1930.01.27
1.816 στίχοι · 14.377 λέξεις · 26 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26η
ΔΕΥΤΕΡΑ 27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1930
Προεδρία κ. Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
(Ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ δικηγόρος Γόνης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ Λεβαδείας Καρδαμάκη συλλαβόντος καὶ φυλακίσαντος τοῦτον ἄνευ αἰτίας. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Ἀγρινίου αἰτουμένου τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τῆς Τραπέζης καὶ τὴν χορήγησιν τῶν σχετικῶν πλασματικῶν δανείων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Μαντᾶς καταθέτει ὑπόμνημα τῆς ἑνώσεως ἐφέδρων πολεμιστῶν Παγκρατίου Κοπανᾶ Ν. Ἑλβετίας περὶ ὁριστικῆς κατακυρώσεως ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἑνώσεως τῆς παρὰ ταύτης ἀγορασθείσης ἐκτάσεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Χριστούλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καπνεμπορικοῦ συνδέσμου Καρδίτσης αἰτουμένου τὴν ἵδρυσιν αὐτονόμου ὀργανισμοῦ τοῦ καπνοῦ. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Νικολίτσας καὶ Α. Παπαθανάσης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Κεφαλοβρύσου αἰτουμένου τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομικῆς δυνάμεως. — Ἡ ἕνωσις ἀκτημόνων Ἁγιάσσου Μυτιλήνης αἰτεῖται τὴν μερικὴν διανομὴν τῶν ἐκτάσεων Ἁγιάσσου, Καμπιῶν καὶ Μ. Λίμνης. — Τὸ συνδικᾶτον καπνεργατῶν Ξάνθης «ἡ Ἄμυνα» αἰτεῖται τὴν ἱκανοποίησιν διαφόρων αἰτημάτων του. — Αἱ κοινότητες Ἀραχώβης, Ναυπακτίας καὶ Ἀσπριᾶς ὑποβάλουν ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὴν ὁδὸν Ναυπάκτου– Ἰτέας καὶ αἰτοῦνται τὴν ἔγκρισιν κατασκευῆς τῶν ὑπολοίπων χιλιομέτρων Ναυπάκτου–Λαμίας. — Τὸ ἐν Λυῶνι σωματεῖον «Ἑλληνικὴ ἑστία» ὑποβάλλει ψηφίσματα ἀποκηρύξεως μητροπολίτου Θυατείρων. — Ὁ σύνδεσμος φρεατορρύχων, συνδέσμου οἰκοδομῶν κλπ. αἰτοῦνται τὴν λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς τάξεώς των, ἔναντι τῶν ζημιῶν ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῆς συμβάσεως, Οὖλεν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν διατρητικῶν καὶ ἐξορυκτικῶν μηχανημάτων. — Ἡ Βασιλικὴ χήρα Χριστοδούλου αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ συντάξεως στρατιωτικῶν. — Ὁ σύλλογος ὁπλαρχηγῶν «Ἀκρῖται» αἰτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως καὶ εἰς τοὺς ἀναπήρους ὁπλαρχηγούς. — Καπνοπῶλαι Κιλκὶς αἰτοῦνται τὴν ἀπόρριψιν τοῦ σχεδίου νόμου περὶ καπνοβιομηχανικοῦ τράστ. — Οἱ ἐνοικιασταὶ φόρου δεκάτης 1924 Ἀλεξανδρουπόλεως αἰτοῦνται τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀναστολὴν πληρωμῆς τῶν ἐπιδικασθέντων ποσῶν. — Οἱ ἐνοικιασταὶ Βόλου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῆς βενζίνης. — Τὸ Συνδικᾶτον Ἑλλήνων ποτοποιῶν Μακεδονίας ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα καὶ αἰτεῖται ὅπως ταῦτα γίνωσιν ἀποδεκτά. — Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Μαγνησίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν εἰς τὴν συνέλευσίν των παρουσίαν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. — Οἱ πλημμυροπαθεῖς ἐνοικιασταὶ παραγωγῆς 1926 αἰτοῦνται τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἐνοικίων. — Ἡ παναιτωλοακαρνανικὴ ὀργάνωσις προσφύγων αἰτεῖται τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως χρεῶν διαγραφέντων προσφύγων συνοικισμοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνακοινοῖ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ ὑφυπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς τὸν κ. Α. Παπᾶν. Ὁ κ. Β. Δεληγιάννης (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἰσχύος πινάκων διαγωνισμῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1929 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης νόμων. 2) Περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν τῶν εἰς τὸ Κυβερνεῖον καταλειφθέντων ἐπίπλων καὶ σκευῶν τῶν τέως Βασιλέων, καὶ 3) Περὶ κυρώσεως τῆς συναφθείσης τὴν 10 Μαΐου 1929 συμφωνίας μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς περὶ διακανονισμοῦ τῶν μεταξὺ τῶν ῥηθεισῶν Κυβερνήσεων ὑφισταμένων οἰκονομικῶν διαφορῶν κλπ. Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) Περὶ τροποποιήσεως τῶν κειμένων διατάξεων περὶ λιμενικῶν ταμείων. 2) Περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ πολιτικοῦ μηχανικοῦ, ἀρχιτέκτονος, τοπογράφου καὶ ἐμπειροτέχνου, καὶ 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1927 Ν. Δ. περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐξ ἀμοιβῆς τῶν ἐργασιῶν μηχανικῶν, ἀρχιτεκτόνων κλπ. διαφορῶν μεταξὺ τούτων καὶ πελατῶν τροποποιουμένου. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1929 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. τῆς 17 Ἰουλίου 1923 περὶ εἰδικῶν διατάξεων Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας συμβάσεως ἐκδόσεως τῆς 21 Φεβρουαρίου 1929. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑπομένων σχεδίων νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12)15 Ἰουνίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου 2387 περὶ προστασίας τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8)10 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. 3) Περὶ παγίων γραφικῶν ἐπιχορηγήσεων καὶ λοιπῶν ἐξόδων τῶν δικαστικῶν γραφείων, καὶ 4) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3398. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Συρογιάννης, Α. Παΐζης, Κ. Ζωγράφος, Μ. Αἰλιανός, Δ. Ἀφθονίδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταστάσεως δημοτικῶν ὑπαλλήλων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§4Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω πρὸς αὐτὴν κατ’ ἀρχὰς δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα τῶν ἐπανορθώσεων. Ἡ συνθήκη τῶν Βερσαλλιῶν, ἡ ὁποία ἦτο πρώτη συνθήκη, ἡ ὑπογραφεῖσα μετὰ τὸν μέγαν πόλεμον, καθιέρου τὴν ἀρχὴν τῆς πληρωμῆς ἐκ μέρους τῶν ἡττηθέντων Κρατῶν ὄχι ἀποζημιώσεως πολεμικῆς, οὔτε κἂν ἀποζημιώσεως διὰ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν τὰ Κράτη ἐκ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ περιωρισμένης ἀποδόσεως ζημιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἦσαν πρὸς ἰδιώτας, ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἦσαν πρὸς τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους. Αἱ ζημίαι δὲ αὗται αἱ ὁποῖαι διετυποῦντο εἰς τὰ ἄρθρα 231–233 τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν περιείχοντο εἰς ἕνα παράρτημα τῆς συνθήκης ἐκείνης, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε καὶ τὰς ζημίας τὰς προερχομένας ἐκ τῶν βοηθημάτων πρὸς τοὺς στρατευσίμους καὶ τὰς ζημίας αἱ ὁποῖαι προήρχοντο διὰ τὸ Κράτος ἐκ τῆς πληρωμῆς συντάξεων καὶ ἄλλα πολλά. Ἡ συνθήκη αὐτὴ τῶν Βερσαλλιῶν καθὼς καὶ ἡ συνθήκη τοῦ Σαὶν Ζερμαὶν καὶ ἡ συνθήκη τοῦ Τριανὸν εἶναι ἀναγνώρισις κατ’ ἀρχὴν τῆς ὀφειλῆς πληρωμῆς αὐτῶν τῶν ζημιῶν, ἐπανορθώσεων, rêparations, ὅπως ὠνομάσθησαν ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν αὐτῶν. Δὲν ὥριζεν ἐν τούτοις εἰς τὶ ποσὸν θὰ ἀνήρχοντο αἱ ζημίαι αὗται, ἐπεφύλασσε δὲ ὅπως τὸ πρᾶγμα τοῦτο ρυθμισθῇ ὑπὸ τῆς λεγομένης ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων ἡ ὁποία συνίστατο δι’ αὐτῆς τῆς πρώτης συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν συνεκεντροῦτο ὁλόκληρος ἡ διαχείρησις τοῦ ζητήματος τῶν ἀποζημιώσεων. Μόνη ἡ συνθήκη τοῦ Νεϊγὺ ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν κατὰ τοῦτο, διότι καθορίζει εἰς εἰδικὸν ἄρθρον ὅτι αἱ ἐπανορθώσεις τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλγαρία πρὸς τοὺς συμμάχους θὰ ἀνήρχοντο εἰς 110.000.000 λιρῶν στερλινῶν πληρωτέων εἰς μακρὰν περίοδον χρόνου, ἀλλὰ καὶ μὲ τόκον ὁ ὁποῖος τὸ δεύτερον ἔτος περιωρίζετο εἰς 2%, μετὰ τοῦτο δὲ ἀνεβιβάζετο εἰς 5% διὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον. Κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ ἔτους 1920 ἡ συνδιάσκεψις τῆς Εἰρήνης συνῆλθεν εἰς τὴν Σπᾶ ὅπου πλὴν ἄλλων ἐπεδίωξε νὰ ρυθμίσῃ καὶ τὸ ζήτημα ποία ἡ ἀναλογία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν συμμάχων θὰ ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν ἐπανορθώσεων εἰς τὰς ὁποίας κατεδικάσθησαν τὰ ἡττημένα κράτη νὰ πληρώσουν. Κατὰ τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ Σπᾶ, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ 4% ἐπὶ τῶν ἐπανορθώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπλήρωνεν ἡ Γερμανία, ἐπὶ δὲ τῶν ἐπανορθώσεων τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῆς Βουλγαρίας, Αὐστρίας καὶ Οὐγγαρίας, ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἐπὶ μὲν τοῦ ἡμίσεος ἐξ αὐτῶν 4%, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος 25%· τὸ ὁποῖον σημαίνει ἐπὶ τοῦ ὅλου 12, 7%. Ἀλλὰ εἰς Σπᾶ ἐρρυθμίσθησαν ἐπίσης αἱ ἀναλογίαι κατὰ τὰς ὁποίας θὰ μετεῖχον οἱ σύμμαχοι καὶ ἐπὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τὰ νεοϊδρυθέντα ἐκ τοῦ πολέμου Κράτη, ὅπως ἡ Τσεχοσλοβακία, ἢ τὰ μεγάλως αὐξηθέντα ἐκ τῆς διαλύσεως τῆς Αὐστροουγγρικῆς Μοναρχίας, θὰ ἐπλήρωναν εἴτε ὡς ἀξίαν τῶν λεγομένων bien-sedés εἴτε λόγῳ χρέους ἀπελευθερώσεως. Τὰ ποσὰ ταῦτα ὑποτίθετο εἰς τὸ Σπᾶ, ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλα, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ ποσὰ ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δικαίωμα νὰ μετάσχῃ ἐπὶ μὲν τοῦ ἡμίσεος κατὰ τὰ 4%, ἐπὶ δὲ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος κατὰ 12, 7%. Ἐκλήθην τότε ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξεργάσθη τὴν διανομὴν αὐτῶν καὶ μοὶ ἀνεκοινώθησαν τὰ ἀποτελέσματα, μοῦ ἐζητήθη δὲ ἡ ἔγκρισις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφανθῶ ἐὰν δέχομαι ἢ ὄχι διότι ἐστερούμην ὅλων τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, νὰ κρίνω ἐὰν πράγματι ἡ ἀναλογία αὐτὴ εἶναι προσήκουσα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εἶναι ἐξίσου εὐμενὴς ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἑπομένως ἐπεφυλάχθην ὅπως εἰς βραδύτερον χρόνον κρίνω ἐὰν τὰ ποσοστὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδοσε ἡ πρᾶξις τοῦ Σπᾶ ἦσαν δίκαια ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα ἑπομένως ἐὰν τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ μᾶς ἱκανοποίουν ἀνεβλήθη εἰς βραδύτερον χρόνον, ἐλύθη δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1921. Ἡ τότε Κυβέρνησις βλέπουσα ὅτι θὰ ἤρχιζεν νὰ γίνεται καταβολὴ ἀποζημιώσεων ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας, ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ δηλώσῃ ἀποδοχὴν τῶν ποσοστῶν ἐκείνων διὰ νὰ δύναται ἄνευ δυσκολίας νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὴν Ἑλλάδα μέρους. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ἀναφέρων τὸ γεγονὸς τοῦτο οὐδὲ πόρωθεν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ἐγνώριζον ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει τότε ἡ Ἑλλὰς οὔτε ἰδέα εἶναι δυνατὸν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ κεφάλι οὐδενὸς ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ πάρωμε περισσότερα ἀπὸ ὅτι μᾶς ἔδιδε τὸ πρακτικὸν τῶν Σπᾶ ὅταν ἡ Ἑλλὰς μετεῖχεν εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων καὶ εἴμεθα εἰς ὅλη μας τὴν δόξαν. Γνωρίζετε κ. βουλευταὶ ὅτι κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ ἔτους 1924 ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάληψιν τοῦ Ροὺρ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας, συνῆλθε μία ἐπιτροπὴ πραγματογνωμόνων ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀμερικανοῦ Ντώζ, σήμερον πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὸ Λονδῖνον, διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῶν πληρωτέων ὑπὸ τῆς Γερμανίας ἀποζημιώσεων κατὰ τρόπον φιλικόν. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν διπλωματικὴν τράπεζαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν νικητῶν κρατῶν μετὰ τῆς ἡττηθείσης Γερμανίας παρεκάθηντο συζητοῦντες ὡς ὁμότιμοι διὰ νὰ φθάσουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Πράγματι ἔφθασαν εἰς ἀποτέλεσμα. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Ντὼζ ἐπεξεργάσθη ἐγένετο δεκτὸν ὑπεγράφη τὴν 30 Αὐγούστου τοῦ 1924, Τὸ σχέδιον τοῦτο ἀφοῦ ἐρύθμιζε τὰ πληρωτέα ὑπὸ τῆς Γερμανίας ποσά, ἄφησε ἐντελῶς ἄθικτον τὴν συμμετοχὴν ἑκάστου ἐκ τῶν πιστωτῶν κρατῶν ὅπως εἶχε κανονισθῇ ὑπὸ τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Σπᾶ. Ἡ Ἑλλὰς ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν ἐδέχθη μάλιστα ὄχι μόνον ἀδιαμαρτυρήτως, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἐπιδιώξῃ μεταβολὴν τῶν ποσοστῶν τοῦ Σπᾶ. Πρέπει δὲ νὰ ἀναγνωρίσω καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι ἐκθέτων ἱστορικῶς τὸ τὶ ἐγένετο, οὐδεμίαν ἔννοιαν μομφῆς θέλω νὰ στρέψω κατ’ αὐτῆς, διότι καὶ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1924 ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοιαύτη ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ μεταβολῆς τῶν ποσοστῶν τοῦ Σπᾶ, ἀλλ’ οὔτε νὰ διανοηθῇ κἂν νὰ διατυπώσῃ σχετικὰς ἀξιώσεις. Καὶ ὅμως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μέμφομαι τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σημειῶ ἁπλῶς, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν καταδειχθῇ ὅτι τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα ἀπέμενον ἐντελῶς ἄδικα. Διότι ἐνῷ εἰς τὸ Σπᾶ ὑπετίθετο ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐπλήρωνε 110 ἑκατομμύρια λιρῶν ὡς ἐπανορθώσεις μετὰ τόκου, καὶ ἡμεῖς εἴχομεν 12,7% ἐπὶ τῶν ἐπανορθώσεων ἐκείνων, μολονότι εἰς τὸ Σπᾶ ὑποτίθετο ὅτι ἀνάλογον ποσοστὸν θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ Οὑγγαρίαν, μολονότι εἰς τὸ Σπᾶ ἐθεωρεῖτο βέβαιον, ὅτι τὰ διάδοχα τῆς Αὐστρουγγαρίας κράτη θὰ ἐπλήρωνον 1000 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀξίαν τῶν bien-sedés καὶ τοῦ χρέους τῆς ἀπελευθερώσεως, ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὸ ἔτος 1929, αἱ ἐπανορθώσεις τῆς Βουλγαρίας περιωρίσθησαν εἰς 20 μόνον ἑκατομμύριον λιρῶν αἱ ἐπανορθώσεις τῆς Οὑγγαρίας εἶχον περιορισθῇ διὰ τὴν μέχρι τοῦ 1943 χρόνον εἰς 200 ἑκατομμύρια κορῶνες, αἱ ἐπανορθώσεις αἱ ὀφειλόμεναι ὑπὸ τῆς Αὐστρίας εἶχε ἐξακριβωθῆ ὅτι εἶχον ἐξανεμισθῇ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1924, οὐδεὶς δὲ ἐπίστευε ὅτι ἡ Αὐστρία εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ ἐπανορθώσεις (reparation), ὡς δὲ τὸν dettes de liberation καὶ bien sedes, ἤρχισε ἐπικρατεῖ μία σιγὴ ἀρκετὰ ἀνησυχαστικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν νὰ λάβουν ἀπὸ τὰ ποσὰ αὐτὰ ἓν ποσοστόν. Τὰ ποσοστὰ λοιπὸν τοῦ Σπᾶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ ἔαρος τοῦ 1920 δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἰπῇ κανεὶς ὅτι ἦσαν ἄδικα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀπέμειναν ἐντελῶς ἄδικα ἕνεκα τῶν νέων αὐτῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα εἶχον δημιουργηθεῖ. Εἶναι ἴσως ἐνδιαφέρον, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω τὶ μέχρι τῆς μεταβάσεώς μας εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης, εἰσέπραξεν ἡ Ἑλλάς, διὰ λόγους ἐπανορθώσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοστοῦ τοῦ Σπᾶ. Ἀπὸ τὴν Γερμανίαν ἐπανορθώσεις ἐλάβομεν ἐν συνόλῳ 1.850.000 λιρῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψει μου εἰς τὰ διάφορα κείμενα τῶν συμφωνιῶν ἐμφαίνονται ὡς μάρκα χρυσᾶ, ἐπειδή ὑπέθεσα ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν οἰκειότερον ἔχει—διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν καθαρεύουσαν—πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν λίραν καὶ ὄχι πρὸ τὰ μάρκα, μετέτρεψαν ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς εἰς ἀγγλικὰς λίρας. Ἀλλὰ χάριν...... τῆς ἰδίας εὐκολίας ἔπιασα καὶ ἔβαλα, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ λίρα ἀξίζει 20 μάρκα ἐνῷ ἀξίζει 20 μάρκα καὶ 0,429 τοῦ μάρκου. