1928.05.31
1,847 rows · 13,969 words · 121 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79Η
ΤΗΣ 31 ΜΑΪΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ παρατηρήσεις μου νὰ προκαλέσουν συζήτησιν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ τέλος. Ἡ κοινὴ γνώμη ἀναμένει νὰ μάθῃ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐπῆλθεν ἡ κυβερνητικὴ κρίσις, ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ, τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον της. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν συναινῇ εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ εἰς τὸ τέλος ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν, τότε θὰ λάβω ἀμέσως τὸν λόγον, ἵνα ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§3Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Πρόεδρος). Διετυπώθη διαμαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ...
§4Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἀκόμη τίποτε.
§5Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Πρόεδρος). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ἀναβολῆς εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀπόψεις σας, διότι διετυμπανίσθησαν δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§6Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐρχώμεθα προκατειλημμένοι ἐνταῦθα ἔξωθεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἢ ὀπωσδήποτε, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἐνταῦθα συζήτησις μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς τὸ Σῶμα Λέγω δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἔχω παρατηρήσεις τινὰς νὰ κάμω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, τὰς ὁποίας παρατηρήσεις οὐδὲ κἂν ἐδήλωσα ποῖαι εἶναι. Παρεκάλεσα ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν κατὰ τὸ τέλος, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ παρατηρήσεις μου αὐταὶ νὰ προκαλέσουν συζήτησιν. Τοῦτο εἶπον καὶ ἀναμένω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ τέλος ἢ νὰ μὴ τὴν ἀναβάλῃ, ὁπότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω ζητήσει τὸν λόγον ἵνα διατυπώσω τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔχω νὰ κάμω. Δὲν δύνασθε, συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, νὰ λάβητε τὸν λόγον πρὶν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα προκατειλημμένοι. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ μὴ ἐρχώμεθα προκατειλημμένοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅπως ἐπιφέρῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν στρέφεται κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§8Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς τὸ μαντεύετε;
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζετε, ὅτι ἐγὼ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου ἔρχομαι ἐνταῦθα προκατειλημμένος Ἀλλὰ πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ μὴ εἴμεθα τόσον ἁπλοϊκοί, ὥστε νὰ μὴ ἀντιλαμβανώμεθα περὶ τίνος πρόκειται, ὅταν τόσον μεγάλος θόρυβος ἐγένετο καὶ ἐντός τῆς αἰθούσης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Εἶναι προφανὲς ὅτι αἱ παρατηρήσεις εἰς τὰς ὁποίας θέλει προβῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θὰ στραφῶσιν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γενομένην διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως τῆς 22 Μαΐου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει μία ἀνωμαλία εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, καὶ ἐφόσον ἀμφισβητεῖται ἀπὸ ἓν ἰσχυρὸν Κόμμα ἡ ὀρθότης τῆς ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης Ὑπάρχει μία ἀνωμαλία καὶ δι’ αὐτὸ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐναντιωθῶμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν ὅπως ἐπιφέρῃ ἀμέσως τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, οὕτως ὥστε, λυομένου τοῦ ζητήματος τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος, νὰ προβῶμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς. Ὑπάρχει, ἀναμφισβητήτως, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, πρῶτον μία ἀξίωσις τῆς κοινῆς γνώμης νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν γενομένων κατὰ τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν ἐπανεμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ἑτέρου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶπεν ὅτι ἔχει νὰ κάμῃ παρατηρήσεις τινάς. Ἐάν, ὅπως ὑποθέτω, αἱ παρατηρήσεις αὗται δύνανται ἔστω καὶ ἐνδεχομένως νὰ περιλάβουν μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου, γεννᾶται, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, ζήτημα Προέδρου. Κατὰ συνέπειαν τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ πρῶτον. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δηλώσῃ ὅτι διὰ τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ κάμῃ δὲν σκοπεύει νὰ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου, τότε νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀναβολὴν καὶ δὲν ὑπάρχει ἑπομένως μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διετύπωσα οὐδὲν περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς παρατηρήσεώς μου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πιθανὴν μομφήν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, κατὰ τοῦ Προέδρου, εἴτε νὰ γεννήσῃ ζήτημα ἐὰν θὰ κάμω ἢ ὄχι ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Συναισθανόμενος βαθύτατα ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη πρὸ παντὸς ἀναμένει νὰ μάθῃ κατὰ τίνα τρόπον ἐλύθη ἡ κυβερνητικὴ κρίσις καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ ἐκ ταύτης ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπετρέπετο, νομίζω, πρὸ τούτου, οὔτε κἄν ὑπόνοιαν νὰ δώσωμεν ὅτι θὰ γεννηθῇ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συνδέεται μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι θὰ κάμω παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν παρατηρήσεων καὶ ἐὰν αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι εὑρίσκουσιν αἰτίασίν τινα κατὰ τοῦ Προεδρείο, ἢ δημιουργίαν οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω καὶ νὰ προσδιορίσω τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκούσωσι, θὰ ἐξηγήσωσιν ἐὰν σκέπτωμαι τοιοῦτον τι ἢ ὄχι. Ἐγὼ ἀναφέρομαι μόνον καὶ μόνον εἰς τὰ πρακτικά. Πῶς σκέπτομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἀναφέρω τὰς παρατηρήσεις μου, αὐτὸ ἀφορᾷ ἐμέ. Ἐγὼ διετύπωσα μίαν σύστασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ κρατοῦμεν τὴν κοινὴν γνώμην εἰς τὴν δυσφορίαν τὴν ὁποίαν ἔχει, βλέπουσα μίαν κυβερνητικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία διήρκεσεν ὑπὲρ τὰς 10 ἡμέρας καὶ πλησιάζομεν τὰς 15. Ἡ κοινὴ γνώμη ἀναμένει νὰ ἀκούσῃ οὐχὶ πῶς ἐλύθη αὕτη, ἀλλὰ ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς δημιουργηθείσης κρίσεως. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ Σῶμα ἔγκειται νὰ εἴπῃ ἐὰν θὰ προχωρήσῃ ἢ ὄχι εἰς τὰς ἐργασίας του, ἐὰν θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ θέματος. Ἐὰν δὲ πάλιν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλῃ τὸ ἐναντίον νὰ πράξῃ, ἐγὼ ἔπραξα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ἵνα ἡ τάξις τῆς συζητήσεως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὴν ἀξίωσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω περισσότερον τούτου ἵνα πείσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην λύσιν. Ἁπλῶς, ἔκαμα τὴν πρότασιν ταύτην καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ταύτης.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀποδεικνύουν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Ἀποδεικνύουν δηλαδὴ ὅτι μοιραίως θὰ δημιουργηθῇ ζήτημα Προέδρου Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος προηγοῦνται τῶν ζητημάτων τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκτὸς τούτου δὲν φαντάζομαι ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος. Τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τοσαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ ἄλλου σπουδαιοτάτου θέματος, τῆς ἐκ νέου ἐπανεμφανίσεως τῆς πρὸ ὀλίγου παραιτηθείσης Κυβερνήσεως. Διατὶ νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας; Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐδημιουργήθη μία ἀνωμαλία, διότι παρὰ τὰ εἰωθότα, μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, δύο τῶν κομμάτων, ἢ κυρίως τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον κάθεται εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, ἀντὶ νὰ σεβασθῇ τὴν συνήθειαν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀπούσης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται, ἐπεδίωξε νὰ συνεχίσῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως καὶ προεκάλεσε συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν κατόπιν ἠξίωσε νὰ γίνῃ σεβαστὴ καὶ ἡ ἀξίωσις ἀπέβλεψεν εἰς τὸ ὅτι ἐὰν ἀνασχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανισθῇ αὕτη ἐντὸς 24 ὡρῶν. Καὶ ἐν τούτοις δὲν προσῆλθεν καὶ δὲν προεκάλεσεν ἐκ τούτου οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην προεκάλεσαν εἰς ἡμᾶς μίαν λύπην, διότι εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς αἰφνιδιασμοῦ· διότι ἐνῷ ἀπουσίαζεν ἡ Κυβέρνησις τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν μειοψηφίαν ἤθελον νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις παρὰ τὰ εἰωθότα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνωμαλία, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, διὰ νὰ ἀποφύγῃ εὐρυτέραν ἀνωμαλίαν, ὀρθῶς ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβε χώραν ὅμοιον ἐπεισόδιον, ὅτε διηύθυνα τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τότε τὰ πρακτικὰ δὲν ἀνέγραψαν ὅ,τι ἔλαβε χώραν μετὰ τὴν λύσιν τὴν τυπικὴν τῆς συνεδριάσεως. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ πρακτικὰ καὶ ὅτι ὀφείλουσι ἀμέσως νὰ ἐπικυρωθῶσι καὶ νὰ χωρήσωμεν εἰς τὸ ἄλλο θέμα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
§14Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς ἔχω τὸν λόγον.
§15Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Πρόεδρος). Ἐτέθη, κύριοι, ζήτημα μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραμείνω εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, (θόρυβος διαμαρτυρίαι). (Ὁ κ. Σοφούλης κατέρχεται τῆς προεδρικῆς ἕδρας καὶ ἀνέρχετε ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Ζερβός).
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐτέθη ἡ πρότασις περὶ ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν καὶ ἀναμένομεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέθη γενικώτερον ζήτημα τὸ ζήτημα τῆς μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§19Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἐτέθη ζήτημα μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς δὲν εἶναι δεκτὴ λόγῳ καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανονικῶς νὰ θεωρηθῇ συγκεκροτημένον, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μομφῆς τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ ἀμέσως καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Πρόεδρος, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος καὶ ἴσως—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω —καὶ τῆς Κυβερνήσεως... Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν εἶναι νεοσύλλεκτος τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Διὰ τοῦτο μὲ μεγάλην ἔκπληξιν τὸν ἤκουσα ὑποβάλλοντα τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ ἀναβολῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, ὅτι, ὁσάκις παρεμπέσῃ ζήτημα μομφῆς, ὑποχωρεῖ πᾶν ἄλλο ζήτημα καὶ διακόπτεται κάθε ἄλλη συζήτησις, μέχρις οὗ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Βουλήν, τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, εἶχε παρουσιασθῆ ζήτημα μομφῆς ὅλως διόλου ἀποτόμως καὶ ἀπροσδοκήτως ἐκ τῶν βουλευτικῶν ἑδωλίων εἰς μίαν περίστασιν, ὁπότε ὑπῆρχε καὶ τότε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Παπαναστασίου, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι. Ἐδέησε, λοιπόν, ὄχι μόνον νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ διακοπῇ καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἱσταμένου, διὰ νὰ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος αὐτοῦ ζητήματος τῆς μομφῆς. Ἡμεῖς δεχόμεθα εὐχαρίστως τὴν πρότασιν αὐτὴν τῆς μομφῆς, διότι δὲν ἔχομεν κανένα λόγον καὶ καμμίαν ἀνάγκην νὰ μὴ τήν δεχθῶμεν. Ὀφείλω νὰ δώσω μόνον ὀλίγας ἐξηγήσεις.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θὰ διστάσω νὰ διατυπώσω τὰς σκέψεις μου, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προεξοφλοῦνται παρ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς ἤκουσαν. Ἐὰν θέλετε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, χωρὶς νὰ ἀκούσητε τὰς σκέψεις μου, κάμετέ το.
§21Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (ἐπὶ τοῦ βήματος). Εἶναι πανελληνίως γνωστὴ ἡ μομφὴ αὐτή, ἡ ὁποία διατυμπανίζεται, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχε νὰ εἶναι παρόντες κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν.
§22Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, ἐνῷ ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§23Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἡ μομφή, Κύριοι, συνοψίζεται εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι ἔλυσα τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν ἄνευ τῆς συναινέσεως, ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Μάλιστα, Κύριοι, ἔλυσα καὶ τὴν συνεδρίασιν αὐτήν, ὅπως ἔλυσα ὅλας τὰς συνεδριάσεις ἐπὶ δύο ἔτη ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζουσα, ὅτι ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, συναινέσει καὶ ἀποφάσει αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ κατέστη γράμμα νεκρόν, (διαμαρτυρίαι), καὶ ἀντικατεστάθη μὲ πάγιον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως μὲ τὴν προϋπόθεσιν καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωπουμένης ἄλλως τε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἠδυνάμην νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰ λεχθέντα, ἐξηγῶν καὶ δικαιολογῶν τὴν στάσιν μου διατὶ ἔλυσα τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ὀφείλω εἰλικρινῶς νὰ σᾶς ἀποκαλύψω καὶ μίαν ἀδυναμίαν μου, ἡ ὁποία ἦτο ἴσως συνέπεια μιᾶς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως καὶ συμπαθείας, τὴν ὁποίαν ἔτρεφον πάντοτε πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Μόλις ἀντελήφθην ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ, ἔστρεψα πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἐπροχώρησα πρὸς τὴν ἕδραν. Δὲν εἶναι ἀληθές;
§24ΦΩΝΑΙ. Ἀληθέστατον.
§25Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἔστρεψα πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἐπροχώρησα πρὸς τὴν ἕδραν, ἕτοιμος νὰ ἀνακαλέσω τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δώσω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀκουσθῇ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλ’ εὑρέθην αἴφνης ἀπέναντι καταιγίδος ἀπειλῶν, ἀπέναντι θυέλλης ὕβρεων (διαμαρτυρίαι) καὶ θὰ ἤμην ἀνάξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θὰ ἤμην ἀνάξιος νὰ προεδρεύω τοῦ Σώματος, ἐὰν ὑπέκυπτον εἰς τὴν ἀσχημίαν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη, ἐὰν ὑπέκυπτον εἰς τὴν βίαν καὶ τὴν ἀπειλήν, καὶ ἐδεχόμην νὰ γίνω αἰχμάλωτος ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ συνεργὸς μιᾶς καταστάσεως, μιᾶς πολυθορύβου καταστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔλειψαν καὶ ἀγορεύσεις ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ τῶν θεωρείων (χειροκροτήματα). Καὶ δὲν ἀνεκάλεσα τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἐκμηδένισιν τελείαν τοῦ Προεδρικοῦ ἀξιώματος καὶ πλήρη ἐξευτελισμὸν τοῦ κύρους καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔπραξα καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τὸ καθῆκον μου, ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, ὅπως καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλουν πάντοτε ἐκδήλωσιν πανηγυρικὴν τῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ τῶν ἐπαίνων τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἔπραξα τὸ καθῆκον μου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλλε μόνον ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ κῦρος τοῦ προεδρικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος νὰ παραδώσῃ μειωμένον τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. (Χειροκροτήματα).
