1928.03.09
2.863 στίχοι · 21.614 λέξεις · 115 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49η
ΤΗΣ 9 ΜΑΡΤΙΟΥ 1928
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Θουρίας διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ παροχὴν ἀκόμη ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς παθόντας ἐκ χαλάζης καὶ πάγου κτηματίας. Ὁ ἴδιος βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς πόλεως Κορίνθου ζητούντων τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας πλείστων ἰδιοκτητῶν, ζητούντων τὸ πεντηκονταπλάσιον τῶν προπολεμικῶν ἐνοικίων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν κατ’ αὐτῶν τοῦ νόμου περὶ αἰσχροκερδίας. Ὁ Πρόεδρος Κοινότητος Πολυχνίτου παρακαλεῖ ἐξ ὀνόματος 600 ἐργατῶν, ὅπως διαταχθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν Καλλονῆς καὶ Πολυχνίτου. Καλλιεργηταὶ Ἄρτης διαμαρτύρονται διότι τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐπιμελητοῦ Χάγκλη παρεδόθησαν παρανόμως εἰς πρόσφυγας Νέας Κερασσοῦντος ἀγροὶ αὐτῶν ἐκ 325 στρεμμάτων. Ὑγειονομικὸν Ἰνστιτοῦτον Παρισίων παρακαλεῖ ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὸ μικρὰ χρηματικὴ βοήθεια πρὸς ἀγορὰν δύο ταινιῶν σχετικῶν μὲ τὴν διάδοσιν τοῦ ἀλκοολισμοῦ καὶ τῶν ναρκωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ναυπλιώτης καταθέτει αἴτησιν τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Πάρου, παρακαλοῦντος ὅπως διαγραφοῦν ὁριστικῶς οἱ φόροι τῶν παλαιῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1918–1924, ὡς ἀδίκως καὶ ἀχρεωστήτως ἐπὶ πλέον καταλογισθέντες ὑπὸ ἐμπειροτεχνῶν καὶ ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ξ. Μαυρομμάτης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ ἐμποροβιομηχανικοῦ συλλόγου Μεσσολογγίου δηλοῦντος ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἀδυνατοῦν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ζητουμένας ἐπὶ πλέον φανταστικὰς φορολογίας. Τὸ Σωματεῖον Τυπογράφων Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται, διότι δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε τὴν ζητηθεῖσαν ἀποζημίωσιν λόγῳ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐφημερίδων ἐπὶ ἐπαναστάσεως τῆς Παγκαλικῆς Δικτατορίας. Τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα Ἡρακλείου διαμαρτύρονται διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Γούδας καὶ Ι. Καλογερᾶς καταθέτουν αἴτησιν τῆς Μαρίας Δ. Χαριλάου χήρας ἀποτάκτου ταγματάρχου αἰτούσης τὸν διακανονισμὸν τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας τοῦ ἀποθανόντος συζύγου της καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς συντάξεώς της. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Εὐδήλου παρακαλοῦν ὅπως τοῖς δοθῇ παράτασις πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος μέχρι τέλους Ἰουλίου καθόσον ἡ ἐσοδεία των ὑπέστη μεγάλας ζημίας ὑπὸ τῆς χαλάζης. Τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον Καβάλλας παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον, «περὶ χορηγήσεως κτηματικῶν δανείων εἰς τὰς νέας χώρας». Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Κεραμιδίου ζητεῖ διὰ ψηφίσματος, ὅπως προκηρυχθῇ διαγωνισμὸς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποξηραντικῶν ἔργων καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν Πρωτοδικῶν Βερροίας, Κοζάνης, Ἐδέσσης, Φλωρίνης καὶ Καστορίας παρακαλοῦν, ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ δημοσιευθέντος Ν. Δ. περὶ προσόντων τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὀργανώσεων τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς Εἰσαγγελίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρετοῦν ὑπογραμματεῖς. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Καβάλλας ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας, διὰ τὴν ἀποφασισθεῖσαν διάλυσιν τῆς ὀργανώσεως ταύτης καὶ ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος καὶ ὁ Παμμεσητικὸς Σύλλογος Πατρῶν, διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτὰς Ἀχαιοήλιδος ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν των ἐπὶ συζητουμένου αὐτονόμου σταφιδικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ παρακαλεῖ νὰ συζητηθοῦν αἱ γνῶμαι καὶ τῶν Ἐμπορικῶν καὶ Γεωργικῶν Ἐπιμελητηρίων. Ἡ Ἕνωσις προσφύγων Λέσβου διαμαρτύρεται διὰ τὴν διηνεκῆ ἀναβολὴν πληρωμῆς τοῦ Συμπληρωματικοῦ Μητρώου. Ἡ Ἕνωσις Συνεταιρισμοῦ Ἄρτης παρακαλεῖ ὅπως διευθετηθῇ ἡ διαφορὰ καλλιεργητῶν Πέτρας καὶ προσφύγων Νέας Κερασοῦντος πρὸς ἀποφυγὴν δυσαρέστων διενέξεων. Τὸ Σωματεῖον Στιβαδόρων Καπνοῦ Καβάλλας ζητεῖ τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Ἡνιόχων ἐργατῶν τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου ὑποβάλλει αἴτησιν, παρατάσεως τῆς δοθείσης προθεσμίας εἰς τοὺς καρραγωγεῖς τοῦ Νομοῦ. Αἱ διδασκάλισσαι Ρεθύμνης ὑποβάλλουν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν τὴν τροποποίησιν διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν διατάξεων. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις Ἑνώσεως τεχνιτῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἀθρόας συλλήψεις ἐργατῶν. Οἱ Συμβολαιογράφοι Τριπόλεως διαμαρτύρονται διὰ τὸ καταρτισθὲν νομοσχέδιον Ταμείου Συντάξεων Συμβολαιογράφων ἄνευ τῆς συμπράξεως καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοιούτων καὶ ζητοῦν τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Ἡ ὁμοσπονδία Ἑλλήνων φοιτητῶν παρακαλεῖ, ὅπως τὸ δικαίωμα καταβολῆς ἀντισηκώματος ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς πτυχιούχους τῶν κλάσεων 1925–26, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς πτυχιούχους τῶν Σχολῶν καὶ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς κλάσεως 1924. Ὁ Παμπροσφυγικὸς Σύλλογος Σουφλίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα ὑπὲρ τῆς στεγάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων τῆς πόλεως ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Φ. Μόσχουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ράχαις, τοῦ τέως δήμου Σκηλοῦντος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, δι’ ἧς διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τοῦ Δ. Συμβουλίου τῶν Τ.Τ.Τ. τῆς αἰτήσεως αὐτῶν πρὸς ἐγκατάστασιν τηλεφώνου ἐν τῷ χωρίῳ των, ἀφοῦ διὰ τῆς αἰτήσεώς των προσεφέρθησαν νὰ καταβάλωσι τὰ ⅔ τῆς δαπάνης, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς ἀδίκου αὐτῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Κίνιας καὶ Δ. Κουτσοπέταλος καταθέτουσιν ἀναφορὰν Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Θηβῶν περὶ ἀφέσεως φόρων παλαιῶν χρήσεων. Μεθ’ ὃ προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ ὁ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Λακωνίας Θ. Βαρβιτσιώτη καλούμενος βουλευτὴς κ. Ν. Κατσᾶκος Μαυρομιχάλης, ἔχοντα οὕτω: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα, τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως τῆς 28 Φεβρουαρίου 1928 περὶ διακανονισμοῦ τῶν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος σχέσεων καὶ τῆς ἐφεξῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης ταύτης». Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς (Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παραδοχῆς ἀξιοχρέου ἐν γένει ἐγγυήσεως πρὸς παραλαβὴν νημάτων ταπητουργίας ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ». Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἀτυχημάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Νικολαΐδης καὶ Μ. Γούδας ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1927 περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1926 ψηφίσματος τῆς Βουλῆς «περὶ ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Διαμαντόπολος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Νέας Σμύρνης καὶ Νέας Καλλιπόλεως κειμένων διατάξεων». Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Μ. Μεσαντζῆς.
§2Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ (Ἰσραηλίτης). Κύριοι Συνάδελφοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰ ἰδιαίτερα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς Ἰσραηλίτας, τοὺς διαμένοντας ἐν Ἑλλάδι καὶ οὕτως ὑπηκόους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Οἱ εὐτυχέστεροι λαοί, λέγουν τινές, ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἱστορίαν. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἰσραηλίτας, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ μηχανορραφιῶν δημοσίων λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς παραμυθώδεις ἱστορικὰς διαδόσεις καὶ ἐμπνέονται εἰς τὴν δρᾶσιν αὐτὴν περισσότερον ἀπὸ ἀδικαιολογήτους προλήψεις καὶ ἐθνικιστικὰ πάθη παρὰ ἀπὸ ὀρθὰς ἀντιλήψεις περὶ τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν ἀναδημοσίευσιν ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος «Ριζοσπάστης» μιᾶς ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου Ἕβρου κ. Τζανῆ, διὰ τῆς ὁποίας ὑποδεικνύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε περισσότερον οὔτε ὀλιγώτερον, ὁ ἐκτοπισμὸς ὅλων τῶν Ἰσραηλιτῶν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθέρας αὐτῶν κυκλοφορίας εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας.
§3Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Διὰ ποίους λόγους;
§4Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Δὲν λέγω διὰ ποίους λόγους. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ κομμουνισμοῦ. Ὁμιλεῖ πρῶτον διὰ τοὺς κομμουνιστάς, ἀλλ’ ἔπειτα δὲν κάμνει καμίαν διαφορὰν μεταξὺ κομμουνιστῶν καὶ Ἰσραηλιτῶν, χαρακτηρίζων οὕτω καὶ αὐτοὺς ὡς κομμουνιστάς. Ἐὰν ἤθελε ὁμιλήσῃ ἐν γένει περὶ τῶν κομμουνιστῶν, θὰ ἤμην ἐγὼ ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ διεμαρτυρόμην, διότι καὶ ἐγὼ διεξάγω ἀγῶνα ἐναντίον τῶν κομμουνιστῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις δὲν ὡμιλεῖ, λέγω, μόνον περὶ τῶν κομμουνιστῶν, ἀλλὰ γενικῶς περὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Καὶ ἐρωτῶ τόν κ. Ὑπουργόν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐὰν ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι αὐθεντική, καὶ τί σκέπτεται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶμαι βέβαιος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δώσῃ καμμίαν σημασίαν εἰς τὰς στυγερὰς αὐτὰς ὑποδείξεις. Δὲν κατερχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς συκοφαντίας ταύτας, διότι οὐδεὶς ἄνθρωπος καλῆς πίστεως ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν νομιμοφροσύνην τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἰσραηλιτῶν καὶ τὴν ἄμεμπτον στάσιν αὐτῶν ἔναντι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποίαν στάσιν θὰ τηρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέναντι ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐμπνέεται ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων; Διότι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αἱ ἀνησυχίαι μας εἶναι ἀδικαιολόγητοι. Εἷς ἀνίκανος ὑπάλληλος, ὡς ὁ Νομάρχης, διαθέτει πάντοτε μέσα διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὰς σκέψεις αὐτοῦ, καὶ ὁ Νομάρχης τοῦ Ἕβρου εἶναι εἰς θέσιν καὶ νὰ πιέσῃ καὶ νὰ καταδιώξῃ τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ νὰ καταστήσῃ τὸν βίον των ἀφόρητον.
§5Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κατεδίωξε τινά;
§6Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Κατ’ αὐτὰς ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλονίκης ἀνταποκρίσεις κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον συμπίπτει μὲ τὸ τῆς ὡς ἄνω ἐκθέσεως καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὗται αἱ ἀνταποκρίσεις ἐνεπνεύσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Νομάρχου τοῦ Ἕβρου.
§7Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σεῖς κάμνετε ἐπίκρισιν ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν μάλιστα δὲν εἶσθε βέβαιος ἐὰν ὑπέβαλε, καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ μάθετε πρῶτον, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε εἰς τὸν «Ριζοσπάστην» καὶ κατόπιν νὰ τὸν ἐπικρίνετε.
§8Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ ἔκθεσις εἶναι πραγματική.
§9Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τὸ κακὸν θὰ ἦτο, ἂν εἶναι πραγματικὴ ἡ ἔκθεσις καὶ ἂν προέβη εἰς καταδιώξεις.
§10Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Λέγω, ὅτι ἂν ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀληθεύῃ, εἷς τοιοῦτος ὑπάλληλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του.
§11Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις μὲ τὰς πληροφορίας τοῦ «Ριζοσπάστη».
§12Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἐπιδεικνύει τοιαύτην στυγερὰν συμπεριφορὰν καὶ παραμένει εἰς τὴν θέσιν του. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Τζαμαλούκα. Ὅταν εἷς ὑπάλληλος ἔχει μίαν τοιαύτην νοοτροπίαν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ φαντάζεται κανεὶς ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις αὐτοῦ. Ἐφιστῶ, ἐπίσης, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου. Ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ «Ριζοσπάστη» ἐμφαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις ἐστάλη ὑπὸ τύπον ἐγκυκλίου καὶ εἰς ἄλλας Ἀρχάς. Τοῦτο ἐμφαίνεται ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν, ἀπὸ τὸν τίτλον, καὶ ἀπὸ τὸν ἀριθμόν. Ἐὰν ὄντως εἷς ὑπάλληλος, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ἓν τοιοῦτον ἐπιβλαβὲς ἔγγραφον, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ εἰς μίαν ἔρευναν καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεδειγμένα πειθαρχικὰ μέτρα.
§13Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ θὰ λάβω τὰ κατάλληλα μέτρα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§15Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τραγικὸς θάνατος τεσσάρων ἀεροπόρων ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, ὁ προελθὼν ἐκ τῆς πτώσεως ἀεροπλάνων, ἐπροξένησε μεγίστην θλίψιν καὶ ἀλγεινοτάτην ἐντύπωσιν παρὰ τῷ λαῷ. Βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ μετέχει αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θ’ ἀφίσῃ ἄνευ βαθυτέρας ἐρεύνης τὸ ζήτημα αὐτό, πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν αἰτίων ἕνεκα τῶν ὁποίων καθημερινῶς εὑρισκόμεθα πρὸ θανάτου ἀεροπόρων, προερχομένου ἐκ τῆς πτώσεως ἀεροπλάνων. Ἐὰν μέν, κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν ἀεροπλάνων, δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ ἐξετάσω. Εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένον καθῆκον εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ συγκροτήσωσιν ἐπιτροπὴν ὅπως ἐξετάσῃ ἐὰν τ’ ἀεροπλάνα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν χρήσει ἐν τῷ Ναυτικῷ καὶ ἐν τῷ Στρατῷ καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἵπτανται οἱ ὄντως γενναῖοι ἀεροπόροι ἡμῶν καὶ εὑρίσκουν τὸν θάνατον καθημερινῶς, ἐὰν λέγω τὰ ἀεροπλάνα εὑρίσκωνται ἐν καλῇ καταστάσει. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἀεροπλάνων, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ συχνὴ πτῶσις τῶν ἀεροπλάνων, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῆς χρήσεως αὐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ σαφεστάτας διαταγάς ἐπ’ αὐτοῦ. Ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ θάνατος τῶν ἀεροπόρων ὁ γενόμενος εἰς Μακεδονίαν προῆλθεν ἐκ τῆς προσκρούσεως τοῦ ἀεροπλάνου ἐπὶ τοῦ ὄρους Μπέλες. Τὸ ἀεροπλάνον τοῦτο, ὡς πληροφοροῦμαι, προκειμένου νὰ γίνωσι ἀσκήσεις μικτῆς ἐνεργείας Πεζικοῦ καὶ Ἀεροπλάνων, ἀπεγειώθη ἐκ Θεσσαλονίκης διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Δεμὶρ–Ἰσὰρ ἔνθα δὲν ὑπάρχει βοηθητικὸν πεδίον προσγειώσεως τῶν ἀεροπλάνων εἰς ἐποχὴν βαρυτάτου χειμῶνος καὶ πυκνῆς ὁμίχλης. Αἱ τοιαῦται ἀσκήσεις συνδεδυασμένης ἐνεργείας, ὀλίγαι ἄλλως τε τὸν ἀριθμόν, ἠδύναντο νὰ γίνωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔνθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται κατὰ τὸν χειμῶνα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ ὅπως παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα συγκροτήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν πραγματικῶν αἰτίων τοῦ θανάτου τῶν ἀεροπόρων μας. Διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ θυσιάζωμεν τοὺς γενναίους ἀεροπόρους, τοὺς ὁποίους μετὰ τόσης δυσκολίας ἐκπαιδεύομεν ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον τῆς τελειότητος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν φθάσει.
§16Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δύο μόνον λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ μίαν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν τοιούτων δυστυχημάτων, διότι πρόκειται περὶ ὑπευθύνων. Δὲν πρόκειται περὶ τυχαίων μόνον σφαλμάτων. Διεξηγάγομεν τόσους πολέμους καὶ ὅμως δὲν ἐφονεύθησαν τόσοι ἀεροπόροι, ὅσοι ἐφονεύθησαν κατὰ τοὺς τελευταίους δύο μῆνας. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν, χάριν τοῦ γοήτρου καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ λαοῦ, νὰ διατάξῃ μίαν ἀνάκρισιν αὐστηροτάτην, ὥστε νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, ὄχι τῶν ἀτυχημάτων, ἀλλὰ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν.
§17Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰ αἴτια, κ. Πρόεδρε, ὀφείλονται κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν κακὴν σύνθεσιν τῶν δύο ὀργανισμῶν τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Εἶνε καιρὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ὑπηρεσιῶν ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ κολοσσιαίας οἰκονομίας εἰς τὸ Κράτος ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ δύναται νὰ δημιουργήσῃ ὀργανισμὸν ἐκπληροῦντα τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐκπληροῦσι σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς γονεῖς τῶν φονευθέντων, διότι δυστυχῶς οὗτοι ἐγένοντο κατόπιν τοῦ νέου νόμου περὶ ὑπαξιωματικῶν διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νόμος οὐδὲν προέβλεψε. Ἡ σύζυγος τοῦ Χριστοδούλου μὲ δύο παιδιὰ λαμβάνει 105 δρχ. διὰ σύνταξιν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὀφείλει νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον κανονίζον τὴν σύνταξιν τῶν θυμάτων τούτων.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅλους μᾶς συνεκίνησαν τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ μολονότι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ἐλέγχου κυβερνητικοῦ, συνιστῶμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὅπως ἐξετάσουν τὸ ζήτημα κἄπως σοβαρώτερον καὶ ἐξακριβωθῇ εἰς τὶ ὀφείλονται τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα. Δὲν φθάνω μέχρι τοῦ σημείου νὰ συστήσω νὰ παύσωσιν αἱ ἀσκήσεις κατὰ τὸν χειμῶνα, ὅπως συνέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πρεβέζης, ἀλλὰ πάντως εἶναι καιρὸς πλέον ὕστερα ἀπὸ τὰ συχνὰ αὐτὰ ἀτυχήματα, νὰ ληφθῇ μία σοβαρὰ μέριμνα περὶ προλήψεως τούτων. Ἐπίσης συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῶν συντάξεων τῶν ἀπορφανισθεισῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ.
§19Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι εὔλογον καὶ φυσικὸν νὰ αἰσθανθῶμεν πάντες βαθεῖαν τὴν θλῖψιν διὰ τὰ ἀτυχήματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἴτε εἰς τὴν ξηράν, εἴτε εἰς τὴν θάλασσαν. Διὰ τὸ ἀτύχημα τὸ ἐπελθὸν χθὲς εἰς τὸν ἀεροπορικὸν ἡμῶν στόλον ἐν τῷ ὅρμῳ Φαλήρου εἶμαι εἰς θέσιν νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δυνατὰς κατὰ τὸ παρὸν πληροφορίας. Παρέχω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ ὑδροπλάνον τὸ ὁποῖον κατέπεσε χθὲς εἰς τὸν ὅρμον Φαλήρου ἦτο ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀεροπλάνων τύπου ΑΒΡΟ. Ἐκ τῆς προχείρου ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἐνήργησα ἅμα τῷ θλιβερῷ ἀγγέλματι, ἐπείσθην ὅτι τὸ ἀτύχημα δὲν προῆλθεν οὔτε ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν ἀεροπλάνων τούτων—τοὐναντίον, ἐβεβαιώθην ὅτι τὸ ἀεροπλάνον ἦτο καλόν, καλῶς λειτουργοῦν— οὔτε καὶ σφάλματι τῆς προϊσταμένης τῆς Ἀεροπλοΐας Ἀρχῆς. Τὸ ἀτύχημα τὸ ἐπελθὸν χθὲς εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Φαλήρου ὀφείλεται εἰς τολμηρὸν χειρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ χειριστὴς τοῦ ὑδροπλάνου τούτου, χειρισμὸν μὴ ἐπιτρεπόμενον ἐκ τῶν κανονισμῶν, χειρισμὸν ἀπαγορευόμενον ἀπολύτως ἕνεκα τῆς τάξεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ τηρῆται ὑπὸ τῶν ἀεροπόρων. Παρὰ πάντα ταῦτα ὁ γενόμενος χειρισμός, ἦτο τόσον ἐπικίνδυνος ὥστε συνέπεια αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἡ πτῶσις τοῦ ἀεροπλάνου καὶ ὁ θάνατος τῶν ἀεροπόρων, διότι ὁ χειρισμὸς οὗτος τῆς λεγομένης κλειστῆς στροφῆς ἐγένετο εἰς ὕψος μόνον 600 ποδῶν, ἐνῷ κατὰ τοὺς κανονισμοὺς ὁ χειρισμὸς οὗτος τῆς λεγομένης κλειστῆς στροφῆς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται εἰς ὕψος ὀλιγώτερον τῶν 4.000 ποδῶν, ὅπερ ἀσφαλίζει τὴν ὁμαλὴν προσθαλάσσωσιν ἄνευ κινδύνου τοῦ ἀεροπλάνου καὶ τῶν ἐπιβαινόντων αὐτοῦ. Καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τούτου ὁ τραγικὸς θάνατος τῶν δύο ἀεροπόρων. Προσθέτω, Κύριοι, πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ κανονισμοὶ προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἀρκετὰ σαφεῖς, ἀλλ’ εἶναι εὐνόητον ἐπίσης ὅτι διὰ τοὺς τοιούτους χειρισμούς, τοὺς παρὰ τοὺς κανονισμοὺς γινομένους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν κανὲν μέτρον κατασταλτικὸν εἰς περιπτώσεις παρεκτροπῆς. Οὕτως ἔχουσι τὰ ἀφορῶντα τὴν πτῶσιν τοῦ ὑδροπλάνου, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέος κανονισμός· οὐχ ἧττον ἅμα τῷ ἀγγέλματι τοῦ δυστυχήματος διέταξα νὰ γίνουν αὐστηρόταται ἀνακρίσεις πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν τυχὸν ὑπαρχόντων ὑπευθύνων τοῦ ἀτυχήματος.
