1930.04.02
4,641 rows · 34,368 words · 454 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65Η
ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1930
Προεδρία Αʹ. Ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κουντούρης καταθέτει τηλεγράφημα τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ζητούντων τὴν μεταφοράν των εἰς τὸ νέον δικαστικὸν μέγαρον λόγῳ τοῦ ὅτι κατέστη ἑτοιμόρροπον ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν τὸ παλαιὸν τοιοῦτον. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολαΐδης καταθέτει τηλεγράφημα συνεταιρισμῶν περιφερείας Σιδηροκάστρου, ζητούντων τὴν ἄμεσον ἀποζημίωσίν των πρὸς συμπλήρωσιν τῆς καταστάσεώς των. —Οἱ κάτοικοι Σερρῶν ζητοῦσι τὴν ἄμεσον παράδοσιν τῶν αἰτήσεών των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιτροπῆς Ν. Δ. διὰ τοῦ νόμου 4385. —Κάτοχοι ἐπιτρόπων Βʹ ἀναγκαστικοῦ ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀνταλλαγὴν τούτων εἰς τὸ ἀκέραιον. —Οἱ κάτοικοι Τελαμῶνος παρακαλοῦν ὅπως ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ψηφισθὲν νομοσχέδιον «περὶ συμβάσεως ἠλεκτροφωτισμοῦ». —Οἱ ἀδελφοὶ Δήμου κάτοικοι Ὀρεστειακοῦ ζητοῦν τὴν ρύθμισιν τῆς ὑποθέσεως καταβολῆς «Μουκατᾶ». —Οἱ πρὸ τοῦ νόμου 2758 ἄρρενες πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τῶν κατατεθέντων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. —Ὁ Φαρμακευτικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τῆς 18 παραγράφου τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ τροποποιηθησομένου νόμου 4448. —Οἱ ἀμπελοκτήμονες Τριπόλεως καὶ ἡ Ἕνωσις συνεταιρισμῶν Θηβῶν παρακαλοῦν ὅπως μὴ τροποποιηθῇ ὁ νόμος 3416 «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων». —Ἡ Ἕνωσις ἀρτεργατῶν Πειραιῶς ζητεῖ ἀποζημίωσιν λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος περὶ λειτουργίας τῶν ἀρτοποιείων. — Ὁ νομάρχης Πέλλης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ Ἰω. Τρύφωνος, ζητοῦντος τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐκ 12.072 λιρῶν ἀγγλικῶν ποσοῦ, ὅπερ ἔχει λαμβάνειν ἐκ τῆς διευθύνσεως Σιδηροδρόμων Χετζάζης. — Ἡ Ἕνωσις προσφύγων Παγκρατίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ε.Α.Π. καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ καταληφθέντος οἰκήματος τῶν γραφείων τοῦ συνοικισμοῦ. — Οἱ πρόσφυγες ἐκ Ρωσσίας διαμαρτύρονται διὰ τὰ κατὰ τοῦ πρεσβευτοῦ ἐν Μόσχᾳ, κ. Πανουριᾶ δημοσιευθέντα καὶ ἐκφράζουν τὰς εὐχαριστίας των διὰ τὸ ἐπιδειχθὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον του. — Οἱ εἰσαγωγεῖς ἀραβοσίτου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐν Κερκύρᾳ ζητοῦν ὅπως μὴ διπλασιασθῇ ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῶν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου ἀγορασθεισῶν ποσοτήτων ἀραβοσίτου. — Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Βερροίας διὰ ψηφίσματός της ὑποβάλλει τὰς γνώμας της, δι’ ὧν θέλει καταστῇ δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς δεινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κουρτίδης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ συνδέσμου κυνηγῶν Σουφλίου, ζητούντων τὴν παροχὴν ἀδείας κυνηγίου λύκων. Οἱ κ. κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καὶ Ν. Ἀβραὰμ (Ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3828 «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος περὶ σχηματισμοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ σιδηροδρομικῶν συνταξιούχων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς, Ι. Μπουρνιᾶς, Μ. Βολουδάκης, Π. Καρασεβδᾶς, Ν. Τζερμιᾶς Μ. Ἀργυρόπουλος κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Συντάξεων ἐργοληπτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κουντούρης, Σ. Ταλιαδοῦρος, Ι. Κουτσίνας, Α. Παπαθανάσης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λειτουργίας αὐτοκινήτων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιχορηγήσεως τῶν ἐν Πειραιεῖ νυκτερινῶν σχολῶν μηχανικῶν». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 4014 καὶ 4434». καὶ 3) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4434 «περὶ συστάσεως ταμείου ἀσφαλείας τάξεών τινων ἐργαζομένων (ἐφημεριδοπωλῶν, μυλεργατῶν, ἀρτεργατῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 28]29 Ὀκτωβρίου 1926 «περὶ ἀνασυστάσεως συμβουλίων κλπ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 4102 περὶ διαθέσεως ἐπιβατικῶν αὐτοκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σακαλῆς, Ε. Μαχαίρας καὶ Π. Χατζῆς ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3685». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μάρκου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς Διοικήσεως τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας «Κ. Α. Ἀλεξόπουλος καὶ Σία». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Χρηστομάνος, Σ. Κωστόπουλος, Ι. Περδικογιάννης, Μ. Βολουδάκης, Α. Γαλανάκης, Β. Σκουλᾶς, Ν. Τζερμιᾶς Μ. Κοθρῆς κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐτοκινήτων, κυκλοφορίας αὐτῶν καὶ ὑποχρεώσεων αὐτῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Μπεσαντζῆ δικογραφίας «περὶ τῆς μὴ διώξεως αὐτοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Φωκᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως οἰκογενειῶν ὑπαλλήλων τῶν Σ.Ε.Κ. εἰς περίπτωσιν δυστυχήματος». Οἱ κ. κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτάκτων ἐπισκευῶν καὶ κατασκευῶν πολεμικοῦ ὑλικοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3890 «περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβολαιογράφων». Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς κάτωθι ἐκθέσεις αὐτῆς: 1) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2825 περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου Σελινοῦντος» καὶ 2) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 παράγραφος 4 τοῦ νόμου 4275 «περὶ τηλεφωνικῆς ἀνταποκρίσεως». Οἱ κ. κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ἀποδοχῆς δωρεᾶς τῶν κληρονόμων Ἐμμ. Μπενάκη πρὸς ἵδρυσιν «Μουσείου Μπενάκη». Ἀνακοινῶ ὅτι εἰς ἀπάντησιν τοῦ πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν ἀποσταλέντος εὐχαριστηρίου τηλεγραφήματος, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς ἀπέστειλε τὸ κάτωθι τηλεγράφημα: (ἀναγινώσκει). «Α. Ε. Τσιριμῶκον Πρόεδρον Βουλῆς. «Ἡ Φασιστικὴ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, λαμβάνουσα γνῶσιν ἐν μέσῳ ἐπευφημιῶν τοῦ εὐγενοῦς τηλεγραφήματος, ὅπερ ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης μοὶ ἀπηύθυνεν ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, βεβαιοῖ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὴν βαθεῖαν αὐτῆς συμπάθειαν καὶ ἐκ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας ἐξάγει τοὺς ἀγαθωτέρους οἰωνοὺς διὰ τὴν θερμότητα τῶν δεσμῶν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Ρώμης». Τζουράτι. Πρόεδρος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐξ ὅλων τῶν θεωρείων).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ 1923 ἐξεδόθη νομοθετικὸν διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίζετο ὅτι ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ εἰς χρυσᾶ νομίσματα τῶν νομικῶν προσώπων καὶ ἰδιωτῶν μετατρέπονται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ διατάγματος αὐτοῦ εἰς ὑποχρεώσεις τραπεζιτικῶν γραμματίων. Εἶναι γνωστὸν ὁποίας καὶ ὁπόσας ζημίας ἐπέφερεν ἡ διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἐπελθοῦσα δήμευσις τῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν. Αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν καὶ ἀπησχολήθησαν μὲ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ζήτημα παρέμεινε καὶ παραμένει ἔτι ἐκκρεμές. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σύμφωνος καὶ πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν τὴν ὁποίαν ἔδωσε πρὸ ἀρκετοῦ χρόνου, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ προβῇ εἰς σαφεῖς καὶ θετικὰς δηλώσεις ἱκανὰς νὰ καθησυχάσουν τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ἐγκρίσεως κινήσεως στρατιωτικῶν δι’ ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3981 περὶ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χαβίνης.
§6Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον τὸ συνερχόμενον κατ’ ἔτος κατὰ Μάϊον δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσιν μέρος οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων στρατοῦ. Ὅταν πρὸ μηνὸς συνεζητεῖτο, κύριε ὑπουργέ, τὸ ἴδιον νομοσχέδιον εἶχον τὴν τιμὴν νά λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ συμμετοχὴ τῶν διοικητῶν σωμάτων στρατοῦ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ ἰδίως διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν πινάκων τῶν προαγωγῶν. Καὶ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ταύτην, διότι πιστεύω εἰλικρινῶς, ὅτι ἐάν εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δὲν λαμβάνουν μέρος καὶ οἱ διοικηταὶ σωμάτων στρατοῦ, θὰ γίνωσι σφάλματα καὶ ἀδικίαι εἰς βάρος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς βάρος τῆς συνοχῆς τοῦ στρατεύματος, διότι θὰ λείπουν οἱ ἡγήτορες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἡ σύγκρισις τῶν προτάσεων τῶν διαφόρων σωμάτων.
§7Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τοὺς προβιβασμοὺς συμφωνοῦμεν.
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τὰς τοποθετήσεις δὲν εἶναι καὶ τόσον σοβαρὸν νὰ συμμετέχουν οἱ διοικηταὶ σωμάτων στρατοῦ.
§9Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, διότι θὰ παραμείνουν μακρὰν τῆς ἕδρας των ἐπὶ μακρὸν χρόνον.
§10Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀκόμη μίαν τροπολογίαν διὰ τὰς τοποθετήσεις. Ἐφόσον θὰ ἔρχωνται εἰς Ἀθήνας καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων στρατοῦ διὰ νὰ κάμουν τοὺς πίνακας τῶν προαγωγῶν, δύνανται οὗτοι νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὸ συμβούλιον καὶ διὰ τὰς τοποθετήσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἵνα δὲ μὴ παραμείνωσι πολὺ μακρὰν τῆς ἕδρας των, δύναται ἡ τοποθέτησις τῶν ἀξιωματικῶν νὰ γίνῃ συνολικῶς εἰς ἕκαστον σῶμα στρατοῦ, τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος στρατοῦ ἐνεργοῦντος κατόπιν τὰς τοποθετήσεις αὐτῶν εἰς τὰς ὑπ’ αὐτὸν μονάδας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κάμῃ διότι ἔχει καὶ ἤδη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποσπάσεως ἐντὸς τοῦ σώματός του.
§11Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν συχνὰς τοποθετήσεις καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§12Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὁμιλῶ διὰ τὸ συμβούλιον τοῦ Μαΐου καὶ ὄχι διὰ τὸ συμβούλιον τὸ ὁποῖον συνέρχεται διὰ τὰς ἀποσπάσεις. Ἐὰν ἐπιμένετε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι γίνεται μία ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὸ στράτευμα. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένετε δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§13Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν σύνταξιν τῶν τελικῶν πινάκων,..... (ἀναγινώσκει).
§14Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ ἀκόμη μία τροπολογίαν. Τὸ σχέδιον λέγει ὅτι: «Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου. (ἀναγινώσκει). Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι πρέπει τοὺς διοικητὰς τῶν Σχολῶν Εὐελπίδων, Πολέμου, καὶ Ὑπαξιωματικῶν νὰ τοὺς τοποθετῇ ὁ ὑπουργὸς μετὰ πρότασιν τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν σχολῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ μόνος ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω τὴν ἑξῆς: Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ὑλικοῦ, τοὺς προτείνει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, αὐτὸ δηλαδὴ κάνει τὸν πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κρινομένων ἱκανῶν διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ὑλικοῦ, ἐνῷ διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ὑλικοῦ ὑπεύθυνος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου.
§15Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ ὑπηρεσιακὸν ἐκεῖνο ὄργανον τὸ ὁποῖον ὑποβοηθεῖ τὸν ὑπουργόν· ὑποτίθεται δέ, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καλλίτερα τὰ πρόσωπα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, διότι συνεργάζεται μὲ αὐτά. Τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει ἕνα πίνακα τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἱκανὰ διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ὑλικοῦ καὶ ὁ ὑπουργὸς κάνει τὴν ἐπιλογὴν μεταξὺ τῶν προσώπων αὐτῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου καταβολῆς τῶν παγίων δικαιωμάτων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν ἀποστρατευθέντων δυνάμει τοῦ νόμου 4101 «περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τριποδάκης.
§17Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἑκουσία ἔξοδος ἐκ τοῦ στρατεύματος καθορίζει σχετικῶς, ὅτι θὰ λάβουν πλῆρες μέρισμα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἔχοντες 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου ἐδόθησαν ἔτη τινὰ συμπληρωματικῶς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς συντάξεως καὶ οὕτω πως εἷς ὁ ὁποῖος εἶχε 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, δυνάμει τοῦ νόμου θὰ ἐλάμβανε 28 καὶ θὰ εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα νά λάβῃ πλῆρες μέρισμα. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μέχρι συμπληρώσεως τῶν 25 ἐτῶν θὰ πληρωθοῦν ἀτόκως τὸ μέρισμα τοῦτο. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε ὑπουργέ, νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης.
§19Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κ. ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, δημιουργεῖται ὄχι μόνον μία ἀνισότης μεταξὺ τῶν δικαιούχων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου διὰ τῆς φράσεως «ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλλει ἀτόκως», ἀλλὰ δημιουργεῖται καὶ μία τεραστία ζημία εἰς βάρος τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Λοιπόν, κ. ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ «ἀτόκως» πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§20Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ὅτι θὰ λαμβάνουν πλῆρες μέρισμα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 11)7)23 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν ἀναπήρους». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον). Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4322 «περὶ προπαρασκευαστικῆς σχολῆς ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτικῆς σχολῆς τεχνιτῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως ὑπηρεσίας μονίμου ἀντιπροσωπείας παρὰ τῇ Γραμματείᾳ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζαρίφης.
§22Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ φέρεται ψηφισθὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν χωρὶς νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἦτο ἀναγεγραμμένον τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἀνεβλήθη, καὶ σήμερον φέρεται ψηφισθὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§23Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀνεβλήθη τὴν μίαν ἡμέραν, καὶ τὴν ἑπομένην ἀνεγράφη πρῶτον καὶ ἐψηφίσθη.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ βεβαιοῦν ὅτι ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§25Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνεζήτησε διὰ μακρῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ ἐνεκρίθη σχεδὸν παμψηφεί· ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ κατάργησις τῶν ἐμμίσθων καὶ ἡ ἵδρυσις ἀμίσθων, φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει τοῦτο νὰ γίνεται διὰ διατάγματος.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι ποὺ εἶσθε καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς καὶ δὲν γνωρίζετε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε· τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι τὰ Προξενεῖα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν εἰσπράξεις τόσας ὥστε νὰ καλύπτουν τὰ ἔξοδά των, μετὰ προηγουμένην σύμφωνον γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ καταργηθοῦν διὰ διατάγματος, καὶ νὰ ἱδρυθοῦν νέα ἄμισθοι. Ἡ διαφορὰ νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη.
§27Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀντίρρησιν νὰ τὰ καταργήσωμεν.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παρουσιάσετε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται νὰ ἱδρύσουμε νέα Προξενεῖα· τοῦτο νομίζω δὲν εἶναι ὀρθόν.
§29Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος διὰ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἀπαιτεῖται νόμος. Ἡ δὲ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνος, νὰ φέρετε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ρητῶς νὰ καταργοῦνται ταῦτα, ἀλλὰ διὰ διατάγματος νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει πρὸς τοῦτο ἀντιρρήσεις, ὅτι ἡ Βουλὴ δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἐξουσιοδότησιν ὅπως διὰ διατάγματος γίνῃ ἡ κατάργησις αὐτή.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα;
§31Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Εἶναι ὀργανικαὶ θέσεις.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὀργανικαὶ θέσεις εἶναι καὶ αἱ τῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲ ἔφερεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ὅταν ὄχι μόνον ὀργανικαὶ θέσεις, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα ὑπουργεῖα ἱδρύθησαν διὰ διατάγματος.
§33Ν. ΖΑΡΙΦΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, αἱ ἐπιφυλάξεις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι αἱ ἑξῆς: Πρῶτον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις, καὶ δεύτερον ἐπιφύλαξις εἶναι ὅτι τὰ ἄμισθα Προξενεῖα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν προορισμὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἱδρύονται, διότι ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις αὐτὴ εἰς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῶν Προξενείων, ἐπωφελοῦνται τῆς θέσεώς των διὰ τὰς ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐνοικιαστοῦ τοῦ δάσους Γκολέμα Ρέκα Ν. Θεοδωρίδου». (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσαυξήσεως τῆς ἐπιδικασθείσης ἀποζημιώσεως λειβαδίων τινῶν ἀπαλλοτριωθέντων κατά τὸν ἀγροτικὸν νόμον 2051». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαφλέσσας.
§36Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφορῶν ἓν πρόσωπον, βέβαια δὲν ἀφορᾷ περισσότερα τῶν τριῶν. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν γενικότητα. Ὅλος ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ὑπέστη μίαν δήμευσιν τῆς περιουσίας του, ἀνέμενε κατόπιν ὑποσχέσεων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ἓν νομοσχέδιον γενικῶς ἀφορῶν τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν δημιουργηθεῖσαν. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐβιάσθη νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ κτηματίας ἔχοντας ἄνω τῶν 25.000 στρεμμάτων, δηλαδὴ ἀνθρώπους πλουσιωτάτους οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ θὰ πάρουν πολλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχουν μεγάλα κτήματα, οἱ δὲ μικρότεροι ἰδιοκτῆται δὲν ἀποζημιοῦνται. Στεροῦνται τῆς περιουσίας των χωρὶς νὰ ἀπολαύσουν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν οἱ μεγάλοι κτηματίαι. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία νὰ ἀποτελῇ πάντοτε τὸν στόχον τῶν ἐπιθέσεων ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας.
§37Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ διορθωθῇ μία ὡρισμένη ἀδικία εἰς βάρος ὡρισμένων ἀνθρώπων, εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν ὅπου ὁ ἀγροτικὸς νόμος δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῇ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔρχεται νὰ καθορίσῃ ὡρισμένας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν συγκρίσει μὲ τὰς ἄλλας παρουσιάζουν μίαν πολὺ μεγάλην ἀδικίαν.
§38Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀνέμενον ἕνα νομοσχέδιον γενικώτερον, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δοθῇ, εἰς τοὺς ὑποστάντας κἄτι τι ἄδικον, ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ μονομερῶς τοὺς πλουσίους.
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Περὶ τίνος πρόκειται;
§40Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἑνὸς κτήματος, ἄνω μὲν τῶν 25.000 στρεμμάτων ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὸ ⅛ εἰς μεταλλικὰς δραχμάς, κάτω δὲ τῶν 25.000 στρεμμάτων δὲν δίδει τίποτε.
§41Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀφορᾷ ἕν ὡρισμένων ἄτομον.
§42Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἔχει γενικότητα τὸ νομοσχέδιον.
§43Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ σᾶς δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Ἀφορᾷ ὡρισμένην οἰκογένειαν. Ἀπηλλοτριώθη ἔκτασις πολὺ περισσοτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Πρόκειται νὰ διορθώσωμεν μίαν ἀδικίαν συγκεκριμένην, τὸ δὲ νομοσχέδιον δὲν ἐξυπηρετεῖ παρὰ τὰ πρόσωπα ταῦτα.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ζημία εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἀλλὰ τὸ Κράτος ὅταν μπορέσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ κακὸν ἔν τινι μέτρῳ, βέβαια ἔχει καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ· καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν ψυχήν μου μένει ἡ ἰδέα τῆς ἀδικίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ πρέπει νὰ διορθωθῇ.
§45Ι. ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ. Οἱ θεωροῦντες τοὺς ἑαυτούς των ἀδικημένους δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ πᾶνε εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροπολογήθη;
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4173 «περὶ δασικοῦ κώδικος». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαντᾶς.
§49Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φέρω ὡρισμένας παρατηρήσεις αὐτὴν τὴν στιγμήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 13 τοῦ δασικοῦ κώδικος προσετέθη μία διάταξις, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ἄρθρον 13 λέγει τὰ ἑξῆς: «οἱ ὁπωσδήποτε ὁριστικῶς ἀπολυθέντες....» (ἀναγινώσκει).
§50Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν θὰ τὸ δεχθῶ, κύριε συνάδελφε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4383 «περὶ καθορισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐλέγχου καὶ ἐκδικάσεως τίτλων κυριότητος ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων ἀλλοδαπῶν ὑπηκόων». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαναστασίου.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὸ ἀναβάλλετε διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν καλλίτερα;
§54Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόκειται νὰ μᾶς εὐκολύνῃ.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα διὰ τὸ δημόσιον.
§56Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τοὐναντίον ἐμελετήθη πολὺ καὶ ἔχουν γίνει συσκέψεις μὲ τὰ συμβούλια τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψητε νὰ περάσῃ, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂς περάσῃ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§59Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα εἰς πρώτην.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3122 εἰς ἀναπήρους ὁπλίτας καὶ οἰκογενείας τῶν παθόντων, καὶ φονευθέντων ὁπλιτῶν ἐν τῷ στρατῷ Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως ἐν Φθιώτιδι τοῦ χωριστοῦ δικαιώματος χορτονομῆς. (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀποδημίας καὶ μεταναστεύσεως καὶ διαβατηρίων νόμων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἐξ ἀτυχήματος ἐν τῇ ἐργασίᾳ παθόντων ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἀσφαλίσεως τοῦ ὀρθοδόξου ἐφημεριακοῦ κλήρου τῆς Ἑλλάδος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μορφώσεως τῶν καθηγητῶν τῆς Γαλλικῆς». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ἐθνικοῦ Θεάτρου». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑποχρεώσεως εἰς πληρωμὴν τῆς δαπάνης ἐγκαταστάσεως τριφασικοῦ ρεύματος». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. τῆς 27 Μαΐου 1927 περὶ διοικήσεως ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§62Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ παραδρομὴν φέρομαι παρὼν, ἐνῷ δὲν ἤμην.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλῶς. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ σονόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ δολοφονηθέντος διευθυντιοῦ τῶν δασῶν Π. Μαρκοπούλου». (Προκειμένου νὰ διεξαχθῇ, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν κανονισμὸν, μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Βολουδάκης καὶ Σχινᾶς καὶ ἐπὶ τοῦ καταλόγου ὁ κ. Κωστόπουλος, καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία). Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ὅτι προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 122, εὑρέθησαν εἰς τὸ «ναὶ» ψῆφοι 106 καὶ εἰς τὸ ὄχι ψῆφοι 16· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν). (γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας». Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαθανάσης.
§64Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Οὐδείς, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ὁ μὴ ἔχων τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπικουρήσῃ εἰς προσπάθειαν Κυβερνητικὴν τείνουσαν νὰ ἐξασφαλίσῃ μίαν καλλιτέραν οἰκονομικὴν βάσιν καὶ καλλίτερα οἰκονομικὰ μέσα εἰς τὴν ἁγίαν ἡμῶν ἐκκλησίαν, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμὸν καὶ τὸ ὑψηλὸν αὐτῆς ἔργον, ἔργον τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως σήμερον ὑπὸ τὰς κοινωνικὰς καὶ κοινωνιοοικονομικὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν νεωτέρων ἰδεῶν ἐνίων ἀντικοινωνικῶν, θὰ ἦτο ἐξαιρετικῶς χρήσιμον καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐξαιρετικῶς χρήσιμον καὶ εἶναι ἔργον τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν τοιούτων κοινωνικῶν θεομηνιῶν. Οὐδεὶς λέγω, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ μὴ ἔχων τὴν ἐπιθυμίαν ἐκ μέρους ἡμῶν νὰ συνδράμῃ τοιοῦτον ἔργον, κατὰ μείζονα λόγον δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καλούμεθα νὰ δώσωμεν ἁπλῶς χωρὶς θυσίαν ὑλικήν, χωρὶς θυσίαν συμφερόντων, ἀλλὰ γνώμην ἁπλῶς περὶ τῆς καλλιτέρας χρησιμοποιήσεως καὶ τῆς μᾶλλον καταλληλοτέρας διὰ τὸν προορισμὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἄλλοι — γενεὰς ὁλοκλήρους πρὸ ἡμῶν —, ἔχοντες ἰσχυρότερον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα καὶ φανατισμὸν καὶ μεγαλεῖτερον ἴσως ἐνθουσιασμὸν πρὸς τὰ θρησκευτικὰ ἰδεώδη, ἀφιέρωσαν χάριν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ περιουσίαν ἐπὶ πλέον, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐπίσης κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διακονοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον κύριοι, ἴσως νὰ ἀποτελῇ ἕν νομοθέτημα προωρισμένον νὰ ἀγάγῃ εἰς λύσιν τοῦ σοβαροῦ ἀληθῶς, οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι νομοσχέδιον ἀναμφισβητήτως ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σοβαρὰν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς μελλοντικῆς ἐξελίξεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ἡ προσοχὴ καὶ ἡ ἐπιμέλεια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ προσπάθειαν ἡμῶν πρὸς καλλιτέραν αὐτοῦ διαμόρφωσιν πρέπει νὰ εἶναι ὄντως ἐξαιρετική. Νομίζω ὅμως, κύριοι, ὅτι τὸ ὀλιγοήμερον χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον μεσολαβεῖ ἀπὸ τῆς 16 Μαρτίου μέχρι σήμερον πρὸς μελέτην ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ὄγκον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, δὲν νομίζω ὅτι τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα εἶναι ἐπαρκὲς νὰ μᾶς φέρῃ εἰς μόρφωσιν ἀσφαλοῦς γνώμης, πεφωτισμένης γνώμης, ὥστε νά δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ. Διότι, κύριοι, μία ἁπλῆ συγκριτικὴ παράθεσις τῶν εἰσπράξεων τὰς ὁποίας ὑπολογίζει τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας προβλέπει, ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀμέσως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θίξωμεν τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δημιουργηθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν σκοπῶν. Ἀλλὰ καὶ πλὴν τούτου, κύριοι, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θίγει ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ ἐξουσία ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη, διότι τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς, τῆς ρευστοποιήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκινήτου περιουσίας, δὲν εἶναι, ἀναμφισβητήτως, τίποτε ἄλλο παρὰ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει αὐτὴν τὴν περιουσίαν ἑνὸς ἰδιωτικοῦ προσώπου, προσώπου νομικοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καταργοῦμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ τὴν μεταβάλλομεν εἰς ρευστήν, εἰς χρηματικήν. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἄλλαι προσβολαὶ τῆς ἰδιοκτησίας, αἱ ὁποῖαι προστατεύονται ὑπὸ τοῦ συντάγματος, εἶναι διάφοροι τούτων; Ὅταν λέγωμεν ὅτι, «οὐδεὶς στερεῖται ἄκων τῆς ἰδιοκτησίας του παρὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς καθιερωμένους ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δηλαδὴ εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 19», τὶ ἄλλο λέγομεν, παρ’ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἀκινήτου προστατεύεται ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ αὐτοῦ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τοῦ εἴπωμεν καὶ τὸν ὑποχρεώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν του νὰ τὴν μεταβάλλῃ εἰς χρῆμα —διότι εἰς χρῆμα μεταβάλλεται ὅταν αὕτη μεθίσταται εἰς τὴν κυριότητα ἑνὸς ἄλλου; — Ὁ μέχρι τοῦδε ὑπάρχων νόμος ὁ διέπων τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, νόμος ὁ ὁποῖος προέρχεται καὶ στηρίζεται εἰς μίαν ὁλόκληρον παράδοσιν τῶν ἱερῶν κανόνων, ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Κράτος ἁπλῶς ἓν δικαίωμα ἐποπτείας καὶ ἁπλοῦ ἐλέγχου, οἷον δικαίωμα ἀναγνωρίζεται εἰς τὸ Κράτος διὰ πάντα τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἐρχόμεθα ἡμεῖς ἤδη καὶ λέγομεν ὅτι, τὴν περιουσίαν τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ προσώπου τὴν διαλύομεν, καὶ τὴν διαλύομεν δίδοντες τὸ δικαίωμα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τὴν ὁποίαν συνιστῶμεν καὶ τὴν συνιστῶμεν μὲ διοίκησιν καὶ διαχείρισιν αὐτῆς, διότι αὐτὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον: Δίδομεν, λέγει, τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἐκποιήσῃ, νὰ μεταβιβάσῃ τήν κυριότητα αὐτῆς εἰς ἄλλους καὶ τὴν μεταβάλλῃ εἰς χρῆμα. Πῶς; Διὰ μιᾶς δημοπρασίας τὴν ὁποίαν καθιεροῦμεν κατ’ ἄλλους τρόπους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τίνι δικαιώματι ἡμεῖς, πόθεν ἀρυόμενοι τὸ δικαίωμα τοῦτο δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐνεργῇ πλειστηριασμοὺς καὶ νὰ μεταβιβάζῃ κυριότητα, κυριότητα τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ Τράπεζα ἔχει οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν, καὶ συνεπῶς οὔτε δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μεταβιβάζωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τοιαύτην;
§65Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. Τὸ 114....
§66Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς ἔχει, ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, καὶ ἄν θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργοῦμεν ἕνα σοβαρώτατον κλονισμὸν διὰ τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν. Κλονίζομεν κατὰ βάσιν αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν διότι, ὅταν ρίψωμεν εἰς τὸ πεδίον τῶν συναλλαγῶν ραγδαίως ὁλόκληρον τὸν ὄγκον τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, δὲν γνωρίζω ποῖον ἀκίνητον θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ διατηρῇ τὴν ἀξίαν του, ἀξίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ βάσις τῶν ἰδιωτῶν.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν γίνεται σὲ μιὰ ἡμέρα.
§68Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὸ ἐδιαβάσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ εἴδαμε ὅτι γίνεται δι’ ἕξ ἔτη. Τίθεται εἷς περιορισμὸς εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλά, κύριοι, εἰς ἓν διαμέρισμα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν πλεῖστα κτήματα ἐκτιθέμενα εἰς τὸν πλειστηριασμὸν ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀνταγωνισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτυλιχθῇ ἵνα δώσῃ εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ τὴν δέουσαν ἀξίαν; Ἀφήνω τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ ἡ ἀθρόα αὕτη ἐκποίησις τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καὶ ἄλλο ἀκόμη: Φρονεῖτε, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτὰ ραγδαίως νὰ ἐκποιηθοῦν; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν θέλωμεν νὰ πωλήσωμεν καὶ δὲν καθίσταται τοῦτο δυνατὸν ἐκ τῶν πραγμάτων—καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ διακόψας με κύριος συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν—καὶ πρόκειται νὰ ἐκποιηθοῦν μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, ποῖος θὰ εἶναι ἐν τῷ μεταξὺ διαχειριστὴς τῆς περιουσίας αὐτῆς; ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτηρῇ ὄχι γαίας ἀλλὰ περιβόλια, φυτείας, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους, ζῷα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ περιουσία αὐτή; Θὰ ἐπιμεληθῇ αὐτῶν τὸ κεντρικὸν συμβούλιον ἢ θὰ ἐπιμεληθοῦν τούτων τὰ περιφερειακὰ τοιαῦτα; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν τριετίαν ἀπεριποίητον ἕνα περιβόλιον; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν τριετίαν μὴ προσηκόντως καλλιεργουμένη μία σταφιδάμπελος; Ἀλλὰ καὶ ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν αὐτά, ποῖος θὰ ἐπιτηρήσῃ καὶ ποῖος θὰ ἐπιβλέψῃ τὴν διατήρησιν τῆς ἀξίας τῶν ζῴων τὰ ὁποῖα θὰ χρειάζωνται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ διὰ τὰς καθόλου ἀνάγκας των; Θὰ ἐπιβλέψουν τὰ περιφερειακὰ συμβούλια; Διότι, κύριοι, ὅπως γνωρίζωμεν, ἡ μοναστηριακὴ περιουσία δὲν εἶναι περιουσία ἀστική, ἀδρανής· εἶναι περιουσία ζῶσα, εἶναι περιουσία ὑπὸ ἐκμετάλλευσιν, καὶ ὅταν χάσῃ αὐτὸ τὸ κεκτημένον ἀγαθὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τὸ ὁποῖον τῆς δίδουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διακονοῦσι σήμερον εἰς τὰς Μονάς, χάνει καὶ τὴν ἀξίαν της. Μία μοναστηριακὴ περιουσία ἢ μία ἰδιοκτησία μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἰδιοκτήτου της χάνει μέγα μέρος τῆς ἀξίας αὐτῆς καὶ διὰ τοὺς κληρονόμους. Πῶς θὰ διατηρηθῇ μία τοιαύτη περιουσία εἰς μίαν καλὴν τιμήν, ὅταν ἐπιδιώκωμεν νὰ συγκεντρώσωμεν αὐτὴν εἰς ρευστὸν χρῆμα; Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 ἐπιτρέπεται, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐκποίησις τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας ἄνευ δημοπρασίας, ὄχι μόνον τῆς ἀκινήτου ἀλλὰ καὶ τῆς κινητῆς, ὑπὲρ συνεταιρισμῶν ὑπὲρ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶναι θιασῶται τῆς ἰδέας τῆς ἱκανοποιήσεως καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ ἐδῶ ὁμιλοῦμεν καὶ περὶ κινητῆς περιουσίας, δηλαδὴ θὰ μεταβιβάσωμεν καὶ τὴν κινητὴν περιουσίαν διότι ἔτσι λέγει ἡ σχετικὴ διάταξις, δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἀκινήτου, ἀλλὰ περὶ κινητῆς καὶ ἀκινήτου.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου εἶναι μόνον περὶ τῆς ἀκινήτου, ἀλλὰ κατόπιν τῆς παρατηρήσεώς σας, θὰ προσθέσω μίαν διασάφησιν. Ἐκτιμῶ τὴν καλὴν πίστιν τῆς ὁμιλίας σας καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Ἡ διατύπωσις εἶναι ἡ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Βλέπετε ὅτι εἶναι προφανὴς ἡ πρόθεσις. Ἀλλὰ ἀφοῦ θέλετε, συμφωνῶ νὰ προστεθῇ μία τοιαύτη διασάφησις.
§70Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἤδη προχωρῶ εἰς τὸ ἄρθρον 12. Τὸ ἄρθρον 12 ὁμιλεῖ ἐπίσης περὶ κτημάτων, δηλαδὴ περὶ κτημάτων ἀορίστως, χωρὶς νὰ κάμνῃ διάκρισιν ἂν ταῦτα θὰ ὦσιν ἀστικὰ ἢ ἀγροτικά.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐγένετο καὶ ἐκεῖ διασάφησις. Πρόκειται περὶ ἀγροτικῶν.
§72Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀλλὰ τίνας, κύριοι, καλούμεθα νὰ προστατεύσωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης; Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ ἀποκρύψω, ὅτι ὑπάρχουσι τεράστια ἀστικὰ κτήματα ἐκμεταλλευόμενα. Εἰς τὴν Βουλιαγμένην ὑπάρχει τεράστιον κτῆμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς μεταβιβάζεται μὲ μίαν τιμὴν ἀναξίαν λόγου εἰς ἕνα ἐπιχειρηματίαν, διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ.
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εὑρίσκετε ὅτι εἶναι ἀναξία λόγου;
§74Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποτιμήσεως. Νὰ σᾶς πῶ γιατὶ εἶναι ἀναξία λόγου. Διότι πρὸς καθορισμόν.....
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι παρεκάλεσα τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προσθέσῃ καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρόσθετον ἐγγύησιν. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε σχετικῶς σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
§76Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως ἡ προσθήκη σας αὐτὴ ἕνα ἐχέγγυον σοβαρώτατον. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι δυστυχῶς, πολλάκις εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν τοιούτων συνθηκῶν.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ρευστοποίησις. Ἐτέθη λοιπὸν τὸ ζήτημα: Κατόπιν αὐτοῦ τοῦ νόμου οἱ μισθωταὶ θὰ εἶναι σεβαστοὶ ἢ ὄχι; Τοῦτο εἶναι γενικώτερον ζήτημα. Τὸ συνεζητήσαμεν, τὸ ἐμελετήσαμεν ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ θίξωμεν τοὺς ὑπάρχοντας μισθωτάς. Διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν μία σταθερὰ νομικὴ τάξις πραγμάτων, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τὸ διαφυγὸν κέρδος καὶ διὰ τὰς δαπάνας αἱ ὁποῖαι θά καταβληθοῦν. Δὲν εἶναι δὲ ζήτημα ὅτι ἂν λυθῇ ἡ μίσθωσις δὲν θὰ ἀποφύγωμεν αἰτήσεις ἀποζημιώσεων. Ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα ὅτι ἂν εἶναι ὀλιγοχρόνιαι αἱ μισθώσεις, θὰ ὑφίσταται ἐμπόδια ἡ ρευστοποίησις, διότι ὁ ἀγοραστής, γνωρίζων ὅτι, μετὰ ἕν, δύο τρία ἔτη δύναται νὰ παραλάβῃ τὸ κτῆμα, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀξιώσῃ νὰ τῷ παραδοθῇ ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα: τὶ θά γίνῃ μὲ τὰς πολυχρονίους μισθώσεις; Θὰ σεβασθῶμεν τὰς μισθώσεις καὶ τότε θὰ ἐξαιρεθοῦν ὁριστικῶς τῆς ρευστοποιήσεως; Ἡ Ἐκκλησία ἐπρότεινεν ἰδίους τρόπους ρευστοποιήσεως, τοὺς ἑξῆς: Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον. (ἀναγινώσκει). Ἐσκέφθημεν λοιπὸν ὅτι δημοπρασία διὰ τὰ πολυετῶς μεμισθωμένα εἶναι νομικῶς ἀμφίβολος. Ἔχω ἐπικοινωνήσει μὲ τοὺς ἁρμοδίους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ κατελήξαμεν εἰς τὰς ἑξῆς σκέψεις: Ἐφ’ ὅσον ὁ ὀργανισμός ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται εἶναι τόσον ἀξιόπιστος ἀπὸ ἀπόψεως συνθέσεως, ἐφ’ ὅσον βάσις τῆς δημοπρασίας τίθεται ἡ ἀποτίμησις, καὶ ἐφ’ ὅσον συμφέρει τῷ ὀργανισμῷ ἡ ταχεῖα ρευστοποίησις, δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἐνδεδειγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς ἀξίας ἐνεργουμένης ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐκποίησις εἰς τοὺς μισθωτὰς τῶν πολυετῶν μεμισθωμένων; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, διότι ἐγεννήθη ἡ ὑποψία μήπως ἡ ἀποτίμησις αὐτὴ δὲν ἐμπνέει ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Παρεκάλεσα δὲ καὶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ προσθέσῃ καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικὴ καὶ ἡ λογικὴ βάσις τοῦ διατάγματος.
