1929.06.13
3,064 rows · 23,869 words · 166 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 103η
ΠΕΜΠΤΗ 13 ΙΟΥΝΙΟΥ 1929
Προεδρία αʹ ἀντιπροέδρου κ. Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως δανείου 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίαν ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Νᾶκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος κλπ.». Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατόπιν χθεσινῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ συζήτησις τῶν Παγκαλικῶν ὑποθέσεων ἀνακοινῶ δὲ αἴτησιν τοῦ Θ. Παγκάλου παραπονουμένου, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς του περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἀνεπτύχθησαν καὶ στοιχεῖα τῶν ὁποίων πρώτην φορὰν λαμβάνει γνῶσιν, ἅτε μὴ τεθέντα ὑπ’ ὄψιν του καθ’ ὃν χρόνον ἀπελογήθη, παρὰ τὸν νόμον, ὅστις ρητῶς ἐπιτάσσει νὰ τεθῶσιν ὑπ’ ὄψει τοῦ κατηγορουμένου τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ δικογραφίαι, παρακαλεῖ δὲ ὅπως πρὸ πάσης συνεχίσεως τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως τοῦ ἐπιτραπῇ, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§2Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Λαδᾶ.
§4Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἀνέγνωσε φαίνεται τὴν πρότασιν περὶ διώξεως, διότι ἂν τὴν ἀνεγίγνωσκε, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπογράψει αὐτήν. Καὶ ἐπειδὴ θέλω νὰ ἐξομολογοῦμαι τὴν ἀλήθειαν, ὅταν μοὶ ἐδόθη ἡ αἴτησις περὶ διώξεως ἠρνήθην νὰ τὴν ὑπογράψω, τὸ μὲν διότι δὲν ἤθελον διὰ δευτέραν φορὰν νὰ ὑποστῶ τὸ μαρτύριον τῶν ἀνακρίσεων τὸ ὁποῖον ὑπέστην καὶ ἄλλοτε τὸ δὲ διότι ἔβλεπον, ὅτι περιορίζεται εἰς τινας μόνον τῶν ὑπουργῶν. Τώρα ὁ κατηγορούμενος ἀρχίζει ἀπὸ ἐκεῖ διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν πομπώδη ἐντύπωσιν, ὅτι οἱ μηνυταὶ εἶναι καὶ οἱ εἰσηγηταί, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον σφάλλει, διότι ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα μηνυτής. Ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν ὑπεράσπισίν του ἦτο ὁ ἑξῆς περίπου ἐξ ἀρχῆς. Ὅταν ἐκλήθη ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἀνακριτικοῦ συμβουλίου ἠρνήθη τὸ κῦρος αὐτοῦ, εἰπὼν ὅτι: Ἐγὼ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, πῶς θέλετε νὰ ἀπολογηθῶ ἐνώπιον ἡμῶν; Μετά τινα χρόνον ἀνακρούει πρύμναν καὶ ἀπολογεῖται. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Τσιτσεκλῆ. Ἀμέσως ἀρθρογραφεῖ κατ’ αὐτοῦ μετὰ ποταπότητος ἀποκαλῶν τὸν ἀείμνηστον ἐπιστήμονα μέθυσον καὶ προσπαθῶν νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι προσωπικοὶ λόγοι τὸν ὤθουν εἰς τὴν δίωξιν. Κατόπιν ἀποστέλλεται ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν κ. Πανηγυράκης καὶ ἀρνεῖται νὰ ἀπολογηθῇ. Ἐπὶ τέλους ἔρχεται ἐνώπιόν μας καὶ ἀπολογεῖται. Τώρα ἡ ἰδία ἱστορία. Ἀρνεῖται τὸ κῦρος τῆς ἐπιτροπῆς. Εἰδικῶς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καζίνου ἔχει ἀπολογηθῆ τετράκις. Μίαν ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Κασίμη, δευτέραν ἐνώπιον τοῦ κ. Πανηγυράκη κατὰ τὴν ὁποίαν ἠρνήθη τὸ κῦρος τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ ἐζήτησε νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον αὐτῆς. Τρίτον ἐνώπιόν μου, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ τέταρτον ἐνώπιον ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς νέας ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἀντιπαράστασιν μὲ τὸν κ. Βογόπουλον. Τώρα δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπολογίαν του ἐπηκολούθησεν ἡ κατάθεσις τοῦ Καρακούφα, τοῦ Παναγιωτοπούλου καὶ τῶν ἄλλων. Αὐταὶ δὲν ἀπετέλεσαν νέον στοιχεῖον κατηγορίας, ἀπετέλεσαν ὡρισμένας ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐστέρησαν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἄλλοθεν ἐν τῇ δικογραφίᾳ. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως δὲν εἶναι νὰ συσσωρεύσῃ τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ νὰ εὕρῃ τὰς ἐνδείξεις. Τὶ νεώτερον ἐπρόκειτο νὰ εἴπῃ ὁ κατηγορούμενος; Ἐφ’ ὅσον εἴχομεν πλήρεις ἐνδείξεις ἔργον ἡμῶν ἀσκούντων εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, ἦτο νὰ φέρωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζομεν ἡ τακτικὴ τοῦ Παγκάλου ἦτο νὰ παρατείνῃ ὅσον τὸν δυνατὸν τὴν ἀνάκρισιν καὶ συγχρόνως, νὰ παραπονεῖται, ὅτι κρατεῖται. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπησχόλει μῆνας τὴν ἐπιτροπὴν τῆς πρώην Βουλῆς ἀναγινώσκων ἐγγράφως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ δι’ ὑπομνήματος. Ἐνῷ ταὐτοχρόνως ἰσχυρίζετο, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ ταχύτερον τὴν δίκην. Καὶ μοῦ ἔλεγεν: Ἐγὼ θέλω τὴν δίκην, διατὶ φοβεῖται ὁ Βογόπουλος, νὰ ἀντικρύσωμεν τὸ δικαστήριον; Σημειώσατε, ὅτι ἐταλαιπωρήθην, διὰ νὰ ἀπολογηθῇ. Σημειώσατε, ὅτι ἡ κλῆσις πρὸς ἀπολογίαν, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καζίνου ἐγένετο δύο ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Γερουσίας. Μᾶς παρήγγειλε, ὅτι ἦτο ἀσθενής. Ἀνεβάλαμεν καὶ πάλιν ἀνεβάλαμεν. Ἐπὶ τέλους ἀπελογήθη. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Παναγιωτοπούλου καὶ τοῦ Καρακούφα ἡ δικογραφία εὑρίσκετο εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς καὶ ἰδίᾳ τῶν συνηγόρων. Οἱ συνήγοροί του ἔλαβον γνῶσιν. Ὁ συνήγορός του κ. Ρόης προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀνέπτυξεν καὶ αἴτησιν ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τὴν δικογραφίαν. Ἐπιπροσθέτως ἡ ἔκθεσις ἔχει ὑποβληθῆ πρὸ 15 ἡμερῶν, 10 ἡμέρας εἶναι τυπωμένη. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος, θὰ ἐζήτη, νὰ μάθῃ τὶ γίνεται εἶναι ὁ κατηγορούμενος Πάγκαλος. Τρίτον, εἰς τὴν «Ἑστίαν» ἐφημερίδα τὴν ὁποίαν μετὰ πολλῆς ἀγάπης παρακολουθῶ, τὴν θεωρεῖ, ὅτι ἀποτελεῖ συμηνυτὴν τῶν πράξεών του, εἰς τὴν «Ἑστίαν», λέγω, ἐδημοσιεύθησαν αἱ περικοπαὶ ἐκεῖναι περὶ τῶν ὁποίων λέγει, ὅτι λαμβάνει πρώτην φορὰν ἤδη γνῶσιν. Ἀλλὰ καὶ προσθέτω καὶ ἓν ἄλλο. Ὅτι παρ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ τοῦ δώσω καμμίαν ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῇ, διότι ἐγὼ εἶχον προτείνει ἄλλοτε τὴν ἀπαλλαγήν του πρὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν νέων ἐνδείξεων. Τοῦ ἔστειλα κλῆσιν νὰ ἔλθῃ νὰ ἀπολογηθῇ μὲ τὰς νέας ἐνδείξεις. Ἠρνήθη. Τὴν πρώτην φορὰν μᾶς ἀπήντησε, ὅτι ἦτο ἀσθενὴς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀπολογηθῇ. Τοῦ ἔστειλα μετά τινας ἡμέρας δευτέραν κλῆσιν, διὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς Ἀστυνομίας Πέλεων κ. Λαμπρινοπούλου, ὅστις ἐπανελθὼν μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ κ. Πάγκαλος δὲν θέλει νὰ ἀπολογηθῇ. Τὸ ἀπόγευμα ἀνακοινῶ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ προθεσμία μας ἔληγε ἀλλὰ καὶ δὲν ἦτο πρέπον νὰ γείνωμεν παίγνιον τοῦ Παγκάλου. Καὶ διὰ μὲν τὸ καζίνον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε λόγος, νὰ ἀπολογηθῇ περαιτέρω, ἡ δικογραφία ἀπεστάλη, διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ δικογραφίαι εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν ἀπολογηθῆ. Εὑρέθημεν εἰς δύσκολον θέσιν. Εἰσηγηταὶ ἦσαν ὁ κ. Ἀβραὰμ καὶ ὁ ἤδη ὑπουργὸς κ. Καραπαναγιώτης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξαντλοῦσα κάθε εἴδους ὑπομονήν, ἔστειλε πάλιν τὸν κ. Λαμπρινόπουλον καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ προσέλθῃ ἐπὶ τέλους. Ὁ κ. Πάγκαλος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξηκριβώθη ὅτι ψευδὴς ἦτο ἡ ἀσθένεια, ἐδήλωσε εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅτι δὲν θὰ προσέλθῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἂν δὲν σημειώσωμεν ἐπάνω εἰς τὸ ἔγγραφον, νὰ προσαχθῇ βιαίως, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἡ λέξις βιαίως εἰς τὸ ἔνταλμα τὸ ἔφερεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἵνα τεθῇ δηλώσας ὅτι τοῦ εἶπεν ὁ κ. Πάγκαλος ὅτι τοῦ χρειάζεται τοιούτου εἴδους ἱστορικὸν ἔγγραφον, ἐννοεῖται, διὰ νὰ μᾶς κρεμάσῃ ὁπόταν ἔλθῃ καὶ πάλιν, διὰ νὰ διευθύνει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖον τοῦ Φαλήρου τῆς Φρατζιάκοσμο. Σημειῶ, ὅτι ἀντὶ νὰ παραπονεῖται μποροῦσε ὡραιότατα ἀφοῦ ἦτο εἰς τὴν διάθεσίν του ἡ δικογραφία νὰ κάμῃ ἓν ὑπόμνημα καὶ νὰ παύσουν αὐταὶ αἱ προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἐπὶ τέλους ἵνα συνεχίσω ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀβραὰμ ἡ λέξις βιαίως. Ἡ λέξις δὲ νὰ προσαχθῇ βιαίως εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, διότι βιαίως δὲν προσήχθη. Ὅταν δὲ προσῆλθε τὶ νομίζετε, ὅτι ἀπελογήθη ὁ ἀναγορεύσας ὡς πολιτικὸν δόγμα τὸ Θόδωρος κερνᾷ καὶ Θόδωρος πίνει; Εἶπεν ὅτι εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ ἀπολογηθῇ, ἀλλὰ ἐμπνέεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι σήμερον ἐξελέγη Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὁ ἔνδοξος ναύαρχος Κουντουριώτης, τὸν ὁποῖον ἔδιωξεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπολογεῖται. Καὶ τὶ νομίζετε, ὅτι λέγει: Ὅτι τέτοιους ὑπουργοὺς ποῦ εἶχα σὰν τὸν Τανταλίδην καλὰ νὰ τὰ πάθω. Σημειωτέον, ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τὸν κ. Ἀβραάμ, ὅτι ἐνώπιόν μου ἠρνεῖτο ν’ ἀπολογηθῇ, διότι πρὶν πολιτευθῶ ἤμην ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Ἐγὼ βεβαίως πρὶν γίνει ἡ Δημοκρατία ἤμην μὲ τὴν Βασιλείαν, ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κατηγορούμενος, ὅτι αἱ πολιτικαί μου πεποιθήσεις δὲν εἶχον τίποτε τὸ κοινὸν μὲ ἰδιαίτερα συμφέροντα, ἐνῷ αὐτὸς ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ δημοκράτης μόνον, ὅταν ἐσκέφθη, νὰ προκηρύξῃ ἑαυτὸν εἰς Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν ἀνταξίαν του σύζυγον εἰς Προεδρίναν. (χειροκροτήματα). Βεβαίως ἠξίωσεν, νὰ ἔχῃ ἓν ἔγγραφον ἱστορικὸν καὶ νὰ φαίνεται ἡ λέξις βιαίως ἵνα μᾶς κρεμάσῃ, ἐὰν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι προωρισμένον τὸ Ἔθνος, νὰ ὑποστῇ αὐτὸν τὸν ἐξευτελισμὸν νὰ Κυβερνᾶται καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Φραντζιάκομο καὶ ἀντὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, νὰ δεσπόζῃ τοῦ τόπου τὸ ἠλίθιον πολιτικὸν δόγμα τοῦ δικτάτορος Θόδωρος κερνᾷ καὶ Θόδωρος πίνει. Ἔ, τότε πρέπει νὰ κρεμασθοῦν καὶ μερικοὶ τίμιοι ἄνθρωποι, διὰ νὰ μὴ ἀποτελοῦν παραφωνίαν εἰς ἕνα τοιοῦτον καθεστώς. (χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§6Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὅταν τὸ πρῶτον προσῆλθεν ἐνώπιόν μου ὁ στρατηγὸς Πάγκαλος ὅπως ἀπολογηθῇ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν αὐτοκινήτων καὶ τοῦ παρεσχέθη ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν μὲ παρεκάλεσεν νὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους εἰσηγητὰς νὰ τὸν καλέσωσιν ὅλοι τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρὸς ἀπολογίαν, διὰ νὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους εἰσηγητὰς νὰ τὸν καλέσωσιν ὅλοι τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρὸς ἀπολογίαν, διὰ νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τὸν κόπον, νὰ ταξειδεύῃ συχνὰ ἐξ Ἐλευσῖνος. Ἐγένετο δὲ πράγματι αὐτὴ ἡ εὐκολία καὶ ἀπελογήθη τότε ἐνώπιον τοῦ κ. Ἀσκούτση, τοῦ κ. Λαδᾶ καὶ ἐμοῦ. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ προφυλάκισις φαίνεται ὅτι ἐχολώθη καὶ ἀπεφάσισε νὰ τηρήσῃ διαφορετικὴν στάσιν. Κληθεὶς δὲν ἠθέλησε, νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἀπολογηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἐξεσφενδόνει ἐπιστολὰς πρὸς τὸν τύπον, ἀκολουθῶν παλαιὰν καὶ τετριμμένην μέθοδον. Ἐν τούτοις, λέγει ὁ εἰσηγητὴς κ. Καραπαναγιώτης, ἀφ’ οὗ ἐδήλωσεν εἰς τὸν ἀστυνομικὸν, ὅτι εἶναι ἀσθενής, ἐνῷ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἦτο πράγματι ἀσθενής, «δὲν βλάπτει ἂν πᾶμε ἡμεῖς τὴν φυλακὴν νὰ πάρουμε τὴν ἀπολογίαν του». Ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν θὰ ἐξέπιπτεν ἡ ἀξιοπρέπειά μας ὡς ἀνακριτῶν καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ μεταβῶμεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καραπαναγιώτης. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μᾶς ἀνακοινοῦται ὅτι εἰς τὸν ἀστυνομικὸν εἶπε τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον. «Νὰ ἔλθουν ἐδῶ αὐτοὶ οἱ κύριοι, ἐγὼ δὲν πηγαίνω». Ἡ τοιαύτη ἀπάντησις ἐθεωρήθη ὡς ἐνδεικτικὴ ἀσεβείας καὶ ἀπειθείας πρὸς τὴν καλοῦσαν αὐτὸν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοψήφως ἀπεφάνθη τότε ὅτι ὠφείλαμεν νὰ διατάξωμεν τὴν βιαίαν προσαγωγήν του. Ὁμολογῶ ὅτι ὡς πρόεδρος ἐδίστασα πρὸς στιγμὴν σκεφθείς, ὅτι ἀφοῦ ὁ κατηγορούμενος εἶναι κρατούμενος δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἡ προβλεπομένη ἀπὸ τὴν Δικονομίαν βιαία προσαγωγή, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἠρνεῖτο νὰ προσέλθῃ ἀπηύθυνα, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔγγραφον πρὸς τὴν ἀστυνομίαν, δι’ οὗ παρήγγειλα, νὰ ἐνεργήσῃ ἵνα προσαχθῇ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπολογηθῇ. Ἀλλ’ ὁ ἀστυνομικὸς μοῦ ἀπήντησε, ὅτι ἠρνήθη καὶ πάλιν ἀπολύτως νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, προσέθηκε δὲ ὁ ἀστυνομικός, «κύριε πρόεδρε ξέρω καὶ ἐγὼ λίγα νομικά, ἡ λέξις «ὁπωσδήποτε» δὲν ἀρκεῖ, ἅμα εἴπητε βιαίως τότε θὰ προσέλθῃ Ἐγὼ εἶχον θέσει τὸ «ὁπωσδήποτε» ἐπίτηδες, διὰ μὴ φανῇ ὅτι προσάγεται βιαίως. Ἠναγκάσθην τότε νὰ προσθέσω εἰς τὸ ἔγγραφον, διαγράφεται ἡ λέξις «ὁπωσδήποτε» καί τίθεται ἡ λέξις βιαίως. Οὕτω προσῆλθε καὶ ἔλαβε γνῶσιν καὶ τῶν νέων καταθέσεων. Ἀλλ’ ὀφείλω, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦτο: Ἐκ τοῦ παρελθόντος συνέπεσε νὰ συνδεθῶ μετὰ τοῦ κ. Παγκάλου, διότι ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ὀπαδὸς τῶν ἰδίων ἀγώνων, εἰς τοὺς ὁποίους εἴχομεν συναντηθῇ. Εἴχομεν ἐπίσης συνεργασθῇ καὶ εἰς τὴν δίκην τοῦ πρίγκηπος Ἀνδρέου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαχε τότε καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κλῆρος νὰ διερμηνεύσω ὡς Ἐπαναστατικὸς Ἐπίτροπος τὰς ἀντιλήψεις μιᾶς Ἐθνικῆς δικαιοσύνης, βαρείας καὶ αὐστηρᾶς, ἀλλά, πάντως, δικαιοσύνης ἱστορικῆς. Δὲν εἶχον, θέλω νὰ εἴπω, ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀπολύτως οὐδένα λόγον νὰ εἶμαι δυσμενῶς διατεθειμένος προσωπικῶς κατ’ αὐτοῦ οὐδ’, ἄλλως, θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ συμπεριφερθῶ πρὸς αὐτὸν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς στοιχειώδους εὐπρεπείας τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἄσκησις τῶν ὑψηλῶν μου καθηκόντων ὑπηγόρευε. Δὲν θέλω, μοῦ λέγει ὁ κ. Πάγκαλος, νά ἀπολογηθῶ, θὰ προτίμων, προσθέτει μὲ εἰρωνείαν, ν’ ἀπολογηθῶ ἐνώπιον τοῦ κ. Λαδᾶ, διότι μετανοῶ, ὅτι ὑπῆρξα Δημοκράτης καὶ συνετέλεσα εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας. Ἀρνηθεὶς δ’ ἐν τέλει ν’ ἀπολογηθῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἠξίωσε μόνον νὰ διατυπωθῇ ἡ τοιαύτη δήλωσις τῆς μετανοίας του καὶ ἠρκέσθη προφορικῶς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς μορμολύκεια τοὺς κ. κ. Τανταλίδην καὶ Βογόπουλον, τοὺς ὑπουργούς του. Αὐτὰ συνέβησαν, κ. βουλευταὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς προσαγωγὴν τοῦ κ. Παγκάλου, καθ’ ἣν ἠρνήθη οὗτος ἐπιμόνως νὰ ἀπολογηθῇ. Θὰ προχωρήσω καὶ σήμερον εἰς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως τῶν στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων, ἐπὶ τῆς ὁποίας προχθὲς ἔκαμα τὴν εἰσήγησιν τῶν γενικῶν περιστατικῶν καὶ συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ περίφημος σύμβασις κατηρτίσθη. Αἰσθάνομαι, κύριοι, ὅτι ἴσως λόγῳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου καὶ λόγῳ πιθανῶς μιᾶς γενικωτέρας ἠθικῆς χαλαρώσεως, χαλαρώσεως ἡ ὁποία δὲν ἀπαντᾶται μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀποβαίνει ὀλίγον πληκτικὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων. Ἡ τοιαύτη ψυχολογία παρατηρεῖται ἐξαιρετικῶς ἐν Ἑλλάδι. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐξαίρεται ἰδιαιτέρως ἀπὸ τόν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας εἰς τὴν σοφὴν καὶ μακρὰν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως. Εἶναι πράγματι γνώρισμα χαρακτηριστικὸν τῆς φυλῆς μας, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουν ὁμιλήσει ὅλοι οἱ φιλοσοφήσαντες ἐπὶ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς. Ὁ σοφὸς Σκληρὸς εἰς τὰ σύγχρονα προβλήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁμιλεῖ διὰ τὸ γνώρισμα αὐτὸ τῆς περιφρονήσεως καὶ ὑποτιμήσεως τῶν ἠθικῶν παραγόντων καὶ τῆς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως πρὸς τοὺς πνευματικοὺς παράγοντας, ἐκδηλουμένους ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς νεοελληνικῆς ἐπιτηδειότητος τῆς καπατσωσύνης καὶ οὐχὶ τῆς ἀληθοῦς ἀρετῆς. Καὶ τονίζει, ὀρθώτατα, ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως, διὰ τῆς ὁποίας, θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἀνύψωσιν τῆς φυλῆς μας, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν μέγα ἐλάττωμα. Εἶναι δέ, βεβαίως, ἐλάττωμα τὸ ὅτι κουραζόμεθα εὐκόλως, ὅταν ἀκούωμεν συζήτησιν, τείνουσαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν κυρώσεων ἠθικῶν καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νόμου κατὰ τῶν ἰσχυρῶν παραβατῶν αὐτοῦ. Οὐδὲ εἶναι ὑπόθεσις προσωπικῶν διαθέσεων καὶ ἐμπνεύσεων ἡ πρὸς τοῦτο τείνουσα προσπάθεια. Διότι, ἄλλως, θὰ ἔπρεπε νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸ ταπεινὸν ἐπίπεδον μιᾶς λαϊκῆς ἐκδοχῆς, ἡ ὁποία διερμηνεύεται εἰς τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο ἀνέκδοτον, κατὰ τὸ ὁποῖον κατηγορούμενος ζωοκλέπτης, ὅταν ἤκουσε τὸν εἰσαγγελέα διατυποῦντα αὐστηρῶς κατ’ αὐτοῦ τὴν κατηγορίαν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, διεμαρτυρήθη, διότι ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ διερμηνεύων τὸν νόμον καὶ ἀπηχῶν τὴν φωνὴν τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως, ἐζήτει τὴν τιμωρίαν του, καὶ ἐκραύγασε: μὰ τὶ σοῦ ἔκαμα ἐσένα, ἐπὶ τέλους, καλὰ αὐτοῦ (δεικνύων τὸ μηνυτὴν) τοῦ ἔφαγα τὴν γίδα, ἐσένα τὶ σοῦ ἔφαγα καὶ φωνάζεις; Εἶναι, δῆλα δὴ προφανές, ὅτι καθ’ ὧν εἰσηγούμεθα κατηγορούμενοι δὲν μᾶς ἔφαγον καμμίαν γίδαν καὶ μόνον εἰς τοιαύτην νοοτροπίαν θ’ ἀνταπεκρίνετο ἡ προσπάθειά των ν’ ἀνεύρουν καὶ ἐμφανίσουν οἱανδήποτε προσωπικὴν ἀφορμήν. Οὐδὲν ἄλλο πράττουν οἱ εἰσηγηταὶ ἢ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι, ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον παντὸς πολίτου ἰδίως δὲ καθῆκον παντὸς πολιτευομένου. «Τοὺς τὴν πόλιν ἀδικοῦντας ἰδίους ἐχθροὺς θεωρεῖν». Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοιούτων γενικωτέρων καὶ αὐστηρῶν ἀντιλήψεων ὑποβάλλουν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὰ πορίσματα μιᾶς μακρᾶς ἀνακρίσεως, ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς καὶ μὲ τὴν πλέον ἀχρωμάτιστον καὶ ξηρὰν ἀπόδωσιν τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων μηδὲν ἔξω τοῦ πράγματος, λέγοντες μηδὲν ὑπερβάλλοντες καὶ μηδὲν παρεμβάλλοντες ἀνακριβές. Ἐξήγησα προχθὲς ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ περιστάσεις κατηρτίσθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασις, καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ βαθμοῦ τῆς εὐθύνης ἑνὸς ἑκάστου τῶν κατηγορουμένων. Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὸν κατηγορούμενον Τανταλίδην, τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τεκμαίρεται τουλάχιστον ἐκ τῆς ἀποστολῆς του, ὅτι εἶναι ὁ φρουρὸς τοῦ δημοσίου θησαυροῦ καὶ ὤφειλεν αὐτός, κυρίως, νὰ προσάξῃ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, διότι, ἄλλως, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποβάλλονται καὶ αἱ συμβάσεις εἰς τὸ ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἠμποροῦσα, εἶπεν ὁ κ. Τανταλίδης, ὅταν ἀπελογήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἠμποροῦσα ἐγὼ παρὰ μόνον μίαν ὑπογραφὴν νὰ δώσω καὶ προσυπέγραψα. Κατὰ δὲ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπολογίαν του ἔλεγε «προσυπογράφων ἐπετύγχανον τὸ μέσον νὰ ἐπιβλέπω τὰς δημιουργουμένας ἐκ τῶν συμβάσεων χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἐν τῇ γενέσει αὐτῶν, ἀποφεύγων τοὺς αἰφνηδιασμοὺς καὶ προλαμβάνων ἐγκαίρως τὰς ἀσυμμέτρους πρὸς τὰ διατιθέμενα μέσα ὑποχρεώσεις. Ἀναφέρω, ὅτι διὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς ἐματαίωσα ἐγκαίρως μεταξὺ ἄλλων τὴν σύμβασιν Στρυμῶνος καὶ ἑτέραν τινὰ σύμβασιν τοῦ οἴκου Σνάϊδερ, ἥτις ἄνευ ἐπεμβάσεώς μου, θὰ ἐβάρυνε τὸ Κράτος μὲ 490 ἑκατ.». Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐξ ἀφορμῆς τῆς τοιαύτης βεβαιώσεώς του διεξήχθη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἑξῆς χαρακτηριστικὸς διάλογος (ἀναγινώσκει).
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). «Ἀλλὰ εἴχατε τὴν δύναμιν ν’ ἀρνηθῆτε τοὐλάχιστον τὴν ὑπογραφήν σας καὶ νὰ ματαιώσητε ἔτσι καὶ τὴν σύμβασιν αὐτήν».
§8Δ. ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ. «Δὲν θὰ τὴν ἐματαίωνα κύριε Πρόεδρε».
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). «Εἴπατε, ὅτι ἐματαιώσατε μίαν ἄλλην».
§10Δ. ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ. «Δι’ ἐκείνην εἶχον τὴν δύναμιν, ἀλλὰ δὲν τὴν εἶχον δι’ ὅλας. Ἄλλως τε ἐπρόκειτο περὶ ἀναγκαίων πραγμάτων, διότι διὰ τὰ Γερμανικὰ αὐτοκίνητα ἦτο ἀπαίτησις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ μοῦ ἔλεγον ἄνευ αὐτῶν θὰ κινδυνεύσῃ ὅλον τὸ ὑλικόν».
§11Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). «Ἡ σύμβασις μὲ τὸ ἐργοστάσιον Σνάϊδερ τί ἀφεώρα;»
§12Δ. ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ. «Πυροβόλα.»
