1929.06.26
3.250 στίχοι · 24.540 λέξεις · 201 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 112η
ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ 1929
Προεδρία αʹ. ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ συμβολαιογράφοι Ζακύνθου καὶ Καλαβρύτων διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ Ταμεῖον συντάξεως νομικῶν. Ἡ Ἕνωσις Θεολόγων Νέας Ἑλλάδος διαμαρτύρεται δι’ ἀξίωσιν ὁμοσπονδίας δημοδιδασκάλων περὶ καταργήσεως ἱερῶν καὶ ἱστορίας εἰς τὰς κρατικὰς σχολάς. Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς μέχρι τέλους Αὐγούστου. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ναξίων παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Ὁ Σύνδεσμος Ἐμποροϋπαλλήλων Θεσ)νίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Ζαχάρως διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλλίας–Ὀλυμπίας στρατολογικῶς εἰς Τρίπολιν. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Χοσέψεως παρακαλεῖ, ὅπως τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Βουλγαρελίου μετατραπῇ εἰς ἡμιγυμνάσιον. Αἱ προσφυγικαὶ ὀργανώσεις Καβάλλας διαμαρτύρονται διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ ἐν Θεσ)νίκῃ Σύλλογος Μακεδονομάχων «Παῦλος Μελᾶς» ὑποβάλλει σχέδιον νόμου διὰ τὰς συντάξεις τῶν κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα ἀγωνισθέντων ἐνόπλων καὶ μή, ἵνα ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Δομοκοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ παρακαλεῖ ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ γυμνάσιον. Ὁ Σύνδεσμος Ἰδιοκτητῶν Θεσ)νίκης διαμαρτύρεται διότι δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως φορολογικῶν δικαστηρίων. Τὰ Ἐργατικὰ Σωματεῖα τῆς πόλεως Σερρῶν ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὰς γενομένας ἐναντίον τῶν φορτοεκφορτωτῶν Πειραιῶς ἐπιθέσεις καὶ τραυματισμοὺς ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Πολυτέκνων Γονέων ὑποδεικνύει τὴν λῆψιν διαφόρων μέτρων πρὸς ἀνακούφισίν των. Ἐπιτροπὴ ἐφέδρων ἰδιωτῶν τεχνιτῶν Ἐφορίας Ὑλικοῦ Πολέμου Ἀθηνῶν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς μονιμοποιήσεώς των. Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Καλαμπάκας παρακαλοῦν, ὅπως βελτιωθῇ οἰκονομικῶς ἡ θέσις τοῦ προσωπικοῦ τῶν Πταισματοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων. Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωργικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀγροκτημάτων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ μέτρων ἐνισχύσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῶν σταφυλῶν τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου Κρήτης». 2) «Περὶ ῥυθμίσεως σχέσεων μεταξὺ συνιδιοκτητῶν μεταλλείων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μέλφος, Α. Πολυχρονιάδης καὶ Δ. Φλωριᾶς ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου μέχρις 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίας ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κουπαροῦσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ῥυθμίσεως ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Λαμπριανίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου μέχρι 700 ἑκατομμυρίων δρχ. δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίας ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μόδης, Π. Καρασεβδᾶς καὶ Φ. Μανουηλίδης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου μέχρι 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίας ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Κουπαροῦσος, Κ. Κοντοδίνας, Γ. Ποντίκας, Σ. Τσακμάνης καὶ Λ. Ἀνδρεάδης ὑποβάλλουν προσθήκην εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου Βοσκῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Γενικῶν Διοικητῶν καὶ τῶν Νομαρχῶν». Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος καὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου 4027 περὶ ἀναθεωρήσεως προβιβασμῶν καὶ ὑποβιβασμῶν περιφερειακῶν Διευθυντῶν Τ.Τ.Τ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Γουργουρῆς, Δ. Φλωριᾶς, Δ. Μέλφος, Ι. Καλογερᾶς ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναβολῆς νομαρχιακῶν ἐκλογῶν καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς δημοτικῆς νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κολιαλέξης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ζαρίφης καὶ Λ. Μακᾶς ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3258 «περὶ Ταμείου Προνοίας προσωπικοῦ ἐφημερίδων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ συστάσεως Ταμείου συντάξεων τῶν ἐκτελωνιστῶν Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν» καὶ 2) «Περὶ μεσιτῶν ἐγχωρίων προϊόντων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μπακάλμπασης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου μέχρι 700 ἑκατομμυρίων δι’ ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κοντοδίνας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κουπαροῦσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τσιτσάρας, ὅπως ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν ἐν σχέσει πρὸς τὸ δικαστικὸν μέγαρον Καρπενησίου.
§4Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Παπαδόπουλος καὶ Ν. Κουπαροῦσος, ἐπὶ ἀναφορᾶς προέδρου τῆς κοινότητος Πετραλόφου, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐνισχύσῃ αὐτοὺς λόγῳ τῶν καταστροφῶν, ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῆς χαλάζης.
§6Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν 4 ἔτη συνεχοῦς ἀφορίας, τελευταίως ἐπῆλθον καταστροφαὶ ἐκ μεγάλων πλημμυρῶν εἰς τὴν κοινότητα Πετραλόφου καὶ κινδυνεύουν 400 προσφυγικαὶ οἰκογένειαι ν’ ἀποθάνουν ἐκ τῆς πείνης καὶ κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ καὶ ὁ συνοικισμός. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς συγκοινωνίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μίαν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μέρος ἐκ τῶν χρημάτων τῶν διατεθειμένων, διὰ κοινοτικὰ ἔργα διατεθοῦν δι’ αὐτούς, ὁμοίως δὲ παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐν τῇ μερίμνῃ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὑπὲρ τῶν πλημμυροπαθῶν Μακεδονίας διαθέσῃ, καὶ ἓν μέρος, διὰ τὴν Κοζάνην.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Κρεκουκίου Ἠλείας διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀνοίκειον συμπεριφορὰν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πρὸς πολίτας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
§8Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Τ. Ἀναστστασίου, Ν. Συριόπουλος, Α. Σπηλιάδης, Η. Τσεριώνης, ἵνα καταθέσουν καὶ ἀναπτύξουν ἀναφοράν, περὶ ἀποφάσεως τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ.
§10Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀμαλιάδος, κυκλοφορεῖ διάδοσις, καθ’ ἣν ὁ αὐτόνομος σταφιδικὸς ὀργανισμός, προέβη εἰς ἀπόφασιν, ὅπως ἡ μάρκα σταφίδος Ἀμαλιάδος τίθεται καὶ εἰς σταφίδας ἄλλων περιφερειῶν κατωτέρας ποιότητος. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχήν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καθ’ ὅσον ἐὰν ἀληθεύῃ τοῦτο, δὲν θὰ ἀπετέλει ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ πρᾶξιν θεμιτήν, ἐπὶ πλέον δὲ θὰ παρέβλαπτεν αὕτη τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν τῆς Ἀμαλιάδος. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ ἐγκρίνῃ τὴν τοιαύτην τυχὸν ἀπόφασιν.
§11Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν τοῦ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργός θὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα.
§12Η. ΤΣΕΡΙΩΝΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, θερμῶς τὴν ἀναφοράν.
§13Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ προστατευθῶσιν ἀπολύτως τὰ συμφέροντα τῆς Ἀμαλιάδος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Πριμίδης, ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐργατριῶν ταπητουργίας Πειραιῶς, ζητουσῶν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον οἱ ἐργοδόται προσπαθοῦν, νὰ μειώσουν τὰ ἡμερομίσθιά των.
§15Ε. ΠΡΙΜΙΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Οἱ ἐργάται τοῦ ταπητουργείου Πειραιῶς δὲν ἀρκεῖ, ὅτι παρέχουν τὰς τεχνικάς των ὑπηρεσίας ὑπὸ τὰς ἐλεεινοτέρας τῶν συνθηκῶν, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι λαμβάνουσιν ἡμερομίσθια γλίσχρα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας τῆς ζωῆς, ἀλλ’ οἱ ἐργοδόται ἀπειλοῦσιν νὰ ἐλαττώσωσι καὶ τὰ γλίσχρα αὐτὰ ἡμερομίσθια. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μεσολαβήσητε μεταξὺ ἐργατριῶν καὶ ἐργοδοτῶν, ἵνα ὄχι μόνον μὴ μειωθῶσι τὰ ἡμερομίσθια, ἀλλὰ νὰ πεισθῶσι νὰ αὐξήσωσι κατά τι αὐτά, ὅπως δυνηθῶσι καὶ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς.
§16Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ὑπουργεῖον ἐπελήφθη ἤδη τοῦ θέματος, εἶμαι δὲ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ἀπεργία ἐλύθη. Ἐπέτυχον δὲ νὰ μὴ μειωθοῦν τὰ ἡμερομίσθια· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσιν τῶν ἐργοδοτῶν ἐπέτυχον, ὅτι μετὰ ἕνα–δύο μῆνας, ἐὰν ἐπιτρέψουν τοῦτο αἱ ἐπιχειρήσεις των, θὰ αὐξήσουν τὰ ἡμερομίσθια κατὰ 20 λεπτὰ κατὰ χιλιάδα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον, ἵνα καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν σχετικῶς πρὸς τὸ δικαστικὸν μέγαρον Καρπενησίου.
§18Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τοῦ γνωστοῦ ζητήματος τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Καρπενησίου, τὸ ὁποῖον ἔπαθε βλάβας καὶ χρήζει ἀμέσου θεραπείας, φαντάζομαι δέ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ οἴκημα εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγκατεστημένον τὸ δικαστήριον ἔπαθε πτῶσιν τῆς μιᾶς πλευρᾶς, τοῦτο ἐξηνάγκασε τὰς ἀρχάς, νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, διέταξε νὰ ἐξευρεθῇ ἕτερον οἴκημα πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ δικαστηρίου. Αἱ προσπάθειαι αὐταὶ ἀπέβησαν μάταιαι καὶ ἐξουσιοδοτήθη ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου καὶ ὁ εἰσαγγελεύς, νὰ ἐξεύρουν τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνεγείρῃ οἴκημα κατάλληλον ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου σταλέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ὁ ἄνθρωπος ἀνέλαβε νὰ παραδώσῃ τὸ οἴκημα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ὀφειλομένης ποινικῆς ρήτρας 500 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐν ᾗ περιπτώσει παρήρχετο ἡ προθεσμία. Ὁ ἰδιοκτήτης κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλὰ δυστυχῶς, τὸ ὑπουργεῖον διέταξε νὰ γίνῃ δημοπρασία, πρὸς εὕρεσιν οἰκήματος. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία προσῆλθε καὶ ὁ αὐτὸς ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος συνεμορφώθη μὲ τὰς ὁδηγίας τοῦ ὑπουργείου, ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ καὶ διετάχθη ἡ σύνταξις τοῦ οἰκείου μισθωτηρίου συμβολαίου, ἀλλὰ παραδόξως, καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ τὸ συμβόλαιον, ἀνεστάλη ἡ πραγματοποίησις τῆς συμβάσεως μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Δὲν γνωρίζω ἔκτοτε τὶ ἔλαβε χώραν, καὶ τὸ οἴκημα ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὑπέστη ζημίας ἀνεπανορθώτους, διότι ἐξηναγκάσθη νὰ δανεισθῇ χρήματα μὲ τόκον ἐξωγκομένον, εἰς τρόπον, ὥστε κινδυνεύει νὰ ἀπορροφήσῃ ὁ τόκος τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοδομήματος. Ἐπὶ πλέον δέ, ὡς φαίνεται, ὑπάρχει καὶ ἕν εἶδος κακοπιστίας ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι παρίσταται τὸ Κράτος κακόπιστον ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων του, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς συνεμορφώθη καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν μὲ ὅλας τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργείου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἐὰν τὸ οἴκημα εἶναι κατάλληλον, περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, διότι τὸ οἴκημα ᾠκοδομήθη συμφώνως μὲ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου σχεδίου, καὶ πληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ δικαστηρίου, ἐνῷ τὸ ὑπάρχον ἐκτίσθη, ὅταν συνεστήθη τὸ δικαστήριον, διότι δὲν ὑπῆρχε καταλληλότερον ἢ μᾶλλον εὐρύτερον οἴκημα. Δυστυχῶς τὸ οἴκημα ἐκτίσθη ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπέστη συνεπείᾳ τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἑκάστοτε σεισμῶν ρήγματα μέχρις ὅτου πρὸ διετίας ἡ μεγάλη πλευρὰ τοῦ οἰκοδομήματος κατέπεσεν. Εὐτυχῶς δὲν ἐθρηνήσαμεν θύματα. Ἐν τούτοις κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα ἐκ δευτέρου σεισμοῦ ἡ μεσημβρινὴ πλευρὰ διερράγη ἐπὶ τῆς ὀροφῆς, εἰς τρόπον, ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμένῃ τὸ δικαστήριον εἰς τὸ οἴκημα αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ θρηνήσωμεν θύματα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος τούτου δὲν βλέπω, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ὑπόσχεσις, διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνεται τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἠξεύρῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὶ νὰ κάμῃ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καρασεβδᾶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§20Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ δώσω καὶ ἐγὼ πληροφορίας διαφωτιστικὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ νὰ προσέλθῃ καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ βουλευτὴς ἐκ Καρπενησίου διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος νὰ εἴπῃ ἢ μὴ τὴν γνώμην του! Ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην της περὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καρπενησίου δὲν προσέρχεται ὁσάκις γίνεται ἡ συζήτησις· φυγομαχεῖ. Ὁπωσδήποτε ἡ ἱστορία περὶ ἑτοιμορρόπου πλευρᾶς ἀποδεικνύεται ὄχι ἀληθὴς ἐκ τοῦ φακέλλου καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι εἶχον συμφωνήσει ἵνα πλάσσουν ὅτι τὸ κατάστημα ἦτο ἑτοιμόρροπον. Ὁ εἰσαγγελεὺς δηλαδὴ τοῦ ἐκεῖ Πρωτοδικείου πρὶν πλάσσουν τὴν ἱστορίαν αὐτήν, ἐπὶ τρία χρόνια οὐδέποτε ἰσχυρίσθη ἢ ἐσκέφθη ὅτι τὸ κατάστημα ἦτο ἑτοιμόρροπον. Ἅμα ὅμως ὁ ἰδιοκτήτης τῆς εἰσαγγελίας ἔκαμε μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἔλεγεν ὅτι ἡ εἰσαγγελία δύναται κάλλιστα νὰ χωρέσῃ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ διεβιβάσθη ἡ αἴτησις αὐτὴ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς εἰσαγγελίας εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου, τότε ὁ εἰσαγγελεὺς ὅστις εἶχε καὶ ὡς ἰδιοκατοίκησιν τὸ κατάστημα εἰσαγγελίας, τότε ἔπλασσε τὴν ἱστορίαν τῇ συνδρομῇ καὶ ἄλλων ἀρχῶν ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον δὲν εἶναι κατάλληλον οὔτε διὰ Πρωτοδικεῖον, ἐνῷ τόσα ἔτη ὑπηρετεῖ ἐκεῖ καὶ δὲν τὸ εὕρισκε ἀκατάλληλον. Εἰς τὸν φάκελλον ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ αἴτησις ἑνὸς ἄλλου ἰδιοκτήτου, προτείνοντος κατάλληλον οἴκημα διὰ τε τὴν εἰσαγγελίαν καὶ διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνῃ οἰκονομία εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ συνεργάτης του πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου οὐδὲν ἐνήργησαν ὅπως τοῦτο χρησιμοποιηθῇ, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἀπέκλειε τὴν εἰς αὐτὸ ἰδιοκατοίκησιν τοῦ εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ τὶ ἔκαμαν; Συνεβλήθησαν μὲ κἄποιον, ἀφοῦ προεκάλεσαν τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ κατασκευάσῃ διὰ Πρωτοδικεῖον νέον οἴκημα μικρὸν ὅμως διὰ νὰ μὴ χωρῇ μέσα ἡ εἰσαγγελία καὶ νὰ μπορῇ οὕτω νὰ ἰδιοκατοικῇ ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς αὐτήν. Ὅλα αὐτὰ ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας τοῦ Καρπενησίου καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν φάκελλον ὑπάρχουν ἄπειραι διαμαρτυρίαι, ὅπως τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου ὑπογραψάντων οὕτω τῶν δικηγόρων, δεύτερον τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου ὑπογραψάντων ὅλων τῶν ἐμπόρων, τρίτον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ὑπογραψάντων ὅλων τῶν συμβούλων, τέταρτον ὅλων τῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι διαμαρτύρονται κατὰ τῆς μελετωμένης ἐγκαταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τὸ κατασκευαζόμενον οἴκημα διὰ τὸν ἄνω σκοπόν. Ἐξ ἄλλου τὸ οἴκημα τοῦτο κατεσκευάσθη ἐκτὸς τῆς πόλεως. Τὸ Καρπενῆσι εἶναι πόλις ἀνώμαλος, ὑποφέρει πολὺ ἀπὸ τὰς χιόνας, καὶ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶναι μέρος ὅπου δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ὑπόστεγον διὰ νὰ στεγασθῇ κανεὶς ὥστε καὶ ἡ ἀπόστασις τοῦ οἰκήματος ἀπὸ τῆς πόλεως παρέχει μεγάλας δυσκολίας καὶ διὰ τοῦτο ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ μεταφορᾶς τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τό μέρος αὐτὸ ὁλόκληρος ἡ πόλις, δι’ ὅλων τῶν ἐπισήμων αὐτῆς ἀντιπροσώπων, ἐξηγέρθη καὶ ὑπέβαλε διαμαρτυρίας· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαμαρτυριῶν μάλιστα τούτων ὁ ἴδιος ὁ ὑπουργὸς μετέβη ἐπὶ τόπου καὶ ἠκύρωσεν τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει διὰ τὸ νέον κτίριον καὶ διέταξε νέαν δημοπρασίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος καὶ ὁ παραπονούμενος ὁ ὁποῖος ἀνεγνώρισεν οὕτω ὅτι εἶναι ἔγκυρος ἡ διάλυσις τῆς συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἑτοιμόρροπον ἢ ὄχι τὸ ἤδη κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου, προεκλήθη τῇ αἰτήσει μου, κ. ὑπουργέ, διαταγὴ διὰ τῆς ὁποίας μετέβη ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς ὁ ἐπαρχιακὸς καὶ ὄχι μόνον ἐγνωμοδότησεν, ἀλλὰ καὶ ἐμέτρησε τὰς διαστάσεις. Λέγει λοιπὸν ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς ὅτι δὲν εἶναι ἑτοιμόρροπον καὶ ὅτι μία παρέκλησις ἥτις ἔχει ἐμφανισθῆ εἶναι ἐκ τῆς ἀρχικῆς κατασκευῆς· ἔτσι κατασκευάζονται ἐκεῖ τὰ σπίτια, δὲν εἶναι παρέκλησις πρὸς τὰ ἔξω. Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ δημοπρασία ὅταν ἀπεκλείσθη οἴκημα τὸ ὁποῖον δι’ ἐκθέσεως τοῦ μηχανικοῦ βεβαιοῦται πῶς εἶναι κατάλληλον;
§21Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα ἐμφανίζει δύο ἀπόψεις: Εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ συμφέροντος, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μετασχόντος εἰς τὴν δημοπρασίαν, εἶναι καὶ ἡ ἄποψις τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοινωνίας τῆς Εὐρυτανίας. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν ἄποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν δικαιωμάτων, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι ἔκαμε μίαν σύμβασιν μὲ τὸ ὑπουργεῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προέβη εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν. Διελύθη ἡ σύμβασις αὐτὴ διότι ἐθεωρήθη ὅτι δὲν εἶχε τὸ ὑπουργεῖον δικαίωμα νὰ συνάψῃ μίαν τοιαύτην σύμβασιν· δὲν εἶχεν ἐξουσιοδότησιν ἐκ τοῦ νόμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι πράγματι γεγονὸς ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μίαν σύμβασιν μὲ τὸ δημόσιον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς συμβάσεως προέβη εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν ἑνὸς οἰκοδομήματος. Ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ δικαίωμα δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἄποψις τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοινωνίας τῆς Εὐρυτανίας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς προβάλλονται δύο γεγονότα. Πρῶτον ὅτι τὸ οἴκημα τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἑτοιμόρροπον, εἶναι πεπαλαιωμένον, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν ὡς Πρωτοδικεῖον. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρχουν δύο ἀντιφατικαὶ ἐκθέσεις μηχανικῶν τῶν δημοσίων ἔργων. Ὑπάρχει ἡ πρώτη ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι μετ’ ἐπιτοπίαν ἐξέτασιν ἀποφαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι πεπαλαιωμένον, ὅτι οἱ τοῖχοι αὐτοῦ ἔχουν κλίσιν ἐπικίνδυνον καὶ ὅτι εἶναι κατεσκευασμένον ἐκ πηλοῦ. Μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς προεκλήθη ἡ μετάβασις τοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ. Ὁ ἐπαρχιακὸς μηχανικὸς ἐξήτασε τὸ κτίριον, ἀποφαίνεται δὲ ὅτι αἱ κλίσεις αὐτοῦ δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἑτοιμόρροπον. Ὁρίζει τὰς κλίσεις καὶ καταλήγει εἰς τὸ ὅτι διὰ ριζικῆς ἐπισκευῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ χρησιμοποιούμενον τὸ κτίριον τοῦ Πρωτοδικείου. Ἐπίσης μία ἄλλη ἄποψις τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἀποστάσεως προβαλλομένη, διότι τὸ νέον κτίριον εὑρίσκεται μακρὰν τοῦ κέντρου, εἰς ἀπόστασιν 500 μέτρων καὶ τοῦτο δυσκολεύει τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ. Ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χώρου, τὸ νέον κτίριον ἀναμφισβητήτως ἔχει χῶρον μικρότερον ἀπὸ τὸ παλαιότερον κτίριον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τὴν ἄποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοινωνίας καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ διατάξωμεν ἕνα ἀνώτερον δικαστικὸν λειτουργόν, βοηθούμενον ἀπὸ ἕνα μηχανικόν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσουν τὸ ζήτημα καὶ νὰ μᾶς εἴπουν ἂν πράγματι πρόκειται περὶ ἑτοιμορρόπου ἢ ὄχι. Καὶ ὁ δικαστικὸς νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρᾶς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας τῆς Εὐρυτανίας, ἐὰν πράγματι ἡ ἀπόστασις εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ δυσκολεύεται ἡ λειτουργία τοῦ δικαστηρίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τσιτσάρας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§23Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περιέπεσεν ἀσφαλῶς εἰς ἀνακριβείας, διότι ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου, φιλοξενηθεὶς ἐν τῇ οἰκίᾳ τῇ ἐμῇ τῇ εἰσηγήσει τῇ ἐμῇ προέτεινεν ὅτι προέτεινεν. Τοῦτο εἶνε ψευδέστατον, ἐννοεῖται ὅμως ὅτι δὲν παρεξηγεῖται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι ξένος πρὸς τὸν τόπον, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, ὅσα δὲ εἶπεν, τὰ εἶπε καλῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἐκ κακῆς συνηθείας, διότι δὲν εἶνε ἀληθὲς ὅτι ὁ νομομηχανικὸς εἶπεν ὅσα εἶπεν. Τοὐναντίον ὁ μηχανικὸς καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων ἀπεφάνθησαν κατηγορηματικῶς ὅτι τὸ κτίριον εἶναι ἑτοιμόρροπον καὶ ἦτο ἑτοιμόρροπον, μάλιστα δὲ κατέπεσεν ἡ παρακειμένη οἰκία· εὐτυχῶς δὲν κατεπλάκωσε τὸν κόσμον διότι ἦτο πρωΐ καὶ εἶχον βγῆ ἔξω, ἄλλως τε ἡ στέγη τοῦ παρακειμένου οἰκήματος πάντως ἔκλινεν ἀντιθέτως, αἱ ρωγμαὶ εἰς τὴν μεσημβρινὴν πλευρὰν ἦσαν καταφανέσταται. Αὐτὰ δὲ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, εἶναι μυθεύματα. Ἐν τούτοις ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ δὲν εἶναι καὶ πλήρως ἱκανοποιητική, διότι εἶναι ἕν εἶδος ὑπεκφυγῆς. Εἶπε νὰ δοθῇ μία κατηγορηματική λύσις διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀνθέξῃ πλέον. Ἔχει δαπανήσει ἥμισυ ἑκατομμύριον διὰ τὸ σπίτι καὶ τὸ σπήτι εἶναι κλεισμένο. Ἢ θὰ ἔχῃ ἢ ὄχι τὸ Δημόσιον εὐθύνην ἀπέναντί του. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ ὅτι ἡ κοινωνία δυσφορεῖ καὶ οἱ Σύλλογοι ἐξανίστανται, αὐτὸ εἶναι ἕνας τεχνητὸς θόρυβος, γενόμενος ἀπὸ ὡρισμένους συναδέλφους, παρακληθέντας ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ δικηγόρους. Τὸ ὅτι ἀπέχει 250 μέτρα ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς ἀγορᾶς τὸ νέον κτίριον, τοῦτο μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι λόγος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον...
§24Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). 250 μέτρα ἀπέχει ἢ 500;
§25Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. 250 μέτρα. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον πρέπει καὶ εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ποὺ τὸ κτίριον ἐκτίσθη νὰ δοθῇ μία ὤθησις. Δὲν θὰ πάθουν τίποτε οἱ κύριοι δικηγόροι ἐὰν πᾶνε ἀπὸ τῆς πλατείας Συντάγματος μέχρι τῆς ἀγγλικῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ εἶναι τὸ διάστημα. Ἐνῷ συντρέχουν ὅλοι οἱ λόγοι νὰ μεταφερθῇ τὸ οἴκημα καὶ νὰ ἔχῃ ἡ κωμόπολις ἕν ἀξιοπρεπὲς οἴκημα, διότι τὸ παλαιὸν κτίριον εἶναι ἐκτισμένον ἐπὶ τουρκοκρατίας.
§26Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἰς προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὁποίας ἀνεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἀνεβλήθη αὕτη καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ τίποτε ἄλλο πρὸ τῆς ἐπερωτήσεως ἀνεβλήθη δὲ αὕτη· ἵνα εἴπῃ τὴν γνώμην του ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ὑποθέτω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι κατάλληλον ἢ ὄχι τὸ νέον κτίριον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ νὰ εἴπω εἶναι ὅτι τὸ μὲν παλαιὸν κατάστημα εἶναι ἀναμφιβόλως εἰς κατάστασιν ὄχι καλὴν καὶ τὸ νέον κατάστημα εἶναι ὀλίγον ἀπόμερον, εἰς τρόπον ὥστε πολλοὶ τῶν δικηγόρων νὰ μὴ δύνανται νὰ μεταβαίνουν. Κατὰ τὰ ἄλλα δύναται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰ μέχρι τοῦδε στοιχεῖα, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Δὲν καταλσμβάνω διατὶ χρειάζονται τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου καὶ διατὶ χρειάζεται ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει προσωπικὸν συμφέρον ὄπισθεν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον λόγους νὰ ἀναμιχθῶ, δὲν ἠθέλησα νὰ γίνω εἰς οὐδένα ἀπολύτως δυσάρεστος, λέγων τὴν γνώμην μου. Τὸ ἓν ἔχει τὸ πλεονέκτημα ὅτι εἶναι ἄριστον ὡς κτίριον διὰ Πρωτοδικεῖον, τὸ ἄλλο ὅτι εἶναι εἰς μέρος ὁπωσδήποτε κεντρικόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τζερμιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς κτηματικοῦ συνδέσμου Θεσσαλονίκης.
