1930.02.26
2,602 rows · 19,923 words · 146 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44η
ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Γενικὴ ἀντιπροσωπεία προσφυγικῶν ὀργανώσεων Δραπετσῶνος Πειραιῶς ζητεῖ τὴν ἄμεσον μεταφορὰν τῶν ἐν αὐτῇ εὑρισκομένων πολεμικῶν ὑλικῶν. —Οἱ ἀνάπηροι πολέμου ζητοῦν πληροφορίας σχετικῶς μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 4042 περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίων. Ἡ παγκαιτωλοακαρνανικὴ Ἕνωσις ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ζητεῖ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν διαφόρων ἀγροκτημάτων πρὸς ἀποκατάστασίν των. —Οἱ ἰδιοκτῆται καὶ τὰ πληρώματα μηχανοτρατῶν Σκιάθου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ὑπογραφὴν συμβάσεως Κράτους καὶ Κολύμβα περὶ παραχωρήσεως τοῦ προνομίου ἁλιείας. —Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου ἐλαίου τῆς Ἑλλάδος ζητοῦν τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ ὑπολοίπου ἐνοικίου λόγῳ ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαίου. —Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλος Ἡρακλείου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀναρμοδιότητα τοῦ νόμου 4456. —Οἱ κάτοικοι Βλαχέρνας ζητοῦν τὴν παροχὴν βοηθείας λόγῳ τῶν θεομηνιῶν καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Κανδήλας. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαχαίρας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τεχνιτῶν ξυλοεφαρμοστῶν κυλινδρομύλων Πειραιῶς, αἰτουμένων τὴν μὴ πρόσληψιν τῶν ἀλλοδαπῶν τεχνιτῶν καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Ἑταιρείας Μποῦλερ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πρεβέζης, ζητοῦντος τὴν ταχεῖαν λειτουργίαν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης καὶ τὴν παροχὴν δανείων. Τὸ Σωματεῖον ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Ξάνθης διαμαρτυρόμενον κατὰ τοῦ συνδέσμου τῶν Ἑλλήνων Βιομηχάνων παρακαλεῖ ὅπως τὸ ταχύτερον ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν περὶ συμπληρώσεως τοῦ διδασκαλικοῦ προσωπικοῦ διαφόρων χωρίων. —Ὁ Γ. Τσουρίδης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ἀπόφασις περὶ μὴ ἀνεγέρσεως τῆς οἰκοδομῆς Λυκιαρδοπούλου, πρὸς μεγάλην ζημίαν τῆς θέας τῆς Ἀκροπόλεως. —Πολλοὶ φορολογούμενοι τοῦ Δήμου Ἀθηναίων παρακαλοῦν ὅπως προστεθῇ διάταξις εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως Δημοτικῶν ὑπαλλήλων, περὶ δημοσιεύσεως κατὰ τρίμηνον ὀνομαστικῆς καταστάσεως ὑπαλλήλων. —Ὁ Σύνδεσμος ἀντιπροσώπων ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ζήτημα τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς δασμοῦ ἀλεύρου καὶ σίτου. —Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν συνεργαζομένων προσφυγικῶν ὀργανώσεων ὑποβάλλει διὰ ψηφίσματος τὰ αἰτήματα τῶν προσφύγων τῆς συγκεντρώσεως τῆς 23ης Φεβρουαρίου 1930. —Αἱ διδασκάλισσαι Χίου ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα σχετικὰ μὲ τὴν παροχὴν συντάξεων καὶ παρακαλοῦν ὅπως ταῦτα γίνωσιν ἀποδεκτά. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαχαίρας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πειραιῶς περιφερείας Βʹ Γυμνασίου, αἰτουμένων τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γυμνασίου των. —Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Πισκοκεφάλου παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐπιβολῆς φορολογίας εἰς τὰ ἐξαγόμενα καὶ εἰσαγόμενα προϊόντα ἐπαρχίας Σητείας. — Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Παρθενίου, ἀναφέρων τὰς καταστροφὰς ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῶν πλημμυρῶν, ζητεῖ τὴν λῆψιν μέτρων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κούνδουρος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος «Ἅγιος Τρύφων» διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου Εὐδοξιάδου καὶ αἰτουμένων τὴν παροχὴν βοηθείας λόγῳ τῶν θεομηνιῶν. — Ὁ Πρόεδρος τῶν προσφύγων Καλαμῶν ζητεῖ ὅπως μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Τραπέζης Μεσσηνίας ἀποδοθῶσιν οἱ πρὸς φύλαξιν παραδοθέντες αὐτῇ τίτλοι. Οἱ κ. κ. Θ. Σοφούλης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) καὶ Γ. Μαρῆς (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ ἐκπαιδεύσεως στελεχῶν. 2) Περὶ τροπολογίας τοῦ νόμου 4322 περὶ Προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς Ὑπαξιωματικῶν καὶ Στρατιωτικῆς Σχολῆς Τεχνιτῶν καὶ 3) Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν κλπ. καὶ τῶν μισθῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων κλπ». Ἡ ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεὰν καὶ κατὰ κυριότητα παραχωρήσεως τοῦ οἰκοπέδου ἐφ’ οὗ εὑρίσκεται τὸ κατάστημα τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ λειτουργοῦντος Ἀσύλου τοῦ Παιδιοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Παπαστρατῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ζωγράφος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου», ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 4212 περὶ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἀρχαιολογικοῦ χώρου τμήματος πόλεως Ἀθηνῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Παπαστρατῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28– 8–25 Ν. Δ. περὶ σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν καὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τούτου». Ὁ κ. Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου 602 περὶ Συνεταιρισμῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Μυλωνογιάννης, Μ. Βολουδάκης, Γ. Κοκκινάκης, Κ. Πολυχρονάκης, Π. Πολυχρονίδης κλπ. ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμου: 1) «Περὶ τοῦ τρόπου συνθέσεως Ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου 4413 περὶ καταρτισμοῦ πινάκων Μακεδονομάχων» καὶ 2) «Περὶ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως πινάκων ὀνομασίας ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐξ ὁπλαρχηγῶν καὶ χορηγήσεως αὐτοῖς συντάξεως». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως καλλιεργείας καπνοῦ εἰς ἀκατάλληλα ἐδάφη». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαλύσεως καὶ ἀναλύσεως ὑφισταμένων στρατιωτικῶν μονάδων». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 18 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου 2740 τοῦ 1927 περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1929 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3463 περὶ συστάσεως ταμείου προνοίας ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων λεωφορείων». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τσεχοσλοβακίας ὑπογραφέντος ἐν Πράγᾳ τῇ 8 Ἰουνίου 1929 Συμφώνου φιλίας Συνδιαλλαγῆς, Διαιτησίας καὶ Δικαστικοῦ Διακανονισμοῦ». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Διαρκοῦς Δικαστηρίου Διεθνοῦς Δικαιοσύνης». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Πρωτοκόλλου ἀποδοχῆς τῶν ἐπιφυλάξεων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὸ Καταστατικὸν τοῦ Διαρκοῦς Δικαστηρίου Διεθνοῦς Δικαιοσύνης». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένων νομοσχεδίων μέχρι τῆς προσελεύσεως τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν, συνεχίζεται δὲ συμφώνως πρὸς τὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ληφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Σώματος ἀπόφασιν, ἡ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ράλλη καταθέσεως ἀναφορᾶς ἐκλογέων Οἰτύλου προκληθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐκπτώσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Μαυρομιχάλη καὶ προκηρύξεως ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ Οἰτύλου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ράλλης.
§4Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρῶ, κύριοι βουλευταί, ὑποχρέωσίν μου εὐθὺς ἀμέσως νὰ ὁμολογήσω ὅτι χάριτες ὀφείλονται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι μετὰ τόσης προθυμίας ἐδέχθη νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου θέματος διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ διότι τόσον εἰλικρινῶς παρεδέχθη ὅτι ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα δὲν δύναται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβεβλημένη.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν; Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος ἡ λύσις φαίνεται ὀρθή, πολιτικῶς ὅμως ἐγὼ δὲν τὴν θεωρῶ ἐνδεδειγμένην διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἰδίως ἐὰν γίνῃ, γίνεται ἕνα χάσμα.
§6Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς ἔλεγον καὶ χθές, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ἄρθρον τό καθιεροῦν τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ λέγει τὸ ἄρθρον 40ὸν: «οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν νὰ δηλώσουν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 39 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῶν προσόντων τοῦ βουλευτοῦ λέγει ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ: «Βουλευτὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 39 ρητῶς ὁρίζει ὅτι ἀποφασίζει ἡ Βουλή, τὸ ἄρθρον 40 οὐδὲν περὶ τούτου ἀναφέρει. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἔκφρασις «αὐτοδικαίως» δὲν λύει τὸ ζήτημα διότι ἄλλως δὲν θὰ ἀνεφέρετο ἐν τῷ ἄρθρῳ 39, ὅπου ἀναφέρεται ἡ λέξις «αὐτοδικαίως», ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, ὅτι δηλαδὴ ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἴσως ὅμως ἐξ ἀντιδιαστολῆς δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἡ ἄλλη ἑρμηνεία, διότι δὲν τὸ ἐπαναλαμβάνει.
§8Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἐπειδὴ οὐδὲν λέγει τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος, ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν κρατησάντων ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐπὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἑρμηνειῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι τὰ ἄρθρα 39, 40 καὶ 41 τοῦ νέου Συντάγματος, ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἐπανάληψιν τῶν ἀντιστοίχων ἄρθρων 70, 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐὰν δὲ οὐδεμία ὑπῆρξε συζήτησις οὔτε ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ οὔτε ἐν τῇ συνελεύσει τοῦ 1926 ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι εἶχε λυθῆ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναθεωρητικὴν τοῦ 1911. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς 17ης Ἀπριλίου 1911, ψηφιζομένου τοῦ ἀντιστοίχου πρὸς τὸ ἄρθρον 40 χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία προηγουμένη συζήτησις, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία παρατήρησις, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἰς δήλωσιν ζητήσας νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία, καὶ ἡ δήλωσις λέγει (ἀναγινώσκει).... Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας ἐζήτησεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ γραφῇ ἡ ἑρμηνεία του ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία, διότι ἐγνώριζε ὅτι δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐὰν ἀφήνετο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κρίνῃ τὰς περιπτώσεις ἀπαραδέκτου τὰς καθοριζομένας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὸ 1911, ἀφοῦ ὑποστηρίζεται ἡ γνώμη αὕτη οὐ μόνον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ τῆς Χώρας μας καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς συγγραφεῖς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει ἵνα σήμερον μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη, μεταβληθῇ ἡ ἑρμηνεία αὐτή, καὶ ἑρμηνευθῇ τὸ Σύνταγμα κατὰ τρόπον αὐθαίρετον νὰ παραδοθοῦν δὲ αἱ λαϊκαὶ ἐλευθερίαι καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν ὄρεξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὡς ἀναφέρει ὁ Σαρίπολος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ρωσσικῇ Δούμᾳ, ὑπαρχούσης τῆς Ρωσσικῆς ἀπολυταρχίας, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ ἐλευθερία τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐὰν ἀνετίθετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ κρίσις τῶν ζητημάτων αὐτῶν, καὶ ρητῶς εἶχε καθορισθῇ ὅτι ἡ ἀπόφασις θὰ ἐξεδίδετο ὑπὸ τῆς Δούμας. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων δι’ ὧν μὲ διέκοψε πρὸ ὀλίγου. Δηλαδὴ ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι οἵα ἦτο κατὰ τὸ 1911, καὶ ὀρθὸν εἶναι καὶ ἀσφαλέστερον ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). De lege ferenda δηλαδὴ καὶ ὄχι de lege lata.
§10Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Συνεπῶς περιττὸν εἶναι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Εἶναι περίεργον, κύριοι βουλευταί, ὅτι διὰ νὰ ἐπέλθῃ ὁ σεβασμὸς τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς βουλευτὴν ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη μὴ σεβόμενος αὐτὸ διότι δὲν ὡρκίσθη ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Συν)τος διαγραφόμενον ὅρκον, εἶναι περίεργον λέγω, ὅτι διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο ἐχρειάσθη ἐπανειλημμένως νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα. Παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ ἡ ὁποία κατηργήθη δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰλικρινῶς καὶ τότε, ὅπως καὶ σήμερον ἀνεγνώρισε τὸ μὴ ὀρθὸν τοῦ κανονισμοῦ. Παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα διότι δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή. Δὲν παρεβιάσθη δὲ μόνον τὸ Σύνταγμα ἀλλὰ παρεβιάσθη καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἀπεδείχθη, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, μεγίστη περιφρόνησις πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, μόνην ἁρμοδίαν νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ παρεβιάσθη καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Προεδρικοῦ διατάγματος περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἐκλογῆς. Τὸ διάταγμα φέρει χρονολογίαν 5 Φεβρουαρίου, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «ὁρίζομεν τὴν Κυριακὴν 9 Μαρτίου.......» (ἀναγινώσκει). Εἶναι ἴσως ἀνάγκη νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν ἐν τῷ προκειμένῳ σημείῳ καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται βουλευτής, ἀποτανθεὶς πρὸς συνταγματολόγους καὶ ἄλλους διαπρεπεῖς τοῦ τόπου μας νομικοὺς ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς συμμετοχῆς ἐν τῷ συμβουλίῳ τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, εἴτε ὡς πρόεδρος εἴτε ὡς σύμβουλος. Θὰ ἐπανέλθω βραδύτερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου Ἤθελον εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀναφέρω αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐννοηθῇ πόσον βαθὺ ὑπῆρξε τὸ τραῦμα τὸ ὁποῖον κατεφέρθη κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφοῦ ἁπαξάπαντες οἱ ἁρμόδιοι συνταγματολόγοι τῆς Χώρας ἡμῶν ἔχοντες ἀντίθετον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν γνώμην, ἐν καιρῷ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, διότι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον. Νομίζω μάλιστα—καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο ἐκ μέρους διαπρεποῦς συνταγματολόγου τοιαύτη ἀνακοίνωσις, διότι οὕτως ἔμαθον τοὐλάχιστον, ὅτι ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνομιλίᾳ διαπρεπὴς συνταγματολόγος ἐδήλωσεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν γνώμην του.
§11Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ἐζήτησα τὴν γνώμην του εἰς τὸ τηλέφωνον μοῦ, εἶπεν ὅτι μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ συμβάσεις μετὰ τῶν δήμων. Ἀλλὰ συντρέχουν καὶ περιπτώσεις ἐφαρμογῆς καὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Κράτους.
§12Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 40, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπανέρχομαι λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ..... δυνάμει εἰδικοῦ νόμου». Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν δύο πράγματα: Ἀπαιτεῖται εἰδικὸν προνόμιον καὶ εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ χορηγῇ τὸ εἰδικὸν προνόμοιον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνιστῶν τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀναφέρει ἐν τῷ διατάγματι τὰ ἑξῆς πρὸς δικαιολογίαν τῆς πράξεώς του: (ἀναγινώσκει) Εἶναι ἄραγε τοῦτο προϋπόθεσις τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος; αὐτὸ εἶναι ὁ εἰδικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἀξιοῖ τὸ Σύνταγμα; Ὄχι βέβαια. Τὶ εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος; Ἴσως ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο μᾶλλον ἐμοῦ ἐνδεδειγμένος διὰ νὰ γνωρίζῃ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τῆς Χαλκίδος, τὸ 1900, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ φωτισμοῦ τῆς Χαλκίδος τὸ Κράτος ἐθεώρησεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίππου. Ἐπωφεληθὲν τὸ Κράτος τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο μεταξὺ δήμου καὶ ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας, προῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις καὶ αὐτό καὶ ἐζήτησεν ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς καὶ εἰς τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίππου. Ἐπειδὴ δὲ αἱ πρόσοδοι τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου αἱ ὁποῖαι ἤθελον χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φωτισμοῦ δυνάμει ἑτέρου νόμου, ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Χαλκίδος, ἐχρειάζετο καὶ ἡ συναίνεσις τοῦ δήμου Χαλκιδέων καὶ ἐγένετο ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ὁποῖος περιέλαβεν εἰς τὸ ἄρθρον 2 τὴν ἑξῆς διάταξιν: (ἀναγινώσκει). «Πρὸς φωτισμὸν κ.τ.λ. τοῦ Εὐρίππου». Τὶ ἔγινε κατόπιν αὐτοῦ; Συνήφθη μία σύμβασις μεταξὺ Δήμου Χαλκιδέων καὶ Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ ἡ σύμβασις αὐτὴ περιέχει διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον. Τίνα διάταξιν; Διάταξιν χαριστικὴν ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας; Διάταξιν χορηγοῦσαν εἰς τὴν ἑταιρείαν προνόμοιον; Ὄχι. Ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται ἀναλαμβάνουσα τὸν φωτισμὸν τῆς Χαλκίδος νὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ Εὐρίππου. Βάρη ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἑταιρείαν, ὄχι ὠφέλη. Εἶναι τοῦτο προνόμοιον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὸ 40 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἀσυμβίβαστον; Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον καθιερώθη τὸ ἀσυμβίβαστον; Καθιερώθη διὰ λόγον πολιτικόν, καθιερώθη ἵνα μὴ ὑπάρχῃ πίεσις ἐκ μέρους τῶν μετεχόντων εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἑταιρείας ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ποίαν πίεσιν θὰ κάμῃ τὸ συμβούλιον τῆς ἑταιρείας ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανὲν προνόμιον ἀλλ’ ἔχει μόνον ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος.
§13Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παίρνει καὶ παράδες ἀπὸ τὸ Κράτος ἡ ἑταιρεία αὐτή.
§14Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Προνόμοιον δὲν εἶναι αὐτό. Πόσους παράδες παίρνει.
§15Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκείνους τοὺς ὁποίους παίρνει πᾶσα ἑταιρεία ἐκτελοῦσα ἕνα ἔργον.
