1930.03.24
5.048 στίχοι · 39.497 λέξεις · 276 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58Η
ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 10.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 21 Μαρτίου ἐ. ἔ.).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Σύνδεσμοι λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως διαφόρων ἐπαρχιακῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιφερειακῶν συμβουλίων. —Αἱ κοινότητες Ἀσανίου καὶ Τρεκλίστας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἱερῶν Μονῶν Λαύρας καὶ Μεγάλου Σπηλαίου. —Οἱ κάτοικοι Κερασιᾶς (Νευροπόλεως–Καρδίτσης) ζητοῦν τὴν ἀποκατάστασίν των εἰς ἕτερον μέρος λόγῳ τῶν κατολισθήσεων καὶ καθιζήσεων τοῦ ἐδάφους τοῦ χωρίου των. —Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων Καρδίτσης, Κοκκινίου καὶ Ἀκραιφνίου Θηβῶν ζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τῶν πωλητηρίων συμβολαίων τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Πελαγίας εἰς τοὺς κληρονόμους Ἀκριβάκη. —Οἱ σύνδεσμοι τῶν ἀτμοπλοϊκῶν καὶ ἀκτοπλοϊκῶν ὑπαλλήλων ὑποβάλλουσι προσθήκην εἰς τὸ σχέδιον νόμου περὶ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ λιμένος Πειραιῶς. —Ἡ Πανελλήνιος Ἀστικὴ Ἕνωσις κτηματιῶν δι’ ὑπομνήματός της ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. —Οἱ παρὰ τὸν ἀρχαιολογικὸν χῶρον κατοικοῦντες παλαιοχαρτοσυλλέκται ζητοῦν τὴν ἄρσιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 4060) διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου Ὑγιεινῆς περὶ ἐκκενώσεως τῶν ἀποθηκῶν των μέχρι κατεδαφίσεως τοῦ χώρου τούτου. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἐπιδόματος 3)16 εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν ἐνίων ὑπουργείων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἀφθονίδης, Ε. Πριμίδης, Φ. Σαράντης, Α. Βαρβαγιάννης, Φ. Ζαΐμης καὶ Α. Πρέκας ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως ἀμέσων φόρων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4148 τῆς 9 Μαΐου 1929 περὶ αὐξήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΓΧΛΑʹ (3641) καὶ 2860 ἐπιβεβλημένου ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τοῦ λιμένος Πατρῶν σταφιδοκάρπου καὶ ἐπιβολῆς τοιούτου ἐπὶ ἄλλων τινῶν εἰδῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ διακόσμησιν τοῦ ἀνεγειρομένου ἐν Πάτραις ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου». Ὁ κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κοζάνης εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης καὶ 2) Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3890 περὶ καθορισμοῦ θέσεων τῶν συμβολαιογράφων». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καὶ Γ. Βελλιανίτης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς». Οἱ κ. κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ 4444 νόμου περὶ ἑκουσίας ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν καὶ μονίμων ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας ἐπιδόματος 3)16 εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν ἐνίων ὑπουργείων». Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ἐθνικοῦ Θεάτρου». Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τελωνειακῶν καταστημάτων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Κοθρῆς, Π. Πολυχρονίδης, Γ. Κοκκινάκης, Κ. Πολυχρονάκης, Ι. Περδικογιάννης καὶ Κ. Παπαδάκης ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρότητος τῶν ὑπάνδρων γυναικῶν ἐν Κρήτῃ, ἄνευ ἀδείας τοῦ συζύγου των, δοθεισῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τρίτων πρὸ τοῦ νόμου 4456». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κοντοδίνας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3973 «περὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν παθόντων ἐκ καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν συμφωνιῶν τῶν ἐπιτευχθεισῶν κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἐπανορθώσεων τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου 1914–1918 εἰς ὃν συμμετέσχε καὶ ἡ Ἑλλάς». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Η. Ἀσπιώτης, Α. Παχνός, Π. Ράλλης, Γ. Στράτος, Ε. Μαλαμίδας κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως ἀμέσων φόρων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κοντοδίνας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἡλικίας τῶν ἐξ εἰρηνοδικῶν κλπ. προερχομένων εἰς διαγωνισμοὺς ἐμμίσθων παρέδρων καὶ ἀντεισαγγελέων Πρωτοδικῶν». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Κογεβίνας καὶ Σ. Ζερβὸς ὑποβάλλουν τροπολογίαν «περὶ μειώσεως τῶν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐλαιῶν κλπ. φόρου». Οἱ κ. κ. Δ. Μπότσαρης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὰς ἐπιτάξεις». «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 160 ἐ. ἔ. ὑμετέρου πρωτοκόλλου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Ἡρακλείδη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10116)7–3–30 ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου παρεκλήθη ὁ κ. νομάρχης Λαρίσσης νὰ γνωρίσῃ ἐὰν προεκηρύχθη δημοπρασία διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28 ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀγυιᾶς εἰς Ἀθανάτων, καὶ ἐν γένει εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ σχετικαὶ διατυπώσεις διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὡς ἄνω ὁδοῦ». Ἐπίσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24854)20–3–29 τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς κ. κ. νομάρχην καὶ Νομομηχανικὸν Λαρίσης ἐζητήθησαν πληροφορίαι σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς δημοπρασίας τῆς ὡς ἄνω ὁδοῦ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ λιμένος Πειραιῶς». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 26)1)30 συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἐκμεταλλεύσεως τῆς ραδιοφωνίας πρὸς μόρφωσιν καὶ τέρψιν τοῦ κοινοῦ». (ψηφίζεται τὸ σύνολον)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1930–31 καὶ δὴ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ τὸ ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν Ἀεροπορίας κλπ.», τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στράτος.
§4Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἡ ὁποία διεξήχθη ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, κ. βουλευταὶ θὰ παρῆλκεν ἴσως νέα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν ὑπουργείων, καὶ δὲν θὰ ἀνερχόμην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι γνῶμαι τινὲς τὰς ὁποίας θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν δι’ ὅσον ἔνεστιν βραχυτέρων, ἴσως δὲν θὰ ἦσαν ἀνωφελεῖς διὰ τὸ μέλλον. Διὰ τὸν παρατηρητὴν ἐκ πρώτης ὄψεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποκύπτει εἰς τήν ἀντίληψίν του εἶναι ὅτι τὰ μὲν 35% τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναλίσκονται εἰς τὰ ἔξοδα τῶν μαχητικῶν μονάδων δηλαδὴ τῶν πλοίων καὶ τῆς ἀεροπορίας τὰ δὲ 65% εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς ξηρᾶς, ὅσον ὅμως τοῦτο εἶναι ἐκπληκτικὸν ἐκ πρώτης ὄψεως τόσον ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι ἀναπόφευκτον. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς τὰ 65% τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνονται αἱ ὑπηρεσίαι τῆς ραδιοτηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, τῶν φάρων, καὶ τῆς ὑδρογραφικῆς, ἡ νέα κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἡ νέα πρόοδος προεκάλεσαν εἰδικὰς ὑπηρεσίας ξηρᾶς αἱ ὁποῖαι ἀπορροφῶσιν ἕνα ἀρκετὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς καὶ αἱ διάφοροι σχολαὶ ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ξηρᾶς καὶ τῶν ἐξόδων διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς καθαρῶς μαχητικὰς εἶναι ἀρκετὰ σημαντική, καὶ μέτρα τινὰ τὰ ὁποῖα θέλομεν ὑποδείξει λαμβανόμενα θέλουσιν ἐλαττώσει ἔτι μᾶλλον τὴν διαφορὰν ταύτην. Νομίζομεν κ. βουλευταί, ὅτι ἡ πολυτελὴς συγκρότησις τῶν διαφόρων συνεργείων ἡ κεχωρισμένη διεύθυνσις καὶ ἡ κεχωρισμένη ὕπαρξις αὐτῶν δημιουργοῦν δαπάνας καὶ εἰς προσωπικὸν καὶ εἰς ὑλικὸν καὶ ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔπρεπεν νὰ εἶναι. Διότι ὑπάρχουν σήμερον ἐν τῷ ναυτικῷ τὰ γενικὰ συνεργεῖα τοῦ πολεμικοῦ Ναυστάθμου, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ὑπάρχουν συνεργεῖα τῆς διευθύνσεως πυροβολικοῦ καὶ τῆς διευθύνσεως τορπιλλῶν καὶ ναρκῶν, συνεργεῖα τῆς διευθύνσεως ὑποβρυχίων ἐν συνθέσει. Ἐπίσης ὑπάρχουν συνεργεῖα τῶν φάρων ἐν Πειραιεῖ, ὑπάρχουν ἀκόμη συνεργεῖα τῆς ραδιογραφικῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἀθήναις, δὲν συμπεριλαμβάνω εἰς ταῦτα τὸ μικρὸν συνεργεῖον τῆς σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ διατηρηθῇ διὰ τὴν ἀρτίαν μόρφωσιν τοῦ φυτωρίου τῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζομεν λοιπὸν ὅτι ἡ συγκέντρωσις ὑπὸ μίαν ἑνιαίαν διεύθυνσιν τῶν συνεργείων τούτων καὶ δαπάνας θέλει περικόψει καὶ ἀπόδοσιν μεγαλειτέραν θέλει ἔχει ἡ ἐργασία τῶν συνεργείων. Διότι ἐὰν ρίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἐπετηρίδος τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχουν διάφοροι κλάδοι ἐντελῶς συγγενεῖς μεταξὺ των καὶ ἐντελῶς δυνάμενοι νὰ συγχωνευθῶσιν. Ἔχομεν τεχνίτας Ναυστάθμου διὰ τά συνεργεῖα, τεχνίτας πυροβολικοῦ διὰ τὰ συνεργεῖα τοῦ πυροβολικοῦ, τεχνίτας τορπιλλῶν διὰ τὸ συνεργεῖον τορπιλλῶν. Ἔχομεν ἐπίσης ἠλεκτριστὰς καὶ ἠλεκτριστὰς τῆς ραδιοτηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, ἔχομεν ἀκόμη τηλεγραφητὰς καὶ τηλεφωνητὰς ἔχομεν ἀκόμη σιδηρουργοὺς καὶ σιδηρουργοὺς τῆς ραδιογραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, ἔχομεν ἀκόμη μηχανουργοὺς καὶ μηχανουργοὺς ραδιοτηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, ἔχομεν ἀκόμη κ. βουλευταί, ξυλουργοὺς 4 εἰδῶν, ξυλουργοὺς γενικῶς, ξυλουργοὺς ραδιοφωνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ ξυλουργοὺς φάρων καὶ ξυλουργοὺς συνεργείων.
§5Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μελετᾶται αὐτὸ ἤδη.
§6Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἡ εἰδικότης ἀρμένων καὶ πηδαλιουχίας συνταυτιζομένη ἀπολύτως δύνανται νὰ συμπτυχθῶσιν. Διὰ τῆς συμπτύξεως ταύτης φρονῶ κύριοι, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν τόσον μεγάλην εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι φυσικὰ θὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ ἀριθμὸς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν συνεργείων, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς διότι ὅλοι τείνουν πρὸς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Δευτέρα κύριοι οἰκονομία ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους λόγῳ τῆς οἰκονομίας ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐκκρεμότης τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ἐπαρκῆ προμήθειαν τῶν ἀναγκαιούχων ὑλικῶν καὶ τῶν τροφίμων. Ὥστε αἱ ναυτικαὶ ὑπηρεσίαι νὰ εὑρίσκουσι τὰ κατάλληλα ὑλικὰ καὶ τρόφιμα.
§7Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ γίνεται ἤδη.
§8Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ συνεπῶς νὰ πληρώνωσι καὶ τὸν εἰσαγωγικὸν δασμόν, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν ὁ ἔμπορος εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἀναγκαῖον κέρδος εἰς τοὺς ἐμπόρους. Ἀρκεῖ πρὸς διαπίστωσιν τούτου, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1928–29 ἡ τροφοδοσία τοῦ ναυτικοῦ ἐκτὸς κρέατος καὶ ἄρτου ἀνῆλθεν εἰς 35, 700, 518, 20. Ἐκ τούτου μόνον τὰ 5.400. 297 ἐπρομηθεύθη τὸ ναυτικὸν ἀπὸ τὴν ναυτικὴν τροφοδαποθήκην. Ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὑπάρχει νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ κελευσταὶ καὶ ἀρχικελευσταὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μετὰ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ ἄνευ τῆς προαγωγῆς των. Ἀλλὰ σὺν τῷ μισθῷ τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ μεταβιβάζονται καὶ τὰ ἐπιδόματα εἰς τὸν νέον μισθόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, νομίζω ὅτι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ καὶ ἐκεῖ νὰ σταματήσῃ ἡ αὔξησις μέχρι τῆς προαγωγῆς· φρονῶ ὅτι τὸ ἐπίδομα δέον νὰ καταργῆται ἀφ’ ἧς λάβει ὁ ὑπαξιωματικὸς τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, διότι προέρχεται τοῦτο τὸ ἄτοπον κελευσταὶ ἢ ἀρχικελευσταὶ μετὰ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ νὰ λαμβάνουν μισθὸν ἀνώτερον τοῦ ἀρχικελευστοῦ ἢ σημαιοφόρου ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπηρεσίαν κάτω τῶν τριῶν ἐτῶν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Ἐρχόμενος κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ παρατηρήσω, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ (οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου) ὅτι φρονῶ, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ βαθμὸς τοῦ ναυάρχου ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ· φρονῶ τοῦτο ἀδιστάκτως ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ὅτι μέχρι τοῦ 1912 ἐν τῷ ναυτικῷ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ναύαρχος μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος καὶ προήχθη κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν καὶ τιμῆς ἕνεκεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου ὁ Παῦλος Κουντουριώτης, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος ναύαρχος πλὴν τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Μιαούλη ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν διεύθυνσιν Ναυστάθμου. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ βαθμὸς τοῦ ναυάρχου σήμερον εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς κατὰ τὰς ὁποίας διατρέχομεν στάδιον αἱματηρῶν οἰκονομιῶν. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐθεώρει τοῦτο ἐντελῶς ὀρθὸν, νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο ἀντὶ τῶν τριῶν ναυάρχων νὰ ἔχῃ ἕνα ναύαρχον ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι καὶ ὁ ἐνδεδειγμένος ἀρχηγὸς ἐν καιρῷ πολέμου. Ἔχομεν ἀκόμη, κύριοι, καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν: ἀξιωματικοὶ μονίμου διαθεσιμότητος, ἢ τιμητικῆς ἢ εἰδικῆς ἀποστρατείας (καὶ μεταχειρίζομαι τὸν ὅρον τοῦτον διότι εἰς τὸ ναυτικὸν ἰσχύει ἀκόμη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 2926) προσλαμβάνονται ὡς ἡμερομίσθιοι εἰς ἐργασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, διότι ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς λόγῳ τραυμάτων ἢ λόγῳ νόσων ἐκ κακουχιῶν πολέμου εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν κατάστασιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐθεώρησεν ὁ νομοθέτης ὅτι ἔπρεπε αὐτοὶ προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ ναυτικὸν ἢ εἰς τὸν στρατόν, (πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ ναυτικοῦ) ὅτι δέον νὰ ἀμείβωνται ἐπὶ πλέον. Νομίζω δὲ ὅτι ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ ναυτικόν, ὀφείλουν νὰ τοὺς προσφέρουν ἀμισθεὶ ἔχοντες δηλαδὴ τὸν μισθὸν ὁ ὁποῖος δι’ εἰδικοῦ νόμου ἔχει ὁρισθῆ.
§9Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὶ λαμβάνουν ἐπὶ πλέον;
§10Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λαμβάνουν 100 δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ἀκόμη, κύριοι, ἓν μέτρον νομοθετικὸν τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει δαπάνην εἰς τὸ ναυτικὸν φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ τῆς εἰδικῆς μονιμότητος. Εἰσηγούμενος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν, εἶπον ὅτι φρονῶ ὅτι, ἡ εἰδικὴ μονιμότης θὰ προκαλέσῃ δαπάνας καὶ θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα οὕτως εἰπεῖν πρυτανεῖον εἰς τὸ ναυτικόν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τότε εἶχεν ἀποφασίσει τὴν διαγραφὴν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ἐκείνου. Μελετήσασα ὅμως ἐμβριθέστερον τὸ ζήτημα, εὗρεν ὑπηρεσίας ὑφισταμένας ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ διεπομένας ὑπὸ ὄντως παραδόξων νόμων. Εὗρεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Δ.Ρ.Υ.Ν. καὶ ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑδρογραφίας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ περὶ ποίων παραδόξων νόμων ἐννοῶ, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἀξιωματικὸς... μηχανικὸς καταταχθεὶς κατὰ τὸ 1908 ὡς ὑποκελευστὴς καὶ προαχθεὶς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχικελευστοῦ τὸ 1917 προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου μηχανικοῦ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1928, ὅταν οἱ συνταξιῶται του ὑπηρέτουν ἐν τῷ ναυτικῷ ὡς μηχανικοὶ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου. Συνεπῶς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος προήχθη ἕνεκα νόμων εἰδικῶν ὑπαρχόντων καὶ διεπόντων τοὺς εἰδικοὺς αὐτοὺς κλάδους, εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν μελετήσασα τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου ἐδέχθη ἵνα περιληφθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εἰδικὴ μονιμότης ἵνα περιφρουρηθῶσι τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν μονιμότητα νὰ περιληφθῶσιν οἱ κλάδοι τῆς ραδιογραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν φάρων μόνον. Ἀτυχῶς ἡ γνώμη αὕτη ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ ἦτο ἀτελές, διότι δὲν ὥριζεν οὔτε πόσοι οὔτε ποῖοι θὰ μονιμοποιηθοῦν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους οἵτινες περιελήφθησαν εἰς τὴν εἰδικὴν μονιμότητα. Δὲν ὥριζεν ἀκόμη οὔτε τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, ὁρίζει μόνον ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς προσόντα καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζοντο ταῦτα σαφῶς. Μετὰ μακρὰς συζητήσεις ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ εἰς τὰς ὁποίας συνεφωνήσαμεν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν...
§11Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Σεῖς ὡμιλούσατε καὶ ἐγὼ σᾶς ἤκουα.
§12Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ἀπαντήσετε. Ἐπῆλθεν, νομίζω ἐγὼ συμφωνία, ἐφ’ ὡρισμένων σημείων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς εἰδικῆς μονιμότητος. Καὶ τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἀπεσύρθη. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δεχθῇ, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφισθῇ εἰς β ἀνάγνωσιν καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Διότι, ὡς εἶπον, τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ συγκροτήσεως δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἠθέλησε ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκπληρώσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 20, οὔτε ὡρισμένος ἀριθμὸς θέσεων ὀργανικῶν ὑπάρχει οὔτε ὡρισμένος ἀριθμὸς βαθμῶν, καὶ δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ μονιμοποιῇ ὁσουσδήποτε καὶ οἱουσδήποτε θέλει εἰς οἱονδήποτε κλάδον. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς εἰδικῆς μονιμότητος, κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου ἐμονιμοποιήθησαν ἀξιωματικοί, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου. Δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει τὰ βάρη τῆς μονιμοποιήσεως ταύτης νὰ τὰ φέρῃ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη εἰς τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου ἀμείβονται γενναιότατα δι’ ἐπιμισθίου σχεδὸν ἴσου πρὸς τὸν μισθὸν αὐτῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ τοποθέτησις αὐτὴ δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἄρῃ τὰ βάρη τῆς εἰδικῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην διότι οἱ εἰδικῶς μονιμοποιούμενοι ἀξιωματικοί, ἀπαλλάσσονται τῶν προσόντων. Ἀλλὰ λέγω διὰ τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου δίδει ἁδρὸν ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς μονιμοποιηθέντας ἴσον πρὸς τὸν μισθὸν αὐτῶν. Εἴμεθα ἀντίθετοι, κύριοι, τοῦ θεσμοῦ τῆς εἰδικῆς μονιμότητος. Ἴσως εἰς τοῦτο ἤθελεν ἀντιταχθῇ, ὅτι καὶ εἰς τὰ ξένας χώρας ὑπάρχει ἐπίσης. Εἶναι ὅμως ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐνταῦθα πᾶν ὅ,τι ἰσχύει εἰς τὰς ξένας χώρας. Ἔχω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἰδικὴ μονιμότης, ἀλλὰ ὑπάρχει ὑπὸ ὅρους ὅλως διαφόρους. Ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦτο: ἀξιωματικοὶ μονιμοποιοῦνται εἰς μίαν θέσιν ἢ εἰς κλάδον τινά, ἀλλὰ οὗτοι μονιμοποιοῦνται εἰς τὸν βαθμὸν ὃν φέρουσι· οὐδέποτε δὲ πλέον προάγονται εἰς ἀνώτερον βαθμόν, λαμβάνοντες μόνον ἀνταλλάγματα ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας των. Τοῦτο δύναται καὶ ἐδὼ νὰ ἰσχύσῃ.
§13Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προάγονται εἰς τὴν θέσιν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ πλοιάρχου, κ. συνάδελφε.
§14Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ πλέον, κύριοι, φρονῶ ὅτι εἰς τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν διατρέχομεν τῶν αἱματηρῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, φρονῶ, λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἀνεγέρσεως τῶν κτιρίων τῶν ναυτικῶν σχολῶν. Τοῦτο θὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνας μεγάλας. Φρονῶ ὅτι αἱ σχολαὶ ἐκεῖ ποὺ εἶναι καλὰ λειτουργοῦν καὶ ἄριστα ἀποδίδουσιν. Ἂς ἀφήσωμεν δι’ εὐθετώτερον χρόνον τὰ πολυτελῆ κτίρια. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ διὰ χρόνον εὐθετότερον, διὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἂς ἐλπίσωμεν πάντως ὅτι δὲν εἶναι μακράν. Διὰ τῆς τοιαύτης περιστολῆς τῶν δαπανῶν διὰ τὰς οἰκοδομὰς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν δημοσίων ναυτικῶν ἔργων, θὰ δύναται νά ἐπέλθῃ μία σημαντικὴ οἰκονομία εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ναυτικῶν ἔργων, διότι εἰς τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ φαίνονται μισθοδοτούμενοι εἰς τὸ ναυτικὸν 20 μηχανικοὶ καὶ 30 ἐργοδηγοί. Φρονῶ ὅτι εἶναι μεγάλη πολυτέλεια.
§15Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τώρα πρόκειται νὰ αὐξηθῇ κατὰ 40%.
§16Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε εἶναι σοβαρόν. 20 μηχανικοὶ καὶ 30 ἐργοδηγοὶ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν! διὰ ποία δουλειά;
§17Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τὰ ναυτικὰ κτίρια καὶ τὰ ἄλλα ναυτικὰ ἔργα.
§18Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 20 μηχανικοὶ δὲν ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§19Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπηρετοῦν 7 μηχανικοὶ ἀπολύτως ἀνεπαρκεῖς· οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι μηχανικοί, εἶναι βοηθοί.
§20Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ὅλοι μηχανικοί.
§21Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν τὸ λέγω δι’ ὑμᾶς τὸ λέγω διὰ τὸν κ. Βουδούρην. Δηλῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὰ ἀναγκαῖα καὶ στοιχειώδη μέσα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων ναυτικῶν κτιρίων. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, διότι ἀπολύτως διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ διὰ τὴν χρησιμότητα καὶ τὸ ἀναπόδραστον τῆς κατασκευῆς τῶν ναυτικῶν κτιρίων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἡ μικρὰ τεκτονικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀνεπαρκεστάτη καὶ κινδυνεύει νὰ φυλλορροήσῃ, καὶ ἤδη ἔχομεν παραιτήσεις. Κατόπιν τῶν διαφόρων μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν σχέσει μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων δὲν ὑπηρετεῖ πλέον εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§22Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περαιτέρω, κύριοι, θὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ τὴν τελευταίως ἐκφρασθεῖσαν γνώμην τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ ὅτι οἱ δικαστικοὶ σύμβουλοι δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι εἰς τὸ ναυτικόν. Λέγω ὅτι θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἄλλοτε ἐκφρασθεῖσαν γνώμην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι θὰ ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία αὕτη νὰ διεξαχθῇ διὰ τῶν στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων. Δὲν δύναμαι δέ, κύριοι, ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὁμιλῶν νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸν νόμον «περὶ ἑκουσίας ἐξόδου τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ». Ὁ νόμος οὗτος περὶ ἑκουσίας ἐξόδου ἀντὶ νὰ φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας μᾶλλον προεκάλεσε αὔξησιν δαπανῶν εἰς τὸ ναυτικὸν διότι ἀπεστρατεύθησαν ἐν συνόλῳ 276 ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, δι’ αὐτοὺς δὲ τοὺς 276 τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δωδεκαετίαν νὰ τοὺς καταβάλλῃ τὰ μερίσματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 2.600.000 δραχ. ἐτησίως. Ἐπίσης ἀνέλαβεν ὅπως καταβάλῃ ἐφ’ ἅπαξ 24 ὀργανικοὺς μισθοὺς εἰς ἕκαστον, καὶ ἂν λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον μισθοῦ τὸ ποσὸν δραχμῶν 2.300 θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 15 755.000 δραχ. Ἐπῆλθε λοιπὸν μία ἔκτακτος δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους εἰς 15.755.000 δραχμῶν, ἐκτὸς δὲ τούτου ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ ἰσοβίως ηὐξημένας συντάξεις, διότι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀποστρατευομένων προσετέθη καὶ τὸ ἓν τρίτον τῶν συνταξίμων αὐτῶν ἐτῶν· καὶ παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς παράδοξον σήμερον, ὅτι οἱ ἔχοντες 35 ἐτῶν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν παλαιοὶ συνταξιοῦχοι λαμβάνουν τὴν αὐτὴν σύνταξιν μὲ τὸν πλωτάρχην ὁ ὁποῖος ἀπεστρατεύθη δυνάμει τοῦ περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου νόμου ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν 34 ἐτῶν ἔχει 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν συντάξιμον.
§23Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ νόμος ἔγινε διὰ νὰ φύγουν οἱ πλεονάζοντες κατὰ βαθμόν· δηλαδὴ ἂν ἐπερίσσευαν τρεῖς πλοίαρχοι, νὰ φύγουν τρεῖς πλοίαρχοι. Ἐφηρμόσθη ὁ νόμος κατὰ βαθμόν, ἢ μήπως τυχὸν συνετελέσθη δι’ ἀξιωματικοὺς περισσοτέρους; διότι εἰς τὸν στρατὸν ἔγινε αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω.
§24Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τό ναυτικὸν ἔγινεν αὐτὸ καὶ ἔγινε μετὰ μεγίστης προσοχῆς. Ἔγινε δηλαδὴ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐξῆλθον ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. βουλευτής, διότι προχθὲς ὡς πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς εἴπατε ὅτι ἀναμφισβητήτως ἐπῆλθεν οἰκονομία.
§26Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐσεῖς μάλιστα, ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξόδου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος στηριχθέντες εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς ἐκθέσεως, εὑρίκατε ὅτι ἐπέρχονται οἰκονομίαι. Σᾶς ἀπήντησα ὅτι προαφαιρέσαμεν ἐκ τῶν πιστώσεων τὸ συνολικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον συγκρινόμενον μὲ τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ στρατὸς δὲν ἔδιδε ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἐγένετο μόνον δι’ οἰκονομίας ὅπως ξεύρετε, ἀλλὰ ἐγένετο καὶ διὰ λόγους τακτοποιήσεως τοῦ στρατεύματος καὶ καταπαύσεως τῆς πιέσεως, ἡ ὁποία φυσικὰ θὰ ὑφίστατο ὅταν ἦσαν ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοί. Ὥστε ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐχρειάζετο πάντως δαπάνη 8–10 ἑκατομμυρίων.
§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, βλέπετε σήμερον ὅταν μοῦ ἀπαντᾶτε δὲν ἔχετε καλὴν γνώμην, διότι ἡ γνώμη ἡ ἰδική σας εἶναι ὅτι οἰκονομοῦνται 12 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: αὐτὰ μένουν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἄλλων δαπανῶν;
§28Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βέβαια. Ὅλα αὐτὰ ὑπολογίζονται. Ὅταν βγάζω ἀξιωματικοὺς ἔξω καὶ τοὺς δίδω σύνταξιν, ἡ σύνταξις πάντοτε εἶναι ὡρισμένα πεντηκοστὰ τοῦ μισθοῦ, μοῦ ἀφήνει κέρδος.
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε μίαν ἀκριβῆ κατάστασιν.
§30Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς δώσω ἀμέσως αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§31Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐπετέλεσεν ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον προεκλήθη τοὐλάχιστον εἰς τὸ ναυτικόν. Διότι δὲν νομίζω ὅτι ἐπλεόναζον 276 ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ. Καὶ δὲν νομίζω τοῦτο, διότι τοῦτο θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐντὸς ὀλίγου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ ἀναγκασθῇ συντομώτατα νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, διότι ὅταν ἐγένετο ὁ περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου νόμος, οὔτε αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος εἶχον ἀποκρυσταλωθῆ· οὔτε τὰ δύο νέα ἀντιτορπιλλικὰ εἶχον παραγγελθῇ, καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ ἀπαιτήσουν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν φρονῶ ὅτι ταχύτατα θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ τώρα ἀκόμη αἱ ὑπηρεσίαι χωλαίνουν ἕνεκα ἐλλείψεως στελεχῶν, στελεχῶν οὐχὶ κατωτέρων, ἀλλ’ ἀνωτέρων. Ἀκόμη λέγω ὅτι δὲν ἐπλεόναζεν οὐδεὶς ὑπαξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, διότι ἤδη, κύριοι βουλευταί, ἐλλείπουν ἀπὸ τὸν ὀργανικὸν ἀριθμὸν 364 ὑποκελευσταί.
§32Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔφυγαν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς παραγγελίας τῶν νέων μονάδων τοῦ στόλου εἶναι ἀπαραίτητοι;
§33Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Λέγουν ὅτι παρέμειναν τοιοῦτοι, εὐτυχῶς, ἀλλὰ θὰ ἀναγκασθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμον.
§34Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου ἦτο σαφεστάτη καὶ εἰλικρινής. Ἔλεγεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται διότι ἀπαγοήτευσις καὶ μαρασμὸς ἐπικρατεῖ εἰς τὰ στελέχη λόγῳ τῆς μὴ προαγωγῆς. Πρέπει νὰ ληφθῇ καλῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐὰν ἀποτελέσῃ τοῦτο προηγούμενον καὶ αἱ ἄλλαι τάξεις θὰ ζητήσουν τὴν ἔξοδον, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρέχῃ ἀποζημιώσεις.
§35Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι οὐδεὶς ὑπαξιωματικὸς ἐπλεόναζεν ἐν τῷ ναυτικῷ, διότι ἤδη ἔχομεν ἔλλειψιν 365 ὑποκελευστῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἀτυχῶς οὐδεμία πίστωσις ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1930–31. Θὰ ἠδύνατο δὲ οἱ πλεονάζοντες ὑπαξιωματικοὶ τῶν ἀνωτέρων βαθμῶν εὐκολώτατα καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταραχῆς τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν κατωτέρου. Ὅταν προσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, ἐλέχθη εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν — τώρα θὰ μοῦ εἴπητε: διατὶ δὲν τὰ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλήν; διότι ἀπείχομεν τότε — ἐλέχθη λοιπὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργὸν ὅτι ὁ νόμος διὰ τὸ Ναυτικὸν δὲν εἶναι χρήσιμος. Ἐὰν ὑπάρχῃ πλεόνασμα ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις χρωμένη νόμῳ παγίῳ τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωτικῶν· τοῦτο δὲ νὰ ἔκαμνεν ἐκ περιτροπῆς. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν συνετάχθη μὲ τὴν γνώμην μου, διότι εἶπον ὅτι τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ εἰς τὸν στρατόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βασιλειάδης.
§37Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀτυχῶς εἰς τὰ περισσότερα σημεῖα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος συμφωνῶ. Λέγω δὲ ἀτυχῶς, διὰ τὸν λόγον ὅτι πραγματικῶς ἔχουν παρατηρηθῆ ἀνωμαλίαι καὶ ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν χώραν. Δὲν θὰ θελήσω λοιπὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ καὶ νὰ καταναλώσω τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως, ὡς ἐπρότεινε ὁ κ. ἐκ Βάλτου συνάδελφος, τοῦ βαθμοῦ τοῦ ναυάρχου καὶ τοῦτο χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ σώματος. Ἄλλωστε ἓν σῶμα στρατιωτικὸν προϋποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα ἀνώτατον ἀξιωματικὸν ὡς ἀρχηγὸν τοῦ σώματος. Σχετικῶς μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ εἰδικῆς μονιμότητος καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἀπολύτως σύμφωνος μεθ’ ἡμῶν, πρόκειται νὰ ἀποσύρῃ. Μετ’ ἐκπλήξεως μου, λέγω, ἐπληροφορήθην τοῦτο, διότι εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις κατηναλώσαμεν χρόνον πολύτιμον τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καί ἐμείναμεν καθ’ ὅλα σύμφωνοι ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὡς ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται τὰ μέλη αὐτῆς, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μετατάσσωνται εἰς τὴν μόνιμον εἰδικότητα πρέπει νὰ καθορίζωνται διὰ νόμου.
§38Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴμεθα ξένοι πρὸς τὰ ναυτικὰ, δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι;
§39Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὑπηρεσία δι’ ἣν ἀπαιτεῖται οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχουν μίαν ὡρισμένην εἰδικότητα, ὅπως εἶναι ἡ ὑδρογραφία, ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων κ.λ.π. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξετάζων μερικὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα δὲν ἐξήτασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖο ἔχουν τὴν πρὸς τὰ ἄνω τάσιν, τοῦ νὰ αὐξάνουν κατ’ ἔτος. Τοὐναντίον μάλιστα, ἐὰν παρατηρήσωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς παρελθόντων ἐτῶν θὰ ἴδωμεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ μειοῦται ἐπαισθητῶς. Εἰς τὸ ἔτος π. χ. 1926–27 ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο 548.000.000, εἰς τὸ 1927–28 494.000.000, εἰς τὸ 1928–29 596.000.000 καὶ ὁ σημερινὸς εἶναι μόνον 466.000.000. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν 466.000.000, ἀφαιρέσωμεν τοὐλάχιστον τὸ ποσὸν τῶν 122.000.000, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐκτάκτους δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς δαπάνας διὰ τὰς ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι σχετικαὶ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 40. ἑκατομμ. τὰ ὁποῖα δαπανῶνται χάριν τῆς ναυτικῆς Ἀεροπορείας, ἡ ὁποία σήμερον ἀποτελεῖ μίαν ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν ἄσχετον μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, βλέπομεν ὅτι τὸ καθαρὸν ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι 300.000.000. Πρέπει, κύριοι βουλευταὶ νὰ συμφωνήσητε πάντες ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ὑπερβολικόν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν διαφόρων κονδυλίων εἶναι ἱκανοποιητική, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον. Διότι ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος εἶπε, πραγματικῶς μόνον 155 ἕως 200 ἑκατομμύρια χρησιμοποιοῦμεν καθαρῶς διὰ τοὺς ναυτικοὺς πολεμικοὺς σκοπούς. Τὰ λοιπὰ ἐξ αὐτῶν δαπανῶνται εἰς ὑπηρεσίας ξηρᾶς, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἠδυνάμεθα νά περιορίσωμεν. Λέγων δὲ «ὑπηρεσίας ξηρᾶς» δὲν ἐννοῶ τὴν μὴ κανονικὴν λειτουργίαν τῶν σχολῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλά μερικὰς ἄλλας πολυτελεῖς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν ἀπὸ ἀπόψεως προσωπικοῦ. Ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος τῆς Χώρας ἡμῶν, τότε ἔθιξα ἐν μέρει καὶ μερικὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ προέλθουν οἰκονομίαι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε μοὶ εἶπε ὅπως, τοῦτο συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι τρία κυρίως εἶναι ἐπιδεκτικὰ οἰκονομιῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν: 1ον) Ἡ δύναμις εἰς ἄνδρας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι περίπου 7.000, ἐὰν ὅμως ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀρχικελευστοῦ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποκελευστοῦ, καθὼς ἐπίσης καὶ ἕνα ἀριθμὸν ἐθελοντῶν τοὺς ὁποίους ἔχομεν, βλέπομεν ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀνδρῶν ἑκάστης κληρουχίας, ἡ ὁποία προσέρχεται εἶναι περίπου 3½–4 χιλιάδες ἄνδρες· ναῦται δηλαδὴ τροφοδοτούμενοι καὶ ἐνδυόμενοι ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατ’ ἔτος εἶναι περίπου 5 χιλιάδες. Διὰ τούτους δαπανῶνται ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν τροφοδοσίαν μὲν αὐτῶν 60 ἑκατ. ἐτησίως, διὰ τὸν ἱματισμὸν δὲ 30 ἑκατομμύρια. Τοῦτο τὸ εὑρίσκω ὑπερβολικόν. 2ον) Σημεῖον ἐξαιρετικὰ σοβαρόν, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθουν οἰκονομίαι εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὑλικῶν, καί ἰδίως τῶν ὑλικῶν συντηρήσεως καὶ κινήσεως διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Ναυτικὸν δαπανᾷ 63 ἑκατ. ἐτησίως. 3ον) Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ὑπὸ κεφάλαιον ἀριθ. 14 ἀναγράφεται ἓν κονδύλιον ἐξ 7230 χιλ. διὰ παραλαβὴν ὑλικοῦ. Τὸ κονδύλιον αὐτὸ τό εὑρίσκω ἐπίσης ὑπερβολικόν. Ὁ κ. ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰσηγητὴς τὸ κονδύλιον τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκει ἐξαιρετικῶς μεγάλο. Λέγει ὅτι, ἀναλόγως τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ τὰς προμηθείας, τὸ κονδύλιον τοῦτο τῶν 7 ἑκατομ. μᾶς φέρει εἰς ἕνα συντελεστὴν 1,05% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ. Ἀλλ’ ὁ συντελεστὴς αὐτὸς δὲν θὰ ἦτο ἴσως ὑπερβολικός, ἐὰν ὅλα τὰ ὑλικά, τὰ ὁποῖα προμηθευόμεθα πραγματικῶς ἀπαιτοῦν τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν συνεχῆ, οὕτως εἰπεῖν, τοιαύτην ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παραγγελίας μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παραλαβῆς τοῦ ὑλικοῦ. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα κονδύλια δαπανῶνται εἰς ὑλικά, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δίδεται ἡ ἀπαιτουμένη προσοχή, καὶ ἡ συνεχὴς παρακολούθησις αὐτῶν, ὡς συμβαίνει π. χ. μὲ τὰς προμηθείας τῶν γαιανθράκων καὶ τὰς προμηθείας πετρελαίου καύσεως. Ἀντιλαμβάνεσθε δὲ ὅτι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἕνα μεγάλο ποσὸν χρημάτων ἐκ τῶν διατιθεμένων δι’ ὑλικὰ κινήσεως καὶ συντηρήσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τοῦ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν γίνονται αἱ παραγγελίαι καὶ αἱ παραλαβαὶ τῶν ὑλικῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλή, ἐπίσης νὰ τῆς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα χαρακτηριστικὸν διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐγένοντο εἰς παρελθόν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ μεταβληθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Παρηγγέλθη ἓν φορτίον γαιανθράκων περίπου 10 χιλ. τόννων πρὸ ἐτῶν, ὄχι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας κ. ὑπουργὲ ἀκριβῶς σᾶς τὸ ἀναφέρω ὅπως τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Ἐζητήσαμεν τιμὰς ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν, αἱ ὁποῖαι μᾶς προσεφέρθησαν. Ἐζητήσαμεν ὅπως ἐκ τῶν 10 χιλ. τόννων, οἱ 8 χιλ. τόννοι εἶναι διπλοκοσκινισμένο — σημαίνει δὲ αὔξησιν τῆς τιμῆς κατὰ 1 σελίνιον καὶ 6 πέννας τὸν τόννον, ὅταν τὸ κάρβουνο εἶναι διπλοκοσκινισμένο — βεβαίως ὁ βαθμὸς τῆς κόνεως δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ παντάπασιν, ἀλλὰ μένει ἕνα 5% διότι τρίβεται τὸ κάρβουνο. Ἐζητήσαμεν συγχρόνως ὅπως τὸ κάρβουνο αὐτὸ ἀναμιχθῇ καὶ μὲ 20% ψιλόν, ἤτοι κόνιν. Ἀκούσατε κἄτι τὸ ἐξωφρενικόν: 80% διπλοκοσκινισμένο καὶ 20% σκόνιν ἑπομένως ἀναμιγνυόμενα αὐτὰ τὰ δύο, ἔχουν 25% σκόνι καὶ τὸ πληρώνομεν 1 σελλίνιον καὶ 6 πέννας ἀκριβώτερα παρ’ ὅτι ἂν ἐπαίρναμε ἁπλῶς κοσκινισμένο κάρβουνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρώναμε κατὰ 1 σελ. καὶ 6 πέννες φθηνότερα καὶ θὰ εἶχε σκόνιν ὀλιγωτέραν. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔτυχε νὰ ὑπηρετῶ εἰς τὴν πρεσβείαν τοῦ Λονδίνου καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ Ἄγγλοι ἔμποροι ἠπόρουν μὲ ἡμᾶς. Ἔχω ἓν ἄλλο σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλω ἐπίσης νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παραγγελίας τοῦ ὑφάσματος διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στόλου. Δὲν ἠξεύρω πῶς κατορθώνουν πάντοτε ὥστε τὴν τελευταίαν στιγμὴν, 20 ἡμέρες ἢ ἕνα μῆνα πρὸ τῆς προσελεύσεως τῶν κληρωτῶν, νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν ποσότητα 20 καὶ 30 χιλιάδων μέτρων ὑφάσματος. Κανὲν ἐργοστάσιον ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ σᾶς παραδώσῃ τόσην ποσότητα. Πρέπει νὰ τοῦ δώσητε τὸν καιρὸν νὰ τὸ προετοιμάσῃ, δύναται νὰ προετοιμάσῃ τὸ πολὺ ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος 2, 3 χιλιάδες μέτρα. Ἀλλὰ τὶ γίνεται ἐκ τούτου; Ἀναγκαζόμεθα καὶ ἀγοράζομεν τὰ ὑφάσματα τὰ ὁποῖα ὡρισμένοι προμηθευταί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ χρειασθῇ καὶ τὸ ἔχουν συλλέξῃ ὡς στόκ, τὰ παρουσιάζουν μὲ μίαν αὔξησιν τιμῆς ὑπερβολικήν, δὲν θέλω νὰ εἴπω διπλασίαν ἀλλὰ ἀσφαλῶς 1½ φορὰν ὑπὲρ τὸ κόστος. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι εἰς τὰ κονδύλια αὐτά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν ὑλικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ ἱματισμοῦ δύνανται νὰ ἐπέλθουν οἰκονομίαι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐνδυομένων ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι περίπου 3.500 ἐτησίως, ἡ δὲ ἀξία ἑκάστου ναυτικοῦ σάκκου εἶναι 5000 δραχ. καὶ φθάνομεν ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἱματισμοῦ ἡ χορηγουμένη εἰς τοὺς κληρωτοὺς εἶναι 17.500.000 ἐὰν εἰς τὰ 17½ αὐτὰ ἑκατομμύρια προσθέσωμεν ἐπὶ πλέον μίαν δαπάνην 2½ ἑκατομ., διὰ τυχὸν ἐκτάκτους ἀπωλείας τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν ἄρα τῶν 30 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ δύναται νὰ γίνῃ περιορισμὸς αὐτοῦ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ⅓. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ὑλικῶν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολήσουν μεγάλως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία χρήματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ παρακολούθησις ἡ αὐστηρὰ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἑκάστοτε παραγγελλομένου ὑλικοῦ, θὰ μᾶς ἀποφέρῃ ποιότητα ἀνωτέραν, ἑπομένως μακροτέραν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Προτοῦ ὅμως κατέλθω τοῦ βήματος, ἤθελα νὰ κάμω ἐκ νέου τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ εἰς προγενεστέραν μου ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος: Θὰ ἤθελα ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου πᾶσαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου Ναυτικῶν — ἂς ἀκούσῃ τοῦτο καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν — νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου, ὡς συμβαίνει διὰ τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§41Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀνάπτυξις εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν οἱ ἀξιότιμοι κ. προλαλήσαντες συνάδελφοι μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺν χρόνον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀναλυτικῆς ἐξηγήσεως τῶν διαφόρων ζητημάτων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ὑπῆρξε τόσον ἐξονυχιστικὴ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῶν ὥστε περιττεύει πᾶσα περαιτέρω ἀνάλυσις. Θὰ ἐγεννᾶτο ὅμως τὸ ἐρώτημα: Διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν παρουσιάσθησαν αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀπὸ πρὶν υἱοθετημέναι; Τοῦτο συνέβη λόγῳ τοῦ ὅτι ὡρισμένα ζητήματα διατελοῦσιν εἰσέτι εἰς τὸ στάδιον τῆς μελέτης. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς κυριωτέρας ἐκ τῶν γενομένων παρατηρήσεων. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ λεχθὲν διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν συνεργείων, κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν μεταβολήν των καὶ μελετῶμεν τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Εἰς ἄλλα ἐπίπεδα ἐφηρμόσαμεν ἤδη τὴν συγχώνευσιν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς ἀναλήψεως ὑφ’ ἡμῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διετέλουν κατανεμημέναι, καὶ ἐπετύχαμεν οἰκονομίαν 40% περίπου ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνημερότητα τῶν προμηθειῶν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπεκράτουν βεβαίως εἰς τὸ παρελθὸν ἕξεις μὴ συγχρονισμέναι σχετικῶς μὲ τὰς ἱκανὰς προμηθείας, ἀλλὰ αἱ ἕξεις αὗται ἐτέθησαν πλέον εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, συγχρόνως δὲ διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς ὑπηρεσίας κρατικῶν προμηθειῶν, τῆς ὁποίας προσπαθοῦμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ παρακωλύωμεν τὸ ἔργον, ὁ κύκλος τῶν προμηθειῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἔχει ἐξαιρετικῶς περιορισθῇ, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἀπ’ εὐθείας προμηθείας ἡμῶν παρὰ τοῦ ὑπουργείου. Ἐπιδοκιμάζομεν ἀπολύτως τὰς σκέψεις τῆς διενεργείας μεγάλων διαγωνισμῶν καὶ ὑπενθυμίζομεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἄρτι κατελθόντα ἐκ τοῦ βήματος συνάδελφον, ὅτι πρό τινος μόλις ἐπετύχομεν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων τιμὰς αἱ ὁποῖαι ἦσαν κατὰ 48% μικρότεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἔτι χρόνου εἶχεν ἐπιτύχει ἡ ὑπηρεσία. Δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ ποσὰ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπὸ 62 δολλάρια εἶχεν κατέλθει εἰς 32. Ἐπίσης πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι πρὸ ὀλίγου ἔτι χρόνου ἐπετύχαμεν τὴν ὑπὸ θαυμασίους ὅρους προμήθειαν πετρελαίου διότι πραγματικῶς καὶ ἡμεῖς εἴχομεν καταληφθῆ ὑπὸ τῆς ἀπορίας βλέποντες τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν νὰ προμηθεύεται τὸ πετρέλαιον τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ παρὰ τῶν διαφόρων παντοπωλῶν εἰς ἐλαχίστας ποσότητας καὶ εἰς τιμὰς τὰς ὁποίας ἡ λεπτομερὴς κατανάλωσις ἐπέτρεπε νὰ ὁρίζῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τῶν ὑφασμάτων καὶ λοιπῶν εἰδῶν ἱματισμοῦ ἡ προμήθεια αὐτὴ ἀφεώρα τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς κρατικῶν προμηθειῶν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς εὑρισκομένη, διετέλει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐὰν εἶναι γνωστὸν ὅτι καθυστέρησεν ἔκτοτε ἡ παραχώρησις τοῦ ὑφάσματος ἢ ἡ προμήθεια τῶν κλινοσκεπασμάτων, τοῦτο συνέβη διότι ἡ ἐπιτροπὴ κρατικῶν προμηθειῶν τὴν τελευταίαν στιγμὴν εὑρέθη πρὸ ἀρνήσεως τῶν συναγωνιστῶν εἰς τὸ νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχει ποινικὴ ρήτρα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ χρονικὸν εἶναι ἀπολύτως δυσμενὲς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπαρκὲς ὑλικὸν ἐπιστρατεύσεως τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸ βραχυπρόθεσμον εἰς τὴν κατασκευὴν ὑλικοῦ, διότι τὸ μὲν ὑλικὸν ἐπιστρατεύσεως τὸ κυρίως πολεμικὸν ὑλικὸν δὲν εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἐλλείψεως, ὅπως εὑρίσκονται τὰ εἴδη ἐξαρτήσεως ἱματισμοῦ καὶ ἄλλα ἀνάλογα. Λαμβάνομεν ἤδη τὰ κατάλληλα μέτρα, κύριοι βουλευταὶ, ὥστε τὸ ἄτοπον τοῦτο νὰ ἐκλείψῃ. Καὶ ἐξηνέχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου ἡ γνώμη περὶ καταργήσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ναυάρχου. Τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει ἐκφερομένην παρ’ αὐτοῦ. Πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς ναυτικῆς ἐπιτροπῆς ὑπῆρξεν ἀντίθετος. Καὶ ἡ ναυτικὴ παράδοσις τοῦ Ἔθνους καὶ τὰ κρατοῦντα εἰς ὅλα τὰ πολεμικὰ ναυτικὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀντίθετα. Καὶ ναὶ μὲν ἠκούσαμεν ὅτι θὰ ἤρκει εἷς ναύαρχος, πρέπει ὅμως νὰ τεθῶμεν εἰς τὴν πραγματικότητα τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦν αἱ περιστάσεις ἃς τὸ παρελθὸν ἐκληροδότησεν. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εὗρεν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιναυάρχου λειτουργοῦντα καὶ εὗρεν 6 ὑποναυάρχους κατέχοντας τὰς θέσεις διὰ νόμων τῶν ὁποίων κατὰ Ἰούλιον ἐπετύχαμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ τὸν ἀντίστοιχον βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου· καὶ ἐδέχθημεν τὸν βαθμὸν αὐτὸν ὡς βαθμὸν συντάξεως, περιωρίσαμεν δὲ τοὺς ὑποναυάρχους καὶ ἐπιμελήθημεν ὥστε νὰ γίνωμεν δυσάρεστοι πρὸς τὰ ἄτομα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν περιορισμὸν αὐτῶν εἰς 3. Φρονοῦμεν ὅμως ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν τριῶν καὶ δεκτικὸς χρησιμοποιήσεως εἶναι καὶ δὲν καθιστᾷ τὸ Κράτος ὑποχείριον τῶν ἀναγκῶν ἑνὸς καὶ μόνον ἀτόμου, τοῦ ὁποίου ἡ αἰφνηδία ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσις ἢ ἡ δυσχέρεια τοῦ νὰ συνεργασθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, θὰ ἔθετεν εἰς δύσκολον θέσιν τὴν διοίκησιν τοῦ πολεμικοῦ μας ναυτικοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς μονίμου διαθεσιμότητος, εὐχαρίστως πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βάλτου πολιτευτὴν ὅτι δὲν εἶδον καθόλου μὲ καλὸ μάτι τὴν χρησιμοποίησιν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἄλλας παροχὰς καί ἄλλας ἐγγυήσεις, δοθείσας εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῶν διατάξεων. Δὲν ἐπιδοκιμάζω, λέγω, τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν εἰς θέσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ ἄλλας ἐκ τοῦ Κράτους ἀπολαυὰς ἢ παραλλήλως πρὸς τάς ἐκ τοῦ Κράτος. Δι’ αὐτοὺς λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν παρατήρησιν, καὶ ὑπόσχομαι νὰ ἐξετάσω αὐτὴν μὲ πνεῦμα σύμφωνον μὲ τὸ ἰδικόν μου. Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλὴν ὅτι ὅταν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου ἐξῆλθον ἀξιωματικοὶ καὶ εἴδομεν ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί....