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀναλογία τίθεται εἰς ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς θὰ μοῦ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν προσέγγισιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 2%. Λοιπὸν ἐπήραμε καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα μέχρι σήμερον 1.850.000 λίρας ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις. Ἐξ αὐτῶν ὅμως εἰς μετρητὰ ἐλάβομεν μόνον 191.000 λίρας τὰ δὲ ὑπόλοιπα 1.650.000 λίρες τὰ ἐλάβομεν εἰς εἴδη. Καὶ λέγω τοῦτο ὄχι διότι ὅσα ἐλάβομεν εἰς εἶδος ἔχουν ὀλιγωτέραν ἀξίαν ἀλλὰ δυστυχῶς γνωρίζετε ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐγένοντο πλεῖσται τῶν παραγγελιῶν καὶ πόση εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀξία, ἡ ὁποία εἰσῆλθεν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰς εἰς εἶδος παρασχεθείσας ἐπανορθώσεις. Ἀπὸ τὴν Οὐγγαρίαν μέχρι τοῦ σχεδίου Γιούγκ δὲν ἐλάβομεν οὐδὲν ποσοστόν, διότι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἤρχισε νὰ πληρώνῃ ἡ Οὐγγαρία ἀπό τινων ἐτῶν παρεχωρήθησαν δὲν ξέρω διατὶ εἰς μίαν τῶν συμμάχων δυνάμεων, εἰς τὴν Σερβίαν ἡ ὁποία ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ αὐτά· μέχρι τοῦ 1930 ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν δὲν ἐλάβομεν τίποτε διότι καὶ κανεὶς δὲν ἔλαβεν τίποτε ἀπὸ τὴν ἀξίαν των bien sedés καὶ τῶν dettes de libération δὲν ἐλάβομεν τίποτε διότι καὶ δὲν εἶχον πληρώσῃ τίποτε. Μόνον ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν κατορθώσαμεν κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ 1923 νὰ λάβωμεν 211.000 λίρες ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον ἐλάβαμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν 30.000 λίρες τὸν χρόνον. Γνωρίζετε, κ. βουλευταὶ τὶ εἶχεν συμβεῖ κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη μὲ τὰς ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας ὀφειλομένας ἐπανορθώσεις. Κατ’ ἐπανάληψιν προσέφυγεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τὴν ὁποίαν καθίδρυσεν τὸ ἄρθρον 122 τῆς συνθήκης τοῦ Νεϊγὺ ἐκθέτουσα ὅτι ἡ οἰκονομική της κατάστασις εἶναι τόσον δεινή, ὥστε δὲ δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς ἀποζημιώσεις. Ἐπανειλημμένως δὲ ἐδόθησαν ἀναστολαὶ καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πρὸ πολλῶν μηνῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅταν διετυπώθη ἡ ἀξίωσις ἡ Ἑλληνικὴ ὅπως τοὐλάχιστον τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν διὰ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων τῶν μεταναστευσάντων ἐξ Ἑλλάδος Βουλγάρων, ὅπως τὰ ποσὰ αὐτὰ συμψηφίζονται, τοὐλάχιστον μερικῶς, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Ἡ ἀντίρρησις τῆς Βουλγαρίας ἦτο ἀνένδοτος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ κανείς, ὅτι νομικῶς ἦτο δικαιολογημένη, διότι ἔλεγεν ἡ Βουλγαρία, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅπως μοὶ προβληθοῦν εἰς συμψηφισμὸν ἀπαιτήσεις ἄνευ ὅρων πρὸς ἰδικήν μου ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δικαιοῦμαι ἐνδεχομένως νὰ μὴ πληρώσω. Ἡ δικαιολογία λοιπὸν ἦτο νομικῶς στερεὰ ἀλλὰ πολιτικῶς ἐξανίστατο ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσῃ αὐτὸς νικητὴς εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἡττημένων χρήματα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ συμψηφίσῃ τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐκ τοῦ αὐτοῦ πολέμου καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπροξενήθησαν ἀπὸ τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον. Ἐνθυμεῖσθε τότε κ. βουλευταὶ πόσον ὁμόθυμον ἦτο τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσωμεν, θεωρῶ δὲ καθῆκον καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ ἐνισχύσουν μὲ ὅλην των τὴν δύναμιν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τῆς ἐπιτρέψουν νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ μία τοιαύτη μεταχείρισις ἀνισότητος. Ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς σχέσεως μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἐκ τῆς συνθήκης τῆς γνωστῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα Καφαντάρη–Μολλὼφ καὶ τῶν ἐπανορθώσεων τάς ὁποίας δυνάμεθα νὰ διεκδικήσωμεν ἀπὸ τὸ τὴν Βουλγαρίαν, ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἡ πρώτη αἰτία, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ δημιουργῇ τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ ἰδίως εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἴτε πράγματι ἀδικεῖται εἴτε ἔχει βαθὺ τὸ αἴσθημα ὅτι ἀδικεῖται. Διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἄνευ τῆς προϋποθέσεως ταύτης νὰ ἐξηγηθῇ μία στάσις θὰ ἔλεγον ὀλίγον ἐπιθετική, θὰ ὁμολόγουν ἥκιστα διπλωματικὴ τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ὑπὸ κατάστασιν τοιαύτην πραγμάτων μετέβη ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἡ συνδιάσκεψις τῆς Χάγης ὅπως γνωρίζετε εἶχε συγκληθῆ διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ τροποποιήσῃ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον κοινῶς εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Γιούγκ, ἄλλου Ἀμερικανοῦ ὁ ὁποῖος προήδρευσε τῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγματογνωμόνων καὶ τὸ ὁποῖον διερρύθμισεν τὰ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, περιορίσαν τὸ ποσὸν αὐτῶν σοβαρῶς, τακτοποιῆσαν κατὰ τὰ λοιπὰ αὐτὰς, καταστῆσαν δυνατὴν τὴν ἄμεσον πραγματοποίησιν ἑνὸς μέρους αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νέον αὐτὸ σχέδιον τοῦ Γιοὺγκ ἐστηρίχθη καὶ αὐτὸ ἀπολύτως ἐπὶ τῶν ποσοστῶν τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποφασισθῇ κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Σπᾶ. Δὲν μετέβαλε καθόλου τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ τὸ σχέδιον τοῦ Γιούγκ. Μολονότι εἶναι ἀληθὲς — δὲν γνωρίζω ἂν τὸ ἀναφέρῃ ρητῶς ὅτι διατηρεῖ τὰ ποσοστὰ — βέβαιον εἶναι ὅτι ἐνῷ διατηροῦνται τὰ ποσοστά, ἀλλὰ μεταβάλλονται τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ποσοστῶν αὐτῶν. Κυρίως διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἀμερικὴ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε ὁρισθεῖ ποσὸν τι πληρωμῆς εἰς τὸ Σπᾶ, ἐθεωρήθη ὅτι καὶ ἐκείνη ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ τῆς διανομῆς τώρα, καὶ ἐπειδὴ εἰς αὐτὴν ἀναλογοῦσε ποσὸν 66 ἑκατομμυρίων μάρκων ἤτοι 3,3 ἑκατομμύρια λιρῶν ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ἐδέησε νὰ περικοποῦν ἐν ἀναλογίᾳ τὰ μερίδια τῶν διαφόρων Κρατῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ περιορισμὸς δὲν ἔγινε μὲ τὸν αὐτὸν πῆχυν. Ἡ Ἀγγλία ἡ ὁποία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ποσοστῶν τοῦ Σπᾶ θὰ ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ συνεπείᾳ τοῦ νέου σχεδίου 458,3 ἑκατομμύρια μάρκων χρυσῶν, διὰ τοῦ σχεδίου Γιοὺγκ προετείνετο νὰ λαμβάνῃ 409 ἑκατομμύρια ἐτησίως ἤτοι 43 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα κατ’ ἔτος. Ἡ Γαλλία ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ 1083 ἑκατομμύρια περιορίζετο καὶ αὐτὴ εἰς 1046 ἑκατομμύρια μάρκα χρυσᾶ. Αὐτὰ τά ποσά δὲν τά ἔχω τροποποιήσει εἰς λίρας. Ἡ Ἰαπωνία ἀπὸ 14,9 ἑκατομμύρια θά ἔπερνε 13,2. Ἡ Πορτογαλλία τὸ ἴδιον. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ 7,9 θὰ ἔπερνε 7. Ἡ Σερβία ἀπὸ 99,4 θὰ ἔπερνε 84 ἦτο τὸ περισσότερον περικοπὲν ποσόν. Ἡ Ρουμανία ἀπὸ 21,8 περιωρίζετο 20 1. Μόνον εἰς δύο κράτη ἔγινεν ἐξαίρεσις καὶ ἐλάμβανον περισσότερον μέρος παρ’ ὅτι ἀπενέμετο εἰς αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμφωνιῶν τοῦ Σπᾶ. Τὸ Βέλγιον ἀντὶ 89,5 ἑκατομμύρια μάρκα χρυσᾶ, ἐπροτείνετο νὰ λαμβάνῃ τοῦ λοιποῦ 115,5, δηλαδὴ 26.000.000 μάρκα χρυσᾶ ἐπὶ πλέον. Ἡ Ἰταλία ἀντὶ 198,8 ἐπροτείνετο νὰ λάβῃ 213,7. Ἄν θέλετε νὰ γνωρίζετε, καὶ βεβαίως σᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερον, κατὰ τι τὸ νέον σχέδιον τοῦ Γιοὺγκ περιώριζε τὰ ἰδικά μας δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων μὲ βάσιν τὴν διανομὴν τοῦ Σπᾶ, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ δόσεις τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μὲ τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ διὰ τὰ 59 ἔτη τοῦ σχεδίου Γιοὺγκ ἐὰν διατηροῦντο τὰ ποσὰ ἅτινα ἔπρεπε νὰ καταβάλλῃ ἡ Γερμανία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου Ντώζ, θὰ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν 25.700.000 λίρες καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν 59 ἐτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Πλὰν Γιοὺγκ τὸ ποσὸν αὐτὸ περιωρίσθη εἰς 24.900.000 λίρες δηλαδὴ λαμβάνομεν ὀλιγώτερον 800.000 λίρας. Βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι πολὺ μικρόν, ἀλλ’ ἡ ζημία μας εἶναι κάπως ἀνωτέρα ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως διὰ τὸν λόγον ὅτι αἱ δόσεις τῶν 37 πρώτων ἐτῶν, ἐπί τῇ βάσει τοῦ νέου σχεδίου Γιούγκ, αἱ δόσεις αὐταὶ εἶχον ἀξίαν μέσην 350.000 λιρῶν ἐνῷ αἱ δόσεις τῶν τελευταίων 22 ἐτῶν εἶχον ἀξίαν μέσην 450.300 λιρῶν. Ἐννοεῖτε, λοιπόν, ὅτι ἡ ζημία μας ἦτο μεγαλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ μερίδιά μας τῶν τελευταίων ἐτῶν ἦσαν μεγαλύτερα καὶ βεβαίως ὁ καθ’ ἕνας ἐκύταζε πῶς θὰ ἦσαν μεγαλύτερα τὰ μερίδια τῶν πρώτων. Τώρα θὰ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς περαιτέρω ὁμιλίας μου, ὅτι ἐνῷ αἱ δόσεις τὰς ὁποίας μᾶς δίδει τὸ πλὰν Γιοὺγκ ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἀποζημιώσεις ἔχουν μέσην ἀξίαν 350.000 λιρῶν διὰ τὰ πρῶτα 37 ἔτη, 450.300 διὰ τὰ τελευταῖα 22 ἔτη, ἡ μέση ἀξία τοῦ συνόλου ὅλων αὐτῶν τῶν δόσεων ἀνέρχεται εἰς 390.000 λιρῶν κατ’ ἔτος· 390.000, λοιπόν, λίρες κατ’ ἔτος μᾶς ἐξησφάλιζε τὸ σχέδιον Γιοὺγκ ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡμεῖς ἔχομεν ρυθμίσει τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἔχομεν ἀναλάβει νὰ πληρώσωμεν ποσὸν τοῦ ὁποίου ἡ μέση ἐτησία δόσις εἶναι 386.700 λίρες. Εἶναι σχεδὸν δηλαδὴ τὸ ἴδιον ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ μέση ἀξία τῶν δόσεων τῶν Γερμανικῶν πρὸς ἡμᾶς. 390.000 λίρες εἶναι ἐκεῖνο, 386.700 λίρες εἶναι αὐτὰ μὲ τὴν διαφορὰν πάντοτε, ὅτι διὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ὅπου ἡ ἀξία τῶν δόσεων τοῦ πλὰν Γιοὺγκ εἶναι δι’ ἡμᾶς 350.000 λίρες, ἡ διαφορὰ εἶναι 40.000 λίρες περίπου ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ εἶχεν ρυθμισθῆ ἐπίσης καὶ τὸ πρὸς τὴν Ἀμερικὴν χρέος μας. Ἡ πληρωμὴ δὲ τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦμεν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν κατ’ ἔτος ἔχει μέσην ἀξίαν 64.000 λιρῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶχεν ἐπιδιωχθεῖ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἡ ρύθμισις τοῦ πρὸς τὴν Γαλλίαν πολεμικοῦ χρέους μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρέος τοῦτο ἡ διαφωνία τῆς Ἑλληνικῆς πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἦτο οὐσιώδης. Τὸ χρέος πρὸς τὴν Γαλλίαν ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς κεφάλαια. Ἀπὸ ποσὸν μετρητῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε χορηγηθῆ ὑπὸ τῆς Γαλλίας πρὸ τῆς εἰσόδου μας εἰς τὸν πόλεμον, νομίζω ὄχι πολὺ μεγάλον. Ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχορηγήθη διὰ τὸ ἔτος 1918 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμφωνιῶν τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1918, καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ, τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε χορηγηθεῖ κατὰ τὸ ἔτος 1919 ἐπί τῇ βάσει τῆς μεταγενεστέρας συμφωνίας, τῆς τοῦ ἔτους 1919. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ποσὸν τῶν μετρητῶν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία διαφωνία. Ὀφείλομεν τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ βεβαίως θὰ τὸ πληρώσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐπίσης τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1919 δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφισβήτησις, ὀφείλομεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ τὸ πληρώσωμεν. Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν ἀντιπροσώπευεν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ χορηγηθεῖσα διὰ τὸ ἔτος 1918 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τῆς 10 Φεβρουαρίου. 