§29Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Ἡ διαμαρτυρία τοῦ συνδέσμου Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται πρὸς τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας καὶ ἔχει γενικωτέραν σημασίαν. Διαμαρτύρεται ὁ σύνδεσμος, ὅτι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἐμελετήθη ὁ καταρτισμὸς συμβάσεων αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν Θεσσαλονίκην· καὶ εἰδικῶς τὴν σύμβασιν τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ. Παρακαλεῖ ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει σχετικῶς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς παρακαλεῖ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ τὸ ἑξῆς ὑπ’ ὄψιν του: ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅτι συνεπῶς πρέπει νὰ ἀναμείνῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐνεργηθοῦν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, νὰ ἀποκατασταθοῦν αἱ νέαι ἀρχαὶ Θεσσαλονίκης, διότι αὐτὰς κυρίως ἐνδιαφέρουν αἱ συμβάσεις αὐταὶ καὶ ὁ δῆμος ἀκριβῶς ἔπρεπεν νὰ εἶχεν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐξεχωρήθησαν μέχρι σήμερον· ἐὰν δὲ ἐξεχωρήθησαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι εἰς τὸν δῆμον Θεσσαλονίκης, ὑπάρχει μία ἀνώμαλος κατάστασις. Αὐτὴν τὴν σύστασιν ὑποβάλλει ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διότι ἔχει διαθέσει δυσεκατομμύρια διὰ τὴν πρόοδον αὐτῆς τῆς πόλεως. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς συγκοινωνίας νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ κάμῃ καὶ ἕνα ταξεῖδι μέχρι Θεσσαλονίκης, διὰ τὴν διευθέτησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἰδίως διὰ τὴν ἑταιρείαν ὑδάτων καὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ, ἡ ὁποία ὅπως γνωρίζει καὶ ὁ προκάτοχός σας, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τὸν δυστυχῆ αὐτὸν λαόν.
§30Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας κ. συνάδελφε, ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν σας. Ὁπωσδήποτε αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ ζητήματος δὲν πρόκειται νὰ ληφθοῦν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε δὲν πρόκειται νὰ προηγηθοῦν τῆς διενεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἀποστόλου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§32Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Συνιστῶ κι’ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἐπὶ ἀναφορᾶς δημάρχου Φλωρίνης περὶ λήψεως ἐπειγόντων μέτρων διὰ τὴν διευθέτησιν πλημμυρήσαντος χειμάρρου καὶ ἀποκατάστασιν συγκοινωνιῶν.
§34Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μία συμφορὰ σοβαρὰ ἔπληξε τὴν Φλώριναν καὶ ἀρκετὰ περὶ αὐτὴν χωρία. Ἡ Κυβέρνησις πράγματι μὲ γοργότητα ἀξίαν πάσης ἐξάρσεως ἀπέστειλε 50 χιλ. δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς παθόντας. Ἀλλ’ εἶναι προφανές, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν καλύπτει παρὰ ἐλάχιστον μέρος τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι καὶ πρὸ παντὸς ὁ δῆμος Φλωρίνης, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἀδυνατεῖ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς καταστροφὰς τῆς πόλεως καὶ νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὴν στοιχειώδη ἐμφάνισιν πόλεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνερνήσεως, νὰ φανῇ κἄπως γενναιότερος καὶ ἐν γένει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προέλθῃ εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προλάβουν τοιαύτας πλημμύρας, ὄχι μόνον εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς περισσοτέρας Ἑλληνικὰς πόλεις, μαστιζομένας ἀπὸ τοὺς χειμάρρους, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας κατήντησαν μόνον πρόξενοι κακῶν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς, ἵνα καταθέσῃ καί ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου «περὶ φορολογίας ἐλαίου».
§36Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ εὐγένεια, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸν νομὸν Εὐβοίας, μοῦ ἔδωσε τὸ θάρρος, νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἀφομοίωσιν φορολογικὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν νήσων τῆς Εὐβοίας μὲ τὰς ἄλλας νήσους, Κρήτην, Λευκάδα κλπ. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομιθὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον καί ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν. Ἡ ἄμεσος φορολογία τοῦ ἐλαίου, ὅπως συνήθως γίνεται εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ὁποίαν δυσφορίαν ἀναπτύσσει· φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε οἱ παραγωγοὶ νὰ ἐξανίστανται μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ ἐκριζώνουν τὰ ἐλαιόδενδρά των, διότι ἀπὸ τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν ὑφίστανται, δὲν κατορθώνουν νὰ συγκομίσουν εἰς τὰς ἀποθήκας των οὔτε τὸ ½ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον περιμένουν ἐπὶ 2 ἔτη. Διὰ τῆς ἀφομοιώσεως αὐτῆς, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἐλαφρυνθῇ καὶ τὸ δημόσιον ἀπὸ μίαν ὀχληρὰν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ δίκαιον θὰ ἀποκατασταθῇ πλήρως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, θὰ πέσῃ τὸ βάρος τῆς φορολογίας αὐτῆς εἰς τοὺς δυνατούς, θὰ φορολογοῦνται οἱ πλουσιώτεροι, ἐνῷ οἱ ἀπορώτεροι καὶ πτωχότεροι θὰ ἀνακουφισθοῦν ἀπολύτως. Ἐφ’ ὅσον τὸ προϊόν αὐτὸ θὰ φορολογῆτε κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, εἶναι εὐνόητον, ὅτι θὰ φορολογοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πωλοῦν, οἱ δὲ μικροπαραγωγοί, οἱ ὁποῖοι τὸ πρὸς συντήρησίν των παράγουν, θὰ ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας. Παρακαλῶ λοιπόν, ἡ πρότασίς μου νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς συζήτησιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσίνας ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου.
§38Ι. ΚΟΥΤΣΙΝΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον ἔχουν δίκαιον ἢ ὄχι.
§39Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ παρακαλῶ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τζερμιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ὁμοσπονδίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος.
§42Ν. ΤΖΕΡΜΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μίαν ἁπλῆν σύστασιν. Ἔγινε μία παρερμηνεία. Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἐπῆραν τὰ 3)16. Κακῶς ἐλέχθη ὅτι οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθοῦν. Ἀναγνωρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐδιπλασιάσθησαν νὰ δικαστικὰ τέλη ἐπῆραν δὲ καὶ τὰ ποσὰ τῶν μετατροπῶν τῶν ποινῶν διὰ τὸ εἰδικὸν δικαστικὸν ταμεῖον τῆς αὐξήσεως, εἶναι ἐγκληματικὸν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς Εἰρηνοδίκας καὶ Πταισματοδίκας καὶ τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχῃ μίαν πεντάρα ἀπὸ γραφικά. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις ἢ ἀνάλογος. Ἀλλὰ εἶναι ἡ δικαιολογία ὅτι οἱ ἄλλοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν δημιουργήσει ἕνα ποσὸν ἀπὸ τὰ ἀντιγραφικά, διότι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ὅπως γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχουν μίαν πεντάραν ἐπὶ πλέον τοῦ γλίσχρου μισθοῦ των. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πταισματοδίκης εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτομεν τόσα καθήκοντα καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης ἐπίσης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνόρθωσις τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν τὸ πρῶτον του ὄργανον τῆς Δικαιοσύνης μένει εἰς κατώτερον ἐπίπεδον ἀπὸ ὅτι εἶναι ὁ Πρωτοδίκης. Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ μειονέκτημα τοῦ Εἰρηνοδίκου ἢ Πταισματοδίκου τοῦ ὁποίου ἡ ἀποστολὴ εἶναι σημαντικωτάτη; Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§44Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ἄν καλῶς ἤκουσα ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ηὐξήθη κατὰ 50%, ἐνῷ τῶν κατωτέρων κατὰ 35%. Ἐὰν ὑπάρχῃ περιθώριον ὥστε νὰ αὐξηθῇ καὶ τῶν κατωτέρων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται τοῦτο ἐφ’ ὅσον λόγοι πολλοὶ συντρέχουν διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνισότης.
§45Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ νόμου ὁ ὁποῖος πρό τινων ἐτῶν ἐψηφίσθη ηὐξήθησαν αἱ μισθοδοσίαι ὅλων τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ἀπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ Πταισματοδίκου ὡς καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Αἱ αὐξήσεις δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἴσαι ὅλαι διότι κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ θέσις ἑκάστου ὑπαλλήλου καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσφέρουν καὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ὑπηρεσία διὰ τὴν προσέλκυσιν περισσοτέρων καὶ καταλληλοτέρων πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων αὐτῶν, καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι οἱ μισθοὶ ἀπὸ τοῦ παρέδρου καὶ ἄνω εἶχον αὐξηθῇ κατὰ 50% δηλαδὴ ἡ μεταλλικὴ βάσις τοῦ μισθοῦ εἶχεν αὐξηθῇ κατὰ 50%, τῶν δὲ ἄλλων ἀπὸ 35%–45%. Βεβαίως ὑπῆρχε μία δυσαναλογία ἐν τῇ αὐξήσει ἀλλ’ αὕτη προῆλθεν ἐκ τῶν λόγων ἐκείνων τοὺς ὁποίους εἶπον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Βερροίας, λέγω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ηὐξήθη ὁ συντελεστὴς τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μὴ αὐξηθέντος τῶν ἀνωτέρων καὶ ἑπομένως ἐπῆλθε παροχὴ μισθοδοσίας κἄπως μεγαλυτέρα καὶ ἱκανοποιητικωτέρα δι’ αὐτούς.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινοτικῶν ὑπαλλήλων τέως Δήμων Ἐράνους καὶ Πλαταμήδος περὶ μονιμοποιήσεως.
§47Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν διότι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν κοινοτήτων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σταυρόπουλος. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐπιτροπῆς προσωπικοῦ Τραπέζης Θεσσαλίας.
§49Σ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς διαλύσεως τῆς Τραπέζης Θεσσαλίας γεννᾶται ζήτημα ἀποκαταστάσεως 170 περίπου ὑπαλλήλων τῆς ἐν λόγῳ Τραπέζης τοῦ Καταστήματος Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν διάλυσιν δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μείνουν ἄνευ θέσεως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας τώρα ποὺ συνιστᾶται ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα νὰ συμπεριλάβῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους οἱ ὁποῖοι πιστεύω, ὅτι θὰ δύνανται νὰ προσφέρουν ἐκεῖ τὰς ὑπηρεσίας των.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Χριστούλας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§51Π. ΧΡΙΣΤΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διότι πρόκειται περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα, διότι ἡ πτῶσις τῆς Τραπέζης Θεσσαλίας ἐδημιούργησε περὶ τὰ 160 ἢ 170 θύματα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία μεριμνᾷ τόσον περὶ ὅλων τῶν δεινοπαθούντων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ ἐν προκειμένῳ καὶ τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι μένουν ἄνευ ἐργασίας ἐστερημένοι καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου τῶν οἰκογενειῶν των. Εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐξηλίχθησαν εἰς ὑπαλλήλους καλοὺς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀξίους ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι, τόγε νῦν ἔχον, δὲν δύνανται νὰ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας. Ὅπως ἐδιαβάσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐν τῇ συμβάσει ἡ ὁποία κατηρτίσθη διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης περιλαμβάνεται καὶ διάταξις καθ’ ἥν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρόκειται νὰ διοχετευθῶσιν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν 300 ὑπάλληλοι. Αὐτοὶ ἔχουν ἤδη τὰς θέσεις των· διατὶ νὰ μὴ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ὥστε νὰ ἀπορροφηθῶσιν καὶ αὐτοὶ οἱ 160 ἄνθρωποι; Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κατσαδήμας ἐπὶ ἀναφορᾶς συνεταιρισμοῦ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων «Σταυρακίου».
§53Κ. ΚΑΤΣΑΔΗΜΑΣ. Τὸ ἀγρόκτημα «Σταυρακίου» ἀνήκει κατὰ κυριότητα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον. Μεταξὺ τῶν ἐκτάσεων τοῦ ἀγροκτήματος τούτου ὑπάρχει καὶ ἔκτασις ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων καὶ τὸ μὲν ἀγρόκτημα παρεχωρήθη εἰς ὁλόκληρον τὸν συνεταιρισμὸν κατὰ τὸν νόμον 2221 τὰ κτήματα ὅμως τὰ ἀνταλλάξιμα παρεχωρήθησαν ἀποφάσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἀτυχῶς ὁ τότε πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικῶν ἀνακριβῶν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι χειρότερον, κατώρθωσε νὰ παραπείσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ἀπαλλοτριώσεως Ἰωαννίνων, νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκαθίσταται ὁ πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος. Ἡ πλειονότης τῶν κατοίκων ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης εὑρισκομένην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καίτοι ὅμως παρῆλθεν ἔτος ὁλόκληρον οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης καὶ ἐπανεκδικάσεως τοῦ ἀγροκτήματος. Παρακαλῶ, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅπως λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ μελετήσῃ τὸν φάκελλον, ἀπενείμῃ δὲ τὸ δίκαιον, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πρὸ ἐκτρόπων σκηνῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι δύσκολον νὰ προληφθοῦν, διότι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν ὁ μὲν τέως πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως νὰ ἔχῃ 200 στρέμματα, οἱ ἄλλοι δὲ νοικοκυραῖοι νὰ ἔχουν 20 στρέμματα ἢ καὶ νὰ στεροῦνται οἱασδήποτε ἐκτάσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, εἴτε διὰ τροποποιήσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, εἴτε λαμβάνων γνῶσιν τοῦ φακέλλου νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σταυρόπουλος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§55Σ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ὑπολείπεται παρὰ νὰ παρακαλέσω, τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τὴν ἐν λόγῳ κοινότητα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Φ. Μανουηλίδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§57Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ ζωτικωτάτου ζητήματος ἀφορῶντος τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμοὺς τῆς περιφερείας Ἕβρου καὶ χιλιάδας γεωργῶν, οἵτινες, ὡς γνωστὸν καλλιεργοῦν ἐντατικώτατα τὴν περιφέρειαν αὐτήν. Λυποῦμαι διότι δὲν παρίσταται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ παρίσταται, εὐτυχῶς, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πέρυσι λόγῳ τῶν πρωτοφανῶν πλημμυρῶν κατεστράφη καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ χειμερινὴ ἐσοδεία τῶν περιφερειῶν τοῦ Ἕβρου. Ἡ ἕνωσις γεωργικῶν συνεταιρισμῶν, Διδυμοτείχου, δι’ ἐγγράφων, δι’ ἐκκλήσεων, διὰ τηλεγραφήματος πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ζητεῖ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἂν δὲν ληφθῇ μία μέριμνα διὰ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἡ προσεχὴς καλλιέργεια δὲν δύναται νὰ συντελεσθῇ. Συγκεκριμένως, ἡ Γεωργικὴ Συνεταιριστικὴ Τράπεζα Διδυμοτείχου ὑπέβαλεν ἓν ἔγγραφον τοῦ ἐπάρχου Διδυμοτείχου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 20 Ἰουνίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰς καταστροφὰς ἔλαβε μέτρα πρόχειρα καὶ διένειμε σπορὰν διὰ τὴν ἐαρινὴν καλλιέργειαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τελεσφορήσῃ αὕτη. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτὴν θὰ μείνουν ἀκαλλιέργητα χιλιάδες γεωργικῶν στρεμμάτων, συνεπῶς δὲ ἡ παραγωγὴ δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ οὔτε διὰ τὸν σπόρον τοῦ ἐπιόντος. Ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι τῶν χωρικῶν εἶναι γνωστὸν ὅτι λόγῳ τοῦ καταστρεπτικωτάτου καὶ βαρυτάτου χειμῶνος εἰς χρέη εἶναι μεγάλαι, εἶναι φυσικὸν ὅτι καὶ ὁ σπόρος αὐτῶν θὰ πωληθῇ, διὰ νὰ καλυφθοῦν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀμέσου περιθάλψεως τῆς ὁποίας ἔχουν ἀνάγκην. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ πρόβλημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ προβλέψῃ διὰ τὴν ἔκτακτον κατάστασιν διότι εἰς τὰς παραμονὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ σπορά, καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀπὸ τοῦδε μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύουν οἱ γεωργικοὶ συνεταιρισμοί, τὴν περίπτωσιν τῆς διὰ δανείου ἐσωτερικοῦ οὐχὶ ἀπὸ τὰ συνήθη, ἀλλὰ δανείου 4–5.000.000 συμφώνως πρὸς τὰς στατιστικὰς τὰς ἐπισήμους, δανείου τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς γεωργοὺς διὰ τὴν ἀγορὰν σπορᾶς ἢ διὰ τὴν ἀπ’ εὐθείας διανομήν σπορᾶς, διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει καμμία ἰδιαιτέρα πρόβλεψις. Φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα ἤξιζε, κατ’ ἐμὲ ὅπως ἀπασχολήσῃ τὸ Σῶμα καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως....
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι κατὰ τὸν κανονισμόν.
§59Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον.... διότι δεδομένου ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ σώματος λίαν προσεχῶς θὰ τερματισθοῦν, δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἐνταντικὴ ἐργασία ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν ἀρχῶν τῆς Θράκης ἀνυπάρκτων τὴν στιγμὴν ταύτην, ὁπότε θὰ εἶναι ἀνάγκη τὸ κέντρον λόγῳ τῆς σταθερᾶς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποκεντρώσεως νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι μία φροντὶς, νὰ ἐπέλθῃ μία συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐβολιδοσκόπησα καὶ ἥτις φρονεῖ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δάνειον θὰ δοθῇ καὶ θὰ δοθῇ ἐγκαίρως διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ἀγαθὰ του ἀποτελέσματα ἐγκαίρως. Τελευτῶν, τονίζω ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος δι’ ὁλόκληρον περιφέρειαν τῆς Δ. Θράκης καὶ ἰδίᾳ διὰ τὰς περιφερείας Διδυμοτείχου καὶ Ὀρεστιάδος, σύμφωνα μὲ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξ ὁλοκλήρου νὰ μὴ καλλιεργηθοῦν, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι, βέβαιος ὅτι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι εὐρυτάτη, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν τόσοι λόγοι γίνονται περὶ βοηθείας καὶ ἐνισχύσεως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως». (ψηφίζεται τὸ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ταμείου συντάξεως ἐν γένει νομικῶν».
§61Δ. ΔΙΓΚΑΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς Κοινοβ. Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα ἐγώ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον τῆς Κοιν. Ἐπιτροπῆς, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγχωνεύσεως τῆς Κοινότητος Νέας Κίου εἰς τὸν Δῆμον Ἀργείων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως τῶν καθηγητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Ν. Δοκίμων». (ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 3978 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Δ)βρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1923 Ν. Δ. περὶ σχεδίου πόλεων κ.λ.π.». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως πλεονάσματος τῆς χρήσεως 1927–28». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνιαίου συντελεστοῦ προσθέτων εἰσαγωγικῶν τελῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς ἀξιοχρέου ἐν γένει ἐγγυήσεως πρὸς παραλαβὴν νημάτων ταπητουργίας ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ. (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν ῥυμοτομίαν καὶ διαμόρφωσιν τῆς ἐν Καβάλλᾳ πλατείας Μωχαμὲτ Ἀλῆ». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως δημοσιεύσεως ἐντύπων ἐχόντων περιεχόμενον πράξεις ἢ κατορθώματα ληστῶν». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεᾶς εἰς τὸ Γερμανικὸν Ἀρχαιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον δημοσίου γηπέδου ἐν Ἀθήναις». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2387 περὶ πνευματικῆς ἰδιοκτησίας». (ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαναστασίου.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐμφανίζει σαφῶς ἢ μᾶλλον ὁριστικὴν τὴν δημιουργικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους δὲν συνετάχθη ἀρχικῶς ἀπὸ τὴν νῦν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἐκτελέσῃ ἐπενεγκοῦσα μόνον ὀλίγας τροποποιήσεις. Μὲ δεδικαιολογημένην εὐχαρίστησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήγγειλε τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του θ’ ἀφήσουν περίσσευμα, ὅπως ἄφησαν περίσσευμα αἱ χρήσεις τῶν δύο προηγουμένων δημοσιονομικῶν ἐτῶν 1927–1928. Βέβαια ἡ ἐξασφάλισις ἰσοζυγίου εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν ἀποτελεῖ κἄτι κανονικὸν καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας ἐξάρσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον εἰς ὅλα τὰ Κράτη μετὰ μεγίστης δυσφορίας ἐπετεύχθη ἰσορρόπησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἡμᾶς ὅλως εἰδικῶς ἡ ἀνωμαλία κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον ὑπῆρξε μεγίστη. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1928–1929 καὶ ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ ὑπὸ ψήφισιν προϋπολογισμοῦ ὀφείλονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν χρῆσιν τοῦ 1927–1928, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἕνα νέον σταθμὸν δημοσιονομικὸν διὰ τὸ Κράτος, ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν ἀνισορροπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξησφάλισεν ὄχι ἰσοζύγιον, ἀλλὰ ἕν σοβαρώτατον περίσσευμα διὰ τὸν ὑπὸ ψήφισιν προϋπολογισμόν. Ἠμπορεῖ μάλιστα νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ συντάκτου τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–1928, ἐπιθυμία νὰ ἐξασφαλίσῃ περίσσευμα, ἦτο ἀνωτέρα τῆς ἀπαιτουμένης ἀνάγκης, διότι εἰς ἐποχὰς οἰκονομικῆς στενοχωρίας, σκοπὸς τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι ἡ ἐξασφάλισις περισσευμάτων, περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ηὔξησαν τὴν πίστιν ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρέστησαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου.... ὅτι πράγματι ἦτο καὶ πιθανὸν νὰ ἔδωσε τὸ περίσσευμα αὐτὸ ἀφορμὴν εἰς κακὴν ἐκτίμησιν τῆς ἱκανότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν διατύπωσιν μεγαλειτέρων ἀξιώσεων.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ περίσσευμα προέκυψε πρὸ ὀλίγων μηνῶν.
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περιμένετε, κ. συνάδελφε, ὀλίγον. Δὲν ἔχει σημασίαν, τὸ ὅτι τὸ περίσσευμα πραγματοποιεῖται βραδύτερον, διότι εἶναι ὁ τρόπος τῆς οἰκονομικῆς μας διαχειρίσεως, ὁ ὁποῖος ἀναγκαίως συντελεῖ, ὥστε ἡ πιστοποίησις περισσευμάτων, νὰ γίνεται πολὺ βραδύτερον ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος. Ἀλλ’ ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ἦτο δικαιολογημένος νὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ περισσευμάτων, διότι αἱ προηγούμεναι ἀνωμαλίαι εἶχον δημιουργήσει ζημίας εἰς τὴν Ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ τὸ Κράτος, διότι ἐπὶ πλέον ἐπρόκειτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος ἡ ὁποία θ’ ἀπετέλη τὴν βάσιν εἰς τὸ μέλλον τῶν οἰκονομικῶν συναλλαγῶν καὶ διότι τρίτον, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1927–28 ἔπρεπε νὰ τεθοῦν αἱ βάσεις πρὸς ὑπολογισμὸν καὶ τῶν διαφορῶν τῶν ἀμέσως ἑπομένων χρήσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν ἦτο ἀσφαλής. Ἡ ἐξασφάλισις ὅμως αὕτη τῶν ἰσοζυγίων, ἐπραγματοποιήθη μὲ μίαν σοβαρὰν ἐπιβάρυνσιν εἰς φόρους καὶ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐν συγκρίσει μὲ τὸ ἔτος 1926–27 ἀνέρχονται περίπου εἰς 2.000.000.000, ἡ διαφορὰ δηλαδὴ τῶν εἰσπράξεων, ἐκτὸς τόκων καὶ πολεμικῶν ἀποζημιώσεων, ἡ διαφορὰ τῶν προηγουμένων εἰσπράξεων τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τὰς πραγματοποιηθείσας τὸ 1926–27 ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν εἶναι ἀνώτεραι κατὰ 2.000.000.000 περίπου. Πέρυσι ἦσαν ἀνώτεραι κατὰ 1.800.000.000. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὰ δάνεια ἀπὸ τὰς πολεμικὰς ἀποζημιώσεις. Αὐτὴ ἡ ἐπὶ πλέον αὔξησις τῶν ἐσόδων εἶναι μία πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα αἴτια, ὅπως αἱ θεομηνίαι εἶναι λέγω μία αἰτία, ἡ ὁποία προκαλεῖ εἰς πολλὰς τάξεις στενοχωρίαν, διότι εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ὅλον μας τὸ φορολογικὸν σύστημα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ συλλαμβάνῃ πράγματι τὸ εἰσόδημα ἀπὸ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους θέλει νὰ τὸ εἰσπράττῃ, διότι δὲν θίγει τοὺς φορολογουμένους σύμφωνα μὲ τοὺς σκοποὺς τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πῶς ἀντιμετωπίζει ὁ σημερινὸς προϋπολογισμὸς τὴν κατάστασιν; Ἡ Κυβέρνησις ἐφ’ ὅσον βλέπει ὅτι τὰ δημόσια βάρη πιέζουν ὑπερβολικὰ τὸν λαὸν ἔχει διάφορα μέσα νὰ ἐπηρεάσῃ εὐνοϊκῶς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν. Ἠμπορεῖ νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας, νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ φοροτεχνικὸν σύστημα ὥστε νὰ ἔχῃ μεγάλα ἔσοδα. Ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογίαν καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ ἐν γένει τὴν οἰκονομικὴν ζωήν, νὰ αὐξήσῃ δηλαδὴ τὴν παραγωγήν, διότι μόνον ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς, θετικῶς ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ λύσιν ὁριστικὴν εἰς μίαν περίοδον οἰκονομικῆς κρίσεως. Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσον αἰσιόδοξοι ὥστε νά φαντάζωνται ὅτι εἶναι δυνατὸν ὕστερα ἀπὸ τὰς ἀποπείρας ποὺ δὶς ἢ τρὶς ἐκάμαμεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν σοβαρὰ ἀποτελέσματα διὰ περικοπῆς τῶν θέσεων. Δὲν πρόκειται περὶ περικοπῆς μισθῶν, διότι τώρα πλέον πρέπει νὰ ἔχωμεν αὐξήσεις τῶν μισθῶν καὶ οὐχὶ περικοπὰς αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἀντιλαμβανόμενος καὶ ἐγὼ πόσον ὀλίγον ἐργάζονται οἱ ὑπάλληλοι, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ ἀκόμη μία προσπάθεια διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἡμερῶν εἶπεν ὅτι ἐλπίζει, ὅτι διὰ τῆς οἰκοδομῆς κατὰ διάφορον τρόπον τῶν ὑπουργείων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβλέπωμεν τὴν ἐργασίαν τῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν ἀπόδοσιν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν, νὰ ἔχωμεν περιορισμὸν θέσεων. Καὶ ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι μία τοιαύτη διαρρύθμισις εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως γενικῶς οἰκονομικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως θέσεως τοῦ Κράτους, ἐφαρμογῆς τῆς νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως διὰ νὰ δώσωμεν ἕν μέρος τῶν δικαιοδοσιῶν τοῦ κέντρου εἰς αὐτήν. Αὐτὴ δὲν θὰ φέρῃ ἐλάφρυνσιν τοῦ λαοῦ, θὰ ἐπιφέρῃ ὅμως περιορισμὸν τῶν θέσεων, διότι πάλιν τὰ ἔξοδα τῆς νομαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως θὰ καταβληθοῦν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν λαόν· ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῇ ὁ δημόσιος προϋπολογισμός, ἀλλὰ θὰ λύῃ τὰ ζητήματά του ὁ λαὸς καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν τὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὅπως τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια, αἱ κοινότητες, τὰ γεωργικὰ ἐπιμελητήρια καὶ ἄλλοι ὀργανισμοί, νὰ ἔχουν ἰδιαίτερα ὄργανα εἰσπράξεως, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εὐχάριστον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ φορογουμένοι δὲν θὰ ᾐσθάνοντο τὴν κρατικὴν φορολογίαν, ὅπως τὴν αἰσθάνονται σήμερον, διότι ἡ ὠφέλεια ἐκ δαπανῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι ἀμεσωτέρα εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ οὕτω εἶναι πλέον εὐπρόσδεκτα τὰ βάρη ἐκ τοιαύτης φορολογίας· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν περιορισμοὶ δαπανῶν διὰ περικοπῆς ὡρισμένων θέσεων, ἐξ ἄλλου εἶναι ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον, ὅτι βαίνομεν πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀναγκαστικῶς. Ἔχομεν ἤδη ὑπὸ συζήτησιν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων διότι ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις. Κατὰ τὴν συζήτησιν πάντως ἐπ’ αὐτοῦ θ’ ἀναπτύξω καὶ ἐγὼ τὰς γνώμας μου.