§20Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων θὰ λάβητε καμμίαν πρόνοιαν;
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἀποφασίσω σχετικῶς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ προτάξεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 ἐπερωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Γεωργιάδου, περὶ τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων Ὑπαλλήλων.
§23Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δεχόμεθα τὴν πρότασιν.
§24Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν Δευτέραν διότι θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ. Ὁ κ. Γεωργιάδης.
§26Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ὄχι διὰ νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος μὴ τιθεμένου ἀλλὰ διὰ νὰ προκαλέσω μίαν διαφωτιστικὴν ἴσως συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος τεθειμένου ἤδη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐνόμισα ὅτι διὰ τὸν ρυθμὸν τὸν ὁποῖον δέον νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ τεθειμένου, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ διὰ διαφωτιστικῆς συζητήσεως ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπερώτησίς μου εἶναι οὕτως εἰπεῖν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπερώτησις. Δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δριμύτητα τοῦ ὕφους ἄλλων ἐπερωτήσεων ἡ ἀγόρευσίς μου. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ προσπαθήσω μάλιστα νὰ συζητήσω ἠρέμως τὸ θέμα, νὰ μεταφέρω τὰ παράπονα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς ἀνθρώπων, χωρὶς βεβαίως νὰ νομίζω ὅτι μονοπωλῶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ οἱ ἄλλοι κ. Συνάδελφοι νὰ μεταφέρουν τὸν πόνον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν δημιουργῶ λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη συχνὰ νὰ προβαίνῃ εἰς δηλώσεις, νὰ προέρχεται εἰς συζητήσεις μετὰ τῶν ἐνδιαφερομένων. Καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὸ θέμα τοῦτο εἶναι πλέον ἢ ἐπίκαιρος. Πρόκειται νὰ διαφωτισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία ἐπὶ τῶν προθέσεων τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τούτου καὶ πρόκειται συγχρόνως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἔχῃ κατευναστικὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς ἐξάψεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς παρατάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τοῦτο ἀσφαλῶς ὅλοι οἱ κ. Συνάδελφοι θὰ τὸ εὔχωνται. Ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν κυρίως, διατί μέχρι τοῦδε δὲν ὑπέβαλε τὸν καταστατικὸν χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὡς ἠξεύρετε τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα συνταράσσουν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἶναι ζητήματα τάξεως, εἶναι ζητήματα οἰκονομικῆς βελτιώσεως. Σπουδαιότατον ὅμως ζήτημα ἀποτελεῖ ὁ καταστατικὸς χάρτης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώρισε, καὶ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἀπασχολούμενοι μὲ τὰ δημόσια πράγματα, ὅτι αἱ σχέσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸ Κράτος εἶναι ἐλαττωματικαί, ὥστε παρεμποδίζουσι τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἑπομένως τὴν προαγωγὴν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ὑπάρχουν τόσαι ἀδικίαι καὶ τόσα ἐλαττώματα, ὥστε καὶ μόνον ἂν ἀναμνησθῇ αὐτῶν τίς, ἀσφαλῶς θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀποτελεῖ κατεπείγουσαν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ διὰ τοῦτο ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατ’ ἐπανάληψιν διεβεβαίωσε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, πρὸ μηνῶν καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἐπεξειργάσθησαν σχέδια ἐπὶ σχεδίων, καὶ ὑπῆρξε μία ὡριμότης τῆς καταστάσεως τοιαύτη, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε τὸν λόγον αὐτῆς ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον αὐτόν, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ὑπεβλήθη. Τί συμβαίνει; Ἤκουσα ὅτι μελετᾶται τοῦτο παρὰ τῶν διαφόρων ἁρμοδίων. Νομίζω ὅτι τὸ ὀρθώτερον εἶναι νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον ὡς ἐπεξειργάσθησαν τοῦτο ἅπαντες οἱ Ὑπουργοὶ ὅλων τῶν παρατάξεων, τῇ συμμετοχῇ ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. Νομίζω ὅτι ἡ ὀρθωτέρα ὁδὸς θὰ ἦτο νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εὗρε τοῦτο ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐπιφυλασσόμενος συγχρόνως ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τὰς τροπολογίας τοῦ σχεδίου τούτου. Οὕτω συγχρόνως ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχουσα τὸ σχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐστηρίζετο ἡ περαιτέρω συζήτησις, θὰ ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ, καὶ νὰ παράσχῃ τὴν βάσιμον ἐλπίδα καὶ βεβαιότητα ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἐγίνετο ταχέως πραγματικὸς νόμος τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις διαπιστοῦται ὅτι ὀλιγώρησε πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῆς· εἶναι τόσαι αἱ ἀδικίαι καὶ τόσαι αἱ ἀπογοητεύσεις ἐκ τῆς ἀνισότητος τῶν συντάξεων, ἐκ τῶν σχέσεων τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος, ὥστε καὶ διὰ τὰς συντάξεις ὑπάρχουσιν 119 τροπολογίαι τοῦ θεσμοῦ τῶν συντάξεων ἀπὸ τὸ 1924 καὶ ἐντεῦθεν, ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐτέθη μία βάσις συζητήσεως πρὸς ἐξομάλυνσιν καὶ κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ὑπαλληλικῶν σχέσεων. Ὑπάρχει ἐπίσης κύριοι βουλευταί, ἕνα μέγιστον παράπονον, ὅτι αἱ θέσεις αἱ ἀνώτεραι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ καταλαμβάνονται ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ προερχομένους ἐκ τῆς ἱεραρχίας. Εἶναι δίκαιον τὸ παράπονον ὅτι ἄλλοι ὑπάλληλοι ἐνῶ δὲν ἔχουν τὰ προσόντα ἀνέρχονται εἰς τὴν ἀνωτέραν ἱεραρχίαν. Θὰ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ κάμῃ ἐπιμελεστέραν καὶ αὐστηροτέραν ἐκλογήν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ σφαλίσῃ τὸν δρόμον τῆς προόδου τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀφοσιώθησαν ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ὅπως πᾶς ἄνθρωπος ἔχει δικαίωμα ἐργαζόμενος εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν νὰ ἀμείβεται, ἄνθρωποι μὴ ὑπάρξαντες κἄν δημόσιοι ὑπάλληλοι, μὴ ἔχοντες τὴν προπαιδείαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄλλοι ἔχοντες τοιαῦτα προσόντα, καταλαμβάνουν τὰς ἀνωτέρας θέσεις, τῶν διευθυντῶν, τμηματαρχῶν καὶ δὲν γνωρίζω ποίων ἄλλων. Τὸ παράπονον εἶναι δικαιότατον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἄν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἰσόρροπον ἱεραρχίαν τῶν ὑπαλλήλων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι αἱ ἀνώτεραι θέσεις κατὰ τὰ 9)10 τοὐλάχιστον πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τὴν ἱεραρχίαν τὴν ὑπαλληλικὴν ὕστερα ἀπὸ δοκιμασίαν καὶ βεβαίωσιν τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Ὅπως ἠξεύρετε κ. συνάδελφοι, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἐν Ἑλλάδι ὅλαι αἱ τάξεις αἱ κοινωνικαὶ ἐδοκιμάσθησαν ἀπὸ τὰς πολεμικὰς περιπετείας. Οὕτω καὶ αὐτοὶ ἔχουν ἕνα μέρος τῶν θυσιῶν, ὄχι τῶν προσωπικῶν ἀλλὰ τῶν θυσιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι ἔτυχε νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐδοκιμάσθησαν διαδοχικῶς ἀπὸ τὰ διάφορα καθεστῶτα καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ λαῖλαψ τῶν ἐπαναστάσεων ποὺ ἐξέσπασεν, ἐξέσπασεν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους· ἄρα ὁ δρόμος τῆς ἀνόδου τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων δὲν ἦτο μία ἐκκαθάρισις ἡ ὁποία ἴσως θὰ ἐπεβάλλετο φυσιολογικῶς διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἕν εὔρωστον δένδρον ἱκανὸν νὰ ἀναπτυχθῇ, ἀλλὰ ἦσαν λόγοι πολιτικῆς ἐκδικήσεως οἱ ὁποῖοι ὑπηγορεύοντο μόνον ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐδοκιμάσθησαν ἀνεκόπη ὁ δρόμος των καὶ σήμερον ἀπὸ διάφορα διατάγματα, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, παρουσιάζεται τὸ περίεργον θέαμα ὅτι νεώτεροι καταλαμβάνουν ἀνωτέρας θέσεις τῶν ἀρχαιοτέρων, ἴσως μὴ ἔχοντες ἀνωτέραν ἱκανότητα αὐτῶν. Διότι εὗρον τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς τροπολογίας κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένοντο αὐτοὶ οἱ νεώτεροι τώρα Διευθυνταί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατώτεροι ὑπάλληλοι ὅταν αὐτοὶ ἦσαν εἰσηγηταί. Παρουσιάζεται τὸ περίεργον θέαμα ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὑπάρχουν 30 θέσεις τμηματαρχῶν. Ὅλες αὐτὲς θίγουν τὴν φιλοτιμίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἦτο μοιραῖον λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἀντιμετωπίζει καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι μοιραῖον νὰ ἐμφιλοχωρήσουν ἀδικίαι ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ἐναντίον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐναντίον τοῦ συνόλου ἑνὸς κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον συνηθίζομεν νὰ ἐπιρρίπτωμεν ὅλας τὰς ἀτελείας τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὅλοι παραπονούμεθα ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον των, ὅλοι παραπονούμεθα διὰ τὴν ποιότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τίς πταίει; Οἱ ἴδιοι Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουσιν ἐλᾶτε νὰ μᾶς καθαρίσετε, διὰ νὰ μὴ καθαριστῶμεν ἡμεῖς μόνοι. Ἀφίσατέ μας νὰ ἔχωμεν μίαν μόνιμον σταδιοδρομίαν καὶ αὐτὸ τὸ θέλει ἡ πλειονότης. Δὲν σᾶς ζητεῖ νὰ δώσητε μίαν θέσιν τμηματάρχου εἰς τὸν α ἢ τὸν β, τὸ πνεῦμα τοῦ συνόλου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπομείνῃ ὅλας τὰς ἰδιαιτέρας διακρίσεις, τὰς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δημιουργήσωμεν ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὸ περίφημον ὑπαλληλικὸν ζήτημα. Διότι τί σημαίνει ἡ δημιουργία τμηματαρχῶν ἀθρόως ὄχι διότι ὑπάρχουν ὀργανικαὶ θέσεις ἀλλὰ διότι τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ὡρισμένων κλάδων. Χθὲς ἀκόμη συνεζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἕνα εὐεργέτημα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ α ἢ τοῦ β Ὑπουργείου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύναντο ἐν ὡρισμένῃ ὑπηρεσίᾳ νὰ ἀποκτήσωμεν βαθμὸν ἀνώτερον κυρίως διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν μισθὸν ἀνώτερον καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνεδείχθη ἐλαττωματικὸν διότι παρουσιάσθη ἡ ἑξῆς περίπτωσις ὅτι εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ δὲν ἀπολαμβάνουσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξεύρῃ μίαν διέξοδον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ θέαμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων εἶναι δὲ θέμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται πλέον βραδύτης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Καταστατικοῦ χάρτου ἔλεγον ὅτι ἡ βραδύτης τῆς ἐπιψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς ὑπαλληλικὰς σχέσεις τὴν ἱεραρχίαν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζεται ἡ ἀνομοιογένεια εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα εἶναι ἐπιζήμια. Καὶ σᾶς ἀνέφερον ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπάρχουσι γραφεῖς μαθητευόμενοι λαμβάνοντες μισθὸν ὀκτακοσίων δραχμῶν. Ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ὀνομάζονται οἱ συνάδελφοί των οἱ προσφέροντες τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν γραφεῖς καὶ λαμβάνουσι ἀνώτερον μισθόν. Θέλω νὰ ἀνακεφαλαιώσω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ Καταστατικὸς νόμος τῶν δημοσίων Ὑπαλλήλων διότι νομίζω ὅτι ἐκ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ καταστατικοῦ νόμου θὰ προέλθῃ καὶ οἰκονομία διότι αἱ ὀργανικαὶ θέσεις θὰ κανονισθῶσι κατὰ τρόπον εὐχάριστον καὶ θὰ ὑπάρχῃ εὐκολία, ὅτι θὰ ὑπερασπίζωνται οἱ ὑπάλληλοι τὸν νόμον των ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπερασπίζονται τὸν νόμον τὸν ἰδικόν των περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐπίσης ἐκ τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ συντάξεων θὰ προκύψῃ μεγάλη οἰκονομία ἐὰν συστηθῇ μιὰ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρωνται οἱ ἴδιοι νὰ μετάσχωσι, διότι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἤδη αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι θὰ τεθῶσι φρουροὶ τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ των χάρτου καὶ θὰ προκύψῃ μιὰ μεγάλη ὠφέλεια καὶ συγχρόνως οἰκονομία διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων περὶ τῶν διαφόρων ὀργανικῶν θέσεων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐννοῶ πολὺ καλῶς ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος εἶνε σήμερον πολὺ δυσχερὴς καὶ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ προτείνω τὸ ἄνοιγμα τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ὁποῖον πάσχει σήμερον ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσι μεγάλαι ἀνάγκαι. Εἶναι ὅμως ἐξ ἄλλου ἀναμφισβήτητον. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι μὲ τὰς ἀποδοχὰς τὰς ὁποίας λαμβάνουσι σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς πλέον στοιχειώδεις βιωτικὰς ἀνάγκας. Οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς γνωστὸν ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1859 δὲν εἶχον οὐδεμίαν ὤθησιν ἐκεῖθεν ἀπέκτησαν μίαν ἀνθηρὰν μονιμότητα μέχρι τοῦ 1915, ἔκτοτε ὅμως μεταβολαὶ ἐπῆλθον συνεπεία τῶν πολέμων ἠκολουθήθη ἐσφαλμένη ὁδὸς ὅπως ἀντιμετωπίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο προσκαίρως καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένω ὅτι ἡ προσωρινότης τῆς δημιουργίας μεγάλων δαπανῶν τὸ χείριστον ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι δημιουργεῖ ἀδικίας. Μία τάξις ὑπαλλήλων ἀμείβεται ὑπερβολικά, ἄλλη τάξις ὑπαλλήλων καθυστερεῖ καὶ ὡς ἐκ τούτου δημιουργοῦνται παράπονα δίκαια καὶ ἐνῷ ἐὰν ἦτο ἓν μέτριον ἐπίπεδον καὶ ἐφηρμόζετο δι’ ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους θὰ ἤμην βέβαιος ὅτι θὰ ἐγίνετο δεκτὸν τοῦτο μετὰ ἱκανοποιήσεως διότι λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐχαριστημένοι ὄχι διότι θὰ ἦσαν ἱκανοποιημένοι ἀλλὰ διότι δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ πλεονεκτοῦντες. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀσκεῖ τεραστίαν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν, θέλουν νὰ εἶναι ἐξισωμένοι μεταξὺ τους. Οἱ βασικοὶ νόμοι τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὁμιλῶ περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, διότι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι ἰδιαιτέρους καταστατικοὺς νόμους καὶ ἰδιαιτέρους οἰκονομικούς, εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων ἀνήκουσι οἱ δικαστικοί. Εἶναι φανερὰ ἡ σύγκρισις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἔτους 1924 πρὸς τὴν σύγκρισιν τὴν προπολεμικὴν τοῦ 1914. Ὁ συντελεστὴς ηὐξήθη ἀπὸ 600 δραχμὰς ποὺ ἐλάμβανεν ὁ Ἀρεοπαγίτης ηὐξήθη εἰς 800 δραχμὰς βασικῶς. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι οἱ βασικοὶ μισθοὶ τοῦ 1910 τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς οὓς πάντες διακείμεθα συμπαθῶς, λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι εἰς τὴν μόνην αὐτὴν τάξιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐπῆλθε σταθερὰ βελτίωσις παρ’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν περιπέτειαν τὴν ὁποίαν διῆλθε ἡ Ἑλλάς. Οἱ βασικοὶ μισθοὶ τῶν διοικητικῶν λειτουργῶν παραμένουν στάσιμοι ὄχι μὴ πλησιάζοντες πρὸς τὸ πολεμικὸν ἐπίπεδον διότι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον ἀλλὰ οὐδὲ κἂν πλησιάζοντες τὴν κλίμακα τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον οἱ ἄλλοι συνάδελφοί των περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἔκαμα λόγον. Ἐντεῦθεν πνεῦμα πικρίας, πνεῦμα παραπόνου γεννᾶται εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν μεγάλην λεγεῶνα τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἀπόπειρα δημιουργίας ἑνὸς σταθεροῦ μισθολογίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐγένετο εἰς τὰ 1924. Ἐδημιουργήθη πράγματι ἡ ἀρχὴ ἑνὸς βασικοῦ μισθοῦ πολλαπλασιαζομένου μὲ ἕνα συντελεστὴν ὥστε νὰ ἀποδίδῃ εἰς δραχ. χαρτίνας τὴν ἀμοιβὴν τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐργασίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου. Καὶ συνέβη τὸ περίεργον φαινόμενον, ἐπειδὴ αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐξ ὁλοκλήρου ἐπῆλθον ὑποδιαιρέσεις πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Συνέβη ἡ περίεργος ἀδικία ὅτι οἱ βασικοὶ μισθοὶ τοῦ 1924 οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφίστανται ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1914 συνέβη ὅτι μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ τιμαρίθμου, μὲ τὴν μεταβολὴν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων νὰ ἀπέχωσι τόσον πολὺ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας τὰς σημερινάς, ὥστε βεβαίως νὰ γεννᾶται τὸ δίκαιον παράπονον ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν, διὰ νὰ παράσχῃ τὰ μέσα πρὸς μίαν ὑποφερτὴν ζωήν. Διότι ἕνας κακῶς τρεφόμενος κακῶς καὶ ἀποδίδει. Νομίζω ὅτι τὰ βασικὰ μισθώματα διὰ πᾶσαν ἐπιχείρισιν δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζωνται μόνον μὲ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας. Πᾶσα ἐπιχείρησις στηρίζεται εἰς τὸν ὀργανισμόν, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐὰν μοῦ ἐλέγατε, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ἔκκλησιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὅτι πρέπει νὰ ἐντείνωμεν τὴν ἐργασίαν των θὰ τὸ παρεδεχόμην πρὸς στιγμήν. Ἐν τούτῳ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ὑπαλλήλων εἶναι παραγωγική, ἄλλως τε θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν ὅλους, διότι ἐὰν ἀμφισβητεῖτε τὴν βάσιν αὐτήν, ἀμφισβητεῖτε τὴν βάσιν τοῦ Κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ κρατικὸς ὀργανισμὸς ὑπάρχει, διὰ νὰ δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν κοινὴν εὐημερίαν. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὴν προαγάγῃ; Θὰ τὴν προαγάγῃ μὲ τρόπον ἀφῃρημένον; Ἢ μὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι κινοῦσι αὐτὸν τὸν ὀργανισμόν; Βεβαίως. Καὶ μοιραίως ἐὰν παραδεχθῶμεν τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους ὡς παραγωγικούς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς κινήσεως πρὸς τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς εἶναι παραγωγικά, ὥστε ἀναμφισβητήτως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τὸ Κράτος χάριν τοῦ σκοποῦ τοῦ Κράτους τοῦ ἰδίου νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα διὰ νὰ αὐξήσωσι τὴν παραγωγικότητά του. Θὰ ἦτο εὔλογον λόγῳ τῶν δυσχερῶν περιστάσεων νὰ κάμωμεν μίαν ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς πρὸς προσαύξησιν τῆς ἐργασίας. Ἐὰν ἐλέγαμεν ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἐργασίας ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων ὅτι τὸ ἑξάωρον εἶναι ὀλίγον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐντείνωμεν τὴν παραγωγὴν συνολικῶς τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ σοβαρῶς ἀλλά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαληθεύσῃ, διότι δυστυχῶς σήμερον οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἐργασθῶσιν ἐντατικῶς. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἐντείνωσιν τὴν παραγωγικότητα, ἐφ’ ὅσον δὲν δίδωμεν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μέχρι καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου δὲν τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ ἱκανοποιήσωσιν τὰς στοιχειωδεστέρας βιωτικὰς ἀνάγκας. Ὁ συντελεστὴς ὄχι ὁ τιμάριθμος, ὁ ὁποῖος εἶχε κανονισθῆ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βασικοῦ μισθοῦ τῶν ἐτῶν 1910– 1911. Σήμερον γνωρίζετε ὅτι ὁ τιμάριθμος ἔφθασε αἰσίως εἰς τὰ 22, τοὺς ἀνθρώπους δὲ τοὺς ὁποίους χρησιμοποιεῖτε διὰ τὸν σκοπόν σας, διὰ τὴν πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν παρ’ αὐτῶν νὰ εἶναι τὸ πρότυπον τῆς θυσίας καὶ τῆς ἀποδόσεως, ἀφοῦ τοὺς μετρᾶτε τὴν ζωὴν μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ τιμαρίθμου. Ἐργάτης κακῶς ἀμειβόμενος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώσῃ κακὸν ἔργον. Εἰς τὴν θλιβερὰν εἰκόνα τῶν ἀμοιβῶν, ὑπάρχει μία κατηγορία ὑπαλλήλων ἐν τῷ κέντρῳ, ἔχουσα τοιαύτην πλεονεκτικὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ἕνεκα τῆς δημιουργίας ἐπιτροπῶν καὶ χορηγήσεως ἐπιδομάτων ὥστε ἀσφαλῶς νὰ ἀνατρέπεται ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσα. Ἀλλὰ ἂν ἐξαιρέσωμεν αὐτοὺς τοὺς 30–50 δὲν θὰ μεταβληθῇ ἡ θέσις τῆς μεγάλης μάζης τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 35.000. Ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι τμηματάρχαι, ὡρισμένοι διευθυνταί, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν διὰ διαφόρων ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς διευκολύνομεν ἐν πολλοῖς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δημιουργοῦμεν, καὶ αὐξάνουν τὸν μισθόν των εἰς 18.000 δρχ., διότι εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν καὶ τοιοῦτον παράδειγμα, αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἴσως ἓν πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ἑμαυτούς, ἀλλὰ καὶ ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἀδικοῦνται οἱ ὑπάλληλοι. Κύριοι, παράπονον ἀκόμη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ὅτι τὸ Κράτος ἀμείβει τόσον γλίσχρως τοὺς ὑπαλλήλους του, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ σύγκρισις κἂν πρὸς ἰδιωτικοὺς ὀργανισμούς, καθ’ ὃν τρόπον οὗτοι ἀμείβουν τοὺς ἑαυτῶν ὑπαλλήλους. Ἐὰν κάμητε μίαν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθν. Τραπέζης, θὰ ἴδητε τὰ ἑξῆς: Εἷς εἰσηγητὴς ὑπουργείου λαμβάνει μισθὸν 2.800, ὁ κλητὴρ τῆς Ἐθν. Τραπέζης λαμβάνει μισθὸν 2.500, πλὴν τοῦ τετάρτου τοῦ μισθοῦ, τῆς στολῆς, τῶν ἀδειῶν κλπ. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης, διότι θὰ ἤμην πολὺ ἀφελής, καθ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ γίνῃ σύγκρισις. Ἀλλὰ λέγω: αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσας ἀπαιτήσεις ἀπέναντι τῶν ὀργάνων του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ θέσιν ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, τοῦ εἰσηγητοῦ, τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ κλητὴρ μιᾶς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως; Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἀδικίαι καὶ ἐντὸς ἀκόμη αὐτῶν τῶν κρατικῶν ὀργανισμῶν. Ὑπάρχουν μεροληψίαι, ὑπάρχουν προνομιοῦχοι ὀργανισμοί, τῶν ὁποίων οἱ μισθοὶ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν Διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραξενεύεσθε ἀκούοντες ταῦτα. Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεσθε ἀπὸ τὴν συγκίνησιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀναστάτωσιν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐγὼ σκοπῶ νὰ τὴν διερμηνεύσω, νὰ τὴν ἐξηγήσω καὶ νὰ τὴν κάμω νὰ γίνῃ ἀντιληπτή, καὶ ὄχι νὰ τὴν ὑποκαύσω. Ἀσφαλῶς εἶμαι βέβαιος, ὅτι αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴν συζήτησιν θὰ εἶναι ἀποφάσεις νηφάλιοι καὶ ἤρεμοι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντιμετωπίσουν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην καταστολῆς, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην θεραπείας. Ὑπάρχουν προνομιοῦχοι ὀργανισμοὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων οἱ μισθοὶ εἶναι ἐπαναστατικοὶ διὰ τὴν συνείδησιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὸ τὸ Κράτος ἔχει γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει γραφεῖα προστασίας καπνοῦ, ἡμικρατικὰ ἢ καὶ ὅλως κρατικά, διότι τὰς δαπάνας καταβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡμεῖς ἐθεσμοθετήσαμεν τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τούτου λαμβάνει μισθὸν κατὰ δύο χιλιάδας δραχμὰς ἀνώτερον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῶν Γραφείων τούτων λαμβάνουσι τοιούτους μισθούς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκανδαλίζωσιν τὴν συνείδησιν τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ πλέον ἀφοσιωμένου εἰς τὸ καθῆκόν του. Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων ἔχουσι τοιαύτην δυσαναλογίαν κλίμακος μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε καὶ αὐτοὶ ἀκόμη ὡς σύγκρισις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συντελοῦν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ἀνωμάλου ψυχολογίας ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ τί νὰ κάμῃ τὸ Κράτος; Δὲν ἔχει χρήματα. Αὐτὸ εἶναι ἴσως ἀναμφισβήτητον. Ὑπάρχει ἓν ἐμπόδιον τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἐξομολογηθῶ τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἀσφαλῶς τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχει μία γενικὴ πολιτικὴ πρὸ τῆς ὁποίας ὅλα τὰ μερικώτερα θέματα πρέπει μοιραίως νὰ καταλαμβάνωσι μίαν δευτερεύουσαν θέσιν. Εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχει ἀναπόδραστος ἀνάγκη οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας καὶ καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω δὲν βλέπω ἄλλο σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντιτάσσεται πρὸς τὴν τοιαύτην πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει ἴσως διαφορὰ περὶ τὰς λεπτομερείας. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα, ὡς τὸ θέτει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι τὰ μόνα χρησιμοποιούμενα. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο σχέδιον, διότι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ εὕρῃ κανεὶς ἓν σχέδιον διὰ μίαν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Νομίζω ὅτι κατὰ θεωρητικὴν βάσιν ἢ καὶ πρακτικὴν ἀκόμη εἰς τὰ σχέδια τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως δὲν δύναται νὰ καταλάβῃ δευτέραν μοῖραν ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ὄχι μόνον πρὸς τὴν πλευρὰν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν, διότι εἶναι λεπτομέρεια ἡ νομισματικὴ σταθεροποίησις καὶ ἡ τραπεζιτικὴ διαρρύθμισις ἄνευ κοινωνικῆς πολιτικῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Ἑλλάδος, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτῆς, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει νὰ ἀνασυγκροτηθῶμεν θέλωμεν νὰ ζήσωμεν. Ἰδοὺ ὁ δρόμος, μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν δύναται ἄλλως νὰ γίνῃ. Ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ νομίζω καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἀκόμη ὅτι δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς δευτέραν μοῖραν τὰ πλεονεκτήματα τῆς κοινωνικῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς. Δὲν γνωρίζω ποίας ὑποχρεώσεις ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ Διεθνοῦς ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας χώρας εἰς τὰς ὁποίας ἐπενέβη ὁ διεθνὴς ὀργανισμός, ὡς ἐν Αὐστρίᾳ ἐπὶ παραδείγματι ἐφηρμόσθη μία εὐρυτάτη κοινωνικὴ πολιτικὴ καὶ ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐργαζομένων τάξεων.
