| 2054 | 1) | Εἰς κατοικίας τοῦ Κράτους, ἰδιοκτήτους καὶ ἀ- | ||
| 2055 | νταλλαξίμους κατηρειπωμένας οἰκογένειαι | 21.249 | ||
| 2056 | 2) | Πλεονάζουσαι ἐκ συγκατοικήσεως ἐντὸς | ||
| 2057 | ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δωματίου τῶν ἄνω κατοικιῶν | 720 | ||
| 2058 | 3) | Πλεονάζουσαι ἐκ συγκατοικήσεως ἐντὸς | ||
| 2059 | ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ διαμερίσματος εἰς κατοικίας | |||
| 2060 | τῆς Ε.Α.Π. | 5.700 | ||
| 2061 | 4) | Εἰς διάφορα ἐπίτακτα οἰκήματα | 2.674 | |
| 2062 | 5) | Εἰς ἀποθήκας | 2.777 | |
| 2063 | 6) | Εἰς καλύβας ἐκ τενεκὲ | 645 | |
| 2064 | 7) | Εἰς καλύβας ἐκ καλάμων | 361 | |
| 2065 | 8) | Εἰς στρατῶνας καὶ στρατιωτικοὺς καταυλισμοὺς | 413 | |
| 2066 | 9) | Εἰς σκηνὰς (φαντασθῆτε εἰς σκηνὰς) | 382 | |
| 2067 | 10) | Εἰς διάφορα σχολεῖα ἐπίτακτα | 131 | |
| 2068 | 11) | Εἰς ἐργοστάσια | 100 | |
| 2069 | 12) | Εἰς σιδηροδρομικὰ ὀχήματα | 80 | |
| 2070 | 13) | Εἰς τουρκικὰ τεμένη | 50 | |
| 2071 | 14) | Εἰς Ἐκκλησίας | 30 | |
| 2072 | 15) | Εἰς γυμναστήρια | 30 | |
| 2073 | 16) | Εἰς χάνια | 30 | |
| 2074 | 17) | Εἰς τρώγλας | 50 | |
| 2075 | 18) | Τελείως ἄστεγοι | 170 |
1928.03.28
5,180 rows · 38,172 words · 1 table · 343 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62Η
ΤΗΣ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6. μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς παρατηρεῖ ὅτι κακῶς διετυπώθησαν εἰς τὰ πρακτικὰ ὅσα χθὲς εἶπε. Ἀνέφερον, λέγει, ὅτι ὡς βάσιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἤθελον τὴν προϋπόθεσιν τῆς θεσπίσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τὴν διοργάνωσιν ὑποχρεωτικῶν ταμείων ἐλαίας καὶ ὑδραυλικῶν ταμείων καθὼς καὶ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Πρὸς δὲ συνιστῶ καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων εἰς τοὺς πραγματικοὺς δικαιούχους καὶ ὄχι εἰς τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ γεωργικὴ ἕνωσις τῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἀγροτικῶν ἰδιοκτητῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν καὶ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν ἰδιοκτησιῶν των, συμφώνως μὲ τὰς δηλώσεις τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. Καραγεώργης, Μ. Μεσαντζῆς Α. Πιέρος καὶ Δ. Δημάδης διαμαρτύρονται διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ τῶν μηχανῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Θεσσαλονίκης, καθυστερήσαντας τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ παρακαλοῦν νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐξακριβωθῇ ποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τῆς προμηθείας τοῦ κακοῦ σιδηροδρομικοῦ ὑλικοῦ. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λουτρακίου παρακαλεῖ ν’ ἀνακληθῇ ὁ εἰσπράκτωρ τῶν φόρων, ὡς μὴ δυναμένων τῶν κατοίκων νὰ καταβάλωσιν αὐτοὺς παρὰ μόνον κατὰ τὴν λουτρικὴν περίοδον. Ὁ πρόεδρος τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Χαλαζωνίου παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ χαλκοθείου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει αἴτησιν τοῦ Κωνστ. Βαγιανᾶ, ἀναπήρου πολέμου, ζητοῦντος ὅπως τῷ χορηγηθῶσι τὰ μέσα πρὸς ἀνέγερσιν περιπτέρου. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς φορολογίας 3% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ τὴν ἀναστολὴν αὐτοῦ. Ὁ γεωργικὸς πιστωτικὸς συνεταιρισμὸς Φαρσάλων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μελετωμένης ἐπιβολῆς νέας φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τὴν ὁδοποιίαν. Ἡ παγηπειρωτικὴ ἕνωσις ἰδιοκτητῶν Ἰωαννίνων ζητεῖ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Οἱ πρόεδροι τοῦ σταφιδικοῦ συνεταιρισμοῦ Ἀμαλιάδος, τοῦ συνεταιρισμοῦ Λαμπετσίου, τοῦ Γεωργικοῦ πιστωτικοῦ τῶν Κρεσταίνων, τοῦ Κακοβάτου καὶ τῆς ἑνώσεως συνεταιρισμοῦ Ὀλυμπίας διαμαρτύρονται διὰ τὰς ἀντιδραστικὰς ἐνεργείας τῶν μεσιτῶν Πατρῶν κατὰ τοῦ αὐτονόμου ὀργανισμοῦ τῆς σταφίδος. Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων τῶν κοινοτήτων Βούλιτσας, Παναγιᾶς, Κλεισούρας καὶ Μουλιανῶν τοῦ νομοῦ Πρεβέζης, αἰτουμένων ἄμεσον κρατικὴν βοήθειαν διὰ τὰς ἐκ τῆς χαλάζης προξενηθείσας καταστροφάς. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Τροχάνης καταθέτει αἴτησιν τῶν γεωργῶν τῆς περιφερείας Λεωνιδίου τῆς Κυνουρίας καὶ τῶν κατοίκων Λεωνιδίου, παρακαλούντων ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ἡ θήρα λαγωῶν, διότι ἐπληθύνθησαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὥστε νὰ ἀπειλεῖται ἡ τελεία καταστροφὴ τῶν σπαρτῶν. Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Φουρνὲ τῆς Κρήτης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν κατοίκων, ζητούντων τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ γενικὴ συνέλευσις τροχιοδρομικῶν καὶ ἠλεκτροτεχνιτῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν παράνομον παραπομπὴν εἰς πειθαρχικὸν συμβούλιον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ συνδέσμου. Ὁ σύνδεσμος Μικρασιατῶν Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως, προκειμένου νὰ τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις περὶ τῶν προσφυγικῶν κτημάτων, θεσπισθῇ διάταξις ὁριστικῆς κατακυρώσεως τοῦ ἐκποιουμένου κτήματος εἰς τὸν κάτοχον, ἅμα τῇ καταβολῇ ὑπ’ αὐτοῦ 5% ἐπὶ πλέον. Ἡ Παμπροσφυγικὴ Ἕνωσις τοῦ Νομοῦ Σερρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς λύσεως ἐπειγόντων προσφυγικῶν ζητημάτων, ἅτινα ἀπαριθμεῖ ἐν αὐτῷ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Ὀργανώσεως «Παῦλος Μελᾶς» διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας ἀπαλλοτρίωσιν γηπέδων ἀνηκόντων εἰς μέλη τῆς ὀργανώσεως. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Κουρέων, Κομμωτῶν καὶ Μυροπωλῶν διαμαρτυρομένων διότι περιωρίσθησαν αἱ ἐργάσιμαι ὧραι τῶν κουρείων. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν κατάταξιν μηχανικῶν ἐν τῷ Π. Ναυτικῷ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. Βλιάμος, Δ. Τσιῶκος, Γ. Χατζηγεωργίου, Κ. Καλκάνης καὶ Π. Χατζηπᾶνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Ν. Δ. τῆς 22 Ἰουλίου 1925 «περὶ ἐκτελέσεως ἀποφάσεων Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν δημοσίων ἔργων». Ὁ κ. Α. Μαζαράκης (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. περὶ μεταθέσεως ἑκάστοτε ἐκ τῶν συνταγμάτων πεζικοῦ κληρωτῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς κλπ.». Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιδόματος τῶν μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ συμμετοχῆς αὐτῶν ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ τῷ ἐποπτικῷ συμβουλίῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§3Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω συμφώνως τῷ Κανονισμῷ τὰ ἑξῆς: 1) ὅτι δὲν ἀνήκω πλέον οὔτε εἰς τὴν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου πολιτικὴν μερίδα ὑπὸ τὴν ἀκούσιον ἡγεσίαν τοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου, μετὰ τὴν πρὸς τὴν ἐφημερίδα «Πατρὶς» ἐπιστολήν του. 2) Ἀποκηρύττω τοὺς δύο εὐρωτιῶντας θεσμοὺς—τὴν Βασιλείαν τῆς χθὲς καὶ τὴν δημοκρατίαν τῆς σήμερον— ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων διαιωνίζεται ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς τῶν Ἑλλήνων, ἀνακόπτεται ὁ προοδευτικὸς ὀργασμὸς αὐτῶν καὶ ἐπωφελήθη τὸ μέγα κεφάλαιον, ἵνα ἐπικαθήσῃ ὡς δυνάστης ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῶν Ἑλλήνων βιοπαλαιστῶν. 3) Πρεσβεύω ὅτι ἡ μόνη διέξοδος ἐκ τοῦ ἐπικινδύνου ἀδιεξόδου εἶναι ἡ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀναλαμβανούσης τὰ ἀναθεωρητικά της δικαιώματα, ψήφισις δύο μέτρων ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς γνησίας Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας ἥτις πρὸ 2.500 ἐτῶν ἐγεννήθη ἐν Ἀθήναις. αʹ) Ταχείας λύσεως τοῦ καθεστωτικοῦ δι’ ἐκλογῆς Προέδρου Δημοκρατίας, διὰ λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, τιθεμένης καὶ τῆς ὑποψηφιότητος τοῦ τέως Βασιλέως, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ σκοτεινοῦ μέσου τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. βʹ) Ἱδρύσεως καὶ διεξαγωγῆς ἐκλογῶν Κάτω Βουλῆς, ἁπλῶς γνωμοδοτικῆς καὶ ἐπὶ φορολογικῶν μόνον ζητημάτων γνωμοδοτούσης—τῆς Βουλῆς τῶν τάξεων—ἥτις εἴπερ ποτὲ ἄλλοτε θὰ χρησιμεύσῃ σήμερον ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς τοῦ ἀπειλοῦντος ἔκρηξιν λαϊκοῦ λέβητος. 4) Προβλέπω ὅτι, ἄνευ τῶν ἄνω μέτρων, θὰ ἐπακολουθήσῃ Ἀναρχία ἢ Δικτατορία ἢ ὑποδούλωσις τοῦ λαοῦ εἰς τὸ μέγα κεφάλαιον, καί, τριῶν κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιον—ἡ Δικτατορία.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Παπαστρατῆς.
§5Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ μηνὸς περίπου ὁ Μητροπολίτης Καρυστίας προεκάλεσε Διάταγμα ἀναγνωρίσεως ὡς Μονῆς ἑνὸς ἐξωκκλησίου μιᾶς κοινότητος τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, μὲ τὰ δικαιολογητικὰ ὅτι τοῦτο ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Οἱ κάτοικοι μόλις ἐπληροφορήθησαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, διεμαρτυρήθησαν καὶ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐζήτησα καὶ προφορικῶς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Μετὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Δυστυχῶς ὁ Μητροπολίτης, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ προχθές, μετέβη μόνος του ἐκεῖ μὲ μίαν ἀκολουθίαν ἱερέων καὶ μὲ συνοδείαν ἀστυνομικῶν καὶ μὲ καλογηρικὰς καὶ ἀγυρτικὰς προκηρύξεις, ἐζήτησε τὸν ἑορτασμὸν ἐγκαινίων τῆς νεοσυσταθείσης ἐκεῖ Μονῆς, ἐζήτησε δὲ συγχρόνως καὶ τὴν παράδοσιν τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐπιτρόπους. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἐπίτροποι, τῇ ἐπιμονῇ τῶν κατοίκων, ἠρνήθησαν τὴν παράδοσιν. Ἐπενέβη ἡ Ἀστυνομία, ἡ ὁποία κατὰ σύμπτωσιν συνέπεσε νὰ εἶναι πολὺ σώφρων, καὶ πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος ἐσταμάτησε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ Μητροπολίτης ἐζήτει. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταματήσῃ ἐδῶ. Ἡ ἀπόφασις αὐτή, ἂν πραγματοποιηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσῃ ριζικὰς ἐξεγέρσεις καὶ αἱματοχυσίας ἀκόμη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, διότι πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια θὰ ἐπιφέρῃ πολὺ μεγάλας ζημίας.
§6Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Οἰκονομίδη. Δὲν θὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς οὐδένα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§8Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ μίαν ὁλόκληρον ἐπαρχίαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω. Ὁ κ. Παπαστρατῆς ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως κανονικῶς καὶ τοῦ ἐδόθη.
§10Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸν ζητῶ καὶ ἐγώ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς οὐδένα βουλευτὴν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§12Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μάθω πῶς ὁ κ. Συνάδελφος θὰ δικαιολογήσῃ τὸν Μητροπολίτην, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου, ἔχει ἱδρύσει καὶ ἄλλας Μονάς, καὶ δὴ μίαν Μονὴν γυναικείαν, τὴν ὁποίαν, ἐν εἴδει θιάσου, μεταφέρει ἀπὸ τόπου εἰς τόπον.
§13Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν τὸ ζήτημα εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀφήνω νὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν πράγματι ζητήματα ἀφορῶντα τὴν ἐσωτερικὴν ἀκριβῶς δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρίνωνται ἀπὸ τοῦ ἐλευθέρου τούτου βήματος. Θὰ ἠδυνάμην πρὸ παντὸς νὰ εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους Μητροπολίτας τῆς Ἑλλάδος, ἑνὸς κληρικοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς διὰ τὴν μόρφωσίν του, καὶ δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Παπαστρατῆς τίνα αἰτίαν ἔχει νὰ ἐπικρίνῃ τὸν Μητροπολίτην αὐτόν. Δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θάρρους καὶ μετὰ παρρησίας ὅτι εἶναι εἷς Μητροπολίτης ἀπὸ τοὺς ὀλίγους τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κλῆρος. Πρόκειται περὶ ἑνὸς κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος περιοδεύει τὴν ἐπαρχίαν δὶς τοῦ μηνός, κληρικοῦ ὁ ὁποῖος πράτει ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλήρου.
§14Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Σᾶς συνιστῶ νὰ διαβάσετε τὰς ἐκθέσεις ποὺ ἔχουν γίνει δι’ αὐτόν. (Θόρυβος)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Τὸ ζήτημα ἔληξε.
§16Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναστηλώσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Μητροπολίτου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§18Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἀφήσατε νὰ ἴδωμεν τί θὰ πῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα πρὸς συζήτησιν. Ὁ Μητροπολίτης εἶναι λαμπρὸς ἄνθρωπος. Τὸ δεχόμεθα.
§20Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνητε ὑμεῖς τὸν Μητροπολίτην. Ζητῶ τὸν λόγον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§22Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα Μητροπολίτου.
§24Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαστρατῆς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν.
§26Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ μοῦ δώσετε τὸν λόγον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἐξαιρετικῶς καὶ καταχρηστικῶς θὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Οἰκονομίδην, ἀλλὰ εἰς οὐδένα πλέον θὰ ἐπιτραπῇ ὁ λόγος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐφόσον γίνεται κατάχρησις.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό;
§30Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὑπάρχουν ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις.
§31Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τηρῶν καὶ εὐλαβούμενος τὸν Κανονισμόν, ἐκπλήσσομαι διότι ἤκουσα εἰσερχόμενος νὰ συζητῆται ζήτημα, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀφορῶν τὸν Μητροπολίτην Καρυστίας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνεζητεῖτο.
§33Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐφόσον ἐτέθη ὁπωσδήποτε, εἴτε ὡς ἀνακοίνωσις, εἴτε ὡς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἴτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, νομίζω ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἵνα εἴπω σκέψεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἔστω καὶ ἀντιθέτους πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ Μητροπολίτου, ὅτι πιστεύω ἐγὼ τοὐλάχιστον —δὲν γνωρίζω τὶ πιστεύει ὁ κ. Συνάδελφος— πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει καλλίτερος Μητροπολίτης εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Καρυστίας. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ὁ κ. Συνάδελφος τὴν Βουλήν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἀπολύτως τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δύναται, κατὰ τοὺς κανόνας, νὰ ἱδρύῃ ἐκκλησίας ἢ Μονάς, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο θέλει, ἀρκεῖ νὰ τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα ἐν προκειμένῳ; Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὑπάρχει μία ἐκκλησία ἐν τῇ περιοχῇ Καρυστίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἰδιωτῶν. Ὁ Μητροπολίτης, λοιπόν, ζητεῖ κατὰ τοὺς νόμους καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας ἡ ἐκκλησία αὐτὴ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ ἔκαμε. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς προσπαθείας, τῆς ἀπολύτως ὀρθῆς, τῆς ἀπολύτως δικαίας, τῆς ἀπολύτως συμφώνου πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, ἀντιτάσσεται ὁ κ. Συνάδελφος. Διατί; Δὲν γνωρίζω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν Ἐπὶ ἀναφορᾶς Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως. Ὁ κ. Χρηστοβασίλης.
§35Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἰδιοκτητῶν καταστημάτων Κύμης. Οἱ κ.κ. Μπογιατζίδης, Παπαστρατῆς, Χατζηπᾶνος καὶ Οἰκονομίδης.
§37Ι. ΜΠΟΓΙΑΤΖΙΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§38Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Πρόκειται περὶ παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἡ ὁποία ἐγένετο σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ ἄλλην παράτασιν. Ἑπομένως ὃ γέγονε γέγονε.
§39Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§40Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινοτήτων Κιλκίς. Οἱ κ. κ. Κουμπαροῦσος, Χατζηγεωργίου καὶ Παπαγεωργίου.
§42Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Συνιστῶμεν τὴν ἀναφοράν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Μακεδονομάχων ὁπλαρχηγῶν, οἱ κ. κ. Δαρβέρης, Κακουλίδης καὶ Μεϊμαράκης.
§44Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ διὰ τὸ ζήτημα αὐτό.
§45Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης συνόδου ὑπεβλήθη μία πρότασις νόμου ἐκ μέρους πολλῶν Συναδέλφων διὰ τὴν σύνταξιν τῶν Μακεδόνων ὁπλαρχηγῶν. Ἀφοῦ ἐμελέτησα τὸ σχέδιον τοῦτο ἐν συνεργασίᾳ πολλῶν Συναδέλφων, καὶ ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ Μακεδόνες ὁπλαρχηγοὶ οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ δὴ αὐταπροαιρέτως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι ἀπροστάτευτοι ὄχι μόνον ὁπλαρχηγοὶ ἀλλὰ καὶ κατωτέρου βαθμοῦ καὶ χῆραι καὶ ὀρφανὰ φονευθέντων ἐν πολέμῳ, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία πρόνοια ἔχει ληφθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπῆρα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ἐτροποποίησα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ περιληφθῶσιν ὅλοι ἀνεξαιρέτως καὶ πρὸ παντὸς αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανά. Τὸ σύνολον τῶν συντάξεων αὐτῶν δὲν ὑπερέβαινε τὰ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας ἐπληροφορήθην, ὅτι πρὸ 2–3 μηνῶν ἐδόθη σύνταξις εἰς 66, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁπλαρχηγοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη εἶχον ἐπιτύχει ἓν νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη καὶ ἔλαβον σύνταξιν. Δὲν κακίζω κανένα διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὄχι μόνον δι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ φονευθέντων ἐθελοντῶν ἐν πολέμῳ.
§46Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Συνιστῶ ἀπολύτως καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἀφοῦ ὅλοι ἀπὸ τὰ αὐτὰ ἐθνικὰ ἐλατήρια ὡδηγήθησαν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς συλλόγου ἐπαγγελματιῶν Μεσολογγίου, οἱ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος καὶ Ἀλεξανδρόπουλος.
§48Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶμεν, κ. Πρόεδρε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἑνώσεως τῶν ἐκ Τουρκίας Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὁ κ. Κυβετός.
§50Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμψηφισμοῦ τῶν κτημάτων Ἑλλήνων ὑπηκόων, δεχόμενος καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐπιτροπεία βουλευτῶν ἔχει ἐπεξεργασθῆ καὶ ὑποβάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐθνικῆς ὀργανώσεως «Παῦλος Μελᾶς», ὁ κ. Κακουλίδης.
§52Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, καθ’ ἃ ὁ σύλλογος αὐτὸς ἀναφέρει, ἀπηλλοτρίωσεν οἰκόπεδα τὰ ὁποῖα ὁ σύλλογος εἶχεν ἀγοράσει, καὶ πληρώσει διὰ τὴν ρυμοτομίαν αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον, εὑρὼν ἕτοιμον τὸ φαγητὸν εἰς τὸ πιάτο, τὰ ἐπῆρε ὡς ἰδικά του. Ἐγὼ πρῶτος, προερχόμενος ἐκ προσφυγικῶν πληθυσμῶν, δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐναντιούμην εἰς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ θὰ ἐναντιούμην εἰς τὸ νὰ ἔρχωνται συμφέροντα προσφύγων εἰς ἀντίθεσιν συμφερόντων γηγενῶν, ὥστε νὰ γίνωνται μεταξὺ αὐτῶν διαμάχαι ἥκιστα ὠφέλιμοι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεών των.
§53Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἔχει δηλώσει, ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ τὸ λύσῃ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἀπόψεις τῶν διαμαχομένων μερίδων.
§54Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον πρὸς ὑποβολὴν διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀπαλλοτριώσεων. Ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν διὰ νὰ λυθῇ τελειωτικῶς τὸ ζήτημα.
§55Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προνοίας). Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐργασίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βοζίκης, αὕτη ὄντως παρασκευάζεται, θὰ ὑποβληθῇ δέ, προσεχῶς πιστεύω, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ρυθμίζεται τὸ ζήτημα τῶν ἀπαλλοτριώσεων. Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κακουλίδου, τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὅπως τὰ ἐξέθεσεν. Οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Πρόνοιας ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς Μακεδονομάχους, τὴν γῆν ἥτις τοῖς ἀνήκει. Ἀλλ’ ἰδοὺ περί τινος πρόκειται. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὑπάρχει ἕνας περιώνυμος καταπατητὴς ὀνόματι Μπιλίρης. Αὐτὸς κατεπάτησε μίαν ἔκτασιν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 900 στρέμματα, διὰ νὰ δημιουργήσῃ δὲ καὶ ἄλλους ἐνδιαφερομένους καὶ διὰ νὰ θολώσῃ, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, τὰ νερά, ἔκαμε δωρεὰν 40 στρεμμάτων εἰς τὴν ὀργάνωσιν «Παῦλος Μελάς».
§56Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ἐπλήρωσαν. Ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ συμβόλαια.
§57Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἔχω τὰς αἰτήσεις των, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι ἔχουν δωρεὰν 40 στρεμμάτων, ἔχουν πληρώσει, ἂν θέλετε, ὀλίγα χρήματα, διὰ νὰ γίνῃ τὸ σχέδιον τῆς ἐκτάσεως. Ἐγὼ ἀντὶ τῶν 40 στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ δωρήσῃ ὁ Μπιλίρης, διότι δὲν εἶχε κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν, τοὺς ἀφῆκα 25 στρέμματα καὶ μάλιστα τὰ καλύτερα, ὅταν δὲ ἤκουσαν τὴν πρώτην φορὰν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔκαμα, ὅτι δηλ. τοὺς ἀφήνω τὰ 25 στρέμματα καὶ δὴ τὰ καλύτερα δὲν εἶχον λόγους εὐγνωμοσύνης νὰ μοὶ ἐκφράσουν. Ἀργότερα ἤρχισαν τὰ τηλεγραφήματα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, εἶδον φαίνεται τὴν καλὴν διάθεσιν ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐκ μέρους μου, νὰ τοὺς ἀφήσω τὰ 25 στρέμματα, καὶ ἐνόμισαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πάρουν καὶ τὰ ἄλλα.
§58Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ μέτρα ἅτινα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρόκειται ταχέως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω δὲ ὅπως, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐπισπεύσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν νομοσχεδίων, διότι αἱ πληροφορίαι μας εἶναι ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ νέου ὀργασμοῦ ἀπαλλοτριώσεων καὶ μάλιστα πέριξ τῶν Ἀθηνῶν.
§59Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία πρότασις προτάξεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9 νομοσχεδίου, ὑπογεγραμμένη παρὰ 25 βουλευτῶν, θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ προταχθῇ διότι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος τούτου.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόταξιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου πρὶν τῆς περατώσεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Προνοίας, Δικαιοσύνης καὶ Παιδείας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς κ. Ἀλεξανδρόπουλος.
§62Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν καταρτισμόν, κ. Βουλευταί, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συνασπισμοῦ πάντων τῶν κομμάτων, συνεστήθη κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπή, ἥτις ἐξέλεξε τοὺς Εἰσηγητὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὁ μὲν Εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν ἐσόδων, κατέθηκεν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1927 τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ οἱ ἐπὶ τῶν ἐξόδων Εἰσηγηταὶ καθυστέρησαν. Μετὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀντικατεστάθησαν πολλὰ μέλη τῆς πρώτης ταύτης ἐπιτροπῆς, μεταξὺ δὲ τῶν νέων μελῶν συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε τὴν 20ὴν Ἰανουαρίου 1928, καὶ διώρισε νέους Εἰσηγητὰς ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἀνέθηκε δὲ εἰς ἐμὲ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν, Παιδείας, καὶ Ὑγιεινῆς καὶ Προνοίας. Ἐπελήφθην ἀμέσως τῆς μελέτης τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὰς γενομένας μεταβολὰς τὴν 27 Αὐγούστου καὶ 1 Δεκεμβρίου 1927, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι. Ἀλλ’ ἐπληροφορήθην ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῶσιν ἐκ τρίτου καὶ νέαι πιστώσεις, καὶ ἔσπευσα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἵνα βεβαιωθῶ περὶ τούτου. Τὸ Λογιστήριον παρέδωκεν εἰς ἐμὲ τοὺς συνταχθέντας πίνακας περὶ τῶν πιστώσεων τούτων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶχον ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπέμεινα τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν. Αἱ πιστώσεις αὗται ὑπεβλήθησαν ἐγκεκριμέναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν 17 Φεβρουαρίου 1928, ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψει μου καὶ ταύτας, προέβην εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς μου, ὡς Εἰσηγητής, ἥτις τυπωθεῖσα διενεμήθη καὶ ἔχει ταύτης λάβει γνῶσιν ἡ Βουλή. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσίς μου τὴν 19 Φεβρουαρίου καὶ ἡ βραδύτης αὕτη νομίζω ὅτι, εἶναι ἐπαρκῶς δεδικαιολογημένη. Ἀναμφιβόλως, κ. Βουλευταί, ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ἐξόδων, γιγνόμενος κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστῇ εὐρύς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποδειχθῶσιν οἰκονομίαι, ἢ οἱαδήποτε τελεσφόρος κρίσις, ἐπ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἐκτελεσθῆ πλέον, ἢ ἀκριβῶς εἰπεῖν, ἐκτελεῖται μετὰ ἕνα μῆνα, ληγούσης τῆς χρήσεως τὴν 31 Μαρτίου 1928, ἐφ’ ᾧ καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν εἰσηγητῶν κατ’ ἀνάγκην ὑπῆρξαν σύντομοι καὶ τυπικαὶ πλέον. Προέβην βεβαίως διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου εἰς συντόμους καὶ περιεκτικὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν θὰ παραλείψω καὶ ἤδη νὰ ἀσχοληθῶ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ἐκ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑγιεινῆς μου καταστάσεως, πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπαλλαγέντος ἐκ νόσου. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὡρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις 173.103.501, χωρὶς νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς τελευταίας δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται 113 ἑκατομμύρια, νέαι ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, διὰ τετάρτην φοράν. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν ἐπηρεάζωνται ἐκ τούτων τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι ἐὰν αὐξάνονται κατά τι ἢ ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι αὗται. Νομίζω ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δὲν εἶναι μεγάλαι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, διότι ἔδει νὰ διατεθῶσι μεγαλύτερα ποσά. Δυστυχῶς ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπει ἤδη οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ ἀμέσου ἐπικουρίας καὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποσιωπήσωμεν, ὅτι ἡ σπουδαιοτάτη αὕτη ἐξουσία, ἡ δικαστική, ὄχι μόνον δὲν ἔτυχε τῆς προσηκούσης μερίμνης τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἤδη δίδεται ἡ προσήκουσα προσοχή. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν δικαστικὴν νομοθεσίαν, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρισκόμεθα. Μᾶς διέπει τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, καὶ δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ἡ σύνταξις ἀστικοῦ Κώδικος, περὶ οὗ ἀπὸ πεντηκονταετίας συνετάχθη ἓν σχέδιον, ἀλλὰ τὸ Κράτος, τὸ περὶ ἄλλα ἀσχολούμενον καὶ φειδόμενον δαπανῶν, δὲν κατώρθωσε ν’ ἀχθῇ εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο. Μᾶς διέπει ποινικὸς νόμος ἀπηρχαιωμένος, αἱ δὲ γενόμεναι εἰς αὐτὸν τροποποιήσεις, ἢ καὶ νεώτεροι ἀστικοὶ νόμοι, περιάγουσι τὸν δικαστὴν εἰς δυσχερείας περὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν εἶναι καιρὸς πρὸς συζήτησιν. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀμέριστον προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ κυρίως τῆς καταλληλοτέρας ἐκλογῆς τῶν δικαστῶν, κυριώτερον δὲ καὶ τῆς ἐπαρκοῦς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἀντὶ τούτων ἐπεδείχθη ἡ μεγαλυτέρα ἀστοργία, πλήγματα δὲ βαρύτατα καὶ ἐπανειλημμένα κατηνέχθησαν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Μέχρι τοῦ 1916 τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἦτο συγκεκροτημένον ἀπὸ ἀρίστους ἐπιστήμονας, εἰσαχθέντας εἰς τὸν κλάδον διὰ διαγωνισμῶν, καὶ ἐνέπνεε τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τῶν δικαζομένων καὶ τῆς κοινωνίας καὶ ὅλου τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ δικασταί, οἱ διορισθέντες κατὰ τὸ 1914 κατόπιν ὁμοφώνου γνωματεύσεως τῶν δικηγορικῶν Συλλόγων καὶ τῆς ὁλομελείας τῶν Πρωτοδικείων περί τε τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξίας αὐτῶν, τῶν ἠθικῶν προσόντων καὶ τοῦ ἐν γένει χαρακτῆρος αὐτῶν, καὶ κατεδείχθησαν ἄριστοι δικασταί. Τὸ δίκαιον τότε ἀπενέμετο ἀμερολήπτως, μετὰ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης καὶ οὐδεμία ἄλλοθεν παρετηρεῖτο ἐπίδρασις. Τὴν ἀμεροληψίαν δὲ τότε καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τοῦ δικαστοῦ περιεφρούρει ἐπὶ πλέον καὶ τό τότε Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, οὕτω δὲ ἡ δικαιοσύνη ἀπετέλει μίαν περιφανῆ ἐγγύησιν. Ὅτε ὅμως κατὰ τὸ 1917 ἀνεστάλη ἡ ἰσοβιότης, ἡ δικαιοσύνη πλέον συνεκλονίσθη ἐκ θεμελίων. Δικασταὶ ἐπαύθησαν, ἐδιώχθησαν, ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐξετοπίσθησαν. Δὲν περιωρίσθη ἡ δίωξις εἰς τοὺς τυχὸν παρεκτραπέντας δικαστάς. Τοὐναντίον μάλιστα, δικασταὶ παραβάντες τὸν ὅρκον αὐτῶν, ὑπεστηρίχθησαν ἀμερίστως καὶ προήχθησαν ἢ παρ’ ἀξίαν ἢ κατὰ παράλειψιν ἄλλων ἀρχαιοτέρων καὶ ἱκανωτέρων. Διετέλεσεν ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ ἓν ἔτος ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, τὰ δὲ δικαστήρια καὶ ἐν γένει ἡ δικαιοσύνη ὑπῆρξεν ἕρμαιον παντὸς κομματαρχίσκου ἢ ἀχρείου πολιτικάντη ἢ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν πολιτευομένων. Οἱ δικασταὶ τότε, περίτρομοι μὴ τυχὸν ἀπολυθῶσι, κυρίως ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶχον οὔτε συνείδησιν, οὔτε θέλησιν. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου τῆς ἀπολύσεως ἀπένεμον τὴν δικαιοσύνην, ὁ δὲ λαὸς δυσπιστῶν πλέον ἐπὶ τὸν δικαστὴν προσέτρεχεν εἰς τοὺς τότε ἰσχύοντας, οἵτινες ἐκμεταλλευόμενοι τὰς στιγμὰς ἐκείνας ἐλεηλάτουν τοὺς πολίτας, εἴτε κατηγορουμένους, εἴτε καὶ διαδίκους ἐν πολιτικαῖς ὑποθέσεσι. Δὲν ἤρκεσε τὸ δεινὸν τοῦτο πλῆγμα· ἐπηκολούθησε καὶ δευτέρα καταιγίς, ἐξαπολυθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, καὶ κατόπιν καὶ τρίτη ἐπὶ Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἥτις ἠξίωσε καὶ διέταξε τὰ δικαστήρια διὰ μιᾶς ἐξωφρενικῆς καὶ ἀντισυνταγματικῆς καὶ ριζικῶς παρανόμου διαταγῆς, νὰ μὴ ἀνακηρύξωσιν ὡς ὑποψηφίους τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου. Καὶ οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντέταξαν καὶ τὸ ἐπιστημονικὸν κῦρος αὐτῶν, καὶ τὴν δικαστικὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν, καὶ τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, ἐπαύθησαν. Ἑπόμενον ἦτο, μετὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας τρικυμίας, αἵτινες συνεκλόνισαν τὸ δικαστικὸν οἰκοδόμημα, νὰ μὴ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν δικαιοσύνην, ἱσταμένην εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ὁρίσει ἡμέραν εἰδικὴν πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, τότε θὰ γνωσθῇ, διὰ τίνων μέσων καὶ διὰ τίνων μεθόδων ἐγένετο καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ πῶς προήχθησαν δικαστικοὶ ἀνώτεροι, καὶ πῶς ἀκόμοι διωρίσθησαν δικασταί τινες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σήμερον ἔχομεν τὸ δικαστικὸν ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν προσοχήν, πῶς εἶναι δυνατόν, τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ ὑλικόν, νὰ τὸ καλλιεργήσωμεν, νὰ τὸ τονώσωμεν καὶ νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστὰς πλέον φιλοτίμους, ἀλλὰ καὶ πλέον ἐπαρκεῖς, ἵνα ἀπερίσπαστοι ἀπὸ τὰς οἰκονομικάς των δυσχερείας, ἐπιδοθῶσιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν. Οἱ καλοὶ δικασταὶ ἐξέρχονται τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἐπιζητοῦντες ἄλλο ἔργον, δυνάμενον νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτοὺς οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν. Καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν τῶν καλῶν δικαστῶν, παραμένουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, παραμένουσι ἐξ ἀνάγκης, ἵνα μὴ ἀπολέσωσι τὰς συντάξεις αὐτῶν, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ κλάδῳ. Διατελεῖ, λοιπόν, ἡ δικαιοσύνη εἰς κρίσιν. Χθὲς ἀκόμη ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, ἐν δημοσίᾳ συνεδρίᾳ, παρόντων 300 ἢ καὶ πλειόνων δικηγόρων, ἀνασυζητουμένων ὑποθέσεών τινων, λόγῳ παραιτήσεως δικαστῶν, ἐδήλωσε δημοσίᾳ ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτοῦ, ὅτι ὑπάρχει φόβος καὶ εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον νὰ ἐπέλθῃ ἀνασυζήτησις καὶ ἄλλων ὑποθέσεων, ἕνεκα ἀπειλουμένων νέων παραιτήσεων δικαστῶν, οἵτινες ἀναζητοῦσιν ἐξεύρεσιν ἐπικερδεστέρας ἐργασίας, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς οἰκονομικῆς των ἐνισχύσεως. Αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι βαρυσήμαντοι καὶ ἄξιαι προσοχῆς, διότι ἰσοδυναμοῦν πρὸς δήλωσιν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκεται ἐν χρεωκοπίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἠκούετο ἡ τοιαύτη φωνὴ ἀπὸ μέρους δικαστῶν καὶ Προέδρων, δὲν ἀγνοοῦμεν πάντες ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ ἐπιστημονικὸς νομικὸς κόσμος, ὅτι διαρρέουσιν ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλάδον οἱ ἱκανοὶ δικασταὶ ἢ καὶ πᾶς δυνάμενος ν’ ἀνεύρῃ ἄλλην ἐπικερδεστέραν ἐργασίαν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, καλῶς λειτουργοῦσαν, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς μισθοὺς ἱκανοποιητικούς. Ὑπάρχουν οἱ πιστεύοντες, ὅτι οἱ δικασταὶ ἀποζημιοῦνται ἐπαρκῶς καὶ πολὺ καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Τοὺς τοιαύτας ἔχοντας γνώμας, θεωρῶ, ἐὰν ὄχι πλανωμένους, ἀλλὰ πάντως ἐσφαλμένως κρίνοντας τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πρεβέζης, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μισθοδοτοῦνται ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους οὐχὶ ἐπαρκῶς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ κοπιάζουν πολύ, ἐργαζόμενοι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Δὲν ἀμφισβητεῖται τοῦτο, οὔτε θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως ἀμείβονται ἐπαρκῶς. Δὲν δύναμαι ἐπίσης ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουν σήμερον τὴν σκέψιν περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διὰ τὴν δικαιοσύνην, φρονῶ, πιστεύω καὶ συνιστῶ, ἵνα ἐξευρεθῇ οἱονδήποτε μέσον, ὅπως ἐνισχυθῶσι οἱ δικασταὶ οἰκονομικῶς, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῶμεν λίαν προσεχῶς πρὸ ἐρημώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, θὰ ἐξέλθωσιν, ὡς εἶπον, τοῦ κλάδου οἱ ἱκανοὶ δικασταί, δὲν θ’ ἀποφασίσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὸν ἱκανοὶ ἐπιστήμονες ἀντὶ τῶν παραιτηθησομένων, καὶ ἡ ἀπογοήτευσις, ἥτις σήμερον συνέχει τοὺς ὑπηρετοῦντας, θὰ κορυφωθῇ καὶ θὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ παραμείνωσιν ἐξ ἀνάγκης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ διὰ νὰ γίνω καταληπτότερος καὶ σαφέστερος, προβαίνω εἰς τὴν ἑξῆς σύγκρισιν: Λαμβάνω ὡς βάσιν τοὺς περατώσαντας τὰς γυμνασιακάς των σπουδάς, καὶ τοὺς μὲν τρεπομένους πρὸς τὸ στρατιωτικὸν στάδιον, τοὺς δὲ πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον. Οἱ τρεπόμενοι πρὸς τὸ στρατιωτικὸν στάδιον, προσέρχονται εἰς διαγωνισμὸν καὶ εἰσάγονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολήν. Οὗτοι ἐπὶ τριετίαν, σπουδάζουσι δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωσι τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, ἐξέρχονται δὲ μετὰ τριετίαν μὲ βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ, ἤτοι καταλαμβάνουσιν ἀμέσως δημοσίαν θέσιν, καὶ μὲ μισθὸν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ μὲ πολλὰς τοῦ βίου εὐκολίας, ἰδίᾳ ὅπου ὑπάρχουσι Στρατιωτικαὶ λέσχαι. Οἱ τρεπόμενοι πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ θέλοντες νὰ σπουδάσωσι τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, ὀφείλουσι νὰ φοιτήσωσιν ἐπὶ μίαν πενταετίαν, νὰ λάβωσι μετ’ αὐτῶν τὸ δίπλωμά των, ν’ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ ἓν ἔτος παρὰ δικηγόρῳ, ν’ ἀναμείνωσιν ἀκόμη μίαν διετίαν καὶ διὰ διαγωνισμοῦ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν θὰ ὑποστῶσι κόπους, μελέτας, θὰ ὑποστῶσι μεγίστας δαπάνας, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιτύχωσι μίαν θέσιν δικαστοῦ. Τὰ ἐξετάζω ὑπὸ τοὺς ἀπολύτους εὐνοϊκωτέρους ὅρους καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τοὺς δικαστάς, τουτέστι, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι θὰ δυνηθῶσιν εἰς τὰς πρώτας ἐξετάσεις νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν σχολήν, καὶ οὗτοι νὰ λάβωσιν δίπλωμα μετὰ τὸ πέμπτον ἔτος καὶ νὰ ἐπιτύχωσι καὶ εἰς τὸν πρῶτον διαγωνισμόν, νὰ ὑπάρχωσι δὲ καὶ κεναὶ θέσεις, ἵνα προκηρυχθῇ διαγωνισμὸς δικαστῶν. Ποία ἡ ἐξέλιξις ἑκάστου τούτων; Ὁ μὲν ἀνθυπολοχαγός, θὰ προάγηται εὐθὺς ἅμα συμπληρώνῃ τὰ ὡρισμένα δι’ ἕνα βαθμὸν ἔτη καὶ κατὰ τὸ 15ον ἔτος θὰ φθάσῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοὐλάχιστον, ἐνῷ ὁ δικαστής, ὁ δαπανήσας, ὁ ἐργαζόμενος ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθείας νυκτὸς διανοητικῶς, θὰ παραμείνῃ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη καὶ θ’ ἀναμένῃ μὴ τυχὸν κενωθῇ μία θέσις Προέδρου, ἵνα τὴν καταλάβῃ, καὶ ἂν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον προαγάγῃ αὐτόν. Καὶ ὁ μισθὸς τοῦ δικαστοῦ δὲν θὰ φθάσῃ τὰς πέντε χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι καὶ τῶν ἄλλων κλάδων, λόγῳ τῆς εὐρύτητος καὶ τοῦ πολυαρίθμου τῶν ὑπαλλήλων προάγονται ταχύτερον. Εἶναι ἀνάγκη κατ’ ἀκολουθίαν, καὶ ἐπιτακτικὴ καὶ ἐπείγουσα, ἵνα ἐκ παντὸς τρόπου ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα, καὶ κανονισθῇ, ὅπως ὁ δικαστής, συμπληρῶν πενταετίαν, λαμβάνει μίαν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ του, ἱκανήν. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄνευ τοιαύτης ἐνισχύσεως, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσελκύσωμεν χρηστοὺς καὶ ἱκανοὺς ἐπιστήμονας εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἐὰν ἐκράτει, καὶ ἐὰν κρατήσῃ μία φειδὼ λελογισμένη, καὶ ἐὰν τεθῇ τέρμα εἰς ἀφειδεῖς δαπάνας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι πόροι, ὅπως ἐνισχυθῶσιν οἰκονομικῶς οἱ δικασταί. Ἡ γλισχρότης δὲν δικαιολογεῖται εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν γνωρίζομεν ὅτι εἷς ἐπιστήμων ὀφείλει ἐπὶ ὀκταετίαν ν’ ἀγωνιᾷ, ἵνα γίνῃ δικαστής, ζητοῦμεν δύσκολα πράγματα.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ὡς Πάρεδρος.
§64Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει τοῦτο. Θέλω νὰ τὰ διεξέλθω συντόμως διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρέπει νὰ διορθωθοῦν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην. Μὴ θελήσωμεν νὰ συγκρίνωμεν τὴν δικαιοσύνην μὲ τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως, διότι εἰς αὐτοὺς καὶ αἱ προαγωγαὶ γίνονται ταχύτερον, ὑπάρχοντος μεγάλου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων, καὶ οἱ μισθοὶ αὐξάνονται. Εἶναι δὲ τόσον μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως, ἡ κληροδοσία αὕτη τοῦ παρελθόντος, ὥστε τὰ μὲν γραφεῖα προήχθησαν εἰς τμήματα, τὰ δὲ τμήματα εἰς διευθύνσεις, καὶ ὁ εἰσερχόμενος εἰς τι ὑπουργεῖον, καταντᾷ τμηματάρχης καὶ διευθυντής. Ἰδοὺ ὀργανισμὸς κρατικὸς πολυτελὴς καὶ πολυδάπανος. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλμησε νὰ θέση χεῖρα πρὸς διόρθωσιν. Τοῦτο τὸ ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ὑπάρχει πληθώρα ὑπαλλήλων ἐν τῷ Κέντρῳ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς ἐπαρχίας. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κύριοι, ἀναγράφεται δαπάνη τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μετατεθέντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ δαπάνη αὕτη βεβαίως εἶναι μεγάλη καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, καὶ πάλιν τὴν θεωρῶ μεγάλην τὴν δαπάνην. Ἡ δαπάνη αὕτη ἐξωγκώθη ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου. Ἐψηφίσθη νόμος παρὰ τῆς παρούσης Βουλῆς περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ πενταετίαν καὶ τριετίαν κατὰ τὴν διαστολὴν τοῦ νόμου. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐφαρμόζον τὸν νόμον αὐτόν, βεβαίως ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ προβῇ εἰς μεταθέσεις, ἀλλὰ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν περιωρίσθη νὰ κάμῃ τὰς μεταθέσεις αὐτὰς τοὐλάχιστον μετά τινος λογικῆς, νὰ μεταθέσῃ δηλαδὴ εἰς πλησιέστερα μέρη τοῦ τόπου ἐξ οὗ μετετίθεντο, ἀλλὰ ἔστειλε ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἄλλο τοὺς ὑπαλλήλους τούτους.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπέστειλε Πρόεδρον Πρωτοδικῶν ἀπὸ τὸ Λασήθιον εἰς τὴν Λευκάδα.