1918. Ἡ συμφωνία δὲ ἐκείνη ὥριζεν ὅτι αἱ δύο δυνάμεις, Ἀγγλία καὶ Γαλλία, θὰ ἐχορήγουν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸ ἔτος 1918 ὑλικόν, φέρουσι αὐτὸ εἰς χρέωσιν εἰδικοῦ λογαριασμοῦ, μετὰ τὸ πέρας δὲ τοῦ πολέμου αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας θὰ ἔκριναν κατὰ ποσὸν ἡ ἀξία τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ φερθῇ ὁριστικῶς εἰς χρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἡ χώρα μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου. Ἡ Ἑλληνική, λοιπόν, Κυβέρνησις καὶ ὅλαι αἱ ἀλληλοδιάδοχοι Κυβερνήσεις ὑπεστήριζον, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἦτο δίκαιον νὰ πληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἡ μόνη ἐκ τῶν συμμάχων δυνάμεων, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ πολέμου συντετριμμένη καὶ ἡττημένη καθ’ ὃν χρόνον ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐξῆλθον νικηταὶ καὶ ὅτι ἡ προϋπόθεσις ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ αὐτὴν ἡ πληρωμὴ τοῦ χρέους αὐτοῦ πραγματικῶς ἔλειπεν. Ἀτυχῶς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν συνεμερίζετο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων ἀκόμη σημαντικώτερον. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1918 ὅτε ὑπεγράφησαν αἱ συμφωνίαι αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἑλλάδος ἐκ μέρους τῶν συμμάχων διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου μοῦ εἶχε ζητηθεῖ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Γαλλικῆς καὶ Ἀγγλικῆς, ὅπως πείσω τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγῇ εἰς τὰ στρατεύματα τὰ Ἀγγλικὰ καὶ Γαλλικὰ τῆς ἀνατολῆς, τὰ ἐν Μακεδονίᾳ δρῶντα, τὰς ἀναγκαίας διὰ τὰς ἐν Ἑλλάδι δαπάνας των δραχμάς, ἵνα μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην τὰ Κράτη ταῦτα ν’ ἀγοράζουν τὴν δραχμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δραχμὴ εἶχε τιμὴν ἀνωτέραν ἀπὸ τὴν ἰσοτιμίαν τῆς Ἀγγλικῆς λίρας καὶ τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου. Μοῦ ἐπροτάθη νὰ δανείσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ ποσὰ αὐτὰ καὶ αἱ δύο Κυβερνήσεις ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξοφλήσουν τὰ ποσὰ αὐτὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δύο ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου ἢ καὶ ἐνωρίτερον εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ διαθέσιμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ κατήρχοντο κάτω τῶν 100.000.000. Ἐκανόνιζον δὲ διὰ τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑλληνικὴ δραχμὴ ἡ ὁποία ὑπερετιμᾶτο ἔναντι τῆς Ἀγγλικῆς λίρας καὶ τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου, θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν ὁπότε δὲν θὰ εἶχον λόγον αἱ δύο Κυβερνήσεις νὰ μᾶς ζητοῦν νὰ δανείζωνται, διότι θὰ ἠγόραζον τὰς δραχμὰς χωρὶς νὰ ζημιώνωνται. Ἐννοεῖται ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδίστασα νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῆς καὶ τῆς συναφθείσης συμφωνίας θὰ ἐγίνετο βραδύτερον νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἐρύθμιζε τὸ ζήτημα τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ ἀντίληψις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἦτο ὅτι τὸ χρέος τῶν δύο Κυβερνήσεων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν ἦτο κυρίως εἰπεῖν χρέος πολεμικὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγχισθῇ πρὸς τὰ λοιπὰ πολεμικὰ χρέη, διότι εἰς τὰ λοιπὰ πολεμικὰ χρέη κατετάσσετο ἡ ἐπικουρία τὴν ὁποίαν οἱ ἰσχυρότεροι σύμμαχοι ἔδωσαν εἰς τοὺς ἀσθενεστέρους κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου πρὸς διεξαγωγὴν αὐτοῦ. Οὐδέποτε διενοήθη κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἐθεωρεῖτο χρέος πολεμικὸν ἐν τῇ κυρίᾳ ἐννοίᾳ καὶ εὐκολίᾳ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔκαμε πρὸς δύο μεγάλα Κράτη. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισεν ἄνευ τινος ἀντιρρήσεως ἡ μία τῶν 2 Κυβερνήσεων ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τὸ ποσὸν τῶν 7 ἑκατομμυρίων λιρῶν τὸ ὁποῖον εἶχε δανεισθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὅμως ἐπέμεινεν ἀντιθέτως, ὅτι καὶ τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι πολεμικόν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι μολονότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πιστωτοῦ καὶ ὀφειλέτου, ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ νὰ συμψηφίσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς ὀφειλῆς της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ τό Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ νὰ περιορίσῃ ἑπομένως τὴν ἀπαίτησίν της κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον, νομίζω, τοῦ 1927 ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν, μεταβὰς εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ νὰ ρυθμίσῃ καὶ ἄλλα ζητήματα ἀλλὰ κυρίως τὸ ζήτημα τοῦ τριμεροῦς δανείου διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς σταθεροποιήσεως, εὑρέθη ἐνώπιον μιᾶς ἀρνήσεως τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνεναίσῃ εἰς τὴν μετοχὴν τῆς Κ.Τ.Ε. εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐρυθμίζετο τὸ ζήτημα τοῦ χρέους μας πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὁ ἀξιότιμος τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτήν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ σύμβασιν διὰ τῆς ὁποίας παρεπέμπετο τοὐλάχιστον εἰς διαιτησίαν ἓν μέρος τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχώριζον ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, κυρίως δηλαδὴ εἰς τὴν διαιτησίαν παρεπέμπετο τὸ ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ὑποχρεοῦται ὁριστικῶς νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς ἡμᾶς τὸ 1918, πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα του ἐὰν θά ἦτο δυνατὸν νὰ συμψηφισθοῦν τά 2 ποσά, αὐτὸ ἐλύθη διά τῆς συμβάσεως, διότι σύμβασις, ἄλλη τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἦτο δυνατὸν νά ὑπογραφῇ, ὅπως ἐπανειλημμένως ἐβεβαιώθη ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅπως τά πράγματα ἐφαίνοντο ὅτι ἦσαν. Διά τῆς συμφωνίας λοιπὸν ἀνεγνωρίζετο καὶ τὸ συμψηφιστέον τῆς 2 ἀπαντήσεως καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ πολεμικοῦ χρέους εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατά τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ ἐκθέτων τὰ γεγονότα ταῦτα, διότι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ χώρα φυσικὰ νὰ γνωρίσῃ ὅλον τὸ ἱστορικὸν τῶν ἀποζημιώσεων, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅτι, καίτοι χαρακτηρίζω ἄδικον τὴν ἀξίωσιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ ἀφορῶντος τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καίτοι χαρακτηρίζω ἄδικον, δὲν μέμφομαι, οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὑρεθέντα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψῃ τὴ σύμβασιν αὐτήν. Μνημονεύω ἁπλῶς τὰ γεγονότα, ὅπως ἔχουν, διότι θὰ ἴδητε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ κυριώτερον ὅπλον, ὅπως ἐξέλθωμεν νικηταὶ ὡς τὴν Χάγην ἦτο τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Τράπεζαν.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Εἰς τὸ συνυποσχετικὸν τὸ ὁποῖον ὑπεγράψαμεν μετὰ τῆς Γαλλίας δὲν παρεπέμφθη μόνον εἰς διαιτησίαν τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὰς ἀξιώσεις τῆς Γαλλίας ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, παρεπέμφθησαν ὅλαι αἱ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν διαφοραί. Εἰς τὸν διαιτητὴν ἀνετέθη ἡ ἐξουσία νὰ ἐκτιμήσῃ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ γενόμεναι παραχωρήσεις ἐπὶ τῶν λοιπῶν κεφαλαίων πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος αὐτῆς τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ 540 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τουτέστι καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελον δικαιωθῇ αἱ ἀπόψεις μας εἴτε πρὸς τὰ λοιπὰ κεφάλαια εἴτε ὡς πρὸς τὸ χρέος ἐκ τῶν προκαταθετῶν τῆς Τραπέζης, ἀνετέθη λέγω εἰς τὸν διαιτητὴν ἡ ἐξουσία νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἑλλάδος 375 ὅλα ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα δηλαδὴ 15 ἑκατομμύρια στερλινῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ συνυποσχετικοῦ τοῦ ὑπογραφέντος τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1927 εἰς Γενεύην.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν διακοπήν σας τὴν ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως· δὲν ἔκαμα οὔτε ἐπίκρισιν οὔτε κρίσιν, θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον νὰ μὴ θεωρήσητε τὴν σιωπήν μου ὡς συναίνεσιν, ὅτι ἀποδέχομαι, ὅπως τὰ λέγετε τὰ πράγματα. Θὰ ἀφήσω τὸ ζήτημα διότι εἶναι ἔξω τοῦ προκειμένου. Σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μὲ πρόθεσιν νὰ σᾶς ἐλέγξω. Τὰ παράπονά μου φυσικὰ στρέφονται πρὸς μίαν φιλικὴν Κυβέρνησιν, τὰ ἀναφέρω δὲ ὡς συνέχειαν ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχον νὰ κάμω οὔτε ἐπίκρισιν οὔτε κρίσιν. Τοιουτοτρόπως κ. βουλευταὶ ὅταν μετέβημεν εἰς τὴν Χάγην, ἡ κατάστασις ἡμῶν παρουσιάζετο ὡς ἑξῆς: Ἐπληρώναμεν, εἴχομεν ἀναλάβει νὰ πληρώνωμεν διὰ πολεμικὰ χρέη πρὸς μὲν τὴν Ἀγγλίαν 386,700 λίρας ἐτησίως πρὸς δὲ τὴν Ἀμερικὴν 64000 λίρας ἐτησίως, συγχρόνως δὲ διὰ τῆς ὑπογραφείσης συμφωνίας εἰς τὴν Γαλλίαν ἐξωφλήσαμεν οὐσιαστικῶς διὰ ἀποσβέσεως ἴσου ποσοῦ χρέους τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ ἀξιουμένου ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως χρέους τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ 1918, καὶ ἐμείναμε ὠφειλέται κατὰ τὰς Γαλλικὰς ἀξιώσεις ἑνὸς ποσοῦ, νομίζω 178 ἑκατομμύρια χρυσῶν ἀκόμη φράγκων καὶ τοῦ συμψηφισμοῦ ὁ ὁποῖος θὰ ἐγίνετο εἰς περίστασιν ἐννοεῖται καθ’ ἣν ὁ διαιτητὴς θὰ ἀπεφαίνετο καθ’ ἡμῶν εἰς ὅλην τὴν γραμμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν κύριοι δι’ ἐτησίας δόσεως τὴν ὁποίαν πληρώνομεν κατ’ ἔτος εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς ἐκ 450700 λιρῶν, διὰ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ ὁποῖον ἀπεσβέσθη διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ὀφειλομένας ἡμῖν ἐπανορθώσεις διότι ἐπὶ τέλους ὅλα τὰ Κράτη ἔλαβον ἐκ τοῦ πλὰν τοῦ Γιοὺνγκ ὅτι τοὺς χρειάζεται διὰ νὰ πληρώσουν τὰς ἐν τῷ μέλλοντι δόσεις πολεμικῶν χρεῶν των καὶ ἔλαβον ἐπὶ πλέον ἕνα ποσοστὸν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἄλλων Κρατῶν, μόνον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔλαβε διὰ ἀποζημιώσεις τίποτε καὶ δὲν ἔλαβε κἄν οὔτε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐξώφλησιν τοῦ χρέους καὶ τῶν λοιπῶν χρεῶν της. Ἐθεωρήθη ὅτι αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τώρα νὰ κυττάξωμεν εἶναι μόνον τὸ μέλλον. Ὅλαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας ἐλάμβανον κἄτι τι, καὶ ἦτο δικαία ἡ ἀξίωσις νὰ μὴ καλυφθῶμεν μόνον διὰ τὰ χρήματα διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν ἢ πληρονόμεθα διὰ συμψηφισμοῦ, ἀλλὰ νὰ καλυφθῇ καὶ μέρος τοὐλάχιστον καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις μας. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ὅρων τῶν 450.000 λιρῶν ποὺ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἀμερικήν, ἀπέναντι τοῦ ἐξοφληθέντος χρέους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ὁποῖον ἔπεσεν εἰς βάρος μας κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῶν reparations τὰς ὁποίας ἐδικαιούμεθα νὰ λάβωμεν, τὸ πλὰν Γιοὺνγκ τὸ ὁποῖον ἐκαλούμεθα, μεταβαίνοντες εἰς τὴν Χάγην, νὰ ἐπικυρώσωμεν, μᾶς ἔδιδε ἐτησίαν δόσιν ἡ ὁποία διὰ τὸ ὅλον χρονικὸν διάστημα τῶν 59 ἐτῶν ἀξίζει 390 χιλιάδες λίρας κατ’ ἔτος καὶ ἔμενον ἀκόμη αἱ ἐλπίδες νὰ πάρωμε κἄτι τι ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν τῆς ὁποίας τὸ χρέος ἔτεινεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ διανεμηθῇ, νὰ πάρωμεν καὶ κἄτι τι ἀπὸ τὴν Οὐγγαρίαν τῆς ὁποίας τὸ χρέος ἔληγε μετὰ 4 ἔτη. Αὐταὶ αἱ ἐλπίδες αἱ ἀσθενεῖς ἀκόμη ἦσαν γιὰ μᾶς ἐκτὸς τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ τῶν 390 χιλιάδων λιρῶν τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξησφάλιζε τὸ πλὰν Γιοὺνγκ. Ὅταν κύριοι, κατὰ τὴν ἐναρκτήριον ἐπίσημον συνεδρίαν, ἡ διάσκεψις συνῆλθε εἰς πρώτην συνεδρίασιν τῶν ἐργασιῶν, διὰ νὰ διατυπωθοῦν αἱ ἀντιλήψεις ἑκάστης τῶν ἀντιπροσωπειῶν, θὰ ἐνθυμεῖσθε ἴσως καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον ἦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας ὁ ὁποῖος εἶπε κύριοι, ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ποσοστῶν τοῦ Σπᾶ καὶ τοῦ Ντὼζ ἔχω δικαίωμα νὰ λαμβάνω κατ’ ἔτος 458 ἑκατομμύρια. Ἐδῶ μοῦ λέγουν νὰ πάρω 409. Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ τοῦ λόγου σας πέρνετε περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἴχετε καὶ παρακαλῶ νὰ τακτοποιήσητε τὰ πράγματα αὐτὰ διότι πρέπει νὰ ξέρετε ὅτι εἰς αὐτὸ ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω μέχρι τέλους. Ὁ λόγος ἐδόθη εἰς τὰς ἄλλας ἀντιπροσωπείας. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔπαιρναν περισσότερα παρ’ ὅτι πρότερον ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι εὐχαριστημέναι καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑπογράψουν τὸ πλὰν Γιοὺγκ καὶ ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἔπαιρναν ὀλιγώτερα ἔκαμαν τὰς παρατηρήσεις των ἄλλοι δὲ δριμύτερον καὶ ἄλλοι μετριώτερον, ὅλοι ὅμως ἔλεγον δὲν δεχόμεθα νὰ μᾶς ἐλαττώσητε τὰ μερίδια τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀπὸ τὸ Σπᾶ καὶ ἀπὸ τὸ πλὰν Ντώζ, δὲν ὑπογράφομεν τὸ νέον σχέδιον καὶ ἑπομένως θὰ μείνῃ τὸ παλαιόν. Ἐδόθη ὁ λόγος καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἐννοεῖτε εἰς ποίαν δυσχερῆ θέσιν εὑρέθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας, Οἱ ἄλλοι ἔλεγον. Δὲν ὑπογράφομεν τὸ πλὰν Γιοὺγκ θὰ μᾶς δώσητε τὸ πλὰν Ντὼζ τοῦ λόγου σας κ. Βενιζέλε τὶ λές; Ἐγὼ λέγω ὅτι οὔτε τὸ πλὰν Γιὰγκ δέχομαι, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ζητῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πλὰν Ντὼζ διότι εἶναι καὶ αὐτὸ κακὸ καὶ ψυχρό. Μὰ τὶ θέλεις λοιπὸν τοῦ λόγου σου; Ἐγὼ θέλω νὰ τροποποιήσητε ὄχι ἁπλῶς τὸ πλὰν Γιοὺγκ ἢ τὸ πλὰν Ντὼς ἀλλὰ νὰ πᾶτε εἰς τὴν ρίζαν τοῦ κακοῦ νὰ τροποποιήσητε τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ διότι ὑπὸ ἄλλας προϋποθέσεις ἐκανονίσθησαν τὰ ποσοστὰ τοῦ Σπᾶ καὶ ὑπὸ ἄλλην κατάστασιν ἐμφανιζόμεθα σήμερον νὰ ρυθμίσωμεν τὶ δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἕκαστος ἐκ τῶν πρώην συμμάχων ἀπὸ τὰς ἐπανορθώσεις τὰς ὁποίας πληρώνουν οἱ τότε ἀντίπαλοί μας. Ἐννοεῖτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ διατύπωσις τοιαύτης ἀξιώσεως ἦτο κατ’ ἐξοχὴν τολμηρά. Ἐζήτησα βέβαια νὰ βρῶ κἄποια ἐρείσματα νὰ τὴν στηρίξω. Εἶπον λοιπὸν ὅτι διαβάζοντας τὸ πλὰν Γιοὺγκ εὑρίσκω ὅτι εἰς ἕνα μέρος οἱ experts λέγουν ὅτι διὰ τοὺς πέντε τελευταίους μῆνας τὸ σχέδιον Ντὼζ καὶ τοὺς πρώτους τοῦ σχεδίου Γιοὺγκ θὰ πάρῃ ὁ καθ’ ἕνας τόσα καὶ προσθέτουν τὴν φράσιν ὅτι μὲ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πέρνουν μποροῦν νὰ καλύψουν τὰ χρέη τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦν διὰ τὸ ἔτος 1929– 30. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ κύριος Πουανκαρὲ εἰς τὸν λόγον του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπου ὑπεστήριξε τὴν ἀποδοχὴν τοῦ σχεδίου τοῦ Γιοὺγκ ἔλεγε ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ὅλα τὰ Κράτη μποροῦν νὰ καλύψουν τὰ χρέη αὐτὰ καὶ λαμβάνουν καὶ οἱ πλεῖστοι καὶ ἓν μέρος τῶν reparations εἶπον ὅτι, στηριζόμενος εἰς αὐτὸ θεωρῶ ὅτι ὁπωσδήποτε ἐπῆλθε ἓν εἶδος μεταβολῆς τῶν principes τὰ ὁποῖα καθωδήγησαν τοὺς συμμάχους εἰς τὸ Σπᾶ καὶ ἑπομένως ἄλλη βάσις πρέπει νὰ ληφθῇ σήμερον, ἡ τῆς καλύψεως τῶν χρεῶν κατὰ πρῶτον λόγον. Δυστυχῶς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ἔχον κἄποιαν πολιτικὴν ἀξίαν, πολὺ ὀλίγην νομικὴν εἶχεν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῶ εἰς αὐτὸ ἐπὶ πολύ, ὅταν μοῦ ἀντετάχθη ὅτι καμμία πρόθεσις μεταβολῆς τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι καθωδήγησαν τοὺς συμμάχους εἰς τὸ Σπᾶ δὲν ἐξεδηλοῦτο διὰ τοῦ πλὰν Γιοὺγκ οὔτε εἶχον οἱ experts τοιοῦτον δικαίωμα ἔκαμναν ἁπλῶς μίαν Constatations, βεβαίωσιν τοῦ γεγονότος ὅτι διὰ τῶν ποσῶν αὐτῶν ἐκαλύπτοντο τὰ χρέη, ἡ ὁποία βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἀκριβὴς χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ θίγεται ἡ ἀξία τοῦ πλὰν Γιούγκ. Στερεώτερον ἔρεισμα δι’ ἐμὲ ἀπετέλει τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πλὰν Γιοὺγκ δὲν ἐσεβάσθη καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ καθεστὼς τοῦ πλὰν Ντὼζ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, διότι ὅπως σᾶς ἐξήγησα πρὸ ὀλίγου διὰ τὰ 37 τοὐλάχιστον ἔτη τὸ μερίδιον ἠλαττώνετο κατὰ 45 χιλιάδας λίρας καὶ διότι τὸ πλὰν Γιοὺγκ ἄφηνε ἀκαλύπτους τὰς ἀπαιτήσεις μας τὰς προερχομένας ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τοῦ μικτοῦ Ἑλληνο–γερμανικοῦ δικαστηρίου τῶν Παρισίων, αἱ ὁποῖαι ἐπεδίκαζαν εἰς πολίτας Ἕλληνας ἀποζημιώσεις, διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας εἶχον ὑποστῆ κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθει νὰ εἶναι ἀκόμη οὐδετέρα. Ἀλλὰ καὶ ἡ βάσις αὐτή, κύριοι βουλευταί, καίτοι βεβαίως στερεωτέρα ἦτο καὶ αὐτὴ ἀνεπαρκὴς διὰ νὰ στηρίξῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀξιώσεως, διότι ἂν ἀπεφάσιζαν νὰ μᾶς εἴπουν σᾶς δίδομεν 47 χιλιάδες λιρῶν διὰ τὰ 37 χρόνια, αἱ ὁποῖαι σᾶς λείπουν ἀπὸ τὸ πλὰν Γιοὺγκ ἐν σχέσει μὲ τὸ πλὰν Ντὼζ σᾶς δίδομεν καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς καλύψῃ τὰς ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνο–γερμανικῶν δικαστηρίων, τότε ἡ ἀξία τοῦ ἐπιχειρήματος ἐξηντλεῖτο καὶ ἔμενε ἀκάλυπτος νομικῶς ἡ ἀξίωσις τῆς Ἑλλάδος ὅπως καλυφθῇ διὰ τὰ χρέη της. Τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, ὅπως εἰς τὴν Ἑλλάδα δοθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, διὰ νὰ καλυφθῇ ἐντελῶς διὰ τὰ πολεμικά της χρέη τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ὅπως τῆς δοθῇ κάτι τι καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ὀφειλομένας πρὸς τοὺς ἰδιώτας, τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τελικῶς δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὴν στηρίξω παρὰ ἐπὶ μιᾶς βάσεως ἠθικῆς βέβαια ἀκλονήτου, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν πολλάκις εὑρίσκομεν πολιτικῶς ἀσθενῆ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος δὲν ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν. Ἡ βάσις εἶναι ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, αἱ ἀΐδιοι ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέτρεπον, ἀφοῦ μετέσχομεν εἰς ἕνα πόλεμον τεράστιον, ὑποστάντες ὅλοι μεγάλας ζημίας, ἡμεῖς περισσοτέρας τῶν ἄλλων ἴσως καὶ διὰ ἰδικά μας ἀτομικὰ σφάλματα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κριθοῦν τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα μὲ μέτρον διάφορον διὰ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον καὶ μάλιστα μὲ μικρότερον δι’ ἐκεῖνον διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθοῦν τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ εὐμενέστερον. Ξεύρω κύριοι, τὴν βάσιν ἡ ὁποία καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχὴν ἐπικρατεῖ, ὁσάκις ἐπικαλεῖται ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς δικαιοσύνης, νὰ προκαλῇ πολλάκις τὴν θυμηδίαν. Δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω, ὅτι καὶ ἐγὼ κατὰ τὰς μακρᾶς αὐτὰς περιπετείας τῶν συζητήσεών μας ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον ἐν σχέσει πρὸς τὰ πολεμικὰ χρέη, δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω ὅτι ὑπῆρξαν στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἰδική μου ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν στερεότητα αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς δικαιοσύνης εἶχε κλονισθῇ ἔστω καὶ προσωρινῶς. Εἰς αὐτὸ καὶ μόνον λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα ἐστήριξα τὴν ἀξίωσίν μου, ὅπως ἀντὶ τῶν 350 ἢ 390 χιλιάδων λιρῶν τὰς ὁποίας μᾶς ἔδιδε τὸ πλὰν Γιοὺγκ μᾶς δοθοῦν τριπλάσια ποσὰ διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ πολεμικά μας χρέη καὶ νὰ πάρωμεν καὶ κἄτι τι διὰ τὰς Reparations αἱ ὁποῖαι μᾶς ὠφείλοντο. Βεβαίως ἐφρόντισα κατὰ τὴν συζήτησιν ὅπου ἐνεφάνησα τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν καὶ ἐξήτησα νὰ τεθῇ ὡς βάσις, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δοθοῦν τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ πολεμικά μας χρέη, ἐφρόντισα νὰ μὴ ἀναφέρω πόσα ποσὰ ἐχρειάζοντο διὰ νὰ καλυφθοῦν τὰ πολεμικά μας χρέη. Ἀλλὰ ἐφρόντισα καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ καταστήσω τὴν ἀξίωσίν μου ὀλιγώτερον ἀπαράδεκτον, διὰ νὰ μὴ εἴπω περισσότερον εὐπρόσδεκτον. Βλέπων τὰς ἔριδας αἱ ὁποῖαι διεξήγοντο μεταξὺ τῶν μεγάλων διὰ τὸ πλὰν Γιοὺγκ τὸ ὁποῖον οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ ἐχαρακτήριζον ὡς κἄτι τι ἀλάθητον, ἓν οἰκοδόμημα θαυμάσιον τοῦ ὁποίου οὐδὲ λίθος δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι θὰ ἦτο τρομερὸν νὰ χαλάσῃ αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, ἐδήλωσα ἐγὼ μὲ πολλὴν μετριοφροσύνην, ἔτσι κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν νὰ σᾶς χαλάσω τὸ πλὰν Γιούγκ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ὑπογράψω ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ σᾶς λέγω εὕρετέ μου τὰ χρήματα ποῦ χρειάζονται διὰ νὰ καλυφθοῦν τὰ ἐξωτερικὰ χρέη μας ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου Γιοὺγκ ὡς π. χ. ἐκ τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων καὶ ἐκ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦντο νὰ καταβάλουν τὰ διάδοχα Κράτη διὰ biens cedes καὶ dettes de libération. Τὸ σχέδιον Γιοὺγκ οὐδένα λόγον ἔκαμνε περὶ τούτων. Μόνον συνίστα τὰ χρέη τὰ πολεμικά, ἐὰν θέλετε νὰ τὰ εὕρετε ἀπὸ ἀλλοῦ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, μάλιστα λαμβάνω καὶ τὴν πρωτοβουλίαν νὰ σᾶς εἴπω ποῦ νὰ τὰ εὕρετε. Πηγαίνετε εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις εἰς τὰ biens cedes καὶ εἰς τὰ dettes de liberations καὶ θὰ εὕρετε ἄφθονα ἐκεῖ χρήματα ὄχι μόνον νὰ καλύψητε τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ ἱκανοποιήσητε καὶ ἄλλους πολλοὺς ἐκ τῶν ἐδῶ παρισταμένων οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας. Σημειωτέον ὅτι τὸ πλὰν Γιοὺγκ δὲν ἔκαμε κανένα λόγον περὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων. Εἰς τὸ πρῶτον του ἄρθρον μόνον συνίστα ὅπως ληφθῇ πρόνοια νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ παρουσιάσῃ τὸ πόρισμά της ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τὶ θὰ ἀπεγείνετο: διὰ τὰ biens cdès καὶ τὰ dettes de liberations. Περὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων οὐδεὶς λόγος. Ἐγνώριζον δὲ ἐγὼ ὅτι προβαίνων νὰ ἀνοίξωμεν καὶ αὐτὸν τὸν χορὸν τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων δὲν ἤμην καθόλου εὐάρεστος εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν ὅσον μποροῦμε ταχύτερον, αἱ ἀνατολικαὶ ἐπανορθώσεις ποιὸς ξεύρει τὶ μπελάδες θὰ μᾶς φέρουν. Λοιπὸν δὲν τοὺς ἄρεσε βέβαια νὰ τὸ ἀνοίξω τὸ ζήτημα τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου εἴχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μεγάλοι πρώην σύμμαχοί μας ἀπὸ τὰς ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις εἶχον πάρει ἐν τῷ μεταξὺ ἐλάχιστα πράγματα, δηλαδὴ τὸ ὅλον ποῦ εἶχον πάρει ὅλοι μαζὶ ἦτο 465,000 λίρες ἀπὸ τὰς Βουλγαρικὰς ἐπανορθώσεις, ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν τίποτε φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν Οὐγγαρίαν τίποτε. Λοιπὸν φυσικὰ ὑπὸ τῆς ἰδικῆς μου τῆς προτάσεως συνηγόρει τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν δικαιοῦχοι κατὰ τὰ 62% ἐκ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων, οὐσιαστικῶς δὲ τὰς ἐλογάριαζα αὐτὰς ὡς ἐνεργητικὸν τῶν ἄξιον λόγου. Εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν ὅτε διετύπωσαν τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ τῶν μεγάλων ὅπως τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν μικρῶν ὅπως τῆς Γιουγκοσλαυΐας, τῆς Ρουμανίας τῆς Πορτογαλίας, τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατωρθώθη νὰ δημιουργηθῇ ἐντύπωσις ὅτι τὰ παράπονα αὐτὰ ἔχουν κἄποιαν βάσιν, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὰ παρίδωμεν καὶ ὑπεσχέθησαν ἰδίως ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ καὶ ἡ Γαλλικὴ ὅτι θὰ ἐξεύρωμεν, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν κἄποιαν apesement διὰ τοὺς ἄλλους πιστωτάς, κἄποια καταπραϋντικὰ διὰ τὸν πόνον των. Ἐζήτησα λοιπὸν ὅπως οἱ experts τῶν Ἑλληνικῶν ἀποστολῶν συναντηθοῦν μὲ τοὺς experts τῶν μεγάλων δυνάμεων τῶν ὑποστηριζουσῶν τὸ πλὰν Γιοὺγκ ὅπως ἐξετάσουν κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ δοθοῦν αὐτὰ τὰ apesement τὰ ὁποῖα ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἦσαν καθαρῶς apesement, εἶχον χαρακτῆρα πολὺ σοβαρώτερον. Ἡ πρώτη συνάντησις ἔφερε τὴν διατύπωσιν τῆς ἑξῆς προτάσεως ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ παραιτηθῇ τοῦ ὑπολοίπου τῆς πιστώσεώς της, τὸ ὁποῖον διεξεδίκει ὅτι εἶχε λαμβάνων, νὰ παραιτηθῇ αὐτὴ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ ὅρους τοὺς ὁποίους δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω. Ἐννοεῖτε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπαγοήτευσίς μας ὅταν εἴδομεν ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ προτεινόμενον, νὰ παραιτηθοῦν ἁπλῶς τῆς περαιτέρω αὐξήσεως τοῦ νὰ μᾶς ζητοῦν 178.000.000 χρυσᾶ φράγκα. Ἐζήτησα λοιπὸν νὰ εἴδω τοὺς ἀντιπροσώπους, πρωτίστως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι τὸ ζήτημα κυρίως μετ’ αὐτῶν ἔμελλε νὰ διεξαχθῇ, τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἀξιουμένων δικαιωμάτων μας ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς διαρκείας τῶν ἀντιλήψεων διὰ τὰ χρέη μετὰ τῆς Γαλλίας. Καὶ ἐζήτησα νὰ ἴδω τὸν κύριον Σερρὸν καὶ τὸν κύριον Λουσὲρ οἱ ὁποῖοι μὲ ἐδέχθησαν προθύμως, μὲ ἤκουσαν μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐζήτων νὰ μάθουν ποῖαι εἶναι ἀκριβῶς αἱ ἀπαιτήσεις τὰς ὁποίας ἔχω ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δώσουν ὅτι χρειάζεται διὰ νὰ πληρώσωμεν καὶ καλύψωμεν τὰ πολεμικά μας χρέη ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνομεν ἀπὸ τὰς ἐπανορθώσεις reparations. Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ μοῦ δοθῇ εἶναι τοῦτο, πρῶτον 70.000 λίρες κατ’ ἔτος, αἱ ὁποῖαι λείπουν ἀπὸ τὸ πλὰν Γιοὺγκ διὰ νὰ καλυφθῇ ἐντελῶς τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ δάνειον τῶν 12.500.000 δολλαρίων τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωσαν πέρυσι καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐθεώρουν ὅτι οὐσιαστικῶς ἀνήκει εἰς τὰ πολεμικὰ χρέη, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ μᾶς ἐδόθη ἐπειδὴ ἐφωνάζομεν καὶ ἐλέγομεν, ὅτι κύριοι μᾶς εἴχατε ὑποσχεθῆ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἓν καλὸν δάνειον τὸ ὁποῖον θά μᾶς ἐδίδατε. Μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις κατελήξαμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν μιᾶς συμφωνίας ἐν Βασιγκτῶνι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ Ἀμερικὴ ἀνελάμβανε νὰ μᾶς δώσῃ ἓν δάνειον 12.500.000 δολλαρίων, ὑπὸ ὅρους βεβαίως εὐνοϊκούς, διότι ὁ τόκος εἶναι 4% καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἐζήτουν λοιπὸν νὰ καλυφθῇ καὶ τοῦτο τὸ ποσόν, ἐζήτουν ἀκόμη, νὰ μοῦ δοθῇ ἕνα ποσὸν μεγάλο, τὸ ὁποῖον τὴν πρώτην φορὰν ὑπελόγισα ἀνερχόμενον εἰς 500.000 λίρας, διὰ νὰ καλυφθῶμεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρέος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ὁποῖον ἀπεσβέσθη διὰ συμψηφισμοῦ, διότι, ὅπως ὑπεστήριζον δὲν ἦτο δίκαιον τὸ χρέος τοῦτο τὸ καθαρῶς πολεμικὸν πρὸς τὴν Γαλλίαν νὰ πληρωθῇ διὰ χρημάτων ἰδιωτικοῦ καταστήματος εἰς βάρος τῆς Τραπέζης. Βέβαια δὲν ἐπληρώθη, ἀλλ’ ἀδιάφορον δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ χρημάτων ἑλληνικῶν νὰ πληρωθῇ τὸ πολεμικὸν τοῦτο χρέος. Τελευταῖον ἐζήτησα νὰ μᾶς δοθοῦν τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπιδικάσει καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε, νὰ ἐπιδικάσῃ εἰς πολίτας Ἕλληνας τὸ μικτὸν ἑλληνογερμανικὸν Δικαστήριον ἐν Παρισίοις, διὰ τὰ ζημίας, τὰ ὁποίας ὑπέστησαν οἱ πολίται Ἕλληνες πρὸ τῆς εἰσόδου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Οἱ κ. κ. Σερρὸν καὶ Λουσὲρ μὲ ἐδήλωσαν ἀμέσως, ὅτι τὸ πρῶτον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ζητῶ εἶναι ἀπολύτως δίκαιον καὶ τὸ δέχονται ἄνευ συζητήσεως. Τὸ δεύτερον μοῦ τὸ ἀπέκρουσαν μὲ τὴν αὐτὴν ἔνστασιν ἄνευ συζητήσεως. Εἶπαν, κύριε Βενιζέλε, δὲν ξεύρομεν τὶ εἶναι δίκαιον καὶ τὸ ἱστορικὸν εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγεις. Ἀδιαφοροῦμεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν νὰ σᾶς δώσῃ τὸ δάνειον τοῦτο ὑπὸ τοὺς καλοὺς αὐτοὺς ὅρους. Μὲ ἐννοεῖτε, καίτοι δὲν ὑπεκύψαμεν ἀμέσως, διότι πράγματι, ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων εἶναι, ὅτι τὸ χρέος αὐτὸ ἀνήκει εἰς ἐκεῖνα τὰ χρέη, δὲν ὑπεκύψαμεν ἀμέσως, ἀλλὰ ἠναγκάσθημεν, νὰ ὑποκύψωμεν μετὰ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μὲ ὅλην τὴν καλὴν πίστιν ἑκατέρωθεν. Ἐδήλωσα δὲ τελικῶς, ὅτι ἀποσύρω τὴν ἀπαίτησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν;