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). «Ἄνευ αὐτῶν δὲν ἐκινδύνευε τὸ στράτευμα;» Ἀπάντησις μηδέν. Διότι, ἐν ᾧ ὡμολόγησεν ὁ κατηγορούμενος, ὅτι εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, προκειμένου δηλαδὴ περὶ συμβάσεως ὁμοίου περιεχομένου, συμβάσεως πραγμάτων στρατιωτικῆς ἀνάγκης ἀντέστη καὶ ἐματαίωσεν, ἐδῶ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀντιστῇ, διότι δῆθεν τὰ αὐτοκίνητα ἦσαν πλέον ἐπειγούσης ἀνάγκης ἢ τὰ πυροβόλα. Κυρίως ὅμως ὁ Τανταλίδης ἰσχυρίζεται, ὅτι ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ δικτάτορος, ὡς ἀποκαλεῖ κατὰ προτίμησιν, ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του, τὸν κ. Πάγκαλον. Ὅταν δ’ ἠρωτήθη ἂν εἶχεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὡς ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ αὐθέντου του τοῦ δικτάτορος, ἀπήντησε, ὅτι εἶχεν ἓν οἰκογενειακὸν δρᾶμα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. «Εἶχον, λέγει, ἕνα γυναικάδελφον, ὅστις κατηγορεῖτο τότε ὡς καταχραστὴς τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ ὁ κ. Πάγκαλος, ἠπείλει ὅτι θὰ τὸν κρεμάσῃ». Εὑρισκόμενος δ’ ὑπὸ τὸ Κράτος αὐτῆς τῆς ἀγωνίας καὶ τῆς οἰκογενειακῆς του τραγῳδίας δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντισταθῇ καὶ ὑπέκυψε. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον θ’ ἀναφέρω γεγονότα καὶ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἕωλος καὶ ἀβάσιμος. Διότι συμπίπτει νὰ γνωρίζω, ὡς δικηγόρος ἐν τῇ δίκῃ τῶν καταχρήσεων τοῦ ταμείου συντάξεων, ἡ ὁποία διεξήγετο κατὰ τὸν Ἰούνιον 1926, ὅτι τὴν 18 Ἰουνίου 1926 ἐδημοσιεύθη ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ νομοθετικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρετείνετο ἡ προθεσμία τῆς ἐμπράκτου μετανοίας, μέχρι καὶ τῆς 18 Ἀπριλίου, ἡμέρας δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε διαπράξει τὸ ἔγκλημα ὁ γυναικάδελφος τοῦ κ. Τανταλίδου. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ γεγονότος τούτου ἐξ ἀκριτομυθίας τοῦ τότε ἐπιτρόπου τοῦ Στρατοδικείου κ. Μπουφίδου καὶ εἶπον τότε πρὸς τοὺς στρατοδίκας, μερικοί τῶν ὁποίων ἦσαν ἔντιμοι στρατιῶται καὶ εἶχον ὑποβληθῆ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παταχθοῦν ἀμειλίκτως οἱ καταχρασταί, ἐν ᾧ ἐτερματίζετο ἡ δίκη, εἶπον πρὸς αὐτοὺς ὀφείλω κύριοι πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου νὰ καταγγείλω μίαν προδοσίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς βάρος σας. Κατάπληκτοι οἱ στρατοδίκαι μὲ ἤκουσαν, ναὶ προδοσία, εἶπον διότι, ἐνῷ σεῖς, νομίζετε ὅτι φρουρεῖτε τὸ κοινωνικὸν ἢ καὶ τὸ σημερινὸν καθεστώς, ἕτοιμοι νὰ δώσητε τὸ ἄτεγκτον παράγγελμά σας πρὸς τὸν δήμιον παραδίδοντες εἰς αὐτὸν τοὺς δυστυχεῖς τούτους ἐδῶ ἀνθρώπους ὄπισθεν ἡμῶν ὑπάρχουν ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν νόμον διὰ νὰ ἀπαλλάξουν καὶ νὰ ἀμνηστεύσουν τοὺς συγγενεῖς των δι’ ὅμοια ἐγκλήματα. Ἰδοὺ ὁ νόμος καὶ ὁ νόμος ἀφορᾷ τὸν γυναικάδελφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διεκόπη τότε ἡ συνεδρίασις καὶ ὁλόκληρον τὸ Στρατοδικεῖον ἔσπευσε πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τσερούλην, ὁ ὁποῖος ἔξαλλος ἐτηλεγράφησεν ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Πάγκαλον ἀπουσιάζοντα τότε εἰς Θεσσαλονίκην τὸ σκάνδαλον, καλῶν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ ἀμέσως. Καλεῖ κατόπιν τὸν ὑφυπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Μάλλιον καὶ τοῦ λέγει ποιὸς τὴν ἔβαλε τὴν ὑπογραφήν μου ἐδῶ; ἐγὼ ἐδῶ πηγαίνω νὰ κρεμάσω καὶ σεῖς ἀμνηστεύετε παρατείνοντες τὴν ἔμπρακτον μετάνειαν; Καὶ ὁ ὑφυπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντᾶ· ὁ Πάγκαλος μὲ τὸν κ. Τανταλίδην ἔκαμαν τὸ διάταγμα, ἐγὼ τί ἐνδιαφέρον εἶχον; Ἄρα τὸ δρᾶμα δὲν ἔπαιξεν ἀπολύτως κανένα ρόλον ἐν προκειμένῳ καὶ ὁ σχετικὸς ἰσχυρισμὸς εἶναι ὑστερογενὴς ἐπινόησις, διότι ὁ κ. Τανταλίδης διετέλει ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν κ. Πάγκαλον, κατήρτισαν δὲ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἀμνηστεύσουν τὸν γυναικάδελφον τοῦ κ. Τανταλίδου. Ἐξ ἄλλου ἀντιτείνει, ὁ κατηγορούμενος ὑπουργός, ὅτι κακῶς ἀποδίδεται τόση σημασία εἰς τὴν προκαταβολήν. Εὕρετέ μου λέγει μίαν σύμβασιν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ὑπάρχῃ προκαταβολή. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ αὐτὸ κυρίως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν. Δεύτερον δὲν ὑπάρχει οὐδὲν Κράτος, σύμβασις ἐξ ὅσων συνήφθησαν ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, μὲ τὸν ὅρον τῆς προκαταβολῆς. Διότι δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ προμήθεια γίνεται ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, διὰ νὰ μὴ δίδωνται μετρητά. Ἄλλως τε ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι τοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν καὶ συνεζήτησε μὲ τὸν κ. Πάγκαλον καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν αὐτῆς εἶπεν δ’ ἐπίσης εἰς τὸν τμηματάρχην κ. Μουρίκην ὅταν ἐκεῖνος τὸν ἠρώτησε διατὶ ἐδέχθη καὶ ὑπέγραψε τὸν ὅρον τῆς προκαταβολῆς: τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο». Τί νὰ κάνουμε εἶναι διὰ τοὺς μεσάζοντας». Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ σταματήσω ὀλίγον κ. βουλευταί, διὰ νὰ ἀφήσω καὶ εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνετε ἂν τοιαῦται ὁμολογίαι γενόμεναι παρ’ ὑπουργοῦ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ Κράτους πρὸς ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ ἰδίου Κράτους, ἀποτελοῦν ἢ μὴ ἐκδήλωσιν ἐσχάτου κυνισμοῦ καὶ πρωτοφανοῦς ἀδιαφορίας διὰ τὸ ἱερὸν χρῆμα τοῦ λαοῦ τοῦ ὁποίου εὑρέθη μοιραίως φρουρὸς ὁ ἄνθρωπος αὐτός. «Τί νὰ κάνουμε εἶναι διὰ τοὺς μεσάζοντας ἡ προκαταβολή»...... Καὶ πράγματι δι’ αὐτοὺς ἐδόθη.
§14Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄλλωστε, ὅτι ἡ προκαταβολὴ αὐτὴ διενεμήθη ἐδῶ, ἐξάγεται ἀπὸ ἓν ἔγγραφον τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ κ. Πολίτου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, καὶ λέγει εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ οἴκου ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐξώδευσαν πολλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δέχονται ἐκπτώσεις. Ἐξώδευσαν πολλά, διὰ νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις, τὸ τονίζει αὐτὸ σαφῶς εἰς τὸ ἔγγραφον καὶ πιθανολογεῖται οὕτως ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, ὅτι διενεμήθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ προκαταβολή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅρου τῆς προκαταβολῆς, τὸν ὁποῖον ἀσυζητητεὶ ἀπεδέχθη ὁ ὑφυπουργός, ἀπεδέχθη καὶ προσυπέγραψε, ὡς εἶπον χθὲς τὸν ὅρον τῆς τριτεγγυήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μάλιστα δ’ ἐμονόγραψε τὴν σύμβασιν πρὶν ἢ λάβουν γνῶσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἤθελε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν προεξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς. Ἀλλὰ συνέβη καὶ κἄτι ἄλλο σχετικῶς πρὸς τὰς ἐνεργείας τοῦ Τανταλίδου, περὶ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Προκειμένου νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ¼ τῆς προκαταβολῆς, ὁ ἰδιαίτερός του κ. Σφακιανάκης ἐκστρατεύει εἰς τὸ εἰδικὸν λογιστήριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δίδει ἐντολὴν εἰς τὸν τμηματάρχην κ. Ἐξαρχάκην, νὰ ἐκδώσουν ἐντάλματα, δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς προκαταβολῆς καὶ οὕτω τὰ ἐκδίδει ὁ Ἐξαρχάκης. Ἐρωτᾶται ὅμως κατόπιν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν ἔδωκεν ἐντολήν. Πηγαίνουν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν ἐρωτοῦν πῶς θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ἐντάλματα, τοῦ ἀναφέρουν δὲ συγχρόνως, ὅτι ὁ ἰδιαίτερός του παρήγγειλε τὴν τοιαύτην ἔκδοσιν. Ἐκδηλώνει τότε τὴν ἔκπληξίν του καὶ διαμαρτύρεται ὁ ὑπουργός, ζητεῖ δὲ τὸν ἰδιαίτερόν του, διὰ νὰ τὸν παρατηρήσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἀπουσίαζεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Τὰ ἤκουσεν αὐτὰ ὁ Μαυρίκης καὶ ὁ Σωφρονόπουλος. Ὅταν κατόπιν ὁ Μαυρίκης εἶπεν εἰς τὸν Σφακιανάκην· ποῦ ἤσουν; Ἐδῶ ὁ ὑπουργὸς ἐχάλασε τὸν κόσμο, διότι πηγαίνεις καὶ δίδεις ἐντολήν, διὰ τὰ ἐντάλματα». Οὗτος ἀπήντησε: «Τί φωνάζει; Αὐτὸς μὲ στέλνει». Καὶ τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ Σφακιανάκης εἰς τὴν πρώτην ἀνάκρισι, τὸ εἶπε καὶ εἰς τὴν δευτέραν, τὸ εἶπε καὶ εἰς τὴν τρίτην. Ἐξηγεῖται ἐκ τούτου σαφῶς, ὅτι πράγματι ἐξεδήλωσε ὁ κ. Τανταλίδης ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον, διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, καί διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς προκαταβολῆς. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι τελείως ἀποδεδειγμένον καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ τις μετὰ βεβαιότητος, ὅτι ἔδειξεν ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ χρηματισθῇ ὁ ἴδιος. Ἀλλ’ αὐτὸ πρέπει, νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως σημασίαν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας. Δὲν χρειάζεται ὁ ὑπουργός, νὰ χρηματίζεται, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἐν γνώσει, ὅτι θὰ πάρουν τὰ λεπτὰ οἱ μεσάζοντες καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει διακηρύσσει καὶ λέγει, ὅτι αὐτὸς ἔδιδε διαταγήν, νὰ πληρωθοῦν ἄλλοι. Καὶ αὐτὸ ὅμως τὸ προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος «ἢ ὠφελούμενος ὁ ἴδιος ἢ χαριζόμενος εἰς τρίτον». Χαριζόμενος δυστυχῶς μὲ τὰ κόλυβα τοῦ δημοσίου ταμείου μὲ τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τὴν εἰκόνα αὐτὴν τῶν ἀντιλήψεων, ὑπὸ τὸ πνεῦμα, τῶν ὁποίων ἐπροστάτευε τὰ δημόσια συμφέροντα, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δίδουν οἱ ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους παραδόξως ἐξωμολογεῖται. Διετέλει πράγματι ὁ ἄνθρωπος, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἐπιταγῶν τοῦ δικτάτορος καὶ ἐξωμολογεῖτο; Ἀπολογούμενος εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων λένει, ὡς εἶπον τὰ ἴδια. «Τὰ εἴπατε αὐτὰ κ. ὑπουργέ; «Ποῦ νὰ ἐνθυμοῦμαι τοιούτου εἴδους φευγαλέας ὑποθέσεις. Ἀπαντᾶ φευγαλέας ὑποθέσεις, μὲ τὰς ὁποίας φεύγουν καὶ ἀκόμη φεύγουν ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἄ! τώρα λέγει ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὸ τέλος ἑνὸς ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ κ. Πάγκαλος μὲ ἐφώναξε, καθ’ ἣν ὥραν συνωμίλει μὲ τὸν κ. Ταβουλάρην καὶ μοῦ εἶπεν ὁ Τάσος ἀπ’ ἐδῶ, θὰ σοῦ φέρῃ μίαν σύμβασιν νὰ τὴν ὑπογράψῃς». Καὶ ὑπεγράφη καὶ αὐτὴ ἡ σύμβασις, ἀντιλεγόντων ὅλων τῶν διευθυντῶν τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας, ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ὑπῆρξε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ εὐχαριστήσῃ ὁ δικτάτωρ, ὁ κ. Καβαφάκης, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, ἵνα στηριχθῇ, ὁ «Ἐλεύθερος Τύπος», ὁ ὁποῖος ἦτο ὄργανον τῆς Δικτατορίας. Καὶ ὅταν ἀνεκοινώθησαν αὐτὰ καὶ εἰς τὸν κ. Πάγκαλον, ἐκεῖνος εἶπεν. «Ὁμολογῶ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν σφαλμάτων μου εἶναι καὶ τὸ ὅτι εἶχον ὑπουργὸν αὐτὸ τὸ μορμολύκειον», ἐννοῶν τὸν Τανταλίδην. Ἐπὶ τῇ βάσει, κύριοι, αὐτῶν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται καὶ λεπτομερέστερον καὶ εἰς τὴν ἔγγραφον ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ πιθανολογεῖται πλήρως ἡ ἐνοχὴ καὶ πλέον ἢ ἐπαρκῶς, ὅπως ἀπαιτεῖ καὶ ἡ κοινὴ δικονομία, κατ’ ἐμὲ εἶναι μᾶλλον πλήρεις ἀποδείξεις—προκύπτουν αἱ ἐνδείξεις περὶ παραπομπῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι μετά τινος ψυχικῆς κοπώσεως εἰς τὴν ἔρευναν τῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Νίδερ. Ὁ Νίδερ εἶναι ὁ ὑπογράψας τὴν σύμβασιν αὐτήν. Λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ συνάδελφος κ. Ἀσκούτσης, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰσηγητὴς εἰς τὴν σύμβασιν Κιρκίνη. Ἐπέπρωτο ἡ τιμία ὑπογραφὴ τοῦ Νίδερ, νὰ τεθῇ ὑπὸ τόσον σκανδαλώδεις, παρανόμους καὶ ὑπόπτους καὶ ἁμαρτωλὰς συμβάσεις. Εἶναι ὁ ὑφυπουργός, ὁ ὁποῖος ἀνέθηκεν εἰς τὸν γενικὸν Ἐπιτελάρχην, τὸν κ. Σαρηγιάννην καὶ τὸν Στρίμπερ, νὰ μελετήσουν τοὺς τεχνικοὺς ὅρους. Ἠγνόησε τὴν διεύθυνσιν τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας καὶ ὅταν ἠρωτήθη, διατί, εἶπεν ὅτι τοῦ εἶπεν ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν σχολαστικὸν Σγουρόν. Καὶ λέγει ὁ Χατζηπέτρος, ὅτι εἶδε τὸν Σγουρὸν μαινόμενον καὶ φωνάζοντα. «Μωρὲ τὶ θέλει αὐτὸς ὁ ἄτιμος καὶ μπένει ἐδῶ αὐτὸς ὁ Μπρίκφελδ; «διατὶ σὲ ἀγριοκυττάει; τὸν ἐρωτᾶ ὁ ὁ Χατζηπέτρος. «Διότι δὲν δύναται νὰ συνεννοηθῇ μαζύ μου», ἀπαντᾷ ὁ Σγουρός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀντιληφθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ σκανδάλου. Δὲν συνεννοήθη κἄν μὲ αὐτοὺς τοὺς ἁρμοδίους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου, διότι μόλις ἐπελήφθησαν τῆς καταρτίσεως τῶν τεχνικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐνέσκυπτεν ἕνα πρωΐ ὁ Μπρίκφελδ μὲ τὴν σύμβασιν ὑπογεγραμμένην. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἐπιτελείου δὲν εἶχον καταρτίσει σύμβασιν. Ὁ Τανταλίδης προσεπάθησε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ θολώσῃ τὰ νερά. «Αὐτὰ τὰ σχέδια λέγει τὰ ἔκαμεν ὁ Στρίμπερ καὶ ἰδοὺ αὐτὸ ποῦ ἔφερεν ὁ Μπρίκφελδ, εἶναι ἀντίγραφον τῶν σχεδίων αὐτῶν» Ἀπὸ τὴν μετάφρασιν ὅμως τοῦ κειμένου φαίνεται, ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ σχέδιον ποῦ ἔφερεν ὁ Μπρίκφελδ, τὸ ὁποῖον συνεπληρώθη εἰς ὡρισμένα σημεῖα ἀφορῶντα τεχνικοὺς ὅρους, Οὐδὲν εἶχε γείνει, δηλαδή, πρὶν ἢ προσέλθῃ εἰς τὸ Γενικὸν ἐπιτελεῖον ὁ Μπρίκφελδ, μὲ τὴν σύμβασιν κατηρτισμένην ἀπὸ τὸν ἴδιον μὲ ὅλους τοὺς ὅρους αὐτῆς καὶ πρὶν ὑπογραφῇ αὕτη, ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν αὐτῆς τοῦ Τανταλίδου εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος.
§15Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ δύο πρῶτα σχέδια ὑπάρχουν εἰς τὸν φάκελλον;
§16Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Μάλιστα.
§17Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχα τὴν ἀντίληψιν, ὅτι αὐτὰ τὰ σχέδια τὰ ἔφερεν ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου εἰς τὸν Τανταλίδην. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπογράψει ὁ Τανταλίδης εἰς τὸ ὁποῖον φαίνεται μία μείωσις τῆς προκαταβολῆς, διότι ὁ Τανταλίδης, φαίνεται ὅτι κατέβαλεν μίαν προσπάθειαν νὰ μειώσῃ τὴν προκαταβολὴν καὶ ἐπέτυχεν μίαν ἐλαφρὰν μείωσιν.
§18Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἰσχυρίζεται ὁ Τανταλίδης, ὅτι ἔκαμε πρότασιν μειώσεως τῆς προκαταβολῆς, ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀποδεικνύεται.
§19Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Τανταλίδης, ὅτι θὰ πάρουν τὰ λεπτὰ οἱ προμηθευταί.
§20Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ εἶναι εὐχάριστον νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεσάζων, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, διότι ἡ ἀνάκρισις θὰ ἠδύνατο νὰ στραφῇ καὶ μέχρι αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἐφ’ ὅσον θὰ ἀποδειχθῇ ἐπαρκῶς, ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἐχρηματίσθη.
§21Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ κ. Τανταλίδης ἠρωτήθη ἐπ’ αὐτοῦ ποίους ἐννοεῖ μεσάζοντας καὶ ἂν ἔκαμε πράγματι λόγον περὶ αὐτῶν. Ὡμολόγησε, ὅτι τὰ εἶπε. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί; Ὁ Μπρίκφελδ, λέγει ὁ κ. Τανταλίδης, προσθέτων ὅτι δῆθεν ἐξεδηλώθη ἀπὸ μέρους τοῦ Στρίμπερ ἐνδιαφέρον, ἀλλ’ ἠρωτήθη σχετικῶς καὶ ὁ Στρίμπερ, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται. Καὶ τὸ ὅτι ἔχει οὗτος δίκαιον ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐνῷ ἐκλήθη ἀπὸ τοῦ Νίδερ νὰ τὸν συνοδεύσῃ εἰς τὸν Πάγκαλον, ὁ Νίδερ, ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Πάγκαλον, μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Τανταλίδου, εἰς ὃ εἰσῆλθε μόνος ἀφήσας ἔξω τὸν Στρίμπερ. Καὶ ὅταν, λέγει ὁ Στρίμπερ, μετέβη καὶ ἠρώτησε τὸν Τανταλίδην, τί θὰ κάμωμεν διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, ἐκεῖνος ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι καλοὶ οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι. Προχωρῶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς εὐθύνης τοῦ Νίδερ. Ἠγνόησε τὴν μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τρόπον ἀδικαιολόγητον. Ἠγνόησε τὰ σημειώματα τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῆς ὑπευθύνου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτονίζετο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ σύμβασις, ὅτι ἔδει ἀπαραιτήτως νὰ προηγηθῶσιν δοκιμαὶ ἀντοχῆς, ὅτι ἔπρεπε πάντως νὰ ὑπάρξῃ ἐγγυοδοσία. Ἠγνόησεν ἐπίσης τὴν τελευταίαν στιγμὴν σημείωμα τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν κ. Θεολόγον, τὸν ὁποῖον διὰ δευτέραν φοράν, τὴν 17 Ἀπριλίου, παρεκάλεσεν ὁ ἴδιος νὰ τοῦ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του καὶ τοῦ ὑπέβαλε σημείωμα μὲ τὴν ὑπογραφήν του, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτόνιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν Γερμανικῶν οἴκων ὅπως ἐπιτευχθῶσι καλλίτεροι ὅροι καὶ καλλίτεραι τιμαί. Ἠγνόησεν ἐξ ἄλλου καὶ προσφορὰς ὁμοίας ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων ἄνευ τῆς προκαταβολῆς, τοῦ Πέτσα, τοῦ Γεωργικοπούλου καὶ τοῦ Κοτρότσου, ὁ ὁποῖος ἔδιδε κατὰ χιλιάδας ὅλας χρυσῶν μάρκων κατωτέρας τιμάς. Καὶ ἐν τούτῳ ὁ Νίδερ ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται καὶ ἐνῷ οἱ μάρτυρες ὅλοι βεβαιοῦν, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ προσφορὰ αὕτη, ὁ Νίδερ λέγει, ὅτι ὁ Κοτρότσος ἦτο ἀξιωματικὸς καὶ μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον του διαμαρτυρόμενος καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε τρόπον τινα ἐλέγξῃ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον γεννᾷ, πράγματι βαρείας ὑπονοίας διὰ τὴν ἐνοχὴν τοῦ Νίδερ, εἶναι τὸ ἀφορᾶν τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐν τῷ γραφείῳ του περὶ τῆς συμβάσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠκούσθησαν, ὡς εἶπον, διαμαρτυρίαι καὶ ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ὅλων τῶν συμμετασχόντων, ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουν τὸν ἰσχυρισμὸν τόσον τοῦ Παγκάλου ὅσον καὶ τοῦ Νίδερ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, διότι τότε πρῶτος ὁ Γεν. Ἐπιτελάρχης θὰ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν σύμβασιν. Ἀντιθέτως ὅμως αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπογραφῇ ὡς ἐπίσης καὶ ὁ ἁρμόδιος διευθυντὴς τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας. Ἄρα ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὄπισθεν τῆς ὁποίας κατοχυροῦνται καὶ ὁ Πάγκαλος καὶ ὁ στρατηγὸς Νίδερ ἐλέγχεται ἀνυπόστατος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι μόνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς προμηθείας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἄλλως θὰ ἐξετελεῖτο ἐντὸς μικρᾶς προθεσμίας. Ἀλλ’ ἐν ᾧ γίνονται αὐτὰ ἐκεῖ καὶ συμφωνεῖ καὶ λέγει, ὅτι δὲν θὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις καὶ μάλιστα προσθέτει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀνωτέρω καὶ δὴ ὅτι «δὲν θέλω νὰ μοῦ εἴπουν, ὅτι ἐπῆρα λεπτὰ καὶ ὅτι θὰ ὑπάγω εἰς τὸν Πάγκαλον νὰ τὸν ἐρωτήσω» καταλήγει αἰφνιδίως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ὑπογραφῆς ὑπὸ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, καὶ ὅταν ἠρωτήθη, στρατηγὲ τί ἐσήμαιναν αὐτά; κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπείσθητε, ὅτι ἦτο σκανδαλώδης ἡ σύμβασις; Εἴπατε πράγματι ὅτι δὲν θέλετε νὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι ἐπήρατε λεπτά; καὶ ἀφοῦ προέβητε εἰς ἐκδηλώσεις καχυποψίας κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐμμέσως ἐθεωρήσατε αὐτὸν ὕποπτον καὶ ἐνῷ ἐκάματε πρὸς τοὺς συσκεπτομένους ἀξιωματικοὺς μίαν μόνον ἐπιφύλαξιν, ὅτι θὰ ἐπεσκέπτεσθε τὸν Πάγκαλον διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἔχῃ γνῶσιν καὶ ἐνῷ ὅλα αὐτὰ τὰ εἴπατε διατὶ δὲν μετέβητε εἰς τὸν Πάγκαλον ἀλλὰ εἰς τοῦ Τανταλίδου καὶ εἰσήλθετε μόνος εἰς τὸ γραφεῖον του ἀφήσας ἔξω τοῦ ὑπουργικοῦ γραφείου τὸν ἀξιωματικὸν Στρίμπερ καὶ συνεννοήθητε μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐπανελθὼν ἐδηλώσατε, ὅτι θὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις καὶ τὴν ὑπεγράψατε; Διατί; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ τὸ ἀμείλικτον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐτέθη δὲν ἐδόθη οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ Νίδερ. Καὶ τὸ λέγω αὐτό, ἐπαναλαμβάνω μὲ ἀληθῆ πόνον ψυχῆς. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἠθικαὶ ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σμιλευθῇ δι’ ἀγώνων μακρῶν καὶ γνωστῶν. Εἶναι πράγματι δυσμάχητος ἡ μορφωμένη περὶ ὡρισμένων ἀτόμων, ἐχόντων εὐρείαν καὶ γνωστὴν δρᾶσιν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, κοινὴ γνώμη καὶ εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι συγκρούονται τὰ πράγματα αὐτά, τὰ γεγονότα, αἱ ὁμολογίαι αὐταί, τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ τὰ ἀμείλικτα συγκρούονται λέγω, πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν εὐμενῆ ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου Νίδερ προκατάληψιν. Εἰς τὴν σύγκρουσιν αὐτὴν διὰ μίαν δικαστικὴν κρίσιν ἐπικρατεῖ ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων. Οὐδ’ ἔχει καιρίαν σημασίαν ἡ βεβαίωσις ἡ ὁποία προβάλλεται εὐκόλως ὅτι δὲν ἔκλεψαν προσωπικῶς οἱ τοιοῦτοι κατηγορούμενοι καὶ ὅτι πολλοὶ γνωρίζουν, ὅτι εἶναι πτωχοί. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην εἶχε τὸ σκληρὸν καθῆκον νὰ στραφῇ ἡ ἀνάκρισις, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιχείρημα τῆς ὑπερασπίσεως ὑπεβάλλετο ἡ οἰκονομικὴ ἑκάστου κατάστασις. Ἐκ τῶν συμβολαίων τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ κ. Νίδερ φαίνεται, ὅτι ἔχει βαρύνει μίαν οἰκίαν τῆς ὁποίας εἶναι κύριος διὰ δύο δανείων 1.500.000.
§22Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἰς ὄροφος προσετέθη μετὰ μικρῶν παραθύρων. Συμπίπτει νὰ γνωρίζω τὴν οἰκίαν καὶ δύναμαι, νὰ σᾶς εἴπω τεχνικῶς ὅτι ἡ ἀξία τῆς οἰκοδομῆς, ἡ ὁποία προσετέθη δὲν εἶναι μικροτέρα τῶν 1.500.000.
§23Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγνωρίζετε τὴν οἰκίαν προτοῦ γίνῃ ἡ προσθήκη;
§24Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὴν γνωρίζω, διότι ἀνήκω εἰς τὸ αὐτὸ στρατιωτικὸν σῶμα.