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρεκάλεσα πρὶν ἢ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, παρὰ πᾶσιν σοβαρότητα τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀπέναντι τοῦ ἑτέρου ζητήματος τῆς ἐκ νέου ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ. Καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν πρότασίν μου ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν τελείως ἀντικειμενικῶς, ὥστε εἰς οὐδένα νὰ δώσω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ διάθεσίς μου ἦτο νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Πρόεδρον. Χαίρω ὅμως διότι ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Προέδρου μοῦ ἐδόθη μία ἐξήγησις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἴσως ἐπαρκὴς δι’ ἓν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τί θεωρῶ ἀνεπαρκὲς ἐν προκειμένῳ, προσάγονται πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἔληξεν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγγελίαν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος ὁ ἴδιος εἶπε πρὸ μικροῦ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὄντως εἶχον ζητήσει νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν ἀγγελίαν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ τὰ εἰωθότα — ὡς εἶπεν — ὁ κ. Πρόεδρος ἠθέλησε νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἡ ἐπακολουθήσασα ἀταξία εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἠμπόδισε καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε πλέον νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, οὐχὶ διότι τὸ ἔθος εἶναι εὐθὺς μόλις ἀναγγέλλεται ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί θέλει ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ, ὅτι πρέπει νὰ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἀταξιῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ τοῦτο ἐγένοντο. Ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ἔρχομαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὸ οὐσιῶδες ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι νομίζω καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος ἀκόμη μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὄντως ἐπεκράτησε συνήθεια μόλις ἀνακοινοῦται κυβερνητικὴ μεταβολὴ ἢ πολιτικὴ κρίσις, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ συνεδριάζῃ καὶ νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας της. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι δὲν θὰ διατηρηθῇ ἡ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλομένη τάξις, ὅτι ἡ Βουλὴ διακόπτει τὰς συνεδριάσεις της, συναινούσης ταύτης. Ὄχι μόνον τὴν ἤδη προσφάτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, γενομένην ὁμολογίαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶ, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον καταλήγει εἰς τὸ «παρακαλῶ ὅθεν ὑμᾶς ὅπως προτείνητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς μέχρι διευθετήσεως τῆς κρίσεως». Τοῦτο ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἦτο ἡ τάξις, καὶ τοῦτο ἀπαγγέλλων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔκαμε τὴν πρότασιν νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Ὅταν ἐγὼ ἐζήτησα εὐθὺς μετὰ τοῦτο τὸν λόγον, ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, ὤφειλε νὰ μοῦ δώσῃ τὸν λόγον, διότι ὡς καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησε δὲν εἶμαι νέος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης (ἱλαρότης) ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω τί γίνεται ἐν παρομοίᾳ περιστάσει. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠδυνάμην ἐν κυβερνητικῇ κρίσει νὰ ζητήσω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ εἶχον κἄτι τι σχετικὸν μὲ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, νὰ εἴπω. Καὶ ἐγνώριζεν ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ὑπεραμύνομαι, ὅση μοι δύναμις, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν ἐμφανίζονται ὀξεῖαι ἀντιθέσεις, νὰ τηρῆται ὅσον τὸ δυνατὸν μείζων νηφαλιότης. Καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, ὡς ἤκουσα ὑποστηριζόμενον, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ποτὲ οἱαδήποτε συζήτησις, ὅτι ἀπαγορεύεται καὶ μετὰ τοῦτο ἡ συζήτησις καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τὴν βλέπω ὑποστηριζομένην καὶ ἐκ σημειώσεως τινὸς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἡ ὁποία λέγει «κατόπιν τούτου, συνεχίζει ὁ κ. Πρόεδρος, ὑφισταμένης ὑπουργικῆς κρίσεως, διακόπτονται συμφώνως πρὸς ἀπαράβατον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος μέχρις ἐπιλύσεως; αὐτῆς. Διακόπτονται βεβαίως κατὰ τὸ ἔθιμον τοῦτο αἱ ἐργασίαι, ἀλλὰ πάντοτε ἐπινευούσης τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἤθελεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, ἐνῷ καὶ οἱ κ. κ. Βουλευταί, οἱ παριστάμενοι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν οἱ ὁποῖοι παρίσταντο, πάντες, ἐκτὸς ἐλαχίστης μειοψηφίας, ἐζήτησαν τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ διετύπωσεν, ἀπεχώρησε διότι ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἡ συνεδρίασις ἐν τούτοις ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Προέδρου. Δὲν ἐξετάζω πλέον διατὶ ἀπεχώρησεν ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσεν, ὅτι ἐκ τῆς ἐπελθούσης ταραχῆς δὲν ἠδύνατο νὰ συνεχισθῇ κατ’ αὐτὸν ἡ συνεδρίασις. Ἐν τούτοις ἡ συνεδρίασις ἐξηκολούθησε. Ἕτερος ἀναπληρωτὴς τοῦ κ. Προέδρου κατέλαβε τὴν ἕδραν καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ ὡρισμένου τινὸς θέματος, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἐταράσσετο ἐκ τῆς προσωρινῆς ἐκείνης ἀταξίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε, βεβαίως καὶ ὁ ἴδιος θὰ ἐκάθητο καὶ θὰ ἤκουε τὸ θέμα.
§27Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον νὰ ἀνακαλέσω τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἂν ὑπῆρχεν ὀλίγη ὑπομονὴ νὰ ἀκούσητε πῶς θὰ ἐξετίθεντο τὰ πράγματα παρ’ ἐμοῦ, δὲν θὰ ὑφίστατο ἀνάγκη νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φροντίζω νὰ μὴ δίδω ἀφορμὰς προσωπικῶν ζητημάτων. Τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ θεωρῶ ἀνάξια. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι, οὐχὶ διότι δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ ἐμέ, ἀλλὰ διότι ἔγινε μία τοιαύτη ταραχή, ὥστε νὰ νομίσῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θὰ ἦτο ἴσως ἀτόπημα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἀπεχώρησε, δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα, οὔτε προσωπικὸν τοῦ κ. Προέδρου, οὔτε εἰς ἐμὲ περὶ τῆς ὀφειλομένης στάσεως καὶ συμπεριφορᾶς τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ὄχι μόνον ὡς ἄτομον, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἀρχηγὸς Κόμματος. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει ὑπ’ ὄψει του, καθὼς ὡμολόγησεν, ἀπέναντί μου νὰ τηρῇ τὴν ὀφειλομένην εἰς ἐμέ συμπεριφοράν. Ἑπομένως ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἐγένετο ἐν τάξει, πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν, εἶναι ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συνεδριάσεως. Καὶ νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, χάριν αὐτοῦ τοῦ Σώματος, καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι τὸ Σῶμα μετέβαλε τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει καὶ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, νὰ τηρήσωμεν ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες διὰ νὰ εἴμεθα ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ὅτι τὴν αἴθουσαν ταύτην πρέπει νὰ τιμῶμεν καὶ νὰ σεβώμεθα οὐχὶ μόνον ὅταν ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁπωσδήποτε εὑρισκόμεθα ἐδῶ. Πρέπει νὰ καταλάβωμεν, ὅτι ἐδῶ συνεδριάζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, συνεδριάζει ἡ μεγαλυτέρα δύναμις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος. Νομίζομεν λοιπὸν ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσιν ἀνάγκην συμπληρώσεως καὶ νὰ περιληφθῇ ἡ συνέχισις ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κακάβου, διότι αὕτη ὑπῆρξε τακτικὴ συζήτησις. Ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν ἐκ τῶν πρακτικῶν, περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐγένετο λόγος εἰμὴ μόνον ὅτι μία Κυβέρνησις συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ὤφειλε νὰ ἔλθῃ τὴν πρώτην συνεδρίασιν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς συνεδριάσεως, ἵνα μὴ γίνουν νέαι προσκλήσεις καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ἀντικείμενον τοῦ θέματος ἦτο σχετικὸν πρὸς τὴν ἀναγγελίαν τῆς παραιτήσεως. Ἡ συνέχισις τῆς συνεδριάσεως ἐγένετο ἐν πλήρει τάξει καὶ ἑπομένως τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσι.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ἀνάγκη.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ σᾶς. Φρονῶ ὅτι τὰ πρακτικὰ δέον νὰ συμπληρωθοῦν, διότι ἂν δὲν συμπληρωθοῦν θὰ εἶναι ἀταξία. Δὲν πιστεύω δὲ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ θέλῃ νὰ δημιουργήσῃ ἀταξίαν.
§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναγράφουν, Κύριοι, τὰ πρακτικά, δόγμα δι’ ἐμὲ πρωτάκουστον, ὅτι ὑπάρχει ἔθιμον κοινοβουλευτικὸν κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἀναγγέλλεται κυβερνητικὴ κρίσις, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἰδίῳ δικαίῳ, ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς, λύει τὴν συνεδρίασιν. Τοῦτο ἔχει γραφῆ εἰς τὰ πρακτικὰ (ἀναγινώσκει) «Κατόπιν τούτου — ἀφοῦ ἀνεγνώσθη τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατόπιν τούτου, συνεχίζει ὁ κ. Πρόεδρος, ὑφισταμένης ὑπουργικῆς κρίσεως διακόπτονται συμφώνως πρὸς ἀπαράβατον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον...»
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία αὐτὴ φράσις.
§33Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία λύσις. Ἀλλ’ ἐὰν διορθωθῇ ἡ φράσις αὐτή, ἕπονται αἱ συνέπειαι, περὶ τῶν ὁποίων παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω. Εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔθιμον, εὑρίσκω ὅτι ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθεὶς Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγράφει, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἀναγράφουν οἱ Κανονισμοὶ διὰ τὴν τάξιν, ὅτι αἱ λύσεις τῶν συνεδριάσεων γίνονται συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἤτοι κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε σιωπηρᾶς ἀποφάσεως εἴτε ρητῆς ἀποφάσεως. Εἴθισται νὰ γίνωνται κατ’ ἀπόφασιν σιωπηράν, διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ Πρόεδρος εὑρίσκεται ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις δίδει τὴν συναίνεσίν της ὁ Πρόεδρος δικαιοῦται νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν κοινὴν συναίνεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπάρχει ἡ εἰκαζομένη θέλησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν παρελθοῦσαν δὲν εἶχε τοῦτο τὸ τεκμήριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐφόσον παρίστατο διὰ τεσσάρων Ὑπουργῶν δὲν συνεφώνει εἰς τὴν ἄμεσον διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ἐπεθύμει συζήτησιν. Καὶ ἐπεθύμει συζήτησιν μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς παρούσης Βουλῆς ὄχι διὰ νὰ μὴ διακοποῦν αἱ συνεδριάσεις ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ γνῶμαι ὅσας ἐνόμιζον οἱ ρήτορες ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναπτύξουν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ διακοπή. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀνήγγειλε τὸ ἀξίωμα, ὡς γράφουν τὰ πρακτικά, ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶπε τοῦτο ὅτι εἶναι ἀπαράβατον ἔθιμον νὰ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὅταν ἀναγγέλλεται κυβερνητικὴ κρίσις, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναιρεῖ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀναιρεῖται καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἐγγράφου του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ζητεῖ νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διακοπή. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι νέος εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ὅλων ἡμῶν. Ὑπῆρξε πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔχει ἐργασθῆ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ἐξ ἡμῶν τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἀποταθῇ ὁ Πρόεδρος εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει δικαίωμα προσωπικὸν εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ διακόπτῃ, ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς, τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: «Εἶδον ὅτι ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, καὶ ἅμα εἶδον τοῦτο ἐπέστρεψα διὰ νὰ τοῦ δώσω τὸν λόγον». Ἀλλὰ πῶς, κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν, κατ’ ἀπαράβατον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐπανήλθατε, παραβαίνοντες τὸ ἔθιμον αὐτό;
§34Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Κατηγόρησα τὸν ἑαυτόν μου. Ἦτο μία ὑπερβολὴ φιλοφροσύνης καὶ ἁβρότητος.
§35Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πιστεύετε ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐξ ὑπερβολικῆς φιλοφροσύνης καὶ ἁβρότητος νὰ παραβιάζῃ τὸν Κανονισμὸν ἢ τὸ Κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Ἀλλ’ ἀνατρέχων εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπεχειρήσατε νὰ ἐπιστρέψητε εἰς τὴν ἕδραν σας καὶ ἐρευνῶν τὴν τότε διάνοιαν ὑμῶν, εὑρίσκω ὅτι ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς ὅτι τοιοῦτον ἔθιμον δὲν ὑφίστατο.
§36Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκ συνηθείας εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων ὁ Πρόεδρος δίδει τὸν λόγον πάντοτε.
§37Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπροχώρησε περισσότερον, καὶ ἐνῷ ἡ διάθεσις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἦτο νὰ διεξαχθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἠπιώτερον ἡ συζήτησις, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν ὤξυνε κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡμίλησε περὶ ἀσχημιῶν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν λέξιν, ἀλλ’ εἶπε λέξιν ἀποτελοῦσαν ὕβριν καθ’ ἡμῶν τῶν παραμεινάντων τότε εἰς τὴν συνεδρίασιν.
