1928.05.15
1.898 στίχοι · 14.536 λέξεις · 132 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74Η
ΤΗΣ 15 ΜΑΪΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
Ὥρα 6.30′ μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Αἱ προσφυγικαὶ φοιτητικαὶ ὀργανώσεις ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας διότι λόγῳ τῆς μὴ ψηφίσεως τῆς ἀτελοῦς ἐγγραφῆς ὅλων τῶν προσφύγων φοιτητῶν ἀπεκλείσθησαν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου πάντες οἱ ἄποροι πρόσφυγες φοιτηταί. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἡρακλείου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ζητοῦντες νομοθετικὸν διακανονισμὸν τῶν ἐν ἀγνοίᾳ των γενομένων ἀγορῶν παρὰ τοῦ κλητῆρος τοῦ Γαλλικοῦ προξενείου, ὄντος ἀνταλλαξίμου. Ὁ τέως ὑπαστυνόμος Κωνστ. Θανασούλας παθὼν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αἰτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως τῆς ὁποίας δικαιοῦται νὰ τύχῃ συμφώνως τῷ ρητῷ ἄρθρῳ τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας πόλεων. Ἡ ἕνωσις ἐφέδρων Μηθύμνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἡ κοινοτικὴ συντηρητικὴ ἕνωσις Θεσσαλονίκης ἐκπροσωποῦσα ἁπάσας τὰς ἐργαζομένας τάξεις Μακεδονίας καὶ Θράκης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ ἐπιβληθησόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ ἰδιωνύμων ἀδικημάτων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἡρακλείου διαβιβάζει εὐχὴν τοῦ γεωργικοῦ κόσμου τοῦ νομοῦ τούτου ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος περὶ φορολογίας τῆς σουλτανίνης. Οἱ πρόεδροι τοῦ γεωργικοῦ ταμείου Σμύλια, τοῦ πιστωτικοῦ συνεταιρισμοῦ Ρόμεσι, Δαργοπαίνης, Κτηματικοῦ Συνεταιρισμοῦ Χάβαρη, τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Βροχότσης τοῦ συνεταιρισμοῦ Πουρνάρη, τοῦ προμηθευτικοῦ συνεταιρισμοῦ Κριεκουκίου καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ Ἡρακλείας καὶ αἱ κοινότητες Ἀνδραβίδας, Βροχίτσης, Ἡρακλείας, Λαδικοῦ, Μουζακίου καὶ Καλαβρυτινῶν διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ξένων κερδοσκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι τὴν διάλυσιν τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων πρὸς ἀθέμιτον πλουτισμόν. Ἡ συνέλευσις τοῦ συνεταιρισμοῦ συνιδιοκτητῶν Βουλγαρελίου παρακαλεῖ ὅπως δώσῃ ἡ Βουλὴ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ Ν. Δ. τῆς 29 Ἰουλίου 1928, περὶ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν βοσκῶν, ὡς περιέχοντος ἀλληλοσυγκρουομένας διατάξεις. Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως παραχωρηθοῦν καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αἱ αὐταὶ φορολογικαὶ εὐκολίαι πρὸς πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων φόρων εἰς 10 τετραμηνιαίας δόσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ προσφύγων τοῦ χωρίου Κολσαδὰρ παρακαλεῖ ὅπως παραχωρηθῇ εἰς αὐτὴν ἡ βοσκὴ Κασίχτη διότι κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὰ ζῶα των. Ὁ προεδρεύων τοῦ γεωργικοῦ ἐπιμελητηρίου Ἀττικοβοιωτίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ λήψεως προνοίας πρὸς διευθέτησιν τῶν ὑδάτων τῶν ποταμῶν Κηφισσοῦ Ἐρκίνης καὶ Φέντας Βοιωτίας. Ἔφεδροι ἀκτήμονες Μεσοτόπου διαμαρτύρονται ἐντόνως κατὰ τῆς συμβάσεως τῆς διευθετούσης τὰ μοναστηριακὰ κτήματα εἰς κλῆρον. Ἐπιτροπὴ Λιθηνῶν Κρήτης, διερμηνεύουσα ἀπόφασιν συλλαλητηρίου, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐθνικὴν τὴν ὁδὸν Σητείας–Λιθηνῶν–Γιαλοῦ καὶ Ἱεραπέτρας καὶ κατασκευάσῃ αὐτὴν τὸ Κράτος. Κάτοικοι Βακερῆς Λευκάδος, συνελθόντες εἰς συλλαλητήριον, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ κατασκευὴν τῆς γεφύρας τοῦ χωρίου, καταπεσούσης πρὸ τριμήνου. Αἱ σταφιδοπαραγωγικαὶ καὶ οἰνοπαραγωγικαὶ κοινότητες Ἁγίου Ἰωάννου Ἠλείας, Χαρείας, Κυραίων, Ἀρβανίτη Πύργου, Κουτσοχέρας Καβάλου, Σφακιωτῶν Λευκάδος, Βαρβάσενας Πλατάνου, Ὀλυμπίων Βουτινέκης καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν οἰνοποιητικῶν συνεταιρισμῶν καὶ Λαϊκῶν Τραπεζῶν Ἁγίου Πέτρου, Βουτινίκων, Φουρτσῆ Πύργου καὶ Σταυροχωρίου διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀναμίξεως ξένων κερδοσκόπων πρὸς διάλυσιν τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων, παρακαλοῦν δὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπεμβαίνουσα κρατικοποιήσῃ τὴν Ἑταιρείαν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. Κίνιας καταθέτει αἴτησιν ἰδιοκτητῶν καλλιεργητῶν Κακοσαλεσίου Θηβῶν παρακαλούντων ὅπως κατασκευασθῇ σῆραγξ πρὸς διοχέτευσιν τοῦ χειμάρρου Μεγάλο Ποτάμι εἰς τὴν πλησίον εὑρισκομένην θάλασσαν. Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς κ. Ι. Κίνιας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παν. Κατσούδα, κατοίκου Λαμίας, τηλεγραφητοῦ αʹ τάξεως, παρακαλοῦντος ὅπως εἰς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων προστεθῇ διάταξις καθορίζουσα ὅριον ἡλικίας τὸ 65, καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ἀπολυτέοι κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ Παγκάλου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Ἀλεξανδρῆς καταθέτει αἴτησιν ἀστέγων προσφύγων παρακαλούντων, ὅπως ληφθῇ μέριμνα ἵνα συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν ἀστικὸν προσφυγικὸν συνοικισμὸν τῶν προσφύγων τῶν ἐκ Μ. Ἀσίας καὶ Θράκης. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. Τζίβας καταθέτει αἴτησιν Ν. Τριανταφύλλου δημοδιδασκάλου, πρόσφυγος ἐκ Φαναρίου Κων)πόλεως, παρακαλοῦντος ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀναδιορισμοῦ του, καθόσον ἡ ἀπόλυσίς του θεωρεῖται ἄδικος. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Τσακόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων τοῦ τέως δήμου Κορινθίου τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἀποσπάσεώς των ἐκ τοῦ Εἰρηνοδικείου Τριπόλεως. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος καὶ Δ. Πλαπούτας καταθέτουν ὁμοίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων τοῦ δήμου Κορυθίου διαμαρτυρομένων διὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Βοιῶν ὑποβάλλουν ψήφισμα παρακαλοῦντες ὅπως, λόγῳ τῆς μαστιζούσης αὐτοὺς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ἐλαττωθῇ ἡ βαρεῖα φορολογία. Ὁ Βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ν. Κατσᾶκος Μαυρομιχάλης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἀποτάκτου ἀρχιλιμενοφύλακος βʹ τάξεως Ἠλ. Μιχ. Κικάκου παραπονουμένου διότι δὲν τῷ ἀπενεμήθη ἡ κεκανονισμένη σύνταξις τοῦ βαθμοῦ του. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἀθανασιάδης Νόβας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Μεσολογγίου ἀνακοινοῦντος ὅτι ὅτι κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅπως ἀγνοηθῇ ὁ δῆμος Μεσολογγίου κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς 100ετηρίδος τοῦ θανάτου τοῦ φιλέλληνος Ἄγγλου πλοιάρχου Φρ. Ἄστιγγος, τὸ Δημοτ. Συμβούλιον ἀπεφάσισεν ὅπως ἀναβάλῃ τὰς ἑορτὰς ἐπ’ ἀόριστον. Ὁ Βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Φ. Παπαγεωργίου καταθέτει αἴτησιν κτηματικοῦ συνδέσμου, αἰτουμένου τὴν νομοθετικὴν ἄρσιν ἐπιβληθέντων προστίμων ὑπὸ τοῦ Τελωνείου, διὰ μὴ καταναλωθέντα ὑλικὰ οἰκοδομῶν τῆς πυρικαύστου ζώνης. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Λούλης καταθέτει αἴτησιν τῆς Χαρικλείας χήρας Α. Κουβέλη, συνταγματάρχου πεζικοῦ, ζητούσης ὅπως τύχῃ τῆς κεκανονισμένης συντάξεως τῶν ἐν πολέμῳ πιπτόντων. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀκτημόνων ἐφέδρων πολεμιστῶν, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐκδιωξάσης αὐτοὺς ἐκ τοῦ χωρίου εἰς ὃ ἦσαν ἀπὸ πολλοῦ ἐγκατεστημένοι καὶ παρακαλούντων ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐπιδίκασις τοῦ ἀγροκτήματος Σταυρακίου, πρὸς ἐγκατάστασίν των καὶ καλλιέργειαν ἔστω καὶ ἐλαχίστης ἐκτάσεως διὰ νὰ εὕρουν ἐργασίαν αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης (Ὑπ. Δικαιοσύνης) διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν περὶ χορηγήσεως ἀδείας τῆς Βουλῆς πρὸς περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Νικολούδη ὡς ἰδιοκτήτου τῆς ἐφημερίδος «Πολιτεία».
§3Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον ἵνα ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ μηνύσεως ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τῆς «Πολιτείας» τοῦ κ. Ραλλίδου. Ὁ κ. Γ. Μαρῆς (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἐπισκευῆς τοῦ διοικητικοῦ μεγάρου Χανίων» καὶ 2) «Περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπ. Ναυτικῶν). Ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων 1) «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἀπὸ 17 Μαΐου 1927 Ν. Διάταγμα περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6)2)26 «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1825 περὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ναυτικῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς». Ὁ κ. Α. Γρηγοριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Μαΐου 1926 περὶ ἀτελῶν ἐγγραφῶν καὶ ἐξετάσεων ἀπόρων ἐξ Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων ἀλλοδαπῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου κλπ.». Οἱ κ. κ. Π. Πολυχρονίδης καὶ Δ. Εὐθυμιάδης ὑποβάλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 1 Ἰουλίου 1927 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ». Οἱ κ. κ. Ἀθανασιάδης Νόβας, Σ. Λιούμης καὶ Π. Μποῦτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ κατὰ τὰς διατάξεις περὶ Ἀεροπορ. Ἀμύνης κλπ».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Πραβίου–Ὀρτάκιοϊ καὶ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐκ Βουλγαρίας Προσφύγων.
§6Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῶσιν αἱ ἀποζημιώσεις, αἱ καθυστερούμεναι ἀπὸ τόσου χρόνου εἰς τοὺς παθόντας πληθυσμοὺς τῶν ἄνω μερῶν, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν οἰκτρᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει καὶ δικαίως παραπονοῦνται, ἐφόσον αἱ ἀπαιτήσεις των συνεψηφίσθησαν εἰς χρέη τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς Συμμάχους.
§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε μόνον μίαν ἁρμοδιότητα νὰ φροντίσῃ, καὶ ἐφρόντισεν, ἵνα αἱ Σύμμαχοι Δυνάμεις ἀποστείλωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των πρὸς βεβαίωσιν τῶν ζημιῶν. Ἔλαβον χώραν κατόπιν αἱ γνωσταὶ οἰκονομικαὶ συμφωνίαι, ἀναγνωρισθέντος ὡρισμένου ποσοῦ καὶ συμψηφισθέντος εἰς τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς Συμμάχους. Κατ’ ἀκολουθίαν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ δοθεῖσαι καὶ δοθησόμεναι ἐν ὅλῳ ἀποζημιώσεις δὲν δύνανται εἰ μὴ νὰ ἔχωσι σχέσιν μὲ τὰ ἐπιδικασθέντα ποσά. Αὗται θὰ κανονισθοῦν ἐντὸς τοῦ περιθωρίου ὅπερ ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῶν Συμμάχων, ἀλλὰ καὶ ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§9Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχει σχηματισθῆ ἐπιτροπὴ πρὸς εὐρεῖαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, Κύριοι, ἡ συζήτησις μέχρις ὅτου ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἑλλην. Ὠδείου.
§11Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφοράν.
§12ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐργατῶν Πειραιῶς. Ὁ κ. Μέρος.
§14Α. ΜΕΡΟΣ. Οἱ ἐργάται Πειραιῶς ἔχουν ὑποβάλει ἐπανειλημμένως ὑπομνήματα διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν αἰτημάτων των, ἰδίως διὰ τὴν καλλιτέρευσιν τῶν βιωτικῶν ὅρων καὶ διὰ τὴν σύστασιν Ταμείου, νὰ ληφθῇ δὲ καὶ μία σοβαρὰ μέριμνα διὰ τὴν σύστασιν οἰκοδομικῶν ἑταιρειῶν, ὥστε νὰ παρασχεθῇ στέγη ὑγιεινὴ εἰς αὐτούς.
§15Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Λαμβάνεται πλήρης πρόνοια περὶ αὐτῶν διὰ τοῦ ἐκκρεμοῦς νομοσχεδίου.
§16Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ ἐπισπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν μέριμνάν του, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ὁ κ. Κακουλίδης.
§18Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει συζητηθῆ πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως κρίνω περιττὸν νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐπιτροπὴν παρουσιασθεῖσαν εἰς αὐτόν, εἶπεν ὅτι θεωρεῖ καὶ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων ὡς συμπαρομαρτούσας πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ δήλωσις εἰς ποίαν περίπου κλίμακα θὰ γίνῃ ἡ αὔξησις αὐτή. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος θὰ ἦτο ἡ πτῶσις τῆς λίρας. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ λίρα ἐσταθεροποιήθη εἰς ὄφελος τοῦ μεγάλου κεφαλαίου εἰς τὰ δυσθεώρητα ὕψη τῶν 375, εὐτυχεῖς οἱ κάτοχοι τῆς λίρας καὶ δυστυχεῖς οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι.
§19Α. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Ὑπάρχει μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιληφθῆ τῶν διατάξεων ἐν γένει τῶν τε πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἕνα ὀγκῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἐπερατώθη καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς οὐδεμίαν δήλωσιν, οὔτε ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βελτιώσεως, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ποσόν.