§25Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Τὸ ἀνέφερα ἁπλῶς διὰ νὰ τὸ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένει ἰδιαιτέρως ὁ κ. Νίδερ ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἀπουσίασεν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ Μεσολόγγιον καὶ ὅτι ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του κατηρτίσθησαν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Αὐτὸ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι τοῦτο ἀληθές, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, διότι μεσολαβεῖ τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα προηγουμένως, τῆς συζητήσεως, ἐν τῷ γραφείῳ του κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἐμόρφωσε διὰ τὴν σύμβασιν. Ὡς πρὸς τὸν κατηγορούμενον Θεόδ. Πάγκαλον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἔχει εἰς ταύτην ἐνόχως ἀναμιχθῆ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς δικογραφίας καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ περίφημος Μπρίκφελδ ἔκαμε τὴν προσφοράν του μόλις ἦλθε ἡ Δικτατορία, καὶ εἰς τὴν τελευταίαν του προσφορὰν ἀναγράφει εἰς τὴν αἴτησιν του «ἐντολῇ τοῦ κ. Προέδρου». Ὅταν ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν αὐτὴν ἠξίωσε σώνει καὶ καλὰ νὰ τοῦ δοθῇ ἡ προμήθεια τῶν αὐτοκινήτων. Ἀποδεικνύεται δ’ ὅτι ὑπῆρξε συνεννόησις τοῦ κ. Παγκάλου μετὰ τοῦ κ. Νίδερ, διότι τοιαύτην συνεννόησιν ἐξήγγειλεν ὁ Νίδερ, ὅταν εἶπε πρὸς τὸν κ. Σαρηγιάννην καὶ τὸν κ. Στρίμπερ ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ πάρωμεν τὰ αὐτοκίνητα, μὴ συζητεῖται ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅταν ἐξ ἄλλου ὁ κ. Τανταλίδης ἔλαβε κατόπιν γνῶσιν, ἐπῆγε εἰς τὸν κ. Πάγκαλον καὶ τοῦ ὡμίλησε περὶ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, ὅτι αὐταὶ εἶναι κεκαλυμμέναι μὲ τὴν σύμβασιν τῶν ξυλίνων οἰκιῶν, ὁ Πάγκαλος τοῦ εἶπε «δι’ αὐτὸ κάνω καλὰ ἐγώ, θὰ τὰ κανονίσω αὐτά, τώρα ἀπεφασίσαμεν νὰ πάρωμεν τὰ αὐτοκίνητα Μπρίκφελδ. Ἄρα εἶναι ὁ σχὼν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔλαβε γνῶσιν τῶν ὅρων κατόπιν τῆς προκαταβολῆς καὶ τῶν ἄλλων; Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§26Χ. ΛΑΔΑΣ. Τί εἶπεν ὁ Τανταλίδης εἰς τὸν Νίδερ καὶ ἐγύρισε καὶ εἶπε κατόπιν εἰς τὸ συμβούλιον;
§27Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ Νίδερ εἶπε ὅτι μοῦ εἶπε ὁ Τανταλίδης, ὅτι εἶναι ἐπιθυμία τοῦ κ. Προέδρου νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ κ. Τανταλίδης αὐτό. Ἔλαβεν γνῶσιν τῶν ἀντιρήσεων; Ἀσφαλῶς ναί, διότι ὅταν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις ὁ Σγουρὸς ἐπῆγε εἰς τὸν Νίδερ ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: Τί κάθεσαι, πήγαινε εἰς τὸν Πάγκαλον. Πηγαίνει καὶ εἰς τὸν Πάγκαλον καὶ ὁ Πάγκαλος τοῦ λέγει, «πήγαινε εἰς τὸν Νίδερ Ὁ δὲ Νίδερ τοῦ ἀπαντᾷ ἐν τέλει», «καλά». Γίνονται τὰ νομοθετικὰ διατάγματα πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ὅταν δὲ ὁ Μακρῆς ὁ ὑφυπουργὸς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τὰ ὑποβάλλει εἰς τὸν Πάγκαλον καὶ τοῦ προσθέτει «μὰ δὲν μοῦ φαίνονται καλαὶ αὐταὶ αἱ συμβάσεις, ἐδῶ δὲν βλέπω ἐγγυήσεις δὲν ἠξεύρω καὶ ἀπὸ συμβάσεις, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἐγγυοδοσίας». Πήγαινέ τα λέγει, κατὰ τὸν Μακρῆν, εἰς τὸν Νίδερ· Ἀντιθέτως καὶ οἱ δύο κατηγορούμενοι, Νίδερ καὶ Τανταλίδης, λέγουν, ὅτι ὁ Πάγκαλος εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς καταρτίσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ ὅτι ἐγένετο τῇ ἐντολῇ τοῦ ἰδίου. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἔλεγεν ὁ ἐνδιαφερόμενος τί φωνάζετε; εἶναι διαταγὴ τοῦ κ. Προέδρου». Βεβαίως δὲν φαίνεται κανὲν πρόσωπον ὑπηρετοῦν εἰς τὸ Πολιτικὸν γραφεῖον καὶ προσκείμενον πρὸς τὸν Πάγκαλον, ὡς ἀκολουθοῦν τὸν κ. Μπρίκφελδ κατὰ τὰς σχετικὰς ἐνεργείας. Ἀναφέρεται μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἀραβαντινοῦ τοῦ δημοσιογράφου καὶ διευθυντοῦ τῆς «Βραδυνῆς», ἀλλ’ ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς δικογραφίας, ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἐπεσκέφθη μὲν τὸν κ. Τανταλίδην, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν κ. Μπρίκφελδ, τὸν ὁποῖον ὡς λέγει, εἶχε γνωρίσει εἰς τὴν Γερμανίαν, Ἀλλ’ ὁ Ἀραβαντινὸς ἐνδιεφέρετο, διὰ μίαν ἄλλην προμήθειαν. Ἰταλικῶν αὐτοκινήτων διὰ τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι εἶχε παρακαλέσει τὸν κ. Πάγκαλον. Διότι καὶ αὐτὸς ἡμέραν τινά, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, εἶπεν εἰς τὸν κ. Σαρρηγιάννην: ἔχω μίαν πρότασιν, δι’ Ἰταλικὰ αὐτοκίνητα καὶ ἐκ τούτου πιθανολογεῖται ὅτι ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἐνδιεφέρετο μᾶλλον, διὰ τὰ Ἰταλικὰ αὐτοκίνητα. Προσθέτως ἀναφέρω τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μεταξᾶ καὶ περὶ οὗ ὡμίλησα καὶ ἀνωτέρω, ὅτι πρόσωπον προσκείμενον εἰς τὸ Πολιτικόν Γραφεῖον τὸν παρεκάλεσε, νὰ ἀποσύρῃ τὴν μήνυσιν ἀντὶ δώρου.
§28Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὅταν ἐγένετο ἡ σύσκεψις, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ὁ κ. Νίδερ ἔφυγε καὶ ἐπῆγε εἰς τὸν κ. Τανταλίδην, ὅταν ἐπέστρεψε ἐξηκολούθει ἡ σύσκεψις;
§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐξηκολούθουν σκεπτόμενοι καὶ σχολιάζοντες καὶ ὁ κ. Νίδερ ἐπιστρέψας τοῖς εἶπεν, ὅτι εἶναι διαταγὴ τοῦ Παγκάλου νὰ ὑπογραφῇ.
§30Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὡμιλήσατε περὶ ἑνὸς Ἀραβαντινοῦ, δὲν ἤκουσα ἂν καθωρίσατε, περὶ τίνος Ἀραβαντινοῦ πρόκειται.
§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ εἶπα καθαρά, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Ἀραβαντινοῦ τοῦ δημοσιογράφου καὶ διευθυντοῦ τῆς «Βραδυνῆς». Προσέθηκα ὅμως, ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν δὲν προκύπτει τὶ ἐκ τοῦ φακέλλου. Αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία ἐνηργήθη ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ παρ’ ἐμοῦ.
§32Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Προκύπτει ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς;
§33Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ τὸ εἴπω.
§34Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Ἐξετελέσθη ἡ σύμβασις;
§35Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐξετελέσθη κατόπιν συμβιβασμοῦ.
§36Σ. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Ἔδωκαν καλὰ ἢ κακὰ αὐτοκίνητα.
§37Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ εἶπα προχθές, τὰ αὐτοκίνητα τὰ παραληφθέντα εἶναι καλά.
§38Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Τὸ συμβόλαιον τὸ δανειστικὸν διὰ τὴν οἰκίαν Νίδερ φέρει ἡμερομηνίαν μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Δικτατορίας, καὶ τὸ σπῆτι ἔγινε πρὸ τῆς καταλύσεως αὐτῆς;
§39Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διαρκούσης τῆς Δικτατορίας.
§40Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ἄρα τὸ 1½ ἑκατομμύριον εὑρέθη διαρκούσης τῆς Δικτατορίας.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς οὐδενὸς τὴν σκέψιν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ Νίδερ ἐχρηματίσθη προσωπικῶς. Ἀλλ’ ὅσοι ἐψήφισαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς τοῦ Νίδερ τὸ ἔκαμαν, διότι ὁ Νίδερ ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως τοῦ ἐπιζημίου τῆς συμβάσεως πρὸς ὄφελος τρίτου συνήργησε εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτῆς ὁ δὲ Τανταλίδης ἴσως ἔχει ἐλαφρυντικὸν ὅτι ὁ Νίδερ εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν.
§42Α. ΒΑΡΒΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει καὶ τὸ ἐλαφρυντικὸν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Νίδερ πρὸς τὸν Τανταλίδην, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν δικογραφίαν.
§43Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν; ἐξετάζω τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἀποδίδω καμμίαν σημασίαν σοβαράν, ἂν ἡ προσθήκη τῆς οἰκίας τοῦ στρατηγοῦ Νίδερ ἐπερατώθη διαρκούσης τῆς δικτατορίας. Ἄν καλῶς ἐνθυμοῦμαι ἡ οἰκία ἤρξατο διαρρυθμιζομένη διαρκούσης τῆς δικτατορίας καὶ ἐπερατώθη ἡ διαρρύθμισις μετὰ τὸ τέρμα τῆς δικτατορίας πολύ, ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς ἐπειδὴ συνέπιπτε νὰ διέρχωμαι συχνότατα ἐπισκεπτόμενος γειτονικὴν συγγενικήν μου οἰκίαν, ὅτι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ ἐργασίαι, διὰ τὴν διαρρύθμισιν ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὰς προϋπολογισθείσας. Ἐδημιουργήθη ἀνάγκη ὑποθεμελιώσεως γνωρίζουν δὲ οἱ ἀρχιτέκτονες τὶ σημαίνει τοῦτο εἰς δαπάνας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ μακρὰν περίοδον αἱ ἐργασίαι ἔβαινον βραδύτατα ἢ εἶχον σταματήσει. Ὅλα αὐτὰ τείνουν νὰ καταστῇ πιστευτόν, ὅτι ἤρχισε μία ἐργασία, ὅτι προεβλέπετο μικρά, εὑρέθη κατόπιν πολὺ μεγαλυτέρα καὶ σιγὰ–σιγὰ προσετέθησαν δαπάναι τῶν ὁποίων αἱ προσθῆκαι θὰ ἤρκει, διὰ νὰ κατασκευασθῇ μία νέα οἰκοδομὴ ἐκ θεμελίων. Θὰ πρέπει ἐπίσης, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅσοι δὲν ἀσχολεῖσθε εἰς τεχνικὰς ἐργασίας, ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ δὲν πληρώνονται ἀμέσως πάντοτε καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται διὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα κατέχουν μίαν Κρατικὴν ἢ ἐπίσημον κοινωνικὴν θέσιν εἰς τρόπον, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ συμπεράνω τίποτε τὸ ὕποπτον ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς χρονολογίας τοῦ δανείου καὶ τῶν κατασκευῶν. Ἐπὶ πᾶσιν εἶναι γνωστὴ εἰς ὅσους ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατηγοῦ Νίδερ, ἡ ἠθικὴ δρᾶσις αὐτοῦ, ὥστε δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα χρηματισμοῦ, ἀλλὰ κατὰ πόσον ὑπερέβη τὸ καθῆκόν του ὁ στρατηγὸς Νίδερ εἰς ὄφελος τρίτων.
§44Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποτὲ ἐκ προθέσεως.
§45Λ. ΝΑΚΟΣ. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν πῶς ἐφ’ ὅσον ὅλα τὰ μέλη τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς δέχεσθε, ὅτι ὁ Νίδερ εἶναι ἄσπιλος καί περὶ τῆς ἐντιμότητος αὐτοῦ οὐδεὶς καταθέτει, ἐν τούτοις προτείνετε τὴν παραπομπήν του ἐπὶ ἀπιστίᾳ, δηλαδή, ὅτι ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν εἴτε χαριζόμενος πρὸς τρίτους, εἴτε πρὸς ὠφέλειαν, πῶς συμβιβάζονται αὐτά;
§46Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν γνώσει, ὅτι ὑπέγραφε μίαν σκανδαλώδη σύμβασιν τὴν ὑπέγραψε. Διατὶ ἐκπλήττεσθε;
§47Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸ ἐκ προθέσεως, τὸ ὁποῖον θέτετε, ὡς στοιχεῖον τοῦ ἀδικήματος μὲ ἐκπλήττει.
§48Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὀφείλω, νὰ εἴπω, ὅτι γίνεται μία παρεξήγησις νομικῶν ὅρων, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια εἶναι γνωστὴ εἰς τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὸ ποινικὸν δίκαιον. Ὅταν λέγωμεν εἰς τὸν ποινικὸν νόμον ἐκ προθέσεως, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ διαπράττων ἓν ἀδίκημα προὐτίθετο, νὰ καταχρασθῇ, ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ὅτι ἐν γνώσει τοῦ παρανόμου, ἐνεργεῖ καὶ ἀποδέχεται τὸ ἀποτέλεσμα.
§49Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ δικηγόρος. Ὅταν ἔχετε δεδομένον, ὅτι ὁ Νίδερ εἶναι ἐκτὸς πάσης ὑπονοίας.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε αὐτό;
§51Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν ἔχει πλήρως τὰς σωματικὰς καὶ διανοητικὰς δυνάμεις.
§52Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Νᾶκο, ἐὰν ἐπροσέχατε τὸν ὁμιλοῦντα θὰ ἐβλέπατε μὲ πόσην ἀντικειμενικότητα καὶ πόνον ψυχῆς ἀναφέρει τὰ πράγματα, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων προσώπων καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰσηγουμένου ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μετὰ τὴν ἀπολογίαν δὲν ἐκρίθη προφυλακιστέος ὁ Νίδερ, οὔτε ὁ Πάγκαλος, ἀλλὰ μόνον ὁ Τανταλίδης, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ ὑπῆρξε ἐντελῶς ἀπροκάλυπτος, ἐντελῶς θὰ ἔλεγον, κυνικός.
§53Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, διὰ τὸν Τανταλίδην, ἀλλὰ διὰ τὸν Νίδερ ἐξανίσταται ἡ ψυχή μου.
§54Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀμείλικτον, ὅτι λαβὼν γνῶσιν ἀντὶ νὰ πάγῃ εἰς τὸν Πάγκαλον ἐπῆγε εἰς τὸν Τανταλίδην ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν σας καὶ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ τὸ ἐξηγήσῃ. Ἐὰν κ, Πρόεδρε, ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐχαρίσθη πρὸς τὸν δικτάτορα καὶ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ δικτάτωρ ἐχαρίζετο πρὸς πρόσωπον τὸ ὁποῖον εἶχεν συμφέρον βεβαίως ἔχομεν ποινικὴν ἐνοχήν. Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας κύριοι, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὑπῆρξεν περισσότερον αὐστηρόν, διὰ τὸν κ. Νίδερ. Τὸν κ. Νίδερ τὸν ἐχαρακτήρισεν αὐτουργὸν τοῦ ἀδικήματος, τὸν κ. Τανταλίδην, ὡς συνεργὸν καὶ τὸν Πάγκαλον, ὡς ἠθικὸν αὐτουργόν. Ἐγένετο δὲ κ. Πρόεδρε ἡ μεταβολὴ τοῦ χαρακτηρισμοῦ παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁμολογῶ τῇ εἰσηγήσει μου, εἰς σύστασιν, ἀκριβῶς, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, διότι θὰ εἶχεν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Βουλή, ὡς σῶμα κατηγοροῦν, νὰ μὴ ἀπαλλάξῃ, κατ’ ἀναπότρεπτον ἀνάγκην νομικήν, μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ αὐτουργοῦ, νὰ μὴ ἀπαλλάξῃ καὶ τὸν ἠθικὸν αὐτουργὸν καὶ τὸν συνεργόν, τοὺς ὁποίους βαρύνει τὸ γεγονός, ὅτι ἐν γνώσει, ὅτι ὑπῆρξαν μεσάζοντες χρηματιζόμενοι καὶ καταρτίσαντες τὴν σύμβασιν ὑπέγραψαν αὐτήν, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαιωθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐν πλήρει ἀντικειμενικότητι ἐκθέτω τὰ πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὴ θέλων νὰ ἐπηρεάσω κανένα. Διότι καλῶς ἐκτιμῶ ὁπόσον ὀφείλομεν, νὰ ἐξαιρώμεθα ὅταν ἐκτελοῦμεν καθήκοντα δικαστικά, ὅταν ἐκτελοῦμεν καθήκοντα ἱστορικά, διότι θὰ ἔλθῃ αὔριον εἷς κριτὴς καὶ θὰ εἴπῃ; Αὐτὰ εἶναι τὰ συμβόλαια αὐτὰ εἶναι τὰ ἔγγραφα, δὲν εἶχον λοιπὸν καμμίαν αὐτὰ ἀξίαν; Ἔφθασαν βεβαίως μέχρις ἡμῶν καὶ διάφοραι ἄλλαι διαδόσεις εἰς βάρος τοῦ κ. Νίδερ καὶ τῶν ἄλλων κατηγορουμένων ἐξ ἐκείνων ποῦ λέγονται εὐκόλως εἰς τοῦ Ζαχαράτου, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει. Ἄλλως ὅταν ἔρχωνται οἱ λέγοντες ταῦτα, ὡς μάρτυρες καὶ ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ Εὐαγγελίου δὲν τὰ καταθέτουν. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατόν, νὰ υἱοθετηθοῦν αὐτὰ παρ’ ἡμῶν. Καὶ ἡ κρίσις ἡμῶν ὑπῆρξεν πάντοτε ἐπιεικής, διὰ τὸν Νίδερ, δι’ αὐτὸ εἰσηγήθην νὰ μὴ κριθῇ προφυλακιστέος.
§55Λ. ΝΑΚΟΣ. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, πόσον ἐκτιμῶ ὑμᾶς. Πρέπει νὰ ἐρευνήσετε, ὅμως, ἐὰν ὁ Νίδερ εἶχε πλήρως τὴν βούλησιν.
§56Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπειδή, κύριοι, ἐρευνῶμεν ζητήματα εὐθύνης ὑπουργοῦ, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὡς μελετήσας, κατ’ ἀνάγκην τὰ γραφέντα, τὰ διδαχθέντα, τὰ λεχθέντα παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι λίαν αὐστηροὶ προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως καὶ ζυγίσεως τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Δὲν εἶναι κύριοι τὰ ἀξιώματα τὰ ὑπουργικὰ τύποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παραμελῶνται καὶ περιφρονοῦνται κατὰ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἐπιβήτορος τῆς ἀρχῆς. Εἶναι ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατακτῶνται δι’ ἀγώνων ἀρετῆς καὶ ἱκανότητος, διεξαγομένων ἐλευθέρως καὶ δημοσίᾳ τὰ ἀξιώματα τὰ ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἀνήκουν εἰς τὸ Ἔθνος, ὁ σεβασμὸς δ’ αὐτῶν ἀποτελεῖ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον καθῆκον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καταλαμβάνουν (χειροκροτήματα). Καὶ εἶπον σχετικῶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὶ ὁμιλεῖτε περὶ ποινικοῦ δικαίου ὑπουργῶν τί ὁμιλεῖτε περὶ δόλου καὶ ἀκόμη περὶ ἀμελείας τῶν ὑπουργῶν, αἱ πράξεις τῶν ὑπουργῶν πρέπει ἀκόμη περισσότερον, νὰ εἶναι ἀπηλλαγμέναι ἀπὸ κάθε ἴχνος, ἀπὸ κάθε σκιάν, ἡ ὁποία θὰ ἔθιγε τὴν ἀπόλυτον εὐθύτητα καὶ τιμιότητα, ἡ ὁποία θὰ ἐνεδείκνυε ἔστω καὶ ἔλλειψιν ἐλαχίστην τῆς μεγαλυτέρας ἐπιμελείας, τῆς πλέον ἐντεταμένης προσοχῆς. Δὲν εἶναι συγκεχωρημένα τὰ δικαιολογήματα «ἐλησμόνησα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πάγκαλον, δὲν μὲ ἐδέχετο ὁ κ. Πάγκαλος». Βεβαίως ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ δικαστήριον, θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ψυχολογήσῃ βαθύτερον τὸν ἄνθρωπον. Δύναται νὰ εὕρῃ, ὅτι δὲν ἐλειτούργει πλήρως τὸ σύστημα τῆς σκέψεώς του, ὅτι ἦτο ἄβουλος, ὅτι ἦτο ὄργανον τυφλὸν ἄλλου ὁ λευκὸς στρατιώτης, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι πράγματι συνδεδεμένον μὲ ὡραίας σελίδας τῆς στρατιωτικῆς μας ἱστορίας. Κατέπεσε λοιπὸν καὶ αὐτὸς εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν συνετελεῖτο ἀπροκαλύπτως ὁ ἐκμαυλισμὸς τῶν πάντων καὶ ἡ καταρρύπανσις ὅλων τῶν ἀξιῶν καὶ καθυβρίζοντο αἱ κορυφαὶ τῆς κοινωνίας καὶ κατεξευτελίζοντο ἱερὰ καὶ ὅσια τοῦ λαοῦ καὶ ἐσυλῶντο ὅλοι οἱ βωμοὶ καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἔφθασε λοιπὸν καὶ αὐτὸς εἰς τὸ κατάντημα αὐτό, ὥστε δὲν ὑπῆρξεν εἰς αὐθέντης, εἷς δικτάτωρ, ὁ ὁποῖος παρήγγειλε, διὰ νὰ εὐαρεστήσῃ ἕνα οἱονδήποτε Μπρίκφελδ καὶ ἕνα οἱονδήποτε Καδαφάκην ὑπέκυψε καὶ ἔθεσε τυφλῶς τὴν ὑπογραφήν του. Ἐὰν οὕτω πράγματι καὶ αὐτὸς ὑπέκυψε, κύριοι βουλευταί, θὰ τὸν κρίνῃ βεβαίως τὸ δικαστήριον. Δύνασθε καὶ σεῖς νὰ τὸν κρίνητε ὑπὸ τὸ ἴδιον πνεῦμα. Θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ παρίστασθε, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἴδετε τὴν τραγικὴν ἀληθῶς στιγμὴν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς, Ἕλληνες καὶ ἡμεῖς στρατιῶται συνδεθέντες μὲ τοὺς στρατηγούς μας καὶ πονέσαντες καὶ σεβασθέντες τὰ ἱερὰ αὐτὰ κειμήλια τὰ ὁποῖα καθυβρίσθησαν καὶ ἐκηλιδώθησαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κυνικῶς κατερριπόνοντας τὰ πάντα εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Διότι διήλθομεν πράγματι στιγμὰς ψυχικῆς δοκιμασίας ὅταν ἠρωτῶμεν τὸν στρατηγὸν Νίδερ, «διατὶ στρατηγὲ δὲν ἐπῆγες εἰς τὸν Πάγκαλον, ἀλλ’ εἰς τὸν Τανταλίδην;» καὶ δὲν ἠμποροῦσε, νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἐμφανιζόμενος, ὡς ἄνθρωπος διατελῶν εἰς κατάστασιν ἀβουλίας καὶ καταπτώσεως τοῦ ἠθικοῦ του. Μήπως θέλετε καὶ τίποτε ἄλλο νὰ εἴπωμεν, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἴδητε πῶς συμπεριεφέρθη ἡ ἐπιτροπή; Δὲν εἶχε κριθῆ ἀρχικῶς, ὡς εἶπον προφυλακιστέος, ἀλλ’ ὅταν ἐκρίθη εἰς τὸ τέλος τῆς ἀνακρίσεως προφυλακιστέος ἐπὶ τῆς συμβάσεως Κιρκίνη καὶ ὅταν μᾶς ἀνεκοινώθη, ὅτι ἐνῷ ἐπήγαινεν εἰς τὰς φυλακὰς ὁ κ. Νίδερ διετέλει εἰς μίαν κατάστασιν ὑγείας ἐπικίνδυνον, ἐσπεύσαμεν, ὑπὸ ἀτομικήν μας εὐθύνην, νὰ παραγγείλωμεν τὴν μεταγωγήν του εἰς τὸ πολιτικὸν νοσοκομεῖον. Δὲν μετηγάγομεν ἀληθῶς εἰς τὸν νοσοκομεῖον τὸν κ. Πάγκαλον, ὁ ὁποῖος, ἄλλωστε δὲν ὑπέβαλε κἄν αἴτησιν. Ὁ κ. Τανταλίδης ἐξ ἄλλου εἶχε καρδιακὸν νόσημα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχεν προσαγάγει σωρείαν πιστοποιητικῶν καὶ Γάλλων ἰατρῶν μάλιστα. Τώρα, ἠρωτήθην, ποία εἶναι ἡ ζημία ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς; Ζημία ἐπῆλθεν κύριοι ἡ τῆς προκαταβολῆς τῶν 15.000.000 καὶ ἡ τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν τῶν ἄλλων προσφορῶν. Τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον τοὺς εἶχεν παραπέμψει, διότι ἐζημίωσαν τὸ δημόσιον κατὰ 58.000.000. Ὅση δηλαδὴ ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ἀμερικανικῶν καί τῶν Γαλλικῶν αὐτοκινήτων. Ἀλλὰ κυρίως εἶναι ἡ ζημία αὐτὴ ἡ ζημία τῆς προκαταβολῆς, τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν, τῆς ἐλλείψεως χαρτοσήμου καὶ τῶν ἄλλων.
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λέγετε, ὅτι εἶναι ἡ ζημία τῆς προκαταβολῆς. Ἡ προκαταβολὴ συνεψηφίσθη εἰς τὸ τίμημα ἀφοῦ μᾶς παρεδόθησαν τ’ αὐτοκίνητα. Δὲν ἐζημιώθημεν ἑπομένως κατὰ τὴν προκαταβολήν. Ἀλλὰ θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, κατόπιν τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ κ. Πολίτου ἐκ Παρισίων, νὰ δεχθῇ ἐπὶ τέλους αὐτά, ἐπιτυχόντες, ὅτι ἠμπορούσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἀλλ’ ἡ πεποίθησις εἶναι, ὅτι ἠγοράσθησαν πάρα πολὺ ἀκριβά, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν αἱ ἄλλαι προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἐν συγκρίσει ἀποδεικνύουν, ὅτι ἐζημιώθημεν δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἡ ζημία αὐτῆς τῆς φύσεως δὲν ἠμπορεῖ, νὰ κριθῇ καθόλου ἐν ἀμφιβόλῳ. Πρόκειται περὶ ζημίας δεκάδων ἑκατομμυρίων.
§58Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ ζημία πρέπει νὰ ἐξακριβοῦται ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας ἵνα ἐκτιμᾶται κατὰ πόσον ἐπῆλθεν ἐλάττωσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἐκ προθέσεως βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας ἐξ ὡρισμένης ἐνεργείας ἢ παραλείψεως—τιμωρεῖται, δηλαδὴ ἀκόμη καὶ ἡ παράλειψις—δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη ἐξακρίβωσις.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐκ τῆς παραχωρήσεως τῆς προμηθείας εἰς αὐτὸν τὸν οἶκον ἐπῆλθεν βλάβη τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑπῆρχον ἄλλαι προτάσεις εὐθυνώτεραι. Ὡς προκαταβολὴ λοιπὸν ποῦ ἀποτελεῖ τὴν ἑτέραν ζημίαν, εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ προκαταβολὴ μᾶς ἐδέσμευσεν.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ δέσμευσις δὲν ἐθεωρήθη ὡς προερχομένη ἀπὸ τὴν προκαταβολὴν ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑφισταμένης ντὲ φάκτο. Εἰς αὐτὸ ἐστηρίχθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ κ. Πολίτου. Ἂν ἦτο μόνον ἡ προκαταβολή, θ’ ἀπεφασίζαμεν νὰ ζημιωθῶμεν τὰ 14.000.000 διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶμεν τὰ 50.000.000.
§62Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς προτείνεται ἡ παραπομπὴ καὶ τῶν τριῶν κατηγορουμένων ὡς ἐκ συστάσεως ὑπαιτίων τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, δηλαδὴ ἄνευ παραβάσεως εἰδικῆς τινος διατάξεως, πράξεως ἢ παραλείψεως βλαβερᾶς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὡς ὑπαιτίων τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀπιστίας. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνω εἶναι προφυλακισμένος μόνον ὁ Τανταλίδης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει, δὲν πρόκειται συνεπῶς ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ σήμερον ἡ Βουλή. Ὁ κ. Πάγκαλος ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ ὁποίου ἐπίσης συζητοῦμεν προεφυλακίσθη τελευταίως δι’ ἄλλην κατηγορίαν. Δηλαδὴ δὲν ἔχει οὔτε ἕνα μῆνα προφυλακισμένος. Καὶ ὀφείλω κύριοι βουλευταί, νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤσκησε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς προφυλακίσεως μετὰ πολλῆς περισκέψεως. Διότι ἐν ᾧ ἀπὸ πολλοῦ αἱ δικογραφίαι ἦσαν ὥριμοι, ἐκάλεσε τοὺς κατηγορουμένους μόλις τελευταῖον καὶ μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς κατηγορίας ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς προφυλακίσεως. Δὲν συνεπληρώθη οὔτε εἷς μήν. Συγχρόνως δὲ μὲ τὴν προφυλάκισιν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αἱ προτάσεις. Εἶναι πλέον ἡ Βουλὴ ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἶναι προφυλακισμένοι διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως Κυρκίνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κάμῃ εἰσήγησιν ὁ κ. Ἀσκούτσης, ὁ κ. Πάγκαλος καὶ ὁ κ. Νίδερ. Ὁ κ. Πάγκαλος ἐπίσης προχθὲς ἀκόμη ἐκρίθη προφυλακιστέος διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κρατικοῦ συναλλάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπαγγελθῆ κατηγορία ἀπάτης καὶ ἀπιστίας τόσον κατ’ αὐτοῦ, ὅσον καὶ κατὰ τοῦ κ. Τανταλίδου, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔχει προφυλακισθῆ διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀπαραίτητον, δὲν ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως παραπεμφθῇ καὶ εἰς ἰδιώτης ὁ ὁποῖος εἶχεν παραπεμφθῆ ἀπὸ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ὡς χρησιμεύσας ὡς ὄργανον εἰς τὰς ἐγκληματικὰς αὐτὰς πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Παγκάλου, δηλαδὴ ὡς πρὸς αὐτὸν δὲν ἀπήγγειλεν κατηγορίαν. Διὰ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη διατυπωθῆ, προτείνεται ἡ παραπομπὴ τῶν κατηγορουμένων Παγκάλου καὶ Τανταλίδου ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ ἀπάτῃ, ἡ ὁποία διεπράχθη κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κρατικοῦ συναλλάγματος. Ἦτο εἰσηγητὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀρχικῶς ὁ κ. Κασσαβέτης, ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρξε κάποιο κώλυμα δι’ αὐτόν, ἔπεσεν ὁ κλῆρος εἰς ἐμὲ καὶ τὸν κ. Λαδᾶν, οἱ ὁποῖοι ἐπελήφθημεν τῆς περαιτέρω ἀνακρίσεως καὶ ἐτερματίσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τὸ ἔργον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἐπίσης ἡ ὑπόθεσις, κύριοι βουλευταί, τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχει τυπωθῇ ἀκόμη ἡ πρότασις τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς αὐτὴν εἶναι κατηγορούμενοι ὁ κ. Ταβουλάρης καὶ ὁ κ. Τανταλίδης. Εἶναι ἐπίσης μία ἄλλη ὑπόθεσις, ἡ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν Ζακύνθου εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι κατηγορούμενος μόνον ὁ Ταβουλάρης, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβληθῇ πρότασις ἀπαλλακτικὴ μετὰ πλειοψηφίαν, καθ’ ὅσον ἐκρίθη ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων, ὅτι πράγματι δὲν ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, διότι μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς δικτατορίας ἐπῆλθεν συμβιβασμὸς μὲ τὴν ἐργολήπτριαν ἑταιρείαν καὶ ἡ δαπάνη περιωρίσθη μόνον εἰς 2.800.000 ἐνῷ εἶχεν προϋπολογισθῇ ἡ δαπάνη εἰς 55.000.000. Ὑπολείπεται ἡ ὑπόθεσις τῶν σιτηρῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔκαμεν εἰσήγησιν ὁ κ. Λαδᾶς καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι προφυλακισμένος ὁ κατηγορούμενος Βογόπουλος. Αὐτὸς εἶναι προφυλακισμένος διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν σιτηρῶν, διὰ τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχεν ἀπαγγελθῇ κατηγορία ἐπὶ ἀπάτῃ, ἀποδεικνύεται δὲ πλήρως ἐξ ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν δικογραφίαν καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ καζίνου τῆς Ἐλευσῖνος, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε τόσον λεπτομερῶς καὶ τόσον σαφῶς χθὲς ὁ κ. Λαδᾶς. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶναι παρὼν δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἤθελε ἡ Βουλή, ὅπως εἰσηγηθῶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, διότι ἦτο αὐτὸς εἰσηγητής. Ἐπ’ αὐτῆς δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἀποφυλάκισιν τῶν κατηγορουμένων.