§27Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὅμως τοὺς περιώρισεν εἰς τὸ δέκατον.
§28Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἂν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἦσαν πλεονάζοντες ἐν Ἑλλάδι, οὐδεὶς θὰ ἐδίσταζε, καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι μοῦ ἐκάματε τὴν διακοπὴν αὐτὴν διὰ νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα, ἂς δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι πλεονάζοντες ἀσφαλῶς εἶναι ἐμπόδιον εἰς τοὺς παραγωγικοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους καὶ πρέπει ἀμειλίκτως νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν καὶ ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς περιορισμὸν τῶν δημοσίων θέσεων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι πλάνη νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς οἰκονομίας τῶν θέσεων, ἡ ὁποία ἴσως εἶναι μία πρόχειρος δημοκοπία. Διότι ὡς γνωστὸν ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ συμπληρώσῃ τὸν ἀριθμὸν τὸν προϋπολογιζόμενον. Διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι προϋπολογίζονται μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος εἰς τριάκοντα ἐννέα χιλιάδας καὶ ὑπάρχουν σήμερον τριάκοντα ἓξ χιλιάδες. Ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ βαδίζει βραδέως, ἀλλὰ βαδίζει σταθερῶς διὰ νὰ φθάσῃ τὸ μάξιμουμ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ αὐξήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἑτοιμάζει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἀθρόως δημοδιδασκάλους διότι εἶναι ἀπαίτησις τῆς χώρας νὰ ἀποκτήσουν οἱ ἀναλφάβητοι στοιχειώδη βάσιν παιδείας. Εἶναι, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ σημεῖον τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἄλλοι ἔχουν ἀντίθετον γνώμην, ἔχουν ἄλλα στοιχεῖα νὰ προσκομίσουν, ἂς τὰ προσκομίσουν διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι πλεονάζοντες. Ἄλλως εἶναι δημοκοπία. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, τὸ ἀποδεικνύει ἡ καθημερινὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Δὲν ἔφθασε εἰς τὸν ἀριθμὸν ποὺ προβλέπει ἡ σύνθεσις ἀλλὰ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀκόμη, ὁ ὁποῖος προβλέπει ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων. Ὥστε νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος τόσον βεβαίως φείδεται τῆς μεγάλης ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν, πρέπει παραλλήλως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν νὰ θέσῃ τὸ πρόβλημα τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς. Καὶ μία τοιαύτη κοινωνικὴ πολιτικὴ θὰ διηυκόλυνε τὸν σκοπὸν ἔστω καὶ ἂν οὗτος ἐπιτευχθῇ μὲ δαπάνας ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐὰν ἦτο, λέγω, ἀληθὲς ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἦτο ἀπόλυτος δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύσῃ τὸν τεράστιον συνοικισμὸν πέριξ τῆς Βιέννης διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους καὶ νὰ δαπανήσῃ τοσαῦτα ποσὰ διὰ τὴν ἀνακούφισίν των. Ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν τίτλον «περὶ ἀσφαλίσεως τῶν ἐργατῶν» εἶναι τελείως φανταστικὸν καὶ ἀποτελεῖ ἐν τῷ Κράτει μοναδικὴν ἐξαίρεσιν. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐτοχαρακτηρίζεται ὅπως θέλει, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει πῶς ὀνομάζεται τῆς Δεξιᾶς ἢ τῆς Ἀριστερᾶς, ἐμὲ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον πράττει μὲ ἐνδιαφέρει, τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως μὲ ἐνδιαφέρει πρὸ παντός. Καὶ ἐφόσον δὲν γνωρίζω ἄλλο σχέδιον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἀσφαλῶς τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον σχέδιον πραγματοποιήσιμον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ δὲν πρέπει λέγω νὰ παρίδουν τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου, δὲν εἶναι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναμφισβήτητον, λοιπόν, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ἀσκήσῃ μίαν κοινωνικὴν πολιτικὴν εὐρυτάτην. Πῶς θὰ εὕρῃ τοὺς πόρους; Βεβαίως περαιτέρω ἡ συζήτησις θὰ ἦτο ἐπέμβασις εἰς λεπτομερείας καὶ συζήτησις πλέον δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ νὰ ἐξεύρῃ τοὺς πόρους τούτους. Ἀλλὰ νομίζω, καὶ δὴ καθ’ ὃ ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου τῶν μισθῶν ἑνὸς ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος,—θὰ ἠδυνάμην ἀκόμη νὰ ὀνομάσω καὶ ἄλλα ἱδρύματα μικροτέρας οἰκονομικῆς σημασίας διὰ νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ μήπως τάχα εἶναι καιρὸς νὰ κάμῃ μίαν ἔκκλησιν πρὸς θυσίας καὶ μὲ ἀνάλογον κῦρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τοῦ παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς ἀνθοῦντας αὐτοὺς ὀργανισμούς. Νομίζω μάλιστα, προσωπικῶς, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα πρέπει νὰ καταλήξωμεν. Δὲν πρέπει νὰ παραξενεύεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑποδεικνύουν εἰς αὐτὸν μέτρα καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ γοήτρου του, ἐὰν καλέσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους πρὸς ἄμεσον συζήτησιν καὶ συνεργασίαν. Δι’ ὅλους τοὺς πολίτας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους εἶναι κοινὴ ὑπόθεσις. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἄμεσοι δημιουργοὶ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ τοὺς καλέσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ σαφέστερον τὸ σχέδιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξευρέσεως τῶν οἰκονομικῶν πόρων. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀποδεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦτο καθ’ ὅλα του τὰ σημεῖα, διότι περιέχει προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀποκρούω, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ θίξουν οὐχὶ τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι δυσκόλως κρατοῦν τὰ βάρη των ἀλλὰ τὰς τάξεις ἐκείνας εἰς τὰς κατηγορίας ἐκείνας τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀνθέξουν μίαν ἐπιβάρυνσιν χάριν τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Αἱ προτάσεις αὗται λέγω εἶναι ἄξιαι μεγάλης προσοχῆς. Παρατηρήσατε τὴν φορολογίαν τοῦ κινητοῦ πλούτου. Ὁ κινητὸς πλοῦτος ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται πολὺ ὀλίγον καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς διαφεύγει κατὰ μέγα μέρος. Ἰδοὺ πῶς. Εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον τῆς φορολογίας του καὶ εἰς ἐμὲ ὅταν ἀπηυθύνθησαν, τοὺς εἶπον τὰς μεγάλας δυσκολίας, ἐλπίζων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκόψῃ ἡ ἀνεύρεσις τῶν μέσων αὐτῶν. Γνωρίζετε ὅτι Ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι κατὰ μέγα μέρος ἔχουν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν ἀγαθῶν τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος. Νομίζω ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ ζητήσωμεν ἀπ’ αὐτοὺς μερικὰς θυσίας. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ αὐτό; Θὰ προσέκρουεν ἀσφαλῶς εἰς διεθνεῖς δυσκολίας. Ἀλλὰ καθὼς γνωρίζω μία διεθνὴς κίνησις ἤρξατο γινομένη, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ μία διευκόλυνσις φορολογίας τῶν κληρονομιῶν τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι τοῦ ὅλου κινητοῦ πλούτου. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διευκολύνῃ νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν κίνησιν ταύτην. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω πόσον δυσκόλως ἐξεπλήρωσαν ὡρισμέναι κατηγορίαι πλούτου τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ καθῆκον. Ἠρνήθησαν κατηγορηματικῶς νὰ ἔλθωσιν ἀρωγοὶ κατὰ τὰς δυσκόλους αὐτὰς περιστάσεις εἰς τὸ Κράτος. Γνωρίζετε ὅτι εἷς Οἶκος ἐφοπλιστικὸς ὁλόκληρος μετηνάστευσεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν του καταπιεζόμενον ἐν Ἑλλάδι. Θὰ γνωρίζετε καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπός τις, ἀνελθὼν εἰς ὑψηλότατα ἀξιώματα ἐν Ἑλλάδι, τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ κραυγὴ φέρει ἴσως ὡς τὸν πλουσιώτατον τῶν Ἑλλήνων. Ἠξεύρετε ἂν πληρώνῃ φόρον; Ὄχι, δὲν πληρώνει φόρον, οὔτε ἕνα φόρον. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι μετέβησαν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον τὸν φερόμενον ὡς τὸν πλουσιώτατον ἄνθρωπον καὶ ἠρώτησαν οἱ ὑπάλληλοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, διατί δὲν πληρώνῃ φόρον καθαρᾶς προσόδου καὶ ἀπήντησεν: Ὁ νόμος εἶναι πρῶτον ἀντισυνταγματικὸς καὶ δεύτερον ψάξατε νὰ εὕρητε τὴν περιουσίαν μου.
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτός.
§30Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ ἀνέφερα ἕνα παράδειγμα ὡς ἀνέφερα καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Οἴκου ἐκείνου τοῦ ἐφοπλιστικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐλιποτάκτησεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα καὶ κατεβίβασε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, μεταναστεύσας.
§31Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ σᾶς ἐνισχύσω εἰς αὐτό. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1924 ἐγένετο ἐπερώτησις ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ τότε πληρεξουσίου κ. Βουδούρη κατετέθησαν οἱ κατάλογοι τῶν φορολογουμένων καὶ ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ ὀνόματα ὅλων ἐκείνων τῶν ἑκατομμυριούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωναν φόρον. Ἐξ ὅλων αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα μόνον 5 ἄνθρωποι εὑρέθησαν οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωναν φόρον.
§32Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέφερα τὸν μισθὸν τοῦ κλητῆρος μιᾶς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, οὐχὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀδικίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσω εἰς κάποιον θετικώτερον συμπέρασμα, ὅτι ἂν βεβαίως ὑπάρχει τόσος πλοῦτος εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, ὥστε νὰ ἀμείβουν τοὺς ὑπαλλήλους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ χαίρω πολὺ διὰ τοῦτο, αὐτὰ μοῦ δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω, ὅτι τὰ κέρδη τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων εἶναι τόσον μεγάλα ἐν ἀντιστρόφῳ πρὸς τὰς ζημίας τοῦ Κράτους, ὥστε θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις τὰ κέρδη αὐτὰ τὰ δαπανήματα εἰς μεγάλους μισθοὺς οἱ ὁποῖοι θίγουν τὴν εὐθυξίαν καὶ τοῦ δημοσίου εἰσοδήματος καὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ κατευθυνθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιβολῆς εἰς αὐτοὺς τοῦ καθήκοντός των. Καὶ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦτο διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖ θυσίας ἀπὸ τοὺς οὐδὲν λαμβάνοντας, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν φορολογίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα πιθανὸν νὰ μὴ ἀντιμετωπίζουν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ πάντως ἱκανοποιοῦν τὸ δημόσιον αἴσθημα δίδουν μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐξέγερσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κύριοι, θὰ ἐλέγομεν, ἐκαλέσαμεν ὅλας τὰς τάξεις ὅσαι ἠδύναντο νὰ σᾶς συντρέξουν. Καὶ βλέπετε κατεβάλλομεν ὅλας τὰς προσπαθείας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλως. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν ν’ ἀνεύρῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς πόρους τοὺς ὁποίους ὑπέδειξαν. Ὑπάρχει καὶ μία πολὺ μεγάλη κατάχρησις εἰς τὰ ζητήματα τῆς βιομηχανικῆς προστασίας. Τίς ἀρνεῖτε ὅτι ἡ βιομηχανία πρέπει νὰ τύχῃ περιθάλψεως καὶ στοργῆς; Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ἀσυδοσίας μερικῶν ἐπιχειρήσεων νομίζω ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγίστη. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Μερλόπουλος, ὑπέγραψε διαταγὴν διὰ τὸ Ξενοδοχεῖον Καραδόντη ἐπὶ τῇ προόψει ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τροπολογία εἰς τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ νόμου — νομίζω ὅτι εἶναι ὁ νόμος 602 — «περὶ ἀπαλλαγῆς τέλους τῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὸ τελωνεῖον, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ ἀφορολογήτως νὰ εἰσέλθουν ὅλα τὰ πράγματα ἐξ Εὐρώπης. Ἡ μεγάλη Ἑταιρεία Ξενοδοχείων Λάμψα εἰσάγῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πολλὰ εἴδη μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§33Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὁμιλεῖτε περὶ ἐποχῆς ὡς προσωρινοῦ ἀναπληρωτοῦ ἐμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθ’ ἣν ἐγὼ ἐξέδωσα παρὰ τὸν νόμον διαταγήν;
§34Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγω, ὅτι ἐπὶ τῇ προόψει ὅτι θὰ εἰσαγάγετε νόμον, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ μίαν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ἡ προθεσμία ἡ ἀνατρεπτικὴ θὰ ἐγένετο πάλιν προθεσμία δυνητικὴ ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῆς τῆς σκέψεως διετυπώθη ὁ νόμος. Δὲν σᾶς κάνω ἐπερώτησιν, κ. Ὑπουργέ, ἂν θέλετε τὸ ἀποσύρω τὸ παράδειγμα. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ Οἶκος Ξενοδοχείων Λάμψα εἰσήγαγε ἐκ τῆς Εὐρώπης ἀτελῶς ὅλα τὰ ὑλικὰ μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου καρφιοῦ ἀκόμη, νομίζω 67 ἐν ὅλῳ εἴδη. Δικαίως πλέον τὸ ξενοδοχεῖον αὐτὸ δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι εἶναι καθ’ ὅλα Εὐρωπαϊκόν. Ὅταν ἀκόμη παρέχομεν ἀτελείας διὰ τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα παράγει ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία ἀκόμη καὶ διὰ τὰς πρώτας ὕλας τὸ τσιμέντο ἀκόμη, νομίζω ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ καταστρατήγησιν πάσης προστασίας, ἀποτελεῖ ἕνα φαβοριτισμόν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἦτο Παγκαλικὸν καὶ τὸ ἐπικυρώσαμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν πρόκειται νὰ κάνω μίαν συστηματικὴν ἔκθεσιν σᾶς φέρω μόνον παραδείγματα. Ἐγὼ ἐνδεικτικῶς ἀνέφερα τὰς περιπτώσεις αὐτὰς διὰ νὰ παράσχω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἐτοποθέτησα. Πρῶτον ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἶναι στενώτατα συνδεδεμένον ὄχι μὲ τὸ Κράτος ἀλλὰ μὲ τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους. Δὲν λαμβάνω τὴν νομικὴν του ἄποψιν. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ καλὴν ἀπόδοσιν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἔχει καλὴν μισθοδοσίαν ὑποφερτὴν ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτοὺς, ὥστε νὰ ἀφιερώνουν ὅλας των τὰς δυνάμεις ἢ τοὐλάχιστον ὅσας δυνάμεις ἀπαιτεῖ ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Δεύτερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑποχρεωμένος προτοῦ φθάσῃ εἰς μίαν ἔκκλησιν αὐτοθυσίας πρὸς μίαν τάξιν πολιτῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν νὰ κάμῃ μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὰς εὐπόρους τάξεις, πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ προσφέρουν ἀνθρώπους ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν ὑπάρχουν, ἂς βεβαιωθῇ τοῦτο ἐπὶ τέλους, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους ἂν ὑπάρχουν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη τῶν ἀσθενῶν πολιτῶν. Διότι καὶ τοῦτο πρὸς στιγμὴν εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀνομολογήσω, ἀλλὰ ἡ ἀπόγνωσις εἰς τὴν ὁποίαν φέρονται οἱ ὑπάλληλοι τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐπιδοκιμάζει τὸ τέρμα δὲν δύναται νὰ μὴν ἔχει μίαν ἀπήχησιν εὔλογον εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων ἡμῶν. Δὲν εἶναι ὄργανα καμμιᾶς προπαγάνδας. Ὄχι δὲν εἶναι ὄργανα, εἶναι θύματα τῆς ἀπογνώσεως αὐτῶν καὶ τίποτε περισσότερον ἀπὸ αὐτό. Δὲν ὑπάρχει καμμία κατηγορία ἐναντίον αὐτῶν παρὰ ὅτι ἀκολουθοῦν μίαν πολιτικὴν ἀπογνώσεως ἐξ ἀνάγκης ἀναποδράστου. Ἔφερα τὸν πόνον των καὶ τὰς διαμαρτυρίας των ἐνώπιόν σας, καὶ ἐλπίζω, ἀκόμη οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω παρ’ ὅλα τὰ γραφόμενα εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀφορμὴν διὰ δηλώσεων σαφῶν κατηγορηματικῶν ὅτι ἀντιλαμβάνεται τὸ ζήτημα στενῶς συνδεδεμένον οὐχὶ ὡς ζήτημα μεμονωμένον 35.000 ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους δύναται παραβλέψῃ, ἀλλὰ στενῶς συνδεδεμένον πρὸς αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ. Ἐλπίζουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ὅλας ἐκείνας τὰς διαβεβαιώσεις περὶ τοῦ ἐνδεχομένων μέτρων της, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θὰ συντελοῦν οὐχὶ εἰς τὴν κατάπτωσιν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δικαίως ἐξεγείρονται, ἀλλὰ θὰ διαβεβαιώσῃ ὅτι, θὰ καταφύγῃ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς μεθόδους καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς πόρους οἱ ὁποῖοι ἐνδείκνυνται διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τοῦτο ἀποτελεῖ καθῆκον καὶ ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀπέναντι τῶν γενικῶν σκοπῶν, τῶν ὁποίων ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις.
§35Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι παραπονοῦνται ὅτι οἱ διευθυνταὶ καὶ οἱ τμηματάρχαι προσλαμβάνονται ἔξωθεν παρακαλῶ νὰ ἀναφέρετε καὶ ἕνα ὑπουργεῖον ποῦ νὰ συμβαίνῃ αὐτό.
