1928.06.27
2,271 rows · 16,127 words · 235 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 98η
ΤΗΣ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6. μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ κυροῦνται ταῦτα μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνεργατικῆς ἐφέδρων Θεσσαλονίκης, ὑποβάλλει αἴτησιν δι’ ἧς παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθοῦν ἀνακρίσεις πρὸς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης εἰς ἀδικηθέντας ἐφέδρους, καταστραφέντες ἐξ ὑπαιτιότητος ὀργάνων τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Ἐποικισμοῦ Μακεδονίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἀγγελόπουλος καταθέτει ψήφισμα διαμαρτυρίας τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν διὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἀστοργίαν τῶν ἁρμοδίων διὰ τὴν κατάστασιν τῶν αὐτόθι δικαστηρίων καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέριμναν πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐπικρατούσης ἀνωμαλίας. Καπνεργάται διαφόρων πόλεων ὑποβάλλουν ψήφισμα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὑποβληθέντων αἰτημάτων των. Ὁ Κεντρικὸς Σύνδεσμος Ποντίων παρακαλεῖ εὐσεβάστως τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ καὶ λύσῃ ἱκανοποιητικῶς τὴν μεταξὺ καπνεμπόρων καὶ καπνεργατῶν διαφοράν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Μικρασιατῶν Δράμας διερμηνεύει τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, λόγῳ τῆς μεταθέσεως εἰς Καβάλλαν τοῦ προϊσταμένου τοῦ συνεργείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ Σπυρίδων Φραγκούλης ὑποβάλλει αἴτησιν δι’ ἧς προτείνει προσθήκην καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Κρητικὸς φιλολογικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱστορικοῦ ἀρχείου Κρήτης. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης διαμαρτύρεται, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπηγόρευσεν αὐστηρῶς τὴν ἀνάμιξιν τῶν ἐλαίων διὰ σπορελαίων αὐξάνουσα τὸν δασμὸν αὐτῶν. Ὁ λαὸς τῶν κοινοτήτων Ἀμυρῶν, Κεφαλοβρύσου καὶ ἄλλων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀποσπάσεως τῆς ἐπαρχίας Βιάνου εἰς τὸν νομὸν Ἡρακλείου. Τὸ Γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Μεσσηνίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐκπροσώπησιν τῶν Γεωργικῶν ἐπιμελητηρίων εἰς τὴν Γερουσίαν. Τὸ ἐπαγγελματικὸν καὶ βιοτεχνικὸν ἐπιμελητήριον Βόλου διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ζητούντων τὴν ματαίωσιν τῆς ἱδρύσεως ἐπαγγελματικῆς σχολῆς. Ἐπιτροπὴ τῶν ἀποκλεισμένων ὀργανώσεων ζητεῖ τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ καπνεργατικοῦ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἰτημάτων τῶν καπνεργατῶν. Ἐπιτροπὴ συλλαλητηρίου περιφερείας Ζαγλιβερίου παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγκαίων μικρῶν γεφυρῶν εἰς τὴν περιφέρειαν ταύτην. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της 1ον) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικῆς Ταμειακῆς Ὑπηρεσίας Δήμων καὶ Κοινοτήτων» καὶ 2ον) ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως πωλήσεως ἐλαιολάδου ἀναμεμιγμένου μετὰ σπορελαίων καὶ ἄλλων φυτικῶν ἐλαίων καὶ περὶ ἀπαγορεύσεως πωλήσεως ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐμπόρων ἐλαίου καὶ σπορελαίου». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντιλήψεως τῶν ἐκ τῶν σεισμῶν Κορίνθου παθόντων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν τῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως» Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ διπλωμάτων ναυτικῆς ἱκανότης». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει 1ον) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς φυτοπαθολογίας καὶ 2ον) νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ καταργήσεως θέσεων κλπ. ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». Ὁ κ. Κ. Γκότσης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τῶν πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἀπαιτουμένων πιστοποιητικῶν». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ τελωνειακῶν δασμολογίου νόμων». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κωδικοποιήσεως ὀργανισμοῦ Ἀνωτάτης Δασολογικῆς Σχολῆς». Οἱ κ. κ. Α. Μιχαλακόπουλος (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν), Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας), Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως διὰ τὴν μετασκευὴν κλπ. τοῦ Μεγάρου Συγγροῦ». Οἱ κ. κ. Σ. Χασιώτης, Μ. Λαίλιος, Κ. Πολυχρονάκης, Α. Γαλανάκης, Β. Μεϊμαράκης, Γ. Σήφακας, Γ. Παπανδρέου, Β. Καραπαναγιώτης, Γ. Καλδῆς, Δ. Σάλτας, Κ. Σῖμος, Σ. Κρητικᾶς, Α. Γαληνός, Γ. Θεοδοσιάδης, καὶ Γ. Λαζανᾶς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ αὐτονόμου ἐλαιοκομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἑλλάδος». Ὑποβάλλουσιν ὡσαύτως τὰς κάτωθι τροπολογίας. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τάκας». Ὁ κ. Α. Μάρκου καὶ Κ. Πεισάλης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιορισμοῦ ἀτελείας μηχανημάτων κλπ.». Οἱ κ. κ. Α. Ἀποστολίδης, Π. Εὐριπαῖος, Σ. Χατζηγάκης, Α. Στρατηγόπουλος, Ν. Κουπαροῦσος κλπ. ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου». Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων κειμένων διατάξεων».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κύριος Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας ἔχει τὸν λόγον.
§3Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Διάφορα τηλεγραφήματα, παριστῶσιν ἐν ἐξεγέρσει τὸν λαὸν τοῦ Ἀγρινίου διὰ τὴν κακῶς εἰσπραττομένην ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν φορολογίαν τῶν 850 δραχμῶν καθ’ ἕκαστον σάκκων ἀλεύρων καὶ παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα.
§4Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον σήμερον ἐκ Κεφαλληνίας ἓν τηλεγράφημα ἐκ μέρους τριῶν συναδέλφων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι μὲ πληροφοροῦν, ὅτι κατήγγειλαν τηλεγραφικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡρισμένας δικαστικὰς παραβάσεις τῶν ἐκεῖ δικαστῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Τὸ καταγγελτήριον τηλεγράφημα εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεύς;
§6Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὁ κ. Κομνηνός, ὁ ὁποῖος ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοῦ Κακουργιοδικείου ἐξύβρισε τρεῖς δικηγόρους. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπέναντι τῶν δικηγόρων ὁ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελεύς. Πρὸ πολλοῦ ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεβλήθη ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικ. Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ διὰ ποίους λόγους δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Κεφαλληνίαν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν. Εἰς ὃ σημεῖον ἔχουν φθάσει τὰ πράγματα, καθ’ ἃ ἀντελήφθην ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δύναμαι νὰ διαπιστώσω καὶ πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των οἱ ἁρμόδιοι, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ δημιουργηθῶσιν ἐπεισόδια ἐν Κεφαλληνίᾳ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν τοῦ κύρους τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, μολονότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ, νὰ τονίσω, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου τῆς Κεφαλληνίας καὶ νὰ φροντίσωσι πρὸς τήρησιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ λάβωσι τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύουσιν αἱ περιστάσεις.
§7Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι παντοῦ δημιουργεῖ ἐπεισόδια ὁ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελεύς. Τὰ ἴδια ἔκαμε καὶ ἐν Ἕβρῳ, δι’ ὃ καὶ μετετέθη ἐκεῖθεν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Χθὲς ἐδηλώσατε, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τοῦ Δικτάτορος. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν συμφωνῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, νὰ ἀναβληθῇ ἡ πρόταξις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξακριβώσεως ζημιῶν τῶν ἐν ἔτει 1925 ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου δημοσίων θεαμάτων Θεσσαλονίκης καὶ Πατρῶν καὶ ἐκπτώσεως τοῦ ὀφειλομένου ἐνοικίου».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ προϊσταμένου τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας».
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου οὐσιαστικάς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Μαΐου προειδοποίησα τὴν Βουλήν, ὅτι, εὐθὺς ὡς συμπληρωθῇ πραγματικὸν τετράμηνον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰ Ν. Διατάγματα τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τὴν ἐπικύρωσιν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος θεωροῦνται ἄκυρα. Ἐγένετο τότε ὁ λογαριασμὸς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μέχρι τῆς 15ης Μαΐου εἶχαν παρέλθει 3 μῆνες καὶ μία ἡμέρα. Ἀπὸ τῆς 15ης Μαΐου, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς διακοπῆς, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὸν ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, παρῆλθον μέχρι σήμερον ἄλλαι 26 καὶ ἔχομεν ἡμέρας 124, παρελθούσας ἀπράκτως ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ἔχομεν πλέον τῶν 4 μηνῶν. Ἐφόσον τοῦτο οὕτως ἔχει, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐφάπαξ ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου ἀφορῶντος κύρωσιν Ν. Διατάγματος.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς μίαν περίπτωσιν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐφάπαξ, ἐὰν θεωρηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπηρεσιακά.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὑπηρεσιακὰ ταῦτα, διὰ νὰ ψηφισθοῦν, ἀλλὰ νὰ μὴ φαίνεται ὅτι τὰ ἐπικυροῦμεν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ τετραμήνου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἔκαμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ προσθέτω σήμερον, ὅτι εἶναι ἡ 98 συνεδρίασις τὴν ὁποίαν κάμνομεν, καὶ διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ τετράμηνον χρειάζονται 120 συνεδριάσεις ἐξαιρουμένων τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, κ. Πρόεδρε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, λοιπόν, τὸ ὡς ἄνω νομοσχέδιον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν ἐφημερίδων.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλεται.
§21Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συνεφωνήσαμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ ἔπειτα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἄλλα. Δὲν δυνάμεθα, λοιπόν, νὰ παραβιάσωμεν τὴν συμφωνίαν αὐτήν, διότι ὑπάρχουν ἀρκετὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ψηφισθοῦν καὶ νὰ μὴ παραμένουν βαρύνοντα τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀφοῦ προηγοῦνται ἄλλα νομοσχέδια ἔχοντα συζήτησιν. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐλαφρύνωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὰ καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἄλλα.
§23Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τὸ νομοσχέδιον τῶν ἐφημερίδων ἄλλως τε ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§25Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τὰς προσφυγικὰς ἐφημερίδας καὶ τὸν Ἑλληνικὸν τύπον ὁλόκληρον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα χωρὶς συζήτησιν. Ἢ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἢ νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπάρχει διάθεσις ματαιώσεως τῆς ψηφίσεώς του καὶ ὄχι συζητήσεως, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐπεκρίθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Ἐξ ἄλλου πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἀρκετοὺς ἐπιχειρηματίας καὶ ἰδίως, ἐκείνους τῶν ἐπιχειρηματιῶν, διὰ τῶν ὁποίων παρακολουθεῖται καὶ συζητεῖται ὁ δημόσιος βίος καὶ ἡ ἡμετέρα ἐργασία. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, χωρὶς μακρὰν συζήτησιν νὰ κατορθώσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχουν νὰ κάμουν παρατηρήσεις τινάς, ἂς τὰς κάμουν καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν διὰ τῆς κωλυσιεργίας νὰ ματαιώσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει δόσει κατηγορηματικὴν ὑπόσχεσιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε νὰ περάσουν ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀντιρρήσεις καὶ κατόπιν αὐτό.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Συμφωνῶ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 5)5 Νοεμβρίου 1926 περὶ ἐπεκτάσεως ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 1 τοῦ νόμου 505. Δεκτόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 7. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων δικαστικῆς προστασίας τῶν σεισμοπαθῶν Κορινθίας».
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετρίδου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας γεωργικῶν τινῶν προϊόντων καὶ τῶν αἰγοπροβάτων καὶ χοίρων». Δεκτόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9. Μόνη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐπιτροπὴν Ὀλυμπίων κληροδοτημάτων ἰσχυουσῶν διατάξεων».
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10. βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνάψεως δανείου ὑπὸ τοῦ Ταμείου προστασίας καὶ προαγωγῆς τῆς κτηνοτροφίας».
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμπληρωματικῆς μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Λούνιας–Γκούρας». Δεκτόν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Χρηματιστηριακῶν ἀξιῶν».
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν καὶ τῶν γραμματέων τῶν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐξωτερικῶν Συμβουλίων. Δεκτόν. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν Ναυσιπλοΐαν τῶν λιμνῶν Τριχωνίας καὶ Λυσιμαχίας». Δεκτόν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως συμβάσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Μαργαριτίου καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς μελέτης διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Κάντζας–Λέλαβας Νικολίτσι». Δεκτόν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Ἐλευσῖνος–Μαγούλας–Μάνδρας».
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ.
§43Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν κάμνω καμμίαν τροπολογίαν δεκτήν. Εἶναι ὑπηρεσιακὸν καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§44Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία. Ἔχετε δὲ λάβει γνῶσιν αὐτῆς. Θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτή, νὰ μᾶς τὸ δηλώσητε.
§45Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὴν δέχεται ἡ Ἑταιρεία.
§46Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ Ἑταιρεία.
§47Ι. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ἐπέφερα, ζητῶ, ὅπως τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις ἡ συναφθεῖσα μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν μέρους τῆς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλην δαπάνην, ὠφελεῖ δὲ πολὺ τὸν κόσμον, διότι θὰ ἐξυπηρετήσῃ δύο κοινότητας. Παρακαλῶ ὅθεν ὑμᾶς, ὅπως δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν.
§48Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Θέλετε νὰ προστεθῇ νέον τμῆμα ὁδοῦ;
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴν ἀφαιρεθῇ τμῆμα, κύριε Ὑπουργέ.
§50Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, διαμαρτύρεται, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως συμβάσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔχει ἀναληφθῆ ὑποχρέωσις διὰ τὴν Ἑταιρείαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα ἀπὸ Ἐλευσῖνος–Μάνδρας εἰς Μαγοῦλαν. Ἤδη πρόκειται νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἡ Ἑταιρεία. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, νὰ μὴ ἀπαλλαγῇ τοῦ τεθέντος ἄρθρου.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀρθότατα.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν;
§53Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων». Δεκτόν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων τεχνικῶν Ἑταιρειῶν ἀναληφθεισῶν ἐργασιῶν κατασκευῆς μονίμων καὶ ἡμιμονίμων ὁδοστρωμάτων ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων». Δεκτόν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 νομοσχέδιον «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων».
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπομεν ὅτι ἔχομεν νομοσχέδια ἐντελῶς ὑπηρεσιακὰ καὶ τώρα θὰ γυρίσωμεν ὀπίσω; Εἴπομεν νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν καὶ εἶναι πολὺ σοβαρὰ καὶ μὴ ἐπιδεχόμενα καμμίαν ἀναβολήν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ συγκεντρώσεως τοῦ ἐγχωρίου σίτου». Νὰ ψηφισθοῦν αὐτὰ πρῶτον καὶ ἔπειτα ἐπανερχόμεθα».
§57Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εὑρισκόμενος πρὸ ὁμοθύμου γνώμης τῆς Βουλῆς ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, φέρει ἐνστάσεις. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθόν, ἐφόσον ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀπορῶ καὶ πάλιν καὶ ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου πῶς, ἐνῷ εὑρίσκεται πρὸ ὁμοθύμου γνώμης τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, φέρει ἀντιρρήσεις.
§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν κάμνω καμμίαν ἔνστασιν, μολονότι δὲν ἀναγνωρίζω καμμίαν γενικὴν πολιτικὴν ὑπόσχεσιν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπόφασίς μας καὶ ἔπειτα ἐπανερχόμεθα. Διατί θέλετε νὰ προταθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ δύο ὥρας τὴν Βουλήν;
§59Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως, τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ζητοῦμεν τὴν τήρησιν τῆς σειρᾶς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐδέχθημεν νὰ ψηφισθῶσι 3–4 ἐπείγοντα νομοσχέδια....
§60ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§61Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. ... καὶ ἔπειτα νὰ ἐπανέλθωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ἐβεβαίωσεν.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν θέλετε νὰ μὴ παραβιάσωμεν τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἀντίρρησις. Τοιαῦτα δὲ ζητήματα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τοῦ Δικτάτορος καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γερουσίας. Αὐτὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ θέλετε νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἀπεφασίσαμεν ὅμως νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀντιρρήσεις.