§78Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐκτιμῶ πλήρως τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλατε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἀλλὰ παραμένει ἐν ἐμοὶ τὸ ἐρώτημα: Τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τοὺς μισθωτὰς νὰ προσέλθουν καὶ αὐτοὶ ὡς συναγωνισταί, κρατοῦντες ἐπὶ πλέον ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς ὑποψίας τῶν ἄλλων ὅτι ἐνδεχομένως διὰ τῆς κατακυρώσεως νὰ μὴ διαλυθῇ ἡ μίσθωσις;
§79Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπειδὴ θέλω τὸ νομοσχέδιον νὰ εἶναι ἀδιάβλητον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως παραδίδω τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὴν κρίσιν τῶν νομικῶν συναδέλφων τῆς αἰθούσης ταύτης.
§80Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, κ. ὑπουργέ, τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων, ἐγώ, θὰ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἦτο ἔργον προνοίας, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν προάσπισιν τῆς περιουσίας τῶν μονῶν, ἐὰν ἀπηλείφετο τελείως, διότι εἶναι διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἐδημιούργει κινδύνους εἰς βάρος αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίζῃ κανένα φόβον, διότι οἱ φόβοι τῶν ἀποζημιώσεων ἀποκλείονται καὶ ἐκ τῶν συμβάσεων αἱ ὁποῖαι προβλέπουν τοιαύτας περιπτώσεις—ἐννοῶ τὰς συμβάσεις μεταξὺ μονῶν καὶ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυσκόλως δύνανται νὰ ἀγάγουν εἰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις. Θὰ ἐφρόνουν λοιπόν, ὅτι δεδικαιολογημένον εἶναι ἡ τοιαύτη διάταξις νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι δὲν εὑρίσκεται οὔτε εἰς συμφωνίαν μὲ τὸ ἄλλο σύστημα τῆς δημιουργίας ἑνὸς συναγωνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις, εἶναι τὸ σημεῖον τῶν ἀποτιμήσεων, τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνωσιν αἱ ἀποτιμήσεις αὗται. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει περὶ ἐπιτροπῆς, ποία δηλαδὴ θὰ εἶνε ἡ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ ἀποτιμᾷ· ὅπως δὲ κύριοι, σᾶς εἶναι γνωστὸν, τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν ἀποτιμήσεων παίζει σπουδαιότατον ρόλον εἰς πᾶσαν συναλλαγήν.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὶ ἔχετε νὰ προτείνητε;
§82Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγώ, θὰ προτείνω τὴν σύστασιν μιᾶς ἄλλης ἐπιτροπῆς. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀποτιμήσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας ἐπιτροπὴ δὲν ἐλειτούργησε καλῶς, γνωστός μου ἄνθρωπος κατώρθωσε, νὰ πάρῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἕνα οἰκόπεδον ἀντὶ πενιχροτάτης τιμῆς, διότι εἶχε τὰ μέσα καὶ ἐγένετο ἐκτίμησις λίαν συμφέρουσα δι’ αὐτόν.
§83Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μετέχουν δικαστικοὶ καὶ ἄλλα μέλη. Ἐὰν γίνῃ μία ἀποτίμησις κακὴ, δὲν πταίει ἡ ἐπιτροπή, νομίζω.
§84Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διάλυσις τῶν μισθώσεων καὶ ἀποζημίωσις τῶν μισθωτῶν.
§85Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀποτιμήσεως ὅλων τῶν κτημάτων.
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὅπως γνωρίζετε ὑπάρχουν κατὰ μητροπόλεις τετραμελεῖς ἐπιτροπαί· ἐὰν δὲν ἔχομεν εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐμπιστοσύνην, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλας.
§87Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Φρονῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπε, νὰ ὑπάρχουν καὶ τοπικὰ μέλη. Θέλετε; Νὰ λάβετε τούτους ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντως νὰ ὑποβάλλεται μία ἔκθεσις τῶν γνωμῶν ἑκάστου.
§88Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Νὰ ὑποβάλλεται ᾐτιολογημένη ἔκθεσις διὰ τὴν ἀποτίμησιν. Ἡ σκέψις μου εἶναι ἡ ἑξῆς: νὰ γίνῃ μία ἔγκυρος ἐπιτροπή. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ καλλιτέρα συγκρότησις εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔχομεν. Αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ ὑποβάλλουν μίαν ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον, χρησιμοποιοῦντες αὐτοὶ ἐκεῖνα τὰ μέσα πρὸς διαπίστωσιν τῆς ἀποτιμήσεως, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν κατάλληλα, πρόκειται δέ νὰ ἐκδοθῇ καὶ διάταγμα τὸ ὁποῖον θὰ καθορίζῃ λεπτομερῶς τὰ τῶν δημοπρασιῶν, καὶ ὅπου εἶναι δυνατόν, νὰ θέσωμεν ἐγγυήσεις· ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατόν, νὰ παρεμβάλωμεν διατάξεις αὐξανούσας τὰς ἐγγυήσεις, θὰ σᾶς εἶμαι ὑπόχρεως, νὰ τὰς ἀκούσω.
§89Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Βεβαίως, τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρουσιάσω μελετημένην πρότασιν ἐκ τοῦ προχείρου.
§90Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς ἐπαρχιακῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐμπιστευόμεθα εἶναι ἀξιόπιστος. Ἄν νομίζετε ὅτι χρειαζόμεθα εὐρυτέραν ἐγγύησιν, θὰ σᾶς ἤμην ὑπόχρεως...
§91Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποτιμήσεως μεταβιβάζεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ ἄρθρου 2.....
§92Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι. Ὄργανον εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι τὸ ἑξῆς: Στερεῖται πάσης πρωτοβουλίας. Εἶναι ὄργανον. Ἀντὶ ἄλλων ὑπαλλήλων χρησιμοποιεῖται τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἐκτελεῖ διαταγὰς κέντρου καὶ τοπικοῦ συμβουλίου. Δηλαδὴ σήμερον ὑπῆρχεν ἕνα ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἀντὶ αὐτοῦ δημιουργεῖται ἕνας αὐτόνομος ὀργανισμός.
§93Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προκειμένου περὶ τοῦ συμβουλίου αὐτῶν τῶν ἀποτιμήσεων, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐγγύησιν τῶν προσώπων ἐκείνων· Ἐπίσης ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἐπικίνδυνος εἶναι, ἀλλὰ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, καὶ ἀντισυνταγματική. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τῆς συμβάσεως κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ἐπιτρέπεται ἡ συμπλήρωσις τῶν ὅρων τῆς παρούσης συμβάσεως. Δυστυχῶς ἡ πεῖρα ἡ δικαστηριακὴ μὲ ἔχει καταστήσει πολὺ δύσπιστον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «συμπλήρωσις καὶ τροποποίησις», διότι παρέχεται δι’ αὐτοῦ ἡ εὐχέρεια νὰ μεταβάλλεται ἑκάστοτε ἡ σύμβασις ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης διὰ συστήματος ὁλοκλήρου καθιεροῦται εἰς τὰς μονάς, καὶ ἰδία τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὸ κοινοβιακὸν σύστημα.
§94Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργός τῆς Παιδείας). Εἶναι παράκλησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· δὲν εἶναι πρωτοβουλία τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγχωνεύσεως τῶν μονῶν καὶ τῆς λειτουργίας τῶν μονῶν οὐδεμίαν ἔσχον πρωτοβολίαν. Υἱοθέτησα καὶ ἐπανέλαβον διατάξεις ὑποβληθείσας ἐκ μέρους τῆς Ἀρχιερατικῆς ἐπιτροπῆς· τὸ ἐθεώρησα ὡς εὐλάβειαν πρὸς αὐτήν.
§95Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχων τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἐπαφὴν πρὸς τὴν πραγματικότητα πῶς ἔχουσι τὰ μοναστήρια παρ’ ἡμῖν. Διότι ἐὰν καθιερώσωμεν τὸ κοινοβιακὸν σύστημα, καταδικάζομεν τοὺς ὑπάρχοντας εἰς ἀργίαν χωρὶς ἡ ἀργία αὐτὴ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ προσευχὴν καὶ κατάνυξιν, διότι τί νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Καὶ ἓν ἄλλο σκληρότερον: Ἐὰν ὁ διευθύνων τὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ συσιτίου τῆς μονῆς—ἄνθρωποι εἴμεθα ὅλοι—νεῦρα ἔχουμε καὶ πείσματα, πολλάκις δὲ ἰσχυρότερα οἱ μακρὰν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς ζῶντες ἐὰν ὁ διευθύνων τὰ τοῦ συσιτίου εἴπῃ ὅτι «τὴν ἑβδομάδα αὐτὴν ὅλοι θὰ φάγωμεν κουκιὰ» καὶ εἶναι 4–5 καλόγηροι ἐξηντλημένοι, ἀσθενεῖς, γέροντες, τότε τὶ θὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Δὲν νομίζετε ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς προστατεύσωμεν κατὰ ἕνα τρόπον δυνατόν;
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὴν Βουλὴν νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς θέματα τῆς ἁρμοδιότητός μας. Τὸ πῶς θὰ λειτουργήσουν αἱ μοναὶ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι θέμα τῆς ἁρμοδιότητός μας. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ σκεφθῇ ἐὰν δὲν θὰ ἦτο μᾶλλον προσῆκον νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ καθορίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν διαγραφήν. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εὑρίσκετο πάντοτε ἐν στενῇ ἐπαφῇ μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος —καὶ αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Ἐκκλησίας—καὶ ἐδέχθη ἐπιρροὰς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Δὲν εἴχομεν ὅμως ποτὲ ἀγῶνας ἡμεῖς κληρικοφρόνων καὶ ἀτικληρικοφρόνων.
§98Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Συμπληρῶν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὰς παρατηρήσεις μου, ἀφοῦ καὶ τὸ δικαίωμα καὶ διάθεσιν ἔχομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων πῶς θὰ διαιτῶνται οἱ μοναχοὶ ἐν ταῖς μοναῖς, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἓν καθῆκον ἀνθρωπισμοῦ καὶ φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ τοὺς δώσωμεν μίαν ἐνίσχυσιν διάφορον ἐκείνης ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ μέρους τοῦ ἀνωτέρου κλήρου, διότι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ ἐλάμβανον ἕως τώρα ἐκτὸς τῆς διατροφῆς διότι τέλος πάντων αὐτὴ δίδεται ἀπὸ τὸ μοναστήριον (ἀναγινώσκει). Ἔτυχε νὰ διέλθω ἐκ τῆς μονῆς Πατάριας καὶ τοὺς εὑρῆκα ρακενδύτους ὅλους τοὺς μοναχούς, μὴ ἐξαιρουμένου οὔτε τοῦ ἡγουμένου, διότι ἡ περιουσία των εἶχεν ἀφαιρεθῆ ὁλόκληρος, δὲν εἶχεν δὲ ἀφεθῆ εἰς αὐτοὺς εἰμὴ ἄμπελος 6–7 στρεμμάτων καὶ τίποτε πλέον αὐτοῦ. Σημειώσατε, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν μοναστηρίων ἐξυπηρετοῦν σήμερον ἀκόμη ἕνα σοβαρώτατον σκοπόν. Παρέχουσι μίαν ὑπηρεσίαν σοβαρωτάτην εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἐστερημένους συγκοινωνίας, διότι εἰς τὰ μοναστήρια αὐτὰ φιλοξενοῦνται πάντες οἱ διερχόμενοι.
§99Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ κρύπτονται καὶ οἱ κλέπται.
§100Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Αὐτὸ συμβαίνει μόνον εἰς τὴν περιφέρειάν σας. Οὐδείς, κύριοι συνάδελφοι, προσεγγίζων κατὰ τὰ ταξείδιά του εἰς μονὴν δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς αὐτὴν· εἶναι μία ἕξις, μία παράδοσις τὴν ὁποίαν ἔχουν ἀπὸ μακροῦ χρόνου οἱ Ἕλληνες νὰ καταφεύγουν εἰς μονάς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀφίνοντας ἀναπαλλοτρίωτον μίαν περιοχὴν τοιαύτην ὥστε ἀξιοπρεπῶς τὰ Μοναστήρια αὐτὰ νὰ δύνανται νὰ διάγωσι. Θὰ εἶχον δὲ ἰδιαιτέρως τὴν γνώμην ὅτι προκειμένου περὶ Μονῶν ἐχουσῶν ἐξαιρετικὴν θρησκευτικὴν καὶ ἱστορικὴν σημασίαν, ὅπως εἶναι ἡ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, τῶν Μετεώρων, τῆς Ἁγίας Λαύρας, Προυσοῦ καὶ Τατάρνης καὶ ἄλλων ὁμοίων Μονῶν ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, εἰς τὰς Μονὰς αὐτὰς νά.....
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ τοῦ νόμου γίνεται ἡ διάκρισις διὰ τὰς Μονὰς ποὺ ἔχουν ἱστορικὴν καὶ προσκυνηματικὴν ἀξίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀντίγραφον ἄρθρου ὅπως ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Ἀρχιερατικὴν ἐπιτροπήν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Μονὰς αὐτάς.
§102Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μίαν σύστασιν ὀφείλω νὰ κάμω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἀλλά, κύριε ὑπουργέ, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν ἀρχῇ εἶπον ὅτι προκειμένου περὶ ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος τοιαύτης σοβαρότητος θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ σπεύσωμεν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ ἕως ὅτου ὡριμάσωσι παρὰ πᾶσιν ἡμῖν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ πεποιθήσεις, ὥστε ἡ ψῆφος μας νὰ εἶναι ψῆφος πεφωτισμένη.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γερογιάννης.
§104Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, κ. βουλευταί, εἶμαι πολέμιος τοῦ μοναχικοῦ βίου. Νομίζω ὅπως μετ’ ἐμοῦ θὰ νομίζουν ὅλοι ὅσοι ἐνέσκυψαν εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ὁ βίος ὁ μοναστικὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία παραλλαγὴ παρ’ ἡμῶν τοῦ φακιρισμοῦ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ἐκείνους ποὺ ἔχουν καταγίνει εἰς τοιαῦτα ζητήματα καὶ εἰς τὴν Βενεττίαν καὶ εἰς τὴν βραχμονικὴν θρησκείαν ὑπάρχει ἡ θεωρία τοῦ Νιρβάνα περὶ τῆς ὁποίας......
§105Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ Συντάγματος, λέγει ὅτι ἐπίσημος θρησκεία ἡμῶν εἶναι ἡ ὀρθόδοξος χριστιανική. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ κάνωμεν τοιαύτην ἐλαφρὰν φορολογίαν εἰς βάρος τῆς θρησκείας ἡμῶν. Διαμαρτύρομαι κ. Πρόεδρε.
§106Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπεστηρίχθη λοιπὸν εἰς τὰ πανάρχαια, τὰ προϊστορικὰ ἐκεῖνα Ἔθνη ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξαϋλωθῇ ἐν τῇ ζωῇ νὰ μεταβληθῇ μόνον εἰς πνεῦμα καὶ νὰ καταστραφῇ ἡ σὰρξ κατὰ τὸ δυνατόν, διότι τότε πλησιάζει περισσότερον πρὸς τὸ θεῖον. Καὶ οἱ λεγόμενοι κυνικοὶ φιλόσοφοι ὡς ὁ Ἰσσοκράτης, ὁ Διογένης, ὁ Μόνιπος, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν μεγάλοι φιλόσοφοι δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον μιμηταὶ αὐτῶν. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἡ θεωρία αὐτὴ καὶ εἰσέρρευσεν καί εἰς ἡμᾶς καλῶς ἢ κακῶς ἀδιάφορον, διότι ἄλλο εἶναι τὸ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς Μονὰς νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἀρετήν, ὅπως κάνουν μερικοὶ καὶ ἄλλο εἶναι τὸ νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς Μονὰς οἱ ἄνθρωποι μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τυραννηθοῦν, νὰ γίνουν στηλῖται καὶ ὅλες ἐκεῖνες ἡ ἀηδίες ποὺ ἔγιναν εἰς τὸ Βυζαντινὸν Κράτος διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Λείψανον λοιπὸν εἶναι καὶ οἱ μοναχοὶ οἱ σημερινοί......
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα σας.
§108Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μὴ ὑπάρξουν μοναί. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν γνωμῶν τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρξουν μοναὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπάρχουν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἐφόσον διατηροῦνται ἀκόμη θὰ τὰς διατηρήσωμεν καὶ πρέπει νὰ τὰς διατηρήσωμεν. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τὰ χριστιανικὰ προσκυνήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ τὰ σέβομαι καὶ τὰ λατρεύω πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ἄν δὲ ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχουσα ὀρθωτέραν γνώμην ἀπὸ πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ψευδοευλαβεῖς, νομίζει ὅτι πρέπει εἰς τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐπιβάλωμεν ὡρισμένην πειθαρχίαν καὶ τοῦτο τὸ δέχομαι καὶ τὸ προσκυνῶ, διότι δέχεται καὶ τὸ προστάζει ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὅπως ἔχῃ. Πρέπει ἡ περιουσία αὐτὴ νὰ γίνῃ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ρευστὴ διὰ νὰ ὀφεληθοῦν καὶ οἱ ἴδιοι καλόγηροι, οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν ἔχουν τίποτε ἄλλο παρὰ τὰς τιμωρίας, τοὺς δαρμοὺς καὶ τοὺς περιορισμοὺς τῶν ἡγουμένων, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν νὰ παχύνουν τὴν ἰδίαν των γαστέρα τοὺς δὲ κακομοίριδες τοὺς μικροὺς τοὺς ἀφίνουν νὰ ψοφοῦν τῆς πείνης. Μὲ τὴν νέαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον καὶ αὐτοὶ θ’ ἀνακουφισθοῦν ἐκτὸς ἐκείνων τῶν φανατικῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ὅσον περισσότερον βασανίζονται τόσον περισσότερον πλησιάζουν πρὸς τὸ θεῖον. Ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ὄχι διὰ νὰ ἀναπτύξω αὐτὰς τὰς ἰδέας, ἐγὼ ἀνῆλθον ἐδῶ διὰ μίαν μικροδουλειὰν ἡ ὁποία μὲ ἐνδιαφέρει προσωπικῶς καὶ ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει καὶ τὴν ἐπαρχίαν τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, τὴν Πρέβεζαν. Ὑπάρχει σύγχισις ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται μοναστηριακά, ἐνῷ δὲν εἶναι μοναστηριακὰ εἶναι κτήματα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὰ ἱδρύματα τὰ λεγόμενα εὐαγῆ καὶ περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἕνας νόμος, ὁ νόμος 3508. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ εἰσαγάγω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ἤδη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν ἀγαθότητα νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ αὐτὸ εἶναι παπαδίστικον νὰ εἰσακούσῃ δηλ. τὰς δεήσεις μου καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐδῶ τὸ δίκαιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ὡς προσθήκην τὴν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 13 τὴν γνωστὴν ἐκείνην τροπολογίαν.
§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὴν δέχομαι.
§110Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ δὲ εἰς τοὺς συναδέλφους ὅσοι παρεξενεύθησαν διὰ τὰ λόγια μου νὰ διαβάσουν ὀλίγα περισσότερα περὶ Ἐκκλησίας καὶ Θρησκείας.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαντᾶς.
§112Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν θὰ προβῶ εἰς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ἂν θὰ πρέπει ἢ ὄχι νὰ γείνῃ, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐφ’ ὅσον διαθέτει τὴν πλειοψηφίαν. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ ἐπιφέρω ὡρισμένας παρατηρήσεις. Κύριοι συνάδελφοι γνωρίζετε ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ὅπου ὑπάρχουν κτήματα μοναστηριακά, οἱ γεωργοὶ ἔχουν ὡρισμένας ἐκτάσεις τὰς ὁποίας ἐξεχέρσωσαν καὶ τὰς ὁποίας κατέστησαν γαίας γονίμους. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται μέχρι σήμερον εἰς τὰς ἐκτάσεις αὐτὰς εἶναι ἡ ἐνοικίασις εἰς διαφόρους ἐκμεταλλευτὰς τῶν κτημάτων αὐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ χωρικοὶ πληρώνουν Μορτίν, ἦσαν δηλαδὴ κολλῖγοι. Ὑπάρχουν δὲ πλεῖστοι τοιοῦτοι χωρικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 50 ἐτῶν αὐτοὶ καθὼς καὶ τὰ παιδιὰ των ἐκαλλιέργουν καὶ καλλιεργοῦν τὰς ἐκτάσεις αὐτὰς καταβάλλοντες εἰς τοὺς ἑκάστοτε ἐνοικιαστὰς Μορτίν. Τελευταίως οἱ διάφοροι ἐνοικιασταὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἠθέλησαν νὰ αὐξήσουν τὸ μίσθωμα, τὴν Μορτὶν τὴν ὁποίαν κατέβαλον εἰς αὐτοὺς οἱ χωρικοί. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν ἐκχέρσωσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνδεθῆ μὲ αὐτοὺς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ τοὺς θεωροῦν ὡς ἰδιοκτησίαν των λόγω τῶν κόπων καὶ μόχθων τοὺς ὁποίους κατέβαλον, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑφίστανται τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐνοικιαστῶν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία μέριμνα δι’ αὐτούς. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἡμεῖς διάταξιν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀγρόται οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κτήματα μονῶν νὰ προτιμῶνται εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων αὐτῶν.
§113Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον στεροῦνται κλήρου γεωργικοῦ.
§114Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὶ ἐννοεῖτε γεωργικὸν κλῆρον;
§115Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαρκῆ.
§116Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἂν ἕνας γεωργὸς ἔχει μέχρις 20 στρεμμάτων τὰ ὁποῖα καλλιεργεῖ αὐτὸς ἐπὶ ἕνα χρονικὸν διάστημα μεγάλο, αὐτὸς νὰ δικαιοῦται εἰς τὴν ἀγορὰν αὐτῶν. Νὰ εἴπῃ δὲ καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ὅτι ἂν δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον ἀγροτικὸν κλῆρον αὐτὸς, νὰ δικαιοῦται ὅλων τῶν κτημάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα καλλιεργεῖ. Διότι ὑπάρχουν κτήματα τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦν ἀγρόται οἱ ὁποῖοι προέβησαν ἀκόμη καὶ εἰς ἐμφύτευσιν, ἔβαλον ἀμπέλους, ἔκαμαν ἐλαίας μέσα εἰς τὰ κτήματα τῶν μονῶν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον 20ετίαν καὶ 30ετίαν, πῶς θὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ εἰποῦμε εἰς αὐτοὺς ὅτι κύριοι θὰ ρευστοποιήσωμεν τὴν περιουσίαν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν ἐκθέσωμεν εἰς πλειστηριασμόν. Γνωρίζετε δὲ κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν πηγαίνει ὁ μισθωτὴς εἰς τὸν πλειστηριασμόν. Ἀλλὰ πηγαίνει ὁ ἄλλος ὁ ἐκμεταλλευτής, πηγαίνουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰ κτήματα καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν. Λοιπὸν αὐτοὶ θὰ εἶναι ἡ χειροτέρα ἐκμετάλλευσις τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων διότι θὰ τοὺς λέγουν ὅτι θὰ μοῦ δώσῃ, 300 δραχμὰς τὸ στρέμμα τὸ χρόνο. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμᾶται πρὸ παντὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει μακροχρόνιον καλλιέργειαν ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μπῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§117Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶνε ἀξιόλογος ἡ πρότασίς σας, ἐφ’ ὅσον περιέχει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα: 10ετῆ καλλιέργειαν, καλλιέργειαν ἐπὶ Μορτί, Ἀκτήμονας, ἀπόκτησιν Γεωργικοῦ κλήρου, ὅταν περιέχει αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἡ πρότασίς σας εἶνε ἀξιόλογος, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν διατυπώσητε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβάνος.
§119Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω παρὰ μερικὰς ἐλαφρὰς παρατηρήσεις νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὸν τίτλον. Βλέπω ἐδῶ, (ἀναγινώσκει), περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως....Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ ὅμως ὡς διατυπώνεται ὁμιλεῖ περὶ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Τοῦτο νομίζω πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ ὅρος ἐκκλησιαστικῆς προετιμήθη ἀλλὰ δὲν σημαίνει αὐτὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει οἱανδήποτε σχέσιν πρὸς τὴν περιουσίαν τῶν ναῶν, διότι ἡ περιουσία τῶν ναῶν καθορίζεται ἀπὸ τὸν ἐνοριακὸν νόμον. Ἑπομένως εἶναι ἀπολύτως ἄσχετος.
§121Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἡ λέξις «ἐν γένει» πρέπει νὰ φύγῃ.
§122Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ «ἐν γένει» νὰ διαγραφῇ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ ἀφεθοῦν.
§123Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δεύτερον, θὰ ἔλεγον ἐὰν ἦτο δυνατὸν τὰ παρεκκλήσια νὰ τ’ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Βεβαίως αὐτὰ τὰ παρεκκλήσια ὑπάγονται εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ πᾶνε. Σήμερον τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον καταργεῖται μὲ τὴν ρευστοποίησιν, ἡ δὲ ἐκκλησία πλουτίζεται ἀρκούντως. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὰ παρεκκλήσια, διότι αὐτὰ εἶναι κέντρα ὄχι μόνον θρησκευτικὰ ἀλλὰ καὶ ἀναψυχῆς τῶν οἰκογενειῶν ὅπως ἔχουμεν λ. χ. ἔξω τῶν Ἀθηνῶν τὴν Ἁγίαν Βαρβάραν. Διὰ νὰ ἠμπορέσουν καὶ αὐτὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ κάμουν ἕνα δωμάτιον, ὥστε οἱ προσκυνηταὶ ποὺ πηγαίνουν ἐκεῖ νὰ μποροῦν νὰ εὑρίσκουν κἄποιαν στέγην. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ ταμεῖον αὐτό. Ἄλλωστε οἱ πόροι των εἶναι ἐλάχιστοι καὶ δὲν νομίζουν ὅτι θὰ κλονίσουν τὸ ταμεῖον.
§124Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Παρέχω καὶ πρὸς αὐτὸ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ὅτι ἡ διάταξις ἐτέθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὁποίας προήδρευον τότε ἐγώ, ἡ δὲ ἔννοιά της εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν ἐξωκκλήσια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ναῶν. Ἐὰν τὰ ἐξωκκλήσια αὐτὰ εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τοὺς ναοὺς νὰ παραμείνουν εἰς αὐτούς. Ἄλλως νὰ ἐνισχύσουν τοὺς πόρους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§125Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς 6 παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 (ἀναγινώσκει), πρὸς θεραπείαν... Θὰ ἔλεγον νὰ δηλωθῇ ἢ νὰ ἀναγραφῇ κατὰ ἐπαρχίας. Διότι θὰ εἶναι δίκαιον νὰ κατανέμωνται τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἐκ τῆς ρευστοποιήσεως «κατὰ ἐπαρχίας» ἀναλόγως τῶν προσόδων τῶν μονῶν ἑκάστης ἐπαρχίας. Δὲν εἶναι σωστὸ πρᾶγμα μία ἐπαρχία ἡ ὁποία θὰ δώσῃ πρόσοδον νὰ τὰς πάρωμεν τὰς προσόδους της ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ τὰς δώσωμεν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§126Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐτροποποιήθη ὥστε αἱ πρόσοδοι τῆς περιουσίας αὐτῆς νὰ κατανέμωνται κατὰ ἐπαρχίας.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς.
§128Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐνόμιζον, κύριοι, βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ ἠκούετο ἀντίθετος γνώμη εἰς τὸ ὑποβαλλόμεναν νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω λέξεις ἱκανὰς διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου τὰς ἰδιαιτέρας προσπαθείας διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς λύσεως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐγνώρισα, εὐγνωμοσύνην ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἀπευθύνεται ἀπὸ ὅλον ἐν γένει τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ φέρῃ οὐδεμίαν ἀνωμαλίαν. Τοὐναντίον μάλιστα θὰ ἐπιφέρῃ τάξιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἀποδώσῃ καὶ τὰ κτήματα εἰς τοὺς ἐργαζομένους πρὸς κοινὸν ὄφελος καὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας. Ἡ τάξις ἡ ὁποία θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ εἶχεν φυγαδευθῆ, κυρίως ἐκ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν οἰκονομικῶν της ζητημάτων, νομίζω ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ κανένα. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀτασθαλίαι καὶ αἱ ἀταξίαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διαχειρίσεως τοιούτων οἰκονομικῶν ζητημάτων. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ ὡς ἀγαθὸς Χριστιανὸς καὶ ὡς καλὸς πολίτης τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργόν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες ἀπολύτως. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ ὑποβάλω μερικὰς σκέψεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργόν. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Θὰ ἤθελον ὁ συντεταλμένος σύμβουλος νὰ ὡρίζετο ὅτι θὰ εἶναι λαϊκὸς καὶ ὄχι κληρικὸς καὶ τοῦτο διότι δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ παρίσταται κληρικὸς εἰς τὰ δικαστήρια νὰ λαμβάνῃ ὅρκους ἢ νὰ ἀναμιγνύεται τέλος πάντων μὲ ζητήματα τὰ ὁποῖα πάντως τὸ ἀξίωμά του εἰς μειονεκτικὴν θέσιν θὰ τὸν ἔβαζε. Ἡ σύστασις αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς.
§129Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτὸ εἶναι.
§130Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ 6ον ἄρθρον διὰ τὸ συμβούλιον, τὸ τοπικὸν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ μέλη ἐκεῖνα, θὰ ἤθελον νὰ προστεθῇ καὶ ἕνα πέμπτον μέλος, ὡς τοιοῦτον προτείνω τὸν δασάρχην, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς εἰδικότητός του, λόγῳ τῶν γνώσεών του θὰ συνέβαλλε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποτιμήσεως, εἰς τὸ ζήτημα ἐν γένει τῶν κτηματικῶν ζητημάτων τῶν κτηματικῶν διαφορῶν λόγῳ τῆς ποιότητος αὐτῶν καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσθέσῃ κἄτι. Ἐκτὸς τούτου γίνεται ἀρτιωτέρα διὰ τοῦ 5 μέλους παρὰ μὲ τὸ 4, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀπουσιάσῃ κανέν.
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Λόγοι δαπάνης μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τοὺς 4, διότι ὡς γνωρίζετε κατὰ συνεδρίασιν παίρνουν 100 δραχμάς. Καὶ αἱ 100 δραχμαὶ πολλαπλασιαζόμεναι ἐπὶ 60 ὅσα εἶναι τὰ τοπικὰ συμβούλια, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ γίνεται μία δαπάνη σημαντική, μετὰ τὸν πολλαπλασιασμόν, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ὑπεχρέωσε εἰς φειδὼ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ γίνεται ἄσκοπος διασπάθησις διὰ μὴ ἀπαραιτήτους δαπάνας.
§132Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐφόσον τὰ μέλη τῶν συμβουλίων ἀποτελοῦνται ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους μισθοδοτουμένους ἐπαρκῶς παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀσφαλῶς πρόσθετος ἀμοιβὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ ἢ τοὐλάχιστον νὰ εἶναι μικροτέρα τῆς ὁριζομένης.
§133Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ νὰ κάμωμεν δουλειὰν πρέπει νὰ πληρώνωμεν. Ἐὰν δὲν μοῦ ἐνέπνεε πλήρη ἐμπιστοσύνην ἡ σύνθεσις ὅπως εἶναι βεβαίως δὲν θὰ παρέβλεπον τὴν ἰδέαν σας. Ἀλλὰ μοῦ δίδει ἐμπιστοσύνην πλήρη, ὁ πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν, ὁ ἔφορος καὶ ὁ ὑποδιευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη περαιτέρω δαπανῶν.
§134Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 8, κύριε ὑπουργέ, θὰ ἤθελον νὰ καθορισθῇ ἡ ἔκτασις, ἡ ὁποία θὰ ἐναπομείνῃ εἰς τὰς μονάς.
§135Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ νόμου;
§136Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ τὰ τοπικὰ συμβούλια, παρασυρόμενα ἀπὸ τὸν μητροπολίτην ἢ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς νὰ θελήσουν νὰ ἀφίσουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς μονῆς εἴτε πρὸς κτηνοτροφίαν εἴτε πρὸς καλλιέργειαν μεγάλας ἐκτάσεις. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ καθορισθῇ ἀπὸ τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ κάμετε σχετικὰς δηλώσεις ὥστε νὰ τὰς ἔχουν ὑπ’ ὄψει των αἱ ἐπιτροπαί.
§137Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐὰν ἐδίδομεν εἰς τὰ τοπικὰ συμβούλια τὸ δικαίωμα ὁριστικῶν ἀποφάσεων, τότε ἡ ἀνησυχία θὰ ἦτο βάσιμος. Ἀλλὰ μετὰ τὰ τοπικὰ συμβούλια γνωμοδοτεῖ καὶ ἀποφασίζει ὁριστικῶς τὸ κεντρικὸν συμβούλιον. Τὸ δὲ κεντρικὸν συμβούλιον μοῦ ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ ἐμπνευσθῇ πράγματι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως πρὸς τὰ γράμματα αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ παραμείνῃ παρὰ μέρος τῆς περιουσίας, ἀπαραίτητος πρὸς χρῆσιν αὐτῆς, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν. Καὶ διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς ἀπαντῶ εἰς μίαν παρατήρησιν ἑνὸς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ τῶν ἱστορικῶν μονῶν καὶ τῆς ἱστορικῆς καὶ προσκυνητικῆς σημασίας τῶν μονῶν. Δηλαδὴ γίνονται παράπονα διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς περιοχῆς ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτραπῇ.
§138Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὁπωσδήποτε αἱ δηλώσεις σας, κ. ὑπουργέ, διαπιστοῦν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀναπομείνουν εἰς τὰς μονὰς μεγάλαι ἐκτάσεις.
§139Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Βέβαια, διότι ποίαν ἔννοιαν θὰ εἶχεν ἡ ρευστοποίησις.
§140Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 82 θὰ πρέπῃ νὰ προσέξῃ κανεὶς πολύ· διότι ἡ διάταξις αὕτη οὕτως, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ζημίας ἢ καὶ καταχρήσεις.
§141Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι εἶμαι πρόθυμος εἰς τὴν διαγραφήν. Διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἀδιάφορος. Ἂς διαγραφῇ ἑπομένως τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ὀφείλω ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν τοῦ νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἀπετέλεσε πολὺ αὐστηρὰν λύσιν ἀπέναντι τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία μοῦ ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς ἱεραρχίας. Διότι ἡ πρότασις τῆς ἱεραρχίας ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τῶν πολυετῶς μεμισθωμένων κλπ.». Καὶ ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ὡρισμέναι ἐκτάσεις ἔχουν ἐλάχιστον τίμημα εἶναι προφανές, ὅτι θὰ γίνεται ὑπὸ ὅρους ἐντελῶς ὡρισμένους. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς προτάσεως διὰ νὰ κατοχυρώσω, προσέθεσα ὡς βάσιν τὴν ἀποτίμησιν, δηλαδὴ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως καὶ μετὰ τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς ἐκδηλοῦται ἀνησυχία ὅτι ἐνδεχομένως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις, εὐχαρίστως ὑπὸ τὴν ἐπιδοκιμασίαν πάντων ὑμῶν δέχομαι τὴν διαγραφήν.
§142Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ διὰ τὰς ἀνησυχίας μου αὐτὰς ἔλαβον γνῶσιν τελευταίως τῶν πρὸς τὴν ἱερὰν σύνοδον διαφόρων ἀναφορῶν σχετικῶν.
§143Ρ. ΛΙΒΑΘΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λυθοῦν αἱ μισθώσεις δὲν θὰ ζητοῦν ἀποζημιώσεις;
§144Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ σταθμίσῃ τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον ἐὰν μία προκήρυξις δημοπρασίας θ’ ἀγάγῃ εἰς ὠφέλειαν ἢ ζημίαν λόγῳ τῶν ἀποζημιώσεων. Ἂν κρίνῃ ὅτι εἶναι ζημία δὲν θὰ προτείνῃ δημοπρασίαν ἀλλὰ θὰ διατηρηθῇ ἡ μίσθωσις. Ἂν κρίνῃ ὅτι ὠφελεῖται θὰ διαλύσῃ τὴν μίσθωσιν καὶ θ’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἀποζημιώσεων. Νομίζω ὅτι καὶ μετὰ τῆς παροχῆς τῶν ἀποζημιώσεων εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἡ δημοπρασία.