§36Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας.
§37Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τεχνικῶν ὑπαλλήλων.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ἀπαντήσω Κύριοι, προθύμως εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ὄχι βεβαίως μὲ ἐπὶ τάπητος τὸ ὅλον οἰκονομικὸν πρόβλημα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἵνα ἐξηγήσω τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ ζητήματος, μολονότι αἱ ἀντιλήψεις αὗται ἐξετέθησαν ἤδη ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐπανειλημμένως, καὶ μετ’ ἀπολύτου σαφηνείας εἰς πλείστας ὅσας μέχρι τοῦδε περιστάσεις, καὶ δι’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν προγραμματικῶν τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεων. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως; Δύνανται νὰ συνοψισθοῦν εἰς τὰς δύο αὐτὰς λέξεις: ἔχει τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὄντως αἱ χορηγούμεναι σήμερον ἀποδοχαὶ εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς κρατούσας βιωτικὰς συνθήκας, ἀλλ’ ἔχει ἐκ παραλλήλου ἐπίσης τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ ὀφειλομένη κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐνίσχυσις πρέπει νὰ συμβαδίσῃ καὶ νὰ ἐναρμονισθῇ πρὸς τὴν ὑπερτέραν ἀνάγκην, τὴν ὑπερτέραν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις ὅπως διατηρήσῃ ἄθικτον τὴν εὐπαθῆ ἀκόμη ἰσορροπίαν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Μελετήσασα ἡ Κυβέρνησις, τὸ πρόβλημα τὸ δημοσιοϋπαλληλικόν, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀποκλείει ἀπολύτως καμμίαν ἀνακούφισιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργούς, ὑπὸ μίαν ὅμως θεμελιώδη καὶ ἀπαράβατον προϋπόθεσιν: ὅτι διὰ τῶν ἀνακουφίσεων τούτων δὲν θὰ θιγῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον δύναται ν’ ἀπορρεύσῃ ἡ εὐημερία καὶ τοῦ συνόλου, ἡ εὐημερία τῶν δημοσίων κλάδων, ἡ εὐημερία ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς, εἶναι ἀναμφιβόλως δύο τινά, ὡς ἀκριβῶς τὰ καθώρισεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Εἶναι ζητήματα ἠθικῆς τάξεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ζητήματα οἰκονομικῆς φύσεως. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ μεταξὺ τῶν δύο τούτων ζητημάτων ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, ἀσφαλῶς ἐμμέσως ἀγόμεθα εἰς βελτιώσεις τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Καὶ ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καθορίσῃ σαφῶς πλέον τὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος; Διατὶ δὲν ἔσπευσε μέχρι τοῦδε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὸν καταστατικὸν τῶν δημοσίων λειτουργῶν χάρτην; Ὁ καταστατικός, Κύριοι, χάρτης, τὸ σχέδιον δηλ. τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἕτοιμον, καθὼς ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐσκόπευε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐκ μέρους αὐτῶν τούτων τῶν δημοσίων λειτουργῶν διετυπώθησαν ἐπιφυλάξεις ἰδίως ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ ὅλου σχεδίου καὶ ἐζητήθη ἡ ἐπὶ τὰ βελτίω ἐπεξεργασία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀνεκοίνωσα χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι συνέστη ἤδη πολυμελὴς ἐπιτροπή, ἀπαρτισθεῖσα ἐξ ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ὄχι μόνον ἡ ἐπεξεργασία τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, ἀλλὰ καὶ ἡ μελέτη πάσης ἄλλης δυνατῆς ἀσφαλείας πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη ἀνωμαλία σχέσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων δημοσίων κλάδων, ὅτι ὑπάλληλοί τινες ἔχουν θέσιν προνομιούχον καὶ ὅτι ἄλλοι ἀδικοῦνται, ὅτι κλάδοι τινὲς εὐνοοῦνται καὶ ἄλλοι κλάδοι τίθενται εἰς χείρονα βαθμόν; Ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ εἶναι ἀποτελέσματα τῆς ὅλης ἀνωμαλίας, ἀποτελέσματα τῶν κλυδωνισμῶν τοὺς ὁποίους ὑπέστη τὸ ἔθνος ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον δεκαπενταετίαν. Ἦτο δυνατὸν οἱ κλυδωνισμοὶ οὗτοι νὰ μὴ θίξουν πρωτίστως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὴν δημοσίαν δύναμιν, τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τοιαῦται ἀνωμαλίαι δὲν παρετηρήθησαν μόνον παρ’ ἡμῖν. Τοιαῦται ἀνωμαλίαι ἐσημειώθησαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἕνεκα τοῦ πολέμου, καὶ ἡ προσπάθεια πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων δὲν ἔγινε καὶ ἐκεῖ ἀμέσως, ἀλλ’ ἔγινε διὰ μιᾶς συστηματικῆς προσπαθείας, διὰ μιᾶς προσπαθείας, ἡ ὁποία ἐξειλίχθη εἰς σύστημα, ἀφοῦ πρότερον ὑπῆρξε προσπάθεια καθαρῶς περιπτωσιολογικῆς φύσεως. Διότι τὰ προβλήματα, ὅταν τίθενται ἀθρόως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν διὰ μιᾶς, κατὰ σύστημα καὶ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ μεθοδικῶς. Ὑπάρχουν ἀναμφιβόλως ἀνισότητες μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὰς ἀνισότητας αὐτὰς εἶναι προωρισμένος νὰ ἐξαλείψῃ ὁ καταστατικὸς χάρτης. Καὶ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ χάρτου τούτου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιμελείας καὶ τοῦ ζήλου τῶν δημοσίων λειτουργῶν τῶν ταχθέντων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ὁρισθεῖσαν ὅπως συμπληρώσῃ, ὅπως βελτιώσῃ, ὅπως τελειοποιήσῃ τὸ ἤδη καταρτισθὲν σχέδιον. Ἐκεῖνα ὅμως, τὰ ὁποῖα κυρίως ἐνδιαφέρουν, εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὀργάνων. Ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐπανάληψιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, κατὰ τὸν σαφέστερον δυνατὸν τρόπον, ὅτι σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ ὄχι μόνον τὸν καταστατικὸν χάρτην ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ μέτρα συμβάλλοντα, ἂν ὄχι ἐν ὅλῳ, ἀλλ’ ἐν μέρει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑλικῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀνέφερε μάλιστα εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἡ Κυβέρνησις, μεταξὺ τῶν τρόπων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις αὕτη, δύο τινὰ σχέδια, ἀφορῶντα, τὸ μὲν ἓν τὴν ἵδρυσιν συνεταιρισμῶν καταναλώσεως, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν οἰκιῶν εὐθηνῶν ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοιαύτης φύσεως πρόνοιαν, τοιαύτης φύσεως μέτρα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθοῦν καὶ ἐδηλώθη ἐπίσης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον θ’ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσηγήσεως τοιούτων μέτρων, ἀλλὰ προθύμως θέλει υἱοθετήσῃ καὶ πᾶν μέτρον ἄλλοθεν ὑποδεικνυόμενον, ἐφόσον ἤθελε πεισθῇ περὶ τῆς πρακτικῆς αὐτοῦ χρησιμότητος. Ἀποβλέπομεν καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, μετὰ συμπαθείας, μετ’ ἀπολύτου συμπαθείας, πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας κατὰ τῶν ὁποίων παλαίουν οἱ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ οἰκονομική των κατάστασις δὲν εἶναι κατὰ κανόνα ἀνθηρά, ὅπως ἐπίσης ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὑπάρχουσιν, ὄχι μόνον ἐξαιρέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ κατηγορίαι δημοσίων λειτουργῶν, ἰδιαιτέρως εὐνοούμεναι—ὄχι ἀπὸ πρόθεσιν φαβοριτισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων—αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν καλλιτέρας ἀπολαυάς, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν θέσιν αὐτῶν, ἂν ὄχι φθονεράν, πάντως ἀνεκτήν, ἐν σχέσει πρὸς ὅλας τὰς λοιπὰς ἐργαζομένας κοινωνικὰς τάξεις. Ἐπίσης ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς βιωτικὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν Κρατῶν, διότι τὰ Κράτη δυστυχῶς εἶναι ἠναγκασμένα νὰ ἀρύωνται τοὺς πόρους των ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως ἐκ τῶν μεγάλων μαζῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης πάσχουσι διηνεκῶς καὶ εἶναι ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ ἀναπτύξῃ τὰς δαπάνας αὐτῶν ἐπ’ ἄπειρον. Ἡ καθυστέρησις, λοιπόν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐν μεγαλυτέρῳ βαθμῷ, ἴσως, ἐδῶ, ἡ αὐτὴ καθυστέρησις παρατηρεῖται σχεδὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὑπάρχουν Κράτη, τὰ ὁποῖα περισσότερον εὐημεροῦν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅμως οἱ μισθοὶ οἱ σύγχρονοι τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ εἶναι πολὺ κατώτεροι τῶν ἰδικῶν μας. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, ἕνα Κράτος εὐρωστότερον ἀπὸ ἡμᾶς. Οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἶναι κατώτεροι τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους δίδομεν ἡμεῖς.
§39Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὁ τιμάριθμος κατώτερος.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ὁ τιμάριθμος. Ἐὰν ἐξισώσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γιουγκοσλαυΐας, πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἡμεῖς χορηγοῦμεν εἰς δραχμάς, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν μισθῶν τούτων τὸ χορηγούμενον εἰς δραχμάς, εἶναι ποσὸν κατώτερον τῶν ἰδικῶν μας ὑπαλλήλων. Αἱ τιμαί, ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία τῶν δραχμῶν δὲν εἶναι βεβαίως ἀνωτέρα τῆς Γιουγκοσλαυΐας, ἀφ’ ὅ,τι εἶναι παρ’ ἡμῖν, διότι αἱ τιμαὶ σήμερον ἔχουν μίαν διεθνῆ βάσιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὰ μέσα τὰ παρεχόμενα εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς τῆς Γιουγκοσλαυΐας εἶναι μέσα ἀπείρως ἀσθενέστερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα χορηγοῦμεν ἡμεῖς ὡς ὁ τιμάριθμος τῆς Γιουγκοσλαυΐας λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, δὲν εἶναι τιμάριθμος κατώτερος τοῦ ἰδικοῦ μας.
§41Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἀκρίβεια τρομερά.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀναντιρρήτως τοῦ δεδομένου τούτου ἡ ἀντίρρησις ἡ προβληθεῖσα δὲν ἔχει βάσιν. Ταῦτα τὰ λέγω ἐντελῶς ἐν παρόδῳ, διότι πρῶτος ἐγὼ ἀνεγνώρισα καὶ δὲν θὰ παύσω ἀναγνωρίζων, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐδῶ εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκεῖς. Ἀκριβῶς δέ, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν συναίσθησιν αὐτὴν ἔκρινε μετ’ ἐπιεικείας ἀναμφιβόλως ὅλας ἐκείνας τὰς παρεκτροπὰς εἰς τὰς ὁποίας ἐξωθήθησαν οἱ ἰθύνοντες τὰς δημοσιοϋπαλληλικὰς ὀργανώσεις εἰς τὰς ἀνακοινώσεις αὐτῶν πρὸς τὸν τύπον. Διότι δὲν ἀγνοεῖ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι εἰς τὰς ἀθρόας αὐτὰς ἀνακοινώσεις, οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ συγκρατηθοῦν ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὸ καθῆκον των, ἐξετράπησαν εἰς γλῶσσαν ἀκολασίας, ἐξετράπησαν εἰς ὕβρεις καὶ χλευασμοὺς καὶ κατὰ πάντων τῶν προϊσταμένων των ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετράπησαν εἰς προπηλακισμοὺς ἐναντίον αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι Βουλευταί; Ὡς μὴ ὤφειλεν, ἴσως, ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι οἱ γογγυσμοὶ καὶ αἱ παρεκτροπαὶ εἶχον ὡς ἀφορμὴν τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ τὰ μέσα τὰ νόμιμα πρὸς κολασμὸν τῶν τοιούτων πράξεων καὶ παρεῖδε τὰς πράξεις καὶ ἐκάλυψεν αὐτάς. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀπεφάσισε νὰ προέλθῃ εἰς ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἰθυνόντων τὴν συνομοσπονδίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ κατὰ τὰς συνεννοήσεις τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἀφοῦ ἠκούσαμεν προηγουμένως μετὰ συμπαθείας τὰς ἀπόψεις τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἐξεθέσαμεν εἰς αὐτοὺς μετ’ εἰλικρινείας τὴν ὅλην κατάστασιν καὶ διεβεβαιώσαμεν τοὺς ὑπαλλήλους κατὰ τρόπον ἀπολύτως θετικόν, ὅτι πᾶσαν ἀρωγήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ διετάρασσε κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν στιγμήν, τὴν καταβαλλομένην ἐπίπονον καὶ σκληρὰν προσπάθειαν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Χώρας, ὅτι πᾶσαν ἄλλην ἀρωγὴν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτούς. Ὁ καταστατικὸς χάρτης ἐτέθη ἐπὶ τάπητος. Οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν ὑπαλλήλων συνεζητήθησαν, καθὼς καὶ πάντα τὰ συναφῆ ζητήματα. Ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσίς μας εἶναι, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὅλας αὐτὰς τὰς εὐκολίας, ὅλας αὐτὰς τὰς διευκολύνσεις, τὰς ἐθεώρησαν ὡς ἐντελῶς ἐπουσιώδους καὶ μηδαμινῆς σημασίας καὶ ὅτι εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεπον, μία καὶ μόνη ἦτο ἡ πραγματική των ἀξίωσις. Ποία ἦτο ἡ ἀξίωσις αὕτη; Νὰ δοθῇ παρ’ ἡμῶν κατηγορηματικὴ ἀπὸ τοῦδε ὑπόσχεσις ὅτι, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε περιστάσεως, θὰ προέβαινεν ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν ἄμεσον καὶ γενναίαν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πέραν τῆς ἀξιώσεως ταύτης πάντα τὰ ἄλλα ἐτίθεντο κατὰ μέρος. Ἦτο φυσικὸν ἡ ἀξίωσις αὕτη νὰ εἶναι ἡ ἀμεσώτερον ἐνδιαφέρουσα αὐτούς. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Μήπως ἀπέκρουσε τὴν ἀξίωσιν ταύτην; Ὄχι, κύριοι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσεν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἡ κατηγορηματικὴ ἀπὸ τοῦδε ὑπόσχεσις, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον, θὰ ἐπήρχετο ἡ ἄμεσος αὔξησις τῆς ἀντιμισθίας τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἴπομεν. Μία τοιαύτη ὑπόσχεσις θὰ ἦτο εὔκολον ἴσως νὰ δοθῇ ὑπὸ Κυβερνητῶν ἐπιπολαίων καὶ ἀμελῶς ἐχόντων πρὸς τὸ καθῆκον των ἔναντι τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν. Ὅτι τὸ δέλεαρ τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐνώπιον τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ὅπως ἱκανοποιήσουν μίαν πολυπληθεστάτην τάξιν ἀσκοῦσαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς δημοσίας γνώμης ἦτο δέλεαρ ἑλκυστικόν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον παρασυρθῇ ἀβασανίστως καὶ μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν πρὸς τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἐκεῖνοι θὰ ἐπρόδιδον τὸ καθῆκον των πρὸς τὸν τόπον. Δὲν θὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε κατηγορηματικὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλομεν αὐξήσει τὰς δαπάνας κατὰ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, διότι ἀτυχῶς καὶ ἡ μᾶλλον ἀνεπαίσθητος ἐνίσχυσις τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἔχει τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι ἀσκεῖ ἕνα βαρύτατον καὶ αἰσθητὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Νὰ αὐξήσωμεν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ νὰ ὑποσχεθῶμεν κατηγορηματικῶς ὅτι θὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ 200, 300 καὶ 400 ἑκατομμύρια, καὶ ἴσως κατὰ πολὺ μεγαλύτερον ποσόν, τὰς δαπάνας, νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν αὔξησιν αὐτὴν καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει οὔτε αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς δοκιμασίας τῆς οἰκονομικῆς μας ἐξυγιάνσεως, δὲν εἶναι δυνατόν. Κύριοι Βουλευταί, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἀπὸ ἑνὸς ἔτους παρουσιάζει λίαν αἰσθητὴν βελτίωσιν. Θὰ ἦτο ὅμως ἀπολύτως πρόωρον νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅτι ἐπαύσαμεν νὰ διανύωμεν τὴν περίοδον τῆς σκληρᾶς δοκιμασίας κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ἔτος. Χάρις εἰς τὰς θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατωρθώθη ἡ ἐκκαθάρισις ἀφ’ ἑνὸς τῶν διεθνῶν ἐκ τοῦ πολέμου οἰκονομικῶν μας ὑποχρεώσεων, ἡ δημιουργία μιᾶς νομισματικῆς σταθερότητος, ἡ ἐξύψωσις τῆς πίστεως τῆς Χώρας, ἀποτιμωμένη εἰς τὴν ἠθικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνίσχυσιν, κατωρθώθη δηλαδὴ νὰ τεθῶσιν ἀσφαλῶς τὰ θεμέλια τῆς μελλούσης οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα κατωρθώθησαν ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐνεπνεύσθη εἰς πάντας ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν στερρὰν ἀπόφασιν νὰ θέσῃ τάξιν εἰς τὴν δημοσιονομικήν της κατάστασιν καὶ νὰ κλείσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν περίοδον τῶν ἐλλειμμάτων. Μόνον ἀφ’ ἧς ἐνεπνεύσθη ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτή, εἴδομεν τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο τὰ ζητήματα ἡμῶν λυόμενα κατ’ εὐχήν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅταν ἡμεῖς παρελάβομεν τὴν ἀρχήν, εἶχεν, ὡς εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, ἓν ἔλλειμμα περίπου 2½ δισεκατομμυρίων καὶ πλέον δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ κατατεθεὶς παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, καταβιβάζει τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἰς μόνον 49 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶχον, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐξεδήλωσα ὡς ἐπαγγελίαν, ὅτι χάρις εἰς τὴν φειδὼ καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν προσοχήν, μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός, ὄχι μόνον τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐναπομένον τῶν 50 ἑκατομμυρίων θὰ ἐκαλύπτετο, ὄχι μόνον θὰ εἴχομεν ἀσφαλὲς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ἑνὸς ἰσχυροῦ καὶ σημαντικοῦ περισσεύματος, περισσεύματος τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται σήμερον ἀφ’ ἑνὸς ὡς περιθώριον ἀσφαλὲς διὰ τὸ μέλλον, ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἀπόθεμα διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν ἀμεσωτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τοῖς πρώτοις διὰ τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ὡς ἦτο ἑπόμενον, διότι δὲν εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς ὁμαλότητα τελείαν, ὑπέστη καὶ αὐτὸς σημαντικὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τὴν τεθεῖσαν ἀρχικῶς βάσιν, ἀλλ’ ὑπέστη τελευταίως ἀκόμη καὶ καίριον πλῆγμα διὰ τῆς σημειωθείσης κινήσεως ἐναντίον τῆς καταβολῆς τῶν φόρων κινήσεως ἡ ὁποία ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος τὴν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον καὶ τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 120 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἀλλ’ ὡς ἐξελίσσονται τὰ πράγματα, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δηλώσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε θὰ ἔλθῃ, ἂν ὄχι ἐν εὐρυτάτῃ ἀλλὰ εἰς στοιχειώδη τινὰ πρόνοιαν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀληθῶς ἐγκληματικὸν νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τὰς στιγμὰς αὐτάς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ εἶναι ἡ περαιτέρω τύχη τῆς ἐξελίξεως τῶν εἰσπράξεων, καὶ ἂν θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ παρουσιάζωμεν, τὰς παρουσίασεν ὁ Φεβρουάριος καθυστερήσεις, διότι ἂν δὲν ἐνισχυθῶσιν αἱ εἰσπράξεις, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀπονενοημένον νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὑποσχέσεις ὅτι θέλομεν προσθέσει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους νέας δαπάνας τριακοσίων ἐν ὅλῳ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Διατί ἀρνούμεθα ἡμεῖς τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην; Ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν ἐκ δυστροπίας; Θὰ ἦτο μωρὸν καὶ νὰ τὸ σκεφθῇ τις. Ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν ἕνεκα φυσικῆς κακεντρεχείας καὶ ἐχθρότητος πρὸς τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Ἔχομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ὁλόκληρον τὸν δημόσιον ἡμῶν βίον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπήρξαμεν πάντοτε ὑπέρμαχοι τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπαλληλικῆς τάξεως. Ἠρνήθημεν ὅμως νὰ δώσωμεν τὴν κατηγορηματικὴν ἡμῶν διαβεβαίωσιν, διότι ἐπεθυμοῦμεν αἱ ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας θὰ ἀνελαμβάνομεν, νὰ ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ ἐκτελεσθῶσι παρ’ ἡμῶν. Θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀνήθικον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ προβῇ εἰς ὑποσχέσεις, πρὸς κατευνασμὸν καὶ μόνον τῆς δημιουργηθείσης ὑπαλληλικῆς κινήσεως, καὶ νὰ εἴπῃ κατόπιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι: σήμερον, ὡς ἦλθον αἱ περιστάσεις, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν καθίσταται ἀδύνατος. Ἀλλὰ θὰ ἦσαν ἐπίσης οἱ κυβερνῶντες ἔνοχοι ἀπέναντι τῆς Χώρας, ἂν μετ’ ἐλαφρᾶς καρδίας, παρέχοντες ὑποσχέσεις, ἐπέμενον εἰς τὰς ὑποσχέσεις αὐτάς, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν νὰ ματαιώσῃ τὰς θυσίας τοῦ λαοῦ καὶ νὰ καταστήσῃ ἀναπόφευκτον τὴν καταστροφήν. Καὶ τὶ θὰ ὠφέλει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μία τοιαύτη ὑπόσχεσις; Τί θὰ ὠφέλει ἀκόμη καὶ ἡ αὔξησις τῶν μισθοδοσιῶν των, ἐφ’ ὅσον τὸ ὅλον οἰκονομικὸν ἔδαφος τῆς Χώρας θὰ ἐκλονίζετο; Ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τὸ πρόσθετον αὐτὸ βάρος, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι θὰ ἐδημιουργοῦντο νέα ἐλλείμματα, κολοσσιαῖα, εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ὅτι θὰ εἴχομεν ἀμέσως ὡς ἀντίκτυπον τὸν πληθωρισμὸν τοῦ νομίσματος τὴν νομισματικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐντὸς ἐλαχίστων μηνῶν θ’ ἀπερρόφα τὰς αὐξήσεις καὶ θὰ περιῆγε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς θέσιν πολὺ χείρονα τῆς σημερινῆς, ὅπως θὰ ἦτο ἐπίσης ἄστοχον καθολοκληρίαν νὰ προβῶμεν εἰς φορολογικὰς ἀνακουφίσεις κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν δημιουργίαν τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐκκαθαρίζονται διὰ φορολογικῶν θυσιῶν τοῦ λαοῦ, ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδημιούργουν καὶ αὐτὰ μίαν κρίσιν οἰκονομικήν, ἥτις θὰ ἀπέβαινε πρωτίστως εἰς βάρος τῶν λαϊκῶν τάξεων. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, τὸ οἰκονομικόν, ἀποβλέπει μὲν βεβαίως εἰς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν τῆς Χώρας ἀναδιοργάνωσιν, ἀλλὰ πρωτίστως τὰς ἀμέσους αὐτοῦ ὠφελείας θὰ ἀσκήσῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κρατουσῶν οἰκονομικῶν τάξεων. Εἶμαι ἀπολύτως τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Διΐσταμαι ἐξ ὁλοκλήρου πρὸς τὰς γνώμας του, διότι ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἀντὶ πάσης θυσίας ἡ οἰκονομικὴ αὐτὴ ἐξυγίανσις, ἐὰν δὲν ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀρδεύσουν τὸ στεῖρον ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἂν δὲν δημιουργήσωμεν ἐργασίας εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξακολουθήσουν δεινοπαθοῦντες καὶ θὰ πληγῶσιν ἐκ τῆς ἀνεργίας περισσότερον τῶν ἄλλων, θὰ εἶναι αἱ ἐργατικαὶ μᾶζαι. Δὲν ἔχομεν πολιτικὴν ἐναντίον τῆς ἀνεργίας, εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος. Πλανᾶται. Ἔχομεν πολιτικὴν ἐναντίον τῆς ἀνεργίας, ἔχομεν τὴν πολιτικὴν τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως, τῆς ἐξυψώσεως τῆς δημοσίας πίστεως, ἡ ὁποία ἤδη ἀπέδωκε τὰ ἀποτελέσματά της. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῶν ἐργατικῶν μαζῶν αὔριον, ὅταν αἱ ἐργασίαι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν πολλαπλασιασθῶσιν, ὅταν ἀναπτυχθῶσιν αἱ συναλλαγαί, ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῆς κατασκευῆς ἔργων, εἴτε ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ Κράτους, εἴτε ἐκ πρωτοβουλίας ἰδιωτικῆς; Ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι ὁ ἐργατικὸς πληθυσμός, ὁ σήμερον μὴ δυνάμενος νὰ διαθέσῃ τὴν ἐργασίαν του, θὰ εὕρῃ ἀπασχόλησιν καὶ ὅτι τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον σήμερον τοὺς πλήττει, τὸ φορολογικὸν ποσοστὸν θὰ ἐλαττωθῇ αὐτομάτως, θὰ ἔχωμεν μίαν ἄμεσον καὶ ἀσφαλῆ φορολογικὴν ἀνακούφισιν, ἐνῷ ἀκολουθοῦντες τὴν ἄλλην ὁδόν, δίδομεν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὅ,τι παίρνομεν διὰ τῆς ἄλλης. Δίδομεν φορολογικὴν ἀνακούφισιν, ἀλλὰ καθιστῶμεν τὸ νόμισμα εὐπαθὲς καὶ ὠθοῦντες αὐτὸ πρὸς ὑποτίμησιν ἀπορροφῶμεν τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον παρέχομεν πρὸς τὸν λαόν. Ἰδοὺ διατί εἶναι ὑγιής, ἰδοὺ διατί εἶναι λαϊκὴ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν. Διότι πλήττει ἀκριβῶς τὴν ἀνεργίαν, διότι παρέχει φορολογικὰς ἀνακουφίσεις διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν οἰκονομικῶν προσόδων. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Τί θέλετε; Νὰ προβῶμεν εἰς ἓν μέτρον σπασμωδικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ συνεκλονίζετο ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα, διὰ νὰ ἴδωμεν, ὅπως εἶπον, ἀπορροφωμένας τὰς χορηγίας, τὰς ὁποίας γενναιοδώρως θὰ δώσωμεν, ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους περιαγομένους εἰς θέσιν χειροτέραν τῆς σημερινῆς ἤ, βελτιοῦντες σταθερῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ ἐξασφαλίζοντες τὸ ἰσοζύγιον; νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς βαθμιαίας ἀλλὰ μεθοδικῆς, ἀλλ’ ἀδιακόπου βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν δημοσίων λειτουργῶν: Μόνον ἄν ὑπάρξῃ ἡ ὀργανικὴ αὐτὴ συνοχή, μόνον ἄν συνταυτισθοῦν τὰ συμφέροντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὰ ἄλλα κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Κράτους, μόνον τότε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ εἶναι βέβαιοι διὰ δύο τινά. Πρῶτον ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν δὲν δύναται νὰ χειροτερεύσῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ δεύτερον, ὅτι πᾶν τὸ κτώμενον ἀγαθὸν δὲν θὰ εἶναι ἀγαθὸν ἀναφαίρετον καὶ ἀμείωτον. Λοιπὸν ἡ πολιτεία ἡμῶν ἐπὶ τοῦ δημοσιονομικοῦ συστήματος καθωρίσθη ὡς ἑξῆς: Εἶναι ἀδύνατον ἀπὸ τοῦδε, ἐφόσον δὲν ἔχομεν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὁριστικὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἑδραιώσωμεν τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος προβλέψεις μας, νὰ προβῶμεν εἰς οἱανδήποτε κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον συμβάλλον, ἄνευ διαταράξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν οἰκονομικὴν τῶν ὑπαλλήλων ἐνίσχυσιν, ὅτι ἀκόμη θὰ προσπαθήσωμεν κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ νὰ δημιουργήσωμεν ἄνευ νέας τοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνσεως τὰς δυνάμεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν ὅπως προβῶμεν ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἐδώσαμεν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν, ἐδώσαμεν ὅμως τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ καταβάλωμεν προσπάθειαν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οὐ βεβαίως ἀτόπως, ὀρθῶς ἴσως, εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τῆς ἀντιρρήσεως ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἐνίσχυσιν, προέβησαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν μέτρων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ αὐξηθοῦν τὰ δημόσια ἔσοδα διὰ νὰ ἀντικρύσῃ τὸ Κράτος τὰς δημιουργηθείσας δαπάνας. Τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ὑπέβαλον ἐν ὑπομνήματι εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ ἀνέπτυξαν καὶ προφορικῶς. Δυνάμεθα νὰ τὰ κατατάξωμεν εἰς τρεῖς τάξεις. Εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀπολύτως ἀνεφάρμοστα, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν δυσεφάρμοστα, καὶ τέλος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλ’ ἤδη περιλαμβάνονται εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν καὶ ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστον καὶ οὐσιαστικὸν αὐτοῦ στοιχεῖον. Τὰ τελευταῖα ταῦτα μέτρα, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων, διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι παρεισέφρησαν εἰς αὐτὰς καὶ καταχρήσεις. Ἀλλὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις, ἀναθέσασα τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος εἰς εἰδήμονας δημοσίους λειτουργούς, τῶν ὁποίων κατεστρώθησαν τὰ πορίσματα εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι εἰς τὴν Βουλήν, διότι γίνεται ἐργασία πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ, κατ’ ἀξίωσιν αὐτῶν τούτων τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἀπετέλει λοιπὸν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν συντάξεων ἕν μέρος τοῦ προγράμματος ἡμῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἀναμένομεν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξαν οἱ ὑπάλληλοι, εἶναι ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν κρατικῶν προμηθειῶν. Καὶ περὶ τούτου ἤδη ὡμιλήσαμεν ἐν πλάτει κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατεθέσαμεν δὲ καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπ’ ὄψει ὑμῶν. Ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται ἐπίσης νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου. Τὰ μόνα μέτρα, τὰ δυνάμενα νὰ ληφθοῦν, εἶναι ἡ τόνωσις τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων ἀφ’ ἑνός, καὶ ἡ δημιουργία καὶ ἡ χρησιμοποίησις ἐπαρκῶν πλωτῶν μέσων διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου ἀνὰ τὰς ἀκτὰς τῆς Χώρας μας, ἀφ’ ἑτέρου.
§43Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ διενεργουμένου ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἤδη μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν, ἡμεῖς πρῶτοι ἐθέσαμεν εἰς χρῆσιν πλοῖα καταδιωκτικά, παραλαβόντες ταῦτα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προκηρύξαντες καὶ δημοπρασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν εἰδικῶν λαθρεμπορικῶν καταδιωκτικῶν πλοίων. Μᾶς προτείνουν ἐπίσης οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν διὰ τὴν περιστολὴν τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν, δυνάμει τῶν χορηγουμένων βιομηχανικῶν ἀτελειῶν. Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας χρονολογεῖται ἤδη ἀπὸ τοῦ 1923. Δυνάμει αὐτοῦ, αἱ ἐγκατεστημέναι βιομηχανίαι ἐν Ἑλλάδι ἀπολαύουν τοῦ προνομίου τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς προστασίας ταύτης, ὡς ἐπίσης καὶ τῆς δασμολογικῆς προστασίας, ἔχουν ἱδρυθῆ πλεῖσται ὅσαι βιομηχανίαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον στεγάζουν καὶ ἀπασχολοῦν μέγαν ἀριθμὸν ἐργατῶν. Ἅμα ἀνελάβομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐθέσαμεν καὶ ἡμεῖς ὑπὸ ἐξέτασιν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἴχομεν ἀμυδράν τινα ἰδέαν τῶν καταχρήσεων αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν, εὑρέθημεν ὅμως, εὐλόγως, ἐνώπιον ἀντιρρήσεων βασικῶν, ἀντιρρήσεων προερχομένων κυρίως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἡ ὁποία παρέστησεν ὅτι ἔχομεν ἤδη ἱδρύσει βιομηχανίας ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς ὡρισμένου δασμολογικοῦ καὶ προστατευτικοῦ καθεστῶτος. Αἱ βιομηχανίαι αὐταὶ ἤρχισαν ἐργαζόμεναι καὶ ἀπασχολοῦν ἀρκετὸν ἀριθμὸν ἐργατῶν. Ἂν σήμερον ἄρωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας ταύτης καὶ δὲν ἐπιτρέψωμεν αὐτὰς νὰ ἐπεκτείνουν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τὰς ἐγκαταστάσεις των, θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὅτι παρεβιάσαμεν τὴν συναφθεῖσαν συμφωνίαν, ὅτι κατεδικάσαμεν αὐτὰς εἰς ἕνα βίον θνησιγενῆ, καὶ ὅτι δὲν θὰ δυνηθοῦν αὗται νὰ ἐξακολουθήσουν τὰς ἐργασίας των καὶ ἑπομένως θὰ κλείσουν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας μας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ κυρίως τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀσφαλῶς, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, εἶναι ἀπολύτως δίκαιαι. Ἐσκέφθημεν τότε νὰ στραφῶμεν ἀντιθέτως καὶ νὰ κλείσωμεν τὴν ὁδὸν τῶν βιομηχανικῶν ἀτελειῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς νέας βιομηχανικὰς ἐγκαταστάσεις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν εὑρέθημεν πρὸ τῆς ἑξῆς ὀρθῆς ἀντιρρήσεως: «ἐὰν δὲν ἐπιτρέψετε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἱδρύσουν νέας βιομηχανίας, νὰ τὸ πράξουν, ἀρνούμενοι εἰς αὐτοὺς τὴν προστασίαν τῶν ἀτελειῶν, θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι θὰ δημιουργήσητε μίαν προνομιοῦχον βιομηχανικὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἠσφαλισμένη κατὰ παντὸς νέου συναγωνισμοῦ θὰ σταματήσῃ εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται καὶ θὰ ἐκμεταλλεύεται, ἄνευ καμμιᾶς προόδου, τὸν λαόν». Ἐνώπιον τῶν ἀντιρρήσεων τούτων εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ σκεφθῶμεν, καὶ ἐσκέφθημεν ἐπὶ πολύ, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών μας εἶνε ὅτι δὲν δυνάμεθα εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἄρωμεν, ν’ ἀνατρέψωμεν ἓν βιομηχανικὸν καθεστώς, λειτουργοῦν ἤδη ἀπὸ ἑπταετίας καὶ ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ ἐργασία καὶ πάλιν μεθοδικὴ εἰς μίαν μικρὰν καμπύλην χρονικήν, ὅπως ἐξυγιάνωμεν καὶ τὰς βιομηχανικὰς ἡμῶν ἐγκαταστάσεις καὶ παρέχωμεν εἰς τὰς βιομηχανίας μας τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν, εἰς τὰς βιομηχανίας, δηλαδὴ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐνέχουν ἐν ἑαυταῖς στοιχεῖα ζωτικότητος, στοιχεῖα πραγματικὰ παραγωγικῆς ἐργασίας. Ἐπίσης, Κύριοι, ἐθίχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὸ ζήτημα τῆς παρασχεθείσης προστασίας ἀτελειῶν διὰ τὴν ἵδρυσιν ξενοδοχείων πολυτελείας παρ’ ἡμῖν. Τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀνεστείλαμεν, ἐλήφθη διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ περιηγητισμοῦ. Εἰς τὴν χώραν ἡμῶν Κοινὴ ὑπῆρχεν ἡ κατακραυγὴ ὅτι εἶνε ἀδύνατον ν’ ἀναπτυχθῇ παρ’ ἡμῖν ὁ περιηγητισμός, ἐπὶ ἐνισχύσει τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἐφόσον ἡ κατάστασις τῶν ξενοδοχείων ἡμῶν εἴς τε τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰς Ἐπαρχίας διετέλει εἰς ἣν διετέλει οἰκτρὰν κατάστασιν. Ὁ περιηγητισμὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀντὶ στοιχείου εὐεργετικοῦ εἶνε στοιχεῖον παθητικόν. Ἔχομεν δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐξερχομένων Ἑλλήνων εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δαπάνην συναλλάγματος ἀσυγκρίτως πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνου τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται παρὰ τῶν ξένων, τῶν ἐρχομένων ἐν Ἑλλάδι. Ἓν ἐκ τῶν δύο ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ἢ καὶ τὰ δύο ταυτοχρόνως. Νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔξοδον τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴν ξένην, ἡ ὁποία ἀπορροφᾷ ἐτησίως παμμέγιστον μέρος συναλλάγματος καὶ ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐπίσης καὶ ἐπὶ ζημίᾳ θετικῇ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Διότι ἀναμφισβητήτως εἶνε γεγονός, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐξερχομένων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν Ἑλλήνων, ἐνῶ δαπανῶσιν εἰς τὴν ξένην τὸ χρῆμα τὸ Ἑλληνικὸν, ἐπιστρέφοντες ἐκ τῆς ξένης εἶνε ἐφωδιασμένοι δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἠγόραζον ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς καὶ τὰ ὁποῖα εἰσάγουν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δι’ ἀτελείας σχετικῆς. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ πράξωμεν ἓν ἐκ τῶν δύο ἢ καὶ τὰ δύο ταυτοχρόνως: ἢ θὰ ἐνισχύσωμεν τὸν περιηγητισμὸν δι’ ὅλων τῶν εὐκολιῶν, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς ζημίας τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἐξόδου τοῦ συναλλάγματος ἐκ τῶν ἀποδημούντων Ἑλλήνων ἐπιβάλλοντες τὴν μόνην ὀρθὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ δικτατορία καὶ ἡ ὁποία ὅμως κατηργήθη ὑπὸ τὸν ἄνεμον καὶ τὴν πίεσιν μιᾶς γενικῆς κατακραυγῆς. Ἔχομεν καὶ ἄλλα μέσα πολλά, κ. Συνάδελφοι, νὰ δημιουργήσωμεν πόρους διὰ τὴν δικαίαν ἀνακούφισιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ εἶναι ταῦτα ἡ ἀπηνὴς φορολογία τῶν πλουσίων.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ δικαία.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ δικαία φορολόγησις τῶν πλουσίων. Ἔθεσα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς δύο νομοθετικὰ μέτρα, τείνοντα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, τὸ ἓν περὶ τροποποιήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας, καὶ τὸ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀμφότερα τὰ μέτρα αὐτὰ προεκάλεσαν τὴν μεγαλειτέραν τῶν ἀντιδράσεων, διότι ἡ βεβαίωσις ἀμφοτέρων τῶν φόρων αὐτῶν καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίων καθοριζομένων ὑπὸ ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσωμεν τοὺς πλουσίους, θὰ εἶναι δυστυχῶς ἀδύνατον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἐκ τῆς βάσεως αὐτῆς, διότι ἀτυχῶς οἱ πλούσιοι δὲν ἀποτελοῦν καμμίαν ἰδιαιτέραν τάξιν. Δὲν εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς διάφορόν τινα ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία νὰ τοὺς ἀνεύρῃ. Οἱ πλούσιοι εἶναι ἐγκατεσπαρμένοι εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ ἐπαγγέλματα. Ὑπάρχουν πλούσιοι ἔμποροι, ὑπάρχουν πλούσιοι βιομήχανοι, ὑπάρχουν πλούσια καὶ ἁπλὰ κεφάλια, ὑπάρχουν πλούσιοι καὶ εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς πλουσίους αὐτοὺς καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς ἐνδελεχοῦς ἐρεύνης, ὅπως μὴ πλήξωμεν τὸ μέτρον τοῦτο δι’ ἐνδεχομένων μεμονωμένων ἀδικιῶν. Διότι, ἵνα ἐπιτύχωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ὑπάρχουν δύο περιπτώσεις ἀδικιῶν, καθ’ ἃς οἱ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως ὑπάλληλοι, θὰ ἐπιβάλλουν μίαν βαρεῖαν φορολογίαν ἐπὶ σχετικῶς μὴ εὐπόρων, οὐχὶ ἀπολύτως εὐπόρων πολιτῶν. Αἱ δύο αὗται περιπτώσεις θὰ ἐχρησίμευον δι’ ὅλους τοὺς λόγους, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ δικαιώτατα ἐν Ἑλλάδι ὅτι ἀδικίαι γίνονται εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Καὶ ὅλη ἡ προσπάθεια ἡμῶν ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς τοιαύτης κατηγορίας θὰ κατέρρευσε ἐξ ἀρχῆς. Τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ἀπὸ τὸ 1919, εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀπέβλεπε: νὰ ἐπιβάλλωνται τὰ δημόσια βάρη εἰς ἕκαστον τῶν πολιτῶν, ἀναλόγως τῶν καθαρῶν αὐτοῦ προσόδων. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἐναυάγησεν ἐξ ὁλοκλήρου διὰ δύο λόγους. Ἐναυάγησεν ἀφ’ ἑνός, διότι αἱ φοροτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν εἶναι παρεσκευασμέναι διὰ τοιούτων μέτρων, ὥστε νὰ ἀνεύρωσιν τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἑνὸς ἐμπόρου ἢ ἑνὸς πολυταλάντου ἑκατομμυριούχου. Ἔχει ἀνάγκην τεχνικῆς καταρτίσεως, ἀλλὰ τοιαύτη ἐλλείπει. Ἐναυάγησε καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἐπίσης λόγον, ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι ὁ κινητὸς πλοῦτος δὲν δεσμεύεται ἀτυχῶς ἐντὸς τῶν χρηματοκιβωτίων τῶν Τραπεζῶν, καὶ δὲν ἀνευρίσκετε εἰς τὰ μέγαρα τῶν πλουσίων. Ὁ κινητὸς πλοῦτος εἶναι ἀσύλληπτος καὶ ὡς τοιοῦτος, εὐκόλως ἀποκρύπτεται. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ νὰ τὸν φορολογήσουν τὸν κινητὸν πλοῦτον, ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις Τζιολίτι νὰ προβῇ εἰς ἐξαιρετικὰ μέτρα, νὰ καταστήσῃ ὅλας τὰς ἀνωνύμους μετοχὰς τῶν ἑταιρειῶν ὀνομαστικάς. Ἀλλὰ τί προέκυψε; Ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ παραλύσῃ ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τῆς Ἰταλίας καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, συνεπείᾳ γενικῆς ἀξιώσεως, ὁ νόμος αὐτὸς νὰ καταργηθῇ ἐντὸς ἐλαχίστων μηνῶν πρὶν ἢ ἔτι ἐφαρμοσθῇ. Κατὰ ποῖον τρόπον θέλετε σεῖς νὰ ἐξακριβώσωμεν τὸν κινητὸν πλοῦτον; Ὁ κινητὸς πλοῦτος εὑρίσκεται ἐνταῦθα κρυμμένος εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ πλουσίου. Ὁ κινητὸς πλοῦτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ξένην. Ὁ κινητὸς πλοῦτος εὑρίσκετο εἰς πάντα τὰ μέρη, ὅπου τοποθετοῦσιν τὰς οἰκονομίας των οἱ πλούσιοι, χωρὶς νὰ μετακινηθῶσι ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν θελήσωσιν οἱ πλούσιοι νὰ μεταθέσωσι τὴν κινητὴν περιουσίαν αὐτῶν ἐν μιᾷ στιγμῇ, δύνανται νὰ τὸ πράξωσι, τοποθετοῦντες αὐτὴν εἰς μίαν τῶν ἀπωτέρων Χωρῶν. Πῶς θέλετε νὰ ἀνεύρωμεν αὐτό; Διὰ φορολογιῶν, διὰ νὰ παύσουν αἱ διαμαρτυρίαι, αἱ ἀκουόμεναι ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅτι εἶναι δυνατὸν, νὰ φθάσωμεν τώρα εἰς αὐθαιρεσίας, δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δικαιολογημένον, διότι ζῶμεν εἰς ἕνα τόπον, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ποίας οἰκονομικὰς δυνάμεις διαθέτει ὁ ἄλλος. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι, κἂν διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων δὲν φθάσωμεν εἰς ἀκρότητας, ἡ καθυστέρησις αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πλουσίων ἀλλὰ τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ. Ἀλλά, Κύριοι, ἠθέλατε ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων εἰκασιῶν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον τὴν βεβαιότητα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τριακοσίων ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων; ἠθέλατε νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι θὰ διορθώσωμεν τὰς συντάξεις αὐτῶν, καὶ ὅτι δι’ αὐτὰς θὰ ἔχωμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα, καὶ ὅτι θὰ καταδιώξωμεν τοὺς πλουσίους, καὶ ἐκ τῆς καταδιώξεως ταύτης, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀποφέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, θὰ χρυσώσωμεν τὰ κεφάλαια διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ὅτι ἐκ τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, τῆς τόσον συστηματικῶς ἐνεργουμένης καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀπέφερε τὰ προσδοκόμενα ἀποτελέσματα, θὰ πορισθῶμεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσωμεν διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συστήσωμεν καρτερίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν. Καὶ ἐδώκαμεν τὴν ἀπάντησιν ὅταν προσῆλθον πρὸς ἡμᾶς: ἀναμείνατε, διότι ἔχομεν δύο μέσα βελτιώσεως τῶν δημοσίων προσόδων, ἀφ’ ἑνὸς τὰ θετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σκεπτόμεθα νὰ λάβωμεν, καὶ ἀνέφερα ἓν μέρος εἰς αὐτούς, ἔχομεν ἐπίσης τὴν προηγουμένην, καὶ τὴν ἀναμενομένην οἰκονομικὴν βελτίωσιν, καὶ ἐκ τῶν δύο αὐτῶν πόρων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅ,τι θὰ χρυσώσωμεν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου, θὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν, εἰς τὴν ὀφειλομένην ἐπικουρίαν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἶπον τὴν ἐντύπωσιν ταύτην πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ἔπεισα τὴν μεγίστην τῆς Συνομοσπονδίας πλειονότητα περὶ τῶν ἀγαθῶν τῆς Κυβερνήσεως διαθέσεων. Δὲν γνωρίζω ἤδη ποία θὰ εἶναι ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τοῦ ζητήματος. Εἶμαι πεπεισμένος ὅμως ὅτι καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμὴν θὰ ἐπικρατήσουν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νηφάλιοι σκέψεις, καὶ ὅτι δὲν θὰ δώσουν αὐτοὶ τὸ σύνθημα μιᾶς συστηματικῆς καὶ ὠργανωμένης ἐναντίον τοῦ Κράτους ἐπιβολῆς. Τὸ Κράτος δὲν εἶνε ἐπιχείρησις οἰκονομική. Εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξομοιοῦται ἀπὸ τοὺς ἀπολύτως προσκειμένους πρὸς τὴν θεωρίαν, νὰ ἐξομοιοῦται ἰδανικῶς πρὸς ἐπιχείρησιν οἰκονομικήν, ἀλλὰ δὲν εἶνε πάντως ἐπιχείρησις οἰκονομική. Τὸ Κράτος ἐπιδιώκει ἀνώτερον ἠθικῶς σκοπὸν καὶ τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους αὐτοὶ δὲν εἶνε μισθωτοὶ ἐργάται, τῶν ὁποίων οὐδέποτε τὸ ὑλικὸν καὶ μόνον συμφέρον θὰ κανονίσῃ τὰς πράξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκινήσῃ αὐτοὺς εἰς τὸ μέλλον νὰ λησμονήσωσι τὸ καθῆκον των. Μᾶλλον θὰ ἐνισχυθῶσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς των, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανοι, ἀκόμη καὶ παλαίοντες ἐναντίον τῶν δυσχερειῶν, ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τί ἔγινεν εἰς τὴν Γερμανίαν; Ὅταν ἐξερράγη ἡ νομισματικὴ κρίσις οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἔφθασαν σχεδὸν εἰς τὸ μηδέν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος δὲν ἐμισθοδοτοῦντο σχεδόν. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ὑπῆρξε κανεὶς δημόσιος ὑπάλληλος λιποτάκτης τοῦ καθήκοντος καὶ δὲν εἶναι ἐκεῖ ἄγνωστοι αἱ θεωρίαι περὶ τῆς μισθωτῆς ἐργασίας. Οὐδεὶς ὑπῆρξε λιποτάκτης. Γυμνητεύοντες καὶ πάσχοντες, ρακένδυτοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δημόσιοι λειτουργοὶ ἐπήγαιναν καὶ εἰργάζοντο ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς καὶ συνέβαλαν ὅπως ἀποκαταστῇ τὸ Γερμανικὸν Κράτος εἰς τὴν προτέραν ἰσχύν, ὅπως ὠφεληθῶσι καὶ οὗτοι ἐκ τῆς τοιαύτης βελτιώσεως. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τοιαύτας θυσίας. Ζητοῦμεν μόνον ὀλίγην καρτερίαν. Δὲν εἶνε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπεύθυνος, διὰ τὰς δυσκολίας ἐναντίον τῶν ὁποίων παλαίουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Παρ’ ὅλα τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθη νὰ ἐπιβάλῃ χάριν ἑνὸς γενικωτέρου σκοποῦ, εἰς τὸν λαόν, κατώρθωσε διὰ τῆς πολιτικῆς της νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν καταναλωτικὴν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι τὰ πρόσθετα βάρη ἀπερροφήθησαν, ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ κόστους τῶν προϊόντων, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη μὲ τὰς πηγάς, ἀλλὰ βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ηὐξήσαμεν ἡμεῖς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. Δὲν ἐβελτιώσαμεν, βεβαίως, ἀκόμη τὴν θέσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ θὰ ἦτο περίεργον κατὰ τὸ ἔτος τὸ διαρρεῦσαν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἔτος δοκιμασίας δεινῆς, νὰ ἀναμένῃ τις βελτίωσιν. Τὸ ἔτος τὸ ὁποῖον μᾶς ἔρχεται εἶναι ἡ λυδία λίθος τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ καὶ κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ ἔχωμεν οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον, ἐὰν κατορθωθῇ αἱ δαπάναι νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, θὰ χρειασθῇ τότε ἐγκληματικὴ διάθεσις, διὰ νὰ καταστρέψῃ στερεὸν οἰκοδόμημα. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἐζήτησα, παρὰ ὀλίγην ὑπομονήν. Εἶμαι πεπεισμένος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ καλῶς καὶ σωφρόνως σκεπτόμενοι θ’ ἀποφύγουν νὰ ὑπερβοῦν τὸ στάδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χωρίζει τοὺς φιλονόμους πολίτας ἀπὸ τῶν στασιαστῶν. Ἀλλὰ ἐὰν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης ταύτης, νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ πλέον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ν’ ἀναπετάσσουν τὴν σημαίαν μιᾶς πραγματικῆς ὀλιγαρχίας εἰς τὸν τόπον ἐπιζητοῦσαν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της διὰ τῆς βίας εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἴδωμεν τοιαύτην προσπάθειαν, δύναται νὰ εἶναι βεβαία ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ περιφρουρήσωμεν μετὰ πάσης σταθερότητος τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν τὴν ἐπιζητουμένην νὰ ἀντικατασταθῇ, (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου) τὴν ὁποίαν, λέγω, θὰ ἐπιζητήσουν νὰ ἀντικαταστήσουν παραπαίοντες ἄνθρωποι, φανταζόμενοι ὅτι εἶναι δυνατόν, διαχειριζόμενοι τὴν Κρατικὴν ἐξουσίαν, νὰ μεταβληθῶσιν εἰς δυνάστας τοῦ ἔθνους. Θὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ θὰ προσπαθήσωμεν μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις νὰ διατηρήσωμεν ἀλώβητον τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους, ἀλώβητον τὴν ἔννοιαν τῆς τάξεως. Κύριοι Βουλευταί, ἡ κυβέρνησις πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ διώξεως καὶ τιμωρίας τῶν ἀπεργούντων ὑπαλλήλων. Τὸ νομοσχέδιον ἔγινε βεβαίως ἐπὶ τῇ προόψει οἱασδήποτε διαταράξεως. Δὲν προδικάζει οὐδέν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ σωφρονήσωσι κατὰ τὴν ὑστάτην στιγμήν. Ἔχομεν ὁπωσδήποτε ἀνάγκην τοῦ μέτρου τούτου, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἄοπλοι κατὰ τὴν ὑστάτην στιγμήν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένην τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς συρράξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ὁποία—δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύψω —εἶναι μία δοκιμὴ διὰ τὸ Κράτος, νὰ κριθῇ ἐὰν τοῦ λοιποῦ διαταράσσεται ἡ ἔννοια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὑπὸ τὴν παροῦσαν μορφὴν ἢ ἐὰν τὸ Κράτος θὰ μεταβάλῃ ριζικῶς ὄψιν. Ὁ ἀγὼν τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ εἶναι ἀσφαλῶς δυσχερής, διότι ἔχει νὰ ἀντιπαλαίσῃ τὸ Κράτος πρὸς ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐξουσίας του. Ἀλλὰ εἶμαι, Κύριοι, ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποδυθῇ ἐὰν τὰ πράγματα ὑπερβοῦν ἕνα ὡρισμένον ὅριον, ὁπότε οὐδεὶς συμβιβασμὸς οὐδεμία ὑποχώρησις δύναται νὰ λάβῃ χώραν, εἶμαι ἀπολύτως, λέγω, πεπεισμένος, ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀποδυθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, εὑρεθῇ ἐνώπιον τοιαύτης ἀνάγκης, θὰ εἶναι σύσσωμος παρὰ τὸ πλευρόν της ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ζήτημα, κ. Βουλευταί, εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων καὶ ἐπιβάλλεται εἰς ἑκάστην πολιτικὴν μερίδα νὰ λάβῃ ἀμέσως θέσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα προκαλεῖται ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς οὐχὶ εὐχαρίστου οἰκονομικῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὸν ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον αὕτη θὰ ἔχῃ εἰς τὰς ψυχὰς αὐτοῦ καὶ ὁ ὁποῖος προκαλεῖ ζωηρὰς διαμαρτυρίας καὶ ἄγει αὐτοὺς εἰς σκέψεις οὐχὶ ὀρθάς. Πρὶν ἐξετάσω τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ζητήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀμέσως νὰ δηλώσω —συμφωνῶ κατὰ τοῦτο ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν— ὅτι, μολονότι ἀναγνωρίζω πλήρως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἶναι ὠφέλιμον καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὸ Κράτος αὐτό, ὅμως πρέπει νὰ εἴπω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχουν πάντες οἱ ἄλλοι πολῖται ἰδιῶται, οἱ μὴ ἔχοντες κρατικὴν ἐξουσίαν. Ὅτε δὲ συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὰς γνώμας μου καὶ εἶπον τότε ρητῶς, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι κερδοσκόπος ἐπιχειρηματίας ὅτι τὸ Κράτος διατηροῦν τὰς σχέσεις του πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν ἐργασίας, ὅτι τὸ Κράτος ἐμπνέεται ἀπὸ ἀνωτέρας ἠθικὰς ἀρχὰς καὶ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ἀντιμέτωποι τοῦ Κράτους, μετέχουν τοῦ Κράτους καὶ προσδιορίζουν καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματός των νὰ φθάνῃ μέχρι τῶν σημείων, ὥστε νὰ δύνανται οὗτοι νὰ ἐγκαταλείψωσι ἀθρόως τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, νὰ ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις αὐτῶν. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δηλ. ἓν ἐλάχιστον μέρος τῶν πολιτῶν, τὸ τριακοστόν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του ἐπὶ τοῦ μεγίστου μέρους τῶν ἄλλων πολιτῶν ἐκείνων δηλ. οἱ ὁποῖοι εἰσφέρουν διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Κράτους, τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν μεταβολὴν αὐτῆς τῆς μορφῆς τοῦ Κράτους. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων αἱ αὐταὶ ἀντιλήψεις ἐπικρατοῦν, καὶ ἂν ποτὲ οἱ διευθύνοντες τὰς ὑπαλληλικὰς ὀργανώσεις ἤθελον φθάσει μέχρι τῆς ἀποφάσεως νὰ συστήσωσι νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς θέσεις οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἡ τοιαύτη αὐτῶν ἀπόφασις δὲν θὰ εἶχε τὸν ἀντίκτυπον τὸν ὁποῖον ἀναμένουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν θὰ ἐστέφετο ὑπὸ ἐπιτυχίας, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ὁπλισθῆ μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἀπόψε ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, παρ’ ὅτι ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, εἶμαι σύμφωνος ὅπως παρασχεθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία, ὥστε, ἂν συμβῇ νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν τὸ Κράτος πρὸς τὰς ὀργανώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§48Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τώρα μάλιστα.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡς σᾶς εἶπα, κ. Βουλευταί, ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω ταῦτα ὄχι τώρα, ἀλλ’ ἀκόμη ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀκόμη καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἐπερωτήσεως, τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ὄχι τὸ ἴδιον, ἀλλὰ ἓν σχέδιον νόμου, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας, φέρει καὶ τὴν ἰδικήν μου μονογραφήν, διότι ὅταν συνετάχθη ἀπετέλουν ἀκόμη μέλος τῆς κυβερνήσεως.
§50Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἐτροποποίησε.
§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ δὲν παρέλειψα ὄχι τώρα, ἀλλὰ πάντοτε, ὁσάκις εὑρέθην πρὸ ἐκδηλώσεων ὁμοίων σκέψεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν παρέλειψα καὶ ἰδιωτικῶς νὰ ἀνακοινώσω τὰς σκέψεις μου αὐτὰς τὰς σημερινὰς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ συστήσω εἰς αὐτούς, ὅπως αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐνθουσιωδέστεροι φρουροὶ τῆς μορφῆς τοῦ σημερινοῦ πολιτεύματος, διότι αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ προαγάγῃ τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τὰ ἰδικά των συμφέροντα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄλλου ζητήματος. Δύο εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τῶν ὑπαλλήλων, τόσον ὡς ἀτόμων, ὅσον καὶ ὡς μελῶν ὀργανώσεων, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἄποψις, ἡ ἀφορῶσα τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν. Ἤδη, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐπισήμως ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταθέσει τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἐπανέλαβε τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν. Βεβαίως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ Καταστατικὸς Χάρτης δὲν ὑπεβλήθη, ἀλλ’ ἡ βραδύτης αὕτη δὲν προεκάλεσε καμμίαν καταστροφήν, προεκάλεσε μόνον μίαν ἀνησυχίαν καὶ δυσφορίαν εἰς τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, δύο Κυβερνήσεις, τόσον ἐπισήμως ὑποσχεθεῖσαι νὰ καταθέσωσιν ὡρισμένον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅμως διαρκῶς καὶ ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἀναβάλληται ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε μίαν δικαιολογίαν τῆς βραδύτητος ταύτης, τὴν ἐπιμελεστέραν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν συσταθεῖσαν ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογία αὐτή, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ βάσιν, δὲν εἶναι ἀποχρῶσα διὰ τὴν περαιτέρω ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δύναται κάλλιστα κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑποστῇ τὴν κατάλληλον διατύπωσιν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἐμποδισθῇ, ὅπως καὶ ἡ ἄλλη ἐπιτροπὴ ἐκ παραλλήλου ἐργάζηται.
§52Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ καταθέσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἐζητήθη παρ’ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων νὰ μὴ κατατεθῇ, διὰ νὰ βελτιωθῇ περισσότερον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὸ καταθέσωμεν.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀνωμολογήθη ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκταθῶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πρέπει αἱ ἀνισότητες αὐταὶ νὰ λείψουν. Πρέπει ἐντὸς τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου νὰ καθορισθῇ σαφέστερον ἡ δικαιοδοσία τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, διὰ νὰ μὴ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος διωγμοῦ τῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, πρὸ τοῦ ὁποίου παρέστημεν ἐσχάτως. Ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὄχι εὐχάριστος. Αἱ τιμαὶ τῶν διαφόρων εἰδῶν ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ὑπέστησαν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη μίαν ὑπερτίμησιν 50%. Καὶ ὅμως οἱ ὑπάλληλοι, ὄχι μόνον δὲν λαμβάνουν μισθὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν εἶναι πολὺ κατώτερος εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς ἀπὸ τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον εἰς τὰ 1920. Ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ μερικαὶ κατηγορίαι ὑπαλλήλων νὰ ἐπέτυχον βελτίωσιν τῶν μισθῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γενικῶς οἱ μισθοὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ἰδίως τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων εἶναι μισθοὶ γλίσχροι καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι ἔτι χειροτέρα, διότι, ὅπως ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ ὀργανώσεις αἱ ὁποῖαι παρέχουν πολὺ, ἀσυγκρίτως πολύ, μεγαλυτέρους μισθοὺς εἰς τοὺς ἰδικούς των ὑπαλλήλους καὶ ἐπιχειρήσεις στηριζόμεναι εἰς τὴν εὔνοιαν τοῦ Κράτους, ποριζόμεναι τὰ κέρδη αὐτῶν ἐκ τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν μισθῶν ὡρισμένων Τραπεζῶν, δημιουργεῖ ἓν αἴσθημα κατωτέρας ἠθικῆς σχέσεως εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ δημιουργεῖ μίαν ἀνωμαλίαν εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ νομίζω, καὶ φαντάζομαι ὅτι οὔτε ὑπάρχει δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος νὰ ζητῇ τὴν ἄμεσον αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ εὑρίσκονται οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδὲ ζητεῖ τις παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ ρυθμισθῇ ὁ μισθὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου. Ὅσον καὶ ἂν τὰ αἰτήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀναφέρουν τοῦτο τὸ αἴτημα, ὅτι πρέπει οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ προσαρμοσθῶσιν εἰς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς, ὅμως αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν ἐζήτησαν τοῦτο, ὡς ἄλλως τε καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σαφέστατα ἐφάνη.
§54Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀξίωσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔγκειται εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενον ἓν πρόγραμμα βαθμιαίας βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς των ἀποκαταστάσεως. Θέλουν καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι μίαν βεβαιότητα περὶ τῆς καλυτέρας τῆς αὔριον καὶ ἡ ἀξίωσις αὐτῶν αὕτη εἶναι δεδικαιολογημένη. Βεβαίως ὑπάρχει τὸ παράδειγμα τῶν Γερμανῶν ὑπαλλήλων. Γνωρίζομεν ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ραγδαίας ἐκπτώσεως τοῦ νομίσματος ἐγεννήθησαν ἀνωμαλίαι καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι περιῆλθον εἰς ἐσχάτην ἔνδειαν, καὶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις καθ’ ἃς πολλοὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἀπέθανον λόγῳ πείνης. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ὑπόδειγμα. Ἠδύναντο οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἐξαντλήσωσι τὰ ἀποθέματα αὐτὰ τῶν οἰκονομιῶν των, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν νὰ χρονίσῃ μία τοιαύτη μόνιμος κατάστασις. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν εἶναι δυνατόν, ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ εἶναι εἰς κατώτερον ἐπίπεδον ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν ἰδικῶν μας δημοσίων ὑπαλλήλων.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν λαμβάνει 1000 φράγκα ὁ Πρωτοδίκης.
§57ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω τί ἀπολαμβάνουσιν ἀλλοῦ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι τὸ τελευταῖον Κράτος ἀπὸ τὴν Τσεχοσλοβακίαν, τὸ ὁποῖον νὰ προσαρμόσῃ βαθμιαίως τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς τὸ εἶπεν αὐτό.
§59ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἐνδεχόμενον, εἰς ὡρισμένα τμήματα τοῦ Κράτους, νὰ εἶναι εὐθηνοτέρα ἡ ζωή, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ ζωὴ δὲν εἶναι εὐθηνοτέρα.
§60Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶναι ἀξίωμα ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι εὐθηνοτέρα ὅταν ἕν κράτος εἶναι κατεστραμμένον. Ἡ ζωὴ λοιπὸν ἐν Ἑλλάδι εἶναι εὐθηνοτέρα τρεῖς φορὰς ἀπὸ τὴν Γερμανίαν καὶ δύο φορὰς ἀπὸ τὴν Γαλλίαν.
§61ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐλάβομεν τὴν πρόνοιαν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐνοικίου εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τιμαρίθμου, εἰς τὴν πραγματικὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος. Κάτι τὶ ἀνάλογον, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν, προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ γνώμη, ὅμως δὲν ὑποστηρίζω καθόλου ὅτι οἱονδήποτε μέτρον ἐπιτρέπεται ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἰσοζύγιον ἀσφαλῶς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ ἄξων περὶ τὸν ὁποῖον στρέφεται ὁ ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ βεβαίως οἱαδήποτε διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ δημιουργοῦσα ἐλλείματα, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν νὰ ἀνατρέψῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς εἶναι μὲ τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος, νὰ δημιουργήσωμεν ἀνάπτυξιν ἐργασίας τοιαύτης, ἡ ὁποία καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ ὠφελήσῃ καὶ ἐν γένει τὴν καθόλου οἰκονομίαν τοῦ τόπου νὰ ἐξυψώσῃ. Οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἄλυτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε τοιαύτην ἀπάντησιν. Δὲν εἶναι ἄλυτον τὸ πρόβλημα. Πρόκειται περὶ αὐξήσεως κατὰ 3½%. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οὐδὲ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων δύο νομοσχεδίων, καὶ τότε θὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων. Θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁπότε λεπτομερέστερον θὰ ἐξετάσωμεν καὶ θὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον, δύνανται νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις του τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν καὶ τονίζομεν εἶναι τοῦτο, ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναλάβῃ ρητὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡμεῖς ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ ἓν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λυθῇ. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως, ὅτι ἡ ποιοτικὴ ἀπόδοσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλων ἐλέχθη ὅτι ἔχει καταπέσει. Ἐλέχθη ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνωμάλου περιόδου, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν ἀσφαλῶς αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁμαδικαὶ ἐκκαθαρίσεις, αἱ ἀπότομοι προαγωγαί. Τοῦτο δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλ’ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ σπουδαιότερος παράγων τῆς κακῆς ποιοτικῆς ἀποδόσεως εἶναι ἡ ἐλαττωματικὴ ἀμοιβὴ τῶν δημοσίων ὑπηλλήλων. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀπόδοσιν ἐργασίας, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀφήνωμεν νὰ πεινῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Καὶ ποῖος τὸ εἶπε αὐτό;
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς, μὴ ἔχοντες τὴν ἰδικήν σας εὐθύνην, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τονίσωμεν, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἐπαρκείας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ λυθῇ.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκον.). Καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλῶ ὅτι τὸ πρόβλημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ λυθῇ.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ἀπολύτως εὐχαριστημένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν λέγωμεν ἀντὶ πάσης θυσίας, ἐννοοῦμεν ἀντὶ πάσης δυνατῆς θυσίας. Διότι ἂν μοῦ εἴπητε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους διὰ νὰ λύσωμεν τὸ πρόβλημα αὐτό, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οἱ ἔμμεσοι δημόσιοι φόροι ἐξηντλήθησαν. Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζετε τοῦτο, οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι βλέπετε ποῖον ἀντίκτυπον ἔχουν εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Λοιπὸν θὰ καθορίσωμεν τὰς αὐξήσεις αὐτὰς ἐπὶ τῇ βάσει δημιουργίας φόρων μὴ ἐπαγομένων κρίσεις κοινωνικὰς καὶ κρίσεις οἰκονομικάς.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω τώρα εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀλύτων προβλημάτων.
§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐφόσον εἶναι δυνατὸν θὰ τὸ λύσωμεν ἀντὶ πάσης θυσίας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐφόσον εἶναι δυνατόν.