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, εὐχαριστῶ, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη, πρόκειται νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§9Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Σημειώσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ κουράζεται παρακολουθοῦσα συζήτησιν μὲ ἀριθμούς. Ὑποθέτω δέ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μικρᾶς διακοπῆς.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἡ συνεδρίασις.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶχον εἴπει λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ συνομιληταί μου ἔσπευσαν, νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν αἰτήσεών μου τῶν 70.000 λιρῶν πρὸς ὁλοσχερῆ κάλυψιν τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Γαλλίαν. Ὅτι ἀπέρριψαν ἐπίσης ἰσχυρῶς τὴν δευτέραν ἀξίωσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀμερικανικοῦ δανείου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίωσίν μας νὰ καλυφθῶμεν διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ προσπαθήσουν νὰ μᾶς δώσουν ἱκανοποίησιν παρατηροῦντες μόνον τοῦτο, ὅτι πρῶτον μὲν δὲν γνωρίζουν τὸ ὅλον ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ ἀποζημιώσεις αὗται καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως τὰ ποσὰ τὰ ἐπιδικασθέντα πληρωθῶσι εἰς τὸ ἀκέραιον καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλα τὰ ἄλλα χρέη τὰ πολεμικὰ πληρώνονται ἠλαττωμένα εἰς μίαν ἀξίαν περίπου 35% ἐπὶ τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας. Χωρὶς νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν αἴτησιν ταύτην ἐπεφυλάχθημεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κάλυψιν διὰ τὸ χρέος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς μερικὴ πληρωμὴ τοῦ χρέους μας πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ λέγω, τὸ χρέος αὐτό, δηλαδὴ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν λογαριασμῶν μας μὲ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἐδέχθησαν οἱ μὲν Γάλλοι, νὰ περιορίσουν τὴν ἀξίωσίν των ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου τῆς πιστώσεώς των, τὴν ὁποίαν ἀνεβίβαζον εἰς 178 ἑκατομμύρια εἰς μίαν ἐτησίαν μέσην δόσιν πεντακοσίων ἓξ χιλιάδων (506.000) μάρκων χρυσῶν ἐπὶ 37 ἔτη καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν ἀνελάμβανον, νὰ μᾶς ὑποστηρίξουν, ὅπως ἐκ τῶν μὴ Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, δηλαδὴ ἐκ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων καὶ τῶν ἄλλων πιστώσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων ἐξευρεθῇ ὑπὲρ ἡμῶν ποσὸν 7.539.000 μάρκων, δηλαδὴ 377 χιλιάδες λίρες κατ’ ἔτος, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐδαπάνα τὰς 25.000. Θὰ ἔδιδεν ὡς ὑπόλοιπον τοῦ ἀξιουμένου χρέους, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θὰ ἔμενεν εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ καλυφθῶμεν διὰ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι αἱ πιστώσεις τῆς Ἐθνικῆς μας Τραπέζης ἐχρησίμευσαν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων. Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐκφράσω θερμοτάτας εὐχαριστίας πρὸς τοὺς δύο διακεκριμμένους αὐτοὺς Γάλλους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσώπευσαν τὴν Κυβέρνησίν των κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς, διότι εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν ἡ ὁποία παρουσιάζετο συνεχῶς εἰς αὐτοὺς ἐκ μέρους τῶν ὑπηρεσιῶν των εἰς τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης αὐτῶν ὀφείλεται, ὅτι ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν καὶ ἡ ἀνάγκη ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα). Βέβαια ὀρθὸν θὰ εἶναι νὰ προσθέσω ἀμέσως ὅ,τι αἱ εὐχαριστίαι μου ἀπευθύνονται πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι μολονότι ἐθεώρουν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ χρέους τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς Διασκέψεως τῆς Χάγης, ἀλλὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς, ἐδέχθησαν ἐν τούτοις, ὅταν ἐδήλωσα, ἂν θέλετε πραγματικὴν λύσιν, ἐδῶ θὰ τὴν εὕρωμεν μόνον ἐδέχθησαν νὰ ὑποστηρίζουσι συμφωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κατέληγον μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρέος αὐτό. (χειροκροτήματα). Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ὅπως ἐπίσης ν’ ἀπευθύνω τὰ θερμότατα εὐχαριστήρια πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὑπεστήριξε τὰς ἑλληνικὰς ἀξιώσεις ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ. (χειροκροτήματα). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἀκόμη κύριοι, χάριν τῆς ἱστορίας, ν’ ἀναφέρω ὅτι διερχόμενος ἀπὸ τὴν Ρώμην διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Συνδιάσκεψιν τῆς Χάγης, ἐπεσκέφθην κατὰ καθῆκον τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς μεταβάσεώς μου καίτοι προσέθεσα ὅτι δὲν τολμῶ νὰ σᾶς ζητήσω νὰ ὑποστηρίξετε τὰς ἀξιώσεις μου, διότι γνωρίζω ὅτι αἱ ἀξιώσεις μου εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς σας. Δὲν τολμῶ εἶπον, εἶναι τρόπος ἐκφράσεως νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι δὲν τολμᾶ νὰ διατυπώσῃ παράκλησιν. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἦτο ἄμεσος: Διατὶ κ. Βενιζέλε; Ἔχω ἔχω ἐδῶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν—εἴμεθα τότε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.—Ἔχω μίαν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ὁποίας μάλιστα μοῦ ἀνέγνωσε τὰ σπουδαιότερα σημεῖα, ἡ ὁποία βεβαιοῖ ὅτι ἓν μέγα μέρος τῶν διεκδικήσεών σας εἶναι δίκαιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Ἰταλία θὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀξιώσεις σας τὰς δικαίας. (χειροκροτήματα). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνεννοήσεων αὐτῶν κύριοι, δύο ἡμέρες πρὸ τῆς διαλύσεως τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Διασκέψεως ἀντηλλάγησαν ἐπιστολαί, μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Γάλλον ἀντιπρόσωπον, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ἐστάλη πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ τὴν Ἰταλικὴν ἀντιπροσωπείαν, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι συμφωνοῦμεν εἰς αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα συμφωνήσατε μὲ τὴν Γαλλικὴν ἀντιπροσωπείαν συμφωνοῦμεν καὶ ἀναλαμβάνομεν νὰ ὑποστηρίξωμε τὰς ἀξιώσεις σας ταύτας, οἷαι διατυποῦνται εἰς τὴν πρὸς τὸν κ. Σερὸν ἐπιστολήν. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἡ ὁποία ἀπευθύνεται μὲν πρὸς τὸν κ. Σερὸν ἀλλὰ φυσικὰ συνετάχθη ἀπὸ κοινῆς συνεννοήσεως διὰ ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Σερὸν, διὰ δύο λέξεων ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν λέγω: «Ναὶ ἐδηλώσατε ὅτι εἶσθε διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξητε πλησίον τῶν ἐνδιαφερομένων Κυβερνήσεων τὰς ἀξιώσεις, οἵας διατύπωσα κατὰ τὴν συμφωνίαν ταύτην συγχρόνως δὲ ἀναγνωρίσατε ὅτι ἡ ὁριστικὴ διευθέτησις τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν τῆς Ἑλλάδος θὰ γίνῃ ἐπὶ τῶν ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων μὲ ἀσφαλεῖς πληρωμὰς ὁμοίας πρὸς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι θὰ προβλεφθοῦν διὰ τὰς Γερμανικὰς ἀποζημιώσεις». Μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, κύριοι, ἔληξεν ἡ πρώτη ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως, ἡ ὁποία φυσικὰ συνῆλθε εἰς τελευταίαν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδηλώσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει πάλιν αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς ὅ,τι ἀποδεχώμεθα κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον τοῦ Γιοὺγκ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῶμεν σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, καὶ ἔληξεν ἐπαναλαμβάνω, τὸ πρῶτον στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ἀφοῦ συγχρόνως κατηρτίσθη μία ὑποεπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ ζήτημα διαρρυθμίσεως τῶν Ἀνατολικῶν ἐπανορθώσεων τὸ ζήτημα τῶν biens cédés καὶ τῶν χρεῶν τῆς ἀπελευθερώσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνῆλθεν εἰς Παρισίους, εἰργάσθη ἐπὶ μακρόν, αἱ ἐργασίαι της ὑπῆρξαν ἀρκετὰ δυσχερεῖς ἀλλ’ ἡ Ἑλλάς, κύριοι, εἶχε τὴν καλὴν τύχην νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὴν ὑποεπιτροπὴν ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ἀνωτέρων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων μας εἰς τὸν ὁποῖον εἶμαι εὐτυχὴς δυνάμενος νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἔκφρασιν, ὄχι ἁπλῶς, τῶν εὐχαριστιῶν μου, ἀλλὰ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὑπερήσπισε τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά, μὲ τόσον ζῆλον, μὲ τόσην ἀφοσίωσιν, μὲ τόσην γνῶσιν τῶν πραγμάτων, μὲ τόσην δύναμιν συζητητικήν, μὲ τόσην λεπτότητα διπλωματικήν, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ πρὸς ὅλους καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματι τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ἡ ὁποία εἰς τὰς γενικὰς μόνον γραμμὰς διετύπωσε τὰς ἀξιώσεις μας, νὰ τὴν διατυπώσῃ διὰ τοῦ νέου σχεδίου τῶν Παρισίων κατὰ τρόπον ἐντελέστερον. Ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος εἶναι ὁ κ. Ἰωάννης Πολίτης. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἀνεχώρησα, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Χάγης, ἀπὸ τὴν Ὁλλανδικὴν πρωτεύουσαν, δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψω καὶ πάλιν, ὅταν δὲ ἰδίως συνετάχθη τὸ πρακτικὸν τῆς ὑποεπιτροπῆς τῶν Παρισίων, ἡ ὁποία ἐρρύθμισε τὰ τῶν Ἀνατολικῶν ἀποζημιώσεων τῶν biens cédés καὶ τῶν χρεῶν τῆς ἀπελευθερώσεως, ἡ πεποίθησίς μου ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταβῶ, ἐστερεώθη ἀκόμη περισσότερον. Καὶ πράγματι δὲν ἐσκόπευον νά μεταβῶ. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν, κύριοι, ἐκ τῆς νέας κινήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὰς Ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις, ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις, ἦλθον εἰς ἀνησυχίας τινάς, αἱ ὁποῖαι ἐνόμισα ὅτι μοῦ ἐπιβάλλουν, ἔστω καὶ εἰς τὸ μέσον τοῦ χειμῶνος, νὰ ἐπιχειρήσω καὶ πάλιν τὸ ταξείδιον αὐτὸ διὰ νὰ παρίσταμαι ἐκ τοῦ πλησίον κατὰ τὰς νέας διαπραγματεύσεις. Ἐνδιαφέρεται δὲ βεβαίως ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν αὐτὴν καὶ ἡ χώρα γενικὰ νὰ μάθῃ τὶ λοιπὸν λεπτομερέστερον μᾶς δίδουν αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης. Κύριοι, ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις, λαμβάνομεν δόσιν ἐπὶ 59 ἔτη τῆς ὁποίας ἡ μέση ἀξία εἶναι λίρες 390 χιλιάδες ὅπως ἀνέφερα ἄλλωστε ἤδη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας μου. Ἀπὸ τὰς Βουλγαρικὰς ἐπανορθώσεις λαμβάνομεν ἐπὶ 36 ἔτη, λίρες κατ’ ἔτος 341, χιλ. ἀπὸ τὰς Οὐγγρικὰς ἐπανορθώσεις λαμβάνομεν ἐπὶ 14 ἔτη λίρας ἐτησίως 363 χιλ., ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν bien cedés τῶν πληρωτέων ὑπὸ τῆς Τσεχοσλοβακίας λαμβάνομεν ἐπὶ 37 ἔτη κατ’ ἔτος λίρας 87.900, δηλαδὴ λαμβάνομεν λίρας κατ’ ἔτος 1.182.400. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος θὰ λάβωμεν μόνον 692,800 χιλ. διότι ὑπάρχει κάποια κλίμαξ, ἀλλὰ κατὰ τὸ δεύτερον ἀμέσως ἔτος τὸ 1931 λαμβάνομεν 994.700 λίρες, κατὰ τὸ 1932 θὰ λάβωμεν 1.037 χιλιάδες λίρες, κατὰ τὸ 1935 φθάνομεν νὰ λάβωμεν 1.150.000, κατὰ τὸ 1940, 1.280.500 λίρες ἐτησίως. Διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν, κύριοι, τοῦτο ἐδέησε τὰ ποσοστά μας ἐπὶ τῶν Βουλγαρικῶν καὶ Οὐγγρικῶν ἐπανορθώσεων, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σπᾶ 12,7% τὰ ποσοστὰ αὐτὰ ἀνεβιβάσθησαν εἰς 76,73%. (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Λαμβάνομεν λοιπὸν ἡμεῖς 76,73%, ἡ Ρουμανία ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σπᾶ ἐλάμβανον 10,55%, λαμβάνει 12,50% δηλαδὴ 2% πάρα πάνω. Ἡ Τσεχοσλοβακία ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σπᾶ, λαμβάνει 1%. Ἡ Γιουγκοσλαβία ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Σπᾶ μετεῖχεν κατὰ 10% εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τὰς Οὐγγρικὰς καὶ τὰς Βουλγαρικάς, θὰ λαμβάνει περίπου 5% μὲν ἐπὶ τῶν Βουλγαρικῶν, 2% δὲ ἐπὶ τῶν Οὐγγρικῶν. Ἐδέησε δηλαδὴ ὄχι μόνον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν 62% νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ ποσοστοῦ των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς μικρὰς ἀκόμη δυνάμεις ἐδείχθη ἡ προσήκουσα διάθεσις, ὅπως διευκολυνθῶμεν χωρὶς βέβαια τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ χωρὶς ἄλλας ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσεφέραμεν πρὸς τὰς δυνάμεις ἐκείνας σχετικῶς ἰδίως μὲ τὴν ὁριστικὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀπὸ τῆς ἀξίας τῶν bien cedés. Τοιουτοτρόπως ἡμεῖς, ἡ Ρουμανία, ἡ Τσεχοσλοβακία καὶ ἡ Γιουγκοσλαβία λαμβάνομεν 95,23% καὶ μένουν 4,77% δι’ ὅλας τὰς ἄλλας Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι μοιράζονται αὐτὸ τὸ ποσοστὸν ἀναλόγως τῶν ἀρχικῶν πιστῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς τὸ Σπᾶ. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι εἰς τὰς Ἀνατολικὰς ἐπανορθώσεις κατετάσσετο ἡ Ἀγγλία κατὰ 11%, ἡ Γαλλία κατὰ 26% καὶ ἡ Ἰταλία κατὰ 25%.
