1928.03.29
3.636 στίχοι · 27.521 λέξεις · 297 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63Η
ΤΗΣ 29 ΜΑΡΤΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6, μ. μ)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ συνέρχωνται κἄπως ἐνωρίτερον καὶ ὄχι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ ἀρνοῦνται νὰ ἔλθουν τὸ πρωΐ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ πανελλήνιος ἀστικὴ ἕνωσις κτηματιῶν Ἀθηνῶν, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται Αἰγίου, Τριπόλεως καὶ Μυτιλήνης ἀποκρούουν ἐν μακρῷ ὑπομνήματι τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐπαγγελματιῶν περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἐνοικιοστασίου, καὶ δηλοῦν ὅτι οὐδεμίαν θὰ δεχθῶσιν ἀναστολὴν καὶ παρακαλοῦσι νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ παντελὴς ἄρσις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Πιέρρης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Κερκύρας παρακαλοῦντος ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προκηρύξεως δημοπρασίας διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς πόλεως. Ὁ σύνδεσμος ἰδιοκτησίας Καλαμῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἀναστολὴν καὶ τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ψάρας, Π. Ἀλεξανδρῆς, Χ. Ἀλαμανῆς καὶ Δ. Κατσᾶνος καταθέτουν ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν Φαναρίου, καὶ τῶν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν Τριχωνίας παρακαλούντων ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα χορηγήσῃ εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς δάνεια συμφώνως μὲ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελλούσης καλλιεργείας. Οἱ Πρόεδροι τοῦ συνεταιρισμοῦ Κυπαρισσίας, συνεταιρισμοῦ Μπεζαΐτη, καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ Λαϊκῆς Τραπέζης Μακρυσίων παρακαλοῦν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Οἱ ὑδατεργάται Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἔγκρισιν κονδυλίου ἐνοικίου τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου των. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης καταθέτει διαμαρτυρίαν τῶν ἐφέδρων τῆς ἐπαρχίας Ἀμαρίου τοῦ νομοῦ Ρεθύμνης, διότι τὸ ἐφεδρικὸν ταμεῖον Ρεθύμνης ἐξέθεσαν εἰς πλειοδοσίαν παρανόμως τὰ κτήματα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων καὶ παρακαλοῦν τὴν ἀναστολὴν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας καὶ τὴν διάθεσιν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἱδρυομένης γεωργικῆς Σχολῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Γεωργιάδης καταθέτει ἀναφορὰν κηπουρῶν καὶ γαλακτοκόμων, παρακαλούντων ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ ἀποζημιώσεις αἱ ὁρισθεῖσαι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰς φονευθείσας ἀγελάδας των, ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν πρὸς πρόληψιν μεταδόσεως ἐπιδημίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κάκκαβος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κόρπης, παρακαλούντων ὅπως ἐξετασθῇ τὸ σηροτροφικὸν ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀρθῇ ὁ ἐπιβληθεὶς σηροτροφικὸς δασμὸς καθόσον ἐκ τούτου κινδυνεύει νὰ παρακμάσῃ ἡ σηροτροφία. Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. Μαυρομάτης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Εὐηνοχωρίου, παρακαλούντων ὅπως διαταχθῇ ἡ κατασκευὴ ἀντιπλημυρικῶν ἔργων πρὸς πρόληψιν καταστροφῶν ὑπὸ τοῦ ἐκχειλίσαντος ποταμοῦ Εὐήνου. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κάκκαβος καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου ἐγγείου παραγωγῆς 1926– 1927, τῶν ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ Ἀξιοῦ παθόντων θυμάτων, ζητούντων τὴν ἀπαλλαγήν των ἐνοικιαστῶν διὰ τὰς ζημίας ἃς ὑπέστησαν, καὶ ὑποβάλλουν συγχρόνως καὶ σχέδιον νόμου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Γρηγορίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων περὶ μεταλλευτικῶν νόμων». Ὁ ἴδιος βουλευτὴς κ. Θ. Γρηγορίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Συγκοινωνίας καὶ Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3406 τοῦ 1927 νόμου περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Λαδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ». Ὁ κ. Γ. Ἐξηντάρης (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) Ὑποβάλλει σχέδιον νόμου περὶ ἐγκρίσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας γενομένης μισθώσεως οἰκήματος πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ὑπηρεσιῶν ἀποζημιώσεως δικαιούχων ἀνταλλαξίμων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§5Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§7Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ τῶν πληθυσμῶν Πελοποννήσου, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως τῶν σιδηροδρόμων ΣΠΑΠ. Ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη εἰς αʹ. ἀνάγνωσιν πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν καὶ ἐπεφυλάχθη ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ψηφίσῃ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν. Βλέπω εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὅτι τὸ σχετικὸν νομοθέτημα εὑρίσκεται εἰς τὸ βάθος αὐτῆς, ὑπ’ ἀριθμὸν διακόσια τόσο. Δεδομένου δὲ ὅτι οἱ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου ἀδημονοῦσι νὰ ἴδουν ἐπὶ τέλους πραγματοποιούμενα τὰ ἔργα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ σύμβασις, παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ὡς Πελοποννήσιος βουλευτής, ὅπως ἐγγραφῇ αὕτη μεταξὺ τῶν πρώτων πρὸς ψήφισιν νομοθετημάτων, διὰ νὰ τελειώσῃ ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§8Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θεωρῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ προταχθῇ, ὄχι σήμερον βεβαίως, ἀλλ’ αὔριον ἢ μεθαύριον, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ ἐν λόγῳ νομοθέτημα, διὰ νὰ συζητηθῇ.
§9Β. ΣΑΓΙΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Τρίτην.
§10Μ. ΚΑΤΣ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ ἀπόψε. Εἶναι μία ἐκκρεμότης ἡ ὁποία πρέπει νὰ παύσῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολύ. Θὰ συζητηθῇ τὴν Τρίτην, ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ οἰκονομ. ἔτους 1928–29»,
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χθὲς ἐτελειώσαμεν, κ. Πρόεδρε, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος ἔτους. Ἐὰν ἐξακολουθηθῇ ἡ ἰδία τακτικὴ καὶ διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 1928–29, κατὰ τὸ τέλος Μαρτίου 1929 θὰ συζητῶμεν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Νὰ ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν αὐτήν. Νὰ δοθῶσι τὰ δωδεκατημόρια, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, διότι ἡ Βουλή, εὑρισκομένη πρὸ ἀπολογισμοῦ, δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου».
§16Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι τυπικὸν αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§17Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐγένετο συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων καὶ ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τηρήσῃ μίαν σειρὰν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Θὰ ψηφίσῃ τὰ ἐπείγοντα καὶ κατόπιν θὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἄλλα. Διατί δὲν ἀκολουθεῖται αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκολουθοῦμεν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν τάξιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἀναβάλλεται μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ ἀπονομῆς τοῦ μισθοῦ τμηματάρχου εἰς τοὺς εἰσηγητὰς καὶ τοὺς τούτοις ἐξομοιουμένους τῶν Πολιτικῶν Ὑπουργείων».
§19Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα κάμνει ἐξαιρέσεις.
§20Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι εἴμεθα Κοινοβουλευτικὸν Κράτος, ἐφόσον δὲν λύομεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου; Ἐνῷ παρῆλθε τετράμηνος προθεσμία ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰ Διατάγματα αὐτὰ εἶναι ἄκυρα. Τώρα πῶς ἐρχόμεθα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς διατάξεως μετὰ τὸ τετράμηνον, νὰ συζητήσωμεν διὰ τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα; Τοῦτο ἤθελον νὰ μάθω;
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι εἰς τὸ τετράμηνον αὐτὸ διάστημα δὲν ὑπολογίζεται ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπόν, θέτω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὡς ὁ μακαρίᾳ τῇ λήξει Λουδοβῖκος ΙΔʹ., ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ Κράτος, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ διὰ μιᾶς αὐθαιρέτου ἑρμηνείας παραβιάζετε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως ἐνίσταμαι. Οὐδὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ γενομένη πρὸ ἡμερῶν, καὶ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελοῦν μίαν λύσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, τῆς καταργήσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐθεώρησα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος σαφῆ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο· ὅτι δηλαδή, εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, τὸ ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀκυροῦνται μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν τεσσάρων μηνῶν, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἂν ὑπολογίζεται εἰς τὸ τετράμηνον αὐτό ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν, τῶν ὁπωσδήποτε διακοπῶν. Ἐθεώρησα δὲ σαφῆ τὴν διάταξιν ταύτην καὶ διὰ τὸν ἁπλούστατον ἴσως λόγον, ὅτι ὅπου τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ὑπολογίζεται ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν, ἀνέγραψε τοῦτο ρητῶς. Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπ’ ὄψει μου.
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος λέγει, ὅτι ἡ ἀνωτέρω διάρκεια δὲν δύναται νὰ εἶναι πλέον τῶν 6, καὶ ἡ μικροτέρα τῶν 3 μηνῶν. Εἰς τὸν χρόνον τοῦτον δὲν ὑπολογίζεται ὁ χρόνος ἐπὶ διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ὅτι ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης ἠθέλησε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος δὲν ὑπολογίζεται. Ἐθεώρησα περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος.
§25Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις σφάλλεται. Ὅπου τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν τὸ ἀνέγραψε εἰς ρητὴν διάταξιν. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἐδῶ δὲν τὸ ἀνέγραψε, ἄρα δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ.
§26Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἁπλούστατα.
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον σαφές, ὥστε ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ χωρὶς πραγματικὴν ἀνάγκην προέβη εἰς τοιαύτην τοῦ Συντάγματος ἑρμηνείαν.
§28Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀδιέξοδον. Ἦτο ἀνάγκη πραγματικωτάτη.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα, νομοσχέδια τῆς τακτικῆς διαδικασίας νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ καὶ νὰ τὰ κυρώσῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν πρέπει νὰ ἐξοικονομηθῇ μία ἀνάγνωσις ἢ ὄχι. Δὲν θέλω δὲ νὰ μείνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπαρατήρητον, διότι δὲν νομίζω ὅτι κεῖται ἐν τῇ ἁρμοδιότητι τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγνωρίζει οὔτε τὴν Βουλὴν ἀκόμη ἁρμοδίαν νὰ ἑρμηνεύῃ κατὰ τὰς ἰδικάς της ἀντιλήψεις τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος. Προβάλλει δὲ ἐν ὅλῃ του τῇ ζωηρότητι τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Καὶ ἂν θὰ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρισθῇ τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, προβάλλει καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, δι’ ἔλλειψιν τῆς προδικασίας τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διαγραφομένης. Καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν πρὶν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου.
§30Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι διέπραξε τὸ σφάλμα νὰ εἰσηγηθῇ μέτρον τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ καλῶς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀναγνώσει καλῶς τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ ὑπέπιπτεν εἰς τὸ σφάλμα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν πρὸ ὀλίγου, εἰπών, ὅτι, ἐπειδὴ εἰς τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος ὁρίζεται ἅπαξ ὅτι «...ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ μηνῶν εἰς οὓς δὲν ὑπολογίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀναστολῆς ἢ τῆς πέραν τῶν 8 ἡμερῶν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν», ὅτι ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν ἀρχὴν εἰς ἄλλας διατάξεις. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀναγνώσει τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ προέβαλλε τοιοῦτον ἐπιχείρημα, διότι θὰ ἀνεγίγνωσκε καὶ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει «ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅπου ἠθέλησεν, ρητῶς ἀνέγραψεν ὅτι δὲν ὑπολογίζονται αἱ διακοπαί. Δὲν ἀληθεύει ὅθεν ποσῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διὰ τῆς ἅπαξ ἀναγραφῆς τῆς ἀρχῆς ἐτέθη εἷς γενικὸς κανὼν πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει πάντοτε νὰ ὑποχωρῶμεν. Τουναντίον ὁσάκις τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ρητῶς τὸ ἀνέγραψε. Τὸ ἀνέγραψε εἰς τὸ ἄρθρον 32, τὸ ἀνέγραψε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 46, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 77 δὲν τὸ ἀνέγραψε.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. τῆς Δικαιοσ.). Ἦτο περιττόν.
§32Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦτο περιττὸν εἰς τὸ ἄρθρον 77 τότε ἦτο ἔτι μᾶλλον περιττὸν εἰς τὸ ἄρθρον 46, τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον γειτονικὸν πρὸς τὸ ἄρθρον 32. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν διέτρεξε κἂν εἰς τὰς συζητήσεις τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν τοῦ Συντάγματος. Ἄν ἤθελε διατρέξει εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας καὶ ἤθελεν ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά, θὰ ἔβλεπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδον καὶ ἐγώ: Πῶς δηλαδὴ προῆλθεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἰς τὸ προσχέδιον, οὔτε εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος κ. Νικόλαος Μπακόπουλος προέτεινεν νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἐτέθη.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέν εἶναι πρότασις ἰδική μου· ἐγὼ τότε προέτεινα νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα μὲ νομοθετικὸν περιεχόμενον. Δὲν εἶμαι πατὴρ ἐγὼ τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ πρακτικά. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἔχουν λάθος, εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ, Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ἀναγράφουν ρητῶς, ὅτι τοῦτο ἐγένετο τῇ προτάσει τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὁ ὁποῖος δέχεται τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι αὕτη θὰ ἐγίνετο ἐντὸς ὡρισμένης ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας. Ταῦτα λέγουν τὰ πρακτικά. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐσφαλμένα εἰς τοῦτο πταίετε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἐγκαίρως ἐκάματε τὴν διόρθωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ γνωρίζω εἶναι ὅτι ἔχομεν κατηγορηματικὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν «Ἐὰν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις αὕτη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἢ τουλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καθίστανται τὰ νομοθ. διατάγματα ἄκυρα ἐφεξῆς». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τόσον σαφής, τόσον κατηγορηματική, τόσον ἀντίθετος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 32 καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ συντάγματος, ὥστε οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἄλλη ἑρμηνεία πλὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Εἶναι πλέον καιρός, νομίζω, νὰ σεβώμεθα ὀλίγον περισσότερον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὰς ἐπὶ ἔτη μακρὰς παραπλανήσεις. Ἐγὼ δὲν συζητῶ περὶ τῶν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο τὸ σύνταγμα, μόνον ὅτι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ προβαίνωμεν, χάριν σκοπιμότητος εἰς τὴν στρέβλωσιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Οὕτω ἀναγινώσκων εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοὺς δημοσιευομένους νόμους ἐξεπλάγην ὅταν εἶδον τὴν ἑξῆς ρήτραν: «ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν. Ὁ πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας περιβαλλόμενος αἰφνιδίως μοναρχικὴν ἐξουσίαν ψηφίζει μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀποφασίζει καὶ διατάσσει, ἐνῷ ἔχομεν ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν τὴν διάταξιν 3 τοῦ συντάγματος, καθ’ ἣν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ μόνον ἡ Γερουσία καὶ ἡ Βουλή.
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κακὴ ἕξις.
§36Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κακὴ ἕξις. Ἔμπρακτος μετάνοια καθ’ ἡμᾶς. Δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει εἴτε ὅτι ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἢ ὅτι ἀγνοοῦμεν αὐτὰς καὶ ἐρχόμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν προφανεῖ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων καὶ ὑποστηρίζομεν γνώμας, αἱ ὁποῖαι οὐδαμοῦ δύνανται νὰ στηριχθῶσι.
§37Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ συντάγματος εἶνε τόσον σαφές, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴπω οὔτε μίαν λέξιν διὰ νὰ μὴ ἀδικήσω τὴν ἀντίληψιν ὄχι μόνον τῶν ἀποτελούντων τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἄλλου. Ἔχω μόνον νὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν χάριν τοῦ γοήτρου αὐτῆς καὶ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποσύρῃ αὐτὰ τὰ διατάγματα καὶ νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονήν, διότι σχετικὸν νομοσχέδιον ἔχει ὑποβάλει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εὑρίσκεται ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ ἔλθῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸ ὀλίγου χρόνου ὅτε τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητεῖτο πάλιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντετάχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλέον συντακτικὸν σῶμα καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν ἐπὶ τοῦ συντάγματος. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε καμμιὰ ἀμφισβήτησις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει τὸ Σύνταγμα καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν νομίζει ὀρθήν, ὄχι βέβαια αὐθεντικήν. Ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα ἂν ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ἀναφερομένη προθεσμία εἶναι συνοπτικὴ προθεσμία ἢ εἶναι προθεσμία ἡ ὁποία δὲν ὑπολογίζει τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν ὑπὲρ τὰς 8 ἡμέρας.
§39ΧΡ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι συνοπτικὴ καὶ ὠφέλιμος.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. «Ὠφέλιμος». Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις μου. Ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 77 εἶναι ὅτι, ὅταν δὲν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ πέραν τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, ἡ προθεσμία αὕτη δὲν ἠμπορεῖ νὰ τρέχῃ διότι, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν λογικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸ ἄρθρον 77 λέγει ρητῶς, ὅτι ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῶν ἐπαναλήψεων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἐὰν αἱ ἐργασίαι δὲν συνεχισθοῦν, ἡ προθεσμία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τρέξῃ. Ἀντετάχθη ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 46 τοῦ συντάγματος ρητῶς ὁρίζεται ὅτι ἡ προθεσμία ἀναφέρεται ἐκεῖ προκειμένου περὶ τοῦ χρόνου τακτικῆς συνόδου τῆς Βουλῆς. Λέγει ρητῶς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ προθεσμία ἐκείνη δὲν τρέχει, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται πέραν τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν. Τοῦτο, τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐδῶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Διότι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συμπεράνωμεν εὐκόλως, ὅτι αἱ προθεσμίαι τρέχουν καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἐργάζεται ἡ Βουλή. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς τὸ ἄρθρον 77 δὲν παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ Συντάγματος. Ἄλλωστε γνωρίζουν οἱ νομομαθεῖς ὅτι τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων ἑρμηνευτικῶν μέσων. Εἶναι ἓν ἐπικουρικὸν μέσον ἑρμηνείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τόσον ἀπόλυτον ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχεν ἀπόλυτον ἐφαρμογήν, ἀσφαλῶς νομίζω ὅτι ἐν προκειμένῳ δὲν ὑφίσταται περίπτωσις ἐφαρμογῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος ἔχομεν μίαν διάταξιν ρητήν. Οὔτε αὐτὴ ὅμως ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 46, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς ἄρθρα περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ Γερουσίας καὶ διαφωνίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ὅταν ἑρμηνεύωμεν ἕνα νόμον πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἦτο ἡ σκέψις τοῦ νομοθέτου, ὅτε ἐνομοθέτει. Ὅταν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 32 δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 77.
§41Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπῆρχε τὸ 34 εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ 32.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπῆρχεν εἰς τὸ σχέδιον. Τὸ κείμενον ἀνέφερε τὸ ἄρθρον τὸ ἀναλογοῦν μὲ τὸ ἄρθρον 34 ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 77 εἶχε διαγραφῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ συντάγματος, ἡ ὁποία εἶχε δεχθῇ ἄλλην διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ἐργαζομένης τῆς Βουλῆς ἀκόμη μόνον κατόπιν ψηφίσεως τῶν σχετικῶν σχεδίων ἀπὸ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλ’ αὐτὸ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐδέχθη καὶ αὐτοί ἀκόμη οἱ ὑποβαλόντες τὴν σχετικὴν πρότασιν συνεφώνησαν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πλέον περιορισμένη συνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις δυνάμει τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, κατόπιν εἰδικῆς ἐγκρίσεως καὶ ἐφόσον ψηφίζονται ἀπὸ ὡρισμένας κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ ἄρθρον 52 δὲν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 77. Ἐκ τοῦ λόγου ὅμως ὅτι δὲν γίνεται παραπομπὴ εἰς ἄρθρον ἀνύπαρκτον, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ συναχθῇ ἐπιχείρημα ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ἐφόσον ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 77 εἶναι τοιαύτη, ὥστε φαίνεται καθαρὰ ὅτι διὰ νὰ χωρήσῃ αὐτὴ ἡ προθεσμία, ἀπαιτεῖται νὰ ἐργάζεται ἡ Βουλή. Ἕπεται, λοιπόν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐπαναλήψεως αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ καὶ λογικῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος· διατὶ ἐτέθη ὁ περιορισμός; Διότι εἰς τὸ σύνταγμα ἐτέθη ἀπεριορίστως κατόπιν μόνον προηγουμένης ἐγκρίσεως νὰ ἐκδίδωνται νομοθετικὰ διατάγματα. Καὶ ἀφοῦ ἐκδοθοῦν αὐτοὶ οἱ νόμοι νὰ ὑποστοῦν μίαν κύρωσιν μεταγενεστέραν.
§43Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ὁ νομοθέτης, ὁ συνταγματολόγος εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι πρόκειται περὶ διαταγμάτων ἀμφιβόλου κύρους καὶ ἀμφιβόλου περιεχομένου καὶ ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἰσχύουν ταῦτα κατὰ παράτασιν. Προέβλεπεν ἴσως ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλὴ καὶ ὅτι ἐπὶ ἐννεάμηνον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἠδύνατο νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή. Ἐφοβεῖτο ἴσως, ὁ νομοθέτης τοῦ συντάγματος, ὅτι ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς κυβερνήσεως νὰ μένουν ἐν ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐν ἐφαρμογῇ Διατάγματα μὴ πλήρους κύρους διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐν ἀμφιβολίᾳ ἐπὶ ἐννέα μῆνας καὶ ὕστερα ἀπὸ ἐννέα μῆνας νὰ ἔρχεται μιὰ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀκυρώσῃ. Ἔκαμε λοιπὸν αὐτὴν τὴν σκέψιν ὁ νομοθέτης, ἐχόμενος ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ ὀλιγωτέραν προθεσμίαν διὰ νὰ καθορίσητε τὸ κῦρος αὐτῶν.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι λέγει ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως δύνανται ἐπὶ ἐννέα μῆνας νὰ ἰσχύουν αὐτά.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂν ἔχωμεν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν καὶ διάρκεια αὐτῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ἀλλ’ αἴφνης δὲν ἐπεκυρώθησαν εἰς τὸ διάστημα τῶν 3 μηνῶν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Μοῦ λέγετε τί γίνεται τότε; Τώρα δὲν ἀξιῶ ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ μόνη.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι ὁ ἑξῆς· νὰ περιορίσῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἔκδοσιν δηλαδὴ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη εἶχεν ἐμφανισθῆ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ νὰ περιορίσῃ ἀφ’ ἑτέρου περισσότερον τὸν χρόνον τῆς χρήσεως τοιούτων διαταγμάτων.
§47Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει ἀμφιβολία μεγάλη. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Βουλὴ οἰκειοποιεῖται δικαιώματα Ἀρείου Πάγου. Πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ὀρθῶς ἔχῃ ἢ οὔ τὸ πρᾶγμα. Ἡ γνώμη της ὅμως δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν διὰ τὰ Δικαστήρια. Ἁπλῶς εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ τυχαίως ἔτυχε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα. Τώρα λέγετε σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατόν, τὰ Διατάγματα ταῦτα, τῶν ὁποίων τὸ κῦρος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἀμφίβολον, εἶναι δυνατὸν λέγω, ἐφ’ ὅσον ἡ λειτουργία εἶναι ἡ αὐτή, εἶναι δυνατὸν λέγω νὰ πάρετε 4–5 νομοσχέδια, περιλαμβάνοντα τὰ οἰκεῖα Νομ. Διατάγματα, καὶ νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, ἀφιεμένου ἀλύτου τοῦ ζητήματος, ἐὰν οὕτως ἢ ἄλλως δέον νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ Σύνταγμα. Νομίζω, ὅτι ἡ πατρότης σας διὰ τὸ Σύνταγμα σᾶς ἔκαμε δυσκόλως νὰ δεχθῆτε τὴν γνώμην αὐτήν. Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ ἑξῆς: Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τοὐλάχιστον 50 ἢ 60 νομοσχέδια. Διὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν ταῦτα ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐχρειάσθησαν ὁλόκληροι δύο μῆνες, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δυνατὸν τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ ταχύτερον.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐξέφρασε δύο γνώμας ἀντιτιθεμένας ἀλλήλαις, καὶ ἕν χαριτολόγημα, τὸ ὁποῖον διακόπτει τὴν μονοτονίαν τῶν συζητήσεων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐξηρτημένη ἀπὸ τὰ δικαστήρια διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος.
§49Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει ἀξίαν. Ὁ κ. Συνάδελφος πρῶτον φαντάζεται, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων πρόκειται νὰ κριθῇ γενικῶς ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, ἐνῷ ἔχομεν ἀπειρίαν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀνατίθεται εἰς τὰ διοικητικὰ ὄργανα.
§51Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς τὰ δικαστήρια.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἐξέφρασα ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ἀμφιβολίαν. Δηλαδή, ἐφόσον εἰς μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος, λέγομεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια κρίνουσι τὴν οὐσίαν καὶ ὄχι τὸν τύπον, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸν τύπον ὑπάρχει ἄλλη Ἀρχή, εἶναι ζήτημα ἐὰν τὰ Δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωσι τὸν τύπον. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Ἡ Βουλή, ἀνεξαρτήτως ἐὰν τὰ δικαστήρια ἔχουν τοιοῦτον δικαίωμα, ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα, διότι ἐκφράζει μίαν γνώμην ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία νὰ εἶναι αὐθεντική.