§38Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε εἰλικρινῶς, δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπῆρξεν ἓν πανδαιμόνιον ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ὅτι ἐξηνέχθησαν φράσεις ἀνάξιαι τῆς Βουλῆς;
§39Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξε πανδαιμόνιον (θόρυβος). Ἀφήσατε νὰ διεξαγάγω καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ νομίζω τὴν συζήτησιν. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξε πανδαιμόνιον, ἀλλὰ τὸ πανδαιμόνιον προεκλήθη ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τῆς Βουλῆς ὅτι παρεβιάσθη ἐπίτηδες ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς. Ἐὰν ἡ βάσις αὐτὴ ἐκρίνετο ὀρθή, τότε θὰ εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσητε τὸ πανδαιμόνιον. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ βάσις θεωρεῖται ὀρθή, τὸ πανδαιμόνιον ἐκεῖνο ἦτο δικαιολογημένον, τὸ πανδαιμόνιον ἔδιδεν εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ διακόψητε βεβαίως τὴν συνεδρίασιν προσωρινῶς χάριν καταπαύσεως τοῦ θορύβου, ὄχι ὅμως καὶ νὰ διακόψητε τὰς συνεδριάσεις μέχρι λήξεως τῆς κρίσεως. Ἴσως ἡ σύγχυσις ἡ ἐπακολουθήσασα δὲν ἄφησεν ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἐν ψυχραιμίᾳ, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ διαβεβαιώσητε τοῦτο διὰ νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ διαγραφῇ τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἀξίωμα, διότι οὐδέποτε ἐπεκράτησεν ἔθιμον δίδον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον αὐθαιρέτως νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς διαγραφῇ τοῦτο, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἄλλων γεγονότων.
§40Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἠξεύρετε πολύ καλὰ ὅτι δὲν συντάσσει ὁ Πρόεδρος τὰ πρακτικά. Ἀρκεῖ τοῦτο μόνον νὰ σᾶς εἴπω καὶ δηλῶ ὅτι δέχομαι νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις αὐτή.
§41Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλώτερον σημεῖον τῆς συζητήσεως. Εὑρίσκω ὅτι ἀρχίζει νὰ ἐπικρατῇ ἡ ὁμαλότης. Καὶ παρακαλῶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ γεγονότος λαβόντος χώραν κατὰ συνεδρίασιν νόμιμον, ἀρχίσαντος δὲ πρὶν ἢ σεῖς διακόψητε, διότι ὅταν εἴπετε νὰ διακόψητε, ἠγέρθη ὁ θόρυβος, καὶ ὁ θόρυβος, βεβαίως ἐκεῖνος πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Γέλωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ναί, γελάσετε. Μὴ πηγαίνετε εἰς τὰ ἄκρα. Θέλετε νὰ μὴ ἀναγραφῇ; Ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ μὴ γράφητε τίποτε εἰς τὰ πρακτικά. Κάμετε χρῆσιν τῆς δυνάμεώς σας, καὶ μὴ ἐπιχειρῆτε νὰ πείσητε ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ πράξητε εἶναι καὶ νόμιμον καὶ ὀρθόν. Ἡμεῖς θὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν δύναμιν, θέλοντας καὶ μή, ἀλλὰ θὰ τὸ λύσετε διὰ τῆς πλειοψηφίας καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ἀληθοῦς τῆς ἐννοίας. Ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὁμολογήσατε ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ὅτι κανονικὸν εἶναι νὰ περιληφθῶσι τὰ τῆς συνεδριάσεως. Θέλω δὲ νὰ περιληφθῶσι, διότι δὲν θέλω νὰ καθιερωθῇ προηγούμενον δίδον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς...
§42Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει προηγούμενον.
§43Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει κάποια πάλιν παράβασις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε. Τὰ κακὰ προηγούμενα δὲν ἀποτελοῦν δικαιολογίαν. Θὰ φταῖτε σεῖς. Ἐπιθυμῶ, νὰ μή ὑπάρξῃ προηγούμενον, δίδον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διακόπτῃ ἢ νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν. Διορθώσατέ το ὅπως θέλετε.
§44Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μέχρις τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πλειοψηφίαν. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπροτάθη διακοπή. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διέκοψε τὴν συνεδρίασιν τεκμαιρομένης τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι πειὸ βεβιασμένον αὐτὸ ποῦ λέγετε. Ἡ Κυβέρνησις ἦτο παροῦσα. Ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ πράγματα, ἀκολουθήσατε ἄλλην ὁδόν, ὄχι αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπέδειξε ὅτι δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἄκρα. Ὑπέδειξεν ἕνα στάδιον νὰ ἐξοικονομηθοῦν τὰ πράγματα. Συζητήσατε ἐπὶ τῶν σκέψεων αὐτοῦ καὶ μὴ πέρνετε τὴν ἄλλην ἄκρην εἰς τὴν ὁποίαν δὲν σᾶς βοηθεῖ οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε ἡ λογική.
§46Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τῶν παρατηρήσεών μου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ διαγραφοῦν ἐκ τῶν πρακτικῶν αἱ φράσεις περὶ λύσεως τῆς συνεδριάσεως ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Διότι τοῦτο θὰ ἦτο κατάργησις ρητοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἀνέκαθεν ἐφηρμόσθη καὶ ἄρνησις ἀναφαιρέτου δικαιώματος τοῦ Σώματος.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν χρειάζεται μόνον ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς ὅλων ἡμῶν. Σχετικῶς μὲ τὸ προκῦψαν ζήτημα συνήθεια εἶναι, ὅταν ἀναγγέλεται ὑπουργικὴ κρίσις, νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ συνήθεια αὕτη δὲν εἶναι ἀπαράβατος καὶ διὰ τοῦτο συναινῶ καὶ ἐγὼ νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀπαράβατος» ἐκ τῶν πρακτικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἄλλου διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς ἐπρότεινε καὶ ἐζήτει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνωκρουσίαι).
§48Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρῃτεῖτο συνεπείᾳ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, τὶ θὰ ἐγίνετο ἡ θεωρία σας περὶ πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς;
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τότε οἱ θέλοντες νὰ λάβουν τὸν λόγον τὸν λαμβάνουν, εἰδοποιοῦντες προηγουμένως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἰφνιδιαστικῶς μία μερὶς τῆς Βουλῆς, νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐν ἀπουσίᾳ πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐξ ἧς μόνον 4 ἢ 5 μέλη παρίσταντο. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἐνέργεια τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις, ἀφοῦ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, εὑρέθη πρὸ μιᾶς ἀνωμαλίας καὶ ἀταξίας μήπω προερχομένης ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐφόσον ἠγνόει περὶ τίνος ἐπρόκειτο καλῶς ἔπραξεν, ὡς ἔπραξεν. Ἄλλως τε καὶ ἡ συνέχεια ἀπέδειξεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ περιττοῦ πράγματος, ἀφοῦ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπέμνησε μόνον τὴν γνωστὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀταξία συνεπῶς ἐπῆλθε κατὰ τὴν γνώμην μου πρῶτον, διότι δὲν εἰδοποιήθη ἐγκαίρως ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ὡρισμένοι Βουλευταὶ θέλουν νὰ ὁμιλήσουν περὶ τῆς Ὑπουργικῆς κρίσεως καὶ δεύτερον ὡς ἐκ τοῦ ἐπακολουθήσαντος θορύβου, εἰς τρόπον ὥστε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὀρθῶς ὁ Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, ἀφ’ ἑτέρου δικαίως παραπονεῖται ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι δὲν τοῦ ἐδόθη ὁ λόγος. Πάντως φρονῶ ὅτι ἂν διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν ἡ λέξις «ἀπαράβατον» ἐξοικονομοῦνται τὰ πράγματα.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ ζήτημα μομφῆς τοῦ κ. Προέδρου δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ὅμως ζήτημα πρακτικῶν. Λέγουν ἐν πρώτοις ταῦτα ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαραβάτου ἐθίμου.
§51Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Δεχόμεθα νὰ διαγραφῇ.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ δεδομένον ὅτι δὲν ἐλύθη ἡ συνεδρίασις κατὰ ἕνα κανονικὸν τρόπον καὶ βεβαιωμένον εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἐσυνέχισε τὴν Συνεδρίασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι λόγῳ τοῦ θορύβου δὲν ἐσυνεχίσθη ἡ Συνεδρίασις, ἀλλὰ εἶναι γνωστόν ὅτι θόρυβοι γίνονται πάντοτε καὶ τὸ πολὺ διακόπτονται αἱ συνεδριάσεις, ἀλλὰ δὲν λύονται παρὰ μόνον συναινέσει τοῦ Σώματος. Πάντως, διὰ νὰ φαίνεται λυθεῖσα νομίμως ἡ Συνεδρίασις, πρέπει κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀναφερθοῦν εἰς τὰ Πρακτικὰ τὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προέδρου λαβόντα χώραν. Ἐλέχθη ὅτι αἱ γενόμεναι σχετικαὶ συστάσεις ἦσαν περιτταί, ἀλλὰ ἂν ἦτο περιττὸν ἢ ὄχι τοῦτο τὸ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν θέλησίν της ὅπως ἀμέσως ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ τυχὸν σχηματισθησομένη Κυβέρνησις. Μετὰ τὴν ἀναγγελίαν ἐξ ἄλλου τῆς κρίσεως οὐδεὶς ἐγνώριζε τίς εἶχε τὴν πλειοψηφίαν. Προτείνω, λοιπόν, νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν Πρακτικῶν ἡ φρᾶσις «ἀπαράβατον ἔθιμον» καὶ νὰ καταχωρηθοῦν τὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προέδρου λαβόντα χώραν.
§53Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὡς ἀνεξάρτητος βουλευτής, Κύριοι Συνάδελφοι, διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν ἀκουσθεισῶν θεωριῶν. Ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς ἀγνοεῖ τὸ ἔθιμον αὐτὸ καὶ διαγράφει ρητῶς ὅτι διὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως χρειάζεται, εἴτε ρητὴ εἴτε σιωπηρὰ συναίνεσις τῆς Βουλῆς. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην παρίσταντο ὑπὲρ ἑκατὸν βουλευταί, δυνάμενοι νὰ ἀποφασίσουν ἐγκύρως. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ τεκμήριον τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ τὸ τεκμήριον αὐτὸ ἦτο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον παρητεῖτο, ἐπιπροσθέτως δὲ καὶ 4 Ὑπουργοὶ παρίσταντο εἰς τὴν συνέχειαν τῆς Συνεδριάσεως.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη, ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, νὰ ὑπάρχῃ μία ἀσάφεια, μία ἀδυναμία οὐσιώδης ἐν σχέσει πρὸς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑποστηρίζει. Ἂς ἀποσαφηνίσωμεν λοιπὸν τὰς ἀπόψεις μας. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ συνεδρίασις διεκόπη νομίμως, διεκόπη δὲ νομίμως διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, βασιζόμενος εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκύρως ἐκπροσωποῦντος τὴν Κυβέρνησιν, συνεπέρανεν ὅτι ἐτεκμαίρετο ἡ θέλησις τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος πρὸς διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἑπομένως νομίμως διέκοψε. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος αἴρει μὲν λόγῳ τὴν μομφὴν, διατηρεῖ δὲ ταύτην ἔργῳ. Ἐμπιστεύεται μὲν τὸ πρόσωπον, ἀποδοκιμάζει ὅμως τὴν πρᾶξιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος βεβαιοῖ μὲν ὅτι περιβάλλει διὰ συμπαθείας καὶ τιμῆς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προσθέτει ὅμως ὅτι ἐκνόμως διέκοψε καὶ ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐξηκολούθει καὶ μετὰ τὴν ἐξαγγελίαν τῆς διακοπῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου. Ἄρα ἡ ἐξαγγελία, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρξεν νόμιμος.
§55Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ ἀποκρούομεν καὶ αὐτό. Δὲν δεχόμεθα καμμίαν ἐξοικονόμησιν καὶ κανὲν ἐλαφρυντικόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶσθε πρόθυμοι νὰ προσφέρετε. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τεκμαιρομένης τῆς συναινέσεως αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τῆς Κυβερνήσεως, νομίμως διέκοψε. Ἐὰν ὁποθενδήποτε διατυποῦται ἡ ἀμφιβολία ἢ ἀμφισβήτησις διὰ τὴν νομιμότητα τῆς διακοπῆς, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἴτε δι’ ἀμέσου ἀμφισβητήσεως, εἴτε δι’ ἐμμέσου, οἵαν ἀποτελεῖ ἡ πρότασις τῆς προσθέσεως τῶν μετέπειτα γενομένων εἰς τὰ πρακτικά, ἡμεῖς θεωροῦμεν ὑφιστάμενον ζήτημα μονομερῶς καὶ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ (χειροκροτήματα):
§57Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ κρίσις τῶν Πρακτικῶν.
§58Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τῆς μομφῆς.
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ, μετὰ τὰς γενομένας πανταχόθεν ἐκδηλώσεις, ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα μομφῆς ἢ ὄχι, εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ ἴδιος λέγῃ ὅτι ὑπάρχει, τότε θὰ εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§60Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ὑφίσταται τὸ ζήτημα κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. κ. συναδέλφων.