§67Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐκόψαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν 100 θέσεις ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, αἵτινες ἦσαν ἄχρηστοι. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προεκηρύχθη διαγωνισμὸς διὰ 150 ἐφοριακοὺς γραμματεῖς, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία λέγει, ὅτι εἶναι ἄχρηστοι.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ηὐξήσαμεν τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, αἱ δὲ φοροτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι λέγουν, ὅτι ἔχουν ἀνάγκην ὑπαλλήλων.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῦν ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι ἄχρηστοι, ποῖος προκήρυξε τὸν διαγωνισμόν; Δὲν ὑποθέτω, ὅτι τὸν προεκήρυξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀναγνωρίζεται γενικῶς, ὅτι ἡ ἀποτυχία τοῦ συνθετικοῦ φόρου καὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτέλειαν, κατὰ μέγα μέρος, εἰς τὴν ἀτέλειαν τῶν ἐφοριακῶν μας ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ὅλην τὴν περικοπὴν ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ ἐκεῖ αὔξησιν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν αὔξησιν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Τὰ δημόσια ἔργα ἔχουν ἓν ἔλλειμμα ὑπαλλήλων περίπου 50%, δηλαδὴ ἐπὶ 283 θέσεων μόνον 150 θέσεις εἶναι κατειλημμέναι. Σήμερον, προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πρόγραμμα τῆς ὁδοποιΐας, ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλειτέρου προσωπικοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ προσωπικὸν ἐδῶ, εἶναι εἷς ἄλλος κόμβος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔχωμεν, μὲ τοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους δίδομεν. Ὥστε ἐκεῖ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐξήσεις τοῦ μισθοῦ ὑπαλλήλων καὶ αὐξήσεις ἐν γένει μισθοδοσίας, διότι καθ’ ἡμέραν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλοι, στεροῦνται τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των, διὰ νὰ καταλάβουν θέσεις εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι ἐκεῖ λαμβάνουν πενταπλάσιον μισθόν. Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ καλοὺς ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ αὐξήσωμεν σοβαρῶς τοὺς μισθούς. Ἄλλοτε, ὅταν συνεζητήθη μία ἐπερώτησις διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, ἐτόνισα καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν τὸ Κράτος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ ὁ ἐργολήπτης τῶν ἔργων ὁδοποιΐας δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀφοῦ δὲν ἦτο τεχνικὸς οἶκος. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ὀργανώσῃ τὸ Κράτος ὑπηρεσίαν, νὰ ἐπιβλέπῃ τὰ ἔργα αὐτὰ καὶ νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην αὐτήν τὸ Κράτος, ἀπολαμβάνον ἕν μέρος τῶν γενικῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον περιήρχετο ἀδικαιολογήτως εἰς τὸν ἐργολήπτην, οὕτως ὥστε, νὰ κατορθωθῇ νὰ λείψῃ ἡ ἐπίβλεψις τῶν ἔργων καὶ νὰ λείψῃ ἡ ἐπίβλεψις αὐτῶν διὰ τρίτων χειρῶν. Ὅλη ἡ σημερινὴ πολιτικὴ οἰκονομία στηρίζεται εἰς τὸ νὰ λείψουν οἱ σημερινοὶ ἐνδιάμεσοι. Τὸ συμβούλιον δημοσίων ἔργων ἔδωσε τὴν σχετικὴν γνωμοδότησιν, ἡ ὁποία συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Λοιπόν, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν αὔξησιν δαπανῶν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια. Αὔξησις δαπανῶν, θὰ εἶναι καὶ ἡ πραγματοποίησις τοῦ ὑπολοίπου τμήματος τοῦ παραγωγῆς δανείου.
§71Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λέγω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπηρεσία τοῦ δανείου.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ αὐτὸ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας. Εἶπον, ὅτι τὸ Κράτος μπορεῖ νὰ ἐπιδιώξῃ φοροτεχνικὰς μεταβολάς. Καὶ πράγματι ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε νὰ κάμῃ φορολογικὰς μεταβολάς, ἵνα βελτιώσῃ κἄπως τὴν κατάστασιν. Καὶ αἱ φοροτεχνικαὶ αὐταὶ μεταβολαὶ εἶναι γνωσταί· ἀπαλλαγὴ διὰ καθυστερήσεις φόρων. Ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις ἔκανε τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν καταθέσεων καὶ ἀπέδωκε κολοσσιαίαν σημασίαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ἐλέγχου τῶν καταθέσεων. Διέκοψα δὲ καὶ τὸν ἀγορεύοντα καὶ εἶπα, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἡ ὁποία τοῦ ἀπεδόθη, ὅτι δηλαδὴ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐλέγχου τῶν καταθέσεων πρόκειται νὰ εἰσρεύσουν κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§73Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπομεν ὅτι ἐὰν ὁ μὴ σεβασμὸς τοῦ ἀπορρήτου τῶν Τραπεζῶν θεωρῆται ὡς ἕν τῶν κωλυμάτων, καὶ νομίζομεν ὅτι θεωρεῖται πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν. Δὲν ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν σεβασθῇ τὸ ἀπόρρητον, θὰ ἀνοίξῃ πακτωλούς.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐτονίσθη ὑπερβολικὰ καὶ ἀπὸ σᾶς καὶ ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐξασφαλιζομένου τοῦ ἀπορρήτου τῶν καταθέσεων, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν κεφαλαίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν μίαν αὔξησιν οἰκονομιῶν.
§75Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον, ἐὰν ἄλλαι χῶραι μὴ ἔχουσαι οἵαν ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην κεφαλαίων, δὲν διστάζουν νὰ σεβασθοῦν τὸ ἀπόρρητον χάριν τῆς εἰσροῆς κεφαλαίων, θὰ ἦτο σφάλμα κεφαλαιῶδες, ἐὰν δὲν τὸ ἐπράττωμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐὰν κάμωμεν αὐτὸ θὰ εἰσρεύσουν κεφάλαια.
§76Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίαν, ἐὰν τὸ ἀπόρρητον τῶν κεφαλαίων πρέπῃ νὰ εἶναι σεβαστὸν καὶ ἐὰν εἶναι πρακτικὸν νὰ εἶναι σεβαστὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὕστερα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν τῆς μεγάλης ἀποκρύψεως τοῦ κινητοῦ πλούτου. Ὁ ἔλεγχος τῶν καταθέσεων τῶν Τραπεζῶν τὶ ἐπίδρασιν εἶχεν; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ταμιευτήριον δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπίδρασιν, διότι δὲν φορολογεῖται. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ κίνησις τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ 1927 εἴχομεν καταθέσεις ὄψεως τραπεζῶν (ἀναγινώσκει).
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀναγωγή.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὶ ἀναγωγή;
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἱ καταθέσεις εἰς χρυσόν, ἐπειδὴ ἦσαν ἀναγεγραμμέναι εἰς ἰσολογισμοὺς εἰς τὸ ἄρτιον σήμερον.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι εἶναι 900 ἑκατομμύρια οὐσιαστικὴ διαφορά.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (ἀναγινώσκει). Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ ἀπόρρητον τῶν καταθέσεων δὲν εἶναι καὶ σπουδαῖον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει πράγματι τὰ κεφάλαια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ εἰσρεύσουν εἰς τὸ ἐσωτερικῶν εἶναι ἄλλο.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἄλλο.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κυρίως ἄλλο εἶναι ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία, ἡ διατάραξις τῶν ἐννόμων σχέσεων. Ποία εἶναι ἡ αὐθαίρετος διατάραξις τῶν ἐννόμων σχέσεων; Ἦτο ἡ ἐπέμβασις εἰς τὰς καταθέσεις καὶ ἡ ἀπειλὴ τῆς μειώσεως τοῦ τόκου τῶν διαφόρων ὁμολογιῶν.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ἐπί τινα χρόνον μία ἀνωμαλία. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν πρόκειται διὰ τὸ μέλλον νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ νομίζω ὅτι ἀσκεῖ μίαν ἐπίδρασιν εἰς τὰ φυγαδευόμενα κεφάλαια. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς φοροτεχνικὰς μεταβολάς, ποῖαι εἶναι αἱ ριζικώτεραι φορολογικαὶ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν; Τοιαῦται μεταβολαὶ εἶναι δύο: Πρῶτον εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος καὶ δεύτερον περαιτέρω ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τῶν ἐπιτηδευμάτων;
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἐλάττωσις 20%. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν ἔχω διάφορον γνώμην. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τὰ ἐπιτηδεύματα εἶναι ὑπεκφυγὴ μεγάλων κερδῶν τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων διὰ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἦτο γενικῶς ἐπιζήμιον. Αὐτὸ βέβαια εἶναι μία ἐλάφρυνσις.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον ἐπῆλθε μία ἐλάττωσις 50%.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα ἐκεῖ μίαν αὐστηροτάτην ἐφαρμογήν, καὶ θὰ ἤθελα, ἐὰν θέλετε ἀκόμη καὶ ἐλάττωσιν τοῦ ἀπαλλασσομένου ἐλαχίστου ὁρίου, θὰ ἤθελα ἐλάττωσιν διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπαγωγὴν εἰς τὸν συνθετικὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἴσως νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ μεγαλειτέραν ἴσως ἐλάφρυνσιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου νὰ συνδυάζεται μὲ τὴν καταβολὴν μακροτάτων ποσοστῶν φορολογίας εἰς τὰ εἰσοδήματα. Ὅταν εἰς ἄλλας τάξεις φορολογουμένας δὲν λαμβάνει καθόλου ὑπ’ ὄψιν τὸ ὅριον τῆς συντηρήσεως ὁ συνθετικὸς φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἐκεῖθεν δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον θὰ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐπιτηδεύματα εἰς τὴν συνθετικὴν φορολογίαν ἀνεξαρτήτως τῆς πηγῆς αὐτῶν. Καὶ ὅταν λέγω αὐτά, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅλα τὰ ἐπιτηδεύματα τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ τὴν κατοχὴν χρεωγράφων ἀπαλλασσομένων ἀπὸ τὸν φόρον. Διότι ἅμα ἀπαλλάξωμεν ἕν δάνειον ἀπὸ φόρον ἐννοοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὸν φόρον καί.....
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπαλλάσσονται αὐτὰ ὅπου ρητῶς τὸ λέγει ὁ νόμος.
§91Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κυρίως ἀπὸ τὸν συνθετικὸν ἀπαλλάσσονται τὰ ἀνταλλάξιμα, τὰ ἄλλα δὲν ἀπαλλάσσονται.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα συνεζητήθη, ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἀπαλλάσσονται τοῦ συνθετικοῦ.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὸν ἀναλυτικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος θὰ ἤθελα νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ μερικὰ μέσα κἄπως αὐστηρότερα διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ συλλάβωμεν τὰ διαφεύγοντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπως εἶναι ἡ δημοσιότης τῶν φορολογιῶν, ὅπως εἶναι ἡ καθιέρωσις βιβλιαρίου φορολογικῶν ἀναγκῶν διὰ δημοπρασίας.
§94Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφαρμόζεται ἡ δημοσιότης εἰς τὰς ἐφορίας.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐν σχέσει μὲ τὸν φόρον τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν κατέστη πλέον ὥριμον διότι ἔχετε καὶ διαμαρτυρίας ξένων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Κατέστη πλέον ὥριμον, διότι πρέπει νὰ φορολογεῖται ὄχι τὸ τοκομερίδιον ἀλλὰ τὸ κέρδος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν.
§96Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς;
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι μόνον τὸ πόρισμα, ἀλλ’ ἔχω τὰ γεγονότα. Ἐνῷ αἱ ξέναι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διαδικασίαν αὐτὴν καὶ διαμαρτύρονται καὶ δικαίως, διότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνισότης ἡ μεγάλη μεταξὺ ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ὅσον μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι πράγματι μέγα μέρος τῶν κερδῶν φεύγει.
§98Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον.
§99Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ γίνῃ ὅπως εἶπα φορολογικὴ μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ σύνθεσις τοῦ τόπου διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὴν πολιτική της ἐπὶ τῆς συνθέσεως αὐτῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ δημιουργία ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν αἱ ὁποῖαι καὶ λόγῳ τῆς παραχωρηθείσης ἐκτάσεως γῆς καὶ λόγῳ τῶν ὀλίγων μέσων τὰ ὁποῖα διαθέτουν καὶ λόγῳ ἄλλων δυσμενῶν συνθηκῶν εὑρίσκονται εἰς ἐξαιρετικὰ στενόχωρον θέσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἴσως χαρακτηριστικὸν τῆς μεταβολῆς τῆς οἰκονομικῆς μας συνθέσεως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Τὸ ⅓ τῶν γεωργικῶν καὶ γενικῶς τὸ ¼, διότι δὲν ἔχομεν ἀκριβεῖς στατιστικὰς διότι ἔχομεν 240.000 ἀγκατασταθεισῶν οἰκογενειῶν προσφυγικῶν καὶ ἀγροτικῶν αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸν ἀέρα διότι τὰ βάρη εἶναι μεγάλα, διότι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτουν εἶναι μικρά, διότι αἱ συνθῆκαι αἱ λοιπαὶ εἶναι ἀτελεῖς καὶ ἀπὸ τὴν στερέωσιν αὐτὴν τῶν γεωργικῶν οἰκογενειῶν ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ τόπου καὶ ἀκόμη περισσότερον ἡ οἰκονομικὴ προαγωγὴ τοῦ τόπου αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον χαρακτηριστικόν. Ἄλλο στοιχεῖον τὸ ὁποῖον βγαίνομεν ἀπὸ τὴν μελέτην τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος ποῖον εἶναι; Εἶναι, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἴχομεν, λόγῳ τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς καὶ λόγῳ τῶν τυχαίων γεγονότων, εἴχομεν μίαν βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν ὄχι ὑγειᾶ, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀσφαλοῦς βάσεως, καὶ ἐξ’ ἄλλου ἔχομεν ὡς ἀσφαλὲς δεδομένον, ὅτι Γεωργικὴ Οἰκονομία, ἡ ὁποία καθυστέρησεν καὶ καθυστερεῖ ἀκόμη ἔχει δυνατότητα προαγωγῆς καὶ αὐξήσεως. Αὐτὰ εἶνε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ μελετητὴς τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἔχομεν δηλ. γεωργικὴν παραγωγήν, ἔχομεν μίαν ἀνάπτυξιν ἀνθυγιεινήν βιομηχανικῆς συγκεντρώσεως εἰς τὰς πόλεις, ἔχομεν ἕνα ἀριθμὸν ἑκατοντάδων χιλ. γεωργικῶν οἰκογενειῶν καὶ εὑρίσκονται ἐν κακῇ καταστάσει. Ἐὰν κρίνῃ κανεὶς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ σήμερον, ὄχι ὅλου, διότι ἔχομεν καὶ περιφερείας ὅπου ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς εὐημερεῖ, ἐὰν κρίνωμεν κατὰ μέσον ὅρον, καὶ ἰδίως εἰς τὰς περιφερείας αἱ ὁποῖαι δὲν παράγουν ἐκλεκτὰ προϊόντα, θ’ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι σοβεῖ μιὰ μεγάλη οἰκονομικὴ κρίσις, ἡ ὁποία ἠπορεῖ νὰ φέρῃ καὶ μεγάλην οἰκονομικὴν κρίσιν. Ἐὰν ὑπάρχουν πληθυσμοὶ συμπαγεῖς, πεινῶντες πραγματικῶς, αὐτοὶ δὲν εὑρίσκονται τόσον εἰς τὰς πόλεις, ὅσον εὑρίσκονται εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐκεῖ ὑπάρχει εἰς μεγάλον βαθμὸν ἀνησυχία καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει κοινωνικὸς κίνδυνος, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ δυνατότης ἀναπτύξεως τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας μας. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἔκαμε τὴν δασμολογικὴν μεταβολήν. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, αὕτη διεξαχθεῖσα εἰς 3 συνεδριάσεις μᾶς ἔφερε εἰς ὀξυτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον πείθομαι ὅτι ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἦτο ἐπιβλαβὴς, ἡ ὁποία ἐζημίωσε τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους καὶ θέτει εἰς κίνδυνον τὰς χιλιάδας τῶν γεωργικῶν οἰκογενειῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν ἄλλην μεταβολήν. Κατήργησεν ὅμως τὸν φόρον τοῦ ὑπερτιμήματος. Καὶ περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶχε καταστῇ ἀφόρητος ὁ φόρος τοῦ ὑπερτιμήματος, ἐπεβάλλετο νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ μὲ ἕνα φόρον ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἀκινήτων, ὁ ὁποῖος βαρύνει καὶ τοὺς ζημιουμένους καὶ τοὺς ὠφελουμένους ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν ἀξιῶν τῶν ἀκινήτων. Καὶ ἐνῶ βλέπω καί εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ γενικῶς νὰ γίνεται ἕνας μεγάλος θόρυβος περὶ τῆς δυσβαστάκτου ἀμέσου φορολογίας, τῆς πλητούσης καὶ τὰς βιομηχανικὰς καὶ τὰς ἐμπορικὰς καὶ τὰς ἄλλας ἀστικὰς τάξεις, δὲν λαμβάνεται ἐπαρκῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἔγγειος φορολογία, ἡ ὁποία δὲν ἀποδίδει παρὰ 90.000.000, εἶναι δυσβαστακτικωτέρα, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα, πολὺ βαρυτέρα, ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ἄμεσον φορολογίαν καὶ εἶναι πολὺ βαρυτέρα, διότι ὅπως σᾶς εἶπα ἡ φορολογία αὐτὴ δὲν λαμβάνει καθόλου ὑπ’ ὄψιν ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως. Γίνεται σκέψις περὶ μεταβολῆς τῆς ἐγγείου φορολογίας. Αὐτὴ ποῖα εἰσοδήματα πλήττει; Τὰ δημητριακά, λαχανικὰ καὶ ὀπώρας, διότι τὰ ἄλλα ὑπάγονται εἰς εἰδικὴν φορολογίαν. Εἶναι βεβαίως μικρὰ ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ φορολογία αὐτή, τὴν ὁποίαν ὑπεβιβάσαμεν εἰς 3% περίπου, ἀλλὰ 3% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς 3% δὲ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς γνωρίζετε πόσον δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὴν καθαρὰν παραγωγήν;
§100Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς πόσον;
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ἔχετε μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐξήτασε τὴν ἔγγειον φορολογίαν καὶ ἀναφέρεται ἀπολογισμὸς τοῦ διευθυντοῦ τῆς γεωργικῆς σχολῆς Λαρίσσης, ὁ ὁποῖος λέγει τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν παραγωγὴν σιτηρῶν εἶναι 405 καὶ τὰ ἔσοδα εἶναι 400. Δηλαδὴ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς παραγωγῆς εἶναι μεῖον 5. Αὐτὸ δὲ τὸ βγάζει διότι ὑπολογίζει τὴν ἀξίαν τῆς γῆς τὴν ὁποίαν ὅπως σᾶς εἶπον, 250.000 οἰκογένειαι χρεωστοῦν. Δὲν εἶναι ὅπως οἱ ἄλλοι παραγωγοὶ τῆς Ἑλλάδος οἱ ὁποῖοι δὲν χρεωστοῦν κατὰ κανόνα τὴν ἀξίαν τῆς γῆς. Αὐτοὶ ὀφείλουν τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, τὰ ἐργαλεῖα καὶ ἄλλα ἀκόμη τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν διὰ τὴν συντήρησίν των. Λοιπὸν λόγῳ τῶν κλιματολογικῶν συνθηκῶν, διότι ἀκόμη δέν κατωρθώσαμεν νὰ καλλιεργοῦμεν τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἐντατικῶς, ἡ φορολογία ἡ μικρὰ φαινομένη τῆς ἐγγύου παραγωγῆς πλήττει βαρύτατα τὸν γεωργικὸν κόσμον ὁ ὁποῖος παράγει δημητριακοὺς καρπούς· ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει μορφὴν γεωργικοῦ κράτους διότι χαρακτηριστικὸν τῶν γεωργικῶν κρατῶν εἶναι ὅτι ἐξάγουν καὶ ὄχι εἰσάγουν ὅπως ἡ Ἑλλάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ μέγα μέρος πλήττεται μοιραίως ὁλοτελῶς ἡ γεωργικὴ παραγωγή, ἐνῷ ἡ προσπάθεια τοῦ κράτους ἔπρεπε νὰ εἶναι, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ καλλιέργεια τοῦ σίτου διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἄμεσα ἀποτελέσματα. Ἴσως εἶναι τὸ μόνον προϊὸν μὲ τὸ ὁποῖον μὲ σχετικῶς ὀλιγωτέραν δαπάνην καὶ μὲ σχετικῶς μικροτέραν προσπάθειαν, παρ’ ὅ,τι ἀπαιτεῖται δι’ ἄλλα προϊόντα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μεγαλείτερα ἀποτελέσματα. Βεβαίως τὸ κλίμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι κατάλληλον δι’ ἐκλεκτὰ προϊόντα διὰ καπνόν, διὰ σταφίδα, δι’ ὀπώρας ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον αἱ ἐκτάσεις ὅλαι νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ τοιαῦτα εἴδη καὶ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν κατανάλωσιν ἐκλεκτῶν προϊόντων. Ἤδη εἰς τὸν καπνὸν ἔχομεν μίαν ὄχι σχετικὴν ὑπερπαραγωγήν, ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὰς συναλλαγὰς τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἔχομεν μίαν παραγωγὴν μεγάλην καὶ ἐγείρεται ἡ ἀξίωσις ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ. Εἰς τὴν σταφίδα ἐπίσης ἔχομεν φθάσει εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον, ἰδίως μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς οἰνοποιΐας εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ τῆς πωλήσεως εἰς ξηρὰν μορφὴν τῆς σταφίδος τῆς Καλιφορνίας, ἔχομεν καὶ ἐκεῖ ὑπερπαραγωγὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ σῦκα καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐντείνωμεν ὅσον ἠμποροῦμεν τὴν συκοκαλλιέργειαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ μεγάλο πλεονέκτημα, ὅτι τὴν κατανάλωσιν μᾶς τὴν ἐξασφαλίζει τὸ ἐσωτερικὸν. Βεβαίως δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἰδέας τῆς αὐταρκείας, τῆς αὐτοτελείας. Δὲν ὑπάρχει Κράτος οἰκονομικῶς αὐτοτελές. Ὅλα ἀλληλοεξαρτῶνται καὶ κάθε Κράτος ἔχει συμφέρον νὰ παρέχῃ ἐκεῖνα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ προσκομίσουν καὶ τὰ μεγαλύτερα κέρδη. Ἀλλὰ ἡ δυνατότης τοῦ κέρδους ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δυνατότητα τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὡρισμένη κατανάλωσις, ἔχομεν μεγαλύτερον συμφέρον, νὰ ἔχωμεν προϊόντα τὰ ὁποῖα δὲν εἶνε ἐκτεθειμένα εἰς κρίσεις μεγάλας. Δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῆς καλλιεργείας τῶν σιτηρῶν θὰ ἔχῃ τὸ μέγιστον πλεονέκτημα, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ μίαν σταθερότητα μεγαλυτέραν εἰς τὴν οἰκονομικήν μας ζωήν, ἡ ὁποία μᾶς λείπει, ἀκριβῶς, διότι παράγομεν ἐκλεκτὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἶνε ἐκτεθειμένα εἰς κρίσεις, λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ προκύψουν εἰς τοὺς τόπους καταναλώσεως. Λοιπὸν ὡς πρὸς ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶνε ἡ πρέπουσα. Πρόκειται τώρα νὰ γίνῃ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια, καὶ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐὰν εἶναι ὀρθὸς ὁ τρόπος τῆς διαρρυθμίσεως. Ἀλλὰ ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργικὴν παραγωγήν, πρέπει νὰ ἐλαφρύσωμεν τὰ βάρη τὰ ὁποῖα βαρύνουν τὸν γεωργικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος πάσχει, καὶ τὰ βάρη αὐτὰ εἶνε ἀκόμη μεγαλύτερα διὰ τὴν σιτοκαλλιέργειαν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῇ πάσῃ θυσίᾳ τῆς φορολογίας. Πρόκειται περὶ 90.000.000 καὶ πρέπει νὰ τὰ εὕρωμεν, νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον ὁ ὁποῖος πιέζει τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα προϊόντα δὲν βαρύνονται ὀλίγον. Εἶνε ὁ καπνός, τὸ σπουδαιότερον ἐξαγωγικὸν προϊόν, τὸ ὁποῖον τὸ ἔχομεν κυριολεκτικῶς φορολογικῶς ἀφαιμάξει, ἰδίως κατὰ τὰ ἔτη 23, 24, 25, 26, ὁπότε τὸ δυσβάστακτον βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐβάσταξεν ἡ καπνοκαλλιέργεια, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βαστάξῃ ἐπ’ ἄπειρον, διότι τὰ ἀνταγωνιζόμενα ἡμᾶς Κράτη φορολογοῦν μὲ 2–3% τὸν καπνόν· καὶ ἑπομένως καὶ ἐκεῖ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία σκέψις ριζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἐὰν ἐξετάσητε τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ γενικῶς καὶ τὸν εἰσπραττόμενον φόρον, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἕνα μέρος τῆς παραγωγῆς διαφεύγει, καὶ διαφεύγει ὄχι πρὸς ὄφελος τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἐμπόρου. Πρέπει νὰ μελετηθῇ, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ὥστε νὰ περιορισθῇ ἀκόμη περισσότερον αὐτὸ τὸ λαθρεμπόριον, ὥστε νὰ ἐλαττωθῇ σχετικῶς ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς δυνατότητος, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀφήνωμεν ἐκτεθειμένην τὴν σπουδαιοτέραν παραγωγὴν νὰ ὑπερφαλαγγισθῇ ἀπὸ τὰ προϊόντα ἄλλων Κρατῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν μελετηθῇ τὸ ζήτημα θὰ εὑρεθῇ μία λύσις. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ φόρος ὁ ἔγγειος διὰ τὸ ποσὸν τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ κατεβάλλετο εἰς τὰ τελωνεῖα. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἁπλοῦν πρᾶγμα· ἔχει ἀνάγκην μεγάλης μελέτης διότι εἶναι πολλαὶ αἱ ποικιλίαι τοῦ καπνοῦ καὶ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα ὑπάρχει κίνδυνος διαφυγῆς διὰ τῆς κακῆς διαβαθμίσεως τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ. Ἀλλὰ πάντως εἶνε ἄξιον σοβαρωτάτης μελέτης. Καὶ διὰ τὰ ἄλλα πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἔχομεν μίαν μεγάλην καὶ σοβαρωτάτην εἴσπραξιν καὶ διὰ τὴν σταφίδα καὶ διὰ τὸ λάδι, πρέπει δὲ νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἡ φορολογία εἶναι αἱματηρά. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ γεωργικοῦ κόσμου καὶ κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ ἀποδίδῃ ἀρκετὰ εἶναι πράγματι καταστρεπτικός, αἰρόμενος δὲ θέλει ὠφελήσῃ γενικῶς τὸν γεωργικὸν κόσμον. Διότι καὶ οἱ καπνοπαραγωγοὶ παράγουν σιτηρὰ καὶ οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ καὶ οἱ πλεῖστοι ἐκ τοῦ γεωργικοῦ κόσμου. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ληφθῇ μία φροντὶς περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου μὲ τὰς συμβάσεις. Διότι θὰ πρέπει ἐκεῖ νὰ μελετηθῇ ποῖαι εἶναι αἱ βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ εὐδοκιμήσουν, ἄν καὶ ὁ δασμὸς ἔχει τὸν ἐκπαιδευτικόν του χαρακτῆρα δηλαδὴ ἀποβλέπει νὰ ἰσοσταθμίσῃ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ προηγμένα βιομηχανικὰ κράτη, εἴτε λόγῳ εὐκολίας κεφαλαίων, εἴτε λόγῳ καλλιτέρας συγκοινωνίας, εἴτε λόγῳ ἱκανότητος καὶ δεξιότητος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἐπιβάρυνσις ἐπὶ πλέον. Αὐτὰ προκειμένου περὶ τῶν συμβατικῶν δασμῶν. Προκειμένου περὶ τῶν μὴ συμβατικῶν, εἶνε ἀνάγκη νὰ διευκολυνθῇ τὸ Κράτος νὰ κάμῃ συμβάσεις. Οἱ γενικοὶ δασμοὶ ἔχουν σκοπὸν νὰ διευκολύνουν τὸ ἐμπόριον καὶ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν εὐκόλως συμβάσεις εὐνοϊκάς, πρέπει νὰ γίνῃ μία ἀναθεώρησις.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔγινε ἀλλὰ δὲν διώρθωσε τὸ ζήτημα. Πρέπει νὰ πάρητε τὰ λιπάσματα. Τὰ λιπάσματα εἶναι πρώτη ὕλη διὰ τὸν γεωργὸν διὰ ποῖον λόγον τὰ φορολογῆτε;
§104Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν κατηργήσαμεν τὴν φορολογίαν διὰ τοὺς συνεταιρισμούς.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον γενικώτερον καὶ ἐπέμενον καὶ ἄλλοτε. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἄμεσον ἐξάπλωσιν τῶν λιπασμάτων, πρέπει νὰ ἔχωμεν μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν.