§145Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐφόσον ἔχετε τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν δὲν εὑρίσκω λόγον ὑπάρξεως αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἦλθον εἰς γνῶσιν μου ἀναφοραὶ πρὸς τὴν ἱερὰν σύνοδον ἀκριβῶς σχετικῶς διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, παραπονουμένων ἐναντίον ὡρισμένων κτημάτων καὶ ἰδίως τῆς Μητροπόλεως, Ἀθηνῶν, Βούλας, Βουλιαγμένης. Ἡ πολυετὴς ἐκεῖ μίσθωσις χαρακτηρίζεται ἀπὸ πολλοὺς ὡς πολὺ ἱκανότης. Ἐφόσον διαγράφεται ἡ διάταξις τακτοποιεῖται πλέον τὸ ζήτημα εἰς τὸ 15 ἄρθρον εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ προϊόντος τῆς ρευστοποιήσεως. Θὰ ἤθελον νὰ προστεθῇ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας νὰ διατίθεται ὡρισμένον ποσοστὸν κατὰ προτίμησιν εἰς ἑκάστην περιφέρειαν μητροπολιτικὴν ἀναλόγως τῶν πόρων καὶ τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα αἱ μοναὶ αὐταὶ θὰ δίδουν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν οἰκονομικὸν τὸν νέον. Θὰ ἤθελον νὰ ὁρισθῇ ποσοστὸν ὡρισμένον διὰ κοινωφελεῖς σκοπούς.
§146Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργός τῆς Παιδείας). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ σκέψις σας εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθή, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἀντέχουν οἱ πόροι, διότι εἶναι προφανές, ὅτι ἡ πλέον ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι ἡ μισθοδοσία τοῦ προσωπικοῦ δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοηθοῦν καὶ νὰ διατεθοῦν οἱ πόροι πρὸς ἄλλους σκοπούς. Ἐὰν ὑπολειφθοῦν πόροι ὁ προϋπολογισμός των θὰ εἶναι διὰ κοινωφελεῖς σκοποὺς καὶ ἡ κατανομὴ θὰ γίνῃ κατ’ ἐπαρχίαν. Διὰ τὴν πρόνοιαν αὐτῆς τῆς περιπτώσεως ἀναγράφει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον.
§147Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Νομίζω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν τάξιν καὶ νὰ λείψῃ ἡ σύγχυσις ἡ ὁποία ὑπάρχει. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔγιναν τὰ μοναστήρια διὰ τοὺς καλογήρους, ἀλλὰ οἱ καλόγηροι διὰ τὰ μοναστήρια.
§148Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑπάρχουν κοινὰ αἰσθήματα καὶ διεπιστώθη κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτι ὅλοι αἰσθανόμεθα εὐλάβειαν πρὸς τὰς παραδόσεις, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐξ ἡμῶν σκεπτόμενος κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὑπάρχουν αἱ μοναὶ καὶ αἱ μητροπόλεις καὶ ἐφόσον ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐφημέριοι καὶ ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπάρχουν, καὶ διὰ νὰ ὑπάρξουν καὶ εἰς τὸ μέλλον, εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ μεριμνῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐφόσον τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του ἐπιβάλλεται νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία κατὰ πρῶτον λόγον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς, καὶ ἐφόσον περισσεύσουν νὰ διατεθοῦν διὰ κοινωφελεῖς σκοπούς.
§149Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν ἐκκλησίαν.
§150Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κάθε ἄλλο, κύριε Πρόεδρε. Θέλομεν νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀξίαν καὶ ἱκανὴν διὰ τὸν προορισμόν της, ἀποκαθαίροντες αὐτήν. Ἐπίσης, κύριε ὑπουργέ, ἀντὶ τοῦ 6ου ἐδαφίου τοῦ 15 ἄρθρου νὰ θέσωμεν «κατὰ μητροπολιτικὴν περιφέρειαν».
§151Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ ἐπαρχίαν ἀνεγράφομεν κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ἀλαβάνου.
§152Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δικαιότερον εἶναι κατὰ μητροπολιτικὴν περιφέρειαν.
§153Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὅπως θέλῃ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχω καμμίαν προτίμησιν.
§154Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἄλλην μίαν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων. Θὰ ἤθελον νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ τὰ κειμήλια τῶν ἱερῶν ναῶν. Διελύθησαν μοναὶ καὶ αἱ ἐκκλησίαι των ἐσυλλήθησαν, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν προορισμένοι διὰ τὴν φύλαξιν αὐτῶν. Περισσεύουν μερικὰ ἀκόμη ἀπὸ τὰ κειμήλια αὐτὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἐν γένει ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν καὶ ἱστορικὴν καὶ ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν. Θὰ ἤθελον νὰ ληφθῇ φροντὶς ὥστε καὶ αὐτὰ νὰ περισυλλεγοῦν καὶ νὰ καταγραφοῦν καὶ νὰ εἶναι καὶ ἐκείνων ὡρισμένη ἡ κατάστασις. Ἐπίσης εἰς τὸ 18 ἄρθρον τὸ 6ον ἐδάφιον τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν συνείδησίν των μέχρι σήμερον εἰργάζοντο ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι ἑνὸς διαρκοῦς ὀργανισμοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ παροραθοῦν αὐτοί.
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχομεν λάβει πληρεστάτην πρόνοιαν.
§156Α. ΠΑΧΝΟΣ. Νὰ ὑπολογισθῇ πᾶσα συντάξιμος αὐτῶν ὑπηρεσία. (ἀναγινώσκει).
§157Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δίκαιον καὶ τὴν αὐτὴν ἐπίσης τροπολογίαν ἔχω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ τὴν προσήρμοσα πρὸς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον εἴχατε σεῖς διατυπώσει. (ἀναγινώσκει).
§158Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν θὰ ἠθέλατε νὰ τεθῇ ἓν ἀνώτερον ὅριον ἀποζημιώσεως;
§159Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§160Α. ΠΑΧΝΟΣ. Περὶ τὰς 100 χιλιάδας.
§161Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν τὸ ἐλάχιστον ὅριον νὰ εἶναι 100 χιλ. δραχ. Εἰς τὸ 21ον ἄρθρον κύριε ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν ποινῶν κατ’ ἀντίθεσιν τῆς γνώμης τῶν προλαλησάντων, θὰ ἤθελον ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μονῶν τῶν διατηρηθησομένων. Θὰ ἤθελον ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ εἰς μίαν μονὴν ἐκτὸς τῶν καὶ δι’ εἰδικῶν λόγων δικαιουμένην εἰς τὴν διατήρησιν.
§162Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν μονῶν, δὲν ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν πόσην περιουσίαν εἶχον. Τοῦτο εἶναι ζήτημα δευτερευούσης σημασίας.
§163Ν. ΞΗΡΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν θίγεται καμμία ἐκ τῶν πράξεων τῶν γενομένων. Θὰ παρακαλέσω νὰ σημειωθῇ τοῦτο ὡς δήλωσις εἰς τὰ πρακτικά.
§164Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν διαταράσσει οὐδεμίαν νόμιμον κατάστασιν.
§165Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι δὲν διαταράσσει οὐδεμίαν νόμιμον κατάστασιν.
§166Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτό, εἰς ἓν καὶ μόνον ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Εἰς τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσητε διὰ τὴν πώλησιν, νὰ ὁρισθῇ περιορισμένη πάντως ἡ ἔκτασις τὴν ὁποίαν ἕκαστος θὰ δικαιοῦται νὰ ἀγοράσῃ διὰ δημοπρασίας. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ πολὺ πιθανὸν μάλιστα νὰ δημιουργηθοῦν τρὰστ εἰς διάφορα μέρη ἀπὸ διαφόρους κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἰσχυρότεροι θὰ ἠμποροῦν νὰ ἀγοράσουν ἐκτάσεις τόσας ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν νέοι τσιφλικοῦχοι ἐνῷ οἱ καλλιεργηταὶ θὰ μείνουν καὶ πάλιν ἀκτήμονες. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον ὅπως ληφθῇ πρόνοια ὥστε πέραν ὡρισμένης ἐκτάσεως νὰ μὴ ἐπιτρέπεται τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἀγοράσῃ οὔτε ἡ αὐτὴ οἰκογένεια καταθέτω δὲ καὶ τὴν σχετικὴν τροπολογίαν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰασωνίδης.
§168Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργόν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ συνήθη νομοσχέδια, οὔτε εἶναι νομοσχέδιον βελτιώσεως μιᾶς καταστάσεως. Εἶναι νομοσχέδιον ὑψίστης κοινωνικῆς μεταρρυθμίσεως, καὶ ὡς τοιοῦτον χαιρετίζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι πολλοὶ καὶ πρὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ θὰ ἐζήλευον τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπραγματοποίει αὐτὴν τὴν ἐντελῶς εἰρηνικὴν ἐπανάστασιν, διότι αἱ ἀσχολίαι τοῦ κλήρου περὶ τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων, περὶ τῶν ἐγκοσμίων δικαιοπραξιῶν ἐμείωνον καὶ περιέσπασεν τὴν φροντίδα καὶ τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ὁ κλῆρος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσαρμόζεται ἀπολύτως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου, διότι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος εἶχεν συστήσει τὸν θεσμὸν τῆς ρευστοποιήσεως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός, ὅτε εἶχεν συστήσει εἰς τὸν πλούσιον ἐκεῖνον «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς αὐτὰ τοῖς πτωχοῖς». Ὄντως δὲ πτωχὸς εἶναι ὁ κλῆρος, καὶ τὸν κλῆρον τοῦτον πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅπως τὸν ἐνισχύσωμεν οἰκονομικῶς. Πρὸ ὀλίγου ὅτε διέκοψα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γερογιάννην ἴσως ἐνομίσθη ὅτι ἠρνούμην τὰς ἰδέας ἐκ τοῦ Μεσαίωνος. Ἐζήσαμεν καὶ ἐγαλουχήθημεν εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ Φαναρίου μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεγράφημεν εἰς τὴν σχολὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ὁ Γάστων.... ἔλεγεν ὅτι τὸ λιγδωμένον ράσον τοῦ μοναχοῦ καὶ τοῦ ἱερέως μοιάζει τὴν σκουριασμένην ἅλμην, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὸ ψάρι. Ἐπίσης καὶ τὸ ράσον τὸ λιγδωμένον διετήρησεν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους τὸν ἐθνισμόν. Καὶ πρέπει καθ’ ἣν στιγμὴν πραγματοποιεῖται ἡ μεγάλη αὐτὴ κοινωνικὴ μεταρρύθμισις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφρασθῇ καὶ αὖθις ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔθνους πρὸς τὸν κλῆρον ἐν γένει καὶ ἡ συμπάθεια πρὸς ἐκείνην τὴν τάξιν τῶν κληρικῶν, ἡ ὁποία οὐσιωδῶς σήμερον περιστέλλει τὴν σημαίαν αὐτῆς, δηλαδὴ πρὸς τὸν κλῆρον τὸν μοναστηριακόν. Ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ρευστοποίησις, διότι ὁ λαὸς ὁ ἀκτήμων, ὁ λαὸς ὁ πάσχων δὲν μπορεῖ νὰ βλέπῃ τὸν κλῆρον νὰ διατηρῇ τὴν ἐγκοσμίαν περιουσίαν δημιουργοῦσαν πηγὴν προστριβῶν μεταξὺ κλήρου καὶ ἀκτημόνων ἀγροτῶν, ἐξ αἰτίας τῶν κτηματικῶν διαφορῶν. Ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ ἀποκαταστήσωμεν ὁμαλότητα σχέσεων μεταξὺ ποιμένων καὶ ποιμενομένων. Ἐφόσον ὅμως μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν τάξεων ὑπάρχει τὸ ζήτημα τὸ κτηματικόν, ὁ μὲν κλῆρος παρουσιάζεται ὡς ὁ ἀρχαῖος Φεουδάρχης, ὁ δὲ ἀκτήμων ὡς ὁ σκλάβος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μισεῖ βεβαίως ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ.... εἴτε ἐνοίκια εἴτε εἰς εἶδος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λοιπόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποκαθιστῶμεν τὴν ὁμαλότητα καὶ τὴν ἑνότητα τῶν σχέσεων, μεταξὺ ποιμένων καὶ ποιμενομένων ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαλλάσσομεν τὸν κλῆρον ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσχολῆται μὲ ἐγκοσμίους δικαιοπραξίας. Καὶ οὕτω ὁ κλῆρος, ἀπαλλασσόμενος πλέον τῆς μέχρι σήμερον αἰωνοβίου ἐντολῆς τὴν ὁποίαν εἶχεν νὰ φυλάσσῃ τὴν περιουσίαν ἀπαλλασσόμενος τῆς μεγάλης ἱστορικῆς εὐθύνης τοῦ νὰ φυλάσσῃ τὴν κληρονομίαν αὐτὴν τὴν εἰδικήν, θὰ ἐπιδοθῇ, ἐνισχυόμενος οἰκονομικῶς, ἀποτελεσματικώτερον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὑψίστης ἀποστολῆς του. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ κλῆρος ἀπαλλασσόμενος ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια ὅπου «σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει», ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κλῆρος καλὸς γενόμενος, καλῶς θὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ κλήρου πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή, εἶναι ἀποστολὴ ἀναλοίωτος. Ἀλλὰ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ὅπου τὰ πάντα ρεῖ, μεταβάλλονται μὲ τὸν χρόνον καὶ ἡ μορφὴ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Τὸν κλῆρον τὸν ἀποδεχόμεθα σήμερον ὡς ἕνα στηλοβάτην τοῦ καθεστῶτος τοῦ κοινωνικοῦ, τὸν κλῆρον τὸν χρειαζόμεθα, διότι ἀναχαιτίζει πολλοὺς τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτήσῃ ὁ φόβος τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ εἷς καθηγητὴς τῆς οἰκονομολογίας, οὐχὶ κληρικόφρων, ἔλεγεν καὶ ὑπεστήριζεν ὅτι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ ἀποζημιώνῃ ἐπαρκῶς καὶ νὰ μισθοδοτῇ πλουσίως τὸν κλῆρον, ὄχι τόσον διὰ τὴν πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀποστολήν, ὅσον διότι ὁ κλῆρος ἀσκεῖ καθήκοντα ἀστυνομικά, καθήκοντα προληπτικά. Καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς λέγει ὁ οἰκονομολόγος, ὅτι πρέπει νὰ πληρώνεται διὰ τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ ὁ κλῆρος, ὁ ὁποῖος τοιαύτην προληπτικήν, ἰδίᾳ, ἀσκεῖ ἀστυνομίαν ἐπὶ τῶν ψυχῶν τῶν ἀτόμων. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ σημειώνει ἕνα σταθμὸν ἱστορικὸν διὰ τὴν κοινωνικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος. Εἴχομεν μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους δὲν ἐπληρώνοντο τοὺς μισθούς των, εἴδομεν μητροπολίτας οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσουν μέσα πολιτικὰ διὰ νὰ μπορέσουν νὰ εἰσπράξουν μερικούς, ἐκ τῶν καθυστερουμένων, μισθῶν των. Ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἔχομεν πρὸ παντὸς ἕνα κλῆρον ἐνοριακὸν ρακένδυτον, κλῆρον πειναλέον, κλῆρον ἐπαιτικόν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι γοργῷ τῷ βήματι βαίνομεν πρὸς τὴν ἐξέλιξιν, σύρομεν μαζύ μας καὶ τοὺς ἱερεῖς γυμνοὺς καὶ πειναλέους. Ἢ πρέπει αὐτὸς ὁ θεσμὸς νὰ καταργηθῇ, ἤ, ἐφόσον τὸν χρειαζόμεθα καὶ ὄντως τὸν χρειαζόμεθα, πρέπει μὲ τὸ ἴδιον βῆμα νὰ βαίνῃ καὶ αὐτὸς πρὸς τὴν γοργὴν ἐξέλιξιν. Καὶ συμβαδίζει, ὅταν ἔχει μίαν οἰκονομικὴν ἀνακούφισιν, ὅταν ἔχει μίαν εὐπρεπῆ ἐμφάνισιν, ὅταν ὁ νοῦς του δὲν ἀσχολεῖται διαρκῶς μὲ τὸν ἄρτον του. Καὶ ὄντως ἔχομεν ἕνα κλῆρον ἡρωϊκόν, ὁ ὁποῖος ἐπάλαισε καὶ κατὰ τῆς πείνης, ἀλλὰ διετήρησεν τὴν τιμὴν τῆς ἱεραρχίας. Αὐτὸν τὸν κλῆρον ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, παραπλεύρως πρὸς τὴν τόνωσιν τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ὀργανισμῶν καὶ θεσμῶν, τὸν κλῆρον αὐτὸν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἐνισχύσωμεν. Εἴδομεν κληρικοὺς τῶν ὁποίων τὸ ράσσον εἶναι φτιασμένο ἀπὸ ὕφασμα ποὺ δίνει ὁ Ἀμερικανικὸς Ἐρυθρὸς Σταυρὸς εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ἔχομεν κληρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν ἐμφάνισιν τὴν ἐξωτερικὴν τοῦ κληρικοῦ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ ἐνδύσωμεν καὶ νὰ εὐπρεπήσωμεν τοὺς κληρικούς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, φίλτατε κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἔσω βέβαιος ὅτι τὰ ὀστᾶ τοῦ πατρός σου θὰ σκιρτίσουν ἐκ χαρᾶς, διότι ὁ πατήρ σου θὰ ἴδῃ τοὺς ἀποστόλους τῆς θρησκείας νὰ εὑρίσκουν τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν αὐτῶν ἀνόρθωσιν. Εἶσθε εὐτυχής, διότι μεταρρύθμισις ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἀλλοῦ, εἴτε διὰ ἐπαναστάσεων, εἴτε διὰ συγκρούσεων, εἴτε δι’ ἀφορισμῶν καὶ ἐξορκισμῶν, ἡ μεταρρύθμισις αὐτή, ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ ἐν Ἑλλάδι ἔλαβε χώραν κατὰ τρόπον εἰρηνικόν. Τιμή, λοιπόν, εἰς τὴν Πολιτείαν, τιμὴ καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι ἀμφότεραι συγχρονισθεῖσαι ἐπέτυχον τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προβλήματος. Δύο μόνον ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατ’ ἐμὲ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς περιουσίας θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἀνετίθετο εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, διότι ἡ Τράπεζα ἡ Ἀγροτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀσκοῦσα μίαν ἀγροτικὴν πολιτικήν, διότι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν μπορεῖ νὰ δώσῃ τὸν τόνον τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἀγροτικὴ θὰ ἠδύνατο ἀποτελεσματικώτερον καὶ λυσιτελέστερον.
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐσκέφθημεν αὐτό.
§170Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Τὸν τόνον τὸν πραγματικὸν τὸν δίδει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα.
§171Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ὁ τόνος δὲν χρειάζεται διὰ τὴν ἐκποίησιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας.
§172Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἐφόσον πρόκειται καὶ ἀκτήμονες νὰ ἀποκατασταθοῦν, εὑρίσκω ἐγώ ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα θὰ ἠκολούθη μίαν ἀγροτικὴν πολιτικήν. Αὐτὴ εἶναι μία ἀντίληψις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θεωρεῖται περισσότερον Τράπεζα χρηματιστική. Τράπεζα χρηματική, ἐνῷ ἡ Ἀγροτικὴ θὰ ξέρῃ ποίων περιφερειῶν οἱ ἀγρόται εἶναι ἀκτήμονες καὶ ἔν τινι μέτρῳ θὰ ἐνισχύσῃ αὐτούς, δηλαδὴ θὰ δυνηθῇ καὶ τὴν περιουσίαν νὰ ρευστοποιήσῃ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους νὰ ἐφαρμόσῃ.
§173Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο. Ὅπως διαμορφοῦται ἡ σύμβασις ἐκ τοῦ νόμου, ἡ Τράπεζα στερεῖται πρωτοβουλίας καὶ ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἐκκλησιαστικόν. Ἑπομένως τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ διαπνέῃ τὸν ὀργανισμὸν θὰ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ κεντρικὸν συμβούλιον. Ἑπομένως οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ ὄργανον τὸ ἐκτελοῦν τὰς ἀποφάσεις τοῦ κεντρικοῦ συμβουλίου, ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ προήγετο οὐδόλως.
§174Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ θὰ ἦτο ἁρμοδιωτέρα.
§175Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μὴ λησμονεῖτε ὅτι πρόκειται περὶ μοναστηριακῆς περιουσίας εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀναγκαῖον τὸ μεγαλεῖτερον δίκτυον τῶν ὑποκαταστημάτων διὰ νὰ ἔχωμεν καλὰ ἀποτελέσματα.
§176Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ πῶς δύναται, ἐνῷ ἔχει ἤδη τὸν φόρτον τῆς ρευστοποιήσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας νὰ ἀναλάβῃ ἐκ παραλλήλου καὶ τὸν φόρτον τῆς ρευστοποιήσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας; Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ Τράπεζα ἡ Ἀγροτικὴ ἦτο ἡ ρευστοποιοῦσα τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, θὰ μποροῦσε καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη περιουσία νὰ τύχουν προσοχῆς καλλιτέρας καὶ περισσοτέρας.
§177Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μὲ ποῖα ὑποκαταστήματα;
§178Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ κάμουν τὰ μακροπρόθεσμα δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι μεγάλο τὸ φορτίον καὶ ἡ ἐπόπτευσις τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων. Νομίζω ὅτι κατανεμομένη θὰ εἶναι ἀνεπαρκής.
§179Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ Ἀγροτικὴ χρησιμοποιεῖ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τοὺς ἰδίους σκοπούς. Θὰ ἦτο περίεργον ἐὰν τὴν ἐχρησιμοποίῃ δι’ ἀλλοτρίους σκοπούς.
§180Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Πάντως αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ θὰ ἦτο ἁρμοδιωτέρα νὰ ρευστοποιήσῃ αὐτὴν τὴν περιουσίαν. Εἰς τὸ 7ον ἄρθρον ἐδάφιον 2 λέγει ὅτι περιέρχεται εἰς τὸν ὀργανισμόν. (ἀναγινώσκει). Εἰς τὰ ἀπαλλοτριωθέντα κτήματα ὑπάρχουν μερικοὶ προσφυγικοὶ συνοικισμοί, ἐλάχιστοι, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τὸ ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας. Ἐγένοντο μερικοὶ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ ἐπὶ κτημάτων μοναστηριακῶν, ἀπαλλοτριωθέντων, θεωρηθέντων ὅτι ἔχουν ἀπαλλοτριωθεῖ. Ἐγένοντο κτίσματα προσφυγικά, καὶ θὰ ἔπρεπε ὅπως νομιμοποιηθῇ ἡ κατάστασις αὐτή, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τὸ σάρωμα τῶν κτισμάτων αὐτῶν. Θέλομεν νομιμοποίησιν τῶν ὁπωσδήποτε ἀπαλλοτριωθέντων. Εἶναι δύο ἢ εἷς προσφυγικοὶ συνοικισμοί. Δὲν νομίζω ὅτι ζημιοῦται ἡ μοναστηριακὴ περιουσία.
§181Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχουν ἀπαλλοτριωθῆ;
§182Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Εἶναι ἐλάχιστοι εἷς ἢ δύο συνοικισμοί. Νομίζω ὅτι τὸ κέρδος θὰ εἶναι μεγάλο καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν θέλει διαμαρτυρηθῇ, ἐφόσον αὐτὴν τὴν νύκτα κανονίζομεν τοὺς ἀμοιβαίους λογαριασμούς μας.
§183Λ. ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΗΣ. Ἄς τεθῇ εἴτε ὑπὸ ἀνέγερσιν.
§184Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Εἶναι μία κατάστασις πραγματική, ἡ ὁποία πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ τροπολογία.
§185Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 10 ἐκεῖ ποὺ λέγει κατ’ ἐξαίρεσιν ἄνευ δημοπρασίας γίνεται παραχώρησις περιουσίας μοναστηριακῆς εἰς ἀκτήμονας ἢ κτηνοτρόφους, νὰ προστεθῇ ὡς καὶ ἀνέγερσιν καὶ ἐπέκτασιν προσφυγικῶν συνοικισμῶν. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ Τηγάνι τῆς Σάμου καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων δίνει παράδες καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ οἰκόπεδα εἶναι μοναστηριακὰ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ ἀνέγερσις συνοικισμῶν. Δώσατε τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔδωσε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Τὴν ζητοῦμεν αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν καὶ ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ρευστοποιήσεως περὶ μοναστηριακῆς περιουσίας.
§186Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν παραχώρησιν νὰ γίνῃ μία εὐκολία.
§187Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Αὐτὸ ζητοῦμεν κ. ὑπουργέ, ἵνα ἡ χάρις ὑμῶν γένηται πλήρης.
§188Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ ἀμέριστος στοργή σας πρὸς τὸν κλῆρον κατέλειξεν εἰς τὸ λαβεῖν.
§189Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Μικροπράγματα κύριε ὑπουργέ. Ἐδῶ εἶναι περιουσία 1.000.000.000, καὶ εὔχομαι ὅπως ρευστοποιουμένη ἡ περιουσία αὐτὴ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνα κλῆρον διὰ τὸν ὁποῖον νὰ σεμνώμεθα καὶ ἕνα κλῆρον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπάρξῃ ἀντάξιος τῶν μεγάλων ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἱστορικῶν παραδόσεων αὐτοῦ.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Ἐκκλησία κύριοι συνάδελφοι τὸ ἀναγνωρίζομεν ὅλοι ἔχει προσφέρει ὑψίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁμόθυμος εἶναι ἡ ἐπιθυμία ὅπως συμβάλῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἷς ζῶν ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος οὔτε θέλει οὔτε πρέπει νὰ ἀντλῇ τὸ κῦρος του ἐκ τοῦ παρελθόντος. Εἶναι ἀνάγκη καὶ αὐτή, καὶ αὐτὴ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας ἡ πρόθεσις, νὰ ἀντλῇ τὸ κῦρος της ἐκ τῆς συνεχοῦς δράσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὴν κοινωνικὴν τὴν ἀνθρωπιστικὴν σπουδαιότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἕως τώρα ἐτονίσθη ἰδιαιτέρως ἡ σημασία τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψίστης ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου, ἡ ἐπαρκὴς ἀμοιβὴ τοῦ κλήρου. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ οἱ κληρικοὶ ὅπως ὅλοι οἱ ἐργαζόμενοι ἄνθρωποι–καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐκπληρώνει μίαν σπουδαιοτάτην κοινωνικὴν λειτουργίαν ἐπιβάλλεται νὰ ἀμοίβωνται ἐπαρκῶς. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ πράγματος ἦτο ἕως τώρα μονομερὴς δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ λάβῃ τὸ Κράτος μέτρα, τὸ λέγω ἁπλῶς ἐκ τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον προηγουμένως ἐτόνισα, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὸ Κράτος ἀσκεῖ ἐπιρροὴν ἐπ’ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιβάλλεται λέγω ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι πάντοτε συγχρονισμένη καὶ ὅπως καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν ἐτόνισα ὅταν ἔγινεν συζήτησις περὶ τῆς συμμετοχῆς τοῦ κλήρου εἰς τὴν Γερουσίαν ἐξ ὅλων τῶν κοινωνικῶν ὀργανώσεων τῆς Ἑλλαδικῆς κοινωνίας ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐπρόοδευσεν ὅσον ἐπροόδευσαν ὅλοι οἱ ἄλλοι κοινωνικοὶ ὀργανισμοί, τὸ Κράτος, ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ δικαιοσύνη καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι κοινωνικοὶ ὀργανισμοί. Τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνάγκη νὰ συγχρονισθῇ διὰ νὰ ἠμπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκπληρώνῃ τὴν ἀποστολήν της, ὡς παραμυθιτρίας τῶν πασχόντων, ὡς βοηθοῦν ἀδυνάτων ὡς δυνάμεως ἀνθρωπιστικῆς, ὡς τοῦ μεγάλου ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος μεταδίδει τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία εἶχεν ἐξελιχθῆ ὅπως ἡ ἰδία ἐπιθυμεῖ καὶ ὅπως ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν δὲν θὰ ἐγένετο οὐδεὶς λόγος περὶ κλήρου καὶ ὑπάρχουν καὶ συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι μετὰ μειδιάματος ἐδέχθησαν τὰς συστάσεις τῶν ἀγορευόντων. Δὲν ἐπιθυμῶ διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι εἶναι μέγας ὁ προορισμὸς καὶ εἰς τὸ μέλλον τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἀπόψεως ἀνθρωπιστικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυψώσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Τοιαῦτα μειδιάματα νὰ γίνωνται καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅπως εἶπον νὰ συγχρονισθῇ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως μὲ τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀνάγκας. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ τὸ κάμῃ, μόνον εἰς ἓν σημεῖον τὸ ὁποῖον ἤγειρεν καὶ διαμαρτυρίας ἐκ μέρους συναδέλφων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ βίου τῶν μοναχῶν ἐπεμβαίνει καὶ καθορίζει καὶ ἐπιβάλλει γενικῶς τὸ κοινοβιακὸν σύστημα. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος καὶ ἡ μόνη διαφωνία εἶναι εἰς τοῦτο ὅτι θὰ ἐπεθύμουν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ μοναχικοῦ βίου νὰ εἶναι ἀκόμη ριζικωτέρα διότι δὲν εἶχεν ἄδικον ἄλλος συνάδελφος ὁ ὁποῖος παρετήρησεν ἐξ ἄλλου ἐντελῶς πνεύματος ὁρμώμενος καὶ ἐξ ἄλλων σκοπῶν παρακινούμενος τὶ θέλετε νὰ γίνωσιν οἱ μοναχοὶ ὅταν τοὺς ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία, θέλετε νὰ εἶναι ἄεργοι; Θὰ ἐπεθύμουν ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν μοναχικὸν βίον ὄχι ὁ βιοπορισμὸς ἀλλὰ μία κοινωφελὴς ἀπασχόλησις, θὰ ἐπεθύμουν ἡ μεταρρύθμισις νὰ ἐχώρει μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ ἦτο ριζικωτέρα. Δὲν γνωρίζω πόσον καιρὸν θὰ διατηρηθῶσιν αἱ μοναὶ καὶ οἱ μοναχοί. Ἡ σημερινὴ κοινωνία δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη πρὸ 100 ἐτῶν, ὁπότε πλῆθος ἀνθρώπων ὑπῆρχεν ἀπογοητευμένων μὴ δυναμένων νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν κοινωνικὴν ζωὴν καὶ ἐπιθυμούντων νὰ συνεχίσωσι τὸν βίον τῶν ἐν μοναῖς καὶ ἐν προσευχῇ. Δὲν ὑπάρχουν, λέγω αὐταὶ αἱ συνθῆκαι καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν νὰ φθίνῃ ὁ μοναχικὸς βίος. Ἀλλ’ ἐὰν διετηρῆτο καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ διατηρηθῇ, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἐὰν ἡ μεταρρύθμισις ἔφθανε μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ ρυθμίσῃ τὸν βίον τῶν μοναχῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε οἱ μοναχοὶ παρὰ τὴν προσευχὴν νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ λειτουργοὶ κοινωνικῆς ὠφελείας, νὰ ἀπασχολῶνται μὲ ἐργασίας κοινωφελεῖς, μὲ ἐργασίας ἀφορώσας τὴν ὑγιεινήν, τὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν περίθαλψιν πτωχῶν κλπ. Ἔτσι ἀλλοῦ οἱ μοναχοὶ προσέφεραν ὑπηρεσίας καὶ ἐφόσον ἤθελον διατηρηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν μονῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ θεσμὸς καὶ ὑπάρχουν μοναχοὶ ἠδύναντο νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίας οἱ μοναχοὶ καὶ ἔτσι θὰ καθίστατο σεβαστὸν τὸ μοναχικὸν σχῆμα. Τὰ λέγω ἁπλῶς διὰ νὰ συζητηθοῦν καὶ δυνηθῇ ὅταν νομίσῃ εὔθετον χρόνον ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Ἐκκλησίας γίνῃ μία μεταρρύθμισις ριζικὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου. Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἀμοίβεται ὁ κλῆρος, πόθεν ὅμως πρέπει νὰ ἀμοίβεται; Πόθεν πρέπει νὰ ἀρυσθῶμεν τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ καλύψουν τὰς ἀνάγκας τοῦ κλήρου; Τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία ἀποτελεῖ δικαιωματικῶς τὴν βάσιν, ἀποτελεῖ τὴν πηγήν, ἀπὸ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀπορρέουν οἱ πόροι, κατὰ πρῶτον λόγον, φυσικὰ μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν μοναχῶν, κατὰ δεύτερον λόγον τῶν ἀνωτέρων κληρικῶν καὶ κατόπιν τοῦ κατωτέρου κλήρου. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ἡ ἀντίληψις αὐτὴ τόσον γενικῶς διατυπουμένη εἶναι ὀρθή; Ἐκ μέρους συναδέλφων διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ ἐπέμβασις τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ Κράτος εἶναι ἀντισυνταγματική. Πῶς, ἐτονίσθη, ἐπεμβαίνει τὸ Κράτος νὰ πάρῃ περιουσίαν νομικῶν προσώπων καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ κατὰ θέλησιν; Ἡ ἀντίρρησις αὐτὴ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἓν μέρος τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀπέβαλε τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Δὲν δύνανται δηλαδὴ οἱ σκοποὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκεῖ ματαίωσιν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ ἑνὸς μέρους τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἄλλην μοναστηριακὴν περιουσίαν, ἡ νομικὴ δικαιολογία εἶναι ὅτι αἱ μοναὶ ἀποτελοῦν νομικὰ πρόσωπα ὑπάρχοντα ἐκ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ νόμου, τῶν ὁποίων ὁ ὀργανισμὸς διέπεται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὶ γίνεται κατὰ βάθος; Τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν μονῶν ἢ ἄλλων ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κατόπιν, τὴν διαχείρισιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ τὴν ἀναθέτει εἰς ἄλλον ὀργανισμόν, δὲν ἐξετάζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ ποίους λόγους ἔγινε αὐτό. Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισις δὲν εἶναι ἡ πρώτη. Ἀποτελεῖ ἕνα κρίκον μιᾶς σειρᾶς ἐξελίξεων μετατροπῆς τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Δὲν ἀποτελεῖ ὁ νόμος κἄτι νέον δὲν ξεύρω ἐὰν προέρχεται — ὅπως καὶ πράγματι προέρχεται — ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ σκοποῦ καὶ μόνον ἀπὸ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν καὶ ἀπὸ ἀνάγκας παρεμφερεῖς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ρυθμίζεται ἡ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ διάθεσις αὐτῆς ἐφόσον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ νομοθέτου, οἱ σκοποὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἔχουν σχηματισθῆ αἱ μοναστηριακαὶ περιουσίαι ἱκανοποιοῦνται ἐξ ἑνὸς μέρους τοῦ εἰσοδήματος τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν. Καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν μονῶν, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, τὸ Κράτος ἔβαλε χέρι εἰς μοναστηριακὰς περιουσίας καὶ ἡ τελευταία ἐξέλιξις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἀνεξαρτήτως τῶν διαταγμάτων τῆς δικτατορίας, τὶ ἄλλο ἦτο παρὰ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν καὶ διάθεσιν ἑνὸς μέρους τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν ὑπὲρ ὡρισμένου σκοποῦ; Κατὰ συνέπειαν, νομίζω ὅτι ἡ ἀντίρρησις τόσον ἀπολύτως διατυπουμένη περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου δὲν εἶναι βάσιμος. Δὲν πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως μιᾶς ὑφισταμένης καταστάσεως. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἐὰν ἡ ἀντίρρησις περὶ ἀντισυνταγματικότητος δέν εἶναι ὀρθή, δὲν εἶναι ὅμως ἄσκοπον νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διατίθεται ἡ μοναστηριακὴ περιουσία εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος περισσότερον συνδέεται μὲ τοὺς σκοποὺς τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Πῶς ἐσχηματίσθη ἡ μοναστηριακὴ περιουσία; Ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὅτι ἐσχηματίσθη χάριν προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας τῆς χριστιανικῆς, ἐσχηματίσθη ἀπὸ εὐσεβεῖς σκοπούς, ἐσχηματίσθη ἐπὶ τέλους διότι τὰ μοναστήρια ἀποτελοῦν ἱδρύματα ὄχι μόνο ἐκκλησιαστικά, τὰ μοναστήρια δὲν εἶναι μόνον ἐκκλησιαστικοὶ θεσμοί. Ὅπως ἐλειτούργησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ μοναστήρια ἐπετέλουν ἕνα σκοπὸν φιλανθρωπικόν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δουλείας, ἕνα σκοπὸν προστασίας τοῦ Ἔθνους, ἕνα σκοπὸν φιλανθρωπικόν, διότι ἐκεῖ εὕρισκον ἄσυλον ὅλοι οἱ πτωχοί, ὅλοι οἱ ἄποροι, ὅλοι οἱ πάσχοντες, ἀλλὰ καὶ ἕνα σκοπὸν ἐν μέρει ἐκπαιδευτικὸν ὁ ὁποῖος ἀλλοῦ ἐπετεύχθη περισσότερον καὶ ἀλλοῦ ὀλιγώτερον. Ἔτσι ἐσχηματίσθη εἰς ὡρισμένας περιφερείας· καὶ ἐφόσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ σχηματισμοῦ τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν, ἐρωτῶ: ὁ ἐγγύτερος σκοπὸς τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν τῶν περιουσιῶν μετὰ τὴν διατήρησιν τῶν μονῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εἶναι περιωρισμένη σήμερον, εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἱεραρχῶν; Εἰς τοῦτο ἔχω ἀμφιβολίας. Εἶμαι συμφωνότατος καὶ τονίζω καὶ πάλιν ὅτι πρέπει οἱ ἱεράρχαι νὰ ἀμείβωνται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέλωμεν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ ὕψος της, νὰ θέλωμεν ἱεράρχας ἱκανοποιοῦντας τὴν ἀποστολήν των, ἐφόσον δὲν ἀμείβονται. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: αὐτὴ ἡ ἀμοιβὴ πρέπει νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὰς περιουσίας αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν εἰς ὡρισμένους τόπους καὶ εἰς ὡρισμένας περιφερείας; Πρέπει αὐτὰς τὰς περιφερείας νὰ βαρύνῃ ἰδιαιτέρως ἡ συντήρησις ὁλοκλήρου τοῦ ἀνωτέρου κλήρου τῆς Ἑλλάδος; Τὸ νομοσχέδιον ἔχει κοινωφελῆ σκοπόν, ἀλλ’ εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ τοιοῦτος σκοπὸς δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους μπορῶ νὰ κάμω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διότι ἐὰν ἱκανοποιηθοῦν αἱ δαπάναι τοῦ ἀνωτέρω κλήρου, ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἱεροκηρύκων, θὰ ἔλθῃ ἓν ποσοστὸν ἀσφαλῶς καὶ διὰ τὸν κατώτερον κλῆρον, ἀμφιβάλλω ἂν περισσεύσῃ καὶ λεπτὸν διὰ νὰ διατεθῇ διὰ κοινωφελεῖς σκοπούς, τὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ; Ἔπρεπεν αἱ μοναὶ καὶ αἱ μοναστηριακαὶ περιουσίαι νὰ ἐξετασθοῦν πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως ἱκανοποιήσεως ἀναγκῶν κοινωνικῶν κατὰ τόπους. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ ἐξαιρέσεως ἀπὸ τὴν διὰ δημοπρασίας ἐκποίησιν μοναστηριακῶν γαιῶν ἐφ’ ὅσον μποροῦν νὰ ἐκπληρώσουν ὡρισμένους σκοπούς. Ἀλλὰ ποῖος κρίνει περὶ τῆς ἀναγκαιότητος αὐτῶν τῶν σκοπῶν; Κρίνει τὸ κεντρικὸν συμβούλιον τοῦ ἱδρυομένου ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐντελῶς ἀντίθετον συμφέρον ἀπὸ τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἔστω καὶ ἓν πλέθρον μοναστηριακῆς περιουσίας ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν, πλὴν τῶν κυρίων σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ μοναστηριακὴ περιουσία εἰς ὡρισμένας περιφερείας μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ ἀνάγκας ἐπὶ παραδείγματι γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ὡς ἱδρύματα τὰ μοναστήρια μποροῦν νὰ ἐκπληρώσουν ἀνάγκας περιθάλψεως πτωχῶν ἢ ἀνάγκας νοσοκομειακάς, ἐγώ νομίζω, ὅτι κατὰ πρῶτον λόγον θὰ ἔπρεπεν αὐταὶ αἱ περιουσίαι νὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας· αὐταὶ ἔπρεπε, πρῶτον νὰ γνωμοδοτήσουν ποῖαι εἶναι αἱ μοναστηριακαὶ περιουσίαι καὶ ποῖαι αἱ μοναστηριακαὶ περιοχαὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν διὰ νὰ ἐκπληρώσουν αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς δηλαδὴ ἐκπαιδεύσεως, ὑγιεινῆς περιθάλψεως, ἀπόρων, καὶ κατόπιν θά ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν ποῦ ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ἡ ὑπόλοιπος περιουσία. Τὸ νομοσχέδιον θέτει ὡς κανόνα τὴν διὰ δημοπρασίας ἀπαλλοτρίωσιν καὶ κάμνει ὡρισμένας ἐξαιρέσεις. Αἱ ἐξαιρέσεις αὐταὶ ἀφοροῦν τοὺς ἀκτήμονας καὶ μέχρι τῆς πρὸ ὀλίγου γενομένης τροπολογίας τοὺς πολυχρονίους μισθωτάς. Διὰ τοὺς ἀκτήμονας ὅμως τὸ νομοσχέδιον θέτει ἕνα ἄλλον κανόναν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἕως τώρα ἐφηρμόζαμεν προκειμένου περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Εἶναι μία ἀντίληψις ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν, καὶ αὐτὸ προεκάλεσεν ἐπανειλημμένως τὴν διαφωνίαν καὶ ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀπασχολήσω παρὰ πολὺ τὴν Βουλήν. Καὶ ἄλλοτε ἐτονίσαμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ἄλλοι ἀκτήμονες, διότι ἔτυχε νὰ εὑρίσκωνται εἰς κτήματα ἰδιωτικά, νὰ ἀποκατασταθοῦν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους καὶ ἄλλοι ἀκτήμονες, διότι ἔτυχε νὰ εὑρίσκωνται εἰς μοναστηριακὰ κτήματα, νὰ ἀποκατασταθοῦν ὑπὸ δυσμενεστέρους ὅρους. Ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία εὔνοια ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς μοναστηριακὰ κτήματα διότι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ὡς εἶπον, συνελέγησαν διὰ κοινωφελεῖς σκοποὺς καί, φυσικὸν εἶναι, αὐτὰ τὰ κτήματα, διαχειριζόμενα ἄλλως τε ὄχι καλῶς, καὶ μὴ ἐπληροῦντα πραγματικῶς σκοποὺς σπουδαίους, κατὰ πρῶτον λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ διατίθενται ὑπὸ τοὺς εὐνοϊκωτέρους ὅρους ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Κράτος ὅταν ἤρχισε νὰ κάμῃ τὰς ἀπαλλοτριώσεις. Ἐσχάτως ἐξ ἀντιδράσεως τῆς Ἐκκλησίας αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἐσταμάτησε καὶ καθιερώθη ἄλλη πολιτικὴ ἐξαιροῦσα τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἀπὸ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἐγὼ ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν τακτικὴν αὐτὴν τὴν νέαν, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ ὄχι μόνον διότι ὑπὸ δυσμενεῖς ὅρους, δυσμενεστάτους καὶ ἀνίσους ὅρους ἐγκαθίστανται εἰς τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἀκτήμονες. Δὲν γνωρίζω πόσα μοναστηριακὰ κτήματα εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἔγινε μνεία ἀριθμῶν πολὺ ἀπεχόντων ἀπ’ ἀλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς προσαγάγῃ ἀριθμοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠμποροῦμε νὰ βασισθῶμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν εἶναι πολλά, ἡ ἀγροτικὴ ζημία εἶναι μεγαλειτέρα· ἂν εἶναι ἐλάχιστα τὰ κτήματα, ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν σκοπῶν τῶν κυρίων ποὺ ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλάχιστος καὶ ἡ ἐξαίρεσις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, πότε διὰ τοῦ νόμου μὲ τὸν ὁποῖον ἐρυθμίσαμεν τὸν τρόπον τῆς καταβολῆς τῆς μεγαλυτέρας ἀποζημιώσεως εἰς τὰ κτήματα τῶν ξένων ὑπηκόων, τὰ ὁποῖα ἐξηγόρασε τὸ δημόσιον, πότε δι’ ἄλλων νόμων ἐξαιρετικῶν καὶ τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου ρυθμίζομεν τὴν διάθεσιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἀνατρέπομεν τὴν βάσιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ἐνισχύομεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν ν’ ἀνατραποῦν αἱ βάσεις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ὁ τρόπος τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως.