§20Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ἐδιάβασα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐφημερίδα, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὴν αὔξησιν ἢ μὴ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ὑπέβαλε τὸ πόρισμα ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα: θὰ αὐξηθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς λαμβάνουν ἄλλοι 3, ἄλλοι 5, ἄλλοι καὶ 8 χιλ. δραχμὰς καὶ δὲν θὰ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις τῶν συνταξιούχων; Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς νὰ γίνῃ καὶ δι’ αὐτούς. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀναμένεται ἡ διαρρύθμισις τῶν συντάξεων. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§21Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ βελτίωσις τῶν συνταξιούχων. Σήμερον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ ἀναιρεθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τηρηθῶσι.
§22Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ πόρισμα τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς μελέτης διὰ νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου «Μακεδονικὸς Ἀγὼν» Προσωτσάνης Δράμας.
§24Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Θεσσαλονίκης.
§26Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Εἶναι τὸ γνωστὸν ζήτημα τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων. Ἐδημιουργήθη ἓν ἀδίκημα, ἀπόρροια δὲ τοῦ ὑφισταμένου ἀδικήματος εἶναι ὅτι ὑποβάλλονται συνεχῶς ἀναφοραί. Πρόκειται περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν ἀσφάλιστρα εἰς χρυσόν, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὸ τῶν ξένων Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιρειῶν καὶ σήμερον τὰ ἀποδίδουν εἰς δραχμάς.
§27Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ξένων ἑταιρειῶν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ προνοήσῃ, διότι αἱ ξέναι ἑταιρεῖαι δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν τὰ ἀσφάλιστρα εἰς χρυσόν, ἀλλὰ εἰς δραχμάς. Αὐτὸ εἶναι μία κατάφωρος ἀδικία τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἐκ τοῦ γνωστοῦ γενικοῦ νόμου.
§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς βιομηχάνων Ναούσης.
§30Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Λακώνων αὐτοκινητιστῶν.
§32Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς κτηνοτρόφων Μεσολογγίου.
§34Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Βορειοηπειρωτῶν Ἑλλήνων.
§36Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς συνελθόντος συνεδρίου ἐν Ἐπανωμῇ.
§38Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ Ἀγροτικὸν Συνέδριον ζητεῖ νὰ δοθοῦν μακροπρόθεσμα δάνεια εἰς τοὺς καλλιεργητάς, διότι τὰ βραχυπρόθεσμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βοηθήσουν τοὺς ἀγρότας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας. Ἀλλὰ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ λύσις ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων θὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινότητος Νεστάκης.
§40Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§41Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Πανεπαγγελματικῆς Κυκλάδων.
§44Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφοράν.
§45Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§46Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Λαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγουλινίτσης.
§48Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα γενικώτερον πρὸς συζήτησιν, τότε θὰ εἶναι ἐπίκαιρον.
§49Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι κατόπιν τῶν τηλεγραφημάτων τῶν κατοίκων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶχε λάβει πρόνοιαν καὶ διέταξε τὸν ἐν Πύργῳ διαμένοντα μηχανικόν, ὁ ὁποῖος μετέβη καὶ ἐξήτασε τὰς ζημίας, ἀλλ’ ἐφόσον ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν γνωρίζομεν τί μέτρα ἔλαβε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§51Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναγράφονται κατὰ μακρὰν σειρὰν σχέδια κυρώσεως Ν. Διαταγμάτων ἐκδοθέντων ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ στάδιον τῶν διακοπῶν. Κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον 77, τοῦ Συντάγματος, ἐὰν τὰ Διατάγματα ταῦτα δὲν ἐπικυρωθῶσιν ἐντὸς 4 μηνῶν, εἶναι ἄκυρα. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλύθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ τετραμήνου τὰ Διατάγματα αὐτὰ ἀκυροῦνται αὐτοδικαίως. Ἐπηκολούθησε τὸ ζήτημα πῶς θὰ ὑπολογισθῇ τὸ τετράμηνον. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν τὴν ἄποψιν ὅτι εἰς τὸ τετράμηνον αὐτὸ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει αἱ διακοπαί. Καὶ ἠρωτήθη ποῖαι διακοπαί; Διακόπτομεν τὴν Παρασκευὴν διὰ τὴν Δευτέραν. Διεκόψαμεν εἰς ἔνδειξιν πένθους. Διακόπτομεν τρεῖς ἡμέρας σιωπηρῶς. Εἶναι διακοπαὶ αἱ ὁποῖαι, θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, ἢ πρόκειται περὶ διακοπῶν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς λαβουσῶν χώραν; Ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῇ τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ προέλθωμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπολογίσωμεν μὴ τυχὸν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος μέχρι σήμερον ἔχει παρέλθει, τὸ τετράμηνον, διότι ἂν ἔχῃ παρέλθει κατ’ ἀνάγκην τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ μὲ τὴν συνήθη διαδικασίαν. Ἀνεζήτησα εἰς τὰ Πρακτικὰ νὰ ἴδω ποσάκις ἀπεφάνθη ὑπὲρ διακοπῆς ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ πόσας ἡμέρας διήρκεσεν ἡ ἀποφασισθεῖσα διακοπή. Δὲν ἠδυνήθην ἐκ τῶν ἕξ μηνῶν ὅσοι παρῆλθον ἀπὸ τὴν 14 Νοεμβρίου π. ἔ. μέχρι σήμερον νὰ ἀφαιρέσω ποσὸν ἡμερῶν 60 διὰ νὰ εὑρεθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ τετραμήνου. Κατὰ τὰ πρακτικὰ 41 ἡμέραι διακοπῆς εἶναι ἀνεγνωρισμέναι. Εἰς τὸν περαιτέρω ὑπολογισμὸν δὲν προέβην, διότι δὲν ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσω ἡμέρας διακοπῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν συμφώνως πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλουν νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν διότι γεννᾶται ἕνα ζήτημα ἀπαραδέκτου. Ἀκόμα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν διότι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τοῦ καθαρῶς νομικοῦ, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι τὰ δικαστήρια ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζουν ἐὰν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ τὰ κηρύξουν ἄκυρα.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε; Ἐκάμαμε διακοπὴν μέχρι τῆς 3 Μαΐου. Αἱ ἐργασίαι ἐπανελήφθησαν μόλις χθές. Τὸ διάστημα ἀπὸ 3 Μαΐου ἕως 14 θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὰς διακοπὰς ἢ ὄχι; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ.
§53Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ σπεύδετε νὰ ὁμιλήσετε. Ἐκλάβετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ Δικαστήριον. Θὰ ἐρευνήσω τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἴδω ποσάκις ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε διακοπὴν καὶ ἐπὶ πόσας ἡμέρας. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ βάσις τῶν σκέψεών μου. Ἐὰν ἀνεύρω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔκαμε διακοπὴν ἄνευ ἀποφάσεως, ἡ διακοπὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ πράγματα, δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ τὴν σκέψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἄλλας πολλὰς παρεμφερεῖς, ἀλλὰ θὰ εἶναι σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦγον εἰς βεβιασμένην λύσιν. Ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε, κάμνω τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ κρατήσω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ μόνη λύσις εἶναι νὰ παρακληθῇ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν παρῆλθεν ἢ ὄχι ἡ προθεσμία καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας.
§55Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ καπνοπαραγωγὴ διατρέχει μία μεγάλην κρίσιν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὰ πρόχειρα ἐκεῖνα μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένα διάφορα Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ σχέδια νόμων ἀναγομένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀδιαφορήσῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως ὁλοκληρώσῃ τὸ ταχύτερον τὰ μέτρα τὰ δραστικά, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ληφθοῦν, διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ μέγας κίνδυνος τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ καπνοπαραγωγή. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον ὅ,τι καὶ ὁ ἡγέτης τῆς Δημ. Ἑνώσεως, τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ καπνικοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία νὰ ὁλοκληροῖ τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ τὰ φέρῃ εἰς μίαν ἡμέραν νὰ συζητηθοῦν, διότι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν οὐδέποτε ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τῶν καπνικῶν ζητημάτων, καὶ ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ ἐκ τῶν καπνοπαραγωγικῶν περιφερειῶν, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ κατεστράφη, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν ἀδιαφορίαν ἐγκληματικήν.
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καβάλλας μετ’ ἄλλων βουλευτῶν τῶν καπνοπαραγωγικῶν ἐπαρχιῶν ἐπεσκέφθησαν τόσον ἐμέ, ὅσον καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας συνάδελφόν μου καὶ ἐζήτησαν νὰ λάβωμεν μέτρα προστατευτικὰ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος διατρέχει πραγματικὴν κρίσιν καὶ κρίσιν σοβαράν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας προέβη ἤδη εἰς ἐξέτασιν τῶν προστατευτικῶν νομοσχεδίων, ἐγὼ δὲ ἔχω ὑπὸ μελέτην νομοσχέδιον ἐπίσης προστατευτικόν, τόσον τῆς παραγωγῆς ὅσον καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ. Δὲν ἔχω δὲ καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δ. Ἑνώσεως νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος.
§58Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ κ. Βοζίκης σχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ περὶ τῶν ἐπαναστατικῶν διαταγμάτων. Ἡ ἔνστασις ἀπαραδέκτου τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου εἶναι ἔνστασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ὅλην τὴν ἐπαναστατικὴν νομοθεσίαν τοῦ Παγκάλου καὶ τοῦ Κονδύλη. Ὀρθὸν εἶναι νὰ προταχθῇ πρὸ πάσης συζητήσεως, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ μίαν περὶ ὅλων ἀπόφασιν. Πάντως αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρα ἀπὸ τῆς 18 Φεβρ. τρ. ἔ. Ἡ συντακτικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐρρύθμισε τὰ περὶ αὐτῶν, ὁρίζει διὰ ρητῆς διατάξεως, ὅτι μετὰ τὴν ἐκπνοὴν ἑνὸς ἔτους τὰ διατάγματα ταῦτα εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρα. Τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐννοήσασα πρὸ τῆς 18ης Φεβρουαρίου ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ὄχι νόμον, διὰ τῆς ὁποίας τάσσει προθεσμίαν. Ἀλλὰ μὲ τὶ δικαίωμα; Μὲ τὶ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ἐτροποποίησε συντακτικὴν διάταξιν; Ποῖος ἔδωσε εἰς τὰ ἄκυρα αὐτὰ διατάγματα ζωήν; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κατ’ ἐμὲ καμμία ἀμφιβολία. Δύναται νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἴδια νομοσχέδια περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἀντικειμένου τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν διαταγμάτων καὶ νὰ τὰ ψηφίσῃ ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐρχομένου εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν νομ. αὐτῶν διαταγμάτων, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία καὶ τότε, ὅταν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι χωρεῖ νομοθετικὸν μέτρον, τότε θὰ σκεφθῇ ποία καὶ πόση εἶναι ἡ διακοπή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ διὰ τὴν κύρωσιν αὐτῶν.
§59Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριε Πρόεδρε, συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε καὶ εἶχα ζητήσει τότε τὸν λόγον καὶ λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, ἔκαμα τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος κατὰ τὴν συζήτησιν Νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα αὐτό. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, παρόντος καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὡρισμένην ἡμέραν, εἴτε αὔριον, εἴτε μεθαύριον καὶ τότε νὰ γίνῃ εὐρυτάτη συζήτησις ἡ ὁποία προσήκει εἰς τὸ θέμα τό Συνταγματικὸν περὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη συζήτησις.
§60Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω εἰδικώτερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐὰν ἰσχύῃ τὸ Παγκαλικὸν κατασκεύασμα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ σήμερον ἀκόμη αὐτό, ἢ ἐὰν αὐτὸ τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον. Ἐγένοντο τόσαι συζητήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, καὶ ἀνεπτύχθησαν τόσα ζητήματα καὶ ὑπάρχουν τόσαι προσωπικαὶ διατάξεις, γίνεται δὲ καὶ ἀνάκρισις σχετικῶς, καὶ τὸ διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ ἄκυρον κατὰ τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην ἐξακολουθεῖ νὰ διέπῃ τὴν τύχην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας μὲ προσωπικὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι οὐδόλως συντελοῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Παιδείας. Ἤθελον νά ἐρωτήσω, ἐφ’ ὅσον γίνεται μία τοιαύτη συζήτησις καὶ ἐφ’ ὅσον θίγεται τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρότητος τῶν διαταγμάτων, δὲν θὰ ἔπρεπε νά σπεύσωμεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου;
§61Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ὁ ὀργανικὸς Νόμος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ὡς καὶ ἐκεῖνος τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ ἐκεῖνος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἁρμοδίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἕνεκα τῶν διακοπῶν τοῦ θέρους οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ δὲν κατορθώθη ἐλλείψει χρόνου, νὰ κυρωθῶσιν τροποποιούμενοι ἢ μὴ παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Συνεπῶς καὶ πρὶν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τύχης ὅλων τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τῶν ἐπικυρωθέντων ἢ μὴ κυρωθέντων, οἱ νόμοι οἱ δημιουργήσαντες μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, διέπουν τὰ ἱδρύματα ταῦτα. Ἀναμένω ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἀκριβῶς περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τῶν Νομοθετικῶν διαταγμάτων, ὅπως φέρω τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε πρὸς κύρωσιν αὐτῶν, εἴτε πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν ἐκ νέου μὲ ὅλας τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖαι.
§62Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἔχω μίαν πληροφορίαν νὰ παράσχω, κύριε Πρόεδρε, ὡς Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὴν ἑρμηνείαν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ τὴν προθεσμίαν δὲν εἶναι εἰσέτι ὥριμον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινε σκόπιμον προκειμένου περὶ ζητήματος σοβαροῦ νὰ ζητήσῃ καὶ τὰ φῶτα τῶν κορυφῶν τῆς Δικαστικῆς ἱεραρχίας. Αἱ κορυφαὶ δὲ αὐταὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι ἡ προθεσμία δέον νά ὑπολογισθῇ ὠφέλιμος δηλαδὴ νά ὑπολογισθῇ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐργάζεται ἡ Βουλή. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν αἱ κορυφαὶ τῆς Δικαστικῆς Ἱεραρχίας. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν, λίαν δὲ προσεχῶς θά ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§63Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ ἤρχισε μία συζήτησις συνταγματικὴ καὶ τρόπον τινὰ ὑπεβλήθη μία ἔνστασις ἀπαραδέκτου, θὰ ἦτο καλὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις αὐτή, ὄχι δὲ ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐπὶ ὡρισμένου Νομοθετικοῦ Διατάγματος νὰ φέρῃ τὸν λόγον. Θὰ παρακαλέσω, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ ἔχει σημασίαν καὶ σοβαρὰν σημασίαν ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ὁ κ. Βοζίκης, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔνστασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τοῦ ἀπαραδέκτου.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται ποσῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου, ἀποτελοῦντος θέμα ἑρμηνείας σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ εὑρεθεῖσα πρὸ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἐκκρεμοῦντος πρὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξήτασεν ἤδη τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξετάσῃ πάλιν, ἐπιλαμβανομένη σήμερον τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἔννοια αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι αἱ πραγματικαὶ διακοπαὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ τετραμήνου. Τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει, καὶ μανθάνω μετ’ εὐχαριστήσεως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου ὅτι καὶ αἱ δικαστικαὶ κορυφαὶ τὴν αὐτὴν ἔχουσι γνώμην, ὑποστηρίζει δηλ. ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ 4μηνον διάστημα ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐργάζεται πράγματι ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν ἐστηρίζετο, κ. Πρόεδρε, πρὸ πάντων εἰς τοῦτο, ὅτι ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἀντίθετος ἐκδοχή, τὸ τετράμηνον ὁλόκληρον θὰ παρήρχετο ἐνδεχομένως ἐν ἀπραξίᾳ καὶ τὰ διατάγματα θὰ ἐκηρύσσοντο ἄκυρα, ἐπὶ βλάβῃ δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Δὲν δύναται νὰ εἶναι προδήλως τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρότερον μὲν ἐξεδίδοντο νομοθετικὰ διατάγματα ὑπὸ μόνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐχρειάζετο παρὰ μία ψῆφος ἀμνηστείας οὕτως εἰπεῖν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐσφετερίζετο τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο ἦτο τὸ πρότερον καθεστώς. Ἡ Κυβέρνησις ἐὰν δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ ἐπὶ καταπατήσει τοῦ Συντάγματος.