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο πρακτικώτερον νὰ ἀποφευχθῇ διπλῆ ψηφοφορία. Ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἄποψις ὅπως ἡ ψηφοφορία ἀφορᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐπακολουθῇ καὶ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς προσθήκης εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι συναινούσης τῆς Βουλῆς διέκοψεν ὁ Πρόεδρος τὴν Συνεδρίασιν». Φρονοῦμεν ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν δευτέρας ψηφοφορίας, ἡ πρότασις πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς. «Συναινούσης τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος ὁ διακόπτει τὴν συνεδρίασιν. Καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν διατύπωσιν αὐτήν, ἡ ψῆφος αὐτῆς, θὰ ἐσήμαινε καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§62Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι διπλοῦν, δὲν μπορεῖ νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ θέλουν νὰ μεμφθοῦν τὸν Πρόεδρον ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ δύνανται νὰ βεβαιώσουν ὅτι δὲν ἔλαβον χώραν ὅσα ἔλαβον χώραν. Καὶ ἀντιθέτως θὰ ὑπάρχουν Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ μεμφθοῦν τὸν Πρόεδρον ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ἔλαβον χώραν ὅσα ἔλαβον χώραν. Τὸ ζήτημα εἶναι διῃρημένον.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἀποφευχθῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι ἐὰν ἤθελε γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐσυνεχίσθη ἡ συνεδρίασις θὰ ἀπετέλει τοῦτο μομφὴν κατ’ αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραιτούμενος τῆς ἰδιαιτέρας προτάσεως πρὸς ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς θὰ ἔθετεν δι’ ἑαυτὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Μοιραίως τὰ δύο ζητήματα συνδέονται, διότι, ὡς ἐλέχθη, δὲν ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ ἁπλῶς νὰ ἐκφράζῃ ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἀφ’ ἑνὸς ἐκφράζουσα ἐμπιστοσύνην ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀποδοκιμάζῃ δι’ ἄλλης προτάσεως ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν ἐφόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι ἡ ἀποδοχὴ ἐγένετο κανονικῶς ἡ συνέχεια τῆς συνεδριάσεως θὰ ἀπετέλει μομφὴν κατ’ αὐτοῦ, μοιραίως ἀγόμεθα πρὸς τὴν συσχέτισιν τῶν ζητημάτων. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ἡ ὁποία νομίζω ὅτι συντομεύει καὶ ἐπιταχύνει τὰ πράγματα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα ἐὰν θὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἐγένετο συνεδρίασις.
§64Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἠμφισβητήθησαν ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ συνεχισθείσης τοιαύτη, παράνομα. Κατὰ τὴν συνεχισθεῖσαν ὅμως ταύτην συνεδρίασιν παρίσταντο 4 μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος καὶ κυρίως ἐπροκάλεσε τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως μετακαλέσας ὀπαδὸν τοῦ κόμματός του, τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Κάκαβον, ἵνα προεδρεύσῃ. Νομίζω ὅτι ἐφόσον ὁ Ἀρχηγὸς αὐτὸς μετέχει τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ ἐπεξηγήσῃ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν.
§65Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ψηφοφορίαν καὶ νὰ φεισθῶμεν χρόνου πολυτίμου τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἐγεννήθησαν ζητήματα καθαρῶς νομικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς φύσεως, φρονῶ δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ θέτων ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα νὰ λυθῶσι καὶ νομίζω ὅτι λύονται διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως. Προτείνω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὸ ἑξῆς: «ὁ κ. Πρόεδρος προτείνει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν συνήνεσεν ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐδέχθη πρότασιν περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας τῆς νέας Κυβερνήσεως».
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§67Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Διατί; Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ διακοπὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συναινούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἐγεννήθη ἐπίσης τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς τεκμαίρεται ἐφόσον ὑπάρχει ρητὴ ἢ σιωπηρὰ ἀντίρρησις τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν συνέχειαν τῆς συνεδριάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, δὲν ἀπεφάσισέ τι τὸ διάφορον εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει διάφορος ἀπόφασις καλῶς ἢ κακῶς, δὲν θέλω νὰ εἴπω, διατί νὰ δημιουργηθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ ζήτημα; Προτείνω λοιπὸν τοῦτο καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ οὐσία τῆς προτάσεώς μου· ὅτι ἡ Βουλὴ συνήνεσεν εἰς τὴν διακοπὴν ἀφοῦ ἐδέχθη πρότασιν περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας τῆς νέας Κυβερνήσεως. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἀπετέλει ἀπώλειαν χρόνου πολυτιμωτάτου. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν αὐτήν.
§68Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Διατὶ νὰ ματαιοπονοῦμεν ἄδικα. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§70Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§71Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατ’ ἀπαράβατον κανόνα» καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ λέξις «συναινούσης τῆς Βουλῆς». Νὰ καλέσετε λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, Κύριοι, πόθεν κἄν προέρχεται ἡ πρότασις περὶ μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Προέδρου. Ἐὰν πρόκειται νὰ εὕρωμεν τρόπους διαφωνιῶν καὶ διαστάσεων τοῦτο εἶναι πολὺ εὔκολον. Εἶναι ὅμως ἐπίσης εὔκολον νὰ λύσωμεν τὸ παρεμπίπτον ζήτημα, ἐὰν ἐπικρατήσῃ παρ’ ἡμῖν ἡ καλὴ διάθεσις καὶ ἡ ἰδέα τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου. Τίς προέβαλε ζήτημα μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Προέδρου; Ἐκ τῆς πλευρᾶς, ἧς ἡγοῦμαι, οὐδὲν τοιοῦτον προεβλήθη διότι ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὡς εἶναι καὶ ἡ ἀλήθεια, μόλις οὗτος μὲ ἀντελήφθη ἐπιθυμοῦντα νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν κήρυξιν παρ’ αὐτοῦ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως, ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μοῦ δώσῃ τὸν λόγον. Δὲν τὸ ἔπραξεν ὅμως λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης συγχύσεως. Ἑπομένως οὐδὲ προσωπικὸν ζήτημα ὑπάρχει. Ζήτημα ὑπάρχει μόνον πῶς θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἔληξεν ἡ συνεδρίασις ἐκείνη. Ἂς δεχθῶμεν ὅτι κακῶς συνεχίσθη ἡ συνεδρίασις ἐκείνη. Ἂν δεχθῶμεν ὅτι κακῶς συνεχίσθη ἡ συνεδρίασις παρὰ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τοῦτο θὰ ἀντέβαινεν εἰς τὴν τάξιν, ἀφοῦ ἔθιμον δὲν ὑπάρχει οὔτε καὶ ἀνεγνωρίσθη τοιοῦτον. Διὰ νὰ εἴμεθα λοιπὸν ἐν τάξει πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ἐλύθη νομίμως ἡ συνεδρίασις.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις παρὰ 15 βουλευτῶν ἔχουσα οὕτω: «προτείνομεν ὅπως διορθωθοῦν τὰ πρακτικὰ ὡς ἑξῆς· κατόπιν τούτου, συνεχίζει ὁ κ. Πρόεδρος, ὑφισταμένης ὑπουργικῆς κρίσεως, συναινέσει τῆς Βουλῆς, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρις ἐπιλύσεως τῆς κρίσεως».
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ἀναγραφῇ ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις ὅπως συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἀμέσως μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§75ΦΩΝΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§76Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. «Μέχρι τῆς ἑπομένης τῆς λύσεως τῆς κρίσεως».
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀνωτέρω πρότασις τῶν 15 βουλευτῶν.
§78Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπιρρίπτεται μομφὴ εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον κ. Κάκκαβον.
§79Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἀκάλυπτον τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ προχωρήσωμεν κ. Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζονται ψηφολέκται ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος καὶ ὁ κ. Ν. Μανούσης καὶ Δ. Μπούκουρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν τῶν πρακτικῶν ὅπως διετυπώθη, λέγουσι ναί. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία τὴν 7.50′ μ. μ.).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία ἔληξεν. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 195, ἐξ ὧν 130 εἶπον ναὶ καὶ 65 ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς ἐτροποποιήθησαν. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Θ. Σοφούλης).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου Μεσσηνίας διαμαρτυρομένου διὰ ἀριθμητικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ γεωπονικοῦ προσωπικοῦ καὶ αἰτουμένου ἐνίσχυσιν τούτου δι’ ἀναλόγου ἀριθμοῦ γεωπόνων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαλαμίδας καταθέτει αἴτησιν τῶν κατοίκων Δομοκοῦ γονέων ἀνυποτάκτων κλάσεως 1924, παρακαλούντων ὅπως χαρισθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπιβληθεῖσα πρόσθετος ὑπηρεσία. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ταλιαδοῦρος καταθέτει καὶ συνιστᾷ ἀναφορὰν τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων Καρδίτσης ζητούντων αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. Ἡ γενικὴ συνέλευσις ἐργατῶν ἐπισιτισμοῦ Λαρίσσης ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, τοῦ νόμου περὶ ἑβδομαδιαίας ἀναπαύσεως. Ὁ σύνδεσμος παντοπωλῶν Πολυγύρου παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ λιανικὴ πώλησις καπνοῦ εἰς τοὺς καπνοπώλας, καθότι ἐλάχιστοι ὑπάρχουν ἐκεῖ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος κ. Β. Σαγιᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ζαρουχλεΐκων Πατρῶν περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὸν χείμαρρον Ἐλεκίστρας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου Καλαμῶν διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ γεωπόνου καὶ αἰτουμένου τὴν ἀναστολὴν τῆς μεταθέσεως. Ἡ συνέλευσις τῶν ἐπιτροπῶν καπνεργοστασίων Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὰς φυλακίσεις ἐργατῶν. Τὸ Γεωργικὸν ἐπιμελητήριον Μεσσηνίας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ἐκ τῶν πρώτων ἡ σύμβασις περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης. Ὁ πρόεδρος κοινότητος Κυδωνιῶν ὑποβάλλει παράπονα διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐνάρξεως ἐργασιῶν πρὸς ἀνέγερσιν προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ. Οἱ πολεμοπαθεῖς Βερροίας διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ τὸ ταχύτερον πρὸς καταβολὴν τῶν δικαίων ἀποζημιώσεών των. Οἱ διευθυνταὶ καὶ ἰδιοκτῆται τῶν ἐν Κων)πόλει καὶ Σμύρνῃ τέως ἐκδιδομένων Ἑλληνικῶν ἐφημερίδων ὑποβάλλουν διαμαρτυρίαν διὰ τὴν ἐλάττωσιν εἰς 1.500.000 δραχ. τῆς ἀποζημιώσεώς των καὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθοῦν τὴν διαπραττομένην εἰς βάρος των μεγίστην ταύτην ἀδικίαν. Οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ συνελθόντες εἰς τὸ «Ἀττικὸν» ἐργάται διαμαρτύρονται κατὰ τῶν μέτρων τῶν λαμβανομένων κατ’ αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ζητοῦν συγχρόνως τὴν μὴ διάλυσιν τῆς «ἐργατικῆς βοηθείας». Τὰ διοικητικὰ συμβούλια τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου καὶ τῆς ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν Φλωρίνης ὑποβάλλουν τὴν παράκλησιν ἐξ ὀνόματος σύμπαντος τοῦ ἐμποροεπαγγελματικοῦ κόσμου, ὅπως ἀρθῇ τὸ μέτρον τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ λιανικῆς πωλήσεως καπνοῦ παρ’ ἀναπήρων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Πολυχρονίδης, Α. Μελᾶς κλπ. ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου, «περὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐμπραγμάτων ἀξιώσεων ἐπὶ ἀνταλλαξίμων ἢ μὴ ὀθωμανικῶν κτημάτων». Ὁ κ. Α. Μαζαράκης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει ἀπὸ 23 Μαΐου 1928 τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν ἀπὸ 6 Φεβρουαρίου 1926 καὶ 20 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐκπαιδεύσεως στελεχῶν». 2) «Περὶ προσωπικοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν». 3) «Περὶ ἐξακριβώσεως τῶν ὁρίων καὶ ὁροθετήσεως τῶν ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀκινήτων κτημάτων τοῦ Δημοσίου». 4) «Περὶ στελέχους ἐθελοντῶν ὁπλιτῶν». 5) «Περὶ ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ προσλαμβανομένου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας» καὶ 6) «Περὶ κυρώσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων σχετικῶν μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Στρατοῦ». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: α) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22)23 Ἰανουαρίου 1925 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν τινων διατάξεων». β) «Περὶ συστάσεως πρακτικοῦ γεωργικοῦ Σχολείου εἰς Ἁγίους Ἀσωμάτους Ἀμαρίου (Κρήτης)». γ) «Περὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης νομοθεσίας». δ) «Περὶ μετατροπῆς εἰς ὑποχρεωτικὴν τῆς ἑκουσίας φορολογίας τῆς εἰσπραττομένης ἐν Χανίοις ὑπὲρ τοῦ ἀνεγειρομένου Φθισιατρείου». ε) «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον τῶν φορολογικῶν παραβάσεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων τεχνικῶν ἑταιριῶν ἀναληφθεισῶν ἐργασιῶν κατασκευῆς μονίμων καὶ ἡμιμονίμων ὁδοστρωμάτων ἐπὶ τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων». Οἱ κ. κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καὶ Κ. Γκότσης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) καταθέτουσι τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: α) «Περὶ κατασκευῆς ἔργων ὑποστηρίξεως καὶ συντηρήσεως τοῦ κτιρίου τοῦ νομαρχιακοῦ καταστήματος». β) «Περὶ νομιμοποιήσεως δαπάνης ἐπισκευῆς τοῦ πυρικαύστου διοικητηρίου Λαγκαδᾶ». Ἡ κατὰ τὸν νόμον 3398 Ἀνακριτικὴ Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ κ. Θ. Παγκάλου διὰ τὰς κατηγορίας α) τῆς παρανόμου παραχωρήσεως τοῦ Καζίνου Ἐλευσῖνος καὶ 6) τῆς παρανόμου θεσπίσεως τῆς ἀναδρομικῆς ποινῆς τῆς ἀγχόνης. Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος τοῦ ἐνεργηθέντος διαγωνισμοῦ κατὰ τὸ 1926 περὶ προαγωγῆς ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ». Ὡσαύτως ἡ ἐπὶ τῶν Προσφυγικῶν ζητημάτων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3382» καὶ τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1928 Ν. Δ. «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκπροθέσμων ἀνεκδικάστων δηλώσεων ἐκκαθαρίσεως δικαιούχων ὁμογενῶν ἀνταλλαξίμων». Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπεστάλησαν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ τὰ ἀναγνώσῃ.