§53Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφόσον ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ μίαν ἑρμηνείαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της, βεβαίως πρέπει νὰ φροντίσῃ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων νὰ κάμῃ αὐτήν. Διατὶ ἐκθέτετε τὴν Βουλὴν εἰς τὸ δυνατόν, ἐκ μέρους τῶν Δικαστηρίων, τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων αὐτῆς, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, χωρὶς νὰ δημιουργήσητε νέους κινδύνους καὶ περιπλοκάς;
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω, καὶ νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς δευτέρας προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν. Λοιπόν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἂν πρέπει ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα, δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ λέγεται τοῦτο: ἀντὶ νὰ ψηφίσῃ ὅλα μαζύ, νὰ τὰ ψηφίσῃ καὶ μεμονωμένως. Καὶ ἐρωτῶ: τί διαφέρει ἐὰν ὑποβάλληται ἕνα ἕνα νομοσχέδιον ἢ ἐὰν λέγωμεν: κυροῦται τὸ Α, Β Γ, Διάταγμα; Ἀλλὰ καὶ ἡ διαδικασία αὐτὴ ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, διότι ἢ θὰ ἔχωμεν ὁμαδικὴν ἔγκρισιν, ἢ θὰ καταναλώσωμεν πολὺν χρόνον διὰ τὴν ψήφισιν ἑκάστου νομοσχεδίου. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐὰν θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν διαδικασίαν αὐτήν, θὰ δεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν ὅτι κατηργήθησαν τὰ Ν. Διατάγματα δι’ αὐτῆς ἴψο γιούρε. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διαδικασίαν αὐτὴν παραβαίνοντες τὸν νόμον αὐτόν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ τέως ἰσχύοντα Διατάγματα. Κατὰ συνέπειαν ἡ διαδικασία αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή. Βεβαίως δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ μετὰ πάροδον τετραμήνου νὰ ψηφίσῃ νέους νόμους καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἔχουν ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Ἀλλ’ αὐτό, ὡς εἶπον, ἔχει τὰ ἄτοπα καὶ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα. Ἐὰν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διαδικασίαν αὐτὴν πρακτικῶς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη νέου σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ἐγκριθῇ παρ’ αὐτῆς, καὶ ἐκ νέου νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις κλπ. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ χρειασθῇ πολὺ περισσότερος χρόνος διὰ τῆς τοιαύτης μεθόδου. Ἐὰν βεβαίως παρεβιάζετο τὸ Σύνταγμα, θὰ ἤμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὁδὸς ἡ συνταγματική. Ἐφόσον ὅμως δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, δὲν βλέπω διατί θὰ ἀκολουθηθῇ ἕνας δρόμος ὁ ὁποῖος ἄγει εἰς ἄτοπα. Τὸ Σύνταγμα, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ νόμοι, θὰ λάβῃ τρόπον τινὰ σάρκα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἤδη ἔχομεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Θὰ προσκολληθῶμεν περισσότερον εἰς τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, ἐκείνην δηλ. ἡ ὁποία προσαρμόζεται εἰς τὰς ἀνάγκας ἢ πρὸς μίαν — ἴσως ἐγὼ δὲν δέχομαι οὐδὲ αὐτήν — γραμματικὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ὅμως δημιουργεῖ ἱστορίας, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος βεβαίως δὲν θέλει νὰ μείνουν ἐκκρεμῆ τὰ Διατάγματα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ δημιουργεῖται, τόσον συχνὰ τοὐλάχιστον, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ κυροῦνται Νομ. Διατάγματα ἐκδοθέντα πρὸ τετραμήνου ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν. Δέν πρέπει νὰ λησμονῆτε ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς λόγῳ ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν δὲν ἐσήμαινεν ἐπανάληψιν συνεχῆ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Αὐταὶ αἱ συνθῆκαι δὲν παρουσιάζονται συχνὰ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἔχωμεν συχνὰ αὐτὸ τὸ φαινόμενον. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ προεξοφλήσῃ τὸ μέλλον, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀνάγκην. Καὶ ὀρθόν, νομίζω, εἶναι νὰ φροντίσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία δὲν θὰ δημιουργήσῃ δυσχερείας, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὠθήσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα ἐφαρμόζουσα νομοθετικὰ Διατάγματα ἄκυρα.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς τετραμήνου προθεσμίας, ἐνεφανίσθη καὶ εἰς ἄλλην τινὰ ἑσπέραν ἐνταῦθα, καὶ ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς, ὑποχρεωτική, ὅπως γίνεται διὰ τοὺς νόμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ ὅταν χρειασθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 77 κατ’ ἀνάγκην θὰ δώσῃ μίαν ἑρμηνείαν τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον αὐτό, ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη ἐξουσία καὶ πᾶσα Ἀρχὴ καὶ πᾶς ἰδιώτης ἀκόμη, ὅταν θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 77. Ἑπομένως μία ἑρμηνεία ἡ ὁποία θὰ δοθῇ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἢ εἰς ἄλλην περίστασιν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 77, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι ἑρμηνεία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰ δικαστήρια. Θὰ ἔχῃ μόνον τὸ κῦρος ἐκεῖνο ὅτι καὶ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν.
§56Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ εἶναι ἓν στοιχεῖον ἑρμηνευτικόν.
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ εἶναι ἓν στοιχεῖον ἑρμηνευτικόν, ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὄχι ὑποχρεωτικὸν βεβαίως. Καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω τοῦτο, διότι ἤκουσα παρατηρήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι φαίνεται νὰ ἔχουσι τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, θὰ ὑποχρεώσῃ τὰ Δικαστήρια ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι θὰ ἔχωσι ταῦτα τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσωσι τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ἀπὸ δύο ἀπόψεων. Κατὰ μὲν τὴν μίαν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης ὅτι ὑπάρχει μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ ἄρθρον 5 κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει), «ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι τὰ Δικαστήρια ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐφαρμόζωσιν νόμον οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα» θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ Δικαστικὴ δύναται νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Σύνταγμα μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον, ὄχι ὅμως ἐὰν παρεβιάσθησαν ἐξωτερικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου—ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης εἶναι ἀναντιρρήτως οὐχὶ ὀρθή, ὑποθέτω—δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πῶς ἐτέθη ἡ διάταξις, ἀλλ’ εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι συνεζητήθη μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὡς πρὸς τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἑνὸς νόμου νὰ ἐξετάζῃ καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου ἂν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν ἢ μόνον τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου, ἐὰν κατηρτίσθη δηλ. ἀντισυνταγματικῶς. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου, ἀληθῶς ὑπάρχουσι πολλοὶ καὶ διακεκριμένοι συγγραφεῖς, καὶ ἀναφέρω ἐκ τῶν παλαιοτέρων τὸν Μπλούνστχ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντισυνταγματικότητα δὲν ἔχουσι δικαίωμα τὰ δικαστήρια νὰ τὸ ἐξετάσουν, διότι ὅταν ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ δίδει μίαν ἑρμηνείαν ἐπὶ οὐσίας, δὲν δύναταί τις μεμονωμένος δικαστὴς νὰ ἀντιτίθεται εἰς μίαν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ ἡ ἐκδηλουμένη διὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Οὐχ’ ἧττον ὅμως, παρὰ τὴν γνώμην αὐτήν, κρατεῖ ἐν τῇ νομολογίᾳ καὶ τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη, ὅτι καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου δύνανται νὰ ἐξετάζουν τὰ Δικαστήρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ δοθεῖσα ἐπιστημονικῶς, καὶ εἰς ταύτην τὴν ἀντίθεσιν ἠθέλησεν ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τῆς Βουλῆς νὰ θέση τέρμα. Δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἀμφισβήτησις, ὅτι ὅταν ὁ νόμος δὲν ἔχῃ καταρτισθῇ συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα κατὰ τοὺς τύπους, δηλαδή, ἐξωτερικῶς δὲν φέρει τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντως τὰ Δικαστήρια ἐξετάζουν τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, μίαν παρατήρησιν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰπὼν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως δὲν ἐνδιαφέρει τὰ Δικαστήρια, διότι αὕτη εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις» τοῦ Σώματος. Καὶ οὕτως, ἐπιστημονικῶς ἐξητάσθη καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι ὅταν τὰ Δικαστήρια ἐξετάζουν τὸν τύπον, τὸ κῦρος τῶν νόμων, ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν εἰς τὸ νὰ ἐξετάζουν, καὶ ἐὰν ὁ νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ὑπὸ ἄλλης Συνελεύσεως μὴ Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως τὸ Δικαστήριον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ὁ νόμος ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους ἢ ὄχι. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα. Ἀλλ’ ἔχουν τὰ Δικαστήρια τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωσι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος; Ἐὰν ἀπεφάσισεν αὕτη μὲ τὴν πλειονότητα τῶν παρόντων Βουλευτῶν; Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετάσουν τὰ Δικαστήρια. Ἡ κρατοῦσα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ γνώμη εἶναι ὅτι τὰ λεγόμενα «ἰντέρνα κόρπορις» δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἐξετάζῃ τὸ Δικαστήριον, διότι τότε τὸ Δικαστήριον θὰ ἐπενέβαινεν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Λοιπόν, ἐπιστημονικῶς ἔχει γίνει δεκτόν, ὅτι εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Νομοθ. Ἐξουσίας, δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθουν τὰ Δικαστήρια. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ ἐλλείψεως ἐξωτερικῶν τύπων, τότε εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δικαστήριον νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, διότι ἄνευ τῶν ἐξωτερικῶν αὐτῶν τύπων δὲν ὑπάρχει νόμος, καὶ τὰ Δικαστήρια εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ μὴ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους αὐτούς. Ἐξεταστέον ἑπομένως ἐὰν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ὑπὸ τὴν κρίσιν της ἡ Βουλή, ἀναφέρεται εἰς ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ Νόμου ἢ ἐσωτερικά. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πλανᾶται, λέγων ὅτι αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου. Ὄχι, διότι ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 77 ἔπαυσεν ὁ νόμος αὐτὸς ὑφιστάμενος ἐλλείψει τῶν ὡς ἄνω στοιχείων, δὲν ὑπάρχει νόμος. Ἔρχεται τότε ἡ Βουλὴ καὶ κάμνῃ νέον Νόμον μὲ ὡρισμένον περιεχόμενον, διὰ τοῦ ὁποίου καταδεικνύει ὅτι ἠθέλησε νὰ κυρώσῃ ἓν οἱονδήποτε Διάταγμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔλλειπε τὸ ἐξωτερικὸν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος ὁ νόμος.
§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Διατὶ ὁ κύριος Κρασᾶς λέγει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐξωτερικῶν τύπων τοῦ Νόμου;
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Νομοθέτης, ὅτι ὁ Δικαστὴς θὰ ἔλθῃ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, καὶ θὰ ἴδῃ ἐὰν εἷς νόμος τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἐφ’ ἅπαξ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἄν ἔχῃ ἢ ἂν δὲν ἔχῃ ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα στοιχεῖα.
§60Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τί ἐννοεῖτε «ἰντέρνα κόρπορις»;
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως. Ἐὰν ἐψήφισε κατὰ πλειοψηφίαν, ἐὰν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ κλπ.
§62Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐτήρησε τὸ διήμερον, ἐὰν δὲν ἐψήφισεν ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, αὐτὸ εἶναι ἐσωτερικὸν στοιχεῖον;
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§64Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Παραβαίνει τότε ἡ Βουλὴ μίαν συνταγματικὴν διάταξιν;
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Δὲν δύνασθε, κ. Ὑπουργέ, νὰ εἴπητε ὅτι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν μόνον μιὰν φορὰν ἡ Βουλή, εἶναι νόμος.
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ εἴπῃ. Τὸ Δικαστήριον δέν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Δικαστήριον δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν φέρῃ τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, καὶ ἓν τῶν στοιχείων τοῦ νόμου εἶναι νὰ ψηφισθῇ δὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ψήφισιν συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ ἐξετάσῃ ὁ Δικαστής.
§68Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). «Ἰντέρνα κόρπορις» εἶναι ἐὰν ἦτο ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐὰν ἐψηφίσθη ὁ νόμος κανονικῶς; «Ἰντέρνα κόρπορις» εἶναι καὶ αἱ παραβάσεις τῶν Συνταγματικῶν προθεσμιῶν;
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἕνα στοιχεῖον τοῦ νόμου εἶναι νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δίς. Τοῦτο τὸ ἐξετάζει τὸ Δικαστήριον.
§70Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἡ παραβίασις τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, εἶναι ζήτημα «Ἰντέρνα κόρπορις»; Παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ἐρευνήσῃ τοῦτο; Καὶ ἐπὶ παραδείγματι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περάσουν ἀπὸ τῆς μιᾶς ψηφίσεως ἕως τὴν ἄλλην, δύο ἡμέραι. Αὐτὴν ἔρχεται καί καταργεῖ αὐθαδέστατα ἡ Βουλή, μὴ σεβομένη τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος. Σᾶς ἐρωτῶ: δικαιοῦνται νὰ τὸ ἐξετάσουν τὰ Δικαστήρια αὐτό; Ὄχι βεβαίως. Τότε διὰ ποῖον λόγον αὐτὴν τὴν προθεσμίαν, διότι περὶ προθεσμίας καὶ ἐδῶ πρόκειται, θὰ τὴν ἐξετάσουν;
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προθεσμίας.
§72Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ποῖοι εἶναι οἱ εἰδικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν τὴν προθεσμίαν αὐτὴν ἰδιαιτέρας φύσεως, φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ «Ἰντέρνα κόρπορις» καὶ νὰ γίνῃ ἐξωτερικὸν γνώρισμα τοῦ νόμου;
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι ὅταν λείπει ἕνα συστατικὸν τοῦ νόμου δὲν εἶναι οὗτος νόμος. Ἐδῶ δὲν ἔχει κἂν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ψήφισις, διότι ὁ ἴδιος ὁ Νόμος θὰ τὸ λέγῃ, ὅτι ἐψηφίσθη ἀντισυνταγματικῶς. Καὶ διατὶ θὰ τὸ λέγῃ; Διότι ἡ δημοσίευσις θὰ λέγῃ ὅτι ἐψηφίσθη συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Βουλὴ δηλ. ἐδέχθη νὰ κάμῃ νόμον διὰ τῆς ψηφίσεως Ν. Δ. κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον Διάταγμα εἶναι κατηργημένον. Ἐδῶ, κ. Ὑπουργέ, εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς οὐσίας. Ἐκ τοῦ ἰδίου τοῦ νόμου προκύπτει ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδέχθη, ἐνῷ ἦτο κατηργημένον τὸ Διάταγμα, νὰ τὸ κάμῃ νόμον διὰ μιᾶς μόνης ψηφίσεως.
§74Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Διὰ μιᾶς ἀντικανονικῆς ψηφίσεως.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ τὸ ἐξετάζει, διότι ἐξετάζει ἂν παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ καταρτίσῃ νόμον παρὰ τὴν διάταξιν. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ὑπόστασιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ νόμου ἐξωτερικῶς. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ὑπεστηρίχθησαν δύο γνῶμαι. Κατὰ τὴν μὲν ὅτι θὰ ὑπολογισθῇ ἡ προθεσμία, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐν τῷ μεταξὺ ἡμερῶν ἀργίας τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἄλλην θὰ ὑπολογισθοῦν μόνον αἱ ἐργάσιμοι ἡμέραι τῆς Βουλῆς πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τεσσάρων μηνῶν. Τὸ ζήτημα νομίζω, ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, δὲν εἶναι ἄξιον σοβαρᾶς ἀμφισβητήσεως. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον; Ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἔλαβεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐνδεχόμενον ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ μία διακοπή. Τὴν προεῖδε καὶ εἶπεν ὅτι αὐτὴν δὲν τὴν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ δι’ αὐτὸ θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἤθελε νὰ εἴπῃ ὅτι, καὶ ἐὰν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπέρχωνται ἐν τῷ μεταξὺ διακοπαί, ὅτι καὶ αὐταὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ, διότι καὶ παρὰ τὴν ἀπροσεξίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς τὸν νομοθέτην, ἐν τούτοις εἰς ἄλλην περίπτωσιν ῥητῶς λέγει οὗτος ὅτι, ὅταν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέλθῃ ἀναστολὴ ἢ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς αὐτῆς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Μάλιστα δὲ ἐκεῖ καθώρισε καὶ εἰδικῶς ποῖαι ἡμέραι δὲν ὑπολογίζονται καὶ ὄχι οἱαδήποτε διακοπή. Διακόπτει ἡ Βουλὴ πέντε ἡμέρας. Θὰ ὑπολογισθοῦν; ἢ ὄχι; Ὄχι. Πρέπει νὰ εἶναι πλέον τῶν 8, διότι ἐὰν θελήσητε νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ὑπολογίζωνται αἱ ἡμέραι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, δὲν δύνασθε νὰ σταθῆτε πουθενά.
§76Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Καὶ τὸ ἄρθρον 32;
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 32 ἀναφέρεται εἰς τὰ ἄρθρα 30–34 ὅπου καθορίζονται ῥητῶς τὰ μὴ ὑπολογίσιμα χρονικὰ διαστήματα τῶν διακοπῶν.
§78Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θέλετε νὰ διαβάσητε τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77;
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 32 λέγει ὅτι: ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30–34· λέγει δὲ ῥητῶς ποῦ ἀναστέλλονται, λέγει προσέτι καὶ τὰς περιπτώσεις ἐξ ὧν ἕνεκα γίνονται αἱ διακοπαί. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἐδῶ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐν τῷ συντάγματι ἐνδεδειγμένην τὴν προσοχὴν τοῦ νομοθέτου, ἵνα αὐστηρῶς κανονίσῃ τὴν κατὰ τετράμηνον ἰσχὺν τῶν τοιούτων ἠρτημένων Διαταγμάτων καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅπου ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ ὑπολογισθῇ ὁ ὠφέλιμος λεγόμενος χρόνος τὸ εἶπεν ῥητῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἄλλως τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικήν, ἡ ὁποία εἶνε ἐξαιρετικῆς φύσεως. Καὶ εἶναι ἐξαιρετικῆς φύσεως, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 77 καταργεῖ σχεδὸν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν — δι’ εἰδικὰς πάντοτε περιπτώσεις — καὶ ἀναθέτει εἰς ἐπιτροπὰς νὰ συμπράξωσι μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν κατάρτισιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Διότι τί εἶναι τὰ ἐκδιδόμενα συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 77 νομοθετικὰ Διατάγματα; Αὐτὸ βέβαια εἶναι ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ὡς καὶ ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι δυνάμει τοῦ Συντάγματος δὲν δύνανται νὰ νομοθετῶσιν, ἀλλὰ νὰ γνωμοδοτῶσιν ἁπλῶς διὰ τὰ διάφορα νομοθετήματα. Ἀλλὰ ὑπηγόρευσαν τοῦτο ἔκτακτοι περιπτώσεις. Τὸ ἄρθρον 77 εἶναι προϊὸν νέον· ἐδημιουργήθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους λόγῳ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν. Τούτου ἕνεκα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἐκδίδει νομοθετικὰ Διατάγματα, καὶ ἐξεδόθησαν τοιαῦτα ἄφθονα. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔκαμε τοῦτο ὁ νομοθέτης ἔθεσε καὶ μερικοὺς περιορισμούς, ὅτι αὐτὰ τὰ Διατάγματα, θὰ ἰσχύουν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, ὁπότε ὀφείλετε νὰ τὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ τὰ κυρώσῃ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ διατάξεως τελείως ἐξαιρετικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 77. Ἐὰν προσέξητε, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καίτοι ἔλαβε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἐν τούτοις ἵνα προβῇ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ πάρῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς δι’ ὅσα ἐκκρεμῆ ζητήματα θέλει νὰ ρυθμίσῃ νομοθετικῶς, νὰ τὰ φέρῃ δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὶν τὰ ἐκδώσῃ, δὲν κάμνει δὲ ὁριστικοὺς, ἀλλὰ προσωρινοὺς νόμους. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 77 δι’ ἐξαιρετικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθοῦν κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νομοθέτης ἐκ τῶν προτέρων ὥρισεν ὅπως ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου προσκομισθῶσι καὶ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ κρατῇ τὰ Διατάγματα ταῦτα ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὴν διάθεσίν της. Ὀφείλει νὰ τὰ φέρῃ ἐντὸς τῶν 4 αὐτῶν μηνῶν. Διότι τί ὑποθέτει τὸ σύνταγμα; Ὅτι ἐξεπληρώθη μία ἀνάγκη, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κρατῇ τὸ νομοθετικὸν σῶμα διαρκῶς εἰς Ἀθήνας· ἀλλὰ τί λέγει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, διὰ νὰ κρίνῃ τοῦτο καὶ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλοτε συνέβαινε μὲ τὸ «ἀφίενταί σοι αἱ ἁμαρτίαι δι’ ὅ,τι ἔπραξες». Καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι ἄλλως θὰ εἴχομεν ἀμφιβολίαν περὶ τὰς νομικὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐρρυθμίσθησαν ὑπὸ τῶν ὑπὸ αἵρεσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι, ὅταν ἔλθουν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ θὰ τὰ ἐπικυρώσῃ ἢ θὰ τ’ ἀκυρώσῃ, ἢ δὲν θὰ τὰ μεταρρυθμίσῃ. Δὲν δυνάμεθα, λοιπόν, ἐπὶ τοσοῦτον ἀόριστον χρόνον νὰ κρατοῦμεν αἰόλους τὰς σχέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐρρυθμίσθησαν ὑπὸ τῶν Διαταγμάτων τούτων. Θέλει ὁ συντάξας τὰ τῆς πολιτείας οἱ πολῖται νὰ γνωρίζουν ἐὰν ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν ὡρισμένας σχέσεις, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Γνωρίζω ὅτι θὰ γίνῃ ἴσως ἡ παρατήρησις ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος πρὸς κύρωσιν τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἐντὸς τῶν ὁριζομένων προθεσμιῶν διότι εἶναι πολλὰ τὰ Διατάγματα. Ἀλλὰ οὐδέποτε ὑπέθετε, ὁ νομοθέτης ὅτι θὰ εἴχομεν αὐτὴν τὴν σωρείαν τῶν Διαταγμάτων. Ὑπονοοῦσεν ὁμαλὰς περιστάσεις, καὶ ὄχι ἀνωμάλους, αἵτινες ἔφερον τόσα Ν. Διατάγματα. Ἡ παράλειψις τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ μὴ προνοήσῃ περὶ τούτων διὰ μεταβατικῆς διατάξεως, ἀλλὰ λόγῳ τῆς παραλείψεως ταύτης δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν, ἥτις θὰ εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τὸ μέλλον. Θὰ προέκυπτε διάθεσις πρὸς ἐξακολούθησιν ἀνωμάλου καταστάσεως, ἐξ ἧς ἐπιδιώκομεν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν. Μὴ θέλωμεν λοιπὸν διὰ τῆς ζητουμένης ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος νὰ παρατείνωμεν τὴν ἰσχὺν τῶν ἄνευ τοῦ κύρους τοῦ νομοθετικοῦ σώματος παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκδοθέντων Ν. Δ. Παρ’ ὅλην συνεπῶς τὴν ὑπάρχουσαν ἀνάγκην διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ ἑρμηνείαν ἥτις θὰ παρέλυε τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ Συντάγματος. Ἂς ἀφίσωμεν τὴν πρὸς ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν θεωρίαν τῆς σκοπιμότητος, διότι ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι θὰ γίνεται πάντοτε ἀγαθὴ ἐφαρμογὴ ἐφαρμογὴ τῆς σκοπιμότητος; Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καθαρῶς ὑποκειμενικὸν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῇ τις ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὴν σκοπιμότητα ἐνῷ πράγματι ἡ σκοπιμότης αὕτη θὰ ἀντιτίθεται εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον, ἱκανοποιοῦσα μόνον ἀτομικὰς δοξασίας. Δι’ αὐτὸ τὰ Κράτη δὲν ἄφησαν νὰ διέπωνται ὑπὸ τῆς σκοπιμότητος ὑπὸ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἐτίθετο, ἀλλὰ καθώρισαν ὡρισμένους κανόνας διὰ τὰς σχέσεις των, διεπομένους ὑπὸ τῆς νομιμότητος καὶ μόνον. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ ἐπέκτασιν, ἥτις γεννᾷ οὐσιαστικοὺς κινδύνους διὰ τὸ μέλλον (Χειροκροτήματα).