§63Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, διατί νὰ μὴ ψηφισθῇ τώρα τὸ νομοσχέδιον τῶν ἐφημερίδων;
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια τινά, διὰ τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον λόγοι ὑπηρεσιακῆς φύσεως ὑπηγόρευον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ κάποια ἀνάγκη τακτοποιήσεως ζητημάτων τινῶν. Ἐπρόκειτο περὶ δύο ἢ τριῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν. Μετὰ ταῦτα δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν, ὥστε ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν ἐνδιαφερόμενον κόσμον ἀπὸ μίαν ἀγωνιώδη ἀναμονήν, ἀσχέτως ἐὰν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις—ὄχι μόνον ἡ παροῦσα—εἴτε δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἂς φέρουν τὰς ἀντιρρήσεις των οἱ ἀντιρρησεύοντες.
§65Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν... (θόρυβος καὶ φωναί).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε σκοπὸν νὰ ἡσυχάσετε; Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10′ (ὥρα 7¼ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν (Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Γ. Ζερβοῦ)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§68Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει νομοσχέδιον γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων.
§69Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Δὲν φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἀπεφασίσθη νὰ συζητηθῇ τὸ Παγκαλικόν.
§71Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τυπικὸν τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται δὲ περὶ διευκολύνσεων φορολογικῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ληφθεῖσαν πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως, Τὸ ζήτημα τὸ Παγκαλικὸν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν.
§73Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκ.). Ἐξαιρετικῶς, κ. Πρόεδρε, ἂς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ἐνταῦθα ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Θ. Σοφούλης).
§74Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§76Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Ἡμερησία Διάταξις κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, ἀλλὰ συναινέσει τοῦ Σώματος. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ νομίζω ὅτι δὲν μὲ ἀπατᾷ, χθὲς ἐλήφθη ἀπόφασις πρὸ τῆς διακοπῆς, κατόπιν ἀγορεύσεων τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ὅπως συνεχισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γερουσίας».
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον οἱ κ. κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Καὶ ὁποιοσδήποτε ἄλλος θέλει.
§80Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος. Τοῦτο ἀποτελεῖ ὑποθέτω πλήρωσιν τοῦ ὅρου τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, δηλαδὴ τῇ συναινέσει τοῦ Σώματος. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος, αἰφνιδίως εὑρισκόμεθα πρὸ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀντικειμένης εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Σώματος. Ἐπὶ πλέον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ οὐδὲν ἀναγράφουσι περὶ μεταβολῆς τῆς πρὸ τῆς διακοπῆς ληφθείσης ἀποφάσεως, διότι εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ μόνον, ὅτι ἡ συνεδρίασις λύεται διὰ τὴν αὔριον. Οὕτως παραμένει ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος, ἡ πρὸ τῆς διακοπῆς ληφθεῖσα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Σώματος, νὰ κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, βεβαίως, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν Κανονισμόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς κειμένους νόμους. Καὶ ὁ νέος νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἔχει ῥητὴν διάταξιν, ὁρίζουσαν, ὅτι ὀκτὼ ἡμέραι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ τὸ πολὺ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλει νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἔκθεσις πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὸν νόμον νὰ ὁρίσω τὸ θέμα τοῦτο πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διότι ἔχουν ἤδη παρέλθει ὀκτὼ ἡμέραι. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἢ ἡ Κυβέρνησις θελήσωσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ παρὰ τὸν νόμον νὰ συζητήσωσιν ἄλλο θέμα, ἂς τὸ πράξωσι.
§84Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀναμφισβητήτως εὔλογος, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ὅρος τοῦ νόμου ἐπληρώθη διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ θέματος τοῦ προτεινομένου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἡ ὑπόθεσις εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδὲ δύναται ὁ Πρόεδρος, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν ἡ ὑπόθεσις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Σώματος. Εἶναι πρῶτον τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γερουσίας». Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς καταδιώξεως τοῦ Παγκάλου, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γερουσίας» ἢ ἐὰν θέλῃ δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ συζητηθῇ σήμερον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γερουσίας». Πάντως πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἐφόσον δὲν λαμβάνεται ἑτέρα ἀπόφασις παραμένει ἰσχύουσα ἡ ληφθεῖσα χθὲς τοιαύτη πρὸ τῆς διακοπῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐφόσον εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον καὶ ὄχι ὅταν ἀντίκειται πρὸς τὸν νόμον.
§86Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τοῦτο ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐὰν ἡ κρίσις περὶ τοῦ νομίμου τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἀφίεται εἰς τὸν Πρόεδρον, τότε δὲν ὑπάρχει Κοινοβουλευτισμός, δὲν ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν δύνασθε, κύριε Πρόεδρε, νὰ κρίνητε περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ νομίμου τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, σεῖς, διότι τίθεσθε τότε ὑπεράνω τῆς γνώμης τοῦ κυριάρχου Σώματος.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐφόσον ὅμως ὑπάρχει νόμος, πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸς ὁ νόμος αὐτός.
§88Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴμεθα ἐδῶ διὰ νὰ φροντίζωμεν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, τὰ συμφέροντα δὲ τοῦ λαοῦ ἐπιβάλλουν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῶν φορολογικῶν προθεσμιῶν».
§89Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, κ. Πρόεδρε.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐφόσον βλέπω 17 Βουλευτὰς ἱσταμένους μὲ τὴν ἀπειλὴν νὰ ζητήσωσι νὰ προταχθῇ ἰδικόν των νομοσχέδιον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀκούσω κανένα, ἐὰν δὲν γίνῃ ἡσυχία καὶ πεισθῶ, ὅτι δὲν προβάλλονται ἄλλαι ἀξιώσεις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν.
§92Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς πέντε ἡμερῶν λήγει ἡ προθεσμία τῶν δωδεκατημορίων. Τὸ 29ον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ χορηγείας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων». Εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ μηχανὴ τοῦ Κράτους.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπόν, βʹ συζήτησις καὶ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀπὸ 22 Μαΐου καὶ 25 7)βρίου 1926 Ν. Διαταγμάτων «περὶ καταβολῆς ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ἐσόδων τινῶν».
§94Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Θὰ γίνῃ συζήτησις. Τὸν λόγον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§96Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Ὡμιλήσατε εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν κ. Βουλευτά. Τί θέλετε τώρα; Θέλετε νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἄς μὴ ψηφισθῇ.
§97Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§98Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Μάλιστα, μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸ σύνολον.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὑπ. ἀριθ. 55, κ. Πρόεδρε. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν καθήσουν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ καὶ δὲν παύσουν αἱ ἀξιώσεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν καὶ πάλιν. Λοιπόν, τὸ 55ον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν» Δεκτόν. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ἐν Πάτραις Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Ὀρφανοτροφείων Ἀθηνῶν». Δεκτόν. Μόνη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2300 «περὶ ἱδρύσεων ἐν Χίῳ Χιακοῦ Ἡρώου». Δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1928 συμβάσεως περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ λογαριασμὸν καὶ ἐγγυήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μέχρι 4000 τόννων ἀραβοσίτου πρὸς διάθεσιν εἰς τοὺς κατοίκους περιφερειῶν τινῶν τοῦ Κράτους». Δεκτόν.
§102Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ἀγροφυλακῆς τῆς Κρήτης».
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3394 «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ἀγροφυλακῆς τῆς Κρήτης». Δεκτόν. Συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν παραπομπὴν τοῦ Παγκάλου ἐπὶ ταῖς κατηγορίαις τῆς ἀνατροπῆς τοῦ Πολιτεύματος, τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ Καζίνου Λουτρακίου.
§104Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως περὶ παραπομπῆς τοῦ Παγκάλου, νομίζω ὅτι ἐκκρεμεῖ ἡ αἴτησις τοῦ κατηγορουμένου περὶ ἀπολύσεώς του ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον πρῶτον νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης, διότι ἐδόθη πενθήμερος προθεσμία προκειμένου ὅπως συνυποβληθῶσι καὶ ἄλλαι κατηγορίαι. Νομίζω, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν προέχει ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ Παγκάλου καὶ ἔπειτα ἡ αἴτησις περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ. Πρέπει πρῶτα νὰ λυθῇ τοῦτο τὸ ζήτημα καὶ ἔπειτα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς διάταξιν τοῦ νόμου, ὑποχρεοῦσαν αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς συζήτησιν τὴν ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν κατὰ τοῦ Παγκάλου καὶ τὴν εἰσήγαγε. Πρέπει ἡ συζήτησις νὰ ἀρχίσῃ ἐντὸς τοῦ ὀκταημέρου, καὶ ἀρχίζω ἐγὼ τὴν συζήτησιν καὶ ζητῶ τὴν παραπομπὴν τοῦ Δικτάτορος διὰ τὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας κατηγορεῖται, εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον. Εἶναι ἔναρξις συζητήσεως αὐτή;
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τοῦτο, προτείνω δι’ αὔριον τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§108Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δηλῶ ἐπισήμως, ὅτι εἶναι βάσιμος ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βοζίκης δι’ αὔριον, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ, προκειμένου περὶ τῆς κατηγορίας περὶ ἀνατροπῆς τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι τὸ δεδικασμένον.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὥρισα συζήτησιν δι’ αὔριον. Ἡ ἔννοιά μου ἦτο μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§110Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς ἐνστάσεως τοῦ δεδικασμένου, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει ὁ Πάγκαλος καὶ ἡ ὁποία ἔχει πολλὰ τὰ ὑπέρ. Ἐγὼ δὲν τὰ δέχομαι. Εἶναι συζήτησις σοβαρωτάτη. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀφοῦ ἐγενόμεθα ἐκπρόθεσμοι ἐπὶ δέκα ἡμέρας, διότι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀρχίσει πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ συζητήσωμεν, ἐκ τοῦ νόμου. Δὲν ἕπεται δὲ ἐκ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον. Χθὲς εἴχομεν τὴν συζήτησιν περὶ Γερουσίας καὶ κατόπιν περὶ Παγκάλου. Τί συμβαίνει καὶ ἐγένετο αὐτὴ ἡ μεταβολή; Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς μας καὶ νὰ σοβαρευώμεθα, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀπόφασίν μας, νὰ συζητήσωμεν πρῶτον περὶ Γερουσίας, καὶ ὅταν τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπόψε, ἐντὸς τῆς ἑσπέρας, νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ παραπομπῆς τοῦ Παγκάλου.
§111Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κατῆλθε πρὸ μικροῦ τοῦ βήματος, ἔθεσε πρὸ ἡμῶν τὸ ἐρώτημα: Διατί, ἀφοῦ χθὲς ἐσυνεχίσαμεν τὴν συζήτησιν περὶ Γερουσίας καὶ τὸ ζήτημα τῆς δίκης τοῦ Παγκάλου ἦτο δεύτερον, εἶναι σήμερον πρῶτον; Τί συνετέλεσεν εἰς τοῦτο; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ πᾶς τις θὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ Γερουσίας δὲν ἐπερατώθη χθές. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπερατώθη, ἀνακύπτει ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τὸν νόμον, τὴν ὁποίαν ὑποχρέωσιν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ ὁ διαπρεπὴς νομομαθὴς κ. Χ. Βοζίκης. Καὶ ἐνῶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑποχρέωσιν, κατεστρατήγησε τὸν νόμον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι κατώτερος τῆς εὐφυΐας του, καὶ εἶπεν: «ἀρχίζω τὴν συζήτησιν». Ἐνῶ δὲ ἀρχίζει τὴν συζήτησιν, περὶ τῆς παραπομπῆς τοῦ Παγκάλου, ζητεῖ ἔπειτα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔκρινε βάσιμον τὴν πρότασιν, στηριχθεὶς εἰς τὸ ὅτι ὑπάρχει μία ἐκκρεμὴς ἔνστασις δεδικασμένου κατὰ τοῦ Παγκάλου καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδείς, κατ’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ τὴν περισπούδαστον ταύτην πρότασιν περὶ δεδικασμένου. Μεταξὺ τῶν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει εἰς μίαν ἡ ἔνστασις τοῦ δεδικασμένου. Πλὴν τῆς ὑποθέσεως, δηλαδή, τῆς ἀγχόνης, εἰς τὴν τοῦ Καζίνου τὴν τοῦ συναλλάγματος δὲν προετάθη δεδικασμένον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τὴν ἔνστασιν ταύτην, ἡ ὁποία συνεζητήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγεται, ὅτι δὲν εἶναι οὐδεὶς ἱκανὸς νὰ τὴν συζητήσῃ καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναβάλωμεν, διότι ἀφοῦ θὰ εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ συζητήσωμεν διὰ τὴν Γερουσίαν καὶ δὲν θὰ εἴμεθα πολλῷ μᾶλλον ἱκανοὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ τῆς σπουδαίας αὐτῆς ἐνστάσεως; Ἐάν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εὕρωμεν πάντα τρόπον διὰ νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας. Νὰ εἴπωμεν εὐθαρσῶς, ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἐὰν εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς ὁ Πάγκαλος, ἀλλ’ ἐνδιαφερόμεθα ποῖον σύστημα διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, παραβιάζοντες τὸν νόμον, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Πέραν τούτου ὅμως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἕνας συμβιβασμός, νὰ κάμωμεν, πρὸ τοῦ φαγητοῦ, συζήτησιν περὶ Γερουσίας καὶ μετὰ τὸ φαγητὸν περὶ Παγκάλου.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ δύο ἀξιοτίμους συναδέλφους ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως. Ἀπεκρούσθη ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν....
§113Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπεστήριξα μόνον τὴν ἀναβολήν.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεστηρίξατε συμβιβαστικὴν λύσιν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν μετὰ τὸ γεῦμα διὰ τὸν Πάγκαλον. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ περατωθῇ καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται νὰ συζητήσωμεν περὶ Γερουσίας.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, περὶ ἀναβολῆς.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, δὲν θὰ τὴν ὑπέβαλον.
§117Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λαδᾶ, νὰ ἀποσύρω τὴν πρότασιν.
