτοις, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην αὐτῆς, νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἐπιφέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα προσδοκᾶ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξωτερικάς μας σχέσεις καὶ εὔχομαι ἐπίσης ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως πρὸς βλάβην καὶ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν εἰσηγήθη τὴν σύμβασιν, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναδράμῃ καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναδρομῆς ταύτης ἔκρινεν, ἵνα ὡς μέσον καὶ τοῦτο χρησιμεύσῃ διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προσδοκᾷ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης διὰ τὰς περαιτέρω φιλικὰς σχέσεις τῆς χώρας μας μετὰ τῆς Τουρκίας. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ τοῦ εὐχηθῶ ὅπως καὶ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν καλλίτερον νὰ μὴ ἤκουον ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἦτο πραγματικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε μετὰ τόσης ἐπιτάσεως διεδίδετο, ὅτι εἴχατε συστήσει ποτὲ τὴν ἑκουσίαν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχα συστήσει, εἶχον παραδεχθῆ. Δὲν τὸ ἔκαμα κρυφά. Ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἠξεύρει ὅτι εἶχον ἀποδεχθῆ.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερον ἐξακολουθεῖτε νὰ νομίζετε ὅτι μία τοιαύτη ἰδέα θὰ ἦτο ὠφέλιμος ἢ κἂν ἀνθρωπινή, ὅταν ἔχετε ἀκόμη τὴν πεῖραν τῶν δύο ἀνταλλαγῶν τῶν πληθυσμῶν, τὴν ἀναγκαστικὴν τῆς Τουρκίας καὶ τὴν ἑκουσίαν μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος ὅπου πάλιν οἱ δυστυχεῖς Ἕλληνες ἦλθον ἐδῶ ρακένδυτοι.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν θεωρεῖτε ἀποτυχοῦσαν τὴν ἑλληνοβουλγαρικὴν μετανάστευσιν ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικῆς;
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θεωρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὡς μάλιστα ἐγένετο ἡ ἀνταλλαγὴ ἐκείνη ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐξετελέσθη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ σήμερον ἀκόμη γνωρίζετε πολὺ καλῶς, ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις κατὰ τῆς Βουλγαρίας, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ περιουσία τῶν ἐκεῖθεν ἐκδιωχθέντων μᾶλλον, παρὰ μεταναστευσάντων.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄλλο τὸ ἕνα, καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως ἐπικρίνετε τὴν ἑκουσίαν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν μὲ τὴν Βουλγαρίαν; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι εἶχον ἐξηγήσει τότε, ὅτε ἡ Τουρκία ἤρχισε νὰ τοὺς ἀποδιώκῃ ἀπὸ τὸ Κράτος της καὶ ἀπὸ τὴν δυτικὴν Θρᾴκην καὶ ἀπὸ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τῆς εἶπα: «στάσου, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάῃ μπροστά, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀφορμὴ πολέμου, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ἐπὶ τέλους—διότι ἐβλέπομεν τὶ συμβαίνει—εἶμαι διατεθειμένος νὰ συστήσω εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους νὰ δεχθοῦν νὰ ἔλθουν ἐδῶ νὰ κάμωμεν ἀνταλλαγὴν μὲ τοὺς ἰδικούς σας, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ εἶναι ἑκουσία ἡ ἀναλλαγή». Καὶ ἂν αὐτὸ ἐπετυγχάνετο, καὶ ἂν ἀφῄρουν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν τὰς ὑποψίας τὰς ὁποίας εἶχεν ὅτι ἡμεῖς ἐπιβουλευόμεθα τὴν ἀκεραιότητά της, βέβαια δὲν θὰ ἔβγαινε ζημιωμένη ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν. Ἐπηγαίναμε τότε νὰ συναντηθοῦμεν εἰς Βρυξέλλας, ἀλλὰ ἐξερράγη ὁ πόλεμος καὶ ὅλα ἐματαιώθησαν.
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε θὰ εἶναι καιρός, τώρα εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως, πρόκειται νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία τοσαύτας τραγικὰς ἐπέφερε συμφοράς, ν’ ἀναμνησθῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον τοῦ παρελθόντος. (Θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε. Δὲν θὰ φέρω εἰς συζήτησιν ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς ἔθεσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου περιορισμόν, εἰς τὰ γενικώτερα τῆς χώρας συμφέροντα ἀποβλέπων. Ἀλλ’ εἰς τὸ συμφέρον ταύτης ἀποβλέπων ἐπίσης, ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἄρω μίαν πλάνην ἐκ τινος μερίδος τοῦ λαοῦ, ἥτις μείζονα αὐτὴ ὑπέφερεν ἐκ τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς τῆς μερίδος τῶν προσφύγων. Ἔχει κύριοι, εἰς τὴν μερίδα αὐτὴν τοῦ λαοῦ ἐμποτισθῆ ἡ ἰδέα ὅτι ἓν κόμμα ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τοῦ ὀλέθρου της. Ἂς μάθῃ λοιπὸν αὐτὴ ἡ μερὶς σήμερον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας· δὲν ἠθελήσαμεν τὸν πόλεμον τοῦτον ὄχι διότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν φιλικὰς μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεις ἀλλὰ διότι ἐφοβούμεθα τὴν τύχην τοῦ ἐν αὐτῇ Ἑλληνισμοῦ. Διότι ἦτο ἄδηλον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου. Καὶ ὅταν τὰ πράγματα ἐστενοχωρήθησαν, ἠγωνίσθημεν μὲ πᾶν μέσον δυνατὸν πῶς νὰ κατορθώσωμεν αὐτὸν τὸν Ἑλληνισμὸν ἀνέπαφον νὰ διατηρήσωμεν. (χειροκροτήματα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἐχρησιμοποίει τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν νὰ ἀποδείξουν τὰς φιλειρηνικὰς καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1914–15, θὰ ἐχρησιμοποίει, λέγω αὐταί, διὰ νὰ ἀναπολήσῃ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ ἀναπολῶμεν κατὰ τὰς συζητήσεις μας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τόσον περισσότερον δὲν ἐπερίμενα νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν χρησιμοποίησιν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι γνωρίζω ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα καὶ ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ἐξετάζομεν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἔχει ὡρισμένα αἴτια, πλὴν ἄλλων καὶ πολιτικὰ σφάλματα (χειροκροτήματα) διὰ τὰ ὁποῖα ὑπέχονται εὐθῦναι βαρεῖαι. Ἐὰν ἡ μερὶς τὴν ὁποίαν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τώρα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἐξετίμα τόσον πολὺ ὅσον ἐφάνη τώρα ὅτι ἐκτιμᾷ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐὰν ἐξετίμα τὰ πράγματα τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1921 καὶ ἡ συνέχισις τοῦ πολέμου θὰ ἠμποδίζετο καὶ ὅλοι οἱ πληθυσμοὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας θὰ ἐσῴζοντο. (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο ἐχρειάζετο νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ἡ δημοτικότης τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἡ δημοτικότης τῶν τότε κυβερνώντων κομμάτων νὰ τεθῇ κατὰ μέρος χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους.