§16Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπωφελοῦμαι τῆς διακοπῆς, διότι μὲ συμφέρει κ. ὑπουργέ. Σᾶς παρακαλῶ, εἶναι προνόμιον δημιουργοῦν ἀσυμβίβαστον, τὸ νὰ ἀγοράσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ μίαν ἑταιρείαν ἕνα ἐμπόρευμα; εἶναι αὐτὸ προνόμιον ἐκ τῶν δημιουργούντων τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἄρθρου 40; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Δύνασθε νὰ ἐρευνήσητε εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ Συντάγματα, δύνασθε, νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν Ἑλλάδι, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἀντιθέτως ἐκφράζονται πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ μόνον σύμβασις μεταξὺ ἑταιρείας, καὶ ὄχι εἰδικὸς νόμος, σύμβασις μεταξὺ ἑταιρείας καὶ δήμου παραχωρεῖ ἓν προνόμιον εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ποῖον προνόμιον; Τῆς ἀποκλειστικότητος τοῦ φωτισμοῦ τοῦ δήμου Χαλκιδέων. Δύνασθε, ὅμως νὰ θεωρήσητε, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικότητος τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Δήμου Χαλκιδέων, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ ὁ Δῆμος ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ εἶναι προνόμιον δι’ εἰδικοῦ νόμου διδόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ δημιουργοῦν τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος; Βεβαίως ὄχι. Ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς, νομίζων ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐμείνῃ εἰς τὴν ἐσφαλμένην πορείαν τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν, ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔχει ἀνατρέξει εἰς ὅλα αὐτά καί ὅτι εὑρίσκει, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν ἐνέργειάν μου. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ὀλίγον ὀψίμως ἀνέτρεξεν εἰς τὰς πηγάς, ὀλίγον ἐπιτροχάδην ἀνέγνωσε, τὰ ὅσα πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῇ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἠδύνατο, νὰ ἀρυσθῇ ὑπὲρ τῆς πράξεώς του ἐκ τούτων ἐπιχειρήματα. Ἔχω ἐνώπιόν μου γνωμοδότησιν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου κ. Σβώλου, γνωμοδότησιν πραγματευομένην ἀμφότερα τὰ ζητήματα, καὶ τὸ ζήτημα δηλ. κατὰ πόσον δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μόνη καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκπτωσιν βουλευτοῦ καὶ τὴν διαταγὴν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ὑπάρχει τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις κατηγορηματικῶς ἀποφαίνεται ὁ κ. Σβῶλος ὑπὲρ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγον ἀνέπτυξα. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἐπίμαχον θέμα, δηλαδὴ ἐὰν ἐπὶ τῆς προηγουμένης περιπτώσεως ὑπάρχῃ τὸ ἀσυμβίβαστον, ὁ κ. Σβῶλος λέγει: (ἀναγινώσκει). «Δύναται συνεπῶς νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐν προκειμένῳ κτλ.». Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἐσφαλμένη ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ αἰσθήματος φιλοτιμίας καὶ μόνον ὁρμώμενος νὰ ἐπιμείνῃ εἰς μίαν πρᾶξιν ἐσφαλμένην θίγουσαν καὶ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του μόνον διὰ λόγους φιλοτιμίας καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι παρεσύρθη εἰς μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη, ἡ ἀναγνώρισις δὲ αὕτη οὐδόλως θέλει μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοὐναντίον θέλει καταστήσῃ αὐτὸ πλέον σεβαστὸν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διότι εἶναι λυπηρὸν ὅτι ὅταν λέγεται ἢ μᾶλλον ἀφίνεται νὰ λέγεται ὅτι εἰς ἐνέργειαν ἐνδιαφερομένου ὑποψηφίου ὀφείλεται τὸ ὀλίσθημα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι λυπηρὸν ν’ ἀναγιγνώσκωμεν ἐν τῷ προγράμματι τοῦ ὑποψηφίου τούτου πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Δὲν γνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἶναι ἔργον καὶ κατόρθωμα τοῦ κ. ὑποψηφίου περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι ἐὰν ὁ κύριος ὑποψήφιος αὐτὸς ἐναδρύνεται, διότι ἔργον καὶ κατόρθωμα εἶναι αὐτοῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ ἐναδρύνεται οὔτε θὰ καυχᾶται διὰ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι νίκη ἔργων τοῦ ὑποψηφίου περὶ οὗ πρόκειται. Ἔλεγον καὶ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι παραδόξως ἡ αὐστηρότης τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ αὐστηρότης ἡ ὁποία ὑπῆρξε τόσον μεγάλη εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ὥστε νὰ παρασύρῃ αὐτὸν εἰς μίαν πρᾶξιν καθ’ ἡμᾶς ἀντισυνταγματικήν, ὅτι ἡ αὐστηρότης αὐτὴ ὑπῆρξε μερική, δὲν ἐπεξετάθη δὲ καὶ ἐπὶ ἄλλου κόμματος ὅπου θὰ ὑπῆρχον ὑποψήφιοι ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος καταβάλλοντες κόπους διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Διότι κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν προκειμένου περὶ τοῦ Γερουσιαστοῦ Λακωνίας κ. Γιατράκου ὑπῆρχεν ἀσυμβίβαστον πολὺ πλέον ἀντισυνταγματικὸν ἀπὸ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, καὶ ὅμως τὸ ἀσυμβίβαστον αὐτό δὲν ἔφθασε μέχρι τῶν ὤτων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πάντα ταῦτα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πείσουν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ εἰλικρινὴς ἀναγνώρισις τοῦ σφάλματος θὰ εἶναι τιμὴ αὐτῆς καὶ δὲν θὰ εἶναι προσβολή.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§18Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κατὰ τήν ἀγόρευσίν του ἐπεκαλέσθη ὄχι μόνον τὸ συναίσθημα εὐθυνῶν ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ συναδέλφου του καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε τὸ ὀλίσθημα τὸ ὁποῖον διέπραξε καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἀναγνωρίσει κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. συναδέλφου νὰ μὴ τὸ καταστήσῃ ἀντικείμενον φιλοτιμίας, ἀλλ’ εὐθέως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐπλανήθη καὶ νὰ προβῇ εἰς ἀνάκλησιν τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτι εἶναι τοσοῦτον τὸ αἴσθημα τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ καθήκοντος ἐντὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ὁμιλοῦντος, ὥστε πᾶν ἄλλο ἢ ὡς ἀντικείμενον φιλοτιμίας θὰ ἐθεώρει τὴν ἀνάκλησιν ἑνὸς διατάγματος, θίγοντος μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον παρεστάθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τιτρώσκοντος τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα βαθύτατα, ἐὰν ἐπείθετο ὅτι πράγματι δὲν συντρέχουν πλήρως κατὰ πάντα οἱ ὅροι οἱ διαγραφόμενοι ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἑτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἔκαμε πρὶν εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν ἐνέργειάν του, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐπεκαλέσθη τὰς προεκλογικὰς δηλώσεις τῶν ὑποψηφίων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ ἠθέλησε καὶ ἐξ αὐτῶν ἀκόμη νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα καὶ νὰ ὀξύνῃ τὰ βέλη του ἐναντίον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ συνομολογήσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε πλέον ἢ τίποτε ἔλαττον εἰς τὰς δηλώσεις τὰς προεκλογικὰς τοῦ ὑποψηφίου τούτου, παρὰ μόνον μία συνήθης ἐπανάληψις διαβεβαιώσεων καὶ ἐπὶ τέλους μία δήλωσις, ὅτι κατόπιν ἰδίας του προσπαθείας ἀνεγνωρίσθη ἓν δίκαιον. Καὶ κατὰ τὶ πταίει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐὰν ὁ κ. Κουλουμβάκης ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος εἰσερχόμενος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσπαθῶν νὰ ἀνακαλύψῃ ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἐὰν ὁ κ. Κολουμβάκης λέγω εἶδε στεφομένας τὰς προσπαθείας του καί; κατὰ τὶ εἶναι ὑπαίτιος καὶ κατὰ τὶ ζητοῦνται εὐθύναι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἀλλὰ ἠμπορεῖ ἐκ τούτου νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὁ κ. συνάδελφος ὅτι, διότι ἦτο ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑποψηφίου τούτου διὰ τοῦτο ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις τὸ διάταγμα. Ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη! Ἀλλ’ εἶπεν ἐπιπροσθέτως: διατί, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐφαρμόζετε τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμὰ; καὶ διατὶ ἀφίνετε τὸν γερουσιαστὴν Γιατράκον ἀσύδοτον, ἀσκοῦντα τὸ λειτούργημα τοῦ γερουσιαστοῦ, καίτοι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. συναδέλφου ἔχει καταστῆ καὶ οὗτος αὐτοδικαίως ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος τοῦ Γερουσιαστοῦ». Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἔφθασε μέχρι τῶν ὤτων μου τοιοῦτόν τι. Μόλις χθὲς τὸ ἀνέφερε καὶ ἀπορῶ δὲ πῶς ἀφοῦ ἐπὶ τόσας ἡμέρας γίνεται ἡ προπαρασκευὴ τῶν ἐκλογῶν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ προεκλογικὸν στάδιον. Ἐφ’ ὅσον τὸ ἐγνωρίζατε σεῖς, διατὶ δὲν τὸ ἐφέρατε μέχρι τῶν ὤτων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Διατί, ἀφοῦ μέχρι χθὲς τὸ βράδυ εἴπατε εἰξεύρατε τὸ διάταγμα, σπεύδετε νὰ καταδικάσετε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι δὲν ἔσπευσε καὶ τὸν γερουσιαστὴν αὐτὸν νὰ τὸν κυρήξῃ ἔκπτωτον διὰ παρομοίου διατάγματος, ἀφοῦ δὲν εἶναι φυσικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 4–5 ὡρῶν νὰ ἐξακριβώσῃ ποῦ εὑρίσκετο. Ἔχει παραιτηθῇ ἢ δὲν ἔχει παραιτηθῇ; Καίτοι σήμερον ἠρώτησα καὶ ἔμαθα, ἐπιφυλασσόμενος ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐπέδωκε τὴν παραίτησίν του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὶν ἢ προκηρυχθοῦν αἱ γερουσιαστικαὶ ἐκλογαί.
§19Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον.....
§20Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω λοιπὸν ὅτι θά ἔπρεπε νὰ φύγωμεν ἀπὸ ὅλας τὰς αἰτιάσεις ἐκείνας καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν χροιὰν τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς μερικὰ περιστατικὰ ἵνα μὴ νομίζωμεν ὅτι ὑπῆρξεν οἱαδήποτε πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὠθήσῃ πρὸς ἐξώθησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μαυρομιχάλη ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀκριβῶς διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνωμολόγησε, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε πολιτικῶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἡ κηρύσσουσα ἔκπτωτον τὸν μὴ δώσαντα τὸν ὅρκον βουλευτήν. Ἀκριβῶς αὐτὸ παρέχει τὸν τόνον, αὐτὸ παρέχει τὸ μέτρον μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις λύει τὰ ζητήματα ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου ἐπεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπομακρύνῃ ἕνα καὶ μόνον βουλευτὴν καὶ τοῦτο διὰ νὰ καταστῇ ἰσχυροτέρα ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἑνὸς βουλευτοῦ, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἕνα βουλευτὴν τὰς ἀπόψεις της διὰ τὸν ὅρκον. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις καὶ ἂς συζητήσωμεν νομικοὶ πρὸς νομικούς......
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄλλωστε ἡ περιφέρεια ἐκείνη δὲν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κανὲν ἔδαφος.
§22Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν)... μ’ ἐπιχειρήματα νομικὰ. Καὶ ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προκύψῃ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρᾶγμα ἀλλάζει. Ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ ἀνατρέξω, κ’ ἐγὼ ἀρκετὰ ἔτη πρὸς τὰ ὀπίσω, εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ποὺ ἀνέτρεξεν ὁ κ. συνάδελφος διὰ νὰ ἴδωμεν πρῶτον ἂν εἶναι νόμος γενικὸς ἐκεῖνος δυνάμει τοῦ ὁποίου συνήφθησαν αἱ συμβάσεις ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ δεύτερον ἂν πρόκειται περὶ εἰδικῶν προνομίων ἢ εἷς ἐξ αὐτῶν ἔθιξεν τὸ ἔγκυρον τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τούτου ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῆς προσφυγῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀκολουθήσω ἀντίθετον σειρὰν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος. Ἔγινεν προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δυνάμει τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τοῦ διατάγματος τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου. Φαντάζομαι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι διάταγμα εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ οἱονδήποτε χαρακτῆρα πλὴν τοῦ χαρακτῆρος καθαρῶς Κυβερνητικῆς πράξεως. Ὅτι δὲ εἶναι αὐτό, ἂν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀμφιβολία, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν συγγραφέων καὶ τὴν παγίαν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ. Κατὰ τὴν παγίαν ταύτην νομολογίαν ἡ σύγκλησις τῶν ἐκλογέων δι’ ἐκλογὴν ἀποτελεῖ πρᾶξιν Κυβερνητικὴν καὶ ὡς τοιαύτη, κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑπόκειται εἰς ἀκύρωσιν. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ φόβου ἢ μᾶλλον περὶ τοῦ ἐνδεχομένου τῆς ἀκυρώσεως ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ διατάγματος. Ἂν δὲ εἰς τοῦτο ἀντιταχθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προεξοφληθῇ ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀντιτάξω ὅτι εἰς τὰς κρίσεις μας προβαίνομεν ἐπὶ τῇ βάσει γνωστῶν καὶ ἀνεγνωρισμένων ἀρχῶν, καθ’ ἃς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἀκυρώσεως....
§23Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ ἡ παῦσις;
§24Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι πρᾶξις Κυβερνητική.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ὅμως προϋπόθεσις ἀπαραίτητος τῆς προκηρύξεως ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ προλάβωμεν ἀπόφασιν τυχὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸ νὰ κρίνῃ ἐλευθέρως.
§26Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ εἶπα ἤδη ὅτι δὲν θέλω μὲ αὐτὸ νὰ προδικάσω, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ ἐκδοχή. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι τὸ ἐκδοθὲν διάταγμα εἶναι ἄκυρον, διότι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος. Χωρὶς βεβαίως νὰ στηρίζωμαι ἐπὶ τῆς γνώμης ἡ ὁποία εἶναι κατὰ πάντα σεβαστή, διότι προέρχεται ἀπὸ ἀνεγνωρισμένης ἀξίας ἐπιστήμονα τὸν κ. Σβῶλον, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην αὐτοῦ, διότι τὸν εἶδα πρὸ μιᾶς ὥρας καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἔγκυρον καὶ νομίζει ὅτι εἰς πᾶν στάδιον μέχρι τῆς ἐκλογῆς δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι θεωρεῖ τὸ διάταγμα ἔγκυρον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι, ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ γνωμοδότησις τοῦ κ. Σβώλου.
§28Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀνακληθῇ τὸ διάταγμα. Ὑπεστήριξα ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην της. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἀσφάλεια.
§29Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ διάταγμα εἶναι ἔγκυρον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσε δι’ ἐμοῦ ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔχει κηρυχθῆ ἔκπτωτος.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον πρὶν ἢ δημιουργηθῇ τὸ ζήτημα, ὁ κ. Ράλλης ἐν ἰδιωτικῇ μεθ’ ὑμῶν συνομιλίαν ἀπέδειξεν τοῦτο.
§31Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸν ἐπεκαλέσθητε ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καὶ εἶπα θὰ τὸ συζητήσωμεν ἄλλοτε.
§32Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀμέσως ἠγέρθην καὶ ἐδήλωσα ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ δὲ μοῦ ἐκάματε μνείαν τῆς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας μας σᾶς λέγω ὅτι σᾶς εἶπα τότε νὰ μὴ σπεύσητε εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος διότι θὰ ἦτο ἀνάγκη ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§33Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι κακῶς ἐπράξατε διότι δὲν ἐφέρατε τὸ ζήτημα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶπε τὰς ἀπόψεις της καὶ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν χρειάζεται, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἐξετάζων ἐγὼ τὸ ζήτημα, θὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν χρειάζεται κἂν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶσθε σύμφωνος, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε σύμφωνα μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Σβώλου τὸ ἔγκυρον τοῦ διατάγματος καί λέγετε ὅτι ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἔχετε σήμερον τὸν καιρὸν νὰ προκαλέσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, σήμερον ἐγερθείσης ἀμφισβητήσεως. Τότε ὅταν μὲ ἐπεσκέφθητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, μοῦ ἐζητήσατε νὰ τὸ σταματήσω δύο τρεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ ἔκτοτε δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῆτε.
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβώλου, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀμφισβήτησις καὶ τότε εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλή· προσθέτω ὅτι ἡ ἀμφισβήτησις ἐγένετο, ὄχι διότι ἔγινε ἡ ἰδιαιτέρα ἡμῶν συνομιλία—ὑποθέσατε ὅτι δὲν ἐγένετο—ἀλλὰ διότι ὡμίλησα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ κατεχωρήθη ἡ διαμαρτυρία μου εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀμφισβήτησιν, διότι φυσικὰ δὲν ἀναγράφεται εἰδικὴ διαδικασία ὅτι χρειάζεται π.χ. ἐπίδοσις διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἵνα τότε καὶ μόνον θεωρηθῇ ὅτι ἠγέρθη ἀμφισβήτησις.
§35Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ οὐσιαστικώτερα ἐπιχειρήματα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐκ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τοῦ ὁποίου ἐπεζητήθη ἡ ἄντλησις ἐπιχειρημάτων κατὰ τῆς Κυβερνητικῆς ἀπόψεως, περιέχει δύο διατάξεις αἱ ὁποῖαι διατάξεις δὲν εἶναι κατὰ πάντα ὅμοιαι πρὸς τὰς περιληφθείσας εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, εἶναι γνωστὸς ὁ ἀγὼν ὁ ὁποῖος ἔγινεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐξεπόνησε τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ 1911 διὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς διατάξεως περὶ ἀσυμβιβάστου. Ὑπῆρξαν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον ἔπρεπε νὰ διευρυνθῇ εἰς ὅρια πολὺ μεγαλείτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ὑπῆρξαν ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὸ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον καὶ ἐπὶ τέλους ἐξευρέθη ἡ μέση λύσις πόρισμα τῆς ὁποίας εἶναι τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν τὴν προπαρασκευάσασαν τὸ προσχέδιον τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, εἶχε δηλωθῆ ρητῶς ὅτι ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ ἐργασία ἡ προπαρασκευάσασα αὐτὸ τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος ἦτο ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Καὶ πραγματικῶς καὶ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ προσχεδίου καὶ ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς συνάρτημα μετὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐκάμαμεν ἓν Σύνταγμα ἐκ θεμελίων. Ἐὰν τυχαίως ἐπαναλαμβάνωνται διατάξεις ἐκ τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι τὰς διατάξεις αὐτὰς ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ τὰς ἐννοήσωμεν ὅπως τὰς εἶχον ἐννοήσει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα δύνανται νὰ ἔχουν ἰσχύν, ἐφ’ ὅσον δὲν περιελήφθησαν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ τυπικοῦ κύρους τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως, τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας ἔχει τὴν γνώμην ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀρκετὸν καὶ τοῦτο μόνον οὕτως ὥστε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Χωρὶς βεβαίως νὰ παραιτεῖται —ἵνα προκαλέσω τὴν διαμαρτυρίαν του—καὶ τῆς ἰδέας τοῦ τυπικοῦ κύρους τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως, πάντως νομίζει ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἰσχυρὰν ἑρμηνείαν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ὑποχρεωτικῆς ἑρμηνείας.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὴν ἐπικαλοῦμαι ὡς ἐπίσημον ἑρμηνείαν γενομένην καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἀλλ’ ὡς γνώμην πολιτικοῦ, ἀνδρός, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ καὶ ἄνευ ἑρμηνείας. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς θέσεως τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῶν μελῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἑρμηνεία δὲν τίθεται ὡς ἔννοια συνταγματική, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγει ὅτι τοῦτο γίνεται. Καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἐπεκαλέσθην ὡς γνώμην ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός.