§65Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ κῦρος; Δὲν ὑπάρχει κῦρος;
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω διαλογικὴν συζήτησιν, χάριν τῆς εὐτάκτου διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Μετὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ἦλθε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε μίαν ἄλλην τάξιν πραγμάτων. Ποίαν τάξιν πραγμάτων; Ἐζήτησε πρῶτον τὸ ἐχέγγυον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ ν’ ἀσκήσῃ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Δεύτερον ἐζήτησε νὰ γίνωνται εἰδικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια. Τρίτον ἐζήτησε καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἔλθῃ ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐπεξεργασθέντων Διαταγμάτων. Ὅταν ἔλαβε τὸ Διάταγμα τόσον μεγάλας ἐγγυήσεις διὰ νὰ μὴ γίνῃ καμμία κατάχρησις, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου, ὡς λ.χ. μετὰ μίαν διακοπὴν ἐπελθοῦσαν κατόπιν βεβαιώσεως ἐλλείψεως ἀπαρτίας δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλὴ ἐπί τινα χρόνον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς αὐτῆς θὰ ὑπολογισθῇ καὶ θὰ ἐξαντληθῇ τὸ τετράμηνον καὶ θὰ ἀκυρωθοῦν διατάγματα ὑπὸ τόσας ἐγγυήσεις ἐκδοθέντα; Ἠθέλησε δηλαδή, καθ’ ἡμᾶς, ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν: Θὰ ἀπασχοληθῇς μὲ τὴν ἐργασίαν σου τὴν Νομοθετικήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὑπάρχου, καὶ διατάγματα Νομοθετικὰ ἐκδοθέντα κατ’ εἰδικήν τινα διαδικασίαν καὶ πρέπει νὰ περιβληθῶσι μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐγκρίσεώς σου. Μὴ ἀπασχολήσῃς τέσσαρας πραγματικοὺς μῆνας χωρὶς νὰ τὰ κυρώσῃς. Μέσα εἰς τοὺς 4 μῆνας ἐργασίας πρέπει ν’ ἀποφασίσῃς τέλος πάντων καὶ περὶ αὐτῶν. Δὲν πρέπει τοὺς τέσσαρας αὐτοὺς μῆνας νὰ διαθέσῃς διὰ νέα νομοσχέδια καὶ νὰ παραμελήσῃς τὰ παλαιά, δὲν πρέπει οἱ πολῖται νὰ μένουν ἐν ἀβεβαιότητι, βλέποντες ὅτι περὶ αὐτῶν δὲν ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἰργάσθη 20 μόνον ἡμέρας καὶ τὰς ἄλλας δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν εἰργάσθη, εἶνε λογικὸν νὰ ὑπολογισθῇ καὶ τὸ διάστημα τῆς ἀργίας; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς ἔθεσεν ἓν ζήτημα μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν ὀξυνοίας, λέγων ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑπολογίσῃ ὅλας τὰς ἡμέρας τῶν διακοπῶν καὶ τὰς Κυριακός καὶ τὰ Σάββατα; Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν λέξιν διακοπαί, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα, ὅπερ τὴν ἐθεσμοθέτησεν, ἀποδίδει συνήθως εἰς αὐτήν. Ἄν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἓν Νομοσχέδιον ἀφορῶν ἠλεκτρολογικὰς σχέσεις, θὰ ἡρμηνεύομεν τὴν λέξιν διακοπὴ κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἠλεκτρολόγοι ἀποδίδουν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἓν Νομοσχέδιον διπλωματικόν, θὰ ἡρμηνεύομεν τὴν λέξιν διακοπαὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν οἱ διπλωμάται ἀποδίδουν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἕν διπλωματικὸν νομοσχέδιον, θὰ ἀπεδίδομεν εἰς τὴν λέξιν διακοπή, τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν οἱ διπλωμάται τῇ ἀποδίδουν. Ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν μίαν κοινοβουλευτικὴν διάταξιν, θὰ πρέπῃ νὰ δώσωμεν τὴν ἔννοιαν τὴν εἰθισμένην κοινοβουλευτικῶς. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ὅταν ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν ὡμιλοῦμεν περὶ διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐννόησε κανεὶς ἐξ ὑμῶν τὸ Σάββατον ἢ τὴν Κυριακὴν, ἢ μόνον τὰς διακοπὰς, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ αὐτὴ αὕτη ἔταξε καὶ τὰς μετὰ ταῦτα ἡμέρας ἀνεργίας; Εἰς τὰς διακοπὰς συμπεριέλαβεν ἀείποτε ἡ ἀντίληψις ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῶν διακοπῶν τούτων, τὴν σιωπηρὰν δηλαδὴ παρέκτασιν αὐτῶν δι’ ἀδρανείας, καὶ δι’ αὐτό, ὅταν ἀποχωριζώμεθα, λέγομεν συνήθως, «διακόπτομεν διὰ τὴν 1ην Μαΐου, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν τὴν 8ην Μαΐου θὰ ἐπανέλθωμεν» καὶ δι’ αὐτὸ χθὲς ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν διὰ τὴν παράτασιν τῶν διακοπῶν, δώσας τὴν προσήκουσαν ἑρμηνείαν αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὴν λέξιν «διακοπαί».
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: Δὲν ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ διακοπῆς. Ἂν εἴχομεν ἀπόφασιν, δὲν θὰ ἔκαμνα λόγον. Ἔλαβον χώραν, σᾶς λέγω, μεγάλαι διακοπαί, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας σεῖς ἐννοεῖτε διακοπάς, ἀλλὰ δὲν σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὅτι ἐλήφθησαν ἀποφάσεις.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Τὴν λέξιν «διακοπαὶ» θὰ ἑρμηνεύσωμεν κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ἀποδίδομεν εἰς αὐτήν. Ἡ διακοπὴ βεβαίως ἐπέρχεται συνήθως δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὑποθέσατε ὅτι εἴτε διότι, ὃ μὴ γένοιτο, σεισμὸς κατέρριπτε τὸ κτίριον, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, ἀσθενείας κλπ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάσωμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα. Ἡ ἔννοια θὰ εἶναι ὅτι θὰ ὑπολογισθῇ καὶ ὁ μὴν ἐκεῖνος; Ἀλλά, Κύριε Πρόεδρε, ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ τούτου ζητήματος δύναται νὰ ληφθῇ εὐθὺς ἀμέσως· ἔχω δὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς ἥσσονος — κατ’ ἀριθμὸν ἥσσονος — ἀντιπολιτεύσεως εἶνε ὀρθὴ καὶ πρακτική. Δηλαδὴ νὰ συζητηθοῦν τὰ νομοσχέδια καὶ ἐν τῷ μεταξύ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξακριβώσῃ πόσαι εἶνε αἱ ἡμέραι τῶν διακοπῶν. Κατὰ μίαν σημείωσιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ τὴν ὁποίαν εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ υἱοθετήσητε, διὰ νὰ βεβαιώσητε τὴν Βουλὴν πόσαι εἶναι αἱ ἡμέραι τῶν διακοπῶν, κατὰ τὴν σημείωσιν, λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἔχω, αἱ ἡμέραι τῶν διακοπῶν ὑπερβαίνουν τούς δύο μῆνας. Προχωροῦμεν, λοιπόν, εἰς τὴν συζήτησιν: Ὑπάρχουν μερικὰ Διατάγματα, διὰ τὰ ὁποῖα αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἔμειναν σύμφωνοι. Ταῦτα τὰ Νομοσχέδια δὲν θὰ προκαλέσουν συζήτησιν, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρξουν διαφωνίαι. Θὰ ἐξαφανίσωμεν τοιουτοτρόπως ἕνα ὄγκον, ὁ ὁποῖος γεννᾷ μίαν κατάστασιν ἀβεβαιότητος διὰ τοὺς πολίτας καὶ διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ὅπου νομίζετε ὅτι τὰ Νομοσχέδια ἔχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπάδουσαι εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον, θὰ τὰ ἀφήσωμεν δι’ εὐρυτέραν συζήτησιν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Πρόεδρος θέλει ἐξακριβώσει τὰς ἡμέρας τῶν διακοπῶν.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τίνα σκοπὸν θὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁ ὑπολογισμός;
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δι’ ἐκείνους μὲν οἵτινες φρονοῦν ὅτι τὸ τετράμηνον πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἡμερολογιακῶς καὶ οὐχὶ ὠφελίμως δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἀφοῦ παρῆλθε τετράμηνον δὲν εἶναι δυνατὸν καθ’ ὑμᾶς, τὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσιν δι’ ἐφάπαξ ἀναγνώσεις, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ τακτικὴ διαδικασία, καὶ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἡμερῶν ἀργίας δὲν ἔχει κανένα λόγον. Δι’ ἐκείνους ὅμως οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀντίθετον ἐκδοχὴν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐξακρίβωσις, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν παρῆλθε τὸ τετράμηνον. Ἐν τῷ μεταξὺ δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν διακοπήν, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος ἐξακριβώσῃ τὰς ἡμέρας τῆς διακοπῆς.
§71Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή;
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, δύναται ὅμως νὰ τὸ λύσῃ καὶ προκριματικῶς οὕτως εἰπεῖν. Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν ἀπαραδέκτου.
§73Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ γεννηθῇ εἶναι τοῦτο: Διακοπὰς περὶ τῶν ὁποίων εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς οὐδεὶς γίνεται λόγος, θὰ τὰς ὑπολογίσωσιν; Δὲν συζητῶ. Θέτω τὸ ζήτημα. Δὲν ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν κ. Βουλευτῶν, ἀλλὰ θὰ ἀναμείνω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Διακοπαὶ περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς γίνεται λόγος εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν;
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις ἀποδεικνύει ὅτι καὶ χωρὶς τὸν ὑπολογισμὸν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν κατὰ τὰς ὁποίας παρετάθη ἡ διακοπὴ δὲν ἔχει παρέλθει τὸ τετράμηνον, τότε εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις. Λοιπὸν ἂς προχωρήσωμεν τώρα καὶ ἂς ἀνατεθῇ εἰς τὸ προεδρεῖον νὰ κάμῃ τὴν ἐξακρίβωσιν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου ἤρχισεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της μέχρι τῆς 16 Δεκεμβρίου. Εἰς τὰς 16 Δεκεμβρίου διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι καὶ ἐπανελήφθησαν, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς 18 Ἰανουαρίου.
§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν ἀπόφασιν;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. (Ἀναγινώσκει) «Τὸ προεδρεῖον ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται ὅπως μετὰ τὸ πέρας τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς λόγῳ τῶν ἑορτῶν καὶ ἐπαναληφθῶσιν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ νέου ἔτους». Ἑπομένως εἶναι τελείως σύμφωνος μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Καὶ ἀπὸ τῆς 18 Ἰανουαρίου 1928 διήρκεσαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 2 Φεβρουαρίου. Τὴν 3 Φεβρουαρίου διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, συνεπείᾳ τῆς Ὑπουργικῆς κρίσεως, μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου καὶ πάλιν συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τὰ πρακτικὰ λέγουν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) ...«μεθ’ ὃ ὁ κ. Πρόεδρος ἐρωτᾷ ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μέχρι διευθετήσεως τῆς κρίσεως» ἑπομένως καὶ ἐδῶ ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς διακοπὰς αὐτῆς. Ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τὴν 29 Φεβρουαρίου 1928 (ἀναγινώσκει). Ἡ Βουλὴ μὲ ἐξουσιοδοτεῖ διὰ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως καὶ λύεται συναινούσης τῆς Βουλῆς ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.
§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι διακοπή.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι διακοπὴ πέντε ἡμερῶν.
§81Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ πρακτικὰ ὅσον ἀφορᾶ τὴν διακοπήν, ἵνα φαίνεται «ἐπισήμως» βεβαιωμένον ὅτι αὐτὸ εἶναι διακοπή.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόφασις εἶναι ὅταν λέγωμεν, «Κατόπιν τούτου λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην μεταμεσημβρινὴν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.
§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Πάντοτε λέγομεν: λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 5 ἢ διὰ μεθαύριον εἰς τὰς 5, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διακοπή.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα 7 Μαρτίου μέχρι 9 Ἀπριλίου, ὁπότε ἡ Βουλὴ δέχεται ὅπως μετὰ τὸ πέρας τῆς Συνεδριάσεως διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι λόγῳ τῶν ἑορτῶν καὶ ἐπαναληφθῶσιν τὴν 5ην Μαΐου ἡμέραν Πέμπτην, ὁπότε πράγματι ἔχουσιν ἐπαναληφθῆ αἱ ἐργασίαι. Σᾶς χαρίζω αὐτὰς τὰς ἡμέρας.
§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ μοῦ χαρίσετε τίποτε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχομαι ὅτι ἐπαναλαμβάνει τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ τὴν 5ην Μαΐου. Ἔχομεν ἑπομένως ἐργασίμους ἡμέρας τρεῖς μῆνας καὶ μίαν ἡμέραν.
§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἡ διακοπὴ τῆς 16ης Δεκεμβρίου δὲν ὡρίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡρίσθη. Σᾶς ἀνέγνωσα τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ σαφῆ.
§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι πολὺ σαφῆ. Δέχομαι ὅμως ν’ ἀναγραφῇ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διακοπῆς ἀποφασισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι καὶ χωρὶς τὰς 5 ἡμέρας, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, καὶ χωρὶς τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Μαΐου ἔχομεν ἐργασίμους καὶ ἄλλας 12 ἡμέρας.
