1928.06.22
2.782 στίχοι · 20.817 λέξεις · 115 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 95η
ΤΗΣ 22 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ κυροῦνται ταῦτα μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία Σιδηροδρομικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα, δι’ οὗ ἀναγνωρίζει ὡς ἀπολύτως δίκαια τὰ αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν ὡς ἐπίσης καὶ τῶν λοιπῶν αἰτημάτων των. Τὸ Σωματεῖον ἐργατῶν Τυπογράφων τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ τύπου ὑποβάλλει καὶ αὐτὸ διὰ ψηφίσματος τὰ αἰτήματά του καὶ ζητεῖ τὴν ταχεῖαν ἐπίλυσιν αὐτῶν. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποφανθείσης κατὰ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Ὁ Προϊστάμενος τῶν καπνεργατῶν Καρδίτσης τηλεγραφεῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς χθὲς ἀπήργησαν οἱ καπνεργάται τῆς πόλεως ταύτης ζητοῦντες τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων των. Ὁ Φιλοπροοδευτικὸς Σύλλογος Πόρτα–Παζὰρ ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ παρακαλεῖ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς κοινότητος καὶ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων, καθόσον ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ ὑπέστη καταστροφὴν ἐκ τῆς ἀκρίδος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Γαρδικίου ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν κατοίκων δι’ οὗ οὗτοι παρακαλοῦσιν ὅπως ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς Τρικκάλων–Ἄρτης διέλθῃ καὶ διὰ τοῦ Γαρδικίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ ἀπομεμακρυσμένου χωρίου Σαμοθράκης, Προφήτης Ἠλίας στερούμενοι πιστοποιητικῶν κυριότητος ἵππων καὶ ἡμιόνων ἐξ ἀμελείας τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος, ζητοῦν παράτασιν μικρὰν τῆς προθεσμίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαδάτος καταθέτει τηλεγράφημα τῆς ἑνώσεως καπνοπαραγωγῶν Καβάλλας ἐναντιουμένων εἰς τὴν αὔξησιν πάσης φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὁ Σύλλογος δημοδιδασκάλων Καρπενησίου καὶ Σερρῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρέλκυσιν τῶν ὑπαλληλικῶν ζητημάτων. Καπνεργάται Τρικκάλων καὶ Ροδολείβου παρακαλοῦν ὅπως γίνουν δεκτὰ τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματά των. Κατάδικοι φυλακῶν Τρικκάλων παρακαλοῦν ὅπως ψηφισθῇ τὸ διάταγμα περὶ ἐμπράκτου μετανοίας. Οἱ Γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ Λαρίσης παρακαλοῦν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συγκεντρώσεως καὶ διαθέσεως τοῦ ἐγχωρίου σίτου. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Ἀσημοχωρίου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Κονίτσης καθορίσαντος τὸν φόρον τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἰς τὸ ὑπερδιπλάσιον τοῦ περυσινοῦ. Τὸ Γεωργικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας ὑποβάλλει παράκλησιν περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ψηφίσεως τῆς συβάσεως περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς Νέας Κορίνθου ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας κατὰ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως, περιοριζούσης τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δανείου εἰς 150 ἑκατομμύρια καὶ ζητεῖ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ. Τὸ ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν Γερουσίαν ἰδίων ἀντιπροσώπων τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 3341». Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ οἴνου ζητηθῇ ἡ γνωμάτευσις τοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμῶν. Οἱ πλημμυροπαθεῖς Νομοῦ Σερρῶν ὑποβάλλουν ὑπόμνημα περὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης ἀποζημιώσεως τῶν πλημμυροπαθῶν πληθυσμῶν Σερρῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ ἄλλα τινὰ αἰτήματα. Ἡ παμπροσφυγικὴ Ἕνωσις Νομοῦ Σερρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης νὰ τεθῇ εἰς ἄμεσον ἐφαρμογὴν ὁ σχετικὸς νόμος «περὶ ἐποπτείας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν παραμεθορίων πληθυσμῶν καὶ περὶ ταὐτοχρόνου ἀποζημιώσεως τῶν ὡς ἀστῶν μετὰ τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρώου. Ὁ Ἔφεδρος ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Γεώργιος Μ. Μενεγάκης ὑποβάλλει αἴτησιν δι’ ἧς παρακαλεῖ ὅπως διὰ νόμου μονιμοποιηθῇ ἀναδρομικῶς, ὡς προσενεγκὼν μακροετεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Οἱ κ. κ. Δ. Χατζίσκος, Ι. Τζίβας, Χ. Στεργιόπουλος ὑποβάλλουσι διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Ξυνιάδος». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἰδιωτικῶν Σχολείων». Οἱ κ. κ. Π. Εὐριπαῖος, Α. Παχνός, Ν. Βλιάμιος, Χ. Χατζηγεωργίου καὶ Κ. Ναυπλιώτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν Διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοὺς Σ.Ε.Κ.». Ἡ Εἰδικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Κορινθίας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως μέρους τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τῶν Λιμενικῶν Ταμείων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν τῆς περιφερείας Κορίνθου κλπ.». Οἱ κ. κ. Α. Ξανθόπουλος Λ. Ἰασωνίδης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν συνταγματάρχην χωροφυλακῆς Λουκᾶν Τσάλην». Ὁ κ. Σ. Κρητικὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Μαΐου 1928 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 3372, 3389 καὶ τοῦ Ν. Δ. ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1928 περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως, ὑπογραφείσης τῇ 22 Νοεμβρίου 1927». Οἱ κ. κ. Μ. Μεσσαντζῆς, Α. Θεολογίτης, Σ. Καραγιώργης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης. Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος διαφημίσεων ὑπὸ τοῦ Κράτους». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐν Τρικκάλοις τῆς Θεσσαλίας κτημάτων κληρονομίας Κων. Ζάππα». Οἱ κ. κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) καὶ Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως προσφύγων φοιτητῶν κλπ.». Οἱ κ. κ. Χ. Ἀλαμανῆς (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) Κ. Γκότσης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καὶ Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐπιτροπὴν Ὀλυμπίων καὶ Κληροδοτημάτων ἰσχυουσῶν διατάξεων». Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Παιδείας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Κατατίθενται αἱ κάτωθι ἀπαντήσεις εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Α. Μυλωνᾶ: «Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 93 τῆς 3)4)28 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κ. Χατζηδάκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι εἰς τὸν Π. Μπριλλάκην ἐκ τῆς ἀποδιδομένης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11)1926 πράξεως τοῦ τελωνείου Καρλοβασίου ἐκ δραχμῶν 40.000 ἀμοιβῆς ἐχορηγήθη προκαταβολὴ ἐκ δραχ. 7.000. Τὰ λαθρεμπερεύματα ἐκποιηθέντα, ἀπέδωκαν ἐκπλειστηρίασμα ἐκ δραχ. 2.711. Δεδομένου, ὅτι αἱ ἐπιβαλλόμεναι χρηματικαὶ ποιναὶ σχεδὸν πάντοτε δὲν εἰσπράττονται, διότι οἱ δράσται τυγχάνουσι ναυτικὸν πλήρωμα ἱστιοφόρων καὶ κατὰ συνέπειαν ἀφερέγγυοι καὶ ὅτι τὸ ἐκπλειστηρίασμα ἀνῆλθε μόνον εἰς δραχ. 2.711 φρονοῦμεν, ὅτι ἡ χορηγηθεῖσα προκαταβολὴ ἐκ δραχ. 7.000 εἰς τὸν ἀνθυπομοίραρχον Μπριλλάκην τυγχάνει ὑπερεπαρκής, θέλει ὅμως λάβει τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἀμοιβῆς ἐὰν εἰσπραχθῶσιν αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ παρὰ τῶν καταδικασθέντων». «Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ κ. Γ. Ἀθανασιάδου–Νόδα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι περιελήφθη εἰς τὸ κατατεθὲν καὶ ψηφισθὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον σχετικὴ διάταξις διὰ τὴν κατὰ δόσεις καταβολὴν τῶν παγίων δόσεων». «Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 112 τῆς 8)6)28 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ἀθανασιάδη Νόδα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ὁ ὑπελεγκτὴς τοῦ τελωνείου Ζακύνθου κ. Ἀθ. Βόσσος, κεκτημένος τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα, δὲν ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας προακτέος, διότι εἰς τοὺς τελευταίους ἐλέγχους ὑπηρεσιακῆς ἱκανότητος φέρεται ὡς μὴ ἐργαζόμενος μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας, συμπεριφερόμενος μετὰ τῶν μετὰ τῆς ὑπηρεσίας συναλλασσομένων καὶ τῶν συναδέλφων του ἀποτόμως, λόγῳ νόσου». «Ἀπαντῶντες εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Μεϊμαράκη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ Δασμολογικὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὅλως ἀναρμόδιον διὰ τὸ Ταμεῖον Ἡνιόχων καὶ τὰς εἰσπράξεις του. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Ὁ κ. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα συνεχίσῃ τὴν εἰσήγησίν του ἐπὶ τῶν κατὰ Παγκάλου κατηγοριῶν.
§2Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἐπιτροπή, συνεχίζουσα τὰς ἐργασίας της, ἐπὶ τῶν κατὰ Παγκάλου κατηγοριῶν, ὑποβάλλει ἐπ’ αὐτῶν διαφόρους προτάσεις. Μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ παραγγελία διὰ τὴν ἀγορὰν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου τῶν τροχιοδρομικῶν ὀχημάτων. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν κατηγορούμενοι εἶναι οἱ δύο Ὑπουργοὶ Ταβουλάρης καὶ Τανταλίδης, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι φυγόδικοι ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος των. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις Μιχαλακοπούλου εἶχε παραγγείλει διάφορα ὀχήματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 4 ταχυδρομικά, κατόπιν συμφωνίας καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τῆς Διευθύνσεως τῶν Τ.Τ.Τ. Τὰ ὀχήματα ταῦτα εἶχον παραγγελθῆ εἰς τὸ Αὐστριακὸν ἐργοστάσιον Φαμελερέ. Ὑπῆρχεν ὅμως μία διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἐργοστασίου, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς παραδόσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἶχε παραπεμφθῆ εἰς διαιτησίαν ἡ ὑπόθεσις. Ἦτο δὲ ἐκκρεμὴς αὕτη ἔκτοτε, ὁπότε ἐπὶ ὑπουργίας Ταβουλάρη ἐλύθη τὸ ζήτημα καὶ παρεδόθησαν τὰ ὀχήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ἐν χρήσει. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1925, ὁ Ὑπουργὸς Ταβουλάρης ἐζήτησε παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Σιδηροδρόμων νὰ ἐγκριθῇ μία συμφωνία περὶ ἀγορᾶς δέκα νέων ταχυδρομικῶν ὀχημάτων. Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῶν Σιδηροδρόμων ἀπήντησεν, ὅτι ἁρμοδία εἰς τοῦτο δὲν ἦτο ἡ Διεύθυνσις τῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Τ.Τ.Τ., πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπετάθη ὁ τότε Ὑπουργὸς Ταβουλάρης. Τὸ Συμβούλιον τῶν Τ.Τ.Τ., συνελθὸν ὑπὸ τὴν προεδρείαν ἐντίμου ὑπαλλήλου τῆς τότε Διευθύνσεως τῶν Τ.Τ.Τ. ἀπέρριψε παμψηφεὶ τὴν ἀγορὰν τῶν ὀχημάτων αὐτῶν, τῶν ἀχρήστων διὰ τὸ Κράτος, πρῶτον μὲν διότι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς ἡ παραγγελία τῶν 4 ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, τῶν μελλόντων νὰ παραδοθῶσι, δεύτερον δὲ διότι τὰ ὀχήματα ταῦτα τὰ νέα, 8 ἢ 10, εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα καὶ δὲν πρόκειται νὰ παραδοθῶσιν ἀπὸ τὴν ταχεῖαν ἁμαξοστοιχίαν Γευγελῆ–Πειραιῶς. Τρίτον δὲ διότι ἡ ζητουμένη τιμὴ τῶν 3.500 λιρῶν εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀσύμφορος, καθότι ὑπῆρχε προσφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δι’ ὅμοια περίπου ὀχήματα καὶ τῶν αὐτῶν διαστάσεων καὶ διασκευῆς, μὲ 1450 λίρας, ἄλλα δὲ μὲ 1900. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὁμοφώνως τὸ Συμβούλιον τῶν Τ.Τ.Τ. ἀπέρριψε τὴν προτεινομένην σύμβασιν. Ἐν τούτοις τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1926 ὁ τότε Ὑπουργὸς Ταβουλάρης ἔσπευσε νὰ ὑπογράψῃ, μετὰ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου του ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τανταλίδη, σύμβασιν περὶ προμηθείας 8 ταχυδρομικῶν ὀχημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων 4 μικτὰ καὶ 4 καθαρὰ ταχυδρομικὰ, ἀντὶ 3.300 λιρῶν ἕκαστον. Κατώρθωσαν δηλαδὴ νὰ ἐκπέσουν τὴν τιμὴν κατὰ 200 λίρας, ἦτο δὲ ἐν γνώσει τῶν δύο ὑπογραψάντων Ὑπουργῶν, ὅτι ἦσαν ἄχρηστα τὰ ὀχήματα ταῦτα, διότι ὑπῆρχε πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι δὲν χρειάζονται ὀχήματα. Ἡ παραγγελία ἐκλείσθη μὲ ἓν ἐργοστάσιον Αὐστριακὸν καὶ παρεδόθησαν οὕτω τὰ ἐκ σιδήρου ὀχήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἀκόμη ἄθικτα ἐνταῦθα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὡς ἀντιπρόσωποι διὰ τὴν ὑπόθεσιν ἦσαν ὁ Χρῆστος Χατζημιχάλης καὶ ὁ δημοσιογράφος Χρῆστος Καβαφάκης, τότε διευθυντὴς τοῦ «Ἐλευθέρου Τύπου». Κατὰ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐβίαζον φορτικῶς τὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ τὸν Διευθυντὴν τῶν Τ.Τ.Τ. καὶ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἵνα οὗτοι συντάξωσι τὸ ταχύτερον τὴν σύμβασιν τὴν ἀπορριφθεῖσαν πρότερον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ δὲ παρ’ ὅλα ταῦτα τὴν εἶχεν ἐγκρίνει ὁ Ὑπουργός, ἠρνήθη νὰ τὴν ὑπογράψῃ τὸ Συμβούλιον. Τότε ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἄγνωστον παρὰ τίνος κατατεθεῖσα, μία σύμβασις, ἡ ὁποία ὑπεγράφη, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμου σχεδιαγράμματος τῶν μελλόντων νὰ παραδοθῶσι βαγονίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ λιθογραφημένου σκαριφήματος. Κατετέθη ἀπὸ διαφόρους μάρτυρας, ὅτι μόνον ἡ τιμιότης τῶν Αὐστριακῶν ἐργοστασίων ἔσωσε τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ νὰ παραλάβῃ οἱαδήποτε ἄλλα ὀχήματα, ἀντὶ τῶν παραγγελθέντων, διότι οἱ συντάξαντες τὴν σύμβασιν ἐστηρίζοντο εἰς ἓν σχεδιάγραμμα, σκαρίφημα μᾶλλον τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν τὰ παραγγελθέντα ἦσαν σύμφωνα μὲ τὰ περιγραφόμενα ἐν τῇ συμβάσει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Βουλευταί, τὸ βέβαιον τῆς ἀπορρίψεως ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὑπερβολικὸν τῆς τιμῆς, δεδομένου ὅτι ὑπῆρχον προσφοραὶ διὰ 1400–1900 λίρας, ἡ μυστικότης μεθ’ ἧς ἐκλείσθη ἡ συμφωνία, ἡ ἄρνησις τῶν ὑπηρεσιῶν νὰ καταρτίσωσι σύμβασιν, καὶ ἡ βεβαίωσις ὅλων τῶν παρελασάντων μαρτύρων, ὅτι ὁ Ταβουλάρης, δι’ ὅλας τὰς συμβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας συνῆπτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του, ἐχρηματίζετο, δίδουν τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι οἱ δύο ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν σύμβασιν ἐδωροδόκησαν τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ ὑπογράψουν τὴν σύμβασιν αὐτήν.
§3Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί ποσὸν ἔδωκαν;
§4Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τὸ δοθέν, δὲν προκύπτει οὐδαμόθεν, κ. Βουλευταί. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀποδείξεις περὶ τοῦ πόσα χρήματα ἐδόθησαν εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν ἠδυνήθη ἡ ἀνάκρισις νὰ ἐξακριβώσῃ τί ποσὸν περιῆλθεν εἰς τὰ ἐργοστάσια. Ἀπεστάλη δὶς ἔνταλμα εἰς τὸν ἐν Βιέννῃ Πρόξενον, ὅπως ἐξετάσῃ τοὺς διευθυντὰς διὰ νὰ βεβαιωθῇ πόσον ποσὸν περιῆλθεν εἰς αὐτούς. Δυστυχῶς δὲν ἔγινε τοῦτο κατορθωτόν, διότι δὲν προσῆλθον οἱ δύο διευθυνταὶ τῶν ἐργοστασίων νὰ ἐξετασθῶσιν, ἴσως ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸν ἐδῶ ἀντιπρόσωπόν των κ. Καβαφάκην. Πάντως ὅμως ἐδόθη ἐδῶ μέγα ποσόν, τὸ ὁποῖον διενεμήθη.
§5Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πόθεν προκύπτει, ὅτι ἐδόθη τόσον ποσὸν καὶ διενεμήθη ἐδῶ.
§6Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ καταθέσεις τῶν διαφόρων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦν ὅτι εἰς τὰς συνήθεις συμβάσεις, ὄχι εἰς τὰς σκανδαλώδεις, ἡ προμήθεια τοῦ προμηθευτοῦ εἶναι 8 ἕως 10%. Ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν σύμβασιν αὐτὴν βεβαιοῦν ὅλοι οἱ εἰδικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ Διευθυνταὶ τῶν Τ.Τ.Τ., ὡς καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Διευθύνσεως τῶν Σιδηροδρόμων, ὅτι ἀσφαλῶς ἡ προμήθεια ἡ διανεμηθεῖσα ἐνταῦθα, ἦτο πλουσιωτάτη. Ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ ὑπογράφῃ τὴν σύμβασιν. Πάντως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην καὶ ἀναφέρει τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐδόθησαν δῶρα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ νὰ παραδοῦν τὸ καθῆκον των, ὅτι δὲ τὸ παρέβησαν οὗτοι εἶναι ἀναμφισβήτητον. Συνωμολογήθη σύμβασις παρὰ τὰς ἐναντίας ἀποφάσεις τῶν δύο Συμβουλίων, ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους καὶ χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ ἡ ὑπηρεσία τί εἴδους ὀχήματα θὰ παρελάμβανεν. Ὅτι, ἑπομένως, ἐδωροδοκήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι τίποτε δὲν γίνεται διὰ τὸ τίποτε. Τὸ ποσὸν τῆς δωροδοκίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ δωροδοκία ἢ ὄχι. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει ὅπως παραπεμφθοῦν οἱ ὡς εἴρηται Ὑπουργοί, ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου.
§7Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ συνήθης προμήθεια πόση εἶναι;
§8Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕξ ἕως ὀκτὼ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐδῶ φαίνεται ὅτι ἦτο 2%.
§9Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πόσου ποσοῦ ἦτο ἡ ἀξία τῆς παραγγελίας;
§10Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. 25 χιλιάδες λίρες. Ὀκτὼ ὀχήματα πρὸς 3.600 ἕκαστον.
§11Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ αὐτὰ ὅλα εἶναι ἄχρηστα!
§12Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν τὰ παραλαμβάνει ἡ ἁμαξοστοιχία. Ἔχομεν τέσσαρα παλαιᾶς προμηθείας καὶ 8 τὰ ὁποῖα μᾶς εἶναι ἄχρηστα. Εἰς τὰ καλὰ βαγόνια, εἶναι καλὰ τὰ σίδηρα μόνον, ἀλλὰ δὲν χρησιμοποιοῦνται, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην τόσων ἡ ὑπηρεσία, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὴ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν, λόγῳ ἀδυναμίας τῆς ἕλξεως, δι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὰ προσέθηκεν ἡ ὑπηρεσία.
§13Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἑπομένως εἶναι εἰς τὰς ἀποθήκας.
§14Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι εἰς τὰς ἀποθήκας. Πάντως ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ δύο Ὑπουργοὶ Ταβουλάρης καὶ Τανταλίδης ἐπὶ δωροληψίᾳ καὶ παραβάσει τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, δηλαδὴ ὅτι ἔβλαψαν ἐκ προθέσεως τὴν Ἐπικράτειαν.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ὅλη ζημία εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται;
§16Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ εἰδικοὶ ὑπάλληλοι λέγουν, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 1000–1200 λίρας δι’ ἕκαστον ὄχημα Δηλαδὴ διὰ τὰ 8 ὀχήματα 12 χιλιάδες λίραι. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως παραπεμφθῶσιν οἱ δύο Ὑπουργοὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἐπικρατείας ἐκ προθέσεως. Ὡς πρὸς τοὺς δύο συμμετασχόντας τῆς πράξεως δηλ. τὸν προμηθευτὴν Χατζηνικολῆν καὶ τὸν δημοσιογράφον Καβαφάκην, δὲν προτείνει τι, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νομοθ. Δ. τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώσατε ὑμεῖς, οὗτοι δὲν καταδιώκονται καὶ συνεπῶς δὲν δύναται περὶ αὐτῶν νὰ γίνῃ συζήτησις. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐγένετο εἰδικῶς διὰ τοὺς δωροδοκηθέντας Παγκαλικοὺς Ὑπουργούς, ὥστε νὰ δύνανται οἱ δωροδοκήσαντες νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ καταθέτωσι τί προσέφεραν. Δυστυχῶς καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ἀντεπιστημονικὸν καὶ ἄδικον, δὲν ἐτελεσφόρησε, διότι ὑπάρχουν οἱ Ταβουλάρηδες καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν δῶρα, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ δωροδοκοῦντες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ συζητήσωμεν περὶ εὐθύνης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν δῶρα, διότι οὗτοι εἶναι ἀνεύθυνοι, δυνάμει τοῦ ὡς εἴρηται ἀνωτέρω Νομοθ. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, ἐνεκρίνατε ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη. Ἑπομένως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τῶν Ὑπουργῶν, δὲν γεννᾶται, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς συζήτησις καὶ δέον οὗτοι νὰ παραπεμφθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς δώσαντας δῶρα, οὗτοι δέον νὰ ἀπαλλαγῶσι. Ταῦτα εἶχεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Σωτηριάδης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐπερώτησίν του.