§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχω, Κύριοι, πλείστας καὶ ἐγὼ ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς ἑρμηνείας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Δικαστήρια ἔχουσι τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσουν τὸ κῦρος νόμων ψηφισθέντων ὑπὸ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, ἀμφισβητοῦντα τὴν ἔννοιαν τῆς τασσομένης ἐν αὐτῷ προθεσμίας. Τὴν ἀμφιβολίαν μου αὐτὴν ἐνίσχυσεν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς Κορινθίας, ἀνομολογήσας, ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ κρίνουν ἀπολύτως περὶ τοῦ κύρους τοῦ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, αἵτινες δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴν ἐφόσον θίγουν τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, μόνης ἁρμοδίας νὰ καθορίζῃ τὴν ἐσωτερικήν της λειτουργίαν. Ἡ ἐπέμβασις, ὡς λέγουν, δὲν συγχωρεῖται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ «ἰντέρνα κόρπορις». Ἐπιχειρήσας ἐπὶ τούτοις νὰ χαράξῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τὴν μεθόριον, μεταξὺ ἐκείνων τὰ ὁποῖα λέγονται «ἰντέρνα κόρπορις» καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις» δὲν κατώρθωσε νὰ θέσῃ τὸν κανόνα ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς καθοδηγήσῃ πρὸς μίαν ἀσφαλῆ τοιαύτην διάκρισιν. Ποία εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις»; Εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις», εἶπεν ὁ κ. βουλευτής, ἂν ἡ Βουλή, ψηφίσῃ ἕνα νόμον καὶ μὲ δύο μόνον βουλευτάς, ὁπότε τὰ Δικαστήρια δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐξετάσουν τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶνε ὡσαύτως «ἰντέρνα κόρπορις» τὸ ζήτημα ἂν ἐτηρήθη ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένη διήμερος προθεσμία μεταξὺ τῶν δύο ἀναγνώσεων. Καὶ αὐτὸ τὰ Δικαστήρια δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ ἐξετάσουν. Ὅταν ὅμως πρόκειται διὰ τὴν προθεσμίαν τοῦ ἄρθρου 77, ἐπ’ αὐτοῦ ἡ δικαιοδοσία τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ ἡ ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς δὲν δημιουργεῖ δέσμευσιν. Διατί; Διότι αὐτὸ εἶναι στοιχεῖον μὴ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ σώματος λειτουργίαν, διότι αὐτὸ δὲν συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν «ἰντέρνα κόρπορις». Καὶ ἐπὶ τούτου δὲν ἔχομεν ἢ δογματικὴν ἁπλῶς ἄρνησιν οὐδαμοῦ ἀσφαλῶς ἑδραζομένην. Εἶναι φανερὸν λοιπόν, ὅτι ἡ διαστολὴ δὲν εἶναι εὔκολος, καὶ τούτου δοθέντος, ὀφείλομεν ὡς Σῶμα πολιτικὸν νὰ μὴ κατατριβώμεθα εἰς νομικὰς διονυχίσεις, ἀλλὰ νὰ προσαρμόσωμεν τὰς νομικάς μας ἀντιλήψεις πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 εἶναι διάταξις, κατὰ τὴν γνώμην μου, βαρεῖα καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἀτυχής, ἄστοχος. Μακρὰ πεῖρα μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι αἱ ἐργασίαι ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ σώματος προχωροῦν μετὰ πολλῆς καὶ πλειστάκις ὄχι ἀζημίας βραδύτητος. Αἱ νομοθετικαὶ ἀνάγκαι, παρερχομένου τοῦ χρόνου, πολλαπλασιάζονται, καὶ αἱ Βουλαὶ εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ μεριμνοῦν καὶ περὶ τῶν μικρῶν καὶ περὶ τῶν μεγάλων. Ἀνάγκαι πολλαπλαὶ ἐμφανίζονται καθ’ ἑκάστην δεόμεναι τῆς ἀμέσου τοῦ Κράτους ἀντιλήψεως, ἡ δὲ καθυστέρησις προκαλεῖ ζημίας καὶ γεννᾷ τὴν δυσφορίαν. Ἐνώπιον τῆς ἀναποτρέπτου ταύτης ἀνάγκης εὑρισκόμεναι αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὸ παρελθόν, τί ἔπραττον; Καθηλώθησαν μήπως εἰς τὴν στενὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ ἐργασία πρέπει νὰ διεξάγεται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος; Ὄχι. Ἀνεγνώρισαν πανταχοῦ ὡς νόμιμον, ὡς οὐχὶ ἔκθεσμον τὴν ἐπὶ ζητημάτων ἥσσονος σημασίας διαχείρισιν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, διαχείρισιν διενεργουμένην κατὰ δύο τρόπους. Εἴτε ἡ Κυβέρνησις, οἰκειοποιουμένη αὐτοβούλως νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐξέδιδε Νομοθετικὰ Διατάγματα, τῶν Βουλῶν ἀρκουμένων εἰς τοιαύτας περιπτώσεις νὰ κρίνουν ἂν ἔπρεπε νὰ παράσχουν ἢ νὰ ἀρνηθοῦν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, χωρὶς νὰ θίγεται ἐν τούτοις τὸ κῦρος τῶν πράξεων ὑπὸ οὐδεμιᾶς προθεσμίας, ἢ ἐχορηγεῖτο ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως προέβαινεν εἰς λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα διετήρουν τὸ κῦρος των καὶ ἂν δὲν προσήγοντο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἀνταπεκρίνετο κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὰς νομοθετικὰς του ὑποχρεώσεις, εἰς περιστάσεις ἰδίως ἐπειγούσης φύσεως, τὸ Κράτος. Ἔρχεται τώρα ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, τὸ κατέστησε δυσχερέστερον. Ἀφήρεσεν καὶ αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα μέσα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Πολιτεία, ὅπως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀξιώσεις. Καὶ εἶπεν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν πασιδήλως διαθέτει τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας περιπτώσεις νὰ νομοθετήσῃ, νὰ λάβῃ οἱανδήποτε νομοθετικὴν πρόνοιαν, παρὰ μόνον διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τὰ Διατάγματα θὰ εἶναι ἄκυρα, ἐὰν παρέλθουν 4 μῆνες ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν κυρωθοῦν παρ’ αὐτῆς. Ἐδημιουργήθη τοιουτοτρόπως στένευσις, δυσάρεστος καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιτείνωμεν ἔτι μᾶλλον διὰ δογματικῆς καὶ αὐστηρᾶς ἑρμηνείας. Καὶ εἶναι αὐστηρὰ καὶ ἐξεζητημένη ἡ ἑρμηνεία, ὅταν λέγωμεν ὅτι τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔδιδεν αὕτη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐν αἷς ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα ὀφείλουν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰσχύς των, νὰ κυρωθοῦν ἐντὸς 4μήνου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Βουλὴ δὲν κατώρθωσε νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὸ 4μηνον αὐτό, ἕνεκα ἐξαιρετικῶν γεγονότων, διότι δὲν θεωρῶ τὴν προθεσμίαν ταύτην ἀπόλυτον, προθεσμίαν τῆς ὁποίας ἡ τυπικὴ παρέλευσις ἔχει ἀνατρεπτικὴν δύναμιν. Τοιαύτη ἑρμηνεία, Κύριοι, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συνεπείας ὀδυνηράς, διότι τυφλῶς θὰ ἔπληττεν ἔννομα συμφέροντα καὶ σχέσεις γεννηθείσας ὑπὸ τὸ κράτος ἐγκύρου νομοθετικῆς πράξεως. Μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν πεισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν Διάταγμα ἐφαρμοσθὲν νὰ ἀνατραπῇ τελείως ἢ νὰ τροποποιηθῇ, δυνάμεθα νὰ ἐφησυχάσωμεν ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθωσι ζημίαι ἄδικοι. Ἡ ἀνατροπὴ συνεπείᾳ παρόδου τῆς προθεσμίας ἄνευ ἐρεύνης, ἐξ ἀδυναμίας, ὑπὸ τῆς Βουλῆς δημιουργεῖ σοβαροὺς κινδύνους. Καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι ὠφέλιμος καὶ ὅτι τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐργασθῇ δὲν δύναται νὰ προσμετρηθῇ. Τί ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῆς πλατυτέρας αὐτῆς ἑρμηνείας; Οὐδὲν ἀπολύτως. Καὶ ἂν παραταθῇ ἀκόμη ἐπί τινας ἔστω μῆνας ἡ ἰσχὺς τῶν προσωρινῶν νομοθετικῶν μέτρων, μέτρων ἐγκριθέντων, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τέλει, ὅταν ἡ Βουλὴ κατορθώσῃ νὰ ἐργασθῇ αὐτὴ θὰ κρίνῃ τελικῶς περὶ τῆς ὁριστικῆς ἰσχύος των. Αἱ ἐγγυήσεις ἐν τῷ Συντάγματι διὰ τὰ δικαιώματα τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καθωρίσθησαν μετ’ ἀστόχου αὐστηρότητος. Ἂς μὴ καταστήσωμεν αὐτὰς ἔτι αὐστηροτέρας, παραλύοντες οὕτω τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ δημιουργοῦντες ἄνευ λόγου ζημίας εἰς τοὺς ἀνυπόπτους πολίτας καὶ τὴν κοινωνίαν. (Χειροκροτήματα).
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Βουλευταί, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐν πρώτοις ἐν τῷ παρελθόντι ὅτε κανονικῶς ἐλειτούργει τὸ πολίτευμα τὰ νομοθετικὰ διατάγματα δὲν ἤρχοντο ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα κυρωθῶσι πρὸς ἄρσιν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ὑπευθύνων, οἵτινες παρεβίασαν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἤρχοντο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δοθῇ μὲν ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ κάθε παράνομον νομοθετικὸν διάταγμα νὰ ψηφισθῇ κανονικῶς ὅπως θὰ ἐψηφίζοντο ὡς οἱ νόμοι.
§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπῆρχε τότε καμμία προθεσμία· ἀλλὰ καὶ τώρα, ἐφόσον ἡ Βουλὴ δὲν καταργεῖ διὰ θετικῆς νομοθετικῆς πράξεως τὰ Ν. Διατάγματα, ἐξακολουθοῦν ἰσχύοντα ταῦτα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, συμφωνῶ ὅτι ἰσχύουν ἐπ’ ἄπειρον τὰ Διατάγματα ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν κατηργήθησαν, ἀλλὰ δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία τὸ ἐξέδωκε νὰ εὑρεθῇ καὶ πρὸ εἰδικῶν δικαστηρίων διὰ τὴν παράβασιν αὐτῶν.
§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἰσχύουν αὐτά. Αὐτὸ ἐξετάζεται ἐδῶ.
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς δυνάμεώς της, διὰ τῆς θελήσεώς της, ἔχει καλῶς. Ἅμα ὅμως ἔλθῃ μία ἄλλη Βουλὴ καὶ εὕρῃ ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῆς νομοθ. ἐξουσίας, δύναται ν’ ἀκυρώσῃ ὅλα τὰ γενόμενα καὶ τὸν παραβάντα τὸ καθῆκον του ὑπουργὸν δύναται νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς δίκην. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ συζητοῦμεν, διότι ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν ἀκριβεῖς οἱ ὅροι τῆς ἀσφαλείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφίνω αὐτό, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ τονίσω πόσον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν προθεσμίαν τοῦ τετραμήνου, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐργάζεται ἡ Βουλή, διότι ἀρκεῖ ὅτι ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ ἐξουσία καίτοι ἀναγνωρίζει τὸ ὀρθὸν ἐκείνων τὰ ὁποῖα λέγω ὅμως δὲν ψηφίζει κανονικῶς τὰ ὡς εἴρηται διατάγματα, διότι δὲν ἐπαρκεῖ σήμερον ὁ λόγος τῶν πολλῶν ἀναγκῶν αἵτινες πιέζουσι τὸ Κράτος νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ τὰς θεραπεύσῃ, χωρὶς νὰ τηρηθῶσι οἱ νόμιμοι καὶ συνταγματικοὶ τύποι. Δι’ αὐτό, ἔχω ταῦτα ὑπ’ ὄψει μου. Ὑπεστήριξα κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἦτο περιττὴ δημιουργία τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ σώματος, ἡ ὁποία θὰ ἐπέφερε μεγαλυτέραν βραδύτητα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ἐπέφερε τὸ Αʹ Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὅμως ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔβλεπεν ἄλλως τὰ πράγματα καὶ ἤθελεν ἀκόμη μακροτέραν διαδικασίαν καὶ ἡ συνέλευσις ἐδέχθη τὴν γνώμην ἐκείνου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ παρανομῶμεν. Ἀκριβῶς ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὁρμώμενοι, ὑποστηρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 77, ὥστε νὰ δοθῇ μιὰ ὁριστικὴ κατεύθυνσις νόμιμος εἰς τὰ καθήκοντα ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτήν, ἡ ὁποία εἰσάγει τὸν νόμον. Καὶ ἀληθῶς, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκέπτεται ἀντιθέτως καὶ λέγει ὅτι δὲν πειράζει καὶ ἂν παρατείνωμεν ἀκόμη περισσότερον τὴν προθεσμίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Πρέπει νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς ἀνάγκας αὐτάς, τὰς ὁποίας παρουσίασαν αἱ ἑκάστοτε ἐκτελεστικαὶ ἐξουσίαι, αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις ἤθελον νὰ περιορίσουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ νόμιμα ὅρια. Καὶ δὲν τὸ ἔκαμαν μέν, ἀλλ’ ἠθέλησαν μᾶλλον περισσότερον καὶ εἰδικώτερον νὰ καταγίνεται τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς τὸν καταρτισμόν, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται οὐδεμία παρατυπία ἢ παρανομία. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 77, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπατε τοῦτο ὅτι θὰ ἠθέλατε νὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 77.
§88Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον τοιαῦται προϋποθέσεις ὑπάρχουν περὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκ προκαταβολῆς, συνεπείᾳ τῆς πρώτης συζητήσεως, συνεπείᾳ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσωμεν στενῶς τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 77, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐκλάβωμεν αὐτὴν ὡς ὠφέλιμον διότι θὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐκδηλώσῃ διὰ μίαν τελευταίαν φορὰν τὴν πραγματικὴν αὐτῆς θέλησιν.
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐσημείωσα ὅτι εἴπετε τοῦτο, ὅτι ἐὰν ἁπλῶς διὰ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας ἐπέρχεται ἡ κατάργησις, δὲν γεννῶνται ζημίαι. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι αἱ ζημίαι ἤδη ἐπῆλθον καὶ παραβλέπεται καὶ τὸν ὠφέλιμον χρόνον, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν τὴν ἐκκρεμότητα, διότι ἂν δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐκκρεμότης, θὰ ἐπέλθῃ αὕτη μετὰ μικρότερον χρόνον.
§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ἰσχύσουν αἱ προθεσμίαι;
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της, διότι δὲν θὰ γνωρίζῃ πότε λήγουν αἱ προθεσμίαι καὶ δὲν δύναται αὐτὸ νὰ εἶναι ἐπιχείρημα σοβαρόν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου καὶ αὐτὸ τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἐνόμισε ποτὲ ὅτι δύναται νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ πρώτου Νομοθ. Σώματος. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τοιαύτας τάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὡς ἐξ ἀνάγκης πηγαζούσας, καὶ δὲν τὰς ὑπεστήριξε τότε καὶ τὰς ὑποστηρίζει τώρα, αὐτὸ ἀφορᾶ αὐτόν. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι δὲν ἔγιναν δεκταὶ παρὰ τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον κατήρτισε τὸ Σύνταγμα, αἱ γνῶμαι του αὗται. Τὸ Σῶμα ἐδέχθη ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἐκτελεστικὴ ἡ ὁποία, ἔστω καὶ προχείρως, θὰ καταρτίζῃ τοὺς νόμους, διότι ἐγὼ θέλω ὅπως ὁ νόμος καταρτίζεται ἐν πλήρει δημοσιότητι καὶ νὰ ἀκούωνται αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ στείλω καὶ ἄλλους ἀντιπροσώπους ἵνα καὶ παρ’ ἐκείνων ἐξετάζεται ἡ κατάρτισις τῶν νόμων, νὰ ἐξετάζωνται αἱ ἀναλήψεις, τὰς ὁποίας ἔχουν καὶ αὐτοὶ ἐκτὸς τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ ἐὰν ἐξετάσετε ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, θὰ ἰδῆτε πόσον αἱ τάσεις αὗται ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς σας. Ἐὰν ἑπομένως ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νομίζουν τινὲς ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 77 προθεσμίας, ἵνα μὴ διαταραχθῶσιν αἱ δημιουργηθεῖσαι νομικαὶ σχέσεις, κακῶς τὸ νομίζουν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ ἀντίθετον θὰ συμβῇ. Ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ ἐκκρεμῇ ὁ ὑπολογισμὸς τῶν χρεῶν τοῦ τετραμήνου, αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐνδιαφερομένων, οἵτινες δὲν γνωρίζουν ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ νόμος ἢ ὄχι. Πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ Πολιτεία ἡ ὁποία ἀκριβῶς σκοπεῖ εἰς τὸ ὅσον τὸ δυνατὸν νομίμως νὰ τακτοποιοῦνται αἱ σχέσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὸν χρόνον αὐτόν, διότι ὅσον περισσότερον ἐπεκτείνεται ἡ κατάστασις αὕτη, τόσον περισσότεραι σχέσεις θὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ θὰ καταστήσῃ δύσκολον τὴν θέσιν αὐτῶν εἰς τὰς συναλλαγάς των. Τὸ ἄρθρον 77 ἐπρονόησε καὶ προνοεῖ περὶ εἰδικῶν περιστάσεων καὶ θέλει νὰ περιορίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς παρεκτάσεις τῶν προθεσμιῶν, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καλά, ἄλλως θὰ προκύψωσι βλάβαι ἀνυπολόγιστοι, διὰ τὰς ὁποίας ὑπεύθυνος θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις.
§92Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ὅσα ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἶχον βασιμότητα, ἂν ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος ἡ αὐθεντικὴ ἀνῆκεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱαδήποτε ἑρμηνεία διδομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰς ἄλλας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, μηδ’ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐξαιρουμένης, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους, νὰ κρίνῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον αὐτοὶ εἶναι σύμφωνοι καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον καὶ πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§93Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡμίλησαν περὶ «ἰντέρνα κόρπορις» καὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούαμεν ἀναπτυσσομένας αὐτὰς τὰς θεωρίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δηλ. καθ’ ἣν ἐποχὴν ἴσχυε τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον κατήργησαν αἱ διάφοροι καταστάσεις. Τότε ἐδιδάχθημεν, ὅτι τὰ «ἰντέρνα κόρπορις» δὲν δύνανται νὰ ἐξετασθοῦν ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, διότι ἐξετάζουσα αὐτὰ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐτίθετο ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους, πρὸς τὸν Βασιλέα. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους ἔλεγε «ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς ἀποφασίζομεν κλπ.» καὶ εἰς τὸ τέλος «ὁ παρὼν νόμος κλπ.». Ἑπομένως ὁ δικαστής, ἐξετάζων τὰ «ἰντέρνα κόρπορις», θὰ ἐτίθετο ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν Ἡγεμόνα καὶ θὰ παρεβίαζε τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, διότι τότε ὁ δικαστὴς θὰ ἐπανεστάτη κατὰ τοῦ Κράτους. Σήμερον ὅμως ἔχομεν ἐντελῶς ἄλλην κατάστασιν. Σήμερον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δημοσιεύει τοὺς νόμους, καὶ μάλιστα ὑποχρεωτικῶς ἐντὸς δύο μηνῶν. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἄλλην διαδικασίαν καὶ συνεπῶς ὁ δικαστὴς ὄχι μόνον δικαιοῦται ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάσῃ ἂν κατηρτίσθη κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Νόμος.
§94Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, μὲ τὴν μακρὰν διακοπὴν τοῦ κ. Συναδέλφου, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ ὑποθέτω καὶ ὅλοι ἐξ ὑμῶν θὰ εἶναι σύμφωνοι, θὰ εἶχον μίαν ἀντίρρησιν νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑποχρέωσιν, ὅταν προβαίνει εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, νὰ προβαίνῃ ἀφοῦ προηγουμένως ἴδῃ ὅτι ἐξεπληρώθησαν ὅλοι οἱ συνταγματικοὶ κανόνες. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας νόμον ψηφισθέντα μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ τὸν δημοσιεύσῃ; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 77, ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ ἂν οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐψηφίσθησαν συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 77. Διατὶ δὲν ἀπεδόθη ἡ προσήκουσα σημασία εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔχει δυσπίστως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐκτέλεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔγινεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77. Ἀλλὰ ἦλθε συγχρόνως ἡ διάταξις καὶ ἐπιβάλλει καὶ μίαν κύρωσιν, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὰ προνόμια καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ περιστέλλει τὰς ὑπερβασίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Διότι ἔταξε προθεσμίαν τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἀπὸ γεγονὸς τόσον ὀφθαλμοφανὲς καὶ πασίδηλον καὶ τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ στιγμῇ δύναται νὰ ἀποδειχθῇ, ὥρισεν ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν πρέπει νὰ κυρωθοῦν τὰ Διατάγματα. Μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὀφείλουν νὰ κυρωθοῦν τὰ διατάγματα ταῦτα, ἄλλως ἀποθνήσκουν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ καὶ τοῦτο, διότι οἱανδήποτε ἑρμηνείαν καὶ ἂν δώσωμεν εἰς τὸ τετράμηνον, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ ἀποθνήσκουν ἐὰν δὲν κυρωθοῦν. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ δικαστὴς δύναται νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ δὲν εἶναι καθόλου «ἰντέρνα κόρπορις». Ποῖον ἄλλο εἶναι τὸ «ἰντέρνα κόρπορις»; Εἶναι τοῦτο: ἐὰν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἕνα νόμον καὶ θὰ ἔλεγεν ὅτι ὁ νόμος οὗτος διατηρεῖται μέχρι τῆς τάδε ἡμέρας. Ἐρχομένης τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ληγούσης τῆς προθεσμίας, ἀποθνήσκει ὁ νόμος. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα. Ὥστε ὁ Δικαστής, ὅταν θὰ κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ ἓν Νομοθ. Δ)γμα κυρωθὲν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ τετραμήνου χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι Συνταγματικῶς, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐὰν ὑφίσταται πλέον αὐτὸ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Καὶ θὰ ὑφίσταται μόνον ἐὰν ἐντὸς τετραμήνου κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἐφόσον ὅμως παρῆλθεν αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, ὁ νόμος εἶναι τεθνεώς.
§95Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ποῖον χρονικὸν διάστημα; ἐργάσιμον ἢ μὴ ἐργάσιμον;
§96Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Καί τί θὰ συνέβαινεν, Κύριοι, ἐὰν ἐθεωρῆτο ὠφέλιμος ὁ χρόνος. Διότι ἐγένετο τότε καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Ἐὰν ἐθεωρεῖτο ὠφέλιμος θὰ τὸ ἔλεγε τὸ Σύνταγμα. Διότι βεβαίως εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον ὁ χρόνος ὁ ὠφέλιμος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ὁ ἰδιώτης ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά του ἐντὸς προθεσμίας αὐτῆς.
§97Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἡ ἐξουσιοδότησις δύναται νὰ δοθῇ ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ ἀρχίσῃ τὸ τετράμηνον, δὲν σημαίνει ἐπανάληψιν νέας Συνόδου. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξετε. Δηλαδὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐπαναλήψεως θὰ ἀρχίσῃ τὸ τετράμηνον μένουν πέντε ἡμέρας ἐργασίας καὶ λήγει ἡ Σύνοδος κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδετε, ἐὰν ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς τριῶν ἡμερῶν ἢ μιᾶς ἡμέρας, πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς Συνόδου, πρέπει νὰ τὰ ψηφίσητε αὐτὰ διότι ἄλλως θὰ ἀκυρωθοῦν τὰ διατάγματα.
§98Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; Λέγετε ὅτι πρέπει τὸ τετράμηνον αὐτὸ διάστημα νὰ εἶναι ἐργάσιμον καί ἂν ἐντὸς τοῦ τετραμήνου αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος, δὲν κυρωθοῦν, τότε ἀκυροῦνται.
§99Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Βεβαίως.
§100Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ ὅτι ὑπάρχει ἐργάσιμος χρόνος;
§101Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἡ Βουλή. Βεβαίως.
§102Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὰ δικαστήρια τότε τί θὰ κάμουν; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε.
§103Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριοι Συνάδελφοι, εἶναι δύο ζητήματα, ἐξ ὧν τὸ ἓν εἶναι ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προθεσμίας.
§104Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ εἶσθε καὶ σεῖς πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ «ἰντέρνα κόρπορις».
§105Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τοὐναντίον, «ἰντέρνα κόρπορις», κατὰ τὴν συνταγματικὴν θεωρίαν, εἶναι πᾶν ὅ,τι λαμβάνει χώραν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ «ἰντέρνα κόρπορις» εἶναι ὅλη ἡ διαδικασία τῆς Βουλῆς.
§106Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι.
§107Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§108Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὁρίστε.
§109Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ θεωρία περὶ «ἰντέρνα κόρπορις» εἶναι σήμερον ἐγκαταλελειμένη ἀπό τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Συγκεκριμένως ἀναφέρω ὅτι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐδημοσιεύθη τὸ γνωστὸν καὶ περίφημον σύγγραμμα τοῦ Labait ἔπεσε ὁριστικῶς ἡ θεωρία αὕτη. Διότι ἡ ἀντίρρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἕνα σωματεῖον τοῦ ὁποίου αἱ πράξεις νὰ ἐξομοιοῦνται μὲ τὰς πράξεις οἱουδήποτε Σωματείου. Αἱ πράξεις της εἶναι θεσμοὶ Δημοσίου Δικαίου, περιλαμβανόμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα οὕτως ὥστε νὰ μὴ θεωρῆται ὅτι, ὅ,τι γίνεται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὸν ἔξω κόσμον. Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον θέτετε, εἶναι ἄλλο. Δὲν εἶναι τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ κρίνουν τὰ Δικαστήρια ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει κυρώσει ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἢ ὄχι. Ἀλλὰ θέτετε καὶ ἄλλο ἐρώτημα καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψίν σας αὐτήν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι μὴ ἀποφανθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, εἴτε κατὰ τὴν ἐκδοχήν σας, εἴτε κατὰ τὴν ἐκδοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ γίνῃ ἕνα Διάταγμα Νομοθετικόν, θὰ ὑπάγῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ Δικαστήρια. Τί θὰ κάμῃ τὸ Δικαστήριον διὰ τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα; Πῶς θὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ἰσχύῃ ἢ ὄχι; Φυσικὰ θὰ ἔλθωσι τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐρωτήματος ἐὰν τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα ἠκυρώθη ἢ ὄχι συνεπείᾳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος.
§110Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θὰ ἴδωμεν ὅμως τότε ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος.
§111Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ νόμου. Ἐπέρασε καὶ ἡ τετράμηνος προθεσμία, ὠφέλιμος εἴτε μὴ ὠφέλιμος. Ἐπέρασαν δέκα χρόνια, καὶ ὑπάρχει ἕνα Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ Α ἐνάγων τὸν Β καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὸ Δικαστήριον. Δὲν θὰ κρίνουν τὸ κῦρος τοῦ Ν. Δ. τὰ Δικαστήρια; Ὥστε δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις τοιαύτη. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις. Καὶ προσχωρῶ πρὸς τὰς ἀπόψεις σας, ἀλλὰ ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμούς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀνεξαρτήτως τῆς θεωρίας περὶ «ἰντέρνα κόρπορις», ὅτι τὸ Δικαστήριον, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα, θὰ ἐξήταζεν, ἂν ἐκυρώθη ἢ ἠκυρώθη παρελθούσης τῆς προθεσμίας. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἄλλης θεωρίας περὶ «ἰντέρνα κόρπορις», δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τὸ Δικαστήριον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν.
§112Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βεβαίως. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἡ θεωρία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε, περὶ «ἰντέρνα κόρπορις», θεωρεῖται παρελθοῦσα.
§113Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς παρελθοῦσα ἡ θεωρία περὶ «ἰντέρνα κόρπορις», ἀλλὰ ὁ περιορισμὸς τῶν Δικαστηρίων νὰ ἐξετάσουν, πῶς ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν Νόμον, ἐὰν ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ κατὰ τὴν ψήφισιν, δὲν ἐπέρασε.
§114Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχετε λάθος. Τὸ ζήτημα ἐλύθη.
§115Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν συζητῶ ἂν τοῦτο εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις» ἢ ὄχι. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ὅτι προκειμένου περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δηλ. ἐκυρώθη κατ’ ἐκεῖνον ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ «ἰντέρνα κόρπορις» καὶ τὸ Δικαστήριον εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἐπίσης τὸ Σύνταγμα τάσσει ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας χορηγεῖ δικαίωμα ζωῆς εἰς τὸ Νομοθ. Διάταγμα. Ἐὰν τοῦτο ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχει καλῶς, ὑπάρχει ὁ νέος νόμος καθ’ ὃν τρόπον ἐτροποποιήθη· ἂν ὅμως δὲν ἐκυρώθη, ἀπαγγέλλει θάνατον καὶ τὸν ἐκτελεῖ. Ἔρχεται τώρα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἴπατε καὶ σεῖς, ἐὰν τὸ τετράμηνον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἀπαιτῇ πραγματικὴν ἐργασίαν τῶν Βουλῶν.
