1928.06.28
3.484 στίχοι · 26.003 λέξεις · 263 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99η
ΤΗΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἐξετυπώθησαν ἀκόμη.
§2Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, νὰ ζητήσετε νὰ σᾶς ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσετε καὶ τὰ χθεσινὰ καὶ τὰ σημερινὰ ὑπ’ εὐθύνην σας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν, τὴν δέχομαι καὶ ἐγώ.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἐπιτροπὴ ὁπλαρχηγῶν Ρεθύμνης παραπονεῖται διὰ τὴν βραδύτητα τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπομνήματός των. Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Λαγκαδᾶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ μὴ ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Ἐπαγγελματικῆς τάξεως εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν διαφημίσεων ὑποβάλλει συμπληρώσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαφημίσεων. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συντεχνιῶν Κοζάνης παρακαλεῖ ὅπως ἀντιπροσωπευθοῦν ἐν τῇ Γερουσίᾳ αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις. Καπνεργάται διαφόρων πόλεων διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ λύσιν εἰσέτι τοῦ καπνεργατικοῦ ζητήματος. Ὁ Σύλλογος τῶν δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ Συνεταιρισμὸς ἐνοικιαστῶν ἀνταλλαξίμων Μουσουλμανικῶν κτημάτων παρακαλεῖ ὅπως ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα πρὸς διάσωσιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀνταλλαξίμου Ἰχσὰν Χαμδῆ. Οἱ κάτοικοι Παντελεήμονος Λαρίσσης διαταχθέντες νὰ παραδώσουν εἰς πρόσφυγας τὸν συνοικισμὸν των δηλοῦν ἐντόνως ὅ,τι οὐδέποτε θέλουν ὑποκύψει εἰς τοῦτο. Ἡ Ἕνωσις Καϊστρίου πεδίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐπίλυσιν εἰσέτι τοῦ καπνεργατικοῦ ζητήματος. Ὁ Βουλευτὴς Ροδόπης Ἀλῆ Γκαλήπ διὰ τηλεγράφήματός του διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Νομάρχου Κομοτινῆς, ἀπολύσαντος ἄνευ δικαιολογίας τὸν Μουφτῆν πρόεδρον τῆς Μουσουλμανικῆς κοινότητος, ἄνδρα ἀπολαμβάνοντα τῆς γενικῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀγάπης τῶν ὁμοεθνῶν του. Ὁ Βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀνδραβίδος, παραπονουμένων διὰ τὴν ἔλλειψιν καθηγητῶν εἰς τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν σχολεῖον καὶ ζητούντων τὴν τοποθέτησιν ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ καθηγητῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν περὶ τὴν Καστὰν Ἠλείας κατοίκων, αἰτουμένων τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Καστάν. Ὁ τέως Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ Δικτατορίας κ. Γ. Βογόπουλος ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα, δι’ οὗ ἀνασκευάζει δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Λαδᾶ, ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ συνταξιούχου Δευτεραίου, ἐκ Σύρου, καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἐγκριθῇ ἡ σύνταξίς του, καθόσον ἡ χήρα σύζυγος τοῦ ἀποθανόντος υἱοῦ του ἦλθεν εἰς δεύτερον γάμον καὶ συνεπῶς ὁ πατὴρ δικαιοῦται συντάξεως, σύμφωνα μὲ τὸν τελευταῖον νόμον. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ἀποστολίδης, Ν. Κουμπαροῦσος, Α. Στρατηγόπουλος, Π. Εὐριπαῖος Φ. Παπαγεωργίου, Σ. Χατζηδάκης, Κ. Σιακῆς, Φιλ. Χριστοδῆμος, Γ. Ἐμπειρῖκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. Βελλιανίτης ὑπαβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων κειμένων διατάξεων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. Χασιώτης, Α. Λαίλιος, Κ. Πολυχρονάκης, Κ. Σῖμος, Σ. Κρητικᾶς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ Αὐτονόμου Ἐλαιοκομικοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς συνταξιούχους ἀνταλλαξίμους». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι σχεδίων νόμου: 1) «Περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ τῶν ἐχθρικῶν χρεῶν». 2) «Περὶ μηχανοδηγῶν τῶν βιομηχανικῶν καὶ βιοτεχνικῶν ἐγκαταστάσεων». 3) «Περὶ προσθήκης ἑνὸς λεπτοῦ παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς διατιμήσεως τῶν ἀλεύρων εἰς τὰ παρ’ αὐτῆς κανονιζόμενα ἀλεστικὰ ἔξοδα ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἀλεθομένου σίτου κλπ.». 4) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν βιομηχάνων καὶ βιοτεχνῶν ἁμαξοποιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς».
§6Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει, ὑπέβαλε πρὸ τριῶν ἡμερῶν νομοσχέδιον «περὶ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ τῆς παραγωγῆς». Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ διαβιβασθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε ἐὰν καὶ ἐφόσον διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ, διότι πρόκειται περὶ ἐνδιαφέροντος ζητήματος δύο νομῶν, τῆς Μεσσηνίας καὶ τῆς Λακωνίας.
§7Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγώ.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Προκειμένου περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συζητήσωμεν μέχρι τῆς 9ης μ. μ. περὶ Γερουσίας καὶ μετὰ τὸ γεῦμα περὶ Δικτατορίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§10Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Θὰ παρεκάλουν νὰ ψηφισθῇ, κ. Πρόεδρε, τὸ εἰς μόνην συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς Ν. Χώραις τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμ. Πατριαρχείου».
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνοῦν ὅλοι;
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περὶ αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι.
§13Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς λεχθῇ πῶς θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον...
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως μὲ τὰς ὑπαρχούσας τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§15Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται κατὰ τρόπον ἀνεξήγητον. Ἐν πρώτοις τυπικῶς εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὅτι εἰσάγεται εἰς μόνην συζήτησιν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ θεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπηρεσιακόν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§17Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι. Οὐδέποτε ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδὲ λέξιν εἶπε περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπηρεσιακοῦ. Ἐγὼ ἤμην παρὼν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως καὶ οὐδὲ λέξις ἐλέχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ περὶ αὐτοῦ. Οὔτε ἦτο δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο. Εἶναι ἀπόπειρα πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὑφαρπαγῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πλήττεται ἔξωθεν, νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ πλήττεται καὶ ἔσωθεν βαρύτερον. Πρόκειται περὶ ἀποπείρας, ἵνα δι’ ὑφαρπαγῆς χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπηρεσιακόν. Εἶναι, κ. Συνάδελφοι, βεβαιωμένον, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ταχείας ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν, διότι ἀπὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, ἀφ’ ἧς προσηρτήθησαν αἱ Νέαι Χῶραι, αἱ ἐκκλησίαι διοικοῦνται ἀνωμάλως. Εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀποβλέψασα ἡ Κυβέρνησις, ἔφερε μέχρις ἡμῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ πληρώσῃ μίαν ἀνάγκην. Ἡ σύνθεσις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀνατρέπονται οἱ κανόνες καὶ δημιουργεῖται κατάστασις λίαν κινδυνώδης διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει ἵνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διοικῆται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐσωτερικὸν χαρακτηριστικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀγῶνες αἱματηροί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτιμῶνται φαίνεται πλέον ἐν Ἑλλάδι, διεξήχθησαν ὅπως λάβῃ καὶ διατηρήσῃ ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία τὴν μορφὴν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὅλαι αἱ Συνελεύσεις τοῦ ἀγῶνος ἀνεκήρυξαν τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1844, ἐθέσπισε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεωρήθη Αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία, ἐμονιμοποιήθη δὲ ἡ πραγματικὴ κατάστασις. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἦτο βέβαια κανονική, καὶ ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις, αἵτινες ἐδημιούργησαν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὀξυτέρους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ νεωτέρα Ἑλλάς. Οἱ ἀγῶνες οὗτοι διήρκεσαν ἐπὶ μίαν σχεδὸν εἰκοσαετίαν, δι’ αὐτῶν δὲ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κανονικὴν ἀναγνώρισιν ὡς Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τοῦ Τόμου τῆς Ἑνώσεως. Κατὰ τὸν Τόμον τοῦτον τῆς χειραφετήσεως ἀπαιτοῦνται ὡρισμέναι προϋποθέσεις. Πρῶτον: Πρέπει νὰ εἶναι τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἡ Ἐκκλησία, ἀνεξάρτητον. Εἶναι ἀξίωμα τοῦτο: ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ. Δεύτερον: Ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποσπασθῇ ἡ τοῦ νέου ἀνεξαρτήτου Κράτους Ἐκκλησία πρέπει νὰ κηρύξῃ ταύτην Αὐτοκέφαλον, πρέπει νὰ ἐκδώσῃ Τόμον χειραφετήσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄκραν ἑλληνικότητα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ ἱστορία βεβαιοῖ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1844 ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία μετῆλθεν, ἀτυχῶς, ἐν Ἑλλάδι τὰς βαρυτέρας τῶν πιέσεων, ἵνα ὑποτάξῃ τὴν Ἐκκλησίαν, πιεζομένη βεβαίως ἀπὸ τὴν Πύλην. Διὰ τοῦ νόμου τῆς χειραφετήσεως τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1850 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Αὐτοκέφαλον, ὅλως δηλ. ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοτελῆ. Τί προτείνει τὸ νομοσχέδιον; Προτείνει ἵνα εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἐκκλησίας Αὐτοκεφάλου καὶ αὐτοτελοῦς, μετέχωσι Ἱεράρχαι τῶν Νέων Χωρῶν, οἵτινες δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος! Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ν. Χωρῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ χειραφετηθῇ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐννοοῦμεν ὅλοι καὶ ὅλοι τοὺς δικαιολογοῦμεν. Καὶ δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἀκόμη καθαρώτερον, ὅτι ἡ χειραφέτησις τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Ν. Χωρῶν ἀπὸ τὴν Μ. Ἐκκλησίαν θὰ περιῆγε τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον εἰς τοσοῦτον σημεῖον γυμνότητος, ὥστε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν χειραφέτησιν τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Ν. Χωρῶν καὶ πρέπει συνεπῶς αἱ Ἐκκλησίαι τῶν Ν. Χωρῶν νὰ ἐξακολουθοῦν ὑπαγόμεναι ὑπὸ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν. Εἴπομεν ἤδη κατὰ τίνα τρόπον δύναται μία Ἐκκλησία νὰ χειραφετηθῇ. Αἱ Ἐκκλησίαι τῶν Ν. Χωρῶν ἦτο σκόπιμον νὰ μὴ χειραφετηθῶσιν. Ἐν τοσούτῳ τὸ Κανονικὸν δίκαιον παρέχει τὰ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ μὴ χειραφετηθῇ μέν, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται νὰ αὐτοκυβερνᾶται. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς Ἐξαρχίας, δηλ. ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μεταβιβάζει τὰ δικαιώματά του ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ εἰς ἄλλον Ἱεράρχην, ὁ ὁποῖος διοικεῖ τὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ ὁμαλώτερον εἶναι νὰ παρείχετο τὸ δικαίωμα τῆς Ἐξαρχίας εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν νὰ διοικῇ τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμαλότης εἶναι πλήρης. Ἀντὶ ὅμως τῆς ὁμαλῆς καὶ κανονικῆς ὁδοῦ προτείνεται ἡ ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντικανονικὴ ὁδός, ἀντισυνταγματικὴ διότι καλοῦνται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Ἀρχιερεῖς μὴ ὑπαγόμενοι εἰς αὐτήν, μὴ αὐτοτελεῖς, ἀνήκοντες εἰς τὰ Πατριαρχεῖα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ τὰ ὑπογράφῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Τὸ παρὸν δὲ νομοσχέδιον δὲν τὸ ἔχει ὑπογράψει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Πῶς θὰ εἶναι αὐτοτελὴς μία Ἐκκλησία ὅταν εἰς ταύτην μετέχουσιν Ἱεράρχαι ξένοι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ξένοι; (Θόρυβος).
§19Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ξένοι κανονικῶς (Θόρυβος). Ὅστις ἔχει στοιχειώδη γνῶσιν τοῦ δικαίου δὲν δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ξένων Ἀρχιερέων. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Κανονικοῦ δικαίου καὶ λέγω, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι εἶναι ξένοι πρὸς ἡμᾶς κανονικῶς. Πῶς εἶναι δυνανὸν νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ Πολίτευμα κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος τὸ διετηρήσατε ἀκέραιον, ὅταν ἀνατρέπητε τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι Αὐτοκέφαλος; (Θόρυβος) Τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ποὺ θέλετε νὰ ζήσητε, θέλετε νὰ ψάλλετε τὸ κύκνειον ᾆσμα εἰς βάρος σας; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν διοικουμένην κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ Ἀρχιερεῖς ὑποτελεῖς εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν.
§20Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ποῖον συμφέρον ἔχει ἡ Ἑλλὰς σήμερον, προκειμένου νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος....
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τὸ καλύτερον εἶναι νὰ τελειώσωμεν τὸ ταχύτερον.
§22Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἐξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως μισεῖ τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτὴ ἡ πλειονότης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον, ὡς πιστεῦται ἐκ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνθείσης διαμαρτυρίας τούτης, διαμαρτυρίας εἰς πικροτάτην γλῶσσαν γεγραμμένης. Κύριοι Βουλευταί, ἔχομεν βεβαιωμένον τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε, διότι τὴν νομικὴν ἐπιστήμην τὴν κατέχετε τόσον καλά, ὅσον καὶ ἐγώ. Ἔχομεν βεβαιωμένον τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντικανονικὸν αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει κανὼν ἐπιτρέπων εἰς ξένον Ἱεράρχην, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν κανονικήν, ν’ ἀναμιγνύεται εἰς ὑποθέσεις ἄλλας ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν. Ἔχομεν τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ. Ἄν θέλετε νὰ τὸ ψηφίσητε ἀποβλέποντες εἰς τὴν γενικὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ Βουλευτὴς Θεσσαλονίκης, θὰ τὸ ψηφίσητε, ἀλλὰ νὰ γνωρίζετε, ὅτι θὰ δημιουργήσητε τοιαύτην σύγχυσιν καὶ ἀταξίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἡ ἱστορία θὰ ἐπιρρίψῃ ἐφ’ ὑμῶν τὰς συμφορὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν. Καὶ θὰ ἐπακολουθήσουν ἐνδεχομένως συμφοραί, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀσταθὲς καθεστώς, ἔχομεν μίαν χώραν, ἡ ὁποία ἐλλοχεύει διαρκῶς, δὲν γνωρίζω δὲ ποίαν στάσιν θὰ τηρήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἂν ἐκπνεύσῃ ὁ Πατριάρχης, καὶ δὲν ἐννοῶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐγὼ νὰ δώσω ψῆφον, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ αὐτοκέφαλος θὰ ὑποδουλωθῇ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι φορεὺς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ κλῆρος, ἀλλὰ ὁ λαός. Ταῦτα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Θεωρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ εἰς Βαν συζήτησιν, καὶ ὅτι δὲν δύναται νομοσχέδιον τόσον ἀνατρεπτικὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπηρεσιακόν.
§23Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ κηρυχθῇ ἐπεῖγον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη. Πῶς θὰ ψηφισθῇ τώρα εἰς δύο ἀναγνώσεις;
§24Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐκηρύχθη ἐπεῖγον μὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα πολιτικόν, ὀφείλει νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς διοικήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν νέων Χωρῶν καὶ νὰ κατευθύνῃ τὴν διοίκησιν κατὰ τρόπον κανονικόν, ὥστε νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀβίαστος. Ἔχετε ὑποχρέωσιν ἐξερχόμενος τῆς Βουλῆς ταύτης, νὰ μὴ καταπατήσητε τὸ Πολίτευμα τὸ ὁποῖον σεῖς ἐψηφίσατε. Ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἐπιφυλάσσομαι, διότι αὐτὰ εἶναι πικρότερα καὶ δριμύτερα.
§25Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς δύο προηγουμένας περιστάσεις, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτε τῷ 1921 συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα καὶ συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου «περὶ Θρησκείας», ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὡμίλησα περὶ τῶν ἀκυβερνήτων θρησκευτικῶς Ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν, διότι ἀπὸ τὸ 1913 καὶ ἐντεῦθεν ἐξηκολούθησαν ὅλαι αἱ ἐκκλησιαστικαὶ περιφέρειαι τῶν Νέων Χωρῶν νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ νὰ διοικῶνται σχεδὸν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ὑπήγοντο ὁπωσδήποτε εἰς ἕνα τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἐκανόνιζε τὰ τῶν προσωπικῶν καταστάσεων, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν μέρος τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν ἐπεκράτει μία σύγχυσις, διότι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διετέλει ὑφ’ ἃς διετέλει συνθήκας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Παγκοσμίου Πολέμου καὶ κατόπιν, μετὰ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάνης, ὁπότε ἀπεψιλώθη ἐντελῶς τῶν δικαιωμάτων του καὶ ἀπηρτίζετο ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐξ Ἀρχιερέων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τιτουλαρίων, δὲν ἠδύνατο τὸ Πατριαρχεῖον νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς Ἱεράρχας τῶν Νέων Χωρῶν καὶ νὰ τοὺς διοικῇ, ὅπως τοὺς διῴκει μέχρι τοῦ 1915. Συγχρόνως εἶχον παρατηρήσει, ὅτι καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι Αὐτοκέφαλος εἶναι ἄρθρον ἐλλιπές, διότι, ἐφόσον καὶ αἱ Νέαι Χῶραι ἀποτελοῦν Ἑλλάδα καὶ ἐφόσον ἔπρεπε καὶ εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον νὰ ὁμιλοῦν περὶ θρησκείας, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ θρησκείας ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γράψωμεν μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦτο Αὐτοκέφαλος, διότι ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς μέχρι τοῦ 1912 Ἑλλάδος ἀπηρτίζετο ἀπὸ 33 Ἐπισκοπάς, ἐνῷ ἔμενεν ἔξω τῆς Αὐτοκεφάλου ἓν πλῆθος διπλάσιον σχεδὸν Ἐπισκοπῶν καὶ Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν. Καὶ τότε ἀκόμη οἱ Συνάδελφοι ὅλοι εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν, πῶς νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ εἴπωμεν τί τὸ μὴ ὀρθόν, καὶ νὰ κατορθώσωμεν καὶ τὸ ἄλλο, νὰ μὴ ἀποψιλώσωμεν τὸ Ἐθνικὸν Πατριαρχεῖον, καὶ νὰ προσαρτήσωμεν διὰ χειραφετήσεως ἐκκλησιαστικῆς τὰς νέας Μητροπόλεις, ὅπερ ἦτο κανονικόν. Ἡ τοιαύτη προσάρτησις ἦτο ἐλευθέρα φυσικὰ καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τῷ 1914 κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ ἀνέβαλε τὰ πράγματα. Ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ ἐμέναμεν εἰς τὸ τότε καθεστώς, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον θὰ περιεστοιχίζετο ἀπὸ τριακοντάδα Ἐπισκοπῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ χειραφέτησις τῶν τότε ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἡ προσθήκη αὐτὴ εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ συνεπήγετο τὴν ἐκμηδένισιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἐπῆλθεν ὅμως ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Ἦλθε μία στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠλπίσαμεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐμειοῦτο τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ἔτι περισσότερον νὰ ἀναλάμψῃ ἡ οἰκουμενικότης του. Ἐπῆλθεν ὅμως ἡ συμφορὰ τοῦ 1922, ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης, ἡ ἀνταλλαγὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον περιωρίσθη εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν περιφέρειαν Κωνσταντινουπόλεως, ἀπαρτιζομένην ἀπὸ 4 μόνον Μητροπόλεις. Πῶς κατώρθωνε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον νὰ καταρτίζῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν Σύνοδον τὴν πενταμελῆ, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει νὰ ἀναπτύξωμεν σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα πῶς θὰ διοικῶνται αἱ Ἐκκλησίαι τῶν Νέων Χωρῶν, ἀφοῦ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰς διοικήσῃ ἀπ’ εὐθείας, διότι εὑρίσκοντο ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπου ὑπάρχει καὶ ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, εἶναι φανερὸν κατὰ βάσιν, ὅτι δὲν θὰ ἀπαρτίζουν μέρος τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας οἱ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν Ἱεράρχαι. Δέον ὅμως νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος συμβιβασμοῦ τῶν πραγμάτων, καὶ κατόπιν πολλῶν σκέψεων κατέληξαν οἱ συντάξαντες τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι μία μερὶς ἐκ τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν θὰ προστεθῇ τρόπον τινὰ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ οὕτω θὰ συνδιοικῶνται τὰ δύο τμήματα. Ἐγεννήθη ὅμως ἐντεῦθεν μία ἀνωμαλία καὶ μία ἀντιζηλία μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων, τῶν ἐκκλησιαστικῶν, τῶν εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον καὶ τῶν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνηκόντων. Ἡ μὲν Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία ἐνόμιζε καὶ νομίζει ...
§26Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐξέλιπεν ἡ διαφωνία καὶ ἐπῆλθεν συμφωνία κατόπιν κοινῆς συσκέψεως τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, ὑπογραφέντος τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου.
§27Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν αὐτό, ὅτι ἤρθη ἡ διαφωνία. Ἀναφέρω τὰ προηγούμενα τῆς ἐπελθούσης διαφωνίας ἱστορικῶς καὶ εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐπῆλθε μία διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο Ἱεραρχῶν. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀγνοεῖ τί σκέπτεται ἡ Ἱεραρχία τῶν Νέων Χωρῶν, τί σκέπτεται ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀγνοεῖ τί σκέπτεται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη εἶχε συνέλθει μία ἐπιτροπὴ Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ συνέταξεν ἓν σχέδιον διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμα τὴν κατὰ θέματα διοίκησιν τῶν Νέων Χωρῶν. Τὴν τελευταίαν ὅμως στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνέστειλε τὰς περαιτέρω ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔκτοτε ἐσταμάτησε τὸ ζήτημα καὶ ἐπανήρχισαν ἐσχάτως αἱ συνεννοήσεις μεταξὺ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Μητροπολιτῶν Νέων Χωρῶν καὶ Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καθὼς σᾶς εἶπον ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ νομοθετήσῃ σήμερον, ἀγνοεῖ ὅλα αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ ἐπὶ ζητημάτων καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ αὐτοβούλως εἰς τὴν νομοθεσίαν, ἐφόσον ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τὸ σύμφωνον μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν τμημάτων.
§28Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑπάρχει, κ. Συνάδελφε.