§37Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν τὸ ζήτημα εἶναι δύο εἶναι τὸ ἄρθρον 40 καὶ τὸ ἄρθρον 41. Εἶναι κάπως διάφορος ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ὄχι διάφορος, μᾶλλον σημαντική, διότι τὸ μὲν ἄρθρον 41 ὁμιλεῖ περὶ τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι διαρκοῦντος τοῦ ἀξιώματός των ἀποδέχονται ἄλλο ἀξίωμα, τὸ δὲ ἄρθρον 40 ὁμιλεῖ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη τὴν ἰδιότητα τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου οἱασδήποτε ἑταιρείας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται βουλευταί. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ Συντάγματος, διότι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν ἦτο βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη οἱονδήποτε ἐκ τοῦ ἔργων αὐτῶν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ θεωρηθῇ ἔκπτωτος. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἦτο πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας· ὡς πρόεδρος δὲ μὴ παραιτηθεὶς ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Ἡ διάταξις λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῶν ἐπιχορηγήσεων δυνάμει εἰδικοῦ νόμου κλπ.». Καὶ μόνον ἕνα ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπαναλαμβάνει τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἀναφέρει εἰς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἐκλεγῇ κανεὶς βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας, διότι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν βουλευτὴς στερηθῇ τῶν προσόντων τούτων ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Καὶ λέγει τὸ Σύνταγμα εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅτι ἐγειρομένης περὶ τούτου ἀμφισβητήσεως ἀποφασίζει ἡ Βουλή· διότι ἔχομεν εἰς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος διάταξιν ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὥστε ἔχομεν δύο συνταγματικοὺς νομοθέτας οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν διάταξιν ταύτην, ὅτι ἐθεωρήθη ὅτι ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως διὰ τὰ προσόντα τοῦ ἄρθρου 39 θὰ ἀπεφαίνετο ἡ Βουλή. Κατὰ τοὺς κοινοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας θὰ ἠδύνατο ἐξ ἀντιδιαστολῆς νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ὑποστηρίζεται καὶ τὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τὸ 40 καὶ 41 τοῦ ἰσχύοντος δὲν παρέχει τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§39Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπιφυλαχθῆτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ρητὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν ἀφήνετο εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, θὰ κατελήγωμεν εἰς ἄτοπον. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα τὸ ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸ διάταγμα περὶ ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου εἶναι, ὅτι δὲν συντρέχει οὐδέτερον ἐκ τῶν δύο στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ θεωρηθῇ τις αὐτοδικαίως ἐκπεσὼν τοῦ ἀξιώματος, διότι οὔτε περὶ εἰδικοῦ νόμου πρόκειται οὔτε περὶ εἰδικοῦ προνομίου. Εἶναι ἀνάγκη κ. βουλευταὶ διὰ νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ εἰδικοῦ προνομίου, νὰ κάνωμεν πάλιν μίαν ἀναδρομὴν καὶ νὰ ἴδωμεν πῶς ἦτο διατυπωμένη ἡ δημοτικὴ νομοθεσία ἡ σχετικὴ μὲ τὸν Πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου. Τὶ γίνεται διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὲν θεωρῶ ὡς νόμον εἰδικὸν οἱ δὲ ἄλλοι συνάδελφοι ὡς πᾶν ἄλλο ἢ εἰδικόν· καὶ ποῖον εἶναι τὸ προνόμιον τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας τοῦ Πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, τὸ εἰδικὸν προνόμιον, τὸ πῖπτον ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταὶ, εἶναι γνωστὸν ὅτι μέχρι τῆς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ 1912 τοῦ νόμου Δ.Ν.Ζ. «περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων» ἴσχυε ὁ πρῶτος ὀργανισμὸς τοῦ 1833. Ὁ δημοτικὸς αὐτὸς ὀργανισμὸς ἀνέγραφεν ὅτι αἱ παραχωρήσεις τοῦ δήμου ὑπὸ μορφὴν ἐνοικιάσεως ἢ ἐκτελέσεως γενικῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀνάθεσις τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ ἐνεργεῖται διὰ δημοπρασίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δημοπρασία διότι ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ γνώσεις, εἶναι δυνατὸν κατὰ παρέκκλισιν τοῦ κανόνος περὶ ἀναθέσεως τῶν ἔργων διὰ δημοπρασίας, νὰ ἀνατεθοῦν ἄνευ δημοπρασίας ἀλλὰ δι’ αὐτά, τόσον τὰ διὰ δημοπρασίας ὅσον καὶ τὰ ἄλλα, θὰ γίνονται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ νομάρχου. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι γενικὸς καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ὁ Δῆμος Χαλκιδέων συνεβάλκετο μὲ μίαν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, καὶ πρὸς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν κάμει οἱασδήποτε παραχωρήσεις. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον, τῆς εἰδικότητος τοῦ νόμου θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐφαρμογῆς εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλὰ ὁ δῆμος δὲν συνεβλήθη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου, δὲν ἐξέδωκεν ἀποφάσεις τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, δὲν τὰς ἐπεκύρωσεν ὁ νομάρχης. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους παρενεβλήθη τὸ Κράτος εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς Χαλκίδος καὶ τοῦ Εὐρίπου. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐξήτασα μὲ τόση βραδύτητα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐξήτασα οὔτε ἐπιτροχάδην οὔτε ὀψίμως. Ἡ διατύπωσις ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ διάταγμα ἔγινε κατὰ τρόπον λίαν προσεκτικὸν οὕτως ὥστε οὐδεμία λέξις τοῦ διατάγματος νὰ εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος.
§40Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἡ γνωμάτευσις τοῦ κ. Σβώλου;
§41Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἕπεται, διότι ὁ κ. Σβῶλος ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον, ὅτι ἐγὼ τὸ ἐξήτασα ἐπιτροχάδην καὶ ὁ κ. Σβῶλος προώρως καὶ μετὰ βραδύτητος. Ἐνῷ, λοιπὸν—ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα—ὁ δῆμος εἶχε τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γενικοῦ νόμου περὶ δήμων τοῦ 1833 νὰ κάμῃ μίαν σύμβασιν καὶ νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ, δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἀλλὰ τὶ ἔκανε χάριν τῆς διαρρήξεως τῆς διώρυγος τοῦ Εὐρίπου; Εἶχε ψηφισθῆ ἕνας νόμος εἰδικὸς εἰς τὰ 1833 περὶ διώρυγος τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ὁ ὁποῖος ὥρισεν ἴδια δημόσια ἔσοδα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ὁ δῆμος Χαλκίδος κατώρθωσεν ἕνα μέρος τῶν δημοσίων αὐτῶν ἐσόδων νὰ τὸ πάρῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ὅπως ἀκριβῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἠθέλησε πάλιν ἔπειτα νὰ πάρῃ ἕνα ἄλλο μέρος τῶν δημοσίων ἐσόδων ἵνα πληρώσῃ ἐκ τοῦ μέρους αὐτοῦ καὶ τὸν ἠλεκτροφωτισμόν, καὶ ἔχομεν οὕτω ἕνα κλασσικὸν τύπον συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας, διότι ἔχομεν τὸν νόμον Β.Χ.Π.Ο, ὁ ὁποῖος νόμος, ἐνῷ ὑπῆρχεν, ἐπαναλαμβάνω ὁ νόμος περὶ δήμων τοῦ 1833 δυνάμει τοῦ ὁποίου ἠδύνατο ὁ δῆμος νὰ κάνῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὰ ἔσοδα ἢ ἓν μέρος τῶν ἐσόδων τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου ἠδύναντο νὰ διατεθοῦν διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς Χαλκίδος, ὁ νόμος Β.Χ.Π.Ο. δὲν εἶπεν αὐτὸ ἀλλὰ λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει).... Σημειώσατε, ὅτι ὁ πορθμὸς τοῦ Εὐρίπου δὲν εἶναι ἔργον δημοτικόν, ἀλλὰ ἔργον κρατικόν. (ἀναγινώσκει)...Δηλαδὴ δὲν ἦλθε νὰ εἴπῃ ὁ νόμος, ὅπως εἶπεν καὶ διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον διὰ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτὰ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κάνῃ ὁ δῆμος ὅ,τι θέλει. Ἠθέλησεν νὰ ἠλεκτροφωτισθῇ ὁ δῆμος Χαλκίδος καὶ ὁ πορθμὸς τοῦ Εὐρίπου ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς κρατικός, ἠθέλησαν νὰ γίνῃ συνῃνωμένη ἐνέργεια ὄχι ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθοῦν τὰ χρήματα, διότι τὰ χρήματα ἠμποροῦσαν νὰ δοθοῦν μὲ μίαν διάταξιν νόμου, ἀλλὰ διότι ἐνδιεφέρετο τὸ Κράτος διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τοῦ Εὐρίπου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἔργον δημοτικὸν ἀλλὰ ἔργον κρατικόν. Τὶ ἄλλο λέγει ὁ νόμος ὁ ὁποῖος προβλέπει μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς Χαλκίδος καὶ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου, εἰδικῶς καὶ ποῖος νόμος εἶναι εἰδικώτερος τούτου; Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ἔκαμε τὴν σύμβασιν: δὲν εἶναι ὁ νόμος οὗτος εἰδικός. Ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται τοῦτο νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι εἶναι νόμος εἰδικὸς ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν δύναμιν δυνάμει αὐτοῦ νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις. Δὲν ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὅλαι αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως νὰ ἐνσωματοῦνται εἰς τὸν νόμον. Δυνάμει τῆς συμβάσεως αὐτῆς τὸ Κράτος συνεβλήθη μὲ μίαν ἑταιρείαν καὶ δυνάμει τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρεία τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τὸν ἀνέλαβε καὶ τὸν ἐκτελεῖ λαμβάνουσα παρὰ τοῦ Κράτους δημόσιον ἔσοδον. Ποῖον ἀποκλειστικὸν τύπον συμβάσεως κρατικῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνδιαφέρον ὅπως θά ὑποστηρίξω κατόπιν, μὲ πρόεδρον τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας βουλευτὴν συμβληθεῖσαν μὲ τὸ Κράτος ἠμπορεῖτε νὰ εὕρετε; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, τοῦτο. Ἐγὼ προχωρῶ ἔτι περισσότερον, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐστήριξα τὴν ἀπόφασίν μου περὶ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἐκπτώτου τοῦ κ. Μαυρομιχάλη.
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θεωρεῖτε ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δημιουργεῖ λόγους ἐκπτώσεως;
§43Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως διότι πρόκειται περὶ εἰδικοῦ νόμου, καὶ ὅπως θὰ ὑποστηρίξω κατόπιν περὶ εἰδικοῦ προνομίου.
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς νόμος, ἀλλὰ πρέπει διὰ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ παραχωρῆται εἰδικὸν προνόμιον· δηλαδὴ αὐτὸς καθ’ ἑαυτόν ὁ νόμος δὲν δημιουργεῖ ἀσυμβίβαστον.
§45Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω μίαν διασάφισιν. Ὅτι δηλαδή, ἐπειδὴ ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος δημιουργεῖ ἀσυμβίβαστον;
§46Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι θὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἔχει καὶ εἰδικὸν προνόμιον. Πρῶτον ὅτι εἶναι εἰδικὸς νόμος, καὶ εἶναι εἰδικὸς νόμος ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸ Κράτος ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν δῆμον Χαλκίδος. Διότι ἂν δὲν ἤθελεν νὰ τὸν κάμῃ τὸν εἰδικὸν αὐτὸν νόμον ὁ δῆμος, εἶχεν ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ κάμῃ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ ἀπαγορεύων τὰς ἐγκαταστάσεις νὰ τὰς κάνῃ ὁ δῆμος. Αἱ ἠλεκτρικαὶ ἐγκαταστάσεις εἶχον ἀρχίσει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας καὶ ἔγιναν αἱ ἐγκαταστάσεις δι’ ἑνὸς διατάγματος τὸ ὁποῖον δὲν παρεχώρησεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀποκλειστικὸν προνόμιον, ἀπεναντίας μάλιστα εἰδικὴ διάταξις τοῦ διατάγματος διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἐγκατάστασις τῆς ἑταιρείας ὥρισεν ὅτι καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον δύναται νὰ παράσχῃ ἡ ἑταιρεία τὸ προνόμιον. Δὲν ὑπῆρχεν λοιπὸν ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου διὰ νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις. Ἀλλ’ ὁ δῆμος Χαλκίδος καίτοι δὲν εἶχε ἀνάγκην εἰδικοῦ νόμου προεκάλεσεν τοιοῦτον καὶ τὸ τονίζω. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, ὅτι ὑπάρχει νόμος εἰδικὸς καὶ ὑπάρχει καὶ εἰδικὸν προνόμιον. Καὶ ἐρωτῶ: Πρῶτον διὰ τὸν δῆμον Χαλκίδος. Λέγει ἡ σύμβασις ἄρθρον 14 καὶ 24, τὸ ὁποῖον πολὺ φοβοῦμαι ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ γνωμοδοτήσας κ. καθηγητὴς κατὰ τὴν γνωμοδότησίν του. Τὸ μὲν ἄρθρον 14 λέγει τὰ ἑξῆς καὶ πρόκειται περὶ τοῦ δήμου. (ἀναγινώσκει)...Ὥστε πρῶτος ὁ δῆμος ἔδωσε τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ φωτισμοῦ τῶν ἀντικειμένων τῆς δημοτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἑταιρείαν. Δεύτερον καὶ σπουδαιότερον κατασκευὴ ἐγκαταστάσεως τῶν ἰδιωτῶν, πᾶσα ἐγκατάστασις δημοτικὴ καὶ ἰδιωτική. (ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 24 λέγει «ἰδιωτικὴ καὶ δημοτικὴ εἰς τὴν πόλιν Χαλκίδος». Ὥστε ὡς πρὸς τὸν δῆμον τὶ ἄλλο περισσότερον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εἰδικὸν προνόμιον παρὰ ὅτι καὶ ὁ δῆμος Χαλκίδος καὶ πᾶς ἰδιώτης δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἐγκαταστάσεις ἠλεκτρικὰς ἄλλας παρὰ ἐκείνην ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐδῶ; Δὲν δύναται νὰ κάνῃ ἐγκαταστάσεις ἄλλας, παρὰ μόνον διὰ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας. Ἀλλὰ ἂν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι εἰδικὸν προνόμιον τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακαλύψω ποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ εἰδικὸν προνόμιον. Ἀλλὰ ἔρχεται καὶ τὸ προνόμιον τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου διότι δὲν ἀναφέρεται μὲν ρητῶς ὅτι οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἐγκαταστήσῃ ἠλεκτροφωτισμόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀνάδοχος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ φωτίζῃ τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου καὶ δίδει ὡρισμένην παροχὴν ὑποτίθεται ὅτι οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ συμβληθῇ μετὰ τοῦ Κράτους καὶ νὰ κάνῃ τὸν φωτισμόν. Ἐκ τῆς ὅλης ὕλης φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ προνομίου. Ἀλλὰ ἐγὼ προχωρῶ ἔτι περαιτέτω. Δὲν νομίζω ὅτι τό ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος ἀποβλέπει μόνον εἰς τὰς μετὰ τοῦ Κράτους ἀναλαμβανομένας καὶ συναπτομένας συμβάσεις. Πρῶτον μὲν διότι ἐκ τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος οὐδόλως συνάγεται ὅτι μόνον ἐφ’ ὅσον μία ἑταιρεία ἔχει μίαν σύμβασιν μετὰ τοῦ Κράτους μόνον εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν δὲν δύνανται νὰ εἶναι γερουσιασταὶ καὶ καὶ βουλευταί. Δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις. Ὅταν κατὰ τὸ 1927 συνεζητοῦντο αἱ σχετικαὶ διατάξεις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὑπῆρξεν εὐρύτερος εἰς τὰς ἀντιλήψεις καὶ διεμαρτυρήθη τότε καὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐρύταται, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, διότι πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ καὶ ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, πᾶσα ἀφορμὴ ἐπεμβάσεως βουλευτοῦ εἰς ἐπιχειρήσεις τὰς ὁποίας θὰ ἤθελεν νὰ ἐπηρεάσῃ διὰ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ἐπιρεάζει καὶ δὲν δύναται νὰ καταστῇ ὕποπτος ὅτι θὰ ἐπηρεάσῃ βουλευτὴς πρόεδρος μιᾶς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἔχει σύμβασιν μὲ τὸ Κράτος περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ τοῦ Κρατικοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τοῦ δημοτικοῦ φωτισμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ δημοτικὸς φωτισμὸς δὲν εἶχε γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ εἶναι μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ ὁποία ἐψήφισεν τὸν νόμον αὐτὸν δυνάμει τοῦ ὁποίου διατίθενται δημόσια ἔσοδα; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρηθῇ, δὲν θέλω οὐδὲ πόρρωθεν νὰ θίξω τὸν κ. Μαυρομιχάλην ἀλλὰ θέτωμεν ζήτημα ἀρχῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι μέσα εἰς τὸν κύκλον τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν λόγῳ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος νὰ ἔχουν ἐπήρειαν τινά.
§47Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὴν περικοπὴν τῆς σελίδος 6.
§48Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὥστε καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἀπαγορεύει αὐτὸ, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως ἦτο αὐτό. Κατόπιν τῶν λεχθέντων δὲν νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποστῶ τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία ἐλήφθη. Δὲν ὑπάρχουν λόγοι νὰ νομίσω, ὅτι οὔτε νόμος εἰδικὸς ὑπάρχει οὔτε εἰδικὰ προνόμια ὑπάρχουν. Ὀλιγώτερον συντρέχουν εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν προκειμένην. Νομίζω δὲ ὅτι πᾶσαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ ἂν τοῦτο ἑρμηνεύεται στενῶς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἑρμηνεύωμεν σύμφωνα μὲ τὴν γενικὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, γραμμὴν ἀπολύτως ὀρθήν, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν νὰ ἀπομακρύνῃ ἐντελῶς ἀπὸ ὅλας τὰς ἑταιρείας αὐτάς, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἱδρύματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκωνται εἰς ἕνα δεσμὸν μὲ τὸ Κράτος, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ παίξῃ ἕνα ρόλον ἡ προσωπικότης τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ὑφίσταται. Συγκεφαλαιώνων καὶ καταλήγων, ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω ὅτι ἑταιρεῖαι ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία συμβληθεῖσαι μετὰ τοῦ Κράτους δυνάμει εἰδικοῦ νόμου καὶ ἀπολαμβάνουσαι εἰδικῶν προνομίων, ὄχι μονάχα εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν δῆμον, διότι νομίζω ὅτι καὶ διὰ τοὺς δήμους συμβαίνει αὐτό, ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἑταιρειῶν περὶ τῶν ὁποίων προέβλεψε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ὅτι δὲ περίπου τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς ἑταιρείας, δηλαδὴ ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία ἦτο συμβεβλημένη μετὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐνέπιπτεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος φαίνεται καὶ ἐξ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς ὅτι «ὁ Πέτρος Μαυρομιχάλης......» (ἀναγινώσκει). Ἄρα ἡ σύμβασις ὑφίσταται ἀκεραία, εἶναι σύμβασις τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε ὑπεβλήθη ἡ παραίτησις;
§50Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ὑπέβαλεν ἀμέσως μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξελέγη βουλευτής. Καὶ ἡ παραίτησίς του δὲν ἐγένετο δεκτὴ, διότι ἡ ἑταιρεία εἶχε τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκτελῇ χρέη συμβούλου;
§52Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως καὶ ἔχωμεν καὶ δήλωσιν ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι σύμβουλος καὶ Πρόεδρος τῆς ἑταιρείας.
§53Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον τὸ περιστατικὸν τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε. Νὰ μοῦ διασαφηνίσητε τοῦτο, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἀνέφερε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε δήλωσιν παραιτήσεως ἐγκαίρως, ἡ δὲ ἑταιρεία δὲν τὴν ἐνέκρινε καὶ ἀπετάνθη πρὸς τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν γνωρίζω τί ἔκαμε.
§54Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι εἰς τὰς 31 Ἰανουαρίου 1930, ὅταν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τί σχέσιν ἔχει αὐτό;
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πότε ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν;
§56Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι τὴν ὑπέβαλεν ἀμέσως μετὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς κατὰ τὸ 1928.