§66Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσην μεγάλην ἀστοργίαν πρὸς τε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἔδειξε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὥστε καὶ τοῦτο συνετέλεσεν ἀκόμη νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι. Θεωρῶ δὲ ἀξιέπαινον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰσηγηθέντα νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς διατάξεως τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι οὕτω θὰ ἀποφύγωμεν καὶ τὴν ἀποθάρρυνσιν τῶν δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ ψύλου πήδημα μετατίθενται ἀπὸ Πρωτοδικείου εἰς Πρωτοδικεῖον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν θ’ ἀνακουφίσωμεν. Ἐννοῶ μίαν μετάθεσιν γενομένην συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν δι’ ἕνα εἰρηνοδίκην ἢ γραμματέα, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὰ καθήκοντά του προσηκόντως, ὅτι ἐμερολήπτησε. Ἀλλὰ τώρα γίνονται καθ’ ἑκάστην μεταθέσεις ἀδικαιολογήτως.
§67Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸν Σεπτέμβριον, δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις περὶ τοῦ ὑποχρεωτικῶς μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν. Αὐτὸ περιελήφθη κατὰ τροπολογίαν γενομένην κατὰ τὴν ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§68Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, εἶπον ὅτι ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν πρῶτον νόμον καὶ ὅτι σεῖς ἀξιεπαίνως ὑπεβάλετε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως αὐτοῦ. Τώρα ἡ λεπτομέρεια ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τροπολογίας προσέθηκε τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς μεταθέσεως, δὲν ἔχει σημασίαν.
§69Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Θὰ ἦτο μία ἀνακολουθία διὰ τὸν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ ἓν νομοσχέδιον καὶ μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου νὰ ζητῇ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη, κ. Συνάδελφε, ὅτι ἐγὼ ἤμην τῆς ἀντιθέτου γνώμης καὶ ὑπέδειξα τὰ ἄτοπα τῆς ὑποχρεωτικῆς τῶν δικαστῶν μεταθέσεως.
§71Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Εἶπον ὅ,τι ἔγινε καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ἤδη εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλήν.
§72Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τώρα ποὺ ἐτακτοποιήθησαν τὰ πράγματα ἂς καταργηθῇ.
§73Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προβῶ εἰς παρατηρήσεις ἤδη. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὡρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 531.764.286 δραχμῶν. Δυστυχῶς, μολονότι τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἐν τούτοις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν πάντες εἶναι, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἶναι εἰς πολὺ κακὴν κατάστασιν. Πανταχόθεν ἀγγέλλονται ληστεῖαι, φόνοι, ζωοκλοπαὶ κλπ. Ὀρθὸν καὶ φρόνιμον θὰ ἦτο νὰ ληφθῇ μία πρόνοια. Ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ ἰδίως τελοῦνται πολλὰ ἐγκλήματα καὶ σοβαρά. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὡρίσθησαν εἰς 483.875.172 δραχμῶν, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν ἐξόδων τοῦ 1926–1927 κατὰ δραχμὰς 7.846.482. Ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐξόδων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, λόγῳ τῆς διαβαθμίσεως τῶν διδασκάλων, καὶ τὸ δαπανηθὲν ποσὸν ἀπαραιτήτως ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ. Ἐάν τις ἤθελε γενικώτερον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις δὲν εὑρίσκεται εἰς καλὸν σημεῖον, ὅτι οἱ ἐξερχόμενοι ἀπόφοιτοι τῶν γυμνασίων ἐξέρχονται ἀστοιχείωτοι καὶ ἀγράμματοι. Ποία ἡ ἀφορμή; Τὰ αἴτια εἶναι πολλά. Μία ὅμως κυρία ἀφορμὴ εἶναι ὅτι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ. Οἱ διδάσκοντες μεταχειρίζονται τὰ κείμενα τῶν συγγραφέων ὡς μίαν νεκρὰν ὕλην, καὶ ἀσχολοῦνται περὶ τοὺς συντακτικοὺς μόνον κανόνας καὶ τὴν γραμματικήν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐμπνεύσουν εἰς τοὺς μαθητὰς τὸ κάλλος καὶ τὸ ὕψος τοῦ πνεύματος τῶν συγγραφέων καὶ νὰ δώσωσι ζωὴν εἰς τὰ νεκρὰ γράμματα τῶν κειμένων. Εἶναι γενικὴ δυστυχῶς ἡ ἀσθένεια αὐτὴ εἰς ὅλα τὰ γυμνάσια. Τὰς ὑπερτάτας ἀληθείας, τὰς ὁποίας συνέλαβε καὶ ἐπετύπωσε τὸ ἀθάνατον ἑλληνικὸν πνεῦμα, τὰς ἠγνόησαν οἱ διδάσκοντες. Βεβαίως οὐδὲ σεῖς Κύριε Ὑπουργὲ εἶσθε ὁ ὑπαίτιος, οὐδὲ οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι μία κατάστασις διαρκεστέραν ἔχουσα τὴν χρονικὴν περίοδον καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατάλληλα. Ἕν μέτρον συντελεστικὸν θὰ ἦτο ἴσως ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νεωτέρων τοὐλάχιστον καθηγητῶν εἰς εἰδικῶς καταρτισθησομένην ἀνωτέραν σχολήν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ καθηγηταί, διδασκόμενοι ἐπὶ ἕν τοὐλάχιστον ἔτος, νὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσι μίαν ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν ἀνωτέραν, διότι πολλοὶ καθηγηταὶ ἤδη δὲν περιβάλλονται μὲ τὴν προσήκουσαν μόρφωσιν. Πιθανὸν νὰ εἶναι πικρὰ ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσιν. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, τὰ ἔξοδα ὡρίσθησαν εἰς 618.637.991 δραχμῶν. Ἀπορροφᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τὸ ἕν δέκατον τέταρτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ὅλων ἐξόδων. Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ διατιθέμεναι διὰ φιλανθρωπικοὺς σκοποὺς καὶ διὰ τὴν γενικὴν ὑγιεινὴν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἐν γένει εἶναι μικραί, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι μεγαλύτερα ποσά, περιοριζομένων ἄλλων δαπανῶν ἀδικαιολογήτων, μόνον δὲ κομματικῶς γιγνομένων. Παρετήρησα μίαν δαπάνην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀφορῶσαν τὴν ἀποζημίωσιν ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων ἢ τῶν λεγομένων ἐκτάκτων, ἡ ὁποία δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 2.000.000. Ἐλέχθη ἐδῶ, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐκκαθαρίσουν τὰς συντάξεις τῶν θυμάτων πολέμου. Κύριοι, ἠναγκάσθην τρὶς ἢ τετράκις νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας δι’ ἐκκαθάρισιν συντάξεων θυμάτων πολέμου συμπολιτῶν μου, ὑποβαλόντων αἰτήσεις ἀπὸ τοῦ 1924, 1925 καὶ 1926 καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀνευρεθῶσιν οἱ φάκελλοι, οὔτε κατωρθώθη νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν παθόντων. Εἶδον μόνον εἰς πολλὰ δωμάτια τοῦ Ὑπουργείου πληθώραν ὑπαλλήλων, εἰς ἕκαστον δὲ δωμάτιον παρετήρησα ἄρρενας καὶ θήλεις 4–5 ὑπαλλήλους ἀναμίξ, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰργάζοντο ἢ ὄχι, ἢ ἐὰν ἠδύναντο νὰ ἐργασθῶσι, γνωρίζω μόνον ὅτι οὐδεμίαν πληροφορίαν ἠδύναντο νὰ μοῦ δώσουν καὶ ἀπὸ πέντε μηνῶν δὲν ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχουν συμφέρον ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος διὰ νὰ διατηρῶνται ὑπάλληλοι.
§75Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη, Κύριοι, συζητουμένων τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων δὲν ἀποκλείεται, φρονῶ, γενικωτέρα συζήτησις περὶ οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ, διότι αὗται ἀποτελοῦσι σπουδαιότατον κεφάλαιον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλως τε δύναται καὶ ἤδη νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τούτων, ὡς ἀλληλενδέτων καὶ ἀναποσπάστως συνδεδεμένων μὲ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀρχὴ ἀπαράβατος, ὅτι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους τότε μόνον ἔχουσι καλῶς, ὅταν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καθορίζονται ἐκ τῶν προτέρων ἐν δυνατῇ ἀκριβείᾳ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξῃ, ἐν πλήρει δὲ ἀκριβείᾳ τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς δυνατῆς ἀκριβείας τῆς γενομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων καὶ θὰ εἴπω μόνον ὅτι εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ τηρῆται ὁμαλότης, διότι ἡ εἴσπραξις κανονικῶς συντελουμένη ἐξυπηρετεῖ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τῶν ὀφειλετῶν, πᾶσα δὲ εἴσπραξις, ἀκανονίστως ἐνεργουμένη καὶ μετὰ αἰφνιδιασμοῦ, κλονίζει σοβαρῶς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ κλονίζει καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, καὶ διαταράττει τὴν κοινωνικὴν ἠρεμίαν, τὴν κοινωνικὴν συνείδησιν, προκαλοῦσα ἐξεγέρσεις καὶ διαμαρτυρίας. Ἔχομεν δὲ διαμαρτυρίας πανταχόθεν, ἤτοι ὅλων τῶν κοινωνικῶν κλάδων, ἐμπόρων, βιομηχάνων, ἐπαγγελματιῶν καὶ ἄλλων τάξεων, διὰ τὸν αἰφνιδιασμόν, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται ὅλοι οἱ φόροι καὶ κυρίως οἱ τῶν παρελθόντων ἐτῶν πρόσθετοι ἢ μή. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ὅμως ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Τὸ Δημόσιον, δηλ. ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ καθαρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐν ἀπολύτῳ ἀκριβείᾳ τὰ ἔξοδα, ἰδίᾳ τὰ τακτικά, οὐχὶ δὲ τόσον τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, διότι, ὅταν κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως ἐκπληροῖ τὸ Κράτος τὰς ὑποχρεώσεις του, κρατύνει τὴν δημοσίαν πίστιν, καθόσον οὐσιώδης ὅρος τῆς δημοσίας πίστεως εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κανονικὴ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεών του. Δυνάμεθα ἤδη νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἐξόδων, ἐτήρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅτι ὑπελόγισε μετὰ πλήρους ἀκριβείας τὰ τακτικὰ τοὐλάχιστον ἔξοδα; Δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι μία Κυβέρνησις, μὴ δυναμένη νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων διὰ ποίων τακτικῶν, καὶ οὐχὶ ἐκτάκτων δαπανῶν, εἶναι βεβαρημένον τὸ Κράτος, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη, λέγω, Κυβέρνησις διαφεύγει τὴν ἐπίκρισιν ὅτι διατελεῖ ἐν ἀνωμαλίᾳ; Αἱ ἀνάγκαι αἱ τακτικαὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι γνωσταὶ ἐκ τῶν προτέρων.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Οἰκουμένης κατορθοῦται ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῶσιν ἐπακριβῶς ὅλα τὰ ἔξοδα.
§77Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ παραβάσεως μιᾶς ἀδιασείστου δημοσιονομικῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς ἀπαραβάτου, διότι, ὅταν τὸ Κράτος ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ζητεῖ πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ δαπάνας ἀναπληρωματικάς, τὰς ὁποίας δὲν προεῖδε, προκαλεῖ μίαν ἀνωμαλίαν, προκαλεῖ ἕνα κλονισμὸν τῆς δημοσίας πίστεως, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ θεμελιώδη ὅρον κανονικῆς λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Καὶ τὰ πράγματα εἶναι φανερὰ πλέον, διότι διὰ τῶν γενομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μεταβολῶν κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ 27 Αὐγούστου καὶ 1 Δεκεμβρίου 1927 καὶ 17 Φεβρουαρίου 1928 ἐζητήθησαν πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 129.668.545. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπήρκεσαν καὶ ζητοῦνται καὶ ἕτεραι, κατὰ τὰς ἤδη δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πιστώσεις ἐκ δραχ. 113 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 242.668. 545. Καὶ ἐὰν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ἐπῆλθε τόσον μεγάλη πλάνη ἢ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς ἀληθείας κατὰ τόσα ἑκατομμύρια, θέλετε νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλάνη περὶ τὴν πραγματοποίησιν ὅλων τῶν ἐσόδων;
§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ προβλέψεις μας θὰ ἐπαληθεύσουν σχεδὸν τελείως, εἰσπραττομένων τὸν Μάρτιον καὶ κατὰ τὸ τετράμηνον τῆς παρατάσεως πλέον τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου 250 ἑκατομμ. ἅτινα δέον νὰ εἰσπραχθοῦν διὰ νὰ εἶναι ἡ ἀπόδοσις ἴση πρὸς τὰς προβλέψεις. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἐζητήθησαν μὲν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πέραν τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ, θὰ ἔχωμεν ὅμως ἐξ ἄλλου ἀνατροπὰς μεγαλυτέρας. Οὕτω καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα δὲν θὰ διαψευσθῶμεν. Διότι μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει διαφορὰ οὐσιώδης μεταξὺ τῶν προσθέτων πιστώσεων καὶ τῶν ἀνατροπῶν τότε μόνον δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι αἱ προβλέψεις ἠστόχησαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος συντάσσει τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχει καὶ τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ ζήτημα ἂν καλῶς προεῖδε θὰ κριθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων δεδομένων. Καὶ ἔχομεν ἀκρίβειαν προβλέψεων κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν οὐσιώδη ἐπικουρίαν ἐκ τῶν στοιχείων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα.
§79Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔξοδα καὶ ἔσοδα;
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀνατρέξητε καὶ εἰς τὴν δημοσιονομικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μοῦ εὕρητε πόσοι προϋπολογισμοὶ ἐπηλήθευσαν, ὡς ἐπηλήθευσεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–28.
§81Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑπῆρξαν περισσεύματα.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν.
§83Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἀπαντήσατε εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα, ἀλλὰ εἰς γενικὰ τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ πραγματοποίησιν τῶν πιστώσεων εἶνε ἄλλο ζήτημα. Αὐτὸ συμβαίνει πάντοτε, διότι ὑπάρχουν κεφάλαιά τινα τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς αὐτὰ ὑπολογίζονται.
§85Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ζημιωθῆτε, θὰ κερδίσητε. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ παρουσιάσητε τὸ κέρδος τοῦ 3% ἢ 4% ἐπὶ τῆς μὴ διαθέσεως τῶν πιστώσεων καὶ θὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἓν Κράτος ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ δημοσιονομικὴν πολιτικὴν πρέπῃ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἔξοδά του ἀκριβῶς.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, νὰ μοῦ εἴπητε ἕνα προϋπολογισμὸν οἱουδήποτε Κράτους εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ προέκυψεν ἀνάγκη προσθέτων πιστώσεων εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας.
§87Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐμελέτησα τὴν κατάστασιν καὶ ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμόν. Εἷς πολιτικός, πρέπει νὰ εἶναι παρεσκευασμένος, ὅταν καταλάβῃ ἓν Ὑπουργεῖον, καὶ ἕτοιμος νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων· ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι παρεσκευασμένος, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ βραδύνῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ κατατοπισθῇ εἰς τὰ ζητήματα. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη αὐτὸ γίνεται. Δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω προσωπικῶς. Ἐγὼ ἐζήτησα διασαφήσεις.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Σεῖς, κ. συνάδελφε, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν σας τὸν ἀτομικὸν τὸν κάμνετε μὲ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν;
§89Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σκέπτεσθε πῶς ἐγὼ καὶ ὑμεῖς κανονίζομεν καὶ ὑπολογίζομεν τὰς ἰδιαιτέρας μας δαπάνας, ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος. Ἐγένετο συζήτησις ὑπὸ πολλῶν Συναδέλφων περὶ οἰκονομιῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις, ἐδήλωσεν ὅτι αἱ οἰκονομίαι προσκόπτουσιν εἰς δυσχερείας, προκύπτουσιν εἰς ἀντιδράσεις καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ὅτι εὐκολωτέρα εἶναι ἡ ἐπιβολὴ φόρων. Νομίζω, ὅτι διατελοῦντος τοῦ Κράτους εἰς τοιαύτην ὀξυτάτην οἰκονομικὴν κρίσιν οὐδεὶς βουλευτὴς ἤθελεν ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν οἰκονομιῶν, διότι ὅλους τοὺς θεωρῶ διαπνεομένους ἀπὸ στοργὴν πρὸς τὸν τόπον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελέ τις φανῇ ἀντιλέγων, ἠξίουν ἀπὸ τὸν συμπολίτην μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὃν τιμῶ καὶ ἐκτιμῶ, ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ πάσης τοιαύτης ἀντιδράσεως. Ἡ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντίδρασις, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῶν ἀπολυθησομένων ὑπαλλήλων, μόνον μίαν κομματικὴν ζημίαν ἤθελεν προξενήσει, ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ἀντίπαλος μὲν πολιτικῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτιμῶν ὅμως τοῦτον, ἐπεθύμουν νὰ παρίδῃ τὴν τοιαύτην τυχὸν ζημίαν καὶ νὰ δείξῃ θέλησιν καὶ αὐταπάρνησιν, ἵνα ἀνυψωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ἔδει νὰ προβῆτε εἰς οἰκονομίας, οἰκονομίας τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Εἴχετε δὲ τὰς ὑποδείξεις τῶν οἰκονομιῶν. Συνεστάθησαν, ὡς γνωστόν, δύο ἐπιτροπαί, μία ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν, ἡ ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν, ἥτις εἰργάσθη ἐντατικῶς καὶ φιλοτίμως, παρὰ τὰς ἀντιδράσεις, ἃς εὗρεν ἀπὸ τὰς διαφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας παρ’ ὧν ἐζήτει πληροφορίας, καὶ ἔφερεν εἰς φῶς ἔργον 500 σελίδων ὑποδεικνύουσα οἰκονομίας. Συνέστησε καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐπιτροπὴν ἐμπειρογνωμόνων ἥτις ἐπίσης συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της. Εἶπεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἦσαν πραγματοποιήσιμοι αἱ ὑποδειχθεῖσαι οἰκονομίαι, διότι μεταξὺ τῶν γραφομένων εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν τούτων καὶ τῶν πραγμάτων ὑπάρχει ἀπόστασις. Ἀλλὰ τότε, ἀφοῦ τοιαύτας γνώμας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸς τίνα σκοπὸν καὶ διὰ τίνας λόγους ὑπέβαλε τοὺς ἄνδρας ἐκείνους εἰς κόπους καὶ μελέτας, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας των; Δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀξιοῖ μία Κυβέρνησις ὅτι σοβαρὰ ἐπιτελεῖ ἔργα, ὅταν προβαίνῃ εἰς σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐμπειρογνωμόνων καὶ ἀναμένῃ τὰς γνώμας τούτων, ἐν τούτοις ὅμως παραμερίζει τὰς γνώμας αὐτῶν καὶ δὲν δίδει προσοχὴν εἰς ταύτας, λέγουσα, ὅτι ὅσα γράφουν δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμα; Ταῦτα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίζωνται, διότι καταρρίπτουσιν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὴν Κυβέρνησιν.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν δύναμαι νὰ Σᾶς ἀποδώσω οὔτε πρὸς στιγμὴν οἱανδήποτε ὑστεροβουλίαν. Ὁμιλεῖτε εἰλικρινῶς περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει νὰ εἴπῃ κανείς...
§91Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ προσπαθεῖτε νὰ καταστήσητε φαιδρὸν τὸ ζήτημα; Φαιδρὸν δὲν εἶναι.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἶναι φαιδρὰ ἡ παρατήρησίς μου.
§93Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει μου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ Κρατικὸς ὀργανισμὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολυτελὴς καὶ δαπανηρός. Κατὰ τὸ 1916 ἰδίᾳ καὶ ὅταν κατόπιν τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβῃ διαφόρους ὑπαλλήλους ἐκτάκτους τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησεν ὅταν κατείχαμεν τὴν Θράκην καὶ τὴν Σμύρνην, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐμονιμοποιήθησαν. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν προσελήφθησαν καὶ διορίζονται καὶ ἄλλοι πολλοὶ ὑπάλληλοι. Αὐτοὶ ἀκόμη οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι πρὸ τινος χρόνου ἐδημοσίευσαν μίαν κατάστασιν ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται, ὅτι διωρίσθησαν 1235 νέοι ὑπάλληλοι. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐλαττώσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων διότι θὰ εὕρητε ἀντιδράσεις, ἄλλως τε εἶναι καὶ ἀπαραίτητοι. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀποκρούσω ἕνα ἰσχυρισμόν, ἢ μᾶλλον ἰδέαν, ἣν ἀπὸ πολλοῦ ὑποστηρίζετε, ὅτι ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία καὶ ἐν γένει αἱ Ἐφορίαι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων. Ὅταν κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1927 συνεστήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομιῶν, εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς ταύτην, μεταξὺ ἄλλων νομοσχεδίων, καὶ ἓν διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἐγκρίνῃ καὶ ἐπιτραπῇ ὁ διαγωνισμὸς διὰ 50 θέσεις ἐφοριακῶν γραμματέων 2ας τάξεως μεταξὺ τῶν ἀποφοίτων τῆς Ἐμπορ. Σχολῆς. Εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου εἶχεν ὁρισθῇ ὁ κ. Ναυπλιώτης. Θέλων νὰ πεισθῶ περὶ τῆς ἀνάγκης διορισμοῦ καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐφρόντισα νὰ κάμω μίαν συγκριτικὴν μελέτην τῆς συνθέσεως τῶν Ἐφοριῶν μέχρι τοῦ 1922 καὶ τῆς συνθέσεως τῶν Ἐφοριῶν τοῦ 1927. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τὴν σύνθεσιν τῶν Ἐφοριῶν μέχρι τοῦ 1922. Εἶχε τὸ Κράτος τότε 1) 23 Οἰκονομικὰς Ἐφορίας αʹ. τάξεως, 2) 21 Ἐφορίας βʹ. τάξεως, 3) 68 Ἐφορίας γʹ. τάξεως, 4) ἐλεγκτὰς τμηματάρχας παρ’ Ἐφορίαις αʹ. τάξεως 6, 5) 25 ἐφοριακοὺς ἐλεγκτὰς αʹ. καὶ βʹ. τάξεως. 6) 77 ἐφοριακοὺς γραμματεῖς αʹ. τάξεως, 7) 88 ἐφοριακοὺς γραμματεῖς βʹ. τάξεως, 8) 145 ἐφοριακοὺς γραμματεῖς γʹ. τάξεως, 9) κλητῆρες ἐν ὅλῳ 114. Ἡ δαπάνη, ἣν ὑφίστατο τὸ Κράτος, ἦτο ἡ ἑξῆς: αʹ.) διὰ μισθοὺς ἐφόρων αʹ. τάξεως καὶ ἐλεγκτῶν τμηματαρχῶν ἐτησίως δρχ. 110.360. βʹ.) διὰ μισθοὺς ἐφόρων βʹ. τάξεως δρχ. 60.480 ἐτησίως. γʹ.) διὰ μισθοὺς ἐφόρων γʹ. τάξεως δρχ. 155.000 ἐτησίως. δʹ.) διὰ μισθοὺς ἐφοριακῶν ἐλεγκτῶν δραχ. 72.000 ἐτησίως. εʹ) διὰ μισθοὺς γραμματέων αʹ. τάξεως δραχ. 147.780 ἐτησίως. στʹ) διὰ μισθοὺς γραμματέων βʹ. τάξεως δρχ. 172.480 ἐτησίως ζʹ.) διὰ μισθοὺς γραμματέων γʹ. τάξεως δραχ. 208.200 ἐτησίως ηʹ.) διὰ ποσοστὰ ὅλων ἐν γένει δραχ. 300.000. θʹ.) διὰ μισθοὺς δακτυλογράφων δραχ. 5280. ιʹ.) διὰ μισθοὺς κλητήρων δραχ. 78.320. ιαʹ.) καὶ δι’ ἐνοίκια 112 ἐφοριακῶν καταστημάτων δραχ. 150.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1.350.000 δραχμάς, ἃς ἐδαπάνα τὸ Κράτος. Ταῦτα ἐξάγονται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1922. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναχθῇ εἰς σημερινὰς δραχμὰς μὲ τὸ δεκατετραπλάσιον, θὰ ἔχωμεν δαπάνην, μὲ σημερινὰς δραχμάς, 14.851.980 δραχ. Ἦσαν δὲ τότε ἀπησχολημένοι οἱ ἐφοριακοὶ ὑπάλληλοι μὲ τὰς ἑξῆς φορολογίας· αʹ.) φόρος ἐπιτηδεύματος, βʹ.) διὰ συμπληρωματικὰς βεβαιώσεις οἰκοδομῶν παρελθόντων ἐτῶν, γʹ.) διὰ τὰς τρεῖς ἐπιστημονικὰς φορολογίας, ἤτοι φορολογίαν καθαρῶν προσόδων ἓξ κατηγοριῶν συνολικῶς, φορολογίαν ἐκτάκτων κερδῶν ἀναδρομικῶς ἀπὸ τοῦ 1915 συμπεριλαμβανομένου, καὶ φορολογίαν ὑπερτιμήματος, δʹ. φορολογίαν κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ προικῶν, ἥτις μετερρυθμίσθη ἐπὶ τὸ ἀναλυτικώτερον, εʹ.) διὰ συμπληρωματικοὺς καταλόγους φόρου εἰσοδήματος τοῦ 1915, στʹ.) διὰ φόρους δημοσίων θεαμάτων καὶ κέντρων πολυτελείας αʹ. τάξεως, ζʹ.) διὰ φόρον περιβολίων, ηʹ.) διὰ δημοπρασίας ἐλαίου καὶ σφαζομένων ζῴων, θʹ.) διὰ φορολογίαν γεωργικῆς παραγωγῆς, ιʹ.) διὰ φορολογίαν πρόσθετον τοῦ νόμου 2965 ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ιαʹ.) διὰ φορολογίαν μετοχῶν καὶ κυκλοφορίας ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ιβʹ.) διὰ φορολογίαν καπνοῦ μέχρι τοῦ 1919, ιγʹ.) διὰ φορολογίαν δασικῶν προϊόντων, ιδʹ.) διὰ φορολογίαν δεκάτης εἰς τὰς Νέας Χώρας. Τότε δὲ τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐφοριῶν ἐβαρύνετο καὶ μὲ τὴν σπουδαιοτάτην καὶ ἐργώδη ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπισιτισμοῦ, μέχρι δὲ τοῦ 1921 καὶ μὲ τὴν ἐπίσης σπουδαιοτάτην καὶ ἐπίσης δυσχερῆ ὑπηρεσίαν τῆς διανομῆς τῶν ἐπιδομάτων. Μολονότι δὲ τὸ προσωπικὸν ἦτο μειωμένον ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως πολλῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ 1918 μέχρι τοῦ 1922, ὅμως ἐπήρκει τὸ προσωπικὸν τοῦτο διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἐργασιῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὅτι καὶ τότε ὑπῆρξαν ἐκκρεμότητες καὶ ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων ἦτο ἐλλειπής, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ προσωπικὸν εἰργάζετο μετὰ φιλοτιμίας καὶ ἐπήρκει. Ἦσαν δὲ τότε οἱ ὑπάλληλοι ἱκανώτατοι καὶ ἔμπειροι. Ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ 1927, καὶ ἀκούσατε παρακαλῶ τὴν σύνθεσιν τῶν Ἐφοριῶν μέχρι σήμερον, διὰ νὰ ἴδητε τὴν διαφοράν. Ἡ σύνθεσις τῶν Ἐφοριῶν κατὰ τὸ 1927 εἶναι ἡ ἑξῆς: Τεσσαράκοντα ἔφοροι αʹ. τάξεως, δεκαπέντε ἐλεγκταὶ τμηματάρχαι μὲ βαθμὸν Ἐφόρου αʹ. τάξεως, διακόσιοι πεντήκοντα τρεῖς ἐφοριακοὶ ἐλεγκταὶ αʹ. τάξεως, τριάκοντα τρεῖς οἰκονομικοὶ ἔφοροι βʹ. τάξεως, ἑβδομήκοντα τέσσαρες οἰκονομικοὶ ἔφοροι γʹ. τάξεως, τεσσαράκοντα ἐφοριακοὶ ἐλεγκταὶ βʹ. τάξεως, πεντακόσιοι ὀγδοήκοντα ἐννέα ἐφοριακοὶ γραμματεῖς αʹ. τάξεως, τριακόσιοι πεντήκοντα ἐφοριακοὶ γραμματεῖς βʹ. τάξεως, τεσσαράκοντα δακτυλογράφοι, τριάκοντα ἐννέα ἐμπειρογνώμονες, διακόσιοι τριάκοντα τέσσαρες κλητῆρες καὶ ἑκατὸν τεσσαράκοντα ἑπτὰ ἐφοριακὰ καταστήματα. Μολονότι δὲ τὸ προσωπικὸν εἶναι τόσον ηὐξημένον, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως 1927–1928, τῷ κατατεθέντι τὴν 1ην Ἰουνίου 1927 εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγράφεται ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη κεναὶ καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς Ἐφοριακοὺς γραμματεῖς βʹ. τάξεως 400 θέσεις. Ἕνεκα τούτου προεκήρυξε τὸ Ὑπουργεῖον διαγωνισμὸν καὶ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων διώρισε γραμματεῖς βʹ. τάξεως διακοσίους εἴκοσι πέντε, κατὰ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 159 καὶ 160 φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 1ης καὶ 2ας Σεπτεμβρίου 1927. Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους διὰ τὸν ἐφοριακὸν κλάδον κατὰ τὸ 1927 ἀνέρχονται εἰς τὰ ἑξῆς ποσά. Διὰ μισθοὺς Ἐφόρων αʹ. τάξεως καὶ ἐλεγκτῶν Τμηματαρχῶν δραχμὰς 2.640.000. Διὰ μισθοὺς ἐφοριακῶν ἐλεγκτῶν αʹ. τάξεως δραχμὰς 8.500.000. Διὰ μισθοὺς Ἐφόρων βʹ. τάξεως καὶ ἐλεγκτῶν βʹ. τάξεως δραχμὰς 2.452.000. Διὰ μισθοὺς Ἐφόρων γʹ. τάξεως δραχμὰς 1.953.000. Διὰ μισθοὺς ἐφοριακῶν γραμματέων αʹ. τάξεως δραχμὰς 12.722.000. Διὰ μισθοὺς ἐφοριακῶν γραμματέων βʹ. τάξεως κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν δραχμὰς 931.200. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ὁ μισθὸς τῶν κατὰ τὴν 1ην καὶ 2αν Σεπτεμβρίου 1927 διορισθέντων, ὡς εἶπον προηγουμένως, διακοσίων εἴκοσι πέντε ἐφοριακῶν γραμματέων βʹ. τάξεως ἐκ δραχμῶν 6.138.000, ἤτοι δραχμαὶ 13.069.200. Διὰ μισθοὺς ἐμπειροτεχνῶν δραχμαὶ 1.440.000. Διὰ μισθοὺς δακτυλογράφων δραχμαὶ 720.000. Διὰ μισθοὺς κλητήρων δραχμαὶ 2.328.000. Διὰ θέρμανσιν, φωτισμὸν καθαριότητα δραχμαὶ 1.000.000. Διὰ ποσοστὰ δραχμαὶ 7.3000.000. Δι’ ἔξοδα καὶ ἀμοιβὰς ἐφοριακῶν ἀπαριθμήσεων ζῴων καὶ ἀπογραφῶν δραχμαὶ 15.000.000. Διὰ ἄλλας ἀμοιβὰς δραχμὰς 5.000.000. Καὶ δι’ ἃ ἐνοίκια δραχμαὶ 2.500.000, ἤτοι δραχμαὶ 76.138.000. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ 1922 ἐκ δραχμῶν 14.851.000, ὅσας τότε ἐπλήρωνε τὸ Κράτος διὰ τὸν ἐφοριακὸν κλάδον, ἔχομεν μίαν πρόσθετον διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 61.287.000 μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεβαρύνθη ὁ προϋπολογισμός, ἐπεβαρύνθη ὁ λαός. Καὶ τὰ ὅρια τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1922 ἦσαν μεγαλύτερα, διότι τότε κατείχομεν τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ τὴν Ἀνατολικὴν Θρᾴκην, καὶ ἑπομένως δὲν δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη τεραστία δαπάνη. Πρέπει δὲ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ ἐφοριακοὶ ὑπάλληλοι μέχρι τοῦ 1922, οἵτινες ἠσχολοῦντο μὲ τὰς δεκατέσσαρας φορολογίας, ἃς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, καὶ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ἐπισιτισμοῦ καὶ διανομὴν ἐπιδομάτων, σήμερον δὲν ἀσχολοῦνται μὲ ὅλας ἐκείνας τὰς φορολογίας, ἤτοι μὲ τὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος, ἀντικαταστήσαντες τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων μὲ τὴν φορολογίαν τῶν τεσσάρων ἀναλυτικῶν προσόδων καὶ συνολικῶς, τὴν φορολογίαν ὑπερτιμήματος, κληρονομιῶν κλπ. μὲ τὸν φόρον γεωργικῆς παραγωγῆς, δημοπρασίαν ἐλαίου καὶ μὲ τὰς φορολογίας δημοσίων θεαμάτων καὶ κέντρων πολυτελείας αʹ. τάξεως. Ἐδημιουργήθησαν δὲ καὶ νέαι ἐφορίαι, ἤτοι ἑπτὰ ἐν Ἀθήναις, τρεῖς ἐν Θεσσαλονίκῃ, δύο ἐν Πειραιεῖ καὶ δύο ἐν Πάτραις. Κατόπιν τῆς τηλικαύτης πολυτελείας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς λέγει ὅτι δὲν ἔχομεν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν κλάδον διὰ διορισμοῦ ἱκανῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων τούτων καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἡ σπουδὴ μετὰ τῆς ὁποίας διωρίσθησαν τόσοι πολλοὶ ὑπάλληλοι, ἐκ τῶν ἀποφοίτων τῶν γυμνασίων τῆς τελευταίας δεκαετίας, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν προσοχήν, ἥτις ἔδει νὰ καταβληθῇ περὶ τὴν ἐκλογὴν ἱκανῶν ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων καὶ κατεβλήθη ἢ καταβάλλεται προσπάθεια, ἵνα ἡ ὑπηρεσία ἐξακριβώσῃ, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των μετ’ ἐπιμελείας, μετὰ συνειδήσεως καὶ μετὰ στοργῆς, ὄχι μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἵνα μὴ ἀδικοῦνται οἱ φορολογούμενοι; Γνωρίζω, καὶ ὅλοι ὑποθέτω τὸ γνωρίζουσιν, πῶς ἐργάζονται πολλοὶ ὑπάλληλοι διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων. Παρατηροῦν τοὺς πίνακας εἰς τοὺς ὁποίους ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν φορολογουμένων, οἵτινες ἐδήλωσαν τὰ προϊόντα αὐτῶν, καὶ βλέπουν ὅτι ὁ αʹ. φορολογούμενος ἐδήλωσεν φόρον γεωργικῆς παραγωγῆς ἐξ ὀκάδων λ. χ. 400. Ὁ ὑπάλληλος ἄνευ ἐρεύνης καὶ ἀστόργως τὸν ἀναγράφει ὅτι παρήγαγε ὀκάδας 800. Βεβαιοῦται ὁ συμπληρωματικὸς οὗτος φόρος, συλλαμβάνεται ὁ φορολογούμενος ἀπὸ τὸν χωροφύλακα, διαμαρτύρεται ὁ φορολογούμενος, ὑποβάλλει ἔνστασιν καὶ ἡ ἔνστασις ἀπορρίπτεται, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς εἰδικότητος τῶν ἐνστάσεων οὔτε μάρτυρας ἀκούει, οὔτε διαμαρτυρίας, καὶ θέλει μόνον νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὸ Δημόσιον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χρῆμα, ἔστω καὶ ἀδίκως. Καὶ διὰ νόμου ἐδόθη εὐκολία, ἵνα ἐκεῖνος, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται συμπληρωματικὸς φόρος, ἐὰν θέλῃ νὰ μὴ κάμῃ ἔνστασιν, δύναται νὰ πληρώσῃ τὸν βεβαιούμενον φόρον, ἀφαιρουμένων 30%, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ προνομίου τούτου, τότε ἡ ἔνστασίς του ἀπορρίπτεται καὶ πληρώνει τὸ ὅλον. Προσθέτω καὶ ἄλλο παράδειγμα: Ἐβεβαιώθη φόρος γεωργικῆς παραγωγῆς (καθαρᾶς προσόδου) κατὰ τὸν νόμον 1640 εἰς βάρος αἰχμαλώτου, διὰ τὸ ἔτος 1922 καὶ διὰ δραχμὰς 1380. Ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος ἄνθρωπος, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου τόσον ἀδιαφόρως καὶ μὲ ἀπονιὰ ἐβεβαιώθη ὁ φόρος οὗτος, ἐζήτει μίαν κουμπούραν διὰ νὰ σκοτώσῃ τὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐζήτει νὰ πληρώσῃ φόρον παραγωγῆς διὰ τὸ 1922, ἐνῷ τότε ἦτο ὁ φορολογούμενος αἰχμάλωτος, ἀπολυθεὶς κατὰ τὸ 1923. Ἐὰν, λοιπὸν, συμβαίνουν τοιαῦτα λάθη, τοιαύτη ἐγκληματικὴ φορολογικὴ ἐργασία, π.χ. οἱ ἁρμόδιοι νὰ βεβαιώνουν φόρον δι’ ἕναν αἰχμάλωτον, φαντασθῆτε τί θὰ γίνεται διὰ τοὺς μὴ αἰχμαλώτους, τοὺς ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένους!
§94Σ. ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ βεβαιῶν τὸν φόρον ὑπάλληλος λαμβάνει ποσοστὸν οὐχὶ ἐπὶ τῶν εἰσπραχθησομένων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν βεβαιωμένων. Τούτου ἕνεκα βλέπετε τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν βεβαιωμένων καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ βεβαιωμένων καὶ εἰσπραττομένων.
§95Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις τοῦ 22 τὰ ποσοστὰ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 300.000 ἐτησίως, σήμερον τὰ ποσοστὰ ἀνέρχονται εἰς 15.000.000 δραχμάς.
§96Σ. ΣΤΑΗΣ. Γνωρίζω ἐπισήμως ὅτι πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπαλλήλων ἀνηκόντων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε ἔλαβον τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 20–65 χιλιάδων, αὐτὸ τὸ γνωρίζω ἐπισήμως.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Καίτοι ἡ συζήτησις ἀντικανονικῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἠλαττώθησαν, τοὐναντίον δὲ ηὐξήθησαν αἱ ἀπασχολήσεις τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας, καθόσον προσετέθησαν οἱ φόροι τοῦ ἐπιτηδεύματος, τῆς Γεωργικῆς παραγωγῆς κλπ. Ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἀσχολιῶν καὶ αἱ καθυστερήσεις ἐξ ἄλλου ἐπέβαλον τὴν συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ, διότι ἔχομεν τὸ δεδομένον, ὅτι ἐπὶ ὁλόκληρον 8ετίαν διὰ τῶν καθυστερήσεων ἐν τῇ βεβαιώσει ἐδημιουργήσαμεν ἀφ’ ἑνὸς ἔλλειμμα ἀφ’ ἑτέρου δὲ διακρίσεις μεταξὺ πολιτῶν πληρωνόντων τοὺς φόρους καὶ πολιτῶν προνομιούχων διαφευγόντων τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1923 δὲν εἶχε βεβαιωθῇ κανεὶς ἐκ τῶν κυρίων φόρων οὔτε φόρος τοῦ κεφαλαίου οὔτε συνθετικός, οὔτε τῶν οἰκοδομῶν, οὔτε τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων, μόνον δὲ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἀπησχόλησεν ἐπὶ διετίαν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς βεβαιώσεως. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ τοῦ 1925 καταβάλλεται προσπάθεια νὰ βεβαιωθῇ καὶ ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ περατωθῇ ἡ βεβαίωσις, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αἱ δηλώσεις τοῦ φόρου τοῦ κεφαλαίου, αἱ δηλώσεις τοῦ φόρου τοῦ συνθετικοῦ καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων δὲν ἐξηλέχθησαν καὶ τοῦτο προφανῶς ἐξ ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφοριῶν. Ἂν ἐξηκολουθοῦμεν, τὸν δρόμον αὐτὸν θὰ εἴμεθα ἄξιοι ἀγχόνης, διότι ἠθέλομεν παγιώσει τὴν φορολογικὴν ἀνισότητα εἰς βάρος τῶν νομοταγῶν πολιτῶν. Τὸ Κράτος διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἔχει ἀνάγκην ὡρισμένων ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ λείψουν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εὑρεθοῦν κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον. Ὅταν συνιστῶμεν ἄφεσιν φόρων, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἄφεσις αὕτη δὲν στρέφεται μόνον κατὰ τοῦ Κράτους, στρέφεται ἐναντίον ἄλλων πολιτῶν οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν τὰ κενά. Πρῶτον καθῆκον συνεπῶς τῆς Πολιτείας εἶναι νὰ ἀσκῇ ἀκοίμητον ἔλεγχον ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν προσωπικὸν διὰ νὰ σταματήσωμεν τὰς καθυστερήσεις, τὴν συσσώρευσιν τῶν ὀφειλῶν καὶ τὴν ἀνισότητα τῶν φορολογουμένων.
§98Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔχετε πληθώραν ὑπαλλήλων ἀνικάνων καὶ δὲν προβαίνετε εἰς ἐκκαθάρισιν. Εἶναι καὶ ἀνίκανοι καὶ ἀδαεῖς. Εἶπα ὅτι δὲν ἀσχολοῦνται ἤδη οἱ ὑπάλληλοι περὶ ὅλων τῶν φόρων περὶ ὧν ἠσχολοῦντο μέχρι τοῦ 1922.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἀφηρέθη κανὲν βάρος ἀπὸ τὴν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ τὸ βάρος τῆς φορολογίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ διετίαν τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1923.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄλλο ἂν δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλο ἂν δὲν ἔγινε βεβαίωσις.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐβεβαιώθησαν τότε μόνον 13 ἑκατομ.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γίνεται σύγχυσις μεταξὺ ὑπάρξεως τοῦ φόρου καὶ βεβαιώσεως αὐτοῦ.
§103Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσει του ὑπελόγισε μεταξὺ τῶν οἰκονομιῶν καὶ μεταφορᾶς 172 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν μέλλοντα προϋπολογισμόν.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Εἰς βάρος αὐτῆς τῆς χρήσεως 1927–28 ἀνέλαβον δαπάνας 200 ἑκατομμυρίων ἃς ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀναλάβω.
§105Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν διακοπὴν σας ταύτην ἔχω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ καθυστερήσεως τῶν φόρων ἐκείνων τῶν ὁποίων εἶπα προηγουμένως περὶ τοῦ τρόπου τῆς διορθώσεως. Ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς εἶπα ἀπ’ ἀρχῆς ὅτι ἔχετε πληθώραν ὑπαλλήλων ἀνικάνων καὶ δὲν προβαίνετε εἰς καμμίαν ἐκκαθάρισιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἀσχολοῦνται μὲ τὴν φορολογίαν τῶν ἐκτάκτων κερδῶν;
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπα ὅτι μόνος φόρος εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἀσχολοῦνται εἶναι αὐτός.
§107Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν φορολογίαν τῆς κυκλοφορίας μετοχῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν σήμερον δὲν ἀσχολοῦνται.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀσχολοῦνται κ. Βουλευταί. Εὑρίσκεσθε εἰς μίαν πλάνην διότι συγχίζεται τὰς διαφόρους φορολογίας τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἡ βεβαίωσις ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας συνίσταται εἰς τοῦτο εἰς τὸ νὰ βεβαιῶσι τὰς καθαρὰς προσόδους τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ὅταν βεβαιωθῇ αὐτό, εἴτε πολλαὶ εἴτε μία φορολογία ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἐργασία εἶναι. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία ἐλάττωσις ἀλλὰ ἐπεβαρύνθησαν μὲ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τὸν φόρον τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τὸν ὁποῖον ἐλησμόνησα προηγουμένως νὰ σᾶς ἀναφέρω. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν βάρος τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1923.