§63Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παραμένουν καὶ ἄλλαι κατηγορίαι.
§64Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ εἴμεθα γενικοὶ εἰσαγγελεῖς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως διώξεως.
§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν διὰ τὰς ὡρισμένας αὐτὰς κατηγορίας αἱ ἄλλαι κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι εἶχον διατυπωθῇ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν, δὲν ὑφίστανται σήμερον, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐφ’ ὅσον ἐγένετο διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὅλη ἡ προηγουμένη ἐργασία ἀκυροῦται καὶ δὲν μένει παρὰ ἡ μήνυσις.
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν δὲν ἠμποροῦμεν.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν μποροῦμεν τώρα μία μήνυσις τὸ πολὺ ὑφίσταται.
§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τώρα δὲν ὑφίσταται τίποτε. Ἐὰν θέλουν ἂς κάμουν αἴτησιν νὰ κάμωμεν ἀνάκρισιν.
§69Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ δίωξις ἀπὸ τὴν κοινὴν διαδικασίαν, δὲν μπορεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι παραμένουν ἔτσι.
§70Χ. ΛΑΔΑΣ. Κάμετε μίαν αἴτησιν.
§71Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε νὰ διακόψωμεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει τοῦ κ. ἀγορεύοντος διακόπτομεν 5 λεπτά.
(Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζει ὁ κ. Ἀβραάμ.
§74Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τῆς συμβάσεως τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων κύριοι βουλευταί, συνεπείᾳ ἀνακοινώσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ἐνηργήθη ἀνάκρισις ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου. Ἦσαν κατηγορούμενοι ὁ κ. Ταβουλάρης καὶ ὁ κ. Τανταλίδης. Τὴν ἀνάκρισιν ἐνήργησεν ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν κ. Μελισσίδης ὑποβαλὼν εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον τὴν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ἐδέχθη ὅτι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως βεβαιωθέντα πλήρως τὰ ἑξῆς περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐπίσης υἱοθέτησε πλήρως διὰ τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἡ προμήθεια αὐτὴ τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων δὲν ἦτο ἀναγκαία, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν Τ.Τ.Τ. ἀνέμενε τὴν παραλαβὴν τεσσάρων Βελγικῶν ὀχημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε γίνει διαιτησία, ἡ ἀπόφασις τῆς ὁποίας ἦτο ὑπὲρ τῆς παραλαβῆς τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, ὅτι ἐκ ἐκ λόγων στοιχειώδους μερίμνης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ δημοπρασία. Ὅτι ὁ κ. Ταβουλάρης εἰδικῶς ἐπέδειξεν ἓν ἐνδιαφέρον ἐξαιρετικὸν καὶ σκανδαλῶδες, ὅπως ὁμολογεῖται παρ’ ὅλων τῶν μαρτύρων τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ὑπερέβη τὰς 10.000 λίρας, ὅτι ὁ κ. Τανταλίδης ὁ ὁποῖος ἐπίσης ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν, διότι ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὡμολόγησε διετάχθη πάλιν ἀπὸ τὸν κ. Πάγκαλον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἦτο ἐνδιαφερόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὁ κ. Χρῆστος Καβαφάκης.
§75Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον ἀποδέχεται εἰς τὸ βούλευμά του, ὡς ἀποδειχθέντα πλήρως τὰ στοιχεῖα αὐτά. Ἀποδέχεται δ’ ἐπίσης καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, ὅπως βεβαιοῦν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἐχρηματίσθη προσωπικῶς. Σημειωτέον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ἐπείγουσα προμηθείας τῶν ὀχημάτων, διότι τὸ εἰδικὸν τεχνιτὸν συμβούλιον τῶν Τ. Τ. τὸ ὁποῖον ἐκάλεσεν, ὁ κ. Ταβουλάρης νὰ ἀποφανθῇ, ἀπεφάνθη παμψηφεί, διὰ πρακτικοῦ του, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1925, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προμηθείας. Ἐφ’ ὅσον εἶπον θὰ πάρουμε τὰ 4 καὶ οὕτω ἡ ὑπηρεσία, θὰ ἔχῃ διπλάσιον ἀριθμόν, τὰ ἄλλα μᾶς εἶναι ἀπολύτως περιττά. Τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ταβουλάρη εἰς τὸ τεχνικὸν συμβούλιον τὴν διεκόμισε ὁ κ. Σφήκας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ ἐκ τῆς ἄλλης δικογραφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κάμῃ εἰσήγησιν, ὁ κ. Βουδούρης, ἦτο συνδεδεμένως ἰδιαιτέρως μὲ τὸν κ. Ταβουλάρην. Δὲν παρέστη αὐτὸς εἰς τὸ συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ συμβούλιον παμψηφεὶ ἀπέρριψε τὴν σύμβασιν αὐτήν. Καὶ ὁ λόγος ἦτο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε οὐδεμία ἀπολύτως ἀνάγκη καὶ διότι αἱ τιμαὶ ἐκρίθησαν ὑπέρογκοι καὶ ὑπερβολικαί. Ὁ Ταβουλάρης ὅμως ἐπεθύμει νὰ καταρτισθῇ ἡ σύμβασις αὐτή. Πρὸς τοῦτο ἔδωκεν ἕνα σημείωμα εἰς τοὺς ἁρμοδίους διευθυντὰς τῶν σιδηροδρόμων, ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν ὀχημάτων. Αὐτοὶ ἰσχυρίζονται ἐξετασθέντες ὅτι δὲ εἶχον ὑπ’ ὄψιν τους, οὔτε σχεδιάγραμμα, οὔτε τεχνικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ ἕνα ἁπλοῦν ἡλιογραφικὸν σκαρίφημα καὶ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν ὀχημάτων αὐτῶν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωμεν.
§76Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὶ ἔγεινε τὸ συμβούλιον ὕστερα; Διελύθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1926.
§77Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὰς 9 Ἰανουαρίου κατηργήθη τὸ συμβούλιον καὶ ἐδήλωσεν, ὁ κ. Ταβουλάρης ἀναφανδόν, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ τὰ φῶτα σας». «Ἡ σύμβασις αὐτὴ θὰ γίνῃ». Βεβαιοῦν ὅλοι οἱ μάρτυρες, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἐπήγαινε καθημερινῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸν κ. Πανταζῆν καί ἔλεγεν, ὅτι πρέπει ὅπως δήποτε νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις αὐτή. Χαρακτηριστικὸν εἶναι, ὡς πρὸς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ταβουλάρη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταθέτει ὁ μάρτυς διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων κ. Θεοφανόπουλος. Δὲν εἶχα ἰδεῖ τοιαύτην μανίαν συμβάσεων, ὅσον εἶδα τὰς ἡμέρας ἐκείνας τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Ταβουλάρη. Διαρκῶς μοὶ παρέδιδε συμβάσεις, νὰ μελετῶ καὶ ὅταν τοῦ ἔλεγα, μὰ κ. ὑπουργέ, δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον καὶ παράνομον, οὔτε μπορεῖ νὰ γίνῃ τέτοιου εἴδους σύμβασις μοῦ ἀπήντα. Μὰ ἐμποδίζῃ ὁ νόμος; νὰ τὸν ἀλλάξουμε. Εἰδικῶς τώρα ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἐξεδηλώθη πράγματι ἐντελῶς ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ταβουλάρη, τὸ ὁποῖον παρ’ ὅλων τῶν μαρτύρων χαρακτηρίζεται ὡς ὕποπτον καὶ σκανδαλῶδες. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ Σφήκας λέγει, ὅτι ἔκαμε μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ μένα ἀπὸ τόν κ. Πανταζῆν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τὸν κ. Ζωγραφάκην καὶ μᾶς εἶπε. Γνωμοδοτήσατε περὶ τῆς τιμῆς. Ἀλλὰ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Σφήκας καὶ οἱ ἄλλοι, ὅτι ἡ τιμή, ἡ ὁποία ἀνεγράφη εἰς τὸ πρακτικὸν τῶν 3.100 λιρῶν ἀνεγράφη κατόπιν πιέσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι γνώμη μας. Ἤθελε νὰ ἔχῃ ἕνα πρακτικόν, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ.
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). 3.100 τὸ κάθε ὄχημα;
§79Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐνῷ ἔλεγε τὸ συμβούλιον 3.100 τὰ ἀγοράζει μὲ 3.200 καὶ τὸ πρακτικὸν ἐξαφανίζεται κατόπιν. Εἶναι δὲ βεβαιωμένον, ὅτι ὑπῆρξε πρακτικὸν καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἐκ προνοίας συνέταξεν ὁ κ. Πενθερουδάκης, ὅταν παρέλαβεν ἀπὸ τὸν κ. Θεοφανόπουλον. Πάντως εἶναι βεβαιομένον, ὅτι τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι 3.100, δι’ ἕκαστον ὄχημα ἐξηφανίσθη.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ὀχημάτων σιδηροδρομικῶν;
§81Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Περὶ ταχυδρομικῶν σιδηροδρομικῶν ὀχημάτων. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ὁ ὕποπτος καὶ ἀνώμαλος καὶ ἀντικανονικὸς τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κατηρτίσθη ἡ σύμβασις αὐτὴ καὶ τὰ ἐλατήρια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκινήθη ὁ κ. Ταβουλάρης καὶ ὁ κ. Τανταλίδης εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω ὡρισμένας περικοπὰς καταθέσεων τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ὁ Σφήκας λέγει χαρακτηριστικῶς (ἀναγινώσκει). Τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἐκ τῶν Πανταζῆ, Ζωγραφάκη καὶ ἐμοῦ ὅπως γνωματεύσῃ περὶ τῆς τιμῆς τῶν ὀχημάτων, συνετάχθη κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς, ἣν ἐπέδειξεν ὁ κατηγορούμενος ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν συμβουλίων. Στοιχειῶδες καθῆκον ἦτο νὰ ἐνεργήσῃ μειοδοτικὸν διαγωνισμόν, διότι ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς καὶ πολλῶν ἄλλων ἐργοστασίων προσφοραί. Ἰσχυρίσθη ὁ κατηγορούμενος, ὅτι αἱ γενόμεναι προσφοραὶ δὲν ἦσαν περὶ σιδηρῶν ὀχημάτων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πίνακος ἐξάγεται, ὅτι ὑπῆρχον καὶ σιδηρῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων προσφοραί. Ὁ ἴδιος κ. Σφήκας προσθέτει (ἀναγινώσκει). Κατόπιν πιέσεως, τοῦ Α. Ταβουλάρη, ὑπεγράφη τὸ πρακτικόν. Τὸν Α. Ταβουλάρην ἐπίεζε, διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ὁ δημοσιογράφος Χ. Καβαφάκης. Ἐλέγετο, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ὑπεγράφη, διὰ νὰ στηριχθῇ, ὁ «Ἐλεύθερος Τύπος. Ὁ μάρτυς Δημούλης ἁρμόδιος τμηματάρχης λέγει, ὅτι παρουσιάσθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον σχέδιον συμβάσεως, διὰ γραφομηχανῆς γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ προμηθευτικοῦ οἴκου Χατζηνικολῆ, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ κατόπιν προσθηκῶν καὶ διαγραφῶν. Τὸ ἐξωφρενικὸν εἶναι, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεγράφη οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων σχεδίων καὶ φωτογραφιῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἡλιογραφικοῦ σκαριφήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν εἰς τὰ χρονικὰ τῶν συμβάσεων παρετηρήθη, μόνον δὲ ἡ καλὴ πίστις τοῦ ἐργοστασίου μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ τὸν κίνδυνον νὰ παραλάβωμεν, ὅτι δήποτε βαγόνια μᾶς ἔστελλον. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τῆς συμβάσεως ὑπάρχει ὁ πρωτότυπος ὅρος, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδεμίαν ἄλλην σύμβασιν ἔχει ἀπαντηθῆ, ὅτι τὰ σχέδια τὰ ἀφορῶντα τοὺς τεχνικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως θέλουσιν ὑποβληθῆ μετὰ 20 ἡμέρας, ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Καὶ καταζητῆται κατόπιν καὶ καταδιώκεται ὁ προμηθευτὴς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ προσαγάγῃ τὰ σχέδια. Ἡ ζημία τοῦ δημοσίου, λέγει ὁ ἴδιος μάρτυς, ὑπερέβαινε τὰς 2.000.000 δραχμὰς πρὸ παντός, διότι δὲν διεξήχθη δημοπρασία. Ἡ γνώμη μου εἶναι, προσθέτει, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκπληρωθοῦν ἐπαρκῶς δι’ εὐθυνοτέρων ὀχημάτων, παρ’ εἰδικῶν δ’ ἤκουσα, ὅτι ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία νὰ τὰ προμηθευθῇ κατὰ 400 λίρας ἕκαστον εὐθυνότερον».
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἦσαν περιττὰ τὰ σχέδια, ἀφοῦ θὰ ἤρχοντο τὰ βαγόνια τὰ ἴδια (ἱλαρότης).
§83Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ αὐτὸς μάρτυς καταθέτει ἐπίσης περαιτέρω «ὡς ὁ ἴδιος Σφήκας μοί ἀνεκοίνωσεν ὁ ὑπουργὸς Ταβουλάρης ἐπανειλημμένως μὲ τρόπον πιεστικὸν ἠξίωσεν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τὴν διατύπωσιν τῶν τεχνικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ἔγκρισιν ταύτης. Ὡς γνωρίζω ἐκ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐργοστασίου Χ. Χατζηνικολῆς εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ option ὅπως διαπραγματευθῇ τὴν πώλησιν 10 βαγονίων καὶ τούτου ἕνεκα ἐπείγετο νὰ παραχωρήσῃ ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον διὰ νὰ προσπορισθῇ τὸ κέρδος. Ἡ πεποίθησις ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἦτο ὅτι ὁ ὑπουργὸς Ταβουλάρης ἐχρηματίζετο κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν συμβάσεων». Ἐπίσης οἱ μάρτυρες Κ. Πανταζῆς καὶ Θεοφανόπουλος, ὡς λεπτομερῶς ἐκτίθεται ἐν τῇ προτάσει καταθέτουν σχετικῶς πρὸς τὸ ἀνώμαλον τρόπον τῆς καταρτίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀντικανονικὴν καὶ ὕποπτον ἐνέργειαν τοῦ κατηγορουμένου Ταβουλάρη. Ὡς πρὸς τὸν Τανταλίδην ὑπάρχουν δύο μάρτυρες ἐκ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τῶν ὁποίων αἱ καταθέσεις εἶναι χαρακτηριστικώταται. Ὁ πρῶτος μάρτυς, ὁ Σωφρονόπουλος λέγει (ἀναγινώσκει) «Περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1926 εἶχε συναφθῆ ἡ σύμβασις περὶ προμηθείας ταχ. ὀχημάτων συμφώνως πρὸς ρήτραν τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς συμβάσεως, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς crédit confirmé, ὡς ἐνθυμοῦμαι ὅπως δὲν ὑπῆρχε πίστωσις ἐν τῷ προϋ)σμῷ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ χρηματικοῦ ἐντάλματος, κατόπιν τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνοιχθῇ ἡ πίστωσις. Εἰς τὸ γραφεῖον προσῆλθεν ὁ προμηθευτὴς Χατζηνικολῆς, ὅστις καὶ ἠξίωσε διατεινόμενος ὅτι μοῦ μεταδίδει ἐντολὴν τοῦ ὑπουργοῦ κ. Τανταλίδου, νὰ ἐκδώσωμεν ἔγγραφον διαταγὴν περὶ προκαταβολῆς τοῦ ποσοῦ. Τῷ ἀντέτεινα, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοιαύτης διαταγῆς εἶναι τι τὸ πρωτάκουστον καὶ πρωτοφανὲς, ἀφ’ οὗ οὔτε ἐμπόλεμον περίοδον διηνύομεν οὔτε στρατιωτικήν τινα ἐπείγουσαν προμήθειαν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν εἰς ἐρώτησιν του «ἂν σᾶς διατάξῃ ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ κάμετε «ἀπήντησα» προτιμῶ νὰ παραιτηθῶ παρὰ νὰ γίνω ὑπεύθυνος τοιαύτης παρανομίας. Τὴν ἑπομένην μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Τανταλίδης καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ διατάξω τὴν προκαταβολήν. Τοῦ ἐξήγησα τὴν παρανομίαν καὶ τὸ πρωτοφανὲς τοῦ πράγματος οὗτος δὲ μοὶ ἔλεγεν «εἶναι ρουσφέτι τοῦ κ. Προέδρου τοῦ τὸ ὑπεσχέθην. Δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἀλλοιῶς». Ὡς ἐνθυμοῦμαι διὰ τὴν ἐν λόγῳ σύμβασιν ἐμεσολάβουν οἱ Καβαφάκης καὶ Βραχηνὸς, οἱ ὁποῖοι ὡς μοῦ ἔλεγεν ὁ Τανταλίδης, ἐξεβίαζαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν σύναψιν αὐτῆς. «Ἐξ ἄλλου ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Μαυρίκης λέγει (ἀναγινώσκει)». Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κ. Τανταλίδης μοὶ παρέδωκε τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως αὐτῆς δι’ ἣν μᾶς εἶπε ὅτι θὰ ὑπεγράφετο, διότι ἐνδιεφέρετο ὁ κ. Πάγκαλος, χάριν τοῦ Καβαφάκη ἵνα τὴν ἐξετάσω, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις μου διὰ τὴν προκαταβολὴν καὶ τὰς τιμὰς τὴν ὑπέγραψε, προφανῶς δι’ ὃν λόγον μοῦ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος. Ὁ Πάγκαλος μοῦ ἐξέφρασεν ζωηρῶς τὴν δυσφορίαν του διότι αἱ ὑπηρεσίαι (αὐτολεξεὶ ἔλεγεν οἱ μανδαρῖνοι μου) παρείλκυον τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων. Αὐτὰ προκύπτουν ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν δικογραφίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου Τανταλίδου, ὁμοία πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου Ταβουλάρη, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐγγράφως καὶ ἐπανελήφθη ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠρωτήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Τανταλίδης, ὅτι ἡ σύμβασις ἐγένετο κατ’ ἐντολὴν τοῦ Παγκάλου, ἐνδιαφερομένου διὰ τὸν Καβαφάκην. «Ἐγὼ λέγει δὲν ἠμπορῶ, νὰ τὰ εἴπω αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ συνέβησαν ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ εἴπω. Καίτοι ὁ Πάγκαλος εἶχεν ὡς γνωστὸν εἴπει εἰς τὰς φυλακὰς, εἰς σχετικὴν συνέντευξιν διὰ τὸν οὕτω ἱπποτικῶς φερόμενον Ταβουλάρην, «αὐτὸς ὁ Τάσσος μοῦ τὰ ἔκαμε θάλασσα, ἀλλὰ τὶ νὰ κάμω ἔβαλεν ὅταν ἐκάμομεν τὸ κίνημα 250.000 δρχ.». Ἐννοεῖται ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ φαίνεται, ὅτι διεμαρτυρήθη ὁ Ταβουλάρης πρὸς τὸν Πάγκαλον, δι’ αὐτὸ καὶ ἔλαβεν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέδειξε ἐν ᾗ μὲ τὴν χαρακτηριστικήν του εὐκολίαν τὰ ἀνακαλεῖ καὶ τοῦ πλέκει ἐγκώμιον, ἐνῷ πάλιν δὲν ὤκνησεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τὸν ἀποκαλέσῃ καὶ αὐτὸν μορμολύκειον».
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἠρωτήθη ὁ Ταβουλάρης ἀπολογούμενος ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἂν ὁ Πάγκαλος ἦτο ἐν γνώσει τῶν γενομένων. Λέγει ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τίποτα ἀφοῦ αὐτὸς ἦτο δικτάτωρ καὶ δὲν εἶχε τὸ φιλότιμον νὰ πῇ τί βρωμιὲς ἔκαμεν ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ τὰ πάρω ἐπάνω μου. Καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ Ταβουλάρη, τῆς ρητῆς ὁμολογίας τοῦ συνυπουργοῦ τοῦ Παγκάλου καὶ τῆς ὁμολογίας ἐπίσης τοῦ Τανταλίδου ἐστηρίχθη ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν καὶ κατὰ τοῦ Παγκάλου.
§85Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πράγματι οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπή ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν καὶ κατὰ Παγκάλου, διότι δὲν εἶχε περιληφθῇ οὗτος εἰς πρότασιν περὶ διώξεως ὡς κατηγορούμενος. Ἡ κατηγορία κατόπιν τῶν ὁμολογιῶν, ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ.
§86Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐξητάσθη ὁ Πάγκαλος;
§87Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἠρνήθη νὰ ἀπολογηθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω νομικῶς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῶν νομικῶν ἀπόψεων ἐπιμένει πολὺ καὶ ὁ κ. Πάγκαλος, διότι φαίνεται ὅτι ἔχει εἰδικευθῆ ἰδιαιτέρως καὶ ἐμμένει περισσότερον εἰς αὐτὰς παρὰ εἰς τὰς οὐσιαστικὰς τὰς ὁποίας παραδόξως περιφρονεῖ. Ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ διότι εἰς τὰς προτάσεις περὶ διώξεως τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶχεν ὁρισθῇ ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ὑπαίτιος. Ἔχει ὅμως εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ρητῶς ὁρισθῆ ὅτι ἡ δίωξις θὰ γίνῃ καὶ κατὰ παντὸς συναιτίου τῆς πράξεως. Ἀναμφισβητήτως δ’ ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου τῆς διώξεως παντὸς συναιτίου περιλαμβάνει καὶ τοὺς ὑπουργούς, ἐὰν εἶναι συναίτιοι οὐδ’ ἀπαιτεῖται, νὰ κατανομάζωνται καὶ αὐτοὶ ὡς τοιοῦτοι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὀρθῆς ταύτης ἐκδοχῆς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν ὅπως ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν καὶ εἰς τὸν κ. Πάγκαλον ὡς ἠθικὸν αὐτουργόν. Οὐσιαστικῶς ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν συγκατηγορουμένων του καθ’ ἣν προέβησαν εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως διαταχθέντες παρ’ αὐτοῦ χάριν τοῦ Καδαφάκη. Ὁ κ. Πάγκαλος δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ αὐτῶν περιωρίσθη δὲ μόνον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς ἐμὲ προφορικῶς καὶ εἰς τὸν κ. Καραπαναγιώτην, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε εἰσηγητής, γενικῶς ἀρνηθεὶς τὰ παρὰ τῶν ἄλλων βεβαιούμενα. Ὅταν μετὰ τὴν ἀπολογίαν τῶν κατηγορουμένων ἐτέθη ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐξετιμήθησαν τὰ προκύπτοντα στοιχεῖα, κατόπιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Καραπαναγιώτη καὶ τῆς ἐπακολουθησάσης ἰδικῆς μου, μετὰ τὴν διαταχθεῖσαν ἀπολογίαν τοῦ Παγκάλου ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ σύμβασις ἐγένετο χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀνάγκη παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐγένετο μόνον πρὸς χάριν τοῦ Καδαφάκη, ὁ ὁποῖος ἐνδιεφέρετο, διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐνδιεφέρετο βεβαίως πλατωνικῶς, ἐφ’ ὅσον καὶ ὑπὸ τῶν μαρτύρων βεβαιοῦται, ὅτι διὰ τῆς ἐνισχύσεως αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ στηριχθῇ ὁ «Ἐλεύθερος Τύπος, ὅτι ἐπίσης ὑπῆρξεν ἐντολὴ τοῦ Παγκάλου, ὡς βεβαιοῖ ὁ Τανταλίδης ἡ ὁποία ρητῶς τοῦ ἐδόθη εἰς τὸ τέλος ἑνὸς ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπιθανολογήθη δηλαδὴ ἐπαρκῶς, ὅτι ἐγνώριζον καὶ ὁ Ταβουλάρης καὶ ὁ Τανταλίδης, ὅτι οὐχὶ χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν πραγματικῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ἵνα ἐξυπηρετήσουν τὸν κ. Καδαφάκην δὲν ἐδίστασαν νὰ τὴν ὑπογράφουν. Χρήματα τοῦ δημοσίου ἔδιδον φρουροὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ καίτοι ὑπουργικὴν ὁπωσδήποτε ἰδιότητα εἶχον. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐνθυμήθησαν. Εἴτε διότι εἶχον δράματα οἰκογενειακά, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον ἔκριναν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ αὐθέντου των. Ἄνθρωποι φέροντες τὰ ἀξιώματα ὑπουργῶν, διότι τοῖς ἐδόθη ἐντολὴ καὶ διότι ἐλέχθη, ὅτι ἐνδιαφέρεται εἰς οἱοσδήποτε Καδαφάκης, ὑπέγραψαν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου τὴν σύμβασιν κατασωτεύοντες καὶ διασπαθίζοντες τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ λαοῦ, καθ’ ἣν φεῦ στιγμὴν τοὺς καταχραστάς, ἀπηγχόνιζον. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομικὸν χαρακτηρισμὸν συνέβη τὸ περίεργον, νὰ ἰσοψηφίσωμεν, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, παρίσταντο 10 μέλη καὶ εὑρέθημεν 5 μὲ 5. Οἱ 5 ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν πραγματικῶν στοιχείων δηλαδὴ τῆς παραλείψεως ἐνεργείας διαγωνισμοῦ, τῶν ἀνωμαλιῶν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεδείχθησαν, ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ τῶν μαρτύρων καὶ ὡμολογήθησαν παρὰ τῶν κατηγορουμένων, συντρέχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας, διότι ἐπῆλθεν ἡ ζημία τοῦ δημοσίου καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς περιουσίας αὐτοῦ ἐκ προθέσεως. Διότι διὰ νὰ ὑπάρξῃ νομικῶς ἡ ἀπιστία δὲν ἀπαιτῆται ἢ νὰ ὑπάρξῃ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐλαττώσεως τῆς περιουσίας. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἢ ὄχι διαχειριστής. Εἶπον προχθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς ἡμᾶς δὲν ἀπομένει καμμία νομικὴ ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι διαχειριστὴς τῆς δημοσίας περιουσίας ὁ ὑπουργός διότι θὰ ἦτο ὀξύμωρον, θὰ ἦτο ἀκατανόητον, θὰ ἀπετέλει μίαν ἠθικὴν καὶ οὐσιαστικὴν ἐπὶ τέλους ἀντινομίαν, ἂν ἐγίνετο δεκτόν, ὅτι διαχειρίζεται τὸν δημόσιον πλοῦτον ὁ τελευταῖος ταμειακὸς ὑπάλληλος καὶ δὲν διαχειρίζεται ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει ἐντάλματα, διὰ νὰ ἐξέρχωνται ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ περιέρχωνται εἰς τὰς χεῖρας διαφόρων μεσαζόντων. Ἐκ τῶν παρισταμένων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐγὼ ὁ κ. Λαδᾶς, ὁ κ. Μπακόπουλος, ὁ κ. Καλαντίδης καὶ ὁ κ. Βουδούρης ἀπεφάνθημεν, ὅτι συντρέχουν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπιστίας καὶ ἔπρεπε οἱ δύο κατηγορούμενοι νὰ παραπεμφθοῦν, ὡς αὐτουργοὶ καὶ ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὁ δὲ Πάγκαλος ὡς ἠθικὸς αὐτουργός. Τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδή, ὁ κ. Καραπαναγιώτης, ὁ κ. Κασσαβέτης, ὁ κ. Ἀσκούτσης, ὁ κ. Σαρακηνὸς καὶ ὁ κ. Τσιτσίλιας ἀπεφάνθησαν, ὅτι συντρέχουν μόνον τὰ στοιχεῖα τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον ἐπῆλθεν ἰσοψηφία ἐφαρμοζομένη κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ εἰς τὰς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων δὲν ἐκρίθησαν προφυλακιστέοι. Μὲ τὴν ἰσοψηφίαν αὐτήν, ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοὺς δύο τούτους κατηγορουμένους, τὸν Τανταλίδην καὶ Ταβουλάρην. Ἐπίσης ὑποβάλλεται μὲ ἰσοψηφίαν ἐπελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Παγκάλου καὶ ἀπολογίαν του τὴν τυπικήν, ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀπιστίας καὶ συστασιώτου τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς ψηφοφορίαν, νὰ θέσωμεν τὴν ἐπιεικεστέραν πρότασιν, δηλαδὴ τὴν παράβασιν.
§89Χ. ΛΑΔΑΣ. Βεβαίως ἡ ἐπιεικεστέρα. Ἂν ἀπορριφθῇ αὐτὴ ἠμπορεῖ, νὰ τεθῇ ἡ ἄλλη εἰς ψηφοφορίαν.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐλήφθη ἀπόφασις, νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἡ μία πρότασις καὶ ἡ ἄλλη.