§85ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Ἐν Ἀθήναις τῇ 31ῃ Μαΐου 1928 Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν, εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσα, παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Μαρῆ καὶ ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Γ. Ἐξηντάρη καὶ διώρισεν Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Κωνσταντῖνον Γκότσην καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Γεωργίας τὸν ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως Ὑπουργὸν κ. Μιχ. Κύρκον. Δεχθῆτε, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
ΑΛ. ΖΑΪΜΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Ἐν Ἀθήναις τῇ 26ῃ Μαΐου 1928 Κύριε Πρόεδρε, Κατόπιν τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως, συνεπείᾳ τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς ἀρχηγίας τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων τοῦ κ. Καφαντάρη μετὰ τοῦ ὁποίου κοινοὶ ἀγῶνες, κοινὴ πολιτικὴ καὶ κοιναὶ ἀντιλήψεις μὲ συνέδεσαν, ἡ συνείδησις μοὶ ἐπέβαλε νὰ μὴ ἀποχωρισθῶ ἀπ’ αὐτόν, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐδήλωσα ὅτι παραμένω. Ἀφ’ ἑτέρου, τοῦτο πράττων, δὲν θὰ ἤμην ἐν τάξει, ἐὰν παρέμενον ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ Καβάλλας, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναμφισβητήτως ὑπ’ ὄψει, κατὰ τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ ἐτυμηγορίαν του, τὴν ἰδιότητά μου ὡς φιλελευθέρου, οὐδὲ θὰ ἤμην συνεπὴς πρὸς ὅσα ὑπεσχέθην καὶ διεκήρυξα καὶ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι συνυφασμένη ἡ ψυχή μου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἔχω τὴν τιμὴν καταθέσω τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, ὑποβάλλων τὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ παραίτησίν μου.
Μετ’ ἐξόχου τιμῆς
Γ. ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ
§86Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εὐθὺς ὡς ἀπεχώρησε τῆς ἡγεσίας τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Καφαντάρης ὑπέβαλε τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παραίτησίν του, τοῦθ’ ὅπερ συνεπήγαγεν, ὡς εἰκὸς, τὴν παραίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τὴν γενομένην διευκρίνισιν τῆς καταστάσεως, τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Δημοκρατίας μὴ ἀποδεξαμένου τὴν παραίτησιν, ἡ Κυβέρνησις, ἣν ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ της, ἔκρινεν ἐνδεδειγμένον νὰ προσέλθῃ πάλιν ἐνώπιον ὑμῶν. Γνωστὰ εἰσὶ ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς ἐν τῇ Ἀρχῇ Κυβερνήσεως καὶ τῶν δύο προκατόχων αὑτῆς τὰ θέματα, περὶ ἃ ἠσχολήθημεν ἐπὶ ἕν καὶ ἥμισυ ἔτος. Χάρις εἰς τὴν συνδρομὴν Ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, μέγα μέρος τοῦ προγράμματος ἐξετελέσθη ἤδη. Ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου δ’ ἔτι πέποιθεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ δυνηθῇ τῇ εὐμενεῖ Ὑμῶν συνδρομῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἄξιον λόγου μέρος κατὰ τὸ βραχὺ μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ θέρους χρονικὸν διάστημα. Τὰ μέτρα δὲ ἅτινα ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, εἰσὶ κατὰ πρῶτον λόγον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ Γερουσίας, ὡς καὶ τῶν νόμων περὶ δανείου ὁδοποιΐας καὶ περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, Μακεδονίᾳ Ἠπείρῳ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, πρὸς τούτοις δὲ τῶν νόμων τῶν κυρούντων τὰς μετὰ ξένων Κρατῶν συμβάσεις καὶ συμφωνίας, ὡς καὶ τῶν μέτρων τῶν συνδεομένων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως μετὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Χώρας καὶ τῶν ἀφορώντων τὴν ὀφειλομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀρωγὴν εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς καὶ πλημμυροπαθεῖς πληθυσμούς. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ὑπολειπόμενος μέχρι τῶν θερινῶν διακοπῶν χρόνος δὲν ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἄνω μέτρων, ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ, προκειμένου περί τινων ἐξ αὐτῶν, εἰδικήν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 77 τοῦ Συντάγματος, ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν Νομοθ. Διαταγμάτων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Δὲν παραλείπει, Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπαναλάβῃ καὶ σήμερον ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς δίκης τῶν ἀδικημάτων τῆς δικτατορίας ἀποτελεῖ ἐνδεδειγμένην μέριμναν, τῆς ὁποίας τὴν σημασίαν δὲν δύναται, φρονοῦμεν, νὰ παρίδῃ οὐδὲ νὰ ὑποτιμήσῃ ἡ Βουλή, ἐκτελοῦσα τὸ δικαστικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῶν μέτρων, ἅτινα ἀνέφερε καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν καὶ τοῦ τμήματος τούτου τοῦ ἔργου ἡμῶν, παρακαλεῖ Ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ὅπως εὐαρεστούμενοι, ἀνανεώσητε διὰ τῆς ψήφου Ὑμῶν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην σας». (Κατερχομένου τῆς ἕδρας τοῦ κ. Σοφούλη, καταλαμβάνει ταύτην ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ζερβός).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοφούλης ἔχει τὸν λόγον.
§88Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Τὸ περιεχόμενον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἀποβαίνει περιττή οἱαδήποτε λεπτομερεστέρα ἐξέτασις αὐτῶν διότι οὔτε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχίστης ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Γερουσίας, οὔτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισπεύσεως τῆς διαδικασίας τῆς κατὰ τοῦ δικτάτορος κατηγορίας δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις. Ἡ ἐξαγγελθεῖσα δὲ κυβερνητικὴ πρόνοια πρὸς ἐκτέλεσιν μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων προωρισμένων ν’ ἀποτελέσωσι τὴν ἀληθῆ βάσιν τῆς οἰκονομικῆς ἀναγεννήσεως τῆς Χώρας, τῆς οἰκονομικῆς εὐπραγίας τοῦ λαοῦ, δὲν δύναται παρὰ νὰ τύχῃ ἀμερίστου καὶ ὁλοψύχου τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος. Μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν ἐπικροτοῦμεν, ἐπίσης, καὶ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταρτισμὸν τὸ ταχύτερον τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Θὰ λάβω τὸ θάρρος μόνον παρατηρήσεις τινὰς νὰ διατυπώσω ἐπὶ τῶν αἰτίων τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἡμεῖς φρονοῦμεν, προῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς ὄχι δεδικαιολογημένης, διότι οὔτε διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἐκδηλωθῇ, οὔτε διαφωνία τῶν Κομμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτήν. Τὸ γεγονὸς δὲ καὶ μόνον μιᾶς νέας σαφεστέρας ταξινομήσεως τῶν κομμάτων ἐντὸς τοῦ δημοκρατικοῦ πλαισίου, δὲν ἐξηγεῖ ἐπαρκῶς τὴν δημιουργηθεῖσαν κρίσιν. Ἡ ἐνδοκομματικὴ ἄλλως αὐτῆς διευθέτησις οὔτε πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν δημοκρατικῶν Ἀρχηγῶν ὑπῆρξεν ἀντίθετος, οὔτε ὅλως ἀπροσδοκήτως ἐπῆλθε. Διότι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἔπαυσε ν’ ἀποβλέπῃ πάντοτε μετ’ ἀκλονήτου πίστεως πρὸς τὸν ἱδρυτὴν καὶ πρῶτον ἡγέτην αὐτοῦ καὶ μετὰ σταθερᾶς προσδοκίας τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν καὶ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχηγίας παρ’ αὐτοῦ. Τὴν ἐπὶ μακρὸν ὅμως καὶ ἔμμονον ἄρνησίν του δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμψῃ παρὰ μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος κατὰ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ὁσημέραι ἐμφανέστερος καθίστατο, κινδύνου νέας παρεκκλίσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας ἀπὸ τῆς κανονικῆς αὐτῆς τροχιᾶς. Παραβλέποντες ὅμως τὰ αἴτια τῆς κρίσεως, παραβλέποντες τοὺς τοιούτους ἑλιγμούς, τοὺς ὁποίους διέγραψεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὲ εὐφρόσυνον αἴσθημα ἀποδέχεται τὴν ὁριστικὴν κυβερνητικὴν διευθέτησιν, διότι ἦτο ἡ μόνη κοινοβουλευτικῶς ἐνδεδειγμένη, λύσις σύμφωνος οὐ μόνον πρὸς τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς Χώρας, λύσις ἄλλως διασώζουσα ἀνόθευτον καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν τὴν ἐκδηλουμένην διὰ τῶν τελευταίων ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων. Τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα ἀποβλέπει κυρίως μετ’ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τὴν νέαν αὐτῆς ἀναβίωσιν ἐμφανίζει καὶ πάλιν τὸν χαρακτῆρα τὸν σύμφωνον πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Τοῦτο δὲν μαρτυρεῖ μόνον ἡ παρουσία καὶ ἡ συμμετοχὴ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῶν δύο δημοκρατικῶν Ἀρχηγῶν μετὰ τῶν ὁποίων συνδέουσι τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα ἀπὸ μακροῦ χρόνου κοινοὶ ἀγῶνες, κοιναὶ ἀντιλήψεις, ἑνότης σκοπῶν καὶ ἑνότης αἰσθημάτων, δεσμοὶ στενοὶ ψυχικοὶ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λύσωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαλαρώσωσι κἂν ἐνδεχόμεναι δυσαρέσκειαι ἢ παρεξηγήσεις, ἀναπόφευκτοι ἄλλως εἰς παρομοίας περιστάσεις, ἀλλὰ ἐφήμεροι καὶ παροδικαὶ ὡς ἐλπίζω, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον καθορίζει τὸν χαρακτῆρα τῆς νέας Κυβερνήσεως αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἡ δήλωσις ὅτι καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις θὰ βασισθῇ κυρίως ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ὅτι τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα, ἐκπληροῦν ἀκεραίαν τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν, θέλει παράσχει ἀκεραίαν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ὑποστήριξιν αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα, πιστὸν εἰς τὰς παραδόσεις αὐτοῦ δὲν διστάζει καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ θέση ἐν ὑποδεεστέρᾳ μοίρᾳ τὰ ἴδια κομματικὰ αὐτοῦ συμφέροντα καὶ νὰ τὰ ὑποτάξῃ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Χώρας. (Παρατεταμμένα χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετὰ δεκαπενθήμερον ὑπουργικὴν κρίσιν βλέπομεν ἐμφανιζομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρὸ δεκαπενθημέρου περίπου ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρίσταται σήμερον πρὸ ἡμῶν, κατὰ τὴν βάσιν αὐτῆς εἶναι αὐτὴ ἐκείνη ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι παρίσταται πρὸ τῆς Βουλῆς ἠλαττωμένη κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτῆς δύναμιν, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος, μία μεγάλη μερὶς ἑνὸς τῶν Κομμάτων ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀπεσπάσθη καὶ ἀπετέλεσεν ἴδιον κόμμα, ὑπὸ ἰδίαν ἐμφάνισιν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐμφανίζεται πλέον πρὸ ἡμῶν οἷον ἦτο πρὸ τῆς παραιτήσεως, διότι καὶ αὐτὸ παρίσταται ὡς νέον κόμμα μὲ νέον Ἀρχηγόν. Ἡ ἀφορμὴ ἥτις ἐδημιούργησε τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν προέκυψεν οὐχὶ κατὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου, οὐδεμία δυσπιστία ἐξεδηλώθη ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία τὴν ὑπεστήριξεν. Ἡ δυσπιστία προῆλθεν ἔξωθεν καὶ ἐκ λόγων ἐνδοκομματικῶν. Λέγω δὲ ἐκ λόγων ἐνδοκομματικῶν, διότι ἡ διάστασις ἀνεφύη εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, μέχρι τοῦδε Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μία μερὶς ἀπεσπάσθη. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὰ ἐσωτερικὰ ἑνὸς Κόμματος, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔφερε γενικώτερόν τινα χαρακτῆρα ἀφορῶντα αὐτὰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ τὸ Πολίτευμα ἡμῶν. Τὰ Κόμματα δὲν εἶναι κατασκεύασμα συνεπεία συμφωνιῶν τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων αὐτά. Τὰ Κόμματα εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπικρατήσεως ἀρχῶν ὡρισμένων, διὰ τὰς ὁποίας ὡρισμένα ἄτομα ἐπάλαισαν πρὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἔλαβον τὴν ἔγκρισιν ταύτης καὶ παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐγνωρίζαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡγούμενον ἰδίου Κόμματος, τὸ ὁποῖον προήχθη ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, καὶ μὲ τὸ Κόμμα τοῦτο ἐπολιτεύετο ἐν τῇ Βουλῇ. Ἕτερον Κόμμα δὲν ἐγνωρίζομεν. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο γνωστὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπῆρξε καὶ Κόμμα μὲ ἀρκετὰ μεγάλην ἰσχύν. Ἀλλὰ τὸ Κόμμα τοῦτο ἔπαυσεν ἀπό τινος ὑφιστάμενον καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, κατὰ ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τούτου πρὸ τοῦ λαοῦ, δὲν παρεστάθη ὡς ἴδιον Κόμμα οὐδὲ διεξεδίκησε θέσιν τινὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐφόσον, ἑπομένως, ἤδη, ἀδιάφορον ἐκ τίνος λόγου, χωρὶς κἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ προκύψῃ τι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις ἑνὸς Κόμματος — διότι διάλυσις, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν, ἐπῆλθε τοῦ Κόμματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν — καὶ ἀφοῦ οὗτος παρῃτήθη τῆς ἀρχηγίας αὐτοῦ συνεκροτήθησαν δύο νέα Κόμματα, τὸ μὲν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ὡς ἀντελήφθην ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔχομεν, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, κἄτι τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἐνώπιόν μας, διότι τὰ δύο αὐτὰ Κόμματα, ὑπὸ τὴν νέαν αὐτῶν μορφὴν παρίστανται ὡς αὐτοδημιούργητα χωρὶς νὰ προέρχωνται ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον μᾶλλον ἀκριβές, ὅσον ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐνόμισεν ὅτι μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς καὶ παρῃτήθη. Ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν πολιτικὴν κρίσιν, διότι οὗτος ἦτο ἀπολύτως ἀντικοινοβουλευτικός. Ἀντὶ νὰ προσέλθῃ αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἴδῃ ἂν ἀπελάμβανεν ἢ ὄχι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἔμεινεν ἐκτὸς αὐτῆς διαπραγματευομένη, ἵνα ἴδῃ πῶς καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της Βουλῆς. Κατὰ τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐγὼ ἀντίκειμαι. Φρονῶ καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἤμην πρόθυμος, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουσι, νὰ συντρέξω ὥστε ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι κοινοβουλευτικωτέρα. Διὰ τὴν δήλωσίν μου ταύτην γνωρίζω ὅτι ἐρρίφθη μομφὴ κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τοῦ Κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τοῦτο καθιέρωσεν εὐθὺς ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη, ὑπῆρξε πολιτικὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Ἀπόδειξις τούτου ὅτι εἰς πάσας τὰς περιστάσεις καθ’ ἃς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας ἐτάραξαν ἀνωμαλίαι οἱαιδήποτε, ἐλησμόνησε τὰ πολιτικὰ ἔρια καὶ τὰς πολιτικὰς ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐχώριζον τοῦτο ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐν τῇ Χώρᾳ πολιτικὰ Κόμματα καὶ συνέπραξε μετ’ αὐτῶν, ἀποβλέπον εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ δὲν θὰ μακρυγορήσω, ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω μόνον τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἄλλων κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων συνεπράξαμεν ὅτε κατὰ τῆς τάξεως ὑπῆρξεν ἡ δικτατορία τοῦ ὑπὸ δίκην Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐπεζήτει ἔστω καὶ διὰ τῆς νόθου ψήφου τοῦ λαοῦ νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἴδιον ἔπραξε κατόπιν, ὅταν νέα ἠπειλεῖτο δικτατορία, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας Παγκάλου. Τὸ ἴδιον ἔπραξεν ὅταν ἀνωμαλίαι ἐπέκειντο μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἕνεκα τῆς δυσκολίας περὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἴδιον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ τώρα, διὰ νὰ περάσῃ ἡ δύσκολος περίστασις κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνέργεια κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικὴ ἔθεσεν εἰς δύσκολον θέσιν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὰς ἰδικάς της ἀντικοινοβουλευτικὰς σκέψεις καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἐκεῖθεν ὁπόθεν προήρχετο ἡ ἐπίθεσις, ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ στραφῇ καὶ νὰ συνθηκολογήσῃ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν συνάδουν ταῦτα πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς ἄλλας πολιτικὰς διαιρέσεις καὶ πολιτικὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς χωρίζουν, νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν θὰ τῆς δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Θὰ εὐχηθῶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ παρομοία περίστασις τοιαύτης ἀνωμαλίας ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ κατορθώσωμεν νὰ βαδίσωμεν κατὰ τρόπον μᾶλλον ὁμαλώτερον. Δυστυχῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν βλέπω τοῦτο, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἤδη νὰ καθορίσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς οὐχὶ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀπολύτους πεποιθήσεις, ἀλλὰ καθώρισε τοῦτο κατόπιν συμφωνίας καὶ συνθηκολογήσεως, ἣν ἔκαμε μὲ τὰ ἄλλα Κόμματα. (Χειροκροτήματα).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἦτο ἀπησχολημένη μὲ τὴν ἐξέτασιν τόσον σπουδαίων ζητημάτων, προέκυψεν ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις. Ἐκ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν διαφαίνεται σαφῶς ὁ λόγος τῆς κρίσεως καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως δὲ τοῦ διερμηνεύοντος ἐνταῦθα τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν δίδεται ἐπαρκὴς ἑρμηνεία τῆς ἐκραγείσης κρίσεως. Καθ’ ἡμᾶς, κατ’ οὐσίαν τὰ αἴτια εἶναι προσωπικά, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσουν τὴν Κυβερνητικὴν κρίσιν καὶ νὰ διακόψουν σοβαρώτατα ἔργα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ κρίσις αὕτη καὶ ἡ δοθεῖσα λύσις μὲ φέρει ἀντιμέτωπον ὄχι μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ γενομένη μεταβολὴ εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς πλειονοψηφίας εἶναι πρᾶξις ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ προκαλεῖ ἀνωμαλίαν καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ποῦ ἔγκειται τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς συνθέσεως τῆς πλειονοψηφίας; Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς δύο ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν κόμματα κατῆλθον ὡς Ἕνωσις Φιλελευθέρων (χειροκροτήματα) θέλοντα νὰ δείξουν ποῖος ἦτο ὁ βαθύτερος σύνδεσμος αὐτῶν καὶ ποῖαι αἱ ἀρχαί, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν συνεργασίαν τῶν Κομμάτων αὐτῶν. Καὶ ἐὰν περὶ τούτου ὑπῆρχον καὶ ἐλάχισται ἀμφιβολίαι, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Ἐξηντάρης διεπίστωσε μὲ μίαν πρᾶξιν τιμῶσαν αὐτόν, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἐδόθη εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ὁποίου ἦτο γνωστὸς ὁ ἀρχηγός. (Χειροκροτήματα) Τὴν αὐτὴν δήλωσιν ἔκαμε καὶ ἕτερος βουλευτὴς ἐκ τῶν ἐξεχόντων μελῶν τοῦ τέως Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, τὴν αὐτὴν δήλωσιν ἔκαμεν ὁ κ. Κ. Σπυρίδης καὶ τὴν αὐτὴν δήλωσιν ἔκαμε τὸ μέγα μέρος τῶν Κομμάτων τῶν Προοδευτικῶν καὶ Συντηρητικῶν Φιλελευθέρων. Ἡμεῖς εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀντιμετωπίσαμεν τὰ Κόμματα ταῦτα ἐκ τοῦ συστάδην.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπεστηρίχθητε ἀπὸ τὸ σφυρὶ καὶ δρεπάνι.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ σφυρὶ καὶ δρεπάνι τὸ ἐξεμεταλλεύθησαν ἐναντίον ἡμῶν οἱ συκοφάνται. Ἀντιμετωπίσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰ Κόμματα ταῦτα ἐκ τοῦ συστάδην καὶ ἐγνωρίσαμεν μὲ ποῖα σύμβολα κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἄν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχῃ ἀταξία, εἶναι μὲ τὸ μέρος ἐκείνων οἵτινες δὲν ἠκολούθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Γ. Ἐξηντάρη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κοινοβουλευτικώτερος παρ’ ὅτι ἐκτὸς αὐτῆς, δὲν ἐξεδήλωσε τὴν σκέψιν του ὁλόκληρον. Δὲν εἶναι ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ὅστις τὸν ἐξωθεῖ. Πᾶν Κόμμα δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγόν του, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἶναι οὗτος, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὰ Κόμματα τῶν ὁποίων οἱ Ἀρχηγοὶ πίπτουν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἔπρεπε νὰ διαλύωνται, πρᾶγμα ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ συνέβη, ὥστε ἐνῷ ὁ κ. Μπάλφουρ δὲν ἐπέτυχεν ὡς βουλευτὴς ἔμεινεν ὅμως ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος. Θέλω νὰ τὸ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι παραβίασις κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς νὰ ἐκλέξῃ ἓν Κόμμα τὸν ἀρχηγόν του κατ’ ἐλευθέραν βούλησιν, ὅταν μάλιστα κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ σύμβολον τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ βαθυτέρα σκέψις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι ἄλλη. Οὗτος ἐναντιοῦται ὄχι εἰς τὸ νὰ ἔχῃ οἱονδήποτε ἀρχηγὸν θέλει τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ εἰς τὸ νὰ ἔχῃ τὸν κ. Βενιζέλον. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν εἶχεν εἰσφέρει καὶ τί ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν εἶναι ὁ κυριώτερος συντελεστὴς τῆς δημιουργίας τῆς μεγάλης Ἑλλάδος. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἤθελε ἀναγνωρίσῃ ἀρχηγὸν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι διάφορον. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀκολουθεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν ἰδίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Πολιτεύματος, ἔνθα λέγει ὅτι οὐχὶ μὲ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ Λαοῦ καθιερώθη ἡ Δημοκρατία, καὶ ὅταν καλοῦμεν αὐτὸ ἵνα ἀποταθῶμεν πάλιν πρὸς τὸν Λαόν, παρέχοντες πάσας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, ἀρνεῖται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§95Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Σεῖς λέγετε, αὐτά, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐστερήσατε τῆς ψήφου καὶ τῶν λοιπῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τόσους πολίτας Ἕλληνας;
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ τώρα τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θέλει νὰ ἀρνηθῇ εἰς ἕνα πολίτην ἕλληνα νὰ πολιτευθῇ καὶ θέλει νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ μεγαλείτερον κόμμα νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγόν του.
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε σχετικῶς μὲ ὅσα εἶπα ἐν τῇ Βουλῇ ἔχει καλῶς, ἂν θέλετε ὅμως νὰ ὁμιλήσετε σχετικῶς μὲ τὴν θέσιν σας, μετὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, εἶναι ζήτημα ἰδικόν σας.
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ διεφώνησα ἐπὶ τῇ βάσει ἀντιθέσεως ἀρχῶν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐξεδίωξα κανένα καὶ τώρα δὲν διατρέχω κίνδυνον, διαρρέοντος τοῦ κόμματός μου, νὰ γίνω ὀπαδὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, στηριζομένη εἰς τὰς ἀγροτικὰς καὶ ἐργατικὰς μάζας πρὸς συστηματικὴν ἐξύψωσιν τῶν ὁποίων θέλει νὰ καταστήσῃ ὄργανον τὸ Κράτος, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τὴν ἐμφάνισιν κανενὸς πολιτικοῦ. Ἀλλ’ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ τὰς ἀντιρήσεις αἵτινες ἐξεφράσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν μερίδα, νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγὸν ποὺ θέλει. Ἐψηφίσαμεν μαζὶ καὶ μὲ τὴν ἰδικήν σας συνδρομὴν τὸ πολίτευμα, διότι ὅλοι ἠθελήσαμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν πλήρη πολιτικὴν ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον καὶ συνεφωνήσαμεν νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν. Ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αἰτιάσεις κατά τῆς πολιτικῆς σας κατὰ τὸ παρελθὸν καθὼς ἠδύνασθε καὶ σεῖς νὰ ἔχετε αἰτιάσεις καθ’ ἡμῶν διὰ τὴν παλαιὰν πολιτικήν μας. Ἀλλ’ ἀπεφασίσαμεν νὰ θέσωμεν τελείαν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν λαϊκῶν ἀναγκῶν. Εἴμεθα λοιπόν συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς ὅταν θέλωμεν νὰ μὴ ἀφίσωμεν εἰς ἕνα ἀρχηγὸν νὰ πολιτευθῇ καὶ ὅταν ἀξιοῦμεν τὴν διάλυσιν ἑνὸς μεγάλου κόμματος; Πρέπει νὰ κυριαρχήσῃ εἰς τὰ ἔγκατα ἡμῶν ἡ ἰδέα τῆς Δημοκρατίας ἡ ὁποία εἶναι ἰδέα τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἐμέμφθην ἄλλοτε τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὅτι ἀκολουθεῖ πολιτικὴν ἀρνητικὴν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ ἴδιον πράττει. Ἐνῷ ἔχομεν πληθώραν ζωτικωτάτων ζητημάτων, τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀκολουθεῖ ἀρνητικὴν πολιτικήν, καὶ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τοιαύτην πολιτικήν, θὰ ἀποτύχῃ.
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μήπως ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα; (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος).