§106Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀτέλεια ἡ διδομένη εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς τονώνει τὸ συνεταιρικὸν πνεῦμα.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ λιπάσματα εἶναι διὰ τὸν γεωργὸν ἡ τροφή, ὅτι εἶναι ὁ ἀέρας διὰ τὸν ἄνθρωπον. Πρέπει νὰ τοὺς πείσωμεν, ὅτι τὰ λιπάσματα εἶναι χρήσιμα· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπείσθησαν, νομίζω, ὅτι ἡ παροχὴ τοῦ πλεονεκτήματος τῶν συνεταιρισμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄμεσα ἀποτελέσματα. Διότι ξεύρω περιφερείας αἱ ὁποῖαι κάμνουν ἐλαχίστην χρῆσιν λιπασμάτων, διότι δὲν ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτά. Ὅσον εὐθυνότερα εἶναι τὰ λιπάσματα, ὅσον δημιουργοῦνται ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι κυνηγοῦν τὸν γεωργὸν διὰ νὰ τοῦ δώσουν τὸ λίπασμα, τόσον μεγαλυτέραν χρῆσιν θὰ ἔχωμεν.
§108Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τελευταῖον Κυβερνητικὸν μέτρον ἦτο ἡ παροχὴ ἀτελείας εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς τοὺς ἀποτελουμένους ἀπὸ ἐνδεεῖς συνεταίρους· ἡμεῖς ἐπεξετείναμεν τὸ μέτρον εἰς ὅλους τοὺς συνεταιρισμούς.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἐπαινῶ δι’ αὐτό, ἀλλὰ πάω πάρα πέρα καὶ σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ δώσητε εἰς ὅλους τοὺς γεωργούς. Εἶμαι θιασώτης, ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ σᾶς, τῆς συνεταιριστικῆς ὀργανώσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἐξυψώσῃ τὴν γεωργίαν καὶ τὸν γεωργικὸν κόσμον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ λιπασμάτων, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάξιον νὰ γίνῃ κάθε εὐκολία γενικῶς, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἑλκύσωμεν τοὺς γεωργοὺς νὰ κάμουν χρῆσιν τῶν λιπασμάτων. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικώτεραι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ κατεύθυνσις τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τελευταίως ἠκούσθησαν πολλὰ κατὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φαντάζονται, ὅτι ἠμποροῦμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ καλύψωμεν τὰς πρὸς τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ δημόσιον ἔσοδον ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὅπως καλύπτεται εἰς ἄλλας χώρας, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ μόνον, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ καλῶς καὶ ὀργανωθῇ καλῶς εἶναι δυνατόν, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ἰσχυροτέρους ὤμους. Δὲν νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ἔχει δευτέραν σημασίαν ἡ ἔμμεσος φορολογία, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἔμμεσος φορολογία νὰ εἶναι ἱκανοποιητική. Διότι ἡ ἔμμεσος φορολογία, ἡ ὁποία θίγει τὴν κατανάλωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ βαρύνῃ ζητήματα ἀμέσου ἀνάγκης ἔχει μεγίστην πρακτικὴν σημασίαν, διότι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν δὲν ἔχει μόνον σημασίαν ἡ κατοχὴ τοῦ κεφαλαίου ἢ πλούτου, ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ ὁ τρόπος τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ πλούτου. Ἐὰν αἱ κατέχουσαι εὔποροι τάξεις δὲν ἔκαμον διάφορον χρῆσιν, δὲν ἀπελάμβανον περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀπολαμβάνουν αἱ ἄποροι, ἐὰν ἔκαμνον τοιαύτην διάθεσιν, ὥστε νὰ μὴ ἀπολαμβάνουν περισσότερα τότε καὶ ἡ μορφὴ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, θὰ ἦτο ἐντελῶς διαφορετική. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ κατανομὴ τοῦ πλούτου εἶναι ἐλαττωματική, ὄχι μόνον διότι ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρων οἱ οἰκονομικῶς ἀσθενέστεροι, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ οἰκονομικῶς ἰσχυρότεροι δίδουν μίαν κακὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν παραγωγὴν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν ὠφελεῖ τὸ κοινωνικὸν σύνολον, ἀλλ’ ὡρισμένους κατόχους. Ἑπομένως προκειμένου περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς ἐμμέσου φορολογίας, δὲν εἶμαι ἐναντίον ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι οἱ οἰκονομικῶς ἰσχυρότεροι, κατὰ πρῶτον λόγον θέλουν τὴν ἔμμεσον φορολογίαν καὶ ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία εἶναι χρησιμωτάτη, εἶναι σπουδαιότατον συμπλήρωμα καὶ χρησιμεύει εἰς τὴν κατεύθυνσιν τῆς παραγωγῆς γενικῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ θίγῃ ἀντικείμενα πρωτίστης ἀνάγκης. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι μου. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἶπον μὲ τὸν προϋπολογισμὸν παρουσιάζει τὴν πολιτικὴν τὴν δημοσιονομικήν. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐσταμάτισεν ἕως ἐδῶ. Διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι τρόπον τινα ἕνας σταθμὸς καὶ ὅτι προσεχῶς, ὅταν συμπληρωθῶσιν αἱ μελέται τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔχωμεν ριζικωτέρας μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τόσου χρόνου συζητοῦνται, μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς σκοπόν, ἐπὶ τὸ δικαιότερον καὶ ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον νὰ διαρρυθμίσουν τὸ ὅλον φορολογικὸν σύστημα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ παρακολουθήσω, κύριοι βουλευταὶ τοὺς προλαλήσαντας εἰς ὅλην τὴν σειρὰν τῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔφερον τὸν λόγον, διότι αὐτὸ θὰ προσέδιδεν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐξέτασιν τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν ἐπιτρέπουν τὴν στιγμὴν αὐτὴν αἱ φυσικαί μου δυνάμεις. Θὰ ἀσχοληθῶ ὅσον τὸ δυνατὸν κεφαλαιωδέστερον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἀπὸ τοῦ 1927 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ἀρκούμενος εἰς συντόμους μόνον παρατηρήσεις ἐπὶ ἄλλων τινων σημείων. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1927 τὸν ὁποῖον εἶχον εἰσηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θελήσας τότε νὰ δώσω ὅσον τὸ δυνατὸν πιστοτέραν εἰκόνα τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, μέχρι τῆς χρήσεως 1926–27, συμπεριλαμβάνεται ἐν ἐκθέσει τὸ σύστημα τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξήρχετο κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθε συνεπείᾳ πολλῶν ἀτυχιῶν καὶ σφαλμάτων. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–28 προέβλεπεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα 8.878.000.000 δρχ. καὶ ἔσοδα 8.829.000.000 δρχ. ἤτοι ἔλλειμμα 49.000.000 δρχ. Ὑπεστηρίχθη τελευταῖον ἐπιμόνως, τὸ ὑπεστήριξεν ἰδίως εἰς σχοινοτενεῖς καὶ συνήθεις δημοσιεύσεις ὁ ἄλλοτε Πρωθυπουργὸς τῆς δικτατορίας καὶ νῦν ἀριστίνδην γερουσιαστὴς κ. Εὐταξίας. Ὑπεστήριξεν, λέγω, ὅτι οἱ ἔνοχοι τῆς οἰκονομικῆς κακοδαιμονίας οἱ ὁποῖοι κατέτρεξαν τὸ Ἔθνος, ἦσαν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1922 κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ αἱ μετ’ αὐτὴν Κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις — σᾶς παρακαλῶ σημειώσατε τὴν λέξιν — αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς συνεχοῦς σπατάλης καὶ τῆς συνεχοῦς καὶ ἀσυστόλου διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος ἔφεραν τὸ ἐπίπεδον τῶν ἐξόδων ἀπὸ 3.000.000.000 εἰς 11.000.000.000 δρχ. Βεβαίως κατηγορίαι τοιαῦται αἱ ὁποῖαι φέρουν κατάδηλα τὰ σημεῖα τῆς ἀνειλικρινείας, δὲν χρήζουν ἀνασκευῆς. Δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἀφελὴς ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ, ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἡ ἐκκαθάρισις δεκαπενταετῶν πολέμων, ἐσωτερικῶν σάλων καὶ καταστροφῶν ἄνευ αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ γίνω ἀπολογητὴς οὔτε τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, οὔτε τῶν μετ’ αὐτὴν Κοινοβουλεοτικῶν Κυβερνήσεων, ἑκάστη τῶν ὁποίων φέρει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤμουν ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω, θὰ ἐθεώρουν ὅτι λόγοι σπουδαιότατοι ἀφορῶντες τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκτοξεύσαντος τὰς κατηγορίας αὐτάς, θὰ μὲ ἀπήλασσον τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς. Θὰ μὲ ἀπήλασσε τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς καὶ τὸ γεγονὸς τὸ λίαν χαρακτηριστικόν, ὅτι ὁ πάλαι ποτὲ βουλευτὴς Λοκρίδος διεκτραγῳδῶν τὴν ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν κατάστασιν ὡς ἀξιοθρήνητον, μίαν καὶ μόνον εὗρεν παρήγορον παρένθεσιν, τὴν ὑπὸ τῆς δικτατορίας διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Βεβαίως δὲν εἶναι ἄξιον ἐκπλήξεως ὅτι στρέφεται λαῦρος ἐναντίον ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσκέφθημεν βεβαίως ποτὲ νὰ λάβωμεν ὡς πρότυπον πρὸς καθοδήγησιν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν τὴν χρηστὴν διοίκησιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς δικτατορίας. Διὰ νὰ εἰσέλθω ὅμως εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ ἐνδιαφέρει, πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω πῶς εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς ὅταν ἐγὼ ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1927. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1926–27 ὁ συνταχθείς, ὁ καταρτισθεὶς ὑπὸ τῆς δικτατορίας καὶ κυρωθεὶς ὑπ’ αὐτῆς διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος, ἀνέγραφεν σύνολον ἐξόδων 8.216.000.000 δρχ. καὶ ἴσον ποσὸν ἐσόδων. Κατέληγε δηλαδὴ εἰς ἰσοζύγιον. Καὶ εἶναι τρανὸν δεῖγμα τῆς εἰλικρινείας μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ὁ προβλέπων τοιαύτην μαθηματικὴν ἰσοσκέλισιν ἀπέληξεν εἰς ἔλειμμα 1.600.000.000 δραχμῶν.
§112Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄνευ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου;
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Βεβαίως ἄνευ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου. Ὁμιλῶ περὶ καθαρῶν δαπανῶν, καθαρῶν ἐσόδων. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς τοῦ 1927–28 ἀνέγραφεν σύνολον ἐξόδων 8.878.000. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι εἰς τὰς δαπάνας αὐτὰς πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι ἀνειλημμέναι ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν ὑποχρεώσεις, ὑποχρεώσεις ἀπολύτως ἐπιτακτικῆς φύσεως, ἀνερχόμεναι εἰς 879.000.000 δρ. Οὕτως ὥστε αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως 1927–28 τὰς ὁποίας εὕρωμεν ἦσαν δαπάναι 9.700.000.000 δρ. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος κατετέθη παρ’ ἡμῶν, προέβλεπε δαπάνας 8.878.000.000 δρ. Δηλ. ὄχι μόνον δὲν ἀνεβιβάσθη τὸ ἐπίπεδον τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ τὸ ὑπεβιβάσαμεν κατὰ 822.000.000 δρ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα θὰ καταλήξωμεν καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὄχι τὰς προβλέψεις ἀλλὰ τὰς πραγματοποιηθείσας δαπάνας καὶ εἰς τὰς δύο χρήσεις, διότι ἔχομεν κατὰ τὴν χρῆσιν 1926– 27 δαπάνας πραγματοποιηθείσας ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8.543.000.000 δρ. Ἐὰν εἰς αὐτὰ ἠθέλωμεν προσθέσῃ καὶ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τὰς ἀπολύτως ἀναποτρέπτους, περὶ τῶν ὁποίων ἤδη ὡμίλησα, ἐξ 879.000.000 δραχμῶν, ἔχομεν σύνολον πραγματικῶν δαπανῶν τοῦ 1927–28, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν, 9.442 ἑκ. δραχμῶν. Ἀπέναντι τῶν δαπανῶν αὐτῶν, τὰ ἀποτελέσματα τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως 1927–28 μᾶς φέρουν δαπάνας πραγματικὰς 8.545 ἑκ., εἰς τὰ ὁποῖα περιελάβαμεν καὶ 773.700.000 παθητικὸν ὑπολοίπων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν πάλιν δεκάδας ἑκατομμυρίων διαγραφάς. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δαπανῶν τὰς ὁποίας παρελάβομεν κατὰ 877 ἑκ. δραχμὰς σχεδόν, δηλ. κατὰ ὁλόκληρον ἓν δισεκατομμύριον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς διαγραφὰς ἐκ τῶν χρωστικῶν ὑπολοίπων τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἀναμένωμεν. Ἀποδεικνύεται λοιπόν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς παρελάβομεν παρὰ τῆς δικτατορίας εἶχεν ἐπίπεδον δαπανῶν κατὰ ἓν δισεκ. ἀνώτερον ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐφέραμεν αὐτόν. Θὰ σᾶς εἴπω ὁ κατατεθεὶς παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμὸς προέβλεπεν ἓν ἔλλειμα 49 ἑκ. δραχμῶν. Καὶ εἶναι αὐτὸ μία ἀπόδειξις εἰς ἀπάντησιν ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, φαίνεται πρὸς στιγμὴν ὅτι τὰ ὑπηνίχθη καὶ σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς ἑνώσεως, ὅτι δηλ. ἡμεῖς παρεστήσαμεν τότε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὡς ἀνθηράν.......
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἴδατε πῶς συνεπλήρωσα τὰ λεχθέντα.
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. ...... ὡς ἀνθηρὰν καὶ ὅτι ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὑπερτιμήσαντες τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ἐδημιουργήσαμεν βάσεις μεγάλων ἀπαιτήσεων ἀπέναντι ἡμῶν διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Ἐνδείκνυται, ὅτι ἡμεῖς ἐφέραμεν προϋπολογισμὸν ἐλλειματικόν, ἐφέραμεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμα 49 ἑκ. δραχμῶν, δὲν ἐπαύσαμεν δὲ νὰ διεκτραγῳδῶμεν ἀνὰ πάντα τὸν κόσμον, ὅτι καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς διαφορᾶς τοῦ παθητικοῦ εἰς 49 ἑκ. δραχ. ὀφείλεται εἰς ἀπηνεῖς τοῦ λαοῦ φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἀμφίβολον ἂν θὰ εἴχομεν ἀποδόσεις τοιαύτας, ὥστε ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ δικαιωθοῦν αἱ προβλέψεις ἡμῶν. Εἴχομεν λοιπὸν πρόβλεψιν 49 ἑκ. ἐλλείματος, εἴχομεν βεβαίως δηλώσει, ὅτι ἠλπίζομεν, ὅτι τὸ ἔλλειμα αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἐκ δύο πόρων, δηλ. ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὑπολογίσει διὰ τὰς δαπάνας εἰς ἐπίπεδον τοῦ πραγματικοῦ ἀνώτερον διὰ λόγους τεχνικοὺς καὶ ἐκ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς γνωστῆς διαφορᾶς μὲ τὴν διεθνῆ οἰκονομικὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἠλπίζομεν μείωσιν τῆς καταβολῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐκ τῶν δύο αὐτῶν κονδυλίων ἠλπίζομεν, ὅτι τὸ ἔλλειμα τῶν 49 ἑκ. τὸ ὁποῖον εἴχομεν θὰ ἐκαλύπτετο καὶ ὁ προϋπολογισμὸς θὰ κατέληγεν εἰς ἰσοζύγιον. Βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ὄχι μόνον αὐτὰς τὰς δεδηλωμένας προβλέψεις νὰ τὰς διαψεύσουν, δηλ. ἐπὶ τὸ καλλίτερον, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀνώτερα, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω, καὶ αὐτῶν τῶν ἐνδομύχων ἐλπίδων τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔπαυσα νὰ τρέφω, εἰς τὴν πραγμάτωσιν ἑνὸς περισσεύματος τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητον ὡς ἀπαρχὴ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου ἀνορθώσεως, τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ἐκείνης μᾶς ἔφερον ἓν περίσσευμα ὀγκῶδες, ἀληθῶς ὀγκῶδες ὑποθέτω, θὰ ἠδυνάμην δὲ μάλιστα νὰ εἴπω ὄχι ἁπλῶς ὀγκῶδες, ἀλλὰ πρωτοφανὲς εἰς τὴν δημοσιονομικὴν ἡμῶν ἱστορίαν. Διότι ἐγὼ τουλάχιστον, ὅσον καὶ ἂν ἠρεύνησα, δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω εἰς προηγουμένην τινὰ χρῆσιν πραγματικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ περίσσευμα. Μόνον εἰς μίαν καὶ μόνην χρῆσιν παρουσιάζεται τοιοῦτον περίσσευμα πραγματικόν: εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1910–11 ἐξ 11.000.000 δρ. Λοιπὸν ἔχομεν πράγματι τὸ δεύτερον περίσσευμα εἰς ὅλην τὴν δημοσιονομικὴν ἱστορίαν καὶ ἔχομεν τὸ πρῶτον περίσσευμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς μονιμότητος τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1924–25 ἔφερε περίσσευμα.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν ἔφερε. Ἔκαμα μακρὰν ἀνάλυσιν τοῦ πράγματος. Δὲν ἔχω τὴν ἔκθεσίν μου ἐδῶ. Θὰ σᾶς ἀνεγίγνωσκα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1924–25. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων λοιπὸν ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ χρῆσις 1927–28 ἀπέληξεν εἰς ἓν περίσσευμα ἀληθῶς ὀγκῶδες. Καὶ ἐρωτᾶται σήμερον, πόσον εἶναι πράγματι τὸ περίσσευμα τοῦτο τῆς χρήσεως 1927–28; Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε ἀνακοινώσεις του τὸ ὑπελόγισεν εἰς 552 ἑκατομμύρια δραχμάς. Καὶ τὸ ὑπελόγισεν εἰς 552 ἑκατομμύρια δραχμὰς ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὑπολογισμοῦ.
§118Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑπελόγισα 551 ἑκατομμύρια καὶ εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν 564. Εἶναι τοῦτο βεβαιωμένον.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ὑπελόγισε λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς 551 ἑκατομμύρια ἕως τώρα δραχμῶν. Ὑπολογίζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς 564 ἑκατομμύρια. Ὁ ὑπολογισμὸς ἔγινεν ἐπὶ τῇ βάσει εἰσπράξεων πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως ἐκ δραχμῶν 8.996 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει προβλέψεως εἰσπράξεων ἐξ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἤτοι τὸ ὅλον εἰσπράξεις 9096 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι συνόλου ἐξόδων 8.554 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι περίσσευμα 552 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ περίσσευμα τὸ μέχρι τῆς ὥρας βέβαιον. Ἀλλὰ τὸ πραγματικὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως θὰ εἶναι ἀρκούντως ἀνώτερον καὶ τῆς προβλέψεως αὐτῆς. Καὶ θὰ εἶναι ἀρκούντως ἀνώτερον, διότι εἶπον, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ περισσεύματος τῶν 552 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἔγινεν ἐπὶ τῇ βάσει προβλέψεως εἰσπράξεων ἐκ πιστωτικῶν ὑπολοίπων δραχμῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἔχει ἤδη πραγματοποιηθῇ σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν, ἤτοι μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1929. Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων εἰς τοὺς ἓξ αὐτοὺς μῆνας ἀνῆλθον εἰς 92 καὶ κἄτι ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἑπομένως ἔχομεν ὅλην αὐτὴν τὴν πρόβλεψιν πραγματοποιηθεῖσαν ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη ἐνεργητικὰ ὑπόλοιπα πρὸς εἴσπραξιν 744 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαίως πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τὰ 272 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ καταλογισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου τῶν δημοσίων ὑπολόγων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ τέλος ἀπαλλάσσονται δι’ ἀναθεωρήσεως καὶ δὲν ἔχομεν ἐξ αὐτῶν νὰ εἰσπράξωμεν τίποτε ἀπολύτως. Ἀλλὰ μένουν πάντοτε 472 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην μου ἀσφαλῶς θὰ εἰσπράξωμεν περὶ τὰ 80 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἔχομεν ἐπίσης, διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν αὐτοῦ τοῦ περισσεύματος, ὑπολογίσει, ὡς γενομένας δαπάνας ὅλα τὰ παθητικὰ ὑπόλοιπα τῆς χρήσεως καὶ δραχμὰς 273 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παθητικῶν αὐτῶν ὑπολοίπων θὰ ἔχωμεν ἀνατροπὰς εἰς μίαν ἀρκετὰ οὐσιώδη ἀκτῖνα, δηλαδὴ ἀνατροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνέλθουν κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἰς 60 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν θέσωμεν ὡς μίαν αὔξησιν τοῦ περισσεύματος ἐκ τῶν προβλέψεων τῶν τε ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων 100 ἑκατομμ. δραχμῶν τὸ ὅλον, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ εἴμεθα κάτω τῆς πραγματικότητος, ὅτι θὰ εἶναι πάντως ἐντὸς τῆς πραγματικότητος. Ἑπομένως φθάνομεν τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1927–28 εἰς 652 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ περίσσευμα αὐτό, εἶναι τὸ περίσσευμα τὸ ταμειακόν, οὕτως εἰπεῖν. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ ρευστὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ οἰκονομικὸν περίσσευμα, τὸ περίσσευμα κατά τὴν εὐρυτέραν εὔνοιαν, τὸ ὁποῖον δεικνύει τὴν πραγματικὴν τῆς χρήσεως ἀντοχήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει πρωτίστως, διὰ τὴν περαιτέρω πρόβλεψιν τῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως, διότι εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 650 ἑκατομμυρίων δραχμῶν θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν ἕτερα σπουδαιότατα κονδύλια δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–28, ἐνῷ δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν. Σᾶς ἀναφέρω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ περίσσευμα δραχμαὶ 192.500.000, αἱ ὁποῖαι ἐξωφλήθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως, διὰ τὴν καταβολὴν τῆς παρακαταθήκης τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν τῶν συμφωνιῶν τοῦ Σουκρῆ, ἐνῷ ἡ δαπάνη αὐτὴ δὲν εὑρίσκεται εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν πρὸς τὴν χρῆσιν ἐκείνην· καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς οὐδεμίαν σχέσιν, διότι οὔτε ὑποχρέωσις ἢ συμφωνία παρήχθη διαρκοῦντος τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ἔτους, οὔτε ἡ πληρωμὴ ἐγένετο κατ’ αὐτήν. Ἡ συμφωνία συνήφθη κατὰ τὸ 1926 καὶ ἡ πληρωμὴ δὲν ἔγινεν ἀκόμη, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κἂν ὑποχρέωσις ἁπλῆ πρὸς πληρωμὴν καὶ δὲν γνωρίζω τὶ θὰ γίνῃ μέχρι τέλους, εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, νὰ καταβάλωμεν τὸ ποσὸν αὐτό, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἐγεννήθη κἂν ὑποχρέωσις πρὸς πληρωμήν. Ἐχρεώθη λοιπὸν ἡ χρῆσις ἐκείνη ἐξ ἰδίας μου πρωτοβουλίας δι’ ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, διαμαρτυρομένων, διὰ τὸν καταλογισμὸν αὐτόν. Καὶ ἐχρεώθη ἡ χρῆσις αὐτὴ παρ’ ἐμοῦ, διὰ λόγους καθαρῶς πρακτικῆς σκοπιμότητος, διότι νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅσον ἡ χρῆσις αὐτὴ παρουσιάζει ἓν εὐρὺ περιθώριον, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω ὅλα τὰ μέτρα, διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Κατελογίσθησαν λοιπὸν εἰς βάρος τῆς χρήσεως 192.500 000 δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναμφιβόλως δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτήν. Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ σύνολον τοῦ πλεονάζοντος δραχμαὶ 32.500.000, αἱ ὁποῖαι φαίνονται, ὅτι ἐπληρώθησαν ἐκ τῆς χρήσεως 1927–28, διὰ τῶν ἐξωφλήσεων τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐνῷ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν κατεβλήθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν διεθνῆ οἰκονομικὴν ἐπιτροπήν, μετὰ τὸν ἐπελθόντα διακανονισμὸν κατόπιν τῆς διαιτησίας. Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ μειώσῃ τὴν δαπάνην, τὴν μὴ γενομένην, τῆς χρήσεως 1927– 1928 ἀνεγράφη ὅμως, διὰ λόγους τεχνικούς, ὡς ἔσοδον τῆς χρήσεως 1928–29.