§116Γ. ΜΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἶναι προθεσμία πραγματικὴ ἢ εἰκονική;
§117Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Παρακαλῶ. Νὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ γίνω ἀντιληπτός. Ἐὰν εἴχομεν τὸ δικαίωμα τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, θὰ συνεφώνουν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, διότι ἂν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ αὐθεντικῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα, θὰ τὸ κατήργει ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην. Θὰ ἔλεγε σήμερον ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, καὶ μεθαύριον θὰ ἔλεγεν ὅτι ἔχει ἐκείνην τὴν ἔννοιαν. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ τὴν εὕρωμεν ἀνατρέχοντες εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς νομοθετήσεως αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριοι, τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος, καὶ τόσον τὸ Σύνταγμα ἐδυσπίστει, ὥστε ἔδωκεν δίμηνον δικαίωμα ζωῆς εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν ἤθελε κυρωθῇ, ἄλλως τε καθίστατο ἄκυρον. Τὸ ἰδικόν μας ἄρθρον ἔδωκε μεγαλυτέραν προθεσμίαν. Ἐὰν ἤθελε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ὠφέλιμος χρόνος, ὅπως τότε σᾶς εἶπον, θὰ ἐγεννᾶτο ἀδιέξοδον, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἠξεύρωμεν πότε ἤρχισεν ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ὠφελίμου χρόνου καὶ πότε ἔληξε, πότε ἤρχισεν ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ὠφελίμου χρόνου καὶ πότε ἔληξε, πότε ἤρχισεν ἡ τρίτη περίοδος τοῦ ὠφελίμου χρόνου καὶ πότε ἔληξεν, ἵνα συμπληρώσωμεν τὸ τετράμηνον διάστημα. Ἐὰν ἤθελεν αὐτό, θὰ τὸ ἔλεγε ῥητῶς, φαντάζεσθε δὲ εἰς ποῖον ἀδιέξοδον θὰ ἐφθάνομεν, διότι θὰ ἤρχετο ἓν δικαστήριον καὶ θὰ ἔλεγεν ὅτι ἐγὼ εὑρίσκω τόσας ἡμέρας, τὸ ἄλλο περισσοτέρας καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ ἄρθρον 77 λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐὰν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν, ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθίστανται ἐφεξῆς τὰ Νομοθετικὰ ταῦτα Διατάγματα ἄκυρα. Ἐὰν ἐνθυμηθῆτε καλῶς, κατὰ τὴν συζήτησιν τούτου ἡ λέξις «ἐφεξῆς» δὲν ὑπῆρχε· δηλαδὴ ἐδυσπίστει τόσον ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, ὥστε ἠκύρου ὄχι μόνον τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς γεγεννημένας δικονομικὰς σχέσεις. Καὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Τιτσεκλῆ καὶ ἐμοῦ ἐτέθη ἡ λέξις «ἐφεξῆς», διὰ νὰ μὴ ἀκυρωθοῦν αἱ γεγεννημέναι σχέσεις καὶ ἐπέλθῃ βλάβη μεγάλη. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω τετραμήνου προθεσμίας, ἠξεύρετε τί θὰ γίνῃ ἂν πάρωμεν τὸν ὠφέλιμον χρόνον; Θὰ ὑπολογίσωμεν τὸ τετράμηνον διάστημα εἰς τὴν Γερουσίαν, θὰ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος ποὺ λέγει ὅτι ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι, δηλαδὴ δι’ ἓν καὶ μόνον Νομοθετικὸν Διάταγμα θὰ ἀσχολούμεθα ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα οὔτε νὰ τὸ κυρώσωμεν οὔτε ὄχι. Ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν εἶχε κανένα λόγον, διότι ὑπάρχει ἡ θεραπεία καὶ εἶναι δυνατὸν τάχιστα νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τύπον νομοσχεδίου τὸ ἴδιον Διάταγμα, ὁπότε θὰ ἐδικαιολογοῦντο ὅλα, χωρὶς οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ν’ ἀπομακρυνθῶμεν.
§118Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἐνδιάμεσον χρόνον τί θὰ γίνῃ; Κατὰ τὸν χρόνον ἀπὸ τῆς ἐκπνοῆς τοῦ τετραμήνου μέχρι τοῦ ἀναδρομικοῦ νόμου τί γίνεται;
§119Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ ἴδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δεχθῶμεν τὸν χρόνον ὠφέλιμον. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, κ. Συνάδελφοι, ὅτι τὸ τετράμηνον χρονικὸν διάστημα εἶναι τακτὴ προθεσμία, τρέχουσα, ἀσχέτως ἂν διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἢ δὲν διακοποῦν. Ἐπίσης καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διευθύνει τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ τὸ Νομοθετικὸν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθῇ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος, νὰ ἔλθῃ δὲ καὶ νὰ ὑποβάλῃ, ὅπως σᾶς εἶπον, νέον νομοσχέδιον. Μὴ θέλετε, κ. Συνάδελφοι, ἀπὸ μίαν κακῶς ἐννοουμένην δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀγούσης τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς εἰς ὡρισμένας ἑρμηνείας, νὰ καταστρατηγῶμεν τὸ Σύνταγμα διὰ τῶν παρερμηνειῶν, τὰς ὁποίας κάμνομεν ἕως τώρα. Διότι ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ τραβήξῃ τὴν ὀρθὴν ὁδὸν εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τροποποιουμένου ἔν τινι κατὰ τὴν συζήτησιν, κανονίζονται ἄριστα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θέλομεν σήμερον νὰ κανονίσωμεν. Ἐνῷ σήμερον, ἐφόσον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ὡρισμένα Νομοθετικὰ Διατάγματα, δὲν εἶναι τοῦτο ζήτημα «ἰντέρνα κόρπορις», δὲν εἶναι δὲ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, διότι φαίνεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως κατὰ ποῖον τρόπον δύνανται νὰ συζητηθῶσι, διότι λέγει «ἐφάπαξ συζήτησις». Ἐγώ, ἂν ἤμην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ὑπέβαλον ὁ ἴδιος τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, καθ’ ἣν ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ Πρόεδρος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἀπαράδεκτον τοῦτο προτείνω καὶ ἐγώ. Διότι τὰ Διατάγματα αὐτά, παρελθόντος τοῦ τετραμήνου χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ ἐδημοσιεύθησαν καὶ δὲν ἐκυρώθησαν, εἶναι ἄκυρα, συνταγματικῶς δὲ ἐπίσης ἄκυρος εἶναι καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσάγονται πρὸς ψήφισιν διὰ τῆς ἐφάπαξ συζητήσεως δι’ ἧς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀναστήσῃ εἰς τὴν ζωήν, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ τὸ θαῦμα ὅτι οἱ ἀποθνήσκοντες ἀνίστανται, ἐνῷ ἠδύνατο ἄριστα νὰ τὰ εἰσαγάγῃ ὑπὸ τύπον νομοσχεδίου. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ ἄλλης ἔτι σαφεστέρας διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἠθέλησε νὰ ἐπιμείνῃ, ἀλλὰ κατόπιν τῶν ἀναπτυχθέντων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων ἀνέκρουσε πρύμναν. Μὴ θέλετε, Κύριοι, νὰ καταστρατηγῶμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ γεννῶμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λύσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὄχι ἐπὶ ἐποικοδομήσει τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος. Ἔχομεν Διατάγματα φορολογικὰ καὶ ἄλλα, δημιουργοῦντα ποικίλας σχέσεις, τὰ ὁποῖα θὰ τραπῶσι τὴν ὁδὸν τῶν Δικαστηρίων.
§120Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἠκούσατε καὶ γνώμην ἄλλων, ἐχόντων καὶ ἄλλην ἰδιότητα πλὴν τῆς τοῦ βουλευτοῦ, οἱ ὁποῖοι ῥητῶς ἐδήλωσαν, ὅτι ὁ χρόνος πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὠφελίμως.
§121Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ ἐξοικονομήσεως.
§122Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐνθυμῆσθε καλῶς, μόνον δι’ ἓν ζήτημα ἐγένετο λόγος περὶ ἐξοικονομήσεως.
§123Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν συμβάσεων, ἔτσι πρέπει καὶ ἐδῶ νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ὠφέλιμος χρόνος. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον προηγουμένως ἀντικρούων τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς συμβάσεις ἰδιωτικοῦ δικαίου βεβαίως εἶναι ἐπιεικὴς ἡ ἑρμηνεία, διότι ὁ ἰδιώτης ἔχει ἐξ ἀνυπερβλήτων περιστατικῶν ἀδυναμίαν ἐνεργείας· ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀδυναμίαν ἐνεργείας, ἂν θέλωμεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ ἔτσι; Δὲν θέλω νὰ συζητήσω, διότι δὲν τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ποία διακοπὴ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα, διότι ἂν ἐνθυμῆσθε καλῶς ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ ἰδικοῦ μας δικαίου, ὁ Σαρίπολος ὁ νεώτερος, λέγει, ὅτι ὅπου ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ διακοπῶν ἐννοεῖ τὰς διακοπὰς τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καθ’ ἃς διακοπὰς δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ. Πᾶσαι αἱ διακοπαὶ εἶναι τοιαῦται, διότι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ τὴν καλέσῃ πρὸ τῆς Συνόδου. Ἀφήνω αὐτό, ὅτι ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι διακοπαὶ ἐκεῖναι καθ’ ἃς δύναται νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ διακοπαὶ πραγματικαὶ εἶναι ἐκεῖναι καθ’ ἃς δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή, καθ’ ἃς ἔληξε τὸ ἑξάμηνον, καθ’ ἃς ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου. Διὰ νὰ σᾶς εἴπω δὲ πόσον ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, θέλω νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ φράσις «πέραν τῆς ὀκταημέρου διακοπῆς» θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ τὸ συζητούμενον ζήτημα; Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κ. Στρατηγόπουλε, ὅτι ἐγὼ τὸ ἐκίνησα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου εἶπον ὅτι ἐφόσον ἡ Βουλὴ δὲν διέκοψε τὰς ἐργασίας της, ἐφόσον δὲν ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου διὰ Διατάγματος, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐργάζηται, τῇ σιωπηρᾷ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς διακοψάσης τὰς ἐργασίας της καὶ δὲν ἔχομεν συνταγματικῶς ἐξουσιοδότησιν νομοθετικήν. Διατί θέλετε λοιπὸν νὰ γεννᾶτε ζητήματα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἠξεύρετε σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε κάτοχος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ λύσωμεν; Μὴ γεννῶμεν ζητήματα ἐκεῖ ὅπου ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων εἰς δύο συνεχεῖς συνεδριάσεις, ὑπὸ τύπον δηλ. νομοσχεδίων. Κατὰ τί θὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος, πάντοτε ἀποβλέπων εἰς τὴν σκοπιμότητα, δὲν αἴρεται καὶ εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς λογικῆς ἐπιλύσεως αὐτῶν; Διατί δὲν θέλει νὰ δεχθῇ, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις δὲν γεννᾶται ἄλλο ζήτημα, παρὰ μόνον τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως; Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ οἱ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προθεσμίας αὐξάνονται κατὰ μείζονα λόγον. Καταλήγων τὸν λόγον, λέγω ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν ἵνα ὑπολογίσωμεν τὸν ὠφέλιμον λεγόμενον χρόνον, ἀπείρους δυσχερείας θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ δικαστήρια καί, ὅπως ὁ νόμος τῆς ἀναλογικῆς ἐπιβάλλει νὰ καλῆται καὶ εἰδήμων μαθηματικὸς κατὰ τὴν διαλογὴν διὰ τὴν διανομὴν τῶν ψήφων, οὕτω θὰ δεήσῃ νὰ διορίζηται καὶ εἰς εἰδήμων διὰ νὰ προσδιορίζῃ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν, διὰ νὰ κριθῇ ἀκριβῶς ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐντὸς τοῦ 4μήνου κύρωσις τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Μὴ προβαίνωμεν εἰς τοιαῦτα ὀλισθήματα, διότι ἡμεῖς πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, σεβασμὸς δὲ εἶναι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Βουλή, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐκ λόγων σκοπιμότητος ἐπιβάλλουν νὰ δοθῇ.
§124ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτά.
§125Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε. Ἔχω τὸν λόγον.
§126ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκονομ.). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προτιμότερον νὰ συνεχίσωμεν ἀκόμη μίαν ὥραν.
§127Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα Νομοθετικὰ Διατάγματα πρὸς κύρωσιν εἶναι σοβαρώτατα καὶ σπουδαιότατα, καὶ νομίζω, ὅτι μόνον παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι τροχάδην καὶ ἐξ ὑφ’ ἁρπαγῆς πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Παρίσταται, λοιπόν, ἀνάγκη νὰ συνεχίσωμεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἢ μίαν ὥραν ἀκόμη, ἢ ἄν τοῦτο ἀδύνατον, δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν αὔριον.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἓν ἐκ τῶν δύο. Ἡ Βουλὴ θὰ συνεχίσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, καὶ δεχόμεθα νὰ κανονίσῃ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Διατάγματος, ἢ ἂν δὲν θέλει, νὰ συνεχίσωμεν μετὰ τὸ φαγητόν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτήν, καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, θὰ ψηφισθῶσιν. Ἡ ἀξίωσις ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετῶμεν παρὰ μόνον παρούσης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἄγει εἰς τὴν πλήρη παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαγάγωμεν τοὺς βουλευτὰς δι’ ὡρισμένα ἐνδιαφερόμενα ζητήματα.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐρώτησε τί ἐπιθυμεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἡμεῖς λέγομεν ἢ πρέπει νὰ διακόψωμεν ἢ νὰ συνεχίσωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον ἢ νὰ ἔλθωμεν αὔριον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτὰ. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§132Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ ἡ ὥρα εἶναι ἤδη προκεχωρημένη καὶ ζήτημα τόσον σπουδαῖον ἀπὸ Συνταγματικῆς ἀπόψεως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὐπρεπὲς νὰ συζητεῖται ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. Διὰ τοῦτο ἐπανέρχομαι εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι τὰς γνώμας μου περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ζητήματος νὰ ἐπιφυλάξῃ ἕκαστος νὰ τὰς ἐκθέσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη μὲ τὸ ζήτημα τοῦ τί θὰ κάμουν τὰ δικαστήρια. Ὁ δικαστής, Κύριοι Συνάδελφοι, γνωρίζει τί θὰ κάμῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει τὸ Συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον διὰ τὰ Διατάγματα αὐτά, διότι παρῆλθε τὸ τετράμηνον, καὶ πρὸς τοῦτο ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§134Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι βουλευταί, ὅτι θ’ ἀπητεῖτο τόσος χρόνος πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐννοίας Συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι τόσον σαφὴς καὶ κατηγορηματική. Βλέπετε, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ λαμβάνουν τὸν λόγον ὁποτεδήποτε καὶ δι’ ὅσον χρόνον θελήσουν. Ἡμεῖς σεβόμεθα τὸ ἔθιμον αὐτὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως, κύριοι Συνάδελφοι, ν’ ἀξιώσωμεν καὶ ἡμεῖς ἅπαντες ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ σεβασθῶσι τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, ὥστε ἔδει νὰ εἶναι τις θῦμα μεγάλης προκαταλήψεως καὶ ὀπαδὸς τῆς περιφήμου θεωρίας τῆς σκοπιμότητος διὰ νὰ θελήσῃ νὰ παρίδῃ αὐτήν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀνεύρωμεν τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου περὶ οὗ πρόκειται τοῦ Συντάγματος. Δύναται βεβαίως νὰ νοηθῇ διαφωνία ὅπου μία διάταξις εἶναι τρόπον τινὰ ἀμφίβολος, ἀλλ’ ὅπου εἶναι σαφὴς ὡς ἐν προκειμένῳ δὲν ἐννοεῖται τοιαύτη διαφωνία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καί τινες οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ θεωρῶσι τὴν διάταξιν αὐτὴν ἀμφιβόλου ἐννοίας ἄς ἴδωμεν τίνα τρόπον θὰ εὕρωμεν τὴν πρέπουσαν σημασίαν της καὶ θὰ ἀποδώσωμεν τὴν πραγματικὴν ἑρμηνείαν. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ὡς μόνον κριτήριον ἀπομένει ἡ λογική. Διὰ τῆς λογικῆς, διὰ λογικῶν συμπερασμάτων θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρέπουσαν λύσιν. Καὶ διὰ νὰ ἀνεύρωμεν, κύριοι Συνάδελφοι, τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος θὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀφορμήν, τὸ αἴτιον τῆς παρεμβολῆς τῆς τοιαύτης διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸν σκοπὸν εἰς ὃν ἀποβλέπει. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι τὸ πολίτευμά μας στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς, Νομοθετικῆς καὶ Δικαστικῆς. Πολλάκις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ μέτρα κατεπείγοντα προκειμένου περὶ ἑνὸς ζητήματος κατεπείγοντος, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος προβλέπων περὶ τοῦ αὐτοῦ καὶ πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐσκέφθη νὰ θεσπίσῃ τὴν περὶ ἧς πρόκειται συνταγματικὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ δύναται τῇ συγκαταθέσει Ἐπιτροπῆς ἀπαρτιζομένης ὑπὸ ὡρισμένων βουλευτῶν, ν’ ἀναπληροῖ εἰς κατεπειγούσας περιπτώσεις τὴν ἔλλειψιν Νόμου προκειμένου περὶ ἐπουσιωδῶν ζητημάτων καὶ ὄχι περὶ οὐσιωδῶν καὶ ἀπαιτούντων Νόμον ψηφιζόμενον, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφουσι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἡ οὕτω τεθεῖσα Συνταγματικὴ διάταξις ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον προκειμένου περὶ ζητημάτων κατεπειγούσης φύσεως καὶ ἐπουσιωδῶν. Τοῦτο συνάγεται ἀσφαλῶς καὶ ἐκ τοῦ γενεσιουργοῦ αὐτῆς λόγου καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἐπερίττευον αἱ ἄλλαι Συνταγματικαὶ διατάξεις αἱ καθορίζουσαι τὸν τρόπον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐδίδετο νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ μετὰ μεγάλης φειδοῦς. Ἐάν τις, μάλιστα, ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ ἔτους 1911, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι θὰ ἴδῃ ἐκεῖ τὸν ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφον κ. Παπαναστασίου ὁμιλοῦντα ἐναντίον τῆς ἀφειδοῦς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως· θὰ ἴδῃ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὑποστηρίζοντα τὴν ἄποψιν καθ’ ἣν δὲν πρέπει νὰ δίδηται νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀφειδῶς. Ἀλλ’ ἤδη παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ ἐπικρατεῖ νῦν ἡ θεωρία τῆς σκοπιμότητος. Καὶ ἐπικρατεῖ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ θεωρία τῆς σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν καθιέρωσεν ἡ κρατοῦσα πολιτικὴ μερὶς εἰς πάσας τὰς λειτουργίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς Πολιτείας, ὥστε ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 νὰ ἑρμηνεύεται ἀναλόγως πρὸς τοὺς σκοποὺς εἰς οὓς ἀποβλέπει ἡ ἑκάστοτε αἰτουμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Καὶ ἔλεγον ἄλλοτε ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν ὁ ὀρμαθὸς ἐκεῖνος τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἔκτασιν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι θὰ δημιουργήσωμεν οὕτω κακὸν προηγούμενον. Εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, ὡς γνωρίζετε, καινοφανὴς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ συντάγματι καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοὶ πολύ, πολὺ ἀκριβολόγοι καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἵνα μὴ δημιουργήσωμεν κακὰ προηγούμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασισθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι νομοθ. ἀτοπήματα. Ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ σύνταγμα αὐτὸ εἶναι προσωρινόν, ὅπερ δὲν εἶναι καὶ ἀπίθανον. Διαβλέπω εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τοιοῦτον φόβον. Καὶ ἡμεῖς εὐχόμεθα τὸ Σύνταγμα αὐτὸ νὰ εἶναι προσωρινόν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει νὰ νομίζωμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑπεραμυνώμεθα τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ ἔτι περιπτώσει αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Δημοκρατικῶν κομμάτων καὶ πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐξορκίσωμεν αὐτοὺς ὅπως σεβασθῶσι τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ συντάγματος. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει πῶς θὰ ἀξιώσητε ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς βασιλόφρονας σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα σεῖς οἱ δημιουργοὶ αὐτοῦ λόγῳ σκοπιμότητος; Πῶς θὰ ἀξιώσητε ἀπὸ ἡμᾶς μετὰ τινα χρόνον νὰ σεβασθῶμεν ἄλλας διατάξεις, καὶ δὴ διατάξεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν τῷ συντάγματι αὐτῷ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τοῦ ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, καὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν προλαλησάντων ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νόμου εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις» καὶ οἱ δὲ ὅτι εἶναι «ἐξτέρνα κόρπορις». Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν σημασίαν. Ὅταν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς μας καὶ δὲν δίδομεν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος, διατὶ ν’ ἀναμένωμεν τοιοῦτον ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην; Ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐκτελέσῃ βεβαίως τὸ καθῆκόν της ὅταν παραστῇ ἀνάγκη. Ἀλλὰ διατὶ νὰ δημιουργῶμεν τοιαύτας ἀνάγκες ἐκ τῶν προτέρων; Τὰ δικαστήρια ἔχουν πάντοτε τὸ δικαίωμα κατὰ νομολογίαν παγίαν νὰ ἐξετάζουσι τὸ περιεχόμενον τοῦ Νόμου καὶ νὰ κρίνωσιν ἐὰν εἶνε οὗτος συνταγματικὸς ἢ ἀντισυνταγματικός, καὶ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόζωσιν ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει, ὡς συνέβη καὶ πρὸ ἐτῶν μὲ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Τότε δι’ ἑνὸς νόμου παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν Κωπαΐδος μία ἔκτασις γῆς παρὰ τὴν λίμνην ἐκείνην. Οἱ χωρικοὶ διεξεδίκουν τὴν ἔκτασιν. Ἐνήργησαν ὅπως ὁ νόμος ὑπεδείκνυεν καὶ τὸ δικαστήριον ἀπεφάνθη ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο ἀντισυνταγματικὸς καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ παραχωρηθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ ἔκτασις ἐκείνη ἄνευ ἀποζημιώσεως συμφώνως τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ συντάγματος, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη. Δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ ἐξετάζωσι τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ ἐὰν κατὰ τύπους ἐψηφίσθη ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς προλαλήσαντας ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς τοὐναντίον ὑποστηρίξαντας. Ἐὰν τὰ νομοθετικὰ ταῦτα διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίστανται ἤδη παντάπασιν, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἡμῶν εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τροχάδην καὶ ἐν ὥραις μεταμεσονυκτίους τὰ δικαστήρια εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτά, ἐὰν τὸ περιεχόμενόν των δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωσι ἐὰν ἅπαξ ἢ δὶς ἐψηφίσθησαν. Εὐθὺς ὡς ψηφισθῶσιν, ἔστω καὶ ἅπαξ, θὰ περιβληθῶσιν τὴν μορφὴν τοῦ νόμου, ἀδιαφόρως ἐὰν κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνύπαρκτα ὡς ψηφισθέντα παρὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως αἵτινες σαφῶς καθορίζουσι τὸν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν. Τοῦτο ὅμως θ’ ἀπετέλει κατάφωρον καταστρατήγησιν τῶν συνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, καὶ διότι δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθ’ ἣν δῆθεν θ’ ἀνατραποῦν δικαιώματα καὶ πολλὰ ἄλλα δεινὰ θὰ προκύψουν, ἐὰν δὲν ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν διαταγμάτων, συνιστῶ ὅπως ὑποβληθῶσιν ὡς νομοσχέδια καὶ μεταβληθῶσιν ὑπὸ τῶν κυρίων βουλευτῶν. Τί κακὸν θὰ προκύψῃ ἐὰν δὲν αὐξήσωμεν ἐσπευσμένως τὸν μισθὸν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀντιστρατήγων ἢ τὸν μισθὸν τῶν διοικητῶν τῶν Σωμάτων, ὅπως προβλέπουσι τινὰ ἐκ τῶν περὶ ὧν πρόκειται Ν. Δ.; Ἢ τί κακὸν θὰ προκύψῃ ἐὰν δὲν δώσωμεν ἐσπευσμένως τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀποταχθέντας ἀπὸ τοῦ 1920–1922; Ἀπεναντίας θὰ προκύψῃ κακὸν ἐὰν τοὺς δώσωμεν τοιοῦτο δικαίωμα. Εἷς Ἄγγλος συνταγματολόγος, ὁ Ντότ, λέγει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἐπικίνδυνον πρᾶγμα, καὶ ἀντίκειται πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν θεσμόν. Ἐὰν ἔχει τί τὸ καλὸν ὁ κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς, τοῦτο εἶναι τὸ ὅτι παρέχει ἐγγύησιν ὅτι νομοσχέδια εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἐξονυχισθῶσι, θὰ ψηφισθῶσι μετὰ δύο ἀναγνώσεις καὶ μετὰ εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ δὲν θὰ προκύψῃ ὡς ἐκ τούτου οὐδὲν ἄτοπον.
§135Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι τὸ λέγουν.
§136Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλαχοῦ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις δὲν δίδεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ὅπως π. χ. ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις. Ἐν Ἀγγλίᾳ δίδεται ἀλλὰ μετὰ μεγάλης φειδοῦς. Ἐκεῖ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πολιτικὸς κόσμος διαμορφωμένος καὶ ἱστάμενος εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του ὥστε οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, εἴτε δημοκρατικὴ ἕνωσις εἴτε ἄλλως πὼς καλοῦνται, ἁμιλλῶνται τίς πρῶτος θὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους καὶ δὲν ἁμιλλῶνται τίς πρῶτος θὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτοὺς κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του κατὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Δυστυχῶς ἡμεῖς στερούμεθα τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν καὶ τὸ οὐσιῶδες καὶ τὸ μᾶλλον προέχον ζήτημα δι’ ἡμᾶς σήμερον εἶναι νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν δημιουργίαν πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ σέβηται τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ἂν αὗται εἶναι ἐναντίον τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν σκοπῶν τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν. Ὅταν κατορθώσαμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα τοιοῦτον «κόσμον» πολιτικὸν μὲ ἰδικάς του πολιτικὰς παραδόσεις, μὲ ἰδικά του κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κοινοβουλευτικὴν εὐαισθησίαν, τότε βεβαίως θὰ εἴμεθα καὶ εἰς τὴν θέσιν νὰ σεβώμεθα τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ συντάγματος. Λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἐὰν ἐντὸς 4 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις αὕτη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθίστανται τὰ νομοθ. διατάγματα ἄκυρα ἐφεξῆς».
