1928.06.01
2.405 στίχοι · 18.214 λέξεις · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80Η
ΤΗΣ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Κακῶς φέρομαι, κ. Πρόεδρε, ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς παραστὰς χθὲς καὶ ψηφοφορήσας, ἐνῷ ἤμην ἀπών. Παρακαλῶ νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται διορθούμενα. Ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ λυκειάρχης Θεμ. Ταβουλάρης ὑποβάλλει ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας προτείνει ὅπως τὸ ἥμισυ τοῦ ζητουμένου παρ’ αὐτοῦ ὡς ἀποζημίωσις αἰτίᾳ πολέμου ποσὸν 7.500.000 χρ. δρ. διατεθῇ πρὸς ἀγορὰν ξυλίνων οἰκιῶν καὶ οἰκοδομησίμων εἰδῶν ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Κορίνθου. Ὁ Παμμεσιτικὸς σύλλογος Πατρῶν παρακαλεῖ ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἡ ταχίστη ψήφισις τῆς Ἑλληνογερμανικῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Ἡ ὁμοσπονδία ἐργατῶν τύπου ὑποβάλλει παράκλησιν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ, τῷ ἀφορῶντι τὴν ἀποζημίωσιν τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων, καὶ δι’ αὐτοὺς πίστωσις ἐκ δρ. 2.000.000 τουλάχιστον. Ὁ σύλλογος ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Οἱ πρόσφυγες μισθωταὶ ἀγροτικῶν κτημάτων Λέσβου διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπαιτούσης τὴν πληρωμὴν τῶν μισθωμάτων εἰς μετρητὰ διὰ μισθώσεις ἐλαιοκτημάτων γενομένων πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς τελευταίας συμβάσεως. Ἡ ἕνωσις προσφύγων Λέσβου διαμαρτύρεται, διότι παρὰ τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν, ἡ πληρωμὴ τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρώου δὲν ἤρχισεν ἀκόμη εἰς τὴν Λέσβον. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπότσαρης καὶ Α. Δούλης ὑποβάλλουν ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου πανδοχέων Πρεβέζης–Φιλιππιάδος διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦν ὅπως δοθῇ καί εἰς αὐτοὺς ἀνάλογος ἀποζημίωσις, διότι λόγῳ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς τροχαίας κινήσεως δι’ αὐτοκινήτων ἔμειναν ἄνευ ἐργασίας. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων δικαστικῆς προστασίας τῶν σεισμοπαθῶν Κορινθίας». Ὁ κ. Κ. Γκότσης (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετακλήσεως τοῦ Ταγματάρχου κ. Β. Ρίγα πρὸς ὀργάνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1928 συμβάσεως περὶ προμηθείας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ λογαριασμὸν καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μέχρι 4000 τόννων ἀραβοσίτου πρὸς διάθεσιν εἰς τοὺς κατοίκους περιφερειῶν τινων τοῦ Κράτους». Οἱ κ. κ. Γ. Μόδης, Δ. Φλωριᾶς, Ν. Κουπαροῦσος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων. 1) «Περὶ συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας». 2) «Περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἐκτελέσεως ἐξωραϊστικῶν ἔργων ἐπὶ τῶν λόφων Λυκαβητοῦ» καὶ 3) Περὶ κυρώσεως Διεθνοῦς συμβάσεως τῆς ἐργασίας τῆς ἀφορώσης τὴν ἰσότητα τῶν ἀλλοδαπῶν ἐργατῶν εἰς ζητήματα ἀποζημιώσεως τῶν ἀτυχημάτων τῆς ἐργασίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις ἔληξαν καὶ ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων, τῶν χθεσινῶν, ἐκθέτει ἐκ νέου τὸ γνωστὸν αὐτῆς πρόγραμμα καὶ ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τὸ νέον παρουσιαζόμενον εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι, συνιστῶσα τὴν ψήφισιν ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς ἀπολύτως ἐπείγοντα, δηλοῖ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν μέχρι τῶν θερινῶν διακοπῶν δὲν ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσει τὰ μέτρα ταῦτα, θὰ ἐζήτει νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἐμφανιζομένη πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ γνωστὸν αὐτῆς πρόγραμμα, ζητεῖ ἐπὶ πλέον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη, νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Εἶνε περιττὸν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω, ὅτι, ἀρνηθεὶς τὴν ψῆφον μου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς, ὅτε παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι θέλω ἐπίσης ἀρνηθῆ τὴν ψῆφον μου ταύτην καὶ σήμερον. Θὰ ἀρνηθῶ δ’ ἐπὶ πλέον ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι ἕνεκα τῶν παρεμπεσόντων γεγονότων, προσετέθησαν καὶ ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδεικνύουσι τὴν παροχὴν ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην. Καὶ προτοῦ εἰσέλθω εἰς τοὺς γενικωτέρους τούτους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι ὑπέρποτε ἀντεδείκνυται ἡ παροχὴ ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνδιατρίψω εἰς εἰδικά τινὰ θέματα περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουσιν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῆς ζητουμένης ἐξουσιοδοτήσεως συμφώνως πρὸς τὸ 77ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ 77ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρξεν ὀρθή, καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχουν μέτρα οὐχὶ γενικωτέρας πολιτικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα ὀρθῶς κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, προκειμένου περὶ ἐξόχως σπουδαίων ζητημάτων, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις λέγει ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῶν εἶναι ὅτι, ἄν δὲν ψηφισθῶσι, θὰ παραπεμφθῶσι συμφώνως πρὸς τὸ 77ον ἄρθρον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἔχω τὴν γνώμην καὶ ἐπιμένω νὰ νομίζω ὅτι οἱαδήποτε ἐκ τῶν προτεινομένων μέτρων δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Προκειμένου ὅμως περὶ σπουδαιοτάτων νομοθετικῶν μέτρων μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται αὐτὴ αὕτη ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτεύματος, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ μὴ παραπομπὴ τῶν τοιούτων ζητημάτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ μὴ δημοσία διονύχισις αὐτῶν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ βαρύτατον τραῦμα κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος. Ἐφόσον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἄν δὲν ψηφισθῶσι ταῦτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν, δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ὅτι ἄν δὲν κατορθωθῇ ἐντὸς τῶν 15 ἢ 20 ἡμερῶν νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ Γερουσίας, δικαιοῦμαι, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως νὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐκδοθῇ ὁ νόμος διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἡ Κυβέρνησις τὴν θεωρεῖ ἐντελῶς ἀντιπολιτικὴν καὶ ἐντελῶς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας, ὑφ’ οἱονδήποτε πολίτευμα καὶ ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν, ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας, λέγω, ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον ὅρον εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοιαύτην γνώμην ἔχω, προκειμένου περὶ θεσμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται αὐτὴ αὕτη ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, προκειμένου περὶ νόμου προβλέποντος περὶ τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῶν Γερουσιαστῶν καὶ περὶ ὅλων τῶν συναφῶν ζητημάτων, φρονῶ ὅτι ἀντεδείκνυται ἡ ἐνδεχομένη παραπομπὴ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐμφάνισις τοῦ νόμου δι’ ἐκδόσεως τοιούτου Διατάγματος. Θὰ ἦτο πολὺ κακὸν ἂν ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῶν καταστατικῶν ἡμῶν πραγμάτων θὰ προεβαίναμεν εἰς τοιοῦτον ὀλίσθημα περὶ ἱδρύσεως θεσμοῦ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται αὐτὴ αὕτη ἡ ὕπαρξις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂν τὸν τοιοῦτον θεσμὸν ἠθέλομεν παραπέμψῃ πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἠθέλομεν προκαλέσει ἐπ’ αὐτοῦ δημοσιωτάτην συζήτησιν καὶ συμμετοχὴν ἐν ταῖς συζητήσεσιν ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπίσης ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λήξῃ πλέον ἡ ἀνιαρὰ καταστᾶσα ἱστορία τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων τῆς Δικτατορίας. Ἐπὶ ἕν καὶ ἥμισυ ἔτος δὲν κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ πέρας εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος ἔπρεπεν ἤδη νὰ εἶχε λήξει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἢ ἀπὸ τῶν πρώτων μηνῶν. Βλέπων ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡ ἀναστηλωθεῖσα κοινοβουλευτικὴ τάξις δὲν κατώρθωσεν ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη νὰ λύσῃ τὸ στοιχειῶδες τοῦτο ζήτημα, φρονῶ ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν πιστεύει, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἢ δὲν θέλομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστήσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πιστευτόν, ὅτι κατέστημεν ἀνίκανοι ἐξ ἰδίας ἡμῶν ὑπαιτιότητος νὰ λύσωμεν τὸ κατὰ τὴν κοινὴν γνώμην θεμελιωδέστατον τοῦτο ζήτημα. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον καὶ τοὺς γενικωτέρους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι καταψηφιστέα. Ἔχω τὴν γνώμην, ἀξιότιμοι Κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὰ διατρέξαντα καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως, ἡ Κυβέρνησις παρίσταται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ Κοινοβουλευτικῶς μειωμένη, ἐφόσον κατέστη πρόδηλον ὅτι τὰ κόμματα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἐξ ὁλοκλήρου εἴτε κατὰ μέγιστον μέρος, διελύθησαν. Καὶ ἐφόσον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέλλει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ συμμετοχὴ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων εὑρίσκεται εἰς κατάφωρον διάστασιν πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην τοῦ λαοῦ, ἥτις τὸ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα. Παρίσταται, συνεπῶς, Κυβέρνησις μειωμένη κοινοβουλευτικῶς. Καὶ λέγων κοινοβουλευτικῶς, ἐννοῶ, ὄχι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δημοσίας γνώμης. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις συνεκροτήθη καὶ ἐμφανίζεται πρὸ ἡμῶν, ἔχομεν οὐσιαστικῶς Κυβέρνησιν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, κατ’ ἀνάγκην στερουμένην πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου καὶ χωρὶς εὐθύνην τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς ὃ στηρίζεται αὕτη, ἐφόσον τοῦτο δὲν συμμετέσχεν εἰς αὐτήν. Τὴν εὐθύνην θὰ ἔχωσι τὰ ἀπομείναντα ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα, ἅτινα καὶ ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκραγεῖσαν κρίσιν, αὕτη δὲν ἐξερράγη, ὡς ὑπεστηρίχθη, ἐκ προσωπικῶν λόγων, καὶ δικαίως καθ’ ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ ξένας ἐπιρροὰς ἀποκλειούσας τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ. Ἡ ὅλη κυβερνητικὴ κρίσις ὀφείλεται εἰς βαθύτερα αἴτια καὶ δὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ταχθῇ ὑπὸ τὸν φυσικὸν αὐτοῦ Ἀρχηγόν· συνεπῶς ἦτο μοιραῖον νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε ποία βαθεῖα διαίρεσις χωρίζει καὶ ἐμὲ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἐξωτερικήν, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι συνυπεύθυνος. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀντετάχθην ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ κόμμα τοῦτο ἔπαυσε νὰ πολιτεύεται ὡς κόμμα, ἀλλὰ ὡς καθεστώς, προβὰν εἰς καθίδρυσιν μιᾶς ἀφορήτου τότε καταστάσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων περιεπλάκη εἰς καθεστωτικοὺς ἀγῶνας, συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἔχῃ ἀρχηγὸν ὁποιονδήποτε θέλει, καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐμφάνισις καὶ πάλιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς δικαίως ἐξήγειρε τὸν ἀντιβενιζελικὸν λαόν, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ ἀσκήσαντες ἐξουσίαν ἐν τῷ τόπῳ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ παράσχωσι πλέον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν (φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέντρου). Δὲν ἀμφισβητῶ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κόμματος ὑμῶν τὸν κ. Βενιζέλον, διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ ὁποίου εἶμαι συνυπεύθυνος, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσετε καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω καὶ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἰδίου δικαιώματος δὲν ἕπεται ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη ὁ κ. Βενιζέλος καὶ πάλιν ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωμεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς δράσεως. Αὐτὸς πάντως φέρει καὶ θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐμφανίσεώς του ἐν τῇ πολιτικῇ δράσει. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν εἶναι λύσις νόθος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῇ, καὶ ἐν τούτῳ εἶμαι εἰς πλήρη διάστασιν μετὰ πολλοῦ μέρους τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος, ὤφειλε νὰ κληθῇ νὰ κυβερνήσῃ ὑπευθύνως τὸν τόπον. Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τοὺς φόβους τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναμίξεως ἐν τῇ πολιτικῇ δράσει προσώπου ἱστορικοῦ καταστάντος καὶ διὰ τὴν καλὴν καὶ διὰ τὴν κακὴν αὐτοῦ δρᾶσιν, ἔτι ἡ νέα ἐμφάνισίς του θὰ συνεπιφέρῃ καὶ πάλιν κακὰ εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐνῶ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, ὡς ἐλεύθερος πολίτης σᾶς δηλῶ, ὅτι ἂν τυχὸν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, θὰ ἐκάλουν τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν Ἀρχήν, διότι νομίζω ὅτι τὸ γινόμενον ἐπιφέρει μεγαλειτέρας ἀνωμαλίας εἰς τὴν χώραν, διότι πλανᾶσθε ἂν νομίζετε ὅτι τώρα διευθύνει ἄλλος τις παρὰ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων (φωναὶ θόρυβος). Ἔχω ἐπὶ πλέον τὴν γνώμην, ὅτι ὁ ἐνδεδειγμένος, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀναθέσεως τῆς Ἀρχῆς εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἦτο ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὡς συγκεντρῶν τήν, μετὰ τοὺς Φιλελευθέρους, πλειονοψηφίαν. Δὲν κατέστη βεβαίως δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ἂν προσεφέρθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἄν τοῦτο ἐγένετο καὶ καθίστατο ἀδύνατον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἐκλογὰς ὑπὸ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν. Ὅ,τι ἄλλο ἐγένετο, ἀποτελεῖ νόθον λύσιν, μέλλουσαν νὰ ἐπιφέρῃ δεινὰ εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ δὲν ἐδόθη λύσις μὴ νόθος, διότι εἰς τὸν τόπον σοβεῖ τὸ ἄλυτον ζήτημα τὸ καθεστωτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἰδίως συμπεριλαμβάνεται ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῆς ἰσοπολιτείας τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὅταν δὲ λέγω καθεστωτικὸν ζήτημα, ἐννοῶ καθεστὼ ἰσοπολιτικὸν καὶ ὄχι μονόπλευρον, ἐννοῶ στρατὸν πειθαρχημένον καὶ ὄχι στρατὸν τῆς Δημοκρατίας, ὡς ἐγένετο (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω οἱανδήποτε ἐξήγησιν, ἐὰν τυχὸν αὕτη στρέφεται περὶ τὴν ἀποδοχήν μου διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καὶ σᾶς ἀπαντῶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ κατηγορήσῃ δι’ ὅλον μου τὸν πολιτικὸν βίον ἐπὶ πολιτικῇ ἀσυνεπείᾳ. Πάντως καὶ πάλιν τονίζω ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐδεχόμην νὰ γίνω Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἐρειδομένης μόνον ἐπὶ τοῦ ἑνὸς πολιτικοῦ μέρους τῆς Χώρας, καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι, ὅταν μοὶ ὑπεδείχθη ὅτι πρέπει νὰ θέσω ὡρισμένους Ὑπουργοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν Δημ. Παράταξιν εἰς τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ἀπήντησα ἀμέσως εἰς τοὺς ἀπεσταλμένους ὅτι ἠπατήθησαν ἂν ἐνόμισαν ὅτι ἠδυνάμην ἐγὼ οὕτω νὰ ἐκτελῶ τὰ καθήκοντά μου. Ὤφειλον νὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐγὼ ἐνόουν τὴν Δημοκρατίαν ἴσην πρὸς ὅλας τὰς πλευράς. Ὡς ἐκ τῆς μὴ λύσεως τοῦ καθεστωτικοῦ, δὲν ἐκλήθη ὁ κ. Βενιζέλος, ὡς ὤφειλε, νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκρίνετο εὐχερὴς ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἐμφάνισίς του, διὰ τοὺς αὐτοὺς δὲ λόγους δὲν ἐκλήθη ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι πολιτευθέντες ὡς ἐπολιτεύθημεν, εἴμεθα ὑπεύθυνοι, διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, ἅπαξ ὁ συμπράξας κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Οἰκουμενικῆς πολιτικὸς κόσμος. Διότι κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμὴν δὲν ἔθεσαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ τὰ κόμματα τὴν βάσιν ἐξ ἧς θὰ ἀπέρρεε μία σαφὴς κατάστασις, καὶ διὰ τοῦτο παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ἔχωμεν διαρκῶς τὴν μίαν πλευρὰν κυβερνῶσαν καὶ νὰ μὴ δύναται ἡ ἄλλη νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν ἀνεγνώρισε τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ χθὲς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διαβλέποντες τὸν καθεστωτικὸν σάλον, διαβλέποντες ποῦ βαδίζει ἡ Ἑλλὰς ἐν μέσῳ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀκροτήτων, ἐξέφραζον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην ὅτι καιρὸς πλέον εἶναι νὰ μετρηθῶμεν ἐκ νέου οἱ Ἕλληνες καὶ ἐκάλουν τὰς παρατάξεις, τὰς ἀντιθέτους πρὸς αὐτούς, ἐκάλουν αὐτὰς εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ παράταξις αὐτῶν ἔχει τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος, προσωπικῶς τοὐλάχιστον, Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ τῷ εἴπω—καὶ ἴσως ἡ ἔκφρασις νὰ εἶναι βαρεῖα, ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν ἔκφρασιν ταύτην — ὅτι χθές, ἀγορεύων καὶ θέτων ἐκ δευτέρου τὸ ζήτημα τοῦ δημοψηφίσματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ, δὲν θὰ ἔλεγον κακῇ, καλῇ ὅμως, τάξει πρὸς τὴν γνώμην του. Διότι πρὸ τριῶν μηνῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεκήρυττεν, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δημοκρατική, ἀλλὰ βασιλική, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ στρατὸς θὰ πράξουν τὸ καθῆκον των.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Συνάδελφε ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ εἶναι βέβαιον ὅτι εἶπον, ὅτι, καὶ ἐὰν τυχὸν ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ εἶναι βασιλόφρων, ἐγὼ θὰ ἐξηκολούθουν νὰ εἶμαι δημοκρατικός.
§7Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι. Δὲν εἴπετε αὐτό.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα ποτὲ ἐν ὀνόματι τοῦ στρατοῦ, ἢ ὅτι θὰ κάμω τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Διατί ὅμως ἐγὼ εἶμαι τόσον ἄδικος καὶ ἀσυνεπής, ἀξιῶν ἀντίθετον συμπεριφορὰν ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀξιῶν νὰ σεβασθῇ τοῦτο τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὸ δημοκρατικὸν Πολίτευμα; Διατί δὲ θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δημοκρατίας; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, κ. Συνάδελφε, διότι, προκειμένου περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, ἠμπορεῖ τις νὰ εἶναι καθ’ ὅλην του τὴν ζωὴν δημοκράτης ἢ σοσιαλιστής, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καθ’ ὅλην του τὴν ζωὴν βασιλόφρων. Διότι, κ. Συνάδελφε, ἠμπορεῖ οἱ πολιτευόμενοι νὰ ἀφοσιώνωνται εἰς ὅλην των τὴν ζωὴν εἰς ἀξίας ἢ ἰδέας ἐνεστώσας ἢ μελλοντικάς, ὄχι ὅμως εἰς ἰδέας παρελθούσας αἱ ὁποῖαι ἔχουν μόνον ἱστορικὴν ἀξίαν.