§192Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Σήμερον αἱ ἐκτιμήσεις εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε εἶναι διπλάσιαι τῆς πληρωθείσης εἰς ξένους ὑπηκόους.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ δι’ αὐτό.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος εἴπατε, ὅτι μὲ τὸν κανονισμὸν τὸν ἐξαιρετικὸν τὸν ὁποῖον εἴχομεν κάμει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶσθε εὐχαριστημένος.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ διεφώνησα ὄχι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο: ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο ἀνωτέρα ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων τῶν ἡμεδαπῶν, τὸ περιπλέον νὰ καταβάλλεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δηλαδὴ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνισότης μεταξὺ ἀκτημόνων ἐγκατεστημένων εἰς κτήματα ξένων ὑπηκόων καὶ ἀκτημόνων ἐγκατεστημένων εἰς κτήματα ἡμεδαπῶν. Ἐκεῖ ἦτο ἡ διαφωνία μου μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς συμβάσεις, ἠξεύρετε ὅτι μᾶς ἐπεβλήθησαν καὶ ἐκάμαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς κάμωμεν ἐπιεικεστέρας καὶ ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἐδόθη ἦτο εὐνοϊκωτάτη, διότι ὅπως ἐνθυμεῖσθε ὡρίσαμεν τὸ δεκαπλάσιον τῆς προπολεμικῆς ἀξίας εἰς δραχμάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέτρεπεν ἐκτίμησιν κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ 200 δραχμὰς τὸ στρέμμα διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, μία λίρα ἢ ἓν ναπολεόνι ἐστοίχιζαν κατὰ μέσον ὅρον τὰ μεγάλα τσιφλίκια κατὰ στρέμμα. Ἀλλὰ τὶ συμβαίνει τώρα; Σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρασύρει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ δικαστήρια, ἤρχισαν ἀπὸ 1½–2 ἐτῶν οὐσιαστικῶς παραβιάζοντα τὸν ἀγροτικὸν νόμον, διότι ἀντὶ νὰ ρυθμίζουν τὴν ἐκτίμησιν σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, κάμνουν μίαν ἐκτίμησιν ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῆς ἀντιλήψεως περὶ δικαιοτέρας ἀποζημιώσεως. Δηλαδὴ τὰ δικαστήρια παρασυρόμενα, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία παρασύρει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἤρχισαν νὰ παραβιάζουν τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναβιβάζουν τὴν τιμὴν τῶν κτημάτων εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἦτο ἡ ἀξία τῶν κτημάτων διδομένη εἰς μεταλλικὰς δραχμάς.
§196Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐξεδόθη ἀπόφασις δικαστηρίου, ὁρίζουσα τὴν ἀξίαν κτήματος εἰς δραχ. 60 κατὰ στρέμμα! Αὐτὸ εἶναι εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα καὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διότι ἡ Βουλὴ ὀφείλει πάντοτε νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσάκις παραβιάζεται καταφώρως ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν καταφώρως τὸν νόμον, αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεταρρυθμισθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὐταί. Διότι, ἂν ἀφήσετε ἀχαλιναγώγητον αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ καταλήξωμεν ὥστε αἱ ἀποζημιώσεις νὰ ἀνέλθουν εἰς μεγάλα ποσὰ διότι θὰ ἔλθουν οἱ ξένοι ὑπήκοοι νὰ εἴπουν: πῶς δίδετε εἰς ἐμὲ διακοσίας δραχμὰς κατὰ στρέμμα ἐνῷ τὰ δικαστήρια δίδουν διὰ τῶν ἀποφάσεών των τετρακοσίας δραχμὰς κατὰ στρέμμα;
§197Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ ζημία τῶν δημοτῶν μεγάλη.
§198Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἔχομεν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐκτιμητικὴ ἐπιτροπὴ προῆλθεν εἰς συμφωνίας μὲ τὸν ἰδιοκτήτην κυρίως μάλιστα διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς ἀγοραστὰς καὶ νὰ νοήσῃ καὶ αὐτῶν τὴν γνώμην, καὶ συνεπεία τούτου τὸ τίμημα τὸ ὁποῖον καθωρίσθη εἶναι τόσον μέγα ὥστε οἱ ἀγορασταὶ ἦλθαν ἐδῶ καὶ εἶπον: δὲν τὸ θέλομεν τὸ κτῆμα.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκτὸς τῆς ζημίας αὐτῆς τοῦ δημοσίου, ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας καὶ διὰ τοὺς ἀκτήμονας, καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ διὰ τὸ δημόσιον. Μήπως εἶναι μικρὸς ὁ κίνδυνος ὅταν οἱ ἐγκαθιστάμενοι εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ ἀκτήμονες δὲν δύνανται νὰ ζήσουν; Καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ τονίσω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μὴ δημιουργήσῃ μίαν ἐπὶ πλέον ἐξαίρεσιν, λόγῳ τῆς ὁποίας καὶ τὰ δικαστήρια νὰ μὴ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὸν νόμον. Εἶναι δίκαιον ὁ νόμος ὁ ἀγροτικὸς νὰ ἐφαρμόζεται ἐξ ἴσου δι’ ὅλους. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀκτήμονας θὰ ἤθελον ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῶν ἀκτημόνων ἐμφυτευτῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἰδικῶς δὲν κάμνετε λόγον! Ἴσως γίνεται λόγος περὶ αὐτῶν ἐκεῖ ὅπου ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμβατικίων, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ γίνῃ ρητὸς λόγος περὶ αὐτῶν, μία ρητὴ δήλωσις. Διότι ἐν Πελοποννήσῳ ἰδίως ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ προστατευθῶσι.
§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§201Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω νὰ εἴπω ἀκόμη δύο λόγια διὰ τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας τῆς ἐκποιήσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἐγκαθιστᾷ μίαν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Κέντρον καὶ ἀναθέτει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν διενέργειαν τῶν δημοπρασιῶν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐνοικίων τῶν κτημάτων. Ἐγὼ ἔχω ἐνδοιασμούς, ἐὰν ὁ καλλίτερος τρόπος τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς τῆς περιουσίας εἶναι ὁ διὰ τῆς ἐπικουρίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης ὁ κ. Ἰασωνίδης, ἀπέδειξεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, ὡς κοινωφελὴς ὀργανισμός, νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἶπεν ὅμως ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει ὑποκαταστήματα, ἀλλ’ ὑπάρχουν δύο ἄλλοι ὀργανισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγαλειτέραν ἁρμοδιότητα, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσιν ἐπωφελέστερον τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς διοικήσεως. Οἱ δύο αὐτοὶ ὀργανισμοὶ εἶναι: ἡ ὑπηρεσία τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων κτημάτων ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, καὶ τὸ ταμεῖον Δανείων καὶ Παρακαταθηκῶν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ διοίκησις τῶν δημοσίων κτημάτων, νὰ δοθῇ δηλαδὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ διοίκησις τῶν δημοσίων κτημάτων ἀποτελεῖ ἕνα ὀργανισμὸν εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἀγροτικῶν κτημάτων, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει πρακτορεῖα εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἔχει πρακτορεῖα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Καὶ ἐξ ἄλλου αὐτὰ τὰ πρακτορεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀπορροφήσουν μεγαλείτερον ποσόν, διὰ τὴν διοίκησιν, ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, καὶ ὅπως εἶπον ἔχουν μίαν πεῖραν τῆς διαχειρίσεως τῶν κτημάτων ἐκείνων, διότι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν κάμνουν αὐτό, καὶ δὲν ἠξεύρω τὸν λόγον διατὶ δὲν θὰ ἀνεθέταμεν εἰς αὐτοὺς τὴν διαχείρισιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἐννοεῖται βέβαια, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἰδίας ἐπικουρίας τῶν Μητροπολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλος ὀργανισμὸς τοῦ ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων. Τὶ εἶναι τὸ ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων; Εἶναι μία Τράπεζα Κρατικὴ ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὰς καταθέσεις τῶν εἰς τὸ δημόσιον ὑποχρέων εἰς ἐγγυοδοσίαν. Αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς κατώρθωσε νὰ κάμῃ ἀρίστην διαχείρισιν τῶν κινητῶν αὐτοῦ χρημάτων, ἡ ὁποία εἶναι εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους. Τὸ ταμεῖον αὐτὸ τῶν Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων ἐπὶ πλέον ἔχει ὡς πρόεδρον αὐτοῦ τὸν διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἔχει ὑποκαταστήματα τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας καὶ οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ταμίαι τοῦ ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὰ λεχθέντα ἄλλοτε, ὅτι τὰ δημόσια ταμεῖα δὲν πρέπει νὰ ἔχουν διαχείρισιν δανείων καὶ εἶπον ὅτι δύνανται τὰ δημόσια ταμεῖα νὰ ἐκτελοῦν μετ’ ἐπιτυχίας καὶ τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι τὸ ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων, εἰς τὸν ὁποῖον κατώρθωσαν νὰ προσπορίσουν ἀρκετὰ κέρδη εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διατὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἵδρυμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξαιρετικὴν ἀπασχόλησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀκριβῶς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν μὲ τὰ Κρατικά, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ αὐτό. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν εἶναι πολλὰ ἢ ὀλίγα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πάρῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν εἶναι 40, 80, 100, ἑκατομμύρια. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἔχομεν ἕνα Κρατικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον, χωρὶς σπουδαίαν ἐπιβάρυνσιν, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναλάβῃ ἐξ ἴσου καλῶς, ὅπως καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὴν διαχείρισιν αὐτῆς τῆς περιουσίας. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω δὲν ἀποτελοῦν δυσπιστίαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν ἑνὸς Κρατικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον δύναται ἄριστα νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἀποστολήν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰ γενικώτερα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι πρέπει ἡ ἀμοίβεται ὁ κλῆρος, ἀλλὰ πρέπει ἡ ἀμοιβὴ αὐτὴ νὰ μὴ γίνεται εἰς βάρος ὡρισμένων ἀνθρώπων καὶ περιφερειῶν, ἀλλὰ νὰ γίνεται εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία καὶ συμφέρον ἔχει καὶ θέλει νὰ ἐξυψωθῇ ὁ κλῆρος. (χειροκροτήματα). (Ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Ζαβιτζιάνος ἵνα ὁμιλήσῃ).
§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ σειρά μου, κύριε Πρόεδρε.
§203Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐγγεγραμμένος, κ. Πρόεδρε.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴθισται νὰ προτιμῶνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§205Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, θὰ πολλαπλασιάζωνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι γραμμένον ὅτι προτιμῶνται οἱ ἀρχηγοί;
§207Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρέπει νὰ ἐναλλάσσωνται οἱ ἀρχηγοὶ μετὰ τῶν βουλευτῶν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔθος ἐπεκράτησεν.
§209Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔθος· σεῖς τὸ ἐκάματε.
§210Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀπασχολήσω......
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ὑπέβαλεν μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§212Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπέβαλα μομφὴν παρὰ μίαν παρατήρησιν ἁπλῶς ἔκαμα.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι μομφή.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιάνος.
§215Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν τὴν Βουλήν. Ἀνῆλθα εἰς τὸ βῆμα ἁπλῶς ἵνα δι’ ὀλιγίστων δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου, ψῆφον καταδικαστικὴν κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ. Εἶμαι μὲ ἄλλα λόγια κατὰ τῆς ρευστοποιήσεως. Ἂν διετηρήθη ἡ μοναστιριακὴ περιουσία, διετηρήθη μόνον καὶ μόνον διότι ἦτο ἀκίνητος, μὲ ἄλλους λόγους διότι δὲν ἐρρευστοποιήθη. Ἡ τύχη τῆς περιουσίας τῶν διαλυθεισῶν Μονῶν εἶναι ἀρκετὴ νομίζω, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ ὅλους περὶ τῆς τύχης τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ καὶ ἡ λοιπὴ μοναστιριακὴ περιουσία ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ μέτρον τὸ συζητούμενον ἐφαρμοσθῇ. Ἐγώ, κ. βουλευταί, δὲν διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως εἶπον διαφωνῶ καὶ ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν τάσσει νομοσχέδιον διὰ νὰ διοικήσῃ τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν ἡγουμενοσυμβουλίων, εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ νὰ παρακολουθήσῃ ἐργασίαν τόσης ἐκτάσεως καὶ περιουσίαν μεγάλης σημασίας. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ περιουσία αὐτὴ θὰ γίνῃ λεία τοῦ πρώτου τυχόντος, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῇ κανεὶς ἐξ ἡμῶν ὅτι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς περιουσίας αὐτῆς δὲν στηρίζεται κἂν ἐπὶ τίτλων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς μακροχρονίου κατοχῆς καὶ μόνον οἱ παρακολουθοῦντες ἐκ τοῦ πλησίον τὴν περιουσίαν ἐκείνην εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν προστατεύσουν καὶ τὴν ἐνισχύσουν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸν τρόπον αὐτὸν, τίθεται βεβαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου μία ἀπολύτως καλὴ ἀρχή, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ περιουσία κατόπιν ἐκτιμήσεως πρέπει νὰ ἐκποιηθῇ διὰ δημοπρασίας. Ἀλλὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθενται καὶ ὡρισμέναι ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι κινδυνεύουν νὰ ματαιώσουν τὴν καλὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέτει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ πρώτη ἐξαίρεσις εἶναι ὅτι θὰ δύναται καὶ ἄνευ ἐκποιήσεως καὶ ἄνευ δημοπρασίας νὰ ἐκποιηθῇ περιουσία ἢ μοναστηριακὴ προκειμένου περὶ ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων, ὁπότε μάλιστα δύναται νὰ ἐκποιηθῇ καὶ μὲ 25% ὀλιγώτερον τῆς ὁρισθείσης ἀποτιμήσεως. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία ἀρκετὰ συνεισέφερε διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων· ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτοῦ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι καλή, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς ὅτι ἐν τῇ πράξει μεταβάλλεται ἡ ἐξαίρεσις εἰς ἀρχήν. Δὲν θέλω νὰ παραγνωρίσω τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὑπουργοῦ, ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται· οἱ νόμοι ὅμως πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτοι ὥστε νὰ παρέχωνται ὅλαι αἱ ἀσφάλειαι. Καὶ αἱ ἐξαιρέσεις, μὴ παρεχομένης οὐδεμιᾶς ἀσφαλείας, θὰ γίνουν κανόνες, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 11προβλέπονται καὶ ἄλλαι περιπτώσεις καθ’ ἃς γίνεται ἐκποίησις καὶ ἄνευ δημοπρασίας, ὅταν πρόκειται περὶ νοσοκομείων, γεωργικῶν σχολῶν κλπ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐξαίρεσις κατ’ ἐμὲ, καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀτυχεστέρα ἀκόμη τῆς πρώτης, διότι ἐνῷ διὰ τὴν πρώτην ἐξαίρεσιν συνηγόρουν καὶ λόγοι κοινωνικῆς σημασίας, διὰ τὴν δευτέραν ἐξαίρεσιν δὲν συνηγοροῦν τοιοῦτοι λόγοι. Ἡ δευτέρα αὐτὴ ἐξαίρεσις εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ πολυετῶς μεμισθωμένα ἀγροτικὰ κτήματα.
§216Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διεγράφη καὶ ἔδωκα ἐξηγήσεις περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως.
§217Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Χαίρω πολύ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον τὸ δημοσιευθέν. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἤθελα νὰ εἴπω, μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, θὰ ἐδεχόμην μίαν πρότασιν τοῦ κ. Χρηστομάνου, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἦτο σκόπιμον ἀντὶ τῶν χρεωγράφων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους, νὰ διατίθενται εἰς κτίρια, τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τὸ δημόσιον. Θὰ ἦτο πραγματικῶς μία τοποθέτησις ἀσφαλεστέρα καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καλλιτέρα τῆς τοποθετήσεως, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§218Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ ἀπόκτησις ἀστικῶν ἀκινήτων. Εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀποσαφηνισθῇ ἰδιαιτέρως: «ἰδίως δημοσίων κτηρίων, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως».
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος.
§220Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολὺ διότι ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ μηνῶν δι’ ἐπερωτήσεως πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Παιδείας ἔθεσαν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ κατέδειξαν, ὡς ἐνθυμεῖται καὶ ἡ Βουλή, τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ κλῆρος καὶ ἐμέμφθησαν τὴν πολιτείαν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἑξαμήνου δὲν πληρώνει τοὺς μισθοὺς τῶν Ἱεραρχῶν μας. Ἔψεξα τὴν πολιτείαν, θεωρήσας ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον Κράτους σοβαροῦ τὸ νά μένουν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐκκλησιαστικοὶ ἀπλήρωτοι ἕνεκα τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, κύριοι, εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν ἔδωκε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους προσεδόκουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐθέσπισαν τὸν νόμον. Ὁ νόμος ἦτο σαφής: Αὐτοδιοίκησις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται τόσον ἐπιτροχάδην πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν ταύτης, ἂν θὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοπουμένου, ἂν θὰ καταστήσῃ τουτέστι τὸν ἱδρυόμενον ὀργανισμὸν τοιοῦτον ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του τὰς χρηματικὰς ἀπέναντι τῶν λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπέβαλε τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς καὶ ὁ ἕτερος προλαλήσας. Τὴν ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ, καίτοι γνωρίζω ὅτι δὲν θὰ γίνῃ δεκτή, διότι νομοσχέδιον ὑψίστης σημασίας, νομοσχέδιον ρυθμίζον τοιαῦτα ζητήματα, τοιαύτης κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα δὲν ἔχει μελετηθῆ ἐπαρκῶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθορίζει διαφόρους πράξεις τῆς πολιτείας ἀπέναντι τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, πράξεις αἱ ὁποῖαι ἐὰν δὲν διατυπωθοῦν ἀπὸ τώρα καλῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν θὰ μᾶς φέρουν εἰς δυσκολίας καὶ θὰ κατορθώσουν ὥστε ὁ σκοπὸς πρὸς τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀποβλέπομεν, τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ κλήρου, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡμῶν πράγματα μένουν εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία διευθύνεται, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἀπὸ τοῦ 1911. Νομίζω, ὅτι μία παράτασις πεντάμηνος δὲν θὰ κατέστρεφε τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν διὰ τὸν κλῆρον. Βλέπω ὅμως, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν θὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ προχωρῶ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐμέμφθησαν τὴν Ἐκκλησίαν, κύριοι, ὅτι δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἔπρεπε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν καὶ ἐξεπέμφθησαν καὶ αἰτιάσεις διάφοροι καὶ εἰρωνεῖαι κατὰ τοῦ μοναχικοῦ βίου. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπωμεν πόσα ὀφείλομεν εἰς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς διδασκάλους καὶ ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκράτησαν τὸν ἐθνισμὸν καὶ τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκφραζώμεθα ὄχι μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ περὶ τῶν κληρικῶν ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλει πολλὰ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς. Θὰ ἦτο καλύτερον τὰς εἰρωνείας μας καὶ τὰς αἰτιάσεις μας τὰς πικρὰς νὰ τὰς ἀπευθύνωμεν ὄχι κατὰ τοῦ κλήρου γενικῶς, ἀλλὰ νὰ τὰς ἀπευθύνωμεν κατὰ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν τί ἔκανε διὰ τὸν κλῆρον; Ποίαν ἀρωγὴν ἔδωκεν εἰς τὸν κλῆρον τὸ Κράτος τοῦτο; Ὅταν ἔχετε αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἡ ὁποία σᾶς λέγει ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἱεροκηρύκων ἐλλείψει πόρων κατηργήθη, ὅταν ἔχετε τοιοῦτον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐξοδεῦον ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ παρελάσεις στρατιωτικὰς καὶ διὰ προβιβασμοὺς στρατηγῶν καὶ διὰ διαφόρους ἄλλας δαπάνας ἀσκόπους, δὲν ἐθεώρησεν ὕψιστον καθῆκον του νὰ λάβῃ ὀλίγα ψυχία ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ ἀμείψῃ τοὺς ἱεροκήρυκας καὶ ἔρχεται τὸ ἴδιον Κράτος καὶ ὁμολογεῖ ὅτι, διότι δὲν ἔχομεν χρήματα, καταργοῦμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν, ὅταν τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνῃ τοὺς μισθοὺς ἀνωτάτων λειτουργῶν, τῶν Μητροπολιτῶν, πῶς ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν συνεπρονίσθη μὲ τὰς νεωτέρας προόδους; Τί θέλετε νά κάνῃ; Καὶ μήπως ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι συγχρονισμένη μὲ τὰς νεωτέρας προόδους; καὶ μήπως οἱ Ἱεράρχαι σήμερον δὲν εἶναι ἀξιοπρεπεῖς καὶ δὲν εἶναι ὁδηγοὶ εἰς τὰς κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ δὲν εἶναι αὐτοὶ ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων καὶ ὅλων τῶν τάσεων τῆς Κοινωνίας πρὸς τὴν ἀλληλοβοήθειαν; Ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις τινὲς, εἴτε τῶν ἀνωτάτων Ἱεραρχῶν εἴτε ἐξαιρέσεις τοῦ μοναχικοῦ κλήρου—καί ἐξαιρέσεις, ἀτυχῶς ὑπῆρξαν, καὶ μάλιστα πολλαί—ἔπεται ὅτι, διότι δὲν ὑπῆρξαν μερικοὶ μοναχοὶ εἰς τό ὕψος των, θὰ καταδικάσωμεν ὅλους τοὺς θεσμούς, διότι εἰς τοὺς θεσμοὺς τούτους παρεισέφρυσαν καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν εἶσαν ἱκανά; Καὶ πρέπει νὰ ἐπιτεθῶμεν κατὰ τοῦ θεσμοῦ γενικῶς καὶ νὰ προσπαθῶμεν εἰς τὴν κοινήν γνώμην νὰ τὸν ὑποβιβάσωμεν;
§221Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἠκούσατε κανένα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους σας νὰ μὴ ἐξυμνῇ ὅλα αὐτά; Εἶναι τόσον ζωηρὰ ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν παρέχετε τῆς καταστάσεως, ὥστε εἶναι περίεργον τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγετε, τῆς ἀναβολῆς.
§222Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Συνομολογεῖτε τὴν ἀσθένειαν καὶ ζητεῖτε τὴν ἀναβολὴν τῆς θεραπείας.
§223Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ γίνῃ ἀρτιώτερον τὸ νομοσχέδιον καὶ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς πληρέστερον ἔλεγχον αὐτοῦ. Ὁ παρὼν νόμος εἶναι ὁ δεύτερος νόμος περὶ ρευστοποιήσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν. Ὁ πρῶτος νόμος ἦτο τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1834, ἐπὶ Μάουερ. Δὲν εἶναι πρωτότυπος ὁ νόμος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§224Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μήπως νομίζετε ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ζητεῖ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας; Εὗρε μίαν κατάστασιν ἀνώμαλον καὶ ζητεῖ νὰ τὴν ρυθμίσῃ.
§225Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ τοὺς φόβους μου. Καὶ ἐγὼ θέλω νὰ εὕρωμεν τρόπον νὰ λείψῃ ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις ἡ λίαν ἀξιοθρήνητος. Λοιπὸν, ὅπως βλέπετε διέλυσε 275 Μονὰς τὸ Κράτος, μόλις ἔγιγεν ἐλεύθερον. Δηλαδὴ ὄχι διέλυσεν, ἀλλ’ ἥρπασε τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ἐρρευστοποίησε, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἱδρύσῃ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἐμισθοδοτεῖτο ὁ κλῆρος. Σκοπὸς ἱερός, θαυμάσιος. Τώρα τὶ ἐγένετο, κύριοι, μὲ τὸν θεσμὸν αὐτόν; Ἐπήραμε τὰ λεπτά, ἐπήραμε τὴν περιουσίαν, καὶ ἄλλην μὲν ἐσπαταλήσαμεν ἄλλη δὲ ὑφίσταται ἀκίνητος ἀκόμη· καὶ τὴν περιουσίαν ταύτην τὸ Κράτος ἐθεώρησε καλὸν νὰ τὴν καταπιῇ ὁλόκληρον. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας: ρευστοποιῶν ἐκ νέου τὴν ὑπάρχουσαν μοναστηριακὴν περιουσίαν, ποίαν συνεννόησιν ἐποιήσατο μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ λάβῃ ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν κατοχήν της τὴν περιουσίαν ἐκείνην τῶν κατ’ ἀρχὰς διαλυθεισῶν 275 Μονῶν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὄχι εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους;
§226Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐποιήσαμεν τὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν μὴ ἀναγραφὴν αὐτοῦ τοῦ πόρου εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§227Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε ἡ συνεννόησις κατέληξεν εἰς ἄρνησιν τοῦ Μαχαραγιᾶ—ὅπως ἔγιναν σήμερον οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν — νὰ σᾶς δώσῃ τὰ χρήματα ἐκεῖνα Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι: εἶναι σκόπιμον καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμολογοῦμεν ὅλοι τὴν ἀσθένειαν τὴν ὑπάρχουσαν ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν ἔλλειψιν χρημάτων, εἶναι σκόπιμον νὰ ἐρχώμεθα δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ ἐπισημοποιοῦμεν τὴν ἁρπαγὴν τῆς περιουσίας τῆς μοναστηριακῆς, ἐνῷ θὰ ἔπρεπεν ἅπασα ἡ περιουσία τῶν Μονῶν, ἐξευρισκομένη, νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἤδη ἱδρυόμενον ταμεῖον; Τὸ Κράτος θέλει ἀπὸ τοὺς ἀγρότας νὰ πάρῃ 75% τῆς σημερινῆς ἀξίας, πωλοῦν εἰς αὐτοὺς ταύτην, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως...
§228Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τῆς ἀξίας minimum.
§229Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἀντὶ τὸ Κράτος νὰ φανῇ εὔνουν πρὸς τὴν τάξιν τῶν ἀγροτῶν, αὐτὴν τὴν τάξιν τὴν πιέζει μὲ τὰ 75%, καθ’ ἣν στιγμὴν κατέλαβε τὰ ἄλλα γειτονικὰ κτήματα μὲ τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν. Τὸ ἴδιον δὲ τὸ Κράτος δὲν αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν Δημόσιον κορβανᾶν καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτὴν τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν κατέλαβεν χωρὶς κανένα δικαίωμα πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσῃ εἰς ὃν ἀνήκει, ἐφόσον τὴν ἐπῆρε διὰ νὰ ἱδρύσῃ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τὸ ὁποῖον δὲν ἵδρυσε. Καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Κράτους ἐρχόμεθα νὰ τὴν υἱοθετήσωμεν.
§230Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ αὐτοῦ.
§231Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅσοι ἐδώρησαν τὰς περιουσίας των εἰς τὰς Μονάς, ἐφαντάσθητε ποτὲ ὅτι τὰς ἐδώρησαν διὰ νὰ χρησιμοποιοῦνται διὰ μισθοὺς τῶν κληρικῶν;
§232Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ κανόνες οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἀπαγορεύουν τὴν διάθεσιν τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν Μονὴν δὲν τὴν δίδει διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ἄλλους σκοπούς, ἀλλὰ διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ. Εἶσθε σύμφωνοι ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ κρατήσῃ τὰς περιουσίας τῶν διαλυθεισῶν 275 Μονῶν, καὶ δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα αὐτά;
§233Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἰς τὰ 1835 διελύθησαν αἱ Μοναὶ διατὶ δὲν διεμαρτυρήθητε;
§234Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Ἐκκλησία μέχρι σήμερον διαμαρτύρεται καὶ φωνάζει καὶ λέγει: δώσατέ μου τὴν περιουσίαν μου κ’ ἐγὼ δύναμαι διὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τοῦ ὑπάρχοντος νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὰς ἀνάγκας μου. Σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα ἀκόμη τῆς ἁρπαγῆς τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ μοναστηριακὴ περιουσία: Ἡ Γερμανικὴ σχολὴ ἠξεύρετε ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία μοναστηριακὴ μεγάλης ἀξίας καὶ ταύτην κατεῖχεν τὸ Κράτος παρανόμως ἀπὸ τοῦ 1911 ὡς σχολεῖον χωροφυλακῆς!!
§235Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ κ. Ἰασωνίδης εἶπεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα ἀστυνομικόν, δὲν εἶναι ἑπομένως περίεργον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀστυνομία τῶν ψυχῶν.
§236Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ποῖα μέτρα ἐλάβατε, διὰ νὰ ἀφαιρέσητε τὴν περιουσίαν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Κράτος τὴν ὁποίαν κατέχει ἀδίκως;
§237Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητά μου ὡς ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπεκοινώνησα μὲ τοὺς ἁρμοδίους συναδέλφους, καὶ κατόπιν συσκέψεως ἐκρίναμεν ὅτι ἡ κατάστασις ἑνὸς αἰῶνος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν Μονῶν τὸ Κράτος πρέπει νὰ τὰ τοποθετῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς πολλαπλασιασμόν.
§238Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε ἀπὸ τοῦ ταμείου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἐκάματε τώρα, ἐφόσον εἶναι ταμεῖον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δύνασθε μίαν ἡμέραν νὰ τοῦ πάρετε τὰ λεπτά. Νὰ τοῦ εἰπῆτε π. χ. ὅτι: θὰ τὰ διαθέσω πρὸς ἀγορὰν τορπιλλακάτων διὰ τὸ λαθρεμπόριον!! Δὲν εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λέγωνται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι τὴν περιουσίαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν κατέλαβε τὸ Κράτος, τὴν Γερμανίαν σχολὴν π. χ. ἠμπορεῖ νὰ τὴν κατέχῃ ἐπ’ ἄπειρον. Τὰ παραπήγματα ἐπίσης ἐξακολουθεῖ νὰ τὰ κατέχῃ τὸ Κράτος ἀντὶ 11 λεπτῶν τὸ στρέμμα.
§239Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ ἐκπλήρωσις κοινωφελῶν σκοπῶν ἀπὸ μοναστηριακὴν περιουσίαν δὲν εἶναι ἐκτὸς τῆς φύσεως τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας.
§240Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε εἶναι φυσικόν, τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν νὰ τὴν καταλαμβάνῃ τὸ Κράτος;
§241Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ Κράτος τὸ ἐμφανίζετε ὡς ἰδιώτην, ἐνῷ τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἰδιώτης, εἶναι ὡργανωμένος λαός. Διότι ἔγινεν ἕως τώρα χρῆσις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας διὰ σκοποὺς Κρατικοὺς καὶ διὰ σκοποὺς ἄλλους, τὸ Κράτος θέτει τέρμα εἰς τὴν συνήθειαν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διαθέτει τὴν ὑπόλοιπον περιουσίαν διὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς σκοπούς.
§242Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὴν κάνει ψιλὰ δηλαδή· βλέπετε ὅτι ἀντιφάσκετε πρὸς ὅλον τὸ νομοσχέδιον ὅταν λέγετε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα δύνασθε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὰ χρησιμοποιῆτε δι’ ἀνάγκας Κρατικὰς ἐκτὸς τοῦ πλαισίου τῆς Ἐκκλησίας.
§243Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Προσέθεσα τοῦτο: Ἀκριβῶς πρὸς τερματισμὸν τοῦ παρελθόντος βαίνομεν πρὸς τὸν νέον ὀργανισμόν, ὥστε ἡ ὑπόλοιπος περιουσία νὰ διατεθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκκλησίας.