§109Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φορολογία τῆς παραγωγῆς ἰσχύει ἀπὸ τὸ 1922, συμφώνως τῷ νόμῳ 1640, τότε δὲ ὁ Πρωτοπαπαδάκης μεταρρύθμισε τὰ κρατοῦντα καὶ αἱ δηλώσεις ἐγίγνοντο ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὴ ὑπεβλήθη τὸ 1926–27.
§111Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι ἔγινε τὸ 1922, ὅτι ἀπὸ 6% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου εἰς 3%;
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἀρνοῦμαι τίποτε, ἐβεβαιώθησαν μόνον τὰ 13.000.000.
§113Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἤδη προβάλλετε ἔνστασιν ἀπαραδέκτου καὶ ἀντικανονικότητος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ προχωρήσω περαιτέρω καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγεῖτο τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ τὴν 1ην Ἰουνίου, ἀπηρίθμησε τὰς οἰκονομίας εἰς τὰς ὁποίας θὰ προέβαινεν ἡ Κυβέρνησι. Ἔχω τὴν ἀγόρευσίν του ἐδῶ. Μεταξὺ τῶν οἰκονομιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπελόγισεν 60.000.000 ἐξ ἐλαττώσεως τῆς θητείας. Ὑπελόγισε 49 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὁ λαὸς θὰ πληρώνῃ ἐτησίως περισσότερα, ἤτοι περὶ τὰ 500 ἑκατομμύρια, ἐκ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας. Ὑπελόγισεν ἐπίσης 18.500.000 ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς κατὰ 7%. Ἐπίσης ἐκ τῆς μειώσεως κατὰ 7% τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ κατὰ 5% τῶν ὑπαξιωματικῶν δρ. 6.000.000. Μετεφέρατε 172 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς χρήσεως 1927–1928 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐνῷ ἀνακουφίζει ταμειακῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, θὰ βαρύνει ὅμως οἰκονομικῶς, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οἰκονομία. Προσδοκᾷ, εἶπεν, οἰκονομίας 8 ἑκατομμ. ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ τιμητικῆς διαθεσιμότητος καὶ εἰδικῆς ἀποστρατείας, ἐνῷ οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον. Ἐπίσης δὲν ἐπῆλθεν οἰκονομία 45 ἑκατομ. ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο καταδιωκτικῶν σωμάτων, συγχρόνως δὲ ὑπελογίσατε οἰκονομίαν 130 ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὰς συντάξεις θυμάτων πολέμου. Ὅταν ἐγένετο ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομιῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εἰσήγαγε σχέδιον νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν συντάξεων τῶν θυμάτων πολέμου. Τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐγενόμην Εἰσηγητὴς ἐγώ, τὸ ἐτροποποίησα δὲ συμφωνούσης τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου προετείνετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν συντάξεων παρὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην τοῦ τόπου, τὸν Πρόεδρον τοῦ χωρίου ἢ τὸν Δήμαρχον τῆς πόλεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται τὸ θῦμα τοῦ πολέμου, ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον καὶ ἀπὸ τὸν ἱερέα, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ γνωματεύσῃ περὶ τῆς εὐπορίας τοῦ συνταξιούχου λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτοῦ, ἐκ τῆς ἐφορίας καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων πληροφοριῶν. Ἐκράτει δι’ ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ διὰ Διατάγματος ποῖος χαρακτηρίζεται ὡς εὔπορος καὶ ποῖος ὡς ἄπορος, ἤτοι νὰ κανονίσῃ τὸ Διάταγμα τὸ μηνιαῖον εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας του περιουσίας ὁ Συνταξιοῦχος. Ὡς Εἰσηγητής, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ἵνα τὴν εὐπορίαν ἢ ἀπορίαν κανονίσῃ αὐτὸς ὁ νόμος καὶ προέτεινα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις καὶ ἐδέχθη τὴν γνώμην μου, ὅτι εὔπορος θεωρεῖται ὁ ἔχων μηνιαῖον εἰσόδημα, ἐὰν μὲν κατοικῇ εἰς χώραν μέχρι 6000 κατοίκων δραχ. 3000 μηνιαίως καθαρά, ἐὰν δὲ κατοικῇ εἰς πόλιν μέχρι 15 χιλιάδων κατοίκων δραχ. 4000 καὶ ἐὰν κατοικῇ εἰς πόλιν πληθυσμοῦ πέραν τῶν 15 χιλιάδων κατοίκων εἰσόδημα 6 χιλιάδων δραχμῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος, ἔπαυεν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἡ χορηγία συντάξεως εἰς πάντα παθόντα ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου, ἐὰν ἡ νόσος αὐτοῦ δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῇ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς του ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ ἐὰν δὲν εἶχε κριθῆ ἀνίκανος ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ τοιαύτη τοῦ σχεδίου τοῦ Διατάγματος διάταξις δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ στερήσωμεν τοὺς παθόντας ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου ἀμέσως τῶν συντάξεων. Ἦτο γνωστὸν ὅτι αἱ δικαστικαὶ ὑγειονομικαὶ κατὰ τόπους ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν συντάξεων δὲν εἰργάζοντο δραστηρίως, ὅτι καὶ οἱ δικασταί, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐξέτασιν καὶ παράτασιν τῶν αἰτήσεων τῶν παθόντων ἐκ διαφόρων λόγων δὲν ὑπῆρξαν ἐνήμεροι, καὶ αἱ καθυστερήσεις πανταχοῦ ὑπῆρξαν σημαντικαί. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐχορήγη παρατάσεις προθεσμιῶν πρὸς ὑποβολὴν τῶν αἰτημάτων τῶν παθόντων ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου, τελευταίως δὲ ἐχορήγησε προθεσμίαν μέχρι τέλους Μαρτίου 1927. Ἔλεγον λοιπὸν εἰς τὸν παριστάμενον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομιῶν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας: πῶς, ἀφοῦ παρετάθη ἡ προθεσμία μέχρι 31 Μαρτίου 1927, ἔρχεσθε τώρα καὶ μᾶς λέγετε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οἱ μὴ ὑποβαλόντες ἐντὸς ἔτους ἢ καὶ διετίας αἰτήσεις ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς σύνταξις διὰ παθήσεις ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου, θὰ στερηθῶσι τῶν συντάξεών των, αἵτινες ἐχορηγήθησαν; Καὶ πῶς ἀφοῦ αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τόπους ἐξέδωκαν τὰς ἀποφάσεις των, ἐπεκυρώθησαν δ’ αὗται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐξήτασε καὶ τοὺς παθόντας τούτους καὶ ἐχορήγησε τὴν σύνταξιν, πῶς ἐρχόμεθα τώρα καὶ ζητοῦμεν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τούτων; Ὄχι μόνον λόγῳ τοῦ δεδικασμένου, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἢ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι πολλοὶ τῶν παθόντων καὶ λαβόντων τὴν σύνταξιν ἀπέθανον, ἡ δὲ σύνταξίς των μεταβιβάσθη εἰς τοὺς γονεῖς των ἢ τὰς συζύγους καὶ τέκνα ἢ καὶ ἀδελφάς, καθίσταται πλέον ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἐξέτασις αὐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνεκτόν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ δείξῃ τὸ Κράτος τοιαύτην ἀστοργίαν πρὸς τοὺς παθόντας ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου ἢ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, δι’ ὃ ἐπέμεινα, ὡς εἰσηγητής, τόσον πολὺ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν γνώμην μου καὶ διεγράφη τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅταν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίας, ἀπήντησα, ὅτι ἀλλαχοῦ νὰ στραφῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ οἰκονομίας καὶ ὄχι εἰς τοὺς χύνοντας τὸ αἷμα των καὶ τοὺς γενομένους ἀνικάνους χάριν τῆς Πατρίδος. Μετὰ τὴν διάταξιν ταύτην τὸ σχέδιον τοῦ Ν. Διατάγματος περιελάμβανε τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐξαφανισθέντων. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως ἦτο ἄξιον προσοχῆς καὶ αἱ συντάξεις διὰ τοὺς ἐξαφανισθέντας ἔχρῃζον ἐκκαθαρίσεως. Εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν παρακολουθοῦντα τὰς συζητήσεις κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας, ὅτι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι δὲν ἐγένοντο σφάλματα τῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων εἰς ἕκαστον χωρίον, κωμόπολιν ἢ πόλιν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι μέχρι τοῦ 1922 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκογένεια, ἥτις νὰ δυνηθῇ νὰ παραστήσῃ ψευδῶς, ὅτι ἐξηφανίσθη μέλος τῆς οἰκογενείας, χωρὶς πράγματι νὰ ἔχῃ ἐξαφανισθῇ. Δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ λάβῃ πιστοποιητικά, ὅτι ὁ στρατιώτης, ὁ ὑπηρετῶν, ἐξηφανίσθη, χωρὶς πράγματι νὰ ἔχῃ ἐξαφανισθῇ, καὶ τοῦτο, διότι οἱ γείτονές του, οἱ συγχώριοί του καὶ οἱ Πρόεδροι Κοινοτήτων ἢ Δήμαρχοι ἀσφαλῶς θὰ μάθωσιν, ἐὰν ζῇ ἢ ὄχι ὁ στρατιώτης. Τὰ λάθη, ἢ μᾶλλον αἱ ἀπατηλαὶ παραστάσεις, ἐγένοντο μόνον διὰ τοὺς πρόσφυγας. Πολλοὶ τούτων ὑπέβαλον αἰτήσεις, ὅτι εἶχον τέκνα ἢ συζύγους, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς τὸν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ ὅτι ἐξηφανίσθησαν, προσῆγον δὲ ἢ μαρτυρίας δύο μαρτύρων, ἢ πιστοποιητικὰ διαφόρων προέδρων προσφυγικῶν ἐπιτροπῶν ἢ ἐποικισμῶν, οἵτινες μετὰ τῆς μεγαλυτέρας εὐκολίας ἐβεβαίουν ὅτι ὁ Α ἦτο στρατιώτης καὶ ἐξηφανίσθη ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι Σύνταγμά τι, οὗτινος τὰ ἀρχεῖα ἀπωλέσθησαν, ἐχορήγησε πιστοποιητικὰ περὶ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας, ἐξαφανισθέντων δῆθεν, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ μείζονα δύναμιν τῶν 3.200 ἀνδρῶν. Μόνον, λοιπόν, διὰ τοὺς τοιούτους ἐξαφανισθέντας ἐγένοντο καταχρήσεις. Ἕνεκα τούτων διερρυθμίσαμεν τὸ ἄρθρον καταλλήλως, προσέθηκα δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐδέχθη νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸν Νόμον ποινικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ γενησομένῃ ἀναθεωρήσει τῶν ἀποφάσεων διὰ τοὺς ἐξαφανισθέντας, θέλει τιμωρῆται πᾶς Πρόεδρος ἢ Ἐφημέριος συνοικισμοῦ προσφυγικοῦ ἢ οἱ μάρτυρες, οἵτινες ἤθελον ἐν γνώσει βεβαιώσει ψευδῶς ὅτι ὁ Α λ. χ. ἐξηφανίσθη, ἐνῷ ἢ ἦτο πρόσωπον ἀνύπαρκτον, ἢ δὲν ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ, ἢ καὶ δὲν ἐξηφανίσθη. Ἐὰν ἡ ἐργασία διὰ τοὺς ἐξαφανισθέντας γίνῃ μετὰ προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας, θ’ ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ἐλάχιστοι ὑπῆρξαν οἱ ἐξαφανισθέντες. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἔμαθον, ἐὰν ἤρξατο ἡ ἐργασία αὕτη τῆς ἀναθεωρήσεως, ἢ ἐὰν ὁ νόμος μένῃ ἀδρανῶν. Ὀφείλω, κ. Βουλευταί, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅταν παρέλαβον τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ Ν. Δ. ἵνα ὡς εἰσηγητὴς μελετήσω καὶ ἐπεξεργασθῶ, ᾐσθάνθην μεγίστην θλίψιν, μεγίστην ἀγανάκτησιν καὶ ἀπογοήτευσιν ἀπὸ τὴν κατάστασίν μας, δὲν ἠξεύρω δέ, ἐὰν δύναμαι νὰ μεταδώσω ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ εἰς ὑμᾶς τὰ αἰσθήματα, ἅτινα μὲ συνεῖχον καὶ μὲ συνέχουν καὶ τώρα. Εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δύναμιν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν της πρὸς ἄλλας οἰκονομίας, εἶχε τὰ πολυάριθμα καὶ σκανδαλώδη Ν. Διατάγματα, τὰ ἀπὸ τοῦ 1922 μέχρι τέλους 1926 ἐκδοθέντα, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἀδικαιολογήτως παχυλώταται καὶ προσωπικαὶ συντάξεις εἰς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ὅμως δὲν ἐτόλμησε νὰ θέσῃ χεῖρα εἰς αὐτά, ἵνα τὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκομίσῃ οἰκονομίας. Καὶ ἔκρινεν ὡς εὔκολον καὶ δίκαιον νὰ στραφῇ κατὰ τῶν ἀδυνάτων, τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, τῶν στρατιωτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγεῖ τὸ Κράτος μίαν ὀκᾶν ἄρτον καθ’ ἡμέραν, καὶ νὰ τοὺς στερήσῃ αὐτῆς τῆς γλισχροτάτης ἐπικουρίας καὶ περιθάλψεως. Εὗρε τὸ ψωφίμι καὶ ἐναντίον αὐτοῦ ἐστράφη! Ἐστράφη ἐναντίον ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς καὶ ὅλοι ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην, διότι ἔχυσαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς μεγαλύνσεως τῆς Πατρίδος, διότι ἀφῆκαν ὀρφανὰς τὰς οἰκογενείας των, διότι κατεστάθησαν ἀνάπηροι, συρόμενοι εἰς τοὺς δρόμους, διὰ νὰ ἀπολαμβάνωμεν ἡμεῖς σήμερον τιμὰς καὶ ἀξιώματα. Τοῦτο ἦτο πέραν πάσης ἀνθρωπίνης ἀνοχῆς καὶ τοιαύτη οἰκονομία, ἣν ἐπεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ ἀξία πάσης κατακρίσεως. Καὶ πότε ἔπραττε ταῦτα ἡ Κυβέρνησις; Ἔπραττε ταῦτα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὰς προαγωγὰς 187 ἀξιωματικῶν. Τὴν 18 8)βρίου 1927 ἐδημοσιεύθη Διάταγμα προαγωγῆς ἀξιωματικῶν ὡς ἑξῆς. Εἰς τὸ Πεζικόν: Δεκαπέντε ἀντισυνταγματάρχαι εἰς συνταγματάρχας· ἓξ εἰς ἀντισυνταγματάρχας· εἷς εἰς ταγματάρχην· εἰς ὑπολοχαγοὺς εἴκοσιν ἕξ· εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς τρεῖς. Εἰς τὸ Πυροβολικόν: εἰς συνταγματάρχας ἐννέα· εἰς ἀντισυνταγματάρχας τέσσαρες· εἰς λοχαγοὺς δεκατέσσαρες· εἰς ὑπολοχαγοὺς εἴκοσι τέσσαρες. Εἰς τὸ Ἱππικόν: εἰς συνταγματάρχας τρεῖς· εἰς ἀντισυνταγματάρχας ἐννέα· εἰς ἐπιλάρχους εἷς· εἰς ἰλάρχους ὀκτώ· εἰς ὑπιλάρχους δεκαπέντε. Εἰς τὸ Μηχανικὸν: εἰς συνταγματάρχας δύο· εἰς ἀντισυνταγματάρχας ὀκτώ· εἰς λοχαγοὺς ἕνδεκα. Εἰς τὴν Ἀεροπορίαν: εἰς ἀντισυνταγματάρχας τέσσαρες· εἰς ταγματάρχας εἷς. Εἰς τὸ Μεταγωγικόν: εἰς ταγματάρχας τρεῖς, εἰς τὴν Χαρτογραφίαν τρεῖς, εἰς τὴν Ἐπιμελητείαν ἕξ, εἰς τὴν Διαχείρισιν τῆς ἁρμοδιότητος ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ δύο. Ἐν τῇ ἁρμοδιότητι Σχολῆς Μηχανικοῦ εἷς ὑπολοχαγός. Ἐν τῇ ἁρμοδιότητι Ὑγειονομικοῦ Ὑλικοῦ εἷς ταγματάρχης, δύο λοχαγοί. Εἰς τὴν Μουσικήν: δύο ὑπολοχαγοὶ καὶ εἷς ἀνθυπασπιστής. Εἰς τὸ Σῶμα Στρατιωτικῶν Μηχανικῶν εἷς ἀντισυνταγματάρχης. Εἰς τὸ Σῶμα Ἀρχιτεκτόνων εἷς λοχαγὸς ἀρχιτεχνίτης καὶ δύο ὑπολοχαγοί. Ὅταν, ἑπομένως, ἀντὶ περισυλλογῆς προβαίνομεν εἰς προαγωγάς, τοιαῦται δὲ ἐγένοντο καὶ γίνονται εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, ἔπρεπε καὶ ἦτο δίκαιον καὶ λογικὸν καὶ ἀνεκτὸν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν νὰ θέλωμεν νὰ στερήσωμεν τὰ θύματα πολέμου ἀπὸ τὸ εὐτελὲς ἐπίδομα τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Κράτος;
§114Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἔχω πολλὴν ὥραν ποὺ σᾶς ἀκούω νὰ λέγητε, ὅτι ἐπείσθην εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§115Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδέχθητε ὅπως τὸ συνετάξαμεν ἡμεῖς.
§116Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπουρ. Προν.). Ποῖαι εἶναι αἱ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἐπεφέρατε εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§117Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὰ εἶπον ὅλα περίπου.
§118Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δηλαδὴ ὅπως τὸ λέγετε, μᾶς παρουσιάζετε ἢ μᾶλλον παρουσιάζετε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐπεδίωξε τὴν καταστροφὴν τῶν ψοφιμίων αὐτῶν, θέλουσα νὰ ἐπιφέρῃ ὅλας τὰς οἰκονομίας ἀπὸ τὰ θύματα πολέμου, καὶ ἦλθε κατόπιν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ μᾶς ὑπέδειξεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὐτό, καὶ ἡμεῖς τὸ ἐδέχθημεν, ἐνῷ ἡμεῖς ἐφέραμεν ἕνα διάταγμα τὸ ὁποῖον ἀφεώρα πρῶτον τοὺς εὐπόρους συνταξιούχους, δεύτερον τοὺς παθόντας καὶ τρίτον τοὺς ἐξαφανισθέντας, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκόμη ἐζήτησε τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐξαφανισθέντων διὰ νὰ μὴ πάρουν σύνταξιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέθανον, καὶ ἐπέφερε καταλλήλους μεταβολὰς εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων.
§119Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ εὗρεν ὅτι εἶναι ἄδικον, καὶ τὸ διώρθωσε.
§120Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἡμεῖς ἠθέλαμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν σύνταξιν ἐκείνων τῶν παρὰ πάντα λόγον ἢ ἄνευ λόγου λαβόντων σύνταξιν.
§121Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§122Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἠθελήσαμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν σύνταξιν ἀπὸ τοὺς εὐπόρους, ὥστε τὴν δαπάνην αὐτὴν ἡ ὁποία θὰ περισσεύσῃ νὰ τὴν δώσωμεν εἰς ἐκείνους τοὺς συνταξιούχους οἱ ὁποῖοι εἶναι πράγματι θύματα πολέμου.
§123Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ διάταγμα τὸ πρῶτον, ὅτι ἐστεροῦντο τῆς συντάξεως οἱ παθόντες ἐν πολέμῳ.
§124Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Τῶν ὁποίων πότε ἐξεδηλώθη ἡ ἀσθένεια;
§125Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως εἴχατε δώσῃ παράτασιν προθεσμίας πρῶτον μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1926, καὶ κατόπιν μέχρι 31 Μαΐου τοῦ 1927 εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις. Ἀφοῦ ἐσεῖς δίδετε παράτασιν προθεσμίας, ἔρχεσθε ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ λέγετε ὅτι ὅσοι εἶχαν ὑποβάλει αἰτήσεις ἐντὸς δύο ἐτῶν, αὐτοὶ θὰ λάβουν σύνταξιν μόνον.
§126Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Διὰ τοὺς μὴ ὑποβαλόντας αἰτήσεις, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐδόθη προθεσμία. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπεδιώξαμεν ἡμεῖς ἦτο τὸ ἑξῆς, νὰ μὴ παίρνει κανεὶς σύνταξιν ὁ ὁποῖος δὲν ἐδικαιοῦτο, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔπαιρναν παρανόμως νὰ τοὺς κοπῇ. Νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδεται τὸ χρῆμα τοῦ δημοσίου ἀδικαιολογήτως εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν προσέφεραν καμμίαν ὑπηρεσίαν, τὸ δὲ χρῆμα αὐτὸ νὰ τὸ διαθέσωμεν ἵνα περιθάλψωμεν τὰ πραγματικὰ θύματα.
§127Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὅμως ἐγένετο μέχρι σήμερον ἐργασία ἀναθεωρήσεως. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὸν Ὀκτώβριον καὶ μέχρι σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμία ἐργασία ἔγεινε παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν.
§128Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἐγένετο ὅλη ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία.
§129Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ οὐδεμία ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἀλλὰ μόνον ζητοῦν οἱ Δήμαρχοι καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων πιστοποιητικὰ ἐκ μέρους τῶν ἱερέων τὶς εἶναι ἄπορος καὶ τὶς εὔπορος, καὶ τοῦτο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, διότι πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ γνωματεύσῃ, καὶ ἐν τούτοις οἱ Δήμαρχοι ζητοῦν ἀπὸ τὰ θύματα πολέμου πιστοποιητικὰ ἱερέων ἢ νὰ βεβαιώσουν οἱ ἴδιοι ἂν εἶναι εὔποροι ἢ ἄποροι. Τὶ ἐγένετο περὶ τῶν ἐξαφανισθέντων; οὐδεμία ἀναθεώρησις μέχρι σήμερον ἐγένετο δι’ αὐτούς, δὲν γνωρίζω δὲ ποῖα τὰ κωλύματα τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ τοὺς ἐξαφανισθέντας.
§130Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Αἱ ἐπιτροπαὶ ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται, θὰ καταθέσω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναφέρουν ὅτι ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται· δὲν ἠμποροῦσε ὅμως νὰ γίνῃ εἰς μίαν ἡμέραν.
§131Α. ΜΕΛΑΣ. Εἰς τὴν Ἤπειρον ἤρχισεν ἡ Ἐπιτροπή.
§132Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἡμᾶς ὅμως ὄχι. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διαπνέει αἰσιοδοξία περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς οἰκονομικῆς ἀκμῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἐὰν ἡ αἰσιοδοξία αὕτη πραγματοποιηθῇ, ἢ μᾶλλον ἐὰν καὶ ἤδη ὑφίσταται πράγματι, εἶναι ζήτημα ὑποπίπτον εἰς τὰς αἰσθήσεις ὅλων ἡμῶν. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ κατάστασις ἐν γένει μᾶς παρεῖχε τοιαῦτα δεδομένα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, καίτοι συνεχῶς παρέχονται βεβαιώσεις ὅτι χρυσὸς θὰ ρεύσῃ εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν πόλεων καὶ τὰ σοκάκια τῶν χωρίων, ὑφίσταται τοὐναντίον γενικὴ εἰς ὅλους δυσφορία, γενικὴ οἰκονομικὴ στενοχωρία καὶ οὐδεμία ἐπῆλθεν εἰς τὸν λαὸν οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις, οὐδεμία ἀνακούφισις καὶ οὐδεμία βελτίωσις τῶν ὅρων τοῦ βίου, ὅστις ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέρας εἰς ἡμέραν καθίσταται ἀκριβώτερος καὶ μᾶλλον ἀφόρητος. Βαρύτατοι ἐπεβλήθησαν φόροι, ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι γίγνονται ἄνευ φειδοῦς, οὕτως ὥστε νὰ καμφθῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ τοιαῦτα μέτρα. Ἰδίως εἰς τὰ ἐπίκεντρα εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται παντὸς ἀγαθοῦ, στεροῦνται πάσης ἀπολύτως συγκοινωνίας καὶ πάσης Κρατικῆς προστασίας, καὶ εἰς τὰ μέρη ταῦτα, λέγω, ὁ βίος εἶναι πολὺ πλέον ἀφόρητος. Εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ κόσμος στενάζει, διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀγοράσῃ τὸν ἄρτον του, τὸν ἀραβόσιτον μὲ τὸν ὁποῖον διατρέφεται, καθόσον διὰ νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ μὲ ζῷα, πληρώνει δι’ ἀγώγια τέσσαρας καὶ πέντε δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Εὗρεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἠλάττωσεν. Ἡ δημιουργηθεῖσα οἰκονομικὴ κρίσις δὲν βαρύνει βεβαίως ἡμᾶς, διότι δὲν εἴμεθα οἱ ὑπαίτιοι ταύτης. Ἀλλὰ πῶς τὴν ἠλάττωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ὄχι μόνον ἐλάττωσιν τῆς κρίσεως δὲν ἐπέφερεν, ἀλλὰ τὴν ὤξυνε περισσότερον. Καὶ ὠξύνθη ἡ κρίσις, διότι ὁ λαὸς στενάζει ὁ λαὸς πεινᾷ, καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης εὑρισκόμενος δὲν ἠμπορεῖ νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῇν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ οἰκονομήσῃ τὸν ἄρτον του.
§133Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐσχάτως ἔκαμον μίαν περιοδείαν εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας μου καὶ εἶδον τὸ πρωτοφανὲς διὰ τὰ χωρία μας γεγονός, νὰ κοιμοῦνται χωρικοὶ νήστεις. Μὲ παρεκάλεσαν δὲ νὰ φροντίσω νὰ ἐγγραφῶσι μέλη ἀγροτικῶν σωματείων, διὰ νὰ εὕρουν ἐργασίαν.
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἂν διὰ τῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς γεωργίας, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ.
§135Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη καὶ ἡ ἐντατικὴ βεβαίωσις τῶν φόρων καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους προβαίνουσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν καὶ ὁ τρόπος οὗτος ἐπέδρασε πολὺ εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν καὶ τὴν δυσφορίαν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συμπληρωματικοὶ φόροι παρελθόντων ἐτῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων καὶ ἀδίκως βεβαιοῦνται καὶ δὲν ὠφείλοντο.
§136Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καίτοι ταῦτα ἀπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ μέγιστον αὐτῶν μέρος, ἀλλὰ διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ἀφετηρία τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἑπομένης χρήσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρξεν ἡ παχεῖα ἐκείνη ἀγελάς, ἐκ τῆς ὁποίας ἠμέλχθησαν τόσα σημαντικὰ Ὑπουργεῖα. 1) τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, 2) τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, 3) τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ 4) τὸ ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας. Βεβαίως ἡ ἐξέλιξις τῶν κρατικῶν πραγμάτων καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ ἐπέβαλον τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἡ ὁποία εἶναι δεδικαιολογημένη πολὺ περισσότερον σήμερον ἢ ἄλλοτε. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν νέων αὐτῶν Ὑπουργείων, ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, παρέμεινε τοῦτο μὲ ἀρκετὴν ἁρμοδιότητα καθ’ ὕλην καὶ περιεχόμενον. Καθίσταται δὲ ἀκόμη περισσότερον σπουδαιότερον, ὡς ἐκ τοῦ ρόλου τὸν ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ σχετικῶς πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν, δύο ἐννοίας διαφόρους ἐκφραζούσας διάφορα πράγματα ἑκάστη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περιλαμβάνει τὰς ἑξῆς οὐσιώδης ὑπηρεσίας. Τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν περιφερειακὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλαδὴ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, Νομαρχίας καὶ Ἐπαρχίας, τὴν αὐτοδιοίκησιν τοῦ πρώτου βαθμοῦ—δηλαδὴ αὐτοδιοίκησιν πρώτου βαθμοῦ λέγοντες ἐννοοῦμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων—καὶ τὴν Δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν συνόλῳ, δηλ. τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων, τὴν Χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν ἡ ὁποία σήμερον δὲν ὑπάρχει σχεδὸν καὶ ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρξῃ βραδύτερον. Ὁ ὁλικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθεν μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 501.140,000 δραχμῶν. Ἐδαπανήθησαν δὲ μέχρι τέλους τοῦ λήγοντος μηνὸς Μαρτίου, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 480.430.000 ἤτοι μένουν ἀδιάθετοι πιστώσεις μέχρι τέλους Μαρτίου 50,584,000. Ὑπολογιζομένου δὲ ὅτι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, δηλαδὴ μέχρι τέλους τοῦ Ἰουνίου θὰ μείνουν ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τούτου περὶ τὰ 30– 35 ἑκατομμύρια, τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατανέμεται κατὰ ὑπηρεσίας ὡς ἑξῆς: Διὰ τὴν Κεντρικὴν ὑπηρεσίαν προϋπολογίσθησαν 4.414.000 καὶ ἐδαπανήθησαν 4.030,000 μέχρι τέλους Μαρτίου. Διὰ τὴν περιφερειακὴν διοίκησιν, δηλαδὴ Γενικὰς Διοικήσεις, Νομαρχίας καὶ Ἐπαρχίας προϋπελογίσθησαν 17.000.000, ἐδαπανήθησαν δὲ μέχρι τέλους Μαρτίου 15 ἑκατομμύρια. Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ τὰ 3)16 τοῦ μισθοῦ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τὰς ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας προϋπελογίσθησαν 24.000,000 καὶ ἐδαπανήθησαν 16,200,000. Διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν δηλαδὴ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων προϋπελογίσθησαν 81,500.00) καὶ ἐδαπανήθησαν 70,000,00). Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, τὸν ὁποῖον φόρον εἰσπράττει τό Κράτος, ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, τὸ 10%, τὸν φόρον τοῦ ὑπερτιμήματος 10%). Διὰ τὴν Δημοσίαν ἀσφάλειαν, Χωροφυλακὴν καὶ Ἀστυνομίαν Πόλεων, προϋπελογίσθησαν 403.000.000, ἤτοι διὰ μὲν τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων 67.500.000, διὰ δὲ τὴν Χωροφυλακὴν 336.000.000, ἐδαπανήθησαν δὲ δι’ ἀμφοτέρας 369.000.000, ἤτοι διὰ μὲν τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων 52,000,000, διὰ δὲ τὴν Χωροφυλακὴν 317.000.000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι πολὺ προσεχῶς θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον καταρτίζει ἡ ἐπιτροπή.
§137Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ ὑποβάλω ὡρισμένας τροποποιήσεις τοῦ ἀγροτικοῦ Νόμου Κρήτης καὶ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεκταθῇ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ εἰς τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων ἤθελε τὸ ζητήσει.
§138Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπάνησε 4.390.000, ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι κατώτερον πάσης προσδοκίας. Ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὴν συντηρητικότητα τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι ἤδη ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομιῶν, τὸ μόνον ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἐφήρμοσαν ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, ὑπῆρξε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπειρογνωμόνων, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βραδύτερον νὰ μὴ εὕρῃ κανένα ποσὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ θεωρῆται περιττόν, πλὴν τοῦ κονδυλίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσωμεν κατωτέρω. Σχετικῶς μὲ τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους, κύριοι, γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ καλὴ εἶναι. Ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; Θεωρῶ περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἄλλοι ἀποδίδουν τὴν ἔλλειψιν καλῆς διοικήσεως εἰς ἄλλα αἴτια, διάφορα, καὶ προτείνουν διάφορα φάρμακα πρὸς θεραπείαν ταύτης. Ἄλλοι ἀποδίδουν τὴν ἔλλειψιν καλῆς διοικήσεως εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀποκεντρώσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγομαι καὶ ἐγώ, καὶ τὴν ἔλλειψιν διοικητικῶν χαρακτήρων. Ὑπηρετήσας, κύριοι, ἐπὶ 20ετίαν περίπου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διελθὼν ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας, ἀπὸ τοῦ ἀκολούθου μέχρι τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας μου, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀποκεντρώσεως καὶ ἡ ἔλλειψις ἐν μέρει διοικητικῶν ἱκανοτήτων εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους Ἐὰν ἡ ἀποκέντρωσις εἰς τὰς νέας χώρας ἀποτελῇ ὑψίστην πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν δύναμαι νὰ εἴπω ἀνάγκην, εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα θὰ ἀποτελέσῃ τὸ χαλκεῖον τῆς καλῆς διοικήσεως. Δι’ αὐτῆς θὰ μορφωθοῦν ὑπάλληλοι καλοὶ καὶ δι’ αὐτῆς θὰ προπαρασκευασθῇ ὁ λαὸς διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμεν λέγοντας ἀποκέντρωσιν; Πολλοὶ συγχέουν τὴν ἀποκέντρωσιν μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Κύριοι, αὐτὰ εἶναι δύο πράγματα ἐντελῶς κεχωρισμένα, δύο ἔννοιαι ἐκφράζουσαι διάφορον πρᾶγμα ἑκάστη, ἐντελῶς διάφορα. Ἀποκέντρωσις σημαίνει τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν κρατικῶν περιφερειακῶν ὀργάνων, δηλαδὴ Γενικοῦ Διοικητοῦ, Νομάρχου, Τελώνου, Ἐφόρου καὶ Ταμείου, μὲ ἀποφασιστικὴν ἁρμοδιότητα, δηλαδὴ ὁ Γενικὸς Διοικητής, ὁ Νομάρχης, ὁ Ἔφορος, ὁ Τελώνης, ὁ Ταμίας κλπ. νὰ ἔχουν τοιαύτην ἁρμοδιότητα ὥστε νὰ λύουν ἐπὶ τόπου τὰς διαφόρους κρατικὰς ὑποθέσεις καὶ νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη διὰ τὴν παραμικροτέραν ὑπόθεσιν ὁ πολίτης νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ κέντρον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν. Εἶναι, πραγματικῶς, ἀνιαρόν, εἶναι χαλεπὸν καὶ ἀποκαρδιωτικὸν καὶ διὰ τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, τὸ νὰ ἀναμένουν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους τὴν ἔγκρισιν ἔστω καὶ μιᾶς πιστώσεως 50 καὶ 40 δραχμῶν ἢ δι’ ἕνα ἔνταλμα 30 καὶ 40 δραχμῶν. Αὐτοδιοίκησις σημαίνει τὴν Διοίκησιν τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων, δηλαδὴ τῶν ὑποθέσεων τοῦ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὑπὸ ὀργάνων ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγομένων. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Βεβαίως, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ τὴν ἐφαρμόσωμεν ἐὰν θέλωμεν νὰ σεβώμεθα ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος—διότι ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία ὁρίζει τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ—πρέπει νὰ γίνῃ συνδυασμὸς καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀγαθὴν καὶ χρηστὴν Διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιδιώκομεν ἀπὸ καιροῦ.
§139Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὡμίλησα καὶ ἐγὼ περὶ αὐτοδιοικήσεως, λέγω ὅτι εἴτε αὐτοδιοίκησις ὀνομάζεται εἴτε ὁπωσδήποτε δὲν μ’ ἐνδιαφέρει. Ἕνα ζήτημα μὲ ἐνδιαφέρει: Ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἐπαρχιῶν κυρίως ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀντὶ νὰ διευκολύνουν τὰς ὑποθέσεις τῶν ἐνδιαφερομένων τοὐναντίον τὰς περιπλέκουν καὶ τὰς χρονίζουν εἰς ἀπελπιστικὸν βαθμόν, ὥστε νὰ γεννᾶται ἡ ἀγανάκτησις τῶν πολιτῶν ἐναντίον ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους.
§140Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὅλοι εὐχόμεθα νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν γρηγορώτερα ἡ ἀποκέντρωσις ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Τοὐλάχιστον ἂς ἐφαρμοσθῇ πρῶτον καὶ ταχέως ἡ ἀποκέντρωσις—διότι ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι δαπανηροτέρα—ἡ ὁποία δὲν ἀπαιτεῖ ποσὸν χρηματικὸν καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ὅμως, κ. Βουλευταί, ἡ ἀποκέντρωσις, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἀνάγκη πηγάζουσα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πείρας, ν’ ἀντικατασταθοῦν οἱ πολιτικοὶ νομάρχαι διὰ τῶν ὑπηρεσιακῶν. Κατέστη πλέον ὥριμος ἡ κοινὴ συνείδησις διὰ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτήν. Πρέπει νὰ κατοχυρωθοῦν διὰ μονιμότητος οἱ Νομάρχαι, διότι μόνον ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν θὰ σημάνῃ τὴν χειραφεσίαν τῆς Διοικήσεως ἀπὸ τῆς κομματικῆς ἐπικρατήσεως καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὁπωσδήποτε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀγαθῆς καὶ χρηστῆς διοικήσεως. Βεβαίως ἡ ἀποκέντρωσις μόνη δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ περιμένωμεν, ἄνευ τῆς ἐπιλογῆς τῶν καταλλήλων προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ τεθοῦν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς ἀποκεντρώσεως.
§141Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Αὐτὸ ἐννοεῖτε;
§142Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει σήμερον ὁ νόμος περὶ ἀποκεντρώσεως, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸν Ἰούνιον τοῦ 1925, νομίζω ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου. Ἀλλὰ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι παντελῶς νεκρός, διότι δὲν μετεβιβάσθησαν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Γενικοὺς Διοικητὰς αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις. Ἄνευ τῶν πιστώσεων τούτων δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ τίποτε.
§143Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Συνομολογῶ ὅτι αἱ πιστώσεις εἶναι τὸ κυριώτερον μέρος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ.
§144Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Πρέπει λοιπόν, νὰ μεταβιβάσητε τὰς ἀναλόγους πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων εἰς τοὺς Γεν. Διοικητάς, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ ἀποκέντρωσις ζωντανὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποκέντρωσιν ὑπάρχει σχετικὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὰ ἄρθρα 107 καὶ 108, διὰ τῶν ὁποίων ἐνδεικτικῶς ὑποδεικνύεται ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῇ τὸ Κράτος ἀποκεντρωτικῶς καὶ ὅτι τὸ Κράτος διοικεῖται κατὰ περιφερείας αὐτοδιοικουμένας. Εἰς τὸ ἄρθρον 123 τονίζεται ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τοῦ Κράτους, ὅτι δηλ. ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ψήφισιν τῶν σχετικῶν νόμων ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰούνιον 1927, ἑπομένως δὲν μένει παρὰ μικρὸν διάστημα, ὁπότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ νομοθετήματα. Ἄλλη ὑπηρεσία, ἐξ ἴσου σπουδαία, ἢ σπουδαιοτέρα ἴσως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ὅπως εἴδομεν ἀπορροφᾶ καὶ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν Περιλαμβάνει δὲ ἡ δημοσία ἀσφάλεια τὴν Χωροφυλακὴν καὶ τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων. Εἶναι γνωστή, Κύριοι, εἰς ὅλους ἡ διάστασις μεταξὺ τῶν δύο σωμάτων, διάστασις ἡ ὁποία δὲν εἶναι καθόλου ἐξυπηρετικὴ διὰ τὸ Κράτος, διότι συντελεῖ εἰς τὴν χαλάρωσιν τοῦ ζήλου τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν δύο σωμάτων. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Διέφυγεν ὅμως ἀκριβῶς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἡ εὐκαιρία ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ριζικῶς ἐπὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅλοι ὁμιλεῖτε περὶ διαφυγῆς εὐκαιρίας, ὡς ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ἐνεφανίσθη ἅπαξ. Ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ σήμερον τὸ ζήτημα. Ἂς τὸ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε ὅλοι πῶς τὸ εἶχε λύσει τότε ἡ Κυβέρνησις. Διατί δὲν ἐφηρμόσθη; Νὰ ἐρωτήσητε τὸν ἀμέσως διάδοχόν μου, πρὸ παντὸς τὸν κ. Ζαΐμην. Μὴ ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ εὐκαιρίας, διότι εἶναι καὶ μία λέξις ἡ ὁποία μοῦ ἐνθυμίζει διάφορα περιστατικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομιμνήσκωνται εἰς ἑκάστην στιγμήν. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἀπόφασιν.
§146Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Διετυπώθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως.
§148Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν ἔχω γνῶσιν.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε, διότι σεῖς δὲν εἶσθε ὁ ἀμέσως διάδοχός μου.
§150Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἐμὲ δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν τὰ ἐνδοκομματικὰ τῆς Κυβερνήσεως· λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι ὠφείλατε νὰ λύσετε τὸ ζήτημα σεῖς.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐξ ἄλλου ἡ ὑπηρεσία δὲν καραδοκεῖ εὐκαιρίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκει ἀνωμαλίας, ὀφείλει νὰ ἄρῃ αὐτὰς τὰς ἀνωμαλίας. Μὴ λέγετε λοιπὸν ὅτι ἐχάθη ἡ εὐκαιρία.
§152Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριε Ἡγέτα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, νὰ σᾶς κατηγορήσω. Εἶπον ἀκριβῶς τὸ ἑξῆς....
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἀποδώσω τοιαύτην πρόθεσιν, ὅτι ἠθέλατε νὰ μὲ κατηγορήσητε. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐὰν τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τακτοποιήσῃ κρατικὴν ὑπηρεσίαν ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἐὰν ὅμως εἶναι εἰς θέσιν, ἀλλ’ ἀναμένει εὐκαιρίαν διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο, ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι Κράτος. Εἶναι Κράτος χωλαῖνον, διότι ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποδώσωμεν πραγματικὴν τὴν ἔννοιαν, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅταν ἀδυνατεῖ τὸ Κράτος νὰ διαρρυθμίσῃ τινὰ ὑπηρεσίαν—διότι πρόκειται πάντως περὶ ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους—ἕπεται ὅτι τὸ Κράτος χωλαίνει. Μὴ ἐξακολουθεῖτε λοιπὸν νὰ ζητῆτε εὐθύνας, διότι ἄλλως δὲν θὰ δώσετε τίποτε τὸ οὐσιαστικὸν ἐπ’ αὐτοῦ.
§154Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐὰν τὸ ζήτημα ἐλύετο ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε σεῖς εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς, τὰ 50 ἑκατομμύρια ἢ τὰ 60, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ εἶσθε εἰς θέσιν, εἴτε σεῖς εἴτε ὁ διάδοχός σας, νὰ τὰ ρίψητε εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§155Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ οἰκονομία αὐτὴ καὶ οὔτε τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ μέμφεσθε, οὔτε ἄλλον τινά. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν.
§156Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἀπὸ ἀπόψεως προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, διότι μέρος αὐτοῦ ἀφορᾷ τὴν Χωροφυλακήν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς καλλιτέρας ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλο ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἀσφαλείας.
§157Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, εἶναι ὅτι τὸ κονδύλιον ἐκεῖνο δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, εἴτε διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν, εἴτε διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία γνωρίζετε εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται.
§158Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐγὼ ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρῆκα ἕτοιμον ὀργανωτὴν νὰ ἔλθῃ. Φυσικὰ ἀνέμενα τὴν ἄφιξιν τοῦ ὀργανωτοῦ πρὶν ἀποφασίσω νὰ λύσω τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Θὰ ἦτο ἀνακόλουθος ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία, μετακαλέσασα ὀργανωτήν, νὰ ἀποφασίσῃ πρὸ τῆς ἀφίξεως αὐτοῦ νὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐλύθη μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα.
§159Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἐλπίζω ἤδη ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς—τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ—θὰ λύσῃ τελειωτικῶς τὸ ζήτημα, πρὸς μεγίστην ὠφέλειαν καὶ τῶν δύο σωμάτων καὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Μὲ αὐτὰς τὰς κατευθύνσεις, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ποθούμενον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ πολυπαθὴς Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος τόσας καταβάλλει δαπάνας διὰ τὴν Διοίκησίν του, νὰ ἴδῃ ἡμέρας καλλιτέρας διοικήσεως.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανούσης ἔχει τὸν λόγον.