§9Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως θὰ ἐδράττετο τῆς εὐκαιρίας ἵνα διδάξῃ ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν ἀναχρονισμῷ, αὐτὸς δὲ ἐν προόδῳ. Καὶ ὅμως ἀκόμη πρὸ ὀλίγου ἐνόμιζεν ὅτι αἱ βίαιαι ἀνατροπαὶ οἱωνδήποτε πολιτευμάτων καὶ ἀσπασμὸς νέων ἀλλοπροσάλλων καὶ ἀλληλοσυγκρουομένων ἰδεῶν πολλάκις, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ πολιτικὴν πρόοδον, καὶ ὅτι ὅσοι δὲν ἀνατρέπουν βιαίως τὰ Πολιτεύματα, ἢ ὅσοι ἔχουσι μίαν οἱανδήποτε ἀντίληψιν, εὑρίσκονται ἐν ἀναχρονισμῷ.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέν εἶναι ἁρμόζουσα ἡ λέξις ἀλλοπροσαλλισμὸς εἰς τὸ στόμα ἑνὸς ὑποψηφίου Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
§11Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν καλῇ τῇ πίστει νομίζοντα ὅτι ὁλόκληρος ὁ σάλος, ὁ δημιουργηθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, ὅτι ὁ σάλος οὗτος εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ οὐχὶ διὰ τῆς πραγματικῆς πολιτικῆς, ἢ οὐχὶ διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ μόνον διὰ μιᾶς ὁλικῆς κομματικῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Χώρᾳ, θὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτον, ὅτι, ἐὰν τοῦτο νομίζῃ, πλανᾶται. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ ἀναφέρῃ ἓν παράδειγμα ἐκ τῆς ἱστορίας κατὰ τὸ ὁποῖον, οὐσιαρτικῶς, ἱδρύθησαν πολιτεύματα διὰ τοιούτων κινημάτων. Ὅπου ἐγένετο δημοψήφισμα, τὸ δημοψήφισμα ὑπῆρξεν ἁπλῶς μόνον ἐπικύρωσις ὑφισταμένης πραγματικῆς καταστάσεως. Οὐδαμοῦ εἰς τὴν ἱστορίαν ἐνεφανίσθη τὸ δημοψήφισμα ὡς τρόπος ἱδρύσεως πολιτεύματος.
§12Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ποῖος εἶπεν ὅτι τὸ δημοψήφισμα δὲν εἶναι μία ἐπικύρωσις ὑφισταμένης πραγματικῆς καταστάσεως; Βλέπετε ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶσθε σύμφωνοι.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ θερμότερον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπεστάλη διὰ τὴν ὑποψηφιότητά σας ὡς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἦτο τὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου ἐκ Νάξου (ἱλαρότης).
§14Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Λυποῦμαι διότι καὶ σεῖς δὲν ἦσθε εἰς τὴν Νάξον, διὰ νὰ μοὶ στείλετε θερμότερον τηλεγράφημα (ἱλαρότης).
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων τελευταίως λέγει ὁ κ. Δεμερτζῆς, σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ τὰ ἑξῆ, κ. Παπαναστασίου. Διὰ τοῦ δημοψηφίσματος δὲν ἱδρύσατε τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἐδημιουργήσατε μίαν κατάστασιν ἐκτὸς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὕστερα ἐβάλατε μίαν γαρνιτούραν διὰ τοῦ διενεργηθέντος δημοψηφίσματος.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἐναντίον σας. (Χειροκροτήματα). Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχετε καὶ σεῖς δημοκρατικὰ φρονήματα.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω φρονήματα τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν ἠσθάνθητε ποτέ. (Χειροκροτήματα).
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον, λοιπόν, ἔχετε καὶ σεῖς δημοκρατικὰ φρονήματα, ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσετε τὸ Πολίτευμα, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ νὰ παύσῃ κάθε ἀνωμαλία, νὰ ἀφήσετε δὲ ὅλην τὴν τυμπανοκρουσίαν τῶν βασιλοφρόνων, ἡ ὁποία καὶ δὲν ὠφελεῖ κανένα.
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἀφήσετε σεῖς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσπαθεῖτε νὰ κάμετε ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἡσυχίας τῆς Χώρας.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὅτι εἶσθε δημοκρατικώτερος καὶ σᾶς ὑποσχόμεθα, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ σᾶς κάμωμεν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας.
§21Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι ὡρισμένας ἀληθείας, ἀναμφισβητήτους ἀληθείας, εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς παρατρέχῃ διὰ τῶν χαριτολογημάτων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἢ διὰ τῶν χαριτολογημάτων οἱουδήποτε ἄλλου, νομίζω ὅτι πράττει κακῶς. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ Βουλὴ κωφεύει ἐντελῶς καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ πρὸς τὴν σαθρὰν ἀντικειμενικὴν πολιτικὴν κατάστασιν ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῶμεν. Συνερχόμεθα ἐδῶ διὰ νὰ ἀναπτύξῃ ὁ καθεὶς τὰ πάθη του καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀπόψεις του ὡς στενῶς κοινοβουλευτικὸν κόμμα. Ἀλλ’ οὕτω ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἀποξενούμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοιουτοτρόπως παρασκευάζομεν τὴν νέαν ἧτταν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁσάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπεπειράθη τις νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἢ ὡρισμένας του ἀντιλήψεις ἢ ὡρισμένας ἀληθείας, ἀντὶ νὰ ἀκούσετε μετὰ προσοχῆς τὰς γνώμας αὐτάς, δράττεσθε πάσης εὐκαιρίας, νομίζοντες ὅτι οἱαδήποτε γνώμη προερχομένη ἐκ τοῦ βήματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀφορᾷ εἰς στενῶς κομματικὰ ὀφέλη, δράττεσθε πάσης εὐκαιρίας, ἵνα μυκτηρίζετε τὰς γνώμας αὐτάς.
§22Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς αὐτό.
§23Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα, καὶ πιστοποιῶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁσάκις ἔλαβον τὸ θάρρος, ἐπιτελῶν ὑπέρτατον καθῆκον —εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς πολιτειακάς μου ἰδέας ἦλθον εἰς διάστασιν καὶ προεκλογικῶς ἀκόμη καὶ πρὸς τὸ μεῖζον κόμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως; διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδέας μου περὶ τῆς γενέσεως καὶ τῆς πτώσεως τῶν πολιτευμάτων καὶ διὰ νὰ ἐκκαθαρίσω ἐντελῶς τὰς μελλοντικὰς εὐθύνας μου—ὅτι ὁσάκις ἐδραξάμην τῆς εὐκαιρίας ταύτης—ἡ δὲ εὐκαιρία αὕτη δὲν μοῦ ἐδόθη πολλάκις, διότι, γνωρίζων τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπανιδρύσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἔλαβον ὅσον ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ ὀλιγώτερον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις,—πιστοποιῶ μόνον τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι, ἔστω καὶ πεπλανημένως ἀκόμη, εἴχετε ποτὲ ἐμπιστοσύνην καὶ πρὸς τὰς ἰδέας μου καὶ τὴν ἠθικήν μου ὑπόστασιν, ὅτι σεῖς δράττεσθε πάσης εὐκαιρίας διὰ νὰ μὲ μυκτηρίσετε ὡς ἐκ προθέσεως κομματικῆς; βασιλόφρονα....
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι δά!
§25Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. .. ὡς ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐξαρτῶ τὴν πολιτικήν μου ὑπόστασιν ἐκ τῆς ἐπανελεύσεως τῆς βασιλείας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ εἰς ὅλους ὑμᾶς εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀντετάχθην πάντοτε, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν δεκαπενταετῶν ἀγώνων, κατὰ πάσης ἀνευθύνου πολιτικῆς, ὅτι πάντοτε διατηρῶ ἀκεραίας τὰς γνώμας μου, ὁσάκις δὲ ἐκλήθην, μόνον ὀρθὰς ἀπὸ ἀπόψεως ἐλευθέρου πολιτεύματος συμβουλὰς ἔδωκα. Καὶ ἐνῷ πάντα ταῦτα γνωρίζετε, σᾶς τυφλώνει τόσον τὸ κομματικὸν πάθος, (διαμαρτυρίαι) ὥστε ὅταν ἀκούετε μίαν οἱανδήποτε γνώμην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀρεστὴ πρὸς ὑμᾶς, εἴτε μυκτηρίζετε τὸν ρήτορα, εἴτε καθιστᾶτε εἰς αὐτὸν ἀδύνατον τὴν ἀγόρευσίν του. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φέρεται ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς δευτέραν χρεωκοπίαν, διὰ τὴν ὁποίαν σεῖς θὰ εἶσθε ὑπεύθυνοι. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐκ τῆς δευτέρας ταύτης χρεωκοπίας σεῖς πρῶτοι θὰ πάθετε, ὡς ἀρκετὰ ἐπάθετε μέχρι τοῦδε καὶ ἔπρεπε νὰ συνετισθῆτε καὶ μετ’ εὐλαβείας νὰ ἀκούετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, καὶ πεπλανημένως ἔστω, εἰσηγοῦνται πρὸς ὑμᾶς τὰς γνώμας των. Κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον, ἔχω νὰ συστήσω τὴν καταψήφισιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς συνεργασίας τῶν συνεργαζομένων κομμάτων, ἐπετεύχθη. Δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ ἡ παραμονὴ Κυβερνήσεως μὲ μειωμένον τὸ κοινοβουλευτικὸν κῦρος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ φέρῃ δεινὰ εἰς τὸν τόπον. Δὲν θέλω νὰ γίνω μάντις κακῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡμεῖς ἠμποδίσαμεν τὸν βενιζελισμὸν νὰ φέρῃ ὑπευθύνως τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ ἐμφανισθῇ καὶ πάλιν ὡς καθεστὼς βαδίζον καὶ πάλιν πρὸς τὸν ὄλεθρον.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἀγόρευσιν καὶ τοῦ ἄρτι καταβάντος ἐκ τοῦ βήματος συναδέλφου, ἀσχοληθέντος εἰς θέματα προσφιλῆ εἰς αὐτὸν εἰς ἃ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ τὸν παρακολουθήσω, κατηναλώθη ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὴν διονύχισιν κατὰ τὸν μᾶλλον ἐξεζητημένον τρόπον τῶν αἰτίων τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως καὶ τῶν λόγων τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἐκ τῆς ἡγεσίας τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σάμου ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ κρίσις προεκλήθη ἐσπευσμένως καὶ ἀδικαιολογήτως, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι τὰ πάντα, καὶ ἡ κρίσις καὶ ἡ λύσις τῆς κρίσεως καὶ ἡ κομματικὴ ἀνασυγκρότησις διεξήχθησαν ἀνωμάλως καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς, καὶ τέλος ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἀπέδωκε τὴν κομματικὴν μεταβολὴν εἰς ἐλατήρια προσωπικὰ καὶ διϊσχυρίσθη ὅτι διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν λαϊκὴν ψῆφον, ἥτις μᾶς ἐξέλεξεν ὡς φιλελευθέρους, θὰ ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶμεν ἀπό τε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀπαντήσω, ὄχι εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν ἀγορητῶν κατ’ ἰδίαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν σημείων ἐπὶ τῶν ὁποίων οὗ οἱ ἠσχολήθησαν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ἐν πρώτοις ὅτι εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν καθαρῶς ἐνδοκομματικῶν σχέσεων. Οὐδὲ αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λογοδοτήσω διὰ τὴν ἀπόφασιν ἐν προσῆλθον πρὸς ἄλλον τινὰ, εἰμὴ μόνον πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ περιέβαλον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των καὶ ἦσαν φίλοι τοῦ διαλυθέντος κόμματος. Εἰς αὐτοὺς ὅμως ἐν εἰδικῇ τοῦ κόμματος συνελεύσει ἔδωκα ὅσας εἶχον νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ἀπολύτως κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπαρκεῖς, δικαιοῦμαι δὲ ἔκτοτε νὰ θεωρῶ τὸ ζήτημα ὁριστικῶς λῆξαν, τόσον δι’ ἐμὲ ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς ἐπρόκειτο νὰ συνεχίσω τὴν ἡγεσίαν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦσαν τῆς ἐγκρίσεώς μου, ἂν ἔκρινα αὐτοὺς ὡς μὴ συμβάλλοντας εἰς τὴν κανονικὴν τοῦ κόμματος λειτουργίαν καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων, δὲν νομίζω ὅτι ἡ σκέψις μου ἢ μᾶλλον ἡ διάθεσίς μου αὕτη, διότι ἡ διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν ἑνὸς μεγάλου κόμματος εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ζήτημα διαθέσεως, ὅτι ἡ διάθεσίς μου αὐτὴ, λέγω, δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὅτι δηλαδὴ δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, τὰ ἄλλα κόμματα πρὸς ἃ εὑρίσκομαι εἰς ἀνταγωνισμόν, νὰ μοῦ εἴπουν ὅτι κακῶς ἔπραξα ἢ ὅτι ὀφείλω ἴσως νὰ ἀναθεωρήσω τὰς ἀποφάσεις μου. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως παρεισδύων εἰς τὰς ἐνδομύχους μου σκέψεις — τὸ πράττει συνήθως, ἀλλὰ πάντοτε ἀνεπιτυχῶς (γέλωτες) —μὲ κατηγόρησεν ὅτι ἐξ ἐλατηρίων προσωπικῶν ἤχθην εἰς τὴν κομματικὴν ἀπόσχισιν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀπεκάλεσε ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸν τρόπον τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου κόμματος.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐὰν τὸ εἶπον ἐγώ, κ. Συνάδελφε, τὸ εἶπον διότι οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἐξήγησις ἢ πληροφορία ἀντιθέσεως ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων. Ὅταν γίνεται διάσπασις κόμματος ἐκ τοιαύτης ἀντιθέσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, ἀντικειμενικῆς ἀντιθέσεως, δίδονται ἐξηγήσεις. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐφόσον δὲν ὑπάρχει πληροφορία ἀντικειμενικῆς ἀντιθέσεως εἶναι ζήτημα προσωπικὸν ἡ διάσπασις.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Οὐδεὶς δικαιοῦται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπαρκεῖς τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἄλλους ἐλατήρια ξένα καὶ ἀήθη εἰς αὐτούς. Ὅπως δήποτε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ θέσωμεν ἐνώπιον ἀμερολήπτων κριτῶν τὸ ζήτημα ποῖος ἐκ τῶν δύο μας ἄγεται εἰς τὰς πολιτικὰς κατευθύνσεις ἐκ προσωπικῶν, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, λόγων, ἔχω τὴν πεποίθησιν, κ. Συνάδελφε, ὅτι δὲν θὰ ἐλαμβάνετε οὐδεμίαν εὐνοϊκὴν ψῆφον (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γνωρίζετε ὅτι ἔπραξα ὅ,τι ἦτο δυνατόν, διὰ νὰ μὴ ἐκραγῇ κρίσις ἐκ προσωπικῶν λόγων. Τὰ γνωρίζετε, ὑποθέτω, πολὺ καλά.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα δὲν ἱδρύθη ὅπως ἐξυπηρετήσῃ προσωπικὰς βλέψεις, διότι ὅσον καὶ ἂν μετεβλήθη τὸ ὄνομα, παραμένουν ἄθικτοι αἱ ἠθικαὶ ἀρχαὶ εἰς ἃς οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτὸ πάντοτε ὑπηρέτησαν. Δὲν κατώρθωσα νὰ ἀντιληφθῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος πολιτικὸς ἐκ Κορινθίας ἐσχημάτισε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος οὐδὲ σύμφωνος πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς ὁ σχηματισμὸς κομμάτων, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐμόρφωσε τὴν γνώμην ὅτι τὰ κόμματα ὀφείλουν νὰ ἀναδύωνται οἱονεὶ αὐτομάτως ἐκ τῶν καλπῶν καὶ ὅτι πᾶσα συνεννόησις πολιτευτῶν ἢ καὶ ἁπλῶν πολιτῶν, ὧν συνταυτίζονται αἱ σκέψεις πρὸς σύμπηξιν ἑνὸς κομματικοῦ πυρῆνος, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ ὁριστικὴ τύχη θὰ ἐξαρτηθοῦν ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ψῆφον, ἀποτελεῖ ἀνώμαλον καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν ἐκδήλωσιν. Οὐδέν, ὑποθέτω, κόμμα συνεκροτήθη ὅπως ἐπιθυμεῖ ὁ ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, οὐδὲν κόμμα ἀνέκυψεν ἐκ τῶν καλπῶν ἄνευ προπαρασκευῆς. Καὶ εἰς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης μου θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν, αὐτοῦ τούτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον χθὲς σᾶς ἀνέφερεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, τὸ παράδειγμα τῆς ὁμάδος τῶν Ἰαπώνων, ἀληθοῦς κόμματος συμπηχθέντος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ σᾶς προσθέσω ἀκόμη ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχή, αὐτὴ ἡ γένεσις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν προῆλθεν ἐκ τῶν κάτω, ἀλλὰ προῆλθεν ἄνωθεν, κατὰ τρόπον δηλαδὴ οὐχὶ ἀπολύτως, κατὰ τὰς ἰδίας σας θεωρίας, ὁμαλόν. Διότι καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1915 ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς τοῦ κόμματος ὑμῶν δὲν εἶχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κόμμα ἴδιον, δὲν εἶχε κἂν ὀπαδούς, πλὴν ἑνός, τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐκ Κορινθίας. Ὅλα τὰ ἀναμφισβήτητα προσόντα του, ὅλη ἡ ἐξαιρετική του εὐγλωττία δὲν ἴσχυσαν νὰ προσελκύσουν πρὸς αὐτὸν ὀπαδούς, μόνον δὲ ὅταν μετὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς κρίσεως, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915, ἐκλήθη ὁ ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς νὰ σχηματίσῃ, οὐχὶ ὡς ἀρχηγὸς κόμματος, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Στέμματος, μόνον τότε ἤρχισαν νὰ καταρτίζωνται περὶ αὐτὸν στελέχη καὶ νὰ πυκνώνωνται αἱ τάξεις τῶν ὀπαδῶν, καὶ μόνον τότε ἱδρύθη τὸ κόμμα, τὸ ἀρχικῶς ὀνομασθὲν Κόμμα τῶν Ἐθνικοφρόνων, βραδύτερον δὲ μετεβαπτίσθη εἰς Κόμμα Λαϊκόν. Ἡ ἵδρυσις τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος οὐδὲν τοιοῦτον παρουσιάζει, διότι προῆλθεν ἐκ τοῦ διχασμοῦ ἑτέρου κόμματος, ὅπερ καὶ τοῦτο ἐπὶ τετραετίαν διετέλει ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν μου καὶ βασίζεται ἐπὶ τῶν ἰδίων πρὸς τοῦτο ἀρχῶν. Δικαιοῦμαι, λοιπόν, νὰ θεωρήσω ὡς ἀπολύτως κανονικὴν τὴν διαμόρφωσιν τοῦ νέου κόμματος καὶ ὡς ἀνωμάλους ὅλους τοὺς ἀντιθέτους ἰσχυρισμούς. Ἡ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως παραίτησίς μου καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἐκραγεῖσα κρίσις ὑπῆρξεν ἡ ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς παραιτήσεώς μου ἐκ τῆς ἡγεσίας τοῦ κόμματος. Εἶχον εἰσέλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς βουλευτής, εἶχον εἰσέλθει εἰς αὐτὴν ὡς Ἀρχηγὸς Κόμματος, καὶ δὴ τοῦ Κόμματος τοῦ συγκεντροῦντος τὴν μεγαλειτέραν ἐν τῷ συνασπισμῷ δύναμιν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ πῶς θὰ ἠδυνάμην, ἐκλιπούσης τῆς ἰδιότητος ταύτης, νὰ παραμένω ὡς μονὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας παρέμενον ἄνευ κόμματος καὶ φίλων, διότι δὲν ἐπεθύμουν οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ἐπηρεάσω τοὺς τέως φίλους μου, καὶ δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ἄνευ φόβου διαψεύσεως, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ εἴπῃ ἂν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον προέβην εἰς ὑπόδειξίν τινα ἢ παράκλησιν, ὅπως μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν νέαν ὁδόν. Ἄφησα αὐτοὺς τελείως ἀνεπηρεάστους, ὅσοι δὲ ἦλθον πρὸς ἐμέ, ἦλθον ἐξ ἰδίας θελήσεως καὶ συνειδήσεως νομίζοντες ὅτι τοῦτο ὤφειλον νὰ πράξουν. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἐπιβάλω τὴν παρουσίαν μου ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οἱ συνάδελφοί μου ἐξ ἄκρας συγκαταβάσεως ἐδέχοντο τὴν παραμονήν μου, ἐγὼ βεβαίως θὰ ἀπέκρουον αὐτήν, διὰ λόγους πλείστους ὅσους καὶ σοβαρούς. Θὰ τὴν ἀπέκρουον, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ δώσω εἰς κανένα τὴν πρόφασιν νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι, παραμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπεζήτησα νὰ ἐπιδοθῶ διὰ τῆς ἐξουσίας εἰς ἄγραν φίλων, ἢ νὰ ἐπωφεληθῶ τῶν ψυχολογικῶν δισταγμῶν τοὺς ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσῃ τὸ ἐνδεχόμενον κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Ἡ ἱστορία τῆς κομματικῆς μεταβολῆς, εἶπε χθὲς ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης πολιτευτὴς μετὰ σκαιότητος ἥτις μοῦ ἐπροκάλεσεν ἔκπληξιν, δὲν ἦτο ἄλλο τι ἢ ἁπλοῦς ἐκβιασμός. Ἐκφράσεις τοιαῦται μὲ ἀφίνουν σήμερον ἀδιάφορον· δὲν θὰ συνέβαινεν ὅμως αὐτό, ἄν περιέπιπτον εἰς τὸ σφάλμα προσκαλούμενος εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ δώσω πραγματικὴν λαβὴν εἰς τὴν διαβολήν. Θὰ ἀπέκρουον δὲ ἀκόμη τὴν συμμετοχὴν οὕτω προσφερομένην, διότι ἦτο φανερὸν ὅτι ἡ διάλυσις τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων θὰ εἶχεν ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τὸν ἀνασχηματισμὸν τῆς κομματικῆς ἐν τῇ Βουλῇ συνθέσεως, ἐκ τῆς νέας δὲ διαμορφώσεως ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν νὰ προκύψῃ Κυβέρνησις συνασπισμοῦ, παρέχουσα βάσιμα ἐχέγγυα σταθερότητος, ἐφόσον ἤθελεν καταστῆ ἀδύνατος ὁ σχηματισμὸς ὁμοιογενοῦς Κυβερνήσεως καί δὲν ἤθελε κριθῇ εὔθετος ὁ χρόνος πρὸς ἐκλογάς. Δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ἴδιον σοβαρῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, μὴ παραφερομένων ὑπὸ κούφου ἀρχομανίας, νὰ ταλαιπωροῦν τὴν χώραν μὲ ἐφημέρους κυβερνητικοὺς πειραματισμούς, οὐδὲ νὰ ἐμφανίζωνται πρὸ τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἔχουν ἐξασφαλίσῃ προηγουμένως τὸ δυνατὸν τῆς μετ’ αὐτῆς συμπράξεως. Εἶχον λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου καὶ νὰ ἀφίσω ἐλευθέραν τὴν ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἐξ ἧς καὶ μόνης θὰ ἠδύνατο νὰ προκύψῃ βιώσιμος Κυβέρνησις. Ἀμφιβάλλω ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Σάμου, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη Κυβερνητικῆς παραιτήσεως, δοθέντος ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἦτο βέβαιον, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ βάσις ἐφ’ ἧς ἐστηρίζετο ἡ Κυβέρνησις παρέμεινεν ἀναλλοίωτος ἐκ τῆς νέας κομματικῆς ταξινομήσεως. Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπεθύμουν, δι’ οὕς ἐξέθηκα λόγους, ἵνα ἡ ταξινόμησις αὕτη προηγηθῇ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὑπῆρχον ἐνδόσιμα καθιστῶντα περιττὴν τὴν κυβερνητικὴν παραίτησιν. Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ θίξω καὶ ἐγὼ παρὰ τὴν θέλησίν μου τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα. Εἶναι πρόδηλον, Κύριοι, ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τῆς χώρας, ἡ πολιτικὴ κατὰ μείζονα λόγον κίνησις πρὸς συνασπισμὸν τῶν κομμάτων, ἀπαραίτητος ὑπὸ τὴν ὑφισταμένην κατάτμησιν αὐτοῦ, καθίσταται δυσχερὴς ὡς ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος ἐν τῇ ἀντιλήψει μιᾶς μεγάλης πολιτικῆς μερίδος τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος. Ἡ ἐκρεμμότης αὕτη γεννᾷ ἑκατέρωθεν ὑπονοίας καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς ἐκμεταλλεύσεις, εἶναι δὲ ἀκριβῶς εἷς ἐπιπρόσθετος λόγος, χάριν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, νὰ μὴ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐκκρεμότητα ἀλλὰ νὰ τερματίσωμεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ταχὺ καὶ ὁριστικόν. Δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἰσοπολιτεία κομμάτων. Ἡ ἀντιβενιζελικὴ παράταξις ἂν δὲν ἀνῆλθεν εἰσέτι μόνη εἰς τὴν ἀρχὴν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἀποτελεῖ μειοψηφίαν ἀδυνατοῦσα νὰ δώσῃ διὰ τῶν ἰδίων της δυνάμεων Κυβέρνησιν. Ἐξ ἄλλου ὑφίστανται εἰς τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν διαφοραὶ βαθύταται μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων, δυσχεραίνουσαι τὴν συνεργασίαν μεταξὺ αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου καθίσταται ἀπαραίτητος ἡ δημιουργία συνδυασμοῦ ὅπως μὴ παραμείνῃ ὁ τόπος ἀκυβέρνητος. Εἰς τὸ σημεῖον ὅμως ἀκριβῶς τοῦτο ἀνακύπτει ἡ καθεστωτικὴ ἀμφισβήτησις, πρόξενος δυσχερειῶν δυσυπερβλήτων. Τὶ συνέβη κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν; Ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Φιλελευθέρων προεβλήθη ἡ ἀξίωσις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις στηριχθῇ ἐπὶ τῆς Δημοκρατικῆς δυνάμεως, ἡ ἀξίωσις ὅμως αὕτη ἐγέννησεν, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐνδοιασμοὺς εἰς τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀρθοῦν οἱ ἐνδοιασμοὶ πρὸς ἀνασυγκρότησιν ἢ διατήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς, λοιπόν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ματαία ἡ ὑποβολὴ παραιτήσεως; Ὅταν μετὰ τὴν πλήρη τῆς καταστάσεως διευκρίνισιν ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο δυνατὴ ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνήσεως, προθύμως προσεφέρθην νὰ παράσχω καὶ ἐγὼ τὴν μικράν μου συμβολὴν εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ἢ καὶ τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ πιστεύω ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεχίσω ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν ἀρξαμένην ἐργασίαν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν λαϊκῶν καὶ μόνον τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Ἐλέχθη ὅτι ἡ κυβερνητικὴ κρίσις ἔπρεπε νὰ ἐκραγῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς. Παρέβλεψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας πολιτευτὴς τὸν λαβόντα χώραν κομματικὸν ἀνασχηματισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδὲ καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι τὰ κόμματα διοργανοῦνται ἐκτὸς αὐτῆς, ὅπως εἰσφέρουν τὴν συμβολὴν των εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ βουλευτηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦν νὰ μεταβάλουν εἰς πεδίον κομματικῶν διαπληκτισμῶν. Ἄλλως τε—ὀφείλω νὰ εἶμαι εἰλικρινής—καὶ ἐὰν ἄλλως ἔχεν τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἤμην οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον διατεθειμένος νὰ μεταφέρω τὰς ἐνδοκομματικὰς διαφορὰς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τῶν εὑρισκομένων εἰσέτι εἰς ῥιζικὴν πρὸς τὸ πολίτευμα ἀντίθεσιν, ὅπως στρέψω τὰ ὅπλα ἐναντίον ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων μὲ συνδέουν ἐπὶ μακρὸν χρόνον κοινοὶ ἀγῶνες καὶ ταυτότης ἰδεῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἐπικαίρως ἢ μὴ προεκλήθη ἡ κρίσις, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι, εἴτε ἀκαίρως εἴτε ἐπικαίρως προητοιμάζετο αὕτη, ὁ μόνος μὴ δικαιούμενος νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς δι’ ἀκαιρότητα εἶναι ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι δὲν ἔπαυσεν οὗτος νὰ διακηρύσσῃ διαπρυσίως ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος ὅλα τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα γεννοῦν αἱ λαϊκαὶ ἀνάγκαι καὶ οἱ πληθυσμοὶ οἱ ἀποθνήσκοντες ἐκ πείνης καὶ οἱ πληθυσμοὶ οἱ καταστρεφόμενοι ὑπὸ τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ὅπως σπεύσωμεν ἀκατασχέτως πρὸς τὰς ἐκλογάς. Ἡ διπλῆ παραίτησίς μου ἔκ τε τοῦ κόμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο προφανῶς νὰ ὠθήσῃ πρὸς τὴν λύσιν ταύτην, λύσιν ὅμως εὐκταίαν κατὰ τὴν συνάδελφον, λύσιν δι’ ἣν λόγους εἶχεν οὗτος νὰ μᾶς ἐκφράζῃ χάριτας καὶ οὐχὶ κατηγορίας. Ἐὰν δὲν κατωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν προκήρυξιν ἐκλογῶν, δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τοῦτο· πταίει τὸ γεγονὸς ὅτι παρὰ πάντων ἀνεξαιρέτως ἀνεγνωρίσθη, ἐπινευούσης τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖτο ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως ἦτο, κατὰ τὸ εἰωθός, οὐχὶ ὀρθὴ οὐδὲ σύμφωνος πρὸς τὰς περιστάσεις. Αὐτοί, Κύριοι, ἦσαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσω ἄνευ χρονοτριβῆς τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν καὶ νὰ μὴ ἀρνηθῶ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συνεργασίας μου εἰς τὴν ἐπανεμφανιζομένην πρὸ ὑμῶν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: Ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα παραμονῆς εἰς τὴν Βουλήν; Διότι παραδόξως ἀμφότερα ἀμφισβητοῦνται. Μᾶς ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τὴν συμμετοχὴν ταύτην δὲν ἀπαιτεῖται κἂν ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης. Ἀπαιτεῖται μόνον ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποδειχθῇ δὲ μετ’ ὀλίγον ἐὰν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην. Μᾶς ἠμφισβητήθη ὡσαύτως τὸ δικαίωμα τῆς διατηρήσεως τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος καὶ ἐτονίσθη, ὅτι ἤλθομεν εἰς διάστασιν πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν μας. Ἐπὶ τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Γεωργίας φίλου συναδέλφου, ἀδιστάκτως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ συμμερισθῶ τὰς ἀπόψεις του, λυποῦμαι δὲ εἰλικρινῶς διότι παρασυρθεὶς οὗτος εἰς σφαλερὰς ἀντιλήψεις ἐστέρησε καὶ τὴν Βουλὴν ἐπιλέκτου μέλους καὶ τὴν Κυβέρνησιν πολυτίμου συνεργάτου. Ἄν ἤθελον νὰ ἐκταθῶ εἰς θεωρίας, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων πᾶν ἄλλο προκύπτει ἢ ὅτι ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ ἔχει ἐπιτακτικὴν ἔννοιαν. Τουναντίον μάλιστα ὁ κανὼν τῆς ἐλευθέρας ρυθμίσεως ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς θέσεώς των μετὰ τὰς ἐκλογὰς ρητῶς διὰ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται καὶ εὐρυτάτης ἔτυχε πάντοτε παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογῆς. Δέον νὰ λεχθῇ ἀκόμη ὅτι ὁ κανὼν οὗτος προσέλαβε μεγαλυτέραν ἰσχὺν ἀφ’ ὅτου κατέστη ἐκ τοῦ νόμου ἀδύνατος ἡ ἐνέργεια ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Πρὸ τούτου παρείχετο εἰς τόν βουλευτὴν, καθ’ οὗ ἐξεφράζετο ὑπόνοια ὅτι ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κομματικῆς του θέσεως διέστη πρὸς τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων του, ἡ εὐχέρεια, κατερχόμενος εἰς τὸν στίβον, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν. Ἀφ’ ἧς ἡ εὐχέρεια αὕτη ἐξέλειπεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Βουλευτὴν ἡ ἠθικὴ ἔστω ὑποχρέωσις νὰ παραιτηθῇ τῶν καθηκόντων του, καὶ ὅταν ἔχῃ πάντα λόγον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ στάσις του ἐπικροτεῖται ὑπὸ τῶν ἐκλογέων του. Ἀλλὰ ταῦτα γενικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὴν αὐτοθυσίαν νὰ μὲ ἀκολουθήσουν....
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ αὐτοθυσίαν; Ὑπηρέτησαν τὰς πεποιθήσεις των.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκον.). Ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Ὅσον ἀφορᾷ, ἐπαναλαμβάνω, ἐμὲ καὶ ἐκείνους οἵτινες εἶχον, ἄς εἴπω, τὴν προθυμίαν νὰ μὲ ἀκολουθήσουν ἔχω νὰ ὑπομνήσω τὰ ἑξῆς: Τὸ ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς κατήλθομεν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἕνωσις Φιλελευθέρων», ἀποδεικνύει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνώσεως δύο διακεκριμένων ἀποχρώσεων, ὅτι διετηρήσαμεν ἀκεραίαν τὴν αὐτοτέλειαν ἡμῶν, ὅτι οὐδέποτε ἐπαύσαμεν τονίζοντες, τὸ ἐκηρύξαμεν δὲ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν προεκλογικὴν μας περιοδείαν, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχέηται πρὸς τὸ Φιλελεύθερον, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἐκλογῶν ἴσχυεν ἡ δήλωσις τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ δοθεῖσα ἀναμφιβόλως πρὸς τοὺς φίλους του περὶ ὁριστικῆς ἀποχῆς καὶ τέλος ὅτι κατηρτίσαμεν ἓν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν φίλων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν σύστημα ἀρχῶν μὲ τὸ ὁποῖον κατήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀρχῶν ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἀφιστάμεθα καὶ σήμερον οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Αἱ ψῆφοι δὲ δίδονται οὐχὶ εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς ἀρχὰς καὶ μόνη ἡ ἐξ αὐτῶν παρέκκλισις δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἀσυνέπειαν πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Πάντα ταῦτα πείθουν ὅτι ὅσον δὲν δικαιοῦται νὰ ψέγῃ τις τοὺς ταχθέντας, καὶ εἶναι οἱ πλεῖστοι, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἄλλο τόσον δὲν δύναται νὰ μεμφθῇ δι’ ἀσυνέπειαν καὶ ἐκείνους, τοὺς ὀλίγους βεβαίως, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἔδει νὰ παραμείνουν πλησίον τοῦ ἡγηθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Αὐστηρὸς πάντοτε πρὸς τοὺς ἄλλους ὁ ἡγέτης τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἔμπλεος πρὸς ἑαυτὸν πάσης συγκαταβάσεως καὶ ἐπιεικείας, ἐλησμόνησε τὸ παράδειγμα ὅπερ ὑπέμνησε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφος.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖον παράδειγμα;
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τὸ παράδειγμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1923, καθ’ ἃς εἰς τὰ προγράμματα τῶν συνδυασμῶν, ὧν μετεῖχεν ἡ Δ. Ἕνωσις ἐφέρετο μὲ γράμματα τετραπηχυαῖα ἐπὶ κεφαλῆς, σκιάζον τὴν σειρὰν τῶν λοιπῶν ὑποψηφίων, τὸ ὄνομα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐνόμιζον ὅτι ὑμεῖς, γνωρίζοντες καλλίτερον τὰ πράγματα, διότι ἐνωρίτερον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγόν, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε, τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, εἴχετε ἐπιστρέψει ἐξ Ἑσπερίας, δὲν θὰ ἐπανελαμβάνετε τὸ ἐπιχείρημα τὸ χθεσινόν. Διότι εἶναι ἀκριβὲς ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1923 εἰς ἀρκετὰς περιφερείας συνειργάσθημεν μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ὅσοι ἔχουσι καὶ ἐλάχιστον μνημονικόν, δύνανται νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι οἱαδήποτε προσπάθεια σχηματισμοῦ Κόμματος δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τὴν πάλην, τὴν ὁποίαν διεξηγάγομεν ἀπὸ τὸ 1921 ὑφ’ ὡρισμένας ἀρχάς; Καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον περιήλθομεν εἰς σφοδρὰν ἀντίθεσιν μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὅταν ἤμεθα ἐπιτροπὴ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου δὶς καὶ τρὶς διελύθη, ὅταν δὲ κατόπιν ἀπεχωρήσαμεν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων διεξηγάγομεν σφοδρότατον ἀγῶνα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον οἱ συνδυασμοὶ ἐκεῖνοι, ὅπου ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι ἰδικοί μας, ἔφερον διπλοῦν σύμβολον: τὸ Δ. καὶ τὴν Ἄγκυραν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἦτο ἐμφανὴς ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς κατόπιν μικτοὺς συνδυασμούς. Δὲν ἐπερίμενα λοιπὸν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐγνώρισε τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν, νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ εὔκολον ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Ὅσα ἐλέχθησαν δὲν μεταβάλλουν, ἀτυχῶς διὰ τὸν συνάδελφον, τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Ἐὰν οἱ ἀγῶνες του εἰς οὓς κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ 1921 εἶχον καρποφορήσῃ, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σκιασθῇ ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Δύναμαι νὰ πιστοποιήσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι παντοῦ, τοὐλάχιστον ὅπου ἐγὼ εἶδον προγράμματα ἐκλογικά, ἐπικεφαλῆς τοῦ ὀνόματος τῶν συνδυασμῶν ἐφέρετο τὸ ὄνομα τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου, ὅπερ ἄλλως τε ἐπτερύγιζεν εἰς τά χείλη πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἐκλογέων τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, θόρυβος).
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Συνάδελφε, νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιθυμῶ ἀκόμη, κ. Συνάδελφε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι δὲν ἀπεσχίσθητε κἄν ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐξ ἰδίας ὑμῶν προαιρέσεως. Ἀντετάχθητε δὲ μάλιστα πρὸς τὴν διάσπασιν καὶ ἐπεζητήσατε νὰ ματαιώσητε ταύτην.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἀντετάχθην; (θόρυβος).
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ δημοκρατικὴ ὁμὰς δὲν εἶχε παύσει νὰ ἀποτελῇ μέρος τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ πρόγραμμα τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως (θόρυβος) ἐδημοσιεύθη εἰς τὰ 1921, πρὶν κἄν ἐπιστρέψῃ ἐξ Ἑσπερίας ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, γνωρίζει δὲ πολὺ καλὰ οὗτος ὅτι ἐπανειλημμένως ἔθεσα τὸ ζήτημα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς εἶχεν ἐκλεγῇ, κατόπιν ἰδικῆς μου συστάσεως, διότι ἀπουσίαζε τότε, ὅτι ἐπανειλημμένως ἔθεσα τὸ ζήτημα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ἀποσύρωμεν τὸ δημοκρατικόν μας πρόγραμμα καὶ ἡμεῖς οἱ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, καὶ ὁ κ. Ἀλεξ. Καραπᾶνος, ἀποτελῶν μόνος ἄλλην δημοκρατικὴν ἀπόχρωσιν, ἀλλὰ ρητῶς ἀπεκρούσθη ἡ ἰδέα αὐτὴ καὶ δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἡγούμενος τῆς Δημ. Ἑνώσεως, ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἦτο ἐντὸς, ἐκτὸς καὶ ἐπὶ τὰ αὐτὰ μέρη.
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ἦσθε, κ. Ὑπουργὲ, ἐντὸς καὶ ἐκτός.
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον). Ὄντως ἀπὸ τοῦ 1921 εἶχε δημοσιευθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς Δημ. Ἑνώσεως, ἀλλ’ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις παρέμεινεν ὡς ὁμὰς ἐντὸς τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν, ἐπελθούσης διαφωνίας, ἐπῆλθεν ἡ ἀπόσχισις συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς συνελεύσεως τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος καὶ ὄχι τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῦ εἶναι ἡ πρωτοβουλία; Βεβαίως προσεπαθήσαμεν νὰ παρασύρωμεν ὁλόκληρον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ἰδικήν μας ἰδεολογίαν, καὶ συνεπῶς ἡ πρωτοβουλία εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, κατωρθώσαμεν δὲ νὰ ἀποσπάσωμεν μεγίστην μερίδα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τοὺς λεγομένους Δημοκρατικοὺς Φιλελευθέρους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε προσχωρήσει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐγαλουχήθη μὲ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, καὶ κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν σύμπραξιν μὲ τοὺς Δημοκρατικοὺς Φιλελευθέρους.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς διότι ἔχω γαλουχηθῆ μὲ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπέκρουσα τὰς μεθόδους ἅς ἠθελήσατε νὰ ἐπιβάλητε (χειροκροτήματα). Ἐὰν ἐδικαιώθην ἢ δὲν ἐδικαιώθην, τὸ μαρτυρεῖ ἡ δημοσία γνώμη.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων εἶναι ἡ ἑξῆς (θόρυβος), ὅτι ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ ἀναπεπταμένην τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν, ἐνῶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἠξίου νὰ μὴ ἀναφέρωμεν τὴν λέξιν Δημοκρατία εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀλλὰ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἐντὸς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Ἡ διαφορὰ ἥτις κυριώτατα μᾶς ἐχώριζε, καὶ εἶναι μάρτυρες ὅλοι οἱ τότε ὁπωσδήποτε ἀναμιχθέντες εἰς τὰ γεγονότα, ἦτο ὅτι ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ὤφειλε νὰ καθιερωθῇ διὰ μετεκλογικοῦ Δημοψηφίσματος ἐνεργουμένου κατὰ τρόπον αἴροντα τὰς προφάσεις τῆς ἀντιδράσεως (θόρυβος) ἐνῶ ὑμεῖς ἄνευ λόγου ἐσπεύδατε πρὸς ἄμεσον ἐγκαθίδρυσιν.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα ἦτο νὰ καταλύσωμεν τὸν βασιλικὸν θεσμὸν κατερχόμενοι μὲ ἀναπεπταμένην τὴν δημοκρατικὴν σημαίαν.