§14Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Δι’ αὐτῶν τῶν ποσῶν καλύπτονται τὰ χρέη μας ὅλα τῶν 62 ἐτῶν;
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἔλθω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Δηλαδὴ θὰ εἴπω πρῶτον ποιά εἶναι ἡ μεταβολὴ ἀπὸ τῶν ὑφισταμένων καταστάσεων. Μέχρι σήμερον ἐλάβομεν ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἀποζημιώσεις ποσὸν κατὰ μέσον ὅρον, 200.000 λιρῶν, ἀπὸ τὰς Βουλγαρικὰς μέχρι σήμερον κατὰ μέσον ὅρον 30.000 λίρες. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν λάβει μέχρι σήμερον, 230.000 λίρας τὸ χρόνο. Θὰ λαμβάνωμεν τοῦ λοιποῦ ἐτησίως ἐπὶ 14 μὲν ἔτη, τὰ πρῶτα, μέσην δόσιν 1.182.000 λιρῶν (χειροκροτήματα) διὰ τὰ 22 τελευταῖα ἔτη θὰ λαμβάνωμεν μέσην δόσιν 819.000 λιρῶν, ἡ μέση ἀξία καθ’ ὁλόκληρον τὸ διάστημα τῶν δόσεων τούτων εἶναι 1,000,000 λίρες. Σημειωτέον ὅτι ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Διὰ τὰ πολεμικά μας χρέη, πληρώνομεν ἐτησίως μέσην δόσιν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν 386.700 λίρες, πρὸς τὴν Ἀμερικὴν 64.000 λίρες, πρὸς τὴν Γαλλίαν 25.300 λίρες, δηλαδὴ θὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος 476.000 λίρες. Καὶ παραμένον ὡς καθαρὸν ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ μας κατὰ μὲν τὰ πρῶτα 14 ἔτη ποσὸν ἐτησίως λιρῶν 706 χιλιάδες δηλαδὴ δραχμὰς 264.750.000 (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Κατὰ τὰ 22 τελευταῖα ἔτη θὰ μᾶς μείνουν ἐτησίως περίσσευμα 343 χιλιάδες λίρες δηλαδὴ 128.625.000 δραχμὰς ἐτησίως (χειροκροτήματα) δηλαδὴ ἐν συνόλῳ ἀπὸ τὰς δόσεις αὐτὰς θὰ λάβωμεν διὰ μὲν τὰ 14 πρῶτα ἔτη 3.706.500.000 δραχμάς; διὰ δὲ τὰ 22 τελευταῖα ἔτη 2.829.500,000 δραχμὰς καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν εἶναι 6,536,000,000 δραχμαί, ἐπὶ πλέον τοῦ ὅτι χρειάζεται διὰ νὰ πληρωθοῦν τὰ χρέη μας. (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀφήσω ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι βάζουμε στὰ ταμεῖα μας 6½ δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ἐνδιαφέρεσθε δὲ νὰ μάθετε βεβαίως ποία εἶναι ἡ σημερινὴ ἀξία τῶν ποσῶν αὐτῶν εἰς Valeutar artuelle. Πρέπει νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι ἡ σημερινὴ ἀξία ὅλων αὐτῶν ἐξευρεθεῖσα εἰς τὴν Χάγην καὶ ληφθέντος πάντοτε διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τόκου 5,5% εἶναι 10,000,000 λίρες δηλαδὴ 3,750,000,000 δραχμῶν. Τὸ κολοσιαῖον αὐτὸ ποσὸν βέβαια κύριοι βουλευταὶ δὲν ἀποτελεῖ δωρεὰν τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ ἄλλοι πιστωταὶ εἰς τὴν μικρὰν Ἑλλάδα. Ἀποτελεῖ ἁπλῆν ἀναγνώρισιν ἔστω καὶ βραδέως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλλάδος (χειροκροτήματα). Ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ λίρες 200,000 περίπου ἐτησίως ἀντιπροσωπεύουν τὸ 12,7% τὸ ὁποῖον ἐπέρναμεν ἀνέκαθεν διὰ τὰς ἐπανορθώσεις. Τὸ ὑπόλοιπον δὲ ποσὸν μᾶς δίδετε διὰ τὴν κάλυψιν τῶν χρεῶν μας καὶ διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ζημίας τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν, διότι τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ χρέους πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐπληρώθη ἀπὸ Ἑλληνικὰ χρήματα τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης διὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τὴν ἀποζημιώσαμεν καὶ δίδονται εἰς ἡμᾶς τώρα διὰ νὰ ἀποζημιωθῶμεν διὰ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὑποστῆ εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλά, κύριοι δὲν λαμβάνομεν μόνον τὰ ποσὰ αὐτὰ διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης. Ἐξησφαλίσαμεν ἀκόμη διὰ τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων κατὰ τὴν περίοδον ἀκόμη τῆς οὐδετερότητος. Ἐξησφαλίσαμεν μάρκα χρυσὰ 19.000.000 δηλαδὴ 950.000 λίρες ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ πάντοτε τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι βάζω ὡς βάσιν. Ἐπίσης δὲ ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν 8 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσὰ πληρωτέα εἰς 7 δόσεις καὶ ἀπὸ τὴν Οὐγγαρίαν 3.000,000 φράγκα χρυσὰ πληρωτέα εἰς 5 δόσεις. Τὰ 11 δὲ ἑκατομμύρια αὐτὰ τῶν φράγκων χρυσῶν τὰ εἰς δόσεις πληρωτέα, ἔχουν σημερινὴν ἀξίαν 371.000 λίρες αἱ ὁποῖαι προστιθέμεναι εἰς τὰ 19 ἑκατομμύρια μάρκων χρυσῶν μᾶς δίδουν ποσὸν 1,321.000 λιρῶν δηλαδὴ 416,175,000 δραχμὰς ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 340.000,000 θὰ πληρωθοῦν ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς ἔαρος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν ὅλην ἐθνικήν μας οἰκονομίαν ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν νομισματικήν μας σταθερότητα τὸ γεγονὸς ὅτι κατ’ ἔτος ἔχομεν νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὴν χώραν 1.000,000 λιρῶν ὑπολογιζομένου βεβαίως καὶ τοῦ μεριδίου ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ὅτι ἐξησφαλίσαμεν εἰς τὸ μέλλον 1 ἑκατομμύριον λιρῶν τὸ ὁποῖον μάλιστα εἰς τὰ πρῶτα 14 ἔτη εἶναι πολὺ μεγαλείτερον διότι φθάνει μέχρι τοῦ 1.280.000 λιρῶν. Ἡ Βουλὴ κύριοι βουλευταί, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ῥύθμισις αὐτὴ τῶν πολεμικῶν μας χρεῶν ἀποτελεῖ μίαν ἐπιτυχίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην ὁποίαν πρὸ 6 ἀκόμη μηνῶν ὀλίγοι ὄχι ἐπίστευον ὡς δυνατήν, ἀλλὰ ὀλίγοι ἐφαντάζοντο ὡς δυναμένην καὶ νὰ διατυπωθῇ κἄν. Τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς κ. βουλευταὶ θέλω νὰ διαδηλώσω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπίσης ὅτι ἓν μέγα μέρος τῆς τιμῆς ὀφείλεται εἰς τοὺς συνεργάτας μου τὸν ἤδη μνημονευθέντα κ. Ἰωάννην Πολίτην καὶ τὸν τόσον διακεκριμένον ἀντιπρόσωπόν μας ἐν Παρισίοις κ. Νικ. Πολίτην πρὸς τοὺς ὁποίους εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐκδήλωσιν αὐτὴν τῆς εὐχαριστήσεως. Σπανίως, κύριοι, ἀρχηγὸς διπλωματικῆς ἀποστολῆς ἐπικουρήθη καλλίτερον ἀπὸ τοὺς συνεργάτας του ὅπως ἐγὼ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Τώρα κύριοι βουλευταὶ διὰ νὰ μειωθῇ ἡ σημασία τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἐπέτυχεν ἡ Ἑλλὰς ἐπεχειρήθησαν συγκρίσεις μὲ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἐπέτυχον οἱ ἄλλοι πιστωταί. Καὶ προεβλήθη ὅτι δὲν κυτάζετε ὅτι αἱ Γερμανικαὶ ἐπανορθώσεις ἔχουσι sanctions. Ποῦ εἶναι αἱ δικαί σας sanctions; Καὶ τὶ εἶναι αἱ sanctions αὐταὶ τὰς ὁποίας ἔχουσι αἱ Γερμανικαὶ ἐπανορθώσεις; Ὅτι ἀντηλλάγησαν δύο ἐπιστολαὶ μεταξὺ τῆς Γερμανικῆς καὶ Γαλλικῆς ἀντιπροσωπείας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιστολάς, ἡ μὲν Γαλλία ἐδήλου ὅτι ἂν μίαν ἡμέραν παύσετε νὰ πληρώνετε ἡμεῖς ἀναλαμβάνωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας μας καὶ οἱ Γερμανοὶ ἐδήλωσαν ὅτι ἂν παύσωμεν νὰ πληρώνομεν σεῖς θὰ ἀναλάβετε τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας σας; Ἐγὼ τοιαύτην sanctions δὲν προσεπάθησα νὰ ἐπιδιώξω. Ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβάνεται βέβαια τίνα σημασίαν ἔχουσι αὗται αἱ sanctions. Βέβαια ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας εἰς περιστάσεις εὐνοϊκὰς εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, ἀλλὰ τὴν ἰδίαν ἐλευθερίαν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ἂς μὴ νομίζῃ τις περιφρόνησιν τῶν διπλωματικῶν συμφωνιῶν. Κύριοι βουλευταὶ μία εἰρήνη ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόσην ἠθικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ ἄλλην ἠθικὴν ἀξίαν ἔχει ἡ συμφωνία ἡ ὁποία ὑπογράφεται πέριξ μιᾶς Τραπέζης ὅπου ὅλοι οἱ λαμβάνοντες μέρος εἶναι ἰσότιμοι καὶ συζητοῦν ἐλευθέρως καὶ ἀναλαμβάνουν ἐλευθέρως τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἡ Ἑλλὰς ὅταν ἐζήτησεν νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν εἴδατε τὶ ἔπαθεν. Φαντάζεσθε ὅτι ἡ μικρὴ Οὐγγαρία, ἡ μικρὴ Βουλγαρία θὰ θελήσουν νὰ ἀρνηθοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των, διότι θὰ ἐλπίσουν ὅτι θὰ ἠμποροῦν νὰ πτωχεύσουν ἀκινδύνως Κράτη τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἔχουσι ἀνάγκην νὰ προσφεύγουν εἰς τὸ Διεθνὲς κεφάλαιον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐσωτερικῆς των Ἐθνικῆς Οἰκονομίας; Δὲν εἶναι, ἄλλως τε, μόνος αὐτὸς ὁ λόγος ποῦ πρέπει νὰ εἴπω. Ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς μίαν νέαν περίοδον τοῦ διεθνοῦς βίου τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ ἀντετάχθη ἕνα ἄλλο κύριοι. Οἱ λαμβάνοντες τὰς ἀποζημιώσεις των κυρίως ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις πέρνουσι ἐπανορθώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι incontissionel, ἄνευ ὅρων ἐνῶ αἱ ἰδικαί σας εἶναι ὑπὸ ὅρους. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀπὸ μὲν τὰς γερμανικὰς ἐπανορθώσεις κατὰ βάλλεται ἄνευ ὅρων μόνον τὸ ⅓ ἐνῷ αἱ ἐπανορθώσεις αἱ Οὑγγρικαί, αἱ ἐπανορθώσεις αἱ Τσεχοσλοβακικαὶ εἶναι ἄνευ ὅρων. Ἄνευ ὅρων δὲ γίνονται τοῦ λοιποῦ καὶ αἱ ἐπανορθώσεις αἱ Βουλγαρικαὶ διότι ρητὸν ἄρθρον τῶν συμφωνιῶν τῆς Χάγης τὸ ἄρθρον 3 τοῦ accord ὁρίζει ὅτι: «αἱ ἐνιαύσιαι δόσεις αἱ ὁριζόμεναι εἰς τὸ προηγούμενον κεφάλαιον ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν incontissisnes». Βέβαια ἡ Βουλγαρία ἔχει ἐπὶ τῇ βάσει νεωτέρας συμφωνίας τὸ δικαίωμα ἐὰν ἓν ἔτος ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς ἐπανορθώσεις ἤθελε κλονίσει τὸ νόμισμά της, νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ πληρωμὴ ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ, νὰ μὴ ἐξαχθῇ δηλαδὴ τὸ νόμισμα ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὸ ἡ Βουλγαρία ἀπαιτεῖται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἑνὸς προβλεπομένου ἐλέγχου τὸν ὁποῖον δὲν ἐζήτησε μέχρι σήμερον νὰ ἐγκαθιδρύσῃ καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι ἡ Βουλγαρία ἤθελε νὰ ἐγκαθιδρύσῃ. Διατί; Δι’ ἓν πλεονέκτημα, νὰ ἀποφύγῃ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν ἐπὶ ἓν ἔτος μέρος τῶν καταβαλλομένων ὑπ’ αὐτῆς τὰ ὁποῖα θὰ κατέβαλλε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐξαχθοῦν. Ἄλλωστε ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἰς ἓν ἔτος τὸ ⅓ τῆς Βουλγαρικῆς δόσεως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐξαχθῇ, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀγοράσῃ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν εἴτε σῖτον εἴτε ἄνθρακα εἴτε ἄλλα προϊόντα ὥστε νὰ καλυφθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρυσός. Ἀλλὰ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη περίστασις, διότι ἡ Βουλγαρία βαίνει καὶ αὐτὴ εἰς ἀνάρρωσιν ταχεῖαν μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν πολεμικῶν ἀποζημιώσεων ἡ ὁποία ἔγινε, καὶ διότι δὲν θὰ θελήσῃ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς ἐλεγκτικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ὀχληρόν. Ἀπὸ τὸ ὅλον τῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις τὸ ⅓ μὲν εἶναι ἄνευ ὅρου καὶ τὰ ⅔ ὑπὸ ὅρον. Ἡμεῖς λαμβάνομεν τὰ 3)3 τῶν ἐπανορθώσεων ἀπὸ τὰς Ἀνατολικὰς καὶ ἀπὸ τὰς Τσεχικὰς ἐπανορθώσεις καὶ ἔχωμεν πολὺ περισσοτέραν ἀναλογίαν incontissines παρ’ ὅτι ἔχουν οἱ λαμβάνοντες ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις. Ἀλλὰ ὄχι μόνον εἰς τὰ σημεῖα αὐτὰ ἡ θέσις μας δὲν εἶναι ὑποδεὴς ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα ἡ ἐπιτευχθεῖσα λύσις εἶναι ἰδιαιτέρως εὐνοϊκὴ εἰς ἡμᾶς. Διότι ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 21 ἑκατομμυρίων λιρῶν τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς μὴ Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις, τὰ 11 ἑκατομμύρια λιρῶν δηλαδὴ κάτι τι περισσότερον ἀπὸ τὸ ἥμισυ τὸ λαμβάνομεν κατὰ τὰ 14 πρῶτα ἔτη. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν διαφόρων αὐτῶν δόσεων καθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν Τσεχοσλοβακίαν εἶναι 17 διὰ τὴν Βουλγαρίαν 36 διὰ τὴν Γαλλίαν 14, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν μέσην ἀξίαν τῶν δόσεων αὐτῶν τότε ἡ μέση αὐτὴ ἀξία εἶναι 10 χιλιάδες λίρες ἐκ τῶν ὁποίων κατὰ τὰ 14 πρῶτα ἔτη λαμβάνωμεν 7 ἑκατομμύρια 25 χιλιάδες λίρες, δηλαδὴ σχεδὸν τὰ ¾ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς μὴ Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις ἐντὸς τῶν 14 πρώτων ἐτῶν. Καὶ θ’ ἀναγνωρίσετε, κύριοι, πόσον σημαντικῶς εἶναι εὐνοϋστέρα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ λάβουν ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι ὄχι ὑποδεεστέρα τῶν ἄλλων, ἀλλ’ εὐνοϋστέρα. Ἡ Γερμανία πληρώνει τὰς ἐπανορθώσεις της κατὰ τὰ 10 πρῶτα ἔτη ἐν μέρει εἰς χρῆμα καὶ ἐν μέρει εἰς εἴδη. Μετὰ τὰ 10 ἔτη εἶναι ὅλα πληρωτέα εἰς νόμισμα. Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰς εἴδη ἐπανορθώσεων τὰς ὁποίας καταβάλλει ἡ Γερμανία—διότι εἶναι κλῖμαξ ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ μεγαλείτερον ποσὸν καὶ ἀποσβέννυται εἰς μίαν δεκαετίαν—ἀνέρχεται εἰς ⅕ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐτῶν αὐτῶν. Ἐνῷ ὅλοι οἱ λαμβάνοντες ἐπανορθώσεις ἀπὸ τὴν Γερμανίαν λαμβάνουν τὸ ⅙ εἰς εἶδος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον λαμβάνωμεν ἀπὸ τὰς μὴ Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις ὅλο τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι εἰς χρῆμα καὶ ὄχι εἰς εἴδη. Ἀλλὰ ἤκουσα ἀκόμη κύριοι ὅτι δικαιοῦχοι ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ μικτοῦ Ἑλληνογερμανικοῦ δικαστηρίου τῶν Παρισίων παραπονοῦνται ὅτι διὰ τῆς δοθείσης λύσεως θὰ λάβουν 40% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπιδικάσθη καὶ εὑρίσκουν ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. Δύναμαι νὰ τοὺς βεβαιώσω ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπός μας εἰς τὴν ὑποεπιτροπὴν τῶν Παρισίων κ. Πολίτης ὑπεστήριξε τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ περισσότεπα. Διότι ἡ ἀντίρρησις τῶν ἄλλων ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ καθιερώσουμε διὰ τὰς ζημίας αὐτὰς τόσην πλεονεκτικότητα ἀπέναντι τῶν ἄλλων ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶχε μεγάλην ἀξίαν. Διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Παρισίοις ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐξ Ἀγγλίας εἰς τὴν ὁποίαν ἕνας ἐκ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ Ἀγγλικὸν θησαυροφυλάκιον ἔλεγεν ὅτι ἡ ἐπιμονή σας ἐν Παρισίοις ὅπως λάβετε τὰ ποσὰ αὐτὰ εἰς τὸ ἀκέραιον εἶναι ὀλίγον ὑπερβολικὴ ὅταν λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἐφοπλιστὰς ἢ τοὺς ἐφοπλιστὰς τῶν ἄλλων συμμάχων, δὲν ἐπῆρε οὔτε μίαν πεντάρα περισσότερα ἀπὸ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε ἐκ τῶν ἀσφαλειῶν, ἐνῷ οἱ δικοί σας εἰσέπραξαν ἐκ τῶν ἀσφαλειῶν αὐτῶν καὶ εἰσπράττουν καὶ σήμερον ἓν ποσὸν σπουδαῖον ἀπὸ ἀποζημιώσεις ὥστε δύγασθε νὰ ἀρκεσθεῖτε εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς δίδομεν, Νομίζω ἑπομένως κύριοι ὅτι οὔτε τὰ παράπονα τῶν δικαιούχων ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἑλληνογερμανικοῦ δικαστηρίου εἶναι βάσιμα.