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ δὲν ἐσκέφθη ἡ ἑταιρεία τί σημαίνει τοῦτο;
§58Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτό, τὸ ὁποῖον μοῦ λέτε σημαίνει τοῦτο: ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπῆρχεν ἀσυμβίβαστον καὶ ὑπέβαλεν τὴν παραίτησίν του, ἡ δὲ ἑταιρεία ἔρχεται καὶ λέγει, δικαιολογοῦσα τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σύμβασιν μὲ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις μὲ τὸ Κράτος ὑπάρχει πλήρης.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τοῦ τί λέγει ἡ ἑταιρεία.
§60Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι διότι εἶναι πρόεδρος τῆς ἑταιρείας.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ προσώπου περὶ οὗ πρόκειται, καὶ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπικαλεῖσθε.
§62Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐπικαλοῦμαι τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο:
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπικαλεῖσθε ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ μάθῃ ἡ Βουλή.
§64Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον τοῦτο ὅτι καὶ ἡ ἑταιρεία ἀκόμη ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι ἂν τελῇ ἐν συμβάσει μὲ τὸ Κράτος, ὑπάρχῃ τὸ ἀσυμβίβαστον.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπιτείνετε τὰ ἐπιχειρήματά σας καὶ διὰ μιᾶς δηλώσεως τῆς ἑταιρείας, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Θεωρῶ ἀπείρως ἰσχυρότερα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθητε σεῖς καὶ ὡς νομικὸς καὶ ὡς ὑπουργὸς, ἀπὸ τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε ἐξ ἑνὸς περιστατικοῦ, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκλογήν.
§66Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἐδιάβασα τὸ ἔγγραφον ὁλόκληρον.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἀναφέρει ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν σημασίαν ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς ἑταιρείας. Αὐτὴ ἡ παραίτησις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, ἐξητάσατε ἐὰν ἰσχύει ἢ ὄχι;
§68Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος αἱ παρατηρήσεις δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ὑποβάλλονται κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐντὸς ὀκταημέρου ἐκεῖ ὅπου λέγει τὸ Σύνταγμα.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον γνῶσιν ἂν ὑπεβλήθη ἢ δὲν ὑπεβλήθη· ἤθελον νὰ μάθω τὶ συνέβη ἀφοῦ τὴν ὑπέβαλε.
§70Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ὁμιλήσας δὲν ἐπεκαλέσθη αὐτό. Ὁ ὁμιλήσας ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην τῆς Ἑταιρείας. Ἀκόμη σᾶς εἶπον τοῦτο ὅτι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ δὲν παρητήθη, ὅπως ἔπρεπε, διότι δὲν ἔκαμε τὴν ἐπιλογήν, ὅπως ἔπρεπε δηλ. δὲν τὴν ἔκαμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ εἰς τὴν ἑταιρείαν.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ παραίτησις πρὸς τὴν ἑταιρείαν, νομίζω ὅτι καλῶς ἐγένετο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ, ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας δὲν τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπόσχῃ.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀδιάφορον τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ. ὑπουργός. Ἐὰν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του καὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ Παρίσι, τὶ τὸν ἔμελλε τὶ κάνει ἡ Ἑταιρεία, ἐὰν τὴν δέχεται ἢ ὄχι.
§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχομεν δύο ἔγγραφα τὸ πρῶτον ἔγγραφον φέρει χρονολογίαν 30 Ἰανουαρίου καὶ τὸ δεύτερον 31 Ἰανουαρίου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐλήφθησαν αὐθημερὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας. Καὶ λέγει τὸ πρῶτον, ὡς ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας κατόπιν ὀχλήσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. (ἀναγινώσκει) Κατόπιν εἰς τὰς 31 τοῦ μηνὸς γίνεται δεύτερον ἔγγραφον, ἐσκέφθησαν ὅτι ἡ δήλωσις ἴσως κάμει καμμίαν ζημίαν, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ἐὰν δὲ ἐρρίπτετε μίαν ματιὰν εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐβλέπατε ὅτι ὑπογράφεται εἰς τὰς 5 Φεβρουαρίου καὶ δημοσιεύεται εἰς τὰς 5 Φεβρουαρίου, ὥστε δὲν ἀποτελεῖ παραίτησιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ πραγματικὸν αὐτὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον δὲν γνωρίζω ἐὰν τὰ πράγματα ἐξητάσθησαν μετὰ τῆς προσοχῆς ἐκείνης μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται τοιαῦται πράξεις διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐξωσθῇ τῆς Βουλῆς εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ.
§75Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξητάσθησαν.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε βεβαιωμένον τὸ γεγονὸς ἂν εἶναι πρόεδρος ἢ ὄχι;
§77Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖον γεγονός; Ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ὅτι εἶναι πρόεδρος. Ὑπάρχει ἀνακοινωθὲν, νὰ τὸ διαβάσω καὶ αὐτό.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ἔγγραφον γίνεται ἡ διασάφισις ὅτι ἦτο πρόεδρος ἀπὸ τοῦ 1923 ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπέβαλλεν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Ἂν ἡ ἑταιρεία ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει παραίτησις.
§79Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δημοσιεύεται εἰς τὸν τύπον ἐκ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας ἀνακοινωθὲν—ἔχω τὴν «Καθημερινὴν»—εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶναι Πρόεδρος.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δημοσιευόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§81Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πρόεδρος μιᾶς ἑταιρείας καὶ ὁ πρόεδρος αὐτὸς νὰ λανθάνῃ βιῶν ἐν Παρισίοις. Ὁ πρόεδρος αὐτὸς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι πρόεδρος, τὸ λέγει καὶ ἡ ἰδική του Ἑταιρεία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι παρῃτήθη, θὰ ἔπρεπεν τώρα ἐπὶ ἕνα μῆνα ποὺ γίνεται συζήτησις νὰ εἴπῃ ὅτι παρῃτήθην, ἀλλ’ ἡ παραίτησις δὲν θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν. Καὶ τὶ ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος ἂν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν εἰς τὴν Ἠλεκτρ. Ἑταιρείαν; Κατόπιν τῶν ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν—καίτοι τὸ πολιτικῶς σκοπιμώτερον καὶ ὀρθότερον εἶναι ἐγειρομένων ἀμφισβητήσεων νὰ ἀποφαίνηται καὶ ἡ Βουλὴ ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον ἀτόπων ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Βουλή, ἐὰν δὲ προέβημεν ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀμφισβητήσεων εἰς τὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν προέβημεν διότι εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή, θὰ συνεζητεῖτο τὸ πρᾶγμα προηγουμένως διότι αἱ ἐκλογαὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν εἰς τὰς 9 Μαρτίου, δὲν θὰ ἔσπευδε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα, σκοπιμώτερον καὶ ὀρθότερον θὰ ἦτο καὶ νὰ θεσμοθετηθῇ περὶ τούτου διάταξις – κατόπιν ὅλων τούτων νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων εὐσταθεῖ τὸ ἐκδοθὲν διάταγμα καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ προχωρήσῃ ἀπολύτως ἡ ἀναπληρωματικὴ ἐκλογὴ Οἰτύλου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§83Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ὅλον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν εἶναι ζήτημα ἁπλῆς ἑρμηνείας τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων. Δύο ζητήματα προεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ποῖα εἶναι ἡ ἔννοια τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων ἀφ’ ἑνός, καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς περὶ ὧν πρόκειται συνταγματικὰς διατάξεις ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνός, καὶ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἀφ’ ἑτέρου στρέφεται περὶ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα. Ὑπάρχει, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἐπερωτῶντος βουλευτοῦ εἰς ἀμφότερα ταῦτα τὰ σημεῖα Ὑπάρχει μιὰ ἀμφισβήτησις, πρῶτον ἐὰν ὄντως ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ ἰσχύοντος συντάγματος ἀφορᾶ τὸ προνόμιον τὸ ὁποῖον ἔχει παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἠλεκτρικὴν ἑταιρείαν τῆς ὁποίας πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου εἶναι ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἂν τοῦτο ἐμπίπτῃ δηλαδὴ εἰς τὸν κύκλον ἐκεῖνον τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 40 τοῦ συντάγματος ἤθελε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Νομίζομεν ἡμεῖς ὅτι κατόπιν τῆς ἀναπτύξεως τῆς γενομένης ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς, ὅτι δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 40 σύμβασις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, καὶ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τῆς γνώμης ὅτι πραγματικῶς διὰ τοῦ νόμου τοῦ παραχωροῦντος τὸ προνόμιον τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τοῦ στενοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τῆς πόλεως Χαλκίδος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἠλεκτρικὴν ἑταιρείαν παραχωρεῖται προνόμιον τοιοῦτον ὥστε νὰ προκύπτῃ περίπτωσις ἀσυμβιβάστου μεταξὺ τοῦ προέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Οὕτω, ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς γεννᾶται ἕτερον ζήτημα περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ δώσῃ ἐν προκειμένῳ τὴν κυριαρχικὴν ἑρμηνείαν, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει μία ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἐμπεριστατωμένου ζητήματος, ὑπεστηρίχθησαν δύο ἀπόψεις· ἡ πρώτη ἄποψις ὅτι τὸ ἁρμόδιον Κρατικὸν ὄργανον, ὅπως δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν εἶναι ἡ Βουλή, καὶ ἄλλη ἄποψις ὅτι ἁρμόδιον κρατικὸν ὄργανον, ὅπως δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, πρὸς τὸ ὁποῖον ἄλλωστε προσέφυγων ὁ ἐνδιαφερόμενος Βουλευτής. Εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ἁρμόδιον σῶμα ὅπως δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν εἶναι ἡ Βουλή, διότι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τῆς γνώμης, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς ὁποίας στρέφεται ἡ ἐπερώτησις ἐμπίπτει εἰς τὸν στενὸν ἄλλωστε κύκλον τῶν λεγομένων Κυβερνητικῶν πράξεων, τῶν actes de gouvernement. Εἶναι δὲ ἐπίσης γνωστόν, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἕλληνος νομοθέτου, θεσμοθετήσαντος τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἔννοιαν ἡ ὁποία σαφῶς ἔχει δηλωθῇ καὶ κατὰ τὸ 1911 καὶ ἐσχάτως κατὰ τὸ 1929 καὶ ὑπὸ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν πλειοψηφίαν εἰς ἀμφοτέρας τὰς χρονικὰς ταύτας περιόδους καὶ ὑπὸ ὅλων τῶν ὁμιλησάντων σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀκυρώσεως τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας. Ἡ δὲ δικαιολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας εἶναι σταθερὰ ὅτι ἡ σχέσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὰ νομοθετικὰ σώματα ἐμπίπτει εἰς τὸν κύκλον τῶν actes de gouvernement ὡς πρώτην δὲ τοιαύτην πρᾶξιν καὶ οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς ὀνομάζουν τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐκλογέων διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἓν διάταγμα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὁποίου καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς πρὸς ἐκλογὴν βουλευτοῦ, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ διάταγμα ἀποτελεῖ πρᾶξιν Κυβερνητικὴν μὴ ἐμπίπτουσαν εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὅτι καὶ ἐὰν τὸ διάταγμα τοῦτο, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ λαμβανόμενον, δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δι’ ὃν λόγον προανέφερον, δύναται ὅμως νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὅτι ἄκυρος εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἡ κηρύξασα ἔκπτωτον τὸν βουλευτήν, διὰ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ὁποίου ἐκενώθη ἡ ἕδρα διὰ τὴν πλήρωσιν τῆς ὁποίας ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τὸ καλοῦν εἰς νέαν ἐκλογήν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἂν ἀντελήφθην καλῶς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν μετ’ αὐτῆς κατὰ τοῦτο: Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ κατὰ τὸ 1912 γενομένη ὑπ’ αὐτοῦ, Πρωθυπουργοῦ καὶ τότε, ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ Βουλευτοῦ λόγῳ δημοσίας αὐτοῦ ἰδιότητος ἂν γεννηθῶσιν διαφωνίαι, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, δὲν ἰσχύει ἐν προκειμένῳ. Εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τοιαύτη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ ἐν ἰσχύει συντάγματος, διότι δὲν ἐπανελήφθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔχει πλήρη τὴν ἰσχύν της καὶ μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλή. Στηρίζομαι δὲ πρὸς τοῦτο εἰς δύο γεγονότα: Πρῶτον εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἡ τοιαύτη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἡ γενομένη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ 1911 νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ πάλιν καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα τὸ 1927, διότι δὲν ὑπῆρχεν λόγος περὶ ἐπαναλήψεως αὐτῆς. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις, γενόμεναι ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Πρωθυπουργοῦ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1911, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἄλλων συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἀλλ’ ἔχουν πλήρη τὴν ἰσχύν των καὶ περὶ τούτου ἔχει ἀποφανθῆ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τελευταίως δι’ ἀποφάσεώς του. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀπεφαίνετο ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν κύκλον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἀπεφαίνετο οὕτω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας στηριχθὲν ἀκριβῶς εἰς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν γενομένην ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ 1911 ὅτε ἐψηφίζοντο τὰ ἀνάλογα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὁπόταν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι εἰς τὸν κύκλον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀνάλογος δὲ δήλωσις δὲν ἐπανελήφθη τὸ 1927. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ δεδομένα δικαστικῶν ἀποφάσεων καθ’ ἃς αἱ ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις γενόμεναι ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1911 ἔχουν πλήρη τὴν ἐφαρμογήν των καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἐφ’ ὅσον τὸ κείμενον τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶναι ἀνάλογον, ἔτι δὲ περισσότερον τὸ ἴδιον, οἷον εἶναι πραγματικῶς τὸ τῶν ἀντιστοίχων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι ἡ κατὰ τὸ 1911 γενομένη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διατηρεῖ πλήρην καὶ ἀκεραίαν τὴν ἰσχύν της. Καὶ ἐφ’ ὅσον δέχομαι τοῦτο, κατὰ λογικὴν συνέπειαν ἄγομαι εἰς τὴν λύσιν ὅτι ἐφ’ ὅσον συνταγματικοὶ νόμοι ἔχουν καθιερώσει παρ’ ἡμῖν τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῶν διαφωνιῶν τούτων, αἱ διαφωνίαι θὰ λυθοῦν καθ’ ὃν τρόπον καθορίζουν οἱ συνταγματικοὶ νόμοι δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ καὶ ὄχι διὰ τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τοῦτο δὲ τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ ἡ χαρακτηρίζουσα ὡς actes de gouvernement τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρόσκλησιν τῶν ἐκλογέων πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν, στηρίζεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συνταγματικοὶ νόμοι τῆς Γαλλίας καθορίζουν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον συνταγματικοὶ νόμοι καθορίζουν τὸν νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται οἱ βουλευταί, δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ κρίνῃ τὰς ἀναλόγους πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν συνταγματικοὶ νόμοι, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος συνεπικουρούμενον ὑπὸ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1911, καθορίζουν τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῶν διαφωνιῶν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐφ’ ὅσον καθορίζεται δι’ αὐτοῦ ὅτι εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ λύσῃ τὴν διχογνωμίαν, ἡ Βουλὴ θὰ τὴν λύσῃ καὶ ὄχι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἄν ὅμως ἠθέλαμεν δεχθῇ ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις δὲν ἰσχύει, τότε μοιραίως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἁρμόδιον σῶμα νὰ τὴν λύσῃ εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφωνίας. Ἄν πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ λύσις αὐτή, πρέπει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τελείως ἀναρμοδίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§85Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἡ γενομένη ἄλλοτε συζήτησις διὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὡς δῆθεν μὴ ὁρκισθέντος κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἦτο ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς. Συγχρόνως ὅμως προεβλήθη ὅτι ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ἐξέπεσε, διότι ἦτο Σύμβουλος Ἑταιρείας ἐχούσης προνόμια καὶ δὲν παρῃτήθη ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας. Ἐντεῦθεν προεκηρύχθη ἐκλογὴ νέα καὶ ἐρωτᾶται εὐθὺς ἀμέσως ἂν ἡ προκήρυξις ὑπῆρξεν νόμιμος. Τὸ κατ’ ἐμέ, λέγω, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν εἶναι ἀναγκαῖον ἡ ἔκπτωσις νὰ ἀπαγγέλλεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ προκήρυξις εἶναι ἀντισυνταγματική. Προέχον συνεπῶς ζήτημα εἶναι ἂν ἡ Βουλὴ κηρύσσει τὴν ἔκπτωσιν ἢ ἐπέρχεται αὕτη αὐτοδικαίως. Τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ὅλη ἡ οἰκονομία αὐτῶν, καθὼς καὶ ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δίδει τὴν ὀρθὴν λύσιν. Ἐκ τῆς ἀναλύσεως αὐτῶν προκύπτει τὸ ἐρώτημα ἂν ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 39 καὶ ἂν ἀποκλείεται ἀπὸ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 40. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συνταγματικοῦ νομοθέτου ἦτο καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη περίπτωσις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τοιοῦτον δικαίωμα μόνον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ Σύνταγμα, ζητοῦν ἀσφάλειαν δὲν ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐλλείψεως τῆς ἰθαγενείας ἢ τῆς καταδίκης, διότι αὐτὰ ἐξάγονται κάλλιστα ἐξ ἐγγράφων στοιχείων. Μόνον αἱ ἄλλαι περιπτώσεις ὡς ἡ συζητουμένη, ἠδύνατο νὰ προκαλέσουν ἀμφισβητήσεις καὶ διὰ τοῦτο κατὰ μείζονα λόγον ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλή. Εἰς τὸ ζήτημα ἀποδίδω σημασίαν, διότι εἶναι προφανὲς ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις καὶ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τότε ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος εἶναι ἄκυρος.
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μόνον, ἐγένετο παρεμπιπτόντως μνεία περὶ τοῦ ἄλλου λόγου ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ ἔκπτωσις.
§87Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἀμφισβητήσεις ἐγένοντο εἰς τὸ μέσον τῆς συζητήσεως. Πάντως τὸ σπουδαιότερον ζήτημα εἶναι τὸ δεύτερον δηλ. ἂν ὑπάρχῃ ἀσυμβίβαστον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει (ἄρθρον 40). Δὲν ἔχω τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸν προνόμιον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας. Ὅταν ἐγένοντο συζητήσεις εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἠγέρθησαν καὶ συνεζητήθησαν δύο ἀπόψεις, νὰ τεθοῦν δηλ. εὐρεῖαι ἀπαγορεύσεις ἢ στεναὶ καὶ ἐπεκράτησε μέση ἄποψις, ὅπως καὶ εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα. Προνόμια εἶναι ὅσα στηρίζονται εἰς εἰδικοὺς νόμους θεσπιζομένους ἢ μεταβαλλομένους ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§88Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης παρῃτήθη τοῦ Συμβουλίου τῆς Πάουερ, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἀσυμβίβαστον.