§137Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Ἡ ἐπανάληψις δὲν προϋποθέτει διακοπήν;
§138Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἐνώπιόν σας, κ. Ὑπουργὲ τὴν εἰκόνα τῆς τοιαύτης διαδικασίας. Πρόκειται νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ταξιδεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Γενεύην ἢ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλαχοῦ καὶ προμηνύεται διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, ἑπομένως δύνανται ν’ ἀναφυῶσι μερικὰ κατεπείγοντα ζητήματα κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Ὁρίζομεν μίαν ἐπιτροπὴν καὶ τῆς λέγομεν ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἐπεξεργασθῇ ἓν Νομοθ. Διάταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§139Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Χρειάζεται ἐξουσιοδότησις.
§140Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδεται ἐξουσιοδότησις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος ὅπερ καὶ τίθεται ἐν ἰσχύϊ ἁρμοδίως. Τὸ νομοθ. Σῶμα, ὅμως λέγει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, «ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς σέ, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου». Τὸ Νομοθ. διάταγμα τὸ ὁποῖον ἁρμοδίως ἐκυρώθη θὰ ἰσχύῃ μόνον ἐπὶ 4 μῆνας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν κυρωθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπ’ αὐτῆς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι εἶναι προσεχής, προσεχεστάτη. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅμως, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπαναλαμβάνει τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως, ἕν κίνημα ἀπὸ τοὺς μεγαλεπηβόλους ἐκείνους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεφάνησαν κατὰ τὴν τελευταίαν πολιτικὴν περίοδον ἐν Ἑλλάδι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδιδάχθησαν τὴν πολιτικὴν εἰς τοὺς στρατῶνας, ἀνατρέπει τὴν Κυβέρνησιν, διαλύει τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιβάλεται μία δικτατορία ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, θὰ ἰσχύῃ τὸ Ν. αὐτὸ διάταγμα τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη μόνον ὑπὸ αὐτῆς ἐπ’ ἄπειρον ἐφ’ ὅσον ἀφοῦ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ μετὰ τὴν πάροδον 4 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Ὄχι Οὐδὲ ἔχομεν, ἄλλως τε, τὸ δικαίωμα νὰ ἀπεμπολήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ λαός, διὰ τοῦ τρόπου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως μεταβιβάζοντες αὐτὴν εἰς ὀλίγους ἀνθρώπους Πρὸς δὲ, γνωρίζετε πῶς διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τῶν ἐπιτροπῶν· γνωρίζετε ὅτι ἐφ’ ὅσον στενότερος εἶναι ὁ κύκλος εἰς ὃν συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται νομοσχέδια καὶ τοσοῦτον οἱ νόμοι ἀφίστανται τῆς ὀρθότητος, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλό τι βαρύτερον.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὅλα τὰ κόμματα μετέχουσιν ἀναλόγως εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§142Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Βλέπω σήμερον νομοθετικὰ Διατάγματα κηρυχθέντα ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, τῶν ὁποίων οὔτε κἂν ἔχω γνῶσιν, ἔγκυρα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπερρίφθησαν.
§143Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἀρκετὰς ἀπουσίας ἐσημειώσατε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τὸ καλοκαῖρι.
§144Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθές, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς μου ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἐπιτροπῶν. Δι’ αὐτοῦ διαψεύδεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ὅλα τὰ κόμματα μετέχουσι τῶν ἐπιτροπῶν, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι πολλάκις δὲν μετέχουν ἀναλόγως.
§145Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Λησμονεῖτε τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη.
§146Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει γεγονός, ὅτι λίαν πλημμελῶς λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαί.
§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Ὁ ἀμελῶν τὰ καθήκοντά του ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιμελὴς ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος.
§148Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομοθέτης, νομοθετῶν, πρέπει νὰ εἶναι ἐντὸς τῆς πραγματικότητος. Τὸ νομοθετεῖν διὰ τοῦ τρόπου τῆς εὐρείας νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον δῆθεν 77 τοῦ Συντάγματος, ἀντίκειται εἰς τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα. Εἶναι τόσα τὰ ἐνδεχόμενα ἄτοπα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὥστε θὰ ἔπρεπεν, ἐν ἀνάγκῃ, καὶ δι’ ἐπαναστάσεως ἔτι ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ καταργηθῇ αὕτη. Εἶναι ἆρά γε τὰ νομοθετικὰ αὐτὰ διατάγματα, διατάγματα ἀφορῶντα ζητήματα ἐπουσιώδη ἢ ζητήματα κατεπειγούσης φύσεως, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις; Κάθε ἄλλο. Δὲν ἀφορῶσιν οὐδόλως ζητήματα κατεπειγούσης φύσεως. Διότι ἰδοὺ (ἀναγινώσκει). Εὑρίσκετε εἰς αὐτὸ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος; εὑρίσκετε ἐπεῖγον τι; Ἀκούσατε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 «ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως κλπ.». Συμβαίνει τὸ ἴδιον. Παρήλθον τόσα ἔτη, καθ’ ἃ ἔμεινεν ἄνευ κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ περὶ οὗ πρόκειται Διάταγμα, ὥστε δὲν θὰ ἔβλαπτεν εἰς οὐδὲν ἐὰν παρήρχετο ὀλίγος ἔτι χρόνος καθ’ ὃν θὰ ὑπεβάλετο τοῦτο ὡς νομοσχέδιον καὶ θὰ ἐψηφίζετο ὡς τοιοῦτον. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Πρέπει αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα νὰ ἐπικυρωθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ παντὸς τρόπου, διότι θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν περιλαμβάνονται προσωπικαὶ διατάξεις ὑπὲρ φίλων τῆς Κυβερνήσεως.
§149Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πλήρως τὸ βεβαιῶ καὶ ἐγὼ αὐτό.
§150Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε τὸ πολύκροτον ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀποτάκτων. Πόσαι συζητήσεις δὲν ἔγιναν, κ. Συνάδελφοι, προκειμένου περὶ ἀνακλήσεως τῶν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὸ ἔτος 1923; Πόσα ὑπουργικὰ συμβούλια συνεκροτήθησαν, καὶ ποσάκις ἠπειλήθη ἡ διάσπασις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ὅλα αὐτὰ προκειμένου ν’ ἀνακληθῶσιν ὀλίγοι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἀποστρατευθέντων λόγῳ τοῦ κινήματος τοῦ 1923. Καὶ διὰ τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἀποστρατευθέντων ἀπὸ τὸ ἔτος 1921–1922 δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτοὺς ὁπόταν θέλῃ.
§151Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Δὲν πρόκειται νὰ συντελεσθῇ τώρα. Εἶναι κυρώσεις ἰσχύουσαι πρὸ διετίας Κάμνετε λάθος.
§152Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχει τροπολογίας ἀπείρους. Εἶναι νέον τὸ Διάταγμα αὐτό. Περιέχει καὶ ἐγκύκλιον ἀκόμη.
§153Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς αὐτοὶ ἀνεκλήθησαν τόσον εὐχερῶς καὶ διὰ ποῖον λόγον; Δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θέλω νὰ πιστεύω ὅτι οὗτος ἐγένετο θῦμα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου του. Ἔχω ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἓν χαρακτηριστικὸν γεγονός. Ἀνεκλήθη ταγματάρχης, ἀποστρατευθεὶς τῷ 1920, ὀνόματι Μεταξᾶς, μὲ ὅλας τὰς ἀποδοχάς, ὡσὰν νὰ μὴ ἀπεστρατεύθη ποτέ.
§154Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Πότε ἔγινεν αὐτό;
§155Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἑπταμήνου.
§156Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἔγιναν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ὁπότε δι’ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἀνεκλήθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποστρατευθῆ ἐπὶ Παγκάλου.
§157Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ ὡρισμένης περιπτώσεως, περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικοῦ τινος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσω, γνωρίζω ὅμως ὅτι οὗτος εἶχεν ὑποπέσει εἰς ἔγκλημα. Ἐφόνευσεν ἕνα ἡρωϊκὸν συνάδελφόν του, τὸν Βαλάκην, ἐκ λόγων πολιτικῶν. Καὶ πρέπει νομοθετικὰ μέτρα ἀφορῶντα τοιαύτης φύσεως ζήτημα νὰ συζητῶνται εὐρέως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ προλαμβάνωνται ἄτοπα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ περιφρουρῶνται καὶ οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι γίνονται θύματα τῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν συντάσσουν τὰ σχέδια τῶν τοιούτων Διαταγμάτων, ἀλλ’ οὔτε κἂν τὰ ἀναγινώσκουν. Συντάσσονται ταῦτα ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ πολλάκις ὑπὸ τὴν ἔμμεσον ἢ ἄμμεσον ἐπίδρασιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης περὶ ἀθρόας ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν, ἢ μᾶλλον ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακλήσεως τοῦ ἐγκληματήσαντος ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπανῆλθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ δὴ μεθ’ ὅλων τῶν ἀποδοχῶν του, καὶ ὅλων τῶν ἐν τῷ μεταξὺ βαθμῶν του; Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ Διατάγματα τὰ ἀφορῶντα ζητήματα στρατιωτικὰ τὰ ὁποῖα βρύθουν προσωπικῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἐκ τῶν εἰσαγομένων πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς χρήζουν μελέτης καὶ διεξονυχίσεως. Πῶς λοιπὸν ἡμεῖς τόσον ἐπιπολαίως, τόσον ἐπιτροχάδην καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἰς ὥρας προκεχωρημένας, θὰ ψηφίσωμεν εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν τόσον σοβαρὰ Διατάγματα; τίς ὁ λόγος τῆς βίας αὐτῆς; Καὶ διατὶ νὰ κυρώσωμεν τόσον ἀμελετήτως νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐθεσπίσθησαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ ἐτέθησαν ἐν ἰσχύϊ παρὰ πᾶσαν ἠθικὴν καὶ παρὰ πάντα νόμον καὶ θεσμὸν τῆς Χώρας; Καὶ διατὶ νὰ μὴ προστατεύσωμεν τὰ τυχὸν νόμιμα συμφέροντα καὶ δικαίας ἀξιώσεις διὰ τακτικῆς νομοθετικῆς ἐνεργείας; Ἔχετε ὑποχρέωσιν, κύριοι κυβερνῶντες, νὰ σεβασθῆτε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ παρερμηνεύετε αὐτὰς λόγῳ σκοπιμότητος. Ὅσον ὑψηλότερα ἵσταταί τις, ἐπὶ τοσοῦτον ὀφείλει περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τοὺς Νόμους καὶ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἂν θέλετε ν’ ἀξιώσητε ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ ἄλλους σεβασμὸν καὶ πρὸς ἄλλας τινὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἔχουν τεθῇ παρὰ τὴν βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, πρέπει σεῖς πρῶτοι νὰ δείξητε σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας.
§158Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐλέχθησαν παρὰ πολλὰ περὶ τῆς ἑρμηνείας, ἂς εἴπωμεν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον 77. Διότι ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν νομοθετικὴν ἑρμηνείαν, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν θέσιν ἡ ἐνέργειά μας αὕτη. Εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως τοῦτο. Ἐὰν ἀναζητήσωμεν τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀσφαλῶς θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ προθεσμία ἡ τετράμηνος, ἡ ταχθεῖσα, δὲν εἶναι παρὰ μία σύμπτωσις χρόνου μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ ἔναρξις ὁρίζεται ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§159ΧΡ. ΛΑΔΑΣ. Ὅταν ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ὑπῆρχε ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε καὶ τὰ Διατάγματα. Ἑπομένως δὲν ἐγένετο σκέψις περὶ ἰσχύος τῶν Παγκαλικῶν Διαταγμάτων, οὔτε ἐσχετίσθησαν ταῦτα μετὰ τοῦ ἄρθρου 77.
§160Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σχετίσω τὰ Παγκαλικὰ διατάγματα μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 77. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ τί ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 77. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὁποία τις εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 77 καὶ ὁποία τις εἶναι ἡ προθεσμία ἡ καθοριζομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Κατὰ πρῶτον, λοιπόν, πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τί πνεῦμα ἐπεκράτει, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον 77. Τὸ πνεῦμα τῆς τότε Συνελεύσεως καὶ ἤδη Βουλῆς, ἦτο ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ δώσῃ οὐδεμίαν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ νομοθετεῖν τὴν ἔδωσε κατὰ περιωρισμένον τρόπον καὶ μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐπιφυλάξεις. Αὐτὸ ἦτο τὸ κρατοῦν πνεῦμα τῆς τότε ἐποχῆς. Δηλαδὴ μία ἐκδήλωσις δυσπιστίας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἔστω καὶ ἂν μετεῖχον ταύτης πλείονες βουλευταί, ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Δὲν ἦτο λοιπὸν εὐνοϊκὴ ἡ περίστασις διὰ τὴν παροχὴν δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν τοιαύτην. Ἐφόσον, λοιπόν, δὲν ὑπῆρχε πνεῦμα εὐρυτάτης ἐκτάσεως, εὐρυτάτης μεταφορᾶς δικαιωμάτων νομοθετικῶν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ κρίνωμεν πολὺ στενῶς τὰ παρεχόμενα δικαιώματα καὶ λίαν περιωρισμένως. Ὁ χρόνος, λοιπόν, ὁ ὁποῖος ὡρίζετο, διότι δὲν πρόκειται περὶ παροχῆς μεγάλου δικαιώματος, ἔπρεπε νὰ εἶναι καθωρισμένος. Καθωρίσθη εἰς τέσσαρας μῆνας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν προηγούμενον, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς 30 Μαΐου τοιοῦτος τῶν δύο μηνῶν. Ἐθεωρήθη, λοιπόν, ὅτι ἐὰν διπλασιασθῇ ὁ χρόνος ἐκεῖνος καὶ ἄρξηται ἡ ἐνέργεια τοῦ χρόνου αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀναμφισβητήτως τὸ διάστημα τοῦτο θὰ ἦτο ἀρκετόν, ἵνα ψηφισθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέδιδε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ἀσκεῖται, προϋποθέτει τὴν μὴ ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς. Θὰ εἶναι μία μεγίστη παρερμηνεία ἄνευ οὐσιαστικοῦ σκοποῦ. Διότι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ καθ’ οἷον δήποτε τρόπον, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ κάμωμεν μίαν παρερμηνείαν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἐχρόνισε.
§161Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὑπολογίζετε, ὅτι οἱ τέσσαρες μῆνες θὰ ὑπολογισθοῦν, ἀσχέτως ἐὰν ἐργασθῇ ἢ ὄχι ἡ Βουλή; Ὑποθέσατε ὅτι ἐψηφίσθησαν μερικὰ Νομοθ. Διατάγματα κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον, καὶ ὅτι σήμερον ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν σας ἀρχίζουν ἀπὸ σήμερον οἱ τέσσαρες μῆνες. Κατὰ τὸν τρίτον μῆνα ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, ἀναστέλλει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§162Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Προνοεῖ περὶ τούτου τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Συντάγματος. Ὁρίζεται ἐκεῖ, ὅτι ὁ χρόνος ὑπολογίζεται ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὑπολογίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζεται, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποχρεοῦται νὰ ψηφίζῃ. Τὸ διάστημα, περὶ τοῦ ὁποίου μοῦ ὁμιλεῖτε, τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, σημαίνει ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν καὶ κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ, ὁ χρόνος ἐκεῖνος θ’ ἀνασταλῇ καὶ θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ποὺ θὰ δύναται νὰ ψηφίζῃ. Κατὰ συνέπειαν θὰ συνυπολογισθῇ, ὥστε νὰ συμπληρωθῇ τὸ τετράμηνον. Δὲν κάμνω ἑρμηνείαν, ἀλλ’ ἀνάγνωσιν μόνον τῶν κειμένων. Κύριοι, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν προηγουμένως, διότι ὅλα σχεδὸν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐξητάσθησαν ἀπέδειξαν πλήρως ὅτι τὰ Δικαστήρια ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ ἐξετάσουν τὸ τετράμηνον, διότι ὅταν θὰ εἰσαχθῇ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Καμπάνης, μία ὑπόθεσις, θὰ ἔλθῃ ἀμέσως ἡ ἀντίρρησις ὅτι τὸ ἔρεισμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογήν, διότι προτοῦ εἰσαχθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς εἶχεν ἀνατραπῆ. Ἀναμφισβητήτως τὸ Δικαστήριον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τὸ ἐξετάσῃ, ἐκτὸς ἐὰν λάβωμεν τὰ ἴδια μάτια τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη καὶ εἴπωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν θὰ βγάλῃς....
§163Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ἐὰν ἐκδοθοῦν ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις;
§164Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θὰ πᾶνε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σήμερον αἱ ἀνάγκαι εἶναι πολλαπλαῖ, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν πρέπει νὰ κατατρίβωνται εἰς τύπους, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὸ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι κανὲν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπερδεκαπλάσιον πληθυσμὸν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν νομομανίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει κατακλύσει. Διότι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι εἰς διάστημα μιᾶς δεκαετίας ἔχομεν τόσους νόμους ὅσους δὲν ἔχει οὐδὲ ἡ Μεγάλη Βρεττανία. Κατὰ συνέπειαν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται, δὲν ρυθμίζονται ὅλαι διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ διοικητικοῦ συστήματος. Ἐδῶ ἐφθάσαμεν, ὥστε κάθε πολίτης νὰ ψηφίζῃ ἕνα νόμον σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τῆς τελευταίας νομομανίας, ἡ ὁποία ἔχει καταλάβει τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰ ἑλληνικὰ νομοθετικὰ Σώματα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε, εἰς ἐκτάκτους μάλιστα περιστάσεις, ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν Διατάγματα ὄχι τῆς μορφῆς αὐτῆς, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς τὸ πρῶτον εἰσάγεται ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ ἐξεδόθησαν ἄλλα, κατὰ παράβασιν μάλιστα τοῦ Συντάγματος, Διατάγματα καὶ αἱ τότε Κυβερνήσεις εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπουν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ζητοῦμεν συγγνώμην, διότι ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ Διάταγμα αὐτό. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἤδη ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν μίαν ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον 77, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό. Καὶ νομίζω ὅτι σφάλλομεν, διότι ἀντικειμενικός μας σκοπὸς εἶναι νὰ διορθώσωμεν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὰ Παγκαλικὰ Διατάγματα. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀκύρωσις ἢ ἡ παραμονή τῆς κατασχέσεως, ὡς ἔχει, γεννᾷ ἀσφαλῶς μεγάλους κοινωνικοὺς κινδύνους, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσῃ πολλὰς ζημίας εἰς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἐνῷ τὸ κακὸν αὐτὸ εἶναι δυνατόν, καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, νὰ θεραπευθῇ. Δύναται νὰ εἰσαχθῇ, ἁπλούστατα, ὄχι ἓν νομοσχέδιον, ἀλλὰ μία σειρὰ νόμων, ἡ ὁποία νὰ περιλάβῃ ὅλα αὐτὰ τὰ Νομοθετήματα κατὰ ἕνα ὁμοιογενῆ τρόπον. Διότι δὲν πρόκειται περὶ κώδικος, οὔτε περὶ ἄλλης μορφῆς, ἀλλὰ περὶ τρόπου δυναμένου νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, κηρυσσομένων τῶν νομοσχεδίων κατεπειγόντων καὶ ἰσχυόντων ἀναδρομικῶς, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ μία συνέχεια. Εἶναι ἐκπληκτικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηροῦμεν, διότι ἀπὸ πάντας ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν μίαν παρέκκλισιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 77, παρὰ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς δημιουργὸς τοῦ Συντάγματος, καὶ νομίζω ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπεραμυνθῇ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας του, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προστατεύεται περισσότερον ὁ καταστατικὸς Χάρτης. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διευθέτησις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δηλαδὴ ἡ νομιμοποίησις τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὄχι διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν παρέχει ἀσφαλῶς τὰ μέσα, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον τελοῦμεν, θὰ εἶναι σεβαστὸν καὶ παρὰ τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ κληθῶσιν ἀργὰ ἢ γρήγορα νὰ ἐκφέρουν καὶ ἐκεῖναι τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς ὁριστικοῦ μέτρου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὡμίλησαν καὶ ἕτερα πρόσωπα περὶ τοῦ ὠφελίμου χρόνου, δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ χρόνος νὰ ὑπολογισθῇ ὡς ὠφέλιμος. Ἀλλὰ παντοῦ ὅπου ὑπολογίζεται ὁ χρόνος ὡς ὠφέλιμος, ἐξετάζεται ὄχι τὸ ἐὰν λειτουργῇ ἢ δὲν λειτουργεῖ ἡ Βουλή, ἀλλὰ τὸ ἐὰν ἠδύνατο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ ἐὰν ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ Βουλή, ὅταν κάμνει διακοπάς, δὲν ἔχει ἐργασίας. Καὶ σήμερον, μιὰ φορὰ ποὺ μᾶς ἀναγκάζει νὰ χαρακτηρίσωμεν τόσον ἐπειγούσας τὰς νομοθετικὰς αὐτὰς ἐργασίας, ὥστε νὰ κάμωμεν καὶ μίαν παρέκκλισιν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, θὰ πρέπῃ νὰ συνεδριάσωμεν καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ χρόνος αὐτὸς νὰ μὴ θεωρῆται ὡς μὴ δυνάμενος νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τετράμηνον διάστημα. Εἶμαι, λοιπόν, τῆς γνώμης, ὅτι οὐδεμία περίπτωσις συντρέχει ἀπολύτως, ὥστε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν λοξοδρομίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγομεν διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν νομιμοποίησιν μιᾶς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὄχι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἐκάμαμεν λάθος, μὴ ὁρίσαντες ἕνα χρόνον ὡρισμένον, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τὸ ψήφισμα, καὶ ὄχι νὰ περιμένωμεν τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀφοῦ ἐπέρασαν οἱ τέσσαρες μῆνες. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει, ὅπως κάθε λάθος πληρώνεται, νὰ πληρώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἰδικόν μας λάθος. Καὶ θὰ τὸ πληρώσωμεν, ἐργαζόμενοι περισσότερον, ὄχι κάμνοντες παρέκκλισιν τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ ἀκολουθοῦντες μίαν ὁδὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ τὸ νὰ νομιμοποιήσωμεν τὰ Διατάγματα διὰ παρερμηνείας καὶ ἀποδόσεως ἐννοίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ σόλοικον. Δέν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐὰν τὸ ζήτημα εἶναι «ἰντέρνα κόρπορις» ἢ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ Δικαστήριον, διότι δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Τὸ Δικαστήριον θὰ ἐξετάσῃ, προκύπτοντος τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος. Διότι τὸ Διάταγμα αὐτό, ληξάσης τῆς τετραμήνου προθεσμίας, μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναμφισβητήτως εἶναι νεκρόν. Δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβιώσῃ, διότι διὰ ν’ ἀναβιώσῃ, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἷς νόμος τῆς Βουλῆς. Ὁ νόμος, λοιπόν, αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ γένῃ, θὰ φέρῃ ἐν ἑαυτῷ τὸν τύπον τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Νομίζω συνεπῶς ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ κατ’ ἄλλον τρόπον ρύθμισις τοῦ πράγματος, καὶ ὄχι κατὰ τὸν ἐπιδιωκόμενον τρόπον, διὰ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σωτηριάδης καὶ Στρατηγόπουλος παραιτοῦνται τοῦ λόγου. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου».
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετ. Διατάγματος «περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν ἀπομακρυνθέντων ἀπὸ τοῦ 1920–1922».
§168Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τεθῇ διὰ τοὺς ὁπωσδήποτε ἀπομακρυνθέντας ἀξιωματικούς. Ὡμίλησα ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ δείξω, ὅτι τὸ ὅριον τοῦ 22 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ ὅλους τοὺς ἀδικηθέντας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως δὲν ἐδέχθη καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἐκταθῇ τὸ χρονικὸν ὅριον, ὡς μέτρον ἀπολύτου δικαιοσύνης.
§169Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Αὐτὸ τὸ Διάταγμα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ γενικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, ἔλαβεν ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἀξιωματικούς τινας, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη ἀνεκάλεσεν εἰς τὸν Στρατὸν δυνάμει Νομ. Διατάγματος καὶ ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ κατάστασις. Εἰσηγήθην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ τὸ Διάταγμα. Ἀρχικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ μετερρύθμισε τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεχθεὶς ἐγώ, εἰσηγήθην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἑπομένως δὲν μπορεῖ νὰ δοθῇ ἔκτασις εἰς γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν πρὸ ἑνὸς ἔτους.
§170Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη ἐμερολήπτησε. Καὶ ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ Διάταγμα.
§171Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ ψήφισμα.
§172Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν μὲ τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ Διάταγμα. Ἄλλως τε τὸ Νομ. Διάταγμα ἀναθέτει εἰς τὴν κρίσιν σας τὸ δικαίωμα ἀνακλήσεως.
§173Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Ὄχι. Δὲν θέτει εἰς τὴν κρίσιν μου καμμίαν πρᾶξιν τοῦ παρελθόντος.
§174Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μάλιστα. Σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα.
§175Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Ὄχι. Εἶναι ὡς νὰ ἰσχύῃ τὸ Διάταγμα τοῦ 1926.
§176Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διαβάστε τὸ Διάταγμα.