§91Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μᾶς μένουν 19 ἡμέραι διὰ τὰ Διατάγματα τὰ μέχρι τῆς 13ης Νοεμβρίου ἀλλὰ διὰ τὰ ἄλλα τοῦ Αὐγούστου θὰ μᾶς λείψουν.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἄν καλῶς ἀντελήφθην εἴπετε, ὅτι «ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε». Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι αἱ κατ’ ἐπέκτασιν τῶν συνεπείᾳ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς διακοπῶν ἡμέραι ἀργίας δὲν εἶναι διακοπαί; Καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶμεν καὶ κατὰ τοιαύτης ἐκδοχῆς ἔχομεν νὰ δηλώσωμεν καὶ σήμερον ὅτι καὶ αἱ τοιαῦται ἡμέραι ἐπῆλθον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κατοχυρώσωμεν τὰς πράξεις μας. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν ἀντελήφθην καλῶς.
§93Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κακῶς, ἀλλὰ δέχομαι τὴν γνώμην ὅπως τὴν διατυπώνετε τώρα.
§94Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος σημαντικωτάτου, ζητήματος τὸ ὁποῖον εὐλόγως πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77ου, εἶναι διάταξις ἐντελῶς ἐξαιρετική, διάταξις, δύναταί τις εἰπεῖν, δικαίως ἀνώμαλος. Εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ὑπῆρξεν τέκνον προσφιλὲς πάντοτε τοῦ ἀξιοτίμου πατρὸς καὶ φίλου μου, τοῦ κ. Παπαναστασίου. Εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν δὲν ὑπῆρχε παντάπασιν εἰς τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι προϊὸν τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου, ληφθεῖσα ἀπὸ τὸ σύνταγμα τῆς Τσεχοσλοβακίας νομίζω. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Παπαναστασίου εἶπε τότε εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτι πρέπει νὰ παταχθῇ μία τακτικὴ ἡ ὁποία ἐκράτει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἄτοπον αὐτὸ πρέπει νὰ κοπῇ ἀπὸ ῥίζης, ὡς εἶπεν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ρητὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας διατάξεως θὰ προκύπτει ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, παρὰ μόνον ὑπὸ τὰς ἑξῆς αὐστηρὰς προϋποθέσεις: Νὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ γίνουν ἐπιτροπαὶ μικταὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπάρχουν αἱ ἀπαιτούμεναι ἐγγυήσεις καὶ νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένη πλειοψηφία εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Ἀνεγράφη δὲ καὶ μία ἄλλη πολυτιμοτάτη ἐγγύησις, τὸ τετράμηνον καὶ μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη αὕτη ἡ διάταξις ὁρίζει προθεσμίαν διὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δίμηνον. Αὐτὴν τὴν δίμηνον προθεσμίαν ἐπιεικῶς παρὰ τὴν ἀντίρρησιν τοῦ φίλου μου κυρίου Παπαναστασίου ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐδέχθη τετράμηνον.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ ἡ διάταξις μὲ περιωρισμένην προθεσμίαν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1925 καὶ ἐτέθη διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνεστήθη ἀπήλειψε τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ εἶχε περιλάβῃ ἄλλην χειροτέραν διάταξιν δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο νὰ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα ἐργαζομένης τῆς Βουλῆς. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐκηρύχθημεν καὶ ἐπεμείναμεν καὶ ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις.
§96Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ἐγγυήσεων ἀναγράφει καὶ μίαν ἄλλην πολυτιμοτέραν ἐγγύησιν καὶ ὁρίζει ὅτι τὰ ἀνωτέρω Νομοθετικὰ Διατάγματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς Βουλὰς μόλις ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι των, πρὸς κύρωσιν. «Ἐὰν ἐντὸς 4 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας...» Δηλαδὴ οὐ μόνον ἡ διατύπωσις ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τοὺς συνταγματικοὺς νομοθέτας, δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀπολύτως ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ χρόνος θὰ ὑπολογισθῇ ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι, ἐπὶ 4μηνον διάστημα. Μία ἐξαίρεσις ὑπῆρχεν, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ διατάγματος κεκυρωμένου. Πρέπει νὰ σημειώσητε ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι πλέον ἢ εὔλογος. Τὰ διατάγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις εἶναι προσωρινῆς ἰσχύος καὶ λαμβάνουν τὸ τελικὸν κῦρος των ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης δυσπιστεῖ εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς λαμβανομένας ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ζητεῖ τὴν κύρωσιν αὐτῶν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Λοιπόν, ἵνα μὴ διατελοῦν μετέωρα τὰ διατάγματα ὥρισε σαφῆ τὴν προθεσμίαν, τετράμηνον, καὶ τοῦτο διότι ὁ ὁ πολίτης δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθῇ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα γνωρίζῃ πότε ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὁριστικὴ ἢ πότε ἐλήφθη σιωπηρά, ὥστε νὰ δύναται νὰ συναγάγῃ ἐὰν ἡ κύρωσις ἐγένετο ἐντὸς 4 μηνῶν. Καὶ οὐ μόνον ὁ πολίτης ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ κεχωρισμένη τῆς νομοθετικῆς καὶ δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν εἰς νόμος εἶναι συνταγματικὸς ἢ ἀντισυνταγματικὸς καὶ αὐτὴ διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἂν εἶναι συνταγματικὸς δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, δηλαδὴ νὰ πάρῃ τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὁποίαν δημοσιεύονται οἱ νόμοι καὶ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἡ κύρωσις αὐτῶν ἔγινε κατὰ τὸ 4μηνον διάστημα ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς καὶ ἂν εἶναι τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα ἄκυρον καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ εἴπῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ διατάσσῃ ἀποδείξεις ἵνα ἴδῃ ποῖαι ἦσαν αἱ ἐργάσιμοι ἡμέραι τῆς Βουλῆς καὶ ποῖαι ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἦτο ποτὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πληθὺς τῶν διαταγμάτων τῶν δικτατορικῶν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, εἶναι τοιαύτη ὥστε ἐδημιούργησε μίαν τραγικὴν κατάστασιν, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς νομοθετικοῦ ὄγκου ἐργασίας τὴν ὁποίαν δὲν θά ἦτο δυνατὸν νὰ περατώσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, δὲν χωρεῖ ἀπολύτως κανεὶς δισταγμὸς ὅτι ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ὁρίζεται εἰς τὸ σύνταγμα εἶναι ὁ χρόνος ὁ συναπτός, καὶ δὲν ὑπολογίζεται ὠφελίμως, ὅπως ὑπεστηρίχθη. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔγκριτοι νομικοί, ὡς ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγευλεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποβλέποντες εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, χωρὶς νὰ ἑρμηνεύουν κατὰ γράμμα τὸ κείμενον τοῦ συντάγματος, διότι τότε θὰ ἦτο ἀλλοία ἡ γνώμη αὐτῶν, ὑπεστήριξαν ὅτι δύναται βέβαια νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον νὰ τὸ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὑπεστήριξα δὲ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐκεῖ θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ ζήτημα. Νὰ ὑποβληθῇ δηλ. ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ ἔδιδε ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀνεγράφοντο εἰς ἓν ἑνιαῖον κείμενον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐθεωρεῖτο κατεπεῖγον καὶ νὰ ἐψηφίζετο εἰς μίαν ἀνάγνωσιν μὲ ἰσχὺν καθαρῶς ἀναδρομικὴν ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἔληγεν ἡ προθεσμία αὕτη. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ μόνη λύσις ἡ ὁποία θὰ ἔσωζε τὰ νομικὰ προσχήματα. Τώρα ὁ κ. Παπαναστασίου, ἐνῷ ἐκόπτετο εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν διάταξιν ταύτην, τώρα μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν δέχεται ἀνατρέπει τὸ τέκνον του, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰς σιωπηρὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν καὶ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν. Διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῶμεν μίαν παρέκκλισιν, διατὶ νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν περαιτέρω μόνον τὰς συνεδριάσεις καὶ τίποτε ἄλλο; Αὐτὸ θὰ ἦτο συμφερώτερον. Ἀλλὰ νὰ μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ὁρίζει τὰς διακοπάς, ὅταν ὑπάρχει τοιαύτη σιωπηρά, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἐγκρίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Βοζίκην ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ διακοπῇ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς περιελήφθη καὶ περιλαμβάνεται πάντοτε τὸ σύνολον τῶν ἡμερῶν κατὰ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν εἶναι ἀπόφασις αὐτῆς. Ὅταν ὅμως διακόπτει Βουλὴ τὴν πρώτην Νοεμβρίου διὰ τὰς 15, ἀλλὰ τὴν 15ην δὲν ἀρχίζει πραγματικά, ἀλλὰ ἀρχίζει τὴν 22αν, νομίζω ὅτι ἡ διακοπὴ εἶναι ἀπὸ 1ης μέχρις 22 καὶ οὐχὶ ἀπὸ 1ης μέχρις 15. Ὁ κ. Βοζίκης, λεπτομερέστερος καὶ προνοητικώτερος, εἶπεν: ἂς δώσωμεν μίαν τοιαύτην ἑρμηνείαν.
§98Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἴπατε καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν δέχομαι ἀπολύτως, ὅτι «ἂν γίνῃ σεισμός...» Ἀλλὰ γνωρίζετε πολὺ καλά, κ. Ὑπουργέ, διότι εἶσθε διακεκριμένος νομικός, ὅτι τότε ἔχομεν μίαν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν ἐνῷ ἐδῶ ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἔχομεν σχετικὴν ἀδυναμίαν, καὶ τὴν σχετικὴν ἀδυναμίαν οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ τὴν χρησιμοποιήσωμεν ὡς βάσιν διὰ νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν βάσιν τοῦ συντάγματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν διατυπώνω καθαρῶς ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἢ ὄχι αὐτὸ μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐντελῶς. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ καθιερώσῃ τώρα κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ συντάγματος ἑρμηνείαν ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ γράμματος αὐτοῦ.
§99Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων ὡς ἐμφανίζονται σήμερον, φαντάζομαι ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεμία ἀντίρρησις, ἀλλ’ ὁ φόβος εἶναι ἄλλος. Εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἐξοικονομήσεως ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀριστερὰν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καθιερωθῇ μία ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμοποιῆται εἰς ἄλλας περιστάσεις ὄχι διὰ τὴν ἐξοικονόμησιν τῆς καταστάσεως ὅπως εἶνε πράγματι σήμερον, ἀλλὰ διὰ παραβάσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐκ προθέσεως θὰ θέλῃ νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν θέλει νὰ περιορίσῃ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐκτάκτου δικαιώματος τὸ ὁποῖον τῆς χορηγεῖ εἰς ὅλας τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὑπὸ πολὺ στενοὺς καθωρισμένους ὅρους. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος εἶναι οἵα ἀναφέρεται, εἶναι σαφὴς ἐξ αὐτοῦ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νὰ δώσωσιν ἄλλην ἑρμηνείαν ἐκείνης, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ συντάγματος, αἰσθάνονται ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν δώσωσιν ἐκ καταστάσεως ἀνάγκης καὶ ὄχι διότι πιστεύουν πράγματι εἰς αὐτήν· διότι ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, μεταφέροντος εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας τῶν νομομαθῶν, ὡμολογήθη ὅτι αὕτη δικαιολογεῖται ἐκ τῆς σκοπιμότητος, «καὶ μάλιστα ἐγένετο χρῆσις ἑνὸς ὑπολογισμοῦ», utilitatis causa τῶν προθεσμιῶν...
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). utiliter.
§101Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἔστω, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐννοηθοῦν ὡς προθεσμίαι νομικαί, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἀπώλεια ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ ὄχι εἰς προθεσμίας τῶν ὁποίων ἡ παρέλευσις ἄνευ τῶν συνεπειῶν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας ὅταν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀπαντήσεως ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς τὴν utiliter τῆς προθεσμίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ προθεσμίαι τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων δημοσίας τάξεως ὅπως εἶναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑπολογίζωνται κατ’ ὠφέλιμον ἑρμηνείαν. Ἡ παραβολὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος πρὸς ἄλλας διατάξεις αἱ ὁποῖαι λέγουν περὶ προθεσμιῶν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρονται ῥητῶς αἱ ἐξαιρέσεις, πείθει ὅτι ἐν προκειμένῳ οὐδεμία παραβολὴ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἄρθρον 77, διότι ἐκεῖ ὅπου τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διαγραφὴν τῆς παρόδου τῆς προθεσμίας, τὸ ὥρισε ῥητῶς καὶ τὸ ὥρισε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 32 ὅπου δὲν ὑπολογίζει εἰς τὴν πρόοδον τῆς προθεσμίας τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 46 ὅπου δὲν ὑπολογίζει εἰς τὸ τρίμηνον, τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς διαρκείας τῶν συνεδριάσεων τῶν τακτικῶν συνόδων, τὰς πέραν τοῦ ὀκταημέρου διακοπάς. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας πείθει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσι αἱ διακοπαί, διότι σήμερον ἂν σκεφθῇ τις ὅτι τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς τακτικῆς συνόδου διαρκεῖ μόνον ἐπὶ τρίμηνον, καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν προθεσμίαν δὲν ὑπολογίζονται αἱ πέραν τοῦ 8ημέρου διακοπαί, τότε ἡ Κυβέρνησις, διαθέτουσα ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πλειοψηφίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ τρίμηνον μὲ ὀκτὼ μικρὰς διακοπὰς μὴ ὑπολογιζομένας εἰς τὸ τρίμηνον τοῦτο, καὶ θὰ ἠδύνατο ἐπὶ ὁλόκληρον τριετίαν νὰ διοικῇ διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἀνεξελέγκτως. Τοῦτο θὰ ἔπειθεν ὅτι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἀποπειρῶνται κατ’ ἀρχὴν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ ἄρθρον 77 ἄγει εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς 4μήνου προθεσμίας τὸ ἄρθρον 77. Εἶπον ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις. Βεβαίως διερχόμεθα μίαν μεταβατικὴν περίοδον καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις τοῦ Αὐγούστου ἐδόθη πρὸς διόρθωσιν τῶν πρὸ τῆς μεταβατικῆς περιόδου ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει διαπραχθέντων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ μεταβατικὴ αὕτη περίοδος ἔχῃ ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, αὐτὸς εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ ἑδραίωσις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο κατὰ ταύτην τὴν μεταβατικὴν περίοδον νὰ διαπραχθῇ τι τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς αὐτὸ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τὴν δι’ αὐτοῦ καθιερουμένην ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἐὰν λέγω, κατά ταύτην τὴν περίοδον πρόκειται ὄχι νὰ ἑδραιωθῇ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ὄχι νὰ ἀποτραπῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ διάπραξις ἐκείνων τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ καθιερωθῇ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ κατοχύρωσις ἡ συνταγματική, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι αὕτη εἰς οὐδὲν θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ.