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Παπαναστασίου. (φωναὶ καὶ θόρυβος).
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἤκουσα χωρὶς νὰ σᾶς διακόψω.
§112Ι. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Αὐτοὺς τοὺς ἐσκοτώσατε. (φωναὶ καὶ θόρυβος).
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἰδιαιτέρως μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διατὶ δὲν ἠθέλησα νὰ μὲ διακόψῃ, διότι ἐννοῶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα νὰ ὑπάρχουν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Ὁσάκις δὲ ἐπεχείρησα νὰ τὸν διακόψω ἠρνήθη.
§114Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω μόνον, τοῦτο διὰ νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ ἕνα κακὸν δρόμον.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιφυλαχθεῖτε.
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τὸ κάμω ἐκ τῶν ὑστέρων.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐσκέφθην νὰ ἀποδώσω εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, ἂς εἰποῦμε ἀπώτερον παρελθόν, διότι τὸ ἐγγύτερον παρελθὸν εἶναι τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν ἐσκέφθην, λέγω, εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν νὰ ἀποδώσω τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ τὴν σημερινὴν σύμβασιν. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἔγινε μία πρόκλησις καὶ ἐφόσον ἐγὼ ἠκολούθησα μίαν ὡρισμένην πολιτικὴν ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι αὐτὴ ἐξυπηρέτει ἀπολύτως τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν σύντομον ἐξήγησιν. Μὲ τὴν σύμβασιν θέλομεν νὰ κλείσῃ τὸ δρᾶμα, τὸ ὁποῖον παίζεται ἀπὸ αἰώνων μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Τουρκικοῦ λαοῦ. Μὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν τῆς ἀνταλλαγῆς ἐπεδιώχθη ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀναχώρησις ἐκ τῶν Τουρκικῶν ἐπαρχιῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλλήνων προσφύγων, νὰ κυρωθῇ ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν διαφυλαχθῇ καὶ προστατευθῇ ἡ περιουσιακὴ κατάστασις τῶν ἐκδιωχθέντων πληθυσμῶν. Ἔγινε τὸ μέτρον αὐτὸ δὲ τῆς συμβατικῆς ἐξώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐκδιωχθέντων Τούρκων πλὴν τῶν κατοίκων τῆς Δυτικῆς Θράκης. Εἶναι, νομίζω, ἄξιον τῆς ὑποθέσεως νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐντελῶς ψυχραίμως καὶ ἀνεπειρεάστως, αὐτὸ τό, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπωμεν, ἀπώτερον παρελθόν, διότι ἠθέλαμεν νὰ κλείσῃ ἡ περίοδος ἐκείνη ἡ πολεμική. Ἡ σύμβασις τῆς ἀνταλλαγῆς ἦτο, βεβαίως, προστατευτικὴ τῶν συμφερόντων τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου τοῦ ἐκδιωχθέντος καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρὸ τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος βραδύτερον θὰ ἐξεδιώκετο μετὰ τὴν σύμβασιν ἀνταλλαγῆς καὶ θὰ ἔφερεν ὅλα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἐὰν μὲ τὴν σύμβασιν δὲν ἐθίγοντο τὰ συμφέροντα δὲν ἐθίγετο ἡ ὑπόστασις μεγάλων μαζῶν καὶ ἐὰν ὡς ἐκ τούτου ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφίνετο ἐλευθέρα ἡ καλὴ θέλησις καὶ τῆς μιᾶς, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπεράνω αὐτῶν τῶν δύο Κυβερνήσεων, ὑπεράνω τῶν δύο Κρατῶν ὑπῆρχε μία ἄλλη ἀνωτέρα βαθμὶς δικαιοδοσίας, μία ἀνωτέρα δύναμις, ἡ ὁποία νὰ ἠδύνατο ἄνευ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο συμβληθέντων Κρατῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως τῆς ἀνταλλαγῆς. Δυστυχῶς οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔλειπαν, ὑπῆρχε μόνον ἡ καλὴ πρόθεσις καὶ ἡ πρόνοια ὅτι ὑπῆρχε μέχρις ἑνὸς σημείου ἡ σωτηρία διὰ τὸν ἐγκαταλείποντα τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον αἱ προϋποθέσεις αὐταὶ ἔλειπαν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπὸ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν προσέκοψε ἡ σύμβασις εἰς μεγάλας δυσχερείας. Συνέπεσαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως αἱ δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης τῆς ἀνταλλαγῆς. Καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ὅτι συνεπεία τῆς συνθήκης ἑκατοντάδες ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον προσφύγων, ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων ἐκείνων δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο ἡ ἀπόδοσις κτημάτων Τουρκικῶν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἀληθείᾳ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς τὴν Βουλὴν ἐτόνισεν κάπως ἐξαιρετικὰ τὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ὅλαι αἱ δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν, εἶναι δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι προήρχοντο ἀπὸ ἀνωτέραν βίαν ἀπὸ ἀνωτέραν ἀνάγκην καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπροθυμοποιήθη νὰ ἐπανορθώσῃ, νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις, διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς τυχὸν ἀδικίας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῆς μὴ πιστῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως τῆς ἀνταλλαγῆς. Ἡ συνθήκη τὴν ὁποίαν ἐκάκισε καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Μπακάλμπασης, τοῦ 1925 καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι ἀφίστατο ἀπὸ τὴν βάσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀφορμηθῇ — αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν συνθήκην τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς Λωζάννης ἀπέστη καὶ τρόπον τινὰ ἀπεμάκρυνε ἡμᾶς καὶ τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ξένων Κρατῶν τὰ ὁποῖα εἶχον συνυπογράψει τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης. Ἦτο ἡ πρώτη ἀπόδειξις ὅτι εἴχομεν ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ ἐπανορθώσωμεν οἱανδήποτε ἀδικίαν διότι προσεφέρθημεν νὰ ἐξαγοράσωμεν τὰ κτήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποδοθῶσι. Καὶ ἡ ἄλλη σύμβασις τοῦ 1926 διὰ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίας εἰς βάρος τῶν κτημάτων τῶν Ἑλληνικῶν τῶν εὑρισκομένων ἐν Τουρκίᾳ καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδοθοῦν κατὰ τὴν συνθήκην τῆς ἀνταλλαγῆς. Καίτοι ἡ σύμβασις ἦτο μία ἀπόδειξις τῆς προθυμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὅπως ἀποσοβήσῃ οἱανδήποτε ἀδικίαν εἰς τοὺς δικαιούχους τοῦ ἄλλου Ἔθνους καὶ ἡ ὁποία θὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν μὴ πιστὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης τῆς ἀνταλλαγῆς, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἄρχισε νὰ ἀποδεικνύηται ἐκ τῶν ἐκτιμήσεων ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἐνεργητικὸν ἦτο ἀνώτερον ἀπὸ ὅτι ὑπελογίζετο, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἤρχισεν μία δυσχέρεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης ἡ ὁποία ὡδήγει εἰς τὰς κατόπιν συνεννοήσεις αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὴν σημερινὴν σύμβασιν· δυσχέρειαι ἐπαναλαμβάνω αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδικαιολογοῦντο ἐξ ἀνωτέρας ἀνάγκης ἐδικαιολογοῦντο ἐκ πιέσεων ὁμάδων λαϊκῶν ἀλλὰ δὲν ἐδικαιολογοῦντο ἐξ ἀνωτέρας ἀνάγκης. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ ἐλαφρώσω τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὸ Τουρκικὸν Κράτος περὶ τὴν μὴ πιστὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀνταλλαγῆς. Ἀλλὰ τὸ λέγω αὐτὸ χάριν τῆς ἀκριβείας διότι δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀπ’ ἐδῶ προεβλήθησαν αἱ μεγαλείτεραι δυσχέρειαι καὶ ὅτι ἐπὶ παραδείγματι λόγῳ τῆς μὴ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων εἰς τοὺς 119 δικαιούχους, προεκαλέσαμεν τὴν ματαίωσιν τῆς συνθήκης τοῦ 1926. Διότι αὐτοὶ οἱ 119 δικαιοῦχοι ἐπὶ τέλους εἶχον ἐγκριθεῖ ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν τὸ 1924 καὶ ἡ ἰδιότης αὐτῶν ὡς μὴ ἀνταλλαξίμων ἠμφισβητήθη καὶ ἠμφισβητήθη σοβαρῶς διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀτόμων ὡρισμένων καὶ σαφῶν, ἀλλὰ περὶ ὀνομάτων οἰκογενειακῶν τοιαύτης ἐκτάσεως ἡ ὁποία μποροῦσε νὰ περιλάβῃ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν κτημάτων τῶν Τουρκικῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένων. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἀναμφισβητήτων, ἦσαν ἀσφαλῶς ὑπήκοοι Ἕλληνες καὶ κατὰ συνέπειαν ἀνταλλάξιμοι διότι εἶχον προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς βουλευταὶ κλπ. Καὶ αἱ ἀντιρρήσεις τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν ἐγένοντο δεκταὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διεβίβασε τὰς ἀντιρρήσεις τὰς Ἑλληνικὰς εἰς τὴν μικτὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὰς ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὸ τέλος ἀνέκρουσε πρύμναν. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι μονομερῶς ἐδημιουργήθησαν δυσχέρειαι καὶ μάλιστα ἀναιτίως διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὴν μὴ πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν. Οὕτω νομίζω ὅτι τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ τονίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἦτο ὅτι ἡ προσφυγικὴ ὑπόθεσις ἦτο μέχρι τοῦδε ὑπόθεσις ἑνὸς κόμματος. Ὅτι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ οὐδέποτε διεχειρίσθη τὴν προσφυγικὴν ὑπόθεσιν καὶ κατὰ συνέπειαν ἐκ τῆς μὴ διαχειρίσεως καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τῆς προσφυγικῆς ὑποθέσεως ἐδημιουργήθησαν σφάλματα. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα μετέσχε τῶν Κυβερνήσεων, ἐπὶ μῆνας αἱ ὁποῖαι εἶχον λάβει ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων κατόπιν συνεννοήσεων μὲ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ κατόπιν μετέχει τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ σώματος καὶ εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σῶμα ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν ν’ ἀναμιχθῇ ὡς μετέχον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προσφυγικῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ ἐννοῇ κάτι ἄλλο, ὅτι ἡ προσφυγικὴ ὑπόθεσις ἀπέβη ὑπόθεσις μιᾶς μερίδος κομμάτων. Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν προσφύγων δὲν διάκειται φιλικῶς πρὸς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον οὔτε περιωρίσθη ποτέ, οὔτε περιορίζεται τὸ Λαϊκὸν κόμμα νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του ἐπὶ τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν σχετικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Σφάλματα καὶ μάλιστα μεγάλα ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθὸν ἀπὸ τὸ 1924 καὶ ἂν θέλετε θὰ σᾶς ἀναφέρω σφάλματα διαχειρίσεως καὶ τὸ λέγω αὐτὸ διότι καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἐτόνισα καὶ εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὁ κ. Τσιγδέμογλου, ἀνέφερεν αὐτὰ τὰ σφάλματα. Διὰ νὰ μὴ ὁμιλῶ ἀορίστως ἀναφέρω κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν μεταξὺ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν τὰ κυριώτερα καὶ εἶναι πρῶτον εἶνε ἕνα σφάλμα κολοσσιαῖον τῶν Ἑλληνικῶν ὑπηρεσιῶν διὰ τοῦ ὁποίου, μάλιστα καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ ἀνεγνωρίσθησαν οἱ πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1912 ἀναχωρήσαντες ἐκ Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου καὶ νήσων Τοῦρκοι ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν 9ην δήλωσιν, ἐνῷ κατὰ τὸ γράμμα τῆς 9ης δηλώσεως δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν 9ην δήλωσιν. Διότι ὡς καλῶς γνωρίζετε ἡ δήλωσις ἐκείνη ἀναφέρει τοὺς ἐξ Ἑλλάδος καὶ Κρήτης καὶ ἑπομένως ρητῶς ἐξαιρεῖ τοὺς ἐκ Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου καὶ νήσων ἀναχωρήσαντας. Ἕνεκα τοῦ σφάλματος τούτου ἕνα μέγα μέρος δικαιούχων ἐδημιουργήθη ὑπαγόμενον εἰς τὴν 9ην δήλωσιν τῶν κτημάτων τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις ἐπεβάλλετο διοικητικῶς πλέον καὶ ὄχι δικαστικῶς, διότι ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἀναγνώρισις αὕτη οἱ δικαιοῦχοι οὗτοι ἐκ Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου καὶ νήσων θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγουν εἰς τὸ μικτὸν δικαστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ θὰ ἐπεβάλλετο ἡ διοικητικὴ ἀπόδοσις τῶν κτημάτων ἡ ὁποία προσέκοψεν εἰς μεγίστας δυσχερείας λόγῳ τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὰς προστριβὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἕνα ἄλλο σφάλμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἦτο ὅτι θὰ ἐπέμενεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν ὅπως ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ περιτροπῆς ἑδρεύει καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς Τουρκίαν. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ἔχων πρὸς τοῦτο τὴν πεῖραν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν Μικτὴν Ἐπιτροπήν, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἐὰν ἐκ περιτροπῆς συνεδρίαζε καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή, ὡς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλοία θὰ ἦτο καὶ ἡ τακτικὴ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἄλλα θὰ ἦσαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνταλλαγῆς. Ἄλλο σφάλμα, τὸ ὁποῖον δὲν μπορῶ νὰ ἐξακριβώσω πῶς ἐγένετο, εἶναι τὸ πῶς ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῶν ἰδικῶν μας ἀντιπροσώπων σιωπηρῶς ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία διετυπώθη μὲ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθέντα Ἑλληνικὰ κτήματα ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθοῦν σύμφωνα μὲ τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τῆς καταστροφῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἦτο δικαία, ἐὰν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰ αἰσθήματα τῶν Τούρκων, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ὑπῆρχε καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν διαπραγματεύσεις ὥστε τὰ ἀποτελέσματα τῶν συμβάσεων νὰ εἶναι εὐνοϊκώτερα. Ἐπίσης νομίζω ὑπῆρξε σφάλμα τὸ ὅτι δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα ἐπιμονὴ ὅπως ὑπερνικηθοῦν αἱ δυσχέρειαι αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐν Τουρκίᾳ διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν συνεργείων τῶν ἐκτιμητικῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀλλὰ καὶ τῶν τῆς 9ης δηλώσεως. Θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς ἀκόμη νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις νὰ ἐγένοντο συγχρόνως καὶ διαπραγματεύσεις διὰ τὰς ἄλλας συμφωνίας φιλίαν, διαιτησίαν, διὰ τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν κλπ. Αὐταὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἦσαν αἱ σφαλεραὶ ἐνέργειαι ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος αἱ ὁποῖαι εἶχον σοβαρὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον κατὰ πόσον βαρύνεται ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα Κυβέρνησις μὲ τὰ σφάλματα αὐτά. Ἄλλωστε ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν θέλει νὰ ἀποβάλῃ ἀφ’ ἑαυτῆς ἕνα μέρος τῆς εὐθύνης ἕνα μέρος ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀνεξαρτήτως τῶν σφαλμάτων αὐτῶν, ἢ μᾶλλον ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ διαπραχθέντα σφάλματα καὶ τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις, ἰδίως τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ νέας συμφωνίας ἀπὸ τοῦ 1928 καὶ κατόπιν δηλαδὴ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐπεβάλλετο καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἐπωφελής. Ἡ σύμβασις αὐτὴ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πρέπει νὰ κριθῇ ὡς ἀφορῶσα τὸ σύνολον τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ σύνολον τῶν Τούρκων, διότι ἐὰν ἤθελε κριθῇ κατὰ μέρος ἀσφαλῶς ἤθελεν εὑρεθῇ ἐπιζημία δι’ ὡρισμένας κατηγορίας πληθυσμῶν. Ἐγὼ βέβαια δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς οὐδὲ ἔχω τοιούτους περὶ τῆς ἀξίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέρχονται τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἢ τῆς 9ης δηλώσεως ἢ τῶν φυγάδων ἢ τῶν ἀντιστοίχων κατηγοριῶν τῶν Τούρκων. Ἀλλ’ ἐπίσης κατὰ μείζονα λόγον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀκριβὴς ἐκτίμησις διὰ τὰ κτήματα τῶν ἀνταλλαξίμων. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι ἀπὸ τὰς ἐκτιμήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἕως τώρα, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τῶν μὴ ἀνταλλαξίμων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἡ διαφορὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων ἀπὸ τὰς Τουρκικὰς ἀξιώσεις εἶναι πολὺ μεγάλη. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ἐκτιμηθῇ πόση εἶναι. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ἀναλύσεις κονδυλίων καὶ ὑπολογισμῶν οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑπολογισμοὺς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἀντιπροσώπους, ὑπολογισμοὺς ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀντίληψιν ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἶναι ὑπερβολικοί, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων εἶμαι πεπεισμένος ὅτι αἱ ἀξιώσεις αἱ νόμιμοι αἱ Ἑλληνικαὶ εἶναι πολὺ ἀνώτεραι ἀπὸ τὰς νομίμους τουρκικὰς ἀξιώσεις καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ συμψηφισμὸς ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ τῆς συμβάσεως κάμνει περικοπὴν ἀσφαλῶς αὐτῶν τῶν ἀξιώσεων. Δὲν φαντάζομαι βεβαίως ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον μεγάλη ὅσον παριστάνεται, ἂν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ καταστροφὴ ἡ ὑλικὴ ἡ ὁποία ἐγένετο τῶν περιουσιῶν αὐτῶν καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς των λόγῳ τῆς ἀραιώσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἡ διαφορὰ ὑπάρχει. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, προκειμένου νὰ δεχθῶμεν τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν, ἐὰν αἱ ἀξιώσεις αὐταὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἐκπροσώπησις αὐτῶν τῶν ἀξιώσεων ἦτο ἐξαιρετικὰ ἀμφίβολος. Διὰ τοῦτο μόλις ἤρχισε νὰ διαφαίνεται ὅτι τὸ ἐνεργητικὸν τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἦτο ἀνώτερον ἀπὸ τὸ Τουρκικὸν ἐνεργητικόν, τὰ συνεργεῖα παρήλασαν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μικτὴ δὲν συνεδρίασεν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐκ μέρους τῶν ἰδικῶν μας ἀντιπροσώπων ἠγέρθησαν παράπονα ὅτι διαρκῶς ηὐξάνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰτήσεων τῶν Τούρκων καὶ διαρκῶς ἐξωγκοῦτο τὸ ποσὸν τῶν ἀξιουμένων ἀποζημιώσεων τῶν Τούρκων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων νομίζω ὅτι ἡ δυσκολία ἦτο μεγίστη ὅτι ὑπέγραψε ἡ Τουρκία τὴν συνθήκην τῆς ἀνταλλαγῆς ἐν Λωζάνῃ καὶ παρῃτήθη τῶν ἀξιώσεων τὰς ὁποίας εἶχεν πρὸς πολεμικὴν ἀποζημίωσιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος. Ἐσκέφθη, ὑπελόγισε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἢ ἀσφαλῶς, ὅτι ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν περιουσιῶν θὰ προέκυπτε ἐνεργητικὸν σημαντικὸν ὑπὲρ τῆς Τουρκίας. Οὐδέποτε ἐφαντάζετο ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὴ νικήτρια ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ αἱματηροῦ πολέμου νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ τέλος νὰ γίνῃ χρεώστης τοῦ ἡττημένου Κράτους. Κατά τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτίμησις ἀνέτρεπε τοὺς ὑπολογισμούς της ἡ ἀπόφασίς της παραμένει σταθερὰ καὶ ἀκλόνιτος: νὰ ματαιώσῃ διὰ παντὸς μέσου τὴν συνθήκην τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ τοῦτο διότι ἐνόμιζε ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ δύναμις ἡ ὁποία θὰ ἐπέβαλε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης τῆς ἀνταλλαγῆς.