§177Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). (Ἀναγινώσκει). Σᾶς δηλῶ ἐπισήμως ὅτι δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα, οὔτε θὰ νὰ προβῶ δυνάμει αὐτοῦ εἰς καμμίαν ἀνάκλησιν. Δὲν ἔχω κανένα δικαίωμα. Τὸ δικαίωμα τὸ ἐξήσκησε ὁ τότε Ὑπουργός.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀσκηθὲν ἤδη ἅπαξ τὸν 7βριον τοῦ 1926, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ τύχῃ τῆς ἐφαρμογῆς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν, διότι εἶναι φανερὸν τὸ κείμενον τοῦ νόμου. «Κυροῦμεν τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1926 Νομ. Διάταγμα ὡς ἔχει, τροποποιημένον ὡς ἑξῆς: Ἐπιτρέπεται ἐφάπαξ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν περίπτωσιν αὐτήν». Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐφηρμόσθη ἐφάπαξ, δοθέντος τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ νέας ἐφαρμογῆς. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἐὰν ἔχετε ἀνάγκην μεγαλυτέρας βεβαιότητος περὶ τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, καταχωριζομένης εἰς τὰ πρακτικά, νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο κατηναλώθη ἤδη, ἀσκηθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§179Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τί μὲ ὠφελεῖ αὐτό, κ. Ὑπουργέ;
§180Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἤδη εἶναι φανερὸν ὅτι σεῖς δὲν συνέχεσθε ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκδίδοντες τὸ Διάταγμα περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸ 1926 ἔτυχον αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ Νομοθ. Διατάγματος, ἀλλ’ ἄγεσθε ἐκ τοῦ φόβου μήπως τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐπεκταθῇ διὰ μιᾶς νέας ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ σᾶς λέγω, ὅτι ἄνευ τῆς προσθήκης διατάξεως ἡ ὁποία πλέον νὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζων αὐτὸ τὸ Διάταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς σας δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν, διότι, καλῶς ἢ κακῶς, οἱ ἀξιωματικοὶ δυνάμει Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη ἐπανῆλθον εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐπανελθόντες ἐτέθησαν ἐν ἀποστρατείᾳ δυνάμει τοῦ ὑπὸ κύρωσιν Νομοθ. Διατάγματος. Αὐτὰ δὲ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συσταθέντος κατόπιν Συμβουλίου τοῦ συγκροτηθέντος δυνάμει τοῦ Ψηφίσματος. Πᾶς ἄλλος ἀξιωματικός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠθέλομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ Νομοθ. Διατάγματος, ἐκρίθη ἤδη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, περιελήφθη εἰς τὸν κύκλον περὶ τοῦ ὁποίου ἐφρόνει τὸ ψήφισμα τῆς συνελεύσεως, καὶ καλῶς ἢ κακῶς δικαίως ἢ ἀδίκως δὲν ἐκρίθη ὡς ἄξιος ἐπαναφορᾶς, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ οἱαδήποτε τροποποίησις ἢ μεταβολὴ ἐπιφερομένη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, θὰ εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ ἀνοίξωμεν καὶ πάλιν τὴν θύραν ἑνὸς νέου μέτρου ἀναλόγου πρὸς τὸ ψήφισμα. Δηλαδὴ νὰ κάμωμεν μίαν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ὑπὸ τοῦ συμβουλίου καὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἐπαναφορᾶς νέων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὥριμος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑνὸς νέου μέτρου τοιούτου. Ἑπομένως ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἄν θέλετε νὰ διευκρινισθῇ, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ πράξωμεν διὰ δηλώσεως ἐπισήμου καταχωριζομένης εἰς τὰ πρακτικά, καὶ ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἓν νέον στρατιωτικὸν ζήτημα, αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς τὸ ὁποῖον πιθανῶς νὰ ἀποβλέπετε ὑμεῖς διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας διὰ λόγους δικαιοσύνης ἴσως. Πάντως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν νέον ζήτημα ἐπαναφορᾶς ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶξις ἀνέφικτος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἐπαναφορᾶς νέων ἀξιωματικῶν εἰς τὸν στρατόν. Θὰ ἦτο τοῦτο ἐντελῶς ἄσκοπον.
§181Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρόκειται, ὅπως εἴπατε, περὶ ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, ἠδικήθησαν. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἀκριβῶς ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἀνεγνωρίσθη ἐκεῖ ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι παρελείφθησαν. Πρόκειται δηλαδὴ νὰ ἐπανέλθουν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον δὲν εἶχον ὑποβληθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου καὶ οἵτινες εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος.
§182Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει καλῶς, Κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν σήμερον οὐδὲν νέον μέτρον ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν. Πρόκειται μόνον νὰ κυρώσωμεν τετελεσμένον ἤδη γεγονός. Σεῖς θέλετε νὰ εἰσαγάγωμεν νέον μέτρον νομοθετικόν. Τοῦτο ὅμως, σήμερον τοὐλάχιστον, δὲν μπορεῖ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§183Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῆς Α, ἢ Β. δικτατορίας δὲν κυροῦνται ὡς ἔχουν ἀτροποποίητα, λέξιν πρὸς λέξιν ἀλλὰ κυροῦνται τροποποιούμενα. Αἱ τροποποιητικαὶ διατάξεις πολλάκις ὑπερβαίνουν τὰς διατάξεις τὰς ἀρχικὰς αὐτῶν. Λέγω δὲ ὅτι δύναται κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ Συντάγματος, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κυρώσῃ ἔστω καὶ θέτων καὶ τροποποιητικὰς διατάξεις εἰς ταῦτα. Ἐγὼ δὲ ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ τροποποιήσῃ τοιουτοτρόπως τοῦτο, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκρίθησαν ἀπὸ τὸ συμβούλιον καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς πάσης ἐννοίας δικαίου εὑρίσκονται οὕτω ἄνευ θέσεως, ἄνευ μισθοῦ καὶ ἄνευ συντάξεως, ἀδιάφορον πόσοι εἶναι ἀκριβῶς, νὰ ἀνακληθοῦν καὶ ἀποστρατευθοῦν ἔστω, λαμβάνοντες μίαν οἰανδήποτε σύνταξιν. Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μοῦ παρεπονέθησαν διὰ τοῦτο. Ὑπάρχει δὲ τρόπος νὰ ἐπανορθωθῇ αὐτὸ τὸ ἀδίκημα. Τοὐλάχιστον δώσατε εἰς αὐτοὺς, ἂν μὴ τί ἄλλο, σύνταξιν, διότι οὗτοι πένονται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς λόγος.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ Διατάγματος κλπ.». Δεκτόν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7. «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ν)βρίου 1927 Ν. Δ. περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη».
§186Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Αὐτὸ εἶναι, ἴσως, τὸ βασικώτερον νομοθέτημα. Ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν. Αὐτὸ συνεζητήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, παρέστην καὶ ἐγὼ καὶ ἦτο ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς ἓν σημεῖον μόνον ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὸ μέλλον, ἠθέλησεν ὁ κ. Καλκάνης νὰ προσθέσῃ τὸ παρελθόν, δηλαδὴ διάταξιν ἀφορῶσαν τὴν κρίσιν τῶν ἐξ αἰχμαλωσίας ἐπανελθόντων ἀξιωματικῶν. Ἐννοεῖτε ὅτι ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ εἶπα ὅτι τὸ Νομοθ. τοῦτο Διάταγμα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ αὐτὸ καὶ ὅτι ἐὰν ἐπεθύμουν θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ χωριστὰ οἱονδήποτε μέτρον διὰ τὸ παρελθόν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ προχθές, καθ’ ἣν ὥραν ὡμίλει ὁ κ. Καλκάνης τὰ αὐτὰ ἐπανέλαβε, τοῦ εἶπα ὅτι τότε εἶχα διαβιβάσει εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔγγραφον ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1927 εἰς τὸ ὁποῖον ἐκθέτω τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Κατόπιν τῆς κλπ.». Καὶ ἐξέθηκα τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπαναλαμβάνω εἶναι βασικὸν νομοσχέδιον καὶ ἔχει συνεπείας, διότι κάθε ἡμέραν ἀξιωματικοὶ κρίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ ἐκκρεμές.
§187Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ διεξέλθω διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα αὐτό, καθόσον, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε, πρόκειται περὶ καταστατικοῦ νόμου, νόμου σοβαρωτάτου, ὁ ὁποῖος διέπει ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Στρατοῦ καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ πάντα λόγον πρέπει νὰ τύχῃ ἀπολύτου καὶ πλήρους διεξονυχίσεως καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ σημεῖα. Εἰδικώτερον μάλιστα πρέπει νὰ διονυχισθῇ εἰς τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ ὡρισμένας κατηγορίας ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ἕν ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι καὶ τὸ 8ον. Τὸ 8ον ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἐξ αἰχμαλωσίας ἐπανερχόμενοι ἀξιωματικοί κλπ.». Καὶ ὑποβάλλω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ἐνεργήσῃ, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μοῦ εἴπῃ πῶς θ’ ἀνεχθῇ ἡ συνείδησις οἱουδήποτε ἀνθρώπου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διεδραματίσθησαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ τόσα καὶ τόσα εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς ρύμας καὶ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰ καφενεῖα καὶ εἰς τὸν τύπον ἀκόμη ὑπάρχει τόση ἀγανάκτησις καὶ βοᾷ ἡ φωνὴ ἑκάστου, ὅτι τὰ αἴσχη τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν εἰς τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, ἢ καὶ οἱ ἡρωϊσμοὶ οἵτινες ἐδείχθησαν, πρέπει νὰ μείνωσιν ἀπολύτως κεκαλυμμένα; Ὅταν τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, κατὰ τίνα λόγον θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ θὰ εἶναι πρέπον νὰ θέλωμεν, ἀπὸ οἱασδήποτε ἀπόψεως νὰ δοθῇ, ἄνευ τινὸς ἐξετάσεως, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναδρομικὴ δύναμις; Καὶ δὲν δὲν θὰ εἶναι εἰρωνεία, εἰρωνεία σκληρά, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ τοῦ εἴπωμεν, ὅτι λαμβάνομεν μέτρον διὰ μίαν νέαν μέλλουσαν καταστροφήν, διὰ μίαν νέαν μέλλουσαν ἐθνικὴν περιπέτειαν, ἐνῷ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν προσφάτους ἀκόμη τοὺς φυγάδας τοὺς πτερνιστῆρας, ὅταν ἀκούωμεν τὴν κλαγγὴν τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα ἐμάχοντο ἐκεῖ, ὅταν ἔχωμεν ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν ταῦτα καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἐλάβομεν ἡμεῖς οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ Ἔθνος, οὐδὲν μέτρον δι’ αὐτά, ἀλλ’ ἐρχόμεθα τώρα καὶ τὰ καλύπτομεν, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἴσως, θὰ ἀντιμετωπίσωμεν μίαν ἐθνικὴν περιπέτειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι χώραν τὰ ἴδια; Καὶ διατὶ λαμβάνομεν μέτρα ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον θὰ καταρυπάνωσιν ἐκ νέου τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ τὴν ἑλληνικὴν τιμήν, καὶ θὰ ἔλθωσι φυγάδες καὶ δὲν θὰ λάβωμεν μέτρα ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν αἰχμάλωτοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν μηνῶν παρέμενον εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Κεμὰλ καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσιν ἄλλους; Ἐρωτῶ, λέγω, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἔστω καὶ μὲ τοὺς ὀλίγους ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐνταῦθα: Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀσυζητητεὶ καὶ νὰ σιγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ μὴ ἀκουσθῇ οὐδεμία διαμαρτυρία διὰ τὸ ἐθνικὸν ἔγκλημα τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη ἐκεῖ καὶ νὰ τελεσθῇ καὶ ἐδῶ αὐτήν τὴν στιγμήν; Εἶναι ἀπὸ καμμιᾶς ἀπόψεως ἐπιτετραμμένον νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἀναλάβωσι νὰ προασπίσωσι τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος των, νὰ εἴπωμεν: δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τίποτε ἀπολύτως, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφονται στὰ χαρτιὰ ἡμεῖς ἠξεύρομεν τὴν μέθοδον νὰ τὰ κουρελιάζωμεν;
§188Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ. Νὰ κριθῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τοῦ Γιαννάκη καὶ τοῦ Ντορέ.
§189Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν εἴμεθα, Κύριοι ἡμεῖς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλομεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ καλυφθοῦν τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα ἐσμίκρυναν τὴν Ἑλλάδα, τὰ αἴσχη μὲ τὰ ὁποῖα ἐκηλιδώθησαν πραγματικῶς δι’ ἀνεξιτήλων στιγμάτων τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, καὶ νὰ ἀνεχθῶμεν ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον ἐξ αἰχμαλωσίας χωρὶς νὰ κριθῶσιν ὑπ’ οὐδενός, νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ νὰ κρίνωσιν ἄλλους. Ποῖος εἶναι ὁ λογικὸς εἱρμός, ποία εἶναι ἡ ὀρθὴ σκέψις, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν; Πῶς θὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ οἱουδήποτε στρατιώτου, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ παράδειγμα ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τόσα καὶ τόσα ἐκακούργησαν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, μένουν ἀδίκαστοι, μένουν ἐλεύθεροι, δὲν δίδουν λόγον εἰς κανένα, πῶς, λέγω, θὰ ἐκτελέσωσι αὐτοὶ τὸ καθῆκόν των, ἀφοῦ θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δώσωσι λόγον εἰς κανένα; Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἀναμνησθῆτε, τὸ τί ἐγένετο εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, εἶναι ἀνάγκη διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη ν’ ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην σας ὅσα ἐκεῖ διεδραματίσθησαν καὶ νὰ κάμετε τὸ καθῆκόν σας. Στρατὸς ὁλόκληρος, φάλαγγες ὁλόκληροι ὑπὸ διοικητὰς καὶ ἡγήτορας Στρατηγοὺς συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι καὶ περιήγοντο ὑπὸ ἀραπάδων τοῦ Κεμὰλ δέσμιοι καὶ ἐξυλοκοποῦντο εἰς τὴν Ἄγκυραν. Στρατηγοὶ ἐκλείσθησαν εἰς χαράδρας, χωρὶς νὰ ἔλθωσι νὰ δικαιολογήσωσι πῶς καὶ διατί ἐκλείσθησαν εἰς τὰς χαράδρας ἐκείνας, πῶς καὶ διατί τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν, τὸ ἄνθος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ Πατρὶς διὰ νὰ δοξάσωσι τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὡδήγησαν εἰς τὴν καταισχύνην, πῶς καὶ διατί, ἐνῷ συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι, δὲν εἶχον τὸ θάρρος οἱ ἴδιοι νὰ εἴπωσι: συνελήφθημεν αἰχμάλωτοι καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην νὰ δώσωμεν λόγον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι συνελήφθημεν αἰχμάλωτοι, διότι αἱ α ἢ β περιστάσεις, περιστάσεις τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ καταδαμάσῃ οἱοσδήποτε, παρ’ ὅλην τὴν ἀνδρείαν τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαμεν, τὸ ἐπέβαλλον. Μὴ λησμονεῖται, Κύριοι, ὅτι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι σπουδαῖος καὶ ὑψηλός. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἔχει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἐκ τοῦ ὅρκου τὸν ὁποῖον δίδει καὶ ὁ τελευταῖος στρατιώτης νὰ περιαγάγῃ τὰς σημαίας ἐκεῖ ὅπου ἡ φωνὴ τῆς πατρίδος ἔταξεν καὶ πρὸς προάσπισιν αὐτῶν νὰ χύσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ αἵματός του. Τοῦτο τὸ ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὸν τελευταῖον στρατιώτην τοῦτο τὸ ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὸν τελευταῖον νεοσύλλεκτον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὀλίγους μῆνας ἀπὸ τῆς κατατάξεώς του ὁδηγεῖται εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε κριθῇ ὅτι ἐδειλίασε δικαιοῦται ὁ ἀξιωματικὸς καὶ ὁ ἡγήτωρ ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν δὲν δικαιοῦται σαφῶς, εὑρίσκει ὅμως τρόπον τινὰ καὶ ἐξάγει τὸ πιστόλιον καὶ φονεύει τὸν στρατιώτην.
§190Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἤθελα νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἐξετάζετε ἐν τῷ συνόλῳ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν μέχρι ὡρισμένης διαβαθμίσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀποστάσεως ἐπὶ τοῦ ἐχθροῦ, διότι θὰ ἀναγνωρίζητε ὅτι τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν εἶναι ἕνα ζήτημα ἐξαιρετικῶς ἀκανθῶδες καὶ ἐξαιρετικὰ περιπεπλεγμένον. Τοῦτο ἐναγκαλίζεται ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῶν πρόσω καὶ τὴν μετόπισθεν ἀλλ’ ἐξ ἴσου καὶ τὸ ἐσωτερικὸν ὄχι μόνον τοὺς ἀνωτέρους βαθμοφόρους ἀλλὰ καὶ ὅσους ἐξυπηρέτησαν τὴν πατρίδα. Σᾶς κάμνω τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν διότι ἐὰν καλῶς ἤκουσα εἴπετε καὶ ἐμνημονεύσατε καὶ τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§191Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὄχι.
§192Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἤκουσα. Δὲν σημαίνει Μετατόπισα ἴσως τὸ ζήτημα ἐπὶ τὸ ὑποκειμενικώτερον, ἀλλ’ εἴπετε: ἐὰν κανεὶς εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Σᾶς παρακαλῶ νὰ μή εἴπετε μέχρι ποίου βαθμοῦ ἐρευνᾶται τὸ ζήτημα, καὶ ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν θὰ ἀνήκει εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξέτασιν τῶν εὐθυνῶν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐθίξατε ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ γενικωτέρα πρότασις νόμου, ἐὰν νομίζητε τοῦτο σκόπιμον, ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω, οὕτως ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τοῦ προβλήματος τῶν εὐθυνῶν τῆς Μ. Ἀσίας εἰς πάντας. Τὸ ζήτημα τῆς νομοθ. καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ μονόπλευρον κριτήριον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποφέρουν.
§193Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Γλαδάνη εἶπον ὅτι ἐπιζητοῦμεν νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς, καὶ ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην διαμαρτύρομαι, διαμαρτύρομαι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον πρὸς ἕν σκοπὸν νὰ ἐπιχυθῇ ἄπλετον φῶς ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ εἰς ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ πάσας τὰς πτυχὰς τοῦ δράματος τὸ ὁποῖον ἐξετυλίχθη ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Ἄν ἠρξάμην ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ αἰσχῶν, ἔπραξα τοῦτο διότι τὸ Διάταγμα, τὸ ὑπὸ κρίσιν, τὸ ἄρθρον 8 ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ὁμιλεῖ περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως τῶν ἐξ αἰχμαλωσίας ἐπανελθόντων ἀξιωματικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν αἰχμάλωτοι....
§194Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Αὐτὸ τὸ Ν. Δ., τὸ ὁποῖον γίνεται νόμος, ἀφορᾷ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς.
§195Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν.
§196Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ ὁ κ. Μπότσαρης σᾶς εἶπε καὶ σεῖς ἐδέχθητε ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ζήτημα γενικωτέρας ἐρεύνης, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Αὐτὸ πρόκειται νὰ γίνῃ νόμος καὶ πρόκειται περὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν.
§197Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς γραμματικόν.
§198Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγετε, φρονεῖτε ὅτι εἶναι μεμονωμένον τοῦ ἄρθρου 8 μόνον; Ὄχι. Αὐτὸ εἶναι ἕν ζήτημα ὄχι στρατιωτικόν. Εἶναι κυρίως πολιτικόν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλεῖτε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν λύσιν τὴν οἱανδήποτε ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§199Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἑνὸς βασικοῦ ὀργανικοῦ νόμου.
§200Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς κολοσσιαίου ζητήματος τὸ ὁποῖον βλέπετε, ὅτι διὰ τὸν Α. ἢ Β. λόγον, πάντοτε καλὸν, οἱ ἁρμόδιοι δὲν τὸ θίγουν.
§201Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ μὲ αὐτούς.
§202Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ θίξετε. Καθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι περιωρισμένον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητεῖτε ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον θίγει ὁλόκληρον κατάστασιν.
§203Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Συνάδελφε, ἔχω ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἐν γένει, ὅπου εὑρίσκω εὐκαιρίαν οἱανδήποτε σχέσιν ἔχουσα μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, ζήτημα τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἔχον ὑψίστην σπουδαιότητα διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν αἰσθάνομαι, λέγω, ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν ὁπουδήποτε μοὶ δίδεται ἡ τοιαύτη εὐκαιρία νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ ἐκθέσω αὐτῇ τὴν ἀντίληψίν μου μὲ τὸ πρῖσμα μὲ τὸ ὁποῖον βλέπω τὰ πράγματα καὶ νομίζω, ὅτι τὸ βλέπω ἀπὸ τῆς διαυγεστάτης αὐτοῦ ὄψεως, ἔχω ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἐκθέσω εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ ποιοῦμαι τὴν ἔκκλησιν πρὸς αὐτὴν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ καλύψῃ τὰ ὅσα διεδραματίσθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Μπότσαρης καὶ ὁ κ. Καλογερᾶς μοῦ ὑπέμνησε, συνοψίζων τὴν ἀπάντησιν, λέγω ὅτι ἠρξάμην ἀπὸ τὴν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ αἰχμαλωσίαν, διότι ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 8 περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς προνοεῖ, καὶ προνοεῖ πάνυ ὀρθῶς καὶ πάνυ δικαίως, διότι ὅπως κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντελήφθη, δὲν εἶνε δυνατὸν κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς διὰ τὸ μέλλον, στρατὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκλείῃ ἐν τῷ μέσῳ αὑτοῦ αἰχμαλώτους καὶ φυγάδας. Εἶναι στρατὸς τὸν ὁποῖον ἀποσκορακίζει πᾶς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὄχι ὀλιγώτερον καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πάνυ δικαίως. Καὶ ἐνῷ τὸ μέτρον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τὸν ὑγιᾶ, λογικὸν καὶ ὀρθὸν δρόμον του, μένει ἀκατανόητον τὸ ἐρώτημα πῶς καὶ κατὰ τίνα λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει νὰ ὑπάρχουν φυγάδες καὶ αἰχμάλωτοι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ, τοὺς ὁποίους, ἐπανερχομένους, νὰ περικλείῃ εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἐκείνους δηλαδὴ ἀκριβῶς τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἀποκλείσῃ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς καὶ κατὰ τίνα λόγον ἀνέχεται ἡ συνείδησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμβῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀποκλείσῃ; Ὁ προορισμὸς τοῦ Διατάγματος τούτου εἶνε νὰ μὴ ὑπάρξουν τοιοῦτοι ἀφ’ ἧς τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ καταστατικὸς νόμος περὶ φυγάδων καὶ αἰχμαλώτων. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτον τί ἐπιζητεῖται, ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα δημιουργεῖ κυρούμενον τὸ νομοσχέδιον· ὅπως ἀκριβῶς τὸ θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέρχεται τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, διότι νομιμοποιεῖται ἡ κατάστασις αὐτή, καὶ θὰ καθιερωθῇ νὰ παραμένωσι ἐν τῷ στρατῷ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀκριβῶς θέλει νὰ ἀποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄς μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἔλαβε χώραν ἡ Μικρασιατικὴ ἐκστρατεία καὶ ὅτι αἰχμάλωτοι ὑπάρχουν, καὶ πολλοὶ ἀκόμη εἶναι νεκροὶ καὶ συνεπῶς, δὲν ἔχει λόγον τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὡς θέλετε νὰ κυρωθῇ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἂν ἀκόμη ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς θὰ παραμένῃ ἄνευ ἀποτελέσματος, ἄνευ οὐδενὸς σκοποῦ. Θὰ μονιμοποιήσῃ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ ἀποβληθῇ. Εἶναι ἄρα γε ἢ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτει τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Εἶναι ὀρθοὶ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ ἐν λόγῳ Διάταγμα; Ἀναμφιβόλως ναὶ καὶ ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ συντελεστικὸν τὸ λαμβανόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μέτρον, καθ’ ὃ αἰχμάλωτοι, ἐπανερχόμενοι ἐκ μιᾶς ἐκστρατείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Δὲν λέγει κανεὶς τὸ ἀντίθετον ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἠτύχησαν κατὰ περιστάσεις, καὶ ἐξ ἀνυπερβλήτων ἐμποδίων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει, ἐμφανιζόμενοι οὗτοι ἐνώπιον μιᾶς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον ἑνὸς Στρατοδικείου ὅπως ἰσχύει τοῦτο εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ὀργανισμοὺς ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, δι’ αὐτό, λέγω, πρέπει ἐμφανιζόμενοι, νὰ καθορίσωσι τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ νὰ ἀποδείξωσι τὴν ἀτυχίαν των, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἀξιωθῶσι σεβασμοῦ οὔτε νὰ ἀπολαύσωσιν αὐτοῦ. Ἐφόσον οἱ ἴδιοι δὲν ἦλθον νὰ εἴπωσιν ὅτι, Κύριοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωμεν εἰς τὸν Στρατὸν τὸν ὁποῖον ἀντὶ νὰ ὁδηγήσωμεν εἰς τὴν νίκην τὸν ὡδηγήσαμεν εἰς ὅ,τι χεῖρον δύναται νὰ φαντασθῇ ἡ στρατιωτικὴ διάνοια, εἰς ὅτι χεῖρον ἔχει τὸ εὐγενὲς ἐπάγγελμα τοῦ Στρατιωτικοῦ, εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν. Καὶ λέγοντες αἰχμαλωσίαν φρονοῦμεν, διότι εἰς αὐτὴν κύριοι ἐγκλείονται, ὅλοι οἱ κατηλισμοὶ καὶ ἐμπτυσμοί, οἱ ραβδισμοί, καὶ ὅλαι αἱ μαστιγώσεις.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν βαρύνει τοὺς αἰχμαλώτους, ἀλλ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔκαμον τοιούτους.
§205Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἂν διεκτραγωδῶ καὶ παριστάνω ὠμῶς τὰ γεγονότα, τοῦτο τὸ κάμω διὰ νὰ καταδείξω πόσον σπουδαῖον εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ διὰ νὰ προλάβω τὰς ταπεινώσεις, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ἕνας ἀξιωματικός, χωρὶς νὰ εἶναι δι’ αὐτὰς ὑπαίτιος ἢ ἀνίκανος. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ὑπαίτιος τῶν ταπεινώσεων αὐτῶν διότι ἦτο ἀνίκανος νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ δράσῃ ὅπως ἡ στρατιωτικὴ τακτικὴ ἐπιτάσσῃ, ἢ ἐὰν ἐδειλίασε ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἢ ἐὰν δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν τὴν ὁποίαν πρέπει ἀπαραιτήτως πᾶς Στρατιωτικὸς νὰ ἔχῃ, ἐὰν λέγω, πάσας τὰς ταπεινώσεις αὐτὰς ὑπέστη ἐκ τῶν λόγων τούτων καὶ οὐχὶ διότι εὑρέθη πρὸ ἀνυπερβλήτων ἐμποδίων καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον του, θέλετε σεῖς καὶ θὰ ἀνεχθῆτε σεῖς, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ν’ ἀπολαύῃ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ θὰ τοῦ ἐμπιστευθῆτε νὰ ὁδηγήσῃ πάλιν ἐὰν αὔριον κηρυχθῇ νέος πόλεμος, τοὺς Ἕλληνας στρατιώτας εἰς τοιαύτην νέαν καταστροφήν; Καὶ ἐρωτῶ ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί, πῶς εὑρίσκονται ἔχοντες σήμερον διοίκησιν ἐν τῷ στρατῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν αἰχμάλωτοι;
§206Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ ψήφισις ἢ μὴ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, δὲν ἀποκλείει τὴν λεῖψιν μέτρων δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖτε.
§207Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα ἀργότερα δι’ αὐτὰ δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἐμὲ μὲ ἐνδιαφέρει ἄλλο τὴν στιγμὴν ταύτην.
§208Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ ματαιοπονεῖτε καὶ δὲν ἀφήνετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ; ὅσον δ’ ἀφορᾷ διὰ τὰς εὐθύνας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοιαύτας, φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ληφθοῦν ἄλλα μέτρα.