§102Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, πρέπει νὰ γίνῃ μία διάκρισις. Ἢ θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει κατὰ τὴν γραμματικὴν καὶ λογικὴν ἑρμηνείαν, ἢ θὰ θελήσωμεν νὰ εὕρωμεν διέξοδον, ἀφοῦ τὸ ζήτημα περιεπλέχθη μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσωμεν νὰ εὕρωμεν διέξοδον, τότε συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ εὕρῃ τὴν διέξοδον διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γράμματος, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅτι εἰς τὸ τεράμηνον δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ διακοπαί. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἄλλο τὸ ζήτημα τώρα, πῶς κατεσκευάσθη αὕτη, ὑπὸ ποίων κατεσκευάσθη, πῶς εἰσῆλθεν ὁ κοινοβουλευτικὸς μανδύας εἰς τοὺς στρατῶνας τοῦ Ρούφ, πῶς ἐρράφη εἰς τὴν Βουλήν, πῶς κατόπιν προσεφέρθη ἡ τότε Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποσπασθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς σύνταξιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ 16 ἀνθρώπων καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἔχει. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Συνέβησαν, Κύριοι, εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν ὅμοια πράγματα, ὅτε ὁ Ναπολέων, εἰρωνευόμενος ὅτι ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα μὲ τὰς θεωρίας τοῦ Ρουσώ, ἔλεγε: «πολὺ καλαὶ θεωρίαι». Καὶ πιθανὸν αἱ θεωρίαι ἐκεῖναι, ὡς θεωρίαι νὰ ἦσαν ἄρισται, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἦσαν δυσεφάρμοστοι, — καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὅπως λέγει, ἐκ τοῦ προχείρου ὁμιλῶν, ὁ Μπλάν, εἰς τὴν τράπεζαν τῆς κοινῆς σωτηρίας εἶχον τὰ συγγράμματα τοῦ Ρουσὼ καὶ ἐθεώρουν τὰς φαντασιοπληξίας του ὡς δογματικὰς ἀληθείας —, δι’ αὐτό, λέγω, τὸ Σύνταγμα αὐτὸ διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τῆς Γαλλίας δὲν ἐφηρμόσθη καθόλου καὶ ἦλθε κατόπιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1893, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ δὲν ἐφηρμόσθη. Ὑπὸ τοιούτους, λοιπόν, ὅρους συνετάχθη καὶ τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητοῦμεν τὴν ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι σαφεῖς....
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποῖον συνετάχθη;
§104Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μὰ τὸ εἶπα. Δὲν εἶναι εὔκολος, Κύριοι, ἡ σύνταξις τῶν Συνταγμάτων καὶ δὲν εἶναι ἔργον παντός. Ἀπαιτοῦνται μακραὶ μελέται καὶ μεγάλη προσοχή, καὶ ἀτμόσφαιρα διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ὅτε συνετάχθη τὸ Σύνταγμα αὐτό. Τί λέγει, Κύριοι, τὸ ἐπίμαχον ἄρθρον 77; Δίδεται ἐξουσιοδότησις, διότι προτήτερα ἐγένετο νοσφισμός, ἀνάθεσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἠθέλησαν νὰ καταργήσουν, τρόπον τινά, τὴν αὐθαιρεσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία συμβαίνει συχνότατα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις, ὅπως ἐγένετο, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, καὶ δὲ πρέπει νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, διότι εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις. Ἐκδίδει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἓν Νομοθ. Διάταγμα, δηλ. Διάταγμα νομοθετικοῦ περιεχομένου ὑπὸ αἵρεσιν, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα: (ἀναγινώσκει) «μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι». Τὸ «μόλις» αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖον. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνέταξε τὸ Σύνταγμα, ὅπως τὸ συνέταξε, θὰ ἐνόμιζεν ἴσως ὅτι πρόκειται περὶ 2, 3, 5, 10 νομοθετημάτων. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ὅμως ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθοῦν νομοσχέδια, ὅσα ἔχει ἡ σημερινὴ Ἡμερησία Διάταξις. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι: Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διαβάσετε ὄχι τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ τοὺς τίτλους μόνον τῶν νομοσχεδίων τῆς σημερινῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Προκαλῶ πάντα ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἐμελέτησε τοὺς τίτλους τῶν νομοσχεδίων, ὄχι τὰ νομοσχέδια. Ἐνόμισαν τότε ὅτι θὰ ἦσαν 5, 10 νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ εἶπον «μόλις κλπ.» Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἠρτημένον καὶ μετέωρον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, εἶπον ὅτι μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι, νὰ εἰσαχθοῦν ἐντὸς 4 μηνῶν εἰς αὐτὴν, ἐργαζομένην ἄνευ διακοπῆς, καὶ νὰ κυρωθοῦν ἢ νὰ ἀκυρωθοῦν. Εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἄλλη ἑρμηνεία; Ἀλλ’ ἐπικουρικῶς, χάριν τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 32. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἄλλην ἑρμηνείαν ἐκεῖ; Ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34. Ποῖαι εἶναι αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34; «Πρότασις νόμου κλπ.» (ἀναγινώσκει). Κατωτέρω δὲ ἔχομεν καὶ ἄλλας προθεσμίας. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 31 ἔχει ἄλλην προθεσμίαν. Ἐδῶ λέγει τὸ ἄρθρον 32 ὅτι ἀναστέλλονται ἐν περιπτώσει διακοπῆς αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34. Ἔχομεν, λοιπόν, σαφῆ τὴν διάταξιν τοῦ τί θέλει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης εἰς τὸ ἄρθρον 32. Ἔχομεν κατόπιν τὸ ἄρθρον 46, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει) «ἡ διάρκεια ἑκάστης κλπ.». Ἐδῶ ποὺ ἠθέλησε νὰ μὴ ὑπολογίζηται ἡ διακοπή, τὸ λέγει. Ἐδῶ δὲν ἠθέλησεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ θελήσῃ, δεδομένης τῆς φύσεως τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ὅτι εἶναι δυνατὴ μία ἀπεμπόλησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὁ κ. Σωτηριάδης, περὶ τοῦ ἄρθρου 77, ἐγὼ τὰ θεωρῶ, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν λέξιν, ἀερώδη. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις. Στέλλονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ Ν. Δ., τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ Κυβέρνησις, διότι κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὰ Κόμματα, ἀναλόγως τῆς δυνάμεώς των, δίδουν τὰ μέλη εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ὡς ἔχουσα ὅμως τὴν πλειοψηφίαν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Καὶ ποῦ καταλήγομεν τότε; Καταλήγομεν εἰς τὸ «ὁ Γιάννης κερνᾷ καὶ ὁ Γιάννης πίνει». Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τοῦ Καποδίστρια; Ἔστελλεν εἰς τὴν Γερουσίαν Διατάγματα, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι κατὰ γνώμην τῆς Γερουσίας, ἔστελλε τὰ Διατάγματα εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς καὶ ἀειμνήστους ἐκείνους ἄνδρας, ἀλλ’ ἀπαιδεύτους, οἱ ὁποῖοι ἅμα τὰ ἐλάμβανον, ἠρώτων «τί λέγει ὁ Μπάρμπα–Γιάννης. Τὰ δέχεται;» Τὰ ἐπέστρεφον καὶ ἔπειτα ὁ Καποδίστριας ἔλεγε: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν». Δι’ αὐτὸ ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν ἡ παροιμία «Γιάννης κερνᾷ καὶ Γιάννης πίνει», τὸ ὁποῖον παρῴδησε τελευταίως ὁ Κολοκοτρώνης. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ἔχει καὶ εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Κάμνει Διατάγματα καὶ τὰ στέλλει εἰς τὰς Ἐπιτροπάς καὶ ἔρχονται ἐδῶ 300 νομοσχέδια μὲ ἐφάπαξ συζήτησιν. Τὰ παλαιὰ Συντάγματα, καὶ τοῦ 1911 ἀκόμη, τὸ ὁποῖον συνετάχθη μὲ τὰς νέας θεωρίας αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν ἀπὸ τότε—διότι ἀπὸ τότε ἠρχίσαμεν νὰ στραβοπατῶμεν μὲ τὰς νέας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐδιόρθωσαν! —καὶ τὸ Σύνταγμα, λοιπόν, τοῦ 11 ἀκόμη δὲν μετέβαλε τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως. Εἴχομεν τρεῖς συζητήσεις. Μίαν κατ’ ἀρχὴν καὶ δύο κατ’ ἄρθρον. Σήμερον ἔχομεν τὴν ἐφάπαξ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι αἰφνιδιασμός, Κύριοι. Ἐξορκίζω τοὺς κ. Βουλευτάς νὰ μοῦ εἴπουν ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσουν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν λέγομεν «Ἐφάπαξ συζήτησις. Δεκτόν» καὶ φεύγομεν καὶ τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ διαβάζομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἓν νομοσχέδιον, περιεχομένου σοβαρωτάτου ἐγένετο νόμος! Ἑπομένως σήμερον ἐκχωροῦμεν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις κάμνει ἓν νομοσχέδιον, τὸ στέλλει εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ φέρει εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐφάπαξ συζήτησιν καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν περνοῦν εἰς τὰς 4 τὸ πρωΐ, διότι ἔχομεν τὸν ἄλλον νεωτερισμὸν τῆς καταργήσεως τῆς ἀπαρτίας, καὶ παρόντων 10 Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ τὰ ψηφίζει: «Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη». Αὐτοὶ εἶναι οἱ νεωτερισμοὶ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἂς εὐχηθῶμεν, νὰ εἶναι βραχύβιον πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος. Καταλήγων, λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν διακοπάς, ἀλλὰ θὰ λάβωμεν συνεχῆ τὸν χρόνον τῶν 4 μηνῶν, ἀλλὰ ἐὰν θέλετε ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν ἐφαρμογήν, κάμετε οἱανδήποτε ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαλδάρης.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἔρχεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε καὶ ἀνέπτυξα τότε τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔλαβα δὲ ἀφορμήν, οὔτε ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ μεταβάλω τὰς γνώμας μου ἐκείνας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμε τὸν παραλληλισμὸν τῶν ἐκτελεστικῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδίδοντο πρὸ τοῦ νέου Συντάγματος παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τῶν Νομ. Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ νέου Συντάγματος. Τὰ Νομ. αὐτὰ Διατάγματα εἶναι Ν. Διατάγματα ἀκανόνιστα. Δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία προβλέπει περὶ τοιούτων Νομ. Διαταγμάτων. Εἶναι Νομ. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἀνακύπτουν εἰς ὑπερτάτας καὶ ἐξαιρετικὰς ἀνάγκας καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, οἰκειοποιεῖται τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικήν. Τὰ Διατάγματα αὐτὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυρα, τελείως ἄκυρα. Καὶ διατί; Τὰ Νομ. αὐτὰ Διατάγματα ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει δύο πράγματα νὰ ἀποφασίσῃ. Πρῶτον νὰ ἀπαλλάξῃ ἢ νὰ μὴ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν κατάχρησιν τὴν ὁποίαν εἶχεν κάμει κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ περιβληθῇ τὴν δύναμιν τοῦ νόμου. Τὸ πρῶτον εἶναι ἄλλο καὶ ἄλλο τὸ δεύτερον. Δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι οἰκειοποιεῖται τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ δύναται ἀφ’ ἑτέρου καὶ νὰ μὴ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα· ὥστε αἱ δύο αὐταὶ πράξεις εἶναι ἐντελῶς διακεκριμέναι. Καὶ διὰ νὰ δώσῃ ἰσχὺν νόμου ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐψήφιζε τὰ Διατάγματα αὐτὰ κατὰ τοὺς κανόνας κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐψήφιζε καὶ ἕνα ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Διατάγματος, ἦτο πρόδηλος ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς ὅτι ἀποδίδει δύναμιν ἀναδρομικήν. Οὕτως εἶχε πρὸ τοῦ νέου Συντάγματος τὸ ζήτημα, ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι καὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ πλήρης ἄφεσις ἁμαρτιῶν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἠδύνατο νὰ δοθῇ δηλαδὴ ἄφεσις εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καὶ εἰς ἐξαιρετικὰς ἀνάγκας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ὅταν δηλ. ἐπενέβαινε τὸ Κράτος εἰς ρύθμισιν σχέσεων ἰδιωτικῶν. Παρουσιάζεται τουτέστι εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοθετικοῦ κύρους εἰς πράξεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τοιουτοτρόπως ἠδύνατο νὰ νομοθετῇ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, νὰ διορθώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἐτέθη ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77. Ἠθέλησε ὅπως εἰς τὰ Διατάγματα περιβάλλει τὴν ἄσκησιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας μὲ ὡρισμένας διατυπώσεις, μὲ προθεσμίας περιωρισμένας. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔθεσε πρὶν ἢ ἔλθει τὸ Νομοθετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα πρὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπέβαλε καὶ ἄλλους. Ἠθέλησε νὰ γνωρίζῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἐξαιρετικὸν ἐκεῖνο θέμα τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὴν ἀργίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θὰ ἠδύνατο νὰ ρυθμίσῃ, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἡ εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν σημαίνει ὅτι σᾶς δίδω τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδίδῃς Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλ’ ἡ εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις ἐδόθη πρὸς ρύθμισιν εἰδικῶν θεμάτων. Εἶχε, λοιπὸν ὑπ’ ὄψει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ποῖα εἶνε τὰ θέματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία καὶ ἀκόμη καθορίζει δύο ἐπιτροπὰς ἐκ δέκα Βουλευτῶν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν Ν. Σωμάτων καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν μίαν μικρὰν Βουλήν, ἀρκετὰ ἰσχυράν, ἵνα ἐκπροσωπῇ τὰ δύο Νομοθετικὰ Σώματα. Καὶ ἀκόμη δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἔπρεπε τὰ Διατάγματα αὐτὰ νὰ γίνωσιν ἀντικείμενον ἐξετάσεως καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς τῆς Γερουσίας, προσέθεσεν δὲ ὅτι, ἐὰν δὲν προλάβουν τὰ δύο Σώματα νὰ κυρώσουν τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν, τοὐλάχιστον τὸ ἓν Σῶμα, ἔπρεπε νὰ ἀκυροῦνται. Τονίζω αὐτὰς τὰς διατάξεις, διότι ἐκ τούτων καταδείκνυται ὅτι τὸ Σύνταγμα μετὰ πάσης φειδοῦς ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἀσκήσῃ τὴν Νομοθετικήν, ἔστω καὶ ὑπὸ αἵρεσιν. Ἔπρεπε, λοιπόν, ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν νὰ ἔλθουν τὰ Διατάγματα ἐνώπιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διότι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία πρὸς ἀποφυγὴν οἱουδήποτε ἐλέγχου ἠδύνατο νὰ φέρῃ οἷον δήποτε πρόσκομμα ἤθελε. Ἠδύνατο αἴφνης νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἐφόσον θὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὰ ἄλλα Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ κυρώσῃ δίδουσα ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς αὐτά. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ γίνεται περαιτέρω ἐξέτασις τῶν πράξεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἄνευ τῆς κυρώσεως πλέον αὐτῶν ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει τίποτε περὶ διακοπῶν, ἀλλὰ λέγει: Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν ὑποβάλλονται τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἰς τὰς Βουλὰς πρὸς κύρωσιν. Τὸ συμπέρασμά μας, λοιπόν, εἶναι ὅτι, ἐφόσον τὰ Διατάγματα αὐτὰ δὲν ἐκυρώθησαν ἐντὸς τοῦ τετραμήνου, εἶναι ἄκυρα. Τὴν ἑσπέραν ταύτην εἷς ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων ἐπεκαλέσθη, καὶ πολὺ ὀρθῶς, τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας ὅταν πρόκειται περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ διακοπὴ αὕτη δέον νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸν χρόνον τοῦ τετραμήνου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔλαβε διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, εἰδικὰ μέτρα, ὥρισεν ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν θὰ ὑπελογίζετο εἰς τὸ τετράμηνον, ἐφόσον ἡ διακοπὴ δὲν θὰ ἦτο μακρᾶς διαρκείας, δηλ. ὥρισεν ὅτι δὲν ὑπολογίζονται αἱ διακοπαὶ αἱ πέραν τῶν 8 ἡμερῶν. Εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὥρισεν ἄλλας διακοπάς. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ὥρισεν τίποτα περὶ τοῦ χρόνου τῶν διακοπῶν, ἀλλὰ εἶπεν ὅτι εὐθὺς μετά τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν ἐντὸς 4 μηνῶν πρέπει νά κυρωθῶσιν ἢ νὰ μὴ κυρωθῶσιν τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας Νομοθετικὰ Διατάγματα, δὲν δυνάμεθα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ τὰ κυρώσωμεν. Εἶναι ταῦτα κανονικῶς ἄκυρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἐάν ἐντὸς 4μήνου αὐτὰ δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, σημαίνει ὅτι τὴν ἔγκρισιν τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ τὴν αἴρει καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν Διατάγματα μὲ νομοθετικὸν περιεχόμενον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ὀρθῶς ἔπραξε κατὰ τοῦ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, διότι θὰ ἦτο ἐντελῶς ἄτοπον νὰ ἀφήνωμεν αὐτὰ τὰ νομοθετικοῦ περιεχομένου Νομοθετικὰ Διατάγματα νὰ ἰσχύσουν ἐπ’ ἄπειρον καὶ νὰ ἔλθῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα μεθαύριον καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν τὰ δέχομαι αὐτά. Εἶναι αὕτη καὶ πρᾶξις ἡ ὁποία θὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον ἀληθῆ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, τόσον κατὰ τὸ ρητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἀπολύτως λέγει, ὅσον καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτῆς, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἴτε εἰργάσθη εἴτε δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλή, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τετραμήνου ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα εἶναι ἄκυρα. Καὶ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔθιξε μίαν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν καὶ εἶπεν ὅτι «Μά, Κύριοι, δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπανελήφθησαν μὲν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἕνεκα ἐκτάκτων περιστατικῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συνεχισθῶσι καὶ παρῆλθε τὸ τετράμηνον, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦτο;» Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καταργήσητε τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Θὰ τὴν ἀφήσετε νὰ ἰσχύσῃ ὅπως εἶναι. Τί θὰ γίνῃ; Ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο ὡς ἐὰν ἐψηφίζοντο ἐντὸς 4 μηνῶν. Εὐτυχῶς ὑπάρχει εὐχέρεια μεγίστη, νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν σπανιωτάτην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύναται ἐξ ἀπροόπτου λόγου ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, χωρὶς νὰ παραδῶμεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον εἶναι ἔκτακτον, ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν Νομοθ. Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε μία ἀνώμαλος περίστασις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ φέρῃ εἰς ψήφισιν ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς τακτικῆς ὁδοῦ, ἠθέλησε νὰ τὰ φέρῃ διὰ τῆς ἐκτάκτου ὁδοῦ. Διὰ τοῦτο ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὰ διάφορα ταῦτα Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς ἀνωμάλου περιόδου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ καὶ ἔλεγεν ἂς τὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, δὲν θὰ παρουσιάζετο αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία. Θὰ ἐψηφίζοντο ὅπως ψηφίζεται πᾶς νόμος. Δὲν πρέπει συνεπῶς ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία παρουσιάζεται νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἐσφαλμένως, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα προηγούμενον διὰ τὴν ἑπομένην περίοδον, ὅταν δὲν θὰ παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη. Πρέπει, ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν ὁδὸν καὶ νὰ φέρῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κανονικῶς, σεβομένη οὕτω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἐγένετο δὲ ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο λάθος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλήφθη κἄποια πρόνοια ἐν τῷ παρελθόντι, ἵνα μὴ συμβῶσιν ὅσα συμβαίνουσι σήμερον, ἀλλὰ ἡ διάλυσις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐματαίωσε τὴν πρόνοιαν αὐτήν. Ἐὰν ἐτίθετο μία μεταβατικὴ διάταξις εἰς τὸ σχετικὸν ψήφισμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔλεγεν ὅτι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα τῆς ἀνωμάλου περιόδου, ἀλλὰ μόνον τῆς ἀνωμάλου περιόδου, θὰ ἔλθωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κυρωθῶσι, δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐλήφθη, λοιπόν, ἀληθῶς μία τοιαύτη πρόνοια, ἀλλὰ ἴσχυσε μόνον ἐφόσον διετηρεῖτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐλήφθη καὶ συνταγματικῶς, ἀλλὰ δὲν διετηρήθη. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: Λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς πρέπει νὰ παραβιάσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τὸ μέλλον ἕνα προηγούμενον; Ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τοῦτο καὶ εἴδατε, μὲ τὴν γνώμην τὴν ἀντίθετον ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη, πόσα ἐγεννήθησαν νέα ζητήματα ἄγνωστα τὰ ὁποῖα δὲν προκύπτουν καθόλου ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, «Δὲν θὰ ὑπολογισθῶσιν αἱ διακοπαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ διατί τάχα θὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ὑπολογίζονται αἱ διακοπαί, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; Τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἢ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ὀφείλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν; Πρέπει τότε νὰ ὑπολογισθῶσι καὶ ἄλλαι διακοπαί, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπολογισθῶσι. Τί θὰ κάμωμεν τότε; Θὰ καταλύσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος; Θὰ φθάσωμεν τότε εἰς μίαν νέαν αὐθαιρεσίαν, διότι θὰ ὑπολογίσωμεν ὡς διακοπὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁρίζει ἡ Βουλὴ καὶ δὲν θὰ ὑπολογίσωμεν ὡς διακοπὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας δὲν ὁρίζει ἡ Βουλή. Ἑπομένως, ἢ θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πᾶσαν οἱανδήποτε διακοπὴν τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διακοπὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑπολογίζει μόνον τὸ Σύνταγμα δι’ ἑκάστην Σύνοδον. Διατί τάχα, ὅταν συνεπείᾳ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν κατὰ τὰς δύο ἡμέρας, τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακήν, διατί δὲν θὰ ἔλθῃ μία ἄλλη Βουλὴ νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ αὐταὶ εἶναι διακοπαὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν; Θὰ συνίστων, λοιπόν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ δημιουργήσῃ ἓν τοιοῦτον κακὸν προηγούμενον, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα, ὥστε νὰ ἀποφευχθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵτινες οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ μία καταστρατήγησις, ἧς αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι πάντοτε ἄγνωστοι, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ἐπικίνδυνοι.
§107Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ὁ ἑξῆς συμβιβασμός. Τὰ Διατάγματα τῆς δικτατορίας δὲν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ Συντάγματος καὶ συνεπῶς δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτὰ περιορισμός, διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ἡ Βουλὴ κατόπιν εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, κατὰ τὴν διάρκειαν ὡρισμένης περιόδου· διὰ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξεδόθησαν οὕτω, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχουν περιορισμοί. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν θὰ ψηφισθοῦν εἰς μίαν ἢ δύο ἀναγνώσεις. Αὐτὸ δύναται νὰ τὸ κανονίσῃ ἡ Βουλή. Θὰ ἰσχύσουν δι’ αὐτὰ αἱ εἰδικαὶ διατάξεις τῶν ἄλλων νομοθετικῶν μέτρων. Δι’ αὐτὰ δυνάμεθα, εὑρίσκοντες τρόπον συμβιβασμοῦ πάντοτε, νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν τῶν περιορισμῶν τοῦ Συντάγματος — ἐννοῶ τὰ Διατάγματα τὰ δικτατορικὰ — καὶ νὰ μὴ θεωρήσωμεν δι’ αὐτὰ ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἴσχυε διὰ τὰ δικτατορικὰ Διατάγματα τὸ ψήφισμα τῆς 18ης Φεβρουαρίου. Δὲν ἐφαντάζετο ἡ Συνέλευσις ὅτι θὰ διελύετο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἔφθανεν εἰς ἀτοπίαν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιέλαβε διάταξιν ἀφορῶσαν τὰ δικτατορικὰ Διατάγματα. Συνεπῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ εἰς Νομοθετικὰ Διατάγματα δικτατορικὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§109Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὰ δικτατορικὰ Διατάγματα δὲν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπάγονται εἰς περιορισμόν, ἄρα δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτὰ περιορισμός, ἐκτὸς ἐὰν ληφθῶσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν καὶ διὰ τὰ Νομοθετικά. Ἐὰν ὑπῆρχον περιορισμοί, ἐφόσον ὑπάγονται εἰς τὴν νομοθετικὴν ὕλην δύναται νὰ τὰ κανονίσῃ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀφορῶντα τὴν παροῦσαν κατάστασιν τὰ ἐκδοθέντα κατ’ ἐξουσιοδότησιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ εἶναι ὀλίγα καὶ δι’ αὐτὰ δύνανται νὰ ληφθῶσι μέτρα. Νομίζω τοιαύτη εἶναι ἡ λύσις, ἡ ὁποία συμβιβάζει καὶ ἐξοικονομεῖ τὰ πράγματα καὶ οὕτω εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα εὐκόλως, τὰ δὲ ἄλλα νὰ ἐξοικονομηθῶσι δι’ ἄλλων μέτρων.
§110Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Καὶ πρὸ ἡμερῶν, κ. Βουλευταί, ὅταν ἐγεννήθη ἐξ ἀπροόπτου καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο, διεφώνησα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ διδομένην ἑρμηνείαν ἐπὶ τῆς φύσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, καὶ σήμερον, ἐξακολουθῶ νὰ διαφωνῶ. Δὲν εὗρον ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως κανένα λόγον ἱκανὸν νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι δὲν δύνανται παρὰ νὰ λογισθῶσιν ὠφελίμως αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν συγκεφαλαιώσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἑρμηνείας, ὅτι αἱ προθεσμίαι εἶναι τακτικαί, θὰ ἴδωμεν ὅτι στηρίζονται εἰς δύο κυρίως ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι ἐπειδὴ εἰς ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται ὅτι δὲν ὑπολογίζονται αἱ διακοπαί, ἐπειδὴ δηλαδὴ προκειμένου περὶ τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 32 ὁ νομοθέτης ὁρίζει ὅτι δὲν συνυπολογίζονται αἱ διακοπαί, δὲν ὁρίζεται δὲ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 77, συνέπεται κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς κυρώσεως τῶν Ν. Δ. ἡ τετράμηνος προθεσμία τοῦ ἄρθρου 77 ἡ προθεσμία τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως αὐτῶν, δὲν θὰ ὑπολογισθῇ ὠφελίμως ἀλλὰ θὰ τρέχῃ ἄνευ διακοπῶν. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς ἢ δυσμενῶς, πρέπει δηλαδὴ ἡ ἀμφιβολία νὰ ἑρμηνευθῇ κατὰ τῶν Ν. Δ. πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ νομοθέτης δυσμενῶς ἔχει καὶ μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν τὰ ἀνέχεται. Εἰς αὐτὰ τὰ δύο ἐπιχειρήματα συνοψίζονται ὅλα ὅσα ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἑρμηνείας. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι τὸ καλούμενον ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ὅπως δὲ γνωρίζετε ὅσοι εἶσθε νομικοί, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα ἑρμηνευτικὰ μέσα, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ἀπὸ τὰ ἀσθενέστερα, εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνον, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ τῶν ἑρμηνευτῶν τὸ καταδικάζουν τελείως. Κατὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅπου ὁ νόμος ἀποφαίνεταί τι πρὸς ὡρισμένην περίπτωσιν σιωπᾷ δὲ εἰς τὰς λοιπὰς περιπτώσεις, θεωρεῖται ὡς ἀποφαινόμενος τὸ ἀντίθετον διὰ τὰς λοιπὰς ταύτας περιπτώσεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχειρήματος. Ἐφαρμόζοντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμφωνοῦντες, προβαίνουσιν εἰς τὸν ἑξῆς συλλογισμόν. Λέγουσι δηλαδή: Ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα καθορίζει ὅτι αἱ προθεσμίαι ἐντὸς τῶν ὁποίων ψηφίζονται οἱ νόμοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἀναστέλλονται κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, δὲν ὁρίζει δὲ τὸ αὐτὸ προκειμένου περὶ τῶν ἐν ἄρθρῳ 77 τοῦ Συντάγματος προθεσμιῶν τῆς κυρώσεως τῶν Ν. Δ., συνάγεται κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας τὸ συμπέρασμα ὅτι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου 77 νὰ τρέχουν κατὰ τὰς διακοπάς. Εἶπον ἤδη, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς καλούμενον, μικρὰν ἔχει ἑρμηνευτικὴν ἀξίαν, τόσον δὲ μικρὰν ὥστε πολλοὶ τῶν συγγραφέων ὑποστηρίζουσιν ὅτι δὲν πρέπει καθόλου νὰ γίνεται χρῆσις αὐτοῦ ὡς ἐλάχιστα μὲν ὠφελίμου συχνότατα δὲ ἐπικινδύνου καὶ δυναμένου νὰ ἀγάγῃ εἰς πλάνας σοβαράς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δύναται ἄραγε τὸ ἀσθενὲς τοῦτο ἐπιχείρημα νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐν προκειμένῳ; Εἶναι ἆραγε διάφορος ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 30 ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 77; Νομίζω ὄχι. Φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ δύο διακεκριμένων περιπτώσεων, ἀλλὰ περὶ τῆς αὐτῆς περιπτώσεως. Ὑποστηρίζω ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ ἄρθρον 77 πῶς ὑπολογίζονται αἱ προθεσμίαι, διότι εἶχεν ἤδη ἐκφρασθῆ γενικῶς περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν ἄρθρῳ 32—ἐν ἄρθρῳ 32 τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν Ν. Σωμάτων ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθ. 30 καὶ 34—ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης. Τὸ Σύνταγμα διὰ ταύτης ὁρίζει ὅτι δὲν ὑπολογίζονται αἱ διακοπαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34. Ἐξ αὐτῶν τὸ 34 κανονίζει τὰς προθεσμίας τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ 30 κανονίζει τὰς προθεσμίας τῆς ψηφίσεως τῶν Νόμων ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ἀλλὰ ποίων Νόμων; ὡρισμένων νόμων; Ὡρισμένης κατηγορίας Νόμων; Ὄχι, Κύριοι, κανονίζει τὰς προθεσμίας ὅλων τῶν Νόμων. Ὡς θὰ παρατηρήσῃ ὅστις θέλει μετὰ προσοχῆς νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα, ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 30 κανονίζονται αἱ προθεσμίαι ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ δύο σώματα θὰ ψηφίζωσι τοὺς Νόμους καὶ αἱ συνέπειαι τῆς παρελεύσεως τῶν προθεσμιῶν τούτων, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 49 κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς καταθέσεως, συζητήσεως καὶ ψηφίσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις τρόπος ἰσχύει ὁ αὐτὸς καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο τούτων ἄρθρων προκύπτει ὅτι οἱοσδήποτε μὲν Νόμος θὰ ψηφισθῇ ἐν ἑκάστῳ σώματι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 49, αἱ προθεσμίαι δὲ κατὰ τὰς ὁποίας θ’ ἀποφανθῇ ἕκαστον Σῶμα θὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 30. Οἱοσδήποτε Νόμος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, διότι οὐδεμίαν ἀναγράφει ἐξαίρεσιν τὸ ἄρθρον 30, οἱοσδήποτε Νόμος, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάγεται εἰς τὰς προθεσμίας ταύτας. Εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ὁ Νόμος εἶναι ἐκ τῶν ψηφιζομένων εἰς μίαν ἢ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν εἰσάγῃ νέας νομοθετικὰς διατάξεις ἢ τροποποιῇ ὑπαρχούσας. Εἶναι ἀδιάφορον ἐπίσης ἂν ὁ Νόμος εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἢ ἀνήκει εἰς τοὺς εἰδικοὺς ἐκείνους νόμους τοὺς ἀποβλέποντας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων, ἢ εἰς τὴν κωδικοποίησιν ὑφισταμένων διατάξεων, ἢ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν καταργηθέντων Νόμων. Εἰς πάσας ταύτας τὰς περιπτώσεις, εἰς ὅλας δηλαδὴ τὰς περιπτώσεις, εἰς ὅλα τὰ Νομοσχέδια, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 30, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ ἄρθρον 32 ὑπολογίζονται utiliter ὠφελίμως, ἤτοι ἄνευ τῶν διακοπῶν ἐκτὸς ἂν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἄλλως ὥρισεν εἰς εἰδικήν τινα περίπτωσιν. Ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ καμμία ἀμφισβήτησις. Καὶ εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀκούσω ὑπάρχουσαν τυχὸν ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ὡς βλέπω οὐδεὶς ἀντιλέγει. Κατὰ συνέπειαν ἀναντιρρήτως ἐκ τοῦ ἄρθρου 30 ἐξάγεται ἡ ἑξῆς γενικὴ ἀρχή: Ὅτι προκειμένου περὶ οἱουδήποτε Νομοσχεδίου αἱ προθεσμίαι τῆς ὑφ’ ἑκατέρου τῶν σωμάτων ψηφίσεως αὐτοῦ θὰ ὑπολογισθοῦν ὠφελίμως. Ὁ Νομοθέτης θέλει, καὶ εἶναι προφανεῖς οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους θέλει, νὰ ἀναστέλλωνται αἱ προθεσμίαι τῆς ψηφίσεως τῶν Νομοσχεδίων κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῶν Σωμάτων. Τούτου τεθέντος, ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἀναγκαῖον συμπέρασμα. Ἀναγκαῖον δὲ συμπέρασμα, Κύριοι, τῆς τεθείσης ταύτης ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ Νομοθέτου εἶναι ὅτι ἐκεῖ μόνον θὰ δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν ἄλλως ἐπί τινος Νομοσχεδίου, ἐκεῖ μόνον θὰ δυνάμεθα ἐξαιρετικῶς νὰ μὴ ἀναστέλλωμεν κατὰ τὰς διακοπὰς τὰς προθεσμίας ἑνὸς Νομοσχεδίου, ὅπου ῥητῶς ὁ Νομοθέτης ἠθέλησε νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις. Νομίζω ὅτι τὸ συμπέρασμα τοῦτο εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς τιθεμένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 γενικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ θὰ ἀντέλεγέ τις, καὶ διαβλέπω ἤδη ἑτοίμην τὴν ἀντίρρησιν εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ λαϊκοῦ κόμματος, θὰ ἀντέλεγέ τις ὅτι ὅσα λέγω ὀρθῶς μὲν ἔχουν προκειμένου περὶ Νομοσχεδίων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ κυρώσεως Ν. Δ. ἆραγε δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογήν; Κύριοι Βουλευταί, ἡ κύρωσις τῶν Ν. Δ. δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ Νόμος τοῦ ὁποίου περιεχόμενον εἶναι ἡ κύρωσις τοῦ Ν. Δ. Διὰ νὰ κυρώσωμεν ἓν Ν. Δ. εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον μὲ περιεχόμενον τὴν κύρωσιν τοῦ Ν. Δ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι σχέδιον Νόμου περιέχον οὐχὶ ἰδίας διατάξεις ἀλλὰ κύρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπιστήσητε ὀλίγον τὴν προσοχήν σας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἔχει, τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ ἄνηθες, ὅτι τὸ περιεχόμενόν του δὲν δύναται νὰ τὸ ἀποκλείσῃ ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν νομοσχεδίων τῶν ἄρθρων 30 καὶ 49, Τὸ νομοσχέδιον κυρώσεως ἑνὸς Ν. Δ. ἔχει περιεχόμενον τὰς διατάξεις τῶν Ν. Δ., ὅπως τὸ Νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀναβίωσιν καταργηθέντος Νόμου ἔχει ἀνάλογον περιεχόμενον, ὅπως ἀνάλογον ἐπίσης περιεχόμενον ἔχει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀποσκοποῦν κωδικοποίησιν ὑφισταμένων Νόμων, ἢ ψήφισιν κωδίκων. Ἑπομένως συμπεραίνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ἔχον περιεχόμενον τὴν κύρωσιν Ν. Δ. πρέπει ν’ ἀπολαύσῃ τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 32, δι’ ὃν λόγον ἀπολαμβάνωσιν αὐτῆς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ Νομοσχέδια, καὶ ὅτι διὰ νὰ στερήσωμεν τοῦ εὐεργετήματος τούτου τὰ Νομοσχέδια τὰ κυροῦντα Ν.Δ. θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ῥητὴν ἐν τῷ Νόμῳ ἐξαίρεσιν. — Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ Νόμος δὲν ποιεῖται καμμίαν διάκρισιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 οὐδ’ ἀλλαχοῦ, δὲν δυνάμεθα οὐδὲ ἡμεῖς νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην διάκρισιν ἑρμηνευτικῶς. Ἐν ἄλλαις λέξεσι δὲν ἔχει ἐδῶ ἐφαρμογὴν τὸ argumetum a contrario, ἀλλ’ ἔχει ἐπιτακτικὴν ἐφαρμογὴν τὸ ἄλλο ἑρμηνευτικὸν ἀξίωμα, τὸ ἀξίωμα κατὰ τὸ ὁποῖον ὅπου ὁ Νόμος δὲν διακρίνει οὐδεὶς δύναται νὰ διακρίνει «Ubi lex non distinguit nemo distinquere potest.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὰς διαφορὰς τῶν προθεσμιῶν μεταξὺ τῶν ἄρθρων 30 καὶ 77;
§112Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Ἀκριβῶς τὰς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου· ἀκριβῶς δὲ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν προθεσμιῶν, περὶ τὰς ὁποίας ἀμέσως κατόπιν θ’ ἀσχοληθῶ, ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν προθεσμιῶν τονίζεται περισσότερον ἡ ἀξία τοῦ ἐπιχειρήματός μου ὅτι ὁ Νόμος ὅπως ἠθέλησε νὰ κάμῃ διακρίσεις μεταξὺ Νομοσχεδίων τοῦ ἄρθρου 77 καὶ τῶν λοιπῶν Νομοσχεδίων τοῦ ἄρθρου 30 τὰς κατωνόμασε ῥητῶς, δὲν κατωνόμασε δὲ ἀκριβῶς τὴν διάκρισιν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ κάμητε τὴν διάκρισιν δηλ. περὶ τῆς φύσεως τῶν προθεσμιῶν καὶ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν προθεσμιῶν καὶ διὰ τοῦτο ἡ διάκρισις αὕτη δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ. Ἀλλ’ ἄς ἐξετάσωμεν, κύριοι Βουλευταί, προσεκτικώτερον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 30, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ τὰς φραστικὰς διατυπώσεις, ἂν ὁ Νομοθέτης ἐφαντάσθη νὰ κάμῃ διάκρισιν τοῦ ὠφελίμου ἢ μὴ τῶν προθεσμιῶν, ὡς ὑποστηρίζουν οἱ ἀντιφρονοῦντες. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 30 καὶ 77). Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, κ. Βουλευταί, προκύπτει ὅτι ὁ Νομοθέτης ἐν ἄρθρῳ 77 προκειμένου περὶ κυρώσεως τῶν Ν. Δ. οὐ μόνον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ ἄρθρον 30 ἀλλὰ καί ἔχετε στερρῶς τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 30, παρεκκλίνει δὲ αὕτη εἰς ὡρισμένα μόνον σημεῖα τὰ ὁποῖα ῥητῶς κατονομάζει. Ἤτοι: πρῶτον τὰ Νομοσχέδια κυρώσεως Ν. Δ. ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωνται ἐλευθέρως εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Γερουσίαν ὑποβάλλωνται ταυτοχρόνως καὶ εἰς τὰ δύο καὶ δεύτερον δίδει μεγαλυτέραν προθεσμίαν ψηφίσεως, εἰς τὸ 77 τετράμηνον, ἀντὶ τοῦ τεσσαρακονθημέρου τοῦ ἄρθρου 30. Κατὰ τὰ λοιπὰ οὐδεμίαν διάκρισιν εἰσάγει τοὐναντίον δ’ ἐπαναλαμβάνει ἐν τέλει ὅτι ἂν ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ τὰ νομοσχέδια ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30. Οὐ μόνον δηλαδὴ οὐδεμίαν οὐδὲ πόρρωθεν νύξιν ποιεῖται ὁ Νομοθέτης περὶ διαφόρου τρόπου ὑπολογισμοῦ τῶν προθεσμιῶν ἀλλὰ διὰ τῆς ῥητῆς παραπομπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 30 σαφῶς ἐμφανίζει τὴν θέλησιν τοῦ ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ 77 ἀλλοῖον τρόπον ὑπολογισμοῦ τῶν προθεσμιῶν. Ἡ παραπομπὴ αὐτή, ἡ ῥητὴ εἰς τὸ ἄρθρον 30, ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἐὰν ἡ Γερουσία ἀπορίψῃ τὸ Ν. Δ. ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 30 παρατεινομένης τῆς ἐπὶ τετράμηνον τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ. ὅτε καὶ ἐπαναφέρονται ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐὰν μὲν ἡ Βουλὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν προηγουμένην αὐτῆς ἀπόφασιν ἡ ἐπιψήφισις δὲν ἀναβάλλεται ἐπὶ δίμηνον, ὁπότε τὸ Ν. Δ. κυροῦται ἂν συγκεντρώνῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἢ λαμβάνεται ἐντὸς τοῦ διμήνου κοινὴ ἀπόφασις τῶν δύο σωμάτων προκαλουμένη ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ διὰ τὰ λοιπὰ νομοσχέδια. Καὶ ἤθελα ἤδη νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἆρα γε ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ἐπακολουθεῖ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀπορρίψεως τοῦ Ν. Δ. ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἡ διαδικασία αὕτη δὲν τὸν πείθει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπολογίσωμεν διαφόρως τὰς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 77 ἀπὸ τὰ τοῦ ἄρθρου 30;
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Τὸ ἄρθρον 30 εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰς προθεσμίας ψηφίσεως ἑνὸς νόμου μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 77, δὲν ἐμφανίζεται καθόλου, διότι τὸ ἄρθρον 77 λέγει ὅτι τὸ Ν. Λ. πρέπει νὰ κυρωθῇ ἐντὸς τετραμήνου, καὶ δὲν θὰ κυρωθῇ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ καὶ ὑπὸ τῶν δύο Σωμάτων. Ἀρκεῖται ὁ Νομοθέτης εἰς μόνην τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσιν ἀκριβῶς διότι εἶχε ὑπ’ ὄψει του τὰς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ τετράμηνον νὰ μὴ δύνανται νὰ ψηφισθῇ καὶ ὑπὸ τῶν δύο σωμάτων. Ἑπομένως αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου 30 δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν ὅπως καὶ αἱ πρὸς τὴν ἀκύρωσιν τὴν ὁποίαν διατάσσει τὸ ἄρθρον 77. Τοῦτο δὲν εἶναι κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ἡ προθεσμία ὑπολογίζεται ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἐργάζωνται τὰ Σώματα. Ἡ προθεσμία θὰ τρέχῃ εὐθὺς ὡς ἐπαναλάβουν τὰς ἐργασίας των τὰ Σώματα ἀνεξαρτήτως διακοπῶν καὶ διὰ τοῦτο ὁ Νομοθέτης ἠρκέσθη νὰ ψηφισθῇ μόνον ἀπὸ τὸ ἕν.
§114Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Ἐὰν δὲν μὲ διεκόπτετε προώρως δὲν θὰ μοῦ ἐδίδετε τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἤκουσα. Εἶπον ὅτι ἡ πρώτη ἀναφορὰ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 30 ἐν περιπτώσει ἀπορρίψεως τοῦ Ν. Δ. ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ ἡ παραπομπὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς καὶ πάντα ἀντιφρονοῦντα ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἄλλως νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 30 καὶ ἄλλα τὰ τοῦ 77. Καὶ σᾶς ἐξηγῶ ἀμέσως διατὶ δὲν εἶναι τότε ἐπιτετραμμένον. Ἄν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ προθεσμίαι τῆς κυρώσεως Ν. Δ. εἶναι μόνον ὠφέλιμοι μόνον ὅταν ἀπορριπτομένων τῶν Ν. Δ. ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἐπακολουθεῖ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30 δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ τετράμηνον τὸ πρῶτον ἐντὸς τοῦ ὁποίου Βουλὴ καὶ Γερουσία δύνανται νὰ κυρώσωσι ἢ νὰ ἀκυρώσωσι τὸ Ν. Δ. δὲν ὑπολογίζεται ὠφέλιμος, τὸ δίμηνον ὅμως ἐντὸς τοῦ ὁποίου μετὰ τὴν ὑπό τῆς Γερουσίας ἀπόρριψιν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30 θὰ ὑπολογίζεται ὠφελίμως. Τοιουτοτρόπως ἡ γνώμη σας ἄγει εἰς τὸ ἄτοπον ὅτι προθεσμίαι ἀφορῶσαι τὴν κύρωσιν ἑνὸς Ν. Δ. θὰ ὑπολογίζωνται διαφόρως πρὶν ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ διαφόρως ἅμα ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ τοιαύτη διάκρισις οὐδαμῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ.