§69ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι, κ. Βουλευταί, ἐτονίσθη, καὶ ἐτονίσθη ἀρκετὰ μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὴν δημοσιονομικὴν τακτοποίησιν ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος καὶ ἡ εὐημερία τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοιούτων βάσεων στηρίζωμεν τὸ ζήτημα, ἴσως δίδομεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, διότι ἡ βάσις τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς. Ἀνάπτυξις αὐτῆς τῆς παραγωγῆς δὲν εἰμπορεῖ νὰ συντελεσθῇ, ὅταν ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς πάσχει, καὶ πάσχει ὅταν ἔχωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς οἵαν κατάστασιν σήμερα τοὺς ἔχομεν, τοὐλάχιστον ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐξ αὐτῶν, μὲ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἔχουν, ὅτι εἶναι ἠδικημένοι. Δὲν θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει ἐδῶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ κεφάλαια βάρη τοιαῦτα, ὥστε νὰ φυγαδευθοῦν ἢ νὰ μὴ ἔλθουν ἐνταῦθα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι φυσικά, ἐφόσον ἔχομεν ἀνάγκην κεφαλαίων, νὰ παράσχωμεν τὴν τιμὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τοὺς τόπους, ἀπὸ τῶν ὁποίων θὰ προέλθουν τὰ κεφάλαια. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει. Ἐὰν δὲ συγκρίνωμεν τί ὑποφέρουν ἀλλαχοῦ τὰ κεφάλαια καὶ τί ἐδῶ, καὶ πόσον ἐπιβαρύνονται τὰ κεφάλαια, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη ἀρκετὸν περιθώριον φορολογίας, χωρὶς νὰ λέγω, ὅτι θὰ φθάσωμεν μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε τὸ ἐδῶ νὰ εἶναι ἂν ὄχι ἀνώτερον, ἀλλὰ ἴσον πρὸς τὸ γενόμενον ἀλλαχοῦ, εἰς τοὺς τόπους τῆς προελεύσεως τῶν κεφαλαίων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι τοῦτο: ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης τῆς ταχυτέρας καὶ ἱκανοποιητικωτέρας λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς βελτιώσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις μοῦ εἶπεν ἤδη, ὅτι συνέστη μία Ἐπιτροπὴ ἐξ ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὡρισμένα μέτρα, ἐξ ὧν ἄλλα μὲν ἔχει ὑποβάλει, ἄλλα δὲ πρόκειται νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ τὰ ἐξετάσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα μὲ τὴν μεγαλυτέραν εὐμένειαν. Ἂν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος, τῆς συνδρομῆς ὅλων τῶν μερίδων τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἶχον οὐδένα δισταγμὸν νὰ προτείνω ὅπως συσταθῇ Κοινοβουλ. Ἐπιτροπή, ὄχι πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων μόνον, ἀλλὰ πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ ὑποβολὴν τῶν καταλλήλων δυνατῶν μέτρων πρὸς ταχυτέραν καὶ ἱκανοποιητικωτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ ἀνάγκην, ἡ πρότασίς μου αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλαι αἱ μερίδες θὰ συντρέξουν ἐν ἐπαινετῇ ἁμίλλῃ, ὅπως πράξουν τὸ καθ’ ἑαυτούς διὰ τὴν καλλιτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομ.). Σᾶς δίδω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα της, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἡ ἀνάγκη, ὅπως καὶ οἱ μετέχοντες τῆς συνεργασίας τὴν διαφωτίσουν, καὶ ἀναμφιβόλως θὰ τὴν διαφωτίσουν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλαι σκέψεις σοφώτεραι. Ἂν προκύψῃ τοιαύτη ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν θὰ προβάλῃ ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ καὶ νὰ υἱοθετήσῃ τὰς γνώμας αὐτάς...
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ἐξετάσητε ὡς Κυβέρνησις ἓν ὡρισμένον μέτρον, θὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ μόνον τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως πρόκειται μία μεγάλη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἐξετάσῃ τοῦτο ὁλοκληρωτικῶς. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ προκύψουν πορίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἱκανοποιητικὰ διὰ τὸ ὅλον ζήτημα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔκαμα μόνον καὶ μόνον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι θὰ εἶναι συμφέρουσα εἰς αὐτὴν ἡ συμμετοχὴ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις πρὸς ταχυτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω νὰ τονίσω ὅτι τὸ συμπέρασμα εἶναι, νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον σύμπασα ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ ἀκεραίαν τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ ὅπως αὕτη ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε σκεφθῇ νὰ διαταράξῃ τὴν ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθὼς καὶ τὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἑτέρου προλαλήσαντος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν ἐπὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος ἐπερώτησιν. Ἐξ ὅλων τῶν ὁμιλιῶν τούτων, ἓν κυρίως παρετήρησα ὅτι προκύπτει: ὅτι τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων φθάνει εἰς τὴν Βουλὴν λίαν ὀψίμως, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει πρὸ καιροῦ ἀφορμὴν νὰ γνωρίζῃ τὴν ὀξύτητα αὐτοῦ καὶ νὰ τὴν παρακολουθῇ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι τώρα, ὅτε τὸ ζήτημα ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εὗρε τὴν ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ μακρὰν ἀνάλυσιν διαφόρων οἰκονομικῶν προβλημάτων τῆς Χώρας, χωρὶς διὰ κανένα ἐκ τούτων νὰ ἔχῃ τὶ τὸ θετικόν, τὶ τὸ ὡρισμένον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ καταλήξῃ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καθὼς καὶ παρὰ τῶν διαφόρων ἄλλων μερίδων νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται, ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ὑπαλλήλων εἰς ἑκάστην ὑπηρεσίαν καὶ αἱ πράξεις αὐτῶν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐκδήλωσις τῶν θελήσεων αὐτοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν θέλομεν νὰ ἔχωμεν Κράτος ἰσχυρόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκτελῇ τοὺς προορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχει, εἶναι ἀνάγκη τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦν τὰς θελήσεις αὐτοῦ, εἴτε εἰς ἐξωτερικὰς ὑπηρεσίας εἴτε εἰς ἐσωτερικάς, νὰ εὑρίσκωνται εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐξυπηρετῶσι τὰς θελήσεις αὐτὰς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ὅλοι ἀναγνωρίζωμεν τοῦτο καὶ πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις, ἐρωτᾶται: τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταστήσῃ ἱκανὰ τὰ ὄργανα αὐτὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ τὸ ἐξυπηρετήσωσιν, ἂν μὴ ἡ οἰκονομικὴ τῶν προτίστως ἐπάρκεια; Βεβαίως καὶ ἄλλα προσόντα ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἓν ὄργανον τοῦ Κράτους ἐξυπηρετήσῃ τοῦτο προσηκόντως, ἀλλὰ τὸ πρώτιστον πάντων φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ἐπάρκεια. Καὶ ἀντὶ περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ ἀπόψε, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κάμῃ ἀνάλυσιν διαφόρων οἰκονομικῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο δεικνύουν ἢ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Διατί ἐγένετο τοῦτο; Διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχεν, οὐδὲν ἔχει νὰ προτείνῃ πρὸς τοιοῦτον μέτρον. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν εἶπον ὅτι κακῶς ἦλθεν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τὸ ζήτημα ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης ὅτι πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἡ ὑπόσχεσις ὅτι μετὰ πάσης θυσίας θὰ γίνῃ τοῦτο, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ λόγοι κενοί, λόγοι ἄνευ σημασίας. Ἀναγνωρίζω πληρέστατα καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει πρὸ παντὸς εἶναι νὰ ζήσῃ τὸ Κράτος, νὰ ζήσῃ ὁ τόπος οὗτος, καταλλήλως διαχειριζομένων τῶν ἐξουσιῶν ὑπὸ τῶν κυβερνόντων αὐτό. Καὶ διὰ νὰ ζήσῃ, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ διορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ζωήν. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἰσορροπήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μας, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ κρατήσωμεν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὰς ἄλλας ἡμῶν ἀνάγκας, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἱκανὸς ὁ λαὸς διὰ νὰ φέρῃ ὅλα ταῦτα τὰ βάρη. Ἀλλ’ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι θὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀντοχὴν ὁ λαός, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ ταῦτα;
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν γνωρίζω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει περισσότερον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν αὐτόν.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ εἴπω. Ἀλλ’ ὅταν λέγομεν λέξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν περιέχουν, τότε δὲν λέγομεν τίποτε. Σεῖς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχετε εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν περισσότερον παντὸς ἄλλου, νὰ μὴ ἐνθαρρύνητε δι’ ἐπαγγελίας πᾶσαν ἀξίωσιν ὅθεν δήποτε προερχομένην.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ πράττω μέχρις ὑπερβολῆς.
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἀναγνωρίζω πληρέστατα, διότι συναισθάνομαι, ὅτι ἐπίσης ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουν καὶ οἱ κυβερνῶντες σχετικῶς μὲ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ καταρτίσωμεν ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀντάξιον πρὸς τὴν ἀποστολήν του καὶ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ ὃν ἔταξεν εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο συνδέεται μὲ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα τῆς Χώρας, τὴν εὐθύνην φέρει πλήρη ἡ Κυβέρνησις, διότι πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ταύτην τὴν ἑσπέραν κακῶς ἐλέχθησαν καὶ ἄνευ σκοποῦ τινος. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρωτίστως ἐκ ταύτης τῆς αἰθούσης πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, πρέπει νὰ εἶναι κάτι τι τὸ θετικὸν καὶ τὸ ἀπολύτως βέβαιον. Δὲν θὰ εἰσέλθω ἑπομένως εἰς τὴν ἐξέτασιν περὶ τοῦ δυνατοῦ καὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λυθῶσι τὰ προβλήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, νὰ εἰσηγηθῇ αὐτὸς τὰ μέτρα αὐτά, καὶ ἡ Βουλὴ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ φανῇ πρόθυμος νὰ τὸν συντρέξῃ ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ μίαν ἀνάγκην ἀναγνωριζομένην τόσον πανδήμως, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται πλέον νὰ φέρῃ πλείονα βάρη. Τώρα τίνι τρόπῳ θὰ γίνῃ τοῦτο, αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα τῆς χώρας. Πρόκειται περὶ μιᾶς διαχειρίσεως οἰκονομικῆς, ἡ ὁποία ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ ταῦτα τὰ λαβόντα χώραν. — Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ δὲν εἰσέρχομαι, διότι δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα στιγμή.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δηλῶ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ εἰσαγάγω μέτρα, οὐδέποτε ὅμως ἐπηγγέλθην τὸν ταχυδακτυλουργόν.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐπίσης λέγομεν, ὅτι ἀναγνωρίζομεν, ὡς καὶ σεῖς, τὴν ἀνάγκην τῆς ἱκανοποιήσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἡ περαιτέρω ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς κρατικῆς ταύτης δαπάνης δὲν θὰ εἶναι δυνατή. Ἔχομεν δὲ εὐχαρίστως ὑπ’ ὄψιν τὸ ὅτι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἐξεδήλωσαν τοιαύτην τινὰ ἀξίωσιν. Ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς τρεχούσης χρήσεως ἡ ὁποία ὅσον οὔπω περατοῦται θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ κρίνω, οὐδὲ νὰ ἐπικρίνω ὅσα εἴπετε, διότι ὅλα ἦλθον ἀκαίρως νὰ ἐξετασθῶσι. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἀκαίρως ἔρχεται καὶ τὸ μέτρον τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων ἔναντι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβωμεν, διότι τόσον αὐτὰ μέτρα, προτεινόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ἔρχονται τρόπον τινὰ νὰ παραγάγουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει σκεφθῆ ἐγκαίρως, ὄχι περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ οὔτε περὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν οἱ ὑπάλληλοι ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι δὲν νομίζω ὅτι, ὄχι μόνον ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅτι οὔτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, οὔτε ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ἐπεκράτησε ποτὲ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ἀπεργήσουν. Ἀπεργία τοῦ ὑπαλλήλου σημαίνει κατάργησιν τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀναντίρρητον τοῦτο, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ χωρήσῃ τὸ Κράτος πρὸς τὰ πρόσω ἄνευ τῆς ἐργασίας τῶν διαφόρων ὀργάνων του, τὰ ὁποῖα τὸ ἐκπροσωποῦσι. Θὰ ἦτο ὡραῖον νὰ ἀντιθέτως νὰ ἐβλέπομεν νὰ ἀπεργῇ ἡ Κυβέρνησις; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεργήσουν, καὶ ὅτι ἡ ἐκδήλωσις ἀπεργίας ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι χρῆσις δικαιώματος, ὡς λέγομεν διὰ τὸν ἀπεργοῦντα ἐργάτην. Ὅστις προσλαμβάνεται καὶ ἀναλαμβάνει ὑπηρεσίαν τινὰ κρατικήν, ὡς ἐπανειλημμένως ἐτόνισα, εἶναι κράτος ἐν ἐκδηλώσει τινί τῆς κρατικῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἡ ἄρνησις τῆς ὑπηρεσίας οἷα εἶναι ἡ ἀπεργία εἶναι φυσικὴ συνέπεια ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Καὶ διὰ τοῦτο πληρέστατα δικαιολογῶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ὑποβάλῃ ἡ κυβέρνησις. Δὲν ὑπάρχει δὲ φρονῶ οὐδεμία ἀντίρρησις, παρ’ οὐδενός. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐρχομένη τρόπον τινὰ εἰς συμβιβασμοὺς μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οὗτοι ἔρχονται νὰ ἀρνηθοῦν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχουν ἀναλάβει ἀπέναντι τῆς πολιτείας. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ψηφισθησόμενος περὶ τούτου νόμος νὰ εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόζεται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Πρέπει νὰ εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ διηνεκῶς καὶ θ’ ἀποτελῇ τὸν Καταστατικὸν χάρτην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ θὰ κανονίζῃ τὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος, ὄχι τὴν σχέσιν τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος ἀλλὰ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀπεργίας καὶ τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ τῆς ἀπεργίας. Θὰ ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι θὰ παρεῖλκεν ἐντελῶς τοιοῦτος νόμος, διότι ὅταν ὁ ὑπάλληλος ἀπεργεῖ καὶ λέγει ὅτι «δὲν θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὑπηρεσίαν μου, ἀπεργῶ», αὐτὸ δὲν σημαίνει ἄλλο τι παρὰ ὅτι παραιτεῖται ὁ ὑπάλληλος οὗτος, αὐτοδικαίως τίθεται ἐκτὸς ὑπηρεσίας.
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως εἰμὴ ὡς παραίτησις.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔπρεπε νὰ εἴχετε καταστήσει δῆλον τοῦτο πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἕνεκα τούτου, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθησόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἑρμηνείαν τρόπον τινὰ τῆς ἰδέας τῆς ἀπεργίας, ἐρχόμενον μάλιστα οὐσιαστικῶς καὶ καθ’ ὃν χρόνον οἱ ὑπάλληλοι λέγουν ὅτι θὰ ἀπεργήσουν, ἀλλ’ ὅτι καθορίζει τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου ὡς ὑπαλλήλου. Ἂν οὕτω πως ρυθμίσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ μετὰ πάσης θυσίας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν καθορίσῃ ἀπὸ τοῦδε, εἰς τὴν λῆψιν τῶν προσηκόντων μέτρων ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ. Τὸ εἶπον.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ δυνατὸν, κ. Ὑπουργέ, εἶναι νὰ ἐλαττώσητε ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττώσητε καὶ τὰς δαπάνας.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, κ. Συνάδελφε, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐξηγήσω ποίαν σημασίαν ἔχουν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ σχετικοὶ λόγοι ὑμῶν. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τοῦτο, ὅτι προτίθεσθε νὰ φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβετε. Τὴν πρόθεσίν σας ταύτην βεβαίως δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ θεωρήσω ὡς ἀπάντησιν τῆς ἐπικρίσεως, ὅτι ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσκέφθη τίποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν μοῦ ἐπιτρέπετε διακοπήν, ἄλλως θὰ σᾶς ἔδιδα τὴν ἐξήγησιν.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπικρίνω τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε οὐδὲ πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πιέζεται, τὴν στιγμὴν αὐτὴν σπεύδει νὰ λάβῃ μέτρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει ἢ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἀπεργίαν ταύτην τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ ὅτι πιεζομένη προβαίνει εἰς ὅ,τι προβαίνει.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω δυὸ λέξεις. Ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει δύο εἰδῶν μέτρα, τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον τὴν στιγμὴν αὐτήν, δηλαδὴ περὶ διώξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ αὐτὸ βεβαίως εἶναι μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀπειλουμένης ἀπεργίας. Εἶναι ἀναμφιρρήτως γεγονός, ὅτι εἶναι μέτρον ἀμύνης τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ προηγουμένως, ἀκριβῶς ὅπως μὴ ἐκδηλώσῃ διαθέσεις ἐχθρικὰς ἐναντίον τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἐφόσον ὅμως εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν καὶ πρὸ ἀπεργίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τολμῶ νὰ πιστεύσω, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ τὰ μέτρα τὰ ἄλλα τῆς ἐνδεχομένης βελτιώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ἐκ τῶν μέτρων τούτων ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πλεῖστα. Δὲν τὰ ὑπέβαλον ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ τὰ ὑπέβαλον ὡς στοιχεῖον τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ προγράμματος.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διότι ὑποβάλλετε τώρα τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς σᾶς κακίζω. Ἐδῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ πίεσις ἀνάγκης διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν σχέσιν τοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως δὲν θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ μέτρον τοῦτο, οὔτε ἐπαναλαμβάνω, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῷ Κράτει νὰ κανονίζεται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πιέσεως αὐτῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπικροτῶ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνετε, ἐφόσον τοῦτο γίνεται ἐξ οἰκείας τῆς Κυβερνήσεως βουλήσεως, χωρὶς ἐχθρότητα πρὸς αὐτούς, καὶ ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι δίκαιον τοῦτο, ἐφόσον ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πιέζονται ὑπὸ οἰκονομικῶν ἀναγκῶν. Εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον νὰ γνωρίζῃ ὁ ὑπάλληλος, ὅταν εἰσέρχεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ποία εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ ἐν τῷ Κράτει. Ταῦτα ὡς πρὸς αὐτό. Περαιτέρω, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε τὰ αἰσθήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζετε τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην ὑφ’ ἧς οὗτοι πιέζονται, καίτοι καὶ αὐτὰ τὰ λαμβάνετε εὑρισκόμενοι ὑπὸ πίεσίν τινα, ταῦτα θὰ τὰ λάβῃ βεβαίως ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, θὰ τὰ ἐξετάσῃ εὐμενῶς, ἐν συνδυασμῷ ὅμως πάντοτε πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ συσταθῇ ἀπὸ τοῦδε Ἐπιτροπή, διότι αὐτὸ θὰ ἀπετέλει ἀναστροφὴν τῶν ὅρων. Ἡ Κυβέρνησις μόνον ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ δὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὸς πρέπει νὰ κρίνῃ καὶ νὰ κάμῃ τὴν δέουσαν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως καὶ ἐπὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα οὗτος προτείνει καὶ νὰ ὑποβοηθήσῃ αὐτὸν εἰς τὸ ἔργον του τοῦτο. Θὰ ἀναμένωμεν, λοιπόν, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εὕρῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει ἱκανὰ νὰ λύσουν τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ ζήτημα, καὶ τότε νὰ ρυθμίσωμεν τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Μολονότι δὲ φρονῶ ὅτι καὶ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἔρχονται κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν θὰ λύσουν τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα, ἐν τούτοις θὰ παράσχω τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω, ὅτι ἐὰν καὶ μετὰ τὰ τοιαῦτα, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐμμένουν εἰς τὰς ἀπόψεις των καὶ ἐξωθήσουν τὰ πράγματα μέχρι τῶν ἄκρων, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρήσῃ παραιτηθέντας αὐτοὺς τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ. Πάντως ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ παραλύσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λειτουργήσῃ, ἔστω καὶ μετά τινος ταλαιπωρίας. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν θὰ φθάσουν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει διάταξις εἰς νόμον ἰσχύοντα, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προσλάβῃ προσωρινοὺς ὑπαλλήλους.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ προσωρινὸς ὑπάλληλος; Ἐγὼ ἐλπίζω ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ συναισθανθῶσι τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐν τῷ Κράτει, θὰ συναισθανθῶσι τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, θὰ συναισθανθῶσιν ἀκόμη τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἰδίᾳ τοῦ Κράτους, θὰ συναισθανθῶσιν ἀκόμη τὴν δύσκολον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται οἰκονομικῶς ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ θὰ θελήσουν νὰ παράσχουν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν χρόνου, τοὐλάχιστον μέχρι καλυτέρας τακτοποιήσεως τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, ἀφοῦ μάλιστα ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς ἀνεγνωρίσθη τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ δίκαιον τοῦ νὰ ἱκανοποιηθοῦν κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ ἀξιώσεις των, ἐφόσον αἱ ἀξιώσεις αὗται εἶναι ἀξιώσεις ὄχι κυρίως ἀτομικαί, ἀλλ’ ἀποτελοῦν ἀναγκαῖον στοιχεῖον διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, ὡς ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ του.
§91Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διακοπὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων», ὡς ἀπολύτως ἐπειγούσης φύσεως. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποθέτω ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὡς ἔχει.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ διαγραφοῦν τὰ ἑξῆς πράγματα τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἐντελῶς περιττά. Πρῶτον νὰ διαγραφοῦν τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς ὑπηρέτας. Γενικῶς ἀναγνωρίζεται, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπηρέται δὲν ἔχουν τὴν θέσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εὑρίσκονται εἰς θέσιν ἐργατῶν καὶ ἀσφαλῶς ἀπεργία δημοσίων ὑπηρετῶν δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ εἰς κανένα κίνδυνον τὸ Κράτος, οὔτε νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τίποτε. Δεύτερον θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης, νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας ἢ τῆς ἀπειλῆς, καὶ τοῦτο, ὄχι διότι θὰ ἔπρεπε ἡ ἀπειλὴ νὰ ἀφίεται ἐλευθέρα, ἀλλὰ διότι φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον πολλάκις ἁπλῆ ἔκφρασις διαμαρτυρίας δημοσίων ὑπαλλήλων περὶ τῆς κακῆς των καταστάσεως νὰ παρεξηγηθῇ καὶ νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ποινικῆς διώξεως. Ἐφόσον λοιπὸν θέλομεν ὁ νόμος νὰ εἶναι ἐφαρμόσιμος, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ποινὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐφόσον γίνεται ἀπεργία. Αἱ ἀπειλαὶ καὶ τὰ ἄλλα νὰ μείνουν ἐκτὸς τιμωρίας, διότι φοβοῦμαι μήπως ἁπλαῖ διαμαρτυρίαι πολλάκις ἐκληφθοῦν ὡς ἀπειλαὶ καὶ προκαλέσουν ποινικὰς διώξεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν. Αὐτὰ τὰ λέγω ὡς σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν θέλω νὰ παράσχω εἰς αὐτὴν καμμίαν δυσχέρειαν.