§42Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Νὰ παύσουν ἀπὸ σήμερον νὰ παίρνουν διπλὸν μισθόν.
§43Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δύναμαι νὰ ἐποπτεύσω ὥστε νὰ μὴ ὑπηρετοῦν αὐτοὶ, ἀλλὰ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι διατελοῦν εἰς μίαν κατάστασιν ἁπλουστέραν οἰκονομικῶς. Ὅταν εἶδον λοιπὸν ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν διὰ τὸ ὑλικὸν τοῦ Στόλου, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπηρετήσουν ἀξιωματικοὶ οἰκονομικοὶ ἀπομακρυνθέντες τῶν τάξεων τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο ἠθικὸν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν νὰ περιληφθοῦν τινὲς ἐξ ὅσων ἐξῆλθον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου. Τὰ αὐτὰ μέτρα μελετῶμεν διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τοὺς ἐξελθόντας ἐπίσης μὲ ἐξαιρετικὰ προσόντα, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον συναγωνίζονται τοὺς συναδέλφους των τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ καταλαμβάνοντες, ἀτόπως θέσεις εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἢ εἰς ἄλλας κρατικὰς θέσεις. Ὅσον ἀφορᾷ κ. βουλευταί, τὴν εἰδικὴν μονιμότητα ἡ ὁποία τόσον ἐσκανδάλισε τὴν Βουλήν, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς εἰδικὴν μονιμότητα τίθενται ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι διακριθέντες εἰς ὡρισμένας σπουδὰς μὴ ἐχούσας ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ μὲ τὴν πρακτικὴν μαχητικὴν χρησιμοποίησιν κατέστη ἀπαραίτητον νὰ χρησιμοποιηθοῦν διότι ἡ σημερινὴ μορφὴ τοῦ πολέμου καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἐκπαίδευσις ἀπαιτεῖ ὡρισμένας εἰδικότητας ν’ ἀναπτύξουν, τὸν μαχητικὸν πόλεμον, τὸ πυροβολικὸν τὴν ὑπηρεσίαν τορπιλλῶν, καὶ ἄλλας τινὰς ἐπιστημονικὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἀποφεύγω ν’ ἀναφέρω τὴν στιγμὴν ταύτην διότι εἶναι ἐπίδικον τὸ ζήτημά των. Ἡ συζήτησις αὐτὴ παρεκίνησε τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοὶ ἀπομακρύνονται τοῦ σώματός των καὶ τίθενται εἰς εἰδικὴν μονιμότητα μὲ ὡρισμένα μειονεκτήματα. Στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ βαθμοῦ τῶν ναυάρχων. Ἀλλὰ βεβαίως ἀπηλλάγησαν ἀπὸ μίαν περισσοτέραν διοικητικὴν εὐθύνην καὶ πρὸ παντὸς ἀσχολοῦνται εἰς ἔργα τῆς ἰδίας των εἰδικότητος. Ἐὰν ἀπέσυρα τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, τοῦτο δὲν τὸ ἔπραξα διότι διεφώνησα πρὸς ὅσα ἐξήχθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ διότι ἐξετάσας ἐπείσθην ὅτι μέχρι τῆς φθινοπωρινῆς συνόδου τῆς Βουλῆς δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ καμμιὰ προαγωγὴ δυνάμει τῶν διατάξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται πολλαί, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου αἱ φθινοπωριναὶ σύνοδοι θὰ εὕρουν τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς ἱκανὸν νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουν δημιουργηθῆ λόγοι προαγωγῆς. Ἐὰν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἔχουν νὰ ὑποδείξουν ἀντίθετον τινὰ περίπτωσιν, δηλῶ εἰς τούτους ὅτι ἀναμένω ἀκόμη ἡμέρας τινὰς κατὰ τὰς ὁποίας λίαν εὐχαρίστως θὰ ἔφερον τὸ μέτρον διὰ νὰ ψηφισθῇ.
§44Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι πολὺ εὐχάριστον αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Καὶ ἡ μετάθεσις εἰς εἰδικὴν μονιμότητα ἀποκλείεται κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν;
§45Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ μετάθεσις εἰς εἰδικὴν μονιμότητα ἀποτελεῖ ἕνα μέτρον διοικητικόν. Γνωρίζετε ὅτι τοῦ μέτρου τούτου κάνει χρῆσιν τὸ ἀνώτατον Ναυτικὸν Συμβούλιον.
§46Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 20 τῆς εἰδικῆς μονιμότητος, λαμβάνεται πρόνοια ὥστε διὰ νόμου νὰ ὁρισθῇ ὁ ὀργανικὸς ἀριθμὸς τῶν θέσεων.
§47Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, διοικητικῶς οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει προσθέτου μονιμοποιήσεως. Μὴ ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσω μίαν ὑπόσχεσιν, ἡ ὁποία ὑπόσχεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀνωτάτου ναυτικοῦ συμβουλίου.
§48Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν;
§49Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐφ’ ὅσον ὁ ὁμιλῶν θὰ εἶναι καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω κύριοι, ὅτι δὲν βλέπω αὐτὴν τὴν πιθανότητα. Ὁπωσδήποτε εἶμαι εἰς τὴν διάθεσίν σας. Σχετικῶς κύριοι, βουλευταί, μὲ τὰ ναυτικὰ κτίρια δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Βάλτου καὶ δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶχον τὴν κατηγορηματικωτέραν πίστιν ἐπὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν κτιρίων αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ: τὶ ἤθελε γίνῃ καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ θωρηκτά μας τεθοῦν εἰς παροπλισμὸν ἢ ὑπερχεῖρον ἐκποιηθοῦν; Τὴν στιγμὴν ἐκείνην σχολαὶ αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν ἐπί τῶν θωρηκτῶν μας θὰ μείνουν φερέοικοι. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ δηλώνω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκὴς ὁ ναυτικός μας στρατωνισμός. Δηλῶ ἐπίσης ὅτι ἡ κληρουχία κατὰ τὴν προσέλευσίν της εὑρίσκεται ὑπὸ ὑγιεινὴν κατάστασιν ὀλεθρίαν ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα ἐγκαίρως. Δηλῶ προσθέτως, ὅτι μετὰ πάσης συνέσεως θὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν κτιρίων ἀποφεύγοντες τὴν πολυτέλειαν περιοριζόμενοι εἰς τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερα.
§50Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἴπατε ὅτι τὰ θωρηκτὰ θὰ παροπλισθοῦν. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἰσηγούμενος τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα εἶπεν ὅτι τὰ θωρηκτὰ θὰ τὰ διατηρήσῃ εἴτε διὰ νὰ μεταχειρισθῇ ὡς πλωτὰ συνεργεῖα, εἴτε ὡς πολεμικὰ πλοῖα. Συνεπῶς δὲν εἶναι τόσον ταχεῖα οὔτε ἡ τελειοποίησις οὔτε ὁ παροπλισμός. Δι’ αὐτὸ εἶπον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν οἰκοδόμησιν τῶν κτιρίων ἐπί τινα χρόνον.
§51Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δι’ αὐτὸ λυποῦμαι, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἀναβάλωμεν οὔτε μίαν ἡμέραν. Καὶ δηλῶ ὅτι κινῶ πάντα ὑπηρεσιακὸν λίθον νὰ τὰ διεκπαιρεώσω ἐντὸς μηνός. Τοῦτο δὲ, διότι τὰ θωρηκτὰ συμφώνως καὶ μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἕνα πολεμικὸν σκοπόν, ἀλλὰ λίαν βραχείας χρονικῆς διαρκείας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἐτῶν ὁ βίος τῶν θωρηκτῶν αὐτῶν θὰ ἔχῃ λήξει, τὰ δὲ ναυτικὰ κτίρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθοῦν ἐντὸς 8 ἐτῶν.
§52Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι σᾶς χρειάζονται αὐτοὶ οἱ μηχανικοί.
§53Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ μηχανικοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν σήμερον, μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκοῦν εἰς τὰ γινόμενα ναυτικὰ ἔργα, εἰς τοὺς προβλῆτας, ἀποθήκας κλπ. Καὶ σᾶς δηλῶ ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν πυρομαχικῶν πρὶν ἢ θρηνήσωμεν καμμίαν τραγωδίαν χιλιαπλασίαν τῆς συμβάσης εἰς τὸν στρατόν—ἡ κατάστασις τῆς στεγάσεως τῶν πυρομαχικῶν δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λαϊκὴν παροιμίαν «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πετάξωμε τὸ πέταλο γιὰ τὸ καρφί».
§54Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Φρονεῖτε λοιπὸν ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὄχι μόνον δὲν εἶναι μεγάλος, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπαρκεῖ;
§55Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀπολύτως, καὶ μοῦ ἐπιτρέπετε εἰς ζητήματα τοιαῦτα εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω ἀπὸ καιροῦ...
§56Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Pardon διότι ἐπεμβαίνω εἰς ἁρμοδιότητα ξένην, ἀλλὰ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους, τοὺς ἐπὶ τὰ ναυτικὰ ἀσχολουμένους ὅτι ἴσως νὰ μὴ ἦτο χρήσιμος αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν.
§57Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ποίων ἀξιωματικῶν; Πρόκειται περὶ 8 θέσεων μὴ συμπεριλαμβανομένων... Καὶ ποῖος κάμνει τὸν λιμένα τοῦ Ναυστάθμου καὶ ποῖος θὰ κάμῃ ὑπογείους πυριτιδαποθήκας; Μήπως ἔχει, ὅπως ὁ στρατὸς σῶμα μηχανικῶν; Πιστεύσατε ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκεῖς.
§58Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐρρίξατε μίαν ἰδέαν γιά τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῶ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα, ἵνα ἕνας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ τοῦ στρατοῦ ἀπεσπᾶτο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν; Θὰ ἐπήρχετο οὕτω μία μεγάλη οἰκονομία.
§59Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ θὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐξέλιπον σχεδὸν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ τῆς παλαιᾶς ἐκπαιδεύσεως τῶν ὁποίων ἡ ἐκπαίδευσις ἦτο ἀνωτέρα τοῦ Πολυτεχνείου. Ἀλλ’ ἠναγκάσθη κατόπιν τῆς ἐλαττώσεως τῶν σπουδῶν ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς νὰ ἱδρύσῃ σῶμα στρατιωτικῶν μηχανικῶν, ἰδιωτῶν μηχανικῶν μὲ στρατιωτικὰ γαλόνια. Σχετικῶς μὲ τοὺς δικαστικοὺς συμβούλους, κύριοι, εἶναι βέβαιον ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι ἕνα σῶμα ὀλιγάριθμον. Ἄλλοτε εἶχον ἐκφέρει τὴν σκέψιν κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ συγχώνευσίς του μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος καὶ ἡ διάθεσις ἐκ τοῦ κοινοῦ σώματος εἰς τὰ στρατοδικεῖα καὶ ναυτοδικεῖα. Ἀλλ’ οὐσιαστικῶς οἰκονομίαι ἄξιοι λόγου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν. Καὶ παρῃτήθην τῆς σκέψεως αὐτῆς διότι δὲν ἐπήρχοντο τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον, ὀφείλει νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, μὲ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Εἰς τὸ ναυτικὸν περιωρίσαμεν ταὐτοχρόνως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ προσηρμόσαμεν τὸν νόμον πρὸς τὰς νέας ἐλαττωμένας θέσεις, ἐνῷ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἀπεμακρύνθη ἕνας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ἴσος πρὸς τὸν περισσεύοντα. Θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως διατί δὲν τὸ ὑπελόγιζα καλῶς, ἀσχέτως πρὸς τὸ μέτρον, τοῦτο ἔλαβεν χώραν τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας. Δὲν εἶχεν καταστρωθῆ τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλαφροῦ στόλου, οὔτε τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀεροπορίας, οὔτε τοῦ ἐλαφροτάτου σκάφους. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὁρισμοῦ κυρίως βαθμῶν ἀντιπλοιάρχων, πλοιάρχων, ὑποπλοιάρχων ἢ ἀνθυποπλοιάρχων ἔχομεν περισσοτέραν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν. Ἡ τορπιλλάκατος εἶναι ἕνα πολύτιμον μικρὸν ὅπλον ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐμπείρου ἀξιωματικοῦ. Τὰ ἀντιτορπιλλικὰ ἐπίσης θὰ ἀπαιτήσουν πλωτάρχας καὶ ἀντιπλοιάρχους. Τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα ὡς γνωστὸν κατεστρώθη εἰς τέσσερας μῆνας. Κατόπιν ἦλθεν ὁ νόμος περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου καί εἶπεν ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν μείνουν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ κελευστοῦ, ὡς τάσσει ὁ ὀργανισμὸς ἐντὸς μηνὸς εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ὑπουργὸς δι’ ἀποφάσεως τοῦ εἰδικοῦ συμβουλίου νὰ ἀποστρατεύσῃ, δηλαδὴ νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἀξιωματικοὺς ἰσαρίθμους. Εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπεστρατεύθησαν ἐν γένει ἐν τῷ συνόλῳ διὰ τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου ἀξιωματικοὶ κατὰ 10 ἢ 11 ὀλιγώτεροι ἐκείνων τοὺς ὁποίους συνολικῶς ὥριζον οἱ ἀριθμοί. Ὑπαξιωματικοί, ἀρχικελευσταὶ καὶ κελευσταὶ κατὰ 62, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὀλιγώτεροι. Τοῦτο δὲ διότι εἶχον ὑποβάλει ἀρκετοὶ ἀξιωματικοὶ αἰτήσεις, ἀλλὰ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἔκρινεν ὅτι δὲν συνέφερεν τὴν ὑπηρεσίαν ἡ ἀπομάκρυνσις ὅλων αὐτῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ μᾶς ἔλειπαν εἰς τὸ ναυτικὸν 370 ὁλόκληροι ὑποκελευσταί. Ὁ βαθμὸς τοῦ ὑποκελευστοῦ δὲν ἦτο δεκτικὸς ἐθελουσίας ἐξόδου ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο πῶς θὰ ἐγίνετο ἀφοῦ δὲν ἔχομεν σχεδὸν κανένα; Ὅταν κατεστρώθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ λόγους σεμνῆς ἐμφανίσεως πρὸς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὴν φροντίδα διά τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀριθμῶν τιμῶ, καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιτέλους λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦ εὐσυγκινήτου, ἐμερίμνησα ὥστε νὰ μὴ ἐγγράψῃ ποσῶς τοὺς ἐλλείποντας 370. Δὲν ἔλαβον μέρος ἐγὼ εἰς αὐτὴν τὴν φιλοφρόνησιν, διότι ἤμην εἰς Γενεύην ἄλλως δὲν θὰ τὸ ἔπραττον... Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι παρουσιάσθη εἷς προϋπολογισμὸς ὅτι 370 ὑπαξιωματικοὶ δὲν ὑπῆρχον ἐνῷ ἦτο καλὸν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν τρόπον τῆς παραγωγῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θά ἔχωμεν ἀτοπήματα καὶ μίαν τεχνικὴν ἀνεπάρκειαν. Προσπαθοῦμεν λοιπὸν δι’ ἀρχικελευστῶν καὶ κελευστῶν, αὐτῶν τῶν 62, νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἀπουσίαν τῶν 370 ὑποκελευστῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ παραγάγουν αἱ σχολαὶ αἱ κατώτεραι, καὶ θὰ ἔχωμεν πτυχιούχους καὶ μικροὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τρόπον ὥστε ἐντὸς τριετίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς κανονικούς μας ἀριθμούς. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἐντὸς τῆς τριετίας αὐτῆς φυσιολογικῶς θὰ ἔχουν ἐκλείψει οἱ 62 κελευσταὶ καὶ ἀρχικελευσταὶ οἱ σήμερον πλεονάζοντες. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ μὴ δημιουργήσητε ἕνα περιττὸν καὶ θλιβερὸν σάλον ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλὰ ὁ περιορισμὸς τῶν 11 αὐτῶν ἀξιωματικῶν καὶ κελευστῶν καὶ ἀρχικελευστῶν μισθοδοτούμενος ἐξακολουθεῖ ὑπηρετῶν καὶ παρέχει ὡς ἀντάλλαγμα οἰκονομικὸν ὅ,τι οἱ 370 ὑποκελευσταί· ἀλλὰ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀποφεύγονται καὶ οἱ συνταξιοῦχοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν εἰς ἄνδρας, ἡ δύναμις ἠλαττώθη κατὰ 1000 ἄνδρας, καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ συστήματος τῶν ἐθελοντῶν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποδώσῃ καρποὺς ἐξοικονομήσεως μεγαλειτέρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις θὰ ἦτο εὐχάριστον ἐὰν καὶ εἰς ἡμᾶς παρείχοντο. Ἐὰν ὅμως λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ στόλος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἴδιον λαχεῖον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὁ στρατὸς, καὶ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα τινὰ ἀντισταθμίσματα, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ παράσχῃ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν στερεῖται βάσεως. Ἐὰν δὲ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἔμενον ὑπὲρ ἡμῶν ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς θὰ ἐδικαιολογεῖτο νὰ ζητήσῃ κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου, ὥστε νὰ ἐνισχύσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Καὶ ἤδη, κύριοι βουλευταί, καταλήγων θὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς πολλὰ ἐπεδιώχθησαν οἰκονομίαι· καὶ ἐὰν δὲν περικόπτῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σοβαρὰ ποσὰ, δὲν συμβαίνει τοῦτο διότι τοῦ λείπει ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς τοιαύτας ὑποδείξεις, ἀλλὰ διότι ἐδοκίμασε τὴν περιστολὴν τῶν ἐξόδων πρὶν τεθῇ ὑπὸ τὴν εἰδικὴν μάχαιραν τῆς Βουλῆς. Ἐλάβομεν μέριμναν ἵνα εἰς τὸ κάκιστον μέτρον τῶν προκαταβολῶν δοθῇ ἕνα ὁριστικὸν τέλος. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσω, ὅτι σύντονα, αὐστηρὰ καὶ σκληρὰ θὰ εἶναι τὰ μέτρα μας ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ δὴ τῶν ἀνωτέρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μὴ συμμορφωμένοι πρὸς τὰς ὑποδείξεις εἰς τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως προέβην πρὸς αὐτούς, ἐξακολουθοῦντες νὰ καλλιεργοῦν τὸ ἐντελῶς ἀντιπειθαρχικὸν καὶ καταλήγουν εἰς ἀντίθετον μέτρον ὑπηρεσιακὸν τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ναυτικοῦ ταμείου ὡς ταμείου ἐκ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἀρύονται ἀτέρμονας προκαταβολὰς διὰ τὰς ἰδίας των ἀνάγκας. Διότι ὑπῆρχεν συνήθεια τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς φραγμὸς εἰς τὴν λῆψιν χρημάτων ἐκ τῶν ναυτικῶν ταμείων. Ἐπῆραν ἑκατοντάδες χιλιάδες· καὶ εἰς τὴν ἀτάσθαλον ταύτην κατάστασιν ἔχομεν λάβει ριζικὴν ἀπόφασιν νὰ θέσωμεν σκληρῶς ταχὺ τέρμα. Λήγει ἐδῶ ἡ τελευταία προθεσμία τὴν ὁποίαν ἔδωσα πρὸς τοὺς ἀτάκτους, καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν τὸ ὑπηρεσιακὸν θὰ εἶναι καλὸν ἢ κακὸν μόνον ἐὰν ἀκούσουν τὴν τελευταίαν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφερομένην σύστασιν. Ἀλλὰ ἡ ἐκ κακῶν ἕξεων ταχεῖα θεραπεία δὲν εἶναι εὔκολος, εἶναι ὅμως χρήσιμος νὰ γίνῃ εἰς τὰ ἄτομα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ φανοῦν δυσάρεστα εἰς τοὺς ὀλίγους, διὰ νὰ σώσουν τὴν τιμὴν τῶν πολλῶν καὶ διὰ νὰ φανοῦν χρήσιμοι εἰς τὸ Κράτος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κύριοι, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, διατελεῖ καὶ αὐτὸς ὑπὸ κρίσιν παρέχων σημεῖα ἐξελίξεως. Ἐὰν μετὰ δύο μῆνας συνεθέταμεν τοῦτον, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἴχομεν ἐπιτύχει προσθέτους οἰκονομίας ἀλλὰ ὡς οὗτος παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν δὲν νομίζω ὅτι παρουσιάζει σοβαρὰ ἁμαρτήματα καὶ δύναται νὰ τύχῃ τῆς ὑμετέρας ἐμπιστοσύνης. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν θὰ συνεχίσῃ, εἶμαι βέβαιος, τὴν ροπὴν αὐτοῦ πρὸς αὐστηρὰς οἰκονομίας, πρὸς πνεῦμα νοικοκυρωσύνης, πρὸς λησμόνησιν πολλῶν τελευταίων κακῶν ἀναμνήσεων· καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος ἄγρυπνος φρουρὸς δὲν θὰ δεχθῇ ποτὲ νὰ ἀπασχολήσῃ ἀπὸ τὴν χρῆσιν τῶν παραγωγικῶν ὑπουργείων οὔτε ἕνα ὀβολὸν διὰ νὰ τὸν ρίψῃ εἴτε εἰς ἀσκόπους ἐξοπλισμοὺς εἴτε εἰς σπατάλας αὐτοῦ ναυτικάς. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν συναισθάνεται τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ ἀρνητικῶς, ὡς παραγωγικοῦ ὑπουργείου ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ὅτι μὲ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ μὲ τὰς δυνάμεις τοῦ ἀέρος τὰς ἐθνικὰς θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἐπιτρέψῃ ἀπερίσπαστος εἰς τὸν λαὸν ν’ ἐπιδοθῇ, εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀνασυγκροτήσεως αὐτοῦ. (χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτοὶ οἱ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων τῶν ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων Ἐθνικοῦ στόλου καὶ Ἐθνικῆς ἀμύνης).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 646 περὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ προβιβασμῶν».
§63Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κύριοι βουλευταί......
§64Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀρχὴ ἐψηφίσθη. Ἑπομένως ἀφῆστε νὰ συζητήσετε κατ’ ἄρθρον ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά.
§65Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὸ γνωρίζω. Σχετικῶς διὰ τὰς γενικὰς θέσεις, κύριοι βουλευταί, τὰς μέχρι σήμερον ἴσχυεν ὁ νόμος 3616. Αἱ γενικαὶ θέσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου τούτου διανέμονται μεταξὺ τῶν διαφόρων ὅπλων ἐν τῷ στρατῷ. Λέγει δὲ τὸ ἄρθρον «διανέμονται.....» (ἀναγινώσκει).
§66Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ κατηργήθη. Εἶναι παλαιόν.
§67Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Αὐτὸν τὸν νόμον τροποποιεῖτε, διότι λέγετε ὅτι τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου 3616. Ἄρα διὰ νὰ ζητῆται ἡ κατάργησις, αὐτὸ ἴσχυε μέχρι σήμερον. Καὶ ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ἐφόσον δὲν ἔχει ψηφισθῆ ὁ νεώτερος νόμος ἕπεται ὅτι αἱ θέσεις θὰ συμπληροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 6. Ἐφόσον δὲ ὑφίσταται ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ κ. ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 14 τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ παράγραφος αὕτη γεννᾷ τόσας ἀμφιβολίας ὥστε νὰ γίνουν τοιαῦται ἀδικίαι εἰς τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ. Διότι κατὰ πληροφορίας αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν σχετικῶς μὲ τὸ νῦν ὑφιστάμενον ἄρθρον, ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου εἶναι τόσον σαφὴς εἰς τὸ ἄρθρον 6 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ προαγωγῆς καὶ ρυθμίσεως τῶν γενικῶν θέσεων εἰς τὰ 5 ὅπλα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος—καὶ ἐξήγησα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τὶ μέχρι τοῦδε κρατεῖ περὶ τῶν γενικῶν θέσεων καὶ πῶς ἐννοεῖται ἡ γενικὴ ἀρχαιότης ἐν τῷ μέλλοντι–Ἀλλὰ ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἐξ ἀντιδιαστολῆς θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ προβιβασμοῦ νόμου. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ δώσουν τοιαύτην ἐξήγησιν διότι τὸ ἄρθρον 6 εἶναι σαφές, σταφέστατον καὶ ὁμιλοῦν περὶ τῶν γενικῶν θέσεων λέγει, ὅτι αἱ γενικαὶ θέσεις συμπληροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου, θέλουσιν νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι θὰ λάβωμεν τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχαιότητος ἑκάστου βαθμοῦ.
§68Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅτι ἡ γενικὴ ἀρχαιότης καθορίζεται καὶ τοῦ πρώτου βαθμοῦ ἀρχαιότητος, τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
§69Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν ἰσχύει τοῦτο διὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς νῦν.
§70Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνεργηθοῦν τώρα.
§71Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπον καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ὅτι δὲν φθάνει μόνον ποὺ καταργεῖτε τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀλλὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταργεῖτε καὶ τὴν ἀναλογίαν, καὶ ἀποκλείετε γενικῶς ὅλα τὰ ἄλλα ὅπλα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθοῦν αἱ γενικαὶ θέσεις. Κάμετε τὴν παρεμηνείαν ἣν ὁποίαν ἔκαμε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ὅστις εἶπεν ὅτι ἐνῶ παραβλάπτονται κεκτημένα δικαιώματα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κάμωμεν ἀποδεκτὴν τὴν τοιαύτην διάταξιν; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει· πρόκειται περὶ δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν διὰ μιᾶς ἀδικίας τὴν ὁποίαν ἔκαμαν εἰς ἄλλους. Καὶ ἐρχόμεθα διὰ τῆς παραγράφου ταύτης καὶ νομιμοποιοῦμεν τὴν γενομένην ἀδικίαν διὰ δευτέραν φοράν. Δηλαδὴ ἐὰν εἷς ἀξιωματικὸς ἐξῆλθεν πρῶτος ἀπὸ τὴν σχολὴν ἕνας δὲ ἄλλος 7ος καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἦτο εἰς τὸ πεζικὸν π. χ. ὁ δὲ ἄλλος εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ ὁ μὲν δεύτερος ἔγινε ταγματάρχης ὁ δὲ πρῶτος ἔμεινε λοχαγός, ἐπειδὴ εἰς τὸ ὅπλον ἐκεῖνο δὲν ἐγένοντο προαγωγαὶ καὶ οὕτω ὁ μὲν πρῶτος παραμένει λοχαγὸς ὁ δεύτερος γίνεται ταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης. Σεῖς τοῦτο νομίζετε ὅτι ἀποτελεῖ κεκτημένον δικαίωμα ἐκ μέρους ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἠδίκησε τὴν πρώτην φορὰν διὰ νὰ ἀδικήσῃ καὶ δευτέραν; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι εἶναι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἡ παράγραφος αὐτὴ τοιαύτη ὥστε νὰ διασαλεύῃ τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι, διότι θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ ἑξῆς φαινομένου. Ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τὸ αὐτὸ ἔτος ἐκ τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἄλλοι θὰ εἶναι ταγματάρχαι καὶ ἄλλοι ἀντισυνταγματάρχαι. Καὶ θέλω νὰ μοῦ πῆτε: ποία θὰ εἶναι ἡ πειθαρχία ἐν τῷ σημερινῷ στρατεύματι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Διὰ τοῦτο, κ. ὑπουργὲ ἐὰν θέλετε, νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος αὐτή. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα, ὡς ἰσχυρίζεσθε ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουν, τότε διατηρουμένης ταύτης δέον νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ εἴπετε ὅτι μέχρι τότε θὰ ἰσχύουν αἱ κείμεναι διατάξεις αἱ μέχρι σήμερον ἰσχύουσαι. Ὁπόταν δὲν θέλετε καὶ αὐτὸ ἔχομεν καὶ τροπολογίαν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, τὴν ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ἡμεῖς ζητοῦμεν ὅπως ἡ 5 παράγραφος ἀφαιρεθῇ· ἐφόσον δὲ τοῦτο δὲν θέλετε κάμει δεκτόν, διότι θὰ μᾶς εἴπετε ὅτι ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα, νὰ τεθῇ ὅτι ἡ διάταξις δὲν θὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους οἵτινες εἶχον δικαιώματα προβιβασμοῦ, διὰ νὰ σᾶς ἀποκλείσωμεν καὶ αὐτὸ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ μὲ κεκτημένα δικαιώματα. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποβάλλομεν διασφαλίζει ἡμᾶς ἐκ τοῦ φόβου ὅτι κατόπιν τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε ὅτι δέν δύναται νὰ παραβλάπτωνται τὰ κεκτημένα δικαιώματα Ἐχόμενοι τῆς τοιαύτης ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, σᾶς προκαλοῦμεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει καὶ σᾶς λέγομεν: Δὲν θέλομεν τὰ τοιαῦτα δικαιώματα, τὰ κεκτημένα, νὰ παραβλαφθοῦν. Καὶ σᾶς ὑποβάλλομεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν γίνῃ ἀποδεκτὴ τότε βεβαίως κ. ὑπουργέ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅτι τὰ κεκτημένα δικαιώματα τὰ παρορᾶτε. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν θὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ σαφῆ γνῶσιν, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ ταύτην. Λυποῦμαι δὲ διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ρητῶς ἐδήλωσεν ὅτι: ἐφ’ ὅσον δὲν παραβλάπτονται κεκτημένα δικαιώματα εἴμεθα πρόθυμοι καὶ νὰ τὴν διαγράψωμεν τὴν παράγραφον αὐτήν. Ἡμεῖς προτείνομεν ὅπως ἡ παράγραφος 5 τοῦ ἐπιμάχου ἄρθρου 14 καθορισθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ παράγραφος 5 τοῦ ἄρθρου 30..........» (ἀναγινώσκει). Νομίζω ὅτι σαφῶς ἐξηγήσαμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἐπιφέρῃ ἂν δὲν ψηφισθῇ ὡς ἡμεῖς προτείνομεν, θέλει ἐπιφέρῃ ἀληθῶς σάλον μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ πῶς εἶναι δυνατόν, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς ὅπλου, νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς τῆς δευτέρας τάξεως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ νὰ πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ συνταγματάρχης. Ἐὰν τοῦτο θεωρῆτε ὅτι εἶναι δίκαιον, τότε ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριποδάκης.
§73Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν· καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἐμειοψήφισε ἤμουν ἐγώ. Ἐμειοψήφισα δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καθ’ ὅσον εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν «περὶ ἀναστολῆς προαγωγῶν» τόσον οἱ ἐξ ἀριστερᾶς, ὅσον καὶ οἱ ἐπιφανεῖς ρήτορες τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δριμέως ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐγὼ δὲ ὑπερημύνθην τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἐπρότεινε ν’ ἀνασταλῶσιν αἱ προαγωγαί, ἐπὶ τῇ ρητῇ ὑποσχέσει ὅτι δὲν θὰ ἀδικηθῇ οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν ἐχόντων κεκτημένα δικαιώματα. Διότι ὅπως γνωρίζετε πάντες, ὁ ἀξιωματικὸς προστατεύεται ἀπὸ τὴν διοίκησιν του πρὸς τὸν Μέραρχον, ὁ Μέραρχος πρὸς τὴν διοιήκησιν τοῦ Σώματος, ὁ διοικητὴς τοῦ Σώματος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀποστέλλει αὐτοὺς τοὺς πίνακας πρὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων ὅπερ συντάσσει τὸν γενικὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος λέγει ποῖοι θὰ εἶναι προακτέοι κατ’ ἐκλογὴν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα, ὁ πίναξ δὲ οὗτος ἀποστέλλεται ἐκ τοῦ συμβουλίου τῶν ἀντιστρατήγων πρὸς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπικυροῦται ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι προφανὲς ὅτι εἶναι κεκτημένα δικαιώματα, διότι ἂν ἐγένοντο αἱ προαγωγαὶ τοῦ Δεκεμβρίου, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ προήγοντο οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς κενὰς θέσεις τὰς ὑπαρχούσας; Αὐτοῦ ἀκριβῶς ὑπερημύνοντο οἱ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅπως καὶ οἱ ρήτορες τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως, νὰ μὴ ἀποσταλῶσιν αἱ προαγωγαί, καθ’ ὅσον ἔχουν κεκτημένα δικαιώματα οἱ ἀξιωματικοί. Τότε ἐγὼ πάλιν ὑπερημύνθην ἐπειδὴ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸν νόμον.
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὶ ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν κεκτημένα δικαιώματα εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν;
§75Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ ἀξιωματικὸς τὸν Δεκέμβριον.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κεκτημένα δικαιώματα.
§77Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μας δὲν πρέπει νὰ θιχθοῦν αὐτὰ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος, δὲν πρέπει νὰ θιχθοῦν Τότε εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαντᾶ, ἄλλως θὰ θίξητε κεκτημένα δικαιώματα ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ ἐξοντώσεως ὡρισμένων ἀξιωματικῶν.
§78Ε. ΤΡΙΠΟΔΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ προαγωγὰς, ἢ ὄχι, τὸν Δεκέμβριον; Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀδικηθῇ οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἔχων κεκτημένον δικαίωμα.