§29Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει αὐτὴν τὴν ὥραν καὶ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ψηφίσω κατὰ συνείδησιν, ἐφόσον δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ λέγετε, ὅτι ὑπάρχει. Ἐὰν εἶναι ἀπόρρητον ἀλλάζει τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀπόρρητον δὲν ὑπάρχει, διότι ἡ Ἐκκλησία, καθὼς γνωρίζετε, διοικεῖται κανονικῶς. Καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν δύναται μία Βουλή, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἀλλοθρήσκους ὡς μέλη νὰ κανονίζῃ πῶς θὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία θὰ διοικῆται κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ μόνον ἡ Πολιτεία θὰ κυρώσῃ διὰ μιᾶς πράξεως νομοθετικῆς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας πῶς πρέπει νὰ διοικηθῇ. Ἐφόσον δὲν ἔχομεν Συνοδικὸν Τόμον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐφόσον δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πῶς πρέπει νὰ διοικηθοῦν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, τῆς μὴ χειραφετήσεως, ἐκκλησιαστικαὶ περιφέρειαι τῶν Νέων Χωρῶν, ἐφόσον δὲν γνωρίζομεν τί σκέπτεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ὁλομέλεια τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διότι περὶ αὐτὸ δὲν μένουν παρὰ 4–6 Μητροπόλεις, ἐνῷ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουν 70, ἐφόσον δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ μίαν ἐπίσημον πρᾶξιν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἐν πλήρει ἀταξίᾳ προβαίνοντες εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ προκείμενον νομοθέτημα, διότι καὶ ἂν ψηφισθῇ θὰ εἶναι κἄτι τί τὸ ἄτοπον, κἄτι τί τὸ ἀστήρικτον, κἄτι τί τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Διὰ νὰ προβῶμεν εἰς μίαν νομοθέτησιν ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς ἐκκλησιαστικῆς μορφῆς, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα. Προβαίνομεν περαιτέρω, καθὼς βλέπετε εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς περικοπὰς Μητροπόλεων. Εὑρίσκομεν, ὅτι ἱδρύθησαν μερικαὶ Ἐπισκοπαὶ καὶ Ἀρχιεπισκοπαὶ ὑπεράριθμοι πρὸς ἐξοικονόμησιν δῆθεν τῶν Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ ἐκ τοῦ διωγμοῦ, ἐνῷ δὲν εἶναι καθόλου ἀληθὲς αὐτό. Διότι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοὶ διοικοῦν καὶ κυβερνοῦν τὰ ποίμνια, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦ διωγμοῦ. Εἰς τὸν νομὸν Κοζάνης ἀνεχώρησαν ὑπὲρ τὰς 70.000 Μουσουλμάνων καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἦλθον 50.000 χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀναγκαίως ἕναν Ἐπίσκοπον· καὶ ἐγένετο ἡ Ἐπισκοπὴ εἰς τὴν Πτολεμαΐδα. Ἡ Καβάλλα, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἱδρύθη μὲ 15.000, ἴσως καὶ ὀλιγωτέρους, χριστιανούς, ἦτο ὑπὸ τὸν Μητροπολίτην τῆς Ξάνθης, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν σήμερον μὲ 80.000 πληθυσμὸν νὰ μὴν ἔχῃ ἰδικόν της Μητροπολίτην. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἱδρύθησαν καὶ ἄλλαι Μητροπόλεις εἰς τὰς Νέας Χώρας, τὰς ὁποίας τὸ παρὸν νομοσχέδιον προσπαθῇ εἰς τὸ νὰ τὰς καταργήσῃ καὶ νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦταν πρὸ τοῦ 1922, διὰ νὰ μὴ πάθῃ ἀσφυξίαν ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία ἀπὸ τὰς νέας Μητροπόλεις αἱ ὁποῖαι θὰ κατώρθωναν νὰ ὑπαγάγωσι τὴν Ἐκκλησίαν εἰς ἑαυτὰς διὰ τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ κυβερνοῦν οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν τοὺς Μητροπολίτας τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Καὶ διὰ νὰ μὴ γίνῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον ἔγινεν ἄλλο ἄτοπον, δηλαδὴ ἡ Σύνοδος ἀπαρτίζεται ἀπὸ πέντε Παλαιοελλαδίτας καὶ τέσσαρες Νεοελλαδίτας Μητροπολίτας. Δὲν εἶναι οὔτε ἑξαμελὴς οὔτε δωδεκαμελής, ὅπως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Πατριαρχείων, ἀλλὰ εἶναι 9μελής. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ὁρίζωμεν πόσοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ Συνοδικοὶ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διοικοῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ πέντε πρέπει νὰ εἶναι ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἄλλοι ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀρχιερέων, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ καὶ νὰ συγκληθῇ χωριστὰ τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν εἰς μίαν πρωτεύουσαν πόλιν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ νὰ ἀποφασίσουν ἐκεῖ ἐπὶ Συνόδου πανεκκλησιαστικῆς, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ καλέσῃ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποφανθῇ καὶ αὐτή, καὶ κατόπιν αὐτοῦ νὰ ἔχωμεν τὴν ἔγκρισιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νὰ ἔλθωμεν δὲ τότε ἡμεῖς νὰ κυρώσωμεν τυπικῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπεφάσιζεν ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ἡ Πολιτεία θὰ κυρώσῃ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ Ἐκκλησία. Τοιαῦται δὲ ἀποφάσεις καθ’ ὃν τρόπον ἐλήφθησαν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεωρηθοῦν σκόπιμοι, ὁσονδήποτε κι’ ἂν θεωρηθοῦν ἐπείγουσαι διὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν, δὲν ἔχουν ὅμως τὰς βάσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχουν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ψηφίσω ὑπὲρ μιᾶς τοιαύτης ἐντελῶς ἀστηρίκτου νομοθεσίας. Θὰ ἤθελα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν εἴπω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται, διότι δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς πῶς θὰ διοικηθῇ ἡ ἐκκλησία τῶν Νέων Χωρῶν. Τὴν γνώμην μου τὴν ἀνέφερα καὶ ἄλλοτε ἐπεισοδιακῶς καὶ εἶπον, ὅτι ὁ μόνος ἐπὶ τοῦ παρόντος τρόπος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν μίαν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν, θὰ ἦτο ἡ κατὰ θέματα διαίρεσις αὐτῶν καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὑπαγωγῆς ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ σήμερον, εἶναι ἡ ἐπιρροὴ τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, προκειμένου νὰ ἐπέλθουν μεταβολαὶ προσωπικαὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μίαν ὥραν πρωτήτερα ὁ τρόπος τῆς κανονικῆς καὶ ἐθνικῆς διοικήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως νὰ περιφρουρήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν ἑλληνικότητα καὶ οἰκουμενικότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ ἑλληνικότης ὅμως καὶ οἰκουμενικότης θὰ περιφρουρηθοῦν μὲ τὸ παρὸν αὐτὸ νομοσχέδιον; Δὲν περιφρουρεῖται καὶ δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν τὸν τίτλον τὸν ὁποῖον αἱ τουρκικαὶ ἐφημερίδες ἀποδίδουν εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ἀποκαλοῦσαι αὐτὸν Παπᾶ, διότι δὲν θὰ ἀπομείνῃ παρὰ ἕνας παπᾶς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐφόσον ἡμεῖς τοιαῦτα νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα. Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία θυσία ἐκ μέρους τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπίσης ἡ ἐκδίκασις τῶν ἀγωγῶν τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρέπει, ἴσως, εἰς εὐθετώτερον χρόνον νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ εὑρεθῇ τρόπος καθορισμοῦ τῆς θέσεως αὐτοῦ. Πρέπει νὰ γίνῃ εἷς διεθνὴς θεσμός. ὁ ὁποῖος μόνον ἀστυνομικῶς νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔτυχε νὰ εὑρίσκεται ἡ ἕδρα τοῦ Οἰκουμ. Πατριαρχείου, ἀλλὰ νὰ δύναται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον νὰ καλῇ ὄχι μόνον τήν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰ ἄλλα Κράτη Μητροπολίτας καὶ ὑπαγομένους εἰς αὐτό.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ δύναται νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ μὲ αὐτά, ἀφοῦ εἶναι ζητήματα καθαρῶς ἐκκλησιαστικά;
§31Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ ποῖα εἶναι ἡ ἐθνικὴ θέσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ φρονεῖτε σεῖς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ αὐτά; Εἶναι δικαίωμά σας νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην σας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία τοιαύτη διπλωματικὴ ἐνέργεια, ὥστε νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀπὸ τὸν σημερινὸν ἐξευτελισμόν, τὸν ὁποῖον ὑφίσταται, ἀπὸ τὴν πίεσιν καὶ ἀπὸ τὰ σκώμματα τοῦ τουρκικοῦ τύπου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Πρέπει νὰ διατηρήσωμεν ἀκμαῖον τὸ καθεστὼς τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων χωρῶν καὶ νὰ τὸ ἐνισχύσωμεν διὰ τῆς ρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ μαρασμὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ ἐξόντωσις αὐτοῦ. Πάντως τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, κανονικῆς, ἐκκλησιαστικῆς, ἀπόψεως συνταγματικῆς, ἀπόψεως ἐθνικῆς καὶ ἀπόψεως κανονισμοῦ ἀκόμη τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἐπιδοκιμαστέον. Εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀσημάντου τινὸς γεγονότος καὶ ζητεῖται ἡ εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν ἐκ τοῦ προχείρου ψήφισίς του. Ἐν τόσῳ μεγάλης σημασίας νομοσχέδιον δέον νὰ μὴ ψηφισθῇ διότι ἂν ψηφισθῇ θὰ εἶναι ἔργον ἀντισυνταγματικόν, θὰ εἶναι ἔργον ἀντεθνικόν. (Χειροκροτήματα).
§32Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐκ μέρους τοὐλάχιστον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διὰ λόγον ἐθνικόν, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ἐκτάσει. Ἐπισήμως ὅμως δηλῶ, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ πόρισμα πολυμήνων διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐθνικῶν ἐκκλησιῶν καὶ ὅτι ἀπετέλεσε κατόπιν τῆς διαφωνίας τῆς Ἱεραρχίας Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀντικείμενον καὶ νεωτέρας διαφωνίας, ἐκδηλωθείσης ἐσχάτως. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κυρίου Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι καὶ δυσμενεῖς ἀπόψεις.
§33Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§34Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δὲν ἠκούσθη καμμία δυσμενὴς ἄποψις...
§35Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Τὸ ἔγγραφον δὲ τῆς συνεννοήσεως εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, ἐφόσον δυστυχῶς, ἴσως ἐξ ἀγνοίας τοῦ ζητήματος, προκαλεῖται τοιαύτη συζήτησις, νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ τὸ ζήτημα ἐλύθη εἰς τὰ παρασκήνια.
§37Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Εἶναι ζήτημα, κ. Συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον μοιραίως διεξάγεται εἰς τὰ παρασκήνια. Εἴμεθα εἰς τὴν διάθεσίν σας, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ σᾶς παράσχωμεν πᾶσαν πληροφορίαν σχετικήν. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ συζητήσῃ ἐπεῖγον θέμα, νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ συνεχισθῇ μετὰ τὸ δεῖπνον.
§38Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν θὰ ἤγειρε τοιαύτην ἀντίθεσιν, ἀντίθεσιν ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ μᾶς ἀπορροφήσῃ καὶ τὸν χρόνον τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως καὶ ἴσως νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἕν ἀποτέλεσμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ τερματισθῇ σήμερον, εἰ δυνατόν, ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγώ, ὅπως, εἰ δυνατόν, συζητήσωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὁπότε ὁ Χρόνος θὰ μείνῃ ἐλεύθερος, ἢ νὰ συζητηθῇ τοῦτο αὔριον.
§39Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, συμφωνῶ εἰς τὴν σύστασίν σας περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ θὰ γίνῃ ἐκτενεστέρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἷς ἐκ τῶν κ. κ. Συναδέλφων, τῶν τελευταίων ἀγορευσάντων, εἶπεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἐγγράφων τινῶν, προσθέτω καὶ ἐγώ, ὅτι θεωρῶ ἀναγκαῖα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Νὰ δοθῇ εἰς τὸν ζητήσαντα τὰ ἔγγραφα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ σχετικὸς φάκελλος ὁ ἀφορῶν τὰς σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ὁ τοιοῦτος φάκελλος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν δημοσίᾳ. Ἂν τοῦτο κρίνεται ἀδύνατον, τότε, κατὰ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα, νὰ παραδοθῇ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν ἑνὸς Κόμματος, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν κρίσιν του, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος, εὑρίσκω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς προσπαθεῖ κακῶς, ἀτυχῶς, ἵνα ἐπιφέρῃ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς οὐδένα ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἡ τακτοποίησις αὐτὴ δὲν γίνεται κἄν, ἢ γίνεται κατὰ τρόπον ὅστις νὰ ἀφήνῃ τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι παρωράθησαν ἴσως ἀνώτερα τινὰ δικαιώματα ἢ ἀνώτερα τινὰ συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων εἴτε δὲν δύναται, εἴτε δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος. Πρέπει τουλάχιστον οἱ ἁρμόδιοι νὰ βεβαιώσουν, ὅτι δὲν παρωράθησαν τὰ δικαιώματα ἢ τὰ συμφέροντα ταῦτα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§41Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δηλῶ, ὅτι λόγῳ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον.
§42Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὸ ἀποσύρετε. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§43Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς, καθὼς καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν παρακαλοῦμεν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§44Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Βοζίκην, ὅτι ἔλαβον χώραν παρασκηνιακαὶ ἐνέργειαι. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παρέστησαν δι’ ἀντιπροσώπων ὅλα τὰ Κόμματα καὶ ἐγένετο συζήτησις παρουσίᾳ ὅλων τῶν μελῶν καὶ τῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο δεκτοὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ὑπῆρξεν ὁμόφωνον. Ὅ,τι ἐλέχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρὰ μόνον διὰ νὰ καταστήσω γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰ πράγματα, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Σκοπὸς τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ διαφωνία Μητροπολιτῶν Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ Νέων Χωρῶν. Ἂν καλῶς ἔκρινεν ὁ Ὑπουργός, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Πάντως ὅμως σκοπὸς τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ λείψῃ ἀκριβῶς ἡ κουβέντα, ἡ ὁποία γίνεται ἐδῶ. Οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἐρχόμενοι ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι κατάλληλα ἢ ἀκατάλληλα. Ἦλθον οἱ Ἱεράρχαι τῶν Νέων Χωρῶν, ὁμοίως καὶ οἱ Ἱεράρχαι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ μᾶς εἶπον: ἔχομεν σχέδιον μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διωρθωμένον καὶ ὅτι συνεφωνήσαμεν καὶ παρακαλοῦμεν τὸ νομοσχέδιον νὰ διατυπωθῇ ὡς ἔχει. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι ἐπίσημον, φέρει τὴν ἐπίσημον ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Παρουσιάσθη ἐνώπιόν μας ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ν. Χωρῶν καὶ μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐκφράζει τὴν γνώμην τῆς ὁλότητος. Ὑπάρχουν ὅμως πέντε Ἱεράρχαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν. Κατόπιν ἦλθεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, τὸν ὁποῖον ἠρώτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τίνα γνώμην ἔχει καὶ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι συμφωνεῖ ἀπολύτως μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τὸν ἠρώτησε κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τοῦ ἐζήτησε τὴν γνώμην του, ὡς καθηγητοῦ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, καὶ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντικανονικόν. Ἐπίσης, εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Πατριαρχείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται σχετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸ νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν, διότι δὲν γνωρίζω ἂν θὰ προχωρήσῃ αὕτη.
§45Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, εἴπομεν ὅτι θὰ τὴν συνεχίσωμεν καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Τὴν στιγμὴν ὅμως ποὺ ἐξεδηλώθη ἀντίρρησις, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν ἔθιμον κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ: Ὁσάκις ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποσύρῃ νομοσχέδιον, ἡ Βουλὴ οὐδέποτε τοῦ ἔφερεν ἀντίρρησιν.
§46Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνωτέρα τῶν Ὑπουργῶν.
§47Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Λοιπόν, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις.
§48Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§49Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§50Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς δύο λεπτά.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεσύρθη τὸ νομοσχέδιον.
§52Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὁ καθένας ἔχει τοὺς ὑπολογισμούς του. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν τάξιν. Κύριοι Βουλευταί, εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία πρόθεσις παρελκύσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀπεναντίας εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δηλώσωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπρότεινε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀπήντησε «δεκτόν, δεκτόν». Σύσσωμος ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἦτο ἑτοίμη νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐκτὸς 3–4 ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε φέρουσιν ἀντιρρήσεις, εἰς παντὸς εἴδους νομοσχέδια, ἀδιαφόρως τοῦ περιεχομένου των.
§53Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάξια πράγματα αὐτὰ καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Συνάδελφος. (Θόρυβος).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσω τὸν κ. Βαλαλᾶν εἰς τὴν τάξιν, διότι εἶπεν ὅτι φέρετε ἀντιρρήσεις, ἐνῶ σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι ἀνάξια αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει;
§55Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σαφές, Κύριοι Βουλευταί. Αὐτὴ ἡ ἀταξία πρόκειται νὰ φέρῃ μίαν ἄλλην. Ὁ σκοπὸς ὅλης αὐτῆς τῆς ἀταξίας εἶναι νὰ μὴ ἀκουσθῶσι 2=3 ρήτορες διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γερουσίας. Οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γερουσίας. Εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ μείνωμεν μέχρι πρωΐας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐπιθυμοῦν καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν καὶ οἱ Ἱεράρχαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἄλυτον τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι τὸ θεωροῦμεν ἐξηντλημένον. Ἐσκέφθημεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μετὰ κύρους καὶ πατριωτισμοῦ ἴσου, ἂν μὴ ἀνωτέρου, πρὸς τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουσιν. Ἡ Βουλὴ ἑπομένως δύναται νὰ ψηφίσῃ ἀφόβως τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ περαιτέρω ἔργον της. Ἡμεῖς ἐξεγειρόμεθα, διότι ἐναντιοῦνται εἰς τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Βουλῆς 2–3 Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐμποδίσουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ εἶναι βαρὺ τὸ παράπονον τῶν Νέων Χωρῶν, διότι παρατηροῦνται μερικαὶ τάσεις ἐνταῦθα, ὥστε μερικοὶ τῶν κ. Συναδέλφων νὰ θεωρῶσι τὰς Νέας Χώρας ὡς τμῆμα κατώτερον τῶς Παλαιῶν Χωρῶν. (Διαμαρτυρίαι).
§56Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντροπή!
§57Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν ἑρμηνεύετε τὸ φρόνημα τῶν Νέων Χωρῶν.
§58Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω, κ. Συνάδελφοι, προτείνω ὅπως ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ἀμέσως τὴν συζήτησιν λήξασαν.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὅμως δὲν γίνῃ δεκτόν, τότε ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§62Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει νομοσχέδιον κατατεθειμένον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρέπεμψεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις τὸ ἐπεξειργάσθη, τὸ υἱοθέτησε, τὸ ἐτροπολόγησε καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ. Καὶ τώρα ἐρωτᾶται — εἴτε ὑπάρχουν τροπολογίαι εἴτε ὄχι —: δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ λάβῃ ἀποφάσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε τὴν πρότασίν σας, κ. Βουλευτά.
§64Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πριτείνω νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ ἐν μέσῃ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον αὐτὴ ὑπέβαλε.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι συμφέρον ὅλων τῶν πτερύγων ἐνταῦθα καὶ ἰδιαιτέρως ἑκάστου τῶν κ. Βουλευτῶν εἶναι, ὅπως αἱ συζητήσεις μας ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ νομοσχεδίων σπουδαιοτάτης φύσεως, οἷον εἶναι τὸ παρόν, νὰ γίνηται μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ψυχραιμίας. Ἐν προκειμένῳ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἕδραν τῆς Βουλῆς, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ἀντελήφθην τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων ἐθεώρησε τὸ νομοσχέδιον οὐσιωδέστατον καὶ ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ ὡς ὑπηρεσιακὸν εἰς μίαν μόνον συζήτησιν, διότι θεωρεῖ ἀναγκαῖον τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Νέας Ἑλλάδος, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώμην εἰς τὸν διακανονισμὸν αὐτόν, διότι ὅστις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ παρακολουθήσῃ ζητήματα ἀφορῶντα τοὺς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν, θὰ ᾐσθάνθη τὴν δυσφορίαν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως καὶ μὴ τακτοποιήσεως εἰσέτι τῆς καταστάσεως τῶν Μητροπολιτῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἀφ’ ἑτέρου δύναται νὰ μὴ αἰσθάνεται τὴν οὐσιώδη ἐπίδρασιν, σχετικῶς πρὸς ἕτερον ζήτημα, ἀφορῶν τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον τοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διττὴ φύσις τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ ζητήματος, ἐφόσον τουλάχιστον ἤκουσα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Μπουσίου, ὅστις ἀληθῶς δὲν ἀπασχολεῖ συχνὰ τὴν Βουλὴν διὰ συζητήσεων, ἀλλ’ ἐσάκις ὡμίλησε καὶ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος, ἀληθῶς ὡμίλησε μετὰ γνώσεως τοῦ ζητήματος καὶ μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ οὐδεὶς θὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὸ τοιοῦτον ἐκ τῶν παρακολουθούντων τὰς ἀγορεύσεις του ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Θρησκευμάτων, ἀντιληφθεὶς ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτε θὰ παρετείνετο οὕτω πῶς ἡ συζήτησις, ἐθεώρησε σκόπιμον διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ παρεκάλεσε νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὸ φαγητόν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄλλου σπουδαιοτάτου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤρχισεν ἡ συζήτησις, καὶ ἐξηνέχθησαν διάφοροι γνῶμαι, πρόκειται δὲ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ αἱ γνῶμαι τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως συμφέρει ἡμᾶς, διὰ τὴν τακτικὴν ἐργασίαν τοῦ Σώματος, νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς Γερουσίας καὶ νὰ ἀφήσωμεν μετὰ τὸ φαγητὸν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους νὰ βοηθήσουν νὰ τηρηθῇ ἡ ψυχραιμία ἐν τῷ Σώματι. Ἐγὼ δὲν ἐκδίδω, ὁμιλῶν, ἀποφάσεις· κάμνω ἁπλῶς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν ἂν θὰ τὰς δεχθῆτε ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἀφ’ ἧς αὕτη ὑφίσταται, κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ἀπαράβατον ἡ Ἡμερησία Διάταξις κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς προηγουμένης συμφωνίας τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὸν κανονισμὸν τοῦτον, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, κατὰ τὴν συζήτησιν σχετικοῦ νομοσχεδίου, κρίνουν ἀναγκαῖον νὰ ἀναβάλουν τὴν συζήτησιν ἢ νὰ ἀποσύρουν προσωρινῶς ἓν νομοσχέδιον, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι σεβαστή. Ἐφόσον, λοιπόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἀμέσως τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖοι τοῦ ζητοῦνται, παρεκάλεσεν ἵνα ἡ συζήτησις γίνῃ μετὰ τὸ φαγητόν. Ἡ πρότασίς του αὕτη ἔδει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἄνευ συζητήσεως, διότι ἡ περαιτέρω γινομένη συζήτησις δὲν ἔχει οὐδένα ἄλλον λόγον, εἰμὴ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου θέματος. Διὰ νὰ καταλήξω δέ, Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι ὅσοι ἐπείγεσθε διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὠφελεῖσθε ἐκ τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας κάμνετε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τίποτε, διότι ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν πρόνασιν 20 καὶ μόνον βουλευτῶν νὰ ματαιώσουν τὴν ἐφάπαξ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ παύσῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ θεωρῆται ὑπηρεσιακόν. (Θόρυβος).
§68Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ καταστήσετε γνωστὸν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅτι δὲν δύνανται διὰ φωνασκιῶν καὶ ὕβρεων νὰ ἐπιβάλουσι τὴν γνώμην των ἐδῶ πέρα.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι, θὰ ἐπεθύμουν, παραμένων ἐνταῦθα χάριν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν καὶ νὰ κανονίσωμεν τὴν τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφήσατε, ὡς ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ φαγητὸν καὶ νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ ὡς εἴρηται νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲ κάμνω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ λάβω γνῶσιν ἑνὸς φακέλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν τὸν δίδει.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὴ θέλων νὰ ἐπιφέρω οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παραιτοῦμαι τῆς ἀξιώσεως νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα.
§72Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὡς ἐπίσης καὶ τῆς ἀξιώσεως νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν;
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Θρησκευμάτων, ὅπως γίνῃ ἡ συζήτησις βραδύτερον.
§74Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Κύριοι Βουλευταί, ἀντιλαμβάνομαι καὶ συμφωνῶ μετὰ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ἀναγκαίαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ ἐὰν καὶ αὐτοὶ ἀντιλαμβάνωνται τὸ ἀδύνατον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγεται ἡ συζήτησις αὐτή, θὰ καταλήξωσι μετ’ ἐμοῦ, ὑποθέτω, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ταχεῖα ἐπιψήφισις τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, μάλιστα δὲ ἐὰν δὲν γίνωσι μερικαὶ συνεννοήσεις. Ἄνευ τῶν συνεννοήσεων τούτων, ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ τῇ ἠρεθισμένῃ δι’ ἀγορεύσεων ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ φωνασκιῶν ἀπὸ τῶν ἑδρῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§75Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Εὐχαριστοῦμεν διὰ τοὺς χαρακτηρισμοὺς αὐτούς, κ. Ὑπουργέ. Ἀλλὰ δὲν ὁμιλοῦν ἔτσι, ὅταν ὑπάρχει Βουλή.
§76Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Λοιπόν, ἂς ἀντιληφθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τῶν ὁποίων συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Ἐὰν τὸ ἀντελαμβάνοντο αὐτὸ — καὶ πραγματικῶς ὁ σκοπὸς εἶναι αὐτός — εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ καιρὸς διά τινας συνεννοήσεις. Λοιπόν, ἐπιμένω καὶ συμφωνῶ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου διά τινας ὥρας, διότι ὅπως προχωρεῖ ἡ συζήτησις.... (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ πάρω τὸ καπέλο μου καὶ θὰ φύγω. (Κατέρχεται ἐκ τοῦ βήματος καὶ ἀναλαμβάνει τὸ χαρτοφυλάκιον καὶ τὸν πῖλον του).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ θὰ ἀφήσετε, κ. Βουλευταί, νὰ ὁμιλήσουν οἱ ρήτορες, ἢ ἄλλως θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Κάθεσθε τρεῖς ἐκεῖ καὶ δὲν ἀφήνετε νὰ ὁμιλήσουν οὐδὲ οἱ Ὑπουργοί.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Μεταξᾶ, μείνατε μίαν στιγμήν. Κύριοι Βουλευταί, προκαταβολικῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πράγματι ἐξυπηρετεῖ τὰ μέγιστα τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν, ἐννοεῖται πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλήξωμεν, παραβιάζοντες ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν Κανονισμόν. Ὑπεβλήθη ἤδη μία πρότασις ἐκ μέρους 20 βουλευτῶν, ἐναντιουμένων ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν. Ἡ ἐναντίωσις προεκλήθη, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι, διότι τινὲς μὲν τῶν Βουλευτῶν ἠθέλησαν ὅπως ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Περιουσίας, ἄλλοι δὲ διότι ἠθέλησαν, ὅπως ἤδη ἐρρήθη, νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις ἐπί τινων ζητημάτων, ἐπί τινων τμημάτων τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις αὕτη, ἡ ἀντίρρησις ὑπάρχει καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν παραβιάσῃ, οὐδὲ αἱ ψῆφοι ὅλων τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς (Θόρυβος). Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ψηφοφορία καὶ ἂν ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίοι τῆς ἐναντιώσεως. Τὸ Σύνταγμα παρέχει τὸ δικαίωμα (Θόρυβος) εἰς 20 βουλευτὰς νὰ ζητήσουν καὶ νὰ ἐπιβάλουν τὴν εἰς δύο ἀναγνώσεις ψήφισιν...
§79Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸ κάμνομεν ἤδη.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ. Ἀναμείνατε δύο λεπτά. Ἐφόσον, λοιπόν, θέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸ τοῦ τέρματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δύο πράγματα μόνον δύναται νὰ γίνουν. Πρῶτον. Νὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι ὅπως τὸ νομοσχέδιον συζητηθῇ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις. (Θόρυβος, φωναί). Ἢ, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, θὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὸ γεῦμα θὰ ἀποσυρθῇ ἡ ἀντίρρησις περὶ μιᾶς ἀναγνώσεως, ὡς ἐπίσης θὰ ἀποσυρθῶσι καὶ αἱ ἀξιώσεις περὶ προσκομίσεως φακέλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ κανονικῶς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ θὰ δεχθῶμεν νὰ προβῇ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον ψήφισιν, ἄνευ συζητήσεως, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι παραπομπὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λοιπόν, συμφωνεῖτε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὸ δεῖπνον;
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον.
§85Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Αὐτὸ δὲν τὸ δεχόμεθα.
§86Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, προέρχομαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἐνδιαφέρομαι ἀπολύτως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ρυθμίζει θέμα σοβαρώτατον, θέμα ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἱεραρχίαν τῶν Ν. Χωρῶν καὶ τὴν θρησκευτικὴν καθόλου διοίκησιν. Ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ κάμνει νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, καλῶς ἢ κακῶς, ὑπεβλήθη ἀντίρρησις ἐκ μέρους 20 βουλευτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος, ὑπαρχούσης τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς, ματαιώνεται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κοινοβουλ. Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ δίς. (Θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, ἀκούσατέ με. Ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἴσου μὲ σᾶς, διότι προέρχομαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν. (Θόρυβος). Δὲν δύνασθε, κ. Συνάδελφε, νὰ κλείσετε τὸ στόμα καὶ νὰ σταματήσετε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς φωνῆς μου. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐφρόνουν, καλῶς ἢ κακῶς—ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποστηρίζω κακῶς— ὑπεβλήθη πρότασις ἀντιρρήσεως διὰ τὴν ἐφάπαξ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν πράγματι ἐνδιαφέρεσθε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐφόσον προτείνεται ἡ συμβιβαστικὴ λύσις, νὰ γίνῃ παράκλησις εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν ἀντιρρήσεως νὰ ἀποσύρωσιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν πρότασιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ δεχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὸ δεῖπνον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος μὲ αὐτά, νομίζω ὅτι ἀσκόπως χάνομεν τὴν ὥραν μας. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν εἶναι σύμφωνος ἐπ’ αὐτοῦ, ἄλλως, κ. Συνάδελφοι, ἐὰν ἡ μερὶς ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ἡ μερὶς τῶν Ν. Χωρῶν, δὲν δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν καθιστῶ ὑπεύθυνον, ὅτι ματαιώνεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τὴν καθιστῶ ἀκόμη ὑπεύθυνον, ὅτι θέλει πράγματι νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἄλλους σκοποὺς καὶ διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καταφεύγει εἰς τὴν κωλυσιεργίαν αὐτήν.
§87Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μόνον ὁ κ. Βοκοτόπουλος εἶναι ἐναντίον, οἱ ἄλλοι εἶναι ὑπέρ. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ζερβός).