§18Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Συνεχίζω, Κύριοι Συνάδελφοι, τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πειθαρχικὴν τιμώρησιν τοῦ ἐνταῦθα Ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κ. Μπουροπούλου, ὁ ὁποῖος εἰσαχθεὶς κατόπιν παραγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐτιμωρήθη παρ’ αὐτοῦ διὰ τῆς ποινῆς τῆς ἐπιπλήξεως διὰ κατηγορίαν ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπέμενεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μεταρρυθμίσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου μετέβαλε τὴν ἐπίπληξιν εἰς παῦσιν 45θήμερον. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε λάβει χώραν, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1927, ἡ Παγκαλικὴ κίνησις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ὁ παρὰ Πλημμελειοδίκαις ἀνακριτὴς καὶ ἐξέδωκεν ἐντάλματα προφυλακίσεως τῶν 9 κατηγορουμένων. Ἀλλὰ παρενέπεσεν ὡς ἐνεχόμενον ἓν πρόσωπον δικηγόρου, καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης δοσιδικίας, τῆς ὁποίας ἀπήλαυε τοῦτο, αἱ Ἀρχαὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἐκηρύχθησαν ἀναρμόδιοι, καὶ παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἅμα ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς κηρύξεως τῆς ἀναρμοδιότητος τῶν ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ καλέσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ δώσῃ καταλλήλους ὁδηγίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς εἰς τὸν ἐνταῦθα Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν κ. Μπουρόπουλον, ὡς ἀναπληροῦντα τὸν ἀπόντα Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Μπουρόπουλος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων καὶ ἐντιμοτάτων καὶ ἐξόχως εὐσυνειδήτων δικαστικῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους. Ἐκλήθη, ἔλαβε σχετικὰς ὁδηγίας ἀπὸ τὸν κ, Ὑπουργὸν καὶ μετέβη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι εἶχεν ἤδη διορισθῆ ὡς ἀνακριτὴς παρ’ Ἐφέταις ὁ κ. Μπαγιῶργας, διότι σημειωτέον, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπηρέτει ὡς ἀνακριτὴς παρ’ Ἐφέταις ὁ κ. Ζῆλος, εἷς ἐπίσης ἀπὸ τοὺς εὐσυνειδήτους καὶ ἀκεραίους δικαστικοὺς λειτουργοὺς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν ἀπαλλαγῆς τῶν καθηκόντων του, ἡ ὁποία εἶχε γίνει δεκτή. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἔγγραφος διορισμὸς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Μπαγιώργα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶχε σταλῆ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐνετάλη ὁ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελεὺς κ. Μπουρόπουλος νὰ παρακολουθήσῃ προσωπικῶς τὴν ὑπόθεσιν. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐπίσης τοῦτο, κ. Συνάδελφοι, διότι ἔχει παμμεγίστην σημασίαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὡς μέλος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἔχει βέβαια τὸ δικαίωμα, σύμφωνα μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῶν δικαστηρίων ὡς προϊστάμενος τῆς ὅλης δικαστικῆς Ἀρχῆς, νὰ δίδῃ ὁδηγίας εἰς τοὺς Εἰσαγγελικοὺς λειτουργούς, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀπέχῃ αὐστηρῶς ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως αὐτοῦ εἰς τὰ καθαρῶς δικαστικὰ ἔργα. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι, ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος, διότι ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεμέλιον πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας, πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἀπολύτως ἔχει δικαίωμα ἀναμίξεως εἰς τὰ ἀνακριτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρακολουθεῖ διὰ τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔλαβε χώραν τὸ ἑξῆς περίεργον γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀντλῶ ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀνακριτοῦ κ. Μπουροπούλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων ἐνώπιον αὑτοῦ τὸν παρ’ Ἐφέταις Ἀντεισαγγελέα κ. Μπουρόπουλον δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ παράσχῃ καὶ αὐτὸς γενικὰς ὁδηγίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τοῦ ἐζήτησε νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἀνακρίσεων. Εἶναι τοῦτο τὸ πρῶτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τονισθῇ, διότι ἔχει μεγάλην σημασίαν, ὡς ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς ἔργα καθαρῶς ἀνακριτικά. Ὁ κ. Μπουρόπουλος ἐβεβαίωσε τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι θὰ ἐργασθῇ μὲ τὸν κ. Ζῆλον καὶ μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν δραστηριότητα καὶ εὐσυνειδησίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμενεν εἰς τὰς ἀξιώσεις του. Ἔχομεν, λοιπόν, ἐνταῦθα μίαν καθαρὰν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα. Ὑπηρέτησα, Κύριοι Συνάδελφοι, τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ 30 σχεδὸν ἔτη. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ποινικῆς δικογραφίας καὶ νὰ καθιερώνῃ ἓν νέον δόγμα.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως ἀστικῆς;
§20Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ σημειώσητε, Κύριε Συνάδελφε, καὶ γνωρίζετε ἄριστα καὶ πιστεύετε κατὰ βάθος, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε διάκρισιν εἰς τὰς ὑποθέσεις. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν τάδε ὑπόθεσιν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν δικογραφίαν, εἰς τὴν τάδε δὲ δὲν ἔχει. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ παρακολουθῇ ἀγρύπνως μίαν ὑπόθεσιν καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ τερματίζηται αὕτη ταχέως καὶ οὐδὲν ἄλλο. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι λόγῳ τῆς ἀξιώσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1927 καὶ θὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἐπὶ 4 ἄλλους μῆνας. Δὲν περιωρίσθη δὲ μόνον εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας, ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσης βεβαιωμένον ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τοῦ Ἀντεισαγγελέως κ. Μπουροπούλου, ὅτι ἔλαβον χώραν τὰ ἀκόλουθα.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι, τὸ νὰ ζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ γνῶσιν μιᾶς δικογραφίας, εἶναι ἀνάμιξις εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα;
§22Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καθαρὰ ἀνάμιξις.
§23ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Μπουρόπουλος εἶναι βεβαίως πρώτης τάξεως δικαστής. Εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐποπτείαν ὁ Ὑπουργός, ἐὰν δὲν λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας; Δὲν λέγει ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμετε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλὰ μόνον ζητεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως.
§24Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατηγοροῦνται ἐπὶ συνωμοσίᾳ οἱ κατηγορούμενοι καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας;
§25Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ποτέ.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐσήμαινε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν ἀνακριτήν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ταχείας περατώσεως τῆς ἀνακρίσεως.
§27Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Περιμένετε νὰ ἀκούσετε. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως. Τὸ μόνον δικαίωμα ποὺ εἶχεν, ἦτο νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀνάκρισις. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ κάμῃ τοῦτο ἐζήτησε τὴν ἀνάκρισιν νὰ τὴν διεξαγάγωσι μὲν τὰ ἁρμόδια δικαστικὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὰ δικαστικὰ ὅμως πρόσωπα, δηλαδὴ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἁρμόδιος ἀνακριτής, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντεταλμένοι νὰ συζητήσουν τὴν ὑπόθεσιν θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν συζητήσωσι μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ θὰ ἐνεκολποῦντο κατ’ ἀνάγκην τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος, ἔχων καὶ ἕνα παμμέγιστον ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας του, τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ δικαστικὰ αὐτὰ πρόσωπα καὶ νὰ τὰ παρασύρῃ εἰς μίαν ἀντίθετον τῆς ἰδικῆς των γνώμην. Καθὼς γνωρίζετε, μία γνώμη ἠμπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν πλάνης. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν ἄλλων ἐλατηρίων, ἀλλ’ ἕν καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι προϊὸν πλάνης, νὰ ἐξασκήσῃ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, ἀλλὰ πότε; μετὰ τὸ τέρμα τῆς ἀνακρίσεως. Δὲν ἔχει ἀκουσθῆ εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Κράτος, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητῇ νὰ ἐπεμβαίνῃ ...
§28Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐὰν γίνῃ τὸ κακόν, τί θὰ γίνῃ.
§29Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, κατὰ τὸ οὗτον τρόπον, ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν δικαστικῶν πράξεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ἐγώ, ὡς ἀνακριτής, δὲν θὰ ἐπήγαινα ἀσφαλῶς ποτὲ εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τοιαύτην συνεργασίαν. Ἐμένα δὲν θὰ μὲ ἔβλεπε ποτὲ ὡς δικαστικὸν λειτουργὸν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλέγχει τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς διὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον, διότι ἀπέλυσαν δύο ἐξ αὐτῶν. Ὥστε δὲν ἔχομεν μόνον τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ περιοριζομένου εἰς τὸ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας καὶ νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν μελετήσῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ νὰ κανονίσῃ ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτῶν πᾶσαν ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην ἐπέμβασιν ἀλλαχοῦ. Ἔχομεν δηλαδὴ ἐνεργωτέραν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀπ’ ἐδῶ ἄρχεται, Κύριοι, ἕνα στάδιον — νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω — ἀξιοθρήνητον. Διότι μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τινῶν ἐκ τῶν κατηγορουμένων ὁ κ. Ὑπουργός, μένεα πνέων, διότι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐλήφθη χωρὶς νὰ ζητηθῇ προηγουμένως ἡ ἰδική του γνώμη, προέβη εἰς διαφόρους ἀνακοινώσεις εἰς τὸν τύπον, ἀνακοινώσεις αἱ ὁποῖαι ἔθιγον ζωηρῶς τὴν δικαστικὴν ὑπόληψιν δύο δικαστικῶν λειτουργῶν κατὰ πάντα ἀνεπιλήπτων, τοῦ κ. Μπουροπούλου καὶ κ. Ζήλου. Καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας, ὅπου ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἀνακοινωθέντα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει). Ἀνεγράφησαν, λοιπόν, εἰς τύπον γεγονότα ζωηρῶς θίγοντα τὴν δικαστικὴν ὑπόληψιν τῶν δύο ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Ὁ κ. Μπουρόπουλος, μόλις ἀνέγνωσε ταῦτα εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἔκρινε προσῆκον καὶ εὔλογον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἴδῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἐκφράσῃ ὅλον τὸ παράπονόν του, τὸ ὁποῖον εἶχε, διότι ἀνεγράφησαν εἰς τὸν τύπον αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἦταν ἐντελῶς ἀνακριβῆ καὶ τὰ ὁποῖα ζωηρῶς ἔθιγον τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἀκούσας τὸν κ. Μπουρόπουλον, διεμαρτυρήθη, εἰπών, ὅτι ταῦτα δὲν ἐτέθησαν ἐξ ὀνόματος τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Μπουρόπουλος μετέβη κατόπιν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ κάμῃ ἀνακοινωθὲν εἰς τὸ ὁποῖον νὰ βεβαιῇ, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ δὲν ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, γνώμην τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως βεβαιοῖ ὁ κ. Μπουρόπουλος. Αἴφνης ὅμως ἀντὶ νὰ δημοσιευθῇ ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον νὰ διαψεύδῃ τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν καιρίως τρωθεῖσαν δικαστικὴν ὑπόληψιν, γίνεται ἡ ἀκόλουθος ἀνακοίνωσις: Ὅτι τὰ ἐν ταῖς ἀνακοινώσεσι γραφόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ δὲν ἐδόθησαν αἱ ἀνακοινώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον! Οὕτω, ἀντὶ διαψεύσεως ἐγένετο νέα βεβαίωσις τῶν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ἀναφερομένων. Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ τότε ἕνας δικαστικὸς λειτουργός, εὑρεθεὶς πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως; Ἐγράφησαν ἀνακρίβειαι εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεώς του εἰς ὅλον τὸν τύπον. Πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς του, ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε κάθε πολίτης. Καὶ τί ἔκαμε; Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 516 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔστειλε μίαν διάψευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἶπεν, ὅτι κακῶς ἐγράφησαν αὐτά. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνόμισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἕνα δικαστικὸν λειτουργὸν ἀνεπίληπτον ποινὴν παύσεως 45 ἡμερῶν. Ἐχαρακτήρισε τὸ ἀνακοινωθὲν αὐτὸ ἑνὸς ἀνεπιλήπτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ ὡς γεγραμμένον ἀνευλαβῶς! Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκεται τὴν ἀνευλάβειαν σεῖς ἀμερολήπτως κρίνοντες; Εἶναι στοιχειῶδες, ὄχι δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον δι’ ἕνα δικαστικὸν λειτουργόν, ὅταν γράφεται μία ἀνακρίβεια εἰς βάρος τῆς δικαστικῆς του ὑπάρξεως, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Εὑρίσκετε, ἐρωτῶ, σεῖς ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἑνὸς ὄντως ἀδικουμένου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν Ὑπουργόν; Δὲν ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγράφη εἰς τὸ ἀνακοινωθέν, νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτο ἀληθὲς ἢ ψευδές; Ἐὰν ἦτο ψευδές, θὰ εἴχομεν κακοπιστίαν πρωτοφανῆ τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ὁπότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐλεγκτέος ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ μάλιστα αὐστηρῶς ἐλεγκτέος. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, τί γίνεται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς παραγγέλλει νὰ γίνῃ τακτικὴ ἀνάκρισις ἡ ὁποία διενεργήθη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Βάφας, Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρ. Πάγου, προσωπικότης δικαστική, εἰς ἀπὸ τοὺς γνωστοτάτους καὶ ἰδεώδους ἐντιμότητος δικαστικούς, ἐνεργεῖ τὴν ἀνάκρισιν καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα — ἐγένετο δηλαδὴ τὸ ἐρώτημα ἐὰν λέγῃ ἀκριβείας ἢ ἀνακριβείας ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς — ὅτι πάντα τὰ γραφέντα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀνακριβῆ καὶ δὲν εὑρίσκει οὐδεμίαν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ Μπουροπούλου. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μάλιστα Εἰσαγγελέως τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βάφα, θέτει φραγμὸν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶχε προσωπικὸν χαρακτῆρα, διότι ἐγεννήθη μία ἔρις μεταξὺ ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστικοῦ. Τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Καὶ ἐὰν ὑπῆρχε παράπτωμά τι, ἐγὼ ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐφαινόμην μεγαλόφρων καὶ δὲν θὰ ἐπέμενον. Τί ἐγένετο ὅμως; Ἀπευθύνεται ἓν ἔγγραφον ἐκ 16 σελίδων εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον περιεῖχε παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι οὔτε εἰς τὸν τελευταῖον Πταισματοδίκην δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπευθυνθοῦν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ ἀναγνώσω μερικὰς περικοπὰς διὰ νὰ ἴδετε καὶ κρίνετε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιστρέφει τὴν παραγγελίαν. Δὲν τὴν διαβιβάζει, καὶ θέλει τὴν κεφαλὴν τοῦ Μπουροπούλου ἐπὶ πίνακι, διότι ἠσέβησε πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπηρετεῖ ἐπὶ μίαν τεσσαρακονταετίαν τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἔχων γνῶσιν τῶν προσώπων, ἐνεργήσας δὲ καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἐξέτασιν καὶ πεισθεὶς, ὅτι δὲν ὑπῆρχον στοιχεῖα διώξεως τοῦ Μπουροπούλου ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν εὑρίσκει στοιχεῖα διώξεως. Ἡ ἀπάντησις τότε τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἥτις ἦτο δωδεκασέλιδος, ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ὑπομονὴν τοῦ κ. Βάφα διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, ἦτο δριμυτέρα καί, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἔπρεπε τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Εἰσαγγελία τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ φρασεολογίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς Ὑπουργόν, ἀφοῦ ἀναφέρει τὰς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Μπουροπούλου, παραλαμβάνει καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρ. Πάγου, εἰς τὸν ὁποῖον λέγει, ὅτι οὗτος διέψευσε τὰς προσδοκίας του, διότι δὲν ἐτιμώρησε τὸν Μπουρόπουλον. Ὑποστηρίζει δηλαδή, ὅτι ὅλοι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, καὶ οἱ ἀνώτατοι ἀκόμη, εἶναι ραγιάδες καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμύνωνται, ὅταν θίγεται ἡ ὑπόληψίς των, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἑπομένην τῆς λήψεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τῆς κατηγορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ Μπουροπούλου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὁ Μπουρόπουλος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Γ. Γραμματέα διὰ νὰ διαψεύσῃ τὰ δημοσιευθέντα, μετεχειρίσθη τὴν φράσιν «ἀξιῶ νὰ διαψευσθοῦν». Αὐτὸ ἦτο τὸ κακούργημά του. Ἐξεταζόμενος ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Μπουρόπουλος ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶπε τὰ ἑξῆς: — Μετέβην καὶ εἶδον καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Γενικὸν Γραμματέα διὰ νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἀνακοινωθέν. Ἀλλ’ ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἐκθέσεως περιελήφθη ἡ φράσις «ἀξίωσις». «Ἀξιῶ — εἶπε — νὰ διαψευσθῇ τοῦτο». Αὐτό, λοιπόν, τὸ «ἀξιῶ» ἀνεβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κακουργήματος καὶ ἐζητήθη ἡ τιμωρία τοῦ Μπουροπούλου. Δηλαδή, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατυπώνει τὸ ἀκόλουθον ἀξίωμα: Εἶσαι δικαστικὸς λειτουργός, οἱοσδήποτε, ἀνώτερος ἢ κατώτερος. Γράφουν εἰς τὸν τύπον μίαν κακοήθειαν. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ζητήσῃς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς.
§30Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀνατρέπεται ἡ ἱεραρχία!
§31Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὸ Γραφεῖον του ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς λειτουργός, λαμβάνει ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταβῇ πάραυτα ἐκεῖ. Μεταβαίνει καὶ τί τοῦ λέγουν; νὰ δώσῃ προσοχὴν καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν διάψευσιν τοῦ ἀνακοινωθέντος, διότι αὐτὸ θὰ ἀπετέλει παράβασιν κλπ. Τὸ κακούργημα δηλαδὴ εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἔλαβε τὴν προφορικὴν αὐτὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, παρέβη αὐτήν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν, Κύριοι. Τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες εἶναι τὸ ἑξῆς: Ποῖος ἐκ τῶν δύο λέγει ἀνακριβείας. Ἂν λέγῃ ὁ κ. Μπουρόπουλος ἢ ἀντιθέτως. Τίθεται δηλαδὴ τὸ δίλημμα μεταξὺ αὐτῶν. Ἔρχεται τότε, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τὴν γενομένην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ λέγει, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ Μπουρόπουλος εἶναι ἀκριβές, τὸ διαπιστώνει δὲ αὐτὸ καὶ μία ἔκθεσις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐψεύδετο. (Ἀναγινώσκει). Καὶ ἐνῷ ὅλα αὐτὰ λαμβάνουν χώραν, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐρωτᾷ τὸν Εἰσαγγελέα ποίαν ἐντύπωσιν παρήγαγεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὸ δημοσίευμα. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἕνας λειτουργὸς ὁ ὁποῖος διάγει βίον μεμονωμένον, λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠξεύρῃ τί ἐντύπωσιν παρήγαγον δημοσιεύματα, καταγγέλοντα τὸν κ. Μπουρόπουλον ἐπὶ ψυχολογικῇ ἀδυναμίᾳ διὰ τὴν γνωμάτευσίν του περὶ ἀπολύσεως τῶν Παγκαλικῶν κινηματιῶν. Δηλαδὴ τοῦ λέγει, ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι καὶ πάλιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα διώξεως τοῦ Μπουροπούλου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, καλὰ καὶ σώνει, νὰ τιμωρηθῇ ὁ Μπουρόπουλος, εἶναι ἐπίμονος καὶ διαβιβάζει νέον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις, δὲν γράφει δὲ εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ «παρακαλῶ», δεδομένου ὅτι δύο εἶναι τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Δικαστικῆς Ἱεραρχίας: ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτοῦ καὶ ἔπρεπεν αὐτὴ ἡ λέξις νὰ γράφεται εἰς ἔγγραφα ἀπευθυνόμενα πρὸς τούτους, ἀλλὰ γράφει τὴν λέξιν «ἐντελλόμεθα» εἰς τὸ ἔγγραφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου διαβιβάζεται ἡ νέα παραγγελία του, διὰ τὴν δίωξιν τοῦ Μπουροπούλου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνέγνωσε τὴν παραγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν. Κάμνει, λοιπόν, ἓν πειθαρχικὸν κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ μετὰ μίαν τεσσαρακονταετῆ δικαστικὴν σταδιοδρομίαν καθ’ ἣ δὲν ὑπῆρξε κανεὶς νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι ἔπταισε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του, κατελήφθη ἀπὸ δέος, προκειμένου νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, ὅτι ὁ Μπουρόπουλος εἶναι διωκτέος, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον στοιχεῖα διώξεως κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε δώσει κάποτε ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Μπουρόπουλον νὰ μὴ ἀσχοληθῇ εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, πλὴν τῆς τῶν Παγκαλικῶν, οὗτος δὲ εἶχε παρακούσει καὶ ἠσχολήθη μὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων, ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτοῦ μίαν κατηγορίαν, διὰ νὰ σώσῃ τὸ γόητρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸν κρίνει ἄξιον τῆς ποινῆς τῆς ἐπιπλήξεως, ἀπαλλάσσει δὲ αὐτὸν ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Ἐδῶ θὰ ἀνοίξω μίαν παρένθεσιν. Μίαν ἀπορίαν ἔχω ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων. Λέγει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐὰν ἐξετελεῖτο αὐτὴ ἡ ἐντολή, θὰ ἀνελάμβανε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νὰ τὴν ἐξετάσῃ ὁ ἐφέτης κ. Μπαγιώργας, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὡς ἕνα ἐκ τῶν ἀρίστων δικαστῶν. Καὶ θέλω νὰ μάθω τὸ ἑξῆς: ἀφοῦ διωρίσθη ὁ κ. Μπαγιώργας, ἐκ τῶν ὑπεραρίστων, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δικαστικῶν λειτουργῶν, δηλαδὴ ὁ ἐνδεδειγμένος διὰ νὰ χειρισθῇ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, πῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν εὑρέθη νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου ἀνακριτοῦ. Δὲν καταλαβαίνω τί ἔγινεν, ὥστε τὴν στιγμὴν ποὺ τὸν ἔκρινεν ἄριστον καὶ τὸν ἐκάλεσε νὰ συνεργασθῇ μαζί του, τί συνέβη, ὥστε ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν καθηκόντων τοῦ ἀνακριτοῦ ὁ Μπαγιώργας καὶ νὰ διορισθῇ ὁ Μπουρόπουλος, καὶ διατί μία τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν θὰ προκαλέσῃ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὴν δυσπιστίαν τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες διωρισμένον ἕνα ἀνακριτὴν παρέχοντα τοιαύτας ἐγγυήσεις, βλέπουν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἄνευ ὑπηρεσιακοῦ λόγου, ν’ ἀντικαθίσταται ὁ Μπαγιώργας δι’ ἑτέρου. Βεβαίως ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς ἀνακριτάς, ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἄσκησις οἱουδήποτε δικαιώματος ἀνάγεται εἰς κἄποιον περιορισμόν. Καὶ ἐπανέρχομαι μετὰ τὴν παρένθεσιν αὐτήν. Εἰσήχθη ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς ἐπιπλήξεως εἰς τὸν κ. Μπουρόπουλον. Ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον ἐμελέτησε τὴν δικογραφίαν ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν του καὶ λέγει, ὅτι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος δὲν ψεύδεται καὶ ὅτι εἶχε νόμῳ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνασκευὴν πάσης ἀναληθοῦς δημοσιεύσεως, θιγούσης καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του καὶ τὴν ὑπόληψίν του. Ἀποφαίνεται δὲ ἐν τέλει, ὅτι δὲν συντρέχει οὐδεὶς λόγος πειθαρχικῆς διώξεώς του καὶ μόνον διὰ νὰ διασωθῇ τὸ κῦρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δέχεται, ὅτι κακῶς ἤκουσε τὴν τηλεφωνικὴν διαταγὴν νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως. Τὴν ποινὴν ὅμως ταύτην τὴν μεταβάλλει εἰς 45ήμερον παῦσιν καὶ οὕτως εἷς ἄριστος δικαστικὸς λειτουργὸς καταδικάζεται εἰς ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῶν καθηκόντων του καὶ εἰς ζημίαν πρὸς αὐτὸν 45 ἡμερῶν μισθοῦ. Τοῦ ἀφαιρεῖ δηλ. 10–12 χιλιάδας δραχμάς. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ὑλικῆς ζημίας, ὑφίσταται καὶ τὴν ὑψίστην τῶν ἠθικῶν ζημιῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ στέλλει ἔγγραφον. Ἐκεῖ εἶναι ποὺ εἶναι. Ἐκφράζει τὴν ἔκπληξίν του. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν τίποτε ἐδῶ εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Νὰ διαβάσετε τὸ ἔγγραφον. Τέλος πάντων ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀποφάσεις ἑνὸς Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, προκειμένου νὰ κρίνῃ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος καθαρῶς προσωπικοῦ. Βέβαια εἶναι Ὑπουργὸς καὶ ἔχει πολλὰ δικαιώματα, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσεβῇ πρὸς τοιαῦτα πρόσωπα, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ἔχῃ μεταμεληθῆ, διότι ἴσως εἰς μίαν στιγμὴν ἐξάψεως προέβη εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Εἶναι μία πρᾶξις, πῶς νὰ σᾶς τὸ εἴπω, οὐχὶ ἀνταξία Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ ἔχουν διαπραχθῆ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τιμωρηθῆ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Μία ἐπίπληξις τέλος πάντων ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ παῦσις 50 ἡμερῶν! Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ συμπεριφέρεται ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς τὰ πρόσωπα τέλος πάντων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν κορυφὴν τῆς πυραμίδος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας; Καὶ διὰ νὰ κρίνετε μόνοι σας περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ πρόσωπα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, εἰς τὴν κορυφὴν τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, θὰ σᾶς ἀναγνώσω, κ. Συνάδελφοι, ἕνα ἔγγραφόν του. Εἶναι σημαντικώτατον. Καθὼς γνωρίζετε, αἱ προαγωγαί, αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ τοποθετήσεις τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν ἀνατίθενται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Καὶ αὐτὸ βέβαια ἀπὸ πρόσωπα ἀποτελεῖται, ἀλλὰ ἀπὸ πρόσωπα παρέχοντα τὰς σχετικῶς περισσοτέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Ἐκενώθησαν δύο θέσεις Ἀρεοπαγιτῶν καὶ γίνεται ἐρώτημα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ πληρώσεως τῶν θέσεων αὐτῶν καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ δύο δικαστικαὶ θέσεις δέον νὰ συμπληρωθῶσιν ἡ μία ἀπὸ τὸν κ. Παπαδόπουλον, Πρόεδρον Ἐφετῶν, καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὸν κ. Σκούμπην, ἐπίσης Πρόεδρον Ἐφετῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Σκούμπην. Ἦτο δικαίωμά του νὰ διαφωνήσῃ, καίτοι ὁ σχετικὸς νόμος οὐδὲν δικαίωμα ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ καὶ παρατηρήσεις ἔστω ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἁπλῶς μόνον νὰ διαφωνήσῃ ἔχει δικαίωμα, ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, τήν ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐλέγχῃ εἰς τίποτε, διότι τότε ἐλλείπει ἡ αὐτοβουλία, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ἀπὸ τὸ Συμβούλιον. Αἱ συμβουλαὶ καὶ αἱ συστάσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ Συμβούλιον, πιθανὸν νὰ τὸ ἐπηρεάσουν, νὰ τὸ φοβίσουν καὶ νὰ μὴ ἀσκήσῃ τοῦτο προσηκόντως τὸ δικαίωμά του, Αὐτὸ λοιπὸν ἀποκλείεται ἀπολύτως, πολὺ δὲ περισσότερον ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν περιωρίσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν διαφωνίαν μόνον, ἀλλὰ προέβη καί εἰς ἔλεγχον τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ. Τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι ἀπευθυνόμενος πλέον πρὸς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναφέρει εἰς αὐτήν, τί τοῦ μετεβίβασαν οἱ συμπολῖταί του διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά. Φαντασθῆτε προκειμένου περὶ ἑνὸς Προέδρου Ἐφετῶν καὶ ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου νὰ ἔχουν γνώμην οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§32Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Μετεβίβασα τί γνωρίζω ὁ ἴδιος.