§244Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ποὺ εἶπον, εἶναι πρὸς ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου σας. Καὶ σᾶς λέγω ὄχι τὴν περιουσίαν τῶν 275 Μονῶν δὲν ἐθέσατε ὑπὸ ἴδιον ὀργανισμόν, ἀλλὰ ἐκάματε καὶ μίαν παράλειψιν. Ὅτι δὲν ἐφροντίσατε, καὶ κατὰ τοῦτο σᾶς μέμφομαι, νὰ δώσετε καὶ νέον αἷμα χρηματικὸν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὥστε νὰ ἔχετε ἐλπίδας μεγάλης ἐπιτυχίας. Διότι ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι τὰ «ψιλὰ» τὰ ὁποῖα θὰ κάνουμε θὰ τὰ φᾶμε γρήγορα. Θὰ σᾶς εἴπω, κ. ὑπουργέ, μίαν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ δὲν κατώρθωσα νὰ δώσω τὴν λύσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν οἱ τόκοι τῶν χρημάτων δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν μισθοδοσίαν, θὰ βάλουμε χέρι καὶ στὸ κεφάλαιον;
§245Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ νὰ ἐπαναπαύσω τὴν ἀνησυχίαν σας, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 13. (ἀναγινώσκει).
§246Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Λοιπόν, θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ τέλος. Ὅλην τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τὴν ἀνεθέσατε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν τὸ εὑρίσκω σκόπιμον αὐτὸ καὶ τὸ θεωρῶ καὶ ἐξευτελιστικὸν διὰ τὸ Κράτος, εἰς πᾶσαν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ κάνωμεν νὰ φαίνεται ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνίκανον νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους καὶ ἀμέσως ζητεῖ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατά τί ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι ὄχι Κράτος ἐν Κράτει ἀλλὰ super Κράτος, κατὰ τί θὰ διασφαλίσῃ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου; Τί ἐργασίας θὰ κάμῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τῶν ὑπαλλήλων της; Θὰ καταγράψῃ τὴν περιουσίαν, θὰ ἐνεργῇ τὰς μισθώσεις, θὰ εἰσπράττῃ τὰ μισθώματα. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, κύριε ὑπουργέ, ἡ ὁποία καθ’ ὑμᾶς εἶναι τόσον μεγάλη καὶ ἀπαιτεῖ τοιαύτας μεθόδους καὶ τόσην λογιστικὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ἐνεργοῦν πολὺ καλῶς καὶ πολὺ ἐπωφελῶς οἱ μητροπολῖται, μὲ τὸν πρωτοσύγγελον καὶ τὸν γραμματέα τους. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σπουδαία ὑπηρεσία, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ἐνοίκια νὰ ἐκθέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὰς δημοπρασίας νὰ παρασταθῇ εἰς τὸν τόπον τῶν δημοπρασιῶν, αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία πρέπει νὰ διεξάγεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἴπατε, ὅτι θὰ κάμῃ καὶ τὰς δίκας διὰ τῶν δικηγόρων της, καὶ τὸ θεωρεῖτε αὐτὸ μίαν μεγάλην ἐπιτυχίαν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ καταμετρήσῃ τὰ κτήματα, θὰ πληρωθῇ ὁ μηχανικὸς αὐτῆς ἀπὸ τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν. Ἐπίσης ἡ δαπάνη τῆς φυλάξεως καὶ τῆς ἐπιστασίας καὶ ἡ τυχὸν διαχείρισις μοναστηριακῶν κτημάτων, θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν λογαριασμὸν αὐτόν. Καὶ ἐπὶ τοῦ τιμήματος τοῦ εἰσπραχθησομένου, τὸ ὁποῖον σεῖς ὑπολογίζεται εἰς 1.500.000.000, θὰ λάβῃ 4% ἤτοι 60.000.000. Καὶ θὰ λάβῃ καὶ 4% ἐπὶ τῶν ἐτησίων μισθωμάτων. Ὡς γνωρίζετε δὲ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ὑπερβαίνουν τὰ 30.000.000 ἐτησίως. Διότι τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἀπολαμβάνει περὶ τὰ 11.000.000 καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἔχει ἐκ μισθώσεων.
§247Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πολὺ ὀλιγώτερον, μόνον 6.500.000.
§248Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τίνα λόγον, λοιπόν, νὰ δώσωμεν αὐτὰ τὰ 30.000.000 μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ρευστοποιήσεως, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐνῷ κάλλιστα ἡ ἐργασία αὐτὴ δύναται νὰ διεξάγεται, ὅπως σήμερον, ὑπὸ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῶν πραγμάτων;
§249ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§250Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα ἕνα «ὄχι» τὸ ὁποῖον σημαίνει διαμαρτυρίαν καὶ μομφήν, ὅτι οἱ ἱεράρχαι μας δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διεξάγουν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς ἱεράρχας μας. Ἡ περιουσία σήμερον, κ. ὑπουργέ, τῶν Μονῶν διαχειρίζεται ἀπὸ τοὺς μητροπολίτας. Αὐτοὶ ἐνεργοῦν καὶ τὰς εἰσπράξεις αὐτοὶ ἐποπτεύουν τὴν περιουσίαν.
§251ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει ὁ νόμος ὅτι οἱ μητροπολῖται ἐποπτεύουν ἐπὶ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας;
§252Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεμία μίσθωσις γίνεται, οὐδεμία πρᾶξις γίνεται ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ μητροπολίτου. Διαρκῶς στηριζόμεθα εἰς ἐξαιρέσεις, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν κανόνας καὶ γενικὰς γνώμας. Φρονῶ, ὅτι τὰ 70 ἑκατομμύρια δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ χαρίσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὰ 70 ἑκατομμύρια εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνουν εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ὀργανισμοῦ τὸν ὁποῖον συνιστῶμεν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Καὶ ἡ ἐνοικίασις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ ἡ ἐκποίησις αὐτῶν διὰ δημοπρασίας δύναται κάλλιστα νὰ διεξαχθῇ ἀπὸ τοὺς κατὰ τόπον μητροπολίτας ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὸ μητροπολιτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι διαχείρισις εἶναι μία πρᾶξις τυπικωτάτη.
§253Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡ λειτουργία τῆς τοπικῆς ἐπιτροπῆς ποία εἶναι; Ἀπογραφὴ μοναστηριακῆς περιουσίας, καταγραφὴ εἰς ἕνα κτηματολόγιον, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δημοπρασία, μίσθωσις, ἐκποίησις, εἴσπραξις τιμήματος κλπ. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μὲ τὴν ἐποπτείαν τῶν προσώπων ὡς ἀνεφέρατε, τοῦ μητροπολίτου καὶ τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ ἂς δεχθῶμεν ὅ,τι γίνεται. Ὁ λογιστὴς θὰ παίρνῃ τοὐλάχιστον 4.000 δραχ., δηλαδὴ τὸν χρόνον 50.000 δραχ. καὶ θά εἶναι ὁ Ἡρακλῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἔχομεν 50.000, διὰ νά ἀποδείξω τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως, εἶναι 70 μητροπόλεις ὥστε ἔχομεν 50.000X70 ἤτοι 3.500000, καὶ ὅλα αὐτὰ ὄχι διὰ νὰ περιμαζευθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ διαλυθῇ ὁριστικῶς ἡ μοναστηριακὴ περιουσία.
§254Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐκποίησις; εἰς ἕνα ἔτος θὰ τελειώσῃ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία;
§255Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἂν πράγματι κατορθώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ εἰσπράξῃ ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν 1.500 ἑκατομ. χαλάλι της τὰ 60 ἑκατομ.
§256Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, διὰ τὰς πράξεις τῆς ἐκμισθώσεως τῶν ἀκινήτων καὶ τῆς εἰσπράξεως ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ τιμήματος δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὰ 60 ἢ 70 ἑκατομ. Εἰς τὸ πρωτοβάθμιον συμβούλιον ἔχετε θέσει ὡς μέλος τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον. Νομίζω, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δύναται νὰ λείψῃ. Δὲν εἶναι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει εὐρυτέρους ὁρίζοντας ἀντιλήψεων.
§257Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ συνάδελφός σας ὑπεστήριξεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἔφορον.
§258Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἂν ἐνεπιστεύετο εἰς τοὺς ἐφόρους τῆς Ἑλλάδος. Καλύτερον θὰ ἦτο εἰς οὓς τόπους ὑπάρχουν δικηγορικοὶ σύλλογοι, νὰ εἶναι μέλος τοῦ συμβουλίου ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου.
§259Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι τὸ ἐφοριακὸν προσωπικὸν εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Κράτος καὶ ὁ λαὸς στηρίζει σπουδαῖα συμφέροντα.
§260Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ὁ λαός, διότι ὁ λαὸς σπαράσσεται ἀπὸ αὐτούς.
§261Β. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, κύριε βουλευτά. Ὅτι, εἰδικώτερον διὰ τὴν διαχείρισιν δημοσίων κτημάτων, οἱ ἔφοροι οἱ οἰκονομικοὶ ἀπέδειξαν ὅτι γνωρίζουν ἄριστα τὸ καθῆκόν των. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὄχι διότι εἶμαι προϊστάμενος τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἀλλὰ διότι τὸ πιστεύω, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς φράσεις τὰς ὁποίας εἴπατε. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε διεχειρίζοντο τὰ τῆς διοικήσεως τῶν κτημάτων, διεχειρίζοντο αὐτὰ ἄριστα.
§262Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε ἐντελῶς ἐσφαλμένην ἀντίληψιν. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀντικατάστασιν διὰ τοῦ προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου.
§263ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§264Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ κεντρικὸν συμβούλιον ἐκεῖ ἔχετε τὸν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἠξεύρετε ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ὁποία θὰ συσσωρευθῇ εἰς τὸ συμβούλιον βεβαίως δὲν εἶναι μικρά; Ὅλη ἡ περιουσία ἡ μεγάλη καὶ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ πολυσχιδῆ εἶναι μεγάλα. Νομίζετε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχουν τὸν ὑλικὸν χρόνον ν’ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς;
§265Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπεκοινώνησα πρὸς ἀμφοτέρους προτοῦ τοὺς ἀναγράψω εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§266Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Φαντάζεσθε, ὅτι τοὺς μένει καιρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ζήτημα αὐτό; Καὶ ἅμα τοὺς δώσετε καὶ μισθὸν χιλίων δραχμῶν τὸν μῆνα, φαντάζεσθε ὅτι θὰ εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ ἀνατεθέντος ἔργου; ἢ θὰ τὸ θεωροῦν ἐντελῶς πάρεργον καὶ θὰ θέτουν ὑπογραφὰς μόνον εἰς τὰ πρακτικά, καὶ τὴν ὅλην ἐργασίαν θὰ τὴν ἀφίνουν καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ συμβουλίου; Θέλω νὰ σᾶς προτείνω τὸ ἑξῆς: Ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν δύο τούτων προσώπων δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐργάζεται εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγα κάτι τι ἄλλο, ὅτι αὐτὴ ἡ θέσις θέλει ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶσι μόνον μὲ αὐτά, μονίμως. Αὐτὰ τὰ δύο μέλη πρέπει νὰ τὰ συμπληρώσητε ἀπὸ δύο ἐφέτας, τοὺς ὁποίους νὰ ἀποσπάσετε μονίμως ἐπὶ 3 ἔτη καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ κάμουν οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν ἀλλὰ θὰ ἔχουν ἀφοσιωθῆ εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ τιμίαν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς. Διότι θὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ διάφορα νομικὰ ζητήματα, καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ τὰ λύσουν. Θὰ εἶναι δύο πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς θὰ ἐργάζωνται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τρέφωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ μή τοὺς θεωρῶμεν παρεκεντέδες.
§267Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Βασίζομαι εἰς τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλαμβάνουν τόσον διακεκριμένα πρόσωπα, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας των, ἔστω καὶ ὀλιγοχρονίου. Δέχομαι ὅτι ὑφίσταται τὸ μειονέκτημα τοῦ ὀλίγου χρόνου τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν θὰ κάμουν, ἀλλὰ τὸ μειονέκτημα αὐτὸ ἰσοφαρίζεται ἀπὸ τὴν πλήρη ἁρμοδιότητα καὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης τῶν ἀνωτάτων τούτων ὑπαλλήλων τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουν.
§268Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθοῦν......
§269Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπεκοινώνησα προηγουμένως μὲ ἀμφοτέρους καὶ τὸ ἐδέχθησαν εὐχαρίστως, διότι αἰσθάνονται τὸν μέγαν ἐθνικὸν προορισμὸν τοῦ νόμου καὶ εἶναι πρόθυμοι.
§270Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι αἰσθανόμεθα τὸν προορισμὸν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντά μας ὅπως θέλομεν. Δέχεσθε λοιπὸν τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως «ἐν γένει»;
§271Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μάλιστα.
§272Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διαγραφοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἡ «ρευστοποίησις καὶ διοίκησις» καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν διὰ τῆς «μοναστηριακῆς περιουσίας», διότι εἶναι διάφορον τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 ἐκεῖ ὅπου λέγεται. (ἀναγινώσκει)....
§273Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἴπομεν «κατὰ ἐπαρχίας».
§274Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὰ χρέη τοῦ γραμματέως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου θὰ τὰ ἐκτελῇ ὁ εἷς τῶν ὑπαλλήλων.
§275Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πρακτικὰ δηλαδή.
§276Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίσης εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 23. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοβιακοῦ συστήματος νομίζω ὅτι τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ὑποδείξωμεν ἁπλῶς τοῦτο. Διατὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς διετυπώθη;
§277Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν δεσμεύεται.
§278Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔχωμεν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἰς τὰς Μονὰς εἰσάγεται τὸ σύστημα τὸ κοινοβιακὸν λειτουργοῦν συμφώνως πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, τὴν δεσμεύομεν.
§279Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ δέχομαι.
§280Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίσης ἐδῶ λέγετε, ὅτι ἑκάστη Μονὴ θὰ πιστοῦται μὲ τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων της. Ἡ Μονὴ δὲν ἔχει δικαίωμα προνομιακὸν ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς δεδομένου ὅτι μία Μονὴ θὰ ἔχῃ περιουσίαν δύο ἑκατομμυρίων;
§281Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μόνον διὰ συντήρησιν τῆς Μονῆς.
§282Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τότε τίς ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως;
§283Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Συνταγματικὴ τακτοποίησις εἶναι, δὲν εἶναι ἀποστέρησις περιουσίας, διότι τὴν διατηρεῖ.
§284Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ χαρτὶ τὴν διατηρεῖ. Ἔχω νὰ συστήσω καὶ πάλιν, τοῦτο εἰς ὑμᾶς: ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ νόμος, νὰ πάρετε τὰ λεπτά, τὰ ὁποῖα κατέχει ὁ συνάδελφός σας, νὰ λάβετε τὰ χρήματα αὐτὰ καὶ τότε θὰ δημιουργήσητε ἕνα ὀργανισμὸν ὑγιᾶ οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ σκοπὸς τῆς προόδου τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται προσωρινῶς ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3503 περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν καὶ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. —
§287Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Χρηστομάνε.
§289Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν περιλαμβάνεται ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποχρεώσεως εἰς πληρωμὴν τῆς δαπάνης ἐγκαταστάσεως τοῦ τριφασικοῦ ρεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὴ ἡ σχετικὴ τροπολογία.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως κλπ. τῆς Ἐκκλησίας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§291Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ μὲν, κύριοι βουλευταὶ, δὲν πρόκειται παρὰ συντόμως καὶ μετριοφρόνως νὰ προτείνω καθορισμοὺς τινὰς καὶ τροπολογίας μικράς, ἀλλὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἦτο ἄξιον καλλιτέρας κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀναμφισβητήτως τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν καὶ θὰ ψηφισθοῦν κατὰ τὴν βουλευτικὴν ταύτην περίοδον. Εἴτε ὀρθῶς εἴτε μὴ ὀρθῶς ἔχον τὸ νομοσχέδιον, καθιστάμενον νόμος θὰ δώσῃ νέαν μορφὴν καὶ ἄλλην οὐσίαν αὐτόχρημα εἰς τὸν πολιτισμὸν ἡμῶν. Πρό τινων ἐτῶν, εὑρισκόμενος εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὴν χώραν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἐπληροφορούμην ὅτι ἄνδρες διαπρεπεῖς εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκαυχῶντο δημοσίᾳ καὶ ὑπερηφανεύοντο διότι ἦσαν πιστοὶ εἰς τὴν θρησκείαν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ συγχρονισθῇ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Διαφωνῶ εἰς τὴν διατύπωσιν. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, ἀλλ’ οἱ λόγοι μου οὐ παρελεύσονται εἰς τὸν αἰῶνα». Τὸ πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄναρχον, αἰώνιον, ἀναλλοίωτον καὶ ἀτελεύτητον. Ὄχι λοιπὸν τὸ πνεῦμα νὰ συγχρονισθῇ, ἀλλὰ πρέπει μερικαὶ μέθοδοι τῆς λατρείας νὰ συγχρονισθοῦν. Τὸ πνεῦμα εἶναι αἰώνιον καὶ ἀναλλοίωτον. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὴν νομαρχίαν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἐνέκρινα, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τοὺς ναοὺς τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, διότι ἀπηύδησα εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν μόνον τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον πολλάκις δὲν εἶναι καὶ καθαρόν, ἀλλὰ περισσότερον ἀνήκει εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡ μεγίστη πρόοδος τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐποχῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς καὶ τὴν ἠλεκτρικὴν δύναμιν.
§292Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τίνες εἶχον τὰς ἀντιρρήσεις; Μπορεῖτε νὰ μᾶς πῆτε;
§293Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποκλειστικῶς τινὲς ἐπίτροποι, διότι ὁ τότε Μητροπολίτης, μολονότι δὲν εἶχεν τὴν εὐτυχίαν νὰ μορφωθῇ ἀναλόγως πρὸς τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον κατεῖχεν, ἐν τούτοις εὐφυής, εὐφυέστατος ὢν ἄνθρωπος, εὐφυῶς διοικεῖ ἕνα πατριαρχικὸν θρόνον, ἀπεδέχθη δὲ τὴν πρότασίν μου καὶ ἐπλειοδότησεν εἰς αὐτήν. Ἐπίσης θὰ ἐφρόνουν ὅτι π.χ. θὰ ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ὁ μέγιστος ἴσως τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σοφώτατος Φώτιος. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστῶσιν κουρὰν, ἵνα μὴ ἐμφανίζωνται ἐν μέσῳ τῆς σημερινῆς κοινωνίας μὲ τὰς ἀκτενίστους καὶ μακρὰς γενειάδας καὶ τὰς κόμας τὰς ὑπερβολικάς. Θὰ ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῇ ἀκόμη καὶ τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ εἶναι παράξενον, τόσον πολὺ εἶναι ἀσύγχρονον, τὸ σχῆμα τῆς ἐνδυμασίας, διότι μὲ τὸ σχῆμα αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς χώρας καλῶς προηγμένας.
§294Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ δὲν ἀποδίδετε οὐδεμίαν σημασίαν οὔτε εἰς τὸ σχῆμα οὔτε εἰς τὴν γενειάδα;
§295Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐκραδάνθη καὶ τὸ ἀκράδαντον.
§296Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἀκόμη περισσότερον νὰ προχωρήσῃ ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν πρόοδον ὅσον ἀφορᾷ τὴν λατρείαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράστασιν αὐτῶν· θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἐπίσης καὶ ὁ δεύτερος γάμος εἰς τοὺς χηρεύοντας ἱερεῖς.
§297Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ συνόδου, κ. συνάδελφε;
§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, διότι δὲν δύνασθαι νὰ γνωρίζετε ποῦ θὰ προχωρήσω καὶ ποῦ θὰ καταλήξω. Θὰ ἔπρεπεν ἀκόμη νὰ συζητηθῇ σπουδαιότατα ὁ γάμος τῶν ἀρχιερέων. Ἀλλ’ αὐτά, κύριοι, δὲν εἶναι θέματα μιᾶς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως, αὐτὰ κύριοι δὲν εἶναι θέματα τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνίσταμαι διὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται τὸ κοινοβιακὸν σύστημα διὰ νόμου τοῦ Κράτους· Ἐξετάζων τις τὸ θέμα αὐτὸ ὡς πολιτικὸς ἄνθρωπος, ὡς νομικὸς ἄνθρωπος, ὡς μέλος τοῦ Κράτους, θὰ ἔλεγεν ὅτι σύστημα τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἀνελεύθερον, διότι ὁ βίος εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας καθορίζεται διὰ τοὺς φυλακισμένους. Δεσμὰ λοιπὸν φιλοτεχνοῦμεν ἐνταῦθα διὰ τοὺς μοναχούς; Ἐν τούτοις ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι θὰ σᾶς ἔλεγον ἴσως, ὅτι φυλακισμένοι εἶναι περίπου οἱ μοναχοὶ καὶ μάλιστα φυλακισμένοι οἰκείᾳ θελήσει, οἰκείᾳ συναινέσει τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἀρχῆς, τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι παράξενον. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τοιούτους κανόνας διὰ τοὺς μοναχοὺς δύναται νὰ θέσῃ μόνον ἡ ἁρμοδία ἐξουσία, ἡ θέσασα τοὺς νόμους τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, μία ἐξουσία ἐκκλησιαστικὴ ἀνωτέρα, μόνον ἐκείνη ἡ ὁποία δύναται νὰ θέτῃ τοιαύτας διατάξεις. Ὅταν ἐρχώμεθα ἡμεῖς οἱ πολιτικοὶ καὶ καθορίζομεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λειτουργοῦν τὰ μοναστήρια, δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἁρμοδιότητι ἡμῶν. Ἀλλὰ περί τινος ἄραγε πρόκειται; Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὅταν ἐπληροφορήθην τὴν μελετωμένην ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου ἐγένετο ἐν τῇ ψυχῇ μου σεισμός, διότι ἀνεπόλησα τόν θρησκευτικὸν ἡμῶν βίον, βίον πολλῶν ἑκατονταετηρίδων, ἀνεπόλησα τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν βίον, βίον πολλῶν ἑκατονταετηρίδων, κατὰ τὰς ὁποίας ἑκατονταετηρίδας, τὰς μὲν καὶ τὰς δέ, εἰς τὰς Μονὰς διετηρεῖτο ζωηρῶς τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, διετηρεῖτο ἡ πίστις πρὸς τὴν ἑνότητα ἀκόμη τῆς Ἑλληνικῆς μας πατρίδος. Ἐκεῖ ἐκαλλιεργοῦντο τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, ἐκεῖ ἐχαλυβδοῦντο καὶ ἐχαλκεύοντο αἱ ψυχαὶ τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶπον ἐν ἑαυτῷ: Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται; Πρόκειται περὶ μικροῦ τινος πράγματος, ἐὰν πρόκειται περὶ καταλύσεως τοῦ Μοναστηριακοῦ βίου; Βέβαια, καὶ ὁ Χριστὸς εἶπεν ὅτι τὸ τάλαντον δὲν πρέπει νὰ κρύπτεται. Καὶ βεβαίως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ μεταβαίνων νὰ μονάσῃ κρύπτει τὸ τάλαντόν του. Ἀλλὰ ἐν τούτοις ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ὅτι ὑπάρχουν καὶ φακίραι. Καὶ εἶπεν τις συνάδελφος, ὅτι ὑπάρχουν μοναχοὶ καὶ κατὰ τὴν θρησκείαν τὴν Μωαμεθανιακήν. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀποδείξῃ, ἀναδιφῶν τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ τὴν ἄλλην, ὅτι πάντοτε οἱ θρησκευόμενοι ἄνθρωποι συνῃσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπάρχουν ἑστίαι τινὲς καθωρισμέναι, ὅπου ὀλίγοι τινὲς ἄνθρωποι, κατά τινα τρόπον, κατά τινα βαθμόν, κατά τινα τόνον περισσότερον θρῆσκοι, ἀφοσιοῦνται εἰς τὸν Θεὸν δι’ ὅλης των τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀναπέμπουν ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς διαπύρους προσευχὰς πρὸς τὸν δημιουργὸν τοῦ παντὸς, ἀποτελοῦντες τὰς φλογοβόλους ἑστίας ὅπου διατηρεῖται περισσότερον τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ λαοῦ, ὅπου διατηρεῖται ὑψηλότερον ἡ ἔξαρσις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ἡ ἔξαρσις ἡ συμβολίζουσα τὴν ἀνθρωπίνην ὑπερηφάνειαν ὅτι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τελεῖται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπάρχει προορισμὸς καὶ διὰ τῆς πίστεως αὐτῶν πραγματοποιεῖται ἡ χαρὰ ἀκόμη ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ· διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε χαρὰ οὐδεμία ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἔπαυον νὰ πιστεύουν ὅτι ἔχουν προορισμόν. Ἐν τούτοις, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ δὲν ἀντιτίθεμαι κατὰ βάσιν εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Εὑρίσκω ὅτι ἔχει πράγματι μίαν δικαιολογητικὴν βάσιν καὶ ἕνα δικαιολογητικὸν σκοπόν. Ἔχει μίαν βάσιν, διότι ἀληθῶς, ὅπως ὀρθῶς ἀνεπτύχθη εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἡ περιουσία τῶν Μονῶν δὲν προέρχεται μόνον ἀπὸ λόγους θρησκευτικούς, καθαρῶς, ἀκραιφνῶς, ὁλοκλήρως. Ὑπάρχουν καὶ λόγοι ἐκ τῆς δυστυχοῦς ἡμῶν ἱστορίας ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπερηυξήθη ἡ περιουσία τῶν Μονῶν. Καὶ ἑπομένως ἀφοῦ ἐξέλιπον οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ κανείς: πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ ὑπερηυξημένη ἐκείνη περιουσία; δὲν θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ προβῶμεν εἰς ἕνα εὐρύτερον καὶ ἑπομένως καὶ χρηστιανικώτερον σκοπὸν διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς τοιαύτης περιουσίας; Ἐγὼ θὰ ἔλεγον, ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, ὅτι ἕνεκα τοῦ σκοποῦ ὃν θὰ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωμεν, δὲν θὰ βλέπω τὴν ἀντισυνταγματικότητα, διότι δὲν βλέπω νὰ γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου στέρησις περιουσίας. Δὲν βλέπω τὴν ἀντισυνταγματικότητα, ὄχι βέβαια δι’ οὓς λόγους ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι τάχα ἐὰν γίνῃ ὑπάρχει ἐκ τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὸν νόμον. Οὔτε ἐκ τοῦ νόμου οὔτε καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑπάρχει, ἀλλὰ μόνον ὑπάρχει κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας. Ἐν τούτοις, λέγω, δὲν ὑπάρχει στέρησις. Ἡ περιουσία ἐκείνη ὑφισταμένη διὰ σκοποὺς θρησκευτικούς, πολλοὺς ἐξ αὐτῶν ἐκλιπόντας ἢ τοὐλάχιστον περιορισθέντας ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, χρησιμοποιεῖται τώρα πρὸς τί; Πρὸς ὑπηρεσίαν καὶ πάλιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὥστε ὁ σκοπὸς δὲν μεταβάλλεται, μένει ὁ αὐτός· δὲν ὑπάρχει συνεπῶς στέρησις. Ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ συνόλῳ της ἐξυπηρετεῖτο διὰ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν· καὶ τώρα ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ συνόλῳ της θὰ ἐξυπηρετῆται διὰ τῆς περιουσίας ἐπίσης τῶν Μονῶν. Στέρησις λοιπὸν δὲν ὑπάρχει καὶ ἑπομένως καὶ ἀντισυνταγματικότης δὲν ὑπάρχει. Μόλα ταῦτα θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξωσι 2 ἀντιρρήσεις, ἡ πρώτη νομική, καὶ ἡ ἄλλη πραγματική. Ἡ νομικὴ εἶναι ἆραγε συμβιβάζονται ὅλα αὐτὰ διατασσόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς τεθέντας ὑπὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων κανόνας δὲ υἱοθετουμένους καὶ οἱωνεὶ θεσπιζομένους ρητῶς μάλιστα, θεσπιζομένους ὑπὸ τοῦ συντάγματος; Αὐτὸ εἶναι τὸ νομικὸν ζήτημα, ἡ νομικὴ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προβληθῇ. Ἡ πραγματικὴ εἶναι: Βέβαια δὲν παρατηρῶ στέρησιν περιουσίας, διότι ἡ περιουσία μένει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν· ἀλλὰ ἡ ρευστοποίησις δὲν προβάλλει, κύριοι συνάδελφοι, κίνδυνον τινά; Διὰ τῆς ρευστοποιήσεως δὲν θὰ ἐκλίπῃ ἡ μονιμότης, ἡ σταθερότης, ἡ ἀσφάλεια ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, διὰ τὴν περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἱεράρχαι ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν μισθοδοτοῦνται. Τί παράξενον, ἐὰν ἐν μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης εὑρισκόμενοι, αὐτόχρημα ὑπὸ τῶν περιστάσεων τῶν δεινῶν, δι’ αὐτοὺς, τούτων ἐκβιαζόμενοι, τί παράξενον ἐὰν ἀπεδέχθησαν νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον; Κύριοι, δὲν θὰ εἶχον πολλὴν ἐπιθυμίαν καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἐπιφυλάξεις νὰ διατυπώσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπω καὶ ἐγὼ, ὅπως βλέπετε ὅλοι σας, ὅτι σπεύδομεν νὰ τὸ καταστήσωμεν νόμον καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κλονίσωμεν καθόλου τήν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ, ὅτι κἄτι καλὸν ἐπιτελεῖται διὰ τὸν τόπον. Ἀλλὰ ἐὰν ἔρριψα αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας, τοὺς δισταγμούς, τὰς συγκροουμένας γνώμας περὶ τῆς νομιμότητος τῆς κανονικότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἰδιάζουσαν προσοχὴν εἰς ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἢ τροπολογίας ἢ μᾶλλον διασαφήσεις τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω. Ἀνήκω καὶ ἐγώ, κύριοι, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς καὶ ὠφελίμως ἔχει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου. Ἱδρύεται ἑπταμελὲς κεντρικὸν συμβούλιον ἀποτελούμενον ἀπὸ λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κράτους ἀνωτάτους, σπουδαιοτάτους, φερεγγυωτάτους, ἀλλὰ λειτουργοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι τρομερώτατα ἀπησχολημένοι. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἷς νομικὸς σύμβουλος, πῶς εἷς σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας, πῶς ὁ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, πῶς θὰ εὑρίσκουν αὐτοὶ χρόνον διαθέσιμον ἵνα ἀσχολοῦνται εἰς ὑπόθεσιν ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον πολὺν καὶ κόπον μεγάλον. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην νὰ καταρτισθῇ μία ὀλιγομελεστέρα ἔστω ἐπιτροπή, ἀλλὰ ἀποκλειστικῶς ἀσχολουμένην εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καὶ μόνον τούτου ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας. Διότι πῶς θὰ ἔρχωνται δύο ἀρχιερεῖς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τοὺς ὁποίους ὑποχρεώνετε—διότι ἀλλέως δὲν θὰ ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά των τὰ ἐκ τοῦ νόμου τούτου—θὰ ὑποχρεώνετε, λέγω, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἀπασχολοῦνται εἰς ἔργα διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως μιᾶς τόσον μεγάλης περιουσίας; Ἔχετε διατάξεις πάρα κάτω, ὅτι τοὺς ἄλλους δημοσίους λειτουργοὺς, τακτικὰ μέλη, τοὺς ἀντικαθιστῶσιν ἄλλοι. Πῶς θὰ ὑπάρχουν ἑπομένως οἱ ἄνθρωποι οἱ ἔμπειροι, οἱ ἐντριβεῖς, οἱ ἔντιμοι, οἱ ἀφωσιωμένοι διαρκῶς εἰς τόσον μεγάλα, εἰς τόσον σπουδαῖα καθήκοντα, καθήκοντα ὄχι μόνον γενικῆς γραμμῆς ἀλλὰ καὶ παμπληθῆ λεπτομερειῶν;
§299Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 5; Ὑπάρχει πρόνοια.
§300Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἔχω.
§301Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὅσοι ἔχουν περισσότερα χρόνια, θὰ προτιμηθοῦν.
§302Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς παρατηρήσεις μου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς—διότι ὅπως ἔλεγον προχθὲς οἱ βουλευταὶ ἀγορεύοντες πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴ Βουλήν—εἶναι αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατυπώσεως καὶ ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου τούτου ἐξαρτᾶται ἐὰν θὰ παραμείνωσιν ἑστίαι τινὲς θρησκευτικαὶ ὅπως εἶναι καὶ πρέπει νὰ μείνουν, ἢ ἐὰν θὰ καταλυθῇ ὁ μοναχικὸς βίος καὶ θὰ ὑποστῇ ἀπὸ θεμελίων μεταβολὴν καὶ μεταρρύθμισιν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ διὰ θεσμοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ περιουσία τῶν Μονῶν διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας: πρῶτον εἰς διατηρήσιμον, καὶ δεύτερον εἰς ἐκποιητέαν. Καὶ λέγει πάρα κάτω «ὁρίζεται ὡς περιουσία παραμένουσα εἰς τὴν διαχείρισιν ἑκάστης Μονῆς ὅση θεωρηθῇ ὡς ἀπαραίτητος πρὸς χρῆσιν αὐτῆς, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν καὶ τῆς ἱστορικῆς καὶ προσκυνηματικῆς σημασίας τῶν Μονῶν». Θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ δι’ αὐτῶν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως ἀντὶ τῆς ........ καὶ προστεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις: «πάντως ὅση θὰ εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς συντήρησιν μετὰ ἐγκρατείας τῶν ἐν τῇ Μονῇ μοναχῶν».
§303Α. ΠΑΧΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§304Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐννοῶ νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὰς Μονὰς ἕνα κτίριον καὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ μέρος τῆς περιοχῆς πρὸς μοναστηριακὸν κῆπον.
§305Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ νεκροταφεῖον.
§306Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ νεκροταφεῖον, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ τόση περιουσία, ὥστε αὐτὴ ἡ περιουσία, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλης ἐπιχορηγήσεως, ἐπιχορηγουμένη νὰ ἤρκῃ, αὐτὴ μόνη διὰ νὰ συντηροῦνται οἱ ἐν τῇ μονῇ μοναχοί.
§307Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κτηματικὴν ἐννοεῖτε;
§308Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κτηματικὴν βεβαίως. Τοῦτο προτείνω διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Θέλω ἀρκετὴν περιουσίαν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἐν τῇ Μονῇ μοναχῶν, διὰ νὰ μονιμοποιηθῇ, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωὴ τῶν Μονῶν ὅσαι θὰ ἀπομείνουν διότι ἀναμφιβόλως θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν —καὶ εἰς τοῦτο ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀπολύτως ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμός· εἶναι βέβαια ζήτημα ὁρίου ὅπως εἶναι δι’ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διότι ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἶναι σχετικὰ καὶ μηδὲν ἄγαν. Δεύτερον, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κτηματικὴ περιουσία ἵνα οἱ προσευχόμενοι συνεχίζωσιν τὴν προσευχήν των διὰ τῆς ἐργασίας, ἡ ἐργασία εἶναι προσευχὴ εἶπεν κάποιος μεγαλοφυὴς ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὸ ὄνομα.
§309Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προσευχὴ καὶ εὐλογία.
§310Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν προσευχὴν ἔρχεται ἡ εὐλογία. Προσεύχεσθε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐὰν δὲ ἔχετε τὰς εὐλογίας τῆς Ἐκκλησίας ἀναμφιβόλως θὰ προκόψετε κατὰ τὴν ζωὴν ταύτην, διότι ἕως τώρα καλῶς εἰργάσθητε ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν καθεστὼς ἀλλὰ δὲν ἐπροχωρήσατε καλὰ διότι ἐστηρίχθητε ἐπὶ τῶν εὐλογιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπόπτως ἔχει πρὸς ὑμᾶς.
§311Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἡ ἰδική σας ἐξέλιξις δὲν μὲ πείθει ὅτι εἴχατε τὰς εὐλογίας τῆς Ἐκκλησίας.
§312Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἐνῷ μαζὶ ἀρχίσαμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸν δρόμον μας, καθυστέρησα ἴσως ἀπὸ ἁμαρτίαν, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἀρχίσατε τὸν δρόμον τὸν πολιτικὸν καλλίτερα ἀπὸ ἐμέ.
§313Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπα αὐτό.
§314Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα ὅτι τότε ἡ εὐλογία ἦτο ἐκ μέρους μου πρὸς ὑμᾶς καὶ ὄχι ἐκ μέρους σας πρὸς ἐμέ, ἴσως διότι ἤμην κατά τι πρεσβύτερος. Λοιπὸν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἡ περιουσία αὐτὴ ἵνα ἐργάζωνται οἱ μοναχοί.
§315Η. ΑΣΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἐδάφιον 2, ὑπάρχει πολλὴ περιουσία.