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἀπειλὴν πρὸς ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι εἶναι δυνατὸν ὡρισμένοι ὑπάλληλοι εὐέξαπτοι νὰ συγκεντρώσουν ἄλλους ὑπαλλήλους διὰ νὰ κάμουν ἀπεργίαν, καὶ νὰ μὴ κάνουν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν τὴν ἀπειλὴν νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἀτιμώρητον. Μὲ τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἡ ὑπόθεσις θὰ κριθῇ ἀπὸ τακτικὰ δικαστήρια, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται τὸ ἐνδόσημον, ὅτι πιθανῶς νὰ τιμωρηθοῦν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν ἔπταισαν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει.
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐπ’ ἐσχάτων προάγονται οἱ ὑπάλληλοι εἰς κινήσεις καὶ ἐνεργείας ἥκιστα συμβιβαζομένας πρὸς τὴν ἰδιότητα αὐτῶν καὶ τὰ δημόσιά των καθήκοντα. Αἱ ἐνέργειαι αὗται, ὄχι μόνον ἐκθέτουσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κράτους, στοιχεῖα ἀπαραίτητα διὰ τὴν ζωὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ κλονίζουσι καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόστασίν του. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει διαταράττουσι τὴν εὔρυθμον καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς ἐπὶ βλάβῃ καὶ ζημίᾳ τοῦ λαοῦ. Ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθωσιν ἀπαρατήρητα. Εὐλόγως ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγαγεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ὅπερ κριθὲν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητής, ὑπέστη διαφόρους τροποποιήσεις καὶ διετυπώθη ὡς ὑποβάλλεται ἤδη ἐνώπιον ὑμῶν. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου καθορίζεται ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἀφιστάμενος τῆς μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεως, δηλοῖ προφανῶς ἐμπράκτως παραίτησιν, ἣν οὗτος δὲν δύναται μεταγενεστέρως νὰ ἀνακαλέσῃ, καὶ ἥτις ὑποχρεωτικῶς γίνεται ἀποδεκτή, τοῦ ὑπαλλήλου μὴ δυναμένου νὰ ἐπαναδιορισθῇ ἐντὸς 6 μηνῶν. Διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου καθορίζεται καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἀδίκημα ἡ ἀπ’ ἀρχῆς συμμετοχὴ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς τὴν ἀπεργίαν ἢ καὶ ἡ μεταγενεστέρα εἰς ταύτην προσχώρησις. Γίνεται δὲ ἐν τούτοις διάκρισις μεταξὺ ἀρχηγῶν καὶ ὑποκινητῶν τῆς τοιαύτης ἀπεργίας, τιμωρουμένων αὐστηρότερον καὶ ἁπλῶς συμμετεχόντων τιμωρουμένων ἐπιεικέστερον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 451 Ποιν. Νόμου. Διὰ τοῦ 3ου ἄρθρου χαρακτηρίζεται ὡς ἀδίκημα ὁμοίως καὶ ἡ συνεννόησις καὶ ἡ ἀπειλὴ ἀπεργίας, ἀλλὰ καὶ ὁ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον σύνδεσμος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τῆς ἀποδοχῆς αἰτημάτων τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς θέσεώς των Πάντα δὲ ταῦτα τιμωροῦνται μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας. Ἡ δίωξις τῶν ἀδικημάτων τούτων ἐκρίθη ὅτι δέον νὰ γίνεται αὐτεπαγγέλτως δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως καὶ ἄνευ προανακρίσεως. Εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν παύω, ὡς οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, φρονῶν ὅτι δικαίως ἡ βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει ὅμως καὶ νὰ τηρηθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν τὸ κῦρος τοῦ Κράτους. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐκφράζω τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν εὐχὴν ὅπως ποτὲ μὴ δοθῇ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου.
§95Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριοι βουλευταί, θὰ εἴπω. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, ὅπως ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου τεθῇ ὁ νομικὸς ἀφορισμός, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων λειτουργῶν, διότι τὸ κείμενον τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ὅπως εἶναι, περιέχει κυρώσεις μόνον, ἄνευ νομικοῦ ἀφορισμοῦ. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε γενικὴ ἀντίληψις, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι ἄνθρωποι ἔχουν τὰ δικαιώματα τῆς ἀπεργίας. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐργαζομένους, πλὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ἄποψις αὕτη εἶναι διεθνῶς ἀνεγνωρισμένη ἀρχή, ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη καὶ τὰ συντηρητικώτερα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα παραδέχονται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς ἐργάτας. Αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων κυρώσεις περιέχει τὸ ὑπὸ κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, οὐδαμοῦ ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως πρέπει νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρο ὁ τοιοῦτος νομικὸς ἀφορισμός, ἀλλὰ καὶ ὡς μία καταφανὴς ἐκδήλωσις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία θέλει τὴν τοιαύτην παρέκκλισιν νὰ τὴν καταστήσῃ πλέον αἰσθητήν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν εἶχα ὑποβάλει τὸ ἀπόγευμα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶχε γίνει ἀποδεκτή, ἀλλὰ κατόπιν δύο συνάδελφοι ἔφερον τὴν ἀντίρρησιν ὅτι τοιοῦτος ἀφορισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα ὅτι οἱ ἐργάται ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀπεργήσουν, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἀναγράψωμεν.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ δεχθῶμεν καμμίαν τροπολογίαν.
§97Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς λήψεως αὐστηρῶν μέτρων, ἀλλ’ ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συνετάχθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, περιέχει δύο βάσεις ἀντικειμένας πρὸς ἀλλήλας, δηλαδὴ τὸ μὲν πρῶτον ἄρθρον χαρακτηρίζει τὴν ἀπεργίαν ὡς ἔμπρακτον παραίτησιν, δηλαδὴ ὡς πρᾶξιν νόμιμον, καὶ τὸ δεύτερον ὡς ἀδίκημα καὶ τὴν τιμωρεῖ.
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα ἔχει θεωρητικὴν σημασίαν. Ὁ νόμος θὰ ἰσχύσῃ. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς οὐσιαστικῆς καταστάσεως ἐπιβαλλούσης τὴν λῆψιν ἐξαιρετικῶν μέτρων, καὶ δὲν εἶναι ὥρα νομικῶν συζητήσεων.
§99Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὅτε, κ. Πρόεδρε, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐπέπληξε μίαν φορὰν τὸν ναύαρχον Νέλσωνα, οὗτος εἶπε: «δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχουν περὶ ἐμοῦ οἱ ἀνώτεροί μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην καὶ σέβομαι εἶναι, τίνα γνώμην ἔχουν δι’ ἐμὲ τὰ πληρώματά μου». Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ διαπιστώσω, εἶναι, τίνα γνώμην ἔχουν περὶ ἐμοῦ οἱ ἐκλογεῖς μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐκλέγουν, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοῦ ὁποίου εἶμαι ἀντιπρόσωπος. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ, κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐνεργεῖ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ πνίξῃ οἱανδήποτε φωνὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς τὴν ἰδικήν μου, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην της. Πρὸ ὀκταμήνου, κ. Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς ἤρχισα νὰ καταψηφίζω τὴν Κυβέρνησιν, προεῖπον ὅτι διαρκῶς θὰ ὑπάρχουν ἀπειλαί, καὶ δὲν παρέρχεται ἑβδομὰς χωρὶς νὰ σημειοῦται καὶ μία ἐξέγερσις ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κατὰ τόπους ὑποβόσκει ἕνα ἡφαίστειον Σαντορίνης καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀπειλεῖτο νὰ ἐκραγῇ ἓν ἐκ τῶν τοιούτων σοβαρωτάτων ἡφαιστείων, τὸ ἡφαίστειον τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ καιροῦ τρέφεται μὲ ἀέρα κοπανιστόν, μὲ τὰ κενὰ λόγια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς μὲ τὸν ἀέρα, ἔστω καὶ ὅταν εἶναι οὗτος πεπιεσμένος, ὁ στόμαχος δὲν γεμίζει. Ἀγορεύων, Κύριοι, ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, κατέστρωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν ἀσθενῆ Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν διῄρεσα κατὰ ὀργανώσεις καὶ ἐπαγγελματικὰς τάξεις καὶ εἶπον ποίαν ἐπιρροὴν θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν 90% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔκτοτε ἐπαληθεύω κατὰ γράμμα. Δὲν εἶναι μόνον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν, ἀξιότιμοι κ. Συνάδελφοι. Πεινοῦν οἱ ἀγρόται, 4.200.000. Πεινοῦν οἱ μικρέμποροι, οἱ μικροβιομήχανοι. Ὅλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὰ 5.600.000 τοῦ λαοῦ, καὶ μένουν χορτάτοι καὶ προγάστορες μόνον οἱ 500.000. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ μεγάλου κεφαλαίου Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν πλειότερον ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ αὐξήσουν τὰ εἰσοδήματά των μόνοι των καὶ αὐτοὶ εἶνε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐν γένει οἱ ὑπάλληλοι, καὶ οἱ ἰδιωτικοὶ ἀκόμη, καίτοι αὐτοὶ τέλος πάντων εἰμπορεῖ νὰ πᾶνε εἰς τὸν ἀφέντη τους εἰς τὸν ἐργοδότην τους καὶ νὰ τοῦ εἰποῦν αὐξησέ μας, καὶ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ νὰ εὑρεθοῦν μὲ μισθὸν ὀλίγον παραπάνω. Ἀλλ’ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ ἐπιτύχουν τοῦτο. Ὀρθότατα δέ, ἁπαξάπαντες οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέδεσαν στενώτατα τοῦτο μὲ τὸ ὅλον ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «σοῦ ζητοῦν οἱ ὑπάλληλοι αὔξησιν μισθῶν; δῶσε του;». Ποτὲ δὲν θὰ τὸ εἴπω, διότι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ τὸ τηρήσωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ὡς βάσιν τῆς ἐθνικῆς μας ὑπάρξεως, διότι ἄνευ αὐτοῦ θὰ προκύψῃ ἐμφύλιος σπαραγμὸς καὶ πεῖνα. Ἑπομένως δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατάραξε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δῶσε 100 ἑκατομμύρια. Ὄχι. Ἀλλὰ λέγω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: νὰ πεινάσωμεν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἕλληνες, ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ πεινάσωμεν, ὄχι ὅπως ἐπείνασαν οἱ προμηθευταὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, ὅταν οἱ ἕλληνες πολεμισταὶ εὑρίσκοντο εἰς τὰ χαρακώματα, ὄχι ὅπως θὰ πεινάσουν τώρα αἱ Ἑταιρεῖαι τῶν δανείων καὶ τῶν συμβάσεων μὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γίνουν, ἀλλὰ νὰ πεινάσωμεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες πέρα ὡς πέρα, ὁπότε, τότε, οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ πεινῶ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον εἶναι ὅτι μία ἀνεπτυγμένη τάξις, ὡς ἡ τάξις τῶν ὑπαλλήλων, δὲν κατενόησεν, οὔτε τὴν νόσον της, οὔτε καὶ τὰ μέτρα τῆς καταπολεμήσεώς της. Καὶ εἶναι φυσικόν, ὅταν ἕνας γιατρὸς δὲν κατανοήσῃ μίαν νόσον, νὰ μὴ γνωρίζῃ καὶ τὰ φάρμακα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ τὴν θεραπεύσῃ. Οἱ ὑπάλληλοι, λοιπόν, τοῦ Κράτους, ἀνωτέρας μορφώσεως ἄνθρωποι, ἦλθον καὶ ἐξέθηκαν καὶ τὴν νόσον των κατὰ τρόπον πενιχρώτατον, ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ θεραπευθῇ ἡ νόσος των, τὰ ἐξέθηκαν ἀτελῶς. Θὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς νόσου καὶ τῶν φαρμάκων της, μὲ ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἡ νόσος κύριε Πρόεδρε......
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, χωρὶς νὰ μὲ παρεξηγήσετε, νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφιζομένου περὶ ἀπεργίας. Νομίζω ὅτι αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§101Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Πῶς δὲν ἔχουν, κύριε Πρόεδρε, σχέσιν; Ἐὰν προλαμβάνωμεν τὴν ἀπεργίαν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν τὴν προλαμβάνομεν διὰ τῆς πείνης τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπὶ τῆς πείνης τῶν ὑπαλλήλων θὰ ὁμιλήσω.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν νὰ τιμωρήσῃ τὰς συνεπείας τῆς τυχὸν ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἴσως θὰ ἠδύνασθε νὰ ἐπιφυλάξετε τὰς παρατηρήσεις σας διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§104Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἐφόσον δὲν θὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ συνεχισθῇ.
§106Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ψυχολογικῆς βάσεως καὶ θέλει νὰ προλάβῃ μίαν ἐξέγερσιν. Ὑπάρχουν πρὸς τοῦτο δύο τρόποι, κ. Πρόεδρε. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ τρόπος τοῦ διωγμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοὺς κομμουνιστάς, διὰ νὰ ἀνάψῃ καλὰ ἡ φωτιὰ τοῦ κομμουνισμοῦ ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Νέρων διὰ τοὺς Χριστιανοῦς, διὰ νὰ ἀνάψῃ ὁ Χριστιανισμὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ τώρα ὁ τρομοκράτης ἀληθῶς ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο κατάλληλος διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τοῦ αὐτοκράτορος Νικολάου τοῦ Βʹ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοῦ λέγει: «Δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσῃ τὸ ἄλογό μου, διότι πεινᾷ. Θὰ τὸ δείρω». Ἐγὼ τοῦ λέγω: «Διὰ νὰ περπατήσῃ τὸ ἄλογό σου ποὺ πεινᾷ, δόστου νὰ φάγῃ, χάϊδεψέ το καὶ θὰ ὑπάγῃ ἐμπρός». Διότι, κ. Πρόεδρε, τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι μέτρα διὰ μίαν τάξιν ἐπαγγελματιῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνας πατριώτας, ὅπως εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι, ἔστω καὶ ὅταν πεινοῦν οἱ ὑπάλληλοι, εἶναι δυνατὸν νὰ κάμουν ἀπεργίαν καὶ νὰ διασαλεύσουν ἐκ βάθρων τὸ ὅλον κρατικὸν οἰκοδόμημα, τόσον πολὺ, ὅπως δὲν τὸ διεσάλευσαν ποτὲ οὔτε αἱ ἐπαναστάσεις. Ἑπομένως ἐγὼ, ψυχολόγος καλλίτερος τῆς ψυχῆς τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ καθησυχάσῃ ἀμέσως τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ προτοῦ τὴν ἀναγνώσω, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ψυχολογίαν αὐτὴν τὴν ἀπέκτησα διοικῶν ἀνωτέρας στρατιωτικὰς μονάδας. Οὐδέποτε ἐνόμισα, διοικῶν ἀνωτέρας στρατιωτικὰς μονάδας, ὅτι θὰ ἐπιβληθῶ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει τρομοκράτησις τῶν Κανονισμῶν καὶ τῶν ὅπλων, οὐδέποτε ἐνόμισα ὅτι θὰ ἐπιβληθῶ διὰ τῆς τρομοκρατίας, ἀλλὰ διὰ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν πτέρυγα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος) ὅταν ἀκόμη ἀξιωματικοὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, μὲ τοὺς ὁποίους μὲ ἐχώριζε ἄβυσσος πολιτικῶν ἀντιθέσεων, ἤρχοντο ὅλοι νὰ ὑπηρετήσωσι ὑπὸ τὰς διαταγάς μου, διότι ἐγνώριζον ὅτι ὅσοι ἔκαμναν τὸ καθῆκον των θὰ εὕρισκον δίκαιον καὶ προστασίαν. Ἐπὶ τῆς ψυχολογίας μου αὐτῆς στηριζόμενος, αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἐφήρμοσα. Καὶ λέγω τώρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: ἀποσύρατε τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι εἶμαι ἐναντίον τῆς καταστολῆς διὰ βιαίων μέτρων — κάθε ἄλλο· εἶμαι μάστορας καὶ εἰς αὐτὰ ἅμα θέλω — ἀλλὰ διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐναντίον τῆς ψυχολογίας τῆς μερίδος αὐτῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ὁποία καλεῖται «δημόσιοι ὑπάλληλοι». Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου: Ἡ Βουλή, γνωρίζουσα ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πολιτικὴ τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, ζημιοῦσα τὰ 90 ἑκατοστὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπικαλεῖται τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων καὶ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν πεποίθησιν αὐτῶν ὅτι θὰ ἐξεύρῃ μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν δεινῶν των καὶ ἀπορρίπτει τὸ νομοσχέδιον.
§107ΑΛ. ΜΕΡΟΣ. Ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετώπισε τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μετὰ περισσοτέρας ἠρεμίας, παρὰ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Εἰς τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνεται ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πληροῖ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας. Δυστυχῶς ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνήργησε μὲ πνεῦμα ἀντιδραστικότητος, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μὴ τιμήσῃ τὴν ἐποχήν μας καὶ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐξατμίσῃ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τοῦ ζήλου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προβῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἀπεργίαν. Φαντάζεσθαι μὲ ποῖον ζῆλον καὶ μὲ ποίαν ψυχολογικὴν κατάστασιν θὰ μεταβοῦν αὔριον οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὰ γραφεῖα των; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἱκανοποιήσαμεν οὐδεμίαν τῶν ὑλικῶν ἀπαιτήσεών των, ἀλλὰ φονεύομεν καὶ τὴν διάθεσίν των νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ὑπερισχύσῃ τὸ ἰδικόν της σχέδιον καὶ ὄχι τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀποκρούω διαρρήδην.
§108Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἠκούσθησαν ὅλαι αἱ γνῶμαι. Πρέπει μὲ δύο λέξεις νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τοὺς μειοψηφίσαντας ἐπί τινων σημείων τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα—καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ μὴ λέγωνται ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου—ἀπεφάσισεν ὁμοψήφως ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι «οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπεργοῦντες θεωροῦνται οὕτως εἰπεῖν νομίμως παραιτηθέντες καὶ ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας». Ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐσημειώθη μειοψηφία ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. ἐξεδηλώθη ἡ σκέψις εἰς τοὺς μειοψηφίσαντας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκω καὶ ἐγώ, ὅτι ἀφοῦ ἡ ἀπεργία πρέπει νὰ πλήττεται ἀναμφισβητήτως, πλήττεται ἀσφαλῶς διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων ὁριστικῶς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀρκετὴ τιμωρία τοῦ ἀπεργοῦντος ὑπαλλήλου, ἀρκοῦσα διὰ νὰ περιφρουρήσῃ τὸ Κράτος ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπεργίας. Διεφώνησεν ὅμως ἡ μειοψηφία εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβάλλοντο ποιναί, θεωρουμένης τῆς ἀπεργίας τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ὡς ἰδιωνύμου ἀδικήματος καὶ τιμωρουμένης παρὰ τῶν ποινικῶν νόμων, ἐφόσον κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ ὑπάλληλος θεωρεῖται νομίμως παραιτηθείς. Καὶ οὕτω πως διατυποῦται τὸ ἄρθρον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολυθῇ καθ’ ὅσον προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 114 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος. Ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀπομακρύνσεώς του τοιουτοτρόπως ἀπεργοῦντος ὑπαλλήλου. Καὶ ἐλέχθη καὶ ἐψηφίσθη ὁμοψήφως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ ἀπεργῶν ὑπάλληλος μὴ δυνάμενος νὰ ἀπολυθῇ, θεωρεῖται νομίμως παραιτηθείς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, παρ’ ὅλην τὴν σπουδὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς. Συνεπῶς ἐφόσον θεωροῦμεν παραιτηθέντα τὸν δημόσιον ὑπάλληλον καὶ τὴν ἀπεργίαν αὐτῶν τὴν πλήττομεν ἀμυνόμενοι κατὰ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου τοῦ αὐθαιρέτως ἀπεργήσαντος, τίνος λόγου ἕνεκα πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἀναγραφὴν ποινῶν εἰς βάρος τοῦ ὑπαλλήλου τούτου;
§109Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι εἰς τὸν ποινικὸν νόμον τοιαῦται ποιναί.
§110Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονήσαντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἀναγραφοῦν ποιναὶ εἰς τὸν νόμον, καὶ εἶπον ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν περιττολογεῖ. Ἐφόσον ὑπάρχουν πολλαὶ διατάξεις ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ αἱ ὁποῖαι ἀναγράφουσι τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσι, ἀναμφισβητήτως θὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ τοῦ δικαστηρίου ὁ ποινικὸς νόμος καὶ εἶναι περιττὸν ἡμεῖς νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ἑτέρας διατάξεις ἐκτὸς τῶν διατάξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται.
§111Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσ.). Ὁ ποινικὸς νόμος, ἄρθρον 451, ἀναγράφει ποινὰς ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ποιναὶ αὗται εἶναι ἀνεφάρμοστοι, λόγῳ τῆς αὐστηρότητός των, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη νὰ θεσμοθετήσῃ ποινὰς ἐπιεικεστέρας.
§112Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπεβλήθη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγώ, περὶ τούτου, ὅτι ἐφόσον ὁ ἀπομακρυνόμενος ὑπάλληλος διὰ τῆς ἀπεργίας πλέον καθίσταται ἀκίνδυνος, ὑφίσταται δὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τίνος λόγου ἕνεκα θὰ ἔπρεπε νὰ παραπέμψωμεν ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας; Νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου τὸν βασανίζομεν καὶ ὅτι πρέπει νὰ πρυτανεύσῃ καὶ τὸ αἴσθημα, ὅτι ἡ βραδύτης τῆς λήψεως μέτρων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκομένων πρὸς προστασίαν τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι καὶ τοῦτο μία αἰτία ἡ ὁποία ὤθησε τοὺς ὑπαλλήλους ἐκεῖ ὅπου τοὺς ὤθησε. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀρκετὴ ποινή. Διότι δὲν εἶναι ἀστεία ἡ ποινὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ οὕτως ἀπαλλασσόμενος τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναται νὰ ἀναδιορισθῇ. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης μὲ τὴν ἐντύπωσιν παρὰ τοῖς δημοσίοις ὑπαλλήλοις ὅτι θεσμοθετοῦμεν μὲ αἴσθημα ἐμπαθείας ἐναντίον των. Τί ἄλλο θέλετε, Κύριοι; Ὑπὸ ποίας συνθήκας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κράτος, ὅταν κρατεῖ τοὺς ὑπαλλήλους του διὰ τῆς ἀπειλῆς ποινικῶν διατάξεων; Ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι Κράτος αὐτό, δὲν εἶναι Κράτος προωρισμένον νὰ εὐημερήσῃ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ γίνεται δεκτόν). Παρακαλῶ ὅπως μοῦ δώσετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικυρώσω τὰ πρακτικά, ὥστε νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος οὗτος.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ μεθαύριον, τὴν Δευτέραν. (Ὥρα 9.40′ μ. μ.)