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐκφράζω εἰλικρινῶς λύπην διότι, ἐν ἀμύνῃ διατελῶν, ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὴν γέννησιν θορύβων, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δύναται κανεὶς νὰ κατηγορήσῃ δι’ ἔλλειψιν κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας καὶ ὅτι, ἐμμένοντες ἐκεῖ ἔνθα ἔταξεν ἡμᾶς ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ καὶ ὁπόθεν δὲν θὰ μᾶς ἀπομακρύνουν βεβαίως ἀσύστατοι αἰτιάσεις, ἐκπληροῦμεν ἱερὸν καθῆκον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μας καὶ ἀπέναντι τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἐμφανίζεται καὶ πάλιν ἐνώπιον ὑμῶν μὲ τὴν σαφῆ δήλωσιν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖ νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἀπαρεγκλίτως μέχρι τοῦδε τηρηθεῖσαν πορείαν. Ἡ δημιουργία τῆς Κυβερνητικῆς κρίσεως εἶχεν, ἂν μή τι ἄλλο, τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι κατωρθώθη νὰ σφυγμομετρηθῇ καλλίτερον κἄπως τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὅλαι αἱ διάτοροι κραυγαὶ τῶν πολεμίων τῆς Κυβερνήσεως ἡρμήνευον ἀναμφιβόλως πιστότατα ἐνδομύχους διαθέσεις, ἀλλ’ οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, καλῶς ἀντιλαμβανομένην ὅτι μία ἦτο ἡ ὁδός, τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς ἀνορθώσεως, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ ὅτι πᾶσα ἄλλη θὰ εἶχεν ἤδη ὁδηγήσει τὴν Χώραν εἰς τὴν καταστροφήν. Καὶ δὲν ἐσφυγμομετρήθη μόνον ἡ δημοσία γνώμη τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις ἐχρησίμευσεν ὡς Λυδία λίθος οὕτως εἰπεῖν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς κρατούσης εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην περὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἔργου τῆς ἰδέας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πολλάκις κρατεῖ σύγχυσις, ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως, περὶ τῶν προσώπων. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναντίρρητον, προκειμένου περὶ γεγονότων συντετελεσμένων καὶ ἀποκρυσταλλωθέντων εἰς ὡρισμένας ἐκδηλώσεις, ὅτι αἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχόμεναι κρίσεις καὶ ἀπαθεῖς εἶναι καὶ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν πιστότερον ἑρμηνεύουν. Ἔχομεν, λοιπόν, σαφῆ τὴν εἰκόνα τῆς κοινῆς γνώμης προκειμένου περὶ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο; Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὰ κόμματα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν δὲν συγκεντρώνουν αὐτὰ μόνα δύναμιν ἐπαρκῆ ὅπως ἡ Κυβέρνησις στηριχθῇ εἰς τὴν Βουλήν; Τίς δύναται ν’ ἀποκρύψῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν Φιλελευθέρων; Δὲν συνέβη τοῦτο διὰ πρώτην φορὰν οὔτε θὰ εἶναι ἡ τελευταία καθ’ ἣν τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν ἀποτελοῦν καὶ τὴν Κυβέρνησιν στηρίζουν κόμματα εὑρισκόμενα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ταύτης. Ὅταν ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφος, δὲν ἐστηρίχθη βεβαίως ἐπὶ τῶν ἰδίων του δυνάμεων· ἐστηρίχθη πρὸ παντὸς ἐπὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἐπιθυμοῦντος καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ του θυσίᾳ νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν βιώσιμον εἰς τὴν Χώραν. Ἡ ὑποστήριξις δὲ αὕτη οὐδὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς ἔθιξεν, οὐδὲ τῆς Κυβερνήσεως τὸ κῦρος ἐμείωσε.
§51Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὡραῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης!
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστὸν ποῦ ὀφείλονται. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνης νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως, τὸ ἔπραξεν. Ἐὰν κατόπιν ἐξερράγη τὸ κίνημα τῆς δικτατορίας, ὀφείλεται τοῦτο εἰς ἐκείνους οἵτινες πάντοτε ἐνεθάρρυναν τὰς ἀνωμάλους ροπάς. Δὲν μειοῦται τὸ κῦρος μιᾶς Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ ἐκ τῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν συμπραττόντων καὶ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν κομμάτων πρὸς καθορισμὸν τοῦ ἐπιψηφιστέου μέτρου, οὐδὲ δημιουργεῖ τὸ γεγονὸς τοῦτο μείωσιν ἢ ὑποτέλειαν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, γνωρίζων πρὸς ποίους ὁμιλῶ,περὶ τῆς ψήφου ὑμῶν· ὅ,τι ἐν τούτοις θὰ ζητήσω εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν ἐζήτησα περίπτωσιν. Ἂν ὑπάρχουν δισταγμοὶ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἄρητε ἀπ’ αὐτῆς ἄνευ ἀναβολῆς τὴν ἐμπιστοσύνην σας καὶ νὰ ἀναθέσητε ἀμέσως εἰς χεῖρας ἄλλας τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, διότι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει νὰ παρατείνεται ἡ Κυβερνητικὴ ἐκκρεμότης ἔστω καὶ ὑπὸ λανθάνουσαν μορφήν. (Χειροκροτήματα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεταξᾶς.
§54Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ μακρόν. Δὲν ἔχω ἄλλωστε, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, νὰ προσθέσω πολλὰ πράγματα. Τὰ αἴτια τῆς κρίσεως ἐξετέθησαν σαφῶς. Οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐσχηματίσθη ἐκ νέου ἡ Κυβέρνησις, ἐξετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσης σαφῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δὲν ἔχω νὰ ὑπεισέλθω εἰς ταῦτα. Ἐὰν δὲ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἔπραξα τοῦτο μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐπεξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ποίους λόγους τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων συνήργησε εἰς τὸ νὰ δοθῇ ἡ λύσις ἡ ὁποία ἐδόθη. Ἤκουσα παρὰ διαφόρων προαγορευσάντων ὅτι τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἤκουσα παρ’ ἄλλων, ὅτι ὤφειλον νὰ τὸ πράξω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἄνευ δισταγμῶν, καὶ νὰ δώσω ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὴν ἐπελθοῦσαν λύσιν. Δύο ἰδέαι ἄκρως ἀντίθετοι ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην. Τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν ἐσχηματίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐσχηματίσθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν προτοῦ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1926 ὡς κόμμα Ἐλευθεροφρόνων ὑπὸ πρόγραμμα ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἐξετέθη παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι τοῦ κόμματος αὐτοῦ, καὶ ἐξετέθη ἐν Θεσσαλονίκῃ, σαφῶς καὶ συγκεκριμένως καὶ ἐπανελήφθη ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, δημοσιευθὲν διὰ τῶν ἐφημερίδων πρὸ παντὸς τῶν φιλικῶν τοῦ κόμματος, ἐγένετο γνωστὸν καὶ εἰς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Ἑλλάδος. Ποία ἦτο ἡ ἐντολή, ἡ κυρία, ἡ δοθεῖσα εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ λαοῦ; Ἡ κυρία ἐντολή, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ἡμᾶς παρὰ τῶν ἐκλογέων μας, πλὴν τῶν εἰδικωτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προσεπαθήσαμεν νὰ λύσωμεν κατόπιν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὅπερ ἐν μέρει κατωρθώσαμεν διότι τοιαύτη ἦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡμῶν δύναμις, ἡ κυρία ἐντολή, λέγω, ἦτο νὰ συνεργήσωμεν εἰς τὴν κατάπαυσιν τῶν ἐμφυλίων ἐρίδων καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, τὴν γαλήνην καὶ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα εἰς τὴν Χώραν αὐτήν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντολὴ τῶν ἐκλογέων μας. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπράξαμεν, χωρὶς νὰ παρεκκλίνωμεν τῆς ἐντολῆς ταύτης οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Κατὰ τὴν τελευταίαν κυβερνητικὴν κρίσιν ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐδιστάσαμεν νὰ συμμετάσχωμεν ἢ μᾶλλον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν νέας Κυβερνήσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ τοῦτο διότι κατὰ πρῶτον ἐπηρέασαν ἡμᾶς κομματικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐνομίζομεν ὅτι ἐπέβαλλον εἰς ἡμᾶς νὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, πάσης Κυβερνήσεως. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἄνευ ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐμφανιζομένη ἐν τῇ Βουλῇ νὰ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς καὶ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, ὁμολογῶ ὅτι τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων θὰ ἦτο λίαν εὐτυχές. Ἐν τῇ ἐξελίξει ὅμως τῆς κρίσεως ἀπεδείχθη τὸ δύσκολον τούτου, καὶ τὰς τελευταίας στιγμὰς εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος: ἢ νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δεδομένου ὅτι ἄνευ ἡμῶν σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦτο δυνατός, ἢ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὸς σχηματισμὸς Κυβερνήσεως δυναμένης νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, ὁπότε θὰ ἐδίνομεν ἀσφαλῶς εἰς ἐκλογάς. Ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ αὗται ἤθελον εἶσθαι συνήθεις ἐκλογαί, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἴσως θὰ ἐπροτιμῶμεν τὴν δευτέραν λύσιν. Δεδομένου, ὅμως, ὅπως ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα, ὅτι καὶ προεκλογικῶς θὰ ἐδημιουργεῖτο, ἴσως, κατάστασις ὀξεῖα, ἀσφαλῶς, διότι αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξήγοντο μετὰ πρωτοφανοῦς ὀξύτητος καὶ ἀντιθέσεως πολιτικῶν ἀντιλήψεων, καὶ ἀναλογιζόμενοι τὰ δεινὰ ἐπακόλουθα, τὰ ὁποῖα ἐκ τούτου θὰ προέκυπτον εἰς τὴν Χώραν ταύτην, ἀναλογιζόμενοι, ὅτι καὶ τὸ συντελεσθὲν οἰκονομικὸν ἔργον θὰ ἐτίθετο ἐκ νέου εἰς κρίσιν—διότι, Κύριοι Βουλευταί, τί θὰ ὠφέλει ἡ σταθεροποίησις ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ λοιποῦ θὰ ἦτο ἀκατόρθωτον; — ἀναλογιζόμενοι, λέγω, πάντα ταῦτα, ὡς καὶ τὴν ἐκ νέου μέλλουσαν νὰ ἐκραγῇ ἐμφύλιον ἔριδα, προετιμήσαμεν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ κομματικά μας συμφέροντα καὶ νὰ συντείνωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Ἐὰν τοῦτο κατακρίνεται παρά τινων, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δὲν κατακρίνεται ποσῶς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀπέστειλαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. (Χειροκροτήματα). Βεβαίως ἀπὸ ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ἐξαρτᾶται νὰ περιβάλητε ἢ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης σας καὶ νὰ καταστήσητε δυνατὸν ἐκεῖνο, ὄχι μόνον τὸ γενικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐπιχειρεῖ, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς καὶ τὰ ἄλλα Κόμματα, τὰ συμμετασχόντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσπαθοῦμε, νὰ ἐπέλθῃ, δηλ. εἰς τὴν Χώραν ταύτην ἡ διασαλευθεῖσα γαλήνη. Ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, ἐὰν τύχωμεν τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, θὰ συνεχίσωμεν τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, οἷον ἦτο ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξετέθη ἐνώπιον ὑμῶν, ὡς πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, εἶναι ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαφορᾶς. Ἐὰν ἐτίθεντο νέαι πολιτικαὶ κατευθύνσεις ὑπὸ τῆς σχηματισθείσης Κυβερνήσεως, ἢ νέα ζητήματα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ κατὰ πόσον καλῶς ἐπράξαμεν ἢ ὄχι νὰ παραδεχθῶμεν νέον πρόγραμμα κυβερνητικόν. Ἐφόσον ὅμως τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα εἶναι ἀκριβῶς ἀπαράλλακτον ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ προηγηθεῖσα ταύτης, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀπολύτως κανένα δισταγμὸν νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ αὐτῆς, ἀπὸ ὑμᾶς δὲ ἐξαρτᾶται νὰ ἀποδείξητε κατὰ πόσον εἴχομεν δίκαιον ἢ ἄδικον. (Χειροκροτήματα).
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς οὐδέν, Κύριοι, θὰ περιαυτολογήσω, ἐὰν κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι κατὰ τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν πολύς, ἴσως ὁ περισσότερος λόγος, ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων περὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἦτο φυσικὸν τοῦτο, διότι τὸ Κόμμα αὐτὸ ἐκπροσωπεῖ μίαν μεγάλην μερίδα τοῦ λαοῦ, τῆς ὁποίας αἱ σκέψεις καὶ αἱ γνῶμαι, τῶν ὁποίων στερρῶς ἔχεται, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπασχολήσουν ἡμᾶς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ ἑνὸς Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς του συνεχίζει μίαν ἱστορίαν ὁλόκληρον πολιτικὴν ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ, καὶ εἰς πολλὰ ζητήματα ἀναφανέντα ἐν τῇ Χώρᾳ, ἔλαβε τοῦτο ἐνεργότατον μέρος. Δὲν θεωρῶ εὔθετον ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ἀπασχολήσω εἰδικῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων τὴν Βουλήν, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ παρίδω τὰ ὅσα τελευταίως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ κόμματος τοῦ Λαϊκοῦ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ συσχετίσῃ πρὸς ὅσα ἐγὼ περὶ τῆς ἀντικανονικότητος καὶ ἀντικοινοβουλευτικότητος πολλῶν πράξεων γενομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τῶν διαφόρων κομμάτων εἶπον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἠκολούθει μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν θὰ ἐξεστόμιζε πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Οὐδέποτε ὁ ἀείμνηστος Γούναρης ἐζήτησε νὰ προαχθῇ εἰς Ἀρχηγὸν κόμματος καὶ νὰ σχηματίσῃ κόμμα ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑπαινιχθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν.
§56Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐζήτησε τοιοῦτον τι;
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐκεῖθεν προήχθη εἰς κόμμα.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἄλλο αὐτὸ καὶ ἄλλο, ὅτι ἐζήτησε.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐκεῖθεν προήχθη ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Γούναρης, διὰ τὸν ὁποῖον εὔφημον μνείαν ἐκάματε ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐνταῦθα. Δυστυχῶς ὅμως ἐλησμονήσατε τὴν πολιτικήν σας καταγωγὴν διὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ τὸν ὁποῖον ἐξεστομίσατε κατ’ ἐκείνου.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔκαμα κανένα ὑπαινιγμόν.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ κόμμα τὸ ἐδημιούργησεν ὁ ἀείμνηστος Γούναρης δι’ ἀγώνων ἐνταῦθα. Ἡ ὁμάς, ἡ ἐπικληθεῖσα διὰ τὴν μαχητικότητά της ἀπέναντι τῶν τότε κυβερνώντων, ὁμὰς Ἰαπώνων, δὲν ἦτο κόμμα, ἀλλ’ ἦτο ὁμὰς διαφόρων πολιτευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐζήτουν νὰ διασπείρουν ἰδέας, αἱ ὁποῖαι νὰ φέρουν τὰ ἀποτελέσματά των εἰς τὸν ἔξω κόσμον.
§62Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι τὸ μόνον ἀπομένον μέλος τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ἡ ὁμὰς ἐκείνη διετέλεσεν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Δραγούμη, διελύθη ὅμως μετὰ ζωὴν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους καὶ ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἔκτοτε.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Διατί διελύθη;
§64Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διότι διελύθη.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν· Διότι δὲν ἀπετέλει κόμμα.