§89Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Βεβαίως ἐκεῖ ὑπάρχει προνόμιον, ἀλλὰ εἰς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ Δήμου Χαλκίδος δὲν ὑπάρχει προνόμιον, ἀλλὰ μᾶλλον βάρος, διότι εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀνετέθη ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τοῦ Εὐρίπου καὶ ἀσφαλῶς τὰ προνόμια αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχον εἰς τὸν νοῦν των οἱ νομοθέται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Σβώλου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὁ εἰδικὸς νόμος δὲν δημιουργεῖ προνόμια, ἀλλὰ διαθέτει ὡρισμένα δημόσια ἔσοδα καὶ δὲν λαμβάνει προνόμιον ἡ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται στενῶς καὶ καταλήγει παραδεχόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀσυμβιβάστου. Ἀλλ’ ἐάν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. βουλευτὴν Ἀττικῆς εἰς ὅσα συμπίπτουν αἱ γνῶμαι του μὲ ὅσα ἀνέπτυξα δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς ἐκτοξευθέντας ὑπαινιγμοὺς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἀγομένη ἀπὸ κομματικοὺς λόγους, διότι τὸ πρᾶγμα καὶ μικρὸν θὰ ἦτο καὶ δὲν ὑπάρχουν καὶ πολλαὶ ἐλπίδες ἐπιτυχίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτήν.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδηλώσαμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναμιγνύεται.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεωρήθη ἔκπτωτος ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης καὶ προεκηρύχθησαν ἐκλογαί, ἠγέρθησαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου δύο κυρίως ἀμφισβητήσεις. Ἡ πρώτη ἀμφισβήτησις ἐστρέφετο εἰς τοῦτο: ἐὰν ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως περὶ τοῦ ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος εἷς βουλευτής, ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ θεωρῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος τούτου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ γεννηθῇ.
§93Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμφισβητήθη τοῦτο.
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δυστυχῶς ἠμφισβητήθη, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συζητήσεως. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ἀπεδέχθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρ’ ἐμοῦ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ χθές, ὅτι τοῦτο θὰ συζητηθῇ καὶ δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ συζητήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μολονότι ὑπέκυψεν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἀπεδέχθη αὐτὴν μετὰ στενοχωρίας περὶ τῆς ὀρθότητός της καὶ ἐστηρίχθη εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39. Καὶ ἀληθῶς πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 39 ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀμφιβολίας καὶ δὲν κακίζω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐὰν ὑπεστήριξε τὴν ἀντίθετον γνώμην, μολονότι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ. Τὸ ἄρθρον 39 ἀληθῶς λέγει προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογιμότητος καὶ ἂν ἐγερθῇ κατόπιν μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐκλογιμότητος ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Τὸ λέγει ρητῶς· ἐνῷ προκειμένου περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου οὐδὲν λέγει σχετικῶς ἄν ἐγερθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ἀμφισβήτησις. Καὶ εἶναι περίεργον, ὅπως ἀνέφερε κἄποιος ἐκ τῶν ὁμιλούντων διατὶ εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀμφισβητήσιμον, διότι ἠξεύρομεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἐκλογιμότητος, ἐὰν γεννηθῇ ἕνας λόγος μὴ ἐκλογιμότητος περὶ τούτου νὰ ὁρίζετε ὅτι ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, ἐνῷ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου δὲν τὸ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ τῆς ἐκλογιμότητος ἦτο ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ οἱ ἀναγράψαντες αὐτὴν εἰς τὸ προηγούμενον καὶ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα τὴν ἀνέγραψαν ἴσως οὐχὶ ἐν πολλῇ συνειδήσει διατὶ ἔπραξαν τοῦτο χωρὶς οὐδὲν νὰ ἀναφέρουν διὰ τὴν περίπτωσιν ἀμφισβητήσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου· τοῦτο ἐγένετο κατ’ ἐμὲ διότι περὶ τῆς ἐκλογιμότητος καὶ κατὰ τὸ παλαιότερον τοῦ 1911, ὡς καὶ κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα δὲν ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἀλλὰ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ ἐκλογοδικεῖον, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἀμφισβητεῖται διὰ τὸν πρὸ τῆς ἐκλογῆς χρόνον καὶ ὑποβάλλεται δι’ ἐνστάσεως κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Καὶ ἀφοῦ τὸ ἐκλογοδικεῖον ὡρίσθη νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐκλογιμότητος διὰ τὸν πρὸ τῆς ἐκλογῆς χρόνον θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα ποῖος θὰ ἀπεφαίνετο ἂν ἐπήρχετο κατόπιν ἡ στέρησις τῆς ἐκλογιμότητος καὶ ἐδημιουργῆτο ὡς πρὸς τοῦτο ἀμφισβήτησις.
§95Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ ἦτο ἡ ἔλλειψις τῶν προσόντων αὐτή.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἐκλογοδικεῖον μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, εἰς ἃς περιλαμβάνεται καὶ ἡ περὶ τῆς ἐκλογιμότητος, διαλύεται καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἀνασυνιστᾶται. Ὡς ἐκ τούτου τὸ Σύνταγμα ὥρισεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπέλθῃ ἐκ τῶν ὑστέρων στέρησις τῆς ἐκλογιμότητος καὶ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, ὡς πρὸς ταύτην ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 39 ἦτο ἀναγκαία καὶ ἐτέθη ὅπως καθορισθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐπελθούσης μεταγενεστέρως, μετὰ τὴν ἐκλογήν, στερήσεως τῶν προσόντων τοῦ ἐκλογίμου ὡς πρὸς τὸν ἐκλεχθέντα, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα προσόντα τοῦ ἐκλεκτέου διὰ τὸν πρὸ τῆς ἐκλογῆς χρόνον ἦτο ἁρμόδιον τὸ ἐκλογοδικεῖον. Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δικαστήριον τὸ ἐκλογοδικεῖον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖται καὶ διαρκούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἀποφαίνεται· εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν διατηρεῖται τὸ ἐκλογοδικεῖον καὶ δι’ αὐτὸ περιελήφθη εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 39, ὅπως ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ διὰ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν ὡς πρὸς τὴν μεταγενεστέρως, μετὰ τὴν ἐκλογήν, ἐπελθοῦσαν στέρησιν τῆς ἐκλογιμότητος. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἀσυμβίβαστον, τοῦτο ἀποτελεῖ λόγον ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος· ἐφ’ ὅσον δὲ οὐδεμία ἄλλη εἰδικὴ ὡρίσθη διαδικασία οὔτε εἰς τὸ ἐκλογοδικεῖον ὑπήχθη, ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κριθῇ πᾶσα σχετικὴ ἀμφισβήτησις καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη εἰδικῆς τινὸς διατάξεως. Τοῦτο ἐφαρμόζεται καὶ εἰς πάντα σύλλογον ὁ ὁποῖος διέπεται ὑφ’ ὡρισμένου καταστατικοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁρίζονται οἱ λόγοι δι’ οὓς μέλος τούτου καθίσταται ἔκπτωτον. Ἂν ἄλλως δὲν ὁρίζῃ ἐφ’ ὅσον παρουσιασθῇ λόγος ἐκπτώσεως μέλους, περὶ αὐτοῦ ἐν ἀμφισβητήσει θὰ ἀποφασίσῃ ὁ σύλλογος. Τοῦτο εἶναι φυσικὸν καὶ αὐτονόητον. Καὶ πᾶσα ὡς πρὸς τοῦτο, προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς, εἰδικὴ διάταξις θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττή, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ δὲν περιελήφθη. Καὶ ὡς εἶπον ἤδη, ἡ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ διατάγματος σχετικὴ ὡς πρὸς τοῦτο δήλωσις τοῦ τότε καὶ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἁπλῆ ἐκδήλωσις γνώμης ὡς πρὸς τὴν φυσικὴν ταύτην ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, δι’ αὐτὸ καὶ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει τὸ ὅτι δὲν ἐπανελήφθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπολύτως ἀμφισβήτησις, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις ἐὰν κατέστη ἔκπτωτος ἢ ὄχι ἐξ ὡρισμένης τινὸς πράξεως ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου, διὰ τὴν ἀμφισβήτησιν αὐτὴν θὰ ἀποφανθῇ ἀπολύτως ἡ Βουλή. Μετὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει διὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δύναται καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐπιληφθῇ τούτου. Καὶ ὄχι μόνον παρέλκει ἡ ἐξέτασίς του σήμερον, ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ζητεῖ διὰ τῆς τοιαύτης συζητήσεως νὰ προκαταλάβῃ ἴσως τὴν ὡς πρὸς τοῦτο γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατίας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας βεβαίως γνωρίζει τὰ καθήκοντά του, καὶ ἐὰν ἡ ὑπόθεσις τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν του θὰ ἀποφασίσῃ ἂν ἡ πρᾶξις εἶναι κυβερνητικὴ καὶ δὲν ἐπιλαμβάνεται, ἢ εἶναι ἄλλης φύσεως καὶ ἐπιλαμβάνεται ταύτης. Ἀλλ’ ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται, φρονῶ, σήμερον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ δικαίωμα.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ αἴτησις ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογή, διότι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§98Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἐμὲ τοιοῦτόν τι, ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζω καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος ὅτι αὕτη ὀφείλει νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Οὐδεμία δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ εἰς ἐξέτασιν εἰς τὴν Βουλήν, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσονται καὶ ἐκλογαὶ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὡς ἐκπτώτου θεωρηθέντος βουλευτοῦ. Καὶ ἐπὶ πλέον φρονῶ ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν πρὸς ἔκδοσιν διατάγματος, νὰ ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ συζήτησις ὑπὸ τοῦ σώματος πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα. Βεβαίως δὲν θεωρῶ ὅτι καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ἦτο βέβαιος καὶ δὲν ἠγείρετο ἄλλοθεν ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ ἡ ἀμφισβήτησις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν εἶχε γίνει γνωστή, καὶ συνεπεία τούτου ἦτο ὑποχρεωμένος πρὶν ἢ αὐτὸς προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ νέας ἐκλογῆς νὰ ἔφερεν αὐτὸς τὴν γεννηθεῖσαν ἀμφισβήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην της. Τοῦτο ἐπεβάλλετο διὰ Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξις ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ σώματος. Θὰ ἦτο παράδοξον νὰ διαθέτῃ ταύτην ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ ὡς πρὸς τὴν σύνθεσίν της, ἐφ’ ὅσον ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὸ ἐμφανισθὲν ζήτημα. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ἐγκαίρως ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ παρ’ ἡμῶν ἀμφισβήτησις σχετικῶς πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ζήτημα. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς λόγῳ τῶν ἑορτῶν ἔφερα τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἔφερα μάλιστα δύναμαι νὰ εἴπω ἴσως οὐχὶ κανονικῶς φοβούμενος μήπως ἐπερχομένων τῶν διακοπῶν ἐπέλθωσιν ἐν τῷ μεταξὺ ἐκλογαί. Καὶ ὁ μὲν κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς τότε ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅπως μείνῃ καὶ συζητηθῇ τὸ ζήτημα μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν καὶ ἐν τῷ μεταξὺ οὐδὲν θὰ ἐγένετο σχετικῶς, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντιθέτως καὶ ἐνῷ τοῦ εἶχεν γνωσθῆ ἡ ἀμφισβήτησις ἡμῶν, ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα χωρὶς προηγουμένως νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἀσκήσω ἔλεγχον κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦτο. Ἀνέφερον ὅμως ταῦτα διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐμφανισθῇ ἐν προκειμένῳ ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον τὸ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκδοθὲν διάταγμα τὸ διατάσσον ἀναπληρωματικὴν ἐκλογὴν εἶναι ἔγκυρον ἀφ’ οὗ καὶ ἐν γνώσει διετέλει οὗτος ὅτι ὑπῆρχον ἀμφισβητήσεις καὶ δὲν εἶχε ληφθῇ ἐπὶ τούτων ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἡ ὀρθὴ λύσις θὰ ἐξαρτηθῇ, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπὶ τῆς ἀμφισβητήσεως ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς declarative, δηλαδὴ ἀναγνωριστική, καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπέρχεται ἡ ἔκπτωσις. Διότι ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐπιφέρει τὴν ἔκπτωσιν......
§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔκπτωσιν ἐπιφέρει ὥστε δὲν μπορῇ νὰ εἶναι declarative.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ποίαν γνώμην ἔχω. Ἂν ἡ ἀπόφασις εἶναι declarative, τὸ διάταγμα δὲν εἶναι ἄκυρον· θὰ ματαιωθῇ ὅμως οὐσιαστικῶς ἐφ’ ὅσον παρὰ τῆς Βουλῆς κριθῇ ὅτι κακῶς ἐθεωρήθη ἡ ἕδρα κενή. Ἐνῷ, ἐφ’ ὅσον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπέρχεται ἡ ἔκπτωσις, τὸ διάταγμα θὰ εἶναι ἄκυρον καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ ἕδρα θεωρεῖται κατὰ νόμον κενή. Εἰδικὴ διάταξις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν Συντάγματι λύουσα τὸ ζήτημα. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη δὲν ὑφίσταται δέον νὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικωτέρων ἀρχῶν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Φρονῶ δὲ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἀδιστάκτως ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν διατάγματος περὶ ἐνεργείας ἐκλογῶν, ἐφ’ ὅσον συνεπείᾳ τῆς γενομένης ἀμφισβητήσεως ὑπῆρχεν ἐκκρεμότης κατὰ πόσον ἡ περὶ ἧς ἡ ἐκλογὴ θέσις ἦτο ἢ ὄχι κενή. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν λόγον συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησεν ἔκπτωτον τὸν βουλευτὴν Οἰτύλου. Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀντιλαμβάνομαι ὡς καὶ σεῖς πάντες βεβαίως, τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ὡς τι ἀνώτερον. Ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ μὴ παρέχῃ ὑπόνοιαν ὅτι ἕνεκα ὡρισμένων ἐπαγγελματικῶν ἀσχολιῶν του δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ καὶ νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ τὸ καθῆκον του ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν ἐν συνειδήσει ἐπίδρασιν, ἡ ὁποία δι’ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ θὰ ἀποτελῇ ἐξαίρεσιν, καὶ δὴ ἀπὸ τὰς σπανίας κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τὴν λανθάνουσαν ἐκείνην ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποστῇ πᾶς ἄνθρωπος. Καὶ τὸ σπουδαιότερον ἀκόμη: δὲν πρέπει εἰς τὸν λαὸν νὰ ὑφίσταται ὑπόνοια, ἔστω καὶ ὅλως ἀδικαιολογήτως, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπός του δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του λόγῳ ἰδίων του συμφερόντων. Καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καθώρισε τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὡρισμέναι, ὅπως μὴ ἄνευ λόγου παρακωλύεται ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῇ προκειμένῃ τοιαύτη περιπτώσει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ δημιουργεῖται ἀσυμβίβαστον ὡς πρὸς τὸν περὶ οὗ πρόκειται βουλευτὴν Οἰτύλου; Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἐπικαλεῖται τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου παραχωρεῖται ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τοῦ Εὐρίπου εἰς τὴν ἑταιρείαν τῆς ὁποίας πρόεδρος εἶναι ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης. Κατὰ τὸ Σύνταγμα δημιουργεῖται ἐντεῦθεν ἀσυμβίβαστον μόνον ἂν συνεπείᾳ τούτου παρείχοντο εἰδικὰ προνόμια εἰς τὴν ἑταιρείαν ἢ τακτικαὶ ἐπιχορηγήσεις. Τοιοῦτόν τι ὅμως ἀσφαλῶς δὲν συμβαίνει ἐν προκειμένῳ, διότι εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἠλεκτροφωτισμοῦ συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου παρεσχέθη ὁ φωτισμὸς τοῦ Εὐρίπου, καὶ διὰ τοῦτο συνεφωνήθη νὰ τῇ παρέχεται ἓν ὡρισμένον ἀντάλλαγμα· ἀλλὰ τοῦτο ἀναντιρρήτως δὲν ἀποτελεῖ οὔτε προνόμιον οὔτε καὶ ἐπιχορήγησιν. Εἶναι ἀντάλλαγμα μιᾶς ὑπηρεσίας ἢ μιᾶς ἐργολαβίας τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία παρέχει πρὸς τὸ δημόσιον. Οὔτε δὲ καὶ ὑπεστηρίχθη, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ ὅτι λόγῳ ἐπιχορηγήσεως πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἧς προΐσταται θεωρεῖται ἔκπτωτος ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματός του καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἔκπτωσις ἐπῆλθεν διότι δι’ εἰδικοῦ νόμου παρεσχέθη ὑπὸ τοῦ Κράτους ὡρισμένον προνόμιον εἰς τὴν ἑταιρείαν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐπιτροχάδην ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι καὶ ἀνεπηρεάστως ἐξήτασεν τοῦτο, λόγῳ τῶν καθημερινῶν ἐνοχλήσεων τὰς ὁποίας ὑφίστατο παρ’ ὡρισμένου ὑποψηφίου ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁπωσδήποτε ἤθελε νὰ ἀπαλλαγῇ. Καὶ ἐνσφηνωθεὶς τὴν ἰδέαν ἐκείνην ἡ ὁποία οὕτω τῷ ἐπεβλήθη, δὲν θέλει νὰ ἀποχωρισθῇ ταύτης οὐδὲ κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐν τούτοις ἂν ἀποχωρίζετο εἶμαι βέβαιος ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ ἐζημιοῦτο. Καὶ δὲν θὰ ἐζημιοῦτο οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε αὐτὸς ὡς ὑπουργός, οὐδὲ κἂν τὸ κῦρος αὐτοῦ ὡς νομικοῦ ἤθελεν θιγῇ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει ὅτι ἔχομεν νόμον εἰδικὸν δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὡρισμένη σύμβασις ἠλεκτροφωτισμοῦ μετὰ τῆς ἑταιρείας ἧς προΐσταται ὁ κ. Μαυρομιχάλης, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ παραχώρησιν εἰδικοῦ νόμου προνομίου. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται οὔτε γνωμοδότησις συνταγματολόγου, οὔτε εὐρεῖα νομικὴ μάθησις ἢ ἀπασχόλησις οἱαδήποτε πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τούτου· ἀρκεῖ μόνον ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἐλευθέρα ἐπιδράσεως καὶ πρὸ παντὸς ἐνοχλήσεως, ὡς συμβαίνει διὰ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως ἀναμφισβητήτως πεισθῇ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει οὐδὲν ἀπολύτως προνόμιον καὶ οὐδὲν τοιοῦτον δημιουργεῖ. Ὁ νόμος περιέχει τέσσαρα ἄρθρα ξένα πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ μία μόνον ὑπάρχει διάταξις σχετιζομένη πρὸς ταύτην, ἡ ἑξῆς: «Πρὸς φωτισμὸν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. (ἀναγινώσκει).... ἐπιπροσθέτως καὶ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου». Εἶναι ἡ μόνη διάταξις ἡ ὁποία ἀναφέρεται σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐστήριξεν ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου δημιουργεῖται προνόμιον ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ εἶναι πλέον ἢ σαφὲς ὅτι οὔτε ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας ταύτης οὔτε ὑπὲρ οὐδεμιᾶς ἄλλης παρέχεται ὄχι μόνον προνόμιον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν οἱονδήποτε δικαίωμα οὔτε κἂν μνημονεύεται οἱαδήποτε ἑταιρεία ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ. Διὰ τοῦ νόμου τούτου μόνον δίδεται εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ σύμβασιν μὲ μίαν ἑταιρείαν οἱανδήποτε διὰ τὸν φωτισμὸν τοῦ Εὐρίπου. Τὸ ὅτι ὁ νόμος ἔδωκεν τὸ δικαίωμα εἴς τινα ὑπουργὸν νὰ συνάψῃ σύμβασιν μὲ μίαν ἑταιρείαν οἱανδήποτε καὶ οὗτος συνῆψε ταύτην μετὰ μιᾶς ὡρισμένης ἑταιρείας, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐδημιούργησε προνόμιον ὑπὲρ ταύτης καὶ προνόμιον μάλιστα δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα; Τοιαύτη τις ἑρμηνεία δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μάλιστα ὅταν συνεπεία ταύτης πρόκειται νὰ ἀποκλειθῇ τοῦ Κοινοβουλίου εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Λαοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ ἀπόσχω τῆς ἰδέας ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαιμονίζετο νὰ βγάλῃ αὐτὴν τὴν δουλειὰ ἀπὸ πάνω του καὶ ἔσπευσεν ἄνευ ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου προσδιώρισεν τὴν ἐκλογήν.