§88Γ. ΜΟΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν, κ. Πρόεδρε. Ποῖοι βουλευταὶ εἶναι αὐτοί.
§89Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπεσύρθη ἡ πρότασίς μου;
§90Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι, κ. Συνάδελφοι, οἵτινες μετ’ ἐμοῦ ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀποσύρωσι αὐτήν, προκειμένου νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐν τάξει συζήτησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γερουσίας»
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρήλθεν ἡ ὥρα.
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εἰσαχθῆ τοῦτο, τότε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρότασίν μας.
§93Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Λοιπόν, δεκτόν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀποσύρεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Γερουσίας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαναστασίου.
§95Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ μετὰ τὸ γεῦμα.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παραχωρῶ τὴν σειράν μου εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν.
§97Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γερουσίας, ἐνομίζομεν ὅλοι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Εὑρέθημεν ὅμως ἐξαίφνης πρὸ ἑνὸς ζητήματος, τὴν θέσιν τοῦ ὁποίου, ἡμεῖς τουλάχιστον, δὲν ἀναμέναμεν, εὑρέθημεν πρὸ ζητήματος, τουτέστιν συστήματος ἐκλογῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Σάμου, ὁ τοιαύτην δώσας ροπὴν εἰς τὴν συζήτησιν, δικαιολογῶν τοῦτο, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν συστήματα ἐκλογῆς Γερουσίας, παρὰ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι τοιοῦτον σύστημα πρέπει νὰ εἶναι τὸ σύστημα ἐκλογῆς καὶ τῆς Βουλῆς. Διότι, ἔλεγε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία νὰ ἔχωσι δύο διαφόρους τρόπους, ἢ δύο διάφορα συστήματα ἐκλογῆς. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς δικαιολογίας ταύτης, ἀπὸ καθαρῶς θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἡ δικαιολογία αὕτη δὲν εἶναι ἰσχυρά, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Βουλῆς εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Γερουσίας. Ἐὰν μάλιστα ἤθελεν εἶσθαι τὸ πρᾶγμα οὕτως, ὥστε ἡ Βουλὴ π. χ. νὰ εἶχε προέλθει ἀπὸ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ἂν δηλαδὴ ἦτο τὸ πλειοψηφικόν, ὡς σύστημα ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχωμεν τὸ ἀναλογικὸν διὰ τὴν Γερουσίαν, διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Γερουσίας νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, τάξεις ἐπιστημόνων, ἡ ἐκκλησία κτλ., δίδομεν ἑπομένως εἰς τὴν Γερουσίαν μορφὴν χαρακτηριστικήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται αἱ διάφοροι τάξεις καὶ αἱ κοινωνικαὶ ροπαί, Διὰ τὸν ἴδιον καὶ ἰσχυρότερον λόγον θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ τὰ κόμματα ἐκεῖνα, δηλαδὴ αἱ πολιτικαὶ ροπαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἕνεκα τῆς ἀσθενοῦς αὐτῶν δυνάμεως ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς οὐδεμίαν χώραν τῆς Εὐρώπης δὲν ἔχει τεθῇ ἡ ἀρχή, ὅπως τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Γερουσίας. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον προσεκόμισεν ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτής, δὲν εἶναι ἰσχυρός. Εἶναι ἁπλῆ πρόφασις, ὅπως ἐκτρέψῃ τὴν συζήτησιν εἰς τοιαύτην, συστήματος ἐκλογῶν Βουλῆς. Ἀλλὰ ὅπως καὶ ἂν εἶναι τὸ πρᾶγμα, τὸ ζήτημα ἔχει τεθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνῷ ἐνομίζομεν ὅλοι, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γερουσίας, πράγματι συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ τρόπου καὶ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν. Τούτου τεθέντος θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἐκφράσω τὴν γνώμην τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, χωρὶς ὅμως νὰ δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος νόμου σαφῶς ὑποβεβλημένου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ οὐδεμία ἐπὶ τούτου ἀπόφασις. Ἡ ἀπόφασις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀλλοῦ παρὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κατατιθεμένου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς Γερουσίας, τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Οἱαδήποτε παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κανόνος τούτου μᾶς θέτει ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔθεσε τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Κοινοβουλευτικοὶ κανόνες. Ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Σάμου ἔθεσε ζήτημα ἐκλογῆς Βουλευτῶν διὰ τοῦ συστήματος τοῦ πλειοψηφικοῦ. Κατὰ τὴν ἀποσαφήνισιν τὴν ὁποίαν τοῦ ἐζήτησα τὴν ἑπομένην ἑσπέραν μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι ζητεῖ κατ’ ἀρχὴν τὴν παραδοχὴν τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, θεωρῶν τὰ ὑπόλοιπα παρακολουθήματα αὐτοῦ, ὡς δευτερεύοντα, ὅτι προτιμᾷ τὴν στενὴν περιφέρειαν, σταματῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς προτιμήσεως καὶ μόνον, ἀλλὰ θεωρεῖ ταύτην, ὡς ζήτημα ἐντελῶς δευτερεῦον. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν ἐθεώρησε ποσῶς δευτερεύοντα ζητήματα ταῦτα· ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐθεώρησε ταῦτα τὰ παρακολουθήματα τοῦ πλειοψηφικοῦ, ὡς οὐσιώδη, θεωρήσας, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα ἡ εὐρεῖα περιφέρεια καὶ τὸ σφαιρίδιον ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖον σύστημα, δηλαδή, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν τριῶν τούτων χαρακτηριστικῶν τὸ ἕν, οἱονδήποτε, παύει νὰ εἶναι τὸ σύστημα τὸ πλειοψηφικόν, τὸ ὁποῖον τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀναγνωρίζει. Ἐπὶ πλέον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος προσέθηκε καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι γνώμη ἐκφραζομένη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐχὶ ἀπόφασις δηλαδή, ὅτι μία τοιαύτη μεταβολὴ συστήματος δὲν δύναται νὰ προέλθῃ παρὰ διὰ νόμου ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἄνευ τοῦ ὁποίου νόμου δὲν δύναται νὰ γίνῃ κανεὶς λόγος περὶ ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος. Τούτου τεθέντος εὑρισκόμεθα πρὸ τριῶν συστημάτων καὶ οὐχὶ πρὸ δύο συστημάτων. Εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ συστήματος τοῦ ἀναλογικοῦ τοῦ ἰσχύοντος, ἢ τοῦ δυναμένου νὰ ὑποστῇ μικράς τινας τροποποιήσεις, οἵας ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον τῆς Γερουσίας, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὸ μέσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτής, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Τρία διάφορα συστήματα. Τώρα, ἂν ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτὴς καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔδωσαν τὴν προτίμησίν των εἰς τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, βλέπομεν, ὅτι εἶναι δύο λόγοι ἀρρήκτως συνδεδεμένοι: Ἐμφάνισις ἰσχυρᾶς κομματικῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ σχηματισμὸς ἐκ τῆς κομματικῆς ταύτης πλειοψηφίας ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως ὁμοιογενοῦς. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προσέθεσε καὶ ἄλλον, δηλαδὴ τὴν γνησίαν ἔκφρασιν τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες εἶναι ἡ ἐμφάνισις ἐν τῇ Βουλῇ ἰσχυρᾶς κομματικῆς ὁμοιογενοῦς πλειονοψηφίας καὶ ὁ ἐκ ταύτης σχηματισμὸς ἰσχυρᾶς ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ δὲ εἶναι καὶ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν, κατὰ τοὺς δύο πολιτευτάς, εἰς τὴν ἀναλογικήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτὴς προσέθεσε καὶ ἄλλο τί. Ὅτι διὰ νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, δηλαδὴ ἰσχυρὰ πλειοψηφία καὶ ἰσχυρὰ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Χώραν εἰμὴ τὴν ἐμφάνισιν δύο μόνον κομμάτων, οὕτως ὥστε ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ αὐτῶν νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον προεῖπε. Καὶ τὰ δύο κόμματα εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν του, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν. Ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τρόπον ἐντελῶς θεωρητικὸν καὶ μὲ ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν προτέρων διὰ συλλογιστικῆς μεθόδου ἐξαγόμενα, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ πλειονοψηφικοῦ θὰ κατέληγεν εἰς ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει, ὅτι ἦσαν ἀγαθὰ διὰ τὴν Χώραν. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην τοῦ ζητήματος θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω κατ’ ἀντίθετον τρόπον, διότι ἐγὼ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἴσως δὲν εὐχαριστοῦμαι εἰς τὸ ὕφος τῶν καθαρῶς θεωρητικῶν συλλογισμῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξετάσω τὰ ζητήματα διὰ τοῦ τρόπου τοῦ συλλογιστικοῦ, θεωρῶν, ὅτι τὰ συμπεράσματα εἶναι ἐντελῶς θεωρητικά, στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ κενοῦ. Νομίζω, ὅτι, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος καὶ ἐπὶ ἐπιστημονικοῦ, δέον νὰ ἐξετάζῃ τὰ φαινόμενα τῆς ζωντανῆς πραγματικότητος καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς ζωντανῆς πραγματικότητος νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πόσον αἱ θεωρίαι καὶ αἱ ὑποθέσεις ἔχουσιν ἀξίαν. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ζωντανὴ πραγματικότης εἶναι ἡ πρόσφατος ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ κοινωνικὸν σῶμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεωριῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αἱ θεωρίαι φέρουσι τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν τὴν ἱστορίαν τὴν ἑλληνικήν, ἀφ’ ὅτου ὑφίστανται πράγματι οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ νὰ ἐρωτήσω ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ μετὰ στενῆς καὶ εὐρείας περιφερείας. Πόσα καὶ ποῖα ἦσαν τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν δεκαετίαν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ κόμμα τοῦ Βούλγαρη, τὸ κόμμα τοῦ Α. Κουμουνδούρου, τὸ κόμμα τοῦ Ε. Δεληγεώργη καὶ τὸ κόμμα τοῦ Θρασ. Ζαΐμη. Τέσσαρα κόμματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς πάλης καὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐν τῷ κοινωνικῷ σώματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον ἰδέας καὶ ροπὰς πολιτικὰς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν Στέμμα, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλέσῃ τὸν σχηματισμὸν τῶν κομμάτων, διότι ταῦτα ἐσχηματίσθησαν κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1863. Λοιπόν, πλειοψηφικὸν καὶ στενὴ περιφέρεια, τέσσαρα κόμματα, Κυβερνήσεις βραχύβιοι καὶ μάλιστα τινὲς συμμαχικαὶ ὅλων τῶν κρητικῶν ἐπαναστάσεων, ἡ ὁποία ἐδόνει τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον. Ταῦτα μέχρι τοῦ 1874 περίπου, ὁπότε ἓν τῶν κομμάτων τούτων, θελῆσαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἐνταῦθα ἐκτιθεμένην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σάμου πολιτευτήν, δηλαδὴ πῶς νὰ δεσπόσῃ ἓν κόμμα εἰς ὅλην τὴν Χώραν διὰ νὰ παρουσιάσῃ ἰσχυροτάτην καὶ ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν, προεκάλεσε τοιαύτην ἐξέγερσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε ἐξηφανίσθη τὸ κόμμα τοῦτο ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Ἦτο τὸ κόμμα τοῦ Βούλγαρη. Ἡ θέσις του κατελήφθη ἀμέσως ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ Χαρ. Τρικούπη, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ Στέμμα. Ἀπὸ τῆς νέας ταύτης περιόδου ἔχομεν σύστημα πλειοψηφικὸν στενόν, σφαιρίδιον καὶ κόμματα πέντε: τὸ κόμμα τοῦ Κουμουνδούρου, τὸ κόμμα τοῦ Τρικούπη, τὸ κόμμα τοῦ Θ. Ζαΐμη, τὸ κόμμα τοῦ Ε. Δεληγεώργη καὶ τὸ κόμμα τοῦ Θ. Δεληγιάννη, 5 κόμματα καὶ βραχυβίους Κυβερνήσεις, οὐχὶ ὁμοιογενεῖς, μὲ ὅλην τὴν πολεμικὴν λαίλαπα, ἡ ὁποία ἐξερράγη τότε εἰς τὴν Ἀνατολήν, καὶ μάλιστα, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ ἔχουν μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ἔχῃ κάπως ὑποφερτὴν ἐμφάνισιν, ἠναγκάσθησαν νὰ σχηματίσουν καὶ τὴν πρώτην Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τῷ μεταξὺ προχωροῦμεν. Ἀποθνήσκει ὁ Δ. Βούλγαρης, ἀποθνήσκει ὁ Θρ. Ζαΐμης, ἀποθνήσκει ὁ Ε. Δεληγεώργης, ἀποθνήσκει ὁ Α. Κουμουνδοῦρος καὶ μένουσι δύο κόμματα ἐπὶ τῆς σκηνῆς μὲ πλειονοψηφικὸν καὶ στενὴν περιφέρειαν, τὸ τοῦ Χαρ. Τρικούπη καὶ Θ. Δεληγιάννη, διότι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν λοιπῶν κομμάτων ἀπέθανον, καί, ὅπως συμβαίνει, τὰ κόμματα διελύθησαν. Ἔμειναν, λοιπόν, δύο κόμματα, ὄχι ἀπὸ τὸ σύστημα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν θάνατον τῶν ἄλλων πολιτικῶν, καὶ ἠγωνίσθησαν ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν, ὁπότε, μὲ πλειοψηφικὸν καὶ εὐρεῖαν περιφέρειαν, ἐμφανίζεται καὶ τρίτον κόμμα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τοῦ Δ. Ράλλη, καὶ ἀφίνω καὶ μικροτέρους τινὰς σχηματισμούς. Ὅταν δὲ ἀπέθανεν ὁ Χ. Τρικούπης, μὲ πλειονοψηφικὸν καὶ στενὴν ἐμφανίζονται τὰ ἑξῆς κόμματα: τὸ κόμμα τοῦ Γ. Θεοτόκη, τὸ κόμμα τοῦ Δ. Ράλλη, τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Α. Ζαΐμη, τὸ κόμμα τοῦ Κυρ. Μαυρομιχάλη καὶ ἐμφανίζονται τὰ ἴδια κόμματα μὲ συστήματα ἡμιευρείας περιφερείας, πλὴν τοῦ Θ. Δεληγιάννη, ἀποθανόντος ἐν τῷ μεταξὺ, δηλαδὴ τέσσαρα κόμματα μὲ πλειονοψηφικὸν καὶ πρωτοδικειακὴν περιφέρειαν. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσι καὶ τὰ 4 καὶ σχηματίζεται καὶ ἑτέρα κομματικὴ ὁμάς, ἡ ὁμὰς τῶν Ἰαπώνων. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπικρατεῖ ἓν καὶ μόνον κόμμα, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ὅλα τὰ κόμματα, ὄχι διότι ἦτο τὸ σύστημα τὸ πλειονοψηφικὸν καὶ ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, ἀλλὰ διότι ἐνεφανίσθη ῥοπὴ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀσχέτως δικαίως ἢ ἀδίκως, καταδικαστικὴ ὅλων τῶν κομμάτων, πλὴν αὐτοῦ πρὸς τὸ ὁποῖον ἐστράφη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ροπή, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν ἀποχὴν τῶν ἄλλων κομμάτων ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τί σχηματισμοὶ παρουσιάσθησαν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1915, διότι θὰ γεννηθῇ συζήτησις, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀποφύγω. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ 1920. Εὐρεῖα περιφέρεια καὶ πλειοψηφικόν. Δύο παρατάξεις, ἡ μία ἀντίπαλος τῆς ἄλλης, χωριζόμεναι ὑπὸ χάσματος. Κόμματα μέσα εἰς τὴν Βουλήν: τὸ κόμμα τοῦ Δ. Γούναρη, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ κόμμα τοῦ Ν. Στράτου, ἡ Μακεδονικὴ ὁμάς, ὑποδιῃρημένη εἰς δύο μικροτέρας ὁμάδας, τὸ κόμμα τοῦ Ν. Καλογεροπούλου μὲ 9 Βουλευτὰς καὶ τοῦ Δ. Ράλλη. Κυβερνήσεις ἀριθμοῦνται εἰς διάστημα ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους: Κυβέρνησις Δ. Ράλλη, Κυβέρνησις Καλογεροπούλου, Κυβέρνησις Δ. Γούναρη, Κυβέρνησις Ν. Στράτου βραχύβιος, συμμαχικὴ Κυβέρνησις Πρωτοπαπαδάκη καὶ τελευταία Κυβέρνησις Ν. Τριανταφυλλάκου. Αὐτὰ εἶναι τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσίασεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πλειονοψηφικοῦ ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὰ πραγματικὰ φαινόμενα, τὰ ἀληθῆ φαινόμενα, ὄχι αἱ θεωρίαι, ὄχι τὸ τί προέρχεται ἀπὸ τοὺς συλλογισμούς, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος, εἴτε μὲ στενὴν περιφέρειαν, εἴτε μὲ σφαιρίδιον, ἐπὶ τῆς ζωντανῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑλληνικὸς λαός.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Τετάρτην Συνέλευσιν;
§99Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν τὴν ἀναφέρω τὴν Τετάρτην Συνέλευσιν, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω κανένα ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀναφέρετε καὶ τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, σᾶς λέγω: Αὕτη προῆλθεν ἀπὸ ἓν καὶ μόνον κόμμα, ἐσχημάτισε δὲ ἐν τῇ Βουλῇ πλῆθος κομμάτων καὶ παρουσίασε πόσας Κυβερνήσεις νομίζετε; Κυβέρνησιν Γονατᾶ, Κυβέρνησιν Βενιζέλου, Κυβέρνησιν Καφαντάρη, Κυβέρνησιν Παπαναστασίου, Κυβέρνησιν Σοφούλη, Κυβέρνησιν Μιχαλακοπούλου, Κυβέρνησιν Παγκάλου. Ἑπτὰ Κυβερνήσεις βραχυβίους, ἀσταθεῖς, μὲ πλειονοψηφικὸν καὶ εὐρεῖαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι διαφορετικὰ τὰ ἀποτελέσματα. Τοῦτα σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα διαφορετικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους. Εἴμεθα διαφορετικοί. Τί νὰ κάμωμεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶμεν; Ὑπάρχει τρόπος νομοθετικὸς διὰ νὰ μεταβάλωμεν τοὺς Ἕλληνας εἰς Ἄγγλους; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τί μένει, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅ,τι ζητεῖ ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτής; Μένει τὸ ἑξῆς, Κύριοι. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ δώσῃ τὸ σύστημα τοῦτο δύο κόμματα, καὶ ἰσχυρὰν ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν ἀπὸ τὸ ἓν κόμμα — διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς καθὼς τὸν ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτής—διὰ νὰ φθάσῃ τὸ σύστημα τοῦτο νὰ δώσῃ δύο κόμματα, ἀδιάφορον ποῖα, οὕτως, ὥστε τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχῃ ἰσχυρὰν κομματικὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὁμοιογένειαν, ὥστε νὰ δώσῃ μίαν Κυβέρνησιν ἰσχυράν, πρέπει νὰ ληφθοῦν καὶ μερικὰ ἄλλα συμπληρωματικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶναι τὰ ἑξῆς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι τοῦτο θὰ ἦτο σκάνδαλον. Πρῶτον: νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς κανὲν ἐκ τῶν δύο κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασεν ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτής, νὰ ἔχῃ εἰς τοὺς συνδυασμούς του πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ κόμμα, διότι τὰ πρόσωπα ταῦτα εἰσερχόμενα ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἀποτελέσουν νέας ὁμάδας. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῶν κομμάτων τούτων πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀνήκουν εἰς ἕτερα κόμματα. Δεύτερον: πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ εὕρωσιν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν δύο κομμάτων, ὥστε τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τοὺς συνδυασμούς των νὰ εἶναι ἀπολύτως ὑποτεταγμένα εἰς τοὺς Ἀρχηγούς των καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς τοιαύτης πίστεως αὐτῶν, πρὸ παντὸς δὲ νὰ μὴ ἐκφράζουν τὴν παραμικρὰν γνώμην, δυναμένην νὰ γεννήσῃ ὑπονοίας περὶ τῆς τελείας ὑποταγῆς των εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος. Διότι ὑπάρχουν πολλὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δεικνύουν τάσεις οὕτως εἰπεῖν κἄποιας ἀνεξαρτησίας. Τὰ πρόσωπα ταῦτα πρέπει οἱ Ἀρχηγοὶ νὰ ἐξοβελίσουν λίαν προσεκτικῶς ἀπὸ τοὺς συνδυασμούς των, διότι κινδυνεύουν τὰ κόμματα, εἰσερχόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἴδουν τὰ πρόσωπα ταῦτα διαφεύγοντα τῶν κομματικῶν δεσμῶν καὶ σχηματίζοντα νέα κόμματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ ἔστω καὶ πυρῆνας σχηματισμοῦ κομμάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ὅλας τὰς προσπαθείας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σάμου πολιτευτοῦ. Πρέπει προσέτι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, νὰ ληφθοῦν τοιαῦτα μέτρα, ὥστε κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ μὴ ἔλθωσι περίπου ἰσοδύναμα τὰ δύο κόμματα. Διότι τότε πῶς θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Βουλὴν κομματικὴ πλειοψηφία ἰσχυρὰ διὰ νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν ἰσχυράν; Πρέπει νὰ ληφθοῦν τοιαῦτα μέτρα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς, ὥστε τὸ ἓν κόμμα νὰ ἔλθῃ πλειοψηφοῦν ἀπολύτως καὶ τὸ ἄλλο μειοψηφοῦν ἀπολύτως. Δὲν δύνανται ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ἀπετέλει σκάνδαλον· ἐπαφίενται ὅμως εἰς τὴν νοημοσύνην τῶν μελλόντων νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ὑπάρξωσι καὶ πάλιν διαφοραὶ ἐκ τῶν δύο κομμάτων τῶν ἐμφανισθησομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διότι θὰ ὑπάρξωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δείξουν ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν πορείαν της καὶ κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς καταστάσεως, κἄποιαν ἀνεξαρτησίαν, ἐκ λόγων, οἵτινες ἴσως παρουσιασθῶσιν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς πολιτικῆς, ἀσχέτων πρὸς γενικὰ ἰδεολογικὰ ζητήματα. Θὰ ὑπάρξουν ἴσως τοιαῦτα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ κινοῦνται ἐκ δυσαρεσκειῶν προσωπικῶν, ἕνεκα ἴσως μὴ ἱκανοποιηθεισῶν φιλοδοξιῶν. Ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθοῦν καὶ διὰ τὰ πρόσωπα ταῦτα, διὰ νὰ ἐξοβελισθῶσιν ἐκ τῆς Βουλῆς; Διότι ταῦτα δὲν θὰ μεθίστανται εἰς τὸ ἕτερον κόμμα μὲ τὸ ὁποῖον τὰ χωρίζει χάσμα δυσγεφύρωτον, ἀλλὰ θὰ μένουν ἔξω καὶ τῶν δύο κομμάτων καὶ θὰ σχηματισθοῦν οὕτω νέοι πυρῆνες κομματικοὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτὴς νὰ εὕρῃ μέτρον διὰ τὰ τοιαῦτα πρόσωπα, ὥστε νὰ ἀπέρχωνται ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Βλέπετε, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν προτεινόντων τὸ πλειοψηφικὸν καθίσταται κάπως δύσκολος. Διότι, ἂν προσέξητε, ὁ ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ (60) ἔτη διέφυγε τοῦ νὰ τεθῇ μέσα εἰς τὸ καλοῦπι αὐτὸ τὸ πολιτικὸν τῶν δύο κομμάτων καὶ ἐσχημάτισε κομματικοὺς σχηματισμοὺς διαφόρους, πῶς θὰ τεθῇ μεταπολεμικῶς ὁ Λαὸς οὗτος μέσα εἰς ἕνα τοιοῦτον, ἂς τὸ ὀνομάσωμεν, ζουρλομανδύαν καὶ δὲν θὰ διαφύγῃ; Καὶ θὰ μοῦ εἴπητε: διατί μεταπολεμικῶς εἶναι δυσκολώτερον; Διότι ἐσχηματίσθησαν μεταπολεμικῶς ροπαὶ πολὺ περίεργοι. Προπολεμικῶς οἱ Λαοὶ ἦσαν κάπως ἀδιάφοροι εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ἐπαφίεντο εἰς μίαν τάξιν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις τῆς Χώρας. Ὑπῆρχε μία κἄποια πίστις ἐπὶ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ἐκ λάθους τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, διότι οὗτοι ἐστάθησαν ἀνίκανοι νὰ προλάβουν τὴν συμφοράν, τότε ἐπῆλθε μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὴν νοοτροπίαν τῶν λαῶν. Τὸ βλέπετε τὸ φαινόμενον τοῦτο εἰς τὴν προσέλευσιν εἰς τὰς κάλπας κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς ὅλας τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς ὅλας τὰς χώρας ἡ προσέλευσις εἰς τὰς κάλπας μεταπολεμικῶς εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι οἱ Λαοὶ ζητοῦσιν ἐκ τοῦ πλησίον νὰ παρακολουθήσουν τὰ πολιτικά των πράγματα. Μετὰ τὸν πόλεμον ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐδήλωσαν, ὅτι ἤθελον νὰ ἀποφύγουν τὸν πόλεμον. Ἐν τούτοις οὐδεὶς τὸ κατώρθωσε καὶ ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ὁ καταστρεπτικὸς διὰ τὴν Εὐρώπην πόλεμος, τοῦ ὁποίου ἠσθάνθησαν τὰς ζημίας νικηταὶ καὶ ἡττημένοι, ὁ πόλεμος τοῦ ὁποίου τὶς οἶδε ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ πληρώνωμεν ὅλοι οἱ Εὐρωπαῖοι τὰς συνεπείας. Ὅταν οἱ Λαοὶ εἶδον τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην μιᾶς ἐκ τοῦ πλησίον ἐντατικωτέρας παρακολουθήσεως τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, διότι γνωρίζουν πλέον, ὅτι ἓν παραστράτημα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τὸ πληρώνουν οἱ Λαοὶ μὲ θυσίας αἵματος, χρήματος καὶ παντὸς πολυτίμου ἀγαθοῦ. Ἡ παρακολούθησις αὕτη ἔχει γίνει αἰσθητοτάτη μετὰ τὸν πόλεμον. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου σχηματίζονται ἤδη ἐντονώτεραι ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἑκάστης χώρας καὶ ἑπομένως καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ διάφοροι ροπαί, γίνεται, οὕτως εἰπεῖν, μία διαφόρισις τῆς πολιτικῆς κινήσεως καὶ αἱ διάφοροι αὐταὶ ροπαὶ ἐκδηλοῦνται διὰ διαφόρων κομμάτων. Τὰ κόμματα δὲν γίνονται αὐθαιρέτως, τὰ κόμματα δὲν εἶναι αὐθαίρετα κατασκευάσματα. Πάντοτε ἓν κόμμα ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν ἰδέαν, πάντοτε ἓν κόμμα ὁπωσδήποτε ἐκπροσωπεῖ μίαν τάσιν πολιτικήν, ἐνυπάρχουσαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα. Καὶ ὅταν αἱ τάσεις αὐταὶ καθίστανται ζωνταναὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ὅταν ἑπομένως ζητοῦν νὰ ἐκπροσωπηθοῦν κατὰ τρόπον ἀπαιτητικώτερον, πῶς θὰ νομοθετήσετε τώρα, ὅτι αἱ διάφοροι αὐταὶ τάσεις δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθουν ὅλαι μέσα εἰς τὸ καλοῦπι δύο κομμάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα κατωνόμασαν ἐνταῦθα, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ κατασκευασθῇ σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἐξαναγκάσωμεν νὰ τὸ πράξουν; Τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ εἶναι ἓν καὶ μόνον. Ὅτι εὐθὺς τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἡ ἐκ τοιούτου συστήματος προελθοῦσα Βουλὴ δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ πολιτικῶς τὴν Χώραν. Οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξηναγκάσθησαν, ἐπιθυμοῦντες νὰ ψηφίσωσι καὶ νὰ μὴ ἀπόσχουν, ἐξηναγκάσθησαν νὰ ψηφίσουν ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, μὴ δυνάμενοι νὰ ψηφίσουν ἄλλως, τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν δὲν θὰ αἰσθάνωνται κανένα ψυχικὸν δεσμὸν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Τί θὰ πράξουν; Θὰ σχηματίζωσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πλέον διαφόρους ὀργανισμούς. Οἱ πολιτικοὶ οὗτοι ὀργανισμοὶ θὰ ἐπιδίδωνται εἰς παντοίας πολιτικὰς κινήσεις, διότι θὰ θέλωσι καὶ αὐτοὶ νὰ δώσουν κῦρος εἰς τὰς ἰδέας των καὶ θὰ παρουσιασθῇ τὸ φαινόμενον ἰσχυρῶν πολιτικῶν κινήσεων ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Δηλαδὴ ὁ ψυχικὸς δεσμὸς τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ θὰ ἔχῃ διακοπῆ. Καὶ τότε σᾶς ἐρωτῶ: Τί εἴδους θὰ εἶναι ἡ οὕτω προελθοῦσα ἰσχυρὰ καὶ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις; Ποία θὰ εἶναι ἡ ἰσχύς της; Τὸ ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ ἔχουσα κανένα δεσμὸν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην; Ἀλλὰ γνωρίζομεν καλῶς, καὶ τὸ εἴδατε καὶ θὰ τὸ ἴδητε καὶ δύνασθε νὰ τὸ σπουδάσητε εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν πάσης χώρας, ὅτι εἰς ἓν Κοινοβούλιον μία μικρὰ μειοψηφία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς ἰσχυρᾶς πλειοψηφίας, καὶ δύναται νὰ τὴν παραλύσῃ τελείως, νὰ τῆς καταστήσῃ τὸν βίον ἀβίωτον, ἀρκεῖ ἡ μικρὰ αὐτὴ μειοψηφία νὰ ἔχῃ σύμμαχον τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Χώρας. Ποία θὰ εἶναι τότε ἡ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιβληθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Καὶ δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ δεχθῶμεν σύστημα κατάλληλον, ὥστε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ παρίστανται ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν ροπῶν, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ὑπάρχουσι καὶ δρῶσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὕτως ὥστε οἱ ἐκπρόσωποι οὗτοι, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα, ἔχοντα ἰσχυρὸν τὸν δεσμὸν μετὰ τῶν ἐκλογέων των, νὰ ἀποτελοῦν ἰσχυρὸν καὶ τὸν δεσμὸν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας πρὸς τὸ Κοινοβούλιον; Ὅσον περισσότερον πολλαπλασιάζονται οὕτω τὰ κόμματα ἐν τῇ Βουλῇ, τόσον περισσότερον οἱ δεσμοὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας πρὸς τὴν Βουλὴν γίνονται ἰσχυρότεροι. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε: Καὶ ἡ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις τί γίνεται; Ἡμεῖς ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν ἐννοοῦμεν Κυβέρνησιν ἔχουσαν ἓν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου τὴν πραγματοποίησιν ἐπιδιώκουν μετ’ ἐπιμονῆς τὰ ἀκολουθοῦντα τὴν Κυβέρνησιν κόμματα. Διότι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἐννοῶ τί ἐννοῦμεν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν. Ἴσως οἱ λέγοντες ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν θέλουν νὰ εἴπουν ἰσχυροὺς χαρακτῆρας πολιτευομένων. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἄσχετον μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἰσχυρὰ Κυβέρνησις εἶναι ἡ ἔχουσα ἑνιαῖον πλῆρες πρόγραμμα καὶ τοῦ ὁποίου τὴν πραγματοποίησιν τὴν ἐπιδιώκει μετ’ ἐπιμονῆς. Ἀλλὰ μήπως δὲν δύναται τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ ἀπὸ συμμαχικὴν Κυβέρνησιν; Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Κυβέρνησις εἶναι συμμαχικὴ καὶ ὅμως ἔχει ἓν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον τὸ ἐπεδίωξε καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, μετ’ ἐπιμονῆς. Καὶ τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἔχει τώρα ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν; Ὥστε αἱ τοιαῦται Κυβερνήσεις δύνανται νὰ σχηματισθῶσι καὶ διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Ἄν μάλιστα ἐξετάσητε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασαν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ προελθοῦσαι ἐκ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τὸ Κυβερνητικὸν ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς 4ης Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον ἓν καὶ τὸ αὐτό, ἑνιαῖον. Ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα πολιτικὸν ἐφηρμόσθη ἐν τῇ Χώρᾳ ἀπὸ τῆς 4ης Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον. Ἐλέχθη ὅμως, ὅτι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, αὐτὸ τοῦτο, προκαλεῖ τεχνητῶς, οὕτως εἰπεῖν, τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν κομμάτων. Δὲν πιστεύω νὰ μᾶς ἔδωσε, Κύριοι, τὸ ἀναλογικὸν σύστημα τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὰ κόμματα, τὰ κατελθόντα εἰς τὰς ἐκλογάς, εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τῆς 7ης Νοεμβρίου, ἦσαν ἐν ὅλῳ 16. Αἱ ἐκλογαὶ τὰ ἠλάττωσαν σημαντικῶς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ ἐσάρωσε τὰ περισσότερα καὶ ἔμειναν πέντε ἢ ἕξ, τὰ εὑρισκόμενα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ. Ὥστε τὸ ἀναλογικὸν σύστημα δὲν ηὐνόησε καθόλου τὸν σχηματισμὸν τῶν περιπλέον κομμάτων. Τουναντίον τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν ἠλάττωσεν εἰς τὸ ⅓ θὰ μοῦ εἴπητε: Σεῖς ὁ ἴδιος, ὁ θιασώτης σήμερον τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, ὑπήρξατε ἄλλοτε ἀντίθετος αὐτοῦ. Τὸ ὁμολογῶ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι ἀλάθητος. Ὁμολογῶ, ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξα διστακτικός, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, διότι δὲν ἐγνώριζον, δὲν ἐφανταζόμην τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς συνήθους ψυχικῆς διστακτικότητος παντὸς ἀνθρώπου ἔμενον εἰς τὸ γνωστόν, νομίζων, ὅτι ἔπρεπε νὰ μένωμεν εἰς τὸ γνωστόν, ὅπου εὑρισκόμεθα τότε. Ἤδη ὁμολογῶ, μετὰ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, ὁμολογῶ, ὅτι οἱ δισταγμοί μου ἤρθησαν. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι πάντοτε τὸ ἀναλογικὸν θὰ εἶναι τὸ σύστημα τὸ καλλίτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα; Δὲν γνωρίζω· πολὺ πιθανὸν εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ εἶναι ἄλλο σύστημα τὸ καταλληλότερον. Δὲν τὸ γνωρίζω. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρισκόμεθα σήμερον μὲ τὴν διαίρεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους ροπὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς πολιτικούς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ὀξείας διαιρέσεις, καὶ τὰς ἐμφυλίους διαμάχας, ὀφείλομεν νὰ κρατήσωμεν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Καὶ θὰ εἴπητε: τί σημαίνουν αἱ ὀξύτητες; Τὴν ἀδιαφορίαν πρὸς αὐτὰς ἐξεδήλωσε καὶ ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτής. Ἄ! βέβαια! Τί σημαίνουν αἱ ὀξύτητες! Αἱ ὀξύτητες σημαίνουν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τὰς διαιρεῖ ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτὴς καὶ λέγει, ὅτι θὰ φθάσωμεν μόνον εἰς μίαν ἔντασιν πολιτικοῦ ἀγῶνος, διότι αἱ ὀξύτητες εἶναι πάρα πέρα. Καὶ πάρα πέρα ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Ἡμεῖς εἰς τὸν δρόμον αὐτόν, λέγει ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτής, θὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, εἰς τὴν ἔντασιν δηλαδὴ τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἔντασιν τοῦ ἀγῶνος τὸ ποῦ θὰ σταματήσητε δὲν κεῖται εἰς χεῖράς σας, ἀλλὰ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀντιπάλων σας καὶ τῶν περιστάσεων. Δι’ ὅλους τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰς ὀξύτητας, τὸ ποῦ ἐσταμάτησαν δὲν ἦτο ἐν τῇ προθέσει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο τοῦ ἀγῶνος. Ὁ Ρωσσικὸς λαὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν τελευταίαν του κρίσιν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν ἑνὸς κόμματος, τῶν συνταγματικῶν δημοκρατικῶν, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ρωσσίᾳ. Ἔδωσαν τὸν πρῶτον κλονισμὸν καὶ εἶπον: δὲν ζητοῦμεν πέρα καὶ πέρα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Καὶ ἔδωσαν οὕτω τὸν πρῶτον κλονισμόν. Μετὰ τοῦτον ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλοι κλονισμοὶ ἀπὸ ἄλλους, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἐδημιούργει ἐρείπια, τὰ ὁποῖα κατεκάλυπτον τοὺς προηγουμένως δράσαντας μέχρι τοῦ σημερινοῦ σημείου. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ ἀρχίσῃ κανεὶς τοὺς ὀξεῖς ἀγῶνας, διότι κανεὶς δὲν γνωρίζει τὴν ἐξέλιξιν. Ἂς ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ κάμνωμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν πολιτικὴν γαλήνην εἰς τὴν χώραν καὶ ἂς μὴ λέγωμεν: ἂς ἀρχίσωμεν μίαν ὀξύτητα καὶ τὴν σταματῶμεν ὁπόταν θέλωμεν. Διότι, Κύριοι, οὕτω δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα αὐτά. Μὴ νομίζωμεν, Κύριοι, ὅτι οἱ ὀξεῖς ἀγῶνες θὰ εἶναι οὕτως εἰπεῖν μία ἀντιγραφὴ τῶν παρελθουσῶν ὀξυτήτων, διότι τότε δύναται νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι αὐτὰς τὰς γνωρίζομεν καὶ δυνάμεθα νὰ τὰς τακτοποιήσωμεν ἐντὸς ἑνὸς ὡρισμένου περιθωρίου. Κανεὶς δὲν γνωρίζει τί θὰ ἐπακολουθήσῃ, διότι τὶς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι ἡ ἐπιπλοκή, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ εἶναι μεταξὺ τῶν μοναρχικῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν, καὶ διατί ἆραγε δὲν θὰ γεννηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα μία ἄλλη ροπή, πολὺ ἰσχυροτέρα, ἡ ὁποία θὰ ἐκφράσῃ τὰ ἑξῆς: Ἐδῶ πρόκειται οἱ Ἕλληνες νὰ μὴ ἔχωμεν πλέον σκέψιν ἐλευθέραν, νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν σκέψιν μας, νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τοῦ νὰ ἔχουν πολιτικὴν ἀξίαν καὶ ἐπιρροὴν αἱ ἰδέαι μας, νὰ ζῶμεν οὕτω ψυχικῶς δοῦλοι. Καὶ διατί, ἆραγε, αὐτὸ δὲν θὰ γεννήσῃ μίαν τοιαύτην ἐξέγερσιν ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ κατὰ τῶν δύο ἀντιμαχομένων ἄκρων κομμάτων; Καὶ διατί τάχα ὁ ἀγὼν αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι πολὺ λυσσωδέστερος, ἀφοῦ αὐτὸς θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν πραγματικὴν ἐλευθερίαν, διατί δὲν θὰ εἶναι τάχα πολὺ λυσσωδέστερος τῶν ἀγώνων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε; Καὶ θὰ εἴπῃ κανείς: τόσον τὸ καλύτερον θὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὸ τὸ ἀγαθόν. Ἀλλὰ τὸ ἔχομεν αὐτὸ τὸ ἀγαθόν. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, καμμία ἀνάγκη νὰ τὸ ἀπεμπολήσωμεν διὰ νὰ τὸ κερδίσωμεν ἐκ νέου. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ θέσωμεν τὸ πῦρ εἰς τὸν οἶκον μας διὰ νὰ λάβωμεν κατόπιν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸ σβύσωμεν διὰ νέου συστήματος ἀντλιῶν. Ἤδη, ἐὰν θέλετε νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ τάσις ἡ πολιτική, ἡ ὁποία μᾶς πιέζει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθεν καὶ ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἂς εἴπωμεν καθαρά, ὅτι εἶναι τάσις πρὸς δικτατορίαν. Ἐπιζητεῖται νὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡμεῖς, ὁ πολιτευόμενος κόσμος, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν πλέον νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν πολιτικῶς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ διεξαγάγωμεν τὰς ὑποθέσεις της. Αὐτὸ ἐκ μέρους τῶν ἐπιζητούντων αὐτὸ εἶναι δικτατορικὴ τάσις. Ἀλλ’ ἂς προσέξωμεν· ἡ ἰδέα αὐτὴ ἐκτρεπομένη ἔχει κακὰ ἀποτελέσματα. Δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος. Ὑπάρχει ἀκόμη ἐπικινδυνωδέστερον ἐνδεχόμενον. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δικτατορίας δὲν ἠξεύρομεν ποῦ θὰ σταματήσωμεν καὶ εἰς ποῖον δικτάτορα θὰ σταματήσωμεν. Ἀρχίζει ὁ εἷς, ἔρχεται ὁ ἄλλος, ἔρχεται ὁ ἑπόμενος, κατόπιν ὁ μεθεπόμενος καὶ οὕτω καθεξῆς. Ποία θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν δικτατόρων οὐδεὶς θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ προΐδῃ. Εἶναι ἐπικίνδυνος ὁδὸς αὐτή. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις τὰς ὁποίας δύναται νὰ διέλθῃ ἓν ἔθνος καὶ εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀναγκαία κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ συγκέντρωσις τῆς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς ἀνδρὸς ὅπως διεξαχθῇ ἓν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἓν ἔργον σοβαρόν. Εἰς ἐκτάκτους πολεμικὰς ἢ ἐσωτερικὰς ἐπαναστατικὰς καταστάσεις ἠμπορεῖ τοῦτο νὰ εἶναι ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ τοιαῦται περιστάσεις δὲν ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν Ἑλλάδα πλὴν τῆς δικτατορίας. Οὐδεὶς ἄλλος κίνδυνος ἀπειλεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἡ δικτατορία εἶναι ἓν δεινόν, τὸ ὁποῖον διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Καταπνίγει κάθε αἴσθημα ἐλευθερίας μέσα εἰς τὴν ψυχήν, συντρίβει κάθε ἐνθουσιασμὸν καὶ κάθε φανατισμὸν ὑπὲρ ἀγαθῆς ἰδέας. Δὲν ἀφίνει πλέον τὴν ἐλευθέραν σκέψιν νὰ ἐκδηλοῦται καὶ νὰ ἀναζητῇ νὰ ἐπικρατήσῃ, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ κανεὶς τὴν σκέψιν του, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ζητῇ ὅπως ἡ σκέψις αὐτὴ γίνῃ κτῆμα ὅλων καὶ ἐπικρατήσῃ. Συντρίβει ὅλα τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μένει τίποτε ἄλλο, ἀπολύτως τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ ταχεῖα διεκπεραίωσις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐνδιαφερομένου. Καὶ μὴ ἀπατώμεθα, διότι ἐὰν παρατηρήσητε θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ μὴ ταχεῖα διεξαγωγὴ ὑποθέσεων εἶναι ἐκεῖνο τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον ὠθεῖ πολλοὺς ἐλαφρόνοας ἢ ἄλλους ἐνδιαφερομένους νὰ λέγουν: καλύτερον νὰ εὑρεθῇ ἕνας ἄνθρωπος νὰ πάρῃ ὅλα εἰς τὰ χέρια του διὰ νὰ τελειώνῃ γρήγορα τὶς δουλειές μας. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι πολὺ μικρὸν ἀγαθὸν αὐτὸ ἀπέναντι τοιούτων θυσιῶν. Δὲν πιστεύω ποτὲ ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ ζητήσῃ, ὅπως διὰ θεσμῶν ἐκλογικῶν συστημάτων προωθήσῃ τὰς ἰδέας ταύτας, οὕτως ὥστε νὰ εἰσέλθῃ ἡ χώρα εἰς δικτατορικὰς κατευθύνσεις. Προλέγω, ὅτι καὶ ἐὰν τὸ πράξῃ, θὰ εὕρῃ τοιαύτην ἀντίδρασιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὥστε τὸ ἔργον θὰ εἶναι ἀπολύτως μάταιον, ὅπως μᾶς ἐδίδαξε τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ποτέ, ὅτι θὰ τὸ πράξῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι «καλὸν χωρίον ἡ τυραννίς, ἀλλὰ κακὴν ἔχον τὴν ἀπόβασιν». Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία, ἀλλὰ ἔχει πάντοτε κακὰ τὰ ξεμπερδέματα. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἀπὸ τὸ προοίμιον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καταφαίνεται, ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν πολλῶν ἐξ ὑμῶν ὑπάρχει μία ἀνησυχία, ὅτι παρασκευάζεται ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν Πολιτεύματος. Καθόσον δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὐδὲ ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος ὑπάρχει οὐδεμιᾶς ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν Πολιτεύματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ συνόλῳ της, παρ’ ὅλην τὴν λανθάνουσαν πολιτικὴν κρίσιν συνεχίζουσα τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς της καὶ τῆς δυνάμεως αὐτῆς. Εἶναι ἀκριβές, ὅτι καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐδῶ προσέκρουσεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι ὁ νόμος περὶ συνθέσεως τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαῖος μὲ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Λυποῦμαι ὅτι καὶ ἐγὼ συνεφώνουν εἰς τοῦτο μὲ τοὺς δύο προαγορεύσαντας, δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ συμφωνήσω εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Καὶ διότι ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν ἴσην ἔχει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ διότι προορισμὸς αὐτῆς εἶναι νὰ συμπληρώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ πληρώσῃ μερικὰ χάσματα τοῦ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Σώματος. Διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς λόγους, ὄχι μόνον δὲν παρίσταται ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένη εἶναι ἡ σύνθεσις τῆς Γερουσίας νὰ γίνῃ καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὅπως ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς τῶν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγομένων γερουσιαστῶν εἶναι ἀπολύτως ὅμοιος πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν.
§102Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμοιος.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ πλανᾶσθε. Καὶ ἡ ἐκλογὴ καὶ ὁ τρόπος καὶ ἡ σύνθεσις ἀκόμη ὁλοκλήρου τῆς Γερουσίας εἶναι διάφορος τοῦ τρόπου τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν εἰς τὸ κενόν, ἐφόσον αὐτὴ ἡ ἀντίληψις προεκάλεσε τὴν παρέλκυσιν, τὸ παραμέρισμα μᾶλλον, τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνθέσεως τῆς Γερουσίας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πάντως νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, μολονότι δὲν ὑπάρχει θέμα πρὸς συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ τρόπου δηλαδὴ τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν. Μὲ εὐχαρίστησιν ἤκουσα καὶ ἐγώ, ὅτι, προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν τόσον σοβαρὸν ζήτημα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ δεσμευώμεθα ἀπὸ τὸ παρελθόν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ δεσμευώμεθα ἀπὸ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐξεφράσαμεν, ἀπὸ ἰδέας τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὑπεστήριξε τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀνήκει. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ πρόβλεψις τοῦ μέλλοντος καὶ ὄχι ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν. Ἡ συνέπεια ἡ πολιτική, ὅσον καὶ ἂν εἶναι πολιτικὴ ἀρετή, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρετὴ ἀπόλυτος, διότι, ὅταν κανεὶς ἀντιλαμβάνεται μεταβολὴν τῶν συνθηκῶν, ὅταν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν γεγονότων ἦτο ἐσφαλμένη, λόγῳ πολιτικῆς συνεπείας νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ ἀναγνώρισις τῶν νέων γεγονότων, ἡ ἀκριβὴς ἀντίληψις τῶν ὁμοίων γεγονότων.