§79Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 14. Εἶναι καὶ δύο ἄλλαι προτάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην πρότασιν, λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀποδεχθῶ. Εἶναι ἀντίληψις ἡ ὁποία διετυπώθη ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖαι ἔδει νὰ προαχθῶσι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1928. Ἔδει νὰ προαχθῶσι καὶ θὰ κατελάμβανον τοὺς βαθμοὺς καὶ θὰ εἶχον καταλάβει τὰς θέσεις των ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐψηφίζετο ὁ νέος νόμος. Ἄν σήμερον ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, ὅπως σεῖς ἰσχυρίζεσθε, προσβάλλονται τελείως τὰ κεκτημένα αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου. Αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ συμβουλίου, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παρίδωμεν προκειμένου περὶ ζητημάτων τοιαύτης φύσεως, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ γνώμη καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἡ ὁποία τόσον σαφῶς καὶ τόσον κατηγορηματικῶς διετυπώθη ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐνεργείας προβιβασμῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὶ ἐλέχθη τότε. Ὁ κ. Μαντᾶς εἶπεν: «Πρόκειται. (ἀναγινώσκει)....» Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἦσαν αἱ ἀγορεύσεις ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα τῶν Λαϊκῶν. Ἀπορῶ παρατηρῶν σήμερον μετὰ πάροδον δύο μηνῶν μίαν μεταβολὴν τῶν γνωμῶν σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σᾶς ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θεωρήσω τὴν πρώτην γνώμην σας ὡς ὀρθωτέραν.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς αὐτὴν ἐπιμένομεν.
§81Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις. Ἐλέγαμεν τὸ ἑξῆς: Διὰ τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος σήμερον ψηφίζεται καθιεροῦνται αἱ προαγωγαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος. Καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δίδομεν εἰς τοὺς ὑφισταμένους νόμους, πάλιν ἡ προαγωγὴ καθιεροῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος. Ἀλλά, διότι, διὰ τῆς παραγράφου, τὴν ὁποίαν προσθέτετε εἰς τὸ τέλος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γεννηθοῦν παρερμηνεῖαι κατόπιν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ νὰ εἴπουν ὅτι: Ξέρετε; μόνον διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ κανονίζεται ἡ γενικὴ ἀρχαιότης, κατὰ τοὺς προηγουμένους δὲν ἦτο καὶ ἀφοῦ ὁ νομοθέτης ἤδη λέγει ὅτι διὰ τὰς προαγωγὰς αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν σήμερον θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ παλαιὸς νόμος, σημαίνει ὅτι τότε δὲν ἴσχυεν ἡ γενικὴ ἀρχαιότης. Διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἡ παρερμηνεία αὐτή, ἐλέγαμεν νὰ ἀπαλείψητε τὴν διάταξιν αὐτήν· καὶ ἐὰν αὐτὸ σᾶς φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀντίθετον ἑρμηνείαν, κάμετε δεκτὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μαντᾶ, ἡ ὁποία καθορίζει σαφῶς ὅτι θὰ προαχθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προήγοντο ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προβιβασμῶν.
§83Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) Θὰ τὴν ἐδεχόμην εὐχαρίστως, ἐὰν δὲν ἐδημιουργῆτο ἄλλο ἄτοπον ἐκ τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Θὰ γίνουν αἱ προαγωγαὶ μὲ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Διότι εἰς τόν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν πίνακα τῶν προαγωγῶν. Εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμός, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου καθ’ ὃν ἐξῆλθον πολλοί. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ μὲν τοὺς λοχαγοὺς θὰ ἐφαρμοσθῇ ἴσα–ἴσα τὸ μέτρον τῆς προαγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, διὰ τοὺς ἄλλους ὅμως ποὺ θὰ ἔλθουν κατόπιν διὰ νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὸν πίνακα τῶν προαγωγῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἀνάγκην τὸ ἄλλο μέτρον, τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχαιότητος ἐκ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ. Φέρομεν μίαν σύγχεσιν.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε θέλετε νὰ κάμετε μεταβολὴν σήμερον. Αὐτὸ δὲν τὸ δεχόμεθα.
§85Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ στελεχῶν ἐδώσαμεν μίαν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνομεν τώρα. Αὐτὸς ὁ νόμος ἴσχυεν καὶ ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν προαγωγῶν. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου θὰ γίνουν σήμερον αἱ προαγωγαί.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, νὰ κάμητε μίαν διασάφησιν. Νὰ εἴπητε εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου αὐτοῦ, διὰ νὰ λείψῃ καὶ ἡ παρερμηνεία, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπιδρᾷ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο συνεπεία τῆς ἀναστολῆς τῶν προβιβασμῶν.
§87Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι πρόκειται περὶ ἐξοντώσεως τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μόνον εἰς τὴν παραίτησιν θὰ καταφύγουν.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, σᾶς παρετηρήθη κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἂν κάμετε τὴν ἀναστολήν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προήγοντο σήμερον δὲν θὰ προαχθοῦν μεθαύριον, διότι θὰ ἀποκτήσουν ἄλλοι ἐν τῷ μεταξὺ δικαίωμα. Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτό. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προήγοντο ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀναβολὴ νὰ προαχθοῦν καὶ μεθαύριον.
§89Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος φέρει σύγχυσιν εἰς τὴν Βουλήν. Μελετήσατέ το καλλίτερον μὲ τὰς ὑπηρεσίας σας. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διατὶ θέλετε νὰ μεταβάλετε τὸν νόμον;
§91Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλα νὰ λέγωμεν καὶ ἄλλα νὰ ψηφίζωμεν. Δὲν δύναται ἐν τῇ Βουλῇ γενικῶς, νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἄλλαι γνῶμαι ἐκφράζονται καὶ ἄλλαι ψηφίζονται. Δὲν ζητῶ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἐτονίσατε ἀναγινώσκοντες τὰ πρακτικὰ ἄλλης συζητήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδέχεσθε, ζητῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὑπάρχει τίποτε τὸ λογικώτερον, τίποτε τὸ ὀρθώτερον ἀπὸ τοῦ νὰ διατυπώσητε οὕτω πως τὸ πρᾶγμα;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ἐθέσατε μίαν ὀρθὴν ἀρχὴν εἰς τὸ ἄρθρον 14 καὶ λέγετε ὅτι αἱ προαγωγαὶ θὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀρχαιότητος. Ἀλλὰ κάμνετε μίαν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε παρὰ πάνω. Καὶ μᾶς ἀπαντήσατε ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν διὰ νὰ μὴ καταπατηθοῦν κεκτημένα δικαιώματα. Λοιπόν, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ κεκτημένα δικαιώματα; Ἕως ποῦ φθάνουν αὐτὰ τὰ κεκτημένα δικαιώματα; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν καὶ σᾶς λέγει τὸ ἑξῆς: ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἡ γενικωτέρα δὲν ἰσχύει διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον δικαίωμα προαγωγῆς.
§95Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἔχωμεν προαγωγάς, τῶν ὁποίων μέρος μὲν θὰ γίνῃ κατὰ τὸν ἕνα νόμον καὶ μέρος κατὰ τὸν ἄλλον.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει δικαιολογία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὅτι διὰ νὰ μὴ γίνῃ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀδικία, τὴν ὁποίαν σεῖς ὁ ἴδιος ἐχαρακτηρίσατε ὡς ἀδικίαν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει καμμία ἰδιαιτέρα δικαιολογία, ὅταν δὲν καταπατοῦνται κεκτημένα δικαιώματα. Διατὶ νὰ γίνουν ἐξαιρετικῶς ἐφέτος κατ’ ἄλλον τρόπον αἱ προαγωγαί; Ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ θὰ ζητήσωμεν καὶ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§97Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου σᾶς παρακαλῶ ὅπως ἀποδεχθῆτε τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή.
§98Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν.
§99Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἰδικῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔδωσεν ἐξαιρετικὴν προσοχήν. Νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἰσχύωσι δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ διὰ τὴν προαγωγήν. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ ζήτημα τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν λύσει εἰς προγενεστέραν συζήτησιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν πέραν ἑνὸς ὁρίου. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἴσχυε πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νῦν ὑπάρχοντος νόμου ἦτο αὐτὸς τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀφοῦ κρίνετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν, διατὶ δίδετε μίαν ἀναστολὴν προσωρινὴν τῆς τελευταίας παραγράφου;
§100Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω νὰ προστατεύσω τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς διενεργείας τῶν προαγωγῶν.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαντᾶ ἀλλὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§102Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) Ἄς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μαντᾶ.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§104Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§105Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ εἶναι ἀνεφάρμοστος.
§106Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§107Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία μου;
§108Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§109Ι. ΠΕΡΔΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ δεχθῆτε τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§110Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐδέχθην ἐγὼ τὴν τροπολογίαν· σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν δεχθῆτε καὶ σεῖς.
§111Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4....
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§113Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη. Ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον εἰς τὴν αʹ συζήτησιν, ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον καὶ πρὸς ὅσα πολὺ ὀρθῶς λέγετε εἰς τὴν εἰσηγητικήν σας ἔκθεσιν ἐτέθη: «πλὴν τῶν ὑπομοιράρχων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προαχθοῦν καὶ κατ’ ἐκλογήν». Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ἐξαίρεσις δὲν εἶναι ὀρθή.
§114Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἰδική μου ἡ τροπολογία· ἐγένετο ἤδη δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανερχώμεθα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 4 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 καὶ 15 ὡς ἐτροποποιήθησαν).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16. Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καλογερᾶς.
§118Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 θὰ ἤθελα νὰ ὁμιλήσω. Ὁ νόμος «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ» ψηφισθεὶς κατήργησε τὸ σῶμα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δαπανῶν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ θὰ μεταβοῦν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου διότι λέγει ἐν τῷ ἄρθρῳ 51 τὰ ἑξῆς: «Τὸ προσωπικὸν καὶ ἐν γένει οἱ ἀξιωματικοὶ κατατάσσονται εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου. Οἱ ἀξιωματικοὶ —λέγει τὸ ἄρθρον 51 τοῦ ὀργανισμοῦ—ἀφομοιωθήσονται καθ’ ὅλα μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου». Ὁ νόμος λέγει ὅτι ἡ συγχώνευσις αὕτη θέλει κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαίας ἀρχαιότητος. Τίθεται τὸ ἐρώτημα ὅμως: Ἄν εἶναι τοῦ αὐτοῦ ὅπλου γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ ἀρχαιότης· ἀλλ’ ὅταν προέρχωνται ἀπὸ διάφορα ὅπλα, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀρχαιότερος εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου; Δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη, παρὰ ἡ βάσις τῆς ἀρχαιότητος τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὸ σῶμα τῆς διαχειρίσεως, ἀπὸ τοῦ ὁποίου προέρχονται ἀμφότερα τὰ νεώτερα σώματα. Προχθὲς ἐψηφίσαμεν ἐδῶ τὸν νόμον περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων, ἄν καὶ ἐπρόκειτο περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἤθελε νὰ πᾶνε εἰς τὸ ἀριστερόν, δὲν τὸ ἐδέχθη αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις αὕτη. Αὐτὸ ζητοῦμεν καὶ διὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ὅτι δηλαδὴ νὰ κανονισθῇ ἡ ἀρχαιότης τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μεταβαινόντων εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ πειθαρχία, παράδοσις.
§119Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δυνάμει τοῦ νέου νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ καταργηθέντος σώματος ἐκκαθαρίσεως μετετέθησαν εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου καταταχθέντες μὲ τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον εἶχον. Διὰ τῆς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπέρχεται κἄποια ἀνισότης εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Εἶναι φυσικὸν ὅτι οὔτε ἐγώ, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἔχῃ γνώμην ἔγκυρον: Ἡ ὑπηρεσία μοῦ λέγει ὅτι δυνάμει τῆς τροπολογίας ἀνατρέπεται ἡ ἤδη ὑφισταμένη ἀρχαιότης. (ἀναγινώσκει)...
§120Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ρυθμισθῇ. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι θὰ μεταβοῦν μὲ τὴν ἀμοιβαίαν ἀρχαιότητα, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς θὰ ὑπάγουν εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἀρχαιοτέρων των. Δὲν δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ σώματος τοῦ ἐλέγχου νὰ εἴπουν ὅτι: ἀδικούμεθα καὶ ὅτι μπαίνουν ἄλλοι ἐπάνω μας. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ μετατίθενται εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἐλέγχου, θά πᾶνε βεβαίως μὲ τὰ δικαιώματά των. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη. Ἐγὼ τὸ ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει κἄποιος ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι συγγενής μου. Ἐὰν θεωρῶ ἀνάξιον τὸν πολιτικὸν καὶ ἐν γένει τὸν χειριζόμενον τὰ δημόσια πράγματα ὅταν παραβιάζει τὸ δίκαιον χάριν ἰδίου συγγενοῦς του, τὸν θεωρῶ ἄνανδρον ὅταν θελήσῃ νὰ παραβιάσῃ τὸ δίκαιον μόνον καὶ μόνον διότι διὰ μιᾶς διατάξεως δὲν εὐνοεῖται εἷς φίλος του. Λέγω λοιπὸν τοῦτο: ὅτι ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, θά ἦτο ὄχι μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ ἀνακόλουθος, διότι προχθὲς ἐψήφισεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς μετατιθέμενοι εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων πηγαίνουν μὲ τὴν ἀρχαιότητά των. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ σήμερον διαφορετικὴ διάταξις. Ἡ τροπολογία δὲ τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι, ἀφορᾷ μόνον τοὺς ὁμοιοβάθμους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μόνον προτείνω νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ γενικὴ ἀρχαιότης. (Θόρυβος–διαμαρτυρίαι).
§121Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὴν ἀρχαιότητα. Ἑπομένως δὲν δύναται συζητηθῇ σήμερον ἐδῶ. Ἐδῶ πρόκειται σήμερον περὶ προαγωγῶν· εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἱεραρχίας.
§122Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὅταν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ θεσπίσωμεν διατάξεις νομικάς, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ φωνῶν νὰ θέλωμεν νὰ συγχύσωμεν τὰ πράγματα. Τὸ ἄρθρον 16 ὁμιλεῖ περὶ ἀρχαιότητος. Πρόκειται περὶ τῆς ρυθμίσεως μιᾶς καταστάσεως πραγματικῆς ἡ ὁποία προέκυψεν ἀπὸ νόμον ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιότητος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθοῦν, θὰ μετατεθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑφισταμένης ἀμοιβαίας ἀρχαιότητος. Καὶ λέγομεν ἡμεῖς, οἱ ὁμοιόβαθμοι μόνον νὰ διατηρήσουν τὴν ἀρχαιότητα. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν συνεχείᾳ καὶ ἀκολουθίᾳ. Δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐπετηρίδα.
§123Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχετε οὐσιαστικῶς δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μπῇ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον.
§124Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν τροπολογίαν σας, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις.
§125Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι εἶναι ἄδικον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω;
§126Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶπον ὅτι ἔχετε ἄδικον. Ἤκουσα τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤκουσα τὰς ἀπόψεις τὰς ἰδικάς σας. Ἐδέχθην τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
§127Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν δήλωσιν τελευταίαν. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ὅτι ἔχετε ἄδικον, ἐνδεχόμενον τοὐναντίον νὰ πεισθῶ ὅτι ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ σήμερον. Ἐὰν πεισθῶ περὶ τούτου θὰ φέρω ἄλλον νόμον αὐτοτελῆ διὰ νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα. Σήμερον ὅμως δὲν τὸ δέχομαι καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§128Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ρυθμισθῇ διὰ νέου νόμου τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δειχθῇ ἀνακόλουθος πρὸς ταύτην.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν τὸ δέχεται ὡς ἔχει.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§132Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπορρίψασα τὴν τροπολογίαν ταύτην εἶναι ἀνακόλουθος πρὸς ἑαυτήν. (γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 ὡς ἐτροποποιήθη)
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17. (ἀναγινώσκει).
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 18, 19, 20 καὶ 21 ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὴν Πανελλήνιον Σκοπευτικὴν Ἑταιρείαν». (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2948 περὶ προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας». (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων 1833–1915». (γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τῶν χρήσεων 1927–1928 καὶ ἐφεξῆς». (γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν κωδίκων τῆς ὑπηρεσίας Τ.Τ.Τ.» (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ ἄλσους Ἁγίου Γεωργίου τῆς Τριπόλεως». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ.
(Ὥρα 1.45′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ μακαρίτης Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης ἐξελέγη τὸ πρῶτον βουλευτὴς εἰς τὰ 1899 καὶ ἐξελέγη βουλευτὴς ἀφοῦ ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐγνώρισε τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοι εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ προέλθωμεν καὶ ἀφοῦ ἐπὶ μακρὰ ἔτη διηύθυνεν ὡς ἀρχισυντάκτης καὶ διευθυντὴς τὴν μεσουρανοῦσαν τότε ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν». Καὶ ἐν τούτοις ὁ τόσον ἔμπειρος καὶ τόσον διαπρεπὴς ἐκεῖνος δημοσιογράφος μοῦ ἔλεγε μετὰ πάροδον ὀλίγων μηνῶν ὅτι θὰ ἦτο πρακτικῶς δυνατόν, θὰ ἦτο χρήσιμον, θὰ ἦτο σκόπιμον πᾶς Ἕλλην ἐπιστήμων ἢ κατέχων διακεκριμένην κοινωνικῶς θέσιν νά διέρχεται ἐπὶ μίαν τοὐλάχιστον σύνοδον ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς. Διότι φαίνεται κύριοι βουλευταὶ ὅτι τὰ πολιτικὰ σώματα ἔχουν τοιαύτην συγκρότησιν, τοιαύτην διανοητικότητα, τοιαύτην ἐν γένει ψυχολογίαν ὥστε ὁ μὴ συμμετέχων εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιληφθῇ τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτῶν. Ὡς εἶπον καὶ προχθὲς παρῆλθον 18 ὅλα ἔτη ἀφ’ ὅτου ἔλλειψα ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην. Παρηκολούθουν μετὰ πάσης ἐπιμελείας μετὰ πάσης ἀφοσιώσεως τὴν πολιτικὴν τῆς χώρας ἀπὸ τὴν στήλην τοῦ τύπου, συμμετεῖχον πάντοτε εἰς ὅλας τὰς ἑκάστοτε σπουδαίας ἢ καὶ δευτερευούσης σημασίας συζητήσεις καὶ ἐφανταζόμην ὅτι ἐγνώριζον ὅλην τὴν νέαν τακτικὴν καὶ τὴν νέαν ψυχολογίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπλανώμην. Ἡ ἐπερώτησις κύριοι βουλευταὶ, ὅπως ἕκαστος ἀπὸ ἡμᾶς γνωρίζει καλλίτερον ἐμοῦ, εἶναι μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διότι ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ Σύνταγμα, παρέβη νόμον τινὰ ἢ δὲν παρέβη τὸ Σύνταγμα οὔτε νόμον τινὰ ἀλλ’ ὑπέπεσεν εἰς πρᾶξιν ἢ παράλειψιν ζημιοῦσαν τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἡ ἐπερώτησις λοιπὸν εἶναι ἐνέργεια τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ ἐντολοδόχος τῆς Βουλῆς, διότι ὅπως ἔλεγεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἶναι ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πηγάζει ἐκ τοῦ Λαοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις κυρίως διακρίνονται διὰ τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Ὅπως εἶχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι πολὺ σπουδαιότεραι τῶν συζητήσεων περὶ τῆς νομοθεσίας. Τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι κατωτέρας σημασίας ἀπὸ τὸ ἔργον τῶν ἐπερωτήσεων, ἀπὸ τὸ ἔργον τῶν πολιτικῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλὴν. Αἱ ἐπερωτήσεις συχνὰ καταλήγουν εἰς συζητήσεις πολιτικὰς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς διαγράφονται οἱ κυβερνητικοὶ κανόνες κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος λειτουργεῖ. Ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως μετὰ δύο ὀπαδῶν του βουλευτῶν ἠρώτησεν τὰ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Ὅπως εἶναι ἐμφανὲς, κύριοι συνάδελφοι, μεταξὺ τῶν ἐρωτημάτων τούτων εἶναι καὶ οὐσιώδη καὶ ἐπουσιώδη. Ἐν τούτοις ἡ συζήτησις διεξήχθη καὶ ἐκτὸς τῶν ἐρωτημάτων τούτων. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ὡς θὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς δὲν θὰ ἔπρεπε καθόλου ἡ ἐπερώτησις νὰ στραφῇ εἰς τὰ ἐρωτήματα. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ἡ ἐπερώτησις ὡς ἀνεπτύχθη δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ θέματα εἰς τὰ ἐρωτήματα π. χ. περὶ προεξοφλητικοῦ τόκου. Εἰς τὰ ἐρωτήματα δὲν γίνεται λόγος καθόλου περὶ αὐτῶν.
§139Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχικὴ ἐρώτησις, εἰς τὴν ὁποίαν καθ’ ἃ εἶχον ὑποχρέωσιν ἀπήντησα ἐγγράφως. Τῆς ἀπαντήσεως μὴ θεωρηθείσης ἐπαρκοῦς ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς ἐπερώτησις: (ἀναγινώσκει). «Ἐπερωτᾶται ὁ κ. ὑπουργὸς κλπ.». Αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον τῆς ἐπερωτήσεως.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκόμη βαρύτερον διὰ τὴν διεξαγομένην συζήτησιν, διότι ἡ ἐπερώτησις καὶ ὡς διετυπώθη εἶναι περισσότερον ἀόριστος καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν συζήτησιν νὰ προπαρασκευασθοῦν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις θὰ διεξήγετο. Ἀλλὰ προκαταβολικῶς λέγω, κύριοι συνάδελφοι πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα χωρὶς νὰ ἔχω κανένα σκοπὸν εἴτε κατήγορος εἴτε συνήγορος νὰ εἶμαι τῶν μὲν ἢ τῶν δέ. Ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ βουλευτοῦ ἁπλῶς ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐξετάσω τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν ἐὰν θὰ εἶχε θέσιν καὶ νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὡς διεξήχθη νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα σκόπιμα διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διὰ τὸν προορισμὸν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἐδόθη ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπάντησις ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, ἀπάντησις περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ὁποίας ἠσχολήθη ὁ κ. ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς καὶ ὅστις ἀπαντᾷ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν....» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Τραπέζης καθώρισε τὸ ζήτημα ἀριστοτεχνικῶς μετὰ πάσης ἀκριβείας, μετὰ πάσης σαφηνείας. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι ἡ Τράπεζα ὡς πᾶσα ἄλλωστε ἀνώνυμος ἑταιρεία ἔχει ἕνα βαθμὸν ἀνεξαρτησίας προκειμένου περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐὰν καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ὑπερέβη ὅρια τινὰ τόσα ὥστε νὰ τίθεται ἐν κινδύνῳ, ὥστε νὰ ἐμφανίζεται ἔστω ἁπλῶς ἀκαταστασίαι εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔργα τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας αὐτῆς. Ἑπομένως, ἐνῷ δὲν εὑρίσκω οὐσιώδη τὰ ἀπευθυνθέντα ἐρωτήματα, ἐνῶ δὲν εὑρίσκω ἀκριβῶς καὶ συγκεκριμμένως διατυπουμένην τὴν ἐπερώτησιν, καὶ τοῦτο εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι οὔτε ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα τὸ ὅτι μόνον ἡ νομιμότης τῶν πράξεων τῆς Τραπέζης ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, διότι διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς νομιμότητος πρέπει νὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῆς πραγματικότητος—χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰς πράξεις, πῶς θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς νομιμότητος—ἀλλ’ ἀκόμη δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ περιέχεται εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἡ φρᾶσις ἡ ἀφορῶσα τὰ τῆς Γενεύης. Καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φρᾶσιν ὅτι παρεξετράπη καὶ ὁ ἐπερωτήσας, παρεξετράπη δεινῶς ὁμιλήσας διὰ μακρῶν περὶ τῆς Γενεύης. Ἡ ἠθικὴ ἐπέμβασις, ἡ ἠθικὴ ἐγγύησις ἡ δοθεῖσα ἀπὸ Γενεύης, πρὸς τὴν ὁποίαν τόσην ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, παντάπασιν, ἔκτασιν ἀφορῶσαν τὴν λειτουργίαν παρ’ ἡμῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν τὴν λειτουργίαν μιᾶς κρατικῆς Τραπέζης, τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Μὲ τὸ ἐσωτερικὸν ἡμῶν δίκαιον, ἡ ἐθνικὴ ἐκείνη ἐγγύησις, ἡ ὑψηλὴ ἐκείνη πρᾶξις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν τόσας ὀφείλομεν χάριτας, δὲν ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν σημασίαν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν εἰς συζήτησιν ἀφορῶσαν τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν πολιτικὴν ζωήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκω σπουδαιότερον καὶ εἰς τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὰς συζητήσεις ὡς διεξήχθησαν αὗται ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, εἶναι ὅτι ἀντὶ ἡ ἐπερώτησις νὰ περιστραφῇ, ὅπως εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἰς συζήτησιν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, κατήντησεν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μιᾶς Τραπέζης ἰδιωτικῆς ἔστω καὶ τῆς Τραπέζης τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπερώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦ κόμματος τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αἱ ἐπερωτήσεις, εἶναι ἐπαναλαμβάνω, συζητήσεις διεξαγόμεναι ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀναμφιβόλως ἐπὶ πάσης ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ ἑπομένως, καὶ ἐπὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἔχει δικαιώματα, δικαίωμα ἐποπτείας, δικαίωμα ἐπεμβάσεως, δικαίωμα ἐλέγχου καὶ ἀκόμη νὰ εἰσηγηθῇ καὶ μέτρα εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἐνοχλεῖται εἰς συζήτησιν μιᾶς Τραπέζης, ἐναντίον πολλῶν ἀκόμη Τραπεζῶν. Ἐμμένω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι, βουλευταί, διότι ἂν ἠθέλαμεν καταντήσει ὡς Κοινοβούλιον νὰ διεξάγωμεν ἐνταῦθα ὅλας τὰς συζητήσεις τὰς διεξαγομένας ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, ὅλας τὰς συζητήσεις τὰς διεξαγομένας εἰς πολιτικὰ κέντρα καὶ συλλόγους καὶ συνομοσπονδίας, ὅλας τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς ἄλλους κοινωνικοὺς ὁμίλους διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἔχουσιν ἐκεῖνον τὸν ὑψηλὸν χαρακτῆρα, ἐκείνην τὴν ὑψηλὴν σκοπιμότητα τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας καὶ τῆς ἀνωτέρας ἐπιμελείας τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ ἑπομένως τὸ Κοινοβούλιον ἤθελε καταντήσει νὰ μὴν εἶναι τὸ ὑψηλὸν σῶμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκπέμπονται αἱ μεγάλαι σκέψεις καὶ οἱ μεγάλοι κανόνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξελίσσεται ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ζωή. Ἔπρεπε ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἡ συζήτησις νὰ εἶναι μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως. Προχωρούσης τῆς συζητήσεως, ἔχω τὰ ἐπίσημα πρακτικά, φθάνει εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς καί λέγει.......... (ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπερώτησις στρέφεται ἐναντίον σας δηλαδὴ ἐν παρόδῳ στρέφεται καὶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποῦ ἐσκοπεῖτο, ἦτο νὰ γίνῃ θόρυβος ἐδῶ, διὰ νὰ θορυβηθῇ ἡ κοινὴ γνώμη. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ μεγαλειτέρου ἁμαρτήματος εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ πολιτικὸς ἀνήρ. Ὁ πατήρ, κύριοι, τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ὁ μέγας διδάσκαλος μετὰ τὸν ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον γνώμην ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη δὲν ἐπροχώρησε παρὰ μόνον εἰς ἁπλᾶς ἑρμηνείας καὶ ἀναπτύξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς βάσεις κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ πολιτεύωνται ὅλοι οἱ ἄξιοι ἐλευθερίας καὶ προόδου, ὁ Ἀριστοτέλης δύο εἴδη πολιτευομένων ἐχαρακτήρισεν ὡς τοὺς πλέον ἐπικινδύνους διὰ τοὺς Λαούς, τοὺς κόλακας ἀπέναντι τῶν Βασιλέων, τοὺς δημαγωγούς ἀπέναντι τῶν Λαῶν. Καὶ λέγει ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι καὶ αὐτοὶ ὡς οἱ κόλακες διαθρύπτουν καὶ ἐγκωμιάζουν ὅλας τὰς ἀδυναμίας καὶ ὅλα τὰ δῆθεν προτερήματα καὶ ὅλας τὰς φαντασιοπληξίας τῶν ἡγεμόνων, τοιουτοτρόπως καὶ οἱ δημαγωγοὶ διαθρύπτουν καὶ ἐγκωμιάζουν ὅλας τὰς ἀδυναμίας, ὅλας τὰς εὐπιστίας, ὅλας τὰς φαντασιοπληξίας τῶν Λαῶν. Ὁ κόλαξ λέγει εἰς τὸν ἡγεμόνα ὅτι γνωρίζει τὰ πάντα, ὅτι ἐνδιαφέρεται περὶ πάντων, σὺ ἔχεις ὅλας τὰς ἐξουσίας. Τοιουτοτρόπως οἱ δημαγωγοὶ λέγουσιν. Σὺ λαὲ εἶσαι τὸ πᾶν, σὺ γνωρίζεις τὰ πάντα, ἰδικά σου εἶναι ὅλα, σὺ πρέπει νὰ ἔχῃς γνώμην περὶ ὅλων ἐδῶ γίνονται μεγάλαι καταχρήσεις, ἐκεῖ γίνονται μεγάλα ἁμαρτήματα, ἐκεῖ μεγάλα κακουργήματα, ἐκεῖ λεηλασίαι, ἐκεῖ ἁρπαγαί, ἐκεῖ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο, ἐκεῖ κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ διαρρῆκται, ὁ Λαὸς ταράσσεται, ὁ Λαὸς παραφέρεται, ὁ Λαὸς θέλει νὰ ἀνατρέψῃ τὰ πάντα, δὲν μένει πλέον τίποτε ἔκτακτον, τίποτε τὸ κόσμιον, τίποτε τὸ σταθερὸν εἰς τὴν πολιτείαν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶναι ἀναφισβήτητον, κύριοι βουλευταί, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἔσχε μίαν μεγάλην ἐπιτυχίαν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Πλανᾶσθε ἐὰν νομίζετε ὅτι ἡ ψυχολογία τοῦ Λαοῦ εἶναι ὁμοία μὲ τὴν ψυχολογίαν τῆς Βουλῆς. Ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπέστη συμφοράν, ἀλλ’ ἔξω σᾶς βεβαιῶ ὄχι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δημαγωγοί. Συνήντησα, κύριοι, κατὰ σύμπτωσιν τὸν διοικητὴν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ἐπρόκειτο ἴσως περὶ ἑνὸς κλητῆρος πρώην καταδίκου εἶπον πρὸς αὐτόν. «Τὶ τὸ παράξενο ἂν ἔχετε ἕνα κλητῆρα ἔστω καὶ πρώην κατάδικον; Διότι ἐπειδή τις κατεδικάσθη εἰς τριετῆ ἢ πενταετῆ φυλάκισιν, κατεδικάσθη ἐφ’ ὅρου ζωῆς νὰ μὴ δύναται νὰ εἶναι μήτε ὑπηρέτης; Θὰ εἶσθε κύριε ἄνανδρος εἶπα πρὸς αὐτόν, ἄνθρωπος κακοῦργος, ἐὰν ἀπολύσετε ἕνα κλητῆρα. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἰσχυρίζετε ὅτι οὔτε κλητὴρ δὲν ὑπάρχει πρώην κατάδικος. Εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον. Θὰ ἀποδείξω εὐθὺς μετ’ ὀλίγον, ὅτι ἀληθῶς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν ἦλθον ἐνταῦθα οὔτε κατήγορος οὔτε συνήγορός τινος, λέγω μάλιστα εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι ἐγὼ διαφωνῶ ριζικῶς καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἱδρύθη ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, καὶ ἐν πολλοῖς καὶ εἰς οὐσιώδη ἀκόμη σημεῖα ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ. Καὶ εἶπον μάλιστα πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ· δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ὡς βουλευτήν, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ὡς μέλος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἐπεθύμουν νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις «ἀπαντῶ εἰς τὰ ἐρωτήματα ἢ δὲν ἀπαντῶ» καὶ νὰ ἀναλάβῃ ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὅπως ἀπαντήσῃ· νὰ μὴ ἀναφέρῃ εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν «Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα θεωρεῖ...» ἀλλὰ νὰ εἴπῃ «θεωρῶ ἐγώ, ὁ ὑπουργός, ἡ Κυβέρνησις».
§141Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὶ θεωρῶ ἐγὼ τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ τὶ θεωρεῖται σεῖς ἔπρεπε νὰ τὸ πῆτε καὶ εἰς τὸ ἔγγραφόν σας.
§143Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι ἤμουν ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω εἰς τὸ ἔγγραφόν μου.