§316Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναὶ ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ εἶναι κατὰ σύμπτωσιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω εἶναι μία διασάφησις ρητή. Θέλω ἕνα καθορισμὸν μὴ ἐγκαταλείποντα ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ περιουσία ἡ ὁποία θὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς Μονὰς αὐτὰς τὰς διατηρουμένας θὰ εἶναι ἀνάλογος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν καὶ τῆς ἱστορικῆς καὶ προσκυνηματικῆς σημασίας τῶν Μονῶν. Ἡ φράσις αὐτὴ σημαίνει ὅτι θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Μονῶν, καὶ εἰς τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἡ περιουσία λέγω καὶ τονίζω ἡ ὁποία θὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς Μονὰς αὐτὰς νὰ εἶναι ἀρκετὴ αὐτὴ καὶ μόνον ὅπως συντηροῦνται οἱ μοναχοί, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα προηγουμένως. Διότι δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ τὸ ἄρθρον 14 κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν αἱ πρόσοδοι.... ὁρισθησομένων». Τοὺς μοναχοὺς δὲν ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον ἐγώ, ὡς ἐγὼ σκέπτομαι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τοὺς βλέπω καὶ νὰ τοὺς ἔχω ὑπὸ μισθὸν τοῖς μετρητοῖς, διότι καὶ φθορά τις θὰ συμβῇ εἰς τὰς Μονάς, φθορὰ — ἡ ὁποία ἴσως θὰ πρέπῃ νὰ λάβῃ καὶ ἄλλο συνθετικὸν διότι ἡ ἀργία εἶναι μήτηρ πάσης κακίας—, ἀλλὰ καὶ ἐξευτελιστικὸν ἀκόμη θὰ ἦτο διὰ τὸν μοναστικὸν βίον, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ρευστοποιήσεως καὶ θὰ κινδυνεύσῃ νὰ ἐξαφανισθῇ ὁ μοναστικὸς βίος ἐντελῶς. Καὶ τοῦτο, ὁπωσδήποτε καὶ ἄν τὸ κρίνῃ κανείς, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ προέλθῃ ἐξ ἡμῶν· πρέπει νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ἁρμοδίας ἐξουσίας. Διὰ τούτους τοὺς λόγους οὐχὶ μόνον τὴν διασάφησιν εἰς τὸ ἄρθρον 8 ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ἀλλὰ προτείνω ἀκόμη νὰ συμπληρωθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 14, δηλαδὴ μετὰ τὴν πρώτην λέξιν νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις (ἀναγινώσκει). Ἐὰν δηλαδὴ ἤθελε συμβῇ νὰ ἀφεθῇ ἐπαρκὴς κτηματικὴ περιουσία καὶ ὑποστῇ ἡ περιουσία ἐκείνη μίαν καταστροφήν, μόνον τότε νὰ ἔρχεται ἐπίκουρος πλέον ὁ ὀργανισμός. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐτόλμων νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἑξῆς ἀκόμη προσθήκην: εἰς τὴν 3ην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 8, ἀντὶ τῶν δύο λέξεων «ὑπ’ αὐτῆς» —πρόκειται περὶ τῆς καλλιεργείας καὶ ἐκμισθώσεως —νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ὑπὸ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου αὐτῶν κατ’ ἔγκρισιν τοῦ ἀρχιερέως τῆς περιφερείας». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ περιουσία αὐτὴ θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἀρχιερέως τῆς περιφερείας. Καὶ αἱ Μοναὶ οὕτω θὰ μείνουν εἰς τὸ ὑφιστάμενον σύστημα, τὸ σύστημα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν τοῦ ὁποίου δὲν δικαιούμεθα νὰ φέρωμεν βαθείας τροποποιήσεις, ὡς ἠθέλομεν πράξῃ ἐὰν δὲν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ τροποποιήσεις μου αἱ τόσον ἐλαφραὶ καὶ ὅμως τόσον στοιχειώδεις. Ἐγένετο, ἐπίσης μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὴν διαγραφὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου ὡς ἀντικειμένου εἰς τοὺς σκοποὺς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον καθώρισα αὐτούς. Καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὑπεστήριξεν ὡραιότατα τοῦτο, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπέρχεται καμμία βαθεῖα ἐκκλησιαστικὴ μεταρρύθμισις. Ἁπλῶς ἐπιζητεῖται μεταρρύθμισις ὠφελοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν. Ἑπομένως ὁ ὑψηλὸς προορισμὸς τῆς Ἐκκλησίας διατηρεῖται ὑπὸ πᾶσαν τὴν εὐλάβειαν ἡμῶν διατηρεῖται ὑψηλὸς καὶ στερεὸς εἰς τὸν σεβασμὸν ἡμῶν. Βέβαια ἡ ἐφαρμογὴ ἀπό τινων ἐτῶν ἀγροτικῆς πολιτικῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς μεθόδου καὶ μάλιστα τῆς σπουδῆς μετὰ τῆς ὁποίας ἐφηρμόσθη, ἔχει βάσιν ἠθικήν, ἀκλόνητον ἑπομένως ἀρχὴν καὶ νομικὴν βάσιν στερεάν. Ὅταν τὸ πρῶτον συνεζητεῖτο εὐρέως ἡ ἀνάγκη μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς κατὰ τὸ 1910–1911, ἰσχύοντος ἀκόμη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἐλέγετο ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ μία τοιαύτη πολιτικὴ θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ προϋπάρξῃ καὶ συνταγματικὴ μεταρρύθμισις. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν τότε Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη τοιαύτης συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως διὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, ἡ σπουδαιοτέρα καὶ ἠθικωτέρα τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τῆς δουλοπαροικίας ἄνθρωποι, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὄχι μόνον ἕν μέρος γῆς διὰ νὰ ὑπάρξωσιν ὡς ὑπάρξεις ὑλικαί, ἀλλὰ καὶ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία τῆς ἠθικῆς των ὑποστάσεως. Διότι καθ’ ὃν τρόπον ἐβίουν οἱ κολλῆγοι εἰς τὰ τσιφλίκια δὲν ἐστεροῦντο μόνον τῶν ὑλικῶν μέσων τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἦσαν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι. Δὲν ἦσαν καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως πολῖται Κράτους Δημοκρατικοῦ, εἴτε βασιλευομένου εἴτε προεδρευομένου. Ποίου ἄλλου εἴδους δημοσία ἀνάγκη δύναται νὰ εἶναι σπουδαιοτέρα ταύτης; Τοιαύτην ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς κατὰ βάσιν, μολονότι ἔχω σπουδαιοτάτας ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη καὶ συνετελέσθη, διότι οὔτε ὁ νόμος εἶχε καλῶς ἀλλὰ καὶ ἐφηρμόζετο κατὰ τρόπον τόσον ἀδέξιον, τόσον ἄστοχον, τόσον φανατικὸν τόσον ἀποβλέποντα εἰς ἄλλους σκοποὺς καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὥστε κατέληξεν εἰς ἀντίθετα ἐν πολλοῖς ἀποτελέσματα ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἔβλαψε σπουδαιότατα τὴν παραγωγὴν τῆς Χώρας καὶ παρημπόδισε σπουδαιότατα τὴν πρόοδον αὐτῆς, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ταῦτα τὰ κακὰ ἀποτελέσματα νὰ μὴ ὑπάρξουν καὶ ὁ ὑψηλὸς ἐκεῖνος σκοπὸς ὁ ἀνθρωπιστικὸς νὰ ὑπηρετηθῇ. Τοιαύτην λοιπὸν ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἠθικῆς βάσεως τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν κολλήγων. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς οὗτος ὁ τόσον ἠθικὸς, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι σκοπὸς σπουδαιότερος τοῦ ὑπηρετουμένου ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς ἔχει σήμερον ἡ περιουσία τῶν Μονῶν καὶ ὡς θὰ ἔχῃ ἀφοῦ θὰ κατασταθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νόμος. Καὶ ἐν τούτοις βλέπω ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποτάσσεται εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς.
§317Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Συμβιβάζεται.
§318Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνεπαρκῶς λέμε μεῖς.
§319Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι μὲ τὴν φορὰν τὴν φανατικήν, τὴν φατριαστικὴν φορὰν τὴν ὁποίαν ἔχουν πάρει ἀνεξέλεγκτοι, αὐθαίρετοι, ἀχαλίνωτοι οἱ ἐφαρμόζοντες τὴν ἀγροτικὴν παρ’ ἡμῖν πολιτικήν, φοβοῦμαι ὅτι ὡς θηρία ἄγρια θὰ ἐπιπέσουν καὶ κατὰ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν ἵνα τάχα δώσουν τὰ μέσα τῆς ζωῆς εἰς πτωχοὺς τινὰς ἀνθρώπους, πράγματι δὲ ὅπως ὑπερβάλουν ἀκαταμετρήτως καὶ ἀνυπολογίστως τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἀνατρέψουν τὸν νόμον καὶ βλάψουν σπουδαιότατα τὴν Ἐκκλησίαν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 πρέπει νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον.
§320Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡμεῖς ὑπεβάλαμεν ἀντίθετον πρότασιν: νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀποκατάστασις, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ γίνῃ κακὴ χρῆσις.
§321Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι στρατιωτικὸν τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἀνδρείας καὶ τῶν ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν ὑμῶν καταφωρᾶται πολλάκις μπολσεβικίζων.
§322Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἄν εἶχε γίνει ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις εἰς τὴν Ρωσσίαν, μπολσεβικισμὸς δὲν θὰ ὑπῆρχε.
§323Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 10 ὑπηρετεῖ τὸν σκοπὸν τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀγροτικῶν κτημάτων ὑπὲρ συνεταιρισμῶν κτηνοτρόφων καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων. Ὁ σκοπὸς οὗτος ἀναγράφεται εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡς σκοπὸς προέχων καὶ ὑπέρτερος τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ δὲ τοῦτο φανατισμὸν ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, φανατισμὸν φθάνοντα μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὥστε νὰ ὑποτάσσῃ τοὺς σκοποὺς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι δὲ, εἴτε ἐπιγνώσει εἴτε ἀθελήτως σκοπὸς μπολσεβικίζων. Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμήν, κύριε ὑπουργὲ τῆς Παιδείας νὰ προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 11. Αὐτὴ ἡ καθιερουμένη ἐξαίρεσις τῆς ἐκποιήσεως ἄνευ δημοπρασίας πρὸς ρευστοποίησιν καὶ ἐξανέμισιν, πρὸς ἐξαφανισμόν δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἶναι πρᾶξις ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἄρθρον 15 ἐπίσης κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ διὰ τῆς φράσεως «κατὰ μέγιστον ὅρον εἰς 10%».
§324Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶναι ἡ σειρὰ τῆς προτεραιότητος.
§325Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε εἶναι σειρὰ προτεραιότητος καὶ αὐτό;
§326Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶναι ἡ τελευταία παράγραφος.
§327Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ λέγετε ἐδῶ «ὁριζομένου εἰς 10% ἐπὶ τοῦ συνόλου». Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν βάσιν, διατὶ δὲν τὸ καθορίζετε;
§328Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ εἶναι πράγματι 10% ἂν περισσεύσουν.
§329Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁριζόμενον εἰς μέγιστον ὅριον.
§330Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διατί;
§331Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξουν, νὰ σᾶς παρουσιασθοῦν ἀνάγκαι...
§332Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπικαλούμεθα πάλιν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα. Αἱ ἀνωτέρω δαπάναι θὰ καταβάλλωνται κατὰ τὴν ἀναγραφεῖσαν σειράν.
§333Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πεντάρα δὲν θὰ περισσεύσῃ γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά.
§334Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν θὰ περισσεύσῃ, πρὸς τὶ ὁρίζετε κ. ὑπουργέ;
§335Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρώτων σκοπῶν, ὑπολείπετε ἓν ποσόν. Τοῦτο τὸ κατανέμομεν διὰ τὴν ἐπίταξιν. Ποία εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ νόμου; Νὰ μὴ ἀπορροφηθοῦν τὰ περισσεύματα αὐτὰ εἰς μισθοδοτικὴν ἐπικουρίαν. Θέλω νὰ ἐξασφαλίσω ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τὸ ποσὸν 10% καὶ τὸ ὑπόλοιπον νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἐπικουρίαν.
§336Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς ὅσα λέγετε εἴμεθα σύμφωνοι ἀλλ’ εἰς ὅσα γράφετε εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει διαφορὰ ὀφθαλμοφανής.
§337Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θέλω νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, ὅτι τὸ ταμεῖον τοὐλάχιστον ἀσφαλίσεως εἶναι στερεὸν καὶ προσφέρει μίαν ἀληθινὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἐφημεριακὸν κλῆρον.
§338Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκοῦν οἱ πόροι διὰ νὰ δίδεται 10% θὰ δίδωνται ὀλιγώτερα;
§339Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Βεβαιότατα.
§340Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἀκόμη μίαν προτελευταίαν παρατήτησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 16 § 3, περὶ τῆς διαδικαστικῆς ἢ διοικητικῆς ὁδοῦ καταλήψεως κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὰς Ἱερὰς Μονάς. Αὐτὴ εἶναι ἐφεύρημα τῆς μακαρίᾳ τῇ λήξει Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης. Λοιπὸν τὰς τρεῖς λέξεις «ἢ διοικητικῆς ὁδοῦ» νὰ τὰς διαγράψητε. Καὶ μίαν ἀκόμη τελευταίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16. Ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 16 ὁρίζει ἀμοιβὰς διὰ τοὺς ὑποδεικνύοντας ἀγνοούμενα μοναστηριακὰ κτήματα. Θέλω τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι διάκειμαι ἐχθρικώτατα πρὸς πᾶν εἶδος χαφιεδισμοῦ.
§341Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐφόσον διαγράφομεν τὴν διοικητικὴν ὁδόν....
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§343Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ φύσις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν μακρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ταύτην τὴν ἑσπέραν. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν ὅτι τὰ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἀφοῦ παρέχεται καὶ εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα ἐπαρκὴς προθεσμία βαθυτέρας ἐξετάσεως. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δίδει ἀφορμὴν εἰς σκέψεις καὶ εἰς συζητήσεις περὶ διαφόρων θεμάτων. Παρίσταται κατ’ ἐπιφάνειαν ὡς ἁπλῶς σκοπῶν, ἁπλῶς τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καὶ εἰδικῶς τὴν ρευστοποίησιν αὐτῆς. Ὁ κύριος, ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς εἶναι βεβαίως ἡ ρευστοποίησις τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Κατὰ πόσον βεβαίως τοῦτο εἶναι νομοθετικῶς ὀρθὸν καὶ δὲν ἀντίκειται εἰς ὡρισμένους κανόνας εἴτε τῆς ἐκκλησίας, εἴτε τοῦ Συντάγματος, ἀποτελεῖ ἓν μέρος τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἕτερον εἶναι κατὰ πόσον εἶναι σκόπιμον νὰ ρευστοποιηθῇ ἡ περιουσία τῶν μονῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον γνωρίζετε πάντες ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουσι τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σαφῶς ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς περιουσίας του εἰμὴ ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνο καθορίζει. Εἶναι ἡ ρευστοποίησις, στέρησις τῆς περιουσίας τῶν μονῶν ἢ ὄχι; Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν βραχυλογίᾳ λύει τὸ ζήτημα. Ἀντὶ νὰ ἔχουν τὰ ἀκίνητα θὰ ἔχουν αἱ μοναὶ τὸ ἀντίτιμον. Ἐὰν τοῦτο χρησιμεύῃ ὡς δικαιολογία τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς περιουσίας τῶν μονῶν, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι στέρησις εἶναι ὅταν μοῦ πάρουν τὴν ἰδιοκτησίαν μου καὶ μοῦ δώσουν ἄλλο πρᾶγμα. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος βεβαίως ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐκποίησις θὰ μὲ εὑρίσκει σύμφωνον διότι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Ὑπάρχει ὅμως μία ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου 111 καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἐν μιᾷ μεταβατικῇ διατάξει, ἡ ὁποία ἔχει μίαν διάταξιν ὀλίγον δυσεξήγητον, διότι λέγει «εἰδικοὶ νόμοι καὶ κατὰ παρέκβασίν των». (ἀναγινώσκει). Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς παρεισέδυσεν ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ τίνα ἔννοιαν ἔχει. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τότε ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119. Καὶ ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη περιεστράφη εἰς συντηρητικὰς ἀρχάς. Καὶ ὁ κύριος ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίσης ἐνόμιζεν, ὅτι παρ’ ὅλον ὅτι ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα τινα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν τινων καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ἤμην σύμφωνος, δὲν ἔπρεπε ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας νὰ μὴ θεμελιωθῇ. Καὶ ἡ ἰδέα αὐτὴ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἐπεκράτει καὶ γενικώτερον τότε εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἀναθεώρει τὸ Σύνταγμα.
§344Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ τότε ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.
§345Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ δι’ αὐτό. Ἐὰν ἴδητε τὸ ἄρθρον 119 τότε ἔθεσε περισσοτέρους ὅρους ἐξασφαλίσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἢ τὸ προηγούμενον ἀντίστοιχον αὐτοῦ ἄρθρον 119. Ἀλλὰ ἡ μεταβατικὴ αὐτὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 εἶχε μόνον τὴν ἔννοιαν τῆς διευκολύνσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Πρὸς αὐτοὺς τοὺς δύο σκοποὺς ἐτέθη καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ εἰδικὴ αὐτὴ διάταξις εἶναι ἀπολύτως συνδιασμένη διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν αὐτῶν καὶ δὲν εἶχεν οὐδένα σκοπόν, ἵνα καθορίσῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀπαλλοτριώσεως τῆς περιουσίας τῆς μοναστηριακῆς. Ἐὰν οὕτως ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 ὥστε τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σύμφωνον ἢ ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄρθρον 119 κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι βάσιμα. Ἐλέχθη ὅτι ἡ περιουσία αὐτὴ ἔχει σκοπὸν ὡρισμένον. Περιωρίσθη ὁ σκοπὸς ἀλλὰ ἀφαιρεῖται. Ἐὰν περιωρισθῇ ὁ σκοπὸς πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Τότε μόνον ἔχει σημασίαν ὅταν καλεῖται τὸ ἵδρυμα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾶ τὸν σκοπὸν καὶ παύσῃ ἡ ὑπόστασις τοῦ νομικοῦ προσώπου. Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Μονῆς εἴτε περιορισθῇ ὁ σκοπός του εἴτε μή, αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον τῆς περιουσίας τὴν ὁποίαν ἔχει. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, διότι εἶχεν ἕνα εὐρύτερον σκοπὸν καὶ σήμερον περιωρίσθη ὁ σκοπὸς αὐτός, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τοῦ πάρωμεν τὴν περιουσίαν. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, διότι καὶ ἡ ὥρα ἔχει ἀρκετὰ παρέλθει. Ἀλλὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ ἄλλο τι οὐσιωδέστατον, συμφέρει κύριοι σήμερον νὰ γίνῃ νόμος καὶ νὰ προβῇ τὸ Κράτος εἰς ρευστοποίησιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν Μονῶν; Νομίζω ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἀπροσφορωτέραν ἐποχὴν ἀπὸ τὴν σημερινήν. Σήμερον, κύριοι βουλευταί, ἔχει τὸ Κράτος εἰς τὴν διάθεσίν του μία μεγάλην περιουσίαν, τὴν περιουσίαν τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ τὴν ὁποίαν περιουσίαν ἔχει ἀπόλυτον συμφέρον, ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, δύναμαι νὰ εἴπω, νὰ ρευστοποιήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ἐφ’ ὅσον παραμένει ἡ περιουσία καὶ δὲν ρευστοποιεῖται κατὰ τοσοῦτον τὸ Κράτος ὑποβάλλεται μὲ τὸ ὑπερβάλον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ διατηρεῖται μία κατάστασις τῆς περιουσίας ἐκείνης ἡ ὁποία εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ ὠφελῇ τὴν περιουσίαν αὐτήν. Καὶ ἐνῷ εἰς τόσην ἀνάγκην εὑρίσκεται, ἵνα ρευστοποιήσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν διὰ νὰ τακτοποιηθῇ καὶ ἡ ὑπόθεσις τῶν προσφύγων, καθόσον δύναται διὰ ταύτης νὰ τακτοποιηθῇ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ, ὅσον ἐκ τούτου θὰ ἀπαλλαγῇ, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἐρχόμεθα νὰ ρίψωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἄλλην περιουσίαν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῆς προσφυγικῆς περιουσίας διὰ νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἱκανοποίησιν καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης. Διότι νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐὰν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ ἀπροσφορωτέραν ἐποχὴν θὰ συνήντα αὐτὴν τὴν ἐποχὴν διὰ νὰ θέσῃ εἰς ἐκποίησιν τὴν περιουσίαν αὐτήν. Ἀλλὰ εἶναι τοῦτο μόνον; Πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, καὶ γνωρίζει κάλλιστα, ποία στενότης χρήματος σήμερον ὑπάρχει. Ποία ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ εἶναι ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ ἀκινητοποιήσωμεν χρῆμα καὶ ἐν τούτοις θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο. Διότι θὰ διατεθῇ ὅτι ἄλλο ὑπάρχει διὰ νὰ πάρουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἁρπάσουν τὴν περιουσίαν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἤδη ὑποβάλει ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ ἐπικυρωθῇ δευτέρα σύμβασις καὶ ἓν σχέδιον συμβάσεως. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ ταμείου δανείων καὶ παρακαταθηκῶν, ἡ ἄλλη εἶναι τοῦ ταμείου τῶν ταχυδρομείων. Αὗται εἶναι αἱ συμβάσεις καὶ τρίτον εἶναι τὸ σχέδιον συμβάσεως μὲ τὸν αὐτόνομον σταφιδικὸν ὀργανισμὸν διὰ νὰ δανεισθῇ 150 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα νὰ τὰ διαθέσῃ διὰ τὰ ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργα τῆς Οὔλεν καθόσον δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα. Ἐνῷ ἐὰν ἔμεναν τὰ χρήματα αὐτὰ ἀδιάθετα θὰ ἦσαν παρακατατεθημένα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης ὁπότε θὰ ἠδύνατο νὰ ρεύσωσι πρὸς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ὑπάρχουσα στενότης. Καὶ ὅμως μὲ ὅλας τὰ περιστάσεις αὐτὰς ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ συνταγματικόν, θὰ τὸ ἐξετάσουν καὶ θὰ πάρουν οἱ ὑπεύθυνοι μίαν εὐθύνην. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὴν νὰ θέσῃ εἰς τὴν ἀγορὰν μίαν περιουσίαν ἐνῷ ἔχουν μίαν διπλασίαν ἐπίσης ἐκτιθεμένην, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ρευστοποιηθῇ διότι δὲν ὑπάρχουν χρήματα καὶ παντοῦ οἱαδήποτε πηγή, καὶ ἐὰν ἔχωμεν τὴν στηρεύομεν ἀκριβῶς διότι ἔχομεν ἀνάγκην. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ λόγος οὗτος, ἀνεξαρτήτως δὲ ἄλλου, διότι δὲν παρευρίσκεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ θεωρῶ ὅτι οἱ ὑπόλοιποι κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἐκπροσωποῦν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πάντοτε ὑπάρχει μία εὐθύνη κεφαλαιώδης, ἡ ὁποία βλέπει τὸ σύνολον τῶν περιστάσεων τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται πάντοτε νὰ τὸ βλέπουν οἱ κατ’ ἰδίαν ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι φυσικῶς ἀπὸ ἕνα ἐγωϊσμὸν πρὸς τὸ ἔργον των, ἐγωϊσμὸν ἀγαθόν, ἀποβλέπουν περισσότερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ τελειώνῃ ἢ νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὸ σύνολον τῶν περιστάσεων τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπηρεάζει περισσότερον.
§346Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παράσχω μίαν πληροφορίαν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς ρευστοποιήσεως ἔχει ἐξαγγελθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προτοῦ νὰ συμμετάσχῃ εἰς αὐτήν. Ἐξετέλεσα ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐξαγγελθείσης ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς.
§347Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὅ,τι λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε ὑπ’ ὄψει αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν τὰς γενικὰς γραμμὰς τῶν προγραμμάτων ἐκείνων ἀπὸ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεξέκλινε. Ταῦτα ἀποτελοῦν λεπτομερείας προγραμμάτων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐφηρμόζοντο καὶ ἐφηρμόσθησαν, ἐφόσον τὰ διάφορα περιστατικὰ συντρέχουν. Ἐφόσον ὅμως εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις, οἵας διατελοῦμεν σήμερον πρὸ παντὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται οἱονδήποτε νὰ θέσῃ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ καταστρέψῃ τὸ ἄλλο ἔργον τὸ ἐπιδιωκόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ εἰς δυσχερείας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὅτι θὰ θέσῃ εἰς δυσχερείας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ προσέξετε, ὅτι δὲν ὀφείλετε νὰ πετάξετε τὰς μοναστηριακὰς περιουσίας. Δὲν ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε, μόνον ὅτι πρέπει νὰ τὴν θέσετε εἰς ταμεῖα νὰ τὴν μεταβάλετε εἰς μετρητὰ διὰ τῆς ρευστοποιήσεως, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ φεισθῆτε ταύτης καὶ νὰ ἐπιμεληθῆτε αὐτῆς ὅσον εἶναι τὸ δυνατὸν πλειότερον, ἵνα ὄντως ἡ περιουσία αὐτὴ ἐκτελέσῃ τὸν μέγιστον σκοπὸν τὸν ὁποῖον, κατὰ μίαν ἀντίληψιν γενικωτέρας φύσεως, ἐδέχθημεν, ὅτι ἔχει. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως διότι ἔχετε ἕνα πρόγραμμα ρευστοποιήσεως, νὰ τὸ μεταβάλετε εἰς πρόγραμμα ἐξολοθρεύσεως μιᾶς περιουσίας, ταὐτοχρόνως δὲ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἕνα ἐπικίνδυνον μέσον διὰ τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν ἄλλων πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσητε μετ’ ἰδιαζούσης προσοχῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰς νέας χώρας ὑπάρχουν μέγισται περιουσίαι μοναστηριακαὶ.
§348Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ⅕ εὑρίσκεται εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τὰ ⅘ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§349Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία θὰ φέρῃ πρόσκομμα μέγιστον εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς περιουσίας τῆς προσφυγικῆς διὰ τὴν ὁποίαν ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην καὶ οἱ πρόσφυγες ὡς ἄτομα καὶ ἡμεῖς ὡς Κράτος καὶ πρὸ παντὸς νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὴν ρευστοποίησιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Θὰ ἐθεώρουν κύριοι, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραβλέψωμεν ὅλας τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, θὰ ἐθεώρουν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους περιέχει τὸ μέτρον τοῦτο, ἂν ἔβλεπον ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ εἷς τοιοῦτος σκοπὸς μέγας καὶ νὰ εἶναι ἐπικειμένη ἀνάγκη ὥστε νὰ εἴπω ὅτι βέβαια, ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα Κράτος καὶ θέλῃ νὰ ἐκπληρώνῃ σκοπούς, βεβαίως θὰ ὑποστῶμεν καὶ οἰκονομικὰς ζημίας ἔστω καὶ δυσκόλους, πρὸς τὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Θέλετε τὴν περιουσίαν αὐτὴν εἰς τὸ ταμεῖον ἵνα μισθοδοτοῦνται ἐκ τῆς περιουσίας ὡρισμένα ἄτομα τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον μισθοδοτοῦνται; Ἐὰν ἔρχεται ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς μίαν γενικωτέραν ἀναμόρφωσιν τοῦ κλήρου καὶ ἐπρόκειτο διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν ταύτην νὰ ὑποστῇ τὸ Κράτος καὶ αἱ μοναὶ ἀκόμη περισσότερον μίαν θυσίαν, θὰ συνεφώνουν. Ἀλλὰ ποία ἀναμόρφωσις γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἀκόμη εἶναι δευτερευούσης σημασίας; Οὔτε κἂν λόγος γίνεται περὶ τοιαύτης ἀναμορφώσεως εἰς τὸ νομοσχέδιον. Περὶ προσαρμογῆς μόνον καὶ ἱκανοποιήσεως ἀναγκῶν προσώπων λόγῳ τῆς δεινῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ὁ κλῆρος τῆς Ἑλλάδος. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως τῆς γνώμης ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ κλήρου παρημελήθη καὶ παρημελήθη σπουδαίως. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότατον ὄργανον τῆς πολιτείας. Ἐσυνειθίσαμεν ἐξ ἱστορικῶν λόγων, νὰ θεωρῶμεν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς στενῶς συνδεδεμένην μετὰ τῆς παιδείας. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ καθιερώσωμεν τοῦτο ὡς ἀρχὴν ὅτι ὄντως ἡ Ἐκκλησία εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη μετὰ τῆς παιδείας. Καὶ ὡς ἡ παιδεία ἀναπτύσσει τὸ πνεῦμα οὕτω καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀναπτύσσει τὴν ψυχήν. Καὶ καθυστερήσαμεν λίαν κακῶς μὲ μεγίστην εὐθύνην ὅλων τῶν κυβερνητῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τοῦ κλήρου. Δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχω ἀνάγκην τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας διὰ νὰ διατηρήσω τὸν κλῆρόν μου. Ἐφ’ ὅσον ὁ κλῆρος ἀποτελεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἀποτελῇ, ἕνα σπουδαιότατον λειτούργημα ἐν τῇ Πολιτείᾳ πρέπει τὸ Κράτος ὡς φροντίζῃ διὰ τὴν παιδείαν ὡς φροντίζῃ διὰ τὸν στρατόν, ὡς φροντίζῃ καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐκ τῶν γενικῶν πόρων νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τοῦ κλήρου καὶ ὄχι νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ κλήρου νὰ ἔχῃ ἕναν ἱερέα, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ ὄχι καλῶς, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἕναν ἱερέα ἄξιον τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ διὰ τὸν ὁποῖον ἐτάχθη ἡ Ἐκκλησία. Καὶ θὰ εἶναι ἄξιος τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ του ἂν παρακολουθῇ τὴν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς τόπου καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν νομίζω ὅτι ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅταν ὡμίλει περὶ συγχρονισμοῦ τοῦ κλήρου. Συγχρονισμὸν τοῦ κλήρου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ τοῦ νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐκπροσωπῇ τὸν κλῆρον ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει ἀναλόγως τῆς κοινωνικῆς ἀναπτύξεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ λαός του νὰ τὸν διαφωτίζῃ καὶ νὰ τὸν διαπαιδαγωγῇ. Ἀλλ’ ἐφόσον τοιοῦτον πρόγραμμα δὲν φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐφόσον δὲν φέρετε πρόγραμμα ἀναμορφωτικὸν τοῦ κλήρου, νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ νὰ ἐκποιήσωμεν τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, εἶναι μία πρᾶξις ἡ ὁποία εἶναι κακὴ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ θεραπεύεται τίποτε θὰ ἤμην σύμφωνος ἐὰν ἔβλεπα ἕνα γενικώτερον πρόγραμμα, ἐὰν ἔβλεπον τοιοῦτον τινὰ σκοπόν, τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ κλήρου νὰ ὑποχωρήσω. Ἀλλὰ κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τοιοῦτον τινὰ σκοπὸν διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐχρησίμευε ἡ περιουσία αὐτή, ἀλλὰ καταρρίπτεται τὸν σκοπὸν αὐτόν. Διατὶ τὸν καταρρίπτετε; Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ λαϊκὴ συνείδησις ἔχει σπουδαίως συνδεθῆ μὲ τὴν ὕπαρξιν διαφόρων μοναστηρίων, τὸ δὲ νομοσχέδιόν σας δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν εἰλικρινῶς παρὰ νὰ καταργῇ πάντα ταῦτα. Εἶναι φαινάκη ἡ συγχώνευσις ἢ ἡ διατήρησις μιᾶς μικρᾶς περιουσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖτε ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὕπαρξιν τῶν μονῶν. Δὲν ἐξετάζετε τοὐλάχιστον, ἐὰν τοῦτο εἶναι καλὸν ἢ κακὸν καὶ λέγετε μὲν ὅτι θὰ διατηρήσητε τὰς μονὰς αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἱστορικὴν ἢ ἰδιάζουσαν σημασίαν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσουν τρόπον τινὰ ὡς ἱστορικὰ κειμήλια, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν τῶν μονῶν τὴν καταργεῖτε. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐὰν τοῦτο εἶναι καλὸν ἢ κακόν, διότι εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτερον, ἀλλὰ λέγω προτείνετε τοῦτο χωρὶς ταὐτοχρόνως ὄχι νὰ προσάγητε ἁπλοῦν νομοσχέδιον, ἀλλὰ χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ λαμβάνετε τὰ μέτρα σας τῆς ἐξυψώσεως τοῦ κλήρου τοῦ ἐφημερίου. Δὲν ἀρκεῖ κύριοι, νὰ εἴπητε ὅτι εἰς ἐκεῖνον τὸν ἐφημέριον ὁ ὁποῖος πένεται, διότι εὑρίσκεται εἰς ἕναν μικρὸν συνοικισμὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῦ δώσῃ τροφήν, ὅτι θὰ τοῦ δώσητε ψιχία τινὰ διὰ νὰ ζήσῃ ὡς ἄνθρωπος. Ἐγὼ ἀνύψωσιν τοῦ κλήρου ἐννοῶ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα σημεῖον, ὥστε νὰ ἔχωμεν κλῆρον ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐφόσον μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι τὸ νομοσχέδιον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην του περὶ ρευστοποιήσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς καὶ ἀφοῦ τοῦ δοθῇ μείζον χρόνος νὰ παρασκευάσῃ τὰ τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ κλήρου, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὅπου θὰ ἔχῃ πάλιν τὴν αὐτὴν πλειοψηφίαν νὰ μᾶς φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προαγωγῆς τοῦ κλήρου καὶ τότε νὰ σκεφθῇ περὶ ρευστοποιήσεως ἐὰν καὶ τότε αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐκποίησιν τῆς περιουσίας διότι ἐὰν καὶ τότε δὲν εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοιαῦται καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ ἐκποιηθῇ, διότι πρέπει νὰ παρέλθῃ ἕνα χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τοῦ κλήρου διὰ νὰ χρειασθοῦν περισσότερα μέσα. Νομίζω ὅτι ἂν διορθωθῇ οὕτω πως τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐπέλθῃ μία ζημία, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ θὰ ἐπέλθῃ. Θὰ σᾶς ἔλεγον ἀκόμη ἕνα κακόν, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ταχείας ρευστοποιήσεως. Ἤκουσα προηγουμένως καὶ ἀνεπτύχθη ὅτι χρειάζεται ἐκ τῆς περιουσίας νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς διότι ἡ περιουσία, ἡ ὁποία θὰ τοὺς μείνῃ δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν συντήρησίν των θὰ ἔχουν ἑπομένως καὶ αὐτοὶ μίαν περιουσίαν καὶ θὰ ἀσχολοῦνται περισσότερον καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ καταστοῦν καὶ αὐτοὶ πολυδαπανέστεροι, ἐφόσον δὲ θὰ ἔχουν μίαν περιουσίαν ἥτις θὰ δύναται νὰ ρευστοποιηθῇ.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§351Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νομίζω κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ συζήτησις ἔχει ἐξαντληθῆ μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Παιδείας, καὶ μετὰ τὴν πανταχόθεν διαπιστωθεῖσαν ὁμοφωνίαν ὅτι ὅλοι ποθοῦμεν τὴν βελτίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, τῆς ὁποίας βελτιώσεως ἀπαρχὴν ἀλλὰ σπουδαίαν ἀπαρχὴν κάμνει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱεροκηρύκων, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κατέθεσεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Κυριώτατα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονον Ἐκκλησίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν τὰ μάλιστα προοδευμένην εἶναι ὅτι τὸ μεῖζον μέρος τῆς λειτουργίας κατέχει τὸ κήρυγμα, προσανατολιζόμενον ἑκάστοτε πρὸς τὰς κοινωνικὰς καὶ ἠθικὰς περιστάσεις, ἀναχωρεῖ δὲ πάντοτε ἀπὸ τῶν θαυμασίων ρητῶν τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Γραφῆς, βιβλίων τὰ ὁποῖα ἀνεξαρτήτως τῆς θείας ἐμπνεύσεώς των ἂν παραδέχεται ἢ δὲν παραδέχεται τις ὅπως ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ ἕνα μεγάλον φιλοσοφικὸν καὶ κοινωνικὸν εὐαγγέλιον. Καὶ περὶ μὲν τῆς βελτιώσεως ταύτης δὲν πρόκειται ἀπόψε νὰ γίνῃ λόγος. Ἡ βελτίωσις προϋποθέτει ἀκριβῶς τὴν ὑλικὴν κατὰ πρῶτον ἐξύψωσιν, διότι πρῶτον πρέπει νὰ ζῇ κανεὶς κατὰ τὸ Λατινικὸν ρητὸν καὶ ἔπειτα νὰ φιλοσοφῇ ἂν θρησκευτικῶς φιλοσοφῇ. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ἀντιρρήσεις τινὰς αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι εἰς τὰς ἰδικάς του περιπτώσεις, διότι περὶ τούτων ἀπήντησεν ὁ συνάδελφός μου, ἀλλ’ εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὡμίλησεν περὶ τῶν ἀπαλλοτριώσεων τοῦ ἄρθρου 19 καὶ 119. Συνωμολόγησεν ὅτι πάντως ἀναγνωρίζει ὅτι ἀποτελεῖ μίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μνημονεύσῃ ὅτι εἰς πλεῖστα σημεῖα ὑπῆρξαν σύμφωνοι αἱ ἀντιλήψεις μας. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι μὲ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων ὅταν συνεζητοῦμεν ἄλλοτε περὶ τῆς ὑποκαταστάσεως τῆς λέξεως ὠφέλεια διὰ τῆς λέξεως ἀνάγκη τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος εὑρέθημεν σύμφωνοι, καὶ ἐγὼ εἰς τὰ 1911 εἶπον ὅτι, ἀποτελεῖ μεγίστην κοινωνικὴν ὠφέλειαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ διότι τὰ Κράτη αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχουν νὰ πραγματοποιοῦν τὰς κοινωνικὰς ὠφελείας καὶ συνεφώνουν μαζί σας ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνουν ἀπαλλοτριώσεις καὶ μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα. Ἐκαινοτομήθησαν μόνον τὰ κατὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι προτοῦ ἀκόμη λάβω τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας πολιτευτοῦ, εἶχον δηλώσει ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὅτι ἤθελον νὰ μὴν ἐθυσιάζοντο μόνον ὀλίγα πρόσωπα διὰ τὴν λύσιν ἑνὸς τόσον μεγάλου κοινωνικοῦ προβλήματος, οἷον τὸ ἀγροτικὸν ἀλλὰ τὸ σύνολον νὰ συνεισφέρῃ. Δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι ἐξ ἰδιωτικῶν συνομιλιῶν μὲ τοὺς ἄλλους ἀρχηγούς, δὲν τοὺς εὗρον ἀντιθέτους πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἰσχυρίζοντο μόνον ὅτι θὰ εἶναι ἐπιβάρυνσις μεγάλη τοῦ ἀγρότου. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος, ἐγένετο ἀκριβῶς διὰ νὰ διευκολυνθοῦν ἀπαλλοτριώσεις τινές, καὶ μόνον εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων ἕνα καὶ δύο ὡμίλει. (ἀναγινώσκει). Δὲν ὡμίλει πλέον περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, μικρῶν κτηνοτρόφων ἢ προσφύγων ἢ περὶ ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως προσφύγων. Εἶναι μία γενικὴ διάταξις ἡ ὁποία παρενέβαλε μίαν γενικὴν ἐξαίρεσιν εἰς τὸ ἄρθρον 19 μὴ περιοριζομένην μάλιστα ἐντὸς πενταετίας. Ποιὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη;
§352Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγράφη ὡς μεταβατικὴ διάταξις.