§104Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διὰ τοὺς βουλευτὰς ἢ καὶ διὰ τοὺς ὀπαδούς;
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δι’ αὐτούς, καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω νὰ μὲ πιστεύσετε, ὅτι πρὶν ἢ ἀποφασίσω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατώρθωσα ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπίδρασιν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔχω συμβάλει νὰ καθιερωθῇ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Δι’ αὐτὸν δὲ ἀκριβῶς τὸν λόγον καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐναντίον τῶν ἀντιφρονούντων τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἄλλοτε αὐτοὶ ὑπεστήριξαν, εἴτε τὸ Λαϊκὸν κόμμα, εἴτε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἴτε τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Διότι καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἄλλοτε ὑπεστήριξε τὴν ἀναλογικὴν καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ 1920 ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς καὶ κατὰ τὸ 1922 εἰς τὴν Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὑπέβαλε πρότασιν ὅπως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καθιερωθῇ ἡ ἀναλογική, καὶ κατὰ τὸ 1924, διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτε ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ὑπεστήριξε τὴν ἀναλογικήν, καὶ κατὰ τὴν Δʹ Συνέλευσιν τὸ ἴδιον κόμμα ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν δεσμεύουν κανένα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐπικαλεσθῇ κανεὶς πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν γνωμῶν τῶν ἀντιφρονούντων. Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὑτὴ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πρακτικῆς, ὅπως φροντίζωμεν νὰ προσδιωρίσωμεν τὸ μέλλον, δύναται πολλάκις νὰ ὁδηγήσῃ εἰς παρεξηγήσεις. Δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν παρεξήγησιν, ὅτι, προκειμένου νὰ προσδιορίσωμεν τὸ μέλλον, ἴσως ἀρκεῖ νὰ ἐνδιαφερθῶμεν διὰ τὸ ἀμεσώτερον μέλλον, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον. Καὶ ἡ ἀντίληψις αὕτη διετυπώθη ὠμότερον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσης συνάδελφον κ. Μάξιμον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις ἐνταῦθα γίνεται διὰ τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας. Κατὰ συνέπειαν ἕκαστον κόμμα εὐλόγως ἐνδιαφέρεται νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερα τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἐτονίσθη καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγώ, δὲν εἶναι νόμος συνήθης. Εἶναι νόμος θεμελιώδης, καὶ ὅπως ὑπάρχουν εἰς κάθε πολίτευμα, εἴτε ἀπολυταρχικόν, εἴτε συνταγματικόν, εἴτε κοινοβουλευτικόν, ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουν τὴν ἰσορροπίαν τῶν δυνάμεων, ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνώτεραι τῶν δυνάμεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰς ὁποίας καθιεροῦμεν, ὄχι ἀποβλέποντες εἰς προσωπικὰ συμφέροντα κάθε κόμματος, ὄχι ἐνδιαφερόμενοι διὰ μίαν καὶ μόνην ἐπιτυχίαν, ἀλλ’ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν ἑνὸς ὡρισμένου πολιτεύματος, καθ’ ὅμοιον τρόπον ὑπάρχει καὶ ἕνα ἐκλογικὸν σύστημα, ὅπερ ἀποτελεῖ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν ὅπως ὅπως, ἐὰν πραγματικῶς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ὁμαλὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν. Δέον νὰ ἀποβλέπωμεν πάντοτε εἰς τὸν δικαιότερον διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Μόνον κόμματα ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ριζικὴν ἀνατροπὴν μιᾶς πολιτειακῆς ὁμαλῆς καταστάσεως, μόνον τοιαῦτα κόμματα ἠμποροῦν νὰ ἐπιδιώκουν προσωρινὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος, διότι μετὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος, εἰς ἣν ἀποβλέπουν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ρυθμίσουν αὐτὰ τὰ πράγματα διαρκέστερον, ὅπως αὐτοὶ φρονοῦν, ὅτι εἶναι καλύτερον. Τὰ κόμματα, ὅμως, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἄμεσον ριζικὴν ἀνατροπὴν τῆς πολιτειακῆς καταστάσεως, τὰ κόμματα αὐτὰ μοιραίως εἶναι ὑποχρεωμένα ν’ ἀποβλέπουν εἰς ἓν δίκαιον ἐκλογικὸν σύστημα, ὥστε ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμός, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην δημιουργεῖται, νὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δύνανται τὰ κόμματα ν’ ἀναπτύσσωνται καὶ ν’ ἀνταγωνίζωνται πρὸς ἄλληλα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ρυθμίζεται ἐπωφελῶς καὶ νὰ ἐξελίσσεται ἡ πολιτικὴ ζωὴ τῆς Χώρας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα περιλαμβάνονται ἀρχαί, ὅπως εἰς καὶ τὸ ἰδικόν μας τὸ παλαιὸν Σύνταγμα περιελαμβάνεται ἡ ἀρχὴ ἡ ἀφορῶσα τὴν καθιέρωσιν τελείου ἐκλογικοῦ συστήματος. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι παλαιότερον, ὁσάκις ἔγινε σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, περὶ καταργήσεως τοῦ σφαιριδίου ἢ τῆς στενῆς ἢ τῆς εὐρείας περιφερείας, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὰ κόμματα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἀνέγραφον τὴν τοιαύτην σκέψιν εἰς τὰ προγράμματα αὐτῶν. Δὲν ἀπέβλεπεν εἰς προσωρινήν τινα ὠφέλειαν, ἀλλ’ εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον, καὶ ὅταν ὁ Δεληγιάννης ὑπεστήριζε τὴν στενὴν περιφέρειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπέβλεπεν εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ ὠφέλειαν. Οὔτε καὶ ὁ Τρικούπης ἐπίσης, ὅταν ἐπέβαλε τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐγὼ πιστεύω, ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ ἐπιδιωκόμεναι, εἴτε ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν, εἴτε ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχουν ἀγαθὴν τὴν προέλευσιν, ἀποβλέπουν δηλ. εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἐπὶ τέλους διὰ ποίους λόγους καθιερώσαμεν τὸ ἰσχύον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ ποῖα ἀποτελέσματα εἶχεν, ἐφαρμοσθὲν εἰς τὸν τόπον μας; Καὶ ποία ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν κατάργησιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος; Καθιερώθη τὸ ἐκλογικὸν ἀναλογικὸν σύστημα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τοὺς γενικωτέρους λόγους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀλλαχοῦ συνετέλεσαν εἰς τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ συστήματος, διότι ὑπ’ αὐτὸ τὸ σύστημα προσαρμόζεται ἀπολύτως πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ διότι συγχρόνως ἰδιαίτεραι ἑλληνικαὶ συνθῆκαι ἐπέβαλον τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ συστήματος· λόγοι δηλαδὴ προερχόμενοι ἐκ τῆς καθιερώσεως τῆς Δημοκρατίας καὶ λόγοι προερχόμενοι ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας καταστάσεως τῆς πολιτικῆς. Προσαρμόζεται τὸ ἐκλογικὸν αὐτὸ σύστημα πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἀποτελεῖ τὴν κυριώδη ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πολιτεύματος, διότι αὐτὸ θέτει εἰς κίνησιν ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν ὀργανισμόν, διότι, ἀφοῦ θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης πολιτικὴ καὶ ἡ πλειονοψηφία νὰ ρυθμίζῃ τὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων καὶ αὐτὴ νὰ προσδιορίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ καθιερωθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο σύστημα προσαρμοζόμενον εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν ἐπικράτησιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐκπροσώπησιν ὅλων τῶν πολιτῶν εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶναι δὲ γνωστόν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ παλαιὰ καὶ τὰ πρόσφατα ἑλληνικὰ παραδείγματα, ὅτι τὸ πλειονοψηφικὸν σύστημα δὲν ἀσφαλίζει τὴν ἐπικράτησιν τῆς πλειονοψηφίας, ὄχι μόνον ὅταν εἶναι περισσότερα τῶν δύο κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶναι δύο μόνον τὰ ἀντιμαχόμενα κόμματα. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι μὲ τὸ πλειονοψηφικὸν σύστημα μεγάλαι μερίδες πολιτῶν ἀποκλείονται ἀπὸ κάθε εἴσοδον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ κανένα σοβαρῶς, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος τοῦτο. Δὲν ἔχει δὲ καμμίαν σημασίαν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ἀλλ’ ὅταν ὁ λαὸς ὁλόκληρος πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ, ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ; Κατὰ ποῖον δικαίωμα δυνάμεθα νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς μεγάλας μερίδας ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπηρεάζουν τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς;
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ ἀντικατοπτρισμός, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν διαφορὰν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, θὰ καθίστα δυσχερεστέραν τὴν λῆψιν μιᾶς ἀποφάσεως.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τὴν καθιστᾷ δυσχερεστέραν παρὰ ἐὰν τὴν λάβῃ ὁ λαός. Δὲν φαντάζομαι ποτέ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντικατοπτρίζει τὴν σύνθεσιν τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι δημιουργεῖται καμμία δυσχέρεια εἰς τὴν λῆψιν μιᾶς ἀποφάσεως, ὅταν ἀντιπροσωπεύεται ὁλόκληρος ὁ λαός. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι δὲν πραγματεύεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἐκτὸς τούτου δὲν ἦτο μόνον θεωρητικὸς αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἀπέκλειε τοῦτο, ἦτο πολὺ πρακτικός, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ λόγου, ἄλλοι σοβαροὶ λόγοι ἐπιβάλλουσιν ὅπως καθιερώσωμεν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Ἡμεῖς, οἱ ἀγωνισθέντες διὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς Δημοκρατίας, ἠθελήσαμεν ὅπως ἡ Δημοκρατία εἶναι κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅλων τῶν σοβαρῶν πολιτικῶν μερίδων τοῦ τόπου. Ἠθελήσαμεν νὰ στερεωθῇ ἡ Δημοκρατία εἰς ἕνα δίκαιον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ αὐτὸ μᾶς ὤθησε νὰ ἀγωνισθῶμεν μὲ τόσον πεῖσμα διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Δὲν ἠθελήσαμεν ποτὲ ἡ Δημοκρατία νὰ εἶναι κτῆμα μόνον ἑνὸς κόμματος. (Χειροκροτήματα). Ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ διεκόπην προχθὲς νομίζω ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰπόντα ὅτι ὅταν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἦτο εἰς ἀκμὴν κατὰ τῷ 1923 εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἠξιώσαμεν—ἐγὼ τότε δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ εὑρισκόμην ὑπὸ ἰδιαιτέραν σημαίαν—ἠξιώσαμεν ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασιν ὅπως καθιερώσῃ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἵνα ἐμποδίσωμεν τὴν ἀποχὴν τῶν ἀντιβενιζελικῶν κομμάτων, καὶ ὅτι ἠθέλομεν ἡ πρώτη Συνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ καθιέρου τὴν Δημοκρατίαν, νὰ ἀπαρτισθῇ ἀπὸ ὅλας τὰς μερίδας τοῦ τόπου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν εἰσηκούσθημεν.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡμεῖς, τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν, ὑπεστηρίξαμεν κατ’ ἐπανάληψιν μάλιστα τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἀπὸ τὸ 1915.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν εἶναι ἄξιον ἐπαίνου, διότι εἰς τὸ 20 καὶ 23 ἀνέγραψεν εἰς τὸ πρόγραμμά του τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναλογικοῦ, διότι πραγματώνει τὴν ἀρχὴν τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων, ὅτι ὅλοι ἀντιπροσωπεύονται ἐξ ἴσου. Ἄνευ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος δὲν ὑπάρχει καμμία ἀσφάλεια ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ θέλει ἀποφασίζει. Ἐκτὸς ὅμως τούτου μᾶς ἐπέβαλε μία ἐπὶ πλέον ὑποχρέωσις, ὅπως καθιερώσωμεν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἦτο ἐντελῶς ἐξαιρετική. Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐμφυλίαν διαίρεσιν, ἡ ὁποία καθίστα ἀστείαν ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ ἐνομίζαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ συμβάλωμεν ὅπως καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη παράταξις ἀντιπροσωπευθοῦν ἵνα σχηματισθοῦν τὰ ἐνδιάμεσα κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν ὥστε νὰ διαδηλωθῇ ἡ μεγάλη ἀντίθεσις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν δύο ἄκρων, ἡ μεγάλη ἀπόστασις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν δύο ἄκρων ἀντιθέσεων, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπεδιώξαμεν ἀνενδοιάστως καὶ συστηματικῶς αὐτὴν τὴν μεταβολήν.
§110Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὴν κατεστήσατε χειροτέραν διὰ τῶν ἐπεμβάσεών σας.
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἰδική σας ἀντίληψις. Ἐνομίζομεν, ὅτι μόνον ὅταν ἐνισχύσωμεν τὴν ταχυτέραν ἐξέλιξιν τῆς φυσιολογικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν σύνθεσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐάν, λέγω, ἡμεῖς ἐνισχύωμεν τὴν ταχυτέραν ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως διὰ τῆς δημιουργίας περισσοτέρων κομμάτων θὰ συνετελοῦμεν, ὅπως σχηματισθῶσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερον εἰς μίαν συνεννόησιν τὸν πολιτικὸν κόσμον, θὰ συνετελοῦμεν δηλαδὴ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους ὁμαλότητος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἄλλοι γενικώτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀλλαχοῦ συνετέλεσαν εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, δηλαδὴ ἡ διευκόλυνσις τῆς πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ, ἡ διευκόλυνσις τοῦ σχηματισμοῦ κομμάτων ἀρχῶν, ἡ γνησιωτέρα ἐκδήλωσις τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος τῶν πολιτῶν, ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν ἐπίσης, ὅπως καθιερώσωμεν τὸ ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται: Κατὰ πόσον αἱ προθέσεις ἡμῶν ἱκανοποιήθησαν, κατὰ πόσον οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους ἐπεδιώξαμεν ἱκανοποιήθησαν καὶ ἂν νέοι λόγοι συντρέχουν, ὅπως καταργήσωμεν τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθη ἡ ἐκλογή, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐξεδήλωσε τὸ φρόνημά του ὁ λαός, ἦτο ἀφαντάστως ἀνώτερος ἀπὸ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς οἱανδήποτε προηγουμένην ἐποχὴν ὑπὸ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην του ὁ λαός. Ἡ ἐντύπωσίς μου τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἦτο πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὰς εὐοιωνοτέρας τὰς ὁποίας εἶχον διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι Βουλευταί, ὅταν τὸ βράδυ τῶν ἐκλογῶν ἤρχοντο τὰ ἀποτελέσματα τῶν τμημάτων τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ πολὺ δυσάρεστα διὰ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον, ὅταν ἤρχοντο τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὴν λύπην μου ἐκάλυψεν ἡ συναίσθησις, ὅτι μία μεγάλη πρόοδος ἐπετελέσθη εἰς τὸν τόπον μὲ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Δὲν θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰ πράγματα, ἐὰν κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνωμολόγει, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο πραγματικός. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ὅλα τὰ κόμματα ἠναγκάσθησαν νὰ τὰ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ τὰ σεβασθοῦν καὶ νὰ ὑποταχθοῦν εἰς αὐτά. Καμμία διαμαρτυρία δὲν ἦτο δυνατὸν γίνῃ, διότι αἱ δυνάμεις ὅλων τῶν κομμάτων κατεμετρήθησαν κατὰ τὸν ἀκριβέστερον τρόπον, καὶ τὰ κόμματα ἀνεγνώρισαν, ὅτι δικαίως ἐξεπροσωπήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον καὶ ἂν τὸ ἐφαρμοσθὲν ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ἠσφάλιζε τὴν μαθηματικὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἂν πλεονεκτοῦν ἰσχυρότερα κόμματα, ὅσας καὶ ἂν ἔχῃ ἀτελείας τὸ σύστημα, ὅπως εἶναι π. χ. τὸ σύστημα τῶν δύο σταυρῶν καὶ τόσαι ἄλλαι ἀτέλειαι, ὅλα τὰ κόμματα ἀνεγνώρισαν, ὅτι δικαιοσύνη ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ τὸ συναίσθημα αὐτὸ εἶχεν ἀμέσως ραγδαῖα ἀποτελέσματα, εἶχε ραγδαῖα ἀποτελέσματα εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων ἡμῶν ἀλλ’ εἶχε ραγδαῖα ἀποτελέσματα καὶ εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων τῶν πολιτῶν, διότι διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ συνεννόησις τῶν κομμάτων καὶ συνδιαλλαγὴ τῶν κομμάτων.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχουν οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἐπῆλθε τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα.
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ φρονοῦντες καὶ ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ὑπαινίττεσθε, Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἄλλα κόμματα ἐπέδρασαν κατὰ τρόπον θαυμάσιον τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ἐὰν ἀρνῆσθε, ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν δὲν ἐπέδρασαν, τότε εὑρίσκεσθε ἐν μεγάλῃ πλάνῃ, διότι συνειργάσθημεν, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, καὶ γνωρίζω ἐκ τοῦ πλησίον ποίαν εἶχον ἐπίδρασιν καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ὑμᾶς τὰ ἀποτελέσματα αὐτά. Ποίαν σημασίαν εἶχεν ἡ συνεννόησις αὐτή, ἀντελήφθησαν ὅλοι. Τὸ λέγω δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλησμόνησαν τὸ ἄμεσον παρελθόν. Ἦτο ὑποχρέωσις νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται ποία σημασία ἀπεδόθη εἰς αὐτὴν τὴν συνεννόησιν τῶν κομμάτων ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, διότι καὶ ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 ἐπανειλημμένως ἐπεδίωξε νὰ προκαλέσῃ μίαν τοιαύτην συνεννόησιν καὶ δὲν τὸ ἐπέτυχεν.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἐπεδίωξε πραγματικῶς.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἐπεδίωξε διὰ τῆς δημιουργίας ἰδιαιτέρου κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω, προσεχώρησαν οἱ μετριοπαθέστεροι ἐκ τῶν ἄλλων κομμάτων.
§116Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸ ἐπεδίωξε διὰ τῶν Στρατοδικείων.
§117ΕΜ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Διὰ τῶν δολοφονιῶν.
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἐπεδίωξεν ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐλθών, ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὰ 1924. Ἀπετέλεσεν αὐτὴ ἡ συνεννόησις τὸ πρόγραμμα ἑκάστης καταστάσεως καὶ ἑκάστης τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν μετὰ τὸ 1924. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Δικτάτωρ αὐτό, κυρίως, κατ’ ἀρχὰς ἐπεδίωξεν, ἵνα θεμελιώσῃ τὴν δημοτικότητα εἰς τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν συμφιλίωσιν τῶν διαμαχομένων μερίδων. Καὶ ἐγὼ ὡς Κυβέρνησις ἄλλοτε, ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς κυρίους σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσα τὴν συνδιαλλαγὴν τῶν κομμάτων καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα προτάσεις ἀρκετὰ μεγαλέφρονας εἰς τὰς ἀντιπάλους μερίδας, ὅπως ἐπιτευχθῇ αὐτὴ ἡ συνεννόησις καὶ ἡ γαλήνευσις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχα. Αὐταὶ αἱ προσπάθειαι, αἱ ἀποτυχοῦσαι, ἀπεδείκνυον πόσον κακὸν ἐπέφεραν εἰς τὸν τόπον αὐταὶ αἱ ἐμφύλιοι διαιρέσεις καὶ ποίαν σημασίαν ἀπέδωσαν κατόπιν ὅλα τὰ κόμματα εἰς αὐτὴν τὴν συνδιαλλαγήν, εἰς αὐτὴν τὴν συνεννόησιν. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν συνδιαλλαγὴν καὶ συνεννόησιν ἀπέδωκεν αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἡ προελθοῦσα ἀπὸ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. (Χειροκροτήματα). Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς θὰ ἤρκει, ὅπως ὁμιλῶμεν μὲ πολὺ μεγαλύτερον σεβασμὸν καὶ ὅπως εἴμεθα πολὺ προσεκτικώτεροι, ὅταν προτείνωμεν τὴν κατάργησιν τῆς ἐκλογῆς διὰ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα καὶ τὸν ἄλλον σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπεδιώξαμεν, τῆς διευκολύνσεως τοὐτέστι σχηματισμοῦ κομμάτων ἀρχῶν, καὶ αὐτόν, ἔν τινι μέτρῳ, τὸν ἐπέτυχε. Ἐὰν δὲν τὸν ἐπέτυχεν ἀπολύτως, συνέβη τοῦτο, διότι κόμματα ἀρχῶν, κόμματα γενικωτέρων συμφερόντων δὲν σχηματίζονται διὰ μιᾶς καὶ μόνης, διὰ τῆς ἐφ’ ἅπαξ ἐφαρμογῆς ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἂν παρατηρήσωμεν τὴν ζωὴν καὶ τοὺς σκοποὺς ἑνὸς ἑκάστου τῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι τὰ κόμματα αὐτὰ λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τείνουν νὰ ὀργανωθοῦν ἐπὶ βάσεως πραγματικῆς καὶ ὄχι προσωπικῆς, διότι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην ὀργάνωσιν καὶ τείνουν νὰ διευκρινίσουν τὰς ἀρχὰς αὐτῶν. Τὸ πλεονέκτημα εἶναι μέγα, διότι ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ δεκαετηρίδας διεξήχθη εἰς μακρὸς ἀγὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς κατάλυσιν τῶν προσωπικῶν κομμάτων καὶ ὀργάνωσιν κομμάτων ἀρχῶν. Λοιπόν, τὸ ἀναλογικὸν σύστημα εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εὐνοεῖ αὐτὴν τὴν ἐξέλιξιν καὶ αὐτὸς ἦτο εἰς λόγος ἐπὶ πλέον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπέβαλε νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος.
§120Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Θὰ λείψῃ διὰ Διατάγματος.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν καθιερώθη διὰ Διατάγματος.
§122Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρεξήγησα, ἀλλ’ αὐτὸ μοῦ ὑπενθυμίζει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Δʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν δι’ ἀρκετῆς πλειονοψηφίας, αὕτη δὲ ἐξουσιοδότησε μίαν μεγάλην Ἐπιτροπήν, ὅπως τὸ ψηφίσῃ τελειωτικῶς τὸ ἀναλογικὸν καὶ τὸ δημοσιεύσῃ. Ἡ σημερινὴ Βουλή, ὅταν ἐξουσιοδοτήσαμεν δὶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταρρυθμίσῃ διὰ Διατάγματος τὰ Πακαγλικὰ Διατάγματα, ἐξῄρεσε ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ τὸν ἐξῄρεσε, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι νομίμως καθιερώθη καὶ διότι δὲν ἠθέλομεν δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου παρὰ μόνον διὰ νόμου τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ (χειροκροτήματα). Κανείς, λοιπόν, λόγος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ περὶ νομικῶς ἀτελοῦς καθιερώσεως τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι αὐτὸ ἔχει ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Τετάρτης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν δὶς ἐκφρασθεῖσαν γνώμην τῆς σημερινῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Δὲν προσαρμόζεται, μᾶς λέγουν, τὸ σύστημα εἰς τὰς συνθήκας τὰς Ἑλληνικάς, διότι μία ἀπὸ τὰς συνθήκας τὰς Ἑλληνικὰς εἶναι ἡ ἀγραμματωσύνη, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ψηφοδελτίου. Ἀφίνω, ὅτι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ κάλλιστα καὶ μὲ σφαιρίδιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον. Ἐφηρμόσαμεν τὸ ψηφοδέλτιον χωρὶς καμμίαν διαμαρτυρίαν εἰς τὰς κοινοτικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς μὲ τὴν μεγαλυτέραν ἐπιτυχίαν. Ἐφηρμόζετο τὸ ψηφοδέλτιον εἰς τὰς Νέας Χώρας πρὶν νὰ τὰς ἐλευθερώσωμεν. Ὅταν ἀκούουν οἱ πολῖται τῶν Νέων Χωρῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν τὸ σφαιρίδιον δι’ αὐτούς, καταλαμβάνονται ἀπὸ τρομοκρατίαν, διότι τὸ ἀγνοοῦν ἐντελῶς καὶ διότι δὲν αἰσθάνονται οὐδένα περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας διὰ τοῦ ψηφοδελτίου, διότι ἕκαστος ἐκλογεύς, λόγῳ τοῦ σήματος δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῖον εἶναι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ καὶ εὑρίσκει πάντοτε τὸν ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀναγραφόμενα ὀνόματα, ὅπως συμβαίνῃ εἰς τὰς δημοτικὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογάς. Ποτὲ ἡ ὕπαρξις ἀγραμμάτων, εἴτε περισσοτέρων εἴτε ὀλιγωτέρων, δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ ψηφοδελτίου. Ἔγινε μεγάλη χρῆσις τοῦ παραδείγματος τῶν παλαιῶν ἐκλογῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν πρὸ τοῦ 1862. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονηθῇ, ὅτι ἂν ἐγένοντο κατάφοραι καλπονοθεύσεις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ἐγένοντο διότι εἶχε καθιερωθῇ τὸ ψηφοδέλτιον, ἀλλὰ διότι αἱ ἐκλογαὶ διήρκεσαν ἐπὶ 4 ἡμέρας, καὶ ἡ νύκτα κατέστρεφε τὸ ἔργον τῆς ἡμέρας.
§124Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος.