§161Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ κατ’ ἐξοχὴν τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1927–28, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεικονίζεται κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς τῶν κεφαλαιωδεστέρων ζητημάτων τῆς Χώρας, ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς στεγάσεως καὶ ὑγιεινῆς τῶν προσφύγων, εἶναι τὸ τμῆμα τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας. Λέγω ὅτι τὸ τμῆμα τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας ἀπεικονίζει ἐμφανῶς τὴν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ ἄλλα κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀφορῶντα προσφυγικὰς δαπάνας, εἶναι οὐσιαστικῶς κονδύλια ὑποχρεωτικά, ἀπορρέοντα ἀπὸ ὑποχρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προγενεστέρας ἢ συγχρόνους διεθνεῖς, ἢ ἐσωτερικὰς συμβατικάς. Οὕτω τὸ μὲν κονδύλιον τῶν 355 ἑκατομμυρίων δραχμῶν περίπου, τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Δημόσιον Χρέος (Κεφ. 2 ἄρθρ. 9 καὶ κεφ. 55 ἄρθ. 10) ὡς τοκοχρεωλύσιον τοῦ προσφυγικοῦ δανείου τοῦ 1924, εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ξένους δανειστὰς (διεθνὴς) τὴν ὁποίαν οὐδεμία Κυβέρνησις καὶ ἡ μᾶλλον ἀντιπροσφυγικὴ, δύναται νὰ μὴ ἐγγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸ δὲ κονδύλιον τῶν 201 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ὡς τόκος τοῦ δανείου τῶν ἀνταλλαξίμων 1926, ὑπὸ τὸν ἰδιόρρυθμον τίτλον «ἐγγυηθεῖσα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συμπλήρωσις δανείου ἀνταλλαξίμων 8% 1926 ἀποληπτέα ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν» (κεφάλαιον 59 ἄρθρον 1), εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀναληφθεῖσα συνεπείᾳ συμβάσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξ ἀνταλλαγῆς κτημάτων καὶ γενικώτερον συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν, τὴν ὁποίαν οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑπεκφύγῃ καὶ ἡ μᾶλλον δυσμενῶς διακειμένη πρὸς τὴν προσφυγικὴν ὑπόθεσιν. Συνεπῶς τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν βασίμως νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς προσφυγικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι αἱ ἔκτακται δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, δεδομένου ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀδέσμευτον πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀπόρροια τῶν σκέψεων καὶ ἀντιλήψεων τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς τῶν φλεγόντων ζητημάτων τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως, τῆς στεγάσεως καὶ τῆς ὑγιεινῆς τῶν προσφύγων. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀναγνωρίζουσιν ὡς ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Τὸ δὲ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀναγαγόν, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς θελήσεως ταύτης, ποικιλοτρόπως μέχρι τοῦδε ἐκδηλωθείσης, τὴν πολιτικὴν τῆς ἀποκαταστάσεως ταύτης εἰς ἰδανικόν, εἰς σκοπόν, πρὸς ὃν τείνει, ὁμόφωνον καὶ ἀδιαφιλονίκητον, παρουσιάζει πρότυπον μεταπολεμικοῦ Κράτους κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικοῦ, κατ’ ἐξοχὴν ἐμπνεομένου ἀπὸ ἀρχὰς καὶ τάσεις, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ συγχρόνου ὑλισμοῦ, ὑπερτάτης Ἐθνικῆς καὶ ἀνθρωπιστικῆς ἀλληλεγγύης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡμεῖς οἱ πρόσφυγες ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς αἰσθανόμεθα βαθὺ τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅστις ἔταξεν ὡς σκοπὸν βασικὸν εἰς τὸ Κράτος τὸ μέγα τοῦτο κοινωνικὸν ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεώς μας, ἀφ’ ἑτέρου αἰσθανόμεθα τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα αὐστηροὶ ἐλεγκταὶ τῶν ἑκάστοτε κυβερνητῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι, παρὰ τὴν δεδηλωμένην αὐτὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, παραμελοῦσι τὸ ἔργον τοῦτο καὶ δὲν καταβάλλουν τὴν προσήκουσαν ἐκείνην καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδεικνυομένην μέριμναν, ἥτις θὰ συνετέλει εἰς τὸν ταχύτερον ὅσον οἷόν τε τερματισμὸν τῆς προσφυγικῆς ὑποθέσεως. Ποῖον εἶναι, Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας; Εἶναι ἡ στέγασις καὶ ἡ ὑγιεινὴ τῶν προσφύγων. Διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅμως καὶ ἐκτιμήσωμεν τὸ ποσὸν τῆς μερίμνης, τὸ ὁποῖον κατέβαλε τυχὸν ἢ καταβάλλει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἢ μᾶλλον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας κατὰ τὴν διαρρεύσασαν χρῆσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1927–28 ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι ἀπαραίτητον, πρὸ παντός, νὰ ἀναλύσωμεν τὸ μέγεθος τοῦ θέματος τούτου, τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ ἐπεῖγον τῶν ἀναγκῶν τῆς στεγάσεως καὶ τῆς ὑγιεινῆς τῶν προσφύγων. Ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἀνάγκαι τῆς στεγάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1927 καὶ πῶς ἐμφανίζονται καὶ σήμερον, μετὰ πάροδον δέκα πέντε μηνῶν, ἀφ’ ἧς διαχειρίζονται τὸ ζήτημα τοῦτο οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας; Θὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀρύομαι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἀπὸ τὴν στατιστικὴν δηλαδὴ τὴν ὁποίαν ἐνήργησε καὶ κατήρτισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τοῦ 1927 διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι φρικτοί. Ἀναλύονται ὡς ἑξῆς: Ἐκ τῶν 125.000, εἰς ἃς ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ αἱ ἀστικαὶ προσφυγικαὶ οἰκογένειαι καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἔχουσι στεγασθῇ μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1927 ἀνέτως καὶ ὁπωσδήποτε ἀνθρωπίνως 65 χιλιάδες οἰκογένειαι ἐντὸς οἰκημάτων κρατικῶν καὶ ἀνταλλαξίμων καὶ 25 χιλιάδες οἰκογένειαι ἐπὶ ἐνοικίῳ καταβαλλομένῳ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐντὸς ἰδιωτικῶν οἰκημάτων. Ὑπολείπονται 35 χιλιάδες οἰκογένειαι αἱ ὁποῖαι στεγάζονται κατὰ τρόπον πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθρώπινον ὡς ἑξῆς:
| 1) | Εἰς κατοικίας τοῦ Κράτους, ἰδιοκτήτους καὶ ἀ- | |
| νταλλαξίμους κατηρειπωμένας οἰκογένειαι | 21.249 | |
| 2) | Πλεονάζουσαι ἐκ συγκατοικήσεως ἐντὸς | |
| ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δωματίου τῶν ἄνω κατοικιῶν | 720 | |
| 3) | Πλεονάζουσαι ἐκ συγκατοικήσεως ἐντὸς | |
| ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ διαμερίσματος εἰς κατοικίας | ||
| τῆς Ε.Α.Π. | 5.700 | |
| 4) | Εἰς διάφορα ἐπίτακτα οἰκήματα | 2.674 |
| 5) | Εἰς ἀποθήκας | 2.777 |
| 6) | Εἰς καλύβας ἐκ τενεκὲ | 645 |
| 7) | Εἰς καλύβας ἐκ καλάμων | 361 |
| 8) | Εἰς στρατῶνας καὶ στρατιωτικοὺς καταυλισμοὺς | 413 |
| 9) | Εἰς σκηνὰς (φαντασθῆτε εἰς σκηνὰς) | 382 |
| 10) | Εἰς διάφορα σχολεῖα ἐπίτακτα | 131 |
| 11) | Εἰς ἐργοστάσια | 100 |
| 12) | Εἰς σιδηροδρομικὰ ὀχήματα | 80 |
| 13) | Εἰς τουρκικὰ τεμένη | 50 |
| 14) | Εἰς Ἐκκλησίας | 30 |
| 15) | Εἰς γυμναστήρια | 30 |
| 16) | Εἰς χάνια | 30 |
| 17) | Εἰς τρώγλας | 50 |
| 18) | Τελείως ἄστεγοι | 170 |
Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἐκ τῶν 35 χιλιάδων καὶ πλέον οἰκογενειῶν τούτων ἔχουσι στεγασθῇ ἢ θὰ στεγασθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὰ μόλις πρὸ μηνὸς ἀποπερατωθέντα γερμανικὰ ξύλινα οἰκήματα καὶ ὀλίγα τινὰ κρατικὰ τῆς Ε.Α.Π., περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσωμεν κατωτέρω, περίπου 2.500 οἰκογένειαι ὑπολείπονται 33 χιλιάδες οἰκογένειαι ἔχουσαι ἄμεσον ἀνάγκην στεγάσεως σήμερον, οἵαν εἶχον καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1927.
§162Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβῆ ὅλα αὐτά;
§163Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀκριβέστατα, διότι δὲν εἶχε κανὲν συμφέρον ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως προσφύγων τόσον δι’ ἑαυτήν, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς νὰ ἐμφανίζῃ τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν ἐὰν δὲν ἦτο πραγματική.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ στατιστικὴ αὕτη πότε ἐγένετο;
§165Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐντὸς τοῦ 1927. Αἱ 33 χιλιάδες οἰκογένειαι αὗται κατανέμονται κατὰ ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὡς ἑξῆς: αʹ.) Εἰς Ἀθήνας–Πειραιᾶ 11.900 βʹ.) Εἰς Πελοπόννησον καὶ δὴ: 1) Κόρινθον 55, 2) Ναύπλιον 90, 3) Ἄργος 60, 4) Τρίπολιν 40, 5) Πάτρας 350, 6) Αἴγιον 200, 7) Πύργον 120, 8) Καλάμας 150, 9) Σπάρτην–Γύθειον 50. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Πελοποννήσου 1.115 γʹ.) Εἰς στερεὰν Ἑλλάδα. 1) Χαλκίδα–Αἰδηψὸν 100, 2) Λαμίαν 60, 3) Στυλίδα–Ἄμφισσαν 100, 4) Μεσολόγγιον–Ἀγρίνιον 115. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Στερεᾶς Ἑλλάδα 375 δʹ.) Εἰς Ἤπειρον. 1) Ἄρταν 60, 2) Πρέβεζαν 50, 3) Ἰωάννινα 200. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Ἠπείρου 310 εʹ.) Εἰς Θεσσαλίαν. 1) Βόλον 1.000, 2) Λάρισσαν 140, 3) Καρδίτσαν– Τρίκκαλα 140. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Θεσσαλίας 1.280 στʹ.) Εἰς τὰς Νήσους. 1) Κέρκυραν 240, 2) Κεφαλληνίαν 40, 3) Κυκλάδας 140, Μυτιλήνην 500.
§166Κ. ΣΙΜΟΣ. Λέγετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἰς τὴν Μυτιλήνην εἶναι ἄστεγοι 1.750 οἰκογένειαι, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα στεγάσεως.
§167Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Οὐδέποτε, κύριε συνάδελφε, εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα στεγάσεως.
§168Κ. ΣΙΜΟΣ. Σᾶς διαψεύδει ὁ κ. Ἔντυ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἴπατε ταῦτα, καθὼς καὶ ἐνώπιον ἄλλων ἐπισήμων.
§169Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Αὐτὰ τὰ λέτε σεῖς. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, εἶναι δὲ περίεργον ἢ μᾶλλον ἀπολύτως ἀδύνατον ὁ κ. Ἔντυ νὰ εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα στεγάσεως.
§170Κ. ΣΙΜΟΣ. Τὸ ἀπέδειξε τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἐδείξατε δι’ αὐτό.
§171Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξοργίζεσθε.
§172Κ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν βλέπετε τί γίνονται αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι;
§173Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Ἐὰν φαντάζεσθε ὅτι ὑψοῦντες τὴν φωνὴν καὶ κινοῦντες ἀπειλητικῶς τὸν δάκτυλον θὰ ἐπιβληθῆτε, ἀπατᾶσθε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§174Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ προσφυγικὰ ζητήματα πρέπει νὰ συζητοῦνται μετὰ μεγαλειτέρας ψυχραιμίας, τὰ προσφυγικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ὡρισμένης μερίδος καὶ ὡρισμένων προσώπων ζητήματα. Ταῦτα πρέπει νὰ συζητοῦνται μὲ ὅλην τὴν ἁρμόζουσαν εὐθυγνωσίαν παρ’ ἑκάστου τῶν προσφύγων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα καὶ ἡμεῖς ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν συζήτησιν καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα ἡμῶν ἔναντι τῶν προσφύγων.
§175Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀναμφιβόλως ἡ συζήτησις διεξάγεται μετὰ μεγάλης ψυχραιμίας παρ’ ἐμοῦ.
§176Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπήντησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν εἰς τὴν Μυτιλήνην ὑπάρχουν 1750 οἰκογένειαι ἄστεγοι.
§177Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Συνεχίζω τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ὑπὸ φρικώδεις συνθήκας στεγαζομένων οἰκογενειῶν εἰς τὰς νήσους. 5) Εἰς Χίον 700, 6) Σάμον 80. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν νήσων 1700 ζʹ.) Εἰς Κρήτην 1) Χανιὰ 160, 2) Ρέθυμνον 25, 3) Ἡράκλειον 400. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Κρήτης 585 ηʹ.) Εἰς Μακεδονίαν. 1) Θεσσαλονίκην 12.000, 2) Βέρροιαν 250, 3) Κιλκὶς 150, 4) Ἔδεσσαν 250, 5) Γιανιτσὰ 170, 6) Φλώριναν 115, 7) Σέρρας 600, 8) Νιγρίταν 60, 9) Ζηλιάχωβαν 40, 10) Δράμαν 1.200, 11) Καβάλλαν 1.500. Ἤτοι σύνολον οἰκογενειῶν Μακεδονίας 16.135 θʹ) Εἰς Θράκην. Ἀλεξανδρούπολιν 300 Συνεπῶς ἔχομεν σύνολον οἰκογενειῶν 33 χιλιάδας, αἱ ὁποῖαι στεγάζονται ὑπὸ συνθήκας αὐτόχρημα ἀπανθρώπους. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς ἀνέφερα ἀριθμούς, ὄπισθεν ὅμως τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν συντρίβονται ὑπάρξεις, φθίνουσι, τήκονται σώματα ἀνθρώπινα. Τὴν περιγραφὴν τῆς φρικώδους αὐτῆς ζωῆς ἀφίνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας. Τὴν ἀπεικόνισεν ὁ ἴδιος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν του τῆς 17ης Μαΐου 1927, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Εἰς ἓν δωμάτιον εὑρέθησαν ἐγκατεστημέναι 13 οἰκογένειαι... Ἡ ἀραίωσις εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι ἄλλως θὰ κινδυνεύσῃ ἡ ὑγεία αὐτῆς ταύτης τῆς πόλεως (Ἀθηνῶν–Πειραιῶς....) Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐγκατάλειψις καὶ ἀστοργία πρὸ τῆς φρικτῆς αὐτῆς καταστάσεως μεγάλου μέρους τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐξέθηκα ὑπὸ ποίας χειρίστας συνθήκας βιοῖ... θὰ ἐπακολουθήσῃ, ἡ ἀπελπισία, ἡ ὁποία κορυφώνεται καὶ θέτει εἰς κίνδυνον τὰ καθεστῶτα, τῶν ὁποίων οἱ ἄρχοντες παραμένουν ἀνάλγητοι πρὸ τοῦ πόνου καὶ τῆς δυστυχίας μεγάλων λαϊκῶν μαζῶν». Ταῦτα ἔλεγε τὸ Μάϊον 1927 ἀναβιβάζων καὶ τότε τὰς οἰκογενείας περίπου εἰς 35 χιλιάδας τὰς δεομένας ἀμέσου στεγάσεως. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 26ης, ἐπανελάμβανε τὰ αὐτά. Ὑπάρχουν ἔλεγε 35 χιλιάδες οἰκογένειαι αἱ ὁποῖαι στεγάζονται ὑπὸ σκηνάς, στρατῶνας, ἀχυρῶνας, καλύβας ἡ στέγασις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ζήτημα ἀμέσου ἀνάγκης, διότι αἱ κατοικίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐνδιαιτήματα ἀνθρώπινα». Περίεργον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμφανίζει ἐν ταὐτῷ ἐμμέσως καὶ τὴν πανηγυρικὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ ἔργου του. Τὸν Μάϊον 1927 35 χιλιάδες οἰκογένειαι ἐστέναζον ὑπὸ φρικτὰς συνθήκας στεγάσεως. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1928, κατὰ τὴν ὑπουργικὴν στατιστικήν, ἐξακολουθεῖ ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν 35 χιλιάδων, ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐπιβεβαιοῖ καὶ ἡ τελευταία τριμηνιαία ἔκθεσις τῆς Ε.Α.Π. «Ἡ φυματίωσις, λέγει, εὑρίσκει ἔδαφος ἐκτάκτως εὐνοϊκὸν διὰ τὴν ἐπέκτασίν της εἰς τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμούς, ὅπου παρατηρεῖται πυκνοτέρα συγκέντρωσις. Τέσσαρα, πέντα, ἓξ καὶ πότε περισσότερα ἄτομα διέρχονται τὰς ἡμέρας καὶ τὰς νύκτας εἰς δωμάτια τὰ ὁποῖα σπανίως εἶναι μεγαλύτερα τῶν 16 τετραγωνικῶν μέτρων καὶ τὸ μόλυσμα μεταδίδεται μὲ κεραυνοβόλον ταχύτητα κτλ». Τὴν ἀναγνωρίζει ἀπολύτως καὶ τὴν περιγράφει τραγικώτερον καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀγόρευσίν του τῆς 30ῆς Μαΐου 1927 ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: «Ἔδωκε, λέγει, πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προνοίας συνάδελφος εἰκόνα ἀληθῶς σπαρακτικὴν τῆς ἐσχάτης ἀθλιότητος, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ πρόσφυγες, ἐν ἀγνοίᾳ δύναμαι νὰ εἴπω ἡμῶν. Οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐνδιαιτῶνται εἶναι ὅροι ἀληθοῦς κολάσεως. Φθειρόμενοι ἠθικῶς καὶ κοινωνικῶς θὰ μεταβληθοῦν εἰς ἑστίαν κοινωνικῆς ἀποσυνθέσεως τροφοδοτοῦντες τὸ ἔγκλημα καὶ τὰς ἀνατρεπτικὰς ἰδέας. Ἐν τῷ συμφέροντι πάντων ἡμῶν ἔγκειται νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἡ προσπάθεια τῆς ἀποκαταστάσεως ἀχθῇ τὸ ταχύτερον εἰς πέρας». Αὐτὴ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ οἰκτρὰ κατάστασις ἡ ὁποία ἀπεικονίζεται εἰς τὴν στατιστικὴν καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ε.Α.Π. καὶ ἡ ὁποία ἐπικυροῦται ὑπὸ τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν Προνοίας καὶ Οἰκονομικῶν. Τὸ μέγεθος συνεπῶς τοῦ προβλήματος εἶναι τεράστιον, τόσον σήμερον ὅσον ἦτο καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1927. Τριάκοντα τρεῖς χιλ. οἰκογένειαι καὶ κατὰ τὴν ὑπουργικὴν βεβαίωσιν τῆς 28 Ἰανουαρίου 1928 τριάκοντα πέντε χιλιάδες οἰκογένειαι τήκονται ὑπὸ ἀνηλίους τρώγλας, φθείρονται ὁσημέραι, μαστιζόμεναι ἀπὸ τὴν φθίσιν, τὴν ἑλονοσίαν καὶ παντοῖα νοσήματα. Ὁλόκληρος πληθυσμὸς ὁσημέραι σήπεται καὶ καταρρέει. Δὲν εἴμεθα βέβαια ἡμεῖς οἱ ἀφελεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠξιοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοὺς ἔκτοτε Κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, ὅπως ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1927–28 κατασκευάσουν τὰς 32 χιλιάδας οἰκημάτων, ὅσα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἐν λόγῳ οἰκογενειῶν. Διότι ἡ ἀνοικοδόμησις τοσούτου ἀριθμοῦ οἰκημάτων θὰ ἐστοίχιζε κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς ὑπὲρ τὸ δισεκατομμύριον δραχμῶν καὶ τοιοῦτον ποσὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ διαθέσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἡ μᾶλλον ἂς εἴπωμεν φιλοπροσφυγική. Ἐν τούτοις οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ κατ’ ἐξοχὴν εὔλογον τῆς ἀξιώσεως, ἣν εἴχομεν ὅπως ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας κατέβαλλον τὴν μέριμναν ἐκείνην ἥτις θὰ ἐμείωνε τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς καὶ θὰ ἠλάττωνε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστεγάστων προσφύγων. Τί ἔπραξαν ὅμως οὗτοι; Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 8 δισεκατομμυρίων 380 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπὶ συνολικῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης ὑπερβαινούσης τὸ ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν ἀνέγραψαν καὶ διέθεσαν διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων μόνον 55 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἤτοι τὸ 1)160 τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ 1)25 τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ἀποτελεῖ τοῦτο μέριμναν σοβαρὰν ἀντίστοιχον πρὸς τὸν ὄγκον καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ οὑτωσὶ ἐμφανιζομένου κοινωνικοῦ προβλήματος; Ἐὰν πᾶσα Κυβέρνησις ἐτήρει τὴν αὐτὴν τακτικὴν θὰ ἀπῃτεῖτο εἰκοσαετία τοὐλάχιστον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως. Θὰ μᾶς εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ὅτι ἀνέγραψε καὶ ἄλλα 15 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ δάνεια τῶν προσφυγικῶν οἰκοδομικῶν συνεταιρισμῶν. Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡμολόγησε, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του τῆς 26 Ἰανουαρίου 1928, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν διέθεσεν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης οὔτε ὀβολόν. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ γνωστὸν γεγονός, ὅτι μέχρι σήμερον, ὁπότε ἔχομεν τέλος τῆς χρήσεως, οὐδὲν ὡσαύτως διετέθη πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην ὡς μὴ ἀναγραφεῖσαν. Θὰ μᾶς εἴπῃ ὅμως ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ὅτι ἐτροποποίησε τὴν σύμβασιν «Τέκτων», ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου μεταξὺ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης τὴν 18 Μαρτίου 1925, ἀξίας ἐν συνόλῳ ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ὡρισμένων Νοσοκομείων καὶ Ὀρφανοτροφείων Προσφυγικῶν, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως τὰ 55 ἑκατομμύρια τῆς συμβάσεως ταύτης διατεθῶσι διὰ τὴν ἀνέγερσιν προσφυγικῶν συνοικισμῶν. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν διετέθη κατὰ τὴν ὑπὸ κρίσιν χρῆσιν 1927–28, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διατεθῇ κατὰ τὴν χρῆσιν 1928–29, δεδομένου ὅτι ἡ τροποποίησις τῆς συμβάσεως ἐγένετο τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1927, τὰ δὲ προκαταρκτικὰ τῆς ἀναλήψεως τῶν ἔργων μόλις θὰ ἔχωσι συντελεσθῆ περὶ τὸ τέλος Μαρτίου 1928, ἔπειτα δὲ καὶ πρὸ παντὸς ἡ σύμβασις αὕτη ὑφίστατο καὶ θὰ ἐξετελεῖτο μίαν ἡμέραν καὶ συνεπῶς ἡ πρωτοβουλία αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὴν μέριμναν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀλλὰ πολὺ προγενεστέρων Κυβερνήσεων.
§178Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ στεγάσεως προσφύγων.
§179Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἐπρόκειτο πάντοτε περὶ ἀποκαταστάσεως, ὡς ρητῶς ἐν αὐτῇ διατυποῦται, προσφύγων. Δὲν θὰ ἐγίνοντο οἰκήματα προσφυγικά, θὰ ἀνεγείροντο ὅμως Νοσοκομεῖα καὶ Ὀρφανοτροφεῖα προσφυγικά. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἦτο ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλε μίαν ἡμέραν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Κράτος καὶ τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἁπλῶς ἐτροποποιήσατε. Ἦτο πρωτοβουλία καὶ μέριμνα ἄλλων, τήν ὁποίαν σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσητε, δὲν ἦτο πρωτοβουλία ἰδική σας.
§180Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἡ πρωτοβουλία ἡ ἰδική μου ἔγκειται ἐν τούτῳ: ὅτι ἀντὶ τῶν Νοσοκομείων καὶ λοιπῶν ἱδρυμάτων περὶ τῶν ὁποίων προέβλεπεν ἡ σύμβασις, ἀφῆκα τὸ Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν μὲ 35 ἑκατομμύρια καὶ τὰ λοιπὰ 65 ἑκατομμύρια τὰ διέθεσα διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων.
§181Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἡ σύμβασις ὑπῆρχε καὶ νοσοκομείων εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ὀρφανοτροφείων.
§182Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Ἡ σύμβασις ὑπῆρχεν ἀλλ’ ἡ πρωτοβουλία μου ἔγκειται ἐν τούτῳ.
§183Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Σεῖς ἤλθατε νὰ τροποποιήσητε τὸν σκοπὸν τῆς δαπάνης ἄνευ λόγου, διότι πάντοτε καὶ προηγουμένως ἦτο προσφυγικός.
§184Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπουργ. Προνοίας). Δὲν ἦτο προσφυγικὸς προηγουμένως.
§185Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀσφαλῶς ἦτο προσφυγικός, διότι ρητῶς ἔλεγε «διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων» καὶ διότι ἡ ἀνέγερσις νοσοκομείων καὶ ὀρφανοτροφείων προσφυγικῶν ἀποτελεῖ ἔργον καὶ σκοπὸν προσφυγικόν. Ὥστε οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας ἀνέγραψαν καὶ διέθεσαν διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων μόνον 55 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι ὁμολογουμένως περίεργος ἡ ἀντίφασις εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν καὶ οἱ δύο ἀξιότιμοι Ὑπουργοί. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κάμωσιν ἔκκλησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κάμωσιν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ συγκινήσωσιν αὐτὴν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ξένης ἰδιοκτησίας, ἐφάνησαν συγκινούμενοι καὶ ἐδείχθησαν ἀφειδεῖς ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς προσφυγικῆς, ὡς τὴν ἀπεκάλεσαν, κολάσεως, δι’ αὐτὸ δὲ ἐπεκροτήσαμεν καὶ ἐπευφημήσαμεν αὐτοὺς ὅλοι ὁμοθύμως οἱ πρόσφυγες. Ὅταν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τοὺς ἰδίους ἑαυτούς των καὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῆς κολάσεως αὑτῆς, διὰ τὴν πραγματικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, δι’ οὓς ἐζητήθησαν αἱ ἀπαλλοτριώσεις αὗται, τότε ἐδείχθησαν φειδωλοί, φειδωλότατοι, τότε ἐφάνησαν φιλάργυροι, τότε ἐφάνησαν γλίσχροι. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ στέγασις κατὰ τὴν χρῆσιν 1927– 28 εἶναι ἀναμφισβητήτως πενιχρότατα. Ἦτο κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ ἀνεγερθῶσι τοὐλάχιστον 8 χιλιάδες οἰκήματα ἐπὶ συνολικῆς ἀνάγκης 32 χιλιάδων καὶ κατεσκευάσθησαν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος 15 μηνῶν, καθ’ οὓς διεχειρίσθη τὴν στέγασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, τὰ κάτωθι. 1) 200 κατοικίαι ἐν Σέρραις, δαπάνης κατὰ προσέγγισιν δραχ. 15 ἑκατομμυρίων. 2) 300 κατοικίαι (ἢ 75 τετρακατοικίαι, ἐν Καβάλλᾳ, δαπάνης ὡς ἔγγιστα δραχ. 25 ἑκατομμυρίων. 3) 600 Γερμανικαὶ κατοικίαι ἐξ ἀσβεστομιάντου παραγγελθεῖσαι ἐπὶ δικτατορίας θεμελιωθεῖσαι καὶ στηθεῖσαι ἐν Κοκκινιᾷ καὶ Περάματι (ἢ 300 διπλοκατοικίαι) δαπάνης δραχ. 5 ἑκατομμυρίων 500 χιλιάδων. 4) 256 Γερμανικαὶ ὡσαύτως κατοικίαι ἐν Λαυρίῳ (ἢ 64 τετρακατοικίαι) δαπάνης δραχ. 2 ἑκατομμυρίων 500 χιλιάδων. 5) Τετρακόσιαι Γερμανικαὶ ὡσαύτως κατοικίαι ἐν Βόλῳ (ἢ 100 τετρακατοικίαι) δαπάνης δραχ. 3 ἑκατομμυρίων. 6) 530 Γερμανικαὶ ὡσαύτως κατοικίαι ἐν Θεσσαλονίκῃ (ἢ 265 διπλοκατοικίαι) δαπάνης δραχμῶν 3 ἑκατομμυρίων 500 χιλιάδων καὶ πλέον οὔ. Σημειωτέον ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ οὔτε κἂν συνεπληρώθησαν αἱ 53) αὗται Γερμανικαὶ κατοικίαι, διότι παραμένουν ἀθεμελίωτοι καὶ ἡμιτελεῖς εἰσέτι αἱ 120 κατοικίαι, αἱ διατεθεῖσαι διὰ τοὺς τροχιοδρομικοὺς καὶ αἱ 150 τῆς Καλαμαριᾶς. Οὕτω ἐξαντλεῖται ἡ πίστωσις τῶν 55 ἑκατομμυρίων ἣν ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων. Ὅτι δὲ ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσα εἶνε ἀκριβὴς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἔκθεσιν τῆς Ε.Α.Π., ἡ ὁποία ἀναλύουσα τὴν συντελεσθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Προνοίας ἐργασίαν στεγάσεως ἀναφέρει ἀπαραλλάκτως τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Συνοικισμὸν Ποδονίφτη (1800 κατοικίαι) δὲν δύναται βέβαια ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι ἔργον ἰδικόν του, διότι οὗτος ἀνελήφθη καὶ κατασκευάσθη ἐπὶ προηγουμένων Κυβερνήσεων καὶ Ὑπουργῶν, ἦτο δὲ πλήρης καὶ συντετελεσμένος ὅταν οὗτος ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας. Ἰδού, Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Προνοίας εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως 1927–28, οἰκτρός, οἰκτρότατος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, ὡς πρόσφυξ, ὅταν ἀνεγράφετο ἡ ἀνεπαρκὴς αὐτὴ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν του, θὰ διεμαρτυρήθη ἀσφαλῶς, θὰ ᾐσθάνθη ἀναμφιβόλως ὀδύνην, ἀλλ’ ἡ λατρεία του, ἡ ἀφοσίωσίς του πρὸς τὸν ἀρχηγόν του καὶ ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπερίσχυσεν, ἀπεδείχθη ἀνωτέρα ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον του διὰ τὴν πραγματικὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἤκουσα ποτὲ οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, μέχρι τέλους τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως, διὰ λόγους γνωστοὺς τοῖς πᾶσι.
§187Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τοὺς εἴπητε τοὺς λόγους αὐτούς.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Οὐδεὶς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον μας ὑπὲρ τῶν προσφύγων καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἀλλὰ καὶ διότι θεωροῦμεν τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην.
§189Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐδόθησαν ἀφειδεῖς ὑποσχέσεις, ἀλλὰ τὰ ἔργα σας δὲν συμφωνοῦν μὲ τὰς ὑποσχέσεις. Σκοπός μας εἶναι νὰ ἐμφανίσωμεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἀφ’ ἑνὸς τὸ μέγεθος τῆς ἀνάγκης καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ πόσον πράγματι καὶ ἔργοις ἀνταπεκρίθητε ὑμεῖς πρὸς αὐτήν.
§190Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὑπάρχουν 35 χιλιάδες ἀστικαὶ οἰκογένειαι ἔχουσαι ἄμεσον ἀνάγκην στέγης.
§191Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Μάλιστα.
§192Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς διετέθησαν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. λιρῶν;
§193Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ὅταν θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πέντε χιλιάδων ψυχῶν, διὰ πέντε ἄρτων καὶ πέντε ἰχθύων, τότε θὰ χορτασθῶσιν οἱ ἀγροτικοὶ καὶ ἀστικοὶ πληθυσμοί, καὶ τότε θὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ ἀστικαὶ καὶ ἀγροτικαὶ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἦλθον ἐνταῦθα ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦλθον. Τὸ δάνειον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων λιρῶν ἔχει διατεθῆ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν καὶ ἔχομε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ τὴν ἀστικήν;
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Οὔτε τὸ δάνειον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων λιρῶν θὰ ἐπαρκέσῃ, οὔτε τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν θὰ ἐπαρκέσῃ.
§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅταν ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα γεγονότα, νὰ λέγωνται πλήρως, διότι οὐδεὶς εἶπεν ὅτι μὲ τὸ δάνειον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων λιρῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκτὸς τοῦ δανείου ἐδαπανήθησαν καὶ περισσότερα ποσὰ ἀκόμη ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ νέον δάνειον συνήψαμεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἀποσαφηνισθῇ, ἐὰν πρεπόντως ἐδαπανήθησαν, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως σπατάλης ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ κατὰ τὴν διαβάθμισιν τῆς ἀνάγκης.
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ στέγασις. Καὶ ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι ἔκαμα μίαν σύστασιν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὀλίγων προσφύγων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Κόρινθον καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ θέρος ἐπαπειλοῦν κινδύνους γνωστοὺς ἐκ τῶν διαφόρων γνωστῶν αἰτίων, ὥστε νὰ πάθωσι καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις. Ἡ ὑπόσχεσις ἐδόθη, ἀλλ’ ἡ ἀποκατάστασις δὲν ἐγένετο.
§198Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, θέλετε νὰ ἀπαντήσω τι ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ διατεθέντα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω διὰ τὰ ποσὰ τὰ διατεθέντα μόνον διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, διότι αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ θέμα μας. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν στατιστικὴν τῶν μέχρι τέλους 1927 ἀποτελεσμάτων τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας καὶ Ε.Α.Π., ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστικὴν στέγασιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπὸ τοῦ 1923 ἕως 1926 ἀνήγειρε περίπου 30 χιλιάδας λιθοκτίστους κατοικίας, 1200 Γερμανικὰς καὶ 10 χιλιάδας ξύλινα παραπήγματα, ἡ δὲ Ε.Α.Π. 16 χιλιάδας περίπου λιθοκτίστους κατοικίας. Συνεπῶς ὑπὸ ἔποψιν οἰκοδομήσεως ἀντιστοιχεῖ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας περίπου 10 χιλιάδες κατοικίαι δι’ ἕκαστον τῶν 3 ἐτῶν. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ καταβληθεῖσα διὰ τὴν στέγασιν δαπάνη ἀνέρχεται διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπὸ τοῦ 1923–1926 εἰς δραχ. ἐν συνόλῳ 700 ἑκατομμύρια καὶ 100 ἑκατομμύρια διὰ τὰ Γερμανικά, διὰ δὲ τὴν Ε.Α.Π. ἀπὸ τοῦ 1924 ἕως τὸ 1926 εἰς δραχμὰς περίπου 400 ἑκατομμύρια ἔχομεν τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν: Ὑπουργεῖον Προνοίας 40 χιλιάδας κατοικίας, δαπάνης 800 ἑκατομμυρίων καὶ συνεπῶς 20 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ κατοικίαν. Ε.Α.Π. 16 χιλιάδας κατοικίας δαπάνης 400 ἑκατομμυρίων καὶ συνεπῶς 25 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ κατοικίαν. Συνεπῶς τὰ διατεθέντα ποσὰ ἐδαπανήθησαν σκοπίμως καὶ ἡ ἀπόδοσις ὑπῆρξεν, ὑπὸ ἔποψιν χρόνου καὶ δαπάνης, ἡ προσήκουσα καὶ ἀντίστοιχος. Εἰδικῶς διὰ τὸ Κράτος ὅ,τι ἔπραξαν αἱ μέχρι τοῦ 1926 Κυβερνήσεις διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν, ἐκ παραλλήλου μὲ τὴν Ε.Α.Π., ὑπῆρξε σύμμετρον πρὸς τὴν ἀντοχὴν τῶν τότε προϋπολογισμῶν καὶ ἐὰν ἐσυνεχίζετο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη σταθερῶς, θὰ προεβλέπομεν ἓν χρονικὸν διάστημα προσεχὲς καὶ συγκεκριμένον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἐτερματίζετο τὸ ἔργον τῆς στεγάσεως καὶ δὲν θὰ διῃωνίζετο. Ἐκεῖνο ἀκριβῶς διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ψέγω τὴν ἀπὸ τοῦ 1927 πολιτικήν, ἐπὶ τοῦ θέματος, τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, δὲν εἶναι ὅτι δὲν ἔλυσαν ὁλοκληρωτικῶς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησαν, δὲν ἐμερίμνησαν νὰ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὴν δεδομένην ἀνέγερσιν τῶν 10 χιλιάδων κατοικιῶν ἑκάστου τῶν ἀπὸ τοῦ 1923 ἕως 1926 ἐτῶν καὶ ἐνεφάνισαν καθ’ ὅλον τὸ ἀπὸ τοῦ 1927 μέχρι σήμερον διάστημα τὴν ἀπόδοσιν 500 λιθοκτίστων καὶ 1700 Γερμανικῶν κατοικιῶν, τῶν ὁποίων πίνακα λεπτομερῆ σᾶς ἀνέγνωσα, ἤτοι ἐν συνόλῳ 2200 κατοικιῶν, μὴ προωθήσαντες οὐδὲ κατὰ βημάτιον τὸ ἔργον τῆς στεγάσεως καὶ ἀφήσαντες ἀκέραιον καὶ ὀξὺ τὸ πρόβλημα, ὡς τὸ εὗρον ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας προεῖδε τὸ πενιχρὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὴν λαίλαπα ἡ ὁποία θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐναντίον του μίαν ἡμέραν καὶ ἐσκέφθη πῶς θὰ συνεπλήρωνε τὸ ἐλλεῖπον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, πῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐδέχετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ χορηγήσῃ ἐπαρκεῖς πιστώσεις διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν, θὰ ἐξεύρισκε πόρους καὶ διὰ τίνων συστημάτων, διὰ τὴν ὁπωσδήποτε ἐπαρκῆ ἀντιμετώπισιν τοῦ ὀγκώδους ἀριθμοῦ τῶν στεγάσεων. Ἐσκέφθη ἐπὶ πολὺ καὶ μίαν ἡμέραν τοῦ Ἰουλίου 1927 προσῆγεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προσφυγικοῦ δύο σχέδια Νομ. Διαταγμάτων, τὸ ἓν περὶ «ἐκποιήσεως τῶν ἀνὰ τὸ Κράτος προσφυγικῶν οἰκημάτων» καὶ τὸ ἕτερον «περὶ συστάσεως οἰκοδομικῶν συνεταιρισμῶν ἀστῶν προσφύγων». Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἀπογεύματος καὶ αὐθημερὸν εἴχομεν ψηφίσει καὶ τὰ δύο ταῦτα Ν. Διατάγματα. Βεβαίως ἡ εὐθύνη βαρύνει ἐν μέρει καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ μεῖζον μέρος τῆς εὐθύνης πίπτει ἐπὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας, διότι τὰ μέτρα ταῦτα ἦσαν μέτρα προτεινόμενα ὑπ’ αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἀπέδιδε βασικὴν καὶ κεφαλαιώδη σημασίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλαβε τὰ νομοθετήματα ταῦτα καὶ ἐπέθη ἐπὶ τὸ ἔργον του. Τὰ ποσά, εἶπε, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ χορηγεῖ ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς θὰ τὰ εἰσπράξω ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας. Θὰ ἐκποιήσω τὰ οἰκήματα, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ πρόσφυγες, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν θὰ τὸ διαθέσω διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἄλλων προσφύγων. «Ἐσκέφθην—ἔλεγεν ὁ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀγόρευσίν του—τῆς 26 Ἰανουαρίου 1928, ἀναλύων τὸ πρόγραμμά του, ὅτι τοιοῦτον χρηματικὸν ποσὸν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε τρόπος ἄλλος νὰ προκριθῇ καὶ πρὸς τοῦτο εἰσηγήθημεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ψήφισιν Ν. Δ. «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀνὰ τὸ Κράτος ἀστικῶν συνοικισμῶν». Τὰ οἰκήματα θὰ παρεχωροῦντο μὲ εὔλογον τίμημα εἰς τοὺς ἐνοίκους πρόσφυγας καὶ τὸ προϊὸν θὰ διετίθετο δι’ ἔργα στεγάσεως κλπ.». Τὸ μέτρον εἶναι ὁμολογουμένως σκληρὸν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναλύσωμεν ἐν ὀλίγοις, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν μεταστρέφει τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου καταφέρει καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως τῶν ἀστῶν προσφύγων. Διότι ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας; Εἶναι ἀποστολὴ κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὴ καὶ φιλάνθρωπος. Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας εἶναι ὁ προστάτης τῶν ἐνδεῶν, τῶν πενομένων κοινωνικῶν τάξεων, καὶ εἰδικῶς διὰ τοὺς πρόσφυγας, ὁ παρήγορος ρυθμιστὴς τῶν ἀμέσων αὐτῶν ἀναγκῶν. Διὰ τοῦ μέτρου ὅμως τούτου τί γίνεται; Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπὸ προστάτης καὶ στοργικὸς ἄγγελος τῶν προσφύγων μετεβλήθη εἰς ἕνα ἀπηνῆ εἰσπράκτορα. Οἱ ἀστικοὶ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ ἀνέμενον μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ νὰ μετριάζῃ τὴν δυστυχίαν, διὰ νὰ χύνῃ τὸ βάλσαμον τῆς παρηγορίας, καὶ τοῦτο εἰσελαύνει ἤδη ἐκεῖ μὲ τὸ μαστίγιον τοῦ εἰσπράκτορος, διὰ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν ταλαίπωρον πρόσφυγα τὸ τίμημα τοῦ οἰκήματος ἢ ἄλλως τὴν ἔξωσιν.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πόσους ἐμαστιγώσαμεν; Μεταχειρίζεσθε λέξεις τραγικάς.
§200Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Εἰς τὴν σχολήν σας ἐμάθαμεν τὰς τραγικὰς λέξεις, κ. Ὑπουργέ.
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐμάθατε μόνον τὰς τραγικὰς λέξεις.