§118Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἀποσύρω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Τότε εἰς τὰς 9.30′ θὰ τελειώσωμεν καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 11 νὰ συζητήσωμεν τὸ Παγκαλικόν. Λοιπόν, συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσαλδάρης.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πᾶς τις θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ὑπάρχει νευρικότης τις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται νομοσχέδιον πρὸς ἐκτέλεσιν διατάξεως συνταγματικῆς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραμερίσωμεν πᾶσαν νευρικότητα ἐξ αἰτίας ἔξωθεν τῆς Βουλῆς προερχομένης καὶ νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὰ ἐνταῦθα τελούμενα, διότι μόνον ὅ,τι τελεῖται ἐνταῦθα δύναται καὶ νὰ ὑπάρξῃ πράγματι κατὰ νόμον, καὶ μόνον τοῦτο δύναται νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν παρὰ τῷ λαῷ καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον συγκεντροῦται ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποχρέωσις. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Γερουσίας. Βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τοῦ σκοπίμου τῆς Γερουσίας, οὔτε περὶ τῆς ἀναγκαιότητος αὐτῆς, ἀφοῦ διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερώθη ἤδη ὁ θεσμός. Εἶναι ὅμως γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, ὑπῆρξα πάντοτε ἀντίθετος τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὡς μὴ προωρισμένου νὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοπόν τινα. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω ἤδη, ὅτι ἡ ἐλαχίστη πλειοψηφία κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ θεσμὸς οὗτος καθιερώθη, ἡ παραμέλησις καθ’ ὅλον τὸν χρόνον ὄχι μόνον ἀφ’ ἧς τὸ νέον Σύνταγμα ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς καὶ προηγούμενον ἄλλο Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνο ἐθεωρήθη ὡς ἰσχῦον καὶ καθιέρου τὴν Γερουσίαν, ἡ παραμέλησις τῆς πραγματώσεως τοῦ θεσμοῦ καταδεικνύει πόσον ὀλίγον εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ἀνταποκρίνεται οὗτος, καὶ πόσον ὀλίγον εἶναι χρήσιμος. Μακρὸν διήλθομεν χρόνον ἐνταῦθα ἐργαζόμενοι, ἀσκοῦντες τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἠσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην τοῦ ἑτέρου τούτου ἐπικουρικοῦ Σώματος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἠσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην πῶς καὶ αὐτὴ ἡ Βουλή, τυπικῶς ὅλως, εἰ δυνατόν, νὰ ἐπιτελῇ τὸ τοιοῦτον ἔργον της. Δὲν θὰ χρειασθῇ ν’ ἀναφέρω ἄλλα παραδείγματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτης τῆς ἑσπέρας, ὅπου δῆθεν συνεζητήθησαν καὶ ἔγιναν νόμοι τοῦ Κράτους νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν θὰ δύνανται ἐν συνειδήσει νὰ εἴπουν, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ περιεχομένου των ἢ κἂν ἐγνώριζον τὸ ἀφορῶν ταῦτα θέμα, ὅταν ἀνεφώνουν τὴν παραδοχήν των. Δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ, δυστυχῶς, εἰς τίποτε τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη καὶ θὰ ὑποστῶμεν καὶ ἱκανὰς δαπάνας ἑκατομμυρίων ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀπώλειαν ἐργασίας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο κάπου ἀλλοῦ σκοπιμώτερον νὰ χρησιμοποιηθῶσι. Νομίζω δ’ ἀκόμη, ὅτι καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ δι’ ὅσους ὑπερεψήφισαν τοῦ θεσμοῦ κατὰ τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος καθιέρωσίν του, δὲν ἦτο οὔτε κἂν ὥριμον εἰς τὴν συνείδησίν των τίνα κυρίως σκοπὸν ἦτο τεταγμένον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν μέρει ἀφέθησαν καὶ ἀκαθόριστα τὰ τῆς συνθέσεως αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν τῶν προσώπων, ἅτινα θὰ συνεκρότουν τοῦτο καὶ ἔν τισιν ἀνωμάλως καθωρίσθη. Καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ καθορίσῃ τὰ περὶ τούτου θετικώτερον’ ἐλάχιστα ἱκανοποιητικῶς δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι τὰ περὶ τούτου προσδιωρίσθησαν. Ἐκτὸς τῆς κατηγορηματικῆς σχετικῆς τοῦ Συντάγματος διατάξεως, καθ’ ἣν 90 ἐκ τῶν 120 Γερουσιαστῶν πρέπει ὡρισμένως νὰ ἐκλέγωνται γενικῶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διὰ τοὺς ἄλλους ὁρίζεται 10 τὸ πολὺ νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, καὶ περὶ τῶν ὑπολοίπων 20 οὐδὲν σχετικῶς διατάσσεται. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς πρὸς τοὺς δέκα οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀνώτατον ὅριον πρόκειται νὰ ἐκλεγῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, διὰ τὴν συγκρότησιν αὐτῆς παρουσιάζεται τοῦτο τὸ ἀνώμαλον, ὅτι διὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην δέον ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ καταρτισθῇ ὡς Σῶμα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου της καὶ τῶν ἀπαιτουμένων γενικῶς διὰ τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα ὕπαρξιν αὐτοῦ, ὁπότε καὶ μόνον δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἔργων αὑτῆς καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὴν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς ἐκλογὴν τῶν δέκα τὸ πολὺ μελῶν της, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ταῦτα δέον νὰ ἔχωσι προηγουμένως ἐκλεγῆ, ὅπως ὑφίσταται ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν συγκροτούντων τὴν Γερουσίαν. Ταῦτα λέγω καὶ προβαίνω εἰς τὴν σχετικὴν παρατήρησιν, ἵνα καταδείξω πόσον ὀλίγης προσοχῆς ἐκρίθη ἄξιος ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερώσαντας αὐτόν, ὥστε νὰ ἐπέρχωνται ἀνωμαλίαι περὶ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, σχεδὸν ἀδύνατον καθιστῶσαν ταύτην. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐκλογὴ τῶν 20 τὸ πολύ, διὰ τοὺς ὁποίους οὐδεμίαν ὑπόδειξιν κάμνει τὸ Σύνταγμα καὶ οὐδὲν ὥρισεν. Οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισαν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ δι’ ἐκλογῆς παρὰ διαφόρων τάξεων, ἀλλὰ ἐνῷ τοῦτο ἐσκέφθησαν, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ τάξεις εἰς τὰς ὁποίας ἀπέβλεψαν, δὲν ἔχουσιν ὀργανωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ ἐκλογὴ παρ’ ὅλων τῶν τάξεων. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησαν, ὡς φαίνεται, ν’ ἀναπληρώσουν ἄλλον τινὰ θεσμόν, περὶ τοῦ ὁποίου εἰς πολὺ προηγούμενον χρόνον, κατὰ τὴν Τρίτην Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸν θεσμὸν τοῦ ἐπικληθέντος Παρακοινοβουλίου τῶν πλουτοπαραγωγικῶν τάξεων. Ἀλλ’ ἂν ὄντως διὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς ἀπέβλεψαν ὁπωσδήποτε νὰ ἀναπληρώσουν τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀναπληροῦν, ἀλλὰ τοὐναντίον καταστρέφουσιν ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁ θεσμὸς τοῦ παρακοινοβουλίου. Ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἐσκόπει εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς κρατικῆς Ἐξουσίας διὰ τῆς ἀσκήσεως ταύτης οὐχὶ μόνον παρὰ τῶν κοινῶν τοῦ Κράτους παραγόντων ἀποκλειστικῶς, ἀλλ’ ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας, ὅταν ἐφάπτεται θεμάτων κοινωνικοῦ ἢ πλουτοπαραγωγικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπως συμπράττῃ μετὰ τούτων καὶ ἰδιαιτέρα ἐκπροσώπησις τῶν ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐν γένει παραγωγικῶν τάξεων, γνωμοδοτοῦσα ἐπὶ τῶν τὰ θέματα ταῦτα ἀφορώντων νομοσχεδίων. Διὰ τῆς τοιαύτης γνωμοδοτήσεως καὶ τῆς ἐπαφῆς καὶ συνεργασίας τῶν ἐκπροσώπων τῶν τάξεων, ἃς ἰδιαιτέρως ἀφορῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα, ὄχι μόνον θὰ ἐξυπηρετοῦντο καὶ θὰ προήγοντο, ἀλλὰ καὶ ὑφιστάμεναι τυχὸν παρεξηγήσεις μεταξὺ τῶν ἐκπροσώπων τούτων θὰ ἐξέλιπον καὶ ἀνωμαλίαι ἐκ τῆς διαπάλης τῶν συμφερόντων τούτων ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ θὰ ἠδύναντο νὰ προλαμβάνωνται καὶ πάντως εὐχερέστερον νὰ διαλύωνται καὶ νὰ κανονίζωνται, ἀφοῦ ἡ ἐκ τῆς κοινῆς ταύτης συνεργασίας γνώμη θ’ ἀπετέλει οὐσιώδη συντελεστὴν τῆς ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ρυθμίσεως τῶν ποικίλων τούτων συμφερόντων. Ἡμεῖς, οἱ θέλοντες τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀντὶ τῆς Γερουσίας, ἐπιστεύσαμεν καὶ πιστεύομεν, ὅτι εἰς τὴν ἐπίσημον ταύτην κατ’ αὐτὸν μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου ἐπαφὴν καὶ συνεργασίαν θὰ ἐξέλιπε πᾶσα τυχὸν παρεξήγησις, ἡ ὁποία θὰ προήρχετο ἐκ τῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ διαπάλης καὶ θὰ ἠλαττοῦντο, ἐὰν δὲν ἐξέλιπον καθ’ ὁλοκληρίαν, αἱ τυχὸν ἀντιθέσεις, θὰ προήρχοντο δὲ ἐκεῖθεν αἱ εὐστοχώτεραι πρὸς ἐναρμόνισιν τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου γνῶμαι καὶ θὰ προήγοντο ἀμφοτέρων ἐκ παραλλήλου τὰ συμφέροντα διὰ τοῦ ἀμοιβαίου καὶ εἰλικρινοῦς τούτων συνδυασμοῦ καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀπεργίας, οὔτε διὰ τοῦ λὸκ–ἄουτ, δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη ἐξ ἴσου καταστρεπτικῶν. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἡ συμπλήρωσις τῆς Γερουσίας κατὰ 20 μέλη ἐκ τῶν τοιούτων τάξεων προερχόμενα θὰ δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ ποσῶς τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ οἰκονομικὸν ὡς ἄλλως ἐκλήθη. Καὶ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἀνωμαλίας ἐν τῇ συνθέσει αὐτῆς τῆς Γερουσίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ λαϊκαί τινες τάξεις θὰ ἔχουν διπλῆν ἀντιπροσώπευσιν, καθ’ ὅσον θὰ μετέχωσι τῆς ἐκλογῆς τῶν 90, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέγῃ τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, θὰ ἐκλέγωσι δὲ καὶ τοὺς ἰδίους ἀντιπροσώπους ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῶν τάξεων. Ἀφ’ ἑτέρου, ἐνῷ θὰ ἐκλέγωνται εἰδικοὶ ἀντιπρόσωποι ὡρισμένων τάξεων, θὰ εὑρίσκωνται ἀντιμέτωποι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι καὶ ἐν πλειοψηφίᾳ καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκπροσωπῶσι τὸ σύνολον. Πρὸς δὲ τὰ εἴκοσι ταῦτα εἰδικὰ τῆς Γερουσίας μέλη, οὔτε θὰ ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην διαρκῆ ἐξάρτησιν ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἰδιαιτέρως θὰ ἐκπροσωπῶσι, μὴ δυνάμενα ἢ μόνον μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Γερουσίας, καὶ ταῦτα ν’ ἀντικαθίστανται. Καὶ ἐπὶ πᾶσιν, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀμφίβολον ἂν δύναται νὰ συμπληρωθῇ, δὲν ὑφίσταται ἡ εἰδικὴ αὕτη ἐκπροσώπησις ἢ μόνον διά τινας τάξεις. Ἤκουσα προχθὲς ἀγορεύοντα τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ εἰδικὴ ἐκπροσώπησις, νὰ περιορισθῇ δὲ μόνον ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ τῶν ἐπιστημόνων, προσέθηκε δὲ ἀκόμη καὶ τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ ἀνωτέρου κλήρου. Ἀλλὰ διατί τάχα θὰ περιορισθῇ ἡ εἰδικὴ αὕτη ἀντιπροσωπεία μόνον εἰς αὐτὰς τὰς τάξεις; Ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι ἐκπληροῖ σκοπόν τινα ἡ εἰδικὴ ἀντιπροσωπεία τῶν τάξεων ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς δὲν δικαιολογεῖται καὶ καθίσταται διάκρισις μὴ ὀφειλομένη. Ἐὰν δὲ ὑφίστανται δυσχέρειαι πρὸς ἐπέκτασιν τῆς εἰδικῆς αὐτῆς ἐκπροσωπήσεως ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων, αἵτινες θὰ εἶχον εὔλογον πρὸς τοῦτο ἀξίωσιν, ἔδει νὰ εἶχε τοῦτο προηγουμένως παρατηρηθῆ, καὶ ἐφόσον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῶσιν, ὥστε νὰ ἐκπροσωπηθῶσι πᾶσαι, ὅπερ ἤδη παρίσταται δυσχερές. Πάντως ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ὅπως μὴ δι’ ἀνωμαλιῶν, περὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος τούτου τῆς Γερουσίας, καταστῇ καὶ ὡς ἐκ τούτου αὕτη ἔτι ὀλιγώτερον χρήσιμος καὶ ἀνεκτή. Μεταξὺ τῶν προεχόντων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου σχετικῶς μὲ τὸν θεσμὸν τοῦτον, εἶναι καὶ τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλεγῶσιν οἱ ἐκ τοῦ λαοῦ γενικῶς προερχόμενοι ἀντιπρόσωποι. Ἡ κατὰ τοῦτο ὅμως συζήτησις δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικὸν ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἐπεξετάθη καὶ γενικώτερον περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὐτὴ εἶναι ἀντικανονική. Ἵνα καθορίσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλεγῶσι τὰ μέλη τῆς Γερουσίας, θὰ ἦτο βεβαίως σκόπιμον νὰ παραλληλίσωμεν τὰς σκέψεις μας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγεται καὶ τὸ ἕτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Γερουσίας θὰ ἐργάζεται, ἵνα ἐκτελῇ τὸν κύριον σκοπόν του, τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ παραλληλισμὸς θὰ ἦτο χρήσιμος. Καὶ ἐφόσον διὰ τὸν παραλληλισμὸν τοῦτον ἐγένετο ἡ ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος γενικὴ συζήτησις, βεβαίως εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θέλωμεν νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα, ὡς πρὸς τὰς κρατούσας ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἐν γένει καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οὕτως ἐνταῦθα ἐκτιθεμένων, νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ρύθμισις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ τοῦ ἑτέρου Σώματος, τῆς Βουλῆς, ἄνευ εἰδικοῦ πρὸς τοῦτο νόμου, δὲν εἶμαι ποσῶς σύμφωνος καὶ ὅλως τὸ ἀποκρούω. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ὡς πάντες καλῶς γνωρίζετε, ἡ Βουλή, δηλ. ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, Σῶμα ἀκαδημαϊκόν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων καὶ κατὰ τὸν ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τρόπον. Καὶ μόνον ὅταν καταλήξῃ εἰς τὴν λῆψιν τοιαύτης ἀποφάσεως καταρτίζουσα τὸν οἰκεῖον νόμον ἔχουσι σημασίαν αἱ ἐνταῦθα ἐκτεθεῖσαι ἀντιλήψεις, ἄλλως εἶναι ἁπλῆ φιλολογία, μὴ ἔχουσα καὶ τὴν ἀξίαν ταύτης. Προβαίνω εἰς τὴν τοιαύτην παρατήρησιν, διότι οὐδένα ἐκ τῶν ἐνταῦθα καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἀκόμη διαφεύγει, ὅτι ἀπό τινος χρόνου εὑρισκόμεθα πρὸ ἀποπείρας ἀνωμαλίας τινος σχετικῆς, μελετωμένης ἐκτὸς τοῦ Σώματος.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι ἀνωμαλίαν.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ... Εὑρισκόμεθα, λέγω, πρὸ ἀνωμαλίας ἔξωθεν κινουμένης, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παρατηρῶ ζωηρωτέραν τὴν ἀπήχησιν αὐτῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, ποῦ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἡ νευρικότης μετὰ τῆς ὁποίας διάφοροι Βουλευταὶ ἐπεζήτουν τὴν ἐπιψήφισιν ἀσυζητητὶ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἰδιαίτερον ἀπέδιδον ἐνδιαφέρον. Παρὰ ταῦτα δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν οἱασδήποτε φαινομενικῆς ἢ μὴ πιέσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Θὰ ὁμιλήσω ὡσεὶ ἂν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου Βουλήν, ἡ ὁποία ἐργάζεται τακτικῶς καὶ ἡ ὁποία ἀκόμη ἔχει κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε, μακρὰν τὴν διάρκειαν τοῦ βίου αὐτῆς καὶ ἡ ὁποία, ὡς ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν διαρρυθμισθῇ, εἶναι κυρία ἑαυτῆς καὶ αὐτὴ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης της καὶ ὅταν ἀκόμη καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ἔργου της. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, ἐὰν ἐξέρχωμαι ὀλίγον τοῦ θέματος. Πράττω τοῦτο, ὅπως τονίσω τὴν δύναμιν τοῦ Σώματος τούτου καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ὡς τῆς ἀνωτέρας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἀποτελούσης τὴν βάσιν τοῦ Πολιτεύματος, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί ἕκαστος φρονεῖ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τούτου. Διότι βάσις τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἐὰν παρίσταται τοῦτο ἐξωτερικῶς, εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ, τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ἐνταῦθα εἶσθε οἱ ἀντιπρόσωποι. Μετὰ ταῦτα καὶ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθεσα, ἔρχομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου γενικῶς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον πρόκειται ἤδη νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις, τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐνενήκοντα ἢ καὶ πλέον τυχὸν μελῶν τῆς Γερουσίας, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκλεγῶσι γενικῶς παρὰ τοῦ Λαοῦ, δὲν εἶναι παντοῦ ὁμοιομόρφως λελυμένον τὸ ζήτημα, ἐὰν ἀμφότερα τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὁμοιόμορφον ἐκλογικὸν σύστημα ἢ πρέπει νὰ ἔχωσι διάφορον τοιοῦτον. Γνωρίζετε τὴν κρατοῦσαν ποικιλίαν, ὡς πρὸς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, καὶ ὅτι ποὺ μὲν ἐδέχθησαν ὁμοιόμορφον σύστημα ἐκλογῆς τῶν δύο Σωμάτων, ἀλλαχοῦ δὲ διάφορον δ’ ἕκαστον. Ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐνταῦθα κατὰ τὴν Δʹ Συνέλευσιν ἐπεκράτησεν, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας, ὅπως αὕτη γίνεται παρὰ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Συμβούλων καὶ ἄλλων πρὸς τοῦτο εἰδικῶς ἐκλεγομένων ἐκλεκτόρων, τὸ σύστημα δηλαδὴ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας. Ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα μέρη καί, ὡς ἐνθυμοῦμαι, τοιοῦτον ὑφίσταται ἐν Γαλλίᾳ. Κατ’ ἐμὲ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Γερουσίας, ἔχει πολλὰ τὰ πλεονεκτήματα καὶ ἰδίᾳ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προδήλως προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς τῶν ἐκλεγομένων πρὸς ἐκείνους, περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων καλοῦνται νὰ προνοήσουν. Πρὸ παντὸς ἀποκρούω τὴν διὰ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβούλων ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας. Ἐὰν ταῦτα καταστήσωμεν ἐκλέκτορας τῆς Γερουσίας, οὐδένα ὑμῶν δύναται νὰ λανθάνῃ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ συμβούλια ταῦτα θὰ μετατρέπωνται εἰς κομματάρχας. Κομματάρχαι δὲ γενόμενοι θὰ ἦσαν οἱ ὀλιγώτερον κατάλληλοι νὰ εἶναι δημοτικοὶ καὶ κοινοτικοὶ σύμβουλοι. Εἶναι φυσικόν, ὅτι θὰ κατεβάλλετο φροντὶς νὰ ἐκλέγωνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνῆκον, ὡς ἐκλέκτορες τῆς Γερουσίας, εἰς ὡρισμένην μερίδα, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ εἶναι οἱ καταλληλότεροι καὶ μᾶλλον προωρισμένοι διὰ τὰ τοπικὰ συμφέροντα, εἴτε τὰ δημοτικά, εἴτε τὰ κοινοτικά. Εὐτυχῶς ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος τῆς Δʹ Συνελεύσεως δὲν περιελήφθη εἰς τὸ νῦν, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἔκθεσις, μολονότι αὕτη ἀτελῶς ὅλως ἐμφανίζεται, οὐδαμῶς περιλαμβάνουσιν ἢ ἀποδέχονται παρεμφερῆ τοιαύτην ἐκλογὴν καὶ ἐν γένει ἀποκρούεται παρ’ ἀμφοτέρων τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Καὶ τοῦτο πιστεύω θὰ γίνῃ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως καὶ οἱ Γερουσιασταὶ οἱ ὑπὸ τοῦ λαοῦ γενικῶς ἐκλεγόμενοι, ἐκλέγωνται κατὰ τρόπον ὥστε ὡς ἄμεσοι φορεῖς τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς πλειότερον μετ’ αὐτοῦ τυγχάνωσι συνδεδεμένοι καὶ ἀμεσώτερον καθίστανται ἀντιλήπτορες τῶν συμφερόντων αὐτοῦ καὶ τῶν ποικίλων σχέσεών του, τὰς ὁποίας καλοῦνται νὰ ρυθμίσωσι. Καὶ ἐφόσον οὕτω καταλήγομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας, ὡς γίνεται καὶ διὰ τὴν Βουλήν, παρὰ τοῦ λαοῦ, προβάλλει ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: κατὰ τίνα τρόπον δύναται ὀρθότερον καὶ λυσιτελέστερον νὰ γίνεται ἡ τοιαύτη ἐκλογή; Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου γενικώτερον αἱ διάφοροι ἀντιλήψεις, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἴτε εἰς τὸ ἓν Σῶμα, τῆς Βουλῆς, ἀνήκουσιν οἱ ἐκλεγόμενοι, εἴτε εἰς τὸ ἕτερον, τῆς Γερουσίας. Ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον σύστημα; Προκειμένου περὶ ἐκλογικῶν συστημάτων καὶ οἱ ὀλιγώτερον ἐξ ὑμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος διατρίψαντες θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐλάχιστοι οἱ μὴ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ἀσχοληθέντες δημοσιολόγοι καὶ μετὰ πόσης διεξαγωγικότητος καὶ ἐπὶ λεπτομερειακῶν τοῦ θέματος ζητημάτων. Εἰς τὰ γενικὰ τοῦ θέματος ἐγένοντο διακρίσεις καὶ ὑποδιακρίσεις καὶ ὡς ἐκ τῶν ποικίλων καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειακῶν γνωμῶν ὁ θέλων νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα εὑρίσκεται ἀληθῶς πρὸ χάους. Καὶ θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἀπορία ἄν ἡ τοιαύτη ἀπασχόλησις ἦτο ὀρθὴ καὶ ἐκ τοῦ θέματος δικαιολογημένη, ἢ θὰ ἤρκει μόνον ἡ ἐξέτασις τῶν γενικωτέρων γραμμῶν, ὡς πρὸς τὰ κρατοῦντα συστήματα τοῦ ἀναλογικοῦ ἢ πλειοψηφικοῦ φέρ’ εἰπεῖν, καὶ νὰ θεωρήσῃ τὰ λοιπὰ δευτερεύοντα καὶ λεπτομερειακά, ἀνάξια ἰδιαιτέρας ἀπασχολήσεως καὶ εἰδικῆς ἀπασχολήσεως. Ὄχι ὡς νομικός, κατὰ τὸ ἀξίωμα ὅτι καλὸς νομικὸς εἶναι ὁ καλῶς διακρίνων, ἀλλ’ ὡς πολιτικὸς εὑρίσκω, ὅτι μεγίστην ἔχουσι σημασίαν πᾶσαι αἱ μελέται ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ αἱ εἰς τὰ διάφορα συστήματα τὰ γενικὰ γινόμεναι διακρίσεις καὶ ὑποδιακρίσεις καὶ αἱ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ θέματος ἀπασχολήσεις, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ θέματος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὅπως ἐξευρεθῇ ὁ εὐστοχώτερος τρόπος τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὥστε καὶ εἰς τὴν πραγματικὴν λαϊκὴν θέλησιν ν’ ἀνταποκρίνεται καὶ ἡ σύνθεσίς της νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται τελεσφόρως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της. Οἱ προηγηθέντες ἐμοῦ ρήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠρκέσθησαν νὰ ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των μόνον γενικώτερον περὶ τοῦ ἂν δέον νὰ προτιμηθῇ τὸ ἀναλογικὸν ἢ πλειοψηφικὸν σύστημα καὶ περιέργως ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, τὰ δὲ λοιπὰ ἐθεωρήθησαν δευτερεύοντα, ἀνάξια νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλήν. Εἰς ἐμὲ παρακαλῶ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἶμαι ὀλίγον διεξοδικώτερος. Θὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου καὶ ἐπί τινων ἐξ ἐκείνων τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς προλαλήσαντας ἐθεωρήθησαν δευτερεύοντα καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῶν ἀπαραιτήτων κατ’ ἐμὲ σημείων διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ ἡμῶν συστήματος. Καὶ τονίζω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τὸ σύνολον τῆς γνώμης μου ἐπὶ τῶν διαφόρων σημείων, δι’ ἃ θὰ ἀσχοληθῶ, ἀποτελεῖ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ἐπὶ τῶν σημείων τούτων τοιαύτη ἢ ἄλλη ἀπόκλισις νὰ θεωρῆται ὡς ἀποτελοῦσα ἕτερον ἐκλογικὸν σύστημα ἢ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενον. Ἤκουσα χθὲς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν κ. Βοζίκην λέγοντα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἕκαστον κόμμα ὁπωσδήποτε καὶ λεληθότως νὰ ἐπηρεάζηται εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ἰδεῶν του ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει σχηματίσει μετὰ μελέτην τῆς πραγματικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, περὶ τοῦ πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικρατήσῃ. Ναί, Κύριοι, ὑποσυνειδήτως εἶναι δυνατὸν καὶ τοῦτο ἀκόμη νὰ συμβαίνῃ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐκθέσω τὰς γνώμας μου, θὰ ἀκούσητε ταύτας καὶ σεῖς θὰ κρίνητε ἐπὶ τούτων ἀντικειμενικῶς χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεσθε ἀπὸ τὰ ὑποσυνείδητα τυχὸν αἴτια τοῦ ὁμιλοῦντος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα σεῖς θὰ εἶσθε ἐλεύθεροι καὶ ἀνεπηρέαστοι συνεπῶς εἰς τὰς σκέψεις σας. Καὶ θὰ ἔχετε κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἐλευθερίαν εἰς τὰς σκέψεις σας, καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ κρίνητε ἀνεπηρεάστως ἐκ κομματικῆς ἀποχρώσεως, καθόσον τὸ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ἀπετέλεσε ζήτημα ἀπὸ τὰς συμφωνίας τοῦ ὁποίου νὰ ἤρτηται ἡ συνοχὴ τῶν μελῶν ἑνὸς κόμματος οὐδὲ κὰν ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων ἀνεγνωρίσθη γενικῶς τοὐλάχιστον ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐτέθη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος ἐν Βελγίῳ, ἐνῷ τοὐναντίον ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρὰ μέλους τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστηρίχθη, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς γνωρίζετε, ὁ περὶ τούτου νόμος χαρακτηρίζεται ὡς εἶδός τι συμπληρώματος τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, ὡς ἀφορῶν τὴν διαδικασίαν τῆς συνθέσεως καὶ καταρτίσεως τῆς παρ’ αὐτοῦ καθοριζομένης νομοθετικῆς ἐξουσίας, τῆς ἀποτελουμένης ἐκ δύο Σωμάτων. Καὶ εἶναι ἡ κυρία ἄποψις, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας, ὡς ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ πολιτικὸν καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα κομματικῆς ἀντιλήψεως. Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας Βουλὴν ἐνεφανίσθη πολλάκις ζήτημα διαφωνίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ φίλων καὶ μάλιστα ἐκ τῶν ἐπιφανῶν τοῦ κόμματος, ὡς πρὸς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, χωρὶς τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ὡς δυσπιστία πρὸς ταύτην. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ 1906, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐρείας περιφερείας, καὶ εὑρέθη ἀντιμέτωπος φίλων αὐτοῦ καὶ φίλων ἐκ τῶν καλλιτέρων. Ὁ ἀείμνηστος Γούναρης ἀντέκρουσε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τότε διὰ μιᾶς ἐκ τῶν ὡραιοτέρων ἀγορεύσεών των. Ὁ ἀείμνηστος Πρωτοπαπαδάκης ἐτάχθη ἐπίσης ἐναντίον. Τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξε καὶ ὁ ἀπουσιάζων ἤδη καὶ τότε καὶ τώρα βουλευτὴς κ. Στάης καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν τότε βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἐξέθεσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀντιθέτους ἀντιλήψεις των. Ἡ φύσις τοῦ ζητήματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἀπόλυτος ἐλευθερία καὶ εἰλικρίνεια πλήρης εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν προκειμένου νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν λαὸν τὰ ἀπαιτούμενα μέσα τῆς προσηκούσης αὐτοῦ ἐκπροσωπήσεως ἐν τῇ νομοθετικῇ τοῦ Κράτους ἐξουσίᾳ. Ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων σημείων εἰς τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἀποβλέψωμεν κατ’ ἐμὲ ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εἶναι τὸ μηχανικὸν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος θὰ ἐκδηλώσῃ τὴν θέλησίν του, ὥστε πρὸς τοῦτο νὰ ἀσφαλίζεται ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον τὸ γνήσιον καὶ ἀνεπηρέαστον αὐτῆς. Εἶναι τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν οὐσιωδῶς εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου. Εἴτε εἴπομεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν δέον ν’ ἀποβλέπωμεν μᾶλλον εἰς ἰδέας ἢ τὰ πρόσωπα, ἢ τοὐναντίον, εἰς ἀμφότερα ὁ λαὸς πρέπει ἀπαραιτήτως πάντοτε νὰ ἐξασφαλισθῇ ὡς πρὸς τὸ μηχανικὸν μέσον, ὥστε ἡ περὶ τούτου ἐκδήλωσις τῆς θελήσεώς του, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων, ὡς φορέων τῶν ἰδεῶν του ἢ ὡς τοιούτων τῆς ἐκτιμήσεώς του νὰ δύναται νὰ εἶναι γνησία καὶ ἀνεπηρέαστος. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τούτου, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς θεωρῶ δευτερεῦον καὶ παραμελητέον, ὡς παρ’ ἄλλων ἐνταῦθα ἤκουσα. Τί θὰ ὠφελήσῃ, κύριοι, νὰ ἔχετε πολιτικὰ προγράμματα, νὰ ἔχετε πολιτικὰς ἰδέας καὶ νὰ προσπαθῆτε νὰ ἐμπνεύσητε τὸν λαὸν διὰ τούτων καὶ πιστεύσῃ εἰς ταύτας ἡ περὶ τῆς ἱκανότητός σας καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς τῶν προθέσεών σας ὅτι θὰ προνοήσετε περὶ τῶν συμφερόντων του, ὅταν ἡ Πολιτεία δὲν παρέχει εἰς τὸν λαὸν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν πραγματικὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς ταῦτα ἐσχημάτισεν; Ἐὰν ἀναδιφήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας ἡμῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ σημεῖον τοῦτο πάντοτε ἐθεωρήθη ὡς θεμελιῶδες κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ ἐκ τῶν παλαιοτέρων, ὅτε εἶχε καθιερωθῇ τὸ ψηφοδέλτιον, ἀλλ’ εἰσεχώρησαν τοσαῦται καταχρήσεις καὶ τοιοῦτοι δόλοι καὶ νοθεῖαι εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ὥστε ὄχι μόνον κατηργήθη τὸ ψηφοδέλτιον καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ σφαιριδίου, ἀλλὰ καὶ συνταγματικὴ ἐλήφθη πρόνοια κατὰ ἐνδεχομένης ἀποπείρας μεταβολῶν καὶ περιελήφθη, ὡς γνωστόν, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκλογὴ γίνεται διὰ μυστικῆς διὰ σφαιριδίου ψηφοφορίας. Καὶ ἡ καθιέρωσις τοῦ σφαιριδίου ἀπετέλεσε συντακτικὴν διάταξιν μέχρι τῆς κατὰ τὸ 1911 ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου παρελείφθη ἡ τοιαύτη διάταξις, ὄχι διότι ἐκρίθη καθ’ ἑαυτὴν καταργητέα, ἀλλ’ ἵνα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἐν τῷ μέλλοντι μείζων παρασχεθῇ εὐχέρεια εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τὴν ῥύθμισιν τῶν περὶ τούτου. Καὶ ἐνῷ ἐλευθέρα ἀφέθη κατὰ τοῦτο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας ταύτης. Μέχρι τῶν τελευταίων ἐκλογῶν τοῦ 1920 ἐξηκολούθει νὰ κρατῇ τὸ σφαιρίδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερωθῇ διὰ τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου. Μεταβολὴ ἐπῆλθε κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδον. Δὲν δυνάμεθα ὅμως, κύριοι, νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν περίοδον αὐτὴν εἰς τὰς σκέψεις μας, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐκλογῶν, διὰ τὰς ὁποίας παρ’ οὐδενὸς εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἐκτὸς ταύτης, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογηθῇ, ὅτι διεξήχθησαν διὰ νὰ ἔχουν ὡρισμένον ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν προτέρων. Τοιαύτας περιστάσεις δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ τὰς κάμωμεν ρυθμιστὴν τῶν σκέψεών μας. Μεταβολή, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν περίοδον ἐκείνην, δὲν ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταίως ἐφαρμοσθὲν σύστημα τῆς ἀναλογικῆς, τὸ σφαιρίδιον δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ. Καὶ μολαταῦτα, Κύριοι, καὶ ὅτε ἀνωμάλως καθωρίζετο, ἀντὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἐρρίφθη καὶ τότε ἡ ἰδέα, ὅπως ἀντὶ τοῦ ψηφοδελτίου, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμοποίησις ἐθεωρήθη οὐχὶ εὐχερής, νὰ εὑρεθῇ καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην τὴν ἀναλογικὴν τρόπος χρήσεως τοῦ σφαιριδίου. Ὥστε, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν λαϊκὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἐξεφύγαμεν ἀκόμη δι’ οὐδενὸς νομίμου τρόπου ἀπὸ τὸ σφαιρίδιον, πλὴν τῆς τελευταίας περιπτώσεως τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον πῶς ἐγένετο τοῦτο καὶ πῶς καὶ ἐκεῖ ἐζητήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σφαιρίδιον. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι εἶμαι τόσον ἀναχρονιστικός, εἶμαι τόσον ὀπισθοδρομικός, ὥστε νὰ θέλω τὸ σφαιρίδιον ἀκόμη καὶ σήμερον! Κατηγορήσατέ με, κύριοι ἀτομικῶς ὅσον θέλετε, ἀλλὰ παρὰ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν σκεφθῆτε εὐσυνειδήτως ἐπὶ ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς ὁμιλῶ. Σκεφθῆτε ἂν σήμερον ἔχετε κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε τὸ ψηφοδέλτιον ὡς μέσον ἐκλογῆς, ὡς τρόπον διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ ἂν ἡ δι’ αὐτοῦ ἐκδηλωθεῖσα κατάστασις εἶναι ἡ πραγματική. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καθιερώθη τὸ σφαιρίδιον ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μυστικὸν τῆς ψηφοφορίας καὶ ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας ἰσχύει καὶ σήμερον ἀκόμη. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὴν περιωπήν, κατὰ τὴν ὁποίαν περὶ προσώπων πρακειμένου—διότι καὶ ἄν περὶ ἰδεῶν πρόκειται, πάντοτε τῶν ἰδεῶν αὐτῶν φορεῖς εἶνε ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ ἐπὶ ἐκείνων θὰ ἀποφανθῶμεν ἄν εἶνε οἱ καλλίτεροι φορεῖς—ἐλευθέρως καὶ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς νὰ δυνάμεθα ἀπέναντι τῶν προσώπων νὰ ἐκδηλοῦμεν τὴν κρίσιν μας περὶ τῶν καταλλήλων ἢ μὴ τοιούτων. Καὶ πόσον εἴμεθα ἀκόμη μακρὰν τούτου καὶ πόσον δύσκολος ἡ ἐκδήλωσις φανερᾶς τῆς γνώμης μου προκειμένου περὶ προσώπων ἀποδεικνύει καὶ ὁ κανονισμὸς αὐτὸς τῆς Βουλῆς, ὅπου σεῖς οἱ μᾶλλον διακεκριμένοι τῶν πολιτῶν, ἔχετε ἀνάγκην κατὰ τὸν νόμον νὰ περιφρουρηθῆτε προκειμένου περὶ προσωπικοῦ ζητήματος διὰ τὴν γνησίαν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεώς σας διὰ τῆς μυστικότητος τῆς ψήφου. Ἐκδηλώνετε τὴν γνώμην σας μυστικῶς καὶ πρὸς τοῦτο χρησιμοποιεῖται ἡ κάλπη καὶ τὸ σφαιρίδιον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ, θὰ μοῦ εἴπητε: Καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σφαιρίδιον διὰ τοῦ ψηφοδελτίου, ἐξασφαλίζοντες ἐπίσης τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ τὸ δεχθῆτε πάντες, ἀφοῦ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καθιερώθη τὸ σφαιρίδιον, ὑφίσταται ἔτι καὶ σήμερον καὶ ὑπάρχει δυστυχῶς διὰ τὸν τόπον μας, ἱκανὴ ποιότης ἐκλογέων ἡ ὁποία ἀγνοεῖ τὸ γράφειν καὶ τὸ ἀναγινώσκειν. Πῶς, Κύριοι, αὐτοὺς τοὺς ἐκλογεῖς θὰ τοὺς θέσητε ἕρμαιον οἱουδήποτε, τὸν ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ χρησιμοποιήσωσι διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν βουλήσεών των; Διατὶ κύριοι αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀφήσετε ἀπροστατεύτους μὲ τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζουν τί λέγει; Διατί, κύριοι, δὲν θὰ τοὺς παράσχητε τὴν εὐχέρειαν νὰ καθορίσωσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ θέλουσι, χωρὶς οὐδεὶς οὐδὲ ἐκ τῶν οἰκείων των, ἄν ἔχωσι τοιούτους ἐγγραμμάτους, νὰ λάβωσι περὶ τούτου γνῶσιν! Καὶ δὲν δημιουργεῖτε διὰ τοῦ ψηφοδελτίου ἀνισότητα μεταξὺ τοῦ λαοῦ; Εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ πράξητε τοῦτο. Ἀντίκειται, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὴν καθολικότητα τῆς ψηφοφορίας τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦ ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐξ ἴσου παρὰ πάντων, διὰ τοὺς μὲν θὰ ὑφίσταται δικαίωμα ἐκλογῆς καὶ δικαίωμα ψήφου καὶ δι’ ἄλλους ὑποτέλεια τῆς ψήφου των εἰς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους κατ’ ἀνάγκην θὰ προστρέξωσι καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι τοὺς ἀτυχεῖς τούτους ὡς ὄργανα αὐτῶν πρὸς ἱκανοποίησιν, τὶς οἶδε τινων ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ ξένων ὅλως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Βεβαίως δὲν εὑρισκόμεθα σήμερον ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀσφαλισθῇ Συνταγματικῶς τὸ σφαιρίδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προωδεύσαμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ περιττεύῃ Δὲν εἶναι σήμερον ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἱερεὺς τοῦ χωρίου ἐδίδασκεν εἰς ὀλίγους τὰ λεγόμενα κολυβογράμματα. Καὶ σχολεῖα τακτικὰ ἔχομεν πολλὰ καὶ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσίς μας ἔχει ἱκανῶς προοδεύσει. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι καὶ ἀγράμματοι καὶ πρὸ πάντων ἐκ τῶν παλαιοτέρων γενεῶν, ὁπότε δὲν ὑπῆρχε τόση εὐχέρεια ἀπολαύσεως τῶν εὐεργετημάτων τῆς παιδείας. Ἐπί πλέον ἤδη ἔχομεν καὶ ἄλλον νέον στοιχεῖον ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔζησεν οὐχὶ ὑπὸ τὴν μητέρα Ἑλλάδα ἀλλ’ ἔζησεν ὑπὸ ξένην ἐντελῶς κυριαρχίαν.
§123Σ. ΣΙΜΟΣ. Γνωρίζει καλλίτερα γράμματα τὸ στοιχεῖον αὐτό.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγω κύριοι ὅτι εἰς τὸν γηγενῆ πλυθησμὸν προσετέθη καὶ νέος Ἑλληνικὸς πληθυσμός, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνεξορτήτως τῆς ἀναλογίας τῆς ἐκπαιδεύσεώς του πρὸς τοὺς γηγενεῖς, περιλαμβάνει καὶ ἱκανὰ τμήματα αὐτοῦ τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας μέχρι τῆς χθὲς διεβίουν, ἀγνοοῦσι δυστυχῶς καὶ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν. Καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἰδιαιτέρως, ὅπως τάχιστα ληφθῇ πᾶσα πρόνοια περὶ τῶν πολιτῶν τούτων καὶ καταβληθῇ πᾶσα φροντὶς ὅπως ἐκμάθωσι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Καὶ ἐπιλαμβάνομαι ἀκόμη τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐξάρω τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον συντελεῖται ὑπὸ Ἑταιρείας ἐν Μακεδονίᾳ ἰδιωτικῆς, τῆς συντηρήσεως σχολείων νυκτερινῶν, ἵνα οὐχὶ οἱ παῖδες, ἀλλὰ οἱ προβεβηκότες τὴν ἡλικίαν μανθάνωσι τὴν γλῶσσαν.
§125Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Σᾶς δηλῶ τὸ ἑξῆς· ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ ἀπὸ ἐτῶν λειτουργοῦν ὑπὸ τὴν σκέπην μιᾶς ἑταιρίας «ἡ Ἀνατολὴ» νυκτερινὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα φοιτοῦν 13 χιλιάδες προσφυγόπαιδες. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Μακεδονικῆς ἑταιρείας δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τοὺς πρόσφυγας.
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Μπακάλμπαση, γνωρίζω αὐτό. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς ἔρχεται νὰ πιστοποιήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀγραμμάτων ἔχομεν διστυχῶς καὶ τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ μας, γνησιωτάτου βεβαίως ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐκ δυσμενῶν ἱστορικῶν λόγων ἀγνοεῖ τὴν γλῶσσαν του. Τὴν ὕπαρξιν μιᾶς καταστάσεως, ὅσον καὶ ἂν μᾶς δυσαρεστῇ, δὲν δυνάμεθα διὰ τῆς ἀρνήσεώς μας νὰ τὴν ἐξαφανίσωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνάγκη νὰ τὴν πιστοποιάμεν καὶ ταύτην, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει νὰ συντονίζωμεν τὰς προσπαθείας μας καὶ ἐνεργείας, ἵνα λείψῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς ὑπάρχει. Καὶ ὅταν, Κύριοι, τοιαύτη ὑφίσταται κατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ μας, τὸ σφαιρίδιον καθίσταται ἀναγκαῖον, ὡς τεχνικὸν μέσον ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τῶν πολιτῶν, τοῦ ὁποίου ἐξ ἴσου δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις παρὰ πάντων καὶ ἀποκλείεται τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἀνισότητας καὶ ἄγει εἰς νοθείας καὶ καταχρήσεις. Διὰ τοῦτο τὸ θέτω ὡς ἕνα τῶν βασικῶν ὅρων τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζομένου. Εἶναι περιττόν, Κύριοι, νὰ ἐκταθῶ καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μειονεκτήματα τοῦ ψηφοδελτίου, μειονεκτήματα συμφυῆ πρὸς τοῦτο, κατὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀσκηθῇ εὐκολώτερον κατὰ τὴν δι’ αὐτῶν ψηφοφορίαν ἡ ἐπὶ τοῦ ἐκλογέως ἐπίδρασις καὶ κατ’ ἐκείνου, ὅστις δύναται νὰ χειρισθῇ τοῦτο γνωρίζων ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν.
§127Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ τὸ σφαιρίδιον δύναται νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ;
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχει καὶ αὐτό, βέβαια, τὸ μειονέκτημά του, δὲν θὰ τὸ ἀρνηθῶ, κ. Συνάδελφε, νὰ εἶσθε βέβαιος. Ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ ψηφοδελτίου ἤδη. Λοιπόν, ὅστις θὰ λάβῃ τὸ ψηφοδέλτιον ἀπὸ ὡρισμένον γραφεῖον ὑποψηφίου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θὰ παρακολουθηθῇ μέχρι τῆς χρησιμοποιήσεώς του. Ἐννοεῖτε τὶ σημαίνει τοῦτο. Βεβαίως οἱ ἀξιοῦντες νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ θελήσωσι διὰ μὴ ἐπιτρεπομένων μέσων, νὰ τύχωσι τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εὑρίσκεσθε πανταχοῦ, δὲν δύνασθε νὰ παρακολουθῆτε πανταχοῦ τὰ γινόμενα. Ἔχετε τοὺς ἐνδιαφερομένους περὶ ὑμῶν καὶ γνωρίζετε μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ φθάσῃ ἐνίοτε ἡ ἐκδήλωσις τοῦ ὑπὲρ ὑμῶν ἐνδιαφέροντός των. Ἐὰν σεῖς ἐγνωρίζατε τὰ γενόμενα, βεβαίως δὲν θὰ τὰ ἐπετρέπατε. Ἀλλ’ ἂς μὴ κρυπτώμεθα. Δυνατὸν ποτὲ καὶ τοῦτο νὰ συμβῇ. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὡς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μᾶλλον προηγμένα Κράτη παρετηρήθη ἡ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ ἰδέα τῆς τιμῆς τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας καὶ διάφορα, οὐχὶ βεβαίως τὰ προσήκοντα πολλάκις, ἐχρησιμοποιήθησαν μέσα καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑποψηφίων, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν εὔνοιαν τοῦ ἐκλογέως. Τὴν Ἀγγλίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει πάντοτε ὡς πρότυπον. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας καὶ οὐχὶ εἰς πολὺ παλαιοτέρους χρόνους παρέχει παραδείγματα τοιαύτης ἐπιδράσεως τοῦ ὑποψηφίου πρὸς τὸν ἐκλογέα, ὥστε ὀλίγον νὰ εἶναι ἱκανοποιητικά.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι παρηγορητικὸν αὐτό;
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὸ λέγω, ὡς παρηγορητικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ προσπάθεια πρὸς ἐπιτυχίαν καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐλαττώματός τινος ἰδίου ἡμῶν. Ἐθεωρήθη πάντοτε σπουδαῖον ν’ ἀναδειχθῇ τις ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ εἰς θυσίας πολλάκις ὑπεβλήθη τὰς ὁποίας ἐν ἄλλῃ περιπτώσει, ὁ ζῆλος καὶ ὁ πόθος ν’ ἀναδειχθῇ προστάτης καὶ σωτὴρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ βεβαίως ἀποτελεῖ φιλοδοξίαν εὐγενῆ. Ἀλλ’ ὀρθώτερον καὶ δικαιότερον εἶναι ὁ λαὸς νὰ εὑρίσκῃ αὐτὸς τοὺς ἀντιπροσώπους του, τοὺς καταλλήλους κατὰ τὴν θέλησίν του καὶ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς σωτῆράς του, παρὰ νὰ ἐπιβάλλωνται οὗτοι εἰς τὸν λαόν. Ὡμίλησα περὶ τῶν μειονεκτημάτων τοῦ ψηφοδελτίου καὶ δὲν μοῦ διαφεύγουσι σχετικά τινα ὡς πρὸς τὸ σφαιρίδιον καὶ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, περὶ τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν τὸ πρόσωπον τοῦ ἀντιπροσώπου κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ. Ἀλλὰ ἡ ἐπίδρασις τοῦ ἑνὸς ἀντιπροσώπου θὰ εἶναι μικροτέρα πάντοτε ἀπὸ τὸ σμῆνος ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ παρακολουθήσωσι τὸ ψηφοδέλτιον ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης. Πρὸς δὲ ὁ παρὰ τῇ κάλπῃ εὑρισκόμενος ἀντιπρόσωπος ἔχει τὸν ἔλεγχον καὶ τοῦ γείτονος ἀντιπροσώπου τοῦ ἀντιθέτου ὑποψηφίου. Ἔχομεν πρὸς τούτοις καὶ ὅλην τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐφορεύει καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου. Θὰ εἶναι δ’ ἄλλως νομίζω δυνατόν, ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ μείζονα ἀσφαλιστικὰ μέτρα νὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἀλλὰ τοῦ ψηφοδελτίου τὰ ἐλαττώματα, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀληθῶς πλείονα καὶ ἀθεράπευτα. Καὶ πρὸ παντὸς ὡς πρὸς τὴν δημιουργουμένην ἀνισότητα μεταξὺ ἐγγραμμάτων καὶ ἀγραμμάτων. Ἐὰν θέλετε νὰ ὑφίσταται ἰσότης δικαιωμάτων μεταξὺ τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ δώσητε μέσον ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐξ ἴσου νὰ δύναται νὰ μεταχειρισθῶσι πάντες. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σφαιρίδιον, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ ψηφοδέλτιον. Τὸ περαιτέρω ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκλογήν, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκδηλοῦται οὐχὶ ἀτομικῶς ἡ γνώμη ἑκάστου, ἀλλὰ θὰ συνάγεται καὶ ἡ συνολικὴ γενικωτέρα θέλησις τῶν πολιτῶν κατὰ τὴν ἐκλογήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ, κυρίως, τὸ ζήτημα τῆς περιφερείας καὶ γνωρίζετε πῶς τίθεται παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα. Ἡ περιφέρεια, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ὑποψηφίων, δέον νὰ εἶναι εὐρεῖα ἢ στενὴ καὶ ποία γενικώτερον νὰ εἶναι ἡ ἔκτασις αὐτῆς. Δύο, ὡς γνωστόν, γενικῶς ἐκράτησαν γνῶμαι παρ’ ἡμῖν. Ἡ τῆς ἐπαρχίας, ὡς ἐκλογικῆς περιφερείας, καὶ ἡ τοῦ νομοῦ. Ἡ ἐπαρχία ἀποτελεῖ τὴν στενὴν λεγομένην περιφέρειαν καὶ ὁ νομός τὴν εὐρεῖαν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθον μεταβολαί τινες, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν νομῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀσκεῖ ἐπίδρασιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁμιλῶν, ἔχω ὑπ’ ὄψει τοὺς νομοὺς ὡς ὑφίστανται σήμερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν εὐρεῖαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κατ’ εὐρεῖαν περιφέρειαν ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας συντελεῖ, ὅπως κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐπικρατήσουν μᾶλλον γενικωτέρας φύσεως πολιτικαὶ ἀντιλήψεις. Ὅσον στενεύεται ὁ κύκλος τῆς ἐκλογῆς τόσον μείζων κατ’ αὐτὴν θὰ δοθῇ βαρύτης εἰς τὰ ἐν τῷ κύκλῳ ἐκείνῳ τῷ περιωρισμένῳ ἐπικρατοῦντα συμφέροντα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἐκλογέων ὀγκούμενα, καὶ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ὁποίων πρωτίστως θὰ ἀποβλέψουν, ὅσον ἐκτείνεται ἡ περιφέρεια ἡ ἐκλογικὴ ἀπὸ τοῦ δήμου εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας εἰς τὸν νομόν, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι τὰ κατ’ ἰδίαν τοπικὰ συμφέροντα τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ ἐκλογέως ὑποχωροῦσι καὶ ἐπικρατοῦσι γενικώτεραι ἀντιλήψεις κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀνεξάρτητοι τῶν τοπικῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν τῶν γενικωτέρων τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιλογῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πολιτικῶν προγραμμάτων τῶν ὑποψηφίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν πολιτικῶν ἀρχῶν τούτων, τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέραν ἐπιρροὴν τοῦ προσώπου τοῦ ὑποψηφίου καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν συμφερόντων τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἥτις ἐπιρροὴ ὡς πρὸς αὐτὰ οὔτε δύναται, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ ὅλως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δεχθῆτε, ὅτι ὅσον εὐρυτέρα εἶναι ἡ περιφέρεια ἡ ἐκλογική, τόσον ἡ σκέψις καὶ ἡ ἰδέα τοῦ ἐκλογέως δὲν ἀπορροφᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τὰ τοπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ στρέφεται μᾶλλον εἰς γενικωτέρας πολιτικὰς ἰδέας. Ἐάν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ στρέψωμεν τὸν λαὸν πρὸς τὰς γενικωτέρας αὐτὰς ἰδέας, πρέπει νὰ τοῦ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὑποψηφίου μόνον καὶ μόνον καὶ κυρίως ἀπὸ τὰ τοπικὰ συμφέροντα. Τότε θὰ δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν τὸν λαὸν ἐκλέγοντα τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμορφώθη ἡ γνώμη, ὅτι δύνανται νὰ ἐκπροσωπήσουν γενικωτέρας ἰδέας καὶ ὁ ἐκλογεὺς θὰ στραφῇ πρὸς τὰς γενικωτέρας ἐκείνας ἰδέας καὶ θὰ παύσῃ νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἐξαρτᾷ τὴν ψῆφον του ἀπὸ τὴν ἱκανοποίησιν ἁπλῶς καὶ μόνον ὡρισμένων τοπικῶν συμφερόντων καὶ νὰ καταλήξῃ ἴσως νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν ἱκανοποιητικὴν ἐξομάλυνσιν οἰκογενειακῶν καὶ ἀτομικῶν του ὑποθέσεων. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἐν τῇ στενῇ περιφερείᾳ μείζων ἐπαφὴ τοῦ ἐκλογέως καὶ ἀντιπροσώπου καὶ ἡ ἐκ ταύτης ἐπίδρασις ἀμοιβαίως ἀσκουμένη καὶ δεσμευτικὴ πάντοτε τῆς ἀπαιτουμένης ἀνεξαρτησίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων ἑκατέρωθεν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων συντρέχει καὶ εἰδικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν νομὸν ὡς εἰς ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Πάντες, δύναμαι νὰ εἴπω, οἱ πολιτικοί, ἐπηγγέλθησαν εἰς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνέλαβον ὑποχρέωσιν ὅλαι αἱ κατὰ διαδοχὴν Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς πρώτης, τῆς Οἰκουμενικῆς, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος καὶ μετέπειτα, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν, διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν δὲ λαμβάνομεν ὡς βάσιν τὸν νομόν. Καὶ τοῦτο πράττομεν ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι ὁ νομὸς ἀποτελεῖ περιφέρειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖται, ὅτι συγκεντροῦνται κοινὰ τινα συμφέροντα καὶ ὑφίσταται κοινότης ἀντιλήψεων. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καθίσταται ἀναγκαῖον νὰ παρασχεθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ ἑνότης ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ διὰ τῆς καθιερώσεως αὐτῆς ὡς ἰδίας ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἄνευ τούτου καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις θὰ ἐδυσχεραίνοντο καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἐκλογικῆς του περιφερείας δὲν θὰ εἶχεν εὔλογόν τινα βάσιν, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει τί τὸ αὐθαίρετον. Καὶ ἂν ποτὲ ἦτο ἡ ἐπαρχία, ἡ ὁποία ἀπετέλει τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἡ ἐπαρχία ἦτο, διότι αὐτὴ ἀπετέλει τὴν βάσιν τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ τῆς περιφερειακῆς διοικήσεως. Σήμερον ἡ λέξις ἐπαρχία ἔχει μόνον ἱστορικὴν διοικητικὴν σημασίαν καὶ τίποτε ἄλλο. Δὲν δυνάμεθα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως σχηματισμοῦ γενικωτέρων ἰδεῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιρροῆς, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἀποκεντρώσεως, ὅταν σκεφθῶμεν περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας, νὰ μὴ τηρήσωμεν τὸν νομόν ὡς βάσιν. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν τὸ γεγονός, φρονῶ, ὅτι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὸν νομὸν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἦτο ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης. Γνωρίζομεν μὲ ποῖον πρόγραμμα ἦλθεν ὁ Τρικούπης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὲ τὸ πρόγραμμα νὰ περιορίσῃ τὴν συναλλαγήν, τῆς ὁποίας ὅμως τὸ μεγαλύτερον ἔρεισμα, εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγάλην ἐπαφὴν εἰς ἣν διετέλει ὁ ἐκλογεὺς μετὰ τοῦ ἐκλεκτοῦ. Καὶ γνωρίζετε τί ἔκαμεν· ἔκαμε τὴν εὐρυτάτην δυνατὴν τότε περιφέρειαν, διότι δὲν ὥρισε μόνον ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὸν νομόν, ἀλλὰ καὶ περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τοῦ ἐπιτρεπομένου τότε ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 150 Βουλευτῶν. Ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν ἱστορίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν τότε ζήτημα ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα ἱκανῶς, ἐὰν ἠδύναντο νὰ περιορισθῶσιν εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα οἱ ἐκλεκτέοι βουλευταί, διότι οὗτος ἦτο ὁ ἐλάχιστος ἀριθμός, ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, πρὶν λάβωμεν καὶ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ὑπεστηρίζετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἀνάλογος ἀριθμὸς καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Ἐκράτησεν ἐν τούτοις ἡ ἀντίθετος ἀντίληψις, δεδομένου, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὥριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους καὶ ὄχι ὡρισμένης περιφερείας, καὶ περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἰς 150 μόνον. Οὕτω δ’ ἐγένετο καὶ ἡ ἐπαφὴ ἡ ἄμεσος τοῦ ἐκλογέως πρὸς τὸν βουλευτὴν ἀραιοτέρα καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἐξάρτησις ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσθενεστέρα. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀληθῶς κατηργήθη βραδύτερον, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη καὶ ἐσυνεχίσθη κατόπιν ἐφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως. Καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπερημύνθη τῆς στενῆς περιφερείας, ὅτε συνησθάνετο τὸν λαὸν μετ’ αὐτοῦ, ἐπρέσβευεν, ὅτι ἡ εὐρεῖα περιφέρεια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τοὺς ἀληθεῖς ἀντιπροσώπους καὶ μὲ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν ἐνήργησε πάντοτε τὰς ἐκλογὰς μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Λαὸς κατεδίκασε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τότε ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς ἀλλαγῆς.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κατεδίκασε μὲ τὴν σύμπραξιν τῶν Μουσουλμάνων καὶ Βουλγάρων.
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1915 ὑπῆρχον οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ οἱ Βούλγαροι καὶ ὅμως τότε δὲν κατεκρίνατε τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀπετέλουν καταδίκην αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1915.
§134Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ δι’ αὐτό, λοιπόν, αἰτιᾶσθε τοὺς Μουσουλμάνους καὶ τοὺς Βουλγάρους εἰς τὰ 1920 καὶ δὲν τοὺς αἰτιᾶσθε διὰ τὸ 1915;
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι ὁμιλεῖτε περὶ καταδίκης, κύριε Συνάδελφε. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω, θὰ σᾶς εἴπω διατί ἔκαμα τὴν διακοπήν.
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὰ 1915 σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἦσαν ἐπίσης οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ τότε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκέρδισεν. Εἰς τὰ 1920 ἐπίσης ἦσαν οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἡττήθη. Εἰς τὰ 1915 δὲ ἐπειδὴ ἐκέρδισε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἐσκέφθη νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τὴν ἐσκέφθη, καὶ τὴν ἐσκέφθη ἐπαναστατικῶς, μόνον ὅταν ἡττήθη. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ ἀνειλικρινὲς τῶν σκέψεων. Καὶ ἐὰν θέλετε, θὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη μίαν ἄλλην ἀνειλικρίνειαν εἰς τὰς σκέψεις σας διὰ τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποστηριζόμενον ἀναλογικὸν σύστημα. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὠφείλατε νὰ συναισθανθῆτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναλογικῆς ἐκπροσωπήσεως, ὠφείλατε νὰ τὴν συναισθανθῆτε τότε, ὅτε ἐμεσουράνει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρίσταντο ἐλάχιστοι ἀντιπρόσωποι τῆς μειοψηφίας.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Βουλευτά...
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ὅταν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910 καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1912 εἴχετε μὲ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἀντίθετος μερὶς ἦτο ἐν μειοψηφίᾳ, δὲν ἐσκέφθητε τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος διὰ τῆς ἀναλογικῆς, ὅπως τύχῃ καὶ αὕτη ἀναλόγου ἀντιπροσωπείας.
§139Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Βουλευτὴς Μουτζουρίδης ἐξέφερε βαρυτάτην ὕβριν καθ’ ἡμῶν.
§140Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.
§141Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐλέχθη καμμία φράσις.
§142Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Τὴν ἤκουσα ἐγώ. (Θόρυβος).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καθ’ ὃν χρόνον εἶχε τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα, τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικόν, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐφήρμοσεν, ἦτο μόνον τὸ τῆς εὐρείας περιφερείας, πλειοψηφικὸν καὶ διὰ σφαιριδίου, καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθη οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα τοῦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ὑπῆρχε παρὰ τῷ λαῷ καὶ μία μειοψηφία, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ν’ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ νὰ προτείνῃ κἂν τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ τότε δὲν θὰ εἶχε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ μειονεκτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτήν, καθὼς ἐφηρμόσθη. Ἦσαν κρατοῦντες τότε καὶ δὲν ὑφίστατο δι’ αὐτοὺς ἀνάγκη νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπήσεως τῶν παρὰ τοῦ λαοῦ πολιτικῶν μερίδων. Ἄς ἐλπίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅτι ἤδη, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας θὰ ἔχω, καὶ πρέπει νὰ ἔχω, σύμφωνον τὴν γνώμην ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς, ἀφοῦ ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ εἰς εὐρεῖαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται καὶ ἓν τῶν πλεονεκτημάτων ταύτης. Καὶ ἀνακόλουθοι θὰ εἶναι ὅσοι ὑποστηρίζουσι τὴν ἀναλογικήν, ἂν καθιερουμένης ταύτης, δὲν δεχθῶσι τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν προκειμένου περὶ ἀναλογικοῦ συστήματος, καθόσον τοιουτοτρόπως ἀπαρνοῦνται ἕν τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὴν ἀναλογικήν. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, μοῦ ἀπομένει νὰ ἐξετάσω τὸ τελευταῖον ζήτημα ὡς πρὸς τὸ σύστημα γενικώτερον, τὸ πλειοψηφικὸν ἢ ἀναλογικόν. Τὸ ζήτημα ἔχει τόσον ἐξετασθῆ, ὥστε δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα ὅσα πολλάκις ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν κατὰ κόρον διὰ νὰ καταδειχθῶσι τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ μειονεκτήματα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου τούτων. Ἀναντίρρητον ὅμως καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτει ὅτι τὸ ἀναλογικὸν ἔχει τὸ μειονέκτημα τοῦ νὰ μὴ παρέχῃ ὁμοιογενεῖς ἰσχυρὰς Κυβερνήσεις. Τὸ μειονέκτημα τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, τοῦ πλεονεκτήματος τῆς δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν κομμάτων, ὅτι ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ Βουλῇ πάντα τὰ κόμματα καὶ ἀναλόγως τῆς παρὰ τῷ λαῷ δυνάμεως αὐτῶν. Ἐὰν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἐφαρμοσθῇ πρεπόντως, δέον νὰ ἀποδώσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐν μικρογραφίᾳ τὸ κάτοπτρον τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι καὶ ἐν τῇ σχετικῇ ἀναλογίᾳ παρὰ τῷ λαῷ. Καὶ ὅταν ἀποδώσῃ τὸ κάτοπτρον τοῦτο, θὰ ἤθελεν ἴσως εἴπῃ τις: ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θέλετε νὰ ἀμφισβητήσετε ὅτι εἶναι τὸ ὑγιέστερον σύστημα; Ἀλλ’ ἐν τῇ κοινωνίᾳ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ νὰ ἀναπτύσσωνται ποικίλαι ἰδέαι καὶ ἀντιλήψεις, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅμως, ὅπου πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις, ἡ ποικιλία καὶ ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδεῶν ἐλάχιστα συντελεστικαὶ εἶναι διὰ τὸ ἐπιτελούμενον ἐν αὐτῇ ἔργον. Δὲν παραγνωρίζω βεβαίως, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ ἀντιπρόσωποι, κύριον αὐτῶν καθῆκον θέτοντες τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιδιώξωσι καὶ ἐπιτύχωσι τοῦτο διὰ διαφόρων πρὸς τοῦτο συνδυασμῶν. Τὸ παράδειγμα παρέχει ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐκ τῆς ἀναλογικῆς καὶ ἐκτὸς τῶν πολιτειακῶν καὶ πολιτικῶν ἀντιθέσεων ὑπῆρχον καὶ αἰσθήματα καὶ ἀναμνήσεις ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος, τὰ ὁποῖα ἐχώριζαν τὰς διαφόρους πολιτικὰς μερίδας. Ἐν τούτοις τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς Πατρίδος καθωδήγησε πάντας τούς πολιτικοὺς εἰς τοὺς ἀπαιτουμένους συνδυασμοὺς καὶ τὰς ἀναγκαίας κατὰ τοῦτο ὑποχωρήσεις, χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος, καὶ παρέσχον εἰς τὴν χώραν τρεῖς κατὰ διαδοχὴν Κυβερνήσεις, τὴν Οἰκουμενικὴν καὶ δύο ἄλλας εὐρυτέρου ἢ στενωτέρου συνασπισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἥτις διηυκόλυνε καὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν μετέπειτα διαφόρων συνδυασμῶν, προῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ χάους καὶ τοῦ κινδύνου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε περιέλθει ἡ χώρα συνεπείᾳ τῶν διαφόρων πρὸ αὐτῆς δικτατοριῶν. Καὶ δὲν ἀποκλείεται πάλιν ἀνάλογος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν προσέγγισις ὅταν εὑρεθῶμεν πρὸ κινδύνου, κινδύνου ἀνατροπῆς πολιτικῆς καταστάσεως ὁπωσδήποτε ὁμαλῆς καὶ ἀγούσης τὴν χώραν εἰς τὴν ἀπαιτουμένην περαιτέρω τοιαύτην, ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφόρων ἐν τῇ χώρᾳ ὑφισταμένων προβλημάτων καὶ ζητημάτων. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι συνδυασμοὶ καὶ αἱ ὑποχωρήσεις ἐπιβαλλόμεναι κατὰ τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις δὲν εἶναι πάντοτε ἐξυπηρετικαὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἀλλ’ οὔτε καὶ κἂν δυναταί. Καὶ μόνον τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα δύναται νὰ παράσχῃ ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν προερχομένην ἐκ τῆς πλειοψηφίας τοῦ τόπου, καὶ ἱκανὴν νὰ διακυβερνήσῃ τὴν χώραν καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐγκριθὲν ταύτης πρόγραμμα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναπτυχθέντων, τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω καὶ προτιμῶ, εἶναι τὸ πλειοψηφικὸν ἐν συνδυασμῷ ἀδιασπάστῳ μετὰ τῆς εὐρείας περιφερείας καὶ τοῦ σφαιριδίου. Διὰ τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ τῶν τριῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα πρὸ ὑμῶν ἐξέθεσα δύναται ν’ ἀποδοθῇ καὶ ἡ γνησία λαϊκὴ θέλησις ἐπὶ τῇ βάσει γενικωτέρων πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ νὰ προέλθῃ κυβέρνησις ἰσχυρὰ ἐπὶ ἰσχυρᾶς λαϊκῆς θελήσεως ἐρειδομένη.