§125Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζω ἀπὸ ἀφηγήσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ὁ κύριος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐπετήρει τὰς κάλπας, ἀφῄρει τὰ ψηφοδέλτια καὶ ἔθετεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις. Ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ συνθῆκαι, ἀλλ’ εἶναι αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ συνήθειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ σύστημα αὐτό. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὴν Κρήτην δὲν ἐφηρμόσθη σύστημα μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας μὲ πλήρη ἱκανοποίησιν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, σύστημα πολὺ συγγενές, τὸ σύστημα τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, ὅπερ εἶναι σύστημα ἀναλογικόν, ἀτελὲς ὅμως καὶ ὄχι συμπληρωμένον, ὅπως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν; Μήπως εἰς τὰς κοινοτικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἐφαρμόζομεν τὸ σύστημα τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν μειονοψηφιῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι συγγενὲς πρὸς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα; Ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἱκανοποιημένος μὲ τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν μειονοψηφιῶν εἰς τὰς κοινοτικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογάς, ὅσον καὶ ἂν ἡ ἐκπροσώπησις αὐτὴ εἶναι ἓν ἀτελὲς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔγινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη ἀτελέστερον, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν ἐφροντίσαμεν, ὥστε οἱ ἀποχωροῦντες κοινοτικοὶ καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι νὰ ἀναπληροῦνται ἀπὸ ὁμόφρονας αὐτῶν, καὶ ἔτσι κατωρθώθη, ὥστε ἡ μειονοψηφία νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας ἐν τῷ Κοινοτικῷ Συμβουλίῳ; Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα ἡ ἱκανοποίησις εἶναι πλήρης. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὑπάρχει δυσαρέσκεια κατὰ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, ποίους ἐννοοῦμεν; Ἐννοοῦμεν τὸν λαόν; Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοοῦμεν τὸν λαόν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ δὲν λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, διότι ὁ λαὸς ἐν τῇ παμψηφίᾳ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυσαρεστημένος ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Ὑπάρχουν οἱ δυσαρεστημένοι, ἀλλὰ δυσαρεστημένος δὲν εἶναι ὁ λαός. Δυσαρεστημένοι εἶναι ὡρισμένοι πολιτευόμενοι, ἰδίως οἱ πολιτευόμενοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἐξελέγοντο, ὅταν, προσλαμβανόμενοι εἰς ἕνα συνδυασμὸν πλειοψηφοῦντα, κατορθώνουν, μολονότι δὲν ἔχουν τὴν δημοτικότητα, κατορθώνουν νὰ ἐπιπλέουν ἄλλων πολιτευομένων πολὺ ἐπιφανεστέρων καὶ πολὺ ἱκανωτέρων ἀπὸ αὐτούς. Αὐτοὶ οἱ πολιτευόμενοι εἶναι κυρίως οἱ δυσαρεστημένοι καὶ ἀκόμη δυσαρεστημένοι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μερικοὶ κομματάρχαι, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἀντιλαμβάνονται, ὅτι περιορίζεται ἡ δύναμις αὐτῶν καὶ ἡ ἀποτελεσματικότης τῆς δράσεως αὐτῶν. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ συνήθειαι τὰς ὁποίας τόσον ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν; Εἶναι αἱ συνήθειαι τῶν μικτῶν συνδυασμῶν, τῆς χρησιμοποιήσεως μέσων ἀθεμίτων, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων μάλιστα διαπρεπῶν ἀκόμη, μέσων ἀθεμίτων πρὸς πρόσκτησιν ἑνὸς κομματάρχου, διὰ τῆς προσκτήσεως τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέπεται ἕνας ὁλόκληρος συνδυασμὸς μὲ 10 μὲ 20 θέσεις. Εἶναι αἱ συνήθειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεταβάλει τὰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας εἰς ἕνα εἶδος τυχηροῦ παιγνιδίου καὶ ἔχουν καταστήσει τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα ἐντελῶς τυχερὰ καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνήθειαι τὰς ὁποίας τόσον ἐνοσταλγήσομεν. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνήθειαι κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἐπαναστατήσει ὁ κόσμος, ὄχι τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1885, ὁπότε διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἐξηγγέλετο ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῶν μικτῶν συνδυασμῶν. Κατὰ τὸ 1885 ὁ Τρικούπης ὁ ἴδιος ἐξήγγειλε μίαν τοιαύτην μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Δὲν ἦτο ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ὥριμος διὰ τὴν μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν τόσον ἐπιτυχῶς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τοῦτο εἶναι προσβλητικὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι ἂν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ θὰ ἴδωμεν συνεχεῖς ἀγῶνας πολιτευομένων ἐναντίον τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῶν μικτῶν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγωναν τὰς προσωπικότητας οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τὴν φανερὰν ἐμφάνισιν τῶν κομμάτων ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ, ἥτις εἶναι ἀδύνατος, ἐφόσον τὰ κόμματα μὲ τὰ προγράμματά των δὲν καθορίζουν τὰς ἀρχάς των σαφῶς ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ συνήθειαι καὶ αἱ παλαιαὶ ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐμποδίζουν νὰ ἐπιτύχῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλα τρομερὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Εἶναι, ὅτι δὲν διευκολύνει σταθερότητα κυβερνητικήν, ὅτι δὲν διευκολύνει ὁμοιογένειαν κυβερνητικήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἐξέθεσεν ὑμῖν ἐν συνόψει τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἔδειξε πόσον τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ εἶναι μακρὰν τῆς πραγματικότητος. Ἔτυχε νὰ ἀριθμήσω τὰς κυβερνητικὰς μεταβολὰς αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1922 ἐπὶ 58 δηλαδὴ ἔτη καὶ εὗρον, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὐταὶ εἶναι 75. Δηλαδὴ 9 μῆνες περίπου διήρκει ἑκάστη Κυβέρνησις. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπόψεως τῆς κυβερνητικῆς εὐσταθείας τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Αἱ ἐννέα μηνῶν Κυβερνήσεις ἀποτελοῦν κυβερνητικὴν εὐστάθειαν; Ἡ ὁμοιογένεια ἡ κυβερνητικὴ εἶναι σπουδαῖον πρᾶγμα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τόσον ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς τῆς ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς ὅταν ὑπάρχει πραγματικὴ ὁμοιογενὴς πλειοψηφία ἐκ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη πλειοψηφία ἐκ τοῦ λαοῦ, μὲ κανένα ἄλλο σύστημα δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις παρὰ μόνον μὲ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, διότι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα δὲν καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν σύμπραξιν ξένων στοιχείων, διότι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα καθορίζει τὰ κόμματα. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχει ὁμοιογενὴς πλειοψηφία ἐκ τοῦ λαοῦ, διὰ ποῖον λόγον ἀποτελεῖ πλεονέκτημα ἡ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις; Εἶναι πλεονέκτημα τότε ἡ ὁμοιογενὴς αὐτὴ Κυβέρνησις, ἢ εἶναι καὶ αὐτὴ μία καταστρατήγησις τῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος, δηλ. τῆς ἀρχῆς ἣν θέλει ἡ Πολιτεία, ὥστε οἱ πολῖται νὰ εἶναι ἴσοι ἀπέναντι ἀλλήλων; Καὶ δὲν εἶναι πολὺ προτιμοτέρα μία Κυβέρνησις συμμαχική, ἡ ὁποία ἔχει τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἐξασφαλίζει ἰσχυροτέραν πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ μεγαλύτερον πλεονέκτημα, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνονται κατόπιν σεβασμοῦ καὶ τῶν ἑκατέρωθεν ἀντιλήψεων καὶ συμβιβασμοῦ τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων; Καὶ τί σημασίαν ἔχει τότε, ὅταν λέγωμεν ὅτι μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα θὰ ἐξασφαλίσωμεν ὁμοιογενῆ πλειοψηφίαν; Σᾶς εἶπα δὲ ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ὁμοιογενὴς πλειοψηφία ἐκ τοῦ λαοῦ, μὲ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα περισσότερον ἀπὸ κἄθε ἄλλο ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμοιογένεια. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα θὰ ἐξασφαλίσωμεν ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν, ἐννοοῦμεν τοῦτο, ὅτι θὰ ἐκβιάσωμεν τοὺς πολίτας νὰ προσαρμοσθοῦν εἰς μίαν ὡρισμένην κατεύθυνσιν, διότι ἔτσι μόνον νοεῖται ἡ ἀντίληψις, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα ἐννοεῖ τὸν σχηματισμὸν ὁμοιογενοῦς πλειοψηφίας. Στηρίζεται, λοιπόν, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις εἰς τὸν ἐκβιασμὸν τῶν πολιτῶν, ὅπως ἀκολουθήσουν ὡρισμένην κατεύθυνσιν καὶ οἱ ἐκβιασμοὶ αὐτοὶ εἶναι τόσον μεγαλύτεροι, ὅσον μεγαλυτέρα εἶναι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, διότι τότε εἶναι φανερόν, ὅτι αἱ μειοψηφίαι φροντίζουν νὰ εὕρουν μίαν διέξοδον εἰς ἄλλην παράταξιν. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐκβιασμὸς τῶν πολιτῶν ἠμπορεῖ νὰ συντελῇ εἰς τὴν πρόοδον ἑνὸς τόπου; ἔτσι δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθοῦν πολιτικαὶ ἰδέαι; Ὁ ἀξιότιμος διευθυντὴς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Σοφούλης, εἶπεν, ὅτι ἡ ὀξύτης τῶν δύο παρατάξεων εἶναι πάντοτε καλυτέρα ἀπὸ τὸν ὕπουλον ἀνταγωνισμὸν τῶν συμμάχων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα δὲν ἐξασφαλίζει τὰς δύο παρατάξεις, εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου ἐφηρμόσθη τελευταίως τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα 13 εἶναι τὰ κόμματα τὰ παριστάμενα εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπίσης, εἶναι πάμπολλα τὰ κόμματα τὰ παριστάμενα εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν, ἐκεῖ εἶναι ἄλλο σύστημα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ πολλοῦ ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν πολλὰ κόμματα Τὰ κόμματα σήμερον εἶναι τέσσαρα. Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα δὲν ἐμποδίζει τὴν δημιουργίαν πολλῶν κομμάτων, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, πῶς ἠμπορεῖ νὰ φανταζώμεθα, ὅτι τὰ δύο κόμματα, αἱ δύο παρατάξεις ἀποτελοῦν ἀγαθόν, ὅταν καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ λαοῦ, ἡ κοινωνικὴ σύνθεσις τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εὐνοῇ δύο παρατάξεις, ὅταν αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εὐνοοῦν δύο παρατάξεις; Δὲν θὰ κρίνω τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ ἀνταγωνισμός, ὁ προερχόμενος ἐκ τῶν δύο παρατάξεων εἶναι κατὰ τὸ δευτερεῦον, ἰδίως προκειμένου περὶ τῶν εἰδικῶν μας συνθηκῶν, ὁ ἀνταγωνισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν νέαν διαίρεσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ συνήθης χωρισμὸς τῶν δύο παρατάξεων, ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, παλαιότερον, ποῖον εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα; εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα παλαιότερον, ὅτι τὸ ἓν κόμμα ἀνέτρεπεν ὅ,τι τὸ ἄλλο ἐπεδίωκε, ὅ,τι τὸ ἄλλο ἐπρέσβευε, καὶ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς ἑνὸς κόμματος ἔλεγεν: «ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην προγράμματος· ἀρκεῖ ὅτι ἡμεῖς ἀρνούμεθα πάσας τὰς πράξεις τοῦ ἄλλου κόμματος». Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πλεῖστα ὅσα μέτρα, σωτήρια μέτρα, ἀνετρέποντο ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν δύο κομμάτων, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις τῆς ματαιώσεως κάθε ἀγαθῆς προθέσεως, συνετέλεσε, λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως τῶν δύο κομμάτων, αὐτὴ ἡ ἀντίληψις τῆς ματαιώσεως κάθε ἀγαθῆς προθέσεως, θὰ συνετέλεσε, ὄχι κατὰ μικρόν, ὥστε ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀπογοητευμένος ψυχικῶς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὅλαι του αἱ προσπάθειαι ἐναυάγουν καὶ κατεστρέφοντο ἐκ τῆς ἀρνήσεως τοῦ ἀντιπάλου κόμματος, αὐτὴ ἡ ἀπαγοήτευσις, λέγω, θὰ συνετέλεσε εἰς τὸν μαρασμὸν αὐτὸν καὶ εἰς τὴν ὑποταγὴν τοῦ Σώματος αὐτοῦ εἰς τὴν νόσον ἡ ὁποία τὸν ἔφερε εἰς τὸν τάφον. Θέλετε, λοιπόν, νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτὸ τὸ παλαιὸν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἓν κόμμα ἠρνεῖτο καὶ κατέστρεφεν, ὅ,τι ἔπραττε τὸ ἄλλο κόμμα; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδανικόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ ἀναλογική, ἡ ὁποία εὐνοεῖ τὰ περισσότερα κόμματα ἔχει τοῦτο τὸ μέγιστον πλεονέκτημα, ὅτι ἀσφαλίζει μίαν συνοχὴν εἰς τὴν πολιτικήν; Ἐγώ, Κύριοι, ἀποδίδω μεγίστην σημασίαν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν μιᾶς συνοχῆς πολιτικῆς ἀπὸ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὴν ἐπιτέλεσιν μεγίστων ἔργων. Διότι τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἐπιτέλεσις τῶν μεγάλων ἔργων, ὅταν εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ 1, 2, 3, ἔτη τὰ μεγάλα ἀγαθὰ θὰ ἀναποδογυρισθοῦν διὰ νὰ ἀνεγερθοῦν ἄλλα τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ κρημνισθῶσι; Δὲν θέλω νὰ ἀναμνησθῶ τὸ ἐντελῶς πρόσφατον παρελθόν, διὰ νὰ σᾶς δείξω ποίαν σημασίαν ἔχει αὐτὴ ἡ συνοχὴ ἡ πολιτική. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πολιτικῆς συνοχῆς, τὴν ἐδημιούργησεν ἀναμφιβόλως ἡ δημιουργία περισσοτέρων κομμάτων, διότι τὰ κόμματα εἶναι τὰ μεσολαβοῦντα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συντελοῦν, ὥστε αἱ πολιτικαὶ μετοβολαὶ νὰ εἶναι τοιαῦται καὶ ῥιζικαί. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον τὰ πολλὰ κόμματα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συντελοῦν ὥστε καὶ ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων νὰ μὴ εἶναι τόσον μεγάλη καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὰς ῥιζικὰς καὶ μεγάλας μεταβολάς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀσφαλίσῃ ἡ συνοχὴ τῆς πολιτικῆς, εἶναι ἡ ὁμαλὴ ἐξέλιξις. Ἐτονίσθη ἡ μεγάλη σημασία τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ δημιουργία μιᾶς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, ἡ παροχὴ δηλαδὴ δυνάμεως εἰς ἕν κόμμα, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν ἑνὸς κόμματος. Ἐλησμονήθη, ὅμως, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Βοζίκης, ὅτι ἀκριβῶς, ὅταν εἰς ἕνα τόπον συμβαίνῃ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἰσχυροὶ ἄνδρες ἔχοντες μεγάλην δύναμιν, εἶναι συμφέρον διὰ τὸν ἄνδρα αὐτὸν καὶ τὸν τόπον, ὅπως εὑρίσκῃ συνεργάτας. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ δυνατότης τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς πολιτικῆς σταδιοδρομίας τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι περισσότερον ἀσφαλίζονται μὲ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, συντελεῖ εἰς τὴν διαμόρφωσιν ἰσχυρῶν χαρακτήρων καὶ ἰσχυρῶν θελήσεων. Οἱ μεγάλοι ἄνδρες, οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ περιστοιχισθοῦν ἀπὸ ἀνθρώπους ἀσθενοῦς θελήσεως, εἰς τὸ τέλος κατέληξαν νὰ βουλιάξουν, διότι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζονται δὲν εἶναι σταθερόν. Ὅσον ἰσχυρότερος εἶναι ὁ πολιτευόμενος, τόσον μεγαλυτέρα ἀνάγκη ὑπάρχῃ, ὅπως πέριξ αὐτοῦ—ὅταν δὲ λέγω πέριξ αὐτοῦ ἐννοῶ καὶ τοὺς ἀντιπάλους καὶ τοὺς συμμάχους—ὅπως πέριξ αὐτοῦ ὑπάρχουσιν ἰσχυροὶ ἄνδρες, ὁπότε δύνανται νὰ σταθοῦν ὀρθοὶ ἐπὶ ἰδίας βάσεως. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι πρέπει νὰ εὐνοῆται ἡ δρᾶσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ συνομολογηθῇ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν πολιτικῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἰσχυρὰν πλειοψηφίαν εἶναι ἡ γαλήνευσις τῶν πνευμάτων. Θέσατε εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως σήμερον τὸν δημιουργικώτερον τῶν ἀνθρώπων, τὸν δραστηριώτερον τῶν ἀνθρώπων, τὸν πλέον μεγαλεπήβολον πολιτικόν, ἐὰν δὲν ἔχῃ πέριξ αὐτοῦ γαλήνην πνευμάτων εἶναι ἀδύνατον ὁ δημιουργικώτερος τῶν ἀνθρώπων νὰ ἐπιδώσῃ ἀγαθὸν ἔργον, νὰ ἀποδώσῃ ἔργον βιώσιμον. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσφαλίσωμεν αὐτὴν τὴν γαλήνευσιν τῶν πνευμάτων μὲ τὰς δύο παρατάξεις, τὰς ὁποίας εὐχόμεθα νὰ ἐπανέλθουν πάλιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν γαλήνευσιν τῶν πνευμάτων μὲ τὴν παράταξιν τῶν δύο κομμάτων; Μᾶς εἶπον: βλέπετε εἰς τὴν Ἀγγλίαν μὲ τὸ πλειοψηφικόν, προάγεται ὁ τόπος, προάγεται τὸ Βρεττανικὸν Κράτος. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία ἔχει ἐντελῶς ἰδιαίτερον χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος συντελεῖ, ὥστε οἱ θεσμοὶ οἱ ἀγγλικοὶ νὰ εἶναι ἐντελῶς ἰδιότυποι, μὴ δυνάμενοι νὰ μεταφυτευθοῦν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Διατί π. χ. ἐδῶ δὲν ὑποστηρίζεται νὰ σχηματίσωμεν μίαν Βουλὴν τῶν Λόρδων; Δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ἄξιος νὰ ἐγκλεισθῇ εἰς τὸ φρενοκομεῖον ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους, νὰ συστήσωμεν ἡμεῖς μίαν Βουλὴν τῶν λόρδων; Δὲν εἶναι ἄξιος, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ἐγκλεισθῇ εἰς τὸ φρενοκομεῖον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν εὐδοκιμεῖ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα; Εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἐφηρμόσθη τὸ ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα, διότι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον κατηργήθη δὲν ἦτο ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουν ἰδιαίτεραι συνθῆκαι καὶ συνετέλεσαν αἱ βλέψεις τῶν κομμάτων νὰ καθιερώσῃ τὸ πλειοψηφικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καθιέρωσεν ἐσχάτως ἡ Γαλλία ἕν σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποτελέσματα, τὰ μέγιστα προσεγγίζοντα πρὸς τὸ ἀναλογικόν. Εἶναι δηλαδὴ ἡ στενωτέρα περιφέρεια, ἡ ὁποία δίδει ἀποτελέσματα πολὺ προσεγγίζοντα πρὸς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖ βλέπομεν τὸ περίεργον φαινόμενον, ὅτι ἀποτυγχάνουν Ἀρχηγοὶ κομμάτων, τὰ ὁποῖα κατέκτησαν ἑκατὸν καὶ πλέον ἕδρας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι τὸ σύστημα αὐτὸ ἄξιον μιμήσεως διὰ τὴν Ἑλλάδα; Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν στενὴν περιφέρειαν, λόγῳ τοῦ ἀραιοῦ τοῦ πληθυσμοῦ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν στενὴν περιφέρειαν νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συλλογικὴ ἐκδήλωσις τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ἀξιοῖ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος; Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ μιμηθῶμεν τὸ Γαλλικὸν σύστημα, θὰ εἴχομεν ἀσφαλῶς ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεγαλειτέραν κρίσιν τῶν μεθόδων τῶν πολιτικῶν, θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξάντλησιν τῶν πολιτευομένων διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων, θὰ εἴχομεν δηλαδὴ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν γενεαὶ ὁλόκληροι ἐπολέμησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ εἴχομεν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπανέφερε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς μία ἐποχὴ φαυλοκρατική, ὅσον καὶ ἂν δύναται νὰ δυσαρεστήσῃ μερικοὺς παλαιοὺς πολιτευομένους τοῦτο. Θὰ μὲ ἐρωτήσετε: ἀφοῦ ἔχει αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, εἶσθε ἀπολύτως εὐχαριστημένος ἀπὸ αὐτό; Ἀπέδωκε δηλαδὴ ὅλους τοὺς δυνατοὺς καρποὺς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀπέδωκεν ἀκόμη ὅλους τοὺς καρπούς. Διὰ νὰ εὐδοκιμήσωσιν αἱ συμμαχικαὶ κυβερνήσεις εἶναι ἀνάγκη τὰ κόμματα νὰ καταπνίγουν τὰς ἰδιαιτέρας των βλέψεις καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν εἴτε κυβερνῶντες εἴτε ἀντιπολιτευόμενοι ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ φροντίζουν ὅπως ἕν πνεῦμα συμβιβασμοῦ ἐπικρατῇ εἰς τὰς πράξεις των, ἕν πνεῦμα σεβασμοῦ τῶν ἀντιθέτων ἀντιλήψεων. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς, ὅτι διεφώνησα πρὸς τοὺς ἐσχάτως συνεργάτας μου ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ διέστην, διότι ἐνόμισα ὅτι αὐτὴ ἡ τάσις τῆς καταπολεμήσεως τῶν κομματικῶν βλέψεων δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα. Ἀλλ’ ἐνῶ τοιαύτην ἔχω γνώμην ἐγὼ καὶ ἐνῶ νομίζω ὅτι αἱ συμμαχικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἀπέδωσαν τὰ καλλίτερα ἀποτελέσματα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ διαφορὰ αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἀπὸ κανένα ἄλλον παρὰ ἀπὸ τὸν λαόν. Καὶ οἱ παλαιοὶ οὗτοι συνεργάται ἐν τῇ Κυβερνήσει ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὰς αὐτὰς ἀντιλήψεις περὶ ἐμοῦ, εἷς ὅμως μόνον ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων: ὁ λαός. Ἀλλ’ ἵνα κρίνῃ ποῖος ἐξ ἡμῶν ἔχει δίκαιον, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ὅτι κανὲν κόμμα, καμμία ἰδέα, δὲν πρόκειται νὰ ἀδικηθῇ, δὲν πρόκειται νὰ στρεβλωθῇ, καὶ δι’ αὐτὸ διεφώνησα ἐπὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων, ἀξιώσας τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν λαόν. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἕνα ἀκόμη: ὅτι ἕνα σύστημα, ὅπως τὸ ἰδικόν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ ὅλους τοὺς καρποὺς αὐτοῦ διὰ μιᾶς. Εἶναι ἀνάγκη καὶ οἱ πολιτευόμενοι νὰ διαπαιδαγωγηθῶμεν εἶναι ἀνάγκη καὶ ὁ λαὸς νὰ συμμορφωθῇ περισσότερον. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐτοκυβερνηθῶμεν ὅλοι, καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ λαός, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνηθίσωμεν νὰ προαχθῶμεν παρὰ μόνον ἐφαρμόζοντες σύστημα ἐκλογικὸν δίκαιον καὶ ὀρθόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῶμεν καὶ νὰ μορφωθῶμεν παρὰ συνεχίζοντες τοὺς ἀγῶνας μας πρὸς ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος τρόπος, ὅπως πράγματι ἀποδώσῃ τοὺς μεγαλυτέρους καρποὺς τὸ Πολίτευμα, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος τρόπος ἱκανοποιῶν περισσότερον τὰς λαϊκὰς ἀνάγκας. Θὰ εἶναι κηδεμόνευσις τοῦ λαοῦ, ἡ μόνη κηδεμόνευσις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς καλύτερα ἀποτελέσματα. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὅσον καὶ ἂν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχῃ ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, πρέπει ὅλοι νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐγεννήθη ὑπὸ ἐντελῶς δυσχερεῖς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς ὅλα τὰ Κράτη μετὰ τὸν πόλεμον, ἐντελῶς δὲ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Ἑλλάδα, λόγῳ τῆς ἐμφυλίου διαιρέσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι παρ’ ὅλας τὰς δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Βουλὴ αὐτὴ παρήγαγεν ἔργον ἀρκετὰ καλόν. Κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐναυάγησαν εἰς τὴν Γʹ καὶ Δʹ Συνέλευσιν. Εἴχομεν, βεβαίως, ὅλοι μεγαλυτέραν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν μεγαλυτέρας ἀξιώσεις, ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνούμεθα ὅ,τι ἀγαθὸν ἐπετέλεσεν ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀρνούμεθα τοῦτο. Ἔχει ἀκόμη ὁ πολιτικός μας βίος πολλὰς ἐλλείψεις. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ τὰς διορθώσωμεν, νὰ ρυθμίσωμεν κατὰ τρόπον καλύτερον τὰς σχέσεις μας, νὰ ὀργανώσωμεν καλύτερον τὰ κόμματα ἡμῶν, νὰ βελτιώσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, καί, εἰ δυνατόν, νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν τύπον ἀκόμη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία ἐκδηλώσεως τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας, διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ τύπου καθίστανται ὁσημέραι ὑποχείρια τοῦ μεγάλου κεφαλαίου. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὀργανωθῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἠμποροῦμεν νὰ κινῶμεν τὰ μεγαλύτερα ζητήματα καὶ νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ λύωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ κατεύθυνσις ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι καθιστᾷ ἱκανωτέραν τὴν Βουλὴν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ζητήματα, συνεργαζομένη εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Μία θεμελιώδης ἀρχή, νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, μία θεμελιώδης ἀρχὴ νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι ἐπικράτησις δύο παρατάξεων. Ὄχι κατάπνιξις τῶν μικροκομμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι πάντοτε οἱ φορεῖς τῶν νεωτέρων ἰδεῶν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ὁδηγοῦντα πρὸς προοδευτικὴν ἐξέλιξιν, ἀλλὰ ἡ ἀφοσίωσις ὅλων μας, ἡ προσήλωσις εἰς τὰς θεμελιώδης ἀρχάς. Ἡ προσήλωσις καὶ ἀφομοίωσις, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν λαόν. Μόνον ἡ προσήλωσις αὐτὴ καὶ ἀφομοίωσις ἠμπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόοδον, ἠμπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πολιτικὴν ἐξύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11½ μ. μ. (ὥρα 11ῃ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπήν (Ὥρᾳ 12.5′ μ. μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Εἴπομεν νὰ ἐπανέλθωμεν μόνον διὰ τὸ Ἐκκλησιαστικόν. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§130Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιώνω, κ. Βουλευταί, ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ ἀγορεύσω ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ἐκ τῆς συναισθήσεως καθήκοντος νὰ προστατεύσω τὴν Ἐκκλησίαν. Θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ, τιμηθέντος ἐπανειλημμένως ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου καὶ σταλέντος ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτόν, ὥστε νὰ μὲ ὠθήσῃ οἱαδήποτε σκιὰ κομματισμοῦ νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Σημειώσατε δὲ ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον ἀπαράσκευος, διότι ἠγνόουν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἤρχετο ἐξαπίνης πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομοσχέδιον δὲ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ψηφιζόμενον, θὰ εἶναι ἓν ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ, ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ. Καὶ θὰ εἶναι τοιοῦτον, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καταστρέφει αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μὲ ὅσα θὰ ἀκούσῃ ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ καταλάβῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἡ κατάστασις τοιαύτη καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτη, ὥστε εὐχερῶς καὶ ἀμέσως θὰ ἴδητε τὴν ὑψίστην ζημίαν, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ τὴν μεγίστην ἐθνικὴν βλάβην, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ. Τοῦτο δὲ τόσον μᾶλλον, καθόσον, ὡς ἔλεγον καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, μεταβάλλει τὸ καθεστὼς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Κανόνας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θίγει δὲ ἐπιβλαβῶς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τὰς συνθήκας τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν τῆς Λωζάννης. Καὶ μὲ ἐξέπληξεν ὅταν ἔμαθον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως κανονικῆς, οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως ἐκκλησιαστικῆς, οὔτε καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἴτε διότι οἱ ἀξιότιμοι κ. Συνάδελφοι, πλὴν τοῦ κ. Πετρακάκου, δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶσι ποτὲ μὲ τὰ Ἐκκλησιαστικά, εἴτε διότι ἐθεωρήθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο σύνηθες καὶ ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται εἰς τὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζονται χωρὶς νὰ τὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ βαθεῖα σημασία καὶ τὰ βαθύτατα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν τὰ νομοσχέδια αὐτά. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τυπικῆς εἰσαγωγῆς. Ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν οὐσίαν καὶ λέγω ποία εἶναι σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἱδρύθη διὰ τοῦ νόμου ΣΑʹ ὡς Ἐκκλησία Αὐτοκέφαλος, Ἀδελφὴ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ἀποτελοῦσα τὴν μίαν Ἁγίαν Καθολικὴν Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἑλληνικὴ λοιπὸν Ἐκκλησία ἐθεωρήθη κατὰ τὴν συνθήκην καὶ ἐγένετο Αὐτοκέφαλος καὶ τυπικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς καὶ κανονικῶς ἀπὸ τοῦ 1852. Τὸ Αὐτοκέφαλον δὲ σημαίνει, ὅτι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀσκεῖ τὴν κυριαρχικήν της ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τὸ Οἰκουμενικὸν ὅμως Πατριαρχεῖον, διὰ πράξεως ἱστορικῆς σπουδαιότητος, τῆς γνωστῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα Τόμος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 1850, κατέστησε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Αὐτοκέφαλον καὶ ἀνεξάρτητον μὴ ἔχουσαν οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν καὶ ἐξάρτησιν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, πλὴν τοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸ Ἅγιον Μύρον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ οἱ Ἐπίσκοποι καὶ Μητροπολῖται τῆς Ἑλλάδος νὰ μνημονεύουν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἐνταῦθα ὡς προϊσταμένην καὶ Ἱερὰν Ἀρχὴν Διοικητικὴν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἐγένετο μετὰ πολλὰς συζητήσεις καὶ οὐχὶ ἄνευ δυσαρεσκείας ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, μεταξὺ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἦλθεν ἔπειτα τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς προσαρτήσεως τῶν Νέων Χωρῶν διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Πρῶτον διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου καὶ δεύτερον διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ρητῶς αἱ Μητροπολιτικαὶ περιφέρειαι τῶν Ν. Χωρῶν μετὰ τῶν Μητροπολιτῶν ὑπήχθησαν εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Αἱ Ν. Χῶραι, ἀπὸ ἀπόψεως κυριαρχικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Ἐπικρατείας ὑπάγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ συνεπῶς εἰς τὴν Ἱ. Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων πρῶτον καὶ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν δεύτερον, διότι κατὰ τοὺς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας — καὶ παρακαλῶ οἱ μὴ ἀσχοληθέντες εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικόν, διότι αὐτὰ εἶναι δύο πράγματα χωριστά — νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον τοὺς βεβαιῶ εἶναι κανονικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς ὀρθόν. Κατὰ τοὺς Ἱερούς, λοιπόν, Κανόνας αἱ Ἐκκλησιαστικαὶ Διοικήσεις καὶ δὴ αἱ Μητροπόλεις, ἀπὸ αἰώνων καὶ μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἠκολούθησαν αὐτήν, τὴν πολιτικὴν διαίρεσιν, τὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους Κανόνος καὶ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἱδρύθησαν αἱ πλεῖσται Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποχωριζόμεναι ἀπὸ τὸ Κέντρον, ὡς παραρτήματα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπήρτισαν ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν καὶ ἐντεῦθεν ἐγένοντο τὰ λεγόμενα ἐκκλησιαστικὰ κλίματα. Συνέπεια τῆς γενομένης συνθήκης εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἑλληνικῶν νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ Νέαι Χῶραι ἐγένοντο Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι καὶ ἕνεκα τούτου αἱ ἐν αὐταῖς Ἐκκλησίαι ἔγιναν Ἑλληνικαὶ καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ἦλθεν ἡ σύμβασις τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Χωρῶν αὐτῶν ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐντὸς ἑξαμήνου νὰ δηλώσωσιν ἂν θέλωσι νὰ γίνωσιν ὑπήκοοι Ὀθωμανοὶ ἢ ὄχι. Ἐὰν δὲν δηλώσωσι, τοῦτο εἶναι αὐτοδικαίως ὑπήκοοι Ἕλληνες. Αὐτὰ λέγει ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν, κ. Βουλευταί, καὶ δυνάμει τῆς συνθήκης αὐτῆς οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν ἐγένοντο πολῖται Ἕλληνες καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Πλὴν τούτου ἦλθον δύο ἢ τρεῖς νόμοι, ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου, εἰς τὰ 1915, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν νόμων ρητῶς, ὡρισμένως καὶ θετικῶς, οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν ὑπήχθησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡρίσθησαν οἱ μισθοὶ οἱ ὁποῖοι ἐλαμβάνοντο καὶ λαμβάνονται μέχρι σήμερον ἀπὸ τὸ Γεν. Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Θέλετε ἄλλο τι διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἐκκλησιαστικῆς ἀφομοιώσεως αἱ Μητροπόλεις καὶ οἱ Μητροπολῖται ὑπάγονται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Τὰ κείμενα εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ δὲν σᾶς λέγω πράγματα ἀνύπαρκτα οὔτε ἀμφισβητήσιμα. Καὶ ἦλθε κατόπιν εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν αὐτὴν κατάστασιν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὸ Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἐγένετο ἁπλῶς μία Μητρόπολις. Κατηργήθη ρητῶς πλέον τὸ Πατριαρχεῖον, ὡς κέντρον ἐθνικόν, τὸ Πατριαρχεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔσωσε τὸν ἑθνισμὸν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ὁ Πατριάρχης ὡς Ἐθνάρχης ἐξέλιπεν. Ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης εἶπε «κάτω ὅλα». Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τίς πταίει εἰς αὐτό, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι αὐτό, ὅτι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης κατέστρεψε τὸ Πατριαρχεῖον, ὡς κέντρον ἐθνικόν, ἐξέλιπεν ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον εἶχε νομίμως ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος, ὡς Ἐθνάρχης τῶν Ρωμαίων ἐν τῇ Ἀνατολῇ.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι ἐξέλιπον οἱ Ρωμαῖοι τῆς Ἀνατολῆς.