§120Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) Ἀναφέρεται ρητῶς.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μήπως ἐσκέφθην ποτέ, νὰ ἐκφράσω ὑπόνοιαν ἀποκρύψεως; Ἀναφέρεται ὄντως ρητῶς. Ἔχομεν λοιπὸν ἕν ποσὸν 225 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πληρωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως τὴν χρῆσιν 1927–28. Ὑπάρχουν τοιούτου εἴδους πληρωμαί εἰς κάθε προϋπολογισμόν. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ποσά, ἄλλα μεγάλα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀντίστοιχον μετάβασιν. Δὲν τὰ ὑπελογίσαμεν, διὰ νὰ ἔχωμεν καθαρὸν ἐντελῶς τὸν λογαριασμὸν καίτοι ἂν ἠθέλαμεν νὰ ὑπολογίσωμεν μέχρι κεραίας τὰς διαφορὰς αὐτάς, θὰ εὑρίσκομεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ἕν πιστωτικὸν ὑπόλοιπον, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χρήσεως 1927–1928. Ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ προσθέσω τὰ 225.000.000 δρχμ. εἰς τὰ 652.000.000 τὰ ὁποῖα ἀνέφερον διὰ νὰ εὕρω μετὰ πάσης ἀσφαλείας ὅτι τὸ οἰκονομικὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως, ἐκεῖνο δηλ. τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν δύναμιν αὐτῆς, εἶναι περίσσευμα 877 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Κύριοι, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐπετεύχθη τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο, δὲν ὑποθέτω ὅτι κανεὶς ἐλησμόνησεν ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ ἐπετεύχθη εἰς τὰς δεινοτέρας στιγμὰς τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐπισκιάσῃ, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, τὴν σημασίαν αὐτοῦ ἡ ἀφελής, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τίποτε, κατηγορία, ἡ τόσον συνεχῶς ἀκουομένη, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν πολιτικὴν στενὴν καὶ μικρόψυχον ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰσοζυγίου καὶ εἰσπράξεων. Ἠκολουθήσαμεν πράγματι πολιτικὴν ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῆς βαθείας συναισθήσεως τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὅτι μόνον ἡ παγίωσις, ὄχι τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἁπλοῦν, ἀλλ’ ἡ παγίωσις τοῦ ἰσοζυγίου θὰ ἦτο ἡ ἀσφαλεστέρα καὶ πολυτιμωτέρα πηγὴ πλούτου διὰ τὴν χώραν. Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο ἕν καὶ μόνον στοιχεῖον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ 1927 καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1928 ἢ μᾶλλον, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ κατὰ τὸ 1928, ἦτο ἕν καὶ μόνον στοιχεῖον τοῦ προγράμματος ἐκείνου. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶχεν εὐρυτέρας, ἀπείρως εὐρυτέρας ἀπόψεις. Σκοπός του δύναμαι νὰ εἴπω ἦτο, ἄν ἤθελε μοὶ ἐπιτραπῆ ἡ ἔκφρασις, ἡ ριζικὴ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνάπλασις τῆς ὅλης ἡμῶν οἰκονομίας. Σκοπός του ἦτο ἡ ἀναστήλωσις τῆς πίστεως καὶ ἡ τόνωσις τῆς παραγωγικότητος τῶν προσφύγων, ἡ πλήρης ἀναγέννησις τοῦ νομισματικοῦ καὶ τραπεζικοῦ συστήματος, ἡ ἐκτέλεσις μεγάλων ἔργων. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ προγράμματος τὸ ὁποῖον ἐπιδιώξαμεν. Εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς ἀντιλήψεις ἢ διαθέσεις ἑκάστου νὰ εὑρεθῶσι ψεκτὰ σημεῖα εἰς μίαν πολιτικὴν τόσον εὐρείας ἐκτάσεως, ἀλλὰ θὰ ἦτο δύσκολον ν’ ἀποδώσῃ τις εἰς αὐτὴν εὐσχήμως τοὐλάχιστον καὶ σοβαρῶς, τὴν μομφὴν τῆς στενότητος ἢ τῆς μικρολογίας. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1927. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1928–29 καταρτισθεὶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς μέ τὸν προηγούμενον βάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αὐξήσεως τῶν βαρῶν ἀνέγραφεν ἔσοδα δρχ. 11.114.000.000 καὶ ἔξοδα 10.968.000.000 ἤτοι πρόβλεψιν πλεονάσματος 140.000.000. Πρέπει καὶ πάλιν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν 11.000.000.000, τοῦ ὁποίου τόση κατάχρησις ἐγένετο διὰ τὴν δυσφήμισιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶνε πραγματικός, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων ἢ ἐκ τῶν ἐξόδων καὶ νὰ ἔχωμεν συμψηφιστικὴν ἀναγραφὴν ἐκ 317.000.000 δραχμῶν, οὕτως ὥστε ἔχομεν ἔσοδα προβλεπόμενα τῆς χρήσεως 1928–29 δραχ. 9.577.000.000· πάντως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρχε μία πρόβλεψις περισσεύματος 140.000.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1929–30 εἰς 150.000.000 δρχ., καὶ τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη χθές, ὅτι θὰ ἔφθανεν εἰς 200.000.000. Ἐγὼ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὰς προβλέψεις αὐτάς, δηλαδὴ νομίζω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν 140–150.000.000 δραχμῶν εἶναι μικρός. Τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως αὐτῆς θὰ εἶναι μεγαλύτερον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου στοιχειώδεις τινὰς ἀριθμούς, δηλαδή, ὅτι αἱ μέχρι τέλους Μαρτίου εἰσπράξεις ἔφθασαν ἐπὶ τῶν συμψηφιστικῶν ἐξόδων εἰς 10.883.000.000 καὶ αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ἔφθασαν εἰς 10.313.000.000. Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων εἰσπράξεις θὰ ἀνέλθουν, κατ’ ἐλάχιστον, εἰς 400.000.000 δραχμῶν· ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισεν (ἀναγινώσκει). Θὰ ἔχωμεν ὅμως ὑποθέτω, καὶ ἀναλήψεις προσθέτους 10.000.000 δραχμῶν, ὥστε θὰ ἔχωμεν σύνολον ἐξόδων (ἀναγινώσκει). Θὰ φθάσῃ λοιπὸν τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως 1928– 1929) εἰς 200 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ δὲν θὰ παραλείψω νὰ σημειώσω ἐπίσης, ὅτι ἡ χρῆσις αὐτὴ ὑπέστη περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν ἐκτάκτους περιστάσεις θεομηνειῶν, ἐξαιρετικῆς ὀξύτητος, αἵτινες ἔσχον ἐπίδρασιν ἐπί τε τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως ἐκείνης. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἐκτιμήσω καὶ εἰς τὴν χρῆσιν αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν τῆς δυνάμεώς της. Ἀλλὰ πρέπει εἰς ἀντιστάθμισμα τῶν ζημιῶν τῶν ἀναμφισβητήτων τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ χρῆσις ἐκ τῶν ἐπιδημιῶν καὶ τῶν ἄλλων καιρικῶν ἀτυχημάτων, πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν ὡς ἀντιστάθμισμα ἔσοδά τινα τυχαίας ἐντελῶς καὶ ἐξαιρετικῆς φύσεως, τῶν ὁποίων ἐπωφελήθη ἡ χρῆσις παρελθόντος ἔτους. Ἔχομεν ἔσοδα τοιαῦτα αʹ δραχμῶν 30.113.000 ἐκ κερδῶν συναλλάγματος, δηλαδὴ ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ κρατικοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεκαθαρίσθη ἀθρόως, ἐσχάτως δὲ εἰσήχθη ὅλη ἡ διαφορὰ αὐτή, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους, εἰς τὴν χρῆσιν 1928–29. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς 30.113.000 δραχ. Ἔχομεν ἐπίσης ἕν ἔσοδον τοιαύτης φύσεως ἐκ δραχμῶν 53.000.000 ἐξ ἐπιστροφῆς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀποκαταστάσεως. Εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων 1926–27, δυνάμει τῶν συμφωνιῶν τῶν παλαιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ αἱ ὁποῖαι δυνάμει μιᾶς συνεννοήσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον προβῆ ἐγὼ ἐπεστράφη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως πρὸς ἡμᾶς. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ εἰσάγει εἰς τὴν χρῆσιν 1928–29. Ἔχομεν ἐπίσης τὸ ἔκτακτον, τὸ τυχαῖον ἄς τὸ εἴπω ἔσοδον τῶν 32.500.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς διαφορᾶς μετὰ τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἔχομεν, δηλαδή, σύνολον ἐξαιρετικῆς καὶ τυχαίας φύσεως ἐσόδων ἐξ 115.000.000 δραχμῶν.
§122Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ αʹ καὶ γʹ εἶμαι σύμφωνος, διὰ τὸ βʹ ὅμως ὄχι.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἐξηγήσητε σεῖς διατὶ δὲν εἶσθε σύμφωνος. Λοιπόν, δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ζημίαι ἐκ τῶν θεομηνιῶν ἦσαν πολὺ ὑπέρτεραι. Ἀσφαλῶς θὰ ἦσαν πολὺ ὑπέρτεραι 115.000.000 αὐτῶν δραχμῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν πλεόνασμα ἀναμφισβήτητον τῆς χρήσεως 1928–29 ἀνερχόμενον εἰς 200.000.000 περίπου δραχμῶν. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν χρῆσιν 1929–30, τῆς ὁποίας τὸν προϋπολογισμὸν συζητοῦμεν, διὰ νὰ καθορίσω ὄχι μόνον τὰς προβλέψεις ἡμῶν διὰ τὴν χρῆσιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰς προβλέψεις ἡμῶν διὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην χρῆσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1929–30 παρουσιάζει σύνολον ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 9.665.000.000 καὶ ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 9.657.000.000, ἤτοι περίσσευμα 8.000.000 δρ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτὰς τὰς τυπικὰς ἐγγραφὰς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν σκελῶν, θὰ ἔχωμεν καθαρὰ ἔσοδα δραχ. 9.337.000.000 καὶ ἔξοδα 9.329.000.000 δηλ. περίσσευμα 8.000.000 δραχμῶν. Ἐπείσθην λοιπὸν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς μικρᾶς τὴν ὁποίαν ἔκαμα τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐν τῇ καταστρώσει τῶν ἐξόδων ἐπεκράτησε πράγματι ἕν πνεῦμα συντηρητικότητος καὶ ἀπεφεύχθη οἱαδήποτε ὑπερβολή. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ τῶν ἐσόδων ἔγεινεν ὡς ἐλέχθη χθὲς ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως 1928–29. Ἔγινε μᾶλλον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν κατεστρώθη ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τῆς καθυστερήσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν εἰς τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγὼ θὰ εἶχον νὰ συστήσω τοῦτο τοὐλάχιστον, ὅπως ἀπὸ τοῦδε λαμβάνεται πρόβλεψις περὶ τῶν ἐξόδων, διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν στηρίζεται ἐπὶ βεβαιωμένων προϋποθέσεων. Κατά τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ εὐρέως τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων, τὸ ζήτημα ἰδίως τῶν φορολογικῶν βαρῶν ἐν πνεύματι σαφοῦς δυσμενείας. Ὁ πρῶτος ἐναντίον τῆς ἀμέσου φορολογίας, κατὰ τὴν ἀντίθετον μᾶλλον ἔννοιαν σήμερον ὁ δεύτερος. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔδωκεν ὡρισμένας ἐπαγγελίας, 1) ὅτι θ’ ἀποφύγῃ πᾶσαν οἱανδήποτε νέαν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας καὶ 2) ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις διὰ τὴν καλλιτέραν τῶν βαρῶν κατανομήν. Αἱ ἐπαγγελίαι αὗται ἤρχισαν ἐκδηλούμεναι καὶ ἔδειξεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ προβῇ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς 2ας ἐπαγγελίας, δηλαδὴ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος διὰ τὴν δικαιοτέραν κατανομὴν τῶν φορολογικῶν βαρῶν. Ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐψήφισεν αὕτη ἐλαττώσεις τινὰς ποσοστῶν τῆς φορολογίας, ὅπως ἐπίσης καί τινας φορολογικὰς αὐξήσεις, ὡς λόγου χάριν τὴν αὔξησιν τῶν παροδικῶν ἐκ τῆς φορολογίας διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς πραγματικῆς τοῦ συναλλάγματος τιμῆς.
§124Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι αὔξησις.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ εἰσπράξετε 25 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Θὰ προέλθῃ ἡ αὔξησις μὲ τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔχετε.
§126Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν μεταβάλλεται ἡ βάσις. Δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως οὐδενὸς φόρου.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπρότεινα αὐτὴν τὴν προσθήκην.
§128Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔγινεν αὐτὴ ἡ προσθήκη διὰ νόμου.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νόμου ἔγινεν. Ἐπίσης αὔξησιν ἀποτελεῖ ἡ μεταρρύθμισις τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος διὰ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως τῶν ἀκινήτων. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε αἱ φορολογικαὶ αὗται αὐξομειώσεις εἶναι ὑποθέτω ἐκ τῶν συνήθων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς πᾶσαν ἐποχὴν καὶ δὲν δύνανται νὰ θίξωσιν τὰς βάσεις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος οὐδὲ ἀποτελοῦσιν διαρρύθμισιν τοιαύτην ὥστε ν’ ἀποτελῇ αὐτὴ δικαιότερον τῶν βαρῶν ἐπιμερισμόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν θὰ σᾶς ἔλεγον αὐτὴν μὲ 2 λέξεις. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρόβλημα τὸ φορολογικὸν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ μερίμνῃ της διὰ τὴν διαρρύθμισιν τὴν δικαίαν τῆς φορολογίας συνέστησε μίαν πολυμελῆ ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκε τὴν μελέτην ὅλης τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας καὶ τὴν ὑποβολὴν προτάσεως περὶ τῶν ἐπενεκτέων ἐν αὐτῇ μεταρρυθμίσεων. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἐπεράτωσεν ἤδη τὰς ἐργασίας της, ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τοῦδε σκοπεύω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ εἶναι αὕτη ἡ ἑξῆς: Δὲν εἶνε εἰς κανένα ἄγνωστον, οὐδὲ ἐννοῶ ν’ ἀποκρύψω ὅτι ἔχω δεδηλωμένας καὶ σαφεῖς ἀποκλίσεις συμπαθείας πρὸς τὰς μᾶλλον τῆς κοινωνίας πασχούσας τάξεις, ἀλλ’ ἡ προτίμησίς μου, οὕτως εἰπεῖν, αὕτη, οὐδέποτε μὲ ὤθησε μέχρι τῆς σκέψεως ὅτι θὰ ἐπετρέπετο οἱοσδήποτε δογματισμὸς διὰ τὴν πρακτικὴν ἐκδήλωσιν τῶν φορολογικῶν προβλημάτων. Ἐσχάτη πλάνη θὰ ἦτο ἐὰν ἐνομίζαμεν ὅτι προστατεύομεν τὰς λαϊκὰς τάξεις καὶ τὴν κατανάλωσιν μεταβαλλόμενοι εἰς διώκτας τοῦ πλούτου, εἰς διώκτας τοῦ κεφαλαίου ὡς ἔχει σήμερον τοὐλάχιστον τὸ οἰκονομικὸν καθεστώς, ὅπως θὰ ἦτο ἀκόμη μεγαλυτέρα πλάνη νὰ νομίσωμεν, νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν καὶ προσελκύωμεν τὸ κεφάλαιον ἐπιβάλλοντες ἀλλεπάλληλα βάρη ἐπὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων. Διότι δὲν γνωρίζω τὶ θὰ ἔκαμνον τὰ κεφάλαια ἐὰν ἤρχοντο εἰς μίαν χώραν ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἔρημος, τῆς ὁποίας ὁ λαὸς δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀπολύτως ζωτικότητα καμπτομένη ὑπὸ τὸ βάρος τῆς σοβαρωτέρας τῶν φορολογιῶν ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἐργαζομένας τάξεις. Τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἀμύνεται καὶ τρέχει πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία ἔχει τὰς βάσεις αὐτῆς ὑγιεῖς. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι μου κατὰ τὰς ὁποίας ὡς κανὼν διὰ πᾶσαν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, διὰ πᾶσαν προσμέτρησιν τῶν βαρῶν ὀφείλουσι νὰ εἶναι δύο παράλληλοι ἀπόψεις. Πρῶτον νὰ ὠθήσωμεν τὰ κεφάλαια εἰς ἐκμετάλλευσιν καὶ δεύτερον νὰ ἀποφύγωμεν οἱανδήποτε ἐπιβάρυνσιν τῆς καταναλώσεως μέχρι καταπτώσεως τῶν μεγάλων λαϊκῶν μαζῶν. Εἶναι βεβαίως δύσκολον τὸ πρόβλημα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχων ἃς ἔχω ἀντιλήψεις δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ δεχθῶ ὅτι θὰ ἐπετρέπετο σκέψις εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν ἢ ἡ σκέψις τῆς καταργήσεως τοῦ συνθετικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώνει τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους δίδει καὶ αὐτὸς ἕν εἰσόδημα, ὁ ὁποῖος πράγματι βαρύνει τὰς ἰσχυροτέρας οἰκονομικὰς τάξεις καὶ ἔρχεται εἰς μερικὴν ἀνακούφισιν τῶν καθαρῶς λαϊκῶν βαρῶν. Ἔχομεν λοιπὸν εἰς τὴν χρῆσιν 1927–1928 ἕνα ὑπολογισμὸν ἐσόδων γενόμενον μετὰ πάσης δύναμαι νὰ εἴπω προσοχῆς. Δὲν ἔχομεν ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ τὸν φόβον διαψεύσεως ἢ ἀπογοητεύσεως. Προκειμένου περὶ τῶν ἐξόδων θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω ἂν ὄχι σοβαράς, ἀλλ’ ἀρκούντως σοβαρὰς ἐπιφυλάξεις. Ἐκ τῆς προχείρου ἐρεύνης εἰς τὴν ὁποίαν προέβην τῶν καθ’ ἑκάστην κονδυλίων ἤχθην εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἓν μέγα μέρος ὄχι βεβαίως πάρα πολὺ μέγα ἐκ τῶν συνήθων, τῶν κανονικῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως ἔχει καλυφθῆ διὰ πόρων οἱ ὁποῖοι κεῖνται ἐντὸς τῆς χρήσεως, διὰ πόρων δηλαδὴ ἐντελῶς ἐκτάκτων, διὰ τῆς διαθέσεως μέρους τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1927–1928. Βλέπομεν λόγου χάριν ὅτι ἔχουσιν ἀναλειφθῆ τελείως αἱ πιστώσεις αἱ συνήθεις, αἱ ἐπαναλαμβανόμεναι δηλαδὴ ἐτησίως διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν κτιρίων τεσσάρων ὑπουργείων καὶ ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ἀντιμετωπίζονται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1927–1928. Ἀπηλείφθησαν τοιουτοτρόπως αἱ πιστώσεις πρῶτον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν κτιρίων εἰς τὸ 1928–1929 εἰς δραχμὰς 42.250.000, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 17.385.000, τῆς Δικαιοσύνης εἰς 8.352.000, τῆς Συγκοινωνίας εἰς 3.985.000, ἤτοι ἔχομεν δαπάνας δραχμὰς 72.090.000 διὰ τῆς διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1927–1928, διὰ πόρων δηλαδὴ κειμένων ἐντελῶς ἔξω τοῦ πλαισίου τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ἐπίσης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἠλαττώθησαν τὰ κονδύλια: Πρῶτον δι’ ἀνέγερσιν ἀστικοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ ἐκ 5.000.000, δι’ ἔξοδα στεγάσεως καὶ λειτουργίας προσφυγικοῦ νοσοκομείου 3.220.000 ἤτοι ἀπηλείφθησαν δαπάναι 8.220.000. Τὸ σύνολον τῆς μεταθέσεως δαπανῶν τῆς χρήσεως 1927–1928 ἀνέρχεται εἰς 81 ἑκατομμύρια. Ποία εἶναι ἡ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ; Ἡ σημασία τοῦ γεγονότος εἶναι προφανής: ὅτι ἂν ἔλειπον τὰ 81.000.000 δραχμῶν τῶν πλεονασμάτων, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως αὐτῆς θὰ κατέληγεν ἂν ὄχι ἐν τῇ ἐκτελέσει του, ἀλλὰ πάντως ἐν τῇ ἐμφανίσει εἰς ἔλλειμμα 73.000.000. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἡ περαιτέρω ἐξέτασις μοὶ δίδει τὰ ἑξῆς δεδομένα ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως ὡς ἀπὸ συστήματος ἔχουσιν ἀπαλειφθῆ αἱ πιστώσεις διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑπουργείων τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίουν τοιαύτας, διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ὑπάρχει διάθεσις ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1927–1928. Ἀπηλείφθησαν τοιουτοτρόπως αἱ πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχ. 2.257.000, τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ 365.000.000 τοῦ παρελθόντος ἔτους....
§130Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔπρεπε νὰ γίνουν αἱ ἐπισκευαί, ἔγιναν πέρισυ;
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Συνήθως γίνονται. Εἰς οὐδὲν ὑπουργεῖον δὲν ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἐφέτος δι’ ἐπισκευὰς κτιρίων; Εἰς οὐδὲν ἔτυχεν ἐφέτος ἡ θεομηνία νὰ ἐπιφέρῃ βλάβας καὶ ζημίας; Ἔχομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπάλειψιν 1½ ἑκατομμυρίου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς τρεχούσης χρήσεως· δὲν ἀναγράφονται, ὄχι βεβαίως ἐκ πταίσματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὰς δαπάνας ἐδημοσιεύθησαν ἐσχάτως, δὲν ἀναγράφονται, λέγω, αἱ αὐξήσεις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπίσης δὲν γνωρίζω, ἂν περιλαμβάνωνται αἱ δαπάναι τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γερουσίας, ὅπως κατηρτίσθη, διὰ τοῦ ψηφισθέντος κανονισμοῦ αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν περιλαμβάνηται ὁλόκληρος ἡ δαπάνη αὕτη. Εἶδον προχθές, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε σύστασιν πρὸς μίαν προσπάθειαν περικοπῆς τῶν ὁρισθεισῶν θέσεων. Ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ σύστασις αὕτη βεβαίως θὰ ἔχωμεν περικοπὴν τῶν δαπανῶν ἴσως πέραν τοῦ 1.000.000, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ προορισθέντος διὰ τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐπίσης περιεκόπησαν αἱ πιστώσεις τῆς προικοδοσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας κατὰ 28 ἑκατομμύρια. Ἔγινε δὲ ἡ περικοπὴ αὕτη νομίζω, ὄχι ἐν συμφωνίᾳ καὶ πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἐκχώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ προϊόντος τοῦ δασμοῦ ἐκ τῆς βενζίνης εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν εἶναι δὲ ἡ περικοπὴ αὕτη ἐλάττωσις, διότι ἐπίσης ἂν δὲ ἀπατῶμαι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνέλαβεν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 6.000.000 λιρῶν, τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἑπομένως καὶ ἂν ὑπάρχουν σήμερον πλεονάσματα καὶ λέγετε εἰς τὴν εἰσήγησίν σας 40.000.000, τὰ πλεονάσματα αὐτὰ καὶ τὰ 28 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ διετίθεντο, θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα, νὰ συγκομισθῇ ἕν ποσὸν εἰς τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποιῆτο διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ χρέους τῆς ὁδοποιΐας. Ἐνῷ, ἐὰν σήμερον ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ εἶναι;
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προβλέπει διὰ τοὺς τόκους αὐτοὺς τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας;
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑποθέτω δι’ ἐφέτος, νὰ ὑπάρχῃ καμμία πρόβλεψις.
§134Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μόνον τοῦ δαπανηθησομένου ἐφέτος θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξυπηρέτησιν τὸ ταμεῖον.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπάρκειαν τῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας. Καὶ ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη παρουσιάζεται ἐμφανῶς καὶ διὰ τὴν ἐπίβλεψιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν καὶ ἔρχεται εἰδικώτερον τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁδοποιΐαν. Δὲν γνωρίζω ἐπὶ τῇ βάσει ποίου προγράμματος καθωρίσθη ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐκτελεστέων ἔργων. Καὶ ἡ ἰδική μου ἐντύπωσις εἶναι, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐξηκρίβωσα ἐξ ἐπισήμων στοιχείων, εἶναι ὅτι ὡρίσθη ἀθρόως ἔναρξις κατασκευῆς ὁδῶν, δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν ἔγινεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ συνόλου τῆς δαπάνης τῶν ἔργων αὐτῶν μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως αὐτῶν καὶ ἂν τὸ ἄθροισμα αὐτῶν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν 6.000.000.
§136Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βέβαια.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε εἶναι ἀπολύτως τακτικόν, διότι ἄλλως θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, βεβαίως τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ τὰ ἀφήσωμεν ἡμιτελῆ ἐντελῶς. Ἐπίσης ἔχει ὁρισθῆ ὡς ἀποθεματικὸν διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν ἕν ποσὸν 300 ἑκατομμυρίων ἔναντι ποσοῦ 400 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ δι’ ἑκάστην τῶν δύο χρήσεων, ποσοῦ ἀπολύτως ἐξαντληθέντος. Εἶχον οἱ προϋπολογισμοὶ 1928–1929 καὶ τοῦ 1927–1928 ἕκαστος ἀποθεματικὸν 400 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξαντληθῆ ὁλοσχερῶς. Δὲν παραγνωρίζω τὸ λεγόμενον ὅτι κατὰ τὴν χρῆσιν 1928–1929 ἔχει ἀπαλειφθῆ ἓν μέγα μέρος τοῦ ἀποθεματικοῦ, διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἐκτάκτους, τὰς ἀσυνήθεις τὰς προκληθείσας ἐκ τῶν θεομηνιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθοῦν ἐφέτος, εἰς οἵαν ἔκτασιν τοὐλάχιστον κατὰ τὸ παρελθόν. Ὑπολογίζετε εἰς 150 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ τὰς δαπάνας τὰς ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας ἀπερρόφησαν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ δαπάναι τῶν θεομηνιῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει κ. ὑπουργέ, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει τὸν προορισμὸν εἰς τὸ νὰ προνοῇ, διὰ τὴν κάλυψιν ἀπροβλέπτων ἐντελῶς ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δύσκολος ὁ καθορισμὸς ἐκ τῶν προτέρων. Ἐάν, πέρυσι εἴχομεν θεομηνίας, δὲν γνωρίζομεν τί δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προέκυψεν ἤδη ἀπὸ τὴν περικοπὴν τῶν ἀποζημιώσεων τῶν πολεμοπαθῶν.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζει κανεὶς τί προκύπτει διὰ τὴν χρῆσιν. Εἶναι ἔργον φρονήσεως τὸ ἀποθεματικὸν νὰ εἶναι μεγαλείτερον. Καὶ ἔρχομαι ἐγὼ εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ λεχθέντος ἀπὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου, δηλαδὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι θὰ ἐπαρκέσουν μέχρι τέλους αἱ δαπάναι τῶν δύο πολεμικῶν ὑπουργείων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἰδίως διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ. Θὰ χρειασθῇ μία προσθήκη δαπάνης, ἴσως χρειασθῇ, ἴσως ὄχι, ἐγὼ θὰ ὑπέθετα ὅτι θὰ χρειασθοῦν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐκ τῆς βαθείας περικοπῆς τῶν πιστώσεων αὐτῶν καὶ εἰς τὰ δύο ὑπουργεῖα συνεκεντρώθη ἕνας μέγας ἀριθμὸς ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω πῶς θὰ τὰς ἀντιμετωπίσουν. Ὅλα αὐτά, κύριοι, δὲν μὲ ἄγουν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1929–1930 θὰ φέρῃ ἀντὶ περισσεύματος, ἔλλειμμα ἔστω καὶ μικρόν. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξαρτῶνται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν ἀδιάθετοι πιστώσεις πολὺ περισσότεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας φανταζόμεθα διὰ μιᾶς συνεχοῦς ἐποπτείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑπομένως αἱ προβλέψεις ἡμῶν νὰ μὴ ἐπαληθεύσουν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου τῶν 8.000.000 καὶ περίσσευμα ἴσως μεγαλείτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον παρατηρῶ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρέπει νὰ κρίνωμεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1929–1930 ἵσταται πράγματι ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς.