§16Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ὑπάρχουν παράπονα;
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ναί. Μοὶ διετυπώθησαν προφορικῶς. Κάποιος ἐκ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν μοῦ εἶπε διατὶ νὰ λάβωμεν ἡμεῖς 40%. Ἀλλ’ αἱ συμφωνίαι δὲν παρέχουν μόνον οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης ἔχουν καὶ ἄλλην πολὺ γενικωτέραν σημασίαν. Ἀποτελοῦν τρόπον τινὰ θρίαμβον τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε ἡ Ἑλλὰς καὶ ἀποτελοῦσα θρίαμβον τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης τερματίζουν ἐπιτυχῶς μίαν κατάστασιν ἀντιθέσεων, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῇ μεταξὺ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδας καὶ τῶν μεγάλων δυνάμεων φίλων μας καὶ πρώην συμμάχων μας. Δύναται νὰ προστεθῇ κ. βουλευταί, ὅτι ὅλοι ᾐσθανόμεθα ποιάν τινα πικρίαν μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας, διότι ἐπιστεύομον, ὅτι μᾶς μεταχειρίζονται οἱ μεγάλοι καὶ κατὰ παράδοσιν φίλοι μας κατὰ τρόπον ἄδικον. Ἐγὼ κ. βουλευταὶ εἶχον καταληφθεῖ τόσον πολὺ ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἀδικίας, ὥστε ὁσάκις καὶ ὡς ὑπεύθυνος ἀκόμη κυβερνήτης συνεζήτουν τὰ πράγματα αὐτὰ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων δυνάμεων δὲν κατώρθωνα πάντοτε νὰ διατηρῶ τὴν ἐπιβεβλημένην ἠρεμίαν τῆς ψυχῆς καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐνίοτε ἔφθανα καὶ νὰ παρεκτρέπωμαι εἰς τὰς συζητήσεις αὐτάς. Συναίσθησιν δὲ ἔχων βαθυτάτην τῶν εὐθυνῶν μου ἔφθασα πολλάκις εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἑαυτόν μου: Μὰ καλὰ μπορεῖς ἐπιτυχῶς νὰ δουλεύῃς διὰ τὸν τόπον σου, νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύῃς, ὅταν κατώρθωσες νὰ χάσῃς τὴν ψυχικήν σου ἠρεμίαν καὶ νὰ μὴν ἠμπορῇς νὰ συζητῇς τὰ ζητήματα αὐτὰ μὲ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην ἀπάθειαν ἀλλὰ νὰ φθάνῃς μέχρι τοῦ σημείου νὰ παρεκτρέπεσαι; Ὁμολογῶ ὅτι ἔθεσα εἰς ἑαυτὸν τὸ ἐρώτημα αὐτὸ καὶ φίλος συνάδελφός μου ἔλαβε εὐκαιρίαν νὰ μοῦ ἀπευθύνει ἐπιστολὴν φιλικὴν καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ: Πρόεδρέ μου δὲν σὲ ἀναγνωρίζω. Ἄλλοτε μᾶς ἐδίδασκες αὐτὰ καὶ αὐτὰ καὶ τώρα ἔχασες τὴν ψυχραιμίαν σου. Τὶ εἶναι αὐτὰ λοιπὸν τώρα; Ἡ ἐπιτευχθεῖσα λοιπὸν λύσις θέτουσα τέρμα εἰς τὰς ἀντιθέσεις αὐτὰς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπανέφερε τὰς σχέσεις μας ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε πάντοτε νὰ εἶναι, χωρὶς νὰ πρέπῃ ποτὲ νὰ διαταραχθοῦν, ἀποδίδει δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ὅλην τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν, τῆς ὁποίας εἶχον στερηθῇ, ὥστε νά παύσω νὰ θέτω εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐρώτημα πλέον: ἐὰν μπορῶ ἐπιτυχῶς νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ἀλλ’ ἀκόμη κύριοι, ἡ λύσις αὐτὴ θέτει ἐκποδὼν μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας, τὴν κυριωτέραν ἀφορμὴν προστριβῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Πρέπει, κύριοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγὼ βεβαίως ἐπεδιώξαμεν νὰ πληρωθῶμεν ὅ,τι μᾶς ὑπεσχέθησαν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων οἱ σύμμαχοί μας οὐδέποτε ἐπεμείναμεν νὰ πληρωθῶμεν εἰδικῶς ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Κανένα πνεῦμα ἀντιθέσεως πρὸς τὴν γείτονα δύναμιν δὲν μᾶς ἐνέπνευσε ποτέ. Καὶ ὅταν ἐν Παρισίοις εἶχε ἀποφασισθῇ ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ πληρώσῃ ἐτησίας δόσεις 12½ ἑκατομμύρια μάρκα εὑρέθησαν δὲ βραδύτερον αἱ δυνάμεις εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ ἐθεώρησαν ὅτι ἐπεβάλετο νὰ κατεβοῦν κάτω, εἰς τὰ 11.000.000 μάρκα, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν χωρὶς νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Βουλγαρία νὰ δώσῃ τὰ 12,500.000.000 νὰ μᾶς δίδουν οἱ σύμμαχοι ἀπὸ τὰ ἰδικά των τὴν διαφορὰν αὐτὴν ἀπὸ 11– 12½ ἑκατομμύρια ἀπεδέχθησαν οἱ σύμμαχοι, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ 62% ποὺ ἐλάμβανον ἀπὸ τὴν βουλγαρίαν ἀποζημιώσεις ἐκατρακύλισαν εἰς τὰ 4%. Ὑπῆρξεν παγία ἡ ἀντίληψίς μας ὅπως συστηματικῶς ἀποφεύγωμεν κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἄλλας μικρὰς χρεωστρίας. Ἀλλ’ αἱ συμφωνίαι τῆς Χάγης κ. βουλευταὶ, εἶχον καὶ ἄλλην γενικωτέραν σημασίαν εὐρωπαϊκήν. Τερματίζουν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅλην τὴν περίοδον τὴν πολεμικήν, τὰς ἀντιλήψεις τὰς πολεμικὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων κρατῶν τῶν πρώην ἀντιπάλων εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ δὲν τερματίζουν μόνον τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῶν μεγάλων δυτικῶν δυνάμεων, τῆς ὁποίας ὁ τερματισμὸς ὑπόσχεται τὴν ἀσφαλεστέραν συμφιλίωσιν τῶν μεγάλων αὐτῶν λαῶν τοῦ ὁποίου ἡ συμφιλίωσις εἶναι ὅρος τῆς διατηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ, ἀλλὰ τερματίζουν τὴν πολεμικὴν ἀτμόσφαιραν καὶ εἰς τὴν κεντρικὴν εὐρώπην, μεταξὺ Οὐγγαρίας καὶ τῶν κρατῶν τῶν συνεννοήσεως καὶ εἰς τὴν ἀνατολικὴν εὐρώπην μεταξὺ ἡμῶν, τῶν Σέρβων, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ρουμάνων. Ὡς τοιαύτην, κύριοι, τὴν λύσιν τὴν ἐπιτευχθεῖσαν εἰς τὴν Χάγην νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ χαιρετήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ μὴ νομίσετε ὅτι βλέπω ὅλα ἀπὸ τὸ φωτεινὸν μέρος τῆς εἰκόνος Τοὐναντίον δὲν παραγνωρίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἀντίθετος ὄψις τοῦ νομίσματος. Αἰσθάνομαι πολὺ καλὰ τὶ μᾶς περιμένει. Ὅλαι αἱ ὠργανωμέναι ὁμάδες, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαρκῶς τὰ βλέμματα ἐστραμμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ζητοῦν νὰ ἐπιτύχουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ὠφελήματα, ἐννοῶ πολὺ καλὰ ποῖον κίνητρον πρόκειται νὰ τὰς ὠθήσῃ τώρα. Ὅταν βλέπουν τὰς χιλιάδας ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἔφερα ἐδῶ πέρα, καταλαβαίνω πολὺ καλὰ τὶ μὲ περιμένει. Καταλαβαίνω πολὺ καλὰ τὶ αὔριον ἔχει νὰ μοῦ ψάλῃ ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἀχαλίνωτος βαίνει πρὸς τὴν δημαγωγίαν καὶ ὁ ὁποῖος κύριοι, θ’ ἀρχίσῃ νὰ λέγῃ: «Τὶς ἡ ἀνάγκη νὰ εἰσπράττετε φόρους; ἔχετε τόσα περισσεύματα!» Καὶ ἐννοῶ ἀκόμη πόσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θ’ ἀκουσθοῦν κατ’ ἐπανάληψιν: αἰτήσεις διάφοροι καὶ μὴ φίλων καὶ φίλων ἀκόμη, ὅπως αὐξήσωμεν δαπάνας δικαίας καὶ χρησίμους. Διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκένωτος ὁ πλοῦτος αὐτός. Διότι χωρίς, νὰ λησμονῶμεν ὅτι 225 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατὰ τὰ ὁποῖα αὐξάνουν τὰ εἰσοδήματά μας κατὰ τὰ 14 πρῶτα ἔτη εἶναι σταγὼν ὕδατος ἂν δὲν προσέξωμεν νὰ συγκρατηθῶμεν, θὰ ἠμποροῦν νὰ κάνουν χίλια φτερὰ εἰς μίαν στιγμὴν καὶ νὰ πέσωμεν ἔξω. Ὁ κίνδυνος αὐτός, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πιστεύω ὅτι θὰ ἦτο μέγας ἀληθῶς κίνδυνος ἂν ἔλειπεν ἡ ὕπαρξις μιᾶς Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς, ἐχούσης ὄχι ἁπλῶς τὴν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ τὴν θέλησιν νὰ εἰπῇ κάθε φορὰν «ὄχι διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ προστατεύσῃ τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἂς φύγωμεν ἀπὸ τὴν ἀνάποδην ὄψιν τοῦ νομίσματος τὴν σκιερὰν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὴν φωτεινήν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπιτυχία, κύριοι βουλευταί, τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης εἶναι φυσικὸν νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ νέαν ἐμπιστοσύνην ὅτι ἡ οἰκονομικὴ προσπάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ θὰ στεφθῇ ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας τελικῶς. Ὑπάρχει δυστυχῶς μερὶς τοῦ Τύπου ἡ ὁποία ἔχει πολὺ οἰκτρὰν ἀντίληψιν περὶ τῆς δημοσιογραφίας, ἥτις εἶναι δημόσιον λειτούργημα. Ὑπάρχει μερὶς τοῦ Τύπου ἡ ὁποία τὴν δημοσιογραφίαν ἀντιλαμβάνεται ὄχι ὡς ἐμπορίαν, ἀλλ’ ὡς καπηλείαν μὲ τὴν σημασίαν τὴν μειωτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ λέξις αὐτή. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κάπηλος πολλάκις φροντίζει διὰ τὴν ποιότητα τῶν τροφίμων ἢ τῶν ποτῶν τὰ ὁποῖα δίδει εἰς τοὺς πελάτας του διότι αἰσθάνεται ὅτι ἂν βγῇ τὸ κακό του ὄνομα θὰ ἔχῃ ὀλίγους πελάτας, μερὶς τοῦ Τύπου δυστυχῶς οὔτε αὐτὸν τὸν κίνδυνον αἰσθάνεται, ἀδιαφορεῖ τὶ ἔχει νὰ σερβίρῃ εἰς τὸν πελάτην, τὸν ἀναγνώστην του. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου ἐνώπιον ἑνὸς κηρύγματος οἰκονομικῆς ἡττοπαθείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθινὰ ἀπαίσιον. Βέβαια ἡ Ἑλλὰς διέρχεται στενοχωρίας οἰκονομικάς, ὄχι μόνον αὐτή, ὅλαι αἱ χῶραι σχεδόν, ὅλαι μεταπολεμικῶς διέρχονται τὰς στενοχωρίας αὐτάς. Ἡ Ἀγγλία ἔχει τὸ ζήτημα τῶν ἀνέργων, ἀνερχομένων εἰς 1.400.000. Ἡ Γερμανία ἔχει 2.000.000 ἀνέργους, καὶ χθὲς ἀκόμη, πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἀνεγίνωσκα εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας τὰς ταραχώδεις συγκρούσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς Γερμανικὰς πόλεις μεταξὺ τῶν ἀπεργῶν καὶ τῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ πυροβολήσῃ καὶ νὰ σκοτώσῃ πέντε ἢ ἓξ ἀπεργούς. Αὐτὴ ἡ μεγάλη Ἀμερικανικὴ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν ὅλοι βλέπομεν μετὰ ὄχι φθόνου ἴσως ἀλλὰ πάντως ζηλεύοντες διὰ τὴν οἰκονομικήν της ἀντοχήν, διέρχεται στενοχωρίας. Ὑπέστη μίαν κρίσιν Χρηματιστηριακὴν ἀφάνταστον ἡ ποία ἔχει περιορίσῃ τὴν καταναλωτικὴν δύναμιν, καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Εὐρώπην ἐφέτος εἶναι ὀλιγώτεροι, καὶ εἰς τὰ μαγαζιὰ τῶν Παρισίων τὰ πωλοῦντα εἴδη πολυτελείας ἔχει φθάσει ὁ ἀντίκτυπος καὶ μέχρις ἐκεῖ. Λοιπὸν ὅλαι σχεδὸν αἱ χῶραι διέρχονται οἰκονομικὰς στενοχωρίας. Εἶναι φυσικὸν αἱ ἰδικαί μας νὰ εἶναι μεγαλείτεραι, διότι καὶ μεγαλειτέρας ὑπέστημεν συμφορὰς καὶ εἴμεθα καὶ ὀλιγώτερον ἀκμαῖοι ἀπὸ ἐκείνους. Ἀλλὰ μία χώρα, κύριοι, ἡ ὁποία ἀντιμετώπισεν, ὅπως ἀντιμετώπισεν ἡ Ἑλλὰς μίαν δεκαετῆ περίοδον πολέμων, καταλήξασαν εἰς μίαν τεραστίαν στρατιωτικὴν καταστροφήν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μία χώρα, ἡ ὁποία δὲν ἐκάμφθη οὐδὲ ὑπὸ τὸ τεράστιον βάρος τῆς προσφυγικῆς εἰσροῆς, μία χώρα ἡ ὁποία ἀφοῦ πληρώνει τακτικῶς ὅλα της τὰ χρέη, ἀφοῦ διαθέτει ἐπὶ πλέον ποσὰ καὶ διὰ τὴν γεωργίαν της καὶ διὰ τὴν Παιδείαν της καὶ διὰ τὰ δημόσια ἔργα καὶ κατορθώνει νὰ ἐξοφλῇ κατ’ ἔτος πλέον τοῦ ἑνὸς χιλιεκατομμυρίου—εἰς τὸν προσεχῆ προϋπολογισμὸν 1900 ἑκατομμύρια εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοφλήσωμεν ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ χρέους μας χώρα ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ἐξοφλεῖ πλέον τοῦ ἑνὸς χιλιεκατομμυρίου ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους της καὶ ἡ ὁποία κατορθώνει μετὰ τοῦτο νὰ σημειώνῃ ἐπὶ 3 ἤδη συνεχῆ ἔτη περισσεύματα ἀνερχόμενα εἰς πλέον τοῦ ἑνὸς χιλιεκατομμυρίου κατ’ ἔτος, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς τῆς χώρας καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρήσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ συντελοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ νὰ διέλθῃ ἡ Χώρα τὰς δυσχερείας της μὲ μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην διὰ τὸ μέλλον, ἀντὶ νὰ ὑποδεικνύουν ποῖα μόνον μέτρα μποροῦν νὰ ληφθοῦν, ἔρχονται νὰ χύνουν κάθε ἡμέρα εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ τὸ δηλητήριον τοῦ ὅτι εἶναι ματαία ἡ προσπάθειά του, διότι δὲν πρόκειται νὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας διότι εἶναι καταδικασμένος νὰ χαθῇ, διότι θὰ πτωχεύσῃ ἡ ἀγορά, διότι ἡ ἀγορὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ πτωχεύσῃ, διότι τὸ Κράτος πρέπει νὰ πτωχεύσῃ ἐὰν θέλῃ νὰ κατορθώσῃ νὰ ζήσῃ; Δὲν ἀπελπίζομαι, κύριοι, ὅτι αὐτά τὰ ὁποῖα λέγω πρὸς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ὑπῆρξα ἄλλοτε συνάδελφος, διότι ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ δημοσιογράφος, δὲν λέγονται ἀπὸ διάθεσιν μοχθηρὰν πρὸς τὸ ἐπάγγελμα, δὲν ἀπελπίζομαι, λέγω, διότι αὐτὰ μποροῦν νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὸ νὰ συνέλθουν οἱ κύριοι, αὐτοί. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἐννοοῦν νὰ συνέλθουν ἀλλ’ ἐννοοῦν νὰ συνεχίσουν τὴν πολιτικήν των, πολιτικὴν οἰκονομικῆς ἡττοπαθείας, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ νὰ τοῦ εἴπω: πρόσεξε μὴ σὲ παρασύρουν, νὰ μὴ τοὺς ἀκούῃς. Βεβαίως μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν τὴν Κυβερνητικήν, μὲ ὅλην τὴν ἔκκλησιν τὴν ὁποίαν κάμνω πρὸς τὸν λαόν, τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς τῆς ἀνοσίας, τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς ἡττοπαθείας, εἶναι δυστυχῶς τοιαῦτα τὰ ὁποῖα δὲν δύναται κανεὶς νὰ προλάβῃ, Ζημίαι βεβαίως θὰ ἐπέρχωνται, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ἀνάγκην ἐπικουρίας χρημάτων ἔξωθεν ἐρχομένων, εἴτε ἐκ ξένων εἴτε καὶ Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἔξωθεν ἐρχομένων, καὶ διὰ τὴν στερέωσιν καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ αὔριον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγωγικῶν ἔργων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετῆται αὐτὸς ὁ σκοπὸς ὅταν ἐμπνέωμεν τοιαύτην δυσπιστίαν καὶ κλονίζωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ μέλλον; Βέβαια ζημίαι θὰ ἐπέρχωνται. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θελήσῃ νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ διαβάζῃ τὰ κύρια ἄρθρα μερικῶν ἐφημερίδων—τὰς ὁποίας καταλαβαίνει ποιὲς εἶναι, ἀλλὰ τὰς εἰδήσεις των, θὰ μπορέσῃ νὰ περάσῃ καὶ ἐκεῖνος καλύτερα καὶ αἱ ζημίαι θὰ εἶναι μικρότεραι. Βέβαια, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸ ὀλίγου, νὰ πληρώνωμεν ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ δαπανῶμεν μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν γεωργίαν, διὰ ἔργα, διὰ τὴν παιδείαν, διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, νὰ ἐξοφλῶμεν χίλια ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ δημόσιον χρέος νὰ ἔχωμεν ὑπερπεντακόσια ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἐπὶ τρία ἔτη περισσεύματα, ἐδέησε βέβαια νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἀλλὰ τὸ φάρμακον, κύριοι, ἦτο ἀναγκαῖον καὶ ἀποδίδει σήμερον τοὺς καρπούς του. Μᾶς ἐδόθησαν τὰ μέσα ὥστε νὰ μὴ ἀποβλέπωμεν μόνον εἰς τὸ πῶς θὰ κρατῶμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πῶς θὰ ὠθήσωμεν τὸν τόπον εἰς τὴν πρόοδον. Ἤδη ἐλήφθησαν ὑπὲρ τῆς γεωργίας μέσα προστατευτικὰ ἀξιόλογα. Δὲν ἀπέδωσαν τοὺς καρπούς των. Θὰ τοὺς ἀποδώσουν ὅμως προσεχῶς. Ἤδη μελετῶμεν σειρὰν μέτρων ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας· Ἠρχίσαμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων ἀλλὰ θὰ προβαίνωμεν εἰς αὐτὴν λελογισμένως, μετὰ μέτρου, μὴ παρασυρόμενοι ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ τύπου ὁ ὁποῖος θέλει καὶ τοὺς φόρους νὰ καταργήσωμεν καὶ νὰ μὴ εἰσπράττωμεν. Θὰ προβαίνωμεν λελογισμένως καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν τακτικῶς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων τάξεις προνομιούχους καὶ τάξεις ὑποδεεστέρας, τὴν τάξιν τῶν πληρωνόντων τοὺς φόρους καὶ τὴν τάξιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ τοὺς ὑπεκφεύγουσιν. Δὲν ἐδιστάσαμεν ποτὲ ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπέβαλον νὰ δειχθῶμεν ἐπιεικεῖς ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Δὲν θὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ τὰς κραυγὰς ἵνα παύσωμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων θεωροῦντες ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα καθήκοντα μιᾶς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς ὅλον τὸν λαὸν αὐτὸ τὸ λεγόμενον καθῆκον τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας τίποτε τὸ στερεὸν δὲν θὰ μπορέσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν εἰς τὴν χώραν μας. Βέβαια, κύριοι, μπορεῖ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐὰν εἶναι δίκαιον ἡ παροῦσα γενεὰ νὰ φέρῃ μὲ τόσον ἡρωϊσμὸν τὰ βάρη ὄχι μόνον τοῦ αἵματος τὸ ὁποῖον ἐχύθη εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἐὰν δὲν θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον ἕνα μέγα μέρος τῶν βαρῶν αὐτῶν νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς μελλούσας γεννεᾶς Δὲν λέγω ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τῆς δευτέρας γνώμης, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ πολλῆς μελέτης. Νομίζω ὅτι—ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν χωρὶς βέβαια νὰ κάμψωμεν τὸν παραγωγόν— ἐὰν ἐντείνωμεν τὰς δυνάμεις μας νὰ ἀπαλλαγῶμεν μεγαλυτέρου μέρους τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ καλῶς ἐννούμενα συμφέροντα τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἐφθάναμεν ποτὲ εἰς τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μειώσωμεν τὰ βάρη αὐτά, ἡ ἐπιδίωξις τῆς μειώσεως δὲν θὰ ἐγίνετο βέβαια οὔτε μὲ τὴν ἀποκύρηξιν τῶν χρεῶν μας ἡ ὁποία ποτὲ προὐτάθη οὔτε μὲ τὴν κατάργησιν τὴν μονομερῆ τοῦ χρεωλυσίου ἡ ὁποία ἐπίσης προὐτάθη. Ἐὰν ἡ χώρα ἐξακολουθήσῃ εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται τῆς οἰκονομικῆς ἀναρρώσεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εὕρῃ εἰς τὴν διεθνῆ ἀγοράν, ὅπου τὸ κεφάλαιον ἀρχίζει εὐτυχῶς καὶ πάλιν νὰ ἀνασυγκροτῆται καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν τραπεζῶν περισσότερα χρήματα, δὲν θὰ περάσουν πολλὰ ἔτη καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ ἐξωτερικὰ δάνεια, ὅπως πληρώσῃ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν δανείων της ἐκείνων τὰ ὁποῖα τὴν βαρύνουν σήμερον μὲ ὑπέρογκα χρεωλύσια νὰ ἐλαττώσῃ δὲ οὕτω καὶ τὸν τόμον τὸν ὁποῖον πληρώνει. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι χρεωλύσιον 1)00 ἐπὶ τῶν συνήθων δανείων, θεωρεῖται ὅτι εἶναι τὸ κανονικὸν χρεωλύσιον. Ἡμεῖς χρεωστοῦμεν, νομίζω, 38 χιλιεκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν κατορθώσωμεν σωφρονοῦντες νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτας λύσεις καὶ περιωρίζαμεν τοιουτοτρόπως τὸ χρεωλύσιον εἰς 1)00, τὸ χρεωλύσιον θὰ ἦτο 380 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἀντὶ τῶν 1200 ἑκατομμυρίων εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται ἐφέτος τὸ χρεωλύσιον, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν ἀνακούφισιν ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἐπὶ ποσῶν τὰ ὁποῖα πληρώνουν μεγάλον τόκον ὅπως εἶναι τῶν ἀνταλλαξίμων τὸ δάνειον. Ἀλλὰ μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ μίαν ἡμέραν ἡ ἀνακούφισις τῶν βαρῶν. Ἐὰν κατόπιν μελέτης ἐμπεριστατωμένης ὅλων τῶν κομμάτων ἤθελεν ἐξευρεθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποστῇ ἡ Χώρα ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴν προσπάθειαν τῆς σήμερον ἡ ὁποία ἔχει τόσα τὰ ἀγαθὰ ἐὰν πιστοποιηθῇ ὅτι μποροῦμεν νὰ βαστάξωμεν, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι, τὴν ἡρωϊκὴν αὐτὴν προσπάθειαν πρέπει νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν, τὸν μετριασμὸν δηλαδὴ τῶν σημερινῶν βαρῶν, τότε μόνον καὶ μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτὴν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ χαράξωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν. Ἡ Κυβέρνησις κ. βουλευταί, εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, μὲ πλήρη ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν τελείαν αὐτοῦ ἐπιτυχίαν. Ἐζήτησα κ. βουλευταὶ 4 ἔτη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἀποδώσῃ ὅλους τοὺς καρπούς του. Καὶ εἶπον τότε φρᾶσιν τὴν ὁποίαν συνήθως ἡ δημαγωγία ἐξεμεταλλεύθη, ὅτι, «ἐὰν συγκρίνετε τότε τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν σημερινὴν θὰ τὴν ἰδῆτε ὅτι εἶναι ἀναγνώριστος». Ἐμμένω κ. βουλευταὶ εἰς τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν καὶ θέλω καὶ δικαιοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μπορεῖτε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Συγκρίνατε κ. βουλευταί, τὴν Γαλλίαν τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1926 μὲ τὴν Γαλλίαν τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1929. Εἰς τὰ 1926 τὸ Γαλλικὸν φράγκον εἶχεν ἐκπέσει εἰς σημεῖον ὥστε ἐχρειάζοντο 240 φράγκα Γαλλικὰ διὰ νὰ ἀγορασθῇ μία λίρα Ἀγγλική. Μόλις μετὰ πάροδον 2½ ἐτῶν—καὶ δὲν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα ἀποτόμως εἰς μίαν ἡμέραν, ἐπήρχοντο σιγὰ σιγὰ καὶ σήμερον ὁ Γαλλικὸς προϋπολογισμὸς παρουσιάζει περισσεύματα τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν, νομίζω τὰ 10 χιλιεκατομμύρια φράγκα. Εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας συνεκεντρώθη χρυσὸς ὑπερβαίνων τὰ 350 ἑκατομμύρια λιρῶν, δηλαδὴ συνεκεντρώθη χρυσὸς ἀνώτερος κατὰ κεφαλὴν ὑπολογιζόμενος ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ πληθυσμοῦ, ἀπὸ τὸν χρυσὸν ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας διαθέτει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς συνάλλαγμα πιστώσεις 230 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ὅποιος συγκρίνει τὴν Γαλλίαν τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1929 μὲ τὴν Γαλλίαν τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1926 βεβαίως, λέγει, ὅτι εἶναι ἀγνώριστος. Θὰ μοῦ εἰπῆτε: συγκρίνεις τὰ ἀσύγκριτα; Λησμονεῖς ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι ἕνα Κράτος πλούσιον, ἰσχυρόν, μέγα; Δὲν τὸ λησμονῶ, κύριοι. Ἀλλ’ ἡ φιλοδοξία μου δὲν ἐκτείνεται μέχρι τοῦ σημείου νὰ πιστεύω ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς 4ετίας θὰ ἔχῃ 350 ἑκατομμύρια λίρας ἡ Ἐκδοτική μας Τράπεζα εἰς χρυσὸν καὶ 240 ἑκατομμύρια λίρας εἰς πιστώσεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν περιμένω αὐτό. Περιμένω ἀνάλογα πράγματα. Τὰ περιμένω, κ. βουλευταὶ ἀσφαλῶς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὰ ἰδοῦμε ἂν θελήσουμε νὰ συνεχίσωμεν τὸν δρόμον εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα καὶ ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς φέρῃ ἀσφαλῶς εἰς τὴν λύσιν αὐτήν. (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις χωρὶς νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην τῆς μερίδος τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, ἐπὶ τοῦ μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξέθεσεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης. Βεβαίως δὲν ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἔγκρισις τῶν συμφωνιῶν, ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὄχι μόνον τὴν ἀμέριστον ἐπιδοκιμασίαν ἡμῶν ἀλλὰ καὶ τὰ συγχαρητήρια ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας τὸ μεγαλύτερον μέρος ἀνήκει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἠδικήθη ἐκ μέρους τῶν παλαιῶν της φίλων καὶ συμμάχων· καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης εἶναι καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εὐχάριστα, ὄχι μόνον διότι ἐδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν νὰ δοθῇ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀνεγνωρίσθη δικαιοσύνη ἐκ μέρους τῶν παλαιῶν φίλων καὶ συμμάχων πρὸς αὐτήν. Ἐπίσης εἶναι εὐχάριστον ὅτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τῆς Χάγης προάγουν τὰς φιλικὰς σχέσεις ὄχι μόνον μὲ τὰς Δυτικὰς μεγάλας δυνάμεις ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς γειτονικὰς δυνάμεις εἰς τρόπον ὥστε ἡ πολιτικὴ τῆς συμφιλιώσεως νὰ εὐνοηθῇ ἀκόμη περισσότερον. Δι’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήρια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (χειροκροτήματα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὀφείλομεν κύριοι, νὰ ἀποδώσωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, νὰ ἀπονείμωμεν δικαιοσύνην, ὁπουδήποτε εὑρισκόμεθα εἴτε εἰς συμπολίτευσιν εἴτε εἰς ἀντιπολίτευσιν. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἄμμεσον ἀντίληψιν τῆς γενομένης ἐν Χάγῃ ρυθμίσεως, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι διὰ τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν ἐβελτιώθη οὐσιαστικώτατα ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῶν διεθνῶν ἐκ τοῦ πολέμου οἰκονομικῶν σχέσεων. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι εἰς τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀποτέλεσμα συνετέλεσε σπουδαίως ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἰδίως ἡ αὐτοπρόσωπος διαχείρισις τῶν ζητημάτων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χρησιμοποιήσαντος ὑπὲρ τοῦ τόπου μίαν ἀκόμη φορὰν ὅλα τὰ ἐφόδια τοῦ ἠθικοῦ του κύρους καὶ τῆς δραστηριότητος, πρὸς τὴν ὁποίαν παραμένει πάντοτε ἀμείωτος ὁ θαυμασμός μου. Μὲ τοιαύτην διαχείρισιν ἦτο βεβαίως ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ παραμείνῃ ἠδικημένη εἰς μίαν περίοδον γενικῆς ἱκανοποιήσεως. Ἀληθῶς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν εἶναι ἐξερετικῶς ἱκανοποιητικὰ δι’ αὐτήν (χειροκροτήματα). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσεν ὀρθῶς κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως ἡμῶν εἰς τὰς ἐπανορθώσεις μὲ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας τῶν προηγηθεισῶν συμφωνιῶν μετὰ τῆς Γαλλίας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν διὰ νὰ εἶναι κοινὴ ἡ χαρὰ διὰ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα καὶ νὰ δυνηθῶμεν ἀνεπιφυλάκτως νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ συγχαρητήριά μας (χειροκροτήματα)...
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος.
§23Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ παρηκολούθησε μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντος, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ κοινὴ γνώμη παρηκολούθησε τὰς ἐργασίας τῆς συνδιασκέψεως τῆς Χάγης. Καὶ νῦν διὰ πρώτην φορὰν ἐπληροφορήθη καὶ ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ὁμολογουμένως μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τῆς ἦσαν ἄγνωστοι. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων δύναται καὶ ὀφείλει πᾶς ἀμερόληπτος κριτὴς νὰ πιστοποιήσῃ ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ὑπῆρξε θαυμασία, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ τι περισσότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῶν ἐπανορθώσεων μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δυστυχῶς ἦτο μία ὑπόθεσις χαντακωμένη. Καὶ ἑπομένως ἡ χώρα πρέπει νὰ εἶναι εὐχαριστημένη καὶ ὑπερήφανος διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς ἐσημείωσεν τοιαύτην ἐπιτυχίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τῆς ἀνήκουν ὄχι μόνον τὰ συγχαρητήρια, ἀλλὰ νομίζω καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς Χώρας. (χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ ὅπως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐκτιμήσωμεν τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ταύτην τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐπιτευχθὲν κατὰ τὰς δύο διασκέψεις τῆς Χάγης· καὶ δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο, καθ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ζημίας ἐν τῷ συνόλῳ, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τὰς ἱκανοποιήσεις τὰς ὁποίας ἀπέναντι τούτων λαμβάνει ἵνα ἴδωμεν ἂν αὗται πλήρως ἀποκαθιστοῦν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δύναμαι ἐν τούτοις, ὁμιλῶν μετὰ τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ διαδηλώσω καὶ ἐγὼ ἓν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συσκέψεις τῶν μεγάλων μετὰ τῶν μικρῶν ἐδέησε νὰ ἐπικρατήσῃ, αἴσθημα δικαιοσύνης καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχρησιμοποίησε τοῦτο διὰ νὰ κάμψῃ τοὺς μεγάλους ἀπέναντι τῶν ἀσθενῶν. Ἂν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ὅλην τὴν ἱστορίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς θὰ ἴδῃ ὅτι δυστυχῶς τὰ μεγάλα συμφέροντα δὲν ἄφινον ὥστε νὰ ἴδωσιν οἱ ἰσχυροὶ πῶς εἶναι καὶ τὰ μικρά. Εὐτυχῶς παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη καὶ σήμερον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μικρῶν διέπονται ἀληθῶς ἀπὸ ἓν αἴσθημα δικαιοσύνης. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο θὰ διέπῃ πλέον τοὺς λαοὺς εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πρόοδον τῶν Μεγάλων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τῶν μικρῶν, καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία τόσα ἐν τῷ μεταξὺ ὑπέστη. (χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4.30′ τῆς αὔριον. (Ὥρα 7.15′ μ. μ.)