§353Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅπως γνωρίζετε ἡ μεταβατικὴ διάταξις ἔχει τὴν σημασίαν, ὅτι ὁρίζεται κάποιος χρόνος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἰσχύει. Ἀλλέως ἡ ἐπιγραφὴ εἴτε τοῦ νόμου εἴτε τοῦ κεφαλαίου τοῦ νόμου δὲν μεταβάλλει οὐδὲ ἀλλοιώνει τὴν οὐσίαν τῆς διατάξεως. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων, λέγει ἡ διάταξις, θὰ γείνῃ. Εἰς τὸ τέλος ὅμως λέγει ὅτι κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 19 τὰ μοναστηριακὰ κτήματα κλπ.
§354Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δοθῇ ἡ ὁριστικὴ λύσις τὴν ὁποίαν μποροῦμε νὰ βροῦμε. Θὰ σᾶς ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν εἰς τὸ ἄρθρον 19 εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἐξαίρεσις αὐτή. Τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι λίαν ἀμφισβητούμενον.
§355Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερνήσεως). Ἁπλούστατα ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον 19, δὲν ἔγινεν ἡ ἐξαίρεσις. Τὸ ἄρθρον 19 κυριώτατα ἦτο ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παλαιοῦ συντάγματος, καὶ ἀντεγράψαμεν καὶ τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τὰ ρέοντα ὕδατα κλπ. εἴπομεν δὲ τότε διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν ὅτι θὰ προνοήσωμεν διὰ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ. Ἐπανήλθομεν καί εἴπομεν ὅτι διὰ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα θὰ γίνῃ εἰδικὸς νόμος. Ἀλλὰ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι....
§356Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μαζὶ ἐγένετο ἡ συζήτησις.
§357Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερνήσεως). Ἐψηφίσθη πρῶτα τὸ ἄρθρον 19. Θὰ ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι ἔγειναν πανυχίδες καὶ ὅτι ἡ διατύπωσις ἦτο ἀποτέλεσμα πολλῶν καὶ ἐπανειλλημένων τροπολογιῶν καὶ συζητήσεων ἐκεῖ δὲ ἀκριβῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι τίς....
§358Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργός τῆς Παιδείας). Καλὴ του ὥρα.
§359Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερνήσεως). Καὶ ἔθεσε τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ἄνευ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸ νομοσχέδιόν σας θὰ ἦτο συνταγματικόν. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀναγκαστικῆς τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας κατὰ τὸ ἄρθρον ἂς εἴπωμεν 17 τοῦ παλαιοῦ συντάγματος, τότε βεβαίως θὰ ἐχρειάζετο εἷς νόμος σύμφωνος μὲ τὰς γενικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ ἠμφισβήτησεν κανεὶς ποτὲ ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία ὅπως ἡ ἐκκλησία ἐν γένει, ὡς σύνολον τῶν πιστῶν, ὅτι αἱ μοναὶ ἀποτελοῦν ἕναν ἰδιόρρυθμον ὀργανισμὸν ἐν τῷ Κράτῃ καὶ ὅτι τὸ κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καθορίζῃ τὰ τῆς συστάσεως, διαλύσεως, διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως αὐτῶν; Ὁ ἐντριβέστατος ἀπὸ καταβολῆς τῆς ἐλευθέρας ταύτης ἐπικρατείας περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ Ἰωάννης Εὐταξίας, ὑπῆρξεν ὁ συντάκτης τοῦ νόμου περὶ γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου τὸ ὁποῖον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδικήν σας σκέψιν, καθ’ ἣν θὰ ἐχρειάζετο εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ συντάγματι πρὸς ἀποστέρησιν τῆς περιουσίας τῶν μονῶν, θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ παλαιοῦ συντάγματος. Ὁ νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου γνωρίζετε ὅτι ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1909. Διατὶ δὲν ἐθεωρήθησαν ποτὲ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἀντισυνταγματικαί; Καὶ ὅμως τὶ λέγει ὁ νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου; Λέγει ὅτι τὰ εἰσοδήματα τῆς περιουσίας τῶν μονῶν δὲν τὰ ἔχουν αὐταί, τὰ ἔχει τὸ Κράτος καὶ πληρώνει μὲ αὐτὰ τοὺς ἐπισκόπους τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἱεροκύρυκας. Διὰ τὴν ἄλλην ἰδιωτικὴν περιουσίαν θὰ ἠμποροῦσεν νὰ πῇ αὐτὸ ὁ νομοθέτης; Θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὸ εἴπῃ διὰ τὴν περιουσίαν τὴν εἰδικήν σας; ἢ διὰ τὴν περιουσίαν τῶν συλλόγων ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ συντάγματος; Βεβαίως ὄχι. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ποτὲ ἐφαντάσθη ὅτι ὁ νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον ἔγραψεν ὁ ἐντριβέστερος ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνας νομομαθεῖς περὶ τὸ κανονικὸν δίκαιον, οὐδεὶς ποτέ, λέγω, ἐφαντάσθη ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ νόμος ἀντισυνταγματικός. Αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ ἱεραρχία κατήγγειλε τὸν νόμον ὡς ἀντικανονικόν, ὡς ἀντικείμενον εἰς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας. Καὶ ἐγένετο μεγάλη συζήτησις τότε, ἐνθυμοῦμαι, ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ ἄν οἱ κανόνες εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀπαραβίαστοι ὥστε καὶ τὰς περιουσιακὰς σχέσεις τῶν μονῶν νὰ περιβάλλουν μὲ τὸ «μὴ μοῦ ἅπτου» ἢ ἂν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ μόνον τὸ δογματικὸν μέρος τοῦ κανόνος. Καὶ ἐλύθη ὅπως γνωρίζετε ὑπὲρ τοῦ ὅτι οἱ κανόνες προστατεύουν μόνον τὰ δόγματα. Λοιπόν, περὶ ἀντισυνταγματικότητος δὲν δύναται νὰ γίνῃ σοβαρὸς λόγος, ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119. Μοῦ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ἄλλα τινὰ ἐπιχειρήματα. Ἕν ἐξ αὐτῶν ἦτο ὅτι τὴν στιγμήν, ποὺ γίνεται ἡ προσφορὰ ἀνταλλαξίμων κτημάτων προσφέρονται καὶ ἄλλα κτήματα, εἰς τὴν κτηματαγοράν, πολλαπλασιάζονται αἱ προσφοραί, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ μὴ εἶναι ἀντίστοιχος πρὸς τὴν προσφοράν. Πρέπει νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἤδη ἔδωσε ὁ κ. συνάδελφός μου, ἔχων τὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἐπαρκής, διότι μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι ⅘ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας εὑρίσκονται ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ ἀνταλλάξιμος περιουσία ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, εἶναι ἐλαχίστη.
§360Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§361Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Σημειώσατε δὲ ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ κινητῶν πραγμάτων, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι τὰ χρήματα εἶναι δυνατὸν νὰ πηδήσουν ἀπὸ τὴν χρηματαγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, νὰ πᾶνε εἰς τὴν χρηματαγορὰν τῆς Θεσσαλονίκης.
§362Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ λησμονῆται καὶ τὴν κερδοσκοπίαν.
§363Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Δὲν ὑπάρχει καλλίτερον πρᾶγμα διὰ τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τὴν φωνήν μου, ἥτις εἶναι ἐν ἀσθενείᾳ ἀπὸ τὸ νὰ ἐξετάζωμεν τὰ ζητήματα ἕνα ἕνα. Ὁ κ. συνάδελφος φοβεῖται τὴν κερδοσκοπίαν, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὲς χρῆμα καὶ θὰ ἐπωφεληθοῦν οἱ ἔχοντες. Αὐτὸ θὰ εἶχε σημασίαν ἄν ὁ συνάδελφός μου δὲν εἶχε προνοήσει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι τὰ κτήματα δίδονται καὶ μὲ μικρὸν τόκον.
§364Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶναι 8% ὁ τόκος.
§365Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διευκολύνεται τὴν ἀγοράν.
§366Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἄρα ἡ διευκόλυνσις τῆς ἀγορᾶς δὲν σημαίνει ἐξευτελισμὸν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, ὡς ἦτο τὸ πρῶτον σας ἐπιχείρημα ὅτι, ἐὰν προσφέροντες πολλά, ἐξευτελίζονται αἱ τιμαί τῶν κτημάτων. Ἕτερον ἐπιχείρημα ἦτο ὅτι θὰ ἀκινητοποιήσετε τὰ χρήματα δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου.
§367Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅλα θὰ συντρέξουν, δὲν σᾶς ἔκαμον καμμίαν διάκρισιν. Σᾶς εἶπον ὅλα θὰ συντρέξουν καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ συνάδελφος σας ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔχῃ ἀντιθέτους πληροφορίας.
§368Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Λέγει ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἀκινητοποιήσητε τὰ χρήματα καὶ προσέξατε εἰς τὸ κακὸν ποὺ κάμνετε. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀκινητοποιεῖται καὶ ἄλλα χρήματα, διότι κἄποιο νομοσχέδιον εἰσηγεῖται νὰ δανείζῃ ὁ αὐτόνομος σταφιδικὸς ὀργανισμὸς τόσα ἑκατομμύρια διὰ νὰ συμπληρωθῶσιν τὰ ἔργα τῆς Α ἐπιχειρήσεως, ἐνῷ ἐὰν αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ δώσετε εἰς τὴν Τράπεζαν θὰ μποροῦν νὰ διαχυθῶσιν εἰς τὸν κόσμον. Πολλάκις ὁμιλοῦμεν, κύριοι, περὶ ἀκινητοποιήσεως τῶν χρημάτων, καὶ ἴσως τινὲς θὰ ἐνόμιζον ὅτι παίρνομεν τὰ χρήματα καὶ τὰ μετατρέπομεν εἰς γῆν ἢ λίθους, εἰς ἀγκωνάρια. Πάλιν εἰς τὴν ἀγορὰν θὰ περιέλθουν τὰ χρήματα, δὲν ἀκινητοποιοῦνται. Ἐν τῇ προκειμένῃ μάλιστα περιπτώσει εἶναι πρόδηλον ὅτι οἱ ἀγορασταὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων θὰ εἶναι ὡς τὸ πλεῖστον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι συνεδέθησαν πρὸς αὐτὰ εἴτε διότι ὑπῆρξαν ἐργάται ἐν αὐτοῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, εἴτε, ὅπερ γνωρίζω ὅτι συνέβη εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, διότι ἔγιναν ἐποικισμοί, συνοικισμοὶ μικροὶ ἐκεῖ καὶ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ποθεῖ νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον ἐκαλλιέργησε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ πατήρ του, εἴτε τέλος πάντων κατ’ ἄλλους τρόπους, διὰ τῶν ὑπομισθώσεων τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ καλόγηροι. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μικράς τινάς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσουν διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ εἶναι πολὺ χρήσιμον νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς Τραπέζας διὰ τῶν ἐκποιήσεων τούτων χρηματικά τινα ποσά.
§369Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω κάτι τι; Ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ μίαν πεντάρα καὶ νὰ τὴν διαθέσῃ ἐκεῖ;
§370Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐγὼ γνωρίζω τοὐλάχιστον 4 χωριὰ ὄχι ἐν Πάτραις, ἀλλὰ εἰς γειτονικὰς περιοχὰς μάλιστα περισσότερον πρὸς τὴν ἰδικήν σας περιφέρειαν γειτνιαζούσης τὰ ὁποῖα χωριά, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ποῦ εἶπα ἐπιθυμοῦν νὰ ἀγοράσουν μὲ δόσεις κτήματα μοναστηριακά, καὶ μάλιστα μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἤδη καὶ ἀποταμιεύσει ἓν ἀρκετὸν ποσὸν χρημάτων. Νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς μίαν μικρὰν περιοχὴν τοῦ νομοῦ μου. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπάρχει φόβος ὅτι θὰ ἀκινητοποιηθῶσι χρήματα τοὐναντίον θὰ κινητοποιηθοῦν κρυμμένα χρήματα. Ἄλλος εἶναι ὁ κίνδυνος, κατὰ τὸν κ. Παπαναστασίου, ὑποκειμενικῆς ἀκινητοποιήσεως. Λ. χ. εἷς βιομήχανος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἕναν κεφάλαιον διὰ νὰ γυρίζῃ τῆς δουλειές του capital de raeauent, διαπράττει τὸ λάθος νὰ διαθέσῃ ὅλας του τὰς δυνάμεις εἰς ἀκίνητα ἢ ἐπαύξησιν αὐτῶν καὶ περιπίπτει εἰς στενοχωρίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τῆς ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν οἰκονομικὴν καχεξίαν, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν καλλίτερα τὰ μοναστηριακὰ κτήματα εἶναι στοιχειώδης πλουτολογικὴ ἀπαγόρευσις. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι τὰ μετόχια καλλιεργοῦνται καλλίτερα ἀπὸ τοὺς μοναχούς. Γνωρίζετε ἄριστα, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω μὲ ὅλην τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω λάβει ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι συνήθως οἱ μοναχοὶ διανέμονται εἰς κάρπωσιν τὰ μετόχια, τὰ ὑπενοικιάζουν, παρουσιάζοντες εἰς τὴν μονὴν ὄχι τὸ ἀκριβὲς τίμημα τοῦ μισθώματος, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον. Οὕτως ἀποκτᾶται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἡ ἰδία περιουσία τῶν μοναχῶν, ἡ ὁποία μάλιστα δὲν φαίνεται εἰς τὸ ὄνομά των ἀλλὰ εἰς τὸ ὄνομα ἀνεψιοῦ τινὸς ἢ ἄλλου. Δὲν νομίζω ὅτι θ’ ἀποβῇ πρὸς κακόν τι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρὸς καλόν. Ἡ ἱεραρχία ἐν τῇ γενικῇ της γραμμῇ, ἐγκρίνει τὸ σχέδιον τοῦτο. Δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι περισσότερον ἱερωμένος ἀπὸ τοὺς ἱερωμένους.
§371Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἱεραρχία δύναται νὰ ἔχῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις της, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει τοιαύτην γνώμην ὥστε ν’ ἀποξενώσῃ τὴν πολιτικήν. Σχετικῶς ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ μίαν διαμαρτυρίαν, ἀνεξαρτήτως ἄλλων, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνομένην, ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν Κασσανδρίας καὶ Παροναξίας, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἱεραρχίας. Δὲν ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περισσοτέρας καὶ 2) διότι θεωρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μπορεῖ νὰ παρίδῃ καὶ τὰς γνώμας τῆς ἱεραρχίας, ἔστω καὶ περὶ ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον ὀφείλατε νὰ φροντίσετε νὰ ἔχετε σύμφωνον τὸν κλῆρον.
§372Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὡς πρὸς τὴν ρευστοποίησιν ὅτι ἡ συμφωνία εἶναι πλήρης. Ὑπογράφεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις καὶ ἀπὸ τὰ 15 μέλη τῆς ἱεραρχίας, συνυπογραφομένων καὶ τῶν ἁγίων Κασσανδρίας καὶ Παροναξίας. Ἐπὶ δευτερευόντων ζητημάτων ὑπάρχει διαφωνία. Ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῶν βασικῶν ἡ συμφωνία εἶναι γενική.
§373Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἓν γνωμικὸν ὅτι χείλη ἀρχιερέων οὐ ψεύδονται.
§374Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Οὔτε αἱ ὑπογραφαί.
§375Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Οἱ ἱεράρχαι ἐδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τῆς ρευστοποιήσεως, τὸ ὁποῖον σημαίνει τοῦτο, ὅτι παρῃτήθησαν τῶν ἐνστάσεων τὰς ὁποίας προέβαλλον ἄλλοτε περὶ ἀντικανονικοῦ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτείας, εἶναι δὲ σύμφωνος, ὡς βλέπω, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι εἰς τὴν πολιτείαν ἐν γένει ἀνήκει ἡ κυριαρχία καὶ ὅτι ἡ πολιτεία δύναται νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων ὡς αὐτὴ φρονεῖ χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν ἀντίθετον τυχὸν γνώμην τῶν ἱεραρχῶν ἐπὶ περιουσιακῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἦτο ἔργον συνέσεως νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη των. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Λαϊκῶν τὸ ὑπέδειξε κατόπιν ὅμως ἑορτῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Διότι τὸ εἶχεν προΐδει ὁ συνάδελφός μου, καὶ εἶχε καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἱεραρχίας κατ’ ἀρχήν, καὶ εἶναι τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς ἱεραρχίας. Ἔχομεν καὶ ἄλλα ὅμοια παραδείγματα. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν, ἕνα μεγάλο μέρος αὐτῆς αὐτὴ πρώτη τὸ διέθεσεν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Κρήτης καὶ πλὴν τούτου, ἔδωσε καὶ εἰς γεωργικὰς σχολὰς οἰκειοθελῶς κτήματά της διὰ νὰ χρησιμεύσουν πρὸς μόρφωσιν τῶν τέκνων τῶν Κρητῶν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαμβάνεται ὅτι δὲν εἶναι ἓν ὄργανον κεχωρισμένον παντελῶς ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ὅτι εἶναι ἕν μέλος τῆς κοινωνίας καὶ ὅτι ζῇ καὶ αὐτὴ μὲ τὴν κοινωνίαν καὶ ὅτι πρέπει νὰ συγχρονίζεται μὲ τὴν κοινωνίαν ὅτι δὲ ὅλοι ποθοῦμεν καὶ ὁ κ. συνάδελφος τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκκλησίαν συγχρονιζομένην ἐν παντὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν νεωτέρων κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν θεμάτων τῆς νεωτέρας κοινωνικῆς δικαιοσύνης.
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§377Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον παρενέπεσε. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσαφηνίσωμεν τὴν ἄποψιν τῆς ἱεραρχίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἵνα μὴ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀπεσιωπήσαμεν εἰς σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει διάφορος ἀντίληψις, διότι ἐπιθυμῶ πρὸ τῆς τελικῆς ψηφίσεως νὰ ἔχῃ πλήρη γνῶσιν καὶ τούτων ἡ Βουλή. Ὁ ἅγιος Κασσανδρείας ἔχει διατυπώσει εἰς 5 σημεῖα τὴν διαφωνίαν του, καίτοι πρότινος, εἶχε συνυπογράψει τὸ σχέδιον τῆς συνόδου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν σύμβασιν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιλαμβάνεται τῆς εὐκαιρίας ὅπως καὶ αὖθις μὲ εὐχαριστήσῃ διὰ τὴν προθυμίαν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καθώρισε λοιπὸν ὡς ἑξῆς τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας: πρῶτον, ὅτι ἀφῃρέθη ἀπὸ τῆς ἱεραρχίας ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κανονικὴ πλειοψηφία τὸ κεντρικὸν συμβούλιον εἶναι ἑπταμελὲς καὶ ἤθελε τὰ 4 μέλη νὰ εἶναι μητροπολῖται καὶ οἱ 3 λαϊκοί. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὸ ἀντίθετον, καθ’ ἡμᾶς οἱ 4 πρέπει νὰ εἶναι λαϊκοὶ καὶ οἱ τρεῖς μητροπολῖται, λόγῳ τῆς ἀναμφισβητήτου ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων ἁρμοδιότητος τῶν λαϊκῶν, ἐφόσον οὗτοι εἶναι εἷς νομικὸς σύμβουλος, εἷς διευθυντὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, εἷς σύμβουλος ἐπικρατείας καὶ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Δεύτερον ὅτι τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ ὀργανισμοῦ θὰ ὁρίσῃ ἕν ἐκ τῶν μελῶν του πρὸς ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐνῷ κατὰ τὸν ἅγιον Κασσανδρείας ἔπρεπε νὰ ἀναφέρεται ρητῶς, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ ἑνὸς μητροπολίτου. Ἀλλὰ ἐὰν τυχὸν ὁ μητροπολίτης οὗτος ἐκ τῶν ὑστέρων διαφωνῇ, νὰ στέρξωμεν τοιουτοτρόπως τὸ ναυάγιον τοῦ ἔργου. Τρίτον, ὅτι ἐστέρησε τὸ ταμεῖον ὁριστικῶς τοῦ μεγάλου πόρου τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πρὸ αἰῶνος διαλυθεισῶν μονῶν. Ἐλέχθη προηγουμένως διατί δὲν ἀναγράφεται ἡ περιουσία τῶν διαλυθεισῶν μονῶν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ ἕνα αἰῶνα νὰ ἀνατρέψωμεν μίαν δημιουργηθεῖσαν πραγματικὴν κατάστασιν. Τέταρτον, ὅτι εἰσήγαγεν εἰς τὸν νόμον παρὰ τὴν ἐναντίαν γνώμην τῆς 15μελοῦς ἐπιτροπῆς διάταξιν εὐνοοῦσαν τὴν διαρπαγὴν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, τὴν γενομένην ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁμοθύμως ἐτάχθη ἡ Βουλή καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως ὑπεστηρίζομεν, διότι τὴν θεωροῦμεν ὡς βασικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ καθ’ ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον ἐξυπηρετεῖ ταὐτοχρόνως τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ μὲ τὴν περισυλλογὴν τῆς περιουσίας της, καθὼς καὶ τὴν Ἐθνικὴν οἰκονομίαν, διότι χορηγεῖ περιουσίαν πρὸς καταλληλοτέραν ἐκμετάλλευσιν καὶ ταὐτοχρόνως εἰς τοὺς ἀκτήμονας ἀποδίδει κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Πέμπτον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ καταβάλλῃ ἐκ τῶν κεφαλαίων τὰς διαφόρους δαπάνας. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ παρανόησιν, διότι, καθὼς ἀνέπτυξα προηγουμένως, τὰ μὲν κεφάλαια θὰ εἶναι ἄθικτα καὶ αἱ πρόσοδοι μόνον θὰ διατίθενται. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα τῆς διαφωνίας ὅπως ἀνακοινοῦνται ἀπὸ τὸν πλέον ἀδιάλλακτον ἐκ τῶν ἀντιπάλων. Ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ τὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ἐν γνώσει αὐτῶν νὰ ἀποφασίσῃ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνθρακόπουλος.
§379Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐλογοῦντες καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τραυματίζομεν διὰ μίαν φορὰν ἀκόμη τὸν ἀγροτικὸν νόμον τὰ ἀγροτικὰ συμφέροντα τοῦ ἀκτήμονος κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Τὰ συνεχῆ ταῦτα τραύματα ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου ἀποτελοῦσι θυμίαμα ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ ὁ πρῶτος διδάσκαλος αὐτῆς ἐθυσιάσθη διὰ νὰ σώσῃ τὸν ἐργαζόμενον κόσμον καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος. Ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ δικαίου ἡμεῖς ἀντιτασσόμεθα εἰλικρινῶς ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐξαγγέλλει μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, σεμνύνεται ὅτι αὐτὴ ἔθεσεν τὰς βάσεις ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Λέγω ὅτι ὁμοιάζει ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων τὴν ἀγελάδα ἡ ὁποία προσφέρει μίαν ἡμέραν κἄτι τι καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὸ θρυμματίζει. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ μηνῶν συνεχῶς εἰσάγει νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνατρέπει τὰς διατάξεις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ αὐτοκαλλιεργείας διαφόρων κτημάτων. Καὶ θὰ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς ἐπιστημονικοῦ συστήματος καὶ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ὑποδειγματικῆς καλλιεργείας διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς γεωργίας τοῦ τόπου μας. Δυστυχῶς ὅμως καθὼς βλέπομεν δὲν πρόκειται παρὰ περὶ 5–6 κτημάτων διὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ περιληφθοῦν ὡρισμένα πρόσωπα. Ἀργότερον ἡ Κυβέρνησις περιέβαλε διὰ κυρώσεως τὸ Παγκαλικὸν ἐκεῖνο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροστατεύετο ἡ Μοναστηριακὴ περιουσία, ἡ δὲ σημερινὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι παρὰ συνέχεια ἐκείνης τῆς πράξεως. Προχθὲς συνεζητήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου, λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων ἀπεκατεστάθησαν τινὲς εἰς κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπείγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλοτριώσεων, ἐξαιροῦνται ταῦτα ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν καθορίζει ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ θὰ καταβάλουν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων χθὲς ἐψήφισε νομοσχέδιον περὶ λειβαδίων, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὅσον ποσὸν ἀπὸ τὰ λειβάδια αὐτὰ ἀφορᾷ τὴν κτηνοτροφικὴν ἀποκατάστασιν δι’ αὐτὰ οἱ ἀγρόται θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων κτηνοτρόφων, δὲν νομίζετε ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι πραγματικῶς ἀντισυνταγματικός; Δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ τόσας πράξεις εἰς βάρος τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ εἰς βάρος τῶν συμφερόντων τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, νὰ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι αὐτὴ προστατεύει τὸν ἀγροτικὸν κόσμον καὶ ὅτι ἀσκεῖ μίαν ἀγροτικὴν πολιτικήν. Λέγω δὲ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ μόνον ὑπάρχουν κατὰ τὰς στατιστικὰς τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων 15.000 ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν γραμμέναι εἰς τοὺς καταλόγους της ὡς ἐπισήμως ἐγκατεστημέναι χωρὶς νὰ ἔχουν κλῆρον ἐπαρκῆ. Ἀλλὰ καὶ πλὴν τούτων εἰς ἕνα ἕκαστον συνοικισμὸν συναντᾷ κανεὶς 4 ἢ 5 οἰκογενείας ἀγροτῶν ἀκτημόνων ἤτοι ἐπὶ 4.000 χωρίων ἔχομεν ἄλλας 16.000 ἀκτήμονας. Καὶ ὅταν ἔχωμεν 30.000 ἀγρότας ἄνευ ἀποκαταστάσεως, δὲν εἶναι φοβερὸν κύριοι συνάδελφοι, νὰ λέγωμεν ὅτι προστατεύομεν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον ἐνῷ πραγματικῶς τὸν τραυματίζομεν καὶ τορπιλλίζομεν τὴν ἀποκατάστασίν του; Ἡ γενικὴ τάσις τῆς ἀσφαλίσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων ὤθησε φαίνεται καὶ τοὺς προϊσταμένους τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ὅπως αὐτασφαλισθῶσι. Καὶ ἔθεσαν ὡς δόγμα ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία τῶν μονῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν, ἀνήκει ἀτομικῶς εἰς αὐτοὺς καὶ ἑπομένως δικαιωματικῶς πρέπει νὰ μισθοδοτοῦνται καὶ νὰ τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτήν. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐὰν ἀναγνώσῃ κανεὶς τὴν Βυζαντινὴν ἱστορίαν θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ δημιουργία καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῆς μεγάλης περιουσίας πέριξ τῶν μονῶν, πέριξ τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἡ βάσις καὶ ἡ δημιουργία τῶν αἱρέσεων ἐντὸς αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἔχουν μεγαλειτέραν περιουσίαν ἐζήτουν τὴν πλουσιωτέραν ἐπαρχίαν διὰ νὰ μεταβαίνουν ἐκεῖ. Νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως σεῖς τορπιλλίζετε τὴν βάσιν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐφόσον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ὡς Κράτος ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ρευστοποιηθῇ ἡ τεραστία αὐτὴ περιουσία εἰς ὄφελος μόνον τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἤθελον νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, ἐφόσον εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης, ἐπὶ ὡρισμένων παρατηρήσεών του.
§380Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων....
§381Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ γνῶθι σ’ αὐτὸν τὸ ἔχω τόσον πολὺ ἀνεπτυγμένον ἐπάνω μου, ὥστε δὲν ἠξίωσα ποτὲ νὰ εἶμαι ἀρχηγὸς κόμματος. Εἶμαι ἕνας ἁπλοῦς ἱεραπόστολος μιᾶς ἰδέας καὶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν ἀναπτύσσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Σεῖς εἴπατε ὅτι «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, ἀλλ’ οἱ λόγοι μου οὔ παρελεύσονται εἶπεν ὁ Χριστός». Ἐγὼ δὲ ἀπαντῶ εἰς σᾶς. Ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας εἶπεν «οὔτε πήρα φέρετε ἵνα μὴ σκανδαλίζεσθε». Οἱ δὲ σημερινοὶ διδάσκαλοι ἔρχονται καὶ ζητοῦν μίαν ὁλόκληρον περιουσίαν διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὸν ἑαυτόν των. Νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα θεωρία εἶναι ἡ πραγματικὴ θεωρεία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἔρχεσθε σεῖς νὰ τορπιλλίσητε.
§382Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὶ σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὴν πεῖραν.
§383Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς εἶπε, ὅτι, δὲν πρέπει νὰ μαζεύετε χρήματα, οὔτε νὰ ἀποβλέπετε εἰς τὴν ἀποκατάστασίν σας, ἀλλὰ περιφρονοῦντες τὰ ἐγκόσμια νὰ γίνετε ἱεραπόστολοι διὰ νὰ διαπαιδαγωγήσητε τὸν λαὸν σύμφωνα μὲ τὰ ἠθικὰ διδάγματα τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας.
§384Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ δέχομαι καὶ ἐγώ.
§385Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἐκκλησία ἀνήκει εἰς τὴν ὁλότητα τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνα ὁλόκληρον προϋπολογισμόν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀμείβεται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ὁπότε νομίζω, ὅτι ἀξιοπρεπέστερον λύομεν τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τοῦ κλήρου.
§386Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε ἀρχηγέ, εἶμαι σύμφωνος.
§387Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως σεῖς ὅταν ὁμιλῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος θέλετε νὰ σᾶς ἀπευθύνωνται ὡς πρὸς τὸν κ. Κουλουμβάκην, οὕτω καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁμιλῆτε πρὸς τὸν κ. Ἀνθρακόπουλον μετὰ περισσοτέρου σεβασμοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν ποτὲ νὰ σᾶς θίξωμεν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὲ ἀκούετε χωρὶς νὰ μὲ διακόπτετε, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
§388Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἦτο ἔλλειψις σεβασμοῦ.
§389Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξουν τινὲς τῶν συναδέλφων ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐκκλησίας προϋποθέτει καὶ στερεᾶς οἰκονομικὰς βάσεις καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ρευστοποιηθῇ ἡ περιουσία ὁλόκληρος διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἓν ἀσφαλιστικὸν ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μισθοδοτῆται. Τὰς ἀντιλήψεις μου, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ μισθοδοτῆται ὁ κλῆρος, τὰς εἶπον. Ἀλλ’ ὁ σημερινὸς κλῆρος, ὁ ὁποῖος πηγάζει ἀπὸ τὸν παλαιὸν κλῆρον, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ἀπὸ τὰ διδάγματα τὰ ἠθικὰ τῆς παλαιᾶς ἱεραρχίας πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πᾶν ὅτι εἶχε τὸ ἐπώλησε καὶ ὅτι ἐζήτει τὸ αὐξάνει πάντοτε διὰ τὸν λαόν του εἰς δὲ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς ἔχοντας ἔλεγε, νὰ καταβάλετε τὸν ὀβολόν σας, διότι ταῦτα δὲν ἀνήκουν εἰς σᾶς. Οἱ σημερινοὶ ἀρχιερεῖς μᾶς λέγουν τὰ ἑξῆς: Φθάνουν αὐτὰ τὰ χωράφια ποὺ δώσατε εἰς τοὺς ἀγρότας, ἀφῆστε τὰ ὑπόλοιπα εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐγὼ τοὺς σεβασμιωτάτους, τοὺς ὁποίους σέβομαι διότι ἐγὼ σέβομαι, πραγματικὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ σέβομαι τὸ περιεχόμενον τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τίνα ἀνήκει ἡ περιουσία; Μήπως εἰργάσθησαν προσωπικῶς καὶ ἐκέρδισαν τὴν περιουσίαν; Ἡ περιουσία ἀνήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις αὐτῆς τῆς περιουσίας διὰ τὴν συντήρησιν δῆθεν τῶν ἀρχιερέων καὶ ἱερέων.
§390Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τοὐναντίον εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἀγροτικὸς νόμος λέγει κατὰ προτίμησιν ἀπαλλοτριοῦνται τὰ κτήματα τοῦ δημοσίου καὶ τῶν μονῶν.
§391Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Οὐδὲ πλέθρον γῆς ἀφήνετε προκειμένου νὰ ἀποκατασταθοῦν ἀκτήμονες. Ἐφόσον 1500 κτηματίαι ἐτραυματίσθησαν πραγματικῶς διὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἀκτήμονες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν πολιτείαν νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσῃ τὰ κτήματά της, ἀφοῦ μόνον εἰς τὴν Μακεδονίαν ὑπάρχουν 30.000 ἀγρόται μὴ ἀποκατεστημένοι. Καὶ τὴν εὐλογίαν αὐτῶν τῶν ἀγροτῶν ἐγὼ θὰ ἐπικαλεσθῶ διὰ νὰ μὴ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ρευστοποίησιν τῆς περιουσίας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι τὸ νὰ ἀποδώσωμεν τὰ κτήματα ἤτοι νὰ συγκρατίσωμεν τὴν περιουσίαν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν μονῶν ἀποτελεῖ καὶ ἕνα ἠθικὸν περιορισμὸν καὶ μίαν ὑποχρέωσιν ἠθικήν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου λέγω ἐφ’ ὅσον τὰ κτήματα αὐτὰ οὐδέποτε ἦσαν ἰδικά των πρέπει νὰ διαθετοῦν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐδώρησαν εἰς αὐτούς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης ἀφ’ οὗ μὲ περισσὴν ἀγάπην ἐστράφη πρὸς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον καὶ εἶπεν ὅτι ἐγὼ τὰ πάντα θυσιάζω πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν, ὅταν ἀντιμετώπισε τὸ ἄρθρον 10 τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μας ἀποτελεῖ πραγματικὸν τραυματισμὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν, εἶπε, ὅτι: ἐγὼ δὲν ζητῶ καμμίαν τροποποίησιν, ἀλλὰ πλήρη διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 10 ὡς ἐδικαιολόγησε τοὺς λόγους του λέγων ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν δὲν ἐπέφερε κανὲν ὄφελος εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ ὅτι συνέτριψεν ὡρισμένους ἀνθρώπους χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ οὐσιαστικῶς ἡ πολιτεία. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ποὺ ἔλλειψεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν τόπον καὶ τοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ πάῃ εἰς τὴν Ἀμερικήν, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, καὶ εἶδε ὅτι ὑπάρχουν καὶ μοναὶ καὶ μοναστήρια καὶ μοναχοί, ὀφείλω νὰ τὸν πληροφορήσω ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἡ πολιτεία ἐξεπλήρωσε μίαν ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν ἀπέναντι 350.000 οἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων οἱ προστάται ἐμάχοντο εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν ὑπὲρ τῶν ἱερῶν τῆς πατρίδος καὶ ὑπὲρ τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐστεροῦντο ἰδιοκτησίας. Καὶ ὁ κ. Χαβίνης, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν, ἔπραξε τοῦτο δι’ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι πλήρως. Οἱ στρατιωτικοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀκτήμονας καὶ ἔβλεπον ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο ἰδιοκτησίας καὶ περιουσίας ἐξενίζοντο ὑπὲρ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὄπισθεν αὐτῶν ἐπλούτησαν, εἰργάσθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ γίνῃ ὁ ἀγροτικὸς νόμος, διότι ἔβλεπαν τὸ τεράστιον ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν του ὁ στρατιωτικὸς κόσμος, ἐργασθεὶς καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καὶ ἀπεκατέστησαν τὴν ἱστορίαν ἢ μᾶλλον ἐπολλαπλασίασαν τὰ ἔργα τῆς ἱστορίας, ἔχοντες ὡς δεδομένον ὅτι ὁ Γάϊος Γράκχος ἐπιστρέψας εἰς τὴν Ρώμην καὶ ἰδὼν θρύμματα τὴν κατοικίαν του καὶ τοὺς ἄλλους πλουτίζοντας κατένειμε τὴν γῆν ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων διὰ νὰ καλλιεργήσῃ στερεὰν τὴν πίστιν πρὸς τὸ ἰδανικὸν τῆς πατρίδος. Ὁ κ. Κουλουμβάκης παρετήρησε.
§392Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.
§393Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαστρέφω.
§394Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοὺς διαστρέφετε.
§395Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαντήσετε κατόπιν.
§396Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγείρεται ζήτημα σχεδὸν προσωπικόν. Πρὸ ἡμερῶν ἐκαυχήθητε διὰ τὴν περιουσίαν σας τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖτε καὶ ἐγὼ στεροῦμαι καθ’ ὁλοκληρίαν περιουσίας. Ἐγὼ εἶμαι εἷς ἀπὸ τοὺς πτωχοτάτους τῶν Ἑλλήνων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ εἶμαι ἐναντίον τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ λέγω πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνάντια πρὸς τὴν ἐπιστήμην, πρὸς τὴν πεῖραν πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων. Καὶ προσέχετε διότι ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἰς τὸν τόπον τοῦτον τὸ ἐπήρατε ὡς ἐπάγγελμα νὰ ὑπερασπίζεσθε τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι κακὸν τὸ ἐπάγγελμα τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖτε.