§202Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπὸ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς ἀποστολῆς μετεβλήθη καὶ αὐτὸ εἰς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εἰς Ὑπουργεῖον Εἰσπράξεων, κατέφερεν ἀφ’ ἑτέρου πλῆγμα καίριον κατὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως τῶν ἀστῶν προσφύγων. Γνωρίζετε πόσα ἑκατομμύρια εἰσέπραξεν ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν ἐλαχίστων προσφυγικῶν συνοικισμῶν; Ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν μόνον τοῦ συνοικισμοῦ Ποδονίφτη εἰσέπραξεν ὑπὲρ τὰ 30 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως προσφύγων, κατὰ τὸ αὐτὸ περίπου χρονικὸν διάστημα, ἤτοι ἐντὸς τῆς χρήσεως 1927–28 εἰσέπραξε παρὰ τῶν ἀστῶν προσφύγων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν ὑπὲρ τὰ 25 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατανοεῖτε ποῖον πλῆγμα κατηνέχθη κατὰ τῆς οἰκονομικῆς ἀνανήψεως τῶν ἀστικῶν προσφυγικῶν πληθυσμῶν. Τὰς προσφυγικὰς ἀποζημιώσεις, κ. Ὑπουργέ, δὲν τὰς ἐδώσαμεν διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀντίτιμον τῶν οἰκημάτων των, δὲν τὰς ἐδώσαμεν διὰ νὰ ἀναπληρώσουν τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσατε εἰς τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς στεγάσεως, τὰς ἐδώσαμεν διὰ σκοπὸν βαθύτερον. Τὰς ἐδώσαμεν διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μία ἐλαχίστη καὶ πρώτη βάσις πρὸς μείζονα καὶ ὁλοὲν προϊοῦσαν ἐξέλιξιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ πλαισίου ἀπὸ πενομένους παρασίτους, εἰς οἰκονομικοὺς ὀργανισμοὺς ἐγκλείοντας ἐν ἑαυτοῖς καὶ τὴν διάθεσιν πρὸς ἐργασίαν καὶ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν ἐμπορικὴν ἱκανότητα, ὠφελοῦντας καὶ προάγοντας ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ὅλην Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν. Ἰδού, κ. Βουλευταί, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἑνὸς μέτρου τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου του. Οἱ πρόσφυγες ἀστοὶ ὅσοι παραμένουν εἰς τρώγλας μὴ ἐκποιησίμους ὑφίστανται τὴν συμφορὰν τῆς ἐγκαταλείψεως, ὅσοι δὲ ηὐτύχησαν νὰ στεγασθῶσιν ὁπωσδήποτε εἰς οἰκήματα ἀνθρώπινα ὑφίστανται τὴν ἀφαίμαξιν τῶν ἐλαχίστων ἀποταμιευμάτων των. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς εἶπον, εἰσηγήθη καὶ ἐφήρμοσε καὶ ἕτερον σύστημα. Τὸ σύστημα τῶν οἰκοδομικῶν συνεταιρισμῶν. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ Ν. Δ. περὶ συστάσεως οἰκοδομικῶν συνεταιρισμῶν ἀστῶν προσφύγων τῆς 14ης Ἰουλίου 1927, τὸ ὁποῖον διεσάλπισεν ὡς πανάκειαν, τὸ ὁποῖον διετυμπάνισεν ὡς μεγάλην ἐπιτυχίαν, τὸ ἄφηκεν ἔκθετον, διότι δὲν ἐμερίμνησε νὰ ὑποβάλῃ τόσον αὐτό, ὅσον καὶ ἄλλα ἀφορῶντα τὸ Ὑπουργεῖόν του, εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, καὶ παρῆλθεν ἄπρακτον τὸ τετράμηνον διάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτῶν. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ν. Δ. αὐτὸ εἶναι σήμερον νεκρόν, καὶ ἀκόμη ὅτι ὡς εἶναι συντεταγμένον περιέχει διάταξιν ἀντισυνταγματικήν, καὶ συνεπῶς εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον θὰ ἐκυροῦτο καὶ ἐὰν τυχὸν εἰσήγετο ἐγκαίρως πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐνῷ ρητῶς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος, βάσει τοῦ ὁποίου τελεῖται ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ χορήγησις οἰκοπέδων εἰς συνεταιρισμούς, ὁρίζει, ὅτι διὰ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων χωρεῖ ἀπαλλοτρίωσις καὶ κατάληψις πρὸ τῆς ἀποζημιώσεως ἀνοικοδομήτων γηπέδων πρὸς ἵδρυσιν συνοικισμοῦ ἐξ 20 τοὐλάχιστον οἰκιῶν, εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν πρὸς σύστασιν οἰκοδομικοῦ συνεταιρισμοῦ ἀστῶν προσφύγων ἀπαιτεῖται ὅπως τὸ καταστατικὸν συναφθῇ ἐγκύρως μεταξὺ πέντε τοὐλάχιστον προσώπων καὶ εἰς ἄλλο τροποποιητικὸν τοῦ ἀνωτέρω Διατάγματος, ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν καὶ εἰς ἓν ἄτομον δύναται νὰ χορηγηθῇ οἰκόπεδον. Ἀφίνω κατὰ μέρος πάντα ταῦτα καὶ ἐρωτῶ: Μήπως ἐπέφερεν ἢ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιφέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου, σπουδαῖόν τι ἀποτέλεσμα; Οὐχί. Διότι ποία εἶναι ἡ οὐσιώδης προϋπόθεσις τῶν συνεταιρισμῶν; Ἡ διάθεσις ἑνὸς κεφαλαίου μέχρι δραχμῶν 30.000 ἐκ μέρους ἑκάστου τῶν συνεταιριζομένων προσφύγων, συνεπῶς ἡ ὕπαρξις οἰκονομικῆς τινος ἀνέσεως καὶ εὐπορίας παρὰ τῷ ὑπὸ συνεταιρισμὸν πρόσφυγι. Ποία δὲ εἶναι σήμερον ἡ βασικὴ μορφὴ τοῦ προβλήματος τῆς στεγάσεως; Εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς στεγάσεως 35 χιλιάδων ἀπόρων καὶ πενομένων προσφυγικῶν οἰκογενειῶν, διότι ἂν δὲν ἦσαν ἄποροι, ἂν δὲν ἦσαν πενέσταται, δὲν θὰ παρέμενον, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας των, εἰς τὰς φρικώδεις κρύπτας, τῶν ὁποίων λεπτομερῆ περιγραφὴν ἐδώσαμεν πρὸ ὀλίγου. Τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας εἶναι ἡ ἐξάλειψις τοῦ ἄγους τῆς ζωῆς τῶν 35 χιλιάδων τούτων προσφυγικῶν οἰκογενειῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν: πῶς διὰ τοῦ συστήματος τῶν συνεταιρισμῶν θὰ στεγάσῃ ἔστω καὶ μίαν ἀπὸ τὰς πενομένας αὐτὰς οἰκογενείας; Ποία ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχῃ τὴν ἄνεσιν τοῦ χρήματος καὶ τοῦ χρόνου διὰ νὰ μετάσχῃ εἰς ἕνα συνεταιρισμόν; Εἶναι τόσον ἀπίθανον νὰ συγκεντρώσουν οἱ ἐν ταῖς σκηναῖς γυμνητεύοντες πρόσφυγες τὰ προσόντα ταῦτα, ὥστε θὰ ἀπετέλει αὐτόχρημα οὐτοπίαν πᾶσα σκέψις στεγάσεως τῶν μαζῶν τούτων διὰ τοῦ συστήματος τῶν συνεταιρισμῶν. Θὰ στεγασθοῦν λοιπὸν ποῖαι οἰκογένειαι: Μερικαὶ οἰκογένειαι ἐκ τῶν 35 χιλιάδων τῶν διαμενουσῶν ἐπὶ ἐνοικίῳ εἰς ἰδιωτικὰ οἰκήματα. Ἀλλὰ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ ζήτημα ἱκανοποιήσεως τῶν 35 χιλιάδων οἰκογενειῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως, παραμένουσαι ἐπὶ ἐνοικίῳ, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἔχουν ποίαν τινα οἰκονομικὴν ἄνεσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ προβλήματα εἶναι μεγάλα καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ἀφίνωμεν τὰ ἐπείγοντα καὶ νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τῶν μὴ ἐπειγόντων, νὰ μὴ ἐγκαταλείπωμεν τὰς πασχούσας, τὰς πενομένας μάζας, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας τῶν εὐπορωτέρων. Ὥστε καὶ τὸ σύστημα αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ συνετέλει εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως, νομίζω ὅτι οὐδαμῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ, λαμβανομένων μάλιστα ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν ἄλλων ἀτελειῶν, τῆς βραδύτητος καὶ διαιωνίσεως, τὰς ὁποίας ἐγκλείει. Καὶ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὑπάρχει ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἑξῆς γεγονός: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ διὰ τοὺς ἱδρυθησομένους συνεταιρισμοὺς οἰκόπεδα, προέβη εἰς ἀθρόας ἀπαλλοτριώσεις οἰκοπέδων καὶ ἐπλήρωσε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ παντοίας, ἀπὸ ποικίλλας, ἀπὸ πολλαπλᾶς ἀπαλλοτριώσεις. Ἀλλ’ αἱ ἀπαλλοτριώσεις ἔμειναν ἐπὶ τοῦ χάρτου. Οὐδεὶς τῶν συνεταιρισμῶν ἔλαβεν οἰκόπεδον. Οὐδεμία ἀνοικοδόμησις ἔγινεν ἐπὶ τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν ἐκτάσεων. Καὶ τί συνέβη: Ἀναχωρῶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι ὀφείλομεν ἐν τῇ ἀντιμετωπίσει οἱασδήποτε ἀπόψεως τοῦ προσφυγικοῦ προβλήματος νὰ διατηρήσωμεν ἀμείωτον τὴν κοινωνικὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ γηγενῶν καὶ προσφύγων, τὴν ἁρμονικὴν συμβίωσιν τῶν δύο στοιχείων. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἄποψις αὕτη, ἡ λύσις τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως θὰ ἦτο εὐχερής, ἐφαρμοζομένης μιᾶς μεθόδου ἀποκλειστικῆς καὶ ἄκρων ἀντιλήψεων, ὡς θὰ ἦτο ἡ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἀσκοῦντος δικτατορικὴν ἐν τούτῳ πολιτικὴν, κατάληψις τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν γηγενῶν, καὶ ἡ ἐν αὐταῖς ἐγκατάστασις τῶν ἀπόρων προσφύγων. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος εἶναι ἄλλη: Πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, χωρὶς νὰ προσβάλωμεν κατὰ τρόπον προκλητικὸν καὶ ἄμεσον τὰ αἰσθήματα τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ, καὶ ἐπὶ πλέον πῶς, χωρὶς οὐδὲν νὰ παραλείψωμεν ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν, θὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐπ’ αὐτῆς εὐμένειαν τῆς δημοσίας γνώμης, τοῦ γηγενοῦς στοιχείου. Ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαλλοτριώσας ἀπειρίαν οἰκοπέδων, μὲ σκοπὸν μελλοντικὸν νὰ διαθέσῃ ταῦτα ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν καὶ μὴ διαθέσας ταῦτα, δὲν ἔπραξε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν δημοσίαν γνώμην τῶν γηγενῶν κατὰ τῶν προσφύγων, νὰ ἐκθέσῃ τὸ προσφυγικὸν στοιχεῖον ὡς ἐμφορούμενον ἀπὸ τάσεις ἐχθρικὰς πρὸς τὸ γηγενές, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι μέχρι σήμερον οὔτε ἓν οἰκόπεδον διέθεσεν ὑπὲρ συνεταιρισμοῦ τινός. Τὸ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀγόρευσίν του τῆς 26ης Ἰανουαρίου 1928. Ἑπομένως, ἐνῷ οὐδὲν θετικὸν ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως ἐπετεύχθη, ἀπηλλοτριώθησαν ὅμως τὰ οἰκόπεδα ταῦτα πρὸ ἕξ, πρὸ ἑπτά, πρὸ ὀκτὼ μηνῶν, καὶ ἐξετέθη ὁ προσφυγικὸς κόσμος ὡς ἔχων τάσεις οἰκοπεδοφαγικὰς ὅλως ἀναιτίως, διότι ἐπὶ τῶν ἀπαλλοτριωθέντων οἰκοπέδων δὲν ἔγινεν οὐδεμία ἀνοικοδόμησις, οὐδεμία στέγασις καὶ ἐνομίσθη, ὅτι ταῦτα παρεχωρήθησαν ἢ θὰ παρεχωροῦντο εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς ἐν εἴδει προικός. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἡ εἰκὼν τῆς στεγάσεως, ὡς ἐμφανίζεται σήμερον. Ἀπὸ τὰς τρώγλας τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Πελοποννήσου, τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας, τῶν Νήσων, ἀπὸ τὰς ἀνηλίους καὶ φρικτὰς ἀποθήκας, ἀπὸ τοὺς καταυλισμοὺς τῶν στρατώνων, ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν τζαμίων, ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν ποικίλην καὶ παντοδαπὴν κόλασιν, ἀντηχεῖ μία μυριόστομος οἰμωγὴ τῶν φθειρομένων καὶ τηκομένων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν σοβαρὰν μέριμναν κατέβαλον διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων, τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ διὰ τὴν ὑγιεινὴν αὐτῶν. Διὰ τὴν ὑγιεινὴν 125 χιλιάδων ἀστικῶν οἰκογενειῶν, ἤτοι 400 χιλιάδων ἀτόμων, δὲν διέθεσαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, παρὰ 28 μόνον ἑκατομμύρια δραχμῶν, οὔτε σταγόνα δηλαδὴ ἐν τῷ ὠκεανῷ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ κατάστασις τῶν προσφύγων, ἀπὸ ἀπόψεως ὑγιεινῆς, εἶναι ὁμολογουμένως οἰκτρά. Σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως περικοπὴν ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Α. Προσφύγων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ρητῶς τονίζεται, ὅτι ἡ φθίσις μαίνεται, ἡ φθίσις ἀποδεκατίζει τὸν προσφυγικὸν πληθυσμόν, διότι ἔχει παραμεληθῆ ἐντελῶς τὸ ἔργον τῆς ὑγιεινῆς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, διὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὰς οἰκονομίας των, δὲν ἐφείσθησαν οὐδὲ αὐτῶν τῶν προσφυγικῶν ἰατρείων, φαρμακείων καὶ νοσοκομείων. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἡ εἰκὼν τῆς ὑγιεινῆς. Οὐδέποτε ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως καὶ ὑγιεινῆς τῶν ἀστῶν προσφύγων ὑπῆρξε τόσον ἰσχνή, τόσον φιλάργυρος, τόσον ἀσήμαντος, ὅσον κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, ὑστέρησαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅλων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐφεξῆς. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν ἑξῆς πίνακα, συγκριτικὸν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ τῆς στεγάσεως, ὑγιεινῆς καὶ περιθάλψεως τῶν προσφύγων, ἀπὸ τοῦ 1923 μέχρι σήμερον, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὴν κολοσσιαίαν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς μερίμνης τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, καὶ τῆς μερίμνης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. (Ἀναγινώσκει συγκριτικὸν στατιστικὸν πίνακα). Ἀναφέρονται εἰς τὸ κονδύλιον στεγάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–28 μόνον 55 ἑκατομμύρια, διότι τὰ 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον διὰ δάνεια τῶν οἰκοδομικῶν προσφυγικῶν συνεταιρισμῶν, παρέμειναν τελείως ἀδιάθετα, μὴ καταβληθέντος μέχρι σήμερον, ὁπότε ἔχομεν τέλος τῆς χρήσεως, οὐδὲ ὀβολοῦ εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Παρέθεσα ὡσαύτως καὶ πίνακα τῶν δαπανῶν δι’ ὀρφανὰ προσφύγων καὶ διὰ τὸν Ἐποικισμὸν προσφύγων, διὰ νὰ μὴ τυχὸν παραμείνῃ ἀμφιβολία τις ὅτι ναὶ μὲν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑστέρησε κατὰ πολὺ τῶν προκατόχων της εἰς τὰ κονδύλια τῆς στεγάσεως, ὑγιεινῆς καὶ περιθάλψεως τῶν προσφύγων, διέθεσεν ὅμως τὰ πολὺ μείζονα κονδύλια διὰ δαπάνας ὀρφανῶν καὶ Ἐποικισμοῦ. Ὡς βλέπετε ὑστέρησε πολὺ καὶ εἰς αὐτά. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέθεσεν ἐκ τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ γλίσχρα αὐτὰ ποσὰ διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, διότι δῆθεν ἡ Ε.Α.Π. διέθεσεν ἐκ παραλλήλου διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν στεγάσεως, κρίνω ἀπαραίτητον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν κάτωθι πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν ὑπὸ τῆς Ε.Α.Π. διατεθέντων διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν ποσῶν. Χρῆσις 1924 δραχμαὶ 85.000.000. Χρῆσις 1925 δραχμαὶ 67.000.000. Χρῆσις 1926 δραχμαὶ 116.000.000. Χρῆσις 1927 δραχμαὶ 38.000.000. Διὰ νὰ καταφανῇ ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία ἐκ τούτου διὰ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, καὶ νὰ καταφανῇ ἀκόμη, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1924–25 διέθεσε διὰ τὴν ἀστικὴν ἐγκατάστασιν δραχμὰς 174 ἑκατομ. διέθεσεν ἐκ παραλλήλου ἡ Ε.Α.Π. 85 ἑκατομ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις 1925–26 διέθετε διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν δραχμὰς 247 ἑκατομμύρια, διέθετε καὶ ἡ Ε.Α.Π. διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν δραχμὰς 67 ἑκατομμύρια· ὅταν ἡ Κυβέρνησις 1926–27 διέθετε διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν δραχμὰς 125 ἑκατομμύρια, διέθετεν ἐκ παραλλήλου καὶ ἡ Ε.Α.Π. δραχμὰς 116 ἑκατομμύρια· καὶ ὅταν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διέθετε διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν μόνον 55 ἑκατομ., διέθεσε καὶ ἡ Ε.Α.Π. δρχ. 38 ἑκατομ. Κύριοι Βουλευταί, πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν στάσιν ταύτην τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, ἀπέναντι δηλονότι τῶν ἀναγκῶν τῆς στεγάσεως καὶ ὑγιεινῆς τῶν προσφύγων; Αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας μᾶς παρέχει τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι εἶσθε παρόντες εἰς τὴν Δʹ. Συνέλευσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εὑρίσκετο τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀνεξαρτήτου προσφυγικῆς ὁμάδος, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπάλξεων αὐτῶν κατεκεραύνωνε τὴν τότε Κυβέρνησιν εἰς διαφόρους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λόγους του. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰ ἀποσπάσματα. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ τῆς 27ης Μαΐου 1925, ἐπιτιθέμενος κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ ἤδη συναδέλφου του ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔλεγε: «Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν οἱ γόοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέμενον εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ τζαμιά», κατὰ δὲ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἔλεγεν: «Ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων πολιτικὴν ἐντελῶς παραπαίουσαν, ἀντικρύζει τὰ ζητήματα μετὰ προφανοῦς ἐλαφρότητος καὶ ἐπιπολαιότητος». Ἐπίσης εἰς τὴν ἀγόρευσίν του τῆς 10 Ἀπριλίου 1925 ἔλεγεν: «Ἡ Κυβέρνησις (Μιχαλακοπούλου–Κονδύλη) εἰς τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως τῶν ἀπόρων προσφύγων, καὶ τὴν ὑγιεινὴν αὐτῶν οὐδεμίαν ἐξεδήλωσε μέριμναν καὶ οὐδὲν ἀπολύτως ἔλαβε μέτρον καὶ ἀκόμη οὐδεὶς ἰσχυρίσθη ἐξ ἡμῶν ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα θὰ λυθῇ ἐντὸς ἡμερῶν ἢ ἐντὸς μηνῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀξιοῦμεν εἶναι νὰ μὴ ἀφήνεται καὶ παρέρχεται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἑπτάμηνον χωρὶς νὰ λάβῃ καμμίαν μέριμναν περὶ αὐτοῦ». Ἐπὶ πλέον ἔλεγε: «ζητήματα μεγάλα, ὡς τὸ προσφυγικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν διὰ προχείρων συμβιβασμῶν. Θὰ λυθῶσι διὰ ριζικῶν καὶ γενναίων χειρονομιῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς κυβερνῆται μικροὶ εὑρέθησαν πρὸ τῶν μεγάλων καὶ ὀγκωδῶν προβλημάτων καὶ ὀρρωδήσαντες ὡδήγησαν τὸν λαὸν εἰς τὸν ὄλεθρον». Καὶ ἔλεγε ταῦτα τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, ὡς μέλος τῆς ἀνεξαρτήτου προσφυγικῆς ὁμάδος, καὶ ἀπεκάλει μικροὺς τοὺς τότε κυβερνήτας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, παρουσίαζε πλουσιώτατον ἀμητόν, παρουσίαζε τὴν σύναψιν προσφυγικοῦ δανείου τῶν δέκα ἑκατομμυρίων λιρῶν, γεγονὸς βαρυσήμαντον, διότι τὸ δάνειον συνήφθη, πραγματικῶς τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924, ὁπότε ἐκυβέρνα ἡ Κυβέρνησις Μιχαλακοπούλου, παρουσίαζεν ἀκόμη τὸ ψήφισμα περὶ ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν ἀνταλλαξίμων, τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξ ἀνταλλαγῆς κτημάτων, τὰς δύο αὐτὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ ἔργον τῆς ἀποζημιώσεως τῶν προσφύγων, παρουσίαζεν ἀκόμη διὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας τὴν τακτοποίησιν τῶν σχέσεων Κράτους καὶ Ε.Α.Π., παρ’ ὅλας τὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι παρενεβάλλοντο. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας τότε δὲν ἐδίσταζεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐντὸς τοῦ ἑπταμήνου χρονικοῦ διαστήματος οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος κατέβαλε μέριμναν. Καὶ ἐνῷ ταῦτα παρουσίαζεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας ἀφ’ ἑτέρου ἐνεφάνιζεν ἀντίστοιχα γεγονότα. Σᾶς ἀναγινώσκω περικοπὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ Προνοίας τῆς 29ης Μαΐου 1925. «Διὰ τὴν στέγασιν ἡ Κυβέρνησις ἀνήγειρεν ὀκτὼ χιλιάδας ἑκατὸν πεντήκοντα μονίμους κατοικίας, εἰς τὰς Θήβας, Μέγαρα, Σαλαμῖνα, Ἰτέαν, Ἀγρίνιον, Πάτρας, Χαλκίδα, Καλάμας, Θεσσαλονίκην, Σέρρας, Δράμαν, Καβάλλαν, Πράβιον, Πρέβεζαν, Μυτιλήνην, Χίον καὶ Σάμον, αἱ ὁποῖαι ἐστοίχισαν ὑπὲρ τὰ 160 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἤρξατο ἡ ἀνέγερσις καὶ ἑτέρων 2769 μονίμων κατοικιῶν, εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ πλέον ἀνηγέρθησαν εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ καὶ διαφόρους ἄλλας πόλεις περὶ τὰς 9.000 ξύλινα παραπήγματα. Μεταξὺ τῶν συνοικισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἰδιαιτέρας μνείας εἶναι ἄξιοι δύο συνοικισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἀληθεῖς πόλεις. Ὁ συνοικισμὸς τῆς Τούμπας ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ὁ συνοικισμὸς Ν. Φιλαδελφείας. Πρὸς τελεσφορωτέραν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τῆς στεγάσεως ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν ἀπὸ τὴν Ε.Α.Π. ὅπως καὶ αὕτη διαθέσῃ ἓν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ της πρὸς στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων». «Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑγιεινὴν τῶν προσφύγων—συνεχίζει—ἡ Κυβέρνησις ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν κλινῶν εἰς τὰ ὑπάρχοντα φθισιατρεῖα, ἵδρυσε νέα τοιαῦτα καὶ ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὰ Χανιὰ μὲ 150 κλίνας, καὶ εἰς τὸ Ἡράκλειον μὲ 150 κλίνας, ὁσονούπω δὲ ἱδρύονται φθισιατρεῖα εἰς τὴν Σάμον μὲ 100 κλίνας, εἰς τὴν Πέτραν μὲ 150 κλίνας, καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Ἐκ τῶν 34 ὀρφανοτροφείων τὸ ⅓ ἔχει ἱδρυθῆ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως». Αὐτὰ παρουσίαζε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν διεψεύσθη ἀπὸ κανένα ἀπολύτως, ἀπόδοσιν δηλαδὴ ἔργου στεγάσεως, ὑγιεινῆς καὶ περιθάλψεως ὁμολογουμένως πρωτοφανῆ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις εἶχε νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς τοιαύτην ἀπόδοσιν, ἰδίᾳ ἔργου στεγάσεως. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρουσίασε τὴν τεραστίαν αὐτὴν ἐργασίαν, ἐντὸς διαστήματος οὐχὶ 15 μηνῶν, ἀλλὰ μόνον 7 μηνῶν, καὶ εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διαθέσει πραγματικῶς διὰ τὴν στέγασιν, ὑγιεινὴν καὶ περίθαλψιν τῶν προσφύγων 375 ἑκατομμύρια δραχ. ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἐχαρακτήριζε αὐτὴν ὡς ἀμέριμνον, ὡς ἄστοργον καὶ ἔχουσαν πολιτικὴν παραπαίουσαν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ ἀποφύγωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν στάσιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς στεγάσεως, καὶ ὑγιεινῆς, τῆς Κυβερνήσεως τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, οἱ ὁποῖοι διέθεσαν διὰ τὴν στέγασιν καὶ ὑγιεινὴν μόνον 82.500.000 δραχμῶν καὶ ἐντὸς δεκαπενταμήνου δὲν ἔχουν νὰ ἐμφανίσουν οὔτε τὸ δέκατον τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ἐκείνη ἐντὸς ἑπτὰ μηνῶν. Πρὸς τί ἄλλως τε; Σκοπὸς τῆς ἀγορεύσεώς μας ἦτο νὰ παραστήσωμεν τὴν εἰκόνα τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει σήμερον τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν στεγάσεως καὶ ὑγιεινῆς καὶ ἐννοήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰς ποίαν φρικτὴν κόλασιν εὑρίσκεται σήμερον μέγιστον τμῆμα τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, καὶ νὰ τονίσωμεν τοῦτο, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προνοίας, ἀντιφάσκοντες πρὸς ἑαυτούς, ἀντιφάσκοντες πρὸς τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀφῆκαν νὰ παρέλθῃ δεκαπεντάμηνον χρονικὸν διάστημα χωρὶς οὐδὲν σοβαρὸν μέτρον νὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῶν δεινοπαθούντων προσφύγων καὶ συνετέλεσαν τοιουτοτρόπως εἰς τὴν φθορὰν καὶ καταστροφὴν ἀσθενῶν ὑπάρξεων, αἱ ὁποῖαι ἐδικαιοῦντο ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ τύχωσι μείζονος ἐκ μέρους αὐτῶν στοργῆς καὶ μερίμνης. (Χειροκροτήματα).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§205Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω, διότι τὰ θέματα εἶναι πολλαπλῶς ἐξηντλημένα. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης εἰς ἓν εἰδικῶς κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτόχρημα ἀπολογισμός. Ἀνεγράφη ἀρχικῶς δι’ ἔξοδα μεταθέσεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν Πρ) σμὸν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἓν κονδύλιον ἐξ 1.500.000. Δὲν ἔφθανε τοῦτο καὶ ἐδόθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δι’ 1.000.000 ἀκόμη. Ἀλλ’ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἀνεπαρκὲς καὶ ἐδέησε νὰ προστεθῇ ἕτερον κονδύλιον ἐξ 1.500.000, δηλαδὴ ἓν ποσὸν ἐν συνόλῳ 4.000.000. Ἡ δαπάνη τῶν 2.500.000 βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν ἀσφαλῶς. Δὲν λέγομεν μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἂν ἐνθυμούμεθα καλῶς, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰδικῶς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς μεταθέσεως», ὑποθέτω ὅτι τότε εἶχεν ἀντίθετον γνώμην ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε μίαν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ μέτρου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει μίαν τοιαύτην τεραστίαν δαπάνην, εἰς ἡμέρας οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ Κράτους. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐπρόκειτο περὶ Κυβερνήσεως πανισχύρου, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς μίαν μεγάλην πλειοψηφίαν καὶ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο βέβαια νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μὴ ψήφισιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὅπως ἐξ ἄλλου ἐπέβαλε τὴν ψήφισιν ἄλλων διατάξεων, ὡς τῆς Πάουερ κ. λ. Σημειώσατε ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ δαπάνης. Πρόκειται περὶ τοῦ κλονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος ἔφθασε, Κύριοι, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ἀθρόως νὰ παραιτοῦνται ἐπίλεκτοι δικαστικοὶ λειτουργοί. Τοῦτο εἶναι τρομερόν. Ἐχρημάτισα λειτουργὸς τῆς Θέμιδος, καὶ ἀνῆλθον ἀπὸ τῆς κατωτέρας βαθμίδος εἰς τὴν ἀνωτέραν. Εἶναι τρομερόν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ περιέρχεται ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐλπίδα, ὢν καλὸς δικαστικὸς λειτουργός, ὅτι θὰ ὑπηρετήσῃ εἰς ἓν ὡρισμένον δικαστήριον καὶ θ’ ἀπολαύῃ τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν προϊσταμένων του, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπηρετῇ εἰς μίαν ὡρισμένην πόλιν, διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶναι ἀπόκτημα πράγματι δι’ μίαν πόλιν ὅταν ὑπηρετῇ εἰς αὐτὴν εἷς ἔντιμος καὶ εὐσυνείδητος δικαστικὸς λειτουργός. Εἶναι ἀληθές, διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὑποβολὴ ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν αἴρει τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ μέτρου τούτου. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι μία δαπάνη πρόσθετος 2½ ἑκατομμυρίων, εἰς στιγμὰς τοιούτων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἶναι σημαντικὴ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἐν Ἀθήναις θὰ ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ διὰ νὰ στεγασθῇ προσωρινῶς ἡ δικαιοσύνη, διότι τὰ δικαστικὰ καταστήματα εἰς τὰ ὁποῖα λειτουργεῖ ἐν Ἀθήναις ἡ δικαιοσύνη, ἀποτελοῦν στίγμα, αἶσχος διὰ τὸ Κράτος. Πρέπει νὰ σημειωθῇ, διότι ὑποθέτω ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν συναδέλφων δικηγοροῦν, ὅτι εἰς ἓν δωμάτιον μήκους 2 μέτρων καὶ πλάτους 1½, γίνεται ἡ διεξαγωγὴ τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι εἰς τὸν χῶρον αὐτὸν χωροῦν μόνον δύο τραπέζια καὶ δύο πάγκοι καὶ συνωστίζονται ἐκεῖ τρεῖς, τέσσαρες εἰσηγηταὶ καὶ δέκα δικηγόροι. Σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, εἶναι θλῖψις, τὴν στιγμὴν ποὺ δαπανᾷ τὸ Κράτος 2½ ἑκατομμύρια διὰ τὰς μεταθέσεις νὰ μὴ διαθέτῃ ἓν ποσόν, νὰ στεγασθῇ προσωρινῶς ἡ δικαιοσύνη. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς ὁδηγήσω καὶ εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ἡ ὁποία χρησιμεύει διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐξώσεων, ἐκεῖ θὰ ἴδητε χειρότερα. Δικάζονται καθ’ ἑκάστην δικάσιμον ἑκατὸν περίπου ἐξώσεις, αἱ ὁποῖαι συγκεντρώνουν πλῆθος διαδίκων καὶ δικηγόρων, ἡ δὲ αἴθουσα τοῦ Αἰσχροδικείου, τὴν ὁποίαν θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Στρατηγόπουλος καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶναι δικηγόροι, ἔχει δύο πάγκους εἰς τοὺς ὁποίους φύρδην μίγδην κάθηνται διάδικοι καὶ δικηγόροι. Ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὴν ὁδὸν Ἀπόλλωνος, εἶναι ἓν οἴκημα τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα ἂν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ πέντε μόνον ἀνθρώπους. Καὶ ὅμως ἐκεῖ ἔχει συγκεντρώσει τὰ γραφεῖα του τὸ Αἰσχροδικεῖον. Εἶναι μία αἴθουσα, ἡ ὁποία ἔχει μῆκος ὄχι ἄνω τῶν δύο μέτρων καὶ πλάτος ἐπίσης δύο μέτρων, ἐκεῖ δὲ στιβάζονται δικηγόροι καὶ διάδικοι. Ἀφοῦ διατίθενται 2½ ἑκατομμύρια διὰ τὰς μεταθέσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῇ μικρὸν ποσὸν διὰ ν’ ἀποκτήσουν ὄχι μόνον αἱ Ἀθῆναι ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπαρχίαι, δικαστήρια, νὰ μισθωθῇ ἓν οἴκημα, διότι βλέπω ἄλλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα στεγάζουν ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι μέγαρα. Καὶ ἀναφέρω τὰ καταστήματα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων. Εἶναι τεράστια κτίρια νέα. Εἰς ἓν τοιοῦτον μέγαρον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στεγασθῇ προσωρινῶς ἡ δικαιοσύνη, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι δέκα ἐν ὅλῳ ἀνακριταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διεξάγουν τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς δέκα δωμάτια στενόχωρα καὶ ἀνήλια, τὰ ὁποῖα σᾶς βεβαιῶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσουν οὔτε ὡς σταῦλοι; Δὲν πρόκειται περὶ ὑπερβολῶν. Δύνανται ταῦτα νὰ βεβαιώσουν καὶ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡς δικηγόροι ὑπηρετοῦν ἐνταῦθα. Πλεῖστοι ἐκ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων ἔπαθον ἐκ φθίσεως καὶ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν πάσχουν ἤδη ἐκ φθίσεως, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετοῦν εἰς αὐτὰ τὰ ὑγρὰ καὶ ἀνήλια δωμάτια. Σᾶς προσθέτω καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν παρῃτήθησαν τέσσαρες ἄριστοι δικαστικοὶ λειτουργοί, ἑτοιμάζονται δὲ αὔριον νὰ παραιτηθοῦν καὶ ἄλλοι, ἐπίσης πολύτιμοι δικαστικοὶ λειτουργοί, καὶ θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀποτελεῖ τὴν ἐλπίδα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιστέγασμα πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας. Καὶ διὰ νὰ τελειώσω, ἔχω νὰ διατυπώσω καὶ ἓν ἄλλο παράπονον, ὡς παλαιὸς δικαστικὸς λειτουργός, ὅτι δικαστήρια τινὰ ἔπαυσαν νὰ λειτουργοῦν καὶ δὲν ἐννοῶ τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ εἰδικῶς ἀναφέρω τὸ Ἐφετεῖον Θράκης, δηλ. ἕνα Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν δικαιοσύνην εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ εἶναι τὸ ὑπόδειγμα καλῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην του. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι ἐκεῖ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπηρετοῦν πέντε, θὰ ἔλεγον καὶ ἕξ, ἐφέται εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ ἀδιακόπως, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τὰ τυχὸν παρουσιαζόμενα κωλύματα εἴς τινας δικαστάς, ἐκεῖ ἐτοποθετήθησαν ἐν συνόλῳ τέσσαρες ἐφέται. Ἔλειψαν ἐν τῷ μεταξὺ οἱ δύο καὶ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον εἶχον προσδιορισθῆ δίκαι προφυλακισμένων εἰς τὸ πενταμελὲς Ἐφετεῖον καὶ ἐματαιώθησαν ὅλαι, ὑπεχρεώθη δὲ τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ σωρείαν ἐξόδων διὰ τὰ μαρτυρικὰ δικαιώματα. Ἡ κατάστασις, λοιπόν, εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀξιοθρήνητος. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, αἱ πληροφορίαι ὅμως, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν λειτουργεῖ τὸ Ἐφετεῖον Θράκης εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀποτελεῖ ὄχι αἶσχος διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ ηὔχετο κανεὶς νὰ καταργηθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, διότι ἂν εὑρίσκεται νὰ λειτουργῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἦτο καλύτερον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης. Διατὶ νὰ μὴ προστεθῇ εἷς ἢ δύο Ἐφέται, ὅταν τὴν δαπάνην αὐτὴν θὰ τὴν ἐκάλυπτον, ὄχι ἅπαξ ἀλλὰ πεντάκις, τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων τῶν ματαιουμένων δικῶν; Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, ὡς παλαιὸς δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸν δικηγορικὸν κόσμον καὶ πιστεύω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ καὶ δικηγορικοῦ κόσμου καὶ ὁμοθύμου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας.
§206Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Σχετικῶς μὲ τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐφετείου Κομοτινῆς, σᾶς πληροφορῶ ὅτι οὐδέποτε ἐλειτούργησε τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο, παρὰ μόνον τώρα ἐσχάτως ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου. Πῶς κατώρθωσα τοῦτο καὶ τί κόπους κατέβαλα διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο μόνον ἐγὼ ἠξεύρω. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐματαιώθησαν αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον προσδιορισθῆ. Κατωρθώθη ὥστε ὅλαι αἱ ὑποθέσεις τῶν προφυλακισμένων ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη νὰ ἐκδικασθοῦν τὸν μῆνα Δεκέμβριον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ ἴδητε πόση κατεβλήθη προσπάθεια ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἔλαβον ἔγγραφον ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Θεσ)νίκης νὰ τοποθετηθοῦν δύο ἐφέται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κομοτινῆς καὶ ἀπέσπασα ἀμέσως ἕνα ἐφέτην, ἀλλὰ ὁ ἐφέτης, ὁ ὁποῖος ἀπεσπάσθη, ἠσθένησε καὶ ἐγένετο καὶ δευτέρα ἀπόσπασις, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ ἡ ἑτέρα αὐτὴ ἀπόσπασις δὲν ἤρκει, ἐγένετο καὶ ἑτέρα ἀπόσπασις. Ἐπειδὴ δὲ ἀπουσίαζον, δι’ ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποσπῶνται δύο πάλιν ἐφέται. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἐφετείου Θρᾴκης ἐγένετο ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ Ἐφετείου Θεσ)νίκης. Κατ’ οὐδένα ὅμως λόγον δύνασθε νὰ παραπονήσθε διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐφετείου Κομοτινῆς, τὸ ὁποῖον μόνον, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἐλειτούργησε καὶ κατώρθωσα τοῦτο μὲ πολλοὺς κόπους καὶ θυσίας.
§207Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Ὑπουργέ, νὰ μάθω, διατὶ νὰ γίνουν αὐταὶ αἱ ἀθρόαι ἀποσπάσεις διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἕνα Ἐφετεῖον. Καθὼς γνωρίζω ἐκ τῆς παλαιᾶς μου ὑπηρεσίας, τοποθετοῦνται εἰς τὰ Ἐφετεῖα δύο ἐπὶ πλέον ἐφέται εἰς κάθε Ἐφετεῖον εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ τοῦτο, ἐὰν κανεὶς ἐξ αὐτῶν ἀσθενήσῃ. Ἀφοῦ γίνεται μία δαπάνη διὰ δικαστικὰς μεταθέσεις, διατὶ διὰ τῆς ἀναλόγου αὐτῆς δαπάνης νὰ μὴ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν;
§208Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Αἱ ὀργανικαὶ θέσεις πρέπει νὰ αὐξηθοῦν, διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ ἔχει ἀποσπασθῆ εἰς τὸ μικτὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν Παρισίοις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν, καὶ ὅταν ὑπέβαλα τὸ ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τοῦτο ἀπέρριψε τὸ ἐρώτημα αὐτό.
§209Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ;
§210Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Διότι δὲν ἠμπορεῖ τὸ Συμβούλιον νὰ θεωρήσῃ τὴν θέσιν κενήν, ἐφόσον ὑπάρχει ἀπόσπασις.
§211Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ κάμητε νόμον.
§212Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Κατέβαλα προσπάθειαν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Σπιθάκης, ἀλλ’ εὗρον ἀντίδρασιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀναγκαίαν ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη τὴν παραμονὴν τοῦ κ. Σπιθάκη εἰς Παρισίους. Κατόπιν ἐζήτησα νὰ παύσῃ ἡ ἀπόσπασις τοῦ κ. Ἀλίκουλη, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποσπασθῆ νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Εἶχον ζητήσει νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἠδύναντο οἱ ἐφέται νὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Πρωτοδικείου, διότι ὑπῆρχον Πρόεδροι Πρωτοδικῶν ἱκανώτατοι. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὸ τοιοῦτον. Ὑπέβαλον ἐρώτημα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἐδέχθη ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν λῆξιν τῆς ἀποσπάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἔληξεν ἡ ἀπόσπασις, ὁ κ. Ἀλίκουλης ἐξηκολούθει νὰ μὴ πηγαίνῃ εἰς τὴν θέσιν του. Ἀπηύθυνα τότε ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε τὸν κ. Ἀλίκουλην, ἀλλ’ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι ἔχει πάθει ἡ ὀδοντοστοιχία του ἓν ἀτύχημα καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μείνῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἕνα ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἀνέρρωσεν ἀκόμη. Σᾶς ἐρωτῶ: τί ἔπρεπε νὰ κάμω;
§213Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ αὐξήσητε τὴν δύναμιν τοῦ Ἐφετείου εἰς ἑπτά.
§214Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω δικαίωμα.
§215Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νόμου.
§216Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐζήτησα διὰ νόμου νὰ κανονισθῇ ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Γνωρίζετε πάντες μετὰ πόσης δυσκολίας κινεῖται ἡ νομοθετικὴ μηχανή. Ἐκτὸς τούτου ὑπέβαλον εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὅλας τὰς ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι γνωματεύουν, ὅτι ὡρισμένος ἐφέτης, ὁ ὁποῖος διαρκῶς εὑρίσκεται ἐνταῦθα, δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς Κομοτινὴν, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, παρ’ ὅλας τὰς γνωμοτεύσεις τριῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπέβαλον εἰς ἐξέτασιν, ἀπέρριψε τὴν πρότασιν περὶ μεταθέσεώς του. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι θαῦμα πῶς κατωρθώθη νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ἐφετεῖον.
§217Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐλειτούργησεν μόνον ἐσχάτως, διότι ἐπὶ διετίαν δὲν ἐλειτούργει.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρητικᾶς.
§219Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Εἰς τὸν ἐκτελεσθέντα προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὰς εἰδικὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας ἀνεγράφη πίστωσις, διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων ὅλου τοῦ Κράτους, δραχμῶν 55 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι ποσὸν περὶ τὰ 25 ἑκατομμύρια, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκπροσωπεῖ ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. Ὅλαι αἱ πτέρυγες διεκήρυξαν, ὅτι τὸ προσφυγικὸν ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν καὶ δέον ὡς τοιοῦτον νὰ λυθῇ κατὰ τὸν ταχύτερον καὶ καλύτερον τρόπον, καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἀρκετὴ ἡ πίστωσις αὐτὴ διὰ νὰ συμπληρωθοῦν ἀνάγκαι ὑπέρταται τῶν προσφύγων. Διότι, ὡς εὐφραδῶς ἐξέθηκεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἀξιότιμος ἐκ Σερρῶν βουλευτὴς, τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως, ἂν ἀφαιρέσωμεν μερικὰ κέντρα ὡς αἱ Ἀθῆναι, ἡ Θεσσαλονίκη, καὶ ὡρισμένα μεγάλα κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως ἀνήγειρε συνοικισμούς, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας, τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ του. Ὡς παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω συγκεκριμένως τὴν κατάστασιν τῶν προσφύγων Λέσβου, ἀπὸ ἀπόψεως στεγάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀγνοεῖ.
§220Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι τὴν ἀγνοεῖ;
§221Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Ὁ Νομάρχης Λέσβου κ. Θειακάκης δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀνέφερε τὴν ἀνάγκην τῆς στεγάσεως καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀναφοραί του, ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως καὶ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη στεγάσεως πενομένων προσφυγικῶν οἰκογενειῶν ἐν μὲν τῇ πόλει τῆς Μυτιλήνης 1000 καὶ εἰς τὰ διάφορα χωρία 1735 οἰκογενειῶν, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγορασθοῦν ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας τοὺς διαμένοντας εἰς τὰ Ὀθωμανικὰ κτήματα τοιαῦτα διὰ 1000 οἰκογενείας. Παραμένουν 600 οἰκογένειαι κάτοχοι οἰκημάτων ἐπὶ ἐνοικίῳ καταβαλλομένῳ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ μένουσι εἰσέτι ὑπόλοιποι χίλιαι οἰκογένειαι προσφυγικαὶ πενόμεναι αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην ἀμέσου στεγάσεως. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἀναφέρει περὶ τῶν προσφύγων τῆς Λήμνου, διότι ἡ Ἐπιτρ. Ἀποκαταστάσεως ἤγειρε διαφόρους συνοικισμούς, καίτοι εἰς τὸ Κάστρον παραμένουσιν ἀρκεταὶ οἰκογένειαι, ἔχουσαι ἀνάγκην ἀμέσου στεγάσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἀπὸ ἀπόψεως στεγάσεως, ἑνὸς τμήματος τοῦ Κράτους, τοῦ νομοῦ Λέσβου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἠθέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσῃ διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, εἰς τὰς αἰτήσεις τοῦ Νομάρχου Λέσβου δὲν ἔδιδε καμμίαν ἀπάντησιν, καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη συνεχίσεως τοῦ ἔργου τῆς στεγάσεως, εἴτε εἰς τὴν πόλιν Μυτιλήνην, εἴτε εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο πρὸ ἡμερῶν νὰ μεταβῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως προσφύγων εἰς Μυτιλήνην, ἐθεώρησε σκόπιμον, πρὸ τῆς ἐκεῖ μεταβάσεώς του, νὰ στείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀνώτατον ὑπάλληλον, ἵνα πληροφορηθῇ ἐπισήμως ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς νήσου Λέσβου ἀπὸ ἀπόψεως στεγάσεως, ἵνα ἀναλόγως κανονίσῃ τὴν πορείαν του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀνωτάτου τούτου ὑπαλλήλου περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Λέσβου, ἀπήντησε «μεταβαίνετε εἰς Μυτιλήνην, τί νὰ κάμετε;» «Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ προσφυγικὰ ζητήματα καὶ τὰ ζητήματα τῆς στεγάσεως». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν «Ἐκεῖ δὲν ὑφίσταται ζήτημα στεγάσεως καὶ προσφυγικὸν ζήτημα· δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη στεγάσεως». Ἀκούσατε, κ. Βουλευταί, ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτάτου ὀργάνου τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τοὺς ἐκεῖ πρόσφυγας.
§222Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ποιός σᾶς τὰ εἶπε αὐτά;
§223Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Ὁ ἀνώτατος ὑπάλληλος, ὅστις σᾶς ἐπεσκέφθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἔντυ.
§224Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ποῖος εἶναι;
§225Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Ὁ κ. Καραμᾶνος.
§226Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Εἶπον ἐγὼ εἰς τὸν κ. Καραμᾶνον αὐτά; εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Κύριε Συνάδελφε, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ὁ κ. Καραμᾶνος νὰ εἶπε ὅσα λέγετε σεῖς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅταν θὰ τὰ ἴδῃ δημοσιευμένα θὰ τὰ διαψεύσῃ μετ’ ἀγανακτήσεως. Φέρετε τὰς φήμας τῶν τριόδων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§227Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, μὴ ἐξάπτεσθε· ἀφηγοῦμαι γεγονότα. Ὅταν δὲ μετέβη ὁ κ. Ἔντυ εἰς τὴν Μυτιλήνην, εἰς τὰς διαφόρους συνομιλίας του—ἐπαναλαμβάνω τὰς αὐτὰς λέξεις ἀκριβῶς—εἶπεν ὅτι «περίεργον μοὶ φαίνεται, παρὰ τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν τῆς Λέσβου, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας νὰ μᾶς δηλώσῃ ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα στεγάσεως εἰς Μυτιλήνην». Οὔτε ὁ κ. Καραμᾶνος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ διαψεύσῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε ὁ κ. Ἔντυ.
§228Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ἀσφαλῶς θὰ τὰ διαψεύσῃ διότι μὲ τὸν κ. Ἔντυ δὲν συνωμιλήσαμεν ποτέ.