§91Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ παμψηφία, δηλαδὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Καὶ ἡ μειοψηφία τῶν πέντε εἶναι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς καὶ τῶν δύο κατηγορουμένων Ταβουλάρη καὶ Τανταλίδη καὶ τοῦ Παγκάλου, ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ ἐπὶ ἀπιστίᾳ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα ἐνώπιον ὑμῶν, χωρὶς ἐπαναλαμβάνω νὰ ὑπερβάλω τὸ παράπαν, χωρὶς νὰ παρεμβάλλω τὶ εἰμὴ τὰ βεβαιωμένα ἐκ τῆς ἀνακρίσεως γεγονότα ἀποδεικνύεται πλήρως, ὅτι ἡ ἐνέργεια τόσον τοῦ κ. Ταβουλάρη τοῦ κ. Τανταλίδη καὶ ὅσον τοῦ κ. Παγκάλου, ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ ὑπῆρξεν ἐνέργεια ἐγκληματικὴ καὶ ἀξιόποινος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχεται ἕνας ὑπουργὸς καὶ νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔλαβε διαταγὴν καὶ προσυπέγραψεν μίαν σύμβασιν ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἐν γνώσει, ὅτι αὕτη ἔπασχε τόσας κολοσσιαίας ἐλλείψεις καὶ εἰς τὸ κείμενον ἀκόμη αὐτῆς, ὅτι δὲν περιεῖχε κἂν τοὺς τεχνικοὺς ὅρους συμβάσεως, ἐν γένει ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πάρουν τὰ ποσὰ τὰ ἐπὶ πλέον τῆς τιμῆς οἱ μεσάζοντες καὶ οἱ διάφοροι Καβαφάκηδες. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ, διότι αὐτὸ εἶναι γνῶσις, αὐτὸ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας, αὐτὸ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς βλάβης τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὅσον δὲν χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς προσωπικοῦ χρηματισμοῦ, διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀδικήματος, ἀλλὰ ἀρκεῖ ὁ σκοπὸς ὠφελείας τρίτου. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, θὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, ὅτι ἐπιθανολογήθη πλήρως ἡ ἐνοχὴ καὶ τῶν τριῶν κατηγορουμένων καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἀπὸ τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν κατὰ τὴν σκανδαλώδη ἐκείνην περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ μανία τῶν συμβάσεων, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ μάρτυς Θεοφανόπουλος. Εἶναι ὅσα ἀνέπτυξα, κύριοι βουλευταί, μία μόνον πτυχὴ ἀπὸ ὅλην τὴν σῆψιν...
§92Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὸν βόθρον.
§93Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δύναται δὲ νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἀπολογιῶν ἀκόμη αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων δίδεται ἡ εἰκὼν μιᾶς ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως ἀναρχίας καὶ κυνικῆς περιφρονήσεως πρὸς τὸ Δημόσιον συμφέρον, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ἀπὸ μέρους ἀνθρώπων ἀσκούντων μοιραίως ἀνωτάτην πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐκπροσωπούντων τὸ Κράτος κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἔλεγεν κύριοι βουλευταί, ἀρχαῖος ῥήτωρ κατηγορῶν, διὰ τὸ βαρύτατον ἀδίκημα τῆς προδοσίας δημόσιον ἄνδρα «οὐδὲν ὑπερβάλλω οὐδὲν ἔξω τοῦ πράγματος λέγω, οὐδὲν τοῦ προτέρου βίου τοῦ κατηγορουμένου διαβάλλω». Ἔχουν βεβαίως προηγούμενον βίον οἱ κατηγορούμενοι. Βεβαίως δὲ ὁ κ. Πάγκαλος δι’ ἐμὲ—δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ ἀποκρύψω—εἶναι σεβαστός, διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ἄλλοτε εἰς τὴν πατρίδα. Ὑπῆρξε πράγματι στρατιώτης ἐκλεκτός. Ὑπῆρξεν ἔτι πλέον ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἔβρου εἰς ἡμέρας κρισίμους.
§94Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ. Ὅλο πρωτόκολλα ὑπέγραφε.
§95Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ἐκδηλώσει ἔκτοτε ἀνωμάλους ῥοπὰς καὶ ἄλλας φιλοδοξίας πολιτικάς, ἔρμαιον τῶν ὁποίων εὑρέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ διαπράξῃ ὅσας δυστυχῶς διέπραξεν ἀσχημίας. Ἀσχημίας, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ὁ πρωθυπουργός του, κ. Εὐταξίας εἰς καταθέσεις του, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰς δικογραφίας, λέγει, ὅτι δὲν ἀρνεῖται, ὅτι ἐτέλει ἐν γνώσει αὐτῶν ὁ κ. Πάγκαλος. Εἶναι προσθέτει ἐπιπόλαιος, εἶναι τῶν ἐντυπώσεων τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ πάντως ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν συμβαινόντων. Αὐτὰ βεβαιοῖ ὁ κ. Εὐταξίας, εἰς κατάθεσίν του ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῶν τηλεφώνων τὴν ὁποίαν τοῦ ἀποδίδει, ὅτι κατήρτισε χαριζόμενος εἰς φίλους του ἐνδιαφερομένους καὶ εἰς κατάθεσίν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ συναλλάγματος εἰς ἣν λέγει ῥητῶς. Βεβαίως δὲν μετεῖχε τῶν κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων τῆς ὁμάδος ἀλλ’ ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν συμβαινόντων. Αὐτὰ λέγει ὁ πρωθυπουργός του σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του! Καὶ ὅταν ἐπίσης καταθέτουν παρόμοια οἱ ὑφυπουργοί του Τανταλίδης καὶ Βογόπουλος περιορίζεται μόνον νὰ λέγῃ, ὅτι μετανοεῖ δι’ αὐτούς. Καὶ ὅταν ὁ πρωθυπουργός του καὶ οἱ ὑπουργοί του καταγγέλλουν καὶ ὁμολογοῦν, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τῶν τελουμένων πρὸς χαρισμὸν φίλων του ἢ πρὸς δημιουργίαν κόμματος καὶ πρὸς στήριξίν του εἰς τὴν ἀρχήν, πρὸ οὐδενὸς ἐδίσταζε καὶ ὅτι ἦτο ἐν γνώσει, ὅτι ἐκεῖ εἰς τὸ πολιτικὸν γραφεῖον ὑπῆρχε καὶ τμῆμα συμβάσεων περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ὑφυπουργός του κ. Μακρῆς νίπτων ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐκεῖνος τὰς χεῖρας του, ὡς τὰς νίπτει καὶ ὁ ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ γραφείου κατοικοεδρεύων τότε εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Τσαπραλῆς, εἶναι καταπληκτικόν, ὅτι οἱ τότε διαμαρτυρόμενοι, διὰ τοὺς τοιούτους ἐκτραχηλισμοὺς ἐδιώκοντο, ὡς ὑβρισταί. Διότι εὐτυχῶς, διὰ τὸν τόπον ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ἐκ τοῦ ὑγιοῦς πολιτικοῦ κόσμου διαμαρτυρόμενοι τότε. Καὶ ἀπεκαλοῦντο αὐτοὶ ψεύσται καὶ συκοφάνται. Ἔτι δὲ πλέον καθυβρίζοντο, ὡς τυχάρπαστοι καὶ κατεδιώκοντο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Δημοκρατικῶν κομμάτων σαρκαζόμενοι αὐθαδῶς καὶ συκοφαντούμενοι ἀπὸ τοὺς τοιαῦτα πράττοντας καὶ ἀσχημονοῦντας καὶ τηλικαῦτα ἀδικοῦντας κατὰ τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τῆς ἠθικῆς τάξεως καὶ τῶν σεμνῶν καὶ τιμίων παραδόσεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐνεπνεύσθη ὅλος ὁ ἐλεύθερος πολιτικὸς βίος τῆς χώρας καὶ τὰς ὁποίας ἐσεβάσθη πάντοτε ὁ πολιτικὸς κόσμος. (χειροκροτήματα). Ἔχω, κύριοι βουλευταὶ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὀφείλομεν οἱ Ἕλληνες, γνωρίζοντες, ὅτι ὑπάρχει ἓν ἐλάττωμα φυλετικὸν τὸ νὰ μὴ δίδωμεν μεγάλην προσοχὴν καὶ ἐκτίμησιν εἰς τὰς ἠθικὰς ἀξίας, ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ ἐπιτηδειοτήτων καὶ πνευματικῶν δεξιοτήτων ἐνθυμούμεθα, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐγεννήθησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν μετὰ αἱματηρᾶς πράγματι αὐστηρότητος οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης καὶ περὶ ἐλέγχου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν διέπραξαν κοινὰ ἐγκλήματα. Μετὰ τὴν κατάλυσιν τῶν 30 τυράννων ὡρκίσθησαν οἱ Ἀθηναῖοι κατὰ φυλὰς καὶ κατὰ δήμους καὶ ἐψήφισαν, «ἐὰν τὶς τυρανοὶ ἢ ἐπιτίθεται, τὸν αἰσθανόμενον καθαρὸν εἶναι ἀποκτεῖναι». Μετὰ τοιαύτης σκληρότητος ἔκρινον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠσέβουν κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ διήρπαζον τὰ κοινὰ—διότι δυστυχῶς ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε αὐτά, ὥστε περιγράφει ὁ Ἀριστοφάνης, ὅταν ἐγίνοντο αἱ δίκαι των ἡ Ἡλιαία ἐκραύγαζεν πρὸς τοὺς καλουμένους νὰ ἀπολογηθῶσιν τὸ ἀμείλικτον, «κατάβα–κατάβα». Δὲν ἐπέτρεπον, δηλαδὴ κἄν, εἰς τοὺς κλέπτας τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, κλέπτας ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ προσωπικοῦ χρηματισμοῦ, ἀλλ’ εἴτε τοὺς δι’ αὐτοῦ εἰς τοὺς φίλους χαρισθέντας, εἴτε ἀνοίξαντας τὰς θύρας τῶν ταμείων τοῦ Κράτους ἵνα διασπαθίζωνται τὰ χρήματα αὐτοῦ, δὲν ἐπέτρεπον κἄν, διότι τοσοῦτον αὐστηρὰ ἦτο ἡ δημοσία συνείδησις, οὔτε νὰ ἀπολογηθῶσιν καὶ ἐκάλουν αὐτοὺς νὰ καταβῶσιν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχοντο οἱ αἰσθανόμενοι ἑαυτοὺς καθαροὺς ἵνα κατηγορῶσιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἔχει γίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἐδόθησαν πολλαὶ ἀφορμαί, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἰδία διὰ καθαρῶς κοινὰ ἀδικήματα. Ἡ ἀπασχολοῦσα ἡμᾶς περίπτωσις δὲν ἀφορᾷ, καθαρῶς εἰπεῖν, πραγματικοὺς ὑπουργούς, διότι ἐπιεικῶς ἐχαρακτηρίσθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὡς ὑπουργοὶ καὶ ἐκρίθησαν ἄξιοι, νὰ ἀπολαύσωσι τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα προβλέπει ἡ εἰδικὴ δωσιδικία τοῦ ἀτόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Διότι, ὁπωσδήποτε ἐκρίθη, ὅτι ἔδει νὰ ὑπάρξῃ μία κύρωσις, εἷς κολασμὸς τῶν ἀδικημάτων, τῶν ὁποίων, θὰ ἦτο ἀσύγγνωστος ἡ συγκάλυψις, ὡς τὸ ἐτόνισε καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀποδίδουσα τὴν προσήκουσαν εἰς τὴν ἠθικὴν θεμελίωσιν τῆς ἀνορθωτικῆς προσπαθείας, ἣν ἀνέλαβε. Εἶναι δ’ ἀναμφισβήτητον, ὅτι προέχει ἡ ἑδραίωσις τῶν ἠθικῶν βάθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρὸ παντὸς καὶ κυρίως στηρίζεται πᾶσα προσπάθεια ἐξυγιάνσεως τοῦ Δημοσίου μας βίου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν μεγαλουργὸν σταδιοδρομίαν του ἀφ’ ἧς ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εὗρε πολλάκις εὐκαιρίαν, νὰ τονίσῃ ὁποίαν σημασίαν ἀποδίδει εἰς τοὺς ἠθικοὺς παράγοντας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ Δημοσίου βίου. Καὶ εἰδικώτερον εἶπεν ἄλλοτε κατὰ τὰς ὡραίας καὶ μεγάλας ἐκείνας ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐνεσαρκοῦντο καὶ ἐπραγματοποιοῦντο τὰ ὄνειρα καὶ οἱ πόθοι αἰώνων ὁλοκλήρων, ὅταν μικρόζηλος καὶ μικροπόνηρος καὶ ταπεινὴ καὶ δικολαβικὴ διετυποῦτο ἡ γνώμη, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀθετήσωμεν τὴν πρὸς Σερβίαν σύμβασιν, νὰ καταπατήσωμεν τὸν λόγον τιμῆς καὶ ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ὑπογραφήν μας, ὡς Κράτος. Δὲν δύνανται τὰ μικρὰ Κράτη, νὰ διαπράττωσι τοιαύτας μεγάλας ἀτιμίας εἶπε καὶ ἐξῆρε δι’ αὐτοῦ τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν ζωὴν τῶν μικρῶν Κρατῶν, ὁ ἠθικὸς παράγων, εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὰς πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη σχέσεις των. Ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον ἔχει ἀξίαν ὁ παράγων αὐτός, διὰ τὴν ἐσωτερικήν των ζωὴν καὶ λειτουργίαν. Γάλλος σοφός, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ τελευταίου σκανδάλου τῆς ἐφημερίδος τοῦ φράγκου ἔγραφε τελευταίως, ἂς προσέξωμεν, ἂς προσέξωμεν ἰδιαιτέρως... Ἡ ἠθικὴ κρίσις πλήττει τὰς κορυφὰς καὶ τὰς ἰθυνούσας τάξεις. Εἶναι ὑπερτάτη ἀνάγκη κοινωνικὴ νὰ κολάσωμεν τοὺς ὑπαιτίους τοιούτων ἠθικῶν σκανδάλων τοιούτων ἀνομημάτων ἵνα μὴ δικαιώσωμεν τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν ἀνατροπὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ ἰσχυριζομένους, ὅτι οἱ ἰθύνοντες τὰς τύχας τῶν ἀστικῶν Κρατῶν ἀποτελοῦν μίαν τάξιν ἐκμεταλλευτῶν τὰ μέλη τῆς ὁποίας συνδέονται μὲ δεσμοὺς μιᾶς ἀνηθίκου ἀλληλεγγύης. Ἂν δὲ ταῦτα κηρύσσονται ἐν Γαλλίᾳ καὶ θεωροῦνται ἐπιβεβλημένα εἰς τοὺς μεγάλους κοινωνικοὺς ὀργανισμοὺς εἶναι φανερόν, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς μικροὺς ὀργανισμοὺς τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέραν δύναμιν ἠθικῆς ἀντιστάσεως καὶ ἀντοχῆς. Ἀποτελεῖ λοιπὸν καθῆκον ἡμῶν καὶ ἀνάγκην Κρατικὴν καὶ κοινωνικὴν ν’ ἀναστηλώσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς εὐθύνης τῶν ἀρχόντων καὶ ἐπιδιώξωμεν τὸν κολασμὸν τῶν ἀρχόντων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἀνωτάτων ἀξιωμάτων, διαπράττουσι τυχὸν τοιαῦτα βορβορώδη καὶ εἰδεχθῆ ἀδικήματα ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς. Διότι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς, κύριοι, οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι ἔλεγον, ὅτι «φιλεῖ τὸ ὑπήκοον μιμεῖσθαι τοὺς ἄρχοντας» μέχρι σήμερον ὁπότε ἡ λαϊκὴ παροιμία «τὸ ψάρι βρωμάει ἀπὸ τὸ κεφάλι» ἀπηχεῖ ἀλήθειαν, ἡ ὁποία παραμένει ἀναλλοίωτος καὶ ἀκεραία ἐν τῷ μέσῳ τῶν αἰώνων, εἶναι γνωστὸν ὁπόσον μεγάλη καὶ ἀποτελεσματικὴ εἶναι ἡ ἐπίδρασις τῆς ἀνηθικότητος τῶν ἰθυνόντων ἐπὶ τῶν λαῶν. Τὸ μόλυσμα τῆς ἀνηθικότητος εἶναι μεταδοτικὸν καὶ ἡ μετάδοσίς του ἐπέρχεται ραγδαία καὶ γενικὴ ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὰς κορυφάς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία τῶν ἰσχυρῶν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα εὔλογον καὶ βάσιμον τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατηγορούμενοι δι’ ὅμοια ἀδικήματα δικαιοῦνται, νὰ τὸ προβάλλουν ὑπὲρ αὑτῶν. Χθὲς ἀκόμη ἤκουον, ὡς ὑπερασπιστὴς ἑνὸς συμβολαιογράφου τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου νὰ λέγῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον. Δὲν ἔχει τόσην ἀξίαν τὸ ὅτι κατεχράσθη 10 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀξίαν ἔχει τὸ ὅτι ἔφθειρες τὴν ἱερὰν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ τοῦ συμβολαιογράφου. Καὶ ἤκουσαν οἱ ἔνορκοι καὶ συνεφώνησαν καὶ κατεδίκασαν εἰς 10 ἐτῶν εἱρκτὴν τὸν συμβολαιογράφον, διότι δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἐπίσημον ἰδιότητά του, λόγῳ τῆς ὁποίας τοῦ εἶχον ἐμπιστευθῆ οἱ παθόντες πολῖται. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ὑπουργοῦ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ταύτην ἔποψιν ἐπιβαρυντικὴν αἰτίαν. Πρὸς ταύτην εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀποβλέψῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καλουμένη ν’ ἀσκήσῃ ἱερὰ καὶ ἱστορικὰ καθήκοντα καὶ νὰ ἀναστηλώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς εὐθύνης καὶ τῆς κυρώσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἠθικὴ τάξις εἰς τὸν δημόσιον βίον ἵνα μὴ εὑρεθῇ Βροῦτός τις αὔριον, ὁ ὁποῖος κατὰ παραλλαγήν, θὰ εἴπῃ». Ὦ τλήμων εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀρχόντων λόγος ἀρῆσθ’ ἐγὼ δ’ ὡς ἔργον ἤσκουν. (χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀσκούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§97Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ. Ἡ σύμβασις Κυρκίνη κύριοι βουλευταί, ἀπετέλει τὸ κύριον στρατιωτικὸν πρόγραμμα τοῦ δικτάτορος Παγκάλου ἢ μᾶλλον τὸ ἕτερον τῶν σκελῶν τοῦ στρατιωτικοῦ προγράμματος, διότι τὸ ἄλλο σκέλος ἦτο ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Πυριτιδοποιείου. Καὶ τὴν μὲν σύμβασιν τοῦ Πυριτιδοποιείου τὴν γνωρίζομεν ὅλοι, διότι ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς ἡμετέρας. Θέλω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε δι’ ὀλίγων καὶ τὸ ἱστορικὸν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρείας τῆς Ἐριουργίας. Δύο καὶ πλέον μῆνας προτοῦ ἡ σύμβασις αὐτὴ παρουσιασθῇ ἑτοίμη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐθρυλλεῖτο ἀνὰ τὰ παρασκήνια, ὅτι κατηρτίσθη εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ πολιτικοῦ γραφείου. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης Λαναρᾶς ἁπλοϊκὸς ὁ ἄνθρωπος μὴ γνωρίζων δὲ τὰ νεώτερα ἤθη καὶ ἔθιμα περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ἀπετείνετο καθημερινῶς εἰς τὰς ἁρμοδίους ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληροφορηθῇ ἐὰν πράγματι ἦτο ἀληθές, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ κατηρτίσθη. Ἡ ὑπηρεσιακὴ ὁδὸς ἦτο ἡ σύμβασις καὶ αἱ προτάσεις ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πρωτοκολληθῶσιν νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν αἱ ὑπηρεσίαι τῆς ἐπιμελητείας, νὰ μελετηθῶσιν οἱ ὅροι ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, νὰ συζητηθῶσιν οὗτοι μετὰ τῆς ἐνδιαφερομένης ἑταιρείας, νὰ καταρτισθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ὑπογραφῇ. Ἐδῶ ἠκουλοθήθη ἐντελῶς ἀντίθετος ὁδός. Μίαν πρωΐαν καλεῖται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπιμελητείας κ. Μακκᾶς ἀπὸ τὸν ὑφυπουργὸν κ. Νίδερ, ὁ ὁποῖος κρατῶντας τὴν σύμβασιν ἑτοίμην καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ μὲ μίαν ἰδιόχειρον διόρθωσιν τοῦ Παγκάλου, τοῦ λέγει· γιὰ δὶς αὐτὸ τὸ χαρτί, ἔχεις τίποτε νὰ μοῦ πῇς. Ὁ στρατηγὸς Μακκᾶς τὴν παρέλαβε τὴν ἐμελέτησε ἐπισταμένως μετὰ τῶν ταγματαρχῶν Μαγγιώρου καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δι’ ἑνὸς μακροῦ ὑπομνήματος ἐζήτησε τὴν ἀπόρριψιν τῆς συμβάσεως ὡς καθαρῶς λῃστρικῆς διὰ τὸ Δημόσιον. Ἡ ἀπόφασις ὅμως ἐκ τῶν παρασκηνίων εἶχε ληφθῇ καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καλεῖται ὁ κ. Μακκᾶς μετὰ τῆς ὑπηρεσίας του ὑπὸ τοῦ ὑφυπουργοῦ κ. Νίδερ, εἰς τὸ γραφεῖον του ὅπου εὑρίσκει τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρείας ἵνα ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἡ συζήτησις τὴν πρώτην ἡμέραν διήρκησε περὶ τὰς τέσσαρας ὥρας δὲν κατέληξαν δὲ εἰς τίποτε, διότι ὁ κ. Νίδερ ἐπείγετο νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ Μεσσολόγγιον καὶ ἀνέθηκε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρείας. Αἱ συζητήσεις διήρκεσαν ἐπὶ 3–4 ἡμέρας ἐγένοντο μετὰ ἐξαιρετικῆς σφοδρότηνος δὲν κατώρθωσαν δὲ νὰ καταλήξουν εἰς τοὺς κυριωτέρους ὅρους τῆς συμβάσεως. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀφέθη ὅπως τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ νὰ τοὺς λύσῃ ὁ κ. Νίδερ μετὰ τὴν ἄφιξίν του ἐκ τῆς περιοδείας του. Ἀλλὰ ἐδῶ τὰ πράγματα, φαίνεται ὅτι ἐπεῖγον, ἐκλήθησαν τὴν ἑπομένην ὑπὸ τοῦ κ. Παγκάλου οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ἡ ὑπηρεσία διὰ νὰ λύσουν τοὺς ὅρους. Οἱ ὅροι κύριοι βουλευταὶ ἦσαν οἱ ἑξῆς, ἡ παγία πλέον προκαταβολὴ εἰς τὴν ἑταιρείαν συμπονουμένη εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν εἰς 30 ἑκατομμύρια ἀτόκως, τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν ἐζήτει ἡ ὑπηρεσία διὰ τὰ ποσὰ ἠρνεῖτο ἡ ἑταιρεία, ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τῶν παραδιδομένων εἰδῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ὁ ὁποῖος συνίστατο εἰς τὸν ἐξευτελιστικώτατον ὅρον ὅπως ἡ ἑταιρεία πληρώνεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν ἀποδείξεων τῆς παραδόσεως τῶν εἰδῶν καὶ ὁ τρόπος τοῦ ἐλέγχου τῶν κατασκευαζομένων εἰδῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὁ δικτάτωρ μὲ τὴν διακρίνουσαν πάντοτε αὐτὸν ταχύτητα εἰς τὴν ἀντίληψιν, ἔλυσε ἀμέσως τοὺς ὅρους, τοὺς μὲν 3 ἀσυζητητεὶ ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας τὰ δὲ 4 μὲ μέσην τινὰ λύσιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ τὰ 30 ἑκατομμύρια ἀτόκως νὰ δοθοῦν εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν εὗρεν ἕναν ἰδιότυπον τρόπον ἐξευτελιστικὸν τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ νὰ προσαγάγῃ ἡ ἑταιρεία πιστοποιητικὸν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ὅτι τὰ κτήματα καὶ αἱ ἐγκαταστάσεις της εἶναι ἐλεύθεραι καὶ ἡ συμβολαιογραφικὴ βεβαίωσις, ὅτι θὰ τὰ τηρήσῃ ἐλεύθερα. Σὰν νὰ ἦτο δικαίωμα τῆς ἑταιρείας νὰ τὰς ἔχει ἐλευθέρας καὶ ἡ βεβαίωσις ἐδέσμευε οἱονδήποτε ἄλλον δανειστὴν νὰ ἐγγράψῃ ἢ προσημείωσιν ἢ κατάσχεσιν ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς ἑταιρείας. Τὸν ὅρον τῆς πληρωμῆς τὸν ἔλυσε ἀμέσως ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας. Ἡ ἑταιρεία ἀπέκτα τὸ προνόμιον νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἦτο ἐξευτελιστικὸν δι’ αὐτὴν νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διὰ δὲ τὸ τῶν εἰδῶν τοῦ Δημοσίου ἐφεῦρε τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὥρισε διὰ νὰ ἰσχυροποιηθῇ ἡ ἐντιμότης τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θὰ παρελάμβανε τὰ εἴδη αὐτά, ὅτι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς θὰ εἶναι ὁ ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δηλαδὴ τὸν ὑποδιοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸν ὑποχρέωνε νὰ φοιτήσῃ ἐπὶ τίνα χρόνον εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν διὰ νὰ δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν ποιότητα τῶν εἰδῶν καὶ κατὰ πόσον τὰ εἴδη αὐτὰ ἀντεπεκρίνοντο εἰς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὁριζομένων τοῦ νόμου, δηλαδὴ διὰ τὴν ποσότητα τοῦ ἐρίου καὶ τοῦ μαλλίου. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως μένει εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐκλήθη ὁ Μακκᾶς ἀπὸ τὸν κ. Πάγκαλον διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Ὀφείλω κύριοι βουλευταὶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξάρω τὴν στάσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἠγωνίσθη ἐκάλεσε ὑπερίσπησε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μέχρι τοῦ πλέον δυνατοῦ σημείου· ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου καὶ αὐτὸν τὸν Πάγκαλον νὰ ἀπειλήσῃ· διότι ἔχομεν τὸν στρατηγὸν Μακκᾶν λέγοντα εἰς τὸν κ. Πάγκαλον τὴν τελευταίαν στιγμήν: μοὶ τὴν ὑπογράφεται κ. Πρόεδρε αὐτὴν τὴν σύμβασις θὰ σᾶς καθήσῃ στὸ σκαμνὶ τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις ἦτο εἰλημμένη. Ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ ἡ περίφημος τῆς χώρας χάριν τῆς ὁποίας ὁ κ. Πάγκαλος ἀνέτρεψε τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἐπεῖγε, τὰ δὲ μεγαλεπήβολα σχέδιά του ἐβασίζετο νὰ παρασκευάσῃ τὴν χώραν καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικάς του ἐπιτυχίας.
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιπετείας.