§209Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀξιότιμε ἐξ Εὐβοίας Συνάδελφε, εἰς αὐτὰ ἔχω νὰ ἀπαντήσω τοῦτο. Νομίζω ὅτι ἔχω ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν εἰς οἱανδήποτε περίστασιν ἡ ὁποία μοῦ δίδετε, νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου, διότι ἄλλως νομίζω ὅτι θὰ ἐγκληματῶ κατὰ τοῦ Κράτους, παραλείπων τὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν διαπραξάντων ἀδικήματα, καὶ δὴ τοιαῦτα, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Νομίζω, καὶ τὸ λέγω διὰ πολλαπλὴν φοράν, ὅτι ὁμιλῶν ὡς ὁμιλῶ, καὶ μὴ ἀφήνων νὰ διέλθῃ οἱαδήποτε περίστασις, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ κραυγὴ διαμαρτυρίας ἔστω καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντιθέτους ἀντιλήψεις, νομίζω ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκπληρῶ ἱερὸν καθῆκον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἤμην συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν.
§210Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἀντελήφθην ὑπονοεῖτε ὡρισμένα πρόσωπα. Ποίους αἰτιᾶσθε;
§211Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν αἰτιῶμαι κανένα καὶ αἰτιῶμαι τοὺς πάντας. Ὅσοι τυχὸν συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι, ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν θέσιν των, καὶ ἐὰν δὲν τὸ καταλαμβάνουν αὐτὸ ἐκεῖνοι ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς εἴπῃ: ὀφείλεται νὰ ξεκαθαρίσετε τὴν θέσιν σας. Τοῦτο ἐγὼ φρονῶ καὶ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σαφῶς ἐδήλωσεν. Εἶπεν ὅτι πᾶς ἐπανερχόμενος ἐξ αἰχμαλωσίας ὀφείλει νὰ καθαρίσῃ τὴν θέσιν του. Ἄν δὲν καθαρίσουν τὴν θέσιν των, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοῦ εἴπῃ, σᾶς καθαιρῶ. Δὲν σᾶς δικάζω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πλέον τὸ δικαίωμα νὰ παραμένετε εἰς τὸ στράτευμα.
§212Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἴπομεν αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἀναμοχλεύσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ ἀναξέσωμεν πληγάς.
§213Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄν μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν βαδίζωμεν τότε θὰ συμβῇ καὶ αὔριον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ παρελθόν.
§214Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς αἰτιᾶσθε μίαν ὡρισμένην κατηγορίαν τῶν αἰχμαλώτων, ὑπάρχει μία ἀτυχὴς ἱστορία, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθὸν νὰ διασαφηνισθῇ ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη καθ’ ἧς καταφέρεσθε, εἶναι νέα; Αὐτὴ ἡ διάταξις προϋπῆρχε ἐν τῷ Διατάγματι καὶ δὲν ἐφηρμόσθη. Διατὶ δὲν ἐφηρμόσθη; Ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ ἐμέ.
§215Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Μὴ μὲ ἐρωτᾶτε ἐμὲ, διότι ἐγὼ δὲν φέρω τὰς εὐθύνας τῆς μὴ ἐφαρμογῆς· εὐθύνονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς θέσιν καὶ ὤφειλον νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον. Ἀλλ’ εἶπον προσέτι ὅτι μετὰ πάροδον ἑπτὰ ἐτῶν ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀνασκαλήσωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, θὰ εἶναι μία οὐτοπία, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν σάλον, τὸν ὁποῖον ἤδη ἐνομίσαμεν ὅτι παρῆλθεν. Πρόκειται δὲ διὰ πέντε ἢ ἕξ ἀξιωματικούς, ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα ἄλλοι ἀφείθησαν καὶ ἄλλοι ἀπέθανον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τότε, τὸ θεωρῶ τώρα ἀδύνατον, καὶ ἱκανὸν νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς νέον σάλον.
§216Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δι’ ὅσων μοὶ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ εἴπητε, κ. Ὑπουργέ, ἐνισχύετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον. Ἐφόσον λέγετε ὅτι πρόκειται περὶ πέντε μόνον προσώπων, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ οὐδεὶς σάλος διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἱστορίας αὐτῆς.
§217Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω τι, διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ἄθροισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς φθάνει τὰ δύο ἔτη. Ἡ πρώτη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν προέβησαν εἰς οὐδέν. Κατόπιν εἰργάσθη δευτέρα ἐπιτροπὴ ἐπὶ 16 ὁλοκλήρους μῆνας καταβαλλομένων μισθῶν ἐνεργείας τῶν ἀποτελούντων αὐτῶν ἀξιωματικῶν καὶ κατόπιν τούτων τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, διὰ μιᾶς διαταγῆς τοῦ τότε δικτάτορος νὰ διαλυθῇ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη καὶ νὰ ἀπέλθωσι τὰ μέλη αὐτῆς εἰς τὰ ἴδια. Αὐτὰ σᾶς τὰ λέγω, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν εἶναι πρᾶγμα εὔκολον, ἰδίως μετὰ τὴν πάροδον τόσου χρόνου, ἐκλιπόντων τῶν περισσοτέρων μαρτύρων νὰ γίνῃ τι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§218Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς προσέθεσε κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἀνέφερον, ὅτι δὲν ἔχει ἐνεργηθῇ μία ἀνάκρισις ἀλλὰ δύο ἀνακρίσεις. Ἐφόσον δὲ εἶναι γνωστόν, ὅτι σκοπὸς πάσης ἀνακρίσεως εἶναι νὰ περισυλλέξῃ ἐνδείξεις διὰ τοὺς ὑπευθύνους, καὶ βεβαιοῦται ἐκ τῆς διακοπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅταν ὄχι μία ἀλλὰ δύο ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις ἀπὸ ἀξιωματικοὺς διακεκριμένους, ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἀπολύτως μορφωμένους, ἀπὸ ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι περισυνέλεξαν τὰς ἐνδείξεις ταύτας, καὶ τὰς περισυνέλεξαν ἀπολύτως εἰλικρινῶς, δὲν νομίζω ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ πετάξωμεν αὐτὰ τὰ χαρτιά, ὡς χαρτιὰ τὰ ὁποῖα κατήρτισαν ἄνθρωποι μωροί, ἄνθρωποι ἀνόητοι. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι οἱ ἐνεργήσαντες τὰς ἀνακρίσεις, ἀξιωματικοὶ διωνύχησαν τὰ διάφορα γεγονότα καὶ ἀπεφάνθησαν ἐν ἀπολύτῳ εὐθυδικίᾳ, περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν δρασάντων ἐν Μ. Ἀσίᾳ ἀξιωματικῶν. Ἐνήργησαν ἀπολύτως ἀμερολήπτως καὶ κατὰ τρόπον πατριωτικὸν τὰς ἀνακρίσεις ταύτας, οἱ ἐν λόγῳ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ὄχι κατὰ τρόπον μεροληπτικὸν καὶ ὅταν ταῦτα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ἀγόμεθα εἰς τὸ ἀσφαλὲς πόρισμα εἰς τὸ ἀδείρητον συμπέρασμα, εἰς τὴν ἀδιάπτωτον ἀλήθειαν, ὅτι ἔχουν ἤδη συλλεγῆ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἑνός, οἱουδήποτε Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον του ἐκκαθαρίζον τὸ στράτευμα ὑπὸ τοὺς ἀχρήστους καὶ ἀνικάνους ἀξιωματικούς. Ἐφόσον δὲ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσιν ἢ ἐλαχίστου ἀξιωματικοὺς, ἔστω καὶ ἐκ τῶν καλυτέρων, τότε κύριοι, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις νὰ μὴ καλύπτωμεν τὰ γεγονότα αὐτὰ ἀκριβῶς χάριν τῆς ἱστορίας, χάριν τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, χάριν τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατοῦ, χάριν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς πειθαρχίας, τῆς τάξεως, καὶ τῆς ἱεραρχίας ἐν τῷ στρατεύματι.
§219Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Συνάδελφε, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος ἐπιδιώξεως ἐκείνου τὸ ὁποῖον ζητεῖτε;
§220Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ ἡ ἐπερώτησις δὲν ἀποκλείεται. Ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα καὶ τώρα νὰ ὁμιλήσω καὶ εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Εἶμαι ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Καὶ ἤδη, Κύριοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν δύο ἐκείνων ἐκθέσεων εἶμαι ὑποχρεωμένος δι’ ἐλαχίστων νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ διαμειφθέντα ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ. Εἰσήχθη, Κύριοι, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀξιοπίστου κατὰ πάντα, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καλογερᾶ, Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσων θὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην, εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μέλος, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 8 καὶ συνεζητήσαμεν, τὰ γνωστὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐζήτησαν νὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σκέψεως καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν συμπερασμάτων καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν.
§221Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀπὸ τὸν Πάγκαλον θὰ ἐπήρατε μαθήματα διὰ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν τῶν ποινῶν.
§222Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μόνον, ἐὰν χαριτολογῆτε, ἠμπορεῖ νὰ ἀποδίδετε ὅτι ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ ἀναδρομὴ τῶν ποινῶν μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν, ἢ θέλετε νὰ ἐκτρέψητε τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἄλλας συζητήσεις;
§223ΑΛ. ΜΥΛΩΝΑΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Ἐὰν νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ καταπονῆτε οὕτω τὴν Βουλὴν...
§224Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν, κ. Ὑφυπουργέ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον μου ἐὰν κατέλθω ἐκ τοῦ βήματος πρὶν ἢ ἐκθέσω τὰς ἀντιλήψεις μου. Τοῦτο, λοιπόν, ἐζητήθη μὲ τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἐπιχειρήματα ἵνα περιληφθῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσφάτως ἐπανῆλθον ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς Μικρασιατικῆς. Εἰς τὴν ἄποψιν ταύτην τῶν ὀλίγων, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, προσῆλθον καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἦτο ἐμφανὲς πλέον ὅτι εἶχεν ἀποτελεσθῆ ἡ πλειοψηφία καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν θὰ ἐνεκρίνετο παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἐκφράζει τὴν παράκλησιν, ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὑποσχεθείς, βεβαιώσας καὶ δηλώσας ὅπως θέλετε, ὅτι τάχιστα, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὥρισε καὶ χρονικὸν διάστημα μιᾶς ἑβδομάδος, θὰ ἀχθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἀντιπροσωπείας νομοσχέδιον περιλαμβάνον μέτρα ἀφορῶντα τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν.
§225Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατιωτ.). Ἐπιτρέπεται κ. Βουλευτά;
§226Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παρακαλῶ.
§227Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Περιπίπτετε εἰς μίαν πλάνην, ἐλαφράν, ἡ ὁποία φαίνεται σαφῶς ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τῆς ἐγγράφου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν.
§228Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλήν σας πίστιν. Πλάνη περὶ τὴν ἀντίληψιν.
§229Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ὄχι. Περὶ γεγονότων πρόκειται, κ. Βουλευτά. Λοιπόν, ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Κατόπιν τῆς ἐκφρασθείσης ἐπιθυμίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως ὑποβληθῇ αὐτῇ τὸ ἀπὸ 6|9|925 Νομοθ. Διάταγμα κλπ.». Σᾶς τὸ διεβίβασα, κ. Βουλευτά. Καὶ περαιτέρω ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, τὴν ἀτομικήν. Ἐξ αὐτοῦ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὸ ἔκαμα ἀμέσως καὶ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν εἶπες, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ φέρει ἡμερομηνίαν 20 Ὀκτωβρίου 1927. Ὥστε ἐπὶ τούτου ἐὰν ἠθέλατε εἴχετε ὅλην τὴν δυνατότητα ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑποστηρίξητε αὐτὰ καὶ νὰ καταλήξητε, ἀφοῦ νομίζετε μάλιστα ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην σας, νὰ καταλήξητε εἰς μίαν ἀπόφασιν σχετικήν. Ἐφόσον δὲν ἐκάμετε αὐτό, δὲν δύνασθε σήμερον νὰ ἐπανέρχεσθε ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε, δηλ. εἰς τὴν προσθήκην τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος.
§230ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλως τε εἶναι συμβουλευτικὴ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§231Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Συνάδελφε;
§232Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εὐχαρίστως.
§233Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Διατί γεννᾶτε καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα; Ἐβεβαιώσατε, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἐδέχθη.
§234Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Οὕτω τὸ ἀντελήφθην. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω.
§235Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πράγματι ἐξεδηλώθη ἡ ἐπιθυμία μελῶν τινων τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων, ὅπως λάβῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, δηλ. νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οἱ αἰχμαλωτισθέντες. Ἔγινε καὶ συζήτησις. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειοψηφίαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐδέχθη νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὑπέβαλεν ἕτερον νομοσχέδιον.
§236Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπεβλήθη τοιοῦτον νομοσχέδιον κ. Καλογερᾶ;
§237Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Τὸ Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ ἐζητήσατε καὶ αὐτὸ σᾶς ὑπέβαλον. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ σᾶς σταλῇ αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσητε. Ἠδύνασθε νὰ τὸ δεχθῆτε ἢ δύνασθε νὰ τὸ τροποποιήσητε.
§238Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§239Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μάλιστα.
§240Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τέλος πάντων πεῖραν περὶ τὰ στρατιωτικά, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος κ. Καρπετόπουλος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁμοία διάταξις εἰς τὸν νόμον τὸν περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ὑπάρχει.
§241Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπ. Στρατιωτ.). Ἐννοεῖ ἄλλους τοὺς νόμους.
§242Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τότε πῶς δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἀφοῦ ὑπάρχει; Τίς εἶναι ὁ ὑπαίτιος;
§243Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε ὑμεῖς, τουτέστι νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρέλκει ὅλως, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν νόμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, κ. Συνάδελφε, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως, διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§244Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Μεϊμαράκη, ἐλέχθη καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως τοῦτο, καὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀντικείμενον καὶ ἐπερωτήσεως, ὄχι ὅμως ὅτι καὶ ἀποκλείεται νὰ ὁμιλήσω καὶ τώρα ἐπ’ αὐτοῦ.
§245Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτό, τῶν δοσιλόγων, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Εἶναι, συνεπῶς, ἀνάγκη νὰ θεσπισθῶσιν εἰδικαὶ διατάξεις διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ περὶ ἐκδικάσεως ἀνακρίσεως καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπόψε νὰ κατατριβώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ.
§246Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ ἕτερος τῶν κ. Συναδέλφων μοι εἶπεν, ὅτι σκόπιμον θὰ ἦτο τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ δι’ ἐπερωτήσεως. Καὶ ἀπήντησα ὅτι καὶ δι’ ἐπερωτήσεως. Καὶ δικαιολογῶν τὴν ἄποψίν μου, σᾶς λέγω, ὅτι αἰσθάνομαι ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν—καὶ τὴν συνείδησίν μου τὴν θέτω ὑπὲρ πᾶν ἄλλο—ὅπως εἰς οἱανδήποτε εὐκαιρίαν ἡ ὁποία μοῦ δίδεται φέρω ὑπ’ ὄψιν τὰ ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἄλλως φρονῶ ὅτι θὰ παραλείψω τὸ καθῆκον μου, ἂν δὲν ἐξήσκουν τὴν ἀποστολήν μου καθ’ ὃν τρόπον νομίζω ἐγώ. Ἐσυνήθισα πάντοτε νὰ μὴ ὀρρωδῶ πρὸ οὐδενὸς ἐμποδίου, ἐσυνήθισα νὰ εἶμαι ἄκαμπτος ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός μου, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς λόγος νὰ μὲ κάμῃ νὰ ὑποχωρήσω ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι καὶ ἐφόσον νομίζω ὅτι οὕτω πράττων ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου. Παρερμηνεύετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Φαίνεται ὅτι δὲν προσέχετε, οὔτε βλέπετε τὰ πράγματα μὲ τὸ πρῖσμα μὲ τὸ ὁποῖον εἶμαι συνειθισμένος νὰ τὰ βλέπω ἐγώ.
§247Β. ΜΕΙΜΑΡΑΚΗΣ. Πρακτικῶς δὲν ἐπιτυγχάνετε τίποτε.
§248Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πρακτικῶς ἐπιτυγχάνω τοῦτο, ὅτι θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου. Θὰ ἀκουσθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀκουσθῶσι. Δὲν θὰ συντελέσω ποτὲ εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἕνας ἀκόμη λίθος εἰς τὸ οἰκοδόμημα αὐτό, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται προσπάθεια νὰ οἰκοδομηθῇ. Βεβαιωθῆτε ὅτι αἰσθάνομαι σάλον ψυχικόν, ὅταν βλέπω, ὅτι εἰς τὴν θύραν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι πάντοτε ἀνοικτή, διὰ νὰ βλέπῃ κανεὶς τί ἐγένετο εἰς τὰ βάθη τῆς Μ. Ἀσίας, διὰ νὰ βλέπῃ κανεὶς πῶς παρέλειψαν τὰ καθήκοντά των ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς παρέσχε πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, λέγω, ὅταν βλέπω, νὰ ἐγείρεται ἕνα οἰκοδόμημα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καλύψῃ αὐτὰς τὰς πληγὰς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ καὶ νὰ κρύψῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν. Δὲν θὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἀνόσιον αὐτὸ ἔργον, θέτων καὶ ἐγὼ ἕνα λίθον ἀκόμη εἰς τὸ φράγμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τίθεται πρὸ τῆς θύρας, ἡ ὁποία προώρισται νὰ ἀνοίξῃ τὴν δίοδον ἡμῶν, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς σκοτεινὰ ἐδάφη καὶ ἴδωμεν τὰ συντελεσθέντα εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι, λοιπόν, τῆς στιγμῆς αὐτῆς, εἶναι ἔκδηλον ὅτι ὁ αὐτὸς δικαιολογητικὸς λόγος, ὅτι ἡ αὐτὴ δικαιολογητικὴ αἰτία, ἡ ὁποία ἤγαγε τὸν νομοθέτην, ὀρθότατα ποιοῦντα καὶ λογικώτατα σκεπτόμενον, εἰς τὸ νὰ κάμῃ τὸ ἄρθρον 8, οἱ αὐτοί, λέγω, ἀκριβῶς λόγοι καὶ αἰτία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ καὶ ἡμᾶς νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ διὰ τὰ προηγούμενα. Ἐλέχθη ὅτι ὑπῆρχεν ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ προηγούμενον, ἐλέχθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ὑπῆρχε νόμος καὶ ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει ἀκριβῶς τὰ αὐτά, διὰ τοὺς τοιαῦτα ἐνεργήσαντας. Καὶ ἐρωτῶ: τότε πῶς δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος; Ἐὰν ἔχωμεν δεδομένα ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη τότε, δὲν ἔχομεν ἄρα τὴν ὑποχρέωσιν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγοῦμαι πρὸς τὴν Βουλήν; Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἐνταῦθα παρὰ τῶν προλαλησάντων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἓν καὶ μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι καίπερ ὑπῆρχε νόμος, καίπερ ἐγένετο νέος νόμος, διὰ τὸ μέλλον δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως ἐπιχυθῇ φῶς, δὲν λαμβάνεται πρόνοια ν’ ἀντιληφθῶμεν ἀκριβῶς τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, πῶς ἀκριβῶς ἐγένοντο τὰ ὅσα ἐγένοντο ἐν Μ. Ἀσίᾳ, ἵνα διευκρινισθῶσιν ἅπαξ διὰ παντὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, λέγονται εἰς βάρος διαφόρων ἀξιωματικῶν καὶ νὰ ἀποδοθῇ οὕτω εἰς αὐτοὺς ἡ τιμὴ ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἀποδείξῃ τοῦτο. Δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ μέλλον τοῦ Στρατοῦ τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαλύψωμεν, ἀλλ’ αἰσθανόμεθα ἐξ ἀντιθέτου ὑποχρέωσιν νὰ καλύψωμεν τὰ γενόμενα. Ἐφόσον ὑπάρχει νόμος καὶ ἐφόσον δίδεται ἡ ἀφορμὴ αὐτή, δὲν πρέπει ἡ ἱσταμένη εἰς τὸ ὕψος της Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ ἐξέλθῃ διὰ τῆς σκολιᾶς ὁδοῦ ἀπὸ τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον ἐγείρεται ἐνώπιόν της. Πρέπει εὐθαρσῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ ὀρρωδήσωμεν ἐν τέλει πρὸ οὐδενός. Πρέπει νὰ συσταθῇ στρατοδικεῖον, ἢ ἔστω νὰ συσταθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, πρὸς ἱκανοποίησιν ἢ κολασμὸν τῶν ἐνόχων καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐλέχθη ὅτι πρέπει ἡ ἀνάκρισις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς μὴ μετασχόντας τῆς Μικρασιατικῆς ἐκστρατείας. Ἀλλὰ μήπως ἔχω ἐγὼ ἀντίρρησιν πρὸς τοῦτο; Ἐγὼ ἐξεπλήρωσα πάντοτε τὸ καθῆκον μου, ἔλαβα μέρος εἰς ὅλους τοὺς πολέμους καὶ ἐτραυματίσθην εἰς τὸ Κιλκίς· δὲν εἶμαι ἐγώ, συνεπῶς, ἐκεῖνος ὅστις θὰ συγκαλύψῃ ἀπὸ οἱασδήποτε πλευρᾶς οἱονδήποτε παράπτωμα. Οὐδέποτε ἤμην μονόπλευρος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Πρέπει νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀλήθεια καὶ οἱ μὲν ἄξιοι τιμῆς νὰ εἶναι πράγματι ἄξιοι αὐτῆς, πρῶτος δὲ ἐγὼ θὰ ἀποκαλυφθῶ ἐνώπιόν των, ἐνῷ ἀντιθέτως θὰ εἶναι κατάπτυστοι οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκον των. Ἐπί τοῦ προκειμένου τί συνέβη; Ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν εἶχον ἀκόμη σαφηνίσει τὴν θέσιν των ἐκλήθησαν νὰ κρίνουν ἄλλους, καὶ μάλιστα ἀξιωματικοὺς τιμήσαντας καὶ δοξάσαντας πάντοτε τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα. Καὶ οἱ κριταὶ ἦσαν οἱ φυγόντες ἐκ Μ. Ἀσίας μὲ διαλελυμένα τὰ τμήματά των. Ὅταν τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον, εἶναι πλήρως δικαιολογημένη ἡ ἀγανάκτησις ἥτις κατέχει πάντα Ἕλληνα. Πῶς θέλετε νὰ ἀφήσετε μὲ ἀσαφήνιστον τὴν θέσιν των ὑποστρατήγους καὶ συνταγματάρχας; Πῶς θέλετε νὰ μὴ ζητηθῇ λόγος ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς γαλουχηθέντας ἀπὸ τὸ Κράτος μὲ τόσα ἰδανικὰ καὶ οἵτινες κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμὴν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των; Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὔριον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν ρίπτομεν κάλυμμα ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, ἅτινα ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἀπαλείψουν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν χάρτην τῆς γῆς; Θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ οὗτος ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι ἀντιπρόσωποι. Θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, πάνυ ὀρθῶς καὶ εὐγλώττως. «Ρίψε ἓν βλέμμα εἰς τὴν κατάστασίν μου τὴν σημερινήν. Ἡ κατάστασίς μου αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὰ συντρίμματα τῆς Μ. Ἀσίας καὶ σὺ ὁ ἀντιπρόσωπός μου, τὸν ὁποῖον ἔθεσα ἵνα προασπίσῃ τὰ συμφέροντά μου, ὥστε νὰ μὴ συμβῇ πάλιν τὸ ἴδιον εἰς τὸ μέλλον, ἦλθες καὶ μὲ ἐπρόδωσες; Ρῖψε, κ. ἀντιπρόσωπε, ἓν βλέμμα διὰ νὰ ἴδῃς τὴν γύμνωσίν μου, τὴν νήστιαν μου, τὴν ξυπολισιά μου, τὴν δυστυχία ἡ ὁποία μὲ μαστίζει. Ρῖψε ἓν βλέμμα εἰς τὸν χαρτοφύλακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ ἴδῃς, ὅτι ἐκεῖ ἐγκλείονται μύρια ὅσα σχέδια φορολογιῶν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις προσφέρει τὰ πάντα ἀγογγύστως διότι εἶναι ἀνώτερος λαός, ἐφόσον νομίζει ὅτι ἐκπληροῖ ἓν ἐπιτακτικὸν καθῆκον». Λέγω, λοιπόν.
§249Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τὸ θέμα αὐτὸ, κ. Συνάδελφε, εἴπομεν ὅτι δύναται νὰ εἰσαχθῇ δι’ ἐπερωτήσεως.
§250Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, ὅτι τὸ θέμα δύναται νὰ εἰσαχθῇ δι’ ἐπερωτήσεως ἄριστα. Σεῖς λέγετε «δι’ ἐπερωτήσεως». Ἐγὼ ὅμως λέγω «καὶ δι’ ἐπερωτήσεως». Μὴ νομίσητε ὅτι θὰ παραλείψω καὶ τοῦτο. Θὰ καταθέσω καὶ ἐπερώτησιν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐξαντλῶν ὅλα τὰ μέσα, ἴδω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ χωρὶς ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§251Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπειδὴ εἴπατε, ἐὰν ὑπάρξῃ ἐλπίς, σᾶς λέγω ἐγώ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίς νὰ ψηφισθῇ μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι πρέπει δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ σταματήσετε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν μοῦ φαίνεται πρακτικόν. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε τὸ ζήτημα δι’ ἐπερωτήσεως, ἡμεῖς, ὅμως θὰ ἐπιμείνωμεν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει καὶ θὰ ψηφισθῇ. Πρὸς τίνα σκοπόν, λοιπόν, ἐπιμένετε;
§252Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον μου.
§253Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Σᾶς παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων τῆς συζητήσεως, ὥστε ἡ ἐκπλήρωσις αὕτη νὰ γίνῃ εὐχάριστος καὶ εἰς ἡμᾶς.