§229Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Προνοίας, αὐτὰ τὰ λέγω βεβαίως ὄχι διότι ὁρμῶμαι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ ἀφηγηθῶ γεγονότα, ἵνα ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ γνώμην καὶ ἵνα γνωρίζῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ὅπως εἰς τὴν Λέσβον παρίσταται ἀνάγκη στεγάσεως 2.735 πενομένων προσφυγικῶν οἰκογενειῶν, τοιουτοτρόπως καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους ὑφίστανται αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι σεῖς ἐδέχθητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου καὶ διὰ τόσον σοβαρὰ ζητήματα νὰ ἀναγραφῇ μία τοιαύτη πίστωσις μηδαμινὴ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 8 δισεκατομμυρίων, 55 ἑκατομμυρίων καὶ ἐξ αὐτῶν μόνον τὰ 3 ἑκατομμύρια διὰ τὴν χρῆσιν 1927–28. Ἐδέχθητε νὰ ἀναγράψητε τοιαύτην πίστωσιν, μὲ τὴν ὁποίαν γνωρίζετε καὶ σεῖς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε.
§230Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἰδική μου σειρά, Κύριε Συνάδελφε, καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν τί ἔχομεν ἀναγράψει ἡμεῖς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν στέγασιν, καὶ τί διετέθη ὑπὸ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, μὴ ἀντιμετωπιζουσῶν ἐλλείμματα 4 δισεκατομμυρίων, καὶ τί προπαρασκευὴ ἐγένετο διὰ τὴν χορήγησιν ἑνὸς δανείου 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν.
§231ΑΛ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε λάβει ὑπ’ ὄψιν σας ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἀστέγων προσφύγων; Ἐὰν ναί, ποῖαι εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι τῶν προσφύγων καὶ τί ἔχει γίνῃ ἀπὸ πέρυσιν ἕως τώρα;
§232Σ. ΚΡΗΤΙΚΑΣ. Αὐτά, κ. Βουλευταί, ἐξέθεσα συντόμως, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, ἵνα εἰς τὸ μέλλον, τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀπολογισμοῦ ἤδη, μεριμνήσωσι καὶ ἐγγραφῇ πίστωσις, πίστωσις σοβαρά, οὕτως ὥστε νὰ ἀρχίσῃ, ἔστω καὶ ἀργά, τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, διότι κατὰ τὴν χρῆσιν 1927–28 δυστυχῶς οὐδὲν βῆμα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς.
§234Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγώ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους, καὶ ὡς πρὸς τὴν σειρὰν καὶ ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν θὰ ἀρχίσω τὴν ὁμιλίαν μου. Καὶ ἄρχομαι λοιπὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον διηρμήνευσαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι ζῶ καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἑνὸς πληθυσμοῦ προσφύγων, τῶν ὁποίων τὰς ἀνάγκας πλήρως ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας δι’ ὅσα οἱ προλαλήσαντες τὸ καταγόρησαν. Οὔτε καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ παρακινήσω ἢ νὰ ζητήσω νὰ αὐξήσω τὸν ζῆλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ὡς εὑρισκόμενον εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ποθεῖ νὰ εὑρίσκεται. Ἂν ἀνάλογος πρὸς τὸν ζῆλον καὶ τοὺς πόθους του δὲν εὑρίσκεται καὶ ἡ δύναμίς του, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξαρτᾶται ἡ πραγμάτωσις τῶν ὅσων ποθοῦμεν ὑπὲρ τῶν προσφύγων, εἰς τοῦτο βέβαια δὲν πταίει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἠδυνήθη, πλέον τούτου δὲν ἠδύνατο. Δὲν ἔχω, λοιπόν, νὰ παρατηρήσω τίποτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό, παρὰ μόνον νὰ εὐχηθῶ ὅπως διὰ τῶν νέων οἰκονομικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ δανείου θὰ ἔχῃ, νὰ εὐτυχήσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ εἶχον νὰ προσκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας ἐπὶ ἑνὸς ἀδίκου τὸ ὁποῖον γίνεται, συνεπεία νόμου πρὸ ὀλίγου ψηφισθέντος, τοῦ νόμου περὶ μονοπωλείων καπνοῦ παρὰ τῶν ἀναπήρων καὶ λοιπῶν θυμάτων πολέμου, ὁ ὁποῖος προστατεύει μὲν αὐτοὺς ἀλλὰ καταδικάζει εἰς ἀργίαν καὶ εἰς τὸν διὰ πείνης θάνατον πτωχοὺς πλανοδίους μικροπωλητάς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των αὐτῆς συνετήρουν τὰς οἰκογενείας των, ἀνίκανοι διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Δὲν προέβλεψεν ὁ Νόμος ἐκεῖνος διὰ τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πλανοδίου καπνοπώλου, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ μόνα στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν των, εἴτε μικροὶ καὶ ἀνήλικοι, εἴτε γέροντες καὶ ἀνίκανοι δι’ ἄλλην ἐργασίαν. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἀπολύτως ἡ ἀπαγόρευσις ἐκείνη τῶν πλανοδίων καπνοπωλῶν.
§235Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὑπ. Προν.). Δὲν ἴσχυσε τοῦτο.
§236Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ ἀστυνομία εἰς τὴν Χαλκίδα τὸ καθιέρωσε.
§237Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Παλαιότερον θὰ εἶναι, διότι ἐξεδόθη ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὴν ὁποίαν λέγεται, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ρυθμίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις τῶν σιγαρέττων εἰς πλανοδίους.
§238Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κατόπιν ἀδείας τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς.
§239Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Οἱ ἔχοντες ἄδειαν μέχρι τοῦ 25.
§240Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ὄχι. Οἱ σήμερον ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ λιανοπωλητοῦ δύνανται νὰ τὸ ἐξασκήσωσι.
§241Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν τὴν ἔλαβον αἱ Ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ τῆς Χαλκίδος, ἀλλ’ ἔδωκαν τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἐγκύκλιος δὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν νόμου. Καὶ συνεπῶς ἐφαρμόζουν τὸν νόμον τοῦτον τὸν ἀπαγορευτικόν.
§242Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Τὴν εὐθύνην τὴν ἔχομεν ἡμεῖς καὶ ὄχι ἡ Ἀστυνομικὴ Ἀρχή.
§243Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὑποβάλλω, λοιπόν, θερμὴν παράκλησιν, ὅπως προστατεύσητε τὸ ζήτημα καὶ διὰ νεωτέρας ἐγκυκλίου, ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν παράκλησιν αὐτήν, ὅπως διὰ νέας καὶ ἐντονωτέρας ἐγκυκλίου, γνωστοποιήσητε τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς εἰς τὰς οἰκείας ἀστυνομίας. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον σας δὲν ἔχω ἄλλο τίποτε νὰ παρατηρήσω, εἰ μὴ μόνον πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Νομιατρικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας τὴν σκοπιμότητα πλήρως ἀναγνωρίζω, ἀλλ’ ἡ ὁποία κάλλιστα δύναται νὰ ἐκτελῆται ἀπὸ τοὺς Σχολιάτρους, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς καταργήσεως καὶ συγχωνεύσεώς της μὲ τὴν Σχολιατρικὴν ὑπηρεσίαν ἀρκετὴ οἰκονομία. Συνεννοούμενος, λοιπόν, μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου σας, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νὰ συνδυάσητε ὥστε, ἂν εἶναι δυνατὸν —καὶ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο—νὰ συσχετισθῇ μὲ τὴν Σχολιατρικὴν ὑπηρεσίαν, διότι καὶ οἰκονομία, ὡς προεῖπον, σημαντικὴ θὰ προέλθῃ καὶ ἡ ὑπηρεσία συστηματικώτερον καὶ ἐπωφελέστερον θὰ διεξάγηται. Ἡ ἐξοικονόμησις τῶν διπλῶν ἐξόδων περιοδείας Νομιάτρου καὶ Σχολιάτρου εἶναι ἀρκετή, προστιθεμένη εἰς τὴν ἀντιμισθίαν τοῦ Σχολιάτρου, νὰ αὐξήσῃ ἱκανοποιητικῶς τὴν ἀντιμισθίαν τούτου, καὶ νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς τὰ διπλᾶ αὐτὰ καθήκοντά του μετὰ περισσοτέρου ζήλου καὶ ἀποτελεσματικότητος, ἀφ’ οὗ ἄλλως τε σχετικαὶ εἶναι καὶ αἱ δύο ὑπηρεσίαι, εἰδικοὺς δὲ καὶ διπλωματούχους ἔχομεν μορφώσει Σχολιάτρους. Ἂν καὶ ἀπουσιάζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω πρὸς τοὺς παρόντας κ. Συναδέλφους του, σχετικῶς μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅτι πόθος διακαὴς τῶν ἐπαρχιῶν ὅλων εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν ἐπαρχιῶν ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ ρυθμισθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῶν προϊσταμένων τῶν Νομαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καιρὸς νὰ παύσουν νὰ εἶναι κομματικοὶ ἀντιπρόσωποι, καὶ νὰ γίνουν ὑπηρεσιακὰ ὄργανα, προερχόμενα ἐκ τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας, μὲ ἱκανότητα, πεῖραν, καὶ ὑπαλληλικὴν συνείδησιν. Ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελον νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην σύστασιν, ἣν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, τὴν σύμπτυξιν τῶν δύο ἀστυνομιῶν. Ἢ ἡ μία νὰ ὑπάρχῃ ἢ ἡ ἄλλη. Νομίζω ὅτι ἡ Ἀστυνομία τῶν Πόλεων, παρὰ τὰς δαπάνας τὰς ὑπερόγκους δι’ ὧν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς ὅσα ἠλπίσαμεν. Ἐὰν αἱ δαπάναι αὗται ἐδίδοντο διὰ τὴν Χωροφυλακήν, νομίζω, ὅτι καὶ τελειοτέρα καὶ ἐπαρκεστέρα θὰ καθίστατο ἡ Χωροφυλακή. Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἐρχώμεθα μὲ τὴν σειράν, μοῦ ἐγέννησε μίαν ἀπορίαν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτ. ἐξ Ἀττικῆς Συναδέλφου, περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ. Ἀπορῶ δὲ πῶς γίνεται λόγος περὶ ἐλλείψεως καταλλήλων οἰκημάτων, τὴν στιγμὴν ποὺ ὑπάρχουν τὰ Παλαιὰ Ἀνάκτορα, ἱκανὰ νὰ περιλάβουν ὄχι μόνον τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ἀλλὰ καὶ ἄλλας τόσας ὑπηρεσίας ἀκόμη. Παραδόξως δὲ τὰ ἀπέραντα καὶ καταλληλότατα αὐτὰ Ἀνάκτορα ράβονται καὶ ξυλώνονται διαρκῶς ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ χρησιμεύουν ὡς μηχανικὰ γυμνάσματα, ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀντὶ νὰ τὸν ἐλαφρύνουν. Δὲν γνωρίζω δὲ εἰς τί πρόκειτα νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στεγάσωμεν ὅλας τὰς δικαστικὰς ὑπηρεσίας ἐκεῖ, καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ διὰ νὰ ἀπολυτρωθῶσιν καὶ οἱ διάδικοι καὶ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως φθείρουσι τὴν ὑγείαν αὐτῶν, καὶ μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τὸ μέγαρον ἐκεῖνο νὰ στεγάσῃ ὅλας τὰς δικαστικὰς ὑπηρεσίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ καὶ νὰ δοθῇ μία λύσις, διότι μὲ τὸ νὰ ράβωνται καὶ νὰ ξυλώνωνται ἐξοδεύονται τόσα χρήματα, ἐνῷ μένουν ἀχρησιμοποίητα.
§244Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι μέθοδος τῶν τελευταίων ἐτῶν. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον κατεσκεύασεν ἓν μέγαρον, καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσε μὲ χρήματα τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τώρα μένει ἔτσι ἀχρησιμοποίητον ἕνα τρίπατον μέγαρον θαυμάσιον.
§245Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Εἶναι ὁπωσδήποτε καιρὸς νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ σοβαρώτερον κατ’ ἐμὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργόν. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἀνέπτυξα ἓν ζήτημα, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀντιλέγων ἀξιότιμος Συνάδελφος διὰ νὰ μοῦ δώσῃ μερικὰς πληροφορίας, σχετικὰς μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπα προτήτερα. Εἰσερχόμενος λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν φοβερωτέραν πληγὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, τοῦ ὀργανισμοῦ ὅστις καλεῖται Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅσον καὶ πάντες ἔχομεν σαφεῖς πληροφορίας περὶ τῆς δράσεως τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Ἐκολόβωσε τὴν περιουσίαν τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης ἀφοῦ προηγουμένως οἱ διάφοροι καλόγηροι εἶχαν κολοβώσει τὴν περιουσίαν αὐτήν, καὶ ἐπανέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιουσιῶν. Εἶχεν ἐκδοθῇ κάποιο Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐπὶ Παγκάλου διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετίθετο ἡ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα Ἐθνικὰ κτήματα. Πρὶν ἀκόμη ἐκτελεσθῇ τὸ Διάταγμα αὐτό, οἱ διάφοροι Μητροπολῖται, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν οἰκείων ἡγουμενοσυμβουλίων, ἔσπευσαν νὰ πωλήσωσιν, ἄνευ δημοπρασίας, δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν, κτήματα ἀπεράντων ἐκτάσεων, δῆθεν εἰς συνεταιρισμοὺς ἀλλὰ κυρίως εἰς τοὺς φίλους των, καὶ τοιουτοτρόπως κατεσπατάλησαν μίαν μεγάλην περιουσίαν καὶ ἐχρηματίσθησαν, χωρὶς οὔτε τὸ Δημόσιον οὔτε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἐν τούτοις ἀπομένουσι ἀρκετὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν πρόσοδον ἀποδίδουσιν, διαχειριζόμενα ἀπὸ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ διάφοροι Μητροπολῖται παραπονοῦνται, ὅτι δὲν λαμβάνουσι τὰς μισθοδοσίας των. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀκατάλληλον τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν αὐτὸ Ταμεῖον διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς, θὰ ἔπρεπε τὰ κτήματα αὐτὰ ἢ νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν, τῆς ὁποίας τὴν διεύθυνσιν ἔχομεν ὅλοι πάντα λόγον νὰ ἐκτιμῶμεν καὶ νὰ τιμῶμεν, ἢ νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν, ἢ νὰ πωληθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, ὁπότε τοῦτο θὰ ἔχῃ διπλῆν ὠφέλειαν, ἀπὸ τὰ κεφάλαια δὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ, θὰ ἔχῃ μίαν ἀρκετὴν πρόσοδον, τὰ δὲ κτήματα αὐτὰ θὰ καταστῶσι προσοδοφόρα καὶ δὲν θὰ εἶναι λεία τοῦ ἑνὸς καλογήρου καὶ τοῦ ἄλλου ἡγουμένου. Μὲ αὐτὴν τὴν ἱεραρχίαν, ἡ ὁποία μὲ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον εἶναι καὶ ἐλέγχων καὶ ἐλεγχόμενος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένωμεν τίποτε καλόν. Οἱ Μητροπολῖται νομίζω, ὅτι καὶ πλουσιοπαρόχως ἀμείβονται καὶ μὲ ἀδικαιολόγητον καὶ πολυτελῆ παρίστανται ὑπαλληλικὴν ὑπηρεσίαν.
§246ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ οἱ τῶν Νέων Χωρῶν;
§247Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ τῶν Νέων Χωρῶν.
§248Δ. Ν. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι μερικαὶ Ἐπισκοπαί;
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖαι;
§250Δ. Ν. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ τῆς Καρυστίας παραδείγματος χάριν. (Ἰλαρότης).
§251Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας ὑπῆρξεν ἐπωφελής, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ὄχι μόνον δὲν ἦτο ὠφέλιμος, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιζήμιος. Δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκεται ἡ ἐλάττωσις, ἕνεκα ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν φιλοδοξιῶν αἱ ἐπισκοπικαὶ ἕδραι διαρκῶς πολλαπλασιάζονται. Ἐπὶ Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 συνεστήθησαν καὶ ἂν συνεστήθησαν νέαι Ἐπισκοπαί, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ τῆς Καρυστίας, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Συνάδελφος, καθὼς καὶ ἄλλαι τινές, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ταύτην τὴν στιγμήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ τῆς καταργήσεως μερικῶν Ἐπισκοπῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι. Ὅλαι αἱ Μητροπόλεις εἶναι ἤδη ἐφωδιασμέναι μὲ γραμματέα, μὲ πρωτοσύγκελον καὶ μὲ πολυτελέστατον ἐν γένει προσωπικόν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος τῆς πολυτελείας αὐτῆς τῶν Μητροπολιτικῶν γραφείων. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Μητροπόλεως εἶναι ἁπλουστάτη ἔχει νὰ ἐκδίδῃ ἀδείας γάμων καὶ νὰ διαβιβάζῃ αἰτήσεις διαζυγίων ἐπὶ ἁδρᾷ ἀμοιβῇ. Ταῦτα ὅλα ἄλλοτε ἐγίνοντο μὲ ἕνα ἱερέα τῆς ἐνορίας. Μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς μισθοὺς νομίζω ὅτι ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιηθῶσι οἱ Μητροπολῖται. Περαιτέρω θὰ ἤθελον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν ὅπως ἐπαναφέρῃ καὶ τὸν κλάδον αὐτὸν εἰς μίαν τάξιν πραγματικῆς ἱεραρχίας, διότι δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τὰς κρατούσας, τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε ἐποπτείας οὔτε ἄλλης παρατηρήσεως ἐναντίον τῶν παρεκτρεπομένων Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐσχάτως μᾶς ἀπέδειξαν ὅτι ῥέπουν, περισσότερον ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, εἰς διαφόρους παρεκτροπάς. Εἴδομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὄχι ἅπαξ οὔτε δίς, νὰ ἀναγράφωνται σκηναί, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὑπὸ Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι φθάνουν καὶ μέχρι διαπληκτισμῶν· εἴδομεν ἄλλους μεταβάντας εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ ἐξυβρίσαντας τὸν Μητροπολίτην.
§252ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν, κ. Συνάδελφε, ὁμιλεῖτε περὶ Μητροπολιτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κατονομάσητε τὰς πράξεις, καὶ ὄχι νὰ ὁμιλῆτε γενικῶς περὶ αὐτῶν.
§253Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἀνεφέρθησαν αἱ πράξεις αἱ κολάσιμοι, καὶ ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Εἴδομεν Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐν σώματι ἐπῆγαν εἰς τὸ Μητροπολιτικὸν μέγαρον καὶ ὕβρισαν χυδαιότατα τὸν Μητροπολίτην, καὶ εἴδομεν μετὰ ταῦτα νὰ ἀναγραφῶσιν ὑπ’ αὐτῶν καυχησιολογίαι διὰ τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐξεστόμισαν κατὰ τῶν συναδέλφων των, κατὰ τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.
§254Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπουρ. Θρησ. καὶ Παιδ.). Οὐδεὶς Μητροπολίτης ἐπῆγεν εἰς τὸ Μητροπολιτικὸν μέγαρον καὶ ἐξύβρισε τὸν Μητροπολίτην. Κατὰ μίαν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔλαβε χώραν ἐπεισόδιον μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν μετέβησαν ἱεράρχαι ἐν σώματι εἰς τὸ Μητροπολιτικὸν μέγαρον, ἵνα ἐξυβρίσωσι τὸν Μητροπολίτην. Ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι ἐὰν ἔχετε καμμίαν ὡρισμένην πρᾶξιν πρέπει νὰ κατονομάσητε αὐτήν, διότι οὕτω, ἀορίστως καὶ γενικῶς ὁμιλοῦντες, καταρρίπτετε τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας.
§255Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Τὸ ἐναντίον ἐγὼ νομίζω, ὅτι καταγγέλλοντες τὰς τοιαύτας παρεκτροπὰς, ἀναστηλώνομεν τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι τοῦτο καταρρίπτεται ἐὰν ζητήσωμεν νὰ τὰς σκεπάσωμεν. Καλύπτοντες τὰς πληγὰς δημιουργοῦμεν γάγγραιναν καὶ προκαλοῦμεν τὸν θάνατον· ἀποκαλύπτοντες ὅμως αὐτὰς καὶ ἀποκόπτοντες τὰ σεσηπότα, σῴζομεν, Κύριε Ὑπουργέ.
§256Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδ.). Δὲν πρόκειται νὰ σκεπάσετε τίποτε, ἀλλὰ δὲν πρέπει γενικῶς καὶ ἀορίστως νὰ ἐπιρρίπτετε μομφὴν κατὰ τῶν Ἱεραρχῶν.
§257Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Αὐτὰ ὅλα εἶναι γνωστά· ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος εἶχον δημιουργηθῆ σκηναὶ εἰς τὴν Μητρόπολιν. Ἄλλων σκηνῶν ἥρως ἀνεδείχθη ὁ Μητροπολίτης Καρυστίας, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὴν Μητρόπολιν, καὶ προηγουμένως δὲ ἐπίσης ὁ ἴδιος Μητροπολίτης μετέβη εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν καὶ ἐξύβρισεν χυδαιότατα τὸν Μητροπολίτην μὲ λέξεις, τὰς ὁποίας, σεβόμενος τὸ βῆμα, δὲν τὰς ἀναφέρω.
§258Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδ.). Δὲν ἔχω λάβει γνῶσιν τῶν ἐπεισοδίων αὐτῶν, πάντως δὲν θὰ συνέβησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου.
§259Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Δὲν συνέβησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, ἀλλὰ προηγουμένως.
§260Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ Μητροπολίτου αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Οἰκονομίδης εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει καλλίτερος ἱεράρχης ἀπὸ τὸν Καρυστίας.
§261Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς θεραπεύσω τὴν περιέργειαν αὐτήν.
§262Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Οἱαδήποτε γεγονότα καὶ ἂν εἴπητε, ἐγὼ δὲν πιστεύω τίποτε, παρὰ ὅσα εἶπεν ὁ Συνάδελφος κ. Οἰκονομίδης.
§263Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικά, θὰ τὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Οἰκονομίδης καὶ τότε, ἂν θέλῃ, ἂς τὰ διαψεύσῃ. Ἐγὼ ἔχω μόνον μίαν παράκλησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. πρακτικογράφον, νὰ τὰς γράψῃ λεπτομερῶς. Καὶ ὅταν ὁ ἀντιλέγων ἀξιότιμος Συνάδελφος τὰς ἀναγνώσῃ, ἂς τὰς διαψεύσῃ, ἂν ἡ συνείδησίς του τὸν ἀφίσῃ. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Καρυστίας μετὰ τὴν ἐνθρόνισίν του, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Κύμην, τοῦ ἐγένετο ἀποθεωτικὴ αὐτόχρημα ὑποδοχή, ὡς δὲν ἐγένετο ποτὲ εἰς οὐδένα Ἐπίσκοπον. Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον χρόνον, ἀπὸ 3–4 μῆνας ὑπέβαλε μία ἔκθεσιν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διὰ τῆς ὁποίας παρίστα τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας ἐκείνης ὡς ἐξώλης καὶ προώλης, ὡς τοὺς μᾶλλον ἐλεεινούς, ἀποτελοῦντας τὴν ἀχρειωτέραν κοινωνίαν, παραπονούμενος ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν φρικτοτέραν κόλασιν. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον—ἴσως ἑνὸς μηνὸς—ὑπέβαλε δευτέραν ἔκθεσιν πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τῆς ὁποίας ἐκδηλοῖ τὴν ἄμετρον χαράν του διὰ τὴν μεταβολὴν τὴν ὁποίαν κατώρθωσε καὶ ἐπέφερεν εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, διότι τὴν ἐπανέφερε, λέγει, εἰς τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν καὶ τῆς ἀληθείας, διότι χάρις εἰς τοὺς ὑπερανθρώπους κόπους τοὺς ὁποίους κατέβαλε αὐτὸς κατώρθωσε νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν.
§264Α. ΜΕΛΑΣ. Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ δύο τόσον ἀντιθέτους ἐκθέσεις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον;
§265Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὅταν μία περιφέρεια ὑποδέχεται τὸν Μητροπολίτην της μὲ τόσον ἐνθουσιασμόν, καὶ ὅταν ἡ περιφέρεια περιβάλλει τὸν Μητροπολίτην της μὲ τόσην στοργὴν καὶ τοιαύτην ἀγάπην, εἶναι ἀρκετὴ ἀπόδειξις ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἦσαν καὶ θρῆσκοι καὶ καλοὶ καὶ ἠθικοί. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ὁ Μητροπολίτης αὐτὸς ψευδόμενος, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸν ἑαυτόν του ὡς σωτῆρα.
§266Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδ.). Κύριε Συνάδελφε μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§267Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Μὲ προεκάλεσε ὁ κ. Συνάδελφος καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω.
§268Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στρέφητε τὴν συζήτησιν εἰς μίαν ἐπίθεσιν ἐναντίον ἑνὸς Ἱεράρχου. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν εἶναι τιμητικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμητε, νὰ προβαίνητε εἰς προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον ἑνὸς Ἱεράρχου, χωρὶς νὰ εἴμεθα κἂν προετοιμασμένοι νὰ ἀπαντήσωμεν.
§269Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θέλω νὰ προκαλέσω τὴν ἐπέμβασίν σας, ἵνα προβῆτε εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα.
§270Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, μοῦ δίδετε μίαν πληροφορίαν;
§271Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαγγέλληται ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς Βουλῆς ἕνας λίβελλος ἐναντίον ἑνὸς Ἱεράρχου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§272Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς παρουσιάσω τὴν κατάστασιν ὡς εἶναι, διὰ νὰ σᾶς ἀναγκάσω νὰ λάβητε τὰ κατάλληλα μέτρα, διότι ὅταν σᾶς ἀνέφερα αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μοῦ δικαιολογήθητε, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῆς κρατούσης νομοθεσίας δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε.
§273Δ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ὁ Μητροπολίτης Καρυστίας ἔχει τὸν σεβασμὸν ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας.
§274Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἵνα μάθητε ποῖος εἶναι ὁ Μητροπολίτης αὐτός, σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Κύμην ἐπειθανάγκασε μίαν πτωχὴν χήραν νὰ τοῦ χαρίσῃ... τὸ σπίτι της, ἡ δὲ χήρα ὑποκύπτουσα ἐδέχθη νὰ δωρήσῃ τοῦτο, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τῆς ἀνοικοδομήσῃ εἰς ἀντικατάστασιν ἕνα ἀνάλογον σπίτι, εἰς ἀνάλογον θέσιν. Ὅταν κατεσκεύασε μίαν τρώγλην, εἰς ἓν ἀνήλιον μέρος, τὴν διέταξε νὰ ὑπάγῃ, ὅταν δὲ ἐκείνη ἠρνήθη, τῆς ἐκίνησεν ἀγωγὴν ἐξώσεως. Ἔχασε τὴν ὑπόθεσιν. Ἔκαμε ἔφεσιν. Ἔχασε καὶ τὴν ἔφεσιν, καὶ ἐν τούτοις ἐπέμενε νὰ τὴν βγάλῃ ἀπὸ τὸ σπίτι της. Εἰπέτε σεῖς, πόσον δεσποτικὸν καὶ πόσον χριστιανικὸν εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§275Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν πληροφορίαν ἤθελον μόνον. Κύριε Συνάδελφε, εἴχατε ὁμιλήσει καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν διὰ τὸν προκάτοχον Ἐπίσκοπον Καρυστίας σεῖς ὁ ἴδιος;
§276Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Διὰ τὸν πρώην Χαλκίδος.
§277Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸν πρώην Καρυστίας.
§278Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Καὶ τί πρὸς τοῦτο; Μήπως ἕνα ἐγκληματίαν δικαιοῦταί τις νὰ καταγγέλλῃ καὶ ὄχι κάθε ἕνα τὸν ὁποῖον εὑρίσκει; Ναί, κ. Συνάδελφε ὡμίλησα καὶ κατήγγειλα ὄχι ἐναντίον ἑνός, ἀλλὰ δύο ἄλλων. Καὶ ἔδωκαν λόγον καὶ οἱ δύο. Εἶπον αὐτά, κ. Ὑπουργέ, ἐν γνώσει ὅτι φεύγω ἀπὸ τὸ κύριον θέμα, ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ τὴν οὐσίαν. Εἶχα ὑποχρέωσιν, ἀφ’ οὗ δὲν μοῦ δίδεται καμμία ἄλλη περίστασις διὰ νὰ σᾶς ἐξαναγκάσω, ὥστε νὰ προβῆτε εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα, νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀνάλογα νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς ἐγκρίνῃ, ἵνα σᾶς ἐφοδιάσῃ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ γίνετε Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Θρησκευμάτων πραγματικὸς καὶ ὄχι κατὰ τύπους, πραγματικὸς Ὑπουργός, καὶ ἵνα αἰσθανθοῦν καὶ οἱ παντὸς βαθμοῦ κληρικοί, ὅτι ὄχι μόνον δικαιώματα ἔχουν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιακῆς.
§280Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ὀλίγον μὲ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα, ὅπως παρουσιάζεται τοῦτο εἰς τὰς Νέας Χώρας. Μελετῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, παρετήρησα τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς τὰ διάφορα κονδύλια, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος διαθέτει διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων του, διὰ τὰ σχολεῖα τῆς Θεσ)νίκης δὲν διατίθεται οὐδὲ λεπτόν. Τοῦτο μοῦ ἐνεποίησεν ἀληθῶς μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ ζητήσω πληροφορίας, πόθεν συντηροῦνται αὐτὰ τὰ σχολεῖα. Μήπως ἐπρόκειτο περὶ λάθους καὶ δὲν ἀνεγράφη τοιοῦτον κονδύλιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον κονδύλιον. Ἠρώτησα· μὰ τὸ Κράτος δὲν διαθέτει τίποτε διὰ τὰ σχολεῖα τῆς Θεσσαλονίκης; Εἰς ἀπάντησιν μοῦ εἶπον, ὅτι μέχρι τῆς σήμερον ἐζητήθησαν μόνον διὰ δύο σχολεῖα—ὁμιλῶ πάντοτε διὰ τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν—διὰ τὸ 8ον Μικτὸν Σχολεῖον τῆς Θεσσαλονίκης τὸ ποσὸν τῶν 8.750 δραχμῶν ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου 1927 μέχρι 17 Ἰανουαρίου 1928, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὸ 10ον μόλις 15.000 δραχμῶν, ἐν ὅλῳ 23.750, ποσὰ τὰ ὁποῖα μόλις ἀκόμη δὲν διετέθησαν. Ἠξεύρω, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τὰς Νέας Χώρας εὑρίσκεται, δυστυχῶς, εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν καὶ προετιθέμην νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ ὑποδείξω, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ κάμῃ ἓν ταξείδι ἕως τὴν Μακεδονίαν, ἵνα μελετήσῃ ἐπιτοπίως τὴν κατάστασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Διότι αἱ συνθῆκαι εἰς τὰς Ν. Χώρας δὲν εἶναι οἷαι εἶναι αἱ εἰς τὴν Παλ. Ἑλλάδα. Εἶναι τελείως διαφορετικαὶ καὶ ἐπιβάλλεται ἰδιαιτέρα προσοχὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὑπάρχουσιν ἀκόμη διάφοροι λαοί, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι, Ἕλληνες ὄντες, κάθε ἄλλο ὁμιλοῦν παρὰ τὴν ἑλληνικήν. Εἶναι οἱ σλαυόφωνοι λεγόμενοι.
§281Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ τοῦτο, κ. Συνάδελφε, διότι δὲν θέλουν νὰ φοιτήσουν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ὁ Ἰσραηλιτικὸς πληθυσμὸς Θεσσαλονίκης δὲν ὁμιλεῖ τὴν ἑλληνικήν, διότι δὲν τὴν θέλει, διότι δὲν τὴν ἠγάπησε, διότι δὲν φοιτοῦν τὰ τέκνα του εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα.
§282Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν, κ. Συνάδελφε, καὶ θὰ ἀκούσητε. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας, ἀλλὰ διὰ τοὺς σλαυοφώνους. Ὁμιλῶ δὲ ἐπὶ πλέον γενικῶς διὰ τὴν Ἐκπαίδευσιν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐὰν θέλετε—ὡς οἰκοῦντες καὶ σεῖς ἐκεῖ—θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδείξουν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἐξ ἐπισήμου πίνακος, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἐξάγω τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ἔχομεν ἐδῶ σύνολον μαθητῶν εἰς ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους 635.446 ἐν τῇ Δημοτικῇ Ἐκπαιδεύσει. Ἔχομεν ἐν ὅλῳ σχολεῖα 7.519. Ἀναλόγως δὲ διὰ κάθε 1000 μαθητὰς 12 καὶ 40% σχολεῖα. Ἐκ μιᾶς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, πῶς διατίθενται τὰ σχολεῖα εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, παρετήρησα τοῦτο: ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἔρχεται ἡ τελευταία, μὲ ἀναλογίαν 4,46% ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀναλογίαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ 12.47%. Δηλαδὴ αἱ Ἀθῆναι ἔχουσιν ἀναλογίαν 17,71%, τὸ Καρπενήσιον 11%, ὁ Πύργος 14,30%, τὰ Καλάβρυτα 22, 26%. Τὸ Ἀργοστόλιον—ἐδῶ θὰ πρόκηται ὡρισμένως περὶ λάθους, διότι τὸ παρετήρησα καὶ ἔβαλα ἕνα ἐρωτηματικὸν—εἰς τὸ Ἀργοστόλιον φέρονται 297 σχολεῖα διὰ 2.500 μαθητάς, ποὺ δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸ Γύθειον 26,23%.
§283Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δὲν ἐγένετο οὐδὲ ἓν σχολεῖον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Δυστυχῶς.
§284Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Νὰ πιστεύσητε εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω. Πρόκειται νὰ δείξω δι’ ἀριθμῶν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς Ν. Χώρας καὶ εἰδικῶς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Τὸ Ρέθυμνον 14.74 κ.λπ. Νομίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοὶ διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις, λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος διῆγεν, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλονίκης ἕως σήμερον, δὲν κατώρθωσαν νὰ σκεφθοῦν διὰ νὰ καλλιτερεύσουν τὴν θέσιν τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§285Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προνοίας). Πῶς ὑπολογίσατε τὸ ποσοστόν;
§286Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν καὶ ἐκ τῶν σχολείων.
§287Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ὅλα τὰ σχολεῖα περιλαμβάνουσι τὸν αὐτὸν χῶρον καὶ τὰς αὐτὰς τάξεις;
§288Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς προσδιορίσω καὶ τοῦτο, θὰ σᾶς τὸ προσδιορίσω. Ὁ ἐπίσημος πίναξ φέρει τὴν Θεσσαλονίκην μὲ 114 σχολεῖα καὶ μὲ ἀριθμὸν μαθητῶν 25.000 ἀκριβῶς. Ποῦ ἐγὼ ἀμφισβητῶ τὸν ἐπίσημον αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν καὶ ποῦ ἀναβιβάζω αὐτὸν εἰς εἰς πολὺ ἀνώτερον, θὰ σᾶς εἴπω.
§289Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί θέλετε, κ. Συνάδελφε, τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰς στατιστικάς; Δὲν λέγετε μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία διεπιστώθη ἀπὸ πάντας, ἡ ὁποία ὑπέπεσε καὶ εἰς τὰς ἰδίας μας αἰσθήσεις; Ὅτι δηλ. οἱ μαθηταὶ ἵστανται ὄρθιοι, διότι δὲν ἔχουν χῶρον νὰ καθήσουν;
§290Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Παιδείας). Αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς Ἀθήνας.
§291Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Οἱ ξενόφωνοι μαθηταὶ θέλουν νὰ φοιτήσουν εἰς τὰ σχολεῖα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ταῦτα τὸν χῶρον τὸν ἀπαιτούμενον. Ἀφοῦ δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰ παιδιά μας. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα τὰ κτυπητά. Τὰ ἄλλα εἶναι ἐπιστημονικώτερα.
§292Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Θὰ φθάσω καὶ ἐκεῖ. Ἔλεγον τοῦτο, ὅτι τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, εἶναι ἀνεπαρκῆ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴχομεν, ἐὰν ὄχι μεγαλυτέραν, τουλάχιστον τὴν ἰδίαν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, καὶ διὰ τὰ σχολεῖα τῆς Θεσσαλονίκης. Μένουν ὅμως, δυστυχῶς, σχεδὸν τὰ ἴδια σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταλήψεως, ἴσως δὲ καὶ ὀλιγώτερα, διότι πολλὰ ἐκάησαν. Καὶ ἕνεκα τούτου στεγάζονται οἱ μαθηταὶ εἰς μέρη ἀνθυγιεινά, ὅπου κάθε ἄλλο παρὰ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐκπαίδευσις πραγματική. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν θέλω νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀναλογία καὶ διότι δὲν ἐγένετο τι μέχρι σήμερον. Διότι ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι αὐτός. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, μετὰ λύπης μου βλέπω, ὅτι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐν Θεσσαλονίκῃ σχολείων, τὰ καλύτερα σχολεῖα ἀνήκουν εἰς προπαγανδιστικὰς σχολάς. Ἔχομεν τὴν Ἰταλικὴν σχολήν, τὴν Γερμανικὴν σχολήν, τὰ δύο Λύκεια, τὰ Σχολεῖα τῶν Καλογραιῶν, ὅπου ὅλα αὐτὰ τὰ σχολεῖα στεγάζονται εἰς μέγαρα θαυμάσια, μὲ κήπους καὶ μὲ ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, καὶ φοιτῶσιν εἰς αὐτὰ πάρα πολλοὶ μαθηταί. Καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, διὰ νὰ βοηθήσω τὸν κ. Συνάδελφον, νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ 75% εἰς τὰ σχολεῖα αὐτὰ φοιτῶσιν Ἰσραηλιτόπαιδα. Ἀλλὰ τὶ γίνεται; Τὸ Κράτος δὲν ἔκαμε μέχρι σήμερον κανένα σχολεῖον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, εἶπον ὅτι ἔκλεισαν. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλονίκης ἐτριπλασιάσθη. Ἡ ἔκτασις αὐτῆς ἐγένετο ἀναλόγως μεγάλη. Τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐξυπηρετήσουν, οὔτε τὸν πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος ηὐξήθη τόσον, οὔτε οἱ μαθηταὶ δύνανται νὰ διανύουν μακρὰς ἀποστάσεις, ἵνα μεταβαίνουν εἰς αὐτά. Ἓν μικρὸν παράδειγμα θὰ τὸ ἀναφέρω en Passant διότι σᾶς διαβεβαιῶ μοῦ κάμνει μεγάλην ἐντύπωσιν, διότι καὶ ἐγὼ ἐγεννήθην καὶ ἀνετράφην ἐν Ἑλλάδι, καὶ σκέπτομαι ὅπως ὑμεῖς ὡς Ἕλλην, καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὰ ἀναφέρω, διότι πονεῖ ἡ καρδιά μου ὅταν βλέπω νὰ παρεκλύνουν ἀπὸ τὰς ὁδοὺς τῆς Θεσσαλονίκης μαθηταὶ τῶν διαφόρων προπαγανδιστικῶν σχολείων, ἄδοντας διάφορα ἄσματα, τὰ ὁποῖα κάθε ἄλλο παρὰ ἑλληνικὰ εἶναι. Αὐτὸ ἐμὲ μοῦ κάμνει μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀναφέρω.
§293Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ εὐγενεῖς ἐξαιρέσεις, κ. Συνάδελφε.
§294Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Τί ἐκάμαμε, Κύριοι, διὰ τὰς μυριάδας τῶν προσφύγων, αἱ ὁποῖαι ἐγκατεστάθησαν ἐν Μακεδονίᾳ; Τί ἐκπαίδευσιν ἐδώσαμεν; Βλέπομεν μυριάδας μικρὰ παιδιὰ νὰ ἀλητεύουν εἰς τοὺς δρόμους, ὅπως καὶ ἑβραιόπαιδας, διότι δὲν ἔχομεν σχολεῖα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια. Καὶ εἶναι λυπηρόν, διότι αὐτοὶ θ’ ἀποτελέσουν τὴν ἐρχομένην γενεάν, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ περιμένωμεν νὰ διεκδικήσουν τὰ δίκαιά μας, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Πατρίς. Καὶ πῶς θὰ θελήσετε, κ. Συνάδελφοι, αὐτοὺς τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἀφίνει σήμερον ἄνευ ἐκπαιδευτικῆς μορφώσεως, νὰ διεκδικήσουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ Πατρὶς θὰ ζητήσῃ; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦτο: ὅτι ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἀλλόγλωσσοι, ὅπως οἱ σλαυόφωνοι, οἱ διάφοροι Ἀρμένιοι καὶ οἱ Ἰσραηλῖται. Ἡ Κοινότης τῶν Ἰσραηλιτῶν, πρὸ τῆς πυρκαϊᾶς, διετήρει 14 σχολεῖα ἰδικά της, μὲ σύνολον διδασκάλων 18 καὶ μὲ σύνολον μαθητῶν 4450. Σήμερον, μετὰ τὴν πυρκαϊάν, ἔχει 8 σχολεῖα μὲ σύνολον 71 διδασκάλων καὶ σύνολον μαθητῶν 3325. Ἡ διαφορὰ εἶναι κολοσσιαία ἀπὸ τὰ προπολεμικὰ σχολεῖα καὶ τὰ σήμερον διατηρούμενα καὶ συντηρούμενα παρὰ τῆς Κοινότητος. Σήμερον δὲ, διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ἀναγράφει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς ποσὸν 2 ἑκατ. δραχμῶν, ζητεῖ δὲ προσέτι καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ διατηρήσῃ τὰ σχολεῖα καὶ πολλάκις πρὸς τοῦτο παρεκαλέσαμεν τὸ Κράτος νὰ ἀναγράψῃ ἓν πάγιον κονδύλιον, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρὸς συντήρησιν τῶν ἑβραϊκῶν σχολείων, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν. Εἶπον, ὅτι 75% ἐκ τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι φοιτοῦν εἰς τὰ προπαγανδιστικὰ σχολεῖα, εἶναι, δυστυχῶς, Ἑβραῖοι. Τοῦτο δὲ διότι τὰ μόνα ἑβραϊκὰ σχολεῖα κατέστησαν τοιαῦτα, ὥστε σκέπτεται κάθε γονεὺς ἂν πρέπῃ νὰ στείλῃ ἐκεῖ, εἰς μίαν τρώγλην, τὸ παιδί του καὶ προτιμᾷ νὰ τὸ στείλῃ εἰς ἓν ἄλλο σχολεῖον. Καὶ ἐπειδὴ Κρατικὰ σχολεῖα δὲν ὑπάρχουν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἄνευ ἐκπαιδεύσεως, ἀναγκάζεται νὰ τὸ στείλῃ εἰς τὰ διάφορα προπαγανδιστικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι ἀρκετὰ ἑλκυστικά, διότι ἔχουν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν ὑπὸ μορφὴν ἀφθονωτέραν καὶ πολὺ διασκεδαστικωτέραν καὶ τὰ βιβλία δίδουν ὅλα δωρεὰν καὶ ἔχουν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν τῶν εὐρωπαϊκῶν μεγάλων σχολείων.
§295Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Εἰς τὰ ἰδικά μας Γυμνάσια διατί δὲν φοιτοῦν;
§296Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Διὰ νὰ φοιτήσουν εἰς τὰ Γυμνάσια, ὀφείλουν πρῶτον νὰ διέλθουν ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ Κωνσταντινίδη ἐγένετο μία μεγάλη προσπάθεια καὶ ἐστάλησαν 40 ἑβραιόπαιδες, οἱ ὁποῖοι φοιτοῦν ἐκεῖ εἰς τὰς διαφόρους τάξεις τῇ μερίμνῃ τῆς Benebèrge. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι τὸ σχολεῖον τοῦ Κωνσταντινίδη, καίτοι εἶναι πολὺ καλόν, ἓν ἐκ τῶν καλυτέρων σχολείων τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι ὅμως ἰδιωτικὸν καὶ πολυτελὲς καὶ στέλλουν τὰ παιδιά των ἐκεῖ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ μέσα. Ὅσον ἀφορᾷ διατί δὲν πᾶνε εἰς τὰ Γυμνάσια, σᾶς εἶπον. Δώσατέ τους, ὡς πρέπει, τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ κατόπιν νὰ ζητήσητε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἀνωτέραν, εἰς τὰ Γυμνάσια.
§297Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μαθητάς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, ἐγὼ εἶχα τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχω τοὺς 30 ὡς μαθητάς. Τὸ γνωρίζω αὐτό, διότι διηύθυνα τὸ σχολεῖον τοῦ Κωνσταντινίδη καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ κατάρτισίς του δὲν ἦτο ἐλλειπής, ὅπως ἴσως φαντάζεσθε. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἤρχοντο ἐπὶ κεφαλῆς καὶ αὐτῶν τῶν ἑλληνοπαίδων. Αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμήν των. Βεβαίως θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ κατάρτισις τῶν Ἰσραηλιτοπαίδων, εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὄχι μόνον ἐλλιπὴς δὲν εἶναι, ἀλλὰ ἀρκετὰ ἐπαρκής.