§132Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς οὐδεμίαν διακοπήν, διότι τὸ θέμα εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος. Ἦλθε, λοιπόν, ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης, ἡ ὁποία ἐξετόπισε τὸ Πατριαρχεῖον ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν ὀργανώσεων τῶν ἐθνικῶν καὶ σήμερον ὁ Πατριάρχης εἶναι ὄργανον τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
§133Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον εἶναι καὶ θὰ εἶναι Πατριαρχεῖον καὶ θὰ παραμένῃ ὡς τοιοῦτον, ὅσαι δήποτε συνθῆκαι τῆς Λωζάνης καὶ ἐὰν ὑπάρχωσι. (Χειροκροτήματα)
§134Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ χειροκροτῶ καὶ ἐγώ, θὰ σᾶς εἴπω τί πρέπει νὰ γίνῃ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ, δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν προσωπικῶν ἀναγκῶν, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην πρῶτον, νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δεύτερον νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τρίτον νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ὥστε νὰ προσαρμοσθῶσιν αἱ Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν πρὸς τὸν ΣΛ νόμον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τέταρτον δὲ θέμα εἶναι πῶς πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βοζίκης, δηλαδὴ πῶς νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ Πατριαρχεῖον, διότι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εἶναι νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ Πατριαρχεῖον κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὰς συνθήκας τῆς Λωζάνης, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σαλεύηται τὸ κῦρος τὸ ἐκκλησιαστικόν, χωρὶς νὰ κλονίζεται ἡ θρησκευτικὴ ἰσχὺς τοῦ Πατριάρχου, καὶ τὸ σπουδαιότερον, χωρὶς νὰ διασπᾶται ἡ ἑνότης τῆς μιᾶς Ἁγίας καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἓν νομοσχέδιον περὶ Ἐκκλησίας εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν μεριμνᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἐλέχθη οὐδὲν οὐδὲ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, οὐδ’ ἀλλοῦ καὶ δὲν ἀναφέρεται τίποτε ἐπ’ αὐτοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τὸ χείριστον, ὅτι καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλεται εἰς τὴν Πατριαρχικὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐσυλλογίσθητε, κύριε Ὑπουργέ, τὸ μέγεθος τοῦ ἀνοσιουργήματος αὐτοῦ; Τὸ ἐσυλλογίσθητε αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὅτι δύναται ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ αὔριον τοῦ Πατριάρχου «αὐτὸ ἀξιῶ νὰ γίνῃ» καὶ ὁ Πατριάρχης νὰ μηνύσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου σας, νὰ γίνῃ;
§135Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον λέγει.
§136Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ ὅσων σᾶς εἶπα. Ὁ περιορισμὸς ὁ ὁποῖος ἐτέθη μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ὡς ἔμαθον, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὁ κ. Πετρακάκος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ μνημονεύῃ τὸν Πατριάρχην καὶ θ’ ἀπεκδέχεται τὴν εὐλογίαν τοῦ Πατριάρχου, αὐτὸ εἶναι σημεῖον ἐκδηλώσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, διότι τίποτε δὲν θὰ ἐμποδίσῃ αὔριον τὸν Πατριάρχην δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου νὰ γράψῃ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον: «Ἐγὼ ὁ Πατριάρχης τὸ διατάσσω».
§137Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸ δεχθῇ.
§138Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε τώρα εἰς ἕνα Μητροπολίτην τῶν Ν. Χωρῶν, ὅστις ὑπάγεται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅτι εἶναι Αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει ὁ Πατριάρχης.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ ἐνταῦθα ὁ φάκελλος ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§140Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φάκελλος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Αἱ συνεννοήσεις γίνονται μεταξὺ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ δι’ αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθῇ.
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀντελήφθητε τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Δὲν ἐζήτησα τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα τὰς διαπραγματεύσεις διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν φάκελλον ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξηκριβοῦντο αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Πατριαρχείου.
§142Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν ὑπάρχουσι σχέσεις.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχει δὲ μεγίστην σχέσιν, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐξηκριβοῦντο πολλὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ θέμα εἶναι τοιαύτης φύσεως καὶ τόσον λεπτόν, ὥστε νὰ μὲ κάμνῃ νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§144Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Σχέσεις μεταξὺ Πατριαρχείου καὶ Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ὑπῆρχον, ἀλλ’ ἀνάμιξις Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπῆρξεν.
§145Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη πρότερον, ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς τῶν Παλαιῶν Χωρῶν συνεζήτησαν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τοὺς 31–32 Ἀρχιερεῖς καὶ Μητροπολίτας συνεφώνησαν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου μόνον δέκα. Οἱ ἄλλοι δὲν συνεφώνησαν. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι συνεφώνησαν καὶ οἱ 32. Οἱ Μητροπολῖται τῆς Ἑλλάδος εἶναι Ἐκκλησιαστικοὶ καὶ συγχρόνως Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὁρκισθῆ —τὸ τονίζω διὰ νὰ ἀκουσθῇ πανταχόθεν—ἔχουσιν ὁρκισθῆ νὰ ἐκπληρώσωσι τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, τὰς ἱερὰς παραδόσεις καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Αὐτοὶ οἱ δέκα οἱ ὁποῖοι συνεφώνησαν ἐτήρησαν τὸν ὅρκον των; Ὄχι. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμαν εἶναι ἐναντίον τῶν Κανόνων, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐναντίον τῶν νόμων.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαφωνεῖτε μὲ τὸν κύριον Μπούσιον;
§147Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συζητῶ μεθ’ ὑμῶν. Εἰς τὰ 1922 ἐπροτάθη, συζητουμένου τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ φράσις «δύναται νὰ γίνῃ ἐν τῷ μέλλοντι προσέγγισις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου». Τὸ πρᾶγμα ὑπεστηρίχθη, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ ποίους, ἀλλὰ νομίζω καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μπούσιον.
§148Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα.
§149Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐπολέμησα καὶ ἀπέδειξα πόσον ἦτο ὀλέθριον ἂν καὶ ὡς ἔνδειξις ἀνεγράφετο εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ ἐν χωριστῇ δηλώσει τῆς Συνελεύσεως καὶ περὶ τούτου, διότι ἀπὸ τότε αὐτὸ θὰ ὑπενόμευε τὸ Καθεστὼς τὸ Ἐκκλησιαστικόν, δηλαδὴ τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον τί σημαίνει καὶ τὸ ὁποῖον μὲ τὸ νομοσχέδιον κατεστράφη. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ὁ ἀοίδιμος Γούναρης εἶχε τὴν συγκατάβασιν νὰ μὲ συγχαρῇ καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι εἶχον δίκαιον καὶ ἀπηλείφθη καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεστηρίζετο περὶ προσεγγίσεως, διότι ὁ Γούναρης ἀντελήφθη τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν. Λοιπόν, οἱ Ἱεράρχαι, οἱ 10, οἱ 20, οἱ 30 συμφωνοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ποῖος τοὺς ἐρωτᾷ; Ποῦ στηρίζονται; Ἔχουν δικαίωμα νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀγνοοῦμεν τοὺς Κανόνας ἢ τὸ Σύνταγμα ἢ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην καὶ νὰ ὑποσκάψουν αὔριον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν; Λοιπόν, καμμίαν σημασίαν δὲν ἔχει ἂν ἤθελον συμφωνήσει καὶ ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἐνῷ, λοιπόν, ἔχομεν τὴν ἀσυμφωνίαν αὐτήν, ἐνῷ ἔχομεν νόμους ἀφομοιώσαντας ἤδη τοὺς νέους Ἱεράρχας, πῶς καὶ μὲ ποίαν βάσιν παίρνομεν τοὺς Μητροπολίτας αὐτοῦ; καὶ τοὺς βάζομεν εἰς τὰς Μητροπόλεις τῆς Ἑλλάδος; Δυνάμει τίνων νόμων; Δὲν παραγνωρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν θύματα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταβολῆς ἐκ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης. Ἀλλ’ εἶναι προτιμότερον τὸ ζήτημα νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς ἐπί τινα εἰσέτι χρόνον, διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου. Τὸ ζήτημα εἶναι μέγα. Εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τίποτε δὲν μᾶς βιάζει νὰ φέρωμεν τοὺς Μητροπολίτας τοῦ Πατριαρχείου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀφήσατε τὰ πράγματα νὰ φέρουν μόνα των τὴν κατάλληλον περίστασιν, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἔνδοξον, τὸ παλαιὸν αὐτὸ Πατριαρχικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον κακῇ τῇ μοίρᾳ κατέστρεψεν ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης. Αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι νὰ ἱκανοποιηθοῦν, ἀλλὰ μὴ θελήσητε νὰ καταστρέψητε τὸ Αὐτοκέφαλον. Θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστος ἐθνικὴ ζημία καὶ οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θὰ θρηνήσουν θὰ εἶναι οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ Πατριαρχείου. Μὴ σπεύδετε, διότι «ταχ’ αὔριον ἔσεται ἄμεινον» καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§151Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ νευρικότης τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ εἰσαγωγὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις, ἐγὼ παρατηρήσεις τινὰς μόνον ἔχω νὰ κάμω, ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ γνωρίζῃ τὴν διαφορὰν τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἄλλων Βαλκανικῶν Ἐκκλησιῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Σερβία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν διπλάσιον, ἔχει περὶ τὰς 10, ἡ δὲ Ρουμανία, ἡ ὁποία ἔχει ἀκόμη περισσότερον πληθυσμόν, ἔχει ἀκόμη ὀλιγώτερον ἀριθμόν. Ἡμεῖς ἔχομεν τοιαύτην πληθώραν, ποὺ κινδυνεύουν νὰ γίνουν ἐφημέριοι οἱ Μητροπολῖται μας. Θὰ ἤθελον νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ὡς πρὸς τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος τῶν Μητροπολιτῶν, ἐγὼ θὰ εἶχον ἀτομικὸν ἐνδιαφέρον, διότι θέλω νὰ ἐκλαϊκεύσω τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Νέας Ἑλλάδος διὰ νὰ κατορθώσω νὰ ἄρω τοὺς ἀφορισμούς, τοὺς ὁποίους Μητροπολῖται τινες τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔχουν ἐξαπολύσῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου εἶναι ἡ διαχείρισις τῶν περιουσιῶν τῶν Μοναστηρίων ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξαλείψετε τὴν παράγραφον, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν σύστασιν Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.
§152Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ὡς ἔχει γίνει δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ.
§153Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ὁρίσητε, ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ οἱουσδήποτε θέλετε ἐκτὸς ἀπὸ Ἀρχιερεῖς.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος.
§155Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐὰν ὑπάρχουν μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν κομματικῶν ἀντιθέσεων, τὸ συζητούμενον ζήτημα εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν τοιοῦτον. Μάλιστα τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια, ὡς τὸ ὑπὸ κρίσιν τοιοῦτον, θὰ κριθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Κανόνων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς Χώρας. Κακῶς ἀντελήφθησαν τινὲς καὶ παρεξήγησις ἔλαβε χώραν, ὅτι δῆθεν ὑπάρχει ἀριθμὸς Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θεωρῶν τὰς Ν. Χώρας ὡς δῆθεν κατεχούσας κατωτέραν μοῖραν ἐν τῇ Κρατικῇ συνοχῇ ἢ θεωροῦν τοὺς Ἱεράρχας τῶν Ν. Χωρῶν ὡς δῆθεν ξένους. Ἡ λέξις ξένος δὲν ἔχει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν σκοπίμως ἠθέλησαν τινὲς ν’ ἀποδώσουν. Εἶναι ξένον τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας πρὸς τὸ Ἑλληνικόν, ξένη ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου πρὸς τὴν Ἑλληνικήν; Ἡ λέξις ξένη ἐνέχει τρόπον τινὰ τὴν σημασίαν, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι τῶν Νέων Χωρῶν ἔχουν σχέσιν πρὸς ἄλλας ἐκκλησιαστικὰς ἀρχὰς παρὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Εὐλαβοῦμεθα καὶ σεβόμεθα τὰ μέγιστα τοὺς Ἱεράρχας τῶν Νέων Χωρῶν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἐθνικοὶ ἥρωες, εἰς τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μαχόμενοι. Οἱ ἀντίθετοι πρὸς ἡμᾶς εἶναι κακῆς πίστεως καὶ θέλουν νὰ ἐκμεταλλεύωνται πολιτικῶς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Χώρας ταύτης. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δράττονται μιᾶς λέξεως ἢ μιᾶς εὐκαιρίας, διὰ νὰ χύσουν τὸ δηλητήριον πρὸς τοὺς πληθυσμούς, παρέχουν κακὴν ἐκδούλευσιν πρὸς τοὺς Ἱεράρχας καὶ πρὸς τὴν μερίδα των. Ἡμεῖς μετὰ στοργῆς περιεβάλλομεν τοὺς Ἱεράρχας τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλὰ σεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν δύνασθε νὰ ἐξαρθῆτε ὑπεράνω τῶν κομματικῶν ἐπιπέδων τί κάμνετε; ἀδιαφορεῖτε. Ἀλλὰ ἐλέχθη προσέτι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ τόσον οὐσιῶδες καὶ μάλιστα εἰς τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἐλέχθη, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιτροχάδην, διότι δῆθεν συνεφώνησαν οἱ Ἱεράρχαι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος μετὰ τῶν Ἱεραρχῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ὅτι ἐψηφίσθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρῶτον ζήτημα. Δὲν γνωρίζομεν τί εἴδους συμβιβασμὸς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων στοιχείων ἐγένετο συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν, δηλαδὴ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἐπὶ κακῷ;
§156Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐὰν διατρέξητε τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ προσωπικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀνάγκης τακτοποιήσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς ἀναρχίαν. Εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ὑπεχώρησεν ἡ Ἀνωτάτη ἀρχὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ Ἱεράρχαι τῶν Νέων Χωρῶν ἦλθον εἰς συνεννόησιν πρὸ πενταμήνου μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἀθηνῶν. Εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας μετέσχον καὶ ὅσοι ἄλλοι ἁρμόδιοι ἦτο δυνατὸν νὰ μετάσχουν. Σᾶς δίδω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι καὶ οὐδὲν σημεῖον θὰ ἴδητε συμβιβασμοῦ προσωπικῶν συμφερόντων.
§157Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τὰ ἑξῆς: Ἐκ τῶν 37 Ἱεραρχῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος μόνον 11 ἢ 13 ἔχουν ὑπογράψει τὸν συμβιβασμὸν αὐτόν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος. Πιστεύω, Κύριοι, ἀπολύτως, δὲν γνωρίζω ἂν ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ἢ ἀπὸ ἄλλης τινός, ὅτι τὸ πρώτιστον, τὸ οὐσιωδέστερον καὶ τὸ ὑψηλότερον καὶ τὸ καλλίτερον ἐθνικὸν συμφέρον εἶναι τὸ Πατριαρχεῖον.
§158Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ἐζήτησε τὸ Πατριαρχεῖον.
§159Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω ἂν ἐξυπηρετῇ τὴν ἐθνικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, τὸ νὰ ζητήσῃ τὸ Πατριαρχεῖον νὰ ἀποψιλωθῇ τόσων Μητροπόλεων καὶ νὰ ἀποξενωθῇ αὐτῶν.
§160Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν: τὸ Πατριαρχεῖον ἐξῄρεσε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης ἀπὸ τῶν Κανόνων τοὺς ὁποίους ἔθεσεν;
§161Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Θὰ ἀπαντήσω.
§162Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ πεισθῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον δὲν ὑφίσταται οὐδεμίαν μείωσιν, εἴτε πόρων εἴτε δυνάμεως, δὲν θὰ ἔχω οὐδένα δισταγμὸν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἕν μόνον ἐμπόδιον θὰ παρέμενε, καὶ ἀναμένω ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐξηγήσουν, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τακτοποιήσωμεν καὶ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ ἰδικοῦ μας Συντάγματος περὶ τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἢ τὸ Πατριαρχεῖον θὰ συνδέεται μετὰ τῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Μητροπόλεων καὶ θὰ ἀπετέλουν ἓν μέρος μετὰ τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἑπομένως δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ χωρισθοῦν αἱ Μητροπόλεις τοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον. Καὶ θὰ ἤθελα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μοῦ ἀποδείξῃ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθοῦν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον δὲν στερεῖται παντάπασι τῶν δικαιωμάτων του, οὔτε τῶν πόρων του.
§163Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τῶν κανονικῶν του δικαιωμάτων.
§164Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησκ.). Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἀντίκειται ἡ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ τῇ Κρήτῃ ὑφισταμένη ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις». Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ὑφισταμένη κατάστασις; Ἐν τῇ οὐσίᾳ της θὰ εἶναι ἡ αὐτή, ὄχι τόσον πλήρης, ἀλλὰ περίπου, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς. Διότι αἱ Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν ὑπήγοντο μὲν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πατριαρχεῖον, εὑρίσκοντο ὅμως ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως καὶ ἐμισθοδοτοῦντο ὑπὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμισθοδοτοῦντο καὶ αἱ ἄλλαι Μητροπόλεις τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἑπομένως, ὑφίσταται μία ἰδιαιτέρα κατάστασις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὸ συνταγματικὸν γράμμα. Ἡ σημερινὴ νομοθετικὴ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀλλοιώνει τὴν κατάστασιν διοικητικῶς. Τὴν ἀλλοιώνει οὐσιαστικῶς. Ἐν τῇ οὐσίᾳ της δέ, πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐν τῷ Συντάγματι.
§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἐπειδὴ ἤμην μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὡς καὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς αὐτοτελείας τῶν Μητροπόλεων τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἤθελα νὰ δηλώσω τοῦτο: ὅτι εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐλήφθη ὡς βάσις ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ἡ Ἑλλην. Ἐκκλησία εἶναι Αὐτοκέφαλος καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπάρχει μία πραγματικὴ κατάστασις, ὅτι ὡρισμένοι Μητροπολῖται, ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ κόλπου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ εἶπον τότε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας δὲν θίγεται ποσῶς ἐκ τοῦ ὅτι ὡρισμένοι Μητροπολῖται εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, πολιτικῶς ἐξαρτωμένας ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου. Ἑπομένως ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν σήμερον, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστος ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ν. Ἑλλάδος, δὲν ἔχουν βάσιν, διότι ποσῶς δὲν ἀντίκειται τοῦτο πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§166Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν καὶ πολὺ εἰς τὴν ἀσάφειαν τῶν συνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων, οὐχ ἧττον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἶναι σαφής. Ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Ἄν ἤθελε νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω, θὰ ἔλεγεν ὅτι καὶ ἡ ἕνωσις μὲ τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν θὰ εἶναι συνταγματική. Δὲν τὸ λέγει ὅμως αὐτό, διότι ὁ νομοθέτης ἔχει ὑπ’ ὄψει του, ὅτι θὰ ἱδρυθῇ ἐν Θεσσαλονίκῃ μία Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία νὰ διέπῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ν’ ἀφήσῃ ἥσυχον τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴ νομίσετε πρὸς στιγμήν, ὅτι δὲν ἐπιδιώκει νὰ ἴδῃ ὅλον τὸν Κλῆρον τῆς Ἑλλάδος εἰς μίαν περιφέρειαν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ ἀσεβῶμεν πρὸς τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν διαφόρων περιστάσεων. Σεβόμεθα ὑπὲρ πάντα ἄλλον τοὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποιούμεθα περὶ πολλοῦ αὐτῶν. Δὲν θὰ ἠθέλομεν νὰ ἴδωμεν αὐτοὺς παραβιαζομένους, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν οἱωνδήποτε συμφερόντων. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο σύμφωνον καὶ πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συγχώνευσις, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον οἰκονομική, τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν πρὸς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ 33 μέλη. Παρίσταντο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συνεδριάσεων ἐλάσσονα τῶν 15. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοῦ ὑπενθυμίσῃ...
§167Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§168Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψήφισε τὸ ⅓ τῆς Ἐπιτροπῆς. Παρέστησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ μόνον. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε.
§169Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐψηφίσατε σεῖς τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Δὲν εἴπετε οὔτε ναί, οὔτε ὄχι καὶ ἐσηκώθητε καὶ ἐφύγετε.
§170Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶν ὅ,τι λέγω, τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει καὶ τὸ πνεῦμα μου διαπνέεται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδω ὅλους τοὺς Ἱεράρχας ἡνωμένους ὑπὸ ἕνα Πατριάρχην, ἀλλὰ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ παρίδω καὶ τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, θὰ ἐπιφέρωμεν καίριον πλῆγμα εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Μὴ θίξετε τὸ Πατριαρχεῖον. Εἶναι ἡ ἑστία τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ κέντρον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐθνισμοῦ.
§171Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ κανεὶς περισσότερον ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀπὸ τὸ ἴδιον τὸ Πατριαρχεῖον;
§172Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀξιοπιστίαν τῆς πληροφορίας σας, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐβεβαιοῦτο αὐτὸ ποὺ λέγετε δι’ ἐγγράφου.
§173Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδ.). Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον.
§174Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ Βουλῆς μάλιστα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ διάλυσιν; Ἐπὶ τόσα ἔτη ἐνήσκουν τὰ καθήκοντά των οἱ ἅγιοι Μητροπολῖται ἐν Μακεδονίᾳ, χωρὶς νὰ αἰσθανθοῦν τὰς τόσον μεγάλας ἀτελείας.
§175Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Πῶς γνωρίζετε σεῖς ὅτι δὲν τὰς συνησθάνθησαν;
§176Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί δὲν ἐφέρατε ἐδῶ ἕνα νομοσχέδιον νὰ ψηφίσετε 25.000.000, ὅπως ἐψηφίσατε διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς Καβάλλας, παρὰ θέλετε νὰ ρίψετε εἰς βάρος τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Παλ. Ἑλλάδος; Μήπως αὐτοὶ δὲν πένονται;
§177Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν ἐδιαβάσατε τὸ νομοσχέδιον.
§178Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Ἡ σκέψις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, φοβοῦμαι πολὺ μήπως δὲν ἄγονται τοῦ πνεύματος πραγματικοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τοὺς Ἱεράρχας αὐτούς. Οὔτε διὰ τῆς τοιαύτης ἑνώσεως ἡ Ἐκκλησία θὰ καλλιτερεύσῃ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν Ἱεραρχῶν αὐτῶν θὰ βελτιωθῇ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ταὐτοχρόνως ὅμως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ταχυτέραν μέριμναν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινεν ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία δὲν ἔγινε βέβαια ἐνώπιον συμβολαιογράφου, ἀλλὰ δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ὀλιγώτερον ὑποχρεωτική, νὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸ τοῦ γεύματος καὶ ἐδήλωσαν ὅλα τὰ κόμματα ὅτι ἀποσύρουν τὴν πρότασιν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ μετὰ τὴν διακοπήν. Τώρα ὑποβάλλεται ἐκ νέου ἡ πρότασις. Σᾶς ἀφίνω νὰ χαρακτηρίσετε σεῖς τὴν πρᾶξιν ὅπως θέλετε.
§180Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπομεν νὰ ψηφίσωμεν. Εἴπομεν νὰ συζητήσωμεν.
§181Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν κανένα χαρακτηρισμόν. (Φωναί).
§182Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εἰς τὸ ψυχορράγημα τῆς Βουλῆς, μὴ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως, ζητεῖτε τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν, τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν, κατὰ παράβασιν τῆς συμφωνίας.
§184Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ τηρηθῇ ἡ συμφωνία, ἐφόσον μάλιστα καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ παρῃτήθη τῆς ἀξιώσεως νὰ προσαχθῇ ὁ σχετικὸς φάκελλος τοῦ ζητήματος. Ἐὰν θέλωμεν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀρθῇ εἰς τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν τῆς ἐμπρέπει, τηρουμένου συναφῶς καὶ τοῦ κύρους καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Οἰκουμεν. Πατριαρχείου, πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§185Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι δὲν ἦλθον εἰς καμμίαν συμφωνίαν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Θὰ ὁμιλήσω, δικαιολογῶν μάλιστα, ὅτι καὶ ἄλλως θὰ δεχθῶ νὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀπό τινος σκοποῦ πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ θέσωμεν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται ἐν ἀνωμαλίᾳ καὶ ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὐτὴ πρέπει νὰ ἀρθῇ. Ἀναγνωρίζω ἀκόμη, ὅτι τὰ τοῦ Πατριαρχείου ἔχουν ἀνάγκην, ἐν σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ τακτοποιηθοῦν κατὰ τρόπον μὴ μειοῦντα τὴν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὰς δύο ταύτας καταστάσεις, ἐπιζητῶ νὰ βελτιωθῶσιν αἱ καταστάσεις αὐταί, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ μείωσις οὔτε τῆς θέσεως τῶν Ἱεραρχῶν τῶν Νέων Χωρῶν, οὔτε τοῦ Πατριαρχείου. Ἐὰν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, θὰ ἴδῃ ὅτι, ἐντὸς τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους θέτω, δὲν νομίζω ἐγὼ ὅτι ὑπάρχει κατεπεῖγον, πιστεύω μᾶλλον ἀκόμη ὅτι δὲν ὑπάρχει κατεπεῖγον ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦν τὴν εἰς μίαν ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν τὸ νομίζω δέ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἀπὸ δεκαπενταετίας ἐκκρεμὲς καὶ δὲν δύναται νὰ καταστῇ κατεπεῖγον κατὰ τὰς πέντε ἢ δέκα ἡμέρας συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν τὸ νομίζω ἀκόμη ὅτι εἶναι φυσικὰ κατεπεῖγον, διότι οὐχὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐψηφίσθησαν σχετικὰ νομοσχέδια, ἀφορῶντα τὴν θέσιν τῶν Ἱεραρχῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ δὲν ἐρρέθη ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ καὶ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἐνῷ δὲν ἐκρίνετο μέχρι πρὸ δέκα πέντε ἐτῶν κατεπεῖγον τὸ ζήτημα αὐτό, διατί ἐκρίθη κατεπεῖγον τὰς τελευταίας στιγμάς;
§186Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διότι δὲν θὰ ἔχωμεν ἄλλην συνεδρίασιν.
§187Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἴσως ἀκριβῶς, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν ἄλλην συνεδρίασιν, νὰ μὴ δικαιολογεῖται τὸ κατεπεῖγον. Διότι ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν ὀλίγον καθαρώτερα, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἐν ὅλῃ της τῇ ἁρμοδιότητι νὰ ψηφίζῃ τοιούτου εἴδους νόμους μία Βουλὴ εὑρισκομένη εἰς τοιαύτας στιγμάς.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νεκρώσιμον ἀκολουθίαν.
§189Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νεκρώσιμον ἀκολουθίαν, ναί.