§101Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἦτο ἀπολύτως σύμφωνος. Μὴ λέγετε λοιπὸν ὅτι ἐδαιμονιζόμην διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία σας ὑφίστατο μείζονα τὴν πίεσιν ἀπὸ σᾶς, διότι σᾶς ἐπὶ τέλους λόγῳ τοῦ ἀξιώματός σας σᾶς σέβονται καὶ δὲν ἔρχονται εἰς οἱανδήποτε ὥραν. Καὶ πάντες ὅσοι διῆλθον τῆς θέσεώς σας εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν ποῖον ἀληθῶς μαρτύριον εἰς ἀναλόγους περιστάσεις ὑφίστανται αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ὑπουργείων. Μόνον τὸ προπύργιον τοῦ ὑπουργοῦ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ τὰς ὑπερασπίζῃ. Ἀλλ’ οὐδὲ ἔχει σημασίαν τὸ ἂν καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου σας ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην σας. Τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ πόσον αὕτη εἶναι ὀρθή. Καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι. Τὰ ὅσα περαιτέρω ἐλέχθησαν περὶ παραχωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ δήμου, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν, διότι δυνάμει τοῦ σημειωθέντος νόμου οὐδὲν δικαίωμα παρείχετο εἰς τὸν δῆμον πρὸς τοιαύτην παραχώρησιν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ παραχώρησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων εἶναι ἄκυρος, ἄλλως πάντως ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τυχὸν παρὰ τοῦ δήμου παραχώρησις, πάντως δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως προνομίου δι’ εἰδικοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἴσως ἔπρεπε. Ἔχω μόνον νὰ παρατηρήσω ἀκόμη σχετικὸν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως παρεκάλεσα νὰ σαφηνισθῇ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ὁποίου πρώτην φοράν, σᾶς ὁμολογῶ, ἔλαβον ἐνταῦθα γνῶσιν, ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶχε δηλώσει ὅτι: «Ὑπέβαλεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης τὴν παραίτησίν του, ἀλλ, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὴν ἀπεδέχθημεν». Κύριε ὑπουργέ, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ φρονῶ ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μάλιστα ὅταν στηρίζεσθε ἐπὶ τόσον μεγάλης πλειονοψηφίας, πρὸ παντὸς νὰ σπεύσητε νὰ ἐξετάσητε τὰ περὶ τούτου καὶ νὰ γνωρίσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τούτου ἀντιλήψεις σας καὶ διατὶ δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τὴν παραίτησιν ταύτην. Κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἐὰν ἡ ἑταιρεία ἐδέχθη τὴν παραίτησιν ταύτην ἢ ὄχι. Εἰς οὐδένα ἄλλον εἶχεν ὑποχρέωσιν ὁ περὶ οὗ πρόκειται βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του ἀρκεῖ ὅτι τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ἐφ’ ὅσον κ. ὑπουργέ, σᾶς ἐγνωστοποιήθη τοιοῦτον περιστατικὸν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε αὐτό. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐπράξατε, ὡς καὶ τόσα ἄλλα κακῶς ἐνηργήσατε· διότι θέλοντες νὰ ἀποφύγετε φορτικὰς ἐνοχλήσεις ἐπεζητήσατε οἱανδήποτε δικαιολογίαν ἵνα θεωρηθῇ κενὴ ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου. Οὔτε ὁ κ. Ράλλης ὁμιλήσας ὑπεστήριξεν οὔτε ἐγὼ θὰ πράξω τοῦτο, ὅτι πολιτικὸν συμφέρον ὤθησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐνέργειάν της ταύτην, καὶ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον, ὡς εἶπεν καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ἡ ἐπανεκλογὴ τοῦ θεωρηθέντος ἐκπτώτου τοῦ ἀξιώματος βουλευτοῦ ἔχει πολλὰς τὰς βασίμους πιθανότητας. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προέβαινεν εἰς οἵαν προέβη πρᾶξιν ὄχι μόνον διότι ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἦτο ἔκνομος, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ ἂν τυχὸν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ποιά τις περὶ τούτου ἀμφιβολία ὁ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον σεβασμὸς καθιστᾷ ταύτην ἐπίμεμπτον. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν μετὰ πάσης προσοχῆς ἐξέτασίν του. Βεβαίως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι δυσφορία τις ὑπάρχει κατὰ τοῦ προσώπου περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι ἐκλεγεὶς παρὰ τοῦ Λαοῦ δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ὡρκίσθη. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦτο ἐξ ἀφορμῆς συμφερόντων ὑλικῶν ἠθέλησε νὰ παραβλέψῃ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ προετίμησε νὰ παραμένῃ πρόεδρος μιᾶς ἑταιρείας, διότι ἐκτὸς τῆς γνωστῆς μεγάλης οἰκονομικῆς εὐεξίας ἣν ἔχει μείζονα συμφέροντα ὑλικὰ καὶ ἄλλης φύσεως θὰ εἶχε νὰ ἱκανοποιήσῃ παραμένων εἰς τὰ συμβούλια ἄλλων ἑταιρειῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἔσπευσεν ἀμέσως μὲ τὴν ἐκλογήν του καὶ παρῃτήθη. Καὶ ἂν ὄντως δὲν ἔχῃ παραιτηθῆ καὶ τῆς προεδρείας τοῦ συμβουλίου τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας τοῦτο ἀναντιρρήτως δὲν ἔπραξεν, οὐχὶ ἐξ ὑλικῶν συμφερόντων ὁρμώμενος πολὺ δ’ ὀλιγώτερον διότι ἀδιαφορεῖ πρὸς τὸ ἀξίωμά του ὡς βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν παρῃτήθη τῆς θέσεως ταύτης ἐν τῇ πλήρῃ καὶ δεδικαιολογημένῃ πεποιθήσει τὴν ὁποίαν εἶχεν ὅτι οὐδεμία συνεπείᾳ τούτου παρεβιάζετο σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Πιστεύω μετὰ τὰ λεχθέντα ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ θελήσωσι νὰ προβῶσιν εἰς πρᾶξιν ἔκνομον θίγουσαν αὐτὰ τὰ δικαιώματα τοῦ σώματος. Οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ τοιαύτη ἐνέργεια ἐκ τοῦ ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Μαυρομιχάλης ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ προσέρχεται εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ σώματος, στερῶν οὕτω ἐκλέξασαν αὐτὸν ἐπαρχίαν ἀντιπροσωπεύσεως. Δὲν ἐπιδοκιμάζω τοῦτο ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ τὸν ἐλέγξῃ, διὰ τοῦτο καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ τὸν θεωρήσῃ ἔκπτωτον. Περὶ τούτου δικαίωμα ἔχει νὰ τὸν κρίνῃ ὁ Λαὸς ὅταν ἐκ νέου παρουσιασθῇ πρὸ αὐτοῦ. Εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ σέβεται τοὺς παρὰ τοῦ Λαοῦ ἐκλεγέντας καὶ νὰ εὐλαβῆτε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἐὰν ὑποψήφιος εἰς τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τῆς Οἰτύλου δὲν ἦτο ὁ κ. Κουλουμβάκης τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐγεννᾶτο καθόλου. Βλέπετε κάμνω μίαν μεγάλην ὁμολογίαν. Ὅλο αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἤγειρεν ὁ κ. Κουλουμβάκης. Ἐὰν δὲν τὸ ἤγειρεν αὐτὸς τὸ ζήτημα, θὰ ἐπιστεύατε χωρὶς νὰ σᾶς τὸ διαβεβαιώσω ὅτι δὲν εἶχε κανένα λόγον ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργήσῃ μίαν τοιαύτην περιπέτειαν, διότι δὲν εἶχε κανένα νὰ παρουσιάσῃ ὡς ὑποψήφιον καὶ δὲν εἶχε καμμίαν ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ ἔγινεν ὅλη αὐτὴ ἡ δουλειὰ τὸ ζήτημα θὰ τὸ ἐξετάσω ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέκυψεν. Ὅτι, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶναι πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἑταιρείας ἡ ὁποία ἔχει προνόμια καὶ ἡ ὁποία λαμβάνει καὶ ἐπιχορήγησιν καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον δι’ αὐτόν, ὅπως ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του ὡς βουλευτὴς καὶ συγχρόνως νὰ παραμένῃ ὡς διοικητής, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις. Καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀγόρευσιν ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει καὶ ἐπιχορήγησις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἐπληρώναμεν τὸ 1903 10.000 φράγκα διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμόν.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντάλλαγμα ὑπηρεσίας.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιχορήγησις τὶ σημαίνει; μήπως σημαίνει δωρεάν;
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν εἰς μίαν ἑταιρείαν διὰ νὰ τὴν βοηθήσητε τῆς λέγετε ὅτι σοῦ δίδω τόσα ἅμα κάμῃς τόσα, πιστεύω......
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀντάλλαγμα. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας. (Ἐνταῦθα ἕνεκα βλάβης τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐπέρχεται σκότος εἰς τὴν αἴθουσαν, τοποθετουμένων δὲ κηρίων συνεχίζεται ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, μολονότι τὸ ἔργον ἐμοῦ ζητοῦντος νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἀποβαίνει ἱκανῶς δυσχερὲς μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐν τούτοις θὰ προσπαθήσω νὰ τὴν διαφωτίσω. Ἔλεγον ὅτι λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος διὰ συμβάσεως τὴν ὁποίαν συνῆψε μετὰ τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας παρεχώρησε τὸ προνόμιον τὸ ἀποκλειστικὸν διὰ τὸν δῆμον Χαλκίδος καὶ λόγῳ τῆς ἐπιχορηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὀνομάζει ἀμοιβὴν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς Χαλκίδος. Ἔλεγον πρὶν διακοπῇ τὸ φῶς ὅτι πιστεύω νὰ μὴ δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἂν κἄποιος διευθύνῃ ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρεία ἡ ὁποία λαμβάνει ἐπιχορήγησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀγόνους γραμμὰς αὐτὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ὑπάρχει δι’ αὐτὸν ἀσυμβίβαστον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς ἐπιχορηγήσεως ἂν εἶναι μικρὸν ἢ μεγάλον διότι αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν. Ὅ,τι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης εἶναι νὰ μὴ ἠμπορῇ τὸ μέλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος νὰ ἐπηρεάζῃ εἴτε τὴν νομοθετικήν, εἴτε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὠφελήματα εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἰσχυρίζομαι οὐδὲ πόρρωθεν ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν κατάχρησιν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσώπων ἀλλ’ ἀντικειμενικῶς ὅλως διόλου. Δὲν θεωρῶ κἂν ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τούτου περισσότερον καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλον σημεῖον: ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῶν ἄρθρων 39 καὶ 40 τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἄρθρα ψηφισθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν, εἶπον δὲ ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἀντιδιαστολῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 39 πρὸς τὸ ἄρθρον 40 θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι δὲν συμβαίνει κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 40 ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 39. Ἐν τούτοις ἐδέχθην καὶ τότε ὅτι πολιτικῶς εἶναι ἀντενδεδειγμένον νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ 39 καὶ εἰς τὸ 40. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε ἐβεβαιώθην ὅτι τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40 εἶναι τὰ ἴδια τὰ 70 καὶ 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι δὲν ἐτροποποιήθησαν καθόλου καὶ ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν καθόλου ἡ τελευταία Συντακτικὴ συνέλευσις, νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν, δὲν μένει δι’ ἐμὲ καμμία ἀμφιβολία διὰ τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸ ἄρθρον 30, ὅτι αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Συντάγματος. Ἄς ἐξετάσωμεν τώρα, ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ διαδικασία. Προκύπτει καμμία ἀπὸ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἀσυμβιβάστου; Ὁ ὑπουργὸς καλεῖ τὸν ἐνδιαφερόμενον βουλευτήν, ὑποτίθεται δὲ ὅτι ὁ βουλευτὴς προσέρχεται καθημερινῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καὶ τοῦ λέγει ἔμαθα τοῦτο παρακαλῶ τὶ τρέχει; Ὁ βουλευτὴς τοῦ λέγει: «μάλιστα κύριε, ἐγὼ ἀπεφάσισα νὰ γίνω Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι προφανές, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐξέπεσεν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ρητῶς τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ ἔκπτωσις συμβαίνει αὐτοδικαίως. Ἀλλὰ ὑποθέσατε, ὅτι, ὅταν λέγει αὐτὰ ὁ ὑπουργός, ὁ βουλευτὴς λέγει: «κύριε, ἐγὼ ἠξεύρετε εἶμαι Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ σύμβουλος τῆς δεῖνα ἑταιρείας ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ὑπουργὸς βέβαια, πρέπει νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα ἐρωτᾶται: ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσφαλλεν ἐκδώσας τὸ διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου διέταξε τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου; Ὁ ὑπουργὸς ἐφρόντισε διὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἦτο Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας αὐτῆς καὶ ἡ ἑταιρεία ἀπήντησε, ὅτι πράγματι διατελεῖ τοιοῦτος. Μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἐπανέρχεται καὶ λέγει, ὅτι: «ξεύρετε; ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶχε ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀσυμβίβαστον καὶ δὲν τὴν ἐδέχθημεν». Δὲν ὑποθέτω ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀσυμβιβάστου καὶ ὅτι παρῃτήθη ὁ κ. Μαυρομιχάλης· δὲν πιστεύω νὰ εἶσθε διατεθειμένος νὰ μοῦ εἴπητε νὰ διατάξω ἀνάκρισιν δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἠγέρθη ἀμφισβήτησις. Ποῦ τὴν βλέπουν τὴν ἀμφισβήτησιν; Εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς ἑταιρείας ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις ἀσυμβιβάστου κτλ.; Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τῆς ἑταιρείας ἀποτελεῖ ἀμφισβήτησιν. Τὴν ἀμφισβήτησιν ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ὅσον καὶ ἄν δὲν ἤθελε νὰ κάμῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα ἐγὼ νὰ τὸν μεμφθῶ, μποροῦσε νὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ στείλῃ μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ν’ εἴπῃ: «Μανθάνω ὅτι γίνονται αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὰς τὰς γνώμας ἐπ’ αὐτῶν». Δὲν ἠγέρθη λοιπὸν τίποτε ἐκ μέρους τοῦ ἐνδιαφερομένου βουλευτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅταν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, τὴν συνεδρίασιν τῆς 31ης Ἰανουαρίου τὴν σχετικὴν μὲ τὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου, συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶναι ἔκπτωτος καὶ ἠκούσαμεν τὴν ἀντίληψιν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι κακῶς ἐψηφίσθη ἡ τροποποίησις τοῦ κανονισμοῦ. Τότε ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ὑπῆρχεν ἄλλη αἰτία, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν προσέρχεται. Καὶ τότε ὁ κ. βουλευτῆς τῆς Ἀττικῆς εἶπεν: «αὐτὸ θὰ τὸ ἴδωμεν. Δὲν πιστεύω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀμφισβήτησις. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε, καὶ ἀπεδέχθησαν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα αὔριον, μεθαύριον. Σημειωτέον ὅτι αὐτὸ ἔγινε τὴν 31 Ἰανουαρίου ἡμέραν Παρασκευήν. Μοὶ τὸ εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ τοῦ εἶπον «περίμενε». Ἀλλὰ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀφήνει καὶ περνᾷ τὸ Σάββατον, ἡ Κυριακή, ἡ Δευτέρα, ἡ Τρίτη καὶ τήν πέμπτην ἡμέραν, δηλαδὴ τὴν Τετάρτην, ὁ ὑπουργὸς μοὶ λέγει «δὲν ἔγινε τίποτε, νὰ ἐκδώσωμεν τὸ διάταγμα;» Καὶ νομίζω ὅτι εὑρισκόμην ἐν πλήρῃ τάξει καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τό διάταγμα. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἀμφισβήτησις καὶ βραδύτερον, δὲν θὰ δύνασθε ὅμως νὰ στηρίξετε μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διότι προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος ἐφ’ ὅσον ἀμφισβήτησις δὲν εἶχε γίνει. Προχθὲς εἶπον πάλιν, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὅπως καὶ θὰ τὸ λύσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν ὅτι καὶ ἂν εὑρεθῇ ὅτι ὁ ὑπουργὸς καλῶς ἐθεώρησεν αὐτοδικαίως ἔκπτωτον τὸν βουλευτὴν κύριον Μαυρομιχάλην, πρέπει νὰ ἀκυρώσωμεν τὸ διάταγμα καὶ νὰ κάμωμεν ἄλλον νόμον. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ φίλος ἀρχηγὸς τῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως δὲν ὡμίλησεν ὡς βουλευτὴς ἀλλ’ ἐπηρεαζόμενος ἐκ τῆς μακρᾶς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τῆς δικαστικῆς του ὑπηρεσίας, ὡμίλησεν ὡς δικαστὴς καὶ ὡς δικηγόρος. Διότι ἐβεβαιώθη σήμερον ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρξεν ἡ περίπτωσις αὐτή, ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία λέγει ὅτι αὐτοδικαίως ἐξέπεσεν. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μίαν ὡρισμένην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν.
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κατόπιν τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ διάταγμα ἐγκαταλείπεται, διότι τὸ διάταγμα στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι ὁ βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης ἀνῆκεν εἰς ἑταιρείαν εἰς τὴν ὁποίαν παρεχωρήθη προνόμιον.
§111Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσιν τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ εἶπον.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπεθυμῶ νὰ μάθω ἐὰν σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἔχετε εἰς χεῖρας σας.....
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός).
§114Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προνομίου, κ. Πρόεδρε.
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν.
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρόκειται νὰ ἀποδείξητε, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου λέγει αὐτό. E. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μὲ ἐρωτᾶτε ποῖος νόμος, σᾶς λέγω εἶναι ὁ νόμος αὐτός. Σεῖς θεωρεῖτε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δίδει προνόμιον καὶ δὲν δίδει ἐπιχορήγησιν.
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ πείσωμεν τὴν Βουλήν, νὰ μοῦ εἴπητε «νά, τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ νόμου τὰ λέγει αὐτά».
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπῆρχε περισσότερος φωτισμός, θὰ σᾶς τὸ διάβαζα. Ἀμφισβητεῖτε ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐξουσιοδοτοῦντος νόμου παρεχωρήθη εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀποκλειστικὸν προνόμιον διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς Χαλκίδος;
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τίποτε, λέγω μόνον τὰ ἑξῆς: ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸ λέγει.
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ἐξουσιοδοτεῖ διὰ τοῦτο. Ἐὰν ὅμως φρονῆτε ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος διότι ἀντιτίθεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, σᾶς λέγω ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν.