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπερρίφθη τὸ Ν. Δ. ὑπὸ τῆς Γερουσίας, διότι ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30 ἐπακολουθεῖ μόνον ὅταν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§116Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἔχει καλῶς. Δὲν θέλω νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ἐκ τῆς ἀπορρίψεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας, δὲν θέλω δηλαδὴ νὰ εἴπω ὅτι ἄτοπον εἶναι νὰ εἴμεθα εὐμενέστεροι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς προθεσμίας μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τῆς Γερουσίας, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι πρέπει νὰ συμπέσῃ καὶ ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ σχετικὴ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30. Τονίζω μόνον ὡς ἄτοπον, ἐπερχόμενον ἐκ τῆς γνώμης σας, τὸ γεγονὸς ὅτι προκειμένου περὶ διαδικασίας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν γνώμην σας θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἄλλως νὰ ὑπολογίσωμεν ταύτας πρὸ τῆς ἀπορρίψεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ ἄλλως μετὰ τὴν ἀπόρριψιν, καὶ τὴν διάκρισιν ταύτην τὴν πηγάζουσαν ἐκ τῆς γνώμης σας θεωρῶ ἀστήρικτον καὶ ἀπαράδεκτον. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῇ πόσον ἀστήρικτος εἶναι ἡ γνώμη αὕτη, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἑπομένης περιπτώσεως. Ὑποτιθέσθω ὅτι δέκα ἡμέρας λ. χ. μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ἑνὸς Ν. Δ. ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τῶν Σωμάτων διότι λήγει ἡ σύνοδος. Εὑρισκόμεθα λ. χ. εἰς τὴν 15 Μαΐου, λήγει ἡ σύνοδος καὶ ἐπανερχόμεθα τὴν 15 Ὀκτωβρίου. Τὸ Ν.Δ., τὸ οὑτωσὶ ἐκκρεμὲς παραμεῖναν μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἀπόρριψιν, ὑπόκειται εἰς δύο προθεσμίας. Πρῶτον εἰς τὴν τετράμηνον προθεσμίαν τὴν παρατείνουσαν τὴν ἰσχύν του καὶ δεύτερον εἰς τὴν δίμηνον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἢ νὰ τύχῃ τῆς ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ ψηφίσεως ὑπὸ τῶν δύο Σωμάτων. Ἀλλ’ ἂν ἡ τετράμηνος προθεσμία ἡ παρατείνουσα τὴν ἰσχύν του δὲν ὑπολογισθῇ ὠφελίμως, ἐὰν δηλαδὴ τρέχῃ καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν (15 Μαΐου ἕως 15 Ὀκτωβρίου) τὶ γενήσεται; Ἰδοὺ τὶ θὰ ἐπέλθῃ. Τὸ Ν. Δ. μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τετραμήνου θὰ ἔχῃ ἀκυρωθῇ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τσαλδάρη. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30 ἡ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τῆς Γερουσίας διατασσομένη; Ἰδοὺ ἕν ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀντιθέτου γνώμης, καὶ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τόσον ἄτοπον, τόσον ὀξύμωρον, ὥστε ἀσφαλῶς δὲν θὰ τὸ εἶχον ὑπ’ ὄψει των οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ προθεσμία δὲν τρέχει ὠφελίμως. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι δὲν θὰ θελήσωσι πλέον νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην των, ἀφ’ ἧς κατεδείχθη ποῦ δύναται ν’ ἀγάγῃ ἡ γνώμη των αὕτη. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου, εἰσάγοντος κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν διαδικασίαν ἐκδόσεως Ν. Δ., συνάγεται ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν θέλει τὴν ἰσχὺν τῶν Ν. Δ. τούτων, ἐφόσον ἐντὸς 4μήνου δὲν κυρωθῶσιν ὁπωσδήποτε τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἰσάγεται ἆρά γε κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ διαδικασία αὕτη τοῦ ἄρθρου 77; Ἄς ἴδωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό. (ἀναγιγνώσκει). «Ὁ πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Ν. Δ. κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των κλπ.». Βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἐξαίρεσιν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον θὰ ἴδητε ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τὰς μακρὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῶν συνόδων, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν διακοπὴν καὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην οἱανδήποτε δύνανται αἱ Βουλαὶ νὰ ἐξουσιοδοτήσωσιν εἰδικῶς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας νὰ νομοθετήσῃ. Δὲν καταφεύγει κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς νομοθετήσεως. Εἶναι καὶ αὐτὸ συνήθης κανονικὸς τρόπος ἐκδόσεως νόμων κατὰ τὰς διακοπάς, τρόπος προερχόμενος οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως ὡρισμένης ἀπροόπτου ἀνάγκης, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς καὶ ἐπιστημονικῶς ὑποστηριζομένης, ὅτι ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ κινεῖται βραδέως. Σήμερον πολλοὶ συνταγματολόγοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ κακά. Καὶ ἄλλοι μὲν πρὸς θεραπείαν ἐξουσιοδοτοῦσιν Ἐπιτροπὰς πρὸς ὁριστικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἀνακοινοῦσι πρὸς τὴν Βουλήν, ἄλλοι δέ, οἱ συντηρητικώτεροι, ζητοῦν κατόπιν καὶ τὴν κύρωσιν. Ὁ κ. Παπαναστασίου μὲ τὴν 30μελῆ Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν θέτει αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ἦλθε κατόπιν τὸ μεγαλύτερον τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων καὶ προτείνει τὴν μᾶλλον προηγμένην σήμερον ἀντίληψιν, δηλ. νὰ νομοθετῇ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐγένετο καὶ αὐτὸ δεκτὸν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Εἰς ποίαν πρᾶξιν τῶν νομοθετούντων εἴδατε αὐτὴν τὴν δυσμένειαν; Εἰς ποίαν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς εἴδατε νὰ φαίνεται ὁ νομοθέτης δυσμενὴς πρὸς τὴν διὰ τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ἔκδοσιν Νόμων; Καὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ τί θέλει νὰ κάνῃ; Πάρετε ἀπὸ τὴν σελίδα 35–40 τῶν πρακτικῶν καὶ θὰ ἴδετε (ἀναγιγνώσκει, «πρῶτον νὰ γίνουν....» Ἑπομένως δὲν καταργεῖ τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ὑπῆρξε ποτὲ σαφεστέρα δήλωσις περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Νομοθέτου; Δὲν ἠμποροῦμεν ἑπομένως ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου νὰ συναγάγωμεν ὅτι δυσμενῶς διάκειται πρὸς τὰ Νομ. Διατάγματα καὶ ἄρα δυσμενῶς διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῶν. Ὁ νομοθέτης θέλει νὰ νομοθετήσῃ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς μὲ ὡρισμένας ἐγγυήσεις εἰς εἰδικὰ θέματα. Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἄποψιν. Ὁ νομοθέτης ἆρά γε, θέτων τὴν προθεσμίαν τῆς κυρώσεως τῶν Νομοθ. Διαταγμάτων, εἶχεν ἐν νῷ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ὁπωσδήποτε κατάργησιν αὐτῶν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ 4μήνου; Διατὶ ἆρά γε; Παίζει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης δίδων τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάνῃ Ν. Διατάγματα καὶ τὰ καταδιώκει κατόπιν ὅπου τὰ εὕρῃ διὰ νὰ τὰ ἀκυρώσῃ; Διὰ ποῖον λόγον; Διότι, σημειώσατε, κατ’ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἀποδίδομεν τὴν πρόθεσιν εἰς τὸν νομοθέτην ὅτι τόσον διάκειται δυσμενῶς πρὸς τὰ Ν. Δ., ὥστε ἐπιδιώκει νὰ τὰ καταργήσῃ ὁπωσδήποτε. Διότι ὅταν λέγετε ὅτι ἀκυροῦνται ὅταν ὁπωσδήποτε παρέλθῃ 4 μηνῶν προθεσμία, ἀποδίδετε εἰς τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην τὴν πρόθεσιν ν’ ἀκυρώσῃ τὰ Ν. Δ. καὶ εἰς ἃς περιπτώσεις ἀκόμη ἦτο ὑλικῶς ἀνέφικτον νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Λάβετε ὡς παράδειγμα τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκδίδονται Ν. Δ. εἰς διακοπὴν συμπίπτουσαν πρὸς τὸ τέλος τῆς συνόδου καὶ ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην ἐπακολουθεῖ δεκαήμερος λ.χ. ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ εἶτα ἐπέρχεται ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ὁπότε ἡ Βουλὴ ἐνδεχόμενον ν’ ἀπουσιάζῃ ἐπὶ χρόνον ἀνώτερον τοῦ τετραμήνου. Τί θὰ συμβῇ τότε; Τότε τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα πρέπει ἐντὸς τῶν δέκα ἡμερῶν τῆς ἐπαναλήψεως νὰ κυρωθῶσιν, ἄλλως ἐπερχομένης τῆς ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου διακοπῆς θ’ ἀκυρωθοῦν ταῦτα ἀναγκαστικῶς, πρὶν ἐπανερχομένη ἡ Βουλὴ λάβῃ καιρὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτῶν. Διατί; Κατὰ τί ἔπταισαν τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν ἐπιτροπαὶ μικταὶ κατόπιν εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ κατόπιν εἰδικῶν περιορισμῶν; Διατὶ θέλομεν ἐπιμόνως ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν μόνην δυνατὴν ἐξήγησιν ὅτι ὁ νομοθέτης θέλει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει, τουτέστιν ἐπιδιώκει νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἐκκρεμότης, ἀλλ’ ἐπιδιώκει νὰ ὑποχρεώσῃ Βουλὴν ἐργαζομένην καὶ ὄχι Βουλὴν μὴ ἐργαζομένην. Ἂν δὲ τελειώνῃ ἡ σύνοδος, πῶς θὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή; Πῶς ἐξάγεται τὸ τεκμήριον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ τὰ κυρώσῃ ἐπὶ ἓν τετράμηνον, ἀφοῦ δὲν εἰργάσθη κατ’ αὐτὸ τὸ τετράμηνον; Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δίδομεν ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὰ δικαστήρια. Δὲν πρέπει νὰ παρορᾶται ὅτι ἑρμηνεύοντες ἡμεῖς σήμερον τὴν ἔννοιαν τῆς προθεσμίας αὐτῆς, ἔχομεν τοῦτο τὸ ἐξαιρετικὸν: ὅτι εἴμεθα οἱ ἴδιοι οἱ νομοθέται τοῦ Συντάγματος ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Βουλή, ἡ ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ Συνέλευσις ἥτις καὶ τὸ ἐνομοθέτησε. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἔχομεν πλέον συντακτικὴν ἐξουσίαν καὶ ἑπομένως ἡ ἑρμηνεία ἡμῶν δὲν ἔχει τυπικῶς τὸ κῦρος αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἀλλ’ ὅμως ἔχει οὐσιαστικῶς τὸ κῦρος μιᾶς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Νομίζω δὲ ὅτι ὅταν τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη ὅλων ἡμῶν τῶν συμπραξάντων εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συντάγματος, ἡ γνώμη αὕτη πρέπει νὰ εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν συνέπραξαν καὶ δὲν παρηκολούθησαν τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Διότι τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς ἐδῶ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τοὺς νομοθέτας ἑρμηνεύοντας τὸν νόμον τὸν ὁποῖον συνέταξαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τοὺς μὴ συμπράξαντας οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν νόμον ἄλλως ἢ ὡς οἱ νομοθέται τὸν ἑρμηνεύουσι. Δὲν νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Εὑρίσκονται ἐδῶ παρόντες ὅλοι οἱ νομοθέται. Ὁμόφωνος εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς δημοκρατικῆς πλευρᾶς, νομοθετησάσης τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὠφελίμως τρέχουσιν αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου 77. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἂν δεχθῶμεν τὴν γνώμην μου θὰ ἀρχίσωμεν συζήτησιν περὶ τῶν διακοπῶν, δηλαδὴ ποίας ἐννοοῦμεν διακοπάς. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο γεννᾶται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν ἀποδοχῆς τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζομένης γνώμης. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὀφείλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ ἄρθρον 32 διὰ νὰ ἴδωμεν ποίας ἐννοεῖ διακοπάς. Προκειμένου δηλαδὴ νὰ κρίνωμεν πότε παρατείνονται αἱ προθεσμίαι τοῦ ἄρθρου 30 αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἐπιψήφισιν οἱωνδήποτε νομοσχεδίων, θὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἡ διακοπὴ τοῦ ἄρθρου 32. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ ἀντίρρησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 77 ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς προθεσμίας.
§117Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπον, κ. Βουλευταί, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁσάκις ὑπῆρξε περίπτωσις λέγει τὸ ἑξῆς: «παρατείνεται ἐπὶ τετράμηνον ἡ προθεσμία τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων». Ἐδῶ ποὺ τὸ θέλει τὸ λέγει ρητῶς, ἐνῶ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον δὲν τὸ λέγει.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις: «Προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως». Ἡ πρότασις ὅμως αὕτη ἀποσύρεται ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος αὐτήν.
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐπὶ ποίας προτάσεως θὰ γίνῃ ψηφοφορία;
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι πράγματι εἶναι ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι κατὰ τύπους ἡμεῖς εἴμεθα Βουλή, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἴμεθα οἱ ψηφίσαντες τὸ Σύνταγμα καὶ κατά συνέπειαν ἔχει κάποιο μεγαλύτερον κῦρος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ πρότασις.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πόρισμα διετύπωσα τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι εἰς τὴν τετράμηνον προθεσμίαν δὲν ὑπολογίζονται πᾶσαι αἱ ἡμέραι καθ’ ἃς δὲν εἰργάσθη πράγματι ἡ Βουλή, συνεπείᾳ ἀποφάσεως αὐτῆς περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της».
§122Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐὰν οἱ κ. Συνάδελφοι ἐπιμένουν εἰς τὴν πρότασίν των περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ αὔριον.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δὲν ἐπιμένομεν.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτ.). Νὰ λυθῇ τότε τὸ ζήτημα τώρα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὴ λοιπὸν ἡ πρότασίς μου;
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν πρότασιν ταύτην καί δηλῶ ὅτι τοιαύτη πρότασις ἑρμηνευτικὴ εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἑρμηνείαν αὐθεντικὴν τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ κάμῃ μόνον Συνέλευσις Συντακτική.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. Δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (ὥρα 10 μ. μ.)