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντα ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας πολιτευτά, ἡ ἐπερώτησίς σας θὰ ἦτο ἰσχυροτάτη, τρομερά, ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως· διότι Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀπήντα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τῆς ὁποίας εἶσθαι μέλος καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας ἐρωτήσατε, ἂν δὲν ἀπήντα, λέγω, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο βαρύτατα ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε ἕως ἐκεῖ νὰ ἐπεκτείνετε τὴν ἐπερώτησίν σας. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίσετε ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας πολιτευτά, ἕως ἐκεῖ τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ ἡ ἐπερώτησίς σας ἀναμφιβόλως θὰ ἦτο ἰσχυροτάτη, θὰ ἐκρίνετο τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεώς σας, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἔκρινε μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ ἑαυτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἔδωκε πρέπουσαν καὶ ἀρτίαν ἀπάντησιν ἢ ὄχι. Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν δίδει πρέπουσαν καὶ ἀρτίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι μόνον διὰ τοῦτο, ἁπλῶς διὰ τοῦτο, βαρύτατα ὑπεύθυνος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, δὲν ἐνόμισε τοῦτο προσῆκον διότι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Δὲν ἦτο ὁ σκοπός του νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, συζήτησιν σοβαράν, συζήτησιν μεγάλην, ἀλλ’ ὁ σκοπός του ἦτο νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὅλα τὰ λεγόμενα εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς τριόδους, ὅλα τὰ λεγόμενα εἰς κοινωνικὰ κέντρα, κέντρα ἀνώτερα καὶ κέντρα κατώτερα, καὶ ἦλθεν ἐδῶ, παραβαίνων θεμελειώδεις κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, καὶ δὲν ἐδίστασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ εἴπῃ ὅτι «ἔρχομαι ἐνταῦθα νὰ διεξαγάγω μίαν τραχυτάτην συζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει εἰδήσεων αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχαν καμμίαν ἐπίσημον βάσιν, ἐπὶ τῇ βάσει εἰδήσεων τὰς ὁποίας συνέλεξεν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐπὶ τῇ βάσει εἰδήσεων περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς βασιμότητος τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καμμίαν πεποίθησιν. Καὶ τοιουτοτρόπως κατέπεσεν οὗτος εἰς πελαγοδρομίαν περὶ τοῦ τὶ εἶναι ἀλήθεια καὶ τοῦ τί δὲν εἶναι ἀλήθεια, περὶ τοῦ τὶ εἶναι ἀκρίβεια καὶ τὶ ἀνακρίβεια. Βέβαια ἦτο καθῆκόν μας, κύριοι βουλευταί, καθῆκον ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, νὰ διακόψωμεν τὸν κ. πολιτευτὴν ἐκ Κερκύρας, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτον τοῦ λόγου του καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν: «Κύριε, σταμάτησε ἕως ἐκεῖ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν συζήτησιν ἐπὶ εἰδήσεων αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἐπίσημον χαρακτῆρα, ἐπίσημον βάσιν, ἀναμφισβήτητον βάσιν. Τὸ ὑπ’ ἐμοί, παρέβην τὸ καθῆκον τοῦτο, διότι ἦτο ἡ πρώτη ἡμέρα, ἡ πρώτη ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν, εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ συζήτησις ἐξετράπη ἕως ἐκεῖ καὶ ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπησχόλησε τὴν προσοχὴν αὐτῆς, τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς, τὸ ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς γνώμης, εἶναι καὶ δικαίωμα ἡμῶν καὶ καθῆκον νὰ συζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι πολὺ συμφέρον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Χώραν, νὰ ἀφήσωμεν ἀνεξελέγκτους τὰς δοθείσας πληροφορίας· ἀνεξελέγκτους ὄχι μὲ ἄλλας πληροφορίας ἀντιθέτους, ἀλλὰ ἐξελεγχομένας αὐτὰς καθ’ ἑαυτάς, κατὰ τὴν συνάρτησιν αὐτῶν, ὡς ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῶν. Κύριοι βουλευταί, ἀνήκω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὑπῆρξεν ἀτύχημα διὰ τὸν τόπον ὁ διχασμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πιστεύω ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Οἰκονομικοῦ ἡμῶν κολοσσοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ὁμολόγησε τοῦτο καὶ ὁ κ. Καφαντάρης, ὁ ὁποῖος οἰκονομικὸς λέγω κολοσσός, ἐχειρίσθη τὰ ἀνατιθεμένα εἰς αὐτὸν καθήκοντα μὲ τόσην περίνοιαν, μὲ τόσην ἀρετήν, μὲ τόσην φιλοπατρίαν, ποὺ ἐφείλκυσε τὴν παγκόσμιον ὑπόληψιν τῆς οἰκουμένης, καὶ προσέφερε εἰς τὸ Ἔθνος, ὑψίστας ὑπηρεσίας ἀλλαχοῦ κρατοῦντας εἰς τὰς δυσχερεστάτας ἐποχὰς τοῦ αἰῶνος τούτου. Αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἡ μὲ τόσην ἀρετήν, μὲ τόσην διεθνῆ ὑπόληψιν, μὲ τόσην ἐσωτερικὴν οἰκονομικὴν δύναμιν ἀνεξαρτήτως αὐτὴ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ χειρίζεται καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τὸ ἐκδοτικόν, διότι ὁ διχασμὸς αὐτῆς ἀπετέλεσε δυστύχημα καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν. Ὑπετέθη ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὅτι ὁ διχασμὸς αὐτὸς ὁπωσδήποτε κλονίζει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, κλονίζει καὶ ἐλαττώνει τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς δύναμιν καὶ τοῦτο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὥστε κεφάλαια Ἑλληνικὰ νὰ μὴ προθυμοποιοῦνται νὰ ἔρχωνται ἐδῶ. Δὲν εἶναι παράδειγμα, κύριοι, τὸ παράδειγμα τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐγένοντο καταχρήσεις. Δὲν πρέπει τοιαῦτά τινα νὰ λέγωνται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μετὰ τὴν Ἰταλικὴν ἑνότητα ἀπέμειναν ὅλαι αἱ Τράπεζαι τῶν Ἰταλικῶν τέως κρατιδίων, Τράπεζαι μικραί, Τράπεζαι αἱ ὁποῖαι ἐξετράπησαν εἰς διαφόρους ὑπερβασίας καὶ παρετηρήθησαν πράγματι τοιαῦται αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπου θὰ ἐκράτη ἡ Ἐθνική μας Τράπεζα, ἡ μεγάλη Ἐθνική μας Τράπεζα. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδειγμα αὐτό. Δὲν ἔχει καμμίαν βασιμότητα, καμμίαν σοβαρότητα τὸ παράδειγμα τοῦτο. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι κανενὸς συνήγορος ἐνταῦθα, ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς μᾶς λέγει ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ νὰ παρέχῃ πιστώσεις μόνον μὲ ἀσφαλεστάτην ὑπογραφὴν καὶ μετὰ ταῦτα λέγει, κύριοι βουλευταί, ἔδιδε δάνεια μόνον κατ’ ἐπιλογήν. Πῶς θέλετε νὰ μὴ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν ἐκόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πῶς θέλετε νὰ εἶναι ἀσφαλεστάτη ὑποχρέωσις ἐὰν τὰ δάνεια δὲν παρείχοντο κατ’ ἐπιλογήν; Ἀλλὰ τὸ συνησθάνθη ὅτι ὑποπίπτει εἰς μίαν ἀντίφασιν καὶ λέγει ὅτι γίνονται κατ’ ἐπιλογὴν τὰ δάνεια διότι ὁ προεξοφλητικὸς τόκος ἦτο μικρὸς καὶ ὁ τόκος διὰ τὴν ἀγορὰν ἦτο μεγάλος. Ἐδίδοντο τὰ δάνεια κατ’ ἐπιλογήν, διότι οἱ δανειζόμενοι παρὰ τῆς Τραπέζης μὲ μικρὸν τόκον ἐδανείζοντο μὲ μεγάλον τόκον. Κύριε πολιτευτά, διὰ νὰ ἀποδίδῃς τοιαύτην μομφὴν ὤφειλες νὰ φέρῃς ἐδῶ ὅλας τὰς προτάσεις, ὅλα τὰ παραδείγματα. Δὲν μπορεῖς νὰ ἔρχεσαι ἐδῶ καὶ νὰ ἀπαγγέλλῃς τοιαύτην κατηγορίαν ἀορίστως. Δεύτερον ὅταν ἠρωτᾶσο πῶς θὰ ἠμποδίζετο τὸ κακόν, εἶπες νὰ αὐξηθῇ ὁ προεξοφλητικὸς τόκος καὶ ὅταν ἠρωτήθης ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἕως ποῦ νὰ αὐξηθῇ ὁ προεξοφλητικὸς τόκος, ἀπήντησες. Τὶ ἀπάντησιν νὰ σᾶς δώσω; Ποῦ νὰ ἀνέλθῃ ὁ προεξοφλητικὸς τόκος; εἰς τὸ 11, εἰς τὸ 12, εἰς τὸ 13 ἢ εἰς τὸ 14; Ἀλλὰ μήπως ἐσταμάτησεν ἕως ἐκεῖ; Ἐξερράγη εἰς κραυγὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς καὶ περὶ τοῦ τὶ θὰ συμβῇ, Τὶ συμφορὰ θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν προσέλθουν εἰς τὰς θυρίδας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὅλοι πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν νομισμάτων; Ἔχει μίαν εὐκολίαν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, καταπληκτικήν. Ἔχει μίαν ἀνδρείαν εἰς τὸ νὰ μεταχειρίζεται τὰ ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια καταπληκτικωτάτην. Διὰ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω ἄλλο παράδειγμα Προκειμένου αἴφνης περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγει εἰς τὰ 1925 εἴχομεν προϋπολογισμὸν 5 δισεκατομμύρια, τώρα ἔχομεν 10. Ἰδοὺ αἱ σπατάλαι, ἰδοὺ ἡ λεηλασία. Πρὸ ἑνὸς ἔτους, κύριοι βουλευταί, ὅτε ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–1930, ὁμιλῶν κύριοι, εἰς μίαν ἐπαγγελματικὴν σχολὴν παρετήρησε ποῖαι ἦσαν αἱ ἐπιβαρύνσεις τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1925 καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ὑποχρεώσεων. Σταθεροποίησις 400 ἑκατομμύρια περίπου, ἀνταλλάξιμα 400 ἑκατομμύρια, ἀναγκαστικοῦ δευτέρου 45 ἑκατομμύρια (ἀναγινώσκει). Φθάνομεν περίπου εἰς τὰ 2 δισεκατομμύρια. Ὑπολογίσατε τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, ὑπολογίσατε τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν συνδρομὴν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τότε ἐκκρήγνυτε εἰς γοερωτάτας κραυγάς, διότι ἡ λεηλασία γίνεται διότι ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν ἦτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγὼ βέβαια θὰ εἶχον διαφωνίας ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐγκώμια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν ἀφότου ἔφυγεν, ὡς ἔφυγεν, πάντοτε πιστὸς εἰς τὴν πατρίδα του ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ θὰ εὕρισκον πολλοὺς λόγους νὰ ἐγκωμιάσω, διὰ πολλὰς ἄλλας πράξεις, μόνον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ χωρὶς νὰ τὴν ἐγκωμιάσω διὰ τὴν δυναμικότητα, διὰ τὴν θεληματικότητα αὐτῆς, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας Κυβερνήσεις θὰ εἶχον πάρα πολλὰς ἀντιρρήσεις πρὸς τὸν σεβαστόν μου ἀρχηγὸν διὰ νὰ τὰς ἐγκωμιάσω διὰ πάντα τὰ ἄλλα καὶ μάλιστα διὰ τὸ οἰκονομικόν των πρόγραμμα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ παραπλανῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὰ 5.000.000.000 τοῦ 1924 ἔφθασεν εἰς τὰ 10.000.000.000 τοῦ 1930, διὰ τοῦτο ἐγένοντο καὶ λεηλασίαι καὶ διαρπαγαὶ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος κέρβερος παρὰ μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς διὰ νὰ σώσῃ τὴν κινδυνεύουσαν Ἑλλάδα. Λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν καταπληκτικὴν ἀνδρείαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνώπιον τῶν ἀριθμῶν ἔρχεται ἐδῶ καὶ μᾶς λέγει: Πηγαίνω εἰς τὰς θυρίδας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μὲ τὰ χαρτονομίσματα. Πόσα εἶναι κ. ἐκ Κερκύρας βουλευτά; Θὰ φθάσουν τὰ 5.000.000.000; Πόσα θὰ πάρουν; πόσα θὰ κρατήσουν διὰ τὰς καθημερινάς των ἀνάγκας; Τί φοβεῖσαι; Διατὶ ἐνσπείρεις τὸν πανικὸν εἰς τὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ δημοκοπήσῃς; Ἠξεύρετε, κύριοι βουλευταί, διατὶ ὁμιλῶ μὲ τὸ ὕφος αὐτό; Διότι ἀναγινώσκω, κύριοι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἔφθασε μέχρι τῆς παραδοξολογίας νὰ εἴπῃ καὶ ταῦτα ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἔχει ἄλλα δικαιώματα, ἀνεξαρτησίας». Ὥστε ὑπάρχει καὶ κίνδυνος νὰ πάρῃ τὸ ταμεῖον καὶ νὰ φύγῃ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, διεξάγομε τὰς συζητήσεις ἐδῶ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔρχονται ἀρχηγοὶ πολιτικῶν κομμάτων καὶ λέγουν ὅτι ἄνδρες διαπρεπεῖς, ἄνδρες οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποπίπτουν εἰς σφάλματα καὶ ὑποπίπτουν ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Εἶμαι ἕτοιμος κύριε ἐκ Κερκύρας πολιτευτὰ νὰ συμπράξω μεθ’ ὑμῶν καὶ ἐπικρίνω τὸ ἔργον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ ἐκφέρετε τοιαῦτα πράγματα καταρρίπτοντα τὴν συζήτησιν τοῦ κοινοβουλίου εἰς συζήτησιν καπηλικήν, ἐγὼ δὲν γνωρίζω τούτου μεγαλεῖτερον κίνδυνον, ὅταν ἡ ὑπόληψις τοῦ κοινοβουλίου καταπίπτει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν γνωρίζω μεγαλεῖτερον τούτου κίνδυνον διὰ μίαν χώραν. Καὶ ἡμεῖς κύριοι, ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικοῦμεν καὶ γνωρίζομεν ὅτι καὶ ἄλλαι πληροφορίαι τὴν αὐτὴν ἔχουν βασιμότητα. Ἐλέχθη περὶ τοῦ ὑποκαταστήματος Καβάλλας, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχῃ 46 ὑπαλλήλους ἔχει 90. Πληροφορῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγώ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι μόνον 40 καὶ μάλιστα ἐξ αὐτῶν οἱ 22 ἀσχολοῦνται εἰς ὑπηρεσίας κρατικάς. Ἡ συζήτησις, κύριοι βουλευταί, ἔπεσε πάρα πολὺ χαμηλά. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγένετο λόγος ἀκόμη καὶ περὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὴν νοσηλείαν ἑνὸς τῶν διοικητῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶμαι ἐκ τῶν ἀπολύτως πεπεισμένων ὅτι κάπως ἀδικαιολογήτως ταχεῖα ὑπῆρξε ἡ προαγωγὴ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου. Πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον δὲν εὑρίσκομαι εἰς φιλικὰς σχέσεις, δὲν ἀνταλλάσω χαιρετισμόν, διότι κάπως πως ταχέως προαχθεὶς μόλις δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, γενομένης πολιτικῆς τινὸς συζητήσεως ἀπέναντι ἐμοῦ ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν δημοσιογραφῶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ἠθέλησε νὰ μοὶ κάμῃ τὸν διδάσκαλον καὶ μὲ παρέπεμψε νὰ ζητήσω πληροφορίας, ἐὰν δὲν ἠρκούμην εἰς ἰδικάς του μὲ παρέπεμψε πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ ἀπό τινος φίλτατόν μου ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατὶ ἀπό τινος;
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ ἀφόπλισε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἔχει πολλὰ ἄλλα ἐλαττώματα, ἀλλὰ εἶναι ἀνήρ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἔλαβε μίαν ἀπάντησιν τραχεῖαν. Δὲν ἔχω ἑπομένως κανένα λόγον νὰ τὸν συμπαθῶ. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ἐδῶ ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ λέγει ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐδαπάνησε διὰ νὰ νοσηλεύσῃ ἕνα διοικητήν της, ἡ ψυχή μου ἐξεγείρεται ἔστω καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἐχθροῦ καὶ λέγω ὅτι ἡ συζήτησις πλέον καταπίπτει πάρα κάτω καὶ ἀπὸ καπηλικὴν. Διότι θὰ ἦτο ἀφιλότιμος ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐὰν δὲν ἐνοσήλευε ἕνα τῶν διοικητῶν της, θὰ ἦτο ἀφιλότιμος ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία δὲν θὰ κατεδέχετο νὰ ἐξεγερθῇ, νὰ ἀγανακτήσῃ, νὰ ὀργισθῇ, διότι τοιαῦται συζητήσεις ἦλθον ἐνώπιον αὐτῆς. Διότι βέβαια ἐν μέσῳ τοῦ πλήθους, ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου ὀργιάζουν οἱ δημοκόποι τοιαῦται κραυγαὶ γεννοῦν ἐντύπωσιν ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις εἶναι εἰς βάρος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διοικοῦν εἴτε πολιτικῶς εἴτε κοινωνικῶς κυβερνοῦν τὸν τόπον. Καὶ ὅταν τοιαύτη εἶναι ἡ συνέπεια εἰς κατάρριψιν τῆς ὑπολήψεως τῶν τέκνων τοῦ ἔθνους, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τοιαύτας συνεπείας εἶναι βαρύτατα ὑπεύθυνοι. Κύριοι βουλευταί, μὲ ἀπασχολεῖ κυρίως τὸ ζήτημα τοῦ ἀντικανονικοῦ τῆς συζητήσεως, εὑρίσκω ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὡς εἶπον προηγουμένως παρατηρῶ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ τὸ συναντήσω μετὰ διακοπὴν 18 ἐτῶν τοῦ πολιτικοῦ μου βίου. Αὐτὸ δὲ ἀφορᾷ τὴν Βουλήν, διότι παρατηρῶ μίαν ἀταξίαν, μίαν ἀρρυθμίαν εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι μομφὴ τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι αἱ Βουλαὶ εἶναι ἀνεύθυναι, οἱ εἰσηγηταὶ τῶν Βουλῶν εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων οἱ ἐπ’ ἐσχάτως τόσον παρ’ ἡμῖν πολλαπλασιασθέντες. Ἐὰν μάλιστα μοὶ ἐπετρέπατε κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς ἔλεγον ἓν παράδειγμα Συνέβη νὰ δώσω κατὰ τήν πρώτην ἑνὸς ἔτους ὡς δῶρον εἰς μικρὸν παιδίον, κυτίον τι μὲ διάφορα κομβία. Καὶ ἐπάτα κανεὶς ἓν κομβίον, ἓν ἀνθρωπάκι, δεύτερον κομβίον δεύτερον ἀνθρωπάκι. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον σχεδὸν κινδυνεύει νὰ πέσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Ἓν κομβίον, εἷς ἀρχηγὸς κόμματος, δεύτερον κομβίον δεύτερος ἀρχηγὸς κόμματος, τρίτον κομβίον τρίτος ἀρχηγὸς κόμματος. Καὶ χθὲς ἀκόμη ἐτελείωσε ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ παρήγγειλε εἷς ἀρχηγὸς κόμματος ὅτι ἐπειδὴ εἶναι ἀσθενὴς θὰ ἔλθῃ μετὰ τινας ἡμέρας νὰ μᾶς κάμῃ μίαν διάλεξιν. Αὐτὸ κύριοι, δὲν εἶναι κοινοβουλευτισμός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ ἐξεφυλλίσθη ἀξιοθρηνήτως, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ὅπως ἐξεφυλλίσθη ὅπως ἐξετραχηλίσθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταντήσῃ εἰς συμπέρασμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς μομφὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς κανὲν ἀπολύτως πόρισμα πρακτικῆς σημασίας. Καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἐκ μέρους περισσοτέρων ἐξ ἡμῶν νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖ εἰς καμμίαν πρακτικότητα εἰς καμμίαν σκοπιμότητα εἰς καμμίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ ἂς ὑπάρξῃ ἓν δίδαγμα, σήμερον μάλιστα ὅπου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς, εἰς τὴν παραμονὴν τῶν μεγάλων ἑορτῶν διὰ τὴν ἐθνικήν μας ἑκατονταετηρίδα. Κακοὶ εἶναι οἱ καιροί, κύριοι βουλευταί, κακοὶ εἶναι οἱ καιροὶ σήμερον κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ πόλεμος ὁ ὁποῖος, ὅταν ἐν μέτρῳ διεξάγεται, ὅταν ἐμφανίζεται μὲ τὸ παράδειγμα τῆς οὐσίας τῆς ζωῆς ὑπὲρ ἑνὸς ἰδεώδους, ἀνωτέρου, ὁ πόλεμος αὐτὸς κρατύνει ὅλας τὰς ἀρετὰς καὶ ἀκμαίνει ὅλα τὰ προτερήματα, στερεώνει τὴν φιλοπατρίαν, στερεώνει τὴν αὐτοθυσίαν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν θυσίαν τουτέστι τῆς ζωῆς ὑπὲρ τοῦ ἰδανικοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ πόλεμος ἐκτρέπεται εἰς ὑπερβολάς, ὅπως ἐξετράπη ὁ παγκόσμιος πόλεμος μὲ τὸ σύστημα μάλιστα τῆς καθολικῆς στρατολογίας, κουράζει ὅλον τὸν κοινωνικὸν ὀργανισμόν, χαλαρώνει ὅλας τὰς θελήσεις, ἀποσυνθέτει ὅλας τὰς ἀρετάς, καταστρέφει ὅλα τὰ προτερήματα, ἄγει εἰς ἕνα χυδαῖον ὑλισμόν, εἰς μίαν καταπτόησιν τῶν ψυχῶν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε τελοῦντες ἑορτὰς ἑκατονταετηρίδος, τελοῦντες ἑορτὰς διὰ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ ἄνευ προηγουμένου θυσίαν ἑνὸς Ἔθνους ὑπὲρ τῶν ἰδανικῶν του καὶ τῆς ἐλευθερίας του ἀντικρύζομεν καὶ μεταξὺ ἡμῶν ἀκόμη ἄνδρας διαπρεπεστάτους, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς καλοῦν εἰς μίμησιν τῶν μεγάλων καὶ ὡραίων ἐκείνων παραδειγμάτων καὶ ἑπομένως διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ἐλπίδα ἱστορικῆς ὑπάρξεως, τὴν ὄρεξιν ὅπως συνεχίσωμεν ἱστορικὴν ὕπαρξιν, τὸ δικαίωμα ὅπως ἔχομεν ἱστορικὴν ὕπαρξιν εἰς τὸ μέλλον πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἀνυψώσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ θὰ ἀνυψώσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου ὄχι νομοθετοῦντες καὶ μάλιστα καθ’ ὃν κουβεντολογικὸν τρόπον νομοθετοῦμεν διακόπτοντες ἀπὸ ἐδῶ διακόπτοντες ἀπὸ ἐκεῖ, παρεμβαίνοντες εἰς ὅλας τὰς μικρολογίας ἐξαπτόμενοι καὶ ἀνταλλάσσοντες ἀντεγκλήσεις. Κυρίως θὰ ἀνυψώσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐλέγχοντες τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἐλέγχοντες ἐπὶ θεμάτων σοβαρῶν καὶ κατὰ τρόπον σοβαρόν, ἀνυψώνοντες τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἀνυψώνοντες τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς, ἀνυψώνοντες τὸ κοινὸν αἴσθημα, τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, τὴν κοινὴν πεποίθησιν ὅτι ὅσῳ καὶ ἂν ὑποφέρῃ ὁ λαὸς αὐτὸς ὑπάρχουν ἐδῶ σοβαροὶ ἄνδρες, ὑπάρχει σοβαρὰ συνέλευσις, σοβαρῶς ἀσχολουμένη περὶ τῶν τυχῶν του. Εὐχαριστῶ, κύριοι βουλευταί, διότι μὲ ἠκούσατε μετ’ ἐπιεικείας. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου μου σταδίου (ἱλαρότης) καὶ ἴσως δὲν θά ἔπρεπε νά σᾶς ἀπασχολήσω τόσον πολύ, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι τόσον σοβαρόν, ὄχι τὸ θέμα εἰς τὴν οὐσίαν ἀλλ’ εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς συζητήσεως ὥστε θὰ ἐθεώρουν τὸν ἑαυτόν μου εἰς κοινὴν κατάκρισιν αἰωνίως καταδικασμένον ἂν διεμαρτυρόμην ἐν ὀνόματι τοῦ Κοινοβουλίου ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. (χειροκροτήματα).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ θὰ εἴπω δύο λέξεις διά νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου διερμηνεύω τὰς γνώμας ἐν σχέσει μὲ τὰ κύρια ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ. Ἡ ἐπερώτησις ἐστράφη ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς συστάσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τὴν σκοπιμότητα τοῦ διχασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν σημερινὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐθίχθη δὲ κυρίως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἓν τυπικὸν ζήτημα, κατὰ πόσον δηλαδὴ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ παράσχῃ ὡρισμένας πληροφορίας εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ἀπὸ τῆς συστάσεώς της ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν ἔγιναν ἐπανειλημμένως μακρόταται συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν ἵδρυσιν ἰδιαιτέρας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Δὲν ὀφείλεται εἰς πρωτοβουλίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ διχασμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰ περισσότερα τῶν κομμάτων, ἂν μὴ ὅλα, προηγουμένως ὑπεστήριζον τὴν γνώμην ὅτι ὤφειλε τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα νὰ περιορίσῃ τὰς ἐργασίας του εἰς τὰς κυρίως ἐκδοτικὰς ἐργασίας ἵνα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐκτεθειμένον ἓν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον διεξάγει, ἐκτὸς τῶν προεξοφλήσεων βραχυπροθέσμων δανείων καὶ τὴν πίστιν τὰ μακροπρόθεσμα δάνεια καὶ ἀγροτικὰ δάνεια καὶ οὕτω καθεξῆς καὶ τοῦτο χάριν τῆς ἀσφαλείας τῆς καλλιτέρας λειτουργίας τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1927 δὲν εἶχε ληφθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς Τραπέζης καὶ συστάσεως ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰ 1927, ὅταν ἐζητήθη ἡ ἐνίσχυσις τῆς Ἑλλάδος ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τὴν σύναψιν τοῦ τριμεροῦς δανείου, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκ μέρους τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς προεβλήθη μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ ὅρος τῆς δημιουργίας μιᾶς καθαρῶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ σύστασις δὲ αὕτη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν ἦτο πρωτοφανής, διότι ἤδη καὶ προηγουμένως μεγαλείτερα Κράτη, καὶ ἄλλα Κράτη ἐπηρεαζόμενα ἀπὸ τὰς μεγάλας Τραπέζας τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, διότι εἶχε γίνει ἀντιληπτὸν ὅτι διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ μία νομισματικὴ ὁμαλότης εἰς τὸν κόσμον ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἀναδιοργανωθοῦν αἱ Ἐκδ. Τράπεζαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν περιορίζοντο εἰς τὰς καθαρῶς ἐκδοτικὰς ἐργασίας. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας ὡς τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν μεγάλων Τραπεζῶν τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην αἱ Τράπεζαι τῶν μικροτέρων Κρατῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι μία Τράπεζα Ἐκδοτικὴ ἑνὸς μικροῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπολύτως ἠσφαλισμένη ἂν δὲν ἔχῃ ἠσφαλισμένην καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν μεγαλειτέρων Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Ἦτο δηλαδὴ μία μεγαλειτέρα πολιτικὴ ἐπιβληθεῖσα ἐκ τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν συνεστήθη ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ σύστασις ἰδιαιτέρας Τραπέζης Ἐκδοτικῆς ἐφεύρεσις Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία σὺν τῷ χρόνῳ ἔχει ἀκολουθηθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξωμεν, ἐὰν θὰ εἴχομεν καθαρῶς Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἢ νὰ μὴ εἴχομεν καθαρῶς Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξωμεν.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ πολλῶν μηνῶν πρὶν ἀποφασισθῇ, ἦτο γνωστὸν ἐδῶ, ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε, ἠμπορεῖ νὰ ἦτο γνωστόν, κατόπιν τῆς εἰσηγήσεως τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς, διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι προτοῦ ἀποφασισθοῦν τὸν Ἰούνιον τοῦ 1927 εἰς τὴν Γενεύην, εἶχε ἔλθει ἐδῶ ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1927 ἤμην καὶ ἐγὼ τότε ἐκεῖ· ὑπεβλήθη καὶ αὐτὴ ἡ ἀξίωσις ἐκ μέρους τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τότε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὴν ἀπεδέχθημεν, διότι συνεβιβάζετο μὲ τὰς καλλιτέρας ἀντιλήψεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξετασθῇ ἦτο, ἐὰν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα θὰ ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ἰδία ἀπαλλασσομένη τῶν ἄλλων τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν ἢ θὰ ἱδρύετο ἰδιαιτέρα Τράπεζα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ὑπεδείχθη ἀπὸ τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν ὁ μετασχηματισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συνιστωμένης ἄλλης Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ ἤσκει τὰς ἐμπορικῆς φύσεως ἐργασίας. Κατόπιν κατ’ εἰσήγησιν αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶπεν, ὅτι θὰ ἦτο συμφερώτερον νὰ ἱδρυθῇ ἰδιαιτέρα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ νὰ μείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἦτο ἀφαιρουμένου τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως εἰς ἰδιαίτερον ἵδρυμα. Ἦτο ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη, κατεκρίθη ὅμως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας βουλευτὴν ἡ πολιτικὴ αὕτη μὲ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διετήρει τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, θὰ ἦτο πολὺ περισσότερον ἐξησφαλισμένη ἡ λειτουργία τοῦ προνομίου αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρὰ εἰς τὸ ἱδρυθησόμενον ἰδιαίτερον ἵδρυμα. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ προῆλθεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οὐδεὶς δὲ ἐγνώριζεν πῶς θὰ ὀργανωθῇ ἡ διοίκησις τῆς νέας Τραπέζης, ὥστε νὰ εἶναι κανεὶς βέβαιος, ὅτι ἡ διατήρησις ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπὸ ἀπόψεως διοικήσεως θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἐπιθυμίας καὶ ἀξιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, ἐὰν δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διετήρει τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ ἱδρύετο ἄλλη Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ ἀνελάμβανε τὰς ἐμπορικὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας λέγει, ὅτι ἂν διετήρει ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον θὰ εἶχε ἤδη ἓν χαρτοφυλάκιον ἀρκετὰ μεγάλον διὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι πολὺ σοβαρός, διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει εἰσπράξεις νὰ διαθέσῃ τὰ κεφάλαιά της εἰς δάνεια πολὺ περισσότερον ἐφόσον ἔχει τόκον μικρόν.
§151Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἠξεύρετε ποῦ εἶναι ἡ δυσκολία. Ὅτι ἤδη ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς, θὰ δοθῶσι πολλὰ δάνεια.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει καταθέσει ἕνα ποσὸν ἑνάμισυ ἑκατομμυρίου εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια καὶ λέγετε, ὅτι ἂν κάμῃ τὴν ἰδία δουλειὰ καὶ ἡ Ἐκδοτικὴ τότε.
§153Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ τὸ ἑξῆς: Πῶς θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν νέαν Τράπεζαν, νὰ κάμῃ καὶ αὐτὴ βραχυπρόθεσμα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ περιλαμβάνῃ τὰς ἐργασίας τὰς ἐμπορικὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει περισσότερα κεφάλαια εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀσκῇ μεγάλην ἐπιρροήν, δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως αὐτὸ νὰ τὸ ἐμποδίσωμεν. Κύριε συνάδελφε εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίφασιν. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος κατηγορεῖτε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἀνταγωνίζεται τὰς ἄλλας Τραπέζας καὶ ἑπομένως ἐπηρεάζει τὴν κίνησιν τῆς ἀγορᾶς. Πῶς λοιπὸν δικαιολογεῖσθε τώρα καὶ λέγετε, ὅτι διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει πολλὰ κεφάλαια αὐτὴ κυριαρχεῖ εἰς τὴν ἀγορὰν τὴν κτηματικὴν καὶ ὅτι ἡ Ἐκδοτική, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ ρυθμίζῃ τὴν κτηματικήν, δὲν τὴν ρυθμίζει. Κατηγορήσατε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προχθές; ὅτι δίδει βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς ἄτομα καὶ ὡς ἐκ τούτου ζημιώνει τὰ ἄλλα ἐκδοτικὰ ἱδρύματα.
§155Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτό.
§156Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὰ τὸ εἴπατε. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρόν. Ἐγὼ ἄλλοτε κατέκρινα τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ εἶπα ὅτι ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ πρόθεσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ πάρῃ καμμίαν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ καλύμματα. Τὰ καλύμματα θὰ ἔμενον εἰς τὴν θέσιν των, τὸ Κράτος δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμῃ δάνειον, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἦτο βαθυτέρα ἡ ἰδέα νὰ συστηθῇ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ μεταβίβασις ἀπειρίας δοσοληψιῶν ἀπὸ ἕν ἵδρυμα εἰς τὸ ἄλλο εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα δυσκολία παρὰ ἐὰν δὲν ἀνεμιγνύετο τὸ νέον ἵδρυμα μὲ προηγουμένας δοσοληψίας ἄλλης Τραπέζης, καὶ περιορίζετο εἰς μίαν ἰδικήν του ὑπηρεσίαν. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νά κατακριθῇ ὁ σχηματισμὸς μιᾶς ἰδιαιτέρας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Νομίζω δὲ ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τῆς νέας αὐτῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐπῆλθε ἕνα μόνον εὐεργέτημα, ὅτι ἔλλειψεν ἡ ἀστάθεια τοῦ νομίσματος τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν μεγάλην ἀνωμαλίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δυσάρεστα ἐπακόλουθα, ὅπως καὶ ἔχει δυσάρεστα ἐπακόλουθα διότι ἡ κρίσις ἡ σημερινὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας ὑπέβαλε μίαν ἐρώτησιν περὶ τῆς παροχῆς πληρωμῶν ὑπὸ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἐδόθη μία ἀπάντησις εἰς αὐτὴν καθ’ ἣν δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτει. Καὶ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους διὰ τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Κυβερνητικοῦ καὶ ἐν γένει ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναγκαστικὴ θὰ περιορίζεται εἰς τὸ μέλλον μόνον ἐφόσον παραβιάζεται ἐμφανὲς τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Τραπέζης οὔτε μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται εἰς στενωτάτους δεσμοὺς μετὰ τοῦ Κράτους ὄχι μόνον διότι τὸ Κράτος μετέχει τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εἶναι ὁ κύριος ρυθμιστὴς τῆς χρηματαγορᾶς, καὶ διότι εἶναι προορισμένη νὰ εἶναι ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ταμίας τοῦ Κράτους. Ποίαν λοιπὸν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ μία ἐξάρτησις τῆς Τραπέζης; Ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἠμπορεῖ νά...
§157Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἀκριβῶς τὴν ἀσφάλειαν τὰ ὁποῖα ἀναφέρατε.
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ὑπουργὲ, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὶ ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀσφάλεια. Σημαίνει δηλαδὴ ὅτι, ἐφόσον ὑπάρχει γενικὴ συνέλευσις, ἐφόσον συνέρχεται αὕτη καὶ ψηφίζει ἕναν ἰσολογισμόν, καὶ ἐφόσον ἡ Τράπεζα κατὰ τὰ ἄλλα τηρεῖ ὅσα ὑποβάλλει τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη διότι, ὅπως εἶπον, εἶναι συνειφασμένα Κράτος καὶ Τράπεζα. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει νόμος ὁ ὁποῖος νὰ διαγράφῃ μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διότι αὐτὰ ρυθμίζονται ἀπὸ τὰ γενικὰ συμφέροντα κοινωνίας καὶ Κράτους καὶ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχει μία Κυβέρνησις καὶ ἡ διοίκησις μιᾶς Τραπέζης. Ἐτονίσθη καὶ πολὺ ὀρθῶς, προχθὲς ὅτι, μολονότι ὑπάρχει ἐντελῶς ἀνεξάρτητος Τράπεζα καὶ ἀνώνυμος ἑταιρεία, ἐν τούτοις, ἡ πολιτικὴ, ἡ γενικὴ τῶν Τραπεζῶν ρυθμίζεται καὶ συμφωνεῖ πρὸς τὸ Κράτος. Μήπως εἶπον ἐγὼ τὸ ἀντίθετον; καὶ ἐφόσον δέχεσθε, κύριε ὑπουργέ, αὐτὸ θὰ δεχθῆτε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπεριόριστος.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Νομικῶς τὸ εἴπαμεν χθὲς ὅτι δὲν ἔχει.
§160Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν μπορεῖτε νὰ πᾶτε νὰ τῆς εἰπῆτε «φέρτε τὰ λεπτὰ ἐδῶ».
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Μὰ τὸ ἐξήγησα αὐτό.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφωνῶ μὲ σᾶς, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§163Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐφόσον πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Τραπέζης, εἰς τὸ Α ἢ Β ἢ Γ ἢ Δ ζήτημα, ἔστω καὶ ἂν δὲν διεγράφη αὐτὸ τὸ καταστατικόν, ἐπειδὴ ἡ λειτουργία τῆς Τραπέζης εἶναι ἀπολύτως συνειφασμένη μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ γιὰ τὴν κατ’ ἐξοχὴν κρατικὴν ἰδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Τράπεζα, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὔτε καταστατικοῦ οὔτε νόμου οὔτε ἀναγνωρίζῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα ὅταν ὑπάρχει τοιαύτη πολιτικὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ, νὰ κάμῃ παρατηρήσεις μὲ ὅλην τὴν ἠθικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ λαοῦ. Αὐτὰ εἶπον, κύριοι βουλευταί. Εἶπον ὅμως ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν σημερινὸν διορισμὸν ὅτι ὁ κυβερνητικὸς ἐπίτροπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ συναινῇ, καὶ προσέθεσα ὅτι ἐξ αὐτοῦ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τῆς εἴπωμεν «ποῦ πᾶς» εἰς κάθε κοινὴν δαπάνην ἔχομεν αὐτὸν τὸν περιορισμόν.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν μποροῦν νὰ διαγραφοῦν αὐστηρῶς νομοθετικῶς αὐτά· Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἀνεξαρτησία δὲν εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ ἀπάντησις ποὺ ἐδόθη εἰς τὸν ἐκ Κερκύρας συνάδελφον αὐτὴν τὴν ἐκδοχὴν ὑποστηρίζει. Μὲ εὐχαριστεῖ ἐμὲ ποὺ ἀναγνωρίζετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὄχι μόνον διότι εἶναι κολοσσιαῖα τὰ συμφέροντα ποὺ διαχειρίζεται ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ὄχι μόνον διότι ἔχει ἄμεσον συμφέρον τὸ Κράτος ἀλλὰ καὶ διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγομεν ἡμεῖς ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης αὐτῆς εἶναι ἱκανοὶ νὰ βάλουν εἰς τάξιν, εἰς θέσιν τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς κλασματικὸν καὶ ἰδανικόν. Αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὸ πλεῖστον τῶν μεγάλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον ἰσχύει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ὅπως γνωρίζετε, λόγῳ τῆς συστάσεως αὐτῶν αἱ Τράπεζαι αὐταὶ ἔχουσι μετόχους εἴτε νομικὰ πρόσωπα εἴτε πρόσωπα μὴ εὑρισκόμενα ἐν Ἀθήναις, καὶ τὰ ὁποῖα ἐμπιστεύονται τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῶν εἰς αὐτοὺς τοὺς διοικητὰς τῆς Τραπέζης. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι κανὲν μυστικὸν ὅτι αἱ γενικαὶ συνελεύσεις ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι πραγματικῶς κυρίαρχοι συνελεύσεις εἰς τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀναπαυμένος κανεὶς ὅτι προστατεύουν ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων.
§165Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πρόωρον νὰ τὸ εἴπουμε αὐτό.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι ἕνας παραπάνω λόγος, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴν γενικωτέραν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοιαύτη εἰς ἕνα διορισμὸν νὰ ἐπεμβαίνῃ δηλαδὴ διότι διορίζεται ὁ αʹ καὶ ὄχι ὁ βʹ καὶ εἰς ἄλλα μικρὰ πράγματα. Βεβαίως ὅταν εἶναι ἐμφανὴς ἡ κατάχρησις, βεβαίως τὸ Κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ, ὡς π. χ. εἰς τὸ ζήτημα τῶν μισθοδοσιῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀμοιβῶν τοῦ προσωπικοῦ κλπ.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Προχθὲς τὸ εἶπα αὐτό. Ἐὰν γείνῃ κατάχρησις σαφής, ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ ἐπέμβῃ. Ἄν ἔρχεται κάθε χρόνο καὶ διπλασιάζει τοὺς μισθοὺς θὰ τὴν ἀφίσωμεν νὰ τὸ κάμῃ; Θὰ τὴν ἀφίσωμεν νὰ τοὺς διπλασιάζῃ κάθε χρόνο. Ὄχι βεβαίως.
§168Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, δημιουργεῖται δικαίωμα ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους καὶ θεωρητικῶς δημιουργεῖται δικαίωμα ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν φαντάζομαι ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ καὶ νὰ ἐξασκῆται καθ’ ἡμέραν, διὰ μικρὰ πράγματα. Ἔχομεν καὶ ἄλλους ὀργανισμούς, κ. Πρόεδρε, ἔχομεν τὸν σταφιδικὸν ὀργανισμὸν τοὺς σιδηροδρόμους κλπ. ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐπενέβη εἰς ζητήματα διορισμοῦ, εἰς ζητήματα προσωπικά. Προκειμένου περὶ καθαρῶς κρατικῶν ὀργανισμῶν, ὅπως εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι, ὅπως εἶναι ὁ σταφιδικὸς ὀργανισμὸς ὅπως εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ κατὰ μείζονα λόγον ὅπως ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται διὰ μικρὰ πράγματα καὶ δὴ προκειμένου περὶ τῆς Ἐκδοτικῆς, ὅπου μία σφοδρὰ ἐπίθεσις εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἕνα γενικώτερον κλονισμόν. Θὰ ἠμποροῦσε μάλιστα νὰ λεχθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὸ μισθολόγιον τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης δύναται νὰ λεχθῇ καὶ δι’ ἄλλα ἱδρύματα πιστωτικά. Διότι καὶ εἰς ἄλλους ὀργανισμοὺς ὑπάρχουν μεγάλοι μισθοὶ καὶ τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἀμοιβῶν, διότι διὰ τῆς παροχῆς ὑπερβολικῶν ἀμοιβῶν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς ἐπέρχεται μία τοιαύτη ἀνατροπὴ εἰς τὸν ἰσορροπίαν τῶν ἀπολαβῶν, ὥστε παρασύρει καὶ αὐτὸν τὸν κρατικὸν ὀργανισμόν, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ἱκανοὺς ἀνθρώπους ἐφόσον αἱ παρεχόμεναι ἀμοιβαὶ ἀπὸ ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις εἶναι καταπληκτικῶς ἀνώτεραι. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἠδύνατο καὶ ὀφείλει νὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ θέσῃ ἕνα φραγμὸν εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν αὐτὸν τὸν ὄχι τόσον θεμιτὸν, τὸ Κράτος κάνει αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ὅταν συνεζητήθη ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης κατέκρινα καὶ ἐγὼ τὸ μεγάλο μισθολόγιον καὶ τὸ ὁποῖον παρέχει ἀμοιβὰς πολὺ ἀνωτέρας ἀπ’ ὅτι παρέχει τὸ Κράτος εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ λεπτομεριακὰ ζητήματα τοῦ προσωπικοῦ διότι δὲν ἔχω ἐξακριβομένας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως ἐξηκριβομένας πληροφορίας. Μερικαὶ πληροφορίαι τὰς ὁποίας προσεκόμισα εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς ὅπως περὶ διορισμοῦ ἀνθρώπων συγγενῶν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοιούτου ζητήματος ἄν ἐπρόκειτο νομίζω ὅτι καί εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἐπέμβῃ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῶν δικαιωμάτων των νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μιᾶς Τραπέζης ἡμικρατικῆς ἀμειβόμενοι πλουσιοπαρόχως. Δὲν μπορῶ λοιπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι γίνεται μία σπατάλη ἀδικαιολόγητος δικαιοῦται νὰ ἐπέμβῃ καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι πρόθυμος ὅπως παράσχῃ ὅλην αὐτῆς τὴν ἐνίσχυσιν διὰ νὰ ἐπιβάλῃ μίαν τάξιν ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα νομίζω ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ ἡ ἐπίθεσις δὲν ἦτο ἐπαρκῶς δικαιολογημένη. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπέκρινε τὸ ζήτημα τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου. Βεβαίως ὁ καθορισμὸς τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μέτρα τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως κεφαλαίου καὶ αὐτοῦ τοῦ μέτρου κάμνουν χρῆσιν ὅλαι αἱ Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι τοῦ κόσμου. Δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ἡ τακτικὴ οὐδέποτε ἐτηρήθη. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δηλαδὴ δὲν ἔκανε κανένα νεωτερισμὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἔκανε χρῆσιν αὐτῆς τῆς καταβολῆς τῆς προεξοφλήσεως καὶ τοῦ τόκου τῶν καταθέσεων.
§169Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχει μία διαφορὰ διότι τότε δὲν εἴχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀφ’ ἧς ἐπαύσαμεν....