§254Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βεβαιωθῆτε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ προσπαθήσω διὰ παντὸς τρόπου νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ὑπόδειξίν σας. Συμφωνῶ, κύριοι, καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς διαφεύγει, νομίζω, ὅτι τὸ ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἀπετελέσθη ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἦσαν δοσίλογοι. Αὐτό, Κύριοι, εἶναι ἀκατανόητον δι’ ἐμέ. Θὰ ζητήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ τόσον ταλαιπωρημένος καὶ τόσα ὑφιστάμενος διὰ νὰ ἴδῃ μιὰν καλὴν ἡμέραν, θὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ θὰ εὑρεθῶμεν πλέον ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ. «Δὲν πταίω ἐγώ. Πταίει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...». Διότι θὰ τοῦ εἴπῃ, ἐγὼ ἀπὸ σὲ ἠξίουν νὰ ἐκπληρώσῃς τὸ καθῆκον σου καὶ δὲν γνωρίζω τί κάμνουν καὶ τί ἔκαμαν οἱ ἄλλοι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ περίπτωσις ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐπίσης δικαίαν ἀπολύτως πλευράν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά ἐν τῷ στρατῷ. Διὰ τοὺς μὲν ἄλλα μέτρα καὶ σταθμὰ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἄλλα. Ἐξ οὗ ἀσυδοσία, ρεμπελιό, κατάντημα! Πιστεύσατέ με, Κύριοι, ὅτι τὸ συμφέρον τῶν ἰδίων τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πρὸ παντὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ ἐπιμένω, ὅπως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί μας εἶναι εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ δύναται νὰ τοὺς εἴπῃ τίποτε. Πῶς, Κύριοι, εἶναι δυνατόν, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι θὰ στερήσητε τοὺς γενναίους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουσι τοῦ νὰ ἀποκαθάρωσι τὴν θέσιν των; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐπανελθόντας ἐξ αἰχμαλωσίας, ὅτι σᾶς ἐμποδίζω καὶ σᾶς ἔχω ἐσαεὶ ἐκεῖ, κατόπιν τῶν ἐκθέσεων αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν; Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι τοῦτο δίκαιον. Ἀλλ’ οὔτε εἶναι καὶ βαρὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν. Διότι τί ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν νὰ παραμείνωσιν οὗτοι εἰς κατάστασιν διαθεσιμότητος μέχρις ὅτου καθαρισθῇ ἡ θέσις των ἢ διὰ μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ διὰ μιᾶς γνωμοδοτήσεως ἑνὸς Συμβουλίου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναρριπισθοῦν τὰ πάθη, οὐδεὶς εἰς τοιαύτας ἱερὰς στιγμὰς ἔχει τοιαύτην πρόθεσιν. Ἀλλὰ ὑπὸ οἱασδήποτε πλευρᾶς καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ καλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν. Διατί θέλετε τὸ ἔργον δύο ἐντίμων ἀξιωματικῶν νὰ μείνῃ ἄνευ σημασίας; Ἐννοῶ τοὺς ἐντίμους στρατηγοὺς Κ. Μαζαράκην καὶ Ι. Νεγρεπόντην. Θὰ ἀρνηθῆτε δὲ εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων ἐν Μ. Ἀσίᾳ καὶ εἰς τοὺς πρόσφυγας, ὡς καὶ γενικῶς εἰς τοὺς δυστυχήσαντας, θὰ ἀρνηθῆτε τὴν παρηγορίαν ὅτι οἱ πταίσαντες ἔδωσαν λόγον; Πρέπει νὰ ἀναλογισθῶμεν μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ μέλλοντα δεινὰ καὶ νὰ μὴ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραμείνῃ τὸ ὄνομά του συνδεδεμένον μὲ μίαν πρᾶξιν, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὰς ἀρὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατέρχομαι, Κύριοι, τοῦ βήματος, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι λόγῳ τῆς ὥρας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζεται παρόντων μόνον 40 βουλευτῶν, ἐνῷ ὅλος ὁ λαὸς καὶ ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς συμφωνοῦν πρὸς τὰς ἀπόψεις μου.
§255Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δηλοῦμεν, κ. Βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἐφ’ ὅσον ἐπείγει, ὅπως βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔθιξε. Βεβαίως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς καὶ δι’ αὐτὸ οὐδόλως ἐσκέφθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ δὲν θὰ τὸν ἐλάμβανον ἐὰν δὲν ἤκουον τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοὺς προηγουμένους Ὑπουργοὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἴδιος ἢ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τώρα. Ἡ ἐφαρμογή τῶν νόμων δὲν εἶναι ἁπλοῦν δικαίωμα, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρέωσις, εἶναι καθῆκον καὶ μάλιστα καθῆκον ἐπιτακτικὸν διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ παράλειψις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἰσοδυναμεῖ πρὸς παράβασιν τοῦ ἐφαρμοζομένου Νόμου. Καὶ ἂν ἡ τοιαύτη παράλειψις δὲν εἶναι ἴσως ἱκανή, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὁδηγήσῃ ὑμᾶς ὑπόδικον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς καθιστᾶ ὅμως τοιοῦτον ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει. Ἡμεῖς ἀξιοῦμεν νὰ χυθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου φῶς ἐπὶ τῶν διαδραματισθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον γεγονότων, καὶ οὐχὶ νὰ συγκαλυφθῶσι ταῦτα. Ἀξιοῦμεν ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ νὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ πραγματικῶς ὑπεύθυνοι ὅλων τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν ἀπὸ τῆς στάσεως ἐκείνης ἥτις ἀπεκλήθη ἐπανάστασις τοῦ ἔτους 1922 μέχρι ἰδία τῆς ἐπαράτου ἐκείνης ἡμέρας τῆς 15 Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους, καθ’ ἣν ἐστιγματίσθη οὐ μόνον ἡ φήμη τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἀλλὰ καὶ ὁ στοιχειώδης ἀνθρωπισμός. Δὲν εἶναι βεβαίως τῆς παρούσης στιγμῆς τὸ ζήτημα αὐτό. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ στηθῇ ἓν πανύψηλον βῆμα, πρὸ τοῦ ὁποίου νὰ συγκεντρωθῇ ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διὰ νὰ ἀκούσῃ τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἑλληνικῆς συμφορᾶς, διότι μὴ φαντασθῆτε οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ὅτι εὑρέθησαν οἱ ὑπεύθυνοι. Καὶ ἂν οἱ νόμοι δὲν ἐφηρμόσθησαν κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς γνωστὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς συνεκροτοῦντο τότε αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἐξελέγοντο αἱ Βουλαί. Ἡ παροῦσα Βουλή, εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ ἀπὸ τοῦ 1923 ἥτις συνεκροτήθη κατὰ τρόπον ὅπως δήποτε νόμιμον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐξελέγη διὰ τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ διὰ τῆς ἀναστατώσεως τοῦ ἐκλογικοῦ χάρτου τῆς χώρας, ἀλλὰ πάντως ἐξελέγη ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐκλεγεῖσα μετὰ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα γεγονότα ἔχει ἱστορικὴν ἀποστολήν. Σύμπας ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἀξιοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαλευκάνῃ τὸ μυστήριον τοῦ παρελθόντος καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ δίκαιον. Ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ ἑλληνικὸς λαός, καὶ δὴ ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν βενιζελικῶν κομμάτων, ὅπως ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ διακηρύξουν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ὅπου ὑπάρχουν πεπολιτισμένοι λαοί, ὅτι διὰ τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν ἑξαετίαν δὲν εὐθύνεται ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπεδόθησαν συκοφαντικῷ τῷ τρόπῳ τὰ γεγονότα τὰ κατασπιλώσαντα τὴν πολιτικήν του ἱστορίαν. Νὰ ἀκουσθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀνεῦρε τοὺς ὑπευθύνους, ἀλλ’ ὑπευθύνους ἐδημιούργησαν οἱ φυγάδες τοῦ Μικρασιατικοῦ μετώπου καὶ τοὺς ἐδημιούργησαν διὰ νὰ συγκαλύψουν τὰ ἐγκλήματα αὐτῶν. Ν’ ἀκουσθῇ εἰς ἅπασαν τὴν ὑφήλιον ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι λαὸς δολοφόνων. Εἶναι μέγα τὸ στίγμα τὸ ὁποῖον προσήφθη εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας. Ὅστις ἐξ ὑμῶν εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ γνωρίζῃ ἔστω καὶ μίαν ξένην γλῶσσαν καὶ ἀνεγίνωσκε ξένας ἐφημερίδας κατὰ τὸ ἐπάρατον ἐκεῖνο ἔτος 1922, θὰ ἔβλεπε πῶς ἐστηγματίζετο ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Τὸν ἑλληνικὸν αὐτὸν πολιτισμὸν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν βενιζελικῶν κομμάτων νὰ τὸν περιφρουρήσωσι καὶ ν’ ἀναστηλώσωσι τὴν ὑπόστασίν του ἐν τῇ διεθνεῖ πολιτισμένῃ οἰκογενείᾳ, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λύσωσι τὴν σιωπήν των καὶ νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὅπως ἀποκηρύξωσι τὰ στυγερὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ διακηρύξωσιν ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι δὲν ἀνευρέθησαν ἀκόμη. Ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σιωπήσετε ἐπὶ πλέον. Ἡ σιωπή σας καθιστᾷ πάντας ὑμᾶς συνυπευθύνους τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες ἐκηλίδωσαν τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἐθνικήν μας ἱστορίαν. Θέλομεν ἔρευναν καὶ φῶς, τὴν λάμψιν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ συσκοτίζητε ἐπ’ ἄπειρον.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις· Προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν». Ἄρθρον 1ον. Δεκτόν. Ἄρθρον 2ον. Δεκτόν. Ἄρθρον 3ον. Δεκτόν. Ἄρθρον 4ον. Δεκτόν. Ἄρθρον 5ον. Δεκτόν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκποιήσεως ἢ ἀντικατρστάσεως ὑλικοῦ τοῦ Στρατοῦ κλπ.»
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως Ν. Δ, τῆς 10 Μαρτίου 1926 περὶ συστάσεως ταμείου ἀρωγῆς ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. ἐξερχομένων τῆς ὑπηρεσίας.» Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως».
§260Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω μίαν τροποποίησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις ἐπιτρέπεται τὸ ἐκ περιτροπῆς ἄνοιγμα τοῦ ἡμίσεος ἀριθμοῦ ἑστιατορίων, κατὰ τὴν Κυριακήν, εἰς πόλεις ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 20.000 κατοίκων. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐτροποποίησε τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ὥρισε τὸ ἄνοιγμα τῶν ἑστιατορίων ἐκ περιτροπῆς καὶ τὰς καθημερινάς. Ἡ τροποποίησις αὐτὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς προὐκάλεσε διαμαρτυρίας καὶ ἐκ μέρους τῶν ἑστιατόρων καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἑστιατορίων καὶ τῆς Κοινωνίας, ἀπήχησις δὲ τῶν διαμαρτυριῶν αὐτῶν διὰ τὸ κλείσιμον τῶν ἑστιατορίων κατὰ τὰς Κυριακὰς ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Κοιν. Ἐπιτροπῆς νὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἄνοιγμα τῶν ἑστιατορίων κατὰ τὴν Κυριακήν. Ὑποβάλλω σχετικὴν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, ρυθμίζουσαν τὸ ζήτημα αὐτό, ποιοῦμαι δὲ τὴν ἑξῆς δήλωσιν: (ἀναγινώσκει) «Δι’ ὅσας πόλεις θέλουν οἱ καταστηματάρχαι, ἑστιάτορες κλπ. νὰ κλείουν μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα τὰ καταστήματά των, ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια τοῦ ἄρθρου 1 παρ. 3 τοῦ ὑπὸ κύρωσιν Ν. Δ. κατὰ τὸ ὁποῖον «τῇ αἰτήσει τῶν ἐνδιαφερομένων μετὰ γνώμην τοῦ Γνωμοδοτ. Συμβουλίου Ἐργασίας δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἀνάπαυσις ἢ Κυριακὴν ἢ κατ’ ἐναλλαγήν, οἱανδήποτε ἄλλη ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος». Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ ὑποβάλουν ὁμαδικῶς διὰ τῶν συλλόγων των τὴν ἀπόφασίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ μετ’ ἔγκρισιν τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου θὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἀναπαύσεως τῶν ἑστιατορίων τὴν Κυριακὴν ἢ ἄλλην ἡμέραν. Θὰ ἀποφασίσῃ, λοιπόν, τὸ Ὑπουργεῖον μετ’ ἀπόφασιν τῶν ἀναφερομένων καὶ μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου ποίαν ἡμέραν θὰ μείνουν ἀνοικτὰ τὰ ἑστιατόρια, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἢ τῶν συνθηκῶν τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἑκάστη πόλις ἔχουσα πληθυσμὸν ἄνω τῶν 20.000 κατοίκων.
§261Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι, ὅπως ἤκουσα, καὶ ὁ Σύλλογος τῶν Διευθυντῶν τῶν ἑστιατόρων, τοὐλάχιστον ἐν Ἀθήναις, καὶ ὁ Σύλλογος τῶν ὑπαλλήλων ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ μόνη δυνατὴ λύσις εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω καὶ ἐγώ, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχουσι δύο Κυριακὰς τὸν μῆνα καὶ ἄλλας δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα ἀνάπαυσιν.
§262Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἱκανοποιεῖ μόνον τοὺς ἑστιάτορας καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἱκανοποιεῖ καὶ τὴν κοινωνίαν.
§263Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν Ἀθηνῶν, τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν συχνάζουν τόσοι ξένοι καὶ κόσμος κινητός, ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι ἀνοικτὰ συνεχῶς τὰ καταστήματα καὶ τὰ ἑστιατόρια. Ὅπως ὅμως θέτετε τὴν τροποποίησιν, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἀναγκάσετε νὰ μένουν ἀνοικτὰ μίαν μόνον Κυριακὴν τὰ ἑστιατόρια.
§264Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, τὰ ἀφήνω ἀνοικτὰ γενικῶς.
§265Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπηυθύνθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ οἱ μάγειροι καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἑστιάτορες καὶ συμφωνοῦν καὶ οὗτοι νὰ περιμείνῃ τὸ σημερινὸν καθεστώς.
§266Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἄνω τῶν 10 χιλιάδων, ἐπιτρέπεται κατὰ τὰς Κυριακὰς τὸ ἄνοιγμα τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων καὶ ἐργαστηρίων, δι’ ὡρισμένας ὥρας ἐφόσον δὲν ἀπασχολοῦν προσωπικόν. Δὲν λαμβάνετε ὅμως καμμίαν πρόνοιαν διὰ τὰ κουρεῖα.
§267Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ἡ διάταξις δυνάμει τῆς ὁποίας δύνανται νὰ εἶναι ἀνοικτὰ τὰ καταστήματα τὴν Κυριακὴν ἰσχύει καὶ διὰ τὰ κουρεῖα. Νὰ μένουν ἀνοικτὰ μέχρι τῆς μεσημβρίας, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κλείουν τὴν 2αν μ. μ., μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ διάταξις αὕτη ἦτο εἰς τὸ Ν. Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐχρειάζετο σύμφωνος γνώμη τῶν καταστηματαρχῶν κουρέων καὶ τῶν τεχνιτῶν, οἱ δὲ τεχνῖται οὐδέποτε συνεφώνουν, διὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη ἔμεινε νεκρά. Ἀπήλειψα, λοιπόν, τὴν διάταξιν τῆς συμφώνου γνώμης τῶν τεχνιτῶν κουρέων καὶ μετέφερα τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν εἰς τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου. Ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν διὰ τὰ φαρμακεῖα.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς ἐφάπαξ συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 7βρίου 1926 «περὶ χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας εἰς τὰ καταστήματα», ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου». Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ εἰσπράξεως ἀξιῶν κλπ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως α) τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Societée Autrichienne–Hongroiseprivilegiée des Chemins de fer de état SchenKenstr 8–1o à Vienne, περὶ προμηθείας 40 ἀτμομηχανῶν καὶ βʹ) τῆς μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Société Anonyme des Anciens Etablissements Skoda à pilsen, περὶ προμηθείας 30 ἀτμαμαξῶν μετὰ τῶν ἐφοδιοφόρων των κλπ. Δεκτόν.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ διακρίσεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γενικῆς Στατιστικῆς ὑπηρεσίας κλπ.» Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Συμβουλίου Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν».
§270Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι, ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε προαγωγαί, αὐξήσεις μισθῶν καὶ ποσοστῶν.
§271Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἄν θέλετε, ἀναβάλλεται. Ἐγὼ δέχομαι τὴν ἀναβολήν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1920 Ν. Δ. περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1926 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ στατιστικοῦ τέλους διατάξεων». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1926 Νομοθετικοῦ διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ στατιστικοῦ τέλους διατάξεων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1234 περὶ τῆς θέσεως τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Φεβρουαρίου 1926 Ν. Δ., περὶ καταργήσεως θέσεων κλπ. ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 «περὶ Συμβουλίου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ».
§273Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὁ κ. Σπετσιώτης καὶ Μπούμπουλης μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀναβολὴν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμίζῃ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἀπόντων μερικῶν βουλευτῶν.
§275Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον ὁ κ. Δαρβέρης ἐφόσον ὑπάρχει ἀντίθεσις γνωμῶν. Ἔτσι εἴπομεν.
§276Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ναυτ.). Διαφωνία μοῦ φαίνεται δὲν θὰ προκύψῃ.
§277Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δίδεται εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ καταργηθῇ νόμος ἀντὶ νὰ νομοθετῇ.
§278Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ναυτ.). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τρίτου, ἔχω μίαν τροποποίησιν ἡ ὁποία ἔχει οὕτως: (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν, ἔχει τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν ὡς λέγει τὸ ἄρθρον 298 τῆς Δικονομίας. Δηλαδὴ ἐπέχει θέσιν πραγματογνωμόνων διὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, καὶ ταῦτα ἀντὶ τῆς παραγράφου δευτέρας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 συμπληροῦνται τοιουτοτρόπως: (Ἀναγινώσκει) «Τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀποτελοῦν οἱ Διευθυνταὶ τοῦ Ναυτικοῦ κλπ.»
§279Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Φαίνεται ὅτι ἡμεῖς δημιουργοῦμεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἂν δὲν διήρχοντο τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, μάλιστα. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι γίνεται κατ’ ἀπόλυτον γνώμην. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§280ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθ. Διατάγματος τῆς 21 Ἀπριλίου 1926, περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου κλπ. καὶ τῆς προσηρτημένης τῷ Ν. Δ. συμβάσεως περὶ προμηθείας κλπ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 11 Νοεμβρίου 1927 περὶ ὁρισμοῦ προθεσμίας ὑποβολῆς καὶ δημοσιεύσεως μεταβολῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐγκαταστάσεως ὑφυπουργείου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας».
§282Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκ.). Εἰς τὸ ἀρχικὸν Διάταγμα, κ. Βουλευταί, ὑπῆρχε θέσις Γεν. Γραμματέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἡ Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ τὴν ἀπήλειψε. Ἡ θέσις ὅμως τοῦ Γεν. Γραμματέως εἶναι χρησιμωτάτη καὶ παρακαλῶ νὰ παραμείνῃ.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§284ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ ἐκτελέσεως ἀποφάσεων Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων Ἔργων». Δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Δ. τῆς 12 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου π. ἔτους Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως ὁρίου τοπογραφικῶν ἀποζημιώσεων προσωπικοῦ τοπογραφικῆς ὑπηρεσίας Ὑπ. Συγκοινωνίας. Δεκτόν. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1925 περὶ τροποπ. τοῦ νόμου 3346 περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ἐργολαβιῶν ἐκτελέσεως Δημ. Ἔργων. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομ. Διατάγματος «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17)20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ διαβαθμίσεως καθηγητῶν τῆς Γαλλικῆς». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ καθορισμοῦ τῶν τιμῶν πωλήσεως τῶν ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Κράτει ἐπιχειρήσεων ἀεριόφωτος παραγομένων προϊόντων». 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1927 περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κ.λ.π. τῶν μαθητῶν τῶν Σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23)29 Μαρτίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τῶν μαθητῶν ξενοφώνων οἰκογενειῶν τῶν Ν. Χωρῶν κ.λ.π.». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)13 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ἐργολαβιῶν ἐκτελέσεως Δημ. Ἔργων κλπ.». 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Τ. Τ.Τ. καὶ τῆς ἐν Παρισίοις Διεθνοῦς Ἑταιρείας κλιναμαξῶν συμφωνίας περὶ μεταφορᾶς ταχ. ἀποστολῶν κλπ». 8) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 11 Νοεμβρίου 1927 περὶ χορηγήσεως δανείων ὑπὸ τῶν Ταχ. Ταμιευτηρίων εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Τ.Τ.Τ. κλπ.». 9) Περὶ κυρώσεως τοῦ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ καθορισμοῦ τρόπου καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς τέως ἰδιοκτήτας τοῦ παρὰ τὴν Λεωφόρον Συγγροῦ ἀπαλλοτριωθέντος χώρου». 10) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 21–9–1926 Ν. Δ. περὶ συστάσεως Διοικητικοῦ Δικαστηρίου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας». 11) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 2 Ἰουλίου 1926 Ν. Α. περὶ ἐξημερώσεως ἀγρίων δένδρων».
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Ἰουνίου 1926 περὶ μεσιτῶν καὶ τῆς 8 Αὐγούστου 1926 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Ἰουνίου 1926 περὶ μεσιτῶν».
§286Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ ὑποχρεωτικῆς πληρωμῆς μεσιτικῶν.
§287Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Τὴν διάταξιν περὶ ὑποχρεωτικῆς πληρωμῆς μεσιτικῶν, περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως μεσίτου εἰς συμβόλαια τὴν καταργῶ.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη, καταργουμένης τῆς διατάξεως τῆς ὑποχρεωτικῆς μεσιτείας, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ παραχωρήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ ἀπὸ 3 Ὀκτωβρίου 1924 Διατάγματος περὶ κωδικοποιήσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου κλπ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν Ν. Δ. 1) ἀπὸ 12 Μαΐου 1926 περὶ ἐμπορίου τοῦ οἴνου καὶ 2) ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος αὐτοῦ».
§289Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὸ 56 ἔχω μίαν τροπολογίαν δι’ ἧς ἀποκλείονται ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν Σωματείων καί οἱ Βουλευταί (ἀναγινώσκει).
§290Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Τὴν δέχομαι.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δασικῶν ὑπαλλήλων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καί τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 21–4–1926 Ν. Δ. περὶ ὁροθετήσεως, διαχειρίσεως καὶ ὑλοτομίας ἰδιοκτήτων δασῶν». Ἀναβάλλεται. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. τῆς 27 Φεβρουαρίου 1926 περὶ Διοικήσεως ὑπηρεσίας Τ.Τ.Τ.». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀτελοῦς ἐγγραφῆς προσφύγων εἰς τὴν Ἀνωτέραν Γεωπονικὴν Σχολήν». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως νόμων τινῶν τῆς φυτοπαθολογικῆς ὑπηρεσίας». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν φυτοπαθολογικὴν ὑπηρεσίαν». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνασυστάσεως τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας Διευθύνσεως Φυτοπαθολογίας». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1926 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ παραστάσεως κλπ.» Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ καταργήσεως κλάσεων ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων Ἡρωϊκῆς ἐξόδου τῆς Φρουρᾶς Μεσολογγίου». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ συστάσεως ταμείου ἀλληλοβοηθείας βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ.» Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ν. Σμύρνην διατάξεων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀπολύσεως σιδηροδρομικῶν, τροχιοδρομικῶν ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας, καὶ ἀεριόφωτος ὑπαλλήλων κλπ». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἀναστειλάσης τὰς πληρωμὰς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας «Τράπεζα Παύλου Ἀνώνυμος Ἑταιρεία».
§292Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Ἦσαν ἐκκαθαρισταὶ τῆς Τραπέζης Παύλου. Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ περιώρισεν εἰς δύο, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἄχρηστοι καὶ αὐτοὶ τοὺς περιώρισα εἰς ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον λαμβάνοντα ὡς ἀποζημίωσιν ὄχι περισσότερον τοῦ ½ τοῦ μισθοῦ των κατ’ ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπετεύχθη ἡ εἴσπραξις 65.000 δραχ. τὰς ὁποίας εἰσεπράξαμεν μετὰ πολλῶν κόπων καὶ τὰς ὁποίας διεμοιράσαμεν ἀνὰ 500 δραχμάς. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ ὅταν ἐπιτευχθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν 250.000 δραχ. νὰ τὰς διαθέσω καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 26 Ἰουλίου 1925 περὶ καταργήσεως θέσεων τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Οἰκονομίας κλπ». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐργατικῶν τινων νόμων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐργατικῶν τινων νόμων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13–13 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 20–26 Νοεμβρίου 1925 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2948 περὶ προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀνασυστάσεως παρὰ τῇ Διευθύνσει τῶν Σιδηροδρόμων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τοῦ ΣΤʹ τμήματος μηχανολογικῶν ἐγκαταστάσεων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 2) Νοεμβρίου 1925 περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος χημικοῦ καὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως χημικῶν ἐν ταῖς χημικαῖς βιομηχανίαις». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ.
περὶ ἀνακατατάξεως προσφύγων σιδηροδρομικῶν παρὰ τοῖς
Σ.Ε.Κ.».
§294Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι συμβαίνει κἄποια ἀτοπία, διότι ὑπάλληλοι σιδηροδρομικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ὑστεροῦν καὶ εἰς βαθμόν, δηλαδὴ δὲν προήχθησαν ταυτοχρόνως μὲ τοὺς πρόσφυγας τοὺς προσληφθέντας ἐκ Τουρκίας· διότι ἐκεῖ ὑπελογίσθη ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰς Αὐστριακὰς Ἑταιρείας καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐν γένει ὑπηρεσίας, ἃς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν.
§295Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπ. Συγκ.). Ἔχει ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς ξένους Σιδηροδρόμους.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, δεκτὸν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου 281 ἀφορώσης τοὺς σιδηροδρομικοὺς κλπ.» Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ προμήθειαν 1300 φορταμαξῶν διὰ τοὺς Σιδηροδρόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀντιπροσώπων ἐν γένει τοῦ Κράτους παρὰ σιδηροδρομικαῖς ἑταιρείαις». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Αὐγούστου 1926 Ν. Δ. περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 16 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Δ. περὶ συστάσεως θέσεως Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 6 Φεβρουαρίου 1926 Διατάγματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐκτάσεων παρὰ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ Ἀθηνῶν πρὸς ἐπέκτασιν συνοικισμοῦ Νέας Σμύρνης». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Νέας Σμύρνης καὶ Καλλιπόλεως κειμένων διατάξεων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1925 Ν.Δ. περὶ εἰσφορᾶς 2% κλπ. διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ἐν Τεγέᾳ Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 16 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ ἀνασυστάσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν Νέου Καρλοβασίου καὶ Χανίων». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου Νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Ἰουλίου 1926 περὶ καταργήσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν». Δεκτόν. Ἐφάπαξ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ συστάσεως ταμείου ἁλιείας ἐν Λευκάδι». Δεκτόν. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ αὐξήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου 2749 τοῦ 1922 ἐπιβληθέντος προσθέτου ποσοστοῦ». Δεκτόν. Μόνη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων καὶ τοῦ νόμου 3179». Δεκτόν.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5ην μ. μ.