§33Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἴδιος; Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω, κύριε Ὑπουργέ, καὶ αὐτό. Μὴ ἀνησυχεῖτε.
§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ δὲν ἀνησυχῶ. Βλέπετε μετὰ πόσης ὑπομονῆς σᾶς ἀκούω.
§35Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσετε.
§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως ὀφείλω.
§37Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω συγκαταβάσεις. Ἐγὼ ἀσκῶ δικαίωμα καὶ σεῖς ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀκούσετε μεθ’ ὅλης τῆς ὑπομονῆς. Ἐὰν ὅμως ἀδημονῆτε, νὰ μοὶ τὸ εἴπητε, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς στενοχωρήσω. Λοιπόν, ἐπειδὴ μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διὰ νὰ κρίνετε κατὰ τίνα τρόπον, πῶς νὰ σᾶς εἴπω, κανονίζει τὴν συμπεριφοράν του ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀρχίζει ἡ ἔκθεσις τῶν λόγων τῆς διαφωνίας. (Ἀναγινώσκει): «Ἐπίστευον, λέγει, ἀδιστάκτως, ἀποστέλλων ἐρώτημα πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου κενῶν θέσεων κλπ., ὅτι τοῦτο θὰ ἀπέβλεπε, προκειμένου περὶ τόσον ἀνωτάτης δικαστικῆς θέσεως, εἰς πρόσωπον πολὺ καταλληλότερον». Κάμνει, λοιπόν, ἔλεγχον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τί δικαίωμα εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐλέγξῃ τὸ μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ψῆφον αὐτοῦ; Ἔχει νὰ λογοδοτήσῃ τοῦτο μόνον εἰς τὴν συνείδησίν του. Ποίαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ λογοδοτήσῃ διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῶν προσώπων, εἰς τὸν Ὑπουργόν; Αὐτὴν τὴν γνώμην θέλει νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν ἐξέφρασε δεδικαιολογημένως. Τί θέλει ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἕνα δικαίωμα ἔχει οὗτος, νὰ διαφωνήσῃ καὶ πλέον οὔ. Ἀλλὰ προχωρῶ διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας γίνονται ὅλα αὐτά. Εἰς μίαν ὑπόθεσιν δικαστικὴν, μία διάδικος, δὲν γνωρίζω πῶς, ὑπεξήρεσε μπιλιέτο τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου...
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐτύπωσε μπιλιέτα.
§39Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησεν εἰς διαφόρους δικαστικοὺς λειτουργούς. Ἕνα τῶν μπιλιέτων αὐτῶν ἐδόθη καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τότε τῶν Ἐφετῶν κ, Σκούμπην, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι εἰς οὐδὲν σημεῖον τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς εἶχε λάβει μέρος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐλάμβανεν, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε οὔτε τὸ μπιλιέτο τῆς κυρίας θὰ τὸν ἐπηρέαζεν, οὔτε τίποτε. Θὰ ἔκαμνε τὴν δουλειά του, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε. Συνήντησεν ὅμως τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ λέγει τὸ γεγονὸς αὐτό, τὴν ἰδίαν μάλιστα ἡμέραν. Τοῦ λέγει: Κύριε Πρόεδρε, προσέξατε, διότι κυκλοφοροῦν μπιλιέτα σας.
§40Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε δικαστικὸς ἔχει γνῶσιν, ὅτι ὁ κ. Ζηλήμων δὲν στέλλει μπιλιέτα εἰς κανένα. Αὐτὸ δὲ τὸ διεπίστωσεν ἡ ἀπόφασις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§41Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄ!, λοιπόν, διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, εἰς ἔγγραφόν του ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκφράζεται δι’ ἕνα δικαστικὸν λειτουργόν, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄχι Ἀρεοπαγίτης, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ περιλαμβάνεται εἰς τοὺς κόλπους τῆς δικαστικῆς οἰκογενείας. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸ ἦτο ἕνας κόλαφος δεινὸς κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§42Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καλλίτερα ποῦ γίνεται αὐτὴ ἡ διασάφησις, κ. Συνάδελφε, διότι πάντως γνωρίζετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐκυκλοφόρησεν ἀλλοιώτικα.
§43Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχεται, Κύριοι, ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ ὁποία ἀμύνεται πλέον.
§44Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμύνεται, ἀλλ’ ἁπλῶς διαπιστώνει γεγονότα.
§45Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀμύνεται ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον ποὺ κάμνει παρατηρήσεις καὶ λέγει μετὰ σεμνότητος πολλῆς: «Κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀσκήσῃς τὰ δικαιώματά σου ἐν εὐρύτητι καὶ ὅπως λέγει ὁ νόμος, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀσκήσῃς χωρὶς νὰ μᾶς παρέχῃς καὶ ὁδηγίας καὶ νὰ μᾶς ἐλέγχῃς πρὸ παντός. Ἀπαντᾷ δὲ λεπτομερῶς εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς αἰτιάσεις εἰδικῶς διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν κ. Σκούμπη καὶ λέγει, ὅτι ὄχι μόνον ἀδυναμίαν δὲν ἔδειξεν, ἀλλ’ ἀντιστρόφως ἔδειξε σθένος, διότι ἀμέσως κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν. Καὶ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εἶναι πρὸς τιμήν του αὐτό. Καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφαίνεται περὶ τοῦ διορισμοῦ ὡς Ἀρεοπαγίτου τοῦ Σκούμπη καὶ ἐστάλη ἡ ἀπόφασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐξετελέσθη. Παρῆλθον τὰ ὅρια τοῦ νόμου, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὕρισκεν ὅτι ἦτο συντεθειμένη καλῶς ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου καί δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν συνεπλήρωσε τὴν θέσιν. Κατόπιν ὅμως τὴν συνεπλήρωσε, διορίσας ἄλλον Ἀρεοπαγίτην. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, διότι ἡ ὅλη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ὑποθέσεις, μαρτυρεῖ τοῦτο: ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς μεταρρυθμίσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων εἰς βάρος δικαστικῶν λειτουργῶν. Εἰδικῶς δὲ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τῆς προσωρινῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου ἀντίκειται καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ παυθῇ δικαστικὸς λειτουργὸς ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁμιλεῖ δὲ περὶ παύσεως ἀδιακρίτως ἐὰν πρόκειται περὶ ὁριστικῆς ἢ προσωρινῆς παύσεως. Θὰ ἔλεγον καὶ τοῦτο ἀκόμη, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ πλείστας ὅσας δυσχερείας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς. Ἔχει ἀνάγκην νὰ μὴ διατελῇ ὑπὸ τὴν δαμόκλειον σπάθην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι μὴ κυττᾶτε· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, οἵτινες κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ καταπτοοῦσι τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω, παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς μελέτης τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαρβέρης ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 21 ἐπερωτήσεως.
§47Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἀπολύτως μὲ τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ἐμέμφθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, καθ’ ὃν τρόπον οὗτος ἐνήργησεν, οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον ἐμείωσε τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ ἤκουσε καὶ θὰ κρίνῃ. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς μίαν ἄλλην ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, περισσότερον μειώνει τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. προλαλήσας. Πρόκειται περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν Θεσσαλονίκῃ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἀπολύτως μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν ἐνδιαφέρει παντελῶς. Θὰ ἐξετάσω μόνον ἂν καλῶς ἢ κακῶς εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀπεφάνθησαν τό τε Πλημμελειοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον δικάσαν κατ’ ἔφεσιν. Μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο νόμιμος, ἦτο ἠθική, ἦτο ἐπιτρεπτὴ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν 20ὴν Ἰουνίου, Κύριοι, παρελθόντος ἔτους 1927, εἰς τὸ Ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης ἤρχισεν ἡ δίκη τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρίας Ὑδάτων, κατηγορουμένων δι’ ὡρισμένας παραβάσεις. Ἤρχισεν ἡ δίκη κατ’ ἔφεσιν. Δηλαδὴ εἶχον δικασθῆ ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς 15 μηνῶν φυλάκισιν, ἤσκησαν οἱ καταδικασθέντες τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως καὶ ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 148 πρακτικοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μὴ ὢν τότε Ὑπουργός, παρίστατο ὡς συνήγορος τῶν κατηγορουμένων. Μεταξὺ τῶν ἄλλων συνηγόρων τὸ πρακτικὸν ἀναφέρει ὅτι παρίσταντο ὁ κ. Ι. Θεοτοκᾶς, ὁ κ. Τουρκοβασίλης, ὁ κ. Λαδᾶς κλπ. Τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν, δικάσαν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, κατεδίκασε τοὺς κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἶχον 15 μηνῶν φυλάκισιν, τοὺς κατεδίκασεν εἰς 9μηνον φυλάκισιν.
§48Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐπὶ τίνι πράξει;
§49Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐπὶ καταπιέσει τῶν πολιτῶν. Δηλαδὴ κατηγγέλθησαν οἱ διευθυνταὶ τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ μίαν ὁμάδα πολιτῶν, ὅτι εἰσέπραττον περισσότερα δικαιώματα διὰ τὴν πληρωμὴν ὕδατος, ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσπράττουν καὶ ὅτι ἔδιδον ὀλιγώτερον νερό. Σᾶς λέγω ὅμως καὶ πάλιν, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορήθησαν οἱ δικασθέντες. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τοῦ Ἐφετείου οἱ κατηγορούμενοι ἤσκησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἡ ὑπόθεσις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔφθασεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἔχομεν, λοιπόν, μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἐγένετο ἔφεσις τῆς ἀποφάσεως. Εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Τὸ Ἐφετεῖον ἐδίκασε καὶ κατεδίκασε τοὺς κατηγορουμένους εἰς 9μηνον φυλάκισιν. Τῶν κατηγορουμένων παρίστατο συνήγορος ὁ ἤδη Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τότε δικηγόρος. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εὑρίσκετο ἐκκρεμής, συνεπείᾳ τῆς ἀσκηθείσης ἀναιρέσεως, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰσήχθη ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ προκατόχου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων εἶπεν, ὅτι, ἐφόσον εἶναι ἐκκρεμὴς ἤδη ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ ὑπόθεσις, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ὑποθέσεως. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα, κατ’ Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον τοῦ 1927, ἐγένετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἤδη τοιοῦτος. Μόλις ἐγένετο οὗτος Ὑπουργός, μία ἐκ τῶν πρώτων αὐτοῦ πράξεων ἦτο νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀποφανθῇ τοῦτο ἀμέσως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ χάρις. Τοῦτο καὶ ἐγένετο καὶ ἐτηλεγραφήθη πάραυτα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα εἰς Θεσσαλονίκην νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν κατηγορουμένων. Σημειώσατε τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἀναίρεσις εὑρίσκετο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τέσσαρας μῆνας μετὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, ἐκδίδεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 699 τῆς 12)11)1927 ἀπόφασις τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐν μέρει μὲν ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἐν μέρει δὲ ἀναιρεῖ αὐτήν. Τὸ γεγονὸς ἔχει σοβαρωτάτην σημασίαν, διότι ἐπεδιώχθη ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀναιρέσεως μετὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος καὶ τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος τις οὐσιαστικώτερος λόγος.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος ἐγένετο πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως;
§51Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Πρὸ τῆς ἐκδικάσεως.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται.
§53Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς κατηγορῶ καὶ ἐγώ. Δὲν θὰ ἔκαμνα ἄλλωστε τὴν ἐπερώτησιν. Δι’ αὐτὸ εἶπον προηγουμένως, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις καθ’ ὃν χρόνον ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, καὶ τὸ Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, ἐφόσον ἐκκρεμεῖ ἡ ἀναίρεσις. Μετὰ ταῦτα παραιτεῖται ὁ κ. Ἀγγελόπουλος καὶ ἀναλαμβάνει ὁ ἤδη Ὑπουργός, συνήγορος δὲ τότε τῶν κατηγορουμένων, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ Διάταγμα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐδόθη ἡ χάρις.
§54Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὰ ἴδια πρόσωπα ἦσαν;
§55Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἦσαν τὰ ἴδια πρόσωπα, διότι ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὁ ὁποῖος προΐστατο ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ἦτο ἄλλος καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ὑπουργείαν ἦτο ἄλλος. Ἀλλὰ ἐπίσης ἦσαν καὶ τὰ λοιπὰ πρόσωπα τῆς τραγῳδίας αὐτῆς, ἵνα μὴ εἴπω κωμῳδίας. Ἡ Δικαιοσύνη, ὅπως καλῶς γνωρίζετε, κ. Βουλευταί, δὲν εἶναι κἄτι τι ἀφῃρημένον. Εἶναι κἄτι τι συγκεκριμένον καὶ τὸ συγκεκριμένον εἶναι πῶς ἀντιλαμβάνεται ἡ κοινωνία τὴν λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὁποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ διάφοροι τιτλοῦχοι, οἱ ὁπωσδήποτε προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τί ἔκαμε καὶ τί εἶπεν ἕνας μακαρίτης Πήλικας, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς μίαν ἐποχὴν πολὺ ἀπέχουσαν ἀφ’ ἡμῶν. Ὁ Πήλικας ἦτο καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπιέζετο ἀπὸ τὴν τότε Βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ πολλὰς ἀρνήσεις ἐπείσθη νὰ λάβῃ μέρος, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του, ἀναφέρει καὶ τὸ ἑξῆς. Εἰς τὰς Πάτρας, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἶχε γίνει εἷς φόνος, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγορήθησαν δύο ἄνθρωποι. Ἡ ὑπόθεσις ἐξεδικάσθη ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ κατεδικάσθησαν οἱ κατηγορούμενοι εἰς θάνατον. Ἐγένετο ἀναίρεσις τῆς ἀποφάσεως καὶ ὁ Πήλικας ὑπεστήριξε τὴν ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ διότι ὁ εἷς ἐκ τῶν κατηγορουμένων ἦτο συμπολίτης του—σημειώσατε καλῶς τοῦτο—καὶ διότι ἐκ τῆς δικογραφίας ἐπείσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ὑπερήσπισε μετὰ θέρμης καὶ ἡ ἀπόφασις ἀνῃρέθη καὶ παρεπέμφθη ἐκ νέου εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Ἀστυνόμος ἐπεδίωκον τὴν καταδίκην τῶν κατηγορουμένων καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι εἶχεν ἀναμιχθῇ ἡ Ἰταλικὴ Πρεσβεία — οἱ κατηγορούμενοι ἦσαν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, αἱ δὲ Ἰόνιοι Νῆσοι ὑπήγοντο εἰς τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας — μετῆλθον δὲ τὸ ἑξῆς μέσον: Ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Ἀστυνόμος ἐκάλεσαν τοὺς ἐνόρκους εἰς τὴν Ἀστυνομίαν δῆθεν νὰ τοὺς ἀνακοινώσωσι κἄτι τι καὶ τοὺς ἐκράτησαν, διὰ νὰ σχηματισθῇ τὸ ὁρκωτὸν Δικαστήριον ἀπὸ διαφόρους ἀναπληρωματικούς. Ἀφοῦ ἐσχηματίσθη τὸ Δικαστήριον, τότε τοὺς ἀπέλυσαν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσχηματίσθη Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε τοὺς κατηγορουμένους ἐκ νέου εἰς θάνατον. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐγένετο ἐκ νέου ἀναίρεσις καὶ ὁ Πήλικας καὶ πάλιν μετὰ θέρμης ὑπερήσπισε τὴν ἀναίρεσιν. Ὁ Εἰσαγγελεύς μάλιστα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Δικαστήριον νὰ τιμωρήσῃ τὸν μακαρίτην Πήλικαν, διότι ἐμέμφθη ὡρισμένας δικαστικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀληθεῖς πραγματικῶς, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπέρριψε μὲν τὴν ἀναίρεσιν, δὲν ἐτιμώρησεν ὅμως τὸν Πήλικαν. Τώρα, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπὶ λέξει ἐκ τοῦ κειμένου τὰ λαβόντα χώραν, διὰ νὰ ἴδητε τί διδάγματα δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ὅταν ὁ Πήλικας ὡρκίζετο ὡς Ὑπουργὸς καὶ μετέβαινε νὰ παραλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μεταξὺ ἄλλων ὁ προηγούμενος Ὑπουργὸς τοῦ παρέδωκε καὶ τὸν φάκελλον αὐτὸν τῶν κατηγορουμένων, ὧν ὑπῆρξε συνήγορος πρὶν ἢ γίνῃ Ὑπουργός. Ὑπῆρχον ὅλα τὰ σχετικὰ μέσα καὶ ἡ εἰσήγησις ὅπως ὑποβάλῃ Διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν οἱ κατηγορούμενοι. Ἠξεύρετε τί ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος; Δὲν ὑπέβαλε τὸ διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, διότι ὑπῆρξε προηγουμένως συνήγορος τῶν κατηγορουμένων. Ἐλυπήθηκα, γράφει εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀλλ’ ἡ συνείδησίς μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ πράξω αὐτό, καίτοι ἤμην βέβαιος ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἦσαν ἀθῶοι. Αὐτὰ ἔγραφεν ὁ Πήλικας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ Πήλικας ὁ γενόμενος Ὑπουργὸς κατὰ παράκλησιν, ὁ ἰδεώδης Ὑπουργός, πρὸς τὸν ὁποῖον μόνον ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ. Ἐγνώριζεν ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἦτο ἀθῶος ἀλλ’ εὕρισκεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ χάριτος. Φαντασθῆτε ποίαν ἀντίληψιν εἶχον πρὸ 60 ἐτῶν οἱ ἱστάμενοι εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας καὶ πῶς ἐπαραδειγμάτιζον τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, μεθ’ ὅσα ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τῶν ἐπεμβάσεων καὶ λοιπῶν ἄλλων μικροζητημάτων· εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη κλονίζεται ἀπὸ ἡμᾶς αὐτούς, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο πρᾶξις μὴ ἐπιτρεπομένη οὔτε ἀπὸ τὸν νόμον οὔτε ἀπὸ τὴν ἠθικήν; Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν χάριτος ὑπὲρ τοῦ πελάτου του ὁ κ. Ὑπουργὸς οἱαδήποτε κι’ ἂν ἦτο ἡ ἀδικία, διότι ἡ κοινωνία ἡ ὁποία κρίνει ὄχι τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ τὰ φαινόμενα, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σχηματίσῃ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἐπιλήψιμος. Ἀλλὰ καὶ νομικῶς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν τῆς χάριτος, οὐδὲ τὸ Συμβούλιον νὰ τὴν προτείνῃ τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ἐφόσον εὑρίσκετο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ ἀναίρεσις, καὶ νὰ βελτιώσῃ μίαν ἐπιβληθεῖσαν οὐχὶ παράνομον ποινήν. Τοιούτου εἴδους ἐνέργειαι ἐκ μέρους τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, καταρρίπτουν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας τίποτε τὸ ὑγιὲς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ὄρθιον.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἄδικος, ἀλλὰ εἶναι ἐπιείκεια τῆς Πολιτείας πρὸς τὸν κατηγορούμενον.