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ κατηγορήσω τώρα τοὺς συμμάχους μας, νὰ κατηγορήσω τὴν ἀδυναμίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν νὰ προστατεύσῃ μία σύμβασιν ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ ὑπὸ τὴν αἰγίδα της; διότι αὐτὴ θεώρησε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν οὐδετέρων διότι αὐτὴ εἶχεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ ὅπως καταβληθῇ τὸ χρεωστικὸν ὑπόλοιπον. Δὲν ἔχει καμμιὰ σημασίαν τὸ γεγονὸς· εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐνθάρρυνσις δὲν ὑπῆρχε, ἐνθάρρυνσις σοβαρά, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπόθεσις ἡ ἰδική μας νὰ λυθῇ δι’ ἐπεμβάσεως ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τὰς δικαίας μας ἀντιλήψεις. Ἠθελήσαμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς διαιτησίαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ προσεκρούσαμεν εἰς ἄρνησιν ἀπόλυτον τοῦ ἄλλου τῶν συμβαλομένων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐγένετο ἀποδεκτὸν τὸ σύμφωνον φιλίας τὸ ὁποῖον πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἡ Τουρκία ἐπρότεινεν νὰ ὑπογράψωμεν μαζύ, δὲν γνωρίζω τὸ κείμενον αὐτοῦ τοῦ συμφώνου φιλίας, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἀπὸ τὸ σύμφωνον αὐτὸ θὰ ἐξαιροῦνται ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ τὸ σύμφωνον ἐκεῖνο πιθανὸν νὰ ἐβελτίωνε τὰς σχέσεις. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ εἶχεν ὑπογραφῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις. Τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀντίληψις τότε ἦτο ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντά μας ὑπογράφοντες τὸ σύμφωνον πρὶν λύσωμεν τὰς οἰκονομικὰς διαφορὰς τὰς ὁποίας εἴχομεν. Ἐφόσον δὲν ἐκανονίζοντο τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, θὰ ἐμπόδιζον ὅπως τὸ σύμφωνον φιλίας καταστῇ σοβαρόν. Εἶναι λοιπὸν, λέγω, ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ζημίαι μεγάλου Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ προέρχονται ἀπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐτέθη ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συνθήκης τῆς ἀνταλλαγῆς, χωρὶς νὰ ἐξετασθοῦν τὰ κατὰ μέρος γενόμενα σφάλματα τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ ἐβελτίωναν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἴσως δύσκολον ἐντελῶς νὰ ματαιώσουν τὴν ἀντίδρασιν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν. Αὐτὰ προκειμένου ὅπως εἶπον νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ ἀπόψεως ὡρισμένης κατηγορίας δικαιούχων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως πάλιν ἄλλων κατηγοριῶν ὁμοεθνῶν μας, ἡ σύμβασις εἶναι ἐπωφελής. Καὶ εἶναι ἐπωφελὴς ἐξεταζομένη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συνόλου τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἐπωφελὴς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς μειονότητος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐὰν θέλωμεν τὴν προστασίαν τῆς μειονότητος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ἐτονίσαμεν πολλάκις, δὲν τὴν θέλομεν διότι ἔχομεν καὶ τὴν ἐλαχίστην καὶ τὴν ἀπόκρυφον ἔστω ἰδέαν ἐθνικὴν σχετικῶς μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Τὸ θέλομεν διότι εἶναι ὁμοεθνεῖς μας καὶ διότι θέλομεν νὰ μὴ δυστυχοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθοῦν καὶ δι’ αὐτοὺς νόμοι σκληροί. Τὴν θέλομεν ἀκόμη καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι νομίζομεν ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Δυτικῆς Θρᾴκης μπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ τὸ ἕν καὶ τὸ ἄλλο, χωρὶς οὐδὲ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ παύσῃ οὔτε ἡ Τουρκία οὔτε ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ νὰ μᾶς κάμνῃ νὰ λησμονήσωμεν καὶ οἱ δύο Λαοὶ ταχύτερον τὸ παρελθὸν νὰ μᾶς συνηθήσῃ νὰ διαβιοῦμεν ὡς Λαοὶ κείμενοι ἐγγὺς ἀλλήλων, ὡς Λαοὶ μπορῶ νὰ εἴπω συγγενεῖς. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι ὅμως ἐπωφελής, ἡ προκειμένη συμφωνία καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συνόλου, ὅπως εἶπον, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ θέτει ἀσφαλῆ θεμέλια τῆς συνάψεως στενωτέρων δεσμῶν μὲ τὸ Τουρκικὸν Κράτος. Μᾶς ἐχώρισαν ἀδιάλλακται ἀντιθέσεις μὲ τοὺς Τούρκους. Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἐχωρίσθημεν καὶ συνεπήξαμεν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ Κράτη ἐθνικά, ἀναγνωρίζομεν καὶ συναισθανόμεθα ὅτι ἔχομεν κοινὰ συμφέροντα ὅτι ἐπὶ τέλους δὲν ἐζήσαμεν ἄνευ ἀποτελεσμάτων δημιουργίας στενῶν σχέσεων ἐπὶ αἰῶνας μαζύ, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως βλέψις οὔτε τοῦ ἑνὸς οὔτε τοῦ ἄλλου ἐδαφική, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὲν συμπληροῦν τοὺς δὲ εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προέλθωμεν εἰς στενωτέραν συνεργασίαν, στενωτέραν συνεργασίαν ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ ὥστε ὁλόκληρος ἡ κατάστασις τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων νὰ μεταβληθῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς εἰρήνης καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν ὅρων τῆς διαβιώσεως ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Βαλκανικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου ὅτι ἡ συνθήκη αὐτὴ ἐφαρμοζομένη μπορεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα σπουδαιότατα διὰ τοὺς δύο Λαοὺς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους γειτονικοὺς Λαούς. Ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ἀπὸ μερικοὺς δισταγμοὶ καὶ ἀμφιβολίαι ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ συνθήκη. Δὲν παρεξηγῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξέφεραν αὐτοὺς τοὺς δισταγμοὺς καὶ δὲν τοὺς παρεξηγῶ διότι προέρχονται ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πολλὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα εἶναι δύσκολον νὰ λησμονήσουν. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Τουρκίας τὰς σκέψεις τῶν σήμερον Κυβερνώντων αὐτήν, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἀποσείσουν ἐκ βάθρων ἕν πεπαλαιωμένον καὶ σαθρὸν καθεστὼς εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι, προκειμένου νὰ φέρουν εἰς πέρας αὐτὸ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἀπὸ ἕν μεσαιωνικὸν καθεστὼς τὸν Τουρκικὸν Λαὸν ἔχουν ἀνάγκην καὶ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς συνεργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἀπὸ ἕν μεσαιωνικὸν καθεστὼς τὸν Τουρκικὸν Λαὸν ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς συνεργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσουν αὐτοί, οἱ τόσον δυνατοὶ καὶ τόσον ρηξικέλευθοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀνάγκην τῆς συνεργασίας μὲ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ συντελέσῃ νὰ λησμονηθοῦν ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν Τουρκικὸν Λαὸν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐχώρισαν ἡμᾶς ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι θὰ συντελέσουν ἐπαναλαμβάνω ἀσφαλῶς εἰς τὸ νὰ ἔλθωμεν εἰς στενωτέρους δεσμοὺς φιλίας καὶ συνεργασίας μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἐὰν ἔλειπεν αὐτὴ ἡ πεποίθησις, ἡ ὁποία μὲ κατέχει καὶ ἡ ὁποία μοὶ ἐνισχύθη κατόπιν τῶν ἐπισήμων δηλώσεων τῶν μελῶν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάθεσίς μου νὰ ψηφίσω τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν θὰ ἦτο πολὺ μικροτέρα, ἢ μᾶλλον ἡ γνώμη μου θὰ ἦτο διάφορος. Ἴσως θὰ ἦτο ὀρθόν, ἐὰν εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν περιελαμβάνετο εἷς ὅρος, ὥστε οἱαδήποτε μέλλουσα νὰ προκύψῃ διαφορὰ ἐξ ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Μικτὴ Ἐπιτροπή, ὑπάρχει ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία θά.....
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ βίος τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι μακρότερος ἀφ’ ὅσον θὰ χρειασθῇ διὰ τὸ σύμφωνον φιλίας καὶ διαιτησίας.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τέλους αὐτὴν τὴν σύμβασιν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ἐὰν εἰς ὃ σημεῖον ἐξηλίχθησαν τὰ πράγματα εἶναι δυνατὴ ἀντίθετος πολιτική. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν ὅτι θὰ καταψηφίσουν τὴν σύμβασιν δὲν ἐπέδειξαν τοιαύτην συμπεριφοράν, ἡ ὁποία νὰ προδίδῃ ἀπόφασιν σταθερὰν ἢ μᾶλλον γνώμην σταθερὰν καὶ ἀδιάσειστον, ὅτι σήμερον εἶναι δυνατὴ μία ἀντίθετος πολιτική. Διότι τώρα ἐπὶ μῆνας εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐβαίνομεν πρὸς τὸν συμψηφισμόν, ἐβαίνομεν πρὸς τὸν συμψηφισμὸν διότι οἱ οὐδέτεροι δὲν ἐδέχοντο νὰ ἀναλάβωσι καὶ διότι οἱ Τοῦρκοι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδέχοντο οἱανδήποτε διαιτησίαν, ἄνευ ἐκ προκαταβολῆς ἐξασφαλίσεως, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς διαιτησίας θὰ ἦτο ἀπόφασις συμψηφισμοῦ. Ἐβαίνομεν λοιπὸν πρὸς τὸν συμψηφισμόν, διότι ὅλαι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἐδέσμευον τὴν Ἑλλάδα ὡς πρὸς τὰς θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποβληθῇ. Καὶ ἐνῷ αὐτὸ ἦτο γνωστόν, δὲν ἠγέρθη σοβαρὰ ἀντίδρασις δημοσία, δὲν ἔγινε κανεὶς ἀγὼν δημοσίᾳ, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν μὴ συμβιβαστικὴν ἄλλην πολιτικὴν μὴ ἐφαρμογῆς εἰς τὴν συνθήκην ἢ ἄλλης ἐφαρμογῆς. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις εἰς οὐδένα, ὅτι ἀντίθετος πολιτικὴ ἦτο πλέον σήμερον δυνατή. Χαίρω δὲ ἰδιαιτέρως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω, διότι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν προσφύγων, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰς δηλώσεις τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀναντίρρητον ἀνάγκην αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Ἔκρυψαν οἱονδήποτε πόνον τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἔχουν καὶ ἔθεσαν τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος ὑπεράνω τῶν ἀμφισβητησίμων ὑποδείξεων τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μερικὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέπληξαν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἔκαμε μίαν ἔκκλησιν ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ προβληθῇ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ εἴπατε.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ προσθέτετε τίποτα εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐλέχθη ὅτι θὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ ταράττεσθε καὶ ἐγὼ δὲν κάμω καμμίαν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἤθελον νὰ κάμω πολιτικὴν ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ζητήματος, θὰ ἤμην μὲ τὸ μέρος σας καὶ θὰ ἐψήφιζα τὴν σύμβασιν. Ὑπὸ ποίας ὄψεις παρουσιάζεται τὸ ἐσωτερικὸν προσφυγικὸν ζήτημα; Ὑπεστηρίχθη ὅτι γεννᾷ νομικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐπεκαλέσθη τὴν ἀπάντησιν τοῦ Μαννίπου διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ νομικὸν ἀξίωμα. Ἀνεξαρτήτως τῆς δυνατότητος καταβολῆς δεκάδος δυσεκατομμυρίων ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι δὲν ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις. Ἐὰν ὑπῆρχε νομικὴ ὑποχρέωσις, δὲν θὰ ἐδίσταζα νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις ἀλλὰ ὑπάρχει ἀδυναμία ἐκπληρώσεως αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως. Δὲν ὑπάρχει ὅμως νομικὴ ὑποχρέωσις, διότι ἡ σύμβασις τῆς ἀνταλλαγῆς δὲν ἦτο σύμβασις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἦτο σύμβασις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ἀσκούντων προστασίαν κυριαρχικῷ δικαιώματι τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων των, τῶν ὁμοεθνῶν των, ἦτο μία σύμβασις πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων τῶν Κρατῶν αὐτῶν τὰ ὁποῖα πηγάζουσιν ἀπὸ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ μάζαι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διεμαρτύροντο διὰ τὴν σύμβασιν τῆς ἀνταλλαγῆς, διεμαρτύροντο ὅτι ἐγένοντο αἱ συμβάσεις τῆς ἀνταλλαγῆς, διεμαρτύροντο, διότι ἐφαντάζοντο ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως θὰ καθίστατο ἀδύνατος ἡ ἐπάνοδος εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν, διότι ἡ σύμβασις ἀνταλλαγῆς ἦτο γενική. Ἦτο σύμβασις δύο Κρατῶν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ δικαιώματα, διότι ἐφόσον ἡ σύμβασις μένει ὀρθὴ εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς Κράτους ἢ τοῦ ἄλλου Κράτους τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο Κράτος θὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν οἱ πρόσφυγες. Αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅταν ὡμίλουν πέρυσιν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, διότι ἐνόμιζα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντί, ὅπως καὶ ἐθεώρουν ὀρθώτερον, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ μετὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν διαιτησίαν, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν, ἔβαινε πρὸς συνέχισιν τῶν διαπραγματεύσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς ἓν εἶδος διπλωματικοῦ ντεφετισμοῦ. Αὐτὰ ἐτόνιζον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ κάμῃ παραχωρήσεις, ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωξε τὴν διὰ διαιτησίας λύσιν τῶν διαφορῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ. Κατὰ συνέπειαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἦτο νὰ δώσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἀξίας τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθεισῶν περιουσιῶν καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν τὴν διαφορὰν τοῦ συνόλου τῶν δύο Κρατῶν. Καὶ ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἐξηλίχθησαν τὰ πράγματα ἀπεδείχθη ἀδυναμία πραγματοποιήσεως αὐτῶν τῶν ἀξιώσεων. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὑπάρχει ἠθικὴ καὶ ὄχι νομικὴ ὑποχρέωσις, διότι διὰ τὴν πολιτικὴν ἑνὸς Κράτους πρὸς διεκδίκησιν δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων του, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κανεὶς κριτής, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι κατεβλήθη ὁλόκληρος ἡ προσπάθεια αὐτῶν ἢ ὄχι. Κατὰ συνέπειαν, ἀνεξαρτήτως τῆς δυνατότητος καταβολῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀποζημιώσεως, ἀναμφισβητήτως νομικὴ ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει. Ἡ σύμβασις τῆς ἀνταλλαγῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν περιουσιῶν, ἐτόνισεν: Φυσικὰ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει οὐδένα σκοπόν, ὄχι μόνον νὰ παρακρατήσῃ τὴν ἀξίαν τῶν περιουσιῶν αὐτῶν τῶν ἐγκαταλειφθεισῶν Τουρκικῶν περιουσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἔδειξεν ἤδη εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι εἶναι πρόθυμος καὶ πέραν αὐτῶν καὶ πέραν τῆς ἀξίας νὰ ὑποστῇ θυσίας, διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα ὅτι, ὅταν ἐδίδοντο αἱ ἀποζημιώσεις, δὲν ἔγινεν ἐπαρκὴς ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας τῶν ἐγκαταλειφθέντων Τουρκικῶν κτημάτων. Δὲν ἔγινε πράγματι ὁ ὑπολογισμὸς αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἄν ἐγένετο τὰ πράγματα δὲν θὰ μεταβάλλοντο, ἀλλὰ κατὰ ἕνα μόνον μέρος κατὰ τὴν κλίμακα τῆς παροχῆς τῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὅταν ἐνεκρίθη ἡ κλῖμαξ ἐκείνη διὰ τοὺς πρόσφυγας ἤμην ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντίθετος, διότι ἔπρεπε νὰ πρυτανεύσῃ ἡ ἀρχὴ ὅτι ἡ προκαταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεων ἦτο μέτρον κανονικὸν καὶ ὄχι μέτρον καταβολῆς ἀποζημιώσεως, ὄχι διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ θυσία τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἵνα ρυθμισθῇ ἡ καταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τρόπον δικαιότερον μεταξὺ ὅλων τῶν προσφύγων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἰδίως ἡ ὑποχρέωσις ἡ ἠθικὴ ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἐξελίξεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐγεννᾶτο εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ἠθικὴ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ σύνολον ν’ ἀποζημιώνῃ τὰ μέλη αὐτοῦ τὰ ὑφιστάμενα θυσίας χάριν τοῦ συνόλου. Καὶ οἱ πρόσφυγες πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ εἶναι τὰ μεγαλείτερα θύματα τοῦ πολέμου, τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους: καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ οἱ πρόσφυγες ὡς ἐλθόντες ἐδῶ ἐστερέωσαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι ἐδημιούργησαν τὴν ὁμοιογένειαν τὴν Ἐθνικήν, διότι εἰσέφεραν κολοσσιαίας περιουσίας καὶ νέας δυνάμεις πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διότι ἡ ἀποκατάστασις αὐτῶν (χειροκροτήματα) εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον καὶ συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ Ἕλληνες ὀρθῶς ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν καὶ ὀρθῶς θὰ ὑποβληθοῦν καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτό. Ἤδη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐτόνισεν πόσον εἶναι ἐπιβεβλημένον διὰ τὴν στερέωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποπερατώσεως αὐτῆς, πόσον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ περιορισθῶσιν σημαντικῶς τὰ χρέη τῶν ἀγροτῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταβάλουν τὰ χρέη τὰ ὁποῖα περιωρίσθησαν ἔστω καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν διαρρύθμισιν τῶν χρεῶν. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ πρὸ τῆς τελευταίας καταστροφῆς, καὶ κατὰ μείζονα λόγον μετὰ τὰς τελευταίας καταστροφάς. Ἐπίσης ἐτόνισεν ὅπως ἦτο δυνατὸν νὰ στερεωθῇ καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν καὶ τότε κάθε κόμμα θὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς νομικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἀντιλήψεις περιωρισμένων κύκλων προσφύγων, τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ἰασωνίδης, ὅτι ἀντιμετωπίζομεν μίαν κολοσσιαίαν οἰκονομικὴν κρίσιν κατόπιν τῆς καταστροφῆς τῆς τελευταίας ἐσοδείας, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς βαρύνεται μὲ ὑπέρογκα βάρη, αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπιβάλλει ὥστε αἱ ἀξιώσεις νὰ περιορίζωνται· διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε καὶ ἕν ἄλλο γεγονός, ὅτι εἶναι μὲν οἱ πρόσφυγες τὰ μεγαλείτερα θύματα τοῦ πολέμου, εἶναι ὅμως σήμερον καὶ τὰ σπουδαιότερα στοιχεῖα τῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κράτους καί ἐπιβάλλεται χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος ἡ ἐνίσχυσις αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλα θύματα τοῦ πολέμου, ἀφανισθεῖσαι οἰκογένειαι, κατεστράφησαν πληθυσμοὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε πολὺ μετριωτέρα. Εἶναι συμφέρον, ἐπαναλαμβάνω, διότι εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον, ἡ ἀρωγὴ τοῦ Κράτους νὰ εἶναι καλλιτέρα χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως ὁλοκλήρου τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι πολιτικὴ προνοίας κοινωνικῆς ἰδιαιτέρως βεβαίως προσφυγικὴ, ἀλλὰ πάντως κοινωνικῆς προνοίας. Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κόμματος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν. Δὲν θὰ εἴπωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ θρίαμβον. Θρίαμβος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ὑπάρχει ὅμως μία ἐπιτυχία εἰς τὴν σύναψιν αὐτῆς τῆς συμβάσεως καὶ ἡ ἐπιτυχία ἔγκειται εἰς τοῦτο ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἐπείσθη ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθοῦν μεγαλείτερα πλεονεκτήματα, ἔθεσε τὴν δημοτικότητα αὐτῆς κατὰ μέρος καὶ ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ ἓν τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσῃ μεγάλας ζημίας καὶ βλάβας (χειροκροτήματα). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐγὼ ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκω εἰς τὰς Κυβερνητικὰς τάξεις ἀλλ’ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρετὴ εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ ἂν πάντοτε οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου ἦσαν προικισμένοι μ’ αὐτὴν τὴν ἀρετήν, ἀσφαλῶς πολλὰ δεινὰ θ’ ἀπεφεύγοντο. (χειροκροτήματα). Ὅπως εἶπον, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἡ σύμβασις ἐφαρμοζομένη πιστῶς θὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα καὶ τῶν δύο λαῶν. Πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν καὶ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Πρέπει νὰ δώσωμεν, νὰ τείνωμεν τὰ χέρια τὰ ὁποῖα μᾶς τείνουν οἱ προαιώνιοι ἐχθροί μας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν εἰς αὐτὴν τὴν πολιτικὴν βαδίσωμεν ἡνωμένοι, ἀσφαλῶς ἡ συμμαχία αὐτὴ θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀφετηρίαν μιᾶς νέας περιόδου ἐντελῶς νέων σχέσεων εὐεργετικῶν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ δι’ ὅλην τὴν Εὐρώπην. (χειροκροτήματα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§127Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ θίξῃ. Ἐδήλωσα ρητῶς, ὅτι δὲν προετιθέμην νὰ ἐπαναφέρω συζήτησιν εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἐνόμισα εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μία μεγάλη μερὶς τοῦ λαοῦ ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἀκόμη καλεῖται προσφυγικὸς κόσμος εὑρίσκεται εἰς συγκίνησίν τινα, διότι αἰσθάνεται ὅτι δὲν ἱκανοποιοῦνται πλήρως αἱ καλῶς ἢ κακῶς εἰς τὴν συνείδησίν του ὑπάρχουσαι ἀξιώσεις, ἐνόμισα λέγω, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν ἠδυνάμην ν’ ἀναπολήσω τι ἐκ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἱκανὸν νὰ συντελέσῃ ὅπως λείψῃ μία πικρία, ἓν χάσμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μεταξὺ μιᾶς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν προσφύγων, διότι πολλάκις ἐγένετο ἐκμετάλλευσις τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος διὰ νὰ διατηρῆται μία ἀπόστασις μεταξὺ τῶν προσφύγων καὶ μιᾶς ἄλλης μερίδος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἠθέλησα εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν νὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος. Νὰ εἴπω δηλαδή, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι εἶχεν πάντοτε μίαν πολιτικὴν φιλικὴν πρὸς τὴν Τουρκίαν ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ταύτην, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ ἡ ἄλλη μερὶς εἶχε μίαν ὡρισμένην πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἕνα εἶχε σκοπόν: πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον εἰς αὐτὸν τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι προσφυγικός, νὰ φανῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὑπερασπιστὴς τῶν συμφερόντων του. Δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω ζήτημα κρίσεως περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῆς ἀντιθέτου, διότι δὲν νομίζω ὅτι οὔτε κατὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν καὶ ὡς ἤδη ἔχουσι τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Οὐχ’ ἧττον, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου εἶμαι πρόθυμος, ἐὰν θέλῃ, νὰ φέρω τὴν συζήτησιν καὶ ν’ ἀναλάβω ὅλον τὸ βάρος νὰ τὴν διεξαγάγω. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ συνεχισθῇ αὔριον τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 4. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9.50′ μ. μ.)