§170Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπαύσαμεν οὐσιαστικῶς εἰς τὸ 1908 καὶ τότε ἦσαν ἄνθρωποι ἐμπειρότατοι εἰς τὰ τραπεζιτικὰ ὅπως ἦτο ὁ Παλακρίτης, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἔγινε χρῆσις αὐτοῦ τοῦ μέτρου ὅπως ἔγινε εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Γερμανικὴν Τράπεζαν. Κατεβάλετο ὁ τόκος αὐτός. Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δὲν κάνει κανένα νεωτερισμόν, ἠκολούθησε τὴν παράδοσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὡς ἐκ τούτου δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐκέρδιζε περισσότερον τὸ ζήτημα. Ἡ παράδοσις λοιπὸν αὐτὴ ὑπῆρχε. Ἐξετάζεται ὅμως ἕνα ἄλλο πρᾶγμα. Ἐὰν ἐπεβάλλετο μεγαλειτέρα αὔξησις τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως... Γνωρίζετε πολὺ καλά, κύριοι συνάδελφοι ὅτι ὁ τόκος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι πάντοτε ὁ χαμηλότερος ἀπὸ τὸν τόκον τῶν ἄλλων Τραπεζῶν καὶ πολὺ χαμηλότερος ἀπὸ τὸν τόκον τῆς μὴ τραπεζικῆς ἀγορᾶς, τῆς χρηματαγορᾶς. Ἀλλὰ ἐκεῖ μάλιστα δὲν ἐπιτρέπεται αἱ ἄλλαι Τράπεζαι νὰ ἀνταγωνισθοῦν ὑποτιμῶσαι τὸν τόκον εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Μπορεῖ νὰ ζητήσουν ἀνώτερον τόκον ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται νὰ ζητήσουν κατώτερον τόκον ἀπὸ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἐφόσον ἔχομεν αὐτὴν τὴν κλίμακα δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι ἀπολύτως ὀρθὸν ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶχε τὰ στοιχεῖα νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν τόκον. Καὶ τοῦτο διὰ τὸ ἑξῆς: Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰς περιόδους τῆς κρίσεως ὅταν ὑπάρχει νοσηρὰ αὔξησις τῶν ἐπιχειρήσεων ἡ πρώτη πολιτικὴ ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἶναι ὅτι πρέπει νὰ περιορίζωνται αἱ πιστώσεις. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κρίσις αὐτὴ θὰ εἶναι εἰς τὴν καμπήν της καὶ θὰ ἀρχίσῃ ὁ πανικός, τότε πρέπει νὰ αὐξάνονται αἱ πιστώσεις ἀκριβῶς διὰ νὰ συγκρατηθοῦν αἱ ἐπιχειρήσεις. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διανύομεν τὴν καμπὴν τῆς κρίσεως πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν ἐπιβάλλεται ὅσον τὸ δυνατὸν ἀφθονωτέρα παραχώρησις. Διότι δὲν ὑπάρχει πλέον αὔξησις τῶν ἐπιχειρήσεων ἀλλὰ ματαίωσις τῶν ἐπιχειρήσεων. Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ: Εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ποῖον στάδιον διατρέχει ἡ κρίσις; Νομίζω ὅτι δὲν διατρέχει τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐπιχειρήσεων ἀλλὰ τὸ στάδιον τῆς πτώσεως, διότι ὑπάρχουν ἀποθέματα τὰ ὁποῖα δὲν καταναλίσκονται διότι καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀκόμη ἀγορὰ δὲν ἔχει ἀντοχὴν μεγάλην. Ἐφόσον λοιπὸν ἔχομεν αὐτὴν τὴν περίοδον τῆς κρίσεως, τὴν περίοδον τῆς πτώσεως δὲν ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τῶν πιστώσεων. Καὶ ἐφόσον ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τῶν πιστώσεων νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ αὐξηθῇ ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Θὰ μοῦ εἰπῆτε τὸ ἑξῆς: ὅτι θὰ ἠμποροῦσεν ἡ Τράπεζα, αὐξάνουσα τὸν τόκον, νὰ συγκεντρώσῃ περισσότερον κεφάλαιον. Σᾶς λέγω δὲ τὸ ἑξῆς: ὅτι αἱ ἄλλαι τράπεζαι εἶχον περιθώριον νὰ αὐξήσουν τὰς καταθέσεις, διότι ἐπὶ παραδείγματι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἕνα περιθώριον κατὰ μέσον ὅρον 6%, διότι αἱ καταθέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν φέρουν ἕναν τόκον 6%, ὁ τόκος δὲ τῆς προεξοφλήσεως εἶναι 12%. Ὑπῆρχε ἓν περιθώριον 6% πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ πολὺ μεγάλο καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕναν μεγάλον ὀργανισμὸν εἶχε τὴν ἰσχὺν ν’ αὐξήσῃ τὸν τόκον τῶν καταθέσεων νὰ συγκεντρώσῃ μεγάλα κεφάλαια διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀγοράν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν τὸ ἔκαμε αὐτό, διότι δὲν εἶχε ἔλλειψιν καταθέσεων μολονότι αἱ Τράπεζαι ἐπέρασαν μίαν περίοδον κρίσεως λόγῳ τῆς πιέσεως ὡρισμένων τραπεζητικῶν ἐπιχειρήσεων κακῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔσχε τὸν ἀντίκτυπον τῶν τραπεζητικῶν κρίσεων λόγῳ τῆς ἐμπιστοσύνης ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸ Ἵδρυμα, καὶ τῆς εἰσροῆς μεγάλων καταθέσεων. Κατὰ συνέπειαν εἶχε περίσειαν κεφαλαίων καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν ηὔξησε τὸν τόκον τῶν καταθέσεων. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω εἰς τὶ θὰ ὠφέλει περισσότερον ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὅταν ἔχωμεν τὸ παράδειγμα, ὅτι ἔξω ὁ τόκος προεξοφλήσεως καὶ δὴ τῆς Ἀγγλίας ἦτο 3½–4%. Πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ὁ τόκος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς 9% δὲν πρέπει νὰ κατακριθῇ τοὐναντίον ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἠνάγκασε τὰς ἐπιχειρήσεις νὰ συγκεντρωθῶσι. Ἐὰν δὲ ἔπρεπε αὐτὴ νὰ αὐξήσῃ τὸν τόκον τῶν καταθέσεων διὰ νὰ συγκεντρώσῃ μεγάλα κεφάλαια καὶ δὲν τὸ ἔκαμε τοῦτο συνέβη διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε περιθώριον καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ τὸν τόκον τῶν καταθέσεων διὰ νὰ συγκεντρώσῃ μεγάλα κεφάλαια. Ὡς πρὸς τὴν παροχὴν τῶν δανείων δὲν μπορῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην. Ὑποστηρίξατε, ὅτι τὰ δάνεια δίδωνται ἀπερισκέπτως· δὲν μπορῶ νὰ ἐκφέρω καμμίαν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς βεβαίως πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ δάνεια ἐκ μέρους τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης πρέπει νὰ παρέχωνται κατόπιν ἑνὸς σοβαροῦ ἐλέγχου καὶ μετὰ μίαν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν παρουσιάζεται ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἄνευ ἐλέγχου παρέχωνται τὰ δάνεια δὲν δύναμαι νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν ἐπίκρισιν αὐτὴν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος κατέληξε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὸν τόπον ὀφείλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἐξεκινήσαμεν, δηλαδὴ νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι αὐτὸ δὲν ἦτο ἐφεύρεσις δική μας· ἡ ἵδρυσις μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μᾶς ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν δεχθῶμεν τὴν ἐπιβολὴν αὐτὴν, διότι ἠθέλαμεν νὰ ἔχωμεν ὄπισθεν τῆς Ἐκδοτικῆς μας Τραπέζης τὰς ἄλλας μεγάλας Τραπέζας τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὥστε εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν νὰ δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ὡς εἶναι γνωστὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὁμαλότης νομισματικὴ ἄνευ ἀλληλεγγύης τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, τὰ δὲ ἐκδοτικὰ ἱδρύματα τῶν μεγάλων Κρατῶν καὶ δὴ τῆς Ἀγγλίας ἐνδιαφέρονται πάρα πολὺ διὰ τὴν διατήρησιν μιᾶς νομισματικῆς σταθερότητος, διότι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῶν μεγάλων Κρατῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν σωστὸ νὰ ἐπανέλθωμεν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν, διατὶ νὰ ἐπανέλθωμεν; Δὲν εἶναι ἐπιστημονικῶς καταδικασμένον τὸ σύστημα μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰσερχομένης εἰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κατέκρινε ἐπίσης τὴν δικτατορίαν τὴν ὁποίαν θέλῃ νὰ ἀσκήσῃ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἐνῶ ἐξ ἄλλου ὑπεστήριξε τὴν ἐπαναφορὰν τῆς Ἐκδοτικῆς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν διοικῆται καλῶς ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα θὰ ἔχει τὸ Κράτος τὴν δύναμιν νὰ ἐπέμβῃ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἵσταται παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Κράτους, ὡς ταμίας καὶ ὡς διαχειριστὴς τοῦ Κράτους μὲ τὴν συμπάθειαν ἢ ἀντιπάθειαν τὴν ὁποίαν μποροῦμαι νὰ ἔχωμεν διὰ τὸν αʹ ἢ βʹ προϊστάμενον αὐτῆς. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ὀρθόν νὰ χάνωμεν τὸν χρόνον συζητοῦντες περὶ τῆς ἐπανόδου ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἐξεκινήσαμεν. Βεβαίως εἶναι ἀξιέπαινος ἡ προσπάθεια ὅπως φροντίζωμεν ὅλοι νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν καλειτέρα ἡ λειτουργία τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὑποχρέωσιν ἔχωμεν πάντες νὰ ἐνισχύωμεν τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὸ ἐκδοτικόν μας ἵδρυμα. Ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν ἔπεται, ὅτι συμβάλλωμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐὰν ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν παλαιὰν συζήτησιν καὶ χάνομεν τὸν χρόνον μας ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐκάναμεν τὴν σταθεροποίησιν. Ἡ ἀστάθεια τοῦ νομίσματος ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν μεγίστων ἀγαθῶν τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φανοῦν ἀμέσως. Κατέκρινε ἀκόμη ὁ κ. συνάδελφος καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀντὶ νὰ ὠφελῆται ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχῃ νὰ πωλῇ εἰς τὰ 377,50 καὶ νὰ ἀγοράζῃ εἰς τὰ 372,50 πωλεῖ καὶ ἀγοράζει εἰς σταθερὰν τιμὴν 375. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι μποροῦν νὰ παρουσιασθοῦν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δικαιολογοῦν τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν τῶν ὁρίων τῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως τοῦ χρυσοῦ ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἀρχὰς μετὰ μίαν περίοδον ἀνωμαλιῶν μεγάλων ἦτο ὠφέλιμον νὰ παύσουν νὰ ὑπάρχουν αἱ συνήθειαι τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ἐμπόριον νὰ παίζῃ μὲ τὸ συνάλλαγμα. Βεβαίως τὸ περιθώριον τῶν 5 δραχ. δὲν εἶναι μεγάλο ἀλλὰ λόγῳ τῶν συνηθειῶν, τὰς ὁποίας ἔχουν ἦτο ἀρκετὸν νὰ παρεμβάλλῃ προσκόματα καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην ἡ ὁποία δὲν συνίστατο εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς ἕνα παίξιμο συνεχῶς περὶ τὴν λίραν καὶ ἐδημιούργει ὅπως ἐνθυμεῖσθε ἕνα θεσμὸν ἐπιχειρηματιῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπολαμβάνῃ κέρδος ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ κατέληγεν εἰς τὸ νὰ ἐδημιούργει μίαν ἀστάθειαν τῆς σταθεροποιήσεως ἡ ὁποία θὰ κατέληγεν νὰ βαρύνῃ τὸ κοινόν διατί; Διότι οἱ ἀγοράζοντες εἰς τὴν ἀνωτάτην τιμὴν τὸ συνάλλαγμα θὰ ἐπλήρωνον τὴν διαφορὰν αὐτήν. Ἡ ζημία δὲν θὰ ἦτο κολοσσιαία ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ. Ἀρκοῦμαι ὅτι ἐδήλωσα ὅτι ἐγένετο ἐκμετάλλευσις διὰ τῆς παρεχομένης ἀσφαλείας, ὅτι δηλαδὴ ἡ εὐκολία αὐτὴ παρεῖχε στάδιον, μίαν ἐκμετάλλευσιν ἐξαγωγῆς χρυσοῦ ὅταν ἡ Τράπεζα ἡ ἐκδοτικὴ θὰ ἔκαμνεν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ προνομίου. Δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο τοῦτο, μπορεῖ νὰ γίνῃ ὅμως αὔριον ἢ μεθαύριον. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι τοῦτο εἶναι δικαιολογία μιᾶς σφοδρᾶς ἐπικρίσεως διότι δὲν ἔκαμε χρῆσιν ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα αὐτῆς τῆς εὐκολίας εἰς τὸ παρελθόν, διότι ὅπως εἶπον ἐπιβάλλεται νὰ συνηθείσωμεν νὰ ἐμπορευόμεθα μὲ μίαν σταθερὰν τιμὴν συναλλάγματος νὰ παύσωμε νὰ κερδοσκοποῦμε ἐπὶ ταλαντεύσεων τοῦ νομίσματος καὶ νὰ ἐμποδίσουμε νὰ γίνεται προσπάθεια ὅπως αὐτὴ ἡ ταλάντευσις βαρύνει τὸ κοινόν. Ἐὰν τώρα ἴδωμεν ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς θύρας ἐξέρχεται πρὸς κερδοσκοπίαν καὶ μόνον πρὸς κερδοσκοπίαν χρυσὸς βεβαίως ἐπιβάλλεται ὅπως εἶπεν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, καὶ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ εἶμαι σύμφωνος εἰς τὸ ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῆς τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἀπεριόριστος, δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἀπεριόριστος, ἀλλὰ ὅταν παρατηρηθῇ οὐσιαστικὴ τοιαύτη κατάστασις ἡ ὁποία θέτει εἰς κίνδυνον τὰ δημόσια συμφέροντα δικαιοῦται νὰ ἐπέμβῃ τὸ Κράτος. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅπως εἶπον δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος σήμερον πλέον, ἐὰν ὀρθῶς ἢ ὄχι ἐσταθεροποιήθη τὸ νόμισμα ἢ ἐγένετο καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἵδρυσις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἐξηκριβώθη πλέον ἔτι εἶναι δυνατὸν καὶ συμφέρον νὰ γίνεται δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ ἔλεγχος ἐν σχέσει εἴτε μὲ τὴν Ἐκδοτικὴν εἴτε μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἴτε μὲ οἱανδήποτε ἄλλην μεγάλην ἐπιχείρησιν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος μετὰ τῆς ὁποίας συνδέονται τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησιν, ἔδωσε καὶ ἄλλωτε ἀφορμὴν εἰς πολλὰς διχογνωμίας. Αἱ διχογνωμίαι αὐταὶ ὑπῆρξαν ἀφορμὴ τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ ὁποῖον τότε μετεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διεφώνησεν εἰς πολλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν διαφωνειῶν τούτων καθ’ ὅσον, τὸ μὲν ἔχουσι ἱστορικὴν σημασίαν πλέον διὰ τὴν σήμερον, τὸ δὲ διότι ἀπουσιάζει ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν μετὰ τοῦ ὁποίου κυρίως διεξήχθησαν αἱ διάφοροι διαφωνίαι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, διότι ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἦτο αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχεν καὶ τὴν κυρίαν διεύθυνσιν φυσικὰ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὀφείλω μόνον νὰ ἀναφέρω τὰς διαφωνίας διότι προχθὲς κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀνέφερεν σχετικὸν ζήτημα. Ὑπέμνησα μόνον τὰς διαφωνίας χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς γενικωτέραν συζήτησιν. Ἤμην κύριοι, ἀντίθετος πρὸς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Δὲν διεφώνουν ποσῶς εἰς τὸ ὅτι καί ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπεν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἀλλὰ ἐνόμιζον ὅτι τότε ὅτε ἐγένετο αὕτη δὲν ἦσαν ἐπαρκῶς θεμελιωμέναι αἱ ἀπαραίτητοι προϋποθέσεις διὰ τὴν σταθεροποίησιν ταύτην. Ὡς γνωστὸν εἴχομεν ἀνάγκην 1ον ἀπολύτου πολιτικῆς ὁμαλότητος, 2ον ἰσοζύγιον τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν καὶ 3ον ἀπολύτου ἀσφαλείας τοῦ προϋπολογισμοῦ μας. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ συνετελεῖτο τότε διὰ βαρυτάτης ἀληθῶς φορολογίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα ἐπαρκῶς βέβαιοι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ὁ Λαὸς καὶ νὰ ἔχωμεν τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς. Εἶχον πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψιν τὰ συμβαίνοντα ἐν Γαλλίᾳ ὅπου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Πουανκαρὲ ἔλεγεν ὅτι δὲν φθάνει μόνον ἕνας προϋπολογισμὸς νὰ εἶναι ἰσοσκελισμένος· ἀλλὰ προσέθετε ὅτι καὶ ἡ ἰσοσκέλισις προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν τὸ μειονέκτημα καὶ μὲ ἀσφαλὲς νόμισμα νὰ μὴ εἶναι πάντως ἰσοσκελισμένη ἐφόσον αἱ δαπάναι δὲν κανονίζονται πραγματικῶς μὲ τὸ νόμισμα μόνον οἱ μισθοὶ ρυθμίζονται μὲ τὴν παλαιὰν ποσοτικὴν μονάδα χωρὶς νὰ ἔχουν καὶ τὴν μονάδα τὴν ποιοτικήν, 2ον οὐσιωδέστατον ζήτημα ἦτο βέβαια τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν μας πληρωμῶν. Καὶ σήμερον ἀκόμη οὐδεὶς δύναται καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ βεβαιώσῃ ἀσφαλῶς ὅτι ἔχομεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο. Καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν ἐπικαλούμενος τὸν ἴδιον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Πουανκαρέ, ὁ ὁποῖος λέγει: Μὰ τὶ νὰ κάμω ἐὰν δὲν ἔχω ἐξασφαλίσῃ τοῦτο καὶ τοῦ χρόνου μοῦ λείψῃ καὶ ἑπομένως θὰ σᾶς χαλάσω τὴν σταθεροποίησιν τὴν ὁποίαν ζητεῖτε. Κατηγορήθην μάλιστα τότε διότι τόσον πολὺ ἠκολούθουν τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἀλλ’ ἐκεῖνα ἦσαν τότε πρόσφατα καὶ σύγχρονα καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἐπεκαλέσθην πάλιν. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἐνταῦθα ποτὲ δὲν δύναται κανεὶς μετὰ βεβαιότητος νὰ εἴπῃ ὅτι εἴχομεν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμαλότητα. Εἶναι γνωστὸν πόσον ἐκυμαίνοντο ἀκόμη αἱ διάφοροι τάσεις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἑπομένως ἐκινδύνευε ὄχι βεβαίως, ἀλλ’ ἐνδεχομένως. Καὶ ἐπίστευσα ὅτι ἔπρεπεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς προϋποθέσεις ταύτας μένοντες πρὸς τὴν πραγματικὴν σταθεροποίησιν ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπήρκει διὰ τὴν τότε κατάστασιν καὶ κατόπιν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν. Καὶ ἀληθῶς εἶχεν ποτὲ ἐπιτευχθῆ νὰ ἔχωμεν μίαν πραγματικὴν σταθεροποίησιν μὲ μίαν ἐλαχίστην διαφορὰν μονάδων. Ἐπέμεινα τότε εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀκόμη διότι οὕτω πως θὰ ἐξακριβοῦτο καὶ ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τῆς δραχμῆς, ἡ ἐσωτερική, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἀσφαλέστερον νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς ἐν σχέσει μὲ τὴν λίραν τὴν στερλίναν. Δὲν νομίζω δὲ καὶ τότε, δὲν ἐνόμιζον καὶ σήμερον ὅτι ἦτο ἀδιάφορον ἐὰν θὰ εἴχομεν μίαν διαφορὰν εἴτε ὑπέρ, εἴτε κάτω ἀπὸ τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν σταθεροποιήσαμεν τὸ νόμισμά μας, διότι πρὸ παντὸς ἐὰν ἐκάναμεν μίαν νόμῳ σταθεροποίησιν ἄνευ πραγματικῆς τοιαύτης θὰ ἦσαν οἰκτρὰ τὰ ἀποτελέσματα διότι θὰ ἔσπευδον κατόπιν νὰ μᾶς πάρουν τὸν χρυσὸν καὶ νὰ πέσῃ ἡ σταθεροποίησις. Διὰ τοῦτο ἤχθημεν νὰ κάμωμεν μίαν σταθεροποίησιν μὲ βάσιν τοιαύτην ὥστε ἀπολύτως ν’ ἀποκλείεται ὁ τοιοῦτος κίνδυνος. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς μίαν τοιαύτην θυσίαν, καὶ δὴ τὴν μερίδα ἐκείνην τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἡ ὁποία εἶχεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὸν Ἐθνικὸν νόμισμα, καὶ ὄχι ἁπλῶς εἶχεν ἐμπιστευθῆ εἰς τὸ Ἐθνικὸν νόμισμα, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς μερίδος ἐκείνης ἦτο καὶ ἀναγκαστική, διότι τὰ διάφορα ἀναγκαστικὰ δάνεια τοῦ ἐσωτερικοῦ ὑποχρέωσαν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ μὴ δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδιωτικήν του περιουσίαν εἰς δραχμάς. Εἴχομεν, λοιπόν, ὑποχρέωσιν, ὅσον τὸ δυνατόν, νὰ ἠξεύρωμεν καὶ νὰ δώσωμεν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν. Μὰ ὑπολογίζει ὁ κ. Ζολώτας ὅτι μόνον κατὰ 25 δραχμὰς θὰ ἦτο μικρότερον καὶ ὅτι μποροῦμε νὰ σταθεροποιήσουμε μὲ 350. Καὶ αὐτὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι 8% ἢ 7½% ἔπρεπε νὰ τὸ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη μου σχετικῶς πρὸς τὴν σταθεροποίησιν τότε. Καὶ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ὅτι ἐπιβάλλομεν μίαν φορολογίαν βαρεῖαν μὲ ἕνα ποσόν, ὥστε νὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κρατήσωμεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, διότι ἔπρεπε ἀπολύτως νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν σταθεροποίησιν. Ὥστε ἐφθάσαμεν ὄχι μόνον ἔχοντες ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ κάτι πάρα πάνω, διότι ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὁ προϋπολογισμός, ἀφοῦ ἐφέραμεν τὴν σταθεροποίησιν. Τὸ 2ον ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον τότε εἴχομεν διαφωνήσει, ἦτο τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης. Εἰς τὰς συζητήσεις εἴχομεν καταγίνει ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἢ ἡ Ἐθνικὴ αὐτὴ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν Ἐκδοτικὴν καὶ ν’ ἀσκήσῃ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἡ ὁποία ἐκράτει ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τελείως ἀνεξάρτητος ἀπὸ πάσης ἄλλης. Καὶ ἐγὼ τότε ὑπεστήριξα καὶ ἐνόμιζα ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δημιουργοῦσα ἐκδοτικὸν τμῆμα, τελείως ἀνεξάρτητον αὐτῆς, μὲ μίαν κοινὴν διοίκησιν, νὰ ἐχρησίμευε ὡς μία Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀφοῦ σήμερον εἶναι ἱστορική. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ ἀξία τῆς σκέψεώς μου ἦτο αὕτη ὅτι ἂν ἦτο μία κοινὴ διοίκησις θὰ εἴχωμεν τοῦτο τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἡ Τράπεζα αὐτὴ θὰ ἤρχετο πραγματικῶς εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν ἀγοράν, με τὸν τόπον καὶ θὰ καθίστατο ἀληθῶς ρυθμιστὴς τῆς πίστεως καὶ τῆς νομισματικῆς κινήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης, ὡς ἔχει ἱδρυθῆ δυσκόλως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ὡς πάντες ἀντιλαμβάνεσθε, διότι ἀληθῶς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅλο ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον θέλει. Ἡ τρίτη διαφωνία ἡ ὁποία ὑπῆρξεν καὶ ἡ ὁποία κατέληξε πλέον εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς, ὑπῆρξε τὸ γνωστὸν ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Ὄχι μόνον πλέον ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκόμενος μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς καὶ πεισμονῆς ὑπεστήριξα ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ καλύμματος ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικήν. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποχωρισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα αὐτοῦ. Καὶ ἀφοῦ καὶ εἰς τοῦτο ἐπῆλθε ριζικὴ διαφωνία ἠναγκάσθην νὰ ἀποχωρήσω ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι ἱκανοποιημένος ὅτι τὸ ἴδιον κόμμα, ὑπὸ ἄλλον ἀρχηγόν, καὶ νομίζω ὅτι μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε καὶ σήμερον....
§173Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπουργός, μόνον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. ... ἀπεδέχθη τὴν ὁποίαν τότε πεισμόνως ὑπεστήριξα γνώμην, τόσον πεισμόνως μάλιστα, ὥστε καὶ δημοσιογραφικῶς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον τότε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, νὰ ἀναθέσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος διοικητικῶς εἰς τρεῖς διοικητὰς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων Τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐδήλωσα δέ, ὅτι ὁ ἰδικός μου τεχνικὸς σύμβουλος θὰ ἠδύνατο νὰ μετάσχῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου, ἄνευ ἀξιώσεώς τινος. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα φαίνεται ὅτι εἶχον ἀποφασισθῆ καὶ ἐπῆλθεν ἡ λύσις ἡ ὁποία ἐδόθη. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, θὰ ἀναφέρω ἁπλῶς τὰ ζητήματα αὐτά. Καὶ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν διότι ἔχω λόγον νὰ μὴν ἐνδιατρίψω. Ἱδρύσαμεν τὴν Τράπεζαν ἔχομεν ἤδη μίαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία ἐνασκεῖ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, χωριστή, αὐτοτελής, τελείως ἀνεξάρτητος ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἀκόμη. Διάφορα ζητήματα ἐγεννήθησαν συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζαβιτσιάνου, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Τραπέζης ταύτης ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Βουλῆς· καὶ δευτερεύοντα ζητήματα εἶναι, ἡ ἐξέτασις τῆς κατ’ ἰδίαν πολιτικῆς τόσον τῆς γενικῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῆς πίστεως, ὅσον καὶ τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἡ βάσις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος τελείως. Ὁ κανὼν οὗτος ἀπετέλεσε τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει θεμελιωθῆ ἡ συσταθεῖσα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Εἶναι ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη παρὰ τῆς τότε Βουλῆς καὶ ἀποτελεῖ νόμον τοῦ Κράτους. Ὅρος τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, εἶναι ὅτι θὰ συσταθῇ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τὸ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ὑποδεικνυόμενον. Εἶναι τὸ ἄρθρον 4 ἐν ἀρχῇ τοῦ πρωτοκόλλου. (ἀναγινώσκει). «Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως, .............». Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ἡ ὁποία κατηρτίσθη εἰς τὴν Γενεύην. Ἐγὼ τότε εἶχον ἀφορμὴν ἐκ τῆς διαφωνίας μου, ἀφοῦ δὲν ἀπησχολούμην πλέον μὲ ἔργα Κυβερνητικά, ἀλλὰ ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἀσχοληθῶ εἰδικώτερον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο αἱ συμφωνίαι αὗται καὶ κατηρτίσθησαν τὰ σχετικὰ πρωτόκολλα. Ἐμελέτησα ὅλα τὰ πρακτικὰ τὰ σχετικὰ ὡς πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχεν ἀποστείλει φίλος μου, τὸν ὁποῖον εἶχον παρακαλέσει. Καὶ θὰ ἰδῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα αὐτὴ δὲν ἔγινεν ἔτσι. Δὲν ἐγένετο μία συμφωνία τυχαία, ἀλλὰ μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ ἐπιμονὴν ἐπὶ τῶν διαφόρων ὅρων καὶ μὲ διαφόρους λεπτομερεῖς ἐξετάσεις διατὶ νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ διατὶ ἐκεῖνο. Ὡς δὲ ἀναφέρεται καὶ ἐκεῖ, τὸ ἀρχικὸν σχέδιον εἶχεν συνταχθῆ ἐν Λονδίνῳ καὶ κατόπιν ἀπεστάλη εἰς τὴν δημοσιονομικὴν ἐπιτροπὴν ὅπου ὑπῆρχε μία ὑποεπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, καὶ κατόπιν ἦλθεν ἡ συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχεν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καφαντάρης, καθὼς καὶ οἱ σήμερον διοικητὴς τε καὶ ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης προκύπτει ὅτι ἡ σύμβασις εἰς τὰ ἄρθρα 45–50 καθορίζει τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος, ὑπάρχει δὲ ὅρος, τόσον εἰς τὴν σύμβασιν ὅσον καὶ εἰς τὸ καταστατικόν, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Ἡ Τράπεζα δὲν ὑπάγεται κλπ.». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 50. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τοῦτο, ὅτι δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσι τὰ τῆς Τραπέζης εἰμὴ μόνον δι’ ἀποφάσεως τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἀπόφασις θὰ κυρωθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος. Μάλιστα δὲ ὁρίζονται ὅτι αἱ προτάσεις τὰς ὁποίας κάμνει ἡ συνέλευσις περὶ μεταβολῆς οἱασδήποτε μεταβιβάζονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν διὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψει, δὲν δύναται νὰ μείνῃ εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν ἀμφιβολία ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ ἱδρύθη ὡς αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον σῶμα, εἶναι δὲ ἡ αὐτοτέλεια καὶ αὐτὴ κάτι τι περισσότερον ἀπὸ τὴν αὐτοτέλειαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ πρώτη Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ Ἐθνική, διότι ταύτης ὁ πατὴρ ἦτο τό Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχει ἕνα περιορισμόν, ὄχι ἀπόλυτον κατὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθωσιν οἱ μέτοχοί της καὶ ἡ ἀπόφασις τῶν μετόχων θὰ κυρωθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος. Εἰδικώτερον εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα κανονίζονται αἱ σχέσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ ἐν πρώτοις κανονίζονται αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις, τὶ δύναται νὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν Τράπεζαν σχετικῶς πρὸς τό οἰκονομικὸν ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα δικαιώματα τῆς Τραπέζης, τὸ ἄρθρον 47 ἀναφέρει ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δικαίωμα, ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος θὰ παρίσταται καὶ εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις, καθὼς καὶ εἰς τὰς συνελεύσεις τοῦ συμβουλίου, ἄνευ ψήφου. Θὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ Κράτος, καθὼς εἶναι καὶ ὀρθόν, ἐφόσον εἶναι ἀντιπρόσωπός του, θὰ ἔχῃ δὲ τὸ δικαίωμα ἐναντιώσεως κατὰ τῶν πράξεων τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα καὶ ὄχι τὸ σκόπιμον. Μόνον τὴν νομιμότητα τῆς πράξεως ἐξετάζει ὁπότε ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, ἕν veto· τὸ δὲ δημόσιον ἢ ἀποδέχεται αὐτὸ τὸ veto ἢ δὲν τὸ ἀποδέχεται. Ἐὰν τὸ ἀποδεχθῇ, θὰ λυθῇ ἡ διαφωνία ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ ἕνα ἀντιπρόσωπον τῆς Τραπέζης, ἀπὸ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους καὶ τὸ τρίτον μέλος εἶναι τῆς κοινῆς ἐκλογῆς των ἢ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὕτω πως κανονίζονται αἱ σχέσεις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων μας εἰς τὸ ἄρθρον 49, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Οἱαδήποτε ἑτέρα διαφωνία κλπ.». Τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μὲ ἀπησχόλησεν ὀλίγον, οὐχὶ ὅμως ἐπαρκῶς διὰ νὰ εὕρω τὴν προσήκουσαν λύσιν. Ἀφοῦ ὁ ἐπίτροπος εἰς τοῦτο μόνον δύναται νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἀρνησικυρίαν, αὐτὸ τὸ veto, καὶ μόνον ἐπὶ τῆς νομιμότητος, ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ὑπάρξουν διαφωνίαι τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Τραπέζης. Διὰ γενικωτέραν διαφωνίαν περὶ τοῦ πρωτοκόλλου ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 49, τὸ ὁποῖον λέγει: (ἀναγινώσκει). «Πᾶσα διαφορὰ κλπ.». Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται περὶ διαφωνίας περὶ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ περὶ τῆς συμβάσεως αὐτοῦ, αὐτὴ νομίζω ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ ἂν ἀναφέρεται εἰς ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον, σᾶς εἶπον ἐκ τῆς μελέτης μου δὲν δύναμαι κάτι ἀσφαλές ἢ καὶ ὡρισμένον νὰ συναγάγω. Ἀλλ’ οἱαδήποτε ἑρμηνεία καὶ ἂν δοθῇ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοτελείας, ὑπάρχουν γενικοί τινες ἄλλοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι βάσιν καὶ προϋπόθεσιν τοιαύτης σχέσεως τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν ρυθμιστὴν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι λείπει πᾶσα σχέσις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι: δὲν ἔχομεν καμμίαν διαφοράν, στεῖλε τὸν ἐπίτροπόν σου. Εἶναι σχέσις τοιαύτη ἡ ὁποία κονονίζεται ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς λειτουργίας τοῦ πιστωτικοῦ τούτου ἱδρύματος. Δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἓν πιστωτικὸν ἵδρυμα δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κράτος: Κύριε ἀδιαφορῶ ἂν πηγαίνῃ καλὰ ἡ πίστις, ἀδιαφορῶ ἂν πηγαίνῃ, καλὰ τὸ νόμισμα, ἂν θὰ σοῦ χαλάσῃ ἡ σταθεροποίησις τὶ μὲ μέλλει ἐμένα· ἐγὼ ἀφέντης εἶμαι, κύριος εἶμαι. Αὐτὰ εἶναι τόσον ἀμέσως πηγάζοντα ἐκ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἑνὸς τοιούτου ἱδρύματος καὶ τοῦ Κράτους, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Ἀγγλικὴν Τράπεζαν τὴν Ἐκδοτικήν, ἡ ὁποία εἶναι ὅσον δύνασθε νὰ φαντασθῆτε αὐτοτελὴς καὶ μὲ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγεννήθη ποτὲ ζήτημα ποῖαι πρέπει νὰ εἶναι αἱ σχέσεις της μὲ τὸ Κράτος. Πάντοτε εἰς τὰ μεγάλα ζητήματα ὑποθέτω ὅτι δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπέρχεται πλήρης συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἄλλως τε ὅλη ἡ ἱστορία ἡ Ἑλληνικὴ τῆς σχέσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μετὰ τοῦ Κράτους τοῦτο ἀποδεικνύει. Καὶ παρ’ ἡμῖν πρὶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ἐκδοτική, ἦτο τελείως ἀνεξάρτητος· μάλιστα ἀκόμη περισσότερον ἀνεξάρτητος ἦτο ἡ Ἐθνικὴ πρίν, διότι οἱ διοικηταί της δὲν ἐξελέγοντο καθόλου ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, ἐνῷ σήμερον τοῦτο ἔχει καὶ ἕνα περιορισμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, διότι λέγει, ὅτι τὸ Κράτος ἐγκρίνει τὸν διοικητήν, ἐνῷ παλαιότερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρ’ ἡμῖν δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοιαύτης ἐγκρίσεως. Μεταγενεστέρως εἰσήχθη ἡ ἔννοια τῆς ἐγκρίσεως, ἡ ὁποία ὡς εἶχε διατυπωθῆ τότε ἔχει ταύτην τὴν διαφορὰν μὲ τὸ σημερινὸν καθεστὼς ὅτι ἐκεῖ ἠδύνατο νὰ ἀνακληθῇ καὶ ἡ δοθεῖσα ἔγκρισις ἐνῷ κατ’ αὐτὸ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διορισμὸν καὶ διὰ τὴν πρώτην πενταετίαν αὐτοὶ δὲν ἀνακαλοῦνται. Μετὰ ταῦτα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι τὴν Τράπεζαν ἠθέλησε τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ μὲ ὅσην δυνατὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰμὴ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἀδιαφορήσῃ ἂν μάθῃ ὅτι γίνονται ἐγκλήματα. Δὲν θὰ ἀδιαφορήσῃ, θὰ ἐπέμβῃ ἡ ποινικὴ ἐξουσία.
§175Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτό;
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα τὰ ὅρια τὰ ἐκ τοῦ νόμου τιθέμενα δὲν ἔχουσιν ἀξίαν. Τὰ ὅρια ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς συναισθήσεως καὶ συνειδήσεως τὴν ὁποίαν ἔχουν τόσον ὁ διευθύνων τὴν Τράπεζαν ὅσον καὶ ὁ κυβερνῶν τὸ Κράτος περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς ἀποστολῆς τὴν ὁποίαν ἔχουν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους. Βέβαια, θὰ κατηγορήσω ἀπολύτως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ θὰ εἴπῃ: «διώρισε τὸν τάδε ἢ παῦσε τὸν τάδε». Δὲν θὰ κατηγορήσω ὅμως αὐτόν, θὰ εἴπω ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον του ὅταν εἴπῃ: «μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν ποὺ κάνεις μᾶς πᾶς κατὰ διαβόλου». Τώρα τὰ ζητήματα τῆς διαχειρίσεως δὲν ὑπάγονται κατὰ κανόνα εἰς ἔλεγχον, ἀλλὰ τὸ Κράτος θὰ παρακολουθήσῃ αὐτὴν τὴν διαχείρισιν, καὶ ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ διὰ τίνα λόγον; Διότι μολονότι ὁ διοικητὴς καὶ ὑποδιοικητὴς κατὰ τὴν πενταετίαν εἶναι ἀνέκκλητοι, θὰ παρακολουθήσῃ διὰ νὰ ξέρῃ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεώς των διότι μπορεῖ νὰ ξαναεκλεγοῦν καὶ τότε νὰ εἰπῇ ὅτι: δὲν δίδω τὴν ἔγκρισιν. Ἂν δὲ φθάσουν νὰ κάμουν ἕνα καταστατικὸν ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ λέγουν ὅτι κάθε μῆνα θὰ διπλασιάζουν τὸν μισθόν, νὰ τοῦ εἰποῦν: «νὰ τὰ δώσῃς αὐτὰ ἀπὸ τὸ σπῆτι σου, διότι ἐγὼ θὰ σὲ πετάξω καὶ ἂς φωνάζῃ ὅποιος θέλει. Θὰ σὲ παρακολουθῇ ὁ ἀντιπρόσωπός μου, τὸν ὁποῖον ἔχω νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις σου, διότι ἂν καὶ ἀνθίσταται μόνον ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, παρακολουθεῖ ὅμως ἐν γένει τὰ γινόμενα καὶ μὲ κρατῇ ἐνήμερον, ἔχω δὲ οὕτω τὴν ἐπαφήν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπαφῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἔχω μὲ τὰ διοικοῦντα πρόσωπα». Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως ἀντιλαμβάνομαι τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης μετὰ τοῦ Κράτους εἶναι ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνεξαρτήτως τῆς σοβαρότητος τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν πίστιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, εἶναι τοιαῦτα ὥστε ἂν καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ μικρὰ δύνανται ὅμως νὰ ἐπιδράσωσι ἢ ὁπωσδήποτε νὰ κλονίσωσι τὴν πίστιν πρὸς τὸ ἵδρυμα· καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἁπλῶς καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ νὰ διασκεδάσῃ αὐτὰ ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι εἶναι ὕψιστον καθῆκον τῶν διοικητῶν νὰ μὴ θελήσωσι νὰ μείνῃ τίποτε τὸ κενόν, διότι καὶ ἂν ἀδιαφορῶσι περὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν ὑπολήψεως δὲν δύνανται νὰ ἀδιαφορῶσι περὶ τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας αἱ τοιαῦται πράξεις δύνανται νὰ ἔχουν ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος. Διὰ τοῦτο θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπὸ τῆς τελευταίας αὐτῆς ἀπόψεως θὰ εἶχεν ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ μάλιστα παρὰ τριῶν μελῶν τῆς ἀντιπροσωπείας προήρχοντο τοιαῦται αἰτιάσεις, νὰ δώσῃ ἐπαρκεῖς πληροφορίας εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦτο δὲ ἀπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἤρτητο μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ἀπέναντι τῶν ἐρωτώντων καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς —διότι ἀληθῶς ὁ ἔλεγχος ἐδῶ θὰ γίνῃ καὶ δέον νὰ περιορισθῇ μόνον μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ· διότι ἂν φέρωμεν τὸν ἔλεγχον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ πρόσωπα τῶν διοικητῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ συζητῶμεν καὶ κατηγορῶμεν ἀπόντας, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἐπιτρεπόμενον.— Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ ἔχῃ πλήρεις καὶ σαφεῖς τὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ τούτων. Κατόπιν δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὤφειλε νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θά διεσκέδαζε τὰς ἀντιθέτους πληροφορίας, ἢ ἄν ἦσαν βάσιμοι θὰ ἐκανόνιζεν τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Αὐτὸ νομίζω ἦτο τὸ ὀρθόν, οὐχὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ ἐκ τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι πρέπει νά διέπουσι ζητήματα τοιαύτης φύσεως τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἐνῷ φαίνονται ὅτι ἔχουν ἐντελῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα δύνανται νὰ ἀσκήσωσι μεγίστην ἐπίδρασιν, διότι αὐτὰ τὰ καταστήματα πρέπει καὶ αὐτοὶ οἱ διοικοῦντες καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν κοινωνίαν νὰ τὰ προφυλλάττωμεν ἀπὸ ἀδίκους ἐπιθέσεις, ὅπως καὶ αὐτὰ ὀφείλουν νὰ προφυλάττωσιν ἑαυτὰ ἀπὸ πάσης πράξεώς των ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀσκήσῃ σπουδαιοτάτην ἐπίδρασιν. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου σχετικῶς πρὸς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων αὐτῶν. Τώρα τὰ περαιτέρω ζητήματα ἐπὶ τῆς οὐσίας θά μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως μὲ σοβαρὰ ἀποτελέσματα, ἢ μὲ ἀποτέλεσμα οἱανδήποτε ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Μὲ μικρὸν ἢ μεγάλον τόκον κ.λ.π. Μὰ γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ ἐπίδρασις τοῦ τόκου καὶ τοῦ μεγέθους αὐτοῦ; Ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὸ ζήτημα, δὲν καταλήγουν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπίσης ἄν καλῶς ἢ κακῶς ἔχῃ ἐπίδρασιν ἡ Τράπεζα, ἄν τὸν τόκον καλῶς μεταχειρίζεται ἢ ὄχι. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν ἑκάστοτε συγκεκριμένων περιστάσεων, καὶ τόσον πολὺ ὥστε νὰ εἶναι ἠναγκασμένη μία Τράπεζα νὰ κάμῃ ἄλλην χρῆσιν αὐτῶν ἀπὸ τήν μίαν ἑβδομάδα ἢ καὶ ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην. Ἄλλωστε φρονῶ ὅ,τι τὰ τοιαῦτα ζητήματα μόνον μὲ μίαν ἰδιαιτέραν συζήτησιν θὰ ἠδύναντο νὰ κανονισθοῦν, παρὰ ἐδῶ διὰ δημοψηφίσματος τῆς Βουλῆς. Δύο παρατηρήσεις θὰ ἤθελα νὰ κάμω ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν μόνον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Πολιτικῆς Ἑνώσεως κατηγόρησεν ὅτι ἡ Τράπεζα κάμνει ὑπερβολικὰς δαπάνας καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει ὑπερβολικὰς δαπάνας, τοὐναντίον ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας ἐκδοτικὰς τραπέζας μεγαλειτέρων Κρατῶν ἔχει ὀλιγωτέρας δαπάνας. Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι ἡ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν ἐξέτασιν, ἐπαρκῶς τοὐλάχιστον, ἴσως θὰ ἐνόμιζε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὰ διάφορα ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν· ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἄν καλῶς ἢ κακῶς ἔγινεν ἡ αʹ ἢ ἡ βʹ δαπάνη, διότι τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ μόνον προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἔλθουν ἐδῶ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ τὰ θίξω. Θέλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συμπέρασμά του ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας τραπέζας ἐκδοτικὰς ἔχει τὰς ὀλιγωτέρας δαπάνας. Ἐν πρώτοις ἀνέφερε διαφόρους ἄλλας τραπέζας, κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ, τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, Γερμανίας, Πολωνίας, καὶ λέγεται ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶχε κατὰ μὲν τὸ 1928 ποσοστὸν γενικῶν ἐξόδων 28.44, καὶ κατὰ τὸ 1929 29.34. Ἐν πρώτοις νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει ἕνα λάθος ἴσως λογιστικόν, ὅταν ἀναφέρῃ ὅτι κατὰ τὸ 1929 εἶναι 29.34.....
§177Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκαθαρίστων;
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. .. ἐνῷ δὲν εἶναι τόσον. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἔχω ἐδῶ τὸ 1929 τὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης ἀνέρχονται εἰς 115.986.291 δραχμάς, ἀπὸ αὐτὰ πρέπει νὰ ἀφαιρέσετε τὸ ποσὸν τῶν 4.254.131 τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τόκους καταθέσεων Τραπεζῶν· ἑπομένως σᾶς μένει τὸ ποσὸν τῶν 111 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ ἀπέναντι πόσων κερδῶν; Τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης ἀνέρχονται εἰς 225.534.000 περίπου· ἂν λογαριάσωμεν τὰ 111 πρὸς τὰ 225 ἑκατομμύρια τῶν κερδῶν εἶναι 50%.
§179Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν;
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν.
§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει: Δὲν νομίζετε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς τόκους καταθέσεως Τραπεζῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσετε ἐπίσης 27 ἑκατομμύρια, ἀξία ὁλικὴ τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσῃ διὰ πολλὰ χρόνια; Ἀκόμη θὰ προσθέσω καὶ τῶν ἀκινήτων 2.643.000 καὶ τῶν ἐξόδων ἐγκαταστάσεως. Πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσετε ὅλα ὡς δαπάνας.
§182Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠσχολήθην εἰς λεπτομερείας εἰς τὸ λογαριασμόν, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ τραπεζογραμμάτια δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ 2.000.000.000, ὅσα θέλει.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι τυπωμένα τραπεζογραμμάτια. Φαίνεται ὅτι ἔχομεν πολλά, διὰ 5–6 χρόνια.
§184Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπήραμε τὸ ὑλικό, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἕτοιμο, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀκριβοπληρώσαμε. Ἑπομένως ὅλα αὐτὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ λογισθοῦν ὡς δαπάναι. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη ὁ ἰσολογισμός, ἀλλὰ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐταὶ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν ἰσολογισμόν.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει ἐπίσης νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει μίαν διαφορὰν οὐσιώδη, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Θὰ ἰδῆτε ὅτι αἱ ἄλλαι Τράπεζαι δὲν θέτουν ὅλο τὸ κάλυμμά των εἰς ἐκμετάλλευσιν, τρόπον τινά· αὐτὸ εἶναι εἰς χρυσόν, καὶ μένει εἰς τὰ ταμεῖα των. Ἔχω λάβει τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς. Ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας... (ἀναγινώσκει).
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς) Μοῦ ἐπιτρέπετε; Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἐσταθεροποίησαν τὸ νόμισμά των δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις διατηρήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται καὶ μέρος τοῦ καλύμματος ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ συνάλλαγμα χρυσῆς βάσεως. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἡ παρατήρησίς σας εἶναι πολὺ σημαντικὴ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν....... Προσέξατε ὅμως καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, μίαν ἄλλην ἄποψιν τοῦ πράγματος Ἡμεῖς ὀφείλομεν πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ τὰ 37 δισεκατομμύρια. Τὶ τόκον πληρώνομεν δι’ αὐτὸ τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Γιὰ πολλὰ μισό, γιὰ ἄλλα ἕνα, καὶ γιὰ ἄλλα δύο. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἡ ἰδική μας στερεῖται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοῦ ἐνεργητικοῦ της τὸ ὁποῖον τῆς τὸ ἐδώσαμεν ἐξ ἀνάγκης, στερεῖται κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἀνήρχοντο κατ’ ἔτος εἰς 240.000.000 δραχμῶν.
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν κάνετε αὐτὸν τὸν ὑπολογισμόν, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ποσά τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ Κράτος, ἦσαν ἀποτέλεσμα τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου καὶ ἑπομένως ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ πάρῃ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς 6.000.000.000.
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν τὸ ἐπικρίνω ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, ὅτι μετεβιβάσαμεν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν αὐτὸ τὸ ποσόν, ἀλλὰ λέγω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς σας παρατηρήσεως, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται τοὐλάχιστον διὰ τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Ἀπέναντι αὐτοῦ συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ ἔχει ἕνα ἐνεργητικὸν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται...
§189Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἀλλ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ πολυειδῶς κακῶς.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλαττώνει τὸ εἰσόδημα.
§191Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐνεργεῖ καὶ ἄλλως κακῶς, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν ἡ Γερμανία εἶχε τὰ εἰσοδήματα αὐτά, τὰ ἔξοδά της θὰ κατέβαιναν εἰς τὰ 40%.
§192Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Γερμανία δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν.
§193Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἰδικήν της τὴν δουλειὰ τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Τράπεζα ὡς Ἐκδοτική, τὶ σᾶς μένει ἄν ἀφαιρέσετε ὅτι λαμβάνει ἀπὸ τὰ 2.474.000.000 τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸ ἐξωτερικόν, 85.500.000 εἰς τόκους; Ἀπὸ τὰ 225.000.000 ἀφαιρέσατέ τα αὐτὰ καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι μένουν 25.000.000 δαπάναι. Αὐτὰ τὰ 25.000.000 εἶναι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης. Τώρα θὰ μοῦ εἴπετε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀποτελέσματα τῆς συνθέσεως τῆς Τραπέζης· καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπον ὅτι τὸ κάμνει ἐξεπίτηδες. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως καὶ τὸ λέγω ὄχι διὰ νὰ τὴν κατηγορήσῃ κανεὶς ἀλλὰ διότι ἔτσι ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ πράγματα. Καὶ μάλιστα σᾶς λέγω ὅτι χάρι τῆς ἐκάναμε διότι ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τῆς ἐδίδαμεν εἰς βάρος της τὰ 2.000.000.000 δὲν τῆς τὰ ἐδώσαμε ἀλλά τὰ κρατήσαμε εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ 2.000.000.000 καὶ πληρώνομεν καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην. Καὶ εἰς τὸ τέλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα τῆς ἐδώσαμεν καὶ μᾶς παρουσιάζει 25. ἑκατομμ. διὰ τοὺς μετόχους καὶ διὰ τὴν μετοχὴν τοῦ Κράτους, σᾶς λέγω ὅτι ἀφοῦ ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νά σᾶς ἐφιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτου ἵνα αὐτὸ τὸ ἵδρυμα τὸ ὑπάρχον καὶ δυνάμενον νὰ μεταβληθῇ, νά ἴδωμεν πῶς θὰ γίνῃ καλλίτερον. Διότι πρέπει νὰ σᾶ εἴπω, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Γερμανίας ἔχει 420 ὑποκαταστήματα ἐνῷ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔχει δύο.