§57Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ λόγους νομικούς, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς διὰ λόγους ἠθικοὺς νὰ προτείνῃ τὴν χάριν. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω παντελῶς τὴν ὑπόθεσιν ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἀπεφάνθη τὸ Ἐφετεῖον, διότι ἂν τολμήσωμεν νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, θὰ ἴδωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ Δικαστήριον μὲ ἀνεξαρτησίαν.
§58Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸ Συμβούλιον δὲν ἐξετάζει ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν θέλετε νὰ ἐξετάσῃ. Ὅταν λαμβάνῃ ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν καὶ ἐξάγῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἐξετάζει ἂν πρέπῃ νὰ ἀπονείμῃ ἢ μὴ χάριν καὶ εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν.
§59Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐλέγχω, κ. Συνάδελφε, τὸ Συμβούλιον ἐν προκειμένῳ. Ἐγὼ ἐλέγχω τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὰς ἐνεργείας του. Ἠκούσατε πάντα ὅσα ἐξέθηκα. Ἠκούσατε καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τὰς ὁποίας ἐμέμφθην καὶ ποῦ ἐστήριξα τὴν μομφήν μου αὐτήν. Δὲν ἀποβλέπω μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ βελτιωθῇ ἡ ἐπικρατοῦσα εἰς τὰς δικαστικὰς ἐνεργείας τῶν ἐπιτηδείων ἀνωμαλία. Τοιούτου εἴδους ἐνέργειαι συντελοῦν εἰς τὴν καταρράκωσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς κατάπτωσιν τοῦ ἠθικοῦ τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν τὸ ἠθικὸν τοῦ λαοῦ καταρρίπτεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τίποτε εἰς τὴν θέσιν του.
§60Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀθρόαι ἐπερωτήσεις παρὰ τῶν ἰδίων πάντοτε προσώπων συνεζητήθησαν καὶ προχθὲς καὶ σήμερον, κ. Βουλευταί, ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης χωρὶς κἂν νὰ περιμένῃ κανεὶς αὐτάς, διότι εἶχον λησμονηθῇ εἰς τὰ βάθη τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴν εἶμαι καὶ ἕτοιμος τούτου ἕνεκα, νὰ δώσω τὰς δεούσας ἀπαντήσεις. Εὐτυχῶς ὅμως, ἅπασαι αἱ ἀποδοθεῖσαι αἰτιάσεις εἶναι τόσον ἀσύστατοι καὶ τόσον ἀσθενεῖς λόγῳ τοῦ ἀνυποστάτου ἐκείνων, ἅτινα ἐπεστηρίχθησαν ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων ὁμιλητῶν, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εὕρω μεγάλην δυσκολίαν νὰ ἀντικρούσω αὐτὰς ὡς καὶ τὰ δῆθεν ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων προσεπάθησαν νὰ τὰς βασίσωσι. Μία ἐκ τῶν πολλῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας φέρει ἡ Κυβέρνησις, κ. Βουλευταί, εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη ἡ πολιτική. Εἶναι ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐξ ἧς ἡ ἐμπιστοσύνη της, ἡ ὁποία διατηρεῖ μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, κ. Βουλευταί, εἶναι μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἀρετῶν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης παρέχεται ποιά τις ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ διαχαράξει τῆς γενικῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ διακυβερνήσει τῆς Χώρας. Εἰς τοὺς καθ’ ἕκαστον δὲ Ὑπουργούς, ὄντας ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς διοικητικῆς λειτουργίας, παρέχεται σχετικὴ ἐλευθερία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολιτικῆς εὐθύνης πάντοτε, ἵνα δώσωσι τὴν κατεύθυνσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν αὐτοὶ νομίζουσιν ὀρθοτέραν. Μολονότι τελευταίως διὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων περιωρίσθη οὐσιωδῶς ἡ πρωτοβουλία τοῦ Ὑπουργοῦ, συγκεκριμένως δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ πρωτοβουλία, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ λέγῃ βασίμως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι σχεδὸν τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀ. Δικ. Συμβουλίου τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς φέρει μόνον τὰς εὐθύνας ὢν ὑπόχρεως ἐν περιπτώσει ἐλέγχου διὰ ἀπόφασίν τινα τοῦ Ἀνωτάτου αὐτοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ καλύψῃ αὐτὸ διὰ τῆς εὐθύνης του. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη κατὰ ταῦτα εἶναι ἡ εὐρυτέρα ὅλων τῶν ἄλλων εὐθυνῶν τὰς ὁποίας φέρει μία Κυβέρνησις, διότι εἰς ταύτην ἐμπεριέχεται καὶ ἡ ποινικὴ καὶ ἡ ἀστικὴ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, αἵτινες ὑφίστανται ὁσάκις οὗτος παρεβίασε διάταξιν τινὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων καὶ καταλήγουσιν, ὡς γνωστόν, ἡ μὲν ποινικὴ εὐθύνη εἰς τὴν στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ δὲ ἀστικὴ εἰς τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τουτέστιν ἄγει εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο πολιτικὴ εὐθύνη ὑφίσταται ἐφόσον τίς εἶναι Ὑπουργός. Ὅταν παύσῃ νὰ εἶναι Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἐλεγχθῇ διὰ πολιτικὴν εὐθύνην, ἐνῷ δι’ ἀστικὴν ἢ ποινικὴν εὐθύνην εὐθύνεται ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ. Ὥστε πολιτικὴν εὐθύνην ὑπέχει ὁ Ὑπουργὸς ὄχι μόνον διὰ πρᾶξιν αὐτοῦ παράνομον ἢ ἀντισυνταγματικήν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐνέργειαν αὐτοῦ μὴ σκόπιμον. Καὶ διὰ τὰς ἁπλᾶς ὅθεν μὴ σκοπίμους αὐτοῦ ἐνεργείας καὶ παραλείψεις, ὁ Ὑπουργὸς ὑπέχει εὐθύνην ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἢ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειοψηφίας τῆς ὁποίας τὸν διατηρῇ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ὥστε ὁ Ὑπουργὸς ὑπέχει πολιτικὴν εὐθύνην καὶ διὰ πράξεις ἁπλῶς μὴ σκοπίμους, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον ἐλέγχου. Ἀσκεῖται ὡς γνωστόν, κ. Βουλευταί, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι κατωχυρωμέναι ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὥστε οὐδεμία κυβερνητικὴ πλειοψηφία, ὅσον δήποτε μεγάλη, νὰ μὴ δύναται νὰ ματαιώσῃ τὸν ἄρτι διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἀσκούμενον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Αἱ ἐπερωτήσεις ἀναμφισβητήτως εἶναι μία ἐνόχλησις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἐπερωτήσεως πρόκειται νὰ ἐλεγχθῇ τὸ ὀλιγώτερον διὰ μίαν ἐνέργειαν αὐτοῦ μὴ σκόπιμον. Θὰ μοῦ συγχωρηθῇ ὅμως νὰ εἴπω εἰλικρινῶς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐπερωτήσεων ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων ἐπερωτησάντων, δὲν μοῦ ἐπροξένησε παντάπασιν ἐνόχλησιν, ἀλλ’ ὅλως τοὐναντίον μοῦ ἐπροξένησεν εὐάρεστον ἀπολύτως συναίσθημα, διότι θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρίας νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐνεργείας μου τινὸς ὡς Ὑπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγήθησαν, εἴτε ἑκουσίως, εἴτε ἀκουσίως, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις τινές. Χαίρω ἰδιαιτέρως καὶ αἰσθάνομαι ἐξαιρετικὴν εὐχαρίστησιν καὶ ὀφείλω ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι μοὶ παρέσχον τὴν εὐκαιρίαν ταύτην. Μία τῶν ἐπερωτήσεων, ἡ πρώτη ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἶναι αὕτη: διατὶ ἐματαιώθη ἡ τοποθέτησις τοῦ Προέδρου τῶν πρωτοδικῶν κ. Διγενοπούλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν. Μάλιστα ὁ ἐπερωτῶν εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὁποίου συμπολίτης εἶναι ὁ Διγεινόπουλος, ἐπεθύμει τὴν τοποθέτησίν του εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Διγεινόπουλος εἶναι συμπολίτης μου καὶ αἰσθάνομαι τιμὴν δι’ αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀρίστου δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Ἐὰν δὲ ἐπεθύμουν νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, δὲν ἤθελον τοῦτο διὰ νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν προσωπικῶς, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον Πρωτοδικεῖον εἶχε ἀνάγκην τῆς δεξιᾶς καὶ ἰσχυρᾶς Διευθύνσεως τοῦ ἐν λόγῳ Προέδρου. Ἐπηρωτήθην καὶ διατί ἐπεζήτησα τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ἐφέτου Ἀλίκουλη ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμήν, κ. Βουλευταί, νὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιλήψεις μου καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὰς ἐργασίας ὡρισμένων Πρωτοδικείων νὰ διευθύνωσιν Ἐφέται. Καὶ τοῦτο, διότι τὸ κῦρος καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Ἐφέτου ἀπέναντι τῶν ἄλλων δικαστῶν μεθ’ ὧν πρόκειται νὰ κρίνῃ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ βάσιμος πιθανότης, ὅτι οἱ ἄλλοι δύο δικασταὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλευθερίαν γνώμης. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ πῶς ἔχουσι διάφορον γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καλυφθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς γνώμης τοῦ Ἐφέτου. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ γνώμη ἑνὸς ἐμμίσθου παρέδρου, ὑποκειμένου, ὡς γνωστόν κατὰ νόμον εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐφέτου, προκειμένου νὰ ὀνομασθῇ πρωτοδίκης, ν’ ἀνθέξῃ ὑπὸ τὴν ἠθικὴν πίεσιν τῆς ἀντιθέτου γνώμης τοῦ Ἐφέτου Προέδρου; Καὶ ὄχι μόνον ὁ ἔμμισθος πάρεδρος, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρωτοδίκης ἀκόμη θ’ ἀποκλίνῃ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ παρέδρου καὶ οὕτω ἐνῷ ὁ νόμος ἠξίωσεν ὅπως μία ὑπόθεσις κριθῇ παρὰ τριῶν δικαστῶν, τὴν ὑπόθεσιν ταύτην θὰ κρίνῃ ἡ γνώμη τοῦ ἑνός, τοῦ Προέδρου δηλαδὴ τοῦ δικαστηρίου. Ἀφίνω ἐξ ἄλλου, ὅτι θίγεται σπουδαίως τὸ Σῶμα τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν –καὶ δύναται νὰ βεβαιώσω, κύριοι, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός μου ὡς Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχομεν ἀξιολογωτάτους καὶ ἱκανωτάτους Προέδρους Πρωτοδικῶν εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐμπιστευθῇ ἀπολύτως τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Ἄλλως τε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς, ἐφόσον εἷς δικαστής, ὅταν εἶναι Πρόεδρος δὲν εἶναι ἱκανὸς διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα Ἀθηνῶν ἢ Πειραιῶς ἢ Θεσσαλονίκης, ὅταν ὅμως γίνῃ Ἐφέτης, ὡς διὰ μαγείας ἀποκτᾷ τὴν τοιαύτην ἱκανότητα. Νὰ μοὶ συγχωρηθῇ νὰ μὴ πιστεύσω εἰς τὴν μαγείαν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα ἄλλοτε διὰ νομοθετήματος νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νόμου διὰ τῆς ὁποίας τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης, δέον νὰ κατέχῃ εἷς ἐκ τῶν κ. Ἐφετῶν. Καὶ ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς μικρᾶς παρεκβάσεως, λέγω, ὅτι ἐπεζήτησα τὴν ἐπάνοδον τοῦ Ἐφέτου Ἀλίκουλη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κομοτινῆς, ὁπόθεν εἶχεν ἀποσπασθῆ κατὰ τὸν γνωστὸν εἰς ὅλους τρόπον διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν προεδρείαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον ἀνωτέρω, ἀλλὰ καὶ διότι ἔφθανον εἰς τὰ ὦτα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περίεργα τινὰ πράγματα, ὅτι ὁ κ. Ἐφέτης εὑρίσκετο εἰς ἔριδα μετὰ πολλῶν ἐκ τῶν κ. Δικαστῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἁρμονικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἔστειλα μίαν παραγγελίαν τότε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν κ. Μπουρόπουλον διὰ νὰ διαπιστώσῃ τὰ γεγονότα ταῦτα. Καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἀντεισαγγελέως ἦτο, ὅτι πράγματι μεταξὺ Προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ δικαστῶν ὑπῆρχον ἔριδες εἰς μέγα βαθμὸν αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἁρμονικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀμέσως ἐπέστρεψα τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα Μπουρόπουλον διὰ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐὰν κατόπιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξηκριβώθησαν, εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν ὁ Ἐφέτης Ἀλίκουλης καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ Πρόεδρος. Τὴν δικογραφίαν διεβίβασα μὲ τὸ σχετικὸν ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃ οὗτος εἰς τὴν θέσιν του εἰς ἣν δὲν ἐπέστρεψεν ἀκόμη ἀτυχῶς, καίτοι ἔχουν παρέλθει ἕξ ὁλόκληροι μῆνες, οὐδ’ ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀκόμη ἡ δικογραφία ἡ σχηματισθεῖσα ἐκ τῆς παραγγελίας πρὸς πειθαρχικὴν αὐτοῦ δίωξιν δι’ αὐθαίρετον ἀπουσίαν, καίτοι δύο ὑπομνηστικὰ ἔγγραφα ἐστάλησαν σχετικῶς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τῆς αὐτῆς δὲ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐτοποθετεῖτο Πρόεδρος Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ὁ κ. Διγενόπουλος, πρώην τοιοῦτος. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μὲ ἱκανοποίησεν ἀπολύτως, διότι οὕτω τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν εὕρισκε τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον ὅμως, εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρχε μία μειοψηφία σοβαρά, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι ὁ κ. Διγενόπουλος δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένος Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Τὸ σοβαρὸν δὲ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, κ. Βουλευταί, εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν τῶν μειοψηφισάντων συγκαταλέγεται καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος ὁ Διγενόπουλος, χάριν δὲ τοῦ κ. Διγενοπούλου καὶ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῶς λεπτῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἔδει ν’ ἀσκηθῇ διαφωνία, ἵνα ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου κρίνῃ τὸ ὄντως λεπτὸν αὐτὸ ζήτημα. Εἰς κάθε ἄλλον Ὑπουργὸν ἡ μειοψηφία τριῶν Ἀρεοπαγιτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπέβαλλεν ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅ,τι ἀνάγκη κελεύει, ἵνα τὸ ζήτημα κριθῇ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δι’ ἐμὲ ὅμως τὸ πρᾶγμα ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα ἀνωτέρω. Καὶ ἐπίτηδες ἀφῆκα τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ἵνα οὗτος ἀσκήσῃ τὴν διαφωνίαν.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ διατί νὰ γίνῃ διαφωνία.
§62Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρχε μειοψηφία, ἡ ὁποία καθίστα ὑποχρεωτικὴν τὴν διαφωνίαν καὶ λόγῳ τῆς λεπτότητος τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν ἔδει ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐκλέξῃ τὸν κατάλληλον. Τὴν διαφωνίαν, λέγω, ταύτην ἤσκησεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Συνάδελφός μου, καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐδέξατο αὐτὴν καὶ ἐτοποθέτησεν ἀντὶ τοῦ κ. Διγενοπούλου ἐπίσης ἐκλεκτὸν Πρόεδρον, τὸν κ. Δημητρακάκην. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας μοῦ ἀπήρεσε, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν...
§63Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας ἐλήφθη κατὰ πλειοψηφίαν ἢ παμψηφίαν;
§64Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κατὰ πλειοψηφίαν. Εἶχον, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἐνέκρινε τὴν τοποθέτησιν τοῦ κ. Διγενοπούλου, οὐχ ἧττον ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ πλειοψηφίαν ἐδέχθη τὴν διαφωνίαν καὶ ἐτοποθέτησε τὸν κ. Δημητρακάκην. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας μὲ ηὐχαρίστησε, διότι ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν κ. Διγενόπουλος, ἀσθενήσας ἠναγκάσθη νὰ παραμείνῃ κλινήρης ἐπὶ 7 ἡμέρας, ἐκθέσεις δὲ ἰατρῶν, τὰς ὁποίας ἔχω εἰς χεῖράς μου, βεβαιοῦν, ὅτι ὁ Πρόεδρος οὗτος θὰ εἶναι ἀνίκανος νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας ἐπὶ 6 ἀκόμη μῆνας. Φαντάζεσθε, ὅτι, ἐὰν ἔμενε πρόεδρος ὁ κ. Διγενόπουλος καὶ θὰ ἐστερεῖτο τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν τοῦ Προέδρου αὐτοῦ, ὁποία θὰ ἦτο ἡ ὅλη κατάστασις τοῦ Πρωτοδικείου, ἐὰν εἰς τὰς τόσας ἄλλας ἐλλείψεις αὐτοῦ προσετίθετο καὶ ἡ ἔλλειψις Προέδρου.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μεταγενεστέρα εἶναι ἡ ἀσθένεια;
§66Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὄχι. Κατὰ τὴν διαφωνίαν ἦτο κλινήρης. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ διαφωνία συνετέλεσεν ὥστε νὰ ἀσθενήσῃ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας μὲ δυσηρέστησεν, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς δυσηρεστημένος, διότι θὰ ἔμενε τὸ Πρωτοδικεῖον εἰς ἐποχὴν πληθωρικῆς ἐργασίας ἄνευ Προέδρου ἐπί ἓν ὁλόκληρον ἔτος καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ θὰ ἐπεδεινοῦτο.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὴν κρίσιν σας, ἦτο ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ προσήκουσα καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀσκηθῇ ἔνδικον μέσον.
§68Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐξ ἐναντίας. Τὸ ἀντίθετον εἶπον. Λυποῦμαι, διότι δὲν μὲ ἐπροσέξατε.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις, παρὰ τὴν πεποίθησιν αὐτήν, ἀφήσατε—εἴπατε—τὴν θέσιν σας ὡς Ὑπουργοῦ καὶ παρεσχέθη ἡ εὐκαιρία εἰς ἄλλον ἀντικαταστάτην νὰ ἀσκήσῃ μέσον, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐνομίζατε ὡς πρόσφορον.