§298Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐλλειπὴς ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπαιδεύσεως.
§299Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Εἴπετε, δώσατέ τους τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ θὰ ἴδητε πῶς θὰ φοιτήσωσιν εἰς τὰ Γυμνάσια. Λέγω, λοιπόν, ὅτι καὶ γλωσσικὴν κατάρτισιν εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἔχουσιν ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῶσιν ἀνέτως τὰ μαθήματα καὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ τοῦ Γυμνασίου. Μοῦ φαίνεται, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν Ἰσραηλιτόπαιδες εἰς τὰ Γυμνάσια, δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τόσον εἰς αὐτὸν τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἴπετε σεῖς.
§300Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Μόνον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὡμίλησα. Δὲν ὡμίλησα διὰ τὰ Γυμνάσια.
§301Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Λέγω τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ μὴ ὕπαρξις Ἰσραηλιτοπαίδων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Γυμνάσια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεώς των καὶ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἐπιδοθῶσι κατόπιν εἰς ἀνωτέρας ἐπιστημονικὰς σπουδὰς καὶ νὰ γίνουν χρήσιμοι καὶ εἰς τὴν οἰκογένειάν των καὶ εἰς τὸ Κράτος, ἡ μὴ ὕπαρξις Ἰσραηλιτοπαίδων, λέγω, δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι ἐλαττωματική.
§302Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐλαττωματική. Τοὐναντίον. Δέν εἶναι ἐπαρκὴς ἀπὸ ἀπόψεως σχολείων.
§303Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὰ κοινοτικὰ δημοτικὰ σχολεῖα πλὴν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι δι’ ἀξιεπαίνου πρωτοβουλίας τῆς Μπενεμπέκερ εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν Κωνσταντινίδου ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω δὲν ὑπάρχει ἀριθμὸς μαθητῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ φοιτοῦν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Γυμνάσια, μολονότι ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν γυμνασιακὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ εἰς τὰς ξένας σχολάς.
§304Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Τὴν λαμβάνουν ἐκεῖνοι εἰς τὰς ξένας σχολάς, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκεῖ μέσα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν: Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ἂν τὰ Γυμνάσια τῆς Θεσαλονίκης εἶναι ἐπαρκῆ καὶ διὰ τοὺς Ἑλληνόπαιδας;
§305Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Δὲν ἔχει σημασίαν, ἠξεύρετε ὅτι δὲν γίνεται καμμία διάκρισις μεταξὺ Ἰσραηλιτοπαίδων καὶ Ἑλληνοπαίδων. Οὔτε ἐρωτᾶται ὁ προσερχόμενος πρὸς ἐγγραφὴν ἂν εἶναι Ἕλλην ἢ Ἰσραηλίτης.
§306Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ἐγὼ θέτω τὸ ζήτημα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως καὶ ὄχι ἀπὸ ἑβραϊκῆς. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα χωρὶς διακρίσεις, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ σχολεῖα. Τώρα τὸ διατί δὲν πηγαίνουν οἱ Ἰσραηλιτόπαιδες, ὡς παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ, τὸ ἠξεύρετε καλλίτερα ἀπὸ ἐμένα καὶ ἦτο περιττὴ ἡ ἐρώτησίς σας.
§307Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλλητε μίαν προσπάθειαν ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐπιβαλλομένην, ὥστε τὸ ρεῦμα τὸ ὁποῖον ἤρχισε καὶ τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως ἐβλέπομεν νὰ ἐνταθῇ, διότι θὰ εἶναι ἐξυπηρετικὸν καὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Κοινότητος.
§308Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Ἐγώ, ὡς Στρατιωτικὸς Διοικητής, ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Ἀρχιερέως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος καὶ γνωρίζω ἀνέκαθεν τὴν κρατοῦσαν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς Ἑβραίους. Τοῦ εἶπα ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ εἶχα ἕνα ἐπιτελάρχην Ἰσραηλίτην καὶ ὄχι νὰ βλέπω ὅλο ἐμπόρους καὶ τραπεζίτας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ ἀπήντησε: τὰ σχολεῖα μας εἶναι ἀνοικτὰ καὶ ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται νὰ τὰ κάμετε, ὥστε νὰ πηγαίνουν εἰς αὐτὰ τὰ παιδιά μας καὶ ὄχι εἰς σχολεῖα προπαγανδιστικά. Κάθε γονεὺς θέλει νὰ μορφώσῃ τὸ παιδί του καλλίτερα καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει ἡ συγκρότησις νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ συναγωνίζωνται τὰ ξένα.
§309Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ἂν ἔθιξα τὸ ζήτημα τῶν ἑβραϊκῶν σχολείων καὶ ἔκαμα τὸν ἀπολογισμόν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν σχολείων ποὺ προϋπῆρχον, δὲν τὸ ἔκαμα διὰ νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν ὑμῶν ὡς Ἑβραῖος. Εἶμαι θιασώτης τῆς ἑνιαίας μορφώσεως ὅλων τῶν πολιτῶν. Ἀναχωρῶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εἶπον ὅτι, μέχρις ὅτου τὸ Κράτος κατορθώσῃ νὰ συμμορφώσῃ τὰ σχολεῖά του, τοὐλάχιστον μεταχειρισθῆτε ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν. Συνδράμετέ τα, δῶστε τους τὰ μέσα ἐκεῖνα καὶ ἔτσι καὶ εἰς τοὺς πολίτας θὰ δώσητε μόρφωσιν καὶ ἀμέσως θὰ καταπολεμήσητε τὰ προπαγανδιστικά, διότι ὅταν ὁ Ἰσραηλιτόπαις εὕρῃ τὰ σχολεῖά του κατάλληλα δὲν θὰ προτιμήσῃ τὰ σχολεῖα τῆς προπαγάνδας. Πρέπει νὰ γνωρίζητε καὶ τὸ ἄλλο: ὅτι ὁ Δῆμος ἐπίσης καὶ αὐτὸς ἔχει ἐξοδεύσει ἀρκετὰ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἔχω ἐνώπιόν μου κατάλογον τῶν ποσῶν τῶν διατεθέντων ὑπὸ τοῦ Δήμου κατὰ τὸ ἔτος 1927–28· ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀναφέρω κονδύλια, εἰς 4 ἑκατομ. 205 χιλ. Μὲ ὅλην τὴν στενοχωρίαν τὴν οἰκονομικήν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται, καὶ ἐν τούτοις ἔκαμε τὸ καθῆκον του. Θὰ παρακαλέσω, διὰ νὰ τελειώσω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς συστάσεις μου αὐτὰς καὶ νὰ δώσῃ τὴν μεγαλυτέραν του προσοχὴν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Διότι συμβαίνει καὶ κἄτι ἄλλο, καὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὸν κ. Ζερβὸν καὶ εἰς πολλούς, διατί οἱ Ἑβραῖοι δὲν θέλουν, δὲν ἀγαποῦν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὰ θέλουν καὶ τὰ ἀγαποῦν, ἀλλὰ λέγουν «δῶστέ μας τὰ μέσα». Αὐτὴ εἶναι ἡ πλάνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ὁ Ἑβραῖος δὲν ἐζήτησε τίποτε περισσότερον παρὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Κράτος. Ὅπου καὶ ἂν ἔζησε, παντοῦ, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, τὸ ἀπέδειξε καὶ θὰ τὸ ἀποδείξῃ. Τὸ ἴδιον καὶ οἱ Ἑβραῖοι τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλὰ βοηθῆστε τους. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἤθελον κ. Ὑπουργέ, νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἐλήφθη καμμία πρόνοια διὰ τὰ σχολεῖα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα, καθὼς εἶπον, ἐξυπηρετοῦν καὶ ἐθνικοὺς σκοπούς, καὶ γενικώτερον διὰ τὰ σχολεῖα τῆς Μακεδονίας. Δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια εἰς τὸν ἐρχόμενον προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ εὐτύχημα, ὅτι κάτι ἔγινε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εἰς τὴν Μακεδονίαν. (Χειροκροτήματα).
§310Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπ. Θρησ. καὶ Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Παιδείας ἔθιξε γενικώτερον τὸ ὅλον ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις, παρουσιάζει, ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ ἀπὸ μακροτάτων χρόνων, κολοσσιαῖα κενὰ καὶ μεγάλας ἐλλείψεις. Δὲν εἶδον εἰς τὴν ὅλην ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὸν κ. Συνάδελφον, οὐδεμίαν ὁμολογίαν καθ’ ἣν αἱ ἐλλείψεις αὐταί, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Συνάδελφος, δὲν ὀφείλονται εἰς ὀλιγωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι αὗται ἔχουσιν βαθυτέρους λόγους, ὀφειλομένας καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ καθιερωθέντος ἀπὸ δεκαετηρίδων ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, καὶ εἰς τὴν ἄλλην γενικωτέραν ἀνωμαλίαν ἡ ὁποία ἐκλυδώνισε τὸ Κράτος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες σήμερον ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων τῆς χώρας, ἔχουσι μίαν ὑποχρέωσιν: νὰ ἀναπτύσσουν μὲν τὰς ἀντιλήψεις των, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁμολογῶσι ὅτι δὲν ὑπῆρξε δυνατότης εἴτε διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἴτε καὶ διὰ τὴν προηγουμένην μιᾶς ριζικῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τίποτε περισσότερον νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη. Ὄντως νομίζω, ὅτι καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις αἱ διαδεχθεῖσαι τὴν Δικτατορίαν καὶ ἡ παροῦσα, ἀφ’ ἧς τοὐλάχιστον ἀνέλαβον ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ τονίσω, χωρὶς νὰ ἐκληφθῶ ὡς περιαυτολογῶν, ἠργάσθημεν δραστηρίως. Ἀλλὰ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα συνδεδεμένον στενῶς μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλαι αἱ ἐλλείψεις, ὅλα τὰ κενά, ὅλαι αἱ ἐπείγουσαι ἀνάγκαι τὰς ὁποίας γενικώτερον ἔθιξεν ὁ κ. Συνάδελφος εἶναι ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτὰς μοχθοῦμεν νυχθημερὸν καὶ ἐργαζόμεθα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Συνάδελφος ἔθιξε καὶ τὸ ζήτημα τῶν σχολικῶν κτιρίων, περὶ τῆς ἀνεπαρκείας καὶ τῆς οἰκτρότητος τῶν ὁποίων ὄχι μόνον οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ μαθηταὶ ἔχουσι πικρὰν πεῖραν, ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς ὑπαίθρου χώρας, καὶ οἱ τῶν μικροτέρων πόλεων. Οἱ μαθηταὶ ἵστανται συνήθως ὄρθιοι συνωστισμένοι, μέσα εἰς ἐλλειπέστατα πολλάκις κτίρια, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀντικαταστήσωμεν αἴφνης πέντε τεθραυσμένους ὑέλους τῶν σχολείων αὐτῶν. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν μέσων τοῦ Κράτους. Ἐὰν παρεκάλουν τὸν κ. Συνάδελφον νὰ μᾶς εἴπῃ τίνι τρόπῳ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν προχείρως ἢ καὶ γενικώτερον τὸ πρόβλημα τοῦτο, θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερεστάτην θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ. Διότι τὸ πρόβλημα τῶν σχολικῶν κτιρίων, διὰ νὰ λυθῇ ἐν Ἑλλάδι, χρειάζεται ἀναμφισβητήτως δαπάνην μέχρι δύο δισεκατομμυρίων. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι μόλις ἀνελάβομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εὑρέθημεν πρὸ ταμείων Ἐκπαιδευτικῶν τελῶν— εἰς τὰ ὁποῖα ὡς γνωστὸν καταβάλλουν οἱ μαθηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως τὸν ὀβολόν των—πλήρωμα πεπραγμένων. Διότι, εἴτε ἐκ κακῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ προκατόχου μου, εἴτε ἐξ ἀδιαφορίας τοῦ προκατόχου μου, εἴτε καὶ ἐκ τῆς ὑψίστης ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸ Κράτος, νὰ θέσῃ χεῖρα καὶ εἰς τὸν Κορβανᾶν τῶν μαθητῶν, διὰ νὰ ἰσοσκελίσῃ τὸν προϋπολογισμόν του, πάντως, κύριοι Βουλευταί, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ Κράτος ἔλαβε καὶ ἐκ τοῦ Κορναβᾶ τούτου τῶν μαθητῶν, τῶν δυστυχῶν μαθητῶν τῆς Ἑλλάδος, 15.000.000 ἄνευ ἀντιρρήσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Σήμερον δὲ μὲ τὰς εἰσπράξεις τῶν 11.000.000 ἐτησίως, τῶν προκυψάντων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, ἣν ὑπεχρεώθημεν ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ κάμωμεν, πιστεύω ὄχι μόνον νὰ πληρώσωμεν τὰ 11.950.000 τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχός μου ἀφῆκεν ὡς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἐργολάβων καὶ ἑταιρειῶν οἰκοδομικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὰς πλέον ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, εἴτε τῆς συμπληρώσεως, εἴτε τῆς συντηρήσεως, εἴτε τῆς ὁπωσδήποτε ἀποπερατώσεως τῶν σχολικῶν κτιρίων. Εἶναι πρόδηλον ὅτι τὸ σοβαρώτατον πρόβλημα τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ εὐκόλως. Θὰ ἤθελον δέ, ὄχι μόνον διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῶν κ. συναδέλφων νὰ μὴ ἀκούσω ἐνταῦθα, ἀλλὰ τὴν εἰλικρινῆ συνδρομὴν ὅλων τῶν ἐνταῦθα συναδέλφων νὰ ἀντιληφθῶ, διότι οἱ κ. κ. Συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν πλήρη γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν σχολικῶν κτιρίων θὰ ἠδύναντο διὰ τῶν ψήφων των νὰ μᾶς συντρέξωσι εἰς τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος. Διότι ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ἀφαιρεθέντα ἡμῖν 15.000.000 διὰ τὰ ταμεῖα Ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἴσως προσθέτοντες τὰ 11.000.000 τῆς γενομένης αὐξήσεως καὶ τὰ πληρωνόμενα μισθώματα κατ’ ἔτος εἰς ξένα κτίρια πεπαλαιωμένα καὶ ἄχρηστα, καὶ τὰ ὁποῖα μισθώματα ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου θὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 28.000.000 περίπου ἐτησίως, ἴσως θὰ ἦτο, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν βάσιν τοκοχρεωλυτικὴν μέχρι 40.000.000 ἐτησίως, ἀποσβέσεως ἑνὸς ἢ πλειόνων δανείων οὕτως ὥστε μὲ ἕνα οἱονδήποτε παραπλήσιον οἰκονομικὸν συνδυασμὸν νὰ κατωρθώναμεν ἐντὸς μιᾶς πενταετίας ἢ ὀκταετίας νὰ λύσωμεν τὸ μέγα διδακτηριακὸν πρόβλημα τῆς χώρας. Συμπεραίνων θέλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι οὐδεὶς ἠδιαφόρησε διὰ τὰ μεγάλα κενὰ καὶ τὰς μεγάλας ἐλλείψεις διὰ τὴν ὅλην μὲ μίαν λέξιν μελαγχολικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Συνάδελφον νὰ μὴ διατυπώνῃ τὰς ἀπόψεις του ἐν εἴδει κατηγορητηρίου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἤθελεν ὡς ἐκ θαύματος νὰ ἀνορθώσῃ μίαν ἐκπαίδευσιν ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε πάντες, χωλαίνει ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόβλημα ἐπαναλαμβάνω, εἶναι συνδεδυασμένον στενῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐξασθένησιν τοῦ Κράτους καὶ χρῄζει πολλαπλῆς προσπαθείας καὶ εὐνοϊκῶν περιστάσεων. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ἀνάγκαι ἐν αὐτῇ εἶναι μεγαλύτεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι τῶν ἀναγκῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι ἡ συρροὴ τῶν προσφύγων ἐδημιούργησε εἰς τὰς Ν. Χώρας πλεῖστα προβλήματα, τὰ ὁποῖα φυσικὸν εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ἀπασχολοῦν τὰς Κυβερνήσεις, ὡς καὶ ἡμᾶς πάντοτε ἀπησχόλησαν καὶ ἀπασχολοῦν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ καιρὸς θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ὁπωσδήποτε νὰ ἀγάγωμεν εἰς πέρας ὡρισμένην ἐργασίαν τὴν ὁποίαν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς ἑτοιμάζομεν. Ἤθελον νὰ βεβαιώσω ἐπιπροσθέτως τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας γίνεται καὶ ἐνδελεχὴς καὶ συστηματική. Θὰ εἶμαι δὲ εὐτυχής, ἂν ὁ χρόνος μοῦ ἐπιτρέψῃ ἐντὸς ὀλίγου νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πορίσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ συστήματος τῶν σχολικῶν κτιρίων. Εἶναι ζητήματα μεγάλα ἐκκρεμοῦντα ἀπὸ δεκαετηρίδων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἑξαμήνου νὰ ἐπιλύσωμεν λόγῳ τῶν γενικωτέρων, τῶν ἐπικρατεστέρων ἄλλων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ λόγῳ τῶν ποικίλων μορφῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐγείρωνται ἐπὶ αὐτῆς ποικίλαι ἀπόψεις θεωρητικαί, αἱ ὁποῖαι ἐγειρόμεναι δυσχεραίνουσι φυσικῶς τὰς δεούσας λύσεις. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Ἰσραηλιτικῶν σχολῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Συνάδελφος ὡμίλησεν, ἔχω νὰ πληροφορήσω αὐτὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα πάντοτε μετὰ βαθυτάτας συμπαθείας πρὸς τὸν Ἰσραηλιτικὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλονίκης, ὄχι μόνον ἐλπίζει ὅτι τελικῶς θὰ ἐκλείψουν αἱ ἀντιθέσεις ἐκεῖναι αἱ ἀποτρέπουσαι τὸν Ἰσραηλιτικὸν πληθυσμὸν νὰ ἀποστέλλῃ τὰ τέκνα του εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ ἀπεφάσισε νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα λαμβάνουσα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ βελτιώσωσιν πράγματι, τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ θὰ γίνῃ κατορθωτὸν ὅπως εὐρύτερον καὶ ὁριστικώτερον, οὕτως εἰπεῖν, τὰ τέκνα τῶν Ἰσραηλιτῶν φοιτῶσιν αὔριον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ὡς ἄμεσος, ἄλλωστε, ἐκδήλωσις τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Ἰσραηλιτικῶν κοινοτικῶν σχολείων, —καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἤδη ἐπληροφορήθητε τοῦτο— ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀναγράψωμεν κονδύλιον ἐξ 1.200.000 δραχμῶν ἐτησίως, ὑπὲρ τῶν Ἰσραηλιτικῶν σχολείων Θεσσαλονίκης. Δὲν εἶναι βέβαια μέγα τὸ ποσὸν καὶ δυνάμενον νὰ μεταμορφώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν Ἰσραηλιτικῶν σχολῶν, ἐν τούτοις ὅμως δεικνύει σαφῶς τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν στοργὴν μετά τῆς ὁποίας παρακολουθοῦμεν τὸ πρόβλημα τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα).
§311Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οὐδέποτε ἐγὼ κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδέποτε ἐμέμφθην, οὔτε ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν. Τοὐναντίον τὴν δικαιολογῶ διὰ τὴν στάσιν της αὐτήν. Εἶπον μόνο τοῦτο, ὅτι λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Κράτος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἴσως νὰ μὴ κατώρθωσα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἰς τοὺς λόγους μου. Ἔχω μάλιστα ἰδιαιτέρως νὰ σᾶς εὐχαριστήσω διὰ τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν εἴχατε, νὰ δώσητε αὐτὸ τὸ κονδύλιον.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σήφακας.
§313Γ. ΣΗΦΑΚΑΣ. Ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ Βῆμα, τοῦτο τὸ ἔπραξα ὄχι διὰ νὰ φέρω παρατήρησίν τινα, εἰς τὸν ἐκτελεσθέντα ἄλλως τε προϋπολογισμὸν τοῦ λήξαντος οἰκονομικοῦ ἔτους, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμω μίαν σύστασιν, τόσον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς καὶ Προνοίας, ὅσον καὶ εἰς τὸν Συνάδελφόν του ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠκούσατε, βεβαίως, ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον Βουλευτὴν Σερρῶν κ. Μανούσην, τὴν οἰκτρὰν ὑγιεινὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ προσφυγικοὶ πληθυσμοὶ δεκατιζόμενοι κυριολεκτικῶς ἀπὸ τὴν φυματίωσιν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ κατάστασις τῶν γηγενῶν εἶναι καλλιτέρα; Εἰς τοὺς ὑπάρχοντας εἰς τὰς ἑλληνικὰς οἰκογενείας φυματικοὺς προσετέθησαν καὶ οἱ ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου πλευριτικοί, οἱ ὁποῖοι σιγὰ καὶ κατ’ ὀλίγον κατήντησαν φυματικοί, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ συντηρηθοῦν μετέδωσαν τὸ νόσημα εἰς τὰς οἰκογενείας των, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξηπλώθη ἡ ἐπάρατος αὕτη νόσος, μαστίζουσα κυριολεκτικῶς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Δυνάμει τοῦ νόμου 1979 ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1926–27 ἓν κονδύλιον 2.000.000 δρ. ὅπως ἐπίσης δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου ἕτερον κονδύλιον 2.000.000 δραχμῶν εἰς τὸν λήξαντα προϋπολογισμόν, διὰ τὴν ἀνέγερσιν καὶ συντήρησιν φθισιατρείων. Δυστυχῶς τὰ φθισιατρεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἶναι τόσον ὀλίγα, ὥστε δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν φθισικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Ἐνῷ δὲ ἄλλα Κράτη τῶν ὁποίων οἱ πληθυσμοὶ ζοῦν ὑπὸ πολὺ ὑγιεινοτέρας καὶ καλλιτέρας συνθήκας, διαθέτουσιν ἀριθμὸν τοιούτων θεραπευτηρίων καὶ εἰδικῶν ἰατρείων πολὺ μεγαλύτερον, ἀναλόγως ὅπως ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἔχει 550–600, ἡ Γερμανία περὶ τὰς 2 χιλιάδας, ἡ Ἑλλὰς ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς μαστίζεται ἀπὸ τὴν ἐπάρατον αὐτὴν νόσον, δὲν διαθέτει πλέον τῶν 6 ἢ 7 τοιούτων θεραπευτηρίων μὲ ἀριθμὸν κλινῶν ἐλάχιστον καὶ ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ. Τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα τῶν 4.000.000 δραχμῶν ἔχουν ἐξαντληθῆ, δυστυχῶς δὲ τὰ θεραπευτήρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγερθοῦν, τῶν Χανίων καὶ τῆς Πέτρας Ὀλύμπου, δὲν ἀποπερατώθησαν εἰσέτι. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ ἀναγραφῇ ἓν σημαντικὸν κονδύλιον εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου μετ’ οὐ πολὺ ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἡμιτελοῦς αὐτοῦ κτιρίου, διότι ἡ ἔρευνα ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ προσωρινὸν φθισιατρεῖον Καψαλῶνος τῶν Χανίων ἀπέδειξεν τὴν οἰκτρὰν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ εἰς τὸ φθισιατρεῖον ἐκεῖνο νοσηλευόμενοι ἀσθενεῖς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι εἶναι σπουδαία καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ κτιρίου, τουλάχιστον τοῦ θεραπευτηρίου αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ Κράτος, δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν συνέχισιν καὶ ἀνοικοδόμησιν καὶ ἄλλων τοιούτων. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσακούσῃ τὴν σύστασιν ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§314Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Καὶ χθές, Κύριοι Συνάδελφοι, ἔθιξαν τὸ ζήτημα τῶν σχολικῶν κτιρίων εἰς τὰς Νέας Χώρας, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμούς. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, ἀπολύτως προσηρμοσμένοι πρὸς τὴν ἑλληνικὴν οἰκονομικὴν πραγματικότητα, ὥστε νὰ μὴ ζητοῦμεν τόσα ὅσα θὰ ἐχρειάζοντο διὰ νὰ ἐπουλωθῶσιν καὶ αἱ ἐκπαιδευτικαὶ ἄμεσοι ἀνάγκαι τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς ἔλεγον χθές, δὲν εἶναι μόνον ἓν Ὑπουργεῖον ἁρμόδιον, ἀλλὰ εἶναι διάφορα ὑπουργεῖα καὶ διάφοροι ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσχολοῦνται περὶ τὴν ἀνέγερσιν σχολικῶν κτιρίων, θὰ ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, νὰ ἔχῃ συνεννοηθῇ μὲ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα λ. χ. μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως καὶ νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτῶν τί πόρους διαθέτουν καὶ τί εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν οὕτωσι διατειθεμένων πόρων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς πράγματος, ἑνὸς συστήματος, μιᾶς κλίμακος, νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἢ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ ἀνέγερσιν σχολικῶν κτιρίων. Ἔχουν κατασκαφῆ ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν ἄνω τῶν 500 σχολικῶν κτιρίων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τὰ πλεῖστα, ἵνα μὴ εἴπω ὅλα, μένουσιν ἡμιτελῆ καὶ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ὡς ἐπαῖται ζητοῦσι τὴν συνδρομὴν παντὸς κρατικοῦ ὀργάνου διὰ νὰ στεγασθῶσι τὰ μέν, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι παράθυρα τὰ δέ, διὰ νὰ ἔχωσι πόρτες τὰ τρίτα καὶ οὕτω καθεξῆς. Θὰ ἦτο καλὸν ὅπως ἀντὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν σχολικὸν ἔτος νὰ δώσωμεν ἀνὰ 20 ἢ 30 χιλ. δραχμὰς καὶ πάλιν εἰς τοὺς διαφόρους συνοικισμοὺς διὰ νὰ ὑψωθῇ ἀνὰ ἓν μέτρον τὸ σχολικὸν κτίριον ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανὲν ἕτοιμον, θὰ ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας συνεννοούμενον μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας καὶ τὴν Ε.Α.Π. νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐφέτος οἱ τρεῖς οὗτοι θεσμοί, ἐπικουρούμενοι ἀπὸ τοὺς κοινοτικοὺς προϋπολογισμοὺς θὰ δύνανται νὰ διαθέσουν τὸ ποσὸν ἄλφα καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ μὴ διανέμεται εἰς ὅλους τοὺς συνοικισμοὺς ἀλλ’ εἰς ὡρισμένους συνοικισμούς, ὥστε ὡρισμένα τοὐλάχιστον κτίρια νὰ ἔχουν συμπληρωθῆ καὶ νὰ εἰμπορέσουν νὰ στεγάσουν τοὺς μαθητὰς ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ ὅλως ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ εὐελπιστῶ ὅτι μὲ τοιοῦτον σύστημα καὶ τοιαύτην μελέτην ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν ἀρκετὰ σχολικὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ περιλάβωσι μαθητὰς ὡρισμένων προσφυγικῶν ἀγροτικῶν συνοικισμῶν. Μετὰ ταῦτα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς λειτουργίας δημοτικῶν σχολείων καὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑφισταμένων μονοταξίων τοιούτων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχουσι πολλὰ διατάγματα ἱδρυτικὰ ἀφ’ ἑνὸς καὶ προάγοντα ἀφ’ ἑτέρου τὰ ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν δημοσιεύονται βεβαίως λόγῳ ἀνεπαρκείας πόρων οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ φαντασθῆτε καὶ τὴν τραγικότητα τῆς θέσεως τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν ὅπου 70, 80, 100, 150 μαθηταὶ ἔχουν ἕνα διδάσκαλον ἢ μίαν διδασκάλισσαν.
§315Δ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Εἰς τὰς Καλάμας 300 μαθηταὶ ἔχουν ἕνα διδάσκαλον.
§316Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ μὲ παρηγορήσητε διότι τὸ κακὸν εἶναι γενικόν; Δὲν παρηγοροῦμαι μὲ αὐτό. Ἂς εὕρωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Δὲν ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ ἀλληλοπαρηγορηθῶμεν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δημοσιευθοῦν αὐτὰ τὰ Διατάγματα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ καὶ δὴ μὲ τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν ὅπου τὸν διδάσκαλον τὸν ἀναμιγνύομεν εἰς πᾶσαν διοικητικὴν ἐργασίαν. Οἱ διδάσκαλοι δὲν εἶναι ἀφιερωμένοι εἰς τὸ σχολεῖον, ὅπως ἄλλοτε εἰς τὰς ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικὰς Κοινότητας. Ὁ διδάσκαλος ἐκτελεῖ καθήκοντα γραμματέως εἰς πολλὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν λειτουργοῦν τὰ σχολεῖα καὶ ὅπως ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὁ στρατιώτης νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν στρατῶνα, ἔτσι καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ σχολεῖον. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν προσφύγων διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς θέσιν μειονεκτικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διαβαθμίσεως καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν. Ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει εἷς νόμος ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δίδοντες ὡρισμένας ἐξετάσεις, δύνανται νὰ προαχθοῦν εἰς τὸν βαθμὸν ἄλφα καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη ἐφάπαξ. Διδάσκαλοι ἐκ Τουρκίας εἰς τὰ ἴδια σχολεῖα φοιτήσαντες ἀλλὰ μὴ ὑποστάντες τότε ὅτε ἐλειτούργησεν ὁ νόμος ἐξετάσεις ἐνώπιον τοῦ Πανεπιστημίου, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα παραμένουν καὶ θὰ παραμένουν εἰς τὸν βαθμὸν γραμματέως βʹ, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, οἱ μαθηταί των, προάγονται μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῶν εἰσηγητῶν. Θέλω νὰ εἴπω περὶ τῶν διδασκάλων τῶν θεωρητικῶν μαθημάτων. Ὑπάρχει εἷς κλασσικὸς τύπος διδασκάλου, ὁ κ. Χρυσουλίδης ὁ ὁποῖος εἰργάσθη ἐπὶ 35 ἔτη εἰς τὸ γυμνάσιον Τραπεζοῦντος καὶ εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον διεύθυνε τὸ γυμνάσιον, ὁ ὁποῖος εἶχε μαθητὰς ὅλους τοὺς διανοουμένους ἐκεῖθεν, καὶ ὁ ὁποῖος θαλερώτατος διδάσκει ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰς τὸ ἀνώτερον Παρθεναγωγεῖον καὶ οὗτος μένει καὶ θὰ μένῃ μέχρι θανάτου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ γραμματέως βʹ διότι δὲν εὑρίσκετο ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐπερνοῦσε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰς ἐξετάσεις ἐνώπιον τοῦ Πανεπιστημίου σύμφωνα μὲ ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησεν ἐφ’ ἅπαξ καὶ δὲν ἰσχύει πλέον. Θὰ παρεκάλουν ὅπως, προκειμένου περὶ αὐτῶν τῶν διδασκάλων τῶν θεωρητικῶν μαθημάτων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ τίτλους πραγματικοὺς καὶ τῶν ὁποίων οἱ μαθηταὶ ζοῦν τὸν ὅλον τὸν πνευματικὸν ἐν Ἑλλάδι, ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐξελιχθῶσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ, δὲν ὑπάρχουν δὲ πολλοὶ διδάσκαλοι ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος μεγάλης οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως.
§317Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησίς σας, τοιαύτη δὲ κατηγορία ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς νέας Χώρας.
§318Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐστὲ βέβαιοι τοὐλάχιστον περὶ τῶν νέων Χωρῶν ὅτι θὰ ἀνακουφισθῇ ὁ κρατικὸς προϋπολογισμός, διότι ἂν οἱ συνοικισμοὶ ἀποκτήσουν τὴν μορφὴν τῶν παλαιῶν κοινοτήτων μὲ τὸν θεσμὸν τῶν Ἐφοριῶν καὶ τὴν ἅμιλλαν ἡ ὁποία διακρίνει αὐτάς, λίαν ταχέως καὶ αὐτομάτως θὰ δύνανται καὶ κτίρια σχολικὰ νὰ ἀνεγείρουν καὶ διδασκάλους νὰ διορίσουν καὶ τὰς τάξεις νὰ προσαγάγουν. Εἰς τὰ 1908, ὅταν εἶχεν κηρυχθῇ ἐν Τουρκίᾳ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐπετράπη ἡ πνευματικὴ ἐπαφὴ μεταξὺ τοῦ ἀλυτρώτου πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶχε γίνει στατιστικὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀλύτρωτοι κοινότητες ἐδαπάνων διὰ τὰ κοινοτικὰ σχολεῖα 12 ἑκατομ. χρυσᾶς λίρας καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς προϋπολογισμὸς δι’ ἀνάλογα σχολεῖα δὲν ἐδαπάνα ἴσον ποσόν. Αὐτὸς ὁ λαὸς αὐτοδιοικούμενος καὶ ἀποκεντρούμενος καὶ ἐξελισσόμενος εἰς τὸν θεσμὸν τῶν κοινοτήτων τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ θὰ εἶναι ἀπολύτως εἰς θέσιν νὰ ἀνακουφίσῃ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἀναδείξῃ καὶ κτίρια σχολικὰ καὶ ἀποτελέσματα πνευματικὰ ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυνηθῶμεν μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐντὸς μιᾶς εἰκοσαετίας. Ἔρχομαι κατόπιν εἰς τοὺς ἱερεῖς. Μεταπολεμικῶς συνηθήσαμεν νὰ ὁμιλῶμεν διαρκῶς μὲ ἀριθμοὺς καὶ μὲ συμφέροντα οἰκονομικά. Ἀλλ’ ἓν Κράτος δὲν θὰ ζήσῃ μόνον ἐπ’ ἄρτῳ, θὰ ζήσῃ καὶ μὲ ἰδανικά, ἐφ’ ὅσον δὲ ἀντιμετωπίζωμεν καὶ ἕτερον κοινωνικὸν κίνδυνον, τὸν κομμουνισμόν, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ ἱερέως ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς συνοικισμοὺς εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν παγίωσιν τοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ. Ἂν δὲν ἔχωμεν σχολικὰ κτίρια διὰ τὰ ὁποῖα νὰ σεμνύνεται ὁ πρόσφυξ ἐὰν δὲν κατοικεῖ εἰς τὰ ἕλη καὶ εἰς τὰ βουνὰ ἐὰν δὲν ἔχει ἕνα καλὸ σχολεῖον καὶ μίαν ὡραίαν ἐκκλησίαν, ἂν δὲν γαλουχῆται εἰς τὰ σχολεῖα καὶ δὲν παρηγορῆται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρὸ παντός, δι’ ὅσα ὑπέστη καὶ διὰ τὴν τραγικὴν ἀνάμνησιν μὲ τὴν ὁποίαν ζῇ σήμερον, δὲν θὰ ἔχωμεν παγιώσει ἀγροτικὰς περιφερείας καὶ καθεστὼς τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ οἱονδήποτε κίνδυνον εἴτε ἐθνικὸν εἴτε κοινωνικόν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐπείγει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἐκκλησιῶν τῶν Νέων Χωρῶν διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διοικητικὴ ἀφομοίωσις καὶ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας διὰ νὰ εἰμπορέσουν οἱ ἱερεῖς νὰ ἀπολαύσουν μερικὰ ψιχία ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν καὶ νὰ μὴ πένωνται ὡς πένονται σήμερον. Εἶναι γέροντες καὶ ἀγροτικῶς δὲν δύνανται νὰ ἀποκατασταθῶσιν, οἱ συνοικισμοὶ δὲν δύνανται νὰ τοὺς συντηρήσωσι καὶ βλέπομεν ὅτι πολλοὶ ἱερεῖς τὶς κουβέρτες ποὺ τοὺς ἐστάλησαν ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβάλωσιν εἰς ράσα διὰ νὰ ἔχωσι τὴν τυπικὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἱερέως. Ἐπίσης ὅταν δὲν ἀφομοιώνονται οἱ Μητροπολῖται πρὸς τοὺς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ὅταν λαμβάνουν οἱ μὲν μισθὸν ἐφέτου καὶ οἱ ἄλλοι ἀρεοπαγίτου καὶ ἔχουν νὰ λάβουν 10 μηνιάτικα ἀπὸ τὸ Ἐκκλησ. Ταμεῖον, πάλιν νομίζω ὅτι ἡ ἐμφάνισις θὰ εἶναι ἐλλιπὴς καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀφομοιώσωμεν πρὸς τοὺς Μητροπολίτας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ νὰ μετέχουν οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, νὰ ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ ἀπὸ τὸ Οἰκουμ. Πατριαρχεῖον, νὰ μνημονεύουν τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμ. Πατριάρχου καὶ μὲ τὴν ἀφομοίωσιν αὐτὴν νὰ συμπληρώσωμεν ἓν ἐκ τῶν μεγάλων κενῶν τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα χθές. Δὲν πρόκειται περὶ αἰσθηματικῆς ἀφομοιώσεως ἀλλὰ περὶ ἀφομοιώσεως θεσμοῦ, περὶ διοικητικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀφομοιώσεως. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ὅσα ἔχω εἴπει καὶ διὰ τὰ σχολικὰ κτίρια καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους καὶ διὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ Μητροπολίτας. Τελευτῶν δέ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκπληρώσωσι μίαν δεδομένην ὑπόσχεσιν, τῆς ἀτελοῦς ἐγγραφῆς τῶν προσφύγων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ταύτης μὴ γινομένης οὔτε φροντιστήρια δύνανται νὰ ἔχουν, οὔτε ἐξετάσεις νὰ δίδουν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένης ἀναβολῆς κατατάξεως νὰ τύχουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύστασίς μου, ἡ ὁποία δύναται καὶ αὔριον νὰ πραγματοποιηθῇ.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τηλικίδης.
§320ΓΡ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ δύνανται καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἀπὸ δύο ἀπόψεις, ἀπὸ τὴν γενικήν, ἐὰν δηλ. αἱ δαπάναι αἱ καταβαλλόμεναι διὰ τὰς εἰδικὰς ἀνάγκας τῶν διαφόρων ὑπουργείων ἀνταποκρίνωνται ὁπωσδήποτε εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν εἰδικῶν αὐτῶν ὑπουργείων, καὶ δεύτερον ἀπὸ εἰδικῆς ἀπόψεως, ἐὰν ἡ διάθεσις τῶν πιστώσεων εἶναι σκόπιμος. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης τῆς γενικῆς σκοπιμότητος, δηλ. ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἢ ἄλλο οἱονδήποτε Ὑπουργεῖον διαθέτῃ τὰ ποσὰ σύμφωνα μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ συμπεράσματα τῆς ἐπιστήμης, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει γενικὸν μέτρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν τὸ Κράτος δαπανᾷ ὅσα ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν· τὸ μέτρον συνήθως βεβαίως εὑρίσκεται ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅταν μελετῶμεν τὴν κατάστασιν, ὡς παρουσιάζεται εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἡ συγκριτικὴ μέθοδος. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ δαπανώμενα ὑπὸ ἄλλων Κρατῶν διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των καὶ εὕρωμεν τό σταθερὸν μέτρον τοῦ μέσου ὅρου, θὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ θὰ κρίνωμεν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἰδικῆς μας ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι οὐδέποτε τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἐδαπάνησεν ὅσα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ διὰ τήν ἐκπαίδευσιν. Ἀπὸ τῆς συστάσεώς του μέχρι σήμερον δαπανᾷ τοῦτο τὸ μικρότερον ποσὸν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη. Ἐὰν πάρωμεν μίαν στατιστικὴν τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἡ Κ.Τ.Ε., δημοσιευθῆσαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἐφημερίδας, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δαπανᾷ τὸ ὀλιγώτερον ποσὸν ἀπὸ ὅσα δαπανοῦν τὰ λεγόμενα πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐὰν πάρωμεν αὐτὴν τὴν στατιστικὴν καὶ ἐξαγάγωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν γινομένων πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν δαπανῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ κατώτερον τῶν δαπανῶν δηλ. τῆς Σερβίας εἶναι 7½%, τὸ ἀνώτατον δὲ 20%, τῆς Ὁλλανδίας, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ὡς Κράτος τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Κράτος πεπολιτισμένον, συμμορφούμενον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ 7½%. Ἐν τούτοις σήμερον δαπανᾷ 454 ἑκατομ. Ἡ δαπάνη αὐτὴ σύμφωνα μὲ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ ἀπέναντι τῶν 7 δισεκατομ. τοῦ προϋπολογισμοῦ της ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς 600 ἑκατομ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν αὐτῶν τῶν δαπανῶν, δηλ. ἐὰν τὸ Κράτος ἀκολουθῇ ἐκπαιδευτικὴν πολιτικὴν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὡς εἰδικὸς ὀργανισμός, κατώρθωσε νὰ ἐφαρμόσῃ ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός του τὰ συμπεράσματα τῆς συγχρόνου ἐπιστήμης, τοῦτο εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὡς λέγει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νά τονίσω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι σήμερον ἐπιβάλλεται νὰ αὐξηθῇ πρωτίστως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας τουλάχιστον μέχρις 600 ἑκατομ. διὰ νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ μήνιμουμ, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει, ὡς εἶπον, τὰ ἄλλα Κράτη. Ὅλη ἡ οἰκτρὰ κατάστασις, τὴν ὁποίαν περιέγραψαν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκπαιδευτήρια, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξαρτῶνται πρωτίστως ἀπὸ τὸν λόγον τὸν οἰκονομικόν, ἐάν δηλ. δὲν αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ καλλιτερεύσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ αὔξησις ἄλλως τε ἐπιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ κατωτάτη ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἐνεργεῖται δὲ δαπάνῃ αὐτοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωτική, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, δαπανᾷ τὸ ὀλιγώτερον ποσὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκανεν ὁ κ. Ἰασωνίδης, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μερικάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαβάθμισιν τῶν διδασκάλων καὶ τῶν θεωρητικῶν μαθημάτων τὸ Διάταγμα ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ προσέκρουσεν εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§321Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. (Ὑφ. Οἰκον.). Ἡ ἄρνησις ἦτο ἀπολύτως δικαιολογημένη καὶ σύμφωνος μὲ τὸ ψήφισμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἔκδοσις Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Τὸ ψήφισμα ὁρίζει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τροποποιήσεων, τὸ διάταγμα δὲ ἐπέφερεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπεβάλλετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ. Εἰσάγεται δὲ τώρα ὡς τακτικὸν νομοσχέδιον.
§322ΓΡ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Αὐτὸ θέλω καὶ ἐγώ. Νὰ ὁρισθῇ πίστωσις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ συστήσω εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὅση καὶ ἂν γίνῃ προσπάθεια ὄντως διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐὰν δὲν τεθῇ αὐτὴ ἡ βάσις τῆς αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία καλλιτέρευσις. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, τὸ κυριώτερον σημεῖον, ὅτι δηλ. μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀγράμματον καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ ψευτοδιανοούμενον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ τὸ Κράτος. Συνεπῶς ἐὰν θέλωμεν ὁπωσδήποτε νὰ προοδεύσωμεν ὡς Κράτος, πρωτίστως πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκινάκης.
§324Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν προϋπολογισμοῦ, διότι οὗτος δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς ἀλλ’ ἀπολογισμός, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, μετὰ δύο ἡμέρας λήγει ἡ χρῆσις 1927–28. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ νὰ κάμω συστάσεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τονίσω πρῶτον τὴν ἀνάγκην ὅπως τροποποιηθῇ ἡ ἰσχύουσα φορολογικὴ νομοθεσία ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον, νὰ παρασχεθῶσι δ’ ἅμα καὶ εὐκολίαι εἰς τοὺς φορολογουμένους, ὥστε ἡ ὑπ’ αὐτῶν πληρωμὴ τῶν φόρων νὰ μὴ ἀποτελῇ ἀληθὲς μαρτύριον δι’ αὐτούς, οὐδὲ νὰ παγιδεύωνται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων καὶ αὐτόχρημα νὰ ληστεύωνται κατὰ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν δηλώσεων αὐτῶν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἐκπλαγῇ διὰ τὰ λεγόμενα μου, διότι πάντες καὶ ἰδίᾳ οἱ ἀσκοῦντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα θὰ ἔχωσιν, ὡς ὁ ὁμιλῶν, πλεῖστα ὅσα παραδείγματα φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ἐνῷ ἐδήλωσαν συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἀξίαν τῆς φορολογητέας περιουσίας, καταβαλόντες ἅμα τὸν νενομισμένον φόρον, ἐξηναγκάσθησαν, μετὰ πάροδον τριῶν καὶ τεσσάρων ἐτῶν, νὰ πληρώσωσι διπλάσια καὶ πολλάκις τριπλάσια τοῦ καταβληθέντος φόρου, πρὸς ἀποφυγὴν ἐνστάσεων καὶ προσφυγῶν, διότι αὗται καὶ ἡ ἐπακολουθοῦσα διαδικασία θὰ ἐστοίχιζεν ἀναμφιβόλως πολὺ περισσότερα εἰς αὐτοὺς ἀφ’ ὅσα ἐζήτουν τὰ κρατικὰ ὄργανα. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς φορολογουμένους πολίτας τοὺς ὀφείλοντας μικρὰ ποσά, εἰς οὓς δὲν συμφέρει νὰ ζητῶσι τὴν συνδρομὴν τῶν δικηγόρων. Διὰ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον συνεπῶς καὶ ἐπιβεβλημένον, νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ὡς προεῖπον, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀνατεθῇ εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας, τοὺς Δημάρχους καὶ Προέδρους τῶν Κοινοτήτων ἡ ἐκτίμησις τῶν φορολογητέων περιουσιῶν, οὗτοι δὲ μετά τινος τῶν διωρισμένων πραγματογνωμόνων, ὑποδεικνυομένου ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου πολίτου, νὰ προβαίνωσιν ἐντὸς τριμήνου προθεσμίας εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας τῆς φορολογητέας περιουσίας, τὸ κακὸν ἀσφαλῶς θὰ θεραπευθῇ, καὶ οἱ πολῖται δὲν θὰ ἔχωσι κανένα λόγον νὰ ζητῶσι τὰ δίκαια αὐτῶν διὰ συλλαλητηρίων καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς πράξεις καταργούσας τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους.