§146Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χωρὶς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν.
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως καὶ τὰ τρία στοιχεῖα, ὁ Νομός, τὸ σφαιρίδιον καὶ τὸ πλειοψηφικὸν ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλληλα ἀποτελοῦσι τὸ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμενον καὶ ὑποστηριζόμενον ἐκλογικὸν σύστημα. Πᾶσα ἐξ οἱουδήποτε τούτων ἀπόκλισις ἀποτελεῖ ἄλλο σύστημα, οὐχὶ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθέν. Κύριοι, ἐξέθεσα τὰς σκέψεις μου περὶ τοῦ συστήματος τοῦ ἐκλογικοῦ, ἀποβλέπων εἰς τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν περὶ Γερουσίας νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἱστορίαν μακρὰν καὶ σπουδαίαν, καὶ πολὺ παλαιοτέραν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι τούτου, συνεπείᾳ τοῦ γνωστοῦ καὶ μεγάλου διὰ τὴν χώραν ἀτυχήματος, θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεον νὰ προσθέσω ὅτι ὁ μέγας ἱδρυτὴς καὶ ἡγέτης τοῦ κόμματος τούτου ἀλλοίαν εἶχε γνώμην ὡς πρὸς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Καὶ ὑπῆρξαν καὶ οἱ ἐσχάτως ἐκ τῶν ἀντιθέτων μεμφθέντες ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἀκολουθῶ τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος ὡς πρὸς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἔπραξαν τοῦτο ὡς πρὸς τὴν ἀναλογικήν, τὰ νῦν δ’ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Καὶ ἀληθῶς ὁ ἀείμνηστος Γούναρης, ὁμιλῶν κατὰ τὸ 1906 ἐνταῦθα, ἀλλοίαν ἐξέφερεν γνώμην ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν, κατὰ δὲ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ὡς καὶ προηγουμένως κατὰ τὰς τοῦ 1915 ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς. Ἀλλ’ ὡς ἀνέπτυξα ἤδη τὰ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος; δὲν θεωρῶ ὅτι ἐκ τῶν βασικῶν ἰδεῶν κόμματος καὶ ἐκ τῶν ἐμφανιζομένων ἑκάστοτε περιστάσεων δύνανται αὗται νὰ μεταβληθῶσι. Καὶ ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα,— κατὰ τὰ ὁποῖα, ἐν ἀρκετὰ βραχεῖ μάλιστα χρόνῳ, πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἡγούμενοι μερίδων ἤλλαξαν τὰς ἐπὶ τούτων γνώμας των. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν μέγαν πολιτικὸν τῆς Γαλλίας κ. Μπριὰν μεταβαλόντα γνώμην σχετικῶς μὲ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ τὸ ἀναλογικόν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἱδρυτὴς τοῦ κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ ἕτερον ὑπεστήριξε σύστημα κατὰ τὸ 1915 καὶ 1920 καὶ ἄλλο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ 1906. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίστασιν δὲν ὡμίλησε κυρίως περὶ εὐρείας ἢ στενῆς περιφερείας, ἀλλὰ μᾶλλον κατὰ τῶν ἀτοπημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀνίσου διαιρέσεως τῶν περιφερειῶν καὶ ὑπεστήριξε τὴν διαίρεσιν εἰς περιφερείας, ἑκάστης ἕνα ἀποδιδούσης βουλευτήν, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπήρχετο καὶ ἡ κατάργησις τοῦ συνδυασμοῦ. Ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχεδίου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ ἀφορῶντος τοῦτο ἐκλογικοῦ συστήματος. Σεῖς δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ τούτου καὶ μόνον ὅ,τι κυρώσει ἡ ψῆφος ὑμῶν ὑποχρεοῖ καὶ δεσμεύει τὸν λαὸν ὡς θέλησις αὐτοῦ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11ην μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10.10′) Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρᾳ 12 μ. μ.)
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐπείγει, κ. Βουλευταί, νὰ ψηφισθοῦν ἐπείγοντά τινα νομοσχέδια. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ κερδῶν λαχείου».
§150Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφυπ. Οἰκ.). Τὸ ἐτροποποίησα.
§151Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Φορολογεῖτε τὴν Λέσχην.
§152Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκ.). Ἡ ἰδία ἡ Λέσχη ἐπρότεινε τοῦτο, διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ 10.000.000.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν.
§154Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ψηφισθῆ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 40;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ψηφισθῆ. Τὸ ὑπ. ἀριθ. 6 «περὶ ἐφημερίδων». Ἐπειδὴ ὅμως ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸ τέλος.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Στ’ ἀριθ. 8. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 223)». Δεκτόν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1927 Ν. Δ. περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Δεκτόν, μὲ τὰς τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν Διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοὺς Σ.Ε.Κ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς βιβλιοθήκης Μαυροκορδάτου–Μπαλτατζῆ». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3438 «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 4–12–1925 «περὶ οἰκονομικῆς ὀργανώσεως τῶν νέων κοινοτήτων Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ Κρήτης καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων νομοθεσίας». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4)9 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Δεκτόν. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 65. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2) Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ περὶ ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως». Δεκτόν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 66. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12–11–27 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν κειμένων περὶ ἰδιωτικῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως διατάξεων καὶ προσθήκης ἑτέρων τοιούτων περὶ ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει». Δεκτόν. Ὑπ)γείου Στρατιωτικῶν, ὑπ’ ἀριθ. 84. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως στρατοδικείου ἐν Πάτραις». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως μετὰ τροποποιήσεων τῶν ἄρθρων 1 μέχρι καὶ τοῦ 11 τοῦ ἀπὸ 20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως, ἀνακοπῆς, τῶν περὶ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τῶν ἀφορωσῶν τὸ Σῶμα τῆς Στρατ. Δικαιοσύνης διατάξεων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 18)9)1926 Ν. Δ. περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1921–1922 κλπ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως: αʹ) τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 21 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων, καὶ βʹ) τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 2)3 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων». Δεκτόν. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν Χίῳ Βιβλιοθήκης «Κοραῆς». Δεκτόν. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6α τώρα. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων».
§158Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πολλοὶ βουλευταί, πρὸ τῆς διακοπῆς, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησαν τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλὰ διεκόπησαν, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια. Ὅταν πρὸ μηνῶν, κ. Βουλευταί, συνεζητεῖτο τὸ ἴδιον νομοσχέδιον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔλαβον τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ἀποκρούσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τότε τὴν γνώμην πολλῶν κ. Συναδέλφων καὶ ἐμοῦ, ὑποβαλόντων τροπολογίαν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο χωρισθῇ εἰς δύο, ὅπως ψηφισθῇ μία ἀποζημίωσις διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφημερίδων, σύνταξιν ἐφημερίδων καὶ τὸ ἐργατικὸν προσωπικόν, ἀπορριφθῇ δὲ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον. Ὁ χωρισμὸς ἐκεῖνος τοῦ ζητήματος ἐγένετο δεκτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§159Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ χωρισμὸς ἔγινε διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἑτέρου.
§160Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Βεβαίως, κ. Βουλευταί, ὁ τύπος εἶναι μία ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ὑπηρεσιῶν τῆς Κοινωνίας. Ἐκφράζει τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ εἶναι τὸ βῆμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐλευθέρως. Βεβαίως ὁ τύπος κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐδέχθη ἐπιθέσεις καὶ ἐπαύθησαν πολλαὶ ἐφημερίδες, αἵτινες ἀσφαλῶς πρέπει ν’ ἀποζημιωθοῦν, ὅπως ἀποζημιοῦνται ὅμως ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀδικοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος καταφεύγουν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, τῶν ὁποίων ἡ ἀμεροληψία καὶ τὸ ἀκριβοδίκαιον εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων, νὰ θεσπίζωμεν ἰδιαιτέραν διαδικασίαν, νὰ ἐξαιρέσωμεν πέντε ἀνθρώπους ἀπὸ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ εἴπωμεν, προκειμένου περὶ τῆς ἀποζημιώσεως 5–6 ἀνθρώπων δὲν χωρεῖ ἡ διαδικασία τῶν κοινῶν Δικαστηρίων. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, καθ’ ἣν στιγμὴν πεῖνα καὶ δυστυχία μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ χαρίζῃ 10.000.000 ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, μόνον καὶ μόνον διότι τὸ ἀπαιτοῦν ὡρισμέναι ἐφημερίδες. Ἐὰν εἶναι δίκαιον καὶ εἶναι δίκαιον, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἀποζημιωθῶσι. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἡμᾶς νὰ νομοθετῶμεν ἰδιαιτέραν διαδικασίαν δι’ ὡρισμένα ἄτομα.
§161Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ὁ ἑξῆς σπουδαῖος λόγος, ὅτι αἱ πράξεις αἱ ὁποῖαι ἠδίκησαν τὰς ἐφημερίδας, εἶναι πράξεις ἐπαναστατικαί, εἶναι πράξεις κυρωθεῖσαι ὑπὸ μιᾶς Συνελεύσεως. Τὰ Δικαστήρια, λοιπόν, κρίνοντα νομικῶς τὸ θέμα, θὰ εὕρουν, ὅτι οἱ δικαιούμενοι ἀποζημιώσεως δὲν στηρίζουν νομικῶς τὰς ἀξιώσεις των, διότι ἐφόσον αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐκυρώθησαν, δὲν ἠδίκησε τὸ Κράτος καὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνον πρὸς ἀποζημίωσιν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἕνεκα τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, ποὺ θὰ διατρέξουν τὰ δίκαια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς ρυθμίσεως, ἀδιάφορον ποίαν γνώμην ἔχετε ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ νομικὴ θέσις τοῦ ζητήματος εἶναι αὐτὴ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπαιτεῖται εἰδικὴ νομοθετικὴ ρύθμισις.
§162Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁσαδήποτε νομικὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἂν μοῦ φέρετε, δὲν θὰ μὲ πείσητε ποτέ, ὅτι τὸ νὰ θεσπίζωμεν ὡρισμένην διαδικασίαν δι’ ὡρισμένα ἄτομα δὲν εἶναι ἀτοπώτατον καὶ ὅτι δὲν ἀποτελεῖ προσβολὴν κατὰ τῆς δημοσίας γνώμης, δὲν ἀποτελεῖ, ἐπαναλαμβάνω, προσβολὴν κατὰ τῶν 6½ ἑκατομμ. Ἑλλήνων, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ὅταν ἀδικοῦνται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς θεσπίζομεν ἰδιαιτέραν διαδικασίαν δι’ ὡρισμένους διευθυντὰς ἐφημερίδων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων, ὡς εἶπον προηγουμένως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πεῖνα μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ χαρίσωμεν 10.000.000 δραχμάς, μέρος τῶν ὁποίων ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ὡς προκαταβολὴ καὶ ἄνευ μάλιστα νόμου. Δυστυχῶς τὸ ζήτημα ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἀπροόπτως, διότι πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτε ἐζητήθη ἡ συζήτησις τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ἐζητήθη ὁ λόγος καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν γίνεται προσπάθεια νὰ ψηφισθῇ δι’ ὑφαρπαγῆς τρόπον τινὰ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον καὶ νὰ χαρίσωμεν οὕτω 10.000.000 δραχμὰς εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι χάρισμα.
§164Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐὰν ἠδικήθησαν, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, κ. Βουλευταί. Ἐπιτάξεις, γενόμεναι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912, ὁπότε τὸ Κράτος εὑρισκόμενον εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ἠναγκάσθη νὰ ἐπιτάξῃ τὰ δίτροχα, τὰ κτήνη, τὴν νομήν, τὸ χόρτον, τὸν σανόν κλπ. διαφόρων ἀτόμων καὶ ἐμπόρων, μέχρι σήμερον δὲν ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Οὐδεμία ἐν τούτοις διαδικασία ἰδιαιτέρα ἐθεωρήθη ἀναγκαία διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, μόνον δὲ διὰ τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, διότι αὐτοὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων δημιουργοῦν καὶ ἐπηρεάζουν τὴν κοινὴν γνώμην.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι ἐργάζονται ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ.
§166Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἀποζημιωθῶσιν.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετέχει τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δικαστικός.
§168Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ Κράτος, κ. Βουλευταί, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων ζημιοῖ πολλαπλῶς τοὺς πολίτας. Πρὸ δύο ἐτῶν, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, κατὰ τὴν φορολογίαν τῶν αἰγοπροβάτων εὑρέθη ὑπάλληλος τοῦ Κράτους νὰ καταγράψῃ ἐπ’ ὀνόματι πολλῶν χωρικῶν ἀριθμὸν αἰγοπροβάτων τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον καὶ οὕτως ἠναγκάσθησαν οὗτοι νὰ πληρώσουν τὸν φόρον τῶν αἰγοπροβάτων, καίτοι διεμαρτυρήθησαν ἐγκαίρως ἀλλ’ εἰς μάτην. Ἠναγκάσθην τότε καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου νὰ διαμαρτυρηθῶμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐπλήρωσαν φόρον τὸν ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσουν. Κατόπιν πολλῶν ἐνεργειῶν, τὸ Κράτος ἀπέστειλεν Ἐπιθεωρητήν, ὅστις πράγματι ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἐκεῖνος ὑπάλληλος δὲν ἐξετέλεσε πιστῶς καὶ εἰλικρινῶς τὸ καθῆκόν του, ἐγγράψας ἐπ’ ὀνόματι πολλῶν χωρικῶν ἀριθμὸν αἰγοπροβάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον. Παρεπέμφθη εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ἐτιμωρήθη, ἀλλὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν οἱ χωρικοὶ δὲν τὰ ἔλαβον ἐκ νέου καὶ οὔτε θὰ τὰ λάβουν ποτέ. Οὐδεμία ὅμως διαδικασία διὰ τοὺς ἁπλοῦς αὐτοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν νὰ διεκδικήσουν τὰ δίκαιά των, ἐθεσπίσθη ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ μόνον διὰ τοὺς 5 διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων θεσπίζει ταχυτάτην διαδικασίαν, διὰ νὰ πάρουν 10 ἑκατομμύρια, τὴν στιγμὴν ποὺ δὲν δίδομεν 5 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ νὰ ἀγοράσωμεν ἀραβόσιτον διὰ τοὺς πεινῶντας χωρικούς. Δι’ αὐτοὺς τὸ Κράτος δὲν ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἀρωγός.