§194Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φρονεῖτε ὅτι τά ὑποκαταστήματα εἶναι παθητικά;
§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι. Εἶναι καὶ παθητικὰ ὅμως μέχρις ὡρισμένου σημείου.
§196Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐξάνουν τὰ κέρδη. Ἄν ἦσαν παθητικά τὰ ὑποκαταστήματα, ἀλλοίμονον.
§197Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Αὐξάνουν τὰ κέρδη ἀλλ’ ὄχι ἀναλόγως.
§198Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν βγάζω συμπεράσματα. Ἐφιστῶ μόνον τὴν προσοχήν σας, κ. ὑπουργέ, ὡς ἁρμοδίου νὰ μὴ λάβετε ὑπ’ ὄψει ἔτσι τὰ κέρδη καὶ νὰ τὰ ὑπολογίζετε χωρὶς νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει ὅλους τοὺς παράγοντας, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ ὅταν θὰ ἔχετε τοῦτο ὑπ’ ὄψει τότε θὰ ἔλθῃ τὸ ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη καὶ ἀπὸ τὸν κύριον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὡς καὶ ἀπὸ τὸν θέσαντα τὴν ἐπερώτησιν, τὸν ἀρχηγὸν τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ἐὰν ἡ Τράπεζα οὕτως εὑρισκομένη δύναται νὰ γίνῃ ὁ πραγματικὸς ρυθμιστὴς τῆς πίστεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς κινήσεως τοῦ τόπου. Διότι ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ κῦρος τὸ ἱκανόν, τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὅτι δύσκολα θὰ καταστῇ τοιοῦτος ρυθμιστής. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος προχθὲς εἴπατε, νομίζω ὅτι τὸ εἶπε καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν παρατήρησίν του, ὅτι «τὶ ἔλεγεν ὁ ἐπερωτῶν κύριος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅτι δὲν ἀνεβάζει ἢ κατεβάζει τὸν τόκον». Ἡ ὕψωσις ἢ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν κύριον ρόλον ἔχει νὰ παίξῃ εἰς τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ χρυσοῦ, νὰ διώξῃ χρυσὸν ἢ νὰ φέρῃ. Ἀλλ’ ὅπως ὀρθῶς παρετηρήσατε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι διότι πηγάζει ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ αὐξομείωσις τοῦ τόκου κυρίως δὲν παίζει κανένα ρόλον ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν ἰδικήν μας Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν.
§199Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σχεδόν.
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ βγάζω καὶ τὸ σχεδὸν. Ἐνῷ ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς τὰ ἄλλα μέρη, εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, εἰς τὸ Παρίσι, 1½% ἐπάνω κάτω.
§201Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λοιπὸν τοῦτο τὸ σημεῖον εἶναι ἐπίσης ἄξιον προσοχῆς, διότι ἐφόσον δὲν ἔχει τὸ κύριον ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κανονίσῃ τὴν συσσώρευσιν ἢ τὴν μὴ συσσώρευσιν τοῦ χρυσοῦ, εἶναι ἕνα οὐσιῶδες ἐλάττωμα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς περαιτέρω λεπτομερείας ἀφοῦ νομίζω, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν μποροῦμε ἐν ὅλῃ τῇ ἀνέσει καὶ ἐν ὅλῃ τῇ σωφροσύνῃ, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα, νὰ τὰ λύσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γενικότης ὅλων τῶν ζητημάτων εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα περιεστράφη, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως γενικώτερον, νὰ εἰπῇ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται αὐτὰ νὰ ρυθμισθῶσιν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἐλαττωματικὸν εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἵδρυσίν της ἡ Τράπεζα ἐπεβαρύνθη μὲ παθητικὸν καὶ δὲν εἶχεν ἐπαρκὲς ἐνεργητικόν. Αὐτὸ ἦτο καὶ τὸ κύριον ἔρισμα τὸ ἰδικόν μου τὸ ὁποῖον εἶπα, ὅτι ἐκάματε ἓν τμῆμα μέσα εἰς τὴν Ἐθνικὴν καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίζουν τὴν πίστιν καὶ τὴν κυκλοφορίαν ἐν γένει. Τώρα βεβαίως εἴχατε καὶ ἔχετε δυσχερείας νὰ φθάσετε ἐκεῖ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀπευκταῖον. Καὶ νομίζω ὅτι ἐπέδρασαν ἄλλαι σκέψεις, ὄχι βεβαίως ἄλλα πρόσωπα. Ἔξω ἐθεώρουν ὅτι αὐτὸς εἶναι τύπος, δὲν πᾶτε καὶ σεῖς τὸ καλοῦσι. Διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν τότε εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπου ἐλέχθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ περισσότερον κάλυμμα διὰ νὰ ἔχωμεν περισσότερον διαθέσιμον ρευστόν, καὶ τότε ὑπεστηρίχθη ἐκεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν 4.000.000 λίρες ἀντὶ τῶν 3.000.000. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ αὐξήσουν εἰς τὰ 10, ἀλλὰ λέγει ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ δανείου διὰ τὰ ἐλλείμματα εἰς τὸ ποσὸν μόνον τῶν 2.000.000 λιρῶν. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ἄλλο τί, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐξ αὐτῆς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ ἐκ τῆς ἱδρύσεως καὶ δύο ἄλλων Τραπεζῶν Ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὸ 1927 εἴχομεν μίαν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ τώρα ἔγινε μία Ἐθνικὴ καὶ μία Ἐκδοτικὴ καὶ μία Κτηματικὴ καὶ μία Ἀγροτική. Θὰ μοῦ εἰπῆτε: δὲν εἶναι χρήσιμον; Βεβαίως εἶναι χρήσιμον καὶ ὅπου βεβαίως εἷς κλάδος ἁπλοποιεῖται ἀπὸ τὰ ἄλλα τὰ πλησίον τόσον αὐξάνεται. Ἅμα μία Τράπεζα ἔχει ὅλους αὐτοὺς κλάδους, δὲν μπορεῖ νὰ αὐξηθῇ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι μὲ τὰς αὐξήσεις ταύτας αὐξάνουν καὶ τὰ ἔξοδα καὶ ἐὰν ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα ἕνα φίλον μου νὰ μοῦ κάνῃ εἶναι ἀκριβής, μεταξὺ τοῦ 1928–1929 ἀναλόγως τῶν καταθέσεων πηγάζει μία διαφορὰ ἐξόδων 89 ἑκατομ. Ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων πρὶν ἢ γίνουν αἱ Τράπεζαι, αἱ Τράπεζαι καὶ τῶν 4 εἰδῶν, ἡ ὁποία προκύπτει εἶναι περὶ τὰ 89 ἑκατομ. Ἐὰν λάβετε τὰ 89 ἑκατομ. καὶ ὑπολογίσετε τὸ κυκλοφοροῦν χρῆμα, θὰ ἰδῆτε μία αὔξησιν σχεδὸν 2% εἰς βάρος τοῦ τόπου. Ἐὰν ἔχωμεν λοιπόν, μίαν τοιαύτην αὔξησιν, αἰσθάνεσθε πόσον πλήττεται ἐν γένει πλέον ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία, τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία. Ὁ τερματισμὸς ὅλων αὐτῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον δὲν ἐπετρέπετο. Ὀφείλω καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν νὰ τὴν συστήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα, ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ μελετήσωσι τὰ τραπεζητικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶλλον ἐμοῦ ἀναγνωρίζητε βεβαίως καὶ αἰσθάνεσθε ἀκόμη περισσότερον ποίαν ἐπίδρασιν ἔχουν μάλιστα εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ βίου τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ διὰ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν. Ἔχω κανένα φάρμακον νὰ σᾶς προτείνω; Δὲν ἔχω φάρμακον. Μπορεῖ μὲ μίαν εὐρεῖαν συζήτησιν νὰ φθάσωμεν εἰς κἄποιον ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ σκέψεις ἔχω καὶ ἐγὼ ἐν νῷ ἀρκοῦμαι δὲ νὰ κάνω τὰς παρατηρήσεις μου ἐκ τῶν ὁποίων ὡδηγήθην εἰς τὸ νὰ εὑρίσκω ὅτι κἄτι ἄλλο χρειάζεται νὰ κάμωμεν καὶ νὰ τὸ ἀναζητήσωμεν. Ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς μεγάλου οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ διὰ πολλὰς ἀπόψεις. Διότι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὰς δυσχερεῖς εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν καὶ τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ διὰ τὸ ἐμπόριον τὴν βιομηχανίαν καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι θὰ εἶχεν ἀκόμη μεγαλειωδεστέραν παράστασιν ἐὰν ἔμενεν ὅπως ἦτο πρίν. Ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν ὅπως ἦτο πρίν; Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συγκολλήσωμεν πάλιν τὰ δύο ἱδρύματα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τέλους πεισθῇ καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, δὲν τὸ ἠξεύρομεν. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ κάμουν ἄλλοι αὐτά. Θὰ χρειασθοῦν τότε, ὄχι ἡμεῖς μόνον, ἀλλ’ ἄλλοι ἐμπειρότεροι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Σήμερον νομίζω ἐψηφίσαμεν σχετικὸν νομοσχέδιον, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον. Ἐὰν εἴχομεν ἕνα ὀργανισμὸν μέγαν τόσον, ὅσον ἦτο ὁ παλαιὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.....
§203Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ὀργανισμὸς ὑφίσταται ὑπέρποτε ἰσχυρὸς σήμερον.
§204Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι εἶνε ἰσχυρός. Δὲν ἐννοῶ οὔτε θέλω νὰ παρεξηγηθῶ οὔτε ἀφίνω τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἀποτελεῖ ἰσχυρότατον ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς περιποιεῖ τιμὴν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διότι ἔχει ἕνα τοιοῦτον ὀργανισμὸν καὶ ἀκόμη διότι ἀποτελεῖ μίαν ἑδραίαν ἀσφάλειαν διὰ τὴν Χώραν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἤγειρε πολλὰ ζητήματα. Καὶ τὸ πρῶτον ποὺ ἠγέρθη εἶναι τὸ ἂν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἂν εἶναι ἑπομένως ἡ Τράπεζα ὑπόχρεως, ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν βουλευτῶν νὰ παρέχῃ στοιχεῖα σχετικὰ πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν συνάδελφόν μου ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος συνεφώνησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος Κοινοβουλευτικὸς καὶ δι’ ἄλλους πολλοὺς λόγους καὶ διότι κυριώτατα κατ’ ἐμὲ, τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλίου ἐπιβάλλει τοῦτο. Διότι ἐὰν θὰ ἐδεχόμεθα τὴν ἄσκησιν τοιούτου ἐλέγχου, θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ τρομερὸν θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσίαζεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ὅταν εἷς ἐκ τῶν ἀγαπητῶν μου φίλων βουλευτῶν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ διετύπωσεν ἀφελέστατα τὸ πικρότερον παράπονον: «Ἐπῆγα καὶ ἐγώ μία φορὰ καὶ ἐζήτησα νὰ μοῦ διορίσουν ἕνα πατριώτην καὶ δὲν μοῦ τὸν διώρισαν. Πῶς θέλετε νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν διοίκησιν;» Αὐτὸ τὸ θέαμα πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸ ἀποφύγωμεν καὶ αὐτὸς ὁ λόγος ἴσως θὰ ἦτο ἀρκετὸς διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κάμωμεν τὴ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ ἀπολύτως τὴν ἀντίληψιν τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης οἵα διετυπώθη εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἀπήυθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης νομίζει ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία της εἶναι τοιαύτη, ὥστε κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἴπῃ τίποτε ἐφ’ ὅσον δὲν τῆς λέγῃ ὅτι κάμνει μίαν παρανομίαν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης· καὶ δὲν τὸ πιστεύω λέγω διότι θὰ ἦτο ἀντίληψις ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, καὶ δεύτερον διότι ἡ ἰδία ἡ Τράπεζα ἡ ὁποία ἠρνήθη πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς στοιχεῖα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ ἰδία ἡ τράπεζα ὑπευθύνως ἔδωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν κ. βουλευτήν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ σημαίνει ἂν ὄχι ἀμέσως ἀλλ’ ἐμμέσως, ὅτι ἡ Διοίκησις ἀναγνωρίζει ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ὡρισμένου θέματος ἔχῃ ἀντιρρήσεις εἶναι εἰς θέσιν νὰ κινήσῃ τὸ ζήτημα ἀπέναντι τῆς τραπέζης. Ὀρθῶς ὅμως κατὰ τὰ λοιπὰ ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ πληροφορίας ζητουμένας ὑπὸ βουλευτῶν διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς στοιχεῖα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§207Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸν ὑπουργὸν ὤφειλε νὰ τὰ δώσῃ.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν ὑπουργὸν τὰ ἔδωσε. Τώρα θὰ προσθέσω περαιτέρω ὅτι δὲν ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ἐμελέτησεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ ἑπομένως δὲν τολμῶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὸ πρωτόκολλον, ἡ ἰδέα μου εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖ αὕτη ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ παρατηρήσεις εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν διὰ τὰς κατ’ ἰδέαν ἐνεργείας, διὰ τὴν σκοπιμότητα τῶν κατ’ ἰδέαν ἐνεργειῶν της. Αὐτὸ θὰ ἀναιροῦσε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ δὲν ἠμποροῦσε παρὰ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ζημίας. Ἀλλ’ ὅπως ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὸ διοικητικὸν δίκαιον, τὸ Γαλλικὸν ἰδίως ἡ ἔννοια τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας ἡ ὁποία ἤνοιξε τὴν ὁδὸν τῆς ἀκυρωτικῆς ἀγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὁ παραπονούμενος προσβάλλων μίαν πρᾶξιν τῆς διοικήσεως λέγει ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι μὲν κατὰ τύπον καὶ κατὰ τὴν ἐξωτερικήν της ἐμφάνισιν νόμῳ ἀδιάρρηκτος ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἀποτελεῖ κατάχρησιν ἐξουσίας, διότι δὲν ἠσκήθη ἡ διοικητικὴ ἐξουσία εἰς τὴν προκειμένην πρᾶξιν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐξυπερετήσῃ ἀλλὰ πρὸς ἄλλους σκοποὺς ξένους. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὁσάκις πρᾶξίς τις τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐξωτερικῶς ἐμφανιζομένη ὡς νόμιμος ἤθελε τυχὸν θεωρηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀποτελοῦσα κατάχρησιν ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν ἐνέργειάν της. Βέβαια δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ἀντιλήψεις της ἀπ’ εὐθείας. Τὸ πρωτόκολλον καὶ ἡ σύμβασις ἡ κυρωθεῖσα, ὑποθέτω, θὰ προβλέπουν πῶς λύονται αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀνοίγεται αὐτὴ ἡ ὁδός. Περαιτέρω ὅμως ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν καὶ τραπεζητικὴν καὶ τὴν νομισματικὴν πολιτικὴν τῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσπαθοῦμεν ἀκριβῶς νὰ μὴ θίξωμεν, διότι εἶναι ἰδικόν μας συμφέρον, παρ’ ὅλην τὴν ἀνεξαρτησίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δύναται νὰ ἀσκῆται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις, τοὐλάχιστον ἐπὶ μακρὰ χρόνια. Δὲν εἶναι δυνατόν, θὰ ἦτο ἀνωμαλία ἀφόρητος· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ, νομίζω ὅτι προβλέπεται τρόπος λύσεως τῆς διαφωνίας, μολονότι κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἂν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἀληθῶς ἀντιπροσωπευτικὴ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἡ ὁποία θὰ ἐνέμμενε εἰς τὰς ἀντιλήψεις της θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον διὰ τὴν Τράπεζαν καὶ ἄνευ διεξαγωγῆς τῆς προβλεπομένης διαιτησίας νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἰδικάς της ἀντιλήψεις. Καὶ ἂν θέλετε νὰ σᾶς δώσω ἕνα πρόχειρον παράδειγμα, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ τοῦ Σὰχτ τοῦ διοικητοῦ τῆς Γερμανικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἐλθὼν τελευταίως εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς Κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παραδοχῆς τοῦ σχεδίου Γιοὺγκ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν.
§209Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρῃτήθη ὁ Σάχτ. Αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες παράδειγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι κανονίζει τὰς σχέσεις ὅπως εἶπον προηγουμένως μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης. Δὲν ἠμπορεῖ ἕνας διοικητὴς ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν νὰ μείνῃ· τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ θίξῃ τὴν κυριαρχίαν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ αὐτὸς πρέπει νὰ παραιτηθῇ.
§210Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε ὅτι ὁ Σὰχτ ἦτο ἠσφαλισμένος εἰς τὴν θέσιν του κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνάλογον μὲ τοὺς ἰδικούς μας διοικητὰς, διότι καὶ ἐκεῖ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶχεν ἱδρύσει τὴν Τράπεζαν καὶ διορίσει τὸν διοικητήν. Λοιπὸν βλέπετε δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον...
§211Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦ Σὰχτ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι ἀνεξάρτητος ἀλλ’ ὄχι αὐτεξουσία;
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Δὲν θέλω νὰ μπῶ εἰς τὰς λέξεις αὐτάς, τῶν ὁποίων ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς δὲν γνωρίζω ποῖος ἠμπορεῖ νὰ εἶναι. Προτιμῶ καλλίτερα νὰ ὁμιλήσω ἀναλυτικῶς, ὅπως ἀνέπτυξα τὴν γνώμην μου νὰ περιορισθῶ εἰς αὐτήν. Ἀλλά, τέλος πάντων, ἔγινε κακῶς κατ’ ἐμὲ ἔλεγχος τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἔγινεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὅπως εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶναι κτῆμα τῆς Βουλῆς. Τὸ μόνον εἶναι, ὅτι ἠθέλησε τὸ κτῆμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς νὰ παύσῃ νὰ εἶναι κτῆμα τῆς μόλις αὐτὸς ὡμίλησεν.
§213Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐγίνετο συζήτησις καὶ νὰ μὴ εὑρισκόμην καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς εἶναι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἅπαξ ἔγινε μία συζήτησις, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν χωρὶς νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα ἀπάντησις ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἤδη ὁ συνάδελφός μου, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἀλλὰ ἐνόμισα ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ μὴ ἐπανέλθω ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς ἤλεγξεν δριμύτατα τὴν σπατάλην τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται κατ’ αὐτὸν εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων της. Εἶπεν λοιπόν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει 2300 ὑπαλλήλους ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα 953, καθ’ ἣν στιγμὴν Ἐθνικὴ ἔχει 90 ὑποκαστήματα, ἐνῷ ἡ Ἐκδοτικὴ μόνον 4 ἢ 5. Ἐγὼ κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ σύγκρισις πρέπει νὰ γίνῃ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἐκδοτικὴ εἰς τὸ Κεντρικὸν κατάστημα καὶ τὰ 4 ὑποκαταστήματα καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἐθνικὴ εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημά της καὶ εἰς ἀντίστοιχα ὑποκαταστήματά της, δηλαδὴ Καβάλλας Πειραιῶς Θεσσαλονίκης καὶ Πατρῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύγκρισις ἡ σωστή. Λοιπὸν εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημά της καὶ τὰ 4 ὑποκαταστήματά της ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει 1301 ὑπαλλήλους, ἡ δὲ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔχει 953 ὑπαλλήλους. Σημειωτέον ὅτι εἰς τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἔχω, καὶ ὁ ὁποῖος μοῦ ἐδόθη ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ εἶναι ἐπίσημος, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑποκαταστήματος Καβάλλας σημειοῦται μὲ τὸν ἀριθμὸν 39, ὁ ὁποῖος ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν 90 τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας.
§215Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνει τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν· διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον πληροφορίας ἐκ τῆς Τραπέζης.
§216Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Συμπεριλαμβάνονται ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν ἀφοῦ συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ κλητῆρες ἀκόμη. Διὰ νὰ μὴ προκύψῃ οὐδεμία συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ποὺ ἔδωσα, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναγράφονται εἰς τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον θὰ καταθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν κάθε ἕνα ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ τὸν μεταχειρισθῇ, σημειοῦνται εἰς τὸ κατάστημα τὸ κεντρικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 969 ὑπάλληλοι. Ἐκ τούτων ὅμως οἱ 896 ὑπηρετοῦν πράγματι εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα, εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Λουδοβίκου καὶ εἰς τὸ παράρτημα τῆς Μητροπόλεως — βέβαια θὰ ἀναγνωρίσετε πιστεύω ὅτι καὶ αὐτό εἶναι κεντρικὸν κατάστημα — Μάλιστα ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πρακτορεῖα εἰς τὴν Καλλιθέαν, Παγκράτι, Ἰωνίαν. Αὐτὰ δὲν τὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν καὶ πάγιον προσωπικόν. Ὁπωσδήποτε, δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν παρὰ μόνον τοῦ παραρτήματος τῆς Μητροπόλεως 68 ὑπαλλήλους. Τώρα ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἀνέφερεν ὡς ἀπόδειξιν τοῦ ὑπερόγκου τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκδοτικῆς ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς προεξοφλήσεως ὑπηρετοῦν 25 ὑπάλληλοι, ἐνῷ εἰς ἀντίστοιχον ὑπηρεσίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπηρετοῦν πολὺ ὀλιγώτεροι, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας βουλευτήν. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς προεξοφλήσεως περιλαμβάνει εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τὰ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν χωριστὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ἐθνικήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ τμῆμα προεξοφλήσεως τῆς Ἐθνικῆς ἔχει 9 ὑπαλλήλους εἰς τὸ κεντρικὸν καὶ 5 εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Μητροπόλεως, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 14, χωρὶς νὰ προσθέσω εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς προεξοφλήσεις ἐν Καλλιθέᾳ, Παγκρατίῳ καὶ Νέᾳ Ἰωνίᾳ. Ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ σύστημα τὸ προεξοφλητικὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸ τῆς Ἐθνικῆς. Τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς εἶναι κατὰ μεγίστην ἀναλογίαν γραμμάτια οἰκονομικά, ἢ ὅπως κοινῶς λέγονται γραμμάτια εὐκολίας· ἐνῷ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης πρέπει νὰ εἶναι γραμμάτια ἐμπορικά, νὰ ἀντιπροσωπεύουν δηλαδὴ εἰς κάθε περίστασιν ὡρισμένην κίνησιν ἐμπορευμάτων, καὶ ὡς τοιαῦτα ἀπαιτοῦσιν πολὺ μεγαλειτέραν προέρευναν διὰ νὰ γίνῃ μία προεξόφλησις. Ἐπίσης παρατηρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι τώρα μόλις καταρτίζει ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ τοὺς πιστωτικούς της καταλόγους καὶ ἡ ἐργασία αὐτὴ ἀποτελεῖ μακρὰν καὶ ἐπίπονον ἐνασχόλησιν καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τώρα ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ μᾶς δίδει παραδειγματικῶς καὶ ἄλλας τινὰς ὑπηρεσίας ἰδικάς της ἐν σχέσει πρὸς τὰς τῆς Ἐθνικῆς, τὸ ταμεῖον τῶν διαθεσίμων τραπεζογραμματίων. Τὸ ταμεῖον τοῦτο εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1928 13.322.034.987 καὶ ἐπλήρωσε 14.181 642.968. Κατὰ τὸ ἔτος 1929 εἰσέπραξε 25.511.201.310 καὶ ἐπλήρωσε 25.214.158.000. Κατὰ τὰ δύο ἔτη εἰσέπραξεν 38.833.246.2968 καὶ ἐπλήρωσεν 39.395.800.968. Τὸ αὐτὸ τμῆμα ἐνήργησεν χρηματαποστολὰς πρὸς τὰ ὑποκαταστήματά της ἀπὸ 14)5)28–31)12)28 819.249.050 κατὰ τὸ 1929 2.198.070.000 καὶ ἐδέχθη ἀποστολὰς ἀπὸ τὰ ὑποκαταστήματα κατὰ τὸ ἔτος 1928 104.103 857 κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1929 4.450.286.187. Διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διαθέτει τοὺς ἑξῆς ὑπαλλήλους: Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της 46 ὑπαλλήλους, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1928 51 ὑπαλλήλους, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1929 71. Διότι θὰ παρατηρήσετε ὅτι ηὔξησεν ἡ ἐργασία ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔτος οὐσιωδέστατα. Αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ παραβληθοῦν μὲ ἀντιστοίχους τοὺς ὁποίους διαθέτει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ 1926 διὰ τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας 103 ὑπαλλήλους, κατὰ τὸ 1927 ὁ ἴδιος ἀριθμὸς 103 ὑπάλληλοι. Τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν προεξοφλήσεων εἶναι ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του καὶ τῶν προεξοφλήσεων πλὴν τῆς διαθέσεως τραπεζογραμματίων, εἶναι λίαν περιωρισμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καθ’ ὅσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὔτε χρηματαποστολὰς ἐνεργεῖ οὔτε ἔχει τὴν αὐτὴν κίνησιν κεφαλαίων, καὶ ἐν τούτοις ἀπασχολεῖ σήμερον 68 ὑπαλλήλους. Τοὺς 103 ποὺ εἶχε πρὸ τοῦ χωρισμοῦ τοὺς περιώρισεν εἰς 68, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εἶχε 46 καὶ ἔφθασεν εἰς 70 ὑπαλλήλους. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ταμεῖον τῶν τραπεζογραμματίων πρὸς ἔκδοσιν. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ παρεσκεύασεν κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας ἀπὸ τῆς λειτουργίας της, 96.999.990 κομμάτια τραπεζογραμμάτια ἀξίας 3.114.990.000. Εἰς τὸ 1928 παρεσκευάσθησαν 9.500.000 κομμάτια, εἰς τὸ 1929 29.500.000 κομμάτια. Ἡ Ἐθνικὴ εἶχε παρασκευάσει κατὰ τὸ 1927 26.700.000 κομμάτια. Διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἡ Ἐκδοτικὴ διέθεσε κατὰ μὲν τὸ 1928 25 ὑπαλλήλους, κατὰ δὲ τὸ 1929, τὴν 31)12)1929 23. Ἡ Ἐθνικὴ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν διέθεσε τὸ 1927, ὅτε ἔκαμε τὴν ἀντίστοιχον περίπου ἐργασίαν δηλαδή, 26½ ἑκατομμύρια κομμάτια ἀπέναντι 1.000.000 κομμάτια, εἶναι βέβαια μία διαφορὰ, διέθεσε 12 ὑπαλλήλους. Τὸ τμῆμα τοῦτο δὲν ὑπάρχει πλέον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ, ἀλλ’ ἡ ἐργασία του εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ηὔξησε πολὺ περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἡ Ἐκδοτικὴ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της προβαίνει εἰς τὴν ἀθρόαν ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων καὶ κεκομμένων τραπεζογραμματίων. Ὅλοι ὅσοι ζῶμεν εἰς τὰς Ἀθήνας βλέπομεν τὴν διαφορὰν ἀπὸ τὰ χαρτιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς δίδονται, δηλαδὴ ὅτι τίθενται εἰς τὴν κυκλοφορίαν νέα γραμμάτια καὶ ἑπομένως γίνεται νέα ἐργασία διὰ νὰ συμπληρωθῶσιν αὐτά, διότι βεβαίως δὲν ἐκτυποῦνται ἐδῶ. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ τμῆμα τῆς καταστροφῆς ἐφθαρμένων τραπεζογραμματίων. Ἡ Ἐκδοτικὴ κατέστρεψε διὰ πυρὸς τὸ 1928 7.000.000 περίπου τραπεζογραμμάτια καὶ τὸ 1929 24½ ἑκατομμύρια περίπου τραπεζογραμμάτια. Δὲν ἔχω τὸν ἀριθμὸν τῶν τραπεζογραμματίων τὰ ὁποῖα κατέστρεψεν ἡ Ἐθνικὴ κατὰ τὸ 1927, διότι μοῦ δίδουν τὴν ἀξίαν μόνον τῶν τραπεζογραμματίων, ἡ ὁποία δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσῃ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀξίαν κατὰ τὸ 1926 τραπεζογραμμάτια ἀξίας 799,638,00) ἐνῷ τῆς Ἐκδοτικῆς κατὰ τὸ 1928 εἶναι 595.327.000 καὶ κατὰ τὸ 1929 εἶναι 3.580.759.288. Ὁπωσδήποτε δὲν μποροῦμε νὰ κάμωμεν σύγκρισιν ἐξ αὐτῶν, ἐφόσον δὲν ἔχομεν κομμάτια κατ’ ἀριθμόν. Εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἡ Ἐκδοτικὴ διέθετε 13 ὑπαλλήλους, ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ διέθετε κατὰ τὸ 2926–27 11 ὑπαλλήλους· ἑπομένως εἶχε δύο ὑπαλλήλους πάρα πάνω. Ἀλλ’ ἰσχυρίζεται ἡ Ἐκδοτικὴ ὅτι προέβαινεν τότε ἡ καῦσις βραδέως εἰς τὴν Ἐθνικήν, ἐνῷ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ἡ ἐργασία αὐτὴ γίνεται μετὰ περισσοτέρας ταχύτητος.
§217Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἦσαν οἱ ἴδιοι διοικηταὶ τότε ἐκεῖ πέρα.
§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ τμῆμα τῆς καύσεως τῶν τραπεζογραμματίων δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς τὴν Ἐθνικήν. Νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι, διότι σᾶς κουράζω, ἄλλωστε καὶ ἐγὼ κουράζομαι περισσότερον, ἐπειδὴ ὁμιλῶ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτέθη ἅπαξ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ ἐξαντλήσωμεν, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου θὰ ἰδῆτε διατὶ δίδω τόσην σημασίαν, διὰ νὰ ξεύρωμεν τί γίνεται, διότι ἔχουμε κάθε συμφέρον νὰ μὴ κλονίζεται ἡ πίστις τοῦ κόσμου πρὸς τὰ ἀνώτατα ἡμῶν τραπεζητικὰ ἱδρύματα, τῶν ὁποίων ἡ πίστις εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένη καὶ συνυφασμένη μὲ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοκομεριδίων καὶ μερισμάτων. Τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Ἐκδοτικῆς τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ ὅλα τὰ δημόσια δάνεια, παλαιὰ καὶ νεώτερα, εἰς τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς προσετέθησαν καὶ τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως, τὸ δάνειον τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τῆς Βουλγαρικῆς μεταναστεύσεως καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν μερισμάτων 70.000 μετοχῶν τῆς Τραπέζης, ἀπασχολεῖ ἐν συνόλῳ 86 ὑπαλλήλους παντὸς βαθμοῦ. Πρέπει νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων 70.000 μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπέναντι 20.000 μόνον μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὑπηρεσία τῶν τοκομεριδίων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἔκδοσις καὶ ἀνταλλαγὴ τῶν τίτλων τῶν μετοχῶν, καὶ τῶν προσωρινῶν καὶ τῶν ὁριστικῶν. Διότι θὰ γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι οἱ τίτλοι τῶν μετοχῶν τῆς Ἐκδοτικῆς εἶναι ὀνομαστικοί, ὄχι ἀνώνυμοι, ἑπομένως κἄθε ἀγορὰ ἢ πώλησις ἢ μεταβολὴ ἐνεργουμένη εἰς τὴν ἐξουσίαν ἑνὸς τίτλου συνοδεύεται ἀπὸ ἐργασίαν ἰδιαιτέραν, διότι πρέπει νὰ γίνεται νέος τίτλος ὀνομαστικός. Λοιπόν, ἀπασχολεῖ 84 ὑπαλλήλους παντὸς βαθμοῦ δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ δάνεια, ἔναντι τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀπασχολουμένων μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ χωρισμοῦ, ὁπότε δὲν ὑπῆρχον τὰ δάνεια τῆς σταθεροποιήσεως, τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τῆς Βουλγαρικῆς μεταναστεύσεως καὶ τῶν 70.000 μετοχῶν, ἀπέναντι τῶν 88, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ Ἐθνική.
§219Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἦσαν οἱ ἴδιοι διοικηταί.
§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε διαρκῶς, διὰ νὰ μεταχειρίζεσθε αὐτὴν τὴν ἐπῳδόν, διότι ἀρκετὰ ἐνεδείχθη ἡ ἀντίθεσίς σας πρὸς τοὺς διοικητὰς τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀφήσατέ με παρακαλῶ, νὰ ὁμιλῶ ψυχραίμως, ὅπως ψυχραίμως ὡμίλησα μέχρι αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Λοιπὸν 88 ὑπαλλήλους ἐχρησιμοποίει ἡ Ἐθνικὴ μολονότι ὅλα τὰ ἐξυπηρετούμενα δάνεια ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦτο ποτὲ τόσον ἐνήμερος, ὅσον εἶναι σήμερον. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξυπηρετεῖ πλέον σήμερον μόνον τὰ ἰδικά της δάνεια καὶ ἔχει ἀπὸ τοὺς 88 ὑπαλλήλους 19 μόνον, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς χρησιμεύσουν ὡς ὅρος συγκρίσεως. Λοιπὸν ἂς ἀνακεφαλαιώσωμεν: Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀπασχολεῖ πρῶτον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταμείου διαθεσίμων γραμματίων ὑπαλλήλους 71 ἀπέναντι σημερινῶν τῆς Ἐθνικῆς 68. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων 21 ἔναντι τῶν ὁποίων ἡ Ἐθνικὴ δὲν ἔχει κανένα, διότι δὲν ἔχει τμῆμα τοιοῦτον. Διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν τραπεζογραμματίων 13, ἡ Ἐθνικὴ κανένα, διότι δὲν ἔχει τραπεζογραμμάτια. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοκομεριδίων καὶ ὅλων ὅσων εἶπα πρὸ ὀλίγου 89, ἔναντι τῶν ὁποίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε προηγουμένως 88, διατηροῦσα σήμερον μόνον 19. Ἑπομένως ἡ Ἐκδοτικὴ δι’ αὐτὴν τὴν λειτουργίαν ἀπησχόλησεν 194 ὑπαλλήλους ἀπέναντι 87 τῆς Ἐθνικῆς, δηλαδὴ ἀπησχόλησεν ἓν προσωπικὸν εἰς λειτουργίας τὰς ὁποίας παντάπασιν δὲν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ ἢ ἔχει εἰς βαθμὸν περιωρισμένον μετὰ τὸν χωρισμόν, ὅπως εἶναι τὰ τοκομερίδια, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἡ Ἐκδοτικὴ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πολὺ μεγαλείτερον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ἐὰν συγκρίνωμεν τώρα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων δι’ αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἐκδοτικῆς μὲ τῆς Ἐθνικῆς βλέπομεν ὅτι ἔχει ἡ Ἐκδοτικὴ ἐπὶ πλέον 107 ὑπαλλήλους εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἑξῆς ὅλως διόλου νέων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς τὴν Ἐκδοτικήν. Αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ αἱ νέαι εἶναι τοῦ γραφείου τοῦ συμψηφισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἠξεύρετε ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα καὶ τὸ ὁποῖον ἀπησχολεῖ πέντε ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας εἰσπράξεως καὶ πληρωμῶν δημοσίων ταμείων, ἡ ὁποία εἴπομεν ὅτι ἤδη ὀργανοῦται καὶ πρόκειται νὰ προσφέρῃ τόσας μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ τόσην ἀνακούφισιν εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀπασχολοῦνται 19 ὑπάλληλοι, πλὴν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ. Σᾶς τὸ μνημονεύω εἰδικῶς ἐδῶ, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ἀναμίξωμεν. Τρίτον τοῦ γρρφείου τῶν οἰκονομικῶν μελετῶν, τὸ ὁποῖον θὰ φροντίσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας προσπαθοῦν νὰ μπορέσῃ νὰ δώσῃ καμμιὰ ἡμέρα καὶ τὴν ἀκριβῆ πλάστιγγα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπασχολοῦνται 10 ὑπάλληλοι. Δηλαδὴ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα διαθέτει εἰς τὸ κεντρικόν της κατάστημα 141 ὑπαλλήλους δι’ ὑπηρεσίας ἀναγκαίας, δι’ αὐτὴν λόγῳ προορισμοῦ μὴ ὑφισταμένας ποσῶς εἰς τὴν Ἐθνικήν, εἴτε ὑφισταμένας μόνον ἀλλὰ λόγῳ τοῦ σημερινοῦ προορισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς ἀπασχολοῦνται ὀλιγότεροι ὑπάλληλοι. Πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ σημειωθῇ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐκδοτικῆς λόγῳ τῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, χρηματαποστολῶν, τοκομεριδίων, ταμιακῆς ὑπηρεσίας δημοσίου ἀναγκαστικῶς ἀπασχολεῖται ὡρισμένον βοηθητικὸν προσωπικὸν μὴ ἀναγκαῖον εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας.
§221Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία τῆς Τραπέζης ὅσον ἀφορᾷ τὸ δημόσιον ἤρξατο λειτουργοῦσα;
§222Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ὅλαι αἱ πληρωμαὶ πέραν τῶν 5 χιλιάδων γίνονται ὑπὸ τῆς Ἐκδοτικῆς· ἀλλὰ γίνεται ὀργάνωσις σπουδαία.
§223Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀντελήφθην προχθὲς ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι, ἐὰν δὲν ἔγινε δὲν ἔγινε διότι τὸ Κράτος δὲν ἠθέλησεν.
§224Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν συνεπληρώθη εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τὸ τμῆμα ἀλλὰ θὰ συμπληρωθῇ.
§225Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων. Εἶπον ὅτι θὰ προχωρήσῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία. Καὶ πρὶν ἔλθω ἀκόμη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῶν διοικούντων τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν λέγων: «Προσέξατε νὰ μὴ γεμίσετε καὶ τὸ καινούργιο κατάστημα μὲ ὑπαλλήλους καὶ προσέξατε νὰ μὴ δημιουργήσητε καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὑποκαταστήματα καὶ γεμίσετε τὴν Ἑλλάδα μὲ προσωπικὸν ὑποκαταστημάτων, διότι θὰ μὲ εὕρετε ἀγρίως ἐπιτιθέμενον ἐναντίον σας». Αὐτὸ ἔκαμε τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἴσως καὶ διότι μετ’ ὀλίγον ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τόσον προσεκτικὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ὥστε καθυστέρησε τὴν ἵδρυσιν ὑποκαταστημάτων. Καὶ ἦλθον κατ’ ἐπανάληψιν νὰ μοῦ εἴπουν ὅτι: «κύριε Πρόεδρε, μᾶς ἐπέστησες τὴν προσοχὴν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον πρὶν ἔλθεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τώρα ἐρχόμεθα καὶ σοῦ λέμε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκαταστήσωμεν ὑποκαταστήματα εἰς ἐκείνας τοὐλάχιστον τὰς ἀγοράς, ὅπου προσφέρεται συνάλλαγμα, διότι ἄλλως δὲν μποροῦμε νὰ εἴμεθα κύριοι τῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς ἀγορᾶς, ὅταν μᾶς ἀγοράζουν τὸ συνάλλαγμα αἱ ἄλλαι Τράπεζαι». Μοῦ εἶπον ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν αὐτὰ τὰ ὑποκαταστήματα καὶ μοῦ εἶπον διὰ τὸ Ἡράκλειον· Ἐν πάσῃ περιπτώσει συνῄνεσα διὰ τὰ ὑποκαταστήματα Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης, Πατρῶν, Καβάλλας καὶ Ἡρακλείου.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ Βόλου.
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχετε πολὺ συνάλλαγμα νὰ μᾶς δώσητε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ δώσω τὴν συγκατάθεσίν μου. Βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ γίνῃ τυραννικὴ Τράπεζα ἀπέναντι τοῦ Κράτους εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Τὸ νὰ ἱδρύωνται ὑποκαταστήματα εἶναι ζήτημα σκοπιμότητος, ἐγὼ δὲ ἁπλῶς καὶ μόνον ὅταν ἀκόμη δὲν ἤμην ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὔτε μέλος τῆς Βουλῆς, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῶν διοικούντων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκρατήθησαν. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ μᾶς κάνουν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐγκρίνῃ τὸ Κράτος. Δὲν πιστεύω νὰ μὲ μέμφεσθε διότι ἔδειξα αὐτὴν τὴν διάθεσιν, διότι ἦτο χρήσιμος αὐτὴ ἡ ἔνδειξις τοῦ ὅτι τὸ ἰσχυρότερον τοὐλάχιστον κόμμα ἀποστέργει ζωηρῶς τὴν δημιουργίαν ὑποκαταστημάτων εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ κάνωμεν ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους. Εἴπομεν κύριοι, ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ ἔχει ὑπαλλήλους 959 εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα καὶ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα. Ἀπέναντι αὐτῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει 1301 ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς 959 ὑπαλλήλους τῆς Ἐκδοτικῆς πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς 14 ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται εἰς ὑπηρεσίας μὴ ἐχούσας ἀντιστοίχους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ εἰς ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων εἶναι περισσότερον ἀνεπτυγμέναι εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν παρὰ εἰς τὴν Ἐθνικήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μένουν πρὸς σύγκρισιν οἱ ἑξῆς ἀριθμοί: ὑπάλληλοι τῆς Ἐκδοτικῆς εἰς τὸ κέντρον καὶ τὰ 4 ὑποκαταστήματα 808. Ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὰ ἴδια 1301. Ἐπομένως διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 483 ὑπάλληλοι. Κύριοι, σᾶς ἔδωσα τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωσεν ἡ Ἐθνικὴ καὶ οἱ ὁποῖοι κατατίθενται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ξεκαθαρίσαμεν διὰ τῆς συζητήσεως ὅτι ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως δὲν μποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε. Λοιπὸν αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ Ἐκδοτική, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμέναι ἀπολύτως ἀληθιναὶ πληροφορίαι. Τώρα ὅμως ἐὰν μὲ ἐρωτήσετε μέσα εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μου ἂν εἶμαι ἐντελῶς ἱκανοποιημένος ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς καὶ ἂν πιστεύω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι κάπως ὀλιγώτεροι εἰς τὴν ἀρχὴν τοὐλάχιστον οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐκδοτικῆς. Θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἀπαντήσω καταφατικῶς. Ἔχω μία ἴσως προκατάληψιν — ἂς τὴν ὀνομάσω μίαν προκατάληψιν — ὅτι ὁ διοικητὴς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μὲ χίλια δυὸ χαρίσματα, ἀλλὰ καὶ ἐλαττώματα ὅπως ἔχομεν ὅλοι ἐλαττώματα καὶ προτερήματα δὲν ἔχει τὸ ἰδιαίτερον χάρισμα νὰ διακρίνεται διὰ τὴν φειδωλήν του διαχείρισιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν τραπεζητικῶν τούτων ἱδρυμάτων.