§99Ν. ΑΣΚΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρείας ἐριουργίας ὤφειλε νὰ ὑπογραφῇ καὶ ὑπεγράφη. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατηγὸν Νίδερ ἐτονίσθη ἐπανειλημμένως ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἐπιζήμιον τῆς συμβάσεως καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τὴν ὑπογράψῃ ὁ Νίδερ, ὁ στρατηγὸς Μακκᾶς τὸν παρεκίνησε νὰ μὴ τὴν ὑπογράψῃ, ὁ δὲ Νίδερ ἀπήντησεν τὸ σύνηθες εἰς αὐτὸν ἐπιχείρημα εἶναι διαταγή, τοῦ κ. Προέδρου καὶ ὑπεγράφη χωρὶς νὰ μονογραφηθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ὑπεγράφη φέρει τὰς ἑξῆς παραβάσεις τῶν νόμων Ζ Ι Ν Β περὶ δημοπρασιῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς δύο μόνον ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπεται ἡ ἄνευ δημοπρασίας προμήθεια ὑλικῶν. Αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ δημοπρασία εἶναι ἡ περίπτωσις, ὅταν ὑπάρχει προνόμιον ἐφευρέσεως καὶ ἡ περίπτωσις, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἄλλο εἰδικὸν ἐργοστάσιον ἐντὸς τοῦ τόπου. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ, οὔτε βέβαια προνόμιον ἐφευρέσεως ἔχομεν, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν ἐργοστάσια ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἀπείρως ἀνώτερα τῶν ἐργοστασίων τῆς ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα εἰς δημόσιον διαγωνισμόν, θὰ ἐλάμβανον μέρος πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου. Ἔχομεν δὲ παράβασιν νομοθετικοῦ διατάγματος αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Παγκάλου, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Κρατικῶν Προμηθειῶν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον διάταγμα ἡ τιμὴ τῶν εἰδῶν τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ προμηθευομένων, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 20% πλέον τῶν τιμῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ. Εἰς δὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν τὸ 20% ἐγένοντο 25%. Οἱ ὅροι οἱ ἐπιζήμιοι, διὰ τὸ Κράτος εἶναι οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶπον τῆς προκαταβολῆς τῆς ἀτόκου καὶ ὁ ὅρος ὁ δεσμευτικός, ὁ ὑπεράγαν δεσμευτικὸς τῆς μακροπροθέσμου δεσμεύσεως τοῦ δημοσίου, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη εἰς 25 ἔτη. Ἐπίσης ὡρίσθη, ὅτι κατὰ τὴν 1ην 10ετίαν τὸ δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον, νὰ προμηθεύεται εἴδη, διὰ δύναμιν 100 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀδιαφόρως ἂν ὑπηρετοῦν ὑπὸ τὰ ὅπλα τόσοι ἄνδρες. Συνεπῶς ὅταν λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ εἶναι 40 χιλιάδες ἄνδρες, τὸ πολὺ 50 χιλιάδες κατὰ τὸ διάστημα τῆς 10ετίας, θὰ περίσσευον εἴδη ἱματισμοῦ, διὰ 500.000 χιλιάδας ἄνδρας. Τὸ ποσὸν δὲ αὐτό, θὰ τὸ ἐχρησιμοποίῃ λέγει, διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν τοῦ ὑλικοῦ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ὑπερβολικόν, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὰ εἴδη αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς φθοράν. Διότι κατὰ τοὺς εἰδικοὺς καὶ τὰς βεβαιώσεις τῶν μαρτύρων τὰ εἴδη αὐτὰ παραμένοντα πλέον τῆς 5ετίας εἰς τὰς ἀποθήκας φθείρονται, ἀντιλαμβάνεσθε ὁποία ζημία θὰ ἐπήρχετο εἰς τὸ Δημόσιον, ἐφ’ ὅσον ὡς ἐλπίζομεν ὅλοι, ἡ εἰρηνικὴ περίοδος θὰ ὑπερβῇ ἀσφαλῶς τὴν 10ετίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνοχὴν τῶν κατηγορουμένων κύριοι βουλευταί, ὁ δικτάτωρ ἀπολογούμενος ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν ἀνδρικὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθη ὁσάκις δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ. Καὶ εἶπε. «Ἐγὼ λέγει τὸ ἔχω αὐτὸ ὡς πρόγραμμα στρατιωτικόν». Ἔπρεπε νὰ παρασκευάσω τὴν χώραν, ἔπρεπε νὰ ἑτοιμάσω ὅτι ἐχρειάζετο καὶ ἀνέθηκα εἰς τὸν κ. Νίδερ νὰ διαπραγματευθῇ τὴν σύμβασιν, τὴν διεπραγματεύθη εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω, ἔχω δὲ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Νίδερ». Ἔσπευσε νὰ ὠχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ στρατιωτικοῦ πράγματι λευκοῦ παρελθόντος τοῦ κ. Νίδερ. Εἶναι ὅμως βεβαιωμένον ἐξ ὅλων τῶν μαρτύρων, ὅτι καὶ τοὺς κυρίως ἐπιζημίους ὅρους διὰ τὸ Δημόσιον αὐτὸς τοὺς ἔλυσεν καὶ διατελῶν ἐν πλήρει γνώσει τῶν ἀντιρρήσεων τῆς ὑπηρεσίας του, ἐπεζήτησε τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἀποσείσῃ τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν διετέλει ἐν γνώσει τῶν ὅρων αὐτῆς. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν στρατηγὸν Νίδερ, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος παρὰ τὴν πρώτην ψῆφον, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔδωσα, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνάκρισιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἤδη δυστυχῶς, νὰ σᾶς πιστοποιήσω καὶ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι καὶ αὐτὸς διετέλει ἐν πλήρει, ἐν πληρεστάτῃ γνώσει ὅλων τῶν ἐπιζημίων ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἠγωνίσθη, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸν πείσῃ, νὰ μὴ τὴν ὑπογράψῃ. Διεπραγματεύθη τοὺς ὅρους ὡς ὁμιλεῖ τὸ μακρὸν ὑπόμνημα τῆς ὑπηρεσίας, συνεπῶς διετέλει ἐν πληρεστάτητῃ γνώσει, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη περιεῖχεν ὅρους πλέον ἢ ἐπιζημίους, διὰ τὸ δημόσιον. Κύριοι βουλευταί, τὰ στοιχεῖα εἶναι πλέον ἢ ἱκανά, ὅπως δώσουν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅπως χωρήσετε ἀδιστάκτως καὶ εἰς τὴν παραπομπὴν τοῦ κ. Νίδερ, διότι πρέπει σὺν τοῖς ἄλλοις, νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τὸ ἑξῆς. Ὄτι ἐὰν οἱ διάφοροι κύριοι, μὲ τὰ λευκά στρατιωτικὰ ἢ πολιτικὰ παρελθόντα, δὲν ἔσπευδον νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀνδρείκελα καὶ ὀργανέττα τοῦ δικτάτορος, χάρις ἁπλῶς καὶ μόνον ὑπουργοποιήσεως, δὲν θὰ παρέμενεν οὗτος ὅσον χρόνον παρέμεινεν εἰς τὴν ἀρχήν, διὰ νὰ ἐξευτελίσῃ, καθ’ ὃν τρόπον ἐξηυτέλιζεν δημόσια ἀξιώματα, πρόσωπα καὶ πράγματα διὰ νὰ πληρώσῃ τὸν τόπον τῶν ἀναθυμιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκπέμπονται, ἀπὸ τοὺς ὑπονόμους αὐτῶν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ὅσας ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ζημίας ἐπέφερον εἰς τὸν τόπον αὐτόν. (χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸν γνωρίζετε ἀπὸ χθές, κύριοι βουλευταί. Ἐπιτρέψατέ μου, νὰ σᾶς τὸν παρουσιάσω, διὰ μίαν φορὰν ἀκόμη. Εἶναι ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Βογόπουλος. Τὸν ἐγνωρίσατε, ὡς διαχειριστὴν τῶν χαρτοπαικτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ὡς διαχειριστὴν μιᾶς πολιτικῆς μεγαλοφυοῦς, ὅπως προμηθεύσῃ, διὰ τὸν λαόν, τὸν καλλίτερον καὶ τὸν εὐθηνότερον ἄρτον, μιᾶς πολιτικῆς τῆς ὁποίας τὸ μεγαλεπήβολον δὲν ἦσαν εἰς θέσιν, νὰ ἐννοήσουν οὔτε ὁ Γαλόπουλος, τὸν ὁποῖον κατηγορεῖ διαρκῶς, ὡς διαρπάζοντα τὸ δημόσιον ταμεῖον οὔτε οἱ λοιποὶ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ διατὶ οἱ λόγοι ὅπου ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα, διότι ἀτυχῶς, διὰ τὸν κατηγορούμενον αὐτὸν συλλαμβάνεται πάντοτε ἔχων, διὰ τῶν ἰδίων του χειρῶν ἀποδείξει, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους κατηγορουμένους προσπαθοῦμεν, διὰ συμπερασμάτων, νὰ ἐξαγάγωμεν. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1925 ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ σωτηρίου ἔτους 1926, τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸν ἦχον τῆς πίπιζας καὶ τοῦ ταμπούρλου ἀνεκηρύσσετο ἡ δικτατορία εἰς τὴν Ἁγίαν Παρασκευήν, εἶχεν ἀναλάβῃ τὸ ὑφυπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Βογόπουλος τοῦ ὁποίου τὴν δρᾶσιν ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς ἐξιστόρησα χθές. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐγεννᾶτο καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐμφανίζεται, τῆς ὀξύτητος τῶν ἀλεύρων. Ὑπῆρχεν μία ἐκ μέρους τῶν ἀλευροβιομηχάνων καὶ ἀλευρεμπόρων ἔντασις σχέσεων πρὸς τὸ Κράτος τῶν πρώτων ἐμπόρων διαμαρτυρομένων καὶ ἰσχυριζομένων, ὅτι δὲν θὰ ἔφερον πλέον ἄλευρα. Τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐπωφεληθεὶς ὁ Βογόπουλος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἦτο διευθυντὴς τοῦ ἐπισιτισμοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ἐπισιτισμοῦ, ἐπὶ Παγκάλου ὑπουργοῦ καὶ προήχθη ἀπὸ νομικὸς σύμβουλος, ὅπου εἶχε τοποθετηθῇ ἄνευ γνωματεύσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ποία ἦτο ἡ πολιτική του εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου; Ὄταν ἀπελογεῖτο μεγαλοπρεπέστατα ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ Πάγκαλος ἀπηυθύνθη εἰς αὐτόν. Τὸν ἐκάλεσεν ὁ Πάγκαλος μεταβὰς ἐπὶ αὐτοκινήτου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅπου ἔχει γραφεῖον ὁ νομικὸς σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ εἶπε: Ἐπειδὴ ἐσὺ εἶσαι μεγάλος ἄνθρωπος, ἔλα νὰ μᾶς σώσῃς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ψωμιοῦ τοῦ λαοῦ. Ὁ Βογόπουλος ἐδέχθη καὶ ἀνέλαβε τὸ βάρος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ποῖα ἦτο ἡ πρώτη του πρᾶξις; Ὅπως εἴδατε καὶ διὰ τὸ καζῖνο οὕτω καὶ ἐδῶ: νὰ εἰσηγηθῇ διάταγμα δίδον αὐτῷ ἐξουσιοδότησιν, νὰ κάμῃ, ὅτι θέλει. Πρὸ αὐτοῦ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο ὁ στρατηγὸς Παναγιωτόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν ἀλευροβιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔλεγον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν λυθοῦν τὰ ζητήματα τῆς ὀξύτητος τοῦ ἀλεύρου ἡμεῖς δὲν θὰ φέρωμεν σιτάρι. Ὁ Παναγιωτόπουλος φοβούμενος ἔλλειψιν ἀλεύρου καὶ σίτου κατήρτισε διάταγμα τὸ ὁποῖον ἔχω κατασχέσει ἐν σχεδίῳ, διότι κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὑπῆρχε καὶ τὸ σχέδιον τοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: Εἶναι χαρακτηριστικώτατον. (ἀναγινώσκει). Καὶ ὁρίζει μίαν δημοπρασίαν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὸ διάταγμα φέρει μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ Παναγιωτοπούλου διαγεγραμμένην καὶ ἐπάνω εἰς τὸ διάταγμα, διὰ χειρὸς τοῦ Βογοπούλου, ὅστις τὸν διεδέχθη τὴν ἑξῆς τροποποίησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου. (ἀναγινώσκει). Καὶ παρακάτω διὰ χειρὸς Τανταλίδου μὲ ψιλὰ γράμματα «ἐν ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ». Θὰ ἴδητε εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀγωνιζόμενον τὸν Τανταλίδην, νὰ σώσῃ τὸ Δημόσιον. Τὸ δεύτερον ἄρθρον, λέγει: «Ἡ δημοπρασία ἐνεργεῖται ἐνώπιον μιᾶς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει). Δημοσιευομένης πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς μίαν ἢ δύο ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης». Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καθιερώθη διπλῆ διαδικασία. Πρῶτον δημοπρασία ταχυτάτη ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, οὕτως ὥστε εἶναι φυσικόν, ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ πῇ κανείς, ὅτι ὅταν τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ὁ ἄλλος ὅρος «ἄνευ δημοπρασίας ἐν ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ» πρέπει νὰ εἶναι τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ γίνῃ δημοπρασία. Εἰσηγητὴς διατάγματος ἦτο ὁ Βογόπουλος καὶ ὄχι ὁ Πάγκαλος, ὅπως ἰσχυρίζεται οὗτος. Διότι εἰς ὑπόμνημα τοῦ Βογοπούλου πρὸς τὴν παλαιὰν ἐπιτροπὴν λέγει οὗτος ὁ Πάγκαλος ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ παραλάβῃ ὁ Βογόπουλος—διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι— ὑπουργὸς πρὶν ἦτο ὁ στρατηγὸς Παναγιωτόπουλος, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ τοῦ ἀφήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τοῦ ἔθεσε ὡς ὅρον, ὅτι θὰ τὸ κρατήσῃ αὐτός, —ὁ Πάγκαλος, λέγει, εἰς τὸ ὑπόμνημά του ὁ Βογόπουλος, διέταξε δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ὅμως μὲ τὴν μεγαλοφυᾶ πολιτικὴν τοῦ Βογοπούλου ἐματαιώθη, διότι ἐπροτίμησε νὰ κάμῃ τὸ διάταγμα ἄνευ δημοπρασίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Παναγιωτόπουλος εἶχε καταρτίσει τὸ διάταγμα μίαν ἡμέραν πρὸ τοῦ Βογοπούλου ποῦ ὥριζε μόνον «μὲ δημοπρασίαν ταχυτάτην. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ὅτι γεννεσιουργὸς αἰτία προσθήκης «ἄνευ δημοπρασίας» ἦτο ἡ ψευδὴς βεβαίωσις τοῦ Βογοπούλου πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ ἀποσιώπησις ὡρισμένων γεγονότων τὰ ὁποῖα ἦσαν γνωστὰ καὶ τὰ ὁποῖα μετ’ ἐπιμονῆς ὑπεστήριξεν ἡ ὑπηρεσία. Σημειῶ ὅτι τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον παραπέμπεται ὁ Βογόπουλος εἶναι καὶ ἀπάτη, διότι παρέστησε ψευδῆ ἐν γνώσει πράγματα, ὡς ἀληθῆ καὶ ἀπεσιώπησε ἀληθῆ· ποῖα εἶναι τὰ ψευδῆ πράγματα; Εἶναι κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον βεβαιωμένον μὲ ἔγγραφον τοῦ χρηματιστηρίου ἐμπορευμάτων καὶ μὲ ἀποδείξεις ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνυομένας ἀληθεῖς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βογόπουλος εἰσηγεῖτο τὸ διάταγμα καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἶχεν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι ἐὰν δὲ γίνῃ τὸ ἄνευ δημοπρασίας, θὰ ἔμενε ὁ κόσμος χωρὶς ψωμί, εἶναι ἀναμφισβήτητον λέγω καὶ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὑπῆρχον ἀποθέματα εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Πειραιῶς 60.000 τόννων ἐπαρκῆ, διὰ δύο μῆνας. Εἶναι τόσον βέβαιον τὸ γεγονός, ὥστε ὁ μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως Χρῆστος Καραμανὼφ εἰδικὸς ἀλευρέμπορος καταθέτει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔλεγον, ὅτι ἤθελον οἱ ἀλευροβιομήχανοι, ἀλλὰ σιτάρι ὅσον ἠθέλατε ἠμποροῦσε νὰ φέρουν τότε καὶ διαρκῶς ἀνεμένοντο νέα φορτία. Εἰς οἱανδήποτε δὲ στιγμὴν ἠδύναντο νὰ πληρωθῶσι τὰ κενά. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅταν ἔλεγεν ὁ Βογόπουλος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ψωμὶ καὶ ὅτι μετὰ 15 ἡμέρας, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησε, ὅτι εἶπεν—δὲν θὰ ὑπάρχῃ σιτάρι, εἶναι λέγω ἀναμφισβήτητον, ὅτι παρεπλάνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὅτι ἔπραττε τοῦτο παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀγορανομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Γαλλοπούλου γνωστοῦ ἐντίμου ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον, θὰ ἴδητε πῶς τὸν μεταχειρίζεται περαιτέρω καὶ τοῦ λοιποῦ ὑπηρεσιακοῦ ἐπιτελείου τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ τόσον βέβαιον τὸ γεγονός, ὅτι ὑπῆρχε πλήρης ἐπάρκεια σίτου, ὥστε ὅταν ἦλθε τὸ σιτάρι τῶν τεσσάρων ἐπιδίκων συμβάσεων ποῦ παρήγγειλε ὁ Βογόπουλος καθ’ ὃν τρόπον, θὰ ἴδητε, ὅτι παρήγγειλε, δὲν ὑπῆρχον ἀποθῆκαι, διότι ἦσαν πλήρεις σίτου καὶ ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον μέρος μὲν νὰ διαθέσῃ, διὰ τὸν στρατὸν—ἦτο δὲ τοιαύτης ποιότητος, ὥστε ὁ στρατὸς ὀλίγου δεῖν ἐπανεστάτει—μέρος δὲ ἐπέβαλε εἰς τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, νὰ τὸ ἀγοράσουν καὶ τὸ ἐπώλησε ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι τὸ εἶχε ἀγοράσει, ὅπως θὰ ἀκούσητε περαιτέρω, τέλος δὲ ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον, διὰ τὸ ὑπόλοιπον, νὰ ἐνοικιάσῃ 35 ἐν ὅλῳ νέας ἀποθήκας. Ὥστε δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ καὶ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλει καὶ ἡ ὁποία ἀπετέλει τὴν ψευδῆ παράστασιν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἀφοῦ ὑπῆρχε πλήρης ἐπάρκεια σίτου, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία διεμαρτύρετο κατὰ τρόπον μοναδικόν, ὅταν ὁ Τανταλίδης παρ’ οὗ ἐζητοῦντο χρήματα εἰσέβαλε κυριολεκτικῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διαμαρτυρόμενος, διὰ τὴν δαπάνην, ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ψευδῶς ἐβεβαίωνε τὸν Τανταλίδην, ὅτι ὑπῆρχε νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου ἦσαν ὑποχρεωμένοι οἱ ἀλευροβιομήχανοι νὰ ἀγοράσουν τὸ σιτάρι καὶ τόσον εἶχεν ἀποθρασυνθῆ, ὥστε ὅταν ὁ Τανταλίδης τοῦ εἶπε: Μὰ ὑπάρχει τέτοιος νόμος; Αὐτὸς τοῦ εἶπε: βέβαια, φωνάξτε καὶ τὸν Βρυᾶκο, νὰ σᾶς τὸ πῇ. Κατεβαίνει ὁ Βρυᾶκος καὶ ἐνῷ ὁ Τανταλίδης εἶχε γυρίσει εἰς τὸ ἄλλο μέρος ὁ Βογόπουλος τοῦ ἔκαμε νόημα νὰ πῇ, ὅτι ὑπάρχει. Ὁ Βρυᾶκος λέγει, ὄχι, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπάρχει τέτοιος νόμος. Τοιαύτης ἐκτάσεως ἦταν αἱ διαμαρτυρίαι τῆς ὑπηρεσίας. Τί ἔκαμε τώρα ὁ Βογόπουλος, ἀφοῦ ἐπῆρε τὴν ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἔκαμε 4 συμβάσεις προμηθείας τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης μὲ διαδοχικὰς παραδόσεις, ὧν τὰς ἡμερομηνίας εὑρίσκετε εἰς τὴν διανεμηθεῖσαν ἔκθεσίν μου. Θὰ μοῦ εἴπετε πῶς ἀφοῦ ἔλεγε, ὅτι ἦτο τόσον ἐπείγουσα ἀνάγκη ἔθετε προθεσμίαν ἑνὸς ἢ δύο μῆνας; Μάλιστα εἰς μίαν τὸν ἔχουν φάγει τὰ γράμματά του, διότι λέγει ὁ προμηθευτὴς Φεβρουάριον ἢ Μάρτιον καὶ προσθέτει ὁ ὑφυπουργὸς ὁ φωνάζων, διὰ τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην «ἢ Ἀπρίλιον!» Καὶ δὲν εἶναι κἂν προθεσμία ἀφίξεως τῶν σιτοφορτίων, ἀλλὰ φορτώσεως εἰς τοὺς λιμένας. Καὶ ἔρχεται ὁ μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως Καραμανὼφ εἰδικὸς καὶ τίμιος ἄνθρωπος καὶ μᾶς λέγει, ὅτι διὰ νὰ ἔλθουν τὰ φορτία ἀπὸ τοὺς λιμένας ἐχρειάζοντο 7 μόνον ἡμέρας.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ποῦ θὰ ἤρχοντο;
§103Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀπὸ διαφόρους λιμένας τῆς Μαύρης Θαλάσσης ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἠγοράζοντο καὶ καθ’ ὁδόν. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ σοβαρότης τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης ἦτο ἐφεύρημα τοῦ κ. Βογοπούλου διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§104Γ. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐγελῶντο καὶ μεταξὺ των;
§105Χ. ΛΑΔΑΣ. Κάθε ἕνας ἔκαμνε τὸ κατὰ δύναμιν. Βλέπων ὁ Βογόπουλος, ὅτι ἡ βάσις τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης κατέρρεε πανταχόθεν ἠναγκάσθη ἀπολογούμενος, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἦτο μόνον ὁ λόγος αὐτὸς ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ οἱ ἀλευροβιομήχανοι εἶχον τεθῆ ἀντιμέτωποι πρὸς τὸ Κράτος ἤθελε νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ φέρουν σιτάρι ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ἀνοίγων τὴν Ρωσσικὴν ἀγορὰν καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ τὸ Ρωσσικὸ σιτάρι δὲν θὰ προσεφέρετο, διότι δὲν προσήρχοντο δῆθεν τὰ Σοβιὲτ εἰς τὰς δημοπρασίας. Τοῦτο ἦτο ψευδὲς ὡς ἀποδεικνύεται δὲ ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν Σοβιέτ, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη παρ’ ἐμοῦ καὶ ἐβεβαίωσε, ὅτι προσήρχοντο εἰς τὰς δημοπρασίας καὶ διότι ἄλλως προσῆλθον εἰς τὴν δημοπρασίαν ποῦ ἔκαμε ὁ στρατηγὸς Παναγιωτόπουλος καὶ διότι ἔχομεν ἔγγραφον ἀπὸ τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι προσῆλθον καὶ εἰς τὰς δημοπρασίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε καὶ αὐτὸ καταρρέει ἐξ ἐγγράφων. Πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Βογοπούλου μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς του ἀποδεικνύει μετὰ πόσης φορτικότητος καὶ πειστικότητος ὑπεστήριξεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον τὸν ἐξουσιοδότει νὰ προβαίνῃ ἄνευ δημοπρασίας. Ὅταν βλέπῃ καταρρέοντα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅταν βλέπῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὅτι αἱ προθεσμίαι τῆς φορτώσεως καὶ τῆς ἀφίξεως ἦσαν τόσον μεγάλαι, ὅτι ὅταν ἦλθε τὸ σιτάρι ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν παντὸς εἴδους συνδυασμούς, διὰ νὰ τὸ διαθέσωμεν καὶ νὰ ἐνοικιάσωμεν ἐν τούτοις 35 ἀποθήκας καὶ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ ἔκαμε χάριν τῆς πολιτικῆς νὰ ἀνοίξῃ τὸ Ρωσσικὸ σιτάρι, τὸ ἄλλο ἀποδεικνύουν πάντα ταῦτα ἢ ὅτι ἡ ἀπάτη τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀπάτη, ἡ ὁποία συνετελέσθη, διὰ τῶν ψευδῶν βεβαιώσεων περὶ ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἀποθέματος σίτου καὶ μάλιστα γενομένη μετὰ πολλῆς πειστικότητος καὶ ἐπιμονῆς; Ἀλλὰ μήπως λαβὼν τὴν ἐξουσιοδότησιν ὁ Βογόπουλος ἔκαμε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, θὰ ἔκαμνε κάθε τίμιος καί ἀνιδιοτελὴς ὑπουργός; Ἰδοὺ τὶ ἔκαμε. Ἤνοιξε ἰδιαίτερον τμῆμα συμβάσεων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὁποῖον τμῆμα συμβάσεων ἦτο γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα. Ἰδιαίτερον γραφεῖον ὑπουργοῦ. Ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀγορανομικὴ ἐτέθη κατὰ μέρος, δὲν ἔλαβε μέρος εἰς οὐδεμίαν διαπραγμάτευσιν. Καὶ δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἀπὸ τὸν ὑπουργόν. Ὁ ὑπουργὸς συνέστησε ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἔκαμε τὰς προμηθείας τοῦ σίτου. Ὅταν ὁ ὑπουργὸς προσῆλθε εἰς ἀπολογίαν μοῦ εἶπε «ψέμματα εἶναι αὐτά· ὅλα τὰ ἤξευρε καὶ ὁ Βρυάκος καὶ ἡ ὑπηρεσία». Δυστυχῶς ὅμως τὸν διαψεύδουν ὄχι μόνον οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα καὶ πρῶτον τὸν διαψεύδει ὁ χημικὸς Πανόπουλος μάρτυς του ἄλλως, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἔκαμε ἀπ’ εὐθείας ὁ ὑπουργὸς μὲ τὰ Σοβιὲτ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν Βρυάκον ἁπλῶς ἀντιγράφομεν τὰς συμβάσεις. Αὐτὴ ἡ ἀπολογία τοῦ Πανοπούλου ἔχει σημασίαν, διότι ἄλλοτε ὑπῆρξε συγκατηγορούμενος τοῦ Βογοπούλου, ἐπιχειρήσαντος ὡς εἰς ἄλλην δικογραφίαν δείκνυται νὰ διορθώσῃ δι’ ἀποφάσεώς του δῆθεν λάθος τοῦ μακαρίτου Πρωτοπαπαδάκη εἰς ἕνα λογαριασμὸν καὶ μάλιστα πρὸς φίλον τοῦ τότε καθεστῶτος. Ἡ ἀπόφασις ἦτο τόσον σκανδαλώδης, ὥστε συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ παυθῇ ὁ Βογόπουλος ἀπὸ ὑφυπουργός. Καὶ μάλιστα ἀνάγκη, νὰ σᾶς σημειώσω, ὅτι καίτοι μαθὼν τὴν παῦσίν του, μεταβαίνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ προσπαθεῖ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν, διὰ νὰ τὴν κοινοποιήσῃ εἰς τὸν Καρέκλην τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ ἐπειδὴ τὰ συρτάρια ἦσαν κλειδωμένα, διατάσσει νὰ τὰ σπάσουν καὶ ὁ Βρυάκος μὲ τὸν φάκελλον τρέπεται εἰς φυγήν, διὰ νὰ σώσῃ μερικὰς χιλιάδας ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ μήπως τὸν διαψεύδουν μόνον οἱ μάρτυρες, τὸν διαψεύδουν καὶ τὰ κατασχεθέντα ἔγγραφα. Διότι ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς ἀλληλογραφίας, ἡ ὁποία εἶχε διαμειφθῆ μὲ τὰ Σοβιὲτ ἔχουν πρωτοκοληθεῖ εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ ὑπουργοῦ. Δὲν εἰμπορεῖ λοιπόν, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἔλεγον ψέμματα. Αὐτὸς ἔλεγε ψέμματα καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀναφέρω ἀριθμὸν πρὸς ἀριθμόν, ὅλα τὰ ἔγγραφα, διότι τινὰ τούτων ἄλλα ἤρχοντο καὶ ἄλλα ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν δικογραφίαν κατὰ τὴν μακρὰν δίοδον τῶν διαφόρων ἀνακρίσεων. Ἡ ὑπηρεσία ἦτο πάντοτε ἀντίθετος πρὸς τὰς πράξεις ταύτας. Ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς καὶ τὴν προκύψασαν ζημίαν εἶναι ἀποδεδειγμένον κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον ἐξ ὅλων τῶν καταθέσεων καὶ ἐγγράφων τοῦ χρηματιστηρίου τῶν ἐμπορευμάτων. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως, ὅτι τὰ ἄλευρα τὰ Ρωσσικὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀγορασμένα κατὰ 4 δολλάρια ὀλιγώτερον τῶν ἀλεύρων τῶν Ἀμερικανικῶν, δηλαδὴ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἡ τιμὴ τῶν 62–63 δολλαρίων κατὰ τόννον. Αὐτὸς τὰ ἠγόρασε κατὰ μέσον ὅρον 66 δολλάρια τὸν τόνον, δηλαδὴ ἔχομεν 60.000 δολλάρια ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου τῶν 60.000 δολλαρίων. Ἐζημίωσε ἐκτὸς αὐτῶν τὸ δημόσιον καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀγορᾶς κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 66 δολλάρια πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως πρὸς τοὺς ἀλευρεμπόρους πρὸς 65 δολλάρια περὶ τὰς 13 χιλιάδας δολλάρια. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητος ἡ ἀπιστία ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν Βογόπουλον, ὅπως εἴδομεν, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ ἡ ἀπάτη. Ἔχομεν καὶ κατηγορίαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχουν ὑποψίαι δωροληψίας καὶ δὲν δύναμαι νὰ πάρω ὅρκον, ὅπως εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ὅτι εἶναι λευκὸς ἀλλὰ αἱ ὑποψίαι αὗται δὲν προήχθησαν εἰς ἐνδείξεις καὶ δὲν δυνάμεθα, νὰ στηρίξωμεν κατηγορίαν ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη, νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Γαλλοπούλου. Ὁ Βογόπουλος ὅταν κατηγορήθη ἔσυρε εἰς τὸν βόρβορον ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατήγοροι. Μεταξὺ αὐτῶν παρέστησε τὸν Γαλλόπουλον, ὅτι ἐνῷ ἐπῆρε προῖκα 60 χιλιάδες εὑρέθη μὲ ἑκατομμύρια. Ὁ Γαλόπουλος διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς του λέγει χωρὶς νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς βρωμερότητας αὐτὰς τὰ ἑξῆς: «Κύριε Βογόπουλε, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπιστολήν σας πληροφορῶ ὅτι... (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς δωροληψίας, νὰ μὴ παραπεμφῇ ὁ Βογόπουλος. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ἡ ποιότης τοῦ σίτου ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀκριβωτέραν ταύτην τιμήν; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἁρμόδιοι χημικοὶ βεβαιοῦται, ὅτι τοιούτου εἴδους σῖτος δέν εἶχεν ἔλθει ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ λεμβοῦχοι, οἱ ὁποῖοι μετέφερον τὸν σῖτον ἐκεῖνον ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶχε ποτὲ τοιοῦτος σῖτος μεταφερθῇ. Ὡς πρὸς τὴν τιμὴν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι εἶναι 60.000 δολαρίων ἡ διαφορὰ καὶ ὅμως δὲν ἐγένετο, οὔτε κἂν πρόχειρος συναγωνισμός. Διὰ νὰ ἴδητε δέ, ποία ἦτο ἡ ἀκηδεία τοῦ κατηγορουμένου, διὰ τὸν δημόσιον πλοῦτον δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς: ὅτι ἐνῷ ἠγόραζεν ἀπὸ τὰ Σοβιέτ, ἐρχόμενος εἰς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις, διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου του γραφείου, πρὸς 65 δολλάρια καὶ 66,10 καὶ 67,80 ἠγοράζει ἀπὸ τὸν Στρατηγάκην, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀγοράσει ἐπίσης, ἀπὸ τὰ Σοβιέτ, πρὸς 65 δολλάρια μὴ ἐπιχειρῶν, οὔτε δημοπρασίαν, οὔτε διαγωνισμόν. Καὶ ἀφοῦ ἠγόραζεν ἀπὸ δεύτερο χέρι μὲ 65 δολλάρια καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι καὶ ὁ πωλητὴς Στρατηγάκης ἔπρεπε, νὰ εἶχε πραγματοποιηθῇ καὶ κέρδος τοὐλάχιστον δύο δολλαρίων καὶ ἑπομένως, ὅτι εἶχεν ἀγοράσει ὁ Στρατηγάκης, πρὸς 63 δολλάρια, ἐν τούτοις καὶ ἀφοῦ τοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια ἡ ἀγοραπωλησία αὐτή, ἐξηκολούθη νὰ ἀγοράζῃ πρὸς 66.10 ἀπὸ τὴν Ρωσσικὴν ἀγορὰν. Ἐν τέλει δέχεται καὶ ἕνα ὅρον ἐξωφρενικόν; ἡμεῖς δηλαδή, ποῦ ἀγοράζομεν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ποιότητα τοῦ σίτου, αὕτη ἐξετάζεται μόνον ἀπὸ τὰ Ρωσσικὰ χημικὰ ἐργαστήρια τῶν Σοβιὲτ καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τῶν ἐργαστηρίων αὐτῶν, ἀποτελεῖ τεκμήριον ἀμάχητον περὶ τῆς ποιότητος τοῦ παραλαμβανομένου σίτου. Ἀποτέλεσμα τούτου εἴχομεν, ὅταν ἦλθεν ὁ σῖτος ὁ Ρωσσικὸς ἀναμένος, βεβλαμένος, βρεγμένος, αἰσχίστης ποιότητος καὶ ἐζήτησεν ὁ τότε ὑπουργὸς κ. Σπυρίδης, ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν μίαν ἔκπτωσιν τιμῆς λόγῳ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν, διὰ νὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἄρτου, ἡ Ρωσσία ἀπήντησε. Κύριοι ἔχετε μίαν σύμβασιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἰδικά μας πιστοποιητικὰ εἶναι τεκμήρια ἀμάχητα. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία ἐφώναζεν εἰς τὸν κ. Βογόπουλον. Κύριε ὑπουργέ, μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συμβάλλεσθε, θὰ καθήσετε εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου, ὁ Βογόπουλος ἔλεγεν. Ἐγὼ εἶμαι νόμος, εἶμαι ἐπανάστασις, εἶμαι δικτατορία, ἡμεῖς κρεμοῦμεν ἀνθρώπους καὶ δὲν δυνάμεθα, νὰ μεταβάλλωμεν ἕνα νόμον; καὶ ἰσχυρίζεται ὁ κατηγορούμενος, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκαμε, διὰ νὰ εὐθυνήνῃ τὸ ψωμὶ τοῦ λαοῦ. Καὶ πρὸς τοῦτο τὸ μὲν ἠγόραζε Ρωσσικὸν σῖτον κατωτέρας ποιότητος, τὸ δὲ ἠγόραζεν αὐτὸν ἀκριβώτερον μὴ ἐπιχειρῶν, οὔτε δημοπρασίαν, οὔτε διαγωνισμόν. Ὑπῆρξε δὲ τοιαύτη ἡ κατάστασις τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, ὥστε εἷς σιτέμπορος ὁ Μπάκαλος, ὅταν ἔμαθε ὅτι συνήφθη ἡ σύμβασις αὐτὴ μὲ τοιαύτην τιμήν, εἶπε τὶ κάμνετε, ζημιοῦται τὸ δημόσιον καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀπαντᾷ δὲν τὰ ἠξεύρω ἐγὼ αὐτά, ἐγὼ ἔχω μίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην. Κατὰ τὰ λοιπά, κύριοι, παραπέμπω εἰς τὴν ἔκθεσίν μου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποσιωπήσω τὸ χαρακτηριστικὸν γεγονός, ὅτι φεύγων ἐκ τοῦ ὑπουργείου ὁ Βογόπουλος ἐφρόντισε καὶ κατήρτισε διάταγμα, δι’ οὗ ἐπεβάλλοντο εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ ζημίαι τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς μεγαλοφυοῦς πολιτικῆς του. Ἀπὸ δύο ἡμερῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναδεύομεν τὸν βόρβορον. Ἄς σταματήσωμεν, διότι θὰ χρειασθῇ νὰ ἔλθῃ κλίβανος ἀπολυμαντικὸς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. (χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§107Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων, κύριοι βουλευταί, ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων εἰς ἐμὲ δὲν ἀπομένει ἢ νὰ εἰσέλθω κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συμβάσεως. Ἡ δικτατορία, ἀφοῦ ἐτακτοποίησεν ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀφήσει ἐκκρεμῆ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τακτοποιήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῶν τηλεφώνων, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1919, ὅτε ἐπιτροπὴ τεχνικὴ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Κορώνη ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία νὰ δοθῇ εἰς ἑταιρείαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Εἰς τὰ αὐτὰ δὲ ἀποτελέσματα κατέληξε καὶ νέα ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ 1924. Κατὰ τὸ 1922 ἐπὶ ἐπαναστάσεως, προεκηρύχθη διεθνὴς διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν προσῆλθον ἐπιχειρηματίαι λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων. Εἰς τὰ 1923 ὑπεβλήθη ἡ πρώτη σύμβασις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἐκ μέρους μιᾶς Ἀγγλικῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία συζητηθεῖσα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπερρίφθη διὰ τοὺς αὐτοὺς τεχνικοὺς λόγους διὰ τοῦ ὁποίου ἀπερρίφθη καὶ ἡ προηγουμένη. Εἰς τὰ 1925 πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου ἡ ἑταιρεία Μακρῆ ὑπέβαλε σύμβασιν σχεδὸν ὁμοίαν πρὸς τὰς προηγουμένας, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς ἀρχῆς ἐκ μέρους τοῦ Παγκάλου ἐκάλεσεν οὗτος τὸν Μακρῆν, εἰς τὸν ὁποῖον συνέστησε νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ προσκομίσῃ νέους ὅρους, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἀποφασισμένη νὰ κάμῃ μίαν σύμβασιν, μὴ δυναμένη ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τὸ τηλεφωνικόν. Συνέστησε δὲ εἰς τὸν Μακρῆν νὰ μεταβῇ εἰς Ὁλλανδίαν καὶ πράγματι ἐκεῖνος μετέβη, ἀλλ’ ὅταν ἐπέστρεψε δὲν κατώρθωσε νὰ συναντήσῃ τὸν τότε δικτάτορα καὶ ὅταν μετὰ πολὺν χρόνον συνηντήθη μετ’ αὐτοῦ δὲν ἠθέλησε κἂν νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς συμβάσεως. Κατὰ τὸ 1925 ὑπεβλήθη ἄλλη σύμβασις ὑπὸ Γερμανικῆς ἑταιρείας, ἀπορριφθεῖσα καὶ αὕτη. Ἀλλὰ παρ’ ὅλας τὰς ἀπορρίψεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ ὑπουργὸς κ. Ταβουλάρης οὐδὲν ἐδείκνυε ἐνδιαφέρον. Τὸ ἐνδιαφέρον του ἐξεδηλώθη μετὰ μῆνα, ὡς εἶπε προηγουμένως ἕτερος συνάδελφος, ὅταν περὶ τὸ τέλος τοῦ 1925 ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἐκ μέρους Ἰταλικῆς ἑταιρείας τῆς «Πούλιας». Ἀπερρίφθη καὶ ἡ σύμβασις αὕτη, ἐν τούτοις φέρεται δῆθεν ὡς ὑπογραφεῖσα, διάφοροι μάρτυρες, λέγουν ὅτι γνωρίζουν, ὅτι ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, ὁ κατηγορούμενος ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν, εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει σχέδιον ὑπογραφείσης συμβάσεως, συγχρόνως λέγει ὁ ὑπουργὸς ὅτι ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, ἀλλὰ διατὶ δὲν κατέθεσεν τὴν ὑπὸ τῆς συμβάσεως ὁριζομένην ἐγγύησιν; Ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ἀλλ’ οὔτε ἀπόφασις τοιαύτη ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους καὶ μοῦ ἀνέφερον ὅτι (ἀναγινώσκει). Ὅπως ἀναφέρει τὸ ἔγγραφον φαίνεται ὅτι ἡ παράδοσις ἔλαβε χώραν λεπτομερῶς καὶ διὰ πρωτοκόλλου. Συνεπῶς εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ σχέδιον τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, οὔτε ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τῆς ὁποίας κηρύσσει ἔκπτωτον τὴν ἑταιρείαν, διότι δὲν κατέβαλε τὴν ὁριζομένην ἐγγύησιν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν ὑπεγράφη τοιαύτη σύμβασις. Ἐν τῷ μεταξὺ ὑπεβλήθη κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1926 ἄλλη σύμβασις ἐκ μέρους τῆς Βελγικῆς ἑταιρείας. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεγράφη τὴν 29 Μαρτίου 1926. Ἀλλὰ καὶ τὸ σχέδιον τῆς ὑπογραφείσης συμβάσεως καὶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ὑπάρχει ὅμως εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ εἰς τὸ φάκελλον ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς πέμπτης (5ης) Ἀπριλίου καὶ μετὰ ἓξ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ σύμβασις αὕτη ἀκυροῦται, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν κατετέθη καὶ πάλιν ἡ ἐγγύησις. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα ὅτε τὴν 16ην Ἀπριλίου μία ἐκ τῶν σοβαρωτέρων ἑταιρειῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεφωνικὰ ζητήματα, ἡ Γερμανικὴ ἑταιρεία Σίεμενς Χάλσκε ὑπέβαλεν προτάσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀναφέρει ρητῶς, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ τονίσωμεν (ἀναγινώσκει). Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ὡς δικαιολογίαν τῆς ἐπιμονῆς του, ὅπως συνάψῃ σύμβασιν, λέγει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ τεχνικοῦ συμβουλίου, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι οἰκονομικῶς εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ χρήματα. Ἡ ἑταιρεία αὕτη θέλουσα νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ὑποβάλλει τὰς προτάσεις της καὶ λέγει ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῆς τηλεφωνικῆς ἐγκαταστάσεως εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι νὰ ὑποβάλλωμεν τὰς προτάσεις μας ἐπάνω εἰς αὐτοὺς τοὺς ὅρους κατὰ πολὺ συμφερωτέρους. Διὰ τῶν προτάσεων τούτων διαδηλοῦται, ὅτι θὰ ἐγκαθίστατο πλήρης τηλεφωνικὴ συγκοινωνία χωρὶς νὰ καταβάλῃ οὐδὲ ὀβολὸν τὸ Δημόσιον καὶ ἐντὸς ἑπτὰ ἐτῶν, θὰ περιήρχοντο αἱ ἐγκαταστάσεις εἰς τὸ Κράτος, τὴν 17ην Ἀπριλίου ὑποβάλλει νέας προτάσεις καὶ ἀφοῦ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσει τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον, ἂν ἡ τηλεφωνικὴ συγκοινωνία ἀνετίθετο εἰς ἑταιρείαν, διαδηλοῖ ὅτι διὰ τῶν προτάσεών της, θὰ προκύψῃ ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον 10.000.000 λιρῶν. Ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν ἐγένετο δεκτὸς τὴν 16ην Ἀπριλίου λέγει, ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ὅμως τὸν ἀπέπεμψε σκαιώτατα δηλώσας, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων του. Ἀλλὰ κ. βουλευταὶ ἡ ὑποβολὴ τῶν προτάσεων τῆς ἑταιρείας Σίεμενς Χάλσκε δὲν εἶναι ἡ πρώτη ὑποβαλλομένη τὴν 16ην Ἀπριλίου. Ἐκ τῶν προτάσεων ἐμφαίνεται ὅτι τὴν 3ην Φεβρουαρίου 1926 εἶχε ὑποβάλλει λεπτομερεῖς προτάσεις, διότι πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη πρὸ ἔτους εἶχε φέρει συνεργεῖον ἐκ τεχνικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταρτίσει πλῆρες σχέδιον καὶ μελέτην, ἀλλὰ κατὰ διαβολικὴν σύμπτωσιν καὶ αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι τὴν 3 Ἰανουαρίου δὲν ὑπάρχουν οὔτε αὐταὶ εἰς τὸ ἀρχεῖον· τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας περὶ αὐτοῦ λέγει (ἀναγινώσκει). Συνεπῶς ἀποδεικνύεται σαφῶς ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἰσχυριζόμενα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι πρώτην φορὰν ἔλαβε γνῶσιν τὴν 16ην Ἀπριλίου καὶ συνεπῶς δὲν τοῦ ἀπέμεινε καιρὸς ὅπως μελετήσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ἀλλὰ ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀπολογούμενος ψεύδεται καταφώρως λέγων, ὅτι δὲν ἐδέχθη τὰς προτάσεις, διότι τοῦ εἰσηγήθη ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία! Ἁρμοδία ὑπηρεσία ἦτο ὁ περίφημος Σφήκας, τὸν ὁποῖον ἅμα τῇ ἐγκαταστάσει του ὡς ὑπουργοῦ τῆς χώρας ἐνεκατέστησε καὶ τοῦτον εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἄνθρωπον δὶς ἀποπεμφθέντα καὶ ἀνεπαρκῆ ἐξετόπισε δὲ τὸν Πενθερουδάκην, ἄνθρωπον παρέχοντα ὅλα τὰ ἐχέγγυα ἀνθρώπων τιμίων, διότι ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ ὄργανον του διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἀγαθοποιὸν αὐτοῦ ἔργον καὶ λέγει μοὶ εἰσηγήθη ἡ ὑπηρεσία ὅτι αἱ προτάσεις δὲν εἶναι σοβαραί, ἐν ᾧ τοὐναντίον ὁ Σφήκας ἐξεταζόμενος λέγει ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν αἱ προτάσεις διότι δὲν ὑπῆρχε καιρός. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ὁπότε τὴν 7 Μαΐου ὑπογράφεται ἡ μετὰ τῆς Βελγικῆς ἑταιρείας ὑπογραφεῖσα τὴν 29 Μαρτίου ἡ σύμβασις ἡ ἀκυρωθεῖσα. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν τὴν πρώτην τὴν ἀκυρωθεῖσαν οὐδεὶς γνωρίζει, διότι ὡς σᾶς εἶπον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα κατὰ τὴν 29 Μαρτίου. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἤθελεν ὁπωσδήποτε νὰ συνάψῃ μίαν σύμβασιν καὶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν θὰ συνῆπτε μετ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος προσέφερε τὰ περισσότερα λίτρα. Ὁ Μακρῆς ἐξεταζόμενος ἀναφέρει, ὅτι δὲν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις μετὰ τῶν Ἰταλῶν, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμβιβασθοῦν εἰς τὰ ζητούμενα λίτρα ἐκ μέρους τῶν ἰθυνόντων καί ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς δικογραφίας αὐτὴ ἀσφαλῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§108Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἔχω νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς. Γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου, ὅτι μοῦ προσεκομίσθη ὁ ἰσολογισμὸς τῆς «Πούλιας» εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον κονδύλιον 500.000 λιρετ. μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «Κομισσιόνε ἴν Γκρέτσια» Αὐτὴ ἀσφαλῶς δὲν ὑπεγράφη καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἠτόνῃ.
§109Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε πῶς ἐξηγεῖται, νὰ λείπῃ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως;
§110Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Σᾶς λέγω τὸ περιστατικὸν αὐτό. Ζητήσατε εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ θὰ τὸ εὕρητε. Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς ἀκόμη: ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν τῆς Σίεμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ περιεχόμενον, νὰ εἶναι ἀληθές. Ἄν ἠθέλατε, θὰ ἠδύνασθε νὰ πάρετε ἀντίγραφον διότι ὁ ἀντιπρόσωπος εὑρίσκεται ἐδῶ, ἠδύνασθε συνεπῶς, νὰ λάβετε ἀντίγραφον, διὰ νὰ ἴδητε τίνας προτάσεις εἶχεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅμως αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ περιεχόμενον. Ἄν ἐρωτήσητε ὅποιους δήποτε θέλετε ἐμπειρογνώμονας, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις αὐτομάτων τηλεφώνων καὶ ἡ ἐγκατάστασις αὐτὴ ἐντὸς ἑπτὰ ἐτῶν, νὰ περιέρχηται ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τὸ Κράτος. Αὐτὸ ἦτο μπλόφα, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ἦτο ἐπίσης ἐπιλήψιμοι καὶ αἱ ἄλλαι ἐνέργειαι τῆς αὐτῆς ἑταιρείας.
§111Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐρωτῶ, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς ὑγιεινῆς ἂν ὅτε ἦτο ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τῷ ὑπεβάλλοντο προτάσεις, θὰ ἐξήταζεν, θὰ ἔδιδεν εἰς συμβούλιον, νὰ συντάξῃ μίαν ἔκθεσιν, ἐφ’ ὅσον προήρχοντο ἐκ σοβαρωτάτης ἑταιρίας; Μήπως ἐπίστευσεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι αἱ προτάσεις δὲν ἦσαν σοβαραὶ καὶ τῆς ἀπέρριψεν χωρὶς κἂν νὰ τὰς ἀντικρίσῃ. Δὲν κατεδέχθη νὰ τὰς μελετήσῃ, διότι εἶχε τελειώσει τὴν ὑπόθεσίν του καὶ ἀπήντησεν σκαιότατα, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ τὸν ἀπέπεμψε σκαιότατα δηλώσας, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων του;
§112Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω: Τί σᾶς εἶπε ὁ ὑπουργός;
§113Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔκαμε δεκτὰς τὰς προτάσεις, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰσηγήθη, ὅτι δὲν εἶναι σοβαραί.
§114Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοιαύτη.
§115Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν ἠρώτησα ποία εἶναι ἡ ὑπηρεσία; καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Σφήκας. Ὁ Σφήκας καταθέτει εἰς τὴν πρώτην του ἀνάκρισιν ρητῶς ὅσων ἐμελετήθησαν αἱ προτάσεις αὐταί, διότι ὅταν ὑπεβλήθησαν, εἶχον τελειώσει σχεδὸν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Βελγικῆς ἑταιρίας. Κατὰ τὴν γενομένην ἀνάκρισιν ὁ κατηγορούμενος ὑπουργὸς, ὑπέβαλεν ὑπόμνημα καὶ ἐζήτησε νὰ ἐξετασθοῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Σίεμενς, οἱ ὁποῖοι νὰ βεβαιώσουν, κατὰ πόσον αἱ προτάσεις ἦσαν σοβαραί. Ἐκάλεσα τὸν Ζαχαρίου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀσφαλῶς αἱ προτάσεις ἦσαν σοβαραὶ καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ εἶναι ὑποβολιμιαῖαι. Αὐτὰ δηλοῖ ὁ κ. Ζαχαρίου, ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας «Ζαχαρία καὶ Σια» Ἐδήλωσε δ’ ἐπιπροσθέτως ὁ ἕτερος τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἑταιρείας ὅτι συνέβη κάποιο λάθος καὶ ἀντὶ νὰ βάλουν εἰς τὰς προτάσεις 49 ἔτη ἔβαλαν 7 ἔτη. Οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, 42 ἐτῶν λάθος. Καὶ ἔγινε τὸ λάθος καθ’ ἣν στιγμήν, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον τεχνικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἄνθρωποι τῆς περιωπῆς τοῦ οἴκου Ζαχαρίου διεπραγματεύοντο τὸ ζήτημα ἐπὶ μακρὸν καὶ εἶχε καταρτίσει πολλάκις καὶ ὑπέβαλλον πολλὰς προτάσεις. Ἐρωτῶ λοιπόν: Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ἂν πράγματι ἦσαν ὑποβολιμαῖαι αἱ προτάσεις δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, νὰ τοὺς καλέσῃ νὰ συμπληρώσουν τὰ κενά; Ποία ἦτο ἡ μεγάλη ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος νὰ ὑπογράψῃ, ὅπως δήποτε ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν, μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν προτάσεων τοῦ Σίεμενς; Ἐρωτηθεὶς ὁ ὑπουργὸς ἀπολογούμενος λέγει, ὅτι ἐγὼ ἤθελον, νὰ ὑπογράψω μὲ τὴν Πούλια καὶ ὅταν ἔφυγα, δι’ ἄλλην ἀποστολὴν εἰς τὴν Ρώμην, διὰ νὰ λύσῃ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, διότι εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, —ἀνεκοίνωσα λέγει εἰς τὸν κ. Μουσουλίνι, ὅτι ὑπεγράφη ἡ σύμβασις καὶ μάλιστα ἡ εἴδησις τὸν ἱκανοποίησε καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν Μεγαλόσταυρον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅταν ἐπανελθὼν ἔμαθα, ὅτι ἠκυρώθη ἡ σύμβασις μετὰ τῶν Ἰταλῶν ὑπέφερα, διότι δὲν εἶχα μοῦτρα, νὰ ἴδω τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τόσον μὲ ἐφιλοξένησαν. Ἐπέπρωτο ἡ φιλοξενία τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, νὰ πληρωθῇ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο συμβόλαιον, μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βελγικῆς ἑταιρίας, μεθ’ ἧς ὑπεγράφη ἡ σύμβασις Ἐν τῷ συμβολαίῳ τούτῳ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἑταιρείαν τὴν Βελγικὴν εἶχε συνάψει συμφωνητικὸν μετ’ αὐτῆς, ὅπως τῷ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τῶν 54 χιλιάδων λιρῶν Ἀγγλίας καὶ ἀποζημιώσουν, διὰ τὰς δαπάνας, ἀσχολίας καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, ἃς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς εἰρημένης συμβάσεως ὑπέστη οὗτος 54 χιλιάδων λιρῶν, εἶχεν ἀναλάβει ἡ Βελγικὴ ἑταιρεία, μετὰ τῆς ὁποίας ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, νὰ μετρήσῃ εἰς τὸν διεξαγαγόντα τὰς διαπραγματεύσεις, διὰ τὰς θυσίας—βλέπετε ὅτι ἦτο ἡ ἐποχὴ τῶν θυσιῶν, ἡ ὁποία δὲν ἔλειψέ ποτε, ἀπὸ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον—διὰ τὰς ἀπασχολήσεις, διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀτυχὴς οὗτος ἐπιχειρηματίας, ἀσφαλῶς ὑπῆρξε τὸ τραγικώτερον θῦμα, διότι ἀντὶ τῶν 54 χιλιάδων λιρῶν, δὲν ἔλαβεν, οὔτε φράγκον. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη τὸ μοναδικὸν θῦμα τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγετε;
§117Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μποδοσάκη. Ὑπάρχει κατάθεσις, κύριοι, τοῦ μάρτυρος Ψαροῦλα ἐκπροσωποῦντος μίαν Ἀγγλικὴν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ὑπέβαλε προτάσεις, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ὁ μάρτυς Ζαλοκώστας ἐκ μέρους τοῦ Μποδοσάκη τοῦ ἐπρότεινεν ὅπως ἐξαγοράσῃ τὴν σύμβασιν ἀντὶ 54 χιλ. λιρῶν. Σύμπτωσις τοῦ ἀριθμοῦ! Οὗτος διεβίβασε τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρείας, ἣν ἀντεπροσώπευε τῆς Ἔριωσον, ὁπόθεν ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τοιούτους συμβιβασμούς. Ὁ μάρτυς Ζαλοκώστας ἐξεταζόμενος λέγει ὅτι δὲν τοῦ διεβίβασαν ἐκ μέρους τοῦ Μποδοσάκη τὰς προτάσεις αὐτάς, ἀλλ’ ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βελγικῆς ἑταιρείας, τὸ δὲ ποσὸν θὰ ἐδίδετο διὰ τοὺς ἐν τῷ συμφωνητικῷ ἀναφερομένους ὅρους. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα δὲν χρειάζεται μεγαλειτέραν συζήτησιν. Πρόκειται περὶ μανίας ὅπως καταρτισθῇ μία σύμβασις ὁπωσδήποτε. Τὸ ζήτημα τῆς δωροληψίας διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορῶ, καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔλαβε χώραν δωροληψία. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν γενναιοτέραν μερίδα τῶν δώρων ἀσφαλῶς τὴν ἔλαβεν ὁ πρωτεργάτης...
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πιστοποιεῖται;
§119Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐδέποτε πιστοποιοῦνται δ’ ἀκαταμαχήτων τεκμηρίων τοιαῦτα πράγματα ὅπως σπανιώτατα πιστοποιεῖται; ἡ συζυγικὴ ἀπιστία. Λαμβάνονται ὅλα τὰ μέτρα ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν ἁπτὰ ἐπιχειρήματα. Ὁ Σφήκας ἐμφαίνεται ἐξ ἑνὸς συμβολαίου, ὅτι ἐγένετο κάτοχος τὸν Ἰούλιον 1927 μιᾶς οἰκίας τὴν ὁποίαν φέρει ὡς χρεωμένην. Φαίνεται ἀγοραστὴς ἀντὶ 300 χιλ. δραχμῶν καὶ φαίνεται χρεωμένη μὲ 110 χιλ. δραχμῶν καὶ 600 λιρῶν. Ὁ μάρτυς Ρουμελιώτης καὶ ὁ ἀείμνηστος Σακελλαριάδης τιμιώτατος καὶ ὑποδείγματα ἐντίμων ὑπαλλήλων ἀγωνισθέντων ὅπως περισώσουν τὴν τιμὴν τοὐλάχιστον τοῦ Κράτους, βεβαιοῦν ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐχρηματίσθη ἀναμφισβητήτως. Ἡ αὐτὴ καὶ εἰς ἐμὲ παρέμεινεν ἐντύπωσις καὶ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Κατηγορεῖται ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ δωροληψίᾳ καὶ ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀπιστίας, διότι ἡ σύμβασις δὲν ἐφηρμόσθη, διότι παραμένει ἐκκρεμής, οὐχ’ ἧττον ὅμως παραμένει ἐκκρεμὴς ὁ κίνδυνος.
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἠκυρώθη ἡ σύμβασις αὐτή;
§121Α. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠκυρώθη, ἀλλ’ ἡ ἐνδιαφερομένη ἑταιρεία συμμετέχει εἰς τὸν νέον διαγωνισμόν.
§122Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπὸ ἄλλο ὄνομα διότι ἔχει κάμει ἐπιφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων της. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, κ. βουλευταὶ καὶ ὅπως εἶπον οὐδεμία ἀμφιβολία παραμένει εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ἔλαβε χώραν δωροληψία διὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγγέλθη κατηγορία καὶ κατηγορία ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀπιστίας. Οἱ προηγούμενοι συνάδελφοι καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέπτυξεν τὰ ζητήματα ἐπαρκέστατα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει τὰ ὄργια τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Γνωρίζει τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, ὅπως γνωρίζει τὸ πόσον ἐξηυτελίσθη τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ ὑπὸ τῶν θεραπόντων τῆς Δικτατορίας. Βλέπει γύρω του τήν καταστροφὴν καὶ τὰ ἐρείπεια, τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἡ ὁποία ἐπρόδωσε τὰ λαϊκὰ συμφέροντα Βλέπει τὴν καταστροφὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ σώσουν τὸν τόπον καὶ τὴν χώραν, καὶ ὅμως ὁ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καίτοι παρῆλθον τρία ἔτη ὁλόκληρα δὲν βλέπει νὰ τιμωρηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τόσας συμφορὰς προεκάλεσαν εἰς τὴν Πατρίδα. Εἶσθε εἰς θέσιν, κ. βουλευταί, νὰ ἐκτιμήσητε ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἠθικὴ καὶ ψυχολογικὴ σημασία. Ἠμνηστεύσαμεν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Ἀλλοίμονον ὅμως ἂν ἀφήσωμεν ἀτιμώρητα ἐγκλήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου, γενόμενα κατὰ τὸν βδελυρώτερον καὶ συχαμερώτερον τρόπον. Ἐδώσαμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς σωρείαν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐξεθείαζον τὸ ἔργον ἑνὸς παράφρονος. Καὶ ἔσπευσαν νὰ τὸν βοηθήσουν ἵνα τὸ φέρῃ εἰς πέρας. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν πέραν τούτου τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσωμεν, δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφήσωμεν ἀτιμώρητα ἐγκλήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ ἀτιμωρήτους τοὺς δράστας των. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀνοίξωμεν αὐτοστιγμεὶ τὰς φυλακὰς καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται εἰς αὐτὰς καὶ διότι ἀσφαλῶς, κανεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν ἔπραξεν σοβαρώτερον ἀδίκημα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξαν οἱ σήμερον κατηγορούμενοι. Εἶναι, κύριοι βουλευταί, πράγματι εὐγενὲς τὸ ἀνάθεμα τῆς ἐπιεικείας, ἴσως εἶναι τὸ εὐγενέστερον πάντων, ἀφοῦ τὸ διδάσκει ἄλλως τε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς θρησκείας. Ἀλλὰ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐπιεικείας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν, ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν προσωπικάς μας διαφοράς, ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν ἰδιωτικάς μας σχέσεις. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ διώξωμεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, τοιαύτας δυστυχίας προσεκόμισαν εἰς τὴν χώραν, ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὰ βρωμερώτερα ἐγκλήματα, τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς, διότι κάθε αἴσθημα ἐπιεικείας κατ’ ἐμέ, δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μίαν νοσηρὰν ἐκδήλωσιν, ἓν αὐτόχρημα ἔγκλημα σοβαρώτερον τῶν ἐγκλημάτων τὸ ὁποῖον διέπραξαν οἱ κατηγορούμενοι. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὑπέμνησεν μίαν φράσιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ δὲν ηὐτύχησα ν’ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, ἀσφαλῶς ὅμως εἶναι τὸ σπουδαιότερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐτόνισε καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τονίσῃ. Ὅτι ἂν ἀφήσωμεν τὸ δεῖγμα τῆς ἀνηθικότητος τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς καὶ τὸν ἐναγκαλισμὸν ἐξύπνων ἀνθρώπων τῶν σβέλτων ἀνθρώπων ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν χώραν. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ τονίσω, ὅτι ἀλοίμονόν σας πάλιν, ἐὰν τὸ ἔργον αὐτὸ ἀνατεθῇ εἰς τὸ σχολεῖον. Θὰ παρέλθουν αἰῶνες, ἴσως, ἕως ὅτου καρποφορήσουν τὰ μέγιστα αὐτῶν διδάγματα. Ἀλλ’ ἕως ὅτου καρποφορήσουν δὲν θὰ ὑπάρχῃ Ἑλλάς. Εἶναι ἀνάγκη τὰ διδάγματα αὐτὰ τὰ ἠθικὰ νὰ δοθοῦν ἐκ τῶν ἄνω. Οἱ σημερινοὶ ταγοὶ τὴν μεγαλυτέραν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν, εἶναι νὰ ἀμοίβουν τοὺς ἐναρέτους ἀνθρώπους καὶ νὰ περιφρονοῦν τὰ παράπονα τῆς κοινωνίας τοὺς ἐπιχειρηματίας, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχουν πνευματικὴν ἀξίαν, διότι θὰ ἦτο ἀτυχὲς τὸ Ἔθνος, ἐὰν τοιαύτης ἠθικῆς ὑποστάσεως ἄνθρωποι ἐστεροῦντο τῶν προνομίων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι καλά, ἐφ’ ὅσον στηρίζονται καὶ ἐπὶ μιᾶς ἠθικῆς βάσεως. Ὅτι δήποτε καὶ ἂν πράξωμεν καὶ ὅπως δήποτε καὶ ἂν καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀγνώριστον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ στερεώσωμεν τὸ ἔργον αὐτό. Ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν, νὰ πείσωμεν τὸν Ἕλληνα, ὅτι πρὸ παντὸς ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, εἴτε πολίτης εἴτε ὑπουργός, νὰ εἶναι ἠθικὸς ἄνθρωπος. Νὰ εἶναι μέγας δὲν εἶναι οὔτε δικαίωμά του, οὔτε ὑποχρέωσις. Ὑποχρέωσις ὅμως εἶναι νὰ εἶναι ἠθικὸς καὶ τίμιος ἄνθρωπος. Εἶναι καιρός, κύριοι βουλευταί, νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν κωμωδίαν, ἡ ὁποία παίζεται ἐπὶ 3 ἔτη. Εἶναι καιρός, νὰ εἴπῃ ἡ δικαιοσύνη τὴν τελευταίαν της λέξιν. Νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της καὶ ἂν οἱ κατηγορούμενοι ὑπουργοὶ ὑπῆρξαν ἔνοχοι τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀποδίδουν, νὰ τιμωρηθοῦν αὐστηρῶς καὶ παραδειγματικῶς. Ἂν ὑπῆρξαν ἀθῶοι, ἂς ἀποδοθοῦν εἰς τὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργον των ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Καὶ τότε ἂς εἰσέλθωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσούτῳ τοὺς ἐσυκοφαντήσαμεν. Εἶναι ὅμως ὑπερτάτη ἀνάγκη, νὰ τεθῇ τέρμα, διότι κάθε ἀναβολὴ δὲν κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ δημιουργῇ στερεὰν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι οἱ νόμοι ὑπάρχουν μόνον, διὰ τοὺς μικροὺς καὶ ἀδυνάτους καὶ ὅτι τὸ Κράτος, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Δικαιοσύνη τῆς χώρας, εἶναι ἀνίκανοι, νὰ τιμωρήσουν τὸ ἔγκλημα καὶ ν’ ἀποπλύνουν τὸ στίγμα καὶ ν’ ἀποκαταστήσουν τὴν ἠθικὴν εἰς τὴν χώραν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν εἶπεν: Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἔπραξεν τὸ καθῆκόν της κατ’ ἰδίαν συνείδησιν καὶ ἀντίληψιν. Πράξετε καὶ σεῖς τὸ ἰδικόν σας. Τὴν αὐτὴν καὶ ἐγὼ κατερχόμενος τοῦ βήματος κάμω πρὸς ὑμᾶς σύστασιν. (χειροκροτήματα).