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐτέθη ζήτημα διὰ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσετε ὅτι οἱ στενοὶ τύποι δὲν δύνανται νὰ κυριαρχοῦν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ἐκάματε ἕνα ὑπαινιγμὸν καὶ ἤθελον νὰ θέσω τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ἀπόλυτον ὁμαλότητα τοῦ τόπου αὐτοῦ καὶ σήμερον ἡ κυρία αἰτία οἱασδήποτε ἀνωμαλίας εἰς τὸν τόπον εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος Ἐτελείωσα μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου· Εἶπον ὅτι τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς κρίσεως, εἶναι αἴτια προσωπικῆς φύσεως. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς κανένα πολίτην νὰ ἡγηθῇ κόμματος καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἔγινεν ὁ σχηματισμὸς τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Εὑρισκόμεθα πρὸ μεγίστων λαϊκῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἔχομεν ἀνθρώπους ἀποθνήσκοντας ἀπὸ τὴν πεῖναν, ἔχομεν πληθυσμοὺς ἐκτεθειμένους εἰς τὰς δυνάμεις τῆς φύσεως κλπ. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶχεν ἀρθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειοψηφίας, ὑπῆρχε καιρὸς βραδύτερον νὰ δημιουργηθοῦν νέα κόμματα, ὅταν θὰ ἤρχετο στιγμὴ νὰ ἐρωτήσωμεν διὰ τῶν ἐκλογῶν τὸν λαόν, ἐὰν ἐγκρίνῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν νέαν πολιτικὴν κατεύθυνσιν ἢ ὀργάνωσιν. Ἀλλ’ ὡς ἔγινε σήμερον δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐγκρίνω. Παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπετέλεσεν ἀπόπειραν ἐκβιασμοῦ πρὸς ὡρισμένην κατεύθυνσιν. Εἶναι γνωστὴ ἡ γνώμη ἣν ἔχει ἡ Δημ. Ἕνωσις ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Διεδηλώσαμεν τὰς ἐπιφυλάξεις ὅταν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ στενωτέρου συνασπισμοῦ, καὶ ἐτονίσαμεν τότε τοὺς δεδικαιολογημένους φόβους μας ὡς ἀπέδειξεν ἡ τραπεζιτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τὰ χίλια ἑκατομμύρια. Ἀναφέρεται τώρα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις πάλιν ἡ ἵδρυσις τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀπεδείχθη πόσον ἀπέχουν αἱ ἀντιλήψεις ἡμῶν ἀπὸ τὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις ἀπεκάλυψεν καὶ ἓν ἄλλο χαρακτηριστικόν της, τὴν συστηματικὴν προσπάθειαν παρελκύσεως ὅλων τῶν ζητημάτων. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία σοφία, ὅπως παρελκύονται τὰ ζητήματα καὶ ἐμφανίζονται τὴν τελευταίαν στιγμὴν μὲ πρόθεσιν ἐκβιασμοῦ ταχείας ἐπιψηφίσεως ἄνευ συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται μὲ μειωμένον κῦρος καὶ ἐξ ἄλλου λόγου. Ἀπεδέχθη μὲν τὴν γεναιόφρονα ὑποστήριξιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅστις ἀπέδειξεν ὅτι καὶ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν σέβεται διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις ριζικὰς συμφώνους πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, τοιαύτην ἱκανότητα δὲν ἀπέδειξε τώρα μόνον, τὴν εἶχε ἐκδηλώσει καὶ ἄλλοτε μετὰ τὸ δημοψήφισμα, καὶ κατόπιν ὅταν ἀπέσυρε τὰς ἐπιφυλάξεις του διὰ τὸ Πολίτευμα, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Χωρὶς νὰ διατυμπανίζῃ, ὅπως πράττῃ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅτι ἡ κυρία του ἀρχὴ εἶναι ὁ σεβασμὸς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας προσηρμόσθη εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ (Χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐγκρίνω οὐδὲ πόρρωθεν τὰς ἐπιθέσεις αἵτινες γίνονται κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις περὶ τοῦ πῶς ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τὴν Δημοκρατίαν καὶ πῶς τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη ἀμέσως τὴν λύσιν ἥτις τώρα ἐδόθη διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἐνῶ κατ’ ἀρχὰς ἐδήλωσεν ὅτι ὀφείλει ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς κρίσεως, νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν κατόπιν ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ συνεργασθῇ μὲ πολιτευτὰς ἐπηρεαζομένους ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Κατόπιν, γνωρίζετε τὴν ἐξέλιξιν, μετὰ διαφόρους ἑλιγμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους τὸν παρηκολούθησαν τὰ δύο ἄλλα συνεργαζόμενα ἐν τῇ Κυβερνήσει Κόμματα κατέληξεν εἰς τὴν κηδεμόνευσιν μόνον ὑπ’ αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις τῆς κρίσεως μειώνει ἀναμφισβήτος τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀναλογικὴ τὰ ἔκαμεν αὐτά.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζω ὅτι ὅσοι φωνάζετε ἐδῶ ἐναντίον τῆς ἀναλογικῆς ἐνδομύχως τρέμετε μήπως μεταβληθῇ αὕτη (χειροκροτήματα). Τὸ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν δύναται νὰ ἀνακόπτεται ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίας. Ἡμεῖς καὶ ἄλλοτε ὡς καὶ σήμερον εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀναλογικοῦ καὶ γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἀντιταχθέντες εἰς τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τοῦ ἀναλογικοῦ, λυποῦνται τώρα διὰ τοῦτο. Εἶπα, λοιπόν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐδημιούργησε μίαν κατάστασιν νόθον, διότι ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ πρέπει αὕτη νὰ στηρίζεται εἰς τὴν ἀπόλυτον συνεργασίαν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν κομμάτων. Ἀλλὰ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀποκρούσεως ἐκ μέρους τῶν Κυβερνητικῶν Κομμάτων καὶ ἀποπείρας διαλύσεως τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἡ ἀπόλυτος συνεργασία δὲν ὑφίσταται μεταξὺ τῶν κομμάτων τῆς πλειοψηφίας. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ συνεργασία αὕτη ὤφειλε νὰ κληθῇ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἔλλειψις τοιαύτης συνεργασίας δημιουργεῖ τὴν κατάστασιν ἀνώμαλον ἐξ ἧς δύνανται νὰ προκύψουν κακά. Εἷς τῶν ἀρχηγῶν ἠθέλησε νὰ ὀνομασθῇ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀχρωμάτιστος, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἀπὸ τρία κόμματα νὰ θεωρηθῇ ἀχρωμάτιστος; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται μειωμένη καὶ μὲ μίαν νόθον κατάστασιν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ βοηθήσωμεν τὸν τόπον πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰς πραγματικὰς καταστάσεις καί, ἀφίνοντες οἱασδήποτε ἐγωϊστικὰς βλέψεις, νὰ διεκπεραιώσωμεν ταχέως τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἵνα βαδίσωμεν εἰς ἐκλογὰς Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ παρατείνῃ ἐπὶ μακρὸν τὸν βίον της καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιέλαβεν εἰς τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις καὶ τὸν προσεχῆ τερματισμὸν τοῦ βίου τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δεχθῶμεν πάντες. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πάντες ὅτι μεθ’ ὅσα ἔγιναν ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βαπτισθῶμεν ἐκ νέου εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Ἡ Δημοκρατία ὡς ἀπεδείχθη ἀφ’ ἧς ἤρχισε νὰ λειτουργῇ πλήρως, εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ ἀγλαοὺς καρποὺς καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς εὐημερίαν τὸν λαόν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ ἐμπνευσθῶμεν ὅλοι ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας αὐτῆς ἀρχάς (χειροκροτήματα).
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστὸν καὶ τὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα ἠρνήθησαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἵα εἶχεν ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου μόλις χρόνου, ἠρνήθησαν ταύτην, εἴτε διότι δὲν συνεφώνουν εἰς τινα σημεῖα μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, εἴτε διότι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος, ἢ ἱκανὴ διὰ νὰ ἀγάγῃ τὸ πρόγραμμα τοῦτο εἰς πέρας. Ἄν ἐπρόκειτο, λοιπόν, τὰ κόμματα ταῦτα τὰ ἑκατέρωθεν τῆς μέσης ἱστάμενα, ἐκ τῶν ἰδίων λόγων νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν καὶ αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ συζήτησις θὰ ἦτο βραχυτάτη καὶ δὲν θὰ ἐτρέπετο εἰς σημεῖα δευτερεύοντα. Προσετέθησαν λόγοι περιστρεφόμενοι περὶ τὰ σημεῖα ταῦτα, λόγοι καταμηνύοντες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίας ἀντικοινοβουλευτικότητος, εἴτε κατηγορίας διὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατηγορίαν ὅτι κατάστασις νόθος ὑπάρχει. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν ἑξῆς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, λόγον. Εἶπε πρῶτον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ παραιτηθῇ, διότι ἕν τῶν Κομμάτων τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν καὶ ἀναγνωριζόντων ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Ἀρχηγὸν αὐτοῦ, διεσπάσθη καὶ διεχωρίσθη εἰς δύο. Εἶπε δεύτερον, ὅτι ἡ διαχώρισις αὕτη, ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ πλείστου μέρους ἐξ αὐτοῦ εἰς τὸν παλαιὸν καὶ φυσικόν του ἀρχηγὸν ἦτο αὐτὴ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀντικοινοβουλευτική. Καὶ τρίτον εἶπεν, ὅτι ἀντικοινοβουλευτικὴ ἦτο καὶ ἡ συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν τῶν προηγηθεισῶν τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κόμματος τούτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς τὰ τρία στηρίγματα τῆς κατηγορίας. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ εὗρεν ἐν τούτῳ σύμφωνον τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι εἰς ὑπερβολικὴν εὐαισθησίαν τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὠφείλετο ἡ γενομένη παραίτησις αὐτῆς, οὐχὶ ἁπλῶς ἀπὸ ἀπὸ τῆς ἀρχηγίας τοῦ Κόμματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι τῳόντι καθαρῶς ἐνδοκομματικόν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς εὐαισθητίας τοῦ συναδέλφου μου. Πρόκειται ἁπλῶς νὰ εἴπω ὅτι ὅταν τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ὁπωσδήποτε τὸ σύνολον τῶν προϋποθέσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας μετέσχε τίς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔκκλησις αὐτῆς ἵνα ἀποφανθῇ ἐκ νέου ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ νὰ δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν ἀνασυγκροτηθησομένην Κυβέρνησιν δὲν δύναται ποσῶς νὰ ὀνομασθῇ ἀντικοινοβουλευτική. Εἶναι σεβασμὸς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ἡ ἔκκλησις πρὸς τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποφανθῇ αὕτη ἐὰν διατηρῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν ἀνασυγκροτηθεῖσαν καὶ ἐπανεμφανισθεῖσαν ἐνώπιον αὐτῆς Κυβέρνησιν. Ἅμα ἐκλείψῃ ἡ κατηγορία τοῦ ἀντικοινοβουλευτισμοῦ δὲν ἀπομένει πρὸς ἐξέτασιν εἰμὴ τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς εὐαισθησίας. Κατὰ δύο τρόπους, κύριοι, ἀπομακρύνεταί τις συνήθως ἑνὸς Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ παραιτούμενος ἐξ εὐαισθησίας ἢ ἐκδιωκόμενος. Ὑποθέτω ὅτι θὰ συμφωνήσετε ὅλοι, ὅτι ὁ συμφωνώτερος πρὸς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν εἶναι πάντως ὁ πρῶτος τρόπος. Ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶπεν ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ συγκρότησις Κόμματος ἔστω καὶ διὰ διασπάσεως ἢ δι’ ἐπαναφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικήν του σημαίαν, ἢ μᾶλλον οὐχὶ εἰς τὴν σημαίαν, διότι ἡ σημαία πάντοτε ὑπῆρχε, ἀλλ’ εἰς τὸν παλαιόν του Ἀρχηγόν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξω εἰς ὅσα γίνονται ἀλλαχοῦ καὶ λάβω πάλιν καμμίαν μομφὴν ὅτι θέλω νὰ εἰσφέρω εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ εἰσκομίσω εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσα γίνονται ἀλλαχοῦ, ὡσὰν ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι τόπος ἔξω τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, νὰ μνημονεύσω εἰς αὐτὸν ὅτι καὶ τὸ Κόμμα τῶν Ἰαπώνων, τοῦ ὁποίου πρωταθλητὴς ὑπῆρξεν ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Λ. Κόμματος, ἱδρύθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἐκτὸς αὐτῆς.
§104Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν ἦτο Κόμμα αὐτό.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Tres faciunt collegium. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε εἴδομεν αὐτὸ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῷ παρόντι. Θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω τὸ Κόμμα τὸ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ράλλην, τὸ ὁποῖον ἐπίσης διεσπάσθη εἰς δύο. Ἐκεῖ δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Κόμματος. Δὲν βλέπω λοιπὸν τίποτε τὸ ἐπίψογον εἰς τὸ γενόμενον, ὡς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶπε, μὴ ἀρκούμενος εἰς τὰς ἄλλας διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ, ἀρνούμενος τὴν ψῆφον του, καὶ διὰ τοῦτο ὡς ἀντικοινοβουλευτικὸν χαρακτηρίζω τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ συνεννοήσεις, αἱ γενόμεναι διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Προσέθεσε δὲ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι προσεφέρθη νὰ παράσχῃ τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν αὕτη ἤθελε νὰ ἀνασχηματισθῇ χωρὶς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§107Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἔχω ἐδῶ σημειώσει τὸ τί εἴπετε. (ἀναγινώσκει).
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ δικαιολογῆσθε, κ. Ὑπουργέ, διότι ἀνέφερα μίαν πολιτικὴν σταθερὰν, ἡ ὁποία διακρίνει τὸ κόμμα τὸ Λαϊκόν. Εἶπον ὅτι κατὰ πάσης ἀντικοινοβουλευτικῆς ἐνεργείας κατὰ τοῦ ὁμαλοῦ βίου, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντεπεξῆλθε. Καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν περίστασιν, ἐθεώρησεν ὅτι ἐγένετο μία τοιαύτη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, τελείως ἀντικοινοβουλευτικῶς. Κατὰ τοῦτο εἶπον ὅτι προσέφερε τὴν δύναμίν του, ἵνα ἡ ἀντικοινοβουλευτικὴ ἐνέργεια πολεμηθῇ.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. τῶν Ἐξωτ.) Εἴπετε λοιπὸν ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν σταθερὰν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε, καὶ θεωροῦντες ὅτι ἀντικοινοβουλευτικῶς παρητήθη ἡ Κυβέρνησις, διότι καθ’ ὑμᾶς αὕτη ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ...
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον...
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται δυσχερὴς ἡ συζήτησις. Ἐδέχθην εὐχαρίστως τὴν διακοπὴν διὰ νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα εἶπον, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ βασίμου τῶν ἐπιχειρημάτων σας καὶ περὶ τοῦ βασίμου τῶν ἑρμηνειῶν σας. Ἐγὼ ἤθελα νὰ καταλήξω εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα, τοῦ ὁποίου κριτὴς νὰ εἶνε ἡ Βουλὴ, ὅτι εὑρίσκω ἀντίφασίν τινα, ὀξεῖαν ἀντίφασιν, ἀνεξήγητον δι’ ἐμὲ, τὸ νὰ θεωρῆτε ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν τόσαι κοιναὶ ἰδέαι, τοιοῦτοι κοινοὶ ἀγῶνες, τὰς ὁποίας τοσοῦτον εὐφήμως ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ διευθύνων τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ θεωρῆτε ἀντικοινοβουλευτικόν, ὅτι τὸ ὑμέτερον Κόμμα μετὰ τοῦ ὁποίου μᾶς χωρίζουν θεμελιώδεις διαφοραὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο εἶνε τελείως ἀνεξήγητον.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπα τοῦτο, ὅτι θεωρῶ τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο μία ἀντικοινοβουλευτικὴ ἐνέργεια, μία ἐνέργεια ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐπικρατοῦν ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα. Διὰ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διὰ νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς ἀντικοινοβουλευτικότητος ταύτης, ἐφάνη πρόθυμον νὰ συντρέξῃ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, ἔχον ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰ μεγάλα ζητήματα τὰ ὁποῖα μᾶς διέπουν ὅπως ἐπικρατήσῃ ὁμαλότης καὶ γαλήνη.