§228Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Φειδωλὸς δὲν εἶναι.
§229Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἐννοῶ. Δέν διακρίνεται διὰ τὴν φειδῶ τὴν μεγάλην εἰς τὴν διαχείρισιν. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ σθένος του τὸ ψυχικὸν εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε ὅταν τὸν ἐνοχλοῦν πάρα πολὺ διὰ νὰ τοποθετήσῃ ἕνα ὑπάλληλον νὰ μὴ ὑποχωρῇ μὲ κἄποιαν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ ἐδείκνυε κανένας ἄλλος. Ἀλλὰ κύριοι ἐνῷ κάμνω αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ τῆς κατηγορίας τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ὅτι δηλ. γίνεται ἀγρία ἡ σπατάλη εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ἐὰν ὑπάρχουν 5, 10, 15 ὑπάλληλοι περισσότεροι, τοὺς ὁποίους ἕνας ἄλλος διοικητὴς περισσότερον οἰκονόμος καὶ φειδωλὸς θὰ μποροῦσε νὰ μὴ τοὺς προσλάβῃ, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι ἠμπορεῖ ἀληθινὰ νὰ γίνεται λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἀγρίας σπατάλης τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ διοίκησις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἄν δὲ μὲ βλέπετε ἐκφραζόμενον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ἄγαν φειδωλὴν διοίκησιν τοῦ κ. Διομήδους, αὐτὸ εἶναι διότι ἐνῷ οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔδωσα εἶναι ἱκανοποιητικοὶ ἀπολύτως, ὑπάρχει μέσα εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο τὸ ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἠθέλησε νὰ τονίσῃ ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας καὶ δι’ αὐτὸ ἐθύμωσα διότι δὲν μὲ ἄφησε νὰ τὸ εἰπῶ ἐγώ, ὅτι δηλ. συγκρίνομεν τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐκδοτικῆς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐθνικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη διοίκησεν ὁ κ. Διομήδης καὶ ἑπομένως ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς ἔν τινι μέτρῳ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω. Ἔχω ἐδῶ κατάλογον τὸν ὁποῖον ἐπίσης καταθέτω. Ὁ κατάλογος αὐτὸς περιέχει στήλην τῶν ἀκαθαρίστων κερδῶν, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ὡς καὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν. Εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν βλέπομεν ὅτι κατὰ τὸ 1912–1913 ὅταν ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης ἦτο διοικητὴς τῆς Τραπέζης, οἱ ὑπάλληλοι ἦσαν 431 τὸν πρῶτον χρόνον 467 τὸν δεύτερον. Εἰς τὰ 1914 ἦλθεν ὁ κ. Ζαΐμης, οἱ ὑπάλληλοι ἔμειναν πάλιν κάτω τῶν 500, ἀλλ’ ἀμέσως τὸ 1915, 1916, 1917 καὶ 1918 οἱ ὑπάλληλοι αὐξάνουν ἀπὸ κάτω τῶν 500 εἰς 741, 764, 812, 1102 εἰς δὲ τὰ 1919 1289. Ἐδῶ βλέπει κανεὶς μίαν αὔξησιν, ἡ ὁποία ἀνησυχεῖ, πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἔγινεν ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους καὶ ἔγινεν ἡ ἐπέκτασις τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἱδρύθησαν δὲ πολλὰ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς νέας χώρας. Τώρα ἄν ἐχρειάζετο ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ἢ ὄχι, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ κρίνωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν παρατήρησιν ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἑλλὰς ἐδιπλασιάσθη. Ἔρχομαι εἰς τὰ 1920–21 ὁπότε ἦτο ὁ κ. Μάξιμος—ἐπειδὴ ἐμνημονεύθη τὸ ὄνομα τὸ μνημονεύω καὶ ἐγώ—.
§230Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔγινεν ἡ ἐπέκτασις τῆς Σμύρνης, ἐξεδόθησαν καὶ γραμμάτια νέα, ἔλαβε προνόμιον ἐκδόσεως γραμματίων. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν, ὅπως εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ διοικητὴς αὐτὸς ἔκοψε καὶ τὸ μέρισμα ποὺ ἐλάμβανον οἱ ἴδιοι.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ αὔξησις τότε ἀπὸ 1289, ὅσοι ἦσαν εἰς τὰ 1919, ἀναβιβάζεται κατὰ τὸ 1920 εἰς 1732 καὶ εἰς τὰ 1921 εἰς 2038. Ἀλλ’ ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς Σμύρνης μολονότι εἶχε γίνει ἐνωρίτερον, διότι ἡ ἀπόβασις ἔγινεν εἰς τὴν 1 Μαΐου 1919 καὶ ἡμεῖς ἐμείναμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου 1920, δηλαδὴ ἐπὶ 1½ χρόνον, ἔκτοτε δὲ ἔγινεν ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἔφερε καὶ τὴν ἀντίστοιχον μεταβολὴν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁπωσδήποτε ἐκεῖ βλέπομεν ἀσφαλῶς μίαν αὔξησιν ἀνωτέραν, ταχυτέραν, μὲ βῆμα πολὺ ταχύτερον ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀλλ’ εἰς τὰ 1922 ἐπανέρχεται ὁ κ. Διομήδης καὶ οἱ 2038 τοῦ 1921 ἀναβιβάζονται εἰς 2172· εἰς τὰ 1923 εἰς 2459· εἰς τὰ 1924 εἰς 2698· εἰς τὰ 1925 εἰς 3028· εἰς τὰ 1926 εἰς 3265· καὶ εἰς τὰ 1927 εἰς 3409. Βέβαια ἄν πάρετε τὸ ποσοστὸν τῆς αὐξήσεως, παρατηρεῖτε ὅτι τὰ ποσοστὰ τῆς αὐξήσεως τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Διομήδους εἶναι ἀπὸ 6, 8 μέχρι 13, 21%· τοῦ κ. Μαξίμου ἀπὸ 17 μέχρι 35, 36%. Πρέπει, ὅμως νὰ παρατηρηθῇ ὅτι ὁ κ. Διομήδης ἔμεινεν πολλὰ χρόνια καὶ συνεπῶς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἡ ἐν συνόλῳ αὔξησις εἶναι φυσικὰ μεγαλειτέρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις τὴν ὁποίαν σχηματίζω ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν ἐντύπωσιν τὴν προερχομένην ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς συνεχοῦς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔν τινι μέτρῳ, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλήρως δεδικαιολογημένη καὶ ὑπάρχει ἔνδειξις ὄχι αὐστηρᾶς φειδοῦς· καὶ τὴν κρίσιν αὐτὴν ὁπωσδήποτε σᾶς τήν δίδω, διότι ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐξάρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τόσα ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχομεν βέβαια καὶ κἄποιας ἀρετάς, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν τῷ συνόλῳ ἐδείχθησαν σταθερώτεροι καὶ ἀνδρικώτεροι ὅπως ἀποκρούουν τὰς αἰτήσεις τῶν διορισμῶν, αἱ ὁποῖαι τοὺς γίνονται καθ’ ἑκάστην, ἐδείχθησαν σταθερώτεροι παρ’ ὅ,τι δείκνυνται οἱ διοικοῦντες τὰ μεγάλα αὐτὰ τραπεζητικὰ ἱδρύματα, καίτοι ἐπὶ τέλους οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τῶν ψήφων, ἐνῷ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῶν ψήφων. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω διότι τὸ αἰσθάνομαι, μολονότι ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένη διότι ἡ αὔξησις ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ὅσον τὸ νομίζω ἀδικαιολόγητος καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος δύναται ἐν τούτῳ νὰ ἀντιμετρηθῇ πρὸς τὸν τραπεζητικόν, πρὸς τιμήν του. Κύριοι βουλευταί, ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του προχθὲς ὅτι τὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης τῆς Ἐκδοτικῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀκαθάριστα κέρδη παρουσιάζουν ἀναλογίαν μικροτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν αἱ ἄλλαι Τράπεζαι. Σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος μοῦ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι εἰς ἡμᾶς ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει χρυσὸν διὰ τὰ καλύμματα ἀλλ’ ἔχει συνάλλαγμα χρυσῆς βάσεως, καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι αἱ ἄλλαι ἐκδοτικαὶ τράπεζαι ἔχουν χρυσὸν μόνον καὶ ὄχι συνάλλαγμα. Παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ ἴδιο πρᾶμμα, δηλαδὴ δὲν εἶχε χρυσὸν πολύν, εἶχεν ὀλιγώτερον ἀπὸ σήμερον, καὶ περισσότερον συνάλλαγμα καὶ ὁμολογίας τοῦ δημοσίου εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐκδοτικὴ εἰς ἡμᾶς Τράπεζα ὑπάρχει ζημία πολὺ μεγαλειτέρα, διότι ἐνῷ ὠφελεῖται ἀπὸ τὴν διάθεσιν 2550 ἑκατομμύρια, οὐχὶ εἰς ἀγορὰν αὐτουσίου χρυσοῦ μὴ ἀποδίδοντος εἰσόδημα ἀλλ’ εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰσόδημα ἴσως 4%, ἴσως 3½, ἔχει 3800 ἑκατομμύρια χρέος τοῦ δημοσίου τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ της, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ἴσως πρὸς 1½% ἤτοι 57 ἑκατομμύρια.
§232Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὰ δάνεια τῆς κυκλοφορίας σχεδὸν τὰ πλεῖστα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς 1%.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τότε πρόκειται περὶ 38 ἑκατομμυρίων ἐνῷ ἄν τὰ εἶχεν ὅπως ἤθελεν ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας νὰ τὰ δώσωμεν εἰς ἀληθῆ τραπεζητικὰ γραμμάτια ἢ ἠγοράζαμεν χρυσόν καὶ τῆς ἐδίδαμεν νὰ τὸν μεταχειρισθῇ ὅπως ἤθελε, θὰ εἶχεν εἰσόδημα 300 ἑκατομμύρια· καὶ ἑπομένως φαντασθῆτε πόσον θὰ ηὐξάνοντο τὰ ἀκαθάριστα κέρδη καὶ πόσον θὰ ἠλαττοῦτο ἡ ἀναλογία τῶν γενικῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἀκαθάριστα κέρδη καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ παρουσιάζετο ηὐξημένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, οὐσιωδῶς τοὐλάχιστον, μὲ τὴν διαφορὰν αὐτήν. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, διότι ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει δὲν παριστᾷ χωριστὰ τὰς δαπάνας τοῦ προσωπικοῦ ἀπὸ τὰ ἄλλα γενικὰ ἔξοδα, διότι θὰ ἦτο ἐνδιαφέρον νὰ εἴχωμεν καὶ αὐτὸ διὰ νὰ κάμωμεν τὴν σύγκρισιν τῆς δαπάνης τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον στρέφεται ἡ ὑπόνοια τῆς σπατάλης. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐμέμφθη δριμέως τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὴν οἰκοδομικὴν μεγαλοπραγμοσύνην. Πρέπει νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχω καὶ ἐγὼ κἄποιους ἐνδοιασμοὺς ἐὰν εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἐνέργεια τῆς Τραπέζης, ἀγοραζούσης ἀκριβώτατα οἰκόπεδα εἰς διάφορα σημεῖα καὶ τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ διατεθειμένης ἕως τώρα τοὐλάχιστον, νὰ ἐξοδεύσῃ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων διὰ νὰ κτίσῃ αὐτά. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν τώρα ποὺ ἐζήτησα αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις διὰ νὰ μοῦ δοθοῦν καὶ μοῦ παρετηρήθη, ὅτι, πῶς εἶναι δυνατὸν μία ἐκδοτικὴ τράπεζα νὰ μὴ ἔχῃ μίαν οἰκοδομὴν ἀνάλογον πρὸς τὸ κῦρός της;» Ἀντιπαρετήρησα, ὅτι: «ἐσεῖς δὲν εἶσθε ἐμπορικὴ τράπεζα. Ἐὰν εἶσθε ἐμπορικὴ τράπεζα θὰ εἴχατε δίκαιον, διότι θὰ ἤρχοντο νὰ σᾶς κάμουν καταθέσεις· ἀλλὰ σὲ σᾶς κανεὶς δὲν ἔρχεται νὰ κάμῃ καταθέσεις, γιατὶ ἄλλωστε δὲν δίδετε καὶ τόκον. Λοιπὸν τὶ σᾶς χρειάζεται ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνισις;» Μοῦ εἶπαν λοιπόν, ὅτι: «ἐὰν θέλωμεν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν, εἶναι διότι μᾶς χρειάζεται διὰ τὴν ἐσωτερικήν μας ὑπηρεσίαν». Μοῦ ἐβεβαίωσαν λοιπόν, ὅτι ἔχουν ἐπὶ τοῦ παρόντος χρηματοκιβώτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν ὁποίων κάμουν χρῆσιν καὶ ὅτι τώρα εἶναι εἰς διαπραγμάτευσιν μὲ τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν νὰ ἐνοικιάσουν καὶ ἐκεῖ ἀνάλογα χρηματοκιβώτια. Μοῦ εἶπαν: «κρίνατε ἐὰν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, νὰ γυρίζωμεν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ὡς φερέοικοι διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν χρυσόν μας». Ὁμολογῶ λοιπόν, ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς αὐτό. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσε νὰ συζητηθῇ, εἶναι ἐὰν δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνουν τὰ κτίρια ἀκριβώτερα ἢ εὐθηνότερα. Εἰς αὐτὸ ὅμως ὁ συνάδελφός μου ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως θὰ θέλῃ κἄποιο ὡραῖο κτίριο ἴσως ὅμως ἄλλος τις νὰ ἔλεγε: ἂς τὰ ἐξοικονομήσωμεν πράγματα διὰ 2–3 ἔτη, ἕως ὅτου ἀποκτήσωμεν ἐνεργητικὸν περισσότερον καὶ ἔπειτα νὰ κάνωμεν τὰ κτίρια. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐὰν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς ἐπιφυλάξεις, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται κατ’ οὐδένα τρόπον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγρίας σπατάλης τὴν ὁποίαν δεικνύει ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης. Μέχρις αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ σημείου ἐγένοντο αἱ παρατηρήσεις μου, παρατηρήσεις τὰς ὁποίας μοῦ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ, νὰ ἀποκαλύπτω δηλαδὴ πλήρως τὴν σκέψιν μου διὰ τὰ συζητούμενα ζητήματα. Ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ τὴν ἀνακεφαλαιώσω αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν: Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Διομήδης εἶναι ἄνθρωπος ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διὰ τὴν φειδώ· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ὀνομάσητε καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὰ ταμεῖα καὶ χύνουν τὰ χρήματα, ἄνθρωπον δηλ. ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τὴν διατήρησιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπίκρισίν του καὶ τὴν καταστήσῃ περισσότερον ἀληθοφανῆ κατὰ τῆς τάσεως πρὸς σπατάλην τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, μᾶς ἔδωσε μίαν πληροφορίαν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸν φοβερὸν αὐτὸν ἐφιάλτην, τὸν κ. Διομήδην ὅταν ἐκάθητο βαρὺς ἐπὶ τοῦ στήθους της, ἀνέπνευσε ἀμέσως καὶ κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους της κατὰ 500. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν αὐτό, διότι βέβαια τὸν πιάσαμε τὸν κ. Διομήδη, εἶπα, καὶ μόλις φεύγει αὐτὸς ἐλαττώνομεν τὰς θέσεις. Ὅταν ὅμως παρετήρησα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν διὰ τὴν Ἐκδοτικὴν ἢ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ζαβιτζιάνος ὅτι καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ἠλαττώθη κατὰ 500 ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐζήτησα σήμερον τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸν κ. Κορυζῆν, νὰ μὲ βεβαιώση ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἀριθμός. Μοῦ εἶπεν ὅτι: Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς στείλω ἕνα σημείωμα. Μοῦ ἔστειλε ἕνα σημείωμα μὲ ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον, τὸ ὁποῖον ἔχει τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς. Προσωπικὸν τῆς 18ης Μαΐου 1928 3016. Προσωπικὸν τῆς 23ης Μαρτίου 1930 2383. Ἑπομένως μείωσις προσωπικοῦ κατὰ 634, ἐκ τῶν ὁποίων 600 ἔφυγαν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ἢ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀγροτικήν, καὶ ἑπομένως ὅλος αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ἀπερροφήθη τελείως. Τέλος πάντων ἡ πληροφορία, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. Διομήδης ἔφυγεν ἠλαττώθησαν οἱ ὑπάλληλοι κατὰ 500, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Δίδω δὲ πληροφορίαν ὑπεύθυνον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ὡμίλησε μὲ πολλὴν δριμύτητα κατὰ τῆς δυνάμεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἔγιναν αἱ μεγαλείτεραι τερατωδίαι εἶναι τὸ δικαστικὸν τμῆμα. Ἐκεῖ διωρίσθη ὁλόκληρον σῶμα ὑπαλλήλων, ἔτσι διωρίσθη ὁ κ. Θηβαῖος ὁ ὁποῖος εἶναι σχεδόν, μᾶς εἶπε, ἕνας ἄεργος.
§234Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτὸ.
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω, ὅτι μᾶς τὸ εἴπατε, ἡ ἐπίκρισις ὅμως ἦτο δριμεῖα καὶ κατὰ τοῦ κ. Θηβαίου. Ἡ ἔννοιά σας ἦτο ὅτι ἅμα ἐπῆγεν ἐκεῖ ὁ Διομήδης ἐπῆρε τὸν Θηβαῖον καὶ τὸν Κωστογιάννην, ὁ ὁποῖος εἶναι συγγενὴς τοῦ κ. Τσουδεροῦ. Σᾶς δίδω καὶ ἄλλο σημείωμα τὸ ὁποῖον περιέχει τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ δικαστικὸν τμῆμα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶναι πράγματι ὁ ἀριθμὸς μέγας.
§236Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δέκα ὀκτώ.
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα ἀλλ’ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν προσληφθῆ ἀπὸ τὸ προϋπάρχον προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς. Ἡ Ἐθνικὴ παρεκάλεσε νὰ προσληφθοῦν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐκδοτικῆς ἀπὸ τὸ προσωπικὸν τῶν ἰδικῶν της ὑπαλλήλων.
§238Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἐκδοτικῆς.
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σχετικῶς μὲ αὐτὸ, σᾶς λέγω ὅτι ὁ Κωστογιάννης ἦτο ὑπάλληλος τῆς Ἐθνικῆς ἀπὸ τὸ 1925, ὁ Θηβαῖος ἀπὸ τὸ 1924, ἄλλοι ἀπὸ τὸ 1923, ὁ τελευταῖος ὁ διορισθεὶς τὸ 1928, εἶναι κἄποιος κ. Π. Λυκουρέζος. Δὲν βλέπω καὶ ἐδῶ στοιχεῖα διὰ νὰ κατηγορηθῇ ἡ Τράπεζα ὅτι χύνει τὰ χρήματα τῶν μετόχων της. Διὰ δὲ τὸν κ. Θηβαῖον διὰ τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ὅτι ἐνῷ ἔπαιρνε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 15.000 δραχ. τὸν ἐπῆραν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν μὲ 22.000, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Θηβαῖος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἦτο τρίτος κατὰ σειρὰν ἱεραρχίας ὑπάλληλος τοῦ δικαστικοῦ τμήματος. Ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν καὶ ἔγινε πρῶτος, ἤτοι διευθυντὴς τοῦ δικαστικοῦ τμήματος. Νομίζετε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Θηβαίου, πρὸς τὸν ὁποῖον στρεφόμεθα τώρα μεταξὺ 5–6 ἀνθρώπων διὰ νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐκδοτικὴν καὶ νὰ ἀποτελέσῃ μέλος τῆς πενταμελοῦς ἢ ἑξαμελοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει κατάχρησίς της, ἢ ἔνδειξις ἐλλείψεως πνεύματος φειδοῦς ὅταν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τὸν προσλαμβάνῃ ὡς διευθυντὴν τοῦ δικαστικοῦ της τμήματος καὶ τοῦ δίδει 22.000 δραχμάς; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι σήμερον εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κ. Θηβαῖον πολὺ περισσότερα ἐπὶ δύο ἔτη διὰ νὰ τὸν ἀπανοβγάλωμεν, ὅπως λέμε εἰς τὸν τόπον μου, δηλαδὴ νὰ τὸν πάρωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς μᾶς εἶπεν ὅτι μέσα εἰς τὴν Τράπεζαν παίρνουν καὶ διαρρήκτας καὶ τοὺς διορίζουν ὑπαλλήλους. Ἡ πληροφορία εἶναι ἀνακριβής. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξηγήσω πῶς τέλος πάντων ἔπεσε θῦμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἐπειδὴ δὲ εἶπε καὶ τὸ ὄνομά του —ὀνομάζεται Μανουσέλης,— ἦτο εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἀφοῦ εὑρέθη τὸ ποινικὸν δελτίον ὅτι εἶναι ἐντελῶς καθαρόν, ἐμάθαμεν τὶ συμβαίνει ἐπὶ τέλους. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου μαζὶ μὲ ἄλλα παιδιά, 6–7, ἐπῆγαν μιὰ μέρα εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Ρεθύμνου, ἡ ὁποία ἔχει μιὰ ἀμμουδιὰ πολὺ ὤμορφη καὶ ἄνοιξαν μαζὶ μὲ ἕνα ἀνεψιὸν ἑνὸς ἐμπόρου ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ μαγαζί του ἐκεῖ καὶ ἐπῆραν ἀπὸ τὸ μαγαζὶ ἕνα βαρέλι λάδι, τὸ ἐκύλισαν καὶ τὸ ἐπῆγαν κοντὰ στὴ θάλασσα. Τὸ πρωῒ ἐβγῆκεν αὐτὸς ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἤτανε δύστροπος, ἐβγῆκε τὸ πρωῒ καὶ κατήγγειλεν ὅτι μπῆκαν καὶ μοὶ ἔκλεψαν ἕνα βαρέλι λάδι. Ἀρχίζει ἡ καταγγελία, ἐξηκριβώθη τὸ τὶ ἔγινε καὶ τὸ πρᾶγμα ἔπεσε καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπάνω του. Αὐτὸ ἦτο τὸ ὁποῖον περισυνέλεξεν ἢ μᾶλλον τὸ ἔδωσαν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Κερκύρας καὶ τὸ ἐπῆρεν οὗτος τοῖς μετρητοῖς, διὰ νὰ μᾶς τὸ φέρῃ ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι μέσα εἰς τὴν Τράπεζαν εἶναι καὶ διαρρῆκται καὶ μάλιστα μέχρι τοιούτου σημείου ὥστε νὰ φοβοῦνται οἱ ἄνθρωποι νὰ καταθέσουν, μήπως δηλ. οἱ ὑπάλληλοι διαρρήξουν καὶ τὰ χρηματοκιβώτια τῆς Τραπέζης. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς ἔκαμε καὶ ἕνα μεγάλο ἔγκλημα, ἔδωσε 500 χιλ. δραχ. εἰς τὸν δικτάτορα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς του καὶ δὲν γνωρίζω μάλιστα ἂν τὰ ἔδωσεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἢ ἀπὸ τὰ ἰδικά του. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ ἔβαλεν εἰς τὴν τσέπην του, ἐμπῆκεν εἰς τὸ ἁμάξι ἢ ἦλθε μὲ τὰ πόδιά του, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὶ εἶπεν, τραβᾷ μιὰ καὶ δυό καὶ τὰ ἔδωσεν εἰς τὸν δικτάτορα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δι’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἴδατε εἰς τὰς ἐφημερίδας δημοσίευμα τοῦ κ. Τσουδεροῦ μὲ τὴν ὑπογραφήν του διαψεύδοντος ἀπολύτως τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ τρόπον μὴ ἀφίνοντα ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐβεβαιώθην καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοθεν ὅτι ὁ κ. Τσουδερός, δὲν ἔδωσε δωρεάν, οὔτε ἐξ ἰδίων οὔτε ἄλλοθεν, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν.
§240Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς στηρίζεσθε διὰ νὰ ἀναιρέσητε τὸ γεγονός;
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς καὶ τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμα διὰ νὰ ἴδω τὶ μπορεῖ νὰ τρέχῃ. Ἐβεβαιώθην, λοιπὸν ἀπολύτως, ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν ἔδωσε εἰς τὸν δικτάτορα οὔτε δεκάρα, οὔτε ἀπὸ τὴν τσέπην του οὔτε ἄλλοθεν.
§242Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ γίνεται λόγος δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι, δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάξιον νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀνάξιον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις, εἶναι τὰ νοσήλεια τοῦ ὑποδιοικητοῦ κ. Τσουδεροῦ. Ὁ κ. Τσουδερὸς ἠσθένησε βαρύτατα. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀσθενείας του τὸ συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ὅταν εἶδεν ὅτι ὁ ὑποδιοικητὴς κινδυνεύει, ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ τὸν ἰατρὸν Ἀϊζεμπὲργκ ἔλαβε ἀπόφασιν νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, τοῦ ἰατροῦ καὶ τὰ νοσήλεια. Ὁ κ. Τσουδερὸς γενόμενος καλὰ εἶπε: «Δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ νὰ πληρώσητε τὰ νοσήλειά μου, ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπειδὴ μοῦ ἐφέρετε τὸν Ἀϊζεμπέργκ ἂν θέλητε πληρώσατε αὐτὸν ἀφοῦ, ἄλλως τε δὲν μοῦ βαστοῦν τὰ κότσια μου». Ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας ὀνόμασε τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ κ. Τσουδεροῦ πρόστυχον. Ἐγὼ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀποκρούσω τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν διαβλέπω εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τίποτε ποὺ νὰ θίγῃ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀκόμη τὴν λεπτότητα ἑνὸς ὑπαλλήλου τραπεζιτικοῦ τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον ὅπως σᾶς εἶπα ὑπάρχει ἕνα ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας τὸ ὁποῖον τροφοδοτεῖται ἀπὸ κρατήσεις ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τσουδερὸς καταβάλλει 15.000 δραχ. ἐτησίως. Δὲν νομίζω λοιπὸν ἄξιον κανενὸς ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ συζητήσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Κατηρτίσθη ἐπίσης ἡ μετάβασις τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης εἰς τὴν Γενεύην. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ τοιαύτη ἐπίκρισις, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μετάβασις αὕτη προβλέπεται ἀπὸ τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τότε καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς μίαν ἀνάγκην ὅπως καθ’ ἕκαστον ἔτος, τρὶς καθ’ ἕκαστον ἔτος διαφωτίζεται ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ πρὸ πάντων ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ ἐπαρκῶς ἐπὶ τῆς προόδου τῶν οἰκονομικῶν μας καὶ τῆς σταθεροποιήσεως. Διότι ἀπὸ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ ἐσχημάτιζεν ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιτροπὴ – τῆς ὁποίας ἐπιφανὲς μέλος εἶναι ὁ κ. Νιμάγερ, ἕνας ἐκ τῶν διοικητῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας, – ἀπὸ τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐξαρτῶνται ἐν πολλοῖς ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων μας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἀγορὰν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀγοράν. Δὲν ἠμποροῦμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν νὰ μὴ τὴν ἀποκρούσωμεν ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σοβαροί. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς μισθοδοσίας, κύριοι, ἔχω πίνακα ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ μισθοδοσίαι τῆς Ἐκδοτικῆς κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ ἀνώτεραι τῆς μισθοδοσίας τῆς Ἐθνικῆς. Σχεδὸν εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον κυμαίνονται. Ὁ πίναξ κανονίζων τοὺς μισθοὺς ἔχει ὡς ἑξῆς Τμηματάρχου τιμάριθμος 15,08, βʹ τάξεως 16. Λογιστοῦ 16,02, βʹ τάξεως 16,04 κ.τ.λ., κατωτέρων ὑπαλλήλων 17 καὶ κλητήρων 17,3. Ἐδήλωσα εἰς τὸν κομίσαντα τὴν σημείωσιν αὐτὴν ὅτι ὁμολογῶ ὅτι νομίζω ὅτι αἱ μισθοδοσίαι εἶχον κανονισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει συντελεστοῦ πολὺ μεγαλειτέρου, ἀλλ’ ὁ συντελεστὴς αὐτὸς εἶναι πράγματι μικρότερος τοῦ τιμαρίθμου. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς οἱ ὁποῖοι δίδονται, βλέπετε ὅτι ἔχομεν τοὺς ἰδίους περίπου μισθοὺς ὅπως εἰς τὴν Ἐθνικήν, δὲν θὰ ἦτο μάλιστα εὔκολον νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ οὐσιώδης τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ἐξηγήθη προχθές, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν καὶ μισθοδοτοῦνται βεβαίως μὲ τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον εἶχον προηγουμένως. Ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν ἔχομεν καμμίαν διαφωνίαν, θὰ ἠμπορούσαμεν μόον νὰ εἴπωμεν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι ὀλιγώτερος, ἔχομεν ὅμως μίαν οὐσιώδη μεταβολὴν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκδοτικῆς εἰς ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ δίδω μεγάλην σημασίαν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν πολὺ πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Διομήδη ὡς διοικητοῦ της, ἀπὸ χρόνων πολλῶν ἀσκεῖ μίαν συστηματικὴν διαφθορὰν τοῦ τύπου ἡ ὁποία ἀποτέλεσμα εἶχεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν κανένας ποὺ ἤθελεν νὰ μεμφθῇ ἢ νὰ ἐπικρίνῃ οἱανδήποτε πρᾶξιν τῆς Ἐθνικῆς νὰ εὕρῃ ἕνα φύλλον ποὺ νὰ δεχθῇ νὰ δημοσιεύσῃ τὰς ἐπικρίσεις. Τὸ ξέρει ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Ὁ κ. Διομήδης τὸ εὗρεν δὲν λέγω ὅτι τὸ καθιέρωσεν τὸ συνέχισεν. Καθένας ἂς σκεφθῇ ἀναλόγως τῆς ἐντυπώσεώς του ἂν τὸ περιορίσῃ ἢ ἂν τὸ ἐπεκτείνῃ δὲν ἠξεύρω ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ εὑρῆκε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Καὶ ὅταν ἔγινε ἡ Ἐκδοτικὴ διαρκῶς ὁσάκις μποροῦσε νὰ κάμω παρατηρήσεις ἔκαμον παρατηρήσεις δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀλλὰ ἦτο ἀπὸ κεῖνες τὶς συνήθειες αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ κλονισθοῦν. Ὅταν ἔγινε ἡ Ἐκδοτικὴ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῶν διοικούντων τὸ ἵδρυμα, λέγων «προσέξατε δὲν ξέρω τὶ γίνεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν ὅπου κατήντησε ἔθιμον νὰ γίνεται ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον — μὴ τὸ μεταφέρεται εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν ἡ ὁποία εἶναι νέα καὶ παρθένος, διότι θὰ τὴν διαφθείρεται καὶ θὰ μὲ ἔχετε ἄγριον ἐπικριτήν σας». Ξεύρω ὅτι ἡ σύστασίς μου αὐτὴ ἠκολουθήθη μέχρι τῆς στιγμῆς θρησκευτικῶς ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀκολουθηθῇ μέχρι τέλους καὶ ἐννοεῖται ὅτι ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὰς δηλώσεις μου διότι ξεύρω ὅτι εἶναι συστηματικαὶ αἱ ἐνέργειαι αἱ ἀντίθεται καὶ τοὺς εἶπα «ἄκουσε ἐδῶ ἐὰν σᾶς ἐκβιάζει θεωρήσατε καὶ τὴν ἰδικήν μου δήλωσιν ὡς ἐκβιαστικὴν καὶ σᾶς λέγω διαλέξατε πῶς θέλετε νὰ σᾶς ἐπιτεθῇ ὁ Τύπος ἢ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους ἡ ὁποία θὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ καὶ εἰδικὸν νόμον καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς εἰδικὸν ἀδίκημα». Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ὑπάρχει μία βελτίωσις ἀξία προσοχῆς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας ἔκαμον καὶ ὁποῖαι στρέφωνται κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ κάποιαν ὑπόνοιαν ὅτι ὁ διοικητὴς τῆς Ἐκδοτικῆς καὶ πρώην τῆς Ἐθνικῆς δὲν διακρίνεται δι’ ἄκραν φειδὼ εἰς τὰς δαπάνας δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας διαφωνῶμεν μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν βαθμόν· ὄχι κάθε ἄλλο. Ἄλλο εἶναι νὰ θεωρήσετε ἕναν ἄνθρωπον ὅτι δὲν διακρίνεται διὰ τὸ ἐξαιρετικὸν φειδωλὸν πνεῦμα καὶ ἄλλο εἶναι νὰ τὸν κατηγορήσεται ὅτι ἐν γνώσει σπαταλᾶ τὸ χρῆμα τῆς Τραπέζης καὶ ὁδηγεῖ τὴν Τράπεζαν εἰς καταστροφήν. Εἰς αὐτὸ ἑπομένως διαφωνοῦμεν ἀποφασιστικῶς εἰς τὰς γνώμας, ἐκεῖνος φρονεῖ ὅτι ἡ διοίκησις ἡ σημερινὴ ἢ μᾶλλον ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα εἰς χεῖρας τῆς σημερινῆς διοικήσεως τρέχει κίνδυνον. Αὐτὸ διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ μολονότι ἦλθον εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν κύριον Διομήδην ἢ γενικώτερον ἂς εἴπω μὲ τὴν τότε διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς ἐπὶ σημαντικῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς καὶ μολονότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ἔχω κάποιαν ἀνησυχίαν ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς δὲν εἶναι τὸ διακρίνον, ἰδιαιτέρως τὸν κύριον Διομήδην, ἐν τούτοις ὄχι μόνον δὲν θεωρῶ ὅτι οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐκδοτικὴν ἀποτελοῦσι κίνδυνον δι’ αὐτήν, ἀλλὰ νομίζω ἀντιθέτως ὅτι ἔχουν ὅλα τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν τόσων σπουδαίων καθηκόντων τὰ ὁποῖα τοὺς ἔχουν ἀνατεθῆ. Ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἐπίκρισις τῶς ἐνεργειῶν τῆς διοικήσεως ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπίκρισις δηλαδὴ ἂς εἴπωμεν τῆς νομισματικῆς πολιτικῆς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας καὶ ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἴσως τὸ κύριον σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ μποροῦσε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συζητηθῇ ὡς ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἀνέχεται τοιαύτην πολιτικήν, διότι πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ ἐνήργησεν πάντοτε ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς κυβερνητικὰς βλέψεις. Νομίζω λέγω ὅτι ἡ ἐπίκρισις αὐτὴ τῶν ἐνεργειῶν τῆς διοικήσεως εἶναι ἐπίσης ἀδικαιολόγητος. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐμέμφθει τὴν Ἐκδοτικήν, διότι δὲν ηὔξησεν τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν προχθὲς ὁμιλῶν ἐξήγησεν ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα τῆς κινήσεως τοῦ τόκου δὲν εἶναι ἀμφισβητήσιμα ἐδῶ μόνον εἰς ἡμᾶς ὅπως θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ ὅροι οἱ ἐφαρμοζόμενοι ἀλλοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖ ἡ αὔξησις ἢ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἀποτελεσματικῶς σὰν νὰ εἶναι τὸ λεπτότερον θερμόμετρον ἢ βαρόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἐπαναλαμβάνω ὁ ἀρχηγὸς μᾶς ὑπέμνησεν ὅτι συχνότατα ὑπάρχει διαφωνία μεγάλη ἐὰν εἰς ἑκάστην περίστασιν ὅπου γίνεται ἡ κίνησις αὐτὴ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ. Εἶναι λοιπὸν πολὺ γενικώτερον νὰ γίνῃ παρ’ ἡμῖν ἐπίκρισις. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀλλαχοῦ ἠξεύρουν τοὺς ὅρους ποὺ λειτουργεῖ σήμερον αὐτὴ ἡ κίνησις τοῦ τόκου καὶ αὐτοὺς τοὺς ὅρους πρέπει νὰ τοὺς ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς. Ὅπως ἀνεγνώρισεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀλλοῦ ὅταν ἰδοῦν ὅτι ἐκρέει πολὺς χρυσὸς ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν ἀγοράν, λ. χ. ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶχε παρὰ νὰ ὑψώσῃ τὸν τόκον καὶ νὰ σταματήσῃ ἀμέσως πᾶσαν ἐκροὴν χρυσοῦ, νὰ ἐπιτρέψῃ δὲ τὴν ἐκροὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς σχεδὸν αὐτὸ δὲν συνέβει. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι ἀφαιρῶ καὶ τὸ σχεδὸν ἐγώ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔχει περισσότερον δίκαιον ἀπὸ μένα. Ἡ κίνησις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν ἡμέραν εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀκόμη νὰ καταβάλωμεν, διὰ νὰ κατορθώσωμεν ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ νὰ ὑψωθῇ εἰς σημεῖον ὥστε νὰ αἰσθάνεται μὲ τὴν ἰδίαν εὐαισθησίαν, ἢ μὲ ἀνάλογον τοὐλάχιστον εὐαισθησίαν τὸν ἀντίκτυπον τῶν κινήσεων τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου ἢ ν’ ἀποτελοῦμεν καὶ ἡμεῖς μέρος τῶν συγκοινωνούντων ἀγγείων, ὥστε νὰ ρυθμίζωμεν τὰς τῆς ἐξόδου καὶ εἰσόδου τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς ὑψώσεως ἢ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἐὰν ἦτο ἐκεῖνος εἰς τὴν Κυβέρνησις καὶ ἀπεφάσιζε νὰ ὠθήσῃ τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ νὰ ὑψώσῃ τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως, ἐνῷ δὲν θὰ κατόρθωνε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα οὔτε μίαν λίραν, θὰ κατόρθωνεν ἕνα ἄλλο πρᾶγμα ὅμως τὴν δυσκολίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπάλευε καὶ παλέει καὶ ἡ βιομηχανία μας καὶ ἡ γεωργική μας παραγωγή, ἕνεκα τῶν ὑπερβολικῶν τόκων τοὺς ὁποίους πληρώνει τὴν δυσχέρειαν αὐτήν, θὰ τὴν ἐνέτεινε διότι ἦτο φυσικὸν ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως, θὰ ἔφερε καὶ τὴν αὔξησιν τῶν τόκων καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Ἂν δὲ ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως κυβερνήτης καὶ ἐπλανᾶτο, ὅπως πλανᾶται σήμερον νομίζων ὅτι θὰ ἐπετύγχανε μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου τὸ νὰ εἰσαγάγῃ χρυσὸν καὶ ἔλεγε εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ὑψώσῃ εἰς 10 καὶ ἔβλεπεν ὅτι δὲν φέρει ἀποτελέσματα, θὰ ἔλεγε πήγαινε εἰς τὸν 11 οὐδένα ἀποτέλεσμα, πήγαινε εἰς τὸν 12, οὐδένα ἀποτέλεσμα φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔφθανε εἰς τὸν 17, 18, 20 καὶ ἐνῷ δὲν θὰ κατόρθωνε τίποτε ἀπὸ αὐτά, διότι δὲν θὰ ἔφερνεν οὔτε μίαν λίραν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, θὰ κατόρθωνεν ὅμως νὰ στραγγαλλίσῃ καὶ τὴν γεωργίαν μας καὶ τὴν βιομηχανίαν μας. Καθ’ ἣν στιγμὴν καλοῦμεν ὅλας μας τὰς Τραπέζας καὶ δίδομεν 300.000.000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ τὰ διαθέσῃ διὰ τὴν βοήθειαν τοῦ καπνοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν καλοῦμεν ὅλας τὰς ἄλλας Τραπέζας νὰ βοηθήσουν καὶ αὐταί, παρέχουσαι πλασματικὰ δάνεια, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις καλεῖ τὰς Τραπέζας ὅλας καὶ τοὺς λέγει: «ἐλᾶτε ἐδῶ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ ἡ βιομηχανία μας πληρώνουσα τόκους 13, 14%, ἔχετε καὶ ἐσεῖς συμφέρον, νὰ βοηθήσετε τὴν βιομηχανίαν μας διὰ νὰ στερεωθῇ καὶ νὰ σωθῇ. Σᾶς προτείνω νὰ τακτοποιήσετε τὰ πρὸς ἡμᾶς χρέη τῆς βιομηχανίας ἀπὸ βραχυπρόθεσμα ὅπως εἶναι νὰ τὰ κάνετε ὀλίγον μακροπρόθεσμα, ἔστω 1, 2, 3, 4, χρέη ἂν θέλετε, ἀλλὰ νὰ ἐλαττώσετε καὶ τὸν τόκον σας, νὰ περιορισθῆτε, νὰ πάρετε ἀπὸ τὰς βιομηχανίας 880 μόνον καὶ ἐπειδὴ ἐντεῦθεν θὰ εἶναι οὐσιώδης ἡ μείωσις τῶν ποσῶν σας ἡμεῖς θὰ σᾶς δώσωμεν 280 ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ σᾶς ζητοῦμεν νὰ περιορισθῆτε εἰς 10 χάνοντες καὶ ἐσεῖς ἄλλα 1, 2, 3 τὰ ὁποῖα θὰ ἐπαίρνατε, διότι συμφέρον ἔχετε καὶ ἐσεῖς νὰ στηριχθῇ ἡ βιομηχανία μας καὶ νὰ προοδεύσῃ». Λοιπὸν καθ’ ἣν στιγμὴν καλοῦμεν τὰς Τραπέζας καὶ ζητοῦμεν νὰ φθάσωσι εἰς μίαν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου διὰ νὰ ἀνακουφίσωμεν τὴν βιομηχανίαν θὰ ἦτο ὡραῖον πρᾶγμα νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς νὰ ὠθήσωμεν τὴν Τράπεζαν ὥστε νὰ ὑψώσῃ τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως διὰ νὰ αὐξήσουν οἱ τόκοι τῆς βιομηχανίας ἀπὸ 12 καὶ 13 εἰς 15 καὶ 16%. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου πρέπει νὰ ἐπιμείνω ἀκόμη ἐπ’ ὀλίγον διὰ νὰ εἴπω πλήρως τὴν γνώμην μου. Καὶ πιστεύω ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως ἐλάχιστα διὰ νὰ κάμω πάντοτε τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἐλάχιστα δύναται νὰ ἐπιρρεάσῃ τὴν εἰσαγωγὴν χρυσοῦ εἰς τὸν τόπον, δύναται ὅμως νὰ συντελέσῃ ὅπως παρεμποδισθῇ ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὡς εἴπαμεν, ὅτι ἄρα, δὲν θά λειτουργήσῃ ὁ νόμος αὐτὸς ποτέ, εἰμπορεῖ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρχουν περιστάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ δικαιολογήσουν. Καὶ κατ’ ἐμὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εὑρίσκω οὐδεμίαν ἄλλην περίστασιν ἡ ὁποία εἰμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀγοραίαν αὐτὴν ὕψωσιν τοῦ τόκου παρὰ μόνον εἰς περίπτωσιν κρίσεως τοῦ νομίσματος καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἠλαττοῦτο ὁ χρυσός, τότε θὰ ἠμπορούσαμεν ν’ αὐξήσωμεν τὴν τιμὴν ἀμέσως εἰς 12, 13, 15 καὶ 30 ἂν εἶναι ἀνάγκη. Αὐτὸς θά εἶναι ὁ ρόλος. Ἀλλά δὲν εἶναι αὐτὸς μόνον ὁ ρόλος τὸν ὁποῖον ἤθελεν νά παίξῃ ἡ αὔξησις τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἔκαμεν καὶ μίαν ἄλλην ἐπίκρισιν, κύριοι βουλευταί, κατά τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, κυρίως εἰπεῖν, κατά τῆς Κυβερνήσεως, διότι δέχομαι ὅτι κάθε ἐπίκρισις ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν πολιτικήν, ἀφορᾷ τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν.