§66Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατόπιν τούτου ἔχω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς· ὅτι περὶ τὸν ἀείμνηστον Γούναρην συνεκεντρώθημεν περὶ τοὺς 12 πολιτευόμενοι καὶ ἐζητήσαμεν νὰ τὸν ἀναγνωρίσωμεν ὡς Ἀρχηγὸν Κόμματος. Ἐγένετο μάλιστα καὶ ἰδιαιτέρα συνάντησις εἰς τὰς Πάτρας καὶ τὴν Γαστούνην καὶ ὁ Γούναρης ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, εἰπὼν ὅτι θὰ ἐπιζητήσῃ νὰ γίνῃ Ἀρχηγὸς κόμματος διὰ τοῦ λαοῦ.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Ἀληθὲς εἶναι αὐτό.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βοζίκην δι’ ὅσα εἶπεν. Ἐγὼ ἠθέλησα ν’ ἀποκρούσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐσχημάτισε τὸ Κόμμα του ἄνωθεν. Τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν τὸ ἐσχημάτισεν ὁ Γούναρης διὰ τῶν ἰδεῶν μὲ τὰς ὁποίας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐπάλαισε καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Καμμία, συνεπῶς, σχέσιν δὲν ἔχουν ὅσα εἴπατε καὶ σεῖς καὶ ἄλλος τις ἐνταῦθα περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐσχηματίσθη τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκόν. Πρὸ πάντων δὲ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν σχέσιν ὅσα εἴπατε πρὸς τὰ ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς γενόμενα. Ἔχω πρὸ ἡμῶν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἔχω τὴν ὁμολογίαν ἡμῶν τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Προοδευτικῶν καὶ Συντηρητικῶν Φιλελευθέρων ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εἰσῆλθον δύο κόμματα ἐκλεγέντα ὑπὸ ἰδίαν σημαίαν, ἀνεξάρτητα ἐντελῶς ἐκ τοῦ προηγουμένου κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖθεν ἠντλήσατε τὴν δύναμίν σας. Εἶναι ἑπομένως νέον Κόμμα, σεῖς τὸ ὡμολογήσατε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ νῦν ἐμφανιζόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοῦτο ἠθέλησα νὰ διευκρινισθῇ ἐγώ, κακίσας τὰ ἀντιθέτως λεχθέντα. Ἐγώ δὲν ἐκάκισα, ὡς ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸν σχηματισμὸν τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν καλῶς δημιουργημένα, ἀλλὰ ἐκάκισα τὸ γενόμενον ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν, διότι οὐχὶ δι’ ἐμφανίσεως νέων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας μερὶς τῆς Βουλῆς ἐνταῦθα ἠσπάζετο, ὄχι δι’ ἄλλων τινῶν γεγονότων, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ παλαιοτέρου ἀρχηγοῦ τοῦ ἐκλιπόντος πλέον ὡς Κόμματος μὲ ἰδίαν αὐθυπαρξίαν σᾶς ἔκαμε νὰ ἐμφανισθῆτε ὡς Κόμμα, σᾶς ἠνάγκασε νὰ παραιτηθῆτε ἀπὸ τὸ παλαιὸν Κόμμα σας, ὅπερ μετέβαλε καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν σύνθεσιν τῶν Κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ. Τοῦτο θεωρῶ ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, χωρὶς νὰ ἐξετάσω τί σεῖς ἐσωτερικῶς ἐπράξατε μετὰ τῶν τέως φίλων σας. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ τὴν ὁποίαν εἴχατε ὡς Ἀρχηγὸς Κόμματος δὲν ἠδύνασθε νὰ κηρύξητε τὸ Κόμμα διαλελυμένον. Τοῦτο κακίζω ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν. Δὲν εἶπον ποτὲ ἐγὼ ὅτι δὲν δύνανται οἱ Βουλευταὶ νὰ μεταβάλλουν σκέψεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πειθόμενοι παρ’ ἄλλων Ἀρχηγῶν ἢ ἐκ τῆς ροπῆς τοῦ λαοῦ τρεπόμενοι ἀλλοῦ. Ἀλλὰ σεῖς ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθητε ὡς Ἀρχηγὸς Κόμματος, ὅταν παρῃτεῖσθε τοῦ Κόμματος τούτου ἐδηλοῦτε, ὅτι ἡ γνώμη καὶ ἡ ἔγκρισις ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη ὡς Ἀρχηγοῦ Κόμματος, δὲν ἦτο ὁριστική. Τὴν ἐθέσατε σεῖς ἐν ἀμφιβόλῳ. Πρὸς τί τοῦτο; Ἡ πρᾶξις ἡμῶν συνεπῶς ἡ ἐπενεγκοῦσα τὴν Κοινοβουλευτικὴν κρίσιν ἦτο ἀντικοινοβουλευτική, ὅπως ἐπίσης ἦτο ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸ ὅτι ὄχι μία μερὶς δὲν συμφωνεῖ μαζί σας, ἀλλ’ ὅτι ἐσχηματίσθη ἐκ νέου Κόμμα ὑπὸ Ἀρχηγὸν ὁ ὁποῖος μέχρι καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐδήλου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὡς πολιτικὸς ἐν Ἑλλάδι. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα σύμφωνα πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, ὅτι δύνανται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε πρόσωπα αἰφνιδίως ἐμφανισθέντα νὰ παρουσιάζωνται ὡς κοινοβουλευτικαὶ μερίδες αἱ ὁποῖαι νὰ μεταβάλλουν τὴν κοινοβουλευτικὴν σύνθεσιν καὶ νὰ ὑπάρχωσι πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποδέχωνται τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποτελεῖ ἄλλο τι εἰμὴ ἐπίδρασιν ἔξωθεν κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ τοῦτο κατακρίνω, τὴν τελευταίαν δηλ. κοινοβουλευτικὴν ἐνέργειαν κατὰ τὴν τελευταίαν ὑπουργικὴν κρίσιν καὶ διὰ τοῦτο εἶπον εἰς ὑμᾶς καὶ ἐθεώρησα ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἐπράξατε μετὰ τῶν φίλων σας, ὅτι μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὑγιεῖς πολιτικὰς ἀρχάς, ὤφειλεν ἐνταῦθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν λύσιν οὐχὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἔξω γενομένας ἀντικοινοβουλευτικὰς καὶ ἀντικανονικὰς ἐνεργείας, διὰ τῶν ὁποίων διασαλεύεται πᾶσα κοινοβουλευτικὴ τάξις. (Χειροκροτήματα). Ἐπέκρινα ἀκόμη καὶ ἐπικρίνω, ὅτι ἐνῶ τοῦτο τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἐγένετο, κατόπιν ἐφθάσατε νὰ συνθηκολογήσετε καὶ νὰ μείνητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἂν τηρῆτε τὸ πρόγραμμά σας ἢ ἂν ἀσπάζεσθε νέον πρόγραμμα, ἀλλ’ ἡ ὑποταγή μιᾶς Κυβερνήσεως συνεπείᾳ τοιαύτης συνθηκολογήσεως δὲν εἶναι ἐκ τῶν κανονικῶν. Καὶ παρ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν εὐθιξίαν τὴν ὁποίαν ἐδείξατε σεῖς πρὸ παντός, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι ἀσπασθέντες τὰ γενόμενα διατελεῖτε μακρὰν ταύτης. Παράδειγμα τῆς τοιαύτης ἐπιδράσεως καὶ ἐπιβολῆς τὴν ὁποίαν ὑπέστητε εἶναι ὅτι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἦλθεν εἰς ὡρισμένα σημεῖα κατὰ τὴν σειρὰν ἐκείνην ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἰδική σας. Καὶ ἔχω ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω τὸ χθεσινὸν παράδειγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβερνητικὴ πλευρὰ ἠναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ ὡς γενόμενα τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησεν ὡς μὴ γενόμενα. Δὲν δύνασθε νὰ μὴ εἴπητε λοιπὸν ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ὀφειλομένῃ κοινοβουλευτικῇ τάξει καὶ διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι ἔχω πλείονας λόγους νὰ μὴ εἶμαι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔπραξα ὅ,τι ἐξῃρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ νὰ ἀφίσω ἐλευθέρας τὰς χεῖρας τῆς Κοινοβουλευτικῆς ζωῆς. Γνωρίζω ὅτι βέβαια καὶ σεῖς γνωρίζετε ὅτι δὲν ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβη καὶ ἐν τῷ παρελθόντι κατὰ τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἔπραξα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χθὲς προσεφερόμην, ἀλλ’ ἔπραξα ἀκόμη τι πλέον, νὰ συμπράξω μεθ’ ἡμῶν διὰ νὰ ἐξαγάγωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν διετέλει. Δυστυχῶς κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐγκατελείφθη τὸ πρόγραμμα τοῦτο, διότι, ἀντὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ διοικῆται κοινοβουλευτικῶς μὲ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ὑπετάχθητε εἰς ἔξωθεν γενομένας ἐπεμβάσεις καὶ ἠλλάξατε δρόμον. Καὶ κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν χθὲς ἐλέγετε ὅτι συνεχίζεται τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἀπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς, ὅτι δὲν συνεχίζεται πλέον, διότι τὸ κατεστρέψατε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Δὲν ἐμποδίζει τίποτε εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ βίου καὶ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ διάστασις ἡ πολιτειακή, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ ἡμῶν. Ὅτι δὲν ἐμποδίζει, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰργάσθημεν ἐφ’ ἱκανόν, χωρὶς ἐκ τῆς ἀντιθέσεως ἐκείνης νὰ προκύψῃ ἐμπόδιόν τι εἰς τὴν προσήκουσαν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνητικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς. Ἡ διάστασις ἡμῶν ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ἀντιγνωμίας πολιτικῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέρχεται πάντοτε καὶ μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκετε εἰς τὴν Δημοκρατικὴν παράταξιν, καὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν ἀντίθετον ταύτης παράταξιν. Ἑπομένως, ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν ὅτι τοῦτο κωλύει τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τὴν ἐμποδίζει τὸ ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀποφασίζομεν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς μίαν ἀνωμαλίαν. Εἶναι δυνατὸν τὸ τέρμα τοῦτο νὰ ἐπιφέρῃ μερικὰς προστριβάς. Προτιμήσατε νὰ ἐπέλθουν αὗται, ἵνα κατόπιν ἐργαζώμεθα κανονικῶς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ λεχθέντα διὰ τὸ καθεστωτικὸν ζήτημα, ἡ λύσις τοῦ ὁποίου προϋποθέτει ὕπαρξιν κανονικοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου.
§69Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐλύθη διὰ τοῦ Συντάγματος.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε μὴ τὸ θέτετε. Ἐγὼ ὡμίλησα δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸ θεωροῦν μὴ λυθέν. Καὶ ἂν θέλετε θὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη, ὅτι, ὄχι μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων καὶ κατ’ ἄλλας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀνεπτύχθησαν μεταξὺ ἡμῶν, σεῖς ἐντὸς τῶν κόλπων σας, ἐντὸς τῶν ἰδεῶν σας, σεῖς ἔχετε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ὑπῆρξε κανονικὴ ἡ λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, μὴ ζητεῖτε καὶ μὴ ὁμιλεῖτε περὶ ἀναγνωρίσεως ἀνυπάρκτου. Ἐλᾶτε νὰ δημιουργήσωμεν τὸ πολίτευμα ἀλλὰ νὰ τὸ δημιουργήσωμεν εἰς κοινοβουλευτικὸν βίον ἀνεξάρτητον ἀπὸ πάσης ἐπηρείας. Ἄνευ τούτου θὰ ὑπάρχωσι πάντοτε ὄχι καθεστωτικὰ ζητήματα, ἀλλὰ ἡ διαμάχη ἐκείνη ἡ ὁποία ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὰς ἀνωμαλίας καὶ ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται σήμερον.
§71Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁσάκις λάβῃ τὸν λόγον ἐπί τινος θέματος, δὲν δύναται νὰ προεδρεύσῃ μέχρι τῆς συζητήσεως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ σωστόν, ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Κάκαβος).
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον). Δὲν προέβην εἰς κανένα ὑπαινιγμὸν περὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλ’ ἐξέθεσα ἱστορικὰ γεγονότα ἀναμφισβήτητα. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα μεταφυσικὸν τρόπον δύναται νὰ θεωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Κορινθίας ὅτι ἡ ὁμὰς τῶν Ἰαπώνων, προωρισμένη νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν εἰς ἕν πρόγραμμα διότι καὶ μόνον ἀπετελέσθη ἐκ 12 πολιτευτῶν δὲν κατήρτισε κόμμα. Κόμμα ἀκριβῶς εἶναι ἡ σύμπραξις ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐπικράτησιν ὡρισμένων ἀντιλήψεων. Τὰ στοιχεῖα τοῦ κόμματος ἔφερε καὶ ἡ ὁμὰς Ἰαπώνων, ἀδιάφορον ἂν ἐλέγετο ὁμὰς καὶ δὲν ἐλέγετο κόμμα. Ἡ ὁμὰς αὕτη, ἀπετέλει κόμμα, ἐσχηματίσθη ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Βουλῆς. Τὸν τρόπον δὲ τοῦτον τοῦ σχηματισμοῦ της, ἐγὼ δὲν ἐχαρακτήρισα ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, καὶ οὐδέποτε ἠρνήθην τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ. Ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις του ἐν τῇ Βουλῇ εὐρεῖα καὶ συντελεστικὴ εἰς τὴν πρόοδον τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ἀγῶνες εἰς τοὺς ὁποίους ἐπεδόθη, δὲν ἐκαρποφόρησαν, δὲν ἐδημιούργησαν περὶ αὐτὸν Κόμμα καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1915 παρίστατο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἕνα καὶ μόνον ἔχων φίλον, τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν Κορινθίας. Ὅταν ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος κατὰ τὸ 1915 νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, δὲν εἶχεν ἄλλον πολιτευτὴν παρὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κορινθίας. Τὸ κόμμα ἐσχηματίσθη, τὰ στελέχη διεμορφώθησαν, αἱ τάξεις ἐπυκνώθησαν, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐχαρακτήρισα ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν. Τὸ ἐπεκαλέσθην, ὅπως ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Κόμματος ἀρυσθῶ παραδείγματα, παραδείγματα πείθοντα ὅτι αἱ θεωρίαι τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε, εἶναι ἐσφαλμέναι. Ἀνέφερα τὰ παραδείγματα ταῦτα πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν σημερινῶν γνωμῶν τοῦ ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλ’ αἱ γνῶμαι περὶ Κοινοβουλευτισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Κορινθίας, δὲν περιωρίζοντο μόνον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἐπεξετάθησαν ἔτι περισσότερον. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι δικαίωμα παντὸς πολίτου εἶναι, εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς καὶ ἂν εὑρίσκεται, νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Λαόν, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ τὸν ἀκολουθήσουν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡγοῦμαι κόμματος. Ἂν ἡ φωνή του δὲν ἔχῃ ἀπήχησιν, θὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος του. Ἐὰν ἡ φωνή του ἔχῃ ἀπήχησιν, σημαίνει ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν, ἐπικαλεσθεὶς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ τὸν ἀκολουθήσουν πρὸς ἵδρυσιν κόμματος. Ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τοῦτο συμβαίνει ἐν προκειμένῳ. Ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ καὶ ἱδρυτὴς αὐτοῦ, ἀποσχὼν τῆς πολιτικῆς συνεπεία δηλώσεως γενομένης πρὸς τοὺς φίλους του ἐπανέκαμψεν εἰς τὴν Χώραν καὶ ἐδήλωσεν ὅτι θέλει νὰ πολιτευθῇ. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι μέγα μέρος τῶν ὀπαδῶν τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἤγετο ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ἡ φυσική του θέσις ἦτο πλησίον τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ κόμματος. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ δυσαρμονίαν ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν κομματικῶν ὑποθέσεων ἀλλὰ καὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα πρέπον νὰ ἀποχωρήσω, πρὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, τῆς ἡγεσίας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ψυχῇ των ἔχουν τὴν πίστιν ἐπὶ τὸν Ἀρχηγόν, ἐπὶ τὸν ἱδρυτὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἵνα ἀκολουθήσουν τοῦτον, νὰ προτιμήσουν τὸν παλαιὸν ἡγέτην, ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐθεώρησαν οὐχὶ ἀδίκως ὅτι προσέφερεν ὑψίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Δὲν ἐξειλίχθη, λοιπόν, ποσῶς κατὰ τρόπον ἀνώμαλον ἡ πολιτικὴ κατάστασις. Εἶναι παράδοξον νὰ λέγεται, ὅτι ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς οἱουδήποτε πολιτικοῦ, οἱανδήποτε ἔχοντος ἱστορίαν, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀνωμαλίαν ἐφόσον οὗτος ἱδρύει ἢ ἀναλαμβάνει τὸ παλαιόν του κάμμα. Εἶναι τοῦτο δικαίωμα τοῦ λαοῦ καὶ τῶν πολιτευτῶν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Τίς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ποῖον εἶναι τὸ Κοινοβουλευτικόν; Ἐνῶ ὑπάρχουν μερίδες ὀπαδῶν, αἱ ὁποῖαι χαιρετίζουν τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἡγέτου τῶν Φιλελευθέρων καὶ σεῖς νὰ λέγετε, ὅτι ὑπάρχουν δυνάμεις αἱ ὁποῖαι καταδικάζουν αὐτὸν εἰς τὸν πολιτικὸν θάνατον; Αὐτὸ εἶναι τὸ κοινοβουλευτικόν; Ὅταν μερίδες λαοῦ, ὅταν πολιτευταὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ τὸν ἀκολουθήσουν εἰς ἕνα ἀγῶνα πολιτικόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ μία δύναμις, ἡ ὁποία νὰ θεωρεῖται κοινοβουλευτικὴ καὶ νὰ τοῦ ἀποκλείῃ τὸ δικαίωμα τοῦ πολιτεύεσθαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο; Δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, νὰ ἀναπτύξητε πρὸς τὸν λαὸν τὰς γνώμας σας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προσπαθήσετε νὰ τὸν πείσετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναθέσῃ τὰς τύχας του ἢ δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἐὰν τὸν πείσητε ἔχει καλῶς. Τότε ἡ κατάλυσις οἱουδήποτε πολιτευτοῦ ἐπέρχεται κατὰ τὸν τρόπον τὸν φυσικὸν ἐξ αὐτῆς τῆς λαϊκῆς δυνάμεως. Ἐὰν ὅμως δὲν τὸν πείσετε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἀποτελεῖ ἀντικοινοβουλευτισμὸν ἡ ἐμφάνισις πολιτικοῦ εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, ἀκολουθουμένου ὑπὸ πολιτευτῶν καὶ μερικῶν ἐκλογέων. Ὅταν, κ. πολιτευτὰ ἐκ Κορινθίας, ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ καθεστωτικοῦ ζητήματος, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι ὑφίσταται ζήτημα καθεστωτικόν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη δι’ ἑνὸς μετεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Αἱ ἀταξίαι δὲ τὰς ὁποίας καταλογίζετε εἰς αὐτό, εἶναι ἀνίκανοι νὰ μεταβάλουν τὴν λαϊκὴν πλειοψηφίαν, τὴν ἐπανειλημμένως ἐκδηλωθεῖσαν, ἀκόμη δὲ καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Ὅταν λέγομεν ἡμεῖς ζήτημα καθεστωτικόν, ἐννοοῦμεν τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας διατυπώνετε καὶ αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουν τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀπρόσκοπτον ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν καθεστωτικὸν ζήτημα, καὶ τὴν ἄρσιν τοῦ κωλύματος αὐτοῦ ζητοῦμεν διὰ τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Εἴπετε ὅτι συνειργάσθητε εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι ἂν συνεργαζώμεθα εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν μὲ κόμματα προερχόμενα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ὁμιλοῦμεν πάντοτε περὶ θυσιῶν. Εἰς θυσίας προβαίνουν τὰ κόμματα, τὰ μὲν διὰ τῆς συνεργασίας, ἀλλ’ εἰς θυσίας προβαίνουν καὶ τὰ ἄλλα διὰ τῆς αὐτῆς συνεργασίας. Ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς βίος δὲν ἐξελίσσεται μόνον διὰ θυσιῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ συνείδησις ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις ἑνὸς καθήκοντος πρὸς τὸν τόπον δὲν ἀποτελεῖ θυσίαν. Τότε εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁ βίος ἐλεύθερος, παραγωγικὸς καὶ χρήσιμος δι’ ἕνα λαόν. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν καθεστωτικὸν ζήτημα. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρονται αἱ ἐπιφυλάξεις, τὰ προσκόμματα αὐτὰ εἰς τὸν δημόσιον καὶ κοινωνικὸν βίον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκύπτουν καθ’ ἑκάστην. Εἴχετε τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Δημοψήφισμα ὑπῆρξε πλημμελές; Σᾶς ἐπροτάθη νὰ ἐνεργήσωμεν νέον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπροτάθη ὅπως ἐκκαθαρισθῇ κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν ἡ κατάστασις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἀξιώσετε εἶνε, ὅπως τὸ δημοψήφισμα ἐνεργηθῇ ἀπολύτως ἀμερόληπτον, καὶ περὶ τούτου σᾶς ἐπροτάθησαν ὅλαι αἱ δυναταὶ ἐγγυήσεις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀληθὲς κριτήριον περὶ τῆς πολιτειακῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ, ὁλόκληρον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν διὰ τῆς ἀναλογικῆς. Διότι ἡ ἀναλογικὴ κατατάσσει τὰ κόμματα κατὰ φρονήματα καὶ ὄχι κατὰ προτιμήσεις προσώπων. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ κόμματα, τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς παρατάξεως τῆς Δημοκρατικῆς, οὐδὲ μιὰ ψῆφος βασιλόφρονος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὰ κόμματα τὰ βασιλόφρονα ψῆφος δημοκρατική, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι εἰς τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα κατῆλθον ὑπὸ Δημοκρατικὴν σημαίαν, δὲν ὑπάρχει μία κἂν ψῆφος βασιλόφρονος. Ἐὰν ἀριθμήσετε τὰς ψήφους ταύτας θὰ εὕρετε τὸ ἐξαγόμενον τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἐὰν τοῦτο δὲν σᾶς ἀρκῇ, θὰ δύνασθε νὰ ἀξιώσετε τὴν ἐπανάληψιν τοῦ δημοψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι νὰ λυθῇ ἡ δυσαρμονία, ἡ καθ’ ἑκάστην ἐκδηλουμένη ἐκ τῶν ἐπιφυλάξεων, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς χάριν τῆς γαλήνης τοῦ τόπου καὶ χάριν τῆς προόδου καὶ χάριν τῆς ὁμαλῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10.30′ μ. μ. (Μετὰ τὴν διακοπήν) (Ὥρα 2.50′ π. μ.)
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Γ. Ζερβὸς–Ἀντιπρόεδρος). Συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Μάξιμος.
§76Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀντιπαρέρχομαι, Κύριοι Βουλευταί, τὸ σημεῖον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς μὲ τὴν δικαιολογίαν τῆς πολιτικῆς κρίσεως, διότι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως πρέπει νὰ ἀποτελέσουν τὰ γεγονότα καὶ ὄχι ἡ δικαιολογία τῶν γεγονότων. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεων μετετράπη εἰς συζήτησιν ἐπὶ ζητημάτων σοβαρῶν, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἐπὶ τῆς ἐνδοκομματικῆς τῶν Φιλελευθέρων διενέξεως καὶ τὸ ἕτερον ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Ὑπενθυμίζω τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως περὶ ὑπάρξεως εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγα ἀνταγωνισμῶν βαθυτέρων καὶ περαιτέρω ὅτι οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι ἐπεβεβαιώθησαν ἐπελθούσης μετὰ ἕν τρίμηνον τῆς κρίσεως. Ἡ δικαιολογία τῆς κρίσεως εἶναι ὅτι παρῃτήθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσίαν τοῦ κόμματος ὁ παλαιὸς ἀρχηγὸς αὐτοῦ. Πρόκειται δηλ., κατὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν δικαιολογίαν αὐτήν, περὶ ἐσωτερικῆς διαφορᾶς τοῦ ἰσχυροτέρου τῶν ἀστικῶν κομμάτων. Ὁ ἐκπροσωπῶν ὅμως τὸ κόμμα ἐνταῦθα, εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ἐγένετο τοῦτο, θὰ εἴχομεν νὰ θρηνήσωμεν μεγαλύτερα δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἀπέτρεψεν ἡ ἐπανεμφάνισις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως διετύπωσεν ἄλλως τὴν δικαιολογίαν, ἀποδώσας τὴν ἐνδοκομματικὴν διένεξιν εἰς λόγους προσωπικούς. Καθ’ ἡμᾶς ἡ αἰτία δημιουργεῖ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ εἶνε ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικῆς διενέξεως. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι λόγοι βαρύτεροι ἐπροκάλεσαν τὴν κρίσιν. Καὶ ὅταν ἀπεχώρησε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τῆς Οἰκουμενικῆς, καὶ τότε ἐδήλωσεν ὅτι αὐτὸ ὠφείλετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τώρα ἡ κρίσις ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔκρινεν ἐπιβεβλημένον νὰ ἀποσχισθῇ ἀπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ὅπερ ἐθεώρησεν ὅτι εὑρίσκετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν λαόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον αἱ προσωπικαὶ διενέξεις νὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀπόσχισιν τῆς προσφυγικῆς ὁμάδος.