§169Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀραβόσιτος πωλεῖται εὐθηνὰ καὶ θὰ πωληθῇ εὐθηνότερα.
§170Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Δίδετε τόσα ἑκατομμύρια εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων, διότι ἔτυχε νὰ ἔχουν εἰς τὰς χεῖράς των τὴν πένναν καὶ χαρτί. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν τύπον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ θεσπίζωμεν ἰδιαιτέραν διαδικασίαν. Θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ καμφθῶμεν πρὸ τῆς πιέσεως τῶν ἐφημερίδων καὶ νὰ ψηφίσωμεν εἰς ὑστάτην στιγμὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν ἐψηφίσθη ἐξ ὑφαρπαγῆς κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, ὡς καὶ τώρα συμβαίνει. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἑαυτὴν ὑποχρεωμένην νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι κακῶς ποιοῦσα καὶ παρὰ πάντα νόμον τοῦ Κράτους, διέθεσε χρῆμα τοῦ Δημοσίου πλούτου διὰ τὴν προκαταβολικὴν ἀποζημίωσιν ὡρισμένων ἀτόμων, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδεμία πεντάρα διατίθεται ἄνευ νόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἂν ἤθελε νὰ εἶναι συνεπεστέρα πρὸς ἑαυτήν, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ μὲ θάρρος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ: Κύριοι, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω προκαταβολικῶς ἀπέναντι τῶν αἰτουμένων ἀποζημιώσεων ὡρισμένον ποσόν, παρακαλῶ νὰ ἐγκρίνητε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν παραβίασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῶν νόμων. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκον τὸ κυβερνητικόν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττει σήμερον δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ θεσπισθῇ ἰδιαίτερον μέτρον. Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ὅπως ἀκριβοδικαίως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ δώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν πρέπουσαν εἰς ἕκαστον τῶν Διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων, διότι εἶναι καὶ ζήτημα ἂν αἱ παυθεῖσαι ἐφημερίδες πράγματι ἐζημιώθησαν, διότι εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὅτι πολλαὶ ἐφημερίδες, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ παύσουν νὰ ἐκδίδωνται, ἐδημοσιογράφουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ ἔκδοσίς των διὰ τῆς βίας.
§171Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἴπατε καὶ ἄλλοτε· ἂν ἔχετε ἀποδείξεις συγκεκριμένων περιπτώσεων νὰ μᾶς τὰς φέρετε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίπτεται μομφὴν ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ ἀθηναϊκοῦ τύπου.
§172Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπιρρίπτω εὐθύνην ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ψήφισιν ἰδιαιτέρου κονδυλίου διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐφόσον δέ, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἐνδεχόμενον, πολλαὶ ἐφημερίδες νὰ μὴ ὑπέστησαν ζημίαν, πῶς θὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ Βουλή, θεσπίζουσα μίαν πρόχειρον καὶ ταχίστην διαδικασίαν, πῶς θὰ ἔλθῃ σήμερον, λέγω, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποζημιώσῃ τοιούτους ἀνθρώπους; Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ θεσπίσῃ τὴν ἀδικίαν αὐτὴν ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ χωρίσῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς δύο ὁμάδας, εἰς τὴν τῶν προνομιούχων καὶ εἰς τὴν τῶν μὴ τοιούτων, διότι οὐδὲν δικαίωμα μεγαλύτερον τῶν ἄλλων ἔχουν οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναισθανθῇ, ὅτι, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ ψηφίσῃ μίαν ἐξαιρετικὴν ὑπὲρ ὡρισμένων ἀτόμων πρᾶξιν, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ τελικῶς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ληφθῇ ἀπόφασις ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ εὑρίσκονται 15 παρόντες.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι, ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσιν, ὄχι. Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ κ. Ν. Μανούσης καὶ Κ. Καλκάνης (ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος). Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 86. Εἰς τὸ ναὶ 18, εἰς τὸ ὄχι 66 καὶ δύο ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη.
§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις.
§177Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§178Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔγινεν ἡ ψηφοφορία, ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν. Ἑπομένως ἐφόσον δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ μένῃ ἐκκρεμές.
§181Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο μία ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος νὰ συνεχισθῇ ἢ νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως νὰ ψηφίσουν 72 Βουλευταί. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ παρὸν ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, 66 ἦσαν ὑπὲρ τοῦ ναὶ καὶ 18 ὑπὲρ τοῦ ὄχι, πάλιν θὰ ἐλέγομεν ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς.
§182Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Οἱ νεώτεροι στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ περιλαμβάνουν συστάσεις πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ πείθουν τοὺς στρατιώτας των δι’ ἠπίων μέσων καὶ διὰ τρόπων εὐσχήμων, ὥστε νὰ μὴ προκαλοῦν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν στρατευομένων πολιτῶν. Ταῦτα περιλαμβάνουν οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοί. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα φθέγγονται οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοί, κατὰ μείζονα λόγον οἱ κοινοβουλευτικοὶ τοιοῦτοι, πρέπει νὰ μὴ εἶναι διαφορετικώτεροι τῶν στρατιωτικῶν. Παραδόξως ὅμως βλέπομεν σήμερον ἀξιότιμον Βουλευτήν, προερχόμενον ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, θέλοντα νὰ ἐπιβάλῃ ἐφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην του, κατὰ τρόπον ἀμφισβητοῦντα καὶ συνταγματικὴν διάταξιν καὶ τοῦ Κανονισμοῦ διάταξιν, κατὰ τρόπον δηλαδὴ ἀπολύτως μὴ κοινοβουλευτικόν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀπαιτεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν 72 Βουλευτῶν. Οἱ ψηφίσαντες κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ἀνέρχονται μόλις εἰς 61 κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς καὶ εἰς 18 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ἢ ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναβολῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν Κανονισμὸν κατ’ ἄλλον τρόπον, παρ’ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ὁ Κανονισμὸς ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀναφέρει τοῦτο.
§183Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ποία ἀπόφασις ἐλήφθη; Σᾶς ἐρωτῶ.
§184Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς, ἡ ὁποία δυστυχῶς δι’ ὑμᾶς καὶ εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς δὲν ἔτυχε τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς κατὰ φυσιολογικὸν λόγον θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§185Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναβολῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις, διότι διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς 72 Βουλευταί, καθόσον ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν 5 καὶ 10 καὶ 18 Βουλευταὶ νὰ ἐματαίωνον τὴν συζήτησιν.
§186Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τόσον δύσκολον. Ἡ Βουλή, ἀποφασίζουσα, κανονίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἔχομεν, λοιπόν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐξ ἄλλου ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐὰν δὲν συγκεντρωθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός, ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις ἀπορρίπτεται καὶ δὲν λαμβάνεται ἡ ἀπόφασις ἡ ἀντίθετος πρὸς τὴν μὴ ληφθεῖσαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐξηγήσωμεν τὸν Κανονισμόν, διότι φθάνομεν εἰς παραλογισμόν, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τότε ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ληφθεῖσα διὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ ματαιοῦται. Εἰς αὐτὸν τὸν παραλογισμὸν φθάνετε, ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι 15 μόνον Βουλευταὶ δύνανται νὰ ματαιώσουν τὴν συζήτησιν. Αὐτὴ νομίζω εἶναι ἡ σειρὰ τῶν σκέψεων, ἡ ὁποία θὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν.
§187Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἠδύνατο τοιοῦτον ζήτημα νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Παρουσιάζεται μία πρότασις, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ ματαιώσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς δὲν λαμβάνεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Θὰ ματαιωθῇ διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις; Διότι περὶ τούτου πρόκειται. Θὰ φθάσετε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις. Εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τοιοῦτον παραλογισμὸν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἓν ὡρισμένον νομοσχέδιον; Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, διότι, ἐὰν συμβῇ 15 Βουλευταὶ νὰ ὑποβάλουν μίαν πρότασιν περὶ τῆς ἀναβολῆς μιᾶς συζητήσεως καὶ οἱ 15 αὐτοὶ Βουλευταί, ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς νὰ δύνανται νὰ ματαιώνωσι τὴν συζήτησιν, θὰ ἦτο τραγικῶς τερατῶδες τοῦτο. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ σκέπτηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀναβολῆς, διότι ἀπόφασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπόφασις τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως. Ἔχετε, λοιπόν, μίαν συζήτησιν καθαρῶς ἀκαδημαϊκήν, ὀφειλομένην εἰς τὸ ἐλαττωματικὸν τῆς διατάξεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἐγὼ κατήγγειλα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου.
§189Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἀκαδημαϊκῆς συζητήσεως. Πρόκειται περὶ συζητήσεως οὐσιαστικῆς. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐφημερίδων. Ὑποβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὴν ἀναβολήν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν νόμιμον ἔγκυρον, μὴ συγκεντρωθέντος τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ ψήφων, τῶν 72 Βουλευτῶν. Οἱανδήποτε, λοιπόν, γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ἡ Βουλή, ἂν δὲν ἔχουν συγκεντρωθῆ αἱ 72 ψῆφοι, ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν εἶναι γνώμη ἔγκυρος, εἴτε θετικὴ εἶναι, εἴτε ἀρνητική, κατὰ τῆς προτάσεως, εἴτε ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή: Θέλετε, Κύριοι, τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως; Ναί ἢ ὄχι; Ψηφίζομεν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ λέγομεν, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν ἀναβολήν. Θέλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ψηφίζομεν, καὶ εὑρίσκονται ἐνενῆντα ἕξ. Ἄρα οὔτε ἡ κατ’ ἄρθρον ψηφοφορία ἀπέδωκεν ἀποτέλεσμα. Συνεπῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ παραμένει ἐκκρεμὲς μέχρις ὅτου ληφθῇ ἀπόφασις, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον. Ἔχομεν δὲ καὶ ἄλλας ψηφοφορίας αἱ ὁποῖαι ἐπανελήφθησαν τὴν ἄλλην ἡμέραν.
§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ ἀδυναμία πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἀποτελεῖ καὶ ἀδυναμίαν πρὸς συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Φρονῶ δ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Ἀκαδημία, ἀλλὰ εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν καὶ πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις – καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει ἡ συζήτησις. – Ἐφόσον ὅμως δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις, ἐλλείψει τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν του, κατ’ ἀνάγκην νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφοφορίας. Διότι οὐδὲ κἂν ἀπόφασιν περὶ τοῦ τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως δυνάμεθα νὰ λάβωμεν. Πρὸς τί, λοιπόν, θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις; Διὰ ν’ ἀκουσθοῦν γνῶμαι τινές; Ἀλλ’ αὔριον, κ. Ἰωαννίδη, εἶναι δυνατὸν καὶ πάλιν νὰ λάβουν τὸν λόγον ὅλοι οἱ ἐν τῇ Βουλῇ παριστάμενοι. Συνεπῶς οὐδένα σκοπὸν ἔχει ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§191Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσῃ τὴν συζήτησιν; Ἅπαξ καὶ συνεκέντρωσε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν 82 ψήφους, ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συνεδριάσῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιώσωμεν τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις κατὰ τῆς συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ συζητεῖ ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου. Δὲν δύναται νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐφόσον ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, ἂς γίνῃ ἀργότερα ἄλλη ψηφοφορία. Τώρα ὑπάρχει ἀριθμὸς πρὸς συζήτησιν. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς εἶναι τερματισμένον.
§192Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι τερματισμένον.
§193Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐτερματίσθη. Ἐὰν θέλετε, κάμετε νέαν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ νὰ γίνῃ νέα ψηφοφορία.
§194Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Τέλος πάντων ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§195Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας δὲν ἐτελείωσεν (θόρυβος).
§196Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐτελείωσε διὰ τῆς ψηφοφορίας τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος.
§197Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, κατὰ τὴν γνώμην μου, διὰ τῆς ψηφοφορίας (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§198Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τῆς βίας, κ. Ἰωαννίδη, θὰ κατέχητε τὸ βῆμα;
§199Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία βία. Ἰδοὺ τὴν βλέπετε σεῖς τὴν βίαν;
§200Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀφήσατε αὐτά, κύριε Ἰωαννίδη. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο μία ψηφοφορία ἐπὶ μιᾶς προτάσεως. Οὐδεμία ἐκ τῶν ἀπόψεων, οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη, ἔλαβεν τὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζόμενον ἀριθμὸν Βουλευτῶν Συνεπῶς ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται καὶ δὲν δύναται ὁ κύριος Συνάδελφος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§201Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ μὲ κατεβάσητε ἀπὸ τὸ βῆμα.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριε Πρόεδρε, νὰ κατέχῃ τὸ βῆμα ὁ κ. Ἰωαννίδης, διότι θέλει.
§203Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἢ θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας ἢ νὰ κατεβῆτε (Θόρυβος).
§204Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Μὰ κατοχὴ τοῦ βήματος θὰ γίνῃ, κ. Πρόεδρε;
§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύνασθε, κ. Ἰωαννίδη, νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐν ὅσῳ δὲν λύεται τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Ζερβός).
§206Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
§207Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει παρεμπῖπτον ζήτημα. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἑρμηνεύσω τὸν Κανονισμόν, κ. Βουλευταί, (ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν ἄρθρον). Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ κατέχητε τὸ βῆμα, παρακαλῶ νὰ κατέλθητε.
§209Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἑρμηνεύσατε σεῖς, Κύριε Πρόεδρε.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος νὰ ὁμιλήσουν.
§211Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφόσον ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε οὕτως ἢ ἄλλως, ὅπως δοθῇ τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν ἀληθῶς μὴ ἐποικοδομητικήν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κ. Ράλλη, ἐζητήθη ὁ λόγος.
§213Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις.
§214Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτικῶν). Ὀφείλετε νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι παραμένει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη, κ. Ὑπουργέ.
§216Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις.
§217Α. ΜΑΡΚΟΥ. Οἱ Κύριοι Συνάδελφοι, λέγουν, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις. Ἄρα ἐγένετο δεκτὴ ἡ μὴ ἀναβολή. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις χρειάζονται 72 ψῆφοι τοὐλάχιστον; Τότε, ἐὰν ὑπὲρ τοῦ ναὶ εἶναι 66 καὶ ὑπὲρ τοῦ ὄχι εἷς, πῶς θὰ γίνῃ συζήτησις; Εἰς αὐτὸ τὸ ἐξωφρενικὸν συμπέρασμα φθάνει κανείς, ὅταν παραδεχθῇ τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν σας.
§218Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἐξηγήσητε πῶς διὰ 55 μόνον βουλευτῶν ἀρχικῶς ἐλήφθη ἀπόφασις ἀναβολῆς; Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ πρέπει νὰ εἶναι 72. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν 72, θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ἕν μόνον δύναται νὰ συμβῇ, νὰ προταθῇ νὰ γίνῃ νέα ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§219Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μείνῃ ἡ διάταξις, ὅπως ἔχει. Καὶ μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ ἀναβολῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη καὶ ἡ ἀντίθετος καὶ συνεπῶς ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ εἶναι αὕτη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπείσθητε καὶ ὑμεῖς, εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, ἐπειδὴ καὶ ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως δὲν θὰ ἔχει κανένα πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§220Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§221Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἑρμηνεύσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν Κανονισμόν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν. Συνεπῶς ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως θὰ παρεῖλκεν. Ἀναβάλλεται, λοιπόν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφημερίδων».
§223Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἄλλο νομοσχέδιον.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16.
§225Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§226Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Ἐπειδὴ θίγει τὰ συμφέροντα τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν ἀφίνει νὰ περάσῃ κανένα.
§227Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τί ἔγινε τῶν Ἐφημερίδων;
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§229Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ πότε;
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὔριον.
§231Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί...
§232ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει συζήτησιν, νὰ ἀναβάλλεται.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Λοιπόν, ζητῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅπως μοὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1.45′ π. μ.)