§70Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐπήρατε μίαν ἐσφαλμένην βάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστηρίξατε τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικ. Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐτοποθετεῖτο ὁ κ. Διγενόπουλος, εἶχε καὶ μειοψηφίαν, μεταξὺ τῆς ὁποίας ἦτο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅτι αὕτη ἐπέβαλεν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ γίνῃ διαφωνία, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ δὲν θὰ ἤσκουν, δι’ οὓς λόγους προλαβόντως ἐξέθεσα καὶ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζετε.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐνῷ εἴδατε, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἦτο κακή.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν ἦτο μόνον τοῦτο. Τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, κατέχοντος μίαν θέσιν ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος, ἔπρεπε νὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἔμεινε κανεὶς δυσαρεστημένος διὰ τὴν λύσιν ἐκείνην, διότι παρενεβλήθη ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Διγενοπούλου, λόγῳ τῆς ὁποίας θὰ ἐστερεῖτο τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν τοῦ Προέδρου του ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος. Καὶ ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως. Ἤδη, κύριοι Βουλευταί, εἰσέρχομαι εἰς δύο ἄλλας ἐπερωτήσεις, ἀναπτυχθείσας παρὰ τοῦ ἰδίου, κ. Βουλευτοῦ. Ἐκ τούτων ἡ μία ἐπερώτησις ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀνακριτοῦ κ. Μπαγιώργα, δι’ ἄλλου Ἐφέτου, διατί δηλαδὴ νὰ κάμω τὴν τοιαύτην ἀντικατάστασιν, ἡ δευτέρα δὲ διατί νὰ παραγγείλω τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ τιμωρήσῃ τὸν Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Μπουρόπουλον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ ἐπερωτήσεις ἔχουν μίαν πολιτικὴν συνάφειαν καὶ συνέστησα εἰς τὸν ἐπερωτῶντα ὅπως συσχετίσῃ αὐτὰς καὶ ὁμιλήσῃ ἐπ’ ἀμφοτέρων, ὅπως δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, διότι ἦτο ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ἀπὸ μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἰδιαιτέρως. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Βουλευταί, νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα αὐτά, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸ περιεχόμενον τῶν δύο τούτων ἐπερωτήσεων. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου π. ἔ. φῆμαι, διαδόσεις καὶ θρῦλοι διέτρεχον τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ρύμας τῆς πόλεως, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰς στήλας τῶν Ἀθηναϊκῶν Ἐφημερίδων, ὅτι κίνημα στρατιωτικὸν εὑρίσκετο ἐπὶ θύραις, ὅτι τὸ κίνημα αὐτὸ ἦτο ὠργανωμένον ἐκ μέρους τῶν ὀπαδῶν τοῦ τέως δικτάτορος, καὶ ὅτι εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Ἡ κοινὴ γνώμη ἔχουσα ἀπαυδήσει ἀπὸ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐπαναστάσεις καὶ στρατιωτικὰ κινήματα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὴν Χώραν μέχρι τοῦ χείλους τῆς ἀβύσσου, ἐδοκίμαζεν φρικτὴν ἀγωνίαν διὰ τὰ θρυλλούμενα, ἡ ἀξία τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος ὡς ἐκ τούτου ὑφίστατο ὑποτίμησιν, ἡ ἀκρίβεια τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης ηὔξανε καὶ ὁ οἰκονομικὸς μαρασμὸς ἐξηπλοῦτο ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περισσότερον, δὲν ὑπελείπετο δὲ παρὰ μία ἐλαφρὰ ὤθησις, ἵνα ἡ Χώρα εὑρεθῇ ἐντὸς τῆς ἀβύσσου. Καὶ ἡ ὤθησις αὐτὴ θὰ ἐδίδετο διὰ τῆς ἐκρήξεως ἁπλῶς, ἑνὸς νέου στρατιωτικοῦ κινήματος, ἀνεξαρτήτως ἐπικρατήσεως αὐτοῦ. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἔχοντα ὑπ’ ὄψει των τὰ ὠργανωμένα πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας, παρὰ τὰς ὀξείας καὶ βαθείας ἀντιθέσεις αἵτινες ἐχώριζον αὐτά, δὲν ἐδίστασαν μετεκλογικῶς νὰ συνομολογήσουν πρὸς ἄλληλα, οὕτως εἰπεῖν, μίαν ἀνακωχὴν καὶ νὰ συμπήξωσι τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Χώραν διὰ τῆς ἑνώσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὁλοκλήρου, ἀπὸ τὰ διάφορα στρατιωτικὰ κινήματα, ταὐτοχρόνως δὲ ἐπιληφθῇ τῆς θεραπείας τῶν διαφόρων ἀναγκῶν, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν μεταπολεμικῶς καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐπελθούσης μεγάλης οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀσφαλείας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐνήργει ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου νόμου ἔχουσα ὑπονοίας ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα συνεδέοντο μὲ τὸν τέως δικτάτορα, συνελάμβανε αὐτὰ καὶ δι’ ἀποφάσεων, ἃς ἐξέδιδεν αὕτη ἀπήλαυνε ταῦτα εἰς τὰς διαφόρους νήσους. Μολονότι ἡ κοινὴ γνώμη εἶχεν ἀπαυδήσει, λέγω, ἀπὸ τὰ κινήματα, καὶ εἶχεν ἀπαυδήσει δικαίως, ἐν τούτοις ἡ κοινὴ γνώμη ἐδοκίμαζεν πάλιν μίαν μικρὰν δυσφορίαν διὰ τὸ μέτρον τοῦτο τῶν ἀπελάσεων, πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔχει ὑπόπτως καί, διότι τὸ μέτρον ἐνέχει κάτι τι τὸ αὐθαίρετον καὶ διότι τοῦ μέτρου τούτου μεγάλη κατάχρησις ἐγένετο εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν. Οὕτω εἶχεν ἡ κατάστασις, κ. Βουλευταί, ὅτε ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἔχουσα ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῖς ὡρισμένα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συνίστων τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένας ἐνδείξεις πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα συνδεόμενα πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ τέως δικτάτορος, ἐστράφη μετὰ ἐπιμελείας ἀξιεπαίνου καὶ ταχύτητος ἀξιοθαυμάστου, συνέλαβε τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα πρόσωπα τὰ ὁποῖα καὶ ἐνεκλείσθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ τοιουτοτρόπως ἐξησφάλισε τὴν ἔννομον τάξιν ἐπὸ τοῦ σοβαρώτατα ἀπειλήσαντος αὐτὴν στρατιωτικοῦ κινήματος. Μεταξὺ ὅμως τῶν συλληφθέντων ἦτο καὶ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἀπήλαυεν ἰδιαζούσης δωσιδικίας καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις θὰ μετεφέρετο ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταί, τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ἡμέραν Σάββατον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι χρονολογικῶς καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τοῦ προσώπου τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀνακριτοῦ. Ἐμάνθανον, ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ Ἐφέτης κ. Ζῆλος, ὁ ὁποῖος ὅμως πρὸ μηνὸς εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν καθηκόντων του τῶν ἀνακριτικῶν. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν μιᾶς τοιαύτης ὑποθέσεως μὲ ἕνα ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος εἶχε ζητήσει ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν του καθηκόντων διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς ἢ λόγους ὑγείας, ὡς ἔλεγεν. Ἐζήτησα πληροφορίας ἑπομένως περὶ τοῦ καταλλήλου Ἐφέτου πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ καὶ αἱ ὑπηρεσιακαὶ πληροφορίαι συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἐφέτου κ. Μπαγιώργα, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο ἐπερωτήσεων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον ὑμᾶς, ἵνα κάμω μίαν παρέκβασιν καὶ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ Ἀντεισαγγελέως Μπουροπούλου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ κατωτέρω θὰ ἐπανέλθω διὰ μακρῶν. Τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν διηύθυνε τότε ὁ ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπουσίαζε διὰ τὴν ἐτησίαν ἐπιθεώρησιν τῶν διαφόρων δικαστικῶν γραφείων. Ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ τῷ εἶπον νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Παγκαλικῶν. Ἀπεδέχθη τὴν ἐντολὴν μετὰ πολλῆς προθυμίας οὗτος καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ παρακολουθήσῃ αὐτὴν μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς. Τὴν Δευτέραν ἐκάλεσα εἰς τὸ γραφεῖον, μὲ τὸν ἀνακριτὴν κ. Μπαγιώργαν, τὸν Ἀντεισαγγελέα Μπουρόπουλον, τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Κιουρτσάκην καὶ τὸν ἀνακριτὴν κ. Λαμπρίαν, ἵνα φέρω αὐτοὺς εἰς μίαν ἐπαφήν, ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀνωμαλία τις κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐμάνθανον ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ ἐκηρύσσετο ἀναρμόδιον καὶ θὰ μετεβιβάζετο ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Τὴν προσεχῆ Τρίτην ἢ Τετάρτην τὸ πολύ, ἔλεγον εἰς τὸν κ. Μπαγιώργαν ἀμέσως τότε, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι ἀνακριτὴς τῆς ὑποθέσεως, διότι τὸ σχετικὸν Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ του, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τὴν ἰδικήν μου, εὑρίσκετο εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Τὴν στιγμὴν δὲ ἐκείνην ἀκριβῶς ἐπληροφορούμην ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ Ὑπουργείου μου, πληροφορηθέντα τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ὅτι τὸ σχετικὸν φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἐδημοσιεύθη, ἐκυκλοφόρησε καὶ ἐλαμβάνομεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ὁ Ἐφέτης Μπαγιώργας ὅθεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο ὁ ἀνακριτὴς καὶ ἐλάμβανε τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὅπως ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς ἰδίας ἡμέρας λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας καὶ ἐν συμφωνῇ μὲ τὰς παρὰ Πλημμελειοδίκαις ἀρχὰς νὰ ἐκδώσῃ τὰ πολιτικὰ ἐντάλματα συλλήψεως, ἵνα μὴ παρουσιασθῇ ἡ ἀνωμαλία, κηρυσσομένου ἀναρμοδίου τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ καταργουμένης τῆς λαβούσης χώραν δικαιοδοσίας, ἀπολυθῶσι δὲ οἱ συλληφθέντες, ὁπότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν νέαι συλλήψεις, θὰ ἐδυσχεραίνετο προφανῶς τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, λόγῳ δὲ τῆς φύσεως τοῦ ἀδικήματος θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον ἂν ἦτο ὥριμον καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, τὸ κίνημα νὰ ἐξερρηγνύετο κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὁπότε οὔτε οἱ ἐπερωτῶντες, οὔτε ὁ ἐπερωτώμενος θ’ ἀπησχόλουν σήμερον τὴν Βουλήν. Μετὰ τὰς δοθείσας ὁδηγίας μου ἀπεχώρησαν ἐκ τοῦ γραφείου μου οἱ τέσσαρες δικαστικοὶ καὶ ἀνέμενον ὅτι ἡ ἀνάκρισις θὰ ἐβάδιζεν ὁμαλῶς τὸν δρόμον της, χωρὶς νὰ παρουσιάσῃ καμμίαν δυσκολίαν. Αἴφνης τὴν Τετάρτην τὸ ἀπόγευμα τῆς τῆς 5ης Ὀκτωβρίου λαμβάνω τὴν πληροφορίαν τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἀνακριτὴς εἶναι ὁ Ἐφέτης Ζῆλος, Εἰσαγγελεὺς δὲ ὁ κ. Πίκουλας. Ἐνόμισα, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συνήθους δημοσιογραφικοῦ λάθους καὶ ἑπομένως δὲν ἔδωκα τὴν δέουσαν προσοχήν, ἀλλὰ τὴν ἑπομένην, 6 Ὀκτωβρίου, αἱ ἐφημερίδες ἐπανελάμβανον τὰ ἴδια πράγματα, ὁπότε ἠναγκάσθην νὰ ἐξακριβώσω διὰ τίνα λόγον εἶναι ἀνακριτὴς ὁ Ἐφέτης Ζῆλος, ἐνῷ τοιοῦτος ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Ἐφέτης Μπαγιώργας, καὶ ποῦ νὰ ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ὑφιστάμην ἔλεγχον διατί ν’ ἀντικαταστήσω τὸν Μπαγιώργαν, ἐνῷ τόσας προσπαθείας κατέβαλον νὰ εἶναι ἀνακριτὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὁ Μπαγιώργας. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐνόμισα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἴδω πότε ἀνεχώρησεν ὁ κλητὴρ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μετέφερε τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ του εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ἐκάλεσα, λοιπόν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν μου τὸν τμηματάρχην τῆς διεκπεραιώσεως καὶ τὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος μετέφερε τὸ ἔγγραφον, τὸν Εἰσαγγελέα κ. Συφᾶκον, εὑρισκόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ καὶ ὁ ὁποῖος ἤνοιξε τὸ ἔγγραφον, καὶ τὸν γραμματέα τῆς Εἰσαγγελίας διὰ νὰ ἐξακριβώσω ποῦ ὠφείλετο ἡ βραδύτης αὐτή. Τί ἔμαθον; Ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶχε φύγει τὸ ἀπόγευμα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τῆς παρελθούσης Τρίτης 4 Ὀκτωβρίου, ὅτι ὁ κλητὴρ μετέβη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, ὅτι ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν ἦτο κλειστὴ καὶ ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν Τετάρτην, τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν, τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἐφέτου κ. Μπαγιώργα ὡς ἀνακριτοῦ ἦτο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Σημειώσατε, ὅτι μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς δὲν εἶχε κηρυχθῇ ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς Μπαγιώργας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτὴν δὲν ἐνεφανίσθη οὐδαμοῦ, οὐδὲ τὴν Δευτέραν τὸ ἀπόγευμα μετέβη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν δοθεῖσαν ἐν τῷ γραφείῳ μου, οὐδὲ τὴν Τρίτην ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, οὐδὲ τὴν Τετάρτην ἐνεφανίσθη ἐκεῖ, οὐδ’ ἀνησύχησε κἂν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ του, ἐνῷ ἔπρεπε καὶ μόνος του, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως, νὰ παρακολουθῇ αὐτὴν ὡς καὶ τὴν νομιμοποίησίν του ὡς ἀνακριτοῦ. Ἐτέλουν πλέον ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ ἔντιμος ὄντως αὐτὸς δικαστικὸς δὲν εἶχε πλέον διάθεσιν, ἄγνωστον διὰ τίνας λόγους, διὰ νὰ ἀναλάβῃ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ ἑπομένως, νομίζων ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ μία τοιαύτη κολοσσιαία ὑπόθεσις μὲ ἀνακριτήν, μὴ ἔχοντα καμμίαν ὄρεξιν, μὴ ἐπιδεχομένων δὲ τῶν πραγμάτων καὶ καμμίαν ἀναβολήν, οὐδὲ χρονοτριβὴν κἂν λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος αὐτῶν, ἠναγκάσθην νὰ προκαλέσω τὸν διορισμὸν ἄλλου ἀνακριτοῦ καὶ ἀπήλλαξα οὕτω τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων τὸν Ἐφέτην Μπαγιώργαν. Τί τὸ ἐπιλήψιμον εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διώρισα τὸν κ. Μπαγιώργαν, ὡς ἀνακριτήν, πρὸ 4 ἡμερῶν, ἔχων τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκλεκτοῦ δικαστοῦ; Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐξετέλεσε μίαν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τόσον σοβαρᾶς καὶ ἐπειγούσης φύσεως ὑποθέσεως, ὑποθέσεως ἡ ὁποία ἠπείλει αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς ὑποστάσεως τοῦ Κράτους, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶχα καιρὸν νὰ ἐξακριβώσω, ὅταν οὐδὲ τὴν Τρίτην, οὐδὲ τὴν Τετάρτην δὲν ἐνεφανίσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τί γίνεται τέλος πάντων ὁ διορισμός μου, ἂν καὶ τοῦ ἦτο ἐντελῶς περιττός, διότι ὁ διορισμός του εἶχε κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸν πλέον ἐπίσημον τρόπον, ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν οὕτω καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν ἄλλου. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἁπλῆς κοινῆς ποινικῆς ὑποθέσεως ἐπαναλαμβάνω.
§73Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Μπαγιώργας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ καθήκοντα ἀνακριτοῦ προτοῦ τῷ κοινοποιηθῇ ὁ διορισμός. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δικαστοῦ, ἤθους καὶ χαρακτῆρος.
§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐξῆρον ἐγὼ τὸ ἦθος του καὶ τὸν χαρακτῆρα του, ἀλλὰ λέγω τοῦτο: ὅτι καίτοι εἶχεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, οὐδὲν ἔπραξε. Τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Ὁ διορισμός του ἤθελε φθάσει ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνήργει ἐπισήμως ἀνακριτικὰ καθήκοντα καὶ ὅπως τῷ ὄντι ἔφθασε παρ’ ὅλην τὴν βραδύτητα ἐν τῇ διεκπεραιώσει, δύ’ ὥρας πρὶν κηρυχθῇ ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὥστε, ἂν εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς δικογραφίας, ὅσα ἐνετάλη ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤσκει ἐπισήμως —τὸ ἀπόγευμα δηλ. τῆς 4ης 5 Ὀκτωβρίου —τὰ ἀνακριτικά του καθήκοντα, θὰ ἦτο ἀνακριτὴς καὶ οὐσίᾳ καὶ τύποις. Δὲν δικαιολογεῖται ὅθεν ὁ ἐν λόγῳ ἐφέτης ὀλιγωρήσας καὶ ἔπρεπε νὰ ἀντικατασταθῇ χωρὶς εἰς τοῦτο νὰ συνετέλεσε ποσῶς ἡ πληροφορία, ἣν ἐλάμβανον ὑπηρεσιακῶς, ὅτι ὁ Ἐφέτης Μπαγιώργας ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ὅπερ πάντες ἐπιδιώκουσιν, οὐχὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Α. Δ. Συμβουλίου, ἀλλὰ διατάγματος τοῦ ἐπὶ Δικτατορίας ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε οὐδόλως εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ ἐν λόγῳ ἐφέτης μὴ ἀναλαβὼν τὰ ἀνακριτικά του καθήκοντα, διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος τοῦ εἶπον ἐπισήμως: εἶσθε ἀνακριτὴς ἀπὸ τῆς Δευτέρας τὸ ἀπόγευμα, ὅτι τὸ διάταγμα φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅτι φέρει τὴν ἰδικήν μου, ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι ἐκυκλοφόρησε τὸ φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι ἐλαμβάνομεν τηλεφωνικῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ τὸν ἀριθμὸν φύλλου.
§75Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Τί ἄλλο θέλετε;
§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι οἱ ἀνώτεροι σπεύδουν νὰ λάβωσι γνῶσιν, ὅταν εὑρίσκεται ἡ δικογραφία εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον διὰ νὰ ἴδουν ἐὰν συμφωνοῦν μὲ τοὺς συναδέλφους των παρὰ τοῖς Πλημμελειοδίκαις, διότι ἐὰν κηρυχθῇ ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον, γνωρίζετε ὅτι καταστρέφεται ὅλη ἡ διαδικασία καὶ ἑπομένως οἱ κρατούμενοι πρέπει νὰ ἀπολυθοῦν. Δὲν εἴχομεν ἐδῶ κανένα σύνηθες ἀδίκημα οὔτε καμμίαν ζωοκλοπήν, οὐδὲ καμμίαν ὑπεξαίρεσιν, οὔτε καμμίαν ἀνθρωποκτονίαν· εἴχομεν ἕνα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἠπείλει αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννομον τάξιν, αὐτὴν τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Ἐὰν αἰφνιδίως ἐξερρηγνύετο τὸ κίνημα τοῦ δικτάτορος, τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ τότε; Νὰ ἴδωμεν μήπως παρεβιάσθη κανεὶς ἐκ τῶν δικονομικῶν τύπων; Ἄλλως τε εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ δικτάτωρ μᾶς εἶχε συνειθίσει μὲ κινήματα ἰδίου τύπου, τὰ ὁποῖα διωργάνωνε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ διαλαλῶνται διὰ τῶν ἐφημερίδων, καθὼς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὁ ἴδιος ὁ δικτάτωρ —ἐνθυμοῦμαι— κατὰ τὸ κίνημα τοῦ 1925 ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Μιχαλακόπουλον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ κίνημα. Εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς τὴν ἑσπέραν τοῦ κινήματος διεδίδετο, ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην θὰ ἐγίνετο κίνημα. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐφημερίδες τὸ ἀνέγραφον καὶ οὐδεὶς ἔδωσε καμμίαν πίστιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιοῦτον κίνημα, ἀφοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον διελαλεῖτο. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἐξερράγη τὴν ἰδίαν ἑσπέραν. Τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἐπεκράτησε, τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἐνεφανίσθη καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς Κυβέρνησις νόμιμος τῆς Χώρας, ἡ ὁποία περιβληθεῖσα τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν κατεβασάνισε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἐν συνεχείᾳ ἐπὶ 14 ὁλοκλήρους μῆνας καὶ εἶναι γνωστὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δικτατορικῆς περιόδου καὶ μὲ τὰ ὁποῖα θ’ ἀπασχοληθῇ λίαν προσεχῶς ἡ Βουλή. Δὲν ἀπεκλείετο, λοιπόν, ἡ πιθανότης νὰ εἴχομεν πάλιν τοιοῦτον κίνημα ἐκ μέρους τοῦ Παγκάλου, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ μὴ ἐπεκράτει, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ διεσάλευεν ἐπικινδύνως τὴν ἔννομον τάξιν, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἴχομεν ἀνάγκην ἀπολύτου ἡσυχίας, διότι ζωτικώτατα συμφέροντα ἡμῶν ἦσαν ἔκθετα πρὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Γενεύης καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ παντὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφέρεται. Βεβαίως παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχὴ ἐκείνη καὶ δὲν τελοῦμεν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγεννῶντο τότε. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅμως, κ. Βουλευταί, ὅτι θὰ ἠθελήσωμεν νὰ μεταστῶμεν νοερῶς εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἐνθυμηθῆτε πάντες τί ἀνησυχίαν εἶχεν ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐκ τῶν διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἀθρόαι καὶ πυκναὶ ἐκυκλοφόρουν, ὅτι τὸ κίνημα ἐκεῖνο ἦτο ἐπὶ θύραις. Τὸ κίνημα ἐκεῖνο, κτυπηθὲν ἐπικαίρως καὶ προσηκόντως χάρις εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, βεβαίως ἀπέτυχεν ἢ μᾶλλον προελήφθη, καὶ προελήφθη, ἐπαναλαμβάνω, χάρις εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ συλλάβῃ, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔχον διοργανωθῇ στρατιωτικὸν κίνημα, τοὺς ἐνέκλεισεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐξησφάλισε καθ’ ὃν τρόπον ἐξησφάλισε τὴν ἔννομον τάξιν. Καὶ μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ἐφέτην Μπαγιώργαν, ἔρχομαι, κ. βουλευταί, εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Μπουρόπουλον, ἀποτελοῦντα ὡς γνωστὸν τὸ περιεχόμενον τῆς τρίτης ἐπερωτήσεως.
§77Π. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέπεται μίαν διακοπήν;
§78Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Μάλιστα.
§79Π. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Μπαγιώργας δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς δικογραφίας, διότι εἶχε δημοσιευθῇ τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε κηρυχθῆ ἀναρμόδιον. Πότε ἐδημοσιεύθη; Εἶχε δημοσιευθῇ τὴν Τετάρτην τὸ πρωΐ.
§80Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν Τετάρτην εἰς τὰς 10 καὶ 30′.
§81Π. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Ὥστε, πῶς εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ πάῃ ὁ Μπαγιώργας τὴν Δευτέραν τὸ βράδυ νὰ ἀναλάβῃ τὴν δικογραφίαν;
§82Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀφήσατε τοὺς τύπους καὶ ἐμβᾶτε εἰς τὴν οὐσίαν.
§83Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἀπορῶ κ. Ἀλεξιάδη, διότι σεῖς κάμετε τὴν διακοπὴν αὐτήν; Ἐὰν ἄλλος, μὴ δικηγόρος, μοὶ ἔκαμνε αὐτὴν τὴν διακοπήν, δὲν θὰ ἠπόρουν. Ἀλλά, σεῖς νομικὸς καὶ δικηγόρος δόκιμος νὰ μοὶ λέγετε, ὅτι πῶς θὰ ἐπήγαινεν ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς ἢ ἀνακριτὴς ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ κηρυχθῇ ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον; Μοὶ ἐμποιεῖ κατάπληξιν ἡ διακοπή σας καὶ ἡ ἀπορία σας.
§84Π. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα. Μόνον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀσκεῖ ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ἀρχῶν. Ὁ Μπαγιώργας δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα οὐδὲ νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν.
§85Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). — Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ἀντισαγγελέα Ἐφετῶν κ. Μπουρόπουλον. Τὸν ἐν λόγῳ Ἀντεισαγγελέα, γείτονά μου ἄλλως τε, διότι κατάγεται ἐξ Ἄργους, δὲν ἐγνώρισα τὸ πρῶτον ὅτε ἀνέλαβα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγνώριζα αὐτὸν καὶ πρότερον καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ πολὺ πρότερον ὅτε ἀκόμη ὑπηρέτει οὗτος ὡς ὑπαξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἔφυγε διότι βραδέως συνετελοῦντο αἱ προαγωγαὶ τότε εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ οὕτω ἐστερήθη ἡ Χωροφυλακὴ ἑνὸς ἐπιλέκτου ἀξιωματικοῦ, οἷος θὰ ἦτο ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Μπουρόπουλος. Εἰσῆλθεν ἀμέσως εἰς τοὺς κόλπους τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπήλαυσεν ἐκτιμήσεως ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς παρ’ ὅλων, καὶ παρ’ ἐμοῦ, ἀκόμη δὲ καὶ τώρα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα αὐτοῦ εἰς ἃ ὑπέπεσε κατὰ τὴν συγκεκριμένην περίοδον, δὲν εἶναι ξένος πάσης συμπαθείας μου. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία, εἰς μίαν κρισιμωτάτην περίοδον ἐζήτησε τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ καὶ οὗτος πλημμελῶς, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι μεῖζον, τὰς παρέσχεν, ὑπάρχει διαφορὰ καὶ μεγάλη μάλιστα. Εἰς τὸν Μπουρόπουλον ἐδόθη ῥητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ἐντολὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως παραδώσῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν εἰς ἄλλον Ἀντεισαγγελέα, αὐτὸς δὲ ἐν στενωτάτῃ ἐπαφῇ μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ Μπαγιώργα καὶ οὐχὶ τοῦ Ζήλου, τονίζω καὶ ὑπογραμμίζω τοῦτο, νὰ παρακολουθήσουν τὴν ὄντως σοβαρὰν ὑπόθεσιν τῆς Παγκαλικῆς συνωμοσίας. Ἀντὶ τούτου, τί ἔπραξεν ὁ Μπουρόπουλος; Δίδει ἐντολὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, εἰς ἕτερον Ἀντεισαγγελέα, τὸν κ. Συφᾶκον, παρὰ τὴν ῥητὴν διαταγήν μου, καὶ τοῦ παραγγέλλει νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ προβῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀδικήματος χωρὶς νὰ τοῦ εἴπῃ ταυτοχρόνως καὶ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἀνακριτὴς δὲν εἶναι πλέον ὁ Ζῆλος, ἀλλὰ ὁ Μπαγιώργας, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἀνακριτὴς παρ’ Ἐφέταις ἦτο ὁ Μπαγιώργας, καὶ τὸ ἐγνώριζε, διότι ἐνώπιον αὐτοῦ εἶπον εἰς τὸν κ. Μπαγιώργαν τὸ ἀπόγευμα τῆς Δευτέρας 3 Ὀκτωβρίου, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο παρ’ Ἐφέταις ἀνακριτὴς εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Ζήλου αἰτήσαντος τὴν ἀπαλλαγήν του διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς καὶ διὰ λόγους ὑγιείας. Βεβαίως κατὰ ταῦτα, παρεβίασεν ἐντολήν μου ὁ Μπουρόπουλος εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον εἴπει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θὰ ἠσχολεῖτο μὲ ἄλλην ὑπόθεσιν, παρὰ μόνον μὲ τὴν δίωξιν τῆς Παγκαλικῆς συνωμοσίας, ἑπομένως δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς ἄλλον παραγγελίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ μὴ ἀναφέρῃ, ὅτι ἀνακριτὴς εἶναι ὁ Μπαγιώργας. Δεδομένου δέ, ὅτι διετρέχομεν μίαν ἐξαιρετικῶς ὕποπτον ἐποχήν, εἷς ἄλλος Ὑπουργός, θερμότερος ἐμοῦ, ἴσως προέβαινε καὶ εἰς ἄλλην ἐνέργειαν.