§77Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἀπολύτως οὐδεμία. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους.
§78Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίεζε τὰς προσφυγικὰς μάζας, καὶ ὅταν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῶν δὲν ἐπραγματοποιοῦντο, τότε ἡ μερὶς αὕτη ἀπεσχίσθη. Ἐὰν δὲ δὲν ἤρχετο ὁ παλαιὸς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ μερὶς αὕτη τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων θὰ διέρρεεν. Εἰς τὸ βάθος λοιπὸν τῆς κρίσεως ἀνευρίσκομεν τὴν ἐξασκουμένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικήν, ἥτις ἀντιτίθεται καὶ πιέζει τὰς ἐργαζομένας μάζας καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἔκρηξιν στρατιωτικῶν λεγομένων κινημάτων. Διότι ἂν ὄντως ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, νομίζετε, ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ φοβῆται ἐπεμβάσεις ξένας καὶ νὰ ἀπειλῆται διὰ διαλύσεως; Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ τὰ καλύμματα τῆς Τραπέζης καὶ μὲ τὰς συμβάσεις καὶ ἐγκατέλειψε τὰς γαλλικὰς ἀπόψεις, καταστᾶσα ἕρμαιον τῶν στρατιωτικῶν κινημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἐπιτύχουν χρειάζονται λαϊκὴν βάσιν, ὅπως βάσις ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁπότε ἡ κοινωνικὴ δυσαρέσκεια ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Θ. Πάγκαλον νὰ ἔλθῃ νὰ σώσῃ, ὡς ἀριστερὸς προοδευτικός, τὰς λαϊκὰς μάζας. Ἡ πολιτικὴ συνεπῶς τῆς Κυβερνήσεως δημιουργεῖ καὶ κρίσεις καὶ παράγοντας, καί κατ’ αὐτῆς ἀντιτασσόμεθα, διότι ἂν ἐν τῇ Βουλῇ δημιουργῆται ἡ αὐταπάτη ὅτι τὰ πάντα εὑρίσκονται καλῶς, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀντιληφθῇ κανεὶς ὅτι ἔξω ὑπάρχουν ἀπαιτήσεις καὶ παράγοντες. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἐκηρύξατε τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἤλθετε πάλιν οἱ ἴδιοι καὶ θέλετε νὰ καλύψετε τὴν πραγματικότητα; Ἡ ἐσωκομματικὴ διένεξις τῶν Φιλελευθέρων δὲν εἶναι οἰκογενειακῆς φύσεως, ἀλλ’ ἔχει γενικωτέρας συνεπείας, διότι εἶναι συνδεδεμένη καὶ μὲ ἐσωτερικὰ καὶ μὲ ἐξωτερικὰ ζητήματα. Σχετικῶς μὲ τὸ πολιτειακὸν ὁ νέος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐδήλωσεν, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην Πανδημοκρατικοῦ ἀγῶνος κατὰ τῆς Μοναρχίας, ὅτι μὲ τὸν ἀγῶνα τοῦτον θὰ ἐκδημοκρατοποιηθῇ ὁ τόπος. Τοῦτο εἶναι αὐταπάτη, διότι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν τὸ Βενιζελικὸν Κόμμα ἦτο κόμμα προοδευτικόν. Αἱ δυνάμεις ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ κόμμα τοῦτο, δὲν ἔχουν σήμερον τὴν ἔφεσιν διὰ δημοκρατικοὺς ἀγῶνας. Πάντες θέλουν ἡσυχίαν καὶ πολιτικὴν οἰκονομικῆς τάξεως, δηλαδὴ ὁμαλῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεπτόμενος ὁ δημοκράτης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σκεφθῇ ἀπὸ αἰσθήματα κατὰ τῆς Μοναρχίας. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε τοὺς ἐργατικοὺς νόμους, κατέληξε νὰ εἶναι ἀντιδραστικόν. Ὅταν ἡ ἐποχὴ μεταβάλλεται, τὰ ἴδια πρόσωπα δὲν ἠμποροῦν νὰ παίξουν ἄλλους ρόλους. Σχετικῶς μὲ τοῦτο ἐνθυμοῦμαι ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1915, προκειμένου περὶ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως, ἐν ᾗ ἀπεκάλει τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν μισητήν...
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. τῶν Ἐξωτ.). Ὄχι. Δὲν εἶπον τοιαύτην φράσιν. Ὑπεστήριξα μάλιστα ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποζημιωθοῦν οἱ ἰδιοκτῆται.
§80Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Καὶ ὅμως ὁ ἴδιος ὁ λέγων ταῦτα τότε ἐξελίχθη εἰς ἄγριον συντηρητικόν. Ἀλλὰ ποῖα προβλήματα ἤδη δύνανται νὰ λύσῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων; Ἡ Κυβέρνησις καθώρισεν ἤδη τὴν πολιτικήν της εἰς τὰ προβλήματα ταῦτα καὶ δὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς, δι’ ἣν δὲν δύναται ἀσφαλῶς νὰ κάμῃ μεταρρύθμισιν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἔμβλημα τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι πάλιν στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά. Ἡ νέα Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς τοὺς ἀντιπάλους της, καὶ ἀφοῦ στηρίζεται εἰς τοὺς ἀντιπάλους, εἶναι γνωστὸν πόσον θὰ ζήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, αἱ συζητήσεις καταλήγουν ἀπὸ μὲν τῆς μιᾶς πλευρᾶς νὰ ἔχῃ κύρωσιν τὸ πολίτευμα, ἀπὸ δὲ τῆς ἄλλης νὰ ἀμφισβητῆται. Θὰ εἶναι ὅμως ἀστεῖον νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ κατηχηθοῦν αἱ μᾶζαι εἰς τὸ πολίτευμα καὶ ἔπειτα νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν. Πάντοτε καὶ πανταχοῦ ἡ ἐπαναστατικὴ μειοψηφία ἐπέβαλε τὸ πολίτευμα εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ κατόπιν τούτου τὸ ἐκύρωσεν ἡ πλειοψηφία, ὅπως ἔγινεν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δημοκρατικὸν πολίτευμα πραγματικὸν δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὑπάρχει τοιοῦτον ὡς πρὸς τὴν μορφήν, καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον. Τὰ δημοκρατικὰ κόμματα ἐξασκοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀντιδημοκρατικὴν πολιτικὴν καὶ εἶναι ὑπεύθυνα τὰ ἴδια, διότι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐξώφλησε τόσον γρήγορα εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Τὰ πάντα ἤδη ἀποδίδονται εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἰδοὺ ἡ βάσις τῆς Μοναρχικῆς προπαγάνδας. Ἐλέχθη ἄλλοτε ὅτι δὲν πταίουν τὰ πολιτεύματα, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα. Καὶ τοῦτο ἀπεδεικνύει ὅτι οἱ νεώτεροι δημοκράται δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸ πολίτευμα ὡς κατάκτησιν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ ὡς ἀπολυταρχίαν νέαν τοῦ κεφαλαίου. Ἐὰν δὲν εἴχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δὲν θὰ κατεδιώκετε τοὺς ἀπόρους ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ πρωτοπόροι καὶ οἱ στυλοβάται τῆς Δημοκρατίας. Αὐταὶ αἱ νόθοι καταστάσεις καὶ αἱ ρευστότητες ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ Δημοκρατία σήμερον δὲν εἶναι τὸ πολίτευμα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα τῶν ὀλίγων, τὸ πολίτευμα τοῦ κεφαλαίου. Καὶ ἐὰν ἀναγνώσητε μίαν περικοπὴν πολιτικῆς μελέτης τοῦ Μὰρξ διὰ τὴν Βʹ Γαλλικὴν Δημοκρατίαν, θὰ ἴδητε ὅτι τὴν εἰκόνα ταύτην φέρει καὶ ἡ σημερινὴ κατάστασις ἐνταῦθα. Ἡ εἰκὼν αὕτη εἶναι ἡ πραγματικότης.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Τοῦ Καρόλου Μάρξ;
§82Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μήπως αὐτὸ μειώνει τὴν ἀξίαν της;
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κατά τι.
§84Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐνῷ ἂν ἦτο τοῦ Τσάμπερλαιν... (γέλωτες).
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ Κάρολος Μὰρξ εἶναι τώρα εἰς τὴν σοφίταν.
§86Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ εἶναι ἐκ Πατρῶν καὶ μέγας πολιτικός.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἐγὼ δὲν σᾶς ἔθιξα προσωπικῶς.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια.
§89Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα αὐθάδης. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Βουλευταί, ὅτι, μολονότι ἡ εἰκὼν αὐτὴ δὲν θὰ ἀρέσῃ εἰς τὰ δημοκρατικά σας αἰσθήματα ἢ τὰς κομματικὰς ἀντιλήψεις, ἐν τούτοις εἶναι ἡ πραγματικὴ εἰκὼν τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἐὰν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν παρατηρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τί θὰ ἴδωμεν; Τρεῖς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας — Δὲν δίδω καμμίαν σημασίαν εἰς τὸ ὅτι σήμερον ἐδήλωσαν ὑποταγὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα πολιτικόν. — Ἔχομεν ἕτερον μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τέως Ἀρχηγὸν Κόμματος, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ὅστις δὲν δίδει καὶ τόσον μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ πολίτευμα. Ἔχομεν ἄλλους Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ προγράμματος τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωσι τὰ πάντα, ἀρκεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σταθεροποίησις. Εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν νὰ εἶναι πραγματοποιήσιμος ἕνας ἀστικὸς Πανδημοκρατικὸς συναγερμὸς ἐναντίον τῆς Μοναρχίας; Ἀλλὰ μήπως εἰς τὴν εἰκόνα αὐτήν δὲν περιλαμβάνεται καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως; Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑποστηρίξας καὶ ὁ πρωτεργάτης τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἤθελα νὰ εἶναι παρὼν διὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὴν ἐπαύριον τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ 1924, ἦτο ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἔρριψε τὸ σύνθημα τῆς συμφιλιώσεως μὲ τὴν Βασιλείαν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ εἶναι παρὼν διὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅταν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ πολιτειακῆς ἀπόψεως εἶναι μία ὑποχώρησις τῆς Δημοκρατίας πρὸς τὴν Βασιλείαν, μοῦ ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀντιθέτως νίκη τῆς Δημοκρατίας, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὸς σήμερον τὴν πιστοποίησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλέγομεν. Δὲν εἶναι, λέγω, αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημ. Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος σήμερον λέγει, ὅτι τὸ Κόμμα εἶναι ἐργατικὸν καὶ ἀγροτικὸν ἢ ἀγροτικὸν καὶ ἐργατικόν, κατὰ περιφερείας, δὲν εἶναι, λέγω, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος συνειργάσθη μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τοῦ ἔχοντος διατυπώσει ἀνέκαθεν τὰς ἐπιφυλάξεις του διὰ τὸ πολίτευμα καὶ ὁ ὁποῖος, ὅταν μὲν ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνεφώνει μὲ ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ κυρίως μὲ τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς της, δηλαδὴ μὲ τὴν οἰκονομικήν της πολιτικήν, ὅταν δὲ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁλοὲν ῥέπει πρὸς τὰ ἀριστερά, χωρὶς νὰ ἀποτελῇ σταθερὰν καὶ παγίαν ῥοπήν; Ἀλλὰ ἤθελα νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στιχομυθίαν καὶ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Δημ. Ἑνώσεως. Εἶναι πολὺ φυσικὸν καὶ μοιραῖον ὅταν ἀποσχίζεται κανεὶς ἑνὸς κόμματος δημοκρατικοῦ, διὰ νὰ κάμῃ ἕνα ἄλλο δημοκρατικὸν κόμμα, εἰς τὰς παραμονὰς πάλης ἐναντίον τῆς Μοναρχίας, εἶναι μοιραῖον, λέγω, νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν, ὄχι πλέον ἔργων, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν κατευθύνσεων. Καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὀλίγον ἀκόμη πλησίστιος θὰ ἔβαινε δεξιώτερον, πολὺ δεξιώτερον, διότι πρὸς στιγμὴν μόνον τὰ χειροκροτήματα τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως ἀπέσπασεν, ἂν δὲ δὲν διώρθωνε τὴν ἀγόρευσίν του διὰ τῆς δευτέρας του ἀγορεύσεως ἀσφαλῶς ὀλίγον ἀκόμη καὶ τὸ ὀλίσθημα θὰ ἦτο δι’ αὐτὸν ἴσως ὁριστικόν. Κύριοι, νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατόν, μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, μὲ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὡς προϋπόθεσιν τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομικῶν καταστάσεων πάσης πολιτικῆς ἢ οἰκονομικῆς ἀπαιτήσεως τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν χωρικῶν, νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας; Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου σύμφωνος πρὸς ξένας ἴσως συστάσεις καὶ εἰσηγήσεις καὶ ἐπιθυμίας, πρὸς ξένα ἴσως συμφέροντα, ἀλλὰ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ὅταν ἀκόμη, Κύριοι, δὲν εἶχε λυθῆ ἡ κρίσις ἀνέγνωσα εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» μίαν συνέντευξιν μὲ τὸν Χάμπρο, ἡ ὁποία μοῦ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν. Λέγει ὁ κ. Χάμπρο καὶ ἀποφαίνεται περὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων κατὰ τρόπον ἴσως περισσότερον ἔγκυρον ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, διότι, ὅταν οἱ ἐν Ἑλλάδι Ἀρχηγοὶ τῶν ἀστικῶν κομμάτων ἠγωνίζοντο πῶς θὰ σχηματίσουν μίαν κατάστασιν λύσεως, ὅπως ἔλεγον, τῆς κρίσεως, αὐτὸς διετύπωνε καθαρὰ τὰς ἀπόψεις του καὶ τὰς προβλέψεις του, αἵτινες κάμνουν καὶ πρέπει νὰ κάμνουν ἐντύπωσιν καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ πρωτοπόροι τῆς διεθνοῦς ἰμπεριαλιστικῆς πολιτικῆς, εἶναι περισσότερον ἐνήμεροι τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγούς. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει κατὰ πόσον ἔχει διεισδύσει εἰς τὴν Χώραν ἡ ξενικὴ ἐπιρροή, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τίποτε δὲν κάμνει καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεβοήθησε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀποτελῇ τυπικὸν πλέον ζήτημα ἡ ἐπίσημος ἐπέμβασις. Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως προκυψάσας συζητήσεις. Ἡ λύσις τῆς καταστάσεως αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη, εἰμὴ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ. Τοῦτο εἶναι διατύπωσις καὶ ἀπαίτησις τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε διετύπωσα. Εἶναι δὲ ἀπαίτησις καὶ ἄλλων κομμάτων. Πρέπει νὰ διαλυθῇ, διότι εἶναι συνυφασμένη μὲ τὰς συμβάσεις καὶ τὴν ἀντιλαϊκὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, τῆς λαϊκῆς μάζης τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων, δὲν εἶναι ἂν θέλουν τὸν Βενιζέλον ἢ τὸν Ἀντιβενιζέλον, ἀλλ’ ἂν ἀσπάζωνται ἢ ὄχι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον τὸ ἐγκρίνει ἢ ὄχι. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ διενέργεια τῶν ἐκλογῶν μὲ ἀναλογικὸν σύστημα, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπαίτησις τοῦ λαοῦ (θόρυβος). Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου χθές, ὅτι ὅλοι σας θέλετε τὴν ἀναλογικήν, καὶ εἶδον σήμερον εἰς τὸ ὄργανον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὴν «Καθημερινήν», ἄρθρον ἑνὸς ὑπογραφομένου «Πολιτευτοῦ», ὁ ὁποῖος περίπου ἐπισήμως καὶ κατὰ ἕνα τρόπον ἀρκετὰ σαφῆ λέγει, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναλογική, διότι θὰ ἔλθῃ ὁ Βενιζέλος.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶναι σταθερῶς κεκηρυγμένον ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος μὲ εὐρεῖαν περιφέρειαν καὶ τὴν γνώμην του ταύτην ἔχει σταθερῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐκδηλώσει, ὥστε οὐδεμία ἄλλη γνώμη ὁπουδήποτε φερομένη νὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐναντίαν. Εἶναι δὲ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ καταλληλότερον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται νὰ ἐκδηλωθοῦν ἀνεπηρεάστως αἱ λαϊκαὶ ἀντιλήψεις ἐπὶ τῶν γενικωτέρων ζητημάτων καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐλάχιστα δὲ ὡς πρὸς τοῦτο κατάλληλος ἡ ἀναλογική, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ δώσῃ τὰ αὐτὰ οἷα καὶ ἡ παροῦσα φαινόμενα.
§91Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ζητήματα δὲν θὰ λυθοῦν οὔτε μὲ τὴν ἀναλογικήν, οὔτε μὲ τὸ πλειοψηφικόν. Τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ λυθοῦν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν λαόν, ὅταν λάβῃ συνείδησιν τῶν συμφερόντων του καὶ ὅταν ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας καὶ αὐτῶν ἐπιρροήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης.
§93Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ 18 ὁλοκλήρους μῆνας ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν συμμετέσχεν ὡς κυριώτερος συντελεστὴς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1926, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐξησφαλίσθη ἡ ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ ἡ ἡσυχία καὶ ὅτι ἐκτὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνεται ἡ δωρεὰ τῶν καλυμμάτων πρὸς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς, οὐδενὸς ἑτέρου ἔχει ἀνάγκην ἡ Χώρα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας. Καὶ ἐνῶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα συμμετέσχεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν μὲ ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐνῷ ὁ τύπος ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν γνώμην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔγεμεν ἄρθρων ἀνευλαβῶν πρὸς τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα καὶ ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτηλεγράφει πρὸς πρόσωπον τῆς ἐκπεσούσης Δυναστείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίου, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἡσυχία...
§94Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Σεῖς περιεβάλατε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης σας τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν.