§325Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Κάμνων χρῆσιν τοῦ δικαιώματός μου, ὅπως εἴπετε σεῖς, λέγω ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ γίνεται ἡ ἐπαλήθευσις τῶν δηλώσεων ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι ὅταν γίνεται μετὰ δύο καὶ τρία ἔτη, οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκονται ἐν ἀπροόπτῳ.
§326Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ δὴ εἰς τοὺς ἀγρότας, πρέπει νὰ παρασχεθῶσιν εὐκολίαι τοιαῦται, ὥστε ἡ καταβολὴ τῶν φόρων νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἐμπόδια. Ὅταν, λόγου χάριν, μεταβαίνωσιν οἱ εἰσπράκτορες εἰς τὰ χωρία πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐσοδείας τῶν γεωργικῶν προϊόντων, οὐδεὶς ἀπολύτως ἐκ τῶν φορολογουμένων θ’ ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ παρέχωνται πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ καθυστερῶνται οἱ φόροι, θὰ ὠφελῆται δ’ οὕτως καὶ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐγκαίρου καταβολῆς αὐτῶν καὶ οἱ φορολογούμενοι, διότι θ’ ἀποφεύγωσι τὰς δαπάνας καὶ τὰ πρόστιμα καὶ τὴν φυλάκισιν. Διευκολύνετε τοὺς φορολογουμένους, ὑποβοηθεῖτε αὐτοὺς εἰς τὴν δήλωσιν καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι οὐδεμία ἐπικίνδυνος ἀνωμαλία θὰ παρατηρηθῇ εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὴν ἐπαλήθευσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν μέτρων τούτων ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας τοιαύτας, ὥστε ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ ὑπὸ τὸ ἀφόρητον βάρος τῆς φορολογίας στενάζων λαὸς καὶ ν’ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πεινῶσι καὶ ὑποφέρουσι δεινῶς οἱ κατώτεροι ἰδίως ὑπάλληλοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ὑπάρχουσι πολλοί, παραπολλοί, περιττοὶ ὑπάλληλοι ὡς καὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦσιν, αὐτοὺς δ’ ὀφείλουσι ν’ ἀνεύρωσιν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί, χωρὶς νὰ περιμένωσιν νὰ ὑποδειχθῶσιν εἰς αὐτοὺς οὗτοι ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, διότι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ὅλους αὐτοὺς βεβαίως νὰ ἐκτελέσωσι μίαν τοσοῦτον δύσκολον ἐγχείρισιν. Ὡς ἄνθρωποι θὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των. Γεγονὸς λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπεράριθμοι ὑπάλληλοι καὶ ἔκτακτοι τοιοῦτοι καθὼς καὶ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὸ τὸν Στρατὸν καὶ τὴν Χωροφυλακὴν καὶ εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, οἵτινες μάλιστα ζητοῦσι ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἀπὸ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ τὸ ταχύτερον ὁ προϋπολογισμός, διότι ὁ λαὸς ἀπέκαμε νὰ πληρώνῃ φόρους καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνακουφισθῇ καὶ καλυτερεύσῃ ὁ βίος του, δὲν θὰ βραδύνῃ νά χάσῃ τὴν ὑπομονὴν καὶ καρτερικότητα αὐτοῦ, καὶ τότε πᾶς τις ἐννοεῖ τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Ἐπίσης εἶναι γεγονός, ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐργάζονται ὅσον πρέπει Πάντες ἡμεῖς ἔχομεν ἀντιληφθῆ τοῦτο κατὰ τὰς ἐπισκέψεις μας εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Εἴδομεν πλειστάκις καὶ εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Ὑπουργεῖα καὶ λοιπὰ δημόσια γραφεῖα ὑπαλλήλους, καὶ δὴ θηλυκούς, ὡς λέγει ὁ συνάδελφος κ. Μεϊμαράκης, οἱ ὁποῖοι κατεγίνοντο εἰς ἀτομικὰς ἐργασίας ἃς δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὀνομάσω.
§327Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Διαμαρτύρομαι ἐκ μέρους τοῦ «ἀγῶνα τῆς γυναίκας»
§328Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Ἡ διαμαρτυρία σας, κ. Συνάδελφε θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ οὕτω ἱκανοποιεῖσθε. Ἕτερον ζήτημα, ἐξ ἴσου σοβαρόν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ πληθώρα τῶν κλασσικῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἀποδίδουν εἰς τὴν κοινωνίαν κατ’ ἔτος μέγαν ἀριθμὸν θεσιθηρῶν.
§329Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπ. Παιδ.). Ἡτοιμάσθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διορθωθῇ τὸ κακόν.
§330Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Γυμνασίων. Περιμείνατε κ. Ὑπουργέ. Μὴ μὲ διακόπτετε, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ τονίσω τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς μετατροπῆς τῶν πολλῶν Γυνασίων, Ἡμιγυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων εἰς πρακτικὰς καὶ Ἐπαγγελματικὰς Σχολάς, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον τὰ διάφορα Ἐπαγγελματικὰ καὶ Βιοτεχνικὰ Ἐπιμελητήρια διαμαρτύρονται, ὡς γνωστόν, καὶ δικαίως, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιούτων Σχολῶν.
§331Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπ. Παιδ.). Ἐγὼ δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὰ πρακτικὰ σχολεῖα.
§332Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ τοῦτο καθὼς καὶ τὸ ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν κωλύει, νομίζω, νὰ ὑποδειχθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα. Ὅταν δὲ γίνῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη εἰς τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, θὰ σωθῇ ἀσφαλῶς ἡ νεολαία μας, διότι τὰ 139 Γυμνάσια, 67 Ἡμιγυμνάσια, καὶ 435 Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, θὰ παύσωσι ν’ ἀποδίδωσι τοὺς πικροὺς καρποὺς οὓς δρέπει σήμερον ἡ κοινωνία, καθόσον μόνον ἀπὸ τὰ Γυμνάσια ἀποφοιτῶσι κατ’ ἔτος πέντε περίπου χιλιάδες μαθηταί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι γίνονται θεσιθῆραι, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ σπουδάσωσι Ἐπιστήμην τινά. Φαντάζεται δὲ τώρα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τί γίνεται μὲ τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἡμιγυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων. Καὶ ἐρωτᾶται: Εἶναι ἢ δὲν εἶναι μία μεγάλη Ἐθνικὴ πληγὴ τοῦτο; Καὶ δὲν εἶναι ἐγκληματικὴ ἡ περαιτέρω διατήρησις μιᾶς τοιαύτης ἐθνοφθόρου καταστάσεως; Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ὡσαύτως, συμφώνως ἄλλως τε καὶ πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως ἐξ οὗ πολλὰ τὰ καλὰ θ’ ἀποκομίσῃ ὁ λαὸς τῶν Ἐπαρχιῶν, ὁ ὁποῖος σήμερον μαρτυρεῖ κυριολεκτικῶς μὲ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα. Ἡ δυσφορία ἥτις ὑφίσταται σήμερον παρὰ τοῖς κατοίκοις τῶν Ἐπαρχιῶν, ἕνεκα τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διοικεῖται ἡ Χώρα, εἶναι μεγίστη, ἰδίως εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ν. Χωρῶν καὶ πρὸ πάντων τῆς Κρήτης, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰσέτι εἶχον ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν, καὶ ὡς εἰκὸς ἦσαν συνηθεισμένοι νὰ διεκπεραιώνωσι ταχύτατα καὶ ἄνευ σχεδὸν δαπανῶν τὰς ὑποθέσεις των, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ νὰ τελειώσωσιν αὐτάς, ἀλλὰ καὶ πάλιν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ βάσανα. Ἕτερον φλέγον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς Ὁδοποιίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ ταχύτατα καὶ νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, διὰ νὰ δοθῇ οὕτω καὶ ἐργασία εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀνέργων πολιτῶν καὶ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δυσφορούντων καὶ παραπονουμένων. Τὰς συστάσεις καὶ τὰς ὑποδείξεις ταύτας εἶχον νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀτυχῶς δὲν ἀντιπροσωπεύεται ὑφ’ ὅλων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθῶσιν αὗται ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, διότι ἡ μὴ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων ἐγκυμονεῖ μεγάλους κινδύνους, τόσον διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Δημοκρατίας, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θ’ ἀρνηθῇ βεβαίως ὅτι οὐδὲν ἄξιον λόγου ἔπραξε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ προκάτοχοι αὐτῶν διὰ τὰς Ἐπαρχίας. Ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ στραφῇ ἤδη, μετὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων ἅτινα ἀπησχόλησαν αὐτήν, πρὸς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, πρὸς ὃν δέον νὰ παράσχῃ ταχέως πᾶσαν συγκοινωνιακήν, ἐκπαιδευτικὴν καὶ φορολογικὴν εὐκολίαν, πρὸς δὲ καὶ πᾶσαν προστασίαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας του, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν εἰσφέρων εἰς τὸ Κράτος καὶ χρῆμα καὶ αἷμα. Ἡ πρόοδος δὲ καὶ ἡ εὐημερία αὐτοῦ, εἶναι πρόοδος καὶ εὐτυχία οὐ μόνον τοῦ Κράτους ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Φυλῆς μας.
§333Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προνοίας). Ὀλίγας λέξεις, Κύριοι Συνάδελφοι, ἔχω νὰ σᾶς ἀπευθύνω, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπικρίσεις αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπικρίσεις ἀφορώσας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐξόδων, εἰς τὴν εἰσήγησίν του, λέγει, μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς, (ἀναγινώσκει). «Ὀφείλομεν νὰ σημειώσωμεν ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων πολλαπλῶν καὶ πολυτελῶν ὑπηρεσιῶν, παραμένει σοβαρὸς ἀριθμὸς ἐκτάκτων ὑπαλλήλων κ.τ.λ.». Ἕτερος δὲ συνάδελφός μας, ὁ κ. Στάης, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγε: «Θέλετε νὰ πραγματοποιήσητε οἰκονομίας; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ καταργήσητε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας. Θὰ ἔχετε ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτῆς οἰκονομίας δεκάδων ἂν μὴ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων». Ἀπορῶ πῶς διεμορφώθη αὕτη ἡ γνώμη, ὅτι δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας δὲν ἐκπληροῖ κανένα σκοπόν, ὅτι ἡ ὕπαρξίς του, μόνον δαπάνας συνεπάγεται διὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἄλλο τι εἰμὴ πρυτανεῖον ἀργομίσθων. Διότι δὲν φαντάζομαι μὲ τὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἔχουσι διαμορφωθῇ εἰς τὸν τόπον μας, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν κατόπιν τοῦ μακροχρονίου πολέμου, ὅτι ὑπάρχει ἕτερον Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ σκοπὸν ὑψηλότερον, περιεχόμενον οὐσιαστικώτερον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν πλήρωσιν ἀναγκῶν μεγαλυτέρων ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει νὰ θεραπεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, τὸ ὁποῖον, ἐκτὸς τῶν προσφυγικῶν, ἀντιμετωπίζει οὐσιώδεις ἀνάγκας ἀφορώσας πολυαρίθμους πενομένας καὶ δυστυχούσας λαϊκὰς τάξεις. Ἡ Δικτατορία, θέλουσα νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πραγματοποιεῖ δῆθεν τὰς οἰκονομίας τὰς αἱματηρὰς τὰς ὁποίας εἶχεν ἐξαγγείλει, προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας, χωρὶς ὅμως νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν κατάργησιν οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς αὐτό. Ἡ οἰκονομία ἡ προκύψασα ἀπὸ τὴν κατάργησιν καὶ τὴν κατανομὴν τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ἦτο ἐλαχίστη, ἡ ζημία ὅμως ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς διασπάσεως καὶ τοῦ καταμερισμοῦ τῆς ἑνότητος ἐν τῇ διοικήσει τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξε κολοσσιαία. Ἡ πεῖρα λοιπὸν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι οἰκονομίαι σοβαραὶ ἀπὸ τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήττει εἶναι ὅτι αἱ φῆμαι αὐταί, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι πολυτελεῖς καὶ πλῆθος ἀργομίσθων ὑπαλλήλων, αἱ φῆμαι αὐταὶ τῶν τριόδων, εὗρον θέσιν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσηγητὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀντὶ τῶν κατηγοριῶν τὰς ὁποίας ἐξετόξευσεν εἶχεν ὅλον τὸν χρόνον, καὶ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξακριβώσῃ ποῖαι εἶναι αὗται αἱ πολυτελεῖς ὑπηρεσίαι, καὶ νὰ μᾶς τὰς ὑποδείξῃ, ἵνα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ καὶ μὴ ὑποπέσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὸ ἁμάρτημα διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἤλεγξεν. Ἀλλ’ ὅσον εἶναι εὔκολον νὰ ἐπιρρίπτῃ τις ἀορίστους μομφάς, ἄλλο τόσο δύσκολον εἶναι νὰ ἀποδεικνύῃ βασίμως τὰς μομφὰς ταύτας. Δι’ ὃ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, φρονίμως ποιῶν, ἐσίγησεν ἐν τούτῳ. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας ἐπετεύχθη πᾶσα δυνατὴ οἰκονομία. Καὶ αἱ ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ αἱ ὑποδείξεις τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐτέθησαν κατὰ τὸ μεγαλύτερον αὐτῶν μέρος ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ πᾶσα ἄλλη οἰκονομία ἐπεδιώχθη, ὥστε ὄχι μόνον πολυτελεῖς ὑπηρεσίαι νὰ μὴ ὑπάρχουν, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἀργόμισθος. Ἐν πάσῃ πεποιθήσει, καὶ χωρὶς φόβον διαψεύσεως, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐργάζονται ὄχι μόνον κατὰ τὰς καθωρισμένας ὥρας, ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν ἀκόμη, διότι ἀντιλαμβάνονται πόσον ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πόσα ἀναμένει ὁ λαὸς ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ἐλεγχόμεθα, διότι διατηροῦμεν πολυτελεῖς ὑπηρεσίας καὶ διότι δὲν προβαίνομεν εἰς περικοπὴν δαπανῶν, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐλεγχόμεθα ἀκριβῶς διὰ τὸ ἀντίθετον, διότι προέβημεν εἰς ἐλαττώσεις τῶν πιστώσεων, καὶ ἀκόμη διότι, γνωρίζοντες τὴν δυσχερῆ ὄντως θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται μέρος τοῦ ἀστικοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθωμεν ἀποτελεσματικῶς ἀρωγοί, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἀνακουφίσωμεν. Κατηγορήθην ἀκόμη διότι ἄλλοτέ ποτε ὑπῆρξα ἀμείλικτος τιμητὴς ἄλλων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις εἶχον νὰ παρουσιάσουν ἔργον κολοσσιαῖον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν, καὶ γενόμενος Ὑπουργὸς ἐλησμόνησα ἐμαυτόν. Εἶνε ἀληθές, Κύριοι, ὅτι, ὅταν κατὰ τὸ 1924 ἐκηρύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν ἀποτελεῖ ζήτημα ἐθνικόν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπελήφθην τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν ἐχαρακτηρίζετο τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ὡς ζήτημα ἐθνικὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι πρέπει νὰ ἀπορροφήσῃ ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἤμην καὶ ἐγὼ ἀπολύτως σύμφωνος, διότι πράγματι ὁ ὄγκος τοῦ προβλήματος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ ἀπασχολοῦνται σοβαρῶς ἐπ’ αὐτοῦ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις· ἀλλ’ ἐὰν ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ὡς ἐθνικοῦ ἐδίδετο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποφεύγουν αἱ Κυβερνήσεις τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων αὐτῶν, ἐπ’ αὐτοῦ διεφώνουν τελείως καὶ ἐπεφυλασσόμην ἀκεραίου τοῦ δικαιώματός μου, ὡς Βουλευτοῦ, νὰ ἐλέγξω πᾶσαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐθεώρουν ὡς μὴ ἐπιτελοῦσαν πλήρως τὸ καθῆκον αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Καὶ ἤλεγξα πράγματι σφοδρῶς τὰς τότε Κυβερνήσεις. Ἐάν, Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ ἔλεγχος ἐνδείκνυται καὶ ἐπιβάλλεται προκειμένου περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, ἐνδείκνυται κυρίως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν προσφυγικῶν. Ἀλλ’ ὁποῖος ἔλεγχος; ὁ ἔλεγχος ὁ περιοριζόμενος εἰς φράσεις κενὰς σημασίας; ὁ ἔλεγχος ὁ περιοριζόμενος εἰς θρηνῳδίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; ὁ ἔλεγχος ὁ συνιστάμενος εἰς ἁπλῆν ἀπεικόνισιν τῆς ὑπαρχούσης δυστυχίας, καὶ εἰς τὴν στερεότυπον κατάληξιν: δὲν ἐκάματε τίποτε; ἢ ὁ ἔλεγχος ὁ οὐσιαστικός, ὁ ἔλεγχος ὁ συστηματικός, ὁ ἔλεγχος ὁ στηριζόμενος ἐπὶ ἐπιχειρημάτων ἀκλονήτων; Τοῦτον τὸν ἔλεγχον ὄχι μόνον δὲν θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ προκαλοῦμεν τὸ ἔλεγχον αὐτόν. Ἀλλὰ ὑπῆρξε τοιοῦτος ἔλεγχος; Προσήχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι ἠμελήσαμεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὅ,τι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθημεν νὰ ἀναλάβωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας, ἐπέτρεπον χάριν τοῦ κόσμου τοῦ προσφυγικοῦ; Ἐλέχθη ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας διὰ τὴν στέγασιν πίστωσις 100.000.000, κατὰ τὸ ἔτος 1927–28 ἡμεῖς περιωρίσαμεν τὴν πίστωσιν εἰς 55.000.000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν βάσιν ὁλοκλήρου τῆς πολεμικῆς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας. Ἐπιχείρημα ὄχι ἁπλῶς ἀστήρικτον ἀλλ’ ἀβάσιμον ἐντελῶς, ὡς θὰ ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως. Ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν στέγασιν, 55.000.000 πλὴν τῶν πιστώσεων δι’ ἄλλας ἀνάγκας προσφυγικάς, καὶ 15.000.000 διὰ δάνεια εἰς προσφυγικοὺς οἰκοδομικοὺς συνεταιρισμούς· ἀνεγράφη τουτέστιν πίστωσις 70.000.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ ἐλήφθη συγχρόνως φροντὶς νὰ ἐξασφαλισθῶσιν, καὶ ἐξησφαλίσθησαν, ἄλλοθεν ἕτερα 65.000.000 δραχμῶν, τὰ ἐκ τῶν ὁποίων ἔργα ἤρξαντο ἤδη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τὸ διατεθὲν κατὰ τὸ 1927–28 εἰς 135.000.000 δραχμῶν. Θέλετε μάλιστα νὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι ἀκόμη; Ὑπερέβημεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 20.000.000, εἰς τρόπον ὥστε τὰ πραγματικῶς διατεθέντα ποσὰ διὰ τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων κατὰ τὸ 1927–28 ἀνέρχονται εἰς 155.000.000 δραχμῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ πράγματι διατεθέν. Ὥστε ὄχι μόνον δὲν ὑπελείφθημεν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον εἶχε διατεθῇ ὑπὸ τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ διεθέσαμεν ἐπὶ πλέον 45 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἐλέχθη ἐνώπιον ὑμῶν: «Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, ἀντιλαμβάνεται τὸν πόνον τῶν προσφύγων, ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διέθεσεν εἶναι ἀνεπαρκές, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀφοσιώσεως τὴν ὁποίαν τρέφει πρὸς τὸν ἀρχηγόν του δὲν ἀντέταξε τὴν ἄκαμπτον ἐκείνην ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀντιτάξῃ, καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀποσπάσῃ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἀποσπάσῃ». Εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ὅτι πρὸς τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀφοσίωσιν τρέφει ἀπεριόριστον καὶ βαθύτατον σεβασμόν. Τὰ δὲ αἰσθήματα ταῦτα ηὐξήθησαν καὶ ἐγιγαντώθησαν, ἀπὸ τὴν δεκαπεντάμηνον συνεργασίαν, καὶ ἀπὸ τὴν παρακολούθησιν τῶν προσπαθειῶν καὶ τῶν μόχθων, καὶ τῶν ἀγωνιῶν, ἡμερῶν καὶ νυκτῶν ὁλοκλήρων, τὰς ὁποίας διῆλθε διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσε, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ἐξυγιάνῃ οἰκονομικῶς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκετο ἁπλῶς, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἔκφρασιν, εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, ἀλλ’ ἐσφάδαζεν εἰς τὸ βάθος αὐτῆς. Ἀλλά, Κύριοι, δι’ ἐμὲ οὐδεμία ἀφοσίωσις πρὸς οἱονδήποτε ἀρχηγὸν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραμελήσω τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ γενικωτέρου τοῦ τόπου συμφέροντος. Καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον ἐπέβαλλεν ὄχι νὰ αὐξήσωμεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ γενικὸν συμφέρον ἐπέβαλλε νὰ βοηθήσωμεν ὅλοι εἰς τὸ μέγα καὶ θεμελιῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν δηλαδὴ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν διὰ νὰ ἀγάγωμεν εἰς πέρας τὸ προσφυγικὸν ζήτημα καὶ ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὸν τόπον. Τί σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ προσθήκη εἰς τὰ 155 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα διεθέσαμεν, 5, ἢ 10, ἢ καὶ 20 ἀκόμη ἑκατομμυρίων δραχμῶν; κατὰ τί θὰ προήγετο τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς στεγάσεως, ἐὰν ἐκτὸς τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας ἀνεγράψαμεν, ἀνεγράφομεν ἀκόμη καὶ 15 καὶ 20 καὶ 30 ἑκατομμύρια; Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐτόλμα κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀκόμη. Νὰ τὰς ἀνεύρωμεν πόθεν; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἴχαμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὡς καλῶς γνωρίζετε ἔλλειμμα 2.600.000.000 δραχμῶν. Δὲν θὰ εἶχε καμμίαν οὐσιώδη ἐπίδρασιν. Θὰ εἶχεν ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ παρεκωλύομεν τὸ κύριον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸ πρώτιστον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅλοι, νὰ ὑπερηφανευώμεθα. Ὑπεστήριξα λοιπὸν πάσῃ θυσίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ βαρύτατον ἔργον του. Καὶ δὲν μετανοῶ διὰ αὐτό. Τοὐναντίον μάλιστα. Ἀλλὰ καὶ ἐξησφάλισα ἐν ταὐτῷ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν πιστώσεων, διὰ τὰς ὁποίας ὄχι μόνον οὐδεμίαν οὐδέποτε ἔφερεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ καὶ εὐχαρίστως ἐχορήγησε, θλιβόμενος εἰλικρινῶς διότι δὲν ἠδύνατο καὶ μείζονας ἀκόμη νὰ χορηγήσῃ. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ προσφυγικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζωμεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν· πρέπει νὰ τὰ ἀντιμετωπίζωμεν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν πραγματικῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ τὸ Κράτος. Προσφέρουν δὲ τὴν χειρίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν προσφυγικὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν Χώραν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαδηλοῦντες, ἀνὰ πᾶσαν τῆς ἡμέρας στιγμήν, μόνον τὸ μέγεθος τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται εἰσέτι, παραλείπουν συγχρόνως νὰ ἐμφανίζουν καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει μέχρι σήμερον συντελεσθῆ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα πράγματι εἰλικρινεῖς, ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν εἰς τὸν κόσμον τὸν προσφυγικὸν ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν, ὀφείλομεν νὰ μὴ τὸν διαβουκολῶμεν, ἐμφανίζοντες ἐνώπιον αὐτοῦ μόνον τὰ μελανὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ δύσκολος θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ποία ἡ βελτίωσις ἡ συνεχής, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, ποῖαι αἱ θυσίαι τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Κράτος καὶ ὁ λαὸς ὁλόκληρος διὰ νὰ ἀγάγῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον. Ὅταν ἀπὸ 125.000 ἀστικῶν προσφυγικῶν οἰκογενειῶν ἀπέμειναν, ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, 30.000 μόνον ἐστεγασμέναι ὑπὸ συνθήκας οὐχὶ εὐχαρίστους, δὲν εἶναι τοῦτο ἔργον μικρὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραβλέπωμεν καὶ ἐμφανιζόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ θρηνῳδῶμεν, ὅτι ὁ κόσμος ὁ προσφυγικὸς ἐγκατελείφθη εἰς τὴν τύχην του. Βεβαίως αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ εἰσέτι μέρος τῶν ἀστῶν προσφύγων, εἶναι, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, δύσκολοι. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν τὰς παρεγνώρισεν, ἀλλὰ τὰς ἀντεμετώπισε κατὰ τὸν πλέον εὔστοχον καὶ ἀποτελεσματικὸν τρόπον. Διότι δὲν διεθέσαμεν μόνον τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως, οὐδὲ ἠρκέσθημεν εἰς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων διέθεσε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀνερχόμενα κατὰ τὰς πληροφορίας μου εἰς 70 ἑκατομ. δραχ. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ἐπέτυχε τὴν σύναψιν τοῦ νέου προσφυγικοῦ δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου διατίθενται ἤδη 400 ἑκατομ. δραχμῶν χάριν τῆς ἀστικῆς στεγάσεως καὶ μόνον. Εἶναι μικρὰ ὑπηρεσία αὐτὴ διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ζητήματος τῆς ἀστικῆς στεγάσεως; Καὶ εἶναι δυνατόν, κατόπιν τούτου, νὰ εὕρητε σταθερὰν βάσιν ἐλέγχου κατ’ αὐτῆς; Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ δάνειον τὸ προσφυγικόν, δὲν λέγω ὑπὸ τοὺς ἄκρως εὐνοϊκοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὸ ἐπετύχομεν, ἄνευ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄνευ τῆς ἀκάμπτου θεληματικότητος καὶ ἐπιμονῆς εἰς αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν γνωρίζετε πολὺ καλὰ εἰς ποῖον σημεῖον ἐσχάτης καταπτώσεως εἶχε φθάσει ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ὅταν γνωρίζετε πολὺ καλὰ εἰς ποίαν ἀνυποληψίαν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶχον περιαγάγει τὴν Χώραν οἱ πρὸ ἡμῶν κυβερνήσαντες καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμερίμνησε διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων; Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ ὅταν, κληθεῖσα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, εὗρε τὰ ταμεῖα κενά, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατεστραμμένα καὶ τὴν πίστιν του καταπεπτωκυῖαν; Εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γίνωνται θαύματα; Ἢ ἠθέλατε ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικόν; Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, περὶ τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἐξηντλήθη δι’ ὅσων ἀνωτέρω ἀνέφερον; Διέφυγε τὴν ἀντίληψιν τοῦ κατηγορήσαντος ἡμᾶς ἀξιοτίμου ἐκ Σερρῶν συναδέλφου, ὅτι ἕτερα 300.000.000 δραχ. ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1927–28 διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ πρώτου μητρῴου καὶ τοῦ παραρτήματος.
§334Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν αὐτά.
§335Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Αὐτὰ ἦσαν ὀφειλὴ τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πρόσφυγας. Τὸ λέγει ἡ σύμβασις σαφῶς. Τὰ ἐπλήρωσε τὸ Κράτος καὶ πληρώνει πᾶσαν ἄλλην ὀφειλήν.
§336Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προνοίας). Θὰ ἔλθῃ κ. Συνάδελφε, ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ὁ λογαριασμὸς καὶ θὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ μισθωμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–28 κατέβαλε 300 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια διὰ τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας. Ἀποτελεῖ αὐτὸ μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας ἢ δὲν ἀποτελεῖ τοιαύτην;
§337Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἐγγραφή, δυνάμει συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἦτο δυνατόν, οἱαδήποτε Κυβέρνησις, καὶ ἡ μᾶλλον ἀντιπροσφυγική, νὰ μὴ ἐγγράψῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§338Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προνοίας). Ἄλλο τίποτε ἀπὸ ἐγγραφάς, κ. Συνάδελφε. Ἀλλὰ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ αἱ λογιστικαὶ δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν. Σημασίαν ἔχει ἡ ἱκανότης τοῦ Κράτους νὰ πληρώνῃ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐγγράφει εἰς τὸ Προϋπολογισμόν. Ἐνέγραφε καὶ ἡ δικτατορικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὄχι ἀτυχῶς διὰ προσφυγικὰς ἀνάγκας, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 2.600.000.000. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αὐτό, ἀλλὰ διὰ τοῦ συμπληρωματικοῦ μητρώου τὸ Κράτος θὰ πληρώσῃ 600.000.000 ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν 1928–29 καὶ θὰ πληρώσῃ ἀκόμη 35.000.000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Τοὐτέστιν 635 ἑκατομμύρια, καθαρὰ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας. Καὶ ἔρχεσθε καὶ μοῦ λέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐντὸς ἔτους ἐπετέλεσε τὸ κατόρθωμα αὐτό,—διότι πρόκειται περὶ ἀληθινοῦ κατορθώματος—νὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν 2.600.000.000 καὶ νὰ καταβάλῃ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1927 –28 300.000.000 καὶ νὰ ἀσφαλίσῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1928–29 τὴν καταβολὴν 635 ἑκατομμυρίων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον της ἀπέναντι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐννοεῖτε σεῖς νὰ ἀσκῆτε τὸν ἔλεγχον, εἶναι δικαίωμά σας, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρξῃ πρόσφυξ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ πολίτης τὸν ὁποῖον θὰ ἠμπορέσητε νὰ πείσητε. Διότι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς μακρὰν τοῦ νὰ θίγῃ ὁπωσδήποτε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἓν καὶ μόνον συντελεῖ: εἰς τὴν ἔξαρσιν τοῦ παρ’ αὐτῆς ἐπιτελεσθέντος ἔργου. Ἡμεῖς τὸ ἐνδιαφέρον μας περὶ τῶν προσφύγων θέλομεν νὰ τὸ ἐπιδεικνύωμεν καί, τὸ ἐπεδείξαμεν, ὄχι διὰ λόγων κενῶν σημασίας, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ἀλλὰ δι’ ἔργων μεγάλων καὶ πραγματικῶν.
§339Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Δι’ ἀριθμῶν.
§340Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπ. Προν.). Οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ἀλλὰ ἠλέγχθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας διότι, ἐφαρμόζων τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐφαρμόσῃ, προέβη εἰς ἀπαλλοτριώσεις. Θὰ ἐννόουν ἔλεγχον διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις — καὶ τὸν ἀντελήφθην, ὅταν ἐγένετο ἡ σχετικὴ συζήτησις, προερχόμενον ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐθίγετο ἀπὸ τὰς ἀπαλλοτριώσεις καὶ τοὺς ὑποστηρικτὰς αὐτῆς. Ἀλλὰ ἔλεγχον διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις, προερχόμενον ἀπὸ βουλευτὴν ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀκηδείας ἡμῶν καὶ ὁ ὁποῖος κατηγόρησε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας διότι δὲν ἐμερίμνησε, διότι δὲν ἐπετέλεσεν ἀκέραιον τὸ καθῆκον του ἀπέναντι τῶν ἀστῶν προσφύγων, τοιοῦτον ἔλεγχον ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὸν ἐννοήσω. Ἕν εἶναι, Κύριοι, τὸ γεγονός· ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ μία ὁλόκληρος πενταετία διὰ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀπαραίτητον γῆν ἵνα στεγασθοῦν οἱ πρόσφυγες καὶ ἀνεγείρουν τὰ οἰκήματά των. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ τολμᾶτε νὰ μὲ ἐλέγξητε δι’ αὐτό, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀντελήφθην τὴν κατάστασιν καὶ ἔσπευσα νὰ ἐξασφαλίσω εἰς τοὺς πρόσφυγας τὰ γήπεδα τῶν ὁποίων ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην, περιφρουρῶν ἐν ταυτῷ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον, ὡς ἄλλοτε ἀπέδειξα ὑπό, τὴν γενικὴν πάντων ὑμῶν κατάπληξιν κατέβαλεν ἀδικαιολογήτως κολοσσιαῖα μισθώματα; Ἀλλ’ εἶπον ἀκόμη: ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας προέβη εἰς ἐκτεταμένας ἀπαλλοτριώσεις, διὰ νὰ διανείμῃ τὰ οἰκόπεδα εἰς συνεταιρισμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν κατηρτίσθησαν καὶ ἔφερε τοιουτοτρόπως τὸν προσφυγικὸν κόσμον εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν κόσμον τῶν γηγενῶν. Δὲν ἔθεσα, Κύριε ἐκ Σερρῶν Συνάδελφε, ἀντιμέτωπον τὸν προσφυγικὸν κόσμον πρὸς τοὺς γηγενεῖς ἐγώ. Τὸν φέρετε εἰς σύγκρουσιν σεῖς δι’ ὅσων εἴπατε ἀπὸ τοῦ βήματος, παρουσιάζοντες τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας ὡς ἐνέργειαν ἄσκοπον καὶ ἀνωφελῆ καὶ προκαλοῦντες, ἄνευ λόγου, παρὰ πάντα λόγον, τὴν ἀναρρίπισιν τοῦ σάλου καὶ τῶν διχονοιῶν. Διότι καλῶς γνωρίζετε, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῶν γενομένων ἀπαλλοτριώσεων δὲν ἀπέβλεπεν εἰς διανομὴν γηπέδων εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Ἀπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἀπαλλοτριώσεως, ὅτι ἐκ τῶν 6, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἑκατομμυρίων μέτρων τὰ ὁποῖα ἀπηλλοτριώσαμεν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, μόνον 300 χιλιάδες μέτρων περίπου διετέθησαν ὑπὲρ συνεταιρισμῶν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀπαλλοτριώσεις ἐγένοντο ἢ κατὰ παράκλησιν ἡ Ε.Α.Π. ἵνα οἰκοδομηθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν συνοικισμοὶ τοὺς ὁποίους προέβλεπεν ὁ ὑπὸ ἐκτέλεσιν προϋπολογισμὸς της, ἢ ἀφεώρουν οἰκόπεδα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἀνηγερμένοι ἀπὸ ἐτῶν προσφυγικοὶ συνοικισμοί. Ποῦ βλέπετε τὸ ἄστοχον τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας; Κατὰ τὴν τελευταίαν περὶ ἀπαλλοτριώσεων συζήτησιν, καθὼς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 119 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος καὶ παρεδέχθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ γίνωσιν ἀπαλλοτριώσεις τῶν γηπέδων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἤδη προσφυγικοὶ συνοικισμοί. Καὶ ἔρχεσθε ἤδη σεῖς νὰ μᾶς ἐλέγξητε ὡς ἀστόχως ἐνεργήσαντας, διότι προέβημεν εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις αὐτὰς καὶ νὰ μᾶς κατηγορήσητε, ὅτι θέτομεν ἀντιμετώπους τοὺς πρόσφυγας πρὸς τοὺς γηγενεῖς; Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ διακηρύττετε ὅτι οὕτω πράττοντες ἐπιδεικνύετε ἐνδιαφέρον προσφυγικόν; Ἠλέγχθημεν ἀκόμη διότι ἐξεδώσαμεν τὰ δύο Νομοθετικὰ Διατάγματα: τὸ περὶ ἐκποιήσεως τῶν συνοικισμῶν καὶ τὸ περὶ ἀστικῶν συνεταιρισμῶν. Βεβαίως τὴν εὐθύνην τῶν Νομοθετικῶν αὐτῶν Διαταγμάτων τὴν φέρω ἀκεραίαν ἐγὼ καὶ δὲν μετανοῶ διότι τὰ ἐξέδωκα. Ὄχι μόνον δὲν μετανοῶ, ἀλλὰ καὶ ὑπερηφανεύομαι δι’ αὐτά. Διότι χαράσσονται δι’ αὐτῶν νέαι ἐντελῶς κατευθύνσεις εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ εἶναι, ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐμέμφθη διὰ τὰ δύο αὐτὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, εἶναι ἐκεῖνος ἀκριβῶς ὁ ὁποῖος πλειότερον ὅλων ἐχειροκρότησε καθ’ ὃν χρόνον τὰ ὑπέβαλλον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ὄχι μόνον δὲν εἶχε τότε καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ εὗρε τὰ μέτρα αὐτὰ ὡς τὰ μᾶλλον σωστικὰ καὶ συντελεστικὰ διὰ τὴν ἀστικὴν τῶν προσφύγων ἀποκατάστασιν καὶ ἐν διαστήματι 5 μηνῶν παρέρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ μὲ μεμφῇ ὡς λαβόντα δῆθεν τὸ μαστίγιον ἀνὰ χεῖρας, διὰ νὰ μαστιγώσω μέχρις αἵματος τοὺς πρόσφυγας, ἐξωθῶν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν οἰκημάτων τὰ ὁποῖα τοῖς παρεχώρησε τὸ Κράτος, καίτοι καλῶς γνωρίζει ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν παράδειγμα ἐξώσεως, ἀλλ’ ὅτι καὶ οὐδεὶς οὐδ’ ἐπὶ ἐλάχιστον ἠνωχλήθη. Δὲν ἀντελήφθη ἀσφαλῶς τίς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ περὶ ἐκποιήσεως τῶν προσφυγικῶν συνοικισμῶν Ν. Δ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ Κράτος μέχρις σήμερον περιωρίσθη νὰ ἀνεγείρῃ ἀριθμόν τινα οἰκημάτων εἰς διαφόρους πόλεις ἐξ ὧν ἀπετελέσθησαν οἱ συνοικισμοί. Πέραν ὅμως τούτου, οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα διὰ τοὺς συνοικισμοὺς αὐτούς. Ἀλλ’ οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος. Μόνον μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς στέγης δὲν γίνονται οἱ συνοικισμοί. Οἱ συνοικισμοὶ ἔχουν ἀνάγκην ἐκκλησιῶν, σχολείων, δρόμων, ὑδρεύσεως καὶ ἄλλων ἔργων κοινωφελῶν Ποῖος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ πάντα ταῦτα; Ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμείνωμεν αἴφνης ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας νὰ γείνουν τὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων ἀπαραίτητον ἔχομεν ἀνάγκην; Καὶ ἐὰν ναί, ἐπὶ πόσας δεκαετηρίδας θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν; Ὅλοι εἴμεθα ἐν γνώσει τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας διὰ τὸ ζήτημα τῶν σχολικῶν κτιρίων. Καὶ τὰς ἐκκλησίας; Θὰ ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν νὰ μᾶς τὰς κτίσῃ καὶ αὐτὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας; Ἀλλ’ εἶναι φανερόν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ πρόσφυγες οἱ κατοικοῦντες εἰς τοὺς συνοικισμοὺς δὲν θὰ ἀπέκτων ποτὲ οὔτε ἐκκλησίας, οὔτε σχολεῖα, οὔτε δρόμους οὐδ’ ἄλλο τί. Ὁ νόμος αὐτός, ὁ τοσοῦτον κατηγορηθείς, δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς συνοικισμοὺς αὐτοὺς τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστῶσι πράγματι βιώσιμοι, καὶ νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τοὺς κατοίκους των τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς τις, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατοικήσῃ μονίμως εἰς ἓν μέρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Δὲν ἠθελήσαμεν ἡμεῖς, ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν νὰ ἐμπλουτίσωμεν τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν. Ἄλλωστε διὰ τοῦ διατάγματος καθορίζεται σαφῶς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· θὰ ἀναλαμβάνωνται ἀπὸ ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία σκοπὸν θὰ ἔχῃ ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰς οὐσιώδεις ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τοὺς συνοικισμούς, καὶ ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἐξασφάλισις τῆς ὑπάρξεώς των. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ συνοικισμοὶ εἶναι καταδικασμένοι εἰς διαρροὴν καὶ διάλυσιν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θὰ τοῖς ἐξασφαλίσωμεν πάντα ταῦτα καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω πάντα λόγον νὰ εἶμαι ἀπολύτως εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ν. τούτου Διατάγματος. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν συνεταιρισμῶν. Διὰ τοῦ νόμου περὶ συνεταιρισμῶν ἀπεβλέψαμεν εἰς δύο τινά: α) ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος καὶ τοὺς πρόσφυγας ἀπὸ τῶν καταχρήσεων αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν κατὰ τὴν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνέγερσιν τῶν οἰκίσκων, διότι ἡ προσοχὴ καὶ ἡ ἐπίβλεψις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ μεθ’ ὅσης ἀπαιτεῖται αὐστηρότητος καὶ ἐπιμελείας ὅταν τοῦτο ἐπιδίδεται εἰς ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι προπαρεσκευασμένον νὰ ἀγάγῃ εἰς τέρμα εὐτυχές. Παρετηρήθη ὅτι ὅλοι οἱ συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν μέχρι σήμερον, προεκάλεσαν τὰς διαμαρτυρίας καὶ ἐν πολλοῖς καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι τὰ οἰκήματα τόσον ἀπὸ ἀπόψεως στερεότητος ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀνέσεως δὲν ἐξεπλήρουν τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ ἐκπληρῶσιν, ἀναλόγως τῶν γενομένων δαπανῶν. Ἠθελήσαμεν ἡμεῖς νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς πρόσφυγας τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀνεγείρωσιν οἱ ἴδιοι τὰ οἰκήματά των, μὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτοί, ὡς ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, θὰ τὰ ἀνήγειρον καὶ οἰκονομικώτερα καὶ ἀνετώτερα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν τὸν νόμον περὶ οἰκοδομικῶν συνεταιρισμῶν. Ὁ δεύτερος λόγος ἦτο νὰ ὠθήσωμεν τὸν προσφυγικὸν κόσμον νὰ συμβάλῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας περιστοιχίζεται τὸ Κράτος. Δὲν πρόκειται δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ν’ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς εὐπόρους πρόσφυγας. Ὄχι. Πρόκειται ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἀκριβῶς μέγα μέρος ἐξ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ζοῦν ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Συνάδελφος. Ἄλλοι ἔχουν λάβει τὰς ἀποζημιώσεις των καὶ ἄλλοι ἔκαναν ἀρκετὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας, ἐνισχυόμενοι καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος, προθύμως θὰ εἰσέφερον, διὰ νὰ λύσουν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεώς των. Εἰς τὴν εἰσήγησιν καὶ τῶν δύο Ν. Διαταγμάτων δὲν προέβημεν ἐξ ἰδίας ἐμπνεύσεως. Ἦτο κοινὴ ἀξίωσις ὅλων τῶν προσφύγων ἐπαναλαμβανομένη ἐπὶ ἔτη τώρα. Καὶ σήμερον ἀκόμη λαμβάνομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν συνοικισμοὶ προσφυγικοί, ἀναφορὰς διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτακτικῶς ζητεῖται νὰ διατάξωμεν τὸ ταχύτερον τὴν ἐκτίμησιν τῶν οἰκημάτων των, διότι εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὰ πληρώσουν. Καὶ σήμερον ἔχομεν ἀπειρίαν αἰτήσεων συνεταιρισμῶν οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν κρατικὴν ἐνίσχυσιν. Ἔχομεν 45 καὶ πλέον συνεταιρισμοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ ἄλλους τόσους περίπου ἐν Θεσσαλονίκῃ διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν ἄλλων πόλεων. Τοῦτο ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύει ὅτι καὶ τὰ δύο Νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ὁμόθυμον ἐπιθυμίαν τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου καὶ ἐξυπηρετοῦν τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Τοῦτο ἀκόμη ἀποδεικνύει πόσον ἀδικαιολόγητος ὑπῆρξεν ὁ ἀσκηθεὶς ἔλεγχος καὶ ἀβάσιμα καὶ ἀψυχολόγητα τὰ παραταχθέντα ἐπιχειρήματα.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Γίνονται δεκτοὶ δι’ ἀναστάσεως οἱ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Προνοίας καὶ Παιδείας καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ κληροδοτημάτων καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1927–1928»;
§342ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 2.40′ τῆς πρωΐας)