§244Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλωστε ἐπερωτᾶται.
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς εἶναι ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἰς το σημεῖον αὐτὸ δείχνει πολὺ λεπτότητα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διότι ἔστρεψε πρὸς τὴν Τράπεζαν τά βέλη του καὶ ἀπέφυγε νά τά στρέψῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἄξιον περισσοτέρας προσοχῆς, ὅτι δηλαδὴ ἡ Τράπεζα κατά τὴν ἀγοράν καὶ πώλησιν τοῦ συναλλάγματος δὲν ἐξαντλεῖ ὅλην τὴν ἀπόδοσιν τῶν λεγομένων gold points, δηλαδὴ τά ὅρια ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐπιβάλλουν τὴν δαπάνην τῆς αἰτησίας ἀποστολῆς ἢ εἰσαγωγῆς χρυσοῦ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ ἀπόστασις αὐτὴ εἶναι 5 δραχμαί, ὅπως ἠξεύρετε ἡ Τράπεζα περιορίσθη νά ἀγοράζῃ καὶ νά πωλῇ εἰς τά 375 μὲ μίαν διαφοράν 30–40 λεπτῶν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ συνεζητήσαμεν μετὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἤθελε νά ἔχῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μᾶς εἶπεν ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, κατά τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῆς σταθεροποιήσεως, νομίζω, ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ συναλλάγματος εἰς 375 μὲ διαφοράν 30– 40 λεπτῶν, ἐάν ἦτο δυνατὴ ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένη διά νά ἐπιρρώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου πρὸς τὸ νόμισμα. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νομίζω ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως συνεφώνησε, συνεφώνησε δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἴδομεν δὲ καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νά φέρῃ ἀντιρρήσεις. Ἀναγνωρίζω ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον συζητήσεως ἡ ὁποία ἔγινεν ἐδῶ καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν βέβαια κανὲν ἄλλο ἀγαθὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν διὰ τὴν δημοσίαν πίστιν μας θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ὁ κόσμος παρακολουθῶν θὰ μάθῃ ὅτι τὸ νὰ ἀγοράζῃ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἡ Τράπεζα 372½— 373 τὴν λίραν καὶ νὰ τὴν θέλῃ 377½, 377 δὲν σημαίνει ὅτι ἡ σταθεροποίησις πηγαίνει κακά. Σημαίνει μόνον ὅτι ἡ Τράπεζα μεταχειρίζεται τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖρας της διὰ νὰ κρατῇ τὸ κάλυμμα της εἰς ὑψηλὰ ἐπίπεδα, εἰς τὰ ὁποῖα..... ὥστε ἐὰν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἶχεν ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐγὼ θὰ συγχωροῦσα ἴσως τὸ ἄλλο κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσε νὰ προκληθῇ εἰς αὐτὰς διότι τὸ θεωρῶ οὐσιῶδες τοῦτο. Ὁ Ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπέκρινε τὴν Τράπεζαν καί διότι δὲν δέχεται ἐντόκους καταθέσεις ἐπί τοῦ σημείου τούτου δὲν θὰ θελήσω καθόλου νὰ τοῦ ἀπαντήσω διότι θεωρῶ ἀρκετὰ τὰ ἤδη λεχθέντα.
§246Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα αὐτό. Ἐγὼ εἶπα ἀκριβῶς ὅτι δεδομένου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει τὴν τακτικὴν αὐτὴν καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐφαρμόζει, μόνον κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ μετριάσῃ τὰς συνεπείας τῆς τακτικῆς αὐτῆς.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία θὰ ἤρχιζε νὰ δέχεται καταθέσεις ἐπὶ τόκῳ θὰ ἐνόθευε τὴν λειτουργίαν της ὡς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Λοιπόν, ἐὰν ἐνόθευε τὴν λειτουργίαν της ὡς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἐὰν ἐδημιούργει ὅλους τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐντεῦθεν δύνανται νὰ προέλθουν, τὸ πρᾶγμα γίνεται τρομερώτερον ἐὰν ἀπεφάσιζε νὰ δίδῃ τόκον εἰδικῶς διὰ τὰς καταθέσεις εἰς χρυσόν. Διότι μία τοιαύτη πολιτικὴ τῆς Τραπέζης μὲ τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ὡμοίαζε παρὰ μόνον σἄν νὰ ἔπαιρνε ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης μία τυρρανικὴν σάλπιγγα—ὅπως τὴν ὀνομάζομεν εἰς τὰ σχολεῖα—νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ λέγει: «ἐγὼ δὲν δέχομαι καταθέσεις ἐπὶ τόκῳ, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δέχομαι καταθέσεις ἐπὶ τόκῳ, διὰ τὰς δραχμὰς διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἐμπιστοσύνην. Ἐὰν θέλετε ὅμως νὰ ἀγοράσετε χρυσὸν καὶ νὰ μοῦ φέρετε, κύριε ἐκ Κερκύρας πολιτευτά, δὲν φοβοῦμαι νὰ ζημιωθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Φέρετέ μου νὰ σᾶς δίδω 2 ἢ 3%». Πῶς εἶναι δυνατὸν κύριε ἐκ Κερκύρας βουλευτά, νὰ ὑποθέσετε τοὺς διοικητὰς τῶν Τραπεζῶν τόσον μωρούς, ὥστε νὰ ἐφαρμόσουν μίαν τοιαύτην πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ ἔτεινε νὰ συγκλονίσῃ τὴν πίστιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος νομίζετε, ὅτι μὲ τὸ 2%, θὰ ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ τὸν χρυσὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Νέας Ὑόρκης μὲ τὴν αὔξησιν ἐκείνην τῶν τιμῶν θὰ ἠμποροῦσε νὰ τοποθετηθοῦν μὲ 8% εἰς πρώτην ζήτησιν; Δὲν εἶναι λοιπὸν σοβαρὸν νὰ λέγωνται αὐτά, κύριοι βουλευταί. Εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς δημιουργίας τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ εἰσέλθω. Εἶναι ἱστορία αὐτή. Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ εὐκαιρία μετ’ ὀλίγον νὰ εἴπω δύο λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκφρασθεῖσαν εὐχὴν διὰ τὴν ἀνασυγκόλλησιν τῶν δύο Τραπεζῶν. Ἀλλὰ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο κ. βουλευταί.....
§248Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γεννᾶται ζήτημα περὶ τόκου καταθέσεων. Ἔχει τὴν εὐκολίαν ἡ Τράπεζα νὰ δίδῃ τόκον;
§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τῆς ἀπαγορεύεται.
§250Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τῆς ἀπαγορεύεται πῶς γίνεται λόγος ἐπ’ αὐτοῦ; τὶ σκοπὸν ἔχει ἡ συζήτησις;
§251Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀποκρούων αὐτὴν τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου, τοῦ λέγω: «Λὲς πράγματα ποὺ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ λὲς καὶ πράγματα ποὺ ἐὰν μποροῦσαν νὰ γίνουν θὰ ἔφερναν ζημίαν. Μπορεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ, νὰ καλέσωμεν τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων νὰ ψηφίσῃ τροποποίησιν τοῦ καταστατικοῦ, νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ τῆς εἴπῃ ἄκου ἐδῶ εὑρήκαμεν καινούργιες ἀρχές, αὐτὰ ποὺ κάνετε σεῖς εἶναι ἀνόητα πράγματα ἐμεῖς ἐὰν δεχθῶμεν καταθέσεις εἰς χρυσὸν εἶναι καλλίτερον καὶ ἐὰν μποροῦμε αὐτὸ νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν». Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ εἶμαι πλέον δριμὺς ἐπικριτής του εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὡμίλησε κατὰ τρόπον ἐμπνέοντα ἀνησυχίας διὰ τὴν ἑδραίωσιν τῆς σταθεροποιήσεως. Ὁ κ. Ζαβιτζιάνος καὶ πρὶν ἀκόμη ἔλθῃ εἰς τὴν ζωὴν ἡ νόμῳ σταθεροποίησις ἐξέφρασεν ὄχι ἀμφιβολίας ἀλλὰ βεβαιότητα, ὅτι τὸ νεογέννητον θὰ ἦτο ἐξάμβλωμα καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἐστερημένον τῆς δυνάμεως τῆς ζωῆς, δὲν θὰ ἦτο δηλαδὴ βιώσιμον. Τὸ βλέπει ὅτι ἐγεννήθη, τὸ βλέπει ὅτι ζῇ 20 μῆνες, τώρα τὸ βλέπει ὅτι αὐξάνει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀλλὰ φυσιολογικῶς καὶ σχεδὸν τὸ θεωρεῖ, προσωπικόν του ἐχθρὸν διότι τοῦ διέψευσε τὰς προβλέψεις του.
§252Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν μὲ διέψευδον.
§253Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὅμως αἱ προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας διεψεύσθησαν τόσες φορὲς νομίζω ὅτι θὰ ἐδικαιολογεῖτο νὰ ζητήσωμεν νὰ συνειθίσῃ εἰς κἄποιαν μετριοφροσύνην. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσας διαψεύσεις τοῦ ἔδωσαν τὰ γεγονότα ἕως τώρα καὶ θέλων νὰ δείξῃ πόσον εἶναι βέβαιος περὶ τῶν ἰδεῶν του μοῦ κάνει καὶ μίαν ἄλλην πρόβλεψιν, ὅτι ἐσὺ κ. πρόεδρε θὰ τὰς ξανασυγκολλήσῃς τὰς τραπέζας, ὥστε τό ἔργον αὐτὸ τῆς διχοτομήσεως, θὰ τὸ ἄρῃς καὶ θὰ ἑνώσῃς πάλιν τὰς δύο τραπέζας. Λυποῦμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρόβλεψίν του θὰ εὑρεθῇ διαψευδόμενος ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Καὶ τώρα, ἴσως εἶναι καιρὸς νὰ εἰπῶ δύο λέξεις διὰ τὸ ἱστορικὸν ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως. Δὲν ἦτο δυνατόν, κύριοι, νὰ δημιουργήσωμεν ἕν ὑγιές πιστωτικὸν νόμισμα χωρὶς νὰ δημιουργήσωμεν ἕναν ἰδιαίτερον τραπεζιτικὸν ὀργανισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐμπιστευόμεθα τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὁ ὁποῖος ὀργανισμὸς θὰ ἦτο ὄχι κερδοσκοπικός, ἀλλ’ ὀργανισμὸς δημοσίου ἐνδιαφέροντος. Μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν δύναται ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅλας τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν δύνανται νὰ παρουσιάζωνται καὶ νὰ διατηρήσῃ ἀμείωτον τὴν τιμὴν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πιστωτικὸν νόμισμα Ἐὰν βέβαια, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως ἰδίας ἐκδοτικῆς τραπέζης καὶ ἠμπορούσαμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ εἴχομεν τὸ μέγα πλεονέκτημα ὅτι θὰ εἴχομεν ὀλιγωτέρας δαπάνας εἰς τὴν διοίκησιν δύο τραπεζῶν. Ἀλλὰ αἱ δαπάναι αὐταὶ αἱ ἰδιαίτεραι, τὰς ὁποίας πληρώνομεν, κύριοι, διὰ τὴν ἵδρυσιν νέας τραπέζης, εἶναι ἀπολύτως παραγωγικαί. Εἶναι δαπάναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι. Ἐὰν δὲν ἀπεφασίζαμεν νὰ ἱδρύσωμεν τὸν νέον ὀργανισμὸν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μὴ ἐχούσης κανένα σκοπὸν νὰ ἐπιδιώκῃ, ἀλλ’ ἀποβλεπούσης μόνον πῶς νὰ διατηρήσῃ ἀκεραίαν τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος, δὲν θὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ σταθεροποίησις τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν εἰς τόσας θυσίας θὰ διατηρηθῇ. Ὑπεβλήθημεν εἰς τὴν θυσίαν τοῦ δανείου 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα τῆς Τραπέζης καὶ διὰ τὰ 3 ἑκατομμύρια λιρῶν πληρώνομεν κατ’ ἔτος περίπου 90 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Μία δαπάνη τὴν ὁποίαν κάμομεν, διότι ἱδρύσαμεν τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἐξοδεύομεν κατ’ ἔτος διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀνάλογον περίπου ποσόν. Καὶ ὅμως, κ. βουλευταί, ὅλα αὐτὰ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται εἶναι δαπάναι ἀναγκαῖαι, ἀπαραίτητοι, ἐὰν δὲν θέλομεν καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς περιπετείας διὰ μέσου, τῶν ὁποίων ἐπεράσαμεν μὲ τὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς μας, ὅπου τὸ νόμισμά μας ἔπιπτε κατὰ δεκάδας βαθμῶν. Καὶ ἴσως εἶναι εὐκαιρία ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ πάλιν νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχουν οἰκονομίαι αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι σπατάλην καὶ ὑπάρχουν δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν χρυσῆν βροχὴν διὰ τὸν ἐθνικὸν ἀγρόν. Μία ἀπὸ τὰς μεγάλας δαπάνας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματός μας εἶναι καὶ ἡ δημιουργία τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπεβλήθημεν εἰς τόσον μεγάλας δαπάνας καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς τὴν δαπάνην τῶν 3.000.000 λιρῶν τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὰ ἀποθεματικὰ τῆς Τραπέζης, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν σταθεροποίησιν καὶ νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰς ἀνευθύνους γνώμας τὰς ὁποίας δὲν λείπουν νὰ μᾶς δίδουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες σχέσιν μὲ ἡμᾶς ἔχουν ὅμως νὰ ἐξυπηρετήσουν καὶ ἴδια ἀνομολόγητα συμφέροντα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν οἰκονομικῶν νόμων καὶ τοῦ δημοσίου τάχα συμφέροντος ζητοῦν νὰ στρατολογήσουν καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἀνθρώπους διὰ νὰ τοὺς βοηθήσωμεν εἰς τὸν ἀνόσιον σκοπόν των ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάρριψιν τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος διὰ νὰ ἀρχίσῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, νὰ δημιουργοῦνται καὶ νὰ καταστρέφωνται περιουσίαι ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην καὶ διὰ νὰ ὑποβληθοῦν καὶ πάλιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅλα ἐκεῖνα τὰ οἰκονομικὰ βάρη τὰ ὁποῖα τοὺς ἐπέβαλε καὶ ἡ ἐπὶ τόσον μικρὸν χρόνον διατήρησις τῆς ἀσταθείας τοῦ νομίσματος. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν κύριοι, μοῦ δίδεται εἰς τὸ βῆμα ἕνα σημείωμα τὸ ὁποῖον μοῦ βεβαιοῖ ὅτι ἕνας σύμβουλος τοῦ ταμείου τῶν νομικῶν συνέστησε προχθὲς εἰς τὸ συμβούλιον νὰ μετατρέψουν εἰς λίρας τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τῶν νομικῶν, διότι ἡ σταθεροποίησις κινδυνεύει. Ὁρίστε, λοιπόν, κ. βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας τὸ ἀποτέλεσμα τῶν φόβων σας τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μαύρων προβλέψεών σας τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαρκοῦς ἀπαισιοδοξίας σας, ὁρίστε ποὺ ὁδηγοῦν. Ἐν τούτοις, κύριοι ἡ σταθεροποίησις αὐτὴ κατ’ ἐμὲ οὐδένα διατρέχει κίνδυνον. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκδηλώσω γνώμην διὰ νὰ ἐνισχύσω τὸ Ἐθνικόν μας νόμισμα, ἐκδηλώνω γνώμην τὴν ὁποίαν πιστεύω ἀκραδάντως. Ἡ σταθεροποίησις θὰ ἠδύνατο νὰ κινδυνεύσῃ, ἐὰν δὲν εἶχε μελετηθῇ καλῶς καὶ ἐὰν δὲν εἶχον ἐξυγιανθῇ πρότερον τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ὅ,τι δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ εἶναι ἴσως ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἔγινε ἐνωρίτερον ἀπ’ ὅ,τι αἱ ἐνδείξεις τῆς προνοίας ἐπέβαλλον τότε. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι τὸ τόλμημα δὲν ἦτο ἀνεπιτυχές. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ ξέρῃ τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1927 ἐὰν ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ τόπου θὰ ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τὸ ὁποῖον τόσον ἡρωϊκῶς πράγματι ἐπεδίωξεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῇ συμπράξει καὶ τῶν λοιπῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν, ἐὰν θὰ ἠμποροῦσε νὰ διατηρηθῇ. Ἦτο ὑπὲρ ἄγαν τολμηρὸν τὸ τότε γενόμενον, ἀλλ’ εὐτυχῶς τὰ πράγματα ἐφάνησαν εὐμενῆ πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ σταθερὰ πολιτικὴ κατάστασις, ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη καὶ ἡ βεβαία ἐξασφάλισις εἰς τὸ μέλλον ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται καὶ πάλιν νὰ ἀπειληθῶμεν ἀπὸ ἀπροσδοκήτους πολιτικὰς περιπετείας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ δὲν διαφαίνονται κἂν εἰς τὸν ὁρίζοντα, ὅλα αὐτὰ θὰ κρατοῦν τὴν σταθεροποίησιν ἀπολύτως ἠσφαλισμένην. Καὶ ἐφ’ ὅσον οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον ἡ σταθεροποίησις. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν. Πιστεύω ὅτι διὰ νὰ κατορθώνωμεν, ἐπὶ τόσα ἔτη νὰ ζοῦμε μὲ ἰσοζύγιον πληρωμῶν, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἐπαχθέστατα παθητικόν, πλὴν περιστάσεων ὡρισμένων, ὅπως ἦτο κατὰ τὸν πλεῖστον χρόνον, τὸ ἐμπορικόν μας ἰσοζύγιον εἶναι φαίνεται ἐπαχθέστατα παθητικόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθοῦται ἐπὶ τόσον χρόνον νὰ ζοῦμε, θὰ πῇ ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν. Ἔχουμε μιὰ παροιμία στὸν τόπον μου τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐπίκαιρον νὰ σᾶς εἰπῶ. Συζητοῦσαν φαίνεται δύο χωρικοὶ μιὰ φορὰ ἂν εἶναι φείδι ἢ δὲν εἶναι, ὁ ἕνας ἔλεγε εἶναι φεῖδι ὁ ἄλλος ἔλεγε δὲν εἶναι. «Δὲν θωρῶ τὸν σαματά του» δηλαδὴ τὰ ἴχνη του. Μωρὲ τὸ φεῖδι θωρεῖς τοῦ λέγει ὁ ἄλλος καὶ τὸν σαματά του γυρεύεις; Λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ἕνας λόγος ὁ ὁποῖος μᾶς χωρίζει. Οἱ βλέποντες τὰ πράγματα μὲ ἀπαισιοδοξίαν λέγουν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ἰσοζύγιον πληρωμῶν. Μὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξεν ὅτι τὸ ἔχομεν. Ἀλλὰ κύριοι ἐγὼ θὰ προχωρήσω ἀκόμη ὀλίγον περαιτέρω. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν σήμερον ἰσοζύγιον πληρωμῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ κλονίσωμεν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπιβουλευθῶμεν ἔστω καὶ ἀθελήτως τὴν σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελισμένον, τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν μας καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐντελῶς ἰσοζυγισμένον σήμερον θὰ ἰσοζυγισθῇ μίαν ἡμέραν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πέσῃ ἡ σταθεροποίησις διότι ἐπὶ 1–2–4 ἔτη θὰ ἔχῃ ὑποτεθῆ ὅτι δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον πληρωμῶν. Εἶναι ἡ λειτουργία ἀκριβῶς μιᾶς Τραπέζης Ἐκδοτικῆς ἡ ὁποία ἔγινε μετὰ σταθεροποίησιν. Ἡ λειτουργία αὕτη ἔφερε αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Διότι ἐφ’ ὅσον τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἵστανται ἐπὶ ἑδραίας βάσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τὰ ἐλλείμματα τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀγάγουν τὸ Κράτος μίαν ἡμέραν εἰς τὸ νὰ βάλλῃ χέρι πάλιν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ τῆς εἰπῇ: «Ἐμπρὸς κόψε μου χαρτὶ διότι δὲν ἠμπορεῖ ἄλλως νὰ γίνῃ» ἡ σταθεροποίησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κινδυνεύσῃ. Μὴ διατυπώνετε λοιπὸν τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ξανακολήσωμεν καὶ πάλιν μίαν ἡμέραν τὰς δύο τραπέζας. Νὰ φοβεῖσθε μὲ ὅλην σας τὴν ψυχὴν τὴν περιπέτειαν κατά τὴν ὁποίαν τὸ ἐθνικόν μας νόμισμα θά ἐτίθετο εἰς κίνδυνον. Ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ πάλιν στρεφόμενος τοῦ λέγω «μὴ ἀκοῦς τοὺς ἀπαισιοδόξους». Αὔριον, κύριοι, ἑορτάζομεν τὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς Ἐθνικῆς μας Ἀνεξαρτησίας. Θυμηθῆτε, κύριοι, τὶ ἀντιπροσώπευε ἡ Ἑλλὰς πρὸ 100 ἐτῶν. Θυμηθῆτε τὶ ἀντιπροσώπευε ὁ κολοσσὸς τῆς Τουρκικῆς αὐτοκρατορίας κατὰ τῆς ὁποίας ἐξηγέρθη ἡ δρὰξ τῶν προγόνων μας, τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 21. Τὶ ἔφερε τὸ θαῦμα αὐτό τῆς νίκης τῆς δρακὸς ἐκείνης κατὰ μίας τεραστίας ἀκόμη αὐτοκρατορίας; Τὶ ἄλλο παρὰ μόνον ἡ πίστις εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἀγῶνος καὶ ἡ πίστις εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ; Διατὶ λοιπὸν αὐτὸ τὸ στοιχεῖον τῆς πίστεως τοῦ ὁποίου ἔχετε τοιαῦτα παραδείγματα καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωσε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, διατὶ αὐτό τὸ στοιχεῖον τῆς πίστεως ἔρχεσθε νὰ συγκλονίζετε καί νὰ τὸ καταστρέφετε καὶ νὰ τὸ διασείετε; Εἶπον κ. βουλευταί, ὅτι εἶχον νὰ εἴπω. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως ἐγένετο θῦμα τῆς φυσικῆς του ἀπαισιοδοξίας, ἐγένετο καὶ θῦμα, φοβοῦμαι, γνωμῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς γνωρίζοντες καλλίτερον τὰ πράγματα οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριοι πρὸς τὰς βλέψεις καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας. Ἀλλ’ ἔργον ἡμῶν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι νὰ μὴ παρασυρώμεθα ποτὲ ἀπὸ τοιούτους συμβούλους. (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§255Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω κ. βουλευταὶ καὶ μόνον ἐπὶ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα, κατέληξα κατόπιν εἰδικῆς καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῆς καταστάσεως. Αἱ γνῶμαι μου ἄλλωστε καθὼς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν δὲν εἶναι νέαι εἶναι παλαιόθεν, πάντως ὅμως ἔχουν βάσιν ἰδίας μελέτης ἰδίας ἐρεύνης. Πιστεύω εἰς ταύτας ἀδιστάκτως καὶ εὔχομαι ὁλοψύχως τὰ πράγματα νὰ μὲ δικαιώσουν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχισεν ὁμιλῶν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς αἰτιάσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ διετύπωσα σχετικῶς μὲ τὰς δαπάνας ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὰς σπατάλας ὅπως εἶπον ἐγώ. Βεβαίως ὑπῆρξεν ἀρκετὴ ἱκανοποίησις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι ἡ φειδὼ ἐκείνη ἡ ὁποία διακρίνει τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Δὲν εἶναι βέβαια ἡ σπατάλη ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ φειδὼ. Διὰ νὰ ἀποδείξῃ δὲ ὅτι καλῶς ἔχουν τὰ πράγματα μετεχειρίσθη 2 συγκρίσεις συνέκρινεν ἐν πρώτοις τὰς δαπάνας τῆς Τραπέζης τῆς Ἐκδοτικῆς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἔπειτα συνέκρινε τὴν δρᾶσιν τῆς διοικήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς προηγουμένης διοικήσεως, ὑπεστήριξεν δ’ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως, ὑπεστήριξεν τὴν παρελθοῦσαν δευτέραν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ σημερινὴ διοίκησις, διοίκησις τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νῦν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἶναι κατωτέρα τῆς ἀναλογίας προηγουμένων διοικήσεων. Καὶ ἀναφέρει τὰ μεγάλα ὀνόματα τοῦ Ἀριστοτέλους Βαλαωρίτου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη καὶ τοῦ Δημητρίου Μαξίμου. Κύριοι βουλευταὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν τὸ ἤκουσεν καὶ κἄποιος ὑπάλληλος μικρὸς ἐκ τοῦ θεωρείου καὶ κατέθηκεν ἔκπληκτος ὅτε ἤκουσεν τὴν ἀναλογίαν καὶ μοῦ εἶπε: Κύριε Ζαβιτζιάνε, τὶ ὑπολογισμοὶ εἶναι αὐτοί, δὲν ἐννοῶ τίποτε. Ἐγὼ κατέχω μία θέσιν δημοσίαν, κουράζομαι πολὺ ἐργαζόμενος, ἀγρίως ἐξετίμησεν ἡ ὑπηρεσία τοὺς κόπους μου καὶ οὕτω διώρισεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ ἕνα δύο ὑπάλληλοι. Βεβαίως ἡ ἀναλογία ηὔξησεν κατὰ 50% μὲ τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ ἡ ὁποία δὲν ἐσταμάτα ποτέ, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διορισθῇ καὶ ἕνας τρίτος ὑπάλληλος καὶ ηὔξησεν ἡ ἀναλογία καὶ 33% εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι οὕτω πως ἐκτιμῶμεν τὰ πράγματα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων; Τὴν ὥραν ποὺ ἀκριβῶς ἐκ διαφόρων λόγων εἶχεν ἀνέλθει ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκεῖ ὅπου ἀνῆλθεν, βεβαίως ὅλαι αἱ πρόσθεται αὐξήσεις ἐβάρυνον ἕναν ὁλόκληρον... τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον αἱ δαπάναι αὐξάνουν. Πότε; Τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κέρδη ἠλατοῦνται ὅτε ὁ ἀείμνηστος Βαλαωρίτης, ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης καὶ ὁ Δημήτριος Μάξιμος ηὔξανον τὰς δαπάνας, ηὔξανον καὶ τὰ κέρδη.
§256Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ ποῦ ηὔξανον τὰ κέρδη ξέρετε; ἐκ βάρους τοῦ δημοσίου.
§257Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ηὔξανον τὰ κέρδη εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἐδικαιολόγουν τὰς δαπάνας. Ἀπὸ ποὺ ηὔξανον δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§258Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ δὲν εἶναι ἄσχετον. Σᾶς ἐρωτῶ ἀπὸ ποὺ ηὔξανον τὰ κέρδη, διότι δὲν ηὔξανον ἀπὸ ἐμπορικὰς ἐργασίας.
§259Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἰδοῦ κύριοι τὰ ποσοστά. Αὐτοὺς τοὺς πίνακας θὰ τοὺς ἀφίσω καὶ ἐγὼ διὰ νὰ ἐξελεγχθοῦν. (ἀναγινώσκει). «εἰς τὸ 1914 κλπ.».
§260Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ κέρδη αὐτὰ ἐνεφάνιζεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Πάρετε σήμερον τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἴδητε πόσα κέρδη ἐμφανίζει καὶ πόσα εἶναι τὰ πραγματικά.
§261Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶναι καὶ εἷς ἄλλος πίναξ κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ποσοστὸν τῆς διοικήσεως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος δὲν εὐρύνεται. Ἀρχίζομεν, κύριοι, ἀπὸ τὸ 14 διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 1927. Ἤρχισεν ἀπὸ 256.000 καὶ ἔφθασεν εἰς 1.000.000. Ἀλλά; κύριοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτό, ἡ ἀναλογία αὐτὴ ἐκπίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν. Ἀλλὰ μήπως ἔχουν ἀξίαν οἱ λοιποὶ ἀριθμοί; Ἀσφαλῶς ὄχι!. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἀναγνωρίσετε τοῦτο, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν, καὶ διὰ πρώτην φορὰν ἐπληροφορήθη ἡ Βουλὴ πόσα χρήματα ἔχει ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, πόσους ὑπαλλήλους ἔχει, ἔγιναν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν ὡρισμέναι συγκρίσεις αἱ ὁποῖαι δι’ αὐτὸ ἔχουν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθοῦν. Δὲν ἔχομεν τὸν καιρὸν νὰ συγκρίνωμεν καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλά, κύριοι, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἔχει ἓν κεντρικὸν ἐλάττωμα, τὸ ἑξῆς: Εἶναι μία σύγκρισις μὲ μίαν Τράπεζαν ἐπίσης σπάταλον, τὰς βάσεις τῆς σπατάλης τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἡ αὐτὴ διοίκησις πρὶν ἢ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν μίαν Τράπεζαν διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἄλλην. Τί σημαίνει, κύριοι, ἂν ἔχῃ σήμερον 100 ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 50, ὅταν καὶ διὰ τοὺς 100 ἡ αὐτὴ διοίκησις εἶναι ὑπεύθυνος; Οὔτε εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ γίνεται σοβαρὸς λόγος ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνωμεν ἕνα κατάστημα καὶ 4 ὑποκαταστήματα καὶ νὰ συγκρίνωμεν αὐτὰ μὲ ἐκεῖνα, ὅταν γνωρίζομεν ὅλοι τὴν ἔκτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἀρκεῖ παρὰ μία ἐπίσκεψις εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα διὰ νὰ ἴδετε ἂν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐκδοτικῆς. Ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόστασις ἐργασιῶν, ὥστε, μὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ προσωπικοῦ εἰς τὰ καταστήματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐγὼ καὶ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μεταβάλλεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ὑποκαταστήματα 2 ἢ 3 ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν. Ἐγὼ εἶπον τὰς ἐργασίας τοῦ κέντρου. Καὶ εἶπον, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ ὑποκαταστήματα ἔχουν προεξοφληθῇ 400.000.000, ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται, ἀπέναντι τῶν 50.000.000 τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὰ αὐτὰ κέντρα ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, διὰ τὰ ὁποῖα διαθέτει 25 ὑπαλλήλους ἀπέναντι τῶν 4 τοὺς ὁποίους διαθέτει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Αὐτοί, λοιπόν, κύριοι, εἶναι οἱ ἀριθμοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε καὶ ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ κέρδη καὶ τῆς συγκρίσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἀρχὴν μὲ ἄλλας Ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωκε, λίαν δεδικαιολογημένην ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀλλά, κύριοι, ὡμίλησαν καὶ περὶ οἰκοδομῶν. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔδωσεν ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπαλλήλων διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ διαφορετικά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε, κύριοι, τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ὅτι θά ἀνέλθουν τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως. Ὡμίλησε μόνον περὶ ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Τράπεζα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῇ χρηματοφυλάκια εἰς ἄλλας Τραπέζας. Ποῖος ἠρνήθη, κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ συμπεριλάβῃ τὰ θησαυροφυλάκια αὐτῶν; Ἀλλὰ θὰ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, κύριοι, ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, δηλαδὴ διὰ νὰ συμπεριλάβῃ τὰ θησαυροφυλάκια θ’ ἀπαιτηθῶσιν 200.000.000, ὅπως ἐγὼ κατήγγειλα καὶ ὅπως ἐκείνη δὲν ἀπήντησε ἢ ἔπειτα θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ περιορίσῃ εἰς 5, 10, 18 καὶ 20 ἑκατομμύρια, δηλαδὴ εἰς τὸ δέκατον τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀνέφερα. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σκεφθῆτε περισσότερον. Ἡ τράπεζα εὑρίσκεται σήμερον ἐγκατεστημένη, τὸ κέντρον αὐτῆς ἐπὶ ἑνὸς ἀκινήτου τὸ ὁποῖον οἱ ἴδιοι οἱ διοικηταὶ ἐπλήρωσαν 60.000 λίρες στερλίνες, ἐπὶ ἑνὸς ἀκινήτου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀγορᾶς ἐστοίχισε 24.000.000, διότι πρὸς 400 εἶχεν ἡ λίρα. Τὰ χρήματα ταῦτα τὰ ἔλαβεν ἡ Λαϊκὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔκτισεν ἕνα κολοσσὸν ἀπέναντι εἰς ἔκτασιν πενταπλασίαν ἢ ἑξαπλασίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, διὰ τὸν κολοσσὸν δὲ αὐτὸν δὲν ἐδαπάνησεν οὔτε 11.000.000, δηλαδὴ οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ καὶ ὄχι μόνον ἐνεκατέστησε τὰ γραφεῖα αὐτῆς ἀλλ’ ἔχει καὶ εἰσοδήματα 3.000.000 καὶ πλέον κατ’ ἔτος. Οὕτω πως διαχειρίζονται τὰ ξένα χρήματα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εἶναι ἐπωφελὴς ἡ διαχείρισις αὐτῶν διὰ τὸν τόπον. Ταῦτα εἶχα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ποσὰ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐγκαταστάσεων διὰ τὰ ὁποῖα ὅπως εἶπον δὲν ἐτήρησεν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τὴν ἰδίαν τακτικήν, δηλαδὴ νὰ φέρῃ τοὺς ἀριθμοὺς ὅπως τοὺς ἔφερε καὶ διὰ τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἄλλο σημεῖον ἐθίχθη. Ἐθίχθη τὸ σημεῖον ἂν καὶ ἠμφισβητήθη, ὅτι δηλαδὴ ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης εἴτε ἐξ ἰδίων εἴτε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, τὸ ὑπεστήριξα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔδωσεν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δικτάτορος περὶ τὸ ἑκατομμύριον ἐκ τῶν ὁποίων 500.000 ἐκόμισεν ὁ κ. Τσουδερός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ ἐζήτησε τὸ ὄνομα τοῦ διαρρήκτου καὶ τοῦ τὸ ἔδωσα. Πόθεν ἔχω τὰς πληροφορίας ἐκείνας δὲν εἶναι καὶ πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνος ὅπου ἔλαβε τὰς πληροφορίας. Μετέδωσα τὸ πρᾶγμα εἶπα καὶ τὰς πληροφορίας. Ἀλλά, κύριοι, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσετε τὴν ἐπιστολὴν τὴν δῆθεν διαψεύδουσαν τὸ ζήτημα ἵνα μὴ σᾶς μείνῃ καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ χρῆμα αὐτὸ κατεβλήθη πραγματικῶς. Λέγω δὲν εἶμαι πλούσιος ἵνα δώσω τὰ λεπτά, δεδομένου δ’ ὅτι ἔλειπε ὁ κ. Διομήδης καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ ἦτο ὁ Δροσόπουλος δὲν δύναμαι νὰ φρεσκάρω εἰς τὸ μυαλό μου τὶ ἔγινεν τότε ἵνα μπορέσω νὰ τὸ βεβαιώσω. Αὐτὴ καὶ μόνον ἡ ἐπιστολὴ ἤρκει ἵνα ληφθῶσιν εἰς βάρος τοιαύτης διοικήσεως σοβαρότατα μέτρα.
§262Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα ὁ κ. Τσουδερός. Σᾶς τὸ εἶπε ρητῶς.
§263Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς τὸ λέγω καὶ ἐγώ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν προσπάθειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν καλὴν πίστιν νὰ ἄρῃ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν πληροφοριῶν εἶναι καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς τὸ ὁποῖον δὲν μπορεῖ οὔτε ἴχνος ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν συνείδησίν μου περὶ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἄλλοθεν εἶχον.
§264Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πόθεν ἄλλοθεν εἴχατε τὰς πληροφορίας; Δὲν ἐξηγεῖσθε καλλίτερα;
§265Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐδήλωσα ἄλλοτε πῶς ἐννοῶ νὰ κάμω τὸν ἔλεγχον.
§266Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν ἔχετε οὐδεμίαν πληροφορίαν. Πρέπει νὰ μᾶς δώσετε τὰ στοιχεῖα. Ὅταν ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπισήμως καὶ σᾶς λέγει δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν μπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῶν πληροφοριῶν σας.
§267Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Σᾶς τονίζω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γραφῇ κατὰ λέξιν.
§268Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ κανεὶς ἐὰν κάμετε τοιοῦτον ἔλεγχον.
§269Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν μοῦ κάμνετε τιμὴν ν’ ἀπαντᾶτε σεῖς. Βγάλετέ το ἀπὸ τὸν νοῦν σας. (Θόρυβος).
§270Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ὁμιλῇ τις ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν νὰ λέγῃ ἐξηκριβωμένα πράγματα.
§271Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μὴ παραφέρεσθε, κύριε, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρεύνησε τὸ ζήτημα καὶ ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν.
§272Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπεν γνωρίζει. Καὶ ἐπὶ τέλους κ. πολιτευτὰ ἐκ Κερκύρας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔδωσε τὰ χρήματα ὑπερέχει καὶ διὰ νὰ διαψεύδετε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔπρεπε νὰ φέρετε ἐπίσημα ἔγγραφα (φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι).
§273Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ἐγὼ δὲν διέψευσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἶπεν ὅτι ἠρεύνησε, πρόσεθεσα ὅτι ἐβεβαίωσε ὅτι γνωρίζει τὰ πράγματα καὶ ἐκ καλῆς πίστεως ἐβεβαίωσε ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πληροφορίαν μου καὶ τὴν πληροφορίαν μου αὐτὴν δὲν μοῦ τὴν διέλυσε ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Τσουδεροῦ, τοὐναντίον μοῦ τὴν ἐνίσχυσε.
§274Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶε). Ἐξ ἰδίων τὰ ἔδωσε ἢ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§275Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω. Γνωρίζω ὅτι ἐκομίσθησαν παρὰ τοῦ ἰδίου τοῦ κ. Τσουδεροῦ 500.000 δραχμαὶ καὶ γνωρίζω ποὺ ἐδόθησαν. Ποίου εἶναι τὰ χρήματα δὲν τὸ γνωρίζω, τὸ εἶπον ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἀλλά, κύριοι, πραγματικῶς ἀνέφερα καὶ μίαν παροχὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης Πραγματικῶς ἀνέφερα καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἀνεφέρθη πρὸς δικαιολογίαν του ὅτι ὑπάρχει ταμεῖον εἰδικὸν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι καὶ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ συνεισφέρει ὁ κ. Τσουδερὸς χιλίας τόσας δραχμὰς τὸν μῆνα. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ κανονισμός, ὁ ὁποῖος ὁρίζει μέχρι ποίου ποσοῦ δύναταί τις νὰ εἰσπράξῃ παρὰ τοῦ ταμείου αὐτοῦ, ὅσον ὑπάρχει καὶ ἓν προηγούμενον γενικῶς ἀνεγνωρισμένον καὶ οὐδέποτε παραβληθέν, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς διοικητής, ὑποδιοικητής, διευθυντὴς ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Οὐδὲ ἔπαυσα, κύριοι, νὰ πιστεύω ὅτι ποσὸν ἐκ δραχμῶν 800.000 καὶ πλέον αἱ ὁποῖαι διατίθενται κατ’ ἔτος δι’ ἔξοδα τῶν ταξειδίων εἶναι πάντοτε σπατάλη καὶ σπατάλη μεγάλη. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον ὅσον ἀφορᾷ τὶ ὑπεστήριζα περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων τῆς ρυθμίσεως τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως, κύριοι, δὲν ὑπεστήριξα ὅτι τὰ ζητήματα τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου εἶναι ζητήματα ἀναμφισβήτητα, ὑπάρχουν θεωρίαι ἔτσι καὶ ἔτσι, τὰς ἰδικάς μου ὑπεστήριξα, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς στηρίζονται ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Εἶχον ὅμως καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω ὅλα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν μου ρυθμίζουν κακῶς καὶ ἐλαττωματικῶς τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν. Οὔτε ὑπεστήριξα ποτὲ ὅτι ἡ σταθεροποίησις θὰ ἀποτύχῃ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν τὸ εἶπον αὐτό. Ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι καλλιτέρα ρύθμισις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας θὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλως καὶ τὴν παραγωγὴν ἐν γένει καὶ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ θὰ ὑποβοηθήσῃ ἔτι μᾶλλον αὐτὴν τὴν σταθεροποίησιν. Ἡ προσπάθεια, κύριοι, τείνει εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ φέρω εἰς συζήτησιν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ρυθμίζεται ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία, προσπάθεια, κύριοι, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ γνωστὰ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἀντὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται. Εἶναι προσπάθεια ἐπιβεβλημένη, διὰ τήν ὁποίαν εἶμαι ὑπερήφανος, ὑποσχόμενος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν προσπάθειάν μου ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ καταστήματος ἐκείνου, μὲ τὴν διοίκησιν τὴν ὁποίαν ἔχει θὰ ἐξακολουθήσω νὰ τὰς παρακολουθῶ, διότι νομίζω κατ’ ἐμὲ καὶ κατ’ ἐμὲ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἐπικρέμονται κίνδυνοι καὶ κίνδυνοι μεγάλοι διότι ἡ ρύθμισις τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἐμπιστευμένη εἰς χεῖρας ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀνικάνους. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πιστεύω καὶ δὲν συγχίζω δύο πράγματα ἐντελῶς ἄσχετα, δὲν συγχέω τὴν Τράπεζαν μὲ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Ἄλλη ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλη ἡ Τράπεζα. Ἐπειδὴ τὴν ἀγαπῶ τὴν Τράπεζαν, ἐπειδὴ τὴν θέλω ἰσχυρὰν ἐγὼ εὔχομαι νὰ ἀπαλλαγῇ διοικήσεως, ἡ ὁποία εἰς κάθε ἄλλο συμβάλλει παρὰ διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον καὶ ὥραν 4½ μ. μ. (Ὥρα 10 μ. μ.).