§95Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὄχι, ποτέ. Εἰς τοὺς διαφωνοῦντας πρὸς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, εἰς τοὺς λέγοντας πρὸς αὐτὸν ὅτι ἡ λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ τὴν γρανιτώδη βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ν’ ἀναγερθῇ τὸ οἰκοδόμημα εὐτυχοῦς Πατρίδος, ἀπήντα μὲ τὸν τόνον, ὁ ὁποῖος προσιδιάζει εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἄνευ πολλῶν μόχθων καὶ ἀγώνων εὑρέθησαν εἰς τὸ ζενὶθ τῆς πολιτικῆς των σταδιοδρομίας, ὅτι τὰ πάντα ἔβαινον κατ’ εὐχήν. Μετὰ πάροδον 18 μηνῶν, πρὸ ὀλίγης ἀκόμη ὥρας, ἐβεβαίου ὅτι αἱ ἐπιφυλάξεις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἡ ἐκκρεμότης τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἀπετέλουν πληγὴν χαίνουσαν, καὶ ὅτι ἡ λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἀπετέλει προϋπόθεσιν, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατος ἡ σταδιοδρομία τῆς Χώρας πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς εὐημερίας. Ὄψιμος ἀναγνώρισις μιᾶς ἀληθείας. Ἐὰν τὴν ἀντίληψιν ταύτην εἶχε τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Νοεμβρίου καὶ συνεμορφοῦτο πρὸς τὴν ῥητὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ ἀποφανθέντος ὑπὲρ τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν παρεβιάζετο ἡ λαϊκὴ ἐντολή, ἥτις παρεβιάσθη, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Συντηρητικῶν, ἀλλὰ, δυστυχῶς, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, δὲν θὰ ἐχάνετο χρόνος 18 μηνῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀνακίνησις πολιτειακῶν ζητημάτων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ἄκαιρος, διότι δημιουργεῖ ἀτμοσφαίραν προλήψεων καὶ κατ’ ἀνάγκην μετατοπίζει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Διερμηνεύοντες τὰς γνώμας τοῦ Ἐθνικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὀλιγαρίθμου μὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ἰσχυροῦ δὲ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, δὲν θὰ παρακολουθήσωμεν τὴν καθιερωθεῖσαν τακτικήν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶμεν ἐπακριβῶς ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν ζητήματος. Καὶ ἡ πρὸ διμήνου ἐκραγεῖσα κυβερνητικὴ κρίσις καὶ ἡ τελευταία τοιαύτη, ἥτις ὡδήγησεν εἰς τὸν ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰς δηλώσεις κρίνομεν σήμερον, ἐπροξένησεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην αἴσθημα ὄχι ἁπλῆς καταπλήξεως, ἀλλὰ ἀληθοῦς ἀπογοητεύσεως, διότι ἡ μὲν πρώτη ἐξεδηλώθη ἐξ ἀφορμῆς ἀντιλήψεων πρωτοφανῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁδοποιΐας, καθ’ ἥν οὐχὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ προσωπικαὶ συμπάθειαι ἢ σχέσεις ὤφειλον ν’ ἀποτελέσουν τὸν γνώμονα τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ δὲ τελευταία, διότι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς Ἀρχηγίας τοῦ Κόμματος Φιλελευθέρων, ζήτημα καθαρῶς ἐνδοκομματικόν, δυνάμενον νὰ κανονισθῇ ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ κόμματος, ἐπεξετάθη ἐπὶ τοῦ εὐρυτέρου κυβερνητικοῦ πεδίου προκαλέσαν τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ἔχοντες τὴν πρόθεσιν, ἴσως δὲ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπεισέλθουν εἰς λεπτομερείας οἰκογενειακῶν ἐρίδων ξένου πρὸς ἡμᾶς Κόμματος διὰ νὰ κρίνωμεν πρὸς ποῖον μέρος εὑρίσκεται τὸ δίκαιον, πρὸς τὸ μέρος δηλαδὴ τοῦ τέως ἀρχηγοῦ ἢ πρὸς τὸ μέρος τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ, θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν γενικωτέρων συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν Βουλήν, συμπερασμάτων ἀπηλλαγμένων κοινοβουλευτικῶν ψευδῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀνθέξουν οὔτε ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτος ἡ εὐαισθησία τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἥτις ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οὗτινος ἦτο ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων μελῶν. Βεβαίως πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς ἐνδοκομματικοῦ εἰς τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπεισέλθῃ. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν κόλπων τοῦ κόμματος αὐτοῦ, οὗτινος ἡ αὐταπάρνησις καὶ ἡ ἀνωτέρα ἀντίληψις εἶναι πασίγνωστη, δὲν τιμᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δι’ ἐμὲ λοιπόν, εἶναι ἀκατάληπτος ἡ εὐαισθησία αὕτη, ἡ ὁποία ὅμως ἐλησμονήθη τὴν ἑπομένην τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως πραγματικῆς κηδεμονίας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐφόσον ἐκ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ Κυβέρνησις. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτος ἡ ἐπιδειχθεῖσα εὐαισθησία τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ὄχι μόνον ἐζήτησεν τὴν προστασίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀλλὰ καὶ ἀκόμη τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς φύλαξ ἄγγελος αὐτῆς. Πάντα ταῦτα εἶναι ὄντως ἀκατάληπτα. Ἀλλ’ ἀκόμη ἀκατάληπτος εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διεκήρυσσεν ὅτι οὐδέποτε θὰ συμμετεῖχε εἰς Κυβέρνησιν τελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν ἢ τὴν ἐπαφὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Κατέληξεν ὅμως τὴν πρωΐαν τῆς Δευτέρας νὰ καταθέσῃ σημείωμα ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι προσκομίζει γῆν καὶ ὕδωρ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ κωμῳδία δὲν σταματᾷ μέχρι τοῦ σημείου τούτου. Ἔχει καὶ τὸν ἐπίλογόν της. Καὶ ὁ ἐπίλογος συνοψίζεται εἰς τὸ ὅτι αἱ θυσίαι αὐταὶ τῶν πεποιθήσεων, αἱ θυσίαι αὐταὶ τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων ἐγένοντο χάριν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ δυστυχὴς Κοινοβουλευτισμός! Πόσα δὲν διαπράττονται ἐν ὀνόματι αὐτοῦ; Ἐάν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐξυπηρετῆται διὰ τῆς τυφλῆς προσηλώσεως τῶν πολιτευομένων πρὸς τὴν ἀρχήν, διὰ μιᾶς ἀσυγκρατήτου φιλαρχίας, διὰ μιᾶς πρωτοφανοῦς πολιτικῆς παχυδερμίας καὶ διὰ μιᾶς διαρκοῦς παλινῳδίας, ἀσφαλῶς αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶναι μέγισται. Ἐὰν ὅμως ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐξυπηρετῆται διὰ μιᾶς ἀνωτέρας συναισθήσεως τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ πρὸς ἑαυτούς καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τῆς ἐπικρατήσεως ὑγειῶν ἀρχῶν, καθ’ ἃς ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς ἀλλὰ τὸ μέσον πρὸς ἐπικράτησιν ἀνωτέρων πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν σκοπῶν, ἐὰν ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐξυπηρετῆται διὰ τῆς πολιτικῆς εὐθυξίας, ἀσφαλῶς οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενοι δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν πολιτικοὶ ἀρχηγοί, ἀκολουθοῦνται ἀπὸ κόμματα ἀπαριθμοῦντα βουλευτὰς ἀνερχομένους εἰς τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς, στηρίζονται δὲ ἐπὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν καθιστᾷ ἀντικοινοβουλευτικὴν τῆς σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γεγονὸς συνδεόμενον πρὸς τὴν πολιτικὴν εὐαισθησίαν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀρχηγῶν ἐκ τῶν ὁποίων, μάλιστα ὁ εἷς ἀρχηγός, τοῦ πολυαριθμωτέρου κόμματος ἐδήλωσεν ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ συμμετάσχῃ εἰς Κυβέρνησιν τελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἕν ἄλλο σημεῖον, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι ὅτι Βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὰ συνησπισμένα κόμματα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν Κυβέρνησιν προφανῶς εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Διότι οἱ μὲν βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐδήλωσαν ἀναγνώρισιν τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα κατῆλθον ἀναμφισβητήτως ὡς ἀπροκάλυπτοι βασιλόφρονες, οἱ δὲ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ Κόμμα τῶν συντηρητικῶν περιεβλήθησαν τὸ Βουλευτικὸν ἀξίωμα διὰ ψήφων καθαρῶς Φιλελευθέρων. Ἐὰν εὑρίσκεσθε ἀλλαχοῦ ὡς Βουλευταὶ ἐκλεγέντες ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις, διὰ νὰ εὑρίσκεσθε ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων σας ἔπρεπε νὰ ὑποβάλητε τὴν παραίτησίν σας, ὅπως τὴν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καβάλλας. Ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περιορίζουσαι ἐντελῶς τοὺς βουλευτὰς εἰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν.
§96Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἰπῆτε μὲ τί πρόγραμμα κατήλθετε εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑμεῖς καὶ εἰς ποῖον κόμμα ἀνήκετε;
§97Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπολιτεύθην δὶς καὶ κατῆλθα ὡς ἀνεξάρτητος μὲ ἴδιον σῆμα καὶ μὲ ἴδιον πρόγραμμα.
§98Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ποῖον ἦτο τὸ σῆμα σας;
§99Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κατῆλθον ὡς ἀνεξάρτητος.
§100Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ὅτι μὲ ἄλλο σῆμα κατήλθατε καὶ εἰς ἄλλο κόμμα ἀνήκετε δὲν εἶσθε συνεπὴς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας.
§101Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως συνεπὴς πρὸς τὸν λαὸν ποὺ μὲ ἐξέλεξε.
§102Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Πάντως δὲν εἶσθε συνεπὴς πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβατε. Κατήλθετε μὲ σῆμα ἄλλο καὶ εἰς ἄλλο κόμμα ἀνήκετε σήμερον. Δὲν δύνασθε, λοιπόν, ἐφ’ ὅσον σεῖς δὲν εἶσθε συνεπής, νά κατηγορῆτε ἄλλους.
§103Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κατῆλθον ὡς ἀνεξάρτητος μὲ ἴδιον πρόγραμμα καὶ μὲ ἴδιον σῆμα, τό πρόγραμμά μου δὲ τοῦτο ἠκολούθησα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῶ σεῖς κατήλθετε ὡς βασιλόφρονες.
§104Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ποίαν ἀπόδειξιν ἔχετε περὶ τοῦ ὅτι μετεβάλαμε τὰς ἀρχὰς μὲ τὰς ὁποίας ἐπολιτεύθημεν;
§105Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄτι εὑρίσκεσθε εἰς Δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν σεῖς. Σήμερον τό ὁμολογεῖτε. Ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θεωρίαι ὅτι ὁ βουλευτὴς δύναται κατ’ ἰδίαν κρίσιν νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν του ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοῦτο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται καὶ ὑπὸ γενικὴν μορφήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ βουλευτὴς αὐτὸς ἐκτίθεται ὑπὸ ὡρισμένον κόμμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι, ὅταν τὸ κόμμα αὐτὸ χαράσσει ἄλλην κατεύθυνσιν ὡς πρὸς τὰς ἀντιλήψεις αὐτοῦ, εὑρίσκεται ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του.
§106Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐδηλώσαμεν, κύριε, κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι δέν ἐγκαταλείψαμεν τὰς ἀρχάς μας μὲ τὰς ὁποίας ἐπολιτεύθημεν.
§107Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τοιαύτη κυβέρνησις στηριζομένη ἐπὶ ἐλαχίστης μειοψηφίας εὑρίσκεται κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην.
§108Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας.
§109Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μάλιστα, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, μολονότι πιστεύω ὅτι τὸ φάσμα τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον φοβερὸν εἰς ὑμᾶς, ὥστε καὶ μόνον αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων σας. Καί τοιαύτη Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς τοιαύτης μειοψηφίας στηριζομένη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ λύσιν ἀλλὰ παρῳδίαν Κοινοβουλευτικῆς λύσεως, ἡ δὲ παραμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Ἀρχῇ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον οὐδὲν πραγματικὸν συμφέρον τῆς χώρας δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Εἰς πολλὰ χρόνια καὶ πρὶν ἢ λάβουν χώραν τὰ τελευταῖα γεγονότα τὰ θέσαντα ἐκ ποδῶν καὶ τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν τῇ Βουλῇ ὑπεστηρίξαμεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπώλεσεν πᾶσαν ἐπαφὴν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὅτι ἡ ἀπόδειξις αὐτὴ ἀποτελεῖ τό δραστικώτερον μέτρον πρὸς τερματισμὸν τῆς νόθου καταστάσεως. Μετὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα γεγονότα ἡ σκέψις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἀνάγκην τόσον ἐπιτακτικὴν, ὥστε νὰ ἀπορῇ ἀληθῶς κανεὶς πῶς ὁ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος ἐπιτρέπει τὴν παράτασιν τῆς παρούσης καταστάσεως ἀποτελούσης ἀναμφισβητήτως Κοινοβουλευτικὸν ἐκτροχιασμὸν καὶ δὲν ἐξήσκησεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ εἰς αὐτὴν τὸ Σύνταγμα. Μὴ ὑπαρχούσης δηλ. Γερουσίας νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμαλότητος, τῆς Κυβερνήσεως μὴ οὔσης δυνατῆς οὐδὲν πραγματικὸν συμφέρον τῆς χώρας νὰ ἐξυπηρετήσῃ.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.) Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ ἀξ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι, πλὴν ἐξαιρέσεων, εὐπρεπῶς ὁμιλεῖ, εἶπεν ἀπόψε ὅτι εὗρεν, ἀναδιφῶν τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὸ 1915 ἀπεκάλεσα τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν μυσαρὰν καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι νῦν ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀρχὰς ἃς εἶχον ἄλλοτε. Ἐπίσης εἶπεν ὅτι σήμερον ἤλλαξα γνώμην, ἀφοῦ δέχομαι ὅτι ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία εἶναι μὲν σεβαστή, ἀλλὰ κατὰ τοῦτο μόνον, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀνέπτυξα, ὅτι πρέπει οἱ ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων ἀπαλλοτριοῦνται τὰ κτήματα, νὰ ἀποζημιοῦνται δι’ ὁμολογιῶν εἰς τὸ ἀκέραιον. Ἐξεπλάγην εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας καὶ τοῦ εἶπα ὅτι κάτι λάθος θὰ ἔκαμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἢ τὴν ἀντίληψιν, μοῦ ἀπήντησεν ὅμως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν διαψεύσω εἰς πρᾶγμα τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ἀνέγνωσε, εἶνε δὲ, ὡς γνωστόν, εὐφυὴς ὥστε νὰ μὴ πλανᾶται. Εἶπον ὅτι κατεπλάγην, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τό ὁποῖον ἐγὼ συνέταξα ἐν Θεσ)νίκῃ καὶ ἐψηφίσθη ἐδῶ κατὰ τό 1917 τὸ πρῶτον, εἰς μὲν τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπέμενε τὸ ⅓ τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπερ ἀπαρτίζει μεγάλην ἰδιοκτησίαν, διὰ δὲ τά ⅔ ἐδίδετο ἀποζημίωσις εἰς τὸ ἀκέραιον. Αὐτὴ ἦτο τότε ἡ πολιτικὴ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ὁποίου μετεῖχον. Εἰς διάψευσίν μου ἐζήτησε τὸν τόμον τῶν πρακτικῶν, τὸν ὁποῖον ὅμως δέν ἤνοιξεν, ἵνα ἔχῃ μίαν τόσον θριαμβευτικὴν νίκην. Ἀνεζήτησα ὅμως ἐγὼ τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ τὴν 6 καὶ 22 Αὐγούστου 1915 ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς ρυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν τσιφλικούχων καὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου τοῦ 1916. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἔλαβον τὸν λόγον διάφοροι βουλευταί, τινὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἐζήτησαν νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου νομοσχεδίου μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1916, ἀλλὰ νὰ γίνῃ διαρκής. Ἀντετάχθην ἐγὼ κατὰ τῆς ἰδέας ἐκείνης καί εἶπον τὰ ἑξῆς: «Ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ὅτι ἐκ τῶν οἰκονομιῶν της καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀποταμιεύσῃ τὸ τελευταῖον δεκάλεπτον, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ διεξαγάγῃ ἕνα πόλεμον, ἐθεώρησε καλόν, χάριν τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας, νὰ θυσιάσῃ ὄχι ὀλίγα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὄχι διὰ τοῦ προγράμματός της μόνον, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλεν, ὄχι διὰ λόγων, ἀλλὰ δι’ ἔργων, ὅτι τείνει εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς ἰδιοκτήτας μικρούς, ἦλθον ὅμως οἱ πόλεμοι καὶ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τὴν μεγάλην τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος παρακολουθεῖ καὶ τὸ ἀτύχημα τὸ μικρόν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεχίσῃ, ἐξ ἐλλείψεως χρημάτων, τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων» ὁ τότε βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ πρακτικά, μὲ εἶχε διακόψει εἰς παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον ὅτι περισσότερον ἀποδίδουν αἱ γαῖαι αἱ καλλιεργούμεναι διὰ σταφίδος ἢ καπνοῦ παρὰ αἱ καλλιεργούμεναι διὰ σιτηρῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ μίαν στατιστικὴν στρεμμάτων τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, εἶπεν δὲ τινὰ σύμφωνα ἄλλως μὲ τὰς ἰδέας του περὶ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας. Τοῦ ἀπήντησα δὲ ἐγὼ τὰ ἑξῆς: «Ἔδειξεν, Κύριοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ Κυβέρνησις τὴν προστασίαν της. Σήμερον ἤκουσα ὅτι εἶχε μίαν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς μυσαρᾶς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία κατώρθωσεν ὥστε εἷς εὐφορώτατος τόπος νὰ μεταβληθῇ εἰς τόπον ἄφορον. Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία καὶ διὰ τοῦτο διέκοψα τὸν πρῶτον ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ ὁποῖο, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ παραστήσῃ ἀμελέτητον εἰς τοῦτο. Αὐτό, Κύριοι, μοῦ ἐνθυμίζει—καὶ ἀπορῶ πῶς τόσον εὐφυὴς ἄνθρωπος, ὅσον ὁ κ. Συνάδελφος, ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην διαστροφήν—μοῦ ἐνθυμίζει ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀπέκοψεν ἐκ τῶν λόγων τοῦ Προφητάνακτος «καὶ εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ: οὐκ ἔστι Θεός» τὰς πρώτας λέξεις καὶ ἄφησε μόνον τὸ «οὐκ ἔστι Θεός», ἵνα παρουσιάσῃ τὸν Προφητάνακτα ἄθεον. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ καθαρᾶς διαστροφῆς τῆς ἀληθείας. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Συνάδελφος θὰ ἔσπευδε νὰ ζητήσῃ συγγνώμην διὰ τὴν διαστροφὴν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε.
§111Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Καταθέτω, Κύριοι Βουλευταί τὴν ἑξῆς δήλωσιν: (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἀγροτικοὶ Βουλευταὶ Σ. Χασιώτης, Φ. Δραγούμης καὶ Α. Μέρος, ἐπαναλαμβάνοντες τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει κατὰ τὴν προηγουμένην τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐμφάνισιν, ἐμμένομεν ἐπὶ τῆς βάσεως τὴν ὁποίαν τότε ἐθέσαμεν, διότι δὲν βλέπομεν ὅτι κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα ἐγένετό τις οὐσιαστικὴ πρόοδος ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῶν προβλημάτων τῶν ἀπασχολούντων εἰδικώτερον τὸν ἀγροτικὸν λαόν. Ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζεται καὶ τώρα μὲ σύνθεσιν κατ’ οὐδὲν διαφέρουσαν τῆς τότε, μεθ’ ὅλας τὰς ἀκαίρως προκυψάσας ἐνδοκομματικὰς διαφοράς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβλαβῶς διὰ τὸν τόπον ἀνέκοψαν ἐπὶ ἑβδομάδας ἤδη τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Εἴμεθα συνεπῶς ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρήσωμεν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν ἐπιφύλαξίν μας καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν ἔχοντες αὐτὴν μέχρις ὅτου ἴδωμεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πληρεστέραν ἀντίληψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπὶ τοσοῦτον παρημελημένης καὶ πολλαπλῶς δεινοπαθούσης ὑπαίθρου χώρας, σοβαρὰν δὲ καὶ σύντονον μέριμναν περὶ αὐτῶν. Διότι πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἀγροτικὴν ἡμῶν χώραν κυρίως ἐπὶ τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ πραγματικὴ καὶ σταθερὰ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας καὶ ἡ προαγωγὴ τῶν ἐθνικῶν ἐν γένει συμφερόντων».
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσᾶκος.