§140Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τὸν 1928–1929 δὲν εἶναι καλλίτερος;
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δηλαδὴ θὰ ἀρκέσῃ μία οἱαδήποτε ἀδεξιότης, ὥστε ἡ πλάστιγξ νὰ κλίνῃ μᾶλλον πρὸς τὴν παθητικότητα τῆς χρήσεως παρὰ πρὸς μίαν κατάληξιν αὐτοῦ εἰς περίσσευμα μέγα ἢ μικρόν. Ἔχει δὲ τοῦτο σημασίαν μεγαλυτέραν διὰ τὴν προσπάθειαν ἡμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ἰδίως διὰ τὴν εὐθὺς ἀμέσως χρῆσιν καὶ ἰδίως τὴν χρῆσιν 1930–1931. Διὰ τὴν χρῆσιν 1930– 1931 ἔχομεν προσθέτους ἐπιβαρύνσεις ἀρκούντως ἀξιοσημειώτους. Ἔχομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία κυμαίνεται, ὑποθέτω, μεταξὺ 250 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν ἐπίσης μίαν φυσιολογικὴν δαπανῶν αὔξησιν ἐπὶ πλέον τῆς κανονικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπολογισθῇ καὶ αὕτη εἰς 100 ἑκατομμύρια περίπου. Ἔχομεν ἐπίσης τὴν αὔξησιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὅλων τῶν νομοθετικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσαγάγει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπεψηφίσθησαν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν γεωργικῶν της μέτρων τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ὑγειονομικῶν της ἐπίσης νομοθετικῶν μέτρων. Ἐπίσης διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1929 –1930 ὑπάρχει ἀσφαλεστέρα ἀκόμη ἐπέκτασις τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ἀμυντικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Θὰ ἔχωμεν μίαν αὔξησιν δαπανῶν καὶ ἐξ αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ποσῶς οἱανδήποτε ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀληθῶς τερατώδους σχεδίου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς Γερμανικὰς ἐπανορθώσεις, διαρρύθμισιν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀφήσῃ ἀδιαμαρτύρητον. Θὰ ἔχωμεν μίαν προσθήκην δαπανῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1930. 1931 450–500 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχωμεν λοιπὸν μίαν πρόσθετον δαπάνην 450–500 ἑκατομμυρίων καὶ πράγματι ἐγείρεται ἤδη τὸ πρόβλημα, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς προσθέτους αὐτὰς δαπάνας. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ ἀπὸ τοῦδε τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποτραπῇ πᾶς οἱοσδήποτε κίνδυνος ἐλλείμματος, διότι θὰ ἦτο πράγματι φοβερὸν νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς τὴν φοβερὰν ἁρπάγην τῶν ἐλλειμμάτων καὶ θὰ ἦτο ἐξ ἴσου φοβερόν, νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀμύνης τῆς παρακολουθήσεως τῶν δαπανῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι δυστυχῶς οἱ φόβοι αὐτοὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐστάθειαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἶναι φόβοι προεξοφλοῦντες τὰς συνεπείας τῆς οἰκονομικῆς πίστεως. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν ἀκόμη εὑρίσκεται εἰς στάδιον ποιᾶς τινος εὐπαθείας, θὰ ἔλεγον μάλιστα ὅτι τελευταίως ἐκαλλιεργήθη ἀκόμη περισσότερον τὸ αἴσθημα τῆς δυσπιστίας πρὸς τὸ κοινόν. Δηλώσεις καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα ὅτι θεωρῶ μέτρα καὶ δηλώσεις ἀτυχοῦς ἐμπνεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἀδέσποτοι φῆμαι καὶ ἀδέσποτοι ἐκστρατεῖαι γενόμεναι εἰς βάρος τῆς δημοσίας πίστεως, ὡς ἀποτέλεσμα ἔσχον ἀφ’ ἑνὸς νὰ γεννήσουν πραγματικοὺς δισταγμοὺς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔξω αὐτῆς, ἀλλ’ οὐκ ὀλίγον συνετέλεσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου Χάμπρο ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἀγορὰν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τοὺς βαρεῖς, ἀληθῶς ἐπαχθεῖς, κατ’ ἐμὲ ὅρους τοῦ δανείου Σέλιγκμαν, διότι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου Σέλιγκμαν ἀποτελοῦν ἀληθῆ ὀπισθοδρόμησιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προεξοφλήσωμεν ποῖα θὰ εἶναι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὅλης καταστάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν ὅτι ὄχι ὀλίγον θὰ συνέτεινεν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῶν πραγμάτων, θὰ ἦτο ἀκριβῶς ὁ κατάλληλος χειρισμὸς τῶν ἀποθεμάτων τῶν διαθεσίμων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖρας της τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι τὰ διαθέσιμα αὐτά, τὰ ταμιακά της δηλαδὴ πλεόνασμα, ὄχι εὐκαταφρόνητα, διότι ἔχει 650.000.000 δραχμῶν ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1927– 1928, ἔχει 200.000.000 περίπου δραχμῶν ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῆς χρήσεως 1928–1929, ἔχει ἀκόμη εἰς τὴν διάθεσίν της περὶ τὰ 300.000.000 δραχμῶν ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ τριμεροῦς δανείου, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον δι’ ἀπόσβεσιν τοῦ κυμαινομένου χρέους. Ἔχει λοιπὸν ἓν ποσὸν εἰς χεῖρας της 1150–1200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τῶν ὁποίων ἡ κινητοποίησις καὶ ἡ διάθεσις ἀπόκειται εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς ἀπόφασιν.
§142Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἕν μέρος ἔχει διατεθῆ ὑπὸ τοῦ ψηφισθέντος νόμου.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων 1927–1928, προνοεῖ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως 581.000.000 δραχμῶν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραγνωρίσω τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον προορίζονται αὐτὰ τὰ 581.000.000 δραχμῶν, διὰ τὸν στρατόν, διὰ τὰ δικαστικὰ μέγαρα, ἢ τὰ νοσοκομεῖα, δι’ οἱουσδήποτε σκοποὺς καὶ ἂν διατεθοῦν τὰ χρήματα αὐτά, θὰ θεραπεύσουν πάντοτε μίαν ἀνάγκην. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τίθεται ἐντελῶς διαφόρως. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πρῶτον, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι βεβαρυμένος διὰ φόρων πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀντοχῆς του; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ βεβαίωσις αὐτή; διότι ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ βεβαίωσις καὶ ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ παραγάγῃ, καμπτόμενος ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων, τότε ἡ πρᾶξις ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπεβάλλετο εἶναι νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀνακούφισιν αὐτοῦ. Ἐὰν διαθέσωμεν δηλαδὴ ἓν μέρος ἐκ τῶν πλεονασμάτων αὐτῶν διὰ τὴν μείωσιν ἢ τὴν πλήρη κατάργησιν τῶν ἐπαχθεστέρων κατηγοριῶν, καὶ ἤδη ἔχω ὑποδείξει ὅτι εἷς ἐκ τῶν φέρων εἰς τὴν μείωσιν τῶν ὁποίων ἢ τὴν πλήρη κατάργησιν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἶναι ἡ βαρύνουσα τὰς γεωργικὰς τάξεις, ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ φόρου τῶν αἰγοπροβάτων. Ἤκουσα, κύριοι, χιλιάκις τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεβαρύναμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ 1927 πέραν παντὸς ὁρίου. Ὑποθέτω δέ, ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς ἑνώσεως εἶπε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἡ κρίσις ὑπάρχει λόγῳ τοῦ μεγάλου φορολογικοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον πιέζει τὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ διεξήχθησαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν πεισματωδέσταται συζητήσεις καὶ συμπέρασμα τῶν συζητήσεων ἐκείνων ὑπῆρξεν ἡ κοινὴ ἀναγνώρισις, ὅτι τὰ φορολογικὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπεβάλαμεν δὲν ἀνήρχοντο οὔτε εἰς ἓν οὔτε εἰς δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν, ὅτι ἦσαν καθαροὶ μισθοὶ τὰ λεγόμενα περὶ τοιαύτης τινος φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἦτο ἀπείρως μικροτέρα καὶ ἀκόμη, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς κατὰ τὴν δύσκολον ἐκείνην ἐποχὴν δὲν ὑψώθη οὔτε κατὰ μίαν μονάδα ἀκεραίαν. Ὑπῆρξεν αὔξησις εἰσπράξεων ἀναμφισβήτητος, τὴν ἐβεβαίωσε καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὐτὴ τῶν εἰσπράξεων δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ φόρου. Αὐξήσεις εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς προέβημεν....
§144Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πόσην ὑπολογίζετε τὴν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν;
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὑπολογίζω διὰ τὸ 1927–28 εἰς 700.000.000.
§146Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ἔτος, διότι διὰ τὸ ὅλον ἔτος εἶναι περισσότερον, περὶ τὰ 1.100.000.000.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ναί. Αἱ ἀποδόσεις ὑπῆρξαν ἀνώτεραι, διότι πρώτην φορὰν ἐτέθη τάξις τις, ἐξακολουθοῦσα εὐτυχῶς μέχρι σήμερον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τόση ἦτο ἡ παραχθεῖσα ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου συγκίνησις, ὄχι διότι ἔγινε κατάχρησις καταδιώξεων, ἀλλὰ διότι ἐνεπνεύσθη ἀκριβῶς ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἔπαυσε πλέον ἡ ἐποχὴ τῶν ἀναβολῶν καὶ τῶν διώξεων διὰ τὴν πληρωμὴν, τόση, ὥστε ἔγινεν ὁλόκληρος ἐκστρατεία εἰς τὴν Κρήτην πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν κρατουμένων διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη καὶ ἀπεφυλακίσθησαν μάλιστα, ὡς κρατούμενοι διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη ὑπὸ τοῦ ἐξεγερθέντος πλήθους. Ἀλλὰ πόσοι ἀπεφυλακίσθησαν; Εὑρέθη εἷς καὶ μόνον κρατούμενος εἰς τὰς φυλακὰς καὶ αὐτὸς δι’ ἕνα φόρον καθυστερημένον ἐκ δωρεῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις διὰ τὰς φορολογικὰς πιέσεις διὰ τὰς ὁποίας ἠσκήσαμεν ψυχολογικὴν πίεσιν. Διότι ἐνεπνεύσαμεν πράγματι τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ διαφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ εἰς τὸ ταμεῖον ἐπαρκῆ προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων, ἔχομεν ἐπίσης καὶ ἐκ τῆς μεγαλειτέρας ἐξαγωγῆς, ὀφειλομένης εἰς μίαν γενικὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἴτε πολλοὺς, εἴτε ὀλίγους φόρους ἐπεβάλαμεν ἡμεῖς τοὺς ἐπεβάλαμεν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀντικρύσωμεν καὶ νὰ σταματήσωμεν ἕνα ἀληθῆ οἰκονομικὸν ὄλεθρον, εἰς ἐποχὴν ἐλλείμματος ἐτησίου 1.600.000.000 δραχμῶν. Σήμερον ὅταν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον περισσευμάτων καὶ ἔχομεν περίσσευμα 1.250.000 δραχμῶν, ἐὰν πράγματι αὐτὸ τὸ φορολογικὸν βάρος τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ὑπέρμετρον ἂν ὄχι καὶ ἀδικαιολόγητον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διατὶ δὲν θὰ σπεύσωμεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὰ μέσα μιᾶς καλλιτέρας ἐργασίας διὰ τὴν περίοδον τήν κρίσιμον; Ἀκόμη περισσότερον ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ καὶ ὁ μᾶλλον ἀόριστος φόβος ἐνδεχομένων ἐλλειμάτων κατὰ τὰς ἀμέσως ἑπομένας χρήσεις ἕνα ἀρκετὸν ποσὸν τῶν ἀποθεμάτων ὀφείλει νὰ προορισθῇ ὡς ἀσφάλιστρον κατὰ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, διότι θ’ ἀποτελέσῃ πράγματι τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θ’ ἀναβληθῇ ἡ θεραπεία ἄλλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ θ’ ἀναβληθῇ ἐπὶ χρόνον ἐλάχιστον καὶ εἰς ἀντιστάθμισμα θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἄλλα ὑψίστης σημασίας. Διότι τοιουτοτρόπως θὰ ἐξέλειπεν καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς εἰς τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς σταθερότητος τῆς ἀποκατασταθείσης οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους ἰσορροπίας.
§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι διὰ νὰ ἐξαναγκασθῶμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν μίαν τοιαύτην τακτικήν, θὰ ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, τὴν ἀναγκαστικὴν χρησιμοποίησιν, τὴν αὐτόματον χρησιμοποίησιν περισσευμάτων ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων, διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ χρέη μας.
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ ἐξοφλήσεως τότε ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον, ὡς ἀσφάλιστρον ἐναντίον ἐνδεχομένων ἐλλειμμάτων.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἴδιον δὲν εἶναι;
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ θὰ ἐξοφλήσω ἕν μέρος ἐλάχιστον.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀγοράσετε ὁμολογίας.
§153Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς θὰ γίνῃ τὸ χώρισμα;
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον. Θέλετε πρῶτον νὰ τὸ κάνετε ὑπὸ τύπον προσωρινότητος; Λόγου χάριν, δι’ ἐφέτος ἀπαλλάσσονται οἱ ὀφείλοντες τὸν φόρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Ἡ προσωρινὴ ἄφεσις τοῦ φόρου εἶναι καθαρὰ ἀνακούφισις τῆς γεωργικῆς τάξεως. Θέλετε νὰ προβῆτε εἰς μίαν παγίωσιν τῆς φορολογίας μὲ τὴν διατήρησιν ἑνὸς περιθωρίου ἐκ τῶν περισσευμάτων......
§155Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἐρώτησα διότι μοῦ εἴπατε περὶ καταργήσεως φόρου καὶ ταὐτοχρόνως ὡμιλήσατε περὶ προοπτικῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει 500.000 νέαν δαπάνην διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ ἤθελον νὰ ἴδω πῶς συμβιβάζονται αὐτά.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, κ. ὑπουργέ, ἔρχεται εἰς πιστοποίησιν ἑνὸς γεγονότος. Ἐγὼ ἤθελον αὐτὸ νὰ τὸ εἴπητε φανερά, ὅτι ἄνευ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ 1927–28 ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποκατασταθῇ πάγιον ἰσοζύγιον εἰς τὸ Κράτος.
§157Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος τὸ ἠρνήθη;
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀκόμη βέβαιον, ὅτι οἱ φόροι τοῦ 1927–1928 ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ τὴν παγίωσιν τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ εἰς αὐτὸ ποὺ εἴπατε. Ἔχομεν ἕν ποσὸν 1.000.250.000 δραχμῶν, ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ διατεθῇ ἐν μέρει μὲν διὰ τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἐν μέρει δὲ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν ἐνδεχομένων κινδύνων διαταραχῆς τῆς οἰκονομικῆς ἰσορροπίας τοῦ Κράτους...... καὶ ἂν ἔχετε ἓν ἔλλειμμα 400 ἑκατομμύρια ἔχετε ἓν ποσὸν 550 ἑκατομμύρια σᾶς ὑπολοίπονται δὲ ἀκόμη 550 ἑκατομμύρια, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν φορολογικὴν αὐτὴν ἀνακούφισιν, ἐὰν τὴν θεωρῆτε ἀπαραίτητον διὰ τὴν ὁλότητα, ἐὰν τὴν θεωρῆτε ἀπαραίτητον κυρίως διὰ τὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάθεσις ἑνὸς ποσοῦ δι’ ἀσφάλιστρον ἐναντίον τῶν ἐνδεχομένων κινδύνων ἐλλείμματος, θὰ εἶχεν ἐπίσης ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παύσουν νὰ κυκλοφοροῦν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον αἱ.... καὶ αἱ κακαὶ τάσεις τοῦ πληθωρισμοῦ ν’ αὐξήσῃ ἀκόμη ἡ παραγωγή, ν’ αὐξήσῃ ἡ καταπληκτικὴ δύναμις τοῦ λαοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ γίνῃ καὶ ὁ ἐναρμονισμὸς ταχύτερον μεταξὺ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἡ ὁποία ἐσήμαινεν ἐν πλήρῃ διαταραχῇ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας, θὰ ἔχῃ ἐπίσης ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωσιν μίαν σταθερὰν πλέον ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἀποτιμωμένην καὶ ταύτην εἰς ὑλικὰ ὀφέλη ὑπὲρ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἐκ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ παρέβλεπεν πρὸς τὸ παρὸν ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, δυνάμεναι ν’ ἀναβληθοῦν ἐπί τινα χρόνον ἐλάχιστον. Θὰ ἔχωμεν μίαν προσαρμογὴν τῆς ὅλης ἡμῶν οἰκονομίας πρὸς τὰς ὑγιεῖς οἰκονομικὰς συνθήκας, θὰ ἔχωμεν ἐπίσης μίαν σαφῆ ὁλονὲν αὐξανομένην ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία θὰ ὤφειλε νὰ ἐπικρατήσῃ πλέον, θὰ ἔχωμεν, διὰ μιᾶς μεθοδικῆς ἐργασίας ἡ ὁποία θ’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν πλήρη κατασφάλισιν ἀφ’ ἑνὸς τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπί τινα χρονικὴν περίοδον καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἄμεσον ἀνακούφισιν τῶν περισσοτέρων ἐπιβαρυνομένων παραγωγικῶν τάξεων. Καὶ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτῆτο, διὰ τὴν προσαρμογὴν αὐτήν, δὲν θὰ ἦτο κατ’ ἐμὲ μικρός, θὰ ἦτο ὀλίγος, θὰ ἦτο ἐλάχιστος, διότι εἰς τὴν προσαρμογὴν αὐτὴν θὰ ὑπεβοήθη μία μεθοδικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, οἱ πόροι τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι ἀνεκμετάλλευτοι, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑπεβοήθουν ἀκόμη καὶ αἱ ἀρεταὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι σήμερον εὑρισκόμεναι ὑπὸ μίαν σκληρὰν πίεσιν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθοῦν ἐλευθέρως. (χειροκροτήματα).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§160Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1929– 1930, ἐφ’ οὗ ἡ νῦν συζήτησις, εἶπεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον κεῖται ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς. Δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι εὐχάριστον, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἔστω κεῖται ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς καὶ δὲν κλίνει πρὸς τὰ ἀριστερά, ἤτοι εἶναι βαρύτερον εἰς τὴν πλευρὰν τῶν ἐξόδων, ὅπως ἔκλινεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὁπότε ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς εἰς πόρους, ἤτοι ἔσοδα ἐκ δανείων, διὰ νὰ μᾶς καλύπτουν τὰ ἐλλείμματα.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι καθόλου ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς, βεβαιωθῆτε.
§162Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶν κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1928–29, ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐξέθηκα, ὅτι εἰς μίαν πενταετίαν 7½ περίπου δισεκατομμύρια δραχμῶν εἰσῆλθον ὡς ἔσοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ δανείων δι’ ὧν ἐνεφανίζετο ὀλέθριον ἰσοζύγιον. Εἶπα τότε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1928–1929 παρεῖχε τὸ ἑξῆς εὐχάριστον μοναδικὸν δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν ἢ καὶ δεκαετίαν ἴσως, γεγονός, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδά του δὲν ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ συνάψεως χρεῶν. Τώρα παρετήρησα, ὅτι ἀντὶ νὰ γίνῃ ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ μακρὰ συζήτησις ἐγένετο διὰ νὰ ἐξαρθῇ τὸ ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀφῆκε περισσεύματα. Ὅταν ἐγὼ εἶμαι κατάχρεος καὶ τὰ χρέη μου προέρχονται ἀπὸ ἐλλείμματα ἐτησίων δαπανῶν καὶ ἐσόδων καὶ διὰ νὰ φέρω ἕν ἰσοζύγιον ἐδανείσθην 3.000.000 λιρῶν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ καλύψω τὰ ἐλλείμματα, βεβαίως, ἀφοῦ ἐμπάλωσα ὅλες τῆς ἄλλες τρύπες, παρουσιάζει καὶ ἕνα φαινομενικὸν πλεόνασμα τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν εἶναι πλεόνασμα διότι ἐκρατήθη ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους πόρους ποὺ ἐκάλυψαν τὰ ἐλλείμματα. Πλεόνασμα εἶναι ὅταν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὑγιής, ὅταν ἰσοζυγίζει τὰ ἔξοδά του ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, καὶ ὄχι ὅταν μὲ δάνεια, εἰδικῶς διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων συνομολογηθέντα, ἤτοι διὰ τὴν ἐπούλωσιν χαινουσῶν πληγῶν καὶ ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν, μένει ἀδιάθετον ποσόν τι, ὡς συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς θὰ ἐξηγήσω κατωτέρω. Δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν πλεονάσματα. Αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν δὲν τὴν ἐννοῶ. Καὶ δὲν τὴν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι κατηναλώθησαν ὧραι μακραὶ ἀγορεύσεων διὰ νὰ γίνῃ ἀφήγησις περὶ τοῦ τί ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Δηλαδὴ καταγινόμεθα εἰς παρελθοντολογίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὴν παρελθοντολογίαν καὶ νὰ ἐκθέσω ἢ νὰ ἀμφισβητήσω τὸ τί ἐγένετο καὶ τί δὲν ἐγένετο. Αὐτά, καλὰ ἢ κακά, ἔγιναν, ἐτελείωσαν. Τώρα εἰσελθόντες εἰς νέον οἰκονομικὸν βίον, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἀπασχοληθῶμεν, πῶς θὰ διοικηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας εἰς τὸ μέλλον καὶ πῶς θὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας μας, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὰ πολλὰ βάρη ποὺ τοῦ ἐφορτώσαμεν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν παρελθοντολογίαν.
§163Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ Γερουσιαστής, ὁ ἀπὸ Λοκρίδος.
§164Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπίμονος ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθὸν εἶναι χαρακτηριστικὸν τοῦ γήρατος, ἐνῷ ὅποιος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ μέλλοντος, παρέχει τὴν ἀπόδειξιν ὅτι δὲν ἐγήρασεν ψυχικῶς τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἀκόμη τὰ ἔτη τῆς ἡλικίας του εἶναι πολλά. Ἐπεθύμουν, κύριοι καὶ ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ ἀκούσω εὐρυτέραν τινὰ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέμενον ν’ ἀκούσω ἔλεγχον τοῦ ὅλου μας οἰκονομικοῦ συστήματος, καὶ νομίζω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν κοινὴν γνώμην, ὑποστηρίζων ὅτι ὁ λαός, τώρα ποὺ ἐπῆλθε κἄποια ἐξυγίανσις εἰς τὰ οἰκονομικά μας, ἀποβλέπει πρὸς ἡμᾶς μὲ τὴν προσδοκίαν μεταβολῆς τινος εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν μας καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσῃ νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ γνῶμαι περὶ ριζικῶν μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ φορολογικόν μας σύστημα, ἢ ἀκριβέστερον εἰπεῖν, περιμένει ὁ λαὸς νὰ ἴδῃ ἕνα νέον πρόγραμμα συνολικῆς συστηματοποιημένης φορολογικῆς πολιτικῆς, καὶ τοιοῦτον δυστυχῶς δὲν βλέπει. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, πιστεύω καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ῥιζοσπαστικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ νὰ φύγωμεν ἐπὶ τέλους ἀπὸ τὴν ρουτίναν μὲ τὴν ὁποίαν τόσα χρόνια ταλαιπωρούμεθα. Διότι δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω καὶ πᾶς εὐθὺς συζητητὴς ὀφείλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, «εὑρισκόμεθα καὶ περιδινούμεθα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν εἰς οἰκονομικὴν ἀσυναρτησίαν». Ποτέ, ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, δὲν ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένος στηριζόμενος ἐπὶ στοιχείων ποὺ παρέχει ἡ πεῖρα καὶ ἡ στατιστική. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ποῖον εἶναι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἐν Ἑλλάδι; Ἔγινε ποτὲ ὑπολογισμὸς ποῖον εἶναι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ποῖον ποσοστὸν θὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς πολίτας; Καὶ ὁ Τζατζᾶς ἀκόμη ὅταν συλλάβῃ αἰχμάλωτον, κανονίζει τὰ λύτρα εἰς ποσοστὸν ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ αἰχμαλώτου.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀξιομίμητον παράδειγμα αὐτό.