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπολείπεται ἀκόμη μία ὑπόθεσις ἡ τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἑπομένως περὶ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ὅπως ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, διὰ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑποθέσεων, δύναται ἡ Βουλὴ ἀπόψε ν’ ἀποφανθῇ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀποφανθῇ. Ἀσκοῦμεν βεβαίως καθήκοντα δικαστικά, ἀλλ’ εἴμεθα δικαστήριον πολιτικόν. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο παράλειψις ἐκ μέρους μου, ὡς ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν δὲν ἔλεγον τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Ἕκαστος βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκινήθη ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ τῶν κατηγορουμένων πρώην ὑπουργῶν ἐψήφισα, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ἀθωωτικῶς, διὰ τὸν στρατηγόν. Λυποῦμαι, διότι μετὰ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ τὴν ἔκθεσιν περὶ μετατροπῆς πρὸς τὴν ὁποίαν νομίζω, θὰ συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσω ἐξ ὀνόματός της θερμὰ συγχαρητήρια τοῦ σώματος, διὰ τὴν εὐσυνειδησίαν μὲ τὴν ὁποίαν διεξήγαγε τὴν ἐντολήν της. (χειροκροτήματα) καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήρια πρὸς ὅλα τὰ μέλη της καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ὑπόθεσις ἐξαρθεῖσα εἰς τὸ προσῆκον πράγματι ὕψος. Σήμερον λοιπὸν μετὰ τὰ λεχθέντα εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ δώσω ψῆφον παραπεμπτικήν, διὰ τὸν στρατηγὸν Νίδερ τὸν ὁποῖον δὲν παύω, νὰ ἐκτιμῶ, ὅπως καὶ προηγουμένως, ὡς εἰλικρινέστατον ἄνθρωπον. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον, νὰ γίνῃ δεκτὸν μετὰ τὰς ἀποδείξεις αἱ ὁποῖαι προσήχθησαν ἐδῶ, ὅτι ἠμπορεῖ εἷς... ἄνθρωπος νὰ ἔρχεται νὰ ὁμιλῇ, ὡς ὡμίλησε καὶ νὰ ἔρχεται, νὰ ἐνεργῇ καὶ ἐνήργησε ὁ στρατηγὸς Νίδερ, νὰ λέγῃ, δηλαδή, ὅτι γνωρίζω μὲν ὅλα τὰ κακὰ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὐχαριστήσω τὸν Πρόεδρον. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν παραπεμπτικῶς καὶ διὰ τὸν στρατηγὸν Νίδερ, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὸ δικαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον, θὰ παραπεφθῇ ἡ ὑπόθεσις, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ λευκὸν παρελθὸν Νίδερ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ, ὅπως ἠξεύρετε κατ’ ἀνάγκην μυστική, ἀλλὰ ὑπάρχουν δύο ζητήματα, πρῶτον ἡ αἴτησις τοῦ Παγκάλου, ὅπως γίνῃ δεκτὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀπολογηθῇ καὶ δεύτερον ἡ αἴτησις τῶν κατηγορουμένων περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ἤμην διατεθειμένος, νὰ δεχθῶ τὴν αἴτησιν τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου, ὅπως προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, σήμερον καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, θὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς. (χειροκροτήματα). Δὲν βλέπω τίνα, σκοπόν, θὰ εἶχε ἡ προσέλευσίς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι διαχειρισθέντες καλῇ ἢ κακῇ μοίρᾳ τῆς Ἑλλάδος τὰ κοινὰ ἔπρεπε πρῶτοι αὐτοὶ νὰ ἐπιζητήσουν τὴν παραπομπήν των ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη κατόπιν ὁριστικῆς κατόπιν τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίας. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν ἐναντίον αὐτῆς τῆς προτάσεως τοῦ στρατηγοῦ κ. Παγκάλου. Θὰ ἐπρότεινον ὅμως εἰς τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως. Ἀλλὰ θέτουσα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ κανονίσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, διὰ τοῦτον κυρίως τὸν λόγον, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ κατηγορούμενοι πρὸ πάντων ὁ κύριος τῶν κατηγορουμένων, ὁ Πάγκαλος ἔμεινε προφυλακισμένος ἐπὶ μακροτάτου χρόνου, χρόνου ὑπερβαίνοντος ἐντελῶς τὸ μέτρον καὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀκόμη προφυλακίσεως. Δὲν θὰ ἤθελον δὲ νὰ κινηθῇ ἡ συμπάθεια τοῦ κόσμου ὑπὲρ αὐτῶν λόγῳ τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως, λέγω τῆς παρατάσεως τῆς φυλακίσεως, διότι ἦλθον ἐξωδίκως εἰς συνεννοήσεις μὲ τὴν Γερουσίαν, διὰ νὰ ἴδουν ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης, νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ κατὰ τὰς διακοπὰς τὰς ἰδικάς μας ἐβεβαιώθην δὲ ὅτι τὸ πρᾶγμα, θὰ ἦτο δυσχερέστατον ἂν ὄχι ἀδύνατον. Ὅταν τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας μας περὶ τὰ μέσα τοῦ προσεχοῦς μηνὸς κατὰ τὰς καὶ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν σῶμα νὰ μᾶς ἀκολουθήσῃ εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ μπορέσῃ ἡ Γερουσία, νὰ παραμείνῃ μέχρι τῶν μέσων τοῦ Ἰουλίου, διὰ νὰ δικάσῃ. Ἡ ὑπόθεσις δὲ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν νέαν σύνοδον τοῦ Ὀκτωβρίου.
§124Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔχει καιρόν· ἡμεῖς ἐμείναμεν πολλὲς φορὲς ἐδῶ καὶ τὸν Ἰούλιον.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μακάρι, θὰ τὸ ηὐχόμην καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ποῖος εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς προφυλακίσεως. Εἶναι δύο ὁ εἷς εἶναι νὰ μὴ παραβλάπτεται τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, ὁ ἄλλος νὰ μὴ φύγῃ ὁ κατηγορούμενος. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ πρῶτος φόβος δὲν ὑφίσταται, διότι ἐτελείωσεν ἡ ἀνάκρισις καὶ ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ὑφίσταται, διότι ἐπὶ πολὺ χρόνον ἦσαν ἔξω τῶν φυλακῶν οἱ κατηγορούμενοι καὶ δὲν ἔφυγαν. Ἐξαιρουμένης τῆς περιπτώσεως τοῦ στρατηγοῦ Νίδερ διὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ὀλίγον ἐπηρεασμένη ἐκ κἄποιας συμπαθείας πρὸς αὐτόν, δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ἔχω καμμίαν συμπάθειαν, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ παράτασις τῆς προφυλακίσεως ἐὰν δὲν κατωρθωθῇ ἡ δίκη νὰ περατωθῇ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, φοβοῦμαι μήπως προκαλέσῃ συμπαθείας περὶ αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν κανένα φόβον, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεως ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Θὰ ἐπρότεινον λοιπὸν δι’ ἀναστάσεως ν’ ἀποφασισθῇ τὸ ζήτημα τῆς αἰτήσεως τοῦ Παγκάλου ὅπως ἀκουσθῇ, δι’ ἀναστάσεως δὲ νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§127Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεξεδύθη ἤδη τῆς ἐξουσίας της, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν κ. Πρόεδρε.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει, τότε τὰ τῆς ἐγγυήσεως θὰ κανονίσῃ ἡ ἐπιτροπή. Δι’ ὅλους δὲ μαζὶ θὰ γίνῃ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν καὶ ἡ ψηφοφορία εἶναι μυστικὴ καὶ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔχει κομματικὸν χαρακτῆρα, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν ἀρχήν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε, νὰ ἐκθέσω, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παλαιᾶς ἀνακρίσεως. Ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν εἶχον σχηματίσει, περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν κατηγορουμένων ἐτονώθη, ἐνισχύθη, ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τῆς σημερινῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ αὐτῶν τῶν εἰσηγήσεων τῶν εἰσηγητῶν. Ὅσον καὶ ἂν ἔχωμεν σχηματίσει κακὴν ἐντύπωσιν περὶ τῆς δράσεως τοῦ κατηγορουμένου, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι φρίκη μᾶς ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῶν ζημιῶν, ἡ ὁποία μᾶς ἔγινεν. Δὲν ἄφισα, νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ συνείδησίς μου ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα τοῦ κατηγορουμένου. Λυποῦμαι ὅτι καὶ αὐτὰ δὲν ἐδιώχθησαν, διότι ἦσαν ἄξια διώξεως. Ὄσον καὶ ἂν ἦτο ἀνώμαλος ἡ περίοδος, ἐν τούτοις δὲν ἄφισα νὰ ἐπηρεασθῇ καθόλου ἡ συνείδησίς μου ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ προσεπάθησα καὶ ἐγώ, νὰ σχηματίσω πεποίθησιν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν δράσιν εἰς τὰς πράξεις περὶ ὧν πρόκειται. Καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι αἱ πράξεις εἶναι ἄξιαι καταδίκης, ἄξιαι διώξεως καὶ χάριν τοῦ δικαίου καὶ χάριν τῆς θεμελιώσεως, ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ μας βίου. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω, παρὰ νὰ συγχαρῶ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, διὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε: Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην, ἐκλήθημεν ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ ἐπὶ τῶν δύο ἄλλων ζητημάτων. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι ἡ προσέλευσις τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει κανένα σκοπόν, διότι ὅ,τι ἔχουν νὰ εἰποῦν, θὰ τὸ εἰποῦν εἰς τὸ δικαστήριον ποῦ θὰ συγκροτηθῇ, Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως καὶ νὰ διαφωνήσω, διότι ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἡ παράτασις, δηλαδὴ τῆς προφυλακίσεως συντείνει εἰς τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τῆς ὑποθέσεως.
§131Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν πρώτην φορὰν ἔμεινε μέσα ὁ Πάγκαλος 18 μῆνες εἰς τὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ.......
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ὑπενθυμίζω, ποίαν κωλυσιεργίαν ἀντέταξαν οἱ ἴδιοι κατηγορούμενοι κωλυσιεργίαν, ἡ ὁποία συνέτεινε τὰ μέγιστα, νὰ μείνῃ ἐκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐκτὸς τῆς φυλακῆς εὑρισκόμενοι, δὲν ἀντιτάξουν τὴν αὐτὴν κωλυσιεργίαν καὶ δὲν παρατείνουν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐκρεμότητα τῆς ὑποθέσεως. Δι’ αὐτὸ ὁ πρῶτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι ἐναντίον, εἶναι αὐτός. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους τυπικὰ ἀποκλείεται ἡ προφυλάκισις, ἔγινε προφυλάκισις, ἀποφυλάκισις, πάλιν προφυλάκισις καὶ ἀποφυλάκισις καὶ νομίζω ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἐφθάσαμεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν προφυλάκισιν, τοσοῦτον περισσότερον καθ’ ὅσον καὶ οἱ ἴδιοι οἱ συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων εἰς τὴν προηγουμένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἠρνήθησαν οἱανδήποτε ἐνοχὴν τῶν κατηγορουμένων, ἐπιχειροῦν μόνον νὰ περιορίσουν τὴν ἐνοχὴν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, δηλαδὴ ἡ τιμωρία εἶναι πάντοτε ἀναπόφευκτος καὶ ἐπειδὴ ἡ προφυλάκισις ὑπολογίζεται, δὲν πρόκειται νὰ χάσουν τίποτε οἱ κατηγορούμενοι. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν μου οὐδεμία πιθανότης ἀθωώσεως τῶν κατηγορουμένων, ὥστε ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀδίκως ἐστερήθησαν τὴν ἐλευθερίας των. Ἐκτὸς τούτου, διὰ τὸν κατηγορούμενον Πάγκαλον, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ περίπτωσις ἡ ἀκολουθοῦσα τὴν προφυλάκισιν, ὅτι ὑπέπεσεν καὶ εἰς ἄλλο ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ δώσῃ λόγον, ἡ ἀνθρωποκτονία κατὰ τὰς ἐκλογάς. Κατὰ τὴν δικονομίαν, κ. Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε, ὅταν κανεὶς εὑρισκόμενος ὑπὸ προσωρινὴν ἀπόλυσιν, διότι κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ προσωρινῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπολύσεως, κατ’ οὐσίαν ὄχι κατὰ τύπους, διότι ἐνῷ ὑπῆρχε κατηγορία, ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἀφέθη ἐλεύθερος ὁ Πάγκαλος, κατ’ οὐσίαν λοιπὸν εὑρίσκετο ὑπὸ προσωρινὴν ἀπόλυσιν καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρίσκετο ὑπὸ προσωρινὴν ἀπόλυσιν ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημα τὸ ὁποῖον δυνάμει τῆς δικονομίας ἐπιβάλλει τὴν ἀνάκλησιν... Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ ἀπόφασις, θὰ ληφθῇ, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς δικτατορίας, ὅσαι δὲ ἐξετυλίχθησαν χθὲς καὶ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυστυχῶς φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ κάμουν, νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἐπλανήθην. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἦλθεν ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀντιλήψεις αἱ πολιτικαὶ δὲν ἔχουν πλέον καμμίαν θέσιν, διότι ἀρχίζει τὸ καθαρῶς δικαστικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι σῶμα πολιτικὸν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν στιγμὴν αὐτὴν θὰ ἀποφανθῇ, ὡς δικαστής. Δὲν θὰ εἶχον ἄλλην θέσιν εἰς τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οὔτε αἱ γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε αἱ γνῶμαι τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἐξετέθησαν τὰ γεγονότα ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν καὶ κάθε ἄλλος ἐπηρεασμὸς καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν. Ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐλεύθερος, νὰ δώσῃ ψῆφον κατὰ τὴν ἁγνὴν πεποίθησίν του Συνεπὴς πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν δὲν ἐκφέρω ἐπ’ οὐδενὸς ζητήματος γνώμην οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπήν.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν διότι νομίζω καὶ πιστεύω ὅτι τὸ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἰδέαν μου, ἀναγνωρίζων τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως ἑκάστου βουλευτοῦ, εἶναι καθῆκον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γεννᾶται τὸ ζήτημα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κ. Παγκάλου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἠμποροῦσα νὰ μὴ εἴπω τὴν γνώμην μου προκειμένου νὰ κάμωμεν μίαν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Οἱ φίλοι μου εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσουν ὅ,τι θέλουν. Ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ εἴπω ἐγὼ ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας τὴν γνώμην μου, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω προηγουμένως ὅτι εἰς τὰς προηγουμένας ψηφοφορίας ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ στρατηγοῦ Νίδερ. Ἐγὼ αἰτιολογῶν τὴν ψῆφον μου δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπηρεάσω τὴν ψῆφον κανενός.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης ἑκάστου βουλευτοῦ, τῆς μὴ θέσεως, δηλαδὴ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως. Καὶ ὁ νόμος ἀκόμη προβλέπει συζήτησιν προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔγινε καμμία παρατυπία, οὔτε ἐγένοντο ἔκτροπα, διότι δύο βουλευταὶ ἐξέφεραν τὴν γνώμην τους. Ἴσα–ἴσα νομίζω ὅσον καὶ ἂν εἶναι δικαστιστὸν τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὄχι μόνον νὰ ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλεται, οἱ βουλευταί, νὰ λέγουν τὴν γνώμην τους. Αὐτὸ δὲν εἶναι κανεὶς ἐπηρεασμός, οὔτε καμμία ἐπέμβασις.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐξέθηκα τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν, διὰ τὸ δικαστικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Δυνατὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ ἀντιλαμβάνεται ἄλλως τὸ δικαστικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἰς ὑπόθεσιν καθαρῶς δικαστικῆς ἐκτιμήσεως ἔχουν θέσιν αἱ πιστώσεις καὶ αἱ ἁπλαῖ γνῶμαι τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας. Πρὸ παντὸς εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς καὶ κυρίως εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἀποφύγουν γνώμην, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Βουλήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§139Λ. ΝΑΚΟΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Δὲν δυνάμεθα, νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἕνα κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπολογηθῇ. Αὐτὸ θὰ ἦτο σκληρὸν καὶ ἄδικον. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Παγκάλου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις. Διὰ τὴν αἴτησιν τῆς ἐμφανίσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν κατηγορουμένων δυνάμεθα δι’ ἀναστάσεως, νὰ ἀποφανθῶμεν. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν οἱ παραδεχόμενοι τὴν αἴτησιν τοῦ Παγκάλου περὶ ἐμφανίσεώς του, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ δεχόμενοι τὴν αἴτησιν τοῦ Βογοπούλου περὶ ἐμφανίσεώς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι)
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§143Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ γίνουν αἱ ψηφοφορίαι δι’ ὅλους μαζί.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, θέλει πρῶτον τὴν παραπομπὴν ἢ τὴν ἀπόλυσιν;
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἀποφανθῶμεν πρῶτον περὶ τῆς παραπομπῆς, δὲν γεννᾶται ζήτημα νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς ἀπολύσεως, διότι ἡ δικαιοδοσία ἀπόκειται εἰς τὴν Γερουσίαν. Λοιπόν, διὰ νὰ εἶναι τὰ πράγματα ἐν τάξει, πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν πρῶτον περὶ τῆς ἀπολύσεως.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τάξις ἐπιβάλλει, νὰ προκληθῇ ἡ ψηφοφορία περὶ τῆς παραπομπῆς, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς παραπομπῆς, θὰ ἀπολυθῇ κατ’ ἀνάγκην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ ἢ ἡ Γερουσία θὰ ἀποφανθῇ κατόπιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως, αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον ζήτημα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀπεκδυθῇ τῶν δικαιωμάτων της καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἡ δικαιοδοσία τῆς Γερουσίας μετὰ τὴν ἀποψινὴν ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι μία, ἀλλὰ περιέχει δύο κεφάλαια. Τὸ ἓν κεφάλαιον εἶναι περὶ τῆς παραπομπῆς καὶ τὸ ἄλλο περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τῆς προφυλακίσεως. Ἡ Βουλὴ κάνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάνουν τὰ συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ὅταν τὰ συμβούλια αὐτὰ λέγουν παραπέμπομεν καὶ ἀποφασίζομεν περὶ τούτου ἢ ἐκείνου, ἀποφασίζουν ἓν μὲ δύο κεφάλαια. Ἡ διττὴ αὐτὴ πρᾶξις δὲν δύναται νὰ γίνῃ συγχρόνως. Ἑπομένως ἀπόψε πρέπει νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἀπόψε θὰ κάμωμεν τὴν προφυλάκισιν.
§150Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὸν κατηγορούμενον Ταβουλάρην δὲν ἔχομεν πρότασιν παραπομπῆς κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν, διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει.
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει.
§152Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως παραπεμφθῇ.
§153Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀνέπτυξα ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, ἐφ’ ἧς κατηρτίσθη μὲν ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐκτυπωθῇ. Ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει εἰσέτι ἐκτυπωθῇ ἡ πρότασις οὔτε ἔχει διανεμηθῆ.
§154Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὸν Ταβουλάρην εἰδικῶς δὲν ὑπάρχει πρότασις. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένη. (ἀναγινώσκει)....«συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προμηθείας βαγονίων...». Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτάς.
§155Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πράγματι ἀνεπτύχθησαν αἱ προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς κατηγορίας τοῦ καζίνου Ἐλευσῖνος, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι προφυλακισμένοι ὁ κ. Βογόπουλος καὶ ὁ κ. Πάγκαλος, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως Κιρκίνη, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι προφυλακισμένοι ὁ κ. Πάγκαλος καὶ ὁ κ. Νίδερ, διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτοκινήτων, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν γεννᾶται ζήτημα ἀποφυλακίσεως οὐδενός, διότι εἶχεν προφυλακισθῇ μόνον ὁ κ. Τανταλίδης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποφυλακισθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρότασις πράγματι δὲν ἔχει τυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. Ὑπολείπεται ἑπομένως πρὸς ἀνάπτυξιν ἡ ὑπόθεσις τοῦ συναλλάγματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπόψε συζήτησις, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ὑπόθεσις ἐπίσης τῶν τηλεφώνων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἀνάπτυξις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουδούρη. Ἡ ἐπ’ αὐτῆς πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει ἐπίσης ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐάν, δηλαδή, ἡ Βουλὴ ἀπόψε ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ συλλήβδην, θὰ εὑρίσκετο πρὸ τοῦ κωλύματος, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀνάπτυξις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ συναλλάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι προφυλακισμένοι ὁ Πάγκαλος καὶ ὁ Τανταλίδης. Κατ’ ἐμέ, λοιπόν, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀνάπτυξις ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τηλεφώνων χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις. Ὑπῆρχεν ὅμως αἴτησις ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Ταβουλάρη καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἠδύνατο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅσον ἤκουσε τὸν εἰσηγητήν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν θὰ γίνῃ. Δηλαδὴ μένουν ἐκκρεμεῖς δύο ὑποθέσεις, τοῦ συναλλάγματος καὶ τῶν τηλεφώνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀποφασίσῃ.
§156Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑποθέσεις εἶναι ὥριμοι. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, νομίζω, ὅτι θὰ δεχθῆτε ὅλοι νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἐπιεικεστέραν γνώμην.
§157Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν εἶναι προφυλακισμένοι δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἢ παραπομπὴν ψηφίζουν εἰς τὸ ναί.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ ψηφίζοντες ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων ψηφίζουν εἰς τὸ μαῦρον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ψηφίζουν ναί. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουν ὄχι.
§161Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι, θὰ ψηφίσωμεν χωριστὰ ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου κατηγορίας.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔτσι γίνεται ἡ ψηφοφορία.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νόμος 3.398 λέγει. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας κλπ.».
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἰδιαιτέρα κάλπη δι’ ἕκαστον. (Μεθ’ ὃ προσκομίζονται ἀνάλογοι πρὸς τὰς κατηγορίας καὶ κατηγορουμένους κάλπαι φέρουσαι ἑκάστη τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου καὶ τὴν κατηγορίαν δι’ ἣν προτείνεται ἡ εἰσαγωγή των εἰς δίκην, καλοῦνται δὲ ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Στάϊκος Παπαδάκης καὶ Ι. Κουτσίνας ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, τῆς Βουλῆς ἐρωτηθείσης κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου κατηγορίας καὶ περὶ ἑκάστου κατηγορουμένου καὶ γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου δηλώσεως ὅτι οἱ ψηφίζοντες εἰς τὸ ναὶ τῆς κάλπης ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην, οἱ δὲ ψηφίζοντες εἰς τὸ ὄχι ψηφίζουν κατ’ αὐτῆς. Περαιωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ, ὅτι προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: (ἀναγινώσκει). Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 101. Εἰς τὴν κάλπην τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου, διὰ τὴν ὑπόθεσιν Κιρκίνη εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 87 κατ’ αὐτῆς 14. Ὁμοίως διὰ τὸν Κ. Νίδερ, διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως Κιρκίνη εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 70 κατ’ αὐτῆς 31. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν κατηγορουμένων Θεοδώρου Παγκάλου καὶ Νίδερ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως Κιρκίνη, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ ἀπιστίᾳ, περὶ τὴν διαχείρισιν δημοσίας ὑπηρεσίας, ὡς αὗται ἐκτίθενται ἐν τῇ σχετικῇ προτάσει τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὴν κάλπην τοῦ Θεοδώρου Παγκάλου, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως προμηθείας 505 γερμανικῶν αὐτοκινήτων εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 89 κατ’ αὐτῆς 12. Ὁμοίως εἰς τὴν κάλπην τοῦ Δ. Τανταλίδου, διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 85 κατ’ αὐτῆς 16. Ὁμοίως εἰς τὴν κάλπην τοῦ Κ. Νίδερ διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 68 κατ’ αὐτῆς 33 ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν κατηγορουμένων Θ. Παγκάλου, Δ. Τανταλίδου καὶ Κ. Νίδερ, διὰ τὴν ὡς ἄνω ὑπόθεσιν, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ ἀπιστίᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν Δημοσίας ὑπηρεσίας, ὡς αὗται ἐκτίθενται ἐν τῇ σχετικῇ προτάσει τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁμοίως εἶτα εἰς τὴν κάλπην τοῦ Θ. Παγκάλου, διὰ τὴν κατηγορίαν, διὰ τὸ καζῖνο τῆς Ἐλευσῖνος εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 92 κατ’ αὐτῆς 9. Ἐπίσης εἰς τὴν κάλπην τοῦ Γ. Βογοπούλου, διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 92 κατ’ αὐτῆς 9. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν ἄνω κατηγορουμένων Θ. Παγκάλου καὶ Γ. Βογοπούλου ἐπὶ ἀπιστίᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν καὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ὡς αὗται ἐκτίθενται ἐν τῇ σχετικῇ προτάσει τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁμοίως εἶτα εἰς τὴν κάλπην τοῦ Γ. Βογοπούλου διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς προμηθείας Ρωσσικῶν σιτηρῶν, εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 92 καὶ κατ’ αὐτῆς 12. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ ἄνω κατηγορουμένου Γ. Βογοπούλου ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ παραβάσει τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὡσαύτως εἶτα εἰς τὴν κάλπην τοῦ κατηγορουμένου Θ. Παγκάλου, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς προμηθείας τῶν ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 89 κατ’ αὐτῆς 12. Ὡσαύτως εἰς τὴν κάλπην τοῦ κατηγορουμένου, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν Ταβουλάρη. Εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 84 κατ’ αὐτῆς 17. Ὡσαύτως εἰς τὴν κάλπην τοῦ Δ. Τανταλίδου κατηγορουμένου, διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 87 κατ’ αὐτῆς 14. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν ὡς ἄνω κατηγορουμένων Θ. Παγκάλου, Α. Ταβουλάρη καὶ Δ. Τανταλίδη ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἀποδεχθεῖσα οὕτω τὴν ἐπιεικεστέραν πρότασιν τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μεθ’ ὃ εἰς τὴν κάλπην τοῦ κατηγορουμένου Α. Ταβουλάρη, διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιΐας ἐν Ζακύνθῳ. Εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 38 κατ’ αὐτῆς 63. Ὁμοίως εἰς τὴν κάλπην τοῦ Δ. Τανταλίδου, διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Εὑρέθησαν ψῆφοι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 35 κατ’ αὐτῆς 66. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν μὴ εἰσαγωγὴν εἰς δίκην, διὰ τὴν κατηγορίαν ταύτην συμφώνως τῇ σχετικῇ προτάσει τῆς Ἀνακριτικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς).
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν λοιπῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν αἰτήσεων τῶν κατηγορουμένων περὶ προσωρινῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλακίσεως, θὰ διεξαχθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 10.20 πρωϊνήν. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 9 μ. μ.)