§397Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως τὸ ἐπάγγελμα τὸ ὁποῖον ἀσκοῦμεν δὲν εἶναι δικηγορικόν, οὐδ’ ἀμοιβόμεθα διὰ τοὺς κόπους, οὐδ’ ἀποστολὰς δεχόμεθα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ἐπάγγελμά μας εἶναι ἐπάγγελμα ποὺ μᾶς τιμᾷ, διότι ἐργαζόμεθα νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πτωχούς.
§398Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκαυχήθητε ὅτι ἔχετε περιουσίαν ἐνῷ ἐγὼ στεροῦμαι.
§399Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς δίδω κτηματολόγιον νὰ πᾶτε νὰ τὴν εὕρετε.
§400Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἴπετε σεῖς.
§401Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ περιουσία τῶν ἀγροτῶν εἶναι ἰδική μου. Παρατηρήσατε ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῶν ἀγροτῶν εἶναι κομμουνιστικός. Καὶ ποῦ βλέπετε εἰς τὰ πράγματα τὸν κομμουνισμόν; Ἐγὼ ἐξ ἀντιδιαστολῆς θὰ συζητήσω μαζί σας διὰ τὸν κομμουνισμόν. Μήπως δὲν εἶναι κομμουνισμὸς καὶ ἡ ὑπερβολικὴ συγκέντρωσις πλούτου εἰς χεῖρας ἑνὸς ἀνθρώπου; Καὶ εἶναι κομμουνισμός, διότι δίδομεν ἓν τεμάχιον γῆς εἰς τὸν ἀγρότην, τοῦ συγκεντρώνομεν εἰς αὐτὸ τὴν προσοχήν του, τὸν κάμνομεν ἰδιοκτήτην διὰ νὰ ἀγαπᾷ μὲ τὸ κομμάτι ποὺ παίρνει τὸ σύνολον τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος; Πῶς ἐννοεῖτε τὸν κομμουνισμόν; Ἐννοεῖτε νὰ μείνωμεν μὲ τὴν πεῖναν τῶν μὲν καὶ τὸν ὑπερπλουτισμὸν τῶν δέ; Ἂν τοῦτο ἐννοεῖτε βεβαίως διϊστάμεθα ἀπολύτως. Ἐρχόμενοι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν μερικὰ γενικὰ πράγματα. Κύριε ὑπουργέ. Ἡ ρευστοποίησις λέγετε ὅτι ἀποτελεῖ τὸν πραγματικὸν σκοπόν σας καὶ τὴν ρευστοποίησιν αὐτὴν ἀναθέτετε νὰ τὴν κάμῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐγὼ συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί σας ὅτι πρέπει νὰ ρευστοποιηθῇ, διότι ὄντως εἶχον γίνει καταχρήσεις καὶ ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ὅτι διάφοροι μοναχοὶ ὄντως ἐμίσθωναν τὰ κτήματα οἱ ἴδιοι καὶ ἑπομένως ὀρθῶς πράττει ἡ πολιτεία.
§402Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἦτο τοιαύτη ἡ κατάστασις ὥστε ἐχρειάσθη ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ εἰσαγάγῃ διάταξιν εἰς τὸ ἰσχῦον νομοθετικὸν διάταγμα, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ εἰς καθαίρεσιν νὰ μὴ μετέχουν εἰς ἡγουμενοσυμβούλια διότι μετεῖχον πρότερον, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνάγων κατὰ τῆς μονῆς εἰς ἣν ἀνήκει καὶ μέλος τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου αὐτῆς, διότι αὐτὸ συνέβαινε. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν θεραπεύομεν.
§403Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι ἡ ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη τῆς πολιτείας εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡμᾶς τουλάχιστον δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ, διότι ἀπὸ τοῦ 1925 συνεχῶς παρακολουθοῦντες τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ρευστοποιεῖται ἡ ἀνταλλάξιμος περιουσία ἔχομεν ἴδει ὅτι καθ’ ἑκάστην δημιουργοῦνται ζητήματα κοινωνικὰ ὀξύτατα μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῶν μονῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ δημιουργήσῃ πράγματα μεγάλα. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἴσως θὰ ἔχῃ ἀποβλέψῃ εἰς κάτι τι ἄλλο. Θὰ ἐνόμισεν ἴσως ἐπειδὴ ὑπεχρεώθη νὰ δώσῃ ἕνα μικρὸν τμῆμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ τὰ καλύμματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἴσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνόμισεν ὅτι ἐτραυμάτισεν τὸ ἵδρυμα, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ.
§404Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Οὔτε ὑποψίαν κἂν τοιαύτης ὑποθέσεως. Οὐδὲν ἄλλο ἐλατήριον.
§405Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσίς σας μᾶς ἀρκεῖ, κ. ὑπουργέ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Μίαν περιουσίαν 2½ δισεκατομμυρίων περίπου νὰ τὴν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ τόκον καταθέσεων 4%, ἐνῷ αὐτή, ὡς γνωρίζομεν καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι ἐκμεταλλεύεται τὰ χρήματά της ἀπὸ 8–12%, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ κρίνω καὶ δικαίως ὅτι εἶναι μία μερικῶς χαριστικὴ πρᾶξις καὶ τόνωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, χωρὶς αὕτη νὰ συμβάλῃ εἰς τίποτε διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§406Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶναι 2½ δισεκατομμύρια. Πρόκειται περὶ τοῦ συντομοτάτου χρονικοῦ διαστήματος μέχρι τῆς μετατροπῆς. Μόλις γίνει αὕτη θὰ ἐπενδυθῇ εἰς χρεώγραφα, ἐξ ἄλλου δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν σύμβασιν περὶ ἀνταλλαξίμων. Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα συμβούλιον αὐτοτελές, ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνα συμβούλιον καὶ ἡ Τράπεζα ἑπομένως ἔχει τὴν οὐσιαστικὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας, ἐνῷ ἐδῶ ἔχει μόνον ἐκτελεστικὰ καθήκοντα. Ἀκριβῶς ὁδηγηθεὶς ἀπὸ τὴν πεῖραν τῆς συμβάσεως τῶν ἀνταλλαξίμων, διετύπωσα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δι’ αὐτὸ περιέχει δύο οὐσιώδεις διαφοράς. Τὸ συμβούλιον λαμβάνει ἀποφάσεις καὶ ἡ Τράπεζα ἐκτελεῖ, ἐνῷ ἐδῶ τὸ ποσοστὸν δὲν εἶναι ὅπως εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν ἀνταλλαξίμων, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν.
§407Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπάρχουσι περιστάσεις διάφοροι, κ. ὑπουργέ. Πρῶτον ὅτι ἡ περιουσία εἶναι τριπλασία καὶ ἑπομένως τὸ 2½% διπλασιάζεται καὶ ἀκόμη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν πρώτην σύναψιν τῆς συμβάσεως μετ’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ καὶ 200.000.000 ρευστὰ ἀπὸ τὰ χρήματα τὰ ἰδικά της. Συνεπῶς τὸ 4% τὸ ἰδικόν σας εἶναι πολὺ μεγάλο.
§408Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Οἱαδήποτε ἄλλη ὀργάνωσις θὰ ἦτο ἀκριβωτέρα καὶ ὀλιγώτερον ἀξιόπιστος.
§409Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι θὰ ἔπρεπε τὰ χρήματα τῆς ρευστοποιήσεως ἀντὶ νὰ μεταβοῦν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον ὅπως ἀντὶ πάσης θυσίας μεταβοῦν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ στερέωσίν της, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας της, θὰ διαφημισθῇ τὸ ἵδρυμα καὶ θὰ γίνῃ περισσότερον ἀκμαῖον ἀπὸ ὅτι εἶναι σήμερον. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 παρατηρῶ ὅτι εἰς τὴν διοίκησιν προΐστανται πλὴν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, δύο ἕτεροι ἀρχιερεῖς. Οἱ ἀρχιερεῖς ἡμῶν εἶναι κατὰ πάντα σεβαστοί, ἀλλ’ εἶναι ἀκατάλληλοι δι’ οἰκονομικὰ ζητήματα. Νομίζω ὅτι κακὸν θὰ κάμητε· θὰ ἀνοίξητε τὴν ὄρεξιν τῶν ἄλλων ἀρχιερέων διὰ νὰ ἔλθουν καὶ οἱ ἄλλοι εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνάγκη νομίζω νὰ βελτιωθῇ διότι λέγετε ἐδῶ τὸ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ἐγὼ νομίζω ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ἐγγύησις δικαία καὶ αἱ πράξεις τοῦ συμβουλίου νὰ εἶναι δίκαιαι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ συμπληρώσωμεν τὰ μέλη ἐν τῷ συμβουλίῳ μόνον ἀπὸ τὸν νομομηχανικόν, ἢ τὸν πρόεδρον τοῦ γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου τῆς περιφερείας κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀκινήτων τῆς περιφερείας. Τὸ δὲ τίμημα κατὰ τὴν γνώμην μου κ. ὑπουργέ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ, πρέπει νὰ μὴ εἶναι ἀνώτερον τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀπαλλοτριωμένων κτημάτων τῆς περιφερείας. Αὐτὸ εἶναι δίκαιον, τὸ λέγω, δὲ διότι θέλω νὰ εἶμαι συνεπὴς ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχε δηλώσει ὅταν συνεζητεῖτο τὸ διάταγμα τὸ παγκαλικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν κυρώσει, εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅταν θὰ προσκομίσῃ τὸν σχετικὸν νόμον θὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ἀκτήμονας ἐντὸς τῆς ἐννοίας τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ὥστε νὰ πληρώσουν τὴν ἀξίαν των, ἂν ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ προσεγγίζουν πρὸς αὐτόν. Κύριε ὑπουργέ, μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Σᾶς εἶπον ὅτι τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα δίδετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι μεγάλα. Εἰς τὸ ἄρθρον 8 λέγετε τὸ ἑξῆς: «Τὸ ἐλάχιστον...». (ἀναγινώσκει).
§410Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ εἶναι διὰ μίαν τετραετίαν.
§411Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς καθορίσετε καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον.
§412Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ καθορίζει τὸ ποσοστὸν τὸ maximum εἶναι ζήτημα συμφωνίας Αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἔθεσεν ἡ Τράπεζα. Ἡμεῖς εὕρομεν ὅτι δὲν εἶναι αὐτοὶ ἐπιζήμιοι.
§413Σ. ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι πλήρης ἡ σύμβασις. Εἶναι ἐλλιπής. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 λέγετε ὅτι θὰ εἰσπράττεται ἡ ἀξία τῆς ρευστοποιήσεως σύμφωνα μὲ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων. Καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς· ὅταν καθωρίζατε μίαν δεκαετίαν διὰ τοὺς ἀγρότας καθωρίσατε τόκον 6%, ἐνῷ, δι’ ἄλλους εἴπομεν ὅτι καθορίζομεν 3%, εὑρισκόμεθα οὕτω συνεχῶς πρὸ μιᾶς συγκρούσεως γνωμῶν ἀπέναντι τῶν ἀγροτῶν καὶ ἐμφανίζεται ἡ ἀγροτική σας πολιτικὴ ὡς πολὺ θολωμένη καὶ τὴν κανονίζετε ἀναλόγως τῆς καταστάσεως, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαία ἡ κατεύθυνσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ ἀποψινὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Καὶ ἐδήλωσεν τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κατὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἀξίας θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροτῶν. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται ἡ Κυβέρνησις διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν πράττει ἀντίθετα ἀπ’ ὅσα πιστεύει.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§415Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριοι, ἐὰν τὸ Κράτος ἤκμαζεν οἰκονομικῶς, ἀσφαλῶς θὰ ἔπρεπεν αὐτὸ καὶ μόνον νά πληρώνῃ τοὺς μισθοὺς τοῦ κλήρου. Ἐὰν δὲν τὸ ἔπραττε τότε θὰ παρεβίαζε τὴν πλέον στοιχειοδεστέραν ὑποχρέωσίν του, διότι κλῆρος, μὴ πληρωνόμενος ἐπαρκῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μόρφωσιν ἐπαρκῆ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνέλθῃ εἰς περιωπὴν καὶ ἄνευ κλήρου περιωπῆς, ἡ πολιτεία δὲν εἶναι δυνατὸν νά ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοπούς της τοὺς ἠθοπλαστικούς. Ἀλλά δυστυχῶς τὸ Κράτος, μόλις ἐξελθὸν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν δὲν δύναται νά δημιουργήσῃ νέας δαπάνας, τοὐναντίον ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη εἶναι νά καταργήσῃ πολλάς ἀπὸ τάς ὑπαρχούσας διά νά σωθῇ. Ἐάν τὸ Κράτος ἤκμαζεν οἰκονομικῶς, δὲν θά ἦτο ἐπιτετραμμένον νά θίξῃ τάς περιουσίας τάς μοναστηριακάς, διότι αἱ περιουσίαι αἱ μοναστηριακαὶ εἶναι περιουσίαι τοπικαὶ καταρτισθεῖσαι διά συνεισφορῶν τῶν τοπικῶν περιφερειῶν εἶναι δὲ ἐξ ἄλλου, ἀνίσως συγκεντρωμέναι κατά τάς περιφερείας αὐτάς ὥστε ἡ διάθεσις αὐτῶν πρὸς γενικοὺς σκοποὺς ἐν ᾧ κατηρτίσθησαν κατά τοπικάς περιφερείας θά ἀπετέλει ἄνισον βάρος ἐπιβαλλόμενον εἰς τάς περιφερείας ταύτας. Ἀλλά δυστυχῶς τὸ Κράτος, ὅπως εἴπωμεν εἶναι κατεστρεμμένον οἰκονομικῶς, δὲν δύναται νά πληρώσῃ, μισθοὺς δι’ ἐκκλησιαστικοὺς ναούς. Πρὸς πληρωμὴν ὅθεν αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νά γείνῃ ἀλλαχοῦ προσφυγή, παρά εἰς τὴν περιουσίαν τὴν μοναστηριακήν. Εἶναι δηλαδὴ κατάστασις ἀνάγκης, εἶναι ἀναγκαῖον κακὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Δὲν ἀποτελεῖ ὅμως παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅστις ἰσχυρίσθη ἀντισυνταγματικότητα διά νά τοῦ ἀποδείξω τὴν πρωτοφανῆν του πλάνην. Τὸ Σύνταγμά μας ἐπιτρέπει ἐλευθέρως τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Τὸ ἄρθρον 119 περιέχει δύο κυρίως διατάξεις. Μίαν τῆς πρώτης παραγράφου καὶ μίαν τῆς προτελευταίας. Ὅλαι αἱ λοιπαὶ εἶναι σχετικαὶ μὲ τὴν πρώτην. Ἡ πρώτη παράγραφος λέγει «πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐπιτρέπεται ἡ παρέκκλησις ἀπὸ τὸ ἄρθρον 19 ἐπὶ μίαν 5ετίαν.» Ἡ προτελευταία λέγει. «Εἰδικὸς νόμος κατά παρέκβασιν τοῦ ἄρθρου 19 ὁρίζει τά τῆς ἀπαλοτριώσεως μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἡ προτελευταία αὕτη διάταξις δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε πενταετίαν, οὔτε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ὡς ὅρον τῆς παρεκκλίσεως τοῦ ἀρθ. 19. Ἡ πρώτη διάταξις ἀπαιτεῖ καὶ τὰ δύο. Ἀλλὰ ὅτι ἀπαιτεῖται εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δευτέρας διατάξεως δὲν ἕπεται ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς προτελευταίας. Τοὐναντίον μάλιστα ἕπεται κατά τι κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἐπιχείρημα ὄχι ὀρθῶς ὅπως λέγουν οἱ ἰσχυριζόμενοι ἀντισυνταγματικότητα ὅτι μόνον πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος ἀπαλλοτρίωσις μοναστηριακῶν κτημάτων κατὰ παρέκβασιν τοῦ ἄρθ. 19. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Οἱ συγγραφεῖς λέγουν ὅτι τῶν δημοσίων νομικῶν προσώπων ἡ περιουσία δύναται διὰ νόμου νὰ ἀλλάξῃ προορισμὸν εἰδικὸν ἐντὸς πάντοτε τοῦ γενικοῦ της προορισμοῦ. Δηλαδὴ ἡ περιουσία τοῦ δήμου π. χ. δὲν ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ νὰ εἶναι τοῦ δήμου, ἠμπορεῖ ὅμως ν’ ἀλλάξῃ εἰδικὸν προορισμόν, καὶ ἀντὶ ἕνα σκοπὸν δημοτικὸν εἰς ὃν εἶναι ὡρισμένη νὰ ἐκπληροῖ ἕτερον δημοτικὸν τοιοῦτον. Τὸ ἴδιον δύναται νὰ λεχθῇ διὰ τὴν περιουσίαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὡς πρὸς τὰ περιουσιακὰ ζητήματα ἔχουν δημόσιον χαρακτῆρα, ὅπως ἐκκλησιαστικὸν διὰ τὰ μὴ περιουσιακὰ, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὴν Πολιτείαν ἐπεμβαίνουσαν καὶ ρυθμίζουσαν τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων. Ἠμπορεῖ ὅθεν νὰ ὁρισθῇ ὅτι διὰ τῆς περιουσίας τῶν μονῶν δύνανται νὰ πληρώνωνται καὶ οἱ μισθοὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἀφοῦ αἱ μοναὶ γενικῶς ἐκκλησιαστικὸν σκοπὸν ἔχουν· ὅπως δὲ πληρώνωνται οἱ μισθοὶ οὗτοι διὰ τῆς περιουσίας αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην ἕπεται ὅτι αὕτη δύναται καὶ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ καὶ νὰ ρευστοποιηθῇ. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἕλλην νομοθέτης πάντοτε καὶ πρὸ τῆς ρηθείσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος ἐθεώρησε ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλοτριώνῃ καὶ ἄνευ μάλιστα ἀνταλλάγματος, περιουσίαν μοναστηριακὴν καὶ ἐν γένει Ἐκκλησιαστικήν. Καὶ δέν θὰ ἐπικαλεσθῶ μόνον τὸ παράδειγμα ποὺ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη ἤτοι τὸν νόμον περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθε μέρος τῆς περιουσίας τῶν μονῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλωστε μόνον ποσοστὸν καὶ δὴ τοῦ εἰσοδήματος τῶν μονῶν περιῆλθε ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀκόμη τὸν νόμον τὸν κοινοτικόν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἄρθρου 12 παραχωρεῖ ἐθνικὴν ἢ ἐκκλησιαστικὴν γῆν εἰς κοινότητας ἄνευ μάλιστα ἀνταλλάγματος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον ἀλλ’ ἐπιβαλλόμενον, ἀναγκαῖον διότι ἀναγκαῖον ἔστω κακὸν εἶναι ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, ὅπως πληρώσωμεν τοὺς μισθοὺς τοῦ κλήρου, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πληρώσωμεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἔκφρασιν, ἀποδίδει τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποδίδει εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἀξίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ὄχι ὡς πράγματος ὑλικοῦ, εἰς ὃ ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἐπιδίδεται διότι αὕτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιδίδεται εἰς ὑλικὰ πράγματα, ἀλλὰ μόνον νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἀΰλων, ἁπλῶς ὡς μέσον ἀπαραίτητον διὰ τὴν συντήρησιν αὑτῆς. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐνῷ ἀποδίδεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἡ ἀξία τῶν κτημάτων της, αὐτὰ ταῦτα τὰ κτήματα ἀποδίδονται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία δύναται νὰ τὰ καταστήσῃ παραγωγικά. Ἐπὶ πλέον λαμβάνετε πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ὅπως ἀποκτήσουν τὰ κτήματα αὐτὰ θὰ πρέπῃ μὲν νὰ πληρώσουν τὴν ἀξίαν των δὲν θά τὴν πληρώσουν ὅμως ὁλοκληρωτικῶς, ἀλλὰ κατὰ δόσεις. Ἵνα ὅμως ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ μὴ εἶναι δῶρον ἄδωρον δέον νὰ διατυπωθῇ διαφορετικώτερον ἤτοι περίπου, ὅτι πᾶσα ἡ περιουσία ἡ ἐκκλησιαστικὴ διὰ δημοπρασίας νὰ διατίθεται, ἀλλὰ νὰ προτιμῶνται οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν ἀκτημόνων οἱ συνιστάμενοι ἔστω ἐντολῇ τοῦ ὑπουργείου ὑπὸ τῶν ἐποικιστικῶν γραφείων τῶν συνδρομῶν καὶ δικαστῶν ἀκόμη νὰ προτιμοῦνται μὲ ἔκπτωσιν 25% τὸ ὁποῖον ἂν δὲν θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν δύνασθε νὰ τὸ ἐπιρρίψητε εἰς βάρος τῆς Πολιτείας ἡ ὁποία ἄλλως τε εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων πληρώνει 50% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ μὲ 40% ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας. Οὕτω πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἢ δημοσίας ὠφελείας νομικῶν προσώπων. Εἶπα κύριοι, ὅτι εἶναι ὅπως καὶ πράγματι εἶναι ἀναγκαῖον κακὸν ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ μισθοὶ τοῦ κλήρου· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἀναγκαῖον κακὸν ὀφείλομεν ἂν ὄχι διὰ διατάξεως ἀλλὰ διὰ δηλώσεως τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως καταχωριμένης εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ὅταν τὸ Κράτος ἀνορθωθῇ οἰκονομικῶς δέον ὅτι θὰ λάβῃ οὕτω ἐκ τῶν τοπικῶν σκοπῶν δηλαδὴ ἐκ τῶν μοναστηρίων διὰ νὰ τὸ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ σκοποῦ δηλαδὴ πληρωμῆς Ἐκκλησιαστικῶν μισθῶν νὰ τὰ ἀποδώσῃ εἰς τὰς τοπικὰς περιφερείας, ἐξ ὧν τὸ ἀφήρεσε ἤτοι εἰς τὰ μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ἐφ’ ὅσον ἐπικρατοῦν αἱ συνθῆκαι καὶ οἱ ὅροι ποὺ ἐπικρατοῦν ἐν Ἑλλάδι δὲν πρέπει νὰ διαλυθοῦν διότι παρ’ ἡμῖν τὰ μοναστήρια λόγῳ τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν ὅρων τούτων δὲν ἐκπληροῦν μόνον σκοποὺς μοναχικοὺς ἀλλὰ καὶ ἄλλους σκοποὺς πολλοὺς ψυχαγωγικοὺς ἐκκλησιαστικούς, τουριστικοὺς κλπ. οἵτινες ἐλλείψει ἄλλων μέσων διὰ τῶν μοναστηρίων ἐκπληροῦνται. Ὁπωσδήποτε ἀφοῦ ἐκάναμεν λόγον διὰ τὸν μοναχικὸν βίον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὰς γνώμας μου περὶ αὐτοῦ. Κύριοι, ὁ μοναχικὸς βίος δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας. Ἐὰν ἀπετέλει ἐγὼ πρῶτος θὰ ἔπαυα νὰ εἶμαι Χριστιανός. Ὁ μοναχικὸς βίος εἶναι συνήθεια ἔξωθεν εἰσχωρήσασα εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οὔτε μοναστήρια, οὔτε μοναχοὶ ὑπῆρχον τὸ πρῶτον. Μετὰ πολλοὺς αἰῶνας ἀπὸ τὴν Ἀσίαν ἢ Αἴγυπτον μετεφυτεύθη ἡ συνήθεια αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε ὁ μοναχικὸς βίος δὲν συντελεῖ εἰς ἀνύψωσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ εἰς τὴν κατάπτωσιν αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἐξελίχθη καὶ ἀνυψώθη καὶ ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς καὶ σωματικῶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ διὰ τῆς κοινωνίας, οὐδέποτε διὰ τῆς ἀποχῆς ἀλλὰ πάντοτε διὰ τῆς δράσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ θὰ ἀνυψωθῇ. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῆς κοινωνίας διὰ τοῦ μοναχικοῦ βίου ὡς εἶπον κατάπτωσιν ἐπέφερεν καὶ παράδειγμα εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπέστη κατάπνωσιν ὅταν ἐπεκράτησεν παρ’ αὐτοῦ ὁ μοναχικὸς βίος. Ὁ μοναχικὸς βίος κατὰ συνέπειαν αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν, ἐφ’ ὅσον τόν μοναχικὸν σκοπὸν τοὐμοναχοῦ ἐπιδιώκει, εἶναι στῖγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ ἂν τὰ μοναστήρια μόνον τοὺς μοναχικοὺς σκοποὺς ἐκπλήρουν θὰ ἔπρεπε νὰ διαλυθῶσι ὅλα πλὴν τῶν ἐξαιρετικὰ ἱστορικῶν ὡς τὸ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ ἰδίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπερ μᾶς παρέχει μίαν ζωντανὴν εἰκόνα τῆς ἱστορίας τῆς Βυζαντινῆς. Ἀλλὰ ὡς εἴπωμεν τὰ μοναστήρια δὲν ἐξυπηρετοῦν μόνον τοὺς μοναχικοὺς σκοποὺς, λόγῳ τῶν ἐπικρατουσῶν συνθηκῶν καὶ ὅρων παρ’ ἡμῖν ἐξυπηρετοῦν καὶ ἄλλους σκοποὺς πολλούς. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀγροτικὴν καὶ ποιμενική. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ποιμένων σπανιώτατα κατέρχονται εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, πρὸς ψυχαγωγίαν ἐπὶ τέλους. Μόνα τὰ μοναστήρια εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδουν εἰς αὐτοὺς μίαν διαπαιδαγώγησιν ἐκκλησιαστικὴν καὶ κἄποιαν ψυχαγωγίαν. Αἱ λειτουργίαι καὶ αἱ πανηγύρεις τοῦ μοναστηρίου εἶναι ἡ μόνη διδασκαλία καὶ διασκέδασις δι’ αὐτούς. Ἐπὶ πλέον τὰ μοναστήρια εἶναι τὸ καταφύγιον παντὸς ἀγρότου καὶ ὁδοιπόρου διὰ νὰ φάγῃ, νὰ στεγασθῇ, νὰ κοιμηθῇ, νὰ ἀναπαυθῇ δι’ ὃ καὶ πρέπει νὰ λαμβάνωνται μέτρα ὥστε νὰ ἐκπληροῦται ὁ προορισμός των οὗτος. Καὶ ἐφόσον τὰ μοναστήρια ἐκπληροῦν καὶ τοιούτους σκοποὺς ὁ μοναχικὸς βίος ἐὰν ἀποβλέπῃ εἰς ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν αὐτῶν βεβαίως δὲν εἶναι στίγμα ἀλλὰ ἡρωϊσμός. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω γενικῶς. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερεῖς διατάξεις. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, ὅτι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ διατηρεῖται ἕν τοὐλάχιστον μοναστήριον. Καὶ τοῦτο ἵνα ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐπιμελεῖται τῆς περιουσίας τῶν μοναστηρίων ποὺ θὰ διαλυθοῦν. Ἐπὶ πλέον καὶ μία ἄλλη διάταξις νὰ προστεθῇ. Ἐξ αὐτῆς τῆς περιουσίας τῆς μοναστηριακῆς νὰ λαμβάνωνται κατὰ προτίμησιν τὰ ἔξοδα τὰ πλέον ἀπαραίτητα πρὸς διατήρησιν τῶν κτιρίων καὶ ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀγροτῶν καὶ ὁδοιπόρων. Ὁπωσδήποτε νὰ προστεθῇ ὅτι εἰς τὰς δημοπρασίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ὡς ἀρχικῶς εἶπον νὰ προτιμῶνται οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν ἀκτημόνων μὲ ἔκπτωσιν 25% ὡς καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα, τὰ δημόσια ἢ δημοσίας ὠφελείας εἰς ὅσα κτήματα τοὺς εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ των.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς.
§417Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 σκοπεῖται ἡ συνέχισις τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀγρότας ἀλλὰ εἶναι τόσον ἀκαθόριστον. Ἐδῶ ὡμιλεῖτε περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων ἀλλὰ πῶς θὰ γίνουν οἱ συνεταιρισμοί, ποῖος θὰ τοὺς συντάσσῃ;
§418Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§419Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πὰ γίνῃ μεγαλειτέρα ἐπέκτασις τοῦ συνεταιρισμοῦ. Κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον εἶναι μόνον καλλιεργηταὶ ἐνῷ ἐδῶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι καὶ καλλιεργηταί.
§420Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ὑποτιμήσεως. Πῶς θὰ γίνῃ;
§421Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ τῶν ἐμπειρογνωμόνων τοὺς ὁποίους διαθέτουν τὰ τοπικὰ συμβούλια.
§422Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς τῆς ἀγροτικῆς τὴν ἀφίνετε κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν εἰς τὸ συμβούλιον τὸ κεντρικόν. Καὶ φρονεῖται σοβαρῶς ὅτι τὸ κεντρικὸν συμβούλιον θὰ ἀσκήσῃ ἀγροτικὴν πολιτικὴν τόσον τὸ κεντρικόν ὅσον καὶ τὰ τοπικὰ συμβούλια; Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ συμβούλια οὐδέποτε θὰ δεχθοῦν τοιαύτας προτιμήσεις ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ φρονῶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ κυριαρχοῦσαν γνώμην καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποξενωθῇ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὸ συμβούλιον κατ’ ἀνεξέλεκτον κρίσιν.
§423Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὸ ἡμερῶν συνέπεσε νὰ συναντηθῶ μὲ τὸν ἐπίσκοπον Ἀθηνῶν ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι καὶ πρόεδρος καὶ λόγου γενομένου περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ μοῦ εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει πλήρως ὅτι πρέπει νὰ προτιμῶνται οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ νὰ ἀποκτήσουν τὰ κτήματα τῶν μονῶν, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς ἐξασφαλίζει εἰς τὰς μονὰς καὶ περισσότερον εἰσόδημα. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ δυσπιστήσωμεν πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ συμβουλίου ἀφοῦ παρέχῃ τὰ ἀντίθετα δείγματα. Ἄλλωστε ἂν γίνῃ τίποτε ἀντίθετον μποροῦμε νὰ τὸ τροποποιήσωμεν.
§424Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναμφισβητήτως τὸ καλλίτερον σημεῖον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 πρὸς τὰ ὁποῖα συμφωνεῖ ἅπασα ἡ Βουλή, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου ὅστις ἀπουσιάζει. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 10 νὰ δοθῇ μεγάλη εὐρύτης, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἄνευ δημοπρασίας ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων μόνον εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς καὶ κτηνοτρόφους, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κλήρου των ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους συνεταιρισμοὺς καὶ ἐπαγγέλματα πρὸς ἀποκατάστασίν των. Διότι θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα κ. Πρόεδρε. Ὑπάρχει εἰς τὴν περιφέρειάν μου ἕνα νησάκι, τὸ ὁποῖον ἔχει 45 σπίτια, οἱ δὲ κάτοικοί του λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἔχουν περιουσίαν ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἁλιείαν καὶ εὑρίσκονται εἰς ἐσχάτην πενίαν. Δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ δύνανται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ ἐλαιόδενδρα ποὺ εἶναι στὸ νησάκι αὐτό. Διατὶ νὰ ὑπάγῃ ἕνας πλούσιος νὰ ἀγοράσῃ τὰ ἐλαιόδενδρα τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ, καὶ νὰ συμβοῦν δυσκολίαι διὰ τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀφοῦ ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ θὰ γεννηθοῦν πολλαὶ καὶ μεγάλαι δυσφορίαι; Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μεγαλυτέρα εὐρύτης εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν συνεταιρισμῶν. Ἐπίσης προβαίνω ἔτι περαιτέρω. Ἐὰν εἰς μίαν κωμόπολιν ὑπάρχουν φυτεῖαι πρὸς ἐκποίησιν καὶ εἰς τὴν κωμόπολιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχουν πραγματικοὶ καλλιεργηταὶ πρὸς ἀποκατάστασιν, ὑπάρχουν ὅμως μικροεπαγγελματίαι, διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἄνευ δημοπρασίας ἐκποίησιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀλλὰ θὰ ἔλθουν ἄλλοι ἐξ ἄλλων περιφερειῶν νὰ ἀγοράσουν τὰ κτήματα αὐτῶν; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ διατυπωθῇ κάπως εὐρύτερον.
§425Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ν’ ἀγοράσουν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν κλῆρον συμπεπληρωμένον.
§426Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχῃ, στενεύει τὴν ἔννοιαν.
§427Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὴν στενεύει τὴν ἔννοιαν διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀκτήμονες. Ἡ λέξις «αὐτοκαλλιεργηταὶ» ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κτῆμά του μόνον ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ καλλιεργῇ καὶ μόνος του. Ζητεῖ λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ εἶναι ἀκτήμων καὶ δεύτερον νὰ εἶναι αὐτοκαλλιεργητής, διότι διὰ νά εἶναι αὐτοκαλλιεργητὴς πρέπει νὰ ἔχῃ κτῆμα ἰδικό του. Δὲν ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ πάρῃ ἕνα κομμάτι γῆς τόσον ὥστε νὰ ἠμπορῇ ἕνα μέρος νά τὸ καλλιεργῇ ὁ ἴδιος καὶ τὸ ἄλλο νὰ τὸ ἐκμεταλλεύεται διὰ μισθώσεως.
§428Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις 5 στρέμματα καὶ νὰ εἶναι αὐτοκαλλιεργητής.
§429Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀκτήμων θεωρεῖται κατὰ τὴν γενικὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν ἔκπαλαι, ὄχι μόνον ἐκεῖνος ὅστις δὲν ἔχει πλέθρον γῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τόσον, ὥστε δὲν τὸν ἐπαρκεῖ.
§430Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκτήμων θεωρεῖται ἐκεῖνος ὅστις ἀσχολεῖται μὲ τὴν γεωργίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει κτῆμα.
§431Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐάν ἔχῃ ἕνα στρέμμα;
§432Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀκτήμων.
§433Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἢ ἔχει τόσα μόνον, ὥστε δὲν τὸν ἐπαρκοῦν.
§434Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ σβυσθῇ τὸ «πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κλήρου».
§435Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). «Λέγει πρὸς ἀπόκτησιν καὶ συμπλήρωσιν».
§436Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρόκειται νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν εἰς ἕνα κείμενον νόμου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν εἴπατε ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐτὴ καὶ κάμνω αὐτὴν τήν δήλωσιν.
§437Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τά πρακτικὰ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀποκαταστάσεως εἶναι εὐρεῖα καὶ δὲν ἐννοεῖ μόνον τοὺς καλλιεργητάς.
§438Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κάμνω μίαν θερμὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ἰδιάζουσα σημασία τῶν δύο ἱστορικῶν μονῶν, τῆς ἐπαρχίας μου, τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ νὰ ἐξαιρεθοῦν αἱ μοναὶ αὗται.
§439Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὰς ἱστορικάς μονάς.
§440Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ θά ἤθελον τά τμήματα τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους τά εὑρισκόμενα εἰς Παλαιάν Ἑλλάδα νά ἐκποιοῦνται κατά τάς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§441Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν δύναται νά γείνῃ αὐτό.
§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη παρακαλῶ νά ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§443ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἱδρύσεως ταμείου αὐτασφαλίσεως βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν».
§444Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήτασε προσωπικῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ ἀναχωρῶν μοῦ εἶπε, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ ψηφισθῇ ὅπως διενεμήθη δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Ἄλλως μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν. Λοιπὸν δὲν μπορῶ νὰ παρίδω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου νομοσχεδίου.
§445Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνδιαφέρεται τὸ πλεῖστον μέρος τῶν βουλευτῶν.
§446Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ τροποποιοῦμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὴν Γερουσίαν.
§447Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν προφθάνει νὰ γυρίσῃ πίσω.
§448Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτρέψατέ μου κ. συνάδελφοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι νὰ ψηφίσουμε τώρα ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶναι βιώσιμον καὶ θὰ ἀποδώσῃ καρπούς.
§449Ν. ΞΗΡΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ δεχθῇ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρόντων 10 βουλευτῶν.
§450Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αἱ γνῶμαι μου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶναι ἤδη ἐκπεφρασμέναι ἀπὸ μακροτάτων ἐτῶν. Βεβαίως οἱ ἀπουσιάζοντες δέχονται τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἐν τῇ συζητήσει καὶ ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ ἐναυάγῃ ἀκριβῶς ἂν θέσωμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην ἥτις ὑπῆρχε τὴν παλαιὰν ἐποχὴν ὅπου ἠδύναντο ἑκάστοτε νὰ ματαιωθοῦν αἱ συζητήσεις. Ὅποιος ἔχει ἀντίρρησιν κάθεται καὶ τὴν προτείνει. Καὶ δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπειδὴ εἶναι ὀλίγος ἀριθμὸς βουλευτῶν δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια. Οἱ ἔχοντες ἀντίρρησιν ἂς καθήσουν ὥστε διὰ τοῦ ὄγκου των νὰ ἐπιβάλλουν τὴν γνώμην των. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποβαίνει ἀπαραίτητος.
§451ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξηρὸς μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια, ἐνώπιον 10 βουλευτῶν.
§452Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερνήσεως). Ἔδωσα μίαν ἀπάντησιν τῆς ὁποίας ὁ κ. Ξηρὸς θὰ ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα. Θὰ παρακαλέσω κατόπιν τούτου κύριε Πρόεδρε νὰ ἐλαφρυνθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις ἀπὸ μερικὰ νομοσχέδια τυπικὰ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§453ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3273 καὶ τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1923 «περὶ διοικήσεως τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρησιν καὶ ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργείου ὑπαγομένων κληροδοτημάτων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἱεροκηρύκων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4372 περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κώδικος τῶν νόμων περὶ τελῶν χαρτοσήμου». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας συνταξιοδοτικῶν νόμων» (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν Ἀθηνῶν Πειραιῶς κλπ.» (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν προσωπικοῦ πολεμικῶν πλοίων ἐκτελούντων πλόας ἐξωτερικοῦ» (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 4410 περὶ Ναυτικῆς στρατολογίας» (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως χορηγήσεως ἐπιδόματος εἰς τοὺς πρώην τροφίμους τοῦ καταργηθέντος ἐθνικοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ὀρφανοτροφείου» (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 4.30 μ. μ. (Ὥρα 1.30′ μ. μ.).