§166Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως εἶναι ἄξιον προσοχῆς διότι τὸ Κράτος, ὅταν ζητεῖ 10 δισεκατομμυρίων φόρους κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸν λαόν, ἐκανόνισε ποτὲ τὴν ἀπαίτησίν του ταύτην ἐπὶ τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος τοῦ λαοῦ καὶ ἔκρινεν ὅτι τὰ 10 αὐτὰ δισεκατομμύρια ἀποτελοῦν τὸ 10 ἢ 15% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἢ εἰς τὰ τυφλὰ ζητεῖ ὅ,τι τύχῃ; Κύριοι βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἄθροισμα ἀριθμῶν, δὲν εἶναι ἁπλοῦς λογαριασμὸς ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Αὐτὰ τὰ πράγματα, ἤτοι ἡ ἀνάλυσις ἐσόδων καὶ δαπανῶν, εἶναι λεπτομέρειαι αἱ ὁποῖαι κανονίζονται ὑπηρεσιακῶς ἀφοῦ ὅμως τεθῶσιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τῆς φορολογίας καὶ τῶν δαπανῶν. Ἡμεῖς ἐδῶ ἐρχόμεθα ὄχι διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ νὰ μελετήσωμεν καὶ κρίνωμεν ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῷ συνόλῳ του καὶ εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς ποὺ ἀκολουθεῖ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς τοῦ ἔθνους καὶ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ἐννόμου τάξεως, εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑπηρεσιῶν κ.λ.π. καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ κυρίως εἶναι ἐρευνητέος ἄν ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὰ ἰδεώδη τῆς κοινωνικῆς ἰσότητος καὶ ἀλληλεγγύης. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι κυρίως πρᾶξις πολιτικὴ καὶ ἀποτελεῖ τὸ πρόγραμμα ποὺ θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, καὶ καθορισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος αὐτῶν τῶν μελλοντικῶν οἰκονομικῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος. Ὅταν ζητοῦμεν φόρους ἀπὸ τὸν λαόν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν ποία εἶναι ἡ δυναμικότης του εἰς ἐθνικὸν εἰσόδημα, ὡς προελέχθη διὰ νὰ κανονισθῇ ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ ἐν τῷ ἐφικτῷ τῆς πραγματοποιήσεως, ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων, ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ προσέχωμεν ὅπως αὐτὸ τὸ ποσὸν ποὺ ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ εἰσόδημά του μὴ ἐνοχλῇ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅπως κατανέμεται ἐν τῷ δικαίῳ μέτρῳ μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν ἑκάστου δυνάμεων, καὶ μὴ ἐπιβαρύνεται καὶ ὁ πτωχὸς καὶ μένῃ σχετικῶς ἀσύδοτος ἢ ἐλαφρῶς φορολογούμενος ὁ πλούσιος καὶ ὁ ἰσχυρός. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀκολουθεῖ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν κεφαλαιοκρατικὴν πολιτικήν. Μὴ τρομάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ διακόπτων μοῦ εἴπῃ, ὅτι «μὴ τά βάζεις μὲ τὸ κεφάλαιον, διότι τότε θὰ φύγουν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα». Ὅταν ὁμιλῶ περὶ κεφαλαιοκρατῶν καὶ ὁμιλῶ ὄχι πολὺ εὐμενῶς, δὲν ὁμιλῶ κατὰ τοῦ κεφαλαίου, τοὐναντίον εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου. Τὸ κεφάλαιον ἔχει δύο ἐχθρούς, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὸ ἀπειλοῦν οἱ κομμουνισταὶ ἐπιδιώκοντες δι’ ἀνόμων μέσων δι’ ἐπαναστάσεως νὰ τὸ καταλάβουν καὶ τὸ τὸ διαχειρισθοῦν, ἢ μᾶλλον τὸ διασπαθίσουν αὐτοί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φανεροὶ ἐχθροί, λέγουν δὲ εἰς τοὺς κεφαλαιοκράτας «φύγετε σεῖς, νὰ καθήσωμεν ἡμεῖς.» Ἡ φιλοδοξία των φθάνει, ὥστε καὶ τὸ αὐτοκίνητον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέλῃ νὰ τὸ πάρῃ καὶ νὰ ἐποχῆται ἐπ’ αὐτοῦ αὔριον ὡς ἐπίτροπος τοῦ λαοῦ ἕνας ἐργάτης. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὁ ἄλλος ὁ ὕπουλος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος δυναστεύει καὶ ἐκμεταλλεύεται, ὑπὲρ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ κερδοσκοπικοῦ πλουτισμοῦ. Ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὀνομάζω κεφαλαιοκράτας. Τὸ πολύ, τὸ μέγα κεφάλαιον, εἶναι ἀνώνυμον, ἀνήκει εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ σπεύδει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὀλίγων, πειθόμενον, ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκει συμφέρον. Τὰ μεγάλα, τὰ ὀγκώδη κεφάλαια, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτελοῦνται τὰ μεγάλα ἔργα καὶ διεξάγονται αἱ μεγάλαι ἐμπορικαί, τραπεζικαὶ καὶ βιοτεχνικαὶ ἐπιχειρήσεις, ἀνήκουν εἰς μέγαν ἀριθμὸν πολιτῶν ἐχόντων ἀποθέματα, ἄρα συγκεντροῦται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ὀλίγους Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τοὺς θώκους τῶν μεγάλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ φαίνονται καὶ φέρονται καὶ ἐπιδεικνύονται ὡς μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, αὐτοὶ σπανίως μετέχουν διὰ σημαντικοῦ ποσοῦ εἰς τὴν ἄθροισιν τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον διαχειρίζονται. Τὸ κεφάλαιον συναθροίζεται ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀπὸ τοὺς μετόχους, ἀπὸ τοὺς ὁμολογιούχους, ἀπὸ τοὺς καταθέτας, οἱ δὲ κεφαλαιοκράται διαχειρισταὶ αὐτοῦ τὸ νέμονται, τὸ καρποῦνται καὶ τὸ διευθύνουν αὐταρχικῶς, ἀπολαμβάνοντες αὐτοὶ μόνοι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἡ πεῖρα δὲ ἡ ἰδική μου μὲ ἐδίδαξεν καὶ γνωρίζω ἀπὸ τὰς συνελεύσεις τῶν μετόχων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, εἰς ἃς πολλάκις παρέστην, ὅτι οἱ μικροὶ μέτοχοι οἱ μὴ προσκείμενοι εἰς τὴν Κυβερνῶσαν τὴν ἑταιρείαν ὀλιγαρχίαν, οὔτε φωνὴν ἔχουν, οὔτε ἀκρόασιν, ἀλλὰ πνίγονται ἀπὸ τὴν παρεσκευασμένην καὶ ὠργανωμένην πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία τοὺς ἀπαγορεύει καὶ ἔλεγχον κἄν τινα νὰ ἐνασκήσουν, ἐν παρόδῳ δέ, προκειμένου τὸν λόγον περὶ τούτου, ἀναφέρω, ὅτι συνέταξα πρότασιν νόμου κατ’ ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς λαμβάνεται πρόνοια περὶ προστασίας τοῦ κεφαλαίου, διὰ τῆς ἐκπροσωπήσεως καὶ τῆς μειοψηφίας τῶν μετόχων ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ καὶ τῇ ἐπιτροπῇ τῶν ἐλεγκτῶν, καὶ ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀπάτης ὁ δανεισμὸς εἰς τοὺς διοικητικοὺς συμβούλους ἐκ τῶν κεφαλαίων καὶ διαθεσιμοτήτων ἐν γένει τῶν ἑταιρειῶν ἃς διοικοῦν, ἀπαγορευομένης πάσης ἑταιρικῆς μετ’ αὐτῶν συναλλαγῆς. Ὅταν λοιπὸν λέγω ὅτι ἔχομεν κεφαλαιοκρατικὴν πολιτικήν, εἶναι φανερόν, καὶ ἐξηγοῦμαι ἤδη, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπὲρ τῆς προστασίας τοῦ κεφαλαίου κατὰ τῶν λυμαινομένων αὐτὸ εἰς βάρος τῶν μετόχων τῶν ὁμολογιούχων καὶ τῶν καταθετῶν, ὁσάκις βεβαίως γίνεται κακὴ διοίκησις, διότι ὑπάρχουν καὶ πολλαὶ μάλιστα, ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι χρηστῶς καὶ σωφρόνως διοικούμεναι. Ἔχομεν δὲ πρόσφατα κακῆς καὶ δολίας διοικήσεως τῶν κεφαλαίων τῶν Τραπεζῶν παραδείγματα. Ποῖοι ἐπεβουλεύθησαν κατὰ τὰς περιστάσεις ἃς ὑπηνίχθην, τὸ κεφάλαιον; Οἱ διαχειρισταὶ αὐτοί, οἱ λεγόμενοι τραπεζικοί, οἱ διοικοῦντες τὰς Τραπέζας, οἱ ὁποῖοι ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ εὐκόλῳ τῇ χειρὶ διέθετον εἰς ἀτομικὰς ἐπιχειρήσεις τὰ διαπιστούμενα εἰς αὐτοὺς κεφάλαια τῶν πολιτῶν. Ἄλλοι ἀγοράζουν ἐπ’ ὀνόματί των πλοῖα, ἄλλοι ἱδρύουν ἐργοστάσια, ἄλλοι ἀγοράζουν μετοχὰς ἑνὸς σιδηροδρόμου διὰ νὰ εἰσβάλουν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, δι’ ἀτομικὰ ἑαυτῶν καὶ τῶν συγγενῶν των ὀφέλη, οἱ δὲ μικροὶ καταθέται, οἱ μέτοχοι, οἱ ὁμολογιοῦχοι, αὐτοὶ οἱ δοῦλοι τῶν κεφαλαιοκρατῶν, ἔμειναν εἰς τὰ κρῦα τοῦ λουτροῦ καὶ ζητοῦν ἤδη τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους πρὸς σωτηρίαν ἔστω καὶ ψιχίων τινων τῶν χρημάτων των. Ἐπιβάλλεται ὅθεν νὰ προέλθωμεν εἰς σοβαρὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, περὶ τῆς ἀπέναντι τῆς κεφαλαιοκρατικῆς ὀργανώσεως πολιτικῆς, ἣν δέον νὰ ἀκολουθήσωμεν. Αὐτοὶ κυριαρχοῦσιν εἰς ὅλα, αὐτοὶ κανονίζουν τὸ δασμολόγιον κατὰ τὰ συμφέροντά των, αὐτοὶ ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ὑπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ὥστε ἡ νομοθεσία νὰ εἶναι ἀνώδυνος φορολογικῶς πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐξυπηρετικὴ τῶν συμφερόντων, τῶν ἐκπαχθὴς δὲ καὶ ἐκμυζωτική, διὰ βαρείας φορολογίας, κατὰ τῶν λαϊκῶν καὶ βιομηχανικῶν τάξεων. Λαμβάνω ἀπὸ τὰς καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μερικοὺς ἀριθμούς, οἵτινες εἶναι ἀρκετὰ ἐνδεικτικοὶ τῆς ἀδικίας ἡ ὁποία γίνεται ἐν Ἑλλάδι εἰς βάρος τῶν πτωχῶν καὶ ἐπὶ ἀποφυγῇ τῶν πλουσίων. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσετε καὶ θὰ μείνετε ἐκστατικοί. Ὁ φόρος ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων διὰ τὸ 1926–1927 προϋπελογίσθη εἰς 150.000.000 δραχμῶν καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς εἰσπράξεως τῆς χρήσεως 1926–1927 προκύπτει, ὅτι ἐβεβαιώθησαν μόνον 53.000.000, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 31.000.000 δραχμῶν. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ φιλοσοφήσῃ κανείς, εἶναι πολὺ ἐνδεικτικοὶ τῆς παρ’ ἡμῖν φορολογικῆς δικαιοσύνης. Ἐνῷ δὲ τόσον ἀπελπιστικὴ ἦτο ἡ ἀπόδοσις τῆς φορολογίας τῶν κερδῶν τῶν μεγαλεμπόρων καὶ μεγαλοβιομηχάνων, οἱ ὑπάλληλοί των οἱ ὑπ’ αὐτοὺς ἔμμισθοι βιοπαλαισταί, τῶν ὁποίων αἱ ἀποδοχαὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποκρυβοῦν καὶ ἐφορολογήθησαν ἐπακριβῶς, ἐπλήρωσαν φόρον εἰσοδήματος δραχμὰς 60.000.000.
§167Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖται περὶ τῆς κατηγορίας Δʹ, ἡ ὁποία δὲν συμπεριλαμβάνει τὴν φορολογίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, δηλαδὴ τὴν φορολογίαν τῶν κουπονίων. Ἑπομένως εἰς τὰ 150.000.000 δὲν συμπεριλαμβάνεται ἡ φορολογία τῶν τοκομεριδίων.
§168Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν περιλαμβάνεται καὶ ὁ φόρος τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, χωρὶς νὰ βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μόνον ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1927–1928 ἐμφανίζεται πάλιν ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος. Οἱ μεγαλέμποροι καὶ μεγαλοβιομήχανοι, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὸ κατάφωρον ὅτι δὲν ἐπλήρωσαν σχεδὸν τίποτε ἐπὶ τῶν κερδῶν των, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν γνωστῶν μεθόδων ἀπέκρυπτον, ἐπεζήτησαν αὐτοὶ καὶ ἐπέτυχον (διότι εἰς ὅλα αὐτοὶ ἀκούονται) νὰ ἐπανέλθῃ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὁ ἀδικώτατος τῶν φόρων, διὰ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ πολὺς βιοπαλαιστικὸς καὶ ἐπαγγελματικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε 211 ἑκατομμύρια φόρον ἐπιτηδεύματος, εἰς ἅς εἰσπράξεις παρουσιάζεται καὶ καθυστέρησις 119 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία ὅμως καθυστέρησις ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι προέρχεται ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς μικρούς. Ἔμεινε δὲ ἐφεξῆς ἡ φορολογία τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων μόνον διὰ τοὺς πραγματοποιοῦντας κέρδη πλέον τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως. Δι’ αὐτὸ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1927–1928 προϋπελογίσθη ἔσοδον μόνον 25.000.000 δραχμῶν καὶ ἐβεβαιώθησαν 60.750.837 δραχμῶν, διότι ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος μέχρις ἐσχάτων, ἤτοι ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, δὲν εἶχεν γίνει ἔλεγχος τῶν δηλώσεων καὶ τῶν βεβαιώσεων καὶ μόνον ὅταν ἀνέλαβε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος χθὲς διὰ μακρῶν ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς σχετικὰς ἐνεργείας του, διετάχθη σχετική τις πληρεστέρα ὀργάνωσις τῶν φορολογικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐγένετο ἔλεγχος μέρους τινὸς τῶν δηλώσεων καὶ ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῆς τρεχούσης τότε χρήσεως καὶ ἐκ τῶν καθυστερουμένων 60.750.836 δραχμῶν. Πόσα νομίζετε ὅτι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὰ ἑξήκοντα αὐτὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν; Εἰσεπράχθησαν μόνον 27.110.650 καὶ καθυστεροῦν 33:640.177. Κατὰ τὴν χρῆσιν 1928–1929 προϋπελογίσθη ὁ φόρος τῶν καθαρῶν κερδῶν ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων εἰς δραχμὰς 60.000.000, ἐβεβαιώθησαν 60.713.171 καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον δρχ. 20,304.511 καὶ καθυστεροῦνται 40.408.669. Κατὰ τὰ αὐτὰ χρονικὰ διαστήματα οἱ ὑπάλληλοι βιοπαλαισταὶ ἐπλήρωσαν διὰ μὲν τὸ ἔτος 1926–27 δρ. 42. ἑκατομ. τὸ 1927–1928 δραχ. 52.671.926 καὶ διὰ τὸ δωδεκάμηνον τοῦ 1928–1929 δραχμαὶ 62.865.344. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπερκεφαλαιοκρατικὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη τοῦ Κράτους; δὲν εἶναι πολιτικὴ ἡ ὁποία πλήττει καὶ ἐκμυζᾷ ἀσπλάγχνως τοὺς μικροὺς καὶ ἀφήνει ἀφορολογήτους τοὺς μεγάλους; Καὶ τώρα ἂς ἐξετάσωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι κεφαλαιοκρατικὴ ἡ πολιτική μας εἰς τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς λεγομένης ἐθνικῆς βιομηχανίας. Κατ’ ἐμέ, προστασία βιομηχανιῶν αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται χωρὶς νὰ ἔχωσιν βάσιν οἰκονομικὴν ἀρχικῶς, ἀλλ’ ἱδρύονται ἄνευ συστήματος, ἄνευ μεθόδου, ἄνευ ὑπολογισμοῦ καὶ ἐρεύνης κατὰ πόσον ἐξυπηρετῶσιν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου δι’ εἰσαγωγῆς ξένου χρήματος, εἶναι σφάλμα ἐκ τῶν βαρυτέρων. Βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι κατεργάζονται τὰ ἐγχώρια προϊόντα, δηλ. τὸν σῖτον, τὸ ἔλαιον, ἡ σαπωνοποιΐα καὶ ἡ μεταξουργία ἐν μέτρῳ τινι ἡ βαμβακουργία κλπ. ἔχουν λόγον ὑπάρξεως. Ἀλλ’ ἄλλαι τινες βιομηχανίαι καὶ μηχανουργίαι ἡ κατασκευὴ ἠλεκτρικῶν, ὑελουργίαι κλπ. δὲν ἔχουν κανένα λόγον ν’ ἀναπτυχθοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα μικρὰ καὶ πτωχὴ ἀπέναντι τῶν ἄλλων κρατῶν εἰς τὰ ὁποῖα τὰ κεφάλαια εἶναι ἄφθονα καὶ εὐθηνὰ καὶ ἔχουν καύσιμον ὕλην κλπ. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐνδεὴς εἰς πρώτας ὕλας, δὲν ἔχει καύσιμον ὕλην, δὲν ἔχει γαιάνθρακα, δὲν ἔχει οὔτε τὸν λευκὸν ἄνθρακα. Πῶς δύναται αὐτὴ λοιπὸν νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὰς ξένας βιομηχανίας. Εἶναι μία βιομηχανία ἀξιοῦσα νὰ ζῇ εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ μὲ ἀφαίμαξιν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ἐφ’ ὅσον παράγει προϊόντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταναλωθοῦν ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐξαγωγήν. Καὶ δὲν ἔχει διέξοδον διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀποικιακὴν πολιτικὴν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἰμπεριαλιστικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἔχῃ ἀποικίας ἢ προτεκτορᾶτα, ἐξ ὧν νὰ ἀντλῇ καύσιμον ὕλην ἢ πρώτας βιομηχανικὰς ὕλας καὶ νὰ ἔχῃ εἰς αὐτὰς διέξοδον καταναλώσεως τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων της. Ἐγένετο μία ἀπόπειρα ἀποικιακῆς πολιτικῆς καὶ σφαλερῶς τὴν ὠνόμασαν μερικοὶ τότε ἀντιδρῶντες, ἡ ὁποία ὅμως ἦτο ἐθνικὴ πολιτική, ἐγένετο ἡ μεγαλουργικὴ ἐκείνη ἐπιχείρησις τῆς ἑνώσεως μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα τοῦ Ἀσιατικοῦ ἑλληνισμοῦ, ἥτις ὑπῆρξεν ἕνα ἔργον κολοσσιαῖον καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγράφῃ ἡ ἱστορία εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀτυχῶς ὅμως διὰ λόγους ὧν ἡ ἔκθεσις δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.... (Ἐνταῦθα ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος συγκινηθεὶς ἐδάκρυσεν). Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν παρελθοντολογίαν. Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κεφάλαια εὐθηνά, δὲν ἔχει καύσιμον ὕλην, δὲν ἔχει ὕλην, δὲν ἔχει ἀποικίας καὶ προτεκτορᾶτα, δὲν ἔχει διέξοδον καταναλώσεως, δὲν ἔχει κανὲν ἐκ τῶν προϊόντων ἐκείνων δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ τὴν βιομηχανίαν τῆς Γερμανίας, τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Βελγίου κλπ. κατ’ ἐμέ, θὰ εἴπω μίαν βαρείαν φράσιν, διαπράττει μωρίαν, ἂν μὴ ἔγκλημα κατὰ τοῦ τοιούτου, νὰ θέλῃ νὰ μετέλθῃ ἐν μεγάλῃ κλίμακι καὶ μὲ θυσίας κρατικὰς καὶ κοινωνικὰς βιομηχανικὴν πολιτικήν. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἀμερολήπτως ὅλα τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα παράγει ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, εἶναι πολὺ κατωτέρας ποιότητος ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα εὐρωπαϊκὰ. Ἐγὼ ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ἱδρύθη ἡ βιομηχανία τῆς χαρτοποιΐας ἐν Ἑλλάδι δὲν εὑρίσκω χαρτὶ τῆς προκοπῆς διὰ νὰ, γράψω (γέλωτες).
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γενικῶς νὰ μὴ ὁμιλεῖτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περὶ τῆς βιομηχανίας. Βέβαια ὑπάρχουν βιομηχανίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν λόγον ὑπάρξεως. Ἀλλὰ σήμερον πρὸ παντὸς ὅταν συνέρρευσεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ τοῦ στενοῦ καὶ ὁ πληθυσμὸς ὁ προσφυγικὸς καί ὅταν ἔχωμεν μίαν ἀναλογίαν πληθυσμοῦ 53 χιλιάδες κατὰ χιλιόμετρον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ζήσωμεν μόνον μὲ τὴν γεωργίαν. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν χιλιάδες βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι ἱδρύθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προστατευτικῶν δασμῶν χωρὶς νὰ ἔχουν βάσιν.
§170Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔκαμα τὴν διάκρισιν αὐτήν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἀρχῆς, καὶ εἶπον, ὅτι, κάθε βιομηχανία ἡ ὁποία εἶναι καθ’ ἑαυτὴν βιώσιμος ἔστω καὶ μὲ ἐνίσχυσιν τινὰ ἐντὸς λογικῶν ὁρίων τοῦ Κράτους (καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἐνισχυθῇ, διότι οἱ ὅροι εἶνε δυσμενέστεροι ἀπὸ τοὺς τοιούτους τῶν βιομηχανιῶν τῆς Εὐρώπης) διὰ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας μας καὶ τῆς προστασίας μας ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἐπεξεργάζεται τὰ προϊόντα τῆς γεωργίας μας καὶ τῆς κτηνοτροφίας μας, αὐτὴ ἡ βιομηχανία πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ. Ἀλλ’ ὑπάρχει βιομηχανία, ἡ ὁποία ἐπωφελεῖται τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, διὰ τῶν βαρέων δασμῶν δι’ ὧν καὶ μόνον δύναται νὰ ζήσῃ θνησιγενὴς οὖσα καθ’ ἑαυτήν, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ ὁ κόσμος ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ ἀκριβώτερα τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα παράγει, ἐνῷ εἶναι χειρότερα τῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι ἐνταῦθα καταδείκνυται ἡ κεφαλαιοκρατικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταβολὴν τῶν ὅρων τῆς προστασίας τῆς βιομηχανίας πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον. Βεβαίως δὲν θέλω ἐγὼ σήμερον νὰ φέρω ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ ζητήσω νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ λεχθοῦν, διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ὑποθῆκαι διὰ τὸ μέλλον. Βεβαίως δὲν θέλω προβῶ εἰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καί, οὔτε θὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι περιέχει ψευδεῖς ἀριθμοὺς καὶ ὅτι, θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα κ.λ.π., αὐτὰ εἶναι μέθοδοι ἀντιπολιτευτικαί. Ἐγὼ δὲν ἀντιπολιτεύομαι καμμίαν Κυβέρνησιν ἐξετάζω ἀντικειμενικῶς ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ ἀμερολήπτως ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἡ ἀμερόληπτος ἔρευνα τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων δεικνύει, ὅτι ὁ προϋπολογισμός μας εἶναι εἰλικρινής, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῶν δεδομένων τῶν περυσινῶν εἰσπράξεων καὶ ὅτι ἑπομένως, φόβος ἐλλείμματος ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐλαττώσεως τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων οὐδαμοῦ διαφαίνεται. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ μας ἵστατο ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς, καὶ ἄν ἀκόμη, παρ’ ἐλπίδα, ἀντίξοοι τυχὸν περιστάσεις θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς γεννήσουν ἔλλειμμα, πάλιν δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐκ τῶν προτέρων, ὡς Κασσάνδραι δυσοίωνοι προμαντεύουσαι, νὰ διακηρύττωμεν ὅτι θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα. Τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ δεικνύουν πνεῦμα ἀντιδράσεως ἀντιπολιτευτικῆς, ἐνῷ καὶ ἄν εἰς τι κονδύλι τῶν ἐσόδων προκύψῃ μείωσις, θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις, εἴτε ἐκ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, εἴτε ἐκ τῶν ἀποθεμάτων διὰ νὰ τὸ καλύψωμεν. Ἡ ἀνάλυσις τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐν σχέσει μὲ τὴν μὴ ἐπαύξησιν ἐνίων καὶ ἰδίως τὴν ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἕνεκα τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τοῦ πλουτοκρατικοῦ δασμολογίου, ἔχει τὴν ἑξῆς ἀξίαν, ὅτι ἄν ἐπήρχετο ἡ κανονικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, συνεπείᾳ μεταρρυθμίσεών τινων τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας ὥστε νὰ πληρώνουν καὶ οἱ πλούσιοι καὶ νὰ λείψῃ τὸ λαθρεμπόριον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαφρυνθῇ ὁ ἑλληνισμός, δηλαδὴ ὁ βιοπαλαιστικὸς κόσμος, ἀπὸ τὰ δυσβάστακτα φορολογικὰ βάρη ποὺ τὸν πιέζουν. Συνεπείᾳ τῆς ὑπερβολικῆς ταύτης προστασίας τῆς βιομηχανίας κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν 500.000.000 κατ’ ἔτος ἀπὸ δὲ τὸ λαθρεμπόριον ἄλλα τόσα. Διότι, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς ἐρωτῶ: Γνωρίζετε κανένα Κράτος εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἢ καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἀφήνει τὰς ἀκτάς του ἀφυλάκτους; Τότε ἴσως θὰ ἠδύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὸ ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τελωνοφυλακήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀπορῶ ὅταν βλέπω ὅτι ὅλαι αἱ ἀκταὶ τῆς Ἑλλάδος μένουν ἀφύλακτοι. Τὰ πρὸς βορρᾶν σύνορά μας τὰ ὁποῖα τόσην δυσανάλογον μὲ τὸ ἐμβαδὸν τῆς χώρας εἶχον ἔκτασιν καὶ αἱ νῆσοι αἱ ὁποῖαι τόσην ἔκτασιν ἀκτῶν παρουσιάζουν, ὅλα εἶναι ἀφύλακτα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν λαθρεμπόρων. Ἕνας ξένος ἐδημοσίευσε πρό τινος ἕνα χάρτην τῶν ἐδαφῶν τοῦ λαθρεμπορίου, εἰς τὸν χάρτην αὐτὸν σημειοῦνται ἐπακριβῶς ποῦ γίνεται λαθρεμπόριον καὶ ποῦ δὲν γίνεται· τὸν ἐδημοσίευσε τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα». Τὸ ¼ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος σημειοῦται εἰς τὸν χάρτην αὐτὸν ὡς λαθρεμποροκρατούμενον. Ἄς ἐξετάσωμεν δὲ τὸ ζήτημα καὶ διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἀπὸ ἀπόψεως ἐσόδων, ποῦ ἔχομεν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐξόδων ποὺ ἔδει νὰ ἔχωμεν. Τὰ τελωνειακὰ τέλη τὸ 1911 ἀπέφερον εἰς τὴν Ἑλλάδα 48.000.000 χρυσῶν δραχμῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε ἐτριπλασιάσθη εἰς πληθυσμὸν καὶ εἰς ἔκτασιν, ὁ βίος κατέστη δεκάκις πολυτελέστερος, ἡ κατανάλωσις τῶν προϊόντων ἀπέβη ἀπείρως μεγαλειτέρα, τὰ τελωνειακὰ τέλη ηὐξήθησαν κατὰ 30–40% καὶ εἰς τινα εἴδη μέχρι 20%. Ἡ μονὰς τῆς φορολογίας ἀπὸ ὀκᾶς ἔγινε χιλιόγραμμον. Πόσον θέλετε τὰ 48.000.000 τοῦ 1911 νὰ γίνουν σήμερον; Δὲν εἶναι εὔλογον νὰ πενταπλασιασθοῦν τὰ 48 χρυσᾶ ἑκατομμύρια τοῦ 1911; Ἄρα κατὰ λογικωτάτην σειρὰν σκέψεων ἔπρεπε σήμερον νὰ ἔχωμεν 250 ἑκατομμύρια δραχμῶν χρυσῶν. Δηλαδὴ 3.750.000.000 σημερινῶν δραχμῶν. Τὶ ἔχομεν ἀπὸ τὰ τελωνεῖα; Μόνον 2.000.000.000 δραχμῶν περίπου 500 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διαρρέει λοιπὸν προφανῶς ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἕνα ποσὸν δραχμῶν ἀνερχόμενον εἰς 1.200.000.000. Τὰ λέγω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι αὐτά, διότι ἔχουν τὴν ἑξῆς πρακτικὴν ἀξίαν. Ἐὰν εἴχωμεν αὐτὸ τὸ πλεόνασμα εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον πάει χαμένο, τὸ καρποῦνται οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ λαθρέμποροι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους τῶν λαϊκῶν τάξεων κατὰ 1.200.000.000 δραχμῶν. Βλέπετε πόσον οὐσιῶδες εἶναι καὶ τὶ σημασίαν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν ἀκόμη ἔχει; Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐγγύου παραγωγῆς. Ἐπέμειναν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐπαναφέρουν καὶ ἐπανέφεραν τὸν φόρον τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἀδικώτερος καὶ ὀπισθοδρομικότερος φόρος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὸν φόρον τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς προσόδου, διότι φορολογεῖ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται πρὸς παραγωγὴν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Σημειώσατε δέ ὅτι εἶναι ἀδύνατος πᾶσα γεωργικὴ πρόοδος νὰ ἐπιχειρηθῇ, ἐφ’ ὅσον φορολογεῖται τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι τοῦτο εἶναι δαπάνη τῆς βελτιουμένης καλλιεργείας καὶ διπλασιαζομένη ἢ τριπλασιαζομένη δὲν ἀποδίδει διπλάσιον ἢ τριπλάσιον εἰσόδημα, ἀλλὰ ὀλιγώτερον. Ἑπομένως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καταβάλλει διπλάσιον ἢ τριπλάσιον κεφάλαιον ἐκμεταλλεύσεως, ἐκεῖνος χάνει τρομερά, ἀφοῦ δὲν διπλασιάζεται ἢ τριπλασιάζεται ἡ παραγωγή, ἐνῷ ὁ φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, φορολογεῖ καὶ τὸ καταβληθὲν διπλοῦν ἢ τριπλοῦν κεφάλαιον ἐκμεταλλεύσεως. Ἐμπόδιον λοιπὸν μεγάλο διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν γεωργικῶν συνθηκῶν παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς προσόδου, ἀποκλείουσα πᾶσαν σοβαρὰν πρόοδον τῆς γεωργίας, ἀφοῦ ὅσον περισσότερον κεφάλαιον καταβάλλει κανεὶς διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὴν γῆν, τόσον περισσότερον φορολογοῦνται, ἐνῷ ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι ἀνάλογος. Εἰς τὸ 1924 πρὸς τὸ 1925 ἐψηφίσαμεν τὸν φόρον τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ ἐπεβάλομεν τὸν στρεμματικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ κόσμος ὁ γεωργικὸς τὸν ἀπεδέχθη προθύμως.