§86Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶχε πάει τὸ ἔγγραφον τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Ζήλου;
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἐφέτου Μπαγιώργα ἔφθασεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τὴν 8½ τῆς Τετάρτης 5 Ὀκτωβρίου καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον, εἰς τὰς 10 π. μ. τῆς ἰδίας ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁ Μπουρόπουλος ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διατί δὲν ἔφθασεν εἰσέτι τὸ σχετικὸν ἔγγραφον ἢ καὶ νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ ὅλας τὰς ἡμέρας ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ἴδιος διὰ διαφόρους ὑπηρεσίας. Αὐτὸ θὰ ἔπραττε πᾶς τις ἔχων κἄποιο ἐνδιαφέρον, πολὺ μᾶλλον ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ μίαν τοιαύτης φύσεως ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεδήλου τὴν ἐπιθυμίαν του ὁ Ὑπουργὸς ὅπως τὴν ἀνάκρισιν ἐνεργήσῃ ὁ Ἐφέτης Μπαγιώργας καὶ ὄχι ὁ Ζῆλος. Αὐτὴν τὴν ἀμέλειαν κατέγνωσα εἰς τὸν ἐν λόγῳ Ἀντεισαγγελέα.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐστάλη τὸ ἔγγραφον, πῶς τοῦ καταλογίζετε ῥαθυμίαν;
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν μὲ παρακολουθεῖτε. Γνωρίζετε, καὶ εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἐκάλεσα τὸν Μπουρόπουλον καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι ἀνακριτὴς εἶναι ὁ Μπαγιώργας καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τι παρὰ νὰ φθάσῃ ὁ διορισμός του ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἡ κοινοποίησις εἶχε γίνει κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ διαπιστώνετε τοιαύτας ἰδέας ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι τοῦ εἶπον ἔκανα κλπ. Δὲν ἔχετε οὐδὲν δικαίωμα νὰ λέγετε τοιαῦτα. Εἴχατε τὴν ὑπηρεσίαν σας, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ σπεύσῃ νὰ κοινοποιήσῃ τὸ ἔγγραφον.
§91Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε ἐλέγχετε καὶ ὑμεῖς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεβίασε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, διότι ἔλαβε πρόνοιαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ ἑνὸς ἐγκλήματος τὸ ὁποῖον θὰ ἠπείλει σοβαρῶς τὴν ἔννομον τάξιν; Λυποῦμαι σφόδρα, διὰ τὴν τοιαύτην σας ἀντίληψιν. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ συγχαρῆτε τὸν Ὑπουργὸν τοιαῦτα μέτρα λαβόντα ὑπὲρ τῆς τάξεως, διότι, ἂν ἀνέμενον νὰ γίνουν οἱ τύποι, τὸ κίνημα θὰ ἐξερρηγνύετο καὶ τότε... Οὐδένα τύπον, παρεβίασα, κύριοι βουλευταί, καὶ νομίζω, ὅτι ἐνήργησα ἐντὸς τοῦ νόμου. Καὶ οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐσκαμμένα θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑπερβῶ ἐπὶ τῇ τάσει τῆς πολιτικῆς μου εὐθύνης, ἣν τόσον εὐθαρσῶς ἀλλὰ καὶ τόσον εὐχαρίστως δίδω σήμερον. Ἀρκεῖ νὰ ἐξησφάλιζον τὴν ἔννομον τάξιν ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ λάβωσιν χώραν διὰ τῆς ἐκρήξεως ἑνὸς νέου στρατιωτικοῦ κινήματος.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶσθε ἀξιέπαινος διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβατε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ κατηγορήσητε δικαστικούς, διότι δὲν ἦλθον εἰς τὸ γραφεῖόν σας νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου. Λέγετε ὅτι ἐγνώριζον τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν εἴχατε λάβει, ἀλλ’ ἐὰν σεῖς ἐφρονεῖτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλετε τὴν ἀπόφασίν σας, τί ἔπρεπε νὰ κάμουν αὐτοί;
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Φρονεῖτε, ὅτι δικαιολογοῦμαι ταύτην τὴν στιγμήν; Ἐγὼ δίδω ἐξηγήσεις, δὲν παρίσταται δὲ οὐδεμία ἀνάγκη νὰ δικαιολογηθῶ, διότι ὅ,τι ἔπραξα, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ἡσυχίαν τῆς Χώρας καὶ εἶχον ὑποχρέωσιν βεβαίως νὰ κάμω τοῦτο. Ὅταν, λοιπόν, ἐκάλεσα τὴν πρωΐαν τῆς Πέμπτης 6 Ὀκτωβρίου τὸν Συφᾶκον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως πολλῆς ἤκουσα, ὅτι εἶχε δώσει εἰς αὐτὸν παραγγελίαν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος, νὰ δώσῃ οὗτος τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀδικήματος. Ἀλλ’ ἠσθάνθην ἔτι μεγαλειτέραν ἔκπληξιν, ὅταν ἤκουσα νὰ μοῦ λέγῃ, ὅτι δὲν τοῦ ὡμίλησε κἂν περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐνῷ ὁ διορισμὸς ὡς εἴπαμεν καὶ ἡ κοινοποίησις τοῦ Μπαγιώργα εἶχον γίνει μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον παρόντος καὶ τοῦ Ἀντεισαγγελέως Μπουροπούλου καὶ ἐξ ἄλλων δικαστικῶν. Ἀμέσως ἐκάλεσα τὸν κ. Μπουρόπουλον καὶ τοῦ λέγω, διατί ἀνεθέσατε εἰς τὸν Σκυφάκον νὰ ἐνεργήσῃ σχετικῶς μὲ τὰ Παγκαλικά; Μοῦ ἀπαντᾷ, διότι ἐγὼ ἤμην ἀπησχολημένος. Καὶ τοῦ λέγω: ἐγὼ σᾶς εἶπον νὰ μὴ εἶσθε ἀπησχολημένος μὲ καμμίαν ἀπολύτως ἀσχολίαν Ἠδύνασθε ν’ ἀναθέσετε, ἢ μᾶλλον εἴχατε ὑποχρέωσιν κατόπιν τῆς ρητῆς ἐντολῆς μου ν’ ἀναθέσετε εἰς ἄλλον Ἀντεισαγγελέα πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ σεῖς νὰ ἀπασχοληθῆτε μόνον μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Παγκαλικῆς συνωμοσίας. Δὲν ἠκούσατε καὶ σεῖς, τοῦ λέγω, ὅτι τὴν Δευτέραν τὸ ἀπόγευμα θὰ ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ὁ διορισμὸς τοῦ νέου ἀνακριτοῦ καὶ θὰ ἐκοινοποιεῖτο εἰς αὐτὸν τὴν Τρίτην; Καὶ πράγματι τὴν Τρίτην ἔφθασε τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ ὁ κλητὴρ εὑρὼν τὴν Εἰσαγγελίαν κλειστὴν τὸ ἐπῆγε τὴν Τετάρτην, ἑπομένως ὅτι, καὶ ἂν ἐνήργει ὁ ἀνακριτὴς Μπαγιώργας θὰ τὸ ἐνήργει νομίμως, διότι ἀπὸ τὰς 8½ τῆς Τετάρτης 5 Ὀκτωβρίου τύποις καὶ οὐσίᾳ ἀνακριτὴς ἦτο ἐκεῖνος. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμεν ἐξαιρετικήν, ἰδικιτέραν ἐντύπωσιν, ἦτο τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος δὲν παρεβίασε μόνον τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀναθέσας εἰς ἄλλον Ἀντεισαγγελέα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Παγκαλικῆς κινήσεως, ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν εἶπεν εἰς αὐτὸν κἂν οὐδ’ ὑπαινιγμὸν ἁπλοῦν ἔκαμεν, ὅτι ἀνακριτὴς εἶναι ὁ Μπαγιώργας καὶ ὄχι ὁ Ζῆλος (Θὰ δοκιμάσετε δὲ ἔκπληξιν πολὺ μεγαλυτέραν, Κύριοι Βουλευταί, ὅταν μάθετε, ὅτι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος, ὄχι μόνον δὲν ἀνέθηκεν εἰς ἄλλον Ἀντεισαγγελέα νὰ κάμῃ τὴν παραγγελίαν, ὄχι μόνον δὲν ὡμίλησε πρὸς αὐτὸν κἂν περὶ Μπαγιώργα, ὡς ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ ὅτι τὴν σπουδαιοτέραν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἡμέρα εἶναι ἡ Τετάρτη 5 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς παρὰ Πλημμελειοδίκαις ὁ ἴδιος ἔφερε τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν, λόγῳ τῆς σοβαρότητος αὐτῆς καὶ τῆς ἄκρας συναισθήσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ὡς Εἰσαγγελέως, ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος τὴν ἡμέραν αὐτήν, τῆς κρίσεως τῆς ὑποθέσεως, λέγω, ἐξαφανίζεται ἐντελῶς. Ποῦ ἤσουν, τὸν ἐρωτῶ, τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μοῦ ἀπαντᾷ. Τί ἐκάμνετε; Μὲ ἐκάλεσε, λέγει, ὁ Γεν. Γραμματεὺς διὰ νὰ παραστῶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ εἴπῃς εἰς τὸν Γεν. Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἔχεις ἐντολὴν εἰδικὴν καὶ δὲν ἠδύνασο νὰ παραστῇς, νὰ στείλῃς δὲ ἀμέσως ἕνα ἐκ τῶν ἄλλων Ἀντεισαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ἀνιῶσι διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐργασίας ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ Ἐφετῶν, ἵνα παραστῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων; Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τὸ ἀπόγευμα ποῦ ἤσουν, εὐλογημένε; Μοὶ ἀπαντᾷ—ἀκούσατε, Κύριοι, ἀκούσατε—μοὶ ἀπαντᾷ ἀφελῶς, ὅτι ἦτο κακοδιάθετος. Ἀντιλαμβάνεσθε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, κ. Βουλευταί, νὰ εἶναι ἓν κίνημα στρατιωτικὸν ἐπὶ θύραις, νὰ ἔχῃ διαταχθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ παρακολουθῇ τὴν ὑπόθεσιν καὶ μόνην αὐτήν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν σπουδαιοτέραν ἡμέραν, τὴν Τετάρτην, νὰ λέγῃ, ὅτι τὴν μὲν πρωΐαν ἔλαβε μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων καὶ τὸ ἀπόγευμα ἦτο κακοδιάθετος. Ποσάκις οἱ δικασταί, ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἐπὶ ὑποθέσεως οὐχὶ τοιαύτης κολοσσιαίας σοβαρότητος, παρακολουθοῦσιν αὐτὰς καὶ δὲν ἀπομακρύνονται τῶν γραφείων των, ὄχι ἐξ ἁπλῆς κακοδιαθεσίας, ἀλλὰ καὶ μὲ μεγάλον πυρετὸν καὶ μὲ ἐκδήλωσιν σοβαρωτάτης νόσου, διότι ἀντιλαμβάνονται, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτῶν θὰ εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ ἀνεπανορθώτῳ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ ὅλως τοὐναντίον μένουσιν εἰς τὸ γραφεῖον των καὶ δίδουσι τὰς σχετικὰς ὁδηγίας. Ἀλλὰ ὁ κ. Μπουρόπουλος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐνέργειαν, οὐδεμίαν ἤσκησεν ἐποπτείαν, καὶ θὰ μοῦ εἴπῃ τις, ὅτι διὰ τὰς παραλείψεις του ταύτας δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κριθῇ πειθαρχικῶς ἐλεγκτέος ὁ ἐν λόγῳ Ἀντεισαγγελεὺς καὶ νὰ τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς;
§94Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὸν ἔφερε τὸν Μπουρόπουλον ἐδῶ;
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν τὸν ἔφερεν ἡ δικτατορία τὸν Ἀντεισαγγελέα Μπουρόπουλον ἐδῶ. Ὑπηρέτει πολὺ πρὶν ἐνταῦθα. Τὸν Ἐφέτην ὅμως Ζῆλον μετέθεσεν ἐκ τοῦ Ἐφετείου Κομοτινῆς εἰς τὸ ὁποῖον τόσον δυσαρέστως ὑπηρετοῦσιν ἀτυχῶς οἱ δικασταί μας, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ Δικτατορίας, ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι ὅπως γνωρίζετε τὰ Συμβούλια ἐπὶ Δικτατορίας εἶχον ἀδρανήσει. Καὶ βέβαια, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ συνείδησιν, καίτοι ὅλοι εἴμεθα ἄνθρωποι πλήρεις ἀδυναμιῶν. Τὴν 10½ ἀκριβῶς τῆς 6ης Ὀκτωβρίου, λέγω εἰς τὸν Μπουρόπουλον, καλέσας αὐτὸν εἰς τὸ γραφεῖον μου· τέλος πάντων, ἀφοῦ ἀφίσατε τὸν Ζῆλον ἀνακριτήν, ἔστω ἦτο μία παράβασις, ἀλλὰ τέλος πάντων τοῦ λέγω, ἔλθετε τὸ βράδυ εἰς τὰς 6½ νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, διότι θὰ λάβω μέρος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ καταστήσω ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀπειλουμένου κινήματος. Ὁ Μπουρόπουλος δὲν μοῦ εἶπε τίποτε, ὅτι δηλαδὴ εἶχε γνῶσιν τῆς δικογραφίας, διότι ἄλλως θὰ τὸν ἠρώτων ποία ἦτο ἡ γνώμη του μέχρι τῆς 11ης δὲν ἦτο γνώστης τῆς δικογραφίας. Ἐγὼ τὴν 1ην μ. μ. μετέβην εἰς τὸ ξενοδοχεῖον διὰ νὰ γευματίσω, ὅπου βλέπω ὁμάδα δημοσιογράφων νὰ μοῦ λέγῃ: Κύριε Ὑπουργέ, τί γίνεται; Ἐδῶ ἀπελύθησαν οἱ Παγκαλικοί. Καίτοι τὸ πρᾶγμα μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν διὰ νὰ μὴ εἴπω κατάπληξιν, ἐτήρησα ἔναντι τῶν δημοσιογράφων ἀπόλυτον ψυχραιμίαν καὶ εἶπον, ἐὰν ἀπελύθησαν δὲν θὰ ὑφίσταται ἀδίκημα. Αὐτὸ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ μία βόμβα, ἡ ὁποία ἐξέσπασε διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν δικαστῶν, καὶ ἐνῶ εἶχον μίαν τρικυμίαν εἰς τὴν ψυχήν μου διὰ τὴν προφανῶς ἐσπευσμένην δικαστικὴν ἐνέργειαν, δὲν τὴν ἐξεδήλωσα ποσῶς καὶ ἀνέμενον τὴν ὥραν διὰ νὰ ἴδω τὸν Ζῆλον καὶ τὸν Μπουρόπουλον διὰ νὰ μάθω περὶ τῆς ὑποθέσεως. Εἰς τὰς 6½ μ. μ. ἦλθον εἰς τὸ Γραφεῖον μου. Τὸ θέαμα τῆς εἰσόδου των εἰς τὸ Γραφεῖον μου ἦτο, σἄν νὰ ἔβλεπε κανεὶς τεθλιμμένους συγγενεῖς παρακολουθοῦντας κηδείαν καὶ δικαιολογουμένους, διότι ὁλόκληρος ὁ ἀπογευματινὸς Τύπος εἶχεν ἐπιτεθῇ λαύρως ἐναντίον των. Τοὺς ἠρώτησα, προσπαθῶν νὰ τοὺς ἐνθαρρύνω, διότι ἦσαν ὄντως κατεπτοημένοι, πῶς πῆγεν ἡ ὑπόθεσις; Μοῦ ἀπήντησαν: —Ἔ... Ἄλλους κρατήσαμε, ἄλλους ἀπελύσαμε, Συμβιβασμένα δηλαδὴ πράγματα, λέγω, Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ μάθω εἶναι ἐὰν ὄντως ὑπάρχῃ ἀδίκημα συνωμοσίας ἢ μήπως πρόκειται μᾶλλον περὶ ἀερολογημάτων καὶ ὁμιλιῶν τῶν καφφενείων». Μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι ὄχι μόνον ὑφίσταται συνωμοσία, ἀλλὰ συνωμοσία τραγικῆς μορφῆς. Τοὺς λέγω, ὥστε ὑφίσταται συνωμοσία; Καὶ ἡ συνωμοσία, ὅπως τὴν χαρακτηρίζετε, εἶναι τραγικῆς μορφῆς; Ἡ συνωμοσία γίνεται ἐκ μέρους τῶν ὀπαδῶν τοῦ Παγκάλου ἢ ἄλλου τινός, δεδομένου, ὅτι ὑπῆρχον τότε καὶ ἄλλοι ἐπίδοξοι κινηματίαι; Ναί, μάλιστα, ἀπήντησαν καὶ οἱ δύο. Ὥστε παραδέχεσθε, ὅτι ἔχομεν συνωμοσίαν, ὅτι ἡ συνωμοσία αὐτὴ εἶναι τραγικῆς ὅπως λέγετε μορφῆς, ὅτι τὴν συνωμοσίαν αὐτὴν διοργάνωσαν ὀπαδοί του τέως Δικτάτορος, καὶ ἀπελύσατε ἐκείνους ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Παγκάλου, οἵτινες λόγῳ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ τοῦ κύρους αὐτῶν ἔν τε τῷ Στρατῷ τῆς Ξηρᾶς καὶ τῆς Θαλάσσης ἠδύναντο νὰ πραγματώσωσι τὸ κίνημα τῆς συνωμοσίας ἢ καὶ νὰ ἐπιχειρήσουν αὐτὸ καὶ ἐκρατήσατε ἕνα νεαρὸν δικηγόρον συμπολίτην μου, ἕνα χωροφύλακα, ἕνα ὁπλαρχηγὸν καὶ ἕνα ἰδιωτικὸν ὑπάλληλον; Αὐτοὶ φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἔκαμνον τὸ κίνημα; Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν κρίσιν σας. Ἐὰν ἐλέγατε πῶς δὲν ὑπάρχει συνωμοσία, θὰ εἶσθε ἐν ἀπολύτῳ τάξει οὕτω πράξαντες. Ἀλλὰ ὅταν ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἔχομεν συνωμοσίας καὶ ἀπολύετε τὸν Κολιαλέξην, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸ κίνημα εἰς τὰ 1924 ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος ἔκαμε κίνημα εἰς τὰ 1925 καὶ μᾶς ἐπέβαλε τὸν Πάγκαλον, κίνημα εἰς τὰ 1926 ὅτε ἀνετρέπετο ὁ Δικτάτωρ προσπαθῶν νὰ συναγείρῃ τὸν στόλον ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὸν ἀνατραπέντα Δικτάτορα καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ θρόνου του ὡς ἔλεγεν, ὅταν, λέγω, ἀπελύατε αὐτὸν καί τινας ἄλλους, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἐκρατήσατε ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐκρίνατε προφυλακιστέους. Ἂν ἀπὸ αὐτοὺς ἐπρόκειτο ν’ ἀνατραπῇ ἡ καθεστηκυῖα τάξις εὐρέτω. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐσπευσμένως ἐκρίνατε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; Ὁ Μπουρόπουλος μοῦ λέγει: ὄχι, ἐγὼ εἶχον διαβάσει τὴν δικογραφίαν. Μά, τοῦ λέγω, ἤλθατε εἰς τὰς 10½ καὶ ἀπεχωρήσατε εἰς τὰς 11, πότε ἐμελετήσατε τὴν δικογραφίαν; Ὅλοι ἔχομεν ποίαν τινα σχετικὴν πεῖραν τῆς μελέτης τῶν δικογραφιῶν, ἀλλὰ μία δικογραφία μὲ 30 μαρτυρικὰς καταθέσεις, μὲ 30 ἀστυνομικὰ βιβλιάρια παρακολουθήσεως ὑπόπτων προσώπων ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ κάπως περισσότερον ἐπισταμένως, ἐνῷ σεῖς, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐρρίψατε κἂν βλέμμα ἐπ’ αὐτῶν, ἐνῷ θὰ ἔπρεπεν ἑκάστη μαρτυρικὴ κατάθεσις νὰ μελετηθῇ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ 30 αὐτὰ ἀστυνομικὰ βιβλιάρια, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ὡρισμένα ἄτομα ἐνέχωνται ἢ δὲν ἐνέχωνται εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς συνωμοσίας· ὅταν κατὰ τοιοῦτον ἐπιπόλαιον τρόπον ἐμελετήσατε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ μάλιστα ὑπόθεσιν τοιαύτης σοβαρότητος, ἔχει δίκαιον ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ ἡμερήσιος τύπος νὰ ἐπιτίθεται καθ’ ἡμῶν. Καὶ σᾶς λέγω ἐπὶ πλέον καὶ κάτι ἄλλο· ὅτι εἶσθε καὶ ἀσυνεπεῖς πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, διότι μελετήσαντες πρὸ δύο ἡμερῶν τὴν δικογραφίαν, συνεφωνήσατε μετὰ τῶν παρὰ Πλημμελειοδίκαις συναδέλφων σας, ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα δέον νὰ συλληφθῶσι καὶ ἐξεδώκατε προηγουμένως τὰ σχετικὰ ἐντάλματα συλλήψεως, ἵνα μή, καταργουμένης τῆς διαδικασίας λόγῳ ἀναρμοδιότητος τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀπολυθῶσι ταῦτα, ἤδη πῶς, χωρὶς νὰ προστεθῇ νέον στοιχεῖον εἰς τὰ ἤδη γνωστά, διότι οἱ κατηγορούμενοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὰς ἀπολογίας των ἐνώπιον τοῦ παρὰ Πλημμελειοδίκαις ἀνακριτοῦ, πῶς, λέγω, ἐκρίνατε αὐτοὺς ἀποφυλακιστέους; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐσπεύσατε εἰς τὴν κρίσιν σας; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ κάμετε μίαν τυπικὴν τοὐλάχιστον διαφωνίαν, ὅπως συνήθως γίνεται, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ περιβληθῇ μὲ τὸ κῦρος ἑνὸς βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν; Καὶ χάριν τῶν συναδέλφων σας παρὰ Πλημμελειοδίκαις, δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία τυπικὴ διαφωνία, διὰ νὰ μὴ σημειωθῇ αὐτὴ ἡ τρομακτικὴ διαφορὰ ἀντιλήψεων μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐκείνων; Ἐννοεῖται, ὅτι ἤκουον αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοῖς ἔλεγον, ἔχοντες κύψει ἀμφότεροι τὴν κεφαλήν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ εἴπωσι μίαν λέξιν. Τὴν ἑπομένην, Κύριοι Βουλευταί, ὁ Τύπος ἐξηκολούθει νὰ γράφῃ ἐναντίον τῶν Δικαστῶν, ὅτι ἔσπευσαν εἰς τὴν ἐνέργειάν των ἐκείνην, ὅτι οἱ Δικασταὶ ἔγιναν ὑπολογισταί, ὅτι φοβοῦνται τὸν Πάγκαλον καὶ τὰ παρόμοια, ὅτε φθάνει εἰς τὸ γραφεῖον μου ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος καὶ μοῦ λέγει: Ἂν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην, κύριε Ὑπουργέ, εἰς ἐμέ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ζητήσω μίαν ἄδειαν καὶ νὰ ἀποχωρήσω. Ὄχι, τοῦ ἀπαντῶ, ἐξακολουθήσατε τὸ ἔργον σας. Κύριε Ὑπουργέ, μοῦ λέγει ὁ κ. Μπουρόπουλος, δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία διάψευσις; Τοῦ εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ πρῶτος ἐγὼ καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ὄχι βεβαίως χάριν τῶν δύο αὐτῶν δικαστῶν προσωπικῶς, ἀλλὰ χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ γοήτρου αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἐσπευσμένης ἐνεργείας τῶν δύο αὐτῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ὑπέστη σοβαρώτατον κλονισμόν. Ἔδωκα πράγματι ἐντολὴν νὰ γίνῃ σχετικὴ ἀνακοίνωσις εἰς τὸν Τύπον. Πάντα ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν, οὔτε προήρχοντο ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ δημοσιογράφος ὅμως τῶν χρονικῶν προσέθετε, «μολονότι ταῦτα εἶναι πάντα ἀληθῆ». Τοῦτο δὲν περιείχετο προφανῶς εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἄλλως, δὲν θὰ εἶχε κανένα λόγον ἡ ἀνακοίνωσις. Ἀλλὰ τὰς ἐκ μέρους τῶν δημοσιογράφων καλοπίστως γιγνομένας παρερμηνεύσεις καὶ τὰς προσθήκας γνωμῶν, τὰς ὁποίας ὅμως οὐδέποτε ἐξεστόμισεν ὁ εἰς ὃν ἀποδίδονται αὗται, δὲν τὰς γνωρίζετε; Τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ ἐν προκειμένῳ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Νὰ συλλάβῃ ἀπὸ τὸ ὠτίον τὸν Τύπον; Τοῦτο ἔδωσε τὴν εὔθετον εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Μπουρόπουλον νὰ ἐξέλθῃ ἀμέσως μὲ ἕνα ἀνακοινωθὲν τὴν Κυριακὴν ἀκριβῶς καὶ τοῦτο ἐγένετο σκοπίμως. Προσέξατε, διὰ νὰ ἴδητε καὶ ἐκτιμήσητε τὰ λεχθέντα, ἂν εἶχον πρόθεσιν νὰ μειώσουν τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ προκαλέσουν δυσμενῆ σχόλια τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος μάλιστα καὶ ἐχαρακτήρισε τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Μπουροπούλου ὡς διάψευσιν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Μπουρόπουλος διαψεύδων τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Θ. Τουρκοβασίλην». Εἶναι ἀνακοινωθὲν αὐτό; Εἶναι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας; Ἁπλούστατα εἶναι ἀνακοινωθὲν διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσμένειαν τῆς Κοινῆς Γνώμης.