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἶπον ὅτι χρειάζεται, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ παραχωροῦνται προνόμια. Ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀναφέρει τίποτε, πουθενά, κανὲν προνόμιον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ διαβάσετε.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶναι ὅτι τὸ προνόμιον θὰ πρέπῃ νὰ παραχωρῆται μόνον δι’ εἰδικοῦ νόμου, δηλαδὴ ἄν νόμος εἰδικὸς ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ παραχωρήσεις προνομίων αὐτὸς ὁ νόμος δὲν εἶναι ἰσχυρός, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνεται εἰς τὴν σύμβασιν.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις δὲν λέγει τίποτε περὶ προνομίου καὶ ὅταν συζητοῦμεν περὶ ἑνὸς τοιούτου πράγματος νομίζω ὅτι ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἰδίᾳ ἡ πτέρυξ αὐτὴ νὰ στηρίζεται ἐπὶ βάσεων πραγματικῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω τὴν ἑσπέραν αὐτήν.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι πολὺ διότι θέλει ὁ κύριος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας κἄποια μαθήματα συμπεριφορᾶς. Νομίζω ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Τί πρέπει νὰ κάμω; Δὲν κατώρθωσε νὰ μὲ πείσῃ. Πρέπει νὰ προσαρμοσθῶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις του διὰ νὰ μείνῃ ἱκανοποιημένος; Λυποῦμαι πολὺ διότι δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω.
§125Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι κατά τινα Ἄγγλον συγγραφέα, ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα, ἓν μόνον δὲν δύναται νὰ κάμῃ: τὸ ἄρρεν θῆλυ καὶ τανάπαλιν. Τώρα θέλει νὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως προνομίου. Δικαίωμά της εἶναι νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι τοῦτο θὰ ἔχῃ πολὺ κακὴν ἀπήχησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις θ’ ἀντιληφθῇ ὅτι γίνεται παράβασις τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς Βουλῆς εἷς βουλευτής.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι αἱ κατηγορίαι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος αἱ ἀφορῶσαι τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτοι. Εἶναι ἀστήρικτοι διότι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφανθῇ εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα τῆς ἐκπτώσεως. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις εἰς τὸ ἄλλο γεγονὸς ὅτι μιὰ φορὰ ποὺ ἐπέρχεται αὐτοδικαίως ἡ ἔκπτωσις ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀμφισβήτησιν ὁπωσδήποτε· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος γενομένη πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ σπουδαῖον εἶναι τοῦτο: Ἄν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀσυμβιβάστου. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἶπεν ὅτι ἕνα καὶ μόνον ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ παραχωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους προνομίου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι πολλὰ τὰ ἄρθρα διὰ νὰ γίνῃ μία παραχώρησις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἄν πράγματι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ νόμου παραχωρῆται προνόμιον κρατικόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ νὰ παραχωρηθῇ προνόμιον Δημοτικόν. Εἰς αὐτὸ δὲν συμφωνῶ, διότι πράγματι εἰς πολλὰς περιπτώσεις δὲν ὑπάρχουν οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν ἀσυμβίβαστον μεταξὺ βουλευτοῦ καὶ συμβούλου ἑταιρείας ἐχούσης ἕν προνόμιον κρατικὸν καὶ συμβούλου ἑταιρείας ἐχούσης ἕν προνόμιον ἐκ μέρους τοῦ δήμου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστήριξεν αὐτὴν τὴν ἄποψιν, λέγων: Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει προνόμιον ἠλεκτροφωτισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ δήμου τὰ συμφέροντα εἶναι τόσον μεγάλα ὥστε θὰ ἐδικαιολογεῖτο καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ ἀσυμβιβάστου καὶ κατὰ συμβούλων ἑταιρειῶν ἐχουσῶν προνόμια ἐκ μέρους τῶν δήμων. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος· αὐτὸ φαίνεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 40, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 58. Ὅταν συνετάσσετο τὸ ἄρθρον 58, ὑπεβλήθη ὅπως ἡ αὐτὴ διάταξις ἰσχύῃ καὶ διὰ τοὺς μισθωτὰς ἢ ἀγοραστὰς κτημάτων τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη. Ὥστε καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 58 καὶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινεν, ἐξάγεται ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ διὰ τοὺς συμβούλους τῶν ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προνόμια ἐκ μέρους τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ μελέτη ὅλων τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως γεννᾷ ὁμολογουμένως ἐνδοιασμοὺς ἂν πρόκειται περὶ κρατικοῦ προνομίου. Ὁ δῆμος ἀσκεῖ καὶ ὄχι τὸ δημόσιον τὰς ποινὰς διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ προνομίου καὶ εἰς αὐτὰς τὰς σκέψεις στηρίζεται ὅλη ἡ γνωμοδότησις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι ἀκριβῶς δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν πρόκειται περὶ κρατικοῦ προνομίου, ἀλλὰ περὶ παραχωρήσεως ἠλεκτροφωτισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ ὅτι ὁ νόμος ἔγινε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ παραχωρηθῇ καὶ ὁ ἠλεκτροφωτισμός, τοσοῦτον μᾶλλον καθ’ ὅσον διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τοῦ Εὐρίπου δὲν ὑπάρχει προνόμιον, δεδομένου ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὴν ἑταιρείαν ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τοῦ Εὐρίπου καὶ συνεπῶς ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρχε προνόμιον ἀρκετὰ σαφές. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν περισσότερον, διότι ὅλη ἡ ἱστορία τῆς περιπτώσεως αὐτῆς δημιουργεῖ ὄχι εὐνοϊκὰς ἐντυπώσεις ὑπὲρ τοῦ παραπονουμένου βουλευτοῦ. Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη κἂν ὑπόθεσις πολιτικῆς τρόπον τινά ἐκμεταλλεύσεως, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει, διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις προέβαλε ἀξίωσιν καὶ διότι, ὅπως εἶπον, εἶναι πολὺ νὰ ἑρμηνεύσῃ ὅτι ὑπάρχει προνόμιον, διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἔστω καὶ πόρρωθεν ἡ ἰδέα ὅτι ὑπῆρχε καμμία πολιτικὴ ὑστεροβουλία. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν ἀκριβῶς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ μελετήσωμεν καλλίτερον τὴν σύμβασιν. Ὅταν ὡμιλήσατε κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπείσθην καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀσυμβιβάστου. Ὅταν ὅμως ἐδιάβασα καὶ ἐγὼ τὰς διατάξεις αὐτὰς τῆς συμβάσεως ἐσχημάτισα μερικὰς ἀμφιβολίας καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν ὅτι τρόπον τινὰ ἐσπευσμένως ἐλάβομεν μίαν ἀπόφασιν διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν ἑνὸς βουλευτοῦ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ θέματος ἐξηντλημένου. Ἐκ τῆς τροπῆς ὅμως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις τελευταίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω, διότι δὲν θὰ ἤθελον νὰ νομισθῇ ὅτι ἐφ’ ὅσον θὰ ἀπέκλινα ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐξώσουν ἐκ τῆς Βουλῆς τὸν ἀντίπαλον αὐτῆς καὶ νὰ δημιουργηθῇ παράδοσις ἄντικρυς ἀντιτιθεμένη πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς ζήτημα συνταγματικῆς ἑρμηνείας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ὑπεισέλθουν σήμερον τοὐλάχιστον οἱαιδήποτε πολιτικαὶ ἀπόψεις. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικῆς ἀπόψεως ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὑποψήφιον ἰδικόν της. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει ἐδῶ καμμίαν ἰσχύν, διότι οὔτε περὶ ἀντιπάλου ἐνοχλητικοῦ πρόκειται ἀφοῦ δὲν παρουσιάζεται κἄν εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκ τῶν ἀσθενῶν. Θὰ περιορισθῶμεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ καθαρῶς νομικοῦ ζητήματος διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι καλῶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ἢ ὄχι. Εἶναι βέβαιον, ὅτι μοιραίως ἐσχηματίσθη γνώμη ὅτι ἡ περικοπὴ ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 39 ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχὺν καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 40. Προσωπικῶς λυποῦμαι διότι τοιαύτη εἰσεχώρησε διάταξις καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1924. Καὶ λέγω ὅτι λυποῦμαι μολονότι συνέπραξα εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διότι ἄλλως τε οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἁρμοδία νὰ κηρύξῃ ἕνα βουλευτὴν ἔκπτωτον ἐκ τοῦ ἀξιώματος οὔτε καὶ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα αὐτῆς διὰ τῆς πλειοψηφίας ἀκόμη καὶ ὅταν πρόκειται καὶ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Θὰ ἐπεθύμουν δηλαδὴ νὰ ὑπῆρχε στάδιον διὰ νομοθετικῆς προνοίας νὰ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς ἐκπτώσεως εἰς τὸ ἐκλογοδικεῖον ἐφαρμόζοντες τὴν ρητὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ γερουσιαστικόν. Ἡ διάταξις εἶναι σαφής. Ἡ Βουλὴ ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐκπτώσεως, καὶ ἡ διαδικασία τοῦ ἐκλογοδικείου περιορίζεται μόνον εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐκλογῶν. Πότε προκύπτει αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Εἰς αὐτὸ ἡ διάταξις εἶναι σαφής. Μὴ ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐκπτώσεως; Ἀσφαλῶς ὄχι, διότι ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως ὅταν ἐγείρωνται ἀμφισβητήσεις. Ἑπομένως ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κακῶς εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποφαίνεται περὶ τῶν ἀμφισβητήσεων, ὡς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ βουλευτὴς συμμετέχει εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον μιᾶς ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἶχε δυνάμει εἰδικοῦ νόμου εἰδικὸν προνόμιον ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσκῇ ταὐτοχρόνως καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους καὶ δι’ αὐτὸ τὸν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον ἐν ὅλῳ τὸ δικαιώματι αὐτῆς. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς θὰ ἐγεννῶντο ἀφ’ ἧς θὰ προέκυπτον ἀμφισβητήσεις. Καὶ προέκυψαν αἱ ἀμφισβητήσεις αὐταί, εἶναι φανερόν, ἀφ’ ἧς ἐτέθη τὸ ζήτημα σαφῶς ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἴσως μάλιστα κατὰ νομικὴν ἀκρίβειαν θὰ ἦτο ὁ ἴδιος ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν εἰς αὐτὸ μίαν ἑρμηνείαν εὐρεῖαν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον σαφῆ ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν περαιτέρω πορείαν της σύμφωνα πρὸς τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ποίαν συνέπειαν θὰ εἶχεν ἡ ψῆφος αὐτή; Ἀσφαλῶς, ἐὰν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον ὅλη ἡ ἄλλη διαδικασία τῆς προκηρύξεως τῆς ἐκλογῆς θὰ ἐματαιοῦτο. Ἡ ἐκλογὴ δὲν θὰ ἐνηργεῖτο· θὰ ἐξεδίδοντο αἱ σχετικαὶ διαταγαὶ καὶ δὲν θὰ ἐνηργεῖτο. Ἀλλὰ ἐγὼ προχωρῶ περαιτέρω. Καὶ ἐὰν ὑποκινουμένης τῆς συζητήσεως, ἄς τὸ εἴπωμεν, ἐνώπιον τοῦ σώματος ἤθελε τὸ ζήτημα ἐγερθῇ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐὰν ἀκόμη ἤθελεν ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῇ ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως, ὅτι κακῶς ἐπελήφθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν βουλευτήν, καὶ πάλιν ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ δὲν θὰ εἶχε καμμίαν συνέπειαν διότι θὰ ἔλειπεν ἡ νομικὴ προϋπόθεσις ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, ἤτοι διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε κενὴ βουλευτικὴ ἕδρα. Κύριοι, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἔρις συνάγεται ἀπὸ τῆς ἑρμηνείαν τῆς λέξεως «προνόμιον» Ὑπάρχει προνόμιον εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν; Τὸ προνόμιον φαίνεται δὲν τὸ ἀντιλαμβάνονται ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅτι ἔχει τὴν ἔννοιαν μιᾶς ἀποκλειστικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἑνὸς ἀποκλειστικοῦ προνομίου. Τοῦτο μόνον εἰσάγει ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ τότε μόνον δύναται νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἀποκλεισμὸς ἐκ τοῦ ἀξιώματος. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἀποκλειστικοῦ προνομίου. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπικρατεῖ εἰς τὸν τόπον μας τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν καὶ τὸ Κράτος κάνει μίαν συμφωνίαν μὲ μίαν Τράπεζαν καὶ τῆς λέγει: Σᾶς παραχωρῶ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα. Κάνει μίαν συμφωνίαν αὐτὴ μὲ ἄλλην Τράπεζαν καὶ τῆς λέγει σοῦ παραχωρῶ τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα. Φαντάζεσθε, διότι δὲν ἀναφέρεται ἡ ἔννοια προνόμιον, ὅτι οἱ σύμβουλοι αὐτῆς τῆς Τραπέζης θὰ ἠδύναντο νὰ εἶναι καὶ μέλη τῆς Βουλῆς; Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία ἡ ὁποία νὰ συνδέῃ τὸ Κράτος μὲ ὡρισμένην ἐπιχείρησιν καὶ ἡ συμφωνία αὐτὴ νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν ἀνακίνησιν συμφερόντων ὑλικῶν. Ἀρκεῖ καὶ τοῦτο νὰ γίνεται δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, διὰ νὰ ἔχουν πλήρη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεως. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐρωτᾶται: συντρέχουν τὰ πραγματικὰ γεγονότα; Καὶ ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁποίαν ἐξετάζομεν ὑπεστηρίχθη ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ σύμβασις. Εἶναι σύμβασις ἡ ὁποία παρέχει κανὲν δικαίωμα διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ μόνον διὰ τὴν ἑταιρείαν; Ἄς εἴμεθα κἄπως καθαρώτεροι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου εἶναι ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Δῆμον. Εἶναι ἐπιχείρησις ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος, δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὸν Δῆμον. Εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ τὸ προνόμιον πρὸς μίαν ὡρισμένην ἑταιρείαν. Τί ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἔκαμεν ἕνα νόμον καὶ ἔταξεν ὡς ἐντολοδόχον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων του εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ δῆμος Χαλκίδος δυνάμει τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Κράτος προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν μιᾶς συμβάσεως μὲ τὴν ἀνάδοχον ἑταιρείαν. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἑπομένως νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία ἔχει σχέσεις περιουσιακὰς μὲ τὸ Κράτος δυνάμει τῆς ὑπογραφείσης αὐτῆς συμβάσεως.
§130Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§132Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ προϋπόθεσις τοῦ ἀσυμβιβάστου; Ἡ πιθανότης τῆς πιέσεως. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν «παῦσε νὰ χορηγῇς τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν εἰς τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου», ποῦ εὑρίσκετε τὸ προνόμιον;
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ σύμβασις συνήφθη δι’ ὡρισμένην προθεσμίαν ἢ ἄνευ προθεσμίας;
§134Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου ἄνευ προθεσμίας.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν συνήφθη ἄνευ προθεσμίας, τὸ ἀσυμβίβαστον ἰσχύει μόνον ἐφ’ ὅσον ἰσχύει καὶ ἡ σύμβασις. Ἐὰν ὅμως συνήφθη δι’ ὡρισμένην προθεσμίαν τὸ Κράτος δὲν μπορεῖ νὰ ἀθετήσῃ τὴν προϋπάρχουσαν προθεσμίαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰς μίαν σύμβασιν διὰ νὰ ὑπάρχῃ προνόμιον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, νὰ εἶναι μακρὰ προθεσμία διὰ τὴν ἰσχὺν τῆς συμβάσεως. Ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις ὑφίσταται, τὸ προνόμιον θὰ ὑπάρχει. Λοιπὸν ὑπάρχει μία σύμβασις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρείας αὐτῆς καὶ ἡ σύμβασις αὐτὴ δὲν εἶναι ἑτεροβαρής, εἰς βάρος μόνον τῆς ἑταιρείας καὶ ὄχι ὡς ὠφέλεια αὐτῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἑτεροβαρής, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ ἑταιρεία καθώρισε τὴν ὅλην τιμὴν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἀνέλαβεν τὴν ὅλην ἐκμετάλλευσιν ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς αὐτὴν τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς δὲν ἔβαινεν καλῶς καὶ ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος ἡ ἑταιρεία, καὶ πάλιν θὰ εἶχεν προνόμιον, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ συμφωνηθεῖσα ἀποζημίωσις διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐπιχειρήσεως. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι ἔχει ν’ ἀντλήσῃ ὠφελήματα ἡ ἑταιρεία ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς· συντρέχουν ἑπομένως ὅλοι οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους προϋποθέτει τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐγείρεται καὶ ἕτερον ζήτημα. Ἂν ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς συμμορφούμενος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος ὑπέβαλεν ἐγκαίρως τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, τότε ἀναμφιβόλως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ περίπτωσις ἀσυμβιβάστου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καθαρῶς πραγματικόν. Δηλαδὴ θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν εἰδικὰς γνώσεις ὅλων τῶν περιστατικῶν, νὰ εἴπωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ παραίτησις. Διότι δὲν παραδέχομαι ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα καθορίζει ἀορίστως ὅτι χρειάζεται ὑποβολὴ παραιτήσεως χωρὶς νὰ λέγῃ καὶ ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ ἡ παραίτησις, δὲν παραδέχομαι ὅτι πρέπει αὐτὴ νὰ γίνῃ εἴτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἴτε ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἐνώπιον τῆς ἑταιρείας ἀρκεῖ ἡ παραίτησις αὐτὴ νὰ εἶναι σοβαρὰ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀρκεῖ δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ διακόψῃ τοὺς δεσμοὺς τοὺς ὁποίους εἶχε πρότερον ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ὡς μέλος τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπιχειρήσεως. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἐξακριβωτέον. Πράγματι παρῃτήθη; ὑπέβαλεν πράγματι παραίτησιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου; Διότι ἐγὼ προχωρῶ περαιτέρω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρίτου αὐτοῦ σημείου. Δηλαδὴ λέγω ὅτι, ἂν ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν καὶ τὸ συμβούλιον ἐσκέφθη ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν αὐτὴν χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν πρόεδρον τοῦ συμβουλίου, αὐτοβούλως καὶ αὐθαιρέτως, διότι αὐτὸ ἐνόμισεν ὅτι δὲν προκύπτει περίπτωσις ἀποδοχῆς, καὶ, εἶπε ὅτι «ἐγὼ ἀπορρίπτω τὴν παραίτησιν αὐτὴν» ὁ βουλευτὴς ὅμως ἐνόμιζε ὅτι πράγματι ἡ παραίτησίς του εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἀπεῖχε πραγματικῶς ἀπὸ τῆς ἀναμίξεώς του εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι δεσμευτικὴ δι’ αὐτὸν ἡ μονομερὴς ἀντίληψις τῆς ἐπιχειρήσεως. Μόνον ἐφ’ ὅσον προκύπτει ὅτι συνεμμερίσθη καὶ αὐτὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ βουλευτὴς παύει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται εἰς τὴν Βουλήν, γίνεται ἔκπτωτος. Προέκυψαν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τοιαῦτα πραγματικὰ γεγονότα; Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προέκυψαν δι’ ἐμὲ εἰς τὸ νὰ σχηματίσω μία ἔνδειξιν, εἶναι τὸ ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς συνεμμερίσθη καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ δὲν διατελεῖ εἰς δεσμόν τινα ἄμεσον πρὸς τὸ Κράτος ἢ εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅτε δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν ἀπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως. Εἶναι λοιπὸν μία ἔνδειξις ὅτι καὶ ὁ βουλευτὴς πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπέκλινεν ἀντίληψιν, ὁ δὲ ἁρμόδιος νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς τὸ ζήτημα.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶναι καὶ σήμερον ἀκόμη πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, δὲν νομίζω ὅτι γεννᾶται καμμία ἀμφισβήτησις. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔγγραφον τῆς ἑταιρείας τὸ ὁποῖον τὸ βεβαιοῖ, νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ.