§171Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τί ἀπέδωσεν ὁ φόρος αὐτός;
§172Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὶ ἀπέδωκεν ὁ φόρος. Ἐπεβλήθη τὸ 1924 καὶ ἐφηρμόσθη μόνον ἀπὸ τοῦ 1925. Πόσον καιρὸν ὅμως ἐφηρμόσθη; οὔτε ἕν ἔτος καλά, καλά. Ἠθέλετε λοιπὸν ἕνας φόρος μόλις τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, νὰ δείξῃ ἀμέσως πλήρη τὰ ἀποτελέσματά του; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει, καὶ ὑποτίθεται ὅτι γνωρίζει τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, νομίζετε, ὅτι ὑπῆρξέ ποτε νεοεπιβληθεὶς φόρος, ὁ ὁποῖος ἀπέδωσεν ἀμέσως ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ;
§173Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι βέβαια ὁλοκληρωτική.
§174Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Φιλονικεῖτε διὰ τὴν χρησιμότητα τοῦ στρεμματικοῦ φόρου; Δὲν τὸν ἀποκρούομεν κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ δὲν μποροῦμεν νὰ πᾶμε ἀμέσως.
§175Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ στρεμματικὸς φόρος δὲν ἐφηρμόσθη οὔτε ἓν ἔτος. Καὶ βεβαίως δὲν ἀπέδωσε, διότι δὲν μετῆλθον αἱ ἐντεταλμέναι τὴν βεβαίωσιν ἀρχαὶ κανένα ἔλεγχον· δὲν ἐξήλεγξαν τὰς δηλώσεις. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν, ὅστις δὲν δηλώσῃ τὸ κτῆμα του δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς δικαστικὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας του, δὲν δύναται νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, δὲν μπορεῖ νὰ πωλήσῃ οὔτε νὰ διαθέσῃ διὰ τελευταίας βουλήσεως κλπ. Αὐτὰ δὲν τὰ εἶχε μάθῃ ἀκόμη ὁ κόσμος διὰ τὸν χρόνον ἐφ’ ὅσον προέκυπτον αἱ περιστάσεις. Θὰ τὰ ἐμάνθανε καὶ θὰ προέβαινε κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς δηλώσεις. Ἀλλὰ πρὶν ἀκόμη ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία, πρὶν καὶ γνωσθῇ καὶ χωνευθῇ ἀπὸ τὸν κόσμον, ἔκριναν ὅτι δὲν ἀπέδωκεν ὅ,τι ἔδει ν’ ἀποδώσῃ καὶ ἔσπευσαν εἰς τὴν κατάργησιν ἢ μᾶλλον ἀνέστειλαν τὴν περαιτέρω ἐφαρμογήν.
§176Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι μέρος ἀκαθαρίστου προσόδου.
§177Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ φόρου ἐγγείου παραγωγῆς. Θὰ σᾶς προβάλω διὰ τοὺς φόρους μίαν εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι ἴσως ὀλίγον τολμηρὰ εἰς τὰς παρομοιώσεις, ἀλλ’ εἶναι ἀληθής. Οἱ φόροι εἶναι ὅπως τὸ σαμάρι ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ὑποζυγίου. Δὲν μπορεῖ ὅσον καλὰ καὶ ἂν εἶναι ἕνα σαμάρι νὰ προσαρμοσθῇ κατ’ ἀρχὰς καλὰ εἰς τὴν ράχιν τοῦ ζώου. Ὅσον καὶ καλὸς τεχνίτης νὰ εἶναι ὁ σαμαρᾶς (δηλ. ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τὸ καταφέρῃ νὰ προσαρμόζεται τόσον καλά, ὥστε νὰ μὴ πληγώνῃ τὴν ράχιν τοῦ ὑποζυγίου, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸν τὸ σαμάρι θὰ στρώσῃ. Ἅμα ἐργασθῇ καὶ τὸ τομάρι καὶ θὰ δύναται διὰ τῆς βαθμιαίας φορτώσεως ἀπὸ 50 ὀκάδας ποὺ ἔβαζε κατ’ ἀρχὰς καὶ ἡ ράχη τοῦ ὑποζυγίου νὰ φθάσῃ εἰς τὰς 80 καὶ τὰς 100, οὕτω δὲ θὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ ποὺ σηκώνει ἡ ράχι του. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἔτσι κάμνομεν, ἐπιβάλλομεν μίαν φορολογίαν, ἀλλὰ πρὶν προλάβῃ ὁ κόσμος νὰ τὴν μάθῃ, νὰ ἰδῇ πῶς ἐφαρμόζεται, τὴν καταργοῦμεν. Ἐὰν ἕνας φόρος εἰς τὰς ἀρχὰς δὲν ἀποδίδῃ τίποτε, μὲ τὸν χρόνον θὰ ἀποδώσῃ. Ἔπειτα εἶναι ἡ συνήθεια· συνηθίζει μὲ τὸν καιρὸν τὸ σαμάρι καὶ τὸ βάρος του καὶ τὰς ἐνοχλήσεις του. Ἕνας Ἄγγλος οἰκονομολόγος γράφει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ φόρος φέρει τὰ καλλίτερα καὶ ἀσφαλέστερα ἀποτελέσματα, ὁ ὁποῖος θὰ συναντήσῃ τὴν ὀλιγωτέραν ἀντίστασιν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους. Ἐκεῖνος ὁ φόρος θὰ ἀποδώσῃ τὴν μείζονα δυνατὴν ἀπόδοσιν, ὁ ὁποῖος εἶναι ψυχολογημένος καὶ προσαρμόζεται εἰς τὰς περὶ δικαίας φορολογίας ἀντιλήψεις τοῦ λαοῦ, ἀδιάφορον ἂν ἡ ἀντίληψις τοῦ κόσμου εἶναι ἐσφαλμένη. Πρέπει νὰ πᾶτε μὲ τὴν ψυχολογίαν τοῦ κόσμου καὶ νὰ βάλετε ἐκεῖνον τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ γεννήσῃ δυσφορίαν. Δι’ αὐτὸ εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ φόροι ἀποδίδουν, διότι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογίας, θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἔχῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν του ἕν κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἀγγλίας, ὁ φόρος «συνειδήσεως». Ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἀγγλίας ἕνα κονδύλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται εἰσπράξεις ἀπὸ συμπλήρωσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρου, ἀπὸ φόρον «συνειδήσεως». Ἐὰν ἕνας πολίτης τῆς Μεγάλης Βρεττανίας φορολογούμενος ἀφοῦ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσίν του καὶ καταβάλῃ τὸν ἀναλογοῦντα φόρον, ἀνασκαλεύων βραδύτερον τὰ βιβλία του ἀνακάλυψεν ὅτι ἔκαμε λάθος εἰς τὴν δήλωσίν του, καὶ ἐκ τούτου ἐζημίωσε τὸ Κράτος κατὰ 50 λίρας, φερ’ εἰπεῖν, ἐκδίδει ἕνα Cheque καὶ τὸ στέλλει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ λέγει: Ἔκαμα λάθος εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ φόρου, πάρε 50 λίρας.
§178Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ σιγὰ–σιγά.
§179Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ αἱ πράξεις εἶναι εἰς τὰ ἤθη τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Τὰ ἤθη εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κάνουν τὴν εὐδαιμονίαν τῶν λαῶν καὶ στηρίζουν τὴν εὐνομίαν τῶν Κρατῶν καὶ ὄχι οἱ νόμοι. Ἐδῶ νομίζομεν, ὅτι ὅλα διορθώνονται μὲ διηνεκῆ ψήφισιν νέων νόμων. Ψηφίζομεν χιλιάδας νόμων καὶ πρὶν ψηφίσωμεν ἕνα νόμον τὸν τροποποιοῦμεν· εἴμεθα μία νομοφάμπρικα. Εἶμαι ἐκ τῶν ἐπιμελεστέρων βουλευτῶν καὶ προσπαθῶ νὰ παρακολουθήσω τὰ ὑποβαλλόμενα καὶ ψηφιζόμενα ἀσυζητητεί, τὸ πλεῖστον, νομοσχέδια, ἀλλὰ ἀνάθεμα καὶ ἂν ξεύρω τί ψηφίζω. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ξεύρετε καλὰ ὅτι δὲν ἀλλάζουν κανένα νόμον, ἐὰν ἀπὸ πρὶν δὲν βολιδοσκοπηθῇ καὶ δὲν ἐγκρίνῃ ἡ πανίσχυρος ἐκεῖ βασίλισσα. Ἡ δὲ πανίσχυρος βασίλισσα εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη. Μόνον δὲ οἱ νόμοι ποὺ τοὺς ἀποδέχεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἔχουν καὶ πραγματικὴν ἐπιτυχίαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἐκεῖ νόμοι 300 καὶ 400 ἐτῶν, ὅλως ἀναχρονιστικοὶ καὶ πεπολιτισμένοι. Ἡ ἀνθρωπιστικὴ ὅμως ἐφαρμογή των, ἡ ἐφαρμογή των πρὸς τὰς συγχρόνους κοινωνικὰς συνθήκας καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης, κάμουν τοὺς νόμους ἐκείνους καὶ εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀλλάζουν κάθε μέρα. Ἤθελον, συμπληρῶν τὰ περὶ τῆς κεφαλαιοκρατικῆς ἐν Ἑλλάδι ὀλιγαρχίας, νὰ ὑποβάλω ὑμῖν ἀριθμοὺς τινὰς σχετικῶς μὲ τὴν φορολογίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἐκ Πειραιῶς κ. συνάδελφος. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἀνεκάλυψαν μίαν μέθοδον ὑπεκφυγῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν φόρων ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν των, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ. Μέγα μέρος ἐκ τῶν κερδῶν των αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι μεταφέρουν εἰς τὰ διαφόρου ὀνομασίας ἀποθεματικά των ἢ τὰ μεταφέρουν εἰς ἀπόσβεσιν ἐγκαταστάσεως ἐπίπλων μηχανημάτων κ. λ. π. Μία ἑταιρεία, ἐνῷ ἀποσβένει 10.000.000 δραχμῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος τοῦ ἰσολογισμοῦ της ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν μηχανημάτων της, ἐν τούτοις ἀναγράφει ἐπὶ πλέον 34.000.000 δραχμῶν εἰς τὸ παθητικόν της δι’ ἀπόσβεσιν μηχανημάτων καὶ 22.000.000 δραχμῶν δι’ ἔκτακτον ἀποθεματικόν. Ἀλλ’ ὅταν αὐξάνει, κ. ὑπουργέ, τὸ πρὸς ἀπόσβεσιν μηχανημάτων ποσόν, αὐξάνει τὸ ἐνεργητικὸν μιᾶς ἑταιρείας, αἱ μετοχαὶ ἀποκτῶσι μείζονα ἀξίαν, διότι τὸ ἐκ 34.000.000 δραχμῶν ποσὸν τῶν κερδῶν προσετέθη εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς ἑταιρείας, ἤτοι ἐγένετο ἐνεργητικὴ περιουσία τῶν μετόχων. Ἄρα ἐφ’ ὅσον ἔχει ἡ ἑταιρεία διαθέσιμα δραχμὰς 34.000.000 δι’ ἀποσβέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο, (διότι ἡ κανονικὴ φυσιολογικὴ ἀπόσβεσις ἔχει γίνει), αἱ μετοχαί του ἀξίζουν 56.000.000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου. Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνας πόρος ὁ ὁποῖος διαφεύγει τῆς φορολογίας τοῦ Κράτους, καὶ τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς κεφαλαιοκρατίας δὲν τολμᾶ νὰ τὸν ζητήσῃ. Ἐν τούτοις εἷς γραμματεὺς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Λαρίσσης διέτρεχε τὰ βουνὰ τοῦ Ὀλύμπου καὶ κατεμέτρα τὸ ἄχυρον τῶν χωρικῶν ποὺ θὰ θρέψουν τὰ κτήνη των, ἵνα ἴδῃ πόσον ἀξίζει, διὰ νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀκαθαρίστου γεωργικῆς προσόδου. Καὶ καταπιέζονται σήμερον οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὸν γραμματέα τῆς οἰκονομικῆς ἐφορείας ὁ ὁποῖος ψάχνει γιὰ νὰ εὕρῃ φύλλον στ’ ἄχυρα, ἐνῷ τὰ 56.000.000 τῆς ἑταιρείας διαφεύγουν πάντα φόρον καὶ οὕτως ἡ ἑταιρεία περὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος δίδει κέρδος 61% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου της.
§180Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἑταιρεία αὐτή;
§181Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἑταιρεία χημικῶν λιπασμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἔδωκε δικαίωμα νὰ εἶναι καὶ Τράπεζα καὶ νὰ δέχητε καὶ καταθέσεις, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ Κράτος, ἀντιγεωργικὴν μετερχόμενον πολιτικήν, ὑποβάλλει εἰς δασμὸν τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ χημικὰ λιπάσματα, διὰ νὰ πωλῇ αὕτη τὰ ἰδικά της, τὰ ὁποῖα εἶναι χειρότερα, εἰς τοιαύτας τιμάς, ὥστε νὰ κερδίζῃ 61% ἐπὶ τῶν κεφαλαίων της ἐκτὸς ποὺ ἀποκρύπτει καὶ 56 ἑκατομμύρια κέρδη καὶ τὰ προσθέτει, ὡς ἐξέθεσα πρὸ ὀλίγου, εἰς τὰ κεφάλαιά της.
§182Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοὺς συνεταιρισμοὺς ἐπετρέψαμεν τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγήν.
§183Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ μόνον εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ ὄχι γενικῶς; Κύριοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἤθελον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις πρόκειται εἰς τὴν ψῆφον σας. Τὸ συμπέρασμά μου δὲν εἶναι μικρολογαριασμοὶ περὶ τὰ κονδύλια καὶ ἀναδρομαὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν ἀποθέματα, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ τυχὸν ἐλλείματα. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι μὲ τὸ ἰσχῦον σύστημα, μὲ τὴν ἐν χρήσει ρουτίναν τῆς κεφαλαιοκρατικῆς πολιτικῆς, ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει καλῶς. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐπιβάλλεται διὰ τὸ μέλλον, εἶναι, ὅτι δέον νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἐν ἰσχύει φορολογικόν μας σύστημα ἢ μᾶλλον τὸ ἀσυστηματοποίητον καὶ ἀμέθοδον τῆς φορολογικῆς μας πολιτικῆς καὶ νὰ ἐγκαινιάσωμεν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἐν τῇ δημοσιονομίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ οἰκονομίᾳ μὲ ὡρισμένην ἀφετηρίαν, ὡρισμένον τέρμα, νὰ γνωρίζωμεν τί θέλομεν καὶ τί δὲν θέλομεν· διότι ἂν ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων ἐξέθηκα νέαν ριζοσπαστικὴν ἐπὶ λαϊκῶν ἀρχῶν μεταρρύθμισιν τῆς φορολογίας μας, θὰ μᾶς περισσεύσῃ ἐκ τῶν ἐσόδων 1.200.000.000 περίπου δραχμῶν, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλαφρώσωμεν τὸ φορολογικὸν βάρος ποὺ πιέζει τὰ στήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§185Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὔτε ἡ ὥρα οὔτε ἡ ὀλίγη παράστασις τῶν βουλευτῶν θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ μὲ παρεκίνει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀφοῦ καὶ ἡ πρόθεσίς μου ἦτο ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα νὰ μὴ συζητήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, διότι νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ συζήτησις αὐτή, ἀφορῶσα κριτικὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκει κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀνήκω, ἀλλὰ καὶ διότι πιστεύω εἰλικρινῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν τοῦ παρελθόντος εὑρίσκεται μὲ ἠλαττωμένην οἱονεὶ τὴν δημοσιονομικήν του κυριαρχίαν ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τῶν δημοσιονομικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα δι’ ἄλλον λόγον, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία διεξήχθη χθὲς τὸ ἑσπέρας. Κατάγομαι καὶ ἐγὼ ἐκ σταφιδοφόρου ἐπαρχίας. Ἡ σταφὶς εἶναι προϊὸν τὸ ὁποῖον ἀρδεύει τὸν προϋπολογισμόν, ἀρδεύει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς κοινωνίας διὰ συναλλάγματος χρυσοῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὰς διαμαρτυρίας μου καὶ τὴν παράκλησιν, ὅπως μὴ ἐπικαθήσῃ ἐπὶ τῆς σταφίδος βάρος φορολογικόν. Ἐὰν εἰς τὸν ἄλλον βίον ἰσχύῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ χριστιανισμοῦ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» εἰς τὸν δημόσιον βίον καὶ τὰ οἰκονομικὰ τὰ δημόσια δὲν ἐπιτρέπεται ὁ ὑπουργὸς τῶν δημοσίων Οἰκονομικῶν, νὰ ἀγνοῇ τὴν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας· λυποῦμαι δὲ διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν εὑρίσκεται ἀπόψε ἐνταῦθα, διότι καὶ ἁρμόδιος εἶναι καὶ ὑπεύθυνος εἶναι ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀτομικῆς γνώσεως τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦ ζητήματος εἶναι ἐπίσης εἴπέρ τις καὶ ἄλλος ἁρμόδιος ἵνα παρακολουθήσῃ τὰς συζητήσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι εὐτυχὴς διότι παρίσταται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀκούσῃ μίαν σύστασιν τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Πολὺ φοβοῦμαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ταχέως πρὸ νέας σταφιδικῆς κρίσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα. Διὰ τοῦτο ἡ μόνη εἰσήγησις τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω, ἦτο, νὰ ζητήσω τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα πῶς συνέβη, ἀντιθέτως πρὸς τὰς προβλέψεις, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ 30 ἑκατομμύρια ἐτησίως.
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ξέρετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κακλαμάνου;
§187Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν γνωρίζω, ἀλλ’ ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ, τὰς ἀφορμὰς καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἀφ’ ἑνὸς διὰ νὰ κανονίσῃ ὑπερβολικὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι ἐσταμάτησαν τὸν συναγωνισμόν, καταστήσασαι τὸ πρϊόν μας ἀνίκανον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰς σταφίδας ἐκείνας τὰς ὁποίας μνημονεύουν αἱ ἐκθέσεις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἐὰν ὄχι κατὰ τὴν πρόθεσιν, πάντως κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα συνετέλεσεν, ὥστε αἱ καλαὶ ποιότητες τῆς σταφίδος, αἱ ὁποῖαι αὐταὶ μόναι εἶναι ἡ καλλιτέρα ρεκλάμα αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, δηλαδὴ τῆς Αἰγιαλείας καὶ Κορινθίας ἀντὶ νὰ ἐξέλθουν ἐκ τοῦ Κράτους, διὰ διαφημίζουν καὶ αὐταὶ τὸ προϊὸν ἐκτὸς τῶν ἄλλων τεχνικῶν μέσων διαφημίσεως, νὰ καταναλίσκωνται ὑπὸ τῆς ἐγχορίου βιομηχανίας διατιθέμεναι ἐπὶ τιμαῖς αἱ ὁποῖαι, ἂν αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι, ὀλίγου δεῖν νὰ ἔφερον τὸν αὐτόνομον ὀργανισμὸν εἰς ἓν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἀδιεξόδων. Εἶναι λοιπὸν τεράστια προβλήματα ἐνδιαφέροντα καὶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔρχεται νὰ ἀναπληρώνῃ διὰ νέας ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϊόντος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε διὰ τῆς αὐτομάτου ἀποδόσεως τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσέπραττεν ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους. Θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μελετηθοῦν αὐτὰ τὰ προβλήματα καθ’ ὃν τρόπον ἄλλοτε ἐνθυμεῖσθε, ὅτε εἶχον καταρτισθῇ δύο ἐπιτροπαί. Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ γίνῃ σήμερον ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω καμμίαν κακὴν πρόθεσιν εἰς τοὺς διαχειριστὰς τοῦ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ, ἐν τούτοις ἡ γνώμη πολλῶν ἐπαϊόντων καὶ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγώ, εἶναι ὅτι ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἱδρύθη διὰ νὰ κατωχυρώνῃ τοὺς εἰδήμονας ἀπέναντι τῶν δημοκοπικῶν ἐξεγέρσεων καὶ παροτρύνσεων, ἐλησμόνησε τὸ καθῆκον του. Οἱ τεχνικοὶ ἐπαΐοντες εἶχον τὴν ὀρθὴν γνώμην, ὅτι πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν συνεταιρισμῶν δημοκοποῦντες ἠθέλησαν νὰ παρασύρουν τὸν αὐτόνομον ὀργανισμὸν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὀδυνηραὶ καὶ αἱ ὁποῖαι ἄν παραταθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ θὰ γίνουν ὀδυνηρόταται διὰ τὸ Κράτος, ὀδυνηρόταται διὰ τὸ ἰσοζύγιον, τοῦ ὁποίου εἷς σπουδαῖος πόρος εἶναι ὁ τῆς σταφίδος φόρος. Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τὴν ὥραν, σᾶς κάμω δὲ θερμοτάτην σύστασιν, νὰ συσταθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ ἀνθρώπους γνωρίζοντας τὰ πράγματα, ἡ ὁποία νὰ ἐρευνήσῃ, καθ’ ὃν τρόπον αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα πρὸ πάσης ἀποφάσεως ληφθησομένης ὑπὸ τοῦ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ, διότι μία ὀρθὴ πολιτικὴ ἴσως θὰ ἀγάγῃ καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἐφέτος κατ’ ἐξοχὴν ἐξέπεσεν καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου περιμένει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰνομικῶν, νὰ ἀντλήσῃ ἔσοδα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Χούρσογλου ἔχει τὸν λόγον.
§189Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γενικωτέρων θεμάτων ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου σημείου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων, ἴσως θὰ ἀπετέλῃ πάρεργον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς τόσον προκεχωρημένην ὥραν, ἄν δὲν περιέπιπτεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ἕν οὐσιῶδες θέμα, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ πιστεύω ὅτι τὴν ἔχει ἀπασχολήσει, ἤδη ἀποτελεῖ ἔλλειψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔσχον τὴν τιμήν καὶ ἄλλοτε νὰ ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις τῶν προσφύγων στεροῦνται δυστυχῶς πάσης οἰκονομικῆς ἀρωγῆς καὶ προστασίας· Ἡ μόνη προστασία ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τοὺς πρόσφυγας ὑπὸ τύπον οἰκονομικῆς ἀρωγῆς, ἦτο ἡ ἐξαίρεσις τῶν προσφύγων μέχρι τῆς λήξεως τοῦ 1925 ἀπὸ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ φυσικὰ καὶ παροχὴ δανείων. Μετὰ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν πλήρη ἀφομοίωσιν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ αὐτοῦ στοιχείου πρὸς τὸ τοῦ τόπου, ἴσως θὰ εἶνε τολμηρὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ αὐτοῦ στοιχείου ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι καθόλου ἄσκοπον ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι θὰ εἴμεθα περισσότερον ἐνθουσιασμένοι ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν περισσευμάτων αὐτοῦ τοὐλάχιστον θὰ εἶχε μίαν προνοητικότητα διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν οἰκονομικὴν ἀρωγὴν τῶν προσφύγων. Τὸ Κράτος εἶχε δεχθῆ ἄλλοτε νὰ ἐγγυηθῇ διὰ παροχὴν ἐπαγγελματικῶν δανείων· σήμερον τὰ δάνεια δὲν παρέχονται ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, οὐδὲ αἱ σχέσεις τῆς ἐθνικῆς τραπέζης εἶναι οἷαι ἦσαν εἰς τὸ παρελθόν. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν γένει ἡ κυβέρνησις ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρουν ἕνα ἀντίκρυσμα διὰ τὴν τόνωσιν τῶν προσφύγων, ὑπὸ τύπον συνεχείας τῶν ἐπαγγελματικῶν δανείων. Δευτέραν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελα νὰ κάμω ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν κτηνοτροφικῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων. Αἱ ἐπιχειρήσεις αὗται, ὡς εἶναι γνωστὸν ἀνάγονται εἰς τὴν πέμπτην φορολογικὴν κατηγορίαν. Κατὰ τὴν κατηγορίαν ταύτην αἱ ἐπιχειρήσεις αὗται φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει 10% τῶν καθαρῶν τῶν προσόδων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν ἐξόδων φορολογεῖται ὁ παραγωγὸς μὲ ἕνα 10%, τὸ ὁποῖον 10% ἔχει ἕνα πρόσθετον βάρος τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύῃ διὰ τὴν νέαν χρῆσιν μὲ 10% ἀκόμη καὶ γίενται 11%. Ἀλλὰ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ 11% εἶναι ὀνομαστικόν, διότι ὅταν εἰς αὐτὸ προστίθεται τὸ δικαίωμα τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων καὶ ἄλλα βάρη, ἐκ τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου κ.τ.λ. κ.τ.λ. ὁ παραγωγός, ὁ γεωργός, ὁ κτηνοτρόφος πληρώνει 18% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Οὐδέποτε δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἡ παραγωγικότης ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἐπίπεδον τοιαύτης αὐταρκείας, οὕτως ὥστε νὰ δύναται νὰ φέρῃ τὴν βαρυτάτην αὐτὴν φορολογίαν. Μία μείωσις αὐτῆς τῆς φορολογίας θὰ συνετέλη ἴως φαινομενικῶς εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, κ. ὑπουργέ, καὶ μετὰ βεβαιότητος σᾶς ὁμιλῶ, ὅτι ἡ κανονικωτέρα καὶ καλλιτέρα ρύθμισις τῆς φορολογίας αὐτῆς ἴσως θὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσπράττει τὸ δημόσιον.
§190Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τῶν κτηνοτρόφων πρόκειται;
§191Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Μάλιστα.
§192Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἔχει ἐλαττωθῆ;
§193Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Δὲν ἔχει ἐλαττωθῆ, κ. ὑπουργέ. Ἄν ἡ ἀπόδοσις ἠλαττώθη, ἠλαττώθη λόγῳ τῶν θεομηνιῶν, τὸ ποσοστὸν τοῦ πόρου δὲν ἔχει ἐλαττωθῆ, αἱ κτηνοτροφικαὶ ἐπιχειρήσεις ἐν τῇ χώρᾳ μας δὲν μᾶς ἀποδίδουν δυστυχῶς τόσα, ὥστε νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀντέχουν εἰς τὴν βαρεῖαν αὐτὴν φορολογίαν.
§194Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατὶ αἱ ἐπιχειρήσεις θὰ πληρώνουν φόρον καθαρᾶς προσόδου; Διότι τὸν μικρὸν κτηνοτρόφον τὸν ἀπηλλάξαμεν. Λοιπὸν ἐρωτῶ, διὰ ποῖον λόγον πρέπει ὁ ἐπιχειρηματίας, ὁ κτηνοτρόφος αὐτὸς νὰ μὴ πληρώνῃ τὸν φόρον καθαρᾶς προσόδου;
§195Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Δὲν λέγω νὰ μὴ πληρώνουν, δὲν δϊιστάμεθα κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ πληρώνουν φόρον καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ δὲν πρέπει τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου νὰ φθάσῃ εἰς 18% καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τόσον πολὺ αὐτὰς τὰς ἐπιχειρήσεις. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω δι’ αὐτὰς τὰς ἐπιχειρήσεις.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν μίαν ἡμέραν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1929–30).
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον 5 μ. μ. (Ὥρα 10 μ. μ.)