§96Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀρχίζει οὕτω τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Μπουροπούλου. Τὸ ἀνακοινωθὲν εἶναι εἰς τὴν δικογραφίαν ἐν πρωτοτύπῳ καὶ αὐτὸ νὰ ἀναγνώσετε. Δὲν ἔχει τίτλον ὑβριστικόν.
§97Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγένετο καὶ τί ἐπετεύχθη δι’ αὐτοῦ; «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Μπουρόπουλος, διαψεύδων τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Θ. Τουρκοβασίλην.» Τὸ λέγει αὐτὸ προφανῶς διὰ νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ προκαλέσῃ δυσμένειαν τῆς κοινῆς γνώμης.
§98Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἀνακοινωθὲν εἶναι εὐπρεπέστατον.
§99Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας αὐτὴν λοιπόν, τὴν ἰδέαν ἔχετε περὶ εὐπρεπείας; Ὅταν τὸ εἶδον, κ. Βουλευταί, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐδοκίμασα αἴσθημα λύπης, ὄχι διὰ τὸ πρόσωπόν μου, διότι ἀδιαφορῶ διὰ τὰς ἐναντίον μου στρεφομένας ὕβρεις, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχωνται αὗται, ἀλλ’ ἐδοκίμασα αἴσθημα λύπης, διότι ἐκλονίζετο σοβαρῶς τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις ὑφίστατο μίαν πραγματικὴν μείωσιν καὶ ἐσταμάτησα, διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κατέλθω εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ νὰ δημοσιεύσω εἰς τὰς ἐφημερίδας, διαψεύδων τὸν Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν. Εὕρισκα πὼς ἡ ζημία θὰ ἦτο πολὺ μείζων διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπρεπείας, ἐὰν ἐτήρουν τὴν τακτικὴν αὐτὴν καὶ ἐπροτίμησα μέ τινα στενοχωρίαν νὰ τηρήσω σιγήν. Ὅταν ὅμως ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ τὸ πρῶτον αὐτῆς ὀξὺ στάδιον, ἔκαμα ἕν μικρὸν σημείωμα σύντομον, εἰς λίαν εὐπρεπῆ γλῶσσαν καὶ εἰς λίαν σεμνὸν ὕφος καὶ τὸ ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἔφορος τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοῦ ἔλεγα: Κύριε Εἰσαγγελεῦ, ταῦτα ἔλαβον χώραν ἐκ μέρους τοῦ Μπουροπούλου, δηλαδὴ ἐν ᾧ ἔδωσα ἐντολὴν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν μὴ ἀπασχολούμενος εἰς ἄλλα ἔργα, δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι ἀνακριτὴς ἦτο ὁ Ἐφέτης Μπαγιώργας, οὐδόλως ἀνέφερε τοῦτο εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα Σκυφᾶκον καὶ ἐνῷ εἶχε κατηγορηματικὴν ἐντολὴν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν 5ην Ὀκτωβρίου, ἡμέραν Τετάρτην, τὴν σπουδαιοτέραν ἡμέραν τῆς κρίσεως, τὴν μὲν πρωΐαν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος ἦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ ἀπόγευμα εἶχεν ἐξαφανισθῆ ἐντελῶς ἀπὸ τὸ γραφεῖον του. Ἐπίσης, κ. Εἰσαγγελεῦ, νὰ ἐξετάσητε τίνα ἐντύπωσιν ἐπροξένησεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ τοιαύτη ἐσπευσμένη ἐνέργεια τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν παρ’ Ἐφέταις. Ἐπίσης, κ. Εἰσαγγελεῦ, νὰ ἴδητε ποίαν ἐντύπωσιν ἐσχημάτισεν ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐκ τῆς τοιαύτης τακτικῆς τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Μπουροπούλου καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχω τὸ πόρισμά σας ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, κ. Βουλευταί, εὑρίσκετε, ὅτι περιέχει τι τὸ μεμπτόν; Ὅτι περιέχει αὐθαιρεσίαν τινά; Κατήγγειλα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ἔφορον καὶ ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐζήτησα νὰ ἐξετάσῃ τὰ παραπτώματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὁ Ὑπουγὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἦσαν παραπτώματα — πιθανὸν καὶ νά μὴ ἦσαν — νὰ τὰ ἐξετάσῃ ὅμως μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά του εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Τί ἔκαμεν ἀντὶ τούτου ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἀπέστειλε μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης καὶ λέγει: Βεβαίως ἐδημοσιογράφησεν ὁ Μπουρόπουλος, ἀλλὰ καλῶς ἔπραξεν. Βεβαίως ὁ Μπουρόπουλος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν Σκυφᾶκον νὰ κάμῃ τὴν παραγγελίαν, ἀλλὰ τέλος πάντων τὴν ἔκαμε. Βεβαίως δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπουσιάσῃ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ τέλος πάντων ἔγινε. Καὶ ἐπιλέγει: Κύριε Ὑπουργέ, δὲν βλέπω, ὅτι αὐτὰ εἶναι παραπτώματα...
§100Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί δικαστικὸς ὁ εἶναι, Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου;
§101Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπ. Δικ.) Ἐξαίρετος καὶ ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς δικαστικός, ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§102Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως κάποιον λόγον θὰ εἶχε νὰ γράψῃ αὐτά.
§103Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, τὸν λόγον ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν γνωρίζω κι’ ἐγώ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἰδοὺ καὶ ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ. Φρονεῖτε πὼς εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶναι ἡ προσήκουσα ἡ ἀπάντησις αὐτή; Ταῦτα, κ. Βουλευταί, ἔγραφον εἰς τὸ ἔγγραφόν μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ πλέον ἀπὸ περιωπῆς τὴν ὑπόθεσιν καὶ διὰ νὰ κρίνῃ οὗτος ἐὰν ὑπάρχουν ἢ ὄχι πειθαρχικὰ παραπτώματα. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξήτασε μόνον τὴν κατηγορούμενον Μπουρόπουλον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα Σκυφᾶκον. Ἐπῆρε τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Μπουροπούλου τὴν ἔβαλεν εἰς τὴν ἀναφοράν του, δεχθεὶς ὡς ἀληθῆ ὅσα ἰσχυρίζεται αὐτὸς ὅτι ἔκαμε, καὶ μοῦ τὴν ἔστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μὲ συμπέρασμα — προσέξατε, κύριοι Βουλευταί — ὅτι δὲν προκύπτει ἀπολύτως τίποτε καὶ οὔτε θεωρεῖ τὸν Μπουρόπουλον πειθαρχικῶς ἐλεγκτέον. Ὅταν δὲ τοῦ εἶπον ἐν τῷ ἐγγράφῳ μου ποίαν γνώμην ἔχει διὰ τὴν ἐσπευσμένην ἐνέργειαν, διότι κύριοι Βουλευταί, εἶναι τρομερὸν εἰς ½ ὥραν Εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτὴς νὰ γνωματεύσουν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως συνωμοσίας, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κατηγορουμένων πρέπει ν’ ἀπολυθῶσιν, οἱαδήποτε πεῖρα δικαστική, οἱαδήποτε πεῖρα καὶ ἐξάσκησις καὶ ἰδιοφυΐα περὶ τὴν μελέτην τῶν ποινικῶν δικογράφων δὲν θὰ ἔδιδε τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀποφανθῶσι τόσον συντόμως ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ὑποθέσεως, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἐκλόνιζεν αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τῆς ὑποστάσεως τοῦ Κράτους...
§104Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μήπως τὸ τελειωτικὸν δούλευμα ἐδικαίωσε τὰς ἀπόψεις αὐτῶν;
§105Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ τὸ ἀκούσετε καὶ αὐτό. Ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι εἰς μίαν συνωμοσίαν, κ. Βουλευταί, ἡ ὁποία διενεργεῖται βεβαίως ὑπὸ πᾶσαν μυστικότητα λαμβάνονται ὅλα τὰ μέτρα ὅπως ἡ συνωμοσία ἐκείνη παραμείνῃ κεκρυμμένη καὶ ὅταν συλλάβωμεν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσωσι τὴν συνωμοσίαν ἐὰν μετὰ ταῦτα ἐνεργηθῇ οἱαδήποτε ἀνάκρισις, βεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν θὰ ἀποκαλυφθῇ τίποτε ἀπολύτως. Καὶ ἔχω νὰ ἀναφέρω πρόσφατον καὶ ἐπίκαιρον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον πάντες ζωηρῶς κρατεῖτε ἐν τῇ μνήμῃ σας, ὅτι ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ τελευταῖον κίνημα τοῦ Παγκάλου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ Ἰούνιον 1925 προελαμβάνετο διὰ τῆς συλλήψεως αὐτοῦ καὶ δύο ἢ τριῶν ἀκόμη προσώπων, σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὅτι οἱαδήποτε ἀνάκρισις, ὁσονδήποτε ἐπιμεμελημένη καὶ ἐὰν ἐγίνετο δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς φῶς οὐδὲν ἀπολύτως, διότι θὰ ἔλεγε καὶ δικαίως ὁ Πάγκαλος: Ἐγώ, κύριοι, θὰ κάνω κίνημα, ἀφοῦ δημοσιεύεται τοῦτο εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ διαλαλεῖται παντοῦ, ἐγὼ δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπειλῶν τὴν Κυβέρνησιν ἔλεγον, ὅτι θὰ ἀναμιχθῶ καὶ θὰ γίνω ἀρχηγὸς κινήματος, ὅταν εἰς ὅλους τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς διαδίδεται, ὅτι θὰ κάμω κίνημα, θὰ ἤμην τόσον ἀνόητος, ὥστε νὰ θέλω νὰ κάμω κίνημα καὶ νὰ τὸ διαλαλήσω κατὰ τοιοῦτον τρόπον προηγουμένως; Σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι καὶ ὁ πλέον αὐστηρὸς ἀνακριτὴς καὶ ὁ πλέον ἔμπειρος δὲν θὰ εὕρισκε στοιχεῖα ἔνοχος δι’ αὐτόν. Διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ὅλων τῶν Κρατῶν τιμωροῦν καὶ τὴν ἀπόπειραν τῆς συνωμοσίας, ἀλλὰ καὶ τὴν προπαρασκευὴν διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς συνωμοσίας, τὴν τιμωροῦν, λέγω, ὡς τετελεσμένον καὶ πλῆρες ἀδίκημα, καὶ ὁ ἡμέτερος ὑπὸ ἐκτύπωσιν ποινικὸς κῶδιξ, συνταχθεὶς ὑπὸ Ἐπιτροπῆς προεδρευομένης παρὰ τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου κ. Ἠλιοπούλου, ἐδέξατο τὴν ἀρχὴν ταύτην κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ προπαρασκευὴ πρὸς συνωμοσίαν, ὄχι μόνον ἡ ἀπόπειρα, τιμωρεῖται ὡς τετελεσμένον ἀδίκημα, διότι μόνον οὕτω, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ διασφαλισθῇ ἡ ἔννομος τάξις ἀπὸ τοιαύτης φύσεως ἐγκλήματα. Διότι ἐὰν περιμένωμεν νὰ ἐκραγῇ τὸ κίνημα διὰ νὰ τὸ τιμωρήσωμεν, σᾶς βεβαιῶ τότε, ὅτι σᾶς χαρίζω ὅλας σας τὰς Δικονομίας, διότι ἡ ἐπικρατήσασα ἐπανάστασις θὰ δημιουργήσῃ ἰδικόν της δίκαιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγκληματίαι θὰ εἴμεθα ἡμεῖς πλέον, οἱ ἔποτοι κοιμώμενοι ὑπὸ Μανδραγόραν ἀφίσαμεν τὸ κίνημα καὶ ἐξερράγη καὶ ἐπεκράτησεν. Ἐπανερχόμενος ἀπὸ τὴν μικρὰν παρέκβασιν, λέγω, ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου μου ἐκείνου ἐζήτουν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ ἀπεκόμιζεν ἐκ μιᾶς ἀνακρίσεως δηλαδή, ποίαν ἐντύπωσιν τοῦ ἐπροξένησεν ἡ ἐσπευσμένη αὐτὴ ἐνέργεια τῶν δικαστικῶν; Τί μοῦ ἀπαντᾷ οὗτος νομίζετε; Ἐδῶ θὰ καταπλαγῆτε ὡρισμένως. (Ἀναγινώσκει). «Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἐγγράφου δεδομένην μοι παραγγελίαν νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν καθόλου ἐντύπωσιν ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῆς οὕτωσι δημοσιεύσεως κλπ. δυστυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω οἱανδήποτε πληροφορίαν, ζῶ πολὺ ἀπομεμακρυσμένος ἀπὸ τῆς κοινωνίας, ὀλιγίστας ἔχω σχέσεις, ἀλλὰ καὶ μετὰ γνωρίμων μου οὐδέποτε ἔρχομαι εἰς ὁμιλίας περὶ ὑπηρεσιακῶν ἢ νομικῶν ζητημάτων, καὶ ἕνεκα τούτου ἀγνοῶ ποία ἡ ἐντύπωσις περὶ ἧς ἐρωτῶμαι». Ἐγὼ τοῦ λέγω νὰ κάνῃ ἀνάκρισιν καὶ ἐκεῖνος μοῦ λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ πληροφορίας, ὅτι ζῇ ἀπομεμακρυσμένος καὶ ἀπόκληρος τῆς Κοινωνίας καὶ ἕνεκα τούτου ἀγνοεῖ ποία ἡ ἐντύπωσις περὶ ἧς ἐρωτᾶται, ἐνῷ δὲν ἠρωτᾶτο, παρηγγέλετο εἰς σεμνὸν ὅμως ὕφος, ὅπερ δὲν ἐξετίμησε καὶ προὐκάλεσεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὸ δεύτερον ἔγγραφον, τὸ ὄντως δριμύ, τὸ ὄντως ἐπιτιμητικὸν καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως κατέστησεν ἀπαραίτητον καὶ ἀναπόδραστον ἡ ἀφέλεια μεθ’ ἧς ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπήντησε εἰς τὸ πρῶτον. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε εἰλικρινῶς, εἶναι αὐτὴ ἀπάντησις Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης;
§106Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διαβάζετε ἕν σημεῖον μόνον τοῦ ἐγγράφου. Διαβάστε το ὅλο τὸ ἔγγραφον.
§107Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὅλο τὸ ἔγγραφον εἶναι ἐδῶ καὶ εἰς τὴν διάθεσιν παντός, δὲν ἔχω δὲ καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεώς του ὅμως θὰ προκύψουν καὶ ἄλλα ὄχι κολακευτικὰ διὰ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον ὑπὲρ πάντα ἄλλον τιμῶ ἐγώ, ἀλλὰ πῶς νὰ δικαιολογήσω τὸ ἔγγραφόν του;
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σιωπὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ καὶ ἔγκρισιν τῶν ὅσων λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. κ. Συναδέλφους νὰ ἀναμείνουν τὴν σειρὰν των διὰ νὰ ὁμιλήσουν, γενικευομένης τῆς συζητήσεως.