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. τῶν Ἐξωτ.) Μετὰ τὴν νέαν ἐξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐξήγησιν. Ὅ,τι εἶπε παραμένει διαφωνία ὡς διαφορὰ ἀντιλήψεων ἐν τούτῳ: πῶς ἐθεώρει κοινοβουλευτικὸν νὰ παρέχεται ὑποστήριξις κόμματος ξένου καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις καὶ ἀρχὰς καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν καὶ πρὸς τὰς κατευθύνσεις, καὶ δὲν ἐθεώρει κοινοβουλευτικὸν τὸ νὰ δοθῇ ὑποστήριξις κόμματος μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν κοινοὶ καὶ θεμελιώδεις ἀγῶνες καὶ ἱστορικαὶ κατευθύνσεις. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως ἤδη ἐμέμφθη τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον διότι τὴν ἐθεώρει ἀντικοινοβουλευτικήν, μὴ συγκεκροτημένην κατὰ τὸν τρόπον τὸν δέοντα νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἰδιαιτέρως μεριμνᾷ, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρίσκει ἀνωμαλίαν εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἓν μέγα καὶ ἱστορικὸν Κόμμα, χωρὶς νὰ μετέχῃ τὸ κόμμα τοῦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει. Πάλιν, Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ καταφύγω εἰς ὅσα καθημερινῶς ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι γίνονται εἰς ξένα Κοινοβούλια—τελευταίως μάλιστα, εἰς χώραν λίαν προσφιλῆ διὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ αὐτῆς ἔθιμα καὶ διὰ τὴν ἐξέλιξιν, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν, εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅπου πολλάκις μεγάλα κόμματα ὑποστηρίζουν συνδυασμοὺς — ἀλλὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ γεγονότα τῆς ἰδίας του Κυβερνήσεως, ἥτις κατηρτίσθη τὸ 1924 ἥτις κατηρτίσθη καὶ ἐδέχθη ὑποστήριξιν καὶ τοῦ ἐμοῦ μικροῦ Κόμματος καὶ ἄλλου Κόμματος μεγάλου, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη πρὸς αὐτήν, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνωμαλία. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐμέμφθη καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἄν θέλετε τῆς εὐαισθησίας τινῶν ἐκ τῶν βουλευτῶν, διότι δὲν ἠκολούθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καβάλλας βουλευτοῦ, ὥστε νὰ σπεύσουν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ νὰ ἔλθουν ὑπὸ ὡρισμένον ὅρον. Βλέπετε ὅτι ἄλλοτε εἴμεθα κατὰ τῆς προσωπικῆς εὐθιξίας καὶ ἄλλοτε εἴμεθα κατὰ τῆς κομματικῆς εὐθιξίας. Ἔχω καὶ ἐν τούτῳ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τὸ ἴδιον παράδειγμα. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1923, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συνδυασμὸς κατηρτίσθη ἐν Ἀθήναις περιλαμβάνων μέλη τοῦ Κόμματός του ὡς μέλη τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἐπολέμησεν ὑπὸ κοινὴν σημαίαν τὴν σημαίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἐπολέμησε χωρὶς κἂν νὰ ὀνομασθῇ Ἕνωσις, τὸ ὁποῖον σαφῶς ὑποδεικνύει ὅτι ὑπῆρχον δύο κομματικοὶ σχηματισμοί, οἵτινες ἐπολέμησαν μάλιστα ὑπὸ τὸ σῆμα τῆς ἀγκύρας, τὸ ὁποῖον ἐκ περισσῆς προνοίας εἶχε φροντίσει διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς ἀπαρτίσαντας τὴν Ἕνωσιν τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα...).
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἕνας σοφὸς εἶπεν ὅτι ἕκαστος ταῖς ἰδίαις αὐτοῦ ἀνομίαις...
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφορά.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Γίνεται κατόπιν ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων, κληθεὶς ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ λύσις, ἤμην καὶ ἐγὼ καὶ εὑρῆκα ἀντιμέτωπον τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτήν, μολονότι τὰ προγράμματα τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν, ἔφερον ῥητῶς τὴν ὀνομασίαν τοῦ συνδυασμοῦ ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκλεγῆ. Οὐδεὶς ὅμως ἐσκέφθη ποτὲ νὰ καταγγείλῃ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρ. Ἑνώσεως, ὅτι εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν ἠκολούθησεν ἰδίαν πορείαν καὶ ἰδίαν κατεύθυνσιν, ἀντιταχθεὶς ὀξύτατα κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων τότε.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ λησμονῆτε στοιχειώδη γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω.
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἔλεγε τότε, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ἔλεγε εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει τελευταίως καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐγένετο δεκτόν. «Ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ δὲν ἀναγνωρίζεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ βουλευτὴς νὰ δεσμευθῇ — λέγει — ἐκ τοῦ ὅτι ἔλαβεν ὡρισμένην ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαόν». Σήμερον ὑπάρχει ἀντίληψις ὅτι ὑπάρχει ὡρισμένη ἐντολὴ εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς ἑνώσεως τῶν φιλελευθέρων. Γνωρίζει ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν φιλελευθέρων τότε ἀπηρτίσθη ἀπὸ 2 κόμματα· γνωρίζει ὅτι περιελήφθησαν εἰς τὸν συνδυασμὸν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἑκάτερον τῶν κομμάτων, γνωρίζει πῶς διεξήχθη ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος τότε, γνωρίζει ἀκόμη περισσότερον, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐξετέθη μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφου μου, δὲν ἦτο παλαιόν τι πρόγραμμα, ἀλλ’ ἦτο νέον πρόγραμμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νέας συνθήκας καὶ περιστάσεις ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς Δυστυχῶς πολλὰς διαφωνίας ἐκάματε ὅταν ἕδρα καὶ ἐμεγαλούργει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα νὰ δανεισθῶμεν τὴν ὀνομασίαν, λόγῳ τῆς καταγωγῆς καὶ τῶν κοινῶν ἀγώνων, ἐνῷ σεῖς εἰσήλθετε ὡς ξένος πρὸς αὐτό. (χειροκροτήματα). Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, παρουσιάζει ἕν ὡρισμένον πρόγραμμα. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν εἶναι διάφορον τῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν οἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Ἐκεῖνοι οἵτινες ἀρνοῦνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τοῦ προγράμματος, δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ τὴν καταψηφίσουν ἐκ νέου. Ἀλλὰ νὰ περιστρέφωνται αἱ συζητήσεις εἰς τὸ νὰ θέλωμεν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν λειτουργεῖ τάχα κοινοβουλευτισμός, διότι ἕν μέγα κόμμα θέλει νὰ προσφέρῃ τήν ὑποστήριξίν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐγένοντο κατὰ τὸν ἄλφα τύπον αἱ ἐκλογαί, διότι σήμερον παρουσιάζεται μία ἄλλη κατάστασις, κατάστασις ἥτις ἐγκρίνεται ἀπολύτως ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ μόνον ὅστις θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὴν ἐγκρίνῃ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι θέμα ἱστάμενον εἰς τὸ ὕψος συζητήσεως, ἀναφερομένης εἰς προγραμματικὰς δηλώσεις. Εἰς ἕν μόνον συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Θὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀνωμαλιῶν, θὰ ὁμιλῶμεν περισσότερον παρ’ ὅ,τι τὰ πράγματα θὰ ἀποδεικνύουν ὅτι ὑπάρχουν ἀνωμαλίαι, θὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀνωμαλιῶν, θὰ κατεχόμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνωμαλίας, θὰ μαστιζώμεθα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνωμαλίας καὶ θὰ τυραννούμεθα ἀδιακόπως, ἐφόσον δὲν θελήσωμεν εὐθέως διὰ τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἅπαξ ἔτι πρὸς τέλειον αὐτοῦ ἀποκλεισμὸν ἐν τῷ μέλλοντι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν σοβαρῶν Κομμάτων τῶν σεβομένων ἑαυτά. Διὰ τοῦτο, προβλέπων τὰ πράγματα πρὸ χρόνου πολλοῦ, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους προέτεινα νὰ λυθῇ καὶ πάλιν τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα δι’ ἑνὸς δημοψηφίσματος, δημοψηφίσματος τοῦ ὁποίου ἡ διεύθυνσις θὰ ἐνεπιστεύετο εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, περὶ τῆς εὐθύτητος, τῆς εὐθυδικίας καὶ τῆς ἀπολύτου νομιμότητος τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἠκούσθη ἀντίθετος φωνὴ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ ζητηθῶσι, θὰ ἠδύναντο νὰ συζητηθοῦν καλοπίστως, καὶ τότε μόνον θὰ παύσωμεν κατεχόμενοι ἀπὸ ἀνησυχίαν καὶ τότε καὶ μόνον θὰ δυνάμεθα πράγματι νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου, ὅστις οὐδόλως θὰ δεσμεύεται ἀπὸ ἕνα ζήτημα ἄλυτον. Τὰ ζητήματα παρουσιάζονται, ἀλλὰ τὰ ζητήματα λύονται ἀπὸ τοὺς λαούς. Θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν ταύτην ἢ ὄχι; Κατηγορήθην ποτὲ καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰδέας ταύτης καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατόπιν τὴν ἐδέχθησαν. Εἶμαι ἐν τούτοις πεπεισμένος, ὅτι λίαν συντόμως θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀλήθεια τῆς ἰδέας ταύτης, διότι συντόμως πάντες θὰ ἐπιζητήσωμεν τὸν ὁριστικὸν τερματισμὸν τῶν ἐρίδων, τῶν στρεφομένων περὶ τὴν ὕπαρξιν ἢ τὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ χωρήσωμεν εἰς τὸ μέλλον εἰς μίαν ἀνάπλασιν Ἑλλάδος μεγαλυτέρας κατὰ τὸν πλοῦτον, κατὰ τὴν δόξαν, κατὰ τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν εὐταξίαν! (Χειροκροτήματα).
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀναιρέσω ἰσχυρισμοὺς τινὰς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ ἀνωμαλία τὴν ὁποία ἀνέφερα περὶ νόθου καταστάσεως ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μου, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἐγὼ τότε δὲν κατεφέρθην κατ’ αὐτοῦ· οὔτε ἐδήλωσα ὅτι δὲν συνεργάζομαι μετ’ αὐτοῦ ἢ μετὰ τῶν φίλων του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔγινε κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Δεύτερον ἐπεκαλέσθη τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1923. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἀπετέλει ἰδιαίτερον κόμμα καὶ τὰ μέλη αὐτῆς κατῆλθον μὲ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν εἰς ἰδιαιτέρους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνδυασμούς. Ἐὰν συνέπεσεν εἰς μερικὰς περιφερείας νὰ γίνουν, ὅπως εἰς τὰς Ἀθήνας, μικτοὶ συνδυασμοί, δὲν σημαίνει ὅτι ἐγένετο περιορισμὸς τῶν ἀρχῶν τοῦ Κόμματος σύμφωνα πρὸς τὰς ὁποίας ἐπολιτεύθημεν εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν. Γεγονὸς εἶναι ὅτι τότε κατήλθαμεν πολεμοῦντες τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῶ ἀντιστρόφως οἱ ἀποτελοῦντες τοὺς συνδυασμοὺς τῆς Ἑνώσεως τῶν Φιλελευθέρων, κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διεξήγαγον δὲ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἐναντίον μας μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡμεῖς ἐναντιούμεθα εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν διὰ τὴν ὁποίαν εἰργάζοντο καὶ ἀπέβλεπον αὐτοί. Ἡμεῖς εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1923 ἐπολεμήθημεν ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926. Ἀντιθέτως, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Ἕνωσιν τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τηλεγραφημάτων καὶ παντοίων ἐνισχύσεων ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἐπιτακτικῆς λαϊκῆς ἐντολῆς. Εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1924 ὑπεστήριξα ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς εἶχεν ἐγκρίνει τὴν συγκρότησιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως, εἶχε δώσει καὶ ἐξουσιοδότησιν συγχρόνως ὅπως αὕτη λύσῃ ὅλα τὰ θεμελιώδη πολιτειακὰ ζητήματα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἀνεφύη, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν λαϊκὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν. Διότι ὅπως εἶπα, ἡ σύστασις τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν δὲν παρουσιάζει καμμίαν ἄλλην δικαιολογίαν παρὰ λόγους καθαρῶς προσωπικούς. Οὐδεμία δικαιολογία διαφωνίας ἰδεολογικῆς ἐνεφανίσθη, ἀλλ’ ἡ ἀπόσχισις ἀπὸ ἕνα Κόμμα διὰ λόγους καθαρῶς προσωπικούς, ἀνεξαρτήτως τῆς θεωρίας περὶ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, ἀποτελεῖ τι μὴ θετικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ σήμερον θὰ ὑπεστήριζε τὴν ὀρθότητα τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἀπὸ μίαν μειονοψηφίαν ἀνεχομένην λόγῳ τῶν περιστάσεων ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν. Διότι καὶ εἰς τὰ 1924–25 τοιαύτη ἦτο ἡ πολιτικὴ κατάστασις, ἐντελῶς νόθος, καταλήξασα εἰς πολλὰ δυσάρεστα καὶ γνωστὰ ἀποτελέσματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τονίζομεν ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐδῶ συνήγοροι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ὡς κατ’ ἐξοχὴν Δημοκρατικὸν Κόμμα δὲν θὰ δεχθῶμεν ποτὲ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως οἱονδήποτε Κόμμα παρεμποδισθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ ἀρχηγὸν τῆς ἐκλογῆς του καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνασκῇ εἰς τὸν τόπον τὴν πολιτικὴν ἐπιρροήν, ἣν τοῦ ἐπιτρέπει ἡ λαϊκή του δύναμις. Αὐτὸ ἀπαιτοῦν αἱ Δημοκρατικαὶ ἀρχαί, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἀμοιβαῖον σεβασμὸν τῶν Κομμάτων ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁμαλότης εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις προθύμως σήμερον δέχεται τὴν κηδεμόνευσιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἥν χθὲς ἀπέκρουε, τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ἰδικῆς της ἀξιοπρεπείας, ἣν ἐκτιμᾷ ἐπαρκῶς ὁ λαός. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 5 μ. μ. (Ὥρα 3η πρωϊνή)