§190Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀφήσωμεν ὄπισθέν μας τοιαῦτα νομοσχέδια ἐθνικῆς σημασίας.
§191Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Νέων Χωρῶν, τῶν ἀποσπωμένων ἀπὸ ἑνὸς Κράτους καὶ προσαρτωμένων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι ἀκόμη χριστιανικαὶ Ἐκκλησίαι, αἱ Μητροπόλεις, αἱ ἀποσπώμεναι λόγῳ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, ὅλαι αὐταὶ αἱ Χῶραι προσαρτῶνται αὐτοδικαίως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ χρειάζεται οὐδὲ νόμος. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, εἶναι ἀληθές, ἠκολούθησεν ἄλλην τακτικὴν εἰς τὸ ζήτημα τὸ Ἐκκλησιαστικόν. Ἀπὸ τοῦ 1833 ἐκήρυξε μὲν τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν παρῃτήθη καὶ τῆς ἰδέας ὅτι ἔπρεπεν ἀπὸ συμφώνου μετὰ τοῦ Πατριαρχείου νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ διὰ τοῦτο προεκλήθη, μετὰ μακρὰς συνεννοήσεις, ὁ Τόμος τοῦ 1850. Καὶ ὅτε προσηρτήθη ἡ Ἑπτάνησος, ἐξεδόθη Τόμος. Καὶ ὅτε προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία ἐξεδόθη Τόμος. Συνεπῶς καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω, καθιερώθη ἡ τακτικὴ νὰ μὴ προσαρτῶνται αὐτοδικαίως αἱ Μητροπόλεις τῶν προσαρτωμένων Χωρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ νὰ προηγεῖται Τόμος. Εὑρισκόμεθα, λοιπόν, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Τόμος δὲν ἐξεδόθη, Τόμον δὲ δὲν ἐκδίδει τὸ Πατριαρχεῖον. Τί ἀπομένει; Θὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκρεμῆ κατάστασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν; Λέγω ὄχι. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς χριστιανοὺς τῶν Ν. Χωρῶν, τοὺς ἀποτελοῦντας μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θὰ προστατεύσωμεν αὐτούς, προστατεύοντες τὴν θέσιν τῶν Ἱεραρχῶν αὐτῶν. Καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ τηρήσωμεν καμμίαν ἐξαίρεσιν μεταξὺ τῆς θέσεως τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος, οὔτε πρὸς τὴν μισθοδοσίαν, οὔτε πρὸς τὰ ἄλλα δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ τοὺς θεωρήσωμεν πάντας ἀδελφοὺς ἡμῶν, μεταχειριζόμενοι τὴν τακτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἐν μέρει ἡ Ἑλλάς. Διότι μέχρι τοῦδε ἐπρονοήσαμεν καὶ περὶ μισθοδοσίας καὶ περὶ συμμετοχῆς τῶν Ἱεραρχῶν τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἐπράξαμεν αὐτὰ δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ ἵνα τὰ Πατριαρχεῖα ἐξακολουθοῦν νὰ διορίζουν Μητροπολίτας εἰς τὴν Ἐλευθέραν Ἑλλάδα, Εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, τὰς ὑφισταμένας κατὰ τὸν χρόνον τῆς προσαρτήσεως Μητροπόλεις, νὰ τὰς ἐναγκαλισθῇ καὶ περιθάλψῃ. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον νὰ ἱδρύσῃ Μητροπόλεις. Καὶ ἵδρυσε δέκα ἕξ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε μίαν ὑποχρέωσιν: Τοὺς Ἱεράρχας τῶν Ν. Χωρῶν, τοὺς πρόσφυγας Ἱεράρχας τοὺς Ἱεράρχας τῶν μερῶν, τῶν μεταναστευσάντων ἐκεῖθεν, νὰ τοὺς ὑποδεχθῇ. Νὰ ἱδρύσῃ δι’ αὐτούς, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη, Μητροπόλεις διὰ τὸ ποίμνιον μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθον, νὰ τοὺς τοποθετήσῃ κατὰ προτίμησιν εἰς τὰς κενὰς θέσεις καὶ νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ ὡς μεταχειρίζεται τοὺς κληρικοὺς τῆς Παλ. Ἑλλάδος. Ἕως ἐδῶ αὐτὰ ὤφειλε νὰ κάμῃ. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀφήσῃ Ἱεράρχας πρόσφυγας νὰ περιφέρωνται ἄνευ θέσεως καὶ ἄνευ τῶν μέσων τοῦ ζῆν ἐν Ἑλλάδι. Ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφῆκε τὰ Πατριαρχεῖα νὰ δημιουργοῦν Μητροπόλεις, ἀφῆκε δηλαδὴ νὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις καὶ νὰ περιπλακῇ. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, ἐφόσον πρόκειται περὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν μισθοδοσίαν, τὸν διορισμὸν τῶν Ἀρχιερέων καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν Ἀρχιερέων...
§192Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ τὴν ἐκλογήν;
§193Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§194Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν νὰ γίνεται ὅπως καὶ τῶν Παλαιῶν Χωρῶν, ἡ ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς Παλαιᾶς;
§195Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος.
§196Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
§197Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἀκούσατέ με. Δέχομαι πάντα ταῦτα. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν καὶ τί εἶναι τὸ σχετικὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου. Οὐδέποτε τὸ Πατριαρχεῖον ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ ἐκδώσῃ Τόμον, οὐδὲ ἡ Δημοκρατία ἡ Ἑλληνικὴ ἔκρινεν ὀρθὸν ν’ ἀξιώσῃ νὰ ἐκδοθῇ ὁ Τόμος. Ἀλλὰ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη, ἔστω καὶ ἀνωμάλως ἡ κατάστασις, διὰ νὰ μὴ ἐκδοθῇ Τόμος, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἐμειοῦτο ἡ θέσις τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡμεῖς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τέμνομεν τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατριαρχείου καὶ προτείνομεν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ πράξωμεν διὰ τοῦ Τόμου.
§198Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Πατριαρχείου.
§199Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ μοῦ ἐπικαλεῖσθε τὴν γνώμην τῶν Ἱεραρχῶν καὶ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Πατριαρχείου. Δι’ ἐμέ, τὸν βουλευτήν, ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν συμβουλευτικήν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ δεσμεύσωσι τὰς γνώμας τῶν ὑπευθύνων. Δὲν ἠκολουθήσαμεν δὲ τὴν γνώμην τοῦ Πατριαρχείου ἐν ὅλῳ, διότι δὲν ἔλαβε τοῦτο γνῶσιν τοῦ σχετικοῦ ἐγγράφου. Ἡμεῖς διαπράττομεν καὶ μίαν ἐξαίρεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Πατριαρχεῖον δὲν ἔδωκε γνώμην. Ὡς ἔχουσιν ἕως σήμερον τὰ πράγματα, ἡ πνευματικὴ Διοίκησις τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν, μὴ ἐκδοθέντος τοῦ Τόμου, παρὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγώ, ὅτι ἡ διοίκησις προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρέμεινεν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, ἐνισχύομεν τὸ Πατριαρχεῖον ἢ τὸ ἐξασθενοῦμεν;
§200Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο.
§201Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἐρωτῶ. Εἶναι σχῆμα λόγου. Ἕως τώρα ἀφήναμεν τὸ Πατριαρχεῖον νὰ ἐμφανίζεται ὡς ἀσκοῦν τὴν ὅλην Κανονικὴν Διοίκησιν ἐπὶ τῶν Ἀρχιερέων τῶν Ν. Χωρῶν. Τὴν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου δὲν τὴν ἀφήνομεν ὡς ἔχει σήμερον. Τὴν μειοῦμεν. Στεροῦμεν τὸ Πατριαρχεῖον τοῦ δικαιώματος νὰ εἴπῃ εἰς ἐνδεχομένην περίστασιν, ὅτι αὐτὸ ἀσκεῖ ἐξουσίαν τινὰ ἐπὶ τῶν Ἱεραρχῶν τῶν Νέων Χωρῶν. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀσκήσεως τοιαύτης ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἀπομένει εἰς τὸ Πατριαρχεῖον νὰ ἀντιτάξῃ ἀπέναντι ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀπέναντι ἄλλων ἀντιρρήσεων, ὅτι ἔχει ἕνα ἀριθμὸν Ἱεραρχῶν εἰς ὅ,τι ζήτημα τοῦ χρειάζεται. Σήμερον τὸ ἀφαιροῦμεν τοῦτο. Πῶς τὸ ἀφαιροῦμεν; Τὴν μέχρι τοῦδε δικαιοδοσίαν τῶν Πατριαρχείων τὴν διαιροῦμεν εἰς δύο τεμάχια. Τὸ ἓν τὸ ὀνομάζομεν Διοίκησιν, τὸ ἄλλο τὸ ὀνομάζομεν Κανονικὴν ἐξουσίαν καὶ παίρνομεν τὴν διοίκησιν δι’ ἐπιτροπικῆς, διοίκησιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάρει διὰ τῶν νόμων.
§202Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν τὴν ἔχομεν πάρει. Μόνον τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως παίρνομεν.
§203Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄν θέλετε, ἂς μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Ἡμεῖς διοικοῦμεν τοὺς Ἱεράρχας.
§204Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅταν λέγομεν διοίκησιν εἶναι καὶ ἡ ἐκλογή. Ἔχομεν πάρει μόνον τὸ ζήτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου.
§205Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ χειροτονεῖν, τοῦ ἱδρύειν Μητροπόλεις, τοῦ τοποθετεῖν Ἱεράρχας, μένει δικαίωμα καθαρῶς Ἑλληνικόν, ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Πατριαρχείου.
§206Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν μένει.
§207Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μένει διότι ἐφρόνουν τινές, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μένῃ καὶ τὸ ἐδώκατε. Ἂν ἐγὼ ἤμην Ὑπουργός, θὰ ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον. Δὲν ὑπῆρξε διάταξις οὐδενὸς νόμου, οὐδὲ συμφωνίας τινός, ἡ ὁποία νὰ ὑπεχρέου τὴν Ἑλλάδα νὰ δέχεται νὰ ἱδρύῃ Μητροπόλεις καὶ νὰ διορίζῃ εἰς μέρη εὑρισκόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα Μητροπολίτας ἀνήκοντας εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἰδικήν σας γνώμην καὶ ἐδέχθησαν τοιαύτας πράξεις τοῦ Πατριαρχείου. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν τὴν ἰδικήν μου γνώμην καὶ νὰ μὴ τὸ κάμουν αὐτό.
§208Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν Συνοδικῶν Τόμων, τὸ Πατριαρχεῖον εἶχεν ἐπιφυλάξει εἰς ἑαυτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύῃ Μητροπόλεις καὶ (νὰ διορίζῃ) Μητροπολίτας.
§209Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Οὐδένα διώρισε ἀπὸ τοῦ 1821.
§210Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατηγορῶ τὴν ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ διαφωνῶ, εἶναι τὸ ἑξῆς. Δὲν ἐξασθενοῦμεν τὸ Πατριαρχεῖον ἀφαιροῦντες ἀπὸ αὐτὸ διὰ νόμου τὴν διοίκησιν, ἐξασθενοῦμεν δὲ τὴν ἰσχὺν τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν, ἀφήνοντες εἰς τὸ Πατριαρχεῖον τὴν Κανονικὴν αὐτῶν διοίκησιν.
§211Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ Κανονικῆς διοικήσεως. Γνωρίζετε τὴν σημασίαν τοῦ ὅρου;
§212Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ. Ἀργότερον ὁμιλεῖτε, διότι καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀφήνομεν τὴν Κανονικὴν διοίκησιν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Ἐρωτῶ πάντας ἂν γνωρίζουν τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρου αὐτοῦ «Κανονικὴ Διοίκησις»; Ψηφίζομεν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα. Τὸ ζήτημα τῆς Κανονικῆς Διοικήσεως δὲν ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐνεφανίσθη ὑπὸ ἄλλον τύπον ἄλλοτε καὶ συνεζητήθη καὶ ἀπεφασίσθη περὶ αὐτοῦ κατὰ τρόπον δικαιολογοῦντα νὰ προβληθῇ σήμερον καὶ ἀντισυνταγματικότης τῆς φράσεως αὐτῆς «κανονικῆς». Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 44, τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ἦτο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι δογματικῶς καὶ κανονικῶς ἡνωμένη μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸ τὸ «κανονικῶς» ἤγειρε σάλον εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ διήρκεσαν αἱ περὶ τοῦ «κανονικῶς» συζητήσεις ἐπὶ 3 ἢ 4 συνεδριάσεις. Κατωρθώθη καὶ τότε νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἡ τελευταία καὶ νὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν διαφόρων τῆς συζητήσεως, ὄχι τῶν πολιτικῶν, κομμάτων καὶ οὕτω ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξηλείφθη ἡ λέξις «κανονικῶς». Διότι τί ἐστὶ Κανονικὴ διοίκησις; Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ὑπάρχει ἓν σύνολον Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων, ἰδίως τῶν καθιερωμένων ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἄλλων ὑπὸ τοπικῶν συνόδων καθιερωμένων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία. Εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ προσθέσητε τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Τὸ σύνολον τῶν Κανόνων ἀφορᾷ περὶ τῶν διορισμῶν, περὶ χειροτονίας, καὶ περὶ μεταθέσεως, πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν καὶ περὶ ἐξομολογήσεως, περὶ παντὸς θέματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ποῖα ἀπὸ αὐτὰ τὰ θέματα καθορίζονται καὶ ὑποτάσσονται εἰς τὸν ὅρον «κανονικῶς» καὶ ποῖα ἀπὸ τὰ θέματα καθορίζονται καὶ ὑποτάσσονται εἰς τὸν ὅρον «διοίκησις». Ἄν δέχεσθε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Μανούσης καὶ τὴν ὁποίαν τὸν παρακαλῶ νὰ διατυπώσῃ, εἶναι πρέπον νὰ συμφωνήσετε.
§213Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἡ σημασία τῆς λέξεως «κανονικὴ» εἶναι διττή. Εἶναι σημασία δογματικὴ καὶ διοικητική. Ἀπὸ ἀπόψεως δογματικῆς ὑπάρχουν ὡρισμένοι κανόνες, οἵτινες ρυθμίζουν ὁριστικῶς καὶ ἀναλλοιώτως τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐσαεὶ ἐπιτρέπεται ἀλλοίωσις. Ἀλλά, καὶ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία, καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε θέμα δογματικόν, δηλαδὴ καθορισμοῦ δογματικοῦ. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν κανόνες θεμελιώδεις καὶ οἱονεὶ δογματικοὶ καὶ κανονικῶς μεταβλητοί. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει ἕνας ἀναλλοίωτος δογματικὸς κανών, ὁ ἑξῆς: ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡ Ἀνατολικὴ διοικεῖται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἱεραρχῶν αὐτῆς. Αὐτὴ ἡ ἀρχή, αὐτὸς ὁ κανών, εἶναι ὁ θεμελιώδης, ὁ θεσπισθεὶς ὑπὸ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὸν ὁποῖον κανόνα, ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, οὐδεὶς ἀπολύτως δύναται νὰ μεταβάλῃ.
§214Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§215Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀκριβέστατον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐρωτᾶται: Ποία εἶναι ἡ κανονικὴ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν; Ἡ κανονικὴ διοίκησις τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν μετέχωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Δηλαδή, ἀπὸ ἀπόψεως κανονικοῦ δικαίου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἤδη οἱ Ἱεράρχαι τῶν Νέων Χωρῶν, ἐφόσον δὲν ἀπεκλείσθησαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διοικητικῶς, δικαιοῦνται νὰ συμμετέχουν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Πατριαρχείου. Ἀλλὰ ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ κατάστασις, ἆρα γε ἐφαρμόζεται ἐν τῇ πράξει; Ὄχι, βεβαίως. Δηλαδή, ἐνῶ θεωρητικῶς ἔπρεπεν οἱ Ἱεράρχαι τῶν Ν. Χωρῶν, ἐφόσον ὑπάγονται διοικητικῶς εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, νὰ συμμετέχουν εἰς αὐτό, ἤτοι νὰ συμμετέχουν εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν εἶναι ἐφικτόν. Καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ ρυθμίσωμεν ἄλλως τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν ρυθμίσωμεν τὴν κατάστασιν, ὅπως τὴν ρυθμίζομεν τώρα, οἱ Μητροπολῖται τῶν Ν. Χωρῶν παύουν νὰ ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ εἰσέρχονται εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
§216Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν διάταξιν (ἀναγινώσκει) «Διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν κανονικὴν ἐξάρτησιν τοῦ Πατριαρχείου κλπ». Συνεπῶς αἱ ἐκλιποῦσαι Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν θὰ τελοῦν ὑπὸ τὴν κανονικὴν ἐξάρτησιν τοῦ Πατριαρχείου.
§217Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἡ φράσις αὐτὴ δὲν εἶναι κανονικὴ ἀπὸ ἀπόψεως φρασεολογίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν σχέσιν τὴν δογματικὴν τὴν ὁρίζει τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· δηλαδὴ ἐφεξῆς ὑφίσταται ἡ πνευματικὴ σχέσις, ἡ ὁποία τηρεῖται μεταξὺ τῶν δογμάτων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
§218Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδετε σεῖς εἰς τὴν λέξιν «κανονικήν», τότε ἐγὼ κατέρχομαι ἐκ τοῦ βήματος.
§219Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Εἶναι μοιραία αὐτὴ ἡ ἔννοια.
§220Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔννοια, ἀλλ’ ἡ λεπτότης μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀναγραφῇ.
§221Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀμφιβάλλω ἐὰν αὐτὸ ποὺ λέγετε ἔχει οὕτως. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ 1ον ἄρθρον καὶ ἂς ψηφίσωμεν τὰ πάρα κάτω.
§222Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδήλωσα ὅτι θὰ ὁμιλήσω. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, διότι νομίζω ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι τόσον λεπτή, τὸ ζήτημα ἐγκυμονεῖ τόσους κινδύνους, ὥστε δὲν γνωρίζει τις ποῦ δύναται νὰ καταλήξῃ. Δὲν γνωρίζει τις τί κίνδυνοι θὰ παρουσιασθῶσι.
§223Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν ὡς εἶχε μέχρι σήμερον, νὰ ψηφίσωμεν δὲ τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν θέσιν τῶν Ἱεραρχῶν. Ἡ συζήτησις ἤρχισε μὲ τόσην ἀντίθεσιν, ὥστε καθίστατο ἀδύνατος ἡ συνεννόησις. Δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὡς συμμετασχὼν εἰς τὴν θορυβώδη συζήτησιν πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι συνετέλεσα ἤδη εἰς τὴν συνεννόησιν· διὰ νὰ καθορισθῇ ὡς πρέπει ἡ κατάστασις. Ἐὰν θέλετε τὸ τακτοποιοῦμεν τώρα.
§224Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ὑπ’ αὐτὴν τήν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν λέγετε. Ν’ ἀφήσωμεν καὶ μίαν πόρταν ἀνοικτήν. Ἡ οὐσία εἶναι ὅπως τὴν ἐννοεῖτε σεῖς.
§225Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐὰν μὲ ἐρωτᾶτε κατὰ πόσον πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «κανονικὴ» εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνακριβολογία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κανονικὴ ἐξάρτησις τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον. Ἡ κανονικὴ ἐξάρτησις θὰ εἶναι ἐφεξῆς ἀπὸ τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, εἰς ἣν θὰ συμμετέχουν καὶ οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν.
§226Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ μὲν νομοσχέδιον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, διότι ἔγινε κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὰ Πατριαρχεῖα, ἀλλὰ μὲ μίαν δήλωσιν ἑρμηνευτικήν· ὅτι ἀποδίδομεν τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τὴν ὑποστηριζομένην παρ’ ὑμῶν.
§227Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κάμετε τὴν δήλωσιν αὐτὴν καὶ ἐγὼ τελειώνω.
§228Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ ἐκλογὴ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου αὔριον, θὰ λάβωσι μέρος διὰ ψηφοδελτίου οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν;
§229Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ κάνωμεν.
§230Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄς κάμωμεν τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν.
§231Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησκ.). Ὑπάρχει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς μία εἰσήγησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δήλωσις ἑρμηνευτική (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κοινοβουλ. Ἐπιτροπὴ κλπ.».
§232Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ ἐτέθη ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐπίτηδες.
§233Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦ ἀφαιροῦνται οὕτω πολλὰ τοῦ Πατριαρχείου.
§234Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρεται ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι σήμερον. Τοιαύτης σοβαρότητος νομοσχέδιον καὶ τοιαύτης φύσεως νομοθέτημα, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν, ὅπως εἰσάγεται, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὅτι ἀπὸ προχθὲς ἀκόμη εὑρισκόμεθα πρὸ Ὑπουργικῆς κρίσεως. Εἶναι πρωτοφανὴς ὁ τρόπος αὐτός, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου τῆς Βουλῆς ταύτης, νὰ ψηφίζωνται ἐπιτροχάδην τοιαῦτα νομοσχέδια. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαμαρτυρηθῶ. Εἰσάγονται νομοσχέδια καὶ ψηφίζονται τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἀπὸ Κυβέρνησιν μὴ ὑπάρχουσαν, μόνον καὶ μόνον διὰ κομματικοὺς σκοποὺς καὶ λόγους. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα συνεφώνησαν εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ὅλοι ἐφοβοῦντο νὰ λάβωσι τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ψηφοφόρων των ἢ μᾶλλον ἀπέναντι τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους μετέβαλαν εἰς ψηφοφόρους.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑβρίζετε τὴν Βουλὴν ὅλην. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§236Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν τάξει τοιαῦτα πράττουσα καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀνακαλέσητε ἐμὲ εἰς τὴν τάξιν. Νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν τοιαῦτα νομοσχέδια, μὴ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε τὴν Βουλήν. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§238Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω ν’ ἀνακαλέσω τίποτε.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ὁ κ. Μπούμπουλης ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν.
§240Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ὤφειλαν νὰ ἀνακληθῶσιν εἰς τὴν τάξιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως, μὴ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως.
§241Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέγα μέρος τῶν Βουλευτῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τὸ σύνολον τῶν Βουλευτῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος ἐπιθυμεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν ἀνήκουν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κόμμα.
§242Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Φοβοῦνται, διότι αὔριον θὰ ἔχωμεν ἐκλογάς. Φοβεῖσθε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰς ἐκλογάς σας. Τίποτε ἄλλο. Εἶναι παράνομον καὶ ἀκατανόητον, Κύριοι, ὅτι τοιαύτης σοβαρότητος νομοσχέδιον εἰσάγεται πρὸς ψήφισιν εἰς στιγμὰς Ὑπουργικῆς κρίσεως καὶ μάλιστα εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν ὄχι μόνον ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν αὐτοῦ, ἀκόμη δὲ καὶ διὰ τὸ δυνατὸν ἢ μὴ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ ψηφισθησομένου νόμου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσάγεται περὶ τὴν 2αν πρωϊνὴν ὥραν, ἐνῷ ψηφοφορεῖ ἡ Βουλή......
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§244Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. ... καὶ ζητεῖται ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ἐνῷ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς πρότασις ψηφοφορίας ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ πρῶτον νὰ κάμῃ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἔπειτα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος τῆς Γερουσίας, καὶ μετὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δυστυχῶς κατήντησε τὸ Κοινοβούλιον, ὥστε νὰ ἐρχώμεθα εἰς συμβιβασμούς, ἀδιαφοροῦντες τελείως καὶ διὰ τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἔτσι θὰ παρουσιασθῶμεν πρὸ τῶν ἐκλογέων διὰ νὰ ζητήσωμεν τοὺς ψήφους των. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλο τι τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμὴν παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι πλέον ὄχι μόνον ἐκλονίσθη ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμολογοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος ἀναγεγραμμένος ὅπως ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις τῆς Ἑλλάδος Ἑλληνικῶν Μητροπόλεων καὶ Οἰκουμενικῶν Πατριαρχείων».
§246Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκ τῆς ἐνταῦθα γενομένης συζητήσεως ἐπείσθην, ἀνεξαρτήτως ἄλλης μελέτης τοῦ ζητήματος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται μείζων συζήτησις καὶ μείζων ἐπ’ αὐτοῦ προσοχή. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τακτοποιήσεως θέσεων ὡρισμένων Μητροπολιτῶν, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλον γενικώτερον χαρακτῆρα τὸ νομοσχέδιον. Ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν μείζονα προσοχὴν καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων, τοῦ ἐπιμένοντος εἰς τοιαύτην στιγμὴν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Βεβαίως ἐγένετο μία συμφωνία νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπηρεσιακὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ τοὺς φίλους μου κυρίους Βουλευτὰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν νὰ τὴν σεβασθοῦν. Μεταξὺ ὅμως τῆς συμφωνίας αὐτῆς καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων, θέλοντος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τοιαύτας στιγμάς.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ψηφοφορίας καὶ θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Π. Μπούμπουλης, Δ. Πετρακάκος καὶ Μαν. Βολουδάκης.
§248Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κ. Πρόεδρε.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι».
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν).
§252Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐδέχθην νὰ ὑπογράψω τὴν πρότασιν αὐτήν, καίτοι ἐγὼ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ ἠδυνάμην ἴσως ἄλλως νὰ ἐκφρασθῶ, ἐδέχθην, λέγω, νὰ ὑπογράψω, διὰ νὰ δοθῇ ἓν μάθημα εἰς τοὺς Συναδέλφους τῶν Νέων Χωρῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀντιδροῦν εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν πτέρυγα ταύτην.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν ζητούντων τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§254Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ πρότασις νὰ μὴ κηρυχθῇ ἐπεῖγον τὸ νομοσχέδιον.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ ἐπιμένετε εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν παραβιάζωνται συμφωνίαι γενόμεναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος).
§256Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἦλθεν ὁ βουλευτὴς Ζούζουλας ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπογράψει τὴν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὡς ἄνω κληθέντων ψηφολεκτῶν). Ἡ ψηφοφορία ἐπερατώθη.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τίς ὁ μὴ ψηφίσας; (οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἡ ψηφοφορία ἔληξεν καὶ ἄρχεται ἡ διαλογή. Γενομένης τῆς διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος λέγει τὰ ἑξῆς: Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 128: Ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου δηλαδή, 108, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου 17 καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Μετὰ τὴν συμφωνίαν ἡ ὁποία ἐγένετο, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα.
§259Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις αὐτή. Ὁ κύριος Βοζίκης ἀπέσυρε τὴν ὑπογραφήν του. Ἐπίσης ὁ κ. Καντιάνης ἐξῆλθεν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὑπογραφή των αὐτή. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§261Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ ΝΟΒΑΣ. Μιὰν στιγμήν, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τὸ ἄρθρον 34 ἐννοεῖ, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν ἐπεκτείνεται πανταχοῦ τῆς Χώρας ὅπου δὲν ἰσχύει σήμερον.
§262Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: ὅπου δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ἐπεκτείνεται γενικῶς.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν τῷ συνόλῳ του. Λύεται ἡ συνεδρίασις.