§109Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ ἐν σιγῇ πάντα ἀγορεύοντα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐνοχλεῖ ὑμᾶς, εἶναι ἡ προσοχὴ μεθ’ ἧς ἡ Βουλὴ παρακολουθεῖ τὸν Ὑπουργὸν ὁμιλοῦντα. Ὅταν, λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον ἔλαβον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσαγγελέως παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἔγγραφον ἀπαντητικὸν εἰς ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε μετὰ ποίας σεμνότητος ὕφους ἦτο συντεταγμένον, εὔλογον ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δοκιμάσῃ μίαν στιγμὴν ἀγανάκτησιν καὶ νὰ παραγγείλῃ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, νὰ ἐνεργήσῃ μίαν εὐρεῖαν ἀνάκρισιν καὶ ἂν προκύψουν στοιχεῖα νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως Μπουροπούλου. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν, μὲ ἐξέπληξεν. Εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ παραγγείλω τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ὕφος ἀληθῶς ἔντονον, ἀληθῶς δριμύ, ὅτι ἔδει τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς νὰ ἐξετάσῃ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου παρεγνώρισε τὴν σεμνότητα τοῦ πρώτου ἐγγράφου. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ αἰσθητὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἀνάγκην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔδει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ μείζονος προσοχῆς. Καὶ ὄντως, κύριοι Βουλευταί, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔλαβε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὸ ὄντως δριμύ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ συνεμορφώθη πλήρως πρὸς αὐτό. Ἀπήγγειλε τὴν κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Ἀντεισαγγελέως Μπουροπούλου, ἐνήργησεν ἀνάκρισιν, προέτεινεν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ ἴδιος ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνε τὸ πρῶτον ἔγγραφον καὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν πειθαρχικὸν παράπτωμα, νὰ τιμωρηθῇ ὁ Μπουρόπουλος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ ποσὸν τῆς ποινῆς. Ἔχει μεγάλην σημασίαν μόνον ἡ ποινὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Διότι ἐὰν ὑποτεθῇ, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι εἷς κατεδικάσθη δι’ ἀπάτην, εἴτε ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν ἡ ποινὴ τῆς πενταετοῦς φυλακίσεως, εἴτε ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως 3 ἡμερῶν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Εἶναι ἀπατεὼν καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἐὰν πρόκειται περὶ ἑνὸς τοιούτου ἀδικήματος. Αὐτὸς θὰ εἶναι ἐστιγματισμένος διότι ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἀτιμωτικὸν αὐτὸ ἀδίκημα. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπρότεινε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν πταίσαντα Ἀντεισαγγελέα ἡ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ, ἐὰν τὰ παραπτώματα δὲν ἦσαν τόσον βαρέα, ὥστε ν’ ἀξιοῦν ἐπιτακτικῶς τὴν πραγματικὴν τιμωρίαν, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν εἶναι συντηρητικὸν τῆς πειθαρχίας μέτρον καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν διάθεσιν τοῦ τιμωροῦντος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία τὴν ἐπιτάσσει. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἄκρως δυσάρεστον ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει εἶναι, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὗρε κανὲν πειθαρχικὸν παράπτωμα. Καὶ ὅταν ἦλθε τὸ δεύτερον ἔγγραφον ἐπρότεινε τὴν τιμωρίαν, συνῆλθε τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐτιμώρησε τὸν Μπουρόπουλον καὶ ὑποβαλὼν τὴν δικογραφίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης προτείνει νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, κ. Βουλευταί, ὅτι ὅταν ἐδημοσιογράφει ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Μπουρόπουλος, δὲν εἶχε κανένα ἄλλον σκοπὸν καὶ καμμίαν ἄλλην πρόθεσιν, παρὰ νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα περισώσῃ εἰς βάρος αὐτοῦ τὴν δεινῶς τρωθεῖσαν ἐπαγγελματικὴν ὑπόληψίν του ἐκ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐναντίον αὐτοῦ δημοσιευμάτων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, λόγῳ τῆς ἐσπευσμένης ἐνεργείας του. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἐπέτυχεν ἐν μέρει διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα, διὰ τῆς ἀνταρσίας του αὐτῆς, τὸ ἐπέτυχεν ὅμως εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὅπερ χείριστον τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τοῦτο χαίρω ἰδιαιτέρως, ὅτι ἡ ἐμπνευσμένη ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ μοῦ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ δώσω σχετικὰς ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χάριν τοῦ γοήτρου αὐτοῦ καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπνιξε κἄθε αἴσθημα ὀργῆς, τὸ ὁποῖον ἐδοκίμαζεν εὐλόγως καὶ δὲν κατῆλθεν εἰς ἀντεγκλήσεις διὰ τοῦ Τύπου, διότι δὲν ἦτο ὀρθὸν τοῦτο, ἀλλὰ ἀνέμενε νὰ περαιωθῇ ἡ δικογραφία καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκεῖνον καὶ ὅλην τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν διαβλέπω ὅθεν οὐδὲ τὸ παράπαν τί τὸ μεμπτὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν. Οὔτε τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐκτὸς παντὸς ἐλέγχου. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἀνεκηρύσσαμεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδενὸς τὸν ἔλεγχον. Τὸ ἡμέτερον δημόσιον δίκαιον δὲν ἀναγνωρίζει οὐδένα λειτουργὸν καὶ οὐδὲν Συμβούλιον καὶ οὐδένα οἱονδήποτε ὀργανισμὸν ἐκτὸς ἐλέγχου Ἑπομένως καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ὁλόκληρος ὑπόκειται εἰς τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, τοῦ Ὑπουργοῦ, φέροντος τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ἐὰν εἷς ἐκ τῶν κ. Ἀρεοπαγιτῶν ἢ καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ὡς Συμβούλιον ἐνεργήσῃ τι ὅπερ ἤθελε θεωρηθῇ ἐπίμεμπτον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ δώσῃ λόγον καὶ ὁ Ὑπουργὸς θὰ καλύψῃ αὐτοὺς διὰ τῆς εὐθύνης του. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τοιοῦτον τρόπον πῶς δὲν θὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ ὁ Ὑπουργός; Οἱ τὰ ἐνάντια φρονοῦντες πλανῶνται πλάνην δεινήν. Οὐδεὶς ἔστω καὶ ἄκροις δακτύλοις ἁψάμενος στοιχείων μόνον Δημοσίου Δικαίου εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῇ τὴν ἀνωτέρω ἀλήθειαν. Δὲν εἶναι κατὰ ταῦτα δυνατὸν τὸ Συμβούλιον νὰ μείνῃ ἀνεξέλεγκτον, διότι εἶναι Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ ἐλεγχθῇ καὶ αὐτὸς ὅπως ἐλέγχεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ δίδει λόγον τόσον εὐθαρσῶς, ἀλλὰ καὶ τόσον εὐχαρίστως ὅπως καὶ οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον ἐν τέλει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ μόνου κυριάρχου καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀντλοῦσι τὸ κῦρος των ὅλαι αἱ συντεταγμέναι ἐξουσίαι ἢ μᾶλλον λειτουργίαι ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ. Αὐτὴ ἦτο, κ. Συνάδελφοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν περίφημον ἐκείνην Παγκαλικὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία σήμερον ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐμποιῇ καμμίαν αἴσθησιν καὶ ἡ ὁποία ἴσως νὰ ἐμποιῇ καὶ αἴσθημα ἀηδίας, ἀλλὰ ἂν μεταστῆτε νοερῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅταν αἱ διαδόσεις ἦσαν πυκναὶ καὶ ἀθρόαι καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ βάσιμοι ἀπολύτως, ὡς διεπιστώθη ἐκ τῆς μετὰ ταῦτα διενεργηθείσης ἀνακρίσεως, θὰ αἰσθανθῆτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὄχι μόνον νομίμως ἐνήργησεν, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο καὶ τὰ ἐσκαμμένα ἐπαναλέγω, νὰ ὑπερβῇ, ἤρκει νὰ ἐξησφάλιζε τὴν ἔννομον τάξιν ἀπὸ ἕνα ἔγκλημα τόσον φοβερὸν καὶ τὸ ὁποῖον τόσον ἐπικινδύνως ἠπείλησε τὴν ἡσυχίαν, τὴν οἰκονομικὴν ἀνάρρωσιν καὶ τὴν ἐν γένει ὁμαλὴν μετεκλογικὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐξηντλήθησαν αἱ ἐπερωτήσεις. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ αὐτὸς ἴδιος Βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, ὅτι διεφώνησα διὰ τὴν ὀνομασίαν τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν Πατρῶν εἰς Ἀρεοπαγίτην. Δὲν νομίζω πῶς τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργός. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πλὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐναπέμεινε καὶ ἓν δικαίωμα ἀκόμη σκιῶδες ὅμως, ἐντελῶς καὶ μηδεμίαν σημασίαν ἔχον ὡς θὰ ἐξηγήσω κατωτέρω. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ὅπως περισσότερα δικαιώματα ἔχῃ σχετικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ χάριν τῆς εὐρυθμίας ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Δὲν ἔχω δὲ καμμίαν ἀμφιβολίαν, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ πρῶτον καὶ κύριον μέλημα τοῦ πρώτου Συνταγματικοῦ Νομοθέτου. Τὸ σκιῶδες, λοιπόν, καὶ ὑποτυπῶδες αὐτὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐναπέμεινεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον οὗτος ἔχει νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἂν καὶ ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶναι ἄλλη, κατ’ ἐμὴν γνώμην. Ἡ διαφωνία αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ παραπέμπεται εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν τὸν Ὑπουργόν. Εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ὡς καθίσταται αὐτονόητον μετέχει καὶ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐφόσον δὲν ὑπάρχει μειοψηφία, ἀδιαφοροῦν διὰ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους διαφωνεῖ ὁ Ὑπουργὸς ἐμμένει μετὰ πείσματος εἰς τὴν πρώτην του ἀπόφασιν. Ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν τῶν ἀποτελούντων τὸ πρῶτον τμῆμα καὶ ὀλίγων ἀλληλεγγύων πρὸς τοὺς ἄλλους—νὰ μὴ περάσῃ τοῦ Ὑπουργοῦ—εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Αου τμήματος εἶναι ἀπόφασις καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι Βουλευταί, ἀπεκάλεσα προλαβόντως τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ σκιῶδες. Καὶ ὅμως καὶ τὸ σκιῶδες τοῦτο δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἀμφισβητεῖ ὁ ἐπερωτῶν καὶ ἡ ἀμφισβήτησις αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς παρούσης ἐπερωτήσεως. Διατί νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Αου τμήματος, λέγει ὁ κ. Βουλευτή; Διότι ἐπίστευσα καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ προτεινόμενος Πρόεδρος τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, καθ’ ὅλα ἄξιος καὶ καλὸς δικαστικὸς λειτουργός, δὲν ἦτο ὅμως ὁ ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ εἶχον ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν, μολονότι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ διαφωνία μου ἐκείνη δὲν θὰ εἶχε κανὲν ἀποτέλεσμα ἀπολύτως ἐφόσον ἤμην προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπω πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς ὁποίας μέλος ἐπρόκειτο νὰ ἀποτελέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ μάλιστα κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν. Ἀντιλαμβάνεσθε, φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, πόσον δυσχερὴς εἶναι ἡ θέσις μου ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ χειρισμῷ ζητημάτων προσωπικῶν, ἀλλ’ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω μὲ ὅλον τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχω χειριζόμενος τοιαύτης λεπτότητος θέμα νὰ παρεξηγηθῶ ἢ καὶ νὰ ἀδικήσω, εἶναι περιττὸν νομίζω νὰ τονίσω, ὅτι οὐδέτερον τούτου ὑπάρχει ἐν τῇ προθέσει μου. Βεβαίως οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν καὶ ἤδη Ἀρεοπαγίτης, κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγὴν ἔχει τὴν ἀξίαν του τὴν ἐπιστημονικήν. Εἰς τὴν δικαστικὴν ὅμως οἰκογένειαν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην πάντοτε ὑπῆρχον πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο κατὰ πολὺ τοῦ προταθέντος ἀξιώτερα νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει ἢ μᾶλλον δέον νὰ συγκεντρώνῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὸν σεβασμὸν ὅλων μας. Ἡ Δικαστικὴ οἰκογένεια, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει εὐτυχῶς μεγάλον ἀριθμὸν δικαστῶν ἐκλεκτῶν, δικαστῶν ἀρτίως ἐπιστημονικῶς μορφωμένων, τὸ δὲ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔχει ὅλην τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐκλέξῃ οἱονδήποτε ἤθελεν Ἐφέτην διὰ νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν ὄντως ὑψηλὴν ἕδραν τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Φρονῶ ὅθεν καὶ πιστεύω ἀπολύτως ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου λόγου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἄξιος καὶ λαμπρὸς δικαστικὸς λειτουργὸς λίαν ἐπαξίως κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, δὲν περικοσμεῖτο ὅμως ἀπὸ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ ἔδιδον τὸ δικαίωμα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἔκαμα τὴν διαφωνίαν μου ἐκείνην νὰ μὴ νομισθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι παίζω μὲ τὰς λέξεις, συνείθισα νὰ ὁμιλῶ πάντοτε εἰλικρινῶς. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τις ἐξαίρετος δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ὅμως νὰ μὴ πρέπῃ νὰ ὀνομασθῇ Ἀρεοπαγίτης, δηλαδὴ ἀκυρωτικὸς δικαστής, οὐδὲ νὰ παρέχῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύναται νὰ καταρτισθῇ δικαστὴς τοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου. Ὁ τρόπος τῆς σκέψεως ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ὡς ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου, εἶναι ἐντελῶς διάφορος τοῦ τρόπου τῆς σκέψεως ἐν τοῖς ἄλλοις δικαστηρίοις. Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης καί τινων ἄλλων ὁρμηθεὶς ἤσκησα τὴν διαφωνίαν μου ἐκείνην καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ εἰς τὰς προβλέψεις μου ἐκείνας, χάριν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν βλέπω εἰς τί παρενόμησα, δὲν βλέπω διατί νὰ ἐλέγχωμαι διὰ τὴν διαφωνίαν μου ἐκείνην. Ἔστειλα, λέγει ὁ ἐπερωτῶν, ἔγγραφα ἀποδοκιμαστικὰ πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον. Μὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐγκρίνω τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν ὀνομασίαν ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου καὶ νὰ πέμπω ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔγγραφα ἀποδοκιμαστικά; Βεβαίως τὸ Σύνταγμα, δίδον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα νὰ διαφωνῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, προφανῶς παρέχει εἰς αὐτὸν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν. Ἐν τῷ δικαιώματι, λοιπόν, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ κάμω τὴν διαφωνίαν, εἶχον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ ὅταν ἐλέγχῃ κανεὶς προφανῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πέμπῃ ἔγγραφα ἀποδοκιμαστικά, ὅπως παραδόξως ἀξιοῖ καὶ ὁ κ. ἐπερωτῶν. (Εὖγε, χειροκροτήματα). Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι πλέον εἰς τὴν τελευταίαν ἐπερώτησιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τελευταῖος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης κατηγόρησε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔδωσε χάριν εἰς κατάδικον ὁ ὁποῖος ἦτο πρώην πελάτης του. Ὁμολογῶ, Κύριοι, μετὰ συντριβῆς ψυχῆς, ὅτι προτοῦ γίνω Ὑπουργὸς ἤμην δικηγόρος καὶ ἀρέσει εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως ἡ ἄσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ὅταν δὲ θὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀφήσω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν εἰς τὴν προσφιλῆ μου δικηγορίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ καμμίαν μομφήν, δὲν νομίζω, ὅτι ὅταν ἐργάζεται κανεὶς δύναται τοῦτο ν’ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον κατηγορίας ἐναντίον του. Ἐξ ἐναντίας, θὰ ἠδυνάμην νὰ κατηγορήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται ποσῶς. Ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι ὑπερήσπισα εἰς τὸ Ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἑταιρίας Ὑδάτων κατηγορηθέντα ὄχι ἐπὶ καταπιέσει, ὅπως λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιοῦτον ἀδίκημα, ἀλλὰ κατηγορήθη ἐπὶ ἀπάτῃ. Εἰς τὸ Ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης ὁμιλῶν ἐπὶ δύο ὥρας, προσεπάθησα νὰ πείσω τοὺς κ. Ἐφέτας, ὅτι δὲν ὑφίσταται τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπάτης καί, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασύρεται τὸ Ἐφετεῖον ἀπὸ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἡ ὁποία ὄντως ἐδόθη ἐναντίον τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἡ ὁποία κοινή γνώμη, ὡς γνωστόν, πολλάκις οὔτε δικαία, οὔτε λογικὴ εἶναι, ἀλλὰ ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τοιοῦτον ὕψος, πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τοιαύτην περιωπήν, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀλύγιστον τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν, ὥστε οἱαδήποτε βοὴ τῆς Κοινῆς Γνώμης νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ αὐτὸν παντάπασιν, ἀλλὰ νὰ προβαίνῃ ἄτεγκτος καὶ ἄκαμπτος εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἔλεγον, λοιπόν, τότε πρὸς τοὺς κ. Ἐφέτας, ὅτι δὲν ἔχετε ἀδίκημα, ἔχετε ἴσως ἀδίκημα ἀστικόν, ἀλλὰ ἀδικήματος ποινικοῦ δὲν ὑφίσταται οὔτε ἴχνος. Ταῦτα ὑπεστήριξε καὶ ὁ κατηγορήσας Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε μετ’ ἐμὲ καὶ ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἠγωνίσθη νὰ πείσῃ τοὺς κυρίους Ἐφέτας, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀδίκημα. Οἱ κ. Ἐφέται εὗρον, ὅτι ἔπρεπε νὰ κηρύξουν ἐνόχους ὄχι καὶ τοὺς δύο κατηγορουμένους, ἀλλὰ τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, ἀπαλλάξαντες τὸν ἕτερον καὶ ἐνῷ εἶχεν ἐπιβληθῆ ποινὴ ἐκ μέρους τοῦ Πλημμελειοδικείου δέκα ὀκτὼ μηνῶν φυλακίσεως, περιωρίσθη οὕτω εἰς τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως τῶν δέκα μηνῶν. Δηλαδὴ εἶδον καὶ οἱ Ἐφέται καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος ἀξιοποίνου, ἠθέλησαν ὅμως νὰ ἱκανοποιήσουν ἐν μέρει καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην — ἥκιστα σκεφθέντες — καὶ συμβιβάσαντες τρόπον τινὰ ἔλυσαν τὴν διαφορὰν καὶ ἀπήλλαξαν τὸν ἕναν ἐκ τῶν Διευθυντῶν καὶ περιώρισαν τοῦ ἄλλου τὴν ποινὴν ἀπὸ 18 μῆνας εἰς 9 ἢ δέκα. Ἐπαναλαμβάνω, κακῶς, διότι τοιοῦτοι συμβιβασμοὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένοι ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κατηγορούμενος Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρίας Ὑδάτων εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ ἔλεος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ἀπονομὴν τοῦ εὐεργετήματος τῆς χάριτος. Τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τοῦτον, διότι ἠθέλησε νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν καὶ διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἀθῶος ὢν ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακάς; Φαντάζεσθε πόσον εἶναι φρικτὸν νὰ ἐγκλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς εἰς ἄνθρωπος χωρὶς νὰ κάμῃ ἀπολύτως τίποτε ἐξ ἐναντίας ὑπηρεσίας σημαντικὰς παρέσχε εἰς τὸν λαὸν τῆς Θεσσαλονίκης παρεξηγηθείσας ἀτυχῶς, μὲ ἕνα παρελθὸν λευκὸν καὶ ἄσπιλον καὶ μίαν ἐξαίρετον ἐθνικὴν δρᾶσιν. Δὲν εἶχε, λοιπόν, οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων μίαν αἴτησιν; Δύναταί τις εὐλόγως νὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο; Καὶ ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν ἐκείνην εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων. Τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων ὅταν συνῆλθε τὸ πρῶτον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς ὑποθέσεως, διότι ἦτο ἐκκρεμὴς αἴτησις ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὴν ἀναίρεσιν εἶχε κάμει αὐτὸς οὗτος ὁ Εἰσαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις, διότι ἐπίστευεν ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀδίκημα. Συνέπεσε νὰ εἶναι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ τῆς χάριτος. Δὲν γνωρίζω ποῖος γραπτὸς ἢ ἄγραφος νόμος ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ χορηγήσῃ τὸ εὐεργέτημα τῆς χάριτος, ὅταν τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων, ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει ἡ σημερινή του σύνθεσις, παμψηφεὶ ἀπεφάσισε περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς αὐτόν, ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς τῆς Δικαιοσύνης συνέπεσεν ἄλλοτε νὰ εἶναι συνήγορος τοῦ κατηγορουμένου. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, τοιοῦτον ἠθικὸν κώλυμα ἐδημιουργεῖτο, τότε οἱ δικηγόροι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὐδεὶς πολίτης εἶναι δυνατὸν νὰ στερηθῇ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας, ὅταν τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπονομῆς χάριτος, διότι εἶχε τὸ μέγα ἀτύχημα ὁ συνήγορός του νὰ διορισθῇ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν νομίζω πῶς ὑπάρχει κανένα εἶδος λογικῆς δυνάμενον νὰ περικλείσῃ τοιαύτας σκέψεις. Ὅταν τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ τὸ εὐεργέτημα τῆς χάριτος, οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἔχει τὸ ἀνάστημα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θὰ δώσω τὴν χάριν αὐτήν, διότι συνέπεσεν ἐγὼ νὰ εἶμαι δικηγόρος του. Καὶ κατηγόρησαν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι προέβη εἰς τοιαύτην πρᾶξιν καὶ ἐκλόνισε τὰ θεμέλια τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἔρχεται ὁ Ἄρειος Πάγος μετὰ πάροδον πέντε μηνῶν διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀδίκημα.
§110Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει παράνομος βία καὶ ἀπειλή.
§111Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εὐλόγως, κύριοι βουλευταί, ἡ διακοπὴ τοῦ κ. βουλευτοῦ προκαλεῖ τὴν θυμηδίαν τῆς Βουλῆς, διότι μεταξὺ τοῦ ἀδικήματος τῆς παρανόμου βίας καὶ ἀπειλῆς καὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀπάτης δὲν ὑπάρχει ὁμοιότης οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως σοβαρότητος οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως ἀποτελεσμάτων. Ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ πράγματα μὴ συμβιβαζόμενα πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ν’ ἀρνηθῇ ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξιν ἀποφάσεως—δὲν ἔχει δυσκολίαν—τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔσχον τὴν πρόνοιαν νὰ προσκομίσω καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω εὐθὺς ἀμέσως πρὸς ὑμᾶς, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπονείμαντος τὸ εὐεργέτημα τῆς χάριτος, ἀποτελεῖ αἶσχος ἢ τιμὴν δι’ αὐτὸν καὶ τὸ καλλίτερον εὔσημον τῆς Ὑπουργικῆς του δράσεως (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον, ὅταν ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις περὶ χάριτος, ἐζητήθη ἡ γνωμάτευσις τοῦ κατηγορήσαντος Εἰσαγγελέως καὶ ὁ κατηγορήσας Εἰσαγγελεὺς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ καταφώρου δικαστικῆς πλάνης καὶ μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ ὑπόθεσις ἐνομιμοποιεῖτο εἰσαγομένη ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Χαρίτων. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ κατηγορήσας τὴν ὑπόθεσιν, ὁ κ. Παπαγιαννόπουλος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσω τὸ ὄνομα αὐτό, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι καὶ ἱκανός, ἀλλὰ καὶ ἀκεραιωτάτου καὶ ἐντιμοτάτου χαρακτῆρος δικαστικὸς λειτουργός, —αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶπεν ἐν τῇ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων ἐκθέσει του, ὅτι πρόκειται περὶ καταφώρου δικαστικῆς πλάνης καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ ἀπονεμηθῇ ἡ χάρις. Καὶ ἔπρεπε ἐγὼ νὰ σταματήσω τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην καὶ νὰ κρατήσω ἕνα πολίτην εἰς τὰς φυλακὰς ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ὑπῆρχε τὸ προηγούμενον, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα συνήγορός του. Δὲν εἶχον τὴν δύναμιν ὁμολογῶ οὔτε τὸ ἀπεριόριστον ἠθικὸν σθένος τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης νὰ τὸ πράξω. Δικηγορῶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἰδίως παρὰ τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις καὶ ἔχω ὑπερασπίσει σωρείαν κατηγορουμένων. Ἐὰν ἐδημιουργεῖτο ἠθικὸν κώλυμα διὰ τὸν Ὑπουργόν, δὲν θὰ ἔπρεπε ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ γίνω Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν θὰ εἶχαν καμμίαν ὑποχρέωσιν οἱ πολῖται νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς φυλακάς, διότι ὑπάρχει ἠθικὸν κώλυμα διὰ τὸν κ. Συνάδελφον Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν πῶς περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὴν ἠθικήν. Καὶ ἔρχεται, κύριοι, ὁ Ἄρειος Πάγος μετὰ ἕξ μῆνας καὶ λέγει δὲν ὑφίσταται ἀδίκημα. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ὑφίσταται εἶναι μία παράνομος βία καὶ ἀπειλὴ καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸν κατηγορούμενον τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως τῶν 20 ἡμερῶν, ἐνῷ αὐτὸς παραμένει εἰς τὰς φυλακὰς 2½ μῆνας. Καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Βουλευτὴς Θεσσαλονίκης, διὰ μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν νὰ κρατήσω ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐγκάθειρκτον ἕνα πολίτην, διότι εἶχε τὸ ἀτύχημα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔχῃ συνήγορον τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠσθάνθην κανένα ἠθικὸν δισταγμὸν καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἐκτελέσω τὴν χάριν. Εἴθε ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης οἱ θέτοντες τὴν ὑπογραφὴν των κάτωθι ἑνὸς Διατάγματος ἀπονομῆς χάριτος, νὰ ἔχωσι γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τοῦ δικαίου αὐτῆς ὡς ἐγὼ εἶχον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως δι’ ἣν ἐπερωτῶμαι. Εἶμαι ἐξαιρετικῶς εὐχαριστημένος, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἤγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Θεσσαλονίκης, διότι ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς Πειραιῶς, ὁ ἀποτελῶν τὴν γνωστὴν περίφημον ἐπερωτῶσαν δυάδα μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης ἔκαμεν ἕνα ἄτοπον ὑπαινιγμὸν καὶ προηγηθεὶς ὡμίλησε σαφέστερον, ὅτι δὲν ἔχει ὑπόληψιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δῆθεν δίδει χάριτας εἰς τοὺς πελάτας του. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Πειραιῶς ἀκούσας ὅσα ἤκουσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ἠθικῶς ὑποχρεωμένος, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἐκτίμησιν κατόπιν τῶν ἀναπτυχθέντων καὶ ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκόμη ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς τοῦ Πειραιῶς ὑπαινικτικῶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δίδει χάριν εἰς τοὺς πελάτας του, ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Τριφυλλίας φίλτατος κ. Καντιάνης εἶπεν αἶσχος! αἶσχος! Εἶναι ὑποχρεωμένος ἤδη, ἀκούων ἢ μᾶλλον μελετῶν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀφοῦ ἀπουσιάζει, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τιμᾷ τὸ Ὑπουργὸν καὶ τὴν λέξιν αἶσχος νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ διὰ τῆς λέξεως τιμή. Ἰδοὺ ἕτερος ἐπίσης Συνάδελφος ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίου ἀκούων εὐχαρίστως ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πειραιῶς προσέθηκεν «ἀληθέστατον» ἂς προσθέσῃ ἤδη καὶ «δικαιότατον». Ταῦτα, κύριοι Συνάδελφοι, εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχω νὰ ἀπονείμω χάριτας εἰς τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μοῦ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὰς ἐνεργείας μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν αἰσθάνομαι ποσῶς τὸν ἔλεγχον διὰ τὰς ἐνεργείας μου ταύτας, ἐπιθυμῶ πάντα ἔλεγχον δι’ οἱανδήποτε ἐνέργειάν μου ὡς Ὑπουργοῦ καὶ πᾶσαν πρᾶξιν μου ἂν τὴν ὑποβάλετε εἰς οἱονδήποτε ἔλεγχον δὲν θὰ εὕρετε ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦτο καὶ μόνον, μία συνεχῆ προσπάθειαν καὶ ἕνα διαρκῆ πόθον νὰ ἐξυπηρετήσω τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μου καὶ μόνον τὴν Δικαιοσύνην. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ γενικωτέρας συζητήσεως.
§113Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Παρακαλῶ ὅπως συνεδριάσῃ καὶ αὔριον ἡ Βουλή, ἵνα συζητηθῶσι νομοσχέδια τινὰ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, τὴν Δευτέραν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 5 καὶ 30′ μ. μ. (Ὥρα 9.50′ μ. μ. λύεται ἡ συνεδρίασις)