§137Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς ἑταιρείας βεβαιοῖ ὅτι παίρνει καὶ 100 λίρες ἐτησίως.
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λεχθέντων εἰς τὴν Βουλήν.
§139Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ἔφερον τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἡ πρώτη μου σκέψις ἦτο νὰ μὴ ἀπαντήσω, ἀλλὰ ἡ πρώτη μου σκέψις ἦτο ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν κἄποιου ἐρεθισμοῦ τὸν ὁποῖον εἶχον μὲ τὰ λεχθέντα. Πέρασαν ὀλίγες στιγμὲς καὶ ὁ ἐρεθισμὸς παρῆλθεν καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθω ἐδῶ διὰ γίνῃ κἄποια ἐξήγησις μὲ τὴν πτέρυγα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ἀναγνωρίζω, προθυμότατα συνεργάζεται πραγματικῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἀποβλέπον εἰς τὸ νὰ ἐξέρχωνται τὰ νομοσχέδια ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερα. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ προσαρμόζῃ ἑκάστοτε τὰς ἀντιλήψεις της εἰς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ἰδιαιτέρως τὸ Λαϊκὸν κόμμα, πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεργασία. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅταν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μοῦ ἐφέρατε τὸ ζήτημα τῆς ἐπικειμένης καὶ τότε ἐκδόσεως διατάγματος τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκρίθη ὅτι ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου ὡς ἐκπεπτωκὼς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κανονισμοῦ, εἴδατε πόσον ἔσπευσα νὰ δεχθῶ τὴν πρότασίν σας. Ἐδέχθην τὴν συζήτησιν καὶ ἀνεγνώρισα, ὅταν ἔγινεν ἡ συζήτησις, ὅτι ἔχει δίκαιον καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἠμπορεῖ διὰ τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ νὰ ρυθμίσωμεν τοιαῦτα ζητήματα. Ὅταν πάλιν προχθὲς εἴπατε ὅτι θέλετε νὰ φέρετε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ παρεκαλέσατε νὰ μὴ ἐκδοθῇ ἀμέσως τὸ διάταγμα, τὸ ἐκράτησα ἐπὶ ἓξ ὅλας ἡμέρας. Πέρασεν ἡ δευτέρα, εἴχατε ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ φέρητε τὸ ζήτημα, ὁπότε θὰ τὸ συζητούσαμε καὶ θὰ ἐλύομεν τὸ ζήτημα κατὰ τὰς ἀντιλήψεις μας, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐφέρατε. Ἔρχεσθε σήμερον καὶ τὸ φέρετε καὶ τὸ ἐδέχθημεν ἕως τὴν τελευταίαν στιγμὴν. Ἀλλὰ διατὶ παρακαλῶ ἠμπορεῖτε νὰ ὀργίζεσθε, διότι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν προσηρμόσθη πρὸς τὰς ἰδικά σας ἀντιλήψεις; Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῶ σαφῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του ὡς ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον. Τὸ ἀνεγνώρισα πάντοτε, τὸ ἀνεγνώρισα καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἔχω ἀξίωσιν ὅπως καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα μοῦ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της μετὰ τῆς αὐτῆς εὐθύτητος, ὅτι δὲν κάνει ποτὲ κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της, ὅτι παρ’ ὅλον τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας τὸν ὁποῖον φέρω παρακολουθῶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς προσέχω εἰς τὰς συζητήσεις, ἰδιαίτατα δὲ ὁσάκις ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος λαμβάνει τὸν λόγον, προσέχω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου καὶ εἶμαι πάντοτε διατιθεμένος νὰ πεισθῶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δύναμαι νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποτάξω τὰς ἀντιλήψεις μου διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος. Θὰ κατεπρόδιδον τὰ καθήκοντα μου. Εἰς τὴν περίστασιν δὲ αὐτὴν δὲν μπορῶ νὰ μὴ τὸ πῶ εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν θέλει νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του μέσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχομεν μίαν ἐπαρχίαν τῆς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι μοῦ φωνάζουν ὅτι ἡ ἐπαρχία μας δὲν ἔχει ἀντιπρόσωπον καὶ ζητοῦμεν νὰ κάμετε ἐκλογάς, τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν μποροῦνε νὰ μᾶς ἀφήσουν ἀδιαφόρους. Σᾶς εἶπα ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ κ. Κολουμβάκης ζήτητημα δὲν θὰ ἐγεννᾶτο, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ὁ κ. Κολουμβάκης ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει ὅτι ἐπαρχία μας δὲν ἔχει ἀντιπρόσωπον καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει ὅτι: ἐκάματε μία τροποποίησιν τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐθεωρήσατε πὼς εἶναι ἄκυρος, ἰδοὺ τώρα σᾶς παρουσιάζω νέα γεγονότα ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων. Πῶς θέλετε ἐγὼ διὰ νὰ σᾶς φανῶ εὐχάριστος, νὰ δεχθῶ τὴν ἀντίληψίν σας τὴν ὁποίαν δὲν πιστεύω; Καὶ τὶ θὰ μοῦ ἔλεγεν τότε ὁ κ. Κολουμβάκης ὡς ἀξιῶν νὰ γίνῃ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας; Θὰ μοῦ ἔλεγεν ὅτι ἐθυσίασα τὴν νομιμότητα ὡς τὴν ἀντιλαμβάνεται αὐτὸς καὶ ὡς τὴν ἀντιλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ, διὰ νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Εἶμαι διατεθειμένος πάντοτε νὰ ἀναγνωρίσω τὴν πορείαν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὡς ἀποτελοῦσαν ἄσκησιν εὐθείας ἀντιπολιτεύσεως—ἐκτὸς βέβαια τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφύγατε ἀπὸ τὴν βουλὴν διότι ἐκεῖ δὲν εἴμεθα σύμφωνοι —κατὰ τὰ ἄλλα εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀναγνωρίσω ἀξιῶν ὅμως νὰ ἀναγνωρίσητε καὶ σεῖς ὅτι ἡ Κυβέρνησις σᾶς πληρώνει μὲ τὸ ἴδιο νόμισμα, ὅτι δὲν ἔχετε παράδειγμα ὅτι ἔκαμε κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της ἵνα ὑπάρξῃ καμμία πολιτικὴ ὠφέλεια, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον μὲ κανένα τρόπον· διότι ὡς εἶναι τὰ τῆς ἐκλογῆς γνωρίζω τὸ ἀποτέλεσμα καὶ γνωρίζω ἐπίσης ὅτι αἱ ἐφημερίδες τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος θὰ γράψουν ὅτι ἐπέτυχε καὶ πάλιν ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἰδοὺ ἡ μεγάλη ἧττα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶχον καμμία ὄρεξιν νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγεννήθη δὲν μποροῦσα, παρὰ νὰ δώσω τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησίς μου μοῦ ἐπέβαλε νὰ δώσω.
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πτέρυξ ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι ἀσκεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν δὲν προέρχεται ποσῶς ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων της ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ διὰ τοῦτο, οὔτε ἡ μεγάλη Κυβερνητικὴ πλειοψηφία ὀφείλει τι πρὸς ἐκείνην οὐδὲ ἐγὼ ποτὲ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας νὰ συμμορφούται μὲ τὴν ἐπιθυμίαν μου, οἱανδήποτε· ἂν δὲ τυχὸν ἠξίουν τοιοῦτον καὶ οὗτος τὸ ἔπραττε, θὰ τὸ ἐθεώρουν ὡς ἀθέτησιν τῶν καθηκόντων ἀμφοτέρων μας. Ἀλλὰ καὶ δὲν παραλείπω εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ διαμαρτύρωμαι καὶ ἰσχυρῶς μάλιστα, ὅταν τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται κατόπιν τῆς στάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πεποιθήσεών μου ἐφ’ ὡρισμένων πραγμάτων. Καὶ ὡς εἶναι γνωστόν, ἔφθασα εἰς τὸ σημεῖον καὶ νὰ ἀποχωρήσω τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἄλλοτε παραμένων ὅσον ἠδυνάμην ἰσχυρότερον διεξήγαγον τὸν ἀγῶνα· τοῦτο δ’ ἔπραξα οὐχὶ ὅπως διὰ τῆς εὐαρίθμου μειοψηφίας, ἣν ἔχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ λαϊκὸν κόμμα, ἀσκήσω οἱανδήποτε πίεσιν ἐπὶ τῆς μεγάλης Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας ὡς ὑπεδήλωσε τρόπον τινὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα, διότι ἐφρόνουν ὅτι ἐπεβάλλετο ἀπολύτως διὰ τὴν τακτικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὅπως μείζονα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτῆς εἰσηγουμένων. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ τοιαύτη πολιτικὴ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος παρέμεινεν ἄνευ ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων. Καὶ ἂν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην περισσότερον ἐπιμένω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ζητήματος, πράττω τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς θέσεως ἑνὸς βουλευτοῦ, ἀλλὰ περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν σύνθεσιν τοῦ σώματος καὶ θίγοντος κατὰ βάσιν αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδίδει τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἄλλως ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ οὔτε ἔχει οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικὴν σημασίαν καὶ ἀπεδέχθη τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς ψηφισθείσης διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ καὶ ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία ἔμεινε σύμφωνος, τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ μειοῖ τὸ κῦρός της, εἶναι ἀπολύτως πρὸς τιμήν της. Θὰ ἔλεγον μετὰ τοῦτο ὅτι ἡ κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν ἕτερον λόγον τοῦ νὰ θεωρηθῇ κενὴ ἡ θέσις τῆς περὶ ἧς πρόκειται βουλευτικῆς ἕδρας, λόγῳ δῆθεν ἀσυμβιβάστου γενομένου ὡς πρὸς τὸν κατέχοντα αὐτὴν βουλευτὴν θὰ εἶχε κἄποιαν εἰδικωτέραν αἰτίαν, ἢ ὅτι καὶ ἀρκετὴ ἤδη ἐγένετο ὑποχώρησις παρὰ τῆς πλειοψηφίας ἢ ἡ ἐπιθυμία τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἴσως νὰ μὴ φανῇ τυχὸν θιγόμενος ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι μὲ τὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν ἰδικήν μου γνώμην τάσσεται καὶ ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὑποστηρίζων καὶ οὗτος ὅτι διὰ τῆς περὶ ἧς πρόκειται συμβάσεως δημιουργεῖται προνόμιον ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας, τοῦ συμβουλίου τῆς ὁποίας προεδρεύει ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτής, καὶ δὴ προνόμιον ἐπὶ εἰδικοῦ νόμου στηριζόμενον. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠκούσθησαν κἂν ἐπιχειρήματα δυνάμενα νὰ πείσουν. Ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἐξηγηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον ὡς ἀσυμβίβαστον ἀνάλογον πρὸς τὸ ὑφιστάμενον κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, ἐν τῷ ὁποίῳ ρητὴ ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργεῖται ἀσυμβίβαστον συνεπεία οἱασδήποτε συμβάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει μέλος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου μὲ τὴν κοινότητα. Μόνον ἐὰν ἔχωμεν μίαν τοιαύτην διάταξιν, μόνον τότε θὰ ἠδύναντο καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ συμφωνία τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἠλεκτρικὴν προκαλοῦν τὸ ἀσυμβίβαστον. Ἀλλὰ περὶ τοιούτου τινὸς δὲν πρόκειται. Ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν συνῆψεν ὁ ὑπουργὸς μετὰ τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, δὲν ἀποτελεῖ σύμβασιν ἐπιχορηγήσεως τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὴν διότι εἶναι σύμβασις καθαρῶς ἀνταλλακτικὴ ἀμφοτεροβαροῦς φύσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ προνόμιον οἱονδήποτε δημιουργεῖ ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας. Τόσον εἶναι τοῦτο προνόμιον, ὅσον δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτον καὶ ὅταν τὸ Δημόσιον ἐνοικιάζει πρός τινα βουλευτὴν ἔστω καὶ ἂν διὰ τὴν ἐνοικίασιν ταύτην ἐχρειάσθη καὶ ἐγένετο εἰδικῶς νόμος, ἐξουσιοδοτῶν ἕνα ὑπουργὸν πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Τότε κἄθε σύμβασις τοῦ Κράτους πρὸς ἑταιρείας θὰ ἐδημιούργει ἀσυμβίβαστον διὰ τὰ διοικοῦντα αὐτὴν μέλη καὶ ἂν ἦσαν βουλευταὶ θὰ καθίσταντο ἔκπτωτοι. Ἐκτὸς τούτου, ὡς ἀνέφερον ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνω τονίζων διὰ τοῦ σχετικοῦ νόμου παρέχεται μόνον ἄδεια εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συνομολογήσῃ μίαν σύμβασιν περὶ φωτισμοῦ μεθ’ οἱασδήποτε ἑταιρείας καὶ οὔτε προνόμιον δημιουργεῖται οὔτε ἀναφέρεται κἄν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἠλεκτρικήν, διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ τὸ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀσυμβίβαστον ἀπαιτεῖται ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου παρέχεται προνόμιόν τι εἰς τὴν ἑταιρείαν. Καὶ ὅσον εὐρεῖα ἑρμηνεία καὶ ἂν δοθῇ, οὐδαμῶς δικαιολογεῖται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἔχομεν ἐν προκειμένῳ προνόμιον ὑπὲρ τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας δυνάμει εἰδικοῦ νόμου. Δὲν πρέπει δ’ ἐπὶ πλέον νὰ λησμονῆται, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ κανόνα ἐξαιρετικοῦ δικαίου, ὅστις πρέπει καὶ στενῶς νὰ ἑρμηνεύεται. Ὁ κ. Καφαντάρης, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ὁλόκληρον ἀγόρευσιν ἐπὶ τούτου, εἶπεν ὅτι ἐὰν παραχωρήσωμεν εἰς μίαν ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ σπήτια τοῦ δημοσίου, ἐὰν ἕνας σύμβουλος αὐτῆς εἶναι βουλευτὴς γεννᾶται τὸ ἀσυμβίβαστον. Ὀφείλω κατηγορηματικῶς νὰ εἴπω, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν λέγει ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν μία ἀνώνυμος ἑταιρεία ἔχει ἀντικείμενον τὴν ἐκμετάλλευσιν οἰκιῶν τοῦ Κράτους καὶ βουλευτὴς εἶναι μέλος τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας, ἀσφαλῶς ὑπάγεται εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λοιπὸν, καθ’ ὑμᾶς, ἐὰν ἀνώνυμος ἑταιρεία ἐνοικιάσῃ 20 οἰκήματα ποὺ ἔχει τὸ Κράτος εἰς Ἀθήνας διὰ 20 χρόνια καὶ σύμβουλος τῆς ἑταιρείας αὐτῆς εἶναι βουλευτὴς, θὰ γίνεται ἔκπτωτος. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς ἀμέσως ἀπὸ τὸ Κράτος ἐνοικιάσετε μίαν οἰκίαν, διατὶ καὶ τότε δὲν θὰ εἶσθε ἔκπτωτος; Καὶ ὅμως δὲν ὑποστηρίζετε τοῦτο.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ εἶσθε μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Ἐκεῖ εἶσθε μέλος τοῦ συμβουλίου τοῦ διευθύνοντος καὶ ἐδῶ εἶσθε ὁ ἴδιος ὁ ἐνοικιαστής. Ὑπάρχει ἀμφισβήτησις;
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλας σκέψεις εἶχεν ὅταν ἔκαμνε τὸ διάταγμα. Ὅταν ὅμως εἶδεν ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρουν ἔρεισμα, ἐζήτησεν ἀλλοῦ βοήθειαν καὶ ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι προνόμιον, εἶναι παραχώρησις. Βεβαίως δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ θεωρῶ τοσοῦτον ἀναμφισβήτητον, ὥστε ἀληθῶς ἀπορῶ ὅτι τόσον θόρυβον ἐγέννησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ διὰ πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἐπρόκειτο εἷς ἕκαστος σκεπτόμενος κατ’ ἰδίαν νὰ ἀποφανθῇ, εἶμαι βέβαιος θὰ ἐπεδοκίμαζε τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ ὄχι τὴν ἀντίθετον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελέ ποτε ἡ ἀντίθετος κρατήσῃ, δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω τὴν σπουδὴν μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ θεωρήσῃ τὸν κ. βουλευτὴν Οἰτύλου ἔκπτωτον καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, καὶ τὸ περιστατικὸν τῆς παραιτήσεως ἐκ τῆς προεδρείας τῆς ἑταιρείας τοῦ βουλευτοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠγνοοῦμεν καὶ ἀνέφερε τοῦτο αὐτὸς ὁ κ. ὑπουργός. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὑπέβαλε παραίτησιν εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀπὸ τῆς προεδρίας τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου της. Ἡ παραίτησις δ’ αὐτὴ εἰς τὴν ἑταιρείαν ὑποβληθεῖσα, ὅπως ἀνεπτύχθη καὶ παρ’ ἄλλων, εἶναι κατὰ πάντα νόμιμος, διότι οὐδεμία ὑπάρχει οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος οὔτε ἐξ ἄλλου τινὸς νόμου ὑποχρέωσις νὰ τὴν ὑποβάλῃ καθ’ ὡρισμένον τύπον καὶ εἰς ὡρισμένον ἄλλο πρόσωπον καὶ ὑφίσταται πλήρης εὐθὺς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ὡς πρὸς ταύτην ἐνεργείας τῆς ἑταιρείας. Δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὶ ἔκαμε ἡ ἑταιρεία, ἐὰν τὴν ἀπεδέχθη ἢ ὄχι καὶ διὰ τίνα λόγον τυχὸν δὲν τὴν ἀπεδέχθη. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποβάλλων τὴν παραίτησιν ἐνέμεινεν μάλιστα εἰς ταύτην καὶ δὲν τὴν ἀνεκάλεσεν, τοῦτο σημαίνει ἀναντιρρήτως ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν εἶναι πλέον Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας· καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε τὸ δεδομένον ὅτι ὑπεβλήθη μία παραίτησις ἡ ὁποία ἐπιφέρει τὴν ματαίωσιν τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὸ διάταγμά του, δὲν ἠδύνατο, κατ’ ἐμὲ νὰ προχωρήσῃ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχεν ἕτερον γεγονὸς τὸ ὁποῖον νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ νὰ δείξῃ ὅτι ἡ παραίτησις ἐματαιώθη. Τοιοῦτον ὅμως γεγονὸς δὲν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω δὲ ὅτι προκειμένου νὰ λάβῃ μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν δι’ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ καὶ τοῦτο τὸ περιστατικὸν καὶ νὰ μὴ δείξῃ σπουδὴν, εἰς τὴν ἔκδοσιν διατάγματος περὶ νέας ἐκλογῆς οὐδαμόθεν δικαιολογουμένην. Πάντως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ πάσης ἀποφάσεως ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Χ. Λαδᾶ, Χατζῆ, Β. Σκουλᾶ καὶ Θ. Κριμπᾶ μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς. Ἡ πρότασις ἔχει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, ἐγερθείσης ἀμφισβητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν θέσιν μέλους καὶ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας τοῦ κ. Π. Μαυρομιχάλη, ἐξ ἧς οὗτος δὲν παρῃτήθη, ἀποφαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον κατὰ τὸ ἄρθρον 40 ἐδάφιον 3 τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως ὁ κύριος Π. Μαυρομιχάλης αὐτοδικαίως κατέστη ἔκπτωτος τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 9 μ. μ.)