§113Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω οὔτε διὰ συζητήσεως ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ἐπὶ τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς, διότι τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐξηντλήθησαν παρ’ ἄλλων κρειττόνων ἐμοῦ καὶ ἁρμοδιωτέρων. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως δι’ ὀλίγων νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ζητουμένης παρ’ αὐτῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καθορίζονται ὡρισμένα ἀντικείμενα, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψήφισιν παρὰ τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ ὡς πρὸς τὴν παροχὴν ἐμπιστοσύνης παρ’ ὅλα τὰ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων κατέχομαι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, παρ’ ὅλην τὴν ἀφοσίωσιν τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν, μὴ θέλων νὰ συντελέσω διὰ τῆς ψήφου μου εἰς τὴν διατάραξιν τῆς γαλήνης τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν τελευταίως εἰσήλθομεν διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ μὴ ἐπιθυμῶν οὐδόλως νὰ συντελέσω εἰς τὴν διατάραξιν τῆς προσδοκωμένης ἰσορροπίσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι ἐπαναστατικαὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ δωδεκαετίας διὰ τῆς διασπαθίσεως τοῦ Δημοσίου πλούτου καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις πρὸς ἐξυπηρέτησιν ξένων συμφερόντων περιήγαγον εἰς τὸ χεῖλος χαίνοντος βαράθρου, θὰ παράσχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιφέρω διαφωνίας τινὰς μικρὰς ἐπὶ ὡρισμένων σημείων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἔστω καὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν, ἵνα ἀσκήσῃ πολιτικὴν παραγωγικὴν, πολιτικὴν γεωργικήν, διὰ διαφόρων ἔργων ἀποξηράνσεως καὶ ὑδραυλικῶν. Καὶ ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ τῆς Κυβερήσεως δὲν δύναται ἢ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ ἐμοῦ καὶ ὅλης τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ τέκνον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μετὰ τόσης δυστοκίας καὶ μετὰ τοιαύτην κυοφορίαν ἰδὸν τὸ φῶς, παρίσταται εἰς τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἀνάπηρον. Διότι ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ ἐκτελέσεως ἔργων εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Καὶ δὲν ἀντιτασσόμεθα βεβαίως εἰς τοῦτο, διότι κανεὶς δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν ἵνα προμηθευώμεθα τὸν σῖτον ἐκ τοῦ Καναδᾶ, ἐὰν ἔχωμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα διαμερίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δέονται τῆς αὐτῆς προνοίας τοὐλάχιστον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα διάφοροι χείμαρροι διασχίζοντες τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας κατέστησαν αὐτὰς ἀχρήστους πρὸς καλλιέργειαν καὶ πρὸς ἀπόδοσιν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς περιοίκους ἐμποδίζουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κράτος. Ἔχομεν ὡρισμένας συμβάσεις, π. χ. ἔχομεν τὴν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν τῆς Τριχωνίας καὶ Λυσσιμαχίας ἀλλ’ εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲ φαίνεται μία τοιαύτη σχετικὴ πρόνοια. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ ἄλλας ὁμοίας περιπτώσεις. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν Βουλευτὴς προερχόμενος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ἰδίως ἐκ Τριχωνίας νὰ ψηφίσῃ ἔργα ἐκτελούμενα εἰς ἄλλας περιφερείας, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπει μὴ ψηφιζόμενα τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἔργα ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης καὶ μάλιστα διὰ τὴν ἐπαρχίαν του καὶ τὸν νομὸν ἐξ οὗ προέρχεται; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἰς τὰ ἔργα τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν περιλάβῃ καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Τριχωνίας.
§114Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Ἡ σύμβασις περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Τριχωνίας ἔχει διέλθει ἤδη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶναι πρὸς κύρωσιν, ὥστε δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος νὰ μείνῃ.
§115Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτε πλέον παραιτοῦμαι τῆς σχετικῆς συζητήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν διὰ Διατάγματα. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν ὅπως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης διατυπώσω διαφωνίαν μου κατὰ τοῦ μέτρου τούτου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἄλλο πράττει ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ ζητῇ νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς μίαν εὔσχημον ὀλιγαρχίαν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω διαφωνίαν ριζικήν. Φρονῶ ὅτι πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ καθορισθοῦν τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη πρὸς διαρρύθμισιν, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ κοινοβουλευτικὸν νὰ ὑποστηρίζωνται ὑπ’ εὐθύνην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς γνῶμαι ὡρισμένων συναδέλφων ἐγκρινόμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Χειροκροτήματα).
§116Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξαιτοῦμαι τὴν μακροθυμίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα λογοδοτήσω διὰ τὴν μέλλουσαν πορείαν τοῦ πλέον μικροσκοπικοῦ κόμματος τῆς Βουλῆς, τοῦ κόμματος τῶν Ἑλλήνων Ριζοσπαστῶν. Οὐδὲ θὰ ὑπῆρχε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀκούσῃ τὴν λογοδοσίαν ταύτην, ἂν μὴ ἡ Διοικητικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κόμματος ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας τὸν Ἀριστοφάνην καὶ τὸν Διογένην. Τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς νέας ἐποχῆς εἶναι ἡ ἔλλειψις πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ τελευταία, ἡ σύγχρονος ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀποδεικνύει ὅτι ἂν κατὰ τὴν περίοδον 1881–1890 ἡ Ἑλλὰς ἐσταδιοδρόμησεν ὅπως ἐσταδιοδρόμησε, τοῦτο δὲν ὠφείλετο εἰς τίποτε ἄλλο, οὔτε εἰς νόμους, οὔτε εἰς θεσμούς, ἀλλὰ ὠφείλετο εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐκεῖνος ἔπεσεν ἐκ τῆς ἐξουσίας τὸ 1890–1909 ἡ σταδιοδρομία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο καλὴ καὶ τοῦτο ἔφερε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ὁπότε ἀναφαίνεται μία νέα πολιτικὴ φυσιογνωμία εἰς τὸ πολιτικὸν στερέωμα. Καὶ ἡ Ἑλλὰς σταδιοδρομεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον—Δηλῶ ὅτι δέχομαι διακοπὰς καὶ ἀντιρρήσεις καὶ ὅτι θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὰς— ὥστε ἐντὸς μιᾶς δεκαετίας ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἀπὸ μιναρὲ εἰς μιναρὲ ἐστήθη, ἀπὸ τῆς Λαρίσης μέχρι τῆς Κων)πόλεως καὶ Προύσσης καὶ ἡ ἐπισφράγισις τῆς περιόδου ἦτο ἡ ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν δυστυχίαν, ὄχι τὴν εὐτυχίαν, νὰ παραστῶ εἰς τὸ Ἀνάκτορον τῶν Σεβρῶν. Μετ’ ὀλίγους μῆνας ἡ Ἑλληνικὴ ἐκείνη προσωπικότης, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν Τουρκίαν εἰς τὸ ἐν Σέβραις Ἀνάκτορον, ἔπεσεν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κ. Βουλευταί, ἅμα ἐξέλιπεν ἡ προσωπικότης ἐκείνη ἔχω νὰ διαπιστώσω ἀναμφισβήτητα πολιτικὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ μοὶ φέρῃ ἀντιρρήσεις. Ἡ τετάρτη Ἐθνοσυνέλευσις διελύθη βιαίως. Ἡ δικτατορία διελύθη βιαίως. Καὶ παρ’ ὀλίγον θὰ διελύετο ἴσως βιαίως καὶ ἡ παροῦσα Βουλή. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀφήνω ἀσχολίαστα, ἐντελῶς, καὶ τὰ διαπιστώνω μόνον. Ἀλλὰ σήμερον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ, οὐδὲ ψίθυρος κἂν ἀκούεται περὶ διαλύσεως βιαίως τῆς παρούσης Βουλῆς, μετὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ σοφὸς καθηγητής μου τῶν Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἔλεγε: «μὴ δίδεις σημασία οὐδὲ εἰς τοὺς λόγους οὐδὲ εἰς τοὺς θεσμούς. Πρόσεχε νὰ δίδῃς σημασίαν εἰς τὴν προσωπικότητα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν». Ἀνάλογα μοῦ λέγει τώρα καὶ ὁ Διογένης, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀντικατέστησεν τὸν ἀξιότιμον καθηγητήν μου: Πρόσεχε τὸ πολιτικόν σου σύμβολον νὰ εἶναι τὸ φανάρι. Πρόσεχε νὰ ἀναζητήσῃς τὸν κράτιστον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἀδιαφόρει διὰ τοὺς θεσμούς, διότι οὗτοι δὲν ἔχουν σημασίαν. Ἔχουν ἁπλῶς δευτερεύουσαν σημασίαν, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάνουν τοὺς θεσμοὺς καὶ ὄχι οἱ θεσμοὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Διὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ὅταν τὰ τελευταῖα γεγονότα ὑπέπεσαν εἰς ἀντίληψίν μου καὶ ὅταν ἀκόμη ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι σήμερον διαπιστοῦνται τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ μοῦ φέρῃ ἀντίρρησιν, παρετήρησα καὶ ἄλλα τινά: ὅτι αὐτὸ τὸ χαρτονόμισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (δεικνύει ἕνα τάλληρον), τὸ ὁποῖον εἰς τὰ 1920 ἤξιζεν 100 σέντς, ἤτοι ἕν δολλάριον, σήμερον ἐξητμίσθη διὰ τῶν θεωριῶν τοῦ Χὲρτς καὶ Μπρανλὺ καὶ ἄλλων καὶ ἀπέμειναν μόνον 6½ σέντς. Συνέβη καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι 1922 ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδαπάνησε 16 ἑκ. λιρῶν μόνον δι’ ἐκτάκτους πολεμικὰς ἀνάγκας καὶ εἶδε προσέτι ἐξατμιζόμενον καὶ τὸ χαρτονόμισμά του, εἶδε μίαν ταχεῖαν ροὴν συναλλάγματος ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ὅταν ἦλθαν αἱ θλιβεραὶ συνέπειαι ὅλης αὐτῆς τῆς δημοσιονομίας τῆς τελευταίας 7ετίας, ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς Κυβερνήσεις διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς 7 Νοεμβρίου καὶ μᾶς λέγει: ὑπάρχει ἐδῶ μία ἀσθένεια τοῦ νομίσματος, θὰ τὴν σταθεροποιήσωμεν τὴν ἀσθένειαν αὐτήν. Ἄμεσα ἀποτελέσματα εἶναι ὅτι παρὰ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀτμόσφαιραν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἄνευ βιαίας διαλύσεως τριῶν συγκεκροτημένων πολιτικῶν Κυβερνήσεων, εἰς τὰς ὁποίας μέσα περιέχεται ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, παρὰ τὸν ἠθικὸν αὐτὸν συγκλονισμόν, λέγω, Κύριοι Βουλευταί, ἦλθεν καὶ ὁ ὑλικὸς συγκλονισμὸς· δηλαδὴ χάρις εἰς τὴν σταθεροποίησιν τῆς λίρας εἰς τὰ 375 αἱ μέσαι δαπάναι κατὰ κεφαλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶμαι μακρὰν τῆς ἀληθείας νὰ ὑπολογίσω ὅτι ἦσαν 20 δραχμαὶ κατὰ κεφαλήν, ὅταν ἡ λίρα εἶχε 250 δρ. ηὐξήθησαν κατὰ 50% δηλ. κατὰ 10 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ὅ ἐστὶ διὰ τὸν ὅλον πληθησμὸν κατὰ 65 ἑκατομ. τὴν ἡμέραν, κατὰ 22 δισεκατομ. κατ’ ἔτος. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν ἐξάτμισις τοῦ χαρτονομίσματος, ἀφ’ ἑτέρου ἐξάτμισις τῶν μεγαλείων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἦλθεν ἀκόμη ὡς συνέπεια τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας εἰς τὰ 375 ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου. Διότι τοῦ χαρτονομίσματος παραμείναντος τοῦ αὐτοῦ αὐτὸ τὸ porte nonnwe, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον δέκα δραχμὰς νὰ τὸ ἀγοράσω, τώρα θέλω 15, ἑπομένως ἔχω ἀνάγκην πλειοτέρου χαρτονομίσματος. Καὶ ἑπομένως ὑψώθη ὁ τόκος. Καὶ τὸν εἴδατε εἰς τὴν ἐπίσημον ἀγοράν, τῆς μὲν σειρᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης 10%, 15%, 18% εἰς τὴν πρωτεύουσαν, 30% εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἐπίσης, ὑψώθη ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς κατὰ φυσικὸν λόγον, λόγῳ τῆς ὑψώσεως τῆς λίρας· ἀλλὰ καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον λόγῳ τῶν ὅρων τῆς μεταπολεμικῆς ζωῆς καὶ ἐνῷ ὁ τιμάριθμος τῆς λίρας εἶναι 15, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς εἶναι 20 καὶ ἔχει ὁ Θεός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς καθησύχασεν ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι «ὁ τιμάριθμος, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ηὐξήθη ἔχω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθν. Οἰκον. καὶ τὰς ἐπιστολὰς τῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι μοῦ λέγουν, ὅτι ὁ τιμάριθμος τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἦτο 20 καὶ μέχρι σήμερον παραμένε. 20». Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ δύο ἄλλους οἰκονομολόγους πολὺ μεγάλους γιὰ μένα, τὸ στομάχι μου καὶ τὴν τσέπη μου. Αὐτοὶ οἱ δύο οἰκονομολόγοι μοῦ λέγουν ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν μέχρι σήμερον ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς ηὐξήθη κατὰ 30%. Ἔ! Κύριοι Βουλευταί, ἂς τελειώσωμεν τὸ κομβολόγιον τῶν συμφορῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἡ ὥρα παρῆλθεν. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι οὐδέποτε αἱ ἐπαναστάσεις τῶν λαῶν ἔχουν λόγους καθαρῶς ἐπιστημονικοὺς περὶ θεσμῶν, περὶ δημοκρατίας, περὶ βασιλείας καὶ ξέρω ἐγὼ τί ἄλλο. Ἔχουν βάσεις τὸν στόμαχον καὶ τὴν τσέπην. Βαδίζοντες λοιπὸν μετὰ μίαν βιαίαν ἀλληλοδιάδοχον διάλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ μὲ μίαν οἰκονομικὴν κρίσιν τῶν 90% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ μίαν ὑπερευμάρειαν τῶν 10%, τὸ πολιτικόν μου βαρόμετρον δεικνύει τὴν λέξιν «Καταιγίς». Ἔ! κ. Πρόεδρε, μίαν ἡμέραν πρὸ 3–4 ἡμερῶν ἔρχεται ἀσθμαίνων ὁ Διογένης καὶ μοῦ λέγει: «εἶχον ἐξέλθει εἰς τὴν γνωστήν μου ἔρευναν, ἐγύρισα πίσω καὶ σοῦ ἀναγγέλλω: «εὗρον, εὗρον». Καὶ τότε ὁ Ἀριστοφάνης προσθέτει: «πρόσεξε, δυστυχῆ βιοπαλαιστὰ καὶ πολιτευτά, τὸ πολιτικόν σου γόητρον, ὅπως ἴσως καὶ ὅλου τοῦ ἄλλου πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Σἂν νὰ παθαίνῃ ὅτι ἔπαθε καὶ τὸ χαρτονόμισμα, πήγαινε νὰ τὸ σταθεροποιήσῃς αὐτὸ τὸ γόητρον». Καί, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐδίστασα νὰ ἐγγραφῶ καὶ πάλιν εἰς τὸ Κόμμα τῶν σκέτων Φιλελευθέρων. Ἐξηγοῦμαι τὸ πῶς ἐνεγράφην εἰς αὐτὸ κ. Πρόεδρε. Κατὰ τὸ 1912, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰς δύο ναυμαχίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ καὶ εἰς τὰς ὁποίας εἶχον τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω, δὲν ἐνίκησαν οὔτε οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, οὔτε ἡ ὑπεροπλία ὑλικοῦ, ἀλλ’ ἐνίκησεν ὁ φανὸς τοῦ Διογένους, ἐνίκησεν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπικεφαλῆς.
§117Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Πρὸ παντὸς οἱ μαχηταί.
§118Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἀναλόγως τοῦ Ἀρχηγοῦ οἱ στρατοὶ μεταβάλλονται εἰς στρατοὺς λεόντων καὶ εἰς στρατοὺς λαγῶν. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν αὐτῶν τῶν ἐντυπώσεων, διότι καὶ εἰς τὴν νίκην ἐκείνην παρίστατο ὁ πολιτικὸς νοῦς, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῆς ναυτικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς, εἶπον, ὅτι ἡ νίκη καὶ ἡ ἧττα παρουσιάζονται κατὰ 50% μέσα εἰς τὰ κοινοβούλια πάντων τῶν Κρατῶν. Ὅταν ἐξερράγη ὁ πόλεμος, κ. Πρόεδρε, μίαν ἡμέραν εὑρέθην πρὸ τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ καταπληκτικῶς πλειοψηφήσαντος τότε Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐπολιτευόμην τότε καὶ ἐν τούτοις παρηκολούθουν μετ’ ἐνδιαφέροντος τὰ συμβαίνοντα. Καὶ ἀφοῦ, σοβαρῶς, ἐμελέτησα τὴν κατάστασιν, χωρὶς νὰ ἔχω ἀνταλάξῃ οὐδὲ λέξιν μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἔσχον τοιαύτην πίστιν πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ὥστε χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζω—διότι ἠπόρει μάλιστα καὶ ὁ ἴδιος καθὼς μοὶ ἔλεγεν ἀργότερα— ἔγινα ἐπαναστάτης ἕνα μῆνα πρὸ τοῦ κινήματος τῆς Θεσσαλονίκης. Καὶ εἰς τοῦτο μὲ ὤθει πρῶτον ἡ στρατηγικὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔδει πάντοτε νὰ εἶναι σύμμαχος τῆς ἑκάστοτε θαλασσοκρατείρας, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη. Δεύτερον τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ φυλακτὸν διὰ τοὺς ἐπιρρεπεῖς πρὸς ἐμφύλιον σπαραγμὸν Ἕλληνας, πρὸς ἀποφυγὴν σπαραγμῶν, καὶ τρίτον ἡ μεγάλη πίστις εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Κύριε Πρόεδρε, τὴν πίστιν αὐτὴν διατρανῶ καὶ πάλιν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δηλῶ, ἐγὼ ὁ μικροσκοπικὸς ἀερόλιθος τῆς Βουλῆς, ὅτι προσχωρῶ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Λ. Κυβετὸς καταθέτει τὴν ἑξῆς δήλωσιν (ἀναγινώσκει). «Ὅταν παρουσιάσθη διὰ πρώτην φορὰν ἡ νῦν ἀνασχηματισθεῖσα Κυβέρνησις, ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὸ ἐπιφυλάξεις καταχωρηθείσας εἰς τὰ πρακτικά. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων τῆς Χώρας καὶ ἰδίᾳ τῆς Μακεδονίας, ὑπὸ συμφέροντας διὰ τὸ Δημόσιον ὅρους, ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις παλαιῶν καὶ νέων Χωρῶν, ἡ ἄνευ ἀναβολῆς καταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς ἀνταλλαξίμους τοῦ Συμπληρωματικοῦ Μητρώου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἡ καταχώρησις πάντων τῶν ἐχόντων πρωτοβαθμίους ἢ δευτεροβαθμίους ἀποφάσεις δικαιούχων, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσις τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ προσωρινῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἀκινήτων Ἑλλήνων ὑπηκόων, καὶ ἡ πρὸ τῆς 31ης Ἰουλίου ἔναρξις διανομῆς τῶν ὁμολογιῶν τῶν 800 ἑκατομμυρίων, ἡ ἀναγνώρισις συνταξίμου χρόνου τῆς ἐν Τουρκίᾳ ὑπηρεσίας τῶν ἀνταλλαξίμων δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ διαβάθμισις τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγκριθὲν σχέδιον, ἡ ἀτέλεια τῶν ἀπόρων φοιτητῶν, ἡ περίθαλψις τῶν πλημμυροπαθῶν καὶ ἄλλα ζωτικὰ ζητήματα χρῄζουσι τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δείξῃ μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον ἢ ἐν τῷ παρελθόντι διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν προσφύγων καὶ τῶν κατοίκων τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποδεικνυομένων ὡς ἄνω μέτρων, δηλῶ ὅτι θὰ δώσω καὶ σήμερον ψῆφον ἐμπιστοσύνης».
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Παρακαλῶ νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ 10 λεπτά. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις) Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρα 1.55′) (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ζερβός).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Προβαίνομεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι ναί, οἱ δὲ μὴ ἀποδεχόμενοι αὐτὰς λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Στ. Νικολαΐδης καὶ Δ. Μπούκουρας. (Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 210. Ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐψήφισαν 138, κατὰ 69 καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε ταχθῇ τρίμηνος προθεσμία διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς συμβάσεως τῆς ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Γερμανίας, νὰ ἔχῃ τελειώσῃ τὴν Δευτέραν, διότι εἴπομεν ὅτι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν σπουδαία ἡ ψήφισίς της—πρόκειται ἄλλως τε νὰ πληρώσωμεν δασμοὺς—θὰ εἶναι ἄδικον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῆς.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Βουλγαρίας περὶ ἑκουσίας μεταναστεύσεως, τὸ ταχύτερον, ἵνα δυνηθῶμεν τὸ ταχύτερον νὰ συζητήσωμεν αὐτήν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν ὥραν 5. (Ὥρα 2.30′ π. μ.)